Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2023

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Η ΤΕΛΕΙΑ ΦΙΛΙΑ ΩΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Σχε­τι­κά ἐ­νω­ρίς στή μα­κρά συ­ζή­τη­ση γιά τή φι­λί­α, στήν ὁ­ποί­α ὁ Ἀριστοτέλης ἀ­φι­ε­ρώ­νει τό ὄ­γδο­ο καί τό ἔ­να­το βι­βλί­ο τῶν Ἠθικῶν Νι­κο­μα­χεί­ων, βρί­σκου­με­ ἕ­να γε­νι­κό χα­ρα­κτη­ρι­σμό τῆς φι­λί­ας, στόν ὁ­ποῖ­ο θά μπο­ρού­σα­με νά δι­α­κρί­νου­με τά στοι­χεῖ­α ἑ­νός ὁ­ρι­σμοῦ τῆς φι­λί­ας: “Σέ σχέ­ση μέ τόν φί­λο λέ­νε ὅτι πρέ­πει νά θέ­λο­με τά ἀ­γα­θά γιά χά­ρη ἐ­κεί­νου τοῦ ἰ­δίου (βού­λε­ο­θαι τά ἀ­γα­θά ἐ­κεί­νου ἕ­νε­κα). Ἀλλά αὐ­τούς πού θέ­λουν τά ἄ­γα­θα μέ αὐτόν τόν τρό­πο, ἄν δέν γί­νε­ται τό ἴ­διο ἀ­πό τήν ἀν­τί­στοι­χη πλευ­ρά, τούς λέ­νε [μό­νο] εὐ­νο­ϊ­κούς (εὔ­νους­ λέ­γου­σιν), για­τί λέ­νε ὅτι ἡ φι­λί­α εἶ­ναι εὐ­νο­ϊ­κή δι­ά­θε­ση (εὔ­νοι­α) πού βρί­σκει ἀν­τα­πό­κρι­ση (ἐν ἀν­τι­πε­πον­θό­σιν). Ἤ μή­πως πρέ­πει νά προ­σθέ­σο­με: καί πού δέν μέ­νει ἄ­γνω­στη (μή λαν­θά­νον­σαν); Για­τί πολ­λοί εἶ­ναι αὐ­τοί πού ἔ­χουν εὐ­νο­ϊ­κή δι­ά­θε­ση πρός ἀν­θρώ­πους τούς ὁ­ποί­ους δέν ἔ­χουν δε­ῖ πο­τέ, ἔ­χον­τας τήν ἄν­τι­λη­ψη γι’ αὐ­τούς ὅτι εἶ­ναι ἐ­νά­ρε­τοι (ἐ­πι­ει­κεῖς) ἤ χρή­σι­μοι, ἐ­νῶ κά­ποι­ος ἀ­πό ἐ­κεί­νους μπο­ρε­ῖ νά αἰ­σθά­νε­ται τό ἴ­διο γι’ αὐ­τούς. Αὐ­τοί οἱ ἄν­θρω­ποι λοι­πόν εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅτι ἔ­χουν εὐ­νο­ϊ­κή δι­ά­θε­ση με­τα­ξύ τους, ἀλ­λά πῶς θά μπο­ρού­σα­με νά τούς πού­με φί­λους, ἀ­φοῦ ἀ­γνο­οῦν τήν ἀ­μοι­βαί­α δι­ά­θε­ση τοῦ ἑ­νός γιά τόν ἄλ­λο; Ἑ­πο­μέ­νως [γιά νά εἶ­ναι φί­λοι] πρέ­πει νά ἔ­χουν εὐ­νο­ϊ­κή δά­θε­ση με­τα­ξύ τους καί νά θέ­λουν τά ἀ­γα­θά ὁ ἕ­νας γιά τόν ἄλ­λον, χω­ρίς νά ἀ­γνο­οῦν αὐ­τό τό γε­γο­νός, μέ στό­χο ἕ­να ἀ­πό αὐ­τά πού εἴ­πα­με πιό πά­νω [ὁ Ἀριστοτέλης ἀ­να­φέ­ρε­ται ἐ­δῶ στό ἀ­γα­θό, τό εὐ­χά­ρι­στο καί τό χρή­σι­μο, βλ. 1155b19] (1155b31-l 156a5).

Κοι­τά­ζον­τας τό ἀ­πό­σπα­σμα ὑ­πό τό πρί­σμα ἑ­νός ὁ­ρι­σμοῦ τῆς φι­λί­ας, θά μπο­ρού­σα­με νά δι­α­κρί­νο­με ὡς γέ­νος τῆς φι­λί­ας τήν εὐ­νο­ϊ­κή δι­ά­θε­ση (δήλ. τήν βού­λη­ση τῶν ἀ­γα­θῶν) καί ὡς εἴἰδο­ποι­ές δι­α­φο­ρές τῆς εὔ­νοι­ας: (1) γιά χά­ρη τοῦ φί­λου, (2) μέ ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον καί (3) μέ ἀ­μοι­βαί­α γνώ­ση αἰ­σθη­μά­των.

Χρει­ά­ζε­ται ἀ­κό­μα νά δι­ε­ρευ­νή­σο­με τί ἐν­νο­εῖ ὁ Ἀριστοτέλης, ὅταν ὁ­μι­λεῖ γιά τή βού­λη­ση τῶν ἀ­γα­θῶν γιά χά­ρη τοῦ φί­λου (ἐ­κεῖ­νον ἕ­νε­κα) καί ὅταν ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ αὐ­τό γιά τό ὁ­ποιῖο θέ­λει κα­νείς τά ἀ­γα­θά γιά τό φί­λο του. Ὁ Ἀριστοτέλης χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιά τό δεύ­τε­ρο τήν τυ­πι­κή εἰ­δο­λο­γι­κή ἔν­νοι­α τοῦ “φι­λη­τοῦ” (τοῦ ἀ­γα­πη­τοῦ ἀν­τι­κει­μέ­νου), ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ ὁ­ποί­ου κά­θε φο­ρᾶ κα­νείς ἀ­γα­πᾶ τό φί­λο του, θέ­λον­τας γι­’­αὐ­τόν τά ἀ­γα­θά. Στη συνέχεια ὁ Στα­γει­ρί­της φι­λό­σο­φος δι­α­κρί­νει τρί­α εἴ­δη τοῦ φι­λη­τοῦ: τό εὐ­χά­ρι­στον (τό ἡ­δύ) καί τό χρή­σι­μον, στά ὁ­ποι­α ἀν­τι­στοι­χοῦν τρία εἴδη φι­λί­ας, πού βα­σί­ζον­ται εἴ­τε στό ἀ­γα­θόν εἴ­τε στό εὐ­χά­ρι­στο εἴ­τε στο χρήσιμον (1155b 18-19, 1 156a7-8). Σέ σχέ­ση μέ τά δύ­ο τε­λευ­ταί­α εἴ­δη ταῆς φιλίας ὁ Ἀριστοτέλης θά ὑ­πο­στη­ρί­ξει ὅτι μό­νο ἐ­πι­φα­νεια­κά καί σύμπωματικά θέ­λει κα­νείς τά ἀ­γα­θά γιά χά­ρη τοῦ φί­λου του. Σ’ αὐ­τές τίς πε­ριπτώσεις ὁ Α ἀ­γα­πᾶ τόν Β ὄ­χι ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ Β κα­θαυ­τοῦ, λό­γω τοῦ τί εἶ­ναι ὁ ἴδιος ὁ Β προ­σω­πι­κά, ἀλ­λά ἐξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ πού ὁ Β ἔ­χει νά προ­σφέ­ρει στον Α σέ εὐ­χα­ρί­στη­ση ἤ χρη­σι­μό­τη­τα: 'Ὅσοι λοι­πόν ἀ­γα­πούν ὁ ἕ­νας τόν γιά τή χρη­σι­μό­τη­τα δέν ἀ­γα­ποῦν ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λον κα­θαυ­τόν, ἀλ­λά για κάτι το κα­λό πού συμ­βαί­νει στούς ἴ­διους ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ ἄλ­λου. Ἔτσι καί με αὐτούς πού ἀ­γα­ποῦν γιά τήν εὐ­χα­ρί­στη­ση: ἀ­γα­ποῦν τούς πνευ­μα­τώ­δεις (εὐτραπέλους), ὄ­χι ἕξ αἰ­τί­ας τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς πο­σό­τη­τας ἐ­κεί­νων (τῷ ποιούς τινας εἶ­ναι)[1], ἀλ­λά για­τί εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στοι στούς ­ἴ­διους  Συμ­πτω­μα­τικές (κατά συμβε­βη­κός) λοι­πόν εἶ­ναι αὐ­τές οἱ φι­λί­ες, για­τί σ’ αὐ­τές δέν ἀ­γα­πᾶται κάποιος ἐ­πει­δή εἶ­ναι αὐ­τός πού εἶ­ναι (ᾖ ἔ­στιν ὅσπερ ἐ­στίν ὁ φι­λού­μενος) κα­θό­σον πα­ρέ­χει κά­τι, ἄλ­λος κά­ποι­αν ὠ­φέ­λεια καί ἄλ­λος εὐ­χα­ρί­στη­ση (1156a 10-14, 17-19). Ἡ ἄ­πο­ψη τοῦ Ἀριστοτέλη λοι­πόν γιά τίς φιλίες ταῆς χρησιμότητας καί τῆς εὐ­χα­ρί­στη­σης εἶ­ναι ὅτι πρό­κει­ται γιά κα­τά σύμβεβηκός φι­λί­ες, ἐ­πει­δή στε­ροῦν­ται μί­ας αὐ­τό­νο­μης ἀ­να­φο­ρᾶς στόν φί­λο και ἐπειδή ἐ­ξαρ­τῶν­ται ἀ­πό ἕ­να στε­νά ἐ­γω­ϊ­στι­κό κί­νη­τρο.

Ὁ Ἀριστοτέλης θε­ω­ρεῖ ὡς τέ­λεια φι­λί­α τήν φι­λί­α αὐ­τῶν πού εἶναι καλοί (ἀ­γα­θοί) καί ὅ­μοι­οι στήν ἀρε­τή (1156b7-8). Ὁ ἕ­νας θέ­λει τά ἀ­γα­θα για τον ἄλ­λον μέ ὅ­μοι­ο τρό­πο, κα­θό­σον ὁ φί­λος θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­γα­θός καί καθόσον ὡ ἐ­νά­ρε­τος, εἶ­ναι ἀγα­θός κα­θ’ ἑ­αυ­τόν. Ὁ Ἀριστοτέλης χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὥ φίλους στόν ὕψι­στο βαθ­μό (μά­λι­στα) αὐ­τούς πού θέ­λουν τά ἀγα­θά γιά τό φί­λο τους, πρᾶγ­μα πού συμ­βαί­νει μέ αὐ­τούς πού θέ­λουν τά ἀ­γαθά γιά τό φί­λο τους ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ ἴ­διου τοῦ φί­λου τους (δί’ αὐ­τούς) καί ὄ­χι κατά συμβε­βη­κό­ς (156b8-l 1). Ἡ συλ­λο­γι­στι­κή τοῦ Ἀριστοτέλη ἐ­δῶ προ­ϋ­ποθέτει ταύ­τι­ση τῆς οὐ­σί­ας ἑ­νός προ­σώ­που μέ τόν ἠ­θι­κό του χα­ρα­κτῆρα· ὁ Στα­γει­ρί­της συμ­πε­ραί­νει ὅτι τό­τε πράγ­μα­τι ἀ­γα­πᾶ κα­νείς κά­ποι­ον για χάρη του, ὅταν τόν ἀγα­πᾶ ἐ­πει­δή ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι ἐ­νά­ρε­τος. Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης προτεί­νει ἕ­να ἀ­ξι­ο­λο­γι­κό πρό­τυ­πο φι­λί­ας στό ὁ­ποῖ­ο ἡ κα­τα­ξί­ω­ση ταῆς φιλίας ἔγ­κει­ται στό ἠ­θι­κό ποι­όν τῶν φίλων. Δέν ἀ­πο­κλεί­ει βέ­βαι­α μιά τέ­τοια ἄποψη τήν ἀ­νάγ­κη γιά ἄλ­λα προ­σόν­τα, τά ὁ­ποῖ­α ὁ φί­λος πρέ­πει νά ἱ­κα­νοποιεῖ γιά νά εἶ­ναι φί­λος τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου ἀ­τό­μου (βλ. πιό πά­νω τήν νύξη στήν εὐ­τρα­πε­λί­α ὡς θε­τι­κό στοι­χεῖ­ο τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας τοῦ φί­λου, 1156a13, καί πιό κά­τω τήν ἀ­να­φο­ρά στήν στρυφ­νό­τη­τα ὡς ἀρ­νη­τι­κό στοι­χεῖ­ο για το σχημα­τι­σμό φι­λί­ας, 1157b 14-15, 1158a 1 -2, 6). Γιά τόν Ἀριστοτέλη ἡ ἀ­ρε­τή τῶν φί­λων στήν τέ­λεια φι­λί­α ἀ­πο­τε­λεῖ τήν στα­θε­ρή ἐγ­γύ­η­ση τῆς μο­νι­μό­τη­τας τῆς φι­λί­ας τους, μιά καί ἡ ἀ­ρε­τή εἶ­ναι κά­τι τό μό­νι­μο (1156b 11-12).

Ἡ ἀρ­χή τῆς ἀ­νι­δι­ο­τέ­λειας τῆς φι­λί­ας πού ἐκ­φρά­ζε­ται διά τῆς ἀ­πό­ψε­ως ὅτι θέ­λει κα­νείς τά ἀ­γα­θά γιά χά­ρη τοῦ φί­λου του (ἐ­κεῖ­νου ἕ­νε­κα) φαι­νο­με­νι­κῶς ἀ­πο­δυ­να­μώ­νε­ται, ὅταν λί­γο πα­ρα­κά­τω δι­α­βά­ζου­με τά ἑ­ξῆς «καί ἀ­πό κά­θε ἄ­πο­ψη ὁ κα­θέ­νας τους παίρ­νει ἀ­πό τόν ἄλ­λο τά ἴ­δια καί ἀ­πα­ράλ­λα­χτα πού ἄλ­λος παίρ­νει ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον, πρᾶγ­μα πού πρέ­πει νά ἀ­λη­θεύ­ει γιά τούς φί­λους» (καί κα­τά πάν­τα ταὐ­τά γί­νε­ται καί ὅ­μοι­α ἑ­κά­τε­ρῳ πά­ρ’ ἑ­κα­τέρου. ὅπέρ δεῖ το­ῖς φί­λοις ὑ­πάρ­χειν) (1156b34-35). Ἐ­γεί­ρε­ται ἔ­τσι τό ἐ­ρώ­τη- μά: Ἄ­ρα­γε δέν ἔ­χου­με ἐ­δῶ τήν ἔκ­φρα­ση μί­ας ἐμ­πο­ρι­κῆς νο­ο­τρο­πί­ας γιά ἀν­ταλ­λα­γή ἀ­γα­θῶν πού ἀν­τι­μά­χε­ται τήν ἀ­νι­δι­ο­τέ­λεια τῆς τέ­λειας φι­λί­ας;[2]

Κα­τά τή γνώ­μη μου, γιά νά ἀ­πο­φευ­χθεῖ ἡ ἐν­τύ­πω­ση μιᾶς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς ἀ­συμ­φω­νί­ας στίς ἀ­πό­ψεις τοῦ Ἀριστοτέλη γιά τήν τε­λεί­α φι­λί­α, εῖ­ναι ἀ­νάγ­κη νά γί­νει ἐμ­φα­νής μί­α δι­ά­κρι­ση, πού μό­νο ἀ­μυ­δρά δια­φαί­νε­ται στήν πραγ­μά­τευ­ση τοῦ θέ­μα­τος τῆς φι­λί­ας. Πρό­κει­ται γιά τή δι­ά­κρι­ση με­τα­ξύ, ἀφ’ ἑ­νός, τῆς φι­λί­ας ὡς βου­λη­τι­κῆς καί συ­ναι­σθη­μα­τι­κῆς δι­ά­θε­σης πού ἑ­δρά­ζε­ται στήν ψυ­χή τοῦ ὑ­πο­κει­μέ­νου καί ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν φί­λο, καί ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου, τῆς φι­λί­ας ὡς ἑ­νια­ίας ἀν­τι­κει­με­νι­κῆς κα­τά­στα­σης πού συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει καί τούς δύ­ο φί­λους στίς δυ­να­μι­κές κοι­νοῦ βί­ου, σχέ­σεις ἀλ­λη­λε­πί­δρα­σης καί ἀλ­λη­λε­ξάρ­τη­σης.

Ὁ ‘Ἀ­ρι­στο­τέ­λης προ­βάλ­λει τήν ὑ­πο­κει­με­νι­κή ἔν­νοι­α τῆς φι­λί­ας, ὅταν λέ­γει, «φί­λος πρό πάν­των εἶ­ναι αὐ­τός πού θέ­λει τά ἀ­γα­θά γιά χά­ρη ἐ­κεί­νου γιά τόν ὁ­ποῖ­ον τά θέ­λει, ἀ­κό­μα κι ἄν δέν πρό­κει­ται κα­νείς νά τό μά­θει» (φί­λος δέ μά­λι­στα ὁ βου­λό­με­νος ᾦ βού­λε­ται τἀ­γα­θά ἐ­κεί­νου ἕ­νε­κα, καί ε­ἰ μη­δείς εἴσ­ε­ται) (1168b2-3). Ἐ­πί­σης τήν ὑ­πο­κει­με­νι­κή ἔν­νοι­α τῆς φι­λί­ας ἔ­χει ὁ Ἀριστοτέλης ὑ­π’ ὄ­ψη του, ὅταν ἀ­πό τόν ἐ­νερ­γη­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα του, ἀ­πό τό ἐμ­πει­ρι­κό γε­γο­νός ὅτι ἀ­πο­σποῦν τόν ἔ­παι­νο αὐ­τοί πού ἀγα­ποῦν τούς φί­λους τους, συμ­πε­ραί­νει ὅτι ἡ ἐ­νερ­γη­τι­κή ἀ­γά­πη τοῦ ἄλ­λου καί ὄ­χι τό νά ἀ­γα­πᾶ­ται κα­νείς ἀ­πό τόν ἄλ­λον εἶ­ναι ἡ ξε­χω­ρι­στή ἀ­ρε­τή τῆς φι­λί­ας: «μᾶλ­λον δέ τῆς φι­λί­ας οὔ­σης ἐν τῷ φι­λεῖν, καί τῶν φι­λο­φί­λων ἐ­παι­νού­με­νων, φί­λων ἀ­ρε­τή τό φι­λε­ΐν ἔ­οι­κεν» (1159a33-35).

Ἐ­νῶ ἡ ἀν­τα­πό­κρι­ση τοῦ φί­λου ἀ­πο­τε­λεῖΐ ἕ­να ἀ­πα­ραί­τη­το ὅ­ρο τῆς φι­λί­ας ὡς δι­α­προ­σω­πι­κῆς σχέ­σης, αὐ­τή ἡ ἀν­τα­πό­κρι­ση εἶ­ναι λο­γι­κῶς ἄ­σχε­τη μέ τήν ὕ­παρ­ξη τῆς φι­λί­ας ὡς ὑ­πο­κει­με­νι­κῆς δι­ά­θε­σης. Ὁ Ἀριστοτέλης μά­λι­στα ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να συγ­κρί­νει τήν φι­λι­κή δι­ά­θε­ση τῆς τέ­λειας φι­λί­ας μέ πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­γά­πης, ὅ­που κα­τ’ ἀρ­χάς ἀ­πο­κλεί­ε­ται ἡ προσ­δο­κί­α ἀν­τα­πό­κρι­σης ἀ­πό τό ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς ἀγά­πης.

Ἐ­δῶ ἀ­νή­κει τό πα­ρά­δειγ­μα τῆς μη­τέ­ρας πού πα­ρα­δί­δει σέ ἄλ­λους τό μω­ρό της γιά νά τό με­γα­λώσουν σάν παι­δί τους. καί πού πα­ρα­μέ­νει ἄ­γνω­στη στό παι­δί της, ἀλ­λά γιά τήν ὁ­ποί­α ἡ ἀ­γά­πη γιά τό παι­δί της καί ἡ εὐ­τυ­χί­α του παι­διοῦ της εἶ­ναι πη­γή χα­ρᾶς ἔ­στω κι ἄν λεί­πει ἡ ἀνταπόκριση ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο (1159a28-33). Ὑπάρχει ἐ­πί­σης ἡ ἀ­γά­πη τοῦ τε­χνήτη για τό ἔρ­γο του καί ἰ­δι­αί­τε­ρα τοῦ ποι­η­τῆ γιά τό ποί­η­μά του, πού εἶ­ναι ἀ­γά­πη τοῦ γο­νιοῦ γιά τό παι­δί του, ἄν καί δέν ὑ­πάρ­χει ἡ προσ­δοκία ἀνταπό­κρι­σης ἀ­πό τό δη­μι­ούρ­γη­μα (1167b33-1 168a2). Τέ­λος ὑ­πάρ­χει ἡ ἀφιλοκερ­δής ἀ­γά­πη τοῦ εὐ­ερ­γέ­τη γιά τόν εὐ­ερ­γε­τού­με­νο, πού δέν ἐ­ξαρτᾶται ἀπό κα­νέ­να τω­ρι­νό ἤ μελ­λον­τι­κό ὄ­φε­λος τοῦ εὐ­ερ­γέ­τη ἀ­πό τόν εὐ­εργρτούμενο (1167a31-33).

Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ἀ­να­ζη­τεῖ τήν ἐ­ξή­γη­ση γι’ αὐ­τά τά φαι­νό­με­να στο γεγονός ὅτι ὁ δη­μι­ουρ­γός ἀ­γα­πᾶ τό ἔρ­γο του, ἐ­πει­δή αὐ­τό ἀ­πορ­ρέ­ει ἀ­πό τη δική του ἐ­νέρ­γεια καί τήν ἐν­σω­μα­τώ­νει καί ἐ­πει­δή μέ τό ἔρ­γο τοῦ ὁ δημιουργός ἀ­πο­λαμ­βά­νει τή συ­ναί­σθη­σή του ὅτι ὁ ἴ­διος ὑ­πάρ­χει, ἀ­φοῦ τό να ὑπάρχει κα­νείς εἶ­ναι νά ἐ­νερ­γεῖ (ἐ­σμέν δ’ ἐ­νερ­γείᾳ) (1168a5-9). Ἡ ἀ­γά­πη ὅμως στήν τέ­λεια φι­λί­α ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν ἀ­νε­ξάρ­τη­τή τοῦ ἀ­τό­μου ὑ­πό­στα­ση τοῦ φίλου ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ ὁ­ποί­ου καί γιά χά­ρη τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πάρ­χει.

