Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2023

Η Άδικη Μοίρα των Φεγγαροπαρμένων

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ.

Όταν ο άνεμος, φυσώντας το τραγούδι του επάνω στα κλαδιά των δέντρων και τα κεραμίδια των σπιτιών, φέρνει την νύχτα από τους μακρινούς λόφους, εδώ στον τόπο που κατοικώ και ονειρεύομαι, ντύνομαι με το σκοτεινό μανδύα της και διηγούμαι τις ιστορίες μου…

Ξέρω καλά, πως ο χρόνος που όλα τα σβήνει, σαν το κύμα που σβήνει οτιδήποτε γραφτεί πάνω στην αμμουδιά της ακτής, το κύμα αυτό απλά δροσίζει και βρέχει τα πόδια των ποιητών. Η Ελπίδα και η Μνήμη είναι τα μόνα τους όπλα, ενάντια στη θάλασσα του χρόνου. Μα οι δυο τους είναι καλοί σύμμαχοι. Αυτές οι δύο θολές αδελφές, η Ελπίδα και η Μνήμη, με συντροφεύουν κι εμένα τώρα, μέσα στην αγρύπνια της νύχτας μου. Βγάζω το καπέλο μου και το κουνώ από τ’ αριστερά προς τα δεξιά, παραμερίζοντας το χρόνο και τον τόπο, στέλνοντας τον άνεμο στις μοναχικές καρδιές αυτών που τις ιστορίες μου θέλουν ν’ ακούσουν.

Ακούστε εσείς, ακούστε τον άνεμο που σιγοσφυρίζει το μυστικό μου σύνθημα από τα παράθυρά σας. Κλείστε τα μάτια, χαμογελάστε μ’ ένα μούδιασμα κι ένα ρίγος στην πλάτη, κι αφήστε την σκέψη σας να καβαλήσει τον άνεμο και να ‘ρθει να με βρει… Και ‘Σεις χλωμές αδελφές, συμπονετικοί μου σύμμαχοι στον πόλεμο ενάντια στο χρόνο, σταθείτε δίπλα μου, με το σπαθί και το φτερό σας, δεν έχω κανέναν πέρα από εσάς.

Το φεγγάρι από πάνω μας, χαράζει μονοπάτια μέσα στην νύχτα, και βάρδος αόρατος εγώ, σας τραγουδώ με φεγγαρόσκονη, γρύλους, και μελαγχολική φωνή κουκουβάγιας, το καλωσόρισμα που αρμόζει στους γενναίους ταξιδευτές του ονείρου, που αφήσανε τα σπίτια τους, να βρουν καλέσματα στον άνεμο που κάθε δειλινό διηγείται ιστορίες… Να, κάπου εδώ κατοικώ κι εγώ, αόρατος για τους άπιστους -όπως όλα τα θαύματα- και περπατώ δίπλα σας, σκιά μέσ’ στις σκιές του βραδινού. Τα μάτια μας, ναι, γεμάτα άστρα λάμπουν μέσα στο σκοτάδι, καθώς κοιτάμε κάτω, στο μικρό χωριό…

Οι στέγες του κατηφορίζουν το λόφο. Το φεγγαράκι κρέμεται από πάνω τους σαν ψεύτικο, ή σαν παράξενα αληθινό. Ρίχνει το μελαγχολικό του φως πάνω στα κεραμίδια, στοιχειώνει τις καμινάδες, και γλυκαίνει τον ύπνο των πουλιών. Η νύχτα μπλε, το φεγγαράκι κίτρινο, τα κεραμίδια κόκκινο θαμπό, που σβήνει καθώς το μάτι αγναντεύει τις σκεπές που χάνονται στην κατηφόρα.

Ο άνεμος, πότε ντροπαλός και πότε για λίγο οργισμένος, μουρμουρίζει τον μονόλογό του, που ο άπιστος δεν καταλαβαίνει. Οι λιγοστές λάμπες των μικρών δρόμων, κίτρινες κι αυτές μέσα στο βαθύ μπλε της νύχτας, θολώνουν τα πλινθόστρωτα στενάκια, μικροί λαβύρινθοι που ξετυλίγονται κάτω από τις σκεπές, ανάμεσα στους κήπους….

Αυτή είναι η εικόνα μας. Μ’ αυτήν αρχίζει η στοιχειωμένη απ’ το φεγγάρι ιστοριούλα μας. Η εικόνα μας αυτή, του χωριού με τις σκεπές του και το φεγγάρι του και τους γρύλους του, είναι πιο μεγάλη από κάποια μικρή εικονίτσα στον τοίχο του σπιτιού της γιαγιάς, αλλά πιο μικρή από την θέα ενός μεγάλου παράθυρου.

Κανείς σας δεν είναι μέσα της. Είμαστε από πάνω της, και καταδυόμαστε αργά -πολύ αργά- για να περιπλανηθούμε χαμηλά πάνω από τις καμινάδες της. Λοιπόν, είμαστε πλάσματα της νύχτας (αυτό δεν είναι όλοι οι ονειρευτές;) πετάμε μαγικά, μαζί με τις μικρές νυχτερίδες που φτερουγίζουν νευρικά γύρω από τις λάμπες του δρόμου (με το θολό κίτρινο φως) ή, αν προτιμάτε, αιωρούμαστε καθισμένοι στις πολυθρόνες μας, πάνω από το χωριό, αλλά δεν μας βλέπει κανείς, ή δεν είναι κανείς εκεί για να μας δει.

Ακολουθήστε με, άγνωστοι μου φίλοι. Ακολουθείστε με σιωπηλοί, γιατί κανείς δεν πρέπει να μας αντιληφθεί… Χαμηλώνουμε πάνω από τις στέγες, και καθώς είναι έτσι κοντά η μια με την άλλη, φτιάχνουν μια μικρή θάλασσα από κεραμίδια και καμινάδες, με τα αυλάκια των στενών δρόμων από κάτω τους να τις χωρίζουν, και με τις ανταύγειες από το φεγγαράκι μας να λαμπυρίζουν σαν κυματάκια μαγικά, πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων που κοιμούνται μέσα στα σπίτια.

Πλησιάστε σ’ αυτήν την γκρίζα καμινάδα, και στήστε αυτί… Ακούστε… Μέσα από την καμινάδα ακούγονται μουρμουρητά. Η καμινάδα κάτι μουρμουρίζει. Αλλά, δεν μπορούμε να διακρίνουμε τι λέει. Τα μουρμουρητά δυναμώνουν… Ώσπου, ένα κεφάλι ξεπετάγεται μέσα από την καμινάδα… Το κεφάλι έχει λίγα μαλλιά, ξερά σαν του σκιάχτρου, έχει μια μεγάλη γαμψή μύτη, και λαμπερά μικρά μάτια. Το κεφάλι μουρμουρίζει κάτι, κι ο άνεμος παρασέρνει τα λόγια του από τις σκεπές, και τα ρίχνει κάτω στους λαβύρινθους των δρόμων:

«…Καλικαντζαρόσκονη κι αγγελοφεγγαρόσκονη
τύφλωσ’ τον να μη με δει
για κακό να μην με βρει
φτου, κι ας γίνει κριθαράκι
να το φάει το φεγγαράκι
ξού, κι ας πάει από ζερβά
για να μου ‘ρθει δεξιά…»

Αυτά είπε το κεφάλι, και τα λαμπερά ματάκια του παιχνίδισαν δεξιά κι αριστερά, κι έπειτα τέντωσε τον λαιμό του, τινάχτηκε λίγο, βγήκε κι ένα χέρι, κι έπειτα ακόμα ένα, αρπάχτηκαν από την κορυφή της καμινάδας, και τράβηξαν το κοκαλιάρικο σώμα του έξω. Ο ανθρωπάκος, σαν τρομαγμένη αράχνη, στηρίχτηκε με τα τέσσερα, αναπνέοντας γρήγορα, πάνω στα κεραμίδια της στέγης, και κοίταξε γύρω του με χίλιες προφυλάξεις. Τον βλέπουμε μόνο εμείς, και κανένας άλλος. Μια λιγνή φιγούρα που σέρνεται νευρικά, σαν έντομο, πάνω στην σκεπή -μια από τις πολλές του χωριού- δίπλα από τις καμινάδες και κάτω από το φεγγαρόφωτο.

Προσπαθεί με πολύ κόπο να μην κάνει κανένα θόρυβο. Ο άνεμος θροΐζει τα φυλλώματα των δέντρων που γέρνουν πάνω από τον δρόμο, και βοηθά στο πέταγμα τους τις νυχτερίδες, που κάνουν τις ριψοκίνδυνες βουτιές τους στο θολό φως από τις λάμπες, στα σοκάκια. Ο ανθρωπάκος δεν έκανε μεγαλύτερο θόρυβο, από αυτόν που κάνει μια τρελή νυχτερίδα όταν πετά.

Με τα γόνατα του να τρέμουν σαν της μαριονέτας που το αφεντικό της τραβά χωρίς στοργή τους σπάγκους, πλησίασε μια πιο μικρή καμινάδα στην άκρη της σκεπής -που γειτόνευε κι αυτή με μια άλλη σκεπή- γαντζώθηκε με το ένα χέρι απ’ αυτήν, και τέντωσε το στραβό κορμί του από την άκρη της στέγης. Το κεφάλι τρεμόπαιξε, ερευνώντας με τα λαμπερά του μάτια τους δρόμους ολόγυρα… Τι έψαχνε να δει;

Κοιτάξτε τον πως τεντώνει τα μεγάλα του αυτιά, δεξιά κι αριστερά απ’ τη γαμψή του μύτη…
Τί προσπαθεί ν’ ακούσει;

Ακολουθείστε με λίγο πιο πέρα, πάνω από το μικρό χωριό, για να σας δείξω… Αλλά πρώτα, ακούστε! Τεντώστε κι εσείς τ’ αυτιά σας, και ακούστε…

Οι γρύλοι χαμηλόφωνα κρατάνε το ρυθμό, ο άνεμος παίζει την μουσική του με άρπα τα κλαδιά των δέντρων, μια-δυο-τρεις γάτες νιαουρίζουν θλιμμένα, ένας γέρος ροχαλίζει, μια πόρτα τρίζει… Όχι, όχι δεν εννοώ όλα αυτά. Ακούστε πέρα απ’ αυτά, ακούστε με την καρδιά κι όχι με το νου… Τ’ ακούτε;;

Ακούγεται μέσα από τα σοκάκια, και πλησιάζει προς τα εδώ… Όχι, δεν είναι απλά ο αέρας. Όχι. Έρχεται… Τ’ ακούτε;

Εκεί, κάτω από τις σκεπές, στο φεγγαρόφωτο των μικρών δρόμων, μέσα στην νύχτα, ακούγεται ένας απόμακρος καλπασμός που όλο και πλησιάζει… Έρχεται!

Γρήγορα! Κρυφτείτε μαζί μου πίσω απ’ αυτές τις καμινάδες. Ίσως μπορέσει να μας δει και δεν πρέπει να γίνει κάτι τέτοιο. Εμείς βλέπουμε την ιστοριούλα μας, και όχι αυτή εμάς. Αν και μερικές ιστορίες μπορούν να μας δουν, μπορούν να κοιτάξουν βαθιά μέσα στην μικρή μας καρδιά και να ξυπνήσουν κάτι μέσα εκεί, με το παράξενο βλέμμα τους. Αυτή η ιστορία, όμως, δεν πρέπει να μας δει. Είναι μυστική. Κρυφά την διηγούμαι, και δεν θέλω να μ’ ακούσει… Κρυφτείτε!

Ο καλπασμός δυναμώνει και τώρα ακούγεται σχεδόν από κάτω μας. Βγάλτε προσεκτικά το κεφάλι σας πάνω από την καμινάδα που μας κρύβει, και κοιτάξτε κάτω… Είναι ο πιο παράξενος καβαλάρης που έχετε δει ποτέ. Ο Κολοκυθοκέφαλος, με μαύρη μπέρτα ν’ ανεμίζει στην πλάτη του, πάνω σε μαύρο άλογο…

Ο Κολοκυθοκέφαλος, ο μαύρος καβαλάρης χωρίς σκιά, που τρέχει σαν τον άνεμο -ή μήπως με τον άνεμο;- κάτω στο λιθόστρωτο και στο χλωμό φως του φεγγαριού, μέσα στην νύχτα του χωριού… Ο ανθρωπάκος πάνω στα κεραμίδια τον βλέπει κι αυτός, καθώς κρέμεται γαντζωμένος από την καπνοδόχο στην άκρη της στέγης. Ανασηκώνεται, χοροπηδά και μουρμουρίζει από κατάπληξη, διπλώνεται και τεντώνεται σαν ελατήριο, και τα μικρά του μάτια έχουν τρελαθεί μέσα στις κόγχες τους, καθώς λάμπουν από τον πυρετό των στιγμών…

Ο Κολοκυθοκέφαλος, ένας καβαλάρης με σώμα ανθρώπινο αλλά ακέφαλο, που στην θέση του κεφαλιού έχει μιά μεγάλη κολοκύθα, χαραγμένη με το χαμογελαστό πρόσωπο ενός σκιάχτρου, με μπέρτα που ανεμίζει στο δαιμονικό του καλπασμό, και φεύγει με τον άνεμο σαν τους δαίμονες της νύχτας, και γυρνά πάλι με τον άνεμο, απρόβλεπτος και τρομερός, μπορεί να φοβίσει τον διαβάτη παίρνοντας το κολοκυθοπρόσωπο κεφάλι του στα χέρια, κι ακέφαλος ν’ αρχίσει να χορεύει, σαν φριχτή κούκλα ή σαν μανιασμένο ξωτικό, ή να κλέψει τον ταξιδιώτη και να τον πάει ποιος ξέρει πού, κι αν θα γυρίσει από ‘κει θα είναι τρελός ή πεθαμένος…

Καλπάζει με θόρυβο, κι όμως κανείς από τους κατοίκους του χωριού δεν ξυπνάει, κι αν κάποιος ξυπνήσει τρομαγμένος μέσ’ στην νύχτα από τον καλπασμό του Κολοκυθοκέφαλου, αγκαλιάζει το μεγάλο του μαξιλάρι και σκεπάζεται καλά μέχρι το κεφάλι, αλλά ταυτόχρονα φροντίζει να μην βγαίνουν τα πόδια του έξω από τα σκεπάσματα…γιατί…αν προεξέχουν… χέρι παγερό θα τ’ αρπάξει για να τα παρασύρει στον ξέφρενο καλπασμό του εφιάλτη στα δρομάκια. Γι’ αυτό, τα σκεπάσματα του κοιμισμένου πρέπει πάντα να είναι όσο πιο μακριά γίνεται, για να μπορεί να κουκουλώνεται χωρίς να προεξέχουν τα πόδια…

Ο ανθρωπάκος πάνω στην σκεπή, γαντζωμένος από την καμινάδα όπως θα γαντζωνόταν κάποιος από το μαξιλάρι και τα σεντόνια αν είχε ξυπνήσει από τον καλπασμό, κοιτούσε τον Κολοκυθοκέφαλο αλλά ο Κολοκυθοκέφαλος δεν τον είχε δει. Ούτε εμάς δεν μας έχει δει, και φροντίστε να μην μας δει.
Μην αναπνέετε για λίγο…
Μην κουνιέστε καθόλου…

Κατεβάζουμε για λίγο τα κεφάλια μας πίσω από την καμινάδα, κρυβόμαστε, κι όταν ετοιμαζόμαστε να ξεπροβάλλουμε πάλι, αποκαλύπτουμε στα μάτια μας μια εικόνα μαγική! Πώς να την περιγράψω; Καλπάζοντας μ’ ένα αέρινο σάλτο, ο νυχτερινός καβαλάρης είχε υψωθεί πάνω στις ταράτσες και στις στέγες, με την μπέρτα του να μοιάζει σαν μαύρα φτερά.

Βλέπετε την εικόνα; Δείτε την σαν ένα μικρό παλιό πινακάκι πάνω στον τοίχο του σπιτιού της γιαγιάς. Πλησιάστε τον τοίχο, ελάτε, όλοι μαζί… Το πινακάκι είναι πολύ σκονισμένο, κι εγώ φυσάω πάνω του μ’ ένα μικρό θόρυβο, κι η σκόνη παραμερίζει το πέπλο της. Βλέπετε; Είναι νύχτα στο πινακάκι, μια σκούρη μπλε νύχτα, μ’ ένα κίτρινο -σχεδόν γεμάτο- φεγγάρι, που φωτίζει ένα μικρό δαίδαλο από σκεπές. Δίπλα σε μια καμινάδα, πάνω από μερικά μαύρα δέντρα, μια λιγνή σκιά με μυτερά γόνατα και μυτερή μύτη, στέκεται μ’ ανοιχτά τα χέρια, φοβισμένη.

Λίγο πιο εκεί, λίγο ψηλότερα από τις στέγες, ένας καβαλάρης με το άλογο του, πετάει στο φεγγαρόφωτο, κι ο μανδύας του ανεμίζει δαιμονικά. Αν και δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από μια σκιά, με λίγες πιτσιλιές φεγγαρόχρωμα πάνω της, ξεχωρίζετε το κεφάλι της να φαίνεται δυσανάλογο με την υπόλοιπη φιγούρα, και να μοιάζει με κολοκύθα…

Μην φοβάστε. Κοιτάξτε. Ο καβαλάρης χάνεται μέσα στις σκιές της νύχτας, πετώντας αθόρυβα πέρα από τις σκεπές. Μένει μονάχα ο άνεμος να σιγοψιθυρίζει το μονόλογό του, ακατανόητο για τους άπιστους. Ώσπου ο άνεμος οργίζεται και πάλι, και μουγκρίζει, και…να!…ξανάρχεται ο καβαλάρης, μέσα από τις σκιές της νύχτας. Κρυφτείτε πάλι! Γρήγορα!

Τώρα καλπάζει με θόρυβο πάνω στα κεραμίδια, που σπάζουν και πετάγονται κάτω από τις οπλές του μαύρου αλόγου, ή τρίζουν και αντέχουν και παίζουν την τρομερή μουσική του καλπασμού πάνω στις στέγες. Σαλτάρει από σκεπή σε σκεπή, κι ο δίσκος του φεγγαριού είναι από πίσω του, και αντικρίζουμε την σκιά του να πηδά, με τ’ άλογο όρθιο στα πίσω πόδια, πάνω σε μια μεγάλη καμινάδα. Και πίσω του το φεγγάρι.

Μαύρος καβαλάρης πάνω σε κίτρινο φεγγάρι.

Πιο εκεί, ο ανθρωπάκος πέφτει από την άκρη της στέγης, ουρλιάζοντας. Και προσγειώνεται κάτω στο λιθόστρωτο. Και σπάζει το πόδι του.

Το άλλο πρωί, όλοι θα τον κοροϊδεύουν όταν θα λέει τις τρελές ιστορίες του, παρ’ όλο που προσέχανε πολύ την νύχτα να μην βγαίνουν τα πόδια τους έξω από τα σκεπάσματα…

Κι οι νυχτερίδες πετούν τον ξέφρενο χορό τους γύρω από τις θαμπές λάμπες των δρόμων, κι εμείς πετάμε μαζί τους, πλάσματα της νύχτας ανάμεσα στα πλάσματα της νύχτας, κι ο άνεμος μας βοηθά στις ριψοκίνδυνες βουτιές μας.

(Ποιοι είστε εσείς κι από πού έρχεστε, ταξιδιώτες της Μνήμης και της Ελπίδας; Ποια παράδοξη χίμαιρα να σας κυνηγά, ή να την κυνηγάτε, για να βρεθείτε στους μυστικούς τόπους που κατοικώ και ονειρεύομαι; Ας είναι. Δεν θέλω να ξέρω. Ποτέ δεν ξέρω…)

Ακολουθείστε με πάλι. Αφήστε τους φόβους σας ή τους συνετούς δισταγμούς σας, εσείς που την φωνή μου στον άνεμο των διηγήσεων ακούτε… Ακολουθείστε με πιο κάτω, εμένα, που δεν είμαι παρά μια ιστορία μέσα σε μια ιστορία, που διηγείται τον εαυτό της…

ΕΞΩ ΑΠΟ ‘ΔΩ

Άραγε, ποιος να γνωρίζει την παράξενη -και πολλές φορές άδικη- μοίρα των Φεγγαροπαρμένων; Σε άλλους, μακρινούς τόπους, (που μέσα στα δάση τους και κάτω από τους αρχαίους λόφους τους κρύβονται οι νεράιδες), τους φωνάζουν «Νεραϊδοπαρμένους», και τους αποφεύγουν όλοι, από φόβο ή από απέχθεια.

Δεν πρόκειται όμως για κείνους τους ιδιαίτερους ανθρώπους που δραπετεύουν μέσα στο όνειρο, αναζητώντας τα θαύματα που παραμένουν κρυμμένα για τα τυφλά μάτια των άλλων. Όχι, δεν πρόκειται για «ονειροπαρμένους» ή ονειροπόλους.

Αυτοί για τους οποίους σας μιλώ, είναι χαζούληδες, τίποτε παραπάνω, τίποτε λιγότερο… Η μοίρα τους είναι παγιδευμένη από το φεγγαρόφωτο (που τρελαίνει τους άμυαλους και τους λύκους) από τότε που γεννήθηκαν. Δεν είναι σταυροφόροι του ονείρου, (όπως εσείς που ακούσατε το κάλεσμά μου στον άνεμο), που με σπαθί μαγικό, μέρα με την μέρα κατακτούν τους αγίους τόπους των ονείρων τους. Όχι. Αυτοί για τους οποίους σας μιλώ, βρεθήκανε στους αγίους τόπους κατά λάθος, από κάποιο παράξενο παιχνίδι της μοίρας ή της γενετικής. Στέκουν εκεί αποσβολωμένοι, και με το στόμα ανοικτό και γεμάτο σάλια, παρασέρνονται σαν φτερά στον άνεμο, και δεν ξέρουν καθόλου να πετούν…

Ο Ονειροπόλος γνωρίζει καλά τον κόσμο, που είναι γεμάτος φτώχεια και πόνο και αδικία κι ελπίδα και θαύματα, και τον πολεμά με όλη του την ψυχή. Γνωρίζει καλά και το όνειρο, που σαν εξερευνητής το περπατά με φτερά στα πόδια, σαν τον Ερμή…

Ο Φεγγαροπαρμένος, όμως, είναι ένας καημένος χαζούλης, που δεν γνωρίζει ούτε τον κόσμο ούτε το όνειρο. Δεν ξέρει τίποτε. Όμως τα πιο παράξενα πράγματα του συμβαίνουν, χωρίς να τα προκαλεί, ή χωρίς να ξέρει ότι τα προκαλεί… Είναι αυτός που, όπως λέει ο λαός, «του λείπει κάποια μικρή βίδα» από τότε που ήταν μικρός. Στέκει στην άκρη του κόσμου, σε μια γωνιά, αποδιωγμένος, κι έρχονται όλων των ειδών τα πλάσματα και τα πνεύματα, για να τον πειράξουν, να τον κοροϊδέψουν, να τον θαμπώσουν.

