Σχετικά ἐνωρίς στή μακρά συζήτηση γιά τή φιλία, στήν ὁποία ὁ Ἀριστοτέλης ἀφιερώνει τό ὄγδοο καί τό ἔνατο βιβλίο τῶν Ἠθικῶν Νικομαχείων, βρίσκουμε ἕνα γενικό χαρακτηρισμό τῆς φιλίας, στόν ὁποῖο θά μπορούσαμε νά διακρίνουμε τά στοιχεῖα ἑνός ὁρισμοῦ τῆς φιλίας: “Σέ σχέση μέ τόν φίλο λένε ὅτι πρέπει νά θέλομε τά ἀγαθά γιά χάρη ἐκείνου τοῦ ἰδίου (βούλεοθαι τά ἀγαθά ἐκείνου ἕνεκα). Ἀλλά αὐτούς πού θέλουν τά ἄγαθα μέ αὐτόν τόν τρόπο, ἄν δέν γίνεται τό ἴδιο ἀπό τήν ἀντίστοιχη πλευρά, τούς λένε [μόνο] εὐνοϊκούς (εὔνους λέγουσιν), γιατί λένε ὅτι ἡ φιλία εἶναι εὐνοϊκή διάθεση (εὔνοια) πού βρίσκει ἀνταπόκριση (ἐν ἀντιπεπονθόσιν). Ἤ μήπως πρέπει νά προσθέσομε: καί πού δέν μένει ἄγνωστη (μή λανθάνονσαν); Γιατί πολλοί εἶναι αὐτοί πού ἔχουν εὐνοϊκή διάθεση πρός ἀνθρώπους τούς ὁποίους δέν ἔχουν δεῖ ποτέ, ἔχοντας τήν ἄντιληψη γι’ αὐτούς ὅτι εἶναι ἐνάρετοι (ἐπιεικεῖς) ἤ χρήσιμοι, ἐνῶ κάποιος ἀπό ἐκείνους μπορεῖ νά αἰσθάνεται τό ἴδιο γι’ αὐτούς. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι λοιπόν εἶναι φανερό ὅτι ἔχουν εὐνοϊκή διάθεση μεταξύ τους, ἀλλά πῶς θά μπορούσαμε νά τούς πούμε φίλους, ἀφοῦ ἀγνοοῦν τήν ἀμοιβαία διάθεση τοῦ ἑνός γιά τόν ἄλλο; Ἑπομένως [γιά νά εἶναι φίλοι] πρέπει νά ἔχουν εὐνοϊκή δάθεση μεταξύ τους καί νά θέλουν τά ἀγαθά ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλον, χωρίς νά ἀγνοοῦν αὐτό τό γεγονός, μέ στόχο ἕνα ἀπό αὐτά πού εἴπαμε πιό πάνω [ὁ Ἀριστοτέλης ἀναφέρεται ἐδῶ στό ἀγαθό, τό εὐχάριστο καί τό χρήσιμο, βλ. 1155b19] (1155b31-l 156a5).
Κοιτάζοντας τό ἀπόσπασμα ὑπό τό πρίσμα ἑνός ὁρισμοῦ τῆς φιλίας, θά μπορούσαμε νά διακρίνομε ὡς γένος τῆς φιλίας τήν εὐνοϊκή διάθεση (δήλ. τήν βούληση τῶν ἀγαθῶν) καί ὡς εἴἰδοποιές διαφορές τῆς εὔνοιας: (1) γιά χάρη τοῦ φίλου, (2) μέ ἀνταπόκριση ἀπό ἐκεῖνον καί (3) μέ ἀμοιβαία γνώση αἰσθημάτων.
Χρειάζεται ἀκόμα νά διερευνήσομε τί ἐννοεῖ ὁ Ἀριστοτέλης, ὅταν ὁμιλεῖ γιά τή βούληση τῶν ἀγαθῶν γιά χάρη τοῦ φίλου (ἐκεῖνον ἕνεκα) καί ὅταν ἀναφέρεται σέ αὐτό γιά τό ὁποιῖο θέλει κανείς τά ἀγαθά γιά τό φίλο του. Ὁ Ἀριστοτέλης χρησιμοποιεῖ γιά τό δεύτερο τήν τυπική εἰδολογική ἔννοια τοῦ “φιλητοῦ” (τοῦ ἀγαπητοῦ ἀντικειμένου), ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου κάθε φορᾶ κανείς ἀγαπᾶ τό φίλο του, θέλοντας γι’αὐτόν τά ἀγαθά. Στη συνέχεια ὁ Σταγειρίτης φιλόσοφος διακρίνει τρία εἴδη τοῦ φιλητοῦ: τό εὐχάριστον (τό ἡδύ) καί τό χρήσιμον, στά ὁποια ἀντιστοιχοῦν τρία εἴδη φιλίας, πού βασίζονται εἴτε στό ἀγαθόν εἴτε στό εὐχάριστο εἴτε στο χρήσιμον (1155b 18-19, 1 156a7-8). Σέ σχέση μέ τά δύο τελευταία εἴδη ταῆς φιλίας ὁ Ἀριστοτέλης θά ὑποστηρίξει ὅτι μόνο ἐπιφανειακά καί σύμπωματικά θέλει κανείς τά ἀγαθά γιά χάρη τοῦ φίλου του. Σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις ὁ Α ἀγαπᾶ τόν Β ὄχι ἐξ αἰτίας τοῦ Β καθαυτοῦ, λόγω τοῦ τί εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Β προσωπικά, ἀλλά ἐξ αἰτίας αὐτοῦ πού ὁ Β ἔχει νά προσφέρει στον Α σέ εὐχαρίστηση ἤ χρησιμότητα: 'Ὅσοι λοιπόν ἀγαπούν ὁ ἕνας τόν γιά τή χρησιμότητα δέν ἀγαποῦν ὁ ἕνας τόν ἄλλον καθαυτόν, ἀλλά για κάτι το καλό πού συμβαίνει στούς ἴδιους ἐξ αἰτίας τοῦ ἄλλου. Ἔτσι καί με αὐτούς πού ἀγαποῦν γιά τήν εὐχαρίστηση: ἀγαποῦν τούς πνευματώδεις (εὐτραπέλους), ὄχι ἕξ αἰτίας τῆς ἐσωτερικῆς ποσότητας ἐκείνων (τῷ ποιούς τινας εἶναι)[1], ἀλλά γιατί εἶναι εὐχάριστοι στούς ἴδιους Συμπτωματικές (κατά συμβεβηκός) λοιπόν εἶναι αὐτές οἱ φιλίες, γιατί σ’ αὐτές δέν ἀγαπᾶται κάποιος ἐπειδή εἶναι αὐτός πού εἶναι (ᾖ ἔστιν ὅσπερ ἐστίν ὁ φιλούμενος) καθόσον παρέχει κάτι, ἄλλος κάποιαν ὠφέλεια καί ἄλλος εὐχαρίστηση (1156a 10-14, 17-19). Ἡ ἄποψη τοῦ Ἀριστοτέλη λοιπόν γιά τίς φιλίες ταῆς χρησιμότητας καί τῆς εὐχαρίστησης εἶναι ὅτι πρόκειται γιά κατά σύμβεβηκός φιλίες, ἐπειδή στεροῦνται μίας αὐτόνομης ἀναφορᾶς στόν φίλο και ἐπειδή ἐξαρτῶνται ἀπό ἕνα στενά ἐγωϊστικό κίνητρο.
Ὁ Ἀριστοτέλης θεωρεῖ ὡς τέλεια φιλία τήν φιλία αὐτῶν πού εἶναι καλοί (ἀγαθοί) καί ὅμοιοι στήν ἀρετή (1156b7-8). Ὁ ἕνας θέλει τά ἀγαθα για τον ἄλλον μέ ὅμοιο τρόπο, καθόσον ὁ φίλος θεωρεῖται ἀγαθός καί καθόσον ὡ ἐνάρετος, εἶναι ἀγαθός καθ’ ἑαυτόν. Ὁ Ἀριστοτέλης χαρακτηρίζει ὥ φίλους στόν ὕψιστο βαθμό (μάλιστα) αὐτούς πού θέλουν τά ἀγαθά γιά τό φίλο τους, πρᾶγμα πού συμβαίνει μέ αὐτούς πού θέλουν τά ἀγαθά γιά τό φίλο τους ἐξ αἰτίας τοῦ ἴδιου τοῦ φίλου τους (δί’ αὐτούς) καί ὄχι κατά συμβεβηκός (156b8-l 1). Ἡ συλλογιστική τοῦ Ἀριστοτέλη ἐδῶ προϋποθέτει ταύτιση τῆς οὐσίας ἑνός προσώπου μέ τόν ἠθικό του χαρακτῆρα· ὁ Σταγειρίτης συμπεραίνει ὅτι τότε πράγματι ἀγαπᾶ κανείς κάποιον για χάρη του, ὅταν τόν ἀγαπᾶ ἐπειδή ἀκριβῶς εἶναι ἐνάρετος. Ὁ Ἀριστοτέλης προτείνει ἕνα ἀξιολογικό πρότυπο φιλίας στό ὁποῖο ἡ καταξίωση ταῆς φιλίας ἔγκειται στό ἠθικό ποιόν τῶν φίλων. Δέν ἀποκλείει βέβαια μιά τέτοια ἄποψη τήν ἀνάγκη γιά ἄλλα προσόντα, τά ὁποῖα ὁ φίλος πρέπει νά ἱκανοποιεῖ γιά νά εἶναι φίλος τοῦ συγκεκριμένου ἀτόμου (βλ. πιό πάνω τήν νύξη στήν εὐτραπελία ὡς θετικό στοιχεῖο τῆς προσωπικότητας τοῦ φίλου, 1156a13, καί πιό κάτω τήν ἀναφορά στήν στρυφνότητα ὡς ἀρνητικό στοιχεῖο για το σχηματισμό φιλίας, 1157b 14-15, 1158a 1 -2, 6). Γιά τόν Ἀριστοτέλη ἡ ἀρετή τῶν φίλων στήν τέλεια φιλία ἀποτελεῖ τήν σταθερή ἐγγύηση τῆς μονιμότητας τῆς φιλίας τους, μιά καί ἡ ἀρετή εἶναι κάτι τό μόνιμο (1156b 11-12).
Ἡ ἀρχή τῆς ἀνιδιοτέλειας τῆς φιλίας πού ἐκφράζεται διά τῆς ἀπόψεως ὅτι θέλει κανείς τά ἀγαθά γιά χάρη τοῦ φίλου του (ἐκεῖνου ἕνεκα) φαινομενικῶς ἀποδυναμώνεται, ὅταν λίγο παρακάτω διαβάζουμε τά ἑξῆς «καί ἀπό κάθε ἄποψη ὁ καθένας τους παίρνει ἀπό τόν ἄλλο τά ἴδια καί ἀπαράλλαχτα πού ἄλλος παίρνει ἀπό ἐκεῖνον, πρᾶγμα πού πρέπει νά ἀληθεύει γιά τούς φίλους» (καί κατά πάντα ταὐτά γίνεται καί ὅμοια ἑκάτερῳ πάρ’ ἑκατέρου. ὅπέρ δεῖ τοῖς φίλοις ὑπάρχειν) (1156b34-35). Ἐγείρεται ἔτσι τό ἐρώτη- μά: Ἄραγε δέν ἔχουμε ἐδῶ τήν ἔκφραση μίας ἐμπορικῆς νοοτροπίας γιά ἀνταλλαγή ἀγαθῶν πού ἀντιμάχεται τήν ἀνιδιοτέλεια τῆς τέλειας φιλίας;[2]
Κατά τή γνώμη μου, γιά νά ἀποφευχθεῖ ἡ ἐντύπωση μιᾶς ἐσωτερικῆς ἀσυμφωνίας στίς ἀπόψεις τοῦ Ἀριστοτέλη γιά τήν τελεία φιλία, εῖναι ἀνάγκη νά γίνει ἐμφανής μία διάκριση, πού μόνο ἀμυδρά διαφαίνεται στήν πραγμάτευση τοῦ θέματος τῆς φιλίας. Πρόκειται γιά τή διάκριση μεταξύ, ἀφ’ ἑνός, τῆς φιλίας ὡς βουλητικῆς καί συναισθηματικῆς διάθεσης πού ἑδράζεται στήν ψυχή τοῦ ὑποκειμένου καί ἀναφέρεται στόν φίλο, καί ἀφ’ ἑτέρου, τῆς φιλίας ὡς ἑνιαίας ἀντικειμενικῆς κατάστασης πού συμπεριλαμβάνει καί τούς δύο φίλους στίς δυναμικές κοινοῦ βίου, σχέσεις ἀλληλεπίδρασης καί ἀλληλεξάρτησης.
Ὁ ‘Ἀριστοτέλης προβάλλει τήν ὑποκειμενική ἔννοια τῆς φιλίας, ὅταν λέγει, «φίλος πρό πάντων εἶναι αὐτός πού θέλει τά ἀγαθά γιά χάρη ἐκείνου γιά τόν ὁποῖον τά θέλει, ἀκόμα κι ἄν δέν πρόκειται κανείς νά τό μάθει» (φίλος δέ μάλιστα ὁ βουλόμενος ᾦ βούλεται τἀγαθά ἐκείνου ἕνεκα, καί εἰ μηδείς εἴσεται) (1168b2-3). Ἐπίσης τήν ὑποκειμενική ἔννοια τῆς φιλίας ἔχει ὁ Ἀριστοτέλης ὑπ’ ὄψη του, ὅταν ἀπό τόν ἐνεργητικό χαρακτήρα του, ἀπό τό ἐμπειρικό γεγονός ὅτι ἀποσποῦν τόν ἔπαινο αὐτοί πού ἀγαποῦν τούς φίλους τους, συμπεραίνει ὅτι ἡ ἐνεργητική ἀγάπη τοῦ ἄλλου καί ὄχι τό νά ἀγαπᾶται κανείς ἀπό τόν ἄλλον εἶναι ἡ ξεχωριστή ἀρετή τῆς φιλίας: «μᾶλλον δέ τῆς φιλίας οὔσης ἐν τῷ φιλεῖν, καί τῶν φιλοφίλων ἐπαινούμενων, φίλων ἀρετή τό φιλεΐν ἔοικεν» (1159a33-35).
Ἐνῶ ἡ ἀνταπόκριση τοῦ φίλου ἀποτελεῖΐ ἕνα ἀπαραίτητο ὅρο τῆς φιλίας ὡς διαπροσωπικῆς σχέσης, αὐτή ἡ ἀνταπόκριση εἶναι λογικῶς ἄσχετη μέ τήν ὕπαρξη τῆς φιλίας ὡς ὑποκειμενικῆς διάθεσης. Ὁ Ἀριστοτέλης μάλιστα ἐπανειλημμένα συγκρίνει τήν φιλική διάθεση τῆς τέλειας φιλίας μέ περιπτώσεις ἀγάπης, ὅπου κατ’ ἀρχάς ἀποκλείεται ἡ προσδοκία ἀνταπόκρισης ἀπό τό ἀντικείμενο τῆς ἀγάπης.
Ἐδῶ ἀνήκει τό παράδειγμα τῆς μητέρας πού παραδίδει σέ ἄλλους τό μωρό της γιά νά τό μεγαλώσουν σάν παιδί τους. καί πού παραμένει ἄγνωστη στό παιδί της, ἀλλά γιά τήν ὁποία ἡ ἀγάπη γιά τό παιδί της καί ἡ εὐτυχία του παιδιοῦ της εἶναι πηγή χαρᾶς ἔστω κι ἄν λείπει ἡ ἀνταπόκριση ἀπό ἐκεῖνο (1159a28-33). Ὑπάρχει ἐπίσης ἡ ἀγάπη τοῦ τεχνήτη για τό ἔργο του καί ἰδιαίτερα τοῦ ποιητῆ γιά τό ποίημά του, πού εἶναι ἀγάπη τοῦ γονιοῦ γιά τό παιδί του, ἄν καί δέν ὑπάρχει ἡ προσδοκία ἀνταπόκρισης ἀπό τό δημιούργημα (1167b33-1 168a2). Τέλος ὑπάρχει ἡ ἀφιλοκερδής ἀγάπη τοῦ εὐεργέτη γιά τόν εὐεργετούμενο, πού δέν ἐξαρτᾶται ἀπό κανένα τωρινό ἤ μελλοντικό ὄφελος τοῦ εὐεργέτη ἀπό τόν εὐεργρτούμενο (1167a31-33).
Ὁ Ἀριστοτέλης ἀναζητεῖ τήν ἐξήγηση γι’ αὐτά τά φαινόμενα στο γεγονός ὅτι ὁ δημιουργός ἀγαπᾶ τό ἔργο του, ἐπειδή αὐτό ἀπορρέει ἀπό τη δική του ἐνέργεια καί τήν ἐνσωματώνει καί ἐπειδή μέ τό ἔργο τοῦ ὁ δημιουργός ἀπολαμβάνει τή συναίσθησή του ὅτι ὁ ἴδιος ὑπάρχει, ἀφοῦ τό να ὑπάρχει κανείς εἶναι νά ἐνεργεῖ (ἐσμέν δ’ ἐνεργείᾳ) (1168a5-9). Ἡ ἀγάπη ὅμως στήν τέλεια φιλία ἀναγνωρίζει τήν ἀνεξάρτητή τοῦ ἀτόμου ὑπόσταση τοῦ φίλου ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου καί γιά χάρη τοῦ ὁποίου ὑπάρχει.
Ἕνα ἄξιο μνείας χαρακτηριστικό της φιλίας ὡς ψυχικῆς διάθεσης εἶναι ὅτι δέν ὑπόκειται στόν κανόνα τῆς ἠθικῆς μεσότητος. Γι’αὐτό ὁ Ἄριστοτέλης ὁμιλεῖ γιά τήν τέλεια φιλία ὡς «ὑπερβολή» τοῦ αἰσθήματος τῆς ἀγάπης πού ὡς τέτοια μοιάζει μέ τόν ἔρωτα (1158a 10-12).[3]
Ὡστόσο, παρά τήν ἔντασή της, κάθε ἄλλο παρά τυφλό πάθος εἶναι ἡ φιλία, ἀφοῦ παίρνει τόν χαρακτήρα μιᾶς ἔλλογης ἐπιλογῆς τοῦ φίλου πού ἐκφράζεται σέ μιά σταθερή ἕξη ἀπέναντί του ὕστερα ἀπό στενή γνωριμία, πείρα καί δοκιμασία (1156b25-29, 1158al4-15).
Ἔτσι λοιπόν ἡ ἔννοια ὡς ὑποκειμενική διάθεση εἶναι συνυφασμένη μέ τήν κοινή ζωή τῶν φίλων μέσα σ’ ἕνα ἀντικειμενικό καθεστώς πού συμπεριλαμβάνει καί τούς δύο φίλους καί πού ἔχει τά ἰδιαίτερα γνωρίσματά του. Ὁ Ἀριστοτέλης ἐκφράζει τήν ἀντικειμενική ἔννοια τῆς φιλίας, ὅταν λέγει ὅτι «ἐν κοινωνίᾳ ... πᾶσα φιλία ἐστίν» (1161b11), καί «κοινωνία γάρ ἡ φιλία» (1171b32-33). Μέσα σ’ αὐτήν τήν κοινωνία οἱ φίλοι συζοῦν συνημερεύουν, συνδιάγουν πραγματοποιώντας μέ ἕνα ξεχωριστό τρόπο την κοινωνική φύση τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἀναζήτηση τῆς εὐτυχίας του.
Πόσο ὑψηλά θέτει ὁ Ἀριστοτέλης τήν κοινότητα τῶν φίλων φαίνεται ἀπό ὅσα λέγει γιά τήν σχέση μεταξύ φιλίας καί δικαιοσύνης. Ἐνῶ κάποια μορφή δικαιοσύνης συνοδεύει κάθε κοινωνία, καί ἐνῶ ὁ βαθμός τῆς δίκαιοσύνης σέ μιά κοινωνία εἶναι ἀνάλογος μέ τό βαθμό τῆς φιλίας (1159b26-2 1160a7-8), στήν κοινωνία τῶν ἐνάρετων φίλων, ἡ δικαιοσύνη ἀποβαίνει περιττή:
«Οἱ ἄνθρωποι ὅταν εἶναι φίλοι δέν χρειάζονται τήν δίκαιοσύνη ἀλλά ὅταν εἶναι δίκαιοι χρειάζονται ἐπί πλέον τή φιλία» (1155a26-27).
Ἡ φιλία τείνει πρός τήν ἀπόλυτη ἰσότητα πού εἶναι ἡ ἀριθμητική (κατά ποσόν) ἰσότητα, ἐνῶ ἡ δικαιοσύνη τείνει πρός τήν ἀναλογική ἰσότητα πού διέπεται ἀπό τό ἁρμόζον (κατ’ ἀξίαν) (1158b30-32). Ὅσο πιό ὁλοκληρωτική εἶναι ἡ ἰσότητα πού διέπει τά πρόσωπα καί τίς σχέσεις τῶν φίλων, τόσο πιό τέλεια εἶναι ἡ φιλία τους. «Οἱ ἴσοι φίλοι - λέγει ὁ Ἀριστοτέλης - ὅπως ἐπιβάλλεται ἀπό τήν ἰσότητά τους, πρέπει νά εἰσάγουν τήν ἀγάπη (τό φιλεῖν) καί σ’ ὅλα τ’ ἄλλα» (1162b2-3).
Ἕνα ἄλλο γνώρισμα τῆς φιλίας ὡς ἀντικειμενικῆς κατάστασης, ἐκτός ἀπό τήν ἰσότητα, εἶναι ἡ ὁμόνοια.
Ἡ ὁμόνοια ἀντλεῖ ὡς ἔννοια τήν προέλευσή της ἀπό τόν πολιτικό τομέα σέ συνθῆκες, ὅπου ὁὅλοι οἱ πολίτες ἤ διάφορα κράτη ἀπό κοινοῦ συμφωνοῦν γιά τό τί ἀποτελεῖ τό κοινό τους συμφέρον σέ ζητήματα ὑψηλῆς δημόσιας σημασίας, καί ἀπό κοινοῦ ἐπιδιώκουν τήν ἐπίτευξή του στήν πράξη. Γι’ αὐτό καί ὀνομάζεται πολιτική φιλία (1167a22-b4). Ὁ Ἀριστοτέλης μεταφέρει τήν ὁμόνοια ὡς ἔννοια ἀπό τόν πολιτικό τομέα στόν ἰδιωτικό τομέα τῶν φίλων, τονίζοντας ὅτι μόνο οἱ ἐνάρετοι εἶναι ἱκανοί νά ἐπιδιώκουν πάντοτε ἀπό κοινοῦ τό κοινό τους ἀγαθό, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι ὁμονοοῦν μονίμως μέ τόν ἑαυτό τους, χωρίς νά ὑπάρχει διχασμός στήν ψυχή τους (116754-16).
Ἡ ὁμόνοια ὡς χαρακτηριστικό πού ἀνήκει στήν τέλεια φιλία προϋποθέτει ὅτι ἡ φιλία ἀποτελεῖ μιάν ἰδιαίτερη κοινότητα πού ἐμπεριέχει τό ξεχωριστό της κοινό ἀγαθό, τοῦ ὁποίου ἔχουν ἐπίγνωση καί τό ὁποῖο ἐπιδιώκουν οἱ φίλοι πού τήν συναπαρτίζουν.
Τά μέλη τῆς κοινότητας τῶν φίλων ἀποδίδουν προνομιακή θέση στό φίλο τους. Τό γεγονός ὅτι ἕνας φίλος μας ἀποτελεῖ ἀφ’ ἑαυτοῦ ἕνα ἠθικό λόγο νά θέλομε νά τόν εὐεργετήσομε, προτιμώντας τον ἀπό ἕνα ξένο: (1169b 11-1«ἔστιν τοῦ ἀγαθοῦ καί τῆς ἀρετῆς τό ἐνεργετεῖν, κάλλιον δ’ εὖ ποιεῖν φίλους ὀθνείων». Ό καθένας - παρατηρεῖ ὁ Ἀριστοτέλης - ἀποδίδει στόν ἄλλο τό ἴσο σέ καλή θέληση καί εὐχαρίστηση, ἀφοῦ λέγεται ἡ φιλία ἰσότητα” (1157b34-36). Ἔτσι ἡ ἀμοιβαία διάθεση γιά εὐεργεσία τοῦ φίλου προκαλεῖ τήν ἀντικειμενική ἰσότητα ὠφελημάτων μεταξύ τῶν φίλων (πβλ.1156b34-35).
Ἕνα ἐκ πρώτης ὄψεως παράδοξο της ἀριστοτελικῆς ἀντίληψης γιά τήν τέλεια φιλία εἶναι ὁ συνδυασμός σ’ αὐτήν τῆς ἀνιδιοτελοῦς («ἐκείνου ἔνεκα»), ἀγάπης γιά τό φίλο μέ μιά ἔντονα ἐγωκεντρική προοπτική ἐπί τοῦ φίλου, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζεται ὡς ἕνας ἄλλος ἐαυτός μας : «ἄλλος αὐτός» ἤ «ἕτερος αὐτός» (1166a32, I 169b6-7, 1170b6-7). Ὁ φίλος, ἀφ’ ἑνός ἀναγνωρίζεται ὡς ἕνα αὐτόνομο πρόσωπο πού εἶναι τό γνήσιο ἀντικείμενο τῆς ἀγάπης μας, ἐνῶ, ἀφ’ ἑτέρου, ἡ ἑτερότητα τοῦ φίλου ὡς ἄλλου προσώπου ἀπαλείφεται μέ τό νά θεωρεῖται ὁ φίλος, κάπως ἀντιφατικά, ὡς ἕνας ἄλλος ἑαυτός μας.
Κατά τή γνώμη μου τό παράδοξο αὐτό ὀφείλεται σέ μιά ἰδιότυπη συνδιαλλαγή στήν ἀριστοτελική θεωρία μεταξύ ἐγωκεντρισμοῦ καί αὐτοῦ πού ἐμεῖς θά λέγαμε ἀλτρουϊσμό. Αὐτή ἡ συνδιαλλαγή γίνεται ἰδιαίτερα φανερή στό ἑξῆς χωρίο: «καί φιλοῦντες τόν φίλον τό αὐτοῖς ἀγαθόν φιλοῦσιν· ὁ γάρ ἀγαθός, φίλος γινόμενος, ἀγαθόν γίνεται ᾦ φίλος» (1157b 33-34) («Καί μέ τό νά ἀγαποῦν τόν φίλο τους ἀγαποῦν αὐτό πού τούς εἶναι ἀγαθό γιά τούς ἴδιους - γιατί ἕνας καλός ἄνθρωπος πού γίνεται φίλος, γίνεται ἀγαθό γιά τό πρόσωπο γιά τό ὁποιο εἶναι φίλος»).
Ἐδῶ ἡ λέξη «ἀγαθόν» σημαίνει κάτι πού εἶναι φορέας ἀξίας. Θα μπορούσαμε νομίζω νά ποῦμε ὅτι ὁ φίλος εἶναι φορέας εὐδαιμονιστικῆς ἀξίας. Ἡ ὁλη συζήτηση γιά τήν τέλεια φιλία, ἰδίως στό ἔνατο βιβλίο τῶν Ἠθικῶν Νικομαχείων, συνδέεται μέ τό θέμα τῆς εὐδαιμονίας. Ὁ Ἀριστοτέλης λέγει πολλά γιά τήν ἀρετή σέ σχέση μέ τήν τέλεια φιλία, ἀλλά ἡ ἀρετή ἀπασχολεῖ ἐδῶ αὐτήν καθ’ ἑαυτή, ἀλλά μόνο καθόσον εἶναι σύστατικό τῆς εὐδαιμονίας, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ὡς ἐνέργεια εὐχάριστου ἡδονικοῦ χαρακτήρα (Πρβλ. 1170a4: «οἴονταί τέ δεῖν ἡδέως γῆν τόν εὐδαίμονα»). Ὡςἐνάρετος ἕνας ἄνθρωπος εἶναι ἄξιο ἀντικείμενο ἀνιδιοτελοῦς φιλίας καί μπαίνοντας ὡς φίλος μέσα στή ζωή αὐτοῦ πού τόν ἔχει φίλο γίνεται γι’αὐτόν ἕνα εὐδαιμονικό ἀγαθό.
Ὁ Ἀριστοτέλης πιστεύει ὅτι ὁ φίλος εἶναι ἕνας δεύτερος ἑαυτός μας μόνο μέσα καί χάρη στό ἀντικειμενικό καθεστώς τῆς φιλίας πού ἑνώνει καί τούς δύο φίλους.
Τό νά πεῖς τόν φίλο ἄλλον ἑαυτό σου εἶναι νά πάρεις τήν ὑποκειμενική ἄποψη ἑνός ἀπό τους φίλους. Ἡ φιλία ὅμως ὡς ἀντικειμενική ἀποτελεῖ ἕνα ἑνιαῖο σύστημα σχέσεων, πού ἀναφέρεται καί στους δύο φίλους καί πού ὄεν παίρνει τήν ἄποψη τοῦ ἑνός ἤ τοῦ ἄλλου φίλου, ἀλλά ἐξίσου καί ταυτόχρονά τους ἐμπερικλείει σέ μιά κοινή μορφή βίου. Ἡ μια αὐτή ἀντικειμενική κατάσταση μπορεῖ νά ἰδωθεῖ ἀπό τήν ὑποκειμενική σκοπιά τοῦ ἕνος ἤ τοῦ ἄλλου φίλου, καί τότε ὁ ἄλλος φίλος παρουσιάζεται ὡς δεύτερος ἑαυτός. Ὡστόσο ἡ ἔννοια τοῦ δεύτερου ἑαυτοῦ ἔχει νόημα στήν ἀντικειμενική κατάσταση τῆς φιλίας πού ἑνώνει ἀλληλένδετα τους δύο φίλους.
Γιά τόν Ἀριστοτέλη ἡ ἄλτρουϊστικη μέριμνα γιά τήν εὐδαιμονία τοῦ φίλου μας συνδέεται ἁρμονικά μέ τή μέριμνα γιά τόν ἑαυτό μας ἐπειδή οἱ ζωές μας εἶναι εὐδαιμονικά συνυφασμένες μεταξύ τους. Ἡ εὐδαιμονία τοῦ φίλου μου εἶναι μιά πλευρά τῆς δικῆς μου εὐδαιμονίας. Ἡ φροντίδα γιά τήν εὐδαιμονία τοῦ φίλου μου εῖναι «ἐκεῖνου ἕνεκα» καί ἑστιάζεται σε ἐκεῖνον ἀλλά ταυτόχρονα ἐμπερικλείεται μέσα στόν ὁρίζοντα τῆς μέριμνας για τή δική μου εὐδαιμονία. Ὅταν ὁ Α μεριμνᾶ γιά τόν Β γιά χάρη τοῦ Β και ὁ Β μεριμνᾶ γιά τόν Α γιά χάρη τοῦ Α, ὁ Α καί ὁ Β ταυτόχρονα μεριμνοῦν γιά τή δική τους εὐδαιμονία, ἐπειδή τό καλό του Β εἶναι γιά τον Α δικό του καλό, καί ἀντίστροφα.
Ἡ ἐγωκεντρική προοπτική της ἀριστοτελικῆς θεωρίας τῆς φιλίας εἶναι ἰδιαίτερα ἐμφανής στό κέφ. 9 τοῦ ἐνάτου βιβλίου τῶν Ἠθικῶν Νικομαχείων, ὁπου ὁ Ἀριστοτέλης, ἀντιδρώντας στήν ἀμφισβήτηση ἀπό μερικούς της ἀνάγκης νά ἔχει ὁ εὐδαίμων φίλους, δείχνει μέ ἐπιχειρήματα γιατί ἡ φιλία εἶναι ἀπαραίτητη γιά τόν εὐδαίμονα.
Ὁ Ἀριστοτέλης συγκεντρώνει τή συζήτηση πάνω στό πρόσωπο αὐτοῦ πού εἶναι «μακάριος» (1169b 17, 25, I 170a2, 8, 27, b 14), δήλ. αὐτοῦ πού εἶναι εὐδαίμων ἀπό κάθε ἄποψη, τοῦ πανευτυχῆ, ὅπως ἴσως θά λέγαμε ἐμεῖς.
