Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

Η τέχνη είναι ίδιον του ανθρώπου

Τέχνη από όλους κι όχι μόνο τέχνη για τις μάζες.

Ας κάνουμε ένα ακόμα μικρό πείραμα, με πειραματόζωα τα παιδιά. Πάρτε ένα παιδί (καλύτερα να είναι το δικό σας, για να μην σας κατηγορήσουν για απαγωγή) και πηγαίνετε σε μια παιδική χαρά. Βάλτε το να σταθεί απ’ έξω και να βλέπει τα άλλα παιδιά που παίζουν. Πείτε του ότι δεν επιτρέπεται να συμμετέχει στο παιχνίδι, ότι πρέπει μόνο να βλέπει. Τι νομίζετε ότι θα πάθει το παιδί;

Σας φαίνεται παράλογο το πείραμα; Και όμως, είναι κάτι που συμβαίνει καθημερινά στην «κοινωνία του θεάματος». Σκεφτείτε πόσοι άνθρωποι συνωστίζονται στα γήπεδα για να παρακολουθήσουν κάποιους άλλους να παίζουν.

Είτε πρόκειται για αγώνα ποδοσφαίρου είτε για «κλασικό» αθλητισμό η συνθήκη είναι ίδια: αυτοί που παίζουν πληρώνονται για να παίζουν και αυτοί που παρακολουθούν πληρώνουν για να κοιτούν. Αυτό δεν είναι παράλογο; «Όχι, γιατί εγώ δεν μπορώ να παίξω, να τρέξω, να πηδήξω όπως αυτοί», θα πει ένας θεατής. Μέσα στον αγωνιστικό χώρο βρίσκονται οι υπεράνθρωποι, στις κερκίδες κάθεται ο «μέσος άνθρωπος».

Οι υπεράνθρωποι είναι κάποιοι άνθρωποι ταλαντούχοι, οι οποίοι από την παιδική τους ηλικία εκτρέφονται ως μηχανές αθλητισμού. Το αποτέλεσμα της εγγενούς ικανότητας και της επίκτητης εξειδίκευσης (με εξοντωτικά ωράρια προπονήσεων, αναβολικά και αποκλεισμό κάθε άλλης δραστηριότητας) είναι επιδόσεις που ο «μέσος άνθρωπος» ποτέ δεν θα μπορέσει να επιτύχει.

Έτσι το θέαμα λειτουργεί αποτρεπτικά: ο αθλητισμός είναι μόνο για τους πρωταθλητές, για τους επαγγελματίες αθλητές. Οι υπόλοιποι αρκούνται να ζητωκραυγάζουν, να θαυμάζουν και να πίνουν μπύρες, ενώ το έμφραγμα τους πλησιάζει μέρα με την μέρα, χρόνο με το χρόνο, αγώνα με τον αγώνα.

Μπορεί ο επαγγελματικός αθλητισμός να είναι παγίδα κυρίως για τους άντρες, αλλά και οι γυναίκες είναι θύματα της κοινωνίας του θεάματος. Οι μοντέλες, οι ηθοποιές (για να τις διακρίνουμε από τις ηθοποιούς) και οι τηλεπερσόνες, τις οποίες οι γυναίκες θαυμάζουν και ζηλεύουν, είναι κατασκευασμένες από το ίδιο υλικό που φτιάχνονται και οι υπεραθλητές.

Επαγγελματίες «γυναίκες» (όπου γυναίκα είναι μόνο η εικόνα της), που με την βοήθεια του προσωπικού γυμναστή, του διαιτολόγου, του στυλίστα, του μακιγιέρ, του φωτογράφου και του photoshop, εμφανίζονται στα περιοδικά και στις οθόνες λαμπερές και αψεγάδιαστες, πάντα χαμογελαστές και επιτυχημένες (πάντα με εξεζητημένο drama queen: «Μ’ έχει κουράσει η διασημότητα»).

Και η «μέση γυναίκα», που πρέπει να δουλεύει και να φροντίζει τα παιδιά της, που πάντα της περισσεύουν λίγα κιλά και το δέρμα της δεν είναι τόσο λείο όσο του photoshop, η «μέση γυναίκα» με όχι τόσο στητό στήθος και περιφέρεια φαρδύτερη από το «ιδεατό», με φτηνά ρούχα και μικρό σπίτι.

Η «μέση γυναίκα» που δεν μπορεί να πάει διακοπές στις Μαλδίβες και ο άντρας της δεν είναι τόσο γοητευτικός, ρομαντικός και πλούσιος, η «μέση γυναίκα» παθαίνει κατάθλιψη και παίρνει χάπια για να αδυνατίσει, χάπια για να ευθυμήσει. Το θέαμα λειτουργεί αποθαρρυντικά: Η ομορφιά είναι μόνο για τις υπεργυναίκες.

Με τον ίδιο τρόπο, εξαιτίας της εξειδίκευσης, της ηρωοποίησης και της προβολής των «υπέρ-καλλιτεχνών», η τέχνη έχει πλέον υποβιβαστεί από δημιουργική διαδικασία που αφορά τους πάντες, σε προϊόν που καταναλώνουν οι μάζες. Ο μέσος άνθρωπος αποτρέπεται από την τέχνη αφού έχει πειστεί ότι τέχνη είναι το δημιούργημα, και το αποτέλεσμα της δικής του τέχνης δεν τολμάει να το αντιπαραβάλλει με εκείνο των «μεγάλων».

Αυτό που χάσαμε, αυτό που ξεχάσαμε, μπλεγμένοι στα δίχτυα της εξειδίκευσης και του πρωταθλητισμού, είναι ότι η τέχνη δεν έχει ως σκοπό το αριστούργημα. Η τέχνη είναι απόλαυση και επικοινωνία, για όλους. Ίσως θα έπρεπε να παραδειγματιστούμε από τα παιδιά.

Τα παιδιά ζωγραφίζουν για το παιχνίδι, για την απόλαυση της δημιουργίας, χωρίς να αποσκοπούν στην αιώνια φήμη. Όταν τελειώσουν το έργο τους, και αφού το δείξουν στους γονείς τους, το ξεχνάνε. Δεν προσπαθούν να γίνουν καλύτεροι από κάποιον άλλον, αφού το καλύτερο είναι εκείνο που φτιάχνουν την συγκεκριμένη στιγμή.

Νωρίς όμως αλλοτριώνονται στην ανταγωνιστική μαθητεία του εκπαιδευτικού συστήματος. Όπως και στον αθλητισμό, έτσι και στην τέχνη, τα παιδιά εκπαιδεύονται για να γίνουν πρωταθλητές. Δεν μαθαίνουν να απολαμβάνουν την τέχνη, ως μέρος της ζωής τους, αλλά ως σκοπό για να «πετύχουν», να γίνουν πλούσιοι, διάσημοι, αθάνατοι.

Όσοι είναι τυχεροί και έχουν εγγενώς τις ικανότητες, την πειθαρχία και την οικονομική δυνατότητα μπορούν να συνεχίσουν -για να γίνουν μεγάλοι. Οι υπόλοιποι πρέπει να συμβιβαστούν με την κατανάλωση της τέχνης (όσο λαϊκή ή λόγια είναι αυτή).

Η τέχνη είναι ίδιον του ανθρώπου.

Όλοι μπορούν να τραγουδήσουν και να χορέψουν, να ζωγραφίσουν, να κάνουν θέατρο, να γράψουν, να κατασκευάσουν, να κάνουν γλυπτική (πόσες ώρες μπορεί να παίζει ένα παιδί με την πλαστελίνη;) να φωτογραφίσουν, όλοι μπορούν να φανταστούν. Όλοι το κάνουμε από παιδιά, αυθόρμητα, φυλογενετικά, χωρίς να ενδιαφερόμαστε αν το αποτέλεσμα είναι αντάξιο των προγενέστερων.

”Τέχνη είναι η δημιουργική διαδικασία, όχι το αποτέλεσμα, όπως ταξίδι δεν είναι ο προορισμός”. Κρίστοφερ Σμολ

Καθώς όμως μεγαλώνουμε μαθαίνουμε να απορρίπτουμε την απόλαυση του παιχνιδιού προς χάρη του αποτελέσματος. Μαθαίνουμε ότι το παιχνίδι (η τέχνη, ο αθλητισμός, η επιστήμη, η συμμετοχή στα κοινά) δεν έχει αξία αν δεν παράγει αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα είναι συνυφασμένο με το οικονομικό κέρδος.

Η τέχνη αξιολογείται σε χρήμα (όπως και οτιδήποτε άλλο).

Κάθε καλλιτέχνης θεωρείται χομπίστας (ή ψώνιο) αν δεν βγάζει λεφτά από την προσπάθεια του. Και τόσο μεγαλύτερος ο καλλιτέχνης όσο περισσότερα βγάζει. Ένα ολόκληρο οικονομικό-συστημικό κύκλωμα στηρίζεται στην επιτυχημένη τέχνη των επαγγελματιών καλλιτεχνών.

Ουσιαστικά είναι το κύκλωμα που αποφασίζει ποιος θα είναι επιτυχημένος, δίνοντας “τους χώρο στις γκαλερί, χρόνο στο ραδιόφωνο, χωροχρόνο στις οθόνες και στα θέατρα.

Τέχνη για τις μάζες, φτιαγμένη από τους επίλεκτους.

Ας δούμε την μουσική. Στην αρχική της μορφή όλοι ήταν ικανοί να μετέχουν.

Μέθεξη δεν μπορεί να υπάρχει όσο ο μέσος άνθρωπος απομένει θαυμαστής ενός αριστουργήματος.

Μέθεξη σημαίνει συμμετοχή, επικοινωνία. Έτσι η τέχνη, στα αρχικά της στάδια, ήταν μέθεξη, όπου όλοι είχαν το δικαίωμα να τραγουδήσουν, να χορέψουν, να παίξουν, να απολαύσουν. Όλοι ήταν καλλιτέχνες.

Οι κήνσορες, οι ειδικοί και οι επαΐοντες, ίσως να φέρουν τις αναμενόμενες αντιρρήσεις για την καθολικότητα της ικανότητας. «Πώς μπορεί», θα πουν, «ο μέσος άνθρωπος να παράγει μουσική αντάξια του Μότσαρτ; Ζωγραφική αντάξια του Μικελάντζελο, ποίηση αντάξια του T.S. Elliot;»

Αυτό που φοβούνται οι κήνσορες δεν είναι ο εκχυδαϊσμός της τέχνης, αλλά η επιστροφή της εκεί που ανήκει: Στην ζωή, όχι στην Ιστορία.

Γιατί τότε θα είναι περιττοί.

Ειδικά όσον αφορά την μουσική, την δεκαετία του ’60 φάνηκε ότι μπορούσε να ανατραπεί η λογική των «επίλεκτων». Για μια στιγμή φάνηκε ότι η μουσική μπορούσε να παίζεται από όλους. Όμως το κύκλωμα της κοινωνίας του θεάματος δεν είχε πει την τελευταία του λέξη.

Η μεγάλη ανατροπή δεν ήρθε με την επανάσταση της αγάπης, όπως ήθελαν να πιστεύουν τα «παιδιά των λουλουδιών» που τόσο γρήγορα μαράθηκαν και έγιναν κοκαϊνομανείς γιάπηδες, αλλά με την τεχνολογική επανάσταση: Το διαδίκτυο! Χάρη στο πιο δημοκρατικό μέσο (media) που έχει εμφανιστεί στην ανθρώπινη κοινωνία, όλοι μπορούν να προβάλλουν την τέχνη τους, χωρίς να πάρουν την έγκριση των «ειδικών».

Όλοι μπορούν πλέον να κοινωνούν την τέχνη τους. Και αυτή η επικοινωνία είναι τόσο σημαντική, όσο είναι και η απόλαυση της δημιουργικής διαδικασίας.

Για την κοινωνία του θεάματος είναι επικίνδυνο να κάνουν τέχνη όλοι, όπως επικίνδυνο είναι και να σκέφτονται όλοι.

Προτιμότερο γι’ αυτούς είναι να καταναλώνουμε τις έτοιμες σκέψεις, όπως αυτές πουλιούνται στο σούπερ-μάρκετ των ιδεών.

Προτιμούν να καταναλώνουμε ακόμα και τις μεγάλες σκέψεις των Πλάτωνων, των Λάο-Τσε και των Βιτγκενστάιν, παρά να σκεφτόμαστε μόνοι μας. Ναι, υπάρχουν και υπερήρωες της σκέψης, οι οποίοι μας αποτρέπουν από την δημιουργική διαδικασία της προσωπικής σκέψης, ειδικά όταν προβάλλονται ως αλάθητα ιερά τέρατα.

«Αφού όλα τα σκέφτηκαν οι αρχαίοι Έλληνες και οι επίγονοι τους, τι καινούριο μπορείς να σκεφτείς εσύ, κακόμοιρε ανθρωπάκο;»

Όπως και στην τέχνη, έτσι και στην σκέψη, αυτό που έχει σημασία δεν είναι το αποτέλεσμα, αλλά η δημιουργική διαδικασία. Και μόνο αν αποκαθηλώσουμε τις πνευματικές αυθεντίες του συστημικού κυκλώματος, θα μπορέσουμε να επαναπροσδιοριστούμε ως άνθρωποι.

Αυτή θα ήταν η μόνη επανάσταση που θα είχε αξία. Όταν όλοι θα σκεφτόμαστε, όλοι θα κάνουμε τέχνη, όλοι θα παίζουμε. Όταν δεν θα υπάρχουν υπεράνθρωποι, μέσοι άνθρωποι και υπάνθρωποι, παρά μόνο άνθρωποι. Άνθρωποι που κατανοούν ότι είναι μέρος της Γαίας και απολαμβάνουν την θνητότητα τους, χωρίς να σκοτώνουν, χωρίς να πεθαίνουν για μεγάλες ιδέες.

Υπάρχει νόημα στην τέχνη;

Η Τέχνη και ο Έρωτας είναι ίσως τα τελευταία οχυρά που αντιστέκονται στην εκλογίκευση και την ισοπεδωτική μανία του σύγχρονου πολιτισμού. Η χρησιμότητα της Τέχνης, είναι ότι δεν έχει καμία απολύτως χρησιμότητα! Με την έννοια ότι δεν είναι ένα χρηστικό προϊόν που μας προσφέρει ή εξυπηρετεί μια πρακτική ή υλική ανάγκη. Η Τέχνη εξυπηρετεί την ανάγκη έκφρασης του ανθρώπου.

Σκοπός της τέχνης είναι να αποδώσει την εσωτερική σημασία των πραγμάτων κι όχι την εξωτερική τους εμφάνιση. Ο άνθρωπος προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του και μέσα του μέσω της πνευματικής αναζήτησης και της δημιουργίας, περνώντας μέσα από το φίλτρο της προσωπικής εμπειρίας, αλλά και των συμβάντων της καθημερινής ζωής ή του κόσμου.

Βέβαια σημαντικοί παράγοντες στην καλλιτεχνική δημιουργία είναι οι ιστορικές συνθήκες και το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται ένας δημιουργός. Τα αρχέτυπα και τα σύμβολα παίζουν σπουδαίο ρόλο στην έκφραση. Κατά τον Freud ο περιορισμός της libido (της σεξουαλικής ενέργειας) δημιουργεί πολιτισμό. Η Τέχνη εμπεριέχει πάντα τον παρατηρητή και το αντικείμενο. Ο παρατηρητής κρίνει το έργο τέχνης είτε αυτό είναι ένα γλυπτό, είτε κάποιος πίνακας ή οτιδήποτε άλλο. Τέχνη θα μπορούσαμε να περιγράψουμε κάθε δημιουργική προσπάθεια αποτύπωσης του πνευματικού κόσμου στον υλικό.

Πέρα από την αναπαράσταση της πραγματικότητας (αντικειμενικής ή υποκειμενικής), η Τέχνη δεν εκτιμάται μόνο από το περιεχόμενό της αλλά και από την μορφή της, από το αισθητικό του πράγματος. Πολλοί άνθρωποι ταυτίζουν την αισθητική με το όμορφο. Στην πραγματικότητα η αισθητική είναι ένα φιλοσοφικό παρακλάδι που αναζητά το ωραίο αλλά και την αλληλεπίδρασή μας ερχόμενοι σ’ επαφή με τα πράγματα.

Πολλές φορές έχουν γίνει συζητήσεις για το τι καθιστά μια δημιουργία ‘έργο τέχνης’. Υπάρχουν αισθητικές αξίες σε κλίμακα ιεραρχίας ή είναι όλες ισότιμες; Μπορεί κάποιος να μιλήσει αντικειμενικά για το τι είναι έργο τέχνης και γιατί είναι καλύτερο από κάποιο άλλο; Κατά την γνώμη μου η αντικειμενικότητα κι η υποκειμενικότητα είναι ρευστές έννοιες σε αυτό το ζήτημα. Υπάρχουν διαθέσεις κι όχι οδηγός για το τι μας αρέσει ή θα πρέπει να μας αρέσει.

Θεωρώ ότι στην Τέχνη δεν μπορεί να μιλήσει κανείς με επιστημονικά κριτήρια για να δικαιολογήσει τις προτιμήσεις του. Ας πούμε αν βάλουμε σε κάποιον ν’ ακούσει Τσιτσάνη και Μότσαρτ χωρίς να έχει επαφή με κανέναν από τους δύο, ποιον θα θεωρήσει καλλιτέχνη και γιατί; Πέρα όλων αυτών, ας λάβουμε υπόψη πως κάποιοι διαχωρίζουν την Τέχνη σε αυτή του συστήματος και σε αυτήν που κινείται εκτός αυτού και προσπαθεί να επεκτείνει τα όριά της, το λεγόμενο underground.

Τι έχει μεγαλύτερη αξία στην Τέχνη;

Η αισθητική-ορατή-υλική μορφή της ή το συμβολικό-μη υλικό περιεχόμενό της; Στην σύγχρονη εποχή πολλοί μεταμοντέρνοι δημιουργοί προβαίνουν σε στείρες προσπάθειες καταναγκαστικής ‘πρωτοτυπίας’ και με επιχειρήματα προσπαθούν να αναβαθμίσουν κάθε τεχνούργημα τους σε ‘έργο τέχνης’.

Μήπως τελικά όλα είναι Τέχνη; Κι αν όλα είναι Τέχνη, τότε μήπως τίποτα δεν είναι Τέχνη; Ας πούμε μπορεί να θεωρώ έργο τέχνης ένα γκράφιτι, ένα γλυπτό από καθημερινά αντικείμενα, ένα κόμικ ή ένα υπέροχα μαγειρεμένο και στολισμένο γεύμα.