Ἕ­να ἄ­ξιο μνεί­ας χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της φι­λί­ας ὡς ψυ­χι­κῆς διά­θεσης εἶναι ὅτι δέν ὑ­πό­κει­ται στόν κα­νό­να τῆς ἠθι­κῆς με­σό­τη­τος. Γι’αὐ­τό ὁ Ἄ­ριστοτέλης ὁ­μι­λε­ῖ γιά τήν τέ­λεια φι­λί­α ὡς «ὑ­περ­βο­λή» τοῦ αἰ­σθή­μα­τος τῆς ἀγάπης πού ὡς τέ­τοι­α μοιά­ζει μέ τόν ἔ­ρω­τα (1158a 10-12).[3]

Ὡστόσο, πα­ρά τήν ἔν­τα­σή της, κά­θε ἄλ­λο πα­ρά τυ­φλό πά­θος εἶναι ἡ φι­λί­α, ἀ­φοῦ παίρ­νει τόν χα­ρα­κτή­ρα μιᾶς ἔλ­λο­γης ἐ­πι­λο­γῆς τοῦ φίλου πού ἐκ­φρά­ζε­ται σέ μιά στα­θε­ρή ἕ­ξη ἀ­πέ­ναν­τί του ὕ­στε­ρα ἀ­πό στε­νή γνωριμία, πεί­ρα καί δο­κι­μα­σί­α (1156b25-29, 1158al4-15).

Ἔτσι λοι­πόν ἡ ἔν­νοι­α ὡς ὑ­πο­κει­με­νι­κή δι­ά­θε­ση εἶ­ναι συ­νυ­φασμένη μέ τήν κοι­νή ζω­ή τῶν φί­λων μέ­σα σ’ ἕ­να ἀν­τι­κει­με­νι­κό κα­θε­στώς πού συμπερι­λαμ­βά­νει καί τούς δύ­ο φί­λους καί πού ἔ­χει τά ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­ρίσματά του. Ὁ Ἀριστοτέλης ἐκ­φρά­ζει τήν ἀν­τι­κει­με­νι­κή ἔν­νοι­α τῆς φι­λί­ας, ὅταν λέγει ὅτι «ἐν κοι­νω­νί­ᾳ ... πᾶ­σα φι­λί­α ἐστίν» (1161b11), καί «κοι­νω­νία γάρ ἡ φι­λί­α» (1171b32-33). Μέ­σα σ’ αὐ­τήν τήν κοι­νω­νί­α οἱ φί­λοι συ­ζοῦν συνημερεύ­ουν, συν­διά­γουν πραγ­μα­το­ποι­ών­τας μέ ἕ­να ξε­χω­ρι­στό τρό­πο την κοινωνι­κή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που καί τήν ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς εὐ­τυ­χί­ας του.

Πό­σο ὑ­ψη­λά θέ­τει ὁ Ἀριστοτέλης τήν κοι­νό­τη­τα τῶν φί­λων φαίνεται ἀπό ὅ­σα λέ­γει γιά τήν σχέ­ση με­τα­ξύ φι­λί­ας καί δι­και­ο­σύ­νης. Ἐνῶ κά­ποια μορφή δι­και­ο­σύ­νης συ­νο­δεύ­ει κά­θε κοι­νω­νί­α, καί ἐ­νῶ ὁ βαθ­μός τῆς δίκαιοσύνης σέ μιά κοι­νω­νί­α εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γος μέ τό βαθ­μό τῆς φι­λί­ας (1159b26-2 1160a7-8), στήν κοι­νω­νί­α τῶν ἐ­νά­ρε­των φί­λων, ἡ δι­και­ο­σύ­νη ἀποβαίνει πε­ριτ­τή:

«Οἱ ἄν­θρω­ποι ὅταν εἶ­ναι φί­λοι δέν χρει­ά­ζον­ται τήν δίκαιοσύνη ἀλ­λά ὅταν εἶ­ναι δί­και­οι χρει­ά­ζον­ται ἐ­πί πλέ­ον τή φι­λί­α­» (1155a26-27).

Ἡ φι­λί­α τεί­νει πρός τήν ἀ­πό­λυ­τη ἰ­σό­τη­τα πού εἶ­ναι ἡ ἀ­ριθ­μη­τική (κατά πο­σόν) ἰ­σό­τη­τα, ἐ­νῶ ἡ δι­και­ο­σύ­νη τεί­νει πρός τήν ἀ­να­λο­γι­κή ἰ­σό­τη­τα πού δι­έ­πε­ται ἀ­πό τό ἁρ­μό­ζον (κα­τ’ ἀ­ξί­αν) (1158b30-32). Ὅ­σο πιό ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή εἶ­ναι ἡ ἰ­σό­τη­τα πού δι­έ­πει τά πρό­σω­πα καί τίς σχέ­σεις τῶν φί­λων, τό­σο πιό τέ­λεια εἶ­ναι ἡ φι­λί­α τους. «Οἱ ἴσοι φί­λοι - λέ­γει ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης - ὅ­πως ἐ­πι­βάλ­λε­ται ἀ­πό τήν ἰ­σό­τη­τά τους, πρέ­πει νά εἰ­σά­γουν τήν ἀ­γά­πη (τό φι­λε­ῖν) καί σ’ ὅ­λα τ’ ἄλ­λα» (1162b2-3).

Ἕ­να ἄλ­λο γνώ­ρι­σμα τῆς φι­λί­ας ὡς ἀν­τι­κει­με­νι­κῆς κα­τά­στα­σης, ἐ­κτός ἀ­πό τήν ἰ­σό­τη­τα, εἶ­ναι ἡ ὁ­μό­νοι­α.

Ἡ ὁ­μό­νοι­α ἀν­τλεῖ ὡς ἔν­νοι­α τήν προ­έ­λευ­σή της ἀ­πό τόν πο­λι­τι­κό το­μέ­α σέ συν­θῆ­κες, ὅ­που ὁὅλοι οἱ πο­λί­τες ἤ δι­ά­φο­ρα κρά­τη ἀ­πό κοι­νοῦ συμ­φω­νοῦν γιά τό τί ἀ­πο­τε­λεῖ τό κοι­νό τους συμ­φέ­ρον σέ ζη­τή­μα­τα ὑ­ψη­λῆς δη­μό­σιας ση­μα­σί­ας, καί ἀ­πό κοι­νοῦ ἐ­πι­δι­ώ­κουν τήν ἐ­πί­τευ­ξή του στήν πρά­ξη. Γι’ αὐ­τό καί ὀ­νο­μά­ζε­ται πο­λι­τι­κή φι­λί­α (1167a22-b4). Ὁ Ἀριστοτέλης με­τα­φέ­ρει τήν ὁ­μό­νοι­α ὡς ἔν­νοι­α ἀ­πό τόν πο­λι­τι­κό το­μέ­α στόν ἰ­δι­ω­τι­κό το­μέ­α τῶν φί­λων, το­νί­ζον­τας ὅτι μό­νο οἱ ἐ­νά­ρε­τοι εἶ­ναι ἱ­κα­νοί νά ἐ­πι­δι­ώ­κουν πάν­το­τε ἀ­πό κοι­νοῦ τό κοι­νό τους ἀ­γα­θό, ἀ­φο­ῦ οἱ ἴ­διοι ὁ­μο­νο­οῦν μο­νί­μως μέ τόν ἑ­αυ­τό τους, χω­ρίς νά ὑ­πάρ­χει δι­χα­σμός στήν ψυ­χή τους (116754-16).

Ἡ ὁ­μό­νοι­α ὡς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πού ἀ­νή­κει στήν τέ­λεια φι­λί­α προ­ϋ­πο­θέ­τει ὅτι ἡ φι­λί­α ἀ­πο­τε­λεῖ μιάν ἰ­δι­αί­τε­ρη κοι­νό­τη­τα πού ἐμ­πε­ρι­έ­χει τό ξε­χω­ρι­στό της κοι­νό ἀ­γα­θό, τοῦ ὁ­ποί­ου ἔ­χουν ἐ­πί­γνω­ση καί τό ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­δι­ώ­κουν οἱ φί­λοι πού τήν συ­να­παρ­τί­ζουν.

Τά μέ­λη τῆς κοι­νό­τη­τας τῶν φί­λων ἀ­πο­δί­δουν προ­νο­μια­κή θέ­ση στό φί­λο τους. Τό γε­γο­νός ὅτι ἕ­νας φί­λος μας ἀ­πο­τελεῖ ἀ­φ’ ἑ­αυ­τοῦ ἕ­να ἠ­θι­κό λό­γο νά θέ­λο­με νά τόν εὐ­ερ­γε­τή­σο­με, προ­τι­μών­τας τον ἀ­πό ἕ­να ξέ­νο: (1169b 11-1«ἔ­στιν τοῦ ἀ­γα­θοῦ καί τῆς ἀ­ρε­τῆς τό ἐ­νερ­γε­τεῖν, κάλ­λιον δ’ εὖ ποι­ε­ῖν φί­λους ὀ­θνεί­ων». Ό κα­θέ­νας - πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης - ἀ­πο­δί­δει στόν ἄλ­λο τό ἴσο σέ κα­λή θέ­λη­ση καί εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἀ­φο­ῦ λέ­γε­ται ἡ φι­λί­α ἰ­σό­τη­τα” (1157b34-36). Ἔτσι ἡ ἀ­μοι­βαί­α δι­ά­θε­ση γιά εὐ­ερ­γε­σί­α τοῦ φί­λου προ­κα­λε­ῖ τήν ἀν­τι­κει­με­νι­κή ἰ­σό­τη­τα ὠ­φε­λη­μά­των με­τα­ξύ τῶν φί­λων (πβλ.1156b34-35).

Ἕ­να ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως πα­ρά­δο­ξο της ἀ­ρι­στο­τε­λι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης γιά τήν τέ­λεια φι­λί­α εἶ­ναι ὁ συν­δυα­σμός σ’ αὐ­τήν τῆς ἀ­νι­δι­ο­τε­λοῦς («ἐ­κεί­νου ἔ­νε­κα»), ἀ­γά­πης γιά τό φί­λο μέ μιά ἔν­το­να ἐ­γω­κεν­τρι­κή προ­ο­πτι­κή ἐ­πί τοῦ φί­λου, ὁ ὁ­ποῖ­ος χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὡς ἕ­νας ἄλ­λος ἐ­αυ­τός μας : «ἄλ­λος αὐ­τός» ἤ «ἕ­τε­ρος αὐ­τός» (1166a32, I 169b6-7, 1170b6-7). Ὁ φί­λος, ἀ­φ’ ἑ­νός ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται ὡς ἕ­να αὐ­τό­νο­μο πρό­σω­πο πού εἶ­ναι τό γνή­σιο ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς ἀ­γά­πης μας, ἐ­νῶ, ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου, ἡ ἑ­τε­ρό­τη­τα τοῦ φί­λου ὡς ἄλ­λου προ­σώ­που ἀ­πα­λεί­φε­ται μέ τό νά θε­ω­ρεῖ­ται ὁ φί­λος, κά­πως ἀν­τι­φα­τι­κά, ὡς ἕ­νας ἄλ­λος ἑ­αυ­τός μας.

Κα­τά τή γνώ­μη μου τό πα­ρά­δο­ξο αὐ­τό ὀ­φεί­λε­ται σέ μιά ἰ­δι­ό­τυ­πη συν­δι­αλ­λα­γή στήν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κή θε­ω­ρί­α με­τα­ξύ ἐ­γω­κεν­τρι­σμο­ῦ καί αὐ­τοῦ πού ἐ­μεῖς θά λέ­γα­με ἀλ­τρου­ϊ­σμό. Αὐ­τή ἡ συν­δι­αλ­λα­γή γί­νε­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα φα­νε­ρή στό ἑ­ξῆς χω­ρί­ο: «καί φι­λο­ῦν­τες τόν φί­λον τό αὐ­τοῖς ἀ­γα­θόν φιλοῦσιν· ὁ γάρ ἀ­γα­θός, φί­λος γι­νό­με­νος, ἀ­γα­θόν γί­νε­ται ᾦ φί­λος» (1157b 33-34) («Καί μέ τό νά ἀ­γα­ποῦν τ­όν φί­λο τους ἀ­γα­ποῦν αὐ­τό πού τούς εἶ­ναι ἀγαθό γιά τούς ἴ­διους - για­τί ἕ­νας κα­λός ἄν­θρω­πος πού γί­νε­ται φί­λος, γίνεται ἀγαθό γιά τό πρό­σω­πο γιά τό ὁ­ποι­ο εἶ­ναι φί­λος»).

Ἐ­δῶ ἡ λέ­ξη «ἀγα­θόν» ση­μαί­νει κά­τι πού εἶ­ναι φο­ρέ­ας ἀ­ξίας. Θα μπορού­σα­με νο­μί­ζω νά ποῦ­με ὅτι ὁ φί­λος εἶ­ναι φο­ρέ­ας εὐ­δαι­μο­νι­στικῆς ἀξίας. Ἡ ὁ­λη συ­ζή­τη­ση γιά τήν τέ­λεια φι­λί­α, ἰ­δί­ως στό ἔ­να­το βι­βλί­ο τῶν Ἠθικῶν Νι­κο­μα­χεί­ων, συν­δέ­ε­ται μέ τό θέ­μα τῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας. Ὁ Ἀ­ρι­στοτέλης λέγει πολ­λά γιά τήν ἀ­ρε­τή σέ σχέ­ση μέ τήν τέ­λεια φι­λί­α, ἀλ­λά ἡ ἀρετή ἀ­πα­σχο­λεῖ ἐ­δῶ αὐ­τήν κα­θ’ ἑ­αυ­τή, ἀλ­λά μό­νο κα­θό­σον εἶ­ναι σύστατικό τῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς ἐ­νέρ­γεια εὐ­χά­ρι­στου ἡδονικοῦ χα­ρα­κτή­ρα (Πρβλ. 1170a4: «οἴ­ον­ταί τέ δεῖν ἡ­δέ­ως γῆν τόν εὐδαίμονα»). Ὡςἐ­νά­ρε­τος ἕ­νας ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἄ­ξιο ἀν­τι­κεί­με­νο ἀ­νι­δι­ο­τε­λοῦς φιλίας καί μπαί­νον­τας ὡς φί­λος μέ­σα στή ζω­ή αὐ­τοῦ πού τόν ἔ­χει φί­λο γίνεται γι’αὐ­τόν ἕ­να εὐ­δαι­μο­νι­κό ἀ­γα­θό.

Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης πι­στεύ­ει ὅτι ὁ φί­λος εἶ­ναι ἕ­νας δεύ­τε­ρος ἑαυτός μας μόνο μέ­σα καί χά­ρη στό ἀν­τι­κει­με­νι­κό κα­θε­στώς τῆς φι­λί­ας πού ἑνώνει καί τούς δύ­ο φί­λους.

Τό νά πεῖς τόν φί­λο ἄλ­λον ἑ­αυ­τό σου εἶ­ναι νά πά­ρεις τήν ὑποκειμενική ἄ­πο­ψη ἑ­νός ἀ­πό τους φί­λους. Ἡ φι­λί­α ὅ­μως ὡς ἀν­τι­κει­με­νι­κή ἀ­πο­τε­λε­ῖ ἕ­να ἑ­νια­ῖο σύ­στη­μα σχέ­σε­ων, πού ἀ­να­φέ­ρε­ται καί στους δύο φίλους καί πού ὄ­εν παίρ­νει τήν ἄ­πο­ψη τοῦ ἑ­νός ἤ τοῦ ἄλ­λου φί­λου, ἀλλά ἐξίσου καί ταυ­τό­χρο­νά τους ἐμ­πε­ρι­κλεί­ει σέ μιά κοι­νή μορ­φή βί­ου. Ἡ μια αὐτή ἀν­τι­κει­με­νι­κή κα­τά­στα­ση μπο­ρε­ῖ νά ἰ­δω­θεῖ ἀ­πό τήν ὑ­πο­κει­με­νική σκοπιά τοῦ ἕ­νος ἤ τοῦ ἄλ­λου φί­λου, καί τό­τε ὁ ἄλ­λος φί­λος πα­ρου­σιά­ζεται ὡς δεύτε­ρος ἑ­αυ­τός. Ὡ­στό­σο ἡ ἔν­νοι­α τοῦ δεύ­τε­ρου ἑ­αυ­τοῦ ἔ­χει νό­η­μα στήν ἀν­τι­κει­με­νι­κή κα­τά­στα­ση τῆς φι­λί­ας πού ἑ­νώ­νει ἀλ­λη­λέν­δετα τους δύο φί­λους.

Γιά τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη ἡ ἄλ­τρου­ϊ­στι­κη μέ­ρι­μνα γιά τήν εὐ­δαιμονία τοῦ φί­λου μας συν­δέ­ε­ται ἁρ­μο­νι­κά μέ τή μέ­ρι­μνα γιά τόν ἑ­αυ­τό μας ἐπειδή οἱ ζω­ές μας εἶ­ναι εὐ­δαι­μο­νι­κά συ­νυ­φα­σμέ­νες με­τα­ξύ τους. Ἡ εὐ­δαιμονία τοῦ φί­λου μου εἶ­ναι μιά πλευ­ρά τῆς δι­κῆς μου εὐ­δαι­μο­νί­ας. Ἡ φροντίδα γιά τήν εὐ­δαι­μο­νί­α τοῦ φί­λου μου εῖ­ναι «ἐ­κεῖ­νου ἕ­νε­κα» καί ἑ­στι­ά­ζε­ται σε ἐκεῖνον ἀλ­λά ταυ­τό­χρο­να ἐμ­πε­ρι­κλεί­ε­ται μέ­σα στόν ὁ­ρί­ζον­τα τῆς μέ­ριμνας για τή δι­κή μου εὐ­δαι­μο­νί­α. Ὅ­ταν ὁ Α με­ρι­μνᾶ γιά τόν Β γιά χά­ρη τοῦ Β και ὁ Β με­ρι­μνᾶ γιά τόν Α γιά χά­ρη τοῦ Α, ὁ Α καί ὁ Β ταυ­τό­χρο­να μεριμνοῦν γιά τή δι­κή τους εὐ­δαι­μο­νί­α, ἐ­πει­δή τό κα­λό του Β εἶ­ναι γιά τον Α δικό του κα­λό, καί ἀν­τί­στρο­φα.

Ἡ ἐ­γω­κεν­τρι­κή προ­ο­πτι­κή της ἀ­ρι­στο­τε­λι­κῆς θε­ω­ρί­ας τῆς φι­λί­ας εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐμ­φα­νής στό κέφ. 9 τοῦ ἐ­νά­του βι­βλί­ου τῶν Ἠθικῶν Νικομαχείων, ὁ­που ὁ Ἀριστοτέλης, ἀν­τι­δρών­τας στήν ἀμ­φι­σβή­τη­ση ἀ­πό με­ρι­κούς της ἀ­νάγ­κης νά ἔ­χει ὁ εὐ­δαί­μων φί­λους, δεί­χνει μέ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα για­τί ἡ φι­λί­α εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη γιά τόν εὐ­δαί­μο­να.

Ὁ Ἀριστοτέλης συγ­κεν­τρώ­νει τή συ­ζή­τη­ση πά­νω στό πρό­σω­πο αὐ­τοῦ πού εἶ­ναι «μα­κά­ριος» (1169b 17, 25, I 170a2, 8, 27, b 14), δήλ. αὐ­τοῦ πού εἶ­ναι εὐ­δαί­μων ἀ­πό κά­θε ἄ­πο­ψη, τοῦ πα­νευ­τυ­χῆ, ὅ­πως ἴ­σως θά λέ­γα­με ἐ­μεῖς.

Ἐξ ἀρ­χῆς ὁ Ἀριστοτέλης βά­ζει στό προ­σκή­νιο τῆς συ­ζή­τη­σης τήν κοι­νω­νι­κή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Ὁ φί­λος εἶ­ναι τό με­γα­λύ­τε­ρο ἐ­ξω­τε­ρι­κό ἀ­γα­θό τοῦ ἀν­θρώ­που καί δέν μπο­ρε­ῖ νά λεί­ψει ἀ­πό τόν μα­κά­ριο, ὁ ὁ­ποῖ­ος χρει­ά­ζε­ται τόν φί­λο ὄ­χι γιά νά εὐ­ερ­γε­τη­θεῖ ἀ­πό αὐ­τόν, ἀλ­λά γιά νά τόν εὐ­ερ­γε­τή­σει (1169b 11-16). «Θἆταν δέ ἴσως πα­ρά­λο­γο - προ­σθέ­τει ὁ Ἀριστοτέλης - νά ὑ­πο­θέ­σει κα­νείς μο­νή­ρη (μο­νώ­την) τόν μα­κά­ριο - για­τί κα­νείς δέν θά προ­τι­μοῦ­σε νά ἔ­χει ὁ­λα τά ἀ­γα­θά καί νά εἶ­ναι ὁ­λο­μό­να­χος· για­τί ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι πο­λι­τι­κό ὄν ἀ­πό τή φύ­ση του καί κα­μω­μέ­νος νά ζῆ μα­ζί μέ ἄλ­λους. Αὐ­τό λοι­πόν ἀ­λη­θεύ­ει καί γιά τόν εὐ­δαί­μο­να, ἀ­φοῦ ἔ­χει ὅ­λα τά ἐκ φύ­σε­ως ἀ­γα­θά. Εἶ­ναι δέ φα­νε­ρό ὅτι εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νά περ­νᾶ κα­νείς τίς μέ­ρες του μέ ἐ­νά­ρε­τους φί­λους πα­ρά μέ ξέ­νους καί τυ­χαί­ους ἄν­θρω­πους. Συ­νε­πῶς εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­οι οἱ φί­λοι στόν εὔὐδαί­μο­να» (1169b 16-22). Κα­τά τόν Ἀριστοτέλη λοι­πόν , ἀ­πό τήν ἄ­πο­ψη τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, κα­τα’ ἀ­νάγ­κην ἡ εὐ­δαι­μο­νί­α συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει τόν φι­λι­κό δε­σμό.

