Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2023

To Άτμητον είναι και Άρρητον

Εγώ: Η παρούσα περιγραφική, καθημερινή πραγματικότητα του κόσμου της ύλης, ορατής και αόρατης …κι όχι μόνο της ανθρωπότητας.

Στην καθομιλουμένη είναι η λέξη που υπάρχει σε κάθε πρόταση, είτε ακούγεται είτε όχι, μαζί με τις συγγενικές της (μου, δικό μου, εμένα, με) αλλά και η πλέον παραπλανητική σαν λέξη, γιατί σαν έννοια είναι η απόλυτη καταστροφή. Στην καθημερινή χρήση το ΕΓΩ, το κομματιασμένο, δηλώνει το αρχέγονο λάθος, την πλανεμένη αντίληψη για το Άτμητο το Άρρητο, Το ΕΓΩ είναι η πλασματική ψευδαίσθηση ενός διαιρεμένου σε χιλιάδες κομμάτια εαυτού.

Το ‘εγώ’ είναι ο άνθρωπος, ο παγωμένος, παγιωμένος.

Σκέψου το νερό, κινείται παντού, μπαίνει παντού, είναι ρευστό, πολύ όμορφα και φυσικά υπακούει στον συμπαντικό κανόνα “τα πάντα ρει”. Μέχρι που αποκτά ‘εγώ’. Τότε παύει να είναι ρευστό και γίνεται πάγος. Παύει να είναι μέρος, του, σε συνεχή ροή σύμπαντος, και γίνεται πέτρα παγωμένη. Καμία ροή. Ακίνητο μέχρι να λιώσει – πεθάνει.

Αυτή ακριβώς είναι και η κατάσταση του ανθρώπινου ζώου, Παγ(ι)ωμένη. Αυτό συμβαίνει όταν ο άνθρωπος μπαίνει σε ομάδες, δίνοντας φυσικά την συμφωνία του. Όταν οι ομάδες και οι πεποιθήσεις του “εγώ” του κλέβουν την ελευθερία του –ροή- και εγκλωβίζοντας τον, τον παγώνουν. Παύει να είναι πλέον ελεύθερος και αποκτά εγώ ή εμείς -που είναι το ίδιο.

Όμως προκειμένου να γίνεις αποδεκτός κι αρεστός στην κοινωνία κατατάσσεσαι σε κάποιο σύνολο-ομάδα και Συμφωνείς να δέχεσαι ακόμα και το μεγαλύτερο ψέμα γι’ απόλυτη αλήθεια, προκείμενου να σε αποδεχτούν. Από την κούνια όλους τους ανθρώπους μας διδάσκουν να υποτασσόμαστε και να συμφωνούμε, στις απόψεις του συνόλου και αυτό συμβαίνει πάνω απ’ όλα στην ερμηνεία της πραγματικότητας και προπαντός στις μεγάλες αλήθειες, πυλώνες την κοινωνίας-φυλακή, δηλ. θρησκείες, πολιτική, οικονομία, αθλητισμός, επιστημονισμός και κάθε λογής –ισμούς.

Μεγαλώνοντας έχεις εκπαιδευτεί να αγνοείς, ορισμένες όψεις της πραγματικότητας, γιατί οι άλλοι ενήλικοι τις θεωρούν γελοίες ή ανύπαρκτες και για να είσαι αποδεκτός τις αποδέχεσαι κι εσύ δηλ. συμφωνείς πως υπάρχουν, άρα υπάρχουν και ο κύκλος της κάθε ανοησίας και της Δημιουργίας-Φυλακή διαιωνίζεται.

Μαθαίνεις να βλέπεις τις γεωμετρικές μορφές. Συμφωνείς ότι υπάρχουν μόνο τρεις διαστάσεις. Συμφωνείς πως ο θεός είναι χριστιανός, μουσουλμάνος, βραχμάνος ή ό,τι άλλο σου υποδείξουν, συμφωνείς πως υπάρχει θεός ή αιώνια φλόγα ή άπειρο ή δύναμη ή αλήθεια ή ό,τι άλλο σου έχουν πει κάποιοι άλλοι πριν καν μπορέσεις να σκεφτείς μόνος σου γι’ αυτά τα θέματα.

Αποδέχεσαι και συμφωνείς, για την εικόνα του κόσμου που σου παρουσιάζουν. Πως πρέπει να δουλεύεις για να ζήσεις και μάλιστα συμφώνησες πως πρέπει να σου αρέσει που δουλεύεις για να ζήσεις. Πως πρέπει να κάνεις οικογένεια και να φροντίζεις την οικογένεια σου, μα όχι απαραίτητα και την οικογένεια των άλλων ανθρώπων. Να κάνεις παιδιά, γιατί χρειάζεσαι τα παιδιά, (ποιοί άλλοι άραγε τα χρειάζονται και γιατί;, το σκέφτηκες κάποια στιγμή;) να κάνεις πολλούς φίλους, πιστούς πελάτες, φανατικούς εχθρούς κλπ κλπ και όλα αυτά συμφώνησες πως είναι αληθινά και μάλιστα πως είναι δικές σου σκέψεις ή ανακαλύψεις …κι αυτός είναι ο μοναδικός λόγος που υπάρχουν. Επειδή συμφώνησες πως υπάρχουν.

Δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια και δεν παρατηρείς μόνο το φυσικό κόσμο, δεν είναι (αν κι όταν) μόνο παρατηρητής της πραγματικότητας. Συμμετέχουμε όλοι οι άνθρωποι σε αυτήν… κι αναφερόμαστε μονάχα στους ανθρώπους κι όχι σε άλλα όντα, αλλότριου DNA, κατά πολύ ανώτερα από την όποια ανθρώπινη συμφωνία περί του κόσμου και της όποιας αλήθειας του.

Σκέφτομαι μερικές φορές πως κάποια όντα που διαθέτουν επτά ή δέκα αισθήσεις για να αντιλαμβάνονται τα πράγματα, πως κινούνται στο άυλο διαθέτοντας μεγάλη ενέργεια και τότε ο Δημόκριτος κι ο Ηράκλειτος φαντάζουν αστείοι, πόσο μάλλον όλοι εμείς οι υπόλοιποι με τις μεγαλοστομίες μας και την τεράστια ιδέα που έχουμε για το άχρηστο και υπερφίαλο ΕΓΩ, που καταδυναστεύει την ζωή μας, που μόνοι μας του επιτρέψαμε και Συμφωνήσαμε να υπάρχει.

Άλλη μια παρανόηση, που ανόητα ή σκόπιμα κυκλοφορεί, ειδικά σε κύκλους “διδασκάλων” το “εμείς”, θεωρώντας λανθασμένα πως το “εμείς” είναι Gestalt. Ακούμε λοιπόν “πότε επιτέλους θα πάψουμε να είμαστε ατομιστές και θα γίνουμε εμείς;” σε όλες τις παραλλαγές. Αλλά δεν είναι έτσι.

Το Gestalt δηλώνει πως “το όλον, είναι μεγαλύτερο από το σύνολο των μερών του”
Ναι αλλά μόνο αν τα μέρη του είναι Άτμητα.

Πιο απλά, 5 άνθρωποι (στην κατάσταση Ατμητότητας) σε ένα σύνολο Gestalt, δεν είναι 5 άνθρωποι ενεργειακά σαν σύνολο δράσης-ύπαρξης, αλλά το 5 πολλαπλασιάζεται στην νιοστή για να είναι Gestalt. Αυτή η κατάσταση σε καμία περίπτωση δεν πετυχαίνεται στο πεδίο δράσης του “εγώ” που είναι η κατάσταση της τμητής ταυτότητας (κατακερματισμένη).

Από την άλλη, 5 άνθρωποι (στην κατάσταση του “εγώ” δηλ, τμητοί) σε ομάδα είναι 1+1+1+1+1=5 άνθρωποι (εγώ) σε ομάδα, αυτό δεν είναι Gestalt, είναι μια ομάδα 5 ανθρώπων. 5 “εγώ” μαζεμένα που κάνουν μια ομάδα 5 “εμείς”. Δηλαδή, κάθε μικρή ή μεγάλη ομάδα πολλών μικρών “εγώ” δεν φτιάχνει ένα Gestalt, αλλά μια μάζα, όχλο ανθρώπινων μικρών “εγώ”, κατακερματισμένων χωρίς καμία ολότητα, που είναι η βασική κατάσταση της Ατμητότητας.

Δες αυτά τα μικρούλικα “εγώ” όταν κατεβαίνουν (πάντα κατεβαίνουν και δεν ανεβαίνουν) στις πλατείες και παίζουν το παιχνίδι “αγανακτισμένοι”. Αλλά ποτέ καμία μάζα-όχλος από πολλά ασήμαντα εγώ, δεν πέτυχε ποτέ, τίποτε στην σκακιέρα της δημιουργίας. Μόνο ο Κατεργάρης, μπορεί να αλλάξει τις καταστάσεις, τα γεγονότα, την ροή της ιστορίας …και είναι πάντα στον ενικό, δεν υπάρχουν κατεργάρηδες.

Gestalt δημιουργείται μόνο, αν συνυπάρξει σε δράση κάποιος Κατεργάρης, μαζί με κάποιον άλλο Κατεργάρη, και ποτέ σε πληθυντικό αριθμό, γιατί ο Κατεργάρης, για να είναι Κατεργάρης, σημαίνει πως έχει πετύχει την κατάσταση του Ατομικόν ή αλλιώς Άτμητον (αδιαίρετος, αυτός που δεν διασπάται σε μικρότερα κομμάτια, αυτός που δεν μπορεί να διαιρεθεί, ο Ολόκληρος) …και Ατμητότητα, ορίζεται ως η κατάσταση ύπαρξης και δράσης του Άτμητου.

Δεν υπάρχει ακριβής περιγραφή της κατάστασης του Άτμητον, γιατί εκτός από Άτμητον, είναι και Άρρητον, δηλ. δεν μπορεί να περιγραφεί με λέξεις, ή να εκφραστεί με λόγια.

Η Ατμητότητα είναι συνώνυμη με την Αρρητότητα.

Άτομα που πέτυχαν αυτή την κατάσταση είναι ελάχιστοι μεταξύ των αρίστων.

Παρατήρησε τον άνθρωπο-εγώ-τμητό, από τον τρόπο που περπατάει, που τρώει, που μιλάει, που στέκεται, που αναπνέει, που παντρεύεται, που ερωτεύεται, αγωνίζεται, πονάει, ζητάει, πεθαίνει. Από την σαπίλα των σκέψεων, των συναισθημάτων, των πράξεων του. Λέει «Εγώ» και πιστεύει, πως ο κόσμος πρέπει να του υποκλίνεται. «Έτσι είμαι Εγώ» «Εγώ θα πάω, θα κάνω θα φάω, θα πάρω, θα φέρω..» “Εγώ” και μόνο ένα ασήμαντο “εγώ”, ένα τέρας με 5.000 κεφάλια, είναι αυτό που συντηρεί και ενισχύει αυτόν τον κόσμο και τα ανθρωπάκια, φαντάσματα, που σέρνονται πάνω στο πρόσωπο της γης, όλων των δημιουργιών.

Αυτό που κατασπαταλάει την Ενέργεια σου, την Δύναμη σου είναι η διατήρηση του «Εγώ». Αυτό είναι που Οργίζεται, Προσβάλλεται, Καταθλίβεται, Απειλεί με αυτοκτονία, μέχρι που να πετύχει την επιθυμητή επιβεβαίωση. Μια και γνωρίζει πως δεν έχει κάποια απτή ουσία, αναζητά συνεχώς να έχει δίκιο μέσα από τα άλλα ανθρώπινα όντα του εγώ, τα άψυχα όντα γιατί μόνο αυτά ασχολούνται με τέτοια ασήμαντα γεγονότα, τα οποία αποδέχονται και φέρονται λες και το «εγώ» είναι κάτι υπαρκτό.

Μόνο με αυτό τον τρόπο το «εγώ» ξεγελιέται και πιστεύει πως είναι αληθινό, ενώ γνωρίζει πως στην πραγματικότητα είναι ένα συνονθύλευμα από τίποτα. Ένα φάντασμα, σε ένα ολόγραμμα.

Τίποτα από αυτά, δεν μπορεί να συμβεί όταν έχουμε αποδεχτεί την αληθινή μας Άτμητη και Άρρητη υπόσταση, Είμαστε Έμψυχα Ενεργειακά όντα, πέρα από σκέψεις, λέξεις, συναισθήματα. Ένα πεδίο Ενέργειας, γι αυτό και η Κβαντική Θεωρία πρέπει να σε απασχολεί, γιατί Κβάντα σημαίνει Πακέτο Ενέργειας. Ενέργεια = Δύναμη = Ελευθερία. Αλλά η Ελευθερία χρειάζεται Ανεξαρτησία, διαφορετικά, απλώς αυταπατάσαι.

Ενα πεδίο Ενέργειας που βρίσκεται σε συνεχή ανατάραξη-δράσης Αιτίας><Αποτελέσματος, καθημερινά και είναι συν-μέτοχος σε χαοτικά, τυχαία συστήματα δημιουργίας. Γι’ αυτό και πρέπει να σε ενδιαφέρει και η Θεωρία του Χάους με όλα τα συστήματα της, τους νόμους και τα καπρίτσια της.

Τα ανθρώπινα ζώα στην υποβαθμισμένη κατάσταση, του Λερναιοκέφαλου “εγώ”, ζουν μια ζωή χωρίς ύπαρξη, μια ζωή διασπασμένη, μέσα στην σαπίλα του κατακερματισμένου “εγώ”, πονεμένη, μίζερη, μες την κακομοιριά. Κρύβονται μέσα σε ένα μίζερο γάμο, πίσω από ευνουχισμένα από την γέννηση τους παιδιά, μέσα σε μια κακόμοιρη κοινωνία, στην ψεύτικη ασφάλεια ενός ασήμαντου δουλικού μισθού, διαιωνίζοντας την φτώχεια, την μιζέρια, τον θάνατο και την κακομοιριά.

Το “εγώ” είναι ο απόλυτος κυρίαρχος, ο παντοδύναμος δικτάτορας του ορατού και αόρατου κόσμου, φυσικού ή μεταφυσικού, γνωστού ή άγνωστου. Είναι ο θεός κάθε δημιουργίας, είναι η εκδήλωση του δημιουργού, μέσα στο υλικό ολόγραμμα που αποκαλούν δημιουργία. Το εγώ είναι ο δημιουργός του matrix. Για να είναι ο δημιουργός, ικανός να δημιουργήσει μια δημιουργία πρέπει να μην ελέγχει το “εγώ” του, να είναι ήδη παγιδευμένος μέσα σε αυτό. Τι κατάντια, είναι η κατάντια των θεών, που τολμούν να λένε “Εγώ ειμί το φως” ή το άλλο γελοίο “εγώ ειμί ο θεός” και λοιπές γραφικότητες κατώτερων όντων.

Αν θέλεις να γίνεις Κατεργάρης, αν θέλεις να απολαύσεις Φως, Άκτιστο Φως, αν θέλεις Ανεξαρτησία, αν θέλεις να είσαι ολόκληρος και όχι χίλια κομμάτια, τώρα είναι μια καλή στιγμή, δεν διαθέτεις άλλη στιγμή από το τώρα, τον παρόντα χρόνο, για να σταματήσεις να είσαι φοβισμένος, να σταματήσεις να εξαρτάσαι, να είσαι υποβαθμισμένος, να είσαι σκλάβος των δικών σου σκέψεων, αποφάσεων, επιλογών. Να σταματήσεις να είσαι πρόβατο-αμνός-δούλος-υπάλληλος-πιστός-ψηφοφόρος-οπαδός, να ξαναγίνεις Άτμητος και Άρρητος.

Γιατί αν δεν είσαι Άτμητος και Άρρητος, δεν είσαι άνθρωπος, είσαι ανθρώπινο ζώο.

Όχι ανεξάρτητος, αλλά ούτε καν άνθρωπος.

«Οι σκέψεις είναι ζωντανές.
Δίνουν μορφή στον κόσμο, την πραγματικότητα και το πεπρωμένο μας.
Οπότε το να σκεφτόμαστε θετικά είναι σημαντικό, καθόλου αμελητέο…
Αν έχετε την ίδια σκέψη αρκετά συχνά και την κάνετε με συναίσθημα,
με τον χρόνο αποκτά υλική μορφή.» Petrene Soames

“Αν είναι να πιστεύουμε την σύγχρονη φυσική, τα όνειρα που ονομάζουμε αντιλήψεις της εγρήγορσης έχουν την ίδια σχεδόν ομοιότητα με την αντικειμενική πραγματικότητα με αυτή που έχουν τα φανταστικά όνειρα του ύπνου μας. Το παράδοξο είναι μόνο μια σύγκρουση της πραγματικότητας και της αίσθησής μας για το τι οφείλει να είναι η πραγματικότητα”. Ρ.Φέυνμαν

“Το πρόβλημα της γλώσσας είναι πολύ σοβαρό. Αναζητούμε τρόπο να εκφράσουμε και να περιγράψουμε τη δομή και τη λειτουργία των ατόμων. Αλλά, στην κοινή γλώσσα είναι αδύνατο να μιλήσουμε για τα άτομα.” Β.Χάιζενμπεργκ

“Τοις εγρηγορόσιν ένα και κοινόν κόσμον είναι, των δε κοιμωμένων έκαστος εις ίδιον αποστρέφεσθαι”
(Για τους ξύπνιους υπάρχει ένας και ο ίδιος κόσμος, ενώ οι κοιμισμένοι στρέφονται ο καθένας σε ένα δικό του, υποκειμενικό κόσμο).
Ηράκλειτος

«Αν θελήσεις κάτι όλο το σύμπαν θα συνωμοτήσει για να το αποκτήσεις» μια φράση που ζητήθηκε πολύ και αποτέλεσε μότο ζωής για πολλούς ανθρώπους. Η αλήθεια είναι πως για την δύναμη της θέλησης έχουν ειπωθεί πολλά, ο Βίκτορ Ουγκώ γράφει στην πρώτη σελίδα του βιβλίου του «Οι Άθλιοι»: «Οι άνθρωποι δεν στερούνται δυνάμεως, αλλά θελήσεως».

