Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2023

Η Ιστορία της Λογικής

Η Λογική στην αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία


Λογική είναι η νοητική διεργασία κατά την οποία συνδέονται στοιχεία για την παραγωγή αποτελέσματος που σχετίζεται με τα συνδεθέντα πχ αν πούμε ότι 2+2=4 αυτό είναι μια λογική διεργασία ή αν πούμε μιαν οποιαδήποτε λέξη πχ “θάλασσα” αυτό είναι μια λογική διεργασία διότι οι λέξεις είναι σύνδεση αισθητηριακών πληροφοριών (εκ των φαινομένων) με αποτέλεσμα την παραγωγή (υπό μορφή γραμμάτων και φωνημάτων) των λέξεων. Ο όρος “λέξη” εκ του “λέγω” σημαίνει “παράγωγο σύνδεσης”.

Ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο “λόγος” ήταν ο Ηράκλειτος ο οποίος διευκρίνησε ότι ο λόγος είναι ένας σύνδεσμος ο οποίος συνδέει τον κόσμο (τα φαινόμενα) με την ομιλία δηλαδή τα φαινόμενα με κάποιο τρόπο μέσον της διάνοιας (γνώσης) μεταποιούνται σε γνώση και σε λέξεις (λόγο). Γι’ αυτό είναι λάθος να ερμηνεύουμε τη λογική αρχόμενοι από τις προτάσεις που είναι παράγωγα των λέξεων. Σωστό είναι να γνωρίζουμε (κατά τον Αριστοτέλη) τις αρχές των όσων ερευνούμε και αρχή του λόγου είναι οι λέξεις οι οποίες ονομάζουν τα φαινόμενα και η έρευνα πρέπει να αρχίζει από την προέλευση των λέξεων και τη σχέση τους με τα φαινόμενα. Αν δεν κατορθώσαμε να βρούμε την σχέση ανάμεσα: στα φαινόμενα, τη γνώση και τον λόγο, σχέση που είναι το υπόβαθρο της Λογικής και που αποδεικνύει πώς νοητικά διενεργείται η Λογική, δηλαδή η σύνδεση των όσων φέρνουμε στο μυαλό για να τα κάνουμε γνώση και γλώσσα.

Πριν τον Πλάτωνα

Αν και οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ανακάλυψαν εμπειρικά μερικές αλήθειες της γεωμετρίας, το μεγάλο επίτευγμα των αρχαίων Ελλήνων ήταν να αντικαταστήσουν τις εμπειρικές μεθόδους με επιστημονικές. Η συστηματική μελέτη αυτή φαίνεται να ξεκίνησε με τη σχολή του Πυθαγόρα στα τέλη του έκτου αιώνα π.κ.ε. Οι τρεις βασικές αρχές της γεωμετρίας είναι ότι ορισμένες προτάσεις πρέπει να γίνονται δεκτές ως αληθινές χωρίς απόδειξη, ότι όλες οι υπόλοιπες προτάσεις του συστήματος να προκύπτουν από τις προηγούμενες και ότι η εξαγωγή πρέπει να είναι τυπική (φόρμαλ) δηλαδή, ανεξάρτητη από το συγκεκριμένο υπό εξέταση θέμα. Τα σπέρματα των πρώιμων αποδείξεων φυλάσσονται στα έργα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και η ιδέα ενός παραγωγικού τέτοιου συστήματος ήταν πιθανώς γνωστό στη Πυθαγόρεια σχολή και στην Πλατωνική Ακαδημία.

Ξεχωριστά από τη γεωμετρία, η ιδέα για ένα πρότυπο μοτίβο επιχειρήματος βρίσκεται στην reductio ad absurdum (εις άτοπον απαγωγή) χρησιμοποιήθηκε από τον Ζήνωνα της Ελέας, ένα προσωκρατικό φιλόσοφο του 5ου αιώνα π.κ.ε. Αυτή είναι η τεχνική της κατάρτισης ενός προφανώς ψευδούς, παράλογου ή αδύνατου συμπεράσματος από την υπόθεση, αποδεικνύοντας έτσι ότι η υπόθεση είναι ψευδής. Ο Παρμενίδης παρουσιάζει το Ζήνωνα να ισχυρίζεται ότι έχει γράψει ένα βιβλίο όπου υπερασπίζεται το μονισμό του Παρμενίδη καταδεικνύοντας το παράλογο συμπέρασμα να υποτεθεί ότι είναι δυϊσμός. Άλλοι φιλόσοφοι που άσκησαν τέτοια διαλεκτική αιτιολογία ήταν οι λεγόμενοι μικροί σωκρατικοί, συμπεριλαμβανομένων ο Ευκλείδης ο Μεγαρεύς, που ήταν πιθανότατα οπαδός του Παρμενίδη και του Ζήνωνα. Τα μέλη αυτής της σχολής ονομάστηκαν Διαλεκτικοί. Περαιτέρω στοιχεία ότι προαριστοτελικοί διανοητές ασχολήθηκαν με τις αρχές του συλλογισμού βρέθηκαν σε ένα θραύσμα που ονομάζεται Δίσσοι Λόγοι, το οποίο πιθανώς γράφτηκε στις αρχές του 4ου αιώνα π.κ.ε. Αυτό είναι μέρος μιας παρατεταμένης συζήτησης για την αλήθεια και την αναλήθεια.

Η Λογική του Πλάτωνα

Κανένα από τα σωζόμενα έργα του φιλόσοφου Πλάτωνα (428-347 π.κ.ε.) του 4ου αιώνα δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε Τυπική Λογική, αλλά περιλαμβάνουν σημαντικές συνεισφορές στον τομέα της φιλοσοφικής Λογικής. Ο Πλάτωνας θέτει τρία ερωτήματα:

Τι είναι αυτό που μπορεί ορθά να καλείται αληθές ή ψευδές;
Ποια είναι η φύση της σύνδεσης μεταξύ των παραδοχών ενός έγκυρου επιχειρήματος και της σύναψής του;
Ποια είναι η φύση του ορισμού;

Το πρώτο ερώτημα τίθεται στο διάλογο Θεαίτητος ο Πλάτωνας προσδιορίζει τη σκέψη ή την άποψη με τη συζήτηση ή το διάλογο (λόγος). Το δεύτερο ερώτημα είναι αποτέλεσμα της θεωρίας των ιδεών (ή μορφών). Οι “Ιδέες” (μορφές) δεν είναι πράγματα με τη συνήθη έννοια, ούτε αυστηρές έννοιες στο μυαλό, αλλά αντιστοιχούν σε αυτό που οι φιλόσοφοι αργότερα ονόμασαν universals (καθολικά), δηλαδή μια αφηρημένη οντότητα κοινή με το ίδιο όνομα σε κάθε σύνολο πραγμάτων. Και στους δύο πλατωνικούς διαλόγους Πολιτεία και Σοφιστής, ο Πλάτωνας υποστηρίζει ότι η αναγκαία σχέση μεταξύ των προκείμενων και του συμπεράσματος ενός επιχειρήματος αντιστοιχεί σε μια αναγκαία σύνδεση μεταξύ των “Ιδεών” (φορμών).

Το τρίτο ερώτημα είναι σχετικό με τον ορισμό. Πολλοί από τους διαλόγους του Πλάτωνα αφορούν την αναζήτηση για τον ορισμό κάποιας σημαντικής έννοιας (δικαιοσύνη, αλήθεια, το καλό), και ενδέχεται ο Πλάτωνας να εντυπωσιάστηκε από την σημαντικότητα του ορισμού στα μαθηματικά. Οτιδήποτε κρύβεται πίσω από έναν ορισμό είναι μια Πλατωνική “Ιδέα” (φόρμα), ο κοινός χαρακτήρας παρουσιάζεται σε διάφορα συγκεκριμένα πράγματα. Έτσι, ο ορισμός αντικατοπτρίζει το απόλυτο αντικείμενο της κατανόησής μας και είναι θεμέλιο κάθε έγκυρου συμπερασμού. Αυτό είχε μεγάλη επιρροή στον Αριστοτέλη, και ιδίως στην αντίληψη του Αριστοτέλη για την ουσία ενός πράγματος.

Η Λογική του Αριστοτέλη
Κύριο λήμμα: Όργανον

Η Λογική του Αριστοτέλη και ιδιαίτερα η θεωρία του για το συλλογισμό, είχε τεράστια επιρροή στη δυτική σκέψη. Τα έργα λογικής, που ονομάζονται ως σύνολο Το Όργανον, είναι η πρώτη τυπική μελέτη της Λογικής που έχει βρεθεί. Αν και είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε τις ημερομηνίες, η πιθανή σειρά της γραφής των λογικών έργων του Αριστοτέλη είναι:

Κατηγορίες, μια μελέτη για τις δέκα κατηγορίες που χαρακτηρίζουν τα όντα του αισθητού κόσμου
Τοπικά (με ένα παράρτημα του που ονομάζεται Περί των Σοφιστικών ελέγχων), μια συζήτηση της διαλεκτικής
Περί ερμηνείας, μια ανάλυση απλών κατηγορηματικών προτάσεων, σε απλούς όρους, άρνηση, και ενδείξεις ποσότητας, καθώς και μια ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των εννοιών της αντίθεσης και μετατροπής. Το 7ο κεφάλαιο είναι η προέλευση του “τετραγώνου αντίθεσης” (ή λογικού τετραγώνου). Το 9ο κεφάλαιο περιέχει τις απαρχές της τροπικής λογικής.
Αναλυτικά Πρότερα, μια τυπική ανάλυση του έγκυρου επιχειρήματος ή “συλλογισμού”
Αναλυτικά Ύστερα, μια μελέτη της επιστημονικής απόδειξης, που περιέχει τις ώριμες απόψεις του Αριστοτέλη στη λογική.

Τα έργα αυτά είναι εξαιρετικής σημασίας για την ιστορία της λογικής. Ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος επιστήμονας της λογικής που επιχείρησε μια συστηματική ανάλυση της λογικής σύνταξης, σε ουσιαστικό και ρήμα. Στις Κατηγορίες αποπειράθηκε σε όλα τα πράγματα που ένα ουσιαστικό μπορεί να αναφέρεται. Αυτή η ιδέα αποτελεί τη βάση του φιλοσοφικού του έργου, τα Μεταφυσικά, τα οποία είχαν επίσης βαθιά επίδραση στη Δυτική σκέψη. Ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε με τις αρχές της αντίφασης και αποκλεισμένης μέσης με συστηματικό τρόπο. Υπήρξε ο πρώτος επιστήμονας της τυπικής λογικής (δηλαδή έδωσε τις αρχές της συλλογιστικής που χρησιμοποιεί μεταβλητές για να δείξει την υποκείμενη λογική μορφή των επιχειρημάτων).

Ερευνούσε για τις σχέσεις εξάρτησης που χαρακτηρίζουν αναγκαστικά το συμπέρασμα, και διέκρινε την εγκυρότητα αυτών των σχέσεων, από την αλήθεια των προκείμενων (η αξιοπιστία του επιχειρήματος). Τα Αναλυτικά Πρότερα αποτελούν το εγχειρίδιο της συλλογιστικής, όπου τρεις σημαντικές αρχές εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά στην ιστορία: η χρήση των μεταβλητών, μια καθαρά τυπική αντιμετώπιση και τη χρήση ενός αξιωματικού συστήματος. Στα Τοπικά και Περί των Σοφιστικών ελέγχων ανέπτυξε επίσης μια θεωρία μη-τυπικής λογικής (π.χ. θεωρία των πλανών).

Στωική Λογική

Το άλλο μεγάλο σχολείο της ελληνικής λογικής είναι αυτό των Στωικών. Η Στωική λογική έχει τις ρίζες της πίσω στα τέλη του 5ου αιώνα π.κ.ε. στον φιλόσοφο Ευκλείδη από τα Μέγαρα, μαθητή του Σωκράτη και λίγο μεγαλύτερη ηλικίας σύγχρονος του Πλάτωνα. Οι μαθητές και οι διάδοχοί του ονομάστηκαν “Μεγαρείς”, ή “Εριστικοί”, ενώ αργότερα “οι Διαλεκτικοί”. Οι δύο πιο σημαντικοί διαλεκτικοί της σχολής των Μεγάρων ήταν ο Διόδωρος Κρόνος και ο Φίλων που έδρασαν στα τέλη του 4ου αιώνα π.κ.ε. Οι Στωικοί υιοθέτησαν την Μεγαρική λογική και τη συστηματοποίησαν.

Το πιο σημαντικό μέλος της σχολής ήταν ο Χρύσιππος, ο οποίος ήταν ο τρίτος κατά σειρά επικεφαλής της σχολής, και ο οποίος τυποποίησε μεγάλο μέρος της στωικής θεωρίας. Υπάρχει η υπόθεση ότι έχει γράψει πάνω από 700 έργα, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον 300 στη Λογική, ενώ σχεδόν κανένα δε σώζεται. Σε αντίθεση με τον Αριστοτέλη, δεν έχουμε ολοκληρωμένα έργα από του Μεγαρείς ή τους πρώιμους Στωικούς και πρέπει να βασιζόμαστε σε αναφορές (μερικές φορές εχθρικές) από μεταγενέστερες πηγές, όπως είναι εμφανώς ο Διογένης ο Λαέρτιος, ο Σέξτος ο Εμπειρικός, ο Γαληνός, ο Αύλος Γέλλιος, ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς και ο Κικέρων.

Τρεις σημαντικές συνεισφορές της στωικής σχολής ήταν (1) η αναφορά στην τροπικότητα, (2) η θεωρία της συνεπαγωγής, και (3) η αναφορά στο νόημα και την αλήθεια.

Τροπικότητα. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, οι Μεγαρείς της εποχής του ισχυρίστηκαν ότι δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ δυνατότητας και πραγματικότητας. Ο Διόδωρος Κρόνος ορίζει το δυνατόν ως αυτό που είτε είναι είτε θα είναι, το αδύνατο ως αυτό που δεν είναι αλήθεια και το απρόοπτο ως αυτό που είτε είναι ήδη, είτε θα είναι ψευδές. Ο Διόδωρος είναι επίσης γνωστός για το λεγόμενο master argument, όπου οι τρεις προτάσεις “ότι είναι παρελθόν, είναι αλήθεια και αναγκαίο”, “το αδύνατο δεν απορρέει από το δυνατό” και “Ότι ούτε είναι, ούτε θα γίνει, είναι πιθανό” είναι ασυνεπείς. Ο Διόδωρος χρησιμοποίησε την αληθοφάνεια των πρώτων δύο προτάσεων για να αποδείξει ότι τίποτα δεν είναι δυνατό αν δεν είναι ή δεν θα γίνει αληθινό. Ο Χρύσιππος, αντιθέτως, αρνήθηκε την δεύτερη υπόθεση και είπε ότι το αδύνατο μπορεί να προκύψει από το δυνατό.

Συνεπαγωγή. Οι πρώτοι επιστήμονες της λογικής που ασχολήθηκαν την συνεπαγωγή ήταν ο Διόδωρος ο Μεγαρεύς και ο μαθητής του, Φίλωνας των Μεγάρων. Ο Φίλωνας υποστήριξε ότι μια πραγματική υπόθεση (conditional) είναι αυτή που δεν ξεκινά με την αλήθεια και τελειώνει με ένα ψέμα, όπως “αν αυτή είναι μέρα, τότε μιλάω”. Αλλά ο Διόδωρος υποστήριξε ότι μια πραγματική υπόθεση είναι αυτό που δεν θα μπορούσε ενδεχομένως να ξεκινήσει με μια αλήθεια και να τελειώσει με ένα ψέμα – έτσι η υπόθεση που αναφέρεται παραπάνω θα μπορούσε να είναι ψευδή αν ήταν μέρα και γινόμουν σιωπηλός. Το κριτήριο του Φίλωνα για την αλήθεια είναι αυτό που αποκαλείται truth-functional (αληθο-συνάρτηση, ορίζεται σε αληθινές προτάσεις) ορισμός του “αν … τότε” (if…then). Σε μια δεύτερη αναφορά, ο Σέξτος λέει “Σύμφωνα με τον ίδιο, υπάρχουν τρεις τρόποι με τους οποίους μια υπόθεση μπορεί να είναι αλήθεια, και ένας με τον οποίο μια υπόθεση μπορεί να είναι ψευδής”.

Νόημα και αλήθεια. Η πιο σημαντική και χαρακτηριστική διαφορά της Μεγαρικής-Στωικής λογικής με την αριστοτελική λογική είναι ότι αφορά προτάσεις, όχι ουσιαστικά, και είναι πιο κοντά στην σύγχρονη προτασιακή λογική. Οι Στωικοί διέκριναν την φωνή, τη λέξη (το οποίο είναι ευκρινές αλλά μπορεί να υπάρχει χωρίς νόημα) και τον διάλογο (η μεστή νοήματος εκστόμιση). Το πιο πρωτότυπο μέρος της θεωρίας τους είναι η ιδέα ότι κάθε τι που εκφράζεται από μια φράση, το λεκτόν, είναι κάτι πραγματικό. Αυτό αντιστοιχεί σε αυτό που καλείται τώρα πρόταση. Ο Σέξτος λέει ότι σύμφωνα με τους Στωικούς, τρία πράγματα συνδέονται μεταξύ τους, αυτό που σημαίνεται (signified), αυτό που σημαίνει (signifies) και το αντικείμενο. Για παράδειγμα, αυτό που σημαίνει είναι η λέξη Δίον, αυτό που σημαίνεται (αυτό που υποδηλώνει) είναι αυτό που κατανοούν οι Έλληνες αλλά όχι οι βάρβαροι, και το αντικείμενο είναι το Δίον το ίδιο.

Μεσαιωνική λογική

Η λογική στη Μέση Ανατολή
Κύριο λήμμα: Αβικεννισμός

Τα έργα των Αλ-Κίντι, Αλ-Φαράμπι, Αλ-Γκαζαλί, Αβερρόη και άλλων μουσουλμάνων επιστημόνων της λογικής βασίστηκαν στην αριστοτελική λογική και ήταν σημαντικά για τη διάδοση των ιδεών του αρχαίου κόσμου στη μεσαιωνική Δύση. Ο Αλ-Φαράμπι (873-950) ήταν ένας επιστήμονας της αριστοτελικής λογικής ο οποίος συζήτησε τα θέματα των μελλοντικών ενδεχόμενων (future contingents), τον αριθμό και τη σχέση των κατηγοριών, τη σχέση μεταξύ λογικής και γραμματικής και μη αριστοτελικές τύποι (forms) συμπερασμού. Ο Αλ-Φαραμπί ακομα θεώρησε επίσης τις θεωρίες των υποθετικών συλλογισμών και του αναλογικού συμπερασμού, το οποίο ήταν μέρος της στωικής παράδοσης της λογικής και όχι της αριστοτελικής.

Ο Ιμπν Σίνα (Αβικέννας) (980-1037) ήταν ιδρυτής της αβικεννικής λογικής, η οποία αντικατέστησε την αριστοτελική λογική ως το κυρίαρχο σύστημα λογικής στον ισλαμικό κόσμο, και είχε επίσης μια σημαντική επιρροή στην δυτικούς μεσαιωνικούς συγγραφείς, όπως ο Αλμπέρτους Μάγκνους. Ο Αβικέννας έγραψε στον υποθετικό συλλογισμό και στο προτασιακό λογισμό, που ήταν και οι δύο τμήματα της στωικής παράδοσης στη λογική. Ανέπτυξε μια πρωτότυπη θεωρία, της “χρονικώς τροπικής” συλλογιστικής και έκανε χρήση της επαγωγικής λογικής, όπως οι μέθοδοι του Μιλλ οι οποίοι ήταν καίριας σημασίας για την επιστημονική μέθοδο.

Μια από τις ιδέες του Αβικέννα είχε ιδιαίτερα σημαντική επίδραση στους δυτικούς επιστήμονες της λογικής όπως είναι ο Ουίλιαμ του Όκαμ. Η λέξη του Αβικέννα για την σημασία ή έννοια (ma’na), μεταφράστηκε από τους σχολαστικούς λογικιστές στα λατινικά ως intentio. Στην μεσαιωνική λογική και επιστημολογία, αυτό είναι ένα σημάδι στο μυαλό που αποτελεί με φυσικό τρόπο ένα πράγμα. Ήταν ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη του κονσεπτουαλισμού του Όκαμ. Ένας καθολικός όρος (π.χ. “άνθρωπος”) δεν σημαίνει ένα πράγμα που υπάρχει στην πραγματικότητα, αλλά μάλλον ένα σημάδι στο μυαλό (intentio in intellectu) που αντιπροσωπεύει πολλά πράγματα στην πραγματικότητα. Ο Όκαμ επικαλείται τον σχολιασμό του Αβικέννα στο έργο του Metaphysics V υπέρ της δικής του άποψης.

