Η προσευχή
Ένας προσκυνητής καθόταν στην άκρη του δρόμου κι προσευχόταν. Καθώς βρισκόταν εκεί, παρατηρούσε όλους τους άπορους, τους άρρωστους, τους ανάπηρους που τον προσπερνούσαν. Λυπημένος, απευθύνθηκε στον Θεό λέγοντας: «Θεέ μου, πως γίνεται ένας τόσο ευσπλαχνικός Πατέρας να βλέπει όλον αυτό τον πόνο και να μην κάνει τίποτα;» και μετά από σιγή, ο Θεός απάντησε: «Εγώ έκανα κάτι! Δημιούργησα εσένα!»
Η Συζήτηση των Κυμάτων
Ήταν ένα μικρό κύμα, πολύ λυπημένο και που μονολογούσε: «πόσο δυστυχισμένο είμαι… τα άλλα κύματα είναι τόσο μεγάλα και δυνατά και εγώ είμαι τόσο μικρό και ασήμαντο… γιατί να είναι η ζωή τόσο σκληρή;»
Ένα μεγάλο κύμα που βρισκόταν εκεί κοντά, το άκουσε και αποφάσισε να του απαντήσει: «Τα λες αυτά διότι δεν έχεις κατανοήσει την πραγματική σου φύση. Νομίζεις ότι είσαι ένα κύμα και νομίζεις ότι είσαι μικρό και ασήμαντο, ενώ στην πραγματικότητα δεν είσαι τίποτα από τα δύο»
Ξαφνιασμένο το μικρό κύμα απαντά: «Πως;! Δεν είμαι κύμα;! Μα, δεν βλέπεις τον κυματισμό μου; Δεν βλέπεις τα απόνερά μου; Αν και μικρό, είναι κύμα! Τι εννοείς λέγοντας ότι δεν είμαι κύμα;»
Ήρεμα το μεγάλο κύμα αποκρίνεται: «Αυτό που καλείς ‘κύμα’ δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσωρινή μορφή σου. Στην πραγματικότητα, δεν είσαι τίποτε άλλο παρά νερό! Όταν κατανοήσεις την βάση της φύσης σου, θα απαλλαχθείς από την μιζέρια σου και θα δεις ότι εγώ είμαι εσύ, εσύ είσαι εγώ, και οι δύο είμαστε κομμάτι του ιδίου Όλου»
Η Άδεια Κούπα
Ένας καθηγητής πανεπιστημίου, θέλοντας να μάθει περισσότερα για την φιλοσοφία του Ζεν πήγε να συναντήσει έναν διδάσκαλο του Ζεν. Ο διδάσκαλος τον καλωσόρισε και του προσέφερε τσάι. Καθώς ο διδάσκαλος σερβίριζε τσάι, ο καθηγητής μιλούσε για το Ζεν, χωρίς να σταματά καθόλου. Ο διδάσκαλος έβαζε τσάι στην κούπα του καθηγητή, και ακόμα κι όταν ξεχείλισε, συνέχιζε να βάζει τσάι. Ο καθηγητής παρακολουθούσε τον διδάσκαλο καθώς μιλούσε, μέχρι που δεν άντεξε άλλο και τον ρώτησε «μα, δεν το βλέπεις ότι έχει ξεχειλίσει;! Δεν χωράει άλλο τσάι!» και ο διδάσκαλος αποκρίθηκε «είσαι κι εσύ σαν αυτή τη κούπα… πως θέλεις να σου μιλήσω για το Ζεν αν δεν μου δώσεις πρώτα χώρο;»
Ο Εαυτός
Ένας ταραγμένος μοναχός πλησίασε έναν διδάσκαλο του Ζεν λέγοντάς του «Δάσκαλε, σε παρακαλώ βοήθησέ με! Είμαι χαμένος, απελπισμένος, δεν ξέρω ποιος είμαι! Σε παρακαλώ, δείξε μου τον εαυτό μου!»
Μα ο διδάσκαλος δεν απαντούσε.
Ο μοναχός τον παρακαλούσε, τον ικέτευε να του δείξει ποιος είναι, μα ο διδάσκαλος εξακολουθούσε να μην απαντά.
Απογοητευμένος ο μοναχός γύρισε να φύγει, και τότε ο διδάσκαλος τον φώναξε με το όνομά του. Ο μοναχός γύρισε ενθουσιασμένος λέγοντας «Ναι;» και ο διδάσκαλος αποκρίθηκε «Να ο εαυτός σου»
Εμμονή
Δύο μοναχοί ταξίδευαν μαζί. Όταν έφτασαν σε ένα ποτάμι, είδαν μια νέα γυναίκα ανήσυχη να κοιτά το ποτάμι. Όταν τους είδε, τους ρώτησε εάν μπορούν να την κουβαλήσουν στην απέναντι όχθη, διότι φοβόταν ότι θα πνιγεί. Ο ένας μοναχός δίστασε, μιας και απαγορεύεται σε μοναχούς να αγγίζουν γυναίκες. Ο άλλος όμως χωρίς δισταγμό, ανέβασε την γυναίκα στους ώμους του και την πέρασε απέναντι.
Καθώς συνέχιζαν το ταξίδι τους, ο πρώτος μοναχός δεν σταματούσε να επιπλήττει τον δεύτερο που κουβάλησε την γυναίκα. Μέχρι που τέλος ο δεύτερος δεν άντεξε άλλο και του αποκρίθηκε «αδελφέ μου, εγώ την κουβάλησα για λίγα λεπτά, μα εσύ ακόμα την κουβαλάς»
Η Κίνηση του Νου
Δύο άντρες διαφωνούσαν για μια σημαία που κυμάτιζε με τον αέρα. Ο ένας έλεγε «είναι ο αέρας που κινείται» ενώ ο άλλος «όχι, είναι η σημαία που κινείται»…
Ένας διδάσκαλος του Ζεν έτυχε να περνά από εκεί και να ακούσει την διαφωνία. Τους διέκοψε λέγοντας «Δεν είναι ούτε ο αέρας, ούτε η σημαία που κινείται, μα ο Νους!»
Ο ελέφαντας και ο ψύλλος
Ο δάσκαλος Ζεν Roshi Kapleau δέχτηκε να διδάξει μια ομάδα ψυχαναλυτών για το Ζεν. Αφ’ ότου συστήθηκε στην ομάδα, από τον διευθυντή του ερευνητικού ινστιτούτου, ο Roshi κάθισε κάτω ήσυχα, πάνω σε ένα μαξιλάρι. Ένας μαθητής πήγε και κάθισε κάτω, δίπλα στον δάσκαλο και τον ρώτησε «τι είναι Ζεν;»
Ο Roshi έβγαλε μια μπανάνα, την ξεφλούδισε και άρχισε να την τρώει.
«Αυτό είναι όλο;» είπε ο μαθητής «δεν μπορείς να μου δείξεις κάτι άλλο;»
«Έλα πιο κοντά παρακαλώ» είπε ο δάσκαλος. Ο μαθητής υπάκουσε κι ο Roshi κούνησε την φλούδα της μπανάνας μπροστά του. Ο μαθητής απογοητευμένος, έφυγε.
Ένας άλλος μαθητής από το ακροατήριο, σηκώθηκε και είπε «καταλάβατε;». Κανείς δεν απάντησε. «Μόλις είδατε μια εξαιρετική εξήγηση του Ζεν. Έχετε άλλες ερωτήσεις;» πρόσθεσε.
Μετά από αρκετές στιγμές σιωπής, κάποιος είπε «Roshi, δεν είμαι ικανοποιημένος από την εξήγησή σου. Μας έδειξες κάτι που δεν είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνω. Σίγουρα μπορείς να μας ΠΕΙΣ κάτι για το Ζεν»
«Εάν επιμένετε στα λόγια» απάντησε ο Roshi «τότε το Ζεν είναι ένας ελέφαντας που ζευγαρώνει μ’ έναν ψύλλο».
Ο Άγιος άνθρωπος
Η φήμη για έναν Άγιο άνθρωπο που ζούσε σ’ ένα μικρό σπιτάκι στην κορυφή ενός βουνού, εξαπλώθηκε σ’ όλη την επαρχία. Έτσι, ένας χωρικός αποφάσισε να κάνει το δύσκολο ταξίδι στην κορυφή, για να τον συναντήσει. Όταν έφτασε στο σπίτι, είδε έναν γέρο υπηρέτη που τον υποδέχτηκε στην πόρτα.
«Θα ήθελα να δω τον Άγιο άνθρωπο» είπε ο χωρικός στον υπηρέτη.
Ο υπηρέτης του χαμογέλασε και τον άφησε να περάσει μέσα. Καθώς προχωρούσαν μέσα στο σπίτι, ο χωρικός κοιτούσε ανυπόμονα γύρω του, αναζητώντας τον Άγιο άνθρωπο. Μα προτού το καταλάβει, έφτασαν στην πίσω πόρτα και ο υπηρέτης τον συνόδευσε έξω. Ο χωρικός σταμάτησε και είπε στον υπηρέτη «μα, θέλω να δω τον Άγιο άνθρωπο!»
«Τον είδες» του απάντησε ο γέρος. «Όποιον συναντάς στην ζωή σου, ακόμα κι αν φαίνεται απλός και ασήμαντος… να τον βλέπεις ως Άγιο άνθρωπο. Εάν κάνεις αυτό, τότε ότι πρόβλημα κι αν είναι αυτό που έφερες σήμερα εδώ, θα λυθεί»
Ο Εξορκισμός του Φαντάσματος
Κάποτε, η σύζυγος ενός ανθρώπου αρρώστησε βαριά. Λίγο προτού πεθάνει, του είπε «σ’ αγαπώ τόσο πολύ! Δεν θέλω να σ’ αφήσω και δεν θέλω να με απατήσεις. Υποσχέσου ότι δεν θα αγγίξεις άλλη γυναίκα μετά τον θάνατό μου, αλλιώς θα έρθω να σε στοιχειώσω!»
Για πολλούς μήνες μετά τον θάνατό της, ο σύζυγός τήρησε την υπόσχεσή του και απέφευγε τις γυναίκες. Μα κάποια στιγμή γνώρισε μια γυναίκα την οποία και ερωτεύτηκε. Το ίδιο βράδυ που την αρραβωνιάστηκε, το φάντασμα της γυναίκας του εμφανίστηκε, κατηγορώντας τον ότι αθέτησε την υπόσχεσή του. Κάθε βράδυ από εκείνη τη νύχτα, το φάντασμα ερχότανε και του επαναλάμβανε επ’ ακριβώς και με λεπτομέρειες τα όσα έκανε και είπε με την αρραβωνιαστικιά του κατά την διάρκεια της ημέρας.
Ο άνθρωπος είχε χάσει τον ύπνο του και απελπισμένος ζήτησε την βοήθεια ενός δασκάλου Ζεν που ζούσε εκεί κοντά. Αφού του εξιστόρησε τα όσα συνέβαιναν, ο δάσκαλος του είπε «πρόκειται για πολύ έξυπνο φάντασμα».
«Πράγματι!» είπε ο άνθρωπος «θυμάται με λεπτομέρεια κάθε τι που είπα και έκανα κατά την διάρκεια της μέρας με την μνηστή μου. Γνωρίζει τα πάντα!»
«Πρέπει να θαυμάζεις αυτό το φάντασμα» του είπε ο δάσκαλος «αλλά θα σου πω τι να κάνεις την επόμενη φορά που θα έρθει»
Την ίδια βραδιά, όταν εμφανίστηκε το φάντασμα, ο άνθρωπος έκανε όπως του είπε ο δάσκαλος, και είπε στο φάντασμα «είσαι τόσο σοφό φάντασμα. Το ξέρεις ότι δεν μπορώ να σου κρύψω τίποτα. Αν όμως μπορέσεις ν’ απαντήσεις σε μια μου ερώτηση, θα διαλύσω τον αρραβώνα μου και θα παραμείνω εργένης για όλη μου την ζωή!». Το φάντασμα συμφώνησε. Έπιασε λοιπόν ο άνθρωπος μια χούφτα φασόλια μέσα από τον σάκο με φασόλια που είχε βάλει δίπλα του και ρώτησε το φάντασμα, κρατώντας κλειστή την χούφτα μου, «πες μου πόσα φασόλια έχω στην χούφτα μου».
Εκείνη τη στιγμή, το φάντασμα εξαφανίστηκε και δεν τον ξαναενόχλησε ποτέ.
Ο Δάσκαλος
Ένας νεαρός μαθητής πλησίασε έναν Δάσκαλο Ζεν και τον ρώτησε για το πως θα πρέπει να προετοιμαστεί για την εκπαίδευσή του.
Ο Δάσκαλος τότε του είπε «Σκέψου με ως μια καμπάνα. Αν με χτυπήσεις ελαφρά, θα λάβεις ένα μικρούτσικο σφυριγματάκι. Αν με χτυπήσεις δυνατά, θα λάβεις ένα δυνατό και καθαρό καμπάνισμα»
Τα Βιβλία και η Φώτιση
Κάποτε έζησε ένας φημισμένος φιλόσοφος, που είχε αφιερωθεί στην μελέτη του Ζεν για πολλά χρόνια. Την ημέρα που τελικά έφτασε στην φώτιση, πήρε όλα του τα βιβλία, τα πήγε στον κήπο του και τά ‘καψε…
Αυτοσυγκέντρωση
Ένας αλαζόνας πρωταθλητής τοξοβολίας, προκάλεσε σε αγώνα έναν δάσκαλο Ζεν, που ήταν γνωστός για τις ικανότητές του στην τοξοβολία.
Ο νεαρός πρωταθλητής, έκανε αρχικά επίδειξη ικανοτήτων, χτυπώντας από μεγάλη απόσταση το κέντρο ενός στόχου και μετά χωρίζοντας στα δύο το πρώτο βέλος με ένα δεύτερο. «Ορίστε!» είπε μετά στον δάσκαλο «για να δούμε εάν μπορείς να συναγωνιστείς κάτι τέτοιο!».
Ατάραχος ο δάσκαλος, δεν τράβηξε το τόξο του, παρά ζήτησε από τον νεαρό να τον ακολουθήσει στο βουνό. Περίεργος ο νεαρός, ακολούθησε τον δάσκαλο, μέχρι που έφτασαν μπροστά από ένα βαθύ χάσμα και που τις δύο του πλευρές συνέδεε μια αμφιβόλου ασφάλειας παλιά σχοινένια γέφυρα.
Ήρεμα ο δάσκαλος ανέβηκε στην γέφυρα και προχώρησε μέχρι τα μισά της διαδρομής, έχοντας ακριβώς από κάτω του το τεράστιο χάσμα. Εκεί σταμάτησε, τράβηξε το τόξο του, στόχευσε ένα μακρινό δέντρο και έριξε το βέλος, πετυχαίνοντας τον στόχο. Ήρεμα πάλι επέστρεψε εκεί που στεκότανε ο νεαρός και του είπε «σειρά σου».
Τρομαγμένος ο νεαρός, αφού κοίταξε πρώτα την άβυσσο από κάτω τους και μετά την ετοιμόρροπη γέφυρα, αρνήθηκε να προσπαθήσει.
«Είσαι πολύ ικανός με το τόξο» του είπε ο δάσκαλος «μα δεν ελέγχεις τον νου, που ελευθερώνει την βολή».
Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο…
Κατά την διάρκεια ενός κρίσιμου πολέμου, ο Ιάπωνας στρατηγός αποφάσισε να επιτεθεί σε μια μάχη, παρόλο που ο στρατός του εχθρού ήταν σημαντικά υπεράριθμος σε σχέση με τον δικό του. Ο στρατηγός ήταν πεπεισμένος ότι μπορούσαν πάραυτα να νικήσουν, μα ο στρατός του ήταν φοβισμένος και γεμάτος αμφιβολία.
Καθώς λοιπόν ξεκινήσανε για τον δρόμο προς το σημείο που θα γινότανε η μάχη, σταματήσανε σε έναν ναό να προσευχηθούν. Αφού προσευχήθηκαν, ο στρατηγός πλησίασε στο ιερό, έβγαλε ένα νόμισμα και είπε δυνατά ώστε να τον ακούσουν όλοι «θα ρίξω τώρα το νόμισμα. Εάν είναι κορώνα, θα νικήσουμε. Εάν είναι γράμματα, θα ηττηθούμε. Είθε η μοίρα τώρα ν’ αποκαλυφθεί» Έριξε το νόμισμα ενώ όλοι παρακολουθούσαν με αγωνία. Ήταν κορώνα!
Οι στρατιώτες αναφώνησαν με ενθουσιασμό και με ανανεωμένη αυτοπεποίθηση και θάρρος έφυγαν για την μάχη… την οποία και τελικά νίκησαν.
Ενώ γιόρταζαν την νίκη τους, ένας υπολοχαγός πλησίασε τον στρατηγό και με χαρά του είπε «τελικά, κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από την μοίρα!»
«Πράγματι…» του απάντησε χαμογελώντας ο στρατηγός, κι έβγαλε και του έδειξε το νόμισμα που είχε χρησιμοποιήσει: ήταν κορώνα και από τις 2 πλευρές.
Εγωισμός
Υπήρχε πριν από αιώνες ένας σπουδαίος Υπουργός και Αξιωματούχος της Κίνας. Όμως, παρά την φήμη, τα πλούτη και την δύναμή του στην εξουσία, έτρεφε βαθύ σεβασμό στον πνευματικό του δάσκαλο, που επισκεπτότανε συχνά και στον οποίο πάντα συμπεριφερότανε με ευγένεια και ταπεινότητα.
Σε μια από τις επισκέψεις του, ρώτησε τον δάσκαλό του «σεβασμιότατε, τι είναι ο εγωισμός κατά την γνώμη σου;»
Αμέσως ο δάσκαλος κοκκίνισε από θυμό και είπε άγρια στον μαθητή του «τι ανόητη ερώτηση είναι αυτή;;!»
Ο Υπουργός αμέσως πετάχτηκε πάνω ξαφνιασμένος από την αντίδραση του δασκάλου του και φανερά εκνευρισμένος, έτοιμος να βάλει τις φωνές στον δάσκαλο.
Τότε ο δάσκαλος τον πρόλαβε χαμογελώντας ήρεμα και του είπε «ΑΥΤΟ, εξοχότατε, είναι εγωισμός».
Ποίος και Τι είσαι;
Ένας Αυτοκράτορας, αφοσιωμένος Βουδιστής, κάλεσε έναν φημισμένο Δάσκαλο Ζεν στο παλάτι του, για να του θέσει μερικές ερωτήσεις σχετικά με τον Βουδισμό.
«Ποιά είναι η ανώτατη αλήθεια του Βουδισμού;» Ρώτησε ο Αυτοκράτορας
«Η απόλυτη κενότητα… και ούτε ίχνος αγιοσύνης» απάντησε ο Δάσκαλος
«Εάν δεν υπάρχει αγιότητα» απόρησε ο Αυτοκράτορας «τότε εσύ ποιός και τι είσαι;»
«Δεν ξέρω» απάντησε γαλήνια ο Δάσκαλος…
Θα περάσει…
Ένας μαθητής πήγε στον δάσκαλό του και του είπε «δάσκαλε, ο διαλογισμός μου είναι απαίσιος! Μου αποσπάται συνέχεια η προσοχή, τα πόδια μου πονάνε και συχνά με παίρνει ο ύπνος! Είναι απαίσιος!»
«Θα περάσει» απάντησε ήρεμα ο δάσκαλος.
Περνάει λίγο ο καιρός και ο ίδιος μαθητής λέει στον δάσκαλό του «δάσκαλε, ο διαλογισμός μου τελικά είναι υπέροχος! Τόσο συνειδητός, γαλήνιος και ζωντανός! Υπέροχος!»
«Θα περάσει» του ξαναλέει ο δάσκαλος ήρεμα…
Κυνηγώντας δύο λαγούς
Ένας μαθητής των πολεμικών τεχνών, πλησίασε τον δάσκαλό του λέγοντάς του «θα ήθελα να βελτιώσω τις γνώσεις μου στις πολεμικές τέχνες. Γι αυτό, παράλληλα με την μαθητεία μου μαζί σου, θα ήθελα να μαθητεύσω και με άλλον έναν δάσκαλο, διαφορετικού στυλ. Πως σου φαίνεται αυτή η ιδέα;»
Ο δάσκαλος απάντησε «ο κυνηγός που κυνηγά δύο λαγούς, τελικά δεν θα πιάσει κανέναν»
Απόλυτη επίγνωση
Μετά από δεκαετή μαθητεία, ο Tenno έφτασε τον βαθμό του δασκάλου Ζεν. Μια βροχερή μέρα, πήγε να επισκεφτεί τον φημισμένο δάσκαλο Nan-in. Καθώς μπήκε μέσα στο σπίτι, ο δάσκαλος τον υποδέχτηκε με μια ερώτηση «άφησες τα ξυλοπάπουτσα και την ομπρέλα σου στην είσοδο;»
«Ναι» απάντησε ο Tenno
«Πες μου» συνέχισε ο δάσκαλος «άφησες την ομπρέλα σου αριστερά από τα ξυλοπάπουτσα ή από τα δεξιά;»
Ο Tenno δεν γνώριζε την απάντηση και κατάλαβε ότι δεν είχε ακόμα κατακτήσει την απόλυτη επίγνωση. Έτσι, έμεινε στο πλάι του Nan-in ως μαθητής του, για άλλα δέκα χρόνια.
Το δώρο των προσβολών
Κάποτε ζούσε ένας σπουδαίος πολεμιστής. Παρά την προχωρημένη ηλικία του, μπορούσε να νικήσει οποιονδήποτε τον προκαλούσε. Η φήμη του έφτασε πολύ μακριά και πολλοί μαθητές έρχονταν για να μαθητεύσουν πλάι του.
Μια μέρα, ένας ασήμαντος πολεμιστής έφτασε στην πόλη, αποφασισμένος να γίνει αυτός που θα νικήσει τον σπουδαίο δάσκαλο. Μαζί με την δύναμή του, είχε το ταλέντο να εντοπίζει τις αδυναμίες του αντιπάλου του. Περίμενε πάντα τον αντίπαλο να κάνει την πρώτη κίνηση, αποκαλύπτοντας έτσι την αδυναμία του, και μετά του επιτεθότανε ανελέητα και με τρομερή ταχύτητα. Κανείς δεν είχε αντέξει μαζί του, πέραν του πρώτου γύρου της μάχης.
Παρά τις συμβουλές των μαθητών του, ο γέρος δάσκαλος δέχτηκε με χαρά την πρόκληση του νεαρού πολεμιστή. Καθώς λοιπόν είχαν λάβει τις θέσεις τους, ο νεαρός πολεμιστής άρχισε να προσβάλλει τον γέρο πολεμιστή, να του πετάει χώμα και να τον φτύνει στο πρόσωπο. Για πολλές ώρες συνέχισε να τον προσβάλλει, με κάθε γνωστή κατάρα και προσβολή. Μα ο γέρος πολεμιστής παρέμενε ατάραχος και ακίνητος, μέχρι που τελικά ο νεαρός πολεμιστής εξουθενώθηκε και αναγνωρίζοντας την ήττα του, έφυγε ντροπιασμένος.
Οι μαθητές του γέρου πολεμιστή, λίγο απογοητευμένοι που δεν έγινε μάχη, μαζεύτηκαν γύρω του και τον ρώτησαν «πως άντεξες τέτοιο εξευτελισμό; Πως κατάφερες να τον διώξεις;»
«Εάν κάποιος σου προσφέρει ένα δώρο, κι εσύ αρνηθείς να το δεχτείς» είπε ο δάσκαλος «σε ποιόν ανήκει το δώρο;»
Γνωρίζοντας τα ψάρια
Μια μέρα, ο Chuang Tzu και ο φίλος του έκαναν βόλτα δίπλα στο ποτάμι.
«Κοίτα τα ψάρια που κολυμπάνε» είπε ο Chuang Tzu «το διασκεδάζουν»
«Δεν είσαι ψάρι» του απάντησε ο φίλος του «άρα δεν μπορείς πραγματικά να ξέρεις ότι το διασκεδάζουν»
«Δεν είσαι εγώ» απάντησε ο Chuang Tzu «άρα πως ξέρεις ότι εγώ δεν ξέρω ότι το διασκεδάζουν;»
Το φεγγάρι δεν κλέβεται
Ένας δάσκαλος Ζεν ζούσε μια απλή ζωή σε μια καλύβα, στους πρόποδες ενός βουνού. Ένα βράδυ, καθώς ήταν έξω από την καλύβα, ένας κλέφτης μπήκε μέσα αλλά είδε ότι δεν υπήρχε τίποτα εκεί για να κλέψει. Εκείνη τη στιγμή γύρισε ο δάσκαλος και τον είδε.
«Ήρθες από μακριά για να με επισκεφτείς» του είπε «και δεν είναι σωστό να φύγεις με άδεια χέρια. Σε παρακαλώ, πάρε τα ρούχα μου ως δώρο».
Ο κλέφτης ξαφνιάστηκε, αλλά άρπαξε τα ρούχα και άρχισε να τρέχει.
Ο δάσκαλος απέμεινες γυμνός, να κοιτά το φεγγάρι. «Τον φουκαρά» σκέφτηκε «μακάρι να μπορούσα να του δώσω αυτό το πανέμορφο φεγγάρι».
Η φύση των πραγμάτων
Δύο μοναχοί έπλεναν τις κούπες τους στο ποτάμι, όταν είδαν έναν σκορπιό να πνίγεται. Ο ένας μοναχός, αμέσως τον άρπαξε και τον άφησε δίπλα στην όχθη. Κατά την διάρκεια, ο σκορπιός τον τσίμπησε.
Καθώς συνέχισε να πλένει την κούπα του, ο σκορπιός και πάλι έπεσε στο νερό. Ο μοναχός και πάλι τον έσωσε, ενώ ο σκορπιός και πάλι τον τσίμπησε.
Ο άλλος μοναχός τον ρώτησε «αδελφέ μου, γιατί συνεχίζεις να τον σώζεις, αφού το γνωρίζεις ότι είναι στην φύση του σκορπιού να τσιμπάει;»
«Διότι είναι στην δική μου φύση να σώζω» απάντησε ο μοναχός.
Όχι άλλες ερωτήσεις
Ένας ψυχίατρος, συνάντησε έναν δάσκαλο Ζεν σε κάποιο κοινωνικό γεγονός. Έτσι, είχε την ευκαιρία να τον ρωτήσει κάτι που καιρό τον απασχολούσε.
«Πως ακριβώς βοηθάς τους ανθρώπους;» τον ρώτησε.
«Με το να τους φτάνω εκεί που δεν έχουν να κάνουν άλλες ερωτήσεις» απάντησε ο δάσκαλος.
Όχι νεκρός ακόμα
Ο αυτοκράτορας ρώτησε τον δάσκαλο Gudo «τι συμβαίνει σ’ έναν φωτισμένο άνθρωπο, μετά θάνατο;»
«Πως να ξέρω;» αποκρίθηκε ο Gudo
«Επειδή είσαι δάσκαλος» απάντησε ο Αυτοκράτορας
«Μάλιστα μεγαλειότατε» αποκρίθηκε ο Gudo «αλλά όχι νεκρός δάσκαλος!»
Μαθαίνοντας με τον σκληρό τρόπο
Ο γιός ενός ταλαντούχου κλέφτη, ζήτησε από τον πατέρα του να του μάθει την τέχνη του. Ο γέρος κλέφτης συμφώνησε και το ίδιο βράδυ πήρε τον γιό του να διαρρήξουν μαζί ένα μεγάλο σπίτι. Καθώς οι ένοικοι κοιμόνταν, αθόρυβα ο γέρος έβαλε τον γιό του μέσα σ’ ένα δωμάτιο που είχε και μια ντουλάπα με ρούχα. Του είπε να πάει μέσα στην ντουλάπα και να πάρει μερικά ρούχα. Μόλις μπήκε μέσα ο μικρός, ο πατέρας του έκλεισε την πόρτα και τον κλείδωσε μέσα. Μετά, βγήκε από το σπίτι, πήγε στην κεντρική πόρτα, την χτύπησε δυνατά ξυπνώντας τους ένοικους, κι εξαφανίστηκε γρήγορα. Ώρες αργότερα, ο γιός του επέστρεψε σπίτι τους εξουθενωμένος.
«Πατέρα, γιατί με κλείδωσες στην ντουλάπα;» ρώτησε θυμωμένος «αν δεν απελπιζόμουν τόσο από τον φόβο μη με πιάσουν, δεν θα κατάφερνα να διαφύγω. Επιστράτευσα όλη μου εφευρετικότητα για να ξεφύγω!»
Ο γέρος χαμογέλασε και αποκρίθηκε «γιέ μου, μόλις έλαβες το πρώτο μάθημα της τέχνης των διαρρήξεων»
Το αριστούργημα
Ένας σπουδαίος καλλιγράφος σχεδίαζε μερικά καλλιγραφήματα σε χαρτί ενώ ένας από τους ιδιαίτερα παρατηρητικούς του μαθητές, τον παρακολουθούσε στην εργασία. Όταν ο καλλιγράφος τελείωσε, ζήτησε την γνώμη του μαθητή του, που αμέσως του είπε ότι δεν είναι καλό. Ο δάσκαλος ξαναπροσπάθησε, μα ο μαθητής και πάλι δεν ήταν ευχαριστημένος. Πάλι και πάλι ο καλλιγράφος σχεδίαζε το ίδιο σχέδιο, ενώ ο μαθητής απέρριπτε τα αποτελέσματα.
Τελικά, όταν ο μαθητής είχε την προσοχή του αλλού, ο δάσκαλος άρπαξε την ευκαιρία και γρήγορα σχεδίασε αυθόρμητα το σχέδιο.
«Ορίστε!» του είπε «αυτό πως σου φαίνεται;»
«Αυτό» αποκρίθηκε ενθουσιασμένος ο μαθητής «είναι ένα αριστούργημα!»
Ίσως…
Μια Ταοϊστική ιστορία αφηγείται έναν γέρο αγρότη που δούλευε στα χωράφια του πολλά χρόνια. Μια μέρα, το άλογό του τό ΄σκασε. Όταν το έμαθαν οι γείτονες, πήγαν να τον επισκεφτούν.
«Τι ατυχία…» έλεγαν με συμπάθεια.
«Ίσως…» απαντούσε ο αγρότης.
Την επόμενη μέρα, το άλογο επέστρεψε, φέρνοντας μαζί του 3 ακόμα άγρια άλογα.
«Τι καλή τύχη!» θαύμασαν οι γείτονες.
«Ίσως…» απαντούσε ο αγρότης.
Την επόμενη μέρα, ο γιός του αγρότη προσπάθησε να καβαλήσει ένα από τα άγρια άλογα. Μα έπεσε και έσπασε το πόδι του. Γι άλλη μια φορά οι γείτονες ήρθαν να συμπαρασταθούν.
«Τι ατυχία…» έλεγαν με συμπάθεια.
«Ίσως…» απαντούσε ο αγρότης.
Την επόμενη μέρα, στρατιωτικοί ήρθαν στο χωριό και επιστράτευσαν όλους τους νέους, εκτός από τον γιό του αγρότη, επειδή είχε σπασμένο πόδι.
«Τι καλή τύχη!» θαύμασαν οι γείτονες.
«Ίσως…» απαντούσε ο αγρότης…
Ο λιθοξόος
Κάποτε ήταν ένας λιθοξόος που δεν ήταν ικανοποιημένος από τον εαυτό του και την ζωή του.
Μια μέρα, περνώντας έξω από το σπίτι ενός πλούσιου εμπόρου, κοίταξε μέσα από την ανοιχτή πόρτα και θαύμασε τα όμορφα πράγματα και τους σημαντικούς επισκέπτες.
«Πόσο σπουδαίος να είναι αυτός ο έμπορος!» σκέφτηκε με ζήλια και ευχήθηκε να γίνει σαν αυτόν τον έμπορο.
Προς μεγάλη του έκπληξη, αμέσως μεταμορφώθηκε σε έμπορο, απολαμβάνοντας τις πολυτέλειες και την ισχυρή επιρροή, μα και την ζήλια των πιο φτωχών απ’ αυτόν.
Σύντομα, ένας σημαντικός προύχοντας πέρασε από τον δρόμο, που τον μετέφεραν σε σέντια και συνοδευόμενος από στρατιωτικούς. Όλοι, όσο πλούσιοι κι αν ήταν, υποκλίνονταν μπροστά του.
«Πόσο ισχυρός είναι αυτός ο προύχοντας!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν προύχοντας!»
Αμέσως μεταμορφώθηκε σε ισχυρό προύχοντα, που όλοι φοβούνταν αλλά και μισούσαν.
Ήρθε το καλοκαίρι και οι πολύ ζεστές μέρες, κι ο προύχοντας ένιωθε άβολα μέσα στην σέντια του. Κοίταξε ψηλά τον ήλιο και σκέφτηκε «πόσο ισχυρός είναι ο ήλιος! Εύχομαι να ήμουν ο ήλιος!»
Αμέσως έγινε ο ήλιος, να λάμπει πάνω από τον κόσμο, να λατρεύεται και να θαυμάζεται από τους ανθρώπους, αλλά και να καταριέται από τους αγρότες -που τους έκαιγε τα σπαρτά- και από τους εργάτες που υπέφεραν κάνοντας την εργασία τους.
Μα ξάφνου, ένα μεγάλο μαύρο σύννεφο πέρασε από μπροστά του, εμποδίζοντάς τον να λάμψει παντού πάνω στη γη.
«Πόσο ισχυρό είναι αυτό το σύννεφο!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν σύννεφο!»
Αμέσως μεταμορφώθηκε σε βαρύ, μαύρο σύννεφο, που πλημμύριζε με το νερό του τα σπαρτά και τα χωρία, κι όλοι το καταριόνταν.
Μα σύντομα, κατάλαβε ότι παρασέρνονταν από μια μεγαλύτερη δύναμη, τον άνεμο.
«Πόσο ισχυρός είναι ο άνεμος!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν ο άνεμος!»