«Ο Ποσειδώνας καθόταν στο γραφείο του και λογάριαζε. Η διακυβέρνηση όλων των υδάτων του κόσμου τον έκανε να δουλεύει ασταμάτητα. Θα μπορούσε να έχει όση βοήθεια ήθελε, και είχε αρκετή, επειδή όμως είχε πάρει πολύ σοβαρά τα καθήκοντά του, λογάριαζε τα πάντα ακόμα μια φορά, κι έτσι κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει ικανοποιητικά. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι του ‘κανε κέφι να δουλεύει. Προσπαθούσε να τελειώσει επειδή ήταν υποχρεωμένος.

Μα, φυσικά, και είχε προσπαθήσει να βρει μια πιο χαρούμενη εργασία – αυτή ήταν η έκφρασή του -, αλλά πάντοτε, όταν του γινόντουσαν διάφορες προτάσεις, έδειχνε να μην τις δέχεται όπως τα μέχρι τώρα καθήκοντά του. Εκτός αυτού, ήταν πάρα πολύ δύσκολο βρεθεί κάτι άλλο για κείνον. Ήταν απίθανο να του ανατεθεί μια ορισμένη θάλασσα. Εξάλλου, η δουλειά που έκανε τώρα δεν ήταν μικρότερη μονάχα, αλλά ευτελής.

Ο Μεγάλος Ποσειδώνας δεν μπορούσε ν’ αναλάβει παρά μονάχα μια πολύ υψηλή θέση. Κι αν του πρόσφερε κανείς μια θέση έξω από τα νερά του, και μόνο στην ιδέα αρρώσταινε, η θεϊκή του αναπνοή κοβόταν και το σεβάσμιο στήθος του έτρεμε. Παρ’ όλ’ αυτά κανείς δεν έπαιρνε τις δυσκολίες του στα σοβαρά.

Όταν ένας ισχυρός υποφέρει, πρέπει κανείς, ακόμα και στην πιο απελπιστική κατάσταση, να τον παραδεχτεί. Κανένας δεν μπορεί να σκεφτεί ν’ απαλλάξει τον Ποσειδώνα από τα καθήκοντά του, από την αρχή της αρχής ήταν ο Ποσειδώνας ο θεός της θάλασσας κι είναι υποχρεωμένος να παραμείνει, ακόμα κι αν δεν του γουστάρει.

Πιο πολύ απ’ όλα εξοργίζεται – κι αυτό προξενεί κυρίως την δυσαρέσκειά του σε σχέση με την θέση του – όταν αντιλαμβάνεται την ιδέα που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν, ότι συνέχεια κόβει βόλτες πάνω στα κύματα κρατώντας την τρίαινά του. Αντί γι’ αυτό, κάθεται στο βυθό του Ωκεανού και λογαριάζει ασταμάτητα.

Μονάχα ένα ταξίδι που έκανε που και που για να συναντήσει τον Δία ήταν η μοναδική παύση στην ρουτίνα του, ένα ταξίδι από το οποίο επέστρεφε κάθε φορά εξοργισμένος. Έτσι δεν είχε μπορέσει να δει την θάλασσα σχεδόν καθόλου, μονάχα όταν βιαστικά πετούσε προς τον Όλυμπο, και ποτέ δεν την είχε ταξιδέψει από την μια άκρη στην άλλη. Φρόντιζε να λέει ότι περιμένει την καταστροφή του κόσμου, τότε θα μπορούσε να βρει μια στιγμή ησυχίας, έτσι ώστε λίγο πριν το τέλος, καθώς θα έριχνε μια τελευταία ματιά στους λογαριασμούς, θα μπορούσε να κάνει ένα μικρό ταξιδάκι, μια τόση δα εκδρομούλα.»
Φραντς Κάφκα “Η σιωπή των σειρήνων”

[Τα ύδατα της ΙΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ καθαγιάζονται αδιάκοπα από τον μέγα Πελάγιο Θεό Ποσειδώνα με την χαλκοτόρευτον τρίαινά του και όχι από την χριστιανική αίρεση του πολεμοχαρή, ζηλόφθονου ψευδοθεού των εβραίων γιδοβοσκών της ερήμου.]

Για να προφυλαχτεί από τις Σειρήνες, ο Οδυσσέας έφραξε τα αυτιά του με κερί και έβαλε να τον αλυσοδέσουν στο κατάρτι. Κάτι ανάλογο, ασφαλώς, θα μπορούσαν να κάνουν ανέκαθεν όλοι οι ταξιδιώτες -εκτός από εκείνους που οι Σειρήνες πρόφταιναν να τους σαγηνεύσουν από μακριά- ήταν όμως παγκοσμίως γνωστό ότι δεν ωφελούσε. Το τραγούδι των Σειρήνων διαπερνούσε τα πάντα, και το πάθος των σαγηνευμένων δεν ήταν ικανό να σπάσει μόνο αλυσίδες και κατάρτια. Αυτό ο Οδυσσέας δεν το σκέφτηκε, αν και πολύ πιθανόν το είχε ακουστά. Εναπόθεσε τις ελπίδες του σε μια χούφτα κερί και μια αρμαθιά αλυσίδες, και γεμάτος αθώα χαρά για τα πενιχρά του μέσα, έβαλε πλώρη για τις Σειρήνες.

Οι Σειρήνες όμως έχουν ένα όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι: την σιωπή τους. Και πιθανότερο, παρόλο που δεν έτυχε ποτέ, θα ήταν να γλιτώσεις από το τραγούδι τους, παρά από την σιωπή τους. Τίποτε στον κόσμο αυτόν δεν μπορεί να αντισταθεί στο αίσθημα πως τις νίκησες με το σπαθί σου, ούτε στην αλαζονεία που επακολουθεί και σαρώνει τα πάντα.

Κι η αλήθεια είναι πως δεν τραγουδούσαν οι τρομερές Σειρήνες καθώς τις ζύγωνε ο Οδυσσέας, γιατί πίστευαν, ίσως, ότι με την σιωπή τους μόνο θα νικούσαν τούτο τον αντίπαλο – εκτός κι αν, βλέποντας τόση ευτυχία στο πρόσωπο του Οδυσσέα, που μόνο το κερί σκεφτόταν και τις αλυσίδες του, λησμόνησαν κάθε τραγούδι.

Ο Οδυσσέας όμως, την σιωπή τους, δεν την άκουσε: του φάνηκε πως τραγουδούσαν, και πως μόνο εκείνος δεν τις άκουγε, επειδή είχε λάβει τα μέτρα του. Πριν ξεκινήσει, έριξε μια κλεφτή ματιά, είδε τον καμπυλωμένο λαιμό, τις βαθιές ανάσες, τα δακρυσμένα μάτια, το μισάνοιχτο στόμα, και πίστεψε πως όλα αυτά συνόδευαν τις άριες που ανάκουστες αντηχούσαν γύρω του. Κι έπειτα δεν τις ξανακοίταξε, γύρισε το βλέμμα του πέρα, μα­κριά, κι εμπρός στην αταλάντευτη απόφασή του οι Σειρήνες κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν, τόσο που, κι όταν βρέθηκε κοντά τους, μήτε που τις πρόσεξε.

Εκείνες όμως, ωραιότερες παρά ποτέ, συστρέφονταν, τεντώνονταν, παράδερναν τα μαλλιά τους με τον άνεμο, και τα γαμψά τους νύχια σέρνονταν πάνω στα βράχια. Και πια δεν ήθελαν να ξελογιάσουν – μόνο να κρατήσουν ένα καθρέφτισμα από τα μεγάλα μάτια του Οδυσσέα ήθελαν, όσο γινόταν πιο πολύ. Αν οι Σειρήνες είχαν συνείδηση, εκείνη η φορά θα ήταν το τέλος τους. Τίποτε δεν έπαθαν όμως, απλώς, ο Οδυσσέας τους ξέφυγε.

Στην ιστορία αυτή υπάρχει πάντως κι ένα υστερόγραφο: Ο Οδυσσέας ήταν, λένε, τόσο πολυμήχανος, τέτοια αλεπού, που μήτε η θεά του Πεπρωμένου δεν μπορούσε να διαβάσει την ψυχή του. Και ίσως, αν και κάτι τέτοιο υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική – ίσως να πρόσεξε στ’ αλήθεια πως σωπαίναν οι Σειρήνες, κι όλες αυτές οι προσποιήσεις που αναφέραμε, ήταν κάτι σαν ασπίδα, που την όρθωσε μπροστά τους, και μπροστά στους θεούς.

Θέληση κι όχι αδράνεια

Η αγγλική λαϊκή μούσα έχει μια παροιμία που λέει «Όπου υπάρχει ένα θέλω υπάρχει και ένας δρόμος». Λίγο πολύ όλοι έχουμε πει την φράση «Δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω». Τελικά, όλα αυτά για την δύναμη της θέλησης ισχύουν ή μήπως όχι;

Σκεφτείτε λίγο το εξής, ποια άτομα θαυμάζετε; Ποιους φίλους επιλέγετε; Ποια άτομα ερωτεύεστε; Επιλέγετε άτομα που παραπονιούνται για την ζωή τους; Αποφεύγουν να κάνουν όνειρα για τα θεωρούν χάσιμο χρόνου; ή Μήπως επιλέγετε άτομα που όταν θελήσουν κάτι κάνουν τα πάντα για να το καταφέρουν; Τι διαφορετικό έχουν αυτοί οι άνθρωποι; Ποια είναι η βασική διαφορά ανάμεσα στον «νικητή»στον επιτυχημένο και στον «ηττημένο» την αποτυχημένο;

Μήπως η βασική διαφορά είναι η δύναμη της Θέλησης; Θυμάστε πως νιώσατε τελευταία φορά που επιθυμούσατε κάτι πάρα πολύ; Η Θέληση παράγει μια δύναμη που είναι ικανή από μόνη της να σε εντάξει στην ομάδα των «νικητών».

Ωστόσο, γιατί η δύναμη αυτή είναι πολλές φορές υποτονική; Είναι γεγονός, πως οι περισσότεροι άνθρωποι όχι μόνο δεν βοηθήθηκαν όταν ήταν παιδιά να γίνουν δυνατοί και αναπτύξουν την θέληση τους αντιθέτως εκπαιδεύτηκαν για το ακριβώς αντίθετο. Σας ακούγεται περίεργο ή υπερβολικό;

Για δείτε τις παρακάτω φράσεις, μήπως κάποιες από αυτές σας φαίνονται αρκετά οικίες; «’Ηθελα να γίνω μπαλαρίνα, αλλά δεν είχα τις σωστές αναλογίες», «Πάντα ήθελα να σπουδάσω αλλά δεν τα κατάφερα», «Θέλω να αδυνατίσω αλλά δεν μπορώ να σταματήσω να τρώω», «Εδώ και μια βδομάδα θέλω να φτιάξω τον κήπο αλλά βαριέμαι».

Τι μήνυμα παίρνει κανείς ακούγοντας τις φράσεις αυτές; Πως οι άνθρωποι είναι αδύναμοι, μπορεί να θέλουν αλλά δεν μπορούν, σωστά;

Σκεφτείτε ακόμα, πόσες φορές έχετε αφήσει εξωτερικούς παράγοντες να επηρεάσουν αυτό που θέλετε; Η βροχή, μια γνώμη, κάτι που σας εμπόδισε από το να πραγματοποιήσετε το στόχο σας.

Η δύναμη της θέλησης έχει ένα ακόμα ύπουλο εχθρό που την σαμποτάρει. Την αναβλητικότητα. Πόσες φορές έχετε πει, «άσε καλέ που να τρέχω τώρα», «αστό αύριο» ή «πρέπει να κάνω τόσα πράγματα» και τελικά δεν γίνονται ποτέ διότι παίρνουν συνεχώς παράταση μέχρι που ξεχνιούνται ή αντικαθίστανται από καινούρια θέλω.

Πώς μπορεί κανείς να σταματήσει όλα αυτά που εμποδίζουν την θέληση;

Πρώτα από όλα πρέπει να κατανοήσουμε πως στην πραγματικότητα δεν είναι η λογική αυτή που ελέγχει τις πράξεις μας. Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν πως η λογική είναι η δύναμή τους. Αφήνουν στο περιθώριο τα συναισθήματά και υποτιμούν το υποσυνείδητό. Η λογική όμως πάντα φωνάζει «Κάνε, πράξε, ενέργησε» εσύ τελικά γιατί δεν το κάνεις; Μήπως, ακούς καλύτερα το «βαριέμαι» που φωνάζει από το υποσυνείδητο; Και έτσι, αρχίζεις να νιώθεις φόβο, άγχος και καθετί που οδηγεί τελικά στην αναβολή.

Πώς μπορείς να φτάσεις στους στόχους σου;

Δεν είναι μια εύκολη διαδικασία. Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να βρείτε μέσα σας ποιες είναι οι πεποιθήσεις, τα πιστεύω εκείνα που έχουν διαμορφώσει τα πρέπει στη ζωή σας. Πόσα άκαμπτα είναι; Τα πρέπει αυτά είναι που σας εμποδίζουν. Αν βρείτε τη δύναμη να αλλάξετε, να αναθεωρήσετε και να δείτε τι θέλετε να κρατήσετε και τι όχι, τότε θα έχετε καταφέρει να βρείτε την θέληση μέσα σας.

Ακόμα, προσπαθήστε να βάλετε μικρούς καθημερινούς στόχους. Δεν χρειάζεται να θέτετε τον πήχη πολύ ψηλά. Προσπαθήστε να τηρείτε τους στόχους αυτούς κάθε μέρα. Με τον τρόπο αυτό θα ενισχύσετε την αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμησή σας.

Είναι στο χέρι του κάθε ανθρώπου να επιλέξει τον τρόπο που θα ζει. Βρείτε την δύναμη μέσα σας να δείτε τα πράγματα διαφορετικά. Η αλλαγή όσο δύσκολη και αν είναι αξίζει το κόπο.

Μην ξεχνάτε πως στην ζωή υπάρχουν τρεις κατηγορίες ανθρώπων. Στην πρώτη ανήκουν αυτοί που γράφουν την ιστορία. Στην δεύτερη ανήκουν εκείνοι που ακολουθούν και παρακολουθούν εκείνους που γράφουν την ιστορία και στην τρίτη ανήκουν εκείνοι που δεν καταλαβαίνουν τίποτε. Αυτοί που δε θέλουν να μάθουν, εγκλωβίζονται στις πεποιθήσεις και τους ρόλους τους δημιουργώντας ένα άκαμπτο χαρακτήρα.

Λεξησαφήνιση του Εγώ:

εγώ το [eγó] Ο (άκλ.): α. η συνείδηση της ατομικότητας: Tο ~ δεν είναι παρά η συλλογή των αισθημάτων που δοκιμάζουμε και των αισθημάτων που μας θυμίζει η μνήμη. β. (ψυχ.) στη θεωρία της ψυχανάλυσης, το τμήμα της ανθρώπινης προσωπικότητας που βρίσκεται σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο· (πρβ. υπερεγώ). γ. η ατομική συνείδηση που έχει στραμμένη την προσοχή της στον εαυτό της με τρόπο μεροληπτικό· (πρβ. εγωισμός): H ανθρώπινη ευγένεια κρύβει και καταργεί το ~. Πληγώθηκε το ~ του, ο εγωισμός του. H απόσταση από το ~ ως το εμείς είναι πολύ μεγάλη,από το άτομο στο σύνολο. [λόγ. < αντων. εγώ σημδ. αγγλ. ego (< λατ. ego) & γερμ. das Ich]

εγωισμός ο [eγoizmós]: 1.η υπέρμετρη και αποκλειστική αγάπη του ατόμου για τον εαυτό του, η οποία οδηγεί σε μια στάση αδιαφορίας για τους άλλους και περιφρόνησης του κοινωνικού συμφέροντος· (πρβ. εγωπάθεια, εγωκεντρισμός, εγωλατρία). ANT αλτρουισμός, φιλαλληλία: Tυφλός ~. || Ο ~ του δεν τον αφήνει να δει το λάθος του, η αλαζονεία του. 2. προσωπική φιλοτιμία, υπερηφάνεια· αξιοπρέπεια: Πληγώνω / θίγω τον εγωισμό κάποιου. Θίχτηκε ο ~ του. 3. (φιλοσ., παλαιότ.) σολιψισμός. || (ψυχ.) η φυσική αγάπη του ατόμου προς τον εαυτό του.[λόγ. < γαλλ. égoïsme < λατ. ego `εγώ΄ -isme = -ισμός]

εγωίσταρος ο [eγoístaros] & εγωισταράς ο [eγoistarás] Ο1 θηλ. εγωισταρού [eγoistarú]: (προφ., μειωτ.) αυτός που είναι υπέρμετρα εγωιστής.[εγωιστ(ής) μεγεθ. -αρος, -αράς· εγωισταρ(άς) -ού]

εγωιστής ο [eγoistís] θηλ. εγωίστρια [eγoístria]: αυτός που αγα πά υπέρμετρα και αποκλειστικά τον εαυτό του, και γι΄ αυτό αδιαφορεί και περιφρονεί τους άλλους· (πρβ. φίλαυτος). ANT αλτρουιστής: Mεγάλος ~. Πολύ ~. || Είναι τόσο ~ που δεν πρόκειται να παραδεχτεί το λάθος του, αλαζόνας. εγωιστάκος ο YΠΟKΟΡ. εγωίσταρος* ο & εγωισταράς* ο θηλ. εγωισταρού MΕΓΕΘ.[λόγ. < γαλλ. égoïste < égo(ïsme) = εγω(ισμός) -iste = -ιστής· λόγ. εγωισ(τής) -τρια· εγωισ(τής) -άκος]

εγωιστικός -ή -ό [eγoistikós]:(για συμπεριφορά, τρόπο κτλ.) που τον χαρακτηρίζει εγωισμός: Εγωιστική συμπεριφορά / ενέργεια / σκέψη. Εγωιστικό ύφος / βλέμμα. Εγωιστικά κίνητρα. εγωιστικά ΕΠIΡΡ: Θέρεται πολύ ~.[λόγ. εγωιστ(ής) -ικός]

εγωκεντρικός -ή -ό [eγokendrikós]: (για πρόσ. και συμπεριφορά, τρόπο κτλ.) που τον χαρακτηρίζει τάση εγωκεντρισμού: ~ χαρακτήρας. Εγωκεντρική αντίληψη του κόσμου. εγωκεντρικά ΕΠIΡΡ.[λόγ. < γαλλ. égocentrique < λατ. ego `εγώ΄ + centr(e) < αρχ. κέντρ(ον) -ique = -ικός]

εγωκεντρισμός ο [eγokendrizmós]: 1.η τάση να αντιμετωπίζει κανείς τα πράγματα σαν να υπήρχαν μόνο γι΄ αυτόν, σύμφωνα με τη δική του άποψη και τα δικά του συμφέροντα· (πρβ. εγωπάθεια, εγωλατρία, εγωισμός). 2.(ειδ. ψυχ.) η ψυχοπαθολογική τάση του ατόμου να ανάγει τα πάντα στον εαυτό του.[λόγ. < γαλλ. égocentrisme < égocentr(ique) = εγωκεντρ(ικός) -isme = -ισμός]

εγωλάτρης ο [eγolátris]: υπερβολικά και παθολογικά εγωιστής· εγωπαθής.[λόγ. εγώ (κατά τη σημ. της λ. εγωιστής) + -λάτρης]

εγωλατρία η [eγolatría] (χωρίς πληθ.): υπερβολικός και παθολογικός εγωισμός· εγωπάθεια.[λόγ. εγωλάτρ(ης) -ία]

Είσαι Μόνος με τις Σκέψεις Σου

«Όλα τα προβλήματα της ανθρωπότητας πηγάζουν από την ανικανότητα του ανθρώπου να καθίσει ήσυχα σε ένα δωμάτιο μόνος του» -Blaise Pascal

Όσο αντιεξελίσσεται η κοινωνία, εξελίσσονται κι οι μέθοδοι χειραγώγησής της.