Καθώς μεγαλώνει, αποκτά παράξενες συνήθειες, και τα φερσίματα του είναι πάντοτε ακατανόητα για τους αυστηρούς και πρακτικούς ανθρώπους που τον περιστοιχίζουν. Ο ίδιος είναι άμυαλος και άπρακτος, πράγμα που θα συμφωνήσετε ότι είναι πολύ καλύτερο από το να είναι ένας συνετός επιτυχημένος μπακάλης, που κάνει καλούς λογαριασμούς στο λερωμένο του τεφτέρι και κλέβει στο τυρί.

Έτσι λοιπόν, το μόνο κοινό που έχει ο Φεγγαροπαρμένος με τους Ονειροπόλους, είναι ότι μοιράζεται μαζί τους μια παράξενη καθημερινότητα, και το χλευασμό, το φόβο, ή την κοροϊδία των άλλων ανθρώπων…

Άλλωστε, οι Ονειροπόλοι μας είναι κάτι σαν ανιχνευτές, και αργά ή γρήγορα η ανθρωπότητα τους ακολουθεί, και πολλές φορές τους μνημονεύει, πάντα αργά. Ο χαζούλης μας, όμως, ο Φεγγαροπαρμένος, είναι αυτό που θα λέγαμε «μια παράξενη σαβούρα», κάτι σαν ένα πολύ περίεργο σπυράκι στο πλαδαρό και δυσκίνητο σώμα της ανθρωπότητας. Και όχι, όπως ο Ονειροπόλος, ένα νέο μέλος του σώματος, που ξεπροβάλλει από μια θαυμαστή ανάγκη για να εξερευνήσει κάποια νέα χρησιμότητα.

Στις μικρές κοινωνίες των απλών ανθρώπων, ο Φεγγαροπαρμένος είναι απλά «ο τρελός του χωριού», και όχι ο Ονειροπόλος που παίρνει το δισάκι του και χάνεται σε ξένους τόπους για να μην ξαναγυρίσει ποτέ… Ποιός όμως, άραγε, να γνωρίζει την παράξενη -και πολλές φορές άδικη- μοίρα των Φεγγαροπαρμένων;

Ένα μωρό δεν πρέπει ποτέ να μένει εκτεθειμένο στο φως του φεγγαριού ή στην αστροφεγγιά. Κάτι πολύ ανησυχητικό ταξιδεύει πάνω στην αστροφεγγιά, όταν αυτή κατεβαίνει στα δρομάκια, στα μπαλκόνια και στα κεραμίδια των ανθρώπων. Κάτι που τρυπώνει στο σώμα του μωρού από το στόμα ή από τα ρουθούνια, και κάνει τα μάτια να γυαλίζουν, το πρόσωπο να χλωμαίνει, και την μιλιά να χάνεται…

Το Φεγγαροπαρμένο παιδί, συχνά οι γιατροί το αποκαλούν «επιληπτικό» ή «καθυστερημένο», δεν έχουν όμως πάντοτε δίκιο. Είναι κάτι παραπάνω από μια απλή επιληψία, αυτό που πολλές φορές αρπάζει από τα μαλλιά κάποιο παιδί και το ρίχνει στο πάτωμα, με αφρούς στο στόμα, και σπαρταράει σαν ψάρι έξω από το νερό.

Το φεγγάρι, παγιδεύει ένα παιδί, είτε με την αστροφεγγιά και την φεγγαράδα, είτε με εφιάλτες και με ξυπνήματα τις νύχτες με πανσέληνο, είτε με μια λυσσασμένη νυχτερίδα που μπλέκεται ένα βράδυ στα μαλλιά του, είτε με κάποια γητειά μιας γριάς μάγισσας που θέλει να εκδικηθεί τους γονείς, είτε με μια μεγάλη κουκουβάγια που θα καθίσει την νύχτα στην κούνια του, ή αν ο ένας του γονιός είναι ξωτικό, νεράιδα ή στοιχειό. Πολλές φορές, μια μέλλουσα μητέρα κάνει μπάνιο σε μια παράξενη λιμνούλα ή στο ποτάμι, μια νύχτα με φεγγάρι, τότε που το φεγγαρόφωτο χρωματίζει τα νερά, και τότε το μοιραίο συμβαίνει χωρίς αυτή ούτε να το υποψιαστεί… Το φεγγάρι μπαίνει μέσα της μαζί με το νερό.

Κάποιες φορές συμβαίνει με μικρά παράξενα παιδικά ποιήματα, ψιθυρισμένα μέσα στο δάσος ή σε κάποια νυχτερινή αυλή… κάποιες άλλες φορές έρχεται με το χάιδεμα μιας μαύρης γάτας, ή με αστροφωτισμένα βελανίδια που θα του ρίξουν στο κεφάλι τ’ άλλα παιδιά και θα ζαλιστεί…

Δεν θα συνεχίσω τον παράδοξο κατάλογό μου, γιατί δεν χρειάζεται. Το κάνω περισσότερο για να σας στείλω τα συναισθήματα που θέλω να νιώσετε, παρά για να σας διδάξω κάτι που, από την φύση του, δεν μπαίνει σε λόγια κι εξηγήσεις.

Τώρα όμως, έχετε στα μάτια σας ζωγραφισμένη από τον άνεμο της ανήκουστης φωνής μου, την εικόνα του καημένου του Φεγγαροπαιδιού, του Φεγγαροπαρμένου, που θα μεγαλώσει με πειράγματα και απομόνωση, θα είναι φίλος με τους γρύλους και τις νυχτοπεταλούδες, θα μαθαίνει ακατανόητα ποιηματάκια από γριές μάγισσες, θα δίνει δικά του ονόματα σε ανθρώπους, ζώα και πράγματα. Θα φοβάται ένα μανταλάκι, ένα γέρικο δέντρο ή ένα ποντίκι, και θα στέκει άφοβος μπροστά σε καταστροφές, φονικά, φωτιές και πολέμους.

Δεν θα μαθαίνει πολλά ούτε θα μπορεί να δουλέψει, θα κάνει τα πιο απρόσμενα πράγματα τις νύχτες, και τις μέρες θα κρύβεται στο δωμάτιό του. Κι αν γεράσει, θα είναι ένας τρελόγερος, ένας γεροπαράξενος που θα κρύβεται από την λιακάδα και θα χαίρεται την καταιγίδα, θα κυνηγάει με πέτρες τα μικρά παιδιά, και θα ρίχνει καυτό λάδι στις γάτες…

Αυτή είναι η εικόνα του φεγγαροπαρμένου. Παίξτε μαζί της. Νιώστε την, χρησιμοποιείστε την στις φαντασιώσεις σας, ή πετάξτε την. Δεν θα είναι έξω από την φύση του, είναι ένα πλάσμα ακατανόητο, όχι επειδή κρύβει κάτι που δεν γίνεται εύκολα κατανοητό, αλλά επειδή δεν υπάρχει τίποτε να καταλάβετε, μονάχα να νιώσετε, ναι, να νιώσετε… Νιώστε την απλή παιδική ψυχή του ανθρώπου αυτού, νιώστε την άχρηστη αλλά τόσο συμπαθητική μοναδικότητα του, νιώστε την άγνοια της αγωνίας του…

Αυτή η αλλόκοτη αίσθηση, αυτή η κατάρα του, αυτό το αγνά διαβολικό δράμα του, που ο ίδιος το αγνοεί εντελώς, πρέπει να έχουν κάπου την ρίζα τους. Πρέπει να κατάγονται από κάπου, όπως κάθε ποταμάκι έχει την πηγή του σε κάποια σκοτεινή σπηλιά πάνω στο βουνό… Βυθιστείτε μέσα σ’ αυτά τα ακαθόριστα συναισθήματα, που σας στέλνω μέσα στην νύχτα, κι αφήστε με να σας οδηγήσω όπως εγώ θέλω, ή όπως θέλει η ιστοριούλα μας, που πλανιέται ασχημάτιστη ακόμη μέσα στο νου σας…

Μια αχτένιστη γριά με μάλλινη ζακέτα, φτύνει τον κόρφο της και μουρμουρίζει σαν τρελή κότα:
«Έξω από ‘δώ, μακριά,
στα όρη στ’ άγρια βουνά!…»

Θέλει να διώξει ένα κακό συναίσθημα, μια φράση γρουσούζικη, μια κακή σκέψη ή έναν σατανικό οιωνό.

Από τα πολύ παλιά χρόνια (οι πιο πολλοί από σας το ξέρετε), για να μην βάλουν στο στόμα τους το όνομα του Διαβόλου, και για να τον εξορκίσουν ονοματίζοντας τον (γιατί συνήθως το να προφέρεις ένα όνομα είναι σαν να το καλείς, έτσι αν πεις τη λέξη «Σατανάς» είναι σαν να τον φωνάζεις να ‘ρθει, να σταθεί χαμογελαστός δίπλα σου, να σ’ ακουμπήσει στον ώμο, και να σε κοιτάξει μέσα στα μάτια), έτσι λοιπόν, όταν θέλουν ν’ αναφερθούν «σ’ αυτόν», τον ονομάζουν «ο Έξω από ‘δώ», κι έτσι τον διώχνουν την ίδια στιγμή που τον επικαλούνται στην κουβέντα.

Ο «Τρισκατάρατος», αυτός που πρέπει να τον καταραστείς τρεις φορές για να τον αποφύγεις, παραμονεύει κάθε λέξη, κάθε κίνηση, για να την πάρει σαν πρόφαση και να καταφθάσει με τους πιο περίεργους τρόπους για να διαταράξει την ασφαλή και σταθερή καθημερινότητα σου… Τουλάχιστον, αυτό θα έλεγε η γριά η αχτένιστη, με τα τρία δόντια και την τρύπια μάλλινη ζακέτα, αν την ρωτούσατε… Δεν πρέπει να την ρωτήσετε όμως, γιατί δεν πρέπει να μας δει…. Θυμάστε τι σας είπα; Πρέπει να παρακολουθούμε απαρατήρητοι…

Όμως σ’ αυτήν την συγκεκριμένη εικόνα του «Έξω από ‘δώ», θα βρούμε την πηγή της παράξενης μοίρας του Φεγγαροπαρμένου. Στα όρη, στα άγρια βουνά.

Η βραχνή γριά με την γκρίζα ζακέτα και τις τρύπιες κάλτσες, θα κράξει σαν κοράκι και θα πει: «Φτου, σκουληκομυρμηγκότρυπα!» Όμως εσείς μην της δίνετε καμία σημασία.

Μιλάμε για κάτι πολύ ανεπαίσθητο, σχεδόν διάφανο, κάτι που το νιώθεις να σε αγγίζει στον άνεμο, την νύχτα, σ’ ένα ήσυχο μέρος που κοιτά προς τους λόφους, ή προς το βουνό, όταν κάθεσαι στο φως του φεγγαριού. Είναι τόσα πολλά τα παράξενα πράγματα που βιαστικά οι άνθρωποι έχουν διώξει «στα όρη στ’ άγρια βουνά», έξω, μακριά από εδώ, που έχουν συγκεντρωθεί όλα μαζί εκεί, σαν στοιχειά των μακρινών τόπων, στις ερημιές της νύχτας. Και ποιος ξέρει πόσα παράξενα πράγματα να συμβαίνουν τις νύχτες, στα έρημα μέρη της εξοχής, όταν κανένας άνθρωπος δεν είναι εκεί για να τα δει!

Αφήστε με να σας ξεδιψάσω μ’ ένα νερό αλλιώτικο από τ’ άλλα, με μια απλή μαγεία, που θα δώσει στο στόμα σας τις λέξεις που προσπαθώ να πω… Λοιπόν, προσέξτε… Πάρτε στα χέρια σας ένα γυάλινο καθαρό ποτήρι με κρύο νερό. Βγείτε έξω, μέσα στην νύχτα, κι αφήστε τον άνεμο να σας χαϊδέψει τα μαλλιά. Σκεφτείτε πως ο ίδιος αυτός άνεμος, πριν από λίγη ώρα, χάιδευε τα κλαδιά των δέντρων του σκοτεινού βουνού, τους θάμνους και τους έρημους βράχους του. Παρασέρνει κάτι ακαθόριστο από εκείνους τους τόπους, και το φέρνει τώρα πάνω στο πρόσωπό σας.

Σηκώστε το ποτήρι με το νερό στον άνεμο, κι αφήστε τον για λίγες στιγμές να ταράξει την ήρεμη επιφάνεια του κρύου νερού. Φέρτε το διάφανο ποτήρι μπροστά στα μάτια σας, και παίρνοντας βαθιές αναπνοές, κοιτάξτε μέσα από το γυαλί του τον έναστρο ουρανό. Νιώστε το νερό σαν ένα πρίσμα, σαν ένα παράδοξο μικρό τηλεσκόπιο που μέσα του θαυμάζετε την λάμψη των μακρινών άστρων. Έπειτα βάλτε το ποτήρι ανάμεσα στο βλέμμα σας και στο φεγγάρι. Δείτε το φεγγάρι μέσα από το νερό, δείτε το φεγγάρι να τρεμοπαίζει από τον άνεμο που ταράζει το νερό. Τότε, φανταστείτε, ο κίτρινος δίσκος του φεγγαριού δεν είναι πια μεγάλος και άφταστος, ψηλά στον ουρανό, αλλά είναι μικρός και δικός σας, μέσα στο ποτήρι…

Δείτε για λίγο την εικόνα του, σαν το φεγγάρι να ήταν ένα μικρό φωτεινό αντικείμενο βουτηγμένο μέσα στο νερό του ποτηριού σας… Κουνήστε ελαφρά το νερό, και θαυμάστε το φεγγάρι που τώρα το έχετε φυλακισμένο μέσα στο ποτήρι σας.

Τώρα, ήρεμα, κατεβάστε τα χέρια σας με το ποτήρι μπροστά στο στήθος σας, και χαμηλώστε το βλέμμα πάνω στην επιφάνεια του νερού. Μετακινηθείτε ολόγυρα, ώσπου να δείτε το φεγγαρόφωτο να ασημίζει το νερό, και να φωτίζει τους μικρούς κυματισμούς του. Είστε μόνοι σας. Εσείς, το νερό, το ημίφως και το φεγγάρι… Ψιθυρίστε αργά, πολύ αργά: «Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ…»

Αναπνεύστε πάλι βαθιά, πολύ βαθιά, τον νυχτερινό άνεμο. Σηκώστε αργά το ποτήρι και φέρτε το νερό στα χείλη σας. Μην παραξενευτείτε από την περίεργη γεύση του, είναι η γεύση του φεγγαριού και του ανέμου. Πιείτε αργά και απολαυστικά, το κρύο νερό. Έτσι, έχετε πιει το φεγγάρι! Έχετε μέσα σας κάτι που οι άλλοι αγνοούν, και το διώχνουν από φόβο «έξω από ‘δώ» χωρίς να γνωρίζουν την απλή -σχεδόν παιδιάστικη- μαγεία, που μπορεί να το κάνει φιλικό, και να μεταδώσει συναισθήματα, ήχους, εικόνες, γεύσεις και λέξεις, που δεν μπορούν να εξηγηθούν με την φτωχή περιφραστική λογική, που βασιλεύει στα σοφά τεφτέρια των μπακάληδων. Τώρα, με μια γουλιά, ίσως νιώθετε μέσα σας τις λέξεις που προσπαθούσα να σας πω…

Ο,ΤΙ ΚΑΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ, ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ ΤΟ ΒΡΑΔΥ…

Το φεγγάρι είναι κρύο σαν νερό πηγής, και το φεγγαρόφωτο είναι ο καταρράκτης της νύχτας. Τ΄ αστέρια είναι μάτια ψαριών, που κολυμπούν στη μεγάλη μαύρη θάλασσα του ουρανού. Περιπλανώμενοι μέσα στις σκιές της νύχτας, είμαστε σαν μικρά μυστικά που δεν πρόκειται να αποκαλύψει το φως της αυγής. Βλέπουμε τα πάντα μέσα από το καθαρό κρύσταλλο του ονείρου μας, που κρυφοξεδιπλώνει αθόρυβα τις φτερούγες του και κανείς δεν ξέρει τ’ αληθινό του όνομα. Το άγνωστο των ερημικών τόπων, δεν είναι πολύ διαφορετικό από το άγνωστο που φωλιάζει στα κεραμίδια των σπιτιών τις νύχτες. Και ο άνεμος πάντοτε μεταφέρει παράξενα μηνύματα γι’ αυτούς που μπορούν να τ’ ακούσουν.

Εδώ, στον τόπο που κατοικώ και ονειρεύομαι, βλέπω τα μάτια σας που περιπλανιούνται πάνω στις σελίδες, πάνω στις εικόνες, πάνω στην νύχτα του μικρού χωριού, με τα κεραμίδια του, τα νυχτοπούλια του που κλαίνε για τους καιρούς που ‘φύγαν, και με τα σοκάκια του που τις νύχτες γεμίζουν φαντάσματα και φευγαλέες γάτες. Ελάτε πιο κάτω μαζί μου, μακρινοί μου φίλοι της Μνήμης και της Ελπίδας… Βλέπετε εκείνο το ερειπωμένο σπίτι, πνιγμένο από τα δέντρα κι απ’ το σκοτάδι; Περιμένετε λίγο μέχρι τα μάτια σας να συνηθίσουν στο σκοτάδι, γιατί το φεγγαρόφωτο δεν φτάνει μέχρι εδώ…

Τώρα, κοιτάξτε καλύτερα στο χαλασμένο κατώφλι αυτού του σπιτιού, μπροστά από την ξεχαρβαλωμένη πόρτα. Βλέπετε εκείνη την ακίνητη σιλουέτα; Αυτή η σκιερή φιγούρα, που μοιάζει να παραμονεύει μέσα στο σκοτάδι, είναι ένα αγόρι περίπου δεκαέξι χρονών. Αυτό που κρατάει στα χέρια του είναι ένας μεγάλος σβηστός φακός. Τα μάτια του γυαλίζουν, όχι όπως θα γυάλιζαν τα μάτια του Φεγγαροπαρμένου, απλά έχουν την πονηρή λάμψη του ασυνείδητου που ετοιμάζει μια φάρσα.

Ακούτε τα βήματα κάποιου που πλησιάζει;… Ακούγονται από το βάθος του μικρού δρόμου, που περνάει μπροστά από το ερειπωμένο σπίτι και καταλήγει λίγο πιο πέρα από την μικρή εκκλησία, σε μια στενή αυλή που την σκεπάζουν τα κεραμίδια των διπλανών σπιτιών. Οι παρέες των παιδιών λένε πως εκείνη η εκκλησία είναι στοιχειωμένη, και τις νύχτες τριγυρνά στο προαύλιο της το φάντασμα του άγιου. Τώρα μπορείτε πια να διακρίνετε την λιγνή φιγούρα του διαβάτη, που ανυποψίαστος για την πονηρή ενέδρα, περπατά μέσα στις σκιές των χαμηλών δέντρων…

Ο διαβάτης ονομάζεται Τρύφων, και δεν είναι άλλος από τον Φεγγαροπαρμένο μας. Αναγνωρίζετε αμέσως πάνω του τα χαρακτηριστικά του ανθρωπάκου της σκεπής. Ο ανθρωπάκος κουτσαίνει πολύ, κι αυτό σας θυμίζει το παράξενο περιστατικό που παρακολουθήσαμε κρυφά μαζί, στις καμινάδες και τα κεραμίδια του φεγγαρολουσμένου χωριού.

Ο Τρύφων έχει ένα περίεργο χαμόγελο, γαμψή μύτη και πεταχτά αυτιά, μαλλιά σαν του σκιάχτρου, κι ένα λερωμένο γιλεκάκι. Τα μάτια του, μικρά κι ευκίνητα, λάμπουν με μια διαφορετική λάμψη από εκείνη στα μάτια του αγοριού, που παραμονεύει λίγα μέτρα πιο πέρα.

Πόσων χρονών να είναι άραγε ο Τρύφων; Η ηλικία του είναι απροσδιόριστη, είναι από εκείνα τα σπάνια όντα που δεν μπορείς να πεις αν είναι τριάντα ή σαρανταπέντε. Ξεχωρίζετε όμως κάτι πολύ παιδιάστικο στο περπάτημα του και στις κινήσεις του, είναι από εκείνα τα σπάνια όντα που όταν τα συναντάς στο δρόμο, ένα χαμόγελο συμπάθειας ή ένα χαμόγελο ειρωνείας σχηματίζεται στο πρόσωπό σου…

Το δικό σας χαμόγελο, τι χαμόγελο θα είναι; Γνωρίζω ότι πολλοί από εσάς θα έχετε το χαμόγελο του αγοριού που ενεδρεύει στο σπασμένο κατώφλι του ερειπωμένου σπιτιού… Εσείς οι άλλοι όμως, θα πρέπει να ξέρετε ότι το χαμόγελο του Ονειρευτή, δεν είναι σαν του αγοριού, αλλά ούτε και σαν του Τρύφωνα. Αλλά, γιατί να μιλάμε για χαμόγελα; Αυτά εμφανίζονται έτσι κι αλλιώς, όπως θέλουν, χωρίς την έγκριση του ιδιοκτήτη τους…

Γρήγορα! Κρυφτείτε πίσω απ’ αυτές τις φυλλωσιές, για να μην μας αντιληφθούν. Πρέπει να παρακολουθούμε αυτήν την κωμωδία -ή αυτό το δράμα (ανάλογα από το πώς το νιώθει το χαμόγελό σας)- πάντοτε κρυμμένοι…

Όταν ο Τρύφωνας φτάνει μπροστά στο σκοτάδι του ερειπωμένου σπιτιού, ο πονηρομάτης της ενέδρας μουγκρίζει κακόφωνα, και ανάβει τον φακό πάνω στο πρόσωπό του, ακουμπώντας τον στο σαγόνι του.