Ο Φαχρουντίν Ραζί επέκρινε την “πρώτη εικόνα” του Αριστοτέλη και διατύπωσε ένα από τα πρώτα συστήματα επαγωγικής λογικής, προαναγγέλλοντας το σύστημα που αναπτύχθηκε από τον Τζον Στιούαρτ Μιλλ (1806-1873). Το έργο του Αλ-Ράζι θεωρήθηκε από τους μεταγενέστερους μελετητές του Ισλάμ ως μια νέα κατεύθυνση για την ισλαμική λογική, προς μια μετα-αβικεννική λογική. Αυτό το σύστημα αναπτύχθηκε περαιτέρω από τον μαθητή του Afdaladdîn al-Khûnajî (πέθ. 1249), ο οποίος ανέπτυξε μια μορφή της λογικής που περιτρέφεται γύρω από το αντικείμενο της αιτίας των conceptions (στη μεταφυσική φιλοσοφία) και assents. Σε απάντηση σε αυτή την παράδοση, ο Αλ-Τούσι (1201-1274) ξεκίνησε μια παράδοση της νεο-αβικεννικής λογικής που παρέμεινε πιστή στο έργο του Αβικέννα και υπήρξε ως εναλλακτική λύση για την πιο κυρίαρχη μετα-αβικεννική σχολή κατά τη διάρκεια των επόμενων αιώνων.

Η πεφωτισμένη σχολή (illuminationist), που ιδρύθηκε από τον Shahab al-Din Suhrawardi (1151-1191), ο οποίος ανέπτυξε την ιδέα της “καθοριστικής αναγκαιότητας”, η οποία αναφαίρεται στην μείωση των λειτουργιών (αναγκαιότητα, δυνατότητα, συγκυρία και ανέφικτο) σε μία ενιαία λειτουργία της αναγκαιότητας. Ο Αλ-Ναφίς έγραψε ένα βιβλίο στη αβικεννική λογική, το οποίο ήταν σχολιασμός του έργου Al-Isharat (Τα σημάδια) και έργου Al-Hidayah (Η καθοδήγηση) του Αβικέννα. Ο Ibn Taymiyyah (1263-1328) έγραψε το Ar-Radd ‘ala al-Mantiqiyyin, όπου αντιτάχθηκε της χρησιμότητας, αλλά όχι του κύρους, του συλλογισμού και τάχθηκε υπέρ του επαγωγικού συλλογισμού.

Ο Ibn Taymiyyah επίσης αντιτάχθηκε της βεβαιότητας των συλλογιστικών επιχειρημάτων και τάχθηκε υπέρ της αναλογίας. Το επιχείρημα του είναι ότι οι έννοιες που στηρίχθηκαν στην επαγωγή είναι οι ίδιες όχι βέβαιες αλλά μόνο πιθανές, και, συνεπώς, ένας συλλογισμός που βασίζεται σε τέτοιες έννοιες δεν είναι πιο βέβαιος από ένα επιχείρημα που βασίζεται στην αναλογία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η επαγωγή εδράζεται η ίδια στη διαδικασία της αναλογίας. Το πρότυπο του αναλογικού συλλογισμού βασίστηκε σε αυτό των νομικών επιχειρημάτων. Αυτό το μοντέλο έχει χρησιμοποιηθεί στο πρόσφατο έργο του Τζον Σόβα.

Το Sharh al-takmil fi’l-mantiq, που γράφτηκε από τον Muhammad ibn Fayd Allah ibn Muhammad Amin al-Sharwani τον 15ο αιώνα, είναι το τελευταίο μεγάλο Αραβικό έργο στη λογική που μελετήθηκε. Ωστόσο, “χιλιάδες πάνω σε χιλιάδες σελίδες” στη λογική γράφτηκαν μεταξύ του 14ου και 19ου αιώνα, αν και μόνο ένα μικρό ποσοστό των κειμένων που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου έχουν μελετηθεί από τους ιστορικούς και, ως εκ τούτου, πολύ λίγα είναι γνωστά σχετικά με το πρωτότυπο έργο για την ισλαμική λογική που παράχθηκε αυτή την ύστερη περίοδο.

Η Λογική στην Μεσαιωνική Ευρώπη
Κύριο λήμμα: Αριστοτελική λογική

Η “μεσαιωνική λογική” (επίσης γνωστή ως “σχολαστική λογική”) σημαίνει γενικά τη μορφή της αριστοτελικής λογικής που αναπτύχθηκε στη μεσαιωνική Ευρώπη καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου 1200-1600. Για αιώνες μετά την διατύπωση της στωικής λογικής, αυτό ήταν το κυρίαρχο σύστημα λογικής στον κλασσικό κόσμο. Όταν η μελέτη της λογικής συνεχίστηκε μετά το Μεσαίωνα, η κύρια πηγή ήταν το έργο του χριστιανικού φιλόσοφου Βοήθιος, ο οποίος ήταν εξοικειωμένος με μερικά στοιχεία της αριστοτελικής λογικής, αλλά με κανένα έργο των Στωικών.

Μέχρι το δωδέκατο αιώνα, τα μόνα έργα του Αριστοτέλη που ήταν διαθέσιμα στη Δύση ήταν τα Κατηγορίαι, Περί ερμηνείας και η μετάφραση του Βοήθιου της Εισαγωγή του Πορφυρίου (ένα σχολιασμός στο έργο Κατηγορίαι). Τα έργα αυτά ήταν γνωστά ως η “Παλαιά Λογική” (Logica Vetus ή Ars Vetus). Ένα σημαντικό έργο σε αυτήν την παράδοση ήταν το Logica Ingredientibus του Πέτρου Αβελάρδου (1079-1142). Η άμεση επιρροή που άσκησε ήταν μικρή, αλλά η επιρροή μέσα από τους μαθητές όπως ήταν ο Τζον του Σαλίσμπουρι (John of Salusbury) ήταν μεγάλη, και η μέθοδος εφαρμογής αυστηρής λογικής ανάλυσης στη θεολογία άνοιξε τον δρόμο να αναπτυχθεί η θεολογική κριτική κατά την περίοδο που ακολούθησε.

Μέχρι τις αρχές του 13ου αιώνα τα υπόλοιπα έργα του Όργανον του Αριστοτέλη (συμπεριλαμβανομένων των Αναλυτικά Πρότερα, Αναλυτικά Ύστερα και Περί των Σοφιστικών ελέγχων) είχαν ανακτηθεί στη Δύση και αναβιώσει από τον Θωμά Ακινάτη. Η εργασία στη Λογική μέχρι τότε ήταν ως επί το πλείστον παράφραση ή σχολιασμός σχετικά με το έργο του Αριστοτέλη. Τη περίοδο από τα μέσα του 13ου αιώνα έως τα μέσα του 14ου αιώνα υπήρξε σημαντική ανάπτυξη της λογικής, ιδίως σε τρεις τομείς που ήταν πρωτότυποι, με μικρή περαιτέρω ανάπτυξη της αριστοτελικής παράδοσης που ήρθε πριν. Αυτοί οι τομείς ήταν:

Η θεωρία της υπόθεσης. Η θεωρία της υπόθεσης ασχολείται με τον τρόπο που τα κατηγορήματα (π.χ. “άνθρωπος”) εκτείνονται σε ένα πεδίο από μεμονωμένα άτομα (individuals) (π.χ. όλοι οι άνθρωποι). Στη πρόταση «κάθε άνθρωπος είναι ένα ζώο», ο όρος “άνθρωπος” εκτείνεται ή τα άτομα – φιλοσοφικά ως ουσία ή αντικείμενα (supposit) – άνθρωποι υφίστανται στο παρόν; Ή μήπως το φάσμα περιλαμβάνει τους ανθρώπους του παρελθόντος και του μέλλοντος; Μπορεί ένας όρος να είναι supposit για μη υπαρκτά άτομα (individuals); Μερικοί μεσαιωνιστές έχουν υποστηρίξει ότι η ιδέα αυτή ήταν ο πρόδρομος της λογικής πρώτης τάξης. “Η θεωρία της υπόθεσης με τις σχετικές θεωρίες του copulatio ( συμβολισμός-χωρητικότητα των επιθετικών προσδιορισμών), του ampliation (διεύρυνση του αναφορικού τομέα), και distributio constitute ένα από τα πιο πρωτότυπα επιτεύγματα της Δυτικής μεσαιωνικής λογικής”.

Η θεωρία των συγκατηγορημάτων. Τα συγκατηγορήματα είναι όροι απαραίτητοι για τη λογική, τα οποία όμως, σε αντίθεση με του κατηγορηματικούς όρους, δεν σημαίνουν ονόματί τους, αλλά “συν-σημαίνουν” με άλλες λέξεις. Παραδείγματα συγκατηγορημάτων είναι τα “και”, “δεν”, “κάθε”, “εάν” και ούτω καθεξής.

Η θεωρία των λογικών συνεπειών ή των συνεπαγωγών. Μια συνεπαγωγή είναι μια υποθετική, δυνητική πρόταση: δύο προτάσεις συνδέονται από τη διάταξη “αν…τότε”. Για παράδειγμα, «αν ένας άνθρωπος τρέχει, τότε ο θεός υπάρχει» (Si homo currit, Deus est). Μια πλήρως ανεπτυγμένη θεωρία των λογικών συνεπειών δίνεται στο τρίτο βιβλίο του έργου Summa Logicae του Ουίλιαμ του Όκαμ. Εκεί ο Όκαμ διακρίνει μεταξύ των “αιτιατών” και “τυπικών” λογικών συνεπειών, που είναι περίπου ισοδύναμες με την αιτιατή συνεπαγωγή και τη λογική συνεπαγωγή αντίστοιχα. Παρόμοιες αναφορές δίνονται από τους Ζαν Μπουριντάν και Αλβέρτο της Σαξωνίας.

Τα τελευταία μεγάλα έργα αυτής της παράδοσης είναι τα Logic του Τζον Πόινσοτ (1589-1644, γνωστός ως Τζον του Αγίου Θωμά), Metaphysical Disputations του Φρανσίσκο Σουάρες (1548-1617), και Logica Demonstrativa του Τζοβάνι Τζιρόλαμο Σακέρι (1667-1733).

Η άνοδος της σύγχρονης λογικής

Το χρονικό διάστημα μεταξύ 14ου αιώνα μ.κ.ε. – αρχές 19ου αιώνα μ.κ.ε. ήταν σε μεγάλο βαθμό παρακμής και παραμέλησης της λογικής, και θεωρείται γενικά ως άγονο από τους ιστορικούς της λογικής. Η αναβίωση της λογικής συνέβη στα μέσα του 19ου αιώνα, κατά την αρχή μιας επαναστατικής περιόδου όπου το θέμα εξελίχθηκε σε έναν αυστηρό και τυπολατρικό επιστημονικό τομέα του οποίου υπόδειγμα ήταν η ακριβής μέθοδος που χρησιμοποιείται στα μαθηματικά. Η ανάπτυξη της σύγχρονης “συμβολικής” ή “μαθηματικής” λογικής κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου είναι η πιο σημαντική στα 2000 έτη της λογικής, και είναι αναμφισβήτητα ένα από τα πιο σημαντικά και αξιοσημείωτα γεγονότα στην ανθρώπινη ιστορία της διανόησης.

Περίοδοι της Σύγχρονης Λογικής

Η ανάπτυξη της Σύγχρονης Λογικής εμπίπτει σε (περίπου) πέντε περιόδους:

Η εμβρυϊκή περίοδος από τον Λάιμπνιτς το 1847, όταν η έννοια του λογικού λογισμού συζητήθηκε και αναπτύχθηκε, κυρίως από τον ίδιο, χωρίς να σχηματίσει σχολές, και περιοδικά μεμονομένες προσπάθειες εγκαταλείφθηκαν ή πέρασαν απαρατήρητες.

Η αλγεβρική περίοδος από την ανάλυση του Μπουλ στις διαλέξεις (Vorlesungen) του Ερνστ Σρέντερ. Αυτή την περίοδο υπήρχαν περισσότεροι ασκούμενοι, καθώ και μια μεγαλύτερη συνέχεια της ανάπτυξης της λογικής.

Η λογικιστική περίοδος από το έργο Begriffsschrift του Φρέγκε στο Principia Mathematica των Ράσελ και Άλφρεντ Νορθ Ουάιτχεντ. Αυτή τη περίοδο κυριαρχούσε η “λογικιστική σχολή”, στόχος της οποίας ήταν να ενσωματώσει τη λογική όλου του μαθηματικού και επιστημονικού λόγου σε ένα ενιαίο σύστημα, και το οποίο, έχοντας ως βασική αρχή ότι όλες οι μαθηματικές αλήθειες είναι λογικές, δεν θα δεχόταν οποιαδήποτε μη-λογική ορολογία. Οι μεγάλοι λογικιστικοί ήταν ο Φρέγκε, ο Ράσελ και, στις αρχές του, ο Βίτγκενσταϊν. Το αποκορύφωμα αυτής της εποχής ήταν το Principia, ένα σημαντικό έργο που περιλαμβάνει μια διεξοδική εξέταση και λύση των αντινομιών που είχαν αποτελέσει εμπόδιο στην προηγούμενη περίοδο.

Η μεταμαθηματική περίοδος (ή αλλιώς φορμαλιστική περίοδος) από το 1910 έως τη δεκαετία του 1930, η οποία είδε την ανάπτυξη της μεταλογική, στο πεπερασμένο σύστημα του Χίλμπερτ, και του μη-πεπερασμένου συστήματος του Löwenheim και Skolem, και το συνδυασμό της λογικής με την μεταλογική στο έργο του Γκέντελ και του Τάρσκι. Το θεώρημα μη πληρότητας του Γκέντελ του 1931 ήταν ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα στην ιστορία της λογική. Αργότερα, στη δεκαετία του 1930, ο Γκέντελ ανέπτυξε την έννοια της συνολο-θεωρητικής κατασκευασιμότητας.

Η περίοδος μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η μαθηματική λογική χωρίστηκε σε τέσσερις αλληλένδετες αλλά ξεχωριστές περιοχές της έρευνας: θεωρία μοντέλων, θεωρία αποδείξεων, θεωρία υπολογισμού και θεωρία συνόλων, και οι ιδέες και μέθοδοι της άρχισαν να επηρεάζουν τη φιλοσοφία.

Θέματα στη λογική

Συλλογιστική λογική
Κύριο λήμμα: Αριστοτελική λογική

Το Όργανον ήταν ο κορμός του έργου του Αριστοτέλη σχετικά με τη λογική, μαζί με τα Αναλυτικά πρότερα που αποτελεί το πρώτη εργασία στην τυπική λογική, εισάγοντας τη συλλογιστική λογική. Τα μέρη της συλλογιστικής λογικής, γνωστή και από το όνομα όρος λογική, είναι η ανάλυση των κρίσεων σε προτάσεις που αποτελούνται από δύο όρους που συνδέονται με μία από έναν σταθερό αριθμό σχέσεων, καθώς και την έκφραση των συμπερασμάτων μέσω των συλλογισμών που αποτελούνται από δύο προτάσεις που μοιράζονται έναν κοινό όρο ως αρχή, και ένα συμπέρασμα το οποίο είναι μια πρόταση με τη συμμετοχή των δύο μη συνδεδεμένων όρων από τις προκείμενες.

Το έργο του Αριστοτέλη θεωρήθηκε κατά την κλασσική αρχαιότητα και από τον μεσαίωνα στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή ως την ίδια την εικόνα ενός πλήρως εκπονημένου συστήματος. Ωστόσο, δεν ήταν μόνο του: οι Στωικοί πρότειναν ένα σύστημα προτασιακής λογικής το οποίο μελετήθηκε από μεσαιωνικούς επιστήμονες της λογικής. Επίσης, το πρόβλημα των πολλαπλών μεταβλητών αναγνωρίστηκε στη μεσαιωνική εποχή. Παρ’ όλα αυτά, τα προβλήματα της συλλογιστικής λογικής δεν θεωρείται ότι χρήζουν επαναστατικών λύσεων.

Σήμερα, ορισμένοι ακαδημαϊκοί υποστηρίζουν ότι το σύστημα του Αριστοτέλη γενικά θεωρείται ότι έχει λίγο περισσότερο από ιστορική αξία (αν υπάρχει κάποιο σημερινό ενδιαφέρον για την επέκταση των όρων της λογικής), και ότι θα καταστεί παρωχημένη από την έλευση της προτασιακής λογικής και του κατηγορηματικού λογισμού. Άλλοι χρησιμοποιούν τον Αριστοτέλη στη θεωρία επιχειρηματολογίας για να βοηθήσουν στην ανάπτυξη και κριτική αμφισβήτηση επιχειρηματολογικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται στην τεχνητή νοημοσύνη και στα νομικά επιχειρήματα.

Προτασιακή λογική
Ένας προτασιακός λογισμός ή λογική είναι ένα τυπικό σύστημα στο οποίο οι τύποι που αναπαριστάνουν προτάσεις μπορούν να σχηματίζονται με το συνδυασμό ατομικών προτάσεων χρησιμοποιώντας λογικούς συνδέσμους, και στον οποίο ένα σύστημα τυπικών κανόνων αποδείξεως επιτρέπει σε ορισμένους τύπους να καθιερόνονται ως «θεωρήματα».

Κατηγορηματική λογική
Κατηγορηματική λογική είναι ο γενικός όρος για τα συμβολικά τυπικά συστήματα, όπως η πρώτης τάξης λογική, η δεύτερης τάξης λογική, η πολυτυπική λογική και η λογική infinitary (ή άπειρη λογική, έσχατη λογική). Η κατηγορηματική λογική παρέχει έναν απολογισμό από ποσοδείκτες αρκετά γενικούς ώστε να εκφράσουν ένα ευρύ σύνολο από επιχειρήματα που εμφανίζονται στη φυσική γλώσσα. Η αριστοτελική συλλογιστική λογική καθορίζει ένα μικρό αριθμό από τους τύπους των οποίων το αντίστοιχο τμήμα των εμπλεκόμενων κρίσεων μπορεί να λάβει. Η κατηγορηματική λογική επιτρέπει φράσεις να αναλυθούν στο θέμα και στο επιχείρημα με διάφορους εναλλακτικούς τρόπους, και έτσι επιτρέπει να λύσει το πρόβλημα των πολλαπλών γενικοτήτων που είχε φέρει σε αμηχανία του μεσαιωνικούς επιστήμονες της λογικής.

Η ανάπτυξη της κατηγορηματικής λογικής συνήθως αποδίδεται στον Φρέγκε, ο οποίος επίσης καταλογίζεται ως ένας από τους θεμελιωτές της αναλυτικής φιλοσοφίας, αλλά η κατηγορηματική λογική που χρησιμοποιείται πιο συχνά σήμερα είναι η πρώτης τάξεως λογική που παρουσιάστηκε στο Αρχές της μαθηματικής λογικής (Principles of mathematical logic) από τους Ντέιβιντ Χίλμπερτ και Βίλχεμ Άκερμαν το 1928. Η αναλυτική γενικότητα της κατηγορηματικής λογικής επέτρεψε την τυποποίηση των μαθηματικών, οδηγώντας στην έρευνα της θεωρία των συνόλων, και την ανάπτυξη της θεωρίας μοντέλων του Άλφρεντ Τάρσκι. Παρέχει τα θεμέλια της σύγχρονης μαθηματικής λογικής. Το αρχικό σύστημα της κατηγορηματικής λογικής του Φρέγκε ήταν δεύτερης τάξης κι όχι πρώτης τάξης. Τη δεύτερης τάξης λογική εμφανώς υπερασπίστηκαν, έναντι της κριτικής του Ουίλαρντ Φαν Όρμαν Κουίν και άλλων, οι Τζορτζ Μπόολος και Στιούαρτ Σαπίρο.

Τροπική λογική
Στις γλώσσες, η τροπικότητα ασχολείται με το φαινόμενο όπου τα επιμέρους τμήματα μιας πρότασης μπορούν να έχουν δική τους σημασιολογία διαμορφωμένες από ειδικά ρήματα ή τροπικά υποτμήματα. Για παράδειγμα, η πρόταση «Πάμε στους αγώνες» μπορεί να τροποποιηθεί «Πρέπει να πάμε στους αγώνες», «Μπορούμε να πάμε στους αγώνες» και ίσως «Θα πάμε στους αγώνες». Πιο αφηρημένα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η τροπικότητα επηρεάζει τις συνθήκες υπό τις οποίες παίρνουμε έναν ισχυρισμό που πρέπει πληρείται.

Η λογική του Αριστοτέλη, κατά ένα μεγάλο μέρος, ασχολείται με τη θεωρία της μη τροποποιημένης λογική. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν αποσπάσματα στο έργο του, όπως το περίφημο επιχείρημα στο Περί ερμηνείας § 9, που σήμερα θεωρούνται προφητικά της τροπικής λογικής και η σύνδεσή της με την δυναμικότητα και το χρόνο, το παλαιότερο τυπικό σύστημα της τροπικής λογικής αναπτύχθηκε από τον Αβικέννα, τον οποίο ανέπτυξε τελικώς μια θεωρία «χρονικώς τροποποιημένης» συλλογιστικής.

Αν και η μελέτη της της ανάγκης και πιθανότητας παρέμεινα σημαντική για τους φιλόσοφους, μικρή ανάπτυξη γνώρισε οι καινοτομίες στη λογική μέχρι τις έρευνες-ορόσημο του Κλάρενς Ίρβινγκ Λιούις το έτος 1918, ο οποίος διατύπωσε μια οικογένεια από αντίπαλους αξιωματισμούς των alethic τρόπων. Το έργο εξαπέλυσε έναν χείμαρρο από εργασίες σχετικά με το θέμα, επεκτείνοντας τα είδη των τροπικοτήτων έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνουν τη δεοντική λογική και την επιστημολογική λογική. Η δημιουργική εργασία του Άρθουρ Πριόρ εφήρμοσε την ίδια τυπική γλώσσα για την αντιμετώπιση της χρονικής λογικής και άνοιξε το δρόμο για το “γάμο” των δύο θεμάτων. Ο Σάουλ Κρίπκε ανακάλυψε (ταυτόχρονα με τους αντιπάλους) τη θεωρία της πλαίσιο-σημασιολογίας, η οποία διέθεσε την τυπική τεχνολογία στους επιστήμονες της τροπικής λογικής και έδωσε έναν νέο γραφο-θεωρητικό τρόπο θεώρησης στην τροπικότητα που έχει οδηγήσει σε πολλές εφαρμογές στην υπολογιστική γλωσσολογία και την επιστήμη των υπολογιστών, όπως η δυναμική λογική (ή αλλιώς χρονομετρημένη λογική).