Αμέσως έγινε ο άνεμος, να φυσάει μανιασμένα ξεριζώνοντας δέντρα και καταστρέφοντας τις σκεπές των σπιτιών, κι όλοι να τον καταριόνται.
Σύντομα όμως βρέθηκε μπροστά σε έναν θεόρατο βράχο, που δεν μετακινούνταν καθόλου, παρά την δύναμη του ανέμου.
«Πόσο ισχυρός είναι αυτός ο βράχος!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν βράχος!»
Αμέσως έγινε ένας δυνατός, τεράστιος βράχος. Ότι πιο σταθερό πάνω στην γη.
Έτσι όπως στεκότανε απολαμβάνοντας την δύναμή του, άκουσε τον ήχο μεταλλικού εργαλείου πάνω στην επιφάνειά του και ένιωσε ν’ αλλάζει η μορφή του.
«Τι μπορεί να είναι πιο ισχυρό από εμένα;;» απόρησε.
Κοίταξε κάτω χαμηλά, και είδε έναν λιθοξόο…
Ο παράδεισος
Δύο άνθρωποι είχαν χαθεί μέσα στην έρημο για μέρες και κινδύνευαν να πεθάνουν από την δίψα και την ασιτία. Κάποια στιγμή όμως, βρέθηκαν μπροστά σ’ έναν ψηλό τοίχο. Πίσω από τον τοίχο έρχονταν ήχοι νερού που κυλά, πουλιών να τραγουδούν και πάνω από τον τοίχο ξεπρόβαλαν κλωνάρια δέντρων, φορτωμένα με καρπούς.
Ο ένας κατάφερε με δυσκολία να σκαρφαλώσει και να περάσει πάνω από τον τοίχο, μέσα στον κήπο.
Ο άλλος, έκανε μεταβολή και ξαναμπήκε στην έρημο, ψάχνοντας γι άλλους χαμένους ταξιδιώτες, για να τους βοηθήσει να βρουν τον δρόμο τους στον κήπο.
Η παρούσα στιγμή
Ένας Ιάπωνας πολεμιστής αιχμαλωτίστηκε από τους εχθρούς και φυλακίστηκε. Εκείνη τη νύχτα, δε μπορούσε να κοιμηθεί, φοβούμενος ότι την επόμενη μέρα ίσως να τον ανακρίνουν, θα τον βασανίσουν και τελικά τον εκτελέσουν. Μα, εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε τα λόγια του ζεν δασκάλου του:
«Το αύριο δεν είναι πραγματικό. Είναι μια ψευδαίσθηση. Η μόνη πραγματικότητα είναι το τώρα».
Θυμούμενος αυτά τα λόγια, γαλήνεψε και κοιμήθηκε.
Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2022
Το Μυστικό Λεξικό της Απόδρασης
«Βασικό εργαλείο για την διαχείριση της πραγματικότητας, είναι ο χειρισμός των λέξεων. Αν μπορείς να ελέγξεις το νόημα των λέξεων, μπορείς να ελέγξεις και τους ανθρώπους που χρησιμοποιούν τις λέξεις…» -Φίλιπ Κ. Ντικ
Η Λογο-τεχνία του Escapism.
Πιστεύω ότι πρέπει να αποδράσουμε από την κοινώς επιβαλλόμενη δεδομένη πραγματικότητα της καθημερινότητάς μας.
Η «Καθημερινή Πραγματικότητα», στην οποία είμαστε παγιδευμένοι –και από την οποία κάποιοι από εμάς θέλουν να αποδράσουν– καθορίζεται από την ίδια της την αντίληψη στην συνείδησή μας.
Κατ’ αρχάς, ορίζεται από την ίδια την έννοια του γραμμικού χρόνου: δέσμες χρόνου που διαδέχονται γραμμικά η μία την άλλη, ημέρα μετά την ημέρα, κάθε ημέρα, σε μία «καθημερινότητα».
Αυτή η περίπου αόριστη διαδοχική γραμμική ροή χρόνου, την οποία βιώνει ο καθένας προσωπικά, «καθ-ημερινά», συνδέεται άμεσα με το λεγόμενο «βιολογικό ρολόι» μας.
Πρόκειται για τον «Κιρκαδιακό Ρυθμό».
Ο «Κιρκαδιακός Ρυθμός» στον οργανισμό μας ρυθμίζεται από το «Κωνάριο», την Επίφυση. (Ο Ντεκάρτ έλεγε ότι η Eπίφυση είναι «ο θρόνος της ψυχής». Πρόκειται για το περιβόητο «Τρίτο Μάτι»). Η Επίφυση περιέχει Μελατονίνη, διότι εμφανίζει μία δράση στα μελανινοφόρα κύτταρα, με άμεσο προϊόν την Σεροτονίνη (μια ουσία που έχει ειπωθεί ότι είναι το ένζυμο της «Φώτισης»/Illumination). Σε ποντίκια, όπως έχουν δείξει τα πειράματα, η Μελατονίνη και η Σεροτονίνη εμφανίζουν ημερονύκτιες διακυμάνσεις ακριβώς αντίθετου χαρακτήρα.
Το Κωνάριο ρυθμίζει τον «Κιρκαδιακό Ρυθμό».
Πολλές λειτουργίες του οργανισμού μας, σε επίπεδο κυτταρικό αλλά και γενικότερα, υπακούνε σε έναν 24ωρο ρυθμό. Η λέξη «Κιρκαδιακός» προέρχεται από το λατινικό «Circa Die», που σημαίνει «Περίπου Ημέρα» πρόκειται για τον ρυθμό της «καθ-ημερινότητας», αυτής της περίπου αόριστης διαδοχικής γραμμικής ροής χρόνου σε δέσμες. Επιπλέον, υπάρχει ο «Ουλτραδιακός Ρυθμός» (ο Ultra Die ρυθμός, δηλαδή πάνω από μία ημέρα) – αλλά και ο «Ινφραδιακός Ρυθμός» (o Infra Die ρυθμός, δηλαδή κάτω από μία μέρα).
Αυτά είναι τα λεγόμενα «βιολογικά ρολόγια», όπως για παράδειγμα η εναλλαγή του ύπνου και της εγρήγορσης, ή τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος που μεταβάλλονται κατά την διάρκεια της ημέρας, όλα αυτά και πολλά άλλα, ακολουθούν τον Κιρκαδιακό Ρυθμό, και συντονίζονται με το κοσμικό ρολόι, με τους ρυθμούς του Σύμπαντος –και με την λεγόμενη «Συχνότητα Σούμαν», των ηλεκτρομαγνητικών ταλαντώσεων της άνω ατμόσφαιρας της Γης, 7,2 Hz, αλλά η σκοπιμότητα του ρυθμού αυτού δεν έχει βρεθεί ακόμη. Γνωρίζουμε ότι επίσης επηρεάζεται από τα 2 Hz που στέλνει η Σελήνη, αλλά και από την ηλιακή ακτινοβολία.
Το Κωνάριο (η Επίφυση, το «Τρίτο Μάτι»), είναι αναπτυγμένο στα παιδιά, αλλά υποστρέφεται πριν την εφηβεία και είναι πλέον ατροφικό στους ενήλικες. Κανείς δεν ξέρει τι θα γινόταν αν δεν υποστρεφόταν το Κωνάριο πριν την εφηβεία. Σχεδόν κανείς δεν γνωρίζει τις προεκτάσεις που έχει στην λειτουργία της αντίληψης ο «Κιρκαδιακός Ρυθμός». Δηλαδή, σχεδόν κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς συμβαίνει όταν με κάποιον τρόπο απορρυθμίζεται τελείως αυτός ο ρυθμός.
Η «Πραγματικότητα», είναι μια έννοια που προέρχεται από το «Πράγμα».
Το «Πράγμα» είναι το προϊόν της «Πράξης». (Όπως το «Πνεύμα» είναι το προϊόν της «Πνοής», και το «Φάντασμα» είναι το προϊόν της «Φαντασίας»). Η «Πραγματικότητα» είναι η παρούσα «Κατάσταση των Πραγμάτων». Δηλαδή, η κατάσταση που έχει εδραιωθεί από τα προϊόντα των πράξεων μας, από τα αποτελέσματα των πράξεών μας, από τα «Πράγματα». Η Πραγματικότητα, καθορίζεται από τις πράξεις μας και τα πράγματά τους, μέσω αλυσιδωτών αντιδράσεων που δημιουργούν το δίκτυο της δεδομένης κατάστασης. Αυτή είναι η αληθινή έννοια της «Πρακτικότητας».
Η Πραγματικότητα δεν είναι σταθερή, η Κατάσταση των Πραγμάτων δεν είναι σταθερή και πάγια (όπως κάποιοι θέλουν να μας κάνουν να πιστεύουμε), αλλά υπόκειται σε συνεχή ροή (εξαιτίας των συνεχών αλυσιδωτών αντιδράσεων των πράξεων και των πραγμάτων που επιφέρουν), κι έτσι η Πραγματικότητα δεν είναι πάγια και απόλυτη, αλλά σχετική και δυναμικά ρευστή.
Οι συνεχείς αλυσιδωτές αντιδράσεις των πράξεων και των πραγμάτων τους (που καθορίζουν την κατάσταση των πραγμάτων, την Πραγματικότητα), με τις διασυνδέσεις και τις αλληλεπιδράσεις τους δημιουργούν ένα δίκτυο. Αυτό το δίκτυο σκιαγραφεί την κατάσταση των πραγμάτων, την Πραγματικότητα.
Η Πραγματικότητα είναι ένα δίκτυο.
(Ένα Matrix…)
To δίκτυο των πραγμάτων και των διαπλεκόμενων καταστάσεων τους. Βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στην Πραγματικότητα, διότι βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι σε αυτό το Δίκτυο.
Η λέξη «Δίκτυο» σημαίνει δίχτυ, είμαστε «πιασμένοι» σε αυτό το δίχτυ. Είναι ένας «ιστός». Είμαστε παγιδευμένοι σε αυτό τον ιστό της αράχνης, (και, άραγε, ποια είναι αυτή η αράχνη που πλέκει αυτόν τον ιστό, μέσα στα κουκούλια της οποίας είμαστε περιπλεγμένοι και παγιδευμένοι;) Ο Ιστός αυτός είναι Χωροχρονικός. Προδιαγράφεται συνεχώς από την κατάσταση των πραγμάτων, στον χώρο -στον οποίον βρισκόμαστε καθημερινά, περιπλεγμένοι μέσα στον ιστό και στον χρόνο -τον οποίο διανύουμε μέσα στον ιστό. Παρ’ όλο που στον χρόνο βιώνουμε την κατάσταση στον ιστό στην τοπική μας πραγματικότητα, όσον αφορά στον χώρο πρόκειται για έναν παγκόσμιο ιστό. (Αυτός είναι το πραγματικό World Wide Web – www…)
Μέσα στην πραγματικότητα της χρονικής διαδοχής των πλέξεων του ιστού αυτού, βιώνουμε αντιληπτικά την κατάσταση που αποκαλούμε «καθ-ημερινότητα», (και είμαστε βιολογικά ρυθμισμένοι και συντονισμένοι σε αυτήν, Circa Diem). Αυτή είναι η περιβόητη «Ρουτίνα»…
Η λέξη «ρουτίνα» προέρχεται από την γαλλική λέξη «routine», που κυριολεκτικά σημαίνει «πολυσύχναστος δρόμος» (και μεταφορικά χρησιμοποιείται με την σημασία της «πράξης μηχανικά επαναλαμβανόμενης»). Είναι η «συμ-βατική» Λεωφόρος της επιβαλλόμενης συναινετικής πραγματικότητας (και συμ-βατότητας). (Παραπέμπω τον αναγνώστη στην μελέτη της ατάκας του Πυθαγόρα: «Λεωφόρους Μη Βαδίζειν»).
Στον χώρο: Είναι φανερή, επίσης, η σχέση της λέξης «routine», με την αγγλική λέξη «route» που σημαίνει «διαδρομή» και «χαραγμένος μεγάλος δρόμος».
Στον χρόνο: Επίσης, η ρουτίνα (ως πράξη μηχανικά επαναλαμβανόμενη) είναι ένα «Loop» (μία «λούπα»), ένας «βρόγχος». Πρόκειται για μία κυκλική επανάληψη (Circa Diem) μέσα στην οποία είμαστε παρασυρμένοι, σε τροχιά. Μία δίνη.
Συμβαδίζουμε μαζί με τους άλλους κατάδικους συνανθρώπους μας σε αυτήν την διαδρομή, σε αυτήν τη συμβατική οδό, στη συμβατική πραγματικότητα (όπου όλα συμ-βαίνουν, βαδίζουν μαζί, αυτά είναι τα πραγματικά «συμβάντα»), υπό την συμφωνημένη/επιβαλλόμενη κατάσταση των πραγμάτων: την συναινετική πραγματικότητα. Την κατάσταση των πραγμάτων στην οποία έχουμε συναινέσει ώστε να υφίσταται.
Στον χώρο: Συγχωρούμε. Η αρχική σημασία της λέξης «Συγχωρώ» (Συν-χωρώ –βλέπε και παρα-χωρώ, προ-χωρώ, ανα-χωρώ) είναι: «προχωρώ προς το ίδιο μέρος», «συγκλίνω με κάποιον», «συναντώ». Η αρχαϊκή σημασία της λέξης είναι «συναινώ στις απόψεις κάποιου, συμφωνώ» ή «υποχωρώ, παραδέχομαι, ενδίδω».
Η αρχική σημασία της λέξης «Συγχώρηση», είναι «συναίνεση, παραχώρηση, συγκατάθεση». Ετυμολογικά, το «Συγχωρώ», εννοεί ότι «χωρώ» κάπου (συν) μαζί με κάποιον/κάποιους άλλον/άλλους. Συναινούμε στην συμβατική κατάσταση των πραγμάτων, Συμβαδίζουμε, Συμβαίνουμε (στην routine, στον πολυσύχναστο δρόμο, στην συμβατική διαδρομή/άποψη), (στην Συνδρομή, στην Σύνοδο), συμβιώνουμε στην συναινετική πραγματικότητα. (Και στην Κοινή Λογική, στην Κοινή Γνώμη, στον «Κοινό Κόσμο»). Συγχωρούμε. Αυτό είναι αυτό που συμβαίνει στον κόσμο.
Στον χρόνο: Και είμαστε Σύγχρονοι (συν-χρονοι). Συγχρονισμένοι, συντονισμένοι στον ίδιο χρόνο. Ζούμε στην Σύγχρονη Πραγματικότητα, στην σύγχρονη καθημερινότητα, στην σύγχρονη εποχή. (Η λέξη «εποχή» σημαίνει παρεμπόδιση, διακοπή, ανάσχεση, σταμάτημα –εν προκειμένω, του χρόνου). Αυτός είναι και ο συγχρονισμός (ενίοτε και ο εκσυγχρονισμός), αλλά και η καθημερινή Συγχρονικότητα (όπου όλα, μέσα στην κατάσταση των πραγμάτων, συμπίπτουν απόλυτα –είναι δηλαδή συμπτώσεις, πέφτουν μαζί). Συγχρονούμε.
Ζούμε συμβατικά στην συναινετική πραγματικότητα, στην σύγχρονη καθημερινότητα, στην ρουτίνα, στον «Κοινό Κόσμο», στην εποχή, στην επιβαλλόμενη κατάσταση των πραγμάτων. Περι-ορισμένοι στο δίκτυο της καθημερινής πραγματικότητας…
Πώς μπορούμε να αποδράσουμε από την Καθημερινή Πραγματικότητα;
Καταδυόμενοι στις λέξεις και τις έννοιες που την περιγράφουν και την καθορίζουν, μέσω μιας νέας κατανόησης της κατάστασης, γίνεται πολύ ξεκάθαρο πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό: κάνοντας τα αντίθετα από αυτά που ορίζουν οι ίδιες οι λέξεις που την περιγράφουν
Να πάψουμε να συμβαδίζουμε με τους άλλους, με την αντίληψη των άλλων.
Να «μην βαδίζουμε στις λεωφόρους» (Κατά το παράγγελμα του Πυθαγόρα, «Λεωφόρους Μη Βαδίζειν»…)
Να αποσυνδεθούμε από την Κοινή Γνώμη, και να αποκτήσουμε ίδια γνώμη, ιδιωτική γνώμη. Αυτό επιτυγχάνεται εύκολα αν, για αρχή, αποσύρουμε την αντιληπτική μας εστίαση από όλα τα «μέσα διαμόρφωσης της κοινής γνώμης».
Να αποσύρουμε την συναίνεση μας, την σιωπηλή συμφωνία μας με την συναινετική πραγματικότητα. Ιδεολογικά.
Να απορυθμίσουμε τον Κιρκαδιακό Ρυθμό, τον ρυθμό της καθ-ημερινότητας, να ρυθμίσουμε αλλιώς τα βιολογικά μας ρολόγια, (αλλά και να αυξήσουμε τα επίπεδα της Εντεροτοξίνη μας). Να λάβουμε άλλες συχνότητες.
Να πάψουμε να είμαστε συντονισμένοι, να διακόψουμε τον υπνωτιστικό Συντονισμό μας με το πλήθος. Να αποσυντονίσουμε τους αυτοματισμούς μας, τις αυτοματικές μας συνήθειες, που είναι ίδιες με όλων των άλλων. Να αποσυντονιστούμε από την «Συχνότητα» (κάτι που γίνεται συχνά, συνεχώς) του Κοινού Κόσμου. Να ενισχύσουμε τον αποσυντονισμό, να εστιαστούμε σε πολλά διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα.
Να σταματήσουμε την Ρουτίνα, όλες τις καθημερινές μηχανικά επαναλαμβανόμενες πράξεις, να πάψουμε να είμαστε προβλέψιμοι, να κάνουμε πράγματα ασυνήθιστα, απρόβλεπτα, ιδιαίτερα. Να ξεφύγουμε από την Δίνη.
Να πάψουμε να είμαστε Σύγχρονοι. Να μην συγχρονιζόμαστε με την καθημερινή κοινωνία, να αναχρονιστούμε, και να γίνουμε διαχρονικοί. Να εξαιρέσουμε τον εαυτό μας από την Εποχή. (Αυτό, για αρχή, μπορούμε να το επιτύχουμε με ένα κόλπο, με το να απεστιαστούμε από την σύγχρονη εποχή, από την σύγχρονη οπτική των πραγμάτων, καταδυόμενοι στο παρελθόν και στο μέλλον).
Να πρωτοτυπήσουμε, και να πρωτοπορήσουμε. Να διαφύγουμε από τον κεντρικό έλεγχο (από το Main Stream), να γίνουμε φυγόκεντροι, εκκεντρικοί. Να κινηθούμε προς το περι-θώριο των Πραγ-μάτων (Underground), να απο-γειωθούμε (να πάψουμε να είμαστε γειωμένοι) σε μία Περι-πέτεια, στις άκρες των ορίων (Fringe). Να διευρύνουμε έτσι τους ορίζοντές μας.
Να ατενίσουμε την προέκταση της πραγματικότητας, τις προεκτάσεις της κατάστασης των πραγμάτων. Να αντι-ταχθούμε στο Κατεστημένο…
Να μην δίνουμε τόσο μεγάλη σημασία στα Συμβάντα (σε αυτά που συμ-βαίνουν), στα Περι-στατικά. Να μην οριζόμαστε (και περι-οριζόμαστε) από τις Περι-στάσεις.
Να αλλάξουμε Στάση. (Στον χώρο, στον χρόνο, στον νου).
Κι έτσι, όσο μπορούμε, να αλλάξουμε τον εαυτό μας: αυτή είναι η λεγόμενη Ανάσταση… Κι επειδή, αλλάξαμε Στάση, (πάψαμε να είμαστε παγιωμένοι, στατικοί, στημένοι, κατεστημένοι), αποκτήσαμε ροή, ρευστότητα, «βγήκαμε από το σώμα μας» (με μία Έκσταση, έξω-στάση), κι έτσι αλλάξαμε τον εαυτό μας (γίναμε High, με ανώτερη πλέον Εποπτεία, με ανωτερότητα, παρατηρώντας εξ άνωθεν) επιτυγχάνοντας έτσι την Ανάσταση, και τελικά επιστρέφοντας πίσω στην Στάση μας (αφού αποκτήσαμε Ανάστημα –το προϊόν της Ανάστασης), ανανεωμένοι και αλλαγμένοι, με αληθινό εαυτό πλέον, καταλήγουμε σε μια Επανάσταση.
Η Επανάσταση αυτή μάς οδηγεί έξω από την δεδομένη επιβαλλόμενη καθημερινή Κατά-σταση των Πραγμάτων, έξω από το δίκτυο, έξω από το Matrix…
Η Πραγματικότητα, η Κατά-σταση των Πραγμάτων, δεν είναι στ’ αλήθεια στατική και πάγια, αλλά παρουσιάζεται ως στατική και πάγια, επειδή η αντίληψη για την Κατά-σταση των Πραγμάτων έχει διαμορφωθεί και εγκαθιδρυθεί από το Κατεστημένο.
Το Κατ-εστημένο (κατά-στημένο και η κατά-σταση) (Establish-ment)είναι αυτό που έχει κατασταθεί, καταστηθεί, στηθεί.
Είναι η Εγκατάσταση (In-stall-ation), κάτι που έχει εγκατασταθεί, ως οργανωμένη κατασκευή μέσα στην κατάσταση, (από το εγκαθιστώ, από το αρχαϊκό εγκαθίστημι, που σημαίνει «τοποθετώ, θέτω, ορίζω»).
Η έννοια της Κατάστασης συνδέθηκε με την έννοια του σταθερού, του αμετάβλητου και του αμετάθετου. Το Εν-καταστημένο –εγκατεστημένο– είναι αυτό που έχει περιέλθει εντός της κατάστασης, που έχει αφομοιωθεί από αυτήν και εξομοιωθεί με αυτήν, σταθερά, είναι αυτό που πλέον ορίζει την κατάσταση ή την καθορίζει.
Το Κατεστημένο είναι το «κατάστημα» (το λεγόμενο και μαγαζί) – έννοια που, ενώ στην αρχική σημασία της σήμαινε την «προσωρινή κατάσταση» και τον «καιρό», πλέον σημαίνει «εμπορικός ή διοικητικός οίκος» (εξ απόδοσης του γαλλικού «etablissement» που αγγλιστί έγινε «establishment» –και γι’ αυτό άλλωστε συνδέεται στενά με το Ίδρυμα, το προϊόν της Ίδρυσης, δηλαδή το ιδρυμένο και εγκαθιδρυμένο, το In-Stitute, ινστιτούτο (εν-στημένο) –σχετικό και με το prostitute, πόρνη αλλά και πρόστυχος, όλα τους συγγενικά με την Προστασία…που σχετίζεται και με τους Επιστάτες και την Επιστασία, το Επιστητό –βλέπε και Επιστήμη, Επιστημονικό.)
Η περιβόητη λέξη Κατεστημένο, προέρχεται από το αρχαϊκό κατεστημένος, από το καθίσταμαι (βλ. καθιστώ), από το ίσταμαι (ίστημι) που σημαίνει «στέκομαι» (αλλά και ορθώνομαι, στήνομαι, και υπερασπίζομαι). Από το «ίσταμαι» (στέκομαι, στήνομαι, ορθώνομαι, τηρώ στάση, καταστέκομαι), προκύπτει ο «Ιστός» (Δίκτυο), το Σύστημα (και η Σύσταση –και η Συνιστώσα), το Κατεστημένο και το Κατάστημα, η Επιστήμη, η Κατάσταση (Καθ-ίσταση), αλλά και η Αντίσταση.
Ας δώσουμε πολύ ιδιαίτερη και λεπτομερή προσοχή στις λέξεις: Το «Κατεστημένο» είναι το Εγκατεστημένο και το Εγκαθιδρυμένο και Διαμορφωμένο, το Σταθερό και Στατικό, το Στημένο και το Επιστητό, η Επιστασία και η Προστασία, το Επισταμένο και το Επιστημονικό, το Εποπτικό και το Επιθετικό (που επιθέτει), το Ορθόστητο και το Ορθό και το Ορθολογιστικό, το Εγκάθετο και το Επιβαλλόμενο, το Συμβατικό και Συναινετικό, το Κριτικό (και η «κρίση» του) και το Επικριτικό και το Υποκριτικό, το Συστημένο και το Συστατικό, το Ίδρυμα και το Ινστιτούτο, το Ιστίο (της σημαίας) η Εστία και το Άστυ, η Παραμονή και η Επιμονή και η Μονή…
Είναι το Ορισμένο και Οριστικό και το Όρος, ο Πύργος και Κάστρο και η Πυραμίδα, το Καρφωμένο και Κλειδωμένο, το Στήριγμα και η Στήριξη και η Υποστήριξη, το Καθ-ιστικό και η «Καθ-ιστικία Τάξη» (εκ του καθ-ίσταμαι) και το Καθεστώς και το Καθισμένο και η Καρέκλα ή ο Θρόνος… Το Κράτος (το κρατούμενο και κραταιό) και οι Κραταιοί και οι Κρατούντες, το Συντηρημένο και Συντηρητικό, το Σύγχρονο και Εποχικό, το Πραγματιστικό (εκ της πραγμάτωσης) και Ρεαλιστικό και Καθημερινό, μα και το Πρόγραμμα και η Επιγραφή, το Καταστατικό και το Παραστατικό, το Προπαρασκευαστικό και το Κατασκευαστικό και το Κατάστημα, το Σύστημα και ο Ιστός. Η αμετάβλητη και επιβαλλόμενη Πρακτική (Τεχνική/Τεχνητή) Εγκατάσταση Επί της Κατάστασης των Πραγμάτων.
Όπως ίσως κατανοεί ο αναγνώστης, όλες οι παραπάνω λέξεις και οι έννοιες αυτές, έχουν συνοχή και μεγάλη σημα-σία, είναι συνεκτικές και πολύ σημαντικές, και γι’ αυτό πολύ εφαρμοσμένες και χρησιμοποιημένες… Συνδέονται μεταξύ τους απόλυτα! Μάλιστα, η συνοχή των παραπάνω λέξεων και εννοιών, συνθετικά, διηγείται όλη την ιστορία του πράγματος –της πραγματικότητας.
Το «Κατεστημένο» ως πολιτικός όρος, χρησιμοποιείται από το 1945, αποδίδοντας το βρετανικό Establishment –βλέπε και Καθεστώς. Άλλωστε, μετά τους δύο μεγάλους παγκόσμιους πολέμους εγκαθιδρύθηκε –και συντηρείται– η παρούσα κατάσταση των πραγμάτων στον κόσμο μας.
Ίσταμαι και καθίσταμαι, καταστήνω Καθεστώς, Κατεστημένο.
Αλλά υπάρχει και η Αντίσταση. Αντίσταμαι, ανθίσταμαι, κάνω Αντίσταση στο Καθεστώς (γίνομαι «στασιαστής», «επ-ανα-στάτης»), αντιστέκομαι στο Κατεστημένο, ενάντια στο Σύστημα. Ορθώνω το Ανάστημα μου και Αντίσταμαι στο Κατεστημένο Σύστημα. Κρατώ την στάση μου αντίθετη. Ενάντια στην Συστημένη Κατάσταση των Πραγμάτων. Δεν συναινώ, δεν συν-φωνώ, δεν συμβαδίζω – δεν συμβαίνω, δεν συγχωρώ, δεν συγχρονίζομαι, δεν παρίσταμαι, δεν υπο-στηρίζω, δεν περι-ορίζομαι, υπερ-βαίνω, αποδρώ… Οι λέξεις-κλειδιά της μεθοδολογίας του Κατεστημένου είναι: Κατάσταση, εγκατάσταση, συντήρηση, εποπτεία, έλεγχος, συνοχή, ορισμός, εξομοίωση, ασφάλεια, κατασκευή, ανάπτυξη, δικτύωση.
Η Γνώση είναι δύναμη.
Όποιος έχει την Εποπτεία, έχει την Γνώση, μπορεί να αποκτήσει τον Έλεγχο. Άλλωστε, η ίδια έννοια της λέξης «Εξουσία», υποδεικνύει κάποιον που κατέχει κάτι «εκ της ουσίας», το «ουσιαστικό», και το εφαρμόζει για να επιβάλλει τον έλεγχο και την ηγεσία του.
Το Κατεστημένο χρειάζεται Εποπτεία, Γνώση, Υποστήριξη, Προστασία και Επιστασία. Έχει ανάγκη τους ρόλους του Επόπτη, του Γνώστη, του Υποστηρίγματος, του Προστάτη, και του Επιστάτη. (Ο Επιστάτης είναι κομβικός ρόλος, μπορεί να είναι ο φροντιστής, ο επόπτης, ο υποστηρικτής, ο προστάτης, ο ελεγκτής, και να είναι και γνώστης). Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, αυτοί οι ρόλοι μπορούν να συνοψιστούν στην Επιστήμη.
Η Επιστασία του Κατεστημένου, η Προστασία του Συστήματος, η Φροντίδα της Εγκατάστασης, (η επίσταση, η πρόσταση και η περίσταση της κατάστασης, όλα τα σχετικά με όλα αυτά έχουν να κάνουν με την Στάση, με την Παράσταση και την Συμπαράσταση, είναι η «Επιστήμη».
Η έννοια της Επιστήμης, προκύπτει επίσης από το ίσταμαι, επ-ίσταμαι, Επιστητό (επί του στητού, του στημένου, κατεστημένο, καθεστώς –σύστημα, συστημένο, σύσταση), Επιστήμη, επιστασία. Ο Επιστήμονας είναι ο Επιστάτης, ο επί του Status, ή του στατικού, της στάσης (του Thesis, Θέσις), της Έδρας (Καθεστώς, κάθισμα), της επι-στασίας, της φροντίδας και εποπτείας και της υπο-στήριξης, του Κατεστημένου, του Συστήματος. Γι’ αυτούς τους λόγους, η «Κατεστημένη Επιστήμη», το «Επιστημονικό Κατεστημένο», είναι μια πολύ βαριά φράση και γεμάτη σημασία, κανείς δεν πρέπει να την προσπεράσει πριν την εννοιολογήσει διεξοδικά.
Επιτηδευμένα έχει ταυτιστεί το Επίσταμαι με το Γνωρίζω, δήθεν ετυμολογικά ή εννοιολογικά, μετατρέποντας την «Επιστήμη» σε Γνώση, και τον επιστήμονα σε γνώστη. Όμως, όπως είπαμε, το ίσταμαι, σημαίνει στέκομαι, ορθώνομαι, στήνομαι, υπερασπίζομαι. Από το Κατ-ίσταμαι, Καθίσταμαι, προκύπτει η Κατάσταση, το Κατεστημένο, το Καθεστώς –και από το Συν-ίσταμαι, το Σύστημα, κλπ. (Αν το Επίσταμαι σήμαινε «γνωρίζω», τότε το «ανθίσταμαι» θα σήμαινε αντιστέκομαι στην γνώση, το «παρίσταμαι» θα σήμαινε παραγνωρίζω, το «υφίσταμαι» θα σήμαινε είμαι κάτω από την γνώση, και το «προ-ίσταμαι» θα έκανε τον Προϊστάμενο να είναι κάποιος που βρίσκεται προ της γνώσης, εντολοδόχος της γνώσης ή προφήτης ή κάτι τέτοιο… Δεν σημαίνουν αυτά, βέβαια, αλλά ίσως βλέπετε ότι, κάποιοι, αυτά θα ήθελαν να σημαίνουν.)
Σε καμία περίπτωση το «επίσταμαι», που είναι η ρίζα της λέξης «επιστήμη», δεν σημαίνει «γνωρίζω». (Αναρωτηθείτε, γιατί αυτό που εννοούμε όταν λέμε «επιστήμη», να μην ονομάζεται π.χ. «Γνώση», ή έστω «Επίγνωση», και να ονομάζεται «Επιστήμη»;)
Το Επιστημονικό είναι το Επιστητό, το Status (το «Κύρος», των Κυρίων, των Αρχών, των Αρχ-όντων, των Επισήμων –τα «Επί-σήμα», το Επίσημο, το Σήμα, δηλ. το στημένο σημάδι, η πινακίδα, η επιγραφή, η «ταμπέλα», εξ ου και αρχαία το «Σήμα», ταφόπλακα, «μνήμα», τύμβος, νεκροταφείο), το Επιστατικό, η Επιστασία, το Στέρεο, το Καθιστάμενο και το Επιστάμενο, το Καθιστό και το Επιστητό, το Καθεστώς και η Επιστήμη του.
Η έννοια Επιστήμη από το Επίσταμαι, (που δεν σημαίνει Γνωρίζω), υποδηλώνει κάποιον που στέκεται ή ορθώνεται πάνω σε κάτι. Επίσης, θα μπορούσε (μεταφορικά) να υποδηλώνει κάποιον που σκύβει πάνω από κάτι για να το εποπτεύσει, να το φροντίσει, να το προστατεύσει. Θα μπορούσε και να σημαίνει ακριβώς αυτό που κάνει μία ομπρέλα. Επίσης, το «ίσταμαι» έχει καταλήξει να λαμβάνει την σημασία του «αξιώνομαι» (ορθώνομαι μέσα από την μάζα, «σηκώνω ανάστημα», διακρίνομαι, επι-βάλλομαι, είμαι επι-κεφαλής, είμαι ο ορθόστητος, ο όρθιος, είμαι «ορθός», «σωστός» –π.χ. παραδοσιακά, γι’ αυτό και φορώ το φανταχτερό ψηλό καπέλο του αξιωματικού, του ιερέα, του λόρδου, το ημίψηλο του «Κυρίου», για να ξεχωρίζω, να εξέχω/προεξέχω και έτσι να φαίνομαι υψηλότερος, «ανώτερος»), και έχει καταλήξει το «ίσταμαι» να λαμβάνει επίσης την σημασία του «είμαι ανώτερος».