Ἐξ ἀρχῆς ὁ Ἀριστοτέλης βάζει στό προσκήνιο τῆς συζήτησης τήν κοινωνική φύση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ φίλος εἶναι τό μεγαλύτερο ἐξωτερικό ἀγαθό τοῦ ἀνθρώπου καί δέν μπορεῖ νά λείψει ἀπό τόν μακάριο, ὁ ὁποῖος χρειάζεται τόν φίλο ὄχι γιά νά εὐεργετηθεῖ ἀπό αὐτόν, ἀλλά γιά νά τόν εὐεργετήσει (1169b 11-16). «Θἆταν δέ ἴσως παράλογο - προσθέτει ὁ Ἀριστοτέλης - νά ὑποθέσει κανείς μονήρη (μονώτην) τόν μακάριο - γιατί κανείς δέν θά προτιμοῦσε νά ἔχει ὁλα τά ἀγαθά καί νά εἶναι ὁλομόναχος· γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι πολιτικό ὄν ἀπό τή φύση του καί καμωμένος νά ζῆ μαζί μέ ἄλλους. Αὐτό λοιπόν ἀληθεύει καί γιά τόν εὐδαίμονα, ἀφοῦ ἔχει ὅλα τά ἐκ φύσεως ἀγαθά. Εἶναι δέ φανερό ὅτι εἶναι καλύτερα νά περνᾶ κανείς τίς μέρες του μέ ἐνάρετους φίλους παρά μέ ξένους καί τυχαίους ἄνθρωπους. Συνεπῶς εἶναι ἀναγκαῖοι οἱ φίλοι στόν εὔὐδαίμονα» (1169b 16-22). Κατά τόν Ἀριστοτέλη λοιπόν , ἀπό τήν ἄποψη τῆς ἀνθρώπινης φύσης, κατα’ ἀνάγκην ἡ εὐδαιμονία συμπεριλαμβάνει τόν φιλικό δεσμό.
Ἀλλά δέν εἶναι κάθε λογής φίλοι ἀπαραίτητοι γιά τόν εὐδαίμονα, καί γι’ αὐτό ὑπάρχει κάποια ἀλήθεια στήν ἀμφισβήτηση τῆς ἀνάγκης τῶν φίλων. Ἀσφαλῶς δέν χρειάζεται ὁ μακάριος τους χρήσιμους φίλους, ἀφοῦ ἔχει αὐτάρκεια ἀπό ἀγαθά, κι οὔτε χρειάζεται τούς εὐχάριστους φίλους, ἀφοῦ ἡ ζωή του εἶναι ἀπό τήν φύση της εὐχάριστη καί δέν ἔχει ἀναγκη ἀπό ἐπείσακτη ἡδονή ( 1 169b23-27).
Ἀπαραίτητοι ὅμως γιά τόν μακάριο εἶναι οἱ φίλοι πού εἶναι κατά τό ἦθος ἀγαθοί. Ἡ ἐγωκεντρική προοπτική ἀπό τήν πλευρά τοῦ εὐδαίμονος κυριαρχεῖ στά τρία ἐπιχειρήματα πού προβάλλει ἐπ’ αὐτοῦ ὁ Ἀριστοτέλης.
Τό πρῶτο ἐπιχείρημα (1169b29 1170a4) ἔχει νά κάνει μέ τήν ἀνάγκη πού ἔχει ὁ εὐδαίμων νά γίνει θεατής τῶν πράξεών του, πού ὡς ἐνέργεια τῆς ψυχῆς εἶναι συστατικές της εὐδαιμονίας του. Ἡ ἠθική θέαση ὅμως ἐγκλείει τήν δυσκολία τοῦ νά μπορεῖ κανείς νά ἀπασχολεῖται ὁλοκληρωτικά μέ τήν ἠθική δράση, ἐνῶ ταυτόχρονα νά παρατηρεῖ ὡς θεατής (θεωρεῖν) τίς πράξεις του[4]. Διέξοδο σ’ αὐτή τή δυσκολία παρέχει ὁ φίλος, ἐπειδή εἶναι πιό εὔκολο νά παρατηροῦμε τίς πράξεις τοῦ φίλου μας παρά τίς δικές μας. Χάρη στήν παρατήρηση τῶν πράξεων τοῦ φίλου, ἀποκτοῦμε τή θέα τῶν δικῶν μας.
Γιά δύο λόγους οἱ πράξεις τοῦ ἐνάρετού μας εἶναι εὐχάριστες. Πρῶτον, εἶναι ἀπό τή φύση τους ἀγαθές καί συνεπῶς ἀπό τή φύση τούς εὐχάριστες νά τίς βλέπομε. Δεύτερον, μᾶς εἶναι οἰκεῖες καί ὡς ἐκ τοῦτου εὐχάριστες ἐπειδή ὅ,τι εἶναι δικό μας εἶναι εὐχάριστο.
Ὁ φίλος ἐκλαμβάνεται, ἀφ’ ἑνός ὡς ἕνα ἀνεξάρτητο ἀπέναντί μας πρόσωπο τό ὁποιο μποροῦμε νά παρατηροῦμε ὡς θεατές, καί, ἀφ’ ἑτέρου ἄτομο πού εἶναι τόσο κοντά μᾶς ἠθικῶς καί πνευματικῶς ὥστε να ἀποτελεῖ ἕνα δεύτερο ἑαυτό μας.
Ἀξίζει νά σχολιάσομε λίγο τήν ἀντίληψη τοῦ Ἀριστοτέλη γιά τον ξεχωριστό ἀπό μᾶς ἄλλο ἄνθρωπο, σέ διάκριση ἀπό τόν ἑαυτό μας, πού ὡς νοητική καί ψυχοσωματική ὀντότητα εἶναι ἀντικείμενο γνώσης για μᾶς.Ὁ Ἀριστοτέλης δέν θεωρεῖ τά ἠθικά καί ψυχολογικά κίνητρα τοῦ ἄλλου σά φαινόμενα πού εἶναι κατ’ ἀνάγκην κρυμμένα ἀπό τόν ἑαυτό μας και για τά ὁποῖα μποροῦμε νά κάνουμε μόνο ὑποθέσεις ἤ νά μιλοῦμε μόνο κατ’άναλογίαν μέ τόν ἑαυτό μας, ὅπως ὑποστηρίζουν πολλοί νεώτεροι καί φιλόσοφοι. Δέν πιστεύει δηλαδή ὅτι ὑπάρχει ἕνα γνωσιολογικό χάσμα ἀνάμεσα στίς δύο πλευρές τῆς πράξης, πού θέλομε νά γνωρίσομε, τήν ἐξωτερική συμπεριφορά καί τήν ἐσωτερική πραξιακή πνευματική[5] διαδικασία συμπεριλαμβανομένης καί τῆς ἠθικῆς προαίρεσης. Γιά τόν Ἀριστοτέλη οἱ δύο πλευρές τῆς πράξης τοῦ ἄλλου, ἰδίως στήν περίπτωση τοῦ φίλου, μᾶς παρέχονται ἄμεσα ὡς ἀντικείμενα θέας. Ἐπίσης μποροῦμε νά συνάγομε ὅτι γιά τόν Ἀριστοτέλη ἡ ἠθική ἀποτίμηση τῶν πράξεών μας δέν εἶναι ἀνεξάρτητη ἀλλ’ ἀντίθετα εἶναι στενά συνδεδεμένη μέ τήν ἀποτίμηση παρόμοιων πράξεων τοῦ ἄλλου, καί ἰδιαίτερά του ἐνάρετου φίλου. Λείπει ὅμως στο πιό πάνω ἐπιχείρημα τοῦ Ἀριστοτέλη ἡ θεματική ἐξέταση τῶν στοιχείων πού ἀνέφερα.
Ὁ Ἀριστοτέλης καταλήγει ὡς ἑξῆς: «Θά χρειαστεῖ λοιπόν ὁ μακάριος τέτοιου εἴδους [δήλ. ἐνάρετους] φίλους, ἐφ’ ὅσον προτίθεται να θεᾶται (θεωρεῖν) πράξεις πού εἶναι καλές καί οἰκεῖες, καί τέτοιες εἶναι οἱ πράξεις τοῦ καλοῦ ἄνθρωπου πού εἶναι φίλος του (ὁ μακάριος δή φίλων τοιούτων δεήησεται, εἴπερ θεωρεῖν προαιρεῖται πράξεις ἐπιεικεῖς καί οἰκείας, τοιαῦται δ’ αἵ τοῦ ἀγαθοῦ φίλου ὄντος) (1170a2-4).
Τό δεύτερο ἐπιχείρημα ἑστιάζεται στήν ἀνάγκη πού ἔχει ὁ εὐδαίμων νά ἐνεργεῖ συνεχῶς, ἀφοῦ ἡ εὐδαιμονία εἶναι ἐνέργεια. Ἔχοντας ἀνάγκη, ὁ εὐδαίμων θά μπορεῖ πιό εὔκολα νά ἀπολαμβάνει μιά ἐνεργό ζωή πού θά εἶναι περισσότερο συνεχής, ἄν ἔχει ἐνάρετους φίλους μέ τους ὁποίους θά συμπράττει καί γιά χάρη τῶν ὁποίων θά ἑξασκεῖ τήν ἀρετή του. Ἀντιθέτως, ἡ μοναχική δράση εἶναι δύσκολη καί κουραστική: Για το μοναχικό ἄνθρωπο (μονώτη) ἡ ζωή εἶναι δύσκολη, γιατί δέν εἶναι εὔκολο μόνος του κανείς νά ζῆ ἔἐνεργό βίο συνεχῶς, ἐνῶ μαζί μέ ἄλλους και σέ σχέση μέ ἄλλους (μεθ’ ἑτέρων δέ καί πρός ἄλλους) εἶναι πιό εὔκολο. Ἔτσι θά εἶναι ἡ ἐνέργεια πιό συνεχής, ὅπως καί πρέπει νά εἶναι γιά τον πανευτυχή (περί τόν μακάριον), μιά καί εἶναι ἡ ἐνέργεια εὐχάριστη ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό της (καθ’ αὐτήν) (1170a5-8). Καί, συμφωνώντας μέ τόν Θέογνη, ὁ Ἀριστοτέλης παρατηρεῖ ὅτι, ὅταν ζῆ κανείς μαζί μέ ἐνάρετους ἀνθρώπους, μπορεῖ καί ἀσκεῖ τήν ἀρετή του, τελειοποιώντας την (1170a 11-13).
Τό δεύτερο αὐτό ἐπιχείρημα, πού τονίζει τό ρόλο τοῦ ἐνάρετου φίλου στήν ἐξάσκηση μίας συνεχοῦς δραστηριότητας ἀπό τόν εὐδαίμονα, τοποθετεῖται ὁλοκληρωτικά μέσα στό πλαίσιο τῆς φιλίας ὡς ἀντικειμενικῆς κατάστασης πού εὐνοεῖ τήν δράση - γιά χάρη τοῦ φίλου, καί σέ συνεργασία καί σύμπραξη μέ τό φίλο.
Τό τρίτο καί τελευταῖο ἐπιχείρημα γιά τήν ἀναγκη τοῦ φίλου ἀφορμᾶται περισσότερο ἀπό τήν βαθύτερη ἀνθρώπινη φύση (φυσικώτερον) τῶν ἐνάρετων φίλων (1170a 13-14).
Ξεκίνημα τοῦ ἐπιχειρήματος εἶναι ἕνας γνωσιακός χαρακτηρισμός τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Ὁ Ἀριστοτέλης ἐπισημαίνει ὅτι ὁ ὁρισμός τῆς ἀνθρώπινῆς ζωῆς ἔχει νά κάνει μέ τίς γνωστικές δυνάμεις τῆς αἴσθησης καί τῆς νόησης· ἀλλά μιά δύναμις ἀποκαλύπτει τήν οὐσία της, ὅταν ἐνεργοποιεῖται. Συνεπῶς ἡ ἀνθρώπινη ζωή εἶναι κυρίως ἡ ἐνέργεια τοῦ αἰσθάνεσθαι καί τοῦ νοεῖν (1170a 16-19). Ἀξιολογικά ἡ ἀνθρώπινη ζωή εἶναι ἀγαθή ἀπό τή φύση της, ἐπειδή ἔχει συγκεκριμένο χαρακτήρα («ὡρισμένον γάρ») καί ὡς ἀγαθή εἶναι εὐχάριστη καί ἐπιθυμητή ἀπό ὁλους τους ἄνθρωπους καί ἰδιαίτερα ἀπό τόν ἐνάρετο ἄνθρωπο, ἀφοῦ ἡ ζωή του εἶναι κατα’ ἐξοχήν ἄξια προτίμησης καί εὐτυχεστάτη (1170a 14-16. 21-22). Τήν ἐξήγηση γιά τό τί ἐννοεῖ ὁ Ἀριστοτέλης ὅταν ὁμιλεΐ γιά τόν συγκεκριμένο χαρακτήρα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, πού συνίσταται στήν ἐνέργεια τῆς αἴσθησης καί τῆς νόησης, τήν βρίσκουμε σ’ ἕνα παράλληλο χωρίο στή συζήτηση γιά τήν φιλία στά Ἠθικά Εὐδήμεια, 1245a 1-10. Τό «ὡρισμένον» στήν αἴσθηση καί στή νόηση προέρχεται ἀπό τόν «ὡρισμένον» του αἰσθητοῦ καί τοῦ νοητοῦ εἴδους πού ἔχουν ὡς ἀντικείμενα τους ἀντιστοίχως ἡ αἴσθηση καί ἡ νόηση. Ἡ αἴσθηση καί ἡ νόηση ταυτίζονται καί γίνονται ἕνα μέ τό ἀντικείμενό τους, ὅταν τό γνωρίζουν, καί ἔτσι παίρνουν ἀπό ἐκεῖνο τόν συγκεκριμένο τους χαρακτήρα («ὡρισμένον»), πού ἀνήκει στήν τάξη τοῦ ἄγαθου[6].
Σέ συνέχεια ὁ Ἀριστοτέλης ἐξετάζει τήν ἀνθριόπινη ζωή ἀπό τήν ψυχολογική πλευρά αὐτοῦ πού αἰσθάνεται καί πού νοεῖ καί παρατηρεῖ ὅτι ἕνας πού αἰσθάνεται καί νοεῖ ταυτόχρονα αἰσθάνεται ὅτι αἰσθάνεται καί ὅτι νοεῖ. «Αἰσθάνεται ὅτι» ἔχει τή σημασία ἐδῶ αὐτοῦ πού ἐμεῖς θά λέγαμε «ἔχω συνείδηση ὅτι». Τό νά ἔχει ἕνας ἄνθρωπος συνείδησή τοῦ ὅτι αἰσθάνεται καί ὅτι νοεῖ σημαίνει ὅτι ἔχει συνείδησή τοῦ ὅτι ὕπαρχει ὡς ἄνθρωπος - πράγμα πού εἶναι εὐχάριστο - ἐπειδή ἡ ἀνθρώπινη ζωή εἶναι ἀπό τή φύση της ἀγαθή καί εὐχάριστη. Ἰδιαίτερα δέ ἐπιθυμητή εἶναι ἡ ζωή γιά τόν ἐνάρετο ἄνθρωπο πού χαίρεται μέσα του ἀνεμπόδιστα τή συνείδηση τῆς ἀγαθότητας καί γλυκύτητας τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης (1170a31-b5). Ὁ ἐνάρετος ἄνθρωπος θέλει ὁμως νά χαρεῖ, ὡς συστατικά της εὐδαιμονίας του, ὄχι μόνο τή συνείδηση τῆς ὕπαρξής του, ἀλλά ἐπίσης καί τή συνείδηση τῆς ὕπαρξης τοῦ φίλου του μαζί μέ τή συνείδηση πού ἔχει γι’ αὐτήν ὁ φίλος του. Προϋπόθεση ἐδῶ εἶναι ἡ κοινότητα τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν φίλων μέσα στο πλαίσιο τῆς φιλίας ὡς ἑνιαίας ἀντικειμενικῆς κατάστασης.
Κρίκος γιά τό δεσμό τῶν δύο ὑπαρκτικῶν συνειδήσεων γίνεται ἡ ἔννοια τοῦ φίλου ὡς ἄλλου ἑαυτοῦ μας (ἕτερος αὑτός) (1170b6). «Ὅπως ὁ ἐνάρετος ἄνθρωπος (σπουδαῖος) διατίθεται πρός τόν ἑαυτό του - λέγει ὁ Ἀριστοτέλης - ἔτσι διατίθεται καί πρός τόν φίλο του (γιατί ὁ φίλος εἶναι ἕνας ἄλλος ἐαυτός)· ὅπως λοιπόν ἡ ὕπαρξή του τοῦ εἶναι ἄξια ἐπιλογῆς, το ἴδιο, ἤ παραπλήσια, ἄξια ἐπιλογῆς γι’ αὐτόν εἶναι ἡ ὕπαρξη τοῦ φίλου του. Ἀλλά εἴπαμε ὅτι ἡ ὕπαρξη εἶναι ἄξια ἐπιλογῆς, ἐπειδή ἔχομε τή συνείδηση ὅτι εἶναι ἀγαθή (διά τό αἰσθάνεσθαι αὐτοῦ [δήλ. τοῦ εἶναι][7] ἀγαθοῦ αὐτή ἡ συνειδητότητα (αἴσθησις) εἶναι καθ’ ἑαυτήν εὔχαριστη. Πρέπει συνεπῶς ὁ ἐνάρετος νά συμμετέχει στή συνείδηση πού ἔχει ὁ φίλος του γιά τήν ὕπαρξή του (συναισθάνεσθαι ἄρα δεῖ καί τοῦ φίλου ὅτι ἔστιν) κι αὐτό μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ, ἄν ζοῦνε μαζί καί ἄν μετέχουν σέ κοινούς λόγους καί σκέψεις (κοινωνεῖν λόγων καί διανοίας). Γιατί αὐτό μᾶλλον εἶναι το νόημα τοῦ νά ζοῦν μαζί οἱ ἄνθρωποι, καί ὄχι, ὅπως στήν περίπτωση ταῶν χορτοφάγων ζώων, νά βόσκουν στόν ἴδιο τόπο». (1170b5-14).
Χάρη στήν ἐπικοινωνία τῶν συνειδήσεων, ὁ διάλογος καί οἱ λογισμοί τῶν φίλων ἀποτελοῦν, σύμφωνα μέ τή συλλογιστική του Ἀριστοτέλη ἕνα ἑνιαῖο σύμπλεγμα πνευματικῆς ἐνέργειας, πού ἑνώνει τούς φίλους σε μιά κοινή εὐδαιμονία.
Ὁ φίλος, γιά τούς ἀνωτέρω λόγους, εἶναι ἄξιος ἐπιλογῆς. Και ὁ Ἀριστοτέλης καταλήγει μέ τό συμπέρασμα: «καί ὅ,τι εἶναι γιά τον μακάριο ἄνθρωπο ἄξιο ἐπιλογῆς πρέπει καί νά τό ἔχει, εἰδάλλως θά εἶναι ἀπό αύτή τήν ἄποψη ἐνδεής. Ἄρα θά πρέπει γιά νά εἶναι κάποιος εὐδαίμων να ἔχει ἐνάρετους φίλους» (1170b 17-19).
Μ’ ἔχει ἀπασχολήσει σ’αὐτή τή μελέτη ἡ διάκριση μεταξύ δύο ἐννοιῶν τῆς φιλίας πού χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀριστοτέλης στή θεωρία του γιά την τέλεια φιλία. Αὐτές εἶναι, πρῶτον, ἡ φιλία ὡς ἀνιδιοτελής ὑποκειμενική διάθεση πού χαρακτηρίζεται ἀπό τή βούληση τῶν ἀγαθῶν καί τῆς ὕπαρξης για χάρη τοῦ φίλου ὡς ἠθικῆς προσωπικότητας· καί, δεύτερον, ἡ φιλία ὡς ἀντικειμενική κατάσταση, πού ἑνώνει σέ μιά κοινή ἠθική, γνωσιακή καί συνειδησιακή ζωή, μέ στόχο τήν εὐδαιμονία, πρόσωπα πού εἶναι ἴσα ἀξιολογικά καί ὅμοια μεταξύ τους στίς ἐπιδιώξεις τους, ἀποτελώντας ὁ ἕνας για τον ἄλλο ἕνα δεύτερο ἑαυτό. Μέσα στά ὅρια ἑνός κοινοῦ βίου, ὁ ἐγωκεντρικός εὐδαιμονισμός ἐναρμονίζεται μέ τήν ἀνιδιοτελῆ ἐπιδίωξη τῆς εὐδαιμονίας τοῦ φίλου.
-------------------------------------
[1] Ἡ εὐτραπελία εἶναι γιά τόν Ἀριστοτέλη μιά ἤθικη ἀρετή κοινωνικότητας (Η.Ν..Β. 1108a23-26).
[2] Ἡ φαινομενική τουλάχιστον ἀντίθεση μεταξύ της ἀπαίτησης γιά ἀντιφίλιση στή φιλία καί τοῦ ἐκθειασμοῦ τῆς ἀμέριστης ἀγάπης, πού ἀγνοεῖ τήν ἀνταπόκριση, ἀπασχολεῖ τόν L. Dugas στό βιβλίο του L’ Amitie antique (Παρίσι, 1894). Ἀρχικά ὁ Γάλλος μελετητής τῆς ἀρχαίας φιλίας ὁμιλεῖ γιά ἀντίφαση στή θεωρία τοῦ Ἀριστοτέλη γιά τή φιλία (σ. 197-8), ἀλλά ἀργότερα ἀμβλύνει τήν ἔνταση, μιλώντας γιά δυό διαφορετικές προοπτικές γιά τή φιλία στόν Ἀριστοτέλη, ἀπό τίς ὁποῖες ἡ μία εἶναι κοινωνιολογική (μέ κυρίαρχη τήν ἔννοια τῆς κοινωνίας), ἐνῶ ἤ ἄλλη εἶναι ψυχολογική (μέ κυρίαρχη τήν ἔννοια τῆς συναισθηματικῆς ἀγάπης) (βλ. π.χ. σ. 202). Ἡ ὀντολογική δομή τῆς φιλίας ὡς ἀντικειμενικῆς κατάστασης , πού μέ ἐνδιαφέρει ἰδιαίτερα, δέν ἀπασχολεῖ τόν Dugas.
[3] Τό ὅτι ἤ ἤθική της φιλίας στόν Ἀριστοτέλη δέν εἶναι ἤθική της μεσότητας, μεταξύ ὑπερβολῆς καί ἔλλειψης, ὑποστηρίζεται ἀπό τόν Stanislaw Tatarkiewicz, ὁ ὁποιος διακρίνει τρία διαφορετικά ἤθικα συστήματα στόν Ἀριστοτέλη, τήν ἠθική τοῦ πρακτικοῦ βίου. τήν ἠθική τοῦ θεωρητικοῦ βίου, καί τήν ἠθική της φιλίας (βλ.“ Les trois morales D’ Aristote”, Seances el Travaux de I’Academie des Sciences Morales et Poliriques. Παρίσι, 1931). ’Ἐσφαλμένη μοϋ φαίνεται ἤ ἄποψη τοῦ Paul Schollmeicr πού γράφει ὅτι κατά τόν Ἀριστοτέλη, [g]ood friends love one another neither too much nor too little, tor they find good qualities and activities lovable in each other, and these qualities and activities are in accordance with a mean”, (βλ.Other Selves: Aristotle on Personal and Political Friendship, State University ot New York Press, Albany, 1994. σ. 48.) Κρίνοντας τόν συλλογισμό τοῦ Schollmeier, ἄς παρατηρήσουμε ὅτι μπορεΐ μέν ὁ ἀξιαγάπητος χαρακτήρας τῶν ἐνάρετων φίλωνλων νά ἱκανοποιεῖ τόν κανόνα τοῦ μέτρου καί τῆς μεσότητος, χωρίς νά ἕπεται ὅτι καί ἤ ἀγάπη τῶν φίλων ὑπάγεται στόν κανόνα τοῦ μέτρου.
[4] Πρβλ. τό σχόλιο τῶν R. A. Gautier καί J. Υ. Jolif γιά τούς στίχου; 1169b33-35, στό L'Ethique a Nicomaque, t. II, Commentaire, Louvain-Paris. 1970, σ. 753-754.
[5] Θεωρῶ τό χωρίο τῶν Η.Ν., 1170a22-25 (οὐ δεῖ δέ... ἔστε φανερώτερον) ὡς σχόλιο ξένης χειρός πού παρεισέφρυσε στό κείμενο. Τό ζῆν ὁρίζεται ὡς ἡ ἐνέργεια τοῦ αἰσθάνεσθαι ἤ νοεῖν· τό «ὡρισμένον» τοῦ ζῆν ἔχει νά κάνει μέ τήν γνωσιακή φύση τοῦ ζῆν καί ὄχι, ὅπως στό , κατ’ ἐμέ, παρείσακτο χωρίο, μέ τήν ἀντίθεση πρός τήν ἀοριστία τῆς μοχθηρᾶς καί διεφθαρμένης ζωῆς. Τό παράλληλο τμῆμα τῶν Ἠθικῶν Εὐδημίων εἶναι σαφές γιά τόν γνωσιακό χαρακτήρα τοῦ «ὡρισμένον».
[6] Τό ρῆμα «αἰσθάνεσθαι», στή συνειδησιακή του σημασία, πιστεύω ὅτι καλύπτει ἐξ ἴσου τήν αἴσθηση ὅσο καί τή νόηση. Γι’ αὐτό καί δέχομαι τήν κριτική διόρθωση τοῦ κειμένου τῶν στίχων 1170a31 -32 ἀπό τόν Bywater: «ὥστε ἄν αἰσθανώμεθ’, ὅτι αἰσθανόμεθα κἄν νοῶμεν, ὅτι νοοῦμεν».
[7] Δέχομαι τήν διόρθωση «αὐτοῦ» (ἀντί τῆς γραφῆς «αὑτοῦ» ἤ «ἑαυτοῦ» Κοραη γιά τόν στίχο πού ἀντιστοιχεῖ στό 1 170b9. Ὁ Κοραής σχολιάζει: «Διά το αἰσθάνεσθαι αὐτοῦ (τουτέστι τοῦ εἶναι καί ζῆν) ὅτι ἄγαθόν ἐστι».
Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2023
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΦΙΛΙΠΠΟΣ
ΙΣΟΚΡ 5.53–55
Ο Ισοκράτης έσπευσε να προλάβει τυχόν επιφυλάξεις του Φιλίππου σχετικά με τη δυνατότητά του να συμφιλιώσει τις Ελληνικές πόλεις (βλ. και ΙΣΟΚΡ 5.30–38), δηλώνοντας ότι ο Μακεδόνας βασιλιάς ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να επιτύχει κάτι τέτοιο. Παρέθεσε, μάλιστα, παραδείγματα, για να αποδείξει ότι στο παρελθόν παρουσιάστηκε συχνά το φαινόμενο οι εχθροί να μεταβληθούν σε ευεργέτες των αντιπάλων τους μετά τη λήξη του μεταξύ τους πολέμου και αναφέρθηκε στις περιπέτειες της Σπάρτης και του Άργους, για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του ότι οι δύο αυτές πόλεις θα δέχονταν με ευχαρίστηση τον συμφιλιωτικό και ηγετικό ρόλο του Φιλίππου, ώστε να απαλλαγούν από τις δυσχέρειες που τις ταλάνιζαν.
[53] Ἀλλὰ μὴν τὰ περὶ Θηβαίους οὐδὲ σὲ λέληθεν. καλ-
λίστην γὰρ μάχην νικήσαντες, καὶ δόξαν ἐξ αὐτῆς μεγίστην
λαβόντες, διὰ τὸ μὴ καλῶς χρῆσθαι ταῖς εὐτυχίαις οὐδὲν
βέλτιον πράττουσι τῶν ἡττηθέντων καὶ δυστυχησάντων.
οὐ γὰρ ἔφθασαν τῶν ἐχθρῶν κρατήσαντες, καὶ πάντων
ἀμελήσαντες ἠνώχλουν μὲν ταῖς πόλεσι ταῖς ἐν Πελο-
ποννήσῳ, Θετταλίαν δ’ ἐτόλμων καταδουλοῦσθαι, Μεγα-
ρεῦσι δ’ ὁμόροις οὖσιν ἠπείλουν, τὴν δ’ ἡμετέραν πόλιν
μέρος τι τῆς χώρας ἀπεστέρουν, Εὔβοιαν δ’ ἐπόρθουν, εἰς
Βυζάντιον δὲ τριήρεις ἐξέπεμπον ὡς καὶ γῆς καὶ θαλάττης
ἄρξοντες. [54] τελευτῶντες δὲ πρὸς Φωκέας πόλεμον
ἐξήνεγκαν ὡς τῶν τε πόλεων ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ κρατήσοντες,
τόν τε τόπον ἅπαντα τὸν περιέχοντα κατασχήσοντες, τῶν
τε χρημάτων τῶν ἐν Δελφοῖς περιγενησόμενοι ταῖς ἐκ
τῶν ἰδίων δαπάναις. ὧν οὐδὲν αὐτοῖς ἀποβέβηκεν, ἀλλ’
ἀντὶ μὲν τοῦ λαβεῖν τὰς Φωκέων πόλεις τὰς αὑτῶν ἀπο-
λωλέκασιν, εἰσβάλλοντες δ’ εἰς τὴν τῶν πολεμίων ἐλάττω
κακὰ ποιοῦσιν ἐκείνους ἢ πάσχουσιν ἀπιόντες εἰς τὴν
αὑτῶν· [55] ἐν μὲν γὰρ τῇ Φωκίδι τῶν μισθοφόρων τινὰς
ἀποκτείνουσιν, οἷς λυσιτελεῖ τεθνάναι μᾶλλον ἢ ζῆν,
ἀναχωροῦντες δὲ τοὺς ἐνδοξοτάτους αὑτῶν καὶ μάλιστα
τολμῶντας ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἀποθνήσκειν ἀπολλύουσιν.
εἰς τοῦτο δ’ αὐτῶν περιέστηκε τὰ πράγματα, ὥστ’ ἐλπί-
σαντες ἅπαντας τοὺς Ἕλληνας ὑφ’ αὑτοῖς ἔσεσθαι νῦν ἐν
σοὶ τὰς ἐλπίδας ἔχουσι τῆς αὑτῶν σωτηρίας. ὥστ’ οἶμαι
καὶ τούτους ταχέως ποιήσειν ὅ τι ἂν σὺ κελεύῃς καὶ συμ-
βουλεύῃς.
ΙΣΟΚΡ 5.53–55
Η τρέχουσα κατάσταση της Θήβας
Ο Ισοκράτης έσπευσε να προλάβει τυχόν επιφυλάξεις του Φιλίππου σχετικά με τη δυνατότητά του να συμφιλιώσει τις Ελληνικές πόλεις (βλ. και ΙΣΟΚΡ 5.30–38), δηλώνοντας ότι ο Μακεδόνας βασιλιάς ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να επιτύχει κάτι τέτοιο. Παρέθεσε, μάλιστα, παραδείγματα, για να αποδείξει ότι στο παρελθόν παρουσιάστηκε συχνά το φαινόμενο οι εχθροί να μεταβληθούν σε ευεργέτες των αντιπάλων τους μετά τη λήξη του μεταξύ τους πολέμου και αναφέρθηκε στις περιπέτειες της Σπάρτης και του Άργους, για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του ότι οι δύο αυτές πόλεις θα δέχονταν με ευχαρίστηση τον συμφιλιωτικό και ηγετικό ρόλο του Φιλίππου, ώστε να απαλλαγούν από τις δυσχέρειες που τις ταλάνιζαν.
[53] Ἀλλὰ μὴν τὰ περὶ Θηβαίους οὐδὲ σὲ λέληθεν. καλ-
λίστην γὰρ μάχην νικήσαντες, καὶ δόξαν ἐξ αὐτῆς μεγίστην
λαβόντες, διὰ τὸ μὴ καλῶς χρῆσθαι ταῖς εὐτυχίαις οὐδὲν
βέλτιον πράττουσι τῶν ἡττηθέντων καὶ δυστυχησάντων.