«Ούουουου! Τρύφων, Τρύφων!!…
Είμαι ο Κολοκυθοκέφαλος
και μ’ έστειλε ο άγιος
για να σε πάααρωωω!!!…»

Αντικρίζοντας, ο Τρύφωνας, το αλλόκοτα φωτισμένο πρόσωπο, και ακούγοντας τα λόγια αυτά και τα μουγκρητά, αναπήδησε ξεχνώντας το χτυπημένο του πόδι, έπιασε το αριστερό του αυτί με το δεξί του χέρι, χαμήλωσε το σκιάχτρινο κεφάλι του κι άρχισε να φωνάζει ξόρκια, πολύ τρομαγμένος. Μόλις βρήκε το κουράγιο, άρχισε να τρέχει σαν να τον κυνηγούσε μια στρατιά από δαίμονες. Το πονηρό αγόρι έπεσε στο χώμα από τα γέλια. Ο Τρύφωνας έτρεχε προς την μικρή αυλή του σπιτιού της θείας του, φωνάζοντας ακατάληπτα για βοήθεια… Οι νυχτερίδες πετούσαν σαν τρελές γύρω από τα κεραμίδια, ο άνεμος σιγοσφύριζε τα γέλια του αγοριού, κι εμείς κρυβόμασταν μαζί πίσω από τα φυλλώματα των δέντρων. Εμείς και τα τζιτζίκια…

Δεν ήταν καθόλου παράξενο που μονάχα ο Τρύφωνας είχε δει τον Κολοκυθοκέφαλο να καλπάζει μέσα στην νύχτα. Έπρεπε να παραμονεύσεις υπομονετικά για να τον δεις. Και για να παραμονεύσεις έπρεπε να πιστεύεις πως ο Κολοκυθοκέφαλος καλπάζει τις νύχτες με φεγγάρι, με το μαύρο άλογό του. Οι άλλοι δεν πίστευαν.

Παραμόνευαν όμως συχνά τον καημένο τον Τρύφωνα, για να τον τρομάξουν ή να τον κοροϊδέψουν, επειδή πίστευε τέτοια πράγματα. Βαθιά μέσα στην καρδιά τους όμως, όλοι φοβόντουσαν τον Κολοκυθοκέφαλο, αλλά δεν πίστευαν ότι στ’ αλήθεια υπάρχει. Αν πίστευαν θα έπρεπε να παραδεχτούν και τον τρόμο τους -όλους τους βαθύτερους τρόμους τους- κι αν αναγνώριζαν τον τρόμο τους, κανείς τους δεν θα ξανατολμούσε να βγει από το σπίτι του. Θα φωλιάζανε όλοι μέσα στα ζεστά μακριά τους σκεπάσματα, που δεν αφήνουν τα πόδια να προεξέχουν όταν το κεφάλι είναι κουκουλωμένο…

Έτσι, με το να κοροϊδεύουν τον Τρύφωνα, καθησύχαζαν τους δικούς τους τρόμους, μπορούσαν να εξορκίζουν τα πάντα από μέσα τους, πάνω στην ράχη του Τρύφωνα. Όλο το χωριό εξόρκιζε τους τρόμους του πάνω στον Τρύφωνα. Ίσως γι’ αυτό να ήταν ο Τρύφων τρομακτικός για κάποιους. Κι όταν γελούσαν με τον Τρύφωνα, γελούσαν με τους φόβους τους. Είναι μια αρχαία και παράξενη αλχημεία αυτό…

Το σκοτεινό δωμάτιο του Τρύφωνα ήταν γεμάτο από τρόμους και θαύματα. Ο φόβος περίμενε στο κρεβάτι του, και τα θαύματα στο παράθυρο. Από εκεί έμπαινε τις νύχτες το φεγγαρόφωτο και τον κρατούσε ξάγρυπνο, από εκεί έμπαινε τις νύχτες και ο Φόβος και ξάπλωνε στο κρεββάτι του το χαλασμένο, και τον παραμόνευε κάτω από τα σεντόνια.

Μέσα στο σκοτάδι του δωματίου, ακίνητος ο Τρύφων στην μικρή καρέκλα, κοιτούσε το φεγγαροφωτισμένο παράθυρο. Μια κουκουβάγια καθόταν στο περβάζι, και τον κοιτούσε με τα μελαγχολικά της μάτια. Οι κουκουβάγιες είναι πολύ παράξενα πουλιά. Με τα δικά της μάτια, πλάσματα της νύχτας εμείς, κοιτούμε τον Τρύφωνα τον Φεγγαροπαρμένο. Εξετάζουμε την παράξενη φιγούρα του, καθώς κάθεται εκεί στην καρέκλα, βυθιζόμαστε στο γυάλινο βλέμμα του, και ψαρεύουμε τις εικόνες σαν ψάρια, μέσα απ’ τον σεληνιακό βυθό του μυαλού του.

Ο Τρύφων, όταν ήταν πιο νέος, είχε αγαπήσει παράφορα ένα κορίτσι, που είχε γελάσει πολύ όταν οι φίλες της ψιθύρισαν στ’ αυτί της για τον τρόπο που την κοιτούσε συνέχεια ο Φεγγαροπαρμένος. Όσο γι’ αυτόν, συνήθιζε να πηγαίνει τις νύχτες και ν’ ακολουθεί την διαδρομή που αυτή είχε περπατήσει την ημέρα, ψάχνοντας για κάποιο ίχνος της, κι όταν νόμιζε ότι έβρισκε ένα, ίσως κάποιο σπασμένο ξεροκλαδάκι που είχε πατήσει με το πόδι της, καθόταν από πάνω του με τις ώρες…

Το κορίτσι ήταν πολύ μικρότερό του στην ηλικία, κι οι παρέες της ήταν τα νεότερα παιδιά που συνήθως έστηναν αμέτρητες φάρσες στον Τρύφωνα. Βέβαια, ο Τρύφωνας ήταν ενήλικος, αλλά είχε το μυαλό ενός μικρού παιδιού.

Ένα απόγευμα τον πήρανε σ’ ένα σπίτι, που βρισκόταν πολλά αγόρια και κορίτσια, κι ανάμεσα τους και η Δουλτσινέα του, για να παίξουν την Τυφλόμυγα. Του έδεσαν τα μάτια και τον στριφογύρισαν μέχρι να ζαλιστεί. Γυρνούσε ο Τρύφωνας, γύρω-γύρω και ζαλιζόταν, και ζαλιζόταν, και ζαλιζόταν… Κι έπειτα όλοι άρχισαν να γελούν και να τον χτυπούν. Δεν τον ένοιαζε. Μέσα στα γέλια τους, προσπαθούσε να διακρίνει το όμορφο γελάκι της αγαπημένης του, για να τρέξει να την αρπάξει. Ήξερε πως ήταν η μοναδική ευκαιρία που είχε, για να την αγγίξει, να την χαϊδέψει, να την σφίξει γερά στην αγκαλιά του.

Δεν ξέρουμε αν τα κατάφερε. Ίσως να της άγγιξε φευγαλέα το μπράτσο, ή το πόδι, ίσως και όχι. Δεν μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα την εικόνα μέσα στον νου του. Και δεν μπορούμε να διακρίνουμε αν οι εικόνες που βλέπουμε είναι αυτό που έγινε, ή αυτό που θα ήθελε αυτός να είχε γίνει… Ίσως και να μην έπαιξε την Τυφλόμυγα μαζί τους ποτέ.

Μερικά χρόνια αργότερα, το κορίτσι παντρεύτηκε έναν κοκκινομάλλη από το διπλανό χωριό. Έκανε τρία παιδιά. Ο Τρύφωνας είχε τραυματιστεί ανεπανόρθωτα απ’ αυτόν τον αντιπαθητικό γάμο. Αυτός ήταν που έβαζε τους βατράχους στο παράθυρό της, και κάποιος άλλος ήρθε και την πήρε μακριά του, κι αυτή ήταν ευτυχισμένη και χαρούμενη μ’ αυτόν τον άλλον. Έτσι λοιπόν, ο Τρύφωνας δεν ξανακοίταξε άλλη γυναίκα από τότε.

Ξαφνικά άρχισαν να του αρέσουν τα πολύ μικρά κορίτσια. Αυτό τουλάχιστον ψιθύριζαν οι ξέφρενες παρέες των καλοκαιρινών βραδινών. Ερωτευόταν κάθε όμορφο δεκατριάχρονο κοριτσάκι, μ’ έναν δικό του αγνό τρόπο -γιατί ο Τρύφωνας δεν ήταν πονηρός- κι έκανε τα πάντα για να βρίσκεται μαζί με τις παρέες των παιδιών, και ανεχόταν τα πειράγματά τους για να κάθεται δίπλα στα κοριτσάκια… Αυτά, βέβαια, τον απέφευγαν όσο μπορούσαν… Ξεχωρίζουμε τις χαρούμενες εικόνες τους, σαν από όνειρο βγαλμένες, να τρέχουν και να χασκογελάνε, με τα πολύχρωμα φορεματάκια τους, και να μουρμουρίζουν η μια στην άλλη ότι ο Τρύφωνας μύριζε άσχημα και χαμογελούσε σαν χαζός όταν καθόταν δίπλα τους…

Ο Τρύφων φοβόταν το νερό. Ή έστω, το νερό φοβόταν τον Τρύφωνα. Όταν ξυπνούσε, βουτούσε το δάκτυλο στην λεκάνη με το νερό, κι έβρεχε το ένα του μάτι κι έπειτα το άλλο. Αυτό ήταν όλο, κι είχε πλυθεί. Γινόταν μάχη ολόκληρη, όταν η θεία του αποφάσιζε πως έπρεπε να πλυθεί γιατί «τα τριαντάφυλλα του κήπου έχαναν την μυρωδιά τους, όταν βρισκόταν αυτός δίπλα…»
Κι αυτός έλεγε ξανά και ξανά εκείνο το ηλίθιο ποιηματάκι :

«Το ψάρι μέσα στο νερό
κι ο Τρύφωνας απ’ έξω
κι αν, ωχ, βραχεί η μύτη μου
δεν θα μπορώ να παίξω!…»

Δεν ήταν λίγες οι φορές που σκαρφάλωνε στην στέγη, τις νύχτες με φεγγάρι, και καθόταν εκεί με τις ώρες, σαν κάποιο παράξενο νυχτοπούλι. Οι νυχτερίδες τον ήξεραν με τ’ όνομα του, κι έλεγε πως του τραγουδούσαν τραγούδια που μόνο αυτός μπορούσε ν’ ακούσει, η κουκουβάγια τον συντρόφευε από κάποια απόσταση, κοιτώντας με απορία τα καμώματα αυτού του ανθρωπάκου, που σερνόταν στα κεραμίδια και σκαρφάλωνε πάνω στις καμινάδες αγναντεύοντας την μικρή θάλασσα από σκεπές του νυχτερινού χωριού.

«Η νυχτερίδα -νάτη!- πετάει
κι όλο στο φως τριγυρνάει
γύρω-γύρω και ζαλίζεται
και με τις φίλες της οργίζεται
κι όλο στο φως τριγυρνάει
κι όμως η νύχτα είναι που της αρέσει
και τη μέρα για ύπνο θα πέσει…»

Μουρμούριζε αυτό το παράξενο νανούρισμα, και πολλές φορές κοιμόταν πάνω στην σκεπή. Οι χωριάτες που ξεκινούσαν πριν από το χάραμα για να πάνε να φροντίσουν τα πρόβατα τους ή τα χωράφια τους, όταν περνούσαν κοντά από εκεί, συνήθιζαν να πετάνε πετραδάκια πάνω στην σκεπή, χασκογελώντας και λέγοντας: «Πού ξέρεις; Όλο και κάποιον Τρύφωνα θα ρίξουμε κάτω…» Καμιά φορά χτυπούσαν κάποια γάτα, που της άρεσε να κάθεται στα κεραμίδια, κι αυτή νιαούριζε τρομαγμένη, και τότε έλεγαν: «Θα είναι ο Τρύφωνας που θα κατάπιε καμιά γάτα!…» ή «Είναι ο Τρύφωνας που κάνει μιάου-μιάου στα κεραμίδια!…» και γελούσαν. Αν και ο Τρύφων δεν συμπαθούσε τις γάτες. Πίστευε ότι του έφερναν γρουσουζιά, κι όποτε τις έβλεπε τις κυνηγούσε, ίσως γιατί ήταν οι μόνες που μπορούσαν να διεκδικήσουν το κεραμιδένιο του βασίλειο. Έφτυνε τον κόρφο του, κι έκανε σβούρες γύρω από τον εαυτό του, και χτυπούσε με δύναμη το πόδι του στο έδαφος, και ψιθύριζε βιαστικά:

«Όπου γάτα
και κακά μαντάτα
φτου, γατομουστάκι
να γλυτώσει το παιδάκι…»

Μέσα στο σκοτάδι του δωματίου, ακίνητος ο Τρύφων στην μικρή καρέκλα, κοιτούσε το φεγγαροφωτισμένο παράθυρο. Ο άνεμος της νύχτας που εισχωρεί από ‘κει, χαϊδεύει τα αστροφωτισμένα φτερά της κουκουβάγιας, γυρνάει τις σελίδες της μικρής ιστοριούλας μας, κι ανακατεύει και ταράζει τις μνήμες του Τρύφωνα μέσα στο κεφάλι του.

Κι αν τα μάτια είναι τα παράθυρα της ψυχής, τότε τα παράθυρα του Τρύφωνα είναι πάντα φωτισμένα μ’ ένα παράξενο φως, ίσως μιας μικρής σελήνης που λάμπει μέσα εκεί, και περιστρέφεται γύρω από έναν κόσμο ξένο για τους ανθρώπους: τον γεμάτο τρόμους και θαύματα νου του Φεγγαροπαρμένου…

Κοιτώντας εμείς μέσα από το παράθυρο (του δωματίου ή του Τρύφωνα;) με βλέμμα κουκουβάγιας, ονειρευτές ενός νυχτερινού καλέσματος, βλέπουμε το σκοτάδι γύρω του να γεμίζει εικόνες…

Μικροί φτερωτοί δαίμονες πετούν γύρω του και του πειράζουν τ΄ αυτιά και την μύτη, τραγουδώντας ένα εκνευριστικό τραγουδάκι που του στέλνει ρίγη στην πλάτη. Ένα μικροσκοπικό μαύρο άλογο, καλπάζει ξέφρενα κάτω στο ξύλινο πάτωμα του δωματίου, και χλιμιντρίζει με μια λεπτή φωνή. Νάτος κι ο Κολοκυθοκέφαλος, μικρός σαν μαριονέτα που κρέμεται από αόρατες κλωστές, χοροπηδάει σαν φριχτός σκελετός, μπροστά στα μάτια του ζαλισμένου Τρύφωνα. Χαμογελάει με το κολοκυθοχαμόγελο του, και συστρέφοντας όλο του το σώμα, τινάζει πάνω-κάτω τα χέρια και τα πόδια του, σ’ έναν τρομακτικό χορό…

Ο άνεμος σφυρίζει μελωδίες από τα άγρια βουνά, έξω από ‘δώ, και η πολύχρωμη αυλαία ενός ολόκληρου νυχτερινού τσίρκου, έχει ανοίξει, για να αποκαλύψει τα πιο αλλόκοτα πλάσματα. Τα ξωτικά σκαρφαλώνουν με μικρές νευρικές κινήσεις πάνω στους τοίχους του σπιτιού, και στέκουν ακίνητα στο παράθυρο, με μάτια σαν γυάλινες χάντρες που αντιφεγγίζουν το φεγγαρόφωτο.

Και, να! Εκεί… Ένα γκριζόλευκο φάντασμα ουρλιάζει, σαν να τραγουδά κάποιον κακό οιωνό, κι ανοίγει τις φτερούγες του και φτερουγίζει αργά, πολύ αργά, για να χαθεί για λίγο πίσω απ’ τα φυλλώματα των δέντρων, και να ξαναφανεί ακίνητο, πάνω στα κεραμίδια του απέναντι σπιτιού, με μάτια σαν αστέρια, έτοιμο να ορμήξει ξανά στον άνεμο και να φτερουγίσει πάλι στο περβάζι….

Κι ο Τρύφωνας ακίνητος, με γουρλωμένα μάτια, κοιτά τις εικόνες να ξετυλίγονται μέσα στο σκοτάδι του δωματίου, κι ακούει τα τραγούδια τους, κι η παιδιάστικη καρδιά του χορεύει με τον χορό τους.

Όμως, εσείς νυχτερινοί μου φίλοι της Μνήμης και της Ελπίδας, βουτήξτε έξω από τα παράθυρα του προσώπου του Τρύφωνα, κι αφήστε με να σβήσω για λίγο την φωτιά αυτών των μικρών και τρομακτικών θαυμάτων… Κοιτάξτε, να! Οι μικροί φτερωτοί δαίμονες δεν είναι παρά δυο-τρεις μύγες, μαγνητισμένες από την απλυσιά του Τρύφωνα. Το μικροσκοπικό μαύρο άλογο που καλπάζει στα σανίδια, είναι ένα μικρό μαύρο ποντικάκι, που ψάχνει για ψίχουλα. Ο Κολοκυθοκέφαλος που χορεύει το δαιμονικό χορό του, δεν είναι παρά μια μεγάλη αράχνη, που κρέμεται απ’ τον αόρατο ιστό της μπροστά στο πρόσωπο του Τρύφωνα, και παίζει παιχνίδια με το φεγγαρόφωτο. Τα ξωτικά που σκαρφαλώνουν τους τοίχους, δυο-τρεις σαύρες που κάνουν την νυχτερινή τους βόλτα. Το γκριζόλευκο φάντασμα, είναι μια μεγάλη κουκουβάγια. Και η πολύχρωμη αυλαία του τσίρκου αυτού, δεν είναι παρά η κουρτίνα του παραθύρου, που ανεμίζει στο δροσερό αέρα της νύχτας…

Τί σημασία όμως έχει; Ποιός είναι αυτός που μπορεί να κρίνει, έτσι απλά, τι είναι ψέμα και τι αλήθεια; (Θα πρέπει να ‘ναι ένας σκληρός και δυστυχισμένος δικαστής) Ή μήπως δεν ξέρετε ότι πολύ συχνά το θαύμα για κάποιον, δεν είναι παρά μια πλάνη για κάποιον άλλον; Ή μήπως δεν έχετε ποτέ περάσει για φάντασμα, μια παράξενη και τρομακτική κουκουβάγια που έχει φτερουγίσει μέχρι την αντικρινή σκεπή, μέσα στη νύχτα, όταν είστε μόνοι σας σ’ ένα μπαλκόνι, και κάθεται εκεί και σας παρακολουθεί και τραγουδά το δυσοίωνο τραγούδι της;

Ο Τρύφωνας είναι μόνος του. Στο σκοτεινό δωμάτιό του. Και πρέπει ν’ αποκαλύψω αυτό το μικρό μυστικό: η Μοναξιά είναι ο φόρος που βάζει η Φύση στα Θαύματα…

Κι αν κάποιος δεν μπορεί να διακρίνει το ξωτικό πίσω από μια σαύρα, ή τον Κολοκυθοκέφαλο να χορεύει στον ιστό της αράχνης, τότε αυτό σημαίνει πως αυτός ο κάποιος δεν είναι αρκετά μόνος… Όμως, ποιος ξέρει τι παράξενο φόρο να πληρώνουν οι Φεγγαροπαρμένοι, και ποιος να είναι αυτός που έρχεται για να τον εισπράξει;…

Ω, είναι μια σκιά, πιο σκιά κι απ’ τις σκιές, που καβαλάει τον άνεμο που έρχεται από «έξω από ‘δώ» και ταξιδεύει στο σκοτάδι. Βλέπει την λάμψη στο παράθυρο του Τρύφωνα, και βουτάει στο μικρό κρυφό δωμάτιο του. Ο Τρύφωνας κουκουλώνεται με τα σεντόνια, αλλά δεν μπορεί να της κρυφτεί. Άγνωστα συναισθήματα τον κατακλύζουν, νοσταλγία για κάτι που ποτέ δεν γνώρισε, θλίψη για κάτι χαρούμενο, φόβος για κάτι που μοιάζει φιλικό, όνειρα μιας καθημερινότητας που δεν έζησε, οικειότητα με κάτι τελείως άγνωστο… Η σκιά τον αγκαλιάζει και τον παρασέρνει μέσα στον αόρατο κόσμο, που πολλοί επιθύμησαν αλλά λίγοι του ξέφυγαν, και τον αφήνει εκεί μόνο του. Ολομόναχο μαζί με τα θαύματα…

Και λίγο πριν η αυγή φανεί, τον εκσφενδονίζει πάλι εδώ πίσω, σαν ναυαγό που τον ξεβράζει το κύμα σ’ ένα αφιλόξενο νησί. Και η σκιά, λίγο πριν χαθεί στ’ απομεινάρια της νύχτας, αγκαλιάζει τον Τρύφωνα και του ψιθυρίζει στ’ αυτί: «Ό,τι και να γίνει, θα ξανάρθω το βράδυ!»

ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ, Ο ΜΠΑΜΠΟΥΛΑΣ ΚΙ Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Λένε πως τα παράθυρα είναι τα μάτια του σπιτιού…

Κι ο Τρύφωνας πολλές φορές έβλεπε τα σπίτια σαν τεράστια ακίνητα ζώα, πολύ τεμπέλικα για να αφήσουν τον τόπο τους και να ταξιδέψουν σε μακρινά μέρη, μόνο τους άρεσε να κάθονται όλα μαζί, σαν κοπάδι ελεφάντων, κάτω απ’ τον ήλιο και το φεγγάρι, φορώντας τα τριγωνικά κεραμιδένια καπελάκια τους, ακίνητα σε μιά αιωνιότητα πέτρινου ύπνου.

Οι άνθρωποι ζούσαν μέσα στα στομάχια αυτών των ακίνητων κοπαδιών, κι όταν πολλές φορές ένιωθαν την ίδια μοναξιά με τους ξενιστές τους, σερνόντουσαν μέχρι τα μεγάλα μάτια τους, τα παράθυρα, για να κοιτάξουν έξω, έξω από ‘δώ, προς τα βουνά, τη θάλασσα, και τα άστρα στον ουρανό, που είναι φωτεινά ψάρια που κολυμπούν αργά στο μαύρο ωκεανό που κρέμεται από πάνω μας…

Και είναι αλήθεια πως τα σπίτια ονειρεύονται.

