Κυριακή 22 Μαΐου 2022

Αναζητώντας ζωή σε άλλους κόσμους

Ήδη από τον 17ο αιώνα, ο σύγχρονος του Γαλιλαίου φιλόσοφος Τζιορντάνο Μπρούνο υποστήριξε ότι στο Σύμπαν υπάρχουν άπειροι πλανήτες σαν τη Γη και υπαινίχθηκε ακόμη και την ύπαρξη ζωής σε αυτούς. Περιττό να πούμε ότι το λαμπρό αυτό πνεύμα έχασε τη ζωή του με τρόπο δραματικό, στην πυρά, για τις κοσμολογικές του αντιλήψεις. Σήμερα έχουμε επιβεβαιώσει την ύπαρξη 4.000 και πλέον πλανητών πέρα από το ηλιακό σύστημα, τους οποίους ονομάζουμε εξωπλανήτες. Από αυτούς οι μισοί μοιάζουν, ως προς το μέγεθος και τη σύστασή τους, με τη Γη μας. Για την ακρίβεια, μέχρι την 1η Μαΐου 2021, σύμφωνα με τη NASA, γνωρίζαμε 4.758 επιβεβαιωμένους εξωπλανήτες.

Kepler-452bKepler-452 b: Ένας «ξάδελφος της Γης» με 5-πλάσια μάζα ΄και διπλάσια βαρύτητα, που περιστρέφεται γύρω από ένα αστέρι σαν τον ήλιο μας στην κατοικήσιμη ζώνη, όπου θα μπορούσε να υπάρχει υγρό νερό. Η ανακάλυψή του ανακοινώθηκε στις 23 Ιουλίου 2015 ενώ απέχει 1.400 έτη φωτός από το ηλιακό μας σύστημα. Ένα διαστημόπλοιο που θα επιχειρούσε να τον προσεγγίσει θα χρειαζόταν, αν η ταχύτητά του ήταν όσο του Νέοι Ορίζοντες, του ταχύτερου διαστημόπλοιου που εκτοξεύθηκε ποτέ από τη Γη, περίπου 25,8 εκατομμύρια χρόνια.

Προϋποθέσεις κατοικησιμότητας

Τους εξωπλανήτες, όντας πολύ μακρινά και αμυδρά σώματα, πώς μπορούμε να τους εντοπίσουμε και να τους μελετήσουμε ώστε να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για την κατοικησιμότητά τους; Προτού αναφερθούμε στους τρόπους αναζήτησης εξωπλανητών, είναι χρήσιμο να ορίσουμε τι εννοούμε με τον όρο «κατοικησιμότητα» ενός πλανήτη. Ένας αρχικός και πολύ απλοϊκός ορισμός είναι η ικανότητα ενός πλανήτη να αναπτύξει και να διατηρήσει στην επιφάνειά του οποιαδήποτε μορφή ζωής. Σύμφωνα με την επιστήμη της βιολογίας και με βάση τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά των γήινων έμβιων όντων, η ζωή για να αναπτυχθεί χρειάζεται τρία βασικά στοιχεία,

α. Νερό σε υγρή μορφή.

β. Χημικά στοιχεία από τα οποία θα δημιουργηθούν οι ενώσεις που συνθέτουν τους βιολογικούς οργανισμούς

γ. Ενέργεια η οποία στην πλειονότητά της προέρχεται από το μητρικό άστρο του πλανήτη.

Θερμοκρασία και πίεση

Γύρω από κάθε άστρο της κύριας ακολουθίας υπάρχει μια περιοχή όπου, ένας βραχώδης πλανήτης θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να διατηρήσει στην επιφάνειά του νερό σε υγρή μορφή. Μία βασική προϋπόθεση είναι η ακτινοβολία με τη μορφή θερμότητας που δέχεται ο πλανήτης από το μητρικό του άστρο να είναι τέτοια ώστε η επιφανειακή θερμοκρασία του πλανήτη να επιτρέπει στο νερό να μην παγώνει ούτε να εξατμίζεται, αλλά να παραμένει σε υγρή μορφή. Βέβαια για να συμβεί αυτό δεν αρκεί μόνο η θερμοκρασία να είναι κατάλληλη, αλλά και η ατμοσφαιρική πίεση να είναι επίσης ανάλογη. Η περιοχή αυτή ονομάζεται κατοικήσιμη ζώνη.

Η απόσταση της ζώνης αυτής από το άστρο ποικίλει ανάλογα με τον φασματικό του τύπο. Η έννοια αυτή της κατοικήσιμης ζώνης διευρύνεται αν αναζητήσει κανείς άλλες πηγές ενέργειας, εκτός του μητρικού άστρου, η οποία θα μπορούσε να συμβάλει στην ύπαρξη νερού σε υγρή μορφή σε κάποιον βραχώδη κόσμο. Τέτοια παραδείγματα συναντούμε στο ηλιακό σύστημα. Οι δορυφόροι του Δία Ευρώπη, Καλλιστώ και Γανυμήδης και ο δορυφόρος του Κρόνου Εγκέλαδος είναι δείγματα της περίπτωσης αυτής. Μολονότι βρίσκονται πέρα από την τυπική κατοικήσιμη ζώνη του Ηλίου, εντός της οποίας βρίσκεται μόνο η Γη, διαθέτουν τεράστιες ποσότητες υγρού νερού κάτω από την παγωμένη τους επιφάνεια. Αν και η επιφανειακή θερμοκρασία των σωμάτων αυτών είναι περίπου -150 βαθμοί Κελσίου, το νερό παραμένει σε υγρή μορφή χάρη στην εσωτερική θερμότητα (η οποία προκαλείται από τις τριβές των πετρωμάτων τους λόγω των ισχυρών παλιρροϊκών δυνάμεων που τους ασκεί το βαρυτικό πεδίο των πλανητών).

Μέθοδοι αναζήτησης εξωπλανητών

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα αναζητούν οι επιστήμονες πλανήτες γύρω από άλλους αστέρες του Γαλαξία οι οποίοι θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν ζωή, αξιοποιώντας πλήθος τεχνολογιών. Ειδικότερα, για την αναζήτηση εξωπλανητών αξιοποιούνται πέντε μέθοδοι έρευνας:

α. Η μέθοδος της διάβασης (transit),

β. της ακτινικής ταχύτητας (radial velocity),

γ. του βαρυτικού μικροφακού (gravitational microlensing),

δ. της απευθείας φωτογράφησης και ε. του συγχρονισμού των pulsars.

Από τις παραπάνω μεθόδους οι δύο πρώτες είναι οι πιο σημαντικές. Με την πρώτη μπορούμε να υπολογίσουμε τη διάμετρο του πλανήτη, την περίοδο περιφοράς του γύρω από τον αστέρα και κατ’ επέκταση, χρησιμοποιώντας τον τρίτο νόμο του Κέπλερ, την απόστασή του από αυτόν. Επίσης αναλύοντας φασματοσκοπικά το φως του αστέρα που διέρχεται μέσα από την ατμόσφαιρα του πλανήτη, εφόσον διαθέτει, μπορούμε να πάρουμε πληροφορίες για την πυκνότητα και τη σύστασή της. Η δεύτερη μέθοδος μας δίνει τη μάζα του πλανήτη και αφού γνωρίζουμε συνδυαστικά τη διάμετρο του πλανήτη αποκτούμε εικόνα για την πυκνότητά του και τη σύσταση του. Έτσι συμπεραίνουμε αν πρόκειται για αέριο ή βραχώδες σώμα. Τα δεδομένα για τους εξωπλανήτες συλλέγονται από μεγάλα επίγεια τηλεσκόπια ή εξειδικευμένα για τον σκοπό αυτόν διαστημικά τηλεσκόπια, με πιο σημαντικά από αυτά το CoRoT (Convection, Rotation and planetary Transits) της ESA και της CNES, το Kepler και TESS (Transiting Exoplanet Survey Satellite) της NASA.

Ασύλληπτες αποστάσεις

Πόσο μακριά έχουμε καταφέρει να κοιτάξουμε με τα τηλεσκόπιά μας; Η διάμετρος του Γαλαξία υπολογίζεται σε 100.000 έτη φωτός, ενώ η θέση μας απέχει περίπου 26.000 ε.φ. από το κέντρο του. Στην προσπάθειά μας να ανακαλύψουμε νέους εξωπλανήτες έχουμε καταφέρει να κοιτάξουμε σε μία ακτίνα περίπου 3.000 ε.φ. εντός της οποίας βρίσκονται οι πιο γνωστοί από αυτούς. Ωστόσο ο πιο μακρινός γνωστός εξωπλανήτης βρίσκεται σε απόσταση 13.000 ε.φ. προς το κέντρο του Γαλαξία και ονομάζεται OGLE-2014-BLG-0124L.

Ποιες είναι όμως οι πιθανότητες να υπάρχει ζωή και σε άλλους κόσμους εκτός από τη Γη; Αξίζει να επισημανθεί ότι η επιστημονική έρευνα δεν αφορά μόνο την αναζήτηση ζωής σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξής της, αλλά και τη ζωή που να έχει αναπτύξει νοήμονα πολιτισμό ικανό να επικοινωνήσει με άλλους. Είμαστε λοιπόν μόνοι και, αν όχι, πού είναι οι υπόλοιποι; (Το ερώτημα αυτό είναι γνωστό ως παράδοξο του Fermi.)

Αναπάντητα ερωτήματα

Σήμερα γνωρίζουμε με βεβαιότητα τη θέση μας στον Γαλαξία, ως τον μοναδικό πλανήτη που φιλοξενεί ζωή, ενώ με βάση τα επιστημονικά δεδομένα μπορούμε να υπολογίσουμε τις πιθανότητες να υπάρχει και σε άλλους κόσμους. Επίσης γνωρίζουμε ότι το Σύμπαν είναι γενικά ένα εχθρικό περιβάλλον, ενώ σε κάποιες απόμερες γωνιές του μπορεί να υπάρχουν οάσεις, όπου μπορεί να εμφανιστεί και να εξελιχθεί η ζωή. Ωστόσο οι περιοχές αυτές είναι σίγουρα πολύ μακριά μας και με τα σημερινά δεδομένα είναι πρακτικά αδύνατο να καταφέρουμε να ταξιδέψουμε ως εκεί. Έτσι, με βάση τα μέχρι σήμερα τεχνολογικά μας επιτεύγματα, το μόνο φιλόξενο για εμάς «σπίτι», είναι ο πλανήτης Γη. Αυτός ο τόσο όμορφος αλλά και τόσο εύθραυστος κόσμος είναι το μοναδικό μας σπίτι και το μοναδικό μας διαστημόπλοιο που μας ταξιδεύει στο αχανές Διάστημα. Έχουμε λοιπόν ύψιστο χρέος να τον προστατέψουμε για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε και για να συνεχίσουμε να ψάχνουμε.

O Εσωτερικός μας δαίμονας

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής ενός ανθρώπου διέπεται από ασυνείδητους ενδοψυχικούς μηχανισμούς, οι οποίοι καθορίζουν την ποιότητα ζωής του. Κάποιοι από αυτούς έχουν ολέθριες επιδράσεις στην καθημερινότητα του, τον παραλύουν και τον ακινητοποιούν.

Ένας από αυτούς του μηχανισμούς ψυχικής παράλυσης είναι η Ενοχή, η οποία μαζί με το φόβο αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο απέναντι σε μία παραγωγική ζωή.

Τι είναι όμως η ενοχή;

Στην καθημερινότητα χρησιμοποιούμε τον όρο ενοχή αναφερόμενοι ως επί το πλείστον σε ένα αίσθημα δυσφορίας, το οποίο έπεται μιας σκέψης ή πράξης που έχουμε κάνει και την οποία δεν εγκρίνουμε ως καλή. Ωστόσο, σαν ψυχολογικός μηχανισμός, η ενοχή έχει μία πιο διευρυμένη έννοια και καλύπτει όλο το φάσμα της ύπαρξης ενός ατόμου. Είναι ένας εσωτερικός δαίμονας, μία αρχή, μία εξουσία, η οποία μας ωθεί σε καταναγκαστικές πράξεις. Στον παρανομαστή της ενοχής βρίσκεται η έννοια του «πρεπισμού».

Η ενοχή λοιπόν είναι το δυσάρεστο συναίσθημα που εμφανίζεται όταν κάποιος δεν υπακούει στα εσωτερικευμένα «ΠΡΕΠΕΙ».

Είναι συναίσθημα άγχους και δυσφορίας, δείγμα σκοταδισμού της ανθρώπινης ύπαρξης. Εμφανίζεται ως εσωτερική φωνή όταν αρχίζουμε να πράττουμε αυθόρμητα λέγοντας «Έκανες μεγάλο διάλειμμα, ΠΡΕΠΕΙ να γυρίσεις στη δουλειά», «Δεν ΠΡΕΠΕΙ να ξενυχτάς», « ΠΡΕΠΕΙ να αποταμιεύεις για το μέλλον» και φυσικά ο κατάλογος δεν έχει τέλος.

Ασχέτως αν μερικά από τα «πρέπει» είναι δυνατό να έχουν μακροπρόθεσμη ή βραχυπρόθεσμη χρησιμότητα, σε κάθε περίπτωση αποτελούν ένδειξη νεύρωσης και ψυχαναγκασμού. Είναι η υποταγή σε μία παράλογη εσωτερική εξουσία. Το παράδοξο είναι ότι όσο αυτή η υποταγή μεγαλώνει, τόσο τα αισθήματα ενοχής ισχυροποιούνται.

Πρόκειται για κανόνες που ρυθμίζουν τη ζωή ενός ανθρώπου, οι οποίοι βέβαια δεν έχουν θεσπιστεί από τον ίδιο, όσο και αν αυτός πιστεύει το αντίθετο.

Είναι προϊόντα ενδοβολής κανόνων, προτύπων συμπεριφοράς και μοντέλων εξουσίας που από τα πρώτα χρόνια της ύπαρξης μας έχουμε εσωτερικεύσει.

Δύο από τις ισχυρότερες μορφές ασυνείδητης ψυχικής εξουσίας είναι η οικογένεια και η κοινωνία.

Από τη βρεφική ακόμα ηλικία το άτομο μαθαίνει να υπακούει σε νόμους και κανόνες, οι οποίοι έχουν την μορφή των «πρέπει» και περιορίζουν την ελεύθερη ανάπτυξη του.

Τα πρώτα λοιπόν «πρέπει» έρχονται από τους γονείς μας, οι οποίοι μας προβάλλουν ένα μοντέλο συμπεριφοράς και ρυθμιστικών κανόνων ζωής τα οποία στη μετέπειτα ηλικία μας τα εσωτερικεύουμε ασυνείδητα και ενεργούμε βάση αυτών. Μάλιστα, όταν παρεκκλίνουμε από αυτά τα πρότυπα συμπεριφοράς επέρχεται ένα αίσθημα ενοχής και δυσφορίας το οποίο δυσκολευόμαστε να εξηγήσουμε.