Ίσως γι’ αυτό ξεπήδησε ο ‘ιδιαίτερος’ κι απολύτως άχρηστος κλάδος των ‘κριτικών τέχνης’. Για να μας πει δογματικά τι είναι Τέχνη και τι είναι ωραίο, ίσως ακόμη επειδή οι σύγχρονοι καλλιτέχνες δεν στηρίζουν τις δημιουργίες τους σε κάποιο θεωρητικό υπόβαθρο. Πέρα όλων αυτών, υπάρχουν όρια στην Τέχνη; Στην έκφραση; Κατά την γνώμη μου όχι. Και δεν πρέπει να υπάρχουν. Ακόμη κι όταν ένα έργο είναι ορατό σε μεγάλο κοινό δεν χρειάζεται να έχει όρια.

Η Τέχνη χρειάζεται να υποστηρίζει την ελευθερία στην έκφραση, να μας γλιτώνει από την αλλοτρίωση της καθημερινότητας, να είναι εκείνο το εκστατικό συναίσθημα δημιουργίας, η λύτρωση των συναισθημάτων και η δικαίωση των σκέψεων. Η απόδραση από τους κανόνες της καθημερινής ζωής, το άγγιγμα του άυλου, το χτίσιμο της πραγματικότητας με μη συμβατικούς όρους, μακρυά από την πεζότητα. Αυτό το τελευταίο μοιάζει ως το νόημα της Τέχνης.

Η Τέχνη για την Τέχνη. Η ίδια η ανάγκη του ανθρώπου να ξεπεράσει τον εαυτό του.

Η τέχνη στην υπηρεσία της παγκοσμιοποιημένης απληστίας και ματαιοδοξίας.

Τον Μάιο του 2014 ο οίκος Christie πούλησε στην Νέα Υόρκη έργα μεταπολεμικής και σύγχρονης τέχνης προς 745 εκ. δολάρια. Το υψηλότερο ποσό που έχει ποτέ επιτευχθεί σε έναν και μόνο πλειστηριασμό. Στις υψηλότερες τιμές πωλήθηκαν έργα των Barnett Newman, Francis Bacon, Mark Rothko, και Andy Warhol, καθένα από τα οποία πωλήθηκαν για περισσότερα από 60 εκατομμύρια δολάρια. Σύμφωνα με τους New York Times οι συλλέκτες από την Ασία διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην αύξηση των τιμών.

Εκτός των άλλων ένα από τα έργα, το τραινάκι του Jeff Koons, ένα μεταλλικό τραινάκι που γεμίζει με μπέρμπον, πωλήθηκε προς 33 εκ. δολάρια. Ο ίδιος ο Koons δήλωσε πως το εν λόγω τραινάκι αποτελεί ένα αλληγορικό έργο που τονίζει την ταξική ανισότητα από την πολυτέλεια στην παρακμή.

Τον περασμένο μήνα, κάποιος αγόρασε μία από τις παραλλαγές έργων του Barnett Newman (αυτά με τις λεπτές κάθετες λωρίδες, φωτό κάτω) για 84 εκ, δολάρια. Ενώ μια μικρή εικόνα της Marilyn Monroe του Andy Warhol – υπάρχουν πολλές από αυτές – πωλήθηκε προς 41 εκατομμύρια δολάρια. Και η λίστα της παράνοιας συνεχίζεται…

Το τσούρμο με τους συλλέκτες περιλαμβάνει από την μια αυτούς που βλέπουν τις αγορές τους ως επένδυση, όπως τις μετοχές, τα ακίνητα ή τις ράβδους χρυσού. Σε αυτή την περίπτωση, εάν το ποσό που καταβλήθηκε ήταν υπερβολικό ή μη εξαρτάται από το πόσο η αγορά θα είναι πρόθυμη να πληρώσει για το έργο στο μέλλον.

Από την άλλη περιλαμβάνει εκείνους που αυτό-προσδιορίζονται ως λάτρεις της τέχνης. Αυτούς που δεν ξέρουν με λίγα λόγια τι να κάνουν τα χρήματά τους και τρέχουν από πλειστηριασμό σε πλειστηριασμό για να γεμίσουν του άδειους τοίχους τους.

Ακόμη και αν κανείς παραβλέψει την ειρωνεία της δημιουργίας ενός έργου το οποίο έρχεται να συμβολίσει τις ανισότητες ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς και στην συνέχεια πωλείται προς εκατομμύρια δολάρια δεν μπορεί να παραβλέψει την εξοργιστική ύβρη για την ανθρωπότητα αυτής της τεράστιας τεχνητής δημιουργίας υπεραξιών και σπατάλης χρημάτων.

Κανένας από τους συλλέκτες δεν σκέφτηκε ότι σε έναν κόσμο όπου περισσότερα από έξι εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν κάθε χρόνο επειδή δεν έχουν καθαρό πόσιμο νερό ή κουνουπιέρες, ή πρόσβαση σε σχολεία και φαγητό, υπάρχει και καλύτερος τρόπος να κάνουν κάτι τα χρήματά τους.

Δεν θα σταματήσω επομένως να τονίζω πως η κρίση που ζούμε σήμερα είναι μακροχρόνια έχει ξεκινήσει εδώ και πολλά χρόνια, είναι βαθιά, είναι αξιακή και είναι αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης. Δεν υπάρχει πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας από την εργασία μέχρι την τέχνη που να μην έχει προσβληθεί από αυτή την παγκόσμια μάστιγα. Έτσι λοιπόν οφείλουμε να δούμε την κρίση σαν μια σοβαρότατη παγκόσμια ασθένεια, να αντισταθούμε αλλάζοντας τους εαυτούς μας και απαιτώντας την ριζική θεραπεία της.

Μπορείς να πεις ότι είμαι ονειροπόλος…

Fr. Nietzsche: η Δημοκρατία και οι Εχθροί της

Friedrich Nietzsche: 1844‒1900

Δημοκρατία: από την ελευθερία στην ανελευθερία;

§1. Η έννοια της δημοκρατίας κατανοείται από τον Νίτσε υπό έναν ευρέως πολλαπλό τρόπο και όχι αποκλειστικά ομοιογενώς και ανεξάρτητα από τις εκάστοτε ιστορικές περιστάσεις. Στο πρώιμο και ύστερο έργο του, αντιτίθεται σταθερά και σθεναρά στις ποικίλες λογικές περί δημοκρατίας και στις παντοειδείς μορφές της. Και τούτο, διότι την θεωρεί ως το πιο ισοπεδωτικό πολίτευμα, που συνθλίβει το δημιουργικό ένστικτο των ατόμων και αποθρασύνει τα άγρια ένστικτα και συνακόλουθα την κτηνώδη συμπεριφορά της αγελαίας μάζας. 

Στην τωρινή εποχή, αυτή η δημοκρατία είναι η λεγόμενη μαζική δημοκρατία, η οποία, έργω και λόγω, επιβεβαιώνει πλήρως τη σχετική αλήθεια του πολιτικού λόγου του Νίτσε. Στα έργα του της μέσης περιόδου εμφανίζεται πιο ευέλικτος. Στα πρώιμα γραπτά του θεωρεί πως το μεγαλείο, η υπεροχή της πολιτείας συχνά επιτυγχάνεται σε βάρος της αδύναμης μάζας· αλλά τούτο αποτελεί ένα αναγκαίο τίμημα για να ωφεληθεί το σύνολο των ανθρώπων. Βασικό μοντέλο για τη σκέψη του, κατ’ αυτή την περίοδο, αποτελεί το σύστημα διακυβέρνησης, όπως ίσχυε στην αρχαία Ελλάδα. Στο έργο του Ανθρώπινο-πολύ Ανθρώπινο, αποδέχεται το τετελεσμένο της δημοκρατίας και επιχειρεί να ερμηνεύσει βασικές πτυχές της εσωτερικής της λειτουργίας. Γράφει σχετικά για τα πολιτικά κόμματα, που διαχρονικά έχουν αποδειχτεί ο πιο θρασύς καταστροφέας της δημοκρατίας, με ορισμένες μόνο εξαιρέσεις κι αυτές βεβαιωτικές του κανόνα:

«Παρακαλώ να μας δοθεί ο λόγος. Ο δημαγωγικός χαρακτήρας και η πρόθεση να επηρεάσουν τις μάζες είναι σήμερα το κοινό στοιχείο όλων των πολιτικών κομμάτων: λόγω αυτής της πρόθεσης είναι όλα αναγκασμένα να μετατρέπουν τις αρχές τους σε μεγάλες τοιχογραφίες ηλιθιοτήτων και έτσι να τις ζωγραφίζουν στον τοίχο. Αυτό δεν μπορεί να αλλάξει πια … γιατί στη σφαίρα τούτη ισχύει αυτό που λέει ο Βολταίρος: «από τη στιγμή που αρχίζει να σκέφτεται ο λαουτζίκος, όλα είναι χαμένα».[1]

§2. Κατά την ίδια εποχή ‒και στο ίδιο έργο‒ υιοθετεί την έννοια της δημοκρατίας ως προσωρινό μέσο για την σταθερότητα και την υπέρβαση του στρατιωτικού εθνικισμού. Κάνει λόγο για έναν ασυγκράτητο εκδημοκρατισμό της Ευρώπης, τον οποίο δεν μπορεί να ανακόψει καμιά δύναμη. Αξιολογεί αυτόν τον εκδημοκρατισμό ως ένα από τα σημαντικά προφυλακτικά μέτρα, ικανά να διαχωρίζεται η νεωτερική αντίληψη της πολιτικής ζωής από τον Μεσαίωνα. Αποτελούν

«πέτρινα φράγματα και προστατευτικά τείχη ενάντια σε βάρβαρους, ενάντια σε λοιμούς, ενάντια στη σωματική και πνευματική υποδούλωση!»[2].

Συζητά, κατ’ αυτό το πνεύμα, για μια «μελλοντική δημοκρατία» που θα πάρει τον χαρακτήρα μιας «ευρωπαϊκής λίγκας των Εθνών», όπου το κάθε μεμονωμένο Έθνος θα αντιστοιχεί σε ένα καντόνι και η γενική οργάνωση αυτής της ένωσης θα γίνεται έτσι, ώστε να εξασφαλίζονται τα συμφέροντα των μεγάλων καντονιών και ακολούθως εκείνων όλης της ένωσης (ό.π., σ. 384). Εδώ ο Νίτσε μιλάει πολύ προφητικά για μια πολιτική οργάνωση, σε επίπεδο Ευρώπης τουλάχιστο, που φαινομενικά παραπέμπει σε ό,τι δείχνει να είναι σήμερα η Ευρώπη, ως πολιτική και οικονομική ένωση. Στην πραγματικότητα ωστόσο η σημερινή πολιτικο-οικονομική κ.λπ. οργάνωση της Ευρώπης είναι μια επικίνδυνη καρικατούρα της σύλληψης που πρώτος ο φιλόσοφος έφερε σε συζήτηση.

§3. Η κατά Νίτσε μελλοντική μορφή της δημοκρατίας χαρακτηρίζεται από την ανεξαρτησία της γνώμης, του τρόπους ζωής και της απασχόλησης. Πόρρω απέχει ακόμα από το να έχει πραγματωθεί και κινδυνεύει από τους μη κατέχοντες, από τους πλούσιους και από τα πολιτικά κόμματα.[3] Διακρίνεται σαφώς από τις σημερινές μορφές, όπως αυτή του κοινοβουλευτισμού:

«Εξ αποστάσεως. ‒Ο κοινοβουλευτισμός, δηλαδή η δημόσια άδεια να μπορείς να επιλέγεις ανάμεσα σε πέντε βασικές πολιτικές γνώμες, κολακεύει και κερδίζει την εύνοια όλων εκείνων, που θα ήταν πρόθυμοι να φαίνονται ανεξάρτητοι και ατομικιστές και να παλεύουν για τις δικές τους απόψεις. Εν τέλει όμως είναι αδιάφορο, αν η αγέλη εξαναγκάζεται να έχει μόνο μια γνώμη ή αν διατηρεί το δικαίωμα να έχει πέντε. ‒Όποιος παρεκκλίνει από τις πέντε δημόσιες γνώμες και στέκει απόμακρα, έχει πάντα όλη την αγέλη εναντίον του.[4]

Εδώ ο Νίτσε καταφέρεται κατά του κοινοβουλευτισμού ως ενός δημαγωγικού κέντρου και υπό την οπτική του ισοπεδωτικού ρόλου της δημοκρατίας, χέρι – χέρι με τον σοσιαλισμό (=πάσης φύσεως μορφές σοσιαλδημοκρατίας και σοσιαλισμού), κατά τον ραγδαίο εκφυλισμό της σε μαζική δημοκρατία. Στο ίδιο κύκλο σκέψεων φέρνει σε συζήτηση την ιδέα πως η δημοκρατία διασπά τις άκαμπτες ταξικές ιεραρχίες και έτσι απελευθερώνει ατομικές φιλοδοξίες, ενώ συγχρόνως δεν παύει να αποκαλύπτει τις θορυβώδεις και όχι λιγότερο ανεδαφικές φλυαρίες των σοσιαλιστών της εποχής του περί ελεύθερης μελλοντικής κοινωνίας.[5]

§4. Η κεντρική έννοια πάντως της συνολικής σκέψης του Νίτσε, κι όχι μόνο της πολιτικής, είναι αυτή του Αγώνος. Υπό τον αστερισμό αυτής της έννοιας, χαρακτηριστικής της δυναμικής εξέλιξης της σκέψης του, κρίνει ή επικρίνει, ανάλογα με την περίπτωση, τη δημοκρατία εν γένει ή διάφορες επί μέρους μορφές εκδήλωσής της ή εφαρμογής της, αλλά και γενικότερα το κράτος με τις εκάστοτε εξουσιαστικές μορφές του. Οι νέες ιδέες του, όπως ο ίδιος τις εννοεί, δηλαδή οι εν εξελίξει πτυχές ή μορφές της σκέψης του, σε συνάφεια και με τον ανερχόμενο μηδενισμό στην Ευρώπη, αναγνωρίζουν την ηθική, πάνω στην οποία στηρίζεται όλο το πολιτικό και δη το δημοκρατικό οικοδόμημα της Ευρώπης, ως ηθική του αγελαίου ζώου.[6] Το πλέγμα έτσι των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων αποκτά μηδενιστικά χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα ο παθητικός μηδενισμός να οδεύει προς την απόλυτη κυριαρχία του, αποστερώντας τον άνθρωπο

«από την πίστη στο δίκιο του, στην αθωότητα· κυριαρχεί η ψευδολογία, ο οπορτουνισμός».[7]

Την ίδια στιγμή διακρίνει σε τούτη την ψευδολογία και τον οπουρτουνισμό το γνωσιοντολογικό θεμέλιο όλων των κοινωνικο-πολιτικών θεσμίσεων του ανθρώπου· κατ’ επέκταση το δημοκρατικό κίνημα αποβαίνει:

«όχι απλώς μια μορφή κατάπτωσης της οργανωμένης ζωής στη σφαίρα της πολιτικής, αλλά και μορφή κατάπτωσης‒μείωσης του ανθρώπου, καταδίκης του στην κατάσταση του μέτριου/της μετριότητας και της απώλειας της αξίας του».[8]

Όλα, επομένως, τα πολιτικά‒πολιτισμικά επιτεύγματα της Ευρώπης, δηλαδή εκείνα που κατονομάζουν οι εκάστοτε, κάτω και του μετρίου, πολιτικοί ηγέτες της ως τέτοια, αλλά και καθετί που προβάλλουν ως πρόοδο είναι τα πυρηνικά στοιχεία της ηθικής της αγέλης και αποτελούν τον μέγιστο κίνδυνο να φτάσει ο άνθρωπος σε ολικό, καθολικό και συλλογικό εκφυλισμό και μάλιστα υπό την ετικέτα του «ανθρώπου του μέλλοντος», για τον οποίο μιλούν κατά κόρο

«οι μπουνταλάδες και χοντροκέφαλοι σοσιαλιστές».[9]

Τέτοιους μπουνταλάδες δημοκράτες, σοσιαλιστές, απάτριδες κ.λπ. δεν τους βρίσκουμε αποκλειστικά σε ένα παρωχημένο παρελθόν, κατά το Νίτσε, αλλά στο αεί παρόν. Είναι αυτοί, που ακριβώς, επειδή οι ίδιοι έχουν εξαντλημένες τις λίγες δυνατότητές τους, εργάζονται συνειδητά ή μη για την εξάντληση και των τεράστιων δυνατοτήτων των ισχυρών φύσεων. Να γιατί, και πάλι με βάση τον λόγο του Νίτσε,

«ο εκδημοκρατισμός της Ευρώπης είναι συγχρόνως μια ακούσια, χωρίς την ελεύθερη βούληση, ρύθμιση για τη δημιουργία τυράννων, ‒με κάθε έννοια της λέξης, μαζί και της πνευματικής».[10]
-------------------------
[1] Φρ. Νίτσε: KSA 2, σ. 285.

[2] Ό.π., σ. 671-72.

[3] Ό.π., σ. 685.

[4] KSA 3, σσ. 500-501.

[5] Ό. π., σσ. 596-97.

[6] KSA 5, σ.124.

[7] Φρ. Νίτσε: Ο Ευρωπαϊκός Μηδενισμός, σ. 144.

[8] KSA 5, σ. 126.

[9] Ό.π., σ. 127.

[10] Ό.π., σ. 183.

Ο Αριστοτέλης και ο τελικός ορισμός της καλοσύνης

Ολοκληρώνοντας το έργο του «Ηθικά Ευδήμια» ο Αριστοτέλης κρίνει απαραίτητο να αναφερθεί στην ευρύτερη έννοια της αρετής που συγκροτείται ως σύνολο από την πραγμάτωση όλων των επιμέρους αρετών, οι οποίες τη συναποτελούν: «Για την κάθε μία αρετή ξεχωριστά έχουμε ήδη μιλήσει. Επειδή τότε αναφερθήκαμε με ειδικές αναφορές στη λειτουργικότητα της καθεμιάς, τώρα οφείλουμε να αναφερθούμε γενικότερα στην αρετή που συγκροτούν όλες μαζί, την οποία σπεύδουμε να αποκαλέσουμε καλοσύνη» (1248b 10-13).