οὐ γὰρ ἔφθασαν τῶν ἐχθρῶν κρατήσαντες, καὶ πάντων
ἀμελήσαντες ἠνώχλουν μὲν ταῖς πόλεσι ταῖς ἐν Πελο-
ποννήσῳ, Θετταλίαν δ’ ἐτόλμων καταδουλοῦσθαι, Μεγα-
ρεῦσι δ’ ὁμόροις οὖσιν ἠπείλουν, τὴν δ’ ἡμετέραν πόλιν
μέρος τι τῆς χώρας ἀπεστέρουν, Εὔβοιαν δ’ ἐπόρθουν, εἰς
Βυζάντιον δὲ τριήρεις ἐξέπεμπον ὡς καὶ γῆς καὶ θαλάττης
ἄρξοντες. [54] τελευτῶντες δὲ πρὸς Φωκέας πόλεμον
ἐξήνεγκαν ὡς τῶν τε πόλεων ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ κρατήσοντες,
τόν τε τόπον ἅπαντα τὸν περιέχοντα κατασχήσοντες, τῶν
τε χρημάτων τῶν ἐν Δελφοῖς περιγενησόμενοι ταῖς ἐκ
τῶν ἰδίων δαπάναις. ὧν οὐδὲν αὐτοῖς ἀποβέβηκεν, ἀλλ’
ἀντὶ μὲν τοῦ λαβεῖν τὰς Φωκέων πόλεις τὰς αὑτῶν ἀπο-
λωλέκασιν, εἰσβάλλοντες δ’ εἰς τὴν τῶν πολεμίων ἐλάττω
κακὰ ποιοῦσιν ἐκείνους ἢ πάσχουσιν ἀπιόντες εἰς τὴν
αὑτῶν· [55] ἐν μὲν γὰρ τῇ Φωκίδι τῶν μισθοφόρων τινὰς
ἀποκτείνουσιν, οἷς λυσιτελεῖ τεθνάναι μᾶλλον ἢ ζῆν,
ἀναχωροῦντες δὲ τοὺς ἐνδοξοτάτους αὑτῶν καὶ μάλιστα
τολμῶντας ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἀποθνήσκειν ἀπολλύουσιν.
εἰς τοῦτο δ’ αὐτῶν περιέστηκε τὰ πράγματα, ὥστ’ ἐλπί-
σαντες ἅπαντας τοὺς Ἕλληνας ὑφ’ αὑτοῖς ἔσεσθαι νῦν ἐν
σοὶ τὰς ἐλπίδας ἔχουσι τῆς αὑτῶν σωτηρίας. ὥστ’ οἶμαι
καὶ τούτους ταχέως ποιήσειν ὅ τι ἂν σὺ κελεύῃς καὶ συμ-
βουλεύῃς.
***
Προς τούτοις η κατάστασις των Θηβαίων σου είναι γνωστή. Διότι, αν και ενίκησαν λαμπροτάτην νίκην και απέκτησαν από αυτήν μεγίστην δόξαν, επειδή δεν έκαμαν καλήν χρήσιν της ευνοίας της τύχης, δεν ευρίσκονται εις καλυτέραν θέσιν από εκείνους που ενικήθησαν και εδυστύχησαν. Διότι δεν επρόλαβαν να νικήσουν τους εχθρούς των και, αφήσαντες κατά μέρος κάθε άλλην υπόθεσιν, ήρχισαν να ενοχλούν τας πόλεις της Πελοποννήσου, ετόλμησαν κατόπιν να υποτάξουν την Θεσσαλίαν, ηπείλουν τους γείτονάς των Μεγαρείς, από την ιδικήν μας δε χώραν αφήρεσαν ένα τμήμα, ηρήμωσαν την Εύβοιαν, έστειλαν δε πλοία εις το Βυζάντιον με τον σκοπόν να κυριαρχήσουν κατά ξηράν και κατά θάλασσαν. Τέλος εκήρυξαν τον πόλεμον κατά των Φωκέων με τον σκοπόν να καταλάβουν εντός ολίγου χρόνου τας πόλεις των, να κυριεύσουν ολόκληρον την περιοχήν και να γίνουν κύριοι των θησαυρών των Δελφών διά να επαρκέσουν εις τας δαπάνας του πολέμου. Εκ τούτων όμως τίποτε δεν συνέβη εις αυτούς, αλλ' αντί να καταλάβουν τας πόλεις των Φωκέων έχουν χάσει τας ιδικάς των, όταν δε εισβάλλουν εις την χώραν των εχθρών προξενούν ολιγώτερα κακά εις αυτάς από όσα υποφέρουν αυτοί, όταν αποσύρωνται εις την χώραν των· διότι εις μεν την Φωκίδα φονεύουν μερικούς μισθοφόρους, διά τους οποίους ο θάνατος είναι προτιμότερος της ζωής, όταν δε υποχωρούν, χάνουν τους πλέον εκλεκτούς στρατιώτας των και εκείνους που τολμούν να θυσιάζωνται διά την πατρίδα των. Εις τοιαύτην δε κατάστασιν έχουν φθάσει τα πράγματά των, ώστε, ενώ ήλπισαν ότι όλοι οι Έλληνες θα περιέλθουν υπό την κυριαρχίαν των, τώρα από σε εξαρτούν τας ελπίδας της σωτηρίας των. Ώστε νομίζω ότι και αυτοί θα κάμουν γρήγορα ό,τι συ τους διατάξης και τους συμβουλεύσης.
Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023
Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 10. Οδύσσεια
10.6. Αθηνά - Μνηστήρες
Στους αντίποδες του εξωραϊσμού τοποθετείται η εφιαλτική παραμόρφωση των μνηστήρων από την Αθηνά στην έξοδο της εικοστής ραψωδίας (υ 345-357), η οποία δηλώνεται μάλιστα δύο φορές: περιγραφικά από τον ποιητή, οραματικά από τον θεόπνευστο Θεοκλύμενο, ως εξής (υ 351-357):
Άθλιοι, άθλιο πάθος υποφέρετε! Νύχτα σας τύλιξε,
κεφάλια, πρόσωπα, τα γόνατά σας.
Η οιμωγή σας φλέγεται, τα μάγουλά σας μούσκεψαν στο δάκρυ,
αίμα οι τοίχοι στάζουν, αίμα της στέγης τα καλά δοκάρια,
είδωλα γέμισε το πρόθυρο, είδωλα η αυλή,
που βιάζονται να κατεβούν στο Έρεβος, να βυθιστούν στο σκότος·
στον ουρανό αμαυρώθηκε ο ήλιος, μια καταχνιά θολή
απλώνεται τώρα παντού.
Η εξαιρετική τόλμη αυτής της παραμόρφωσης (ηπιότερη μορφή της αναγνωρίζεται στο τέλος της δεύτερης ραψωδίας, β 393-398) επαυξάνεται από το γεγονός ότι οι ίδιοι οι μνηστήρες δεν αισθάνονται τη φριχτή τους αλλοίωση και αντιδρούν χαρακτηρίζοντας ξεμωραμένο τον μάντη, τον οποίο απειλούν και εκδιώκουν βάναυσα.
Ανάλογα διχάζονται και οι άλλες εκτελεστικές κινήσεις της Αθηνάς, καθώς το έπος προοδεύει προς το τέλος του: επικουρεί η θεά τους φίλους (τον Οδυσσέα προπάντων, αλλά και την Πηνελόπη, τον Τηλέμαχο, τον Λαέρτη), και αντιμάχεται τους εχθρούς (τους μνηστήρες και όσους τους συμπαραστέκονται). Η διπλή αυτή παρέμβαση της Αθηνάς προφαίνεται παραστατικότερα στην εικοστή δεύτερη ραψωδία, όπου εξελίσσεται και διεκπεραιώνεται η πράξη της μνηστηροφονίας.
Έχουν προηγηθεί οι φονικές βολές του τοξότη Οδυσσέα, με τις οποίες εξοντώνονται πρώτος ο Αντίνοος και μετά ο Ευρύμαχος, ενώ τον Αμφίνομο τον εξουδετερώνει με το δόρυ του ο Τηλέμαχος. Η σύγκρουση ύστερα γενικεύεται, καθώς ο Μελάνθιος μεταφέρει στην αίθουσα όπλα για τους μνηστήρες. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή επέρχεται η Αθηνά, με τη μορφή του Μέντορα. Ο Οδυσσέας την αναγνωρίζει και ενθαρρύνεται. Η μεταμορφωμένη ωστόσο θεά ερεθίζει το αγωνιστικό του μένος, καθιστώντας προσώρας την αναμέτρηση ισόπαλη. Στο μεταξύ, μεταμορφωμένη η Αθηνά σε χελιδόνα, παρακολουθεί από το καπνισμένο δοκάρι της στέγης την έκβαση του αγώνα. Οι μνηστήρες τώρα ανταποκρίνονται στις αλλεπάλληλες βολές του Οδυσσέα και του Τηλεμάχου, αλλά τα περισσότερα δόρατά τους η θεά τα καθιστά άστοχα - ένα μόνο, του Κτήσιππου, γδέρνει στον καρπό το χέρι του Τηλεμάχου. Όταν ο ανταγωνισμός παροξύνεται, η Αθηνά σηκώνει από ψηλά τη φονική ασπίδα της, σαλεύοντας τις φρένες των μνηστήρων, οι οποίοι σκορπίζουν σαν ένα κοπάδι βόδια, που τα παραζαλίζει την εποχή της άνοιξης, πετώντας γύρω τους, μια μύγα. Καθώς η μνηστηροφονία βαίνει προς το τέλος της, ακούγονται κάποια επιλογικά επεισόδια: η ικεσία του μνηστήρα Ληώδη δεν λυγίζει τον Οδυσσέα, που τον σκοτώνει· με την παρέμβαση του Τηλεμάχου σώζονται μόνον ο αοιδός Φήμιος και ο κήρυκας Μέδων, που είχε περίτρομος κουρνιάσει κάτω από κάποιο κάθισμα. Ενδιαμέσως η Αθηνά αποσύρεται.
Επανέρχεται στην επόμενη ραψωδία, παρατείνοντας τη νύχτα και καθυστερώντας τον ερχομό της αυγής. Ο αναγνωρισμός των συζύγων έχει συντελεστεί: η Ευρυνόμη τους οδηγεί στο αμετακίνητο συζυγικό κρεβάτι· μετά από είκοσι χρόνια χωρισμού, αγαπιούνται· μετακενώνουν ο ένας στον άλλον την εμπειρία του χωρισμού· ο Οδυσσέας συνοψίζει τις περιπέτειές του στους «Μικρούς Απολόγους»· φτάνοντας στην προπομπή των Φαιάκων, χαλαρώνουν τα μέλη του και κλείνουν τα μάτια του. Όταν η γλύκα του ύπνου περισσεύει, η Αθηνά δίνει το σύνθημα να αναδυθεί η Αυγή από τα βάθη του Ωκεανού, φέρνοντας φως στη γη και στους ανθρώπους.
Στους αντίποδες του εξωραϊσμού τοποθετείται η εφιαλτική παραμόρφωση των μνηστήρων από την Αθηνά στην έξοδο της εικοστής ραψωδίας (υ 345-357), η οποία δηλώνεται μάλιστα δύο φορές: περιγραφικά από τον ποιητή, οραματικά από τον θεόπνευστο Θεοκλύμενο, ως εξής (υ 351-357):
Άθλιοι, άθλιο πάθος υποφέρετε! Νύχτα σας τύλιξε,
κεφάλια, πρόσωπα, τα γόνατά σας.
Η οιμωγή σας φλέγεται, τα μάγουλά σας μούσκεψαν στο δάκρυ,
αίμα οι τοίχοι στάζουν, αίμα της στέγης τα καλά δοκάρια,
είδωλα γέμισε το πρόθυρο, είδωλα η αυλή,
που βιάζονται να κατεβούν στο Έρεβος, να βυθιστούν στο σκότος·
στον ουρανό αμαυρώθηκε ο ήλιος, μια καταχνιά θολή
απλώνεται τώρα παντού.
Η εξαιρετική τόλμη αυτής της παραμόρφωσης (ηπιότερη μορφή της αναγνωρίζεται στο τέλος της δεύτερης ραψωδίας, β 393-398) επαυξάνεται από το γεγονός ότι οι ίδιοι οι μνηστήρες δεν αισθάνονται τη φριχτή τους αλλοίωση και αντιδρούν χαρακτηρίζοντας ξεμωραμένο τον μάντη, τον οποίο απειλούν και εκδιώκουν βάναυσα.
Ανάλογα διχάζονται και οι άλλες εκτελεστικές κινήσεις της Αθηνάς, καθώς το έπος προοδεύει προς το τέλος του: επικουρεί η θεά τους φίλους (τον Οδυσσέα προπάντων, αλλά και την Πηνελόπη, τον Τηλέμαχο, τον Λαέρτη), και αντιμάχεται τους εχθρούς (τους μνηστήρες και όσους τους συμπαραστέκονται). Η διπλή αυτή παρέμβαση της Αθηνάς προφαίνεται παραστατικότερα στην εικοστή δεύτερη ραψωδία, όπου εξελίσσεται και διεκπεραιώνεται η πράξη της μνηστηροφονίας.
Έχουν προηγηθεί οι φονικές βολές του τοξότη Οδυσσέα, με τις οποίες εξοντώνονται πρώτος ο Αντίνοος και μετά ο Ευρύμαχος, ενώ τον Αμφίνομο τον εξουδετερώνει με το δόρυ του ο Τηλέμαχος. Η σύγκρουση ύστερα γενικεύεται, καθώς ο Μελάνθιος μεταφέρει στην αίθουσα όπλα για τους μνηστήρες. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή επέρχεται η Αθηνά, με τη μορφή του Μέντορα. Ο Οδυσσέας την αναγνωρίζει και ενθαρρύνεται. Η μεταμορφωμένη ωστόσο θεά ερεθίζει το αγωνιστικό του μένος, καθιστώντας προσώρας την αναμέτρηση ισόπαλη. Στο μεταξύ, μεταμορφωμένη η Αθηνά σε χελιδόνα, παρακολουθεί από το καπνισμένο δοκάρι της στέγης την έκβαση του αγώνα. Οι μνηστήρες τώρα ανταποκρίνονται στις αλλεπάλληλες βολές του Οδυσσέα και του Τηλεμάχου, αλλά τα περισσότερα δόρατά τους η θεά τα καθιστά άστοχα - ένα μόνο, του Κτήσιππου, γδέρνει στον καρπό το χέρι του Τηλεμάχου. Όταν ο ανταγωνισμός παροξύνεται, η Αθηνά σηκώνει από ψηλά τη φονική ασπίδα της, σαλεύοντας τις φρένες των μνηστήρων, οι οποίοι σκορπίζουν σαν ένα κοπάδι βόδια, που τα παραζαλίζει την εποχή της άνοιξης, πετώντας γύρω τους, μια μύγα. Καθώς η μνηστηροφονία βαίνει προς το τέλος της, ακούγονται κάποια επιλογικά επεισόδια: η ικεσία του μνηστήρα Ληώδη δεν λυγίζει τον Οδυσσέα, που τον σκοτώνει· με την παρέμβαση του Τηλεμάχου σώζονται μόνον ο αοιδός Φήμιος και ο κήρυκας Μέδων, που είχε περίτρομος κουρνιάσει κάτω από κάποιο κάθισμα. Ενδιαμέσως η Αθηνά αποσύρεται.
Επανέρχεται στην επόμενη ραψωδία, παρατείνοντας τη νύχτα και καθυστερώντας τον ερχομό της αυγής. Ο αναγνωρισμός των συζύγων έχει συντελεστεί: η Ευρυνόμη τους οδηγεί στο αμετακίνητο συζυγικό κρεβάτι· μετά από είκοσι χρόνια χωρισμού, αγαπιούνται· μετακενώνουν ο ένας στον άλλον την εμπειρία του χωρισμού· ο Οδυσσέας συνοψίζει τις περιπέτειές του στους «Μικρούς Απολόγους»· φτάνοντας στην προπομπή των Φαιάκων, χαλαρώνουν τα μέλη του και κλείνουν τα μάτια του. Όταν η γλύκα του ύπνου περισσεύει, η Αθηνά δίνει το σύνθημα να αναδυθεί η Αυγή από τα βάθη του Ωκεανού, φέρνοντας φως στη γη και στους ανθρώπους.
Να είσαι μ’ εκείνον που είναι περήφανος που σ’ έχει
Αν προσπαθήσουμε να τρυπώσουμε σε μια φιλική συζήτηση, θα παρατηρήσουμε ότι σίγουρα ένα απ’ τα μέλη της παρέας αντιμετωπίζει κάποιο θέμα ερωτικής φύσεως. Φυσικά, οι φίλοι μας, οι άνθρωποι που μας αγαπάνε γι’ αυτό που είμαστε και θέλουν το καλύτερο για μας, επιμένουν στο ίδιο τροπάριο: «Να βρεις έναν άνθρωπο να σου αξίζει!»
Δεν είναι λοιπόν λίγες οι φορές, που μπαίνεις στη διαδικασία να σκεφτείς, τι είναι αυτό που πρέπει να έχει ένας άνθρωπος για να είναι κατάλληλος για σένα. Για να σου αξίζει, βρε παιδί μου, όπως λένε κι οι φίλοι σου. Το σκέφτηκα πολύ και κατέληξα ότι το πιο σημαντικό σε μια σχέση ερωτική είναι ο θαυμασμός. Να είσαι περήφανος για τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου και να είναι τόσο ψηλά στα μάτια σου που τίποτα και κανείς να μην μπορεί να τον γκρεμίσει.
Δεν υπάρχει ωραιότερο και πιο πλήρες συναίσθημα απ’ την υπερηφάνεια. Περικλείει μέσα της το θαυμασμό, την αγάπη, την εκτίμηση, τη χαρά για τα επιτεύγματα του άλλου, την αναγνώριση και φυσικά την επιβεβαίωση ότι ο άνθρωπός σου είναι «σημαντικός» για σένα.
Ο κατάλληλος σύντροφος ζωής είναι εκείνος που είναι υπερήφανος που μας έχει στη ζωή του. Τα κριτήρια που έχει ο κάθε άνθρωπος για να νιώθει υπερήφανος διαφέρουν, κι εκεί είναι που πρέπει ν’ αναζητήσουμε το υπόβαθρο και την κουλτούρα του, για να δούμε αν όντως ταιριάζουν τα χνώτα μας.
Τι θέλω να πω; Αν, λόγου χάρη, ο άνθρωπος που μας αρέσει είναι επιφανειακός και νιώθει περήφανος να συνοδεύει απλώς μια εντυπωσιακή ύπαρξη άνευ περιεχομένου, κι εμείς απ’ την άλλη είμαστε ένας άνθρωπος που καθημερινά προσπαθούμε να καλλιεργούμε το μέσα σας, εννοείται πως δεν ταιριάζουμε. Ο άνθρωπος δεν έχει παιδεία ν’ αντιληφθεί τα χαρίσματά μας και μένει στην επιφάνεια. Δε θα νιώσει ποτέ υπερήφανος για τον πλούτο που κρύβουμε και για το νέο κόσμο που θα του ανοίξουμε.
Είναι πολύ σημαντικό λοιπόν να συναναστρεφόμαστε ανθρώπους με τους οποίους έχουμε κοινά ενδιαφέροντα και μπορούμε να εμπνέουμε ο ένας τον άλλο. Να θέτουμε νέους στόχους, να γινόμαστε καλύτεροι, να παραδειγματιζόμαστε, ν’ αποκτάμε κι εμείς εμπειρία μέσα απ’ τις εμπειρίες του άλλου, να είμαστε ειλικρινείς με την έκφραση των συναισθημάτων και των απόψεών μας και κάθε αντιπαράθεση να γίνεται γόνιμο έδαφος για να μάθουμε καλύτερα ο ένας τον άλλο.
Ο άνθρωπος που είναι κατάλληλος για εμάς είναι εκείνος που νιώθει περήφανος που είμαστε μέρος της ζωής του. Μας θαυμάζει γι’ αυτό που είμαστε, για τον τρόπο που σκεφτόμαστε, για τα ιδανικά και τις αξίες μας. Εκείνος που είναι περήφανος για τη φυσική ομορφιά μας, για την παιδεία μας και για το χιούμορ μας. Εκείνος, που κάθε φορά που τον κρατάμε απ’ το χέρι φουσκώνει σαν παγώνι. Εκείνος, που όταν μας αγκαλιάζει, αισθάνεται ότι κρατά ένα θησαυρό. Ένα θησαυρό μόνο για εκείνον.
Είναι δύσκολο να μάθεις έναν άνθρωπο απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Ο άνθρωπός μας, λοιπόν, είναι αυτός που δεν είναι περήφανος μόνο για τα καλά μας χαρακτηριστικά, αλλά ακόμη και για τον τρόπο που ζηλεύουμε, γκρινιάζουμε, καβγαδίζουμε και διεκδικούμε τα κεκτημένα μας.
Αγαπά κάθε πτυχή της προσωπικότητάς μας, γιατί έχει δει το βάθος μας, έχει αισθανθεί την ψυχή μας και χαίρεται που φωτίζεται η ζωή του απ’ την ύπαρξή μας.
Πρέπει να περάσουμε διά πυρός και σιδήρου για να μάθουμε ν’ αντιλαμβανόμαστε την αξία των ανθρώπων. Πολλές φορές ο έρωτας μας κάνει τυφλούς, όχι για πολύ όμως. Ό,τι είναι να δούμε κάποια στιγμή θα το δούμε, θετικό ή αρνητικό.
Διακυμάνσεις υπάρχουν πολλές μέσα σε κάθε σχέση, όταν όμως αγαπάς και θαυμάζεις τον άνθρωπό σου, πάντα θα βρίσκεις ένα λόγο να συζητάς κάθε πρόβλημα, που εμφανίζεται και να το λύνεις, γιατί αυτός ο άνθρωπος έχει τον τρόπο να σε πάει παρακάτω.
Ας μην χρονοτριβούμε με ανθρώπους που δε μας εκτιμούν. Εύχομαι όλοι να είμαστε σε θέση να επιλέξουμε εκείνον, που είναι περήφανος επειδή κοσμούμε τη ζωή του με την παρουσία μας. Εκείνον, που μας αγαπά και μας θαυμάζει για το είναι μας, κι όχι μόνο για το φαίνεσθαι.
Εκείνον, που στα μάτια του κρύβεται διπλή χαρά σε κάθε χαρά μας και διπλός πόνος σε κάθε δυσκολία μας. Εκείνον, που μας υποστηρίζει σε κάθε προσπάθειά μας, μας επιβραβεύει σε κάθε επιτυχία μας και χαμογελά σε κάθε ατυχία μας. Εκείνον, που ξέρει ότι θα συνεχίσουμε να παλεύουμε για ό,τι ποθούμε και θα είναι εκεί να μας αγκαλιάσει κάθε φορά που τον έχουμε ανάγκη.
Να είσαι με εκείνον, που είναι περήφανος που τον ερωτεύτηκες, γιατί μέσα από σένα γίνεται καλύτερος άνθρωπος και μυείται στον κόσμο της αγάπης. Της αληθινής, όχι της φιγούρας.
Άλλωστε, η υπερηφάνεια συνδέεται με το εγώ μας. Για να νιώθει κάποιος υπερήφανος για σένα, σημαίνει ότι λογαριάζει το εμείς κι όχι το εγώ. Κι αυτό να το εκτιμάς.
Δεν είναι λοιπόν λίγες οι φορές, που μπαίνεις στη διαδικασία να σκεφτείς, τι είναι αυτό που πρέπει να έχει ένας άνθρωπος για να είναι κατάλληλος για σένα. Για να σου αξίζει, βρε παιδί μου, όπως λένε κι οι φίλοι σου. Το σκέφτηκα πολύ και κατέληξα ότι το πιο σημαντικό σε μια σχέση ερωτική είναι ο θαυμασμός. Να είσαι περήφανος για τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου και να είναι τόσο ψηλά στα μάτια σου που τίποτα και κανείς να μην μπορεί να τον γκρεμίσει.
Δεν υπάρχει ωραιότερο και πιο πλήρες συναίσθημα απ’ την υπερηφάνεια. Περικλείει μέσα της το θαυμασμό, την αγάπη, την εκτίμηση, τη χαρά για τα επιτεύγματα του άλλου, την αναγνώριση και φυσικά την επιβεβαίωση ότι ο άνθρωπός σου είναι «σημαντικός» για σένα.
Ο κατάλληλος σύντροφος ζωής είναι εκείνος που είναι υπερήφανος που μας έχει στη ζωή του. Τα κριτήρια που έχει ο κάθε άνθρωπος για να νιώθει υπερήφανος διαφέρουν, κι εκεί είναι που πρέπει ν’ αναζητήσουμε το υπόβαθρο και την κουλτούρα του, για να δούμε αν όντως ταιριάζουν τα χνώτα μας.
Τι θέλω να πω; Αν, λόγου χάρη, ο άνθρωπος που μας αρέσει είναι επιφανειακός και νιώθει περήφανος να συνοδεύει απλώς μια εντυπωσιακή ύπαρξη άνευ περιεχομένου, κι εμείς απ’ την άλλη είμαστε ένας άνθρωπος που καθημερινά προσπαθούμε να καλλιεργούμε το μέσα σας, εννοείται πως δεν ταιριάζουμε. Ο άνθρωπος δεν έχει παιδεία ν’ αντιληφθεί τα χαρίσματά μας και μένει στην επιφάνεια. Δε θα νιώσει ποτέ υπερήφανος για τον πλούτο που κρύβουμε και για το νέο κόσμο που θα του ανοίξουμε.
Είναι πολύ σημαντικό λοιπόν να συναναστρεφόμαστε ανθρώπους με τους οποίους έχουμε κοινά ενδιαφέροντα και μπορούμε να εμπνέουμε ο ένας τον άλλο. Να θέτουμε νέους στόχους, να γινόμαστε καλύτεροι, να παραδειγματιζόμαστε, ν’ αποκτάμε κι εμείς εμπειρία μέσα απ’ τις εμπειρίες του άλλου, να είμαστε ειλικρινείς με την έκφραση των συναισθημάτων και των απόψεών μας και κάθε αντιπαράθεση να γίνεται γόνιμο έδαφος για να μάθουμε καλύτερα ο ένας τον άλλο.
Ο άνθρωπος που είναι κατάλληλος για εμάς είναι εκείνος που νιώθει περήφανος που είμαστε μέρος της ζωής του. Μας θαυμάζει γι’ αυτό που είμαστε, για τον τρόπο που σκεφτόμαστε, για τα ιδανικά και τις αξίες μας. Εκείνος που είναι περήφανος για τη φυσική ομορφιά μας, για την παιδεία μας και για το χιούμορ μας. Εκείνος, που κάθε φορά που τον κρατάμε απ’ το χέρι φουσκώνει σαν παγώνι. Εκείνος, που όταν μας αγκαλιάζει, αισθάνεται ότι κρατά ένα θησαυρό. Ένα θησαυρό μόνο για εκείνον.
Είναι δύσκολο να μάθεις έναν άνθρωπο απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Ο άνθρωπός μας, λοιπόν, είναι αυτός που δεν είναι περήφανος μόνο για τα καλά μας χαρακτηριστικά, αλλά ακόμη και για τον τρόπο που ζηλεύουμε, γκρινιάζουμε, καβγαδίζουμε και διεκδικούμε τα κεκτημένα μας.
Αγαπά κάθε πτυχή της προσωπικότητάς μας, γιατί έχει δει το βάθος μας, έχει αισθανθεί την ψυχή μας και χαίρεται που φωτίζεται η ζωή του απ’ την ύπαρξή μας.
Πρέπει να περάσουμε διά πυρός και σιδήρου για να μάθουμε ν’ αντιλαμβανόμαστε την αξία των ανθρώπων. Πολλές φορές ο έρωτας μας κάνει τυφλούς, όχι για πολύ όμως. Ό,τι είναι να δούμε κάποια στιγμή θα το δούμε, θετικό ή αρνητικό.
Διακυμάνσεις υπάρχουν πολλές μέσα σε κάθε σχέση, όταν όμως αγαπάς και θαυμάζεις τον άνθρωπό σου, πάντα θα βρίσκεις ένα λόγο να συζητάς κάθε πρόβλημα, που εμφανίζεται και να το λύνεις, γιατί αυτός ο άνθρωπος έχει τον τρόπο να σε πάει παρακάτω.
Ας μην χρονοτριβούμε με ανθρώπους που δε μας εκτιμούν. Εύχομαι όλοι να είμαστε σε θέση να επιλέξουμε εκείνον, που είναι περήφανος επειδή κοσμούμε τη ζωή του με την παρουσία μας. Εκείνον, που μας αγαπά και μας θαυμάζει για το είναι μας, κι όχι μόνο για το φαίνεσθαι.
Εκείνον, που στα μάτια του κρύβεται διπλή χαρά σε κάθε χαρά μας και διπλός πόνος σε κάθε δυσκολία μας. Εκείνον, που μας υποστηρίζει σε κάθε προσπάθειά μας, μας επιβραβεύει σε κάθε επιτυχία μας και χαμογελά σε κάθε ατυχία μας. Εκείνον, που ξέρει ότι θα συνεχίσουμε να παλεύουμε για ό,τι ποθούμε και θα είναι εκεί να μας αγκαλιάσει κάθε φορά που τον έχουμε ανάγκη.
Να είσαι με εκείνον, που είναι περήφανος που τον ερωτεύτηκες, γιατί μέσα από σένα γίνεται καλύτερος άνθρωπος και μυείται στον κόσμο της αγάπης. Της αληθινής, όχι της φιγούρας.
Άλλωστε, η υπερηφάνεια συνδέεται με το εγώ μας. Για να νιώθει κάποιος υπερήφανος για σένα, σημαίνει ότι λογαριάζει το εμείς κι όχι το εγώ. Κι αυτό να το εκτιμάς.
Είναι οι στόχοι που θέτεις απόρροια του εαυτού σου;
Για να εξακολουθεί να πορεύεται κανείς στην ζωή, θέτει στόχους και παράλληλα αυτό το ίδιο τον σώζει από την αδράνεια και την επακόλουθη υπαρξιακή σύγχυση. Ο κάθε στόχος αντικαθίσταται από τον επόμενο και αυτή η σειρά διαδοχικών περιπετειών, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, καθορίζει το δικό μας «βιβλίο της ζωής». Το άτομο διαρκώς αναζητά και κατασταλάζει σε νέες προσδοκίες: μια ανώτερη επαγγελματική θέση, έναν ισχυρό διαπροσωπικό δεσμό, ένα ανανεωμένο μοντέλο συμπεριφοράς, ή ίσως απλά κάποιες γαλήνιες στιγμές ενός απόλυτου τίποτα.
Απορροφημένοι στην διαδικασία πραγμάτωσης του πολυπόθητου και νεογέννητου σκοπού, συχνά κάπου εκεί χάνουμε την ουσία. Όχι επειδή δεν απολαμβάνουμε το ταξίδι προς την Ιθάκη -ποσό μάλλον την ξεγνοιασιά που μας προσφέρει- αλλά επειδή δεν αναλογιζόμαστε πως η Ιθάκη αυτή ίσως δεν αποτελεί την πραγματική μας επιθυμία. Το ταξίδι εν τέλει καταλήγει σε μια αλλοτρίωση της ταυτότητας και του «είναι» μας. Οι σελίδες ωστόσο του βιβλίου αδιάκοπα καταγράφουν, γυρίζουν και λιγοστεύουν.
Ο καθένας πράττει και αποφασίζει κάθε δεδομένη στιγμή σύμφωνα με τα γεγονότα που περικλείουν εκείνη την χρονική περίοδο την ζωή του. Μια επιλογή όμως περιλαμβάνει και κρυμμένους παράγοντες, όπως υποσυνείδητες σκέψεις και ανάγκες, πρόσωπα του παρελθόντος, του παρόντος ή ενός φανταστικού μέλλοντος και πραγματικά γεγονότα του τώρα. Ίσως κάτι τόσο απλό όπως τα βιβλία που διαλέγεις να διαβάζεις τελευταία να αποσκοπούν στον εντυπωσιασμό κάποιου συγκεκριμένου ατόμου ή πολλών. Ίσως το ίδιο να συνέβη ακόμα και με τις εκδηλώσεις στις οποίες παρευρίσκεσαι. Ίσως κάπου στο ενδιάμεσο, να έχασες την ταυτότητα σου και η βούληση που φαινομενικά εξέφραζες να μην σου άνηκε, να μην ταυτιζόταν με αυτό που αποκαλείς «εαυτό σου». Ίσως , επίσης, κάποιοι αγώνες που έχεις δώσει, από την εισαγωγή στο πανεπιστημιακό τμήμα στο οποίο σε παρέπεμπαν οι γονείς σου μέχρι την θέση γραφείου που με την πειθώ του φίλου σου δέχτηκες να ακολουθήσεις, να μην ήταν κατ’ουσίαν προϊόντα της βούλησης σου. Ξεφυλλίζοντας τις ολοκληρωμένες σελίδες του βιβλίου, οι αμφιβολίες κυριεύουν και στοιχειώνουν.