Είναι ο «αξιωματικός», ο «αφ υψηλού», ο «αιρετός», o «κορυφαίος», o «άρχων», ο «Κύριος» (Lord)…. Το «Επί-ίσταμαι» τονίζει και υπερτονίζει ακριβώς αυτήν την έννοια, επιτηδευμένα, βεβαίως… Ενώ θα μπορούσε το «ίσταμαι» κλπ, να λαμβάνει απλά την σημασία του «αποκτώ αυτόνομη οντότητα», ή του «ορθώνομαι» φυσικά, ή να εννοεί την «στύση», ή τον Homo Erectus.
(Ίσως και εκ παράφρασης του «Στώμεν Καλώς, Στώμεν Μετά Φόβου» –βλ. την Πτώση των Αγγέλων στην Άβυσσο και το πρόσταγμα του Αρχάγγελου που την σταματά– διαβεβαίωση πλέον του «Κατεστημένου», «καταστώμεν καλώς και μετά φόβου», και εν προκειμένω του νέου Επιστημονικού Ιερατείου –ενώ ο κάθε επιστήμων γίνεται αγγελιαφόρος –άγγελος– της ύ-στατης Επιστήμης, για την ανόρθωση του ανθρώπου πάνω από τον θεό, κλπ, κλπ).
Η λέξη Επιστάτης έχει την ίδια ρίζα, όπως και η Επιστασία (π.χ. των παιδιών, ή ενός υποστατικού…) Αν εσύ έχεις υπόσταση, τότε υπάρχει και μία επίσταση, σ’ εσένα από κάποιον άλλον. Αυτή η επίσταση, που έχει την εποπτεία και την φροντίδα και το κάθισμα (το Καθεστώς, την Έδρα, το «στασίδι») είναι η Επιστήμη. Η αξιωματική φρουρά (Praetor) και εποπτεία, ο έλεγχος. Η Επιστήμη. Πρόκειται για την εξ άνωθεν και έξωθεν εποπτεία –την «αντι-κειμενική»– της κατάστασης των πραγμάτων, της Πραγματικότητας.
Για να αποδράσει κανείς από τον «Ιστό», να αποδράσει από την υπάρχουσα επιβαλλόμενη κατάσταση των πραγμάτων, από την καθημερινή πραγματικότητα, από το δίκτυο του συστήματος, από το Κατεστημένο, και από τον «Παντεπόπτη Οφθαλμό» (Panopticum, «Big Brother»), θα πρέπει αναπόφευκτα να αντιδράσει στην Επιστήμη. (αναζήτησε το άρθρο: Πανοπτικό σύστημα)
Ουσιαστικά και φιλοσοφικά υπάρχουν δύο Κόσμοι. Δύο Πραγματικότητες.
1. Ο «Κοινός Κόσμος»
Η Συναινετική Πραγματικότητα (Consensus Reality), ή Συμβατική Πραγματικότητα, ή Κατεστημένη Πραγματικότητα, ή Καθημερινή Πραγματικότητα, ή «Ο Πραγματικός Κόσμος», ή Συγκαταβατικότητα (ή συμφωνημένη πραγματικότητα ή συν-ωμοτική πραγματικότητα –αυτήν που έχουμε «ορκιστεί» μαζί να την τηρούμε), ή Σύμβαση (Συμβάν), ή «Κοινωνία» (από το «Κοινός Νους», δηλαδή η κατάσταση κατά την οποία νοούμε κοινά, δηλαδή αντιλαμβανόμαστε τα πάντα με τον ίδιο τρόπο, σκεφτόμαστε τα ίδια), ή «Κοινή Γνώμη» (και κοινή γνώση), των «Κοινών Θνητών» (σε αντίθεση με τους «αθάνατους» θεούς, –αλλά και βλέπε πχ το βρετανικό House of Commons, το «Κοινοβούλιο», υπό το House of Lords, την «Βουλή των Λόρδων», των «Κυρίων» – βλέπε τους «Res» –ανθρώπους-«Πράγματα»– της Ρώμης, και το Res-Publicae, το «δημόσιο/δήμο των Πραγμάτων», Republic, υπό την Σύγκλητο/όμοια κλήση, δηλ. την μεταλλαγμένη «Δημο-κρατία» –οι Αμερικανοί το γνωρίζουν αυτό, δεν είναι αντίφαση το Republicans και το Democrats των δύο αντίπαλων μεγάλων κομμάτων τους– βλέπε και το «common sense», ο «κοινός νους», sensus communis.
Π.χ. βλέπε και «Κομμουνισμός», Κοινωνισμός/Σοσιαλισμός, το «Κοινό» –όπως λέμε «το ευρύ κοινό»– στα θεάματα, ο «κοινός λαός» ή απλοϊκός ή «απλός λαός»/simple-minds, οι μη-αριστοκράτες ή μη-ευγενείς, οι αγενείς, raw/rude/peasants, οι «κοινές» γυναίκες/πόρνες/prostitutes/πρόστυχες, αλλά και ο κοινόχρηστος, τα κοινόχρηστα αλλά και τα «χρηστά ήθη», το «Συμβούλιο»/κοινή-βούληση, η Συμφωνία, το αρχαίο «κοινόν αγαθόν», η κοινωνία ως «κοινωφελές ίδρυμα», αλλά και η Κοινοπολιτεία/CommonWealth, η Κοινοπραξία ή Πρακτικότητα… Το κοινός είτε ως απλός και συν-ήθης/όμοιο ήθος και ευ-τελής/εύκολος, είτε ως δημόσιος, σύντροφος, σύμμαχος, σύμβιος, σύνεδρος, συνεργάτης, συνάνθρωπος, επίσης ο στοιχειώδης, element/elementary/parlementary/parliament, η κοινή εργασία ή «συνεργασία», ο «κοινός βίος», το Κοινόβιο, κ.ά. …) … ή Κοινοτοπία (ο «κοινός τόπος»), ή Κοινοτυπία (ο «κοινός τύπος») ή Συμβατότητα (Compatibility)…
….αλλά και ο «Υλισμός», ο «Ρεαλισμός», o «Ορθολογισμός» (όρος που αποδίδει το γερμανικό Rationalismus, κατασκευής 1852, δεν εννοεί την «Oρθοέπεια», τον ορθό χειρισμό του λόγου, αλλά τον ορθό λογισμό, και προϋποθέτει έναν διευθυντή/κριτή που θα διευθύνει/κρίνει την έννοια του ορθού στο κάθε τι, και θα κάνει μία κριτική/κρίση των λογισμών, δηλαδή μία «λογοκρισία», ή των συλλογισμών, δηλαδή ένα «Mind Control» –βλέπε και το Thought Police του έργου του G. Orwell 1984, την «αστυνομία σκέψης» και τα ThoughtCrimes, τα εγκλήματα σκέψης/λογισμών…
Ο «Κόσμος του Επιστητού», η «Συρροή» (Main Stream), ο Κατεστημένος Κόσμος ή το «Κατεστημένο», το «Σύστημα», η Επιστημονικότητα (και κυρίως ο «επιστημονισμός», κατά το ορθότερο, δηλαδή αυτού του είδους η σχολή σκέψης), η Αντικειμενική Πραγματικότητα ή Αντικειμενικότητα, ο εξωτερικός κόσμος ή ο αισθητός κόσμος, ο Φυσικός Κόσμος, ο «Μακρόκοσμος», η εξωτερική πραγματικότητα, η δεδομένη πραγματικότητα (ή δοτή πραγματικότητα ή κοινή δοξασία ή Δόγμα, «δογματισμός»), η κοινή πραγματικότητα, η «Κοινωνία», η κοινωνική πραγματικότητα. …Ο «Κοινός Κόσμος».
2. Ο «Ίδιος Κόσμος»
Η Προσωπικότητα σε αντίθεση με την Πραγματικότητα, ή «προσωπική πραγματικότητα» ή Ατομική Πραγματικότητα (Individual Reality), ή Υποκειμενική Πραγματικότητα (που εστιάζεται στο «υποκείμενο», στον άνθρωπο, όχι στο «αντικείμενο», στο «πράγμα»), ή Ιδιωτικός Κόσμος (τα «ιδιωτικά σύμπαντα», «κάθε άνθρωπος είναι ένα σύμπαν από μόνος του»), ή Ιδιωτικότητα (Idiocy ή Privacy ή Private Reality ή Private Universe), ο Ιδιαίτερος Κόσμος (σε αντίθεση με τον Έταιρο Κόσμο), ή Ιδιαιτερότητα (σε αντίθεση με την εταιρότητα και την εταιρεία), ή Ιδεατός Κόσμος, ή «Κόσμος των Ιδεών», ή Πνευματικότητα, ή Πνευματική Πραγματικότητα, ή Πνευματικός Κόσμος, ή Ψυχικός Κόσμος, ή «Ψυχολογική Πραγματικότητα», ή Συνειδησιακή Πραγματικότητα ή Συνειδητός Κόσμος, ή Εσωτερικός Κόσμος, ή Εσωτερικότητα (βλέπε και τον αυθεντικό «εσωτερισμό»), ή «Φαντασία» ή «Το Φανταστικό», ή Κόσμος του Φανταστικού (ενίοτε και Ονειρικός Κόσμος ή Κόσμος των Ονείρων),
…Η Ουτοπία (ο «ού-τόπος», ο τόπος που δεν υπάρχει εδώ –πλέον και το Cyberspace ή και Virtual Reality), ή Παραινετική Πραγματικότητα, ή Εναλλακτική Πραγματικότητα (Alternative Realities), ή Υπερβατικότητα, ή Υπερβατικός Κόσμος (δεν συμβαίνω, δεν συμβαδίζω, αλλά υπερβαίνω, προπορεύομαι της κοινής πορείας, πρωτοπορώ, σε ανώτερη πορεία, βαδίζω άνωθεν, Υπέρβαση, εις τους αιθέρες, «αιθερο-βάμων», Skywalker), ή Μεταφυσικός Κόσμος (ο όρος Μεταφυσικό εδώ χρησιμοποιείται όπως π.χ. το Μεταμοντέρνο, Postmodern: Postphysical, για να ορίσει το πεδίο της προέκτασης του φυσικού, που στην ουσία είναι το διανοητικό/πνευματικό πεδίο, εφόσον για το πεδίο του φυσικού υπάρχει κοινή εμπειρία αλλά για το πεδίο του μεταφυσικού υπάρχει προσωπική εμπειρία,
…δηλαδή η Μεταφυσική Πραγματικότητα εδώ είναι η προέκταση της κατάστασης των πραγμάτων στο πνευματικό πεδίο, το οποίο αποτελεί μια προέκταση της φύσης, που εκδηλώνεται με τον κάθε ένα από εμάς ξεχωριστά – εφόσον η Φύση και η «φυσική» της και ο αισθητός κόσμος για τον άνθρωπο δια των αισθήσεων είναι η «είδηση» –από το «οίδα», ξέρω, γνωρίζω, και κατανοώ, και η είδηση σημαίνει γνώρισμα, γνώση, πληροφορία, μήνυμα– που μπορεί να νοηθεί ως μία εκπομπή, την λήψη της οποίας κάνει το πνεύμα, και η είδηση προεκτείνεται/αυξάνεται δια της επεξεργασίας και των διασυνδέσεων και των νοημάτων και των εννοιών, και έτσι τελικά έχουμε την Συνείδηση, συν-είδηση. Και αυτό το «κάτι παραπάνω από την είδηση» που τελικά παρακολουθούμε με τον νου μας, με την παρέμβαση του πνεύματος, δεν είναι ο φυσικός κόσμος αλλά ο μεταφυσικός κόσμος, εν προκειμένω ο κόσμος των ιδεών…
–μια «ερμηνευτική» εσωτερική πραγματικότητα, μια εσωτερική/πνευματική κατάσταση των «πραγμάτων», εμπνευσμένη ή επηρεασμένη από την είδηση της εξωτερικής πραγματικότητας η οποία δεν θα υπήρχε για εμάς αν δεν την «συνειδητοποιούσαμε»: είδηση-συνείδηση-συνειδητο-ποιώ, δημιουργώ συνειδητότητα, δηλαδή σε μεγάλο βαθμό δημιουργώ την είδηση ο ίδιος ανάλογα με αυτό που ήδη είμαι και γνωρίζω –δεν «βλέπω» αληθινά τον ήλιο ως είδηση, αλλά έχω την συνείδηση του ήλιου, γνωρίζω μόνο την εμπειρία μου από τον ήλιο, ο ήλιος αυτός υφίσταται μεταφυσικά, σε μια εσωτερική ιδιαίτερη πραγματικότητα μου, στον κόσμο της συνείδησης… Tο πνεύμα βλέπει τον εαυτό του ως κόσμο, Είδωλο –και αυτό υποδεικνύει ότι το «αντικειμενικό» είναι ακόμη μία Επινόηση, εφόσον μόνο το «υποκειμενικό» μπορεί να υφίσταται και να αναγνωρίζεται από το υποκείμενο.
…αλλά και ο «Ιδεαλισμός», η Ιδιονία (σε αντίθεση με την «κοινωνία», εξ ου και η «διάνοια», όχι ο κοινός νους αλλά ο ίδιος νους), ο Υπερ-ρεαλισμός (Σουρεαλισμός, Surrealism) … το «Παράδοξο» (σε αντίθεση με την Κοινή Δόξα / Δοξασία / Doctrine / Δόγμα, μία εναλλακτική δοξασία, παράπλευρη, ένα σύνολο διαφορετικών πεποιθήσεων και διδασκαλιών από τις κοινές πεποιθήσεις και δόγματα, ένα Αντι-δόγμα, ένα Secret Doctrine, όχι η διδασκαλία/Ιστορία των κοινών ιδεών, αλλά μία Μυστική Ιστορία των Ιδεών),
ο Αντιλογισμός (όχι απαραίτητα ο αντίλογος, αλλά ο αντί του λογισμού ή του λογισμικού, του υπο-λογιστικού προγράμματος), ο «Μικρόκοσμος», ο Μαγικός Κόσμος (και μαγικός ρεαλισμός), το Underground (υπόγειο, «περιθώριο», Fringe, σε αντίθεση με το Main Stream, την Συρροή του «επιφανειακού» –όπου το κινούμενο πλήθος εννοείται ως κύριο «ρεύμα ποταμού»– ο «υποθάλπτων» κόσμος, «ενάντια στο ρεύμα» ή New Wave, η πραγματικότητα της Αντίστασης, ο Kόσμος του Εναλλακτικού, Alternative, μία Εναλλακτική Πραγματικότητα, Alternative Reality).
…Το «Individual» ή Individual Reality, (το «άτομο», όχι τομή, αυτό που δεν τομείται, το άτμητο, το αδιαίρετο, εν προκειμένω ο κάθε άνθρωπος ως ξεχωριστό πρόσωπο, σημασιολογικά από το γαλλικό Individu, –το «φυσικό πρόσωπο», σε αντίθεση με την κοινωνία/«ανθρωπότητα» και το κοινωνικό ή νομικό πρόσωπο– ο ατομικός/προσωπικός κόσμος, ο Άτομος –συγγενικό σημειολογικά με το Ατόφιος, Ατόφυος, δηλ. Αυτοφυής, αυτός που φύεται/φυτρώνει από μόνος του, «Ανεξάρτητος»… όπου το Ατόφιος λανθασμένα/επιτηδευμένα έχει ταυτιστεί με το Αυθεντικός/Γνήσιος, δηλ. «έγκυρος», με το «κύρος» του Κυρίου: Αυθεντικός είναι αυτός που ανήκει στον Αφέντη/Αυθέντη, στον Κύριο, δηλαδή ο Δούλος, και η έννοια του Ατόφυος/Αυτοφυής συνδέθηκε με την γεωργία, εν προκειμένω την ανεξάρτητη γεωργία εκτός Φέουδων, αλλά οι Φεουδάρχες αναγνώριζαν ως γνήσιο προϊόν –«αυθεντικό» του Αφέντη– μόνο την δική τους καλλιέργεια, την κατευθυνόμενη από αυτούς και υπό την προστασία/επιστασία τους, κι έτσι παράλλαξαν την γεωργική έννοια του ανεξάρτητου ταυτίζοντάς την με την γνησιότητα και την έγκριση του Αφέντη– κι έπειτα, κατά τον Διαφωτισμό, χρησιμοποιήθηκαν γεωργικές μεταφορές για την Παιδεία, και γι’ αυτό μέχρι σήμερα μιλάμε για τους «καλλιεργημένους» ανθρώπους, την καλλιέργεια, κλπ, που έτσι κι αλλιώς υποδηλώνει το «καλό έργο», το οποίο όμως για να είναι καλό πρέπει να είναι υπό έλεγχο και γνήσιο και υπό τον διδάσκαλο/αυθέντη/αφέντη –και προκύπτει και η νέα έννοια της «Αυθεντίας»– και όχι «Αυτοφυές», Ατόφιο, Άτομο, Individual, κλπ.
Ο Σωκράτης, (σ. t.p. ο Ηράκλειτος, πρώτος) που στο πολύ μακρινό παρελθόν τα είχε συνυπολογίσει όλα αυτά φιλοσοφικώς, εισήγαγε την έννοια της αυτοδιδασκαλίας, της «αυτοφυούς καλλιέργειας» θα λέγαμε, και δήλωνε «είμαι Αυτοδίδακτος», φτιάχνοντας μια νέα δική του λέξη/έννοια, δηλαδή κανείς δεν με δίδαξε αλλά εγώ δίδαξα τον εαυτό μου, δηλαδή «δεν έχω Αυθέντη, είμαι από μόνος μου Αυθεντία», δηλαδή «δεν ακολουθώ κάποιο Δόγμα, έχω δικές μου δοξασίες/διδασκαλίες», είμαι Ατόφιος, Αυτοφυής, δεν έχω ανάγκη έγκρισης/κύρους γνησιότητας –εισάγοντας έτσι την καλλιέργεια ως εργασία στον/με τον εαυτό, την λεγόμενη και Αυτογνωσία… Και έτσι, ο Σωκράτης –που εκτελέστηκε για τέτοιες απόψεις, κατηγορούμενος ότι εισάγει «καινά δαιμόνια» ή ότι ισχυρίζεται ότι έχει δικό του προσωπικό δαιμόνιο το οποίο ακολουθεί– υπήρξε ο εισηγητής του Individuality, του Individualism, του Ατομισμού, της διανοητικής Ανεξαρτησίας του Ατόμου).
Η Εξαιρετική Πραγματικότητα (δια της εξαιρέσεως, εκ της αιρέσεως), το Εκκεντρικό (εκείνο που εξαιρεί τον εαυτό του από το κέντρο, από το επίκεντρο του κόσμου, που διαφεύγει του κέντρου, το «φυγόκεντρο» –στην Αστρονομία, το Εκκεντρικός/Έκκεντρος χρησιμοποιείται για ουράνια σώματα με αποκλίνουσα ή ελλειπτική τροχιά– η Εκκεντρική Σκέψη σημαίνει την Αποκλίνουσα Σκέψη, σε αντίθεση με την Συγκλίνουσα/Σύγκλητο Σκέψη, που συγκλίνει με τη σκέψη των πολλών, της «κοινωνίας» που νοεί κοινά, δηλαδή την Σύσκεψη. Κι έτσι ο εκκεντρικός διανοητής είναι αυτός που δεν μετέχει σε συσκέψεις, συμβούλια, συγκλήτους/εκ-κλησ-ίες, συνέδρια, συλλογισμούς, και γενικά είναι έκκεντρος, δηλαδή δεν συμμετέχει στα Κέντρα των Αποφάσεων ούτε τα ακολουθεί –είναι αποκεντρωμένος και Άκυρος, δηλαδή δεν έχει «κύρος», δεν έχει Κύριο, Αυθέντη, δεν είναι «έγκυρος» ή «έγκριτος», δεν έχει έγκριση, δεν εγκρίθηκε από το Κυρίαρχο– και γενικά απέχει του εστιακού κέντρου της κατεστημένης πραγματικότητας, δηλαδή απέχει του Κατεστημένου, αποκλίνει από το Σύστημα, αλλά και από τις Συνήθειες, τα Συνήθη, δηλαδή τα κοινά ήθη, δηλαδή είναι Ασυνήθιστος, διακρίνεται από δικό του ήθος, ίδιον ήθος, είναι αυτοήθης, κατά το αυτοδίδακτος ή αυτοφυής πάλι, μη αποδεκτός κατά τις κοινωνικές αντιλήψεις, Απαράδεκτος, εκτός Παράδοσης, έξω από την δεδομένη πραγματικότητα, Εξωπραγματικός, Εξωτικός. …Ο «Ίδιος Κόσμος».
Λοιπόν, ουσιαστικά και φιλοσοφικά υπάρχουν αυτοί οι δύο Κόσμοι, αυτές οι Δύο Πραγματικότητες, ο «Κοινός Κόσμος» και ο «Ίδιος Κόσμος».
Αυτοί οι δύο κόσμοι δεν βρίσκονται απλά και μόνο σε αλληλεπίδραση ή αλληλεπιρροή, ή σε διάφορους συσχετισμούς και διαδραστικότητα (Interactivity), ή σε συνύπαρξη ή περιχώρηση ή συμμετρία, αλλά βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση και σε αντιπαράθεση. Οι δύο κόσμοι βρίσκονται σε Πόλεμο.
Στο σημείο αυτό, είναι σημαντικό να ξεκαθαριστεί ότι οι δύο αυτοί κόσμοι, οι δύο αυτές πραγματικότητες, δεν προκύπτουν στ’ αλήθεια από τον διαχωρισμό (ή την σύμπραξη, κατά κάποιους) σώματος/ψυχής ή ύλης/πνεύματος, ή εξωτερικής/εσωτερικής πραγματικότητας, ή φυσικού κόσμου/νοητικού κόσμου, ή οντολογίας/δεοντολογίας, ή φυσικού/μεταφυσικού, κ.ο.κ., διότι όλα τους αυτά είναι διαπιστώσεις που στην ουσία γίνονται εντός των πλαισίων του δεύτερου κόσμου (του «Ίδιου Κόσμου») στην προσπάθεια να εντοπιστεί η εξωτερική πίεση που ο ίδιος δέχεται ή η αντιπαράθεση ή και οι αιτίες της σύγκρουσης.
Άλλωστε, είναι χαρακτηριστικό ότι, το δεύτερο συνθετικό των παραπάνω «ζευγών» ή «πλευρών», δεν είναι αποδεκτό από τον πρώτο κόσμο, τον «Κοινό Κόσμο», που θεωρεί τον εαυτό του μοναδικό, ενώ το κάθε πρώτο συνθετικό από αυτά, είναι κατά κάποιον τρόπο αποδεκτό από τον δεύτερο κόσμο, τον «Ίδιο Κόσμο»…
Αν κρίνουμε από την υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων, ο πρώτος κόσμος (ο «Κοινός Κόσμος») έχει επιβληθεί με τρόπους αδιαμφισβήτητους επί του δεύτερου κόσμου (του «Ίδιου Κόσμου»), δηλαδή φαίνεται ότι είναι ο νικητής της αντιπαράθεσης, και καθορίζει σχεδόν απόλυτα τους κανόνες της κατάστασης των πραγμάτων (αλλά ακόμη και τις έννοιές τους). Και ο δεύτερος κόσμος συνεχίζει τον πόλεμο υπό την μορφή Αντίστασης (μέσα στην Κατοχή), ενώ φυσικά η ιδεολογική αντιπαλότητα παραμένει…
Έτσι, η Καθημερινή Πραγματικότητα (παρ’ όλο που ενοικείται από τους ξενιστές/φορείς του δεύτερου κόσμου) καθορίζεται από τον πρώτο κόσμο. Η καθημερινή πραγματικότητα είναι η ίδια η πρώτη πραγματικότητα, δηλαδή είναι πλέον ταυτισμένη με την πραγματικότητα του πρώτου κόσμου.
Η Απόδραση από την Καθημερινή Πραγματικότητα, είναι, στην ουσία, δραστηριότητα (ή στόχος, ελπίδα) του δεύτερου κόσμου. Ο «Ίδιος Κόσμος» θέλει να αποδράσει από τον «Κοινό Κόσμο» και τις επιβολές του και την τυραννία του. (Εφόσον δεν μπορεί εύκολα να αντιστρέψει το αποτέλεσμα του πολέμου, άρα δηλαδή θέλει να δραπετεύσει από το στρατόπεδο Συγκέντρωσης –με τρόπους εκκεντρικούς, με σκοπούς εξωτικούς).
Στην κατάσταση που περιγράφηκε, ο γενικευτικός και απλουστευτικός διαχωρισμός «Πραγματικού»/«Μη-Πραγματικού», ας το πούμε έτσι, δεν υφίσταται. Πρόκειται για επιτηδευμένη λεπτομερή «σοφιστεία», ένα σόφισμα/ξεγέλασμα, των φορέων της ιδεολογίας του πρώτου κόσμου. Διότι, τελικά, περί αυτού πρόκειται (όσον αφορά τον κόσμο μας, και όχι απλά το πνεύμα μας), κατά βάθος πρόκειται περί δύο Ιδεολογιών. Στην ουσία μιλάμε για δύο ιδεολογίες, αντικρουόμενες ή συγκρουόμενες διαχρονικά, που θα μπορούσε κανείς –εξίσου γενικευτικά και απλουστευτικά– να τις ορίσει ως τον Υλισμό και τον Ιδεαλισμό. Ο Υλισμός έχει δώσει βάση στον «Κοινό Κόσμο», και ο Ιδεαλισμός έχει δώσει βάση στον «Ίδιο Κόσμο», ή τους έχουν αντίστοιχα επινοήσει, ιδεο-λογικά.
Το μεγάλο πρόβλημα στην κατανόηση αυτών των δύο «ρευμάτων», είναι ότι το καθένα δεν περιγράφει απλά και μόνο τον εαυτό του, αλλά περιγράφει και το άλλο. Και, όπως ίσως καταλαβαίνετε, η περιγραφή που το καθένα κάνει για το άλλο, είναι είτε επιτηδευμένη και διαστρεβλωμένη επίτηδες, είτε συγχυσμένη με τις ίδιες τις ιδέες του καθενός που επηρεάζουν καθοριστικότατα την περιγραφή του άλλου (ή ακόμη και την απόλυτη μη-αποδοχή του). Δηλαδή, οι ιδέες του καθενός υπάρχουν και μέσα στην περιγραφή του άλλου, από το καθένα… Οπότε, αναπόφευκτα και όπως πάλι ίσως καταλαβαίνετε, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, κατά την κατανόηση αυτών των δύο «ρευμάτων», όταν προσεγγίζουμε την όλη κατάσταση για να αντλήσουμε αρχική πληροφόρηση ή σημασιολογία και εννοιολογία (Λογοτεχνία, στην ουσία) και άρα πρώτη «διάγνωση» (δια της γνώσης), έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία ποια περιγραφή θα παρακολουθήσουμε για το Άλλο…
Για παράδειγμα: Άραγε, κατά την πρώτη κατανόησή μας (διάγνωση) θα παρακολουθήσουμε την περιγραφή που κάνει ο «Κοινός Κόσμος» για τον «Ίδιο Κόσμο»; …Αν ναι, τότε το πιθανότερο είναι ότι ο «Κοινός Κόσμος» θα μας συμπαρασύρει ιδεολογικά, δηλαδή θα μας συμπαρασύρει στην ίδια την δική του αντίληψη για την κατάσταση των πραγμάτων, την Πραγματικότητα. Στην ουσία, μία ιδεολογία θα μας περιγράψει με τον δικό της ιδεολογικό τρόπο την κατάσταση, θα μας μεταφυτεύσει τις δικές της ιδέες –βεβαίως, πάντοτε μέσα σε μία πολεμική αντιπαράθεση των ιδεών. (Δείτε το έτσι, εδώ στο παράδειγμα: στην ουσία, εκ της ουσίας, η εξουσία, θα μας οδηγήσει στην ίδια την αμφισβήτηση του εαυτού μας.)
Πώς περιγράφουν οι κοινές αντιλήψεις τις ιδιαίτερες αντιλήψεις;
Πώς περιγράφουν οι ιδιαίτερες αντιλήψεις τις κοινές αντιλήψεις;
Πώς περιγράφει το Κατε-στημένο την Αντί-σταση σε αυτό; Πώς περιγράφει η Αντίσταση το Κατεστημένο; (Και από πού προέρχεται η πληροφόρηση/ενημέρωσή σου –αλλά και η έμπνευσή σου– που καθορίζει την διάγνωσή σου και την γνώση σου;) Πώς περιγράφει ο «Κοινός Κόσμος» τον «Ίδιο Κόσμο» (αν τον αποδέχεται καν ως ξεχωριστή οντότητα); Και πώς περιγράφει ο «Ίδιος Κόσμος» τον «Κοινό Κόσμο»; Πώς περιγράφει η Ιδιότητα την Κοινότητα; Και πώς περιγράφει και κατανοεί/χρησιμοποιεί η Κοινότητα την Ιδιότητα;
Γνωρίζω πως ο αναγνώστης θα σκεφτεί την ίδια την σχετικότητα ή την υποκειμενικότητα που διέπει τα παραπάνω ερωτήματα και τις απαντήσεις τους. Θα πρέπει, όμως, ο αναγνώστης να αναλογιστεί ότι, η «υποκειμενικότητα» (σε αυτά τα σημαντικά ερωτήματα) που σκέφτεται αυτήν την στιγμή, η οποία καθοδηγεί το σκεπτικό του, είναι επινόηση ή συμπέρασμα ή ιδεολογικό εύρημα του ιδεολογικού ρεύματος που υποστηρίζει το «υποκειμενικό» έναντι τού (επιβεβλημένου, επινοημένου) «αντικειμενικού» –δηλαδή είναι ευρηματικό επιχείρημα του «Ίδιου Κόσμου».
Ποια είναι, λοιπόν, η αντικειμενική απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα περί περιγραφής και διάγνωσης; Σκεφτείτε το όσο θέλετε: δεν υφίσταται. Και οι δύο περιγραφές (για την διάγνωσή σας) θα είναι «υποκειμενικές», ή, αν προτιμάτε, προκατειλημμένες, προ-ιδεασμένες, «ιδεοληπτικές», ιδεο-λογικές.
Το πρόβλημα, βέβαια, όπως είπα, είναι ότι αυτή η «υποκειμενικότητα» που διαπιστώνετε, δεν ανήκει στην λογοτεχνία της πρώτης περιγραφής, αλλά ανήκει στην λογοτεχνία της δεύτερης, (αλλά και προέρχεται πρωτότυπα από αυτήν). Αυτήν την υποκειμενικότητα δεν την προσμετρά στην περιγραφή της η περιγραφή του «Κοινού Κόσμου» για τον εαυτό του ή για τον «Ίδιο Κόσμο», ενώ αντίθετα την υπερτονίζει στην περιγραφή της του «Κοινού Κόσμου» ο «Ίδιος Κόσμος», (επίσης αυτήν την υποκειμενικότητα την συμπεριλαμβάνει στην περιγραφή του εαυτού του, σε αντίθεση με την άλλη παράταξη που δεν την συμπεριλαμβάνει στην περιγραφή του εαυτού της).
Εδώ τώρα, έτσι, ίσως μόλις έχετε ήδη κάνει μία αληθινή διαπίστωση –με πάρα πολλές προεκτάσεις– που προέρχεται από ένα ιδεολογικό ρεύμα, που, στην διανόηση του, φαίνεται ότι αναζητά στ’ αλήθεια την Αλήθεια…
Τέλος πάντων, το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι ο «Ίδιος Κόσμος» (το Individual, το Άτομο, η Ιδιαιτερότητα) ζει δυστυχισμένα μέσα στον επιβαλλόμενο «Κοινό Κόσμο» (την Συναινετική Πραγματικότητα, Consensus Reality) του Επιστητού και του Κατεστημένου. Δυστυχεί και υποφέρει μέσα στην Καθημερινή Πραγματικότητα, γι’ αυτό και θέλει να αποδράσει από αυτήν…
Σ’ αυτό το σημείο, θυμάμαι κάτι που έγραψε ο Φίλιπ Κ. Ντικ:
«Σημαντικό κομμάτι κάθε δυστυχίας είναι, κατά κάποιον τρόπο, η σκιά της δυστυχίας ή το καθρέφτισμά της: το γεγονός ότι δεν υποφέρεις απλά, αλλά πρέπει να σκέφτεσαι το γεγονός ότι υποφέρεις. Δεν ζω απλά κάθε ατέλειωτη μέρα μέσα στην θλίψη, αλλά ζω κάθε μέρα σκεπτόμενος ότι ζω κάθε μέρα στην θλίψη… Σκέφτομαι ότι ίσως να μπορούμε να το αποφύγουμε αυτό, κι έτσι να αποφύγουμε ένα σημαντικό κομμάτι κάθε δυστυχίας.»
Σημαντικό κομμάτι της ισχύος και της μεγάλης επιρροής του «Κοινού Κόσμου» στο Άτομο, είναι η αντανακλαστικότητα της πραγματικότητας.
Την ισχύ του «Κοινού Κόσμου», της ισχύουσας πραγματικότητας, την αντανακλούν τα δέσμια από αυτήν άτομα μεταξύ τους, την αντανακλά το ένα άτομο πάνω στο άλλο. Και, με αυτόν τον τρόπο, την Επιβεβαιώνει. Δεν Βεβαιώνεται απλώς το άτομο για αυτήν, αλλά αυτή Επι-βεβαιώνεται από τους άλλους –εγκαθιδρύοντας έτσι την ισχύ της. Η ίδια η πραγματικότητα παρουσιάζεται να επιβεβαιώνει τον εαυτό της κατ’ αυτόν τον τρόπο –δηλ. τελικά να επαληθεύεται και να πραγματο-ποιείται. Δια της αντανάκλασης.
Αυτή η αντανάκλαση, αυτή η συνεχής επιβεβαίωση, που επιστρέφει στον εαυτό της σαν «ουροβόρος όφις» και συνεχώς τον επι-βεβαιώνει, καθιστά αντιληπτικά και ουσιαστικά την ισχύουσα πραγματικότητα ως ανυπέρβλητη, ως αδιέξοδη, ή ως ρουτίνα, ως αντιληπτικό Loop, ως «φαύλο κύκλο».