Άτυπη λογική
Το κίνητρο για τη μελέτη της λογικής στην αρχαιότητα ήταν σαφές: ότι είναι έτσι ώστε να μπορείς κανείς να μάθει να διακρίνει τα καλά από τα κακά επιχειρήματα, και έτσι να γίνει πιο αποτελεσματικός στην επιχειρηματολογία και στη ρητορική, ίσως και να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Τα μισά από τα έργα του Όργανον του Αριστοτέλη αντιμετωπίζει το συμπερασμό όπως εμφανίζεται σε ένα άτυπο πλαίσιο, πλάι-πλάι με την ανάπτυξη της συλλογιστικής, και στο αριστοτελικό σχολείο, οι εργασίες πάνω στην άτυπη λογική θεωρούνταν ως συμπληρωματικές στη ρητορική διδασκαλία του Αριστοτέλη.

Αυτό το αρχαίο κίνητρο παραμένει ζωντανό, αν και πλέον δεν είναι στο επίκεντρο της λογικής. Τυπικώς η διαλεκτική λογική θα σχηματίσει τον πυρήνα ενός μαθήματος στην κριτική σκέψη, ένα υποχρεωτικό μάθημα σε πολλά πανεπιστήμια. Η θεωρία της επιχειρηματολογίας είναι η μελέτη και η έρευνα της άτυπης λογικής, των λογικών πλανών και των κρίσιμων ερωτημάτων που σχετίζονται με την καθημερινότητα και πρακτικές καταστάσεις. Συγκεκριμένοι τύποι του διαλόγου μπορούν αναλυθούν και να αμφισβητηθούν για να αποκαλύψουν προκείμενες, συμπεράσματα και πλάνες. Η θεωρία της επιχειρηματολογίας εφαρμόζεται στην τεχνητή νοημοσύνη και το δίκαιο.

Επιχείρημα

Στη λογική και τη φιλοσοφία, το επιχείρημα είναι μια προσπάθεια να πείσει κάποιον για κάτι, δίνοντας τους λόγους για να αποδεχθεί ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα όπως προκύπτει. Η γενική δομή ενός επιχειρήματος σε μια φυσική γλώσσα είναι εκείνη των προκείμενων (συνήθως σε μορφή θεωρημάτων, δηλώσεων ή προτάσεων) υπέρ του ισχυρισμού: του συμπεράσματος. Η δομή ορισμένων επιχειρημάτων μπορεί επίσης να καθοριστεί σε μια τυπική γλώσσα, και τα τυπικώς ορισμένα “επιχειρήματα” μπορούν να γίνουν ανεξάρτητα από τα επιχειρήματα των φυσικών γλωσσών, όπως στη λογική, τα μαθηματικά και την επιστήμη των υπολογιστών.

Σε ένα τυπικό παραγωγικό (ή απαγωγικό) επιχείρημα, οι προκείμενες χρησιμοποιούνται για να δώσουν εγγύηση από την αλήθεια του συμπεράσματος, ενώ σε ένα επαγωγικό επιχείρημα, θεωρούνται ότι δίνουν τους λόγους που αιτιολογούν (συνηγορούν) τη πιθανή αλήθεια του συμπεράσματος. Τα πρότυπα για την αξιολόγηση των μη παραγωγικών επιχειρημάτων μπορούν να σε διαφορετικά ή πρόσθετα κριτήρια από την αλήθεια, για παράδειγμα, η πειστικότητα των λεγόμενων “αναγκαίων ισχυρισμών” σε υπερβατικά επιχειρήματα, η ποιότητα των υποθέσεων στον υποθετικό-παραγωγικό συλλογισμό (retroduction), ή ακόμη και η γνωστοποίηση νέων δυνατοτήτων στη σκέψη και δράση.

Τα πρότυπα και τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται στην αξιολόγηση των επιχειρημάτων και των μορφών του συλλογισμού τους μελετήθηκαν στη λογική. Ακόμη, έχουν μελετηθεί αποτελεσματικοί τρόποι διατύπωσης επιχειρημάτων (θεωρία επιχειρημάτων). Ένα επιχείρημα σε μια τυπική γλώσσα δείχνει τη λογική μορφή του συμβολικά αναπαριστανόμενου ή φυσικής γλώσσας επιχειρήματος που λαμβάνεται βάση τις ερμηνείες του.

Μαθηματική λογική

Η μαθηματική λογική αναφέρεται στην πραγματικότητα σε δύο διαφορετικούς τομείς της έρευνας, ο πρώτος είναι η εφαρμογή των τεχνικών της τυπικής λογικής στα μαθηματικά και τη μαθηματική συλλογιστική, και ο δεύτερος, προς την άλλη κατεύθυνση, η εφαρμογή των μαθηματικών τεχνικών για την αναπαράσταση και ανάλυση της τυπικής λογικής. Η παλαιότερη χρήση των μαθηματικών και της γεωμετρίας σε σχέση με τη λογική και τη φιλοσοφία χρονολογείται από τους αρχαίους Έλληνες, όπως ο Ευκλείδης, ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης. Πολλοί άλλοι αρχαίοι και μεσαιωνικοί φιλόσοφοι εφήρμοσαν μαθηματικές ιδέες και μεθόδους για τους δικούς τους φιλοσοφικούς ισχυρισμούς.

Μπέρτραντ Ράσελ

Μια από τις πιο τολμηρές προσπάθειες για την εφαρμογή της λογικής στα μαθηματικά ήταν αναμφισβήτητα ο λογικισμός των φιλόσοφων-επιστημών της λογικής όπως Γκότλομπ Φρέγκε και Μπέρτραντ Ράσελ: η ιδέα ήταν ότι οι μαθηματικές θεωρίες ήταν λογικές ταυτολογίες και το πρόγραμμα ήταν να δείξει αυτό με τη μείωση των μαθηματικών στη λογική. Οι διάφορες προσπάθειες να το υλοποιήσουν συνάντησαν μια σειρά από αποτυχίες , από την αποδυνάμωση του προγράμματος του Φρέγκε στο έργο του Grundgesetze από το παράδοξο του Ράσελ, μέχρι την ήττα του προγράμματος του Χίλμπερτ από τα θεωρήματα μη πληρότητας του Γκέντελ.

Η έκθεση του προγράμματος του Χίλμπερτ όσο και η διάψευσή του από τον Γκέντελ εξαρτήθηκαν από την εργασία τους για τη θέσπιση του δεύτερου τομέα της μαθηματικής λογικής, την εφαρμογή των μαθηματικών στη λογική με τη μορφή της θεωρίας απόδειξης. Παρά την αρνητική φύση των θεωρημάτων μη πληρότητας, το θεώρημα πληρότητας του Γκέντελ, ένα αποτέλεσμα στη θεωρία μοντέλων και μια άλλη εφαρμογή των μαθηματικών στη λογική, μπορούν να θεωρηθεί ότι δείχνουν πόσο κοντά ο λογικισμός πλησίασε την αλήθεια: κάθε αυστηρά καθορισμένη μαθηματική θεωρία μπορεί να είναι επακριβώς καταγεγραμμένη από μια πρώτης τάξεως λογική θεωρία. Ο αποδεικτικός λογισμός του Φρέγκε είναι αρκετός για να περιγράψει το σύνολο των μαθηματικών, αν και δεν ισοδυναμεί με αυτό. Έτσι, βλέπουμε πώς οι δύο αυτές συμπληρωματικές περιοχές της μαθηματικής λογικής υπήρξαν και συνδέθηκαν.

Η θεωρία απόδειξης και η θεωρία μοντέλων ήταν τα θεμέλια της μαθηματικής λογικής, αλλά δύο από τους τέσσερις πυλώνες του θέματος. Η θεωρία συνόλων προέρχεται από τη μελέτη του άπειρου από τον Γκέοργκ Κάντορ και αποτέλεσε πηγή πολλών από τα πιο δύσκολα και σημαντικά ζητήματα στη μαθηματική λογική, από το θεώρημα του Κάντορ, στο καθεστώς του αξιώματος της επιλογής και το ζήτημα της ανεξαρτησίας της υποθέσεως του συνεχούς, μέχρι τη σύγχρονη συζήτηση γύρω από τα μεγάλα βασικά αξιώματα.

Η θεωρία αναδρομής συλλαμβάνει την ιδέα του υπολογισμού σε λογικούς και αριθμητικούς όρους. Τα πιο κλασικά επιτεύγματά της είναι η αναποφασιστικότητα του Entscheidungsproblem (decision problem ή πρόβλημα αποφάσεων) από τον Άλαν Τούρινγκ και η παρουσίαση της θέσης Church-Turing. Σήμερα η θεωρία αναδρομής ως επί το πλείστον ασχολείται με το πιο εκλεπτυσμένο πρόβλημα των κλάσεων πολυπλοκότητας – πότε ένα πρόβλημα είναι αποτελεσματικά επιλύσιμο; – και την ταξινόμηση των βαθμών αναποκρισιμότητας.

Φιλοσοφική λογική

Η φιλοσοφική λογική ασχολείται με τυπικές περιγραφές της φυσικής γλώσσας. Οι περισσότεροι φιλόσοφοι υποθέτουν ότι το κύριο μέρος της “κανονικής” ορθής συλλογιστικής μπορεί να αποτυπωθεί από τη λογική, αν μπορεί κάποιος να βρει τη σωστή μέθοδο για τη μετάφραση από καθημερινή γλώσσα (ordinary language) σε αυτή τη λογική. Η φιλοσοφική λογική είναι ουσιαστικά μια συνέχεια της παραδοσιακού τομέα που αποκαλούταν “Λογική” πριν από την εφεύρεση της μαθηματικής λογικής. Το ενδιαφέρον της είναι στραμμένο στη σύνδεση μεταξύ φυσικής γλώσσας και λογικής. Ως αποτέλεσμα, οι επιστήμονες της φιλοσοφικής λογικής έχουν συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη των non-stardard λογικών (π.χ. ελεύθερες λογικές, χρονικές λογικές), καθώς και διάφορες επεκτάσεις της κλασικής λογικής (π.χ. τροπικές λογικές) και non-standard σημασιολογίες για τις εν λόγω λογικές (π.χ. τεχνική του Kripke των supervaluations στη σημασιολογία της λογικής).

Η λογική και η φιλοσοφία της γλώσσας είναι στενά συνδεδεμένες. Η φιλοσοφία της γλώσσας έχει να κάνει με τη μελέτη του πώς η γλώσσα μας δεσμεύει και αλληλεπιδρά με τη σκέψη μας. Η λογική έχει άμεσο αντίκτυπο σε άλλους τομείς της μελέτης. Η μελέτη της λογικής και της σχέσης μεταξύ λογικής και των καθημερινών ομιλιών μπορεί να βοηθήσει ένα άτομο να δομεί καλύτερα τα επιχειρήματά του και κρίνει τα επιχειρημάτων των άλλων. Πολλά δημοφιλή επιχειρήματα είναι γεμάτα με λάθη εξαιτίας του μεγάλου αριθμού ανθρώπων που είναι ανεκπαίδευτοι στη λογική και αγνοούν για το πώς να διαμορφώσουν ένα επιχείρημα με το σωστό τρόπο.

Υπολογιστική λογική
Κύριο λήμμα: Λογική στην επιστήμη των υπολογιστών

Η λογική έκοψε στην καρδιά της επιστήμης των υπολογιστών καθώς αναδείχθηκε ως τομέας της: το εργασία του Άλαν Τούρινγκ στο Entscheidungsproblem (πρόβλημα αποφάσεων) ακολουθούμενο από την εργασία του Κουρτ Γκέντελ πάνω στα θεωρήματα μη πληρότητας, και η ιδέα των υπολογιστών γενικής χρήσης που προήλθε από την τελευταία ήταν θεμελιώδους σημασίας για τους σχεδιαστές του μηχανισμού των ηλεκτρονικών υπολογιστών στη δεκαετία του 1940.

Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, οι ερευνητές πρόβλεψαν ότι όταν η ανθρώπινη γνώση θα μπορούσε να εκφράζεται χρησιμοποιώντας τη λογική με μαθηματική σημειογραφία, θα ήταν πιθανό να δημιουργήσουμε ένα μηχάνημα το οποίο θα συλλογίζεται, ή αλλιώς, τεχνητή νοημοσύνη. Αποδείχθηκε ότι είναι πιο δύσκολο από ό,τι αναμενόταν, λόγω της πολυπλοκότητας της ανθρώπινης σκέψης. Στο λογικό προγραμματισμό, ένα πρόγραμμα αποτελείται από ένα σύνολο αξιωμάτων και κανόνων. Τα συστήματα του λογικού προγραμματισμού, όπως η Prolog, υπολογίζουν τις συνέπειες των αξιωμάτων και των κανόνων, προκειμένου να απαντήσουν σε ένα ερώτημα.

Σήμερα η λογική έχει εφαρμοστεί ευρέως στους τομείς της τεχνητής νοημοσύνης και της επιστήμης των υπολογιστών, ενώ αυτοί οι τομείς αποτελούν πλούσια πηγή προβλημάτων στην τυπική και άτυπη λογική. Η θεωρία επιχειρηματολογίας είναι ένα καλό παράδειγμα του πώς η λογική εφαρμόζεται στην τεχνητή νοημοσύνη. Η ACM Computing Classification System διακρίνει:

Section F.3 στις λογικές με τις έννοιες των προγραμμάτων και F.4 στη μαθηματική λογική με τις τυπικές γλώσσες ως τμήμα της θεωρίας της επιστήμης των υπολογιστών: αυτά καλύπτουν την τυπική σημασιολογία των γλωσσών προγραμματισμού, καθώς και το έργο τυπικών μεθόδων όπως είναι η λογική του Χόαρ

Τη λογική του Μπουλ ως θεμελιώδη για το υλικό του υπολογιστή: section B.2 του συστήματος στις αριθμητικές και λογικές δομές, που αφορούν τις λειτουργίες AND(ΚΑΙ), ΝΟΤ(ΌΧΙ) και OR(Ή) Πολλοί θεμελιώδης λογικοί φορμαλισμοί είναι απαραίτητοι στο section I.2 στην τεχνητή νοημοσύνη, όπως για παράδειγμα η τροπική λογική και η προεπιλεγμένη λογική στην αναπαράσταση γνώσης φορμαλισμών και μεθόδων, οι διατάξεις του Χορν στο λογικό προγραμματισμό, και η περιγραφική λογική (description logic).

Ακόμη περισσότερο, οι υπολογιστές μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλεία για τους επιστήμονες της λογικής. Για παράδειγμα, στη συμβολική και μαθηματική λογική, οι αποδείξεις από ανθρώπους μπορούν να γίνουν με τη βοήθεια υπολογιστή. Χρησιμοποιώντας αυτοματοποιημένη απόδειξη θεωρημάτων οι υπολογιστές μπορούν να βρουν και να ελέγξουν αποδείξεις, καθώς και να εργαστούν με αποδείξεις οι οποίες είναι υπερβολικά χρονοβόρες για να γραφτούν με το χέρι.

Κβαντική Λογική

Ένα έγγραφο, το 1936, από τον Γκάρετ Μπίρκοφ και τον Τζον φον Νόιμαν ήταν αρκετό για να θεμελιώσει την κβαντική λογική. H προσπάθειά τους εντείνονταν στον συμβιβασμό της ανακολουθίας της κλασικής λογικής στις αξιώσεις της κβαντικής μηχανικής με τα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τη μέτρηση των συμπληρωματικών μεταβλητών στην κβαντική μηχανική, όπως η θέση και η ορμή. Η κβαντική λογική μπορεί να διαμορφωθεί είτε ως μια τροποποιημένη έκδοση της προτασιακής λογικής είτε ως μια μη-μεταθετική και μη-συνειρμική λογική πολλών τιμών (multi-valued logic). Ωστόσο, έχει κάποιες ιδιότητες που την διακρίνουν σαφώς από την κλασική λογική, με κυριότερη την αδυναμία του επιμεριστικού νόμου της προτασιακής λογικής.

Δισθενές και ο νόμος της αποκλεισμένης μέσης

Οι λογικές που διατυπώθηκαν παραπάνω είναι όλες «δισθενείς» ή «δύο-τιμών». Για αυτό γίνονται περισσότερα φυσικά αντιληπτές ως διαίρεση προτάσεων σε αληθινές και ψευδείς. Οι μη κλασσικές λογικές είναι αυτά τα συστήματα που απορρίπτουν το δισθενές. Ο Χέγκελ ανέπτυξε τη δική του διαλεκτική λογική η οποία επέκτεινε την υπερβατική λογική του Καντ αλλά η οποία την “προσγείωσε” διαβεβαιώνοντάς μας ότι «ούτε στον ουρό ούτε στη γη, ούτε στον κόσμο του μυαλού ούτε της φύσης, δεν υπάρχει “είτε Α, είτε Β” όσο η κατανόηση συντηρείται. Ότι υπάρχει είναι απτό, διαφορετικό και σε αντίθεση από μόνο του».

Το 1910, ο Νικολάι Βασίλιεφ επέκτεινε τον νόμο της αποκλεισμένης μέσης και το νόμο των αντιθέτων και πρότεινε το νόμο του αποκλεισμένου τέταρτου και λογική ανθεκτική στην αντίφαση. Στις αρχές του 20ου αιώνα ο Γιαν Λουκάσιεβιτς διερεύνησε την επέκταση των παραδοσιακών τιμών αληθές/ψευδές για να συμπεριλάβει μια τρίτη τιμή, “πιθανό”, εφευρίσκοντας την τριαδική λογική, την πρώτη λογική πολλαπλών τιμών. Λογικές όπως η λογική fuzzy (ασαφής λογική), δεδομένου ότι έχουν επινοηθεί με έναν άπειρο αριθμό από “βαθμίδες αλήθειας”, αναπαραστάθηκαν από ένα πραγματικό αριθμό μεταξύ 0 και 1.

Η ενορατική λογική προτάθηκε από τον L. E. J. Brouwer ως η σωστή λογική για τη συλλογιστική στα μαθηματικά, με βάση την απόρριψη του νόμου της αποκλεισμένης μέσης, ως τμήμα του ενορατισμού. Ο Brouwer απέρριψε την τυποποίηση των μαθηματικών, ο μαθητής του Arend Heyting όμως μελέτησε την ενορατική λογική ως τυπική, όπως έκανε και ο Gerhard Gentzen. Η ενορατική λογική προσελκύει μεγάλο ενδιαφέρον στους επιστήμονες πληροφορικής, καθώς είναι μια εποικοδομητική λογική και μπορεί να εφαρμοστεί για την εξαγωγή προγραμμάτων που επαληθεύονται από αποδείξεις.

Η τροπική λογική δεν είναι αληθινή υποθετική (conditional), και για αυτό έχει συχνά προταθεί ως μη κλασική λογική. Ωστόσο η τροπική λογική είναι συνήθως τυποποιημένη με την αρχή της αποκλεισμένης μέσης και η σχεσιακή της σημασιολογία είναι δισθενής, οπότε η ένταξη της είναι αμφισβητήσιμη.

Είναι η λογική εμπειρική;
Κύριο λήμμα: “Is logic empirical?”

Ποιο είναι το επιστημονολογικό καθεστώς των νόμων της λογικής; Τι είδους επιχείρημα είναι κατάλληλο για την κριτική δήθεν αρχών της λογικής; Σε μια σημαντική εργασία με τίτλο Is logic empirical? (Είναι η λογική εμπειρική;) του Χίλαρι Πούτναμ, βασισμένος σε μια πρόταση του Κουίν, υποστήριξε ότι σε γενικές γραμμές τα στοιχεία της προτασιακής λογικής έχουν ένα παρόμοιο επιστημολογικό καθεστώς ως στοιχεία σχετικά με το φυσικό σύμπαν, όπως για παράδειγμα τους νόμους της μηχανικής και της γενικής σχετικότητας, και ιδίως ότι αυτό που οι φυσικοί έχουν μάθει για την κβαντική μηχανική δείχνει την επιτακτική ανάγκη για εγκατάλειψη ορισμένων εκ των γνωστών αρχών της κλασικής λογικής: αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές σχετικά με τα φυσικά φαινόμενα που περιγράφονται από την κβαντική θεωρία, τότε θα πρέπει να εγκαταλείψουμε την αρχή της επιμεριστικότητας, αντικαθιστώντας την κλασική λογική με την κβαντική λογική που προτάθηκε από τους Γκάρετ Μπίρκοφ και Τζον φον Νόιμαν.