Ο άνθρωπος βρίσκεται σε μια ακαταπαυστή αναζήτηση της αλήθειας σχετικά με την ύπαρξη του, χωρίς όμως ποτέ να κατορθώνει να την ορίσει, εφόσον μεταβάλλεται τόσο γρήγορα όσο χτυπούν και οι δείκτες του ρολογιού. Πορευόμενος ,ωστόσο, αποκτά μια ιδέα για το ποιά θα μπορούσε να είναι η δική του αλήθεια και κατά αυτόν τον τρόπο κινείται σ’εκείνο το νοητό μονοπάτι. Η πληθώρα των εξωτερικών επιδράσεων είναι αναπόφευκτη και συγχρόνως απολύτως αναγκαία. Όταν, επομένως, επέρχεται η ισορροπία μεταξύ του εξωτερικού και εσωτερικού κόσμου, η ανάγνωση των επιθυμιών και κατ’επέκταση ο ορισμός των σωστών στόχων αποτελούν πιο εφικτά εγχειρήματα.
Απορροφημένοι στην διαδικασία πραγμάτωσης του πολυπόθητου και νεογέννητου σκοπού, συχνά κάπου εκεί χάνουμε την ουσία. Όχι επειδή δεν απολαμβάνουμε το ταξίδι προς την Ιθάκη -ποσό μάλλον την ξεγνοιασιά που μας προσφέρει- αλλά επειδή δεν αναλογιζόμαστε πως η Ιθάκη αυτή ίσως δεν αποτελεί την πραγματική μας επιθυμία. Το ταξίδι εν τέλει καταλήγει σε μια αλλοτρίωση της ταυτότητας και του «είναι» μας. Οι σελίδες ωστόσο του βιβλίου αδιάκοπα καταγράφουν, γυρίζουν και λιγοστεύουν.
Ο καθένας πράττει και αποφασίζει κάθε δεδομένη στιγμή σύμφωνα με τα γεγονότα που περικλείουν εκείνη την χρονική περίοδο την ζωή του. Μια επιλογή όμως περιλαμβάνει και κρυμμένους παράγοντες, όπως υποσυνείδητες σκέψεις και ανάγκες, πρόσωπα του παρελθόντος, του παρόντος ή ενός φανταστικού μέλλοντος και πραγματικά γεγονότα του τώρα. Ίσως κάτι τόσο απλό όπως τα βιβλία που διαλέγεις να διαβάζεις τελευταία να αποσκοπούν στον εντυπωσιασμό κάποιου συγκεκριμένου ατόμου ή πολλών. Ίσως το ίδιο να συνέβη ακόμα και με τις εκδηλώσεις στις οποίες παρευρίσκεσαι. Ίσως κάπου στο ενδιάμεσο, να έχασες την ταυτότητα σου και η βούληση που φαινομενικά εξέφραζες να μην σου άνηκε, να μην ταυτιζόταν με αυτό που αποκαλείς «εαυτό σου». Ίσως , επίσης, κάποιοι αγώνες που έχεις δώσει, από την εισαγωγή στο πανεπιστημιακό τμήμα στο οποίο σε παρέπεμπαν οι γονείς σου μέχρι την θέση γραφείου που με την πειθώ του φίλου σου δέχτηκες να ακολουθήσεις, να μην ήταν κατ’ουσίαν προϊόντα της βούλησης σου. Ξεφυλλίζοντας τις ολοκληρωμένες σελίδες του βιβλίου, οι αμφιβολίες κυριεύουν και στοιχειώνουν.
Ο άνθρωπος βρίσκεται σε μια ακαταπαυστή αναζήτηση της αλήθειας σχετικά με την ύπαρξη του, χωρίς όμως ποτέ να κατορθώνει να την ορίσει, εφόσον μεταβάλλεται τόσο γρήγορα όσο χτυπούν και οι δείκτες του ρολογιού. Πορευόμενος ,ωστόσο, αποκτά μια ιδέα για το ποιά θα μπορούσε να είναι η δική του αλήθεια και κατά αυτόν τον τρόπο κινείται σ’εκείνο το νοητό μονοπάτι. Η πληθώρα των εξωτερικών επιδράσεων είναι αναπόφευκτη και συγχρόνως απολύτως αναγκαία. Όταν, επομένως, επέρχεται η ισορροπία μεταξύ του εξωτερικού και εσωτερικού κόσμου, η ανάγνωση των επιθυμιών και κατ’επέκταση ο ορισμός των σωστών στόχων αποτελούν πιο εφικτά εγχειρήματα.
Περί τρέλας
Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων. Τρελοί, που αναγνωρίζουν τη τρέλα τους και τρελοί, που δεν έχουν ιδέα για την ύπαρξη αυτής. Βάση αυτού του συλλογισμού, στη τελική, είμαστε όλοι τρελοί!
Σίγουρα κάποιος διαβάζοντας την πιο πάνω δήλωση εύκολα, μπορεί να προβεί στο συμπέρασμα πως αυτός που τα γράφει είναι τρελός.
Αν είναι τρελός, αυτός που ασχολείται με την τρέλα, παραμένει ένα διαχρονικό ερώτημα. Αν είναι τρελός αυτός που ασχολείται με τη τρέλα τότε ίσως αυτός δεν θα έπρεπε να ασχολείται. Αλλά ποιος τρελός θα ασχοληθεί μ’ αυτή τη δουλειά;
Η τρέλα παραμένει μια εμπειρία μέσα από την οποία ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την ηθική του αλήθεια και με τους κανόνες που ιδιάζουν στη φύση.
Συνεχίζει να μπαίνει αδιάκοπα κάτω από καλύτερο φωτισμό καθώς στη σύγχρονη εποχή που ζούμε οι μελετητές της τρέλας, σε σημείο κορεσμού, έχουν πολλαπλασιαστεί.
Οι τραγικές της όψεις, σε μεγάλο βαθμό συνεχίζουν κοινωνικά να επισκιάζονται με στίγμα και φόβο για αποκλεισμό, με ρίζες στην ιστορία των τρελών που κατά τον μεσαίωνα διαδέχτηκαν τους λεπρούς και τους πάσχοντες από αφροδισιακά νοσήματα, έγκλειστοι σε πέτρινους πύργους ως εξόριστα μολυσμένα όντα, για εξάλειψη από προσώπου γης.
Η συγγένεια της ενοχής, της μόλυνσης, του βρώμικου, του αμαρτωλού και του κακού μαζί με τη τρέλα είναι κάτι που έχει εγκατασταθεί στο συλλογικό ασυνείδητο της ανθρωπότητας και δικαίως στη σύγχρονη κοινωνία γίνονται ηράκλειες προσπάθειες για αποδέσμευση του στίγματος της ψυχικής ασθένειας.
Ο Χάινροθ, (1818) χαρακτήρισε τη τρέλα κάτι σαν ζοφερή αταξία, κινούμενο χάος, σπέρμα και θάνατο των πάντων που αντιτίθεται στην φωτεινή και ενήλικη σταθερότητα του πνεύματος.
Ο Ζαρατούστρας απ’ την άλλη έλεγε πως πρέπει να έχει κανείς μέσα του το χάος, για να γεννήσει ένα αστέρι πού χορεύει. (Νίτσε, 1883).
Πιθανών ο Πασκάλ (1670) να είχε δίκαιο καταγράφοντας πως ¨οι άνθρωποι είναι τόσο αναγκαία τρελοί, ώστε θα ήταν τρέλα άλλης λογής να μην είσαι τρελός.¨
Τελικά πόσο απέχει η τρέλα από τη γνώση; Πόσο διαφορετικός είναι ο τρελός;
Η ανθρώπινη αντίληψη για την τρέλα ως «πνευματική ασθένεια», είναι το προϊόν της ιστορίας, της εκπαίδευσης και της κουλτούρας. (Φουκώ, 1961).
Και παρόλο που παραμένει εξόριστη είναι η αιτία για τα χειρότερα αλλά και τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ανθρωπότητας επιβεβαιώνοντας έτσι τον Σ. Φρανκ (1938) σε σχέση με τη τοποθέτηση του περί αντιφάσεων, πως σε κάθε τι υπάρχουν δύο όψεις.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερα να εμβαθύνει κανείς στη τρελά, για να βρει την όψη της λογικής.
Δεν μπορεί να υπάρξει η μια χωρίς την άλλη καθώς οι λεπτές γραμμές που διαχωρίζουν μπορεί να οδηγήσουν δια τρόμου τους λογικούς να τα χάσουν αλλά και τους τρελούς προς ανακούφιση, να αποκτήσουν οξύνοια.
Η ενασχόληση με τη τρέλα είναι μια άβολη περιοχή. Δεν είναι όμως γη άγονη.
Μαθαίνοντας για τα μονοπάτια που βγάζουν από τα προκαθορισμένα πλαίσια κάποιας ηθικής, μπορούμε να δούμε το παράδοξο, το αντίπερα, το ανοίκειο και το άπειρο της ανθρώπινης ψυχής.
Η διαφώτιση στα σκοτεινά δωμάτια της ανθρώπινης ψυχής μπορεί να αποτελέσει πεδίο επεξήγησης της ανθρώπινης σκέψης, να τεθούν σε αμφισβήτηση οι αξίες και ηθικές άλλων εποχών και επιτέλους, ο άνθρωπος να συνειδητοποιήσει και να εναρμονιστεί με την πολυσύνθετη του φύση, που ολιστικά περιλαμβάνει σώμα, ψυχή και πνεύμα, σε πλανητικό και συμπαντικό επίπεδο.
Ας μην ξεχνάμε πως στη ¨διαταραγμένη¨ σκέψη κάποιων ανθρώπων οφείλουμε την επινόηση των επιστημών και των τεχνών.
Πολλοί που βρίσκονται έξω από το χορό της τέχνης, της επιστήμης, της ποίησης και της μουσικής τείνουν να αποκαλούν αυτούς τους αδιάκοπους εξερευνητές της αλήθειας ως εναλλακτικούς, ιδιότροπους, συγχυσμένους και παράφρονες.
Συνάμα τους αποκαλούν αγνούς, μεγαλοφυείς, λαμπρούς και οξυδερκείς επιβεβαιώνοντας με αυτό το τρόπο την συνύπαρξη της τρέλας με τη σοφία, της ζωής με το θάνατο, του σκότους και του φωτός, του γίν με το γιάν.
Ίσως τελικά η μεγάλη σοφία να βρίσκεται στο λαό και τις ρήσεις του όπως τη γνώστη πως ¨από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια.¨
Σίγουρα κάποιος διαβάζοντας την πιο πάνω δήλωση εύκολα, μπορεί να προβεί στο συμπέρασμα πως αυτός που τα γράφει είναι τρελός.
Αν είναι τρελός, αυτός που ασχολείται με την τρέλα, παραμένει ένα διαχρονικό ερώτημα. Αν είναι τρελός αυτός που ασχολείται με τη τρέλα τότε ίσως αυτός δεν θα έπρεπε να ασχολείται. Αλλά ποιος τρελός θα ασχοληθεί μ’ αυτή τη δουλειά;
Η τρέλα παραμένει μια εμπειρία μέσα από την οποία ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την ηθική του αλήθεια και με τους κανόνες που ιδιάζουν στη φύση.
Συνεχίζει να μπαίνει αδιάκοπα κάτω από καλύτερο φωτισμό καθώς στη σύγχρονη εποχή που ζούμε οι μελετητές της τρέλας, σε σημείο κορεσμού, έχουν πολλαπλασιαστεί.
Οι τραγικές της όψεις, σε μεγάλο βαθμό συνεχίζουν κοινωνικά να επισκιάζονται με στίγμα και φόβο για αποκλεισμό, με ρίζες στην ιστορία των τρελών που κατά τον μεσαίωνα διαδέχτηκαν τους λεπρούς και τους πάσχοντες από αφροδισιακά νοσήματα, έγκλειστοι σε πέτρινους πύργους ως εξόριστα μολυσμένα όντα, για εξάλειψη από προσώπου γης.
Η συγγένεια της ενοχής, της μόλυνσης, του βρώμικου, του αμαρτωλού και του κακού μαζί με τη τρέλα είναι κάτι που έχει εγκατασταθεί στο συλλογικό ασυνείδητο της ανθρωπότητας και δικαίως στη σύγχρονη κοινωνία γίνονται ηράκλειες προσπάθειες για αποδέσμευση του στίγματος της ψυχικής ασθένειας.
Ο Χάινροθ, (1818) χαρακτήρισε τη τρέλα κάτι σαν ζοφερή αταξία, κινούμενο χάος, σπέρμα και θάνατο των πάντων που αντιτίθεται στην φωτεινή και ενήλικη σταθερότητα του πνεύματος.
Ο Ζαρατούστρας απ’ την άλλη έλεγε πως πρέπει να έχει κανείς μέσα του το χάος, για να γεννήσει ένα αστέρι πού χορεύει. (Νίτσε, 1883).
Πιθανών ο Πασκάλ (1670) να είχε δίκαιο καταγράφοντας πως ¨οι άνθρωποι είναι τόσο αναγκαία τρελοί, ώστε θα ήταν τρέλα άλλης λογής να μην είσαι τρελός.¨
Τελικά πόσο απέχει η τρέλα από τη γνώση; Πόσο διαφορετικός είναι ο τρελός;
Η ανθρώπινη αντίληψη για την τρέλα ως «πνευματική ασθένεια», είναι το προϊόν της ιστορίας, της εκπαίδευσης και της κουλτούρας. (Φουκώ, 1961).
Και παρόλο που παραμένει εξόριστη είναι η αιτία για τα χειρότερα αλλά και τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ανθρωπότητας επιβεβαιώνοντας έτσι τον Σ. Φρανκ (1938) σε σχέση με τη τοποθέτηση του περί αντιφάσεων, πως σε κάθε τι υπάρχουν δύο όψεις.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερα να εμβαθύνει κανείς στη τρελά, για να βρει την όψη της λογικής.
Δεν μπορεί να υπάρξει η μια χωρίς την άλλη καθώς οι λεπτές γραμμές που διαχωρίζουν μπορεί να οδηγήσουν δια τρόμου τους λογικούς να τα χάσουν αλλά και τους τρελούς προς ανακούφιση, να αποκτήσουν οξύνοια.
Η ενασχόληση με τη τρέλα είναι μια άβολη περιοχή. Δεν είναι όμως γη άγονη.
Μαθαίνοντας για τα μονοπάτια που βγάζουν από τα προκαθορισμένα πλαίσια κάποιας ηθικής, μπορούμε να δούμε το παράδοξο, το αντίπερα, το ανοίκειο και το άπειρο της ανθρώπινης ψυχής.
Η διαφώτιση στα σκοτεινά δωμάτια της ανθρώπινης ψυχής μπορεί να αποτελέσει πεδίο επεξήγησης της ανθρώπινης σκέψης, να τεθούν σε αμφισβήτηση οι αξίες και ηθικές άλλων εποχών και επιτέλους, ο άνθρωπος να συνειδητοποιήσει και να εναρμονιστεί με την πολυσύνθετη του φύση, που ολιστικά περιλαμβάνει σώμα, ψυχή και πνεύμα, σε πλανητικό και συμπαντικό επίπεδο.
Ας μην ξεχνάμε πως στη ¨διαταραγμένη¨ σκέψη κάποιων ανθρώπων οφείλουμε την επινόηση των επιστημών και των τεχνών.
Πολλοί που βρίσκονται έξω από το χορό της τέχνης, της επιστήμης, της ποίησης και της μουσικής τείνουν να αποκαλούν αυτούς τους αδιάκοπους εξερευνητές της αλήθειας ως εναλλακτικούς, ιδιότροπους, συγχυσμένους και παράφρονες.
Συνάμα τους αποκαλούν αγνούς, μεγαλοφυείς, λαμπρούς και οξυδερκείς επιβεβαιώνοντας με αυτό το τρόπο την συνύπαρξη της τρέλας με τη σοφία, της ζωής με το θάνατο, του σκότους και του φωτός, του γίν με το γιάν.
Ίσως τελικά η μεγάλη σοφία να βρίσκεται στο λαό και τις ρήσεις του όπως τη γνώστη πως ¨από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια.¨
Ζαν Κοκτώ: Η Ψεύτρα
Θα ήθελα να λέω πάντα αλήθεια. Αγαπώ την αλήθεια. Μα εκείνη δεν μ’ αγαπά.
Αυτή είναι η πραγματική, η αληθινή αλήθεια. Η αλήθεια, δεν μ’ αγαπά.
Μόλις την ξεστομίσω, αλλάζει μορφή και γυρίζει εναντίον μου.
Μοιάζω να λέω ψέματα και όλοι με στραβοκοιτάζουν.
Κι ωστόσο είμαι απλή, δεν μου αρέσει το ψέμα.
Το ψέμα σέρνει πίσω του φοβερές σκοτούρες, σε παρασέρνει και πιάνεσαι στην παγίδα του και παραπατάς και πέφτεις και όλοι γελάνε και σε κοροϊδεύουν…
Όταν με ρωτάνε κάτι, θέλω να τους απαντήσω αυτό που σκέφτομαι, θέλω να τους απαντήσω την αλήθεια. Η αλήθεια με γαργαλάει…
Όμως δεν ξέρω τι παθαίνω τότε… Με πιάνει αγωνία, πανικός, φόβος να μη φανώ γελοία και… λέω ψέματα. Λέω ψέματα. Και …τετέλεσται.
Είναι πολύ αργά πια για να τα πάρω πίσω. Κι έτσι και πατήσεις το ένα σου πόδι μέσα στο ψέμα, χάθηκες. Χώνεσαι μέσα μέχρι το λαιμό. Και δεν είναι διόλου ευχάριστα, σας τ’ ορκίζομαι.
Ενώ είναι τόσο εύκολο να λες αλήθεια...
Ω, θ’ αλλάξω. Άλλαξα κιόλας. Δεν θα ξαναπώ ψέματα.
Θα βρω ένα σύστημα να μη λέω πια ψέματα, να μη ζω μέσα σ’ αυτό το χάος της ψευτιάς.
Θα γιατρευτώ. Θα βγω από 'κει μέσα.
Κι άλλωστε, να η απόδειξη… Εδώ, μπροστά σας, δημοσία… ομολογώ και ξεσκεπάζω μπροστά στα μάτια σας, το βίτσιο μου.
Και μη φανταστείτε ότι η ειλικρίνειά μου είναι το αποκορύφωμα του βίτσιου μου, κάθε άλλο. Ντρέπομαι γι’ αυτό.
Μισώ τα ψέματά μου και θα έφτανα ως την άκρη του κόσμου να μην αναγκαστώ να κάνω αυτήν την εξομολόγηση…
Κι εσείς; Λέτε την αλήθεια;
Για σταθείτε, εγώ καθίζω τον εαυτό μου στο εδώλιο του κατηγορουμένου και δεν αναρωτήθηκα αν το δικαστήριο είναι άξιο να με κρίνει, να με αθωώσει ή να με καταδικάσει…
Ζαν Κοκτώ, Η Ψεύτρα
Αυτή είναι η πραγματική, η αληθινή αλήθεια. Η αλήθεια, δεν μ’ αγαπά.
Μόλις την ξεστομίσω, αλλάζει μορφή και γυρίζει εναντίον μου.
Μοιάζω να λέω ψέματα και όλοι με στραβοκοιτάζουν.
Κι ωστόσο είμαι απλή, δεν μου αρέσει το ψέμα.
Το ψέμα σέρνει πίσω του φοβερές σκοτούρες, σε παρασέρνει και πιάνεσαι στην παγίδα του και παραπατάς και πέφτεις και όλοι γελάνε και σε κοροϊδεύουν…
Όταν με ρωτάνε κάτι, θέλω να τους απαντήσω αυτό που σκέφτομαι, θέλω να τους απαντήσω την αλήθεια. Η αλήθεια με γαργαλάει…
Όμως δεν ξέρω τι παθαίνω τότε… Με πιάνει αγωνία, πανικός, φόβος να μη φανώ γελοία και… λέω ψέματα. Λέω ψέματα. Και …τετέλεσται.
Είναι πολύ αργά πια για να τα πάρω πίσω. Κι έτσι και πατήσεις το ένα σου πόδι μέσα στο ψέμα, χάθηκες. Χώνεσαι μέσα μέχρι το λαιμό. Και δεν είναι διόλου ευχάριστα, σας τ’ ορκίζομαι.
Ενώ είναι τόσο εύκολο να λες αλήθεια...
Ω, θ’ αλλάξω. Άλλαξα κιόλας. Δεν θα ξαναπώ ψέματα.
Θα βρω ένα σύστημα να μη λέω πια ψέματα, να μη ζω μέσα σ’ αυτό το χάος της ψευτιάς.
Θα γιατρευτώ. Θα βγω από 'κει μέσα.
Κι άλλωστε, να η απόδειξη… Εδώ, μπροστά σας, δημοσία… ομολογώ και ξεσκεπάζω μπροστά στα μάτια σας, το βίτσιο μου.
Και μη φανταστείτε ότι η ειλικρίνειά μου είναι το αποκορύφωμα του βίτσιου μου, κάθε άλλο. Ντρέπομαι γι’ αυτό.
Μισώ τα ψέματά μου και θα έφτανα ως την άκρη του κόσμου να μην αναγκαστώ να κάνω αυτήν την εξομολόγηση…
Κι εσείς; Λέτε την αλήθεια;
Για σταθείτε, εγώ καθίζω τον εαυτό μου στο εδώλιο του κατηγορουμένου και δεν αναρωτήθηκα αν το δικαστήριο είναι άξιο να με κρίνει, να με αθωώσει ή να με καταδικάσει…
Ζαν Κοκτώ, Η Ψεύτρα
Σπάσε τα δεσμά του φόβου σου
Η αλλαγή είναι ένα αναπόφευκτο κομμάτι της ζωής μας, που σίγουρα τη στιγμή που έρχεται προκαλεί μια αστάθεια κι έναν φόβο, δεδομένου πως είναι κάτι άγνωστο.
Χιλιάδες άνθρωποι καθημερινά βιώνουν στεναχώριες και καταθλίψεις αλλά αδυνατούν να πάνε παρακάτω. Είναι αυτό που οι ειδικοί λένε πως« χίλιες φορές σε μια κατάσταση που δεν είμαι καλά αλλά τη γνωρίζω και νιώθω ασφάλεια, παρά να προχωρήσω στο άγνωστο που κανείς και τίποτα δε μου εξασφαλίζει πού θα μ᾽ οδηγήσει».
Να ξέρεις πως σε καταλαβαίνω. Κάθε άνθρωπος που ζει σε μια τέτοια κατάσταση, είναι ένας φοβισμένος άνθρωπος που έχει περάσει δύσκολα. Που έχει βιώσει κάτι άσχημο και που παραλύει με την ιδέα και μόνο της αναβίωσης της απόρριψης ή της απώλειας.
Φόβος που παραμένει μέσα σου και σ᾽ αποθαρρύνει απ᾽ το να ξεφύγεις, να ζήσεις, να χαρείς, να βιώσεις νέες κι όμορφες εμπειρίες. Είμαστε έτσι πλασμένοι, να αγχωνόμαστε για το άγνωστο ώστε να προσέχουμε για την ασφάλειά μας.
Όμως, κάνουμε τελικά λάθος χρήση του φόβου της ασφάλειας. Τον χρησιμοποιούμε ολοκληρωτικά για ν᾽ ακινητοποιηθούμε.
Έτσι έκανες κι εσύ. Χρησιμοποίησες το φόβο αυτό, μ᾽ αποτέλεσμα να γεμίσεις τη ζωή σου μ᾽ ανούσια πράγματα που προσφέρουν ασφάλεια, υποκρινόμενος πως έχεις όλα όσα θέλεις και πως είσαι καλά.
Φοβάσαι να παραδεχθείς πως αυτά που έχεις, δε σε καλύπτουν. Πως άλλα κι αλλού ήταν τα όνειρά σου. Φοβάσαι πως είναι αργά. Όμως, το κενό στα μάτια σου, φανερώνει το κενό της ψυχής σου.
Επιμένεις να ζεις στην ασφάλεια των οικείων, όσο οδυνηρών κι αν είναι, αποφεύγοντας ένα νέο βήμα, αποφεύγοντας την ίδια τη ζωή.
Τη βλέπεις να περνάει μέσα απ᾽ τα χέρια σου και φοβάσαι να την αγγίξεις, φοβάσαι πως δε σου αξίζει, πως δε θα τα καταφέρεις.
Ζεις μια ζωή άδεια από στιγμές, νομίζοντας πως μ᾽ αυτόν τον τρόπο, παραμένεις ασφαλής. Το μόνο που καταφέρνεις, είναι να παραμένεις στα οικεία κι ήδη γνωστά, χωρίς να δημιουργείς.
Έχεις ξεχάσει πως η δημιουργία είναι δύναμη. Πως η δημιουργία είναι η τροφή της ίδιας της ζωής. Δεν ξέρω πολλούς ανθρώπους καταθλιπτικούς που να είναι δημιουργικοί.
Αντιθέτως η κατάθλιψη χτυπάει, κυρίως, ανθρώπους που ζουν μια ζωή που δεν τους αντιπροσωπεύει και δεν τους αρέσει. Ανθρώπους που ζουν με τα «πρέπει» των άλλων, που φοβούνται να μπουν σε σχέση μην πονέσουν. Που αρνούνται ν᾽ αφήσουν την καρδιά τους να χτυπήσει δυνατά, μήπως τρομάξουν. Ανθρώπους που δε δημιουργούν τίποτα! Που δεν κάνουν ούτε μισό βήμα στ᾽ άγνωστο.
Ανθρώπους που προτιμούν να μην τζογάρουν στ᾽ αύριο, προσέχοντας μην πληγωθούν στο μέλλον, μ᾽ αποτέλεσμα να πληγώνονται καθημερινά απ᾽ τη θλίψη τους στο σήμερα. Ένα σήμερα για το οποίο δεν είμαστε ποτέ σίγουροι και δεν είναι ποτέ δεδομένο.
Άκουσέ με. Το μόνο δεδομένο είναι οι στιγμές που ζούμε κι οι ευκαιρίες που αρπάζουμε. Να βγεις εκεί έξω και να ζήσεις ό,τι ονειρεύτηκες. Να ακολουθήσεις τα όνειρά σου και να κάνεις εκείνο που πραγματικά επιθυμεί η ψυχή σου.
Χωρίς περιορισμούς, χωρίς πεποιθήσεις, χωρίς κανέναν να σου υποδεικνύει το σωστό και το λάθος. Μόνο εκείνο που πραγματικά επιθυμεί η καρδιά σου.
Ποτέ και τίποτα δεν άλλαξε για κακό.
Πόσες φορές δεν αγχώθηκες ή φοβήθηκες ένα νέο βήμα, είτε επαγγελματικό, είτε προσωπικό; Πόσα μερόνυχτα σε τυραννούσε;
Για θυμήσου, όμως! Στο τέλος τα κατάφερες. Αν γυρίσεις και κοιτάξεις πίσω, το πέρασες και τελικά είδες πως δεν άξιζε τον κόπο τόσος άγχος. Πως ο φόβος σου δεν ήταν βάσιμος.
Το ίδιο χρειάζεται να κάνεις και τώρα.
Τον νιώθω τον φόβο σου, σε καταλαβαίνω αλλά χρειάζεται να καταλάβεις κι εσύ πως ποτέ και τίποτα δεν κατακτήθηκε μέσα στην ασφάλεια.
Τίποτα απολύτως δεν κατακτήθηκε χωρίς τη σκέψη: «θα το κάνω και ό,τι βγει».
Σκέψου πόσα όμορφα πράγματα έχεις ζήσει που ποτέ δεν προγραμμάτισες, που ποτέ δεν ήξερες πού θα έβγαιναν.
Έτσι είναι η ζωή. Γεμάτη εκπλήξεις που ομορφαίνουν τη ζωή και την καθημερινότητά μας.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απογοήτευση απ᾽ το να λες μεθαύριο στα εγγόνια σου τι θα μπορούσες να είχες κάνει, αλλά δεν το έκανες. Τι θα μπορούσες να είχες ζήσει, μα προτίμησες να μείνεις γαντζωμένος στη δήθεν ασφάλειά σου.
Έχεις μόνο μια ζωή να ζήσεις, γι᾽ αυτό ζήσε την καλά. Βγες έξω, ρίσκαρε, κινητοποιήσου, ζήσε. Κάνε αυτό που φοβάσαι περισσότερο και ζήσε το μ᾽ όλη τη δύναμη της ψυχής σου.
Γιατί έτσι μόνο αξίζει: Όταν ζεις στ᾽ αλήθεια!
Χιλιάδες άνθρωποι καθημερινά βιώνουν στεναχώριες και καταθλίψεις αλλά αδυνατούν να πάνε παρακάτω. Είναι αυτό που οι ειδικοί λένε πως« χίλιες φορές σε μια κατάσταση που δεν είμαι καλά αλλά τη γνωρίζω και νιώθω ασφάλεια, παρά να προχωρήσω στο άγνωστο που κανείς και τίποτα δε μου εξασφαλίζει πού θα μ᾽ οδηγήσει».
Να ξέρεις πως σε καταλαβαίνω. Κάθε άνθρωπος που ζει σε μια τέτοια κατάσταση, είναι ένας φοβισμένος άνθρωπος που έχει περάσει δύσκολα. Που έχει βιώσει κάτι άσχημο και που παραλύει με την ιδέα και μόνο της αναβίωσης της απόρριψης ή της απώλειας.
Φόβος που παραμένει μέσα σου και σ᾽ αποθαρρύνει απ᾽ το να ξεφύγεις, να ζήσεις, να χαρείς, να βιώσεις νέες κι όμορφες εμπειρίες. Είμαστε έτσι πλασμένοι, να αγχωνόμαστε για το άγνωστο ώστε να προσέχουμε για την ασφάλειά μας.
Όμως, κάνουμε τελικά λάθος χρήση του φόβου της ασφάλειας. Τον χρησιμοποιούμε ολοκληρωτικά για ν᾽ ακινητοποιηθούμε.
Έτσι έκανες κι εσύ. Χρησιμοποίησες το φόβο αυτό, μ᾽ αποτέλεσμα να γεμίσεις τη ζωή σου μ᾽ ανούσια πράγματα που προσφέρουν ασφάλεια, υποκρινόμενος πως έχεις όλα όσα θέλεις και πως είσαι καλά.
Φοβάσαι να παραδεχθείς πως αυτά που έχεις, δε σε καλύπτουν. Πως άλλα κι αλλού ήταν τα όνειρά σου. Φοβάσαι πως είναι αργά. Όμως, το κενό στα μάτια σου, φανερώνει το κενό της ψυχής σου.
Επιμένεις να ζεις στην ασφάλεια των οικείων, όσο οδυνηρών κι αν είναι, αποφεύγοντας ένα νέο βήμα, αποφεύγοντας την ίδια τη ζωή.
Τη βλέπεις να περνάει μέσα απ᾽ τα χέρια σου και φοβάσαι να την αγγίξεις, φοβάσαι πως δε σου αξίζει, πως δε θα τα καταφέρεις.
Ζεις μια ζωή άδεια από στιγμές, νομίζοντας πως μ᾽ αυτόν τον τρόπο, παραμένεις ασφαλής. Το μόνο που καταφέρνεις, είναι να παραμένεις στα οικεία κι ήδη γνωστά, χωρίς να δημιουργείς.
Έχεις ξεχάσει πως η δημιουργία είναι δύναμη. Πως η δημιουργία είναι η τροφή της ίδιας της ζωής. Δεν ξέρω πολλούς ανθρώπους καταθλιπτικούς που να είναι δημιουργικοί.
Αντιθέτως η κατάθλιψη χτυπάει, κυρίως, ανθρώπους που ζουν μια ζωή που δεν τους αντιπροσωπεύει και δεν τους αρέσει. Ανθρώπους που ζουν με τα «πρέπει» των άλλων, που φοβούνται να μπουν σε σχέση μην πονέσουν. Που αρνούνται ν᾽ αφήσουν την καρδιά τους να χτυπήσει δυνατά, μήπως τρομάξουν. Ανθρώπους που δε δημιουργούν τίποτα! Που δεν κάνουν ούτε μισό βήμα στ᾽ άγνωστο.
Ανθρώπους που προτιμούν να μην τζογάρουν στ᾽ αύριο, προσέχοντας μην πληγωθούν στο μέλλον, μ᾽ αποτέλεσμα να πληγώνονται καθημερινά απ᾽ τη θλίψη τους στο σήμερα. Ένα σήμερα για το οποίο δεν είμαστε ποτέ σίγουροι και δεν είναι ποτέ δεδομένο.