Με άλλα λόγια, ως πρώτη προσέγγιση της καλοσύνης (καλοκαγαθίας στο πρωτότυπο) επικαλείται το σύνολο των αρετών που συγκροτούν μια ενιαία ενότητα: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο άνθρωπος που κέρδισε τη συγκεκριμένη προσηγορία» (καλός και αγαθός) «κατέχει τις επιμέρους αρετές» (1248b 14-15).

Ο παραλληλισμός με την υγεία θα κάνει το συλλογισμό ακόμη πιο κατανοητό: «Είναι κάτι που ισχύει σε όλες γενικώς τις ανάλογες περιπτώσεις. Δε γίνεται κάποιος να είναι υγιής συνολικά στο σώμα και να μην είναι υγιής σε κάποιο μέρος του σώματος, αλλά κατ’ ανάγκη ισχύει η υγεία για όλα, ή έστω σχεδόν όλα, καθώς και για τα πολύ σημαντικά μέρη του σώματος» (1248b 16-19).

Η αναλογία της υγείας με το σύνολο των αρετών καθιστά σαφές ότι, αν η ιατρική αφορά την υγεία του σώματος, η ηθική αρετή έχει να κάνει με την υγεία της ψυχής. Η ισορροπημένη ψυχή είναι σε θέση να κατέχει όλες της επιμέρους αρετές οδηγώντας τον άνθρωπο στην καλοκαγαθία, δηλαδή στην πληρέστερη εκδοχή της ολοκλήρωσης.

Αν, έστω και μια αρετή δεν εκπληρώνεται, τότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για ψυχική αρμονία, όπως δεν υπάρχει σωματική υγεία, όταν έστω ένα μέλος ασθενεί. Πρέπει να «ισχύει η υγεία για όλα, ή έστω σχεδόν όλα», για να θεωρηθεί κάποιος υγιής.

Από αυτή την άποψη, η καλοσύνη εκλαμβάνεται ως ψυχική ολοκλήρωση (με την αρτιότερη εκδοχή του όρου), αφού ο άνθρωπος απαλλάσσεται από όλες τις δυσαρμονίες της ψυχής που δηλητηριάζουν τη ζωή του. Η ζήλια, ο φθόνος, η ανταγωνιστικότητα, η αδυναμία εμπιστοσύνης, η ανάγκη της κολακείας, η ακράτεια στις ηδονές, η αδυναμία ιεράρχησης των αναγκών, η τοποθέτηση των υλικών αγαθών πάνω από τους ανθρώπους, η χρησιμοθηρικότητα που απομακρύνει τους φίλους, όλα τα πάθη που οδηγούν σε απομόνωση και δυσχεραίνουν τη συμφιλίωση με τον εαυτό έχουν να κάνουν με ανισορροπίες της ψυχής που αδυνατεί να έρθει σε ολοκλήρωση.

Η καλοσύνη προτάσσεται ως μοναδική διέξοδος για τον άνθρωπο προκειμένου να ευτυχήσει. Με αυτή την έννοια, πρόκειται για το ύψιστο αγαθό που θα φέρει σε πέρας την τελεολογική του αποστολή, αφού (όπως ήδη έχει εξηγηθεί) ο άνθρωπος γεννήθηκε για να είναι ευτυχισμένος. Η προϋπόθεση της μεσότητας που θα καθορίσει όλες τις επιμέρους αρετές καθιστά σαφές ότι η καλοκαγαθία δεν έχει καμία σχέση ούτε με την υποταγή στους άλλους ούτε με τον παραγκωνισμό του εαυτού στο όνομα της συνύπαρξης.

Ο καλός και αγαθός δεν ερμηνεύεται ως θύμα που σε μόνιμη βάση διατίθεται να ανεχτεί τα πάντα στο όνομα της καλοσύνης ή της ψυχικής του ανωτερότητας. Μια τέτοια ερμηνεία θα εκμηδένιζε κάθε μέτρο. Ο καλός και αγαθός είναι ο άνθρωπος που θα συμπεριφερθεί σε κάθε περίπτωση με τον τρόπο που πρέπει αποδίδοντας σε όλους αυτά που τους αρμόζουν.

Όμως, η εκδοχή της καλοσύνης ως υπέρτατου για τον άνθρωπο αγαθό δεν πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι έννοιες αυτές ταυτίζονται: «Η διαφορά ανάμεσα στο αγαθό και την καλοσύνη δεν είναι μόνο διαφορά στις λέξεις αλλά και στην ουσία. Διότι όλα τα αγαθά αποβλέπουν σε ορισμένους τελικούς σκοπούς, που ο καθένας τους αποτελεί αυταξία. Ανάμεσά τους όμως καλά είναι όλα όσα, εκτός από αγαθά, είναι και επαινετά· και μάλιστα επαινετά γι’ αυτά τα ίδια και όχι για κάτι άλλο» (1248b 20-24).

Κι αν αυτό δεν αρκεί, ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «Και επαινετά γι’ αυτά τα ίδια είναι όσα αφενός οδηγούν σε πράξεις επαινετές, ενώ συγχρόνως επαινούνται και τα ίδια: η δικαιοσύνη, π.χ., επαινείται τόσο η ίδια όσο και οι δίκαιες πράξεις· επαινούνται οι σώφρονες πράξεις, επαινείται και η σωφροσύνη» (1248b 25-28).

Από την άλλη, το αγαθό της υγείας, όσο πολύτιμο κι αν είναι, δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στην κατηγορία των επαινετών: «Η υγεία, όμως, δεν ανήκει στα επαινετά αγαθά, διότι το έργο της υγείας δεν αποτελεί κάτι επαινετό· το ίδιο και μια πράξη που γίνεται με ισχύ, αλλά και η ίδια η ισχύς. Είναι βέβαια αγαθά η υγεία και η ισχύς, όχι όμως και επαινετά αγαθά» (1248b 29-31).

Αυτός που γεννιέται με δυνατή υγεία από τη φύση μπορεί να είναι αξιοζήλευτος, όμως σε καμία περίπτωση δεν είναι άξιος επαίνου. Ο έπαινος έχει να κάνει με την προσπάθεια που καταβάλλει κανείς, αφού σχετίζεται άμεσα με την ευθύνη του ανθρώπου σε μια κατάσταση. Με τον ίδιο τρόπο δεν μπορεί να κατηγορηθεί αυτός που γεννήθηκε με ένα σωματικό ελάττωμα που υπονομεύει την υγεία του.

Κι αυτός ακριβώς είναι ο ρόλος της αρετής που θα δώσει νόημα και θα καταστήσει ωφέλιμα όλα τα αξιοζήλευτα (όμως όχι επαινετά) αγαθά: «Διότι τα περιμάχητα αγαθά, αυτά που θεωρούνται μέγιστα αγαθά, η τιμή, ο πλούτος, οι σωματικές αρετές, και οι επιτυχίες και οι ικανότητες, είναι ασφαλώς εκ φύσεως αγαθά, μπορεί όμως για κάποιον να είναι βλαβερά λόγω των προσωπικών του ψυχικών χαρακτηριστικών. Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος άμυαλος ή άδικος ή ακόλαστος δεν πρόκειται να ωφεληθεί καθόλου από αυτά· μοιάζει με τον άρρωστο που δεν μπορεί να χαρεί την τροφή του υγιή, και με τον ασθενή και ανάπηρο που δεν μπορεί να χαρεί όσα ομορφαίνουν τη ζωή του υγιή και αρτιμελή» (1248b 33-41).

Οι ανισορροπίες της ψυχής είναι σε θέση να καταστήσουν ακόμη και αδιαπραγμάτευτα αγαθά (όπως το χρήμα και η τιμή) σε πηγή δυστυχίας. Ο άφρων που βρίσκεται με πολλά λεφτά δεν είναι βέβαιο ότι θα τα αξιοποιήσει προς όφελός του. Αντιθέτως, υπάρχει τεράστιος κίνδυνος να οδηγηθεί στην αυτοκαταστροφή.

Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να διαχειριστούν τις προκλήσεις της ζωής με μέτρο και λογική κατά κανόνα αδυνατούν να εξισορροπήσουν ακόμη και τα αγαθά που μπορεί να τους συμβούν. Οι τιμές και η φήμη ενδέχεται να αποβούν καταστροφικές για εκείνους που δεν κρατούν τις ισορροπίες.

Κι αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στα μη επαινετά αγαθά και την καλοσύνη. Κανείς δεν κινδυνεύει από κακή διαχείριση καλοσύνης. Ένας τέτοιος ισχυρισμός θα ισοδυναμούσε με την εκδοχή του κινδύνου από υπερβολική φρόνηση ή δικαιοσύνη. Κάτι τέτοιο, όμως, κρίνεται παράλογο.

Μόνο στα μη επαινετά αγαθά, όπως το χρήμα, υπάρχουν τέτοιοι κίνδυνοι, αφού δεν προϋποθέτουν κατ’ ανάγκη (όπως τα επαινετά) το μέτρο και τη λογική: «… ο άνθρωπος της καλοσύνης αφενός έχει τα καλά αγαθά, και τα έχει γι’ αυτά τα ίδια, αφετέρου πράττει τα καλά, και τα πράττει για χάρη των ίδιων των καλών. Τα καλά αγαθά είναι οι διάφορες αρετές μαζί με τα έργα που γεννά η αρετή» (1248b 41-45).

Κι αυτή είναι η δεύτερη διαφορά των επαινετών και μη επαινετών αγαθών. Αυτοί που κατέχουν τα επαινετά αγαθά (φρόνηση-δικαιοσύνη) δεν τα επιλέγουν για τα οφέλη που θα αποκομίσουν από αυτά (όπως με το χρήμα ή τη φήμη), αλλά για αυτά τα ίδια που τα θεωρούν αυταξία.

Το χρήμα, όμως, κανείς δεν το αγαπά γι’ αυτό το ίδιο, αλλά για τις ανέσεις που θα του προσφερθούν: «Οι άνθρωποι της καλοσύνης επιλέγουν τα καλά αγαθά γι’ αυτά τα ίδια. Παράλληλα, μετατρέπουν σε καλά και μερικά αγαθά που εκ φύσεως δεν είναι καλά, αλλά για τους ίδιους είναι καλά. Και είναι καλά, όταν είναι καλός και ο σκοπός για τον οποίο τα πράττουν και τα επιλέγουν· γι’ αυτό και για τον άνθρωπο της καλοσύνης καλά είναι τα εκ φύσεως αγαθά. Έτσι το δίκαιο είναι γι’ αυτούς καλό· και ειδικά το δίκαιο το αξιοκρατικό. Και ο άνθρωπος της καλοσύνης είναι όντως άξιος γι’ αυτά τα αγαθά. Και το πρέπον είναι καλό· και πρέποντα γι’ αυτούς είναι και ο πλούτος και η καλή γενιά και η δύναμη. Άρα για τον άνθρωπο της καλοσύνης τα ίδια είναι και συμφέροντα και καλά» (1249a 5-14).

Ο συνδυασμός του αγαθού με το συμφέρον δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένος σε όλους τους ανθρώπους: «… αντίθετα, τα καλά και τα συμφέροντα αντιφάσκουν μεταξύ τους. Διότι για τους κακούς τα γενικώς αγαθά δεν αποτελούν και προσωπικά αγαθά, ενώ για τους αγαθούς αποτελούν. Για τον άνθρωπο της καλοσύνης, μάλιστα, αυτά είναι επιπροσθέτως και καλά. Διότι πράττει πολλές καλές πράξεις, όχι με άλλο στόχο αλλά γι’ αυτές τις ίδιες. Ενώ εκείνος που φαντάζεται ότι πρέπει να έχει τις αρετές για χάρη εξωτερικών αγαθών, πράττει τα καλά ως τυχαία συμβάντα και όχι με την ίδια την ουσία τους» (1249a 15-21).

Οι άνθρωποι της καλοσύνης αγαπούν τη δικαιοσύνη όχι μόνο γιατί τη θεωρούν αγαθό (με την έννοια του χρήσιμου) για την κοινωνία (χωρίς δικαιοσύνη η πόλη διαλύεται), αλλά γιατί τη θεωρούν και καλό. Η πεποίθηση αυτή τους διαφοροποιεί από εκείνους που πράττουν τα δίκαια με την αντίληψη της καθαρής χρησιμοθηρίας (πράττω αυτά που ορίζει ο νόμος για να μην τιμωρηθώ).

Οι καλοί και αγαθοί έχουν συνείδηση αυτού που κάνουν, αφού ενεργούν έχοντας κατανοήσει την ομορφιά του. Αυτός είναι και λόγος που επιθυμούν κυρίως τη δικαιοσύνη της αξιοκρατίας. Οι άνθρωποι αυτοί θα ακολουθήσουν με χαρά το δίκαιο, ακόμη κι αν η εφαρμογή του τους ζημιώνει υλικά. Γιατί δεν ενεργούν με βάση το όφελος, αλλά με βάση την πραγμάτωση του καλού που θα τους επιφέρει την ύψιστη ικανοποίηση.

Κι αυτός είναι ο ρόλος της ηδονής: «Η ηδονή συναντάται πάντα στην πράξη, και αυτό σημαίνει ότι ο αληθινά ευτυχισμένος θα έχει στην ίδια του τη ζωή τη μέγιστη ηδονή. Δεν είναι, συνεπώς, παράλογο που οι άνθρωποι συνδέουν την ευτυχία με την ηδονή» (1249a 24-27).

Η αναπόδραστη σύνδεση της ευτυχίας με την ηδονή οδηγεί και πάλι στην ποιότητα των πράξεων που θα επιφέρουν ευχαρίστηση, δηλαδή στο ζήτημα του εθισμού. Ο άνθρωπος της καλοσύνης έχει μάθει να βρίσκει ευχαρίστηση από την άσκηση της αρετής και γι’ αυτό αγαπά τη δικαιοσύνη την ίδια κι όχι μόνο τα οφέλη που μπορεί να προσφέρει.

Αντίθετα, ο κακός έχει μάθει να ευχαριστιέται μόνο αν κερδίζει προσωπικά κι ως εκ τούτου είναι πρόθυμος να καταπατήσει το δίκαιο, αν έχει συμφέρον. Αυτοί οι άνθρωποι δεν αγαπούν τη δικαιοσύνη ούτε ως πράξη ούτε ως αποτέλεσμα. Η ευτυχία τους είναι ρηχή και κατά κανόνα εύθραυστη.

Στην ουσία επανερχόμαστε στο δυϊσμό της ψυχής και στη μάχη που θα δώσει το λόγον έχον μέρος της με το άλογον. Εάν το άλογον μέρος επικρατήσει του λόγον έχοντος, τότε τα πάθη θα αποχαλινωθούν εκμηδενίζοντας κάθε έννοια μέτρου. Ο άνθρωπος πρέπει να αγωνιστεί για την κυριαρχία του λογικού μέρους πάνω στο άλογο.

Ο Αριστοτέλης σημειώνει: «Εφόσον, λοιπόν, και ο άνθρωπος αποτελείται, όπως το επιβάλλει η φύση, από ένα μέρος που άρχει και ένα που άρχεται, το κάθε μέρος οφείλει να ζει σύμφωνα με την οικεία του αρχή· αυτή είναι δυο ειδών: με άλλον τρόπο αποτελεί αρχή η ιατρική, με άλλον η υγεία· η πρώτη υπάρχει για τη δεύτερη. Αυτό σημαίνει να ζει ο άνθρωπος όπως επιτάσσει το θεωρητικό μέρος της ψυχής του» (1249b 11-16).

Η συνείδηση ότι η υγεία προέχει της ιατρικής, αφού η ιατρική χωρίς την επιδίωξη της υγείας ακυρώνεται εννοιολογικά, αποτελεί παράδειγμα για την απαρχή της αξιολογικής ιεράρχησης των αναγκών και των επιδιώξεων. Το λόγον έχον μέρος της ψυχής υπάρχει για να κατευθύνει το άλογον με τον ίδιο τρόπο που οι ανάγκες της υγείας κατευθύνουν την ιατρική έρευνα.

Η εγκατάλειψη του εαυτού στην κυριαρχία του αλόγου μέρους αποτελεί παραίτηση από την ανθρώπινη τελεολογική αποστολή και αποδοχή του ζωώδους, ως αναπόφευκτης μοίρας. Ο άνθρωπος όμως, διαφέρει από τα ζώα ακριβώς γιατί έχει το χάρισμα της λογικής. Η επικράτηση του αλόγου μέρους στην ουσία ισοδυναμεί με την αποδοχή ότι ο άνθρωπος δε διαφέρει από τα ζώα.

Η κατοχή της λογικής, δηλαδή η διαφοροποίησή του από τα ζώα, καθιστά σαφή και τη διαφοροποίηση της τελεολογικής του αποστολής. Ο άνθρωπος δε γεννήθηκε για τις χαρές της εκπλήρωσης των σωματικών αναγκών (αυτό αφορά τα ζώα), αλλά για την ύψιστη ευχαρίστηση των πνευματικών απολαύσεων και της συνύπαρξης που εξασφαλίζεται από την άσκηση της αρετής. Οι δυνατότητες που έχει από τη φύση φανερώνουν ότι προορίζεται για την πιο ολοκληρωμένη μορφή ευτυχίας. Κι αυτή ακριβώς είναι η τελεολογική του αποστολή, δηλαδή ο επιτακτικός ρόλος που πρέπει να εκπληρώσει.

Ο Αριστοτέλης συμπληρώνει: «Και ο θεός δεν είναι ο άρχοντας του επιτακτικού αυτού ρόλου, αλλά είναι ο τελικός σκοπός της επιτακτικής ανθρώπινης φρόνησης» (1249b 16-18). Η παραδοχή ότι ο θεός δεν τίθεται ως άρχοντας-κυρίαρχος για την εκπλήρωση του ρόλου, αλλά ως τελικός στόχος της φρόνησης, ξεκαθαρίζει όχι μόνο ότι η τύχη του ανθρώπου είναι στα χέρια του (ο θεός δε διαφεντεύει την ανθρώπινη μοίρα), αλλά και ότι ο τελικός σκοπός του ανθρώπου είναι να νιώσει θεός.

Με δεδομένο ότι η υπέρτατη ευτυχία της αρετής έχει ήδη χαρακτηριστεί ως συναίσθημα που προσομοιάζει στο θεϊκό, γίνεται σαφές ότι τελική αποστολή του ανθρώπου είναι να βιώσει (στα ανθρώπινα μέτρα βέβαια) τη θεϊκή μακαριότητα. Από αυτή την άποψη, η επιδίωξη της υπέρτατης ευτυχίας δεν είναι τίποτε άλλο από την επιδίωξη της ένωσης με το θεϊκό στοιχείο.