Μία άλλη ομώνυμη εργασία από τον Sir Michael Dummett υποστηρίζει ότι η επιθυμία του Πούτναμ για το ρεαλισμό επιτάσσει το νόμο της επιμεριστικότητας. Η επιμεριστικότητα της λογικής είναι απαραίτητη για την κατανόηση των ρεαλιστών για το πώς οι προτάσεις είναι αλήθεια του κόσμου κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως ο Dummett έχει ισχυριστεί ότι η αρχή του δισθενούς είναι. Με τον τρόπο αυτό, η ερώτηση “Είναι η λογική εμπειρική;” μπορεί να θεωρηθεί ότι οδηγεί φυσικά στη θεμελιώδη αντιπαράθεση στην μεταφυσική στο ρεαλισμό έναντι του αντι-ρεαλισμού.

Συνεπαγωγή: Αυστηρή ή αιτιατή;
Κύριο λήμμα: Παράδοξο της συνεπαγωγής

Είναι προφανές ότι η έννοια της συνεπαγωγής που τυποποιήθηκε στην κλασική λογική δεν μεταφράζεται άνετα σε φυσική γλώσσα με τη βοήθεια της δομής “αν…τότε”, και αυτό οφείλεται σε μια σειρά από προβλήματα που ονομάζονται τα παράδοξα της αιτιατής συνεπαγωγής.

Η πρώτη κλάση των παραδόξων περιλαμβάνει αντιπαραδείγματα, όπως «Αν το φεγγάρι είναι φτιαγμένο από πράσινο τυρί, τότε 2+2=5», που είναι αινιγματικό γιατί η φυσική γλώσσα δεν υποστηρίζει την αρχή της έκρηξης. Η εξάλειψη αυτής της κλάσης παραδόξων ήταν ο λόγος για τη διατύπωση από τον Κλάρενς Ίρβινγκ Λιούις της αυστηρής (τροπικής) συνεπαγωγής, η οποία τελικά οδήγησε σε πιο ριζικές ρεβιζιονιστικές (αναθεωρητικές) λογικές όπως είναι η σχετική λογική (relevant ή relevance logic).

Η δεύτερη κλάση των παραδόξων περιλαμβάνει περιττές προκείμενες, ψευδώς υποδηλώνοντας ότι γνωρίζοντας το μεταγενέστερο λόγω του προγενέστερου: έτσι, η πρόταση «εάν αυτός ο άνθρωπος εκλεγεί, η γιαγιά θα πεθάνει» είναι στην ουσία αληθής, δεδομένου ότι η γιαγιά είναι θνητή, ανεξάρτητα από τις εκλογικές προοπτικές του ανθρώπου. Τέτοιες φράσεις παραβιάζουν την απόφθεγμα του Πολ Γκράις της σχέσης, και μπορούν να μοντελοποιηθούν από λογικές που απορρίπτουν την αρχή της μονοτονίας, όπως η σχετική λογική.

Ανέχοντας το αδύνατο
Κύριο λήμμα: Παρασυνεπής λογική

Ο Χέγκελ είχε εξαιρετικά επικριτική στάση σε οποιαδήποτε απλουστευμένη έννοια του νόμου της μη αντίφασης. Ήταν βασισμένος στην ιδέα του Λάιμπνιτς ότι αυτός ο νόμος της λογικής απαιτεί επίσης επαρκή αιτιολογία για να διευκρινίζει από ποια οπτική γωνία (ή χρόνο) κάποιος λέει ότι κάτι δεν μπορεί να αντιφάσκει. Ένα κτήριο, για παράδειγμα, κινείται αλλά και δεν κινείται μαζί, το έδαφος κατά μία έννοια είναι το ηλιακό μας σύστημα ενώ κατ’ άλλη είναι η γη. Στην εγελιανή διαλεκτική, ο νόμος της μη αντίφασης, της ταυτότητας, ο ίδιος στηρίζεται στη διαφορά και έτσι δεν είναι ανεξάρτητα διεκδικήσιμος.

Στενά συνδεδεμένη με ζητήματα που προκύπτουν από τα παράδοξα της implication έρχεται η πρόταση ότι η λογική θα έπρεπε να ανεχτεί την ασυνέπεια. Η σχετική λογική (relative logic) και η παρασυνεπής λογική (paraconsistent logic) είναι οι σημαντικότερες προσεγγίσεις εδώ, αν και οι ανησυχίες διαφέρουν: μια βασική συνέπεια της κλασικής λογικής και ορισμένων από τις αντίπαλές της, όπως είναι η ενορατική λογική, είναι ότι τηρούν την αρχή της έκρηξης (principle of explosion, ή αλλιώς principle of Pseudo-Scotus), το οποίο σημαίνει ότι η λογική καταρρέει αν από αυτή δύναται να προκύψει μια αντίφαση. Ο Γκράχαμ Πριστ, ο κύριος υποστηρικτής του διαληθισμού, έχει ταχθεί υπέρ της παρασυνέπειας με την αιτιολογία ότι υπάρχουν στην πραγματικότητα αληθινές αντιφάσεις.

Απόρριψη της λογικής αλήθειας

Η φιλοσοφική φλέβα των διαφόρων ειδών του σκεπτικισμού περιέχει πολλά είδη της αμφισβήτησης και απόρριψης των διαφόρων βάσεων στις οποίες στηρίζεται η λογική, όπως η ιδέα της λογικής μορφής, ο σωστός συμπερασμός, ή έννοια, συνήθως οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν λογικές αλήθειες. Παρατηρήστε ότι αυτό είναι το αντίθετο στις συνήθεις απόψεις στο φιλοσοφικό σκεπτικισμό, όπου η λογική κατευθύνει την σκεπτικιστική έρευνα να αμφιβάλλει για τις θεόσταλτες σοφίες και ξεπερασμένες απόψεις, όπως στο έργο του Σέξτου του Εμπειρικού.

Φρίντριχ Νίτσε

Ο Φρίντριχ Νίτσε προβάλλει ένα ισχυρό παράδειγμα της απόρριψης της συνήθης βάσης της λογικής: η ριζική απόρριψη της εξιδανίκευσης τον οδήγησε να απορρίψει την αλήθεια ως «…ένα κινητός στρατός από μεταφορές, μετώνυμα και ανθρωπομορφισμούς – με λίγα λόγια, μεταφορές οι οποίες έχουν φθαρεί και χωρίς αισθητηριακή δύναμη. Κέρματα που έχουν χάσει το νόημά τους και πλέον έχουν σημασία ως μέταλλο κι όχι ως κέρματα». Η απόρριψη της αλήθειας δεν τον οδήγησε να απορρίψει την ιδέα του συμπερασμού ή λογικής εντελώς, αλλά πρότεινε ότι «η λογική άρχισε να λειτουργεί στο ανθρώπινο κεφάλι έξω από το παράλογο, του οποίου το πεδίο κανονικά θα έπρεπε να ήταν απέραντο. Αναρίθμητα όντα που συμπέραναν κατά τρόπο διαφορετικό από το δικό μας έχασαν τη ζωή τους». Έτσι, υπάρχει η ιδέα ότι η λογική συναγωγή έχει την χρησιμότητα της στην ανθρώπινη επιβίωση, αλλά και ότι η ύπαρξή του δεν υποστηρίζει την ύπαρξη της αλήθειας, ούτε έχει μια πραγματικότητα πέρα από την καθορισμένη: «Επίσης, η λογική βασίζεται σε υποθέσεις που δεν αντιστοιχούν σε τίποτα στον πραγματικό κόσμο».

Λογική Πλάνη

Στη φιλοσοφία, ο όρος λογική πλάνη αναφέρεται στη σχηματική πλάνη, δηλαδή σε ένα ψεγάδι στη δομή ενός παραγωγικού επιχειρήματος, το οποίο καθιστά το επιχείρημα άκυρο. Ωστόσο, συχνά απαντά στον ανεπίσημο διάλογο για να υποδηλώσει ένα επιχείρημα το οποίο μπορεί να είναι προβληματικό για οποιονδήποτε λόγο. Σε αυτή την χρήση του όρου συμπεριλαμβάνονται τόσο οι μη σχηματικές πλάνες (δηλαδή έγκυρες αλλά σαθρές προτάσεις ή μη ποιοτική/μη παραγωγική επιχειρηματολογία) όσο και οι σχηματικές πλάνες. Ο όρος είναι γνωστός και ως Διαλληλία.

Το ότι σε ένα παραγωγικό επιχείρημα εντοπίζεται σχηματική πλάνη δεν επηρεάζει τις προτάσεις ή το συμπέρασμα του επιχειρήματος, αφού είναι δυνατόν είτε και τα δύο να είναι αληθή είτε απλώς να είναι πολύ πιθανά εξαιτίας της φύσης του επιχειρήματος (π.χ. προσφυγή στην αυθεντία). Παρόλα αυτά, το παραγωγικό επιχείρημα παραμένει άκυρο, διότι το συμπέρασμά του δεν προκύπτει από τις προτάσεις του κατά τον αναμενόμενο τρόπο. Κατ’ επέκταση, υπάρχουν μη παραγωγικά επιχειρήματα τα οποία επίσης πάσχουν από σχηματικές πλάνες. Για παράδειγμα, ένα επαγωγικό επιχείρημα το οποίο αποπειράται να εφαρμόσει αρχές των πιθανοτήτων ή της αιτιότητας με εσφαλμένο τρόπο πέφτει επίσης σε σχηματική πλάνη.

Είναι δύσκολο να αναγνωριστούν οι πλάνες στην καθημερινή επιχειρηματολογία, διότι τα επιχειρήματα συνήθως απαντούν ενσωματωμένα σε ρητορικές που συσκοτίζουν τις λογικές συνδέσεις μεταξύ των προτάσεών τους. Επιπλέον, οι μη σχηματικές πλάνες εκμεταλλεύονται τα συναισθήματα καθώς και τις διανοητικές και ψυχολογικές αδυναμίες του κοινού στο οποίο απευθύνονται. Η ικανότητα προσδιορισμού κάθε λογικής πλάνης είναι κάτι το οποίο πρέπει να αναπτύξει ο καθένας, προκειμένου να τις αποφεύγει.

Η Θεωρία της επιχειρηματολογίας προσφέρει μία εναλλακτική προσέγγιση στην κατανόηση και την ταξινόμηση των πλανών (βλέπε παραπομπή στον van Eemeren, Grootendorst). Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, κάθε επιχείρημα αποτελεί διαδραστικό πρωτόκολλο μεταξύ ατόμων τα οποία πασχίζουν να επιλύσουν μία διαφωνία. Το πρωτόκολλο αυτό ρυθμίζεται από κάποιους κανόνες διάδρασης. Κάθε παραβίαση αυτών των κανόνων αποτελεί πλάνη. Πολλές από τις πλάνες της παρακάτω λίστας ανταποκρίνονται περισσότερο σε αυτόν τον ορισμό.

Η πλάνη του τζογαδόρου

Είναι επίσης γνωστή και ως η πλάνη του Μόντε Κάρλο επειδή το διασημότερο παράδειγμα συνέβη στο καζίνο του Μόντε Κάρλο το καλοκαίρι του 1913, όταν το μαύρο είχε έρθει 26 συνεχόμενες φορές και οι παίκτες έχασαν εκατομμύρια γαλλικά φράγκα ποντάροντας κόκκινο. Υπάρχει και η αντίθετη περίπτωση, δηλαδή να φαίνεται ότι η πλάνη του τζογαδόρου ισχύει αλλά στην πραγματικότητα να μην ισχύει. Κλασσική περίπτωση είναι το Μπλακ τζακ όπου οι πιθανότητες να βγει βαλές στα εναπομείναντα χαρτιά είναι μικρότερες από το να βγει οποιοδήποτε άλλο φύλλο εάν έχει ήδη βγει βαλές σε προηγούμενο «χέρι».

Σε αυτή την λογική είναι χτισμένο το «μέτρημα των χαρτιών» στο Μπλακ τζακ, το οποίο με την κατάλληλη τακτική μπορεί να αποδώσει κέρδη στον παίκτη, καθώς οι πιθανότητες να κερδίζει στην διάρκεια είναι μεγαλύτερες από αυτές του καζίνο (έως και 2.5%), όταν στα εναπομείναντα χαρτιά υπάρχουν πιο πολλά μεγάλα φύλα (δέκα βαλές ντάμα ρήγας και άσος) από μικρά (δύο τρία τέσσερα πέντε και έξι). Τα φύλα εφτά οχτώ και εννέα δεν τα μετράνε. Τα περισσότερα καζίνο για να αντιμετωπίσουν το μέτρημα των χαρτιών επανατοποθετούν τα ήδη μοιρασμένα χαρτιά στα εναπομείναντα μετά από κάθε «χέρι». Περισσότερα για το μέτρημα χαρτιών στο λήμμα Card counting της αγγλικής Wikipedia

Άλλο ένα παράδειγμα που καταδεικνύει ότι τα μαθηματικά και η ανθρώπινη διαίσθηση είναι αντικρουόμενες έννοιες, είναι το πρόβλημα των γενεθλίων. Από την 1η Ιανουαρίου μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου είναι 366 μέρες, συμπεριλαμβανομένης και της 29ης Φεβρουαρίου. Άρα για να είμαστε 100% σίγουροι ότι θα βρούμε τουλάχιστον δύο άτομα με κοινή μέρα γενεθλίων, χρειαζόμαστε το λιγότερο 367 άτομα, δηλαδή αυτούς του 366 και ακόμα έναν. Ενώ το παραπάνω παράδειγμα είναι πλήρως κατανοητό και μέσα στην «κοινή λογική» δεν ισχύει το ίδιο για τον μικρότερο αριθμό ατόμων που απαιτούνται ώστε η πιθανότητα να βρούμε τουλάχιστον δύο άτομα με την ίδια μέρα γενέθλιων να είναι 99%. Σκεφτείτε το λίγο, κάντε μια πρόβλεψη και μετά διαβάστε το άρθρο πρόβλημα των γενεθλίων για να δείτε πόσο έξω πέσατε.

Η προσφυγή στην αυθεντία

Eίναι ένα είδος λογικού επιχειρήματος επίσης γνωστού και ως argumentum ad verecundiam (Λατ. επιχείρημα προς σεβασμό) ή ipse dixit (Λατ. το είπε ο αυτός ο ίδιος), το οποίο χρησιμοποιείται όταν η τιμή αλήθειας μίας θέσης είναι ευθέως ανάλογη με την αξιοπιστία, τις γνώσεις ή το αξίωμα του προτείνοντος την θέση. Αποτελεί μέθοδο απόκτησης σχολιαστικής γνώσης και συχνά είναι λογική πλάνη. Υπάρχουν δύο βασικοί τύποι προσφυγής στην αυθεντία.

Ο πρώτος ορίζεται στην περίπτωση που κάποιος ο οποίος παρουσιάζει την θέση του σε ένα ζήτημα παραθέτει από μία αυθεντία, η οποία συμμερίζεται την ίδια θέση, ενώ δεν είναι στην πραγματικότητα αυθεντία στον εν λόγω τομέα. Για παράδειγμα, η εξής δήλωση: «Ο Άρθουρ Κλαρκ πρόσφατα εξέδωσε μία έρευνα ή οποία καταδεικνύει ότι είναι απαραίτητο να καθαρίζουμε τα δόντια μας με οδοντόνημα τρεις φορές την ημέρα» δεν θα πρέπει να πείθει κανέναν σχετικά με την χρησιμότητα του οδοντονήματος, εφόσον ο Άρθουρ Κλαρκ δεν είναι αυθεντία στην στοματική υγιεινή. Μεγάλο μέρος των διαφημίσεων βασίζεται σε αυτήν την λογική πλάνη, μέσω της οπισθογράφησης και των χορηγιών. Ο δεύτερος τύπος ορίζεται ως η παράθεση κάποιου ο οποίος πράγματι αποτελεί αυθεντία στον σχετικό τομέα γνώσης. Σε αυτήν την περίπτωση, η προσφυγή έχει μεγαλύτερο βάρος, διότι η αυθεντία έχει περισσότερες πιθανότητες να είναι ορθή. Ωστόσο, η πιθανότητα λάθους παραμένει και το επιχείρημα σε καμία περίπτωση δεν είναι απόλυτα αληθές.

Παραδείγματα προσφυγής στην αυθεντία

>Αναφορά στις φιλοσοφικές πεποιθήσεις του Αριστοτέλη. «Αφού το είπε ο Αριστοτέλης, έτσι θα είναι».

>Παραθέσεις από θρησκευτικά βιβλία, όπως η Βίβλος. «Η Βίβλος κάνει την Χ δήλωση, άρα η δήλωση Χ είναι σωστή».

> Ο ισχυρισμός ότι ένα έγκλημα είναι ηθικά εσφαλμένο επειδή είναι παράνομο. «Είναι παράνομο τα μαγαζιά να ανοίγουν την Κυριακή, άρα δεν είναι ηθικά αρμόζον να ανοίγουν». Σε αυτήν την περίπτωση, τον ρόλο της αυθεντίας έχουν οι νομοθέτες, η κρίση των οποίων εκλαμβάνεται ως ορθή ασυζητητί.

> Οι παραθέσεις επιστημονικών ερευνών που έχουν δημοσιευτεί σε έγκριτα περιοδικά. «Η επιστήμη (υπό την μορφή άρθρου σε έγκριτο περιοδικό) λέει το Χ, άρα το Χ είναι ορθό».

> Η πίστη σε ό,τι λέει κάποιος εκπαιδευτικός. «Το είπε ο δάσκαλος, άρα πρέπει να είναι αλήθεια».

> Όταν θεωρείται πως κάτι είναι αληθές επειδή αναφέρθηκε στα νέα.

> Όταν θεωρείται πως κάτι είναι αληθές επειδή αναφέρεται σε ένα εγχειρίδιο.

> Όταν θεωρείται πως κάτι είναι αληθές επειδή αναφέρεται σε μία εγκυκλοπαίδεια.

Η πλάνη της αμφισημίας ή αμφισημίας σοφίσματος επιτυγχάνεται με την χρήση μίας λέξης η οποία μπορεί να πάρει περισσότερες από μία έννοιες μέσα στα συμφραζόμενα του ίδιου επιχειρήματος, ενώ υποτίθεται ότι η λέξη φέρει την ίδια έννοια κάθε φορά που χρησιμοποιείται. Για παράδειγμα:

Ο Γιώργος είναι ευχάριστο άτομο.
Το άτομο διασπάται.
Ο Γιώργος διασπάται.

Το παραπάνω επιχείρημα πέφτει στην εξής πλάνη: Η λέξη άτομο χρησιμοποιείται στην πρώτη περίπτωση για να καταδείξει τον άνθρωπο ως πρόσωπο και ύπαρξη και για να καταδείξει το στοιχειώδες σωματίδιο της ύλης στην δεύτερη περίπτωση. Εφόσον ο δεύτερος όρος αυτού του συλλογισμού είναι στην πραγματικότητα δύο διαφορετικοί όροι, η αμφισημία εδώ αποτελεί πλάνη τεσσάρων όρων. Η πλάνη της αμφισημίας συχνά χρησιμοποιείται με λέξεις οι οποίες φέρουν βαρύ συναισθηματικό φορτίο και πολλές σημασίες. Αυτές οι σημασίες συχνά συμπίπτουν, αν χρησιμοποιηθούν μέσα σε κατάλληλα επιλεγμένα συμφραζόμενα, αλλά ο επιχειρηματολόγος που αποσκοπεί στην πλάνη μπορεί να προκαλέσει μία «σημειολογική μετατόπιση», αλλάζοντας ανεπαίσθητα και σταδιακά τα συμφραζόμενα, ούτως ώστε να επιτύχουν την αμφισημία εξισώνοντας δύο διαφορετικές έννοιες της λέξης.

Η μεταφορά αποτελεί αμφισημία διαφορετικού είδους:

Το αρσενικό του είδους Equus asinis ονομάζεται γάιδαρος
Ο γάιδαρος αντιπροσωπεύει το είδος Equus asinis
Όλοι οι γάιδαροι έχουν μεγάλα αυτιά
Ο Πέτρος είναι μεγάλο γαϊδούρι
Άρα, ο Πέτρος έχει μεγάλα αυτιά

Εδώ, η αμφισημία συνίσταται στην μεταφορική χρήση του γαϊδάρου ως αναφορά σε κάποιον ανόητο, άξεστο ή/και αχάριστο άνθρωπο, αντί για το αρσενικό του είδους Equus asinis. Η αμφισημία σχετίζεται με την πλάνη της αμφιβολίας, αν και η τελευταία βασίζεται κυρίως σε «συντακτική μετατόπιση». Η αμφισημία μπορεί να χρησιμοποιηθεί και εκτός της ορολογίας της λογικής ως ιδιότητα της γλώσσας να επιδέχεται διττή ερμηνεία. Με άλλα λόγια η γλώσσα γίνεται διφορούμενη.

Το σύνδρομο της αγέλης είναι μια λογική πλάνη όπου επιχειρείται να αποδειχθεί το αληθινό ενός ισχυρισμού στο γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι το αποδέχονται ήδη ως αληθινό. Αυτού του είδους η πλάνη είναι επίσης γνωστή ως «προσφυγή στις μάζες», «προσφυγή στην πλειοψηφία», «προσφυγή στην ομοφωνία» και στα λατινικά «argumentum ad populum» (επιχείρημα του λαού) και ο μηχανισμός πίσω της είναι παρόμοιος με τον μηχανισμό της «προσφυγής στην αυθεντία». Είναι επίσης η βάση μιας σειράς κοινωνικών φαινομένων όπως η διασπορά διαφόρων θρησκευτικών πεποιθήσεων, πολιτικών ή οικονομικών θέσεων. Στην Αμερική βρίσκεται πίσω από το φαινόμενο «επίδραση του βαγονιού» (αγγλικά: bandwagon effect) και στην Κίνα είναι η βάση της παροιμίας «τρεις άνθρωποι φτιάχνουν μια τίγρη» (αγγλικά: three men make a tiger).