Υπάρχει ένα κόλπο που εφαρμόζουν οι δραπέτες, σε σχέση με όλο αυτό: Το άτομο, με την απομόνωση, διαφεύγει από την αντανακλαστικότητα της πραγματικότητας, δηλαδή με το να μην συγχρωτίζεται με το πλήθος, με το να μην έχει επαφές, ανακόπτει στην ουσία αυτήν την αντανακλαστικότητα της ισχύουσας πραγματικότητας, παύει αυτή να επιβεβαιώνεται από τους άλλους και: κανονικότατα χάνει την ισχύ της!… Αυτός είναι ο κύριος (μυστικός) λόγος για τον οποίο κάποιοι που θέλουν να ξεφύγουν από τον κόσμο και από το Σύστημά του, γίνονται «ερημίτες», δηλαδή πηγαίνουν στην «έρημο» όπου καμία αντανάκλαση δεν υπάρχει, καμία επιβεβαίωση, είναι μακριά από τους πολλούς ανθρώπους, κι έτσι η πραγματικότητα παύει να έχει ισχύ, ο «Κοινός Κόσμος» καταρρέει, κι έτσι διανοίγεται εμπρός τους το εσωτερικό σύμπαν…
Γι’ αυτό και αποκαλούνται «αναχωρητές», διότι έχουν αναχωρήσει από τον κοινό κόσμο, έχουν αποδράσει, έχουν διαφύγει ακριβώς από αυτήν την αντανακλαστικότητα της πραγματικότητας και από το πεδίο επιρροής της και ισχύος της.
Εδώ εισάγεται πλέον η εικόνα ενός ατόμου που δεν συντονίζεται στον Ρυθμό (ή στον Παλμό της Εποχής, ή στην Συχνότητα) της ισχύουσας πραγματικότητας, αλλά είναι Ιδιόρρυθμο, έχει δικό του ρυθμό, ξεχωριστό ρυθμό, Ιδιορρυθμία. Είναι το Ιδιόρρυθμο Άτομο. Ο Ιδιότροπος (που έχει δικό του τρόπο). Ο Εκκεντρικός. (Όλα αυτά, με την αληθινή τους έννοια, όχι την κοινώς αποδιδόμενη.)
Αυτή η αντανακλαστικότητα της πραγματικότητας, διαφαίνεται ότι δεν είναι απλά αντιληπτική ή συνειδησιακή, αλλά είναι και κατά κάποιον τρόπο ενεργειακή. Είναι σαν να υπάρχει ένα ενεργειακό πεδίο, ένα κανονικό πεδίο επιρροής, μέσα στο οποίο ο καθένας λειτουργεί ως ενισχυτής, ένα δίκτυο που αντανακλάται από τον καθένα στον καθένα που το συστήνει ως κατάσταση και του οποίου ο ίδιος αποτελεί τερματικόν αυτή άλλωστε ίσως είναι και η λεγόμενη συμβατότητα της συμβατικής πραγματικότητας του Consensus, του Matrix, ή ένα μορφογενετικό πεδίο.
Μέσα από όλα αυτά, ίσως φαίνεται ξεκάθαρα να ξεπροβάλλει η φιλοσοφία του Escapism, ενός «Αποδρατισμού»… Ένα κάλεσμα για Απόδραση από την Καθημερινή Πραγματικότητα, που περιέχεται στις ίδιες τις έννοιες που σκιαγραφούν την εννοιολογική τοπογραφία της δεδομένης κατάστασης των πραγμάτων, των προεκτάσεων της, και των αντιδράσεων που η ίδια δημιουργεί στο ίδιο το πνεύμα των εννοιών που καλείται να διαχειριστεί ο καθένας μας, που καθορίζουν τις αντιλήψεις μας, τις περιγραφές μας, την συνειδητότητά μας, τις ιδέες μας και την ιδεο-λογία μας, τις αναζητήσεις μας και τους προβληματισμούς μας επί της πραγματικότητας, μα και των διεξόδων πέρα από τα επιβαλλόμενα όρια της. (Πρόκειται για την πλήρη λεπτομερή περιγραφή του Matrix και της Αντίστασης σε αυτό.) Και όλα αυτά, είναι τα πρωταρχικά συνθετικά μιας Λογο-τεχνίας του Escapism.
Η αισθητική που χαρακτηρίζει τις μεγαλύτερες εμπνεύσεις αυτού του Escapism, αυτού του «αποδρατισμού» ή της Φιλοσοφίας –ή της Τέχνης της Απόδρασης, είναι η αισθητική του Εξωτισμού (Exotism).
Η αισθητική που εκπέμπει οτιδήποτε βρίσκεται Έξω από τα πλαίσια της δεδομένης καθημερινής ή κατεστημένης πραγματικότητας, Έξω από τα πλαίσια της επιβαλλόμενης περιοριστικής συναινετικής πραγματικότητας του «Κοινού Κόσμου», με τις προεκτάσεις πιθανών νέων εναλλακτικών πραγματικοτήτων και των εμπνεύσεων περί αυτών, σκιαγραφεί ή και χαρτογραφεί αυτόν τον Εξωτισμό.
Το Εξωτικό, είναι αυτό που στέκει Έξω από τον κόσμο όπως τον έχουμε συνηθίσει, έξω από την οικεία μας καθημερινή τοπική –στον χώρο και στον χρόνο– πραγματικότητα, ή που εισβάλλει σε αυτήν από Έξω, ή ασκεί μέσα σε αυτήν επιρροές που προέρχονται από Έξω. (Έχει ενδιαφέρον, επίσης, ότι, στην Αγγλική γλώσσα, το ιδιαίτερο και ιδιότροπο και ιδιόρρυθμο κι εκκεντρικό ασυνήθιστο άτομο, που, κατά την δράση του, εξαιρεί τον εαυτό του –ή εξαιρείται– από την κεντρική πραγματικότητα και από το Κατεστημένο, αποκαλείται: Outsider. Ο Εξώτερος. Ένας Εξωτικός ή Εξωτεριστής.
Ακόμη και τα λεγόμενα «Ξωτικά», εκείνα τα όντα ενός παράλληλου κόσμου με τον δικό μας –ή οι Aliens/Ξένοι– είναι τα Εξωτικά, αυτά που έρχονται από «έξω από ‘δω», και ο κόσμος προέλευσης τους είναι ο Εξωτικός Κόσμος. Μέσα από τον «Κοινό Κόσμο», η πρόσβαση στον Εξωτικό Κόσμο είναι απαγορευμένη, και γι’ αυτό χαρακτηρίζεται ως ανύπαρκτη ή ως Παραίσθηση –κάτι που έτσι κι αλλιώς εννοεί μία αίσθηση δίπλα στις νόμιμες αισθήσεις, παρανόμως και παρα-δόξως, δηλαδή ας πούμε μία «έκτη αίσθηση»…)
Και η Λογο-τεχνία περί όλων αυτών, κατηγορείται ως Παραλογοτεχνία –μόνο που δεν θα έπρεπε να την χαρακτηρίζουν ως Παρα-Λογοτεχνία, αλλά ως Παραλογο-τεχνία, διότι ενώ αληθινά βρίσκεται παραδίπλα από την στενή «ορθή» κατεστημένη λογική τους και την μέτρια ρεαλιστική τέχνη τους, ως Λογο-τεχνία, κινούμενη σε μια εναλλακτική ροή της Ιστορίας των Ιδεών (της Μυστικής Ιστορίας των Ιδεών, εξαιτίας όλων αυτών) και εμπνεόμενη από τελείως άλλη Ιδεο-λογία: είναι ουσιαστικά η Τέχνη του Παραλόγου, (Παραλογο-τεχνία), δηλαδή όχι του συναινετικού και συμβατικού αποδεκτού λόγου, αλλά του λόγου της Φαντασίας, δηλαδή της αληθινής λειτουργίας του ανθρώπινου Πνεύματος/Λόγου, και όχι των ιδεών της αυστηρά δεδομένης ανθρώπινης κοινωνίας και των οικειοτήτων της ή των νόμιμων προσδοκιών της.
Θεωρείται τελικά, δηλαδή, πως οτιδήποτε είναι Έξω από τον «κοινό λόγο», την «κοινή λογική», είναι «Παράλογο», και αυτό διαστρεβλωτικά ερμηνεύεται ως «μη-λογικό» κάτι που –αν ήταν έτσι– θα χαρακτηριζόταν από το «Άλογο»… Το Παράλογο, όμως, για το οποίο μιλάμε, δεν είναι μη-λογικό (Άλογο), αλλά χαρακτηρίζει ακριβώς την λογική του Εξωτικού, την λογική των Ονείρων ή Ονειρική Λογική, τον Υπερ-Ρεαλισμό (την υπέρβαση της πραγματικότητας και του πραγματισμού), την λογική του Φανταστικού, τον αισθητικό λόγο των Μυστηρίων, την άρνηση του επιβαλλόμενου «Ορθολογισμού» του Επιστητού, την προέκταση της συνείδησης, την λογική μιας εναλλακτικής ιδεο-λογίας, παράπλευρης, (παρά ή υπό το αποδεκτό «λογικό» και «ιδεο-λογικό» Main-Stream, δηλαδή μία «απόκρυφη» Avant-Garde σχολή σκέψης και διανόησης, όχι η επιβαλλόμενη κουλτούρα, αλλά ένα Counter-Culture, μία αντι-κουλτούρα), και, κατ’ επέκταση εξωτική : μία Παραλογο-τεχνία…
Το «παρά» σημαίνει «δίπλα», κοντά. Έτσι το Παράξενο σημαίνει κάτι που είναι δίπλα στο ξένο, παρά το ξένο. Υποδεικνύει δηλαδή μια έννοια που βρίσκεται ανάμεσα στο γνωστό και στο άγνωστο, ανάμεσα στο οικείο και στο ξένο, μια γέφυρα… Μια πύλη. Το Παρά-ξενο… (Strange). Μια παράλληλη παρατηρούμενη πραγματικότητα, απαράδεκτη, που βρίσκεται δίπλα στην παραδεκτή καθημερινή πραγματικότητα, μια εναλλακτική πραγματικότητα.
Το Παράξενο, ένας εισβολέας από το Ξένο που προσεγγίζει το Οικείο και κάνει την παρουσία του αισθητή συνοριακά, κάτι που έρχεται από το Άγνωστο και προσεγγίζει το Γνωστό, και για να γνωσθεί ή να ανα-γνωσθεί. Ως έννοια, αποτελεί μια ενεργή σύνδεση ανάμεσα στο ξένο και στο οικείο, ανάμεσα στο γνωστό και στο άγνωστο, μια παρένθεση, ανάμεσα στην θέση και στην αντίθεση –την στάση και την αντίσταση: μία παράσταση.
Δεν γνωρίζουν πολλοί άνθρωποι ότι, εννοιολογικά, στα αρχαία Ελληνικά, παράξενος» σήμαινε «μη γνήσιος πολίτης» (παρά & ξένος). Κατά την Ελληνική αρχαιότητα, όπως ένας ξένος δεν μπορούσε να είναι πολίτης της πολιτείας, έτσι και ο «παρά-ξενος» ήταν εκείνος ο οποίος διέμενε στην πολιτεία αλλά, λόγω της συμπεριφοράς του ή της θέσης του, δεν ήταν ή δεν θεωρούνταν, γνήσιος πολίτης, ή και, σε άλλες περιπτώσεις, επειδή μέχρι πρόσφατα υπήρξε ξένος, δεν είχε αποκτήσει ακόμη δικαιώματα πολίτη, ήταν υπό δοκιμή.
Έτσι, όταν στην αρχαία Ελληνική πραγματικότητα αποκαλούσες κάποιον «παράξενο», εννοούσες ότι δεν ήταν αποδεκτός ως γνήσιος πολίτης. Δηλαδή, δεν ήταν αποδεκτός σύμφωνα με τα κοινά, ή και δεν αποδεχόταν τα κοινά, (κατ’ επέκταση, την «κοινή λογική»), ήταν ασύμβατος με τα ήθη και τους θεσμούς της πολιτείας –παρ’ όλο που συμπεριλάμβανε τον εαυτό του σε αυτήν. Μερικές φορές, μάλιστα, εισήγαγε και «καινά δαιμόνια» (νέους θεούς ή νέες ιδέες) που δεν ήταν προς το δεδομένο κατεστημένο συμφέρον της πολιτείας –ήταν ίσως δηλαδή, θα λέγαμε, «ανατρεπτικό στοιχείο». (Η σημασία του «Παράξενος» ως «αλλόκοτος, περίεργος, παράδοξος», είναι ύστερη Ελληνιστική).
Όλο αυτό, αντίστοιχα, φέρνει στο μυαλό και την αυθεντική αρχαία Ελληνική έννοια της λέξης «Ιδιώτης» και «ιδιωτικό». Πρωτότυπα, ο «Ιδιώτης» ήταν αυτός που δεν ασχολούνταν με τα κοινά, που δεν ήταν δηλαδή ενεργός ως πολίτης, και η έννοια αυτή ήταν στην ουσία βρισιά, διότι το «Ιδιώτης» θεωρούνταν σχεδόν ταυτόσημο με το «ηλίθιος». (Δηλαδή κάποιος που, επειδή δεν ασχολούνταν με τα κοινά, άρα, υποτίθεται, δεν ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να κατανοεί πως η ασχολία με τα κοινά ήταν σημαντική διότι τα κοινά επηρέαζαν και τον ίδιο, αλλά ασχολούνταν μόνο με όσα αφορούσαν τον εαυτό του).
Με την πάροδο των αιώνων, η έννοια του «Ιδιώτη» ως «ανόητου» ή «απαράδεκτου» έχασε αυτή την υβριστική/καταδικαστική σημασία της, και κατέληξε να σημαίνει αυτό που σήμερα εννοούμε όταν λέμε «ιδιωτικό» (private), δηλαδή απλά «αυστηρά προσωπικό».
(Privacy : Η Ιδιωτικότητα είναι στην ουσία η Προσωπικότητα, ή και Ατομικότητα: Individuality). Παρ’ όλα αυτά, στα Αγγλικά, διατήρησε την αρχική Ελληνική σημασία του, και έτσι «idiot» συνεχίζει αγγλιστί να σημαίνει τον ηλίθιο και απαράδεκτο.
Κοντολογίς, η πρωτότυπη έννοια της λέξης «Παράξενος», σήμαινε αυτόν που δεν ασχολείται καθόλου με τα πολιτικά «όπως θα έπρεπε», έναν όχι γνήσιο «πολίτη», κι άρα, κατ’ επέκταση, κάποιον «Ιδιώτη» που «ιδιωτεύει» –που έχει αποκτήσει δηλαδή ολόδικό του προσωπικό τρόπο να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και να την διαχειρίζεται αυτόνομα, χωρίς την έγκριση και την αποδοχή της πολιτείας και των πολιτικών της.
Τώρα, που εξηγήθηκε λίγο όλο αυτό, δεν θα πρέπει πλέον να σας προκαλεί απορία το γεγονός ότι το Παράξενο και τα θέματα του συνήθως δεν έχουν θέση π.χ. στις εφημερίδες ή στην τηλεόραση, ή π.χ. στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Και, παραδείγματος χάριν, το γιατί είναι εξόριστοι της έγκριτης διανόησης εκείνοι που προσεγγίζουν την πολιτική σκηνή με τρόπο συνωμοσιολογικό, αντιλαμβανόμενοι πως η πολιτική σκηνή και τα πολιτικά πράγματα είναι αποτέλεσμα συνομωσιών, μη ασχολούμενοι με τα πολιτικά –αλλά ίσως μόνο λίγο με τα «παρα-πολιτικά»– υποδεικνύοντας έτσι τους εαυτούς τους ως «μη γνήσιους πολίτες» δηλαδή «Παράξενους», και κατ’ επέκταση «Ιδιώτες», μη ασχολούμενοι με τον κοινό τρόπο με τα κοινά και μη συμβαδίζοντας με την κοινή επιβαλλόμενη λογική.
Όλα μα όλα αυτά που προσπαθώ –όπως μπορώ– να καταδείξω εξαιρετικά λεπτομερώς φίλτατε αναγνώστη, είναι η αληθινή Λογο-τεχνία… Και είναι μια Λογο-τεχνία, που είναι αυτοφυής, εμπεριστατωμένη μέσα στις ίδιες τις έννοιες των λέξεων και των νοημάτων που περιγράφουν την εννοιολογική πραγματικότητα. Και, κατά την άποψή μου, η πολύ προσεκτική μελέτη όλων των συνδυαστικών λέξεων και εννοιών που περιέχονται σε όλες αυτές τις σελίδες, και της συνοχής τους, είναι σημαντικότατη και αποκαλυπτικότατη, και με αληθινά συνταρακτικές προεκτάσεις.
Θέλουμε, άραγε, όντως να αποδράσουμε από την περιοριστική μας πραγματικότητα; Τι ακριβώς σκεφτόμαστε γι’ αυτό, εφόσον όντως το θέλουμε, και τι κάνουμε για αυτό;
Όσον αφορά το Escapism προϋποθέτει την Ρήξη με το Οικείο. Δηλαδή, προϋποτίθεται μία προσέγγιση στο Παράξενο. Σε αυτό που βρίσκεται παρά το ξένο, στα όρια μεταξύ οικείου και ξένου. Και, σταδιακά, τελικά, (με την προέκταση της συν-είδησής μας), προς το Ξένο, προς το Άγνωστο.
Η καθημερινή μας πραγματικότητα που έχει καταστηθεί περιοριστικά γύρω μας και μέσα μας, χαρακτηρίζεται απόλυτα από τις δεδομένες οικειότητες της. Μπορούμε να την αλλάξουμε, ξεκινώντας από αυτές. Προσεγγίζοντας το Παράξενο. Στην αρχή, λογο-τεχνικά, έπειτα λογικά, μετά παρα-λογικά, και τελικά –γιατί όχι;– ιδεο-λογικά…
Προτείνεται έτσι, μία πνευματική παραβατικότητα, μία προέκταση της συνείδησης, ένας εξωτισμός, μία παράξενη πρωτοπορία, ένα ιδεολογικό Escapism, μία νέα αληθινή Λογο-τεχνία, μία παρα-λογική δραστηριότητα, μία αληθινή επ-ανά-σταση, μία Αναγέννηση του Πνεύματος.
Η Λογο-τεχνία του Escapism.
Πιστεύω ότι πρέπει να αποδράσουμε από την κοινώς επιβαλλόμενη δεδομένη πραγματικότητα της καθημερινότητάς μας.
Η «Καθημερινή Πραγματικότητα», στην οποία είμαστε παγιδευμένοι –και από την οποία κάποιοι από εμάς θέλουν να αποδράσουν– καθορίζεται από την ίδια της την αντίληψη στην συνείδησή μας.
Κατ’ αρχάς, ορίζεται από την ίδια την έννοια του γραμμικού χρόνου: δέσμες χρόνου που διαδέχονται γραμμικά η μία την άλλη, ημέρα μετά την ημέρα, κάθε ημέρα, σε μία «καθημερινότητα».
Αυτή η περίπου αόριστη διαδοχική γραμμική ροή χρόνου, την οποία βιώνει ο καθένας προσωπικά, «καθ-ημερινά», συνδέεται άμεσα με το λεγόμενο «βιολογικό ρολόι» μας.
Πρόκειται για τον «Κιρκαδιακό Ρυθμό».
Ο «Κιρκαδιακός Ρυθμός» στον οργανισμό μας ρυθμίζεται από το «Κωνάριο», την Επίφυση. (Ο Ντεκάρτ έλεγε ότι η Eπίφυση είναι «ο θρόνος της ψυχής». Πρόκειται για το περιβόητο «Τρίτο Μάτι»). Η Επίφυση περιέχει Μελατονίνη, διότι εμφανίζει μία δράση στα μελανινοφόρα κύτταρα, με άμεσο προϊόν την Σεροτονίνη (μια ουσία που έχει ειπωθεί ότι είναι το ένζυμο της «Φώτισης»/Illumination). Σε ποντίκια, όπως έχουν δείξει τα πειράματα, η Μελατονίνη και η Σεροτονίνη εμφανίζουν ημερονύκτιες διακυμάνσεις ακριβώς αντίθετου χαρακτήρα.
Το Κωνάριο ρυθμίζει τον «Κιρκαδιακό Ρυθμό».
Πολλές λειτουργίες του οργανισμού μας, σε επίπεδο κυτταρικό αλλά και γενικότερα, υπακούνε σε έναν 24ωρο ρυθμό. Η λέξη «Κιρκαδιακός» προέρχεται από το λατινικό «Circa Die», που σημαίνει «Περίπου Ημέρα» πρόκειται για τον ρυθμό της «καθ-ημερινότητας», αυτής της περίπου αόριστης διαδοχικής γραμμικής ροής χρόνου σε δέσμες. Επιπλέον, υπάρχει ο «Ουλτραδιακός Ρυθμός» (ο Ultra Die ρυθμός, δηλαδή πάνω από μία ημέρα) – αλλά και ο «Ινφραδιακός Ρυθμός» (o Infra Die ρυθμός, δηλαδή κάτω από μία μέρα).
Αυτά είναι τα λεγόμενα «βιολογικά ρολόγια», όπως για παράδειγμα η εναλλαγή του ύπνου και της εγρήγορσης, ή τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος που μεταβάλλονται κατά την διάρκεια της ημέρας, όλα αυτά και πολλά άλλα, ακολουθούν τον Κιρκαδιακό Ρυθμό, και συντονίζονται με το κοσμικό ρολόι, με τους ρυθμούς του Σύμπαντος –και με την λεγόμενη «Συχνότητα Σούμαν», των ηλεκτρομαγνητικών ταλαντώσεων της άνω ατμόσφαιρας της Γης, 7,2 Hz, αλλά η σκοπιμότητα του ρυθμού αυτού δεν έχει βρεθεί ακόμη. Γνωρίζουμε ότι επίσης επηρεάζεται από τα 2 Hz που στέλνει η Σελήνη, αλλά και από την ηλιακή ακτινοβολία.
Το Κωνάριο (η Επίφυση, το «Τρίτο Μάτι»), είναι αναπτυγμένο στα παιδιά, αλλά υποστρέφεται πριν την εφηβεία και είναι πλέον ατροφικό στους ενήλικες. Κανείς δεν ξέρει τι θα γινόταν αν δεν υποστρεφόταν το Κωνάριο πριν την εφηβεία. Σχεδόν κανείς δεν γνωρίζει τις προεκτάσεις που έχει στην λειτουργία της αντίληψης ο «Κιρκαδιακός Ρυθμός». Δηλαδή, σχεδόν κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς συμβαίνει όταν με κάποιον τρόπο απορρυθμίζεται τελείως αυτός ο ρυθμός.
Η «Πραγματικότητα», είναι μια έννοια που προέρχεται από το «Πράγμα».
Το «Πράγμα» είναι το προϊόν της «Πράξης». (Όπως το «Πνεύμα» είναι το προϊόν της «Πνοής», και το «Φάντασμα» είναι το προϊόν της «Φαντασίας»). Η «Πραγματικότητα» είναι η παρούσα «Κατάσταση των Πραγμάτων». Δηλαδή, η κατάσταση που έχει εδραιωθεί από τα προϊόντα των πράξεων μας, από τα αποτελέσματα των πράξεών μας, από τα «Πράγματα». Η Πραγματικότητα, καθορίζεται από τις πράξεις μας και τα πράγματά τους, μέσω αλυσιδωτών αντιδράσεων που δημιουργούν το δίκτυο της δεδομένης κατάστασης. Αυτή είναι η αληθινή έννοια της «Πρακτικότητας».
Η Πραγματικότητα δεν είναι σταθερή, η Κατάσταση των Πραγμάτων δεν είναι σταθερή και πάγια (όπως κάποιοι θέλουν να μας κάνουν να πιστεύουμε), αλλά υπόκειται σε συνεχή ροή (εξαιτίας των συνεχών αλυσιδωτών αντιδράσεων των πράξεων και των πραγμάτων που επιφέρουν), κι έτσι η Πραγματικότητα δεν είναι πάγια και απόλυτη, αλλά σχετική και δυναμικά ρευστή.
Οι συνεχείς αλυσιδωτές αντιδράσεις των πράξεων και των πραγμάτων τους (που καθορίζουν την κατάσταση των πραγμάτων, την Πραγματικότητα), με τις διασυνδέσεις και τις αλληλεπιδράσεις τους δημιουργούν ένα δίκτυο. Αυτό το δίκτυο σκιαγραφεί την κατάσταση των πραγμάτων, την Πραγματικότητα.
Η Πραγματικότητα είναι ένα δίκτυο.
(Ένα Matrix…)
To δίκτυο των πραγμάτων και των διαπλεκόμενων καταστάσεων τους. Βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στην Πραγματικότητα, διότι βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι σε αυτό το Δίκτυο.
Η λέξη «Δίκτυο» σημαίνει δίχτυ, είμαστε «πιασμένοι» σε αυτό το δίχτυ. Είναι ένας «ιστός». Είμαστε παγιδευμένοι σε αυτό τον ιστό της αράχνης, (και, άραγε, ποια είναι αυτή η αράχνη που πλέκει αυτόν τον ιστό, μέσα στα κουκούλια της οποίας είμαστε περιπλεγμένοι και παγιδευμένοι;) Ο Ιστός αυτός είναι Χωροχρονικός. Προδιαγράφεται συνεχώς από την κατάσταση των πραγμάτων, στον χώρο -στον οποίον βρισκόμαστε καθημερινά, περιπλεγμένοι μέσα στον ιστό και στον χρόνο -τον οποίο διανύουμε μέσα στον ιστό. Παρ’ όλο που στον χρόνο βιώνουμε την κατάσταση στον ιστό στην τοπική μας πραγματικότητα, όσον αφορά στον χώρο πρόκειται για έναν παγκόσμιο ιστό. (Αυτός είναι το πραγματικό World Wide Web – www…)
Μέσα στην πραγματικότητα της χρονικής διαδοχής των πλέξεων του ιστού αυτού, βιώνουμε αντιληπτικά την κατάσταση που αποκαλούμε «καθ-ημερινότητα», (και είμαστε βιολογικά ρυθμισμένοι και συντονισμένοι σε αυτήν, Circa Diem). Αυτή είναι η περιβόητη «Ρουτίνα»…
Η λέξη «ρουτίνα» προέρχεται από την γαλλική λέξη «routine», που κυριολεκτικά σημαίνει «πολυσύχναστος δρόμος» (και μεταφορικά χρησιμοποιείται με την σημασία της «πράξης μηχανικά επαναλαμβανόμενης»). Είναι η «συμ-βατική» Λεωφόρος της επιβαλλόμενης συναινετικής πραγματικότητας (και συμ-βατότητας). (Παραπέμπω τον αναγνώστη στην μελέτη της ατάκας του Πυθαγόρα: «Λεωφόρους Μη Βαδίζειν»).
Στον χώρο: Είναι φανερή, επίσης, η σχέση της λέξης «routine», με την αγγλική λέξη «route» που σημαίνει «διαδρομή» και «χαραγμένος μεγάλος δρόμος».
Στον χρόνο: Επίσης, η ρουτίνα (ως πράξη μηχανικά επαναλαμβανόμενη) είναι ένα «Loop» (μία «λούπα»), ένας «βρόγχος». Πρόκειται για μία κυκλική επανάληψη (Circa Diem) μέσα στην οποία είμαστε παρασυρμένοι, σε τροχιά. Μία δίνη.
Συμβαδίζουμε μαζί με τους άλλους κατάδικους συνανθρώπους μας σε αυτήν την διαδρομή, σε αυτήν τη συμβατική οδό, στη συμβατική πραγματικότητα (όπου όλα συμ-βαίνουν, βαδίζουν μαζί, αυτά είναι τα πραγματικά «συμβάντα»), υπό την συμφωνημένη/επιβαλλόμενη κατάσταση των πραγμάτων: την συναινετική πραγματικότητα. Την κατάσταση των πραγμάτων στην οποία έχουμε συναινέσει ώστε να υφίσταται.
Στον χώρο: Συγχωρούμε. Η αρχική σημασία της λέξης «Συγχωρώ» (Συν-χωρώ –βλέπε και παρα-χωρώ, προ-χωρώ, ανα-χωρώ) είναι: «προχωρώ προς το ίδιο μέρος», «συγκλίνω με κάποιον», «συναντώ». Η αρχαϊκή σημασία της λέξης είναι «συναινώ στις απόψεις κάποιου, συμφωνώ» ή «υποχωρώ, παραδέχομαι, ενδίδω».
Η αρχική σημασία της λέξης «Συγχώρηση», είναι «συναίνεση, παραχώρηση, συγκατάθεση». Ετυμολογικά, το «Συγχωρώ», εννοεί ότι «χωρώ» κάπου (συν) μαζί με κάποιον/κάποιους άλλον/άλλους. Συναινούμε στην συμβατική κατάσταση των πραγμάτων, Συμβαδίζουμε, Συμβαίνουμε (στην routine, στον πολυσύχναστο δρόμο, στην συμβατική διαδρομή/άποψη), (στην Συνδρομή, στην Σύνοδο), συμβιώνουμε στην συναινετική πραγματικότητα. (Και στην Κοινή Λογική, στην Κοινή Γνώμη, στον «Κοινό Κόσμο»). Συγχωρούμε. Αυτό είναι αυτό που συμβαίνει στον κόσμο.
Στον χρόνο: Και είμαστε Σύγχρονοι (συν-χρονοι). Συγχρονισμένοι, συντονισμένοι στον ίδιο χρόνο. Ζούμε στην Σύγχρονη Πραγματικότητα, στην σύγχρονη καθημερινότητα, στην σύγχρονη εποχή. (Η λέξη «εποχή» σημαίνει παρεμπόδιση, διακοπή, ανάσχεση, σταμάτημα –εν προκειμένω, του χρόνου). Αυτός είναι και ο συγχρονισμός (ενίοτε και ο εκσυγχρονισμός), αλλά και η καθημερινή Συγχρονικότητα (όπου όλα, μέσα στην κατάσταση των πραγμάτων, συμπίπτουν απόλυτα –είναι δηλαδή συμπτώσεις, πέφτουν μαζί). Συγχρονούμε.
Ζούμε συμβατικά στην συναινετική πραγματικότητα, στην σύγχρονη καθημερινότητα, στην ρουτίνα, στον «Κοινό Κόσμο», στην εποχή, στην επιβαλλόμενη κατάσταση των πραγμάτων. Περι-ορισμένοι στο δίκτυο της καθημερινής πραγματικότητας…
Πώς μπορούμε να αποδράσουμε από την Καθημερινή Πραγματικότητα;
Καταδυόμενοι στις λέξεις και τις έννοιες που την περιγράφουν και την καθορίζουν, μέσω μιας νέας κατανόησης της κατάστασης, γίνεται πολύ ξεκάθαρο πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό: κάνοντας τα αντίθετα από αυτά που ορίζουν οι ίδιες οι λέξεις που την περιγράφουν
Να πάψουμε να συμβαδίζουμε με τους άλλους, με την αντίληψη των άλλων.
Να «μην βαδίζουμε στις λεωφόρους» (Κατά το παράγγελμα του Πυθαγόρα, «Λεωφόρους Μη Βαδίζειν»…)
Να αποσυνδεθούμε από την Κοινή Γνώμη, και να αποκτήσουμε ίδια γνώμη, ιδιωτική γνώμη. Αυτό επιτυγχάνεται εύκολα αν, για αρχή, αποσύρουμε την αντιληπτική μας εστίαση από όλα τα «μέσα διαμόρφωσης της κοινής γνώμης».
Να αποσύρουμε την συναίνεση μας, την σιωπηλή συμφωνία μας με την συναινετική πραγματικότητα. Ιδεολογικά.
Να απορυθμίσουμε τον Κιρκαδιακό Ρυθμό, τον ρυθμό της καθ-ημερινότητας, να ρυθμίσουμε αλλιώς τα βιολογικά μας ρολόγια, (αλλά και να αυξήσουμε τα επίπεδα της Εντεροτοξίνη μας). Να λάβουμε άλλες συχνότητες.
Να πάψουμε να είμαστε συντονισμένοι, να διακόψουμε τον υπνωτιστικό Συντονισμό μας με το πλήθος. Να αποσυντονίσουμε τους αυτοματισμούς μας, τις αυτοματικές μας συνήθειες, που είναι ίδιες με όλων των άλλων. Να αποσυντονιστούμε από την «Συχνότητα» (κάτι που γίνεται συχνά, συνεχώς) του Κοινού Κόσμου. Να ενισχύσουμε τον αποσυντονισμό, να εστιαστούμε σε πολλά διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα.
Να σταματήσουμε την Ρουτίνα, όλες τις καθημερινές μηχανικά επαναλαμβανόμενες πράξεις, να πάψουμε να είμαστε προβλέψιμοι, να κάνουμε πράγματα ασυνήθιστα, απρόβλεπτα, ιδιαίτερα. Να ξεφύγουμε από την Δίνη.
Να πάψουμε να είμαστε Σύγχρονοι. Να μην συγχρονιζόμαστε με την καθημερινή κοινωνία, να αναχρονιστούμε, και να γίνουμε διαχρονικοί. Να εξαιρέσουμε τον εαυτό μας από την Εποχή. (Αυτό, για αρχή, μπορούμε να το επιτύχουμε με ένα κόλπο, με το να απεστιαστούμε από την σύγχρονη εποχή, από την σύγχρονη οπτική των πραγμάτων, καταδυόμενοι στο παρελθόν και στο μέλλον).
Να πρωτοτυπήσουμε, και να πρωτοπορήσουμε. Να διαφύγουμε από τον κεντρικό έλεγχο (από το Main Stream), να γίνουμε φυγόκεντροι, εκκεντρικοί. Να κινηθούμε προς το περι-θώριο των Πραγ-μάτων (Underground), να απο-γειωθούμε (να πάψουμε να είμαστε γειωμένοι) σε μία Περι-πέτεια, στις άκρες των ορίων (Fringe). Να διευρύνουμε έτσι τους ορίζοντές μας.