Ένα πολύ απλό παράδειγμα θα αναδείξει πως αυτή η εσωτερικευμένη εξουσία των γονιών μας ρυθμίζει ασυνείδητα τη μετέπειτα ζωή μας. Ένας από τους πρώτους κανόνες που μαθαίνει πολύ μικρό παιδί είναι ότι ΠΡΕΠΕΙ να κοιμάται νωρίς και να ξυπνάει νωρίς. Αυτός ο κανόνας έχει εσωτερικευθεί και εμφανίζεται με τη μορφή ενοχής όταν ο ενήλικας κοιμηθεί ή ξυπνήσει αργότερα από την ώρα που «πρέπει», παρόλο που δεν έχει καμία εξωτερική υποχρέωση. Είναι η ίδια φωνή που σου λέει «σταμάτα να διασκεδάζεις και πήγαινε να εργαστείς ή να μελετήσεις». Είναι η ενοχή που αισθάνεσαι αν πιεις ή φας λίγο παραπάνω ή αν αγοράσεις κάτι ακριβό επειδή και μόνο σου άρεσε.

Στο ίδιο επίπεδο εσωτερικεύουμε και τις επιταγές της κοινωνίας. «Πρέπει» να παντρευτείς μέχρι μια συγκεκριμένη ηλικία, «πρέπει» να είσαι ευγενικός, εργατικός, καλοσυνάτος, αλτρουιστής και ούτω καθεξής. Όπως ανέφερα και πριν, όσο πιστά και αν ακολουθούμε αυτές τις αρχές, το αίσθημα της ενοχής θα παραμένει και θα μας βασανίζει. Θα παραμείνει διότι είναι ένδειξη ψυχικής δυσλειτουργίας, νεύρωσης και εσωτερικού θανάτου. Μέσω αυτής της υποταγής στα πρέπει και της συνακόλουθης ενοχής το άτομο χάνει τον εαυτό του, μπλοκάρει την ανάπτυξη της προσωπικότητας του και ζει μία ζωή που δεν του ανήκει.

Μία άλλη ιδιότητα της ενοχής είναι το γεγονός ότι μας στερεί την απόλαυση της τωρινής στιγμής. Μας καθηλώνει στο παρελθόν προκαλώντας συναισθηματική δυσφορία και αδράνεια. Είναι ένα συναίσθημα που δεν επιφέρει καμία αλλαγή και δε διορθώνει καμία κατάσταση. Αντιθέτως, οδηγεί το άτομο σε ένα ψυχικό αδιέξοδο και σε μια ζωή μιζέριας, θλίψης και ανησυχίας τα οποία με τη σειρά τους τρέφουν τα αισθήματα ενοχής. Ασυνείδητα δηλαδή ενδυναμώνουμε τα συναισθήματα ενοχής, εισερχόμενοι σε ένα φαύλο κύκλο περιφρόνησης απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό.

Προσωπικά πιστεύω ότι η ενοχή, παρότι δεν είναι ούτε ενστικτώδης ανάγκη ούτε εξυπηρετεί κάποια βιολογική σκοπιμότητα σε αντίθεση με το φόβο και το άγχος που μας προετοιμάζουν να αντιδράσουμε σε ένα απειλητικό ερέθισμα, είναι ο ισχυρότερος ψυχολογικός μηχανισμός που διέπει την ανθρώπινη ύπαρξη. Διότι, η ενοχή είναι το μόνο αίσθημα το οποίο ξεπερνά το μεγαλύτερο φόβο του ανθρώπου: το φόβο θανάτου. Πράγματι, ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων επέλεξαν την αυτοκτονία ως την ύστατη λύτρωση από το αίσθημα ενοχής.

Το να απαλλαχθεί κανείς από τα συναισθήματα ενοχής και τα «πρέπει» απαιτεί συναισθηματική και ψυχολογική ωρίμανση.

Βυθισμένοι με θρησκευτική ευλάβεια στον προγραμματισμό και την κατάτμηση της ύπαρξης μας δε μένει χρόνος να σκεφτούμε, να νιώσουμε και να αισθανθούμε.

Έτσι, εκτελούμε το «καθήκον» μας όπως μας πρόσταξαν οι «εξωτερικές εξουσίες», αποφεύγοντας να κοιτάξουμε μέσα μας και να συγκρουστούμε με αυτές.

Η διαδικασία φυσικά δεν είναι ευχάριστη διότι ξυπνάει τον «εσωτερικό μας δαίμονα» που τόσο μεθοδικά έχουμε ναρκώσει. Είναι όντως οδυνηρό να ανακαλύπτει κανείς ότι έχει ζήσει μια ζωή όπως οι άλλοι θέλανε, μία ζωή που δεν του ανήκει, που δεν τον εκφράζει.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η κατανόηση των ασυνείδητων κινήτρων της συμπεριφοράς μας είναι η κινητήριος δύναμη της αλλαγής και ψυχολογικής ωρίμανσης, ούριος άνεμος στο ταξίδι αναζήτησης της χαμένης αυθεντικότητας μας.

Συμβουλές προς γονείς με παιδιά που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού

Αν είστε γονέας ενός παιδιού με αυτισμό, πιθανότατα γνωρίζετε τις εντυπωσιακές δυνάμεις του που αναμειγνύονται με τα επαναλαμβανόμενα εμπόδια. Μπορούν να κάνουν κάποια πράγματα με ευκολία, αλλά αντιμετωπίζουν προκλήσεις σε άλλους τομείς. Το παιδί σας μπορεί να έχει τη δυνατότητα να ζήσει ανεξάρτητα ως ενήλικας και να εργαστεί στον τομέα που έχει επιλέξει. Ορισμένες στρατηγικές γονικής φροντίδας μπορούν να τα βοηθήσουν να επιτύχουν αυτούς τους στόχους.

Οι προκλήσεις στην ανατροφή ενός παιδιού με αυτισμό

Το αυτιστικό παιδί σας μπορεί να είναι ο ειδικός της οικογένειας στους υπολογιστές. Μπορεί να είναι αυτό που ρωτάτε όταν δεν μπορείτε να θυμηθείτε ποια μέρα ήρθε ο γείτονάς σας για επίσκεψη ή τι ώρα ξεκίνησε η χαλαζόπτωση. Όταν πρόκειται για το εστιασμένο ενδιαφέρον τους, μπορεί να φαίνεται ότι έχουν περισσότερες πληροφορίες στο κεφάλι τους από όσες υπάρχουν σε ολόκληρο το διαδίκτυο.

Μπορεί επίσης να αντιδρούν σε απροσδόκητες αλλαγές ρουτίνας ή σε κανόνες με τους οποίους δεν συμφωνούν. Οι βαθμοί τους στο σχολείο μπορεί να έχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των μαθημάτων που τους αρέσουν και αυτών που απεχθάνονται. Μπορεί να περάσετε πολλές ώρες προσπαθώντας να αποσπάσετε την προσοχή τους από ένα θέμα που τα ενοχλεί. Όσο έξυπνο και ταλαντούχο κι αν είναι το παιδί, πιθανότατα χρειάζεται στήριξη σε ορισμένους τομείς. Τα παραδείγματα περιλαμβάνουν:

– κοινωνικοποίηση

– επικοινωνία

– συναισθηματική ρύθμιση

– διαχείριση του άγχους

– προσαρμογή στην αλλαγή

– αισθητηριακή ρύθμιση

Τούτου λεχθέντος, υπάρχουν τρόποι με τους οποίους μπορείτε να βοηθήσετε.

6 συμβουλές προς γονείς με παιδιά που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού

Ο αυτισμός είναι ένα φάσμα, που σημαίνει ότι επηρεάζει τον καθένα με διαφορετικό τρόπο. Κάθε παιδί έχει τα δικά του δυνατά σημεία και τους δικούς του τομείς ανάπτυξης. Υπάρχουν διάφορες στρατηγικές ανατροφής που μπορείτε να δοκιμάσετε, ανάλογα με τις ανάγκες στήριξης του παιδιού σας.

1. Χτίζουμε μια σχέση εμπιστοσύνης

Όταν ένας εκπαιδευτικός ή ένας θεραπευτής εργάζεται με ένα παιδί, το πρώτο βήμα είναι η οικοδόμηση σχέσης. Η αύξηση της εμπιστοσύνης περιλαμβάνει την εξεύρεση τρόπων να καταλάβετε τις εμπειρίες του μέσω

– ενεργητικής ακρόασης: Η ενεργητική ακρόαση περιλαμβάνει το να δίνετε στο παιδί σας την αμέριστη προσοχή σας και να παρατηρείτε όσα περισσότερα μπορείτε για το τι προσπαθεί να επικοινωνήσει. Μπορείτε να αποκτήσετε χρήσιμες γνώσεις ακούγοντας τις συμπεριφορές καθώς και τις λέξεις.

– δραστηριοτήτων υπό την καθοδήγηση του παιδιού: Η συμμετοχή σε δραστηριότητες που επιλέγει το παιδί σας στέλνει το μήνυμα ότι τα ενδιαφέροντά του έχουν σημασία και είναι μια ισχυρή στρατηγική οικοδόμησης σχέσεων.

Η εμπιστοσύνη σημαίνει ότι το παιδί σας θα είναι πιο πρόθυμο να επικοινωνήσει μαζί σας, γεγονός που διευκολύνει την υποστήριξή του.

2. Αύξηση της κοινωνικής επίγνωσης

Η θεωρία του νου (ΘτΝ) είναι η δεξιότητα που επιτρέπει στους ανθρώπους να κατανοούν τις διαφορετικές προοπτικές των άλλων. Οι διαφορές σε αυτή είναι συχνές στον αυτισμό.

Εάν το παιδί σας παρουσιάζει διαφορές, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να μάθει τι σκέφτονται ή αισθάνονται οι άλλοι άνθρωποι. Ωστόσο, αν δεν αποκτά παθητικά αυτή τη γνώση με τον ίδιο ρυθμό όπως τα παιδιά τυπικής ανάπτυξης, μπορεί να χρειαστεί εξηγήσεις για τη συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων.

Η αφιέρωση χρόνου για συζήτηση σχετικά με τις κοινωνικές συναντήσεις μπορεί να αυξήσει τις δεξιότητες αυτές. Ρωτώντας το παιδί σας πώς ένιωσε ή τι σκέφτηκε για τις αλληλεπιδράσεις με τους συνομηλίκους του μπορεί να δημιουργήσετε διδακτικές στιγμές όπου θα εξηγήσετε συμπεριφορές που μπορεί να έχουν παρεξηγηθεί.

3. Εξετάζουμε την επικοινωνία

Είναι ειρωνικό το γεγονός ότι παιδιά με προηγμένο λεξιλόγιο θα επωφελούνταν από την υποστήριξη στο κομμάτι της επικοινωνίας. Ωστόσο, υπάρχουν μερικοί τομείς στους οποίους το παιδί σας μπορεί να επωφεληθεί από την καθοδήγηση, όπως

– πραγματιστική γλώσσα. Πρόκειται για την κοινωνική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της εναλλαγής κατά την ομιλία και της κατάλληλης ακρόασης όσο μιλά ο άλλος.

– εκφραστική γλώσσα. Η εξερχόμενη επικοινωνία, τόσο η γραπτή όσο και η προφορική, είναι η εκφραστική γλώσσα. Η μη λεκτική επικοινωνία, όπως οι χειρονομίες, είναι μέρος της εκφραστικής γλώσσας.

– προσλαμβάνουσα γλώσσα. Η εισερχόμενη επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της ανάγνωσης και της ακρόασης, αποτελεί μέρος αυτής. Μπορεί να είναι χρήσιμο να ελέγχετε την κατανόηση ζητώντας από το παιδί σας να επαναλάβει τα πράγματα που του έχετε πει.

Η αποτελεσματική επικοινωνία επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το παιδί σας αλληλεπιδρά με τον υπόλοιπο κόσμο, οπότε είναι μια δεξιότητα που αξίζει να αφιερώσετε χρόνο για να τη βελτιώσετε.

4. Διδάσκουμε στρατηγικές ηρεμίας

Η συναισθηματική δυσλειτουργία δεν είναι μόνο αιτία των διασπαστικών ξεσπασμάτων. Έρευνες, συμπεριλαμβανομένης μιας μελέτης του 2020, τη συνδέουν επίσης με το άγχος στα αυτιστικά άτομα.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι τα συναισθηματικά ξεσπάσματα δεν είναι μια μορφή χειραγώγησης. Αντίθετα, το παιδί σας αισθάνεται συγκλονισμένο και έχει χάσει προσωρινά την ικανότητά του να ρυθμίζει τα συναισθήματα.

Η παρατήρηση και ο εντοπισμός των εκλυτικών παραγόντων ή των προειδοποιητικών σημείων σας επιτρέπει να παρέμβετε πριν το παιδί σας αναστατωθεί υπερβολικά. Όταν βλέπετε σημάδια επικείμενου ξεσπάσματος, η ανακατεύθυνση με μια δραστηριότητα ηρεμίας μπορεί να βοηθήσει:

«Φαίνεται ότι απογοητεύεσαι. Μήπως πρέπει να ζητήσεις ένα διάλειμμα;», «Βλέπω ότι σφίγγεις τις γροθιές σου. Θέλεις να δοκιμάσεις μια άσκηση αναπνοής;». Οι επιλογές μπορούν επίσης να βοηθήσουν το παιδί σας να νιώσει ότι έχει περισσότερο τον έλεγχο, όπως π.χ: «Φαίνεται ότι χρειάζεσαι ένα διάλειμμα. Θέλεις να πας μια βόλτα ή να φας κάτι;».

5. Προώθηση της ευελιξίας

Ίσως έχετε ανακαλύψει ότι η προτροπή του παιδιού σας πριν από μια αλλαγή δραστηριότητας κάνει τη μετάβαση ευκολότερη. Αυτό συμβαίνει επειδή μια απρόβλεπτη αλλαγή μπορεί να προκαλέσει άγχος στα αυτιστικά άτομα.

Συνήθως είναι εύκολο να διαχειριστείτε τις μεταβάσεις στο σπίτι, επειδή είναι ένα ελεγχόμενο περιβάλλον. Μπορείτε να προτρέψετε το παιδί σας με μια προειδοποίηση 5 ή 10 λεπτών και να το επαναλάβετε κάποιες φορές κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος. Ωστόσο, ο εξωτερικός κόσμος δεν είναι τόσο διαλλακτικός.

Μια λύση είναι να εξασθενήσετε σταδιακά τις προτροπές μετάβασης. Δοκιμάστε μια μικρότερη προειδοποίηση με λιγότερες επαναλήψεις για να δείτε πώς μπορεί να το χειριστεί το παιδί σας.

Μια άλλη λύση είναι να δημιουργήσετε μια θετική συσχέτιση με μια απροσδόκητη αλλαγή. Προσφέρετε κάτι ως αντάλλαγμα για μια μετάβαση χωρίς προτροπή, όπως επιπλέον χρόνο στο τάμπλετ αργότερα για να κλείσετε τώρα την τηλεόραση.

