Κυριακή 27 Αυγούστου 2023

Η θρησκεία ως όψη του τρόπου ζωής των αρχαίων Ελλήνων

Η θρησκεία ενός λαού είναι κατά κάποιον τρόπο ο τύπος που αποκωδικοποιεί την ουσία του. Αποκαλύπτει την ιδιομορφία του στην ευρύτερη κλίμακα. Είναι το απόσταγμα της εσωτερικής του ιστορίας από πανάρχαιους χρόνους. Στη διαμόρφωση της θρησκείας συμβάλλουν όλες οι ανθρώπινες δυνάμεις, ψυχή, διάνοια, πνεύμα, και όλα τα κοινωνικά στρώματα. Η θρησκεία επιδέχεται λιγότερο από οποιοδήποτε άλλο φαινόμενο την σχετικοποίηση, περιέχει στην πιο καθαρή μορφή το Απόλυτο ενός λαού και απαιτεί από τον παρατηρητή ένα ναι ή ένα όχι -ειδάλλως του απαγορεύει την πρόσβαση.

Οι Έλληνες αποδεσμεύτηκαν από την κυριαρχία της θρησκείας στη ζωή. Ο πολιτισμός τους έχει κοσμικό χαρακτήρα, από την πρώιμη περίοδό του παρουσιάζει μια τάση εκκοσμίκευσης. Όμως εδώ η εκκοσμίκευση δεν σημαίνει όπως στην Νεωτερικότητα απάλειψη του θεού, αλλά μια μετατροπή· το θείο επιβιώνει σε διαρκώς ανανεούμενες μορφές. Έτσι το θρησκευτικό στοιχείο ανήκει και στην περίπτωση των Ελλήνων στο κέντρο της εικόνας του πολιτισμού τους, και δεν επιτρέπεται να απωθηθεί στο περιθώριο.

Η λατινικής προέλευσης έκφραση «Religion» [«θρησκεία»] δεν καλύπτει επακριβώς τα ελληνικά δεδομένα. Αντ’ αυτής έγινε λόγος για την «πίστη» των Ελλήνων, αλλά έτσι η ρωμαϊκή αντικαταστάθηκε από μιαν εξίσου ακατάλληλη προτεσταντική έννοια. Εάν στο γερμανικό μου κείμενο εδώ διατηρείται η, όπως έχουν τα πράγματα, αναπόφευκτη λέξη Religion, αυτό οφείλεται σε καθαρά πρακτικούς λόγους· η διαίρεση της ακόλουθης παρουσίασης έχει επίσης καθαρά πρακτικό χαρακτήρα και δεν προσανατολίζεται στη φιλοσοφία της θρησκείας.

Α. Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

1. Η ιερή πράξη

α) Θυσία

Το ζώο που θα θυσιαστεί επιλέγεται: πρέπει να είναι ωραίο και ακέραιο, λευκού ή μαύρου χρώματος, όχι μισερό. Βουρτσίζεται και στολίζεται, τα κέρατα στεφανώνονται ή επιχρυσώνονται. Αρχικά πρόκειται για ένα μόνο ζώο, υπάρχουν όμως και μαζικές θυσίες, οι εκατόμβες. Οι συμμετέχοντες προπαρασκευάζονται και αυτοί: οφείλουν να είναι καθαροί, φορούν συνήθως λευκές ενδυμασίες, και έχουν ως κόσμημά τους το στεφάνι, το οποίο για τους Έλληνες αναδείχτηκε στο πραγματικό σύμβολο της ευφρόσυνης τελετής (όταν κανείς μαθαίνει μια θλιβερή είδηση κατά τη διάρκεια της θυσιαστήριας τελετής, το βγάζει το στεφάνι). Γίνεται η προετοιμασία των σκευών (θυτικό κάνιστρο, πέλεκυς, μαχαίρι), ανάβεται η φωτιά πάνω στον καθαρισμένο βωμό, συγκεντρώνεται η θυτική κοινότητα, και ο θύτης (αυτός μπορεί να είναι η κεφαλή της οικογένειας ή ένας ιερέας) αρχίζει να ιερουργεί.

Στην αρχή τελείται η προκαταρκτική θυσία. Νερό και κριθάρι περιφέρονται γύρω από το βωμό· κατόπιν ραντίζουν το νερό με τα χέρια και πετούν τους κόκκους του κριθαριού προς το βωμό. Στις θυσίες που τελεί ολόκληρη η κοινότητα ο κήρυκας ανοίγει την τελετή ρωτώντας: ποιός είναι εδώ; Το πλήθος των συγκεντρωμένων απαντά: «πολλοί κἀγαθοί». Κατόπιν ο κήρυκας τους προτρέπει να σωπάσουν και ο θύτης λέει την προσευχή.

Ο πυρήνας της τελετής είναι η σφαγή του ζώου. Ακούγεται μουσική (αυλοί· παλαιότερα μουσική από έγχορδα). Στην αρχή κόβουν τρίχες από το κούτελο του ζώου και τις ρίχνουν στη φωτιά· έτσι η ιεροπραξία τελείται μια πρώτη φορά προκαταβολικά με συμβολικό τρόπο. Το ζώο δέχεται ένα χτύπημα που προκαλεί αναισθησία και σωριάζεται, κατόπιν το ανασηκώνουν, του κόβουν την αρτηρία, συγκεντρώνουν το αίμα που αναβλύζει σε μια γαβάθα και το χύνουν πάνω στο βωμό. Ακολουθεί ο τεμαχισμός (διαίρεσις), μια δύσκολη τέχνη. Αποχωρίζονται και αφαιρούνται τα εντόσθια, το συκώτι, η ιδιαίτερα σημαντική γλώσσα και το δέρμα. Ακολούθως κόβεται το μερίδιο που αναλογεί στους θεούς, ένα κομμάτι από την ουρά, τα κόκαλα που περιβάλλονται από λίπος, και καίγεται πάνω στα σκαλοπάτια του βωμού.

Εκτός από τη μουσική των οργάνων η τέλεση της σφαγής συνοδεύεται από κραυγές και ύμνους· οι γυναίκες αρχίζουν τον τελετουργικό θρήνο (ὀλολυγή), ενώ οι άντρες τραγουδούν τον παιάνα, όπου έχει τη θέση του και ο κυκλικός χορός. Αυτό το μουσικό στοιχείο αποτελεί τη μετάβαση από τη σφαγή στο φαγοπότι που ακολουθεί τη θυσία, το οποίο ρυθμίζεται από μιαν εθιμοτυπία αρχαϊκή: το κρέας δεν βράζεται αλλά ψήνεται κατά τον αρχαίο τρόπο, και οι συνδαιτυμόνες δεν ξαπλώνουν δίπλα στα εδέσματα, κατά το νεό­τερο ανατολικής προέλευσης έθιμο, αλλά συχνά κάθονται. Το ψητό συνοδεύεται και από κρασί. Σημαντική υπόθεση είναι η αρμόζουσα διανομή των μερίδων (μοίρα), η οποία είναι έργο του θύτη. Στη Σπάρτη, π.χ., ο βασιλιάς παίρνει διπλή μερίδα.

Το σφάγιο είναι τροφή για τον θεό. Όταν κάποτε οι άνθρωποι έριζαν με τους θεούς, ο αντιπρόσωπός τους, ο Προμηθέας, εξαπάτησε τον Δία ως εξής: στοίβαξε σε έναν σωρό όλα τα κόκαλα του θυσιασμένου ζώου, επιμελώς περιτυλιγμένα με λίπος, και σε έναν άλλο το κρέας, αφήνοντας τον Δία να διαλέξει. Εκείνος ξεγελάστηκε και διάλεξε τον μεγάλο σωρό με τα κόκαλα. Στον μύθο αυτό (Ησίοδος, Θεογονία 535 έως 557) εκδηλώνεται η αίσθηση ότι στην πραγματικότητα αρμόζει να προσφερθεί ολόκληρο το ζώο ως έδεσμα στους θεούς. Η τεχνική με την οποίαν η προσφορά προωθείται προς τον θεό ποικίλλει. Το απλούστερο μέσο είναι να την εναποθέσουν μπροστά του, όπως η ιέρεια Θεανώ επιθέτει πάνω στο γόνατο της Αθηνάς τον πέπλο που έχει φτιάξει η Εκάβη (Ιλιάδα Ζ 303). Οτιδήποτε πόσιμο προσφέρεται στον θεό γίνεται σπονδή που χύνεται στο δάπεδο. Για την εστίαση των θεών αναπτύχθηκε η πρακτική της καύσης της μερίδας τους. Ενδεχομένως κάτι τέτοιο να είχε την πρωταρχική σημασία του εξαγνισμού στη φωτιά. Ωστόσο για τους Έλληνες είναι εντελώς φυσική η ιδέα, ότι οι θεοί τρέφονται από την τσίκνα του λίπους που καίγεται (κνίση). Ανάμεσα στις κακουχίες του μακρινού ταξιδιού που τον περιμένει πάνω από τη θάλασσα, ο Ερμής συγκαταλέγει και το ότι πουθενά στο δρόμο δεν θα τον αναζωογονήσει κάποια θυσία (Οδύσσεια ε 101).

Εκτός από το σφάγιο, που συνήθως είναι οικόσιτο, προσφέρονται φαγώσιμα: καρποί, μέλι, γάλα, κριθάρι, στάρι, γλυκά, κρασί, λάδι. Συχνά είναι επίσης τα καπνιστά, ντόπια ευώδη βότανα, όπως η δάφνη, και εξωτικά προϊόντα, όπως το λιβάνι.

Εντελώς διαφορετική από τη θυσία εστίασης είναι η αρχαϊκότερη εξολοθρευτική θυσία. Αυτή συχνά τελείται τη νύχτα, ενώ η θυσία- εστίασης μόνο τη μέρα. Το σφάγιο καίγεται ολοσχερώς («ολοκαυστική» θυσία), ενώ οι άνθρωποι δεν επιτρέπεται να γευτούν τίποτα από αυτό- μπορεί όμως να απομακρυνθεί και με κάποιον άλλο τρόπο, να πεταχτεί στη θάλασσα ή σε άλλα νερά, να ταφεί, ή απλώς να πεταχτεί μακριά. Τις περισσότερες φορές τα σφάγια αυτά προορίζονται για τους υποχθόνιους -τους νεκρούς, τον Άδη, τις Ευμενίδες - ή ακόμη και για τους ανέμους.

Εξολοθρευτική θυσία είναι και η ανθρωποθυσία, περιπτώσεις της οποίας σημειώνονται σποραδικά στην Ελλάδα, ακόμη και στην ιστορική εποχή. Ωστόσο η επική ποίηση την εκλαμβάνει ήδη ως ωμότητα, όπως όταν ο Αχιλλέας εκτελεί αιχμαλώτους ως προσφορά στον νεκρό Πάτροκλο. Συνολικά η ανθρώπινη συμπόνια την κατέστειλε με επιτυχία. Στην ιστορία της θυσίας της Ιφιγένειας στην Αυλίδα παρεμβαίνει η ίδια η θεότητα, εμποδίζοντας την τελευταία στιγμή την ανθρωποθυσία που η ίδια της είχε απαιτήσει, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση του Αβραάμ και του Ισαάκ στην Παλαιά Διαθήκη. Η διαφορά βέβαια έγκειται στο ότι οι Έλληνες αποδέχονται χωρίς όρους τη συμπεριφορά της θεότητας και δεν την ερμηνεύουν θεολογικά ως πράξη δοκιμασίας.

Το γεγονός πως το θύμα πρέπει να είναι κάτι ιδιαίτερα προσφιλές και πολύτιμο, που δύσκολα το αποχωρίζεται κανείς, υποδηλώνει μιαν εσωτερίκευση του καθαρώς τελετουργικού στοιχείου. Στις αντιλήψεις τους για τη μυθική ανθρωποθυσία, οι Έλληνες προχώρησαν ακόμη περισσότερο αυτόν τον εξευγενισμό: η μεταγενέστερη τραγωδία αναπτύσσει το θέμα του θανάτου ως θυσία για κάποιον άλλο, για τον σύζυγο (Άλκηστις) ή για την κοινή υπόθεση {Ιφιγένεια εν Αυλίδι). Η επιταγή της θυσίας αυτή καθαυτήν γίνεται αποδεκτή, ερωτήματα για την εσωτερική της νομιμότητα δεν τίθενται. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ηθική πράξη του θυσιαζόμενου· διότι αποτελεί όρο αυτής της θυσίας πως οι νέοι, αθώοι άνθρωποι που τους έλαχε αυτή η μοίρα αποδέχονται την αναγκαιότητά της και προσφέρουν εκούσια τη ζωή τους για χάρη των άλλων. Αυτή η ηθικοποίηση αναπτύσσεται από απλοϊκές τάσεις της παλαιότερης αντίληψης για τη θυσία· έτσι και το ζώο που θυσιαζόταν όφειλε να είναι νεαρής ηλικίας, ως στοιχείο της αρτιότητάς του- ήταν επίσης σημαντικό να πάει στον βωμό καλοπροαίρετα (έπρεπε μάλιστα να κατανεύσει, εκφράζοντας με τον τρόπο αυτόν τη συγκατάθεσή του).

Όπως κάθε τυπικό, έτσι και η τέλεση θυσιών εύκολα καταλήγει στην ακαμψία και την εξωτερικότερα. Στην περίπτωση αυτήν το ζωντανό θρησκευτικό αίσθημα ενδέχεται να το εγκαταλείψει και να αναζητήσει άλλους δρόμους και μορφές έκφρασης, πέρα από το τυπικό. Πιο χαρακτηριστική για τον τρόπο της ελληνικής θρησκείας είναι η άλλη διέξοδος, αυτή που επιζητά να ξυπνήσει νέα ζωή εντός του τυπικού, με την εσωτερίκευση, την ηθικοποίηση και τη μετουσίωση. Η τελετουργική πράξη της θυσίας αυτή καθαυτή δεν επαρκεί πλέον, με όση μεγαλοπρέπεια και αν τελείται· σημασία δίνεται τώρα στο φρόνημα με το οποίο επιτελείται. Τέτοιου είδους αιτήματα ακούμε προπάντων από τους φιλοσόφους: σε σχέση προς τη μαζική προσφορά σφαγίων και την πολυτελή, επιδεικτική δαπάνη που κυριαρχεί στις εορταστικές θυσίες, ο Θεόφραστος διατυπώνει το αίτημα οι θυσίες να είναι λιτές, αλλά τακτικές. Αλλά και η θεολογία των ίδιων των ιερών τόπων[1] στο φρόνημα εστιαζόταν στους Δελφούς κυκλοφορούσαν ηθοπλαστικές ιστορίες πως ο θεός προτιμούσε την ταπεινή προσφορά του απλού αγρότη από τις γεμάτες χλιδή θυσίες των πλουσίων ή, π.χ., από εκείνες των ετρουσκικών πόλεων επιπλέον, στον Ασκληπιό της Επίδαυρου τον επισκέπτη υποδεχόταν το ακόλουθο απόφθεγμα:[2] Αν πλησιάζεις στον εσωτερικό χώρο του ιερού ναού:

Καθαρός πρέπει να είσαι, και καθαρή είναι μόνο η ευσεβής καρδιά.

β) Κάθαρση

Η καθαρότητα αποτελεί προϋπόθεση της θυσίας. Ορισμένες ωστόσο θυσίες αποβλέπουν και οι ίδιες στην κάθαρση (θυσία εξιλασμού). Κατά την αρχαϊκή εποχή το μίασμα που χρήζει κάθαρσης είναι ένα στοιχείο υλικό ή περίπου υλικό· όπως περίπου και εμείς λέμε ακόμη για τον δολοφόνο ότι «στάζει αίμα από τα χέρια του». Έτσι λοιπόν, η απλούστερη μέθοδος καθαρισμού συνίσταται σε διάφορες πλύσεις. Ακόμη και το ίδιο το ομοίωμα του θεού λούζεται στην μεγάλη ετήσια κάθαρση (πλυντήρια), ή σε περίπτωση που κηλιδωθεί (Ευριπίδης, Ιφιγένεια εν Ταύροις). Ακάθαρτος μπορεί να είναι επίσης ένας τόπος ή μια ολόκληρη κοινότητα. Σε μια τέτοια περίπτωση το ακάθαρτο υλικό στοιχείο απομακρύνεται με νερό, φωτιά και θειάφι καθώς και με άλλα μέσα και πρακτικές. (Κυλώνειο Άγος, Επιμενίδης). Η μίανση προκαλείται μέσω επαφής με κάτι ακάθαρτο, π.χ. με έναν νεκρό ή μια λεχώνα (τέτοια πρόσωπα περιβάλλονται από ένα noli me tangere, είναι «ταμπού»). Σύμφωνα με μια πανάρχαια πίστη η αρρώστια είναι επίσης ένα είδος μίανσης και ίασή της είναι ο καθαρμός. Επιπλέον είναι δυνατόν κάθε ακαθαρσία να φορτωθεί σε ένα πρόσωπο, το οποίο κατόπιν αποδιώχνεται (αποδιοπομπαίος τράγος).[3]

Ο λοιμός για τον οποίο γίνεται λόγος στην αρχή της Ιλιάδας είναι μια μίανση και εκτός από τον εξιλασμό (συμφιλίωση με τον ιερέα, προσευχή και θυσία στον Απόλλωνα), ο Αγαμέμνων καλεί το στράτευμα να καθαριστεί (ἀπολυμαίνεσθαι) και να πετάξει τα «λύματα» στη θάλασσα (Ιλιάδα A 313 κ.ε.). Στον Οιδίποδα Τύραννο ο Σοφοκλής παραπέμπει ακριβώς στην αρχή της Ιλιάδας. Εδώ οι συνέπειες του μιάσματος είναι ακόμη πιο σοβαρές: εκτός από τον ίδιο τον λοιμό, προκαλεί την αναστολή κάθε μορφής γονιμότητας, χωράφια και ζώα και ο κόλπος των γυναικών γίνονται άκαρπα. Και στις δύο περιπτώσεις οι άνθρωποι είναι αμήχανοι, και αυτό που τους απομένει είναι να αναζητήσουν κάποιο μέσο σωτηρίας με τη βοήθεια της μαντικής. Χαρακτηριστικό για τον πανάρχαιο χαρακτήρα της εν λόγω αντίληψης είναι το γεγονός ότι το μίασμα παραμένει πέρα από κάθε ηθική κατηγοριοποίηση. Είναι ένα πράγμα υπαρκτό, με αντικειμενική υπόσταση, πλήττει οποιονδήποτε βρεθεί κοντά σαν μια μεταδοτική δηλητηριώδης πνοή.

Το βαρύτερο μίασμα είναι αυτό που προκαλείται από το ανθρώπινο αίμα. Στη διαμόρφωση αυτής της αντίληψης συνέβαλαν πρόδηλα από νωρίς ηθικές ιδέες· έτσι η θανάτωση αποτιμάται με διαφορετικούς τρόπους: η πιο εύκολη περίπτωση είναι αυτή που συμβαίνει στον πόλεμο, ενώ τις βαρύτερες συνέπειες τις έχει ο φόνος συγγενών, όπως στην περίπτωση των μητροκτόνων Ορέστη και Αλκμαίωνα. Ο δολοφονημένος επιστρέφει, σαν φάντασμα, και παίρνει την εκδίκησή του· αυτό το εκδικητικό πνεύμα είναι η Ερινύς των νεκρών. Η εκδίκηση είναι κατά πρώτον λόγο καθήκον των συγγενών· η ρύθμιση και η ηθική της οριοθέτηση εναπόκειται προπάντων στον θεό Απόλλωνα. Η απολλώνεια θρησκεία χρησιμοποίησε για τον σκοπό αυτό τον παλιό φόβο της μίανσης και τις αντιλήψεις περί κάθαρσης ως παιδαγωγικό μέσο.

Οι Έλληνες εσωτερικεύουν από νωρίς την υλική, απλώς τελετουργική καθαρότητα. Με αξιοθαύμαστο τρόπο το ήθος της καθαρότητας διέπει την πρώτη ελεγεία του Ξενοφάνη (Β 1 Diels, 1 Diehl): το δάπεδο, τα χέρια και ο κύλικας είναι καθαρά, δίπλα βρίσκεται έτοιμος και μοσχοβολώντας ο κρατήρας με το κρασί, το νερό είναι δροσερό, γλυκόπιοτο και καθαρό· στο σημείο αυτό επιβάλλεται πρώτα από όλα να υμνηθούν οι θεοί με εύφημες λέξεις και λόγο καθαρό.

Η καθαρότητα των πραγμάτων βιώνεται εδώ ως ένα στοιχείο της εορταστικής προσδοκίας και της ευγενούς ευφροσύνης, από την οποίαν εμφορείται το συμπόσιο που αρχίζει. Η απαίτηση, ωστόσο, να είναι καθαρός ο ύμνος των θεών περικλείει τη νέα στροφή προς τον εσωτερικό κόσμο, την απόρριψη των ανάρμοστων μυθικών παραστάσεων· πίσω της βρίσκεται ο ένας, ο καθαρός θεός.

γ) Τέλεση

Άλλου είδους από τις ιερουργίες που προαναφέρθηκαν είναι η τέλεση. Εδώ η δράση δεν έχει αποδέκτες τους θεούς, αλλά εκτελείται ενώπιον της κοινότητας, η οποία την «βιώνει» σαν κάτι στο οποίο συμμετέχει και η ίδια. Είναι θα λέγαμε μια δραματική πράξη (δρώμενον) που γίνεται αντικείμενο «θέασης», η αναπαράσταση, η επανάληψη ενός ιερού συμβάντος. Στο πλαίσιο της τρέχουσας ελληνικής λατρείας, τέτοιου είδους τελετές, όπως π.χ. ο ιερός γάμος, είναι σπάνιες, αποτελούν ωστόσο τον πυρήνα των μυστηριακών τελετών, η πιο επιφανής από τις οποίες ελάβαινε χώρα στην Ελευσίνα (Ελευσίνια Μυστήρια). Αυτή η λατρεία ήταν μυστική και οι μυημένοι φύλαξαν το μυστικό τόσο καλά, ώστε και σήμερα ακόμη δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς γινόταν. Αφού η μυστική τελετή παρέμεινε για πολύ χρόνο στη σκιά, οι Έλληνες συνέλαβαν το καθαρό της νόημα: ανακάλυψαν στην τελετουργική διαδικασία την ιδιαίτερη ψυχική στάση του πιστού· και αυτό το είδος βιώματος αναδείχθηκε σε πρότυπο του βαθύτερου ψυχικού και πνευματικού βιώματος εν γένει -προπαντός μέσω του Πλάτωνα.

δ) Θεϊκές εντολές

Η τήρηση ή η αναζήτηση των θεϊκών εντολών αποτελεί ουσιαστικό τμήμα της ιερουργίας. Πανάρχαια σημεία είναι ο «οιωνός», το σκόνταμα, το φτάρνισμα, μία λέξη με νόημα που ακούγεται κάπου, ένα όνειρο. Αυτά είναι στην πραγματικότητα κάτι παραπάνω από ένα απλό σημάδι: προκαταλαμβάνουν κατά κάποιον τρόπο όσα θα συμβούν στο μέλλον, ή, ακόμη, είναι ήδη η αρχή τους· έτσι έχει κανείς ακόμη καιρό να αποφύγει ή να μεταστρέψει αυτό που πρόκειται να συμβεί. Μπορεί κανείς επίσης να αναγνωρίσει με τις ενέργειές του την κατεύθυνση προς την οποία θα εξελιχθούν τα επικείμενα συμβάντα, να την «ακούσει» μέσα από το θρόισμα της ιερής βελανιδιάς στη Δωδώνη ή τον βόμβο των μελισσών, κυρίως όμως να την διαβάσει στο πέταγμα των πουλιών. Δεν προσπαθεί κανείς να απευθύνει ερωτήματα στην «τύχη», χρησιμοποιώντας κλήρους ή ζάρια, αλλά εκθέτοντας τέτοια ευπαθή όργανα στο ενεργειακό ρεύμα εκτιμά την κατάστασή του. Η ερμηνεία όλων αυτών των σημείων είναι δύσκολη· γίνεται κανείς ικανός γι’ αυτό, αν πιει αγίασμα, και για να δει όνειρα που επαληθεύονται κοιμάται μέσα στο ναό (εγκοίμηση). Οι πρωτόγονοι άνθρωποι αναπτύσσουν μέσω των ιατρομάγων πολύπλοκες τεχνικές για να προκαλέσουν και να ερμηνεύσουν τα σημάδια. Και στην Ελλάδα το κύριο μέρος αυτής της τέχνης, της μαντικής, βρίσκεται στα χέρια εξειδικευμένων επαγγελματιών, των μάντεων (μάντις). Ιδιαίτερα σημαντική είναι ασφαλώς η πορεία της θυσίας, το κατά πόσον το σφάγιο καίγεται καλά ή άσχημα (όπως στην ιστορία του Κάιν και του Άβελ), το αν το ζώο που θυσιάζεται αποδεικνύεται τέλειο, ιδιαίτερα τα εντόσθιά του (ιεροσκοπία). Για τη διεξαγωγή της ιεροσκοπίας τελούνται κατόπιν, πριν από σημαντικά εγχειρήματα, και ειδικές θυσίες· σε περίπτωση δυσμενούς έκβασης μπορούν να επαναληφθούν -τα σημεία δεν είναι μόνον απλές προφητείες· στόχος είναι να εξασφαλισθεί η συνδρομή των ευεργετικών δυνάμεων με τον κατάλληλο τρόπο.

Είτε είναι αυθόρμητα είτε έχουν προκληθεί, τα σημάδια μπορούν να παρουσιαστούν οπουδήποτε και οποτεδήποτε. Υπάρχουν όμως, όπως είναι φυσικό, γι’ αυτά προνομιακοί χρόνοι και προπαντός τόποι. Σε τέτοιους τόπους οργανώνεται η επερώτηση: πρόκειται για τα μαντεία που σύμφωνα με την ελληνική αντίληψη βρίσκονται στην εξουσία ενός θεού. Αρχικά ο σημαντικότερος θεός των μαντείων είναι ο Δίας, ενώ μετά την αρχαϊκή εποχή τον διαδέχεται ο Απόλλων. Ανάμεσα στα πολυάριθμα μαντεία του Απόλλωνα την πρώτη θέση την καταλαμβάνουν οι Δελφοί.

Ο χρησμός υπερβαίνει το απλό προμήνυμα, εκφράζεται γλωσσικά, είναι λόγος του θεού και απόφανση αλήθειας. Ο λόγος αυτός δεν συνιστά απλή πρόγνωση, αλλά έχει τη δύναμη να κατευθύνει και να διαμορφώνει τα συμβαίνοντα. Τη δύναμη αυτή μπορεί βέβαια κανείς να την αποφύγει. Η τεχνική, με την οποία φθάνει κανείς στη θεϊκή ρήση, είναι πολλαπλώς σκοτεινή. Ένας τρόπος είναι μέσω της έμπνευσης. Η έμπνευση μπορεί να εξασφαλιστεί με την έκσταση. Στους Δελφούς προφανώς δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Από την ανασκαφή του ναού η αφήγηση σύμφωνα με την οποία η μάντις, η Πυθία, έφτανε σε κατάσταση έκστασης μέσω αναθυμιάσεων από τη γη, αποδείχτηκε ορθολογιστικός μύθος μιας μεταγενέστερης εποχής.[4] Φαίνεται πολύ πιο πιθανό η Πυθία[5] να έλκει την καταγωγή της, όπως και ο Απόλλων, από τη Μικρά Ασία ως στενή συγγενής της Σίβυλλας. Ο θεός την καταλαμβάνει (όπως την Κασσάνδρα στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου και τη Σίβυλλα της Κύμης στο έκτο βιβλίο της Αινειάδας του Βιργιλίου) και την θέτει υπό την κατοχή του· από την ένωση αυτή πηγάζει η γνώση της για το θέλημα των θεών.

Στη βαθμίδα της μαγείας η μαντεία δεν είναι απλή πρόγνωση, αλλά πρόκληση των στοιχείων, μια έκκληση στις δυνάμεις και στους δρώντες ανθρώπους. Στον πρωτογονισμό ενυπάρχουν εδώ ανθρώπινες δυνατότητες, οι οποίες έγιναν αντιληπτές και τελειοποιήθηκαν στην Ελλάδα, κυρίως στους Δελφούς. Οι χρησμοί του θεού είναι συμβουλές και παραινέσεις, αρχικά για λατρευτικά ζητήματα, αλλά και για πολιτειακές υποθέσεις· από εδώ κατευθύνονται η θρησκευτική, η εσωτερική και η εξωτερική πολιτική. Το σημαντικό δεν είναι τα αυτονόητα στοιχεία της ιερατικής διπλωματίας, αλλά οι ισχυρές ανθρώπινες και παιδαγωγικές τάσεις που οδήγησαν στην διασάφηση και την εμπέδωση της ηθικής συνείδησης. Το πόσο βαθιά η ζωή και η αίσθηση εμφορούνται από τους χρησμούς του θεού το δείχνει η τραγωδία, και προπαντός ο Σοφοκλής.

Μία πεποίθηση που τη συμμερίζονται όλοι οι λαοί είναι ότι μαντικές δυνάμεις έχουν και οι νεκροί. Πραγματικά νεκρομαντεία είναι βέβαια σπάνια στην Ελλάδα και προφανώς αλλοδαπής προέλευσης.[6] Καθολική ελληνική πίστη ήταν, ωστόσο, ότι τη στιγμή του θανάτου ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει τη μαντική δύναμη της προφητείας. Πεθαίνοντας, ο Πάτροκλος προλέγει τον θάνατο του Έκτορα, ο Έκτορας ξεψυχώντας αυτόν του Αχιλλέα (Ιλιάδα Π 851, X 358). Τούτη η πίστη είναι τόσο αυτονόητη που ο πλατωνικός Σωκράτης μπορεί να αναφερθεί σ’ αυτήν με ελαφρά ειρωνεία {Απολογία 39c)· στον νεαρό Αριστοτέλη μάλιστα και αργότερα στον Ποσειδώνιο, της παρέχεται μια νέα φιλοσοφική επικύρωση.[7]

ε) Καθοσίωση

Κατά την ανασκαφή ελληνικών ιερών κανένα εύρημα δεν είναι τόσο συχνό όσο τα αφιερώματα. Πρόκειται για προσφορές προς την θεότητα, με τις οποίες ο άνθρωπος γυρεύει να εξασφαλίσει την εύ­νοιά της. Προφανώς το ωραίο νόημα μιας τέτοιας ελεύθερης δωρεάς συγκινούσε τους Έλληνες. Προσέφεραν ευχαρίστως. Ο ψαράς αφιερώνει το αγκίστρι του, η νοικοκυρά το αδράχτι, ο αγρότης τους πρώτους καρπούς της σοδειάς, το πρώτο αρνί ή το πρώτο δεμάτι. Αφιερώνονται μέρη ενός προσώπου (και μαζί με αυτά το ίδιο το πρόσωπο), μέλη τα οποία χρειάζονται θεραπεία ή έχουν ήδη θεραπευτεί, ενδυμασίες (νυφικά φορέματα, τα ρούχα της λεχώνας), καθώς και τα όπλα που έχουν αφαιρεθεί από τους εχθρούς (τρόπαιον). Επίσης αφιερώνουν το ομοίωμα του θεού, καθώς και μικρά μεταλλικά ή πήλινα ομοιώματα θυτικών ζώων που υποκαθιστούν τη δαπανηρή θυσία. Ακόμη και ομοιώματα του εαυτού του μπορεί να αφιερώσει κανείς. Τα αγάλματα που παριστάνουν ανθρώπους, όταν δεν είναι μνημεία νεκρών, είναι στην πραγματικότητα αναθηματικά δώρα. Η αφθονία όλων αυτών των αφιερωμάτων που πρέπει να «ανατίθενται» ή «κατατίθενται» στο ιερό είναι συχνά τόσο μεγάλη, ώστε γι’ αυτά χτίζονται ιδιαίτερα θησαυροφυλάκια (θησαυροί)· η διαχείριση, η καταγραφή, η φύλαξη και η φροντίδα των αναθημάτων είναι μια από τις κύριες ασχολίες της εφορείας του ναού.

Τα αναθήματα τείνουν να αποκτήσουν κοσμικό χαρακτήρα. Η τάση αυτή ενισχύεται από δύο παράγοντες. Αφενός ο ιερός χώρος βρίσκεται κάτω από την προστασία ενός καθολικού δέους (δεν υπάρχουν πολλά κρούσματα κλοπών) και, συνεπώς, αποτελεί έναν καλό τόπο εναπόθεσης. Έτσι τόσο οι ιδιώτες όσο και οι πόλεις εναποθέτουν εκεί τους θησαυρούς τους, αποθησαυρίζουν θα λέγαμε τα κεφάλαιά τους. Κατά δεύτερο λόγο, τα μεγάλα και διάσημα ιερά αναδείχθηκαν σε τόπους καθολικής εκπροσώπησης, πανελλήνιας και διεθνούς δημοσιότητας. Σ’ αυτά μπορούσε κανείς να συμμετάσχει με το δικό του ιδιαίτερο αφιέρωμα, εξασφαλίζοντας ένα μέρος από τη γενική λάμψη. Και βέβαια φρόντιζαν για την αναγραφή του ονόματος τους σε θέση περίοπτη.

Ακόμη και η αφιέρωση εύκολα εκφυλίζεται σε μαζική πολυπραγμοσύνη. Ενόψει του πλήθους των μεγάλων και μικρών αφιερωμάτων, το να θέτει κανείς σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση ερωτήματα για το φρόνημα των δωρητών θα ήταν υπερβολή και ασέβεια προς τη φύση του ευλαβικού εθίμου. Κάποια ατομικά αφιερώματα εντούτοις επιτρέπουν ακόμη και σ’ εμάς να διαγνώσουμε ένα βαθύ νόημα ζωής. Ο Ησίοδος αφιερώνει τον τρίποδα που κέρδισε ως βραβείο στον ποιητικό διαγωνισμό στις Μούσες του Ελικώνα, «εκεί όπου κάποτε με οδήγησαν στο δρόμο του άσματος»· η επιστροφή του στις θεές που τον μύησαν στην ποίηση συνοψίζει όλη την πορεία της ζωής του ποιητή και διατρανώνει καθαρά και λιτά την θεμελιωμένη στο θείο υπερηφάνεια της ύπαρξής του. Εναποθέτοντας ο Ηράκλειτος το βιβλίο του, όπως λέγεται, στον ναό της Εφέσιας Άρτεμης πηγαίνει με το έργο του σε έναν χώρο που αποτελούσε όαση και άσυλο μέσα στις καθημερινές διαμάχες. Επιπλέον όλα τα πολυάριθμα πανύψηλα αγάλματα - δάση ολόκληρα από αυτά στέκονταν στο ύπαιθρο γύρω από το ιερό και δίπλα στον δρόμο από όπου περνούσαν οι πομπές- εμφορούνται, στη μεγαλοπρέπειά τους, από την παρουσία του θεού. Ανταποδίδουν έτσι στον θεό την προσφορά του: όπως οι ομιλητές και οι στοχαστές ανακαλούν τον επισκέπτη του ιερού χώρου από την κενή τελετουργική ρουτίνα με την ένταση των λόγων τους, παρόμοια και η καλλιτεχνική δύναμη των τελειότερων αφιερωμάτων καλεί σε περισυλλογή τον πιστό που περιδιαβάζει ανάμεσά τους, αίροντάς τον στο ύψος που απαιτεί η ιερότητα του τόπου.