Να ατενίσουμε την προέκταση της πραγματικότητας, τις προεκτάσεις της κατάστασης των πραγμάτων. Να αντι-ταχθούμε στο Κατεστημένο…
Να μην δίνουμε τόσο μεγάλη σημασία στα Συμβάντα (σε αυτά που συμ-βαίνουν), στα Περι-στατικά. Να μην οριζόμαστε (και περι-οριζόμαστε) από τις Περι-στάσεις.
Να αλλάξουμε Στάση. (Στον χώρο, στον χρόνο, στον νου).
Κι έτσι, όσο μπορούμε, να αλλάξουμε τον εαυτό μας: αυτή είναι η λεγόμενη Ανάσταση… Κι επειδή, αλλάξαμε Στάση, (πάψαμε να είμαστε παγιωμένοι, στατικοί, στημένοι, κατεστημένοι), αποκτήσαμε ροή, ρευστότητα, «βγήκαμε από το σώμα μας» (με μία Έκσταση, έξω-στάση), κι έτσι αλλάξαμε τον εαυτό μας (γίναμε High, με ανώτερη πλέον Εποπτεία, με ανωτερότητα, παρατηρώντας εξ άνωθεν) επιτυγχάνοντας έτσι την Ανάσταση, και τελικά επιστρέφοντας πίσω στην Στάση μας (αφού αποκτήσαμε Ανάστημα –το προϊόν της Ανάστασης), ανανεωμένοι και αλλαγμένοι, με αληθινό εαυτό πλέον, καταλήγουμε σε μια Επανάσταση.
Η Επανάσταση αυτή μάς οδηγεί έξω από την δεδομένη επιβαλλόμενη καθημερινή Κατά-σταση των Πραγμάτων, έξω από το δίκτυο, έξω από το Matrix…
Η Πραγματικότητα, η Κατά-σταση των Πραγμάτων, δεν είναι στ’ αλήθεια στατική και πάγια, αλλά παρουσιάζεται ως στατική και πάγια, επειδή η αντίληψη για την Κατά-σταση των Πραγμάτων έχει διαμορφωθεί και εγκαθιδρυθεί από το Κατεστημένο.
Το Κατ-εστημένο (κατά-στημένο και η κατά-σταση) (Establish-ment)είναι αυτό που έχει κατασταθεί, καταστηθεί, στηθεί.
Είναι η Εγκατάσταση (In-stall-ation), κάτι που έχει εγκατασταθεί, ως οργανωμένη κατασκευή μέσα στην κατάσταση, (από το εγκαθιστώ, από το αρχαϊκό εγκαθίστημι, που σημαίνει «τοποθετώ, θέτω, ορίζω»).
Η έννοια της Κατάστασης συνδέθηκε με την έννοια του σταθερού, του αμετάβλητου και του αμετάθετου. Το Εν-καταστημένο –εγκατεστημένο– είναι αυτό που έχει περιέλθει εντός της κατάστασης, που έχει αφομοιωθεί από αυτήν και εξομοιωθεί με αυτήν, σταθερά, είναι αυτό που πλέον ορίζει την κατάσταση ή την καθορίζει.
Το Κατεστημένο είναι το «κατάστημα» (το λεγόμενο και μαγαζί) – έννοια που, ενώ στην αρχική σημασία της σήμαινε την «προσωρινή κατάσταση» και τον «καιρό», πλέον σημαίνει «εμπορικός ή διοικητικός οίκος» (εξ απόδοσης του γαλλικού «etablissement» που αγγλιστί έγινε «establishment» –και γι’ αυτό άλλωστε συνδέεται στενά με το Ίδρυμα, το προϊόν της Ίδρυσης, δηλαδή το ιδρυμένο και εγκαθιδρυμένο, το In-Stitute, ινστιτούτο (εν-στημένο) –σχετικό και με το prostitute, πόρνη αλλά και πρόστυχος, όλα τους συγγενικά με την Προστασία…που σχετίζεται και με τους Επιστάτες και την Επιστασία, το Επιστητό –βλέπε και Επιστήμη, Επιστημονικό.)
Η περιβόητη λέξη Κατεστημένο, προέρχεται από το αρχαϊκό κατεστημένος, από το καθίσταμαι (βλ. καθιστώ), από το ίσταμαι (ίστημι) που σημαίνει «στέκομαι» (αλλά και ορθώνομαι, στήνομαι, και υπερασπίζομαι). Από το «ίσταμαι» (στέκομαι, στήνομαι, ορθώνομαι, τηρώ στάση, καταστέκομαι), προκύπτει ο «Ιστός» (Δίκτυο), το Σύστημα (και η Σύσταση –και η Συνιστώσα), το Κατεστημένο και το Κατάστημα, η Επιστήμη, η Κατάσταση (Καθ-ίσταση), αλλά και η Αντίσταση.
Ας δώσουμε πολύ ιδιαίτερη και λεπτομερή προσοχή στις λέξεις: Το «Κατεστημένο» είναι το Εγκατεστημένο και το Εγκαθιδρυμένο και Διαμορφωμένο, το Σταθερό και Στατικό, το Στημένο και το Επιστητό, η Επιστασία και η Προστασία, το Επισταμένο και το Επιστημονικό, το Εποπτικό και το Επιθετικό (που επιθέτει), το Ορθόστητο και το Ορθό και το Ορθολογιστικό, το Εγκάθετο και το Επιβαλλόμενο, το Συμβατικό και Συναινετικό, το Κριτικό (και η «κρίση» του) και το Επικριτικό και το Υποκριτικό, το Συστημένο και το Συστατικό, το Ίδρυμα και το Ινστιτούτο, το Ιστίο (της σημαίας) η Εστία και το Άστυ, η Παραμονή και η Επιμονή και η Μονή…
Είναι το Ορισμένο και Οριστικό και το Όρος, ο Πύργος και Κάστρο και η Πυραμίδα, το Καρφωμένο και Κλειδωμένο, το Στήριγμα και η Στήριξη και η Υποστήριξη, το Καθ-ιστικό και η «Καθ-ιστικία Τάξη» (εκ του καθ-ίσταμαι) και το Καθεστώς και το Καθισμένο και η Καρέκλα ή ο Θρόνος… Το Κράτος (το κρατούμενο και κραταιό) και οι Κραταιοί και οι Κρατούντες, το Συντηρημένο και Συντηρητικό, το Σύγχρονο και Εποχικό, το Πραγματιστικό (εκ της πραγμάτωσης) και Ρεαλιστικό και Καθημερινό, μα και το Πρόγραμμα και η Επιγραφή, το Καταστατικό και το Παραστατικό, το Προπαρασκευαστικό και το Κατασκευαστικό και το Κατάστημα, το Σύστημα και ο Ιστός. Η αμετάβλητη και επιβαλλόμενη Πρακτική (Τεχνική/Τεχνητή) Εγκατάσταση Επί της Κατάστασης των Πραγμάτων.
Όπως ίσως κατανοεί ο αναγνώστης, όλες οι παραπάνω λέξεις και οι έννοιες αυτές, έχουν συνοχή και μεγάλη σημα-σία, είναι συνεκτικές και πολύ σημαντικές, και γι’ αυτό πολύ εφαρμοσμένες και χρησιμοποιημένες… Συνδέονται μεταξύ τους απόλυτα! Μάλιστα, η συνοχή των παραπάνω λέξεων και εννοιών, συνθετικά, διηγείται όλη την ιστορία του πράγματος –της πραγματικότητας.
Το «Κατεστημένο» ως πολιτικός όρος, χρησιμοποιείται από το 1945, αποδίδοντας το βρετανικό Establishment –βλέπε και Καθεστώς. Άλλωστε, μετά τους δύο μεγάλους παγκόσμιους πολέμους εγκαθιδρύθηκε –και συντηρείται– η παρούσα κατάσταση των πραγμάτων στον κόσμο μας.
Ίσταμαι και καθίσταμαι, καταστήνω Καθεστώς, Κατεστημένο.
Αλλά υπάρχει και η Αντίσταση. Αντίσταμαι, ανθίσταμαι, κάνω Αντίσταση στο Καθεστώς (γίνομαι «στασιαστής», «επ-ανα-στάτης»), αντιστέκομαι στο Κατεστημένο, ενάντια στο Σύστημα. Ορθώνω το Ανάστημα μου και Αντίσταμαι στο Κατεστημένο Σύστημα. Κρατώ την στάση μου αντίθετη. Ενάντια στην Συστημένη Κατάσταση των Πραγμάτων. Δεν συναινώ, δεν συν-φωνώ, δεν συμβαδίζω – δεν συμβαίνω, δεν συγχωρώ, δεν συγχρονίζομαι, δεν παρίσταμαι, δεν υπο-στηρίζω, δεν περι-ορίζομαι, υπερ-βαίνω, αποδρώ… Οι λέξεις-κλειδιά της μεθοδολογίας του Κατεστημένου είναι: Κατάσταση, εγκατάσταση, συντήρηση, εποπτεία, έλεγχος, συνοχή, ορισμός, εξομοίωση, ασφάλεια, κατασκευή, ανάπτυξη, δικτύωση.
Η Γνώση είναι δύναμη.
Όποιος έχει την Εποπτεία, έχει την Γνώση, μπορεί να αποκτήσει τον Έλεγχο. Άλλωστε, η ίδια έννοια της λέξης «Εξουσία», υποδεικνύει κάποιον που κατέχει κάτι «εκ της ουσίας», το «ουσιαστικό», και το εφαρμόζει για να επιβάλλει τον έλεγχο και την ηγεσία του.
Το Κατεστημένο χρειάζεται Εποπτεία, Γνώση, Υποστήριξη, Προστασία και Επιστασία. Έχει ανάγκη τους ρόλους του Επόπτη, του Γνώστη, του Υποστηρίγματος, του Προστάτη, και του Επιστάτη. (Ο Επιστάτης είναι κομβικός ρόλος, μπορεί να είναι ο φροντιστής, ο επόπτης, ο υποστηρικτής, ο προστάτης, ο ελεγκτής, και να είναι και γνώστης). Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, αυτοί οι ρόλοι μπορούν να συνοψιστούν στην Επιστήμη.
Η Επιστασία του Κατεστημένου, η Προστασία του Συστήματος, η Φροντίδα της Εγκατάστασης, (η επίσταση, η πρόσταση και η περίσταση της κατάστασης, όλα τα σχετικά με όλα αυτά έχουν να κάνουν με την Στάση, με την Παράσταση και την Συμπαράσταση, είναι η «Επιστήμη».
Η έννοια της Επιστήμης, προκύπτει επίσης από το ίσταμαι, επ-ίσταμαι, Επιστητό (επί του στητού, του στημένου, κατεστημένο, καθεστώς –σύστημα, συστημένο, σύσταση), Επιστήμη, επιστασία. Ο Επιστήμονας είναι ο Επιστάτης, ο επί του Status, ή του στατικού, της στάσης (του Thesis, Θέσις), της Έδρας (Καθεστώς, κάθισμα), της επι-στασίας, της φροντίδας και εποπτείας και της υπο-στήριξης, του Κατεστημένου, του Συστήματος. Γι’ αυτούς τους λόγους, η «Κατεστημένη Επιστήμη», το «Επιστημονικό Κατεστημένο», είναι μια πολύ βαριά φράση και γεμάτη σημασία, κανείς δεν πρέπει να την προσπεράσει πριν την εννοιολογήσει διεξοδικά.
Επιτηδευμένα έχει ταυτιστεί το Επίσταμαι με το Γνωρίζω, δήθεν ετυμολογικά ή εννοιολογικά, μετατρέποντας την «Επιστήμη» σε Γνώση, και τον επιστήμονα σε γνώστη. Όμως, όπως είπαμε, το ίσταμαι, σημαίνει στέκομαι, ορθώνομαι, στήνομαι, υπερασπίζομαι. Από το Κατ-ίσταμαι, Καθίσταμαι, προκύπτει η Κατάσταση, το Κατεστημένο, το Καθεστώς –και από το Συν-ίσταμαι, το Σύστημα, κλπ. (Αν το Επίσταμαι σήμαινε «γνωρίζω», τότε το «ανθίσταμαι» θα σήμαινε αντιστέκομαι στην γνώση, το «παρίσταμαι» θα σήμαινε παραγνωρίζω, το «υφίσταμαι» θα σήμαινε είμαι κάτω από την γνώση, και το «προ-ίσταμαι» θα έκανε τον Προϊστάμενο να είναι κάποιος που βρίσκεται προ της γνώσης, εντολοδόχος της γνώσης ή προφήτης ή κάτι τέτοιο… Δεν σημαίνουν αυτά, βέβαια, αλλά ίσως βλέπετε ότι, κάποιοι, αυτά θα ήθελαν να σημαίνουν.)
Σε καμία περίπτωση το «επίσταμαι», που είναι η ρίζα της λέξης «επιστήμη», δεν σημαίνει «γνωρίζω». (Αναρωτηθείτε, γιατί αυτό που εννοούμε όταν λέμε «επιστήμη», να μην ονομάζεται π.χ. «Γνώση», ή έστω «Επίγνωση», και να ονομάζεται «Επιστήμη»;)
Το Επιστημονικό είναι το Επιστητό, το Status (το «Κύρος», των Κυρίων, των Αρχών, των Αρχ-όντων, των Επισήμων –τα «Επί-σήμα», το Επίσημο, το Σήμα, δηλ. το στημένο σημάδι, η πινακίδα, η επιγραφή, η «ταμπέλα», εξ ου και αρχαία το «Σήμα», ταφόπλακα, «μνήμα», τύμβος, νεκροταφείο), το Επιστατικό, η Επιστασία, το Στέρεο, το Καθιστάμενο και το Επιστάμενο, το Καθιστό και το Επιστητό, το Καθεστώς και η Επιστήμη του.
Η έννοια Επιστήμη από το Επίσταμαι, (που δεν σημαίνει Γνωρίζω), υποδηλώνει κάποιον που στέκεται ή ορθώνεται πάνω σε κάτι. Επίσης, θα μπορούσε (μεταφορικά) να υποδηλώνει κάποιον που σκύβει πάνω από κάτι για να το εποπτεύσει, να το φροντίσει, να το προστατεύσει. Θα μπορούσε και να σημαίνει ακριβώς αυτό που κάνει μία ομπρέλα. Επίσης, το «ίσταμαι» έχει καταλήξει να λαμβάνει την σημασία του «αξιώνομαι» (ορθώνομαι μέσα από την μάζα, «σηκώνω ανάστημα», διακρίνομαι, επι-βάλλομαι, είμαι επι-κεφαλής, είμαι ο ορθόστητος, ο όρθιος, είμαι «ορθός», «σωστός» –π.χ. παραδοσιακά, γι’ αυτό και φορώ το φανταχτερό ψηλό καπέλο του αξιωματικού, του ιερέα, του λόρδου, το ημίψηλο του «Κυρίου», για να ξεχωρίζω, να εξέχω/προεξέχω και έτσι να φαίνομαι υψηλότερος, «ανώτερος»), και έχει καταλήξει το «ίσταμαι» να λαμβάνει επίσης την σημασία του «είμαι ανώτερος».
Είναι ο «αξιωματικός», ο «αφ υψηλού», ο «αιρετός», o «κορυφαίος», o «άρχων», ο «Κύριος» (Lord)…. Το «Επί-ίσταμαι» τονίζει και υπερτονίζει ακριβώς αυτήν την έννοια, επιτηδευμένα, βεβαίως… Ενώ θα μπορούσε το «ίσταμαι» κλπ, να λαμβάνει απλά την σημασία του «αποκτώ αυτόνομη οντότητα», ή του «ορθώνομαι» φυσικά, ή να εννοεί την «στύση», ή τον Homo Erectus.
(Ίσως και εκ παράφρασης του «Στώμεν Καλώς, Στώμεν Μετά Φόβου» –βλ. την Πτώση των Αγγέλων στην Άβυσσο και το πρόσταγμα του Αρχάγγελου που την σταματά– διαβεβαίωση πλέον του «Κατεστημένου», «καταστώμεν καλώς και μετά φόβου», και εν προκειμένω του νέου Επιστημονικού Ιερατείου –ενώ ο κάθε επιστήμων γίνεται αγγελιαφόρος –άγγελος– της ύ-στατης Επιστήμης, για την ανόρθωση του ανθρώπου πάνω από τον θεό, κλπ, κλπ).
Η λέξη Επιστάτης έχει την ίδια ρίζα, όπως και η Επιστασία (π.χ. των παιδιών, ή ενός υποστατικού…) Αν εσύ έχεις υπόσταση, τότε υπάρχει και μία επίσταση, σ’ εσένα από κάποιον άλλον. Αυτή η επίσταση, που έχει την εποπτεία και την φροντίδα και το κάθισμα (το Καθεστώς, την Έδρα, το «στασίδι») είναι η Επιστήμη. Η αξιωματική φρουρά (Praetor) και εποπτεία, ο έλεγχος. Η Επιστήμη. Πρόκειται για την εξ άνωθεν και έξωθεν εποπτεία –την «αντι-κειμενική»– της κατάστασης των πραγμάτων, της Πραγματικότητας.
Για να αποδράσει κανείς από τον «Ιστό», να αποδράσει από την υπάρχουσα επιβαλλόμενη κατάσταση των πραγμάτων, από την καθημερινή πραγματικότητα, από το δίκτυο του συστήματος, από το Κατεστημένο, και από τον «Παντεπόπτη Οφθαλμό» (Panopticum, «Big Brother»), θα πρέπει αναπόφευκτα να αντιδράσει στην Επιστήμη. (αναζήτησε το άρθρο: Πανοπτικό σύστημα)
Ουσιαστικά και φιλοσοφικά υπάρχουν δύο Κόσμοι. Δύο Πραγματικότητες.
1. Ο «Κοινός Κόσμος»
Η Συναινετική Πραγματικότητα (Consensus Reality), ή Συμβατική Πραγματικότητα, ή Κατεστημένη Πραγματικότητα, ή Καθημερινή Πραγματικότητα, ή «Ο Πραγματικός Κόσμος», ή Συγκαταβατικότητα (ή συμφωνημένη πραγματικότητα ή συν-ωμοτική πραγματικότητα –αυτήν που έχουμε «ορκιστεί» μαζί να την τηρούμε), ή Σύμβαση (Συμβάν), ή «Κοινωνία» (από το «Κοινός Νους», δηλαδή η κατάσταση κατά την οποία νοούμε κοινά, δηλαδή αντιλαμβανόμαστε τα πάντα με τον ίδιο τρόπο, σκεφτόμαστε τα ίδια), ή «Κοινή Γνώμη» (και κοινή γνώση), των «Κοινών Θνητών» (σε αντίθεση με τους «αθάνατους» θεούς, –αλλά και βλέπε πχ το βρετανικό House of Commons, το «Κοινοβούλιο», υπό το House of Lords, την «Βουλή των Λόρδων», των «Κυρίων» – βλέπε τους «Res» –ανθρώπους-«Πράγματα»– της Ρώμης, και το Res-Publicae, το «δημόσιο/δήμο των Πραγμάτων», Republic, υπό την Σύγκλητο/όμοια κλήση, δηλ. την μεταλλαγμένη «Δημο-κρατία» –οι Αμερικανοί το γνωρίζουν αυτό, δεν είναι αντίφαση το Republicans και το Democrats των δύο αντίπαλων μεγάλων κομμάτων τους– βλέπε και το «common sense», ο «κοινός νους», sensus communis.
Π.χ. βλέπε και «Κομμουνισμός», Κοινωνισμός/Σοσιαλισμός, το «Κοινό» –όπως λέμε «το ευρύ κοινό»– στα θεάματα, ο «κοινός λαός» ή απλοϊκός ή «απλός λαός»/simple-minds, οι μη-αριστοκράτες ή μη-ευγενείς, οι αγενείς, raw/rude/peasants, οι «κοινές» γυναίκες/πόρνες/prostitutes/πρόστυχες, αλλά και ο κοινόχρηστος, τα κοινόχρηστα αλλά και τα «χρηστά ήθη», το «Συμβούλιο»/κοινή-βούληση, η Συμφωνία, το αρχαίο «κοινόν αγαθόν», η κοινωνία ως «κοινωφελές ίδρυμα», αλλά και η Κοινοπολιτεία/CommonWealth, η Κοινοπραξία ή Πρακτικότητα… Το κοινός είτε ως απλός και συν-ήθης/όμοιο ήθος και ευ-τελής/εύκολος, είτε ως δημόσιος, σύντροφος, σύμμαχος, σύμβιος, σύνεδρος, συνεργάτης, συνάνθρωπος, επίσης ο στοιχειώδης, element/elementary/parlementary/parliament, η κοινή εργασία ή «συνεργασία», ο «κοινός βίος», το Κοινόβιο, κ.ά. …) … ή Κοινοτοπία (ο «κοινός τόπος»), ή Κοινοτυπία (ο «κοινός τύπος») ή Συμβατότητα (Compatibility)…
….αλλά και ο «Υλισμός», ο «Ρεαλισμός», o «Ορθολογισμός» (όρος που αποδίδει το γερμανικό Rationalismus, κατασκευής 1852, δεν εννοεί την «Oρθοέπεια», τον ορθό χειρισμό του λόγου, αλλά τον ορθό λογισμό, και προϋποθέτει έναν διευθυντή/κριτή που θα διευθύνει/κρίνει την έννοια του ορθού στο κάθε τι, και θα κάνει μία κριτική/κρίση των λογισμών, δηλαδή μία «λογοκρισία», ή των συλλογισμών, δηλαδή ένα «Mind Control» –βλέπε και το Thought Police του έργου του G. Orwell 1984, την «αστυνομία σκέψης» και τα ThoughtCrimes, τα εγκλήματα σκέψης/λογισμών…
Ο «Κόσμος του Επιστητού», η «Συρροή» (Main Stream), ο Κατεστημένος Κόσμος ή το «Κατεστημένο», το «Σύστημα», η Επιστημονικότητα (και κυρίως ο «επιστημονισμός», κατά το ορθότερο, δηλαδή αυτού του είδους η σχολή σκέψης), η Αντικειμενική Πραγματικότητα ή Αντικειμενικότητα, ο εξωτερικός κόσμος ή ο αισθητός κόσμος, ο Φυσικός Κόσμος, ο «Μακρόκοσμος», η εξωτερική πραγματικότητα, η δεδομένη πραγματικότητα (ή δοτή πραγματικότητα ή κοινή δοξασία ή Δόγμα, «δογματισμός»), η κοινή πραγματικότητα, η «Κοινωνία», η κοινωνική πραγματικότητα. …Ο «Κοινός Κόσμος».
2. Ο «Ίδιος Κόσμος»
Η Προσωπικότητα σε αντίθεση με την Πραγματικότητα, ή «προσωπική πραγματικότητα» ή Ατομική Πραγματικότητα (Individual Reality), ή Υποκειμενική Πραγματικότητα (που εστιάζεται στο «υποκείμενο», στον άνθρωπο, όχι στο «αντικείμενο», στο «πράγμα»), ή Ιδιωτικός Κόσμος (τα «ιδιωτικά σύμπαντα», «κάθε άνθρωπος είναι ένα σύμπαν από μόνος του»), ή Ιδιωτικότητα (Idiocy ή Privacy ή Private Reality ή Private Universe), ο Ιδιαίτερος Κόσμος (σε αντίθεση με τον Έταιρο Κόσμο), ή Ιδιαιτερότητα (σε αντίθεση με την εταιρότητα και την εταιρεία), ή Ιδεατός Κόσμος, ή «Κόσμος των Ιδεών», ή Πνευματικότητα, ή Πνευματική Πραγματικότητα, ή Πνευματικός Κόσμος, ή Ψυχικός Κόσμος, ή «Ψυχολογική Πραγματικότητα», ή Συνειδησιακή Πραγματικότητα ή Συνειδητός Κόσμος, ή Εσωτερικός Κόσμος, ή Εσωτερικότητα (βλέπε και τον αυθεντικό «εσωτερισμό»), ή «Φαντασία» ή «Το Φανταστικό», ή Κόσμος του Φανταστικού (ενίοτε και Ονειρικός Κόσμος ή Κόσμος των Ονείρων),
…Η Ουτοπία (ο «ού-τόπος», ο τόπος που δεν υπάρχει εδώ –πλέον και το Cyberspace ή και Virtual Reality), ή Παραινετική Πραγματικότητα, ή Εναλλακτική Πραγματικότητα (Alternative Realities), ή Υπερβατικότητα, ή Υπερβατικός Κόσμος (δεν συμβαίνω, δεν συμβαδίζω, αλλά υπερβαίνω, προπορεύομαι της κοινής πορείας, πρωτοπορώ, σε ανώτερη πορεία, βαδίζω άνωθεν, Υπέρβαση, εις τους αιθέρες, «αιθερο-βάμων», Skywalker), ή Μεταφυσικός Κόσμος (ο όρος Μεταφυσικό εδώ χρησιμοποιείται όπως π.χ. το Μεταμοντέρνο, Postmodern: Postphysical, για να ορίσει το πεδίο της προέκτασης του φυσικού, που στην ουσία είναι το διανοητικό/πνευματικό πεδίο, εφόσον για το πεδίο του φυσικού υπάρχει κοινή εμπειρία αλλά για το πεδίο του μεταφυσικού υπάρχει προσωπική εμπειρία,
…δηλαδή η Μεταφυσική Πραγματικότητα εδώ είναι η προέκταση της κατάστασης των πραγμάτων στο πνευματικό πεδίο, το οποίο αποτελεί μια προέκταση της φύσης, που εκδηλώνεται με τον κάθε ένα από εμάς ξεχωριστά – εφόσον η Φύση και η «φυσική» της και ο αισθητός κόσμος για τον άνθρωπο δια των αισθήσεων είναι η «είδηση» –από το «οίδα», ξέρω, γνωρίζω, και κατανοώ, και η είδηση σημαίνει γνώρισμα, γνώση, πληροφορία, μήνυμα– που μπορεί να νοηθεί ως μία εκπομπή, την λήψη της οποίας κάνει το πνεύμα, και η είδηση προεκτείνεται/αυξάνεται δια της επεξεργασίας και των διασυνδέσεων και των νοημάτων και των εννοιών, και έτσι τελικά έχουμε την Συνείδηση, συν-είδηση. Και αυτό το «κάτι παραπάνω από την είδηση» που τελικά παρακολουθούμε με τον νου μας, με την παρέμβαση του πνεύματος, δεν είναι ο φυσικός κόσμος αλλά ο μεταφυσικός κόσμος, εν προκειμένω ο κόσμος των ιδεών…
–μια «ερμηνευτική» εσωτερική πραγματικότητα, μια εσωτερική/πνευματική κατάσταση των «πραγμάτων», εμπνευσμένη ή επηρεασμένη από την είδηση της εξωτερικής πραγματικότητας η οποία δεν θα υπήρχε για εμάς αν δεν την «συνειδητοποιούσαμε»: είδηση-συνείδηση-συνειδητο-ποιώ, δημιουργώ συνειδητότητα, δηλαδή σε μεγάλο βαθμό δημιουργώ την είδηση ο ίδιος ανάλογα με αυτό που ήδη είμαι και γνωρίζω –δεν «βλέπω» αληθινά τον ήλιο ως είδηση, αλλά έχω την συνείδηση του ήλιου, γνωρίζω μόνο την εμπειρία μου από τον ήλιο, ο ήλιος αυτός υφίσταται μεταφυσικά, σε μια εσωτερική ιδιαίτερη πραγματικότητα μου, στον κόσμο της συνείδησης… Tο πνεύμα βλέπει τον εαυτό του ως κόσμο, Είδωλο –και αυτό υποδεικνύει ότι το «αντικειμενικό» είναι ακόμη μία Επινόηση, εφόσον μόνο το «υποκειμενικό» μπορεί να υφίσταται και να αναγνωρίζεται από το υποκείμενο.
…αλλά και ο «Ιδεαλισμός», η Ιδιονία (σε αντίθεση με την «κοινωνία», εξ ου και η «διάνοια», όχι ο κοινός νους αλλά ο ίδιος νους), ο Υπερ-ρεαλισμός (Σουρεαλισμός, Surrealism) … το «Παράδοξο» (σε αντίθεση με την Κοινή Δόξα / Δοξασία / Doctrine / Δόγμα, μία εναλλακτική δοξασία, παράπλευρη, ένα σύνολο διαφορετικών πεποιθήσεων και διδασκαλιών από τις κοινές πεποιθήσεις και δόγματα, ένα Αντι-δόγμα, ένα Secret Doctrine, όχι η διδασκαλία/Ιστορία των κοινών ιδεών, αλλά μία Μυστική Ιστορία των Ιδεών),
ο Αντιλογισμός (όχι απαραίτητα ο αντίλογος, αλλά ο αντί του λογισμού ή του λογισμικού, του υπο-λογιστικού προγράμματος), ο «Μικρόκοσμος», ο Μαγικός Κόσμος (και μαγικός ρεαλισμός), το Underground (υπόγειο, «περιθώριο», Fringe, σε αντίθεση με το Main Stream, την Συρροή του «επιφανειακού» –όπου το κινούμενο πλήθος εννοείται ως κύριο «ρεύμα ποταμού»– ο «υποθάλπτων» κόσμος, «ενάντια στο ρεύμα» ή New Wave, η πραγματικότητα της Αντίστασης, ο Kόσμος του Εναλλακτικού, Alternative, μία Εναλλακτική Πραγματικότητα, Alternative Reality).
…Το «Individual» ή Individual Reality, (το «άτομο», όχι τομή, αυτό που δεν τομείται, το άτμητο, το αδιαίρετο, εν προκειμένω ο κάθε άνθρωπος ως ξεχωριστό πρόσωπο, σημασιολογικά από το γαλλικό Individu, –το «φυσικό πρόσωπο», σε αντίθεση με την κοινωνία/«ανθρωπότητα» και το κοινωνικό ή νομικό πρόσωπο– ο ατομικός/προσωπικός κόσμος, ο Άτομος –συγγενικό σημειολογικά με το Ατόφιος, Ατόφυος, δηλ. Αυτοφυής, αυτός που φύεται/φυτρώνει από μόνος του, «Ανεξάρτητος»… όπου το Ατόφιος λανθασμένα/επιτηδευμένα έχει ταυτιστεί με το Αυθεντικός/Γνήσιος, δηλ. «έγκυρος», με το «κύρος» του Κυρίου: Αυθεντικός είναι αυτός που ανήκει στον Αφέντη/Αυθέντη, στον Κύριο, δηλαδή ο Δούλος, και η έννοια του Ατόφυος/Αυτοφυής συνδέθηκε με την γεωργία, εν προκειμένω την ανεξάρτητη γεωργία εκτός Φέουδων, αλλά οι Φεουδάρχες αναγνώριζαν ως γνήσιο προϊόν –«αυθεντικό» του Αφέντη– μόνο την δική τους καλλιέργεια, την κατευθυνόμενη από αυτούς και υπό την προστασία/επιστασία τους, κι έτσι παράλλαξαν την γεωργική έννοια του ανεξάρτητου ταυτίζοντάς την με την γνησιότητα και την έγκριση του Αφέντη– κι έπειτα, κατά τον Διαφωτισμό, χρησιμοποιήθηκαν γεωργικές μεταφορές για την Παιδεία, και γι’ αυτό μέχρι σήμερα μιλάμε για τους «καλλιεργημένους» ανθρώπους, την καλλιέργεια, κλπ, που έτσι κι αλλιώς υποδηλώνει το «καλό έργο», το οποίο όμως για να είναι καλό πρέπει να είναι υπό έλεγχο και γνήσιο και υπό τον διδάσκαλο/αυθέντη/αφέντη –και προκύπτει και η νέα έννοια της «Αυθεντίας»– και όχι «Αυτοφυές», Ατόφιο, Άτομο, Individual, κλπ.
Ο Σωκράτης, (σ. t.p. ο Ηράκλειτος, πρώτος) που στο πολύ μακρινό παρελθόν τα είχε συνυπολογίσει όλα αυτά φιλοσοφικώς, εισήγαγε την έννοια της αυτοδιδασκαλίας, της «αυτοφυούς καλλιέργειας» θα λέγαμε, και δήλωνε «είμαι Αυτοδίδακτος», φτιάχνοντας μια νέα δική του λέξη/έννοια, δηλαδή κανείς δεν με δίδαξε αλλά εγώ δίδαξα τον εαυτό μου, δηλαδή «δεν έχω Αυθέντη, είμαι από μόνος μου Αυθεντία», δηλαδή «δεν ακολουθώ κάποιο Δόγμα, έχω δικές μου δοξασίες/διδασκαλίες», είμαι Ατόφιος, Αυτοφυής, δεν έχω ανάγκη έγκρισης/κύρους γνησιότητας –εισάγοντας έτσι την καλλιέργεια ως εργασία στον/με τον εαυτό, την λεγόμενη και Αυτογνωσία… Και έτσι, ο Σωκράτης –που εκτελέστηκε για τέτοιες απόψεις, κατηγορούμενος ότι εισάγει «καινά δαιμόνια» ή ότι ισχυρίζεται ότι έχει δικό του προσωπικό δαιμόνιο το οποίο ακολουθεί– υπήρξε ο εισηγητής του Individuality, του Individualism, του Ατομισμού, της διανοητικής Ανεξαρτησίας του Ατόμου).