Ο έλεγχος δεν συνίσταται πια στο να ωθούν το ανθρωπόζωο σε συγκεκριμένες ενέργειες, αλλά στο να ωθείται μόνο του σε αυτές. Ο Jean Bodrillard επισημαίνει ότι η τηλεόραση συνιστά τον κοινωνικό έλεγχο μέσα στο σπίτι, όχι κατ’ ανάγκην σαν κατασκοπευτικό όργανο αλλά κάτι περισσότερο από αυτό. Εξασφαλίζει ότι οι τηλεθεατές δεν μιλούν πλέον μεταξύ τους. Eίναι οριστικά απομονωμένοι μπροστά σε μονόπλευρες, δογματικές εντολές-δηλώσεις, κατευθύνσεις, προπαγάνδα, χωρίς απόκριση. Το αυτό και τα κινητά τηλέφωνα. Όλοι -μικροί και μεγάλοι- είναι κολλημένοι σε αυτή την μικρή συσκευή στην άκρη του χεριού τους κι αδυνατούν να αρθρώσουν μια πρόσταση με συντακτικό, τονισμό κι ορθογραφημένη.

Ακόμη πιο πέρα, η τηλεόραση εξασφαλίζει ότι οι τηλεθεατές δεν μένουν ποτέ χαλαροί και μόνοι τους, γιατί υπάρχει η ολέθρια και καταστροφική για το σύστημα τρομακτική πιθανότητα, ν’ αρχίσουν να σκέφτονται. Αν οι άνθρωποι αρχίσουν να σκέφτονται και μείνουν μόνοι με τις σκέψεις τους, υπάρχει η ακόμη πιο επικίνδυνη πιθανότητα, να αρχίσουν να κάνουν τους σωστούς συνειρμούς και να σκεφτούν σωστά. Πόσο πιθανό θεωρείς να επιτρέψουν οι επικυρίαρχοι, που σε κυβερνούν να καταφέρεις κάτι τέτοιο;

Πόσο πιθανό θεωρείς να κυβερνούσαν την Ελλάδα (για να περιοριστώ στην χώρα ελέγχου των Γερμανών) αυτές οι μαριονέτες που σε κυβερνούν, αν ΕΣΥ είχες την ικανότητα της Σκέψης; Πόσο πιθανό θεωρείς να έλεγχαν το ανθρώπινο κοπάδι των Ελλήνων, της Γερμανικής επικράτειας που αυτοαποκαλείται Ελλάς, η θρησκεία των Εβραίων του Γιαχβέ ή οποιαδήποτε άλλη οργανωμένη και ιεραρχική δογματική θρησκεία; Μένω στα βασικά, κάνε μόνος σου περισσότερους συνειρμούς.

Η ακόλουθη έρευνα δείχνει (επιστημονικά και με την βούλα, σαν καλόγινωμένο καρπούζι) κάτι που είναι ήδη γνωστό, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να κάνουν κάποια πράξη, ακόμη και εις βάρος του τον εαυτού τους, από το να μην κάνουν τίποτα ή να μείνουν μόνοι με τις σκέψεις τους, πόσο μάλλον να μείνουν χωρίς καθόλου σκέψεις, σύμφωνα με τους ερευνητές τα πορίσματα των οποίων δόθηκαν στη δημοσιότητα στις 4 Ιουλίου 2014 στο περιοδικό Science.

Σε μια σειρά 11 ερευνών, ο ψυχολόγος Timothy Wilson από το Πανεπιστήμιο της Virginia και οι συνεργάτες του στο Πανεπιστήμιο της Virginia και το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, διαπίστωσαν, ότι οι συμμετέχοντες στην μελέτη προερχόμενοι από ένα ευρύ φάσμα ηλικιών, δεν τους άρεσε να περνούν ακόμη και σύντομο χρονικό διάστημα μόνοι τους σε ένα δωμάτιο χωρίς να κάνουν τίποτα, όπως το να μην σκέφτονται ή να ονειροπολούν. Οι συμμετέχοντες, σε μεγάλο βαθμό, απολάμβαναν πολύ περισσότερο τις εξωτερικές δραστηριότητες όπως να ακούν μουσική ή να παίζουν με ένα smartphone. Ορισμένοι μάλιστα προτίμησαν να υποβάλλουν τον εαυτό τους σε ηλεκτροσόκ από το να σκέφτονται (sic).

«Όσοι από εμάς που απολαμβάνουν μια ιδιαίτερη στιγμή, που θέλουν να ηρεμήσουν και να αφιερώσουν χρόνο να σκεφτούν, πιθανώς να αντιμετωπίσουν τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης με μεγάλη έκπληξη, αλλά οι συμμετέχοντες αυτής, έδειξαν συστηματικά ότι επιλέγουν να κάνουν κάτι άλλο, από το να μείνουν μόνοι με τις σκέψεις τους, ακόμη και για ένα αρκετά σύντομο χρονικό διάστημα», δήλωσε ο Γουίλσον.

Ενδιαφέρον θα είχε να μας πει ο επιστήμονες τι είδους σκέψεις κάνουν τα ανθρώπινα ζωντανά;

Η χρονική περίοδος που ο Wilson και οι συνεργάτες του ζήτησαν από τους ανθρώπους να είναι μόνοι με τις σκέψεις τους κυμαίνονταν από 6 έως 15 λεπτά, δηλ. ολόκληρη αιωνιότητα. Σε πολλές από τις πρώτες μελέτες συμμετείχαν σπουδαστές πανεπιστημίου, οι περισσότεροι από τους οποίους ανέφεραν ότι αυτή η «περίοδος σκέψης» δεν ήταν καθόλου ευχάριστη και ότι ήταν δύσκολο να συγκεντρωθούν. Έτσι, ο Wilson προχώρησε σε μία μελέτη με συμμετέχοντες από μια μεγαλύτερη επιλογή ηλικιακού φάσματος που κυμάνθηκε στο ηλικιακό εύρος 18 – 77 και βρήκε ουσιαστικά τα ίδια αποτελέσματα.

«Αυτό ήταν έκπληξη! Ότι οι άνθρωποι, ακόμη και μεγαλύτερης ηλικίας δεν έδειξαν κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον να βρεθούν μόνοι με τις σκέψεις τους», δήλωσε ο Wilson.

Σιγά την έκπληξη μεγάλε, ένας άνθρωπος που έχει γαλουχηθεί, προπαγανδιστικά, με ένταση και με συνέχεια, στον θόρυβο και στον έλεγχο, πως μετά από 20-50 χρόνια προγραμματισμού να κάνει ένα πράγμα, ξαφνικά θα κάνει κάτι άλλο έξω από τον προγραμματισμό; Είναι σαν να έχω widows στον υπολογιστή μου 50 χρόνια και ξαφνικά χωρίς αλλαγή προγράμματος να του ζητάω να λειτουργήσει με Linux. Τσακάλια οι επιστήμονες! Πόσα παίρνουν άραγε γι αυτές τις έρευνες τα επιστημονικά σαϊνια; Πάμε παρακάτω…

Ο Wilson δεν αποδίδει απαραίτητα αυτό το γεγονός στο γρήγορο ρυθμό της σύγχρονης κοινωνίας (όοοχι βέβαια) ή στην επικράτηση των άμεσα διαθέσιμων ηλεκτρονικών συσκευών, όπως τα smartphones. Αντί αυτού, ο ίδιος πιστεύει ότι οι συσκευές μπορεί να είναι μια απάντηση στην επιθυμία των ανθρώπων να έχουν πάντα κάτι να κάνουν. Στην μελέτη του, ο Wilson επισημαίνει ότι ένα μεγάλο εύρος ερευνών έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι γενικά προτιμούν να μην απεμπλακούν από τον πολιτισμό και όταν το κάνουν, δεν το απολαμβάνουν ιδιαίτερα. Με βάση αυτές τις έρευνες, διαπιστώνεται ότι ο άνθρωπος ξοδεύει τον χρόνο του μπροστά στην τηλεόραση, την συναναστροφή ή την ανάγνωση και πολύ λίγο ή καθόλου χρόνο στην χαλάρωση ή στην σκέψη.

Για την «Μη Σκέψη» δε, ούτε λόγος.

Κατά την διάρκεια πολλών πειραμάτων του Wilson, οι άνθρωποι κλήθηκαν να καθίσουν μόνοι τους σε ένα λιτό δωμάτιο, μέσα σε ένα εργαστήριο, χωρίς κινητό τηλέφωνο, χωρίς βιβλία ή υλικά συγγραφής και να περάσουν 6 έως 15 λεπτά –ανάλογα με την μελέτη– προσπαθώντας να αφιερώσουν αυτόν τον χρόνο στο εαυτό τους και στις σκέψεις τους. Στην συνέχεια, απάντησαν σε συγκεκριμένα ερωτήματα μεταξύ άλλων σχετικά με το πόσο απήλαυσαν την εμπειρία και αν είχαν δυσκολία στην συγκέντρωση.

Οι περισσότεροι ανέφεραν ότι τους ήταν δύσκολο να συγκεντρωθούν και ότι το μυαλό τους είχε αφαιρεθεί και περιπλανιόταν, αν και δεν υπήρχε τίποτα για να αποτραβήξει την προσοχή τους. Κατά μέσο όρο, οι συμμετέχοντες ανέφεραν ότι δεν απήλαυσαν την εμπειρία. Ένα παρόμοιο αποτέλεσμα βρέθηκε σε περαιτέρω μελέτες, όταν οι συμμετέχοντες είχαν την δυνατότητα να βρεθούν μόνοι με τις σκέψεις τους στα σπίτια τους.

«Βρήκαμε ότι περίπου το ένα τρίτο παραδέχτηκε ότι είχαν «κλέψει» στην έρευνα όταν ήταν στο σπίτι, συμμετέχοντας σε κάποια δραστηριότητα, όπως η ακρόαση μουσικής ή χρησιμοποιώντας ένα κινητό τηλέφωνο ή απλώς με το να σηκωθούν από την καρέκλα τους. Και δεν απήλαυσαν αυτήν την εμπειρία περισσότερο στο σπίτι από ό,τι στο εργαστήριο» δήλωσε ο Γουίλσον

Ένα επιπλέον πείραμα του Wilson, πρότεινε, με τυχαία επιλογή, στους συμμετέχοντες να περάσουν λίγο χρόνο με τις σκέψεις τους ή το ίδιο χρονικό διάστημα να κάνουν μια εξωτερική δραστηριότητα, όπως να διαβάσουν ή να ακούσουν μουσική, αλλά όχι να επικοινωνήσουν με άλλους ανθρώπους. Αυτοί που έκαναν τις εξωτερικές δραστηριότητες ανέφεραν ότι οι ίδιοι το απήλαυσαν πολύ περισσότερο από ό,τι εκείνοι που κλήθηκαν να σκεφτούν μόνο, ότι ήταν ευκολότερο να συγκεντρωθούν και ότι το μυαλό τους αφαιρέθηκε λιγότερο.

Οι ερευνητές προχώρησαν ακόμα πιο μακριά την μελέτη τους. Επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να έχουν κάτι να κάνουν από το να σκέφτονται, στην συνέχεια ρωτήθηκαν: «Θα προτιμούσατε να εκτελέσετε μια δυσάρεστη δραστηριότητα από το να μην κάνετε καμία δραστηριότητα απολύτως;» Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι πολλοί θα το επέλεγαν.

Στους ανθρώπους δόθηκε η πρόσθετη δυνατότητα, κάτω από τις ίδιες συνθήκες όπως άλλωστε και στις περισσότερες από τις προηγούμενες μελέτες, να διαχειρίζονται την υποβολή ενός ήπιου ηλεκτροσόκ στον εαυτό τους με το πάτημα ενός κουμπιού. Δώδεκα από τους 18 άνδρες της μελέτης έκαναν οι ίδιοι στον εαυτό τους, τουλάχιστον ένα, ηλεκτρικό σοκ κατά την διάρκεια της 15λεπτης «περιόδου σκέψης» Συγκριτικά, 6 από τις 24 γυναίκες συμμετέχουσες, έκαναν ηλεκτροσόκ στον εαυτό τους. Όλοι οι συμμετέχοντες έχοντας δεχθεί ένα δείγμα του σοκ, ανέφεραν ότι θα πλήρωναν για να αποφύγουν να δεχθούν ξανά ηλεκτροπληξία.

«Αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι ότι απλά το να είσαι μόνος με τις σκέψεις σου για 15 λεπτά ήταν προφανώς τόσο απωθητικό που οδήγησε πολλούς συμμετέχοντες να υποβάλλουν οι ίδιοι τον εαυτό τους σε ένα ηλεκτρικό σοκ που νωρίτερα είχαν πει ότι θα πλήρωναν για να το αποφύγουν», γράφουν οι ερευνητές,

Ο Wilson και η ομάδα του σημείωσαν, ότι οι άνδρες τείνουν να αναζητούν «αισθητηριακά ερεθίσματα» περισσότερο από τις γυναίκες, κάτι που μπορεί να εξηγήσει γιατί το 67% των ανδρών υπέβαλλαν τον εαυτό τους σε ηλεκτροσόκ σε σχέση με το 25% των γυναικών που το έκαναν. Ο Wilson, δήλωσε ότι ο ίδιος και οι συνεργάτες του εξακολουθούν να εργάζονται για τους ακριβείς λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι βρίσκουν δύσκολο το γεγονός να είναι μόνοι με τις σκέψεις τους.

«Ο καθένας απολαμβάνει μία περίοδο αφηρημάδας ή να φαντασιώνεται κατά καιρούς», είπε, «αλλά αυτά τα είδη σκέψης μπορεί να είναι πιο ευχάριστα όταν συμβαίνουν αυθόρμητα και είναι πιο δύσκολο να γίνουν κατ’ εντολή. Το μυαλό έχει σχεδιαστεί για να συνεργάζεται με τον κόσμο. Ακόμα και όταν είμαστε μόνοι μας, ο στόχος μας είναι συνήθως στον έξω κόσμο. Και χωρίς εκπαίδευση στο διαλογισμό ή σε τεχνικές σκέψης ελέγχου, οι οποίες είναι πολύπλοκες μέθοδοι και δεν αρμόζουν σε πολλούς ανθρώπους, οι περισσότεροι θα προτιμούσαν να συμμετάσχουν σε εξωτερικές δραστηριότητες.»

Διάβασε αν θέλεις ολόκληρη την μελέτη http://www.sciencemag.org/content/345/6192/75

Αναρωτιέμαι...

Αν οι άνθρωποι και μάλιστα κατόπιν ειδικών ερευνών, των ειδικών επιστημόνων ερευνητών, προτιμούν να κάνουν ηλεκτροσόκ παρά να μείνουν μόνοι με τις σκέψεις τους, αν τους βάλουν να μείνουν χωρίς σκέψεις μπορεί ν’ αυτοκτονήσουν ή να δολοφονήσουν; Μένει να μας ενημερώσουν οι ειδικοί ερευνητές. Αντιλαμβάνομαι όμως πόσο δύσκολο, μάλιστα πέρα από τα όρια του αδύνατου, είναι να μείνουν οι άνθρωποι χωρίς καθόλου σκέψεις. Παραδόσεις αληθινά Μεγάλων Σοφών, λένε ότι αν ο άνθρωπος μείνει χωρίς σκέψεις 2 ολόκληρα λεπτά μπορεί να βγει από την δημιουργία, πέρα από τον δημιουργό και να βρεθεί στο Άγνωστο Μεγάλο Χάος. Αυτός είναι άλλωστε και ο Άκαμπτος Σκοπός του ταξιδιώτη- πολεμιστή. Να γίνει ικανός και άξιος ν’ αντιμετωπίσει το Άγνωστο.

Δεκάδες συμβουλές και τρόποι υπάρχουν ώστε οι άνθρωποι να μπορέσουν να μείνουν χωρίς σκέψεις. Αρχής γενομένης να κάνουν ευχάριστες σκέψεις. Ναι κι αυτό είναι πολύ δύσκολο. Συνήθως ξεκινούν να κάνουν μια ευχάριστη σκέψη και σε 5-6 δεύτερα την μετατρέπουν σε δυσάρεστη. Ευχάριστη σκέψη κάνουν ή κατά λάθος, ή αν βρεθούν σε άσκηση και κάποιος τους το ζητήσει, ενώ μόνοι τους κι από επιλογή πολύ σπάνια.

Οι υποσυνείδητες εγγραφές, δηλ. το πρόγραμμα που τρέχει στον υπολογιστή σου, δεν επιτρέπει ιούς, έχει σκληρό τείχος προστασίας. Η μεγάλη και έντονη εισροή ευχάριστων σκέψεων είναι σαν ένας ιός στο λειτουργικό σύστημα που θα κάνει -και κάνει- ότι πρέπει για να επαναφέρει τα πράγματα στην «σωστή» λειτουργία.