2. Η χειρονομία

Οι ιερουργίες είναι μια δραστηριότητα που ρυθμίζεται από κανόνες, επιδιώκει ορισμένους στόχους και παράγει αποτελέσματα στο θρησκευτικό πεδίο. Οι χειρονομίες δεν υπαγορεύονται από κανένα σκοπό, το νόημά τους ενυπάρχει σ’ αυτές τις ίδιες. Έχουν την ικανότητα να αποδεσμεύονται από τον μαγικό στοχοθετικό μηχανισμό, ανεξάρτητα από το αν αυτή η ελευθερία είναι εξαρχής δεδομένη ή αναπτύσσεται σταδιακά. Αντί γι’ αυτόν διαθέτουν εκφραστική αξία, είναι δηλαδή αυθόρμητες πράξεις, άμεσοι φορείς και πραγματώσεις του ανθρώπινου στοιχείου. Επιπλέον φέρουν καθαυτές τη δυνατότητα της παγίωσης: η στολή είναι παγιωμένη σωματική χειρονομία [«σχήμα» σώματος], η γραφή παγιωμένη λεκτική χειρονομία.

α) Χορός

Σύμφωνα με μια ρήση του Σιμωνίδη, η όρχηση είναι σιωπώσα ποίηση και η ποίηση ομιλούσα όρχηση [τήν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν / τήν δέ ποίησιν ζωγραφίαν λαλοῦσαν], Όπως το ποίημα είναι εξυψωμένη ομιλία, έτσι και ο χορός είναι εξυψωμένη και στυλιζαρισμένη κίνηση, μια άμεση θρησκευτική πράξη. Τον έβδομο αιώνα ο ποιητής και χοροδιδάσκαλος Θαλήτας προσκλήθηκε από τη Γόρτυνα της Κρήτης στη Σπάρτη και εκεί, ύστερα από εντολή του δελφικού μαντείου, εξόρκισε τον λοιμό με τραγούδι και χορό (περίπου όπως έκαναν π.χ. οι βαρελοποιοί με τον χορό τους στο Μόναχο τον 16ο αιώνα). Στην Κρήτη ο λατρευτικός χορός έπαιζε σημαντικό ρόλο ήδη από τη μινωική εποχή. Οι κοπέλες της Σπάρτης χόρευαν κάθε χρόνο προς τιμήν της Άρτεμης των Καρύων (στα σύνορα της Αρκαδίας με τη Λακωνία). Οι κηδείες συχνά συνοδεύονταν από χορούς (Πλάτων, Νόμοι 12, 947b) Ένας από τους κυριότερους χορούς είναι ο πανάρχαιος χορός των όπλων (η πυρρίχη). Ύστερα από τη ναυμαχία στη Σαλαμίνα ο χορός των εφήβων εκτέλεσε στην Αθήνα τον παιάνα, με πρώτο στον χορό, γυμνό και κιθαρίζοντα τον δεκαπεντάχρονο τότε Σοφοκλή. Στη γιορτή του Απόλλωνα στη Δήλο συγκεντρώνονται οι Ίωνες και τελούν αγώνες. Εκτός από την πυγμαχία και το τραγούδι είναι και ο χορός που ευφραίνει τον θεό.

Στην πρωτόγονη, συνυφασμένη με τη μαγεία τελετουργική πράξη του χορού, οι Έλληνες προσδίδουν νόημα ανθρώπινο: τη χειρονομία της χαράς, του εορτασμού. Διεισδύουν ωστόσο στον χώρο και νέες πρωτόγονες τελετές. Η λατρεία του Διονύσου εισάγει χορούς που διακρίνονται από μια στοιχειακή βία, μια εκστατική μανία μέσα στην ελεύθερη φύση, η οποία κορυφώνεται με τον διαμελισμό και το καταβρόχθισμα του θύματος ωμού και τελειώνει με την πλήρη εξάντληση των Μαινάδων. Εκτελούνται επίσης χοντροκομμένοι, συχνά άσεμνοι χοροί με περιβολές ζώων και με μάσκες. Ακόμη όμως και σ’ αυτό τον οίστρο που διαδιδόταν σαν μια μαζική πυρετώδης υποβολή, οι Έλληνες εντόπισαν ένα σπέρμα επιδεκτικό εξέλιξης: κάποιοι από τους χορούς αυτούς ήταν μιμητικοί, απεικόνιζαν ένα δρώμενο και η έκσταση, το να «βγαίνει κανείς εκτός εαυτού» μετατράπηκε σε μεταμόρφωση, σε μασκαράδα: εδώ ενυπήρχαν δραματικά στοιχεία, η αποδέσμευση και η ανάδειξη των οποίων οδήγησε στο ελληνικό θέατρο.

β) Στολή

Απάνω στο κράνος του πολεμιστή ανεμίζει τρομερό το λοφίο. Πρόκειται για μια παγιωμένη χειρονομία απειλής που εμπνέει δύναμη και αυτοπεποίθηση στον φορέα του κράνους και τρομοκρατεί τον εχθρό. Ο ιερέας Χρυσής προσέρχεται στους Αχαιούς ως ικέτης: στο χέρι κρατά χρυσό σκήπτρο τυλιγμένο με την ταινία του ιερέα. Φέρει το βασικό διακριτικό του σχήματός του, θα λέγαμε, σαν προστασία (Ιλιάδα A 14). Κατά τα λοιπά, οι τελετουργικές προδιαγραφές για μιαν ιδιαίτερη, ιερή ενδυμασία ποικίλλουν πολύ, αλλά σε γενικές γραμμές είναι απλές και όχι ιδιαίτερα αυστηρές. Το ιμάτιο των ιερέων είναι φυσικά παλιομοδίτικο και συντηρητικό. Φορούν ακόμη τον μακρύ απερίζωτο χιτώνα, ο οποίος κατά τα άλλα έπαψε να είναι στη μόδα τον 5ο αιώνα. Συχνά επιβάλλονταν λευκά ρούχα, ενώ κάποιοι έπρεπε να είναι ξυπόλητοι -κάτι που σε πολλές περιπτώσεις ισχύει και για τους πιστούς- και να τρέφουν μακρά κόμη. Σε ορισμένα μέρη δεν τους επιτρεπόταν να έχουν επάνω τους τίποτα δεμένο, κόμπους, μαλλιά πλεγμένα, δαχτυλίδια. Συνολικά ωστόσο η μαγική σημασία της ιερής στολής παραμένει στο περιθώριο. Απεναντίας η πολυτελής ιερατική στολή υπογραμμίζεται στην Ελευσίνα με τρόπο χαρακτηριστικό.

γ) Ιερός λόγος

Η χειρονομία συνοδεύεται από ήχο: κραυγή, τραγούδι, λόγο. Ο ιερός λόγος, είτε τραγουδιέται, είτε ψάλλεται, είτε απαγγέλλεται, συνιστά αυθόρμητη εκφραστική χειρονομία ως τελετουργική κραυγή, τελεσφόρα πράξη ως εξορκισμός, κατάρα, όρκος, ευχή, παράκληση· είναι τέλεση ως «ιερή ιστορία» (ιερός λόγος). Πιο ελεύθερα και χαλαρά εκδηλώνεται στον έπαινο και την ευχαριστία, τον ύμνο. Όλες αυτές οι μορφές έχουν μια πλούσια ζωή στο πλαίσιο της Ελληνικής θρησκείας, όπως και σε άλλους λαούς. Τα αρχαϊκά στοιχεία διατηρούνται για πολύ καιρό· πρωτόγονα έθιμα, όπως τα μοιρολόγια με τις τελετουργικές οιμωγές, επιζούν ακόμη και στον καιρό της τραγωδίας. Περιορισμένο ρόλο παίζει η ευλογία: έλειπε η αυθεντία ενός ιερατικού χαρίσματος. Ο ιερός λόγος προσανατολίζεται ολοκληρωτικά προς την επικοινωνία με τη θεότητα και είναι ως επί το πλείστον ο λόγος της κοινότητας. Έτσι απουσιάζει εντελώς το κήρυγμα. Ο κατηχητικός, προτρεπτικός και επιτιμητικός λόγος ζει μόνο υπό τη μορφή του χρησμού. Μετουσιωμένη σε ηθικό λόγο, απαντά εδώ και εκεί μια προτρεπτική ρήση που αναγράφεται στον ιερό χώρο, όπως το «γνώθι σαυτόν» στους Δελφούς, στη Δήλο[8] ή την Επίδαυρο (πρβ. παραπάνω σελ. 102), «θα λέγαμε ένα σιωπηρό μνημειώδες κήρυγμα» [J. Bernays].

Το κενό που διαπιστώνουμε εδώ στη λατρεία των ελλήνων θεών είναι μόνον φαινομενικό. Οι λειτουργίες που θεωρούμε ότι λείπουν ασκούνται από άλλα όργανα: από τους ποιητές, και, στον βαθμό που συμβαίνει αυτό, οι εν λόγω λειτουργίες έχουν εκκοσμικευθεί πλήρως. Η αυθεντία που λείπει από τον ιερέα ανήκει στον ποιητή -αν και όχι ως πνευματική με την θρησκευτική σημασία του όρου. Η λατρεία καθεαυτή δεν υπερβαίνει το τελετουργικό πλαίσιο. Η διαμόρφωση και ο χρωματισμός των θρησκευτικών αντιλήψεων, οι ηθικές τους επιπτώσεις, η ζωντανή τους αυτοδιασάφηση, η θεολογική τους μελέτη εναπόκεινται στην ποίηση. Η ποίηση εκπληρώνει αυτές τις λειτουργίες αφενός με άμεσο τρόπο στη διδακτική ποίηση, η οποία έχει εδώ μία από τις ρίζες της· το αφηγηματικό έπος του Ομήρου, αφετέρου, είναι απαλλαγμένο από διδακτικές ή όποιου άλλου είδους τάσεις, επιδρά όμως στη θρησκευτική αντίληψη μέσω της ελεύθερης παρουσίασης μια ανώτερης πραγματικότητας. -Έτσι γίνεται κατανοητή η περίφημη όσο και αινιγματική ρήση του Ηροδότου ότι ο Όμηρος και ο Ησίοδος έδωσαν στους Έλληνες τους θεούς τους. Από τον έκτο αιώνα και μετά, τις λειτουργίες αυτές τις αναλαμβάνουν οι φιλόσοφοι, για να τις επανακτήσει στη συνέχεια η ποίηση μέσω της τραγωδίας.

Η προσευχή, που ανέπτυξε ποικίλες μορφές[9], έχει διατηρήσει ίχνη πανάρχαιων αντιλήψεων, των οποίων όμως η μαγική δύναμη δεν γίνεται πλέον αισθητή. Οι πολλές προσευχές που απαντούν στα ομηρικά έπη[10] δεν είναι πια τίποτα παραπάνω από στυλιζαρισμένες παρακλήσεις. Στην ελληνική λογοτεχνία απαντά ένας εντυπωσιακά μεγάλος αριθμός προσευχών. Οι προσευχές αυτές δεν αποτελούν μόνο καθρέφτη των πραγματικών προσευχών της ζωής, αλλά έχουν τη δική τους ιδιαίτερη πραγματικότητα. Η προσευχή που γίνεται αντικείμενο αφήγησης, παρουσιάζεται στη σκηνή του θεάτρου ή διαμορφώνεται ως λυρικό ποίημα ενδέχεται να χαρακτηρίζεται από βαθιά θρησκευτικότητα, δεν συνιστά όμως πρωταρχική πράξη λατρείας. Τον κατοπτρισμό αυτόν επιχειρούν οι Έλληνες χωρίς αναστολές, με τρόπο πολύ πιο τολμηρό από ό,τι η Νεωτερικότητα. Έτσι στο έπος οι προσευχές υποστηρίζουν και τονίζουν τη δράση, ενώ στην τραγωδία μπορούν να τεθούν στην υπηρεσία καθαρά δραματικών, όχι θρησκευτικών στόχων, όπως για παράδειγμα για παροχή πληροφοριών στον θεατή. Ωστόσο ο κατοπτρισμός δεν συνεπάγεται για τις απλώς αφηγημένες προσευχές απώλειες στη δύναμη του συναισθήματος- τουναντίον, η αποδέσμευση από τη λατρεία ευνοεί την εσωτερίκευση. Έτσι είναι σε θέση να αποτελέσουν φορέα και έκφραση μιας ελεύθερης, εσωτερικής θρησκευτικότητας. Η προσευχή της Σαπφώς στην Αφροδίτη αιωρείται σε μιαν εύθραυστη ενδιάμεση κατάσταση νοσταλγίας και ταυτόχρονα υποταγής και εγκαρτέρησης, γεμάτη ελεύθερη εσωτερική ζωή, γεμάτη έρωτα και πίστη (απόσπ. 1 Diehl [= 1 Voigt]). Η προσευχή προς τον Δία στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου (στ. 160 κ.ε.) πηγάζει από τα βάθη μιας δυνατής και υψηλής πίστης προς τον Θεό· εδώ δεν υπάρχει παράκληση για οτιδήποτε, πρόκειται μάλλον για την επιβεβαίωση της παρουσίας του θεού. Η προσευχή του Σωκράτη, με την οποία κλείνει ο πλατωνικός Φαίδρος, διαποτίζει την παράκληση με πνεύμα και την καθιστά με τον τρόπο αυτόν ακόμη πιο εσωτερική: «Βοήθησέ με με τη χάρη σου να γίνω ωραίος μέσα μου». Με αυτή την έννοια προσεύ­χονται οι φιλόσοφοι, στο πνεύμα και στην αλήθεια· η καθαρότητα της προσευχής είναι από τον Αριστοτέλη και εξής μια θεολογική αξίωση των φιλοσόφων.[11]

δ) Ιερή γραφή

Μια χαρακτηριστική διαφορά της ελληνικής θρησκείας από τις μεγάλες θρησκείες της Ανατολής είναι το γεγονός ότι σε γενικές γραμμές στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ιερές γραφές. Ακόμη και αν πράγματι οι Ορφικοί διέθεταν μιαν αρχαία θεογονία, αυτή δεν αποτελούσε παρόλα αυτά επίσημο θρησκευτικό γραπτό κείμενο με δεσμευτικό χαρακτήρα. Δεν υπήρχε καμία απολύτως ανάγκη για κάτι τέτοιο, αφού δεν υπήρχε ένα δόγμα που έπρεπε να διατηρηθεί και να διαφυλαχτεί από αλλοιώσεις. Μπορεί κανείς να πει ότι το δόγμα ζούσε στην καρδιά της κοινότητας και ότι συνεχώς μεταλλασσόμενο διαδιδόταν διά στόματος των ποιητών. Δεν υπάρχει ένας θεός-γραφέας όπως στην Αίγυπτο και την Βαβυλώνα. Στην αρχαία εποχή ο θεοί ούτε καν γράφουν. Μόνο στα μυστήρια κυριαρχεί μια έμφαση στη γραφή διόλου Ελληνική. Η λατρεία του Σαβάζιου συνοδευόταν από ανάγνωση ιερών κειμένων κατά τη διάρκεια της τελετής, μια συνήθεια που τη χλευάζει ο Δημοσθένης (Περί στεφάνου 259). Οι χρησμοί επίσης πολλές φορές ζητούνται και δίνονται γρα- πτώς. Τέλος, μπορεί κανείς να γράψει κατάρες και να τις αφήσει σε ενεργούς τόπους, μια συνήθεια που μάλλον δεν είναι γνήσια ελληνική.

Η σχεδόν πλήρης αποχή από τη γραφή εξασφαλίζει στην Ελληνική λατρεία την αμεσότητα και τον ανοιχτό χαρακτήρα της αρχαίας προφορικότητας.[12]

3. Οι ιεροί τόποι

Λατρευτικές τελετές, θυσίες, προσευχές μπορούν να λάβουν χώρα οπουδήποτε. Υπάρχουν ωστόσο τόποι που εμφορούνται από μιαν ιδιαίτερη ιερότητα. Τέτοιοι τόποι είναι οι πηγές και τα σπήλαια, οι βουνοκορφές, και, από την άλλη μεριά, η οικιακή εστία. Φορείς τέ- τοιας ιερότητας μπορούν επίσης να είναι δέντρα και άλση, όπως τα ιερά άλση των Γερμανών, καθώς επίσης και τα ιερά δέντρα της μινωικής λατρείας. Στη Δωδώνη ακουγόταν η φωνή του Δία στο θρόισμα της ιερής του βελανιδιάς. Πριν ξεκινήσουν για την Τροία οι Έλληνες προσφέρουν τη μεγάλη θυσία δίπλα σε μια πηγή, όπου αναβλύζει καθαρό νερό, και στον ίσκιο ενός ωραίου πλατάνου (Ιλιάδα Β 305).

α) Βωμός

Η θυσία των Ελλήνων γίνεται «πάνω σε ιερούς βωμούς». Ο βωμός μπορεί απλώς να αποτελείται από τις συσσωρευμένες στάχτες των θυμάτων (βωμός τέφρας) ή να είναι μια πέτρινη ανοιχτή εστία. Ενδέχεται ωστόσο να περιλαμβάνει τον χώρο που χρειάζονται όλοι οι καλεσμένοι στη θυσία για να ψήσουν το μερίδιό τους, και τότε να αποκτά τεράστιες διαστάσεις (π.χ. ο βωμός του Ιέρωνα του Β' στις Συρακούσες έχει διαστάσεις 200 x 24 μέτρα· παρόμοια ο βωμός της Περγάμου).

Ο βωμός είναι τοποθετημένος στην αυλή, μπροστά από το σπίτι, επίσης μπροστά από δημόσια κτίρια, ενώ στο θέατρο βρίσκεται στην ορχήστρα. Στους ιερούς χώρους υπάρχουν πολλοί βωμοί (στην Ολυμπία, π.χ., υπήρχαν πάνω από εβδομήντα). Στον ναό ανήκει και ένας βωμός, ο οποίος όμως δεν είναι τοποθετημένος μέσα, αλλά μπροστά απ’ αυτόν. Ο βωμός είναι το αρχαιότερο στοιχείο, ο ναός είναι μεταγενέστερος και αρχικά απουσίαζε παντελώς.

β) Εικόνα του θεού

Για τον μαγικό κόσμο η εικόνα δεν διαφέρει από το πρόσωπο· η εικόνα του θεού είναι ο ίδιος ο θεός, είναι φορέας της δύναμής του και εκπέμπει μιαν ενέργεια (η οποία αργότερα ονομάζεται «θαύμα»). Προφανώς οι Έλληνες υπερέβησαν από νωρίς αυτή τη βαθμίδα μαγικής σκέψης. Σ’ αυτούς η προέλευση της εικόνας του θεού δεν φαίνεται να είναι παλαιά, σε ό,τι τουλάχιστον αφορά στη διάδοση και τη μνημειακή της διαμόρφωση, που εμφανίζονται για πρώτη φορά τον 8ο και 7ο αιώνα. Η μεταγενέστερη ελληνική εθνολογία, που με έκπληξη και θαυμασμό ανακαλύπτει την ανεικονική λατρεία του θεού στους Εβραίους, τους αρχαίους Γερμανούς και άλλους λαούς, θα μπορούσε να είχε διαπιστώσει την ίδια απουσία απεικονίσεων και στη δική της προϊστορία.

Όταν αργότερα, υπό την ισχυρή επίδραση των αντίστοιχων αιγυπτιακών και των μεσοποταμιακών, οι εικόνες των θεών αποκτούν μνημειώδη μορφή και διαδίδονται παντού, δεν διαθέτουν την άμεση μαγική δύναμη των προτύπων τους. Ασφαλώς, ακόμη και οι Έλληνες συνδέουν κάποιες πρωτόγονες μαγικές παραστάσεις και την πίστη στα θαύματα με τα ομοιώματα· παράδειγμα αποτελεί η Άρτεμις στην Ιφιγένεια εν Ταύροις του Ευριπίδη: το ξόανο της θεάς έχει πέσει από τον ουρανό, όπως η Άρτεμις των Εφεσίων σύμφωνα με τις Πράξεις των Αποστόλων εκπέμπει σημεία, αποστρέφει το πρόσωπό του κ.τ.τ. Η εικόνα θα ταυτίστηκε προφανώς και εδώ με τον θεό, πράγμα που θα αποτελέσει αργότερα βασική μομφή των πατέρων της εκκλησίας εναντίον των εθνικών. Ωστόσο η κυρίαρχη αντίληψη στην αρχαιότητα είναι ανώτερου χαρακτήρα. Η θεϊκή εικόνα είναι το ομοίωμα του θεού, όχι ο θεός ο ίδιος· δεν είναι φορτισμένη με δύναμη ή ταμπού, αλλά είναι ιερή: το μαγικό στοιχείο έχει αρθεί στο ανθρώπινο - αυτό αποτελεί ουσιαστικά την απαρχή της υψηλότερης περί θεού αντίληψης.

Η απαγκίστρωση από τη μαγεία είναι η εσωτερική προϋπόθεση ενός από τα μεγαλύτερα και εκπληκτικότερα ελληνικά επιτεύγματα: της ελεύθερης παρουσίασης του θεϊκού μεγαλείου στην τέχνη. Η δυνατότητα να εκφράζει κανείς το ιερό με μιαν εικόνα, χωρίς να καταπιέζεται από τη βία του υπερφυσικού ή να δεσμεύεται από μιαν απαραβίαστη ιερή σύμβαση, προϋποθέτει ένα είδος εσωτερικής ελευθερίας η οποία πρέπει πρώτα να κατακτηθεί. Ένας από τους δρόμους που οδηγούν σ’ αυτήν στάθηκε η μνημειώδης απεικόνιση του θεού στον μύθο- εκεί ο δρων θεός εμφανιζόταν παράλληλα με την εικόνα του που έφερνε ευλογία. Από ένα μόνο παράδειγμα, τον Απόλλωνα του δυτικού αετώματος του ναού του Δία στην Ολυμπία,[13] μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει σε τι υψηλό και καθαρό επίπεδο έφτασαν οι Έλληνες. Η απεικόνιση παριστάνει μια στιγμή, την επιφάνεια, την αιφνίδια ανάδυση της θεϊκής μορφής από το μηδέν. Ο θεός προβάλλει μέσα από το άγριο και θυελλώδες χάος της δράσης που τον περιβάλλει. Όχι μόνο μέσω μιας ανεπαίσθητης εξύψωσης της μορφής του, αλλά και χάρη στη ξεχωριστή ουσιώδη του ύπαρξη στέκεται ανοίκειος πίσω από τις άλλες μορφές. Κι ωστόσο δρα, όχι όμως όπως οι άλλοι, με βαρβαρική απληστία ή με τον πολεμικό οίστρο των ανδρών. Η βούλησή του υπερβαίνει την απλή ενεργητικότητα της αρσενικής φύσης. Είναι ισχύς και ταυτόχρονα τάξη. Το απλό του είναι και μόνο και η παρουσία του εκπέμπει ενέργεια. Όμως και πάλι δεν παραμένει ακίνητος, όλο του το σώμα είναι μια μεγάλη χειρονομία που εκφράζει το είναι του -κάτι σαν τον απολιθωμένο λόγο του εαυτού του. Στα χείλη του θα μπορούσε κανείς να διακρίνει περιφρόνηση -σαν εκείνη που ο Winckelmann βρήκε σε έναν άλλο Απόλλωνα [τον Απόλλωνα του Belvedere]- και τη βαρυθυμία της βαθύτερης γνώσης. Η ανωτερότητα του προσώπου αυτού είναι όμως πάλι πολύ μεγάλη για να εξαντλείται στις δύο προηγούμενες διαθέσεις, καθώς εγκατοικείται ταυτόχρονα από μιαν αποστασιοποιημένη αγαθότητα, από την ευγένεια του ίδιου του αγαθού.

γ) Ναός

Η λέξη τέμενος υποδηλώνει ήδη στον Όμηρο τη βασιλική περιουσία, η οποία κατά το μοίρασμα της γης εξαιρείται από την κλήρωση των υπόλοιπων κομματιών και δίδεται στον βασιλιά ως δώρο τιμητικό. Με τη νέα της σημασία της «ιερής περιοχής» η λέξη υποδηλώνει επίσης τον ιερό χώρο εξωτερικά, εκφρασμένο με όρους ιδιοκτησίας: είναι ο τόπος που είναι αφιερωμένος στον θεό, όπου κανείς δεν επιτρέπεται να βόσκει τα ζώα του ή να κόβει ξύλα. Πολλές φορές αυτή η περιοχή ή κάποια μέρη της παραμένουν απρόσιτα (ταμπού) ή απρόσιτα σε ορισμένες ομάδες ανθρώπων: ακάθαρτους, άντρες, γυναίκες, ξένους, σκλάβους. Από την άλλη πλευρά η ιερή περιοχή, η εικόνα του θεού ή ο βωμός αποτελούν άσυλο. Στην περιοχή αυτή ανήκει ο βωμός, όχι όμως απαραίτητα και ένα οικοδόμημα. Ιερά δέντρα, πηγές και λίμνες έχουν εδώ ιδιαίτερη σημασία. Στον ναό του Ερεχθέα στην Ακρόπολη των Αθηνών υπήρχε μια ιερή ελιά και ένα πηγάδι με αλμυρό νερό (Ηρόδοτος 8.55). Εκτός από πολυάριθμα κτίσματα, στο τέμενος του Απόλλωνα στη Δήλο υπήρχε και ένα ιερό άλσος· τον φοίνικα που βρισκόταν εδώ δίπλα στον βωμό τον αναφέρει ήδη ο Οδυσσέας (Οδύσσεια ζ 162)· επιπλέον υπήρχε μια κυκλική λίμνη.

Η ιερότητα είναι συνυφασμένη με τον τόπο, όχι με το κτίσμα. «Για μας ένας χώρος γίνεται ιερός με το να χτίζουμε σε αυτόν μια κατοικία για τον θεό... Στους αρχαίους, αντίστροφα, η ιερότητα ενός τόπου αποτελεί αφορμή για την ανέγερση ενός οίκου του θεού» (Μ. P. Nilsson).

Ο οίκος του θεού δεν είναι λατρευτικό οικοδόμημα. Η λατρεία λαμβάνει χώρα στο ύπαιθρο, στον βωμό μπροστά από τον ναό ή στην πομπή μέσα από το ιερό τέμενος. Το τελεστήριον, η αίθουσα συγκεντρώσεως για τα Ελευσίνια Μυστήρια,[14] μας αποκαλύπτει πώς ήταν ένας λατρευτικός χώρος, αν και εφόσον χτιζόταν ένας τέτοιος για ειδικούς σκοπούς. Ο προορισμός του ναού είναι ιδιόμορφα δευτερεύων: χρησιμοποιείται για τη φύλαξη του λατρευτικού αγάλματος και των πολύτιμων αναθημάτων, αποτελεί, θα λέγαμε, την κατοικία και το θησαυροφυλάκιο του θεού. Το ομοίωμα του θεού είναι τοποθετημένο στο εσωτερικό, συνήθως πριν από την πίσω πλευρά, ή και σε κάποιο ιδιαίτερο «άβατο» τμήμα του χώρου αυτού (ἄδυτον). Μπορεί κανείς, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις, να εισέλθει εκεί, να εναποθέσει την προσφορά του προς τον θεό και να αντικρίσει το ομοίωμά του - αυτό όμως είναι απλώς μια τυχαία μεμονωμένη πράξη. Με την κατασκευή του ναού η απόσταση της εορτάζουσας στο προαύλιο κοινότητας από το ομοίωμα του θεού δεν μειώνεται, αλλά αυξάνεται.

Αυτή η αποδέσμευση από την άμεση λατρευτική πράξη συνεπάγεται μιαν ελάφρυνση και επιτρέπει την ελεύθερη διαμόρφωση της δομής του ναού. Το ίδιο το κτίριο εκφράζει την αποδέσμευση αυτή μέσω των τριών βαθμίδων πάνω στις οποίες είναι κτισμένο· δεν πρόκειται για κλίμακες αλλά, θα λέγαμε, για το υπόβαθρο πάνω στο οποίο στηρίζεται ο ναός σαν ένα σκευοφυλάκιο, τοποθετημένο μπροστά στη θεότητα σαν ένα ανάθημα. (Η λέξη ναός που δηλώνει το ιερό οικοδόμημα σημαίνει και σκευοφυλάκιο). Το γεγονός λοιπόν ότι οι ναοί λειτουργούν ως το επίκεντρο των ιερών δεν οφείλεται στη λατρεία, αλλά στους Έλληνες αρχιτέκτονες, οι οποίοι μετασχηματίζοντας τα ανατολικά πρότυπα δημιούργησαν έναν νέο οικοδομικό τύπο, ένα μόρφωμα ασύγκριτης ευγένειας απαλλαγμένο από οποιαδήποτε σκοπιμότητα.

4. Οι διαχειριστές του ιερού

α) Ιερείς

Υπήρχαν ιερείς στην Ελλάδα; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από την ορολογία. Τι είναι λοιπόν οι ιερείς; Πρόσωπα που βρίσκονταν ιδιαίτερα κοντά στον θεό, που ανέπεμπαν κατά κανόνα τις προσευχές και τελούσαν τις θυσίες -ήταν δηλαδή «προσευχητές» και «θύτες» (ἀρητήρ, ἱερεύς, ὀργεών) - και τα οποία επομένως τελούσαν υπό την ιδιαίτερη προστασία του, υπήρχαν βεβαίως από την πρώιμη εποχή. Στην αρχή κιόλας της Ιλιάδας κάνει την εμφάνισή του ένα τέτοιο πρόσωπο, ο «προσευχητής» [ἀρητήρ] του Απόλλωνα, ο Χρύσης. Επιπλέον τα μεγάλα ιερά, όπως για παράδειγμα οι Δελφοί, είναι αδιανόητα χωρίς ένα οργανωμένο σώμα διαχειριστών που ρυθμίζουν την ιερή λατρεία.

Το λειτούργημα των ιερέων ήταν να προσφέρουν τις θυσίες και να προσεύχονται. Δεν είχαν ωστόσο καμιά σχέση με διδαχή και κατήχηση· διότι η ελληνική θρησκεία «δεν δίδασκε τίποτα και για τον λόγο αυτόν δεν μπορούσε κανείς να την αντικρούσει» (Burckhardt)· δεν υπήρχε κήρυγμα ούτε μάθημα θρησκευτικών. Επίσης οι ιερείς δεν αποτελούσαν κάποιαν ιδιαίτερη τάξη: δεν υπήρχαν ιερείς ενγένει, αλλά πάντοτε ιερείς ενός ορισμένου θεού. Υπήρχε ιερατείο κληρονομικό, αλλά παράλληλα και εκλογή του ιερέα που γινόταν είτε από την κοινότητα είτε με κλήρωση -σύμφωνα δηλαδή με τη θέληση του θεού· τέλος, ήδη στον 5ο αιώνα απαντούν μεμονωμένες περιπτώσεις αγοράς του ιερατικού λειτουργήματος. Το αξίωμα διατηρείται ισοβίως ή και για έναν μόνο χρόνο. Ο ιερέας δεν τίθεται εκτός του πλαισίου της πολιτικής κοινωνίας· μπορεί να περιβάλλεται άλλα αξιώματα και να ασκεί το ιερατικό λειτούργημα μόνο σαν πάρεργο.

Ο ιερέας επομένως δεν είναι παρά ένας λαϊκός με ιδιαίτερα προσόντα (ή ορθότερα: αντίθεση ανάμεσα σε ιερείς και λαϊκούς δεν υφίσταται). Καθένας, με άλλα λόγια, μπορεί να προσευχηθεί και να προσφέρει θυσίες, ή να μάθει να κάνει κάτι τέτοιο. Στον Όμηρο οι ήρωες τελούν τις λατρευτικές πράξεις πάντα μόνοι τους. Γνήσια ελληνική ήταν προφανώς η λατρεία του οίκου, κατά την οποίαν τιμώνταν η Εστία και ο Δίας· τελούνταν, όπως ήταν φυσικό, από τον πατέρα της οικογένειας ή από τον αρχηγό της φράτρας. Σε περιπτώσεις ευρύτερων ομάδων την θυσία την προσέφερε ο βασιλεύς- στην Αθήνα διατηρήθηκε ως ξεχωριστό αξίωμα ο βασιλεύς- θύτης, αφότου καταργήθηκε ο πολιτικός θεσμός της βασιλείας (αρχών βασιλεύς). Αργότερα τις θυσίες των κοινοτήτων και των πόλεων μπορούσαν να τις εκτελούν οι αξιωματούχοι τους. Ο βασιλεύς, και όχι ένας ιερέας, εξαγνίζει τον αδελφοκτόνο Άδραστο από τον φόνο (Ηρόδοτος 1.35) Οι ιερείς λοιπόν δεν μονοπωλούν τις ιεροπραξίες· τα κοσμικά όργανα υπήρξαν πάντοτε ισχυρότερα. Ασφαλώς η θέση του ιερέα ήταν σεβαστή· η ευυποληψία αποτελούσε άλλωστε προϋπόθεση της ανάθεσης του ιερατικού αξιώματος. Έτσι όχι σπάνια ίσως να άσκησαν και πολιτική επιρροή κάποιοι ιερείς, όχι όμως μέσω του ιερατικού αξιώματος και μόνο- ο περιορισμός του αξιώματος αυτού στο καθαρά λατρευτικό πεδίο απέτρεπε μια τέτοια εξέλιξη· μια άξια λόγου καθοδήγηση της ψυχής δεν ανήκε στο πεδίο αρμοδιοτήτων του.

β) Μάντεις

Διαφορετικά ήταν τα πράγματα με τους μάντεις. Αυτοί είχαν στη διάθεσή τους τη δύναμη του προσανατολισμένου σε ορισμένους στοχους λόγου. Οι χρησμοί τους μπορούσαν και όφειλαν να παρεμβαίνουν βαθιά στην πρακτική ζωή, στον κοσμικό και τον πολιτικό χώρο. Γι’ αυτό βρίσκονται άλλωστε σε μια φυσική αντίθεση προς την κοσμική εξουσία (παραδείγματα αποτελούν ο Κάλχας στην πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας, και ο Τειρεσίας στην Αντιγόνη και τον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή). Επιπλέον, η ανίχνευση της θεϊκής βούλησης αποτελούσε μονοπώλιο σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό, τι οι άλλες ιεροπραξίες.

Έτσι, το μαντείο των Δελφών έγινε το κέντρο μιας ανυπολόγιστα μεγάλης θρησκευτικοπολιτικής, πολιτικής και πολιτισμικής επιρροής. Η ορθή τέλεση των λατρευτικών πράξεων, η εισαγωγή νέων, η ρύθμιση του ημερολογίου, η θέσπιση πολιτευμάτων, η ίδρυση αποικιών, θέματα αντεκδίκησης, η διακρατική ρύθμιση του πολεμικού δικαίου προς την κατεύθυνση του εξανθρωπισμού του -όλα αυτά ήταν ζητήματα για τα οποία το μαντείο μπορούσε να έχει λόγο και να παρεμβαίνει. Κατά την εκτέλεση μιας τέτοιας, εκτεθειμένης σε τόσους αστάθμητους παράγοντες, αποστολής δεν μπορούσαν να λείπουν οι πολιτικές αποτυχίες, οι οποίες ωστόσο δεν στάθηκαν ικανές να κλονίσουν μακροπρόθεσμα το κύρος του μαντείου.

Έτσι λοιπόν στο Δελφικό μαντείο απαντά και η ασυνήθης αλλού τάση επέκτασης έξω από τα όρια του συγκεκριμένου τόπου λατρείας. Στην Αθήνα υπήρχαν προκαθορισμένοι ερμηνευτές της ιερής λατρείας που τους επέλεγε ενμέρει ο θεός των Δελφών (ἐξηγητής, πυθόχρηστος). Υπήρχαν ακόμη και λατρευτικά παραρτήματα του μαντείου των Δελφών. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι ιεραποστολή, αλλά ένα είδος θρησκευτικής προπαγάνδας. Αυτήν την ασκούσαν επίσης κατά τρόπο οιονεί λογοτεχνικό οι χρησμολόγοι: περιπλανώνταν κρατώντας βιβλία από τα οποία απήγγειλαν χρησμούς ανάλογα με τις περιστάσεις (παρωδούνται στους Όρνιθες του Αριστοφάνη).