Η Εξαιρετική Πραγματικότητα (δια της εξαιρέσεως, εκ της αιρέσεως), το Εκκεντρικό (εκείνο που εξαιρεί τον εαυτό του από το κέντρο, από το επίκεντρο του κόσμου, που διαφεύγει του κέντρου, το «φυγόκεντρο» –στην Αστρονομία, το Εκκεντρικός/Έκκεντρος χρησιμοποιείται για ουράνια σώματα με αποκλίνουσα ή ελλειπτική τροχιά– η Εκκεντρική Σκέψη σημαίνει την Αποκλίνουσα Σκέψη, σε αντίθεση με την Συγκλίνουσα/Σύγκλητο Σκέψη, που συγκλίνει με τη σκέψη των πολλών, της «κοινωνίας» που νοεί κοινά, δηλαδή την Σύσκεψη. Κι έτσι ο εκκεντρικός διανοητής είναι αυτός που δεν μετέχει σε συσκέψεις, συμβούλια, συγκλήτους/εκ-κλησ-ίες, συνέδρια, συλλογισμούς, και γενικά είναι έκκεντρος, δηλαδή δεν συμμετέχει στα Κέντρα των Αποφάσεων ούτε τα ακολουθεί –είναι αποκεντρωμένος και Άκυρος, δηλαδή δεν έχει «κύρος», δεν έχει Κύριο, Αυθέντη, δεν είναι «έγκυρος» ή «έγκριτος», δεν έχει έγκριση, δεν εγκρίθηκε από το Κυρίαρχο– και γενικά απέχει του εστιακού κέντρου της κατεστημένης πραγματικότητας, δηλαδή απέχει του Κατεστημένου, αποκλίνει από το Σύστημα, αλλά και από τις Συνήθειες, τα Συνήθη, δηλαδή τα κοινά ήθη, δηλαδή είναι Ασυνήθιστος, διακρίνεται από δικό του ήθος, ίδιον ήθος, είναι αυτοήθης, κατά το αυτοδίδακτος ή αυτοφυής πάλι, μη αποδεκτός κατά τις κοινωνικές αντιλήψεις, Απαράδεκτος, εκτός Παράδοσης, έξω από την δεδομένη πραγματικότητα, Εξωπραγματικός, Εξωτικός. …Ο «Ίδιος Κόσμος».
Λοιπόν, ουσιαστικά και φιλοσοφικά υπάρχουν αυτοί οι δύο Κόσμοι, αυτές οι Δύο Πραγματικότητες, ο «Κοινός Κόσμος» και ο «Ίδιος Κόσμος».
Αυτοί οι δύο κόσμοι δεν βρίσκονται απλά και μόνο σε αλληλεπίδραση ή αλληλεπιρροή, ή σε διάφορους συσχετισμούς και διαδραστικότητα (Interactivity), ή σε συνύπαρξη ή περιχώρηση ή συμμετρία, αλλά βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση και σε αντιπαράθεση. Οι δύο κόσμοι βρίσκονται σε Πόλεμο.
Στο σημείο αυτό, είναι σημαντικό να ξεκαθαριστεί ότι οι δύο αυτοί κόσμοι, οι δύο αυτές πραγματικότητες, δεν προκύπτουν στ’ αλήθεια από τον διαχωρισμό (ή την σύμπραξη, κατά κάποιους) σώματος/ψυχής ή ύλης/πνεύματος, ή εξωτερικής/εσωτερικής πραγματικότητας, ή φυσικού κόσμου/νοητικού κόσμου, ή οντολογίας/δεοντολογίας, ή φυσικού/μεταφυσικού, κ.ο.κ., διότι όλα τους αυτά είναι διαπιστώσεις που στην ουσία γίνονται εντός των πλαισίων του δεύτερου κόσμου (του «Ίδιου Κόσμου») στην προσπάθεια να εντοπιστεί η εξωτερική πίεση που ο ίδιος δέχεται ή η αντιπαράθεση ή και οι αιτίες της σύγκρουσης.
Άλλωστε, είναι χαρακτηριστικό ότι, το δεύτερο συνθετικό των παραπάνω «ζευγών» ή «πλευρών», δεν είναι αποδεκτό από τον πρώτο κόσμο, τον «Κοινό Κόσμο», που θεωρεί τον εαυτό του μοναδικό, ενώ το κάθε πρώτο συνθετικό από αυτά, είναι κατά κάποιον τρόπο αποδεκτό από τον δεύτερο κόσμο, τον «Ίδιο Κόσμο»…
Αν κρίνουμε από την υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων, ο πρώτος κόσμος (ο «Κοινός Κόσμος») έχει επιβληθεί με τρόπους αδιαμφισβήτητους επί του δεύτερου κόσμου (του «Ίδιου Κόσμου»), δηλαδή φαίνεται ότι είναι ο νικητής της αντιπαράθεσης, και καθορίζει σχεδόν απόλυτα τους κανόνες της κατάστασης των πραγμάτων (αλλά ακόμη και τις έννοιές τους). Και ο δεύτερος κόσμος συνεχίζει τον πόλεμο υπό την μορφή Αντίστασης (μέσα στην Κατοχή), ενώ φυσικά η ιδεολογική αντιπαλότητα παραμένει…
Έτσι, η Καθημερινή Πραγματικότητα (παρ’ όλο που ενοικείται από τους ξενιστές/φορείς του δεύτερου κόσμου) καθορίζεται από τον πρώτο κόσμο. Η καθημερινή πραγματικότητα είναι η ίδια η πρώτη πραγματικότητα, δηλαδή είναι πλέον ταυτισμένη με την πραγματικότητα του πρώτου κόσμου.
Η Απόδραση από την Καθημερινή Πραγματικότητα, είναι, στην ουσία, δραστηριότητα (ή στόχος, ελπίδα) του δεύτερου κόσμου. Ο «Ίδιος Κόσμος» θέλει να αποδράσει από τον «Κοινό Κόσμο» και τις επιβολές του και την τυραννία του. (Εφόσον δεν μπορεί εύκολα να αντιστρέψει το αποτέλεσμα του πολέμου, άρα δηλαδή θέλει να δραπετεύσει από το στρατόπεδο Συγκέντρωσης –με τρόπους εκκεντρικούς, με σκοπούς εξωτικούς).
Στην κατάσταση που περιγράφηκε, ο γενικευτικός και απλουστευτικός διαχωρισμός «Πραγματικού»/«Μη-Πραγματικού», ας το πούμε έτσι, δεν υφίσταται. Πρόκειται για επιτηδευμένη λεπτομερή «σοφιστεία», ένα σόφισμα/ξεγέλασμα, των φορέων της ιδεολογίας του πρώτου κόσμου. Διότι, τελικά, περί αυτού πρόκειται (όσον αφορά τον κόσμο μας, και όχι απλά το πνεύμα μας), κατά βάθος πρόκειται περί δύο Ιδεολογιών. Στην ουσία μιλάμε για δύο ιδεολογίες, αντικρουόμενες ή συγκρουόμενες διαχρονικά, που θα μπορούσε κανείς –εξίσου γενικευτικά και απλουστευτικά– να τις ορίσει ως τον Υλισμό και τον Ιδεαλισμό. Ο Υλισμός έχει δώσει βάση στον «Κοινό Κόσμο», και ο Ιδεαλισμός έχει δώσει βάση στον «Ίδιο Κόσμο», ή τους έχουν αντίστοιχα επινοήσει, ιδεο-λογικά.
Το μεγάλο πρόβλημα στην κατανόηση αυτών των δύο «ρευμάτων», είναι ότι το καθένα δεν περιγράφει απλά και μόνο τον εαυτό του, αλλά περιγράφει και το άλλο. Και, όπως ίσως καταλαβαίνετε, η περιγραφή που το καθένα κάνει για το άλλο, είναι είτε επιτηδευμένη και διαστρεβλωμένη επίτηδες, είτε συγχυσμένη με τις ίδιες τις ιδέες του καθενός που επηρεάζουν καθοριστικότατα την περιγραφή του άλλου (ή ακόμη και την απόλυτη μη-αποδοχή του). Δηλαδή, οι ιδέες του καθενός υπάρχουν και μέσα στην περιγραφή του άλλου, από το καθένα… Οπότε, αναπόφευκτα και όπως πάλι ίσως καταλαβαίνετε, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, κατά την κατανόηση αυτών των δύο «ρευμάτων», όταν προσεγγίζουμε την όλη κατάσταση για να αντλήσουμε αρχική πληροφόρηση ή σημασιολογία και εννοιολογία (Λογοτεχνία, στην ουσία) και άρα πρώτη «διάγνωση» (δια της γνώσης), έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία ποια περιγραφή θα παρακολουθήσουμε για το Άλλο…
Για παράδειγμα: Άραγε, κατά την πρώτη κατανόησή μας (διάγνωση) θα παρακολουθήσουμε την περιγραφή που κάνει ο «Κοινός Κόσμος» για τον «Ίδιο Κόσμο»; …Αν ναι, τότε το πιθανότερο είναι ότι ο «Κοινός Κόσμος» θα μας συμπαρασύρει ιδεολογικά, δηλαδή θα μας συμπαρασύρει στην ίδια την δική του αντίληψη για την κατάσταση των πραγμάτων, την Πραγματικότητα. Στην ουσία, μία ιδεολογία θα μας περιγράψει με τον δικό της ιδεολογικό τρόπο την κατάσταση, θα μας μεταφυτεύσει τις δικές της ιδέες –βεβαίως, πάντοτε μέσα σε μία πολεμική αντιπαράθεση των ιδεών. (Δείτε το έτσι, εδώ στο παράδειγμα: στην ουσία, εκ της ουσίας, η εξουσία, θα μας οδηγήσει στην ίδια την αμφισβήτηση του εαυτού μας.)
Πώς περιγράφουν οι κοινές αντιλήψεις τις ιδιαίτερες αντιλήψεις;
Πώς περιγράφουν οι ιδιαίτερες αντιλήψεις τις κοινές αντιλήψεις;
Πώς περιγράφει το Κατε-στημένο την Αντί-σταση σε αυτό; Πώς περιγράφει η Αντίσταση το Κατεστημένο; (Και από πού προέρχεται η πληροφόρηση/ενημέρωσή σου –αλλά και η έμπνευσή σου– που καθορίζει την διάγνωσή σου και την γνώση σου;) Πώς περιγράφει ο «Κοινός Κόσμος» τον «Ίδιο Κόσμο» (αν τον αποδέχεται καν ως ξεχωριστή οντότητα); Και πώς περιγράφει ο «Ίδιος Κόσμος» τον «Κοινό Κόσμο»; Πώς περιγράφει η Ιδιότητα την Κοινότητα; Και πώς περιγράφει και κατανοεί/χρησιμοποιεί η Κοινότητα την Ιδιότητα;
Γνωρίζω πως ο αναγνώστης θα σκεφτεί την ίδια την σχετικότητα ή την υποκειμενικότητα που διέπει τα παραπάνω ερωτήματα και τις απαντήσεις τους. Θα πρέπει, όμως, ο αναγνώστης να αναλογιστεί ότι, η «υποκειμενικότητα» (σε αυτά τα σημαντικά ερωτήματα) που σκέφτεται αυτήν την στιγμή, η οποία καθοδηγεί το σκεπτικό του, είναι επινόηση ή συμπέρασμα ή ιδεολογικό εύρημα του ιδεολογικού ρεύματος που υποστηρίζει το «υποκειμενικό» έναντι τού (επιβεβλημένου, επινοημένου) «αντικειμενικού» –δηλαδή είναι ευρηματικό επιχείρημα του «Ίδιου Κόσμου».
Ποια είναι, λοιπόν, η αντικειμενική απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα περί περιγραφής και διάγνωσης; Σκεφτείτε το όσο θέλετε: δεν υφίσταται. Και οι δύο περιγραφές (για την διάγνωσή σας) θα είναι «υποκειμενικές», ή, αν προτιμάτε, προκατειλημμένες, προ-ιδεασμένες, «ιδεοληπτικές», ιδεο-λογικές.
Το πρόβλημα, βέβαια, όπως είπα, είναι ότι αυτή η «υποκειμενικότητα» που διαπιστώνετε, δεν ανήκει στην λογοτεχνία της πρώτης περιγραφής, αλλά ανήκει στην λογοτεχνία της δεύτερης, (αλλά και προέρχεται πρωτότυπα από αυτήν). Αυτήν την υποκειμενικότητα δεν την προσμετρά στην περιγραφή της η περιγραφή του «Κοινού Κόσμου» για τον εαυτό του ή για τον «Ίδιο Κόσμο», ενώ αντίθετα την υπερτονίζει στην περιγραφή της του «Κοινού Κόσμου» ο «Ίδιος Κόσμος», (επίσης αυτήν την υποκειμενικότητα την συμπεριλαμβάνει στην περιγραφή του εαυτού του, σε αντίθεση με την άλλη παράταξη που δεν την συμπεριλαμβάνει στην περιγραφή του εαυτού της).
Εδώ τώρα, έτσι, ίσως μόλις έχετε ήδη κάνει μία αληθινή διαπίστωση –με πάρα πολλές προεκτάσεις– που προέρχεται από ένα ιδεολογικό ρεύμα, που, στην διανόηση του, φαίνεται ότι αναζητά στ’ αλήθεια την Αλήθεια…
Τέλος πάντων, το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι ο «Ίδιος Κόσμος» (το Individual, το Άτομο, η Ιδιαιτερότητα) ζει δυστυχισμένα μέσα στον επιβαλλόμενο «Κοινό Κόσμο» (την Συναινετική Πραγματικότητα, Consensus Reality) του Επιστητού και του Κατεστημένου. Δυστυχεί και υποφέρει μέσα στην Καθημερινή Πραγματικότητα, γι’ αυτό και θέλει να αποδράσει από αυτήν…
Σ’ αυτό το σημείο, θυμάμαι κάτι που έγραψε ο Φίλιπ Κ. Ντικ:
«Σημαντικό κομμάτι κάθε δυστυχίας είναι, κατά κάποιον τρόπο, η σκιά της δυστυχίας ή το καθρέφτισμά της: το γεγονός ότι δεν υποφέρεις απλά, αλλά πρέπει να σκέφτεσαι το γεγονός ότι υποφέρεις. Δεν ζω απλά κάθε ατέλειωτη μέρα μέσα στην θλίψη, αλλά ζω κάθε μέρα σκεπτόμενος ότι ζω κάθε μέρα στην θλίψη… Σκέφτομαι ότι ίσως να μπορούμε να το αποφύγουμε αυτό, κι έτσι να αποφύγουμε ένα σημαντικό κομμάτι κάθε δυστυχίας.»
Σημαντικό κομμάτι της ισχύος και της μεγάλης επιρροής του «Κοινού Κόσμου» στο Άτομο, είναι η αντανακλαστικότητα της πραγματικότητας.
Την ισχύ του «Κοινού Κόσμου», της ισχύουσας πραγματικότητας, την αντανακλούν τα δέσμια από αυτήν άτομα μεταξύ τους, την αντανακλά το ένα άτομο πάνω στο άλλο. Και, με αυτόν τον τρόπο, την Επιβεβαιώνει. Δεν Βεβαιώνεται απλώς το άτομο για αυτήν, αλλά αυτή Επι-βεβαιώνεται από τους άλλους –εγκαθιδρύοντας έτσι την ισχύ της. Η ίδια η πραγματικότητα παρουσιάζεται να επιβεβαιώνει τον εαυτό της κατ’ αυτόν τον τρόπο –δηλ. τελικά να επαληθεύεται και να πραγματο-ποιείται. Δια της αντανάκλασης.
Αυτή η αντανάκλαση, αυτή η συνεχής επιβεβαίωση, που επιστρέφει στον εαυτό της σαν «ουροβόρος όφις» και συνεχώς τον επι-βεβαιώνει, καθιστά αντιληπτικά και ουσιαστικά την ισχύουσα πραγματικότητα ως ανυπέρβλητη, ως αδιέξοδη, ή ως ρουτίνα, ως αντιληπτικό Loop, ως «φαύλο κύκλο».
Υπάρχει ένα κόλπο που εφαρμόζουν οι δραπέτες, σε σχέση με όλο αυτό: Το άτομο, με την απομόνωση, διαφεύγει από την αντανακλαστικότητα της πραγματικότητας, δηλαδή με το να μην συγχρωτίζεται με το πλήθος, με το να μην έχει επαφές, ανακόπτει στην ουσία αυτήν την αντανακλαστικότητα της ισχύουσας πραγματικότητας, παύει αυτή να επιβεβαιώνεται από τους άλλους και: κανονικότατα χάνει την ισχύ της!… Αυτός είναι ο κύριος (μυστικός) λόγος για τον οποίο κάποιοι που θέλουν να ξεφύγουν από τον κόσμο και από το Σύστημά του, γίνονται «ερημίτες», δηλαδή πηγαίνουν στην «έρημο» όπου καμία αντανάκλαση δεν υπάρχει, καμία επιβεβαίωση, είναι μακριά από τους πολλούς ανθρώπους, κι έτσι η πραγματικότητα παύει να έχει ισχύ, ο «Κοινός Κόσμος» καταρρέει, κι έτσι διανοίγεται εμπρός τους το εσωτερικό σύμπαν…
Γι’ αυτό και αποκαλούνται «αναχωρητές», διότι έχουν αναχωρήσει από τον κοινό κόσμο, έχουν αποδράσει, έχουν διαφύγει ακριβώς από αυτήν την αντανακλαστικότητα της πραγματικότητας και από το πεδίο επιρροής της και ισχύος της.
Εδώ εισάγεται πλέον η εικόνα ενός ατόμου που δεν συντονίζεται στον Ρυθμό (ή στον Παλμό της Εποχής, ή στην Συχνότητα) της ισχύουσας πραγματικότητας, αλλά είναι Ιδιόρρυθμο, έχει δικό του ρυθμό, ξεχωριστό ρυθμό, Ιδιορρυθμία. Είναι το Ιδιόρρυθμο Άτομο. Ο Ιδιότροπος (που έχει δικό του τρόπο). Ο Εκκεντρικός. (Όλα αυτά, με την αληθινή τους έννοια, όχι την κοινώς αποδιδόμενη.)
Αυτή η αντανακλαστικότητα της πραγματικότητας, διαφαίνεται ότι δεν είναι απλά αντιληπτική ή συνειδησιακή, αλλά είναι και κατά κάποιον τρόπο ενεργειακή. Είναι σαν να υπάρχει ένα ενεργειακό πεδίο, ένα κανονικό πεδίο επιρροής, μέσα στο οποίο ο καθένας λειτουργεί ως ενισχυτής, ένα δίκτυο που αντανακλάται από τον καθένα στον καθένα που το συστήνει ως κατάσταση και του οποίου ο ίδιος αποτελεί τερματικόν αυτή άλλωστε ίσως είναι και η λεγόμενη συμβατότητα της συμβατικής πραγματικότητας του Consensus, του Matrix, ή ένα μορφογενετικό πεδίο.
Μέσα από όλα αυτά, ίσως φαίνεται ξεκάθαρα να ξεπροβάλλει η φιλοσοφία του Escapism, ενός «Αποδρατισμού»… Ένα κάλεσμα για Απόδραση από την Καθημερινή Πραγματικότητα, που περιέχεται στις ίδιες τις έννοιες που σκιαγραφούν την εννοιολογική τοπογραφία της δεδομένης κατάστασης των πραγμάτων, των προεκτάσεων της, και των αντιδράσεων που η ίδια δημιουργεί στο ίδιο το πνεύμα των εννοιών που καλείται να διαχειριστεί ο καθένας μας, που καθορίζουν τις αντιλήψεις μας, τις περιγραφές μας, την συνειδητότητά μας, τις ιδέες μας και την ιδεο-λογία μας, τις αναζητήσεις μας και τους προβληματισμούς μας επί της πραγματικότητας, μα και των διεξόδων πέρα από τα επιβαλλόμενα όρια της. (Πρόκειται για την πλήρη λεπτομερή περιγραφή του Matrix και της Αντίστασης σε αυτό.) Και όλα αυτά, είναι τα πρωταρχικά συνθετικά μιας Λογο-τεχνίας του Escapism.
Η αισθητική που χαρακτηρίζει τις μεγαλύτερες εμπνεύσεις αυτού του Escapism, αυτού του «αποδρατισμού» ή της Φιλοσοφίας –ή της Τέχνης της Απόδρασης, είναι η αισθητική του Εξωτισμού (Exotism).
Η αισθητική που εκπέμπει οτιδήποτε βρίσκεται Έξω από τα πλαίσια της δεδομένης καθημερινής ή κατεστημένης πραγματικότητας, Έξω από τα πλαίσια της επιβαλλόμενης περιοριστικής συναινετικής πραγματικότητας του «Κοινού Κόσμου», με τις προεκτάσεις πιθανών νέων εναλλακτικών πραγματικοτήτων και των εμπνεύσεων περί αυτών, σκιαγραφεί ή και χαρτογραφεί αυτόν τον Εξωτισμό.
Το Εξωτικό, είναι αυτό που στέκει Έξω από τον κόσμο όπως τον έχουμε συνηθίσει, έξω από την οικεία μας καθημερινή τοπική –στον χώρο και στον χρόνο– πραγματικότητα, ή που εισβάλλει σε αυτήν από Έξω, ή ασκεί μέσα σε αυτήν επιρροές που προέρχονται από Έξω. (Έχει ενδιαφέρον, επίσης, ότι, στην Αγγλική γλώσσα, το ιδιαίτερο και ιδιότροπο και ιδιόρρυθμο κι εκκεντρικό ασυνήθιστο άτομο, που, κατά την δράση του, εξαιρεί τον εαυτό του –ή εξαιρείται– από την κεντρική πραγματικότητα και από το Κατεστημένο, αποκαλείται: Outsider. Ο Εξώτερος. Ένας Εξωτικός ή Εξωτεριστής.
Ακόμη και τα λεγόμενα «Ξωτικά», εκείνα τα όντα ενός παράλληλου κόσμου με τον δικό μας –ή οι Aliens/Ξένοι– είναι τα Εξωτικά, αυτά που έρχονται από «έξω από ‘δω», και ο κόσμος προέλευσης τους είναι ο Εξωτικός Κόσμος. Μέσα από τον «Κοινό Κόσμο», η πρόσβαση στον Εξωτικό Κόσμο είναι απαγορευμένη, και γι’ αυτό χαρακτηρίζεται ως ανύπαρκτη ή ως Παραίσθηση –κάτι που έτσι κι αλλιώς εννοεί μία αίσθηση δίπλα στις νόμιμες αισθήσεις, παρανόμως και παρα-δόξως, δηλαδή ας πούμε μία «έκτη αίσθηση»…)
Και η Λογο-τεχνία περί όλων αυτών, κατηγορείται ως Παραλογοτεχνία –μόνο που δεν θα έπρεπε να την χαρακτηρίζουν ως Παρα-Λογοτεχνία, αλλά ως Παραλογο-τεχνία, διότι ενώ αληθινά βρίσκεται παραδίπλα από την στενή «ορθή» κατεστημένη λογική τους και την μέτρια ρεαλιστική τέχνη τους, ως Λογο-τεχνία, κινούμενη σε μια εναλλακτική ροή της Ιστορίας των Ιδεών (της Μυστικής Ιστορίας των Ιδεών, εξαιτίας όλων αυτών) και εμπνεόμενη από τελείως άλλη Ιδεο-λογία: είναι ουσιαστικά η Τέχνη του Παραλόγου, (Παραλογο-τεχνία), δηλαδή όχι του συναινετικού και συμβατικού αποδεκτού λόγου, αλλά του λόγου της Φαντασίας, δηλαδή της αληθινής λειτουργίας του ανθρώπινου Πνεύματος/Λόγου, και όχι των ιδεών της αυστηρά δεδομένης ανθρώπινης κοινωνίας και των οικειοτήτων της ή των νόμιμων προσδοκιών της.
Θεωρείται τελικά, δηλαδή, πως οτιδήποτε είναι Έξω από τον «κοινό λόγο», την «κοινή λογική», είναι «Παράλογο», και αυτό διαστρεβλωτικά ερμηνεύεται ως «μη-λογικό» κάτι που –αν ήταν έτσι– θα χαρακτηριζόταν από το «Άλογο»… Το Παράλογο, όμως, για το οποίο μιλάμε, δεν είναι μη-λογικό (Άλογο), αλλά χαρακτηρίζει ακριβώς την λογική του Εξωτικού, την λογική των Ονείρων ή Ονειρική Λογική, τον Υπερ-Ρεαλισμό (την υπέρβαση της πραγματικότητας και του πραγματισμού), την λογική του Φανταστικού, τον αισθητικό λόγο των Μυστηρίων, την άρνηση του επιβαλλόμενου «Ορθολογισμού» του Επιστητού, την προέκταση της συνείδησης, την λογική μιας εναλλακτικής ιδεο-λογίας, παράπλευρης, (παρά ή υπό το αποδεκτό «λογικό» και «ιδεο-λογικό» Main-Stream, δηλαδή μία «απόκρυφη» Avant-Garde σχολή σκέψης και διανόησης, όχι η επιβαλλόμενη κουλτούρα, αλλά ένα Counter-Culture, μία αντι-κουλτούρα), και, κατ’ επέκταση εξωτική : μία Παραλογο-τεχνία…
Το «παρά» σημαίνει «δίπλα», κοντά. Έτσι το Παράξενο σημαίνει κάτι που είναι δίπλα στο ξένο, παρά το ξένο. Υποδεικνύει δηλαδή μια έννοια που βρίσκεται ανάμεσα στο γνωστό και στο άγνωστο, ανάμεσα στο οικείο και στο ξένο, μια γέφυρα… Μια πύλη. Το Παρά-ξενο… (Strange). Μια παράλληλη παρατηρούμενη πραγματικότητα, απαράδεκτη, που βρίσκεται δίπλα στην παραδεκτή καθημερινή πραγματικότητα, μια εναλλακτική πραγματικότητα.
Το Παράξενο, ένας εισβολέας από το Ξένο που προσεγγίζει το Οικείο και κάνει την παρουσία του αισθητή συνοριακά, κάτι που έρχεται από το Άγνωστο και προσεγγίζει το Γνωστό, και για να γνωσθεί ή να ανα-γνωσθεί. Ως έννοια, αποτελεί μια ενεργή σύνδεση ανάμεσα στο ξένο και στο οικείο, ανάμεσα στο γνωστό και στο άγνωστο, μια παρένθεση, ανάμεσα στην θέση και στην αντίθεση –την στάση και την αντίσταση: μία παράσταση.
Δεν γνωρίζουν πολλοί άνθρωποι ότι, εννοιολογικά, στα αρχαία Ελληνικά, παράξενος» σήμαινε «μη γνήσιος πολίτης» (παρά & ξένος). Κατά την Ελληνική αρχαιότητα, όπως ένας ξένος δεν μπορούσε να είναι πολίτης της πολιτείας, έτσι και ο «παρά-ξενος» ήταν εκείνος ο οποίος διέμενε στην πολιτεία αλλά, λόγω της συμπεριφοράς του ή της θέσης του, δεν ήταν ή δεν θεωρούνταν, γνήσιος πολίτης, ή και, σε άλλες περιπτώσεις, επειδή μέχρι πρόσφατα υπήρξε ξένος, δεν είχε αποκτήσει ακόμη δικαιώματα πολίτη, ήταν υπό δοκιμή.
Έτσι, όταν στην αρχαία Ελληνική πραγματικότητα αποκαλούσες κάποιον «παράξενο», εννοούσες ότι δεν ήταν αποδεκτός ως γνήσιος πολίτης. Δηλαδή, δεν ήταν αποδεκτός σύμφωνα με τα κοινά, ή και δεν αποδεχόταν τα κοινά, (κατ’ επέκταση, την «κοινή λογική»), ήταν ασύμβατος με τα ήθη και τους θεσμούς της πολιτείας –παρ’ όλο που συμπεριλάμβανε τον εαυτό του σε αυτήν. Μερικές φορές, μάλιστα, εισήγαγε και «καινά δαιμόνια» (νέους θεούς ή νέες ιδέες) που δεν ήταν προς το δεδομένο κατεστημένο συμφέρον της πολιτείας –ήταν ίσως δηλαδή, θα λέγαμε, «ανατρεπτικό στοιχείο». (Η σημασία του «Παράξενος» ως «αλλόκοτος, περίεργος, παράδοξος», είναι ύστερη Ελληνιστική).
Όλο αυτό, αντίστοιχα, φέρνει στο μυαλό και την αυθεντική αρχαία Ελληνική έννοια της λέξης «Ιδιώτης» και «ιδιωτικό». Πρωτότυπα, ο «Ιδιώτης» ήταν αυτός που δεν ασχολούνταν με τα κοινά, που δεν ήταν δηλαδή ενεργός ως πολίτης, και η έννοια αυτή ήταν στην ουσία βρισιά, διότι το «Ιδιώτης» θεωρούνταν σχεδόν ταυτόσημο με το «ηλίθιος». (Δηλαδή κάποιος που, επειδή δεν ασχολούνταν με τα κοινά, άρα, υποτίθεται, δεν ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να κατανοεί πως η ασχολία με τα κοινά ήταν σημαντική διότι τα κοινά επηρέαζαν και τον ίδιο, αλλά ασχολούνταν μόνο με όσα αφορούσαν τον εαυτό του).
Με την πάροδο των αιώνων, η έννοια του «Ιδιώτη» ως «ανόητου» ή «απαράδεκτου» έχασε αυτή την υβριστική/καταδικαστική σημασία της, και κατέληξε να σημαίνει αυτό που σήμερα εννοούμε όταν λέμε «ιδιωτικό» (private), δηλαδή απλά «αυστηρά προσωπικό».
(Privacy : Η Ιδιωτικότητα είναι στην ουσία η Προσωπικότητα, ή και Ατομικότητα: Individuality). Παρ’ όλα αυτά, στα Αγγλικά, διατήρησε την αρχική Ελληνική σημασία του, και έτσι «idiot» συνεχίζει αγγλιστί να σημαίνει τον ηλίθιο και απαράδεκτο.
Κοντολογίς, η πρωτότυπη έννοια της λέξης «Παράξενος», σήμαινε αυτόν που δεν ασχολείται καθόλου με τα πολιτικά «όπως θα έπρεπε», έναν όχι γνήσιο «πολίτη», κι άρα, κατ’ επέκταση, κάποιον «Ιδιώτη» που «ιδιωτεύει» –που έχει αποκτήσει δηλαδή ολόδικό του προσωπικό τρόπο να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και να την διαχειρίζεται αυτόνομα, χωρίς την έγκριση και την αποδοχή της πολιτείας και των πολιτικών της.
Τώρα, που εξηγήθηκε λίγο όλο αυτό, δεν θα πρέπει πλέον να σας προκαλεί απορία το γεγονός ότι το Παράξενο και τα θέματα του συνήθως δεν έχουν θέση π.χ. στις εφημερίδες ή στην τηλεόραση, ή π.χ. στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Και, παραδείγματος χάριν, το γιατί είναι εξόριστοι της έγκριτης διανόησης εκείνοι που προσεγγίζουν την πολιτική σκηνή με τρόπο συνωμοσιολογικό, αντιλαμβανόμενοι πως η πολιτική σκηνή και τα πολιτικά πράγματα είναι αποτέλεσμα συνομωσιών, μη ασχολούμενοι με τα πολιτικά –αλλά ίσως μόνο λίγο με τα «παρα-πολιτικά»– υποδεικνύοντας έτσι τους εαυτούς τους ως «μη γνήσιους πολίτες» δηλαδή «Παράξενους», και κατ’ επέκταση «Ιδιώτες», μη ασχολούμενοι με τον κοινό τρόπο με τα κοινά και μη συμβαδίζοντας με την κοινή επιβαλλόμενη λογική.
Όλα μα όλα αυτά που προσπαθώ –όπως μπορώ– να καταδείξω εξαιρετικά λεπτομερώς φίλτατε αναγνώστη, είναι η αληθινή Λογο-τεχνία… Και είναι μια Λογο-τεχνία, που είναι αυτοφυής, εμπεριστατωμένη μέσα στις ίδιες τις έννοιες των λέξεων και των νοημάτων που περιγράφουν την εννοιολογική πραγματικότητα. Και, κατά την άποψή μου, η πολύ προσεκτική μελέτη όλων των συνδυαστικών λέξεων και εννοιών που περιέχονται σε όλες αυτές τις σελίδες, και της συνοχής τους, είναι σημαντικότατη και αποκαλυπτικότατη, και με αληθινά συνταρακτικές προεκτάσεις.
Θέλουμε, άραγε, όντως να αποδράσουμε από την περιοριστική μας πραγματικότητα; Τι ακριβώς σκεφτόμαστε γι’ αυτό, εφόσον όντως το θέλουμε, και τι κάνουμε για αυτό;
Όσον αφορά το Escapism προϋποθέτει την Ρήξη με το Οικείο. Δηλαδή, προϋποτίθεται μία προσέγγιση στο Παράξενο. Σε αυτό που βρίσκεται παρά το ξένο, στα όρια μεταξύ οικείου και ξένου. Και, σταδιακά, τελικά, (με την προέκταση της συν-είδησής μας), προς το Ξένο, προς το Άγνωστο.
Η καθημερινή μας πραγματικότητα που έχει καταστηθεί περιοριστικά γύρω μας και μέσα μας, χαρακτηρίζεται απόλυτα από τις δεδομένες οικειότητες της. Μπορούμε να την αλλάξουμε, ξεκινώντας από αυτές. Προσεγγίζοντας το Παράξενο. Στην αρχή, λογο-τεχνικά, έπειτα λογικά, μετά παρα-λογικά, και τελικά –γιατί όχι;– ιδεο-λογικά…
Προτείνεται έτσι, μία πνευματική παραβατικότητα, μία προέκταση της συνείδησης, ένας εξωτισμός, μία παράξενη πρωτοπορία, ένα ιδεολογικό Escapism, μία νέα αληθινή Λογο-τεχνία, μία παρα-λογική δραστηριότητα, μία αληθινή επ-ανά-σταση, μία Αναγέννηση του Πνεύματος.
Ζακλιν Ντε Ρομιγί: Αν η Ελλάδα ζητούσε πίσω τις λέξεις που έχουμε δανειστεί ο δυτικός πολιτισμός θα κατέρρεε
H Ζακλίν ντε Ρομιγί ήταν μια μεγάλη ελληνίστρια, καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας στην École Normale και στη Σορβόννη, η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια του Κολεγίου της Γαλλίας και μία από τις λίγες εκπροσώπους του γυναικείου φύλου στη Γαλλική Ακαδημία.
Γεννήθηκε στο Σάρτρ και απέκτησε μεγάλη εμπειρία καθώς έζησε όλες τις αλλαγές που αφορούσαν την εκπαίδευση των γυναικών της εποχής της. Ήταν η πρώτη γυναίκα στην έδρα της Επιγραφικής και της Φιλολογίας και η γυναίκα που διαδέχτηκε τη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας , θαυμάστρια της ελληνικής σκέψης. Οι εργασίες της πλούσιες, περιέχουν ολόκληρη την αρχαία ελληνική γραμματεία,Όμηρο, Τραγικούς, σοφιστές, Θουκυδίδη, τον οποίο και μετέφρασε, αποδεικνύοντας την τεράστια σημασία που απέδιδε στα ελληνικά γράμματα.