6. Δικτυωνόμαστε με άλλους γονείς

Μερικές φορές, οι καλύτερες συμβουλές προέρχονται από εκείνους που έχουν βρεθεί στη θέση σας. Η δικτύωση με άλλους γονείς στην αντίστοιχη κοινότητα μπορεί να σας συνδέσει με στήριξη και κατανόηση που μπορεί να διευκολύνει το ρόλο σας. Ο παιδίατρος του παιδιού σας μπορεί να έχει στοιχεία επικοινωνίας για ομάδες υποστήριξης γονέων στην περιοχή σας ή μπορείτε να δοκιμάσετε να ψάξετε στο διαδίκτυο.

Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς: Τι είναι ψυχή

Τι είναι ψυχή; Αυτό το ερώτημα απασχόλησε τη σκέψη των αρχαίων στοχαστών ήδη από τα πρώτα βήματα της φιλοσοφίας. Από τον Θαλή έως τον Αριστοτέλη, οι φιλόσοφοι προσπάθησαν να ορίσουν την ψυχή σύμφωνα με τη θεωρία τους: Η ψυχή είναι σφαιροειδή σχήματα (Δημόκριτος), σκόνες («ξύσματα», Πυθαγόρειοι), ο νοῦς (Αναξαγόρας), ο ἀήρ (Διογένης, Αναξιμένης), το πῦρ ή η ἀναθυμίασις (Ηράκλειτος), το ὕδωρ (Ίππων), το αἷμα (Κριτίας), η ἁρμονία (Πλάτων, Φαίδων 85e-86d). Ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που θα αφιερώσει ένα ολόκληρο έργο, το Περί ψυχής όπου στο Α΄ βιβλίο θα ξεκινήσει από τις θεωρίες των προγενεστέρων, ώστε «να κρατήσουμε όσα έχουν ειπωθεί σωστά και να προφυλαχτούμε από τις λανθασμένες απόψεις».

Ο Αριστοτέλης τις γνωρίζει όλες (και μάλιστα τα έργα του αποτελούν πηγή για τις θεωρίες των Προσωκρατικών) και τελικά θα τις αποδομήσει. Καμία δεν αντιστέκεται στην κριτική του. «Όλοι ορίζουν την ψυχή με τρία πράγματα, όπως είπαμε: με την κίνηση, την αίσθηση και το ασώματο» (405b11-12) παρατηρεί ο Αριστοτέλης. Μπορεί να οριστεί όμως με αυτά η ψυχή, δείχνει να αναρωτιέται. Πράγματι, το έμψυχο ον σε αντίθεση με το άψυχο έχει ιδία κίνηση, όπως και αίσθηση. Επιπλέον, ως φυσική συνέπεια της θεωρίας τους οι Προσωκρατικοί φιλόσοφοι ορίζουν την ψυχή με κάποιο στοιχείο, γεγονός που σύμφωνα με τον Αριστοτέλη καταλήγει σε άτοπο:

«Κάποιοι ισχυρίζονται ότι αυτή [η ψυχή] είναι αναμεμειγμένη με το σύμπαν, από όπου ίσως και ο Θαλής να συμπέρανε ότι τα πάντα είναι γεμάτα θεούς. Αυτό όμως έχει κάποιες δυσκολίες· καθώς για ποια αιτία όταν η ψυχή βρίσκεται στον αέρα και στη φωτιά (τῷ πυρὶ) δεν δημιουργεί ένα ζωντανό ον, αλλά στα μεικτά όντα [ενν. τους έμβιους οργανισμούς] δημιουργεί, ενώ φαίνεται να είναι ανώτερη από αυτά; Θα μπορούσε να ερευνήσει κάποιος και για ποια αιτία η ψυχή που βρίσκεται στον αέρα είναι ανώτερη και πιο αθάνατη από αυτή που βρίσκεται στα ζώα. Και στις δύο περιπτώσεις καταλήγουμε σε άτοπο και παράλογο: γιατί το να λες ζωντανό ον τη φωτιά ή τον αέρα είναι από τα πιο παράλογα πράγματα και το να μην τα λες ζωντανά (ζῷα) ενώ έχουν ψυχή είναι άτοπο.»
Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς 411a7-16

Είναι φανερό ότι, αν και συζητά όλες τις θεωρίες, ο Αριστοτέλης απομακρύνεται από την πρώιμη σκέψη των Φυσικών φιλοσόφων, όπως και από εκείνη του δασκάλου του, Πλάτωνα. Η μεγαλύτερή του ένσταση σε όλες τις θεωρίες είναι η αοριστία τους. Περιλαμβάνει ο ορισμός της ψυχής όλα τα έμψυχα όντα; Οι προγενέστεροι φιλόσοφοι δεν δείχνουν να το πρόσεξαν αυτό.

«Αλλά όλοι και όσοι λένε ότι η ψυχή αποτελείται από στοιχεία επειδή γνωρίζει και αισθάνεται τα όντα, και ότι είναι αυτό που κινεί περισσότερο (κινητικώτατον) δεν μιλούν για κάθε ψυχή (οὐ περὶ πάσης λέγουσι ψυχῆς). Γιατί ούτε κινούνται όλα τα όντα που έχουν αίσθηση. Και φαίνεται ότι υπάρχουν κάποια ζωντανά όντα που δεν κινούνται στον χώρο. Και όμως φαίνεται σαν να είναι αυτή η μοναδική κίνηση με την οποία η ψυχή κινεί το ζωντανό ον (τὸ ζῷον). Το ίδιο και όσοι δημιουργούν από τα στοιχεία τον νου και την ικανότητα για αίσθηση. Διότι φαίνεται ότι και τα φυτά ζουν χωρίς να έχουν την ικανότητα της κίνησης ούτε της αίσθησης, ενώ πολλά από τα ζώα δεν έχουν ούτε την ικανότητα να σκέφτονται (διάνοιαν οὐκ ἔχειν). Ακόμη κι αν κάποιος τα δεχόταν αυτά και θεωρούσε τον νου ως μέρος της ψυχής και το ίδιο την ικανότητα της αίσθησης, δεν θα μιλούσε γενικά για κάθε ψυχή ούτε για καμιά ψυχή συνολικά. Φαίνεται όμως ότι και η αρχή που υπάρχει στα φυτά είναι κάποιο είδος ψυχής. Αυτή η αρχή είναι η μοναδική κοινή ανάμεσα στα ζώα και στα φυτά. Χωρίζεται από την αισθητική αρχή, κανένα ον δεν έχει όμως αίσθηση χωρίς αυτή.»
Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς 410b16-30

Με αυτή την παρατήρηση κλείνει το Α΄ βιβλίο του Περὶ ψυχῆς όπου ο φιλόσοφος έχει παρουσιάσει κατ’ αρχάς όλες τις απόψεις των προγενέστερων φιλοσόφων. Τα λάθη τους έχουν ήδη επισημανθεί από τον συγγραφέα: Η ψυχή ούτε αποτελείται από τα στοιχεία ούτε όμως και να οριστεί με την κίνηση και την αίσθηση. Ο επιστήμονας Αριστοτέλης θα συνδέσει την ψυχή με το σώμα. Το έμψυχο ον αποτελείται από σώμα και ψυχή, από ύλη και μορφή (εἶδος). Αυτά τα δύο ακατάλυτα ενωμένα αποτελούν την ουσία του. Η πρώτη απόπειρα ορισμού της ψυχής ακολουθεί:

«Επειδή είναι σώμα και τέτοιου είδους αυτό που έχει ζωή, δεν θα μπορούσε η ψυχή να είναι το σώμα. Γιατί το σώμα δεν μπορεί να είναι αυτά που αποδίδονται σε ένα υποκείμενο, αλλά είναι μάλιστα το υποκείμενο και η ύλη. Είναι αναγκαίο άρα η ψυχή να είναι ουσία, ως μορφή σώματος φυσικού που έχει τη δυνατότητα της ζωής.»
Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς 412a16-20

Ο Αριστοτέλης όμως δεν έχει ολοκληρώσει τον ορισμό. Η έννοια της ἐντελέχειας κάνει την εμφάνισή της. Ο όρος είναι απαραίτητος προκειμένου να δηλώσει τη μετάβαση από τη κατάσταση της δυνατότητας σε αυτήν της ενέργειας. Μάλιστα, η κατοχή της ενέργειας αλλά η μη χρήση της (τῷ ἔχειν καὶ μὴ ἐνεργεῖν), θα ονομαστεί από τον ίδιο πρώτη ἐντελέχεια. Ο τελευταίος όρος που προστίθεται προκειμένου να ολοκληρωθεί ο ορισμός είναι το ὀργανικόν. Το φυσικό σώμα των έμβιων όντων που βρίσκεται στην κατάσταση της πρώτης εντελέχειας πρέπει να έχει όργανα. Τι όργανα όμως και για ποιον σκοπό; Έπειτα από μία μικρή παρένθεση που επεξηγεί τη σημασία των οργάνων, ο συγγραφέας του Περὶ ψυχῆς είναι έτοιμος να την ορίσει:

«Όργανα είναι και τα μέρη των φυτών αλλά εντελώς απλά, όπως το φύλλο που καλύπτει το περικάρπιο, και το περικάρπιο τον καρπό. Οι ρίζες από την άλλη είναι το ανάλογο του στόματος. Και τα δύο χρησιμοποιούνται για την τροφή. Αν λοιπόν πρέπει να πούμε κάτι κοινό για κάθε ψυχή, θα ήταν ότι η ψυχή είναι η πρώτη εντελέχεια ενός σώματος φυσικού οργανικού.»
Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς 412b1-5

Ο Αριστοτέλης θα υπερασπιστεί τον ορισμό του, καθώς κατά τον ίδιο πληροί τις προϋποθέσεις: Περιέχει και παρουσιάζει την αιτία, δεν είναι γενικός, αναφέρεται στο ατομικό είδος της κατώτερης ψυχής. Αντιθέτως, οι έως τώρα ορισμοί ήταν σαν συμπεράσματα, επιπλέον δεν περιλάμβαναν όλα τα είδη ψυχής ούτε όριζαν σε ποιο φυσικό σώμα (φυτού, ζώου, ανθρώπου) ανήκει το κάθε είδος ψυχής. Αλλά, για τον Αριστοτέλη, ψυχή και ζωή ταυτίζονται. Τα είδη της ψυχής αντιστοιχούν στα είδη της ζωής Το είδος της ψυχής εξαρτάται από το είδος του έμβιου όντος. Το κριτήριο του έμψυχου όντος είναι ότι έχει ζωή. Όχι η κίνηση ή η αίσθηση. Πολλά από τα έμψυχα (έμβια όντα) ούτε αισθάνονται ούτε κινούνται στον χώρο, αλλά ζουν:

«Λέμε λοιπόν λαμβάνοντας ως αρχή για την έρευνά μας ότι το έμψυχο διακρίνεται από το άψυχο λόγω της ζωής. Η ζωή λέγεται με πολλούς τρόπους κι αν ένας από αυτούς υπάρχει μόνο, τότε λέμε ότι το ον ζει, όπως ο νους, η αίσθηση, η κίνηση και στάση στον τόπο, ακόμη η κίνηση κατά την τροφή και ο μαρασμός και η αύξηση, γιατί φαίνεται ότι και τα φυτά ζουν.»
Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς 413a20-26

Η ζωή και η ψυχή για τον Αριστοτέλη περιλαμβάνουν τις ίδιες λειτουργίες και ορίζονται με τον ίδιο τρόπο. Ανακεφαλαιώνοντας τη θεωρία του, ο Αριστοτέλης επαναλαμβάνει όσα είπε για τη ζωή. Αυτή τη φορά όμως η ψυχή αντικαθιστά τον όρο ζωή. Αυτό δεν είναι περίεργο, καθώς για τον επιστήμονα Αριστοτέλη, οι όροι είναι συνώνυμοι.

«Προς το παρόν, ας πούμε μόνο αυτά: ότι η ψυχή είναι η αρχή αυτών [των όντων] που αναφέραμε και ορίζεται με αυτά, με το θρεπτικό, το αισθητικό, το διανοητικό και την κίνηση.»
Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς 413b11-13

Το έμψυχο και το έμβιο ον στον Αριστοτέλη ταυτίζονται. Δεν είναι ο άνθρωπος το μοναδικό ον με ψυχή ούτε τα ζώα, αλλά όλα όσα ζουν, συμπεριλαμβανομένων και των απλούστερων οργανισμών, όπως τα φυτά. Γιατί η ψυχή να είναι κάτι διαφορετικό από τη ζωή; Η αρχή αυτή διατρέχει όλη την αριστοτελική σκέψη, γεγονός που είναι εμφανές στα βιολογικά έργα, ένα εκ των οποίων είναι και το Περὶ ψυχῆς. Ψυχή δεν είναι μόνο η νόηση, γιατί αν οριστεί έτσι θα αποκλειστούν από τον ορισμό όσα έμψυχα όντα δεν έχουν το νοητικό μέρος της ψυχής. Ο Αριστοτέλης θα επιλέξει επομένως να ορίσει την ψυχή με την κατώτατη λειτουργία της, η οποία είναι κοινή σε όλα όσα ζουν. Το γεγονός αυτό δεν έχει γίνει αντιληπτό από αρκετούς μελετητές του (W. S. Hett, R. D. Hicks, W. D. Ross, L. J. Ackrill) οι οποίοι θεωρούν ότι ο φιλόσοφος δίνει έναν γενικό ορισμό της ψυχής σαν εκείνους που θεωρεί γελοίους:

«Είναι λοιπόν φανερό ότι μπορεί να υπάρξει ένας ορισμός της ψυχής όπως και του σχήματος. Γιατί ούτε εκεί υπάρχει ένα σχήμα εκτός από το τρίγωνο και όσα ακολουθούν, ούτε εδώ υπάρχει άλλη ψυχή εκτός από αυτές που είπαμε. Θα μπορούσε όμως να υπάρξει ένας κοινός ορισμός (λόγος κοινός) που θα εφαρμόζει σε όλα αλλά δεν θα ανήκει σε κανένα σχήμα. Το ίδιο συμβαίνει και για τις ψυχές που είπαμε. Γιατί είναι γελοίο να ζητάει κανείς τον κοινό ορισμό και σ’ αυτές τις περιπτώσεις και σε άλλες, ο οποίος ιδιαίτερος ορισμός (ἴδιος λόγος) δεν θα ανήκει σε κανένα ον, ούτε θα ανήκει στο οικείο και ατομικό είδος και να αφήνει στην άκρη έναν τέτοιο (ορισμό). Παραπλήσια με όσα συμβαίνουν στα σχήματα είναι και αυτά με την ψυχή· γιατί πάντοτε και στα σχήματα και στα έμψυχα στη διαδοχική τους σειρά υπάρχει το προηγούμενο δυνάμει στο επόμενο, όπως στο τετράγωνο το τρίγωνο και στο αισθητικό μέρος το θρεπτικό.»
Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς 414b20-32

Οι γελοίοι ορισμοί όμως, όπως ξεκαθαρίζει ο Αριστοτέλης, είναι οι γενικοί, που δεν αντιστοιχούν σε κανένα είδος. Αντιθέτως, ο ίδιος, όντας προσεκτικότατος στους ορισμούς του, ορίζει την ψυχή (και τη ζωή) με το κατώτατο είδος της, το θρεπτικό. Μόνο αν οριστεί έτσι η ψυχή θα περιλαμβάνει όλα όσα ζουν, από τον απλούστερο οργανισμό -που έχει μόνο μία λειτουργία (τη θρεπτική)- έως τον άνθρωπο -που έχει όλες τις λειτουργίες (θρεπτικό, αίσθηση, κίνηση, νόηση). Διότι, η ψυχή ορίζεται με το κοινό της μέρος σε όλα όσα ζουν, που δεν είναι άλλο από το θρεπτικό.