Γι’ αυτό και όλες οι ανθρώπινες επιλογές πρέπει να αποσκοπούν προς αυτό: «Συνεπώς, η επιλογή και απόκτηση φυσικών αγαθών (αγαθά σωματικά, χρήματα, φίλοι και οτιδήποτε άλλο) η οποία συμβάλλει στη θέα και γνώση του θεού, αυτή ακριβώς είναι άριστη, και αυτό είναι το μέτρο το κάλλιστο. Αντίθετα, η επιλογή που λόγω υστέρησης ή υπερβολής κωλύει τη λατρεία, τη θέα και τη γνώση του θεού, αυτή είναι η κακή επιλογή» (1249b 20-26).

Η λογική και το μέτρο που θα οδηγήσουν τον άνθρωπο στην κατάκτηση όλων των επιμέρους αγαθών, ώστε να φτάσει στην καλοκαγαθία, είναι τα εργαλεία που του έδωσε η φύση για να συναισθανθεί το θεό. Οτιδήποτε τον βγάζει από αυτή την κατεύθυνση κρίνεται επιζήμιο κι ως εκ τούτου ανεπιθύμητο, αφού από αυτό εξαρτάται η κατάκτηση (ή όχι) της αρετής. Κι εδώ δε γίνεται λόγος για την κάθε επιμέρους αρετή, αλλά για την καλοσύνη που αφορά το σύνολό τους.

Το τελικό συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα: «Η καλοσύνη, λοιπόν, είναι η ολοκληρωμένη και τέλεια αρετή (1249a 21).

Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ, ΚΑΤΑ ΛΕΩΚΡΑΤΟΥΣ

ΛΥΚΟΥΡ Λεωκ 83–89

Η αυτοθυσία του Κόδρου και η συμπεριφορά του Λεωκράτη

[83] Καίτοι, ὦ ἄνδρες, μόνοις ὑμῖν τῶν Ἑλλήνων οὐκ ἔστιν
οὐδὲν τούτων περιιδεῖν. βούλομαι δὲ μικρὰ τῶν παλαιῶν
ὑμῖν διελθεῖν, οἷς παραδείγμασι χρώμενοι καὶ περὶ τούτων
καὶ περὶ τῶν ἄλλων βέλτιον βουλεύσεσθε. τοῦτο γὰρ
ἔχει μέγιστον ἡ πόλις ὑμῶν ἀγαθόν, ὅτι τῶν καλῶν ἔργων
παράδειγμα τοῖς Ἕλλησι γέγονεν· ὅσον γὰρ τῷ χρόνῳ
πασῶν ἐστιν ἀρχαιοτάτη, τοσοῦτον οἱ πρόγονοι ἡμῶν τῶν
ἄλλων ἀνθρώπων ἀρετῇ διενηνόχασιν. [84] ἐπὶ Κόδρου γὰρ
βασιλεύοντος Πελοποννησίοις γενομένης ἀφορίας κατὰ
τὴν χώραν αὐτῶν ἔδοξε στρατεύειν ἐπὶ τὴν πόλιν ἡμῶν,
καὶ ἡμῶν τοὺς προγόνους ἐξαναστήσαντας κατανείμα-
σθαι τὴν χώραν. καὶ πρῶτον μὲν εἰς Δελφοὺς ἀποστείλαντες
τὸν θεὸν ἐπηρώτων εἰ λήψονται τὰς Ἀθήνας· ἀνελόντος
δὲ τοῦ θεοῦ αὐτοῖς ὅτι τὴν πόλιν αἱρήσουσιν ἂν μὴ
τὸν βασιλέα τὸν Ἀθηναίων Κόδρον ἀποκτείνωσιν, ἐστρά-
τευον ἐπὶ τὰς Ἀθήνας. [85] Κλεόμαντις δὲ τῶν Δελφῶν τις
πυθόμενος τὸ χρηστήριον δι’ ἀπορρήτων ἐξήγγειλε τοῖς
Ἀθηναίοις· οὕτως οἱ πρόγονοι ἡμῶν, ὡς ἔοικε, καὶ τοὺς
ἔξωθεν ἀνθρώπους εὔνους ἔχοντες διετέλουν. ἐμβαλόντων
δὲ τῶν Πελοποννησίων εἰς τὴν Ἀττικήν, τί ποιοῦσιν οἱ
πρόγονοι ἡμῶν, ὦ ἄνδρες δικασταί; οὐ καταλιπόντες τὴν
χώραν ὥσπερ Λεωκράτης ᾤχοντο οὐδ’ ἔκδοτον τὴν θρε-
ψαμένην καὶ τὰ ἱερὰ τοῖς πολεμίοις παρέδοσαν, ἀλλ’ ὀλί-
γοι ὄντες κατακλῃσθέντες ἐπολιορκοῦντο καὶ διεκαρτέ-
ρουν εἰς τὴν πατρίδα. [86] καὶ οὕτως ἦσαν, ὦ ἄνδρες, γενναῖοι
οἱ τότε βασιλεύοντες ὥστε προῃροῦντο ἀποθνῄσκειν ὑπὲρ
τῆς τῶν ἀρχομένων σωτηρίας μᾶλλον ἢ ζῶντες ἑτέραν
μεταλλάξαι χώραν. φασὶ γοῦν τὸν Κόδρον παραγ-
γείλαντα τοῖς Ἀθηναίοις προσέχειν ὅταν τελευτήσῃ τὸν
βίον, λαβόντα πτωχικὴν στολὴν ὅπως ἂν ἀπατήσῃ
τοὺς πολεμίους, κατὰ τὰς πύλας ὑποδύντα φρύγανα
συλλέγειν πρὸ τῆς πόλεως, προσελθόντων δ’ αὐτῷ
δυοῖν ἀνδρῶν ἐκ τοῦ στρατοπέδου καὶ τὰ κατὰ τὴν
πόλιν πυνθανομένων, τὸν ἕτερον αὐτῶν ἀποκτεῖναι τῷ
δρεπάνῳ παίσαντα τὸν δὲ περιλελειμμένον, [87] παροξυνθέντα
τῷ Κόδρῳ καὶ νομίσαντα πτωχὸν εἶναι, σπασάμενον
τὸ ξίφος ἀποκτεῖναι τὸν Κόδρον. τούτων δὲ γενομένων
οἱ μὲν Ἀθηναῖοι κήρυκα πέμψαντες ἠξίουν δοῦναι τὸν
βασιλέα θάψαι, λέγοντες αὐτοῖς ἅπασαν τὴν ἀλήθειαν·
οἱ δὲ Πελοποννήσιοι τοῦτον μὲν ἀπέδοσαν, γνόντες δ’
ὡς οὐκέτι δυνατὸν αὐτοῖς τὴν χώραν κατασχεῖν ἀπεχώ-
ρησαν. τῷ δὲ Κλεομάντει τῷ Δελφῷ ἡ πόλις αὐτῷ τε καὶ
ἐκγόνοις ἐν πρυτανείῳ ἀίδιον σίτησιν ἔδοσαν. [88] ἆρά γ’ ὁμοίως
ἐφίλουν τὴν πατρίδα Λεωκράτει οἱ τότε βασιλεύοντες,
οἵ γε προῃροῦντο τοὺς πολεμίους ἐξαπατῶντες ἀποθνῄ-
σκειν ὑπὲρ αὐτῆς καὶ τὴν ἰδίαν ψυχὴν ἀντὶ τῆς κοινῆς
σωτηρίας ἀντικαταλλάττεσθαι; τοιγαροῦν μονώτατοι ἐπ-
ώνυμοι τῆς χώρας εἰσὶν ἰσοθέων τιμῶν τετυχηκότες,
εἰκότως· ὑπὲρ ἧς γὰρ οὕτω σφόδρα ἐσπούδαζον, δι-
καίως ταύτης καὶ τεθνεῶτες ἐκληρονόμουν. [89] ἀλλὰ Λεω-
κράτης οὔτε ζῶν οὔτε τεθνεὼς δικαίως ἂν αὐτῆς μετά-
σχοι, μονώτατος <δ’> ἂν προσηκόντως ἐξορισθείη τῆς
χώρας, ἣν ἐγκαταλιπὼν τοῖς πολεμίοις ᾤχετο· οὐδὲ γὰρ
καλὸν τὴν αὐτὴν καλύπτειν τοὺς τῇ ἀρετῇ διαφέροντας
καὶ τὸν κάκιστον πάντων ἀνθρώπων.

***
Εν τούτοις, άνδρες δικασταί, μόνοι ημείς από όλους τους Έλληνας δεν δυνάμεθα να περιφρονήσωμεν τίποτε από αυτά. Επιθυμώ δε να σας διηγηθώ ολίγα από τα παλαιά, διά να σκεφθήτε καλύτερον και περί του αδικήματος του Λεωκράτους και περί των άλλων έχοντες αυτά ως παραδείγματα. Διότι τούτο είναι το μέγιστον αγαθόν, το οποίον έχει η πόλις μας, ότι δηλαδή είναι παράδειγμα των γενναίων πράξεων εις τους Έλληνας· διότι όσον κατά τον χρόνον είναι αρχαιοτάτη από όλας τας πόλεις, τόσον πολύ οι πρόγονοί μας έχουν διαφέρει από τους άλλους ανθρώπους κατά την αρετήν. Ότε δηλαδή ήτο βασιλεύς ο Κόδρος, οι Πελοποννήσιοι απεφάσισαν, επειδή η χώρα των δεν είχε καρποφορήσει, να εκστρατεύσουν εναντίον της πόλεώς μας και αφού εκδιώξουν τους προγόνους μας να διαμοιρασθούν αυτήν. Και πρώτον μεν έστειλαν απεσταλμένους εις τους Δελφούς και ηρώτησαν τον θεόν, αν θα καταλάβουν τας Αθήνας· αφού δε έδωκεν εις αυτούς ο θεός χρησμόν, ότι θα καταλάβουν αυτάς, αν δεν φονεύσουν τον βασιλέα των Κόδρον, εξεστράτευσαν κατά της πατρίδος μας. Κάποιος δε Κλεόμαντις από τους Δελφούς, αφού έμαθε τον χρησμόν, τον ανήγγειλε μυστικά εις τους Αθηναίους· τόσον πολύ, όπως φαίνεται οι πρόγονοί μας ήσαν αγαπητοί εις τους έξω της πατρίδος των ανθρώπους. Αφού δε οι Πελοποννήσιοι εισέβαλον εις την Αττικήν, τί κάμνουν, άνδρες δικασταί, οι πρόγονοί μας; Δεν αφήκαν την χώραν και να φύγουν, όπως ο Λεωκράτης, ούτε παρέδωκαν εις την διάκρισιν όλως διόλου των εχθρών την χώραν που τους έθρεψε και τα ιερά της, αλλά, αν και ήσαν ολίγοι, αφού εκλείσθησαν μέσα εις την πόλιν των, επολιορκούντο και αντείχον μέχρι τέλους. Και τόσον πολύ γενναίοι, άνδρες δικασταί, ήσαν εκείνοι που εβασίλευον τότε, ώστε επροτίμων να φονευθούν διά την σωτηρίαν των υπηκόων των μάλλον παρά να ζουν και να ανταλλάξουν την χώραν των με άλλην. Λέγουν λοιπόν, ότι ο Κόδρος, αφού παρήγγειλεν εις τους Αθηναίους να λάβουν μέτρα διά τους εαυτούς των, αν φονευθή, και αφού εφόρεσε στολήν επαίτου διά να απατήση, αν δυνηθή, τους εχθρούς, εβγήκε κρυφά έξω διά των πυλών και εμάζευε φρύγανα. Αφού δε επλησίασαν αυτόν δύο άνδρες από το στρατόπεδον των Πελοποννησίων και ηρώτων αυτόν τι γίνεται εις την πόλιν, λέγουν ότι ο Κόδρος επετέθη εναντίον του ενός εκ των δύο και τον εφόνευσε με το δρέπανον· τότε ο άλλος, αφού ωργίσθη εναντίον του Κόδρου και τον ενόμισεν ως επαίτην, έσυρε το ξίφος του και τον εφόνευσε. Αφού έγιναν αυτά, οι Αθηναίοι έστειλαν κήρυκα και εζήτουν να τους δώσουν τον βασιλέα διά να τον θάψουν λέγοντες εις αυτούς όλην την αλήθειαν. Οι δε Πελοποννήσιοι τούτον μεν απέδωκαν, αφού δε επείσθησαν, ότι δεν ηδύναντο πλέον να καταλάβουν την χώραν, απήλθον. Εις δε τον εκ Δελφών Κλεόμαντιν και τους απογόνους του η πόλις εχορήγησεν αιωνίως το δικαίωμα να τρέφωνται εις το Πρυτανείον. Βλέπετε όμοια με τον Λεωκράτη ηγάπων την πατρίδα οι βασιλείς της εποχής εκείνης, που επροτίμων εξαπατώντες τους πολεμίους να φονεύωνται δι' αυτήν και να ανταλλάσσουν την ψυχήν των με την κοινήν σωτηρίαν. Διά τούτο μόνον ούτοι έδωκαν εις την πόλιν το όνομά των και έτυχον τιμών ομοίων με εκείνας που δίδουν εις τους θεούς, και ευλόγως· διότι την χώραν εκείνην, διά την οποίαν τόσον πολύ ενδιεφέροντο, ταύτην και όταν απέθνησκον δικαίως εκληρονόμουν, διότι η χώρα αυτή, επειδή έφερε το όνομά των, εθεωρείτο κτήμα των. Αλλά ο Λεωκράτης ούτε ζων ούτε αποθανών θα ηδύνατο να έχη κάποιο δικαίωμα επ' αυτής, μόνος δε από όλους τους ανθρώπους δικαίως ήθελεν εξορισθή από την χώραν, την οποίαν άφησεν εις την διάκρισιν των εχθρών και έφυγεν. Διότι εκτός του ότι δεν είναι δίκαιον, δεν είναι και ευπρεπές η ιδία γη να σκεπάζη και εκείνους που εξέχουν κατά την αρετήν και εκείνον που εδείχθη ο δειλότατος των ανθρώπων.

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια 11. Έννοιες και αρχές

11.7. Αἰδώς, ὕβρις και νέμεσις


Η υπόληψη των ηρωικών μορφών στα ομηρικά έπη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο τα υπόλοιπα μέλη της κοινότητάς τους κρίνουν τη συμπεριφορά τους. Γι᾽ αυτό τον λόγο, το τι θα πουν «οι άλλοι», η κοινή γνώμη, ενδιαφέρει και απασχολεί τους ήρωες και τις ηρωίδες των ομηρικών επών. Η θετική ανταπόκριση στις κρίσεις των άλλων εκφράζεται με τη λέξη αἰδώς, στην οποία αντιστοιχεί η νεοελληνική ντροπή, ενώ η πράξη που απορρέει από την αἰδῶ δηλώνεται με το ρήμα αἰδέομαι «ντρέπομαι, τιμώ κάποιον, τον σέβομαι». Η αἰδώς έχει αποτρεπτικό κατά βάση χαρακτήρα. Αναστέλλει ή εμποδίζει την πραγματοποίηση μιας ενέργειας, επιβάλλοντας συχνά στους ήρωες και στις ηρωίδες το αίσθημα ότι, αν προχωρήσουν στην εκτέλεσή της, κινδυνεύουν να διαπράξουν κάτι που, ως ανάρμοστο ή απαράδεκτο, θα προκαλέσει την έντονη αποδοκιμασία των άλλων. Ωστόσο, η λειτουργία της αἰδοῦς δεν είναι μόνο αποτρεπτική αλλά και έμμεσα προτρεπτική, υποδεικνύοντας την εκτέλεση μιας εναλλακτικής πράξης που είναι κοινωνικά αποδεκτή.

Ο διπλός, αποτρεπτικός και συνάμα προτρεπτικός, χαρακτήρας της αἰδοῦς συντηρείται στην επικριτική, πολεμική κραυγή αἰδώς, Ἀργεῖοι! Η έκφραση αυτή εντοπίζεται σε παραινετικά κυρίως συμφραζόμενα της Ιλιάδας και διατυπώνεται με σκοπό να δημιουργήσει στους πολεμιστές το αίσθημα ότι θα μπορούσαν να στιγματιστούν δημόσια, αν υποχωρήσουν και δεν παραμείνουν πολεμώντας στο πεδίο της μάχης. Επειδή οι ήρωες είναι πάνω απ᾽ όλα άνθρωποι, που προτιμούν τα αγαθά της ειρήνης από τον πόλεμο, χρειάζονται στις κρίσιμες στιγμές την αἰδῶ, ώστε να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της μάχιμης περίστασης. Έτσι, στην όγδοη ραψωδία της Ιλιάδας, καθώς οι Τρώες έχουν εισορμήσει απειλητικά στο στρατόπεδο των πανικοβλημένων Αχαιών και ο Έκτορας απειλεί να κάψει τα καράβια τους, ο Αγαμέμνονας επιχειρεί να αναπτερώσει το ηθικό των στρατιωτών του επικρίνοντάς τους (Θ 228-235):

Ντροπή [αἰδώς], Αργείοι, ρεζίληδες, ομορφονιοί! Πού πήγαν οι καυχησιές σας, όταν λέγαμε πως είμαστε πολύ γενναίοι, αυτές που διαλαλούσατε στη Λήμνο, καυχησιάρηδες, την ώρα που τρώγατε κρέατα πολλά βοδιών που έχουν κέρατα ολόρθα, και πίνατε κρατήρες γεμάτους ως επάνω από κρασί, πως ο καθένας σας στον πόλεμο θα σταθεί αντίκρυ σε εκατό και διακόσιους Τρώες. Τώρα δεν μπορούμε να τα βάλουμε ούτε με έναν, τον Έκτορα, που γρήγορα θα κάψει τα καράβια μας με καυτερή φωτιά.