Η Ελλάδα είναι το σύμβολο της Ευρώπης
Η Ζακλίν ντε Ρομιγί καταδεικνύει ότι στην Ελλάδα γεννήθηκαν, ή απέκτησαν μια πραγματική υπόσταση και έναν δυναμισμό που ποτέ πριν δεν είχαν υπάρξει στην κοινωνική ζωή κανενός λαού, οι καθοριστικοί παράγοντες της ανθρώπινης προόδου, όπως η δημοκρατία, η ελευθερία, το δίκαιο, η τέχνη και ο λόγος χωρίς τα δεσμά της θρησκείας, οι έννοιες της ισότητας, της υπεροχής του ατόμου, του πολίτη, και ένας μοναδικός, νέος τρόπος σύνδεσης του ανθρώπου με τη μετά θάνατον ζωή και τους θεούς, και, φυσικά, οι ιδέες της ομορφιάς και της ασχήμιας, του καλού και του κακού, της ευτυχίας και της δυστυχίας που, αν και με τις αναπόφευκτες αποχρώσεις και προσαρμογές που έχει επιβάλει η ιστορία, παραμένουν εν ισχύ.
Η Ζακλίν ντε Ρομιγί θεωρεί ως μεγαλύτερη εμπειρία της ζωής της τον πόλεμο του 1940
Τα χρόνια της δοκιμασίας, όπως η ίδια τα χαρακτηρίζει , τα οποία, όμως, “ήταν γεμάτα ελπίδα, γιατί όλος ο κόσμος ήξερε τί ήθελε.” Σε αντίθεση με τη σημερινή εποχή, που δυστυχώς είναι εποχή αδιαφορίας, ακροτήτων και θρησκευτικού φανατισμού.
Σύμφωνα με τη Ζακλίν ντε Ρομιγί, όλα αυτά θα τα είχαμε αποφύγει “αν είχαμε αφήσει στους ανθρώπους την παιδεία που τους δίναμε και την οποία αρνηθήκαμε. Μια παιδεία που τους έφερνε σε επαφή με τις μεγάλες στιγμές της ιστορίας, με τις μεγάλες αναμονές, με τους ήρωες.
Αν τους είχαμε αφήσει τη σχέση τους με την Αντιγόνη, τον Αχιλλέα, θα υπήρχε μια πνοή πιο δυνατή. Δεν λέω ότι αυτό είναι αγάπη για τη ζωή, ότι δίνει την ίδια ευχαρίστηση με ένα μπάνιο στο Σούνιο είναι όμως, κι αυτό μέρος της ζωής και πηγή θάρρους.”
Οι θέσεις αυτές εγείρουν μεγάλες συζητήσεις στη Γαλλία, όπου ο αντίλογος είναι έντονος από τους ανθρώπους που ζουν και πιστεύουν ότι η κλασική παιδεία είναι παρωχημένη για τα νέα παιδιά.
Tο 1992 ίδρυσε την Ένωση για την Υπεράσπιση των Κλασικών Σπουδών
Σύμφωνα με τον διδάκτορα και μαθητή της κ. Αναστάσιο Στέφο «Η σοφή ελληνίστρια αποτελεί μια εμβληματική φυσιογνωμία που ενσαρκώνει το ανθρωπιστικό ιδεώδες, τον έρωτα για την αρχαία ελληνική γλώσσα και την αγωνιστικότητα για τη διάδοση της διδασκαλίας της. Είναι γνωστή η φράση της «Αν η Ελλάδα μάς ζητούσε πίσω όλες τις λέξεις της που έχουμε δανειστεί, ο Δυτικός πολιτισμός θα κατέρρεε».
Στο βιβλίο της με τον τίτλο ” Τι πιστεύω “η Ζακλίν ντε Ρομιγί κάνει μια εξομολόγηση καρδιάς, ψυχής και πνεύματος
Είναι ένα σπουδαίο βιβλίο που θα έπρεπε να διαβάσει κάθε Έλληνας, κυρίως στην εποχή μας, που ζούμε μια μεγάλη κρίση αξιών. Κάθε Έλληνας διαβάζοντάς το, θ’ανακαλύψει σε βάθος την αξία ενός σπουδαίου πολιτισμού, του ελληνικού , για τον οποίο τα τελευταία χρόνια όλο και λιγότερο ενδιαφέρεται δυστυχώς ο ελληνικός λαός και η εξουσία φροντίζει με κάθε τρόπο, επιεικώς να τον συρρικνώσει.
Λέει λοιπόν η Ρομιγί στο βιβλίο της «Πίστεψα για πολύ καιρό σε πράγματα τα οποία δεν απαρνιέμαι». Ο κόσμος αλλάζει. «Ακόμα και τα μαθηματικά έχουν αλλάξει. Κι όλα αυτά χωρίς να κάνουμε λόγο για την κακοτυχία τού να έχεις υπάρξει νέος όταν μετρούσε η εμπειρία της ηλικίας και να γερνάς όταν μόνο η νεολαία παίζει ρόλο στην κοινωνία». «Αυτό το βιβλιαράκι ίσως είναι ένα φάρμακο για τη δυσφορία. Ένα ερέθισμα για την καρδιά, ένα βοήθημα για τη ζωή». Αυτό το βιβλιαράκι θα μας βοηθήσει να δούμε «πώς η ελληνική εμπειρία μπορεί να μας βοηθήσει να πιστέψουμε σ’ έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία».
Η Ρομιγί μέσα από τα αρχαία κείμενα έψαξε να βρει τις ρίζες του ανθρώπου, να εξηγήσει την συμπεριφορά του αλλά και την συμπεριφορά της κοινωνίας,και βέβαια την ανθρώπινη ψυχή
Το ότι η Ρομιγί δεν είναι Ελληνίδα την κάνει πιο σημαντική γιατί δεν την υποχρέωσε κανείς να μάθει και να σπουδάσει Αρχαία Ελληνικά, να εμβαθύνει τόσο σε όλα τα είδη των κειμένων φτάνοντας στις πιο βαθιές έννοιες του αρχαίου ελληνικού πνεύματος.
Είναι ελληνίστρια και ως ελληνίστρια ίσως αγαπά και εκτιμά πολύ περισσότερο από έναν Έλληνα τα ελληνικά γράμματα, καθώς πολύ σπάνια πλέον οι Έλληνες και κυρίως η νέα γενιά ενδιαφέρονται για τις αξίες του ελληνικού πνεύματος, αφήνοντας στην ” άκρη” τον ένδοξο ελληνικό πολιτισμό. Δεν είναι πλέον πολλοί οι Έλληνες που γνωρίζουν μια ραψωδία του Ομήρου ή μια αρχαία τραγωδία ή που έχουν επισκεφτεί το Ηρώδειο ή την Επίδαυρο.
Το βιβλίο της “βλέποντας το φως” αποτελεί ύμνο στη ζωή
Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου της ” βλέποντας το φως “ δηλώνει την αγάπη στη ζωή, ουσιαστικά είναι ένας ύμνος στη ζωή, καθώς διαφωνεί με αυτούς που γκρινιάζουν και τους υπενθυμίζει πως «Το να μιλάμε για την ευτυχία εκλαμβάνεται από πολλούς σαν προσβολή σε όσους υποφέρουν».
Κάποιες από τις πολύ σοφές επισημάνσεις της που αξίζει να θυμόμαστε
-Όλα μια μέρα (η έναστρη νύχτα, οι δυστυχίες και ο πλούτος) ξαφνικά τελειώνουν. Κι έρχεται η σειρά ενός άλλου να ευτυχήσει, προτού τα χάσει όλα κι αυτός. (Σοφοκλέους, Αίας)
-Στον χώρο του τραγικού δεν μπορούμε να προχωρήσουμε περισσότερο από τους Έλληνες του 5ου αιώνα.
-Η ευγένεια δεν ταυτίζεται με τη φιλανθρωπία.
-Ο λόγος είναι το φρούριο κατά της κτηνωδίας.
-Πώς να διδάξει κανείς, αν δεν τρέφει για τους μαθητές του τη συμπάθεια που έτρεφε ο Σωκράτης για τους δικούς του; Με συγκινεί η υπομονή του Σωκράτη, η επιεικής ειρωνεία του για τα ελαττώματα των νέων, η αργή διαδικασία της αφύπνισης, οι φιλοφρονήσεις του, η σοβαρότητά του. Μ’ αρέσει που ο Σωκράτης περιπαίζει, με λεπτότητα, τους αλαζόνες. Μ’ αρέσει που δείχνει συμπάθεια στον ωραίο Χαρμίδη.
-Η προνομιακή σχέση μεταξύ δασκάλου και νεαρού μαθητή απειλείται σήμερα.
-Δεν είναι πάντα εύκολο να εμπιστεύεσαι τους άλλους αλλά, αν θέλουμε να γεννηθεί ένας σύγχρονος ανθρωπισμός, είναι η πρωταρχική προϋπόθεση.
-Κατανόηση είναι να βλέπεις καθαρά.
-Η τραγωδία ήταν πάντοτε, ακόμα και στις πιο δραματικές και τεταμένες της εκφάνσεις, μια προσπάθεια για κατανόηση.
-Οι Έλληνες, ο πολιτισμός των οποίων ήταν αριστοκρατικός, δεν είχαν το ιδεώδες της εργασίας, όμως τους ενδιέφερε η εργασία του πνεύματος.
-Η κατανόηση δεν προϋποθέτει καθόλου την αναγωγή των πάντων στη λογική. Ο Ηρόδοτος παραδέχεται τη θεϊκή παρέμβαση. Ο Θουκυδίδης ακινητοποιείται μπροστά στον ρόλο της τύχης. Η τραγωδία μάς βοηθά να καταλάβουμε την αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στο μυστήριο της μοίρας του.
-Ό,τι είναι ο ήλιος για τα υλικά πράγματα, είναι η ιδέα του Καλού για όσα δεν μπορούμε να κατανοήσουμε.
-Η εκπαίδευση δεν πρέπει να συγχέεται με τις γνώσεις. Ο Πλάτων έλεγε ότι όλες οι κοινωνίες θεωρούσαν πρώτιστο καθήκον τους την καλλιέργεια κάποιων αξιών που χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο είδος και που ο καθένας πρέπει να μάθει. Όπως ο σεβασμός για την ανθρώπινη ζωή. Όπως ο σεβασμός για την ελευθερία. Όπως ο σεβασμός για τη δικαιοσύνη.
-Ίσως η παιδεία που μεταδόθηκε σε υπερβολικό αριθμό ανθρώπων, για τους οποίους δεν προοριζόταν, να έφθειρε την ουσία.
-“Ὁ θαυμασμός μου προς τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμὸ εἶναι ἀπέραντος, μόνο ποὺ μᾶς μπερδεύει ἡ ἀλλαγὴ ποὺ κάνετε στην γλώσσα σας. Τὸ μονοτονικὸ ἀφοῦ ἀναστάτωσε τούς Ἕλληνες, μπερδεύει συγχρόνως καὶ τοὺς ξένους. Πηγὴ κακῶν Ἑλλήνων καὶ τῆς Ἑλλάδος θαυμαστῶν!”
Ζακλίν Ντε Ρομιγί
Γεννήθηκε στο Σάρτρ και απέκτησε μεγάλη εμπειρία καθώς έζησε όλες τις αλλαγές που αφορούσαν την εκπαίδευση των γυναικών της εποχής της. Ήταν η πρώτη γυναίκα στην έδρα της Επιγραφικής και της Φιλολογίας και η γυναίκα που διαδέχτηκε τη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας , θαυμάστρια της ελληνικής σκέψης. Οι εργασίες της πλούσιες, περιέχουν ολόκληρη την αρχαία ελληνική γραμματεία,Όμηρο, Τραγικούς, σοφιστές, Θουκυδίδη, τον οποίο και μετέφρασε, αποδεικνύοντας την τεράστια σημασία που απέδιδε στα ελληνικά γράμματα.
Η Ελλάδα είναι το σύμβολο της Ευρώπης
Η Ζακλίν ντε Ρομιγί καταδεικνύει ότι στην Ελλάδα γεννήθηκαν, ή απέκτησαν μια πραγματική υπόσταση και έναν δυναμισμό που ποτέ πριν δεν είχαν υπάρξει στην κοινωνική ζωή κανενός λαού, οι καθοριστικοί παράγοντες της ανθρώπινης προόδου, όπως η δημοκρατία, η ελευθερία, το δίκαιο, η τέχνη και ο λόγος χωρίς τα δεσμά της θρησκείας, οι έννοιες της ισότητας, της υπεροχής του ατόμου, του πολίτη, και ένας μοναδικός, νέος τρόπος σύνδεσης του ανθρώπου με τη μετά θάνατον ζωή και τους θεούς, και, φυσικά, οι ιδέες της ομορφιάς και της ασχήμιας, του καλού και του κακού, της ευτυχίας και της δυστυχίας που, αν και με τις αναπόφευκτες αποχρώσεις και προσαρμογές που έχει επιβάλει η ιστορία, παραμένουν εν ισχύ.
Η Ζακλίν ντε Ρομιγί θεωρεί ως μεγαλύτερη εμπειρία της ζωής της τον πόλεμο του 1940
Τα χρόνια της δοκιμασίας, όπως η ίδια τα χαρακτηρίζει , τα οποία, όμως, “ήταν γεμάτα ελπίδα, γιατί όλος ο κόσμος ήξερε τί ήθελε.” Σε αντίθεση με τη σημερινή εποχή, που δυστυχώς είναι εποχή αδιαφορίας, ακροτήτων και θρησκευτικού φανατισμού.
Σύμφωνα με τη Ζακλίν ντε Ρομιγί, όλα αυτά θα τα είχαμε αποφύγει “αν είχαμε αφήσει στους ανθρώπους την παιδεία που τους δίναμε και την οποία αρνηθήκαμε. Μια παιδεία που τους έφερνε σε επαφή με τις μεγάλες στιγμές της ιστορίας, με τις μεγάλες αναμονές, με τους ήρωες.
Αν τους είχαμε αφήσει τη σχέση τους με την Αντιγόνη, τον Αχιλλέα, θα υπήρχε μια πνοή πιο δυνατή. Δεν λέω ότι αυτό είναι αγάπη για τη ζωή, ότι δίνει την ίδια ευχαρίστηση με ένα μπάνιο στο Σούνιο είναι όμως, κι αυτό μέρος της ζωής και πηγή θάρρους.”
Οι θέσεις αυτές εγείρουν μεγάλες συζητήσεις στη Γαλλία, όπου ο αντίλογος είναι έντονος από τους ανθρώπους που ζουν και πιστεύουν ότι η κλασική παιδεία είναι παρωχημένη για τα νέα παιδιά.
Tο 1992 ίδρυσε την Ένωση για την Υπεράσπιση των Κλασικών Σπουδών
Σύμφωνα με τον διδάκτορα και μαθητή της κ. Αναστάσιο Στέφο «Η σοφή ελληνίστρια αποτελεί μια εμβληματική φυσιογνωμία που ενσαρκώνει το ανθρωπιστικό ιδεώδες, τον έρωτα για την αρχαία ελληνική γλώσσα και την αγωνιστικότητα για τη διάδοση της διδασκαλίας της. Είναι γνωστή η φράση της «Αν η Ελλάδα μάς ζητούσε πίσω όλες τις λέξεις της που έχουμε δανειστεί, ο Δυτικός πολιτισμός θα κατέρρεε».
Στο βιβλίο της με τον τίτλο ” Τι πιστεύω “η Ζακλίν ντε Ρομιγί κάνει μια εξομολόγηση καρδιάς, ψυχής και πνεύματος
Είναι ένα σπουδαίο βιβλίο που θα έπρεπε να διαβάσει κάθε Έλληνας, κυρίως στην εποχή μας, που ζούμε μια μεγάλη κρίση αξιών. Κάθε Έλληνας διαβάζοντάς το, θ’ανακαλύψει σε βάθος την αξία ενός σπουδαίου πολιτισμού, του ελληνικού , για τον οποίο τα τελευταία χρόνια όλο και λιγότερο ενδιαφέρεται δυστυχώς ο ελληνικός λαός και η εξουσία φροντίζει με κάθε τρόπο, επιεικώς να τον συρρικνώσει.
Λέει λοιπόν η Ρομιγί στο βιβλίο της «Πίστεψα για πολύ καιρό σε πράγματα τα οποία δεν απαρνιέμαι». Ο κόσμος αλλάζει. «Ακόμα και τα μαθηματικά έχουν αλλάξει. Κι όλα αυτά χωρίς να κάνουμε λόγο για την κακοτυχία τού να έχεις υπάρξει νέος όταν μετρούσε η εμπειρία της ηλικίας και να γερνάς όταν μόνο η νεολαία παίζει ρόλο στην κοινωνία». «Αυτό το βιβλιαράκι ίσως είναι ένα φάρμακο για τη δυσφορία. Ένα ερέθισμα για την καρδιά, ένα βοήθημα για τη ζωή». Αυτό το βιβλιαράκι θα μας βοηθήσει να δούμε «πώς η ελληνική εμπειρία μπορεί να μας βοηθήσει να πιστέψουμε σ’ έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία».
Η Ρομιγί μέσα από τα αρχαία κείμενα έψαξε να βρει τις ρίζες του ανθρώπου, να εξηγήσει την συμπεριφορά του αλλά και την συμπεριφορά της κοινωνίας,και βέβαια την ανθρώπινη ψυχή
Το ότι η Ρομιγί δεν είναι Ελληνίδα την κάνει πιο σημαντική γιατί δεν την υποχρέωσε κανείς να μάθει και να σπουδάσει Αρχαία Ελληνικά, να εμβαθύνει τόσο σε όλα τα είδη των κειμένων φτάνοντας στις πιο βαθιές έννοιες του αρχαίου ελληνικού πνεύματος.
Είναι ελληνίστρια και ως ελληνίστρια ίσως αγαπά και εκτιμά πολύ περισσότερο από έναν Έλληνα τα ελληνικά γράμματα, καθώς πολύ σπάνια πλέον οι Έλληνες και κυρίως η νέα γενιά ενδιαφέρονται για τις αξίες του ελληνικού πνεύματος, αφήνοντας στην ” άκρη” τον ένδοξο ελληνικό πολιτισμό. Δεν είναι πλέον πολλοί οι Έλληνες που γνωρίζουν μια ραψωδία του Ομήρου ή μια αρχαία τραγωδία ή που έχουν επισκεφτεί το Ηρώδειο ή την Επίδαυρο.
Το βιβλίο της “βλέποντας το φως” αποτελεί ύμνο στη ζωή
Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου της ” βλέποντας το φως “ δηλώνει την αγάπη στη ζωή, ουσιαστικά είναι ένας ύμνος στη ζωή, καθώς διαφωνεί με αυτούς που γκρινιάζουν και τους υπενθυμίζει πως «Το να μιλάμε για την ευτυχία εκλαμβάνεται από πολλούς σαν προσβολή σε όσους υποφέρουν».
Κάποιες από τις πολύ σοφές επισημάνσεις της που αξίζει να θυμόμαστε
-Όλα μια μέρα (η έναστρη νύχτα, οι δυστυχίες και ο πλούτος) ξαφνικά τελειώνουν. Κι έρχεται η σειρά ενός άλλου να ευτυχήσει, προτού τα χάσει όλα κι αυτός. (Σοφοκλέους, Αίας)
-Στον χώρο του τραγικού δεν μπορούμε να προχωρήσουμε περισσότερο από τους Έλληνες του 5ου αιώνα.
-Η ευγένεια δεν ταυτίζεται με τη φιλανθρωπία.
-Ο λόγος είναι το φρούριο κατά της κτηνωδίας.
-Πώς να διδάξει κανείς, αν δεν τρέφει για τους μαθητές του τη συμπάθεια που έτρεφε ο Σωκράτης για τους δικούς του; Με συγκινεί η υπομονή του Σωκράτη, η επιεικής ειρωνεία του για τα ελαττώματα των νέων, η αργή διαδικασία της αφύπνισης, οι φιλοφρονήσεις του, η σοβαρότητά του. Μ’ αρέσει που ο Σωκράτης περιπαίζει, με λεπτότητα, τους αλαζόνες. Μ’ αρέσει που δείχνει συμπάθεια στον ωραίο Χαρμίδη.
-Η προνομιακή σχέση μεταξύ δασκάλου και νεαρού μαθητή απειλείται σήμερα.
-Δεν είναι πάντα εύκολο να εμπιστεύεσαι τους άλλους αλλά, αν θέλουμε να γεννηθεί ένας σύγχρονος ανθρωπισμός, είναι η πρωταρχική προϋπόθεση.
-Κατανόηση είναι να βλέπεις καθαρά.
-Η τραγωδία ήταν πάντοτε, ακόμα και στις πιο δραματικές και τεταμένες της εκφάνσεις, μια προσπάθεια για κατανόηση.
-Οι Έλληνες, ο πολιτισμός των οποίων ήταν αριστοκρατικός, δεν είχαν το ιδεώδες της εργασίας, όμως τους ενδιέφερε η εργασία του πνεύματος.
-Η κατανόηση δεν προϋποθέτει καθόλου την αναγωγή των πάντων στη λογική. Ο Ηρόδοτος παραδέχεται τη θεϊκή παρέμβαση. Ο Θουκυδίδης ακινητοποιείται μπροστά στον ρόλο της τύχης. Η τραγωδία μάς βοηθά να καταλάβουμε την αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στο μυστήριο της μοίρας του.
-Ό,τι είναι ο ήλιος για τα υλικά πράγματα, είναι η ιδέα του Καλού για όσα δεν μπορούμε να κατανοήσουμε.
-Η εκπαίδευση δεν πρέπει να συγχέεται με τις γνώσεις. Ο Πλάτων έλεγε ότι όλες οι κοινωνίες θεωρούσαν πρώτιστο καθήκον τους την καλλιέργεια κάποιων αξιών που χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο είδος και που ο καθένας πρέπει να μάθει. Όπως ο σεβασμός για την ανθρώπινη ζωή. Όπως ο σεβασμός για την ελευθερία. Όπως ο σεβασμός για τη δικαιοσύνη.
-Ίσως η παιδεία που μεταδόθηκε σε υπερβολικό αριθμό ανθρώπων, για τους οποίους δεν προοριζόταν, να έφθειρε την ουσία.
-“Ὁ θαυμασμός μου προς τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμὸ εἶναι ἀπέραντος, μόνο ποὺ μᾶς μπερδεύει ἡ ἀλλαγὴ ποὺ κάνετε στην γλώσσα σας. Τὸ μονοτονικὸ ἀφοῦ ἀναστάτωσε τούς Ἕλληνες, μπερδεύει συγχρόνως καὶ τοὺς ξένους. Πηγὴ κακῶν Ἑλλήνων καὶ τῆς Ἑλλάδος θαυμαστῶν!”
Ζακλίν Ντε Ρομιγί
Στόλισε την ψυχή σου
Πολύχρωμα λαμπάκια, Άγιοι Βασίληδες που σκαρφαλώνουν, στεφάνια-υπερπαραγωγές, γιρλάντες φούξια, φωτισμένοι τάρανδοι… Ό,τι μπορείς να φανταστείς συναντάς αυτόν τον καιρό στα μπαλκόνια των σπιτιών.
Υπέρλαμπρα όλα, αν και καθόλου ταιριαστά μεταξύ τους. Το καθένα έχει τη δική του προσωπικότητα, όπως άλλωστε και αυτός που ανέλαβε τον στολισμό τους. Κάποια πολύ έντονα και υπερβολικά φωτεινά, φωνάζουν ότι προσπαθούν να καλύψουν το σκοτάδι στην ψυχή των ανθρώπων. Άλλα μινιμαλιστικά, κάτι που μπορεί να δείχνει ότι οι άνθρωποι του συγκεκριμένου σπιτιού είναι φωτεινοί από μόνοι τους. Όμως θα μπορούσε και να φανερώνει φόβο για έκθεση. Να μην προκαλέσω. Να είμαι σεμνός και ταπεινός.
Κι έτσι έκλεισες στο πατάρι την κούτα με το τεράστιο αστέρι που εκτός από αμέτρητα χρώματα, τραγουδούσε. Ήθελες να το βάλεις στο μπαλκόνι σου, αλλά το θεώρησες υπερβολικό. Τόσο πολύ άραγε έχεις ασχοληθεί με τον στολισμό της ψυχής σου; Για τα χριστουγεννιάτικα, γυρνάς από μαγαζί σε μαγαζί, στήνεσαι στην ουρά του ταμείου, ή στην ουρά της κίνησης του δρόμου. Αφιερώνεις ατελείωτες ώρες. Και μετά στο σπίτι, ασχολείσαι και με την παραμικρή λεπτομέρεια. Ε, τι θα πει ο κόσμος που θα καλέσεις. Όλα πρέπει να είναι στην εντέλεια.
Να επισκεφτούν την ψυχή σου άραγε, σε πόσους το έχεις επιτρέψει; Φοβάσαι να δείξεις τα όμορφα χρώματα και το φως που κρύβει γιατί θα φανερώσεις αδύναμες πλευρές σου; Και πιστεύεις ότι αυτός ο έντονος συναισθηματισμός είναι ξένος πλέον στον κόσμο; Επειδή βέβαια, όλοι έχουμε γίνει ξένοι μεταξύ μας. Ή την έχεις παρατήσει στο σκοτάδι καιρό και ντρέπεσαι γι’ αυτό; Όλα σκονισμένα. Βρώμικα. Τα παράθυρα κλειστά. Το μπαλκόνι άδειο. Ούτε γλάστρες, ούτε κούνια, ούτε λαμπάκια…
Δεν πρόλαβες τα καταστήματα και έκλεισαν. Πώς θα στολίσεις την ψυχή σου τώρα, αναρωτιέσαι. Και ξάφνου συνειδητοποιείς ότι δε χρειάζεσαι τίποτα αγορασμένο. Τίποτα ψεύτικο. Τίποτα ξένο. Τίποτα με ημερομηνία λήξης. Τα λαμπάκια, θα σταματήσουν να λειτουργούν κάποια στιγμή. Ενώ αν γεννήσεις εσύ το φως, δε θα σβήσει ποτέ. Τα μάτια σου τότε θα λάμπουν και θα μάθεις να αναγνωρίζεις και τους άλλους ανθρώπους με τα φωτισμένα μάτια. Κι ακόμα κι αυτοί που φοβούνταν να το δείξουν, θα πάρουν θάρρος από εσένα και θα πατήσουν κι εκείνοι τον διακόπτη.
Προς στιγμήν σκέφτηκες να τρέξεις στο πατάρι και να βγάλεις το μεγάλο αστέρι που τραγουδάει από την κούτα για να το στολίσεις τελικά στο μπαλκόνι σου. Δε χρειάζεται όμως. Βγήκες εσύ. Δεν κρύωνες. Η ζεστή ψυχή σου, είχε ζεστάνει όλον τον κόσμο σου και άρχισες να τραγουδάς. Εκείνη την ώρα ένας περαστικός, κοίταξε εκστασιασμένος. «Το πιο ωραίο στολισμένο σπίτι», σκέφτηκε. Δεν το είπε φωναχτά. Ντράπηκε.
Σταμάτα να διστάζεις και να κρατάς τις όμορφες σκέψεις για τον εαυτό σου και δώσε μια υπόσχεση σε εσένα. Τον νέο χρόνο που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής, θα… κόβεις την αναπνοή των ανθρώπων που αγαπάς με λόγια που πάντα φοβόσουν να τους πεις… Κι η ψυχή σου θα βρει τον δρόμο της. Καλό ταξίδι…
Υπέρλαμπρα όλα, αν και καθόλου ταιριαστά μεταξύ τους. Το καθένα έχει τη δική του προσωπικότητα, όπως άλλωστε και αυτός που ανέλαβε τον στολισμό τους. Κάποια πολύ έντονα και υπερβολικά φωτεινά, φωνάζουν ότι προσπαθούν να καλύψουν το σκοτάδι στην ψυχή των ανθρώπων. Άλλα μινιμαλιστικά, κάτι που μπορεί να δείχνει ότι οι άνθρωποι του συγκεκριμένου σπιτιού είναι φωτεινοί από μόνοι τους. Όμως θα μπορούσε και να φανερώνει φόβο για έκθεση. Να μην προκαλέσω. Να είμαι σεμνός και ταπεινός.
Κι έτσι έκλεισες στο πατάρι την κούτα με το τεράστιο αστέρι που εκτός από αμέτρητα χρώματα, τραγουδούσε. Ήθελες να το βάλεις στο μπαλκόνι σου, αλλά το θεώρησες υπερβολικό. Τόσο πολύ άραγε έχεις ασχοληθεί με τον στολισμό της ψυχής σου; Για τα χριστουγεννιάτικα, γυρνάς από μαγαζί σε μαγαζί, στήνεσαι στην ουρά του ταμείου, ή στην ουρά της κίνησης του δρόμου. Αφιερώνεις ατελείωτες ώρες. Και μετά στο σπίτι, ασχολείσαι και με την παραμικρή λεπτομέρεια. Ε, τι θα πει ο κόσμος που θα καλέσεις. Όλα πρέπει να είναι στην εντέλεια.
Να επισκεφτούν την ψυχή σου άραγε, σε πόσους το έχεις επιτρέψει; Φοβάσαι να δείξεις τα όμορφα χρώματα και το φως που κρύβει γιατί θα φανερώσεις αδύναμες πλευρές σου; Και πιστεύεις ότι αυτός ο έντονος συναισθηματισμός είναι ξένος πλέον στον κόσμο; Επειδή βέβαια, όλοι έχουμε γίνει ξένοι μεταξύ μας. Ή την έχεις παρατήσει στο σκοτάδι καιρό και ντρέπεσαι γι’ αυτό; Όλα σκονισμένα. Βρώμικα. Τα παράθυρα κλειστά. Το μπαλκόνι άδειο. Ούτε γλάστρες, ούτε κούνια, ούτε λαμπάκια…
Δεν πρόλαβες τα καταστήματα και έκλεισαν. Πώς θα στολίσεις την ψυχή σου τώρα, αναρωτιέσαι. Και ξάφνου συνειδητοποιείς ότι δε χρειάζεσαι τίποτα αγορασμένο. Τίποτα ψεύτικο. Τίποτα ξένο. Τίποτα με ημερομηνία λήξης. Τα λαμπάκια, θα σταματήσουν να λειτουργούν κάποια στιγμή. Ενώ αν γεννήσεις εσύ το φως, δε θα σβήσει ποτέ. Τα μάτια σου τότε θα λάμπουν και θα μάθεις να αναγνωρίζεις και τους άλλους ανθρώπους με τα φωτισμένα μάτια. Κι ακόμα κι αυτοί που φοβούνταν να το δείξουν, θα πάρουν θάρρος από εσένα και θα πατήσουν κι εκείνοι τον διακόπτη.
Προς στιγμήν σκέφτηκες να τρέξεις στο πατάρι και να βγάλεις το μεγάλο αστέρι που τραγουδάει από την κούτα για να το στολίσεις τελικά στο μπαλκόνι σου. Δε χρειάζεται όμως. Βγήκες εσύ. Δεν κρύωνες. Η ζεστή ψυχή σου, είχε ζεστάνει όλον τον κόσμο σου και άρχισες να τραγουδάς. Εκείνη την ώρα ένας περαστικός, κοίταξε εκστασιασμένος. «Το πιο ωραίο στολισμένο σπίτι», σκέφτηκε. Δεν το είπε φωναχτά. Ντράπηκε.
Σταμάτα να διστάζεις και να κρατάς τις όμορφες σκέψεις για τον εαυτό σου και δώσε μια υπόσχεση σε εσένα. Τον νέο χρόνο που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής, θα… κόβεις την αναπνοή των ανθρώπων που αγαπάς με λόγια που πάντα φοβόσουν να τους πεις… Κι η ψυχή σου θα βρει τον δρόμο της. Καλό ταξίδι…
Ελληνικός πολιτισμός: η έννοια του Βαρβάρου
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ
1. Είναι πασίδηλο ότι οι Έλληνες εισήγαγαν τον όρο «βάρβαροι» για να διακρίνονται από τους μη Έλληνες, εκείνους δηλαδή που δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα με αυτούς. Είναι πιθανό η προέλευση του όρου, που ανάγεται στον Όμηρο, προέρχεται από μια ονοματοποιία. Στην κλασική εποχή, ο κόσμος των βαρβάρων εκτεινόταν από τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας μέχρι τις ακτές της Ισπανίας. Ωστόσο, ανάμεσα σε αυτούς τους «βαρβάρους», υπήρχαν και εκείνοι που ενσάρκωναν κατ' εξοχήν αυτούς τους «άλλους» από τους οποίους ήθελαν να διακριθούν οι Έλληνες: δηλαδή από τους κατοίκους της απέραντης περσικής αυτοκρατορίας. Οι Έλληνες χρειάστηκε να τους αντιμετωπίσουν νικηφόρα κατά τη διάρκεια των περσικών πολέμων.
2. Ο Ηρόδοτος έγραψε σχετικά για αυτούς τους πολέμους και είναι αυτός που συνέβαλε περισσότερο από κάθε άλλον στη σφυρηλάτηση της εικόνας του βαρβάρου, ακόμη κι αν ένιωθε για αυτούς που τους περιέγραψε ως τέτοιους όχι μόνο περιέργεια, αλλά ακόμη και μια συμπάθεια, για την οποία οι επικριτές του θα τον κατηγορούσαν. Ο Ηρόδοτος περιγράφει τον βάρβαρο ως τον κατ’ εξοχήν άλλο, που διαφέρει θεμελιωδώς από τον Έλληνα ως προς το ότι πρωτίστως είναι υποταγμένος σε μια δεσποτική εξουσία, αυτή του βασιλιά, ενώ ο Έλληνας είναι ελεύθερος άνθρωπος. Στη συνάφεια τούτη τον χαρακτηρίζει περαιτέρω η αμετρία, η υπερβολή και η ύβρις, σε αντίθεση με την αίσθηση της τάξης, που είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Έλληνα.