Επιβάλλεται -αν θέλεις να ζήσεις σαν άνθρωπος και όχι σαν ανθρώπινο ζώο- να τροφοδοτήσεις τον σκληρό δίσκο με πολλά ευχάριστα γεγονότα, σκέψεις, συναισθήματα, στιγμές γέλιου, χαράς, προσφοράς, συντροφικότητας, μοναχικότητας, κλπ αλλά και να τα χρησιμοποιείς καθημερινά για να τα αναγνωρίζει το λειτουργικό σου πρόγραμμα και να μην τα αντιμετωπίζει σαν ιούς.

Μετά πάμε σε ασκήσεις για τις ΜΗ Σκέψεις και εκεί απαιτείται πειθαρχία και ανάληψη ευθύνης πολεμική.

Εκεί θα ανακαλύψεις το «άγιο δισκοπότηρο» δηλ. ότι τα 9,99/10 των σκέψεων που κάνεις καθημερινά, δεν είναι δικές σου, αλλά εξωτερικές υποβολές.

Από ποιόν άραγε;

Fr. Nietzsche: τι είναι το καθεστώς της "αγέλης";

Φρίντριχ Νίτσε: 1844-1900

Άρχοντες και αρχόμενοι: Διαλεκτική αγελαίας συνείδησης και ηθικής υποκρισίας

§1

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Σε ένα από τα πολλά αποκαλυπτικά του κείμενα ο Νίτσε προσδιορίζει με απαράμιλλη ευστροφία την ασυναρτησία του Πολιτικού, ως εφαρμοσμένου πολιτικού συστήματος με υπηκόους: κυβερνώντες και κυβερνώμενους. Οι ιδέες του κειμένου που ακολουθεί δίνουν σαφείς απαντήσεις όχι μόνο για το τι σημαίνουν ασυνάρτητοι γενικά, απαίδευτοι, δουλόφρονες, αμοραλιστές πολιτικοί με παρόμοιας νοο-τροπίας υπηκόους-οπαδούς, αλλά και ειδικά για το πώς εκδηλώνονται οι πιο σκοτεινές στιγμές του φαύλου πολιτικού συστήματος της Ευρώπης, όπως και της Ελλαδικής ενδοχώρας.

Η νοηματική ακρίβεια του εν λόγω κειμένου έγκειται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι εισχωρεί σε πτυχές του κοινωνικού-πολιτικού γίγνεσθαι, οι οποίες για την ελαφρότητα του ιδεολογικού Είναι ορισμένων –που έχουν μείνει τη λίθινη εποχή– θεωρούνται ιερουργικές και απαράβατες αρχές. Η θεμελιακή σκέψη του κειμένου συνοψίζεται στο εξής: οι άνθρωποι, είτε ως κυβερνήτες είτε ως κυβερνώμενοι –σε επίπεδο θεσμών, ομάδων, τάξεων, λειτουργικών, θεολογικών σχέσων, κρατικών δομών κ.λπ.– έχουν να επιδείξουν ως τώρα μια αγελαία συμπεριφορά, γίνονται δούλοι των ίδιων τους των «αξιών». Γιατί; Επειδή ιστορικά έχουν εθίσει, σαν να πρόκειται για έμφυτο χαρακτηριστικό τους, στην υπακοή ως υποτέλεια, ως αποδοχή και εφαρμογή ξένων εντολών. Έτσι συμβαίνει να απλώνεται παντού μια πολιτεία αγέλης, όπου απουσιάζει η στοιχειώδης αλληλοκατανόηση ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας και κάθε μορφή αυτοσυνειδησίας του ανθρώπου αποβαίνει δυσεύρετο προϊόν, για να επιβεβαιωθεί ακόμη μια φορά πως το επίπεδο των προσώπων που ασκούν εξουσία είναι ανάλογο με το επίπεδο αυτών που τους εκλέγουν και αντίστροφα.

§2

Αποσπάσματα

[1] «Σε όλες τις εποχές, όσο υπάρχουν άνθρωποι, έχουν υπάρξει και ανθρώπινες αγέλες (σύνδεσμοι-συνασπισμοί οικογενειών, κοινότητες, φυλές, λαοί, κράτη, εκκλησίες) και πάντοτε ένας πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπων που υπακούουν αναλογικά προς τον μικρό αριθμό εκείνων που δίνουν εντολές, που διοικούν. –Εάν λοιπόν λάβουμε υπόψη πως η υπακοή ως τώρα έχει εφαρμοστεί και καλλιεργηθεί με τον καλύτερο τρόπο και για τον περισσότερο χρόνο ανάμεσα στους ανθρώπους, μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε ότι κατά μέσο όρο μια ανάγκη για υπακοή είναι έμφυτη στον καθένα σήμερα, ως ένα είδος τυπικής συνείδησης, που προστάζει: «οφείλεις να κάνεις άνευ όρων αυτό και άνευ όρων να μην κάνεις το άλλο», συνοπτικά: «οφείλεις». Η εν λόγω ανάγκη πασχίζει να ικανοποιείται και να πληροί τη μορφή της με ένα περιεχόμενο· ενεργώντας έτσι αδράχνει χωρίς περιθώρια επιλογής, ανάλογα με τη δύναμη, την ανυπομονησία και την έντασή της, ως παμφάγος όρεξη, και αποδέχεται οτιδήποτε της φωνάζει στ’ αυτιά της ο οποιοσδήποτε από εκείνους που δίνουν εντολές, που διοικούν: γονείς, δάσκαλοι, νόμοι, ταξικές προκαταλήψεις, κοινή γνώμη» (Nietzsche, KSA 5 ‒Πέραν του καλού και του κακού‒ σ. 119).

Ένα σχόλιο: γενεαλογικά καταδεικνύεται πως στον κόσμο του ιστορικού ανθρώπου οι λίγοι άρχουν και οι πολλοί προορίζονται να υπακούουν δουλικά. Ο άνθρωπος έτσι, ως προς την ιστορικο-οντολογική του παρουσία, δεν παύει να είναι πειθήνιο όργανο εντολών που επιβάλλονται έξωθεν. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή έχει αγελαία συνείδηση: οι περισσότεροι άνθρωποι διέπονται από μια ηθική υπακοής, υπηρέτησης νόμων, αρχών και προσώπων, χωρίς να υποψιάζονται ούτε κατ’ ελάχιστο ότι πρόκειται για μια ηθική, κατασκευασμένη από τους κυρίαρχους με βάση τις δικές τους αξιώσεις και προορισμένη για δούλους. Οι εκάστοτε διατάζοντες, από την πλευρά τους, υποκρίνονται πως εφαρμόζουν ανώτερες ηθικές αρχές και πως εκτελούν ιερές διαταγές, ριζωμένες με έναν θεόσταλτο τρόπο, στην παράδοση. Έτσι εμφανίζονται να εκπληρώνουν το πιο ιερό χρέος, που κινεί την ιστορία του λαού, ως αγνοί υπηρέτες του. Στην πράξη καταργούν την αυτονομία του ανθρώπινου ατόμου, την πνευματικότητα του ανθρώπινου προσώπου, και μετατρέπουν το λαό σε υποτακτική μάζα. Πρόκειται για βάρβαρα στίφη που υπηρετούν με χαρά πολλές φορές τους ποικίλους μηχανισμούς ως δάσκαλοι, ως δεσμοφύλακες, ως ταξικοί εκπρόσωποι, ως πολιτικό προσωπικό, ως δημοσιογράφοι, ως κομματικοί σωλήνες, ως πολιτικοί μισθοφόροι, ως οπαδοί, ως ψηφοφόροι, ως αθλητές κ.λπ. Τις περισσότερες φορές απουσιάζει ολότελα η ελεύθερη άσκηση της σκέψης και της κρίσης, με τις φωτεινές εξαιρέσεις πάντοτε. Γενικώς όμως ταυτίζονται με ό,τι δεν είναι ο εαυτός τους : με αντικείμενα, με πολιτικούς αγύρτες ‒ανδρείκελα αλλότριων συμφερόντων‒με κάθε είδους πραγμοποιημένο ον της εξουσίας. Ως εκ τούτου είναι υπήκοοι που έχουν μάθει να εκτελούν και να εκτελούνται αγόγγυστα. Κατά κανόνα λοιπόν έχουν μεταποιηθεί σε μια τυποποιημένη συνείδηση που ξέρει μόνο να αναπαράγει τις εντολές που δέχεται : οφείλεις να κάνεις το … να τις αναπαράγει ως μιμητικός πίθηκος του δικού του εξουσιαστή. Και οι κυρίαρχοι, οι εκάστοτε κυβερνώντες, είναι ελεύθεροι; Γι’ αυτό μας μιλάει το παρακάτω απόσπασμα.

[2] «Ο παράδοξος περιορισμός της ανθρώπινης ανάπτυξης, ο δισταγμός, οι παρελκύσεις της, οι συχνές παλινδρομήσεις και περιστροφές της, οφείλονται στο γεγονός ότι το αγελαίο ένστικτο της υπακοής έχει κληρονομηθεί με τον καλύτερο τρόπο και σε βάρος της τέχνης του διατάζειν, του διοικείν. Άμα σκεφτούμε τούτο το ένστικτο ως την πιο ακραία του υπερβολή, θα λείπουν στο τέλος εντελώς οι διατάζοντες, οι διοικούντες, και τα ανεξάρτητα άτομα· ή η κακή τους συνείδηση θα τους κάνει να υποφέρουν μέσα τους και θα πρέπει κατ’ ανάγκη, για να μπορούν να διατάζουν, να δημιουργήσουν στον εαυτό τους μια ψευδαίσθηση, δηλαδή ότι και αυτοί προορίζονται μόνο να υπακούουν. Τέτοια είναι η κατάσταση που επικρατεί σήμερα πράγματι στην Ευρώπη: την ονομάζω ηθική υποκρισία των κυβερνώντων. Αυτοί-εδώ δεν ξέρουν πώς αλλιώς να προστατευθούν από την κίβδηλη ηθική τους-συνείδηση παρά με το να παρουσιάζονται ως εκτελεστές παλαιότερων και ανώτερων εντολών –όπως εντολές των προγόνων, του συντάγματος, του δικαίου, των νόμων ή και του ίδιου του θεού– ή να δανείζονται από τον αγελαίο τρόπο σκέψης αγελαίες ρήσεις-γνώμες και να αυτο-δικαιολογούνται, για παράδειγμα, ότι είναι οι «πρώτοι υπηρέτες του λαού τους» ή «όργανα του κοινού καλού» (ό.π., σσ. 119-120).

Ένα σχόλιο: Και οι κυβερνώντες, αυτοί που προστάζουν, δεν είναι λιγότερο αγελαίοι και υπήκοοι, με το νόημα ότι στερούνται το ελεύθερο φρόνημα, δεν αποτελούν συναφώς καμιά άξια λόγου αυθεντία –έστω και της εξουσίας αυθεντία–, διακρίνονται για την ίδια τυποποιημένη συνείδηση, που προαναφέραμε, και γι’ αυτό αποδεικνύονται ανίκανοι να σκέπτονται και να ενεργούν ως ανεξάρτητα άτομα. Αποτελούν τη άλλη όψη των αδύναμων, παθητικών υπηκόων Ως αντιστάθμισμα της ανικανότητάς τους προβάλλουν διάφορες, όχι λιγότερο αγελαίες, ηθικολογικές επινοήσεις ότι εργάζονται για το δημόσιο συμφέρον, είναι δηλαδή υπ-ουργοί. Εδώ ο Νίτσε γίνεται προάγγελος των κακών από τη «δημοκρατική» μαζοποίηση των πάντων, ανθρώπων και πραγμάτων, κατά τη νεωτερική εποχή. Προοικονομεί ό,τι πρόκειται να συμβεί, κατ’ απόλυτο τρόπο, στις εποχές μας και στους οικείους μας χώρους: το πιο ύπουλο επιτήδευμα, εκείνο της μαζικής δημοκρατίας και της μαζικής κουλτούρας, όπου έρχονται συνήθως στο πολιτικό, πολιτισμικό και επιστημονικό προσκήνιο –σχεδόν πάντοτε με το προσωπείο του λαϊκού ή μεγάλου «δημοκράτη»– τα πιο ασήμαντα, τα πιο ακόλαστα και αδίστακτα όντα της αγέλης. Ας σημειωθεί πως για τον Νίτσε ο ανώτερος άνθρωπος, ο αυθεντικά ευγενής είναι εκείνος που καλλιεργεί και αναπτύσσει ελεύθερα τις ικανότητές του· όχι εκείνος που υποτάσσεται στο Δέον-είναι: στο «οφείλεις ή πρέπει να …». Χαρακτηριστική προς τούτο είναι και η σχετική κριτική του στον Καντ.

Θεοφάνεια: Ο «αγιασμός» τών υδάτων υπό το φως τής λογικής

Μία από τις σπουδαιότερες γιορτές τού Χριστιανισμού είναι τα Θεοφάνεια. Όχι μόνον ιαματικές, αλλά και υπερφυσικές ιδιότητες αποδίδονται από τους χριστιανούς στα νερά, που αγιάζονται από κληρικούς κάθε χρόνο την ημέρα των Θεοφανείων. Το νερό που έχει αγιαστεί, πιστεύεται ότι δεν χαλάει σε αντίθεση με το κοινό -μη αγιασμένο- νερό.

Ας εξετάσουμε όμως, τι πραγματικά συμβαίνει κάνοντας κατ΄ αρχήν ορισμένες παρατηρήσεις:

– Στο αγιασμένο νερό αποδίδονται ιδιότητες «κολλητικές». Αν αδειάσουμε, δηλαδή, μια μικρή φιάλη αγιασμένου νερού σε μια μεγάλη δεξαμενή, τότε και τα νερά τής δεξαμενής αγιάζονται. Δεν αναφέρεται όμως, η ταχύτητα διάδοσης τού αγιάσματος, οπότε πρέπει μάλλον να θεωρήσουμε, ότι γίνεται σε χρόνο μηδέν. Όταν επομένως αγιάζεται κάποια ποσότητα νερού, ο αγιασμός μεταδίδεται αστραπιαία σε κάθε άλλη ποσότητα νερού, με την οποία έρχεται αυτή σ΄ επαφή.

– Κάθε χρόνο την ημέρα των Θεοφανείων αγιάζονται τα νερά δεξαμενών, λιμνών, ποταμών και θαλασσών. Όλα αυτά όμως επικοινωνούν και καταλήγουν στη θάλασσα και στα πελάγη κι αυτά με τη σειρά τους καταλήγουν στους ωκεανούς, οπότε αμέσως αγιάζονται όλες οι θάλασσες, τα πελάγη κι οι ωκεανοί τού πλανήτη. Θα αρκούσε ένας μόνον αγιασμός σε ένα ποτάμι, προκειμένου να παραχθεί το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα.

– Με τη διαδικασία τής εξάτμισης παράγονται αγιασμένοι υδρατμοί, αγιασμένα σύννεφα και αγιασμένη βροχή κι έτσι σύντομα σε κάθε απομονωμένο σημείο τής Γης (λίμνη, σπηλιά κ.τ.λ.) φθάνει το αγιασμένο νερό, οπότε αγιάζονται όλα τα νερά τής Γης. Παίρνοντας επομένως νερό από την βρύση της οικίας μας είναι κι αυτό έμμεσα αγιασμένο και δεν έχει καμία διαφορά από το νερό που αγιάστηκε άμεσα από τον ιερέα.

– Δεν αναφέρεται επίσης ο χρόνος, που το νερό διατηρεί την αγιασμένη του ιδιότητα. Είναι δυνατόν να χάνει την αγιαστική του δύναμη με την πάροδο του χρόνου; Αδιανόητο για τους χριστιανούς. Εφ΄ όσον όμως δεν την χάνει, γιατί το νερό, που αγιάστηκε φέτος πρέπει να ξαναγιαστεί και τού χρόνου; Θα αρκούσε ένας αγιασμός άπαξ κι έκτοτε όλα τα νερά τής Γης θα ήταν για πάντα αγιασμένα.

Είναι όμως γεγονός, ότι εάν πάρετε μία φιάλη νερού από την εκκλησία και μία φιάλη νερού από την βρύση τού σπιτιού σας, το νερό τής «αγιασμένης» φιάλης μπορεί να διατηρηθεί περισσότερο. Τι συμβαίνει λοιπόν; Ποιο μέσο χρησιμοποιεί η Εκκλησία; Η απάντηση είναι απλούστατη: Στο αγιασμένο νερό οι ιερείς βουτούν βασιλικό. Ο βασιλικός έχει αντισηπτικές ιδιότητες, γνωστές ήδη από την αρχαιότητα. Οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν βασιλικό στις ταριχεύσεις.

Το βάπτισμα των φύλλων τού βασιλικού μέσα στο νερό το κάνει να διατηρείται περισσότερο κι όχι οι ψαλμωδίες κι οι αγιασμοί των ιερέων. Αυτός είναι ο λόγος, που η Εκκλησία διάλεξε το συγκεκριμένο αυτό φυτό για τον αγιασμό των υδάτων κι όχι επειδή, όπως παραδίδεται, η Αγία Ελένη μυρίζοντας δήθεν το άρωμα βασιλικού, που είχε φυτρώσει στον τόπο που είχε ταφεί ο σταυρός, τον οποίον «ανακάλυψε» 300 χρόνια μετά τη σταύρωση.

Τα ψεύδη, οι δεισιδαιμονίες, οι παραλογισμοί κι οι ψυχολογικοί -και όχι μόνον- εκβιασμοί είναι τα κύρια μέσα, που έχουν κατά κόρον χρησιμοποιηθεί από τους χριστιανικούς μηχανισμούς επιβολής κι επιβίωσής του τούς 17 αιώνες τής ιστορίας του. Ο αγιασμός των υδάτων είναι σχετικά απλό θέμα κι η συζήτησή του «δεν σηκώνει πολύ νερό». Δεν πρέπει να μας εμπλέκουν λοιπόν οι κατηχητές και οι νεοφανείς τηλέμποροι, οι οποίοι πνίγονται σε μια κουταλιά νερού («αγιασμένου» ή μη).