Άκουσέ με. Το μόνο δεδομένο είναι οι στιγμές που ζούμε κι οι ευκαιρίες που αρπάζουμε. Να βγεις εκεί έξω και να ζήσεις ό,τι ονειρεύτηκες. Να ακολουθήσεις τα όνειρά σου και να κάνεις εκείνο που πραγματικά επιθυμεί η ψυχή σου.
Χωρίς περιορισμούς, χωρίς πεποιθήσεις, χωρίς κανέναν να σου υποδεικνύει το σωστό και το λάθος. Μόνο εκείνο που πραγματικά επιθυμεί η καρδιά σου.
Ποτέ και τίποτα δεν άλλαξε για κακό.
Πόσες φορές δεν αγχώθηκες ή φοβήθηκες ένα νέο βήμα, είτε επαγγελματικό, είτε προσωπικό; Πόσα μερόνυχτα σε τυραννούσε;
Για θυμήσου, όμως! Στο τέλος τα κατάφερες. Αν γυρίσεις και κοιτάξεις πίσω, το πέρασες και τελικά είδες πως δεν άξιζε τον κόπο τόσος άγχος. Πως ο φόβος σου δεν ήταν βάσιμος.
Το ίδιο χρειάζεται να κάνεις και τώρα.
Τον νιώθω τον φόβο σου, σε καταλαβαίνω αλλά χρειάζεται να καταλάβεις κι εσύ πως ποτέ και τίποτα δεν κατακτήθηκε μέσα στην ασφάλεια.
Τίποτα απολύτως δεν κατακτήθηκε χωρίς τη σκέψη: «θα το κάνω και ό,τι βγει».
Σκέψου πόσα όμορφα πράγματα έχεις ζήσει που ποτέ δεν προγραμμάτισες, που ποτέ δεν ήξερες πού θα έβγαιναν.
Έτσι είναι η ζωή. Γεμάτη εκπλήξεις που ομορφαίνουν τη ζωή και την καθημερινότητά μας.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απογοήτευση απ᾽ το να λες μεθαύριο στα εγγόνια σου τι θα μπορούσες να είχες κάνει, αλλά δεν το έκανες. Τι θα μπορούσες να είχες ζήσει, μα προτίμησες να μείνεις γαντζωμένος στη δήθεν ασφάλειά σου.
Έχεις μόνο μια ζωή να ζήσεις, γι᾽ αυτό ζήσε την καλά. Βγες έξω, ρίσκαρε, κινητοποιήσου, ζήσε. Κάνε αυτό που φοβάσαι περισσότερο και ζήσε το μ᾽ όλη τη δύναμη της ψυχής σου.
Γιατί έτσι μόνο αξίζει: Όταν ζεις στ᾽ αλήθεια!
Συνεξάρτηση: Δεν χρειάζεται να είμαστε τόσο «καλοί» με τους άλλους
Τι είναι Συνεξάρτηση;
Συνεξάρτηση είναι όταν αναλαμβάνεις τα προβλήματα των άλλων, τις ανάγκες, τα συναισθήματα, τις προτιμήσεις, τους στόχους, τη ζωή τους, σα να είναι δικά σου, παραμελώντας ή ακόμη και χάνοντας επαφή με τα πραγματικά δικά σου.
Ο όρος αρχικά αναφερόταν στη νοσηρή «δυναμική» που παρατηρούνταν στους συντρόφους αλκοολικών, που χωρίς να το θέλουν, υπέθαλπαν τα προβλήματα του εθισμένου ατόμου, μέσα από υποθετικά βοηθητικές συμπεριφορές. Η συνεξάρτηση τώρα πλέον αναφέρεται σε οποιονδήποτε εμπλέκεται σε παρόμοια νοσηρή «δυναμική». Λέμε «νοσηρή» γιατί το να καλύπτει τις ανάγκες του άλλου, δεν είναι υγιές για τον συνεξαρτημένο αλλά ούτε και για τον παραλήπτη.
Πως αναπτύσσεται η συνεξάρτηση;
Η συνεξάρτηση αναπτύσσεται όταν ένα παιδί είναι σε ανισότιμη σχέση με τους γονείς του, όπου μαθαίνει να βάζει στην άκρη τις δικές του ανάγκες και επιθυμίες, ώστε να ανταποκριθεί στις ανάγκες και τα θέλω των γονιών του, προκειμένου να πάρει τη φροντίδα τους, την προσοχή ή την έγκρισή τους. Έτσι το παιδί μεγαλώνοντας, αποκτά την τάση να ξαναδημιουργεί κα να έλκεται απ’ αυτή τη «δυναμική» σε όλες του τις σχέσεις. Συνήθως χρειάζεται να αλλάξει αρκετές σχέσεις ή θέσεις εργασίας, πριν συνειδητοποιήσει ότι τα προβλήματά του δεν οφείλονται στον λάθος σύντροφο ή στη λάθος δουλειά, αλλά σε νοσηρές συνήθειες. Επειδή οι συνήθειες στις σχέσεις αποκτούνται κατά την πρώιμη ανάπτυξη, είναι βαθιά ριζωμένες και φαίνονται φυσιολογικές, κάνοντάς το πιο δύσκολο να συνειδητοποιήσεις ότι υπάρχουν εναλλακτικές.
Παραδείγματα Συνεξάρτησης
Η Μαρία είχε συνεξάρτηση με τον σύντροφό της Παύλο. Ο Παύλος δεν ήταν ευχαριστημένος με τη δουλειά του και η Μαρία ανέλαβε να του βρει μια νέα δουλειά. Ξανάφτιαξε το βιογραφικό του, έψαξε στο διαδίκτυο για αγγελίες και του αγόρασε πουκάμισα και γραβάτες για τις συνεντεύξεις. Ο Παύλος ήταν πολύ ευχαριστημένος στη νέα δουλειά που βρήκε με τη σκληρή προσπάθεια της Μαρίας αλλά εκείνη έγινε καταθλιπτική και υποτονική. Καθώς ο Παύλος δεν χρειαζόταν τη βοήθειά της, εκείνη δεν ένιωθε πλέον σέξι και ελκυστική, πράγμα που έφερε προβλήματα και στην ερωτική τους ζωή. Η μελαγχολία της Μαρίας επιδεινώθηκε και παραιτήθηκε από τη δουλειά της. Ο οικογενειακός γιατρός την παρέπεμψε σ’ έναν ψυχολόγο και η Μαρία έμαθε πώς να σχετίζεται με πιο ισορροπημένο τρόπο και με τον σύντροφό της και με τον εαυτό της.
Ο Σταύρος είχε συνεξάρτηση με τη δουλειά του. Ήταν ένα ανερχόμενο αστέρι στη δουλειά, έπαιρνε προαγωγές και αυξήσεις που έσπαγαν τα ρεκόρ της εταιρείας. Αυτό απαιτούσε ηρωική προσπάθεια από τον Σταύρο, που δούλευε μέχρι αργά τη νύχτα και τα σαββατοκύριακα, παραμελώντας την προσωπική του ζωή. Έξι μήνες αφότου προάχθηκε σε μια θέση που ούτε την ήθελε ούτε του άρεσε αλλά ένιωθε υποχρεωμένος να δεχτεί, κατέρρευσε με κλινική κατάθλιψη.
Η Ειρήνη είχε συνεξάρτηση με το γιό της Φώτη. Ο Φώτης δεν είχε τελειώσει μια εργασία για το σχολείο, που έπρεπε να παραδώσει την επόμενη μέρα. Δεν είχε αρκετό χρόνο για να την ολοκληρώσει και να πάει για προπόνηση στο ποδόσφαιρο. Η Ειρήνη δεν άντεξε να τον αφήσει να χάσει το ποδόσφαιρο, οπότε τελείωσε εκείνη την εργασία του και την είχε έτοιμη όταν εκείνος γύρισε στο σπίτι.
Είμαι συνεξαρτημένος;
Αν απαντήσετε «Ναι» σε 4 ή περισσότερες από τις παρακάτω δηλώσεις, τότε έχετε κάποιο βαθμό συνεξάρτησης.
1. Δεν μπορείτε να πείτε «Όχι».
2. Πάντα συμμορφώνεστε με τις προτιμήσεις των άλλων.
3. Νιώθετε άβολα και ένοχα όταν κάνετε τα πράγματα που εσείς θέλετε.
4. Έχετε δυσκολία να αποδεχτείτε τις φιλοφρονήσεις που σας κάνουν.
5. Ντρέπεστε ή νιώθετε υπεύθυνος για την κακή συμπεριφορά των άλλων.
6. Νιώθετε θυμωμένος και δεν ξέρετε γιατί.
7. Πιστεύετε ότι η σύγκρουση δεν έχει κανένα καλό αποτέλεσμα και την αποφεύγετε πάση θυσία.
8. Συνεχώς προλαβαίνετε τις ανάγκες των άλλων και τις ικανοποιείτε πριν καν σας το ζητήσουν.
9. Έχετε την τάση να έλκετε ανθρώπους που χρειάζονται κάποιον να τους σώσει.
10. Νιώθετε μεγάλο άγχος όταν τα πράγματα δεν εξελιχθούν όπως τα σχεδιάσατε.
Πως θα αναγνωρίσετε τη Συνεξάρτηση
Κάποιες φορές χρειάζεται να κάνουμε θυσίες για τους άλλους αλλά όταν παραμελούμε συστηματικά τις δικές μας ανάγκες, τους στόχους και τις προσδοκίες μας, για μήνες ή χρόνια, αυτό δεν είναι υγιές.
Η συνεξάρτηση οδηγεί το άτομο σε εξάντληση. Με τον καιρό, μπορεί να πάθει κατάθλιψη, να είναι αγχώδης, ευερέθιστος και θυμωμένος. Κάποιες φορές είναι πολύ δύσκολο για τα συνεξαρτημένα άτομα να επιτρέψουν στον εαυτό τους να νιώσουν αυτά τα αρνητικά συναισθήματα, καθώς έχουν μάθει να μη δίνουν αξία στα συναισθήματά τους.
Μπορώ να το αλλάξω;
Τα συνεξαρτημένα άτομα λένε συχνά: «Έτσι είμαι. Δεν μπορώ να αλλάξω». Συνήθως χωρίς να το συνειδητοποιούν, το να υποφέρουν τους δίνει μια ικανοποίηση και μια αίσθηση περηφάνιας επειδή τα καταφέρνουν. Όμως αν δεν ζήσεις εσύ τη ζωή σου, δεν θα το κάνει κανείς άλλος για σένα. Μπορείς να αλλάξεις την τάση για συνεξάρτηση. Είναι δύσκολο και χρειάζεται χρόνο, αλλά δεν είναι τόσο κοπιαστικό όσο το να είσαι συνεξαρτημένος. Μικρές αλλαγές μπορεί να έχουν εντυπωσιακά μεγάλη επίδραση, γιατί η νοοτροπία, η συμπεριφορά και τα συναισθήματα της συνεξάρτησης αλληλεπιδρούν και έτσι, αλλάζοντας το ένα, αλλάζουν και τα άλλα.
Ένα πρώτο βήμα για να αλλάξεις τη συνεξάρτηση, είναι να αναπτύξεις μια νοητική εικόνα, ένα «μέτρο» για το τι είναι ρεαλιστικό για σένα να κάνεις. Μπορείς για παράδειγμα, να οραματιστείς τον εαυτό σου – το χρόνο και την ενέργειά σου – σαν ένα γυάλινο δοχείο με χρωματιστό νερό, στο αγαπημένο σου χρώμα. Αποφάσισε πόσο από το χρωματιστό νερό χρησιμοποιούν ήδη οι διάφορες ευθύνες και υποχρεώσεις σου και επέλεξε το χαμηλότερο επίπεδο στάθμης (όχι κάτω από 30%) που θα φροντίζεις να εξασφαλίζεις για το περιεχόμενό σου, έτσι ώστε να έχεις αρκετό απόθεμα για τον εαυτό σου και τις έκτακτες ανάγκες. Από κει και πέρα, κάθε φορά που κάποιος θα σου ζητάει να κάνεις κάτι, πριν αποφασίσεις αν θα το κάνεις, μπορείς να φέρνεις στο μυαλό σου την εικόνα του δοχείου σου και να εξετάζεις αν, ικανοποιώντας το αίτημα, θα εξαντλήσεις τα αποθέματά σου κάτω από το χαμηλότερο επιτρεπτό όριο (π.χ. το 30% του περιεχομένου). Επιπλέον, είναι σημαντικό να λάβεις υπόψη αν το αίτημα έρχεται από κάποιον με τον οποίο έχεις μια ισορροπημένη και υγιή σχέση.
Το επόμενο βήμα είναι να μάθεις να λες «Όχι», πράγμα πολύ δύσκολο για όσους έχουν θέματα συνεξάρτησης. Το να λες «Όχι» δεν σε κάνει κακό άνθρωπο ούτε σε εμποδίζει να παίρνεις αγάπη και τρυφερότητα. Το να νιώθεις ότι πρέπει να κερδίσεις την αγάπη και τη στοργή, είναι μια λανθασμένη πεποίθηση που οι συνεξαρτημένοι μαθαίνουν ακούσια, ως παιδιά. Χρειάζεται να μάθεις να επεξεργάζεσαι το αίτημα του άλλου αντί να συμφωνείς αυτόματα όπως συνηθίζει να κάνει ο συνεξαρτημένος. Εξασκήσου στο να λες δυνατά μια φράση στον εαυτό σου, που θα λέει ότι θα το σκεφτείς και θα τους απαντήσεις. Είναι καθοριστικό να εξασκηθείς λέγοντας δυνατά τη φράση, γιατί έτσι κάνεις πρόβα σε μια νέα αυτόματη απάντηση που θα έχεις έτοιμη, καθώς είναι δύσκολο να πεις «Όχι» όταν σε αιφνιδιάζουν. Μέχρι να τους απαντήσεις, μπορεί κιόλας να έχουν βρει άλλη λύση στα προβλήματά τους. Στη συνέχεια, εξασκήσου με τον ίδιο τρόπο στο να λες «Όχι».
Επιπλέον, χρειάζεται να αλλάξεις τον τρόπο με τον οποίο νιώθεις καλά με τον εαυτό σου. Οι συνεξαρτημένοι νιώθουν αυτοεκτίμηση μέσα από τον εθισμό τους στο να παρέχουν βοήθεια. Οπότε για να αλλάξεις τη συνεξάρτηση, χρειάζεται να συμβιβαστείς με το γεγονός ότι θα παίρνεις λιγότερη ευχαρίστηση μέσα απ’ αυτό, και παράλληλα να αναπτύξεις νέους τρόπους για να νιώθεις αυτοεκτίμηση. Για παράδειγμα, να ασχοληθείς με όλα εκείνα τα πράγματα που είχες βάλει στην άκρη, όπως το να αλλάξεις εργασία ή καριέρα, να ασχοληθείς με ένα αγαπημένο σου χόμπι ή να βρεις ένα καινούριο, να αθληθείς, να κοινωνικοποιηθείς κλπ.
Φαντάσου ότι αυτή η εξάσκηση στους νέους τρόπους συσχέτισης με τους άλλους, είναι ένα πείραμα. Μην περιμένεις να πετύχεις μόνιμες αλλαγές αμέσως. Δες τι αποδίδει και τι όχι, κάνε τις δικές σου διορθώσεις και πειραματίσου ξανά. Αρκετά σύντομα, αυτό που έμοιαζε πολύ δύσκολο στην αρχή, θα γίνει κάτι φυσιολογικό για σένα. Σκέψου πόσα πολλά μπορείς να πετύχεις αν βάλεις όλη την ενέργεια και το χρόνο που ξόδευες για τους άλλους, στη δική σου ζωή!
Συνεξάρτηση είναι όταν αναλαμβάνεις τα προβλήματα των άλλων, τις ανάγκες, τα συναισθήματα, τις προτιμήσεις, τους στόχους, τη ζωή τους, σα να είναι δικά σου, παραμελώντας ή ακόμη και χάνοντας επαφή με τα πραγματικά δικά σου.
Ο όρος αρχικά αναφερόταν στη νοσηρή «δυναμική» που παρατηρούνταν στους συντρόφους αλκοολικών, που χωρίς να το θέλουν, υπέθαλπαν τα προβλήματα του εθισμένου ατόμου, μέσα από υποθετικά βοηθητικές συμπεριφορές. Η συνεξάρτηση τώρα πλέον αναφέρεται σε οποιονδήποτε εμπλέκεται σε παρόμοια νοσηρή «δυναμική». Λέμε «νοσηρή» γιατί το να καλύπτει τις ανάγκες του άλλου, δεν είναι υγιές για τον συνεξαρτημένο αλλά ούτε και για τον παραλήπτη.
Πως αναπτύσσεται η συνεξάρτηση;
Η συνεξάρτηση αναπτύσσεται όταν ένα παιδί είναι σε ανισότιμη σχέση με τους γονείς του, όπου μαθαίνει να βάζει στην άκρη τις δικές του ανάγκες και επιθυμίες, ώστε να ανταποκριθεί στις ανάγκες και τα θέλω των γονιών του, προκειμένου να πάρει τη φροντίδα τους, την προσοχή ή την έγκρισή τους. Έτσι το παιδί μεγαλώνοντας, αποκτά την τάση να ξαναδημιουργεί κα να έλκεται απ’ αυτή τη «δυναμική» σε όλες του τις σχέσεις. Συνήθως χρειάζεται να αλλάξει αρκετές σχέσεις ή θέσεις εργασίας, πριν συνειδητοποιήσει ότι τα προβλήματά του δεν οφείλονται στον λάθος σύντροφο ή στη λάθος δουλειά, αλλά σε νοσηρές συνήθειες. Επειδή οι συνήθειες στις σχέσεις αποκτούνται κατά την πρώιμη ανάπτυξη, είναι βαθιά ριζωμένες και φαίνονται φυσιολογικές, κάνοντάς το πιο δύσκολο να συνειδητοποιήσεις ότι υπάρχουν εναλλακτικές.
Παραδείγματα Συνεξάρτησης
Η Μαρία είχε συνεξάρτηση με τον σύντροφό της Παύλο. Ο Παύλος δεν ήταν ευχαριστημένος με τη δουλειά του και η Μαρία ανέλαβε να του βρει μια νέα δουλειά. Ξανάφτιαξε το βιογραφικό του, έψαξε στο διαδίκτυο για αγγελίες και του αγόρασε πουκάμισα και γραβάτες για τις συνεντεύξεις. Ο Παύλος ήταν πολύ ευχαριστημένος στη νέα δουλειά που βρήκε με τη σκληρή προσπάθεια της Μαρίας αλλά εκείνη έγινε καταθλιπτική και υποτονική. Καθώς ο Παύλος δεν χρειαζόταν τη βοήθειά της, εκείνη δεν ένιωθε πλέον σέξι και ελκυστική, πράγμα που έφερε προβλήματα και στην ερωτική τους ζωή. Η μελαγχολία της Μαρίας επιδεινώθηκε και παραιτήθηκε από τη δουλειά της. Ο οικογενειακός γιατρός την παρέπεμψε σ’ έναν ψυχολόγο και η Μαρία έμαθε πώς να σχετίζεται με πιο ισορροπημένο τρόπο και με τον σύντροφό της και με τον εαυτό της.
Ο Σταύρος είχε συνεξάρτηση με τη δουλειά του. Ήταν ένα ανερχόμενο αστέρι στη δουλειά, έπαιρνε προαγωγές και αυξήσεις που έσπαγαν τα ρεκόρ της εταιρείας. Αυτό απαιτούσε ηρωική προσπάθεια από τον Σταύρο, που δούλευε μέχρι αργά τη νύχτα και τα σαββατοκύριακα, παραμελώντας την προσωπική του ζωή. Έξι μήνες αφότου προάχθηκε σε μια θέση που ούτε την ήθελε ούτε του άρεσε αλλά ένιωθε υποχρεωμένος να δεχτεί, κατέρρευσε με κλινική κατάθλιψη.
Η Ειρήνη είχε συνεξάρτηση με το γιό της Φώτη. Ο Φώτης δεν είχε τελειώσει μια εργασία για το σχολείο, που έπρεπε να παραδώσει την επόμενη μέρα. Δεν είχε αρκετό χρόνο για να την ολοκληρώσει και να πάει για προπόνηση στο ποδόσφαιρο. Η Ειρήνη δεν άντεξε να τον αφήσει να χάσει το ποδόσφαιρο, οπότε τελείωσε εκείνη την εργασία του και την είχε έτοιμη όταν εκείνος γύρισε στο σπίτι.
Είμαι συνεξαρτημένος;
Αν απαντήσετε «Ναι» σε 4 ή περισσότερες από τις παρακάτω δηλώσεις, τότε έχετε κάποιο βαθμό συνεξάρτησης.
1. Δεν μπορείτε να πείτε «Όχι».
2. Πάντα συμμορφώνεστε με τις προτιμήσεις των άλλων.
3. Νιώθετε άβολα και ένοχα όταν κάνετε τα πράγματα που εσείς θέλετε.
4. Έχετε δυσκολία να αποδεχτείτε τις φιλοφρονήσεις που σας κάνουν.
5. Ντρέπεστε ή νιώθετε υπεύθυνος για την κακή συμπεριφορά των άλλων.
6. Νιώθετε θυμωμένος και δεν ξέρετε γιατί.
7. Πιστεύετε ότι η σύγκρουση δεν έχει κανένα καλό αποτέλεσμα και την αποφεύγετε πάση θυσία.
8. Συνεχώς προλαβαίνετε τις ανάγκες των άλλων και τις ικανοποιείτε πριν καν σας το ζητήσουν.
9. Έχετε την τάση να έλκετε ανθρώπους που χρειάζονται κάποιον να τους σώσει.
10. Νιώθετε μεγάλο άγχος όταν τα πράγματα δεν εξελιχθούν όπως τα σχεδιάσατε.
Πως θα αναγνωρίσετε τη Συνεξάρτηση
Κάποιες φορές χρειάζεται να κάνουμε θυσίες για τους άλλους αλλά όταν παραμελούμε συστηματικά τις δικές μας ανάγκες, τους στόχους και τις προσδοκίες μας, για μήνες ή χρόνια, αυτό δεν είναι υγιές.
Η συνεξάρτηση οδηγεί το άτομο σε εξάντληση. Με τον καιρό, μπορεί να πάθει κατάθλιψη, να είναι αγχώδης, ευερέθιστος και θυμωμένος. Κάποιες φορές είναι πολύ δύσκολο για τα συνεξαρτημένα άτομα να επιτρέψουν στον εαυτό τους να νιώσουν αυτά τα αρνητικά συναισθήματα, καθώς έχουν μάθει να μη δίνουν αξία στα συναισθήματά τους.
Μπορώ να το αλλάξω;
Τα συνεξαρτημένα άτομα λένε συχνά: «Έτσι είμαι. Δεν μπορώ να αλλάξω». Συνήθως χωρίς να το συνειδητοποιούν, το να υποφέρουν τους δίνει μια ικανοποίηση και μια αίσθηση περηφάνιας επειδή τα καταφέρνουν. Όμως αν δεν ζήσεις εσύ τη ζωή σου, δεν θα το κάνει κανείς άλλος για σένα. Μπορείς να αλλάξεις την τάση για συνεξάρτηση. Είναι δύσκολο και χρειάζεται χρόνο, αλλά δεν είναι τόσο κοπιαστικό όσο το να είσαι συνεξαρτημένος. Μικρές αλλαγές μπορεί να έχουν εντυπωσιακά μεγάλη επίδραση, γιατί η νοοτροπία, η συμπεριφορά και τα συναισθήματα της συνεξάρτησης αλληλεπιδρούν και έτσι, αλλάζοντας το ένα, αλλάζουν και τα άλλα.
Ένα πρώτο βήμα για να αλλάξεις τη συνεξάρτηση, είναι να αναπτύξεις μια νοητική εικόνα, ένα «μέτρο» για το τι είναι ρεαλιστικό για σένα να κάνεις. Μπορείς για παράδειγμα, να οραματιστείς τον εαυτό σου – το χρόνο και την ενέργειά σου – σαν ένα γυάλινο δοχείο με χρωματιστό νερό, στο αγαπημένο σου χρώμα. Αποφάσισε πόσο από το χρωματιστό νερό χρησιμοποιούν ήδη οι διάφορες ευθύνες και υποχρεώσεις σου και επέλεξε το χαμηλότερο επίπεδο στάθμης (όχι κάτω από 30%) που θα φροντίζεις να εξασφαλίζεις για το περιεχόμενό σου, έτσι ώστε να έχεις αρκετό απόθεμα για τον εαυτό σου και τις έκτακτες ανάγκες. Από κει και πέρα, κάθε φορά που κάποιος θα σου ζητάει να κάνεις κάτι, πριν αποφασίσεις αν θα το κάνεις, μπορείς να φέρνεις στο μυαλό σου την εικόνα του δοχείου σου και να εξετάζεις αν, ικανοποιώντας το αίτημα, θα εξαντλήσεις τα αποθέματά σου κάτω από το χαμηλότερο επιτρεπτό όριο (π.χ. το 30% του περιεχομένου). Επιπλέον, είναι σημαντικό να λάβεις υπόψη αν το αίτημα έρχεται από κάποιον με τον οποίο έχεις μια ισορροπημένη και υγιή σχέση.
Το επόμενο βήμα είναι να μάθεις να λες «Όχι», πράγμα πολύ δύσκολο για όσους έχουν θέματα συνεξάρτησης. Το να λες «Όχι» δεν σε κάνει κακό άνθρωπο ούτε σε εμποδίζει να παίρνεις αγάπη και τρυφερότητα. Το να νιώθεις ότι πρέπει να κερδίσεις την αγάπη και τη στοργή, είναι μια λανθασμένη πεποίθηση που οι συνεξαρτημένοι μαθαίνουν ακούσια, ως παιδιά. Χρειάζεται να μάθεις να επεξεργάζεσαι το αίτημα του άλλου αντί να συμφωνείς αυτόματα όπως συνηθίζει να κάνει ο συνεξαρτημένος. Εξασκήσου στο να λες δυνατά μια φράση στον εαυτό σου, που θα λέει ότι θα το σκεφτείς και θα τους απαντήσεις. Είναι καθοριστικό να εξασκηθείς λέγοντας δυνατά τη φράση, γιατί έτσι κάνεις πρόβα σε μια νέα αυτόματη απάντηση που θα έχεις έτοιμη, καθώς είναι δύσκολο να πεις «Όχι» όταν σε αιφνιδιάζουν. Μέχρι να τους απαντήσεις, μπορεί κιόλας να έχουν βρει άλλη λύση στα προβλήματά τους. Στη συνέχεια, εξασκήσου με τον ίδιο τρόπο στο να λες «Όχι».
Επιπλέον, χρειάζεται να αλλάξεις τον τρόπο με τον οποίο νιώθεις καλά με τον εαυτό σου. Οι συνεξαρτημένοι νιώθουν αυτοεκτίμηση μέσα από τον εθισμό τους στο να παρέχουν βοήθεια. Οπότε για να αλλάξεις τη συνεξάρτηση, χρειάζεται να συμβιβαστείς με το γεγονός ότι θα παίρνεις λιγότερη ευχαρίστηση μέσα απ’ αυτό, και παράλληλα να αναπτύξεις νέους τρόπους για να νιώθεις αυτοεκτίμηση. Για παράδειγμα, να ασχοληθείς με όλα εκείνα τα πράγματα που είχες βάλει στην άκρη, όπως το να αλλάξεις εργασία ή καριέρα, να ασχοληθείς με ένα αγαπημένο σου χόμπι ή να βρεις ένα καινούριο, να αθληθείς, να κοινωνικοποιηθείς κλπ.
Φαντάσου ότι αυτή η εξάσκηση στους νέους τρόπους συσχέτισης με τους άλλους, είναι ένα πείραμα. Μην περιμένεις να πετύχεις μόνιμες αλλαγές αμέσως. Δες τι αποδίδει και τι όχι, κάνε τις δικές σου διορθώσεις και πειραματίσου ξανά. Αρκετά σύντομα, αυτό που έμοιαζε πολύ δύσκολο στην αρχή, θα γίνει κάτι φυσιολογικό για σένα. Σκέψου πόσα πολλά μπορείς να πετύχεις αν βάλεις όλη την ενέργεια και το χρόνο που ξόδευες για τους άλλους, στη δική σου ζωή!
Μήπως να αγαπήσεις πρώτα εσένα και μετά όλους τους άλλους;
Μας προτρέπει η κοινωνία να κάνουμε υποχωρήσεις, να συμβιβαζόμαστε και υπογραμμίζει πως πρέπει να αγαπάμε τον πλησίον μας. Πριν από όλη αυτήν την αγάπη που μπορούμε να προσφέρουμε στους συνανθρώπους μας, καλό δεν θα ήταν να αγαπήσουμε πρώτα εμάς;
Ας βάλουμε τον εαυτό μας σε σειρά προτεραιότητας και θα έρθει και η σειρά για τους άλλους. Είναι σίγουρο αυτό. Πρώτα όμως ενδείκνυται να μας γνωρίσουμε, να μας μάθουμε καλύτερα. Να περάσουμε χρόνο με εμάς, ο οποίος είναι κάτι παραπάνω από πολύτιμος. Ας πάμε μια βόλτα μόνοι μας, μπορούμε να πάμε και για καφέ μάλιστα. Η κοινωνία μας προάγει γενικότερα την παρέα, η οποία αναμφισβήτητα είναι απαραίτητη, ωστόσο και το να δαπανήσουμε λίγο από τον χρόνο μας με εμάς μόνο είναι εξίσου αναγκαίο.
Ίσως να μας ακούγεται και να μας φαίνεται λίγο άβολο, αλλά όλα μα όλα είναι μια συνήθεια. Δεν αντιλέγω σίγουρα στην αρχή θα είναι αμήχανο, αργότερα όμως θα αποτελέσει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας μας και θα το επιζητούμε, όπως επιζητούμε τον καφέ το πρωί για να ξεκινήσει καλά η μέρα μας, όπως λέμε.
Ύστερα, να καταλάβουμε τι μας αρέσει, τι δεχόμαστε και τι όχι, ποια είναι τα όρια μας…Να δοκιμάσουμε πράγματα στη ζωή μας ούτως ώστε να ανακαλύψουμε αυτό το οποίο φτιάχτηκε για εμάς και εμείς για αυτό! Να δουλέψουμε με τον εαυτό μας για τον εαυτό μας! Εάν έχουμε άγχος, να βρούμε έναν τρόπο ούτως ώστε να το τιθασεύσουμε και να το καταπολεμήσουμε εν γένει.
Επιπρόσθετα, να κοιτάξουμε κατάματα τις ανασφάλειες μας. Εάν δεν μας αρέσουν τα αγύμναστα πόδια μας, να τα γυμνάσουμε για να νιώθουμε καλύτερα στο ίδιο μας το σώμα εμείς, τα κάνουμε όλα αυτά για εμάς και για κανέναν άλλον.
Λοιπόν, ας συνειδητοποιήσουμε ποιοι είμαστε και ας μας αγαπήσουμε. Θα νιώθουμε ότι είμαστε έξω από τα νερά μας, ωστόσο θα κολυμπήσουμε και θα βγούμε ξανα στην επιφάνεια αλώβητοι, διότι είμαστε πολύ πιο δυνατοί από μία τρικυμία που προσπαθεί να μας πνίξει ύπουλα…!
Ας βάλουμε τον εαυτό μας σε σειρά προτεραιότητας και θα έρθει και η σειρά για τους άλλους. Είναι σίγουρο αυτό. Πρώτα όμως ενδείκνυται να μας γνωρίσουμε, να μας μάθουμε καλύτερα. Να περάσουμε χρόνο με εμάς, ο οποίος είναι κάτι παραπάνω από πολύτιμος. Ας πάμε μια βόλτα μόνοι μας, μπορούμε να πάμε και για καφέ μάλιστα. Η κοινωνία μας προάγει γενικότερα την παρέα, η οποία αναμφισβήτητα είναι απαραίτητη, ωστόσο και το να δαπανήσουμε λίγο από τον χρόνο μας με εμάς μόνο είναι εξίσου αναγκαίο.
Ίσως να μας ακούγεται και να μας φαίνεται λίγο άβολο, αλλά όλα μα όλα είναι μια συνήθεια. Δεν αντιλέγω σίγουρα στην αρχή θα είναι αμήχανο, αργότερα όμως θα αποτελέσει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας μας και θα το επιζητούμε, όπως επιζητούμε τον καφέ το πρωί για να ξεκινήσει καλά η μέρα μας, όπως λέμε.