Ονειρεύονται καιρούς περασμένους και ξεχασμένους, και ποιος ξέρει πόσα άλλα θαυμαστά πράγματα… Κι οι άνθρωποι, καμιά φορά, όταν κάθονται μόνοι τους μέσα στα σκοτεινά δωμάτια στα σωθικά των σπιτιών, ονειρεύονται κι αυτοί τα όνειρα των σπιτιών, και ποιος ξέρει πόσα άλλα θαυμαστά πράγματα.

Κι αν τα παράθυρα, μακρινοί μου φίλοι, είναι τα μάτια των σπιτιών, τότε, ω, τότε ακολουθήστε με, αφήστε τα φτερά της μεγάλης κουκουβάγιας που φτερουγίζουν τώρα έξω από ‘δώ, και καβαλήστε μαζί μου τον άνεμο, κι ας πετάξουμε πάλι μέχρι εκείνο το μάτι, που στο περβάζι του είναι σκαρφαλωμένος ο φεγγαροπαρμένος, κι ας του χαϊδέψουμε με τον άνεμό μας τα λιγοστά του μαλλιά. Κάθεται εκεί, τον βλέπετε; Πάνω στο ετοιμόρροπο περβάζι του ματιού, και αγναντεύει πέρα μακριά, ποιος ξέρει πού, μέσα στην νύχτα. Κι αφού τα μάτια είναι τα παράθυρα της ψυχής, ας κοιτάξουμε κρυφά μέσα απ’ τα παράθυρά του, για μια φορά ακόμη, με την δροσιά του νυχτερινού ανέμου…

Λένε πως ένα ερειπωμένο και εγκατελειμένο χωριό, γεμάτο από νεκρά και σκελετωμένα σπίτια, ένα χωριό φάντασμα, όπως θα έλεγαν κάποιοι άλλοι, είναι σαν ένα νεκροταφείο. Ίσως σαν ένα νεκροταφείο ελεφάντων. Λένε πως οι αναμνήσεις είναι ταφόπλακες μέσα στο κεφάλι μας, μέσα στο αχανές νεκροταφείο της μνήμης, και πως τα φαντάσματα του τριγυρνούν στις σκοτεινές στοές του νου μας, και μας στοιχειώνουν με τους ψιθύρους τους.

Αυτά τα λένε οι ποιητές, και τι περιμένετε από μένα πέρα από το να είμαι ένας μικρός χάρτινος ποιητής, όπως άλλωστε είναι όλες οι μαγικές ιστοριούλες;…

Κι εσείς, σύντροφοί μου της Μνήμης και της Ελπίδας, ίσως να κρύβετε έναν ποιητή μέσα σας, για να είστε τόση ώρα μαζί μου. Όμως, ποιος στ’ αλήθεια να γνωρίζει τι κρύβουν μέσα τους οι Ονειρευτές; Ταξιδιώτες είμαστε, που παρακολουθούμε ιστορίες, και διηγούμαστε ιστορίες, και τίποτε παραπάνω. Κι αν είμαι μια ιστορία, που διηγείται σ’ αυτές τις σελίδες τον εαυτό της, πώς είσαστε τόσο σίγουροι ότι δεν την διηγείστε εσείς σε μένα;

Ά, πόσες κρυφές ιστορίες μπορεί να κρύβει μία και μόνο μία ιστορία. Κι όμως η ίδια ξέρει μόνο μία: τον εαυτό της. Και, όπως κάθε πλάσμα του Θεού, κρύβει, χωρίς το ίδιο να το γνωρίζει, αμέτρητα καθρεφτίσματα του εαυτού του, που μπορεί να τα γνωρίζουν μόνο οι άλλοι… Όμως, ας μη χαθούμε στα μυστήρια της ύπαρξης. Το μυστήριο της ιστορίας μου είναι μικρό, απλό και παιδικό, όπως άλλωστε είναι το μυστήριο όλων των θαυμάτων.

Και τώρα, είμαστε μια σκιά που καβαλάει τον άνεμο της νύχτας, πιο σκιά κι απ’ τις σκιές, κι ελάτε ν’ αγκαλιάσουμε τον Τρύφωνα και να βουτήξουμε μέσα από τα παράθυρά του, προς το νεκροταφείο της μνήμης. Μην φοβάστε. Σας κρατώ από το χέρι και σας οδηγώ.

Κοιτάξτε γύρω σας. Ο άνεμος σφυρίζει το τραγούδι του μέσα από τα σκοτεινά δέντρα, που δεν αποκαλύπτουν το φύλλωμά τους στο φεγγαρόφωτο, όμως το φως του φεγγαριού φανερώνει γύρω μας ένα μικρό δάσος από ταφόπλακες. Δεν είμαστε μόνοι μας εδώ, υπάρχουν εκατοντάδες άνθρωποι γύρω μας, ξαπλωμένοι κάτω από το έδαφος, μέσα στα τούνελ που κρύβουν οι μαρμάρινες καταπακτές των τάφων. Εδώ κατοικούν οι νεκροί!

Μέσα στο μικρό, φεγγαροφωτισμένο νεκροταφείο της νύχτας, οι μαρμάρινες επιγραφές διηγούνται την ιστορία των ενοίκων τους. Είναι η πιο μικρή ιστορία που ειπώθηκε ποτέ. Τα παιδιά -τι παράξενο- ακούνε μεγάλα παραμύθια την νύχτα στο κρεβάτι, που ριζώνουν βαθιά μέσα τους και τους διηγούνται μια μαγική ζωή που δεν έζησαν ακόμη. Κι όταν η ζωή αυτή τους προδώσει, και τους παγιδέψει δύο μέτρα κάτω από το χώμα, μια πέτρα από πάνω τους διηγείται το πιο μικρό παραμύθι, καθόλου μαγικό, γιατί είναι για όλους το ίδιο. «Τον λέγανε έτσι, γεννήθηκε τότε, πέθανε τότε, δεν ξέρουμε τίποτε γι’ αυτόν…»

Κοιτάξτε γύρω σας τις διηγήσεις των νεκρών, και δείτε πώς ο ύπνος του θανάτου προδίδει όλες τις ιστορίες που ειπώθηκαν ποτέ. Κι όμως… Τί είναι μια ιστορία, έστω μικρή σαν κι εμένα, αν όχι ένας κηρυγμένος πόλεμος ενάντια στο θάνατο;

Ακούστε! Όχι, όχι τον άνεμο. Ούτε τα νυχτοπούλια. Ούτε το μακάβριο τρίξιμο των κλαδιών. Ακούστε πίσω απ’ όλα αυτά… Τ’ ακούτε; Βήματα… Μη φοβάστε. Δεν είναι οι νεκροί που περπατούν θλιμμένοι τις νύχτες πάνω στις πέτρινες σκεπές τους. Όχι. Κοιτάξτε εκεί, πίσω από τα γκρεμισμένα κάγκελα, δίπλα από εκείνον το μεγάλο σταυρό… Δυο σκιές πλησιάζουν με αργά βήματα… Δυο μαύρες σιλουέτες μέσα στη νύχτα του νεκροταφείου μας (που είναι ταυτόχρονα και το νεκροταφείο της μνήμης του Τρύφωνα), δυο σκιές που σε λίγο το φεγγαρόφωτο θα αποκαλύψει τα πρόσωπά τους. Όμως, θα αποκαλύψει κι εμάς στα φοβισμένα τους μάτια. Ελάτε γρήγορα να κρυφτούμε, δεν πρέπει να μας δουν, η παρουσία μας σ’ αυτήν την ιστορία -σας το θυμίζω ξανά- είναι μυστική, παράνομη, κι αν δεν ήμασταν τόσο ριψοκίνδυνοι θα ‘πρεπε να ‘ναι και σιωπηλή…

Όμως, γρήγορα, ακολουθήστε με όσο πιο αθόρυβα μπορείτε, νυχτερινοί μου φίλοι. Γρήγορα! Πίσω απ’ αυτήν την μεγάλη χορταριασμένη ταφόπλακα. Κρυφτείτε…

Οι δυο φιγούρες, σαν καρικατούρες ενός θεάτρου σκιών, περπατούν με γόνατα που τρέμουν. Και το φεγγάρι ξεπροβάλλει πίσω από το μικρό σύννεφο που το είχε κρύψει για λίγο, για να κοιτάξει κάτω στο γκρίζο νεκροταφείο, να κοιτάξει τις δυο σκιές, ρίχνοντας το ημίφως του στα πρόσωπα των δύο εισβολέων… Κοιτάξτε… Είναι ο Τρύφωνας μαζί με κάποιον άλλον…

Αυτός ο κάποιος άλλος, λέγεται Έκτορας -πολύ ηρωικό όνομα για τον φοβητσιάρη ιδιοκτήτη του- και θα μπορούσα να πω ότι είναι φίλος του Τρύφωνα. Όμως ο Τρύφωνας δεν έχει φίλους, ποτέ δεν είχε φίλους. Στην αρχή ήταν αναγκασμένος να μην έχει. Έπειτα το συνήθισε και δεν ήθελε να έχει. Άλλωστε όλοι τον κορόιδευαν ή τον φοβόντουσαν. Ήταν ένα αστείο παιχνίδι της μοίρας, που είχε ενώσει για λίγο καιρό τις ζωές των δύο νεαρών. (Γιατί ο Τρύφωνας που βλέπετε τώρα μπροστά σας, είναι νεαρός. Πίσω στο νεκροταφείο της μνήμης, όλοι είναι πιο νέοι…)

Ο Έκτορας, ήταν ένας χοντρούλης κοκκινοπρόσωπος, πάντα ιδρωμένος και λερωμένος, και τους χειμώνες μ’ ένα τρύπιο κόκκινο σκουφί, αφελής μέσα στην κουτοπονηριά του. Αλλά δεν ήταν για όλα αυτά που τον πείραζαν όλα τα άλλα παιδιά. Ήταν γιατί ήταν λίγο τσιβδός, και είχε αστεία φωνή, σχεδόν κοριτσίστικη, κι έλεγε το σίγμα με θήτα, και το ρω με γάμα. Δεν ξέρω πώς το νιώθει το χαμόγελό σας, αλλά μη γελάσετε: ο καημένος ο Έκτορας δεν μπορούσε να πει «σιδηρόδρομος» αλλά έλεγε: «θιδηγόδγομοθ»! Έτσι λοιπόν, ήταν φυσικό πού οι δύο «εξόριστοι» του χωριού, βρέθηκαν να κάνουν λίγο παρέα. Ο ένας εξ αιτίας του φεγγαριού, κι ο άλλος εξ αιτίας της γραμματικής… Ο Τρύφωνας ήταν ο μόνος που δεν έδινε σημασία στην γραμματική του Έκτορα, κι ο Έκτωρ του το πλήρωνε με την ανοχή του…

Νάτοι που στέκονται διστακτικά, εκεί στο ξέφωτο των τάφων, πιασμένοι χέρι – χέρι.

«Νυχτερίδας κοκαλάκι
του λαγού το ποδαράκι
βοηθήστε με κι εμένα
που πηγαίνω για τα ξένα…»

«Αχ, Τγύφων, θταμάτα τα κθόρκια και τα ποιηματάκια, γιατί με φοβίδειθ και δεν μ’ αγέθει καθόλου εδώ πέρα. Πάω θτοίχημα ότι εδώ είναι γεμάτο βγυκόλακεθ. Ναι, βγυκόλακεθ… Αχ, θυμφογά που με βγήκε… Τί ήθελα εγώ ο καημένοθ ν’ αφήθω το κγεβατάκι μου, για να έγθω εδώ να με καταθπαγάκθουν οι βγυκόλακεθ; Πάμε να φύγουμε Τγύφωνα… Έλα τώγα. Πάμε θου λέω!!]

«Του λαγού το ποδαράκι
νυχτερίδας κοκαλάκι
να μου φέρετε καλό
να το ρίξω στο γιαλό…»

Εκείνη την στιγμή, ένα μουγκρητό ακούστηκε από πίσω τους, και αντήχησε σ’ όλο το λόφο του νεκροταφείου. Τα νυχτοπούλια φτερούγισαν τρομαγμένα, και οι δυο σιλουέτες χοροπήδησαν από την τρομάρα τους. Έπειτα, το μουγκρητό άλλαξε ξαφνικά σε βραχνά κακόφωνα γέλια. Ο Έκτορας ψιθύρισε: «Ήγθε ο Μπαμπούλαθ!…» Τα άσχημα γέλια τους πλησίαζαν όλο και πιο πολύ, και ξεχωρίζουμε μια μεγαλόσωμη φιγούρα ν’ ανακατεύεται άτσαλα με τις σκιές των σταυρών και των δέντρων.

Ο Τρύφωνας φωνάζει με προσποιητό κουράγιο:
«Μπαμπούλα εδώ είμαστε,
δεν σε φοβόμαστε!…»

Ο Έκτορας τον πιάνει απότομα από το μπράτσο:
«Αχ, Τγύφωνα, μη του λεθ τέτοια, θα θυμώθει και θα μαθ αγχίθει πάλι θτιθ θφαλιάγεθ! Και ποιόθ μαθ θώδει!…»

Η άτσαλη σκιά, σκοντάφτοντας λίγο σε μια σπασμένη ταφόπλακα, φωνάζει: «Μη μου το παίζετε εμένα γενναίοι, γιατί το βλέπω ότι έχετε κατουρηθεί επάνω σας. Ή μήπως θέλετε να σας αρχίσω πάλι στις σφαλιάρες; Πιάστε τα φτυάρια και σκάβετε… Εμπρός! Γρήγορα!»

Μακρινοί μου φίλοι, μην απορείτε. Η άτσαλη μεγαλόσωμη σκιά με την άσχημη φωνή, είναι ένας μοχθηρός αλήτης της περιοχής, που οι χωρικοί τον φωνάζουν «Μπαμπούλα» για την ασχήμια του και τους κακούς του τρόπους. Και για τις καθόλου λίγες φορές που έδειρε ανθρώπους για τις πιο ασήμαντες αιτίες. Ισοδυναμούσε με σπασμένα πλευρά, το να στραβοκοιτάξεις τον Μπαμπούλα.

Οι φήμες έλεγαν ότι η μάνα του τον είχε γεννήσει μέσα σε μια γούρνα με γουρούνια, και ότι ο πατέρας του τον είχε μάθει να κλέβει ακόμη και ζητιάνους, από μικρό παιδί!…

Ο Μπαμπούλας βασάνιζε συχνά τον Τρύφωνα και τον Έκτορα, και τους ανάγκαζε να κάνουν πράγματα για λογαριασμό του. Τον φοβόντουσαν πάρα πολύ για να του αρνηθούν οτιδήποτε. Ο Τρύφωνας συνήθως κατάφερνε και τον απέφευγε, ο Έκτορας όμως ήταν τυραννισμένος πολύ από τον Μπαμπούλα, που τον εκμεταλλευόταν με τους χειρότερους τρόπους…

Φίλοι μου, ο άνεμος που μας οδήγησε εδώ, στους τόπους της μνήμης του Φεγγαροπαρμένου, έξω από ‘δώ, μας παρέσυρε πίσω στην εποχή των μεγάλων πολέμων. Σε μια εποχή μεγάλης πείνας και φτώχειας, όπου ο Τρύφωνας έτρωγε βελανίδια και ντομάτες με ξύδι, και τα παπούτσια του ήταν γεμάτα με τόσες τρύπες που ήταν σαν να μην τα φορούσε καθόλου. Το φεγγάρι όμως ήταν το ίδιο. Οι γάτες δεν νιαούριζαν στα κεραμίδια, και τα καναρίνια δεν κελαηδούσαν στα κλουβάκια τους. Καταλαβαίνετε, η πείνα ήταν πολύ μεγάλη…

Λοιπόν, ήταν ο Μπαμπούλας που είχε εκείνη την αηδιαστική ιδέα, βγαλμένη από το μοχθηρό μυαλό του, «που τα σκουλήκια θα αηδιάσουν να το φάνε όταν πεθάνει». Αυτός -και όχι μόνο- θα έκανε τα πάντα για λίγο φαγητό ή για λίγα λεφτά. Οι νεκροί θάβονταν στις χωμάτινες κατοικίες τους, μαζί με τα ρούχα τους. Με τα σακάκια τους και τα φορέματά τους, τις κάλτσες τους και τα παπούτσια τους. Όμως δεν τα χρειαζόντουσαν πια, εκεί που πήγαιναν. Έσκαβε λοιπόν, τις νύχτες κάθε τόσο (γιατί πολλοί πέθαιναν, συνέχεια, από πείνα ή από αρρώστια), ξέθαβε τους παγωμένους ενοίκους των μικρών τάφων, και τους έγδυνε. Έπειτα πουλούσε τα ρούχα τους, κάτω στην πόλη, για να βγάλει το πιο μακάβριο μεροκάματο.

Αυτός πουλούσε, ο Τρύφων και ο Έκτωρ έσκαβαν, έπειτα τους έδινε μερικά κέρματα ή λίγο κρέας ή λίγο λάδι.

Ο Μπαμπούλας, απεσταλμένος ποιος ξέρει ποιών δαιμόνων, έφτιαχνε μικρούς νυχτερινούς εφιάλτες, κι έβαζε μέσα τους τις δυο αγαθές μαριονέτες του. Εφιάλτες γεμάτοι από νεκρά παγωμένα κορμιά, ξεριζωμένα μέσα από τις τρύπες τους, με ανοικτά στόματα και μαύρες γλώσσες, γυμνά, μελανιασμένα κορμιά, που σαν κούτσουρα με μαλλιά και χέρια και πόδια, ήταν κάποτε αγαπημένοι κάποιων ανθρώπων, και τα κεφάλια τους ήταν γεμάτα εικόνες, μνήμες, και ελπίδες…

Κάτω στην πόλη, όλοι φορούσαν ανυποψίαστοι τα ρούχα του Μπαμπούλα…

Κι ο Τρύφωνας έκλαιγε τα ξημερώματα, κρυμμένος στην κουφάλα του γέρικου πλάτανου, και έβλεπε τα κενά μάτια των γυμνών πεθαμένων να καθρεφτίζονται στο νερό και στο γυαλί, του ποταμού και του καθρέφτη. Κι έπειτα από τον πόλεμο, ήρθε η κατοχή των ξένων στρατευμάτων, κι έπειτα κι άλλος πόλεμος, κι άλλη φτώχεια, κι άλλοι θάνατοι, κι άλλες τρύπες, κι άλλα γυμνά ξύλινα κορμιά… Κι ο Έκτορας κατουριόταν επάνω του, από το φόβο των φαντασμάτων που θα γυρίσουν για να πάρουν πίσω τα ρούχα τους, τα κλεμμένα τους ρούχα, κι έτρεμε για την ανείπωτη φρίκη της τιμωρίας που θα ερχόταν από τον Θεό…

Στρέψτε το βλέμμα σας μακριά! Μακριά απ’ την μακάβρια και ιερόσυλη σκηνή που ξετυλίγεται μπροστά μας. Μην κοιτάτε την τρύπα στο χώμα, ούτε τις τρεις σκιές που σκύβουν από πάνω της. Μην αφήσετε το μάτι σας να δει τους βλάσφημους καρπούς τους, ούτε τους απαίσιους τρόπους με τους οποίους κάνουν την συγκομιδή…

Δεν είναι εύκολο να γδύσεις έναν νεκρό. Η νεκρική ακαμψία απαγορεύει στα μέλη να λυγίσουν, και στο κορμί να διπλώσει ή να συστραφεί. Ο Μπαμπούλας τραβούσε και έβγαζε τα χέρια των πεθαμένων, σαν να ξερίζωνε τα χέρια μιας κούκλας. Τα χέρια έσπαζαν, σαν ξερά κλαδιά δέντρων χτυπημένων από τον κεραυνό. Ο Έκτορας έκλεινε τα μάτια του και κλαψούριζε σαν κότα, και ο Τρύφωνας κοιτούσε ψηλά τ’ αστέρια που λαμπύριζαν σαν τα μάτια των ψυχών στον ουρανό. Ώσπου να έρθει η στιγμή να ξαναθάψουν τα σπασμένα μαύρα κορμιά.

Πετάξτε! Πετάξτε να φύγουμε από τις εφιαλτικές μνήμες του Τρύφωνα, που τον στοιχειώνουν τις νύχτες μέσα στους λαβύρινθους του κεφαλιού του. Μακριά.

Κι αν θέλετε να μάθετε πώς τέλειωσαν οι τυμβωρυχικές περιπέτειες του Τρύφωνα, του Έκτορα και του Μπαμπούλα, δεν έχω πολλά να σας πω, πέρα από αυτά τα λίγα:

Μια μέρα πέθανε ένας πλούσιος άντρας του χωριού, ένας από τους προύχοντες. Φυσικά δεν ήταν πια πλούσιος -σ’ εκείνες τις εποχές πολέμου και φτώχειας- όμως είχε ακόμη τα πλούσια ρούχα του… Έτσι λοιπόν, τον έθαψαν πολύ καλοντυμένο. Ο Μπαμπούλας έτριβε τα χέρια του, καθώς σκεφτόταν πόσα λεφτά θα έβγαζε στην πόλη, από το κασμίρινο σακάκι με τα κοκάλινα κουμπιά και τα ασημένια μανικετόκουμπα, τα καλογυαλισμένα αγγλικά παπούτσια και τις ολόμαλλες κάλτσες. Φανταζόταν πως μέχρι και το βρακί του νεκρού θα έπρεπε να είναι μεταξωτό.

Ο μακαρίτης ήταν ένας θεόρατος άνθρωπος, σχεδόν δύο μέτρα, κάποτε πολύ χοντρός, τώρα πια αρκετά χοντρός, με πολύ επιβλητική φωνή και αυστηρούς τρόπους. Το βράδυ που πήγαν, ο Μπαμπούλας με τις δύο μαριονέτες του, για να σκάψουν στον μεγάλο του τάφο, ήταν συννεφιασμένο και το φεγγάρι κρυβόταν πίσω από τα σύννεφα, μην θέλοντας να αντικρίσει τα πρόσωπα των ιερόσυλων.