Β. ΤΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΑΝΤΙΠΕΡΑ

Αντικείμενα, φυτά, ζώα

Στους περισσότερους λαούς του κόσμου στόχο της ιερής τελετής ή αντικείμενο της ευλαβικής λατρείας αποτελούν και «νεκρά» πράγματα («φετίχ»), τα οποία για την ακρίβεια δεν θεωρούνται νεκρά αλλά πλήρη δυνάμεων. Παρόμοια αντικείμενα απαντούν και στους Έλληνες -μετεωρόλιθοι, για παράδειγμα. Στις Θεσπιές λατρευόταν ο Έρωτας υπό τη μορφή ενός ακατέργαστου λίθου. Στους Δελφούς βρισκόταν ο ομφαλός, ένας χαμηλός κίονας με στρογγυλεμένη κορυφή που θεωρήθηκε από παλαιά το κέντρο της γης, αλλά που στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια ιερή πέτρα. Λίθινες κολώνες είναι επίσης οι ερμαϊκές στήλες (ἑρμαῖ). Αντίθετα, δεν υπάρχουν στην Ελλάδα ασφαλείς πληροφορίες σχετικά με τη λατρεία όπλων, όπως για παράδειγμα για τη λατρεία του ξίφους στους Σκύθες και τους Γερμανούς. Για ιερά δέντρα έχει ήδη γίνει λόγος. Συχνά στην ακολουθία ενός θεού βρίσκονται ζώα, και ζωόμορφος ενδέχεται να είναι και ο ίδιος ο θεός -καθαυτό λατρεία των ζώων όμως σε μεμονωμένες απλώς περιπτώσεις έχει εξακριβωθεί- η ύπαρξη γνήσιου τοτεμισμού στην Ελλάδα αμφισβητείται από τους ειδικούς με πειστικά επιχειρήματα.[15]

Από το θεϊκό αντικείμενο στο θεϊκό ον, και από το ον στο θεϊκό πρόσωπο: αυτά είναι τεράστια βήματα που τα έχουν κάνει πολλοί λαοί με διάφορους τρόπους -και οι Έλληνες με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο.

Δαίμονες

Δαίμονες μπορεί κανείς να ονομάσει εκείνα τα όντα, τα οποία, ως προς τον τρόπο ύπαρξής τους, βρίσκονται πάνω από τα απλά αντικείμενα, αλλά που δεν αποτελούν ακόμη ολοκληρωμένα πρόσωπα, είναι δηλαδή περισσότερο δυνάμεις παρά άτομα. Συχνά δεν έχουν πραγματικά ονόματα (νύμφες= θηλυκά)· χαρακτηριστικό τους αποτελεί επίσης η ικανότητά τους να γίνονται ένα με το στοιχείο στο οποίο ανήκουν.

Υπάρχουν δαίμονες του κακού: τέτοιοι είναι οι Κήρες που φέρνουν τον θάνατο, με νύχια και δόντια άγριου θηρίου. Ένα άλλο άπληστο τέρας ήταν αρχικά και η Σφίγγα. Ο δυσειδής μορφασμός της Γοργώς, της Μεδούσης («άρχουσας», «προστάτισσας») φέρνει συμφορά, βοηθά όμως και στην αποτροπή άλλων κακών δαιμόνων.

Τους δαίμονες μπορεί κανείς να τους συναντήσει στην ύπαιθρο, όπου ο άνθρωπος της αρχαιότητας δεν απολαμβάνει τη γοητεία της ανέγγιχτης φύσης, αλλά είναι εκτεθειμένος σε τρομακτικές δυνάμεις που προκαλούν φρίκη. Στα ανήλιαγα δάση των βουνών κατοικούν οι Κένταυροι, μισό άλογα μισό άνθρωποι, άγρια πλάσματα και άρπαγες γυναικών. Έχουν μορφή ζώου όπως και οι Σιληνοί, που διατηρούν και το «αλογοπόδαρο», και όπως επίσης και οι Σάτυροι, στους οποίους όμως τελικά επικράτησε η μορφή του τράγου. Ανάμεσα στους Κενταύρους, ωστόσο, ζει ο σοφός και καλοκάγαθος Χείρων, φίλος και παιδαγωγός των ηρώων που διδάσκει στους μαθητές του το απέριττο αγαθό. Στη μορφή των Κενταύρων εκφράζονται δύο αντίθετες μεταξύ τους εμπειρίες της φύσης: η τρομακτική και άγρια από τη μια, η ήπια, βοηθητική και θεραπευτική της όψη, από την άλλη.

Το ίδιο ισχύει και για τα νεαρά θηλυκά που δρουν και κινούνται μέσα στα δέντρα και τις πηγές, τα δάση και τα λιβάδια, τις Νύμφες. Είναι καλοσυνάτα όντα που βοηθούν και θεραπεύουν και γνωρίζουν, όπως ο Χείρων, το μέλλον. Ο μαγευτικός όμως χορός και το τραγούδι τους μπορούν να παρασύρουν τον οδοιπόρο στη σπηλιά τους και να μην βρει πια τον δρόμο προς τα έξω· επανειλημμένα τους καταμαρτυρείται ότι αρπάζουν ωραίους νεαρούς. Όταν κρίνουν έναν θνητό άξιο της αγάπης τους, του χαρίζουν την ύψιστη μακαριότητα· αν όμως αυτός αρνηθεί ή φανεί άπιστος, η εκδίκησή τους είναι τρομερή και γεμάτη κακία.[16] Όντα που γνωρίζουν το μέλλον, χαρίζουν ανώτερη γνώση, αποπλανούν με το τραγούδι τους και καταστρέφουν τους ναυτικούς όπως η Loreley είναι επίσης οι Σειρήνες.

Ιδιαίτερη ρευστότητα ως προς τη μορφή παρουσιάζουν οι δαίμονες των υδάτων. Ο Αχελώος, ο ποτάμιος θεός, μπορεί να εμφανιστεί με ανθρώπινη μορφή· ταυτόχρονα είναι και ποταμός (μέσα στον οποίο ρίχνει κανείς τις θυσίες που του προσφέρει)· ως επί το πλείστον, όμως, εμφανίζεται με τη μορφή του ταύρου. Στην εικονοποιία το ζωώδες και το ανθρώπινο διασταυρώνονται με ποικίλους τρόπους: η εξέλιξη οδηγεί από τον απλό ταύρο στον ταύρο με ανθρώπινη κε­φαλή, τον ταύρο-κένταυρο με ανθρώπινα τα χέρια και το πάνω μέ­ρος του σώματος, τον άνθρωπο με κεφάλι ταύρου, τον άνθρωπο με κέρατα ταύρου και, τέλος, τον απλό άνθρωπο. Επιπλέον, τα όντα του νερού πολλές φορές διαθέτουν, εκτός από το χάρισμα της μαντικής, και εκείνο της μεταμόρφωσης, όπως το έχουν η Θέτις και οι θαλάσσιοι δαίμονες, είτε φέρουν το απλό όνομα του «ενάλιου γέροντα» [ἅλιος γέρων], είτε έχουν ίδια ονόματα, όπως Πρωτέας ή Γλαύκος.

3. Προσωποποιήσεις

Η βαθμιαία διαμόρφωση της αντίληψης του θεού ως προσώπου από αρχικά απρόσωπους φορείς δύναμης είναι μια διεργασία προσωποποίησης. Για προσωποποιήσεις με την στενότερη έννοια του όρου μπορεί, ωστόσο, να κάνει κανείς λόγο εκεί όπου η διεργασία αυτή είναι ακόμη αισθητή και ορατή, επομένως προπαντός εκεί όπου μια έννοια ζει στη συνείδηση τόσο ως θεότητα όσο και ως αφηρημένη έννοια, όπως π.χ. συμβαίνει με τη νίκη: από τη μια είναι μια πολύ συνηθισμένη λέξη της ελληνικής γλώσσας και σημαίνει απλώς «νίκη», ταυτόχρονα όμως ζει μαζί της και η παράσταση της θεάς Νίκης.

Ο νεωτερικός άνθρωπος μπορεί να κατανοήσει αυτό το φαινόμενο σε περιπτώσεις όπως αυτή του θανάτου:[17] και σε μας ο θάνατος υπάρχει ως έννοια και ταυτόχρονα σε κάποιον βαθμό - εξαιτίας παλαιών παραδόσεων - και ως πρόσωπο· το ίδιο συμβαίνει και με τις «μητέρες» στον Φάουστ του Γκαίτε. Στους αρχαίους Έλληνες, και με διαφορετικό τρόπο και στους Ρωμαίους, αυτού του είδους η ελεύθερη προσωποποίηση είναι ασυνήθιστα συχνή: Θάνατος, Ὕπνος, Νύξ, Ἔρις, Δίκη, Αἰδώς, Εἰρήνη, Ἥβη, Ἔρως, Θέμις, Ὑγίεια, Χάρις, Ὧραι (χρονικά διαστήματα, οι εποχές του χρόνου και η εναλλαγή τους), Κεραυνός, Μοίρα (κομμάτι, μεράδι, μοίρασμα, πεπρωμένο), Ἄτη (τύφλωση, συμφορά), Νίκη, Τύχη, και αναρίθμητες άλλες λέξεις απαντούν στη γλώσσα εν μέρει ως «έννοιες» και εν μέρει ως «πρόσωπα», για να εμφανιστούν κατόπιν και ως παραστάσεις στις εικαστικές τέχνες. Η μετάβαση στο πρόσωπο δεν έχει παγιωθεί εδώ ακόμη. Αυτό φαίνεται και στη διακύμανση ως προς τον αριθμό: τα όντα αυτά εμφανίζονται πότε μεμονωμένα, πότε ανά δύο ή ανά τρία και πότε πολλά μαζί (μία, δύο ή τρεις Μοίρες, μία Χάρις ή πολλές), όπως οι Βαλκυρίες, οι Νόρνες, και τα ξωτικά. Τα ίδια ονόματά τους δεν είναι ακόμη καθορισμένα, το καθένα από τα πολυάριθμα όντα είτε δεν έχει ατομικό όνομα είτε έχουν ονόματα που μεταβάλλονται: στον Όμηρο, π.χ., οι Ώρες είναι ανώνυμες και εμφανίζονται πότε ως μία, πότε ως πολλές. Στον Ησίοδο και στον Πίνδαρο είναι τρεις και ονομάζονται Ευνομία, Δίκη, Ειρήνη, ενώ σε χωρίο του Πινδάρου υπάρχει μόνο μία και ονομάζεται Ευνομία. Ο Θάνατος τις περισσότερες φορές δεν κατονομάζεται στις επιτύμβιες στήλες και αναφέρεται μόνον ως ο «ανελέητος», ο «πικρός δαίμονας». Οι μορφές αυτές έχουν συχνά μια γενεαλογία που είναι και αυτή ρευστή: σύμφωνα με την αρχαϊκή αντίληψη, η καταγωγή συνιστά και ερμηνεία του όντος και όπου το ον δεν είναι καθορισμένο με σαφή τρόπο, ενδέχεται και η καταγωγή του να είναι ασαφής και διφορούμενη. Ως επί το πλείστον οι μορφές αυτές δεν συνοδεύονται από κάποιον μύθο, είναι δηλαδή χωρίς ιστορία και αποτελούν «στιγμιαίους θεούς». Επιπλέον, πολλές φορές δεν διαθέτουν καν κάποια λατρεία. Η όλη υπόσταση αυτών των όντων παραμένει τόσο ρευστή, που πολύ συχνά είναι κανείς αναγκασμένος να αμφιβάλλει για το αν κάποιο χωρίο αναφέρεται απλώς σε μιαν «έννοια» (πρώτη περίπτωση), είτε σε κάποιο «πρόσωπο» σκιώδες ή απτό (δεύτερη περίπτωση), είτε (τέλος, τρίτη περίπτωση) σε ένα ον δαιμονικό ή θεϊκό. Έτσι εξηγείται και η αμηχανία που προκαλούν τα όντα αυτά στην ιστορία της θρησκείας.

Η αμηχανία αυτή ωστόσο οφείλεται μόνο στην έλλειψη ακρίβειας των δικών μας εννοιών. Για την αρχαϊκή σκέψη τα λεγάμενα «αφηρημένα ουσιαστικά» δεν είναι έννοιες αφηρημένες, αλλά ενεργά όντα. Η «Ειρήνη» δεν είναι απλώς μια κατάσταση που έχει προκόψει από μια σύμβαση του διεθνούς δικαίου: είναι μια αύρα ευλογίας και ευδοκίμησης, μια αισθητή ρευστή ατμόσφαιρα, που δρα ευεργετικά στον αγρό και στο λιβάδι, στις μέλισσες της κούφιας βελανιδιάς, στα ζώα και στην ανθρώπινη γονιμότητα· μια ευφρόσυνη λάμψη που εξαπλώνεται παντού, μια ολόπλευρη ευημερία·[18] ταυτόχρονα είναι και θεά και φέρει στην αγκαλιά της τον νεαρό «Πλούτο». Η «Νίκη» δεν είναι μόνον ένα απλό στρατιωτικό γεγονός, αλλά εκείνη η ευλογία που προστίθεται στην προσπάθεια του ανθρώπου, από έξω, («από ψηλά» θα λέγαμε εμείς σήμερα), ως ανέλπιστο δώρο της επιτυχίας, την χορήγηση του οποίου δεν μπορεί να επιβάλει και να εγγυηθεί καμιά ανθρώπινη προσπάθεια· και αυτό το δώρο το συναντά ο άνθρωπος υπό τη μορφή μιας θεάς. Τη συνάντηση αυτή με τη «νίκη», την «επιτυχία», την έχει αναπαραστήσει με τον πιο μεγαλειώδη τρόπο ο γλύπτης Παιώνιος στα αγάλματα της Νίκης στην Ολυμπία και στους Δελφούς, όπου, εκτός από τη χαρά της νίκης, έχουν πάρει μορφή ο απόκοσμος αιφνιδιασμός της επιφάνειας της θεότητας και η μυστηριώδης ευδαιμονία που εξευγενίζει τον θορυβώδη και ματαιόδοξο θρίαμβο.[19]

Είτε λατρεία και μύθος είτε όχι, εδώ έχουμε να κάνουμε με αρχέγονα θρησκευτικά φαινόμενα. Το γεγονός ότι απαντούν τόσο συχνά «μόνο» στον ποιητικό λόγο, ως «απλά και μόνον» πλάσματα της ποιητικής «φαντασίας» μειώνει την πραγματική υπόστασή τους μόνον για τη σύγχρονη σκέψη. Για την αρχαϊκή αντίληψη τους θεούς τους δημιουργεί ο ποιητής -και τούτο ισχύει σε ιδιαίτερο βαθμό για τα θεϊκά εκείνα όντα, που έχουμε τη δυνατότητα να τα παρακολουθούμε ενώ βρίσκονται ακόμη «εν τη γενέσει» ή μάλλον στην ελεύθερη, μετέωρη στιγμή της πρώτης εμφάνισής τους. Τα θεϊκά αυτά όντα έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα ως μάρτυρες που παρέχουν πληροφορίες για την εξέλιξη της ελληνικής θρησκείας.[20] Μπορεί κανείς να παρατηρήσει πώς υποχωρούν σταδιακά οι τρομακτικές μορφές και σχηματίζουν μια χορεία ευεργετικών όντων. Τα όντα αυτά είναι φορείς φυσικών δυνάμεων, ευδοκίμησης, άνθισης, περιοδικής αλλαγής, και ταυτόχρονα δυνάμεων από τις οποίες τρέφεται η ανθρώπινη κοινότητα, όπως η αιδώς, η τάξη, η ειρήνη, η χαρά, η καλοτυχία. Το σκοτεινό υπόβαθρο από το οποίο αναδύονται οι δαιμονικές δυνάμεις φωτίζεται και τελικά επενεργεί μόνο ως ένα άρωμα γεμάτο φυσικότητα, ως οργανική ουσία αυτών των μορφών που τις εμποδίζει να αποσυντεθούν σε αλληγορικά στοιχεία. Ήβη, Ειρήνη, Χάρις, Ώρες, Νίκη: όλες εκφράζουν τη βαθιά ελληνική χαρά για το είναι και την αυθόρμητη ευγνωμοσύνη προς αυτές τις δυνάμεις, - μια ευγνωμοσύνη που αφήνει πίσω της την Άτη και την Ύβρη.

4. Θεοί

α) Το θεϊκό πρόσωπο [Person]

Ο θεός διακρίνεται από όλους τους δαίμονες, τα πνεύματα και τα στοιχειά εξαιτίας της σαφήνειας τού είναι του ως προσώπου. Έχει ένα σταθερό, ίδιο όνομα. Συχνά, βέβαια, το όνομα αυτό σχεδόν πνίγεται από την πληθώρα των επωνυμιών, στις οποίες έχουν αποτυπωθεί οι τόποι λατρείας, οι λειτουργίες, οι επικράτειες, οι δηλώσεις προέλευσης, κοντολογίς: οι ιδιότητες- έτσι τα επίθετα αυτά απειλούν ενίοτε να επικαλύψουν το ίδιο όνομα, το οποίο δεν αφορά σε κάποιαν ιδιότητα, αλλά στο πρόσωπο αυτό καθεαυτό. Πάντα ωστόσο η πίστη ανακαλεί στη μνήμη το κύριο όνομα του θεού και τον κύριο χαρακτήρα του προσώπου (πολλών ονομάτων μορφή μία «από πολλά ονόματα η ενιαία μορφή» Αισχύλος, Προμηθέας Δεσμώτης 210). Σ’ αυτά τα ονόματα των θεών ενυπάρχει η αρχαιότερη δήλωση της ουσίας του θεού, τόσο αρχαία που ως επί το πλείστον δεν είναι πια κατανοητή· ακριβώς αυτός ο αδιαπέραστος για την κατανόηση χαρακτήρας ως απόρροια του ιστορικού είναι [του θεού], αποτελεί ένδειξη της συμπύκνωσής του σε πρόσωπο. Πολυάριθμα ελληνικά ονόματα θεών δεν είναι κατανοητά για τον απλό λόγο ότι προέρχονται από ξένες γλώσσες. Αργότερα όμως μπορεί να προστεθεί σ’ αυτά και μια ελληνική μετάφραση, μέσο και μάρτυρας της inter- pretatio graeca: Παλλάς Ἀθήνη (η λέξη Παλλάς είναι ελληνική και σημαίνει «παρθένος», ενώ η λέξη Ἀθήνη είναι προελληνική), Φοίβος Απόλλων (Φοίβος είναι λέξη ελληνική, «ο καθαρός», ’Απόλλων προελληνική).

Στο καθορισμένο όνομα αντιστοιχεί το καθορισμένο φύλο. Όλες οι εξελιγμένες ελληνικές θεότητες είναι είτε αρσενικές είτε θηλυκές, δεν είναι δηλαδή ούτε ουδέτερες ούτε ερμαφρόδιτες. Το γεγονός αυτό οφείλεται προφανώς σε μιαν ανεπίγνωστη λογοκρισία. Διότι, πρώτον, στους συγγενείς λαούς υφίσταται η τάση να παρουσιάζεται η ίδια θεϊκή οντότητα πότε ως αρσενική και πότε ως θηλυκή.[21] Δεύτερον, επειδή στην Εγγύς Ανατολή ήταν διαδεδομένη η εικόνα ερμαφρόδιτων θεοτήτων· στην Κύπρο μάλιστα λατρευόταν ακόμη και στην ελληνική εποχή η ανδρόγυνη Αφροδίτη, η οποία απεικονιζόταν με γένια. Και στην ίδια την Ελλάδα άλλωστε, η απωθημένη αμφίφυλη αντίληψη που ενσαρκώνει ο Ερμαφρόδιτος επανέρχεται στην επιφάνεια το αργότερο από τον 4ο αιώνα και εξής. Χαρακτηριστικά ελληνική ωστόσο είναι η θεότητα που έχει καθορισμένο φύλο και η οποία επιπλέον συχνά καθηλώνεται και σε μιαν ορισμένη ηλικία: Απόλλων, ο νεαρός· Δίας ο ώριμος άντρας· Άρτεμις και Αθηνά, οι παρθένες· Ήρα, η έντιμη και σεπτή οικοδέσποινα -μόνο η Αφροδίτη εμφανίζεται για ευνόητους λόγους χωρίς ηλικία.

Η δύναμη είναι άμορφη και άπειρη, χωρίς πέρας και όριο· το όνομα του θεού την περι-ορίζει σε πρόσωπο. Σε έναν ορισμένο βαθμό αυτό το κάνει και η ιδιαίτερη πλευρά της δύναμης, την οποία ενσαρκώνει το θεϊκό πρόσωπο: ο θεός έχει μιαν ορισμένη επικράτεια, μια ορισμένη λειτουργία: είναι ο θεός-θεραπευτής ή ο θεός-κριτής, ή ο θεός της θάλασσας· ή ο δίκαιος θεός, ή η θεότητα της υφαντικής.

Ο θεός λοιπόν μπορεί να ενσαρκώνει μια δύναμη της φύσης ή να απαντά σε μιαν ανθρώπινη ανάγκη. Αυτές είναι οι κύριες δυνάμεις, οι οποίες διαρθρώνουν την αόριστη, ενιαία «δύναμη» σε επιμέρους μορφές, δηλαδή, όπως θα μπορούσε να πει κανείς, οι ρίζες του πολυθεϊσμού. Στους Έλληνες ωστόσο και οι δύο αυτές αρχές διαίρεσης ακυρώνονται συνεχώς από ενοποιητικές τάσεις. Θεότητες των οποίων η ισχύς αυξάνεται καταλαμβάνουν όλο και περισσότερες λειτουργίες, έως ότου καταλήξουν σε μια ποικιλία, η οποία μόνο δύσκολα πλέον μπορεί να αναχθεί σε μια ενιαία αντίληψη. Το ελληνικό βίωμα του θεού κινείται με μεγάλη ελευθερία ανάμεσα σε δύο πόλους: την ιδιαίτερη, επιμέρους θεότητα και τον ενιαίο φορέα δύναμης, τον ακραίο πολυθεϊσμό και τον ενοθεϊσμό· η ελευθερία αυτή είναι τόση, ώστε το θεϊκό εξατομικευμένο πρόσωπο μαζί με το όνομα και την ιστορία του υποχωρεί, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται δύο τάσεις: είτε απομένει πλέον μόνο ένας θεός απλά ως θεός («θεός», «κάποιος θεός», «το θείο», «όχι χωρίς την επενέργεια των θεών»), είτε ο μεγαλύτερος θεός, προπαντός ο Δίας, συγκεντρώνει όλες τις δυνάμεις και καθίσταται πραγματικά ο ένας και μοναδικός θεός, ενώ οι άλλοι θεοί εκπίπτουν σε απλούς διεκπεραιωτές της θέ­λησής του.

Οι θεοί αυτοί έχουν ιδιότητες, κατά τα φαινόμενα όπως οι άνθρωποι, και έχουν επίσης και κακές ιδιότητες. Τρομερός μπορεί να ξεσπάσει ο θυμός του Δία,[22] και κατόπιν, «όταν ο ίδιος το θελήσει», μπορεί να ξαναγίνει μειλίχιος και καλός. Άσπλαχνη είναι η Αφροδίτη και επιχαίρει με την αμηχανία των ανθρώπων που υποδουλώνει ο Έρωτας. Οι θεοί μπορεί να φερθούν ύπουλα, να προκαλέσουν σύγχυση στους ανθρώπους με τα δόλια ψέματά τους, να τους τυφλώσουν και να τους καταστρέψουν. Τέτοιες ιδιότητες παρουσιάζουν τα θεϊκά όντα πολλών λαών· αρχικά είναι απλώς πρωτόγονες συλλήψεις, έκφραση του tremendum(*), του πραγματικού «φόβου του θεού». Οι Έλληνες παραμερίζουν τις δαιμονικές δυνάμεις του κακού· στον κόσμο τους δεν υπάρχει διάβολος. Ωστόσο τίποτα δεν τους είναι πιο ξένο από μιαν ανυπόστατη αισιοδοξία που αγνοεί την εμπειρία και δεν διαθέτει φαντασία. Οι θεοί είναι όντα στον ύψιστο βαθμό πραγματικά. Έτσι οφείλουν να είναι και φορείς της σκληρότητας και του απροσδόκητου δόλου που η βαθύτερη εμπειρία εντοπίζει στην πραγματικότητα.[23]

β) Ιστορία των θεών

Ο Ήφαιστος είναι χωλός, επειδή κάποτε ο Δίας τον έριξε από τον Όλυμπο και τσάκισε τα κόκαλά του. Ο Διόνυσος δεν υπήρχε ανέκαμψαν. Κάποτε περιπλανήθηκε πάνω στη γη και υπέταξε τους πάντες καταστέλλοντας βίαια κάθε αντίσταση. Ο Απόλλων είναι ο κύριος του μαντείου των Δελφών, επειδή κάποτε κατατρόπωσε εκεί τον Πύθωνα. Ο Δίας κυβερνά με τη δύναμη και τον δόλο, με τα οποία κάποτε νίκησε τον πατέρα του τον Κρόνο και τους άγριους Τιτάνες.

Σε κάποιες από αυτές τις ιστορίες των θεών - για παράδειγμα στις δύο τελευταίες - ενυπάρχουν στοιχεία της θρησκευτικής ιστορίας, καθώς αντικατοπτρίζουν το ιστορικό γεγονός της εξουδετέρωσης των γηγενών θεών από τις θεότητες που εισέβαλαν μαζί με τους Έλληνες. Ορισμένα χαρακτηριστικά υποδηλώνουν επίσης πρόσληψη στοιχείων από τους ανατολικούς γείτονες (π.χ. η διαδοχή δυναστειών ή ο Τυφωέας). Ένα ακόμη παραδεδομένο στοιχείο που εντοπίζεται σ’ αυτές τις αφηγήσεις είναι το εξής: οι θεοί δεν ήταν πάντοτε κυρίαρχοι, την εξουσία την κατέκτησαν μόνο με σκληρούς αγώνες· τέτοιες ιστορίες είναι τόσο διαδεδομένες σε συγγενείς λαούς όπως οι Πέρσες και οι Γερμανοί, ώστε δεν αποκλείεται οι Έλληνες ήδη να τις γνώριζαν και να τις έφεραν μαζί τους ως ένα δεδομένο από την παράδοση πλαίσιο. Εδώ όμως φαίνεται και κάτι χαρακτηριστικά ελληνικό: για τους Έλληνες η ιδέα του «λυκόφωτος των θεών» είναι μόνο μια αντίληψη εντελώς ακραία, θεωρητική θα λέγαμε, που παραμένει στο περιθώριο (μύθος του Προμηθέα). Επιπλέον, η αντίληψη ότι ο αγώνας ανάμεσα στους θεούς, ο αγώνας των καλών κατά των κακών, συνεχίζεται επ’ άπειρον, και ότι ο άνθρωπος καλείται να συμμετάσχει σ’ αυτόν τους είναι ξένη.

Το αντίθετο συμβαίνει: οι μάχες μεταξύ των θεών έχουν λήξει. Η νίκη του Δία είναι οριστική. Εγγύησή της αποτελούν η δύναμη και η δικαιοσύνη του, καθώς και η συναίνεση των άλλων θεών. Η αγριότητα και η αταξία τοποθετούνται στην προϊστορία. Ακόμη και οι πολλές ερωτοδουλειές του Δία αποτελούν παρελθόν. Οι ανταρσίες ανάμεσα στους Ολύμπιους ή οι εξεγέρσεις των δυνάμεων του χάους είναι μια μακρινή ανάμνηση, η οποία ως αμυδρή μόνον πλέον εικόνα αγγίζει το παρόν. Η ιστορία των θεών είναι προϊστορία, με άλλα λόγια: είναι μύθος.

Και σε αυτό το σημείο η ελληνική ιδιοφυία καταφέρνει να αιωρείται σε μιαν ελαστική κατάσταση ανάμεσα στο στατικό και το δυναμικό. Κάπου στις παρυφές του κόσμου, κάπου κάτω από την Αίτνα κοχλάζει ακόμη το αρχέγονο χαοτικό Ον· καταρχήν δεν αποκλείεται να αναδυθεί και πάλι στην επιφάνεια· όμως οι Ολύμπιοι το καταστέλλουν με άνεση, δύναμη και σοφία. Πάνω στα θεμέλια όμως αυτά υψώνεται εκείνο που ισχύει σήμερα, η διαρκής τάξη, η οποία όπως και ο κόσμος ανασυστήνεται διαρκώς στην ενότητά της μέσα από την κίνηση και τη μεταβολή (Πίνδαρος, Πυθ. 1).

γ) Κοινωνιολογία των θεών

Μεταξύ τους οι θεοί μπορεί να παρουσιάζονται σε πολυποίκιλες ομαδοποιήσεις και συσχετισμούς, είτε αυτές μορφοποιούνται ως κοινότητες λατρείας, είτε στον μύθο και στις σχετικές παραστάσεις ως έχθρα, συγγένεια, θεϊκός γάμος ή πολιτεία των θεών. Πολλές από αυτές τις δυνατότητες, που σε άλλους λαούς εμφανίζονται σε όλο τους το μεγαλείο, παραμερίστηκαν από τους Έλληνες και παρέμειναν μόνον ως απόηχοι ή εξαιρέσεις. Αυτό συμβαίνει και με το αρχέγονο θεϊκό ζεύγος μητέρας-παιδιού, όπως είναι η Κυβέλη και ο Άττις, η Ίσιδα και ο Ώρος, στα οποία μόνον απόμακρα αντιστοιχεί στον ελληνικό χώρο η σχέση του Απόλλωνα με τη Λητώ, καθώς και η Περσεφόνη-Κόρη στην Ελευσίνα. Οι γάμοι μεταξύ θεών είναι συνηθισμένοι· θα έλεγε κανείς ότι ο Δίας και η Ήρα συνδέονται με τα δεσμά του αρχετυπικού γάμου. Άλλοι γάμοι είναι μάλλον δευτερεύοντες, καθώς πλάθονται κατά περίπτωση από τους ποιητές· στην κατηγορία αυτή υπάγονται ο γάμος του Ήφαιστου με την Χάρι στην Ιλιάδα, όπως επίσης και με την Αφροδίτη στην Οδύσσεια.[24] Τα γενεαλογικά δέντρα τοποθετούν τους θεούς σε περίπλοκες και συχνά επίσης δευτερεύουσες συγγενικές σχέσεις μεταξύ τους. Παράλληλα με την οικογένεια και τη συγγενική σχέση λειτουργεί και το μοντέλο της κρατικής εξουσίας. Το αυλικό κράτος των θεών είναι χαρακτηριστικό για τα βασίλεια της αρχαίας Ανατολής. Οι πολιτικές σχέσεις ανάμεσα στους έλληνες θεούς -στον βαθμό που υφίστανται- είναι μάλλον σχέσεις ισότιμων δυναστών. Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό ο Δίας, ο Ποσειδών και ο Άδης μοιράζονται τα τρία βασίλεια της γης, της θάλασσας και του κάτω κόσμου.

Οι διάφορες ομάδες αποκρυσταλλώνονται στο κλασικό δωδεκάθεο, τους Ολύμπιους, για τους οποίους ο νεότερος Πεισίστρατος ανήγειρε στην Αθήνα έναν βωμό και οι οποίοι έγιναν αργότερα οι θεοί των μηνών του έτους στο ημερολόγιο του Ευδόξου. Στον πυρήνα τους βρίσκεται η ομάδα των Ολυμπίων, όπως αυτοί παρουσιάζονται στον Όμηρο και τον Ησίοδο. Έχουν όλοι συγγενικές σχέσεις μεταξύ τους και ζουν σ’ ένα είδος οικογενειακής κοινότητας στο παλάτι του Διός πάνω στον Όλυμπο - έστω και αν κάποιοι είναι συχνά απόντες. Απαρτίζουν μιαν ουράνια στρογγυλή τράπεζα και ταυτόχρονα έναν σύνδεσμο ισχυρών ηγεμόνων με ομαδοποιήσεις, προστριβές και αντιζηλίες.

Ο επικεφαλής τους, ο Δίας, φέρει τον τίτλο «Δίας Πατέρας», ο οποίος αποτελεί και τον αρχαιότερο γνωστό σε μας ινδοευρωπαϊκό τίτλο.[25] Με το ίδιο όνομα απαντά στα αρχαία ινδικά, τα λατινικά, τα ουμβρικά και τα ιλλυρικά και αποτελεί συνεπώς μια από τις λίγες περιπτώσεις βέβαιης ταύτισης στην ιστορία της θρησκείας. Η ταύτιση αυτή αποδεικνύει ότι τόσο ο θεός όσο και ο τίτλος του ως πατέρα αποτελούν αρχαία ινδοευρωπαϊκή κληρονομιά. Έτσι επιτείνεται η αναγκαιότητα να αποσαφηνιστεί επακριβώς η σημασία αυτού του πατρικού τίτλου.[26] Δεν πρόκειται ούτε για την πρωτόγονη αντίληψη ενός κοινού γεννήτορα και δημιουργού ως θεού, ούτε γι’ αυτήν του «πατριάρχη», του πατέρα της φυλής, ούτε ακόμη και για την καθαρά προσωπική αντίληψη του πατέρα, στην οποίαν αντιστοιχεί από την πλευρά του ανθρώπου η βαθιά εμπιστοσύνη του παιδιού. Ο πατέρας αυτός είναι η κεφαλή της φράτρας, ο pater familias. Η οικογένεια την οποία διευθύνει πατριαρχικά είναι η παλαιά διευρυμένη οικογένεια. Καθοριστική για την εικόνα του Δία ήδη στην ινδοευρωπαϊκή εποχή -όπως αποδεικνύεται σαφώς από αυτά τα στοιχεία - δεν στάθηκε η δύναμη της φύσης ή ο «θεός του καιρού» (σε μια τέτοια υπόθεση οδηγούν μόνον ετυμολογίες, οι οποίες, ακόμη και εκεί που φωνολογικά είναι βέβαιες, υπόκεινται σε πολλαπλές ερμηνείες), αλλά η κοινωνική διάσταση. Εκφρασμένος με τους όρους της κοινωνικής ανθρωπολογίας, ο θεός αυτός βρίσκεται στο σημείο όπου ο πατριαρχικός πατέρας της φυλής και ο βασιλιάς είναι ακόμη ένα και το αυτό. Υπερέχει έναντι των άλλων θεών· ωστόσο, με τρόπο χαρακτηριστικό για την ινδοευρωπαϊκή αντίληψη περί βασιλιά, αποδίδει μεγάλη σημασία στο να αποσπά από αυτούς, από τους συγγενείς του δηλαδή, την συγκατάθεσή τους στα σχέδιά του.