Πολιτική

Στην προσπάθεια να πεισθεί κάποιος για την ορθότητα ενός υποψήφιου νομοσχεδίου

Εννιά στους δέκα στην εκλογική μου περιφέρεια βρίσκουν το νομοσχέδιο σωστό.
Εννιά στους δέκα βουλευτές βρίσκουν το νομοσχέδιο δίκαιο.

Μάρκετινγκ & διαφήμιση

Η τάδε μάρκα ψυγείου παράγεται από την πρωτοπόρο βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών, άρα αγόρασε το είναι καλό.
Δείτε την τάδε εκπομπή γιατί βρίσκεται στο νούμερο ένα της τηλεθέασης.

Άλλα παραδείγματα

Όλοι οι φίλοι μου το κάνουν, άρα είναι σωστό.
Όλοι λένε ότι ο ήλιος γυρνάει γύρω από την Γη (πλάνη χιλιάδων χρόνων).
Όλοι ξέρουν ότι η Γη είναι επίπεδη (πλάνη χιλιάδων χρόνων).
Τόσοι άνθρωποι πιστεύουν στον θεό, άρα ο θεός υπάρχει. (ο Δίας, Θωρ και άλλες θεότητες που λατρεύονται διαχρονικά από τους ανθρώπους)
Τόσοι άνθρωποι καπνίζουν, άρα δεν υπάρχει πρόβλημα με το κάπνισμα

Οι λαϊκές ρήσεις που συχνά αναφέρονται ως «η σοφία του λαού», εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία λογικής πλάνης γιατί από τους περισσότερους λαμβάνονται «αξιωματικά» ως αληθινές, ακριβώς επειδή έχουν μπει σαν «σοφία» στο υποσυνείδητο του καθενός. Ένα παράδειγμα διαδεδομένης λαϊκής ρήσης είναι «η ελπίδα πεθαίνει τελευταία», η οποία ενώ μπορεί να δώσει επιμονή σε κάποιον που ασχολείται με την επίτευξη ενός στόχου μπορεί σε άλλη περίπτωση να αποτελεί την μόνη κινητήρια δύναμη πίσω από αναζήτηση ακατόρθωτων στόχων. Επιγραμματικά η παραπάνω κινέζικη παροιμία «τρεις άνθρωποι φτιάχνουν μια τίγρη» βγαίνει από το ότι εάν ένας άνθρωπος ακούσει από κάποιον άλλον ότι στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης κυκλοφορεί ελεύθερη μια τίγρη τότε δεν θα το πιστέψει. Εάν το ακούσει από δύο θα το λάβει υπόψιν του και εάν το ακούσει από τρεις τότε θα το πιστέψει. Το ότι πολλοί άνθρωποι πιστεύουν σε κάτι δεν σημαίνει ότι ο ισχυρισμός είναι σωστός. Η λογική πλάνη είναι η αποδοχή του ισχυρισμού σαν αλήθεια χωρίς περαιτέρω ανάλυση.

Εντοπίστηκαν στον Ερμή αλατόβουνα φιλικά στη ζωή

Ο Ερμής είναι ο μικρότερος πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος με συνθήκες αφιλόξενες στην παρουσία της ζωής αφού δεν διαθέτει ατμόσφαιρα και στην επιφάνεια του αναπτύσσονται θερμοκρασίες από περίπου 280 ως 430 βαθμούς Κελσίου ενώ στις περιοχές που δεν φτάνει το ηλιακό φως οι θερμοκρασίες φτάνουν τους μείον 180 βαθμούς Κελσίου.

Με δημοσίευση της στην επιθεώρηση «The Planetary Science» του ομώνυμου επιστημονικού Ινστιτούτου στην Αριζόνα ομάδα πλανητολόγων παρουσιάζει ένα πραγματικά αναπάντεχο όσο και εντυπωσιακό εύρημα. Ανακάλυψαν αλμυρούς παγετώνες κοντά στον βόρειο πόλο του Ερμή κάτι που σημαίνει ότι υπάρχουν δυνητικά αξιοσημείωτες πιθανότητες ο πλανήτης να μπορεί να φιλοξενήσει ζωή.

«Το εύρημα μας συμπληρώνει άλλες πρόσφατες έρευνες που δείχνουν ότι ο Πλούτωνας έχει παγετώνες αζώτου κάτι που δείχνει ότι το φαινόμενο των παγετώνων εκτείνεται από τα πιο θερμά έως τα ψυχρότερα όρια εντός του ηλιακού μας συστήματος» λέει Άλεξ Ροντρίγκεζ, επικεφαλής της μελέτης.

Αυτοί οι παγετώνες, που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια στους κρατήρες Raditladi και Eminescu του Ερμή, δεν είναι ακριβώς όπως τα τυπικά παγόβουνα που σκεφτόμαστε στη Γη. Αντίθετα, είναι ροές χλωριούχου νάτριου (αλάτι) που παγίδευαν πτητικές ενώσεις βαθιά κάτω από την επιφάνεια του Ερμή. Με όρους γεωλογίας, τα πτητικά είναι χημικές ουσίες που εξατμίζονται εύκολα σε έναν πλανήτη – όπως το νερό, το διοξείδιο του άνθρακα και το άζωτο.

Τα περίεργα αλατόβουνα του Ερμή αποκαλύφθηκαν από κρούσεις αστεροειδών, που εξέθεσαν αυτό το υλικό που ήταν παγιδευμένο κάτω από την επιφάνεια. Για αυτό οι επιστήμονες τα ανακάλυψαν σε κρατήρες. Η ύπαρξη παγετώνων στον Ερμή είναι από μόνη της εκπληκτικό εύρημα λόγω της εγγύτητάς του με τον Ήλιο. Ο πλανήτης είναι 2,5 φορές πιο κοντά στο άστρο μας από ό,τι η Γη. Σε αυτή τη μικρή απόσταση, τα πράγματα είναι πολύ πιο ζεστά. Ωστόσο, αυτές οι ροές αλατιού θα μπορούσαν να έχουν διατηρήσει τα πτητικά τους για «πάνω από ένα δισεκατομμύριο χρόνια», σύμφωνα με τους ερευνητές.

Οι κατοικήσιμες ζώνες

Αν και αυτές οι γεωλογικές δομές του Ερμή δεν είναι ανάλογες με τα τυπικά παγόβουνα ή τους αρκτικούς παγετώνες, παρόμοια αλμυρά περιβάλλοντα υπάρχουν στη Γη, έτσι οι γεωλόγοι έχουν μια καλή ιδέα για το πώς είναι αυτά τα περιβάλλοντα και αν μπορεί να εμφανιστεί ζωή εκεί. «Ειδικές ενώσεις αλάτων στη Γη δημιουργούν κατοικήσιμες κόγχες ακόμη και σε μερικά από τα πιο σκληρά περιβάλλοντα όπου εμφανίζονται όπως η άνυδρη έρημος Ατακάμα στη Χιλή. Αυτή η γραμμή σκέψης μας οδηγεί να αναλογιστούμε την πιθανότητα ύπαρξης υπόγειων περιοχών στον Ερμή που μπορεί να είναι πιο φιλόξενες από την σκληρή επιφάνειά του» λέει ο Ροντρίγκεζ.

Με τα πτητικά, τα οποία είναι απαραίτητα για τη ζωή, ειδικά το νερό παγιδευμένα κάτω από το έδαφος, ο Ερμής μπορεί να είναι σε θέση να διατηρήσει την υπόγεια ζωή προστατευμένη από την ηλιακή ακτινοβολία. Ακριβώς όπως τα πλανητικά συστήματα έχουν τις αποκαλούμενες «κατοικήσιμες ζώνες», περιοχές γύρω από το αστέρι τους όπου μπορεί να παραμείνει το νερό σε υγρή μορφή παράγοντας κρίσιμος για την παρουσία της ζωής, μπορεί και πλανήτες φαινομενικά αφιλόξενοι στη ζωή να έχουν μια παρόμοια δυνητικά κατοικήσιμη περιοχή κάτω από την επιφάνειά τους λένε οι ερευνητές.

Και αν ο Ερμής μπορεί να φιλοξενήσει ζωή, τότε εξωπλανήτες παρόμοιοι με τον Ερμή θα μπορούσαν να γίνουν πιο δελεαστικοί ως στόχοι για τους επιστήμονες που αναζητούν εξωγήινη ζωή.

Εκεί που ταξιδεύει η ψυχή κι η μνήμη

Τι κι αν πέρασε τόσος καιρός.

Τι κι αν τα χρόνια μετρήθηκαν και είναι πολλά από τότε.
Παρελθόν θα μου πεις! Προσπέρασέ το και κοίτα μπροστά.
Όμως είναι το άκουσμα από ένα συγκεκριμένο τραγούδι.
Είναι το αεράκι από αυτό το τόσο γνώριμο άρωμα.
Είναι οι φωτογραφίες που βρέθηκαν τυχαία μπροστά σου.
Είναι αυτή η ταινία που είδες ξανά και ζωντάνεψε τόσες θύμησες.
Είναι τα δρομάκια που περπάτησες και τα μέρη που αγάπησες παρέα με κάποιους ανθρώπους.

Όλα αυτά έκαναν πάλι την καρδιά να σκιρτήσει και τον λογισμό να νοσταλγήσει εκείνες τις στιγμές.
Η καρδιά δεν ξεχνά και πάντα θα δραπετεύει στα κλεφτά εκεί που χτύπησε δυνατά και μοιράστηκε πολλά.
Είναι αυτές οι ωραίες αναμνήσεις που πρόσθεσαν κάτι ξεχωριστό σε κάποια περίοδο της ζωής σου.
Θα είναι πάντα εκεί, για να ταξιδεύει η ψυχή όσο είναι ζωντανή!

Δημιουργικότητα και χρονότυπος

Σε έναν κόσμο που κινείται με γρήγορους ρυθμούς, οι περισσότεροι άνθρωποι προσπαθούν να γίνουν πιο παραγωγικοί, βγάζοντας ολοένα και περισσότερη εργασία εις πέρας.

Μάλιστα, αρκετοί από εμάς, παρακολουθούμε "guru" αυτοβελτίωσης, οι οποίοι λένε διάφορα κόλπα και τεχνικές για να βελτιώσουμε την ποιότητα της ζωής μας. Ωστόσο, αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία, είναι να μη ξεχνάμε την έννοια της δημιουργικότητας.

Αυτό που μας ξεχωρίζει από τις μηχανές, και αν μη τι άλλο από την τεχνητή νοημοσύνη (ακόμα και αν πολλές φορές αναφερόμαστε σε αυτή ως ένα δημιουργικό μέσο), είναι η ικανότητά μας να σκεφτόμαστε δημιουργικά και κριτικά.

Σε αυτό το άρθρο, θα μελετηθεί η έννοια της δημιουργικότητας, αλλά και θα δοθούν μερικές συμβουλές για την αύξησή της. Όμως, επειδή η φύση του άρθρου απαιτεί κάτι περισσότερο από γενικές έννοιες και ορισμούς, θα κάνουμε μια σύνδεση με τους χρονότυπους, και πώς εξατομικευμένα ο καθένας μας μπορεί να γίνει περισσότερο δημιουργικός και να πετύχει τα όνειρα και τους στόχους του, αναγνωρίζοντας απλώς πότε κοιμάται και ξυπνάει!

Τι είναι ο χρονότυπος

Αρχικά, ως "χρονότυπο" εννοούμε την έμφαση της συμπεριφοράς ενός ανθρώπου, σχετιζόμενη με τον ύπνο του. Για παράδειγμα, το πώς στέκεται και συμπεριφέρεται στο χώρο πριν τον ύπνο, σε αντίθεση με άλλες προτιμήσεις που μπορεί να έχει, όπως πχ να τρώει ή όχι το βράδυ. Ως έννοια, περιγράφηκε αρχικά από τον Roenneberg et all., (2003), παρά το λανθασμένο όρο που χρησιμοποιείται πολύ συχνά στη βιβλιογραφία με ανακρίβεια, ως "χρονοτυπία" (Bauducco et all., 2020)

Επίσης, για να μπορέσει κάτι να θεωρηθεί επιστημονικό, χρειάζεται να μετρηθεί. Με αυτόν τον τρόπο, αναπτύχθηκε το "Ερωτηματολόγιο Χρόνου Ύπνου του Μοναχού (MCTQ) (Roenneberg et all., 2003), το οποίο μετρά την περίοδο του ύπνου (δηλαδή πότε κοιμάται και τερματίζει τον ύπνο του το άτομο), σε ελεύθερες ημέρες, χρησιμοποιώντας ως μονάδα μέτρησης την "ώρα του ρολογιού" (Bauducco et all., 2020).

Για παράδειγμα, ένας νεαρός ενήλικας που κοιμάται στις 12 τα μεσάνυχτα τις Τρίτες και ξυπνάει φυσιολογικά στις 10, έχει μέσο ύπνου 5 π.μ. Αξίζει να σημειωθεί επίσης, ότι υπάρχουν και άλλα εργαλεία μέτρησης του χρονότυπου, όπως το ημερολόγιο ύπνου (Carney et all., 2012) και οι συνήθειες ύπνου στο σχολείο (Wolfson et all., 2003 & Bauducco et all., 2020)

Άλλοι τρόποι μέτρησης του χρονότυπου, είναι η "πρωινή-βραδινή διάθεση", η οποία κάνει αναφορά με μεγαλύτερη ακρίβεια στο πότε ένα άτομο προτιμά να κάνει κάποιες δραστηριότητες (όπως πχ το να φάει, να εργαστεί ή να κοιμηθεί), και η μελέτη των κιρκάδιων αιχμών του περιβάλλοντός μας (πχ η ένταση του φωτός ή η θερμοκρασία), αλλά και των κύκλων που υπάρχουν μέσα στο σώμα μας (Bauducco et all., 2020).

Ο Κιρκάδιος ρυθμός

Από την άλλη, για να κατανοήσουμε καλύτερα τους χρονότυπους, αξίζει να αναφερθούμε και στον "κιρκάδιο ρυθμό", ο οποίος προέρχεται από τις λέξεις "circa" που σημαίνει "περίπου" και "dian" που σημαίνει "μια μέρα". Με άλλα λόγια, ο κιρκάδιος ρυθμός είναι ο κύκλος που διαρκεί μια μέρα, ακόμα και αν μερικές φορές υπάρχει διακύμανση του (είτε κάτω από 24 ώρες, είτε περισσότερες) (Czeisler et all., 1999).

Ο κιρκάδιος ρυθμός μπορεί να μετρηθεί με την αύξηση της ενδογενούς μελατονίνης. Με άλλα λόγια, της ορμόνης που απελευθερώνεται το βράδυ από την επίφυση του εγκεφάλου, όταν υπάρχει συνήθως αμυδρό φως (DLMO). Συνήθως μπορούμε να τη μετρήσουμε με το σάλιο, δείγμα αίματος ή ούρων (Bauducco et all., 2020).

Αλλάζοντας κλίμα μελέτης, φανταστείτε, τι θα γινόταν αν μπορούσαμε να καταλάβουμε και να ενισχύσουμε οτιδήποτε σχετίζεται με τη δημιουργικότητα στον εγκέφαλο. Επειδή όμως κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, λόγω του ότι η δημιουργικότητα έχει πολλές κατηγορίες και είναι σύνθετη έννοια, μπορούμε να την αναλύσουμε σε κατηγορίες. Συγκεκριμένα, ονομαστικά είναι η σκόπιμη κατηγορία, η αυθόρμητη και η ροή. Για λόγους αναφοράς, αυτοί οι τρεις τύπου οριοθετούνται και βασίζονται στις έννοιες της νευροεπιστήμης και της γνωστικής ψυχολογίας (Dietrich, 2019).

Πως ορίζεται η δημιουργικότητα

Στην έρευνα της Walia (2019), ως δημιουργικότητα μπορεί να οριστεί το κίνητρο (Kris, 1952), η ικανότητα ανακάλυψης νέων προβλημάτων (Csikszentmihalyi, 1988), η καινοτομία και η χρησιμότητα (Amabile & Pratt, 2016), η ανάδυση μιας νέας ιδέας και ο πειραματισμός μαζί της (Jones, Svejenova, Pedersen, & Townley, 2016) , η τυφλή παραλλαγή (Campbell, 1960: Simonton, 2011) αλλά και η αποκλίνουσα σκέψη (Dollinger, Urban, & James, 2004, Torrance, 1972).

Πως συνδέεται η δημιουργικότητα με τους χρονότυπους

Πώς όμως η δημιουργικότητα συνδέεται με τους χρονότυπους, και ποιες είναι εν τέλει αυτές οι συμβουλές, που μπορούν να μας κάνουν πιο δημιουργικούς;

Οι άνθρωποι, είναι δημιουργικοί όταν το εξωτερικό ρολόι τους, ευθυγραμμίζεται με το εσωτερικό, βιολογικό τους ρολόι, με βάση το φαινόμενο του συγχρονισμού. Δηλαδή, αυξάνεται η θετική τους διάθεση και η αυτοαποτελεσματικότητα τους, ενεργώντας δημιουργικά, αφού οι συναισθηματικοί και γνωστικοί μηχανισμοί τους οξύνονται.

Με βάση πολλές μελέτες, παρατηρήθηκε ότι ο χρονότυπος μετριάζει την επίδραση της ώρας μέσα στην ημέρα, αφού οι όψιμοι χρονότυποι (αυτοί που προτιμούν να κοιμούνται αργά), είναι πιο δημιουργικοί αργά το απόγευμα και οι πρώιμοι το πρωί (Kühnel et all., 2022).

Η ευθυγράμμιση μεταξύ του χρονότυπου και της ώρας ωθεί τα άτομα να είναι πιο δημιουργικά, αν και μερικές φορές δεν είναι συμμετρική με βάση την έρευνα των Kühnel et all., (2022). Το μοτίβο αυτό, δεν αποτελεί έκπληξη και εξηγείται από το φαινόμενο της συγκάλυψης. Συγκεκριμένα, ο κιρκάδιος ρυθμός δεν καλύπτεται από εξωτερικούς παράγοντες, και έτσι χρειάζεται να γίνουν κάποιες αλλαγές στο περιβάλλον ώστε να διορθωθεί το φαινόμενο αυτό (Kühnel et all., 2022).

Μερικές πληροφορίες ακόμα σχετικά με αυτό, προτού προχωρήσουμε στις συμβουλές, είναι ότι οι αλλαγές στη δημιουργικότητα ήταν εντονότερη στους προγενέστερους από ότι στους μεταγενέστερους χρονότυπους. Με άλλα λόγια, όσο πιο νωρίς ξυπνά κάποιος (με βάση το χρονότυπό του), τόσο πιο έντονες αλλαγές θα έχει. Οι όψιμοι χρονότυποι εξαρτώνται λιγότερο από τη θετική διάθεση και την αυτοαποτελεσματικότητα, αφού είχαν διαφορετικές σκέψεις και διέφεραν στο στυλ λήψης αποφάσεων από τους δε. Συγκεκριμένα, οι όψιμοι χρονότυποι είναι πιο αυθόρμητοι στο να παίρνουν αποφάσεις και να επεξεργάζονται πληροφορίες από ότι οι προγενέστεροι. Ο λόγος είναι ότι λειτουργούν πιο διαισθητικά, με έναν τύπο Gestalt που συνδέεται άμεσα με το οπτικοκινητικό τρόπο του δεξιού εγκεφαλικού ημισφαιρίου (Kühnel et all., 2022).

Αφού είδαμε λοιπόν τι είναι οι χρονότυποι, ο κιρκάδιος ρυθμός, η δημιουργικότητα και πώς όλα αυτά συνδέονται μαζί, πάμε στο τελευταίο και πιο ουσιώδες θέμα του άρθρου, για όλους εμάς που θέλουμε να είμαστε πιο δημιουργικοί:

Πώς μπορούμε να είμαστε δημιουργικοί χρησιμοποιώντας το χρονότυπό μας;

Με λίγα λόγια, το μόνο που χρειάζεται είναι να ακολουθούμε το βιολογικό μας ρολόι και να προσαρμοζόμαστε με αυτό. Για παράδειγμα, αν μας αρέσει να κοιμόμαστε αργά το βράδυ, μπορούμε να κανονίσουμε τις δραστηριότητές μας αργά το μεσημέρι, ώστε να αφιερώσουμε χρόνο στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και της δημιουργικότητάς μας. Επίσης, να μην έχουμε δίπλα μας το κινητό, τα social media και όλα αυτά που μπορούν να μας αποσπάσουν από τη ροή ή "flow", όπως αποκαλείται από τους ειδικούς.