Δυσκολεύτηκαν πολύ για να τον ξετρυπώσουν από την βαθιά του κρυψώνα, κι όταν τα κατάφεραν, άρχισε να βρέχει, και το νεκροταφείο του λόφου γέμισε λάσπες. Τον σήκωσαν όρθιο, και τον στήριξαν σ’ έναν τοίχο. Ο Τρύφωνας κι ο Έκτορας τον κρατούσαν όρθιο, κλαψουρίζοντας, και ο Μπαμπούλας τίναζε και ξανατίναζε τα χέρια του νεκρού, για να του τα ξεκολλήσει…

Όμως, όσο καλά κι αν εφάρμοζε την τέχνη του, τα χοντρά κόκαλα δεν έσπαζαν, κι η παχιά του σάρκα δεν ξεριζωνόταν. Τα χέρια ξαναγύριζαν στην άκαμπτη θέση τους, διπλωμένα πάνω στο στήθος. Τότε διέταξε τον Τρύφωνα και τον Έκτορα να προσπαθήσουν να κρατήσουν τα χέρια του ανοικτά, για να δοκιμάσει να του βγάλει το σακάκι και το πουκάμισο. Όμως έτσι όπως ήτανε βαρύς, πήγε να πέσει πάλι μέσα στις λάσπες, κι ο Τρύφωνας τινάχτηκε για να τον συγκρατήσει, αφήνοντας το τεντωμένο χέρι. Από κάποιο πολύ μακάβριο παιχνίδι της μοίρας, οι μύες του χεριού δεν είχαν σπάσει από τα τραβήγματα του Μπαμπούλα, κι είχαν ακόμη μια τελευταία ελαστικότητα. Έτσι, όταν το χέρι αφέθηκε ελεύθερο, ξαναγύρισε με δύναμη στην νεκρική του θέση, δίνοντας ένα βαρύ χαστούκι στο πρόσωπο του Έκτορα, που προσπαθούσε να ξεκουμπώσει το πουκάμισο, ενώ ο Μπαμπούλας είχε για λίγο σκύψει για το παντελόνι…

Κεραυνοβολημένος από το νεκρικό χαστούκι, ο Έκτορας ούρλιαξε από τρομάρα και λιποθύμησε. Ο παγωμένος νεκρός έπεσε με θόρυβο στις λάσπες, ο Τρύφωνας έκλαιγε και ο Μπαμπούλας έβριζε και φώναζε πώς έτσι που είχαν λασπωθεί τα ρούχα, δεν θα κατάφερνε να τα πουλήσει ακριβά, και οι δυο χαζούληδες δεν θα έπαιρναν απ’ αυτόν ούτε δεκάρα…

Το ίδιο βράδυ, ο Έκτορας, ξαπλωμένος στο μικρό κρεββάτι του, είχε χάσει την μιλιά του από το φόβο του, και είχε κιτρινίσει σαν πανσέληνος. Ένας πεθαμένος τον είχε χαστουκίσει για τις αμαρτίες του, και οι εφιάλτες του είχαν ζωντανέψει και τον περικύκλωναν. Ο καημένος ο Έκτορας ήταν πια μουγκός και είχε κιτρινίσει σαν λεμόνι, γιατί είχε πάθει ίκτερο. Αρρώστια παράξενη, του τρομακτικού ξαφνιάσματος, που σ’ εκείνες τις δύσκολες εποχές κανείς δεν μπορούσε να θεραπεύσει. Ο Έκτορας πέθανε σε μια εβδομάδα, από το χαστούκι εκείνης της νύχτας…

Ο Μπαμπούλας, έβγαλε πολλά λεφτά πουλώντας εκείνα τα ρούχα σ’ έναν αξιωματικό του εχθρού, και κατάφερε να δραπετεύσει από την χώρα μ’ ένα καΐκι. Λένε ότι ένα-δυο μήνες αργότερα, τον μαχαίρωσε ένας Τούρκος σ’ ένα χαρτοπαίγνιο.

Ο Τρύφωνας ήταν μόνος πάλι, χωρίς την συντροφιά της αστείας γραμματικής του φοβητσιάρη Έκτορα, αλλά και ελεύθερος από την τυραννία του Μπαμπούλα. Δεν ήταν όμως λίγες οι φορές, που ξανάβλεπε φευγαλέα τα πρόσωπα τους μέσα στον καθρέφτη του διαδρόμου τις νύχτες. Ο Τρύφωνας -όπως κάθε Φεγγαροπαρμένος- φοβόταν πολύ τον καθρέφτη την νύχτα. Συχνά έβλεπε στο γυαλί του εκείνη την παλιά αγαπημένη, τον Κολοκυθοκέφαλο ασώματο να χαμογελά, τον Έκτορα κατακίτρινο, ή τον Μπαμπούλα με τα σάπια του δόντια.

Την μέρα, συχνά στηνόταν μπροστά στον παλιό καθρέφτη (που εγώ κι εσείς, φίλοι μου, γνωρίζουμε καλά πως είναι ένα παράθυρο που βλέπει στην άλλη όχθη) και έκανε γκριμάτσες, ή επαναλάμβανε τις κινήσεις και τις ομιλίες της χθεσινής ημέρας για να δει πώς φαινόταν στους άλλους…

Τις νύχτες όμως, φοβόταν να δρασκελίσει εκείνον το διάδρομο, γιατί έπρεπε να περάσει μπροστά από το μεγάλο καθρέφτη, και ποιος ξέρει ποιος να τον περίμενε καιροφυλακτώντας στο γυαλί του, για να τον αρπάξει… Δεν ήταν λίγες οι φορές, που όταν ήθελε να περάσει τη νύχτα από ‘κει, σερνόταν σαν σκουλήκι στο δάπεδο, και ξέφευγε έτσι, για να μην αντικρίσει τον καθρέφτη. Ή μάλλον για να μην τον αντικρίσει ο καθρέφτης…

Και το φεγγάρι, φίλοι μου μακρινοί, που καθρεφτίζεται κι αυτό στο νερό των πηγαδιών, ή μέσα στο ποτήρι σας, ήταν πάντοτε το ίδιο, χωρίς ο χρόνος ν’ αφήνει τα σημάδια του πάνω στο φωτεινό του δίσκο, και χαμογελούσε πάντα με το ίδιο αόρατο χαμόγελο, που οι παλιοί πίστευαν πως ήταν από τυρί.

Χαμογελούσε και τότε, που η κυρία Μαρία, η χήρα του πλούσιου προύχοντα με τα γερά κόκαλα, είδε έντρομη κάτω στην πόλη, κάποιον άγνωστο να φορά τα καλογυαλισμένα αγγλικά παπούτσια του νεκρού συζύγου της -με τα χοντρά κορδόνια που είχε πλέξει αυτή η ίδια- και λιποθύμησε πριν κοιτάξει το πρόσωπο του διαβάτη, που νόμισε πως ήταν ο πεθαμένος που ‘χε ζωντανέψει και τριγύρναγε στην πόλη.

ΚΑΙΓΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ

Κάπου, σε κάποιο παράθυρο της Μνήμης και της Ελπίδας (ποια να ‘ναι άραγε η παράξενη ελπίδα των Φεγγαροπαρμένων;), κάθεται ο κοκαλιάρης Τρύφωνας, μυρίζοντας με τη μυτερή του μύτη τον άνεμο της νύχτας. Κάθεται ριψοκίνδυνα, πάνω στο χαλασμένο περβάζι του παραθύρου εκείνου, και αγναντεύσει πέρα, στο δάσος, όπου σε κάποιο ξέφωτο του καίει μια μεγάλη φωτιά.

«Νάτοι που καίνε τον Ιούδα
κάτω απ’ του φεγγαριού τη φλούδα
να που γελάει ο καημένος
και δεν νοιάζεται που ‘ναι καμένος…»

Γουρλώνει τα μάτια του ο Φεγγαροπαρμένος, και στέλνει το βλέμμα του πέρα στο δάσος, εκεί που καίνε τον Ιούδα. Κι η φωτιά του φαίνεται από μακριά, πολύ μακριά, έξω από ‘δώ… Και ποιος να γνωρίζει την παράξενη, και πολλές φορές άδικη μοίρα των Φεγγαροπαρμένων;

Πόσοι από σας, άγνωστοι μου φίλοι, θυμάστε εκείνο το παλιό αλλόκοτο έθιμο του καψίματος του Ιούδα; Μια φορά το χρόνο, οι χωριάτες μαζεύονται για να γλεντήσουν σε κάποιο ερημικό μέρος, με κρασί και ψημένα κρέατα. Εκεί φτιάχνουν μια κρεμάλα, και κρεμάνε ένα μεγάλο σκιάχτρο, που είναι ο Ιούδας που πρόδωσε λένε, τον Χριστό, και του βάζουν φωτιά και χορεύουν γύρω-γύρω όλοι….

«Γύρω-γύρω όλοι, στην μέση ο Μανώλης,
μ’ έκαψες, αχ, που να καείς
κι από την γλώσσα σου να κρεμαστείς
χέρια-πόδια στην αυλή
κι όλοι κάθονται στην γη…»

Ο Τρύφωνας άκουγε το κοροϊδευτικό τους τραγουδάκι, στον άνεμο που παρασέρνει τα λόγια μακριά, και έτρεμε ολόκληρος. Ποτέ δεν πήγαινε σ’ αυτό το γλέντι, γιατί φοβόταν πολύ αυτό το σκιάχτρο. Την εικόνα του αχυράνθρωπου να καίγεται στην μέση του πλήθους. Μέσα από τις φλόγες, φαινόταν ένα πρόσωπο σαν του Κολοκυθοκέφαλου, να φλέγεται και να γελά, και να λιώνει, έτοιμο να τιναχτεί από την κρεμάλα και ν’ αρπάξει τον Τρύφωνα, και να καλπάσουν μαζί μέχρι την Κόλαση, για να χορέψουν ένα πύρινο βαλς.

Ο ακέφαλος καβαλάρης της νύχτας, παραμόνευε μέσα στο δάσος, εκεί που ο Τρύφωνας έβλεπε τις γλώσσες της φωτιάς να υψώνονται στο φεγγαροφωτισμένο ουρανό.

Κι εμείς, ταξιδευτές που ακούτε την ονειρική μου φωνή να σας καθοδηγεί, δεν είμαστε παρά μια σκιά του δρόμου, απέναντι από το παράθυρο του Τρύφωνα. Μια σκιά πιο σκιά κι απ’ τις σκιές, που καβαλάει τον άνεμο, και ορμάει πάνω στον Τρύφωνα να τον αρπάξει απ’ το περβάζι και να τον παρασύρει στους αόρατους κόσμους. Και πριν την αυγή -που σε λίγο θα φανεί- να τον ξαναφέρει πάλι εδώ πίσω, ανάμεσα σ’ αυτούς που καίνε τους Ιούδες.

Γιατί, πιστέψτε με, αυτό είναι οι Φεγγαροπαρμένοι μας: Ιούδες. Χαζούληδες προδότες που πρόδωσαν τον κόσμο και τους υπόλοιπους ανθρώπους, για τα φευγαλέα θαύματα κάποιου άλλου κόσμου, αόρατου για τα μάτια των απίστων. Έστω κι αν πολλοί απ’ αυτούς είναι μικροί άτσαλοι Μεσσίες, που κανένας δεν θα μάθει ποτέ τίποτε για τον ερχομό τους, θα καούν σαν Ιούδες στον μεγάλο αυλόγυρο του λαού, ντυμένοι με τα ρούχα του παλιάτσου, του τρελού του χωριού, του Μανώλη, που γύρω-γύρω όλοι, τον κλωτσούν και τον χτυπούν, που ‘ναι ψεύτης ο καημένος κι όλο θα βγαίνει χαμένος…

Και δεν είναι μέσα στις επιταγές ούτε της δικής μας μοίρας να διηγηθούμε την ιστορία του. Εμείς διηγούμαστε τις ιστορίες των αδελφών μας, φτιάχνοντας τα θρυλικά έπη των Ονειρευτών, και δεν έχουμε παρά να αφιερώσουμε μιά συμπαθητική ματιά στην ιστοριούλα του Τρύφωνα. Κι αφού, ούτε καν εμείς δεν γνωρίζουμε την παράξενη και άδικη μοίρα του Φεγγαροπαρμένου, τότε δεν την γνωρίζει κανείς. Και γιατί θα ‘πρεπε να την γνωρίζει;

Κανείς δεν ξέρει τίποτε για την θαυμαστή ιστοριούλα μιας τρελής γάτας, ή ενός φοβητσιάρη ποντικού που κρύβεται στις σκιές της τρυπούλας του στον τοίχο. Κανείς δεν ξέρει τις περιπέτειες μιας καρφίτσας. Κανείς δεν ξέρει τίποτε για τη μικρή αγωνία της καρδούλας ενός παιδιού, αν και όλοι κάποτε την έχουν ζήσει.

Γιατί κανείς δεν έχει αληθινή μνήμη.

Και γιατί κανείς δεν γνωρίζει την μαγική τέχνη της Ελπίδας.

Εγώ δεν είμαι παρά μια απλή ιστορία, από ‘κείνες που δεν διηγείται ποτέ κανείς, που μέσα στην μικρή μαγεία της σας παρέσυρε με τον άνεμο του καλέσματος της από τα ανοιχτά παράθυρα του σπιτιού σας. Κι αν τα μάτια είναι τα παράθυρα της ψυχής, τότε η ψυχή είναι το σπίτι, κι η φωτιά στο τζάκι είναι αναμμένη και φιλόξενη για τους ταξιδευτές. Άραγε, εσείς ταξιδέψατε μέσα σε μένα; Ή μήπως εγώ ταξίδεψα μέσα σ’ εσάς;

Είμαι βέβαιος ότι εσείς θα θυμάστε την θλιμμένη ιστοριούλα του Τρύφωνα, και θα ελπίζετε πως κάποτε ο κόσμος μας -αυτός ο σκληρός και δυστυχισμένος δικαστής- θα γίνει τόσο δίκαιος κι ευτυχισμένος, που θα μπορεί να διηγηθεί την ιστορία του Τρύφωνα και των αμέτρητων άγνωστων αδελφών του… Και σας ορκίζομαι ότι αυτή είναι μια αληθινή ιστορία.

Τώρα, φύγετε! Φύγετε μακριά, πίσω εκεί απ’ όπου σας άρπαξα με τον άνεμο μου. Βγάζω το καπέλο μου και το κουνώ απ’ τα δεξιά προς τ’ αριστερά, διώχνοντας σας μακριά. Σας αποχαιρετώ με δροσερό άνεμο και γρύλους, νυχτοπούλια και μια μικρή μελαγχολία που γρήγορα θα ξεχαστεί…

Ο Τρύφωνας πέθανε μια κρύα νύχτα του Φθινοπώρου, σε ηλικία ίσως σαρανταπέντε χρονών, γιατί δεν ήξερε κανείς να πει τ’ αληθινά του χρόνια. Πέθανε από γαστρορραγία, που τον βασάνισε για τρία μερόνυχτα, αλλά κανείς από τους συγγενείς του δεν θέλησε να τον περιποιηθεί. Κανείς δεν ήθελε να έχει στις πλάτες του τον βρομιάρη τον Τρύφωνα τον χαζό, για να τον πάει στον γιατρό. Ούτε θα καταλάβαινε κανείς την απουσία του. Δεν ήτανε ποτέ παρών. Δεν έκανε ποτέ καλό σε κανέναν, εκτός κι αν μετρήσουν τα χαχανητά για καλό. Ούτε έβλαψε ποτέ κανέναν. Τον θάψανε βιαστικά (γιατί είχε ήδη βρομίσει όταν τον ανακάλυψαν ακίνητο στο κρεββάτι του) σε μια απόμερη γωνιά του νεκροταφείου, χωρίς πέτρινη πλάκα γιατί δεν βρέθηκε κανείς να πληρώσει για το μάρμαρο.

Κάποια χρόνια αργότερα, κάποιος γιος ήθελε να ξεθάψει την μητέρα του για να βάλει τα κόκαλα της στο οστεοφυλάκιο της μικρής παλιάς εκκλησίας του κοιμητηρίου. Κάποιος άλλος, που θυμήθηκε τυχαία ότι ο Τρύφωνας ήτανε θαμμένος εκεί κοντά, του είπε: «Ρε ‘συ… Δε ξεθάβεις και τον Τρύφωνα;» Ο άλλος έβαλε απρόθυμα τα κοκαλάκια του Τρύφωνα μέσα σ’ ένα χάρτινο τσουβάλι, απ’ αυτά που έβαζαν το τσιμέντο, και τον πέταξε σε μια γωνιά της αραχνιασμένης εκκλησίτσας, δίπλα σ’ ένα μεγάλο κηροπήγιο. Έπειτα, τον ξέχασε εκεί, κι έφυγε γιατί είχε ήδη νυχτώσει. Δεν ξέρουμε αν είχε φεγγάρι…

Ένας πολύ δυνατός άνεμος, που φύσηξε απ’ τα παράθυρα, έριξε το κηροπήγιο με τα αναμμένα κεριά πάνω στο τσουβάλι. Τα απομεινάρια του Τρύφωνα κάηκαν μέσα στην νύχτα, εκεί, πάνω στο λόφο που δεν μένει κανείς για να τρέξει να σβήσει την φωτιά.

Μετά από μέρες βρήκαν την μισή εκκλησίτσα καμένη, και μόνο τότε ο άλλος θυμήθηκε ότι εκεί στην γωνία είχε αφήσει τα κόκαλα εκείνου του – «πώς τον λέγανε;…» Μόνο εγώ θυμάμαι πια τ’ όνομά του, φίλοι μου λιγοστοί της Μνήμης και της Ελπίδας. Κι η δική μου μελάνη, τελειώνει κι αυτή… Όποιοι κι αν είστε, όπου κι αν είστε, γράψτε την μικρή ιστοριούλα του Τρύφωνα, όταν θα λιώσει αυτό το χαρτί. Ίσως μείνει κάτι απ’ αυτόν στην αβέβαιη μνήμη των ανθρώπων. Όμως, ποιος να γνωρίζει την παράξενη και πολλές φορές άδικη, μοίρα των Φεγγαροπαρμένων;

«For our feet would linger
where beauty has lived, its life of sorrow,
to make us understand
that it is not of this world…»
W. B. YEATS

Απάθεια & Αδράνεια η Κρίση της Ανθρωπότητας

Η Κρίση της Ανθρωπότητας είναι Απόρροια της Μαζικής Αδιαφορίας, Αδράνειας κι Απάθειας.

“Σ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας, η αδράνεια εκείνων που θα μπορούσαν να είχαν δράσει, η αδιαφορία εκείνων που θα έπρεπε να γνωρίζουν καλύτερα, η σιωπή της φωνής της δικαιοσύνης όταν είχε μεγαλύτερη σημασία, ήταν αυτή που επέτρεψε στο κακό να θριαμβεύσει”. -Haile Selassie

Γιατί πρέπει να σας ενδιαφέρει; Γιατί να ασχοληθείτε; Αν η δυστυχία των άλλων δεν φαίνεται να σας επηρεάζει, ή κατά κάποιο τρόπο ακόμη και να βελτιώνει τη δική σας μοίρα στη ζωή, ας είναι, αφού τι θα μπορούσατε να κάνετε γι’ αυτό ούτως ή άλλως; Αν κρύβεστε από το κακό, αν δεν λέτε τίποτα, θα εξαφανιστεί αυτό το κακό;

Αν υποστηρίζετε ή επικροτείτε το κακό των άλλων, όπως συμβαίνει ιδίως στον πόλεμο, δεν είστε και εσείς ο ίδιος κακός; Αν επιτρέπετε να συμβαίνουν φρικαλεότητες χωρίς να μιλάτε ή να κουνάτε το δαχτυλάκι σας για να τις σταματήσετε, απαλλάσσεστε από την ευθύνη και το φταίξιμο; Αν η αδιαφορία σας προκαλεί μεγάλο πόνο και δυστυχία στους αθώους, φωνάζετε μέσα στην νύχτα από αγωνία ή κοιμάστε βαθιά σε μια κατάσταση κρυφής και αδαούς ευδαιμονίας;

Η κρίση της ανθρωπότητας, η αποτρόπαια δυστυχία της ανθρωπότητας- έχει επιτραπεί να διαρκέσει και να επεκταθεί σε μεγάλο βαθμό λόγω της εκκωφαντικής σιωπής της συλλογικής αγέλης που δεν ενδιαφέρεται για την ανθρωπότητα, η οποία κατατρώγεται από τον αξιοθρήνητο εναγκαλισμό της δειλής απάθειας. Οι περισσότεροι φαίνεται να προσκολλώνται στην έννοια της θυματοποίησης με τη μία ή την άλλη μορφή, προκειμένου να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους και να την χρησιμοποιήσουν ως δικαιολογία για να αγνοήσουν την αγωνία και την θλίψη των άλλων.

Φυσικά, αυτό είναι μόνο μια παθολογική διαφυγή από την πραγματικότητα και ένας τρόπος για να τα βγάλουν πέρα χωρίς να χρειάζεται να αναλάβουν την ευθύνη για την έλλειψη των ενεργειών τους ή να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της θέασης της οικτρής αντανάκλασής τους στον καθρέφτη.

Με στοιχειώνει αυτή η καθολική έλλειψη συναισθήματος και κατανόησης για τους συνανθρώπους μας, και η μαζική εθελοντική αποδοχή της ακραίας τυραννίας και του μίσους που επιτρέπει την ύπαρξη ψυχολογικών βασανιστηρίων, βίας, διαστροφής και δολοφονίας, με ελάχιστη αντίσταση. Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό σε οποιονδήποτε “πολιτισμό” που ισχυρίζεται ότι έχει ψυχή ή συνείδηση, ή ενσυναίσθηση για όλα τα πραγματικά θύματα της κρατικής επιθετικότητας, τα περισσότερα από τα οποία εγκρίνονται από τον κύριο όγκο των αποτρόπαιων “εθνικιστικών” κοινωνιών; Δισεκατομμύρια έχουν πληγεί και πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια έχουν πεθάνει από τις κτηνώδεις πράξεις των κακών τυράννων- τυράννων κρατών και κυβερνήσεων, οι οποίοι κυβέρνησαν τους πολλούς, με την πλήρη υποστήριξη των πληθυσμών τους.

Έχουν χτιστεί αυτοκρατορίες, έχουν διεξαχθεί επιθετικοί πόλεμοι, φρικτές πράξεις κτηνωδίας και η οικονομική καταστροφή, ο ακρωτηριασμός, τα βασανιστήρια και η δολοφονία αθώων έχουν εγκριθεί στο όνομα της κατάκτησης και της ψευδούς προπαγανδισμένης έννοιας της προώθησης της ελευθερίας, η οποία φυσικά είναι το πιο γελοίο ψέμα απ’ όλα. Αυτό το ψέμα υπήρξε ο βασικός πυλώνας όλων των εθνών που πολέμησαν με σχεδόν απόλυτη επιθετικότητα εναντίον αθώων.