5· Οι εκλιπόντες

α) Οι νεκροί

Πουθενά στον κόσμο οι νεκροί δεν εξαφανίζονται απλώς. Χωρίς αυτό να συνεπάγεται απαραίτητα πίστη σε κάποιο είδος ψυχής, δεν θεωρούνται νεκρά αντικείμενα, αφού διατηρούν κάτι από την παλαιά τους δύναμη. Έτσι λοιπόν είναι επικίνδυνοι, επανέρχονται (revenants) και πρέπει να επιδιώκεται η εύνοιά τους. Για τον λόγο αυτόν αλλά και από ευσέβεια, τους προσφέρεται ό, τι τους καθιστούσε πρόσωπα όσο ζούσαν και τους διατηρεί ζωντανούς στη συνέχεια: φορέματα, όπλα, κοσμήματα, σκεύη, ως σπίτι τους ο τάφος και επιπλέον γυναίκες, άλογα και υπηρέτες. Λαμβάνουν τροφή και ποτό που οι ζωντανοί ανανεώνουν διαρκώς, αφήνοντας γλυκίσματα πάνω στον τάφο και τελώντας σπονδές. Σε τίποτα απ’ όλα αυτά δεν διαφέρουν οι Έλληνες από πολλούς άλλους λαούς. Η προσφορά όμως ζωντανών όντων συνιστά εδώ ένα έθιμο που εξαφανίζεται. Ο Αχιλλέας σφάζει ακόμη για τον νεκρό Πάτροκλο Τρώες, άλογα και σκυλιά, ενώ στον νεκρό Αχιλλέα οι Έλληνες θυσιάζουν την Πολυξένη· την εποχή του ίδιου του Ομήρου κάτι τέτοιο είναι ήδη «αρχαϊκό». Εκτός από τα αντικείμενα που προσφέρονται υπάρχουν επίσης, προφανώς δευτερευόντως, και κυριολεκτικά σφαγιαστικές θυσίες για τους νεκρούς, όπως αυτή που πραγματοποιεί ο Οδυσσέας στον κάτω κόσμο. Οι νόμοι του Σόλωνα απαγορεύουν αυτό το έθιμο πιθανώς λόγω της δαπάνης που συνεπάγεται. Ένα ωραίο ελληνικό έθιμο είναι να κόβει κανείς μια μπούκλα από τα μαλλιά του και να την αποθέτει πάνω στον τάφο για τον νεκρό, όπως κάνει ο Αχιλλέας για τον Πάτροκλο και ο Ορέστης για τον πατέρα του, τον Αγαμέμνονα (στις Χοηφόρες του Αισχύλου). Εκτός από αυτές τις προσφορές και την τακτική τους ανανέωση, τη μέριμνα για τους νεκρούς, ο νεκρός απαιτεί φυσικά μια τελετουργική κηδεία, είτε αυτή συνίσταται σε ταφή είτε σε καύση. Είναι θα λέγαμε η τιμή του νεκρού: η παράλειψή της ή η άρνηση να τελεστεί είναι κάτι που οι ομηρικοί ήρωες φοβούνται σαν το χειρότερο πράγμα που μπορεί να τους συμβεί. Για να εξασφαλίσει στον αδερφό της την ταφή η Αντιγόνη θυσιάζει τη ζωή της. Οι πολεμιστές που έπεσαν στη μάχη θάβονται κατόπιν σε έναν κοινό τύμβο, όπως έγινε και στον Μαραθώνα. Η αττική δημοκρατία δεν άργησε να εισαγάγει το έθιμο να ενταφιάζει τους νεκρούς του πολέμου (ή εκείνους που έπεσαν κατά τη διάρκεια ενός έτους πολέμου) όλους μαζί στο δημόσιο νεκροταφείο των Αθηνών, τον Κεραμεικό.

Αυτή η γενική πίστη για τους νεκρούς αναιρείται από μια τάση που κατά κύριο λόγο μαρτυρείται στον Όμηρο. Εδώ ο νεκρός δεν έχει πια καμία απολύτως δύναμη που εξακολουθεί να επενεργεί. Δεν αφανίζεται βέβαια ολότελα, ωστόσο ζει μόνο με τον πιο υποτυπώδη τρόπο που μπορεί να νοηθεί, σαν σκιά του εαυτού του. Έτσι λοιπόν δεν κατοικεί πια στον τάφο του -στον τάφο του επιζεί μόνο το όνομά του, η φήμη του· πηγαίνει κάτω από τη γη, στο βασίλειο του Άδη, όπου όλες αυτές οι σκιές συνυπάρχουν σ’ ένα αχνό παρόν, χωρίς να έχουν πραγματική υπόσταση. Η ομηρική πίστη για τους νεκρούς αποτελεί προϊόν μιας μεγαλειώδους τάσης απαλλαγής από το βάρος των νεκρών. Η πίεση των κατοίκων του κάτω κόσμου είναι αισθητή στον απάνω, όπως ταυτόχρονα και η πίεση του παρελθόντος που συνεχίζει να υπάρχει μαζί με τους νεκρούς («εμείς οι νεκροί, εμείς οι νεκροί, είμαστε μεγαλύτερες στρατιές» - C. F. Meyer(*)). Η ομηρική πίστη για τους νεκρούς αυτή καθαυτήν δεν στάθηκε δυνατό να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα· η ρωμαλέα ωστόσο πρόκριση του επίγειου κόσμου, πάνω στην οποία στηρίζεται, παρέμεινε ένα ουσιώδες συστατικό του ελληνικού κόσμου.

β) Οι ήρωες

Όπως είναι φυσικό οι νεκροί λησμονούνται με το πέρασμα του χρόνου, ενώ κάποιοι ανάμεσά τους μένουν χωρίς απογόνους και φροντίδα. Για τους απόκληρους, πένητες νεκρούς μεριμνά η κοινότητα την ημέρα των ψυχών, η οποία τηρούνταν και στην αρχαία Ελλάδα (Ανθεστήρια).

Την προοπτική διαρκούς φροντίδας την έχει προπαντός ο νεκρός που είχε υπάρξει αρχηγός μιας ακμάζουσας φράτρας: γίνεται πρόγονος. Σε ορισμένους λαούς η λατρεία των προγόνων αποτελεί μιαν από τις θεμελιώδεις δυνάμεις που καθορίζουν τη ζωή, όπως π.χ. στους Ρωμαίους και στους λαούς της Άπω Ανατολής. Στην Ελλάδα η λατρεία αυτή είναι σπάνια και δευτερεύουσα· και αν υπήρξε, εξέλιπε νωρίς. Εδώ εμφανίζεται ο ήρωας στη θέση του προγόνου, και ο μύθος στη θέση της παράδοσης. Ο ήρωας, η ανάμνησή του, η φήμη του, η δύναμή του που σκορπά ευλογία, δεν ανήκουν στους απογόνους του, αλλά στην κοινότητα ολόκληρη. Η εμβέλειά του υπερβαίνει μάλιστα και την κοινότητα- επιφανείς ήρωες διαθέτουν πλήθος τάφων σε διάφορες τοποθεσίες, όπως συμβαίνει και στη χριστιανική λατρεία των αγίων. Ενώ πρόγονοι αναπαράγονται διαρκώς νέοι, ο ήρωας είναι μοναδικός και ανήκει στο απώτερο παρελθόν. Μοναδικότητα χαρακτηρίζει και το μέγεθος της μορφής του, που δεν ισοπεδώνεται μέσα στο πλήθος όπως συμβαίνει στην περίπτωση των προγόνων.[27]

Οι ήρωες λειτουργούν κατά κύριο λόγο ως βοηθοί: προστατεύουν τους παραστάτες, τη σκεπή, τον φούρνο, τα τείχη, τα σύνορα, τους δρόμους· είναι σωτήρες αυτών που ταξιδεύουν στη θάλασσα, που μάχονται, που είναι άρρωστοι ή ερωτευμένοι· είναι προστάτες της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και της αμπελουργίας. Είναι εφευρέτες (της άλεσης, του διχτυού, της οικοδομικής, της γραφής), μάντεις, ιδρυτές, οικιστές, νομοθέτες, προστάτες του δικαίου και τιμωροί του αδίκου (σε τέτοιες περιπτώσεις επεμβαίνουν προκαλώντας βλάβη, αρρώστια, τύφλωση, θάνατο). Είναι μυθικοί προπάτορες των γενών και -την εποχή της δημοκρατίας- των φυλών και των δήμων.

Ήρωες είναι οι μεγάλοι πρωταγωνιστές του μύθου, όπως ο Ηρακλής και ο Θησέας, αλλά επίσης ο Οιδίπους και η Ελένη. Ήρωες είναι όμως και πρόσωπα της ιστορικής μνήμης, τα οποία μυθοποιούνται ακριβώς μέσω της ηρωοποίησες: στην κατηγορία αυτή υπάγονται οι τυραννοκτόνοι στην Αθήνα, μεγάλοι ποιητές όπως ο Όμηρος και ο Ησίοδος, νομοθέτες όπως ο Λυκούργος και ο Σόλων. Τον Μιλτιάδη τον τιμούσαν ως ιδρυτή ήρωα στη θρακική χερσόνησο. Τον 5ο αιώνα σε ήρωες αναγορεύονται πρώτα απ’ όλα αυτοί που πέφτουν στον πόλεμο, όπως ο Λεωνίδας, οι Μαραθωνομάχοι, οι πεσόντες των Πλαταιών. Στο τέλος, με τη γενική ισοπέδωση, η ιδιαίτερη θέση του ήρωα χάνεται, η μυθοποίηση απογυμνώνεται από τη δύναμή της, κάθε νεκρός φιλοδοξεί να γίνει ήρωας. Στη Θήρα βρέθηκε μια επιγραφή με τη διαθήκη μιας γυναίκας του 3ου-2ου αιώνα,[28] της Επικτήτης: σ’ αυτήν η κληροδότρια εξασφαλίζει μέσω δωρεών εν ζωή ότι μετά θάνατον θα της αποδοθεί η λατρεία που αποδίδεται στους ήρωες.

Ως συνολικό φαινόμενο η λατρεία των ηρώων συνιστά δημιούργημα αποκλειστικά ελληνικό. Σ’ αυτήν εκβάλλουν πολλά στοιχεία της ελληνικής αντίληψης περί θεών: για τον Πίνδαρο οι ήρωες είναι «ισόθεοι», για τον Ησίοδο «ημίθεοι»· τα όρια ανάμεσα στον θεό και τον ήρωα είναι ρευστά. Σ’ ένα μόνο σημείο πλεονεκτούν οι ήρωες έναντι των θεών: βρίσκονται πιο κοντά στους ανθρώπους, ανταποκρίνονται ευκολότερα στις καταστάσεις ανάγκης και στις δυσκολίες τους. Δεν είναι τυχαίο που η χριστιανική λατρεία των αγίων είναι με πολλαπλούς τρόπους ο άμεσος συνεχιστής της αρχαίας λατρείας των ηρώων. Αυτή όμως η εγγύτητα προς τον άνθρωπο στάθηκε κατόπιν και ο λόγος που η έννοια του ήρωα οδηγήθηκε στην ισοπέδωση και την απώλεια κάθε περιεχομένου και συνακόλουθα στην παρακμή.

Γ. Η ΖΩΗ ΣΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

1. Θεός και άνθρωπος

Η ινδοευρωπαϊκή αρχαιότητα γνώριζε δύο τρόπους περιγραφής του «ανθρώπου» (που και οι δύο έχουν διαμορφωθεί κατ’ αντιδιαστολή προς τους θεούς): ως «θνητού» και ως «γήινου». Οι ἐπιχθόνιοι ἄνθρωποι, οι «κάτοικοι της γης», αντιδιαστέλλονται προς τους ουράνιους θεούς, τους κατοίκους του ουρανού, όπως εξάλλου και ο λατινικός όρος homo (humus = γη) αντιπαρατίθεται προς τους όρους deus και deivos, που σημαίνουν «επουράνιος».[29] Οι επίγειοι και οι επουράνιοί: πριν αναζητήσουμε σ’ αυτό το αντιθετικό ζεύγος οποιαδήποτε μυθολογία της φύσης, πρέπει να εκτιμήσουμε το σημαντικό στοιχείο που μεταφέρει, χωρίς να ανατρέξουμε σε ετυμολογία ή ερμηνεία. Κατά πρώτον λόγο τονίζεται η αντίθεση μεταξύ ανθρώπου και θεού και τίθεται ένα σαφές όριο ανάμεσα τους. Η αντίθεση αυτή έχει, δεύτερον, τοπικό χαρακτήρα: οι θεοί βρίσκονται εκεί που δεν βρίσκονται οι άνθρωποι. Αυτό σημαίνει ότι έχει επέλθει ένας διαχωρισμός: οι θεοί βρίσκονται σε υψηλότερο επίπεδο -όχι όμως εδώ πάνω στη γη. Η μετακίνηση των θεών στον ουρανό υποδηλώνει ταυτόχρονα -όπως και στο Ισραήλ[30]- το υπερτοπικό τους κύρος. Μια τέτοιου είδους δομή της πραγματικότητας σημαίνει αποφόρτιση: απελευθερώνει τους επίγειους από την πίεση που δημιουργεί η υπερβολική εγγύτητα των ανώτερων δυνάμεων.

Τέτοια ακριβώς, λοιπόν, πρέπει να υπήρξε η τάξη των πραγμάτων την οποία έφεραν μαζί τους οι Έλληνες, και φαίνεται πως αυτή την κληρονομιά τη διατήρησαν ιδιαίτερα καθαρή. Κάθε πολιτισμός ζει μόνο στο μέτρο που αυτοδεσμεύεται να τηρήσει ορισμένα απαράβατα όρια, και το όριο μεταξύ θεού και ανθρώπου είναι ίσως το θεμελιώδες. Το όριο αυτό δεν είναι αδιαμφισβήτητο. Η διαφύλαξή του είναι ένα από τα μόνιμα θέματα της ιστορίας της ελληνικής θρησκείας. Όποιος θέλει να κυριεύσει τον ουρανό διαπράττει την χειρό­τερη ύβρη· ο Δίας πάταξε την ύβρη οριστικά στην περίπτωση των γιγάντων. Επανειλημμένα η θεότητα υπενθυμίζει στους Έλληνες που από τη φύση τους ρέπουν προς την ύβρη αυτό το όριο: γνῶθι σαὐτόν.

Μέσα στην αμεριμνησία τους οι επουράνιοι διάγουν βίο άνετο με ευωχίες και χαρούμενες γιορτές· η μοίρα όμως των ανθρώπων είναι άθλια. Γύρω από την ουράνια τράπεζα οι Μούσες τραγουδούν τα βάσανα των δύσμοιρων ανθρώπων, που δεν διαθέτουν κανένα μέσο για να αποφύγουν τα γηρατειά και τον θάνατο. (Ομηρικός Ύμνος στον Απόλλωνα 189). Οι θεοί δεν θέλουν ούτε μπορούν να βοηθήσουν τους ανθρώπους να ξεπεράσουν αυτήν τους την περατότητα. Το ανοσιούργημα του Τιτάνα Προμηθέα είναι ότι θέλησε να βοηθήσει υπέρ το δέον τους ανθρώπους και έτσι να μετακινήσει τα δεδομένα όρια.

Αντίθεση ανάμεσα στο επουράνιο και το γήινο στοιχείο σημαίνει επίσης αντίθεση ανάμεσα στη φωτεινή διαύγεια και στη θαμπή καταχνιά. Το ανώτερο στρώμα της ατμόσφαιρας, ο αιθήρ, είναι και το καθαρότερο. Από εκεί επάνω στην περιοχή του ουρανού, ή, πράγμα που σημαίνει το ίδιο, από τις ψηλότερες βουνοκορφές, έχει κανείς μιαν εντελώς διαφορετική εικόνα. Ο Δίας που έχει τον θρόνο του πάνω στον Όλυμπο ή την Ίδη και παρακολουθεί, βλέπει περισσότερα απ’ ό, τι οι επίγειοι άνθρωποι.

Οι θεοί υπάρχουν βέβαια, αλλά δεν ενδιαφέρονται για τους ανθρώπους. Αυτή είναι μια αντίληψη που ο Πλάτων την καταπολεμά με σφοδρότητα· ο Επίκουρος την ανήγαγε κατόπιν σε κυρίαρχο δόγμα. Στην αντίληψη αυτήν εκφράζεται με τον πιο καθαρό τρόπο ο αποστασιοποιημένος χαρακτήρα των θεών των Ελλήνων. Ακόμη και στην περίπτωση των ομηρικών θεών, οι οποίοι παρεμβαίνουν συχνά στο ανθρώπινο πεπρωμένο, δεν μπορεί να κάνει κανείς λόγο για διακυβέρνηση του κόσμου. Οι θεοί απλώς υπάρχουν, είναι εικόνες και ενσαρκώσεις όχι τόσο κάποιας ενέργειας όσο του είναι. Αυτή η αποδέσμευση, αυτός ο ελεύθερος μετεωρισμός περιέχει σπερματικά μεγάλες δυνατότητες: το δι’-εαυτόν-είναι μπορεί να μεταβληθεί σε ένα καθ’-εαυτόν-και-δι’-εαυτόν-είναι, με άλλα λόγια, μια τέτοιου είδους θεότητα μπορεί τελικά να εμποτιστεί από πνεύμα και τελικά να μεταβληθεί σε καθαρό πνεύμα. Ταυτόχρονα όμως η υπερήφανη αυτή αρχοντιά εγκυμονεί και τον δικό της κίνδυνο: η εικόνα της μπορεί να γίνει ανεκτή και να διατηρηθεί μόνον εκεί όπου την ενστερνίζονται άνθρωποι εμφορούμενοι και οι ίδιοι από την ίδια υπερήφανη αρχοντιά. Αυτός είναι ίσως και ο λόγος που όλες οι ινδοευρωπαϊκές θρησκείες και πάνω απ’ όλες η ελληνική, η οποία αποτύπωσε το χαρακτηριστικό αυτό στην καθαρότερή του μορφή, εξέλιπαν.

2. Θάνατος και πεπρωμένο

Η δεύτερη αντίθεση που είναι παραδεδομένη από παλαιά έχει τη μορφή «θνητοί» και «αθάνατοι» (βροτοί-ἄμβροτοι, θνητοί-ἀθάνατοι). Η αθανασία, η υπέρβαση του θανάτου δεν αφορά μόνο στη διάρκεια ζωής, αλλά και στην ευγένεια της υγείας και της νεότητας· γηρατειά και αρρώστια είναι στοιχεία θανάτου. Αυτή την αντίληψη εκφράζει ο μύθος της Ηώς και του Τιθωνού. Και αυτό το όριο του θανάτου μπορεί να ξεπεραστεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση του Ηρακλή που είναι υιός θεού.

Οι Έλληνες δεν έτρεφαν αυταπάτες για τον θάνατο, είτε προσπερνώντας τον απερίσκεπτα είτε λησμονώντας τον. Στα μάτια τους ο θάνατος αποτελεί το θεμελιώδες γεγονός της ανθρώπινης ύπαρξης. Τους αμέτρητους θανάτους που εξιστορούνται στα ομηρικά έπη, ο ποιητής τους αισθάνεται ως χαρακτηριστικό στοιχείο για τη φύση του ανθρώπου ως όντος που αποτυγχάνει.[31] Ο Πλάτων δεν είναι ο πρώτος που τοποθετεί τον θάνατο στο επίκεντρο της ελληνικής σκέψης (Φαίδων).

Σε αντίθεση, λ.χ., προς τους Ινδούς, οι Έλληνες δεν παρακαλούν τους θεούς να τους χαρίσουν μακροζωία.[32] Η διάρκεια της ζωής είναι προδιαγεγραμμένη για κάθε άτομο: του έχει λάχει από τη Μοίρα την ώρα της γέννησής του. Αυτό το χρονικό διάστημα είναι η μοίρα του, το «μερίδιο» του. Στους Έλληνες η νεράιδα η οποία «κλώθει» κατά τη γέννηση τα δώρα της ζωής έχει αποκτήσει μιαν ιδιαίτερη, αφηρημένη διατύπωση, ονομάζεται η ίδια «μερίδιο» (Μοίρα). Το πεπρωμένο, επομένως, καθώς και το θεμελιώδες γεγονός που συνδέεται μαζί του, δηλαδή η διάρκεια της ζωής, δεν βιώνεται ως κάτι το αυθαίρετο και μεμονωμένο, αλλά ως στοιχείο μιας τάξης πραγμάτων, ως απόρροια μιας ρυθμιστικής κατανομής. Όποιος το γνωρίζει και το αποδέχεται αυτό, εναρμονίζεται με το πεπρωμένο του. Συνειδητοποίηση της μοίρας ισοδυναμεί με γνώση θανάτου. Ο Αχιλλέας είναι ένας τέτοιος γνώστης του πεπρωμένου, το ίδιο και ο Σωκράτης. Το «να πιάσεις το πεπρωμένο από το λαιμό» δεν εκφράζει μιαν ελληνική αντίληψη. Το τιτανικό στοιχείο οι Έλληνες το απορρίπτουν ως ύβρη. Στις υψηλότερές του μορφές το ελληνικό ηρωικό ιδεώδες συμβαδίζει με την επίγνωση της καθολικής τάξης.

Ατομικές και κοινοτικές γιορτές

Ιδιαίτερες αφορμές για την τέλεση λατρευτικών πράξεων είναι οι μεγάλες τομές στην ανθρώπινη ζωή, όπως ο γάμος, ο θάνατος, η γέννηση,[33] αργότερα και τα γενέθλια, που γιορτάζονται κάθε μήνα και αρχικά μόνο σε περιπτώσεις σημαντικών ανθρώπων μετά τον θάνατό τους· στην ίδια κατηγορία ανήκει επίσης και η νικητήρια γιορτή. Στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου η Κλυταιμνήστρα παρουσιάζεται να διατάζει την τέλεση ευχαριστήριων θυσιών σε όλους τους βωμούς με την άλωση της Τροίας. Στο Συμπόσιο του Πλάτωνα παρακολουθούμε τον εορτασμό μιας νίκης στους δραματικούς αγώνες, ή μάλλον τα μεθεόρτια. Οι επινίκιοι ύμνοι του Πινδάρου αναφέρονται στη νίκη σε αθλητικούς αγώνες. Στο σημείο αυτό δεν υπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ των Ελλήνων και των άλλων λαών. Ιδιοτυπία αποτελεί ίσως μια ορισμένη απλότητα που παρουσιάζουν πάντοτε αυτές οι ιδιωτικές τελετές, όπως επίσης και η υποχώρηση του μαγικού στοιχείου. Η αφορμή αυτών των εορτασμών είναι ατομική· δεν γιορτάζει όμως το μεμονωμένο πρόσωπο αλλά η ομάδα. Ο γάμος, που το όμορφο και ανθρώπινο τελετουργικό του το γνωρίζουμε από τα γαμήλια τραγούδια (της Σαπφώς, του Θεόκριτου, του Κάτουλλου), γίνεται και από τις δύο οικογένειες, συμμετέχει όμως και η κοινότητα, καθώς και οι σύνδεσμοι ή όμιλοι των νεαρών αγοριών και κοριτσιών.[34]

Ο χρόνος τέλεσης αυτών των εορτασμών ποικίλλει από άτομο σε άτομο, πράγμα που έγκειται στη φύση τους. Στην Ελλάδα ωστόσο εμφανίζεται με χαρακτηριστικό τρόπο η τάση υπέρβασης του ατομικού με την συγκέντρωση και αυτών των τελετών και τη μετακίνησή τους σε μια ημερομηνία κοινή. Η παρουσίαση των νεογέννητων παιδιών στη φράτρα γινόταν ασφαλώς από πολύ παλιά σε προκαθορισμένη χρονική απόσταση από τη γέννηση και επομένως σε μεταβαλλόμενες ημερομηνίες. Κατόπιν όμως θεσπίστηκε να παρουσιάζονται όλα τα παιδιά μαζί σε μιαν ορισμένη μέρα του χρόνου, στη γιορτή των Απατουρίων. Οι αγώνες φαίνεται ότι αρχικά διεξάγονταν κυρίως στη διάρκεια εορτών προς τιμή των νεκρών. Το αργότερο τον 8ο αιώνα τοποθετούνται σε μια σταθερή ημερομηνία και τελούνται με περιοδικό ρυθμό που βασίζεται στο έτος (κάθε χρόνο, κάθε 4 χρόνια κ.τ.λ.) Ακόμη και οι ίδιες οι νεκρικές γιορτές υποτάχθηκαν στην ίδια τάση: φυσικά οι πεσόντες σε μια μάχη κηδεύονταν και τιμώνταν αμέσως. Η αττική δημοκρατία συγκέντρωσε όλους αυτούς τους εορτασμούς και δημιούργησε μία κοινοτική γιορτή, καθιερώνοντας την ταφή όλων των πεσόντων κατά τη διάρκεια ενός έτους πολέμου σε μία κοινή τελετή.

Αυτός είναι, λοιπόν, ο δρόμος που διανύθηκε από την ατομική γιορτή προς την κοινοτική. Φυσικά είναι πανάρχαιο το φαινόμενο να εντείνονται και να πυκνώνουν οι λατρευτικές τελετές κατά τη διάρκεια ορισμένων «ιερών χρονικών περιόδων». Οι ημερομηνίες καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τις εναλλαγές των εποχών του χρόνου.

Φορέας της αντιπροσωπευτικής κοινοτικής γιορτής είναι ολόκληρη η κοινότητα. Κάποτε, στην αρχαϊκή εποχή, τη λειτουργία αυτή την επιτελούσε η φυλή· η αττική δημοκρατία επέτρεψε στους ξεπερασμένους φυλετικούς συνδέσμους να εξακολουθήσουν να υφίστα- νται ως λατρευτικές ενώσεις ακριβώς για την τέλεση ορισμένων γιορτών, όπως τα Απατούρια. Συνολικά ωστόσο η κοινότητα επικράτησε και στον τομέα των γιορτών, π.χ. των Παναθηναίων.

Οι ξένοι δεν αποκλείονταν από τις γιορτές της κοινότητας· ίσα- ίσα, ως θεατές ήταν ευπρόσδεκτοι, καθώς η γιορτή παρουσιάζει τάση να υπερβεί τα όρια της κοινότητας. Οι ίδιες οι γιορτές της πόλης βρίσκονταν σε ένα είδος ανταγωνισμού μεταξύ τους. Ακόμη και στις γιορτές που υπερέβαιναν τα τοπικά όρια φορέας παρέμενε προφανώς η κοινότητα, στην οποία τελούνταν. Οι συμμετέχοντες ωστόσο προέρχονταν από ένα σύνολο με κοινή φυλετική καταγωγή, όπως στη γιορτή του Απόλλωνα στη Δήλο, και τελικά, στους πανελλήνιους αγώνες, από ολόκληρη την Ελλάδα. Μπορεί κανείς να διαπιστώσει τη βαθμιαία διεύρυνση του κύκλου αυτών που συμμετέχουν με βάση τον κατάλογο των Ολυμπιονικών.

Η πιο ξακουστή πανελλήνια γιορτή ήταν μια θρησκευτική γιορτή του Ολυμπίου Διός. Ξεκινούσε με θυσίες στον Πέλοπα (από τους νεκρικούς αγώνες προς τιμήν του προέκυψε κατά τα φαινόμενα η γιορτή), στον Δία και τους άλλους θεούς της ιερής περιοχής της ἄλτεως. Στο τέλος των αγώνων που κρατούσαν περίπου μια εβδομάδα, πριν από την απονομή των βραβείων, τελούνταν η μεγάλη κεντρική θυσία στον Δία. Ευχαριστήρια θυσία πρόσφεραν και οι νικητές. Όλες οι εορταστικές τελετές ελάμβαναν χώρα στην ιερή περιοχή, μπροστά στους βωμούς, τους ναούς και τα είδωλα των θεών, πάνω από τα οποία από το 425 περίπου δεσπόζει ανάερη, στηριγμένη σε έναν υψηλό κίονα η θεά Νίκη του Παιωνίου, η ενσάρκωση θα λέγαμε του πνεύματος του τόπου. Πόσο έντονος ήταν ο θρησκευτικός χαρακτήρας της γιορτής σε όλους τους αιώνες και μέχρι το τέλος της, αποδεικνύεται με χειροπιαστό τρόπο από το γεγονός ότι απαγορεύτηκε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο το 393 μ.Χ· και από το ότι, κατόπιν, ο Θεοδόσιος ο Β' πυρπόλησε ακόμη και τον ναό.

Οι ίδιοι οι Ολυμπιακοί Αγώνες, ωστόσο, αποδεσμεύτηκαν νωρίς από το θρησκευτικό τους υπόβαθρο. Το κύρος της γιορτής βασιζόταν στον πανελλήνιο χαρακτήρα της νίκης, και η λάμψη της συνδεόταν κατά κύριο λόγο με το αγωνιστικό μέρος. Οι αγώνες ξε- περνούσαν άλλωστε, και από καθαρά εξωτερική άποψη, κατά πολύ τις λατρευτικές τελετές.

Δίπλα στην αγωνιστική εμφανίζεται στο προσκήνιο και η πανηγυρική διάσταση, η ξεχωριστή εορταστική ατμόσφαιρα της πανελλήνιας συγκέντρωσης. Σύμφωνα με μια παρομοίωση του Ηρακλείδη του Ποντικού[35] τριών ειδών άνθρωποι έπαιρναν μέρος στον εορτασμό: οι πρώτοι πήγαιναν για τη δόξα, οι δεύτεροι για να κάνουν εμπόριο, οι τρίτοι για να παρακολουθήσουν τους αγώνες και -θα μπορούσε να προσθέσει κανείς- για το θεαθήναι. Η επιθυμία της θέασης και η τάση για επίδειξη έβρισκαν πλήρη ικανοποίηση. Δεν ήταν μόνο τα γεμάτα ένταση στιγμιότυπα των αγώνων που προσφέρονταν για θέαση- αθλητές και θεατές συναποτελούσαν μια πολύχρωμη πομπή, οι θεωροί συναγωνίζονταν σε επίδειξη πολυτέλειας, όπως πριν απ’ αυτούς οι τύραννοι· κάποιοι, όπως ο Αλκιβιάδης, προσκαλούσαν σε γεύμα όλα τα μέλη της κοινότητας που παρευρίσκονταν στη γιορτή. Η προσέλευση τόσου κόσμου από ολόκληρη την Ελλάδα έδινε την ευκαιρία σε διάσημους ρήτορες να κάνουν επίδειξη των ικανοτήτων τους και σε φιλοσόφους και λογοτέχνες να διαβάσουν τα χειρόγραφά τους. Παράλληλα με τις εμπορικές συναλλαγές προετοιμάζονταν και ολοκληρώνονταν και πολιτικές συμφωνίες -εξάλλου ο ιερός χώρος αποτελούσε ταυτόχρονα και ένα πολύτιμο υπαίθριο αρχείο, όπου παρουσιάζονταν λαξεμένες σε λίθο πολλές διακρατικές συνθήκες.

Η γιορτή καταλύει την καθημερινότητα με τις υποχρεώσεις της και έχει τη δύναμη να αναστέλλει τη στοιχειώδη εξάρτηση του ανθρώπου και την ένδειά του την κορυφαία στιγμή: κατά τη διάρκεια των εορταστικών ημερών τα όπλα σιγούσαν, οι φυλακισμένοι αποδεσμεύονταν από τις αλυσίδες τους και έπαυε η απαίτηση εξόφλησης των χρεών. Εργασία και πόλεμος λησμονούνταν. Η γιορτή γίνεται μια «καθαρή γιορτή», ένας εορτασμός για τον εορτασμό, η συλλογική χειρονομία της αυταπόλαυσης, της χαρούμενης αυτεξύψωσης. Η γιορτή που είναι τόσο χαρακτηριστική για την ελληνική θρησκεία την μετατρέπει σε μια θρησκεία της χαράς.

Η γιορτή αποτελεί έκφραση μιας βαθιά ριζωμένης τάσης του ελληνισμού. Στον αγώνα ανάμεσα στους δύο μεγαλύτερους ποιητές τον οποίο αφηγείται ένα αρχαίο λαϊκό έργο,[36] τίθεται στον Όμηρο το ερώτημα τί είναι το καλύτερο δυνατό για τον άνθρωπο· η απάντησή του είναι να μην έχει γεννηθεί καθόλου ή να πεθάνει το συντομότερο δυνατόν. Στη δεύτερη ερώτηση, σχετικά με το ποιο είναι το ύψιστο αγαθό στην ανθρώπινη ζωή, η απάντηση είναι: το γιορτινό τραπέζι, το πλήθος των εδεσμάτων και των ποτών και μαζί το τραγούδι του αοιδού. Η γιορτή λοιπόν προβάλλει ακόμη πιο απαστράπτουσα μέσα από το σκοτεινό φόντο του ανθρώπινου πεπρωμένου. Αυτό φυσικά ισχύει και με την κοινή, πρόδηλη έννοια της διασκέδασης (μια ζωή χωρίς γιορτές είναι ένας μακρύς δρόμος χωρίς πανδοχεία, λέει ο Δημόκριτος).[37] Υπάρχει ωστόσο στη γιορτή και μια ανώτερη λάμψη. Έτσι οι θεοί ζουν ως μια γιορταστική κοινότητα συνδαιτυμόνων. Το ίδιο και οι μάκαρες στα Ηλύσια Πεδία. Και τελικά η ίδια η ζωή δεν είναι ένας αγώνας δρόμου, ένα θαλασσινό ταξίδι ή μια αναρρίχηση σε βουνό, αλλά μια γιορτή, όπως αναφέρει ο Ηρακλείδης στην παρομοίωση που προαναφέραμε· για τους σοφούς ολόκληρη η ζωή είναι μια γιορτή, ενώ ο κοινός άνθρωπος δεν μπορεί να γιορτάσει ούτε την πιο σύντομη γιορτή, λένε οι Στωικοί.[38] Σε άλλη διατύπωση η ζωή εμφανίζεται ως παιχνίδι, όπως στον ύστερο Πλάτωνα, ή ως θεατρικό έργο, ως δρώμενο πάνω στη σκηνή, όπου συμμετέχουμε ως δρώντα πρόσωπα ενμέρει και ενμέρει ως θεατές (Σενέκας, Πλωτίνος).

Η ζωή είναι μια γιορτή, και η υψηλότερη αξία της ζωής είναι μια νίκη στους Ολυμπιακούς Αγώνες: η κριτική στράφηκε από νωρίς εναντίον αυτής της ιεράρχησης των σημαντικών για τη ζωή πραγμάτων. Ο Ξενοφάνης θέτει το απλό όσο και προφανώς απροσδόκητο, για τη βαθιά ριζωμένη στους Έλληνες χαρά της γιορτής, ερώτημα: σε τί λοιπόν ακριβώς είναι ωφέλιμος για την κοινότητα ένας Ολυμπιονίκης;[39] Όσον αφορά στη θρησκεία ως γιορτή: κατά της αντίληψης αυτής υψώνεται η φωνή του Ηράκλειτου, ο οποίος χαρακτηρίζει τα δρώμενα στο πλαίσιο των οργιαστικών τελετών απερίφραστα ως ανόσια.[40] Όταν αργότερα ο Θεόφραστος[41] προκρίνει τη «συνεχή», μικρή, καθημερινή πράξη ευσέβειας έναντι της μεγάλης αλλά σπάνιας εορταστικής θυσίας, η φωνή του ακούγεται ως η φωνή ενός μεταρρυθμιστή που υποστηρίζει τον καθαγιασμό της καθημερινότητας.

Αυτές ακριβώς οι μεταρρυθμιστικές απόπειρες τεκμηριώνουν το πόσο κυρίαρχο ήταν το εορταστικό στοιχείο στην ελληνική ζωή. Γιορτές και εορταστικοί αγώνες παραμένουν χαρακτηριστικά ελληνικές εκδηλώσεις μέχρι την ύστερη αρχαιότητα. Παρ’ όλα αυτά οι Έλληνες δεν είναι ένας χαρωπός λαός που διαρκώς χορεύει και γιορτάζει, όπως -σύμφωνα τουλάχιστον με την κοινή αντίληψη- είναι οι ιθαγενείς του Μπαλί. Από την απλώς πρωτόγονη χαρά της ζωής τούς χωρίζει η επίγνωση του βάρους που συνεπάγεται το είναι για τον άνθρωπο, δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση, το φιλοσοφικό του νόημα· άλλωστε η πιο ξεχωριστή από τις γιορτινές τελετές τους ήταν η τραγωδία.