3. Η ιστορία της μάχης της Σαλαμίνας είναι πολύ διδακτική από αυτή την άποψη: αντιμέτωπα με τα ελληνικά πλοία που προχωρούσαν με παραδειγματική τάξη, τα περσικά πλοία παρουσιάστηκαν με σύγχυση και αταξία, και οι απώλειές τους ήταν όλο και πιο βαριές καθώς οπισθοχωρούσαν χωρίς να διατηρούν καμία συνοχή. Αλλά αυτή η ετερότητα του βαρβάρου δεν είναι απαραίτητα αρνητική: είναι μόνο το αντίθετο του πολιτισμού που ενσαρκώνει ο Έλληνας. Αυτή η σύλληψη του βαρβάρου ως του απόλυτου άλλου θα διατηρηθεί, ακόμη και όταν η ασύλληπτη για τον κοινό νου εκστρατεία του Μέγα Αλέξανδρου, που είχε συνείδηση ότι είναι Έλληνας, στα βάθη της Ανατολής έφερε πολλούς από αυτούς τους ανατολίτες βαρβάρους στον Ελληνικό πολιτισμό.
1. Είναι πασίδηλο ότι οι Έλληνες εισήγαγαν τον όρο «βάρβαροι» για να διακρίνονται από τους μη Έλληνες, εκείνους δηλαδή που δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα με αυτούς. Είναι πιθανό η προέλευση του όρου, που ανάγεται στον Όμηρο, προέρχεται από μια ονοματοποιία. Στην κλασική εποχή, ο κόσμος των βαρβάρων εκτεινόταν από τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας μέχρι τις ακτές της Ισπανίας. Ωστόσο, ανάμεσα σε αυτούς τους «βαρβάρους», υπήρχαν και εκείνοι που ενσάρκωναν κατ' εξοχήν αυτούς τους «άλλους» από τους οποίους ήθελαν να διακριθούν οι Έλληνες: δηλαδή από τους κατοίκους της απέραντης περσικής αυτοκρατορίας. Οι Έλληνες χρειάστηκε να τους αντιμετωπίσουν νικηφόρα κατά τη διάρκεια των περσικών πολέμων.
2. Ο Ηρόδοτος έγραψε σχετικά για αυτούς τους πολέμους και είναι αυτός που συνέβαλε περισσότερο από κάθε άλλον στη σφυρηλάτηση της εικόνας του βαρβάρου, ακόμη κι αν ένιωθε για αυτούς που τους περιέγραψε ως τέτοιους όχι μόνο περιέργεια, αλλά ακόμη και μια συμπάθεια, για την οποία οι επικριτές του θα τον κατηγορούσαν. Ο Ηρόδοτος περιγράφει τον βάρβαρο ως τον κατ’ εξοχήν άλλο, που διαφέρει θεμελιωδώς από τον Έλληνα ως προς το ότι πρωτίστως είναι υποταγμένος σε μια δεσποτική εξουσία, αυτή του βασιλιά, ενώ ο Έλληνας είναι ελεύθερος άνθρωπος. Στη συνάφεια τούτη τον χαρακτηρίζει περαιτέρω η αμετρία, η υπερβολή και η ύβρις, σε αντίθεση με την αίσθηση της τάξης, που είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Έλληνα.
3. Η ιστορία της μάχης της Σαλαμίνας είναι πολύ διδακτική από αυτή την άποψη: αντιμέτωπα με τα ελληνικά πλοία που προχωρούσαν με παραδειγματική τάξη, τα περσικά πλοία παρουσιάστηκαν με σύγχυση και αταξία, και οι απώλειές τους ήταν όλο και πιο βαριές καθώς οπισθοχωρούσαν χωρίς να διατηρούν καμία συνοχή. Αλλά αυτή η ετερότητα του βαρβάρου δεν είναι απαραίτητα αρνητική: είναι μόνο το αντίθετο του πολιτισμού που ενσαρκώνει ο Έλληνας. Αυτή η σύλληψη του βαρβάρου ως του απόλυτου άλλου θα διατηρηθεί, ακόμη και όταν η ασύλληπτη για τον κοινό νου εκστρατεία του Μέγα Αλέξανδρου, που είχε συνείδηση ότι είναι Έλληνας, στα βάθη της Ανατολής έφερε πολλούς από αυτούς τους ανατολίτες βαρβάρους στον Ελληνικό πολιτισμό.
Νίτσε: Η ελπίδα είναι το έσχατο κακό
Τέτοιο πάθος για την αλήθεια! Συγχωρήστε με, καθηγητά Νίτσε, αν ακούγομαι προκλητικός, αλλά συμφωνήσαμε να μιλήσουμε ειλικρινά. Εσείς μιλάτε για την αλήθεια σαν να ήταν κάτι ιερό, σαν να θέλετε ν’ αντικαταστήσετε μια θρησκεία με μια άλλη. Επιτρέψτε μου να παραστήσω τον συνήγορο του διαβόλου. Επιτρέψτε μου να ρωτήσω: Γιατί τόσο πάθος, τόση ευλάβεια για την αλήθεια; Πώς θα βοηθήσει η αλήθεια τον άρρωστό μου;»
«Δεν είναι η αλήθεια ιερή, ιερή είναι η αναζήτηση της αλήθειας του καθενός μας! Μπορεί να υπάρχει πιο ιερή πράξη από την αυτοαναζήτηση; Το φιλοσοφικό μου έργο, λένε κάποιοι ότι είναι χτισμένο πάνω στην άμμο: οι απόψεις μου αλλάζουν συνεχώς. Αλλά μια από τις πάγιες φράσεις μου είναι: “Γίνε αυτό που είσαι”. Και πώς μπορεί κανείς ν’ ανακαλύψει ποιος είναι και τι είναι χωρίς την αλήθεια;»
«Η αλήθεια του αρρώστου μου όμως είναι ότι έχει πολύ λίγο χρόνο ζωής μπροστά του. Πρέπει εγώ να του προσφέρω αυτή την αυτογνωσία;»
«Η αληθινή εκλογή, η πλήρης εκλογή», απάντησε ο Νίτσε, «μόνο κάτω από τον ήλιο της αλήθειας μπορεί ν’ ανθίσει. Πώς αλλιώς μπορεί να γίνει;»
Συνειδητοποιώντας ότι ο Νίτσε μπορούσε να επιχειρηματολογεί πειστικά —και ατελείωτα— σ’ αυτή την αφηρημένη επικράτεια της αλήθειας και της εκλογής, ο Μπρόιερ είδε ότι έπρεπε να τον αναγκάσει να μιλήσει πιο συγκεκριμένα. «Κι ο σημερινός ασθενής μου; Ποιο είναι το φάσμα των επιλογών του; Ίσως η εμπιστοσύνη στον Θεό να είναι η δική του επιλογή!»
«Αυτό δεν αποτελεί επιλογή ενός άντρα. Δεν είναι ανθρώπινη επιλογή, αλλά μια προσπάθεια ν’ αδράξεις μια ψευδαίσθηση έξω απ’ τον εαυτό σου. Μια τέτοια εκλογή, η εκλογή του άλλου, του υπερφυσικού, πάντα σε αποδυναμώνει. Πάντα κάνει τον άνθρωπο μικρότερο απ’ αυτό που είναι. Εγώ αγαπώ ό,τι μας κάνει μεγαλύτερους απ’ αυτό που είμαστε!»
«Ας μη μιλάμε για τον άνθρωπο αφηρημένα», επέμεινε ο Μπρόιερ, «αλλά για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο με σάρκα και οστά —αυτόν τον ασθενή μου. Σκεφτείτε την κατάστασή του. Θα ζήσει μόνο μερικές μέρες ή εβδομάδες! Τι νόημα έχει να του μιλήσει κανείς για επιλογή;»
Απτόητος ο Νίτσε απάντησε αμέσως: «Αν δεν γνωρίζει ότι πεθαίνει, τότε πώς μπορεί ο ασθενής σας ν’ αποφασίσει πώς θα πεθάνει;»
«Πώς να πεθάνει, καθηγητά Νίτσε;»
«Ναι, πρέπει ν’ αποφασίσει πώς θ’ αντιμετωπίσει το θάνατο: να μιλήσει σε άλλους, να δώσει συμβουλές, να πει πράγματα που φύλαγε για να τα πει πριν το θάνατό του, να αποχαιρετήσει τους άλλους, ή να μείνει μόνος, να κλάψει, να περιφρονήσει το θάνατο, να τον καταραστεί, να του πει ευχαριστώ. »
«Συνεχίζετε να μιλάτε για ένα ιδεώδες, μια αφαίρεση, αλλά εγώ παραμένω υποχρεωμένος να φροντίσω έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, με σάρκα και οστά. Ξέρω ότι θα πεθάνει, και μάλιστα με αβάσταχτους πόνους πολύ σύντομα. Γιατί να του το πω και να τον επιβαρύνω; Πάνω απ όλα πρέπει να διατηρήσει την ελπίδα του. Και ποιος άλλος εκτός απ το γιατρό μπορεί να τη συντηρήσει;»
«Την ελπίδα; Η ελπίδα είναι το έσχατο κακό!». Ο Νίτσε σχεδόν φώναζε. «Στο βιβλίο μου Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, έγραφα ότι όταν άνοιξε το κουτί της Πανδώρας, και τα κακά που είχε κλείσει εκεί ο Δίας ξέφυγαν στον κόσμο των ανθρώπων, έμεινε μόνο, χωρίς να το ξέρει κανείς, ένα έσχατο κακό: η ελπίδα. Από τότε ο άνθρωπος κάνει το λάθος να θεωρεί το κουτί και το περιεχομενό του, την ελπίδα, σαν τυχερό σεντούκι. Ξεχνάμε όμως την επιθυμία του Δία ο άνθρωπος να συνεχίσει να βασανίζεται. Η ελπίδα είναι το χειρότερο κακό γιατί παρατείνει το βάσανο»
«Υπονοείτε δηλαδή ότι ο άνθρωπος θα έπρεπε να συντομεύει το θανατό του, αν το επιθυμεί»
«Είναι κι αυτό μια πιθανή εκλογή, αλλά μόνο υπο το φως της ολοκληρωτικής γνώσης»
«Δεν είναι η αλήθεια ιερή, ιερή είναι η αναζήτηση της αλήθειας του καθενός μας! Μπορεί να υπάρχει πιο ιερή πράξη από την αυτοαναζήτηση; Το φιλοσοφικό μου έργο, λένε κάποιοι ότι είναι χτισμένο πάνω στην άμμο: οι απόψεις μου αλλάζουν συνεχώς. Αλλά μια από τις πάγιες φράσεις μου είναι: “Γίνε αυτό που είσαι”. Και πώς μπορεί κανείς ν’ ανακαλύψει ποιος είναι και τι είναι χωρίς την αλήθεια;»
«Η αλήθεια του αρρώστου μου όμως είναι ότι έχει πολύ λίγο χρόνο ζωής μπροστά του. Πρέπει εγώ να του προσφέρω αυτή την αυτογνωσία;»
«Η αληθινή εκλογή, η πλήρης εκλογή», απάντησε ο Νίτσε, «μόνο κάτω από τον ήλιο της αλήθειας μπορεί ν’ ανθίσει. Πώς αλλιώς μπορεί να γίνει;»
Συνειδητοποιώντας ότι ο Νίτσε μπορούσε να επιχειρηματολογεί πειστικά —και ατελείωτα— σ’ αυτή την αφηρημένη επικράτεια της αλήθειας και της εκλογής, ο Μπρόιερ είδε ότι έπρεπε να τον αναγκάσει να μιλήσει πιο συγκεκριμένα. «Κι ο σημερινός ασθενής μου; Ποιο είναι το φάσμα των επιλογών του; Ίσως η εμπιστοσύνη στον Θεό να είναι η δική του επιλογή!»
«Αυτό δεν αποτελεί επιλογή ενός άντρα. Δεν είναι ανθρώπινη επιλογή, αλλά μια προσπάθεια ν’ αδράξεις μια ψευδαίσθηση έξω απ’ τον εαυτό σου. Μια τέτοια εκλογή, η εκλογή του άλλου, του υπερφυσικού, πάντα σε αποδυναμώνει. Πάντα κάνει τον άνθρωπο μικρότερο απ’ αυτό που είναι. Εγώ αγαπώ ό,τι μας κάνει μεγαλύτερους απ’ αυτό που είμαστε!»
«Ας μη μιλάμε για τον άνθρωπο αφηρημένα», επέμεινε ο Μπρόιερ, «αλλά για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο με σάρκα και οστά —αυτόν τον ασθενή μου. Σκεφτείτε την κατάστασή του. Θα ζήσει μόνο μερικές μέρες ή εβδομάδες! Τι νόημα έχει να του μιλήσει κανείς για επιλογή;»
Απτόητος ο Νίτσε απάντησε αμέσως: «Αν δεν γνωρίζει ότι πεθαίνει, τότε πώς μπορεί ο ασθενής σας ν’ αποφασίσει πώς θα πεθάνει;»
«Πώς να πεθάνει, καθηγητά Νίτσε;»
«Ναι, πρέπει ν’ αποφασίσει πώς θ’ αντιμετωπίσει το θάνατο: να μιλήσει σε άλλους, να δώσει συμβουλές, να πει πράγματα που φύλαγε για να τα πει πριν το θάνατό του, να αποχαιρετήσει τους άλλους, ή να μείνει μόνος, να κλάψει, να περιφρονήσει το θάνατο, να τον καταραστεί, να του πει ευχαριστώ. »
«Συνεχίζετε να μιλάτε για ένα ιδεώδες, μια αφαίρεση, αλλά εγώ παραμένω υποχρεωμένος να φροντίσω έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, με σάρκα και οστά. Ξέρω ότι θα πεθάνει, και μάλιστα με αβάσταχτους πόνους πολύ σύντομα. Γιατί να του το πω και να τον επιβαρύνω; Πάνω απ όλα πρέπει να διατηρήσει την ελπίδα του. Και ποιος άλλος εκτός απ το γιατρό μπορεί να τη συντηρήσει;»
«Την ελπίδα; Η ελπίδα είναι το έσχατο κακό!». Ο Νίτσε σχεδόν φώναζε. «Στο βιβλίο μου Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, έγραφα ότι όταν άνοιξε το κουτί της Πανδώρας, και τα κακά που είχε κλείσει εκεί ο Δίας ξέφυγαν στον κόσμο των ανθρώπων, έμεινε μόνο, χωρίς να το ξέρει κανείς, ένα έσχατο κακό: η ελπίδα. Από τότε ο άνθρωπος κάνει το λάθος να θεωρεί το κουτί και το περιεχομενό του, την ελπίδα, σαν τυχερό σεντούκι. Ξεχνάμε όμως την επιθυμία του Δία ο άνθρωπος να συνεχίσει να βασανίζεται. Η ελπίδα είναι το χειρότερο κακό γιατί παρατείνει το βάσανο»
«Υπονοείτε δηλαδή ότι ο άνθρωπος θα έπρεπε να συντομεύει το θανατό του, αν το επιθυμεί»
«Είναι κι αυτό μια πιθανή εκλογή, αλλά μόνο υπο το φως της ολοκληρωτικής γνώσης»
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕΥΑΓΟΡΑΣ
ΙΣΟΚΡ 9.65–69
Ακολουθώντας την παράδοση του είδους, ο Ισοκράτης αναφέρθηκε στην καταγωγή του Ευαγόρα και εξιστόρησε τον βίο του, ξεκινώντας από τη γέννησή του. Περιέγραψε την επεισοδιακή ανάρρησή του στον θρόνο, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο ο Ευαγόρας άσκησε τα καθήκοντά του, ανασυγκροτώντας την πόλη, προσελκύοντας φίλους και συμμάχους και αντιμετωπίζοντας επιτυχημένα όσους προξενούσαν δεινά στην Ελλάδα, αρχικά τους Λακεδαιμονίους και στη συνέχεια τους Πέρσες.
[65] Καίτοι πῶς ἄν τις τὴν ἀνδρίαν ἢ τὴν φρόνησιν ἢ
σύμπασαν τὴν ἀρετὴν τὴν Εὐαγόρου φανερώτερον ἐπιδεί-
ξειεν ἢ διὰ τοιούτων ἔργων καὶ κινδύνων; οὐ γὰρ μόνον
φανεῖται τοὺς ἄλλους πολέμους, ἀλλὰ καὶ τὸν τῶν ἡρώων
ὑπερβαλόμενος, τὸν ὑπὸ πάντων ἀνθρώπων ὑμνούμενον.
οἱ μὲν γὰρ μεθ’ ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος Τροίαν μόνην εἷλον,
ὁ δὲ μίαν πόλιν ἔχων πρὸς ἅπασαν τὴν Ἀσίαν ἐπολέμη-
σεν· ὥστ’ εἰ τοσοῦτοι τὸ πλῆθος ἐγκωμιάζειν αὐτὸν ἠβου-
λήθησαν ὅσοι περ ἐκείνους, πολὺ ἂν μείζω καὶ τὴν δόξαν
αὐτῶν ἔλαβεν. [66] τίνα γὰρ εὑρήσομεν τῶν τότε γενο-
μένων, εἰ τοὺς μύθους ἀφέντες τὴν ἀλήθειαν σκοποῖμεν,
τοιαῦτα διαπεπραγμένον, ἢ τίνα τοσούτων μεταβολῶν ἐν
τοῖς πράγμασιν αἴτιον γεγενημένον; ὃς αὑτὸν μὲν ἐξ
ἰδιώτου τύραννον κατέστησε, τὸ δὲ γένος ἅπαν ἀπεληλα-
μένον τῆς πολιτείας εἰς τὰς προσηκούσας τιμὰς πάλιν
ἐπανήγαγε, τοὺς δὲ πολίτας ἐκ βαρβάρων μὲν Ἕλληνας
ἐποίησεν, ἐξ ἀνάνδρων δὲ πολεμικούς, ἐξ ἀδόξων δ’ ὀνο-
μαστούς, [67] τὸν δὲ τόπον ἄμικτον ὅλον παραλαβὼν καὶ
παντάπασιν ἐξηγριωμένον ἡμερώτερον καὶ πραότερον κατέ-
στησεν, ἔτι δὲ πρὸς τούτοις εἰς ἔχθραν μὲν βασιλεῖ κατα-
στὰς οὕτως αὐτὸν ἠμύνατο καλῶς ὥστ’ ἀείμνηστον γεγενῆ-
σθαι τὸν πόλεμον τὸν περὶ Κύπρον, ὅτε δ’ ἦν αὐτῷ
σύμμαχος, τοσούτῳ χρησιμώτερον αὑτὸν παρέσχεν τῶν
ἄλλων [68] ὥσθ’ ὁμολογουμένως μεγίστην αὐτῷ συμβαλέ-
σθαι δύναμιν εἰς τὴν ναυμαχίαν τὴν περὶ Κνίδον, ἧς γενο-
μένης βασιλεὺς μὲν ἁπάσης τῆς Ἀσίας κύριος κατέστη,
Λακεδαιμόνιοι δ’ ἀντὶ τοῦ τὴν ἤπειρον πορθεῖν περὶ τῆς
αὑτῶν κινδυνεύειν ἠναγκάσθησαν, οἱ δ’ Ἕλληνες ἀντὶ
δουλείας αὐτονομίας ἔτυχον, Ἀθηναῖοι δὲ τοσοῦτον ἐπέ-
δοσαν ὥστε τοὺς πρότερον αὐτῶν ἄρχοντας ἐλθεῖν αὐτοῖς
τὴν ἀρχὴν δώσοντας. [69] ὥστ’ εἴ τις ἔροιτό με, τί νομίζω
μέγιστον εἶναι τῶν Εὐαγόρᾳ πεπραγμένων, πότερον
τὰς ἐπιμελείας καὶ τὰς παρασκευὰς τὰς πρὸς Λακεδαι-
μονίους ἐξ ὧν τὰ προειρημένα γέγονεν, ἢ τὸν τελευταῖον
πόλεμον, ἢ τὴν κατάληψιν τῆς βασιλείας, ἢ τὴν ὅλην
τῶν πραγμάτων διοίκησιν, εἰς πολλὴν ἀπορίαν ἂν κατα-
σταίην· ἀεὶ γάρ μοι δοκεῖ μέγιστον εἶναι καὶ θαυμαστό-
τατον καθ’ ὅ τι ἂν αὐτῶν ἐπιστήσω τὴν διάνοιαν.
ΙΣΟΚΡ 9.65–69
Σύντομη ανακεφαλαίωση των κατορθωμάτων του Ευαγόρα
Ακολουθώντας την παράδοση του είδους, ο Ισοκράτης αναφέρθηκε στην καταγωγή του Ευαγόρα και εξιστόρησε τον βίο του, ξεκινώντας από τη γέννησή του. Περιέγραψε την επεισοδιακή ανάρρησή του στον θρόνο, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο ο Ευαγόρας άσκησε τα καθήκοντά του, ανασυγκροτώντας την πόλη, προσελκύοντας φίλους και συμμάχους και αντιμετωπίζοντας επιτυχημένα όσους προξενούσαν δεινά στην Ελλάδα, αρχικά τους Λακεδαιμονίους και στη συνέχεια τους Πέρσες.
[65] Καίτοι πῶς ἄν τις τὴν ἀνδρίαν ἢ τὴν φρόνησιν ἢ
σύμπασαν τὴν ἀρετὴν τὴν Εὐαγόρου φανερώτερον ἐπιδεί-
ξειεν ἢ διὰ τοιούτων ἔργων καὶ κινδύνων; οὐ γὰρ μόνον
φανεῖται τοὺς ἄλλους πολέμους, ἀλλὰ καὶ τὸν τῶν ἡρώων
ὑπερβαλόμενος, τὸν ὑπὸ πάντων ἀνθρώπων ὑμνούμενον.
οἱ μὲν γὰρ μεθ’ ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος Τροίαν μόνην εἷλον,
ὁ δὲ μίαν πόλιν ἔχων πρὸς ἅπασαν τὴν Ἀσίαν ἐπολέμη-
σεν· ὥστ’ εἰ τοσοῦτοι τὸ πλῆθος ἐγκωμιάζειν αὐτὸν ἠβου-
λήθησαν ὅσοι περ ἐκείνους, πολὺ ἂν μείζω καὶ τὴν δόξαν
αὐτῶν ἔλαβεν. [66] τίνα γὰρ εὑρήσομεν τῶν τότε γενο-
μένων, εἰ τοὺς μύθους ἀφέντες τὴν ἀλήθειαν σκοποῖμεν,
τοιαῦτα διαπεπραγμένον, ἢ τίνα τοσούτων μεταβολῶν ἐν
τοῖς πράγμασιν αἴτιον γεγενημένον; ὃς αὑτὸν μὲν ἐξ
ἰδιώτου τύραννον κατέστησε, τὸ δὲ γένος ἅπαν ἀπεληλα-
μένον τῆς πολιτείας εἰς τὰς προσηκούσας τιμὰς πάλιν
ἐπανήγαγε, τοὺς δὲ πολίτας ἐκ βαρβάρων μὲν Ἕλληνας
ἐποίησεν, ἐξ ἀνάνδρων δὲ πολεμικούς, ἐξ ἀδόξων δ’ ὀνο-
μαστούς, [67] τὸν δὲ τόπον ἄμικτον ὅλον παραλαβὼν καὶ
παντάπασιν ἐξηγριωμένον ἡμερώτερον καὶ πραότερον κατέ-
στησεν, ἔτι δὲ πρὸς τούτοις εἰς ἔχθραν μὲν βασιλεῖ κατα-
στὰς οὕτως αὐτὸν ἠμύνατο καλῶς ὥστ’ ἀείμνηστον γεγενῆ-
σθαι τὸν πόλεμον τὸν περὶ Κύπρον, ὅτε δ’ ἦν αὐτῷ
σύμμαχος, τοσούτῳ χρησιμώτερον αὑτὸν παρέσχεν τῶν
ἄλλων [68] ὥσθ’ ὁμολογουμένως μεγίστην αὐτῷ συμβαλέ-
σθαι δύναμιν εἰς τὴν ναυμαχίαν τὴν περὶ Κνίδον, ἧς γενο-
μένης βασιλεὺς μὲν ἁπάσης τῆς Ἀσίας κύριος κατέστη,
Λακεδαιμόνιοι δ’ ἀντὶ τοῦ τὴν ἤπειρον πορθεῖν περὶ τῆς
αὑτῶν κινδυνεύειν ἠναγκάσθησαν, οἱ δ’ Ἕλληνες ἀντὶ
δουλείας αὐτονομίας ἔτυχον, Ἀθηναῖοι δὲ τοσοῦτον ἐπέ-
δοσαν ὥστε τοὺς πρότερον αὐτῶν ἄρχοντας ἐλθεῖν αὐτοῖς
τὴν ἀρχὴν δώσοντας. [69] ὥστ’ εἴ τις ἔροιτό με, τί νομίζω
μέγιστον εἶναι τῶν Εὐαγόρᾳ πεπραγμένων, πότερον
τὰς ἐπιμελείας καὶ τὰς παρασκευὰς τὰς πρὸς Λακεδαι-
μονίους ἐξ ὧν τὰ προειρημένα γέγονεν, ἢ τὸν τελευταῖον
πόλεμον, ἢ τὴν κατάληψιν τῆς βασιλείας, ἢ τὴν ὅλην
τῶν πραγμάτων διοίκησιν, εἰς πολλὴν ἀπορίαν ἂν κατα-
σταίην· ἀεὶ γάρ μοι δοκεῖ μέγιστον εἶναι καὶ θαυμαστό-
τατον καθ’ ὅ τι ἂν αὐτῶν ἐπιστήσω τὴν διάνοιαν.
***
Και πράγματι πώς ήθελε τις επιδείξει σαφέστερον και την ανδρείαν και την φρόνησιν και όλην εν γένει την αρετήν του Ευαγόρου παρά διά τοιούτων έργων και κινδύνων; Διότι δεν θα φανή ότι υπερέβαλε μόνον τους άλλους πολέμους, αλλά και τον πόλεμο των ηρώων, τον εξυμνούμενον υπό όλων των ανθρώπων. Διότι εκείνοι μεν με την βοήθειαν ολοκλήρου της Ελλάδος μόνον την Τροίαν εκυρίευσαν, ούτος δε, αν και είχε μίαν πόλιν, επολέμησε προς όλην την Ασίαν· ώστε εάν ήθελον επιθυμήσει τόσοι πολλοί ποιηταί να τον εξυμνήσουν, όσοι εξύμνησαν τους ήρωας εκείνους, θα απέκτα πολύ μεγαλυτέραν και την δόξαν των. Διότι ποίον θα εύρωμεν από τους ακμάσαντας τότε, αν, αφήνοντες κατά μέρος τους μύθους, εξετάσωμεν την αλήθειαν, να έχη επιτελέσει τοιαύτα κατορθώματα ή ποίον θα εύρωμεν να έχη γίνει αιτία τοσούτων μεταβολών εις την πολιτικήν κατάστασιν; Διότι αυτός, τον εαυτόν του μεν από ιδιώτην τον έκαμε απόλυτον μονάρχην, το δε γένος του όλον αποκεκλεισμένον της διοικήσεως της πολιτείας, αποκατέστησεν εις τα παλαιά του προνόμια, τους δε συμπολίτας του από βαρβάρους μεν έκαμεν Έλληνας, από ανάνδρους δε πολεμικούς και από αδόξους τους έκαμεν ενδόξους· επίσης, ενώ παρέλαβε την χώραν του χωρίς να έρχεται εις καμμίαν επιμειξίαν με άλλους και τελείως εις αγρίαν κατάστασιν, κατέστησεν αυτήν και πραοτέραν και ημερωτέραν. Προς τούτοις, ότε συνεκρούσθη προς τον μέγαν βασιλέα, τόσον σθεναρώς τον απέκρουσεν, ώστε να γίνη αθάνατος ο πόλεμος διά την Κύπρον· ότε δε έγινε σύμμαχός του, τόσον πολύ χρησιμώτερον παρέσχε τον εαυτόν του των άλλων βασιλέων της Κύπρου, ώστε, κατά κοινήν ομολογίαν, μεγίστην δύναμιν να συνεισφέρη εις αυτόν κατά την ναυμαχίαν περί την Κνίδον. Χάρις λοιπόν εις την νίκην ταύτην ο βασιλεύς μεν έγινε κύριος ολοκλήρου της Ασίας, οι Λακεδαιμόνιοι δε αντί να λεηλατούν την Μ.Ασίαν ηναγκάσθησαν να αγωνίζωνται διά την άμυναν της πατρίδος των, οι Έλληνες από δούλοι έγιναν αυτόνομοι, οι Αθηναίοι δε έκαμαν τόσον μεγάλας προόδους, ώστε εκείνοι οι οποίοι πρότερον εξουσίαζον αυτούς να έλθουν να τους παραδώσουν την κατά θάλασσαν ηγεμονίαν. Ώστε, εάν κάποιος ήθελε με ερωτήσει, ποίον νομίζω ότι είναι μέγιστον εκ των κατορθωμάτων του Ευαγόρου, ποίον εκ των δύο, αι φροντίδες του και αι προπαρασκευαί του κατά των Λακεδαιμονίων, αι οποίαι προεκάλεσαν τα γεγονότα περί των οποίων έχω ομιλήσει ή ο τελευταίος πόλεμος ή η κατάληψις της βασιλείας ή εν γένει η όλη διαχείρισις των πολιτικών πραγμάτων, θα ευρισκόμην εις πολύ δύσκολον θέσιν να απαντήσω· διότι κάθε φοράν μου φαίνεται ότι είναι μέγιστον και θαυμαστότατον εκείνο εξ αυτών, προς το οποίον ήθελον στρέψει την προσοχήν μου.
Και πράγματι πώς ήθελε τις επιδείξει σαφέστερον και την ανδρείαν και την φρόνησιν και όλην εν γένει την αρετήν του Ευαγόρου παρά διά τοιούτων έργων και κινδύνων; Διότι δεν θα φανή ότι υπερέβαλε μόνον τους άλλους πολέμους, αλλά και τον πόλεμο των ηρώων, τον εξυμνούμενον υπό όλων των ανθρώπων. Διότι εκείνοι μεν με την βοήθειαν ολοκλήρου της Ελλάδος μόνον την Τροίαν εκυρίευσαν, ούτος δε, αν και είχε μίαν πόλιν, επολέμησε προς όλην την Ασίαν· ώστε εάν ήθελον επιθυμήσει τόσοι πολλοί ποιηταί να τον εξυμνήσουν, όσοι εξύμνησαν τους ήρωας εκείνους, θα απέκτα πολύ μεγαλυτέραν και την δόξαν των. Διότι ποίον θα εύρωμεν από τους ακμάσαντας τότε, αν, αφήνοντες κατά μέρος τους μύθους, εξετάσωμεν την αλήθειαν, να έχη επιτελέσει τοιαύτα κατορθώματα ή ποίον θα εύρωμεν να έχη γίνει αιτία τοσούτων μεταβολών εις την πολιτικήν κατάστασιν; Διότι αυτός, τον εαυτόν του μεν από ιδιώτην τον έκαμε απόλυτον μονάρχην, το δε γένος του όλον αποκεκλεισμένον της διοικήσεως της πολιτείας, αποκατέστησεν εις τα παλαιά του προνόμια, τους δε συμπολίτας του από βαρβάρους μεν έκαμεν Έλληνας, από ανάνδρους δε πολεμικούς και από αδόξους τους έκαμεν ενδόξους· επίσης, ενώ παρέλαβε την χώραν του χωρίς να έρχεται εις καμμίαν επιμειξίαν με άλλους και τελείως εις αγρίαν κατάστασιν, κατέστησεν αυτήν και πραοτέραν και ημερωτέραν. Προς τούτοις, ότε συνεκρούσθη προς τον μέγαν βασιλέα, τόσον σθεναρώς τον απέκρουσεν, ώστε να γίνη αθάνατος ο πόλεμος διά την Κύπρον· ότε δε έγινε σύμμαχός του, τόσον πολύ χρησιμώτερον παρέσχε τον εαυτόν του των άλλων βασιλέων της Κύπρου, ώστε, κατά κοινήν ομολογίαν, μεγίστην δύναμιν να συνεισφέρη εις αυτόν κατά την ναυμαχίαν περί την Κνίδον. Χάρις λοιπόν εις την νίκην ταύτην ο βασιλεύς μεν έγινε κύριος ολοκλήρου της Ασίας, οι Λακεδαιμόνιοι δε αντί να λεηλατούν την Μ.Ασίαν ηναγκάσθησαν να αγωνίζωνται διά την άμυναν της πατρίδος των, οι Έλληνες από δούλοι έγιναν αυτόνομοι, οι Αθηναίοι δε έκαμαν τόσον μεγάλας προόδους, ώστε εκείνοι οι οποίοι πρότερον εξουσίαζον αυτούς να έλθουν να τους παραδώσουν την κατά θάλασσαν ηγεμονίαν. Ώστε, εάν κάποιος ήθελε με ερωτήσει, ποίον νομίζω ότι είναι μέγιστον εκ των κατορθωμάτων του Ευαγόρου, ποίον εκ των δύο, αι φροντίδες του και αι προπαρασκευαί του κατά των Λακεδαιμονίων, αι οποίαι προεκάλεσαν τα γεγονότα περί των οποίων έχω ομιλήσει ή ο τελευταίος πόλεμος ή η κατάληψις της βασιλείας ή εν γένει η όλη διαχείρισις των πολιτικών πραγμάτων, θα ευρισκόμην εις πολύ δύσκολον θέσιν να απαντήσω· διότι κάθε φοράν μου φαίνεται ότι είναι μέγιστον και θαυμαστότατον εκείνο εξ αυτών, προς το οποίον ήθελον στρέψει την προσοχήν μου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)