Τα ύδατα της ΙΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ καθαγιάζονται αδιάκοπα από τον μέγα Πελάγιο Θεό Ποσειδώνα με την χαλκοτόρευτον τρίαινά του και όχι από την χριστιανική αίρεση του πολεμοχαρή, ζηλόφθονου ψευδοθεού των εβραίων γιδοβοσκών της ερήμου

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΠΡΟΣ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΝ

ΙΣΟΚΡ 18.27–32

Η σημασία της τήρησης των συνθηκών

Ο Καλλίμαχος οδήγησε τον ομιλητή στα δικαστήρια, διεκδικώντας τα χρήματά του, που είχαν δημευθεί κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης των Δέκα (οι οποίοι ανέλαβαν την εξουσία μετά τους Τριάκοντα και πριν την αποκατάσταση της αθηναϊκής δημοκρατίας). Ο ομιλητής από την αρχή του λόγου του επιδίωξε να αποδείξει ότι ο ίδιος δεν ήταν υπεύθυνος της δήμευσης και ότι για το θέμα είχε προηγηθεί διαιτησία και συμβιβασμός μεταξύ τους. Κάλεσε, λοιπόν, τους δικαστές να σεβαστούν τo πνεύμα και τους στόχους της αμνηστίας του 403 π.Χ. και να μην ικανοποιούν τα αιτήματα όσων μνησικακώντας συνέχιζαν να εγείρουν αξιώσεις για τα γεγονότα της περιόδου πριν από την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Ακολουθεί απόσπασμα από την πίστιν του λόγου.


[27] Ἐνθυμεῖσθε δ’ ὅτι περὶ τῶν μεγίστων ἥκετε δικά-
σοντες· περὶ γὰρ συνθηκῶν τὴν ψῆφον οἴσετε, ἃς οὐδὲ
πώποτ’ οὔθ’ ὑμῖν πρὸς ἑτέρους οὔτ’ ἄλλοις πρὸς ὑμᾶς
ἐλυσιτέλησε παραβῆναι, τοσαύτην δ’ ἔχουσι δύναμιν ὥστε
τὰ πλεῖστα τοῦ βίου καὶ τοῖς Ἕλλησι καὶ τοῖς βαρβάροις
διὰ συνθηκῶν εἶναι. [28] ταύταις γὰρ πιστεύοντες ὡς
ἀλλήλους ἀφικνούμεθα καὶ ποριζόμεθα ὧν ἕκαστοι τυγχάνο-
μεν δεόμενοι· μετὰ τούτων καὶ τὰ συμβόλαια τὰ πρὸς ἡμᾶς
αὐτοὺς ποιούμεθα καὶ τὰς ἰδίας ἔχθρας καὶ τοὺς κοινοὺς
πολέμους διαλυόμεθα· τούτῳ μόνῳ κοινῷ πάντες ἄνθρωποι
διατελοῦμεν χρώμενοι. ὥσθ’ ἅπασι μὲν προσήκει βοηθεῖν
αὐταῖς, μάλιστα δ’ ὑμῖν.

[29] Ὑπόγυιον γάρ ἐστιν, ἐξ οὗ καταπολεμηθέντες,
ἐπὶ τοῖς ἐχθροῖς γενόμενοι, πολλῶν ἐπιθυμησάντων δια-
φθεῖραι τὴν πόλιν, εἰς ὅρκους καὶ συνθήκας κατεφεύγομεν,
ἃς εἰ Λακεδαιμόνιοι τολμῷεν παραβαίνειν, σφόδρ’ ἂν ἕκα-
στος ὑμῶν ἀγανακτήσειεν. [30] καίτοι πῶς οἷόν τ’ ἐστὶν
ἑτέρων κατηγορεῖν οἷς αὐτός τις ἔνοχός ἐστιν; τῷ δ’ ἂν δό-
ξαιμεν ἀδικεῖσθαι παρὰ τὰς συνθήκας κακῶς πάσχοντες,
εἰ μηδ’ αὐτοὶ φαινοίμεθ’ αὐτὰς περὶ πολλοῦ ποιούμενοι;
τίνας δὲ πίστεις πρὸς τοὺς ἄλλους εὑρήσομεν, εἰ τὰς πρὸς
ἡμᾶς αὐτοὺς γεγενημένας οὕτως εἰκῇ λύσομεν; [31] ἄξιον
δὲ καὶ τῶνδε μνησθῆναι, διότι πολλῶν καὶ καλῶν τοῖς προ-
γόνοις ἐν τῷ πολέμῳ πεπραγμένων οὐχ ἥκισθ’ ἡ πόλις ἐκ
τούτων τῶν διαλλαγῶν εὐδοκίμησεν. πρὸς μὲν γὰρ τὸν
πόλεμον πολλαὶ πόλεις ἂν εὑρεθεῖεν καλῶς ἠγωνισμέναι,
περὶ δὲ στάσεως οὐκ ἔστιν ἣν ἄν τις ἐπιδείξειεν ἄμεινον τῆς
ἡμετέρας βεβουλευμένην. [32] ἔτι δὲ τῶν μὲν τοιούτων
ἔργων, ὅσα μετὰ κινδύνων πέπρακται, τὸ πλεῖστον ἄν τις
μέρος τῇ τύχῃ μεταδοίη· τῆς δ’ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς μετριότητος
οὐδεὶς ἂν ἄλλ’ ἢ τὴν ἡμετέραν γνώμην αἰτιάσαιτο. ὥστ’
οὐκ ἄξιον προδότας ταύτης τῆς δόξης γενέσθαι.

***
Σκεφθήτε δε ότι έχετε έλθει διά να δικάσετε περί σπουδαιοτάτων ζητημάτων· θα αποφασίσετε περί συμφωνιών, τας οποίας ουδείς ποτέ έως τώρα έκρινεν ωφέλιμον να παραβή, συμφωνίας δηλαδή ιδικάς σας προς άλλους ή άλλων προς σας, τοσαύτην δε έχουν δύναμιν ώστε αι περισσότεραι των πράξεων της ζωής διά τους Έλληνας και τους βαρβάρους να γίνωνται διά συμφωνιών. Διότι έχοντες εμπιστοσύνην εις αυτάς, ερχόμεθα προς αλλήλους και προμηθευόμεθα εκείνα, των οποίων έχομεν ανάγκην· στηριζόμενοι εις αυτάς συνάπτομεν τας αναμεταξύ μας συμβάσεις (συμβόλαια) και καταπαύομεν τας ατομικάς μας διαφοράς και τους κοινούς πολέμους· μόνον τον κοινόν τούτον θεσμόν όλοι οι άνθρωποι διαρκώς μεταχειριζόμεθα. Ώστε αι συμφωνίαι πρέπει να είναι σεβασταί από όλους και προ πάντων από σας. 

Είναι πράγματι πρόσφατον, ότε, νικηθέντες και ευρισκόμενοι εις την διάθεσιν των εχθρών, πολλοί ήθελον να καταστρέψουν την πόλιν, κατεφύγομεν εις τους όρκους και τας συμφωνίας, τας οποίας, εάν ετόλμων οι Λακεδαιμόνιοι να παραβαίνουν, πάρα πολύ θα ηγανάκτει κατ' αυτών κάθε ένας από σας. Λοιπόν πώς είναι δυνατόν να κατηγορή τις τους άλλους διά παραπτώματα διά τα οποία αυτός ο ίδιος είναι ένοχος; Εις ποίον δε ηθέλομεν φανή ότι αδικούμεθα, κακοπαθούντες παρά τας συμφωνίας, εάν ουδέ ημείς οι ίδιοι φαινώμεθα ότι τας σεβόμεθα; Ποία δε εχέγγυα θα εύρωμεν διά τους άλλους, όταν ημείς καταστρέφωμεν τόσον ασυλλόγιστα τας αναμεταξύ μας συμφωνίας; Αξίζει δε να υπενθυμίσωμεν τας συμφωνίας ταύτας, διότι, αν πρόγονοί μας επετέλεσαν κατά τον πόλεμον μεγάλα κατορθώματα, η πόλις μας απέκτησεν ουχί μικροτέραν δόξαν διά της συμφωνίας ταύτης περί συμφιλιώσεως. Πράγματι θα εύρη τις πολλάς πόλεις, αι οποίαι εις τον πόλεμον έχουν καλώς αγωνισθή, αλλ' όσον αφορά τας εμφυλίους έριδας, δεν θα ηδύνατο τις να εύρη άλλην πόλιν, η οποία εσκέφθη καλύτερα από την ιδικήν μας. Προσέτι το περισσότερον μεν μέρος των τοιούτων έργων, τα οποία έχουν γίνει μετά κινδύνων, δύναται τις να αποδώση εις την τύχην, αλλά διά την προς αλλήλους μετριοπάθειαν ουδείς ήθελε δυνηθή να εύρη άλλην αιτίαν παρά την σύνεσίν μας. Ώστε δεν πρέπει να γίνωμεν προδόται της τοιαύτης υπολήψεώς μας.

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2023

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 5. Εξωτερική αφήγηση και εσωτερικές διηγήσεις

5.2. Οι εσωτερικές διηγήσεις στην Οδύσσεια


Το δίκτυο των εσωτερικών διηγήσεων στην Οδύσσεια δεν είναι μόνο πυκνό αλλά και καθοριστικό για τη σύνταξη του έπους. Πρόχειρη απόδειξη οι «Μεγάλοι Απόλογοι», που καταλαμβάνουν τέσσερις ολόκληρες ραψωδίες με την αναδρομική διήγηση του Οδυσσέα, συστήνοντας εκείνες τις περιπέτειες του ήρωα, οι οποίες ορίζουν τον εκτός της Ιθάκης εξωτερικό του νόστο. Μπορεί οι «Μεγάλοι Απόλογοι» να αποτελούν κορυφαίο παράδειγμα εσωτερικής διήγησης, τόσο με το περιεχόμενο όσο και με τη μορφή τους, αλλά δεν είναι και το μόνο δείγμα της αφηγηματικής αυτής τεχνικής μέσα στο έπος. Αντίθετα, οι «Μεγάλοι Απόλογοι» περιβάλλονται από άλλες διαδοχικές εσωτερικές διηγήσεις, οι οποίες και αναδεικνύουν την εξέχουσα σημασία τους. Προηγούνται οι εσωτερικές αφηγήσεις του Νέστορα και του Μενελάου (στην τρίτη και στην τέταρτη ραψωδία) και έπονται οι πλαστές διηγήσεις του Οδυσσέα, οι οποίες διασπείρονται στο δεύτερο μέρος της Οδύσσειας (από τη δέκατη τρίτη μέχρι την εικοστή τέταρτη ραψωδία), όταν ο ήρωας βρίσκεται πλέον στην Ιθάκη και φέρνει σε πέρας τον εσωτερικό του νόστο. Τούτο σημαίνει ότι, για να κατανοήσουμε τον συνθετικό και λειτουργικό ρόλο των «Μεγάλων Απολόγων», οφείλουμε να τους συγκρίνουμε με το συγγενικό αφηγηματικό περιβάλλον τους.

Το πυκνό εξάλλου δίχτυ διηγήσεων, που συγκρατεί το έπος της Οδύσσειας, επιτρέπει να εντοπίσουμε τους τρεις τρόπους της εσωτερικής διήγησης, οι οποίοι ανακαλούν τις συνθήκες και της εξωτερικής αφήγησης. Οι τρόποι αυτοί, ορίζοντας τον χώρο, τον χρόνο και την πρόσληψη της εσωτερικής διήγησης από το ακροατήριο, αποκαλύπτουν την τέχνη και την τεχνική της αφήγησης γενικότερα από τα χρόνια του Ομήρου έως τις μέρες μας. Πρόκειται δηλαδή για θεμελιακές αφηγηματικές συνθήκες, οι οποίες προκαταβάλλονται στην Οδύσσεια. Οι αφηγηματικές αυτές συνθήκες αναγνωρίζονται ευκολότερα στις εσωτερικές διηγήσεις μεγαλύτερες έκτασης, που περιβάλλουν, όπως είπαμε, τους «Μεγάλους Απολόγους». Αυτές λαμβάνονται κυρίως υπόψη στη επόμενη πραγμάτευση. Προηγείται η συνθήκη του χώρου, ο οποίος υποδέχεται κάθε φορά την εσωτερική διήγηση.

Ρωτάς γιατί...

Ρωτάς γιατί δεν μπορείς. Μπορείς, αλλά δεν θέλεις.
Ρωτάς γιατί σε πατάνε. Γιατί τους αφήνεις.

Ρωτάς γιατί πονάς. Γιατί ξέχασες πως στο τέλος νικάς.
Ρωτάς γιατί κλαις. Δεν πειράζει που κλαις.

Ρωτάς γιατί απογοητεύεσαι. Γιατί έχεις προσδοκίες.
Ρωτάς γιατί δεν πας μπροστά. Γιατί κοιτάς πίσω.

Ρωτάς γιατί δεν έχεις. Κι όμως, έχεις.
Ρωτάς γιατί είναι όλα στοιβαγμένα μέσα σου. Γιατί δεν μιλάς.

Ρωτάς γιατί φοβάσαι. Γιατί δεν πιστεύεις.
Ρωτάς γιατί δεν ζεις τα όνειρά σου. Ζεις ένα όνειρο.

Ρωτάς γιατί δεν αλλάζεις. Γιατί έχεις συνηθίσει.
Ρωτάς γιατί κάνεις λάθη. Γιατί ακόμα μπορείς.

Ρωτάς γιατί να πονάει η αγάπη. Τότε αυτό δεν είναι αγάπη.

Από την ελεύθερη σχέση στην αποκλειστικότητα

Ελεύθερη σχέση: Αυτή η περίεργη, ιδιαίτερη σχέση για πολλούς, στην οποία διατηρούμε μια ερωτική κυρίως επαφή και ξεκαθαρίζουμε τα όρια της αποκλειστικότητάς της. Σχεδόν σχέση, που θυμίζει λίγο το τραγούδι του Μαχαιρίτσα «βλεπόμαστε, φιλιόμαστε, αγαπιόμαστε, σε στιλ να μην ξεχνιόμαστε». Μέχρι εκεί, γιατί στις ελεύθερες σχέσεις υπάρχει ομερτά. Δε ρωτάμε, δε μας ενδιαφέρει τι κάνει ο άλλος στη ζωή του, ούτε καν αν υπάρχει κάποια σχέση, απαγορεύεται να ζηλεύουμε, να είμαστε κτητικοί και γενικώς κομμένες όλες οι απαιτήσεις.

Θ’ αναρωτιέστε φυσικά αν όλο αυτό μπορεί δουλέψει ως ρολόι ακριβείας. Όχι, καθώς πολύ συχνά ο ένας από τους δύο -αν η σχέση συνεχιστεί- το αποδέχεται σιωπηλά και μετά από καιρό αναζητά τη μετατροπή της ελεύθερης σχέσης σε σχέση αποκλειστικότητας. Δεν είναι παράλογο δεδομένου ότι όταν μια σχέση λειτουργεί καλά στο ερωτικό της κομμάτι, που είναι και το πρωτεύον της σχέσης, να θέλεις να την εξελίξεις και να την πας κι ένα βήμα παραπέρα. Πώς καταλαβαίνουμε ότι φτάσαμε στο παραπέρα;

Υπάρχουν και συναισθήματα. Και φυσικά θα έπρεπε να το γνωρίζαμε καθώς οι ελεύθερες σχέσεις χρειάζονται ωριμότητα κι ειλικρίνεια. Τι συμβαίνει όμως όταν αρχίζει εκείνος ο φτερωτός θεούλης να θέλει να ρίξει το βέλος του; Τότε αισθανόμαστε πως θέλουμε να έχουμε παραπάνω δικαιώματα στη ζωή του άλλου, έχουμε ανάγκη συντροφικότητας, δε θέλουμε να σκορπίζουμε τη ζωή μας στην αναζήτηση νέων σχέσεων γιατί αισθανόμαστε πως ήδη ανήκουμε κάπου. Ίσως να έχουμε φτάσει στο σημείο που ενώ ξέραμε από την αρχή και συμβιβαστήκαμε έχοντας κρυφά την ελπίδα πως κάτι θ’ αλλάξει στην πορεία, δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε πλέον ως «ελεύθεροι» και ζητάμε να γίνουμε «πολιορκημένοι».

Αν είμαστε από την πλευρά εκείνων που θέλει ν’ αλλάξει η μορφή της σχέσης και ν’ αποκτήσει αποκλειστικότητα πρωτίστως θα χρειαστούμε αρκετή υπομονή, ψυχραιμία και συνετή σκέψη χωρίς τελεσίγραφα. Μπορούμε να σταματήσουμε να προσφωνούμε τη σχέση μας ως ελεύθερη και να κάνουμε μικρά βήματα κάθε φορά που θα εκδηλώνουμε το ενδιαφέρον μας. Λίγη παραπάνω προσοχή και νοιάξιμο είναι μια καλή αρχή. Ίσως ένα μήνυμα τύπου «πώς είναι η μέρα σου;» ή «να προσέχεις για να σ’ έχω» να ήταν μια καλή αρχή. Στην αναζήτηση της αποκλειστικότητας μπαίνουμε σ’ ένα τριπάκι και ξεφεύγουμε θέλοντας να εισβάλουμε απότομα σε μια ζωή στην οποία μέχρι τώρα μπαίναμε με κωδικό ασφαλείας. Δε χρειάζεται να γίνουμε ξαφνικά μέρος της. Δεν ξεκινάμε τις ερωτήσεις, δεν πιέζουμε τις καταστάσεις. Άλλωστε, κάθε νέο στοιχείο είναι κι ένα δείγμα προς αξιολόγηση.

Αν θέλουμε να πάμε τη σχέση ένα βήμα παρακάτω ας δοκιμάσουμε να κάνουμε έρωτα, έρωτα που εξημερώνει τα κορμιά και μας φέρνει πιο κοντά. Ο ουσιαστικός έρωτας ως πράξη μεταξύ δυο σωμάτων, είναι και μια κατάκτηση στο μυαλό και στην καρδιά των άλλων. Και φυσικά, στο τέλος, εκείνο που απομένει είναι η απόλυτη ειλικρίνεια με τη μορφή της εξομολόγησης. Αντιλαμβανόμαστε πως παίρνουμε μεγάλο ρίσκο ως προς το να διαλυθεί ό,τι έχουμε μεταξύ μας, αλλά τουλάχιστον θα έχουμε καταφέρει να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και να φύγουμε από μια σχέση που θα οδηγηθεί στην παθογένεια, με τον έναν να θέλει παραπάνω και τον άλλον να κάνει ότι δεν το βλέπει.