«Αν πρέπει να πούμε κάτι κοινό για κάθε ψυχή, θα ήταν ότι είναι η πρώτη εντελέχεια (η ενεργοποίηση της δυνατότητας) ενός φυσικού σώματος (φυτού, ζώου, ανθρώπου) που έχει όργανα (για να τρέφεται).»
Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς 412b4-5

Η ψυχή λοιπόν ορίζεται με την ικανότητα που έχει οποιοδήποτε έμψυχο ον να τρέφεται. Τι γίνεται όμως με τον νου; Περιλαμβάνεται στον ορισμό της ψυχής; Μπορεί να επιβιώσει μετά τον θάνατο; Ο Αριστοτέλης θα ακολουθήσει τη συνέπεια της θεωρίας του: Ο νους μπορεί να είναι παθητικός (ο ατομικός νους που περιλαμβάνει τη μνήμη, τη φαντασία κτλ.) και ποιητικός. Ο δεύτερος είναι χωριστός, έρχεται θύραθεν. Δεν θα εξεταστεί στο Περὶ ψυχῆς, καθώς δεν ανήκει στο υποκείμενο:

«Όταν χωριστεί ο νους, είναι το μόνο που είναι, και αυτό είναι αθάνατο και αΐδιο. Δεν θυμόμαστε τότε, γιατί αυτό [που μένει] είναι απαθές, ενώ ο παθητικός νους είναι φθαρτός και χωρίς αυτόν [το ον] δεν νοεί τίποτε.»
Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς 430a22-25

Η επιβίωση της ατομικής ψυχής μετά τον θάνατο δεν ανήκει στην αριστοτελική θεωρία. Ο θάνατος είναι το χειρότερο από όλα γιατί είναι το τέλος της ζωής.

«Ο θάνατος είναι πολύ φοβερό πράγμα· γιατί είναι το τέλος (πέρας), και στον πεθαμένο δεν φαίνεται τίποτε ούτε καλό ούτε κακό.»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1115a26-27

Σάββατο 21 Μαΐου 2022

Η Πυθαγόρεια Φιλία

Ο Πυθαγόρας
ήταν αυτός που ανακάλυψε το συμπαντικό νόμο της αλληλεξάρτησης και της αμοιβαίας έλξης, για τον οποίο χρησιμοποίησε τον απλό όρο φιλία. Η φιλία είναι η παγκόσμια δύναμη που έλκει όλα τα στοιχεία της Φύσης σε αρμονικές σχέσεις. Βοηθά να διατηρείται η τάξη των πλανητών καθώς αυτοί κινούνται στο στερέωμα και ενθαρρύνει τους άντρες και τις γυναίκες, αφού καθαρθούν οι ψυχές τους, να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον.

Κάθε άτομο έχει μια ευθύνη, δίδασκε ο Πυθαγόρας, να παρατηρεί το νόμο της φιλίας σε κάθε άποψη της ζωής. Οι μαθητές του καλλιεργούσαν τη φιλία μεταξύ των θεών και των ανθρώπων, για παράδειγμα, μέσα από αναίμακτες θυσίες και άλλες τελετές, και αυτήν μεταξύ του σώματος και των τριών μερών της ψυχής μέσα από τη φιλοσοφική έρευνα. Τη φιλία μεταξύ των πολιτών και μεταξύ των κρατών τη διατηρούσαν μέσα από νόμους και συνθήκες, και αυτήν ανάμεσα σε σύζυγο, γυναίκα, παιδιά και γείτονες μέσα από μια αναγνώριση του κοινού τους σκοπού.

Ο Πυθαγόρας θεωρούσε όλους όσους ενστερνίζονταν αυτόν τον τρόπο ζωής φίλους και συντρόφους. Τους αγαπούσε και δίδασκε στους μαθητές του να κάνουν το ίδιο μέσα από επιγραμματικές φράσεις όπως «Τα αγαθά των φίλων είναι κοινά» και «Ο φίλος μου είναι το άλλο μου μισό». Όσο οι φίλοι του ήταν υγιείς, αντλούσε ευχαρίστηση από τη συντροφιά τους και από τη συζήτηση μαζί τους. Αν αρρώσταιναν, τους περιέθαλπε. Αν ήταν αποθαρρυνμένοι ή στενοχωρημένοι, τους παρηγορούσε με τραγούδια και ψαλμωδίες. Τόσο γνωστοί ήταν οι μαθητές του για την φροντίδα του ενός προς τον άλλον, που μέχρι την εποχή του Χριστιανισμού οι Έλληνες αποκαλούσαν κάθε άτομο εξαιρετικής ευγένειας «Πυθαγόρειο».

Ο Πυθαγόρας δίδασκε ότι η αντιζηλία και, πάνω απ’ όλα, ο θυμός πρέπει να εκλείπουν από τη φιλία. Η κριτική έπρεπε να ασκείται μόνο από τους μεγαλύτερους προς τους νεότερους, πάντα με προσοχή και με καθαρή πρόθεση. Επίσης, η εμπιστοσύνη ενός φίλου δεν έπρεπε ποτέ να βεβηλώνεται, ούτε ακόμη για αστεία, διότι αν γινόταν αυτό μια φορά, δεν θα μπορούσε ποτέ να επανορθωθεί.

Το ότι ο Πυθαγόρας τιμούσε τόσο πολύ τη φιλία φαίνεται από την ακόλουθη ιστορία.

Ο Φιντίας, ένας πυθαγόρειος από τις Συρακούσες, γνωστός για τον καλό του χαρακτήρα, κατηγορήθηκε ότι συνωμότησε στην απόπειρα δολοφονίας του τυρράννου Διονυσίου. Οι πολιτικοί αντίπαλοι συσπειρώθηκαν για να φέρουν ψευδείς αποδείξεις εναντίον του. Ο Διονύσιος είχε συλλάβει τον Φιντία, ισχυρίστηκε ότι είχε αδιάτρητες αποδείξεις για την εγκληματική του ενέργεια και τον καταδίκασε σε θάνατο. Ο Φιντίας αποκρίθηκε ότι η εκτέλεσή του ήταν αναπόφευκτη και θα εκτιμούσε, ως τελευταίο αίτημα, αν του δινόταν άδεια για το υπόλοιπο της ημέρας έτσι ώστε να τακτοποιήσει τις υποθέσεις του. Πρότεινε ως εγγυητή το φίλο του Δάμωνα, έναν Πυθαγόρειο, με τον οποίο είχε ζήσει και μοιραστεί τα πάντα.

Ο Διονύσιος εξεπλάγη από αυτό το αίτημα και ρώτησε γιατί ο Δάμωνας ή οποιοσδήποτε άλλος θα ήταν πρόθυμος να δεχτεί να φυλακιστεί, με την πιθανότητα να εκτελεστεί στη θέση κάποιου άλλου. Ο Φιντίας τον διαβεβαίωσε ότι θα το έκανε, και ο Δάμωνας ήρθε. Μόλις έμαθε την κατάσταση, αμέσως συμφώνησε να παραμείνει υπό φρούρηση μέχρι να ταχτοποιήσει ο Φιντίας τις υποθέσεις του.

Καθώς η μέρα περνούσε, οι εχθροί του Φιντία προσπάθησαν να αποθαρρύνουν τον φυλακισμένο τους λέγοντας ότι ο φίλος του είχε φύγει απ’ την πόλη, ο Δάμωνας όμως έμενε ανεπηρέαστος. Τότε, καθώς πλησίαζε η δύση του ήλιου, ο Φιντίας ήρθε για να πεθάνει. Ο Διόνυσος ένιωσε τόση κατάπληξη από αυτή την επίδειξη απίστευτης αφοσίωσης που αγκάλιασε τους δύο άνδρες και, αφού ελευθέρωσε τον Φιντία, ρώτησε αν θα μπορούσε να γίνει δεκτός ως τρίτο μέλος στη φιλία τους. Εκείνοι… αρνήθηκαν το αίτημά του και επέστρεψαν σπίτι σώοι.

Κάποια άλλη αρχαία ιστορία δείχνει πως οι Πυθαγόρειοι συμπεριφέρονταν ιδιαίτερα φιλικά στους άλλους της ομάδας τους, ακόμα και αν αυτοί ήταν ξένοι.

Καθώς έκανε ένα μακρύ ταξίδι, μόνος και πεζός, ένας Πυθαγόρειος σταμάτησε σ’ ένα πανδοχείο, όπου έπεσε βαριά άρρωστος και για πολύ καιρό. Τελικά ξόδεψε όλα τα χρήματά που είχε, αλλά ο πανδοχέας, όχι μόνο από ευγένεια, τον φρόντισε και του παρείχε οτιδήποτε χρειαζόταν. Συνειδητοποιώντας ότι επρόκειτο να πεθάνει, ο Πυθαγόρειος σχεδίασε μια εικόνα της Τετρακτύος σε μια πλάκα και ζήτησε απ’ τον πανδοχέα, σε περίπτωση που πεθάνει, να την κρεμάσει έξω κοντά στο δρόμο. «Κάθε άτομο που αναγνωρίζει αυτό το σύμβολο», είπε, «θα σου ξεπληρώσει όλη τη βοήθεια που μου προσέφερες».

Ο Πυθαγόρειος πέθανε λίγο μετά και ο πανδοχέας ανέλαβε τις λεπτομέρειες της κηδείας του χωρίς καμία προσδοκία ανταλλάγματος. Από σεβασμό προς το αίτημα του νεκρού, τοποθέτησε το σύμβολο έξω από το πανδοχείο του παράλληλα προς το δημόσιο δρόμο.

Πέρασαν πολλά χρόνια, ώσπου μια μέρα έτυχε να περάσει από αυτόν τον δρόμο κάποιος άλλος Πυθαγόρειος. Μόλις είδε το σύμβολο αμέσως κατάλαβε και πήγε στον πανδοχέα για να μάθει ποιος είχε τοποθετήσει την πλάκα εκεί. Όταν έμαθε τι είχε συμβεί, πλήρωσε τον ξενοδόχο γενναιόδωρα, με ποσό πολύ μεγαλύτερο από αυτό που ο τελευταίος είχε ξοδέψει.

Υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα για την πυθαγόρεια φιλία, που δείχνουν τις λειτουργίες ενός συμπαντικού νόμου που όχι μόνο οδηγεί τους άντρες και τις γυναίκες να υπηρετούν ο ένας τον άλλον, αλλά επίσης ενώνει πλανήτη με πλανήτη και τον ουρανό με τη Γη. «Κανείς δεν θα βρει», δίδασκε ο Πυθαγόρας, «ούτε σε λέξεις ούτε σε τρόπους ζωής τίποτε τελειότερο από αυτό».

Να παραμένεις ευγενικός, ο κόσμος να χαλάει

Η ευγένεια είναι μεγαλείο ψυχής, απόρροια παιδείας και πνευματικότητας.

Όταν ο κόσμος χτίζεται στην δράση – αντίδραση, δεν υπάρχει χώρος για καλούς τρόπους;

Ασφαλώς και υπάρχει. Όταν κάποιος προβεί σε κάποιου είδους λεκτικής επίθεσης, ή αγένειας το μόνο σοφό που έχεις να κάνεις είναι να απαντήσεις με αγάπη, και ευγένεια! Με αυτόν τον τρόπο χτίζεις μια νέα συνθήκη στη δράση – αντίδραση.

Ο κόσμος αποτελείται από πολλές ομάδες ανθρώπων, για να μπορεί να μένει λειτουργικός και παραγωγικός, έχουμε το μερίδιο ευθύνης να κουβαλάμε κατά κύριο λόγο, αγάπη και φως. Όταν νιώσουμε πως κάτι μέσα μας δεν μπορεί να ανταπεξέλθει, μπορούμε να πάρουμε για μια στιγμή τον χωροχρόνο μας και να επαναπροσδιοριστούμε, αντί να μαλώσουμε, να ρίξουμε ευθύνες, να γκρινιάξουμε. Πριν προβούμε σε μια ανακύκλωση αρνητικών συναισθημάτων, θα πρέπει να σκεφτούμε που θα μας βοηθήσει στο υπόλοιπο της μέρας μας να συνεχίσουμε με αυτή τη διάθεση; Ποιος θα γίνει καλύτερα μέσα από μια τέτοια συχνότητα;

Θυμήσου πως ένιωσες όταν κάποιος σου μίλησε άσχημα, όταν σε έστησε στον τοίχο. Θυμήσου πως ένιωσες όταν κατηγόρησες κάποιον ή όταν του ύψωσες τη φωνή σου. Μάλλον άσχημα σε όλες αυτές τις περιπτώσεις.

Θυμήσου τώρα πως ένιωσες όταν κάποιος σου χαμογέλασε και σου είπε καλημέρα, όταν βοήθησες κάποιον να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, ή όταν αγκάλιασες κάποιον. Μάλλον θα ένιωσες κάποιου είδους ψυχικής ανάτασης. Κι αυτό είναι το ζητούμενο!

Όταν κάποιος από κεκτημένη ταχύτητα ή από μειωμένη προσωπική δουλειά με τον εαυτό του, ξεκινήσει λογομαχίες, να είσαι ο τοίχος που θα τον αγκαλιάσει. Εάν πιστεύεις πως δεν έχεις την ψυχραιμία και το σθένος, σε εκείνη τη δεδομένη χρονική στιγμή, απλά οριοθετήσου και πάρε λίγη απόσταση με διακριτικότητα.

Κανένας δεν έχει την δύναμη να σου χαλάσει την στιγμή εάν εσύ δεν το επιτρέψεις. Είναι αστείο να λογομαχούμε με ανθρώπους ενώ απλά μπορούμε να μοιραστούμε όμορφες στιγμές μαζί τους. Να σπαταλιέται φαιά ουσία για αρνητικότητα ,όπου δεν βελτιώνει κανέναν. Είναι απλώς η εύκολη λύση, να διοχετεύσουμε με κάποιον τρόπο αυτό που έχουμε μέσα μας. Που στην πραγματικότητα δεν είναι η λύση, αλλά η διαιώνιση του ‘’προβλήματος’’. Η λύση είναι η κατανόηση, η δουλειά με τον εαυτό μας, η ευγένεια και η αποφόρτιση μας, με επωφελείς τρόπους.

Η καθημερινότητα μας δεν είναι ένα ξέσπασμα και μια οργή. Είναι ομορφιά, δημιουργία, ευγένεια, χαρά και σοφία. Αφουγκράσου όλες αυτές τις έννοιες. Απαλλάξου από μικρότητες και συμπεριφορές που σε πηγαίνουν πίσω ή σε αφήνουν στάσιμο. Πέρνα στο επόμενο στάδιο μέρα με τη μέρα. Μάθε να ζεις με ομορφιά και θετικότητα. Βοήθησε τους ανθρώπους γύρω σου και μην τους κάνεις πιο δύσκολο το έργο της προσωπικής τους δουλειάς! Είσαι εδώ ως κρίκος της αλυσίδας και όχι ως τροχός.