Ἀλ­λά δέν εἶ­ναι κά­θε λο­γής φί­λοι ἀ­πα­ραί­τη­τοι γιά τόν εὐ­δαί­μο­να, καί γι’ αὐτό ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἀ­λή­θεια στήν ἀμ­φι­σβή­τη­ση τῆς ἀ­νάγ­κης τῶν φί­λων. Ἀσφαλῶς δέν χρει­ά­ζε­ται ὁ μα­κά­ριος τους χρή­σι­μους φί­λους, ἀ­φοῦ ἔ­χει αὐ­τάρ­κεια ἀ­πό ἀ­γα­θά, κι οὔ­τε χρει­ά­ζε­ται τούς εὐ­χά­ρι­στους φί­λους, ἀ­φοῦ ἡ ζω­ή του εἶ­ναι ἀ­πό τήν φύ­ση της εὐ­χά­ρι­στη καί δέν ἔ­χει ἀ­ναγ­κη ἀ­πό ἐ­πεί­σα­κτη ἡ­δο­νή ( 1 169b23-27).

Ἀπαραίτητοι ὅ­μως γιά τόν μα­κά­ριο εἶ­ναι οἱ φί­λοι πού εἶ­ναι κα­τά τό ἦ­θος ἀ­γα­θοί. Ἡ ἐ­γω­κεν­τρι­κή προ­ο­πτι­κή ἀ­πό τήν πλευ­ρά τοῦ εὐ­δαί­μο­νος κυ­ρια­ρχεῖ στά τρί­α ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα πού προ­βάλ­λει ἐ­π’ αὐ­τοῦ ὁ Ἀριστοτέλης.

Τό πρῶ­το ἐ­πι­χεί­ρη­μα (1169b29 1170a4) ἔ­χει νά κά­νει μέ τήν ἀ­νάγ­κη πού ἔ­χει ὁ εὐ­δαί­μων νά γί­νει θε­α­τής τῶν πρά­ξε­ών του, πού ὡς ἐ­νέρ­γεια τῆς ψυ­χῆς εἶ­ναι συ­στα­τι­κές της εὐ­δαι­μο­νί­ας του. Ἡ ἠ­θι­κή θέ­α­ση ὅ­μως ἐγ­κλεί­ει τήν δυ­σκο­λί­α τοῦ νά μπο­ρεῖ κα­νείς νά ἀ­πα­σχο­λεῖ­ται ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά μέ τήν ἠ­θι­κή δρά­ση, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να νά πα­ρα­τη­ρεῖ ὡς θε­α­τής (θε­ω­ρεῖν) τίς πρά­ξεις του[4]. Δι­έ­ξο­δο σ’ αὐ­τή τή δυ­σκο­λί­α πα­ρέ­χει ὁ φί­λος, ἐ­πει­δή εἶ­ναι πιό εὔ­κο­λο νά πα­ρα­τη­ροῦ­με τίς πρά­ξεις τοῦ φί­λου μας πα­ρά τίς δι­κές μας. Χά­ρη στήν πα­ρα­τή­ρη­ση τῶν πρά­ξε­ων τοῦ φί­λου, ἀ­πο­κτοῦ­με τή θέ­α τῶν δι­κῶν μας.

Γιά δύ­ο λό­γους οἱ πρά­ξεις τοῦ ἐ­νά­ρε­τού μας εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στες. Πρῶ­τον, εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση τους ἀ­γα­θές καί συ­νε­πῶς ἀ­πό τή φύ­ση τούς εὐ­χά­ρι­στες νά τίς βλέ­πο­με. Δεύ­τε­ρον, μᾶς εἶ­ναι οἰ­κεῖ­ες καί ὡς ἐκ τοῦ­του εὐχάριστες ἐ­πει­δή ὅ,τι εἶ­ναι δι­κό μας εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στο.

Ὁ φί­λος ἐ­κλαμ­βά­νε­ται, ἀ­φ’ ἑ­νός ὡς ἕ­να ἀ­νε­ξάρ­τη­το ἀ­πέ­ναντί μας πρόσω­πο τό ὁ­ποι­ο μπο­ροῦ­με νά πα­ρα­τη­ροῦ­με ὡς θε­α­τές, καί, ἀ­φ’ ἑ­τέρου ἄ­το­μο πού εἶ­ναι τό­σο κον­τά μᾶς ἠ­θι­κῶς καί πνευ­μα­τι­κῶς ὥ­στε να ἀποτελεῖ ἕ­να δεύ­τε­ρο ἑ­αυ­τό μας.

Ἀξίζει νά σχο­λι­ά­σο­με λί­γο τήν ἀν­τί­λη­ψη τοῦ Ἀριστοτέλη γιά τον ξεχωρι­στό ἀ­πό μᾶς ἄλ­λο ἄν­θρω­πο, σέ δι­ά­κρι­ση ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό μας, πού ὡς νοητική καί ψυ­χο­σω­μα­τι­κή ὀν­τό­τη­τα εἶ­ναι ἀν­τι­κεί­με­νο γνώ­σης για μᾶς.Ὁ Ἀριστοτέλης δέν θε­ω­ρεῖ τά ἠ­θι­κά καί ψυ­χο­λο­γι­κά κί­νη­τρα τοῦ ἄλλου σά φαι­νό­με­να πού εἶ­ναι κα­τ’ ἀ­νάγ­κην κρυμ­μέ­να ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό μας και για τά ὁ­ποῖ­α μπο­ροῦ­με νά κά­νου­με μό­νο ὑ­πο­θέ­σεις ἤ νά μι­λοῦ­με μό­νο κατ’άναλογί­αν μέ τόν ἑ­αυ­τό μας, ὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζουν πολ­λοί νε­ώ­τε­ροι καί φι­λό­σο­φοι. Δέν πι­στεύ­ει δη­λα­δή ὅτι ὑ­πάρ­χει ἕ­να γνω­σι­ο­λο­γι­κό χάσμα ἀνάμεσα στίς δύ­ο πλευ­ρές τῆς πρά­ξης, πού θέ­λο­με νά γνω­ρί­σο­με, τήν ἐξωτερική συμ­πε­ρι­φο­ρά καί τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή πρα­ξια­κή πνευ­μα­τι­κή[5] δι­α­δι­κα­σία συμπεριλαμ­βα­νο­μέ­νης καί τῆς ἠ­θι­κῆς προ­αί­ρε­σης. Γιά τόν Ἀ­ρι­στο­τέλη οἱ δύο πλευ­ρές τῆς πρά­ξης τοῦ ἄλ­λου, ἰ­δί­ως στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ φί­λου, μᾶς παρέχον­ται ἄ­με­σα ὡς ἀν­τι­κεί­με­να θέ­ας. Ἐπίσης μπο­ροῦ­με νά συ­νά­γομε ὅτι γιά τόν Ἀριστοτέλη ἡ ἠ­θι­κή ἀ­πο­τί­μη­ση τῶν πρά­ξε­ών μας δέν εἶ­ναι ἀνεξάρτητη ἀλ­λ’ ἀν­τί­θε­τα εἶ­ναι στε­νά συν­δε­δε­μέ­νη μέ τήν ἀ­πο­τί­μη­ση πα­ρό­μοιων πράξεων τοῦ ἄλ­λου, καί ἰ­δι­αί­τε­ρά του ἐ­νά­ρε­του φί­λου. Λεί­πει ὅ­μως στο πιό πάνω ἐ­πι­χεί­ρη­μα τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη ἡ θε­μα­τι­κή ἐ­ξέ­τα­ση τῶν στοι­χεί­ων πού ἀνέφερα.

Ὁ Ἀριστοτέλης κα­τα­λή­γει ὡς ἑ­ξῆς: «Θά χρεια­στεῖ λοι­πόν ὁ μακάριος τέ­τοι­ου εἴ­δους [δήλ. ἐ­νά­ρε­τους] φί­λους, ἐ­φ’ ὅ­σον προ­τί­θε­ται να θεᾶται (θε­ω­ρε­ῖν) πρά­ξεις πού εἶ­ναι κα­λές καί οἰ­κεῖ­ες, καί τέ­τοι­ες εἶ­ναι οἱ πράξεις τοῦ κα­λοῦ ἄν­θρω­που πού εἶ­ναι φί­λος του (ὁ μα­κά­ριος δή φί­λων τοιούτων δ­εήη­σε­ται, εἴ­περ θε­ω­ρεῖν προ­αι­ρεῖ­ται πρά­ξεις ἐ­πι­ει­κεῖς καί οἰ­κεί­ας, τοιαῦται δ’ αἵ τοῦ ἀ­γαθ­οῦ φί­λου ὄντος) (1170a2-4).

Τό δεύ­τε­ρο ἐ­πι­χεί­ρη­μα ἑ­στι­ά­ζε­ται στήν ἀ­νάγ­κη πού ἔ­χει ὁ εὐδαίμων νά ἐ­νερ­γεῖ συ­νε­χῶς, ἀ­φοῦ ἡ εὐ­δαι­μο­νί­α εἶ­ναι ἐ­νέρ­γεια. Ἔχοντας ἀ­νάγ­κη, ὁ εὐ­δαί­μων θά μπο­ρεῖ πιό εὔ­κο­λα νά ἀ­πο­λαμ­βά­νει μιά ἐνεργό ζωή πού θά εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νε­χής, ἄν ἔ­χει ἐ­νά­ρε­τους φί­λους μέ τους ὁποίους θά συμ­πράτ­τει καί γιά χά­ρη τῶν ὁ­ποί­ων θά ἑ­ξα­σκεῖ τήν ἀρετή του. Ἀν­τι­θέ­τως, ἡ μο­να­χι­κή δρά­ση εἶ­ναι δύ­σκο­λη καί κου­ρα­στι­κή: Για το μο­να­χι­κό ἄν­θρω­πο (μο­νώ­τη) ἡ ζω­ή εἶ­ναι δύ­σκο­λη, για­τί δέν εἶναι εὔκολο μό­νος του κα­νείς νά ζῆ ἔἐνερ­γό βί­ο συ­νε­χῶς, ἐ­νῶ μα­ζί μέ ἄλ­λους και σέ σχέ­ση μέ ἄλ­λους (με­θ’ ἑ­τέ­ρων δέ καί πρός ἄλ­λους) εἶ­ναι πιό εὔκολο. Ἔτσι θά εἶ­ναι ἡ ἐ­νέρ­γεια πιό συ­νε­χής, ὅ­πως καί πρέ­πει νά εἶ­ναι γιά τον πανευτυ­χή (πε­ρί τόν μα­κά­ριον), μιά καί εἶ­ναι ἡ ἐ­νέρ­γεια εὐ­χά­ρι­στη ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν ἑ­αυ­τό της (κα­θ’ αὐ­τήν) (1170a5-8). Καί, συμ­φω­νών­τας μέ τόν Θέ­ο­γνη, ὁ Ἀριστοτέλης πα­ρα­τη­ρεῖ ὅτι, ὅταν ζῆ κα­νείς μα­ζί μέ ἐ­νά­ρε­τους ἀν­θρώ­πους, μπο­ρεῖ καί ἀ­σκεῖ τήν ἀ­ρε­τή του, τε­λει­ο­ποι­ών­τας την (1170a 11-13).

Τό δεύ­τε­ρο αὐ­τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα, πού το­νί­ζει τό ρό­λο τοῦ ἐ­νά­ρε­του φί­λου στήν ἐ­ξά­σκη­ση μί­ας συ­νε­χοῦς δρα­στη­ρι­ό­τη­τας ἀ­πό τόν εὐ­δαί­μο­να, το­πο­θε­τεῖ­ται ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά μέ­σα στό πλαί­σιο τῆς φι­λί­ας ὡς ἀν­τι­κει­με­νι­κῆς κα­τά­στα­σης πού εὐ­νο­εῖ τήν δρά­ση - γιά χά­ρη τοῦ φί­λου, καί σέ συ­νερ­γα­σί­α καί σύμ­πρα­ξη μέ τό φί­λο.

Τό τρί­το καί τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­πι­χεί­ρη­μα γιά τήν ἀ­ναγ­κη τοῦ φί­λου ἀ­φορ­μᾶ­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τήν βα­θύ­τε­ρη ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση (φυσικώτερον) τῶν ἐ­νά­ρε­των φί­λων (1170a 13-14).

Ξε­κί­νη­μα τοῦ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τος εἶ­ναι ἕ­νας γνω­σια­κός χα­ρα­κτη­ρι­σμός τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς. Ὁ Ἀριστοτέλης ἐ­πι­ση­μαί­νει ὅτι ὁ ὁ­ρι­σμός τῆς ἀν­θρώ­πινῆς ζω­ῆς ἔ­χει νά κά­νει μέ τίς γνω­στι­κές δυ­νά­μεις τῆς αἴ­σθη­σης καί τῆς νό­η­σης· ἀλ­λά μιά δύ­να­μις ἀ­πο­κα­λύ­πτει τήν οὐ­σία της, ὅταν ἐ­νερ­γο­ποι­εῖ­ται. Συ­νε­πῶς ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ζω­ή εἶ­ναι κυ­ρί­ως ἡ ἐ­νέρ­γεια τοῦ αἰ­σθά­νε­σθαι καί τοῦ νο­εῖν (1170a 16-19). Ἀξιολογικά ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ζω­ή εἶ­ναι ἀ­γα­θή ἀ­πό τή φύ­ση της, ἐ­πει­δή ἔ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νο χα­ρα­κτή­ρα («ὡ­ρι­σμέ­νον γάρ») καί ὡς ἀ­γα­θή εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στη καί ἐ­πι­θυ­μη­τή ἀ­πό ὁ­λους τους ἄν­θρω­πους καί ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πό τόν ἐ­νά­ρε­το ἄν­θρω­πο, ἀ­φοῦ ἡ ζω­ή του εἶ­ναι κα­τα’ ἐ­ξο­χήν ἄ­ξια προ­τί­μη­σης καί εὐ­τυ­χε­στά­τη (1170a 14-16. 21-22). Τήν ἐ­ξή­γη­ση γιά τό τί ἐν­νο­εῖ ὁ Ἀριστοτέλης ὅταν ὁ­μι­λε­ΐ γιά τόν συγ­κε­κρι­μέ­νο χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς, πού συ­νί­στα­ται στήν ἐ­νέρ­γεια τῆς αἴ­σθη­σης καί τῆς νό­η­σης, τήν βρί­σκου­με σ’ ἕ­να πα­ράλ­λη­λο χω­ρί­ο στή συ­ζή­τη­ση γιά τήν φι­λί­α στά Ἠθικά Εὐ­δή­μεια, 1245a 1-10. Τό «ὡρι­σμέ­νον» στήν αἴ­σθη­ση καί στή νό­η­ση προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τόν «ὡρι­σμέ­νον» του αἰ­σθη­τοῦ καί τοῦ νο­η­τοῦ εἴ­δους πού ἔ­χουν ὡς ἀν­τι­κεί­με­να τους ἀν­τι­στοί­χως ἡ αἴ­σθη­ση καί ἡ νό­η­ση. Ἡ αἴ­σθη­ση καί ἡ νό­η­ση ταυ­τί­ζον­ται καί γί­νον­ται ἕ­να μέ τό ἀν­τι­κεί­με­νό τους, ὅταν τό γνω­ρί­ζουν, καί ἔ­τσι παίρ­νουν ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο τόν συγ­κε­κρι­μέ­νο τους χα­ρα­κτή­ρα («ὡρι­σμέ­νον»), πού ἀ­νή­κει στήν τά­ξη τοῦ ἄ­γα­θου[6].

Σέ συ­νέ­χεια ὁ Ἀριστοτέλης ἐ­ξε­τά­ζει τήν ἀν­θρι­ό­πι­νη ζω­ή ἀ­πό τήν ψυ­χο­λο­γι­κή πλευ­ρά αὐ­τοῦ πού αἰ­σθά­νε­ται καί πού νο­εῖ καί πα­ρα­τη­ρεῖ ὅτι ἕ­νας πού αἰ­σθά­νε­ται καί νο­εῖ ταυ­τό­χρο­να αἰ­σθά­νε­ται ὅτι αἰ­σθά­νε­ται καί ὅτι νο­εῖ. «Αἰ­σθά­νε­ται ὅτι» ἔ­χει τή ση­μα­σί­α ἐ­δῶ αὐ­τοῦ πού ἐ­μεῖς θά λέ­γα­με «ἔ­χω συ­νεί­δη­ση ὅτι». Τό νά ἔ­χει ἕ­νας ἄν­θρω­πος συ­νεί­δη­σή τοῦ ὅτι αἰ­σθά­νε­ται καί ὅτι νο­εῖ ση­μαί­νει ὅτι ἔ­χει συ­νεί­δη­σή τοῦ ὅτι ὕ­παρ­χει ὡς ἄν­θρω­πος - πράγ­μα πού εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στο - ἐ­πει­δή ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ζω­ή εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση της ἀ­γα­θή καί εὐ­χά­ρι­στη. Ἰ­δι­αί­τε­ρα δέ ἐ­πι­θυ­μη­τή εἶ­ναι ἡ ζω­ή γιά τόν ἐ­νά­ρε­το ἄν­θρω­πο πού χαί­ρε­ται μέ­σα του ἀ­νεμ­πό­δι­στα τή συ­νεί­δη­ση τῆς ἀ­γα­θό­τη­τας καί γλυ­κύ­τη­τας τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης (1170a31-b5). Ὁ ἐ­νά­ρε­τος ἄν­θρω­πος θέ­λει ὁ­μως νά χα­ρεῖ, ὡς συ­στα­τι­κά της εὐ­δαι­μο­νί­ας του, ὄχι μόνο τή συ­νεί­δη­ση τῆς ὕ­παρ­ξής του, ἀλ­λά ἐ­πί­σης καί τή συ­νεί­δη­ση τῆς ὕπαρξης τοῦ φί­λου του μα­ζί μέ τή συ­νεί­δη­ση πού ἔ­χει γι’ αὐ­τήν ὁ φί­λος του. Προϋπόθεση ἐ­δῶ εἶ­ναι ἡ κοι­νό­τη­τα τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς τῶν φί­λων μέ­σα στο πλαίσιο τῆς φι­λί­ας ὡς ἑ­νια­ίας ἀν­τι­κει­με­νι­κῆς κα­τά­στα­σης.

Κρί­κος γιά τό δε­σμό τῶν δύ­ο ὑ­παρ­κτι­κῶν συ­νει­δή­σε­ων γί­νεται ἡ ἔννοια τοῦ φί­λου ὡς ἄλ­λου ἑ­αυ­τοῦ μας (ἕ­τε­ρος αὑ­τός) (1170b6). «Ὅπως ὁ ἐνάρετος ἄνθρωπος (σπου­δαῖ­ος) δι­α­τί­θε­ται πρός τόν ἑ­αυ­τό του - λέ­γει ὁ Ἀριστοτέ­λης - ἔ­τσι δι­α­τί­θε­ται καί πρός τόν φί­λο του (για­τί ὁ φί­λος εἶναι ἕνας ἄλ­λος ἐ­αυ­τός)· ὅπως λοι­πόν ἡ ὕ­παρ­ξή του τοῦ εἶ­ναι ἄ­ξια ἐ­πι­λογῆς, το ἴδιο, ἤ πα­ρα­πλή­σια, ἄ­ξια ἐ­πι­λο­γῆς γι’ ­αὐ­τόν εἶ­ναι ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ φί­λου του. Ἀλλά εἴ­πα­με ὅτι ἡ ὕ­παρ­ξη εἶ­ναι ἄ­ξια ἐ­πι­λο­γῆς, ἐ­πει­δή ἔ­χο­με τή συνείδηση ὅτι εἶ­ναι ἀ­γα­θή (διά τό αἰ­σθά­νε­σθαι αὐ­τοῦ [δήλ. τοῦ εἶ­ναι][7] ἀ­γα­θο­ῦ αὐ­τή ἡ συ­νει­δη­τό­τη­τα (αἴ­σθ­η­σις) εἶ­ναι κα­θ’ ἑ­αυ­τήν εὔ­χα­ριστη. Πρέπει συ­νε­πῶς ὁ ἐ­νά­ρε­τος νά συμ­με­τέ­χει στή συ­νεί­δη­ση πού ἔ­χει ὁ φίλος του γιά τήν ὕ­παρ­ξή του (συ­ναι­σθά­νε­σθαι ἄ­ρα δεῖ καί τοῦ φί­λου ὅτι ἔ­στιν) κι αὐτό μπο­ρε­ῖ νά ἐ­πι­τευ­χθεῖ, ἄν ζο­ῦ­νε μα­ζί καί ἄν με­τέ­χουν σέ κοι­νούς λόγους καί σκέ­ψεις (κοι­νω­νε­ῖν λό­γων καί δι­α­νοί­ας). Για­τί αὐ­τό μᾶλ­λον εἶναι το νόημα τοῦ νά ζοῦν μα­ζί οἱ ἄν­θρω­ποι, καί ὄ­χι, ὅ­πως στήν πε­ρί­πτω­ση ταῶν χορτοφά­γων ζώ­ων, νά βό­σκουν στόν ἴ­διο τό­πο». (1170b5-14).

Χά­ρη στήν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τῶν συ­νει­δή­σε­ων, ὁ δι­ά­λο­γος καί οἱ λογισμοί τῶν φί­λων ἀ­πο­τε­λοῦν, σύμ­φω­να μέ τή συλ­λο­γι­στι­κή του Ἀ­ριστοτέλη ἕνα ἑ­νια­ῖο σύμ­πλεγ­μα πνευ­μα­τι­κῆς ἐ­νέρ­γειας, πού ἑ­νώ­νει τούς φίλους σε μιά κοι­νή εὐ­δαι­μο­νί­α.

Ὁ φί­λος, γιά τούς ἀ­νω­τέ­ρω λό­γους, εἶ­ναι ἄ­ξιος ἐ­πι­λογῆς. Και ὁ Ἀριστοτέλης κα­τα­λή­γει μέ τό συμ­πέ­ρα­σμα: «καί ὅ,τι εἶ­ναι γιά τον μακάριο ἄν­θρω­πο ἄ­ξιο ἐ­πι­λο­γῆς πρέ­πει καί νά τό ἔ­χει, εἰ­δάλ­λως θά εἶ­ναι ἀπό αύτή τήν ἄ­πο­ψη ἐν­δε­ής. Ἄρα θά πρέ­πει γιά νά εἶ­ναι κά­ποι­ος εὐδαίμων να ἔχει ἐνά­ρε­τους φί­λους» (1170b 17-19).