Στην αντίθετη πλευρά τώρα, αν αντιλαμβανόμαστε πως η σχέση οδεύει προς αποκλειστικότητα αλλά είμαστε ξεκάθαροι πως δε θέλουμε να συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε ξανά, με διαφορετικό τρόπο, μόλις αντιληφθούμε αλλαγή πλεύσης. Δεν είναι παράλογο να νιώθουμε πως δε θέλουμε δεσμεύσεις και δε χρειάζεται να δώσουμε εξηγήσεις. Είτε είμαστε σε μια κατάσταση δέσμευσης-φοβίας, είτε απλώς δε μας εμπνέει ο άλλος για κάτι παραπάνω, είναι σημαντικό να ειπωθεί το «δε θέλω σχέση». Όπως επίσης σημαντικό είναι να προβούμε σε αυτοπαρατήρηση, σχετικά με τον αν τηρούμε την παραπάνω δήλωση και με τις δικές μας πράξεις. Οι σχέσεις έχουν να κάνουν με συμβιβασμούς κι αμοιβαίες υποχωρήσεις. Όταν λοιπόν αντιλαμβανόμαστε πως δεν μπορούμε ν’ ανταπεξέλθουμε στην αλλαγή της σχέσης από ελεύθερη σε αποκλειστική θα πρέπει κι οφείλουμε να το ξεκαθαρίσουμε και να μη θέσουμε τον εγωισμό μας μπροστάρη στις ανάγκες μας.

Ίσως εν τέλει στις σχεδόν σχέσεις να λειτουργούμε με περισσότερο σεβασμό από τις συναισθηματικές σχέσεις. Γνωρίζουμε τα δεδομένα κι έτσι δε «μας παίρνει» να πούμε πως δεν ξέραμε τι θα συμβεί και στην τελική, πρέπει ν’ αποδεχθούμε πως είναι μια σχέση που δε θα θυμίζει ποτέ της κάτι απλό ή συνηθισμένο. Τα συμπεράσματα των επιλογών δικά σας.

Στο χέρι μας είναι να προσθέτουμε καθημερινά σταγόνες ευτυχίας σε ότι κι αν κάνουμε

Παρά τις συνθήκες που επικρατούν στη ζωή μας, στο χέρι μας είναι να προσθέτουμε καθημερινά σταγόνες ευτυχίας σε ότι κι αν κάνουμε. Τα καλά νέα είναι ότι η δημιουργία περισσότερης ευτυχίας στη ζωή μας είναι κάτι που μπορούμε να καθιερώσουμε σε καθημερινή βάση.

Δεν είμαστε θύματα των συνθηκών, ούτε του περιβάλλοντος μας αλλά ούτε και της κληρονομικότητας μας γιατί έστω και αν ισχύει κάτι τέτοιο, μπορούμε να βελτιώσουμε το "δείκτη ευτυχίας" στη ζωή μας, αν θέλουμε να το προσπαθήσουμε.

Παρόλα αυτά, η δυστυχία είναι μια επιλογή που προτιμούν πολλοί άνθρωποι.

Ξέρεις γιατί;

Όσο παράξενο και αν ακουστεί, είναι επιλογή επειδή η δυστυχία είναι η κατηφόρα. Είναι ο εύκολος δρόμος. Ενώ η επιλογή της ευτυχίας είναι ανηφόρα γιατί είναι δημιουργία. Είναι ο πιο δύσκολος δρόμος. Αλλά εκείνος που στο τέλος ανταμείβει με τα πλουσιότερα δώρα.

Όλοι εσείς που προτιμάτε να είστε δυστυχείς αντί να είστε ευτυχισμένοι, επειδή πιστεύετε ότι φταίνε οι συνθήκες της ζωής για τα δεινά σας, δείτε τι αποδεικνύει η επιστήμη της Θετικής Ψυχολογίας σχετικά με το τι προκαθορίζει την ευτυχία του ανθρώπου:
  • 10% - Οι συνθήκες της ζωής
  • 50% - Γονίδια και κληρονομικότητα
  • 40% - Η δική μας προσπάθεια να σκεφτόμαστε και να λειτουργούμε περισσότερο θετικά
Η δική μας προσπάθεια ξεκινάει από τις σκέψεις που θα κάνουμε, από το πως θα ερμηνεύουμε κάθε κατάσταση που ζούμε και το πως θα αποφασίσουμε να αντιμετωπίζουμε και να ξεπερνάμε τα εμπόδια, τις προκλήσεις και τις δυσκολίες.

Η ευτυχία σήμερα στη ζωή μας δεν είναι απλά επιλογή.

Είναι υποχρέωση όλων μας, αν θέλουμε να είμαστε πιο δυνατοί, πιο δημιουργικοί, περισσότερο αποτελεσματικοί, ευέλικτοι και επιτυχημένοι σε ότι κι αν κάνουμε. Όσο πιο νωρίς το συνειδητοποιήσουμε, τόσο το καλύτερο για εμάς.

Μπορείς να κάνεις την αρχή στο να γίνεις ευτυχέστερος με τρεις τρόπους:

1. Ευγνωμονώντας περισσότερο για τα λίγα ή τα πολλά που έχεις και όλα όσα έρχονται στο δρόμο σου.

2. Ενσταλάζοντας μικρές και μεγάλες δόσεις ευτυχίας καθημερινά στη ζωή σου. Μυρίζοντας ένα λουλούδι, ακούγοντας ένα τραγούδι, βλέποντας ένα ηλιοβασίλεμα, κάνοντας μια αγκαλιά, παρηγορώντας κάποιον για παράδειγμα.

3. Σταματώντας το "μηρυκασμό" για όλα τα λάθη, τις αστοχίες, τους πόνους και τις αποτυχίες του χτες.

Γιατί τα νέα δεδομένα, η νέα πραγματικότητα ένα πράγμα βροντοφωνάζουν Δεν έχουμε την πολυτέλεια να κάνουμε ούτε μια αρνητική σκέψη όσο κι αν τα πράγματα στενεύουν, σκοτεινιάζουν και δυσκολεύουν περισσότερο!

Η επιλογή είναι δική μας!

Υπάρχουν φορές στη ζωή μας που καταλαβαίνουμε ότι κάτι χρειάζεται να αλλάξουμε. Είτε επάνω μας ή στο περιβάλλον. Να προχωρήσουμε σε κάτι καινούργιο και άγνωστο ίσως, αφήνοντας πίσω μας το γνώριμο, το οικείο που μπορεί να μας πληγώνει, να μας ταλαιπωρεί και να μας εμποδίζει να προχωρήσουμε με τη ζωή μας. Μας κατακλύζουν συναισθήματα που αρκετές φορές, κάνουν ακόμα πιο δύσκολη την απόφαση μας.

Μερικά από αυτά τα συναισθήματα μπορεί να είναι:
  • Εκνευρισμός
  • Μνησικακία
  • Θυμός
  • Αηδία
  • Απομάκρυνση
  • Αποστασιοποίηση
Κι’ έτσι, μπερδευόμαστε περισσότερο, αισθανόμαστε αδύναμοι να κάνουμε το πρώτο βήμα και αναρωτιόμαστε αν τελικά, αξίζει τον κόπο.

Όλα τα παραπάνω συναισθήματα όταν εμφανίζονται τακτικά μέσα μας μας προκαλούν μια αίσθηση δυσφορίας με τον εαυτό μας και δυσαρμονίας με τη ροή και εξέλιξη της ζωής μας. Ειδικά, όταν ο εκνευρισμός μετατρέπεται σε μνησικακία, αυτή είναι μια ιδιαίτερα σοβαρή ένδειξη για την αναγκαιότητα της αλλαγής.

Κάτι άλλο που αξίζει να παρατηρούμε το οποίο δείχνει την ανάγκη μας για αλλαγή ή … απαλλαγή, είναι όταν η αποστασιοποίηση ή αδιαφορία για μια συγκεκριμένη κατάσταση ή κάποιο πρόσωπο γίνει έντονη.

Όταν δηλαδή, φτάσουμε σε ένα σημείο που νιώσουμε πως ότι και αν κάνουμε για τη σχέση, το άτομο ή την κατάσταση δεν πρόκειται να φέρει αποτέλεσμα και δεν έχει νόημα.

Τότε που η αίσθηση της αδυναμίας να ανταπεξέλθουμε νικηφόρα μέσα από κατάσταση ή μια σχέση υπερνικά την προθυμία για αλλαγή.

Το θέμα είναι πως όλοι οι άνθρωποι περνούν φάσεις με αρνητικά συναισθήματα στη ζωή τους, αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο συχνά τους συμβαίνει κάτι τέτοιο και για πόσο διάστημα, σε σχέση με τα όμορφα συναισθήματα και το χρόνο που διαρκούν στη σχέση ή την κατάσταση.

Γι' αυτό καλό είναι να γίνουμε περισσότερο συνειδητοποιημένοι αναφορικά με τη φύση, τη συχνότητα και την ένταση των συναισθημάτων αυτών ώστε να πάρουμε την απόφαση να φύγουμε και να περάσουμε στο επόμενο επίπεδο της εξέλιξής μας ή να μείνουμε και να διορθώσουμε την κατάσταση, αν τελικά, αυτή μπορεί να διορθωθεί.

Νίκος Καζαντζάκης: Ανύπαρχτο λέμε ότι δεν πεθυμήσαμε αρκετά

«Μα όταν μοχτούσα να πάρω απόφαση, το μυαλό, θυμούμαι, αντιστέκουνταν πολύ.

Ήταν ακόμα τυλιμένο με το κίτρινο ράσο του Βούδα.

«Αυτό που σκοπεύεις να κάμεις», έλεγε στην καρδιά μου, «είναι μάταιο.

Ο κόσμος όπως τον λαχταρίζεις, να μην πεινάει, να μην κρυώνει, να μην αδικιέται κανένας, δεν υπάρχει.

Δεν θα υπάρξει ποτέ».

Μα η καρδιά, την άκουγα βαθιά μου να του αποκρίνεται:

«Δεν υπάρχει μα θα υπάρξει, γιατί το θέλω.

Σε κάθε χτυποκάρδι μου το πεθυμώ και το θέλω.

Πιστεύω σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει.

Μα πιστεύοντάς τον, τον δημιουργώ.

Ανύπαρχτο λέμε ότι δεν πεθυμήσαμε αρκετά».

Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο

Οι πιο συχνές αιτίες της ανασφάλειας

Έχετε αντιληφθεί ότι πλημμυρίζετε από αμφιβολίες για τον εαυτό σας και έχετε χαμηλή ή και καθόλου αυτοπεποίθηση; Παρά τα επιτεύγματά σας, φοβάστε ότι είστε «κάλπικοι» και ότι με κάποιο τρόπο θα εκτεθείτε; Μήπως επίσης νιώθετε ότι δεν αξίζετε την αγάπη της/του συντρόφου σας και ότι σύντομα θα σας αφήσει; Προτιμάτε να μένετε σπίτι και φοβάστε να κάνετε νέες γνωριμίες;

Οι περισσότεροι νιώθουμε ανασφαλείς ορισμένες φορές, αλλά κάποιοι από εμάς έχουμε αυτή την αίσθηση συνεχώς. Η παιδική μας ηλικία, τα παρελθοντικά μας τραύματα, οι πρόσφατες εμπειρίες, αποτυχίες ή απορρίψεις, η μοναξιά, το κοινωνικό άγχος, οι αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό μας, η τελειότητα ή ένας έντονα επικριτικός γονέας ή σύντροφος συνεισφέρουν στην ανασφάλεια. Παρακάτω, παρουσιάζονται οι 3 πιο συχνές μορφές της και πώς να αρχίσουμε τη διαχείρισή τους.

1ος τύπος: Ανασφάλεια λόγω μιας πρόσφατης αποτυχίας ή απόρριψης

Πρόσφατα γεγονότα στη ζωή μας επιδρούν τόσο στη διάθεση όσο και στον τρόπο που νιώθουμε για εμάς. Συγκεκριμένα, έρευνα έδειξε ότι το 40% της αίσθησης ευτυχίας μας βασίζεται σε πρόσφατα γεγονότα ζωής. Ο μεγαλύτερος αρνητικός παράγοντας είναι η λήψη μιας σχέσης, ο θάνατος ενός συντρόφου, η απώλεια εργασίας και τα προβλήματα υγείας.

Καθώς η έλλειψη ευτυχίας επηρεάζει επίσης την αυτοπεποίθησή μας, η αποτυχία και η απόρριψη καταφέρνουν ένα διπλό χτύπημα σε αυτή. Η απόρριψη μας οδηγεί σε μια αρνητική θέαση του εαυτού και των άλλων γύρω μας, τουλάχιστον για λίγο καιρό. Είναι σαν για παράδειγμα μια απόλυση να προσδένεται σε αρνητικές πεποιθήσεις για την αυταξία μας και να τις ενεργοποιεί. Ορισμένα εργαλεία που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να ξεπεράσουμε την ανασφάλεια που βασίζονται στην απόρριψη είναι:

– Να δώσουμε χρόνο στον εαυτό μας να αναρρώσει και να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες.

– Να βγούμε έξω και να συνεχίσουμε να ικανοποιούμαστε από τα ενδιαφέροντα και τα χόμπι μας.

– Να στραφούμε σε φίλους και οικογένεια

– Να λάβουμε ανατροφοδότηση από εκείνους που εμπιστευόμαστε

– Να πεισμώσουμε και να συνεχίσουμε να κυνηγάμε τους στόχους μας

– Να είμαστε πρόθυμοι να ακολουθήσουμε μια διαφορετική στρατηγική.

2ος τύπος: Έλλειψη αυτοπεποίθησης λόγω κοινωνικού άγχους

Πολλοί νιώθουμε ανασφαλείς σε κοινωνικές καταστάσεις, όπως σε πάρτι, σε οικογενειακές συναντήσεις, σε συνεντεύξεις και σε ραντεβού. Φοβόμαστε να κριθούμε από άλλους και να βγούμε χαμένοι. Ως εκ τούτου, μπορεί να αποφεύγουμε τέτοιες καταστάσεις. Παρελθοντικές εμπειρίες τρέφουν συνήθως τέτοιες ανασφάλειες. Πολλοί έχουν υποστεί bullying παλαιότερα ή έχουν απορριφθεί ως παιδιά.

Αυτός ο τύπος ανασφάλειας βασίζεται γενικά σε διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις για την αυταξία μας – αλλά και στην λανθασμένη αντίληψή μας ότι οι άλλοι συνεχώς μας κρίνουν. Κάποια εργαλεία για να καταπολεμήσουμε την ανασφάλεια σε κοινωνικές καταστάσεις:

– Αντιμιλήστε στον εσωτερικό κριτή σας

– Προετοιμάστε εκ των προτέρων: Σκεφτείτε ορισμένα πράγματα για τα οποία μπορείτε να μιλήσετε – χόμπι, αγαπημένες ταινίες, την οικογένεια, τους φίλους σας.

– Η αποφυγή των κοινωνικών καταστάσεων απλά επιδεινώνει τα πράγματα: Οπότε πηγαίνετε σε ένα πάρτι ή ένα ραντεβού, ακόμα κι αν είστε αγχωμένοι. Το άγχος σας σταδιακά θα μειωθεί καθώς αλληλεπιδράτε όλο και συχνότερα.

– Εστιάστε στους άλλους ώστε να καταπολεμήσετε την έντονη συγκέντρωση σε ό,τι νιώθετε

3ος τύπος: Ανασφάλεια λόγω τελειομανίας

Υπάρχει μια μεγάλη εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα σε αυτά τα δύο χαρακτηριστικά. Μπορεί να θέλουμε την καλύτερη θέση εργασίας, τους υψηλότερους βαθμούς, το ομορφότερο σώμα, το πιο πολυτελές σπίτι. Δυστυχώς, η ζωή δεν μας κάνει πάντα τα χατίρια, ακόμα κι αν εργαζόμαστε σκληρά γι’ αυτά. Υπάρχει ένα μέρος του αποτελέσματος που σε κάποιο βαθμό βρίσκεται εκτός του ελέγχου μας.

Αν συνεχώς απογοητεύεστε και αυτοκατηγορείστε για τις συνέπειες, θα αρχίσετε να νιώθετε ανασφαλείς. Πολλές φορές μάλιστα αυτή η σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει κατάθλιψη και άγχος, διατροφικές διαταραχές ή χρόνια κόπωση. Κάποιοι τρόποι να καταπολεμήσουμε την τελειότητα:

– Δοκιμάστε να αξιολογείτε τον εαυτό σας βασισμένοι στο πόση προσπάθεια κάνατε, ένας παράγοντας ελέγξιμος από εσάς παρά το αποτέλεσμα, το οποίο επηρεάζεται και από εξωτερικούς παράγοντες.

– Η τελειομανία συχνά βασίζεται στη νοοτροπία «όλα ή τίποτα», οπότε μπορείτε να βρείτε τις γκρι περιοχές. Υπάρχει ένας πιο κατανοητός ή ένας ενσυναισθητικός τρόπος να δείτε την κατάσταση;

– Οι τελειομανείς συχνά έχουν εναλλασσόμενη αυτοπεποίθηση: Τους αρέσει ο εαυτός τους όταν βρίσκονται στην κορυφή και τον απεχθάνονται όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλουν. Μπορείτε να μάθετε να σας αποδέχεστε ακόμα κι όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά; Εστιάστε σε εσωτερικές ποιότητες, όπως στον χαρακτήρα, την ειλικρίνεια ή τις καλές σας αξίες, αντί για τους βαθμούς που πήρατε, το πόσο πληρώνεστε ή πόσοι άνθρωποι σας έκαναν like στη φωτογραφία.

Η αγάπη προκαλεί τη μοναδική επανάσταση που φέρνει ευτυχία

Η ζωή είναι παράξενη. Συμβαίνουν τόσα πράγματα εκεί που δεν τα περιμένεις και δεν λύνεις κανένα πρόβλημα με το να αντιστέκεσαι σ’ αυτά. Χρειάζεται να έχεις τεράστια ευλυγισία και σταθερή καρδιά.