Ο βασιλιάς των Αχαιών θυμίζει στους πολεμιστές του τους κομπασμούς και τις απειλές που διατύπωναν εναντίον των αντιπάλων τους σε μια νικηφόρα πολεμική τους επιχείρηση στη Λήμνο, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στην Τροία, προκαλώντας τους να κάνουν πράξη τώρα τις θριαμβολογίες αυτές. Η παραίνεσή του είναι έμμεση, καθώς εξαντλείται στην επίπληξη των πολεμιστών, των οποίων τα μεγάλα λόγια (ότι τάχατες είναι ἄριστοι στον πόλεμο και πως πρόκειται να κατατροπώσουν όλους τους Τρώες) βρίσκονται σε διάσταση με την πράξη (τώρα πανικοβλημένοι δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν ούτε τον έναν Έκτορα). Οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί (ρεζίληδες, ομορφονιοί, καυχησιάρηδες) εκθέτουν τους Αχαιούς στην κοινή γνώμη, δημόσια και εξωτερικά, ενώ η αἰδώς είναι το συναίσθημα που τους λείπει και το οποίο θα μπορούσε, αν υπήρχε, να διαλύσει τη δυσάρεστη εντύπωση που προκαλεί η ασυνέπεια λόγων και έργων τους.

Τα γνωρίσματα και τα παρεπόμενα της αἰδοῦς εξελίσσονται με τον πλέον δραματικό τρόπο, όταν αφορούν μεμονωμένους ήρωες όπως τον τρωαδίτη Έκτορα. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι η αἰδώς τον Έκτορα έχει εξ αποτελέσματος την ίδια σημασία και λειτουργία στην Ιλιάδα με την πολεμική αρετή του Αχιλλέα. Όπως δηλαδή η παλληκαριά του αχαιού ήρωα στο μεγαλύτερο μέρος της Ιλιάδας αποτελεί πηγή συμφορών για το στρατόπεδο των Αχαιών και ξεκόβει τον ήρωα από κάθε είδους συνεργασία με τους συμπολεμιστές του, έτσι και η αἰδώς του Έκτορα προκαλεί βάσανα στους δικούς του και στην πόλη του και τον απομακρύνει από τις αξίες του οίκου και της πόλης του. Ωστόσο, η αναλογική αυτή σύγκριση δεν θα μπορούσε να είναι ακριβής, δεδομένου ότι ο τρωαδίτης ήρωας κόβει τους δεσμούς με την κοινότητά του, όχι γιατί αισθάνεται ότι αυτή τον αδίκησε και ο ίδιος απορρίπτει τις αρχές της, αλλά ακριβώς επειδή συναισθάνεται τόσο τη θέση που έχει ο ίδιος μέσα σ᾽ αυτήν όσο και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή τη θέση του. Δικαιολογημένα λοιπόν η αἰδώς του Έκτορα τον καθιστά τον κατεξοχήν τραγικό ήρωα του έπους της Ιλιάδας, στον βαθμό που απομακρύνεται από την κοινότητά του σεβόμενος και υπερασπιζόμενος τις ίδιες τις αρχές της.

Στην έκτη ραψωδία της Ιλιάδας ο Έκτορας, υποκινούμενος από το αίσθημα της αἰδοῦς, αρνείται να υπακούσει στις φρόνιμες συμβουλές της γυναίκας του Ανδρομάχης, που τον προτρέπει (Ζ 407-439), στο όνομα του παιδιού τους και της συζυγικής τους σχέσης, να μην αντιμετωπίσει τους Αχαιούς και τον Αχιλλέα έξω από τα τείχη της Τροίας αλλά μέσα, πάνω στις επάλξεις του κάστρου μαζί με τους συμπολεμιστές του. Όμως, για τον Έκτορα η υπεράσπιση της πόλης του σημαίνει να θυσιαστεί πολεμώντας γενναία στην εμπροσθοφυλακή της μάχης, έξω από τα τείχη της Τροίας, γιατί μόνον έτσι θα κερδίσει μεγάλη δόξα. Όλα τ᾽ άλλα, λέει στη γυναίκα του, είναι για τους κακούς (Ζ 441-446):

Κι εγώ, γυναίκα, τα συλλογίζομαι όλα τούτα, μα ντρέπομαι [αἰδέομαι] φοβερά τους Τρώες και τις Τρωαδίτισσες με τα συρτά φορέματα, να γυρέψω να φύγω μακριά από τον πόλεμο σαν δειλός, Ούτε η ψυχή μου το λέει, γιατί έμαθα να είμαι γενναίος και να πολεμώ πάντα μέσα στους πρώτους ανάμεσα στους Τρώες, κερδίζοντας μεγάλη δόξα για τον πατέρα μου και για μένα τον ίδιο.

Ο Έκτορας, κατανοώντας τον πόνο της γυναίκας του, υποστηρίζει κατ᾽ αρχάς ότι το συναίσθημα της αἰδοῦς απέναντι στον λαό του, ο οποίος θα μπορούσε να τον θεωρήσει δειλό (κακόν), τον υποχρεώνει να μην υπακούσει στα λόγια της. Στον κάπως εξωτερικό και υποθετικό αυτό λόγο ο ήρωας προσθέτει έναν δεύτερο, πιο βέβαιο και εσωτερικό. Ούτε η ίδια η ψυχή του, λέει, του επιτρέπει να συμμορφωθεί στην προτροπή της γυναίκας του, γιατί ο ίδιος έχει μάθει να είναι γενναίος, κατακτώντας μεγάλη δόξα για τον πατέρα του και για τον εαυτό του. Είναι προφανές ότι το «μάθημα» που έχει αφομοιώσει ο Έκτορας περιλαμβάνει την αριστοκρατική του αγωγή, στην οποία, όπως ο ίδιος ο ήρωας εννοεί, εντάσσονται πατρικές συμβουλές σαν κι αυτές που δόθηκαν στον Γλαύκο και στον Αχιλλέα (Ζ 208, Λ 784): να είναι, δηλαδή, πάντα ο πρώτος και να αναδεικνύεται ανώτερος από τους άλλους. Ο Έκτορας, με άλλα λόγια, οδηγείται στο ένδοξο τέλος του, για δύο, αντιφατικούς κατά κάποιον τρόπο μεταξύ τους, λόγους: δεν υποχωρεί μέσα στο κάστρο της Τροίας από ντροπή μήπως ο λαός του τον χαρακτηρίσει δειλό, ενώ την ίδια στιγμή λέει ότι μένει έξω από τα τείχη της Τροίας από προσήλωση στις αξίες «αγωγής» της κοινότητάς του, η συναίσθηση των οποίων του προκαλεί επίσης αἰδῶ.

Η λειτουργία επομένως της αἰδοῦς είναι διπλή: αποτρεπτική-εξωτερική και προτρεπτική-εσωτερική. Και οι δύο ωστόσο αυτές λειτουργίες της αἰδοῦς οδηγούν τον ήρωα στο ίδιο αποτέλεσμα: στην κατάκτηση μεγάλης δόξας. Καθώς ο Έκτορας δηλώνει στην Ανδρομάχη ότι δεν υποχωρεί μέσα στο κάστρο της Τροίας όχι μόνο επειδή ντρέπεται τι θα πει γι᾽ αυτόν ο λαός του αλλά και γιατί δεν μπορεί να παραβιάσει αυτό που του επιβάλλει η ψυχή του, δείχνει ότι δεν συμμορφώνεται παθητικά σε ό,τι του επιβάλλεται από τους άλλους, αλλά ότι έχει κατά κάποιον τρόπο εσωτερικεύσει και έχει κάνει κτήμα του τις εξωτερικές αυτές εντολές.

Η επιλογή του Έκτορα να πολεμά έξω από τα τείχη της Τροίας αποδεικνύεται στην εξέλιξη της ιλιαδικής αφήγησης ολέθρια όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για την κοινότητά του. Αν ο ήρωας δεν αισθανόταν αἰδῶ απέναντι στους Τρώες και στις Τρωαδίτισσες και υπάκουε στις συμβουλές της Ανδρομάχης, καθοδηγώντας τον πόλεμο μέσα από την πόλη της Τροίας, θα είχε ενδεχομένως σώσει τον εαυτό του και τον στρατό του. Αυτό τουλάχιστον παραδέχεται και ο ίδιος, καθυστερημένα βέβαια. Λίγο πριν αντιμετωπίσει τον Αχιλλέα στην εικοστή δεύτερη ραψωδία, αναλογίζεται (Χ 98-103) μήπως θα ήταν προτιμότερο να υποχωρήσει μέσα στο κάστρο της Τροίας· αποτρέπεται ωστόσο από μια τέτοια επιλογή, καθώς υπολογίζει στις κατηγορίες που θα δεχτεί από τον Πολυδάμαντα, ο οποίος επίμονα τον συμβούλευε στη δέκατη όγδοη ραψωδία (Σ 249-283), όπως και η γυναίκα του στην έκτη, να δώσει τη μάχη μαζί με τους συμπολεμιστές του μέσα από το κάστρο της Τροίας. Μόνος τώρα ο Έκτορας, λίγο πριν από τον ένδοξο θάνατό του, αναγνωρίζει ότι η πρόταση του εταίρου του θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ καλύτερη επιλογή, όμως ο ίδιος μονολογεί ότι τότε δεν την άκουσε.

Το αδιέξοδο του Έκτορα εντείνεται όχι μόνο εξαιτίας των κατηγοριών που θα δεχθεί από ένα μέλος της κοινότητάς του για ό,τι μέχρι τώρα έπραξε μένοντας έξω από το κάστρο της Τροίας, αλλά και γι᾽ αυτό που ενδεχομένως θα υποστεί, αν επιλέξει τελικά την υποχώρηση μέσα στο κάστρο της Τροίας. Και σ᾽ αυτή την περίπτωση το συναίσθημα της αἰδοῦς παίζει καθοριστικό ρόλο (Χ 104-107):

Τώρα, αφού κατάστρεψα το στρατό από τις ανοησίες μου [ἀτασθαλίῃσιν], ντρέπομαι [αἰδέομαι] τους Τρώες και τις Τρωαδίτισσες με τα συρτά φορέματα, μήπως καμιά φορά άλλος κατώτερος [κακώτερος] από μένα πει: «Ο Έκτορας κατάστρεψε το στρατό μας, γιατί πίστεψε πολύ στη δύναμή του

Η αἰδώς του Έκτορα απέναντι στον λαό του αποκτά τώρα μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς ενδέχεται να στιγματιστεί όχι από την προσβολή ενός φιλικού του προσώπου, ισότιμου στο κύρος με τον ίδιο, όπως είναι ο Πολυδάμας, αλλά από έναν κατώτερης κοινωνικής θέσης, ασήμαντο, ο οποίος στο αρχαίο κείμενο ονομάζεται κακώτερος. Ο κοινωνικός στιγματισμός και στη δεύτερη αυτή περίπτωση είναι υποθετικός, που απασχολεί όμως τον Έκτορα στο παρόν και εκλαμβάνεται ως βέβαιος. Σάμπως ο ήρωας, καθώς επιλέγει να κατακτήσει την υστεροφημία με τον ένδοξο θάνατό του, να μην μπορεί να περιμένει να διαπιστώσει αν πράγματι στο μέλλον θα χαρακτηριστεί ο ίδιος κακός και η συμπεριφορά του ολέθρια. Εξάλλου, ο ίδιος ομολογεί ότι κατέστρεψε τον στρατό του, χαρακτηρίζοντας μάλιστα τις παράτολμες πράξεις του ατάσθαλες. Ο ήρωας δηλαδή, όπως και στην ομιλία του με την Ανδρομάχη, παρουσιάζεται να έχει πλήρη συνείδηση των πράξεών του, επειδή κατέχει τα πρότυπα με τα οποία οι άλλοι τον κρίνουν. Δίνει την ίδια αξία σε μια συντελεσμένη πράξη του, την οποία ο ίδιος χαρακτηρίζει ατασθαλία, με μια, αντίστοιχου περιεχομένου, κατηγορία που θα διατυπωθεί δημόσια εναντίον του από έναν κατώτερό του. Έτσι και στη δεύτερη αυτή περίπτωση η αἰδώς του Έκτορα τον αποτρέπει αφενός από το να υποχωρήσει μέσα στα τείχη της Τροίας, και τον προτρέπει αφετέρου να αντιμετωπίσει τον Αχιλλέα, για να διαπιστωθεί τελικά, όπως ο ίδιος λέει, «σε ποιον από τους δυο θα δώσει ο Ολύμπιος δόξα».

Η απουσία της αἰδοῦς συνεπάγεται τη δικαιολογημένη αποδοκιμασία των άλλων, που παίρνει συχνά τη μορφή του θυμού ή της αγανάκτησης και δηλώνεται ως νέμεσις. Η ρηματική ενέργεια της νεμέσεως δηλώνεται με το ρήμα νεμεσσάω «οργίζομαι, θυμώνω με τη συμπεριφορά κάποιου άλλου αλλά συχνά και με τον εαυτό μου». Ενώ η αἰδώς αποτρέπει κατά κύριο λόγο κάποιον από το να ενεργήσει ανάρμοστα σε μια συγκεκριμένη περίσταση, η νέμεσις τον παροτρύνει να προσβάλει όσους στερούνται την αἰδῶ. Όταν, αντίθετα, κάποιος αισθάνεται ότι με τις ανάρμοστες πράξεις του ενδέχεται να υποκινήσει την οργή (τη νέμεσιν) των άλλων προς το πρόσωπό του, τότε διαθέτει αξιοπρέπεια, φιλότιμο, αἰδῶ. Έτσι, η νέμεσις των άλλων προκαλεί την αἰδῶ.

Η σχέση αἰδοῦς και νεμέσεως είναι συμπληρωματική, γι᾽ αυτό και συχνά στο έπος εμφανίζονται μαζί. Ο Ποσειδώνας, όπως προηγουμένως ο Αγαμέμνονας, επιχειρεί να δώσει κουράγιο στους πανικοβλημένους Αχαιούς, καλώντας τους να συναισθανθούν αἰδῶ και νέμεσιν (Ν 121-124):

Μόνο βάλτε καθένας σας ντροπή [αἰδῶ] και φιλότιμο [νέμεσιν] μέσα σας, γιατί μεγάλη μάχη έχει σηκωθεί κιόλας. Ο βροντόφωνος Έκτορας πολεμά τώρα πια κοντά στα καράβια μας, όλος δύναμη, και έσπασε πόρτες και το μεγάλο σύρτη.

Το νεοελληνικό «φιλότιμο» στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει ότι οι πολεμιστές οφείλουν στις κρίσιμες στιγμές να συναισθάνονται ότι θα κατηγορηθούν δειλοί, αν δεν ανταποκριθούν στις επιταγές της μάχης. Εξάλλου, τη νέμεσιν των συμπολεμιστών του φοβάται σε μια στιγμή αδυναμίας ο Μενέλαος, όταν, πάνω από το σώμα του νεκρού Πατρόκλου και υπό την άμεση απειλή του Έκτορα, διχάζεται ανάμεσα σε δύο επιλογές (Ρ 91-95):

Αλίμονο σε μένα, αν αφήσω τα όμορφα όπλα και τον Πάτροκλο, που κοίτεται εδώ για τη δική μου την τιμή, φοβούμαι μήπως κανένας από τους Δαναούς, αν τύχει και με δει, θυμώσει [νεμεσήσεται] μαζί μου· αν όμως πάλι, έτσι μόνος που είμαι, πολεμήσω με τον Έκτορα και με τους Τρώες από ντροπή [αἰδεσθείς], μήπως με περικυκλώσουν εμένα τον ένα πολλοί.

Ο ήρωας καλείται στην προκειμένη περίπτωση να διαλέξει ένα από τα δύο: ή να εγκαταλείψει τα όπλα και το σώμα του Πατρόκλου κινδυνεύοντας να δεχθεί την οργή των συμπολεμιστών του (τη νέμεσιν)· ή από ντροπή προς τους Αχαιούς (αἰδεσθείς) να μείνει στο πεδίο της μάχης, με κίνδυνο όμως να χάσει τη ζωή του. Η αἰδώς κατά κάποιον τρόπο επιδιώκει να ματαιώσει τη νέμεσιν, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να είναι απόλυτα δικαιολογημένη, εφόσον ο νεκρός Πάτροκλος θυσιάστηκε για την τιμή του Μενελάου. Επομένως, η αἰδώς δεν αποτελεί μόνο κίνητρο για να εμπλακεί ο πολεμιστής στη μάχη, αλλά είναι και αφορμή υπεράσπισης της τιμής των φίλων του.

Γενικότερα, η αἰδώς συντηρεί κάθε είδους φιλότητα (κοινωνική, ακόμη και ερωτική). Στην Οδύσσεια ο μνηστήρας Αγέλαος, ανυποψίαστος μαζί με την ομάδα του για το τέλος που τον περιμένει, προτείνει στον Τηλέμαχο να επιτρέψει τον γάμο της μάνας του, δίνοντας την υπόσχεση ότι έτσι ο νεαρός ήρωας θα μπορεί στο εξής, δίχως την πίεση των μνηστήρων, να κυβερνά ανενόχλητος στην Ιθάκη. Ο γιος του Οδυσσέα, που έχει σχεδιάσει μυστικά με τον πατέρα του τη μνηστηροφονία, απαντά στον Αγέλαο με διπλωματικό τρόπο, λέγοντάς του πως καταρχήν ο ίδιος δεν έχει πρόβλημα να προχωρήσει σε δεύτερο γάμο η μητέρα του· από ντροπή ωστόσο δεν θα τολμούσε να τη διώξει από το παλάτι παρά τη θέλησή της (υ 343-344):

Όμως παρά τη θέλησή της να τη διώξω, νιώθω ντροπή [αἰδέομαι], αν φύγει αναγκασμένη - μη δώσει ο θεός να γίνει αυτό.

Η αἰδώς που αισθάνεται εδώ ο Τηλέμαχος συμπληρώνεται στη δεύτερη ραψωδία με τον, ειλικρινή του τώρα, φόβο μήπως, στην περίπτωση που εξαναγκάσει τη μάνα του σε δεύτερο γάμο, δεχτεί, εκτός των άλλων, τη νέμεσιν των κατοίκων της Ιθάκης. Η απάντησή του δίνεται στον μνηστήρα Αντίνοο, οποίος απειλεί τον νεαρό ήρωα στη συνέλευση των κατοίκων της Ιθάκης ότι οι υποψήφιοι γαμπροί της Πηνελόπης δεν θα το κουνήσουν από το παλάτι όσο δεν εξελίσσεται το θέμα του δεύτερου γάμου της (β 130-137):

Αντίνοε, δεν γίνεται, παρά τη θέλησή της, από το σπίτι να τη διώξω
εκείνη που με γέννησε, εκείνη που μ᾽ ανάθρεψε. Όσο για τον πατέρα μου,
κάπου στα ξένα μπορεί να ζει, μπορεί να πέθανε. Κι είναι κακό,
αν τώρα πλήρωνα του Ικαρίου πολλά, για την περίπτωση που θα ξαπόστελνα
τη μάνα μου σ᾽ εκείνον μόνος μου·
γιατί κι απ᾽ τον πατέρα της θα βρω κακή ανταπόδοση, αλλά κι ένας θεός
θα ρίξει πάνω μου διπλό κακό, όταν η μάνα μου, αφήνοντας το σπίτι,
τις Ερινύες φωνάζοντας θα με καταραστεί· τότε κι οι άνθρωποι
θα μου φορτώσουν βαριά μομφή
[νέμεσις].