Δ. ΕΞΕΛΙΞΗ

Ο δρόμος της ελληνικής θρησκείας περνάει από τις πρωτόγονες και εξαρτημένες από το μαγικό στοιχείο αντιλήψεις - που σε γενικές γραμμές φαίνεται να είναι παντού αισθητές στα παλαιότερα στρώ­ματά της - στις καθαρά πνευματικές μορφές της θεολογίας, στον σεβασμό προς το πνεύμα και τον κόσμο από τους φιλόσοφους, προπάντων τον Πλάτωνα και τη Στοά, περνάει δηλαδή από τους θεούς στις ιδέες: πρόκειται για την πορεία μιας απαγκίστρωσης από τις παλιές δεσμεύσεις, μιας μεγαλειώδους «εξέλιξης». Αυτό φαίνεται ως μια υποδειγματική περίπτωση της εξέλιξης ενγένει. Ωστόσο τούτο αποτελεί μόνο τη μία όψη του πράγματος. Από την άλλη πλευρά, η τάση αποδέσμευσης, αποφόρτισης και ελεύθερης μορφοποίησης του θρησκευτικού στοιχείου εκδηλώνεται ήδη στις εφικτές στην ιστορική γνώση απαρχές της ελληνικής θρησκείας. Εδώ η τάση αυτή παρουσιάζεται ως διαύγεια και φωτεινότητα· το συγκεχυμένο, το ρευστό και το ζοφερό μορφοποιείται και αποκτά σχήμα, η ανταρσία του βάθους διευθετείται· η τάση προς την πλαστική μορφοποίηση και την αρχιτεκτονική τάξη είναι αρχέγονα ελληνική και δρα στη θρησκεία ήδη πολύ πριν αρχίσει ο διαποτισμός της με πνεύμα: σε βαθμό μεγαλύτερο από άλλες, η θρησκεία αυτή είναι εξαρχής πνευματική και υποβαστάζεται από τον λόγο (με την ορθά εννοημένη σημασία της λέξης).[42]
-----------------------------------
[1] Πρβ. R. Harder, Kleine Scbriften, [Μόναχο] 1960, 144-147.

[2] Θεόφραστος στον Πορφύριο, De abstinentia 2, 19. J. Bernays, Theophrastos’ Schrift iiber Frommigkeit, [Βερολίνο] 1866, 67 κ.ε., 76 κ.ε.· Θεόπομπος, FrGrHist 115 απόσπ. 344 [Die Fragmente der grieckischen Historiker, εκδ. F. Jacoby, Βερολίνο 1923 κ.ε.].

[3] W. F. Otto, Dionysos, [Φραγκφούρτη] 1933, 37 κ.ε.

[4] RE Suppl. V. (“Delphi”) στήλη 63-65· Η. Berve, Gnomon 24, 1952, 7 κ.ε.

[5] Πρβ. Κ. Latte, “Orakel”, στην: RE στ. 804-805.

[6] Μ. P. Nilsson, Geschichte der griechischen Religion, [Μόναχο 1941,] τόμ. 1, 15 κ.ε., κάπως διαφορετικά Κ. Latte, “Orakel”, στην RE στ. 835-836.

[7] Ε. Rohde, Psyche [1η έκδ. Freiburg i. Br. κ. α. 1894,] 54 κ.ε., W. Jaeger, Aristoteles [1η έκδ. Βερολίνο 1934,] 166.

[8] Αριστοτέλης, Ηθικά Νιχομάχεια 1099a 27 κ.ε. (και επ’ αυτού το σχόλιο του F. Dirlmeier, [Aristoteles, Nikomachische Ethik, μετάφραση και σχόλια F. Dirlmeier, Darmstadt] 1956, 285).

[9] Ε. Norden, Agnostos Theos, [Λιψία] 1923. W. Schadewaldt, Monolog und Selbstgesprach, [Βερολίνο] 1926 [Neue philologische Untersuchungen τόμ. 2], M. P. Nilsson, Geschichte der grtechischen Religion τόμ. 1, 1941, 148.

[10] Π. χ. Ιλιάδα A 37·' B 412· Π 233· Οδύσσεια ζ 324.

[11] W. Jaeger, Aristoteles 163, Μ. Pohlenz, Die Stoa, 1948, 108 κ.ε., κ.α.

[12] R. Harder, “Die Meisterung der Schrift durch die Griechen”, στα: Kleine Schriften, 1960, 81 κ.ε., ιδ. 94.

[13] Οι καλύτερες απεικονίσεις στο βιβλίο των [W.] Hege - [G.] Rodewaldt, Olympia, [Βερολίνο 1936,] εικόνα του τίτλου και πίνακας 43-48. Κ. A. Pfeiff, Apollon, [Φραγκφούρτη] 1943, 75 κ.ε.

[14] Σχεδιάγραμμα υπάρχει π.χ. στο Μ. P. Nilsson, Geschichte der griechischen Religion, τόμ. 1, 318.

[15] Μ. P. Nilsson, Geschicbte dergriechischen Religion, τόμ. 1, 200.

[16] Αυτό είναι το υπόβαθρο της μορφής της Καλυψώς στην Οδύσσεια. Πρβ. R. Harder, “Odysseus und Kalypso”, στο: Kleine Schriften, 148 κ.ε.

[17] [G. Ε.] Lessing, Wie dieAlten den Tod gebildet, 1769.

[18] Ησίοδος, Έργα 227 κ.ε. Η. Fuchs, Augustin und die antike Friedensidee, [Untersuchungen zum 19. Buch der Civitas Dei, Βερολίνο] 1926, 167 κ.ε.

[19] R. Harder, “Paionios und Grophon”, στο: Kleine Schriften, 125 κ.ε.

[20] Πρβ. K. Reinhardt, “Personifikation und Allegorie”, στο: Vermdchtnis der Antike, [Gottingen] 1960, 7- 40.

[21] Η· Usener, Gotternamen, 1895 [1η έκδ. 1896 Βόννη] (3η έκδ. 1948 [Φραγκφούρτη]), 29 κ.ε.

[22] Μ. Pohlenz, Vom Zorne Gottes, [Gottingen] 1908 [1909, Forschungen zur Religion und Literatur des Alten und Neuen Testaments, τόμ. 12]. J. Irmscher, Gotterzorn bet Homer, [Λιψία] 1950, και επ’ αυτού Η. Seyffert, Gnomon 23, 1951, 365 κ.ε.

[23] W. F. Otto, Die Cotter Griechenlands, [Φραγκφούρτη] 2η έκδ. 1934, Κ. Deichgraber, Der listensinnende Trug Gottes, [Gottingen] 1940 [Nachrichten von der Gesellschaft der Wissenschaften zu Gottingen, Philologisch-Historische Klasse: 4,1], W. Schadewaldt, Von Homers Welt und Werk, [Στουτγάρδη] 3η έκδ. 1959, 313 κ.ε.

[24] U. ν. Wilamowitz, Der Glaube der Hellenen, [1η έκδ. Βερολίνο 1931, 3η έκδ. 1955 Darmstadt], τόμ. 1, 323.

[25] Ε. Schwyzer, “Zur Apposition”, στο: Abhandlungen der Deutschen Akademie der Wissenscbaften, Berlin 1947 ap. 3, Βερολίνο 1947, σ. 3. 11.

[26] M. P. Nilsson, “Vater Zeus”, στο: Archiv f. Religionswiss. 35, 1938, 156 κ.ε.

[27] Βλ. παραπάνω

[28] L. Ziehen, Leges Sacrae [Leges Graecorum sacrae e titulis collectae, Βόννη 1896] 129.

[29] Lateinisches Etymologisches Worterbuch των [A.] Walde και J. B. Hofmann, [3η έκδ. Χαϊδελβέργη] 1938, 655.

[30] U. ν. Wilamowitz-Mollendorff, Der Glaube der Hellenen, 1931, 334.

[31] W. Marg, “Kampf und Tod in der Ilias”, στο: Die Antike, 18, 1942, 167 κ.ε.

[32] W. Schulze, “Der Tod des Kambyses”, στα: Kleine Schriften, 1933, 131, κ.ε.

[33] E. Samter, Hochzeit und Tod. Beitrage zur vergleichenden Volkskunde, [Λιψία κ. α.] 1911. Για τα γενέθλια βλ. W. Schmid, “Γενέθλιος ήμερα”, RE.

[34] Πρβ. W. Schadewaldt, Sappho [Welt undDichtung] 1950, 32 κ.ε.

[35] Στον Κικέρωνα, Tusculanae disp. 5, 3, 8 (απόσπ. 88 Wehrli [Herakleides Pontikos, εκδ. Fr. Wehrli, Βασιλεία 1953]). W. Jaeger, Aristoteles, 99.

[36] Αγώνας Ομήρου και Ησιόδου 7· Πρβ. Οδύσσεια ι 5 κ.ε.

[37] Απόσπ. [Β] 230 Diels [Die Fragmente der Vorsokratiker, εκδ. H. Diels και W. Kranz, 8η έκδ. Βερολίνο - Ζυρίχη 1956],

[38] SVF [Stoicorum veterum fragmentα, εκδ. , Η. ν. Arnim, Λιψία 1923, τόμ.], 3 [Chrysippi fragmenta moralia. Fragmenta successorum Chrysippi], 610.

[39] Απόσπ. B 2 Diels.

[40] Απόσπ. [B] 14 Diels.

[41] Στον Πορφύριο, De abstinentia 2, 14. J. Bernays, Theophrastos’ Schrift iiber Frommigkeit, 1866, 73 κ.ε.

[42] Αυτό το βασικό χαρακτηριστικό, που είναι αισθητό ήδη στα πρώιμα σκιρτήματα της ελληνικής θρησκευτικότητας, το ανέδειξε σε όλη του την έκταση ο Μ. P. Nilsson στο έργο του Geschichte der griecbischen Religion (1941, 1950), αποκαλώντας το, με έναν ίσως πολύ στενό και παρεξηγήσιμο όρο, «ορθολογισμό»

Οι παράπλευρες αφηγήσεις του Θουκυδίδη: Παυσανίας

Για την περίπτωση του Παυσανία ο Θουκυδίδης δεν διατηρεί ούτε την ελάχιστη επιφύλαξη. Είναι ξεκάθαρο ότι ο Παυσανίας μήδισε κι ότι ήρθε σε μυστικές συνεννοήσεις με τον Πέρση βασιλιά, προκειμένου να υποδουλώσει την Ελλάδα και να γίνει ο ίδιος ηγεμόνας των Ελλήνων. Η μεγαλομανία του Παυσανία δεν μπορούσε να περιοριστεί ούτε στην αξεπέραστη δόξα που γνώρισε ως αρχηγός των Ελλήνων στη θριαμβευτική νίκη των Πλαταιών, ούτε στη βασιλική εξουσία που ασκούσε στη Σπάρτη (επιτρόπευε τον ανήλικο ξάδερφό του Πλείσταρχο, γιο του Λεωνίδα). Αμέσως μετά τις Πλαταιές, έδωσε δείγματα του αλαζονικού του χαρακτήρα όταν στον τρίποδα που αφιέρωσαν οι Έλληνες στους Δελφούς απαίτησε να γραφτεί το δίστιχο:

Ο Παυσανίας, ο αρχηγός των Ελλήνων, όταν κατέστρεψε τον στρατό των Περσών, αφιέρωσε το θυμητάρι αυτό στο Φοίβο.

Φυσικά, η πράξη αυτή του Παυσανία είχε κριθεί παράνομη: «Το δίστιχο αυτό το ‘ξυσαν αμέσως τότε οι Λακεδαιμόνιοι από τον τρίποδα και χάραξαν τα ονόματα όλων των πόλεων που, ύστερα από την κοινή τους νίκη εναντίον των βαρβάρων, στήσανε το αφιέρωμα».

Ο Παυσανίας θα συνεχίσει να απασχολεί τους εφόρους, όταν ως αρχηγός των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων (μετά τον θρίαμβο επί των Περσών κι όταν την αρχηγία την είχε η Σπάρτη) είχε κυριεύσει το Βυζάντιο: «Όταν, την πρώτη φορά που ο Παυσανίας βρισκόταν στον Ελλήσποντο – ύστερα από την επιστροφή του από την Κύπρο – κυρίεψε το Βυζάντιο, το οποίο κατείχαν οι Πέρσες, ανάμεσα σ’ αυτούς που αιχμαλώτισε ήταν και μερικοί συγγενείς και φίλοι του βασιλιά. Αυτούς τους πήρε και τους έστειλε στο βασιλιά κρυφά από τους άλλους συμμάχους, στους οποίους είπε ότι δραπέτευσαν. Συνεργάτη στις μυστικές αυτές συνεννοήσεις του είχε τον Ερετριέα Γογγύλο, στον οποίο είχε εμπιστευτεί και το Βυζάντιο και τους αιχμαλώτους. Το Γογγύλο τον έστειλε στο βασιλιά και με επιστολή στην οποία, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, έγραφε τα ακόλουθα: “Ο Παυσανίας, ο ηγεμόνας της Σπάρτης, επιθυμώντας να σ’ ευχαριστήσει, σου στέλνει τους αιχμαλώτους αυτούς πολέμου. Σου προτείνω, αν και συ συμφωνείς, να παντρευτώ τη θυγατέρα σου και να φέρω στην εξουσία σου τη Σπάρτη και την υπόλοιπη Ελλάδα. Νομίζω πως μπορώ να τα κατορθώσω αυτά, αν βρίσκομαι σε συνεννόηση μαζί σου. Αν τούτα που γράφω είναι της αρεσκείας σου, στείλε στα παράλια έμπιστό σου άνθρωπο με τον οποίο θα συνεννοούμαστε στο μέλλον”».

Ο Ξέρξης, όπως ήταν φυσικό, ένιωσε μεγάλη ικανοποίηση, αφενός για το απρόσμενο δώρο της επιστροφής των αιχμαλώτων κι αφετέρου γιατί αναζωπυρώθηκαν οι χαμένες του ελπίδες για την κατάκτηση της Ελλάδας. Υπακούοντας στην παραγγελία του Παυσανία έστειλε στα παράλια τον Αρτάβαζο – απομακρύνοντας τον Δασκύλειο που είχε ως εκείνη τη στιγμή τη σατραπεία – με την εντολή να βρίσκεται σε επαφή με τον Παυσανία και να υλοποιεί κάθε πρότασή του. Του ανέθεσε μάλιστα να παραδώσει και την απαντητική του επιστολή στην οποία έγραφε ότι αποδέχεται τα σχέδια του Παυσανία κι ότι είναι πρόθυμος να βοηθήσει με κάθε τρόπο. Υποσχόταν επίσης στον Παυσανία απεριόριστη οικονομική στήριξη. Μετά την απάντηση αυτή ο Παυσανίας έχασε κάθε μέτρο: «Όταν πήρε την επιστολή αυτή ο Παυσανίας – τον οποίο και πιο μπροστά είχαν οι Έλληνες σε μεγάλη υπόληψη για την αρχηγία του στις Πλαταιές – συνεπάρθηκε ακόμη περισσότερο και δεν μπορούσε πια να ζει με το συνηθισμένο στους συμπολίτες του απλό τρόπο, αλλά έβγαινε από το Βυζάντιο ντυμένος σαν Μήδος, κυκλοφορούσε στη Θράκη έχοντας για ακολουθία Μήδους και Αιγυπτίους κι έδινε γεύματα με τον περσικό τρόπο. Δεν μπορούσε πια να κρύψει τους σκοπούς του και με ασήμαντες πράξεις του άφηνε να φανερωθούν τα όσα σημαντικά σχεδίαζε να κάμει στο μέλλον. Έγινε, εξάλλου, τόσο δυσκολοπλησίαστος κι η συμπεριφορά του σ’ όλους ανεξαίρετα ήταν τόσο κακή, ώστε κανένας πια να μην μπορεί να τον συναντήσει. Αυτό, άλλωστε, στάθηκε κι η κυριότερη αιτία να πάνε οι σύμμαχοι με τους Αθηναίους».

Βρισκόμαστε στη στιγμή που οι Αθηναίοι αναλαμβάνουν την αρχηγία του συμμαχικού στρατού, κατ’ απαίτηση των ίδιων των συμμάχων, λόγω της ανυπόφορης συμπεριφοράς του Παυσανία. Η εξέλιξη της αρχηγίας αυτής έφερε την αθηναϊκή ηγεμονία. Ο Παυσανίας δεν στέρησε απλώς τα ινία του στρατού από τη Σπάρτη, αλλά αποτέλεσε και ντροπή χωρίς προηγούμενο. Τον ανακάλεσαν αμέσως και τον δίκασαν: «Όταν οι Σπαρτιάτες ανακάλεσαν την πρώτη φορά το Λακεδαιμόνιο Παυσανία από την αρχηγία στον Ελλήσποντο κι αφού τον δίκασαν τον αθώωσαν, δεν τον έστειλαν πια με επίσημη ιδιότητα έξω από τη Σπάρτη. Εκείνος όμως, ως ιδιώτης, χωρίς την άδεια των Λακεδαιμονίων, πήρε ένα καράβι ερμιονίτικο κι έφτασε στον Ελλήσποντο με το πρόσχημα να πολεμήσει κι αυτός μαζί με τους άλλους Έλληνες τους Πέρσες, αλλά στην πραγματικότητα για να συνεχίσει τις μυστικές συνεννοήσεις του με το βασιλιά, όπως προσπάθησε να κάμει και την πρώτη φορά, επιθυμώντας να γίνει ηγεμόνας των Ελλήνων».

Η αλήθεια είναι ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν είχαν στα χέρια τους ατράνταχτες αποδείξεις για να τον καταδικάσουν από την πρώτη ανάκληση. Επιπλέον, οι Σπαρτιάτες είχαν ως αρχή να μην προβαίνουν σε καμία ενέργεια αν δεν ήταν απολύτως σίγουροι. Κι αυτή ακριβώς ήταν και η ουσία της δικαστικής απόφασης. Δεν ήταν απολύτως σίγουροι για την ενοχή, επομένως δεν προχώρησαν σε καταδίκη, αλλά δεν ήταν και σίγουροι για το αντίθετο, επομένως δεν του έδωσαν κι άδεια να φύγει. Εξάλλου, το κύρος και τα αξιώματα του Παυσανία, σε περίπτωση καταδίκης, θα είχαν αντίκτυπο και στο κύρος ολόκληρης της Σπάρτης. Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν η πιο συνετή που θα μπορούσε να παρθεί, αφού και δεν καταδίκασε τον Παυσανία, υπονομεύοντας το κύρος της πόλης, και τον απέσυρε από τη δράση, εξασφαλίζοντας συγχρόνως την ματαίωση σχεδίων και το οριστικό κουκούλωμα του θέματος: «Όταν, για δεύτερη φορά, είδαν ότι, χωρίς εντολή δική τους, έφυγε με καράβι ερμιονίτικο και φανερά έκανε τα ίδια κι αφού οι Αθηναίοι τον ανάγκασαν, ύστερα από πολιορκία, να αποχωρήσει από το Βυζάντιο, τούτος δε γύρισε στη Σπάρτη, αλλά πήγε κι εγκαταστάθηκε στις Κολωνές της Τρωάδας κι έφταναν στη Σπάρτη πληροφορίες πως εκεί δεν έμενε για καλό, αλλά για να συνεννοείται με τους βαρβάρους, τότε πια οι έφοροι δε δίστασαν να του στείλουν κήρυκα με σκυτάλη (Ραβδί ορισμένου πάχους και μάκρους που χρησιμοποιούταν για γραπτές εντολές. Οι έφοροι είχαν δυο όμοια τέτοια ραβδιά. Το ένα το κρατούσαν στη Σπάρτη και το άλλο το έδιναν στον ηγέτη που πήγαινε σε αποστολή. Στο ραβδί τυλιγόταν μια λουρίδα από δέρμα – ή πάπυρο – πάνω στην οποία, και στο μάκρος του ραβδιού, γραφόταν το μήνυμα. Ξετυλιγμένο το γραπτό δεν μπορούσε να το διαβάσει κανείς. Το ηγέτης το τύλιγε στο δικό του ραβδί (σκυτάλη) και το διάβαζε. Ο κήρυκας που κρατούσε μόνο το ξετυλιγμένο μήνυμα, αγνοούσε το περιεχόμενό του), διατάζοντάς τον να γυρίσει στη Σπάρτη με τον κήρυκα, αλλιώς οι Σπαρτιάτες θα του κήρυτταν τον πόλεμο. Ο Παυσανίας θέλοντας να θεωρηθεί όσο γινόταν λιγότερο ύποπτος και πιστεύοντας πως με δωροδοκίες θα μπορούσε να ανατρέψει τις εναντίον του κατηγορίες, γύρισε για δεύτερη φορά, στη Σπάρτη. Στην αρχή οι έφοροι τον έκλεισαν στη φυλακή (οι έφοροι μπορούν να το κάμουν αυτό στο βασιλιά), ύστερα όμως από διάφορες ενέργειες, κατόρθωσε να αποφυλακιστεί και δήλωσε πως είναι έτοιμος να δικαστεί και να ελεγχθεί, απ’ όποιους θα το ήθελαν, για τις εναντίον του κατηγορίες».

Οι κατηγορίες και η δικαστική δίωξη ενός βασιλιά είναι η δυναμικότερη απάντηση των θεσμών που οφείλουν να λειτουργήσουν διασφαλίζοντας την κοινωνική συνοχή. Οι έφοροι δεν διστάζουν να τον φυλακίσουν, καθιστώντας σαφές ότι κανείς δεν μπορεί να δρα ανεξέλεγκτα, ούτε ο ίδιος ο βασιλιάς. Κι εδώ δεν τίθενται υπό δοκιμασία τα πρόσωπα, αλλά οι ίδιοι οι μηχανισμοί της εξουσίας, αφού, αν τελικά οι θεσμοί υποκύψουν υπό το βάρος των προσώπων, τότε όλα ματαιώνονται καθώς μετατρέπουν την ανομία της αυθαίρετης ατομικής βούλησης σε συλλογική συνθήκη, δηλαδή στο πιο αδιαπέραστο ανελεύθερο. Στο μεταξύ διαρκώς καταφτάνουν πληροφορίες: «Έμαθαν ακόμη – κι ήταν αλήθεια – πως βρισκόταν σε μυστικές συνεννοήσεις και με τους είλωτες. Τους υποσχόταν ότι θα τους ελευθερώσει κι ότι θα τους δώσει πολιτικά δικαιώματα αν επαναστατήσουν και τον βοηθήσουν να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του στο σύνολό τους. Ωστόσο, ακόμη κι όταν μερικοί είλωτες κατάγγειλαν το πράγμα, οι έφοροι δεν έδωσαν πίστη ούτε έκριναν σωστό να πάρουν αυστηρά μέτρα εναντίον του, ακολουθώντας την καθιερωμένη ανάμεσά τους συνήθεια, να μην παίρνουν δηλαδή βιαστικά, όταν πρόκειται για Σπαρτιάτη, αποφάσεις με αγιάτρευτες συνέπειες, χωρίς αναμφισβήτητες αποδείξεις».

Η χαριστική βολή για τον Παυσανία ήταν η καταγγελία του αγγελιοφόρου, με τον οποίο είχε στείλει την τελευταία του επιστολή προς τον Αρτάβαζο. Ο Παυσανίας, για απόλυτη ασφάλεια, μέσα σε κάθε επιστολή, εκτός των άλλων, έδινε εντολή να θανατώνεται ο αγγελιοφόρος που τη φέρνει. Ο τελευταίος αγγελιοφόρος, υποψιασμένος απ’ το ότι κανείς από τους προηγούμενους δεν επέστρεψε, πλαστογράφησε τη σφραγίδα, άνοιξε την επιστολή και την έφερε ως πειστήριο στους πέντε εφόρους: «Τότε πια οι έφοροι – όταν ο άνθρωπος τους έδειξε την επιστολή – πείστηκαν περισσότερο για την αλήθεια των καταγγελιών, θέλησαν όμως ν’ ακούσουν, με τα ίδια τους τ’ αυτιά, κάτι να λέει κι ο ίδιος ο Παυσανίας. Σύμφωνα λοιπόν μ’ ένα σχέδιο που προετοίμασαν, ο άνθρωπος πήγε και πρόσπεσε ικέτης στο Ταίναρο, στον περίβολο του ιερού του Ποσειδώνα, όπου, για τη διαμονή του, έστησε μια καλύβα χωρισμένη στα δυο. Πίσω από το χώρισμα, στο ένα μέρος, έκρυψε μερικούς εφόρους κι όταν ο Παυσανίας ήρθε και τον ρώτησε για ποια αιτία καθόταν ικέτης, οι έφοροι τ’ άκουσαν όλα καθαρά. Ο άνθρωπος διαμαρτυρόταν για όσα ο Παυσανίας είχε γράψει στην επιστολή του γι’ αυτόν, αποκάλυπτε με λεπτομέρειες όλα τ’ άλλα και παραπονιόταν πως, ενώ εκείνος δεν τον είχε εκθέσει ποτέ σε κίντυνο στις υπηρεσίες που του ανέθετε στο βασιλιά, τούτος, για αμοιβή, του όριζε την κοινή τύχη των άλλων ταχυδρόμων, δηλ. το θάνατο. Ο Παυσανίας τα παραδεχόταν όλα αυτά, προσπαθούσε να τον πείσει να μην αγανακτεί για ό,τι έγινε, του υποσχόταν κάθε ασφάλεια αν έφευγε από το ιερό και ζητούσε επίμονα να ξεκινήσει αμέσως για την αποστολή του και να μη γίνει εμπόδιο στις μυστικές του αυτές συνεννοήσεις».

Το τέλος του Παυσανία γνωστό. Κατάλαβε ότι οι έφοροι είχαν σκοπό να τον συλλάβουν και κατέφυγε στο ιερό της Χαλκιοίκου Αθηνάς. Όταν μπήκε στο οίκημα, οι έφοροι αφαίρεσαν τη στέγη, χτίσανε τις πόρτες κι έβαλαν φρουρά, για να παραδοθεί από την πείνα. Όταν πια έφτασε να ξεψυχήσει τον βγάλανε από τον ιερό περίβολο και σχεδόν αμέσως πέθανε: «Η πρόθεσή τους ήταν να τον πετάξουν στον Καιάδα, όπου ρίχνουν τους κακούργους, αλλά κατόπιν αποφάσισαν να τον χώσουν κάπου εκεί κοντά. Ο θεός όμως των Δελφών με χρησμό παράγγειλε αργότερα στους Λακεδαιμονίους να τον μεταφέρουν και να τον θάψουν εκεί όπου πέθανε (και σήμερα βρίσκεται στην είσοδο του ιερού χώρου, καθώς το βεβαιώνει μια επιγραφή πάνω σε στήλες). Κι επειδή αυτό που είχαν κάνει ήταν πράξη ανίερη, ο θεός τους παράγγειλε να αποδώσουν στη Χαλκίοικο Αθηνά δυο σώματα αντί ένα. Οι Λακεδαιμόνιοι φρόντισαν να φτιαχτούν δυο χάλκινοι ανδριάντες που τους αφιέρωσαν στο ναό, σαν εξαγνισμό στο θάνατο του Παυσανία».

Θουκυδίδη, Ιστορία

ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ: Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος

Ο αναπροσανατολισμός της φιλοσοφικής ζήτησης έφερε τον άνθρωπο και τα προβλήματά του, όπως είπαμε ήδη, στο κέντρο των φιλοσοφικών συζητήσεων. Σ’ αυτή τη νέα κατάσταση πρωταγωνιστούν οι σοφιστές και ο Σωκράτης. Θα δούμε στη συνέχεια, ποιο ρόλο έπαιξαν οι εκπρόσωποι της Σοφιστικής και ποιον ο Αθηναίος φιλόσοφος. Προτού προχωρήσουμε όμως σ' αυτό το σημείο, είναι σκόπιμο να δούμε εκτενέστερα, πώς αντιλαμβάνονται οι σοφιστές τον άνθρωπο, δηλ. τα κοινωνικά του προβλήματα και την πολιτική του ζωή. Όπως είναι γνωστό, οι σοφιστές γι’ αυτά τα θέματα ενδιαφέρονται και γι’ αυτά δηλώνουν αρμόδιοι.

Κατά την αντίληψη των σοφιστών ο άνθρωπος δεν είναι παθητικός δέκτης των επιδράσεων του φυσικού κόσμου, π.χ. του κλίματος ή των άλλων επιδράσεων του κοινωνικού χώρου, αλλά μπορεί να γίνει ο ίδιος με την επέμβασή του δύναμη δια- μορφωτική του κοινωνικού γίγνεσθαι. Η αντίληψη αυτή άλλωστε απηχεί το πνεύμα του αρχαίου ελληνικού Διαφωτισμού, που στην πρώτη γραμμή, όπως είδαμε, τον εκφράζουν οι σοφιστές με τις ιδέες και τη διδασκαλία τους. Το συμπέρασμα αυτό εξάγεται έμμεσα αλλά σαφώς τόσο από τον αποσπασματικό λόγο των σοφιστών που μας διέσωσε η παράδοση, όσο και από την «εικόνα» που μας παρέδωσε ο Πλάτων μέσα στους διαλόγους του, στην προσπάθειά του να αντικρούσει τις προτάσεις και να καταπολεμήσει τις ιδέες των σοφιστών.

Οι παράγοντες, τώρα, που συνετέλεσαν στη μεταβολή αυτή και στην καταξίωση του ατόμου σε σχέση με τα πράγματα, πρέπει να αναζητηθούν στη νέα αντίληψη που κομίζουν οι σοφιστές στην ελληνική φιλοσοφική σκέψη. Αλλά βέβαια και η αντίληψη αυτή οφείλει τη διαμόρφωσή της στις νέες κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις, που δημιουργήθηκαν στον ελληνικό κόσμο, και κυρίως στην Αθήνα, μετά τους Μηδικούς πολέμους. Η επανατοποθέτηση του ανθρώπου-πολίτη μέσα στην πολιτική κοινότητα και ο καθορισμός του ρόλου του, ως συνεργού στην κοινή προσπάθεια, βρίσκουν τον εκφραστή τους στους σοφιστές. Αυτοί ενωτίζονται τα αιτήματα των καιρών και τις αλλαγές που έχουν συντελεσθεί στην αθηναϊκή κοινωνία και γενικότερα, και αναλαμβάνουν με το έργο τους να τις ικανοποιήσουν. Αυτή η έξαρση του ανθρώπου - ρυθμιστού της ζωής του και το των πολιτικών καταστάσεων θα έχει ευρύτερες απηχήσεις αλλά και καίρια σημασία· θα καθορίσει όηλ. τη θέση και τη σημασία του ανθρώπου απέναντι σ’ όλο το φάσμα της ζωής και του κόσμου, θαγίνει εντέλει το κριτήριο όλων των πραγμάτων (πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος).

Αυτή η περίφημη και μάλλον παρεξηγημένη απόφανση του Πρωταγόρα συμπυκνώνει τη στάση των σοφιστών αλλά και γενικά μιας εποχής απέναντι στις νέες κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις, που δημιουργήθηκαν στον ελληνικό κόσμο στο δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ.. Δηλώνει εξάλλου και την αυτοπεποίθηση του νέου ανθρώπου, που γεννήθηκε από τους φοβερούς αγώνες, που διεξήγαγαν οι Έλληνες στο πρώτο μισό του ίδιου αιώνα. Από το άλλο μέρος η αποφθεγματική αυτή φράση είναι η απόληξη της κοσμοθεωρίας των αρχαίων Ιώνων φιλοσόφων, δηλ. της εμπιστοσύνης στον ανθρώπινο λόγο. Ο Πρωταγόρας, λοιπόν, κατευθείαν πνευματικός και φυσικός απόγονος των μεγάλων ορθολογιστών φιλοσόφων της Ιωνίας - στην παράδοση αυτής της Φιλοσοφίας μαθήτευσε - έδωσε έκφραση και σχήμα φιλοσοφικό στην κοινή πίστη για την προσπάθεια του ανθρώπου να καταξιώσει τον κόσμο και τη ζωή.

Οι περισσότεροι νεότεροι ερευνητές είδαν στη ρήση αυτή του αρχηγέτη των σοφιστών το θρίαμβο του υποκειμενισμού, ξεκινώντας κυρίως από την ερμηνεία ή την πλατωνική εκδοχή του λόγου των σοφιστών. Ωστόσο η εκδοχή του Πλάτωνα φαίνεται, εσκεμμένα ασφαλώς, να δημιουργεί «προπέτασμα καπνού», δηλ. δίνει την εντύπωση ότι προσπαθεί να κρύψει τον ορίζοντα και με λανθασμένους δείκτες να οδηγήσει τον αναγνώστη σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση απ’ αυτή που τα λόγια του Πρωταγόρα οδηγούν. Συγκεκριμένα στο Θεαίτητο (152 a), όπου αναφέρει την επίμαχη φράση, παραθέτει και την ερμηνεία, η τουλάχιστον αυτό που ο Πλάτων ήθελε να βλέπει στη σκέψη του αντιπάλου του: οὐκοῦν οὕτω πως λέγει, ὡς oἷa μέν ἕκαστα ἐμοί φαίνεται τοιαῦτα μέν ἔστιν ἐμοί, oἷa δέ σοί, τοιαῦτα δέ σοί· ἄνθρωπος δέ σύ τε κἀγώ; Πώς μπορεί όμως να οδηγηθεί κανείς σ' αυτό το συμπέρασμα; Ο Πρωταγόρας λέει πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος, και όχι έκαστος άνθρωπος, δηλ. όχι ο καθένας χωριστά αλλά γενικά ο άνθρωπος ως έννοια γένους είναι το κριτήριο για τα πράγματα και τον κόσμο· δεν μπορούμε να επικαλεσθούμε ούτε να στηριχθούμε σε μεταφυσικά όντα, δηλ. στο Θεό, ή σε όποιες άλλες εξωκόσμιες και μεταφυσικές δυνάμεις για να κρίνουμε τα πράγματα. Ο Πρωταγόρας δε δέχεται μεταφυσικά κριτήρια ή μέτρα για να αποτιμήσουμε τον κόσμο, αλλά μόνο ανθρώπινα, όσα έχουν πηγή τους τον ανθρώπινο λόγο, τις έλλογες δυνάμεις του ανθρώπου. Ο ρηξικέλευθος σοφιστής κηρύσσει την απελευθέρωση του ανθρώπου από μεταφυσικές δεσμεύσεις και τον απαλλάσσει από κηδεμονεύσεις και προστατευτικά περικαλύμματα θρησκευτικής προέλευσης. Ο λόγος του, βαθύτατα ανθρώπινος και σοφότατα λιτός, προσγειώνει τους ανθρώπους στα μέτρα τους και στις διαστάσεις της φύσεώς τους.

Η αμφισβήτηση, όπως έγινε φανερό, αφορά τη λέξη άνθρωπος στη συνοχή του πρωταγόρειου αποσπάσματος. Οι περισσότεροι ερευνητές, όπως είπαμε ήδη, ακολουθώντας τον Πλάτωνα, πιστεύουν ότι ο Πρωταγόρας εννοεί τον κάθε άνθρωπο χωριστά, όπως το λέει άλλωστε καθαρά ο Πλάτων: (Θεαίτ. 152c) οἷα γάρ αἰσθάνεται ἕκαστος τοιαῦτα ἑκάστῳ καί κινδυ­νεύει εἶναι. Καταρχήν δεν ξέρουμε τι άλλο είχε υπόψη του ο Πλάτων και έφθασε σ’ αυτήν την ερμηνεία, γιατί βέβαια ο λόγος του Πρωταγόρα δε μας οδηγεί καθόλου σ’ αυτή την εκδοχή, δηλ. στην ατομική έννοια, στο έκαστος, ο κάθε άνθρωπος χωριστά. Αντίθετα, μάλιστα, ο σοφιστής με σαφήνεια και καθαρότητα διακήρυξε ότι ο άνθρωπος γενικά, ως έννοια γένους θεωρούμενος, είναι το μέτρο και κριτήριο όλων των πραγμάτων: γι’ αυτά που υπάρχουν ο άνθρωπος αποτιμά την ύπαρξή τους, δηλ. καταφάσκει ότι υπάρχουν, για όσα δεν υπάρχουν, αυτός πάλι θα κρίνει και θα αποφανθεί ότι δεν υπάρχουν. Δηλαδή ο άνθρωπος με τις διανοητικές του δυνάμεις ανάγεται σε κριτήριο όλων των όντων, η γνώση των όντων είναι η γνώση του ανθρώπου. Δεν μπορούμε να στηριχθούμε σε κάποιο άλλο ον έξω από τον άνθρωπο, για να κρίνουμε και να αποτιμήσουμε τον κόσμο· και αυτό σημαίνει ότι ο Πρωταγόρας δε δέχεται μεταφυσικές λύσεις, αρνείται την προσφυγή σε μεταφυσικές λύσεις, προκειμένου να ερμηνεύσουμε τον κόσμο και τα πράγματα. Ο άνθρωπος καλείται να αναλάβει την ευθύνη της δικής του ερμηνείας του κόσμου, χωρίς τη συνδρομή μεταφυσικών ερεισμάτων.