Όλη αυτή η νοσηρή η επιθετικότητα, η κατοχή, οι προσπάθειες παγκόσμιου ελέγχου και η σφαγή και δολοφονία πολλών δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων, οι πόλεμοι και οι γενοκτονίες για ένα κομμάτι γης, έχει γίνει αποδεκτή ως νόμιμη από σχεδόν όλους και με ελάχιστες εξαιρέσεις. Μεγάλο μέρος αυτής της αποδοχής έχει δικαιολογηθεί λόγω της επίρριψης ευθυνών σε ανύπαρκτα τέρατα από μακριά, όπως πουλήθηκε στο “κοινό” από τους πολιτικούς και τους προπαγανδιστές του κάθε κράτους, αλλά αυτές οι δικαιολογίες είναι κούφιες και δεν ακούγονται αληθινές.

Το παρελθόν αφηγείται την ιστορία μιας βάρβαρης ανθρωπότητας που στηρίζεται στην βαρβαρότητα, την δολοφονία, την δουλεία, την κατάκτηση και την επιδίωξη της εξουσίας χωρίς να εμποδίζεται από καμία αίσθηση δικαίου, συμπόνιας ή σεβασμού της ζωής. Σκεφτείτε τις μεγάλες δυνάμεις του χθες σε αυτή την σύγχρονη εποχή, αυτές της Ρώμης, της Κίνας, της Ρωσίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας, του Ισραήλ, της ναζιστικής Γερμανίας, της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, της Αυτοκρατορίας των “Ηνωμένων” Πολιτειών, και τώρα βέβαια, την ανάμειξη των δυτικών χωρών σε μια ισχυρή πολεμική συμμαχία του ΝΑΤΟ.

Αυτές είναι μόνο μια χούφτα από τις εκατοντάδες αυτοκρατορίες που υπήρξαν και βασίλεψαν σε αυτή την γη, υποδαυλίζοντας τον θάνατο και την καταστροφή σε όλη τη διαδρομή. Τώρα, η επιδίωξη για διεθνή κυριαρχία έχει προκαλέσει μια συγχώνευση “πολιτισμών” που ανταγωνίζονται για μια θέση στο τραπέζι μιας παγκόσμιας παγκόσμιας άρχουσας τάξης, και όλα αυτά ενώ τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων του κόσμου κάθονται και παρακολουθούν χωρίς να δημιουργούν καμία νόμιμη αντίσταση σε αυτή την επίθεση κατά της ανθρωπότητας.

Αυτές τις τελευταίες δεκαετίες, και ιδιαίτερα αυτά τα τελευταία χρόνια, έχουμε δει μια απεχθή ολοκληρωτική διακυβέρνηση σε παγκόσμιο επίπεδο, όπου σχεδόν κάθε χώρα έχει διεξάγει πόλεμο εναντίον του ίδιου της του λαού, σε αυτό που μπορεί να περιγραφεί μόνο ως μια προσπάθεια να προωθηθεί μια παγκόσμια εκστρατεία εγχώριου πολέμου που βασίζεται στην ερήμωση μέσω της δημοκτονίας. Αυτός είναι ο κόσμος που επιτρέψατε να γίνει πανίσχυρος, και ο κόσμος που θα ολοκληρώσει την προσπάθειά του για παγκόσμια εξουσία και έλεγχο, εκτός αν πολλοί περισσότεροι αποφασίσουν να πουν όχι και να τον σταματήσουν.

Σκεφτείτε μόνο τα τελευταία χρόνια που πέρασαν, και τι έχει επιτραπεί να παραμείνει όρθιο; Κατασκευάστηκε ένα ψεύτικο ψέμα περί “κοβιδισμού”, και μια πολιτικά κηρυγμένη ψεύτικη εθνική κατάσταση έκτακτης ανάγκης που έστρεψε τα αποβράσματα της κάθε κυβέρνησης να ενεργήσουν ως ολοκληρωτικά τέρατα, η οποία χρησιμοποιήθηκε για να ΄κλειδώσει΄ την κοινωνία. Τα ταξίδια περιορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό, οι επιχειρήσεις έκλεισαν σε εθνικό επίπεδο λόγω δρακόντειων διαταγών που εκδόθηκαν από τις κρατικές “εξουσίες”.

Οι μάσκες επιβλήθηκαν στις περισσότερες περιοχές της χώρας και του κόσμου, και οι συνεχείς δόλιες δοκιμές, δοκιμές που ήταν μια πλήρης απάτη, χρησιμοποιήθηκαν όχι μόνο για να τρομάξουν αυτόν τον αδύναμο πληθυσμό, αλλά και για να προετοιμάσουν το έδαφος για την πολύ τοξική και θανατηφόρα ένεση βιολογικού όπλου που ονομάστηκε ψευδώς “εμβόλιο covid”.

Οι ταραχές, οι λεηλασίες, η μαζική καταστροφή περιουσιών και η βία, ήταν πλήρως σκηνοθετημένες και σκόπιμα εγκεκριμένες από την κυβέρνηση- μετατρέποντας σε χαμένες εγκληματικές συμμορίες που αυτοαποκαλούνται “Black Lives Matter” και “Antifa”.

Αθώοι φυλακίστηκαν επειδή μίλησαν εναντίον αυτού του κυβερνητικού πραξικοπήματος και του εγκληματικού ιατρικού κατεστημένου, και πολλοί πολίτες δολοφονήθηκαν από γιατρούς και προσωπικό νοσοκομείων σε όλη την υφήλιο. Οι χρεοκοπίες έγιναν καθημερινό φαινόμενο και η οικονομία καταστράφηκε. Ο ρατσισμός χωρίς αποκλεισμούς και η ανήθικη συμπεριφορά υποδαυλίστηκαν σκόπιμα από τις κρατικές πόρνες και έγιναν να φαίνονται “φυσιολογικά”.

Τα κυρίαρχα μέσα μαζικής ενημέρωσης αποτέλεσαν αναπόσπαστο εργαλείο για την πώληση αυτού του ψέματος, και πλημμύρισαν όλη την κοινωνία μέσω κάθε δυνατής διεξόδου, συμπεριλαμβανομένης κάθε εκμετάλλευσης αποπροσανατολισμού, την οποία φυσικά επέβαλλαν τα κράτη. Η καταστροφή των προσπαθειών διανομής τροφίμων ήταν συνηθισμένη, και η διακοπή της αλυσίδας εφοδιασμού ήταν καθολική. Η παρακολούθηση από την κυβέρνηση, η αυστηρή λογοκρισία και η αξιολύπητη ηλιθιότητα του τύπου “βλέπω κάτι, λέω κάτι” από “φίλους”, γείτονες, ακόμη και μέλη της οικογένειας, έγιναν “φυσιολογική” συμπεριφορά από έναν σχεδόν πλήρως πειθήνιο, μίζερο και δειλό πληθυσμό.

Από την μερική λήξη αυτής της απάτης, διαπράχθηκαν πολλές φρικαλεότητες, συμπεριλαμβανομένης της σφαγής ζώων σε όλη την χώρα και της καταστροφής αγροκτημάτων και ράντζων (εσκεμμένα ή μη), αυτών που είναι ζωτικής σημασίας στην προσπάθεια να τραφεί ο κόσμος. Αυτό επέτρεψε την μαζική δημιουργία ψεύτικων τροφίμων και κρέατος, δηλητηριάζοντας όσους εξαρτώνται από την ελεγχόμενη από το κράτος διατροφική αλυσίδα, που είναι ένα τεράστιο κομμάτι του κόσμου.

Η δηλητηρίαση του αέρα και του νερού ήταν συνηθισμένη, με ψεύτικες σημαίες ή ελεγχόμενα γεγονότα που σκορπούσαν επικίνδυνες τοξίνες. Λόγω των ψεμάτων και της ισχυρής πίεσης, δισεκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο έχουν υποκύψει στις ενέσεις βιολογικών όπλων, προκαλώντας καταστροφή της υγείας σε επίπεδα που δεν είχαν παρατηρηθεί ποτέ στο παρελθόν.

Εν μέσω όλης αυτής της τρομοκρατίας, των δολοφονιών, των προσπαθειών λιμοκτονίας, της οικονομικής καταστροφής, του πληθωρισμού και των συνεχών προσπαθειών δημοκτονίας και ερήμωσης, υφίσταται μεγάλος κίνδυνος ενός παγκόσμιου πολέμου κυρίως λόγω των δολοφονικών κυρώσεων των δυτικών δυνάμεων και της συνεχούς υποδαύλισης των συγκρούσεων, ενώ όλες οι μεγάλες χώρες επιδιώκουν να κερδίσουν μια κορυφαία θέση σε κάποια “νέα παγκόσμια τάξη” που επιδιώκεται. Με αυτή την παραφροσύνη, έρχεται η πραγματική απειλή του πυρηνικού αφανισμού, αρκεί μόνο μία πυρηνική δύναμη να αποφασίσει να τραβήξει την σκανδάλη…

Σε όλη αυτή την τρέλα, οι περισσότεροι συνέχισαν να σιωπούν μπροστά στην δολοφονία και την σφαγή αθώων από τους κρατικούς παράγοντες και τα τσιράκια τους. Η αστυνομική-κρατική κτηνωδία, οι προσπάθειες λιμοκτονίας, τα λουκέτα, ο μαζικός και υπερπληθωρισμός, ο ακρωτηριασμός και ο θάνατος λόγω των θανατηφόρων λεγόμενων “εμβολίων”, συνεχίζονται. Η δηλητηρίαση αυτής της γης με βάση το ψέμα της “ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής”, προχωράει ολοταχώς, η οποία φαίνεται να είναι μια άλλη μορφή άσκησης της αποανάπτυξης.

Δεν χρειάζεται να ξυπνήσουν όλοι μαζί, αλλά ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων πρέπει να εγκαταλείψει τους απαθείς τρόπους του, την αδιαφορία του να κρύβεται από την αλήθεια (ή και το δάχτυλο του) και την μαζική του αδιαφορία για την υπόλοιπη κοινωνία. Πολλοί πρέπει να βγουν από τις σκιές, δεν μπορούν να παραμείνουν σιωπηλοί μπροστά στην τυραννία, και πρέπει να ορθώσουν το ανάστημά τους απέναντι σε αυτή την τρομερή απειλή που δεν θα εξαφανιστεί ποτέ από μόνη της.

Το να συνεχίσουμε να αγνοούμε την δυσχερή θέση της ανθρωπότητας και την κρίση της ανθρωπότητας, μπορεί να οδηγήσει μόνο στην κόλαση επί της γης και στην μαζική υποδούλωση όλων, εκτός από τις ισχυρές “ελίτ”, τις κυβερνήσεις που τους ανήκουν και ελέγχονται, και τους κακοποιούς της επιβολής τους.

Ο κόσμος δεν θα καταστραφεί από εκείνους που κάνουν κακό, αλλά από εκείνους που τους παρακολουθούν χωρίς να κάνουν τίποτα. Σταματήστε αυτόν τον πόνο και την ταλαιπωρία, σταματήστε την τυραννία, σταματήστε τα κράτη/δολοφόνους! Σταματήστε τις φρικαλεότητες τους! Επιτέλους, αναλάβετε την ευθύνη της ζωής σας έστω και στραβά έστω και λίγο έστω και λάθος!!! Κάντε κάτι! Σταματήστε να είστε απαθείς, αδρανείς, αδιάφοροι!

Ποιους φίλους καλό θα ήταν να μην έχουμε

Φιλία… μια λέξη τόσο μικρή, αλλά με τόσο μεγάλη σημασία. Μια ζωή χωρίς φίλους είναι μισή ζωή. Όλοι μας έχουμε φίλους, ανθρώπους που εμπιστευόμαστε και αποδεχόμαστε για αυτό ακριβώς που είναι και βρίσκονται εκεί, για να μας στηρίζουν σε κάθε ευχάριστη και δυσάρεστη στιγμή μας. Οι πραγματικοί φίλοι δεν είναι τέλειοι, αναγνωρίζουμε τα ελαττώματά τους, όπως αντίστοιχα αυτοί αναγνωρίζουν τα δικά μας και μας αγαπάνε για αυτά.

Από την άλλη, όμως, πλευρά, υπάρχουν κάποιοι φίλοι, οι οποίοι επαναλαμβάνουν ορισμένα μοτίβα συμπεριφοράς, δείχνοντας ότι δεν μπορούν να υποστηρίξουν έμπρακτα τον ορισμό της φιλίας. Εάν αυτό το φαινόμενο παρατηρείται συχνά, τέτοιοι άνθρωποι δεν χρειάζεται να βρίσκονται στις ζωές μας.

Οι φίλοι αυτοί θα μπορούσαν να ενταχθούν σε κάποιες κατηγορίες, όπως :

Αυτούς που δεν ζητάνε ποτέ συγγνώμη

Κυρίως αναφέρομαι για τις πράξεις που μπορεί να υποδηλώνουν κάποιου είδους μετάνοια και όχι τη λέξη αυτή καθεαυτήν. Πολλές φορές, θα ζητήσουν οι ίδιοι να απολογηθούμε για κάτι που τολμήσαμε να τους πούμε ότι δεν κάνουν καλά στη φιλία μεταξύ μας και σπάνια θα απολογηθούν οι ίδιοι για κάποιο ενδεχόμενο λάθος τους. Ξεχνούν πως οι άνθρωποι δεν είναι αλάνθαστοι, όμως, ίσως και να μην το ήξεραν ποτέ. Έτσι, καταλήγει να ξεθωριάζει η εμπιστοσύνη και η ειλικρίνεια να χάνεται.

Αυτούς που έχουν πάντα περισσότερα προβλήματα

Είναι αλήθεια πως αυτοί οι φίλοι πάντα θα έχουν περισσότερα προβλήματα από όλους και με αυτούς τους ανθρώπους δεν είχαμε ποτέ κοινά βιώματα. Η αντιμετώπιση που δεχόμαστε είναι πως δεν πρέπει να μας απασχολούν τόσο τα δικά μας προβλήματα, διότι υπάρχουν πολύ πιο σοβαρά, όμως, όταν πραγματικά βρισκόμαστε αντιμέτωποι με κάποιο σοβαρό ζήτημα, δεν βρίσκουμε ανταπόκριση και είναι σαν να πέφτουμε σε τοίχο. Προσπαθούν να αποφύγουν τη συζήτηση του δικού μας προβλήματος, ώστε να εστιάσουμε μόνο στο δικό τους. Οι φίλοι αυτοί καλύτερα να μείνουν μακριά.

Αυτούς που ζηλεύουν

Επειδή κανείς δεν είναι τέλειος, ανά διαστήματα επιθυμούμε να αποκτήσουμε φίλους με χαρακτηριστικά που εμείς δεν έχουμε. Όμως, όταν αγαπάμε κάποιον, δεν είναι σωστό να τον ζηλεύουμε, με την κακή έννοια της λέξης. Η σωστή λέξη που περιγράφει κάποιον άνθρωπο που αγαπάμε είναι θαυμασμός. Τον αγαπάμε, διότι κάνει πράγματα πιο δημιουργικά από εμάς, έχει στοιχεία που δεν έχουμε, γνωρίζει πράγματα που δεν ξέρουμε. Τον επικροτούμε για αυτά, δεν τον ζηλεύουμε. Αν συμβεί κάτι θετικό για τη δική μας ζωή, είτε αυτό είναι μια καινούρια δουλειά, ένας νέος έρωτας, μια ευκαιρία και τότε εισπράξουμε δυσάρεστα συναισθήματα από τους φίλους μας, τότε αυτοί οι φίλοι θα μας σαμποτάρουν διαρκώς, χωρίς την βοήθεια σαμποτέρ.

Αυτούς που μας θυμούνται μόνο όποτε μας χρειάζονται

Τόσο κοινότυπο. Αυτού του τύπου οι φίλοι μας θυμούνται όποτε χρειάζεται να τους πάμε κάτι, να δανειστούν κάτι από εμάς, χρειάζονται παρέα σε κάποιο κενό, γιατί θα τους φανούμε χρήσιμοι στη ζωή τους. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι ποτέ διαθέσιμοι για εμάς σε περίπτωση που τους χρειαστούμε. Δεν θα μακρηγορήσω, ούτε αυτοί είναι φίλοι για εμάς.

Αυτούς που δεν έχουν ποτέ χρόνο για εμάς

Για να διατηρηθεί και να εξελιχθεί οποιαδήποτε σχέση, είναι απαραίτητο να αφιερωθεί χρόνος και από τις δύο πλευρές. Όλοι μας κινούμαστε σε γρήγορους ρυθμούς και έχουμε υποχρεώσεις που πρέπει να καλύψουμε έως το τέλος της ημέρας, όμως αν θέλουμε, μπορούμε να βρούμε, έστω και μισή ώρα, για να δούμε και να μιλήσουμε με κάποιον που αγαπάμε. Υπάρχουν περίοδοι που αυτό μπορεί να γίνεται συχνότερα και άλλες που είναι τρομερά δύσκολο να βρεθεί ακόμα και αυτός ο ελάχιστος χρόνος. Όμως μετά από καιρό τι να πρωτοπείς; Αν οι τυπικοί της υπόθεσης είμαστε εμείς, δεν είναι κακό να το συζητήσουμε και έπειτα να δούμε τι θα κάνουμε. Αν οι προτεραιότητες του συγκεκριμένου φίλου είναι τελείως διαφορετικές από τις δικές μας, τότε αργά ή γρήγορα αυτή η φιλία θα πάψει να υπάρχει.

Κλείνοντας, θα ήθελα να πω ότι οι άνθρωποι αλλάζουν και πολλές φορές σταματούν να θέλουν τα ίδια πράγματα. Στην περίπτωση που μια από τις παραπάνω συμπεριφορές επαναλαμβάνεται και έχουμε σιγουρευτεί πως δεν είναι κάτι παροδικό, μάλλον η δική μας κοσμοθεωρία διαφέρει από αυτήν των φίλων που καλύτερα να μην έχουμε. Μπορούμε να συζητήσουμε τον προβληματισμό μας μαζί τους ώστε να βρεθεί κάποια λύση, υπάρχει και η πιθανότητα βέβαια να μην βρεθεί. Μπορούμε ακόμα να τους βγάλουμε και από την ζωή μας, στην τελική, οι φίλοι αποτελούν δικές μας επιλογές. Ούτως ή άλλως, σταματούν να υπάρχουν στην καθημερινότητα μας άνθρωποι που δεν έπρεπε. Ποτέ δεν είναι αργά να κάνουμε καινούργιους φίλους, φίλους πραγματικούς, αυτούς που θέλουμε να υπάρχουν στη ζωή μας.

Υπεριονικός πάγος

Οι επιστήμονες, ανακάλυψαν μια μορφή πάγου με την ονομασία «υπεριονικός πάγος», που αντέχει μέχρι και τους 5.000 βαθμούς Κελσίου.

Πρόκειται για έναν βαρύ, καυτό, μαύρο πάγο που πιθανόν υπάρχει στον εσωτερικό πυρήνα της Γης.

Πέρυσι οι ερευνητές από πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών και το εργαστήριο του Stanford ανακάλυψαν μια νέα φάση του υπεριονικού πάγου, με αυτήν την ανακάλυψη να βοηθάει στην κατανόηση των μαγνητικών πεδίων και των πολλαπλών πόλων του Ουρανού και του Ποσειδώνα.

Τι είναι ο υπεριονικός πάγος

Ο υπεριονικός πάγος διαφέρει κατά πολύ από τον πάγο που ξέρουμε και ίσως να είναι μια από τις πιο άφθονες πηγές νερού σε όλο το σύμπαν που μπορεί να γεμίζουν το εσωτερικό (και όχι μόνο) του Ουρανού, του Ποσειδώνα και άλλων πλανητών.

Αυτοί οι πλανήτες έχουν ακραίες πιέσεις κατά δύο φορές την ατμόσφαιρα της Γης και τόσο ζεστό εσωτερικό όσο την επιφάνεια του Ήλιου.

Σύμφωνα με την Science Alert, οι φυσικοί το 1988 είχαν πει πως πρόκειται μια δομή όπου τα άτομα οξυγόνου στον υπεριονικό πάγο είναι κλειδωμένα σε ένα συμπαγές κυβικό πλέγμα, ενώ τα ιονισμένα άτομα υδρογόνου αφήνονται χαλαρά, ρέοντας μέσα από αυτό το πλέγμα όπως τα ηλεκτρόνια μέσω των μετάλλων.

Η παραπάνω σκέψη των φυσικών επιβεβαιώθηκε από τους επιστήμονες το 2019 και όντως δίνει στον υπεριονικό πάγο τις αγώγιμες ιδιότητες του. Επίσης, αυξάνει το σημείο τήξης του έτσι ώστε το παγωμένο νερό να παραμένει στερεό σε θερμοκρασίες που δημιουργούν φουσκάλες.

Η μελέτη

Η φυσικός Arianna Gleason από το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ και οι συνεργάτες της «βομβάρδισαν» λεπτές λωρίδες νερού, τοποθετημένες ανάμεσα σε δύο στρώματα διαμαντιών, με μερικά γελοία ισχυρά λέιζερ.

Με Διαδοχικά κρουστικά κύματα αύξησαν την πίεση στα 200 GPa (2 εκατομμύρια ατμόσφαιρες) και θερμοκρασίες έως περίπου 5.000 βαθμούς κελσίου υψηλότερες από τις θερμοκρασίες των πειραμάτων του 2019, αλλά σε χαμηλότερες πιέσεις.

Στη συνέχεια, η περίθλαση ακτίνων Χ αποκάλυψε την κρυσταλλική δομή του καυτού, πυκνού πάγου, παρά το γεγονός ότι οι συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας διατηρήθηκαν μόνο για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου.

Τα μοτίβα περίθλασης που προέκυψαν επιβεβαίωσαν ότι οι κρύσταλλοι πάγου ήταν στην πραγματικότητα μια νέα φάση διαφορετική από τον υπεριονικό πάγο που παρατηρήθηκε το 2019. Ο πρόσφατα ανακαλυφθείς υπεριονικός πάγος, ο Ice XIX, έχει κυβική δομή με επίκεντρο το σώμα και αυξημένη αγωγιμότητα σε σύγκριση με τον προκάτοχό του από το 2019, Ice XVIII.

Η αγωγιμότητα είναι σημαντική εδώ επειδή τα κινούμενα φορτισμένα σωματίδια δημιουργούν μαγνητικά πεδία. Αυτή είναι η βάση της θεωρίας του δυναμό , η οποία περιγράφει το πώς τα αγώγιμα υγρά, όπως ο μανδύας της Γης ή μέσα σε άλλο ουράνιο σώμα, δημιουργούν μαγνητικά πεδία.