Μ’ ἔ­χει ἀ­πα­σχο­λή­σει σ’­αὐ­τή τή με­λέ­τη ἡ δι­ά­κρι­ση με­τα­ξύ δύο ἐννοιῶν τῆς φι­λί­ας πού χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ Ἀριστοτέλης στή θε­ω­ρί­α του γιά την τέλεια φι­λί­α. Αὐ­τές εἶ­ναι, πρῶ­τον, ἡ φι­λί­α ὡς ἀ­νι­δι­ο­τε­λής ὑ­πο­κει­με­νική διάθεση πού χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πό τή βού­λη­ση τῶν ἀ­γα­θῶν καί τῆς ὕπαρξης για χάρη τοῦ φί­λου ὡς ἠ­θι­κῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας· καί, δεύ­τε­ρον, ἡ φι­λί­α ὡς ἀντικειμενική κα­τά­στα­ση, πού ἑ­νώ­νει σέ μιά κοι­νή ἠ­θι­κή, γνω­σια­κή καί συνειδησια­κή ζω­ή, μέ στό­χο τήν εὐ­δαι­μο­νί­α, πρό­σω­πα πού εἶ­ναι ἴ­σα ἀ­ξιολογικά καί ὅ­μοι­α με­τα­ξύ τους στίς ἐ­πι­δι­ώ­ξεις τους, ἀ­πο­τε­λών­τας ὁ ἕ­νας για τον ἄλλο ἕ­να δεύ­τε­ρο ἑ­αυ­τό. Μέ­σα στά ὅ­ρια ἑ­νός κοι­νοῦ βί­ου, ὁ ἐ­γω­κεν­τρικός εὐδαιμο­νι­σμός ἐ­ναρ­μο­νί­ζε­ται μέ τήν ἀ­νι­δι­ο­τε­λῆ ἐ­πι­δί­ω­ξη τῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας τοῦ φί­λου.
-------------------------------------
[1] Ἡ εὐτραπελία εἶναι γιά τόν Ἀριστοτέλη μιά ἤθικη ἀρετή κοινωνικότητας (Η.Ν..Β. 1108a23-26).

[2] Ἡ φαινομενική τουλάχιστον ἀντίθεση μεταξύ της ἀπαίτησης γιά ἀντιφίλιση στή φιλία καί τοῦ ἐκθειασμοῦ τῆς ἀμέριστης ἀγάπης, πού ἀγνοεῖ τήν ἀνταπόκριση, ἀπασχολεῖ τόν L. Dugas στό βιβλίο του L’ Amitie antique (Παρίσι, 1894). Ἀρχικά ὁ Γάλλος μελετητής τῆς ἀρχαίας φιλίας ὁμιλεῖ γιά ἀντίφαση στή θεωρία τοῦ Ἀριστοτέλη γιά τή φιλία (σ. 197-8), ἀλλά ἀργότερα ἀμβλύνει τήν ἔνταση, μιλώντας γιά δυό διαφορετικές προοπτικές γιά τή φιλία στόν Ἀριστοτέλη, ἀπό τίς ὁποῖες ἡ μία εἶναι κοινωνιολογική (μέ κυρίαρχη τήν ἔννοια τῆς κοινωνίας), ἐνῶ ἤ ἄλλη εἶναι ψυχολογική (μέ κυρίαρχη τήν ἔννοια τῆς συναισθηματικῆς ἀγάπης) (βλ. π.χ. σ. 202). Ἡ ὀντολογική δομή τῆς φιλίας ὡς ἀντικειμενικῆς κατάστασης , πού μέ ἐνδιαφέρει ἰδιαίτερα, δέν ἀπασχολεῖ τόν Dugas.

[3] Τό ὅτι ἤ ἤθική της φιλίας στόν Ἀριστοτέλη δέν εἶναι ἤθική της μεσότητας, μεταξύ ὑπερβολῆς καί ἔλλειψης, ὑποστηρίζεται ἀπό τόν Stanislaw Tatarkiewicz, ὁ ὁποιος διακρίνει τρία διαφορετικά ἤθικα συστήματα στόν Ἀριστοτέλη, τήν ἠθική τοῦ πρακτικοῦ βίου. τήν ἠθική τοῦ θεωρητικοῦ βίου, καί τήν ἠθική της φιλίας (βλ.“ Les trois morales D’ Aristote”, Seances el Travaux de I’Academie des Sciences Morales et Poliriques. Παρίσι, 1931). ’Ἐσφαλμένη μοϋ φαίνεται ἤ ἄποψη τοῦ Paul Schollmeicr πού γράφει ὅτι κατά τόν Ἀριστοτέλη, [g]ood friends love one another neither too much nor too little, tor they find good qualities and activities lovable in each other, and these qualities and activities are in accordance with a mean”, (βλ.Other Selves: Aristotle on Personal and Political Friendship, State University ot New York Press, Albany, 1994. σ. 48.) Κρίνοντας τόν συλλογισμό τοῦ Schollmeier, ἄς παρατηρήσουμε ὅτι μπορεΐ μέν ὁ ἀξιαγάπητος χαρακτήρας τῶν ἐνάρετων φίλωνλων νά ἱκανοποιεῖ τόν κανόνα τοῦ μέτρου καί τῆς μεσότητος, χωρίς νά ἕπεται ὅτι καί ἤ ἀγάπη τῶν φίλων ὑπάγεται στόν κανόνα τοῦ μέτρου.

[4] Πρβλ. τό σχόλιο τῶν R. A. Gautier καί J. Υ. Jolif γιά τούς στίχου; 1169b33-35, στό L'Ethique a Nicomaque, t. II, Commentaire, Louvain-Paris. 1970, σ. 753-754.

[5] Θεωρῶ τό χωρίο τῶν Η.Ν., 1170a22-25 (οὐ δεῖ δέ... ἔστε φανερώτερον) ὡς σχόλιο ξένης χειρός πού παρεισέφρυσε στό κείμενο. Τό ζῆν ὁρίζεται ὡς ἡ ἐνέργεια τοῦ αἰσθάνεσθαι ἤ νοεῖν· τό «ὡρισμένον» τοῦ ζῆν ἔχει νά κάνει μέ τήν γνωσιακή φύση τοῦ ζῆν καί ὄχι, ὅπως στό , κατ’ ἐμέ, παρείσακτο χωρίο, μέ τήν ἀντίθεση πρός τήν ἀοριστία τῆς μοχθηρᾶς καί διεφθαρμένης ζωῆς. Τό παράλληλο τμῆμα τῶν Ἠθικῶν Εὐδημίων εἶναι σαφές γιά τόν γνωσιακό χαρακτήρα τοῦ «ὡρισμένον».

[6] Τό ρῆμα «αἰσθάνεσθαι», στή συνειδησιακή του σημασία, πιστεύω ὅτι καλύπτει ἐξ ἴσου τήν αἴσθηση ὅσο καί τή νόηση. Γι’ αὐτό καί δέχομαι τήν κριτική διόρθωση τοῦ κειμένου τῶν στίχων 1170a31 -32 ἀπό τόν Bywater: «ὥστε ἄν αἰσθανώμεθ’, ὅτι αἰσθανόμεθα κἄν νοῶμεν, ὅτι νοοῦμεν».

[7] Δέχομαι τήν διόρθωση «αὐτοῦ» (ἀντί τῆς γραφῆς «αὑτοῦ» ἤ «ἑαυτοῦ» Κοραη γιά τόν στίχο πού ἀντιστοιχεῖ στό 1 170b9. Ὁ Κοραής σχολιάζει: «Διά το αἰσθάνεσθαι αὐτοῦ (τουτέστι τοῦ εἶναι καί ζῆν) ὅτι ἄγαθόν ἐστι».

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΦΙΛΙΠΠΟΣ

ΙΣΟΚΡ 5.53–55

Η τρέχουσα κατάσταση της Θήβας

Ο Ισοκράτης έσπευσε να προλάβει τυχόν επιφυλάξεις του Φιλίππου σχετικά με τη δυνατότητά του να συμφιλιώσει τις Ελληνικές πόλεις (βλ. και ΙΣΟΚΡ 5.30–38), δηλώνοντας ότι ο Μακεδόνας βασιλιάς ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να επιτύχει κάτι τέτοιο. Παρέθεσε, μάλιστα, παραδείγματα, για να αποδείξει ότι στο παρελθόν παρουσιάστηκε συχνά το φαινόμενο οι εχθροί να μεταβληθούν σε ευεργέτες των αντιπάλων τους μετά τη λήξη του μεταξύ τους πολέμου και αναφέρθηκε στις περιπέτειες της Σπάρτης και του Άργους, για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του ότι οι δύο αυτές πόλεις θα δέχονταν με ευχαρίστηση τον συμφιλιωτικό και ηγετικό ρόλο του Φιλίππου, ώστε να απαλλαγούν από τις δυσχέρειες που τις ταλάνιζαν.

[53] Ἀλλὰ μὴν τὰ περὶ Θηβαίους οὐδὲ σὲ λέληθεν. καλ-
λίστην γὰρ μάχην νικήσαντες, καὶ δόξαν ἐξ αὐτῆς μεγίστην
λαβόντες, διὰ τὸ μὴ καλῶς χρῆσθαι ταῖς εὐτυχίαις οὐδὲν
βέλτιον πράττουσι τῶν ἡττηθέντων καὶ δυστυχησάντων.
οὐ γὰρ ἔφθασαν τῶν ἐχθρῶν κρατήσαντες, καὶ πάντων
ἀμελήσαντες ἠνώχλουν μὲν ταῖς πόλεσι ταῖς ἐν Πελο-
ποννήσῳ, Θετταλίαν δ’ ἐτόλμων καταδουλοῦσθαι, Μεγα-
ρεῦσι δ’ ὁμόροις οὖσιν ἠπείλουν, τὴν δ’ ἡμετέραν πόλιν
μέρος τι τῆς χώρας ἀπεστέρουν, Εὔβοιαν δ’ ἐπόρθουν, εἰς
Βυζάντιον δὲ τριήρεις ἐξέπεμπον ὡς καὶ γῆς καὶ θαλάττης
ἄρξοντες. [54] τελευτῶντες δὲ πρὸς Φωκέας πόλεμον
ἐξήνεγκαν ὡς τῶν τε πόλεων ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ κρατήσοντες,
τόν τε τόπον ἅπαντα τὸν περιέχοντα κατασχήσοντες, τῶν
τε χρημάτων τῶν ἐν Δελφοῖς περιγενησόμενοι ταῖς ἐκ
τῶν ἰδίων δαπάναις. ὧν οὐδὲν αὐτοῖς ἀποβέβηκεν, ἀλλ’
ἀντὶ μὲν τοῦ λαβεῖν τὰς Φωκέων πόλεις τὰς αὑτῶν ἀπο-
λωλέκασιν, εἰσβάλλοντες δ’ εἰς τὴν τῶν πολεμίων ἐλάττω
κακὰ ποιοῦσιν ἐκείνους ἢ πάσχουσιν ἀπιόντες εἰς τὴν
αὑτῶν· [55] ἐν μὲν γὰρ τῇ Φωκίδι τῶν μισθοφόρων τινὰς
ἀποκτείνουσιν, οἷς λυσιτελεῖ τεθνάναι μᾶλλον ἢ ζῆν,
ἀναχωροῦντες δὲ τοὺς ἐνδοξοτάτους αὑτῶν καὶ μάλιστα
τολμῶντας ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἀποθνήσκειν ἀπολλύουσιν.
εἰς τοῦτο δ’ αὐτῶν περιέστηκε τὰ πράγματα, ὥστ’ ἐλπί-
σαντες ἅπαντας τοὺς Ἕλληνας ὑφ’ αὑτοῖς ἔσεσθαι νῦν ἐν
σοὶ τὰς ἐλπίδας ἔχουσι τῆς αὑτῶν σωτηρίας. ὥστ’ οἶμαι
καὶ τούτους ταχέως ποιήσειν ὅ τι ἂν σὺ κελεύῃς καὶ συμ-
βουλεύῃς.

***
Προς τούτοις η κατάστασις των Θηβαίων σου είναι γνωστή. Διότι, αν και ενίκησαν λαμπροτάτην νίκην και απέκτησαν από αυτήν μεγίστην δόξαν, επειδή δεν έκαμαν καλήν χρήσιν της ευνοίας της τύχης, δεν ευρίσκονται εις καλυτέραν θέσιν από εκείνους που ενικήθησαν και εδυστύχησαν. Διότι δεν επρόλαβαν να νικήσουν τους εχθρούς των και, αφήσαντες κατά μέρος κάθε άλλην υπόθεσιν, ήρχισαν να ενοχλούν τας πόλεις της Πελοποννήσου, ετόλμησαν κατόπιν να υποτάξουν την Θεσσαλίαν, ηπείλουν τους γείτονάς των Μεγαρείς, από την ιδικήν μας δε χώραν αφήρεσαν ένα τμήμα, ηρήμωσαν την Εύβοιαν, έστειλαν δε πλοία εις το Βυζάντιον με τον σκοπόν να κυριαρχήσουν κατά ξηράν και κατά θάλασσαν. Τέλος εκήρυξαν τον πόλεμον κατά των Φωκέων με τον σκοπόν να καταλάβουν εντός ολίγου χρόνου τας πόλεις των, να κυριεύσουν ολόκληρον την περιοχήν και να γίνουν κύριοι των θησαυρών των Δελφών διά να επαρκέσουν εις τας δαπάνας του πολέμου. Εκ τούτων όμως τίποτε δεν συνέβη εις αυτούς, αλλ' αντί να καταλάβουν τας πόλεις των Φωκέων έχουν χάσει τας ιδικάς των, όταν δε εισβάλλουν εις την χώραν των εχθρών προξενούν ολιγώτερα κακά εις αυτάς από όσα υποφέρουν αυτοί, όταν αποσύρωνται εις την χώραν των· διότι εις μεν την Φωκίδα φονεύουν μερικούς μισθοφόρους, διά τους οποίους ο θάνατος είναι προτιμότερος της ζωής, όταν δε υποχωρούν, χάνουν τους πλέον εκλεκτούς στρατιώτας των και εκείνους που τολμούν να θυσιάζωνται διά την πατρίδα των. Εις τοιαύτην δε κατάστασιν έχουν φθάσει τα πράγματά των, ώστε, ενώ ήλπισαν ότι όλοι οι Έλληνες θα περιέλθουν υπό την κυριαρχίαν των, τώρα από σε εξαρτούν τας ελπίδας της σωτηρίας των. Ώστε νομίζω ότι και αυτοί θα κάμουν γρήγορα ό,τι συ τους διατάξης και τους συμβουλεύσης.

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 10. Οδύσσεια

10.6. Αθηνά - Μνηστήρες


Στους αντίποδες του εξωραϊσμού τοποθετείται η εφιαλτική παραμόρφωση των μνηστήρων από την Αθηνά στην έξοδο της εικοστής ραψωδίας (υ 345-357), η οποία δηλώνεται μάλιστα δύο φορές: περιγραφικά από τον ποιητή, οραματικά από τον θεόπνευστο Θεοκλύμενο, ως εξής (υ 351-357):

Άθλιοι, άθλιο πάθος υποφέρετε! Νύχτα σας τύλιξε,
κεφάλια, πρόσωπα, τα γόνατά σας.
Η οιμωγή σας φλέγεται, τα μάγουλά σας μούσκεψαν στο δάκρυ,
αίμα οι τοίχοι στάζουν, αίμα της στέγης τα καλά δοκάρια,
είδωλα γέμισε το πρόθυρο, είδωλα η αυλή,
που βιάζονται να κατεβούν στο Έρεβος, να βυθιστούν στο σκότος·
στον ουρανό αμαυρώθηκε ο ήλιος, μια καταχνιά θολή
απλώνεται τώρα παντού.


Η εξαιρετική τόλμη αυτής της παραμόρφωσης (ηπιότερη μορφή της αναγνωρίζεται στο τέλος της δεύτερης ραψωδίας, β 393-398) επαυξάνεται από το γεγονός ότι οι ίδιοι οι μνηστήρες δεν αισθάνονται τη φριχτή τους αλλοίωση και αντιδρούν χαρακτηρίζοντας ξεμωραμένο τον μάντη, τον οποίο απειλούν και εκδιώκουν βάναυσα.

Ανάλογα διχάζονται και οι άλλες εκτελεστικές κινήσεις της Αθηνάς, καθώς το έπος προοδεύει προς το τέλος του: επικουρεί η θεά τους φίλους (τον Οδυσσέα προπάντων, αλλά και την Πηνελόπη, τον Τηλέμαχο, τον Λαέρτη), και αντιμάχεται τους εχθρούς (τους μνηστήρες και όσους τους συμπαραστέκονται). Η διπλή αυτή παρέμβαση της Αθηνάς προφαίνεται παραστατικότερα στην εικοστή δεύτερη ραψωδία, όπου εξελίσσεται και διεκπεραιώνεται η πράξη της μνηστηροφονίας.

Έχουν προηγηθεί οι φονικές βολές του τοξότη Οδυσσέα, με τις οποίες εξοντώνονται πρώτος ο Αντίνοος και μετά ο Ευρύμαχος, ενώ τον Αμφίνομο τον εξουδετερώνει με το δόρυ του ο Τηλέμαχος. Η σύγκρουση ύστερα γενικεύεται, καθώς ο Μελάνθιος μεταφέρει στην αίθουσα όπλα για τους μνηστήρες. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή επέρχεται η Αθηνά, με τη μορφή του Μέντορα. Ο Οδυσσέας την αναγνωρίζει και ενθαρρύνεται. Η μεταμορφωμένη ωστόσο θεά ερεθίζει το αγωνιστικό του μένος, καθιστώντας προσώρας την αναμέτρηση ισόπαλη. Στο μεταξύ, μεταμορφωμένη η Αθηνά σε χελιδόνα, παρακολουθεί από το καπνισμένο δοκάρι της στέγης την έκβαση του αγώνα. Οι μνηστήρες τώρα ανταποκρίνονται στις αλλεπάλληλες βολές του Οδυσσέα και του Τηλεμάχου, αλλά τα περισσότερα δόρατά τους η θεά τα καθιστά άστοχα - ένα μόνο, του Κτήσιππου, γδέρνει στον καρπό το χέρι του Τηλεμάχου. Όταν ο ανταγωνισμός παροξύνεται, η Αθηνά σηκώνει από ψηλά τη φονική ασπίδα της, σαλεύοντας τις φρένες των μνηστήρων, οι οποίοι σκορπίζουν σαν ένα κοπάδι βόδια, που τα παραζαλίζει την εποχή της άνοιξης, πετώντας γύρω τους, μια μύγα. Καθώς η μνηστηροφονία βαίνει προς το τέλος της, ακούγονται κάποια επιλογικά επεισόδια: η ικεσία του μνηστήρα Ληώδη δεν λυγίζει τον Οδυσσέα, που τον σκοτώνει· με την παρέμβαση του Τηλεμάχου σώζονται μόνον ο αοιδός Φήμιος και ο κήρυκας Μέδων, που είχε περίτρομος κουρνιάσει κάτω από κάποιο κάθισμα. Ενδιαμέσως η Αθηνά αποσύρεται.

Επανέρχεται στην επόμενη ραψωδία, παρατείνοντας τη νύχτα και καθυστερώντας τον ερχομό της αυγής. Ο αναγνωρισμός των συζύγων έχει συντελεστεί: η Ευρυνόμη τους οδηγεί στο αμετακίνητο συζυγικό κρεβάτι· μετά από είκοσι χρόνια χωρισμού, αγαπιούνται· μετακενώνουν ο ένας στον άλλον την εμπειρία του χωρισμού· ο Οδυσσέας συνοψίζει τις περιπέτειές του στους «Μικρούς Απολόγους»· φτάνοντας στην προπομπή των Φαιάκων, χαλαρώνουν τα μέλη του και κλείνουν τα μάτια του. Όταν η γλύκα του ύπνου περισσεύει, η Αθηνά δίνει το σύνθημα να αναδυθεί η Αυγή από τα βάθη του Ωκεανού, φέρνοντας φως στη γη και στους ανθρώπους.

Να είσαι μ’ εκείνον που είναι περήφανος που σ’ έχει

Αν προσπαθήσουμε να τρυπώσουμε σε μια φιλική συζήτηση, θα παρατηρήσουμε ότι σίγουρα ένα απ’ τα μέλη της παρέας αντιμετωπίζει κάποιο θέμα ερωτικής φύσεως. Φυσικά, οι φίλοι μας, οι άνθρωποι που μας αγαπάνε γι’ αυτό που είμαστε και θέλουν το καλύτερο για μας, επιμένουν στο ίδιο τροπάριο: «Να βρεις έναν άνθρωπο να σου αξίζει!»

Δεν είναι λοιπόν λίγες οι φορές, που μπαίνεις στη διαδικασία να σκεφτείς, τι είναι αυτό που πρέπει να έχει ένας άνθρωπος για να είναι κατάλληλος για σένα. Για να σου αξίζει, βρε παιδί μου, όπως λένε κι οι φίλοι σου. Το σκέφτηκα πολύ και κατέληξα ότι το πιο σημαντικό σε μια σχέση ερωτική είναι ο θαυμασμός. Να είσαι περήφανος για τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου και να είναι τόσο ψηλά στα μάτια σου που τίποτα και κανείς να μην μπορεί να τον γκρεμίσει.

Δεν υπάρχει ωραιότερο και πιο πλήρες συναίσθημα απ’ την υπερηφάνεια. Περικλείει μέσα της το θαυμασμό, την αγάπη, την εκτίμηση, τη χαρά για τα επιτεύγματα του άλλου, την αναγνώριση και φυσικά την επιβεβαίωση ότι ο άνθρωπός σου είναι «σημαντικός» για σένα.

Ο κατάλληλος σύντροφος ζωής είναι εκείνος που είναι υπερήφανος που μας έχει στη ζωή του. Τα κριτήρια που έχει ο κάθε άνθρωπος για να νιώθει υπερήφανος διαφέρουν, κι εκεί είναι που πρέπει ν’ αναζητήσουμε το υπόβαθρο και την κουλτούρα του, για να δούμε αν όντως ταιριάζουν τα χνώτα μας.

Τι θέλω να πω; Αν, λόγου χάρη, ο άνθρωπος που μας αρέσει είναι επιφανειακός και νιώθει περήφανος να συνοδεύει απλώς μια εντυπωσιακή ύπαρξη άνευ περιεχομένου, κι εμείς απ’ την άλλη είμαστε ένας άνθρωπος που καθημερινά προσπαθούμε να καλλιεργούμε το μέσα σας, εννοείται πως δεν ταιριάζουμε. Ο άνθρωπος δεν έχει παιδεία ν’ αντιληφθεί τα χαρίσματά μας και μένει στην επιφάνεια. Δε θα νιώσει ποτέ υπερήφανος για τον πλούτο που κρύβουμε και για το νέο κόσμο που θα του ανοίξουμε.