Ο Αριστοτέλης ουσιαστικά υιοθετεί την πλατωνική εκδοχή, ότι δηλ. ο Πρωταγόρας με τη λέξη άνθρωπος εννοεί τον κάθε άνθρωπο χωριστά, ότι πρόκειται για ατομική έννοια, για το άτομο, και όχι για τον άνθρωπο γενικά, ως έννοια γένους θεωρούμενο (Μεταφ. Κ6, 1062b 12): καί γάρ ἐκεῖνος (sc. ό Πρωτα­γόρας) ἔφη πάντων εἶναι χρημάτων μέτρον ἄνθρωπον, οὐδέν ἕτερον λέγων ἤ τό δοκοῦν έκάστῳ τοῦτο καί εἶναι παγίως. Το δικό μας ερώτημα όμως είναι, πόσο ανταποκρίνονται στα πράγματα, και εννοούμε στην ίδια την πρόταση του Πρωταγόρα και στα συμφραζόμενά της, η πλατωνική και η αριστοτελική εκδοχή; Γιατί δηλ. να επιμένουμε (όπως κάνει ο Πλάτων και τον ακολουθεί ο Αριστοτέλης), ότι η λέξη άνθρωπος έχει ατομική έννοια και όχι γενική, ότι εννοεί τον κάθε άνθρωπο χωριστά (οἷα αἰσθάνεται ἕκαστος, Πλάτων - τό δοκοῦν ἑκάστῳ, Αριστοτέλης) και όχι γενικά τον άνθρωπο, ως έννοια γένους; Ποια στοιχεία στο λόγο του Πρωταγόρα μας επιτρέπουν να στηρίξουμε μια παρόμοια ερμηνεία; Το ότι βέβαια ο 5ος αι,. και προπάντων το δεύτερο μισό του - εποχή του ελληνικού Διαφωτισμού - χαρακτηρίζεται γενικά ως εποχή του ατομικισμού και έξαρσης της έννοιας του ατόμου, άρα ο Πρωταγόρας δεν μπορεί παρά να εννοεί το άτομο, είναι μάλλον μια βολική λύση. Ένα παρόμοιο επιχείρημα είναι εύλογο αλλά δεν είναι αναγκαίο, δηλ. είναι γενικό και δεν μπορεί να αποτελέσει τεκμήριο για τις επιμέρους περιπτώσεις. Κυρίως όμως δε βρίσκει ερείσματα μέσα στην ίδια την πρόταση του Πρωταγόρα.

Όπως είπαμε ήδη. την πρόταση αυτή του Πρωταγόρα παραδίδει και ο Σέξτος Εμπειρικός (Πυρρ. νποτ. Ι 216 και στην αυθεντικότερη μορφή στο έργο του Προς μαθηματικούς 7, 60), ο οποίος, όπως φαίνεται, είχε μπροστά του το ίδιο το έργο του Πρωταγόρα Ἀλήθεια ἤ Καταβάλλοντες. Μολονότι όλοι οι αρχαίοι φιλόσοφοι ή φιλοσοφούντες είχαν επηρεασθεί λίγο ως πολύ από τον Πλάτωνα, εν τούτοις η προσεκτική μελέτη των κειμένων μπορεί να μας διαφωτίσει ως ένα βαθμό. Πράγματι, ο Σέξτος μάς λέει τι εννοεί, κατά τη γνώμη του, ο Πρωταγόρας με τη λέξη μέτρον (=μέτρον λέγων τό κριτήριον), καθώς και με τη λέξη χρημάτων (=χρημάτων δέ των πραγμάτων), δε μας λέει όμως, τι εννοεί αυτός με την επίμαχη λέξη άνθρωπος, ή καλύτερα δεν το λέει με τη σαφήνεια που μίλησε για το μέτρον και τα χρήματα. Έτσι λίγο πιο κάτω (219) και στην ίδια συνοχή, φαίνεται να εννοεί τη λέξη άνθρωπος με τη γενική σημασία, δηλ. ως έννοια γένους: γίνεται τοίνυν κατ' αὐτόν (τον Πρω­ταγόραν) των ὄντων κριτήριον ὁ ἄνθρωπος· πάντα γάρ τά φαινόμενα τοῖς ἀνθρώποις καί ἔστιν, τά δέ μηδενί τῶν ἀνθρώ­πων φαινόμενα οὐδέ ἔστιν.

Είναι βέβαια γνωστό ότι οι νεότεροι ερευνητές διχάζονται ως προς το θέμα αυτό, οι περισσότεροι ωστόσο ακολουθούν την πλατωνική εκδοχή, με το επιχείρημα ότι οι σοφιστές, και πρώτος ο Πρωταγόρας, προβάλλουν με τη διδασκαλία τους το άτομο και εκτρέφουν το ατομικισμό. Τα επιχειρήματα όμως αυτού του είδους στις κοινωνικές επιστήμες, και ιδιαίτερα στη Φιλοσοφία, δεν έχουν την αναγκαιότητα που διέπει τη σχέση του όλου και του μέρους. Γιατί στην περίπτωση που μας απασχολεί ο Πρωταγόρας δε δεσμεύεται ούτε από άλλες προτάσεις του για την προβολή του ατόμου - αν δεχθούμε μια παρόμοια ερμηνεία για τον πολιτιστικό του μύθο - ούτε πολύ περισσότερο από ένα γενικότερο πνεύμα ατομικισμού, που εισάγει στο κοινωνικό κλίμα της εποχής αυτής η Σοφιστική, εφόσον τελικά υιοθετήσουμε αυτή την άποψη για τη Σοφιστική.

Πρέπει επομένως να αναζητήσουμε ερείσματα μέσα στη «φιλοσοφία» του Πρωταγόρα, για να ερμηνεύσουμε τη σκέψη του σ' αυτή την περίπτωση. Όταν ο σοφιστής προβάλλει τον άνθρωπο ως κριτήριο όλων των πραγμάτων, είναι λογικό να σκεφτούμε ότι αποκλείει την προσφυγή σε ημιανθρώπινους παράγοντες ή την ανάμιξη της μεταφυσικής, δηλ. του θεού, στην ερμηνεία των όντων και του κόσμου. Ακριβώς αυτό επιχείρησαν να κάνουν οι Ελεάτες και συγκεκριμένα, όπως βέβαια είναι γνωστό, ο Παρμενίδης με την περίφημη «θεωρία» του για την αλήθεια και τη δόξα. Η παρμενίδεια οντολογία, όπως μας επιτρέπει να πιστεύουμε ο πλατωνικός Παρμενίδης, ήταν η κυρίαρχη θεωρία και η προχωρημένη άποψη για την αλήθεια την εποχή των σοφιστών και του Σωκράτη. Ο Πλάτων αναλαμβάνει να προωθήσει, να θεμελιώσει καλύτερα και να διευρύνει την παρμενίδεια οντολογία και μεταφυσική. Ο Πρωταγόρας, με τον αποφθεγματικό αυτό λόγο του, είναι ο οντολόγος και όχι ο πολιτικός φιλόσοφος, και αναλαμβάνει να αντιμετωπίσει την επικρατέστερη στην εποχή του εκδοχή για το ον. δηλ. για την αλήθεια, την οποία εκπροσωπούν οι Ελεάτες. Όπως ο Γοργίας με τον περίφημο λόγο του Περί τοῦ μή ὄντας ἤ περί φύσεως, έτσι και ο Πρωταγόρας, με το έργο του Ἀλή­θεια ἤ Καταβάλλοντες, έχουν ως στόχο τους την ελεατική οντολογία.

Ο Πρωταγόρας, λοιπόν, αμφισβητεί τη γνώμη επώνυμων φιλοσόφων του καιρού του, και αυτοί είναι οι Ελεάτες και προπάντων ο Παρμενίδης, που έφθασαν, όπως είναι γνωστό, στα πρόθυρα της μεταφυσικής: Αμφισβήτησαν στον άνθρωπο την ικανότητα να προσπελάσει με τη νόησή του την αλήθεια· περιόρισαν το ρόλο αλλά και τη δυνατότητα του ανθρώπου στη δόξα, στην υποκειμενική χωρίς καμιά γνωσιολογική εγκυρότητα γνώμη, που μεταβάλλεται εύκολα και ανάλογα με τις περιστάσεις, που εξαρτάται από την αίσθησή του και τις σύμφυτες μ’ αυτήν αδυναμίες. Ο Πρωταγόρας είναι ο συνεχιστής της παράδοσης των Ιώνιον φιλοσόφων, όπως είδαμε, που ήθελαν τη γνώση σχετική αλλά ανθρώπινη, που έβλεπαν τις αδυναμίες των αισθήσεων αλλά δεν εννοούσαν τη γνώση χωρίς αυτές (όχι μόνο με τις αισθήσεις αλλά ούτε χωρίς τις αισθήσεις). Έτσι εξηγείται και το ερώτημα που έθεσε ο Αριστοτέλης, όταν επιχείρησε να ερμηνεύσει τη γνώμη αυτή του Πρωτα­γόρα (Μεταφ. Κ6, 1062b 20): πόθεν ἐλήλυθεν ἡ ἀρχή ταῆς ὑπολήψεως ταύτης; Η ερμηνεία που δώσαμε ανταποκρίνεται στο αριστοτελικό ερώτημα: ο Αριστοτέλης ανατρέχει στις αντιλήψεις των φυσιολόγων, δηλ. των προσωκρατικών φιλοσόφων, για ν’ απαντήσει στο ερώτημά του: «γιατί σε μερικούς φαίνεται πως αυτά συνέβησαν εξαιτίας της γνιομης των φυσικών φιλοσόφων, σ’ άλλους όμως εκ του ότι δεν έχουν όλοι γενικά οι άνθρωποι την ίδια γνώμη για τα ίδια πράγματα, αλλά σ' άλλους ένα συγκεκριμένο πράγμα φαίνεται ευχάριστο και σ' άλλους το αντίθετο», (δηλ. δυσάρεστο). Ώστε ο Αριστοτέλης αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει την αποφθεγματική πρόταση του Πρωταγόρα σε σχέση καταρχήν με τη φιλοσοφία των προσωκρατικών φιλοσόφων και έπειτα ως αποτέλεσμα μιας γνωστής και διαδεδομένης αντίληψης πολύ πριν απ’ αυτόν, για τη σχετικότητα της καθολικής και γενικά αποδεκτής γνώσης.

Όπως είδαμε και στο προηγούμενο κεφάλαιο, ο σκεπτικισμός έχει τις μακρινές καταβολές του στους μεγάλους προσωκρατικούς, Ηράκλειτο και Ξενοφάνη, καθώς και στο σύγχρονο με τους πρώτους σοφιστές Δημόκριτο. Οι σοφιστές ουσιαστικά συνεχίζουν αυτή την παράδοση. Νομίζουμε όμως ότι ο Πρωταγόρας δε συνεχίζει απλώς την παράδοση σ’ αυτό το σημείο, αλλά έχει ένα συγκεκριμένο στόχο - όχι βέβαια τον Πλάτωνα, γιατί τον χωρίζουν σχεόόν πενήντα χρόνια, ούτε το σύγ­χρονό του Σωκράτη, γιατί ποτέ δεν τον ενδιέφεραν γνωσιοθεωρητικά θέματα - θέλει να δώσει μια απάντηση στην πρόταση/άποψη του ΙΙαρμενίδη, ότι η γνώση των ανθρώπων είναι μόνο δόξα, δηλ. υποκειμενική και άρα απατηλή, επομένως δεν μπορούμε ούτε να την εμπιστευόμαστε ούτε να στηριχθούμε σ’ αυτήν. Ο Παρμενίδης άνοιξε την οδό προς τη μεταφυσική και δέχθηκε τον «παραγκωνισμό» του ανθρώπου κατά τη γνωστική διαδικασία· η αλήθεια είναι υπόθεση του θεού, αυτός (θεός ή θεά) θα οδηγήσει τα βήματα του ανθρώπου προς την ανακάλυψη της αλήθειας, μόνος του ο άνθρωπος δεν μπορεί να την κατακτήσει· το ον και το μη ον φαίνονται σχεδόν απροσπέλαστα στον άνθρωπο. Αυτή την αντίληψη θέλει να πολεμήσει ο Πρωταγόρας, η οποία φαίνεται να κέρδιζε έδαφος και να έβρισκε οπαδούς στην εποχή του, ως αντίδραση δήθεν στον υλισμό των Ιώνων φιλοσόφων.

Ποιός άλλος θα μπορούσε να αναλάβει αυτό το έργο, δηλ. να αποτιμήσει τον κόσμο και τα πράγματα, έξω από τον άνθρωπο; Ασφαλώς υπάρχει απάντηση: ο Θεός! αυτήν ακριβώς δίνει ο Πλάτων στο τελευταίο έργο της ζωής του, στους Νό- /ιονς (716c): ὁ δή Θεός ἡμῖν πάντων χρημάτων μέτρον ἄν εἴη μάλιστα, καί πολύ μᾶλλον ἤ πού τις, ὡς φασίν, ἄνθρωπος.

Και αυτή τελικά είναι η απάντησή του στον ισχυρισμό του Πρωταγόρα, ότι δεν έχουμε κανένα άλλο μέτρο έξω από τον άνθρωπο να κρίνουμε τον κόσμο, δηλ. δεν υπάρχουν μεταφυσικά κριτήρια για την πραγματικότητα. Η απάντηση του Πλάτωνα βέβαια εισάγει σαφέστατα μεταφυσικά κριτήρια για τον κόσμο και είναι, ασφαλώς, μια εντελώς διαφορετική κοσμοθεωρητική θέση από αυτή του Πρωταγόρα και γενικά των σοφιστών.

Μ' αυτήν την προϋπόθεση μας επιτρέπεται να μιλάμε για τον υποκειμενισμό των σοφιστών και τη σχετικοκρατία (relati-vismus), που εισήγαγαν στην ελληνική φιλοσοφική σκέψη. Όσο για τον υποκειμενισμό (subjectivismus) δε χρειάζεται βέβαια να μακρηγορήσουμε, γιατί όλη η φιλοσοφική παράδοση τόσο στην αρχαία Ελλάδα όσο και στην νεότερη εποχή επιβεβαιώνει ακριβώς τη γνώμη των σοφιστών, δηλ. η ανθρώπινη γνώση - και δεν είναι δυνατόν να δεχτούμε άλλη γνώση έξω από τον άνθρωπο - και υποκειμενική και σχετική είναι, εφόσον είναι ανθρώπινη. Η προσπάθεια, βέβαια, του ανθρώπου απέβλεπε πάντοτε να θεσπίσει και να κατοχυρώσει αντικειμενικά κριτήρια στηριγμένα στις δικές του δυνάμεις, να θεμελιώσει δηλ. μια γνώση έγκυρη με επιχειρήματα που να στηρίζονται στον ανθρώπινο λόγο και μόνο. χωρίς προσφυγή σε μεταφυσικές λύσεις ή ερείσματα έξω απ’ αυτόν. Γιατί στην περίπτωση αυτή η γνώση μας δεν είναι επιστημονικά έγκυρη, αλλά εκτεθειμένη σε θρησκευτικούς δογματισμούς και μυθικές ερμηνείες, δεν θα είναι όμως επιστημονική γνώση με κύρος αντικειμενικό, θεμελιωμένο στο λόγο.

Τα αντικειμενικά κριτήρια είναι έργο του ανθρώπου να τα διακριβώσει από την αυστηρή έρευνα των επιμέρους (τα καθέκαστα) και τη μελέτη των περιπτώσεων, ώστε να αναχθεί στο καθολικό (το καθόλου), στη διατύπωση γενικών αρχών και νό­μων. Από τα δεδομένα των αισθήσεων θα διατυπώσει τους νόμους που διέπουν τα φυσικά και κοινωνικά φαινόμενα· έργο δικό του είναι η μελέτη και ο έλεγχος αυτών των δεδομένων, στη δύναμη του νου του και του λογικού του, στην κρίση του εναπόκειται η αναγωγή από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο και το γενικό, στην καθολικότητα και την επιστημονική γνώση. Υποκειμενική είναι η γνώση των ανθρώπων πάντοτε και από την υποκειμενικότητα με προσπάθεια και κόπο προσπαθεί ο άνθρωπος να φτάσει στη διατύπωση αντικειμενικών αρχών.

Αλλά και σχετική είναι η γνώση μας και ποτέ απόλυτη - παρόμοια γνώση. δηλ. απόλυτη, θα ήταν προνόμιο μόνο του Θεού, αλλά τότε περνάμε στη μεταφυσική και δε θεμελιώνουμε επιστημονική γνώση. Οι άνθρωποι εκφράζουν γνώμες, προσωπικές απόψεις και διατυπώνουν θεωρίες, που κατ' ανάγκην έχουν σχετική αλήθεια, αφού ενδέχεται να καταρριφθούν και να αντικατασταθούν από άλλες. Αυτή είναι η ουσία της ανθρώπινης γνώσης: άνθρωποι, υποκείμενα την συγκροτούν και τη θεμελιώνουν, γι’ αυτό είναι σχετική, δηλ. ανθρώπινη και υποκειμενική.

Η γνώμη αυτή του Πρωταγόρα, που συμπυκνώνει, όπως είπαμε ήδη, μια μακρά παράδοση στην ελληνική φιλοσοφία πριν απ' αυτόν, εκφράζει συγχρόνως όλους τους σοφιστές, τις γνωσιοθεωρητικές τους αντιλήψεις αλλά και μια ορισμένη κοσμοθεωρία: ο άνθρωπος οικοδομεί μόνος του την κοινωνία και στις δικές του δυνάμεις πρέπει να στηριχθεί, για να γνωρίσει τον κόσμο. Επακόλουθο αυτής της κοσμοθεωρητικής στάσης είναι και η αντίληψη, ότι τα έργα του είναι υποκειμενικά και σχετικά, όλα ία έργα του από τη Φιλοσοφία και την επιστήμη ως την ηθική και τον πολιτισμό γενικά. Η επίγνωση των ορίων του δε σημαίνει ούτε εξαχρείωση ούτε αποθάρρυνση· αντίθετα, τον προσγειώνει και τον καθιστά περισσότερο υπεύθυνο, αφού απ' αυτόν και μόνο εξαρτάται η ευτυχία ή η δυστυχία του.

Η συνείδηση των ορίων και των δυνατοτήτων του θα τον οδηγήσει στην τραγική συνείδηση και τελικά στη φιλοσοφία της ελευθερίας του.

Το παράδοξο είναι ότι η αμφισβήτηση του κριτηρίου της αλήθειας και η κρίση στα γνωσιοθεωρητικά προβλήματα με την αμφισβήτηση της αντικειμενικότητας και την προβολή της υποκειμενικότητας, ό,τι ονόμασαν δηλ. στην Ιστορία της Φιλοσοφίας relativism us: σχετικοκρατία η σχετικισμό, δε συμπίπτει με εξωτερικά κοινωνικά δεδομένα, από την πρώτη τουλάχιστον ματιά. Ο άνθρωπος στο δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ.. και πριν από τον Πελοποννησιακό πόλεμο, δεν είναι ψυχικά διασπασμένος· αντίθετα, η αυτοπεποίθηση που κέρδισε από τη μακροχρόνια πάλη με μια μεγάλη ξένη δύναμη, τους Πέρσες, εδραίωσε μέσα του το αίσθημα της κοινωνικής σταθερότητας. Η πόλις είναι ένας συνεκτικός δεσμός τον πολιτών με δοκιμασμένη συνοχή και η «εύνοια» των θεών εκφρασμένη στις πολι­τικές επιτυχίες.

Η δίψα για τη μάθηση και η επιθυμία της προβολής δε σημαίνουν ασφαλώς αποδυνάμωση της πολιτικής μορφής ή των κοινωνικών θεσμών. Ίσως αυτός ο σκεπτικισμός πρέπει να ερμηνευθεί περισσότερο ως φυσικό επακόλουθο της ελευθερίας και του δημοκρατικού τρόπου ζωής. που διασφαλίστηκε με τη νομοθετικά πια βεβαιωμένη δύναμη του δήμου, των πολιτών.

Αλλά ελευθερία σημαίνει πρώτα απ' όλα προσωπική ευθύνη, υπεύθυνη στάση και συνείδηση του κοινωνικού ρόλου του ανθρώπου, δηλ. συνείδηση της ελευθερίας του ανθρώπου και μείωση της εξάρτησής του από τη βούληση των θεών. Αυτό μπορεί να συνεπάγεται θρησκευτική αμφισβήτηση και τραγική αυτονομία για τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου, οπωσδήποτε είναι το τίμημα της ελευθερίας του.

Με τον Πελοποννησιακό πόλεμο όμως έχουμε τη διάβρωση του αρχαίου ήθους (του πολίτου) και της πόλεως. Πόσο σχετικοί και συμβατικοί ήταν οι ηθικοί θεσμοί της πόλεως φάνηκε με τα πρώτο κιόλας χρόνια του πολέμου. Δεν είναι βέβαιο αν οι Έλληνες είχαν τότε συνείδηση ότι ο πόλεμος ήταν εμφύλιος. Η πολιτική αδιαλλαξία, που είχε εκθρέψει η πόλις, εμπόδισε μια ευρύτερη αντίληψη, μολονότι είχαν επίγνωση και συνείδηση των φυλετικών δεσμών τους. Πρώτοι οι Σοφιστές, της παλαιάς Σοφιστικής, (και αργότερα και ο Πλάτων, Ισοκράτης κλπ.) διέκριναν μέσα από τα πολιτικά πάθη την τραγικότητα των αιματηρών ανταγωνισμών ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις. Είναι και τούτο μια ακόμη απόδειξη για τα πανελλήνια αισθήματα των μεγάλων σοφιστών και τους χαλαρούς δεσμούς τους με τον κόσμο της πόλεως, αντίθετα δηλ. με την θέση του Σωκράτη και του Πλάτωνα, που βλέπουν και αξιολογούν τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της πόλεως.

Αρμαγεδών: Οι προφήτες μας απειλούν ακόμα

Η μεγαλύτερη απειλή από καταβολής κόσμου είναι ακόμα μπροστά μας: «Έθνη πολλά συνήχθησαν εναντίον σου Ιερουσαλήμ λέγοντα, ας επιβλέπει ο οφθαλμός μας επί την Σιών. Αλλά τα σχέδια μου δεν γνωρίζουν και (τα έθνη) δεν καταλαβαίνουν τις προθέσεις μου, που είναι να τους συγκεντρώσω σαν τα δεμάτια στο αλώνι για να τους αλωνίσω. Σήκω και αλώνιζε θυγάτηρ Σιών, διότι θα σε κάνω δυνατή σαν ταύρο με σιδερένια κέρατα και χάλκινες οπλές, για να ποδοπατήσεις (Μασ: κατασυντρίψεις. Ο΄: λεπτύνεις – εξασθενίσεις) πολλούς λαούς, και ν’ αφιερώσεις τα λάφυρα (Μασ: τα διαρπάγματα και την περιουσία) αυτών σε μένα τον Κύριο» (Β.Β.) Μιχαίας Δ΄11-16 Αυτή λέει η «ιερή μας Βίβλος»!

Ας τους αφήσουμε όμως να μας αφηγηθούν, την προσφιλή προφητική τους στρατηγική: «Προσέξτε τον καιρό ακριβώς εκείνο που θα αποκαταστήσω τον Ιούδα και την Ιερουσαλήμ, θα συγκεντρώσω όλα τα έθνη και θα τα φέρω στην κοιλάδα που ονομάζεται Ιωσαφάτ (κοιλάδα μπροστά στην Ιερουσαλήμ). Εκεί θα κριθούν για ότι έκαναν στον λαό μου τον Ισραήλ… (Μασ: τον οποίον διέσπειραν μεταξύ των εθνών)… τον λαό μου που ξεπουλήσατε στους Έλληνες, ώστε να απομακρυνθούν από την χώρα τους. Εγώ όμως θα τους ξεσηκώσω από τον τόπο όπου τους πουλήσατε και το κακό που κάνατε θα σας το ανταποδώσω… Βάλτε δρεπάνι! Ο καρπός είναι ώριμος να θεριστεί. Μπείτε στο πατητήρι (Μασ: ο ληνός είναι πλήρης) κι αρχίστε να πατάτε! Είναι γεμάτο. Τα λαγήνια (Μασ: υπολήνια) ξεχείλισαν… Μεγάλος θόρυβος από τα πλήθη στην κοιλάδα της δικής. (θόρυβος εδώ είναι η προφητική έκφραση για την “καταπάτηση” αμέτρητων ψυχών) Ο Κύριος θέλει βρυχίσει εκ Σιών… (προσέξτε τώρα την απαραίτητη αποκάλυψη του μηχανισμού της συντέλειας που ακολουθεί) Την ημέρα εκείνη… Σ’ όλα τα ρυάκια του Ιούδα θα τρέχουν νερά, και μια πηγή απ’ τον ναό θα αναβλύζει και θα ποτίζει την ξερή κοιλάδα… εγώ ο Κύριος που κατοικώ στην Σιών θα εκδικηθώ»! (Β.Β Ιωήλ Δ΄1-18 . Μασ. Γ΄)

Το βιβλίο της εθνο-διαμελιστικής μαγγανείας, πραγματικά σε μεγάλα αποκαλυπτικά κέφια!

Όταν ο διαχρονικός προφήτης προφητεύει, απλώς προ-αναγγέλλει, προ-καθορίζει και προ-δεσμεύει (προ-”φυτεύει”) τις εξελίξεις, και με λεπτές αναφορές στη μεθοδολογία, προ-παραγγέλνει συγκεκριμένες εξελίξεις που ο ίδιος δρομολογεί για το μέλλον!

Στην Αποκάλυψη λοιπόν, όπως το θέλουν οι συγγραφείς της και παραγγελιοδότες της τύχης των λαών. Ο Γιαχβέ, δηλώνει ότι πρόκειται να εξοντώσει-εξουθενώσει τα έθνη, σε έναν άλλο, επίσης παρόμοια μοναδικό τόπο! Διαβάζουμε: «πνεύματα όμοια με βατράχια, που κάνουν τερατουργίες, στέλνονται στους βασιλιάδες όλης της γης για να τους συνάξουν στον πόλεμο που θα γίνει την μεγάλη εκείνη μέρα του (εβραϊκού) θεού… τα πνεύματα μάζεψαν τους βασιλιάδες σ’ έναν τόπο καλούμενο εβραϊστί Αρμαγεδδών» (Β.Β. και Μασ.). Αποκάλ. ΙΣ΄16

Τώρα λοιπόν, μπορούμε καλύτερα να καταλάβουμε τους εντολοδότες προφήτες των βιβλικών γραφών, όταν συνδέουν την μαζική ήττα των εθνών, με την Μεγιδδώ και τον Αρμαγεδδώνα!

Όπως λοιπόν διαβάσαμε λίγο παραπάνω στην Αποκάλυψη, τα έθνη με ακατάπαυστα υποσχεσιακά κοάσματα βατράχων (όπως πολύ απλοϊκά η Αποκάλυψη παρομοιάζει τους εθνοσυνάχτες), θα ξεγελαστούν και πρόθημα θα προχωρήσουν σε μια, ή περισσότερες, πολλά υποσχόμενες συνάξεις.

Η “σύναξη” όμως αυτή, ή οι συνάξεις, δεν θα γίνουν οπουδήποτε, παρά σε έναν ή περισσότερους “τόπους”, που (όπως η κοιλάδα Ιωσαφάτ και η Μεγιδδώ), θα εξασφαλίζουν τα συγκεκριμένα πλεονεκτήματα μαζικής εξάρτησης (άρδευσης) των εθνών, απ’ τους εντολοδότες των εθνοκραχτών βατράχων. Να λοιπόν η λειτουργική βάση του Αρμαγεδδώνα! Εθνοσυνάξεις, με απόλυτο έλεγχο δίψας και πηγών!!!

Προϋπόθεση λοιπόν για την τελική κρίση και καταστροφή των εθνών… η γενικότερη “διατροφική” τους κηδεμονία!!!

Φαίνεται λοιπόν, ότι όλοι εμείς οι απλοϊκοί άνθρωποι, είμαστε ικανοί μόνο να “ζούμε” και όχι να διασφαλίζουμε όσα η ζωή μας χάρισε και με εξαιρετικό μόχθο αποκτήσαμε! Είμαστε τραγικά ένοχοι σημαντικότατων παραλήψεων! Παραδώσαμε την τύχη του κόσμου μας, στον πρώτο που με πανουργία την διεκδίκησε! Τελευταία μάλιστα, ο πολύς και επίμονος λόγος περί “συντέλειας του κόσμου” και Αρμαγεδδώνος… δείχνει να μην είναι δυστυχώς άνευ λόγου και αιτίας!

Το κατακόκκινο βιβλικό νήμα των παθών μας, ξεκινάει πράγματι από τα χέρια του Αβραάμ, και μέσα απ’ τις αφηγήσεις της Βίβλου, μας ξεναγεί στον πολυδαίδαλο βιβλικό λαβύρινθο. Το ιστορικό αυτό νήμα της καταστροφής των αντιπάλων, περνώντας μέσα από τα χέρια πολλών άξιων συνεχιστών του Αβραάμ, ολοκληρώνει την βιβλικά καταγεγραμμένη πορεία του, στα χέρια του αποκαλυπτή Ιωάννη.

Ο Αβραάμ, ήταν ο πρώτος που κήρυξε κρυφό διαμελιστικό πόλεμο κατά των εθνών και συνέλαβε την ιδέα των συντηρούμενων κερδοφόρων δεινών! Όλοι οι υπόλοιποι κατοπινοί βιβλικοί προφήτες, με τελευταίο τον Ιωάννη, αντλώντας συνταγές και πρότυπα, από τις ιστορικές εβραιο-ιερατικές παγιδεύσεις, -ως να επρόκειτο για κάποιο μοναδικό διαχρονικό επίβουλο προφητικό ον-, τακτοποιούσαν ασταμάτητα τις λεπτομέρειες, για την μαζικότερη και αποτελεσματικότερη τελική εφαρμογή τους.

Φαίνεται λοιπόν, πως αυτή η τελική φάση των παγκόσμιων βιβλικών δεινών, έχει φτάσει στην τελική της ευθεία, και εντελώς δικαιολογημένα ονομάσθηκε Αρμαγεδδών!

Κατά πως όλα δείχνουν, ο περίφημος αυτός αβρααμογενής Αρμαγεδών, έχει επέλθει προ πολλού και σήμερα απλώς βρίσκεται σε συστηματική εξέλιξη.

Κοιτάξτε γύρω σας! Η αυτονομία και οι ιδιαιτερότητες των εθνών, πριν από πολύ καιρό έχουν καταλυθεί, ή τουλάχιστον, η διαβρωτική τους αλλοίωση βρίσκεται σε ραγδαία εθνο-διαμελιστική εξέλιξη!

Αν και πολλοί έχουν διαισθανθεί και καταγγείλει την άθλια όψη της επερχόμενης παγκοσμιοποίησης, ελάχιστοι κατάφεραν να το συνδέσουν ορθά με τους συγκεκριμένους βιβλικούς προφητικούς μηχανισμούς μαζικής παγίδευσης εθνών, με το κωδικό πλέον όνομα Αρμαγεδδών.

Οι λαοί, ακούγοντας περιχαρώς, τα υποσχεσιακά βατραχολογίματα των ψιθυριστών εξουσίας (που ενδημούν στις ίδιες τις αλλοτριωμένες κυβερνήσεις τους), έχουν ήδη συγκεντρωθεί και στρατοπεδεύσει, στην φαινομενικά πλεονεκτική για αυτούς “κοιλάδα Ιωσαφάτ”, ή την αντίστοιχη της “Μεγιδδώ”!

Τα διαλυμένα έθνη γοητευμένα απ’ την λεξημαγεία των χειραγωγών τους, χωρίς τις στοιχειώδεις προφυλάξεις, συνωθούνται σε τεράστιους, πολλά υποσχόμενους, συμμαχικούς, πολυεθνικούς σχηματισμούς. Σε κατάλληλα δηλαδή… εθνονοδοχεία, εθνο-ληνούς, πατητήρια όπου ήδη υφίστανται συντριπτικές πιέσεις, προς την απόλυτη εξομοίωσή τους.

Τραπεζιτική δεσποτεία. Δανειο-δουλεία. Χρηματιστηριακή υποτέλεια. Έλεγχος πλουτοπαραγωγικών πηγών. Ελεγχόμενη ενημέρωση. Λατρεία του υπερβατικού. Θρησκοληψία. Επιβολή προκατασκευασμένων ειδώλων.[1] Κατευθυνόμενη διασκέδασης. Νόμιμη ιστοριοκτονία. Παραμυθολογημένο μέλλον. Εικονική πραγματικότητα. Δικαιώματα… χωρίς δυνατότητες. Υπόδουλη παιδεία. Λεξιπενία. Ειδική και όχι γενική παιδεία (με παραγωγή ειδημονο-ηλίθιων). Βιοποριστική ευφυΐα. Εθνο-διαμελιστικές μειονότητες. Χάρτινα σύνορα. Δημοκρατικά εκλεγμένες… δικτατορίες. Θρησκευτικές ενοποιήσεις. Πολιτισμική σύγχυση. Συνθήκες σωτηριακού βρόγχου και εθνικής υποτέλειας τύπου «Σέγκεν» κ.λ.π., κ.λ.π.!

Γενικότερα, ανίερες συμμαχίες μαζικής προώθησης συμφερόντων και όχι πολιτισμού, εξασφαλίζουν στα χέρια των ολίγων, την σύγχρονη ροή των ελεγχόμενων μολυσματικών “ιδεών-υδάτων” και την γενικευμένη υλικο-πνευματική “διατροφική” υποτέλεια των λαών!

Η αρχέτυπος αβρααμική ιδέα, του ταυτόχρονου οδυνοποιού και θεραπευτή, σε παγκόσμια πλέον επίπεδα εφαρμογής! Με την σύγχρονη μορφή της ευνοιοκρατίας, και με άριστο δόλωμα το δραστικότερο ψυχοτρόπο δηλητήριο της ανθρώπινης ιστορίας, τον χρηματισμό, ελάχιστοι ανθρωποκυνηγοί “μάγοι”, εξασφαλίζουν ορδές από πρόθημα μισθωμένα “κυνηγόσκυλα”, (ή “βατράχια” επί το βιβλικότερον) πραγματοποιώντας σήμερα, καλύτερα από κάθε άλλη εποχή, το όνειρο των αρχαίων Χαλδαίων προφητών, για μια κεντρική εξουσία, με αυτοκρατορική διάρθρωση και ευνοιο-επικριτική δομή και λειτουργία.

Η άθλια αυτή χαλδαιο-κρατούμενη κολοσσιαία αυτοκρατορία του μέλλοντος, όπου όλες οι τέχνες του πολιτισμού, θα είναι φκιασιδωμένες, καλοπληρωμένες παλλακίδες της εξουσίας των μάγων, διαγράφεται ήδη στον ορίζοντα της πλανητικής ιστορίας! Σύντομα, με τον οριστικό θάνατο της αξιοκρατίας, την νομιμοποίηση της ατιμία, την βουλευτική ασυλία-ατιμωρησία, την μισθωμένη ηθική, και την ωμή αναβίωση του σκληρότερου μισθοφορισμού (την αρχαιότερη μάστιγα του πολιτισμού), θα εξασφαλίζεται η εύρυθμη υποταγή των μαζών, στην νέα τάξη του Χαλδαιικού διευθυντηρίου, που σήμερα έγινε ήδη γνωστή με το όνομα ΝΕΑ ΤΑΞΗ! Ο μακρύς σιδερένιος βραχίονα του, θα επιβάλει την θέληση του με “βόμβες ειρήνης”, σε κάθε γωνία του πλανήτη, που θα αντισταθεί στην υποχρεωτική σωτηρία!