Ύστερα, να καταλάβουμε τι μας αρέσει, τι δεχόμαστε και τι όχι, ποια είναι τα όρια μας…Να δοκιμάσουμε πράγματα στη ζωή μας ούτως ώστε να ανακαλύψουμε αυτό το οποίο φτιάχτηκε για εμάς και εμείς για αυτό! Να δουλέψουμε με τον εαυτό μας για τον εαυτό μας! Εάν έχουμε άγχος, να βρούμε έναν τρόπο ούτως ώστε να το τιθασεύσουμε και να το καταπολεμήσουμε εν γένει.
Επιπρόσθετα, να κοιτάξουμε κατάματα τις ανασφάλειες μας. Εάν δεν μας αρέσουν τα αγύμναστα πόδια μας, να τα γυμνάσουμε για να νιώθουμε καλύτερα στο ίδιο μας το σώμα εμείς, τα κάνουμε όλα αυτά για εμάς και για κανέναν άλλον.
Λοιπόν, ας συνειδητοποιήσουμε ποιοι είμαστε και ας μας αγαπήσουμε. Θα νιώθουμε ότι είμαστε έξω από τα νερά μας, ωστόσο θα κολυμπήσουμε και θα βγούμε ξανα στην επιφάνεια αλώβητοι, διότι είμαστε πολύ πιο δυνατοί από μία τρικυμία που προσπαθεί να μας πνίξει ύπουλα…!
ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ: Ποιος είναι ο δούλος και ποιος ο αφέντης
Νομίζεις ότι η ελευθερία είναι κάτι σπουδαίο και ευγενές και αξιόλογο;
Πώς όχι;
Είναι δυνατόν κάποιος που έχει αποκτήσει κάτι σπουδαίο και αξιόλογο και ευγενές να είναι ταπεινός;
Δεν είναι.
Άρα όταν δεις κάποιον να υποκλίνεται σε κάποιον άλλον ή να του λέει κολακείες χωρίς να τις πιστεύει, να λες με θάρρος πως ούτε αυτός είναι ελεύθερος- και όχι μόνο αν το κάνει για ένα ταπεινό δείπνο, αλλά ακόμα και για μια θέση διοικητή ή συμβούλου. Κι αυτούς να τους αποκαλείς μικροδούλους, που τα κάνουν αυτά για τόσο μικρά πράγματα, και τους άλλους μεγαλοδούλους, όπως τους αξίζει.
Ας πούμε πως ισχύουν αυτά.
Νομίζεις, λοιπόν, ότι η ελευθερία είναι κάτι αυτεξούσιο και αυτόνομο;
Πώς όχι;
Όποιος εξαρτάται από άλλον, που μπορεί να τον εμποδίσει ή να τον εξαναγκάσει σε κάτι, να λες με θάρρος ότι δεν είναι ελεύθερος. Και να μην κοιτάζεις τους παππούδες και τους προπαππούδες του ρωτώντας να μάθεις αν αγοράστηκε ή αν πωλήθηκε ποτέ, αλλά, αν τον ακούσεις να λέει μέσα από τα σωθικά του και με πάθος «κύριε», ακόμα κι αν πριν από αυτόν υπάρχουν δώδεκα ακόντια ως συνοδεία, να τον αποκαλείς δούλο- κι αν τον ακούσεις να λέει «τι περνάω, ο δυστυχής», να τον αποκαλείς δούλο- αν τον δεις γενικά να κλαίγεται, να γκρινιάζει, να ταράζεται, να τον αποκαλείς δούλο ντυμένο με πορφύρα. Κι αν δεν κάνει τίποτα από αυτά, να μην τον αποκαλέσεις ακόμη ελεύθερο, αλλά εξέτασε τις πεποιθήσεις του για να δεις αν, με οποιονδήποτε τρόπο, τον καταναγκάζουν, τον παρεμποδίζουν ή τον ταράζουν- κι αν διαπιστώσεις ότι είναι τέτοιος, να τον αποκαλείς δούλο που τελεί υπό ανοχή στα Σατουρνάλια. Να λες ότι ο κύριός του έχει φύγει προσωρινά και ότι σύντομα θα επιστρέφει και θα δει τι έχει να πάθει.
Ποιος θα επιστρέφει;
Όποιος έχει την εξουσία να παρέχει ή να στερεί από κάποιον όσα επιθυμεί.
Άρα έχουμε πολλούς αφέντες;
Ναι, πολλούς. Γιατί, πριν από αυτούς, αφέντες μας είναι οι καταστάσεις- κι εκείνες είναι πολλές. Γι’ αυτό όσοι εξουσιάζουν κάποια από αυτές είναι κατ’ ανάγκη αφέντες μας- γιατί κανένας δεν φοβάται τον Καίσαρα αλλά τον θάνατο, την εξορία, τη στέρηση περιουσίας, τη φυλακή, τη στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Ούτε και αγαπά κανείς τον Καίσαρα, εκτός αν τύχει να είναι πανάξιος, αλλά αγαπούμε τον πλούτο, το αξίωμα του δημάρχου, του στρατηγού και του συμβούλου. Όταν αυτά τα αγαπούμε και τα μισούμε και τα φοβόμαστε, τότε, κατ’ ανάγκη, όσοι τα εξουσιάζουν είναι αφέντες μας.
ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Πώς όχι;
Είναι δυνατόν κάποιος που έχει αποκτήσει κάτι σπουδαίο και αξιόλογο και ευγενές να είναι ταπεινός;
Δεν είναι.
Άρα όταν δεις κάποιον να υποκλίνεται σε κάποιον άλλον ή να του λέει κολακείες χωρίς να τις πιστεύει, να λες με θάρρος πως ούτε αυτός είναι ελεύθερος- και όχι μόνο αν το κάνει για ένα ταπεινό δείπνο, αλλά ακόμα και για μια θέση διοικητή ή συμβούλου. Κι αυτούς να τους αποκαλείς μικροδούλους, που τα κάνουν αυτά για τόσο μικρά πράγματα, και τους άλλους μεγαλοδούλους, όπως τους αξίζει.
Ας πούμε πως ισχύουν αυτά.
Νομίζεις, λοιπόν, ότι η ελευθερία είναι κάτι αυτεξούσιο και αυτόνομο;
Πώς όχι;
Όποιος εξαρτάται από άλλον, που μπορεί να τον εμποδίσει ή να τον εξαναγκάσει σε κάτι, να λες με θάρρος ότι δεν είναι ελεύθερος. Και να μην κοιτάζεις τους παππούδες και τους προπαππούδες του ρωτώντας να μάθεις αν αγοράστηκε ή αν πωλήθηκε ποτέ, αλλά, αν τον ακούσεις να λέει μέσα από τα σωθικά του και με πάθος «κύριε», ακόμα κι αν πριν από αυτόν υπάρχουν δώδεκα ακόντια ως συνοδεία, να τον αποκαλείς δούλο- κι αν τον ακούσεις να λέει «τι περνάω, ο δυστυχής», να τον αποκαλείς δούλο- αν τον δεις γενικά να κλαίγεται, να γκρινιάζει, να ταράζεται, να τον αποκαλείς δούλο ντυμένο με πορφύρα. Κι αν δεν κάνει τίποτα από αυτά, να μην τον αποκαλέσεις ακόμη ελεύθερο, αλλά εξέτασε τις πεποιθήσεις του για να δεις αν, με οποιονδήποτε τρόπο, τον καταναγκάζουν, τον παρεμποδίζουν ή τον ταράζουν- κι αν διαπιστώσεις ότι είναι τέτοιος, να τον αποκαλείς δούλο που τελεί υπό ανοχή στα Σατουρνάλια. Να λες ότι ο κύριός του έχει φύγει προσωρινά και ότι σύντομα θα επιστρέφει και θα δει τι έχει να πάθει.
Ποιος θα επιστρέφει;
Όποιος έχει την εξουσία να παρέχει ή να στερεί από κάποιον όσα επιθυμεί.
Άρα έχουμε πολλούς αφέντες;
Ναι, πολλούς. Γιατί, πριν από αυτούς, αφέντες μας είναι οι καταστάσεις- κι εκείνες είναι πολλές. Γι’ αυτό όσοι εξουσιάζουν κάποια από αυτές είναι κατ’ ανάγκη αφέντες μας- γιατί κανένας δεν φοβάται τον Καίσαρα αλλά τον θάνατο, την εξορία, τη στέρηση περιουσίας, τη φυλακή, τη στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Ούτε και αγαπά κανείς τον Καίσαρα, εκτός αν τύχει να είναι πανάξιος, αλλά αγαπούμε τον πλούτο, το αξίωμα του δημάρχου, του στρατηγού και του συμβούλου. Όταν αυτά τα αγαπούμε και τα μισούμε και τα φοβόμαστε, τότε, κατ’ ανάγκη, όσοι τα εξουσιάζουν είναι αφέντες μας.
ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
O Tempora! O Mores! (Τι καιροί! Τι ήθη)
Ζώντας στη σύγχρονη κοινωνία δεν είναι λίγες οι στιγμές κατά τις οποίες αισθανόμαστε ότι η «κοινή λογική» καταστρατηγείται και επικρατεί η λεγόμενη παράλογη λογική. Ιδιαίτερο επίσης χαρακτηριστικό της περιρρέουσας ατμόσφαιρας είναι οι ταχύτατοι ρυθμοί και η ολοένα αυξανόμενη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται παράλογα γεγονότα και καταστάσεις.
Ο εν λόγω παραλογισμός επεκτείνεται και σφραγίζει τις ανθρώπινες σχέσεις οι οποίες έχουν καταστεί προβληματικές, αν όχι σε πολλές περιπτώσεις αρρωστημένες. Οι πικροί καρποί των δηλητηριασμένων ανθρωπίνων σχέσεων εμφανίζονται καθημερινά και πολλαπλώς στην καθημερινή αδυναμία συνεννοήσεως των ανθρώπων στον επαγγελματικό ή οποιοδήποτε άλλο κοινό χώρο, τα ραγδαίως αυξανόμενα διαζύγια, μέχρι την απροκάλυπτη και ωμή βία (σωματική, λεκτική, διαδικτυακή). Η κατάσταση αυτή έχει προβληματίσει ουκ ολίγους συμπολίτες μας και δη διανοούμενους και έχουν γραφτεί αρκετά για το θέμα αυτό. Ωστόσο, για να λύσεις ένα πρόβλημα, πρέπει να εντοπίσεις την πραγματική αιτία και όχι τις συνέπειες.
Η αστοχία του εντοπισμού της αιτίας του προβλήματος είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι οι ίδιοι οι αναζητούντες την λύση, «νοσούν» συχνά από το αίτιο και δεν το έχουν αντιληφθεί. Ένα απλό παράδειγμα, αρκεί να μας πείσει. Ας υποθέσουμε ότι αναζητούμε την λύση στο πρόβλημα της διαφθοράς και απαριθμούμε αίτια: δεν εφαρμόζονται οι νόμοι, υπάρχει ένα περίπλοκο θεσμικό πλαίσιο, η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί σωστά, τα ΜΜΕ προβάλλουν υλιστικά και όχι υγιή πρότυπα κλπ κλπ. Συνήθως σταματάμε στο επίπεδο αυτό και προτείνουμε τις προφανείς λύσεις: απλοποίηση του νομικού πλαισίου, εφαρμογή των νόμων, προβολή υγιών προτύπων κλπ κλπ και… αποτυγχάνουμε.
Η αποτυχία εφαρμογής των λύσεων έγκειται στο γεγονός ότι δεν έχουμε αντιληφθεί τι σημαίνει ήθος, από πού απορρέει και ποια η σημασία του για την λειτουργία του κοινωνικού συνόλου. Το ήθος σε ατομικό επίπεδο εκφράζει τα ψυχικά χαρακτηριστικά που συγκροτούν την προσωπικότητα και σε κοινωνικό επίπεδο -τα ήθη- αποτελούν τους παραδοσιακούς κανόνες κοινωνικής συμβίωσης (Ελληνικό Λεξικό Τεγόπουλου – Φυτράκη). Το ήθος και τα ήθη αλληλοεπηρεάζονται και αποτελούν την καταλυτική εκείνη δύναμη που καθορίζει τη λειτουργία της κοινωνίας, ανεξάρτητα και αρκετές φορές αντίθετα από τους γραπτούς νόμους και τις θεσμοθετημένες διαδικασίες.
Το ήθος και τα ήθη με τη σειρά τους εκπορεύονται ορμητικά από την ψυχή του κάθε ανθρώπου και του συνόλου και συγκεκριμένα από τον πυρήνα της ψυχικής δυνάμεως: την βιοθεωρία του ανθρώπου. Η λέξη βιοθεωρία είναι παρεξηγημένη και αντιμετωπίζεται ως ένας ακόμη επιστημονικός όρος, ενώ είναι η βασική κίνηση που κάνει κάθε ψυχή, έστω και στρεβλά, έστω και ελλιπώς. Η βιοθεωρία είναι σύμφυτη με τα πιστεύω του ανθρώπου ευρύτερα, τι πιστεύω ότι είμαι εγώ, τι πιστεύω ότι είναι η ζωή, τι πιστεύω για τον ρόλο μου στην κοινωνία. Έχει διαπιστωθεί ιστορικά και κοινωνικά ότι ακόμη και μεγάλοι εγκληματίες έχουν βιοθεωρία και από αυτήν κινούνται.
Συνεπώς η πρωταρχική και κύρια αιτία της σύγχρονης κρίσεως σχέσεων – κοινωνίας είναι η ιεραρχία των αξιών που συνειδητά ή μη επιλέξαμε για την ζωή μας και ο προορισμός που αποφασίσαμε να προσδώσουμε στον εαυτό μας. Από αυτά εκπηγάζει το ήθος (και τα ήθη) και όχι από τους επιμέρους εξωγενείς παράγοντες. Ο δικαστής που λάτρεψε (πίστεψε) στο χρήμα με την έννοια ότι αυτό θα του δώσει τον παράδεισο (οντολογική πληρότητα) θα δικάζει στραβά, έστω κι αν αλλάξει το νομικό πλαίσιο. Η μάνα που πίστεψε στην καριέρα της θα παραμελεί το παιδί της, όσο κι αν εκπαιδευτεί να μην το κάνει, ο πολιτικός που λάτρεψε την δόξα θα προδώσει το έθνος του σε παράγοντες που θα του την προσπορίσουν.
Το έθνος μας και ο λαός, από την αρχή της υπάρξεώς του έως σήμερα, συνέδεε με άρρηκτους δεσμούς το θείο με την καθημερινή και κοινωνική του ζωή. Ένας από τους θεμελιώδεις νόμους των αρχαίων Ελλήνων ήταν ότι της κακής πράξεως, σκέψεως, λειτουργίας έπεται η Νέμεσις. Αντιθέτως, της αρετής μετά μόχθου ακολουθούσε η επιβράβευση και η πραγματική αιώνια ευζωΐα. Το πρόβλημα των ηθών είναι πρόβλημα βιοθεωρίας.
Ο εν λόγω παραλογισμός επεκτείνεται και σφραγίζει τις ανθρώπινες σχέσεις οι οποίες έχουν καταστεί προβληματικές, αν όχι σε πολλές περιπτώσεις αρρωστημένες. Οι πικροί καρποί των δηλητηριασμένων ανθρωπίνων σχέσεων εμφανίζονται καθημερινά και πολλαπλώς στην καθημερινή αδυναμία συνεννοήσεως των ανθρώπων στον επαγγελματικό ή οποιοδήποτε άλλο κοινό χώρο, τα ραγδαίως αυξανόμενα διαζύγια, μέχρι την απροκάλυπτη και ωμή βία (σωματική, λεκτική, διαδικτυακή). Η κατάσταση αυτή έχει προβληματίσει ουκ ολίγους συμπολίτες μας και δη διανοούμενους και έχουν γραφτεί αρκετά για το θέμα αυτό. Ωστόσο, για να λύσεις ένα πρόβλημα, πρέπει να εντοπίσεις την πραγματική αιτία και όχι τις συνέπειες.
Η αστοχία του εντοπισμού της αιτίας του προβλήματος είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι οι ίδιοι οι αναζητούντες την λύση, «νοσούν» συχνά από το αίτιο και δεν το έχουν αντιληφθεί. Ένα απλό παράδειγμα, αρκεί να μας πείσει. Ας υποθέσουμε ότι αναζητούμε την λύση στο πρόβλημα της διαφθοράς και απαριθμούμε αίτια: δεν εφαρμόζονται οι νόμοι, υπάρχει ένα περίπλοκο θεσμικό πλαίσιο, η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί σωστά, τα ΜΜΕ προβάλλουν υλιστικά και όχι υγιή πρότυπα κλπ κλπ. Συνήθως σταματάμε στο επίπεδο αυτό και προτείνουμε τις προφανείς λύσεις: απλοποίηση του νομικού πλαισίου, εφαρμογή των νόμων, προβολή υγιών προτύπων κλπ κλπ και… αποτυγχάνουμε.
Η αποτυχία εφαρμογής των λύσεων έγκειται στο γεγονός ότι δεν έχουμε αντιληφθεί τι σημαίνει ήθος, από πού απορρέει και ποια η σημασία του για την λειτουργία του κοινωνικού συνόλου. Το ήθος σε ατομικό επίπεδο εκφράζει τα ψυχικά χαρακτηριστικά που συγκροτούν την προσωπικότητα και σε κοινωνικό επίπεδο -τα ήθη- αποτελούν τους παραδοσιακούς κανόνες κοινωνικής συμβίωσης (Ελληνικό Λεξικό Τεγόπουλου – Φυτράκη). Το ήθος και τα ήθη αλληλοεπηρεάζονται και αποτελούν την καταλυτική εκείνη δύναμη που καθορίζει τη λειτουργία της κοινωνίας, ανεξάρτητα και αρκετές φορές αντίθετα από τους γραπτούς νόμους και τις θεσμοθετημένες διαδικασίες.
Το ήθος και τα ήθη με τη σειρά τους εκπορεύονται ορμητικά από την ψυχή του κάθε ανθρώπου και του συνόλου και συγκεκριμένα από τον πυρήνα της ψυχικής δυνάμεως: την βιοθεωρία του ανθρώπου. Η λέξη βιοθεωρία είναι παρεξηγημένη και αντιμετωπίζεται ως ένας ακόμη επιστημονικός όρος, ενώ είναι η βασική κίνηση που κάνει κάθε ψυχή, έστω και στρεβλά, έστω και ελλιπώς. Η βιοθεωρία είναι σύμφυτη με τα πιστεύω του ανθρώπου ευρύτερα, τι πιστεύω ότι είμαι εγώ, τι πιστεύω ότι είναι η ζωή, τι πιστεύω για τον ρόλο μου στην κοινωνία. Έχει διαπιστωθεί ιστορικά και κοινωνικά ότι ακόμη και μεγάλοι εγκληματίες έχουν βιοθεωρία και από αυτήν κινούνται.
Συνεπώς η πρωταρχική και κύρια αιτία της σύγχρονης κρίσεως σχέσεων – κοινωνίας είναι η ιεραρχία των αξιών που συνειδητά ή μη επιλέξαμε για την ζωή μας και ο προορισμός που αποφασίσαμε να προσδώσουμε στον εαυτό μας. Από αυτά εκπηγάζει το ήθος (και τα ήθη) και όχι από τους επιμέρους εξωγενείς παράγοντες. Ο δικαστής που λάτρεψε (πίστεψε) στο χρήμα με την έννοια ότι αυτό θα του δώσει τον παράδεισο (οντολογική πληρότητα) θα δικάζει στραβά, έστω κι αν αλλάξει το νομικό πλαίσιο. Η μάνα που πίστεψε στην καριέρα της θα παραμελεί το παιδί της, όσο κι αν εκπαιδευτεί να μην το κάνει, ο πολιτικός που λάτρεψε την δόξα θα προδώσει το έθνος του σε παράγοντες που θα του την προσπορίσουν.
Το έθνος μας και ο λαός, από την αρχή της υπάρξεώς του έως σήμερα, συνέδεε με άρρηκτους δεσμούς το θείο με την καθημερινή και κοινωνική του ζωή. Ένας από τους θεμελιώδεις νόμους των αρχαίων Ελλήνων ήταν ότι της κακής πράξεως, σκέψεως, λειτουργίας έπεται η Νέμεσις. Αντιθέτως, της αρετής μετά μόχθου ακολουθούσε η επιβράβευση και η πραγματική αιώνια ευζωΐα. Το πρόβλημα των ηθών είναι πρόβλημα βιοθεωρίας.
Τι είναι οι χιονοκαταιγιδες; Γιατί συνοδεύονται από βροντές;
Οι χιονοκαταιγίδες – ένα καιρικό φαινόμενο που παρατηρείται σε έντονες ψυχρές εισβολές – δημιουργούνται από νέφη κατακόρυφης ανάπτυξης (καταιγιδοφόρα νέφη), τα οποία περιέχουν παγοκρυστάλλους και εκδηλώνουν υετό στην επιφάνεια του εδάφους με τη μορφή χιονιού.
Οι χιονοκαταιγίδες σχηματίζονται, όταν επικρατούν συνθήκες ατμοσφαιρικής αστάθειας. Αυτό συμβαίνει όταν ο αέρας κοντά στο έδαφος είναι θερμότερος από τον υπερκείμενο αέρα και έτσι, εξαναγκαζόμενος να ανέλθει, σχηματίζει νέφη. Όταν αυτή η θερμοκρασιακή διαφορά μεταξύ του αέρα κοντά στην επιφάνεια και του υπερκείμενου αέρα είναι μεγάλη, τότε αυτές οι ανοδικές κινήσεις είναι πιο βίαιες και έτσι μπορούν να σχηματιστούν νέφη κατακόρυφης ανάπτυξης. Οι έντονες αυτές ανοδικές κινήσεις μέσα στα καταιγιδοφόρα νέφη έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία έντονων αναταράξεων και τις συγκρούσεις μεταξύ των παγοκρυστάλλων από τους οποίους αποτελείται το νέφος. Αυτές οι συγκρούσεις έχουν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη θετικά και αρνητικά φορτισμένων παγοκρυστάλλων που κατανέμονται σε διάφορες περιοχές του νέφους και δημιουργείται ηλεκτρικό δυναμικό είτε μέσα στο νέφος, είτε μεταξύ νέφους και εδάφους.
Συνήθως με την ηλεκτρική δραστηριότητα σε μια χιονοκαταιγίδα παρατηρείται πιο έντονη λάμψη από ό,τι στις απλές καταιγίδες με βροχή, επειδή το φως αντανακλάται στις νιφάδες. Επίσης, η βροντή από την ηλεκτρική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια χιονοκαταιγίδας μπορεί να ακούγεται συνήθως μόνο σε ακτίνα 3 έως 5 χιλιομέτρων από την ηλεκτρική εκκένωση, καθώς οι νιφάδες εμποδίζουν τη διάδοση του ηχητικού κύματος.
Επίσης κατά τη διάρκεια χιονοκαταιγίδων παρατηρείται μεγαλύτερος ρυθμός χιονόπτωσης από ό,τι συνήθως συμβαίνει με τα πιο στρωματόμορφα νέφη.
Οι χιονοκαταιγίδες σχηματίζονται, όταν επικρατούν συνθήκες ατμοσφαιρικής αστάθειας. Αυτό συμβαίνει όταν ο αέρας κοντά στο έδαφος είναι θερμότερος από τον υπερκείμενο αέρα και έτσι, εξαναγκαζόμενος να ανέλθει, σχηματίζει νέφη. Όταν αυτή η θερμοκρασιακή διαφορά μεταξύ του αέρα κοντά στην επιφάνεια και του υπερκείμενου αέρα είναι μεγάλη, τότε αυτές οι ανοδικές κινήσεις είναι πιο βίαιες και έτσι μπορούν να σχηματιστούν νέφη κατακόρυφης ανάπτυξης. Οι έντονες αυτές ανοδικές κινήσεις μέσα στα καταιγιδοφόρα νέφη έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία έντονων αναταράξεων και τις συγκρούσεις μεταξύ των παγοκρυστάλλων από τους οποίους αποτελείται το νέφος. Αυτές οι συγκρούσεις έχουν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη θετικά και αρνητικά φορτισμένων παγοκρυστάλλων που κατανέμονται σε διάφορες περιοχές του νέφους και δημιουργείται ηλεκτρικό δυναμικό είτε μέσα στο νέφος, είτε μεταξύ νέφους και εδάφους.
Συνήθως με την ηλεκτρική δραστηριότητα σε μια χιονοκαταιγίδα παρατηρείται πιο έντονη λάμψη από ό,τι στις απλές καταιγίδες με βροχή, επειδή το φως αντανακλάται στις νιφάδες. Επίσης, η βροντή από την ηλεκτρική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια χιονοκαταιγίδας μπορεί να ακούγεται συνήθως μόνο σε ακτίνα 3 έως 5 χιλιομέτρων από την ηλεκτρική εκκένωση, καθώς οι νιφάδες εμποδίζουν τη διάδοση του ηχητικού κύματος.
Επίσης κατά τη διάρκεια χιονοκαταιγίδων παρατηρείται μεγαλύτερος ρυθμός χιονόπτωσης από ό,τι συνήθως συμβαίνει με τα πιο στρωματόμορφα νέφη.
ΟΚΝΗΡΙΑ
Η λακωνικότερη ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία των δειλών
Αν το καλοσκεφθούμε η αναβλητικότητα είναι ίσως συνώνυμο της τεμπελιάς, ίσως ακόμη καλύτερα, πηγάζει απ’ την φυγοπονία. Ο Δάντης σίγουρα κάτι τέτοιο είχε στο μυαλό του όταν όριζε την οκνηρία ως θανάσιμο αμάρτημα.
Έχετε αναλογιστεί ποτέ, πόσες μέρες πήγαν χαμένες, πόσες ευκαιρίες χάθηκαν, πόση ευτυχία αφήσαμε να γλιστρήσει από τα χέρια μας, επειδή δεν πήραμε μια μεγάλη απόφαση, επειδή πιστέψαμε πως υπήρχε αρκετός χρόνος και αύριο, επειδή δειλιάσαμε να κάνουμε εκείνο το βήμα, εκείνη την κίνηση που έπρεπε – όταν έπρεπε;
Η οκνηρία σε αντίθεση με τα άλλα θανάσιμα αμαρτήματα, τα οποία σχετίζονται με την υπερβολή και την έλλειψη ελέγχου, έχει να κάνει με την υπερβολική στασιμότητα, με την έλλειψη κινήτρων, μέσα μας ή έξω μας.
Τι μας κάνει όμως να μένουμε αδρανείς; Τι είναι αυτό που μας κάνει να θέλουμε ν’αποφύγουμε πράξεις, έργα, κατ’ επέκταση κάθε είδους εξέλιξη και διαφορετικότητα; Ένας άνθρωπος φυγόπονος, δειλός, αναβλητικός είναι συνήθως ένας άνθρωπος φοβισμένος. Το να μην αρπάζουμε μια ευκαιρίας ζωής, είτε αυτή είναι επαγγελματικής φύσεως, είτε συναισθηματικής, έχει να κάνει με το φόβο που έχει ριζώσει μέσα μας ή καλύτερα με τον φόβο που εμείς επιτρέψαμε να ριζώσει μέσα μας.
Αυτός ο φόβος, είναι συνήθως φόβος παρελθόντος, πληγωμένο κομμάτι του εγωισμού μας, αποτέλεσμα περασμένης αποτυχίας μας, η οποία μας αποθαρρύνει να οδηγήσουμε τον εαυτό μας σε καινούργιες χαρές και εμπειρίες. Έτσι προβάλλουμε στο παρόν μας φόβους, λάθη και αποτυχίες του παρελθόντος μας.
Αναβάλλουμε κάθε εξέλιξη, τσιγκουνευόμαστε όλα αυτά που νιώθουμε και δίνουμε, αποφεύγοντας τελικά, την ουσιαστική συσχέτιση και τον έντονο συναισθηματικό εμπλεγμό σε οτιδήποτε κάνουμε, με φόβο πως αν πράξουμε διαφορετικά, αν δώσουμε και δοθούμε θα πληγωθούμε ξανά, θα στερέψουμε ξανά, θα βρεθούμε στο τίποτα ξανά.
Αυτό όμως είναι φαύλος κύκλος. Αποφεύγοντας να αναλάβουμε δράση, αποφεύγοντας την ζωή δηλαδή, για να γλιτώσουμε από ενδεχόμενο πόνο και επαναλαμβανόμενο λάθος, απογοητευόμαστε έτσι και αλλιώς από την άνοστη, βαρετή, δίχως εκπλήξεις ζωή που ζούμε. Ένας δειλός είναι ανίκανος να δείξει και να νιώσει αγάπη. Αυτό είναι προνόμιο των γενναίων.
Η αναβλητικότητα μας δεν πηγάζει όμως μόνο από φόβους ξαναειδωμένους. Υπάρχουν και οι φόβοι δειλίας του άγνωστου πόνου. Προτιμούμε να μένουμε άπραγοι, ζώντας σε ένα αποστειρωμένο κόσμο, αποστειρώνοντας ό,τι νιώθουμε, γεμίζοντας τα κενά της ζωής μας, με δήθεν ενδιαφέροντα, καταπιέζοντας τα πραγματικά θέλω μας, την πραγματική επιθυμία μας, που ναι ίσως να έχει ένα ρίσκο μέσα της, αλλά μας φέρνει πιο κοντά στην ευτυχία μας. Μεγαλύτερο όμως είναι το ρίσκο όταν συνεχώς αναβάλλουμε μια επιθυμία, ένα σχέδιο ψυχής. Κάθε καθυστέρηση του, το φέρνει πιο κοντά στην καταστροφή. Γιατί το να γνωρίζουμε πιο είναι το σωστό για εμάς και να μην το κάνουμε είναι η μεγαλύτερη δειλία.
Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει χώρος για δειλία, αναβολές και καθυστερήσεις στη ζωή μας. Όχι γιατί έτσι απλώς ζούμε μισά, αλλά γιατί έτσι δεν ζούμε καν.
Μια ευκαιρία ζωής μας έχει δοθεί και πρέπει να την αδράξουμε. Είμαστε πολύ πιο δυνατοί απ’ όσο νομίζουμε. Δεν έχει νόημα να “κλειστούμε” σε μια ζωή δίχως ρίσκα. Δεν αποφεύγουμε τα απρόοπτα και τον πόνο έτσι. Αποφεύγουμε να ζήσουμε.
Οφείλουμε να ζούμε την κάθε μέρα μας σαν να είναι η τελευταία, να αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους που έχουμε στη ζωή μας με αυτό τον τρόπο. Έτσι τίποτα δε θα έχουμε ως δεδομένο στη ζωή μας. Τα πάντα θα εκτιμώνται την στιγμή που υπάρχουν και τα ζούμε. Δε θα αφήνουμε τίποτα για αύριο. Οι ευκαιρίες και οι στιγμές είναι μοναδικές. Οι αναβολές και οι δισταγμοί τις καταστρέφουν.
«Μια φορά ζούμε, δεν υπάρχει τρόπος να υπάρξουμε δύο φορές. Και μάλλον δε θα υπάρξουμε ξανά ποτέ. Και εσύ που δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την χαρά. Και η ζωή πάει χαμένη με τις αναβολές και ο καθένας πεθαίνει απασχολημένος.»
ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ
Αν το καλοσκεφθούμε η αναβλητικότητα είναι ίσως συνώνυμο της τεμπελιάς, ίσως ακόμη καλύτερα, πηγάζει απ’ την φυγοπονία. Ο Δάντης σίγουρα κάτι τέτοιο είχε στο μυαλό του όταν όριζε την οκνηρία ως θανάσιμο αμάρτημα.
Έχετε αναλογιστεί ποτέ, πόσες μέρες πήγαν χαμένες, πόσες ευκαιρίες χάθηκαν, πόση ευτυχία αφήσαμε να γλιστρήσει από τα χέρια μας, επειδή δεν πήραμε μια μεγάλη απόφαση, επειδή πιστέψαμε πως υπήρχε αρκετός χρόνος και αύριο, επειδή δειλιάσαμε να κάνουμε εκείνο το βήμα, εκείνη την κίνηση που έπρεπε – όταν έπρεπε;
Η οκνηρία σε αντίθεση με τα άλλα θανάσιμα αμαρτήματα, τα οποία σχετίζονται με την υπερβολή και την έλλειψη ελέγχου, έχει να κάνει με την υπερβολική στασιμότητα, με την έλλειψη κινήτρων, μέσα μας ή έξω μας.