Συνάμα, μπορούμε να διαβάζουμε περισσότερα βιβλία, να αναλύουμε τις ταινίες που βλέπουμε και τα video με μια κριτική ματιά και να έχουμε περισσότερους πόρους, ή αλλιώς να είμαστε resourceful. Έτσι, πάντα θα έχουμε πολλές επιλογές στη διάθεσή μας και δε θα έχουμε μια μονόπλευρη οπτική ματιά. Οι πολλές πηγές, βοηθάνε επίσης στην όξυνση της κριτικής σκέψης και μας δίνουν το έναυσμα στο να θέλουμε να μάθουμε περισσότερα. Έτσι, το να σκεφτόμαστε κριτικά, να αναλύουμε προβλήματα και να βρίσκουμε λύσεις, δεν έρχεται από μόνο του αλλά χρειάζεται εξάσκηση και εμπειρία. Κανένας δε γεννήθηκε διαθέτοντας απέραντες γνώσεις.

Συνοψίζοντας, χρειάζεται να μελετήσουμε και να κατανοήσουμε τόσο το τι είναι η δημιουργικότητα (μέσω του δικού μας, προσωπικού ταξιδιού προς τη γνώση), όσο και να κατανοήσουμε το ποιες ώρες μέσα στη μέρα είμαστε πιο λειτουργικοί. Όλα τα υπόλοιπα, μπορούν να διευθετηθούν και να προσαρμοστούν στις ανάγκες μας. Δε χρειάζεται να ξεχνάμε, ότι η εξατομίκευση και η δημιουργία ενός πλάνου, είναι ο καλύτερος τρόπος για να σκεφτόμαστε δημιουργικά. Και αυτό επιτυγχάνεται με προσωπική εξέλιξη και αυτο-εξερεύνηση.

Fake news και επιβεβαίωση πηγής στην αρχαία Ελλάδα

Οι αρχαίοι είχαν εντοπίσει το πρόβλημα των ψευδών ειδήσεων, επειδή αυτές συνήθως έφταναν από ανεπίσημες πηγές, πράγμα που καθιστούσε πολύ δύσκολη την αξιολόγησή τους. Για παράδειγμα:

Οι έμποροι σιτηρών συχνά διέδιδαν φήμες για καταιγίδες και ναυάγια για να αυξήσουν τις τιμές (τακτική που κι οι εχθροί χρησιμοποιούσαν κατά τη διάρκεια πολέμου)

Όταν ένας κουρέας διέδωσε την είδηση της καταστροφής που έπαθαν οι Αθηναίοι στην Σικελία το 413 π.Χ., την οποία άκουσε από έναν επιζώντα στρατιώτη, τον κατηγόρησαν για διασπορά αναταραχής και βασανίστηκε έως ότου κάποια στιγμή επιβεβαιώθηκε η ιστορία του.

Πως προσπαθούσαν λοιπόν να αξιολογήσουν τέτοιες ειδήσεις οι αρχαίοι;
  • Πρώτα, εξέταζαν την «ταυτότητα» του ομιλητή: ποια ήταν τα διαπιστευτήριά του;
  • Μετά, έβλεπαν τη θέση του ομιλητή. Αν ο παραπάνω φτωχός κουρέας ήταν ένας αριστοκράτης, μπορεί και να τον είχαν πιστέψει.
  • Οι αναφορές από πρώτο χέρι ήταν σαφώς πιο αξιόπιστες από διαδόσεις («τα μάτια είναι καλύτεροι μάρτυρες από τα αυτιά»).
  • Και τέλος, ποιο θα μπορούσε να είναι το κίνητρο που οδηγεί τον ομιλητή; Μήπως ψάχνει π.χ. για κέρδος;
Ο βέλτιστος τρόπος μιας ελεύθερης κοινωνίας για την διευκρίνηση και επεξεργασία των πληροφοριών, είναι να θέτει τις σωστές ερωτήσεις. Για τους Έλληνες, αυτό ακριβώς διέκρινε τη δημοκρατία από την τυραννία.

Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία: Διαλεκτική Φιλίας και Έρωτος

Φιλοσοφία του Έρωτος: θεμελιώδεις έννοιες

Ι. ἐραστὴς και ἐρωμένος

1. Πρόκειται για δυο έννοιες, που διακρίνονται σαφώς μεταξύ τους και έχουν μεγάλη σημασία για τον ελληνικό πολιτισμό. Ο ἐραστὴς είναι ο ενήλικας που έχει ενεργό λειτουργία, τόσο από την άποψη της αγωγής και καθοδήγησης του αγαπημένου (ἐρωμένου), που είναι ακόμα αγόρι, όσο και από σεξουαλική άποψη. Αυτή η σχέση επομένως δεν είναι μεταξύ ίσων και οι ρόλοι δεν είναι εναλλάξιμοι. Σε πολλά κείμενα του Πλάτωνα υπογραμμίζεται ότι ο αγαπημένος πρέπει να είναι ένα αγόρι που δεν έχει ακόμη αφήσει μούσι, δηλαδή δεν πρόκειται να θεωρηθεί ακόμη ενήλικος.

2. Στο πλαίσιο του Πλατωνικού Συμποσίου -του σημαντικότερου ελληνικού φιλοσοφικού κειμένου για αυτό το θέμα- η διάκριση μεταξύ ἐραστὴ και ἐρωμένου επαναλαμβάνεται συνεχώς, με την τελική ανατιστροφή μεταξύ του Αλκιβιάδη (που ως νέος θα έπρεπε να είναι ο αγαπημένος) και του Σωκράτη (που αγαπήθηκε από τον Αλκιβιάδη και, σύμφωνα με τον Αλκιβιάδη, και από άλλους νέους τους οποίους κάνει να ερωτεύονται και μετά να αρνούνται). Ακόμη και στον Έρωτα οι θέσεις είναι αντικρουόμενες: στο Συμπόσιο συζητείται αν αυτός ο θεός είναι εραστής (όπως στην ομιλία της Διοτίμας) ή ερωμένος (όπως σε διάφορες άλλες ομιλίες) ή, πάλι, αν είναι κατευθυντήρια δύναμη σε σχέσεις αγάπης, φουντώνοντας τις καρδιές τόσο των εραστών όσο και των ερωμένων. Στον Φαιδρο ο Πλάτων, δια των ομιλιών του Σωκράτη, παραπέμπει στις ερωτικές προϋποθέσεις για να υπάρξει ένα τέτοιο φούντωμα.

ΙΙ. Φιλία

Στα ελληνικά φιλία ετυμολογικά συγγενεύει με το ρήμα φιλέω, που σημαίνει αγαπώ. Εκτός από την κυριολεκτική σημασία, του να τρέφει κανείς αισθήματα συμπάθειας, αγάπης, υπάρχει ένα πλούσιο πλέγμα σχέσεων αυτής της έννοιας/του όρου, στο πλαίσιο του οποίου ανήκει μια μυθική χρήση του και μια μεταφορική, σε πεδία ειδικά που σχετίζονται με τη φυσική και τη μεταφυσική: για παράδειγμα ο Εμπεδοκλής αποκαλεί τη Φιλία μια από τις δυο δυνάμεις, που γεννούν την κίνηση των τεσσάρων στοιχείων, από τα οποία αποτελείται η πραγματικότητα. Ο Πλάτων, με τη σειρά του, αποδίδει ισχυρό νόημα στη μεταφορική χρήση του όρου ως συστατικού της λέξης φιλοσοφία. Στο Πυθαγόρειο περιβάλλον, η φιλία είναι ένα από τα γνωρίσματα που ενώνουν τα μέρη του Σύμπαντος μεταξύ τους, στο πλαίσιο της κοσμικής αρμονίας. Εάν ο όρος χρησιμοποιείται με τη σωστή του έννοια, η συγκεκριμένη φιλοσοφική επιστήμη που μελετά τη φιλία είναι η ηθική. Στο περιβάλλον των Ελλήνων νοείται ως ένας προνομιακός δεσμός μεταξύ δυο ή περισσότερων ανθρώπων κάτω από ίσες συνθήκες: στη βάση του υπάρχει το κοινό αίσθημα του ενός προς τον άλλο, που προκύπτει μεταξύ ίσων.

Στους Προσωκρατικούς λογίζεται ως κοσμολογική αρχή, ως τρόπος του Είναι και της τάξης. Στον Πλάτωνα συναντάμε μια στοχαστική προσήλωση στις δυνατότητες και τα όρια της φιλίας ανάμεσα σε όμοιους και ανόμοιους ανθρώπους, σε καλούς και σε κακούς. Υπ’ αυτό τον ορίζοντα αναπτύσσεται γόνιμος προβληματισμός για τις μορφές του Φιλικού, αυτού δηλαδή του πράγματος ή ανθρώπινου όντος που αγαπιέται, και δυνάμει αυτών για το «πρώτο Φίλον» (Λύσις 219d1), δηλαδή το πρωταρχικό Φιλικό, το αληθινά Αγαπητό και Αγαπημένο, στη βάση του οποίου λέμε ότι όλα τα άλλα είναι φιλικά και αγαπημένα.

Μετά τον Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης αφιερώνει μια πολύ εκτενή συζήτηση για την αρετή της φιλίας (ή μάλλον, στη φιλία που νοείται ως αρετή) στα Ηθικά Νικομάχεια (VIII βιβλίο), θεωρώντας ότι έχει μεγάλη σημασία για ηθικούς σκοπούς, δηλαδή για μια συγκεκριμένη ευτυχισμένη ζωή. Και το ίδιο ενδιαφέρον στοχεύει και στο θέμα της φιλίας από τις ελληνιστικές σχολές, που το καθιστούν μια από τις προϋποθέσεις της ευτυχισμένης ζωής· έτσι ειδικά στον Επίκουρο, του οποίου το χρηστικό δόγμα δεν έχει ατομικιστικό αλλά κοινοτικό χαρακτήρα. Και τούτο, γιατί το όφελος του ανθρώπου περνά από αυτό των συνανθρώπων του και το να ζει κανείς σε μια κοινότητα φίλων είναι το μεγαλύτερο όφελος.

Ακόμη κι αν οι Στωικοί θεωρητικοποίησαν την απομάκρυνση του σοφού από τα πάθη, έδιναν επίσης μεγάλη αξία στη σχέση φιλίας μεταξύ των ανθρώπων, όχι για τις παθιασμένες και συναισθηματικές πτυχές της (για να τηρούνται αυστηρά υπό έλεγχο γι' αυτούς), αλλά επειδή υποδηλώνει την ικανότητα να υπερνικάει κανείς την ατομικότητά του και να απολαμβάνει τα κοινά αγαθά του νου με έναν φίλο (έτσι, για παράδειγμα, στον Επίκτητο, Διατριβές, II, 22).

ΙΙΙ. Φιλία και Έρως

Ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο φιλοσοφικές έννοιες της φιλίας και του έρωτα, δηλαδή της φιλίας και της αγάπης, υπάρχουν και ομοιότητες και διαφορές: αμφότεροι οι όροι αναφέρονται τόσο σε μια κοσμική διάσταση όσο και σε μια ιδιωτική και προσωπική. Στην ελληνική κουλτούρα, μάλιστα, τόσο τα ριζώματα του Εμπεδοκλή όσο και οι πολίτες που είναι ισάξιοι μεταξύ τους στην πόλη είναι φίλοι (ή σε σύγκρουση). Όσοι συνδέονται με σχέσεις που εκφράζονται με όρους έρωτα είναι τόσο οι κοσμογονικοί θεοί του μύθου όσο και δυο ερωτευμένοι άνθρωποι. - Η φιλία όμως είναι ένα δυνατό συναίσθημα και σίγουρα δεν πρέπει να γίνεται κατανοητή ως εξασθενημένη αγάπη: εκλαμβάνεται από τους Έλληνες ως δεσμός μεταξύ ίσων, ο δε Έρωτας είναι από μόνος του μια μη στατικά ισορροπημέμη, ισοζυγισμένη σχέση, τόσο λόγω της διαφοράς μεταξύ των φύλων όσο και της διαφοράς μεταξύ εραστή και ερωμένου. Οι τελευταίες τούτες δυο ελληνικές έννοιες είναι καθοριστικές για την κατανόηση της έννοιας της αγάπης. - Όσο για τη ρίζα τους: αυτή της φιλίας είναι η ομοιότητα που δίνει χαρά και ευχαρίστηση, η αρμονία που ισορροπεί και εξισορροπεί· αντίθετα, η ρίζα του Έρωτα γίνεται αντιληπτή στον ελληνικό πολιτισμό ως ένα ανοιχτό πρόβλημα, δύσκολο να λυθεί. Η συνέπεια είναι ότι η φιλία είναι πάντα επιθυμητή (ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Επίκουρος και άλλοι συμφωνούν, για διαφορετικούς λόγους). Η Έρως, η αγάπη, αντίθετα, είναι ενοχλητική και μπορεί να μην είναι πάντα καθόλου επιθυμητή.

Η αισθητική θεωρία του Σωκράτη

Ο Σωκράτης είναι κυρίως γνωστός για τις ιδέες του στην ηθική και τη λογική, αλλά έχει και μια θέση στην ιστορία της αισθητικής. Οι απόψεις του περί της τέχνης μας μεταφέρονται από τον Ξενοφώντα.

Οι αναπαραστατικές τέχνες

Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, ο Σωκράτης επιχείρησε ουσιαστικά να καθιερώσει το σκοπό του έργου ενός καλλιτέχνη, ενός ζωγράφου ή γλύπτη, και να εξηγήσει γιατί το έργο του διαφοροποιείται από το έργο των υπόλοιπων ανθρώπων ή –για να χρησιμοποιήσουμε σύγχρονη ορολογία- ποιο είναι εκείνο το γνώρισμα δια του οποίου διακρίνονται οι «καλές τέχνες» από τις υπόλοιπες.

Η εξήγηση του Σωκράτη ήταν πως, ενώ οι άλλες τέχνες (π.χ. αυτή του υποδηματοποιού) έφτιαχναν αντικείμενα που η φύση δεν μπορούσε να δημιουργήσει, η ζωγραφική και η γλυπτική επαναλάμβαναν και μιμούνταν όσα η φύση δημιουργούσε. Θεωρούσε δηλαδή πως οι καλές τέχνες είχαν χαρακτήρα μιμητικό και αναπαραστατικό, κάτι που τις διέκρινε από τις υπόλοιπες τέχνες. (Ξενοφώντας Απομνημονεύματα, 3.10, 1-5) «Σίγουρα, η ζωγραφική απεικονίζει τα πράγματα που βλέπουμε, είπε ο Σωκράτης στον Παρράσιο το ζωγράφο. Με τα λόγια αυτά διατύπωσε τη θεωρία της μίμησης της φύσης από την τέχνη. Για τους Έλληνες αυτή η ιδέα ήταν φυσική, διότι αντιστοιχούσε στην πεποίθησή τους σχετικά με την παθητική φύση του νου ως ολότητας. Έτσι, έτυχε αποδοχής και κατέστη η βάση των πρώτων σπουδαίων συστημάτων αισθητικής, εκείνων του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Ο διάλογος μεταξύ του Σωκράτη και του Παράσιου μας δείχνει πως γεννήθηκε η ιδέα αυτή: τόσο ο φιλόσοφος όσο και ο καλλιτέχνης χρησιμοποιούν ασαφή ορολογία και πολλούς όρους (εικασία, απεικασία, αφομοίωσις, εκμίμησης και απομίμησης) για να σημαίνουν την αναπαράσταση. Το ουσιαστικό μίμησις, που αργότερα έγινε αποδεκτό, δεν χρησιμοποιήθηκε ούτε μια φορά.

Η σωκρατική θεωρία: Η εξιδανίκευση στην τέχνη

Η δεύτερη ιδέα του Σωκράτη περί της τέχνης σχετιζόταν με την πρώτη. Είπε στον Παρράσιο: «Και ακόμη, όταν απομιμείστε τις ωραίες μορφές, επειδή δεν είναι εύκολο να συναντήσει κανείς κάποιον άνθρωπο που να τα έχει όλα άψογα, πιάνοντας από τον καθένα το ωραιότερο στοιχείο που έχει, συγκεντρώνετε από όλους τα πιο ωραία και έτσι φτιάχνετε ολόκληρα τα σώματα να φαίνονται ωραία». Με αυτά τα λόγια διατύπωσε τη θεωρία της εξιδανίκευσης της φύσης από την τέχνη και συμπλήρωσε τη θεωρία της αναπαράστασης της φύσης μέσω της τέχνης. Από τη στιγμή που η αναπαραστατική ιδέα της τέχνης πρωτοεμφανίστηκε στους Έλληνες είχε πάντοτε τη συγκεκριμένη αρχή, που δεν περιοριζόταν μονάχα στους φιλοσόφους, αλλά τύγχανε αναγνώρισης και από τους καλλιτέχνες. «Πράγματι, έτσι κάνουμε», απάντησε ο Παρράσιος στον Σωκράτη. Η κλασική τέχνη των Ελλήνων, αναπαριστούσε την πραγματικότητα, αλλά περιλάμβανε και ένα στοιχείο εξιδανίκευσης. Έτσι, η θεωρία της τέχνης ως εξιδανίκευσης και επιλογής, δεν συγκρούονταν στο μυαλό των Ελλήνων με τη θεωρία της τέχνης ως αναπαράστασης, διότι η δεύτερη επέτρεπε την εξιδανίκευση. Άλλωστε, σύμφωνα με τον Σωκράτη, η επιλεκτική μίμηση της φύσης συνιστούσε μίμηση.

Η δεύτερη ιδέα του Σωκράτη δεν ήταν λιγότερο δυνατή από την πρώτη. Ύστεροι συγγραφείς της αρχαιότητας την χρησιμοποιούσαν συχνά. Είδαν σε αυτή τον καλύτερο τρόπο εξιδανίκευσης της φύσης, επιλέγοντας και πολλαπλασιάζοντας τις δικές τους ομορφιές. Συχνά το εξηγούσαν αυτό, λέγοντας την ιστορία ενός ζωγράφου, του Ζεύξη, που για να φτιάξει κάποιον πίνακα που να παρουσιάζει την Ελένη για τους Ακραγαντίνους, που θα αφιερωνόταν δημοσία δαπάνη στο ναό της Λακίνιας Ήρας, ζήτησε από την πολιτεία να του στείλουν τις ωραιότερες των γυναικών για να διαλέξει το μοντέλο του. Από αυτές ο καλλιτέχνης διάλεξε τις πέντε ωραιότερες, τις μελέτησε γυμνές, πήρε ό,τι ωραιότερο είχε η κάθε μια και συνέθεσε αυτόν τον υπέροχο πίνακα.

Η πνευματική ωραιότητα

Η Τρίτη αισθητική ιδέα του Σωκράτη (και εδώ είχε στο μυαλό του συγκεκριμένα τη γλυπτική) ήταν πως η τέχνη αναπαριστούσε όχι μόνο σώματα αλλά και ψυχές, «τον πιο ελκυστικό και τον πιο ευχάριστο και τον πιο αγαπητό και τον πιο επιθυμητό και τον πιο ερωτικό χαρακτήρα της ψυχής». Ο Παρράσιος, σε μια συζήτηση που είχε με τον Σωκράτη, αρχικά εξέφρασε αμφιβολίες για τις προτάσεις αυτές και αναρωτήθηκε κατά πόσο δεν προχωρούσαν πέραν των δυνατοτήτων της τέχνης, αφού η ψυχή δεν έχει ούτε συμμετρία, ούτε χρώμα, πράγματα δηλαδή στα οποία βασίζεται η τέχνη. Ωστόσο, τελικά πείσθηκε από το Σωκράτη και συμφώνησε πως σε ένα άγαλμα, τα μάτια συγκεκριμένα μπορούν να εκφράσουν την ψυχή: ευγενικά ή εχθρικά, μεθυσμένα από την επιτυχία ή μελαγχολικά από την ατυχία, να φανερώσουν «ιδιότητες της μεγαλοπρέπειας και της ελευθεριότητας, της ταπεινότητας και της δουλικότητας, της σωφροσύνης και της φρόνησης, της αυθάδειας και της χωριατοσύνης». Αυτή ήταν μια δεύτερη τροποποίηση της καθαρά αναπαραστατικής αντίληψης της τέχνης.

Ήταν μια νέα ιδέα, την οποία οι Έλληνες δεν αποδέχθηκαν άμεσα, παρότι αξιοποιήθηκε από τη σύγχρονη τέχνη. Δεν είναι δύσκολο να παρατηρήσουμε την εφαρμογή της στα έργα του Σκόπα (Βακχίς, Μελέαγρος) και του Πραξιτέλη (Το παιδί του Μαραθώνα), οι οποίοι έφτιαχναν πλέον πιο «ζωντανά» αγάλματα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην έκφραση των ματιών.

Η ιδέα του Σωκράτη περί πνευματικής ωραιότητας, σηματοδοτεί την αναχώρηση από την αποκλειστική φορμαλιστική πυθαγόρεια αντίληψη περί του ωραίου. Εκεί, το ωραίο εξαρτάται από την αναλογία, εδώ και από την έκφραση της ψυχής. Η ιδέα αυτή έφερε το ωραίο κοντύτερα στον άνθρωπο από ότι η πυθαγόρεια αντίληψη, που αναζητούσε το ωραίο στον κόσμο παρά στον άνθρωπο. Η έννοια της πνευματικής ωραιότητας δεν έκανε την εμφάνισή της νωρίτερα από την κλασική εποχή. Στα ύστερα αισθητικά συστήματα της Ελλάδας και οι δυο ελλείψεις –η ωραιότητα της μορφής και η ωραιότητα του πνεύματος- κατέστησαν το ίδιο ισχυρές και σημαντικές.