Η αλήθεια είναι η μεγαλύτερη ελευθερία

Όταν δεν έχεις τι να πεις, πες την αλήθεια. Όταν έχεις τι να πεις, πες την αλήθεια. Όταν δεν ξέρεις τι να κάνεις, κάνε την αλήθεια. Κι όταν δεν ξέρεις πού να πας, πήγαινε στην αλήθεια.

Άκου τι έχεις μέσα σου, άκου βαθιά, στον πυρήνα της ύπαρξής σου ποιος είσαι. Ποιος πραγματικά είσαι. Μείνε μέσα στη στιγμή και αφουγκράσου. Πώς νιώθεις σχετικά με την κατάσταση / τον άνθρωπο / το θέμα; Ποιος είσαι εσύ απέναντι σ’ αυτό; Ποιος θέλεις να είσαι εσύ απέναντι σ’ αυτό; Κάνε στον εαυτό σου μικρές ερωτήσεις, δώσε μικρές απαντήσεις και άσε τον εαυτό σου να οδηγηθεί βήμα βήμα στην εσωτερική σου αλήθεια. Βρες τη, δες τη, έκφρασέ τη με τιμή και δόξασέ τη. Γιατί η αλήθεια σου εκφράζει το ποιος είσαι τη δεδομένη στιγμή. Η αλήθεια σου είναι η στιγμιαία συμβολή σου στον κόσμο.

Λένε ότι η αλήθεια πληγώνει. Λέω ότι η αλήθεια απελευθερώνει.

Λένε ότι η αλήθεια πολλές φορές πονάει. Λέω πως η αλήθεια είναι ο μόνος δρόμος. Ο δρόμος πίσω στον εαυτό μας. Γιατί θέλει θάρρος και δύναμη για να μπορέσεις να σταθείς απέναντι στην ίδια σου την ύπαρξη, να της πεις την αλήθεια και να είσαι εντάξει μ’ αυτό. Μα είναι ο μόνος δρόμος.

Τίμησε το ποιος είσαι λέγοντας την αλήθεια σου σε κάθε στιγμή του τώρα. Τίμησε τους άλλους λέγοντάς τους την αλήθεια σου και δίνοντάς τους την ευκαιρία να πουν κι εκείνοι τη δική τους.

Η αλήθεια σημαίνει αυτοσεβασμός και αγάπη. Η αλήθεια σημαίνει ακούω και δέχομαι τον εαυτό μου γιατί είναι υπέροχος. Μη φοβάσαι πως λέγοντας τι πραγματικά νιώθεις και τι πραγματικά θες θα πληγώσεις αυτόν που έχεις απέναντί σου ή δε θα του κάνεις καλό. Έκφρασέ την με αγάπη και κατανόηση και εκείνη θα κάνει το θαύμα της. Η αλήθεια είναι η μεγαλύτερη ελευθερία.

Άκουσέ την και μείνε μαζί της σε κάθε δύσκολη στιγμή, σε κάθε στιγμή που δεν μπορείς να αποφασίσεις, που φοβάσαι, που διστάζεις. Γίνε φίλος μαζί της, αγάπησέ τη. Είναι αυτό που είσαι. Και είσαι αυτό που είναι.

Ο πρώτος και σημαντικότερος παράγοντας στην ευτυχία μας είναι αυτό που είμαστε- η προσωπικότητά μας

To μέτρο της δυνατής ευτυχίας του καθενός είναι προκαθορισμένο από την ατομικότητά του. Ιδιαίτερα οι πνευματικές δυνάμεις του είναι εκείνες που καθορίζουν μια για πάντα την ικανότητά του για υψηλού επιπέδου απολαύσεις. Εάν η πνευματική του δυνατότητα είναι περιορισμένη, οποιαδήποτε προσπάθεια έξω από τον ίδιο, οτιδήποτε κι αν κάνουν οι άνθρωποι ή η μοίρα γι’ αυτόν, δεν θα καταφέρει να τον ανυψώσει πάνω από το συνηθισμένο επίπεδο της ανθρώπινης ευτυχίας και απόλαυσης – που έχει μέσα της και κάτι το ζωώδες. Το μόνο πράγμα που τον ευχαριστεί είναι η ικανοποίηση των αισθήσεων -στην καλύτερη περίπτωση μια άνετη και χαρούμενη οικογενειακή ζωή- χαμηλού επιπέδου παρέα και χυδαία διασκέδαση. Ακόμα και η εκπαίδευση, γενικά, λίγα μπορεί να προσφέρει -αν όχι τίποτα- για τη διεύρυνση των οριζόντων του. Διότι οι απολαύσεις που είναι ανώτερες, πιο ποικίλες και διαρκούν περισσότερο είναι οι πνευματικές, όσο και εάν τα νιάτα μάς οδηγούν παραπλανητικά προς άλλη κατεύθυνση. Οι πνευματικές απολαύσεις όμως εξαρτώνται κυρίως, από τη δύναμη του πνεύματος. Επομένως, είναι σαφές ότι η ευτυχία μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτό που είμαστε, από την ατομικότητά μας, ενώ η τύχη και η μοίρα μας, σε γενικές γραμμές, σηματοδοτούν μόνο αυτό που έχουμε, ή αυτό που είμαστε για τους άλλους. Με την έννοια αυτή, η τύχη μας μπορεί να βελτιωθεί· όμως δεν περιμένουμε και πολλά από αυτήν αν έχουμε εσωτερικό πλούτο. Από την άλλη, ένας ανόητος θα παραμείνει ανόητος και χοντροκέφαλος μέχρι το τέλος της ζωής του, ακόμη και εάν έζησε περιστοιχισμένος από ουρί του παραδείσου.

Η κοινή εμπειρία αποδεικνύει πως για την ευτυχία και την ικανοποίησή μας το υποκειμενικό στοιχείο στη ζωή είναι ασύγκριτα πιο σημαντικό από το αντικειμενικό – αυτό επιβεβαιώνεται. Η υγεία βαραίνει περισσότερο απ’ όλα τα άλλα αγαθά, σε βαθμό που μπορεί να πει κανείς πως ένας υγιής ζητιάνος είναι πιο ευτυχισμένος από έναν φιλάσθενο βασιλιά. Ένας ήσυχος και πρόσχαρος χαρακτήρας που χαίρεται και απολαμβάνει ένα εύρωστο σώμα, ένας καθαρός νους που διεισδύει στα πράγματα και τα προσλαμβάνει ως έχουν, μια μετρημένη και ευγενική βούληση, και συνεπώς μια καλή συνείδηση: αυτά είναι προνόμια που καμία κοινωνική θέση και καμία περιουσία δεν μπορούν να αναπληρώσουν ή να αντικαταστήσουν. Διότι αυτό που είναι ένας άνθρωπος μέσα του, αυτό που τον συνοδεύει ακόμη και όταν είναι μόνος του, αυτό που κανένας δεν μπορεί να του προσφέρει ή να του στερήσει είναι δίχως άλλο πιο σημαντικό για εκείνον από οτιδήποτε έχει σχέση με υλικά αγαθά, ακόμα και από το τι πιστεύουν οι άλλοι γι’ αυτόν. Ένας διανοούμενος σε πλήρη μοναξιά ψυχαγωγείται θαυμάσια με τη δική του σκέψη και φαντασία, τη στιγμή που καμία ποικιλία στην κοινωνική ζωή —τα θέατρα, οι εκδρομές και οι ψυχαγωγίες – δεν μπορούν να διώξουν την ανία από έναν αμβλύνου. Ένας καλός, ήπιος και ευγενικός χαρακτήρας μπορεί να είναι ικανοποιημένος ακόμα και σε δύσκολες συνθήκες, ενώ ένας άπληστος, ζηλόφθονος και κακεντρεχής άνθρωπος, ακόμα και με όλα τα πλούτη του κόσμου, θα είναι δυστυχισμένος.

Επομένως, ο πρώτος και σημαντικότερος παράγοντας στηv ευτυχία μας είναι αυτό που είμαστε – η προσωπικότητά μας- καθώς έρχεται συνεχώς στο προσκήνιο υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Άλλωστε, η προσωπικότητά μας δεν είναι παιχνίδι της μοίρας, ούτε κανείς μπορεί να μας τη στερήσει. Έτσι, η αξία της είναι απόλυτη, και όχι σχετική. Συνεπώς, είναι πολύ πιο δύσκολο απ’ ό,τι φανταζόμαστε να επηρεαστεί ένας άνθρωπος από τις εξωτερικές συνθήκες. Εδώ, όμως, ο πανίσχυρος παράγοντας, ο Χρόνος, έρχεται να διεκδικήσει τα δικαιώματά του- υπό τη δική του επήρεια τα σωματικά και πνευματικά χαρίσματα αρχίζουν σταδιακά να φθίνουν. Μόνο ο ηθικός χαρακτήρας μένει απρόσβλητος από τον χρόνο.

Χαλίλ Γκιμπράν – To βουβό ζώο

Το δειλινό μιας όμορφης μέρας, κάποια παράξενη διάθεση έπιασε την ψυχή μου και βγήκα από τα σύνορα της πόλης και περιδιάβασα γύρω στα ερείπια ενός εγκαταλειμμένου σπιτιού, πού μόνο οι γκρεμισμένες πέτρες του είχαν μείνει.

Πάνω σ’ αυτές τις πέτρες, είδα ένα σκύλο ξαπλωμένο ανάμεσα στις βρωμιές και τις στάχτες. Είχε πληγές πάνω στο δέρμα του κι ή αρρώστια σακάτευε το ισχνό κορμί του. Αντικρίζοντας πότε πότε τον ήλιο πού βασίλευε, τα γεμάτα θλίψη μάτια του φανέρωναν την ταπείνωση, την απελπισία, και τη δυστυχία του.

Βάδισα αργά και τον πλησίασα και ήθελα να ’ξέρα τη γλώσσα των ζώων για να μπορούσα να τον παρηγορήσω με τη συμπόνια μου. ’Αλλά ό σκύλος, μόνο πού τρόμαξε από το πλησίασμά μου, και προσπάθησε να σταθεί στα τρεμάμενα πόδια του. Έπεσε όμως, και μού έριξε ένα βλέμμα όπου ανακατεύονταν ή αδύναμη οργή, και ή ικεσία. Το βλέμμα αυτό μιλούσε πιο καθαρά από τα λόγια ενός άντρα και πιο συγκινητικά από τα δάκρυα μιας γυναίκας. Και να τί ένιωσα πώς μού είπε,

«’Άνθρωπε, υποφέρω από την αρρώστια πού μού έφερε η δική σου κτηνωδία και καταδίωξη. ’Έφυγα μακριά από τα πόδια σου πού με κλωτσούσαν και βρήκα καταφύγιο εδώ, γιατί το χώμα κι οι στάχτες είναι πιο καλότροπα από τού ανθρώπου την καρδιά, κι αυτά τα ερείπια λιγότερο μελαγχολικά από την ψυχή τού ανθρώπου. Φύγε, εσύ, πού ήρθες από τον κόσμο της αδικίας και της τυραννίας. ’Εγώ είμαι ένα άθλιο πλάσμα πού υπηρέτησε πιστά και υπάκουα το γιο τού Αδάμ. Ήμουν ό πιστός σύντροφος του ανθρώπου, τον φρουρούσα μέρα και νύχτα. Λυπόμουν όταν ήταν μακριά, και τον καλωσόριζα με χαρά όταν γύριζε. Ευχαριστιόμουν με τα ψίχουλα πού έπεφταν από το τραπέζι του και χαιρόμουν με τα κόκαλα πού εκείνος είχε φάει όλο το κρέας τους. “Όταν όμως γέρασα κι αρρώστησα, μ’ έδιωξε από το σπίτι του και με παράτησε στ’ άσπλαχνα παιδιά τού δρόμου.

’Ώ, γιε τού Αδάμ, βλέπω την ομοιότητα ανάμεσα σε μένα και στους συνανθρώπους σου όταν τα γερατειά τούς κάνουν ανήμπορους. Βλέπω τούς στρατιώτες πού πολέμησαν για την πατρίδα τους όταν ήταν ακόμα στο ανθό της ζωής τους, και πού αργότερα καλλιεργούσαν τα χωράφια της. Τώρα όμως πού ήρθε ό χειμώνας της ζωής τους και δεν είναι πια χρήσιμοι, πετιούνται στην άκρη.

Και βλέπω ακόμα την ομοιότητα ανάμεσα στη δική μου μοίρα και στη μοίρα της γυναίκας, πού στα χρόνια της όμορφης νιότης έδινε χαρά στην καρδιά τού νέου άντρα’ και πού μετά, σα μητέρα, αφιέρωσε τη ζωή της στα παιδιά της. ’Αλλά τώρα, γριά πια, την αγνοούν και την αποφεύγουν. Πόσο σκληρός και τυραννικός είσαι, ώ, γιε τού Αδάμ, και πόσο βάναυσος!»

’Έτσι μίλησε το βουβό ζώο πού ή καρδιά μου το κατάλαβε.

Χαλίλ Γκιμπράν, Σκέψεις και διαλογισμοί

Η θρησκευτική πολιτική αυτοκράτορα Κωνσταντίνου

«Νομίζω ότι είναι σε όλους σαφές ότι τίποτα πολυτιμότερο δεν έχω προ οφθαλμών από τη θρησκεία», είχε δηλώσει σε μια επιστολή του ο Κωνσταντίνος, ο πρώτος αυτοκράτορας αυτόκλητος προστάτης του χριστιανισμού. Στις 28 Οκτωβρίου του 312 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος κέρδισε μια αποφασιστική μάχη εναντίον του συνδιεκδικητή του ρωμαϊκού θρόνου Μαξέντιου, στη Μουλβία γέφυρα του ποταμού Τίβερη, δεκαέξι χιλιόμετρα έξω από τη Ρώμη. Πριν από τη μάχη, ο Μαξέντιος, ακολουθώντας τη ρωμαϊκή συνήθεια, συμβουλεύθηκε τα Σιβυλλικά Βιβλία για να λάβει πρόβλεψη για την έκβαση της μάχης, τα οποία ανέφεραν ότι θα χανόταν ο εχθρός της Ρώμης. Ο Μαξέντιος ερμήνευσε το χρησμό προς όφελός του, διαψεύστηκε όμως οικτρά. Ο Μαξέντιος κατατροπώθηκε από τον Κωνσταντίνο και το πτώμα του ρίχτηκε στον ποταμό Τίβερη σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής. Στη συνέχεια, το πτώμα ανασύρθηκε, αποκόπηκε το κεφάλι και τοποθετήθηκε σε μια λόγχη που οι νικητές περιέφεραν στην πόλη προς επιβεβαίωση και επίδειξη του θριάμβου τους.

Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον ότι ο Κωνσταντίνος ερμήνευσε την αναμέτρησή του με τον Μαξέντιο ως αναμέτρηση ανάμεσα στον χριστιανικό Θεό και στην παλιά παραδοσιακή θρησκεία. Ο Κωνσταντίνος, χωρίς κανέναν απολύτως ενδοιασμό, αντιλήφθηκε τη δράση του ως σταυροφορία και απέδωσε τη νίκη του, όπως και όλες τις μεταγενέστερες επιτυχίες του, στην προστασία του μοναδικού αληθινού Θεού, του Θεού των χριστιανών.

Όπως πίστευε, ο Θεός τού είχε αποκαλυφθεί σε όραμα και σε όνειρο, το οποίο αργότερα διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια στον εκκλησιαστικό ιστορικό και βιογράφο του Ευσέβιο και μάλιστα ορκίστηκε για την αλήθεια των λεγομένων του. Την παραμονή της μάχης του με τον Μαξέντιο, την ώρα του δειλινού, ο Κωνσταντίνος καθόταν έξω από τη σκηνή του και αναλογιζόταν το σχέδιο της μάχης που θα ακολουθούσε όταν, ξαφνικά, είδε στον ουρανό το χριστόγραμμα, δηλαδή τα δύο πρώτα γράμματα του ονόματος του Χριστού, συνοδευμένο από την επιγραφή hoc signo victor es, ή στην ελληνική του απόδοση που μας παρέχει ο Ευσέβιος, τούτω νίκα. Σε όνειρο έλαβε την οδηγία να χαράξει το χριστόγραμμα και την επιγραφή στις ασπίδες των στρατιωτών του και να τα αποτυπώσει στα λάβαρά του ως αλέξημα, δηλαδή ως αποτροπαϊκό σύμβολο για την προστασία τους. Ο Κωνσταντίνος πρόθυμα υπάκουσε και αυτό πίστευε ότι του εξασφάλισε την εύνοια του παντοδύναμου Θεού και την τελική επικράτηση. Η απρόσμενη νίκη εδραίωσε μια για πάντα τη χριστιανική του πίστη. Από ευτυχή συγκυρία έχει σωθεί το κράνος του Κωνσταντίνου με χαραγμένο πάνω του το χριστόγραμμα. Ας σημειωθεί ότι συναντούμε το σύμβολο ΧΡ σε παπύρους της εποχής καθώς χρησιμοποιούνταν από ελληνόφωνους Αιγύπτιους εμπόρους για να δείξουν ότι ένα προϊόν ήταν χρηστόν (=χρήσιμο), δηλαδή καλό. Για πρώτη φορά ο Κωνσταντίνος το χρησιμοποίησε ως χριστιανικό σύμβολο. Ήταν ιδέα του αυτοκράτορα να μετατρέψει τη σύντμηση αυτή σε προστατευτικό σύμβολο του Θεού του.

Αυτό που είδε ο Κωνσταντίνος στον ουρανό και εντυπωσιάστηκε, όπως υποστηρίζουν πολλοί σήμερα, δεν ήταν τα δύο πρώτα γράμματα της λέξης Χριστός, παρά μια σπάνια, αλλά επιστημονικά εξακριβωμένη μορφή του φαινομένου της άλω. Καθώς οι ακτίνες του ήλιου συναντούν παγοκρυστάλλους δημιουργείται ένα θεαματικό πρόσκαιρο σχήμα φωτεινού σταυρού με τον ήλιο στο κέντρο, όπως το ουράνιο τόξο εμφανίζεται όταν οι ακτίνες του ήλιου ενώνονται με σταγόνες βροχής. Οποιαδήποτε εκδοχή κι αν βρίσκουμε πειστική, αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο Κωνσταντίνος εξέλαβε την εμπειρία του ως μεταφυσική και, αμέσως μετά, θέλησε να μάθει περισσότερα για το χριστιανισμό. Έτσι, άρχισε να μελετάει συστηματικά χριστιανικά κείμενα, να συναναστρέφεται τακτικά με χριστιανούς ιερείς και να τους έχει συνδαιτυμόνες και συνοδούς στα ταξίδια του.

Η ειλικρίνεια της μεταστροφής του Κωνσταντίνου στο χριστιανισμό αμφισβητήθηκε έντονα σχεδόν αμέσως μόλις έγινε αντιληπτή η σημασία της. Ακόμη και σήμερα συνεχίζεται η διένεξη για το αν ο εκχριστιανισμός του αυτοκράτορα ήταν ζήτημα πολιτικής σκοπιμότητας ή αν πήγαζε από αγνά θρησκευτικά κίνητρα. Προσωπικά θεωρώ την αποδοχή της χριστιανικής πίστης από τον Κωνσταντίνο απόλυτα ειλικρινή. Στις επιστολές του ίδιου του αυτοκράτορα, που σώζονται μέχρι σήμερα, διακηρύσσει με σαφήνεια την παταγώδη αποτυχία των παραδοσιακών θεών και την ακράδαντη πίστη του ότι η παντοδυναμία του Θεού των χριστιανών θα φέρει αμέτρητα αγαθά στο κράτος που ηγείται. Δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι ο χριστιανισμός στην εποχή του Κωνσταντίνου δεν ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένος, οι χριστιανοί αποτελούσαν τότε μια μικρή μόνο μερίδα του πληθυσμού, μια ασήμαντη και ανίσχυρη ομάδα με λίγους μόνο φίλους στις ισχυρές ανώτερες τάξεις, οπότε δεν ήταν καθόλου αυτονόητη ούτε αναπόφευκτη η υποστήριξή τους από έναν αυτοκράτορα. Αμέσως μετά τον εκχριστιανισμό του Κωνσταντίνου, η κατάσταση άλλαξε ριζικά και σημειώθηκε ραγδαία άνοδος των μεταστροφών στο χριστιανισμό. Δεν αποκλείεται, βέβαια, το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος αναγνώρισε την ασύγκριτη δυναμική του χριστιανικού κινήματος, την ξεχωριστή μαχητικότητα των οπαδών του και την πρωτόγνωρη για τον αρχαίο κόσμο οργάνωση του κλήρου, και ότι κατόρθωσε να διαβλέψει τη λαμπρή πορεία του. Έχει μεγαλύτερο ίσως ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε πότε ακριβώς ο Κωνσταντίνος έλαβε την απόφαση να υποστηρίξει το χριστιανισμό και να τον χρησιμοποιήσει ως συνεκτική ιδεολογία της αυτοκρατορίας και σε ποια χρονική στιγμή αντιλήφθηκαν οι σύγχρονοί του, χριστιανοί και εθνικοί, τη ρηξικέλευθη απόφασή του.

Ο Κωνσταντίνος υποστήριξε έμπρακτα το χριστιανισμό. Απάλλαξε τον κλήρο από φορολογικές υποχρεώσεις, παραχώρησε το δικαίωμα ιδιοκτησίας και αποδοχής κληρονομιών στην Εκκλησία, καθιέρωσε την Κυριακή ως επίσημη ημέρα ανάπαυσης (από την οποία εξαίρεσε μόνο τους αγρότες που μπορούσαν, αν το επιθυμούσαν, να συνεχίσουν τις εργασίες τους, για να μην διακινδυνεύσουν καταστροφή της σοδειάς τους, και τις απελευθερώσεις δούλων ως μια καλή πράξη που μπορούσε να γίνει ακόμα και σε αργίες), αναγνώρισε όλες τις χριστιανικές εορτές ως κρατικές, αποτύπωσε χριστιανικά σύμβολα στα νομίσματά του και ανέγειρε εντυπωσιακές εκκλησίες με χρήματα του αυτοκρατορικού ταμείου σε όλη τη ρωμαϊκή επικράτεια.

Ωστόσο η πολιτική του Κωνσταντίνου απέναντι στο χριστιανισμό ήταν αντιφατική. Ο Κωνσταντίνος δεν απέβαλε ποτέ την ιδιότητα του pontifex maximus (= του υπάτου αρχιερέα) της παραδοσιακής θρησκείας των Ρωμαίων, δεν εξαφάνισε τα εθνικά σύμβολα από τα νομίσματά του (για παράδειγμα, στα νομίσματά του εμφανίζονται οι θεοί Δίας Σωτήρ, Άρης Σωτήρ, Ηρακλής Νικητής, Ήλιος, Ίσιδα, Σέραπις και Άνουβις), ενώ παράλληλα κυκλοφορούσαν και νομίσματα με χριστιανικά σύμβολα, στην Αψίδα του αυτοκράτορα στη Ρώμη, που ανήγειρε προς τιμήν του η ρωμαϊκή Σύγκλητος σε ανάμνηση της μάχης του 312, δεν κατονομάζεται ξεκάθαρα ο χριστιανικός Θεός ως ο προστάτης του, παρά υπάρχει μια παράσταση του θεού Ήλιου και η μονοθεϊστική ασαφής επιγραφή instinctu divinitatis (= με την έμπνευση της θεότητας νικά ο αυτοκράτορας). Ταυτόχρονα, ο Κωνσταντίνος συμβουλευόταν μάντεις και αστρολόγους μέχρι το τέλος της ζωής του και επέτρεπε στους υπηκόους του να καταφεύγουν στη μαγεία για τη θεραπεία ασθενειών ή την αποτροπή ανεπιθύμητων καιρικών φαινομένων, αποδέχτηκε πρόθυμα εθνικές τιμές από τους πολίτες της Αθήνας, πλήρωσε τα ταξιδιωτικά έξοδα ενός εθνικού ιερέα για προσκύνημα στην Αίγυπτο, ενίσχυσε οικονομικά τα Ελευσίνια Μυστήρια και, το κυριότερο ίσως, ποτέ δεν καταπίεσε εθνικούς.

Κάποιοι χαρακτηρίζουν τον Κωνσταντίνο ρεαλιστή και διπλωμάτη και θεωρούν ότι συνειδητά δεν ήθελε να προσβάλει τους εθνικούς υπηκόους του αλλά να τους προσφέρει μια γέφυρα να περάσουν ήπια, σταδιακά και ανώδυνα στο χριστιανισμό, ή ερμηνεύουν τις εθνικές του συνήθειες ως εξωτερικές τυπικές εκδηλώσεις που αναμένονταν από έναν αυτοκράτορα αλλά που είχαν χάσει το εθνικό τους νόημα για πολλούς από τους ανθρώπους της εποχής (και σίγουρα για τον Κωνσταντίνο), αποδίδουν τη φαινομενικά αλλόκοτη και συγκεχυμένη συμπεριφορά του σε απλή άγνοια ή σε γραφειοκρατική αδράνεια, και την περιοδική εμφάνιση μονοθεϊστικών συμβόλων και το δισταγμό να κατονομαστεί ξεκάθαρα ο Θεός των χριστιανών σε πρωτοβουλία των συγχρόνων του εθνικών Συγκλητικών (οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την ανέγερση δημοσίων οικοδομημάτων και την κυκλοφορία νομισμάτων) που είχαν αντιληφθεί τη μεταστροφή του αυτοκράτορά τους αλλά ένιωθαν αιφνιδιασμένοι και αμήχανοι για να την ομολογήσουν απροκάλυπτα. Ο Κωνσταντίνος δίνει την εντύπωση ότι δεν είχε τους ενδοιασμούς που του αποδίδονται. Είχε τον απόλυτο έλεγχο της κατάστασης, ήταν αυθόρμητος, αλλά και σίγουρος για τις θρησκευτικές επιλογές του, τις οποίες, σε καμιά περίπτωση, δεν έκρυβε. Απλώς η μεταστροφή σε κάτι νέο δεν σημαίνει απαραίτητα ουσιαστική ρήξη με το παρελθόν, ούτε πάντα αυτόματη εγκατάλειψη των παλιών συνηθειών, τουλάχιστον όχι σε τόσο απόλυτο βαθμό όσο τείνουμε να πιστεύουμε. Ο Κωνσταντίνος δεν θεωρούσε ότι ενεργούσε κατά τρόπο αντιφατικό ή προβληματικό, όπως εμείς σήμερα.

Το πρώτο και κυριότερο βήμα του Κωνσταντίνου, που σήμανε την οριστική ρήξη με το εθνικό παρελθόν, ήταν η αναγνώριση του δικαιώματος ύπαρξης του χριστιανισμού και η διακήρυξη της αρχής της ανεξιθρησκίας για τους όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Το 311 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος έπεισε τον συναυτοκράτορά του Λικίνιο να δημοσιεύσουν από κοινού το Διάταγμα των Μεδιολάνων (στο σημερινό Μιλάνο) που όριζε τα ακόλουθα: «Όταν εγώ ο Κωνσταντίνος ο Αύγουστος και εγώ ο Λικίνιος ο Αύγουστος είχαμε την ευτυχία να συναντηθούμε στα Μεδιόλανα και να συζητήσουμε όλα τα σχετικά με το κοινό συμφέρον και όφελος, κρίναμε ότι μεταξύ των άλλων ζητημάτων που θα ωφελούσαν τους πάντες, πρώτο και κύριο επιβαλλόταν να ρυθμιστεί εκείνο που σχετίζεται με το σεβασμό προς το Θείο, δηλαδή να χορηγήσουμε στους χριστιανούς καθώς και σε όλους τους άλλους την ελευθερία να ακολουθούν οποιαδήποτε θρησκεία επιθυμεί ο καθένας, ώστε οποιαδήποτε και αν είναι η θεότητα και η ουράνια δύναμη να διάκειται ευμενώς απέναντί μας και απέναντι σε όλους εκείνους που βρίσκονται υπό την εξουσία μας. Κατά συνέπεια αποφασίσαμε να καταργηθούν όλοι οι σχετικοί με τους χριστιανούς προγενέστεροι περιορισμοί και από τώρα και στο εξής όποιος επιθυμεί να ακολουθήσει τη θρησκεία των χριστιανών είναι απεριόριστα ελεύθερος άνευ παρεμβάσεων ή ενοχλήσεων να την ακολουθήσει. Παραχωρήσαμε στους εν λόγω χριστιανούς απόλυτη ελευθερία να ασκούν τη λατρεία τους. Εφόσον τους παραχωρήσαμε αυτό το δικαίωμα και οι άλλοι ομοίως έχουν, προς χάριν της ειρήνης της βασιλείας μας, απόλυτη ελευθερία να εκλέγουν και να τιμούν όποια θρησκεία θέλουν. Και τούτο αποφασίστηκε για να μη φανεί ότι μειώνουμε οποιαδήποτε θρησκεία ή λατρεία». Ακολουθούν διαταγές για την άμεση απόδοση στις χριστιανικές κοινότητες των τόπων λατρείας και της υπόλοιπης περιουσίας τους που είχαν βίαια αποσπαστεί κατά τη διάρκεια των διωγμών, είτε βρισκόταν ακόμη αυτή στην κατοχή του δημοσίου ταμείου, είτε είχε εκποιηθεί ή παραχωρηθεί σε ιδιώτες. Στους αγοραστές και τους δωρεοδόχους δινόταν η υπόσχεση ότι τελικά θα αποζημιώνονταν από το δημόσιο ταμείο. «Έτσι ώστε, όπως εξηγήσαμε, η Θεία Εύνοια την οποία γνωρίσαμε σε τόσο μεγάλα συμβάντα, να εξακολουθήσει να μας στηρίζει εσαεί, για την δική μας επιτυχία και την ευτυχία του λαού» (μετάφραση δική μου και από Jones Arnold, Ο Κωνσταντίνος και ο εκχριστιανισμός της Ευρώπης, μετ. Αλέξανδρος Κοτζιάς, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα χ.χ., σ. 88-89). Ο Κωνσταντίνος δεν όρισε το χριστιανισμό ως μόνη επίσημη θρησκεία του κράτους. Αυτό έγινε το 380 μ.Χ. με διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Α΄.