Είναι πολύ σημαντικό λοιπόν να συναναστρεφόμαστε ανθρώπους με τους οποίους έχουμε κοινά ενδιαφέροντα και μπορούμε να εμπνέουμε ο ένας τον άλλο. Να θέτουμε νέους στόχους, να γινόμαστε καλύτεροι, να παραδειγματιζόμαστε, ν’ αποκτάμε κι εμείς εμπειρία μέσα απ’ τις εμπειρίες του άλλου, να είμαστε ειλικρινείς με την έκφραση των συναισθημάτων και των απόψεών μας και κάθε αντιπαράθεση να γίνεται γόνιμο έδαφος για να μάθουμε καλύτερα ο ένας τον άλλο.

Ο άνθρωπος που είναι κατάλληλος για εμάς είναι εκείνος που νιώθει περήφανος που είμαστε μέρος της ζωής του. Μας θαυμάζει γι’ αυτό που είμαστε, για τον τρόπο που σκεφτόμαστε, για τα ιδανικά και τις αξίες μας. Εκείνος που είναι περήφανος για τη φυσική ομορφιά μας, για την παιδεία μας και για το χιούμορ μας. Εκείνος, που κάθε φορά που τον κρατάμε απ’ το χέρι φουσκώνει σαν παγώνι. Εκείνος, που όταν μας αγκαλιάζει, αισθάνεται ότι κρατά ένα θησαυρό. Ένα θησαυρό μόνο για εκείνον.

Είναι δύσκολο να μάθεις έναν άνθρωπο απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Ο άνθρωπός μας, λοιπόν, είναι αυτός που δεν είναι περήφανος μόνο για τα καλά μας χαρακτηριστικά, αλλά ακόμη και για τον τρόπο που ζηλεύουμε, γκρινιάζουμε, καβγαδίζουμε και διεκδικούμε τα κεκτημένα μας.

Αγαπά κάθε πτυχή της προσωπικότητάς μας, γιατί έχει δει το βάθος μας, έχει αισθανθεί την ψυχή μας και χαίρεται που φωτίζεται η ζωή του απ’ την ύπαρξή μας.

Πρέπει να περάσουμε διά πυρός και σιδήρου για να μάθουμε ν’ αντιλαμβανόμαστε την αξία των ανθρώπων. Πολλές φορές ο έρωτας μας κάνει τυφλούς, όχι για πολύ όμως. Ό,τι είναι να δούμε κάποια στιγμή θα το δούμε, θετικό ή αρνητικό.

Διακυμάνσεις υπάρχουν πολλές μέσα σε κάθε σχέση, όταν όμως αγαπάς και θαυμάζεις τον άνθρωπό σου, πάντα θα βρίσκεις ένα λόγο να συζητάς κάθε πρόβλημα, που εμφανίζεται και να το λύνεις, γιατί αυτός ο άνθρωπος έχει τον τρόπο να σε πάει παρακάτω.

Ας μην χρονοτριβούμε με ανθρώπους που δε μας εκτιμούν. Εύχομαι όλοι να είμαστε σε θέση να επιλέξουμε εκείνον, που είναι περήφανος επειδή κοσμούμε τη ζωή του με την παρουσία μας. Εκείνον, που μας αγαπά και μας θαυμάζει για το είναι μας, κι όχι μόνο για το φαίνεσθαι.

Εκείνον, που στα μάτια του κρύβεται διπλή χαρά σε κάθε χαρά μας και διπλός πόνος σε κάθε δυσκολία μας. Εκείνον, που μας υποστηρίζει σε κάθε προσπάθειά μας, μας επιβραβεύει σε κάθε επιτυχία μας και χαμογελά σε κάθε ατυχία μας. Εκείνον, που ξέρει ότι θα συνεχίσουμε να παλεύουμε για ό,τι ποθούμε και θα είναι εκεί να μας αγκαλιάσει κάθε φορά που τον έχουμε ανάγκη.

Να είσαι με εκείνον, που είναι περήφανος που τον ερωτεύτηκες, γιατί μέσα από σένα γίνεται καλύτερος άνθρωπος και μυείται στον κόσμο της αγάπης. Της αληθινής, όχι της φιγούρας.

Άλλωστε, η υπερηφάνεια συνδέεται με το εγώ μας. Για να νιώθει κάποιος υπερήφανος για σένα, σημαίνει ότι λογαριάζει το εμείς κι όχι το εγώ. Κι αυτό να το εκτιμάς.

Είναι οι στόχοι που θέτεις απόρροια του εαυτού σου;

Για να εξακολουθεί να πορεύεται κανείς στην ζωή, θέτει στόχους και παράλληλα αυτό το ίδιο τον σώζει από την αδράνεια και την επακόλουθη υπαρξιακή σύγχυση. Ο κάθε στόχος αντικαθίσταται από τον επόμενο και αυτή η σειρά διαδοχικών περιπετειών, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, καθορίζει το δικό μας «βιβλίο της ζωής». Το άτομο διαρκώς αναζητά και κατασταλάζει σε νέες προσδοκίες: μια ανώτερη επαγγελματική θέση, έναν ισχυρό διαπροσωπικό δεσμό, ένα ανανεωμένο μοντέλο συμπεριφοράς, ή ίσως απλά κάποιες γαλήνιες στιγμές ενός απόλυτου τίποτα.

Απορροφημένοι στην διαδικασία πραγμάτωσης του πολυπόθητου και νεογέννητου σκοπού, συχνά κάπου εκεί χάνουμε την ουσία. Όχι επειδή δεν απολαμβάνουμε το ταξίδι προς την Ιθάκη -ποσό μάλλον την ξεγνοιασιά που μας προσφέρει- αλλά επειδή δεν αναλογιζόμαστε πως η Ιθάκη αυτή ίσως δεν αποτελεί την πραγματική μας επιθυμία. Το ταξίδι εν τέλει καταλήγει σε μια αλλοτρίωση της ταυτότητας και του «είναι» μας. Οι σελίδες ωστόσο του βιβλίου αδιάκοπα καταγράφουν, γυρίζουν και λιγοστεύουν.

Ο καθένας πράττει και αποφασίζει κάθε δεδομένη στιγμή σύμφωνα με τα γεγονότα που περικλείουν εκείνη την χρονική περίοδο την ζωή του. Μια επιλογή όμως περιλαμβάνει και κρυμμένους παράγοντες, όπως υποσυνείδητες σκέψεις και ανάγκες, πρόσωπα του παρελθόντος, του παρόντος ή ενός φανταστικού μέλλοντος και πραγματικά γεγονότα του τώρα. Ίσως κάτι τόσο απλό όπως τα βιβλία που διαλέγεις να διαβάζεις τελευταία να αποσκοπούν στον εντυπωσιασμό κάποιου συγκεκριμένου ατόμου ή πολλών. Ίσως το ίδιο να συνέβη ακόμα και με τις εκδηλώσεις στις οποίες παρευρίσκεσαι. Ίσως κάπου στο ενδιάμεσο, να έχασες την ταυτότητα σου και η βούληση που φαινομενικά εξέφραζες να μην σου άνηκε, να μην ταυτιζόταν με αυτό που αποκαλείς «εαυτό σου». Ίσως , επίσης, κάποιοι αγώνες που έχεις δώσει, από την εισαγωγή στο πανεπιστημιακό τμήμα στο οποίο σε παρέπεμπαν οι γονείς σου μέχρι την θέση γραφείου που με την πειθώ του φίλου σου δέχτηκες να ακολουθήσεις, να μην ήταν κατ’ουσίαν προϊόντα της βούλησης σου. Ξεφυλλίζοντας τις ολοκληρωμένες σελίδες του βιβλίου, οι αμφιβολίες κυριεύουν και στοιχειώνουν.

Ο άνθρωπος βρίσκεται σε μια ακαταπαυστή αναζήτηση της αλήθειας σχετικά με την ύπαρξη του, χωρίς όμως ποτέ να κατορθώνει να την ορίσει, εφόσον μεταβάλλεται τόσο γρήγορα όσο χτυπούν και οι δείκτες του ρολογιού. Πορευόμενος ,ωστόσο, αποκτά μια ιδέα για το ποιά θα μπορούσε να είναι η δική του αλήθεια και κατά αυτόν τον τρόπο κινείται σ’εκείνο το νοητό μονοπάτι. Η πληθώρα των εξωτερικών επιδράσεων είναι αναπόφευκτη και συγχρόνως απολύτως αναγκαία. Όταν, επομένως, επέρχεται η ισορροπία μεταξύ του εξωτερικού και εσωτερικού κόσμου, η ανάγνωση των επιθυμιών και κατ’επέκταση ο ορισμός των σωστών στόχων αποτελούν πιο εφικτά εγχειρήματα.

Περί τρέλας

Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων. Τρελοί, που αναγνωρίζουν τη τρέλα τους και τρελοί, που δεν έχουν ιδέα για την ύπαρξη αυτής. Βάση αυτού του συλλογισμού, στη τελική, είμαστε όλοι τρελοί!

Σίγουρα κάποιος διαβάζοντας την πιο πάνω δήλωση εύκολα, μπορεί να προβεί στο συμπέρασμα πως αυτός που τα γράφει είναι τρελός.

Αν είναι τρελός, αυτός που ασχολείται με την τρέλα, παραμένει ένα διαχρονικό ερώτημα. Αν είναι τρελός αυτός που ασχολείται με τη τρέλα τότε ίσως αυτός δεν θα έπρεπε να ασχολείται. Αλλά ποιος τρελός θα ασχοληθεί μ’ αυτή τη δουλειά;

Η τρέλα παραμένει μια εμπειρία μέσα από την οποία ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την ηθική του αλήθεια και με τους κανόνες που ιδιάζουν στη φύση.

Συνεχίζει να μπαίνει αδιάκοπα κάτω από καλύτερο φωτισμό καθώς στη σύγχρονη εποχή που ζούμε οι μελετητές της τρέλας, σε σημείο κορεσμού, έχουν πολλαπλασιαστεί.

Οι τραγικές της όψεις, σε μεγάλο βαθμό συνεχίζουν κοινωνικά να επισκιάζονται με στίγμα και φόβο για αποκλεισμό, με ρίζες στην ιστορία των τρελών που κατά τον μεσαίωνα διαδέχτηκαν τους λεπρούς και τους πάσχοντες από αφροδισιακά νοσήματα, έγκλειστοι σε πέτρινους πύργους ως εξόριστα μολυσμένα όντα, για εξάλειψη από προσώπου γης.

Η συγγένεια της ενοχής, της μόλυνσης, του βρώμικου, του αμαρτωλού και του κακού μαζί με τη τρέλα είναι κάτι που έχει εγκατασταθεί στο συλλογικό ασυνείδητο της ανθρωπότητας και δικαίως στη σύγχρονη κοινωνία γίνονται ηράκλειες προσπάθειες για αποδέσμευση του στίγματος της ψυχικής ασθένειας.

Ο Χάινροθ, (1818) χαρακτήρισε τη τρέλα κάτι σαν ζοφερή αταξία, κινούμενο χάος, σπέρμα και θάνατο των πάντων που αντιτίθεται στην φωτεινή και ενήλικη σταθερότητα του πνεύματος.

Ο Ζαρατούστρας απ’ την άλλη έλεγε πως πρέπει να έχει κανείς μέσα του το χάος, για να γεννήσει ένα αστέρι πού χορεύει. (Νίτσε, 1883).

Πιθανών ο Πασκάλ (1670) να είχε δίκαιο καταγράφοντας πως ¨οι άνθρωποι είναι τόσο αναγκαία τρελοί, ώστε θα ήταν τρέλα άλλης λογής να μην είσαι τρελός.¨

Τελικά πόσο απέχει η τρέλα από τη γνώση; Πόσο διαφορετικός είναι ο τρελός;

Η ανθρώπινη αντίληψη για την τρέλα ως «πνευματική ασθένεια», είναι το προϊόν της ιστορίας, της εκπαίδευσης και της κουλτούρας. (Φουκώ, 1961).

Και παρόλο που παραμένει εξόριστη είναι η αιτία για τα χειρότερα αλλά και τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ανθρωπότητας επιβεβαιώνοντας έτσι τον Σ. Φρανκ (1938) σε σχέση με τη τοποθέτηση του περί αντιφάσεων, πως σε κάθε τι υπάρχουν δύο όψεις.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερα να εμβαθύνει κανείς στη τρελά, για να βρει την όψη της λογικής.

Δεν μπορεί να υπάρξει η μια χωρίς την άλλη καθώς οι λεπτές γραμμές που διαχωρίζουν μπορεί να οδηγήσουν δια τρόμου τους λογικούς να τα χάσουν αλλά και τους τρελούς προς ανακούφιση, να αποκτήσουν οξύνοια.

Η ενασχόληση με τη τρέλα είναι μια άβολη περιοχή. Δεν είναι όμως γη άγονη.

Μαθαίνοντας για τα μονοπάτια που βγάζουν από τα προκαθορισμένα πλαίσια κάποιας ηθικής, μπορούμε να δούμε το παράδοξο, το αντίπερα, το ανοίκειο και το άπειρο της ανθρώπινης ψυχής.

Η διαφώτιση στα σκοτεινά δωμάτια της ανθρώπινης ψυχής μπορεί να αποτελέσει πεδίο επεξήγησης της ανθρώπινης σκέψης, να τεθούν σε αμφισβήτηση οι αξίες και ηθικές άλλων εποχών και επιτέλους, ο άνθρωπος να συνειδητοποιήσει και να εναρμονιστεί με την πολυσύνθετη του φύση, που ολιστικά περιλαμβάνει σώμα, ψυχή και πνεύμα, σε πλανητικό και συμπαντικό επίπεδο.

Ας μην ξεχνάμε πως στη ¨διαταραγμένη¨ σκέψη κάποιων ανθρώπων οφείλουμε την επινόηση των επιστημών και των τεχνών.

Πολλοί που βρίσκονται έξω από το χορό της τέχνης, της επιστήμης, της ποίησης και της μουσικής τείνουν να αποκαλούν αυτούς τους αδιάκοπους εξερευνητές της αλήθειας ως εναλλακτικούς, ιδιότροπους, συγχυσμένους και παράφρονες.

Συνάμα τους αποκαλούν αγνούς, μεγαλοφυείς, λαμπρούς και οξυδερκείς επιβεβαιώνοντας με αυτό το τρόπο την συνύπαρξη της τρέλας με τη σοφία, της ζωής με το θάνατο, του σκότους και του φωτός, του γίν με το γιάν.

Ίσως τελικά η μεγάλη σοφία να βρίσκεται στο λαό και τις ρήσεις του όπως τη γνώστη πως ¨από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια.¨

Ζαν Κοκτώ: Η Ψεύτρα

Θα ήθελα να λέω πάντα αλήθεια. Αγαπώ την αλήθεια. Μα εκείνη δεν μ’ αγαπά.

Αυτή είναι η πραγματική, η αληθινή αλήθεια. Η αλήθεια, δεν μ’ αγαπά.

Μόλις την ξεστομίσω, αλλάζει μορφή και γυρίζει εναντίον μου.

Μοιάζω να λέω ψέματα και όλοι με στραβοκοιτάζουν.

Κι ωστόσο είμαι απλή, δεν μου αρέσει το ψέμα.

Το ψέμα σέρνει πίσω του φοβερές σκοτούρες, σε παρασέρνει και πιάνεσαι στην παγίδα του και παραπατάς και πέφτεις και όλοι γελάνε και σε κοροϊδεύουν…

Όταν με ρωτάνε κάτι, θέλω να τους απαντήσω αυτό που σκέφτομαι, θέλω να τους απαντήσω την αλήθεια. Η αλήθεια με γαργαλάει…

Όμως δεν ξέρω τι παθαίνω τότε… Με πιάνει αγωνία, πανικός, φόβος να μη φανώ γελοία και… λέω ψέματα. Λέω ψέματα. Και …τετέλεσται.

Είναι πολύ αργά πια για να τα πάρω πίσω. Κι έτσι και πατήσεις το ένα σου πόδι μέσα στο ψέμα, χάθηκες. Χώνεσαι μέσα μέχρι το λαιμό. Και δεν είναι διόλου ευχάριστα, σας τ’ ορκίζομαι.

Ενώ είναι τόσο εύκολο να λες αλήθεια...

Ω, θ’ αλλάξω. Άλλαξα κιόλας. Δεν θα ξαναπώ ψέματα.

Θα βρω ένα σύστημα να μη λέω πια ψέματα, να μη ζω μέσα σ’ αυτό το χάος της ψευτιάς.

Θα γιατρευτώ. Θα βγω από 'κει μέσα.

Κι άλλωστε, να η απόδειξη… Εδώ, μπροστά σας, δημοσία… ομολογώ και ξεσκεπάζω μπροστά στα μάτια σας, το βίτσιο μου.

Και μη φανταστείτε ότι η ειλικρίνειά μου είναι το αποκορύφωμα του βίτσιου μου, κάθε άλλο. Ντρέπομαι γι’ αυτό.

Μισώ τα ψέματά μου και θα έφτανα ως την άκρη του κόσμου να μην αναγκαστώ να κάνω αυτήν την εξομολόγηση…

Κι εσείς; Λέτε την αλήθεια;

Για σταθείτε, εγώ καθίζω τον εαυτό μου στο εδώλιο του κατηγορουμένου και δεν αναρωτήθηκα αν το δικαστήριο είναι άξιο να με κρίνει, να με αθωώσει ή να με καταδικάσει…

Ζαν Κοκτώ, Η Ψεύτρα

Σπάσε τα δεσμά του φόβου σου

Η αλλαγή είναι ένα αναπόφευκτο κομμάτι της ζωής μας, που σίγουρα τη στιγμή που έρχεται προκαλεί μια αστάθεια κι έναν φόβο, δεδομένου πως είναι κάτι άγνωστο.

Χιλιάδες άνθρωποι καθημερινά βιώνουν στεναχώριες και καταθλίψεις αλλά αδυνατούν να πάνε παρακάτω. Είναι αυτό που οι ειδικοί λένε πως« χίλιες φορές σε μια κατάσταση που δεν είμαι καλά αλλά τη γνωρίζω και νιώθω ασφάλεια, παρά να προχωρήσω στο άγνωστο που κανείς και τίποτα δε μου εξασφαλίζει πού θα μ᾽ οδηγήσει».

Να ξέρεις πως σε καταλαβαίνω. Κάθε άνθρωπος που ζει σε μια τέτοια κατάσταση, είναι ένας φοβισμένος άνθρωπος που έχει περάσει δύσκολα. Που έχει βιώσει κάτι άσχημο και που παραλύει με την ιδέα και μόνο της αναβίωσης της απόρριψης ή της απώλειας.

Φόβος που παραμένει μέσα σου και σ᾽ αποθαρρύνει απ᾽ το να ξεφύγεις, να ζήσεις, να χαρείς, να βιώσεις νέες κι όμορφες εμπειρίες. Είμαστε έτσι πλασμένοι, να αγχωνόμαστε για το άγνωστο ώστε να προσέχουμε για την ασφάλειά μας.

Όμως, κάνουμε τελικά λάθος χρήση του φόβου της ασφάλειας. Τον χρησιμοποιούμε ολοκληρωτικά για ν᾽ ακινητοποιηθούμε.

Έτσι έκανες κι εσύ. Χρησιμοποίησες το φόβο αυτό, μ᾽ αποτέλεσμα να γεμίσεις τη ζωή σου μ᾽ ανούσια πράγματα που προσφέρουν ασφάλεια, υποκρινόμενος πως έχεις όλα όσα θέλεις και πως είσαι καλά.

Φοβάσαι να παραδεχθείς πως αυτά που έχεις, δε σε καλύπτουν. Πως άλλα κι αλλού ήταν τα όνειρά σου. Φοβάσαι πως είναι αργά. Όμως, το κενό στα μάτια σου, φανερώνει το κενό της ψυχής σου.

Επιμένεις να ζεις στην ασφάλεια των οικείων, όσο οδυνηρών κι αν είναι, αποφεύγοντας ένα νέο βήμα, αποφεύγοντας την ίδια τη ζωή.

Τη βλέπεις να περνάει μέσα απ᾽ τα χέρια σου και φοβάσαι να την αγγίξεις, φοβάσαι πως δε σου αξίζει, πως δε θα τα καταφέρεις.

Ζεις μια ζωή άδεια από στιγμές, νομίζοντας πως μ᾽ αυτόν τον τρόπο, παραμένεις ασφαλής. Το μόνο που καταφέρνεις, είναι να παραμένεις στα οικεία κι ήδη γνωστά, χωρίς να δημιουργείς.

Έχεις ξεχάσει πως η δημιουργία είναι δύναμη. Πως η δημιουργία είναι η τροφή της ίδιας της ζωής. Δεν ξέρω πολλούς ανθρώπους καταθλιπτικούς που να είναι δημιουργικοί.

Αντιθέτως η κατάθλιψη χτυπάει, κυρίως, ανθρώπους που ζουν μια ζωή που δεν τους αντιπροσωπεύει και δεν τους αρέσει. Ανθρώπους που ζουν με τα «πρέπει» των άλλων, που φοβούνται να μπουν σε σχέση μην πονέσουν. Που αρνούνται ν᾽ αφήσουν την καρδιά τους να χτυπήσει δυνατά, μήπως τρομάξουν. Ανθρώπους που δε δημιουργούν τίποτα! Που δεν κάνουν ούτε μισό βήμα στ᾽ άγνωστο.

Ανθρώπους που προτιμούν να μην τζογάρουν στ᾽ αύριο, προσέχοντας μην πληγωθούν στο μέλλον, μ᾽ αποτέλεσμα να πληγώνονται καθημερινά απ᾽ τη θλίψη τους στο σήμερα. Ένα σήμερα για το οποίο δεν είμαστε ποτέ σίγουροι και δεν είναι ποτέ δεδομένο.

Άκουσέ με. Το μόνο δεδομένο είναι οι στιγμές που ζούμε κι οι ευκαιρίες που αρπάζουμε. Να βγεις εκεί έξω και να ζήσεις ό,τι ονειρεύτηκες. Να ακολουθήσεις τα όνειρά σου και να κάνεις εκείνο που πραγματικά επιθυμεί η ψυχή σου.

Χωρίς περιορισμούς, χωρίς πεποιθήσεις, χωρίς κανέναν να σου υποδεικνύει το σωστό και το λάθος. Μόνο εκείνο που πραγματικά επιθυμεί η καρδιά σου.

Ποτέ και τίποτα δεν άλλαξε για κακό.

Πόσες φορές δεν αγχώθηκες ή φοβήθηκες ένα νέο βήμα, είτε επαγγελματικό, είτε προσωπικό; Πόσα μερόνυχτα σε τυραννούσε;

Για θυμήσου, όμως! Στο τέλος τα κατάφερες. Αν γυρίσεις και κοιτάξεις πίσω, το πέρασες και τελικά είδες πως δεν άξιζε τον κόπο τόσος άγχος. Πως ο φόβος σου δεν ήταν βάσιμος.