Από την απάντηση του Τηλεμάχου προκύπτει ότι ο φόβος του μήπως του φορτώσουν οι κάτοικοι της Ιθάκης βαριά μομφή (νέμεσιν) δεν είναι εξωτερικός αλλά εσωτερικός, καθώς στηρίζεται στη συναίσθηση του χρέους που νιώθει ο νεαρός ήρωας απέναντι στη μητέρα του, που τον «γέννησε» και τον «ανάθρεψε».

Η έλλειψη της αἰδοῦς οδηγεί κάποιο πρόσωπο στην ὕβριν· δηλαδή στην αλαζονική συμπεριφορά, που, καθώς υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια, προσβάλλει την τιμή των άλλων. Η ὕβρις περιλαμβάνει συχνά την αδιαντροπιά και τη σκληρότητα, που δηλώνεται με τη λέξη ἀναιδείη, ενώ ο ξεδιάντροπος χαρακτηρίζεται ἀναιδής. Οι πράξεις που συνοδεύουν την αντικατάσταση της αἰδοῦς από την ὕβριν δημιουργούν καταστάσεις αποκρουστικές και απεχθείς, τα αἴσχεα, προκαλώντας την έντονη αποδοκιμασία των άλλων, εκφρασμένη με τη νέμεσιν ή και την τίσιν.

Στην Ιλιάδα θεωρείται ὕβρις από τον Αχιλλέα και από τη μητέρα του η αρπαγή της Βρισηίδας από τον Αγαμέμνονα (Α 203, 214), ο οποίος, εξαιτίας της ξεδιάντροπης συμπεριφοράς του, χαρακτηρίζεται από τον οργισμένο ήρωα, «κερδοσκόπος» και «αναιδής» (Α 149, 158). Στην Οδύσσεια υβριστές χαρακτηρίζονται, εκτός από τον Πολύφημο, οι μνηστήρες, επειδή απρόσκλητοι, με τα αδιάκοπα γλέντια τους στο παλάτι της Ιθάκης, ρημάζουν την περιουσία του εξαφανισμένου Οδυσσέα και του ανήμπορου να αντιδράσει γιου του. Η μεταμορφωμένη θεά Αθηνά, όταν έρχεται στο παλάτι της Ιθάκης με σκοπό να ξεσηκώσει τον Τηλέμαχο στην αναζήτηση του πατέρα του, εκφράζει -σκόπιμα βέβαια- την έκπληξή της για το μέγεθος της αλαζονικής ὕβρεως των μνηστήρων, καθώς έχουν δημιουργήσει μια κατάσταση τόσο έντονα αποκρουστική, που θα μπορούσε να υποκινήσει τη νέμεσιν (α 227-229):

γιατί πολύ ξεδιάντροποι μου φαίνονται και ξιπασμένοι, [ὑβρίζοντες ὑπερφιάλως]
έτσι που τρων αυτοί και πίνουν στο παλάτι· θα αγανακτούσε [νεμεσήσσαιτο] ασφαλώς,
τα τόσα αίσχη
[αἴσχεα] βλέποντας, αν κάποιος κατά τύχη ερχόταν,
φτάνει να ήταν συνετός
.

Η ὕβρις εδώ τονίζεται από τη θεά Αθηνά με το επίρρημα ὑπερφιάλως (υπέρμετρα, υπερβολικά) και εξηγείται ως έλλειψη αἰδοῦς των μνηστήρων (πολύ ξεδιάντροποι και ξιπασμένοι). Η θέα της «αναίδειας» των μνηστήρων (α 254) για την Αθηνά προκαλεί τον αποτροπιασμό (αἴσχεα), που θα μπορούσε να εκδηλωθεί ως δικαιολογημένος θυμός (νέμεσις) κάποιου συνετού ανθρώπου εναντίον τους. Εξάλλου, στην Οδύσσεια οι μνηστήρες λούζονται κατά καιρούς με σωρεία πρόσθετων αρνητικών χαρακτηρισμών (νήπιοι «μωροί», ἀτάσθαλοι και ὑπερηρονέοντες «άφρονες και αλαζόνες» ὑπέρβιοι «ανεύθυνοι και βίαιοι», ὑπερμενέοντες «καταχραστές, που ξεχωρίζουν για την ὑπερβασίην τους, την "άνομη" συμπεριφορά τους»). Η μαύρη αυτή εικόνα των μνηστήρων είναι μία από τις στρατηγικές που επινοεί ο ποιητής, ώστε να φανεί στο τέλος δικαιολογημένη η εκδίκηση που παίρνει ο Οδυσσέας για τις καταχρηστικές τους πράξεις.

Σίγκμουντ Φρόυντ: Οι δυνατότητες της ευτυχίας μας είναι περιορισμένες

Γι’ αυτό θα στραφούμε στο απλούστερο ερώτημα, τι αφήνουν οι άνθρωποι με την συμπεριφορά τους να διαφανεί σαν σκοπός και πρόθεση της ζωής τους, τι ζητούν οι ίδιοι από την ζωή, τι θέλουν να πετύχουν με αυτή.

Η απάντηση εδώ δεν είναι δύσκολη˙ επιδιώκουν την ευτυχία, θέλουν να γίνουν και να μείνουν ευτυχισμένοι.

Αυτή η επιδίωξη έχει δύο πλευρές, έναν θετικό και έναν αρνητικό σκοπό, από την μια πλευρά θέλει την απουσία του πόνου και της δυσαρέσκειας και από την άλλη το βίωμα ισχυρών αισθημάτων ηδονής.

Στην στενή σημασία της λέξης η «ευτυχία» αναφέρεται στο τελευταίο.

Αντίστοιχα με τον διαχωρισμό των σκοπών αναπτύσσεται και η δραστηριότητα των ανθρώπων προς δυο κατευθύνσεις, ανάλογα με το αν προσπαθεί να πραγματοποιήσει - κυρίως ή αποκλειστικά – τον ένα ή τον άλλο από τους σκοπούς.

Τον σκοπό της ζωής τον θέτει, όπως καταλαβαίνουμε, απλώς το πρόγραμμα της αρχής της ηδονής.

Αυτή η αρχή εξουσιάζει την επίδοση του ψυχικού μηχανισμού από την πρώτη στιγμή της ζωής˙ για την σκοπιμότητα της δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία και όμως το πρόγραμμά της βρίσκεται σε διαμάχη με όλο τον κόσμο, τόσο μακρόκοσμο όσο και τον μικρόκοσμο.

Η εκτέλεση της δεν είναι δυνατή, όλοι οι θεσμοί του κόσμου της αντιστέκονται˙ θα μπορούσε να πει κανείς: στο πρόγραμμα της «Δημιουργίας» δεν περιέχεται η πρόθεση να είναι ο άνθρωπος «ευτυχισμένος».

Αυτό που ονομάζουμε σε αυστηρή έννοια ευτυχία προέρχεται μάλλον από την ξαφνική ικανοποίηση συσσωρευμένων αναγκών και είναι σύμφωνα με την φύση του δυνατό μόνο σαν επεισοδιακό φαινόμενο.

Κάθε διάρκεια μιας ποθητής από την αρχή της ηδονής κατάστασης προσφέρει μόνο ένα αίσθημα χλιαρής ευχαρίστησης˙ είμαστε έτσι φτιαγμένοι, ώστε μπορούμε να απολαμβάνουμε έντονα μόνο την αντίθεση, την κατάσταση μόνο λίγο.

Έτσι οι δυνατότητες της ευτυχίας μας είναι περιορισμένες ήδη από την ιδιοσυστασία μας. Πολύ ποιο εύκολο είναι να μας βρει η δυστυχία.

Από τρεις πλευρές απειλεί ο πόνος, από τον ίδιο μας το σώμα, που προορισμένο για να μαραθεί και να διαλυθεί δεν μπορεί να αποφύγει τον πόνο και το άγχος σαν προειδοποιητικά σημάδια, από το περιβάλλον, που μπορεί να στραφεί εναντίον μας με πανίσχυρες, αδυσώπητες και καταστρεπτικές δυνάμεις και τελικά από τις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους.

Τον πόνο, που προέρχεται από αυτή την πηγή, τον αισθανόμαστε ίσως οδυνηρότερα από κάθε άλλον˙ τείνουμε να τον θεωρήσουμε σαν κατά κάποιον τρόπο περιττό συμπλήρωμα, αν και μοιραία δεν θα έπρεπε να είναι λιγότερο αναπότρεπτος από τον πόνο άλλης προέλευσης.

Δεν είναι παράξενο που οι άνθρωποι κάτω από την πίεση αυτών των δυνατοτήτων του πόνου συνηθίζουν να μειώνουν την απαίτηση τους για ευτυχία, όπως επίσης και η ίδια η αρχή της ηδονής μεταμορφώθηκε κάτω από την επίδραση του περιβάλλοντος στην λιγότερη αρχή της πραγματικότητας, αφού θεωρούμαστε ήδη ευτυχείς, όταν έχουμε αποφύγει την δυστυχία, όταν έχουμε ξεπεράσει τον πόνο, όταν γενικά το καθήκον της αποφυγής του πόνου απωθεί στο παρασκήνιο το καθήκον της αποκόμισης της ηδονής.

Σίγκμουντ Φρόυντ, Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας

Συγχωρώντας θεραπεύομαι

Θέλω να σε συγχωρέσω που με πρόδωσες,
που με εγκατέλειψες,
που με κάνεις και νοιώθω μόνος/η και αβοήθητος/η
Θέλω να σε συγχωρέσω, μα δεν μπορώ.

Για να γιατρέψουμε το βάθος της πληγής μας χρειάζεται να στραφούμε προς τα μέσα. Η πληγή δεν είναι έξω από μας. Για να γιατρευτώ από τη θλίψη, την απογοήτευση, την αυτολύπη δεν χρειάζεται να συγχωρέσω κάποιον απ’ έξω, πρωταρχικά.

Χρειάζεται πρώτα να συγχωρέσω εμένα. Να μάθω να με αγκαλιάζω θεραπευτικά με κατανόηση. Να αναγνωρίζω τα λάθη μου, όχι για να με κατακρίνω, για να με κατηγορώ, αλλά για να γίνω πιο ώριμος και υπεύθυνος για τον εαυτό μου. Αυτό που έγινε πέρασε, αλλά αν εγώ το «ποτίζω» κάθε μέρα μέσα μου, δεν πρόκειται να περάσει ποτέ. Αν το βλέμμα μου είναι στραμμένο στο παρελθόν καμιά πληγή δεν θα κλείσει, ο πόνος και η θλίψη θα διαιωνίζονται.

Μια στροφή, μια στροφή προς την σωστή κατεύθυνση και μπορώ να με δω με άλλα μάτια. Μπορώ να με κατανοήσω, όχι να με κατακρίνω, αλλά να με μάθω, να σεβαστώ την αδυναμία μου, για να μπορώ να την μετατρέψω σε δύναμη. Αναγνωρίζοντας την αλήθεια μου μπορώ να με θεραπεύσω, να με αγκαλιάσω να με σεβαστώ.

Η συγχώρεση δεν ξεκινάει απ’ έξω, ξεκινάει απ’ την καρδιά και η καρδιά είναι μέσα. Υπομονετική, κατανοητική περιμένει την προσοχή σου, περιμένει να σταματήσεις την φλυαρία του νου, για να την ακούσεις. Την ακούς;

Βάλε την προσοχή σου στην καρδιά σου και άρχισε να σε πλησιάζεις.
Να σε χωράς . Να σε ακούς αθόρυβα.

Για μια στιγμή σώπα και άκου, νιώσε τι είναι αυτό που αληθινά θες, ποιο είναι το αίτημα της καρδιάς σου. Μια στιγμή αλήθειας θα σου δείξει την κατεύθυνση για σένα, τον ουσιαστικό εσένα.

Μια στροφή προς τα σένα, χωρίς ψέματα και δικαιολογίες. Αφέσου να σ’ ακούσεις να σε νοιώσεις να σε στηρίξεις, να σου μιλήσεις απ’ την καρδιά σου, αβίαστα, απαλά, ευγενικά, τρυφερά, θεραπευτικά.

Και αν σε πρόδωσες και αν σε εγκατέλειψες και αν σε απομόνωσες κάνε χώρο για σένα και Συν+Χώρα τον εαυτό σου για να σε συναντήσεις αληθινά, βαθιά και ουσιαστικά. Μπορείς, αν θες μπορείς. Αυτό που είσαι σε περιμένει, θα πας;

Συγχωρώντας θα θεραπεύσεις τις πληγές και μια μέρα θα ελευθερωθείς, θα ζεις στο παρόν, άφοβα και άλυπα!

Κάποιες φορές να λες: Δε γαμιέται;

Δύο άνθρωποι στο δάσος αποφάσισαν να κάνουν ένα διαγωνισμό κοψίματος ξύλων. Πήραν από ένα πριόνι και ξεκίνησαν να κόβουν κορμούς.

Όμως ο ένας από αυτούς κάθε τόσο σταματούσε το κόψιμο, έπαιρνε το πριόνι και έμπαινε στην καλύβα του. Έβγαινε μετά από δέκα λεπτά και συνέχιζε. Ο άλλος δεν σταματούσε να πριονίζει, και χαμογελούσε, βέβαιος για τη νίκη του.

Όταν τελειώσανε δεν χρειαζόταν καν να μετρήσουν τα κομμένα ξύλα. Ο σωρός εκείνου που κάθε τόσο σταματούσε ήταν εμφανώς μεγαλύτερος.

– Πώς έγινε αυτό; τον ρώτησε ο ηττημένος. Εγώ δεν σταμάτησα στιγμή να πριονίζω, ενώ εσύ κάθε τόσο έμπαινες στην καλύβα σου.

– Ναι, αλλά εγώ, όταν έμπαινα μέσα, ακόνιζα το πριόνι μου, του απάντησε ο νικητής.

Αυτή την ιστορία τη διάβασα πριν πολλά χρόνια σ’ ένα βιβλίο του Στίβεν Κόβεϊ. Αυτός ήταν, σύμβουλος επιχειρήσεων στη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού.

Μάθαινε τους διευθυντές πώς θα κάνουν τους εργαζόμενους να αποδίδουν τα μέγιστα. Τι τους έλεγε; (με λίγα λόγια): «Πληρώστε τους καλά, αφήστε τους να ξεκουραστούν, δώστε τους ελευθερία κινήσεων, κάντε τους ν’ αγαπήσουν την εργασία τους, να νιώσουν υπεύθυνοι και περήφανοι για όσα καταφέρνουν».

Όμως το ακόνισμα του πριονιού, που αναφέρει κάθε τόσο, δεν αφορά στην βελτίωση των ικανότητών τους, σε κάποια δια βίου και αέναη μάθηση.

Πιο πολύ, ο Κόβεϊ, στοχεύει στην ανάπτυξη της πνευματικότητας -όσο παράξενο και ν’ ακούγεται αυτό για έναν σύμβουλο διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού.

Τι εννοεί όταν αναφέρεται στην πνευματικότητα; Ποιο είναι το αληθινό ακόνισμα του πριονιού;

Εν συντομία μπορούμε να πούμε ότι «ακονίζουμε το πριόνι μας», κάθε φορά που αποδεσμευόμαστε απ’ τη ρουτίνα της καθημερινότητας, κάθε φορά που αφήνουμε πίσω τα προβλήματα, ίσως και τον εαυτό μας (εκείνον τον τύπο με ονοματεπώνυμο, ΑΦΜ, χρέη και υποχρεώσεις).

Για έναν θρήσκο άνθρωπο είναι κάτι εύκολο. Αρκεί να προσευχηθεί για λίγη ώρα στον θεό του περιμένοντας έξωθεν βοήθεια. Κάποιος άλλος, μη-θρήσκος, μπορεί να αφιερώσει λίγο χρόνο στον εαυτό του και την αυτοβελτίωσή του.

Μπορεί να περπατήσει για λίγο στο δάσος ή να κάτσει στην παραλία και να κοιτάξει τα κύματα. Μπορεί απλώς να καθίσει στο μπαλκόνι και να μην κάνει τίποτα.

Το μόνο που έχει σημασία, είναι ότι για λίγο πρέπει να ξεχάσει τον εαυτό του, τη ζωή του. Το καλύτερο θα ήταν αν μπορούσε εκείνη τη στιγμή να συγκεντρωθεί στο τίποτα.

Σαν σκηνοθέτης στην ταινία της ζωής του να κάνει ένα άνοιγμα του φακού, να σταματήσει να εστιάζει στο πρόσωπο του και να δει τον κόσμο όπου ζει, να προσπαθήσει να αντιληφθεί την ολότητα -και πόσο μικρός, πόσο ασήμαντος είναι ο ίδιος μέσα στο Σύμπαν.

Να ξεκουράσει την αγχωμένη ψυχή του, που αγωνιά να καταφέρει όλα όσα πρέπει να καταφέρει. Να πει, έστω για λίγο, ένα «δε γαμιέται;» ή έστω ένα αγγλικό «so fucking what?»

Να νιώσει ότι δεν υπεύθυνος για όλα όσα (καλά και κακά) συμβαίνουν. Να σταματήσει να είναι μέρος της κοινωνίας και των επιταγών της, να τραβηχτεί πίσω και να μείνει αιωρούμενος κάπου ανάμεσα στο μηδέν και στο είναι.

Και να το κάνει κάθε μέρα, έστω για λίγα λεπτά.

Να πατάει φρένο και να λέει: «Τέλος. Τώρα δεν θέλω να σκέφτομαι τίποτα, δεν θέλω να με απασχολεί κανένας, δεν θέλω να προσπαθώ για κάτι. Δεν είμαι εδώ».

Μια παύση για ν’ ακονίσει το πριόνι.

Γιατί πριόνι είναι το μυαλό μας, το σώμα κι η ψυχή μας (όπως και να τη ορίσουμε αυτή). Πριόνι είναι και στομώνει απ’ την υπερβολική χρήση.