Εάν περισσότερο από τα γιγάντια εσωτερικά πάγου σαν του Ποσειδώνα καταληφθούν από ένα στερεό χυλό και λιγότερο από ένα στροβιλιζόμενο υγρό, τότε θα άλλαζε το είδος του μαγνητικού πεδίου που παράγεται.

Και αν προς τον πυρήνα του, αυτός ο πλανήτης είχε δύο υπεριονικά στρώματα διαφορετικής αγωγιμότητας, όπως υποστηρίζουν οι επιστήμονες ότι μπορεί να περιέχει ο Ποσειδώνας, τότε το μαγνητικό πεδίο που δημιουργείται από το εξωτερικό υγρό στρώμα θα αλληλοεπιδράσει με κάθε ένα από αυτά διαφορετικά, κάνοντας τα πράγματα ακόμα πιο περίεργα.

Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η ενισχυμένη αγωγιμότητα ενός στρώματος υπεριονικού πάγου παρόμοιου με τον Ice XIX θα προωθούσε τη δημιουργία άτονων, πολυπολικών μαγνητικών πεδίων όπως αυτά που προέρχονται από τον Ουρανό και τον Ποσειδώνα.

Και είπεν ο άνθρωπος, γεννηθήτω φως

Στην μακραίωνη διαδρομή του ανθρώπου, η καταλυτική παρουσία του φωτός αποτέλεσε πηγή μύθων και θαυμασμού. Παράλληλα όμως η δημιουργία τεχνητού φωτός, που καταλύει τα σκοτάδια και την νύχτα άλλαξε ουσιαστικά τον τρόπο ζωής και την καθημερινότητά του.

Η φωτιά συνιστά την πρώτη τεχνητή πηγή φωτός, και η ανακάλυψή της τοποθετείται στο απώτερο παλαιολιθικό παρελθόν. Αξιόπιστες όμως τεχνικές για την εκμετάλλευσή της φαίνεται να διαθέτει μόνο άνθρωπος της νεολιθικής εποχής. Από τότε οι χρήσεις της φωτιάς φωτίζουν -κυριολεκτικά και μεταφορικά- τον δρόμο των κοινωνιών του πολιτισμού, και στηρίζουν την τεχνολογική πρόοδο.

Είναι λοιπόν δίκαιη η υπερηφάνεια και η πίκρα που εκφράζει, απαριθμώντας τις ευεργεσίες του στους ανθρώπους, και όμως δεσμώτης πια, ο Προμηθέας του Αισχύλου:

Τους έκανα κι ένα άλλο δώρο: τη φωτιά
Απ όπου αμέτρητες τέχνες θα μάθουν.


Δεν αξίζει η επιμονή σε τεχνικές λεπτομέρειες. Γεγονός είναι ότι η εξάπλωση των ποικίλων τρόπων ηλεκτρικού φωτισμού άλλαξε την ανθρώπινη καθημερινότητα – αλλά και τις προοπτικές της. Η ζωή μας συναντά σε κάθε βήμα της το τεχνητό φως: με μεγάλη ποικιλία ως προς την ένταση, το χρώμα του ή την ευκολία που υπηρετεί τις ανάγκες μας. Οι χώροι δουλειάς και τα καταστήματα έχουν τους δικούς τους φωτισμούς, οι δρόμοι είναι και τη νύχτα προσπελάσιμοι, στους υπόγειους σιδηροδρόμους οι επιβάτες μπορούν ακόμα και να διαβάσουν, η νυχτερινή ψυχαγωγία -αν είναι ψυχαγωγία!- χρησιμοποιεί προβολείς και δέσμες φωτός.

Η αφθονία του τεχνητού φωτός διώχνει τη νύχτα από παντού, έχει όμως παράλληλα και τα σοβαρά της παρεπόμενα: αυξάνει ακόμα περισσότερο την απόσταση του ανθρώπου από την φύση και τους ψιθυρισμούς της. Στις σημερινές κατοικίες, το άπλετο φυσικό φως θεωρείται ακριβό πλεονέκτημα, ενώ ακόμα και η θέαση του νυχτερινού ουρανού είναι πια αδύνατη στις μεγάλες πόλεις.

Η βασανιστική νοσταλγία του φυσικού φωτός και της μοναδικής ποιότητάς του -είτε πρόκειται για το ήπιο φως του δειλινού είτε για το λαμπρό φως μιας καλοκαιρινής ημέρας- χαρακτηρίζει την σύγχρονη ζωή. Παράλληλα όμως με την νοσταλγία του φωτός, τον συγγραφέα βασάνιζε και η νοσταλγία εκείνης, οι προσδοκίες που γεννά η μνήμη. Κάποιες στιγμές ωστόσο δεν ήταν βέβαιος αν την συνάντησε ποτέ, φοβόταν ότι μπορεί να ήταν απλώς μια οπτασία του φωτός, ότι το πρόσωπο και οι κινήσεις της οφείλονταν στο φως και στους αντικατοπτρισμούς του.

Συγχωρείς, αλλά σίγουρα δεν ξεχνάς

Η ζωή μας θα μπορούσε εύκολα να παρομοιαστεί με ένα βιβλίο. Ένα βιβλίο που γράφεται κυρίως από μας μέσα απ’ τις επιλογές που κάνουμε, αλλά και τη μοίρα που με τις ανατροπές της, τους ανθρώπους και τις καταστάσεις που στέλνει στο δρόμο μας μας βοηθάει να προσθέσουμε τις τελευταίες λέξεις στο κείμενό μας.

Κάθε σελίδα του βιβλίου μας είναι διαφορετική. Όλες όμως σαν κοινή συνιστώσα έχουν το γεγονός ότι συνδέονται μέσω των συναισθημάτων μας.

Κάποιες από αυτές είναι ιδιαίτερα χαρούμενες και ευχάριστες. Άλλες κουβαλούν μαζί τους μια νοσταλγία κι άλλες είναι λυπηρές ή ακόμα και σκοτεινές, αφού κουβαλούν μέσα τους τις χειρότερες στιγμές που έχουμε βιώσει.

Όπως τις στιγμές που πληγωθήκαμε. Μακάρι να μπορούσαμε να σκίσουμε αυτές τις σελίδες ή να είχαμε έναν μαγικό μαρκαδόρο που θα μπορούσε να τις σβήσει απ’ το βιβλίο και κατ’ επέκταση απ’ τη μνήμη μας.

Θα ήταν αυτό μια λύση όμως που θα απέφερε καρπούς; Μήπως δε θα κάναμε το ίδιο λάθος στην πρώτη ευκαιρία; Κι ακόμα κι αν δεν το κάναμε, θα ήμασταν οι ίδιοι αν δεν είχαμε περάσει αυτές τις δυσκολίες;

Σίγουρα το να πληγωθείς πονάει πολύ. Πόσο μάλλον από κάποιον άνθρωπο που για σένα σημαίνει πολλά.

Από κάποιον που το μόνο που σου υποσχόταν ήταν το ότι δε θα σε πληγώσει ποτέ. Δε γίνεται να βγεις ανέπαφος από κάτι τέτοιο. Δε διαφωνεί κανένας σ’ αυτό το κομμάτι. Όμως, αντί να κάθεσαι και να χαραμίζεις το χρόνο σου στο να σκέφτεσαι πώς θα πληγώσεις κι εσύ όποιον σε πλήγωσε, απλά πάρε τις αποστάσεις σου.

Δεν μπορούν όλοι εύκολα να γλιτώσουν τον εαυτό τους απ’ το τριπάκι της εκδίκησης. Για κάποιους αποτελεί ιδεολογία το να προσπαθούν να ανταποδώσουν στα ίσα όσα τους προκαλούν οι άλλοι. Στην πορεία όμως φτάνουν στο σημείο να μην αναγνωρίζουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Αλλοιώνουν τόσο τα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα που δεν μπορούν ν’ αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη. Αξίζει η οποιαδήποτε είδους εκδίκησης αυτό το τίμημα; Να φτάσεις στο σημείο ν’ αναρωτιέσαι πώς έγινες έτσι;

Το ότι ήταν εκείνος αυτός που σε πλήγωσε δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ότι και για ‘κείνον θα είναι ένα κακό βίωμα. Συγχώρεσέ τον για να βρεις την ψυχική σου ηρεμία και προχώρα. Άλλαξε σελίδα και μην κρατάς κακίες που θα σου κατατρώνε την ψυχή. Το να συγχωρείς κάποιον δε σημαίνει ότι είσαι αδύναμος. Ίσα-ίσα που επιδεικνύεις μεγαλύτερη δύναμη ψυχής από όσους αποζητούν την εκδίκηση και χάνονται στη δίνη της. Συγχωρείς, αλλά σίγουρα δεν ξεχνάς.

Βρίσκεις τον τρόπο να σώσεις τον εαυτό σου από όσα αρνητικά συναισθήματα σου προκάλεσε όποιος σε πλήγωσε.

Η ουσία σου είναι πολύτιμη για να τη σπαταλάς σε τέτοιου είδους πειράματα. Πολλές φορές είναι απλά καλύτερο ν’ αφήνεις τον άλλον με τις επιλογές του. Ασ’ τον να πορευτεί με αυτές και να διαπιστώσει ο ίδιος αν έχει κάνει λάθος ή όχι. Ο χρόνος αποτελεί τη μόνη λύση. Και για να σε γιατρέψει με το πέρας του, αλλά και για να δείξει αν ο άλλος έκανε ή όχι τη σωστή επιλογή. Γιατί αν πολύ απλά δεν την έκανε στο τέλος εκείνος θα χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο.

Μη φέρεσαι στους άλλους όπως δε θα ήθελες να σου φερθούν και στην πορεία θα ανταμειφθείς. Θα βρεις ανθρώπους που θα σε εκτιμήσουν ακριβώς γι’ αυτό που είσαι κι η αξία σου θα αναγνωριστεί από αυτούς που πρέπει και χρειάζεσαι να υπάρχουν δίπλα σου.

Η ζωή έχει την τάση να επιστρέφει συμπεριφορές. Μην αναλώνεσαι στο να ψάχνεις την τέλεια εκδίκηση γιατί το κάρμα καραδοκεί σε κάθε ευκαιρία. Μπορεί άμεσα, μπορεί να πάρει και καιρό ή ακόμα και χρόνια, αλλά μπορείς να είσαι σίγουρος ότι όποιος σε έβλαψε κάποια στιγμή στη ζωή του θα έρθει στη θέση σου. Είναι από κείνες τις στιγμές που γυρνάει ο τροχός κι ας πούμε μεταξύ μας ότι χαίρεται κι ο φτωχός.

Μη γίνεσαι μικρόψυχος. Αντιμετώπισε κάθε εμπόδιο που θα παρουσιαστεί στη ζωή σου σαν μια δοκιμασία. Κάθε άνθρωπος που θα περάσει από αυτήν αποτελεί είτε δώρο είτε μάθημα. Κανένας δεν έρχεται χωρίς λόγο. Μέσα απ’ αυτούς και τις συνθήκες στις οποίες υποβάλλεσαι θα μπορέσεις να δοκιμάσεις τις αντοχές σου, να φτάσεις στα όριά σου και γενικά να γνωρίσεις και να διαμορφώσεις το ποιος είσαι.

Άσε κατά μέρους τα σενάρια εκδίκησης και χρησιμοποίησε την καλύτερη τακτική που υπάρχει και δεν είναι άλλη απ’ την αδιαφορία. Αδιαφόρησε τόσο ώστε ο άλλος ν’ αρχίσει ν’ αμφισβητεί την ύπαρξηήτου.

Να μάθεις να βασίζεσαι στις δυνάμεις σου και να εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου.

Κάθε φορά που θα πέφτεις θα είναι ο μοναδικός σύμμαχός σου ώστε να σταθείς ξανά στα πόδια σου. Δείξε σε όποιον προσπαθεί να σε ρίξει ότι άσχετα με τα κύματα που μπορεί να σε χτυπήσουν εσύ θα συνεχίσεις να στέκεσαι ακόμα κι αν για λίγο λυγίσεις. Συνέχισε τη ζωή σου κι άσε τα υπόλοιπα στο κάρμα. Σ’ αυτή τη ζωή ό,τι δώσεις θα πάρεις.

Fr. Nietzsche: Η Ηθική των δούλων

Friedrich Nietzsche: 1844–1900

Διαλεκτική του καλού και του κακού

1. Τα βαθύτερα νοήματα που εκφράζουν οι έννοιες του καλού και του κακού συνδέονται με αιτήματα πολιτισμικών και κοινωνικών μετασχηματισμών. Γι’ αυτό το λόγο περικλείουν τη σκέψη του κόσμου και αποκαλύπτουν την αλήθεια της γλώσσας του. Δεν δικαιολογούν μονοσήμαντες ή περιοριστικές θεωρήσεις που θα ακύρωναν τη δημιουργική σκέψη του ανθρώπου. Δεν αναλώνονται σε μια «φιλοσοφία της κουζίνας» (Χέγκελ) ούτε σε ηθικά κηρύγματα ή δόγματα που υπηρετούν εφήμερους ιδεολογισμούς. Αφορούν στο ίδιο το μυστήριο της ύπαρξης, που μας καλεί να προσδοκούμε το ανέλπιστο και να αναλαμβάνουμε την ευθύνη της απόφασης. Κάθε τέτοια ανάληψη δεν είναι στατική και τελεσίδικη. Διαμορφώνεται ανάλογα με τις κοινωνίες, τους τόπους, τις εποχές, αλλά και στη βάση μας ηθικής, η οποία στέκεται κριτικά στη μεταφυσική αντίληψη περί μιας ανεξάρτητης από την ελεύθερη βούληση ιδέας του καλού.

2. Σύμφωνα με τον Schelling καθετί που υπάρχει μπορούμε να το κατανοούμε στο θεμέλιο του Είναι του μόνο ως προϊόν της βούλησής μας, εφόσον αυτή η βούληση είναι στην αντικειμενική της αλήθεια η ελευθερία να επιλέγουμε και να πράττουμε το καλό. Κατά τον Kierkegaard, δυνάμει της βουλητικής μας πράξης το καλό και το κακό αναγνωρίζονται ως θεμελιακές κατηγορίες του ηθικώς πράττειν. Η καινοτομία ενός τέτοιου βούλεσθαι έγκειται στο να προάγει αλήθειες που αποσαρθρώνουν την ψευδή συνείδηση και συνάμα καθιστούν περιττή μια εξωτερικά επιβεβλημένη ηθική, δηλαδή σωρευτικές και απρόσωπες αναλύσεις ή δεοντολογίες που προωθούν ορισμένοι ηθικιστές και οι οποίες τελικά δικαιολογούν την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων<.

3. Ορισμένοι διανοητές, προκειμένου να εξηγήσουν απρόβλεπτες ηθικές συγκρούσεις, εξετάζουν την έννοια του καθήκοντος στο πλαίσιο της ηθικής πράξης και επιχειρούν να διακρίνουν τα τέλεια από τα ατελή καθήκοντα, ώστε με βάση την προτεραιότητα του μείζονος καθήκοντος να επιλύονται οι συγκρούσεις. Ο Kant μίλησε για την αίσθηση του καθήκοντος, που χαρακτηρίζει την ηθική πράξη και η οποία τη διαχωρίζει από την προδιάθεση ή από το κίνητρο του κέρδους. Γι’ αυτό και σημασία δεν έχει τόσο η ίδια η πράξη, όσο το κίνητρο αυτής. Επομένως για να κρίνει κανείς την ηθικότητα της πράξης πρέπει να γνωρίζει την πρόθεση του πράττοντος. Αυτή η θέση του φιλοσόφου στηριζόταν στην πεποίθησή του πως όλοι οι άνθρωποι είναι ηθικοί και ξεκινούν από την αίσθηση του καθήκοντος. Αυτό σημαίνει περαιτέρω ότι κάθε ατομική πράξη για να είναι ηθική πρέπει να μπορεί να έχει μια καθολική ισχύ.

4. Έλεγε για παράδειγμα: «Να πράττεις σύμφωνα με αξιώματα που ταυτόχρονα θα ήθελες να ισχύουν ως οικουμενικοί νόμοι». Δηλαδή οι πράξεις σου να ακολουθούν εκείνα τα αξιώματα που θα ήθελες να έχουν γενική ισχύ και να καθοδηγούν τις πράξεις όλων. Η σύγχρονη ηθική διακινεί κατά κανόνα ένα χρηστομαθή λόγο περί καλού και κακού με απώτερο στόχο να εγκλωβίσει τον άνθρωπο μέσα στα δίχτυα μιας συναισθηματικής συναίνεσης σε ή για αυτό που προβάλλει η εξουσία ως καλό. Έτσι τον χειραγωγεί και τον εμποδίζει να αναπτύξει μια αυθεντικά ριζοσπαστική σκέψη και πράξη, που θα του επέτρεπε να συντρίβει στη γένεσή τους χρησιμοθηρικές θεωρίες και πρακτικές γύρω από το καλό και το κακό.

5. Ο Νίτσε θέλοντας να υπερβεί τη χρηστομάθεια που κυοφορεί δουλεία, υποταγή στους ισχυρούς, δοκίμασε να τοποθετηθεί πέρα από το καλό και το κακό. Διακήρυττε πως δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια ούτε απόλυτη αξία. Η εκρίζωση κάθε ιδέας περί απόλυτης αλήθειας και αξίας είναι βασική προϋπόθεση για την αναγέννηση της ανθρώπινης ύπαρξης. Εάν ο άνθρωπος, κατά τον Νίτσε, αναζητεί στην ηθική τη μη εξαπάτηση είναι σαν να πιστεύει ότι η ζωή δημιουργήθηκε από «φαινομενικότητες, πλάνες, απατηλά φαινόμενα και από την κοροϊδία τους». Οι ηθικές εντολές δεν είναι άσχετες από τις κοινωνικές τάξεις, στις θεωρήσεις των οποίων αντιστοιχούν. Ό,τι θεωρείται καλό για τις κυρίαρχες τάξεις, είναι το καλό που εξυπηρετεί τη δική τους ιδιοτέλεια, που δίνει δύναμη στους ανυπόληπτους και ανίκανους εξουσιαστές: όσο αυτοί υπολείπονται σε αξία και αυταξία, τόσο ταυτίζουν τις δικές τους ασυδοσίες με το γενικό καλό.

6. Το καλό για τους εκτός ουσίας [=εξ-ουσιαστές] συνεπάγεται συντριβή των καταπιεσμένων. Οι παράμετροι που ορίζουν την έννοια του καλού και του κακού είναι δύο, κατά τον Νίτσε: οι εξουσιαστές και οι καταπιεσμένοι. Οι δεύτεροι, μέσω θεολογικών ιερέων, πέτυχαν να επιβάλουν την ηθική της μνησικακίας τόσο στον εαυτό τους όσο και στους εξουσιαστές. Ο μνησίκακος διακρίνεται για την υποψία του, τις υπεκφυγές, τις ψεύτικες δικαιολογίες. Ξέρει να σιωπά, να σμικρύνεται, να ταπεινώνεται. Η μνησικακία σπρώχνει τους εξουσιαστές –αυτούς τους «βάρβαρους», «τα άγρια θηρία»- να κρύβονται από τους ίδιους τους εαυτούς τους. Η αντίθεση τελικά καλό και κακό εκφράζει τις αξιολογικές κρίσεις κυρίων και σκλάβων: για τους σκλάβους είναι η έννοια κακός που εμπνέει φόβο, ενώ για τους κυρίους είναι η έννοια καλός . αυτή εμπνέει και οφείλει να εμπνέει φόβο, η δε έννοια κακός ταυτίζεται με το καταφρονητέο. Εν τέλει, όπως τονίζει ο Νίτσε με γλαφυρότητα, «η ηθική των σκλάβων είναι η διάνοιξη προς όλες τις πανουργίες και τίθεται υπό την κυριαρχία των ισχυρών για να γίνει η κυρίαρχη ηθική».

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΚΑΙ Η ΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Στην ιστορία της φιλοσοφίας τα ζητήματα της ηθικής δεν ήταν μεταξύ εκείνων που προηγήθηκαν στη συστηματική διερεύνηση και στον στοχασμό. Αντίθετα, το ενδιαφέρον για τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου ακολούθησε τη μέριμνα για τη φύση και το εξωτερικό περιβάλλον της ανθρώπινης συμπεριφοράς. H φύση, επομένως, προηγήθηκε της ηθικής στην πορεία του φιλοσοφικού στοχασμού και της ενατένισης.

H αποφασιστική στιγμή που σημάδεψε τη στροφή του ενδιαφέροντος και της προσοχής από τον εξωτερικό στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου συνδέεται με την ιστορική παρουσία και τη διδασκαλία του Σωκράτη τον 5ο αιώνα π.X. Πράγματι, ο Σωκράτης που θανατώθηκε από τους συμπολίτες του το 399 π.X., δίκαια θεωρείται ως ο θεμελιωτής της ηθικής φιλοσοφίας επειδή έστρεψε το φως της σκέψης και του προβληματισμού του από τη φύση στην ψυχή και την ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου. Αυτή η «ανθρωποκεντρική» στροφή έκαμε έκτοτε την πορεία του φιλοσοφικού στοχασμού και ο Σωκράτης κατέκτησε μια αν όχι την κορυφαία θέση στο Πάνθεον των φιλοσόφων της ανθρωπότητας.

Tο «παράδοξο» είναι ότι τούτο το πέτυχε δίχως ποτέ ο ίδιος να γράψει τίποτα ή να οργανώσει κάποια σχολή ή κάποιο φιλοσοφικό σύστημα. Απλά με τη δύναμη του κριτικού στοχασμού και με την καθαρότητα του προσωπικού του παραδείγματος ζωής (μιας ζωής που την οικοδόμησε σαν έργο τέχνης) άφησε τέτοια εντύπωση στους συγκαιρινούς και τους φίλους του ώστε αυτό αρκούσε για να γράψουν κατόπιν εκείνοι (ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης) όσα έγραψαν για την ύπαρξη και τη σκέψη του ως παρακαταθήκη στην ιστορία του πνεύματος.

H γνώση της αρετής

Εξαρχής, το «γνώθι σαυτόν» της δελφικής προσταγής ο Σωκράτης το ερμήνευσε ως το έναυσμα για μια πορεία αναζήτησης που ένας σκεπτόμενος άνθρωπος θα μπορούσε να ακολουθήσει προκειμένου να επιτύχει την αρετή. Ως αρετή εννοούσε ο Σωκράτης την επιλογή του αγαθού, το «εὖ πράττειν», ύστερα από κριτική ανάλυση και στοχασμό. Συνέδεσε έτσι με τρόπο μοναδικό και αξεδιάλυτο την αρετή με τη γνώση, τη γνώση εκείνου που είναι πραγματικά και όχι φαινομενικά καλό και χρήσιμο στον άνθρωπο.