Το ίδιο χρειάζεται να κάνεις και τώρα.

Τον νιώθω τον φόβο σου, σε καταλαβαίνω αλλά χρειάζεται να καταλάβεις κι εσύ πως ποτέ και τίποτα δεν κατακτήθηκε μέσα στην ασφάλεια.

Τίποτα απολύτως δεν κατακτήθηκε χωρίς τη σκέψη: «θα το κάνω και ό,τι βγει».

Σκέψου πόσα όμορφα πράγματα έχεις ζήσει που ποτέ δεν προγραμμάτισες, που ποτέ δεν ήξερες πού θα έβγαιναν.

Έτσι είναι η ζωή. Γεμάτη εκπλήξεις που ομορφαίνουν τη ζωή και την καθημερινότητά μας.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απογοήτευση απ᾽ το να λες μεθαύριο στα εγγόνια σου τι θα μπορούσες να είχες κάνει, αλλά δεν το έκανες. Τι θα μπορούσες να είχες ζήσει, μα προτίμησες να μείνεις γαντζωμένος στη δήθεν ασφάλειά σου.

Έχεις μόνο μια ζωή να ζήσεις, γι᾽ αυτό ζήσε την καλά. Βγες έξω, ρίσκαρε, κινητοποιήσου, ζήσε. Κάνε αυτό που φοβάσαι περισσότερο και ζήσε το μ᾽ όλη τη δύναμη της ψυχής σου.

Γιατί έτσι μόνο αξίζει: Όταν ζεις στ᾽ αλήθεια!

Συνεξάρτηση: Δεν χρειάζεται να είμαστε τόσο «καλοί» με τους άλλους

Τι είναι Συνεξάρτηση;

Συνεξάρτηση είναι όταν αναλαμβάνεις τα προβλήματα των άλλων, τις ανάγκες, τα συναισθήματα, τις προτιμήσεις, τους στόχους, τη ζωή τους, σα να είναι δικά σου, παραμελώντας ή ακόμη και χάνοντας επαφή με τα πραγματικά δικά σου.

Ο όρος αρχικά αναφερόταν στη νοσηρή «δυναμική» που παρατηρούνταν στους συντρόφους αλκοολικών, που χωρίς να το θέλουν, υπέθαλπαν τα προβλήματα του εθισμένου ατόμου, μέσα από υποθετικά βοηθητικές συμπεριφορές. Η συνεξάρτηση τώρα πλέον αναφέρεται σε οποιονδήποτε εμπλέκεται σε παρόμοια νοσηρή «δυναμική». Λέμε «νοσηρή» γιατί το να καλύπτει τις ανάγκες του άλλου, δεν είναι υγιές για τον συνεξαρτημένο αλλά ούτε και για τον παραλήπτη.

Πως αναπτύσσεται η συνεξάρτηση;

Η συνεξάρτηση αναπτύσσεται όταν ένα παιδί είναι σε ανισότιμη σχέση με τους γονείς του, όπου μαθαίνει να βάζει στην άκρη τις δικές του ανάγκες και επιθυμίες, ώστε να ανταποκριθεί στις ανάγκες και τα θέλω των γονιών του, προκειμένου να πάρει τη φροντίδα τους, την προσοχή ή την έγκρισή τους. Έτσι το παιδί μεγαλώνοντας, αποκτά την τάση να ξαναδημιουργεί κα να έλκεται απ’ αυτή τη «δυναμική» σε όλες του τις σχέσεις. Συνήθως χρειάζεται να αλλάξει αρκετές σχέσεις ή θέσεις εργασίας, πριν συνειδητοποιήσει ότι τα προβλήματά του δεν οφείλονται στον λάθος σύντροφο ή στη λάθος δουλειά, αλλά σε νοσηρές συνήθειες. Επειδή οι συνήθειες στις σχέσεις αποκτούνται κατά την πρώιμη ανάπτυξη, είναι βαθιά ριζωμένες και φαίνονται φυσιολογικές, κάνοντάς το πιο δύσκολο να συνειδητοποιήσεις ότι υπάρχουν εναλλακτικές.

Παραδείγματα Συνεξάρτησης

Η Μαρία είχε συνεξάρτηση με τον σύντροφό της Παύλο. Ο Παύλος δεν ήταν ευχαριστημένος με τη δουλειά του και η Μαρία ανέλαβε να του βρει μια νέα δουλειά. Ξανάφτιαξε το βιογραφικό του, έψαξε στο διαδίκτυο για αγγελίες και του αγόρασε πουκάμισα και γραβάτες για τις συνεντεύξεις. Ο Παύλος ήταν πολύ ευχαριστημένος στη νέα δουλειά που βρήκε με τη σκληρή προσπάθεια της Μαρίας αλλά εκείνη έγινε καταθλιπτική και υποτονική. Καθώς ο Παύλος δεν χρειαζόταν τη βοήθειά της, εκείνη δεν ένιωθε πλέον σέξι και ελκυστική, πράγμα που έφερε προβλήματα και στην ερωτική τους ζωή. Η μελαγχολία της Μαρίας επιδεινώθηκε και παραιτήθηκε από τη δουλειά της. Ο οικογενειακός γιατρός την παρέπεμψε σ’ έναν ψυχολόγο και η Μαρία έμαθε πώς να σχετίζεται με πιο ισορροπημένο τρόπο και με τον σύντροφό της και με τον εαυτό της.

Ο Σταύρος είχε συνεξάρτηση με τη δουλειά του. Ήταν ένα ανερχόμενο αστέρι στη δουλειά, έπαιρνε προαγωγές και αυξήσεις που έσπαγαν τα ρεκόρ της εταιρείας. Αυτό απαιτούσε ηρωική προσπάθεια από τον Σταύρο, που δούλευε μέχρι αργά τη νύχτα και τα σαββατοκύριακα, παραμελώντας την προσωπική του ζωή. Έξι μήνες αφότου προάχθηκε σε μια θέση που ούτε την ήθελε ούτε του άρεσε αλλά ένιωθε υποχρεωμένος να δεχτεί, κατέρρευσε με κλινική κατάθλιψη.

Η Ειρήνη είχε συνεξάρτηση με το γιό της Φώτη. Ο Φώτης δεν είχε τελειώσει μια εργασία για το σχολείο, που έπρεπε να παραδώσει την επόμενη μέρα. Δεν είχε αρκετό χρόνο για να την ολοκληρώσει και να πάει για προπόνηση στο ποδόσφαιρο. Η Ειρήνη δεν άντεξε να τον αφήσει να χάσει το ποδόσφαιρο, οπότε τελείωσε εκείνη την εργασία του και την είχε έτοιμη όταν εκείνος γύρισε στο σπίτι.

Είμαι συνεξαρτημένος;

Αν απαντήσετε «Ναι» σε 4 ή περισσότερες από τις παρακάτω δηλώσεις, τότε έχετε κάποιο βαθμό συνεξάρτησης.

1. Δεν μπορείτε να πείτε «Όχι».

2. Πάντα συμμορφώνεστε με τις προτιμήσεις των άλλων.

3. Νιώθετε άβολα και ένοχα όταν κάνετε τα πράγματα που εσείς θέλετε.

4. Έχετε δυσκολία να αποδεχτείτε τις φιλοφρονήσεις που σας κάνουν.

5. Ντρέπεστε ή νιώθετε υπεύθυνος για την κακή συμπεριφορά των άλλων.

6. Νιώθετε θυμωμένος και δεν ξέρετε γιατί.

7. Πιστεύετε ότι η σύγκρουση δεν έχει κανένα καλό αποτέλεσμα και την αποφεύγετε πάση θυσία.

8. Συνεχώς προλαβαίνετε τις ανάγκες των άλλων και τις ικανοποιείτε πριν καν σας το ζητήσουν.

9. Έχετε την τάση να έλκετε ανθρώπους που χρειάζονται κάποιον να τους σώσει.

10. Νιώθετε μεγάλο άγχος όταν τα πράγματα δεν εξελιχθούν όπως τα σχεδιάσατε.

Πως θα αναγνωρίσετε τη Συνεξάρτηση

Κάποιες φορές χρειάζεται να κάνουμε θυσίες για τους άλλους αλλά όταν παραμελούμε συστηματικά τις δικές μας ανάγκες, τους στόχους και τις προσδοκίες μας, για μήνες ή χρόνια, αυτό δεν είναι υγιές.

Η συνεξάρτηση οδηγεί το άτομο σε εξάντληση. Με τον καιρό, μπορεί να πάθει κατάθλιψη, να είναι αγχώδης, ευερέθιστος και θυμωμένος. Κάποιες φορές είναι πολύ δύσκολο για τα συνεξαρτημένα άτομα να επιτρέψουν στον εαυτό τους να νιώσουν αυτά τα αρνητικά συναισθήματα, καθώς έχουν μάθει να μη δίνουν αξία στα συναισθήματά τους.

Μπορώ να το αλλάξω;

Τα συνεξαρτημένα άτομα λένε συχνά: «Έτσι είμαι. Δεν μπορώ να αλλάξω». Συνήθως χωρίς να το συνειδητοποιούν, το να υποφέρουν τους δίνει μια ικανοποίηση και μια αίσθηση περηφάνιας επειδή τα καταφέρνουν. Όμως αν δεν ζήσεις εσύ τη ζωή σου, δεν θα το κάνει κανείς άλλος για σένα. Μπορείς να αλλάξεις την τάση για συνεξάρτηση. Είναι δύσκολο και χρειάζεται χρόνο, αλλά δεν είναι τόσο κοπιαστικό όσο το να είσαι συνεξαρτημένος. Μικρές αλλαγές μπορεί να έχουν εντυπωσιακά μεγάλη επίδραση, γιατί η νοοτροπία, η συμπεριφορά και τα συναισθήματα της συνεξάρτησης αλληλεπιδρούν και έτσι, αλλάζοντας το ένα, αλλάζουν και τα άλλα.

Ένα πρώτο βήμα για να αλλάξεις τη συνεξάρτηση, είναι να αναπτύξεις μια νοητική εικόνα, ένα «μέτρο» για το τι είναι ρεαλιστικό για σένα να κάνεις. Μπορείς για παράδειγμα, να οραματιστείς τον εαυτό σου – το χρόνο και την ενέργειά σου – σαν ένα γυάλινο δοχείο με χρωματιστό νερό, στο αγαπημένο σου χρώμα. Αποφάσισε πόσο από το χρωματιστό νερό χρησιμοποιούν ήδη οι διάφορες ευθύνες και υποχρεώσεις σου και επέλεξε το χαμηλότερο επίπεδο στάθμης (όχι κάτω από 30%) που θα φροντίζεις να εξασφαλίζεις για το περιεχόμενό σου, έτσι ώστε να έχεις αρκετό απόθεμα για τον εαυτό σου και τις έκτακτες ανάγκες. Από κει και πέρα, κάθε φορά που κάποιος θα σου ζητάει να κάνεις κάτι, πριν αποφασίσεις αν θα το κάνεις, μπορείς να φέρνεις στο μυαλό σου την εικόνα του δοχείου σου και να εξετάζεις αν, ικανοποιώντας το αίτημα, θα εξαντλήσεις τα αποθέματά σου κάτω από το χαμηλότερο επιτρεπτό όριο (π.χ. το 30% του περιεχομένου). Επιπλέον, είναι σημαντικό να λάβεις υπόψη αν το αίτημα έρχεται από κάποιον με τον οποίο έχεις μια ισορροπημένη και υγιή σχέση.

Το επόμενο βήμα είναι να μάθεις να λες «Όχι», πράγμα πολύ δύσκολο για όσους έχουν θέματα συνεξάρτησης. Το να λες «Όχι» δεν σε κάνει κακό άνθρωπο ούτε σε εμποδίζει να παίρνεις αγάπη και τρυφερότητα. Το να νιώθεις ότι πρέπει να κερδίσεις την αγάπη και τη στοργή, είναι μια λανθασμένη πεποίθηση που οι συνεξαρτημένοι μαθαίνουν ακούσια, ως παιδιά. Χρειάζεται να μάθεις να επεξεργάζεσαι το αίτημα του άλλου αντί να συμφωνείς αυτόματα όπως συνηθίζει να κάνει ο συνεξαρτημένος. Εξασκήσου στο να λες δυνατά μια φράση στον εαυτό σου, που θα λέει ότι θα το σκεφτείς και θα τους απαντήσεις. Είναι καθοριστικό να εξασκηθείς λέγοντας δυνατά τη φράση, γιατί έτσι κάνεις πρόβα σε μια νέα αυτόματη απάντηση που θα έχεις έτοιμη, καθώς είναι δύσκολο να πεις «Όχι» όταν σε αιφνιδιάζουν. Μέχρι να τους απαντήσεις, μπορεί κιόλας να έχουν βρει άλλη λύση στα προβλήματά τους. Στη συνέχεια, εξασκήσου με τον ίδιο τρόπο στο να λες «Όχι».

Επιπλέον, χρειάζεται να αλλάξεις τον τρόπο με τον οποίο νιώθεις καλά με τον εαυτό σου. Οι συνεξαρτημένοι νιώθουν αυτοεκτίμηση μέσα από τον εθισμό τους στο να παρέχουν βοήθεια. Οπότε για να αλλάξεις τη συνεξάρτηση, χρειάζεται να συμβιβαστείς με το γεγονός ότι θα παίρνεις λιγότερη ευχαρίστηση μέσα απ’ αυτό, και παράλληλα να αναπτύξεις νέους τρόπους για να νιώθεις αυτοεκτίμηση. Για παράδειγμα, να ασχοληθείς με όλα εκείνα τα πράγματα που είχες βάλει στην άκρη, όπως το να αλλάξεις εργασία ή καριέρα, να ασχοληθείς με ένα αγαπημένο σου χόμπι ή να βρεις ένα καινούριο, να αθληθείς, να κοινωνικοποιηθείς κλπ.

Φαντάσου ότι αυτή η εξάσκηση στους νέους τρόπους συσχέτισης με τους άλλους, είναι ένα πείραμα. Μην περιμένεις να πετύχεις μόνιμες αλλαγές αμέσως. Δες τι αποδίδει και τι όχι, κάνε τις δικές σου διορθώσεις και πειραματίσου ξανά. Αρκετά σύντομα, αυτό που έμοιαζε πολύ δύσκολο στην αρχή, θα γίνει κάτι φυσιολογικό για σένα. Σκέψου πόσα πολλά μπορείς να πετύχεις αν βάλεις όλη την ενέργεια και το χρόνο που ξόδευες για τους άλλους, στη δική σου ζωή!

Μήπως να αγαπήσεις πρώτα εσένα και μετά όλους τους άλλους;

Μας προτρέπει η κοινωνία να κάνουμε υποχωρήσεις, να συμβιβαζόμαστε και υπογραμμίζει πως πρέπει να αγαπάμε τον πλησίον μας. Πριν από όλη αυτήν την αγάπη που μπορούμε να προσφέρουμε στους συνανθρώπους μας, καλό δεν θα ήταν να αγαπήσουμε πρώτα εμάς;

Ας βάλουμε τον εαυτό μας σε σειρά προτεραιότητας και θα έρθει και η σειρά για τους άλλους. Είναι σίγουρο αυτό. Πρώτα όμως ενδείκνυται να μας γνωρίσουμε, να μας μάθουμε καλύτερα. Να περάσουμε χρόνο με εμάς, ο οποίος είναι κάτι παραπάνω από πολύτιμος. Ας πάμε μια βόλτα μόνοι μας, μπορούμε να πάμε και για καφέ μάλιστα. Η κοινωνία μας προάγει γενικότερα την παρέα, η οποία αναμφισβήτητα είναι απαραίτητη, ωστόσο και το να δαπανήσουμε λίγο από τον χρόνο μας με εμάς μόνο είναι εξίσου αναγκαίο.

Ίσως να μας ακούγεται και να μας φαίνεται λίγο άβολο, αλλά όλα μα όλα είναι μια συνήθεια. Δεν αντιλέγω σίγουρα στην αρχή θα είναι αμήχανο, αργότερα όμως θα αποτελέσει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας μας και θα το επιζητούμε, όπως επιζητούμε τον καφέ το πρωί για να ξεκινήσει καλά η μέρα μας, όπως λέμε.

Ύστερα, να καταλάβουμε τι μας αρέσει, τι δεχόμαστε και τι όχι, ποια είναι τα όρια μας…Να δοκιμάσουμε πράγματα στη ζωή μας ούτως ώστε να ανακαλύψουμε αυτό το οποίο φτιάχτηκε για εμάς και εμείς για αυτό! Να δουλέψουμε με τον εαυτό μας για τον εαυτό μας! Εάν έχουμε άγχος, να βρούμε έναν τρόπο ούτως ώστε να το τιθασεύσουμε και να το καταπολεμήσουμε εν γένει.

Επιπρόσθετα, να κοιτάξουμε κατάματα τις ανασφάλειες μας. Εάν δεν μας αρέσουν τα αγύμναστα πόδια μας, να τα γυμνάσουμε για να νιώθουμε καλύτερα στο ίδιο μας το σώμα εμείς, τα κάνουμε όλα αυτά για εμάς και για κανέναν άλλον.

Λοιπόν, ας συνειδητοποιήσουμε ποιοι είμαστε και ας μας αγαπήσουμε. Θα νιώθουμε ότι είμαστε έξω από τα νερά μας, ωστόσο θα κολυμπήσουμε και θα βγούμε ξανα στην επιφάνεια αλώβητοι, διότι είμαστε πολύ πιο δυνατοί από μία τρικυμία που προσπαθεί να μας πνίξει ύπουλα…!

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ: Ποιος είναι ο δούλος και ποιος ο αφέντης

Νομίζεις ότι η ελευθερία είναι κάτι σπουδαίο και ευγενές και αξιόλογο;

Πώς όχι;

Είναι δυνατόν κάποιος που έχει αποκτήσει κάτι σπουδαίο και αξιόλογο και ευγενές να είναι ταπεινός;

Δεν είναι.

Άρα όταν δεις κάποιον να υποκλίνεται σε κάποιον άλλον ή να του λέει κολακείες χωρίς να τις πιστεύει, να λες με θάρρος πως ούτε αυτός είναι ελεύθερος- και όχι μόνο αν το κάνει για ένα ταπεινό δείπνο, αλλά ακόμα και για μια θέση διοικητή ή συμβούλου. Κι αυτούς να τους αποκαλείς μικροδούλους, που τα κάνουν αυτά για τόσο μικρά πράγματα, και τους άλλους μεγαλοδούλους, όπως τους αξίζει.

Ας πούμε πως ισχύουν αυτά.

Νομίζεις, λοιπόν, ότι η ελευθερία είναι κάτι αυτεξούσιο και αυτόνομο;

Πώς όχι;

Όποιος εξαρτάται από άλλον, που μπορεί να τον εμποδίσει ή να τον εξαναγκάσει σε κάτι, να λες με θάρρος ότι δεν είναι ελεύθερος. Και να μην κοιτάζεις τους παππούδες και τους προπαππούδες του ρωτώντας να μάθεις αν αγοράστηκε ή αν πωλήθηκε ποτέ, αλλά, αν τον ακούσεις να λέει μέσα από τα σωθικά του και με πάθος «κύριε», ακόμα κι αν πριν από αυτόν υπάρχουν δώδεκα ακόντια ως συνοδεία, να τον αποκαλείς δούλο- κι αν τον ακούσεις να λέει «τι περνάω, ο δυστυχής», να τον αποκαλείς δούλο- αν τον δεις γενικά να κλαίγεται, να γκρινιάζει, να ταράζεται, να τον αποκαλείς δούλο ντυμένο με πορφύρα. Κι αν δεν κάνει τίποτα από αυτά, να μην τον αποκαλέσεις ακόμη ελεύθερο, αλλά εξέτασε τις πεποιθήσεις του για να δεις αν, με οποιονδήποτε τρόπο, τον καταναγκάζουν, τον παρεμποδίζουν ή τον ταράζουν- κι αν διαπιστώσεις ότι είναι τέτοιος, να τον αποκαλείς δούλο που τελεί υπό ανοχή στα Σατουρνάλια. Να λες ότι ο κύριός του έχει φύγει προσωρινά και ότι σύντομα θα επιστρέφει και θα δει τι έχει να πάθει.

Ποιος θα επιστρέφει;

Όποιος έχει την εξουσία να παρέχει ή να στερεί από κάποιον όσα επιθυμεί.

Άρα έχουμε πολλούς αφέντες;

Ναι, πολλούς. Γιατί, πριν από αυτούς, αφέντες μας είναι οι καταστάσεις- κι εκείνες είναι πολλές. Γι’ αυτό όσοι εξουσιάζουν κάποια από αυτές είναι κατ’ ανάγκη αφέντες μας- γιατί κανένας δεν φοβάται τον Καίσαρα αλλά τον θάνατο, την εξορία, τη στέρηση περιουσίας, τη φυλακή, τη στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Ούτε και αγαπά κανείς τον Καίσαρα, εκτός αν τύχει να είναι πανάξιος, αλλά αγαπούμε τον πλούτο, το αξίωμα του δημάρχου, του στρατηγού και του συμβούλου. Όταν αυτά τα αγαπούμε και τα μισούμε και τα φοβόμαστε, τότε, κατ’ ανάγκη, όσοι τα εξουσιάζουν είναι αφέντες μας.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

O Tempora! O Mores! (Τι καιροί! Τι ήθη)

Ζώντας στη σύγχρονη κοινωνία δεν είναι λίγες οι στιγμές κατά τις οποίες αισθανόμαστε ότι η «κοινή λογική» καταστρατηγείται και επικρατεί η λεγόμενη παράλογη λογική. Ιδιαίτερο επίσης χαρακτηριστικό της περιρρέουσας ατμόσφαιρας είναι οι ταχύτατοι ρυθμοί και η ολοένα αυξανόμενη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται παράλογα γεγονότα και καταστάσεις.

Ο εν λόγω παραλογισμός επεκτείνεται και σφραγίζει τις ανθρώπινες σχέσεις οι οποίες έχουν καταστεί προβληματικές, αν όχι σε πολλές περιπτώσεις αρρωστημένες. Οι πικροί καρποί των δηλητηριασμένων ανθρωπίνων σχέσεων εμφανίζονται καθημερινά και πολλαπλώς στην καθημερινή αδυναμία συνεννοήσεως των ανθρώπων στον επαγγελματικό ή οποιοδήποτε άλλο κοινό χώρο, τα ραγδαίως αυξανόμενα διαζύγια, μέχρι την απροκάλυπτη και ωμή βία (σωματική, λεκτική, διαδικτυακή). Η κατάσταση αυτή έχει προβληματίσει ουκ ολίγους συμπολίτες μας και δη διανοούμενους και έχουν γραφτεί αρκετά για το θέμα αυτό. Ωστόσο, για να λύσεις ένα πρόβλημα, πρέπει να εντοπίσεις την πραγματική αιτία και όχι τις συνέπειες.