Θα καταφέρουμε περισσότερα από εκείνα που θέλουμε να καταφέρουμε αν για λίγο σταματάμε να προσπαθούμε για οτιδήποτε. Και ίσως, με αυτή την παύση, να καταλάβουμε ότι αυτά που αγωνιζόμαστε να κάνουμε δεν είναι τόσο σημαντικά όσο νομίζουμε, όταν μας διακατέχουν, όταν μας εξουσιάζουν.

Τελικά αυτό το διάλειμμα, αν μάθεις να το κάνεις μέρος της ζωής σου, σε βοηθάει να κατανοήσεις ότι η ζωή σου δεν είναι τόσο βαριά, όσο πιστεύεις όταν την κουβαλάς.

Ένα διάλειμμα είναι κι αυτή.

Κάνε ό,τι μπορείς με όσα έχεις, αλλά μην ξεχνάς πως είσαι περαστικός. Βάλε το λιθαράκι σου, πιες το κρασάκι σου, αγάπα όσο αντέχεις, κι ύστερα κλείσε τα μάτια σου, χωρίς τύψεις.

Ο κόσμος θα συνεχίζει ν’ αλλάζει, αλλά εσύ δεν θα είσαι εκεί να το δεις.

Και στο τέλος δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, όσα ξύλα κι αν κόψεις.

Το να βλάπτεις είναι κακό. Και αυτό είναι απόλυτο

Οι φιλόσοφοι ενδιαφέρονται βαθύτατα για τα συστήματα των πεποιθήσεων. Πολλοί φιλόσοφοι, από τον Πλάτωνα μέχρι τον Ουίλιαμ Τζέιμς, έχουν επισημάνει τον ζωτικό ρόλο που παίζουν οι πεποιθήσεις μας – για καλό ή κακό – στην καθημερινή μας ζωή.

Ο Χομπς παρατήρησε ότι ο ανθρώπινος κόσμος κυβερνάται από τη γνώμη. Οι γνώμες είναι απλώς ανώριμες πεποιθήσεις για θέματα που επιβάλλουν την άμεση προσοχή μας. Μια φιλοσοφική εξέταση ενός συστήματος πεποιθήσεων προϋποθέτει την προσπάθεια να καταλάβεις όχι μόνο το τι πιστεύουν οι άνθρωποι, αλλά επίσης πώς κατέληξαν να το πιστεύουν, τι λόγους έχουν να πιστεύουν αυτό, πώς οι πεποιθήσεις τους επηρεάζουν τον τρόπο που ζούνε και μέχρι ποιο σημείο οι πεποιθήσεις τους είναι η πηγή της ευαρέσκειάς τους, της δυσαρέσκειάς τους ή της ασθένειάς τους αντίστοιχα.

Ένα εκπληκτικό πράγμα σχετικά με τις ανθρώπινες πεποιθήσεις είναι ότι άσχετα με το τι πιστεύει κάποιος για κάτι, πάντα μπορείς να βρεις κάποιον που να πιστεύει το αντίθετο ή κάτι μη συμβατό. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ανθρώπινες πράξεις οι οποίες είναι και αυτές αντιφατικές ή ασύμβατες.

Για παράδειγμα, ο παγανιστής Ρωμαίος αυτοκράτορας Δέκιος εκτελούσε βίαια ανθρώπους επειδή πίστευαν στο χριστιανισμό.

Μερικούς αιώνες αργότερα, η Ιερά Εξέταση εκτελούσε βίαια ανθρώπους επειδή δεν πίστευαν στη δική της ερμηνεία του χριστιανισμού.

Το αν ο Δέκιος ή οι ιεροεξεταστές ήταν τρελοί ή απλώς παραπλανημένοι δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Κατά τη διάρκεια του αμερικανικού Επαναστατικού Πολέμου, αυτοί που υπέγραψαν τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας θεωρούνται ήρωες σε δεκατρείς αποικίες, αλλά κρίνονταν προδότες από το βρετανικό στέμμα. Εάν συλλαμβάνονταν, οι Αμερικανοί “Ιδρυτές Πατέρες” θα είχαν κρεμαστεί επί εσχάτη προδοσία.

Είχαν μήπως αυτοκτονικές τάσεις αυτοί που υπέγραψαν τη διακήρυξη; Βεβαίως όχι. Ήταν θαρραλέοι άντρες, οι οποίοι έπραξαν μετά από πολλή ενδοσκόπηση και δημόσια διαμάχη, και οι οποίοι εφάρμοσαν βαθιές φιλοσοφικές αρχές ακόμη και με τον τρόπο που ενήργησαν.

Για να διαλέξω ένα πιο πρόσφατο και ανατριχιαστικό παράδειγμα: Οι περισσότεροι Αμερικανοί, Ευρωπαίοι και Ασιάτες πιστεύουν ότι οι δεκαεννιά Άραβες που κατέλαβαν τα τέσσερα αεροπλάνα στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001 ήταν τρομοκράτες οι οποίοι διέπραξαν τρομερά εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας και πρόσβαλαν τον πολιτισμό. Όμως πάλι, μερικοί άνθρωποι στον ισλαμικό κόσμο πιστεύουν ότι ήταν μάρτυρες, ήρωες και πολεμιστές.

Εν τω μεταξύ, αυτά τα ακραία και βίαια παραδείγματα αντικατοπτρίζουν όχι μόνο τον ζωτικό ρόλο των πεποιθήσεων στη διακυβέρνηση της πορείας της ανθρώπινης ζωής, αλλά και το πώς οι πεποιθήσεις σχετικά με τις πεποιθήσεις των άλλων ανθρώπων διέπουν την πορεία της ανθρώπινης ζωής. Το να καταλάβει κανείς όλα αυτά είναι μια φιλοσοφική διεργασία. Το να καταλάβει πως οι πεποιθήσεις, και οι πεποιθήσεις σχετικά με τις πεποιθήσεις των άλλων, μπορούν να κάνουν την ανθρώπινη ζωή καλύτερη – ή χειρότερη – επίσης είναι μια φιλοσοφική διεργασία.

Για την ιστορία: Δεν είμαι ηθικός σχετικιστής. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι θα έπρεπε να έχουν την ελευθερία να πιστεύουν και να λατρεύουν τον δικό τους θεό ή θεούς με τον δικό τους τρόπο ή τρόπους, αλλά μια τέτοια ελευθερία δεν θα έπρεπε ποτέ να περιλαμβάνει την ελευθερία του να βλάπτεις ή να σκοτώνεις αυτούς που πιστεύουν σε άλλους θεούς ή τους άθεους.

Επομένως ανέχομαι τις απόψεις των άλλων ανθρώπων, όσο μπορώ να ανέχομαι και αυτούς τους ίδιους. Έτσι ταυτίζομαι συναισθηματικά με τους πρώτους χριστιανούς μάρτυρες – οι οποίοι πέθαναν για την πίστη τους, αλλά δεν προσπάθησαν να δολοφονήσουν άλλους για αυτή –, ενώ καταδικάζω τον Δέκιο και την Ιερά Εξέταση και όλους τους Άραβες τρομοκράτες σαν δολοφόνους που δεν πρέπει να τους ανεχόμαστε.

Η αποδοκιμασία μου δεν έχει να κάνει με τον παγανισμό, τον χριστιανισμό ή τον ισλαμισμό: Έχει να κάνει με το προμελετημένο κακό, το οποίο πάντα αυξάνει και ποτέ δεν μειώνει τα βάσανα στον κόσμο.
Και αυτό δεν είναι σχετικισμός.

Αν οι απόψεις σου σε κάνουν να έχεις δυσαρέσκειες, και αν δεν έχεις την απαραίτητη φιλοσοφική καθοδήγηση για να αντιμετωπίσεις τη δυσαρέσκειά σου εποικοδομητικά, τότε είσαι υπεύθυνος που δεινοπαθείς χωρίς να χρειάζεται, και πιθανώς γιατί εξάπλωσες καταστροφικά την δυσαρέσκειά σου σε άλλους, σαν κάποιο μολυσματικό ιό του μυαλού.

Πιστεύω ακράδαντα ότι ορισμένες απόψεις προκαλούν περισσότερη δυσαρέσκεια από άλλες· και ότι μερικές είναι πιο βλαπτικές από άλλες.
Ούτε αυτό όμως είναι ηθικός σχετικισμός.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να βλάψετε τον εαυτό σας και τους άλλους, και το να βλάπτεις είναι κακό. Και αυτό είναι απόλυτο. Επίσης υπάρχουν πολλοί τρόποι να βοηθήσετε τον εαυτό σας και τους άλλους, και το να βοηθάς είναι καλό. 
Και αυτό είναι απόλυτο επίσης.

Το πώς επιλέγετε να βοηθήσετε τον εαυτό σας και τους άλλους εξαρτάται από την κρίση σας.
Και αυτό είναι σχετικό.

Εγώ σ’ αγαπάω πιο πολύ

Εγώ σ’ αγαπάω πιο πολύ…

Η γυναίκα κάνει συχνά αυτή τη «συζήτηση» με τον μεγαλύτερο γιο της:

Εκείνος: Σ’ αγαπάω, μαμά.

Εκείνη: Κι εγώ, αγοράκι μου.

Εκείνος (που θέλει πάντα να κερδίζει): Εγώ σ’ αγαπάω πιο πολύ.

Εκείνη: Λυπάμαι, παιδί μου, αλλά εδώ δεν έχεις καμία πιθανότητα να κερδίσεις.

Η γυναίκα έχει δίκιο. Όσο κι αν τον πειράζει, αυτή τη μάχη θα τη χάνει ξανά και ξανά. Ποτέ δεν θα μπορέσει να μας αγαπήσει περισσότερο απ’ όσο τον αγαπάμε εμείς. Και όταν λέμε δεν θα μπορέσει περισσότερο, εννοούμε: ούτε με μεγαλύτερη ένταση ούτε με τον ίδιο τρόπο, αφού η αγάπη του προς εμάς δεν θα είναι ποτέ άνευ όρων (ούτε και θα ήταν υγιές να είναι).

Ας αφήσουμε γι’ αργότερα τον ορισμό του συναισθήματος για το οποίο μιλάμε (της αγάπης), κι ας αναρωτηθούμε: τι σημαίνει άνευ όρων; Κατά τη γνώμη μας, σημαίνει ακριβώς και κυριολεκτικά αυτό που λένε οι λέξεις: ένα συναίσθημα που δεν θέτει όρους. Μια αγάπη που υπάρχει, διαρκεί και διατηρείται ακέραια, ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει ή τι κάνει το αγαπημένο πρόσωπο. Είναι σαφές: θ’ αγαπάμε τα παιδιά μας ακόμη κι αν μας κάνουν να υποφέρουμε, ακόμη κι αν μας φέρονται άσχημα, ακόμη κι αν δεν θέλουν να μας ξαναμιλήσουν, ακόμη κι αν -εν ολίγοις- δεν μας αγαπάνε… Ακόμη και στη χειρότερη περίπτωση, εμείς θα εξακολουθήσουμε να τ αγαπάμε. Γιατί; Γιατί έτσι. Γιατί είναι παιδιά μας. Γιατί από τη στιγμή που τα γεννήσαμε και τα υιοθετήσαμε, έγιναν μέρος μας – κι αυτό είναι κάτι μη αναστρέψιμο.

Πριν από λίγο καιρό ένας φίλος μου είπε πως η εννιάχρονη κόρη του τον ρώτησε: «Μπαμπά, μ’ αγαπάς, έτσι δεν είναι;»

«Πάρα πολύ» απαντάει ο μπαμπάς με κάθε ειλικρίνεια. «Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στον κόσμο.»

«Α… και γιατί μ αγαπάς;»

«Τι ερώτηση! Μα γιατί είσαι η κόρη μου!» λέει αυτός, σαν να ήταν αυτονόητο.

«Καλά, καλά» λέει το κοριτσάκι, «αυτό το ξέρω».

Η μικρή έμεινε με την αίσθηση πως η ερώτησή της δεν είχε απαντηθεί. Η απάντηση του πατέρα επιβεβαίωνε το προφανές κι έδειχνε πως η ερώτηση ήταν άτοπη (και παρόλο που δεν το ήξερε κανένας από τους δύο, ήταν όντως έτσι: η άνευ όρων αγάπη, δεν χρειάζεται εξηγήσεις). Το κοριτσάκι, όμως, ήθελε να μάθει κι άλλα.

«Αυτό που θέλω να σε ρωτήσω» εξηγεί η μικρή, «είναι για ποια πράγματα μ’ αγαπάς. Τι έχω εγώ και μ’ αγαπάς;»

Αυτή τη φορά η απάντηση δεν ήταν τόσο εύκολη, κι ο μπαμπάς χρειάστηκε να το σκεφτεί• να κοιτάξει τη μικρή σαν -ας πούμε- να μην ήταν κόρη του, σαν να μην την είχε αγαπήσει ποτέ, για να μπορέσει ν’ ανακαλύψει ό,τι αξιαγάπητο είχε και να της το πει (αν και στο τέλος θα έπρεπε να της πει ότι, έτσι κι αλλιώς, ακόμη κι αν δεν είχε τίποτα το αξιαγάπητο, ακόμη κι αν όλα πάνω της ήταν στραβά κι ανάποδα, εκείνος πάλι το ίδιο θα την αγαπούσε).

Αξίζει ν’αναρωτηθούμε πώς της ήρθε της μικρής να κάνει αυτήν την ερώτηση γιατί, αργά ή γρήγορα, όλοι όσοι έχουμε παιδιά θα χρειαστεί ν’ απαντήσουμε. Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι κάποια στιγμή τα παιδιά, καθώς προετοιμάζονται να βγουν στη ζωή, θα στρέψουν το βλέμμα προς άλλα άτομα πέρα από τους γονείς τους και θ’ αναρωτηθούν αν θα μπορέσει και κάποιος άλλος να τ’ αγαπήσει όπως εκείνοι. Η μικρή αντιλαμβάνεται ενστικτωδώς πως οι άλλοι δεν θα την αγαπήσουν «έτσι απλά». Δηλαδή, χωρίς να ξέρει το γιατί, αντιλαμβάνεται πως η άνευ όρων αγάπη προέρχεται αποκλειστικά και μόνο από τους γονείς, και γι’ αυτό ακριβώς αναζητά πάνω της αυτά τα χαρίσματα και αυτά τα αξιαγάπητα χαρακτηριστικά που θα κινήσουν το ενδιαφέρον και των άλλων ανθρώπων.

ECKHART TOLLE: Και ενώ ένιωθα πιασμένος στο δόκανο ενός έντονου φόβου

“Δεν μπορώ πια να ζω με τον εαυτό μου”. Αυτή ήταν η σκέψη που επαναλαμβανόταν αδιάκοπα μέσα στο νου μου. Και τότε, ξαφνικά, συνειδητοποίησα πόσο αλλόκοτη ήταν εκείνη η σκέψη. “Είμαι ένας ή δύο;” αναρωτήθηκα. “Αν δεν μπορώ να ζω με τον εαυτό μου, τότε θα πρέπει να είμαστε δύο: «εyώ» και ο «εαυτός» με τον οποίο «δεν μπορώ να ζω». Ίσως, μόνο ο ένας από τους δυο μας να είναι αληθινός”.

Ήμουν τόσο αποσβολωμένος από αυτή την παράξενη συνειδητοποίηση, ώστε ο νους μου σταμάτησε. Είχα πλήρη συνείδηση, αλλά δεν υπήρχαν πια σκέψεις. Τότε ένιωσα να με τραβάει κάτι που έμοιαζε με ενεργειακή δίνη. Ήταν μια αρχή κίνηση στην αρχή και ύστερα επιταχύνθηκε. Ένιωθα πιασμένος στο δόκανο ενός έντονου φόβου και το κορμί μου άρχισε να τρέμει. Άκουσα τις λέξεις “μην αντιστέκεσαι”, σαν να είχαν ειπωθεί μέσα στο στήθος μου. Αισθανόμουν σαν να με ρουφούσε ένα κενό και είχα την αίσθηση ότι αυτό το κενό ήταν μέσα μου, όχι έξω από μένα. Ξαφνικά, δεν ένιωθα πια φόβο κι αφέθηκα να πέσω μέσα σ’ εκείνο το κενό. Δε θυμάμαι τι συνέβη ύστερα απ’ αυτό.

Ξύπνησα από το τιτίβισμα ενός πουλιού έξω από το παράθυρο. Δεν είχα ποτέ ξανακούσει τέτοιον ήχο. Τα μάτια μου ήταν ακόμα κλειστά και έβλεπα την εικόνα ενός πολύτιμου διαμαντιού. Ναι, αν ένα διαμάντι μπορούσε να βγάλει ήχο, έτσι θα ήταν. Άνοιξα τα μάτια μου. Το πρώτο φως της αυγής τρύπωνε μέσα από τις κουρτίνες. Χωρίς καμιά σκέψη, ένιωσα, ήξερα, ότι υπάρχουν πολύ περισσότερα πράγματα στο φως απ’ όσα αντιλαμβανόμαστε. Αυτό το απαλό φεγγοβόλημα που φιλτραριζόταν μέσα από τις κουρτίνες ήταν η ίδια η αγάπη.

Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Σηκώθηκα κι άρχισα να περπατάω πάνω—κάτω. Αναγνώριζα το δωμάτιο, κι όμως ήξερα ότι ποτέ πριν δεν το είχα δει πραγματικά. Όλα ήταν φρέσκα και αγνά, σαν να είχαν μόλις γεννηθεί. Έπιανα τα αντικείμενα στα χέρια μου, ένα μολύβι, ένα άδειο μπουκάλι, θαυμάζοντας την ομορφιά και τη ζωντάνια τους. Εκείνη τη μέρα τριγύρισα στην πόλη, κυριολεκτικά θαμπωμένος από το θαύμα της ζωής πάνω στη Γη, σαν να είχα μόλις γεννηθεί σε τούτο τον κόσμο.

ECKHART TOLLE, Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΤΩΡΑ

Σε ποιο βαθμό οι αποτυχίες μας εκφράζουν ασυνείδητες επιθυμίες μας;

Για να καταλάβουμε σε ποιο βαθμό οι αποτυχίες μας μπορούν να εκφράσουν ασυνείδητες επιθυμίες πρέπει να επιστρέψουμε στον τρόπο με τον οποίο ο Φρόιντ έφερε την επανάσταση στη θεώρηση του ανθρώπινου υποκειμένου, δείχνοντας ότι η ψυχική ζωή του είχε χωριστεί σε τρεις «περιοχές»: το «Εγώ», το «Εκείνο» και το «Υπερεγώ». 