Σήμερα λοιπόν, βρισκόμαστε ήδη χωμένοι βαθιά στην κοιλάδα του Ιωσαφατ, και ξεδιψάμε ήδη την φυσική μας δίψα, για ειρήνη και ευημερία, απ’ τις πηγές των Χαλδαιο-λευιτικών δυνάμεων! Με το μακρύ χέρι των διεφθαρμένων τραπεζιτικών δανειο-δεσμεύσεων, να ελέγχει τους ζωτικότερους τομείς των εθνών και με τους κουρδισμένους ανθρωπίσκους στις καίριες κρατικές θέσεις, να καθορίζουν την ποιότητα των υλικο-πνευματικών μας αγαθών, πέτυχαν ακριβώς, ότι ορίζει το βιβλικό μοντέλο της ελεγχόμενης άρδευσης και σίτισης των εθνών, κάτω στην κατάμεστη από λαούς κοιλάδα Ιωσαφάτ!!!

Τα έθνη δεν μπορούν, ή δεν θέλουν να υποθέσουν, ότι ο πολιτισμός των τραπεζιτών και των μυστικών λεσχών, δεν μπορεί παρά να είναι μόνο το αρχαιότερο όνειρο του δόλου! Δεν μπορούν, ή δεν θέλουν να δουν, ότι η “άνωθεν” αυτή καθοδηγούμενη σύναξη-ένωση των λαών, είναι η ιδανικότερη μορφή μαζικής θυματοποίησης και δημιουργεί τις καταλληλότερες συνθήκες για την τελική μαζική “εξόντωση”!

Ελέγχοντας απολύτως τις “πηγές”, οδηγούν τα έθνη σε πολλαπλή αναπόδραστη εξάρτιση: «Το θηρίο υποχρεώνει, μικρούς και μεγάλους, πλούσιους και φτωχούς, να χαράξουν το χέρι ή το μέτωπό τους. Κανείς δεν θα μπορεί να αγοράσει ή να πουλήσει, αν δεν έχει χαραγμένο στο χέρι ή στο μέτωπό του τον αριθμό (666) του θηρίου»! (Β.Β) Αποκάλυψη ΙΓ΄ 16-17. Που πολύ απλά σημαίνει, ότι στην πολλά υποσχόμενη διεθνή “αγορά” της ευημερίας, μόνο οι συνεργοί (χέρι) και οι πνευματικά υποταγμένοι ομοϊδεάτες (μέτωπο), θα έχουν δικαίωμα επιβίωσης! Και συνεχίζει γεμάτο καύχηση το γριφώδες κείμενο: «εδώ χρειάζεται σοφία. Οποίος έχει μυαλό ας λογαριάσει τον αριθμό του θηρίου που είναι χξς (δηλαδή 666)» (Β.Β.) Αποκάλυψη ΙΓ΄ 18. Μα είναι ολοφάνερο ότι καμία σημασία δεν έχει το νούμερο (που μπορεί να είναι οτιδήποτε) αλλά το χέρι και το μυαλό (μέτωπο) που δεσμεύεται στην υπηρεσία των συμφερόντων τους!

Η οδυνοποιο-ιαματική σχολή θαυμάτων του Αβραάμ, εδώ, σε εκτεταμένη πλέον διεθνή κλίμακα! Οι “άγγελοι” (σταλμένοι) “σωτήρες”, σε πλήρη ανατρεπτική δράση! Οι ιεροκάπηλοι θεραπευτές, σε αξεπέραστες επιδόσεις!

Ο Αρμαγεδδώνας, είναι δυστυχώς η προδιαγεγραμμένη σύνθλιψη εθνών, και συνεπώς άσπλαχνη εξόντωση αναρίθμητων ανθρώπων. Οι εμπνευστές και δημιουργοί του, έχουν δυστυχώς ξεκάθαρη εντολή να φέρουν αυτόν τον “Αρμαγεδδώνα” μέχρι τα πιο ματωμένα του άκρα: «και ο άγγελος έριξε το δρεπάνι του στη γη και τρύγησε το αμπέλι (έθνη) της γης, κι έβαλε τα σταφύλια (ανθρώπους) στο μεγάλο πατητήρι του θυμού του (εβραϊκού) θεού. Το πατητήρι (εθνοδοχία) πατήθηκε έξω απ’ την πόλη (έδρα εξουσίας την Ιερουσαλήμ) κι έτρεξε απ’ αυτό αίμα κι έφτασε ως τα χαλινάρια των αλόγων» Αποκάλυψις ΙΔ΄19,20.

Μαζικοί θάνατοι και ποταμοί αίματος είναι δυστυχώς προσχεδιασμένοι!

Κάποτε ο Αβραάμ, υπέδειξε την εξουσιαστική συνταγή δια του εθνο-διαμελισμού! Αργότερα, στην Αποκάλυψη βλέπουμε την εθνο-συνθλιβή… διαφορά μόνο προς το χειρότερο! Το παράξενο είναι ότι, όταν γράφεις με θεολογημένο τρόπο κατά των ανθρώπων και των εθνών, κανείς δεν εξεγείρετε εναντίων σου! Μάλιστα όσο πιο χυδαία και αποκρουστικά ανθρωποκτόνος γίνεσαι, τόσο θεϊκότερος φαντάζεις!

Τα ίδια μάλιστα ανατριχιαστικά σενάρια, και με τον ίδιο ακριβώς μηχανισμό, επιβεβαιώνει και η άλλη αβραμική θρησκεία: «Την ημέρα της κρίσης εκείνος (ο Φαραώ) θα προπορεύεται του λαού του και θα τον παρασύρει μέσα στη φωτιά, όπως οδηγούν τα ζωντανά σε στέρνα για να πιουν. Η στέρνα στην οποίαν θα φτάσουν θα είναι φοβερή». Το ιερό Κοράνιο xoυντ 99

Η φοβερή αυτή “στέρνα” απ’ την οποία κανείς δεν ξέρει τι είδους νερό θα πιούμε εμείς τα “ζωντανά”, είναι ο βιβλικός Αρμαγεδδών! Αυτή είναι λοιπόν η αιματοβαμμένη ολοκλήρωση του εξοντωτικού εθνο-διαμελιστικού αβραμικού ονείρου, που δυστυχώς σήμερα βρίσκεται με αδιόρατους διολισθητικούς ρυθμούς, σε πλήρη παγκόσμια σχεδόν εξέλιξη.

Αν μαγαρίσετε το λιμάνι της πόλεως σας σε μια νύχτα, όλη η πόλη θα σηκωθεί εναντίον σας. Αν κάνετε το ίδιο σε διάστημα δεκαετιών, τότε όλοι θα δεχθούν την σταδιακά διογκούμενη πληγή, χωρίς ιδιαίτερους γογγυσμούς!

Ο διαχρονικός τραυματοποιός προφήτης, μελετώντας αυτήν ακριβώς την αδράνεια των λαών απέναντι στους αργούς, μεθοδικούς, αόρατους δόλους του βιβλικού ιερατείου, γνωρίζει ότι η αργά διολισθαίνουσα διαφθορά δεν γίνεται αντιληπτή. Οι λαοί κάτω από συγκεκριμένους ρυθμούς και συνθήκες επιβολής πληγών, (σαν το βάτραχο στο αργά ζεσταμένο νερό) δεν καταλαβαίνουν τι τους συμβαίνει, και οι πληγοποιοί δεν διατρέχουν κανέναν κίνδυνο αποκάλυψης.

Σήμερα λοιπόν μας απειλούν, ακριβώς μόνο επειδή γνωρίζουν, ότι τα εθνο-διαμελιστικά τους έργα ουδέποτε αναλύθηκαν, ουδέποτε ερμηνεύθηκαν, και συνεπώς ιστορικά έχουν εξασφαλίσει το ακαταδίωκτο!

Μάλιστα, η αρχή του ενός ανδρός, στην οποίαν ιστορικά υπακούει ο διαχρονικός Αβρααμισμός, μας καθιστά πιθανότατα έρμαιο στις διαθέσεις (για φαντάσου) ενός μόνο ανθρώπου, (ή το πολύ μιας ολιγομελούς ομάδας), και υποκείμενους στις ανεξέλεγκτες εξουσιαστικές αποφάσεις τους, που αναπόφευκτα σημαίνουν καταστροφές τρομακτικής πλανητικής έκτασης!

Για όσους δε νομίζουν, ότι υπερβάλουμε χάριν εντυπωσιασμού… θα ρίξουμε, μια μόνο μάτια υπενθύμισης, στις αδίστακτες προδιαγεγραμμένες βιβλικές μαγγανείες, εναντίων ολόκληρης πια της ανθρωπότητας και των βασικών αγαθών της: «Και έπεσε εκ του ουρανού επί το τρίτον των ποταμών και επί τας πηγάς των υδάτων Άψινθος και έγινε το τρίτο των υδάτων άψινθος και πολλοί άνθρωποι απέθανον εκ των υδάτων διότι επικράνθησαν» Αποκαλ.Η΄10

Σημειώνουμε ότι η Άψινθος (Herba adsinthii) είναι: «δρόγη που χορηγούμενη εις μεγάλας δόσεις προκαλεί εκτρώσεις εις τας εγκυμονούσας. Δρα εφ’ ολοκλήρου του νευρικού συστήματος προκαλούσα σφοδράς διαταραχάς, ναυτία και παραφροσύνη». [2] Βλ. Δρανδάκης αψινθιου ποα

Και η συνέχεια του χρονικού της προαναγγελθούσης μαζικής καταστροφής: «και το τρίτον της θαλάσσης έγινε αίμα και απέθανε το τρίτο των εμψύχων εν τη θαλάσση και το τρίτον των πλοίων διεφθάρη» Αποκάλ.Η΄8,9.

«Και ακρίδες (φθοροποιές δυνάμεις) εξήλθον καὶ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὡς πρόσωπα ἀνθρώπων, και εδόθη εις αυτάς εξουσία σκορπιού και είχαν ουράς όμοιας με σκορπιού (όχι “σφήκες” πια και “μέλισσες”, αλλα ιπτάμενοι σκορπιοί!) κέντρα (δηλητηριώδη κεντριά) εις τας ουράς αυτών και εξουσία να βλάψωσι μόνο τους ανθρώπους και το όνομα του βασιλέα αυτών Εβραϊστί Αβαδδών (Καταστροφέας)» Αποκάλ. Θ΄4-11.

Αλήθεια… τόσο δύσκολο είναι να δει κανείς την εκπληκτική ταύτιση που υπάρχει εδώ, των προφητικών «ανθρωπόμορφων Ακρίδων με τις ουρές σκορπιών και την εξουσία να βλάψουν μόνο τους ανθρώπους»… με το παγκόσμιο κυνηγητό των εξαναγκαστικών "τσιμπημάτων", με τις σύριγγες των αμφιβόλου αξίας εμβολίων;!

Από που έρχονται άραγε όλες αυτές οι πλανητοφθόρες και ανθρωποκτόνες πληγές; Έχουν καμιά σχέση με τον αρχη-πατριάρχη απ’ την Χαλδαία;

Δείτε μόνοι σας: «Λύσε τους τέσσερις αγγέλους που είναι δεμένοι στον μεγάλο ποταμό Ευφράτη (Χαλδαία!). Λύθηκαν τότε οι τέσσερις άγγελοι που είχαν προετοιμαστεί (η προετοιμασία λοιπόν κρίνεται απαραίτητη!) για την συγκεκριμένη ώρα και μέρα και μήνα και έτος, να σκοτώσουν το ένα τρίτο των ανθρώπων… (και το κατηγορητήριο) οι άνθρωποι δεν μετάνιωσαν για τις κλεψιές και τις… μαγγανείες τους… (και η τελική απειλή-διαβεβαίωση της πραγματοποίησης) και θέλει τελεστεί το μυστήριο τούτο καθώς εφανερώθη εις τους προφήτες»! (Β.Β.Αποκάλ.Θ΄15-21και Ι΄7.

Σήμερα οι λαοί, αγνοούν ακόμα και τον όρο «μαγγανεία»! Φαντάζεστε λοιπον, πόσο ένοχοι μαγγανείας μπορούν να είναι;

Είναι μάλλον βέβαιο, ότι οι πραγματικοί «άγγελοι» δεν χρειάζονται καμία προετοιμασία! Η εδώ βιβλική επισήμανση, προορίζεται να ενθαρρύνει κάποιους άλλους “αγγέλους”, να αξιοποιήσουν με θρησκευτική ευλάβεια, όλο τον διαθέσιμο χρόνο και τις οδηγίες, για την προαναγγελθείσα και προετοιμασμένη αυτήν ανθρωποκτόνο καταστροφή!

Κάποιοι λοιπόν, αισθάνονται εδώ και πολύ καιρό, ότι έχουν την θεϊκή άδεια και μπορούν ελευθέρα μαζικά να σκοτώνουν! Οι δε απανωτές δαιμονοποιήσεις τους, προς κάθε κατεύθυνση, απλώς “νομιμοποιούν” ή αν θέλετε αγιοποιούν, τις επερχόμενες δολο-φονικές πληγές!

Υπενθυμίζω ότι όλες αυτέ οι καταστροφές έρχονται μετά από επτά φιάλες “θεϊκού θυμού”[3] καταροποιών υλικών… (δηλαδή… δηλητηρίων!) που “άγγελος” σαν τον καλύτερο μαγγανιστή, «ως κλέπτης», χύνει στα ποτάμια, μολύνοντας τις πηγές των υδάτων, την γη, την θάλασσα, τον αέρα, τους θρόνους (εξουσίες) ακόμα και στον ήλιο (παιδεία[4]) των ανθρώπων! Αποκάλυψις ΙΣ΄2-17

Δώστε εσείς τις διαστάσεις, το είδος, την ένταση των επαπειλούμενων αυτών παγκόσμιων καταστροφών! Δεν πρόκειται για προφητεία μόλυνσης από ανθρωπινή αδιαφορία, όπως εσφαλμένε ερμηνεύουν οι θρησκευόμενοι. Η διατύπωση είναι ξεκάθαρη. Πρόκειται για προμελετημένη και προετοιμασμένη δολιοφθορά εκ μέρους “αγγέλων”… δηλαδή απεσταλμένων!

Αν δεν έχουμε λαθέψει στις εκτιμήσεις μας, και το προφητικό “τρένο” της καταστροφής ξεκίνησε πράγματι… τότε, δυστυχώς κανείς δεν ξέρει ακόμα, πιο θα είναι το τρελό τελικό τίμημα της πραγματοποίησης αυτών των πλανητικο-κοινωνικών δηλητηριασμών! Το σίγουρο είναι, ότι κάποιοι που με κληρονομικό πάθος παίζουν εδώ και χιλιετίες τον ρόλο του ειμαρμενοποιού θεού, έχουν τα χάλκινα σπλάχνα, για να πραγματοποιήσουν αυτόν τον τελικό, θεαματικό, βιβλικό τους Αρμαγεδδώνα!

Οι άνθρωποι αυτοί, πρέπει πια να είναι μεθυσμένοι απ’ την κρυφή ακατάγγελτη δύναμη τους!

Αν δεν καταγγελθούν εγκαίρως, ευθέως, μαζικά και δημοσίως, ως οι ασύστολοι παρανοϊκοί δηλητηριαστές της ανθρωπότητας, θα πάσχουν μονίμως απ’ το σύνδρομο της αόρατης υπεροπλίας τους. Αν η συγκεκριμένη αυτή ηγετική αβραμική ομάδα, δεν αισθανθεί σοβαρά τον κίνδυνο της λεπτομερούς ιστορικής αποκάλυψης της, καμία υπαναχώρηση απ’ τα πλανητοκτόνα παιγνίδια του Αρμαγεδδώνα τους δεν πρόκειται να γίνει, και τότε δυστυχώς τα δεινά της ανθρωπότητας δεν θα έχουν πραγματικά τέλος!

Αν δεν αλληλο-αφυπνισθούμε μαζικά και επειγόντως, για να ελέγξουμε αυτή την ζοφερή πιθανότητα και να καταγγείλουμε οτιδήποτε στη συγκεκριμένη κατεύθυνση, κατονομάζοντας τους με θάρρος… οι απώλειες που επέφεραν στον πολιτισμό και την ανθρωπότητα (χάριν επικράτησης) οι τρεις αβρααμογενείς θρησκείες… θα μοιάζουν με παιδική εκδρομή, μπροστά στον υπολειπόμενο αβρααμογενή Αρμαγεδδώνα!

Οι τρεις θρησκείες του Αβραάμ, ξεκλήρισαν πολιτισμικές δομές, που κάποτε οι άνθρωποι ίσως αποκαταστήσουν! Ο τελικός όμως Αρμαγεδώνας, θα σακατέψει ολόκληρο το πλανητικό μέλλον, επιφέροντας ανεπανόρθωτα τραύματα στην πλανητική ισορροπία!

Ο συνετός φύλακας, πρέπει πάντα να υποθέτει το χειρότερο!

Ο σημερινός “μάγος” απ’ το διατροφικό κέντρο της οικουμένης, όπου βρίσκεται ήδη θρονιασμένος, είναι θέμα χρόνου και υπολογισμού των αντιστάσεων, μέχρι να πραγματοποιήσει την απόλυτη ασέβεια. Αργά, ανεπαίσθητα, διολισθητικά, βεβηλώνει μαζικά τις γιγάντιες διατροφικές πηγές της μητέρας φύσης. Συνεργάτες και πραγματική του δύναμη; οι κάθε λογής “Κύκλωπες”. Οι στρατευμένοι εκείνοι “Πολύφημοι” (πολύ-φήμη = αξιωματούχοι), αλλά και εντελώς “μονόφθαλμοι” δυστυχώς επιστήμονες: «που σ’ όλα τα’ άλλα ήταν όμοιοι με τους θεούς, αλλά ένα μοναδικό μάτι βρισκόταν στο μέσο του μετώπου τους… (ειδημονο-ηλίθιοι δηλαδή) και δύναμη κι ορμή και τεχνάσματα ήταν στα έργα τους». Ησίοδος ΘΕΟΓΟΝΙΑ 140.

Με τα σιδερένια σπλάχνα και την χάρτινη καρδιά, αφού πρώτα καταναλώνουν αδίστακτα τις σάρκες της επιστημονικής τους αξιοπρέπειας, πρόθημα χάριν μισθού, θα χοροπηδούν σαν κανίβαλοι, γύρω απ’ την τρυφερή και απογυμνωμένη από κάθε ιερότητα πανώρια φύση.

Με ορθάνοιχτο στόμα σαν τον μυθικό Κρόνο, ασεβέστατος και χαοτικά αχόρταγος, ο σημερινός “Χαλδαίος”, είναι έτοιμος να κατασπαράξει ακόμα και τα ίδια τα παιδιά του! Ησίοδος θεογονια 459. Ανεξέλεγκτα προωθεί κάθε τύπο διατροφικής εξουσίας, με μαζικές γενετικές επεμβάσεις στην πλανητική χλωριδο-πανίδα. Παράγει, και σιωπηλά επιβάλει διεθνώς το εμπόριο γενετικά μεταλλαγμένων τροφίμων, ελπίζοντας να κερδίσει τον οριστικό δόλιο έλεγχος της ανθρώπινης χημείας.

Αδιάφοροι εμείς, παριστάμεθα βουβοί μάρτυρες στον απεχθέστερο βιασμό της φύσης, στο ξέφρενο, πρόχειρο και βεβιασμένο ανακάτεμα των γενετικών χαρακτηριστικών των έμβιων όντων, στην ανήθικη δημοπρασία των τρυφερότερων μυστικών της ύπαρξης και στην βέβηλη εξαργύρωση του γενετικού κώδικα της ζωής!

Το μονοπωλιακό εμπόριο “άγονων σπόρων” (π.χ. εταιρία MONSADO). Τα μυστικά κλονοποιημένα υβρίδια, που υποδουλώνουν την παγκόσμια παραγωγή τροφίμων. Οι μαγικές τροφές που “σώζουν” σκοτώνοντας μαζικά το αύριο. Τρόφιμα ποτά και “ουσίες”, που δημιουργούν εγκεφαλικό εθισμό, μαζική πνευματική καταστολή που μακροπρόθεσμα παράγουν πειθήνιους υποτακτικούς, μαζί με τις χιλιάδες καθημερινές πυρηνικές, χημικές και λοιπές μολυσματικές απειλές, συνθέτουν αμυδρά μόνο το πορτρέτο του σύγχρονου τερατοποιού μάγου.

Όμως, αυτά που ήρθαν είναι ελάχιστα. Αυτά που θα ‘ρθουν να φοβάστε, μας διαβεβαιεί ο φοβοποιός προφητισμός, που ωθεί ασταμάτητα τις ξέφρενες ορέξεις του, στην σταδιακή εκπλήρωσή τους: «Θέλω αφανίσει παντελώς τα πάντα από προσώπου γης. Θέλω αφανίσει άνθρωπον και κτήνος, πετεινά του ουρανού και ιχθύς της θαλάσσης και θέλω εξολοθρεύσει τον άνθρωπον από προσώπου γης… θέλω εκδικηθεί τους άρχοντες και τα τεκνά αυτών… και τους αναπαυόμενους εις την τρυγίαν (συγκομιδή) αυτών, τους λέγοντας εν τη καρδία αυτών, ο Κύριος δεν θέλει αγαθοποιήσει ουδέ κακοποιήσει, τα αγαθά αυτών θέλουσιν είσθε εις διαρπαγήν και οι οίκοι αυτών εις αφανισμόν… Και θέλω καταθλίψει τους ανθρώπους και θέλουσει περιπατεί ως τυφλοί και το αίμα αυτών θέλει διαχυθεί ως σκόνη και οι σάρκες αυτών ως κόπρος» (Μασ.) Σοφονίας Α΄2,3,12,13,17

Ο ωρυόμενος προφητισμός, εκατονταετίες τώρα απειλούσε ακατάπαυστα! Σήμερα πάνοπλος και ανεμπόδιστος, εγγίζει οριακά την εκπλήρωση των αρρωστημένων του πόθων. Με συνεργό την απίστευτη απουσία μας, ο ακατάγγελτος αβρααμισμός έχει αντίπαλο μόνο της υπερβολές του. Με την χαοτική εξουσιαστική του βουλιμιά, έχει υπονομεύσει τόσο τραγικά το πλανητικό μέλλον, που απ’ τον υπολειπόμενο δικό του Αρμαγεδδώνα, υποθέτουμε πως ούτε ο ίδιος δεν πρόκειται να εξαιρεθεί! Διότι: «το ίδιο το όπλο παρασέρνει τον άνθρωπο» Οδ. τ 14, γράφει σοφά και προφητικά ο Όμηρος πριν από τόσες χιλιετίες!

Σήμερα τα όπλα του πληγόχαρου προφήτη, είναι τρομακτικά. Κανείς όμως δεν μπορεί να ξέρει, πόση συναίσθηση του έχει απομείνει στο μισάνθρωπο κεφάλι του! Παρά τις διαχρονικές νίκες του, παραμένει οργισμένος και άπληστος σαν τον πρωτοπατριάρχη Αβραάμ. Σήμερα όλες του οι μανίες μπορούν να εκπληρωθούν στο ακέραιο… και δεν ξέρουμε δυστυχώς πόση αυτοσυγκράτηση του έχει απομείνει!

Η αβρααμική μαγγανεία, δλδ, η θηρευτική τέχνη των δηλητηριασμένων δώρων, μετά από ανενόχλητη διαδρομή χιλιετιών, πρέπει να έφτασε στα χέρια ενός ιερατείου, που απειλεί πλέον ολόκληρο τον κόσμο! Ο Γιαχβέ, ο Χαλδαιικός θεός της μαγγανείας, γεμάτος έπαρση για την κρυφή αποτελεσματικότητά του, υπόσχεται μαζικό ξεδιψαστικό (διατροφικό) πειθαναγκασμό και απειλώντας (δια στόματος προφητών), ομολογεί ξεκάθαρα την συγκεκριμένη μεθόδευσή του:

«(Ο΄):το πνεύμα αυτού (του Γιαχβέ) ως ύδωρ εν φάραγγι (Β.Β.): η πνοή του σαν χείμαρρος που φτάνει ως τον λαιμό των ανθρώπων. Θα κοσκινίσει τα έθνη με της καταστροφής το κόσκινο, θα βάλει χαλινάρι στα σαγόνια των λαών και θα τους οδηγήσει όπου δεν θέλουν» Ησαΐας Λ΄2

Αδρανήσαμε δυστυχώς ανεπίτρεπτα! Τουλάχιστον, την τελευταία έστω στιγμή, ας παρατηρήσουμε προσεκτικά τις ιστορικές πληγές μας και ας ασχοληθούμε επιτέλους με τους στημένους κραυγαλέους βιβλικούς μηχανισμούς της προαναγγελθείσης καταστροφής μας. Το φάντασμα του Αβραάμ, με την μορφή του Αρμαγεδδώνα, παίρνει συνεχώς σάρκα και οστά, μπροστά στα νυσταγμένα μας μάτια, και σαν μυθικός δρακός, αναδύεται απειλητικά κατ΄ ευθείαν μέσα απ’ τις “μαγικές” σελίδες της χαλδαιικής Βίβλου!

Αν εξακολουθήσουμε να… κοιτάμε αλλού, αγνοώντας τις φυλακτήριες υποχρεώσεις μας… και να τρέχουμε μόνο πίσω απ’ τους αξιοπόθητους ευδαιμονισμούς και τους καθ’ όλα σεβαστούς βιοποριστικούς μας καημούς, τότε… απλά εγκαταλείπουμε τον αξιαγάπητο κόσμο μας, στα χέρια των παρανοϊκότερων “εμπρηστών” της ανθρώπινης ιστορίας!!!

Κάποιοι, δικαιολογημένα ίσως, προβάλουν σαν άλλοθι, την όποια πολιτισμική τους δράση! Δυστυχώς, κάποτε πρέπει να το καταλάβουμε, ότι ακόμα κι αυτές οι πολιτισμικές ενασχολήσεις μας, είναι από μόνες τους οδυνηρά ανεπαρκείς. Είναι οι ποθητές, αλλά ανεπαρκείς τέχνες της ειρήνης! Η οδύσσεια όμως της πλανητικής μας ιστορίας, δυστυχώς δεν κρίνεται τόσο απ’ την πολιτισμική μας παραγωγή, αλλά κυρίως απ’ την έγκαιρη μάχιμη αντίδραση του πολιτισμού στις επιδρομικές τέχνες του πολέμου!

Ενώ λοιπόν η ιστορική διαδρομή του πολιτισμού, αποδεικνύεται ένας αδυσώπητος έντεχνος διαρκής πόλεμος… εμείς σχιζοφρενικά, φορώντας τις ευγενικότερες παρωπίδες της καθημερινότητας, αμέριμνοι καλλιεργούμε τον πολιτισμικό μας κήπο, και παράγοντας ίσως τα πλέον αξιοζήλευτα πολιτισμικά αγαθά, θέλουμε πεισματικά να αγνοούμε ότι μας απειλεί μια αδυσώπητη, μοχθηρότατη, και ξαφνική συνολική σύνθλιψη! Είναι σαν να συνεχίζεις να χτίζεις το υπέροχο σπίτι σου, στη μέση ενός δασούς, που δυστυχώς καταφλέγεται και πικραμένος αρνείσαι να δεις ότι οι προτεραιότητες έχουν δραματικά αλλάξει! Ή όπως το διατύπωσαν οι σοφοί Έλληνες: «Ω! κάκιστα ζώα, των οικιών υμών εμπιπραμένων αυτοί άδετε;» “Ω κάκιστα ζώα, ενώ τα σπίτια σας καίγονται, εσείς τραγουδάτε;” Αισώπου μύθοι ΚΟΧΛΙΑΙ

Είναι πραγματικά, σαν να πολλαπλασιάζουμε και εμείς με την σειρά μας τους πολιτισμικούς μας μόχθους επί το μηδέν, όπως κάποτε η φιλότιμη, αλλά και οδυνηρά απληροφόρητη, ανυπεράσπιστη και άδολη Υπατία!

Μόνο με την επίγνωση των πηγών και των μεθόδων της ιστορικής μας αντιπαλότητας, μπορούμε να αποφύγουμε την επανάληψη του σύγχρονου καταδιαμελισμού μας! Ο δικός μας “Κύριλλος”, στέκει ήδη δίπλα μας, το μέλλον μας προκαθορισμένο απ’ τους “προφήτες”, τρέχει στους δικούς του ρυθμούς, ο θερισμός της θλίψις μας θα είναι ανάλογος με την σπορά των πληγών, που με την αδιαφορία μας και την οδυνηρή έλλειψη πρόνοιας που επιτρέψαμε!

Μόνο δημιουργώντας “εξερευνητικό και αποκαλυπτικό θόρυβο” και αποστερώντας τους την έκπληξη των δήθεν θεόσταλτων καταστροφών, υπάρχουν ελπίδες να ξεφύγουμε απ’ τον θανάσιμο κλειό των προφητών! Καταγγέλλοντας ευθέως τα κοινωνιο-διαμελιστικά τους βιβλικά και άλλα σενάρια, τα οποία ακατάπαυστα επιχειρούν να εκπληρώσουν, για να δρέψουν απ’ τους μυθο-θρεμμένους προβατοειδείς πιστούς τις προφητικές δάφνες, ίσως τους αποτρέψουμε απ’ τον πολιτισμο-καταστροφικό προφητικό τους ίστρο!

Ίσως-ίσως (κανείς δεν μπορεί να ξέρει), ακόμα κι “αυτός” ο διαχρονικός Αβραάμ, ή κάποιος επιτέλους ανάμεσα τους, να χόρτασε την ανανταγώνιστη νίκη του, και διστακτικός μπροστά στην κόλαση της ίδιας του της καταστροφικής μανίας, να χρειάζεται κάποιον λόγο υπαναχώρησης, που με την προβατο-σιγή μας δεν του τον προσφέρουμε!

Ένα είναι σίγουρο, καθώς το πλανητικό μέλλον αργά αλλά σταθερά σφαγιάζεται μπροστά στον βωμό του προφητικού μένους, δεν μπορούμε να παραμένουμε αδρανείς.

Ακούγεται μυθικό, απόκοσμο και εξωπραγματικό, όλα όμως δείχνουν, ότι μπροστά μας έχουμε πράγματι ένα μαινόμενο διαχρονικό όν! Ένα δηλητηριώδες, παραισθησιογόνο, διαχρονικό προφητικό αδελφάτο, που έχει χάσει την αίσθηση του μέτρου. Μόνο η μαζική μας επίγνωση, που με σθένος, ανελλιπώς και με θορυβώδη τρόπο, θα χρεώνει ακατάπαυστα στους “προφήτες” τις καταστροφές του κόσμου και του πολιτισμού μας, μπορεί να αναχαιτίσει τον “διαχρονικό Αβραάμ”, απ’ την ξέφρενη συντριπτική του αιμοδιψή επιθετικότητα! Αντί, παπαγαλίζοντας να ονομάζουμε Βιβλικές, όλες τις φυσικές καταστροφές, ας διακρίνουμε επιτέλους κάποιες απ’ τις αληθινές “Βιβλικές καταστροφές” που καθημερινά πια μας καταφλέγουν, ξεκινώντας μονίμως από εσκεμμένο εμπρηστικό “προφητικό” χέρι!

Μόνο αντιμαχόμενοι μπορούμε να ελπίζουμε.

Στη κινητικότητα της μάχης, ακόμα και το απρόβλεπτο μπορεί να γεννηθεί! Στην αδράνεια όμως του εφησυχασμού, είμαστε απόλυτα προβλέψιμοι, και τότε εύκολα όλες οι αρχαίες πληγο-προφητείες μπορούν να μας έβρουν.

Μαχόμενοι μπορούμε ίσως να αποδείξουμε, ακόμα και στους προφητο-παρμένους θήτες μας, ότι δεν αποτελούμε τους φυσικούς δούλους κανενός. Ότι το προφητικό ανθρωποκυνηγητό τους, δεν σκοτώνει άβουλα δουλικά όντα και υπανθρώπους, αλλά μάχιμους, αξιοπρεπείς, και βαθυμέριμνους πολιτισμένους ανθρώπους! Χωρίς υπερασπιστική μαχητικότητα, ποτέ και τίποτε δεν περισώθηκε!

Φαίνονται ανίκητοι, αλλά όλοι έχουν την αχίλλειο πτέρνα τους, και στην προκειμένη περίπτωση αυτή είναι η βιβλική τους απομυθοποίηση!

Τα πράγματα μπορεί να γίνουν εξαιρετικά απλά, αν καταλάβουμε ότι το μυστικό του οποιουδήποτε πετυχημένου κυνηγού, είναι η εξειδίκευση, δηλαδή, η συγκεκριμένη θηρευτική του μέθοδος. Αν αυτή γίνει ορατή και ευρύτερα γνωστή και κατανοητή, τότε περιορίζουμε δραστικά την δραματική θυματοποίηση μας!

Τοξεύοντας ασταμάτητα στην μοναδική τους ακάλυπτη αχίλλειο πτέρνα, κοινοποιώντας δηλαδή την εξωφρενικά δύσοσμη, ιερατική ιστορία των παλαιοδιαθηκικών “μάγων”, και βγάζοντας τους σημερινούς θηρευτές του κόσμου, απ’ την προστατευτική τους ανωνυμία, μπορούμε να περιορίσουμε σημαντικά, την απρόσκοπτη, εξευτελιστική ταπείνωση της πανανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Ίσως γλυτώσουμε έτσι κάτι απ’ τον υπολειπόμενο αρμαγεδδώνιο μολυσματικό βιασμό της γης! Ίσως περισώσουμε λίγη ομορφιά και για τους αγέννητους εκείνους ανθρώπους, που περιμένουν τη σειρά τους ν’ απολαύσουν μετά από μας, το υπέροχο δώρο της γήινης ύπαρξης!

Ας καταγγείλουμε διακριτικά και με προσοχή, όχι γενικά και αόριστα τον λαό των Εβραίων, πράγμα που θα αποτελούσε τεράστιο λάθος και γνωστή ιστορική παγίδα. Όχι τον τυχαίο φυλετικά Εβραίο, που διασπαρμένος ανάμεσα στα έθνη, υφίσταται και θα υποστεί κι αυτός αναπόφευκτα τις τραγικές αρμαγεδδώνιες συνέπειες, αλλά την ολιγάριθμη “αβραμική ομάδα”, που σαν τον «μαθητευόμενο μάγο», μεθυσμένος απ’ την δόξα και την δύναμη της ακαταδίωκτης τερατουργίας του, αρέσκεται να “λύνει” πάνω απ’ τους ανυποψίαστους λαούς, “σκληρούς αγγέλους θανάτου”, ανακαλώντας τους κατ’ ευθείαν απ’ την χώρα της πατρογονικής μαγείας, του Χαλδαϊκού “Ευφράτη”!

Ενδέχεται λοιπόν (για φαντάσου), οι ουσιαστικοί αντίπαλοι της ανθρωπότητας, να μην είναι παρά ελάχιστοι μόνο αβρααμοειδείς γέροντες, που ξεχασμένοι στην ακατάγγελτη δύναμή τους, ταράσσουν κάθε τόσο την ανθρωπότητα, για να πιουν το τακτικό τονωτικό αφροδισιακό ποτό της άμετρης εξουσία, διασκεδάζοντας απλώς την γεροντική τους ανία!

Ναι, τόσο χυδαία ενδέχεται να είναι η κατάληξη της αδικαιολόγητης απουσίας μας! Δυστυχώς, ελάχιστοι μόνον άνθρωποι, μπορούν πράγματι πανεύκολα να σέρνουν απ’ την μύτη, την ιστορία ολόκληρης της ανθρωπότητας, επειδή οι καλύτεροι εξ “ημών”, παραμένουμε ενθουσιώδεις, έμμισθοι, μονόφθαλμοι παραγωγοί πολιτισμού, και όχι άγρυπνοι, πολυόμματοι διαχρονικοί πάνοπλοι φύλακές του.