Η ζωή είναι σαν μια κόψη ξυραφιού και πρέπει να περπατήσει κανείς πάνω σ’ αυτό το μονοπάτι με εξαιρετική προσοχή και ευέλικτη σοφία.

Η ζωή είναι πολύ πλούσια, έχει τόσους πολλούς θησαυρούς κι εμείς την πλησιάζουμε με άδειες καρδιές. Δεν ξέρουμε πώς να γεμίσουμε τις καρδιές μας με την αφθονία της ζωής. Ενώ είμαστε φτωχοί μέσα μας, όταν μας προσφέρονται τα πλούτη της τ’ αρνιόμαστε. Πάμε στο πηγάδι για νερό κρατώντας δαχτυλήθρα κι έτσι η ζωή καταντάει μια κακόγουστη υπόθεση, ασήμαντη και μικρή.

Η αγάπη είναι επικίνδυνο πράγμα. Φέρνει τη μόνη επανάσταση που δίνει απόλυτη ευτυχία. Είναι τόσο λίγοι εκείνοι από μας που μπορούν ν’ αγαπούν. Τόσο λίγοι εκείνοι που θέλουν ν’ αγαπούν.

Αγαπάμε βάζοντας όρους, κάνοντας την αγάπη ένα εμπορεύσιμο πράγμα. Έχουμε νοοτροπία παζαριού, αλλά η αγάπη δεν είναι εμπορεύσιμη, δεν είναι ένα απλό «πάρε-δώσε». Είναι μια κατάσταση ύπαρξης όπου όλα τα ανθρώπινα προβλήματα είναι λυμένα. Τι υπέροχο μέρος που θα μπορούσε να είναι η γη με τόση πολλή ομορφιά που υπάρχει, τόσο μεγαλείο, τόση άφθαρτη ομορφιά! Είμαστε παγιδευμένοι στον πόνο και δεν νοιαζόμαστε να ξεφύγουμε απ’ αυτόν ακόμα κι όταν κάποιος μας δείχνει το δρόμο.

Δεν ξέρω, αλλά νιώθει κανείς να φλέγεται από αγάπη· υπάρχει μια άσβηστη φλόγα· νιώθει ότι έχει τόση πολλή απ’ αυτήν μέσα του, που θέλει να τη δώσει σε όλους· και το κάνει. Είναι σαν ένα ποτάμι που κυλάει με ορμή, που ποτίζει και δίνει ζωή σε κάθε πόλη και χωριό· μολύνεται από τις ανθρώπινες βρομιές που πέφτουν σ’ αυτό, αλλά σύντομα τα νερά καθαρίζονται από μόνα τους και συνεχίζουν να τρέχουν.

Τίποτα δεν μπορεί να καταστρέψει την αγάπη γιατί διαλύονται μέσα σ’ αυτήν τα πάντα: το καλό και το κακό· το άσχημο και το όμορφο. Είναι το μοναδικό πράγμα που είναι αυτό το ίδιο αιωνιότητα.

Εάν δεν ανακαλύψετε κάτι ιερό στη ζωή σας, τότε, η ζωή είναι επιφανειακή

Ο άνθρωπος πάντοτε ήθελε κάτι άγιο, ιερό. Το να είσαι απλώς καλός προς τους άλλους, ευαίσθητος, διακριτικός, ευγενής, γεμάτος φροντίδα και στοργικός: αυτό δεν έχει βάθος, δεν έχει ζωντάνια. Εάν δεν ανακαλύψετε στη ζωή σας κάτι πραγματικά ιερό που να έχει βάθος, που να έχει τρομαχτική ομορφιά, που να είναι η πηγή των πάντων, η ζωή γίνεται πολύ επιφανειακή. Μπορεί να είστε παντρεμένος επιτυχημένα, με παιδιά, σπίτι και χρήματα, μπορεί να είστε έξυπνος και διάσημος, χωρίς όμως εκείνο το άρωμα το καθετί γίνεται σαν σκιά χωρίς υπόσταση.

Βλέποντας τι συμβαίνει στον κόσμο, θ’ανακαλύψετε στην καθημερινή σας ζωή κάτι που είναι πραγματικά αληθινό, πραγματικά ωραίο, άγιο, ιερό; Αν το ‘χετε αυτό, τότε η ευγένεια έχει νόημα, τότε η σκέψη για τους άλλους έχει νόημα, έχει βάθος. Τότε μπορείτε να κάνετε οτιδήποτε θέλετε, θα υπάρχει πάντα εκείνο το άρωμα. Πώς θα φτάσετε σ’αυτό; Είναι μέρος της εκπαιδεύσεώς σας, όχι μόνο να μάθετε μαθηματικά, αλλά ν’ανακαλύψετε και αυτό.

Ξέρετε, για να δείτε κάτι πολύ καθαρά – ακόμη κι εκείνο το δέντρο – ο νους σας πρέπει να είναι ήσυχος, δεν πρέπει;

Για να δω εκείνη την εικόνα πρέπει να την κοιτάξω, αν όμως ο νους μου φλυαρεί, λέγοντας «θα ‘θελα να είμαι έξω» ή «θα ‘θελα να είχα ένα καλύτερο πανταλόνι», αν ο νους μου περιπλανιέται, ποτέ δε θα μπορέσω να δω εκείνη την εικόνα καθαρά. Για να δω κάτι πολύ καθαρά πρέπει να έχω ένα πολύ ήσυχο νου. Δείτε πρώτα τη λογική αυτού του πράγματος. Για να παρακολουθήσω τα πουλιά, τα σύννεφα, τα δέντρα, ο νους πρέπει να είναι εξαιρετικά σιωπηλός για να παρακολουθήσει.

Υπάρχουν διάφορα συστήματα για να ελέγχουν το νου ώστε να γίνει τελείως ήσυχος. Και όντας πολύ ήσυχος τότε δοκιμάζετε κάτι απέραντο – δηλαδή την ιδέα.

Λένε λοιπόν: πρώτα ο νους πρέπει να είναι ήσυχος, ελέγξτε τον, μην τον αφήνετε να περιπλανιέται, γιατί όταν έχετε ήσυχο νου η ζωή είναι καταπληκτική. Τώρα, όταν ελέγχετε ή αναγκάζετε το νου, τον παραμορφώνετε, έτσι δεν είναι;

Εάν αναγκάσω τον εαυτό μου να είναι καλός, αυτό δεν είναι καλοσύνη. Εάν αναγκάσω τον εαυτό μου να είναι υπερβολικά ευγενικός μαζί σας, αυτό δεν είναι ευγένεια. Εάν λοιπόν αναγκάσω το νου μου να συγκεντρωθεί σ’αυτή τη μία εικόνα, τότε υπάρχει τόση πολλή ένταση, προσπάθεια, πόνος και καταπίεση. Επομένως ένας τέτοιος νους δεν είναι ήσυχος – βλέπετε; Πρέπει λοιπόν να ρωτήσουμε: Υπάρχει τρόπος να δημιουργήσουμε έναν πολύ ήσυχο νου χωρίς καμιά παραμόρφωση, χωρίς καμιά προσπάθεια, χωρίς να πούμε «Πρέπει να τον ελέγξω;»

Φυσικά υπάρχει. Υπάρχει μια ησυχία, μια σιγή χωρίς καμιά προσπάθεια. Αυτό απαιτεί κατανόηση του τι είναι προσπάθεια. Και όταν καταλάβετε τι είναι προσπάθεια, έλεγχος, καταπίεση – να την καταλάβετε όχι μόνο με τις λέξεις αλλά να δείτε πραγματικά την αλήθεια της – σ’αυτήν ακριβώς την αντίληψη ο νους γίνεται ήσυχος.

ARTHUR SCHOPENHAUER: Όποιος δίνει μεγάλη αξία στη γνώμη των ανθρώπων τους τιμά περισσότερο από όσο θα ‘πρεπε

ΑΥΤΟ το πώς είμαστε κατά τη γνώμη των άλλων, εξαιτίας μιας ιδιαίτερης αδυναμίας της φύσης μας, παίρνει σε κάθε περίπτωση υπερβολική βαρύτητα, παρόλο που λίγη μόνο σκέψη και περισυλλογή θα μας δίδασκε ότι για την ευτυχία μας δεν έχει καμία σημασία. Είναι επομένως δύσκολο να εξηγηθεί το ότι κάθε άνθρωπος χαίρεται μέσα του τόσο πολύ και νιώθει να κολακεύεται η ματαιοδοξία του όταν αντιληφθεί σημάδια ευνοϊκής γνώμης από τους άλλους και αντίστροφα, είναι ν’ απορεί κανείς πόσο πολύ κάθε αμφισβήτηση της φιλοδοξίας του με οποιαδήποτε έννοια, σε οποιονδήποτε βαθμό και σχέση, κάθε υποτίμηση, υποβάθμιση, έλλειψη εκτίμησης βρίσκει τον στόχο της με βεβαιότητα, τον πληγώνει και συχνά τον πονάει βαθιά. Εφόσον σε τούτη την ανθρώπινη ιδιότητα βασίζεται το αίσθημα της τιμής, μπορεί να είναι χρήσιμη και παραγωγική για τη συμβατική καλή συμπεριφορά πολλών σαν υποκατάστατο της ηθικής τους, αλλά στην ευτυχία του ανθρώπου, και ιδίως στην τόσο ουσιαστικής σημασίας για την ευτυχία του ψυχική ηρεμία και ανεξαρτησία, δεν συμβάλει, πιο πολύ τη διαταράσσει και δημιουργεί προσκόμματα. Γι αυτό μέσα από τους ενδεδειγμένους συλλογισμούς και τη σωστή εκτίμηση των αγαθών θα συμβουλεύαμε να μετριάσει κανένας κατά το δυνατόν εκείνη τη μεγάλη ευαισθησία απέναντι στην ξένη γνώμη, τόσο εκεί που κολακεύεται όσο και εκεί που πληγώνεται γιατί και τα δύο κρέμονται από την ίδια κλωστή. Διαφορετικά μένει κανείς δούλος της ξένης γνώμης και των ξένων σκέψεων:

Sic leve, sic parvum est, animum quod laudis avarum Subruit ac reficit.
[=Τόσο μικρό, τόσο ασήμαντο είναι αυτό που ρίχνει κάτω και που ανυψώνει εκείνον που διψάει για εγκώμια.]
Οράτιος, Epistulae 2, 1, 179

Εκτός αυτού, ό,τι διαδραματίζεται σε μια ξένη συνείδηση, καθαυτό, για εμάς είναι αδιάφορο, και επίσης κι εμείς σιγά σιγά θα γινόμαστε αδιάφοροι, όταν αποκτήσουμε αρκετή γνώση του επιφανειακού και ρηχού των σκέψεων, της πνευματικής στενότητας των εννοιών, της μικροπρέπειας του φρονήματος, του στρεβλού των απόψεων και του πλήθους των πλανών στα περισσότερα κεφάλια, κι ακόμα μάθουμε από προσωπική πείρα με πόση υποτίμηση μιλάει κανένας συχνά για κάποιον όταν δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από αυτόν ή νομίζει πως δεν θα φτάσει στ’ αφτιά του. Ιδιαίτερα όμως, αφού μια φορά θα ακούσουμε με πόση περιφρόνηση μιλάνε μερικοί ηλίθιοι για τους μεγαλύτερους άντρες. Τότε θα καταλάβουμε πως όποιος δίνει μεγάλη αξία στη γνώμη των ανθρώπων τους τιμά περισσότερο από όσο θα ‘πρεπε.

Πράγματι, η αξία που δίνουμε στη γνώμη των άλλων και η διαρκής έγνοια μας γι’ αυτή υπερβαίνει κατά κανόνα κάθε λογικό όριο, έτσι που να μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα είδος γενικά εξαπλωμένης ή πιο πολύ έμφυτης μανίας. Σε όλα όσα χάνουμε ή αποφεύγουμε πρώτα πρώτα σκεφτόμαστε την ξένη γνώμη, και από την έγνοια μας γι’ αυτή, με μια ακριβέστερη εξέταση διαπιστώνουμε πώς έχει προέλθει σχεδόν το μισό από όλες τις στενοχώριες και τους φόβους που έχουμε νιώσει ποτέ. Γιατί βρίσκεται πίσω από κάθε συναίσθημα μείωσης, πίσω από όλες τις φιλαρέσκειες και τις αλαζονείες, την επιδεικτικότητα και την καυχησιολογία. Χωρίς αυτή την έγνοια και μανία η πολυτέλεια και η χλιδή θα έχαναν τα εννιά δέκατα της αξίας τους. Κάθε αλαζονική υπερηφάνεια, όσο διαφορετικού είδους και περιοχής και αν είναι, κάθε έπαρση βασίζεται σε αυτή – και τι θυσίες απαιτεί πολλές φορές!

ARTHUR SCHOPENHAUER, Το ασήμαντο αιώνια επαινούν

Fr. Nietzsche: τι είναι η Δημοκρατία;

Φρίντριχ Νίτσε: 1844‒1900

Δημοκρατία: από την ελευθερία στην ανελευθερία;

§1. Η έννοια της δημοκρατίας κατανοείται από τον Νίτσε υπό έναν ευρέως πολλαπλό τρόπο και όχι αποκλειστικά ομοιογενώς και ανεξάρτητα από τις ιστορικές περιστάσεις. Στο πρώιμο και ύστερο έργο του, αντιτίθεται σταθερά στη δημοκρατία, θεωρώντας την ως το πιο ισοπεδωτικό πολίτευμα, που συνθλίβει το δημιουργικό ένστικτο των ατόμων και αποθρασύνει τα άγρια ένστικτα και συνακόλουθα την κτηνώδη συμπεριφορά της αγελαίας μάζας. Στα έργα του της μέσης περιόδου εμφανίζεται πιο ευέλικτος. Στα πρώιμα γραπτά του θεωρεί πως το μεγαλείο, η υπεροχή της πολιτείας συχνά επιτυγχάνεται σε βάρος της αδύναμης μάζας· αλλά τούτο αποτελεί ένα αναγκαίο τίμημα για να ωφεληθεί το σύνολο των ανθρώπων. Βασικό μοντέλο, για τη σκέψη του, κατ’ αυτή την περίοδο αποτελεί το σύστημα διακυβέρνησης, όπως ίσχυε στην αρχαία Ελλάδα. Στο έργο του Ανθρώπινο-πολύ Ανθρώπινο, αποδέχεται το τετελεσμένο της δημοκρατίας και επιχειρεί να ερμηνεύσει βασικές πτυχές της εσωτερικής της λειτουργίας. Γράφει σχετικά για τα πολιτικά κόμματα, τα οποία διαχρονικά έχουν αποδειχτεί βραχνάς της δημοκρατίας, με ορισμένες μόνο εξαιρέσεις κι αυτές βεβαιωτικές του κανόνα:

«Παρακαλώ να μας δοθεί ο λόγος. Ο δημαγωγικός χαρακτήρας και η πρόθεση να επηρεάσουν τις μάζες είναι σήμερα το κοινό στοιχείο όλων των πολιτικών κομμάτων: λόγω αυτής της πρόθεσης είναι όλα αναγκασμένα να μετατρέπουν τις αρχές τους σε μεγάλες τοιχογραφίες ηλιθιοτήτων και έτσι να τις ζωγραφίζουν στον τοίχο. Αυτό δεν μπορεί να αλλάξει πια … γιατί στη σφαίρα τούτη ισχύει αυτό που λέει ο Βολταίρος: «από τη στιγμή που αρχίζει να σκέφτεται ο λαουτζίκος, όλα είναι χαμένα»[1].

§2. Κατά την ίδια εποχή ‒και στο ίδιο έργο‒ υιοθετεί την έννοια της δημοκρατίας ως προσωρινό μέσο για την σταθερότητα και την υπέρβαση του στρατιωτικού εθνικισμού. Κάνει λόγο για έναν ασυγκράτητο εκδημοκρατισμό της Ευρώπης, τον οποίο δεν μπορεί να ανακόψει καμιά δύναμη. Αξιολογεί αυτόν τον εκδημοκρατισμό ως ένα από τα σημαντικά προφυλακτικά μέτρα, ικανά να διαχωρίζεται η νεωτερική αντίληψη της πολιτικής ζωής από τον Μεσαίωνα. Αποτελούν

«πέτρινα φράγματα και προστατευτικά τείχη ενάντια σε βάρβαρους, ενάντια σε λοιμούς, ενάντια στη σωματική και πνευματική υποδούλωση!»[2].

Συζητά, κατ’ αυτό το πνεύμα, για μια «μελλοντική δημοκρατία» που θα πάρει τον χαρακτήρα μιας «ευρωπαϊκής λίγκας των Εθνών», όπου το κάθε μεμονωμένο Έθνος θα αντιστοιχεί σε ένα καντόνι και η γενική οργάνωση αυτής της ένωσης θα γίνεται έτσι, ώστε να εξασφαλίζονται τα συμφέροντα των μεγάλων καντονιών και ακολούθως εκείνων όλης της ένωσης (ό.π., σ. 384). Εδώ ο Νίτσε μιλάει πολύ προφητικά για μια πολιτική οργάνωση σε επίπεδο Ευρώπης τουλάχιστο, η οποία φαινομενικά παραπέμπει σε ό,τι δείχνει να είναι σήμερα η Ευρώπη, ως πολιτική και οικονομική ένωση. Στην πραγματικότητα ωστόσο η σημερινή πολιτικο-οικονομική κ.λπ. οργάνωση της Ευρώπης είναι μια επικίνδυνη καρικατούρα της σύλληψης που πρώτος ο φιλόσοφος έφερε σε συζήτηση.