Το ωραίο και η προσαρμογή του σε σκοπούς

Οι υπόλοιπες αισθητικές ιδέες του Σωκράτη περί του ωραίου διασώθηκαν σε ένα διάλογο με τον Αρίστιππο, που ο Ξενοφών επίσης κατέγραψε. Στο ερώτημα κατά πόσο γνωρίζει οποιαδήποτε όμορφα πράγματα, ο Σωκράτης απάντησε πως τα όμορφα πράγματα είναι ποικίλα -δεν υπάρχουν δυο όμοια μεταξύ τους. Διότι, «ένας καλός δρομέας δεν είναι όμοιος με ένα καλό παλαιστή και μια καλή προστατευτική ασπίδα δεν είναι καθόλου όμοια με ένα δυνατό και γρήγορο ακόντιο». Διότι το κάθε πράγμα είναι όμορφο όταν εξυπηρετεί καλά το σκοπό του. Ακόμη και «μια χρυσή ασπίδα είναι άσχημη, αν το κοφίνι είναι καλά κατασκευασμένο ενώ η ασπίδα όχι.» «Διότι όλα τα πράγματα είναι από τη μια καλά για όσες περιστάσεις είναι κατάλληλα, από την άλλη άσχημα, για όσες περιστάσεις είναι ακατάλληλα.» (Απομνημονεύματα, 3.8, 4-7).

Με τα λόγια αυτά, ο Σωκράτης είπε για το ωραίο όλα όσα συνεχώς έλεγε για την αγαθότητα. Όταν ο Αρίστιππος του το υπενθύμισε αυτό, ο Σωκράτης απάντησε πως το αγαθό πρέπει σίγουρα να είναι και ωραίο. Για τους Έλληνες η ταυτοποίηση αυτή ήταν φυσική, διότι για αυτούς ένα πράγμα ήταν αγαθό εάν επιτελούσε τη λειτουργία του και ωραίο εάν ήγειρε το θαυμασμό. Ο Σωκράτης ήταν πεπεισμένος πως τίποτα δεν τύγχανε θαυμασμού, πλην αυτού που επιτελούσε τη λειτουργία του. Ο Σωκράτης εφάρμοσε την ιδέα αυτή στην αρχιτεκτονική: Ένα σπίτι για να είναι κατάλληλο, έλεγε, θα πρέπει να είναι πολύ ευχάριστο για διαμονή και πολύ χρήσιμο. Να είναι δροσερό το καλοκαίρι και ζεστό το χειμώνα (Απομνημονεύματα, 3.8, 8-9).

Η θέση του Σωκράτη φαίνεται τόσο σχετική όσο και αυτή των Σοφιστών, αλλά, υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά. Ο Σωκράτης θεωρούσε πως μια ασπίδα ήταν ωραία όταν πληρούσε το σκοπό της, ενώ οι Σοφιστές θεωρούσαν πως μπορούσε να θεωρηθεί ωραία όταν ικανοποιούσε το γούστο αυτού που την κοίταζε. Η άποψη του πρώτου ήταν λειτουργική, ενώ των δεύτερων σχετικιστική και υποκειμενική.

Ευρυθμία

Η ευρυθμία ήταν μια εξίσου σημαντική έννοια, που έκανε την εμφάνισή της στο διάλογο που είχε ο Σωκράτης με τον οπλουργό Πιστία, ο οποίος ισχυριζόταν πως οι θώρακες έχουν καλές αναλογίες όταν εφαρμόζουν ακριβώς στο σώμα εκείνου που τις φορά. Τι μπορεί όμως να λεχθεί για το θώρακα που φορά κάποιος με σώμα δυσανάλογο; Πως μπορεί κάποιος να φτιάξει ένα εύρυθμο θώρακα για κάποιον με μη εύρυθμο σώμα; Πρέπει, άραγε, ο οπλουργός να προσπαθήσει να αναζητήσει τις καλές αναλογίες ή τον τρόπο που θα εξυπηρετήσει το σώμα; Ο Πιστίας πίστευε στο δεύτερο. Εδώ υπήρχε ένα παράδοξο και η λύση του πιθανότατα έγκειται στο ότι διαφορετικές αρχές ισχύουν στις καλές αναλογίες του σώματος. Στην απάντηση όμως του Πιστία, ο Σωκράτης εισήγαγε μια άλλη διάκριση: ο Πιστίας δεν μιλούσε για αναλογίες εύρυθμες κατ’ εαυτόν αλλά για εκείνες που δύνανται να είναι ωραίες για ένα συγκεκριμένο άτομο. Εδώ βλέπουμε τη διάκριση ανάμεσα στην ευρυθμία ενός πράγματος καθαυτό και στην ωραιότητα του σύμφωνα με το άτομο που το χρησιμοποιεί (Απομνημονεύματα, 3, 10, 10). Η διάκριση αυτή επαυξάνει και διορθώνει το διάλογο με τον Αρίστιππο: ενώ κατά τη συζήτηση αυτή λήφθηκε υπόψη ένα είδος ευρυθμίας, στην πραγματικότητα υπάρχουν δυο είδη καλών αναλογιών. Μονάχα, όμως, το ένα εξ’ αυτών συμφωνεί με την καταλληλότητα και τη σκοπιμότητα.

Η σωκρατική αυτή διάκριση, που αναμφίβολα είναι σημαντική για την αισθητική, έτυχε αποδοχής και χρησιμοποιήθηκε από πολλούς Έλληνες και, αργότερα Ρωμαίους συγγραφείς. Ο Σωκράτης ονομάζει την σκόπιμη ωραιότητα αρμόζουσα (ίδια ρίζα με την αρμονία) ενώ οι ύστεροι Έλληνες την ονόμασαν πρέπουσα.

Το αισθητικό λεξιλόγιο του Σωκράτη ήδη περιείχε όρους που αργότερα θα χρησιμοποιούνταν ευρέως από τους Έλληνες. Μεταξύ αυτών ήταν και ο όρος ρυθμός και τα παράγωγά του. Ο Σωκράτης ισχυριζόταν πως οι καλές αναλογίες χαρακτηρίζονταν από «μέτρο και ρυθμό». Ονόμασε τις καλές αναλογίες «εύρυθμες» και τις αντίθετες «άρρυθμες». Ο όρος ευρυθμία θεωρούνταν από τους Έλληνες κυρίαρχος μαζί εκείνον της αρμονίας, ενώ η συμμετρία περιέγραφε την ωραιότητα με την στενότερη πιο εξειδικευμένη έννοια του όρου.

Η διερευνητική ανάλυση της τέχνης από τον Σωκράτη ομοίαζε με εκείνη των Σοφιστών και, παρά το γεγονός πως σε άλλους τομείς της φιλοσοφίας ανήκουν σε αντίπαλα στρατόπεδα, δεν υπήρχε σημαντική απόκλιση μεταξύ τους όσον αφορά στην αντίληψη της αισθητικής και της τέχνης.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ΠΛ Πολ 473b–474c

Η μόνη διέξοδος από την κακοδιοίκηση των πόλεων: πολιτική δύναμη και φιλοσοφία να συναντηθούν στα ίδια πρόσωπα

Οι συνομιλητές συμφώνησαν ότι η δικαιοσύνη στην ιδανική πολιτεία (βλ. σχετικά και ΠΛ Πολ 392c–394b) εξασφαλίζεται από το γεγονός ότι τα μέλη της καθεμιάς πράττουν τα έργα που τους έχουν ανατεθεί ανάλογα με τη φύση και τις αρετές τους. Κατ' αναλογία, η δικαιοσύνη εξασφαλίζεται στην ψυχή, όταν καθένα από τα τρία διαφορετικά τμήματά της επιτελεί το δικό του έργο. Αφού συζητήθηκε το θέμα της ισότητας των δύο φύλων και των οικογενειακών σχέσεων στην τάξη των φυλάκων, θίγεται το ζήτημα της διοίκησης των πόλεων.

Τὸ δὲ δὴ μετὰ τοῦτο, ὡς ἔοικε, πειρώμεθα ζητεῖν τε καὶ
ἀποδεικνύναι τί ποτε νῦν κακῶς ἐν ταῖς πόλεσι πράττεται
δι’ ὃ οὐχ οὕτως οἰκοῦνται, καὶ τίνος ἂν σμικροτάτου μετα-
βαλόντος ἔλθοι εἰς τοῦτον τὸν τρόπον τῆς πολιτείας πόλις,
μάλιστα μὲν ἑνός, εἰ δὲ μή, δυοῖν, εἰ δὲ μή, ὅτι ὀλιγίστων
τὸν ἀριθμὸν καὶ σμικροτάτων τὴν δύναμιν.

[473c] Παντάπασι μὲν οὖν, ἔφη.

Ἑνὸς μὲν τοίνυν, ἦν δ’ ἐγώ, μεταβαλόντος δοκοῦμέν μοι
ἔχειν δεῖξαι ὅτι μεταπέσοι ἄν, οὐ μέντοι σμικροῦ γε οὐδὲ
ῥᾳδίου, δυνατοῦ δέ.

Τίνος; ἔφη.

Ἐπ’ αὐτῷ δή, ἦν δ’ ἐγώ, εἰμὶ ὃ τῷ μεγίστῳ προσῃκάζομεν
κύματι. εἰρήσεται δ’ οὖν, εἰ καὶ μέλλει γέλωτί τε ἀτεχνῶς
ὥσπερ κῦμα ἐκγελῶν καὶ ἀδοξίᾳ κατακλύσειν. σκόπει δὲ
ὃ μέλλω λέγειν.

Λέγε, ἔφη.

Ἐὰν μή, ἦν δ’ ἐγώ, ἢ οἱ φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν ἐν
[473d] ταῖς πόλεσιν ἢ οἱ βασιλῆς τε νῦν λεγόμενοι καὶ δυνάσται
φιλοσοφήσωσι γνησίως τε καὶ ἱκανῶς, καὶ τοῦτο εἰς ταὐτὸν
συμπέσῃ, δύναμίς τε πολιτικὴ καὶ φιλοσοφία, τῶν δὲ
νῦν πορευομένων χωρὶς ἐφ’ ἑκάτερον αἱ πολλαὶ φύσεις ἐξ
ἀνάγκης ἀποκλεισθῶσιν, οὐκ ἔστι κακῶν παῦλα, ὦ φίλε
Γλαύκων, ταῖς πόλεσι, δοκῶ δ’ οὐδὲ τῷ ἀνθρωπίνῳ γένει,
[473e] οὐδὲ αὕτη ἡ πολιτεία μή ποτε πρότερον φυῇ τε εἰς τὸ
δυνατὸν καὶ φῶς ἡλίου ἴδῃ, ἣν νῦν λόγῳ διεληλύθαμεν.
ἀλλὰ τοῦτό ἐστιν ὃ ἐμοὶ πάλαι ὄκνον ἐντίθησι λέγειν,
ὁρῶντι ὡς πολὺ παρὰ δόξαν ῥηθήσεται· χαλεπὸν γὰρ ἰδεῖν
ὅτι οὐκ ἂν ἄλλη τις εὐδαιμονήσειεν οὔτε ἰδίᾳ οὔτε δημοσίᾳ.

Καὶ ὅς, Ὦ Σώκρατες, ἔφη, τοιοῦτον ἐκβέβληκας ῥῆμά
τε καὶ λόγον, ὃν εἰπὼν ἡγοῦ ἐπὶ σὲ πάνυ πολλούς τε καὶ
[474a] οὐ φαύλους νῦν οὕτως, οἷον ῥίψαντας τὰ ἱμάτια, γυμνοὺς
λαβόντας ὅτι ἑκάστῳ παρέτυχεν ὅπλον, θεῖν διατεταμένους
ὡς θαυμάσια ἐργασομένους· οὓς εἰ μὴ ἀμυνῇ τῷ λόγῳ καὶ
ἐκφεύξῃ, τῷ ὄντι τωθαζόμενος δώσεις δίκην.

Οὐκοῦν σύ μοι, ἦν δ’ ἐγώ, τούτων αἴτιος;

Καλῶς γ’, ἔφη, ἐγὼ ποιῶν. ἀλλά τοί σε οὐ προδώσω,
ἀλλ’ ἀμυνῶ οἷς δύναμαι· δύναμαι δὲ εὐνοίᾳ τε καὶ τῷ
παρακελεύεσθαι, καὶ ἴσως ἂν ἄλλου του ἐμμελέστερόν σοι
[474b] ἀποκρινοίμην. ἀλλ’ ὡς ἔχων τοιοῦτον βοηθὸν πειρῶ τοῖς
ἀπιστοῦσιν ἐνδείξασθαι ὅτι ἔχει ᾗ σὺ λέγεις.

Πειρατέον, ἦν δ’ ἐγώ, ἐπειδὴ καὶ σὺ οὕτω μεγάλην συμ-
μαχίαν παρέχῃ. ἀναγκαῖον οὖν μοι δοκεῖ, εἰ μέλλομέν
πῃ ἐκφεύξεσθαι οὓς λέγεις, διορίσασθαι πρὸς αὐτοὺς τοὺς
φιλοσόφους τίνας λέγοντες τολμῶμεν φάναι δεῖν ἄρχειν,
ἵνα διαδήλων γενομένων δύνηταί τις ἀμύνεσθαι, ἐνδεικνύ-
[474c] μενος ὅτι τοῖς μὲν προσήκει φύσει ἅπτεσθαί τε φιλοσοφίας
ἡγεμονεύειν τ’ ἐν πόλει, τοῖς δ’ ἄλλοις μήτε ἅπτεσθαι
ἀκολουθεῖν τε τῷ ἡγουμένῳ.

***
Ας προσπαθήσωμε λοιπόν τώρα να βρούμε και ν' αποδείξωμε τι τάχα ελάττωμα να υπάρχη σήμερα στις πόλεις που εξ αιτίας του δεν κυβερνούνται καλά, και ποια μικρότατη μεταβολή θα μπορούσε να γίνη για να 'φτανε μια πόλη σ' αυτή την τελειότητα που έχει το δικό μας πολίτευμα, μόνο που να είναι μια μονάχα αυτή η μεταβολή, ειδεμή δυο, ειδεμή όσο μπορεί λιγώτερης και μικρότερης σημασίας.

Εξάπαντος έτσι.

Μια λοιπόν μονάχα μεταβολή αν γίνη, μου φαίνεται πως μπορούμε ν' αποδείξωμε ότι θ' αλλάξη ολότελα η σημερινή κατάσταση, αν κι αυτή η μεταβολή δε θα είναι ούτε μικρή, ούτε εύκολη, δυνατή όμως οπωσδήποτε.

Και ποια λοιπόν είναι αυτή;

Τώρα ίσα ίσα θα 'ρθω σ' αυτό που το παρομοιάζαμε πριν με το μεγαλύτερο κύμα· όμως θα το πω, κι αν ακόμα πρόκειται, σαν κύμα που ξεσπά σε γέλοια, να με πάρη από κάτω του και να με παρουσιάση έτσι καταγέλαστο και πομπιασμένο· άκου λοιπόν τι θα πω.

Λέγε το.

Αν οι φιλόσοφοι δεν γίνουν βασιλείς στις πόλεις, ή αυτοί που ονομάζονται σήμερα βασιλείς και δυνάστες, δεν φιλοσοφήσουν γνήσια κι όσο χρειάζεται, σε τρόπο που να συμπέση στο ίδιο πρόσωπο και δύναμη και φιλοσοφία, και δεν αποκλειστούν αναγκαστικά οι πολλές και διάφορες φύσεις ανθρώπων, που τραβούν σήμερα χωριστά τον ένα ή τον άλλο απ' αυτούς τους δυο δρόμους, είναι αδύνατο, φίλε μου Γλαύκων, να σταματήση το κακό στις πόλεις και σ' όλο, νομίζω, το ανθρώπινο γένος, ουδέ να ξεφυτρώση όσο είναι κατορθωτό και να δη το φως του ήλιου και αυτή η πολιτεία που εμείς τώρα χαράξαμε το σχέδιό της. Αλλ' αυτό είναι που τόσην ώρα τώρα δίσταζα να το βγάλω από το στόμα μου, επειδή το 'βλεπα πόσο πολύ παράδοξο θα φανή στην κοινή γνώμη· γιατί είναι πραγματικώς δύσκολο να το νοιώση κανείς, πως με κανέναν άλλο τρόπο δεν μπορεί να υπάρξη ευδαιμονία ούτε για τα άτομα ούτε για τις πολιτείες.

Πρέπει πραγματικώς να περιμένης, Σωκράτη, μ' αυτή τη γνώμη και το λόγο πού 'πες, να δης να ξεσηκώνουνται πάρα πολλοί κι όχι οι χειρότεροι καταπάνω σου, να πετούν έτσι τα φορέματα τους και γυμνοί ν' αρπάζουν για όπλο ό,τι πρωτοβρεθή μπρος τους και μ' όλη τη φόρα τους να σου ριχτούν για να σε διορθώσουν μια χαρά· που αν δεν τους αποκρούσης με τούς λόγους σου και ξεφύγης, έχεις ν' ακούσης των παθών σου τον τάραχο για τιμωρία σου.

Μα δεν είσαι εσύ η αιτία για όλ' αυτά;

Κ' έκαμα πολύ καλά· δε θα σε παρατήσω μ' όλα ταύτα στη τύχη σου, μα θα σε βοηθήσω μ' όποια μέσα διαθέτω: με το ενδιαφέρο μου και με το θάρρος που θα σου δίνω και ίσως με το να είμαι σε θέση ν' απαντώ πιο αρμονισμένα από κάθε άλλον στις ερωτήσεις σου. Μ' ένα λοιπόν τέτοιο βοηθό που έχεις, προσπάθησε ν' αποδείξης στους άπιστους, πως έτσι είν' αυτά όπως τα λες εσύ.

Ας προσπαθήσω λοιπόν, αφού μου εξασφαλίζεις και συ την τόσο πολύτιμη συμμαχία σου· μου φαίνεται όμως πως είναι ανάγκη, αν θέλωμε να γλυτώσωμε οπωσδήποτε απ' αυτούς που λες, να εξηγηθούμε μαζί τους, ποιοι είναι αυτοί οι φιλόσοφοι, που τολμούμε να λέμε πως σ' αυτούς πρέπει ν' ανατεθή η εξουσία, για να μπορέση κανείς, αφού ξεκαθαριστή αυτό το ζήτημα, να υπερασπίση την ιδέα του αποδείχνοντας ότι οι τέτοιοι μόνο έχουν από τη φύση το δικαίωμα και να φιλοσοφούν και να κυβερνούν την πολιτεία, και όλοι οι άλλοι μήτε ν' ανακατώνουνται με τη φιλοσοφία και ν' ακολουθούν τους αρχηγούς εκείνους.

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2023

Το πως φτάσαμε να γιορτάζουμε ως παππού και γιαγιά του Ιησού τους Ιωακείμ και Άννα (κάθε 9 Σεπτεμβρίου), ενώ τα ευαγγέλια των Λουκά και Ματθαίου θέλουν ως παππού του Ιησού τον Ιακώβ ή τον Ηλί παραμένει άγνωστο

Ο Άγιος Ιωακείμ, ο παππούς του Ιησού, σύμφωνα με το απόκρυφο, μη κανονικό, (άρα ψευδές κατά την εκκλησία), ευαγγέλιο του Ιακώβου. Πουθενά στην Αγία Γραφή, στην Καινή Διαθήκη, δεν αναφέρεται σαν παππούς του Ιησού και πατέρας της Μαρίας ο Ιωακείμ.

Στα δύο κανονικά ευαγγέλια που διαβάζονται στην εκκλησία, παππούς του Ιησού και πατέρας του Ιωσήφ, ήταν ο Ιακώβ (κατά το ευαγγέλιο του Ματθαίου) και ο Ηλί, (κατά το ευαγγέλιο του Λουκά).

Διαλέγετε και παίρνετε.

Χριστιανός απολογητής: "Το πως φτάσαμε να γιορτάζουμε ως παππού και γιαγιά του Ιησού τους Ιωακείμ και Άννα (κάθε 9 Σεπτεμβρίου), ενώ τα ευαγγέλια των Λουκά και Ματθαίου θέλουν ως παππού του Ιησού τον Ιακώβ ή τον Ηλί παραμένει άγνωστο".

Μέσα σε τόσα αλλά παράδοξα, που καταπίνει καθημερινά ένας χριστιανός, δεν του φαίνεται καθόλου δύσκολο, να λατρεύει και έναν θεό, που για παππού του έχει, όχι ένα, ούτε δυο… αλλά τρία διαφορετικά ονόματα. Στο ευαγγέλιο του Ματθαίου (1.16) ως παππούς του Ιησού και πατέρας του Ιωσήφ, αναφέρεται ο Ιακώβ. (Ματθ. 1,16 Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας, ἐξ ἧς ἐγεννήθη Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός).

Στο ευαγγέλιο του Λουκά (3.23) ως παππούς του Ιησού και πατέρας του Ιωσήφ αναφέρεται ο Ηλί (Λουκάς 3.23 Καὶ αὐτὸς ἦν ᾽Ιησοῦς ἀρχόμενος ὡσεὶ ἐτῶν τριάκοντα, ὢν υἱός, ὡς ἐνομίζετο, ᾽Ιωσὴφ τοῦ ᾽Ηλὶ). Στο απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου αναφέρεται ως παππούς του Ιησού ο Ιωακείμ και όχι ο Ιακώβ, που φαρδιά πλατιά αναφέρει ο θεόπνευστος ευαγγελιστής Ματθαίος, ή ο Ηλί, που ξεκάθαρα αναφέρει ως παππού του Ιησού ο άλλος θεόπνευστος ευαγγελιστής Λουκάς. Αναπάντητη, εδώ και 2000 χρόνια, ερώτηση προς όλους τους θεολόγους του κόσμου: Τελικά, ποιος ήταν ο παππούς του Ιησού; Ο Ιακώβ, ο Ηλί, ή ο Ιωακείμ;

Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 25-33 εκδόσεις «ο Σωτήρ».