Τίποτα δεν προμήνυε τη δημόσια μεταστροφή του Κωνσταντίνου στο χριστιανισμό. Η μεταστροφή του αυτοκράτορα ήταν μια απρόσμενη ευχάριστη έκπληξη που οι χριστιανοί αμέσως αγκάλιασαν και αξιοποίησαν προς όφελός τους. Ο Κωνσταντίνος αδιαφόρησε επιδεικτικά για τη θρησκευτική παράδοση αιώνων και έδωσε προτεραιότητα στο χριστιανισμό. Μία από τις πρώτες του ενέργειες όταν ανέβηκε στο θρόνο το 312 ήταν να επανορθώσει τις απώλειες που είχαν υποστεί οι χριστιανοί από τους προκατόχους του. Οι χριστιανοί εξόριστοι επαναπατρίστηκαν, οι καταδικασμένοι σε καταναγκαστικά έργα, ορυχεία και πορνεία απελευθερώθηκαν και ανέκτησαν την προηγούμενη νομική τους θέση, και οι δημευμένες περιουσίες, ιδιωτικές και εκκλησιαστικές, επιστράφηκαν, ενώ –το σημαντικότερο ίσως όλων– οι χριστιανοί έπαψαν να νιώθουν ντροπή και ανασφάλεια για την επιλογή τους.

Όταν ο Κωνσταντίνος ισχυροποίησε τη θέση του στο θρόνο υποστήριξε, σε μεγάλο βαθμό, τους στυλοβάτες της νέας θρησκείας, τους χριστιανούς ιερείς. Οι χριστιανοί ιερείς απαλλάχθηκαν από την υποχρέωση ανάληψης δυσβάσταχτων δημοτικών αξιωμάτων. Ο Ευσέβιος ομολογεί ότι αυτό το μέτρο ώθησε πολλούς να ξεκινήσουν μια σταδιοδρομία στην Εκκλησία, παρακινημένοι όχι τόσο από θρησκευτικά κίνητρα αλλά για να αποφύγουν τα ανεπιθύμητα βάρη που συνεπάγονταν τα δημοτικά αξιώματα. Προς το τέλος της ζωής του, το 326, ο Κωνσταντίνος αντιλήφθηκε την κατάχρηση του μέτρου και έθεσε περιορισμούς στις χειροτονίες κληρικών που δεν έπρεπε να ξεπερνούν τις ανάγκες των πόλεων. Η θέση ενός δημοτικού συμβούλου, που παραδοσιακά μεταβιβαζόταν από πατέρα σε γιο, υποχρέωνε τον κάτοχό της να ξοδέψει χρήματα για την πόλη του, να οργανώσει μεγαλοπρεπή θεάματα και εορτές, να ανεγείρει ή να επισκευάσει επιβλητικά δημόσια οικοδομήματα, ή το οδικό δίκτυο, και να συγκεντρώσει τους φόρους, και υπήρξε ένα εξαιρετικά τιμητικό καθήκον για τους επιφανείς πολίτες μιας πόλης από την κλασική εποχή έως και την αρχή της ρωμαϊκής περιόδου. Στην ύστερη αρχαιότητα η θέση δεν ήταν πλέον καθόλου ελκυστική, καθώς έπαψε να αποτελεί αξία για τις ανώτερες τάξεις η καταβολή χρημάτων προς όφελος των συμπολιτών με αντάλλαγμα την εξασφάλιση τιμής και κύρους στον τόπο διαμονής. Οι πλούσιοι δεν ήταν πια διατεθειμένοι να αποχωριστούν τον πλούτο τους με τον ίδιο τρόπο όπως παλιά. Οι χριστιανοί, τελικά, τους έπεισαν να διοχετεύουν το περίσσευμά τους σε φιλανθρωπικές πράξεις με αντάλλαγμα τη σωτηρία της ψυχής τους.

Ταυτόχρονα, ο Κωνσταντίνος φρόντισε οι επίσκοποι να αποκτήσουν το δικαίωμα να ενεργούν ως δικαστές, η εκκλησιαστική περιουσία να μην φορολογείται, οι επαρχιακοί διοικητές υποχρεώθηκαν να διαθέτουν πόρους για την κατασκευή χριστιανικών ναών στις περιοχές της αρμοδιότητάς τους και να διανέμουν τρόφιμα στους χριστιανούς, χρηματοδοτήθηκαν μοναστήρια και εκκλησιαστικά ιδρύματα, δημεύτηκαν περιουσίες εθνικών ιερών και επιτράπηκαν κατεδαφίσεις εθνικών ιερών. Δεν άργησε να γίνει αντιληπτό ότι ο Κωνσταντίνος προωθούσε τους χριστιανούς αξιωματούχους και ότι η ομολογία της χριστιανικής πίστης ήταν ένα σίγουρο μέσο απόκτησης της εύνοιας του αυτοκράτορα. Ο Ευσέβιος με θλίψη αναφέρει ότι πολλοί καιροσκόποι προσποιούνταν τους ευλαβείς χριστιανούς με σκοπό να επωφεληθούν με χρήματα, τίτλους και διευκολύνσεις.

Η νομοθετική πολιτική του Κωνσταντίνου επηρεάστηκε από τους χριστιανούς συμβούλους του. Οι διατάξεις για την έκδοση διαζυγίων, που ήταν σχετικά απλές κατά τη διάρκεια της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας, έγιναν πιο αυστηρές και δεν επιτρεπόταν πια στις γυναίκες να καταθέτουν αίτηση διαζυγίου με την αιτιολογία ότι οι σύζυγοί τους ήταν μέθυσοι, άπιστοι ή μη σοβαροί, μπορούσαν να τους χωρίσουν μόνο εάν ήταν δολοφόνοι, μάγοι ή τυμβωρύχοι, ενώ οι άνδρες μπορούσαν να χωρίσουν μόνο σε περίπτωση μοιχείας, φαρμακείας ή πορνείας της συζύγου. Επιπλέον, απαγορεύτηκε στους δουλοκτήτες η διάλυση των οικογενειών των δούλων και επιτράπηκαν οι χειραφετήσεις δούλων μέσα σε εκκλησίες. Στο σημείο αυτό εξαντλήθηκε η συμπόνια του Κωνσταντίνου απέναντι στους δούλους. Αν ένας δούλος πέθαινε από κακομεταχείριση στα χέρια του δεσπότη του, ο δεσπότης δεν θα διωκόταν, εκτός και αν το έπραξε εσκεμμένα, κάτι εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθεί. Ακόμα και μετά την απελευθέρωση δούλου ο δεσπότης διατηρούσε το δικαίωμα να επανακτήσει το δούλο του, αν κρινόταν ότι ο δούλος είχε επιδείξει αγνωμοσύνη ή αυθάδεια εναντίον του. Τέλος, ο Κωνσταντίνος απαγόρευσε ρητά στους δούλους να διατηρούν ερωτικές σχέσεις με ελεύθερες γυναίκες.

Ο Κωνσταντίνος επιδίωξε, αλλά δεν πέτυχε, κατάργηση των αγώνων των μονομάχων και διέταξε να σταλούν στα ορυχεία οι κατάδικοι που προορίζονταν για το αμφιθέατρο (οι διάδοχοί του χρειάστηκε να νομοθετήσουν προς αυτή την κατεύθυνση επανειλημμένα), κατάργησε τη θανάτωση με σταύρωση, που οι Ρωμαίοι επεφύλασσαν ως τιμωρία για τους εγκληματίες που προέρχονταν από τις κατώτερες τάξεις και για τους ενόχους εσχάτης προδοσίας κατά του ρωμαϊκού κράτους, καθώς την έκρινε βάναυση και καθώς εξαιτίας της υπέφερε ο Ιησούς, απαγόρευσε το στιγματισμό στο πρόσωπο ως ποινή, διέταξε να χορηγηθούν χρήματα, τρόφιμα και ρούχα από το δημόσιο ταμείο στους φτωχούς γονείς που αλλιώτικα θα έμπαιναν στον πειρασμό να πουλήσουν ή να εγκαταλείψουν έκθετα τα παιδιά τους (συνηθισμένη πρακτική για τα ανεπιθύμητα βρέφη σε εποχές με περιορισμένες μεθόδους αντισύλληψης, όπως η ελληνική και η ρωμαϊκή αρχαιότητα) και κατάργησε τις ρωμαϊκές νομοθετικές διακρίσεις εναντίον των άγαμων και των άκληρων.

Η ηθική απασχολούσε τον Κωνσταντίνο ώστε νομοθέτησε εναντίον τής απαγωγής και του βιασμού. Οι απαγωγείς και οι βιαστές θα καίγονταν ζωντανοί και δεν θα είχαν δικαίωμα έφεσης. Οι γυναίκες που συναινούσαν στο έγκλημα θα τιμωρούνταν με την ίδια ποινή. Οι γυναίκες που δεν συναίνεσαν αλλά και που δεν προέβαλαν σπουδαία αντίσταση, με γοερά κλάματα και φωνές, προκειμένου να σπεύσουν οι συγγενείς και οι γείτονες να τις σώσουν, θα έχαναν την περιουσία τους. Οι δούλοι που θα συνεργούσαν θα τιμωρούνταν με ρίψη καυτού μολυβιού στο λαιμό τους. Οι γονείς που θα έμεναν άπραγοι θα εξορίζονταν. Οι δούλοι που θα κατάγγελλαν το γεγονός θα αποκτούσαν την ιδιότητα του πολίτη. Τέλος, οι άρρενες κηδεμόνες κοριτσιών τάχθηκαν υπεύθυνοι για την προστασία της παρθενίας τους και αν αποκαλυπτόταν ότι οι ίδιοι ευθύνονταν για την απώλειά της θα εξορίζονταν και θα δημευόταν η περιουσία τους. Τέλος, οι έγγαμοι άνδρες απαγορευόταν να διατηρούν παλλακίδες.

Ας σημειωθεί ότι ο Κωνσταντίνος δεν στράφηκε με τη νομοθεσία του εναντίον των Ιουδαίων και καταδίκαζε μόνο τους Ιουδαίους που δεν ανέχονταν τη μεταστροφή στο χριστιανισμό και λιθοβολούσαν όσους εκχριστιανίζονταν, ενώ δεν τους συμπαθούσε ιδιαίτερα και δεν επιθυμούσε τη διάδοση της θρησκείας τους, όπως δήλωνε επανειλημμένα στις επιστολές του, ενώ τιμώρησε σκληρά τους Ιουδαίους που προσπάθησαν να επισκευάσουν τον Ναό του Σολομώντα στα Ιεροσόλυμα. Ο Κωνσταντίνος δεν καταπίεσε συστηματικά Ιουδαίους, μόνο τους στέρησε το δικαίωμα απαλλαγής από τα δημοτικά συμβούλια. Ο Ιωσήφ ήταν ένας Ιουδαίος που εκχριστιανίστηκε και ο εκχριστιανισμός του προκάλεσε την οργή της ιουδαϊκής κοινότητας. Ο Κωνσταντίνος τον πήρε υπό την προστασία του και τον αντάμειψε με τον τίτλο του κόμητα και με ένα επίδομα από το αυτοκρατορικό ταμείο και όρισε ότι όσοι χειροδικούσαν εναντίον πρώην εθνικών ή Ιουδαίων που εκχριστιανίζονταν θα τιμωρούνταν με θάνατο στην πυρά.

Ο Κωνσταντίνος δεν καταπίεσε εθνικούς. Ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά: «Ας μην ενοχλεί κανείς τον πλησίον του. Ας έχει και ας απολαμβάνει ο καθένας ό,τι επιθυμεί η ψυχή του. Όσοι είναι σώφρονες πρέπει να είναι βέβαιοι ότι μόνον αυτοί θα ζήσουν μια αγνή και αγιασμένη ζωή, αυτοί που Εσύ καλείς να στηριχθούν στους αγίους νόμους Σου. Αλλά εκείνοι που μένουν μακριά Σου, ας έχουν αν το επιθυμούν τους ναούς του ψεύδους. Εμείς έχουμε τον ένδοξο οίκο της αλήθειας Σου» (μετάφραση από Jones, Κωνσταντίνος και εκχριστιανισμός, ό.π., σ. 203). Μόνο στο τέλος της ζωής του απαγόρευσε την τέλεση δημόσιων θυσιών, έκλεισε εθνικούς ναούς, όπως το ναό του Ασκληπιού των Αιγών της Κιλικίας και τους ναούς στα Άφακα και στην Ηλιούπολη της Φοινίκης, που ήταν φημισμένα κέντρα λατρευτικής πορνείας, και δήμευσε τις περιουσίες τους.