§3. Η κατά Νίτσε μελλοντική μορφή της δημοκρατίας χαρακτηρίζεται από την ανεξαρτησία της γνώμης, του τρόπους ζωής και της απασχόλησης. Πόρρω απέχει ακόμα από το να έχει πραγματωθεί και κινδυνεύει από τους μη κατέχοντες, από τους πλούσιους και από τα πολιτικά κόμματα[3]. Διακρίνεται σαφώς από τις σημερινές μορφές, όπως αυτή του κοινοβουλευτισμού:

«Εξ αποστάσεως. ‒Ο κοινοβουλευτισμός, δηλαδή η δημόσια άδεια να μπορείς να επιλέγεις ανάμεσα σε πέντε βασικές πολιτικές γνώμες, κολακεύει και κερδίζει την εύνοια όλων εκείνων, που θα ήταν πρόθυμοι να φαίνονται ανεξάρτητοι και ατομικιστές και να παλεύουν για τις δικές τους απόψεις. Εν τέλει όμως είναι αδιάφορο, αν η αγέλη εξαναγκάζεται να έχει μόνο μια γνώμη ή αν διατηρεί το δικαίωμα να έχει πέντε. ‒Όποιος παρεκκλίνει από τις πέντε δημόσιες γνώμες και στέκει απόμακρα, έχει πάντα όλη την αγέλη εναντίον του[4].

Εδώ ο Νίτσε καταφέρεται κατά του κοινοβουλευτισμού ως ενός δημαγωγικού κέντρου και υπό την οπτική του ισοπεδωτικού ρόλου της δημοκρατίας, χέρι – χέρι με τον σοσιαλισμό (=πάσης φύσεως μορφές σοσιαλδημοκρατίας και σοσιαλισμού), κατά τον ραγδαίο εκφυλισμό της σε μαζική δημοκρατία. Στο ίδιο κύκλο σκέψεων φέρνει σε συζήτηση την ιδέα πως η δημοκρατία διασπά τις άκαμπτες ταξικές ιεραρχίες και έτσι απελευθερώνει ατομικές φιλοδοξίες, ενώ συγχρόνως δεν παύει να αποκαλύπτει τις θορυβώδεις και όχι λιγότερο ανεδαφικές φλυαρίες των σοσιαλιστών της εποχής του περί ελεύθερης μελλοντικής κοινωνίας[5].

§4. Η κεντρική έννοια πάντως της συνολικής σκέψης του Νίτσε, κι όχι μόνο της πολιτικής, είναι αυτή του Αγώνος. Υπό τον αστερισμό αυτής της έννοιας, χαρακτηριστικής της δυναμικής εξέλιξης της σκέψης του, κρίνει ή επικρίνει, ανάλογα με την περίπτωση, τη δημοκρατία ως τέτοια ή διάφορες επί μέρους μορφές εκδήλωσής της ή εφαρμογής της, αλλά και γενικότερα το κράτος με τις εκάστοτε εξουσιαστικές μορφές του. Οι νέες ιδέες του, όπως ο ίδιος τις εννοεί, δηλαδή οι εν εξελίξει πτυχές ή μορφές της σκέψης του, σε συνάφεια και με τον ανερχόμενο μηδενισμό στην Ευρώπη, αναγνωρίζουν την ηθική, πάνω στην οποία στηρίζεται όλο το πολιτικό και δη το δημοκρατικό οικοδόμημα της Ευρώπης, ως ηθική του αγελαίου ζώου[6]. Το πλέγμα έτσι των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων αποκτά μηδενιστικά χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα ο παθητικός μηδενισμός να οδεύει προς την απόλυτη κυριαρχία του, αποστερώντας τον άνθρωπο

«από την πίστη στο δίκιο του, στην αθωότητα· κυριαρχεί η ψευδολογία, ο οπορτουνισμός»[7].

Την ίδια στιγμή καθιδρύει τούτη την ψευδολογία και τον οπουρτουνισμό ως το γνωσιοντολογικό θεμέλιο όλων των κοινωνικο-πολιτικών θεσμίσεων του ανθρώπου· κατ’ επέκταση το δημοκρατικό κίνημα αποβαίνει:

«όχι απλώς μια μορφή κατάπτωσης της οργανωμένης ζωής στη σφαίρα της πολιτικής, αλλά και μορφή κατάπτωσης‒μείωσης του ανθρώπου, καταδίκης του στην κατάσταση του μέτριου/της μετριότητας και της απώλειας της αξίας του»[8].

Όλα, επομένως, τα πολιτικά‒πολιτισμικά επιτεύγματα της Ευρώπης, δηλαδή εκείνα που κατονομάζουν οι εκάστοτε, κάτω και του μετρίου, πολιτικοί ηγέτες της ως τέτοια, αλλά και καθετί που προβάλλουν ως πρόοδο είναι τα πυρηνικά στοιχεία της ηθικής της αγέλης και αποτελούν τον μέγιστο κίνδυνο να φτάσει ο άνθρωπος σε ολικό, καθολικό και συλλογικό εκφυλισμό και μάλιστα υπό την ετικέτα του «ανθρώπου του μέλλοντος», για τον οποίο μιλούν κατά κόρο

«οι μπουνταλάδες και χοντροκέφαλοι σοσιαλιστές»[9].

Τέτοιους μπουνταλάδες δημοκράτες, σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθερους κ.λπ. δεν τους βρίσκουμε αποκλειστικά σε ένα παρωχημένο παρελθόν, κατά το Νίτσε, αλλά στο αεί παρόν. Είναι αυτοί, που ακριβώς, επειδή οι ίδιοι έχουν εξαντλημένες τις λίγες δυνατότητές τους, εργάζονται συνειδητά ή μη για την εξάντληση και των τεράστιων δυνατοτήτων των άλλων ανθρώπων. Να γιατί, και πάλι με βάση τον λόγο του Νίτσε,

«ο εκδημοκρατισμός της Ευρώπης είναι συγχρόνως μια ακούσια, χωρίς την ελεύθερη βούληση, ρύθμιση για τη δημιουργία τυράννων, ‒με κάθε έννοια της λέξης, μαζί και της πνευματικής»[10].
---------------------
[1] Φρ. Νίτσε: KSA 2, σ. 285.
[2] Ό.π., σ. 671-72.
[3] Ό.π., σ. 685.
[4] KSA 3, σσ. 500-501.
[5] Ό. π., σσ. 596-97.
[6] KSA 5, σ.124.
[7] Φρ. Νίτσε: Ο Ευρωπαϊκός Μηδενισμός
[8] KSA 5, σ. 126.
[9] Ό.π., σ. 127.
[10] Ό.π., σ. 183.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ

ΙΣΟΚΡ 4.181–186

Δίκαιο και συμφέρον επιβάλλουν την εκστρατεία εναντίον των Περσών

Φτάνοντας στον ἐπίλογον του έργου του, ο Ισοκράτης ανακεφαλαιώνει τις βασικές θέσεις που ανέπτυξε προηγουμένως. Αφού τόνισε ότι η Ανταλκίδειος ειρήνη εξυπηρετούσε αποκλειστικά τα περσικά συμφέροντα, άρα δεν θα έπρεπε να δεσμεύει τους Έλληνες, συνεχίζει:.


[181] Ὑπὲρ ὧν ἄξιον ὀργίζεσθαι, καὶ σκοπεῖν ὅπως τῶν
τε γεγενημένων δίκην ληψόμεθα καὶ τὰ μέλλοντα διορθωσό-
μεθα. καὶ γὰρ αἰσχρὸν ἰδίᾳ μὲν τοῖς βαρβάροις οἰκέταις
ἀξιοῦν χρῆσθαι, δημοσίᾳ δὲ τοσούτους τῶν συμμάχων
περιορᾶν αὐτοῖς δουλεύοντας, καὶ τοὺς μὲν περὶ τὰ Τρωϊκὰ
γενομένους μιᾶς γυναικὸς ἁρπασθείσης οὕτως ἅπαντας
συνοργισθῆναι τοῖς ἀδικηθεῖσιν, ὥστε μὴ πρότερον παύσα-
σθαι πολεμοῦντας πρὶν τὴν πόλιν ἀνάστατον ἐποίησαν τοῦ
τολμήσαντος ἐξαμαρτεῖν, [182] ἡμᾶς δ’ ὅλης τῆς Ἑλλά-
δος ὑβριζομένης μηδεμίαν ποιήσασθαι κοινὴν τιμωρίαν,
ἐξὸν ἡμῖν εὐχῆς ἄξια διαπράξασθαι. μόνος γὰρ οὗτος ὁ
πόλεμος εἰρήνης κρείττων ἐστί, θεωρίᾳ μὲν μᾶλλον ἢ
στρατείᾳ προσεοικώς, ἀμφοτέροις δὲ συμφέρων, καὶ τοῖς
ἡσυχίαν ἄγειν καὶ τοῖς πολεμεῖν ἐπιθυμοῦσιν. εἴη γὰρ
ἂν τοῖς μὲν ἀδεῶς τὰ σφέτερ’ αὐτῶν καρποῦσθαι, τοῖς
δ’ ἐκ τῶν ἀλλοτρίων μεγάλους πλούτους κατακτήσασθαι.

[183] Πολλαχῇ δ’ ἄν τις λογιζόμενος εὕροι ταύτας τὰς
πράξεις μάλιστα λυσιτελούσας ἡμῖν. φέρε γάρ, πρὸς τίνας
χρὴ πολεμεῖν τοὺς μηδεμιᾶς πλεονεξίας ἐπιθυμοῦντας ἀλλ’
αὐτὸ τὸ δίκαιον σκοποῦντας; οὐ πρὸς τοὺς καὶ πρότερον
κακῶς τὴν Ἑλλάδα ποιήσαντας καὶ νῦν ἐπιβουλεύοντας
καὶ πάντα τὸν χρόνον οὕτω πρὸς ἡμᾶς διακειμένους;
[184] τίσι δὲ φθονεῖν εἰκός ἐστι τοὺς μὴ παντάπασιν
ἀνάνδρως διακειμένους ἀλλὰ μετρίως τούτῳ τῷ πράγματι
χρωμένους; οὐ τοῖς μείζους μὲν τὰς δυναστείας ἢ κατ’
ἀνθρώπους περιβεβλημένοις, ἐλάττονος δ’ ἀξίοις τῶν παρ’
ἡμῖν δυστυχούντων; ἐπὶ τίνας δὲ στρατεύειν προσήκει
τοὺς ἅμα μὲν εὐσεβεῖν βουλομένους ἅμα δὲ τοῦ συμ-
φέροντος ἐνθυμουμένους; οὐκ ἐπὶ τοὺς καὶ φύσει πολε-
μίους καὶ πατρικοὺς ἐχθρούς, καὶ πλεῖστα μὲν ἀγαθὰ
κεκτημένους, ἥκιστα δ’ ὑπὲρ αὐτῶν ἀμύνεσθαι δυναμένους;
οὐκοῦν ἐκεῖνοι πᾶσι τούτοις ἔνοχοι τυγχάνουσιν ὄντες.

[185] Καὶ μὴν οὐδὲ τὰς πόλεις λυπήσομεν στρατιώτας ἐξ
αὐτῶν καταλέγοντες, ὃ νῦν ἐν τῷ πολέμῳ τῷ πρὸς ἀλλήλους
ὀχληρότατόν ἐστιν αὐταῖς· πολὺ γὰρ οἶμαι σπανιωτέρους
ἔσεσθαι τοὺς μένειν ἐθελήσοντας τῶν συνακολουθεῖν ἐπι-
θυμησόντων. τίς γὰρ οὕτως ἢ νέος ἢ παλαιὸς ῥᾴθυμός
ἐστιν, ὅστις οὐ μετασχεῖν βουλήσεται ταύτης τῆς στρατιᾶς
τῆς ὑπ’ Ἀθηναίων μὲν καὶ Λακεδαιμονίων στρατηγουμένης,
ὑπὲρ δὲ τῆς τῶν συμμάχων ἐλευθερίας ἁθροιζομένης, ὑπὸ
δὲ τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης ἐκπεμπομένης, ἐπὶ δὲ τὴν τῶν
βαρβάρων τιμωρίαν πορευομένης; [186] φήμην δὲ καὶ
μνήμην καὶ δόξαν πόσην τινὰ χρὴ νομίζειν ἢ ζῶντας
ἕξειν ἢ τελευτήσαντας καταλείψειν τοὺς ἐν τοῖς
τοιούτοις ἔργοις ἀριστεύσαντας; ὅπου γὰρ οἱ πρὸς Ἀλέ-
ξανδρον πολεμήσαντες καὶ μίαν πόλιν ἑλόντες τοιούτων
ἐπαίνων ἠξιώθησαν, ποίων τινῶν χρὴ προσδοκᾶν ἐγκωμίων
τεύξεσθαι τοὺς ὅλης τῆς Ἀσίας κρατήσαντας; τίς γὰρ ἢ
τῶν ποιεῖν δυναμένων ἢ τῶν λέγειν ἐπισταμένων οὐ πονή-
σει καὶ φιλοσοφήσει βουλόμενος ἅμα τῆς θ’ αὑτοῦ διανοίας
καὶ τῆς ἐκείνων ἀρετῆς μνημεῖον εἰς ἅπαντα τὸν χρόνον
καταλιπεῖν;

***
[181] Για όλα αυτά θα πρέπει, να μας πιάσει η αγανάκτηση και να κοιτάξουμε να βρούμε τρόπο να πάρουμε εκδίκηση για όσα πάθαμε στο παρελθόν και να τακτοποιήσουμε τα πράγματα στο μέλλον. Στο κάτω κάτω είναι ντροπή σαν ιδιώτης ο καθένας να έχουμε στα σπίτια μας για δούλους τους βαρβάρους, και από την άλλη επίσημα σαν κράτος να αφήνουμε τόσους από τους συμμάχους μας να είναι δούλοι εκείνων· είναι ντροπή αυτοί που έζησαν στα χρόνια του Τρωικού πολέμου, για το χατήρι μιας γυναίκας που τους κλέψανε, να νιώσουν τόσο όλοι μαζί την προσβολή που έγινε, ώστε να μη σταματήσουν τον πόλεμο, παρά μονάχα αφού κατάστρεψαν απ' τα θεμέλια την πόλη αυτού που τόλμησε να τους προσβάλει, [182] και από το άλλο μέρος εμείς σήμερα, τη στιγμή που καταξευτελίζεται ολόκληρη η Ελλάδα, να μην τους επιβάλουμε όλοι μαζί μια τιμωρία ― ενώ είναι στο χέρι μας να πραγματοποιήσουμε ακόμα και την τολμηρότερη ευχή μας. Εξάλλου μόνο ένας τέτοιος πόλεμος είναι από την ειρήνη προτιμότερος : Μοιάζει με πανηγυρική πομπή παρά με εκστρατεία και είναι ωφέλιμος και για όσους θέλουν την ησυχία τους και για κείνους που επιθυμούν τον πόλεμο. Εξασφαλίζει, βλέπετε, τη δυνατότητα στους πρώτους να απολαμβάνουν χωρίς φόβο τα αγαθά τους, στους άλλους πάλι να αποχτήσουν πλούτη πολλά από τις ξένες χώρες.

[183] Μα και από κάθε άποψη αν το συλλογιστεί κανείς στα σοβαρά, θα βρει πως τέτοιες πράξεις μας ωφελούν πάρα πολύ. Και πράγματι, με ποιους πρέπει να πολεμούν οι άνθρωποι που δεν κατέχονται από καμιά διάθεση πλεονεξίας, αλλά κοιτούν μόνο το δίκαιο; Δεν πρέπει να τα βάζουν με αυτούς που και παλιότερα έβλαψαν την Ελλάδα και τώρα πάλι την έχουν στο μάτι και όλο τον καιρό τρέφουν εναντίον μας αισθήματα μονάχα μίσους; [184] Ποιους είναι φυσικό να φθονούν όσοι δεν έχουν χάσει ακόμα το φιλότιμό τους εντελώς, αλλά διατηρούν μια στάλα αξιοπρέπειας; Δεν πρέπει να μισούν εκείνους που έχουν φορτωθεί εξουσία μεγαλύτερη από όση γίνεται να σηκώσει η φύση η ανθρώπινη, μόλο που η αξία τους δε φτάνει ούτε τους πιο άθλιους δικούς μας; Και εναντίον τίνων έχουν χρέος να εκστρατεύουν αυτοί που θέλουν να δείχνουν ευσέβεια, μα δεν ξεχνούν ούτε στιγμή και το συμφέρον τους; Όχι εναντίον εκείνων που είναι φυσικοί και προαιώνιοι εχθροί, που έχουν αποκτήσει αμέτρητα αγαθά, μα δεν είναι σε θέση να τα υπερασπίσουν; Ε λοιπόν, όλους αυτούς τους όρους τους συγκεντρώνουν απάνω τους οι Πέρσες.

[185] Άλλωστε ούτε και τις πόλεις μας πρόκειται να λυπήσουμε στρατολογώντας στρατιώτες από αυτές, πράγμα που τώρα, στον πόλεμο που κάνουν μεταξύ τους, αναμφισβήτητα τους είναι οχληρότατο. Είμαι μάλιστα βέβαιος ότι πολύ λιγότεροι θα θέλουν να μείνουν από όσους θα έχουν τη λαχτάρα να πάρουν μέρος στην εκστρατεία αυτή. Ποιος τάχα νέος ή και ηλικιωμένος θα είναι τόσο αδιάφορος, ώστε να μη δεχτεί να πάρει μέρος σ' αυτό το στράτευμα που θα το διευθύνουν μαζί Σπαρτιάτες και Αθηναίοι, που οργανώνεται για την ελευθερία των συμμάχων, που ξεκινάει με τις ευχές όλης ανεξαιρέτως της Ελλάδας, που έχει σκοπό να τιμωρήσει τους βαρβάρους; [186] Αλλά και πόση φήμη, τι θύμηση θαυμάσια, πόση δόξα πρέπει να φανταστούμε ότι θα αποκτήσουν όσο θα είναι ζωντανοί, ή θα αφήσουν πίσω τους, αν θα πεθάνουν, όσοι θα ξεχωρίσουν σε έναν αγώνα τόσο ιερό; Και αφού εκείνοι που πολέμησαν μονάχα τον Αλέξανδρο και δεν κυρίευσαν παρά μια πόλη μόνο αξιώθηκαν τέτοιους λαμπρούς επαίνους, ποια ανείπωτα εγκώμια πρέπει να περιμένουμε πως θα δεχτούν αυτοί που θα κυριαρχήσουν σε όλη την Ασία; Ποιος από τους ποιητές ή από τους ρήτορες δε θα μοχθήσει και δε θα εξαντλήσει όλες του τις δυνάμεις και τις γνώσεις του με τη φιλοδοξία να αφήσει αθάνατο μνημείο στους αιώνες τόσο για τη δικιά του ικανότητα, όσο και για την αρετή εκείνων;