«Το Εγώ δεν κυριαρχεί στο ίδιο του το σπίτι», προειδοποιεί. Η κυριαρχία του συνειδητού «Εγώ» απειλείται πράγματι διπλά: από το «Κάτω» και το «Πάνω». Από κάτω: την ασυνείδητη ψυχική ενέργεια του «Εκείνου», από όλες τις απωθημένες παρορμήσεις από την παιδική ηλικία που προσπαθούν να επιστρέψουν. Από πάνω: από τις τυραννικές διαταγές του «Υπερεγώ», του κοινωνικού και ηθικού «Εγώ», που είναι, επίσης, σε μεγάλο βαθμό ασυνείδητο. 

Το ασυνείδητο είναι, λοιπόν, μια ζωντανή δυναμική ενέργεια, η οποία επιδιώκει να εκδηλωθεί και επωφελείται από την ανάγκη του λάθους για να το πράξει. Αυτή η ενέργεια μπορεί να προέρχεται είτε από το «Εκείνο» είτε από το «Υπερεγώ». Μέσα από τα λάθη μας, μπορούμε να εκφράσουμε συσσωρευμένη επιθετικότητα, καθώς και υψηλές φιλοδοξίες που δεν παραδεχόμαστε. Ένας σύζυγος «αποτυγχάνει» στην τρυφερή χειρονομία του και χτυπάει τη γυναίκα του.

 Αν είναι μια χαμένη ευκαιρία, αυτή είναι το δικό του «Εκείνο» που καταφέρνει να τον ικανοποιήσει. Αυτός ο άνθρωπος είχε την ασυνείδητη επιθυμία να βλάψει τη σύζυγό του. Αλλά αν αποτύχει σε μια συνέντευξη για δουλειά, γιατί φιλοδοξεί πολύ περισσότερα από αυτή τη θέση, τότε είναι μάλλον το «Υπερεγώ» του που εκδηλώνεται. Και στις δύο περιπτώσεις, υπάρχει αποτυχία και επιτυχία την ίδια στιγμή, ταυτόχρονα, λέει ο θεμελιωτής της ψυχανάλυσης. Υπάρχουν μια συνειδητή απόλαυση και μια ασυνείδητη δυσαρέσκεια.

Μια χαμένη ευκαιρία εμπίπτει σε αυτή τη λογική, η οποία συνοψίζεται από τον ψυχαναλυτή Ζακ Λακάν: «Για κάθε χαμένη ευκαιρία, υπάρχει ένας επιτυχημένος λόγος». Αυτός ο επιτυχημένος λόγος πηγάζει από το ασυνείδητο, το οποίο ζητά να ερμηνευτεί, να αποκρυπτογραφηθεί.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ: Όρισε τώρα τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά για τον εαυτό σου

Όρισε τώρα τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά για τον εαυτό σου, που θα διατηρήσεις όταν είσαι μόνος αλλά και μαζί με άλλους ανθρώπους.

Και ως επί το πλείστον να τηρείς σιωπή ή να λες τα απολύτως αναγκαία και με λίγα λόγια. Σπανίως, μάλιστα, όταν απαιτείται να μιλήσεις, μίλα, αλλά όχι για κάτι τυχαίο, όχι για μονομαχίες ή ιπποδρομίες ή αθλητές ή φαγητά ή ποτά, θέματα που συζητούνται παντού, και κυρίως όχι για ανθρώπους ψέγοντας, επαινώντας ή συγκρίνοντας. Αν το μπορείς, οδήγησε με τα λόγια σου τα λόγια των συντρόφων σου ώστε να είναι πιο αρμόζοντα, αλλά, αν τύχει να βρεθείς μόνος ανάμεσα σε ξένους, να σωπάσεις.

Να μη γελάς πολύ ούτε για πολλά θέματα ούτε ασυγκράτητα.

Να μην ορκίζεσαι, καθόλου αν είναι δυνατόν, διαφορετικά όσο μπορείς.

Απόφευγε τα συμπόσια με ανθρώπους αδαείς. Κι αν κάποτε έρθει ο καιρός που θα χρειαστεί να το κάνεις, να εντείνεις την προσοχή σου μην τυχόν γίνεις κι εσύ αδαής. Γιατί να γνωρίζεις ότι, αν ο φίλος σου είναι βρομερός, κατ’ ανάγκη θα μολύνει και αυτόν τον οποίο συναναστρέφεται, ακόμα κι αν τύχει να είναι καθαρός.

Όσα αφορούν το σώμα να τα λαμβάνεις όσο χρειάζεται, όπως τροφές, ποτά, ενδύματα, σπίτι, υπηρέτες. Ό,τι αφορά τη δόξα ή την πολυτέλεια, να το ξεχάσεις τελείως…

Αν σου πουν ότι κάποιος σε κακολογεί, μην απολογηθείς για όσα λέει αλλά απάντησε ότι «αγνοούσε και τα άλλα μου ελαττώματα, γιατί αλλιώς δεν θα έλεγε μόνο αυτά».

Δεν είναι αναγκαίο να πολυπηγαίνεις στα θέατρα. Και, αν κάποτε είναι καιρός να το κάνεις, να δείξεις ότι υποστηρίζεις μόνο τον εαυτό σου και κανέναν άλλο, δηλαδή ότι θέλεις το αποτέλεσμα να είναι αυτό που πραγματικά είναι και να νικά μόνο ο νικητής. Κι έτσι δεν θα απογοητευτείς. Να απέχεις τελείως από το να φωνάζεις και να γελάς δυνατά εναντίον κάποιου ή να συγκινείσαι υπερβολικά. Και όταν φύγεις, να μη μιλάς πολύ για όσα έγιναν, παρά μόνο για όσα συμβάλλουν στη βελτίωσή σου- γιατί διαφορετικά ο κόσμος θα σκεφτεί ότι εντυπωσιάστηκες από το θέαμα.

Στις διαλέξεις που κάποιοι δίνουν να μην πηγαίνεις τυχαία και εύκολα και, όταν το κάνεις, να τηρείς σεμνότητα και ηρεμία και να μην ενοχλείς.

Όταν πρόκειται να συναντήσεις κάποιον, ειδικά κάποιον που θεωρείται σπουδαίος, αναρωτήσου τι θα έκανε ο Σωκράτης ή ο ‘Ζήνων στη συγκεκριμένη περίπτωση κι έτσι δεν θα δυσκολευτείς να διαχειριστείς την κατάσταση κατά τον αρμόζοντα τρόπο. Όταν επισκέπτεσαι κάποιον πολύ ισχυρό, να φαντάζεσαι ότι δεν θα τον βρεις μέσα στο σπίτι, ότι θα σε κλείσουν απ’ έξω, ότι θα σε αγνοήσει. Και αν παρ’ όλα αυτά πρέπει να πας, όταν βρεθείς εκεί, να αποδεχτείς όσα συμβαίνουν, να μην πεις ποτέ στον εαυτό σου ότι «δεν άξιζε τον κόπο». Γιατί αυτό δείχνει άνθρωπο ανόητο και με στρεβλή αντίληψη για τα εξωτερικά πράγματα.

Στις συνομιλίες απόφευγε να αναφέρεις υπερβολικά δικά σου κατορθώματα ή περιπέτειες. Μπορεί να σου είναι ευχάριστο να θυμάσαι τις περιπέτειες σου, αλλά για τους άλλους δεν είναι τόσο ευχάριστο να ακούν τι σου συνέβη.

Απόφευγε να προξενείς γέλιο, γιατί αυτή η συνήθεια είναι επικίνδυνη και εύκολα μπορείς να ολισθήσεις στη χυδαιότητα και να μειωθεί ο σεβασμός που έχουν οι άλλοι για το πρόσωπό σου. Επίσης, είναι επισφαλής και η αισχρολογία. Όταν λοιπόν συμβεί κάτι τέτοιο, αν έχεις την ευκαιρία, να επιπλήξεις εκείνον που επιδόθηκε σε αισχρολογία, διαφορετικά να δείξεις σιωπώντας και κοκκινίζοντας και με έκφραση σκυθρωπή ότι σε δυσαρέστησε ο λόγος του.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

WILHELM REICH: Ο μεγάλος άνθρωπος ξέρει πότε και με ποιον τρόπο είναι μικρός

Σε καταλαβαίνω. Σε έχω δει χιλιάδες φορές απογυμνωμένο, ψυχικά και σωματικά, χωρίς μάσκα, χωρίς κομματική ταυτότητα, χωρίς τη «λαϊκότητά» σου. Γυμνό, όπως σε γέννησε η μάνα σου, σαν στρατάρχη με τα σώβρακα κατεβασμένα. Παραπονέθηκες και έκλαψες μπροστά μου, μου μίλησες για τις επιθυμίες σου, μου εξομολογήθηκες την αγάπη σου και τις στεναχώριες σου. Σε ξέρω και σε καταλαβαίνω. Θα σου πω λοιπόν τι είσαι στ’ αλήθεια, Ανθρωπάκο, γιατί πραγματικά πιστεύω στο λαμπρό σου μέλλον. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι σου ανήκει. Γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα ρίξε μια ματιά στον εαυτό σου, δες τον όπως πραγματικά είναι. Αφουγκράσου αυτά που κανείς από τους μεγάλους ηγέτες και τους εκπροσώπους σου δεν τολμά να σου πει:

Είσαι ένας «κοινός μικρός άνθρωπος». Φρόντισε να αντιληφθείς το διττό νόημα αυτών των λέξεων: «μικρός» και «κοινός».

Μην τρέχεις να ξεφύγεις. Βρες τα κότσια να αντικρίσεις τον εαυτό σου!

«Με ποιο δικαίωμα μου υπαγορεύεις τι να κάνω;» Βλέπω την απορία στο τρομαγμένο σου βλέμμα. Ακούω την ερώτηση να βγαίνει από το θρασύ σου στόμα, Ανθρωπάκο. Φοβάσαι να αντικρίσεις τον εαυτό σου, φοβάσαι την κριτική, Ανθρωπάκο, όπως φοβάσαι και την εξουσία που σου υπόσχονται.
Δεν θα ήξερες πώς να διαχειριστείς αυτή τη δύναμη. Δεν τολμάς καν να σκεφτείς ότι θα μπορούσες να νιώσεις τον εαυτό σου διαφορετικά: ελεύθερο, αντί για υποταγμένο – ανοιχτό, αντί για κρυψίνου – ελεύθερο να αγαπήσει ολοκληρωτικά, όχι σαν τον κλέφτη μέσα στη νύχτα.

Περιφρονείς τον εαυτό σου, Ανθρωπάκο. Λες: «Ποιος είμαι εγώ στο κάτω κάτω για να έχω δική μου άποψη, για να καθορίζω τη ζωή μου και για να διακηρύσσω ότι ο κόσμος είναι κτήμα μου;». Έχεις δίκιο: Ποιος είσαι εσύ για να προβάλλεις αξιώσεις για τη ζωή σου; Θα σου πω εγώ ποιος είσαι:

Διαφέρεις μόνο σε ένα σημείο από τον πραγματικά σπουδαίο άνθρωπο: Ο σπουδαίος άνθρωπος, υπήρξε κι αυτός κάποτε ένας πολύ μικρός Ανθρωπάκος, ανέπτυξε όμως μία πολύ σημαντική ικανότητα: Αναγνώρισε τη μικρότητα και τη στενότητα των σκέψεων και των πράξεών του. Υπό την πίεση ενός καθήκοντος που σήμαινε πολλά έμαθε να βλέπει τι κίνδυνο αποτελούσε η μικρότητα, η μικροπρέπεια του, για την ευτυχία του. Με άλλα λόγια, ο μεγάλος άνθρωπος ξέρει πότε και με ποιον τρόπο είναι μικρός. Ο Ανθρωπάκος δεν γνωρίζει ότι είναι μικρός και φοβάται να το μάθει. Συγκαλύπτει τη μικρότητα και τη στενομυαλιά του με ψευδαισθήσεις ισχύος και μεγαλείου, την ισχύ και το μεγαλείο άλλων. Είναι υπερήφανος για τους μεγάλους στρατηγούς του, αλλά όχι για τον εαυτό του. Θαυμάζει τις σκέψεις των άλλων, αλλά όχι τις δικές του. Όσο λιγότερο καταλαβαίνει κάτι, τόσο περισσότερο το πιστεύει, ενώ δεν πιστεύει στην ορθότητα των ιδεών που ο ίδιος αντιλαμβάνεται πιο εύκολα.

ΒΙΛΧΕΜ ΡΑΪΧ, Άκου, Ανθρωπάκο!

H Σελήνη θα μπορούσε να αποτελέσει ενεργειακή πηγή για τη Γη

To φεγγάρι πάντα συνάρπαζε τους ανθρώπους. Ο άνθρωπος πάτησε στη Σελήνη για πρώτη φορά το 1969 αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να αξιοποιήσει τον ορυκτό της πλούτο. Ίσως στο μέλλον.

Από τότε που για πρώτη φορά ο Αμερικανός αστροναύτης Νιλ Άρμστρονγκ πάτησε το πόδι του στη Σελήνη αναφωνώντας «ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα τεράστιο για την ανθρωπότητα», έχουν περάσει πολλές δεκαετίες και έχουν μεσολαβήσει πολλές αποστολές στο φεγγάρι.

Σήμερα η κατανόηση της Σελήνης έχει φτάσει σε ένα υψηλό επίπεδο και οι επιστήμονες διατείνονται ότι γνωρίζουν τα πάντα για τον γειτονικό πλανήτη. Ή καλύτερα σχεδόν τα πάντα.

Χάρη στην πρόοδο της τεχνολογίας και της επιστήμης σήμερα πολλές ιδιωτικές εταιρείες έχουν εκφράσει ενδιαφέρον να ξεκινήσουν τις δικές τους ερευνητικές αποστολές στο διάστημα. Η Tesla και η SpaceΧ έχουν ως μεγαλεπήβολο στόχο να δημιουργήσουν «αποικία» στον Άρη αλλά και να διοργανώνουν τουριστικά ταξίδια στη Σελήνη.

Όμως μεγάλο ενδιαφέρον έχουν αρχίσει να δείχνουν και πολλές επενδυτικές εταιρείες για εξόρυξη ορυκτών πρώτων υλών αλλά και ευγενών μετάλλων, όπως ο χρυσός, από το υπέδαφος της Σελήνης. Όπως εκτιμούν ειδικοί το υπέδαφος της Σελήνης είναι πιθανότατα πλούσιο και σε Ήλιο-3.

Ποια χημικά στοιχεία υπάρχουν στη Σελήνη;

Σύμφωνα με τον καθηγητή αστροβιολογίας και επιστήμης των πλανητών Ίαν Κρόφορντ στο Πανεπιστήμιο του Μπίρμπεκ του Λονδίνου: «Καθώς προχωρά η εξερεύνηση των πλανητών, αυξάνεται και η πιθανότητα στο μέλλον να είναι δυνατή η άντληση ενεργειακών πόρων και άλλων υλικών από άλλους πλανήτες». Προς το παρόν, όπως σημειώνει ο ίδιος, αυτή η προοπτική ενδιαφέρει κυρίως ιδιώτες επενδυτές. «Θα μπορούσαμε θεωρητικά στο μέλλον να δημιουργήσουμε βάσεις εξόρυξης, όπως στην Ανταρκτική. Οι βάσεις αυτές θα μπορούσαν να λειτουργούν εξ ολοκλήρου με φυσικούς πόρους από τη Σελήνη, αντί να μεταφέρονται από τη γη».

Ο Ίαν Κρόφορντ αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «κάθε χημικό στοιχείο που βρίσκεται στον περιοδικό πίνακα της γης, ανιχνεύεται επίσης στη Σελήνη. Ειδικότερα το Ήλιο-3 της Σελήνης θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την κάλυψη ενεργειακών αναγκών στη γη, δεδομένου ότι χρησιμοποιείται σε πυρηνικούς σταθμούς για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Έτσι λοιπόν αυξάνονται οι φωνές υπέρ της εκμετάλλευσης του χημικού αυτού στοιχείου που μπορεί να μας δώσει η Σελήνη».

Ο ίδιος βέβαια εκφράζει επιφυλάξεις τόσο ως προς την πιθανολογούμενη πραγματική ποσότητα Ήλιου-3 στο φεγγάρι όσο και ως προς την μακροπρόθεσμη συμβολή μιας τέτοιας μεγαλόπνοης και κοστοβόρας επένδυσης στην κάλυψη αναγκών πίσω στη γη. «Εάν έχεις τα χρήματα να επενδύσεις στο πεδίο της ενεργειακής ασφάλειας στο μέλλον, δεν έχει νόημα να επενδύσεις σε άλλη μια μη ανανεώσιμη πηγή, όπως το Ήλιο-3, αλλά πολύ περισσότερο σε άλλες ανανεώσιμες μορφές ενέργειας στη γη».

Νέα νομικά ζητήματα

Όμως εάν υποθέσουμε ότι πράγματι ξεκινούν αποστολές εκμετάλλευσης του διαστήματος, ποιος θα έχει την κυριότητα των εκάστοτε σεληνιακών εδαφών; Σύμφωνα με τον Ίαν Κρόφροντ, το ζήτημα των κυριαρχικών δικαιωμάτων στο διάστημα ρυθμίζεται από τη Διεθνή Σύμβαση για το Διάστημα του 1967 (Στα ελληνικά: Συνθήκη επί των Αρχών που Διέπουν τη Δραστηριότητα των Κρατών κατά την Εξερεύνηση και Χρησιμοποίηση του Διαστήματος, συμπεριλαμβανομένης της Σελήνης και των Άλλων ουράνιων Σωμάτων).

Το κείμενο αυτό διεθνούς δικαίου ορίζει καταρχήν ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να κατέχει εδάφη στο διάστημα, στη Σελήνη ή άλλους πλανήτες. Όμως, όπως επισημαίνει ο Βρετανός καθηγητής, η σύμβαση αυτή δεν προέβλεψε τίποτα για το ενδεχόμενο απόκτησης ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων πάνω σε ορυκτές ύλες από ιδιώτες επενδυτές. Κατά τη γνώμη του λοιπόν, θα πρέπει να αναθεωρηθεί για να συμπεριλάβει και τις μελλοντικές αποστολές έρευνας και οικονομικής εκμετάλλευσης από ιδιώτες. Κι αυτό διότι όλα δείχνουν ότι κάπως έτσι θα διαγραφεί το μέλλον.