«Ο Λουκάς αναφέρει τον Ηλί και όχι τον Ιακώβ ως πατέρα του Ιωσήφ. Η θεωρία, ότι η γενεαλογία του Λουκά είναι της Μαρίας, δεν είναι άξια λόγου. Η θεωρία είναι παλαιότερη του Annius του Viterbo (γύρω στο 1490 μ.Χ.). Δες στο Αποκ. δ 7, στο υπόμνημα που αποδίδεται στον Βικτωρίνο Mign.P.L.v 324 (p).

Η καλύτερη λύση είναι ότι ο Λουκάς παρέχει την πραγματική καταγωγή του Ιωσήφ, ενώ ο Ματθαίος δίνει την βασιλική καταγωγή του Ιωσήφ. Και οι δύο γενεαλογίες είναι του Ιωσήφ, αν και η γενεαλογία της Μαρίας μπορεί να συμπίπτει με αυτήν του Ιωσήφ σε κάποιον παλαιότερο πρόγονο. Σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή ο Ηλί υπήρξε ο πραγματικός πατέρας του Ιωσήφ. Ο Ιακώβ, που γράφει ο Ματθαίος, μπορεί να είναι άλλος συγγενής του Ιωσήφ, του οποίου ο Ιωσήφ ήταν σύμφωνα με το νόμο κληρονόμος και μέσω του οποίου ο Ματθαίος αποδείκνυε την βασιλική καταγωγή του Ιωσήφ (S)».

OI ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ Το γενεαλογικό δένδρο του Ιησού και μία καταγραφή των συγγενικών σχέσεων του.

Γονείς της Παναγίας είναι οι άγιοι Ιωακείμ και Άννα. Γονείς της αγίας Άννας ήταν ένα άλλο άγιο ζευγάρι, ο ιερέας Ματθάν και η Μαριάμ (παππούς και γιαγιά της Θεοτόκου). Πρέπει να σημειωθεί ότι στο ευαγγέλιο του Ματθαίου ως παππούς του Ιησού και πατέρας του Ιωσήφ, αναφέρεται ο Ιακώβ, ενώ στο ευαγγέλιο του Λουκά ως παππούς του Ιησού και πατέρας του Ιωσήφ αναφέρεται ο Ηλί. Το πως φτάσαμε να γιορτάζουμε ως παππού και γιαγιά του Ιησού τους Ιωακείμ και Άννα (κάθε 9 Σεπτεμβρίου), ενώ τα ευαγγέλια των Λουκά και Ματθαίου θέλουν ως παππού του Ιησού τον Ιακώβ ή τον Ηλί παραμένει άγνωστο.

Στο ευαγγέλιο του Ματθαίου (1.16) ως παππούς του Ιησού και πατέρας του Ιωσήφ, αναφέρεται ο Ιακώβ.

Στο ευαγγέλιο του Λουκά (3.23) ως παππούς του Ιησού και πατέρας του Ιωσήφ αναφέρεται ο Ηλί.

Τελικά ποιος είναι ο παππούς του Ιησού; Μα… ο Ιωακείμ!

Ε ναι… αυτή είναι μια σωστή θεόσταλτη, και εντελώς θεόπνευστη Βίβλος!

Ας μας πει λοιπόν κάποιος χριστιανός επιτέλους: Πως έφτασαν να γιορτάζουν ως παππού και γιαγιά του Ιησού τους Ιωακείμ και Άννα (κάθε 9 Σεπτεμβρίου), ενώ τα θεόπνευστα ευαγγέλια θέλουν ως παππού του Ιησού τον Ιακώβ ή τον Ηλί;

Και επειδή κανένας χριστιανός δεν θα παραδεχθεί το άγιο αυτό γενεαλογικό κουρέλιασμα… εξηγούμεθα:

Η μοναδική πηγή γι’ αυτούς τους εξωβιβλικούς παππούδες (Ιωακείμ και Άννας) είναι το απόκρυφο "πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου".

Εκεί, στο πρώτο κεφάλαιο, με δακρύβρεχτη μυθιστορηματικότητα, περιγράφεται το δράμα μιας κυρίας με το όνομα Άννα, που ξημεροβραδιάζεται στον ναό, θερμοπαρακαλώντας ν’ αποκτήσει παιδί, από τον άνδρα της Ιωακείμ, (που λόγω της συγκεκριμένης στενοχώριας, ήταν πολύ καιρό τώρα αναχωρητής...) μέχρι που τελικά, (με την βοήθεια των ιερέων και του αγίου πνεύματος) το καταφέρνει, και φέρνει στον κόσμο την Μαρία, την μητέρα του Ιησού!

Κατά την γενικότερη ομολογία των ειδικών, το "πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου" γράφτηκε κάπου τον 2ο αιώνα μ. Χ. Γεννιέται λοιπόν η απορία... αν τα ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά, γραφτήκαν πολύ νωρίτερα, (όπως το θέλουν κάποιοι) γιατί ο Ιάκωβος, δεν έβαλε στο "μυθιστόρημα" του, που αποκαλεί "πρωτευαγγέλιο" κάποιο από τα δυο ονόματα (Ιακώβ ή Ηλί) που αναφέρουν ως παππού του Ιησού οι δυο θεόπνευστοι βιβλικοί ευαγγελιστές;

Η απάντηση είναι μάλλον πολύ απλή. Όταν γράφτηκε το "πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου" τον 2ο αιώνα μ. Χ. τα "θεόπνευστα ευαγγέλια (Ματθαίου και Λουκά) δεν πρέπει να υπήρχαν ακόμα, τουλάχιστον στην τελική τους μορφή! Μήπως αυτό ακριβώς θέλει να πει και η έκφραση "πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου";

Φυσικά τώρα προκύπτει και η επόμενη σημαντική ερώτηση: Και γιατί όταν επιτέλους γραφτήκαν τα δυο αυτά επίσημα και απολύτως "θεόπνευστα" ευαγγέλια (Ματθαίου και Λουκά), έστω τότε, δεν αντέγραψαν το όνομα του Ιωακείμ, αλλά ο ένας, ο Ματθαίος, αναφέρει κάποιον άγνωστο Ιακώβ, ο δε Λουκάς κάποιον εξίσου άγνωστο Ηλί;

Η απάντηση είναι εξίσου απλή. Τα εκατοντάδες ευαγγέλια και αλλά ανάλογα ιερά και θεόπνευστα κείμενα που γραφτήκαν τους πρώτους αιώνες, δεν είχαν συγκεντρώσει επάρκεια αγίου πνεύματος, και γι' αυτό δεν είχαν ακόμα καταφέρει να σταθεροποιήσουν το γενεαλογικό δένδρο του Ιησού!

Βέβαια, το πιθανότερο είναι πως κανένας από τους τρεις, δεν γνώριζε την ύπαρξη του άλλου… ενώ ταυτόχρονα, όλοι μαζί απολάμβαναν εξίσου τιμές θεόπνευστων συγγραφέων. Όταν επιτέλους μετά από αρκετούς αιώνες, συγκεντρώθηκε αρκετό άγιο πνεύμα, αποφάσισαν να συμμαζέψουν όσο μπορούσαν την επί αιώνες ρευστή θεοπνευστία, και πέταξαν στον καιάδα εκατοντάδες ανάλογα κείμενα (πενήντα διασωθήκαν μέχρι σήμερα… φαντασθείτε πόσα υπήρχαν τότε!) ώσπου τελικά κράτησαν τέσσερα της αρεσκείας τους.

Η επόμενη ερώτηση πρέπει να είναι: Και γιατί δεν διόρθωσαν έστω τότε τα ασυμμάζευτα αυτά κουρελιασμένα ληξιαρχικά δεδομένα της καταγωγής του "θεού" τους; Το ερώτημα δεν είναι "γιατί" αλλά "αν" μπορούσαν να συμμαζέψουν πλέον τα ασυμμάζευτα! Τα "θεόπνευστα" αυτά δεδομένα, αποδεκτά επί εκατοντάδες χρόνια, είχαν ήδη περάσει στα αναρίθμητα συγγράμματα των άλλων, εξίσου εμπνευσμένων από το άγιο πνεύμα συγγραφέων, των αποκαλούμενων και θεόπνευστων πατέρων της Εκκλησίας.

Δείτε το παρακάτω παράδειγμα και θα καταλάβετε: Ο πολύς Εβραίος επίσκοπος Κύπρου Επιφάνιος (4ος αιώνας μ. Χ.) διαμαρτυρόμενος για την ανεπίτρεπτη προσκύνηση της Μαρίας γράφει: «Όχι να μη αφήσουμε να μας κυρίευση η αρχαία πλάνη… "ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τον κτίσαντα" και "εμωράνθησαν". Αν αγγέλους δεν θέλει να προσκυνούμε, πόσο μάλλον την από Άννης γεγενημένη (Μαρία) την εκ του Ιωακείμ» Epiphanius Scr. Eccl., Panarion Haer 3.480.7-11.

Όπως καταλαβαίνετε, δυο πράγματα πρέπει να συμβαίνουν εδώ, ή την εποχή που γράφει ο Επιφάνιος (340-404 μ.Χ.): τα ευαγγέλια δεν έχουν αποκτήσει το τελικό τους περιεχόμενο, ή αν είχαν συνταχθεί οριστικά, ο Επιφάνιος… είτε δεν το γνωρίζει ακόμα, ή ακόμα χειρότερο, δεν φαίνεται να σέβεται καθόλου το τελικό κείμενό τους, δηλαδή την τελική αγιοποίηση και θεοπνευστία τους! Διαφορετικά, δεν βλέπω γιατί να αναφέρει ως παππού του Ιησού τον Ιωακείμ, παραπέμποντας στο απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, και όχι τον Ιακώβ που φαρδιά πλατιά αναφέρει ο θεόπνευστος ευαγγελιστής Ματθαίος, ή τον Ηλί που ξεκάθαρα αναφέρει ως παππού του Ιησού ο άλλος θεόπνευστος ευαγγελιστής Λουκάς; Αν υπάρχει άλλη ερμηνευτική διέξοδος θα την ακούσω ευχαρίστως.

Μήπως απ’ αυτό το ληξιαρχικό κουρέλιασμα της καταγωγής του Ιησού, που είναι ανιχνεύσιμο μέχρι σήμερα, και που φυσικά δεν είναι και το μόνο, (η σύγκριση των ονομάτων του γενεαλογικού δένδρου του Ιησού ανάμεσα στους Ματθαίο και Λουκά, είναι εξίσου τραγελαφική) μπορείτε να συμπεράνετε και τον τελικό βαθμό της πραγματικής θεοπνευστίας των ευαγγελίων;

Βέβαια, αν το καλοσκεφτούμε, τελικά θα δούμε πως δεν υπάρχει καμία αντίφαση. Μέσα σε τόσα αλλά παράδοξα, που καταπίνει καθημερινά ένας χριστιανός, δεν του φαίνεται καθόλου δύσκολο, να λατρεύει και έναν θεό, που για παππού του έχει, όχι ένα, ούτε δυο… αλλά τρία διαφορετικά ονόματα!
Εδώ παππούς… εκεί παππούς… ποιος είναι ο παππούς;

Είναι πολύ απλό, ο παππούς του Ιησού λεγόταν ΙακωβοΗλιοΙωακείμ! Που το περίεργο;

Βέβαια απ’ το καταχθόνιο και πονηρό μυαλό μας, δεν μπορεί να μην περάσει και η σκέψη… βρε μπας και τα τρία αυτά διαφορετικά ονόματα είναι μπαστακωμένα εκεί, επειδή δεν μπορούσαν να γνωρίζουν... ποιος ακριβώς από του ιερείς "βοήθησε" με το άγιο πνεύμα του, την Άννα να ξεπεράσει την επίμονη στειρότητά της;

Ιουδαιοχριστιανικά μυστήρια: Οι γονείς τής Παναγίας, ο τόπος γέννησης και η εικόνα τού Ιησού και οι τρεις μάγοι με τα δώρα

Όποιος ανατρέξει σε κάποιο χριστιανικό ημερολόγιο-εορτολόγιο, θα διαπιστώσει ότι στις 9 Σεπτεμβρίου, τιμώνται οι γονείς τής Παναγίας, οι άγιοι Ιωακείμ και Άννα. Την ημέρα αυτή, υποτίθεται ότι είναι τα γενέθλια τής Μαριάμ. Η αγία Άννα μάλιστα, τιμάται δύο ακόμη φορές κατά την διάρκεια τού χρόνου: Στις 9 Δεκεμβρίου (σύλληψη τής Μαριάμ -«θαυματουργικώς» πάντα, καθώς οι Ιωακείμ και Άννα είχαν ήδη ξοδέψει 8-9 δεκαετίες τής ζωής τους όταν «συνέλαβαν» την Παναγία) και στις 25 Ιουλίου (θάνατος τής Άννας).

Εδώ όμως, έχουμε ένα...μικρό πρόβλημα... Πουθενά στην Καινή Διαθήκη, δεν γίνεται λόγος για τούς γονείς τής Παναγίας και μάλιστα ονομαστικά. Από που λοιπόν η Εκκλησία γνωρίζει τα ονόματά τους, τούς απεικονίζει και τούς τιμά, εφ' όσον δεν μνημονεύονται στις «ιερές» γραφές, πολύ περισσότερο απ' την στιγμή που μνημονεύονται ένας σωρός άλλοι, λιγότερο «σημαντικοί»; Βάζουμε προς το παρόν, έναν αστερίσκο εδώ και προχωράμε...

Η ακόλουθη εικόνα, προφανώς και είναι γνώριμη και οικεία στον κάθε χριστιανό: Η γέννηση τού Ιησού «εν τω σπηλαίω», όπου το «θείο βρέφος» βρίσκεται περιτριγυρισμένο από μερικά ζώα που το ζεσταίνουν...

Εδώ προκύπτει μία ακόμη απορία: Από που εμπνεύστηκαν, όσοι απεικόνισαν την γέννηση τού Ιησού, την εικόνα τού σπηλαίου, εφ' όσον ουδεμία τέτοια αναφορά γίνεται στην Καινή Διαθήκη; Η μοναδική αναφορά περί φάτνης (φάτνη είναι το παχνί, η κανίστρα που βάζουν το άχυρο για να φάνε τα ζώα), γίνεται στο Ευαγγέλιο τού Λουκά (2: 7) κι απ' τα συμφραζόμενα γίνεται η υπόθεσις πώς πρόκειται για στάβλο -επ' ουδενί πάντως για σπηλιά. Πού λοιπόν, ανακάλυψαν το σπήλαιο οι χριστιανοί εικονογράφοι; Για την ευκολία τής συζήτησης, παραβλέπουμε τις αναφορές περί βοσκών που είχαν βγάλει τα ζώα τους για βοσκή χειμωνιάτικα και νυχτιάτικα. Βάζουμε λοιπόν έναν ακόμη αστερίσκο και συνεχίζουμε...

Το επόμενο σκηνικό, μάς μεταφέρει στους τρεις μάγους με τα δώρα, ονόματι Γασπάρ, Βαλτάσαρ και Μελχιόρ...

Η μοναδική αναφορά σε μάγους, γίνεται στο Ευαγγέλιο τού Ματθαίου (κεφάλαιο 2). Η αναφορά όμως αυτή δεν είναι ονομαστική. Επομένως, από που -και πάλι- γνωρίζουν οι χριστιανοί τα ονόματα τών μάγων, εφ' όσον δεν μνημονεύονται πουθενά στην Καινή Διαθήκη;

Οι απαντήσεις, σε όλα τα παραπάνω ερωτήματα, βρίσκονται σ' ένα... απόκρυφο Ευαγγέλιο... Ακριβώς αυτό, από το οποίο αντλεί τις πληροφορίες της και η Εκκλησία(!): Το Ευαγγέλιο τού Ιακώβου (ή «Πρωτοευαγγέλιο», όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται), το οποίο τοποθετείται χρονικά στον 2ο αιώνα μ.Χ. Μάλιστα, η προσθήκη... ζώων γύρω από την φάτνη, προέρχεται από ένα άλλο απόκρυφο κείμενο, αυτό τού ψευδο-Ματθαίου, εκπληρώνοντας έτσι την «προφητεία» τού Αμβακούμ («Εν μέσω δύο ζωντανών θα φανερωθείς»).

Η εύλογη απορία που προκύπτει τώρα, είναι η εξής: Αφού η Εκκλησία αντλεί και χρησιμοποιεί, ως έγκυρα, στοιχεία από το Ευαγγέλιο αυτό, τότε γιατί το έχει κηρύξει «απόκρυφο» -δηλαδή, ψευδεπίγραφο και αντικανονικό;

Η απάντηση είναι, πως εκτός τού ότι δεν είναι τόσο «θεολογικό», σε κάποια σημεία του έρχεται σε σύγκρουση με τα «κανονικά» Ευαγγέλια (πέραν τών όποιων άλλων φανταστικών διηγήσεων, όπως τών πουλιών που ακινητοποιούνται στον αέρα και σταματούν να πετούν την ώρα τής γέννησης τού Ιησού, ή τής φοινικιάς που σκύβει για να δροσίσει την Παναγία, κατόπιν εντολής τού πιτσιρικά Ιησού). (Πρωτοφανές! Λες και τα κανονικά δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους...). Π.χ. ο «Ευαγγελισμός τής Θεοτόκου» τοποθετείται στην Ιερουσαλήμ και όχι στην -ανύπαρκτη- Ναζαρέτ που αναφέρει ο Λουκάς, ενώ κάνουν την εμφάνισή τους και μερικά...αδέλφια τού Ιησού που ο συγγραφέας επιχειρεί να τα αποδώσει σε προηγούμενο γάμο τού...90χρονου Ιωσήφ (και τα οποία στα «κανονικά» Ευαγγέλια είναι...άφαντα). Σ' αυτό το σημείο βέβαια, ο συγγραφέας αυτού τού Ευαγγελίου, αγωνίζεται άδικα να προστατέψει την...παρθενία τής Μαριάμ, καθώς ήδη ο Λουκάς και ο Ματθαίος την έχουν κάνει τη...ζημιά, όταν αναφέρουν τον Ιησού, ως...πρωτότοκο παιδί τής Παναγίας («Και ενώ βρίσκονταν εκεί, συμπληρώθηκαν οι ημέρες για να γεννήσει· και γέννησε τον γιο της τον πρωτότοκο...», Λουκάς 2: 6-7 - «Και όταν ο Ιωσήφ σηκώθηκε από τον ύπνο, έκανε όπως τον πρόσταξε ο άγγελος του Κυρίου· και πήρε τη γυναίκα του. Και δεν τη γνώριζε, μέχρις ότου γέννησε τον πρωτότοκο γιο της· και αποκάλεσε το όνομά του Ιησού», Ματθαίος 1: 25-26). Άρα; Τί κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια; Βέβαια, αυτές δεν είναι οι μοναδικές αναφορές σε αδέλφια τού Ιησού μέσα στην Καινή Διαθήκη, αλλά είναι οι πιο συγκεκριμένες που καταρρίπτουν τον μύθο τής παρθενίας τής Μαριάμ.

ΔΕΣ


Παρθενοσύλληψη ή πορνεία; Ένας άλυτος θεολογικός γρίφος στα ευαγγέλια

Όπως καταλαβαίνει ο αναγνώστης, πρόκειται για «ιερά» κουλουβάχατα. Η Εκκλησία, σαν τη μελισσούλα, παίρνει από κάθε βιβλίο, ότι επιθυμεί και μετά -αφού δημιουργήσει τον αχταρμά της- χωρίς κανέναν ενδοιασμό, χαρακτηρίζει το υπόλοιπο άχρηστο υλικό, «ψευδεπίγραφο». Μάλιστα...

Πάμε παρακάτω όμως, γιατί μάς έχει απομείνει η εικόνα τού Ιησού, δηλαδή το πρόσωπό του...

Πόσοι και πόσοι ισχυρίζονται ότι έχουν δει τον Ιησού (ή τέλος πάντων την μορφή του), είτε στον ύπνο τους, είτε στον...ξύπνιο τους; Αλλά, είναι και πάλι ν' απορεί κάποιος: Αφού η εικόνα τού Ιησού είναι άγνωστη, πως οι διάφοροι σεληνιασμένοι βλέπουν την μορφή του, η οποία συνήθως φέρνει στην μορφή τού γαλανομάτη Ιησού τού Τζεφιρέλι και τών προτεσταντικών φανταστικών απεικονίσεων; Μήπως τελικά η αυθυποβολή κάνει «θαύματα»;

Απευθύνεται λοιπόν το ακόλουθο ερώτημα σε όσους «βλέπουν» τον Ιησού: Με ποιον απ' όλους, έχει σχέση ο Ιησούς που «βλέπετε»;

Συρία, 3ος αιώνας μ.Χ. (Η πρώτη γνωστή απεικόνιση)