Η αστοχία του εντοπισμού της αιτίας του προβλήματος είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι οι ίδιοι οι αναζητούντες την λύση, «νοσούν» συχνά από το αίτιο και δεν το έχουν αντιληφθεί. Ένα απλό παράδειγμα, αρκεί να μας πείσει. Ας υποθέσουμε ότι αναζητούμε την λύση στο πρόβλημα της διαφθοράς και απαριθμούμε αίτια: δεν εφαρμόζονται οι νόμοι, υπάρχει ένα περίπλοκο θεσμικό πλαίσιο, η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί σωστά, τα ΜΜΕ προβάλλουν υλιστικά και όχι υγιή πρότυπα κλπ κλπ. Συνήθως σταματάμε στο επίπεδο αυτό και προτείνουμε τις προφανείς λύσεις: απλοποίηση του νομικού πλαισίου, εφαρμογή των νόμων, προβολή υγιών προτύπων κλπ κλπ και… αποτυγχάνουμε.

Η αποτυχία εφαρμογής των λύσεων έγκειται στο γεγονός ότι δεν έχουμε αντιληφθεί τι σημαίνει ήθος, από πού απορρέει και ποια η σημασία του για την λειτουργία του κοινωνικού συνόλου. Το ήθος σε ατομικό επίπεδο εκφράζει τα ψυχικά χαρακτηριστικά που συγκροτούν την προσωπικότητα και σε κοινωνικό επίπεδο -τα ήθη- αποτελούν τους παραδοσιακούς κανόνες κοινωνικής συμβίωσης (Ελληνικό Λεξικό Τεγόπουλου – Φυτράκη). Το ήθος και τα ήθη αλληλοεπηρεάζονται και αποτελούν την καταλυτική εκείνη δύναμη που καθορίζει τη λειτουργία της κοινωνίας, ανεξάρτητα και αρκετές φορές αντίθετα από τους γραπτούς νόμους και τις θεσμοθετημένες διαδικασίες.

Το ήθος και τα ήθη με τη σειρά τους εκπορεύονται ορμητικά από την ψυχή του κάθε ανθρώπου και του συνόλου και συγκεκριμένα από τον πυρήνα της ψυχικής δυνάμεως: την βιοθεωρία του ανθρώπου. Η λέξη βιοθεωρία είναι παρεξηγημένη και αντιμετωπίζεται ως ένας ακόμη επιστημονικός όρος, ενώ είναι η βασική κίνηση που κάνει κάθε ψυχή, έστω και στρεβλά, έστω και ελλιπώς. Η βιοθεωρία είναι σύμφυτη με τα πιστεύω του ανθρώπου ευρύτερα, τι πιστεύω ότι είμαι εγώ, τι πιστεύω ότι είναι η ζωή, τι πιστεύω για τον ρόλο μου στην κοινωνία. Έχει διαπιστωθεί ιστορικά και κοινωνικά ότι ακόμη και μεγάλοι εγκληματίες έχουν βιοθεωρία και από αυτήν κινούνται.

Συνεπώς η πρωταρχική και κύρια αιτία της σύγχρονης κρίσεως σχέσεων – κοινωνίας είναι η ιεραρχία των αξιών που συνειδητά ή μη επιλέξαμε για την ζωή μας και ο προορισμός που αποφασίσαμε να προσδώσουμε στον εαυτό μας. Από αυτά εκπηγάζει το ήθος (και τα ήθη) και όχι από τους επιμέρους εξωγενείς παράγοντες. Ο δικαστής που λάτρεψε (πίστεψε) στο χρήμα με την έννοια ότι αυτό θα του δώσει τον παράδεισο (οντολογική πληρότητα) θα δικάζει στραβά, έστω κι αν αλλάξει το νομικό πλαίσιο. Η μάνα που πίστεψε στην καριέρα της θα παραμελεί το παιδί της, όσο κι αν εκπαιδευτεί να μην το κάνει, ο πολιτικός που λάτρεψε την δόξα θα προδώσει το έθνος του σε παράγοντες που θα του την προσπορίσουν.

Το έθνος μας και ο λαός, από την αρχή της υπάρξεώς του έως σήμερα, συνέδεε με άρρηκτους δεσμούς το θείο με την καθημερινή και κοινωνική του ζωή. Ένας από τους θεμελιώδεις νόμους των αρχαίων Ελλήνων ήταν ότι της κακής πράξεως, σκέψεως, λειτουργίας έπεται η Νέμεσις. Αντιθέτως, της αρετής μετά μόχθου ακολουθούσε η επιβράβευση και η πραγματική αιώνια ευζωΐα. Το πρόβλημα των ηθών είναι πρόβλημα βιοθεωρίας.

Τι είναι οι χιονοκαταιγιδες; Γιατί συνοδεύονται από βροντές;

Οι χιονοκαταιγίδες – ένα καιρικό φαινόμενο που παρατηρείται σε έντονες ψυχρές εισβολές – δημιουργούνται από νέφη κατακόρυφης ανάπτυξης (καταιγιδοφόρα νέφη), τα οποία περιέχουν παγοκρυστάλλους και εκδηλώνουν υετό στην επιφάνεια του εδάφους με τη μορφή χιονιού.

Οι χιονοκαταιγίδες σχηματίζονται, όταν επικρατούν συνθήκες ατμοσφαιρικής αστάθειας. Αυτό συμβαίνει όταν ο αέρας κοντά στο έδαφος είναι θερμότερος από τον υπερκείμενο αέρα και έτσι, εξαναγκαζόμενος να ανέλθει, σχηματίζει νέφη. Όταν αυτή η θερμοκρασιακή διαφορά μεταξύ του αέρα κοντά στην επιφάνεια και του υπερκείμενου αέρα είναι μεγάλη, τότε αυτές οι ανοδικές κινήσεις είναι πιο βίαιες και έτσι μπορούν να σχηματιστούν νέφη κατακόρυφης ανάπτυξης. Οι έντονες αυτές ανοδικές κινήσεις μέσα στα καταιγιδοφόρα νέφη έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία έντονων αναταράξεων και τις συγκρούσεις μεταξύ των παγοκρυστάλλων από τους οποίους αποτελείται το νέφος. Αυτές οι συγκρούσεις έχουν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη θετικά και αρνητικά φορτισμένων παγοκρυστάλλων που κατανέμονται σε διάφορες περιοχές του νέφους και δημιουργείται ηλεκτρικό δυναμικό είτε μέσα στο νέφος, είτε μεταξύ νέφους και εδάφους.

Συνήθως με την ηλεκτρική δραστηριότητα σε μια χιονοκαταιγίδα παρατηρείται πιο έντονη λάμψη από ό,τι στις απλές καταιγίδες με βροχή, επειδή το φως αντανακλάται στις νιφάδες. Επίσης, η βροντή από την ηλεκτρική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια χιονοκαταιγίδας μπορεί να ακούγεται συνήθως μόνο σε ακτίνα 3 έως 5 χιλιομέτρων από την ηλεκτρική εκκένωση, καθώς οι νιφάδες εμποδίζουν τη διάδοση του ηχητικού κύματος.

Επίσης κατά τη διάρκεια χιονοκαταιγίδων παρατηρείται μεγαλύτερος ρυθμός χιονόπτωσης από ό,τι συνήθως συμβαίνει με τα πιο στρωματόμορφα νέφη.

ΟΚΝΗΡΙΑ

Η λακωνικότερη ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία των δειλών

Αν το καλοσκεφθούμε η αναβλητικότητα είναι ίσως συνώνυμο της τεμπελιάς, ίσως ακόμη καλύτερα, πηγάζει απ’ την φυγοπονία. Ο Δάντης σίγουρα κάτι τέτοιο είχε στο μυαλό του όταν όριζε την οκνηρία ως θανάσιμο αμάρτημα.

Έχετε αναλογιστεί ποτέ, πόσες μέρες πήγαν χαμένες, πόσες ευκαιρίες χάθηκαν, πόση ευτυχία αφήσαμε να γλιστρήσει από τα χέρια μας, επειδή δεν πήραμε μια μεγάλη απόφαση, επειδή πιστέψαμε πως υπήρχε αρκετός χρόνος και αύριο, επειδή δειλιάσαμε να κάνουμε εκείνο το βήμα, εκείνη την κίνηση που έπρεπε – όταν έπρεπε;

Η οκνηρία σε αντίθεση με τα άλλα θανάσιμα αμαρτήματα, τα οποία σχετίζονται με την υπερβολή και την έλλειψη ελέγχου, έχει να κάνει με την υπερβολική στασιμότητα, με την έλλειψη κινήτρων, μέσα μας ή έξω μας.

Τι μας κάνει όμως να μένουμε αδρανείς; Τι είναι αυτό που μας κάνει να θέλουμε ν’αποφύγουμε πράξεις, έργα, κατ’ επέκταση κάθε είδους εξέλιξη και διαφορετικότητα; Ένας άνθρωπος φυγόπονος, δειλός, αναβλητικός είναι συνήθως ένας άνθρωπος φοβισμένος. Το να μην αρπάζουμε μια ευκαιρίας ζωής, είτε αυτή είναι επαγγελματικής φύσεως, είτε συναισθηματικής, έχει να κάνει με το φόβο που έχει ριζώσει μέσα μας ή καλύτερα με τον φόβο που εμείς επιτρέψαμε να ριζώσει μέσα μας.

Αυτός ο φόβος, είναι συνήθως φόβος παρελθόντος, πληγωμένο κομμάτι του εγωισμού μας, αποτέλεσμα περασμένης αποτυχίας μας, η οποία μας αποθαρρύνει να οδηγήσουμε τον εαυτό μας σε καινούργιες χαρές και εμπειρίες. Έτσι προβάλλουμε στο παρόν μας φόβους, λάθη και αποτυχίες του παρελθόντος μας.

Αναβάλλουμε κάθε εξέλιξη, τσιγκουνευόμαστε όλα αυτά που νιώθουμε και δίνουμε, αποφεύγοντας τελικά, την ουσιαστική συσχέτιση και τον έντονο συναισθηματικό εμπλεγμό σε οτιδήποτε κάνουμε, με φόβο πως αν πράξουμε διαφορετικά, αν δώσουμε και δοθούμε θα πληγωθούμε ξανά, θα στερέψουμε ξανά, θα βρεθούμε στο τίποτα ξανά.

Αυτό όμως είναι φαύλος κύκλος. Αποφεύγοντας να αναλάβουμε δράση, αποφεύγοντας την ζωή δηλαδή, για να γλιτώσουμε από ενδεχόμενο πόνο και επαναλαμβανόμενο λάθος, απογοητευόμαστε έτσι και αλλιώς από την άνοστη, βαρετή, δίχως εκπλήξεις ζωή που ζούμε. Ένας δειλός είναι ανίκανος να δείξει και να νιώσει αγάπη. Αυτό είναι προνόμιο των γενναίων.

Η αναβλητικότητα μας δεν πηγάζει όμως μόνο από φόβους ξαναειδωμένους. Υπάρχουν και οι φόβοι δειλίας του άγνωστου πόνου. Προτιμούμε να μένουμε άπραγοι, ζώντας σε ένα αποστειρωμένο κόσμο, αποστειρώνοντας ό,τι νιώθουμε, γεμίζοντας τα κενά της ζωής μας, με δήθεν ενδιαφέροντα, καταπιέζοντας τα πραγματικά θέλω μας, την πραγματική επιθυμία μας, που ναι ίσως να έχει ένα ρίσκο μέσα της, αλλά μας φέρνει πιο κοντά στην ευτυχία μας. Μεγαλύτερο όμως είναι το ρίσκο όταν συνεχώς αναβάλλουμε μια επιθυμία, ένα σχέδιο ψυχής. Κάθε καθυστέρηση του, το φέρνει πιο κοντά στην καταστροφή. Γιατί το να γνωρίζουμε πιο είναι το σωστό για εμάς και να μην το κάνουμε είναι η μεγαλύτερη δειλία.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει χώρος για δειλία, αναβολές και καθυστερήσεις στη ζωή μας. Όχι γιατί έτσι απλώς ζούμε μισά, αλλά γιατί έτσι δεν ζούμε καν.

Μια ευκαιρία ζωής μας έχει δοθεί και πρέπει να την αδράξουμε. Είμαστε πολύ πιο δυνατοί απ’ όσο νομίζουμε. Δεν έχει νόημα να “κλειστούμε” σε μια ζωή δίχως ρίσκα. Δεν αποφεύγουμε τα απρόοπτα και τον πόνο έτσι. Αποφεύγουμε να ζήσουμε.

Οφείλουμε να ζούμε την κάθε μέρα μας σαν να είναι η τελευταία, να αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους που έχουμε στη ζωή μας με αυτό τον τρόπο. Έτσι τίποτα δε θα έχουμε ως δεδομένο στη ζωή μας. Τα πάντα θα εκτιμώνται την στιγμή που υπάρχουν και τα ζούμε. Δε θα αφήνουμε τίποτα για αύριο. Οι ευκαιρίες και οι στιγμές είναι μοναδικές. Οι αναβολές και οι δισταγμοί τις καταστρέφουν.

«Μια φορά ζούμε, δεν υπάρχει τρόπος να υπάρξουμε δύο φορές. Και μάλλον δε θα υπάρξουμε ξανά ποτέ. Και εσύ που δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την χαρά. Και η ζωή πάει χαμένη με τις αναβολές και ο καθένας πεθαίνει απασχολημένος.»
ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ

Η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται τίμια

Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, η φράση είχε όντως ειπωθεί από τον Ιούλιο Καίσαρα, όταν χώρισε με τη δεύτερη σύζυγό του, Πομπηία Σύλλα. Το ζευγάρι είχε παντρευτεί το 67 π.Χ, όταν ο Καίσαρας ήταν 33 ετών. Ο χωρισμός, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ήταν αποτέλεσμα σκευωρίας εναντίον της Πομπηίας, που οργάνωσε ο ίδιος ο Καίσαρας. Πέντε χρόνια μετά τον γάμο, ήθελε να χωρίσει από την σύζυγό του για λόγους πολιτικού συμφέροντος και να παντρευτεί μια άλλη γυναίκα με μεγαλύτερη επιρροή. Για να έχει δικαιολογία, οργάνωσε ένα σχέδιο.

Όταν ήταν ποντίφικας η σύζυγός του είχε οργανώσει τη γιορτή της θεάς Αγαθής, όπου καλεσμένες ήταν μόνο γυναίκες και αυτός ο κανόνας ήταν ιερός και απαράβατος. Ο Καίσαρας έστειλε έναν τυχοδιώκτη και θρασύ νεαρό της Ρώμης, τον Πόπλιο Κλαύδιο Πούλχερ, ο οποίος ήταν ούτως ή άλλως ερωτευμένος με την Πομπηία. Αποστολή του ήταν να μπει κρυφά στο παλάτι, την ώρα της ιερής γιορτής. Ο νεαρός μεταμφιέστηκε σε οργανοπαίκτρια για να μη γίνει αντιληπτός από τους φρουρούς και κατάφερε να εισέλθει στο ανάκτορο. Ο Καίσαρας ήξερε καλά ότι εκτός από τους φρουρούς, υπήρχε και η μητέρα του Αυρηλία, η οποία παρακολουθούσε κάθε κίνηση της νύφης της.

Έτσι ανακάλυψε τον Πόπλιο, που προδόθηκε από τις ανδρικές του κινήσεις και ο Καίσαρας κατηγόρησε την Πομπηία για μοιχεία. Ο Ιούλιος είχε πια την αφορμή που έψαχνε για τον χωρισμό. Όταν η γυναίκα του αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με τον νεαρό και δήλωσε πως ήταν τίμια, ο Καίσαρας της απάντησε:

«Η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται τίμια». Ο Πόπλιος δικάστηκε αλλά αθωώθηκε, καθώς δεν υπήρχαν σε βάρος του στοιχεία. Μάλιστα, όταν ο Καίσαρας ρωτήθηκε από το δικαστήριο γιατί χώρισε αφού δεν βρέθηκαν αποδείξεις, είπε «Ότι την εμήν ηξίουν μηδ’ υπονοηθήναι», δηλαδή, αξιώνω από τη γυναίκα μου να είναι υπεράνω υποψίας.

Υπάρχει και μια εκδοχή της ιστορίας σύμφωνα με την οποία ο Καίσαρας δεν είχε καμία ανάμειξη με την είσοδο του νεαρού στο ανάκτορο και πως όντως θα έπεφτε θύμα μοιχείας αν δεν τον ανακάλυπτε η μητέρα του, ωστόσο επικρατέστερη είναι η πρώτη εκδοχή….

Ο μάγος Μέρλιν και ο Βασιλιάς Αρθούρος

O Μέρλιν, (Merlin) είναι μυθικό πρόσωπο και βασική μορφή του αρθουριανού κύκλου εμφανίζεται στα υπάρχοντα αρχεία (Armes Prydein, Y Gododdin) από τις αρχές του 10ου αιώνα ως προφήτης μόνον, αλλά ο ρόλος του εξελίχθηκε βαθμιαία σε εκείνον του μάγου, του προφήτη και του συμβούλου, σε όλες τις εξελικτικές φάσεις του βασιλείου του βασιλιά Αρθούρου. Του δόθηκε το όνομα Εμρίς (ή Αμβρόσιος) κατά τη γέννησή του στο Καέρ-Φύρντιν (Καρμάρθεν). Μόνο αργότερα έγινε γνωστός ως Μέρλιν, εκλατινισμένη εκδοχή της ουαλλικής λέξης Μύρρντιν, από τον τόπο της γέννησής του. Τούτος ο τύπος επινοήθηκε -όπως και πολλοί άλλοι- πιθανώς από τον Τζέφρεϊ του Μονμάουθ, καθώς δεν ήθελε ο χαρακτήρας του Μέρλιν να σχετίζεται με τη γαλική λέξη merde, που σημαίνει «περίττωμα».

Ο Μέρλιν ήταν ο παράνομος γιος μιας βασιλικής πριγκήπισσας του Ντυφέντ. Ο πατέρας της, όμως, ο βασιλιάς Μέουριγκ απ Μάρεντυντ απ Ρέιν, δεν αναφέρεται στις παραδοσιακές βασιλικές γενεαλογίες αυτού του βασίλειου και ήταν πιθανώς ελάσσων τοπικός άρχοντας μιας περιοχής που συνορεύει με το Κερεντίγκιον. Ο πατέρας του Μέρλιν λέγεται πώς ήταν ένας άγγελος που επισκέφθηκε την πριγκήπισσα και την άφησε με το παιδί. Οι εχθροί του Μέρλιν ισχυρίστηκαν πως ο πατέρας του ήταν στην πραγματικότητα incubus, δηλαδή δαίμονας του ύπνου, ένα κακό πνεύμα που συνευρίσκεται ερωτικά με τις γυναίκες στη διάρκεια του ύπνου. Το παιδί του κακού ήταν το υποθετικό αντίβαρο στην αγαθοεργό επίδραση του Ιησού Χριστού πάνω στη γη. Ο Μέρλιν ευτυχώς, βαφτίστηκε νωρίς, ένα γεγονός που λέγεται ότι απέβαλε το κακό από τη φύση του, αλλά άφησε τις δυνάμεις του άθικτες. Η αρχική ιστορία επινοήθηκε πιθανώς για να σώσει τη μητέρα του από το σκάνδαλο, που θα ξεπηδούσε εξαιτίας της σχέσης της με κάποιον Μόρφυν Φρυχ (Φρέκλεντ) ελάσσονα πρίγκιππα του οίκου των Κόελ.

Ο μύθος μας λέγει ότι μετά από τη ρωμαϊκή απόσυρση από τη Μεγάλη Βρετανία και το σφετερισμό του θρόνου από τους νόμιμους κληρονόμους, ο Βόρτιγκερν τράβηξε για την Ουαλία, ελπίζοντας να κατασκευάσει ένα ορεινό οχυρό στο Ντίνας Έμρυς. Δυστυχώς, το κτήριο κατέρρεε διαρκώς και οι μάγοι του οίκου του Βόρτιγκερν του είπαν ότι η ανθρώπινη θυσία ενός ορφανού από πατέρα παιδιού θα έλυνε το πρόβλημα. Η δυσκολία ήταν πως τέτοια παιδιά είναι μάλλον δύσκολο να βρεθούν. Ευτυχώς για το φρούριο του Βόρτιγκερν, ο Μέρλιν δεν είχε ανθρώπινο πατέρα και συνέβη να ήταν διαθέσιμος. Πριν πραγματοποιηθεί η θυσία, ο Μέρλιν χρησιμοποίησε τις μεγάλες δυνάμεις του και απέδωσε το δομικό πρόβλημα σε μια υπόγεια λίμνη, στην οποία ζούσε ένας κόκκινος και ένας λευκός δράκοντας. Σύμφωνα με τον Μέρλιν, ο κόκκινος δράκοντας συμβόλιζε τους Βρετανούς και ο λευκός δράκοντας τους Σάξονες. Ο λευκός δράκοντας υπερίσχυσε στην αρχή, αλλά κατόπιν ο κόκκινος δράκοντας ανέλαβε τις δυνάμεις του. Το νόημα ήταν σαφές. Ο Μέρλιν προφήτευσε ουσιαστικά ότι ο Βόρτιγκερν θα σκοτωνόταν και θα τον ακολουθούσε στο θρόνο ο Αμβρόσιος Αουρελιανός, κατόπιν ο Ούθερ Πεντράγκον και τέλος ένας μεγάλος ηγέτης, ο Αρθούρος. Εκείνος θα έδιωχνε τελικά του Σάξονες.

Επιβεβαιώνοντας την προφητεία, ο Βόρτιγκερν σκοτώθηκε και ο Αμβρόσιος πήρε το θρόνο. Αργότερα, φαίνεται πως ο Μέρλιν κληρονόμησε το βασίλειο του παππού του, αλλά εγκατέλειψε τα εδάφη του για τη μυστηριώδη ζωή του μάγου-προφήτη. Μετά το 460 μ.Χ. βρετανοί ευγενείς σφαγιάστηκαν σε ένα ειρηνευτικό συμβούλιο κατόπιν προδοσίας των Σαξόνων και ο Μέρλιν συμβούλεψε τον Αμβρόσιο να εγείρει ένα κατάλληλο μνημείο. Μαζί με τον Ούθερ Πεντράγκον, οδήγησε μια αποστολή στην Ιρλανδία για να φέρει τους μεγάλιθους (Chorea Gigantum). Ο μάγος, χρησιμοποιώντας τις ασυνήθιστες δυνάμεις του, έφερε τις γιγάντιες πέτρες σε μια περιοχή δυτικά του Αμέσμπουρι και τις έστησε γύρω από τον μαζικό τάφο των βρετανών ευγενών. Πρόκειται για έναν από τους μύθους θεμελίωσης του πολύ γνωστού μας Στόουνχεντζ.