Δυστυχώς κουβαλάμε τα βάρη των προηγούμενων γενεών, που αρνήθηκαν, ή δεν θέλησαν, ή δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν. Σήμερα, σαν τον μυθικό Ηρακλή, παγιδευτήκαμε κι εμείς απ’ τον δόλο του Άτλαντα! Ξαφνικά είμαστε αναγκασμένοι να κουβαλήσουμε στους ωμούς μας, την δυσβάστακτη αδράνεια όλων των προηγούμενων γενεών!

Προσέξτε όμως και ας διδαχθούμε απ’ το παράδειγμα!

Ο δόλος του Ατλάντα κατά του Ηρακλή, στήθηκε βασιζόμενος στο ψεύδος της δωρο-προσφοράς των μήλων των Εσπερίδων, δηλαδή της αιωνίου ζωής! Όμως και αντιδόλος του Ηρακλέα, που έδωσα την λύση και επανέφερε τα πράγματα στην θέση τους, στήθηκε περίφημα με την προσποιητή ανάληψη των καθηκόντων του!

Διδακτικότατος… όπως πάντα ο ελληνικός μύθος! Αντιδόλιος ακόμα και ο πανίσχυρος Ηρακλής! Μερικές φορές βλέπετε, η δύναμη μόνη της δεν φτάνει! Στους δόλους μόνο ο αντιδόλος πιάνει! Υπάρχει μάλιστα και το σχετικό αρχαίο ρητό που παραγγέλνει: «Αν δεν σου φτάνει η λεοντή πρόσθεσε και την αλωπεκή»[5]

Αποτινάξετε λοιπόν την πνευματική δουλεία, προσποιούμενοι ίσως… τους πρόθυμους δούλους! Όσα θα δείτε μέσα στην προσποιητή δουλικότητά σας, θα είναι ίσως το καλύτερο υλικό της ανατρεπτικής σας καταγγελίας! Αυτά τουλάχιστον λέει ο Μύθος!

Πρέπει λοιπόν, επειγόντως να διευρύνουμε τους ορίζοντες των προβληματισμών μας. Να αναβαθμίσουμε τον ελεγκτικό μας ρόλο. Ανακαλύψτε μέσα σας τον συνετό φύλακα του πολιτισμού! Ετοιμάστε με προσοχή και εξαπολύστε τις πιο καυτές ερωτήσεις σας, προς πάσαν κατεύθυνση. Σταματήστε ειδικά, τον χαριστικό έλεγχο προς τους αγιολόγους κάθε κατηγορίας. Οι “άγιοι” οι τιτλούχοι και οι “ήρωες” των θρησκειών μας έφεραν εδώ, στο δύσοσμο αυτό βάραθρο του πολιτισμικού χάους.

Ο εχθροπρόσωπος αντίπαλος, είναι ο φανερός εχθρός και κάποτε καταβάλλεται. Η προσχηματική αγαθότητα είναι ο ανίκητος εχθρός μας. Ο αγαθοπρόσωπος, ο δολωματικός θηρευτής που αιώνες τώρα εκλαμβάνετε ως φίλος, αδελφός και σωτήρας! Δεν υπάρχουν λοιπόν εξ ορισμού αθώοι. Η εξαίρεση το απυρόβλητο και το υπεράνω καταργούνται. Αποδεκτοί και σύμμαχοι, είναι μόνο όσοι ικανοποιητικά καταδέχονται να απαντούν στις ελεγκτίριες ερωτήσεις μας.

Το αισχρότερο αμάρτημα που μπορεί να διαπράξει άνθρωπος, είναι να αφήσει στα παιδία του τις δικές του μάχες!

Κανένας γονιός δεν το παραδέχεται, αλλά κάθε γενιά που εύχεται μονάχα, αντί να μάχεται, και διστάζει να καταγγείλει μαχητικά τους εχθρούς της, ουσιαστικά μεταθέτει τις μάχες της αυτές στα παιδιά της!

Ζούμε μάλλον βουτηγμένοι σε μια τέτοια ακριβώς πολυσυσσωρευμένη φυγόμαχη αθλιότητα. Εμείς όμως, όπως όλα δείχνουν… ούτε το άθλιο αυτό ανοσιούργημα δεν μπορούμε πια να επαναλάβουμε, μια και είμαστε γενιά οριακή!

Τα θεμελιωδέστερα αγαθά της ζωής, κλονίζονται γύρω μας συθέμελα και η ίδια η φύση, χτυπημένη απ’ το βέβηλο χαλδαιικό βέλος, γονατίζει λαβωμένη.

Όλοι οι δόλιοι, αιώνες τώρα συνωθούνται πίσω από αγαθοφανείς σχηματισμούς, καταστρέφοντας τους πιο υπέροχους αρχαίους πολιτισμο-φύλακες θεσμούς.

Η παιδεία παράγει μόνο ειδικευμένους δούλους. Οι ονειροπαρμένες και ουρανόμυαλες θρησκείες, σαν τα καλύτερα ψυχοσωματικά ναρκωτικά, σαρώνουν, αποτρέπουν ή οικειοποιούνται, κάθε έννοια γήινης μαχητικότητας. Η προδοσία γίνεται το αγαπημένο σπορ της ευφυΐας... και η εμπιστοσύνη είδος υπό εξαφάνιση!

Τελικά αυτή η απέραντη παθητικότητα των λαών και η αδράνεια με κάνει και αναρωτιέμαι. Δεν ξέρω, αν μας κοροϊδεύουν οι προφήτες υποβιβάζοντας εμάς τους ανθρώπους που αποτελούμε τα έθνη, σε πρόθυμους εραστές βατράχων (βατραχόθελκτους δηλαδή βατραχόμυαλους), ή αν οι βαθύτατοι αυτοί ανθρωπογνώστες προφήτες, έχουν απλώς τέλεια συναίσθηση της νοητικής μας αναπηρίας. Η επιλεκτική μας τύφλωση, έβαλε στο απυρόβλητο κάθε αγιόσχημο και αγιοφανές, αλλά ακριβώς πίσω απ’ την αγαθοπροαίρετη αυτή άκριτη πίστη μας, συνωστίζονται γελώντας σαρκαστικά, όλοι οι δαίμονες την ιστορικής μας κόλασης!

Δυστυχώς, στην καλύτερη περίπτωση, παράγουμε… αφύλακτο πολιτισμό κι αυτό προσκαλεί του κλέφτες! Δεν διακρίνουμε ορθά τις προτεραιότητες! Δεν διακρίνουμε τον αγαθοπρόσωπο χαμογελαστό δόλο, κι ας είναι όλα ξεκάθαρα γραμμένα στη χαλδαϊκή Βίβλο, που ποτέ δεν ελέγξαμε! Ενώ οι προφήτες έχουν ήδη γράψει της μελανότερες σελίδες της ιστορίας μας, και προ πολλού καθόρισε τον ταπεινωτικότερο τρόπο του χαμού μας, εμείς όχι μονό δεν τους ελέγχουμε αλλά αποχαυνωμένοι τους λατρεύουμε σαν σωτήρες!

Δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε κάτι εξαιρετικά απλό, ότι ακόμα κι απ’ αυτήν την παραγωγή των πολυτιμότερων πολιτισμικών αγαθών, επειγόντως προέχει η ορθή ερμηνεία των παθών μας! Μόνο οι ορθές ερμηνείες των ιστορικών μας σφαλμάτων, μπορούν να μας προσφέρουν τις αποτρεπτικότερες φυλακτήριες υπηρεσίες!

Απ’ την αρχαιότητα, ακόμα κι αυτός ο σκοτεινός πολιτισμοκτόνος προφητισμός, μας χλευάζει προκλητικά χοροπηδώντας ακριβώς πάνω στην συγκεκριμένη αδυναμία μας: «Αν όπως λέτε είστε απόγονοι σοφών και αρχαίων… τότε βρείτε τι έχει αποφασίσει για την χώρα σας ο Κύριος» !!! Ησαΐας ΙΘ΄12. [Που, που είναι (εθνικέ άρχοντα) οι σοφοί σου; και (αν είναι πράγματι σοφοί), ας είπωσι τώρα προς σε, (τον εθνικό άρχοντα) και ας καταλάβωσι (οι εθνικοί σύμβουλοί σου) τι εβουλεύθη (μηχανεύτηκε) ο Κύριος (Γιαχβέ) των δυνάμεων κατά της "Αιγύπτου" (της χώρας σου ή των εθνών, ή γενικότερα της Ανθρωπότητας)]!

Τώρα προσοχή εδώ, στην παραπάνω αυτή απίστευτη επισήμανση… στο καταπληκτικό αυτό βιβλικό συμπέρασμα... υπάρχει ξεκάθαρα διατυπωμένο το απόλυτα ελλειμματικό ισοζύγιο σοφίας και αντιπαλογνωσίας των εθνικών, που ξεκάθαρα πριν από 2,5 χιλιάδες χρόνια εχει συνειδητοποιήσει και προτείνει ως κεφαλαιώδες αξίωμα ο Ησαΐας!!!]

Φαίνεται λοιπόν πως κάποιοι προφήτες, τυφλωμένοι από ανεξήγητων διαστάσεων ιδιοτέλεια, αποφασίζουν ότι χειρότερο για το πλανητικό μέλλον. Εμείς ανίκανοι να ανακαλύψουμε την ουσία των υπονομεύσεών τους, τρέχουμε ξεθεωμένοι πίσω απ’ τις τραγικές συνέπειες. Κάποιοι ασθενοποιούν μαζικά. Εμείς, ακούραστοι θεραπεύουμε άτομα… Είμαστε βλακωδώς θεραπευτές ατόμων και όχι επιτήδειοι επιδημιολόγοι! Εξοντωτική αυτή η ιστοριο-θρησκευτική μας τύφλωση, και δυστυχώς όπως όλα δείχνουν αυτή είναι και η καθοριστικότερη αιτία της ανεπάρκειάς μας.

Μπορούμε να ανακαλύψουμε τον παραμικρότερο νοσογόνο παράγοντα στο παχύ έντερο του κουνουπιού! Να διυλίσουμε δηλαδή, πράγματι τον κώνωπα! Δεν μπορούμε όμως να δούμε το σαρωτικό παλιρροϊκό κύμα της ιστορίας, που αιώνες τώρα, έρχεται τεράστιο και σαρωτικό κατά πάνω μας!

Πραγματικά αξιοθρήνητους μας κατάντησε η ανεμπόδιστη, διαχρονική θρησκευτική ιστοριοκτονία! Η περίεργη αυτή πάθηση μας, μόνο με έρευνα, ανάλυση και θαρραλέα κατανόηση, των δεδομένων ολόκληρης της ιστοριο-θρησκευτικής μας περιπέτειας αντιμετωπίζεται!

Αυτό είναι το κεντρικό νόημα αυτού του βιβλίου. Φυλακτήρια ιστοριο-θρησκευτική έρευνα και όχι πολιτισμική ρουτίνα, μόνο χάριν μισθού! Ο ελληνικός πολιτισμός, αποδείχθηκε το σημαντικότερο αλλά και το πλέον αφύλακτο αγαθό του κόσμου!

Όποιος νοιάζεται για την ζωή και τις αξίες της, ας κάνει κάτι που δυστυχώς ποτέ δεν έγινε σωστά μέχρι σήμερα… ας διαβάσει ερευνητικά την βίβλο! Ξετυλίγοντας το κουβάρι των βιβλικών εξιστορήσεων προς τα πίσω, ίσως φτάσει να παραδεχθεί έγκαιρος, ότι ο Αβραάμ ο μάγος, ο παράξενος εκείνος αστρολόγος, πατάει ακόμα βαριά στο στήθος της πεσμένης ανθρωπότητας!

Το σημαντικότερο όπλο των αντιπάλων, εξακολουθεί να είναι η σκοταδοποιός άγνοιά μας. Μελετώντας την συμπεριφορά του διαχρονικότερου οδυνογεννήτορα μάγου της ανθρώπινης ιστορίας, θα φωτίσετε απίστευτες πτυχές της κατανόησης σας!

Καμιά σχέση δεν έχει αν η προσωπικότητα αυτή, είναι και σε ποιο βαθμό ιστορική, ή κατασκεύασμα της φαντασίας των προφητών. Αυτό που πραγματικά μετράει, είναι ότι οι συνταγές συμπεριφοράς που ενσαρκώνει ο Αβραάμ, είναι εφαρμόσιμες και άκρως επικίνδυνες επιθετικές συνταγές κοινωνικής μαγείας!

Ρίχνοντας φως στις μεθόδους του αντίπαλου, ματαιώνετε δραστικά τα βασικά του πλεονεκτήματα. Δεν υπάρχει πολυτιμότερη και αποδοτικότερη ευφυΐα απ’ την αναλυτική οδυσσειακή αντιπαλογνωσία. Στην έσχατη των περιπτώσεων, ίσως βρείτε και αχρηστεύσετε τουλάχιστον στο άμεσο περιβάλλον σας, τους απλούς μηχανισμούς που γενούν τα σημερινά και αυριανά δεινά της ιστορίας μας!

Αγαπητέ μου αναγνώστη, ποιος ξέρει ίσως να είσαι εσύ προσωπικά ο αυριανός πυρήνας αντίστασης στις μεθοδεύσεις μια χούφτας προφητών που μας απειλούν με αρμαγεδδώνιο αφανισμό!

Ποιος μπορεί να ξέρει… ίσως, τα βέλη των δικών σας ερωτήσεων, εκ τύχης αγαθής ή θειας έμπνευσης, να στοχεύσουν με ακρίβεια την αχίλλειο πτέρνα του προφητο-θρεμμένου θηρίου!

Θυμηθείτε, η ορθή διάγνωση, είναι υποχρεωτικά η αρχή πάσης θεραπείας. Έτσι και ο σημαντικότερος αντίπαλος του δόλου, μπορεί να είναι μόνο ο βαθύς γνώστης της άθλιας ιστορίας του!
----------------------------
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Η πρόσφατη εισβολή του Σιωνοκρατούμενου Χόλιγουντ, στα καθημερινά τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων, είναι ένας μικρός μόνο προάγγελος μιας ξέφρενης επερχόμενης λατρείας προκατασκευασμένων ειδώλων! Σύντομα θα γίνει κατανοητό, ότι οποίος ελέγχει τις πηγές της παγκόσμιας ψυχαγωγίας, ελέγχει την κοινωνική συμπεριφορά! Επιβάλει νοοτροπίες, καλλιεργεί ανοχές, επιβάλει πρότυπα και όχι μόνο γίνεται οικονομικός “Τιτάνας”, αλλά μπορεί να επιβάλει την ευχάριστη δικτατορία της ψυχαγωγίας και να εξασφαλίσει με τον πλέον ευχάριστο τρόπο την συρρίκνωση του αντίπαλου φιλόμοχθου Ελληνογενούς πολιτισμού!
[2] «Θέλω ψωμίσει αυτούς αψίνθιο και θέλω ποτίσει αυτούς ύδωρ χολής» φωνάζει ο Ιερεμίας (ΚΓ΄15). Αν δίπλα στην δρόγη Αψινθίου, θυμίσουμε και τις δρόγες Νάρδου και Μανδραγόρα, τότε καταλαβαίνετε ότι η Βίβλος δεν στερήθηκε ποτέ απ’ τον απαραίτητο εξοπλισμό βοτανο-μαγείας.
[3] Δεν πρέπει βέβαια να ξεχνάμε ότι ο θεϊκός θυμός στην βιβλικές εξιστορήσεις, είναι πάντοτε στην υπηρεσία των προφητικών βλέψεων!
[4] «Την παιδεία δεύτερο ήλιο της ανθρωπότητας ονόμασαν» Ηράκλειτος
[5] Αν δε σου φτάνει το θάρρος του λέοντα, πρόσθεσε και την πονηριά της αλεπούς! «Αν λεοντή μη εξικνήται πρόσαπτε και την αλωπεκήν» Λύσανδρος

Όταν οι καταστάσεις φτάνουν στα άκρα ό,τι κι αν πεις δεν έχει νόημα

Έχουν όρια λένε οι άνθρωποι.

Υπάρχει ένα συγκεκριμένο σημείο μέχρι το οποίο μπορείς να αντέξεις. Κι όμως, κατά έναν τρόπο, ανέχονται πάντα περισσότερα απ’ όσα μπορούν πραγματικά να αντέξουν. Ίσως εκεί να δημιουργείται η φθορά.

Τα μεγαλύτερα δείγματα ανοχής κι αντοχής βρίσκονται στις σχέσεις. Όλες, ανεξαιρέτως της φύσης τους. Πιθανότατα επειδή μαζί τους έρχεται πακετάκι κι η υπομονή. Τη μαθαίνεις κι ύστερα την προσαρμόζεις στα μέτρα σου.

Μαζί με αυτήν όμως, έρχονται ο συμβιβασμός κι οι υποχωρήσεις. Λίγο συναίσθημα να κουβαλάς πάνω σου και το έχασες το παιχνίδι. Πόσες φορές κατάπιαμε τσακωμούς, αδικίες, προσβολές κι απογοητεύσεις, που όλα μαζί κάθονταν σαν κόμπος στο λαιμό, μόνο και μόνο επειδή ήμασταν υπερβολικά συναισθηματικά δεμένοι ώστε να πούμε αντίο;

Μένεις κι επιμένεις. Παλεύεις είτε για ‘σένα, είτε για το συναίσθημά σου είτε για τον άνθρωπο. Δε σε πειράζει η αδικία γιατί πιστεύεις ότι μπορείς να την πολεμήσεις. Με τα πολλά, σκέφτεσαι, θα βαρεθεί και θα φύγει από μόνη της. Θα βαρεθεί να σε αντιμετωπίζει.

Προσπαθείς και πέφτεις και χαμηλά αν χρειαστεί. Δεν παίζουν με τους ανθρώπους, ή τουλάχιστον έτσι πιστεύεις εσύ. Και κάπως έτσι, ακροβατείς ανάμεσα σε σωστό και λάθος, λογική και τρέλα. Πάντα να κοιτάς τα άκρα.

Βρίσκεις ό,τι είναι μισό, να το ταιριάξεις. Ό,τι έσπασε, να το ενώσεις. Μπορεί να μην τα καταφέρνεις με την πρώτη, όμως λες πως θέλει χρόνο για να γίνει η αλλαγή. Όπως και να ‘χει, εσύ δε θα κουραστείς ποτέ σου.

Έτσι, ακούς κι υπομένεις. Συμφωνείς, ενώ στην πραγματικότητα σε τρώει η αντίρρηση. Κάνεις υποχωρήσεις κι άλλες φορές απλά αποχωρείς. Κι ας έχεις την απάντηση κι ας σε πνίγει το δίκιο σου, εσύ παραμένεις σιωπηλός, όχι από φόβο αλλά από γνώση.

Γιατί μέσα σου το ξέρεις. Είναι αυτή η υπομονή κι ο συμβιβασμός σου που κρατάνε το σχοινί. Το γεγονός ότι δεν ύψωσες ποτέ φωνή απέναντι σε εκείνο που σε πνίγει. Έτσι κι αλλιώς, και τις φορές που μίλησες, ποτέ τίποτα δεν άλλαξε.

Παλεύεις για κάτι ήδη νεκρό και τοξικό. Για κάτι που δεν πρόκειται ποτέ να καταλάβει, απλά επειδή δεν έχει αρχικά καμιά διάθεση να ακούσει και λίγο νοιάζεται για την καλή σου θέληση. Βέβαια αυτό, είναι περισσότερο άγνοια παρά κακία.

Το έχεις δει το έργο και την ξέρεις την κατάληξη. Λόγια, πάλι λόγια και στο τέλος τίποτα. Θα συμφωνείτε, θα παραδέχεται ότι κάνει λάθος, θα γεμίζει το μέσα σου ελπίδες, μέχρι να παγώσει η συνείδηση και φτου ξανά κι απ’ την αρχή. Σαν να μην είπατε τίποτα ποτέ σας.

Κουράζεσαι για λίγο και βιάζεσαι να πεις πως ποτέ ξανά δεν πρόκειται να εξηγηθείς ή να εξηγήσεις. Άλλωστε τι να πεις; Στον άνθρωπο που δε βλέπει σφάλμα στις πράξεις του τι να εξηγήσεις; Χάνουν το νόημα οι λέξεις, το ίδιο κι εσύ.

Όμως δε γίνεται να χαλάσει. Ίσως είσαι εσύ το λάθος, πιθανό να αναρωτιέσαι. Μα όση ευθύνη και να μαζέψεις πάνω σου, γνωρίζεις πολύ καλά πως μόνος του δεν έφταιξε κανένας.

Και κουράζεσαι, ρε γαμώτο. Κουράζεται η ψυχή σου στα χιλιόμετρα. Ένα βήμα μπρός και δέκα πίσω. Κουράζεται κι αρχίζει να εγκαταλείπει. Φταις κι εσύ όμως και μαζί και η φιλοδοξία σου πως τάχα μου μπορούσες να κρατήσεις τον έλεγχο, λες κι είσαι το κέντρο του κόσμου.

Δε θα σου κουνήσω επιδεικτικά το δάχτυλο, προστάζοντάς σου σωστές και πρέπουσες συμπεριφορές. Κι αν οι άλλοι σου μιλάνε για ψευτοανωτερότητες κι εγωισμούς, εγώ σου μιλάω για αξιοπρέπεια και σε αυτή, τίποτα από τα δύο δε χωράει.

Τα ξέρεις. Στα έχουν ξαναπεί. Ό,τι δε χωράει στη ζωή σου, διαγράφεται. Η θεωρία, βλέπεις, είχε πάντα έναν τρόπο να κάνει τα πράγματα να φαίνονται καλύτερα. Πιο εύκολα. Κανείς δεν έριξε μαύρη πέτρα πίσω του χωρίς να κοιτάξει τη ζημιά του. Κανείς δεν εγκατέλειψε, χωρίς να έχει έστω και λίγο προσπαθήσει.

Κράτα τα λόγια σου για κάποιον άλλον. Για κάποιον που μπορεί να τα ακούσει κι ίσως, αν σταθείς πιο τυχερός εκείνη τη φορά, να είναι ικανός να τα καταλάβει. Δεν κρατάνε έτσι οι σχέσεις. Να τις κρατάει μονάχα ένας με το ένα χέρι και με το άλλο να παλεύει.

Οι σχέσεις θέλουν δύο. Ένα εσύ κι ένα εγώ. Ένας να βλέπει το πρόβλημα και δυο να τρέχουν να το φτιάξουν.

Χαλίλ Γκιμπράν: Η ψυχή μου με ορμήνεψε να αγαπώ όσα οι άλλοι μισούν

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου -δίδαξε -ν’ αγαπώ εκείνους πού οι άνθρωποι μισούν και να είμαι φίλος μ’ εκείνους πού οι άνθρωποι περιφρονούν.

Η ψυχή μου μου φανέρωσε ότι ή αγάπη εκδηλώνεται όχι μονάχα στο πρόσωπο πού αγαπά, άλλα και στο πρόσωπο πού αγαπιέται.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, ή αγάπη ήταν στην καρδιά μου σα μια λεπτή κλωστή πιασμένη από δυο πασσάλους.

Άλλα τώρα ή αγάπη έγινε ένας φωτεινός κύκλος πού αρχή του είναι το τέλος του, και το τέλος του ή αρχή του. Περιβάλλει καθετί πού υπάρχει κι απλώνεται σιγά σιγά για ν’ αγκαλιάσει όλα όσα θα υπάρξουν.

Η ψυχή μου με συμβούλεψε και μ’ έμαθε να διακρίνω την κρυμμένη ομορφιά του δέρματος, τού παραστήματος, και, του χρώματος. Με δίδαξε να στοχάζομαι εκείνο πού οι άνθρωποι ονομάζουν άσχημο μέχρι ν’ ανακαλύψω την αληθινή του γοητεία κι ομορφιά.

Πριν ή ψυχή μου με διδάξει, έβλεπα την ομορφιά σαν ένα τρεμάμενο πυρσό ανάμεσα σε στήλες καπνού. Τώρα πού ό καπνός έχει διαλυθεί, δε βλέπω τίποτε’ άλλο από τη φλόγα.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου δίδαξε ν’ ακούω τις φωνές πού ή γλώσσα, ό λάρυγγας και τα χείλη δεν μπορούν να προφέρουν.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν άκουγα παρά θόρυβο και θρήνους. ’Αλλά τώρα πρόθυμα παραστέκομαι στη Σιωπή κι αφουγκράζομαι τις χορωδίες της πού τραγουδούν τους ύμνους των εποχών και τα τραγούδια του σύμπαντος που αναγγέλλουν τα μυστικά του ’Αόρατου.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μ’ έμαθε να πίνω το κρασί που δεν μπορεί να βγει από το πατήρι και δεν μπορεί να χυθεί από κούπες πού τα χέρια μπορούν να σηκώσουν ή τα χείλη ν’ αγγίξουν.

Πριν η ψυχή μου μου μιλήσει, ή δίψα μου ήταν σα μια σβησμένη σπίθα κρυμμένη κάτω από τη στάχτη πού μπορεί να σβήσει με μια γουλιά νερό.

Αλλά τώρα η λαχτάρα μου έγινε ή κούπα μου, το αίσθημα της αγάπης το κρασί μου, κι η μοναξιά μου ή μέθη μου κι ωστόσο σ αυτή την άσβεστη δίψα υπάρχει αιώνια χαρά.

Η ψυχή μου μου μίλησε και με δίδαξε ν’ αγγίζω εκείνο πού δεν έχει ακόμα ενσαρκωθεί’ ή ψυχή μου μου αποκάλυψε πώς ότι αγγίζουμε, είναι μέρος της επιθυμίας μας.

’Αλλά τώρα τα δάχτυλά μου απλώθηκαν μέσα στην καταχνιά πού διαπέρνα αυτό πού είναι ορατό μέσα στο σύμπαν κι ανακατεύεται με το ’Αόρατο.

Η ψυχή μου μ’ έμαθε να εισπνέω το άρωμα πού δε βγαίνει από τη μυρτιά ή το θυμίαμα. Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, λαχταρούσα την ευωδιά τού αρώματος στους κήπους, στα δοχεία ή στα θυμιατήρια.

Τώρα όμως μπορώ να οσφρανθώ το θυμίαμα πού δε βγαίνει για προσφορά ή για Θυσία. Και γεμίζω την καρδιά μου με την ευωδιά εκείνη πού δεν πέτα με τα φτερά της παιχνιδιάρας αύρας μέσα στο διάστημα.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μ’ έμαθε να λέω, «είμαι έτοιμος» όταν με πλησιάζουν το ’Άγνωστο κι ό Κίνδυνος.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν απαντούσα σ’ άλλη φωνή έκτος από τη φωνή τη γνωστή πού με καλούσε, και δεν περπατούσα παρά το εύκολο και ίσιο ‘μονοπάτι.

Τώρα το ’Άγνωστο έγινε άλογο που μπορώ ν’ ανεβώ για να φτάσω στο ’Άγνωστο’ κι ό καμπίσιος δρόμος έγινε σκάλα πού την ανεβαίνω για να φτάσω στην κορυφή.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Μη μετράς το Χρόνο λέγοντας, Υπήρξε το χθες και θα υπάρξει το αύριο !»

Μα πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, φανταζόμουν το Παρελθόν σα μια εποχή πού ποτέ δεν ξαναγύριζε και το Μέλλον σα μια εποχή πού ποτέ δεν μπορούσα να τη φτάσω.

Τώρα καταλαβαίνω ότι ή τωρινή στιγμή περιέχει όλο το χρόνο, και μέσα σ’ αυτήν υπάρχουν όλα όσα μπορεί να ελπίζει κανένας, να κάνει και ν’ αντιληφθεί.

Η ψυχή μου μου μίλησε και με πρότρεψε να μην περιορίζω το διάστημα λέγοντας, «’Εδώ, εκεί και πέρα».

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, ένιωθα ότι όπου κι αν βρισκόμουν’ ήμουν μακριά από κάθε άλλο μέρος.

Τώρα καταλαβαίνω ότι όπου κι αν βρίσκομαι, το μέρος αυτό περιέχει όλα τα μέρη’ κι ή απόσταση πού περπατώ αγκαλιάζει όλες τις αποστάσεις.

Η ψυχή μου με δίδαξε και με συμβούλεψε να μένω ξύπνιος όταν οι άλλοι κοιμούνται. Και να παραδίνομαι στον ύπνο όταν οι άλλοι βρίσκονται σε δράση.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν έβλεπα τα όνειρα τους στον ύπνο μου, ούτε κείνοι παρατηρούσαν τ’ όραμα μου.

Τώρα ποτέ δεν ταξιδεύω μέσα στο καράβι των ονείρων μου έκτος αν με παρατηρούν, κι εκείνοι ποτέ δεν πετούν στον ουρανό του δράματός τους έκτος αν εγώ χαίρομαι την Ελευθερία τους.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Να μη χαίρεσαι. με τον έπαινο και να μη θλίβεσαι με την κατηγορία».

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, αμφέβαλα για την αξία του έργου μου.

Τώρα καταλαβαίνω ότι τα δέντρα ανθίζουν την άνοιξη και καρπίζουν το καλοκαίρι χωρίς ν’ αναζητούν τον έπαινο’ και ρίχνουν τα φύλλα τους το φθινόπωρο και γυμνώνονται το χειμώνα χωρίς να φοβούνται την κατηγορία.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου έδειξε ότι δεν είμαι μεγαλύτερος από έναν πυγμαίο, ούτε μικρότερος από ένα γίγαντα.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, έβλεπα τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες’ τον αδύνατο, πού τον λυπόμουν και τον δυνατό, πού τον ακολουθούσα ή πού του αντιστεκόμουνα παλικαρίσια.

’Αλλά τώρα έμαθα ότι είμαι όπως είναι κι οι δύο αυτοί, κι αποτελούμαι από τα ίδια στοιχεία. Ή προέλευσή μου είναι ή δική τους προέλευση, ή συνείδησή μου είναι ή δική τους συνείδηση, ή ευχαρίστησή μου είναι ή δική τους ευχαρίστηση, και το προσκύνημά μου, το δικό τους προσκύνημα.

“Αν αυτοί αμαρτάνουν, είμαι κι εγώ αμαρτωλός. “Αν πράττουν καλά, καμαρώνω για την καλή τους πράξη. “Αν ανυψώνονται, ανυψώνομαι κι εγώ μαζί, αν μένουν αδρανείς, συμμετέχω κι εγώ στην αδράνεια τους.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Το φανάρι πού κουβαλάς δεν είναι δικό σου, και το τραγούδι πού τραγουδάς δε γεννήθηκε μέσα στην καρδιά σου, γιατί κι αν κουβαλάς το φως, δεν είσαι εσύ το φως, κι αν είσαι το λαγούτο με τις τεντωμένες χορδές, δεν είσαι εσύ ό παίχτης του οργάνου.

Η ψυχή μου μου μίλησε, σαν αδερφός μου, και μου Έμαθε πολλά. Κι ή ψυχή σου μίλησε σε σένα και σ’ έμαθε το ίδιο πολλά. Γιατί εσύ κι εγώ είμαστε ένα, και δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα μας, εκτός ότι. εγώ βιάζομαι να φανερώσω αυτά που είναι μέσα στον εσωτερικό μου κόσμο, ενώ εσύ φυλάς σα μυστικό αυτό που βρίσκεται εντός σου. ’Αλλά στη μυστικότητά σου αυτή υπάρχει αρετή.

Χαλίλ Γκιμπράν, Σκέψεις και διαλογισμοί

Εάν δεν ανακαλύψετε κάτι ιερό στη ζωή σας, τότε, η ζωή είναι επιφανειακή

Ο άνθρωπος πάντοτε ήθελε κάτι άγιο, ιερό. Το να είσαι απλώς καλός προς τους άλλους, ευαίσθητος, διακριτικός, ευγενής, γεμάτος φροντίδα και στοργικός: αυτό δεν έχει βάθος, δεν έχει ζωντάνια. Εάν δεν ανακαλύψετε στη ζωή σας κάτι πραγματικά ιερό που να έχει βάθος, που να έχει τρομαχτική ομορφιά, που να είναι η πηγή των πάντων, η ζωή γίνεται πολύ επιφανειακή. Μπορεί να είστε παντρεμένος επιτυχημένα, με παιδιά, σπίτι και χρήματα, μπορεί να είστε έξυπνος και διάσημος, χωρίς όμως εκείνο το άρωμα το καθετί γίνεται σαν σκιά χωρίς υπόσταση.

Βλέποντας τι συμβαίνει στον κόσμο, θ’ανακαλύψετε στην καθημερινή σας ζωή κάτι που είναι πραγματικά αληθινό, πραγματικά ωραίο, άγιο, ιερό; Αν το ‘χετε αυτό, τότε η ευγένεια έχει νόημα, τότε η σκέψη για τους άλλους έχει νόημα, έχει βάθος. Τότε μπορείτε να κάνετε οτιδήποτε θέλετε, θα υπάρχει πάντα εκείνο το άρωμα. Πώς θα φτάσετε σ’αυτό; Είναι μέρος της εκπαιδεύσεώς σας, όχι μόνο να μάθετε μαθηματικά, αλλά ν’ανακαλύψετε και αυτό.

Ξέρετε, για να δείτε κάτι πολύ καθαρά – ακόμη κι εκείνο το δέντρο – ο νους σας πρέπει να είναι ήσυχος, δεν πρέπει;

Για να δω εκείνη την εικόνα πρέπει να την κοιτάξω, αν όμως ο νους μου φλυαρεί, λέγοντας «θα ‘θελα να είμαι έξω» ή «θα ‘θελα να είχα ένα καλύτερο πανταλόνι», αν ο νους μου περιπλανιέται, ποτέ δε θα μπορέσω να δω εκείνη την εικόνα καθαρά. Για να δω κάτι πολύ καθαρά πρέπει να έχω ένα πολύ ήσυχο νου. Δείτε πρώτα τη λογική αυτού του πράγματος. Για να παρακολουθήσω τα πουλιά, τα σύννεφα, τα δέντρα, ο νους πρέπει να είναι εξαιρετικά σιωπηλός για να παρακολουθήσει.

Υπάρχουν διάφορα συστήματα στον κόσμο για να ελέγχουν το νου ώστε να γίνει τελείως ήσυχος. Και όντας πολύ ήσυχος τότε δοκιμάζετε κάτι απέραντο – δηλαδή την ιδέα.

Λένε λοιπόν: πρώτα ο νους πρέπει να είναι ήσυχος, ελέγξτε τον, μην τον αφήνετε να περιπλανιέται, γιατί όταν έχετε ήσυχο νου η ζωή είναι καταπληκτική. Τώρα, όταν ελέγχετε ή αναγκάζετε το νου, τον παραμορφώνετε, έτσι δεν είναι;

Εάν αναγκάσω τον εαυτό μου να είναι καλός, αυτό δεν είναι καλοσύνη. Εάν αναγκάσω τον εαυτό μου να είναι υπερβολικά ευγενικός μαζί σας, αυτό δεν είναι ευγένεια. Εάν λοιπόν αναγκάσω το νου μου να συγκεντρωθεί σ’αυτή τη μία εικόνα, τότε υπάρχει τόση πολλή ένταση, προσπάθεια, πόνος και καταπίεση. Επομένως ένας τέτοιος νους δεν είναι ήσυχος – βλέπετε; Πρέπει λοιπόν να ρωτήσουμε: Υπάρχει τρόπος να δημιουργήσουμε έναν πολύ ήσυχο νου χωρίς καμιά παραμόρφωση, χωρίς καμιά προσπάθεια, χωρίς να πούμε «Πρέπει να τον ελέγξω;»

Φυσικά υπάρχει. Υπάρχει μια ησυχία, μια σιγή χωρίς καμιά προσπάθεια. Αυτό απαιτεί κατανόηση του τι είναι προσπάθεια. Και όταν καταλάβετε τι είναι προσπάθεια, έλεγχος, καταπίεση – να την καταλάβετε όχι μόνο με τις λέξεις αλλά να δείτε πραγματικά την αλήθεια της – σ’αυτήν ακριβώς την αντίληψη ο νους γίνεται ήσυχος.