Τι μας κάνει όμως να μένουμε αδρανείς; Τι είναι αυτό που μας κάνει να θέλουμε ν’αποφύγουμε πράξεις, έργα, κατ’ επέκταση κάθε είδους εξέλιξη και διαφορετικότητα; Ένας άνθρωπος φυγόπονος, δειλός, αναβλητικός είναι συνήθως ένας άνθρωπος φοβισμένος. Το να μην αρπάζουμε μια ευκαιρίας ζωής, είτε αυτή είναι επαγγελματικής φύσεως, είτε συναισθηματικής, έχει να κάνει με το φόβο που έχει ριζώσει μέσα μας ή καλύτερα με τον φόβο που εμείς επιτρέψαμε να ριζώσει μέσα μας.
Αυτός ο φόβος, είναι συνήθως φόβος παρελθόντος, πληγωμένο κομμάτι του εγωισμού μας, αποτέλεσμα περασμένης αποτυχίας μας, η οποία μας αποθαρρύνει να οδηγήσουμε τον εαυτό μας σε καινούργιες χαρές και εμπειρίες. Έτσι προβάλλουμε στο παρόν μας φόβους, λάθη και αποτυχίες του παρελθόντος μας.
Αναβάλλουμε κάθε εξέλιξη, τσιγκουνευόμαστε όλα αυτά που νιώθουμε και δίνουμε, αποφεύγοντας τελικά, την ουσιαστική συσχέτιση και τον έντονο συναισθηματικό εμπλεγμό σε οτιδήποτε κάνουμε, με φόβο πως αν πράξουμε διαφορετικά, αν δώσουμε και δοθούμε θα πληγωθούμε ξανά, θα στερέψουμε ξανά, θα βρεθούμε στο τίποτα ξανά.
Αυτό όμως είναι φαύλος κύκλος. Αποφεύγοντας να αναλάβουμε δράση, αποφεύγοντας την ζωή δηλαδή, για να γλιτώσουμε από ενδεχόμενο πόνο και επαναλαμβανόμενο λάθος, απογοητευόμαστε έτσι και αλλιώς από την άνοστη, βαρετή, δίχως εκπλήξεις ζωή που ζούμε. Ένας δειλός είναι ανίκανος να δείξει και να νιώσει αγάπη. Αυτό είναι προνόμιο των γενναίων.
Η αναβλητικότητα μας δεν πηγάζει όμως μόνο από φόβους ξαναειδωμένους. Υπάρχουν και οι φόβοι δειλίας του άγνωστου πόνου. Προτιμούμε να μένουμε άπραγοι, ζώντας σε ένα αποστειρωμένο κόσμο, αποστειρώνοντας ό,τι νιώθουμε, γεμίζοντας τα κενά της ζωής μας, με δήθεν ενδιαφέροντα, καταπιέζοντας τα πραγματικά θέλω μας, την πραγματική επιθυμία μας, που ναι ίσως να έχει ένα ρίσκο μέσα της, αλλά μας φέρνει πιο κοντά στην ευτυχία μας. Μεγαλύτερο όμως είναι το ρίσκο όταν συνεχώς αναβάλλουμε μια επιθυμία, ένα σχέδιο ψυχής. Κάθε καθυστέρηση του, το φέρνει πιο κοντά στην καταστροφή. Γιατί το να γνωρίζουμε πιο είναι το σωστό για εμάς και να μην το κάνουμε είναι η μεγαλύτερη δειλία.
Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει χώρος για δειλία, αναβολές και καθυστερήσεις στη ζωή μας. Όχι γιατί έτσι απλώς ζούμε μισά, αλλά γιατί έτσι δεν ζούμε καν.
Μια ευκαιρία ζωής μας έχει δοθεί και πρέπει να την αδράξουμε. Είμαστε πολύ πιο δυνατοί απ’ όσο νομίζουμε. Δεν έχει νόημα να “κλειστούμε” σε μια ζωή δίχως ρίσκα. Δεν αποφεύγουμε τα απρόοπτα και τον πόνο έτσι. Αποφεύγουμε να ζήσουμε.
Οφείλουμε να ζούμε την κάθε μέρα μας σαν να είναι η τελευταία, να αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους που έχουμε στη ζωή μας με αυτό τον τρόπο. Έτσι τίποτα δε θα έχουμε ως δεδομένο στη ζωή μας. Τα πάντα θα εκτιμώνται την στιγμή που υπάρχουν και τα ζούμε. Δε θα αφήνουμε τίποτα για αύριο. Οι ευκαιρίες και οι στιγμές είναι μοναδικές. Οι αναβολές και οι δισταγμοί τις καταστρέφουν.
«Μια φορά ζούμε, δεν υπάρχει τρόπος να υπάρξουμε δύο φορές. Και μάλλον δε θα υπάρξουμε ξανά ποτέ. Και εσύ που δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την χαρά. Και η ζωή πάει χαμένη με τις αναβολές και ο καθένας πεθαίνει απασχολημένος.»
ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ
Η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται τίμια
Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, η φράση είχε όντως ειπωθεί από τον Ιούλιο Καίσαρα, όταν χώρισε με τη δεύτερη σύζυγό του, Πομπηία Σύλλα. Το ζευγάρι είχε παντρευτεί το 67 π.Χ, όταν ο Καίσαρας ήταν 33 ετών. Ο χωρισμός, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ήταν αποτέλεσμα σκευωρίας εναντίον της Πομπηίας, που οργάνωσε ο ίδιος ο Καίσαρας. Πέντε χρόνια μετά τον γάμο, ήθελε να χωρίσει από την σύζυγό του για λόγους πολιτικού συμφέροντος και να παντρευτεί μια άλλη γυναίκα με μεγαλύτερη επιρροή. Για να έχει δικαιολογία, οργάνωσε ένα σχέδιο.
Όταν ήταν ποντίφικας η σύζυγός του είχε οργανώσει τη γιορτή της θεάς Αγαθής, όπου καλεσμένες ήταν μόνο γυναίκες και αυτός ο κανόνας ήταν ιερός και απαράβατος. Ο Καίσαρας έστειλε έναν τυχοδιώκτη και θρασύ νεαρό της Ρώμης, τον Πόπλιο Κλαύδιο Πούλχερ, ο οποίος ήταν ούτως ή άλλως ερωτευμένος με την Πομπηία. Αποστολή του ήταν να μπει κρυφά στο παλάτι, την ώρα της ιερής γιορτής. Ο νεαρός μεταμφιέστηκε σε οργανοπαίκτρια για να μη γίνει αντιληπτός από τους φρουρούς και κατάφερε να εισέλθει στο ανάκτορο. Ο Καίσαρας ήξερε καλά ότι εκτός από τους φρουρούς, υπήρχε και η μητέρα του Αυρηλία, η οποία παρακολουθούσε κάθε κίνηση της νύφης της.
Έτσι ανακάλυψε τον Πόπλιο, που προδόθηκε από τις ανδρικές του κινήσεις και ο Καίσαρας κατηγόρησε την Πομπηία για μοιχεία. Ο Ιούλιος είχε πια την αφορμή που έψαχνε για τον χωρισμό. Όταν η γυναίκα του αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με τον νεαρό και δήλωσε πως ήταν τίμια, ο Καίσαρας της απάντησε:
«Η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται τίμια». Ο Πόπλιος δικάστηκε αλλά αθωώθηκε, καθώς δεν υπήρχαν σε βάρος του στοιχεία. Μάλιστα, όταν ο Καίσαρας ρωτήθηκε από το δικαστήριο γιατί χώρισε αφού δεν βρέθηκαν αποδείξεις, είπε «Ότι την εμήν ηξίουν μηδ’ υπονοηθήναι», δηλαδή, αξιώνω από τη γυναίκα μου να είναι υπεράνω υποψίας.
Υπάρχει και μια εκδοχή της ιστορίας σύμφωνα με την οποία ο Καίσαρας δεν είχε καμία ανάμειξη με την είσοδο του νεαρού στο ανάκτορο και πως όντως θα έπεφτε θύμα μοιχείας αν δεν τον ανακάλυπτε η μητέρα του, ωστόσο επικρατέστερη είναι η πρώτη εκδοχή….
Όταν ήταν ποντίφικας η σύζυγός του είχε οργανώσει τη γιορτή της θεάς Αγαθής, όπου καλεσμένες ήταν μόνο γυναίκες και αυτός ο κανόνας ήταν ιερός και απαράβατος. Ο Καίσαρας έστειλε έναν τυχοδιώκτη και θρασύ νεαρό της Ρώμης, τον Πόπλιο Κλαύδιο Πούλχερ, ο οποίος ήταν ούτως ή άλλως ερωτευμένος με την Πομπηία. Αποστολή του ήταν να μπει κρυφά στο παλάτι, την ώρα της ιερής γιορτής. Ο νεαρός μεταμφιέστηκε σε οργανοπαίκτρια για να μη γίνει αντιληπτός από τους φρουρούς και κατάφερε να εισέλθει στο ανάκτορο. Ο Καίσαρας ήξερε καλά ότι εκτός από τους φρουρούς, υπήρχε και η μητέρα του Αυρηλία, η οποία παρακολουθούσε κάθε κίνηση της νύφης της.
Έτσι ανακάλυψε τον Πόπλιο, που προδόθηκε από τις ανδρικές του κινήσεις και ο Καίσαρας κατηγόρησε την Πομπηία για μοιχεία. Ο Ιούλιος είχε πια την αφορμή που έψαχνε για τον χωρισμό. Όταν η γυναίκα του αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με τον νεαρό και δήλωσε πως ήταν τίμια, ο Καίσαρας της απάντησε:
«Η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται τίμια». Ο Πόπλιος δικάστηκε αλλά αθωώθηκε, καθώς δεν υπήρχαν σε βάρος του στοιχεία. Μάλιστα, όταν ο Καίσαρας ρωτήθηκε από το δικαστήριο γιατί χώρισε αφού δεν βρέθηκαν αποδείξεις, είπε «Ότι την εμήν ηξίουν μηδ’ υπονοηθήναι», δηλαδή, αξιώνω από τη γυναίκα μου να είναι υπεράνω υποψίας.
Υπάρχει και μια εκδοχή της ιστορίας σύμφωνα με την οποία ο Καίσαρας δεν είχε καμία ανάμειξη με την είσοδο του νεαρού στο ανάκτορο και πως όντως θα έπεφτε θύμα μοιχείας αν δεν τον ανακάλυπτε η μητέρα του, ωστόσο επικρατέστερη είναι η πρώτη εκδοχή….
Ο μάγος Μέρλιν και ο Βασιλιάς Αρθούρος
O Μέρλιν, (Merlin) είναι μυθικό πρόσωπο και βασική μορφή του αρθουριανού κύκλου εμφανίζεται στα υπάρχοντα αρχεία (Armes Prydein, Y Gododdin) από τις αρχές του 10ου αιώνα ως προφήτης μόνον, αλλά ο ρόλος του εξελίχθηκε βαθμιαία σε εκείνον του μάγου, του προφήτη και του συμβούλου, σε όλες τις εξελικτικές φάσεις του βασιλείου του βασιλιά Αρθούρου. Του δόθηκε το όνομα Εμρίς (ή Αμβρόσιος) κατά τη γέννησή του στο Καέρ-Φύρντιν (Καρμάρθεν). Μόνο αργότερα έγινε γνωστός ως Μέρλιν, εκλατινισμένη εκδοχή της ουαλλικής λέξης Μύρρντιν, από τον τόπο της γέννησής του. Τούτος ο τύπος επινοήθηκε -όπως και πολλοί άλλοι- πιθανώς από τον Τζέφρεϊ του Μονμάουθ, καθώς δεν ήθελε ο χαρακτήρας του Μέρλιν να σχετίζεται με τη γαλική λέξη merde, που σημαίνει «περίττωμα».
Ο Μέρλιν ήταν ο παράνομος γιος μιας βασιλικής πριγκήπισσας του Ντυφέντ. Ο πατέρας της, όμως, ο βασιλιάς Μέουριγκ απ Μάρεντυντ απ Ρέιν, δεν αναφέρεται στις παραδοσιακές βασιλικές γενεαλογίες αυτού του βασίλειου και ήταν πιθανώς ελάσσων τοπικός άρχοντας μιας περιοχής που συνορεύει με το Κερεντίγκιον. Ο πατέρας του Μέρλιν λέγεται πώς ήταν ένας άγγελος που επισκέφθηκε την πριγκήπισσα και την άφησε με το παιδί. Οι εχθροί του Μέρλιν ισχυρίστηκαν πως ο πατέρας του ήταν στην πραγματικότητα incubus, δηλαδή δαίμονας του ύπνου, ένα κακό πνεύμα που συνευρίσκεται ερωτικά με τις γυναίκες στη διάρκεια του ύπνου. Το παιδί του κακού ήταν το υποθετικό αντίβαρο στην αγαθοεργό επίδραση του Ιησού Χριστού πάνω στη γη. Ο Μέρλιν ευτυχώς, βαφτίστηκε νωρίς, ένα γεγονός που λέγεται ότι απέβαλε το κακό από τη φύση του, αλλά άφησε τις δυνάμεις του άθικτες. Η αρχική ιστορία επινοήθηκε πιθανώς για να σώσει τη μητέρα του από το σκάνδαλο, που θα ξεπηδούσε εξαιτίας της σχέσης της με κάποιον Μόρφυν Φρυχ (Φρέκλεντ) ελάσσονα πρίγκιππα του οίκου των Κόελ.
Ο μύθος μας λέγει ότι μετά από τη ρωμαϊκή απόσυρση από τη Μεγάλη Βρετανία και το σφετερισμό του θρόνου από τους νόμιμους κληρονόμους, ο Βόρτιγκερν τράβηξε για την Ουαλία, ελπίζοντας να κατασκευάσει ένα ορεινό οχυρό στο Ντίνας Έμρυς. Δυστυχώς, το κτήριο κατέρρεε διαρκώς και οι μάγοι του οίκου του Βόρτιγκερν του είπαν ότι η ανθρώπινη θυσία ενός ορφανού από πατέρα παιδιού θα έλυνε το πρόβλημα. Η δυσκολία ήταν πως τέτοια παιδιά είναι μάλλον δύσκολο να βρεθούν. Ευτυχώς για το φρούριο του Βόρτιγκερν, ο Μέρλιν δεν είχε ανθρώπινο πατέρα και συνέβη να ήταν διαθέσιμος. Πριν πραγματοποιηθεί η θυσία, ο Μέρλιν χρησιμοποίησε τις μεγάλες δυνάμεις του και απέδωσε το δομικό πρόβλημα σε μια υπόγεια λίμνη, στην οποία ζούσε ένας κόκκινος και ένας λευκός δράκοντας. Σύμφωνα με τον Μέρλιν, ο κόκκινος δράκοντας συμβόλιζε τους Βρετανούς και ο λευκός δράκοντας τους Σάξονες. Ο λευκός δράκοντας υπερίσχυσε στην αρχή, αλλά κατόπιν ο κόκκινος δράκοντας ανέλαβε τις δυνάμεις του. Το νόημα ήταν σαφές. Ο Μέρλιν προφήτευσε ουσιαστικά ότι ο Βόρτιγκερν θα σκοτωνόταν και θα τον ακολουθούσε στο θρόνο ο Αμβρόσιος Αουρελιανός, κατόπιν ο Ούθερ Πεντράγκον και τέλος ένας μεγάλος ηγέτης, ο Αρθούρος. Εκείνος θα έδιωχνε τελικά του Σάξονες.
Επιβεβαιώνοντας την προφητεία, ο Βόρτιγκερν σκοτώθηκε και ο Αμβρόσιος πήρε το θρόνο. Αργότερα, φαίνεται πως ο Μέρλιν κληρονόμησε το βασίλειο του παππού του, αλλά εγκατέλειψε τα εδάφη του για τη μυστηριώδη ζωή του μάγου-προφήτη. Μετά το 460 μ.Χ. βρετανοί ευγενείς σφαγιάστηκαν σε ένα ειρηνευτικό συμβούλιο κατόπιν προδοσίας των Σαξόνων και ο Μέρλιν συμβούλεψε τον Αμβρόσιο να εγείρει ένα κατάλληλο μνημείο. Μαζί με τον Ούθερ Πεντράγκον, οδήγησε μια αποστολή στην Ιρλανδία για να φέρει τους μεγάλιθους (Chorea Gigantum). Ο μάγος, χρησιμοποιώντας τις ασυνήθιστες δυνάμεις του, έφερε τις γιγάντιες πέτρες σε μια περιοχή δυτικά του Αμέσμπουρι και τις έστησε γύρω από τον μαζικό τάφο των βρετανών ευγενών. Πρόκειται για έναν από τους μύθους θεμελίωσης του πολύ γνωστού μας Στόουνχεντζ.
Μετά από το θάνατό του, τον Αμβρόσιο διαδέχθηκε ο αδελφός του, Ούθερ. Τον Ούθερ βοήθησε ο Μέρλιν στο κυνήγι της γοητευτικής συζύγου του Γκορλουά, της Υγκέρνα (Ιγκρέιν ή Έιγκρ σε ορισμένα κείμενα), στη γη της Κορνουάλης. Με τις γητειές του Μέρλιν ο Ούθερ μεταμορφώθηκε σε Γκορλουά. Μπήκε στο κάστρο και κατάφερε να ξεγελάσει την Υγκρέιν, η οποία συνέλαβε ένα παιδί, τον Αρθούρο. Ο Γκορλουά, μη γνωρίζοντας τι συμβαίνει, βγήκε από το κάστρο για να συναντήσει τον Ούθερ σε μάχη, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί από τα στρατεύματά του.
Μετά τη γέννησή του, ο Μέρλιν έγινε ο δάσκαλος του νέου αγοριού, ενώ μεγάλωνε με τον θετό του πατέρα, τον Σερ Έκτορ (Κύνυρ Κέινφαρφογκ, τον Ξανθογένη). Σε μια καθοριστική στιγμή για τη ζωή του Αρθούρου, ο Μέρλιν διοργάνωσε τον διαγωνισμό στον οποίο ο νεαρός μαθητής του έγινε βασιλιάς σύμφωνα με την παράδοση. Αργότερα ο μάγος συνάντησε την Κυρά της Λίμνης στην Πηγή του Μπάρεντον, στη Βρετανία και την έπεισε να δώσει το Εξκάλιμπερ στον νέο βασιλιά. Σε όλους σχεδόν τους μύθους ο πραγματικός δημιουργός της Στρογγυλής Τράπεζας είναι ο Μέρλιν, ο οποίος συνδέεται στενά με όλα τα δρώμενα του βασιλείου του Κάμελοτ. Ο Τζέφρεϊ του Μονμάουθ περιγράφει τον Μέρλιν να συνοδεύει τον πληγωμένο Αρθούρο στο νησί της Άβαλον για τη θεραπεία των πληγών του. Άλλοι θρύλοι αναφέρουν ότι εκείνος, ο μη ανθρώπινος Μέρλιν, ερωτεύθηκε παθιασμένα την Κυρά της Λίμνης και άλλοι ότι έπεσε θύμα της γοητείας της Μοργκάνα λε Φέι. Όποια και αν ήταν το αντικείμενο του πόθου του, ο Μέρλιν της δίδαξε όλα τα μυστικά της τέχνης του. Εκείνη έγινε πανίσχυρη και οι δυνάμεις της ξεπέρασαν την τέχνη του Μέρλιν. Φυλάκισε τον μάγο σε ένα γυάλινο πύργο ή σπηλιά κατ’ άλλους. Έτσι, η απουσία του από τη μάχη του Κάμλαν ήταν καθοριστική για την ήττα του Αρθούρου από τα στρατεύματα του γιου του, Μόρντρεντ.
Η ιστορία
Σύμφωνα με το Vita Merlini (περ. 1151) του Τζέφρεϊ, ο Μέρλιν/Μύρντιν ήταν ένας προφήτης του 6ου αι. που ζούσε στις βόρειες περιοχές της Μεγάλης Βρετανίας και ότι η ζωή του εκτεινόταν πολύ πέρα από τη σφαίρα επιρροής του Αρθούρου. Ο Μέρλιν ταξίδεψε βόρεια μετά τη μάχη του Κάμλαν, στην αυλή του βασιλιά Γκουεντολέ του Καέρ-Γκουενολέ, βόρεια του Σάλγουεϊ, όπου οι ντόπιοι τον ονόμασαν Λαϊλόκεν ή Λλάλλογκαν. Λίγο μετά ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στον πάτρονα του Μέρλιν και τρεις συμμάχους, τον βασιλιά Ρίντερχ Χαέλ του Στρατκλάιντ και τους βασιλείς Πέρντυρ και Γκουόργκι του Ελμπράουκ (Υόρκη). Ο Γκουεντολέ σκοτώθηκε στη μάχη του Αρντέρυντ (Άρθουρετ) και ο Μέρλιν μισότρελος από τη θλίψη του πέταξε ως το Καληδόνιο Δάσος. Έζησε εκεί κυριευμένος από φρενίτιδα σχεδόν ένα χρόνο. Τότε έγινε γνωστός με το όνομα Μύρντιν Βυλτ, ο Άγριος, πριν ο Ρίντερχ τον φέρει πίσω στην ασφάλεια του Στράτκλαϊντ Κορτ.
Ορισμένοι ερευνητές του αρθουριανού κύκλου πιστέυουν ότι υπήρχαν δύο Μέρλιν, ο Μύρντιν Έμρυς και ο Μύρντιν Βυλτ. Το γεγονός ότι ο Μέρλιν φαίνεται να ζει από το 420 (Βόρτιγκερν) ως το 580 (Ρίντερχ Χαέλ) επιβεβαιώνει μάλλον τούτη την άποψη. Η χρονική έκταση είναι απίθανη για μια ανθρώπινη ζωή και οι πρώιμες εκδοχές της ιστορίας του Βόρτιγκερν στο Ντίνας Έμρυς κατονομάζουν το ορφανό αγόρι ως Έμρυς Βλέντιγκ (Αμβρόσιο Αουρελιανό), που ζούσε στο Κάμπους Ελλέτι του Γκλύγουϊσιγκ. Παρόλο που η ιστορία του Μύρντιν Βυλτ ταυτίζεται σε πολλά σημεία με τον αρχαίο θρύλο των βρετανικών νησιών για τον ερημίτη που ζει στα δάση και θα μπορούσε να αγνοηθεί ιστορικά, φαίνεται πως υπήρξε αυθεντικό πρόσωπο, αλλά το όνομά του ήταν πιθανώς Λαϊλόκεν. Τον χρησιμοποίησε απλώς ο Τζέφρεϊ του Μονμάουθ ως μέντορα του Αρθούρου, αντλώντας τα χαρακτηριστικά του από έναν παρόμοιο χαρακτήρα του Καέρ-Φύρντιν; Ο P.C. Bartrum ισχυρίζεται πως όχι και υποδεικνύει ότι υπάρχει μόνον ένας Μέρλιν/Μύρντιν και ότι με την πάροδο του χρόνου επινοήθηκαν νέοι μύθοι που σε ένα βαθμό υποκατέστησαν τον αρχικό, προκαλώντας στους ύστερους μελετητές μεγάλη σύγχυση.
Η θέση της φυλακής ή του τάφου του λέγεται ότι βρίσκεται κάτω από τον λόφο του Μέρλιν στο Μάρλμπορο Κόλετζ στο Γουΐλτσιρ, στο Ντουμελζιέρ του Τουϊντέιλ (Σκωτία), στο Μπρυν Μύρντιν (λόφο του Μέρλιν) κοντά στο Καρμάρθεν της Ουαλίας, στο Λε Τομπό ντε Μερλίν κοντά στο Πεμπόντ της Βρεττάνης και στο Ύνυς Ένλι (Μπράντσεϊ Άιλαντ) της χερσονήσου Λλέυν στην Ουαλία. Ουκ ολίγες δηλαδή, κάτι σαν τις πόλεις που διεκδικούν την καταγωγή του Ομήρου.
Ο Μέρλιν ήταν ο παράνομος γιος μιας βασιλικής πριγκήπισσας του Ντυφέντ. Ο πατέρας της, όμως, ο βασιλιάς Μέουριγκ απ Μάρεντυντ απ Ρέιν, δεν αναφέρεται στις παραδοσιακές βασιλικές γενεαλογίες αυτού του βασίλειου και ήταν πιθανώς ελάσσων τοπικός άρχοντας μιας περιοχής που συνορεύει με το Κερεντίγκιον. Ο πατέρας του Μέρλιν λέγεται πώς ήταν ένας άγγελος που επισκέφθηκε την πριγκήπισσα και την άφησε με το παιδί. Οι εχθροί του Μέρλιν ισχυρίστηκαν πως ο πατέρας του ήταν στην πραγματικότητα incubus, δηλαδή δαίμονας του ύπνου, ένα κακό πνεύμα που συνευρίσκεται ερωτικά με τις γυναίκες στη διάρκεια του ύπνου. Το παιδί του κακού ήταν το υποθετικό αντίβαρο στην αγαθοεργό επίδραση του Ιησού Χριστού πάνω στη γη. Ο Μέρλιν ευτυχώς, βαφτίστηκε νωρίς, ένα γεγονός που λέγεται ότι απέβαλε το κακό από τη φύση του, αλλά άφησε τις δυνάμεις του άθικτες. Η αρχική ιστορία επινοήθηκε πιθανώς για να σώσει τη μητέρα του από το σκάνδαλο, που θα ξεπηδούσε εξαιτίας της σχέσης της με κάποιον Μόρφυν Φρυχ (Φρέκλεντ) ελάσσονα πρίγκιππα του οίκου των Κόελ.
Ο μύθος μας λέγει ότι μετά από τη ρωμαϊκή απόσυρση από τη Μεγάλη Βρετανία και το σφετερισμό του θρόνου από τους νόμιμους κληρονόμους, ο Βόρτιγκερν τράβηξε για την Ουαλία, ελπίζοντας να κατασκευάσει ένα ορεινό οχυρό στο Ντίνας Έμρυς. Δυστυχώς, το κτήριο κατέρρεε διαρκώς και οι μάγοι του οίκου του Βόρτιγκερν του είπαν ότι η ανθρώπινη θυσία ενός ορφανού από πατέρα παιδιού θα έλυνε το πρόβλημα. Η δυσκολία ήταν πως τέτοια παιδιά είναι μάλλον δύσκολο να βρεθούν. Ευτυχώς για το φρούριο του Βόρτιγκερν, ο Μέρλιν δεν είχε ανθρώπινο πατέρα και συνέβη να ήταν διαθέσιμος. Πριν πραγματοποιηθεί η θυσία, ο Μέρλιν χρησιμοποίησε τις μεγάλες δυνάμεις του και απέδωσε το δομικό πρόβλημα σε μια υπόγεια λίμνη, στην οποία ζούσε ένας κόκκινος και ένας λευκός δράκοντας. Σύμφωνα με τον Μέρλιν, ο κόκκινος δράκοντας συμβόλιζε τους Βρετανούς και ο λευκός δράκοντας τους Σάξονες. Ο λευκός δράκοντας υπερίσχυσε στην αρχή, αλλά κατόπιν ο κόκκινος δράκοντας ανέλαβε τις δυνάμεις του. Το νόημα ήταν σαφές. Ο Μέρλιν προφήτευσε ουσιαστικά ότι ο Βόρτιγκερν θα σκοτωνόταν και θα τον ακολουθούσε στο θρόνο ο Αμβρόσιος Αουρελιανός, κατόπιν ο Ούθερ Πεντράγκον και τέλος ένας μεγάλος ηγέτης, ο Αρθούρος. Εκείνος θα έδιωχνε τελικά του Σάξονες.
Επιβεβαιώνοντας την προφητεία, ο Βόρτιγκερν σκοτώθηκε και ο Αμβρόσιος πήρε το θρόνο. Αργότερα, φαίνεται πως ο Μέρλιν κληρονόμησε το βασίλειο του παππού του, αλλά εγκατέλειψε τα εδάφη του για τη μυστηριώδη ζωή του μάγου-προφήτη. Μετά το 460 μ.Χ. βρετανοί ευγενείς σφαγιάστηκαν σε ένα ειρηνευτικό συμβούλιο κατόπιν προδοσίας των Σαξόνων και ο Μέρλιν συμβούλεψε τον Αμβρόσιο να εγείρει ένα κατάλληλο μνημείο. Μαζί με τον Ούθερ Πεντράγκον, οδήγησε μια αποστολή στην Ιρλανδία για να φέρει τους μεγάλιθους (Chorea Gigantum). Ο μάγος, χρησιμοποιώντας τις ασυνήθιστες δυνάμεις του, έφερε τις γιγάντιες πέτρες σε μια περιοχή δυτικά του Αμέσμπουρι και τις έστησε γύρω από τον μαζικό τάφο των βρετανών ευγενών. Πρόκειται για έναν από τους μύθους θεμελίωσης του πολύ γνωστού μας Στόουνχεντζ.
Μετά από το θάνατό του, τον Αμβρόσιο διαδέχθηκε ο αδελφός του, Ούθερ. Τον Ούθερ βοήθησε ο Μέρλιν στο κυνήγι της γοητευτικής συζύγου του Γκορλουά, της Υγκέρνα (Ιγκρέιν ή Έιγκρ σε ορισμένα κείμενα), στη γη της Κορνουάλης. Με τις γητειές του Μέρλιν ο Ούθερ μεταμορφώθηκε σε Γκορλουά. Μπήκε στο κάστρο και κατάφερε να ξεγελάσει την Υγκρέιν, η οποία συνέλαβε ένα παιδί, τον Αρθούρο. Ο Γκορλουά, μη γνωρίζοντας τι συμβαίνει, βγήκε από το κάστρο για να συναντήσει τον Ούθερ σε μάχη, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί από τα στρατεύματά του.
Μετά τη γέννησή του, ο Μέρλιν έγινε ο δάσκαλος του νέου αγοριού, ενώ μεγάλωνε με τον θετό του πατέρα, τον Σερ Έκτορ (Κύνυρ Κέινφαρφογκ, τον Ξανθογένη). Σε μια καθοριστική στιγμή για τη ζωή του Αρθούρου, ο Μέρλιν διοργάνωσε τον διαγωνισμό στον οποίο ο νεαρός μαθητής του έγινε βασιλιάς σύμφωνα με την παράδοση. Αργότερα ο μάγος συνάντησε την Κυρά της Λίμνης στην Πηγή του Μπάρεντον, στη Βρετανία και την έπεισε να δώσει το Εξκάλιμπερ στον νέο βασιλιά. Σε όλους σχεδόν τους μύθους ο πραγματικός δημιουργός της Στρογγυλής Τράπεζας είναι ο Μέρλιν, ο οποίος συνδέεται στενά με όλα τα δρώμενα του βασιλείου του Κάμελοτ. Ο Τζέφρεϊ του Μονμάουθ περιγράφει τον Μέρλιν να συνοδεύει τον πληγωμένο Αρθούρο στο νησί της Άβαλον για τη θεραπεία των πληγών του. Άλλοι θρύλοι αναφέρουν ότι εκείνος, ο μη ανθρώπινος Μέρλιν, ερωτεύθηκε παθιασμένα την Κυρά της Λίμνης και άλλοι ότι έπεσε θύμα της γοητείας της Μοργκάνα λε Φέι. Όποια και αν ήταν το αντικείμενο του πόθου του, ο Μέρλιν της δίδαξε όλα τα μυστικά της τέχνης του. Εκείνη έγινε πανίσχυρη και οι δυνάμεις της ξεπέρασαν την τέχνη του Μέρλιν. Φυλάκισε τον μάγο σε ένα γυάλινο πύργο ή σπηλιά κατ’ άλλους. Έτσι, η απουσία του από τη μάχη του Κάμλαν ήταν καθοριστική για την ήττα του Αρθούρου από τα στρατεύματα του γιου του, Μόρντρεντ.
Η ιστορία
Σύμφωνα με το Vita Merlini (περ. 1151) του Τζέφρεϊ, ο Μέρλιν/Μύρντιν ήταν ένας προφήτης του 6ου αι. που ζούσε στις βόρειες περιοχές της Μεγάλης Βρετανίας και ότι η ζωή του εκτεινόταν πολύ πέρα από τη σφαίρα επιρροής του Αρθούρου. Ο Μέρλιν ταξίδεψε βόρεια μετά τη μάχη του Κάμλαν, στην αυλή του βασιλιά Γκουεντολέ του Καέρ-Γκουενολέ, βόρεια του Σάλγουεϊ, όπου οι ντόπιοι τον ονόμασαν Λαϊλόκεν ή Λλάλλογκαν. Λίγο μετά ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στον πάτρονα του Μέρλιν και τρεις συμμάχους, τον βασιλιά Ρίντερχ Χαέλ του Στρατκλάιντ και τους βασιλείς Πέρντυρ και Γκουόργκι του Ελμπράουκ (Υόρκη). Ο Γκουεντολέ σκοτώθηκε στη μάχη του Αρντέρυντ (Άρθουρετ) και ο Μέρλιν μισότρελος από τη θλίψη του πέταξε ως το Καληδόνιο Δάσος. Έζησε εκεί κυριευμένος από φρενίτιδα σχεδόν ένα χρόνο. Τότε έγινε γνωστός με το όνομα Μύρντιν Βυλτ, ο Άγριος, πριν ο Ρίντερχ τον φέρει πίσω στην ασφάλεια του Στράτκλαϊντ Κορτ.