H λογική θεμελίωση της ηθικής συνίστατο επομένως στη στοχαστική διερεύνηση και αναζήτηση της αρετής. Yπ’ αυτήν την έννοια, η «αρετή είναι γνώση» και έως ότου αποκτήσει ο άνθρωπος τη γνώση δεν μπορεί να είναι ενάρετος. Όπως μαρτυρά ο Αριστοτέλης (Hθικά Nικομάχεια, 1144 b, 28–29), ο Σωκράτης θεωρούσε ότι οι αρετές ήταν μορφές λόγου («λόγους τάς ἀρετάς ᾤετο εἶναι/ἐπιστήμας γάρ εἶναι πάσας») διότι ήταν αδιάλυτα συνδεδεμένες με τη γνώση. Mε συνέπεια ούτε η επίτευξη του αγαθού να είναι δυνατή άνευ φρονήσεως, «ουδέ φρόνιμον άνευ της ηθικής».

Έδειξε, επιπλέον, ότι μόνο με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με τον ασίγαστο στοχασμό περί της αρετής, μπορεί να κερδίσει κανείς την αληθινή και διαρκή ευδαιμονία. H μαρτυρία του προσωπικού του παραδείγματος ήταν αδιάψευστη: πέθανε δίχως θλίψη, φόβο ή ταραχή, αλλά με εσωτερική γαλήνη και ηρεμία – ίσως και με ευδαιμονία, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν εκείνος που θέλησε ή επέλεξε τον θάνατό του.

O Σωκράτης συνέβαλε επίσης όσο κανείς έως τότε στον «εκδημοκρατισμό» της ηθικής θεωρίας, εφόσον κατέστησε την πρόσβαση σε αυτήν ανοικτή και διαθέσιμη στον καθένα που ήταν πρόθυμος να τη γνωρίσει. Γούτο το έπραττε με την προσφιλή του όσο και ιδιαίτερα αποτελεσματική μέθοδο της διαλογικής ανάλυσης (όπως φανερώνουν οι πλατωνικοί διάλογοι) μέσω της οποίας μπορούσε να εξετάζει και να ελέγχει τις απόψεις και τις ιδέες των συμπολιτών του με διαρκείς ερωταποκρίσεις αποκαλύπτοντας έτσι όχι μόνο την άγνοιά τους αλλά και την αληθινή φύση της αρετής.

Ήταν προφανώς πεπεισμένος ότι μόνο αυτό το είδος της διαλογικής αυτοεξέτασης και του αναστοχασμού κάνει τους ανθρώπους καλύτερους από ηθικής σκοπιάς. Kαι τούτο διότι υποβάλλεται έτσι κανείς σε διαρκή κριτικό έλεγχο σχετικά με το τι να κάνει ή να αποφύγει επί τη βάσει ηθικών κριτηρίων.

Όσο ο Πλάτων όσο και ο Αριστοτέλης, εξάλλου, θεωρούσαν την ηθική ως μέρος της πολιτικής, της οποίας η πρωτεύουσα λειτουργία ήταν να διαμορφώνει το πλαίσιο και τις συνθήκες ώστε τα μέλη της πολιτείας να μπορούσαν να κατακτήσουν την αληθινή ευδαιμονία. Έτσι, η επίτευξη της γνώσης και της αληθινής ευδαιμονίας καθίσταται η ουσία της επιστήμης του αγαθού, δηλαδή της ηθικής.

H πράξη της αρετής

Κατά τους αρχαίους Έλληνες η ηθική δεν περιοριζόταν στη θεωρητική μόνο ενασχόληση με το ζήτημα της αρετής αλλά κατ’ εξοχήν ενδιαφερόταν για την άσκησή της στην πράξη: όχι μόνο να στοχάζεται και να διερευνά κανείς το αγαθό, αλλά κυρίως να το πράττει στη ζωή του. Συναφώς, η έννοια της «επιστήμης» περιελάμβανε όχι μόνο την αφηρημένη γνώση ενός τομέα της σκέψης και της εμπειρίας, αλλά και την έντεχνη και επιδέξια εφαρμογή του στην πράξη. Δεν εκπλήσσει, επομένως, ότι μια ισχυρή κανονιστική διάσταση χαρακτήριζε την όλη επιστημονική δραστηριότητα, υπό την έννοια ότι συγκεκριμένες αξίες και κανονιστικά κριτήρια κατευθύνουν τη δράση των ανθρώπων και εκφράζονται σε ανάλογες έμπρακτες συμπεριφορές.

«H αρετή από μόνη της δεν εξαρκεί», δίδασκε ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του (1. 325 b, 12-13), «πρέπει επίσης να υπάρχει η δύναμη να μετατραπεί σε πράξη». Πράγμα που σημαίνει ότι εφόσον έχει ληφθεί μια απόφαση με ηθικά κριτήρια πρέπει κατόπιν να εφαρμοσθεί με συνέπεια. Βέβαια, ο μετασχηματισμός της αξίας σε πράξη και η σύμπτωση των απώτερων σκοπών και επιδιώξεων με τα συγκεκριμένα ενεργήματα συνιστά μείζον πρόβλημα που θέτει σε δοκιμασία την ηθική αντοχή και την ακεραιότητα του δρώντος υποκειμένου. «Φυσικά, η πράξη σε πολύ μικρότερο βαθμό προσεγγίζει την αλήθεια από ό,τι η σκέψη», επεσήμαινε ο Πλάτων στην Πολιτεία του (473 a, 1-2).

Eν τούτοις ο Σωκράτης έδειξε ο ίδιος με το παράδειγμά του τη δύναμη και την ετοιμότητα του ανθρώπου με ήθος να ζήσει σύμφωνα με τα κριτήρια και τις αξίες του. «Σφάλλεις αν νομίζεις πως κάποιος που έχει την παραμικρή αξία», υποστήριζε στην Απολογία του (28b, 5-9), «θα υπολόγιζε τον κίνδυνο της ζωής ή του θανάτου ή οτιδήποτε άλλο αντί να εξετάζει τούτο μόνο: Εάν η πράξη του είναι δίκαιη ή άδικη, και εάν αρμόζει στα έργα ενός καλού ή κακού ανθρώπου».

Ο Aνεξέταστος βίος είναι αβίωτος

Από ηθικής σκοπιάς, λοιπόν, η σύμπτωση θεωρίας και πράξης είναι αναγκαία, εφόσον η ηθική οντολογία δεν αφορά μόνο τις προθέσεις αλλά εξίσου την πραγμάτωση και την εκπλήρωσή τους. Θεωρία και πράξη συναπαρτίζουν ισότιμα μέρη της ζωής και της συγκρότησης του υποκειμένου, και δεν υπάρχει λόγος να υποθέτει κανείς ότι το ένα προηγείται και υπερέχει του άλλου. Μπορούμε, επομένως, να συμπεράνουμε ότι για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και βέβαια για τον Σωκράτη η ηθική συνίστατο στη γνώση και την επιλογή των καλών πραγμάτων στη ζωή. Επιπλέον, ο λόγος περί των αξιών που όφειλαν να εμπνέουν και να κατευθύνουν τη ζωή αποτελούσε μια αξία καθ’ εαυτήν, που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ευδαιμονία εάν επιδιώκετο με συνεπή και συστηματικό τρόπο.

Kατά τον Αριστοτέλη, μάλιστα, το ήθος δεν ήταν παρά «η συνήθεια του αγαθού» («ἡ δ’ ἠθική ἐξ ἔθους περιγίνεται», Hθικά Nικομάχεια, 1103 a, 17) και η ηθική στάση απορρέει απότην ελεύθερη επιλογή του αγαθού που γίνεται κατόπιν συνήθης πρακτική («η ηθική αρετή έξις προαιρετική», Hθικ. Nικ., 1139 a, 22–23). Mια απώτερη συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι ότι η ηθική επιλογή δεν αποτελεί τόσο ζήτημα επιβράβευσης ή τιμωρίας, αλλά ελεύθερη προτίμηση του αγαθού δίχως να υπεισέρχεται το δέλεαρ της ανταμοιβής ή το φόβητρο της ποινής.

Δεν ξενίζει, επομένως, ότι το πρωτεύον κριτήριο και η επιδίωξη της καλής διακυβέρνησης ήταν κατά τον Αριστοτέλη ο εθισμός των πολιτικών στην άσκηση της αρετής. Γούτο επιβεβαιώνεται, έγραψε στα Hθικά Nικομάχεια (1103 b, 4–7), από αυτό που συμβαίνει στις πολιτείες· γιατί οι νομοθέτες κάνουν τους πολίτες αγαθούς με τον σχηματισμό ανάλογων συνηθειών σε αυτούς («τούς πολίτες ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς»). Για να προσθέσει ότι «τούτη είναι η επιθυμία κάθε νομοθέτη, και αυτοί που δεν το καταφέρνουν χάνουν τον στόχο, και σε τούτο διαφέρει μια καλή από μια κακή πολιτεία».

Εφόσον ηθική συνιστά μια πρωτεύουσα λειτουργία της πολιτικής προκύπτει ότι η κύρια αποστολή των πολιτικών είναι να μεριμνούν για την ηθική καλλιέργεια και τελείωση των πολιτών. Προκειμένου όμως να το επιτύχουν αυτό χρειάζονται και οι ίδιοι γνώση, τη γνώση της αρετής, πράγμα που αποκτάται με τη διαρκή διερεύνηση και τον αυστηρό και ασίγαστο έλεγχο των πραγμάτων και των καταστάσεων.

Στο τέλος τέλος, η ηθική συνοχή δεν αποκτάται παρά μόνο μέσα από τη διαρκή αναζήτησή της. Και τούτο είναι το μέγα προνόμιο των ανθρώπινων όντων, διαφορετικά η ζωή δεν έχει αξία. Bίος ανεξέταστος δεν είναι αποδεκτός από τον άνθρωπο («ὁ δέ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτός ἀνθρώπῳ»), κατέληξε ο Σωκράτης στην εκπληκτική Aπολογία του (28, 12). Κοντολογίς, η ηθική στάση ως αποτέλεσμα μιας ξεχωριστής για τον καθένα πορείας και αναζήτησης είναι αυτό που κάνει τη ζωή, την «τέχνη της ζωής», μια τόσο δημιουργική και ενδιαφέρουσα υπόθεση.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ΠΛ Πολ 330d–331d

Ο Κέφαλος θεωρεί ότι δικαιοσύνη είναι η εντιμότητα στις συναλλαγές

Θέμα της Πολιτείας αποτελεί η φύση της δικαιοσύνης και της αδικίας. Στις εισαγωγικές παραγράφους ο Σωκράτης διηγήθηκε πώς βρέθηκε στο σπίτι του πλούσιου μέτοικου Κέφαλου και πώς ξεκίνησε τη συζήτηση μαζί του: ο Σωκράτης υποστήριξε ότι ο Κέφαλος μπορούσε να υπομείνει ευκολότερα τα γηρατειά χάρη στην περιουσία του. Και συνεχίζει:


[330d] ἀλλά μοι ἔτι τοσόνδε εἰπέ·
τί μέγιστον οἴει ἀγαθὸν ἀπολελαυκέναι τοῦ πολλὴν οὐσίαν
κεκτῆσθαι;

Ὅ, ἦ δ’ ὅς, ἴσως οὐκ ἂν πολλοὺς πείσαιμι λέγων. εὖ
γὰρ ἴσθι, ἔφη, ὦ Σώκρατες, ὅτι, ἐπειδάν τις ἐγγὺς ᾖ τοῦ
οἴεσθαι τελευτήσειν, εἰσέρχεται αὐτῷ δέος καὶ φροντὶς περὶ
ὧν ἔμπροσθεν οὐκ εἰσῄει. οἵ τε γὰρ λεγόμενοι μῦθοι περὶ
τῶν ἐν Ἅιδου, ὡς τὸν ἐνθάδε ἀδικήσαντα δεῖ ἐκεῖ διδόναι
[330e] δίκην, καταγελώμενοι τέως, τότε δὴ στρέφουσιν αὐτοῦ τὴν
ψυχὴν μὴ ἀληθεῖς ὦσιν· καὶ αὐτός ―ἤτοι ὑπὸ τῆς τοῦ γήρως
ἀσθενείας ἢ καὶ ὥσπερ ἤδη ἐγγυτέρω ὢν τῶν ἐκεῖ μᾶλλόν
τι καθορᾷ αὐτά― ὑποψίας δ’ οὖν καὶ δείματος μεστὸς γίγνε-
ται καὶ ἀναλογίζεται ἤδη καὶ σκοπεῖ εἴ τινά τι ἠδίκησεν.
ὁ μὲν οὖν εὑρίσκων ἑαυτοῦ ἐν τῷ βίῳ πολλὰ ἀδικήματα καὶ
ἐκ τῶν ὕπνων, ὥσπερ οἱ παῖδες, θαμὰ ἐγειρόμενος δειμαίνει
[331a] καὶ ζῇ μετὰ κακῆς ἐλπίδος· τῷ δὲ μηδὲν ἑαυτῷ ἄδικον
συνειδότι ἡδεῖα ἐλπὶς ἀεὶ πάρεστι καὶ ἀγαθὴ γηροτρόφος,
ὡς καὶ Πίνδαρος λέγει. χαριέντως γάρ τοι, ὦ Σώκρατες,
τοῦτ’ ἐκεῖνος εἶπεν, ὅτι ὃς ἂν δικαίως καὶ ὁσίως τὸν βίον
διαγάγῃ,

γλυκεῖά οἱ καρδίαν
ἀτάλλοισα γηροτρόφος συναορεῖ
ἐλπὶς ἃ μάλιστα θνατῶν πολύστροφον
γνώμαν κυβερνᾷ.

εὖ οὖν λέγει θαυμαστῶς ὡς σφόδρα. πρὸς δὴ τοῦτ’ ἔγωγε
τίθημι τὴν τῶν χρημάτων κτῆσιν πλείστου ἀξίαν εἶναι, οὔ
[331b] τι παντὶ ἀνδρὶ ἀλλὰ τῷ ἐπιεικεῖ καὶ κοσμίῳ. τὸ γὰρ μηδὲ
ἄκοντά τινα ἐξαπατῆσαι ἢ ψεύσασθαι, μηδ’ αὖ ὀφείλοντα ἢ
θεῷ θυσίας τινὰς ἢ ἀνθρώπῳ χρήματα ἔπειτα ἐκεῖσε ἀπιέναι
δεδιότα, μέγα μέρος εἰς τοῦτο ἡ τῶν χρημάτων κτῆσις συμ-
βάλλεται. ἔχει δὲ καὶ ἄλλας χρείας πολλάς· ἀλλὰ ἕν γε
ἀνθ’ ἑνὸς οὐκ ἐλάχιστον ἔγωγε θείην ἂν εἰς τοῦτο ἀνδρὶ
νοῦν ἔχοντι, ὦ Σώκρατες, πλοῦτον χρησιμώτατον εἶναι.

[331c] Παγκάλως, ἦν δ’ ἐγώ, λέγεις, ὦ Κέφαλε. τοῦτο δ’ αὐτό,
τὴν δικαιοσύνην, πότερα τὴν ἀλήθειαν αὐτὸ φήσομεν εἶναι
ἁπλῶς οὕτως καὶ τὸ ἀποδιδόναι ἄν τίς τι παρά του λάβῃ, ἢ
καὶ αὐτὰ ταῦτα ἔστιν ἐνίοτε μὲν δικαίως, ἐνίοτε δὲ ἀδίκως
ποιεῖν; οἷον τοιόνδε λέγω· πᾶς ἄν που εἴποι, εἴ τις λάβοι
παρὰ φίλου ἀνδρὸς σωφρονοῦντος ὅπλα, εἰ μανεὶς ἀπαιτοῖ,
ὅτι οὔτε χρὴ τὰ τοιαῦτα ἀποδιδόναι, οὔτε δίκαιος ἂν εἴη ὁ
ἀποδιδούς, οὐδ’ αὖ πρὸς τὸν οὕτως ἔχοντα πάντα ἐθέλων
τἀληθῆ λέγειν.

[331d] Ὀρθῶς, ἔφη, λέγεις.

Οὐκ ἄρα οὗτος ὅρος ἐστὶν δικαιοσύνης, ἀληθῆ τε λέγειν
καὶ ἃ ἂν λάβῃ τις ἀποδιδόναι.

Πάνυ μὲν οὖν, ἔφη, ὦ Σώκρατες, ὑπολαβὼν ὁ Πολέμαρχος,
εἴπερ γέ τι χρὴ Σιμωνίδῃ πείθεσθαι.

Καὶ μέντοι, ἔφη ὁ Κέφαλος, καὶ παραδίδωμι ὑμῖν τὸν
λόγον· δεῖ γάρ με ἤδη τῶν ἱερῶν ἐπιμεληθῆναι.

Οὐκοῦν, ἔφη, ἐγώ, ὁ Πολέμαρχος, τῶν γε σῶν κληρονόμος;

Πάνυ γε, ἦ δ’ ὃς γελάσας, καὶ ἅμα ᾔει πρὸς τὰ ἱερά.

***
Να σε ρωτήσω όμως και κάτι άλλο: Ποιο νομίζεις πως είναι το πιο σημαντικό καλό που οφείλεις στο ότι έχεις μεγάλη περιουσία;

Κάτι, είπε, που, αν το πω, ίσως δεν θα 'ναι πολλοί αυτοί που θα το δεχθούν. Να το ξέρεις, Σωκράτη, συνέχισε, πως όταν κάποιος φθάσει πολύ κοντά να πιστέψει ότι πρόκειται να πεθάνει, αρχίζει να αισθάνεται ένα δέος και να νοιάζεται για πράγματα τα όποια πρωτύτερα δεν τον ανησυχούσαν. Οι μύθοι, ας πούμε, που λέγονται για όσα συμβαίνουν στον Άδη, ότι δηλαδή όποιος διέπραξε εδώ αδικήματα εκεί στον Κάτω Κόσμο θα τιμωρηθεί, ενώ μέχρι πριν από λίγο τα κορόιδευε, τώρα του αναστατώνουν την ψυχή, μήπως κι είναι αληθινά. Κι αυτός ―θέλεις από γεροντική αδυναμία, θέλεις επειδή όντας τώρα πιο κοντά στον Κάτω Κόσμο τα βλέπει αυτά τα πράγματα καθαρότερα― αρχίζει να βάζει πολλά με το νου του και κυριεύεται από φόβο κι αναλογίζεται τώρα και ψάχνει μήπως αδίκησε κανέναν σε κάτι. Όποιος λοιπόν διαπιστώνει ότι στη ζωή του διέπραξε πολλά αδικήματα, πετάγεται συχνά από τον ύπνο σαν τα μικρά παιδιά τρομαγμένος και ζει στην απελπισία. Όποιος πάλι νιώθει μέσα του πως δεν έχει διαπράξει κάτι άδικο, δεν χάνει ποτέ τη γλυκιά ελπίδα, την αγαθή «γηροτρόφισσα», όπως λέει και ο Πίνδαρος. Γιατί στ' αλήθεια, Σωκράτη, όμορφα το 'πε εκείνος πως όποιος περάσει με δικαιοσύνη κι ευσέβεια από τη ζωή,

«γλυκιά τον συντροφεύει
και του φτερώνει την καρδιά η γηροτρόφισσα
η ελπίδα, της πολυμήχανης γνώμης των θνητών
η πιο τρανή η κυβερνήτρα».

Είναι καταπληκτικά όμορφοι στίχοι! Και σε τούτο κατά τη γνώμη μου έγκειται η μεγάλη αξία του πλούτου, όχι ίσως για τον καθένα αλλά για έναν άνθρωπο σωστό και ευπρεπή. Στο να ξεκινάς δηλαδή για τον Άλλο Κόσμο χωρίς το φόβο ότι εξαπάτησες ή ξεγέλασες, έστω και δίχως να το θέλεις, κάποιον, και χωρίς να χρωστάς θυσίες σε θεό ή χρήματα σε κάποιον άνθρωπο, σε αυτό ο πλούτος συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό. Και λογαριάζοντάς τα όλα ένα προς ένα, εγώ τουλάχιστον, Σωκράτη, το πράγμα αυτό δεν θα το χαρακτήριζα ως το τελευταίο για το οποίο ο πλούτος είναι κάτι πάρα πολύ χρήσιμο.

Έξοχα, απάντησα εγώ, τα λες, Κέφαλε. Αλλά τούτο το πράγμα, τη δικαιοσύνη, θα το ταυτίσουμε έτσι απλά με την αλήθεια και με το να επιστρέφει κανείς ό,τι έχει πάρει από κάποιον ή θα δεχθούμε ότι και αυτές οι πράξεις άλλοτε είναι δίκαιες και άλλοτε άδικες; Εννοώ τούτο: Αν κάποιος παραλάβει προς φύλαξη όπλα από έναν φίλο του, ο οποίος έχει σώες τις φρένες, κι αν έπειτα ο φίλος του αυτός, έχοντας στο μεταξύ χάσει τα λογικά του, ζητήσει να του τα επιστρέψει, καθένας θα συμφωνούσε πως ούτε πρέπει να τα επιστρέψει αυτά τα όπλα ούτε θα ήταν δίκιο να το πράξει, ούτε επίσης ότι θα όφειλε να λέει κανείς όλη την αλήθεια σε κάποιον που βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση.

Σωστά λες, είπε.

Επομένως, δεν είναι αυτό μέτρο της δικαιοσύνης, το να λέει δηλαδή κάποιος την αλήθεια και να επιστρέφει ό,τι έχει πάρει.

Ναι, Σωκράτη, είναι, είπε διακόπτοντας ο Πολέμαρχος, αν πρόκειται βέβαια να δώσουμε πίστη στον Σιμωνίδη.

Ωραία, ωραία, έκανε ο Κέφαλος· παραδίνω το λόγο σε σας, εγώ πρέπει τώρα να φροντίσω για τη θυσία.

Λοιπόν, είπε ο Πολέμαρχος, είμαι εγώ ο κληρονόμος σου;

Βεβαίως, απάντησε εκείνος γελώντας και ταυτόχρονα κατευθύνθηκε στο σημείο της θυσίας.