Μετά από το θάνατό του, τον Αμβρόσιο διαδέχθηκε ο αδελφός του, Ούθερ. Τον Ούθερ βοήθησε ο Μέρλιν στο κυνήγι της γοητευτικής συζύγου του Γκορλουά, της Υγκέρνα (Ιγκρέιν ή Έιγκρ σε ορισμένα κείμενα), στη γη της Κορνουάλης. Με τις γητειές του Μέρλιν ο Ούθερ μεταμορφώθηκε σε Γκορλουά. Μπήκε στο κάστρο και κατάφερε να ξεγελάσει την Υγκρέιν, η οποία συνέλαβε ένα παιδί, τον Αρθούρο. Ο Γκορλουά, μη γνωρίζοντας τι συμβαίνει, βγήκε από το κάστρο για να συναντήσει τον Ούθερ σε μάχη, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί από τα στρατεύματά του.

Μετά τη γέννησή του, ο Μέρλιν έγινε ο δάσκαλος του νέου αγοριού, ενώ μεγάλωνε με τον θετό του πατέρα, τον Σερ Έκτορ (Κύνυρ Κέινφαρφογκ, τον Ξανθογένη). Σε μια καθοριστική στιγμή για τη ζωή του Αρθούρου, ο Μέρλιν διοργάνωσε τον διαγωνισμό στον οποίο ο νεαρός μαθητής του έγινε βασιλιάς σύμφωνα με την παράδοση. Αργότερα ο μάγος συνάντησε την Κυρά της Λίμνης στην Πηγή του Μπάρεντον, στη Βρετανία και την έπεισε να δώσει το Εξκάλιμπερ στον νέο βασιλιά. Σε όλους σχεδόν τους μύθους ο πραγματικός δημιουργός της Στρογγυλής Τράπεζας είναι ο Μέρλιν, ο οποίος συνδέεται στενά με όλα τα δρώμενα του βασιλείου του Κάμελοτ. Ο Τζέφρεϊ του Μονμάουθ περιγράφει τον Μέρλιν να συνοδεύει τον πληγωμένο Αρθούρο στο νησί της Άβαλον για τη θεραπεία των πληγών του. Άλλοι θρύλοι αναφέρουν ότι εκείνος, ο μη ανθρώπινος Μέρλιν, ερωτεύθηκε παθιασμένα την Κυρά της Λίμνης και άλλοι ότι έπεσε θύμα της γοητείας της Μοργκάνα λε Φέι. Όποια και αν ήταν το αντικείμενο του πόθου του, ο Μέρλιν της δίδαξε όλα τα μυστικά της τέχνης του. Εκείνη έγινε πανίσχυρη και οι δυνάμεις της ξεπέρασαν την τέχνη του Μέρλιν. Φυλάκισε τον μάγο σε ένα γυάλινο πύργο ή σπηλιά κατ’ άλλους. Έτσι, η απουσία του από τη μάχη του Κάμλαν ήταν καθοριστική για την ήττα του Αρθούρου από τα στρατεύματα του γιου του, Μόρντρεντ.

Η ιστορία

Σύμφωνα με το Vita Merlini (περ. 1151) του Τζέφρεϊ, ο Μέρλιν/Μύρντιν ήταν ένας προφήτης του 6ου αι. που ζούσε στις βόρειες περιοχές της Μεγάλης Βρετανίας και ότι η ζωή του εκτεινόταν πολύ πέρα από τη σφαίρα επιρροής του Αρθούρου. Ο Μέρλιν ταξίδεψε βόρεια μετά τη μάχη του Κάμλαν, στην αυλή του βασιλιά Γκουεντολέ του Καέρ-Γκουενολέ, βόρεια του Σάλγουεϊ, όπου οι ντόπιοι τον ονόμασαν Λαϊλόκεν ή Λλάλλογκαν. Λίγο μετά ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στον πάτρονα του Μέρλιν και τρεις συμμάχους, τον βασιλιά Ρίντερχ Χαέλ του Στρατκλάιντ και τους βασιλείς Πέρντυρ και Γκουόργκι του Ελμπράουκ (Υόρκη). Ο Γκουεντολέ σκοτώθηκε στη μάχη του Αρντέρυντ (Άρθουρετ) και ο Μέρλιν μισότρελος από τη θλίψη του πέταξε ως το Καληδόνιο Δάσος. Έζησε εκεί κυριευμένος από φρενίτιδα σχεδόν ένα χρόνο. Τότε έγινε γνωστός με το όνομα Μύρντιν Βυλτ, ο Άγριος, πριν ο Ρίντερχ τον φέρει πίσω στην ασφάλεια του Στράτκλαϊντ Κορτ.

Ορισμένοι ερευνητές του αρθουριανού κύκλου πιστέυουν ότι υπήρχαν δύο Μέρλιν, ο Μύρντιν Έμρυς και ο Μύρντιν Βυλτ. Το γεγονός ότι ο Μέρλιν φαίνεται να ζει από το 420 (Βόρτιγκερν) ως το 580 (Ρίντερχ Χαέλ) επιβεβαιώνει μάλλον τούτη την άποψη. Η χρονική έκταση είναι απίθανη για μια ανθρώπινη ζωή και οι πρώιμες εκδοχές της ιστορίας του Βόρτιγκερν στο Ντίνας Έμρυς κατονομάζουν το ορφανό αγόρι ως Έμρυς Βλέντιγκ (Αμβρόσιο Αουρελιανό), που ζούσε στο Κάμπους Ελλέτι του Γκλύγουϊσιγκ. Παρόλο που η ιστορία του Μύρντιν Βυλτ ταυτίζεται σε πολλά σημεία με τον αρχαίο θρύλο των βρετανικών νησιών για τον ερημίτη που ζει στα δάση και θα μπορούσε να αγνοηθεί ιστορικά, φαίνεται πως υπήρξε αυθεντικό πρόσωπο, αλλά το όνομά του ήταν πιθανώς Λαϊλόκεν. Τον χρησιμοποίησε απλώς ο Τζέφρεϊ του Μονμάουθ ως μέντορα του Αρθούρου, αντλώντας τα χαρακτηριστικά του από έναν παρόμοιο χαρακτήρα του Καέρ-Φύρντιν; Ο P.C. Bartrum ισχυρίζεται πως όχι και υποδεικνύει ότι υπάρχει μόνον ένας Μέρλιν/Μύρντιν και ότι με την πάροδο του χρόνου επινοήθηκαν νέοι μύθοι που σε ένα βαθμό υποκατέστησαν τον αρχικό, προκαλώντας στους ύστερους μελετητές μεγάλη σύγχυση.

Η θέση της φυλακής ή του τάφου του λέγεται ότι βρίσκεται κάτω από τον λόφο του Μέρλιν στο Μάρλμπορο Κόλετζ στο Γουΐλτσιρ, στο Ντουμελζιέρ του Τουϊντέιλ (Σκωτία), στο Μπρυν Μύρντιν (λόφο του Μέρλιν) κοντά στο Καρμάρθεν της Ουαλίας, στο Λε Τομπό ντε Μερλίν κοντά στο Πεμπόντ της Βρεττάνης και στο Ύνυς Ένλι (Μπράντσεϊ Άιλαντ) της χερσονήσου Λλέυν στην Ουαλία. Ουκ ολίγες δηλαδή, κάτι σαν τις πόλεις που διεκδικούν την καταγωγή του Ομήρου.

Αριστοτέλης: Ποιος είναι ο γενναίος άνθρωπος;

Η ανδρεία είναι η μεσότητα σε σχέση με τον φόβο και το θάρρος. Ο ανδρείος έχει να κάνει με πράγματα που προκαλούν μέγιστο φόβο και κανείς άλλος πέραν αυτού δεν υποφέρει τα δεινά τόσο μετρημένα όσο ο ανδρείος. Το πιο φοβερό απ’ όλα είναι ο θάνατος, καθώς με αυτόν τα πάντα λήγουν.

Σε σχέση με αυτό μπορούμε να πούμε πως ανδρείος ονομάζεται εκείνος που δεν φοβάται τον ένδοξο θάνατο και όλες εκείνες τις επικίνδυνες καταστάσεις που απειλούν με θάνατο. Ανδρείος είναι οποίος υπομένει και φοβάται όσα πρέπει και χάριν εκείνου που πρέπει και με τον τρόπο και τον χρόνο που πρέπει. Αισθάνεται και πράττει όπως του επιτρέπει η αξιοπρέπεια του και η λογική του.

Πέραν της μεσότητας που βρίσκεται η αρετή της ανδρείας, στα άκρα εντοπίζουμε από την μια την δείλια και απέναντι της την θρασύτητα. Ο θρασύς έχει το χαρακτηριστικό πως είναι και αλαζόνας και προφασίζεται πως κατέχει την ανδρεία. Συνηθίζουν οι θρασύδειλοι να μιμούνται, και σε περιπτώσεις που εμπνέεται κάποιο θάρρος να αποθρασύνονται και να ενεργούν φαινομενικά ανδρεία και υπέρμετρα, στα πραγματικά φοβερά όμως και στα επικίνδυνα δεν αντέχουν και αποκουτιαίνουν. Είναι προπετείς, και ενώ πριν εκδηλωθεί ο κίνδυνος θέλουν να εμφανίζονται ριψοκίνδυνοι, την ώρα του κίνδυνου απομακρύνονται. Οι ανδρείοι την ώρα της δράσης είναι ορμητικοί, προηγουμένως όμως είναι ήσυχοι!

Ο δειλός επίσης, υστερεί σε θάρρος, η δείλια του όμως γίνεται πιο φανερή στις λυπηρές περιπτώσεις οπού δεν έχει δύναμη να συγκρατηθεί και λυπάται σε υπερβολικό βαθμό. Μοιάζει δηλαδή απελπισμένος και φοβάται υπερβολικά. Σε αντίθεση, το θάρρος που διακρίνει τον ανδρείο, είναι ίδιον ανθρώπου που είναι γεμάτος ελπίδες και γενικότερα ο ανδρείος θα υπομείνει τις όποιες αλλαγές της τύχης με τον πιο αξιοπρεπή και αρμόζοντα τρόπο ως πραγματικά αγαθός με αψεγάδιαστη λογική.

Επίσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ανδρείος κάποιος που υπερτερεί για κάποιον λόγο από τον αντίπαλο του, και αισθάνεται ως ένα βαθμό σιγουριά για την έκβαση(π.χ. ανώτερος στρατιωτικά ή τεχνικά λογού χάρη για αθλητές). Ούτε επίσης είναι σωστό να συγχέουμε την περίπτωση της οργής, διότι σε αυτήν την περίπτωση ο άνθρωπος αντιδρά υπό το κράτος των παθών και όχι της συνείδησης και της λογικής.

Ο ανδρείος επαινείται διότι μοιάζει με τον δυνατό και τον υγιή. Επηρεάζεται πολύ λιγότερο ή και καθόλου από αυτά που επηρεάζουν τους πολλούς. Οι ασθενικοί, οι αδύναμοι και οι δειλοί επηρεάζονται από τα ευτελή και τα κοινά παθήματα εκδηλώνοντας την αδυναμία τους. Ο ανδρείος αψήφα και αποφεύγει εκείνα τα πράγματα που επιτάσσει η λογική. Ειδάλλως αν δεν φοβάται στα λογικά πράγματα είναι μάλλον τρελός. Ενώ δηλαδή ο θρασύς και ο τρελός αψήφα και κάνει πράγματα που δεν του επιτάσσει η λογική και η αρετή, και ο δειλός δεν τα αντιμετωπίζει όταν το επιβάλλει η λογική, μονάχα ο ανδρείος αντιμετωπίζει τα πράγματα όταν το επιβάλλει η αρετή και η λογική.

Τεκμήριο ανδρείας πρέπει να θεωρείται η αντιμετώπιση του φόβου για τον θάνατο (μιας και είναι η πηγή όλων των φόβων) και όχι κάποια καρτερικότητα σε δύσκολες αλλά άπλες καταστάσεις. Παράδειγμα υπάρχει για πολλούς που ενώ είναι μαλθακοί δείχνουν πολύ θάρρος κάποια στιγμή και άλλοι που φαίνονται σκληροί και καρτερικοί γίνονται κάποτε δειλοί. Κάποιος που θα υπέφερε τις υπερβολές του κρύου και της ζεστής και θα ήταν ανθεκτικός σε παρόμοιε βάσανα, τα όποια όμως είναι ακίνδυνα, και θα ήταν γεμάτος φόβο απέναντι στον θάνατο και στην οδύνη, όχι από κανέναν άλλον λόγο πάρα μονό για την εξαφάνιση του, τότε αυτόν πρέπει να τον θεωρούμε δειλό. Ένας άλλος που πιθανόν να μην άντεχε το κρύο αλλά θα ήταν ακλόνητος μπροστά στον θάνατο, θα πρέπει να θεωρηθεί ανδρείος. Η σκληραγωγία είναι το μέσο να δυναμώσουμε την δύναμη της ψυχής μας, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται με το αποτέλεσμα.

Ακόμα μια επισήμανση είναι και η εξής. Όσο περισσότερο κατέχει κάποιος όλη την αρετή, και έχει διαμορφώσει έναν ευτυχισμένο τρόπο ζωής, τόσο περισσότερο αγαπά την ζωή και ο θάνατος θα του προκαλέσει τεραστία λύπη. Παρόλα αυτά, όταν κάποιος ενεργεί με ανδρεία και περηφάνια, όχι από απέχθεια για μια άσχημη ζωή που κάνει, αλλά έχοντας μια εύδαιμον και ενάρετη ζωή, αυτός τότε είναι πραγματικά ανδρείος αφού έχοντας πολλά να χάσει, επιλεγεί τον δύσκολο και επικίνδυνο δρόμο, με αντάλλαγμα μικρά κέρδη αλλά μια ζωή γεμάτη περηφάνια και ένα πιθανό θάνατο αντάξιο της μεγαλοπρέπειας του. Έτσι λοιπόν δεν ισχύει πως για όλες τις αρετές η έμπρακτη εξάσκηση τους είναι κατά βάση ευχάριστη, ειμή μονό στον βαθμό που προσεγγίζει τον τελικό σκοπό.

Αριστοτέλης, Περί Ανδρείας – Ηθικά Ευδήμια – Μεγάλα Ηθικά

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΦΙΛΙΠΠΟΣ

ΙΣΟΚΡ 5.30–38

Προτροπή να αναλάβει ο Φίλιππος τη συμφιλίωση Άργους, Σπάρτης, Θήβας και Αθήνας

Δύο χρόνια μετά την υπογραφή της "ειρήνης του Φιλοκράτη" (346 π.Χ.) ο Ισοκράτης, έστειλε την παρακάτω επιστολή στον Φίλιππο. Ήδη από την αρχή της ο ρήτορας χαρακτήρισε τη συνθήκη ως ένα θετικό βήμα για την πραγματοποίηση της πανελλήνιας ιδέας, με την ένωση των Ελλήνων υπό τον Φίλιππο σε έναν κοινό αγώνα κατά των Περσών. Αφού κάλεσε τον Μακεδόνα βασιλιά να μελετήσει προσεκτικά τις προτάσεις του, αγνοώντας τις ενστάσεις όσων έβλεπαν στο πρόσωπό του έναν απλό κατακτητή, αλλά και παραβλέποντας τις αδυναμίες του επιστολικού λόγου σε σχέση με τον ρητορικό, συνεχίζει:


[30] Ἃ μὲν ἐβουλόμην σοι προειρῆσθαι, ταῦτ’ ἐστίν.
περὶ δ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἤδη ποιήσομαι τοὺς λόγους.

Φημὶ γὰρ χρῆναί σε τῶν μὲν ἰδίων μηδενὸς ἀμελῆσαι,
πειραθῆναι δὲ διαλλάξαι τήν τε πόλιν τὴν Ἀργείων καὶ τὴν
Λακεδαιμονίων καὶ τὴν Θηβαίων καὶ τὴν ἡμετέραν. ἢν
γὰρ ταύτας συστῆσαι δυνηθῇς, οὐ χαλεπῶς καὶ τὰς ἄλλας
ὁμονοεῖν ποιήσεις· [31] ἅπασαι γάρ εἰσιν ὑπὸ ταῖς εἰρημέ-
ναις, καὶ καταφεύγουσιν, ὅταν φοβηθῶσιν, ἐφ’ ἣν ἂν
τύχωσι τούτων, καὶ τὰς βοηθείας ἐντεῦθεν λαμβάνουσιν.
ὥστ’ ἐὰν τέτταρας μόνον πόλεις εὖ φρονεῖν πείσῃς, καὶ
τὰς ἄλλας πολλῶν κακῶν ἀπαλλάξεις.

[32] Γνοίης δ’ ἂν ὡς οὐδεμιᾶς σοι προσήκει τούτων
ὀλιγωρεῖν, ἢν ἀνενέγκῃς αὐτῶν τὰς πράξεις ἐπὶ τοὺς
σοὺς προγόνους· εὑρήσεις γὰρ ἑκάστῃ πολλὴν φιλίαν
πρὸς ὑμᾶς καὶ μεγάλας εὐεργεσίας ὑπαρχούσας. Ἄργος
μὲν γάρ ἐστί σοι πατρὶς, ἧς δίκαιον τοσαύτην σε ποιεῖσθαι
πρόνοιαν ὅσην περ τῶν γονέων τῶν σαυτοῦ· Θηβαῖοι δὲ τὸν
ἀρχηγὸν τοῦ γένους ὑμῶν τιμῶσι καὶ ταῖς προσόδοις καὶ
ταῖς θυσίαις μᾶλλον ἢ τοὺς θεοὺς τοὺς ἄλλους· [33] Λακε-
δαιμόνιοι δὲ τοῖς ἀπ’ ἐκείνου γεγονόσι καὶ τὴν βασιλείαν
καὶ τὴν ἡγεμονίαν εἰς ἅπαντα τὸν χρόνον δεδώκασι· τὴν
δὲ πόλιν τὴν ἡμετέραν φασίν, οἷς περὶ τῶν παλαιῶν πιστεύ-
ομεν, Ἡρακλεῖ μὲν συναιτίαν γενέσθαι τῆς ἀθανασίας
(ὃν δὲ τρόπον, σοὶ μὲν αὖθις πυθέσθαι ῥᾴδιον, ἐμοὶ δὲ
νῦν εἰπεῖν οὐ καιρός), τοῖς δὲ παισὶ τοῖς ἐκείνου τῆς
σωτηρίας. [34] μόνη γὰρ ὑποστᾶσα τοὺς μεγίστους κιν-
δύνους πρὸς τὴν Εὐρυσθέως δύναμιν ἐκεῖνόν τε τῆς
ὕβρεως ἔπαυσε, καὶ τοὺς παῖδας τῶν φόβων τῶν ἀεὶ
παραγιγνομένων αὐτοῖς ἀπήλλαξεν. ὑπὲρ ὧν οὐ μόνον
τοὺς τότε σωθέντας δίκαιον ἦν ἡμῖν χάριν ἔχειν, ἀλλὰ καὶ
τοὺς νῦν ὄντας· διὰ γὰρ ἡμᾶς καὶ ζῶσι καὶ τῶν ὑπαρχόν-
των ἀγαθῶν ἀπολαύουσι· μὴ γὰρ σωθέντων ἐκείνων οὐδὲ
γενέσθαι τὸ παράπαν ὑπῆρχεν αὐτοῖς.

[35] Τοιούτων οὖν ἁπασῶν τῶν πόλεων γεγενημένων
ἔδει μὲν μηδέποτέ σοι μηδὲ πρὸς μίαν αὐτῶν γενέσθαι
διαφοράν· ἀλλὰ γὰρ ἅπαντες πλείω πεφύκαμεν ἐξαμαρ-
τάνειν ἢ κατορθοῦν. ὥστε τὰ μὲν πρότερον γεγενημένα
κοινὰ θεῖναι δίκαιόν ἐστιν· εἰς δὲ τὸν ἐπίλοιπον χρόνον
φυλακτέον ὅπως μηδὲν συμβήσεταί σοι τοιοῦτον, καὶ σκεπ-
τέον τί ἂν ἀγαθὸν αὐτὰς ἐργασάμενος φανείης ἄξια καὶ
σαυτοῦ καὶ τῶν ἐκείναις πεπραγμένων πεποιηκώς.
[36] ἔχεις δὲ καιρόν· ἀποδιδόντα γάρ σε χάριν ὧν ὤφειλες
ὑπολήψονται διὰ τὸ πλῆθος τοῦ χρόνου τοῦ μεταξὺ προϋ-
πάρχειν τῶν εὐεργεσιῶν. καλὸν δ’ ἐστὶ δοκεῖν μὲν τὰς
μεγίστας τῶν πόλεων εὖ ποιεῖν, μηδὲν δ’ ἧττον ἑαυτὸν ἢ
’κείνας ὠφελεῖν. [37] χωρὶς δὲ τούτων, εἰ πρός τινας αὐτῶν
ἀηδές τί σοι συμβέβηκεν, ἅπαντα ταῦτα διαλύσεις· αἱ γὰρ
ἐν τοῖς παροῦσι καιροῖς εὐεργεσίαι λήθην ἐμποιήσουσι τῶν
πρότερον ὑμῖν εἰς ἀλλήλους πεπλημμελημένων. ἀλλὰ μὴν
κἀκεῖνο φανερόν, ὅτι πάντες ἄνθρωποι τούτων πλείστην
μνείαν ἔχουσιν, ὑφ’ ὧν ἂν ἐν ταῖς συμφοραῖς εὖ πάθωσιν.
[38] ὁρᾷς δ’ ὡς τεταλαιπώρηνται διὰ τὸν πόλεμον, καὶ ὡς
παραπλησίως ἔχουσι τοῖς ἰδίᾳ μαχομένοις. καὶ γὰρ ἐκείνους
αὐξανομένης μὲν τῆς ὀργῆς οὐδεὶς ἂν διαλλάξειεν· ἐπὴν δὲ
κακῶς ἀλλήλους διαθῶσιν, οὐδενὸς διαλύοντος αὐτοὶ διέ-
στησαν. ὅπερ οἶμαι καὶ ταύτας ποιήσειν, ἢν μὴ σὺ πρότερον
αὐτῶν ἐπιμεληθῇς.