Ορισμένοι ερευνητές του αρθουριανού κύκλου πιστέυουν ότι υπήρχαν δύο Μέρλιν, ο Μύρντιν Έμρυς και ο Μύρντιν Βυλτ. Το γεγονός ότι ο Μέρλιν φαίνεται να ζει από το 420 (Βόρτιγκερν) ως το 580 (Ρίντερχ Χαέλ) επιβεβαιώνει μάλλον τούτη την άποψη. Η χρονική έκταση είναι απίθανη για μια ανθρώπινη ζωή και οι πρώιμες εκδοχές της ιστορίας του Βόρτιγκερν στο Ντίνας Έμρυς κατονομάζουν το ορφανό αγόρι ως Έμρυς Βλέντιγκ (Αμβρόσιο Αουρελιανό), που ζούσε στο Κάμπους Ελλέτι του Γκλύγουϊσιγκ. Παρόλο που η ιστορία του Μύρντιν Βυλτ ταυτίζεται σε πολλά σημεία με τον αρχαίο θρύλο των βρετανικών νησιών για τον ερημίτη που ζει στα δάση και θα μπορούσε να αγνοηθεί ιστορικά, φαίνεται πως υπήρξε αυθεντικό πρόσωπο, αλλά το όνομά του ήταν πιθανώς Λαϊλόκεν. Τον χρησιμοποίησε απλώς ο Τζέφρεϊ του Μονμάουθ ως μέντορα του Αρθούρου, αντλώντας τα χαρακτηριστικά του από έναν παρόμοιο χαρακτήρα του Καέρ-Φύρντιν; Ο P.C. Bartrum ισχυρίζεται πως όχι και υποδεικνύει ότι υπάρχει μόνον ένας Μέρλιν/Μύρντιν και ότι με την πάροδο του χρόνου επινοήθηκαν νέοι μύθοι που σε ένα βαθμό υποκατέστησαν τον αρχικό, προκαλώντας στους ύστερους μελετητές μεγάλη σύγχυση.
Η θέση της φυλακής ή του τάφου του λέγεται ότι βρίσκεται κάτω από τον λόφο του Μέρλιν στο Μάρλμπορο Κόλετζ στο Γουΐλτσιρ, στο Ντουμελζιέρ του Τουϊντέιλ (Σκωτία), στο Μπρυν Μύρντιν (λόφο του Μέρλιν) κοντά στο Καρμάρθεν της Ουαλίας, στο Λε Τομπό ντε Μερλίν κοντά στο Πεμπόντ της Βρεττάνης και στο Ύνυς Ένλι (Μπράντσεϊ Άιλαντ) της χερσονήσου Λλέυν στην Ουαλία. Ουκ ολίγες δηλαδή, κάτι σαν τις πόλεις που διεκδικούν την καταγωγή του Ομήρου.
Αριστοτέλης: Ποιος είναι ο γενναίος άνθρωπος;
Η ανδρεία είναι η μεσότητα σε σχέση με τον φόβο και το θάρρος. Ο ανδρείος έχει να κάνει με πράγματα που προκαλούν μέγιστο φόβο και κανείς άλλος πέραν αυτού δεν υποφέρει τα δεινά τόσο μετρημένα όσο ο ανδρείος. Το πιο φοβερό απ’ όλα είναι ο θάνατος, καθώς με αυτόν τα πάντα λήγουν.
Σε σχέση με αυτό μπορούμε να πούμε πως ανδρείος ονομάζεται εκείνος που δεν φοβάται τον ένδοξο θάνατο και όλες εκείνες τις επικίνδυνες καταστάσεις που απειλούν με θάνατο. Ανδρείος είναι οποίος υπομένει και φοβάται όσα πρέπει και χάριν εκείνου που πρέπει και με τον τρόπο και τον χρόνο που πρέπει. Αισθάνεται και πράττει όπως του επιτρέπει η αξιοπρέπεια του και η λογική του.
Πέραν της μεσότητας που βρίσκεται η αρετή της ανδρείας, στα άκρα εντοπίζουμε από την μια την δείλια και απέναντι της την θρασύτητα. Ο θρασύς έχει το χαρακτηριστικό πως είναι και αλαζόνας και προφασίζεται πως κατέχει την ανδρεία. Συνηθίζουν οι θρασύδειλοι να μιμούνται, και σε περιπτώσεις που εμπνέεται κάποιο θάρρος να αποθρασύνονται και να ενεργούν φαινομενικά ανδρεία και υπέρμετρα, στα πραγματικά φοβερά όμως και στα επικίνδυνα δεν αντέχουν και αποκουτιαίνουν. Είναι προπετείς, και ενώ πριν εκδηλωθεί ο κίνδυνος θέλουν να εμφανίζονται ριψοκίνδυνοι, την ώρα του κίνδυνου απομακρύνονται. Οι ανδρείοι την ώρα της δράσης είναι ορμητικοί, προηγουμένως όμως είναι ήσυχοι!
Ο δειλός επίσης, υστερεί σε θάρρος, η δείλια του όμως γίνεται πιο φανερή στις λυπηρές περιπτώσεις οπού δεν έχει δύναμη να συγκρατηθεί και λυπάται σε υπερβολικό βαθμό. Μοιάζει δηλαδή απελπισμένος και φοβάται υπερβολικά. Σε αντίθεση, το θάρρος που διακρίνει τον ανδρείο, είναι ίδιον ανθρώπου που είναι γεμάτος ελπίδες και γενικότερα ο ανδρείος θα υπομείνει τις όποιες αλλαγές της τύχης με τον πιο αξιοπρεπή και αρμόζοντα τρόπο ως πραγματικά αγαθός με αψεγάδιαστη λογική.
Επίσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ανδρείος κάποιος που υπερτερεί για κάποιον λόγο από τον αντίπαλο του, και αισθάνεται ως ένα βαθμό σιγουριά για την έκβαση(π.χ. ανώτερος στρατιωτικά ή τεχνικά λογού χάρη για αθλητές). Ούτε επίσης είναι σωστό να συγχέουμε την περίπτωση της οργής, διότι σε αυτήν την περίπτωση ο άνθρωπος αντιδρά υπό το κράτος των παθών και όχι της συνείδησης και της λογικής.
Ο ανδρείος επαινείται διότι μοιάζει με τον δυνατό και τον υγιή. Επηρεάζεται πολύ λιγότερο ή και καθόλου από αυτά που επηρεάζουν τους πολλούς. Οι ασθενικοί, οι αδύναμοι και οι δειλοί επηρεάζονται από τα ευτελή και τα κοινά παθήματα εκδηλώνοντας την αδυναμία τους. Ο ανδρείος αψήφα και αποφεύγει εκείνα τα πράγματα που επιτάσσει η λογική. Ειδάλλως αν δεν φοβάται στα λογικά πράγματα είναι μάλλον τρελός. Ενώ δηλαδή ο θρασύς και ο τρελός αψήφα και κάνει πράγματα που δεν του επιτάσσει η λογική και η αρετή, και ο δειλός δεν τα αντιμετωπίζει όταν το επιβάλλει η λογική, μονάχα ο ανδρείος αντιμετωπίζει τα πράγματα όταν το επιβάλλει η αρετή και η λογική.
Τεκμήριο ανδρείας πρέπει να θεωρείται η αντιμετώπιση του φόβου για τον θάνατο (μιας και είναι η πηγή όλων των φόβων) και όχι κάποια καρτερικότητα σε δύσκολες αλλά άπλες καταστάσεις. Παράδειγμα υπάρχει για πολλούς που ενώ είναι μαλθακοί δείχνουν πολύ θάρρος κάποια στιγμή και άλλοι που φαίνονται σκληροί και καρτερικοί γίνονται κάποτε δειλοί. Κάποιος που θα υπέφερε τις υπερβολές του κρύου και της ζεστής και θα ήταν ανθεκτικός σε παρόμοιε βάσανα, τα όποια όμως είναι ακίνδυνα, και θα ήταν γεμάτος φόβο απέναντι στον θάνατο και στην οδύνη, όχι από κανέναν άλλον λόγο πάρα μονό για την εξαφάνιση του, τότε αυτόν πρέπει να τον θεωρούμε δειλό. Ένας άλλος που πιθανόν να μην άντεχε το κρύο αλλά θα ήταν ακλόνητος μπροστά στον θάνατο, θα πρέπει να θεωρηθεί ανδρείος. Η σκληραγωγία είναι το μέσο να δυναμώσουμε την δύναμη της ψυχής μας, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται με το αποτέλεσμα.
Ακόμα μια επισήμανση είναι και η εξής. Όσο περισσότερο κατέχει κάποιος όλη την αρετή, και έχει διαμορφώσει έναν ευτυχισμένο τρόπο ζωής, τόσο περισσότερο αγαπά την ζωή και ο θάνατος θα του προκαλέσει τεραστία λύπη. Παρόλα αυτά, όταν κάποιος ενεργεί με ανδρεία και περηφάνια, όχι από απέχθεια για μια άσχημη ζωή που κάνει, αλλά έχοντας μια εύδαιμον και ενάρετη ζωή, αυτός τότε είναι πραγματικά ανδρείος αφού έχοντας πολλά να χάσει, επιλεγεί τον δύσκολο και επικίνδυνο δρόμο, με αντάλλαγμα μικρά κέρδη αλλά μια ζωή γεμάτη περηφάνια και ένα πιθανό θάνατο αντάξιο της μεγαλοπρέπειας του. Έτσι λοιπόν δεν ισχύει πως για όλες τις αρετές η έμπρακτη εξάσκηση τους είναι κατά βάση ευχάριστη, ειμή μονό στον βαθμό που προσεγγίζει τον τελικό σκοπό.
Αριστοτέλης, Περί Ανδρείας – Ηθικά Ευδήμια – Μεγάλα Ηθικά
Σε σχέση με αυτό μπορούμε να πούμε πως ανδρείος ονομάζεται εκείνος που δεν φοβάται τον ένδοξο θάνατο και όλες εκείνες τις επικίνδυνες καταστάσεις που απειλούν με θάνατο. Ανδρείος είναι οποίος υπομένει και φοβάται όσα πρέπει και χάριν εκείνου που πρέπει και με τον τρόπο και τον χρόνο που πρέπει. Αισθάνεται και πράττει όπως του επιτρέπει η αξιοπρέπεια του και η λογική του.
Πέραν της μεσότητας που βρίσκεται η αρετή της ανδρείας, στα άκρα εντοπίζουμε από την μια την δείλια και απέναντι της την θρασύτητα. Ο θρασύς έχει το χαρακτηριστικό πως είναι και αλαζόνας και προφασίζεται πως κατέχει την ανδρεία. Συνηθίζουν οι θρασύδειλοι να μιμούνται, και σε περιπτώσεις που εμπνέεται κάποιο θάρρος να αποθρασύνονται και να ενεργούν φαινομενικά ανδρεία και υπέρμετρα, στα πραγματικά φοβερά όμως και στα επικίνδυνα δεν αντέχουν και αποκουτιαίνουν. Είναι προπετείς, και ενώ πριν εκδηλωθεί ο κίνδυνος θέλουν να εμφανίζονται ριψοκίνδυνοι, την ώρα του κίνδυνου απομακρύνονται. Οι ανδρείοι την ώρα της δράσης είναι ορμητικοί, προηγουμένως όμως είναι ήσυχοι!
Ο δειλός επίσης, υστερεί σε θάρρος, η δείλια του όμως γίνεται πιο φανερή στις λυπηρές περιπτώσεις οπού δεν έχει δύναμη να συγκρατηθεί και λυπάται σε υπερβολικό βαθμό. Μοιάζει δηλαδή απελπισμένος και φοβάται υπερβολικά. Σε αντίθεση, το θάρρος που διακρίνει τον ανδρείο, είναι ίδιον ανθρώπου που είναι γεμάτος ελπίδες και γενικότερα ο ανδρείος θα υπομείνει τις όποιες αλλαγές της τύχης με τον πιο αξιοπρεπή και αρμόζοντα τρόπο ως πραγματικά αγαθός με αψεγάδιαστη λογική.
Επίσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ανδρείος κάποιος που υπερτερεί για κάποιον λόγο από τον αντίπαλο του, και αισθάνεται ως ένα βαθμό σιγουριά για την έκβαση(π.χ. ανώτερος στρατιωτικά ή τεχνικά λογού χάρη για αθλητές). Ούτε επίσης είναι σωστό να συγχέουμε την περίπτωση της οργής, διότι σε αυτήν την περίπτωση ο άνθρωπος αντιδρά υπό το κράτος των παθών και όχι της συνείδησης και της λογικής.
Ο ανδρείος επαινείται διότι μοιάζει με τον δυνατό και τον υγιή. Επηρεάζεται πολύ λιγότερο ή και καθόλου από αυτά που επηρεάζουν τους πολλούς. Οι ασθενικοί, οι αδύναμοι και οι δειλοί επηρεάζονται από τα ευτελή και τα κοινά παθήματα εκδηλώνοντας την αδυναμία τους. Ο ανδρείος αψήφα και αποφεύγει εκείνα τα πράγματα που επιτάσσει η λογική. Ειδάλλως αν δεν φοβάται στα λογικά πράγματα είναι μάλλον τρελός. Ενώ δηλαδή ο θρασύς και ο τρελός αψήφα και κάνει πράγματα που δεν του επιτάσσει η λογική και η αρετή, και ο δειλός δεν τα αντιμετωπίζει όταν το επιβάλλει η λογική, μονάχα ο ανδρείος αντιμετωπίζει τα πράγματα όταν το επιβάλλει η αρετή και η λογική.
Τεκμήριο ανδρείας πρέπει να θεωρείται η αντιμετώπιση του φόβου για τον θάνατο (μιας και είναι η πηγή όλων των φόβων) και όχι κάποια καρτερικότητα σε δύσκολες αλλά άπλες καταστάσεις. Παράδειγμα υπάρχει για πολλούς που ενώ είναι μαλθακοί δείχνουν πολύ θάρρος κάποια στιγμή και άλλοι που φαίνονται σκληροί και καρτερικοί γίνονται κάποτε δειλοί. Κάποιος που θα υπέφερε τις υπερβολές του κρύου και της ζεστής και θα ήταν ανθεκτικός σε παρόμοιε βάσανα, τα όποια όμως είναι ακίνδυνα, και θα ήταν γεμάτος φόβο απέναντι στον θάνατο και στην οδύνη, όχι από κανέναν άλλον λόγο πάρα μονό για την εξαφάνιση του, τότε αυτόν πρέπει να τον θεωρούμε δειλό. Ένας άλλος που πιθανόν να μην άντεχε το κρύο αλλά θα ήταν ακλόνητος μπροστά στον θάνατο, θα πρέπει να θεωρηθεί ανδρείος. Η σκληραγωγία είναι το μέσο να δυναμώσουμε την δύναμη της ψυχής μας, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται με το αποτέλεσμα.
Ακόμα μια επισήμανση είναι και η εξής. Όσο περισσότερο κατέχει κάποιος όλη την αρετή, και έχει διαμορφώσει έναν ευτυχισμένο τρόπο ζωής, τόσο περισσότερο αγαπά την ζωή και ο θάνατος θα του προκαλέσει τεραστία λύπη. Παρόλα αυτά, όταν κάποιος ενεργεί με ανδρεία και περηφάνια, όχι από απέχθεια για μια άσχημη ζωή που κάνει, αλλά έχοντας μια εύδαιμον και ενάρετη ζωή, αυτός τότε είναι πραγματικά ανδρείος αφού έχοντας πολλά να χάσει, επιλεγεί τον δύσκολο και επικίνδυνο δρόμο, με αντάλλαγμα μικρά κέρδη αλλά μια ζωή γεμάτη περηφάνια και ένα πιθανό θάνατο αντάξιο της μεγαλοπρέπειας του. Έτσι λοιπόν δεν ισχύει πως για όλες τις αρετές η έμπρακτη εξάσκηση τους είναι κατά βάση ευχάριστη, ειμή μονό στον βαθμό που προσεγγίζει τον τελικό σκοπό.
Αριστοτέλης, Περί Ανδρείας – Ηθικά Ευδήμια – Μεγάλα Ηθικά
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΦΙΛΙΠΠΟΣ
ΙΣΟΚΡ 5.30–38
Δύο χρόνια μετά την υπογραφή της "ειρήνης του Φιλοκράτη" (346 π.Χ.) ο Ισοκράτης, έστειλε την παρακάτω επιστολή στον Φίλιππο. Ήδη από την αρχή της ο ρήτορας χαρακτήρισε τη συνθήκη ως ένα θετικό βήμα για την πραγματοποίηση της πανελλήνιας ιδέας, με την ένωση των Ελλήνων υπό τον Φίλιππο σε έναν κοινό αγώνα κατά των Περσών. Αφού κάλεσε τον Μακεδόνα βασιλιά να μελετήσει προσεκτικά τις προτάσεις του, αγνοώντας τις ενστάσεις όσων έβλεπαν στο πρόσωπό του έναν απλό κατακτητή, αλλά και παραβλέποντας τις αδυναμίες του επιστολικού λόγου σε σχέση με τον ρητορικό, συνεχίζει:
[30] Ἃ μὲν ἐβουλόμην σοι προειρῆσθαι, ταῦτ’ ἐστίν.
περὶ δ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἤδη ποιήσομαι τοὺς λόγους.
Φημὶ γὰρ χρῆναί σε τῶν μὲν ἰδίων μηδενὸς ἀμελῆσαι,
πειραθῆναι δὲ διαλλάξαι τήν τε πόλιν τὴν Ἀργείων καὶ τὴν
Λακεδαιμονίων καὶ τὴν Θηβαίων καὶ τὴν ἡμετέραν. ἢν
γὰρ ταύτας συστῆσαι δυνηθῇς, οὐ χαλεπῶς καὶ τὰς ἄλλας
ὁμονοεῖν ποιήσεις· [31] ἅπασαι γάρ εἰσιν ὑπὸ ταῖς εἰρημέ-
ναις, καὶ καταφεύγουσιν, ὅταν φοβηθῶσιν, ἐφ’ ἣν ἂν
τύχωσι τούτων, καὶ τὰς βοηθείας ἐντεῦθεν λαμβάνουσιν.
ὥστ’ ἐὰν τέτταρας μόνον πόλεις εὖ φρονεῖν πείσῃς, καὶ
τὰς ἄλλας πολλῶν κακῶν ἀπαλλάξεις.
[32] Γνοίης δ’ ἂν ὡς οὐδεμιᾶς σοι προσήκει τούτων
ὀλιγωρεῖν, ἢν ἀνενέγκῃς αὐτῶν τὰς πράξεις ἐπὶ τοὺς
σοὺς προγόνους· εὑρήσεις γὰρ ἑκάστῃ πολλὴν φιλίαν
πρὸς ὑμᾶς καὶ μεγάλας εὐεργεσίας ὑπαρχούσας. Ἄργος
μὲν γάρ ἐστί σοι πατρὶς, ἧς δίκαιον τοσαύτην σε ποιεῖσθαι
πρόνοιαν ὅσην περ τῶν γονέων τῶν σαυτοῦ· Θηβαῖοι δὲ τὸν
ἀρχηγὸν τοῦ γένους ὑμῶν τιμῶσι καὶ ταῖς προσόδοις καὶ
ταῖς θυσίαις μᾶλλον ἢ τοὺς θεοὺς τοὺς ἄλλους· [33] Λακε-
δαιμόνιοι δὲ τοῖς ἀπ’ ἐκείνου γεγονόσι καὶ τὴν βασιλείαν
καὶ τὴν ἡγεμονίαν εἰς ἅπαντα τὸν χρόνον δεδώκασι· τὴν
δὲ πόλιν τὴν ἡμετέραν φασίν, οἷς περὶ τῶν παλαιῶν πιστεύ-
ομεν, Ἡρακλεῖ μὲν συναιτίαν γενέσθαι τῆς ἀθανασίας
(ὃν δὲ τρόπον, σοὶ μὲν αὖθις πυθέσθαι ῥᾴδιον, ἐμοὶ δὲ
νῦν εἰπεῖν οὐ καιρός), τοῖς δὲ παισὶ τοῖς ἐκείνου τῆς
σωτηρίας. [34] μόνη γὰρ ὑποστᾶσα τοὺς μεγίστους κιν-
δύνους πρὸς τὴν Εὐρυσθέως δύναμιν ἐκεῖνόν τε τῆς
ὕβρεως ἔπαυσε, καὶ τοὺς παῖδας τῶν φόβων τῶν ἀεὶ
παραγιγνομένων αὐτοῖς ἀπήλλαξεν. ὑπὲρ ὧν οὐ μόνον
τοὺς τότε σωθέντας δίκαιον ἦν ἡμῖν χάριν ἔχειν, ἀλλὰ καὶ
τοὺς νῦν ὄντας· διὰ γὰρ ἡμᾶς καὶ ζῶσι καὶ τῶν ὑπαρχόν-
των ἀγαθῶν ἀπολαύουσι· μὴ γὰρ σωθέντων ἐκείνων οὐδὲ
γενέσθαι τὸ παράπαν ὑπῆρχεν αὐτοῖς.
[35] Τοιούτων οὖν ἁπασῶν τῶν πόλεων γεγενημένων
ἔδει μὲν μηδέποτέ σοι μηδὲ πρὸς μίαν αὐτῶν γενέσθαι
διαφοράν· ἀλλὰ γὰρ ἅπαντες πλείω πεφύκαμεν ἐξαμαρ-
τάνειν ἢ κατορθοῦν. ὥστε τὰ μὲν πρότερον γεγενημένα
κοινὰ θεῖναι δίκαιόν ἐστιν· εἰς δὲ τὸν ἐπίλοιπον χρόνον
φυλακτέον ὅπως μηδὲν συμβήσεταί σοι τοιοῦτον, καὶ σκεπ-
τέον τί ἂν ἀγαθὸν αὐτὰς ἐργασάμενος φανείης ἄξια καὶ
σαυτοῦ καὶ τῶν ἐκείναις πεπραγμένων πεποιηκώς.
[36] ἔχεις δὲ καιρόν· ἀποδιδόντα γάρ σε χάριν ὧν ὤφειλες
ὑπολήψονται διὰ τὸ πλῆθος τοῦ χρόνου τοῦ μεταξὺ προϋ-
πάρχειν τῶν εὐεργεσιῶν. καλὸν δ’ ἐστὶ δοκεῖν μὲν τὰς
μεγίστας τῶν πόλεων εὖ ποιεῖν, μηδὲν δ’ ἧττον ἑαυτὸν ἢ
’κείνας ὠφελεῖν. [37] χωρὶς δὲ τούτων, εἰ πρός τινας αὐτῶν
ἀηδές τί σοι συμβέβηκεν, ἅπαντα ταῦτα διαλύσεις· αἱ γὰρ
ἐν τοῖς παροῦσι καιροῖς εὐεργεσίαι λήθην ἐμποιήσουσι τῶν
πρότερον ὑμῖν εἰς ἀλλήλους πεπλημμελημένων. ἀλλὰ μὴν
κἀκεῖνο φανερόν, ὅτι πάντες ἄνθρωποι τούτων πλείστην
μνείαν ἔχουσιν, ὑφ’ ὧν ἂν ἐν ταῖς συμφοραῖς εὖ πάθωσιν.
[38] ὁρᾷς δ’ ὡς τεταλαιπώρηνται διὰ τὸν πόλεμον, καὶ ὡς
παραπλησίως ἔχουσι τοῖς ἰδίᾳ μαχομένοις. καὶ γὰρ ἐκείνους
αὐξανομένης μὲν τῆς ὀργῆς οὐδεὶς ἂν διαλλάξειεν· ἐπὴν δὲ
κακῶς ἀλλήλους διαθῶσιν, οὐδενὸς διαλύοντος αὐτοὶ διέ-
στησαν. ὅπερ οἶμαι καὶ ταύτας ποιήσειν, ἢν μὴ σὺ πρότερον
αὐτῶν ἐπιμεληθῇς.
ΙΣΟΚΡ 5.30–38
Προτροπή να αναλάβει ο Φίλιππος τη συμφιλίωση Άργους, Σπάρτης, Θήβας και Αθήνας
Δύο χρόνια μετά την υπογραφή της "ειρήνης του Φιλοκράτη" (346 π.Χ.) ο Ισοκράτης, έστειλε την παρακάτω επιστολή στον Φίλιππο. Ήδη από την αρχή της ο ρήτορας χαρακτήρισε τη συνθήκη ως ένα θετικό βήμα για την πραγματοποίηση της πανελλήνιας ιδέας, με την ένωση των Ελλήνων υπό τον Φίλιππο σε έναν κοινό αγώνα κατά των Περσών. Αφού κάλεσε τον Μακεδόνα βασιλιά να μελετήσει προσεκτικά τις προτάσεις του, αγνοώντας τις ενστάσεις όσων έβλεπαν στο πρόσωπό του έναν απλό κατακτητή, αλλά και παραβλέποντας τις αδυναμίες του επιστολικού λόγου σε σχέση με τον ρητορικό, συνεχίζει:
[30] Ἃ μὲν ἐβουλόμην σοι προειρῆσθαι, ταῦτ’ ἐστίν.
περὶ δ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἤδη ποιήσομαι τοὺς λόγους.
Φημὶ γὰρ χρῆναί σε τῶν μὲν ἰδίων μηδενὸς ἀμελῆσαι,
πειραθῆναι δὲ διαλλάξαι τήν τε πόλιν τὴν Ἀργείων καὶ τὴν
Λακεδαιμονίων καὶ τὴν Θηβαίων καὶ τὴν ἡμετέραν. ἢν
γὰρ ταύτας συστῆσαι δυνηθῇς, οὐ χαλεπῶς καὶ τὰς ἄλλας
ὁμονοεῖν ποιήσεις· [31] ἅπασαι γάρ εἰσιν ὑπὸ ταῖς εἰρημέ-
ναις, καὶ καταφεύγουσιν, ὅταν φοβηθῶσιν, ἐφ’ ἣν ἂν
τύχωσι τούτων, καὶ τὰς βοηθείας ἐντεῦθεν λαμβάνουσιν.
ὥστ’ ἐὰν τέτταρας μόνον πόλεις εὖ φρονεῖν πείσῃς, καὶ
τὰς ἄλλας πολλῶν κακῶν ἀπαλλάξεις.
[32] Γνοίης δ’ ἂν ὡς οὐδεμιᾶς σοι προσήκει τούτων
ὀλιγωρεῖν, ἢν ἀνενέγκῃς αὐτῶν τὰς πράξεις ἐπὶ τοὺς
σοὺς προγόνους· εὑρήσεις γὰρ ἑκάστῃ πολλὴν φιλίαν
πρὸς ὑμᾶς καὶ μεγάλας εὐεργεσίας ὑπαρχούσας. Ἄργος
μὲν γάρ ἐστί σοι πατρὶς, ἧς δίκαιον τοσαύτην σε ποιεῖσθαι
πρόνοιαν ὅσην περ τῶν γονέων τῶν σαυτοῦ· Θηβαῖοι δὲ τὸν
ἀρχηγὸν τοῦ γένους ὑμῶν τιμῶσι καὶ ταῖς προσόδοις καὶ
ταῖς θυσίαις μᾶλλον ἢ τοὺς θεοὺς τοὺς ἄλλους· [33] Λακε-
δαιμόνιοι δὲ τοῖς ἀπ’ ἐκείνου γεγονόσι καὶ τὴν βασιλείαν
καὶ τὴν ἡγεμονίαν εἰς ἅπαντα τὸν χρόνον δεδώκασι· τὴν
δὲ πόλιν τὴν ἡμετέραν φασίν, οἷς περὶ τῶν παλαιῶν πιστεύ-
ομεν, Ἡρακλεῖ μὲν συναιτίαν γενέσθαι τῆς ἀθανασίας
(ὃν δὲ τρόπον, σοὶ μὲν αὖθις πυθέσθαι ῥᾴδιον, ἐμοὶ δὲ
νῦν εἰπεῖν οὐ καιρός), τοῖς δὲ παισὶ τοῖς ἐκείνου τῆς
σωτηρίας. [34] μόνη γὰρ ὑποστᾶσα τοὺς μεγίστους κιν-
δύνους πρὸς τὴν Εὐρυσθέως δύναμιν ἐκεῖνόν τε τῆς
ὕβρεως ἔπαυσε, καὶ τοὺς παῖδας τῶν φόβων τῶν ἀεὶ
παραγιγνομένων αὐτοῖς ἀπήλλαξεν. ὑπὲρ ὧν οὐ μόνον
τοὺς τότε σωθέντας δίκαιον ἦν ἡμῖν χάριν ἔχειν, ἀλλὰ καὶ
τοὺς νῦν ὄντας· διὰ γὰρ ἡμᾶς καὶ ζῶσι καὶ τῶν ὑπαρχόν-
των ἀγαθῶν ἀπολαύουσι· μὴ γὰρ σωθέντων ἐκείνων οὐδὲ
γενέσθαι τὸ παράπαν ὑπῆρχεν αὐτοῖς.
[35] Τοιούτων οὖν ἁπασῶν τῶν πόλεων γεγενημένων
ἔδει μὲν μηδέποτέ σοι μηδὲ πρὸς μίαν αὐτῶν γενέσθαι
διαφοράν· ἀλλὰ γὰρ ἅπαντες πλείω πεφύκαμεν ἐξαμαρ-
τάνειν ἢ κατορθοῦν. ὥστε τὰ μὲν πρότερον γεγενημένα
κοινὰ θεῖναι δίκαιόν ἐστιν· εἰς δὲ τὸν ἐπίλοιπον χρόνον
φυλακτέον ὅπως μηδὲν συμβήσεταί σοι τοιοῦτον, καὶ σκεπ-
τέον τί ἂν ἀγαθὸν αὐτὰς ἐργασάμενος φανείης ἄξια καὶ
σαυτοῦ καὶ τῶν ἐκείναις πεπραγμένων πεποιηκώς.
[36] ἔχεις δὲ καιρόν· ἀποδιδόντα γάρ σε χάριν ὧν ὤφειλες
ὑπολήψονται διὰ τὸ πλῆθος τοῦ χρόνου τοῦ μεταξὺ προϋ-
πάρχειν τῶν εὐεργεσιῶν. καλὸν δ’ ἐστὶ δοκεῖν μὲν τὰς
μεγίστας τῶν πόλεων εὖ ποιεῖν, μηδὲν δ’ ἧττον ἑαυτὸν ἢ
’κείνας ὠφελεῖν. [37] χωρὶς δὲ τούτων, εἰ πρός τινας αὐτῶν
ἀηδές τί σοι συμβέβηκεν, ἅπαντα ταῦτα διαλύσεις· αἱ γὰρ
ἐν τοῖς παροῦσι καιροῖς εὐεργεσίαι λήθην ἐμποιήσουσι τῶν
πρότερον ὑμῖν εἰς ἀλλήλους πεπλημμελημένων. ἀλλὰ μὴν
κἀκεῖνο φανερόν, ὅτι πάντες ἄνθρωποι τούτων πλείστην
μνείαν ἔχουσιν, ὑφ’ ὧν ἂν ἐν ταῖς συμφοραῖς εὖ πάθωσιν.
[38] ὁρᾷς δ’ ὡς τεταλαιπώρηνται διὰ τὸν πόλεμον, καὶ ὡς
παραπλησίως ἔχουσι τοῖς ἰδίᾳ μαχομένοις. καὶ γὰρ ἐκείνους
αὐξανομένης μὲν τῆς ὀργῆς οὐδεὶς ἂν διαλλάξειεν· ἐπὴν δὲ
κακῶς ἀλλήλους διαθῶσιν, οὐδενὸς διαλύοντος αὐτοὶ διέ-
στησαν. ὅπερ οἶμαι καὶ ταύτας ποιήσειν, ἢν μὴ σὺ πρότερον
αὐτῶν ἐπιμεληθῇς.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)