Προς το τέλος της ζωής του ο Κωνσταντίνος σχεδίαζε να βαπτιστεί χριστιανός στον ποταμό Ιορδάνη, όπως ο Ιησούς, έκρινε όμως ότι δεν επαρκούσαν οι δυνάμεις του για ένα τέτοιο ταξίδι και έτσι βαπτίστηκε σε μια εκκλησία σε ένα χωριό κοντά στη Νικομήδεια από τον επίσκοπο της πόλης Ευσέβιο (συνονόματο του βιογράφου του). Σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής, ο Κωνσταντίνος βαπτίστηκε γυμνός και μετά τη βάπτισή του φόρεσε λευκά ενδύματα (το εθιμοτυπικό προέβλεπε να φοράει ο νεοφώτιστος λευκά ενδύματα για μια εβδομάδα μετά τη βάπτισή του), και αποσύρθηκε στην οικία του στο Αχύριο κοντά στη Νικομήδεια, ξάπλωσε σε ένα λευκό άνετο κάθισμα και άφησε εκεί την τελευταία του πνοή το 337 (Ευσέβιος, Βίος Κωνσταντίνου 4.65-70). Η αργοπορία της βάπτισης του αυτοκράτορα προκαλεί έντονο προβληματισμό σε όσους αμφισβητούν τη γνησιότητα της μεταστροφής του και τα κίνητρά του στην απόφασή του να υποστηρίξει το χριστιανισμό. Οι αμφισβητίες ωστόσο παραβλέπουν, ή αγνοούν, το γεγονός ότι την εποχή εκείνη ο νηπιοβαπτισμός δεν είχε ακόμη καθιερωθεί (ο νηπιοβαπτισμός καθιερώθηκε λίγο αργότερα, κατά τη διάρκεια του τέταρτου αιώνα). Οι πρώτοι χριστιανοί πίστευαν ότι η βάπτιση λυτρώνει την ψυχή από τις αμαρτίες, οπότε προτιμούσαν να την αναβάλουν μέχρι το τέλος της ζωής τους, ώστε να ελαχιστοποιήσουν το ποσοστό των αμαρτιών που θα ακολουθούσαν μετά τη βάπτιση και να μην διακινδυνεύσουν, έτσι, να χάσουν τη θέση τους στον παράδεισο από βιασύνη και κακό υπολογισμό. Η άποψη ότι ο Κωνσταντίνος δεν έκρινε απαραίτητη τη βάπτιση γιατί θεωρούσε τον εαυτό του ήδη τέλειο χριστιανό, δεν υποστηρίζεται επαρκώς από τις πηγές της εποχής.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

12.12. Ροντέν και Αρχαιότητα


«Αγαπώ την Αρχαιότητα με πάθος. Αντιπροσωπεύει για μένα την ύψιστη ομορφιά», διακηρύσσει ο Ροντέν, ένας από τους τελευταίους γλύπτες με κεντρικό θέμα τον άνθρωπο. Ο Ροντέν θα ανανεώσει τους πολυχρησιμοποιημένους και εξαντλημένους πλέον αρχαίους μύθους με μια δική του προσέγγιση: επιλέγει υπαρξιακά θέματα, που εξαίρουν τη γυναίκα, τον έρωτα, τον θάνατο, οριακές καταστάσεις της ανθρώπινης συνείδησης. Μελετά ζωντανά κινούμενα μοντέλα και διαμορφώνει την πλαστική του γλώσσα συγκεντρώνοντας την προσοχή του στο γυμνό σώμα ως σύμβολο της αρχετυπικής ουσίας του μύθου. Η Αρχαιότητα δεν είναι γι᾽ αυτόν «ένα ορυχείο μυθικών θεμάτων, αλλά ένας κόσμος που οδήγησε την τέχνη στην πιο υψηλή της έκφραση» (Μ. Λαμπράκη-Πλάκα). Γι᾽ αυτό και αναζητεί σε αυτή αισθητικές αρχές και πλαστικές λύσεις και όχι το ανέκδοτο ή έναν ανέκφραστο κλασικιστικό ιδεαλισμό. Συνομιλώντας με τον ιστορικό Πολ Γκσελ εξομολογείται ότι σε όλη του τη ζωή ταλαντεύτηκε ανάμεσα σε δύο τάσεις της πλαστικής: ανάμεσα στην αντίληψη του Φειδία, που σημαίνει ισορροπία, λόγο και χάρη, και στην αντίληψη του Μιχαήλ Αγγέλου (των Φλωρεντινών) που σημαίνει στροφή προς τα μέσα, αναδίπλωση, κίνηση της μορφής προς τον εαυτό της. «Η αρχαία τέχνη είναι τέχνη της αλήθειας και της απλότητας και δεν μπορεί να διδαχθεί. Τι πιο εξωφρενικό από τον Κένταυρο; Γνωρίζετε ωστόσο τίποτε ωραιότερο από τους Κενταύρους της Ολυμπίας και του Παρθενώνα; Αυτοί οι γλύπτες ήξεραν τόσο καλά τη φύση, ώστε τελικά γίνονται συνεργοί της, δημιουργούν πλάσματα ζωντανά». Πίστευε ότι οι Έλληνες πήραν τα σχήματα των αγγείων τους από φυσικές μορφές. Έτσι σχεδιάζει ένα γονατιστό γυναικείο γυμνό (περ. 1900) με τον τίτλο Η γέννηση του ελληνικού αγγείου. Το 1905 στο βιβλίο του για τους καθεδρικούς ναούς της Γαλλίας, Les cathedrales de France (1914, σ. 8, 88) διαβάζουμε τη γνώμη του για τον Παρθενώνα: «Ο Παρθενώνας συνοψίζει όλη την Ελλάδα υπερασπίστηκε την Ελλάδα καλύτερα και από τους σοφούς πολιτικούς της».

Το κυριακάτικο προσκύνημα του Ροντέν στο Λούβρο αρχίζει με την επίσκεψη στη Νίκη της Σαμοθράκης: «Η Νίκη των Ελλήνων ήταν η Ελευθερία τους». Το 1910 γράφει τον "ύμνο" για την Αφροδίτη της Μήλου. «Όλη η ζωή πηγάζει από ένα κέντρο και διαχέεται από μέσα προς τα έξω. Έτσι στην καλή γλυπτική μαντεύουμε μια ρωμαλέα εσωτερική ώθηση. Αυτό είναι το μυστικό της αρχαίας τέχνης. Η Αφροδίτη της Μήλου μένει στα μάτια των προσκυνητών της ακέραιη και ας είναι ακρωτηριασμένη. Ένα κομμάτι της ομορφιάς είναι η ομορφιά ολόκληρη». Ο πρώτος που παρατήρησε ότι το άγαλμα κερδίζει από τον ακρωτηριασμό του ήταν ήδη το 1874 ο Ζαν Λικάρ: «Αλήθεια αν η Αφροδίτη της Μήλου έφτανε ως εμάς ακέραιη, άμωμη, κρατώντας ακόμη το ένδοξο μήλο, δεν θα κυρίευε το σύγχρονο πνεύμα τόσο έντονα… Τι παράξενο! Χάνοντας ακριβώς το σύμβολο που την έκανε στα μάτια των αρχαίων ενσάρκωση της γυναίκας, κατόρθωσε να γίνει η έκφραση του αιώνιου θηλυκού για μας τους μοντέρνους». Ο Ροντέν λίγο μετά (1877) φτιάχνει έργα όπως ο Άνθρωπος που βαδίζει (χωρίς κεφάλι), τα οποία όμως θα παρουσιάσει στο κοινό αργότερα, μετά το 1900. Είναι χαρακτηριστικό ότι η συλλογή αρχαιοτήτων του Ροντέν περιλάμβανε κυρίως ακρωτηριασμένα έργα. Την αισθητική επανεκτίμηση των ακρωτηριασμένων έργων την είχε προετοιμάσει ο ρομαντισμός με την αγάπη των ερειπίων και του non finito στην τέχνη. Η προτίμηση του Ροντέν στο θέμα του torso (κορμός χωρίς κεφάλι και άκρα), που εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε γαλλικό σαλόν στα μέσα του 19ου αιώνα, ήταν η φυσική εξέλιξη αυτής της διαδρομής.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΤΕΧΝΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1382a20–1383b10

(ΑΡΙΣΤ Ρητ 1380b35–1383b10: Λόγος περὶ παθῶν) 

Φόβος και θάρρος

Ποῖα δὲ φοβοῦνται καὶ τίνας καὶ πῶς ἔχοντες, ὧδ’ ἔσται
φανερόν. ἔστω δὴ ὁ φόβος λύπη τις ἢ ταραχὴ ἐκ φαντασίας
μέλλοντος κακοῦ φθαρτικοῦ ἢ λυπηροῦ· οὐ γὰρ πάντα τὰ
κακὰ φοβοῦνται, οἷον εἰ ἔσται ἄδικος ἢ βραδύς, ἀλλ’ ὅσα
λύπας μεγάλας ἢ φθορὰς δύναται, καὶ ταῦτα ἐὰν μὴ πόρρω
(25) ἀλλὰ σύνεγγυς φαίνηται ὥστε μέλλειν. τὰ γὰρ πόρρω σφόδρα
οὐ φοβοῦνται· ἴσασι γὰρ πάντες ὅτι ἀποθανοῦνται, ἀλλ’ ὅτι
οὐκ ἐγγύς, οὐδὲν φροντίζουσιν. εἰ δὴ ὁ φόβος τοῦτ’ ἐστίν,
ἀνάγκη τὰ τοιαῦτα φοβερὰ εἶναι ὅσα φαίνεται δύναμιν ἔχειν
μεγάλην τοῦ φθείρειν ἢ βλάπτειν βλάβας εἰς λύπην μεγάλην
(30) συντεινούσας· διὸ καὶ τὰ σημεῖα τῶν τοιούτων φοβερά· ἐγγὺς
γὰρ φαίνεται τὸ φοβερόν· τοῦτο γάρ ἐστι κίνδυνος, φοβεροῦ
πλησιασμός. τοιαῦτα δὲ ἔχθρα τε καὶ ὀργὴ δυναμένων ποιεῖν
τι (δῆλον γὰρ ὅτι βούλονταί τε καὶ δύνανται, ὥστε ἐγγύς εἰσιν
τοῦ ποιεῖν), καὶ ἀδικία δύναμιν ἔχουσα· τῷ προαιρεῖσθαι γὰρ ὁ
[1382b] ἄδικος ἄδικος. καὶ ἀρετὴ ὑβριζομένη δύναμιν ἔχουσα (δῆλον
γὰρ ὅτι προαιρεῖται μὲν ὅταν ὑβρίζηται, ἀεί, δύναται δὲ νῦν),
καὶ φόβος τῶν δυναμένων τι ποιῆσαι· ἐν παρασκευῇ γὰρ ἀνάγκη
εἶναι καὶ τὸν τοιοῦτον· ἐπεὶ δ’ οἱ πολλοὶ χείρους καὶ ἥττους τοῦ
(5) κερδαίνειν καὶ δειλοὶ ἐν τοῖς κινδύνοις, φοβερὸν ὡς ἐπὶ τὸ
πολὺ τὸ ἐπ’ ἄλλῳ αὐτὸν εἶναι, ὥστε οἱ συνειδότες πεποιηκότι
τι δεινὸν φοβεροὶ ἢ κατειπεῖν ἢ ἐγκαταλιπεῖν. καὶ οἱ δυνάμενοι
ἀδικεῖν τοῖς δυναμένοις ἀδικεῖσθαι· ὡς γὰρ ἐπὶ τὸ πολὺ
ἀδικοῦσιν οἱ ἄνθρωποι ὅταν δύνωνται. καὶ οἱ ἠδικημένοι ἢ
(10) νομίζοντες ἀδικεῖσθαι· ἀεὶ γὰρ τηροῦσι καιρόν. καὶ οἱ ἠδικη-
κότες, ἂν δύναμιν ἔχωσι, φοβεροί, δεδιότες τὸ ἀντιπαθεῖν·
ὑπέκειτο γὰρ τὸ τοιοῦτο φοβερόν. καὶ οἱ τῶν αὐτῶν ἀνταγω-
νισταί, ὅσα μὴ ἐνδέχεται ἅμα ὑπάρχειν ἀμφοῖν· ἀεὶ γὰρ
πολεμοῦσι πρὸς τοὺς τοιούτους. καὶ οἱ τοῖς κρείττοσιν αὐτῶν
(15) φοβεροί· μᾶλλον γὰρ ἂν δύναιντο βλάπτειν αὐτούς, εἰ καὶ τοὺς
κρείττους. καὶ οὓς φοβοῦνται οἱ κρείττους αὐτῶν, διὰ ταὐτό.
καὶ οἱ τοὺς κρείττους αὐτῶν ἀνῃρηκότες, καὶ οἱ τοῖς ἥττοσιν
αὐτῶν ἐπιτιθέμενοι· ἢ γὰρ ἤδη φοβεροὶ ἢ αὐξηθέντες. καὶ
τῶν ἠδικημένων καὶ ἐχθρῶν ἢ ἀντιπάλων οὐχ οἱ ὀξύθυμοι καὶ
(20) παρρησιαστικοί, ἀλλὰ οἱ πρᾶοι καὶ εἴρωνες καὶ πανοῦργοι·
ἄδηλοι γὰρ εἰ ἐγγύς, ὥστε οὐδέποτε φανεροὶ ὅτι πόρρω. πάντα
δὲ τὰ φοβερὰ φοβερώτερα ὅσα ἁμαρτάνουσιν ἐπανορθώσασθαι
μὴ ἐνδέχεται, ἀλλ’ ἢ ὅλως ἀδύνατα, ἢ μὴ ἐπ’ αὐτοῖς ἀλλ’ ἐπὶ
τοῖς ἐναντίοις. καὶ ὧν βοήθειαι μή εἰσιν ἢ μὴ ῥᾴδιαι. ὡς δ’
(25) ἁπλῶς εἰπεῖν, φοβερά ἐστιν ὅσα ἐφ’ ἑτέρων γιγνόμενα ἢ μέλ-
λοντα ἐλεεινά ἐστιν.

τὰ μὲν οὖν φοβερὰ καὶ ἃ φοβοῦνται σχεδὸν ὡς εἰπεῖν τὰ
μέγιστα ταῦτ’ ἐστίν, ὡς δὲ διακείμενοι αὐτοὶ φοβοῦνται, νῦν
λέγωμεν. εἰ δή ἐστιν ὁ φόβος μετὰ προσδοκίας τινὸς τοῦ πεί-
(30) σεσθαί τι φθαρτικὸν πάθος, φανερὸν ὅτι οὐδεὶς φοβεῖται τῶν
οἰομένων μηδὲν ἂν παθεῖν, οὐδὲ ταῦτα ἃ μὴ οἴονται <ἂν> παθεῖν
οὐδὲ τούτους ὑφ’ ὧν μὴ οἴονται, οὐδὲ τότε ὅτε μὴ οἴονται.
ἀνάγκη τοίνυν φοβεῖσθαι τοὺς οἰομένους τι παθεῖν ἄν, καὶ
τοὺς ὑπὸ τούτων καὶ ταῦτα καὶ τότε. οὐκ οἴονται δὲ παθεῖν
[1383a] ἂν οὔτε οἱ ἐν εὐτυχίαις μεγάλαις ὄντες καὶ δοκοῦντες (διὸ
ὑβρισταὶ καὶ ὀλίγωροι καὶ θρασεῖς, ποιεῖ δὲ τοιούτους πλοῦ-
τος ἰσχὺς πολυφιλία δύναμις), οὔτε οἱ ἤδη πεπονθέναι πάντα
νομίζοντες τὰ δεινὰ καὶ ἀπεψυγμένοι πρὸς τὸ μέλλον, ὥσπερ
(5) οἱ ἀποτυμπανιζόμενοι ἤδη· ἀλλὰ δεῖ τινα ἐλπίδα ὑπεῖναι
σωτηρίας, περὶ οὗ ἀγωνιῶσιν. σημεῖον δέ· ὁ γὰρ φόβος
βουλευτικοὺς ποιεῖ, καίτοι οὐδεὶς βουλεύεται περὶ τῶν ἀνελ-
πίστων· ὥστε δεῖ τοιούτους παρασκευάζειν, ὅταν ᾖ βέλτιον
τὸ φοβεῖσθαι αὐτούς, ὅτι τοιοῦτοί εἰσιν οἷον παθεῖν (καὶ γὰρ
(10) ἄλλοι μείζους ἔπαθον), καὶ τοὺς τοιούτους δεικνύναι πάσχον-
τας ἢ πεπονθότας, καὶ ὑπὸ τοιούτων ὑφ’ ὧν οὐκ ᾤοντο, καὶ
ταῦτα <ἃ> καὶ τότε ὅτε οὐκ ᾤοντο.

ἐπεὶ δὲ περὶ φόβου φανερὸν τί ἐστιν, καὶ τῶν φοβερῶν,
καὶ ὡς ἕκαστοι ἔχοντες δεδίασι, φανερὸν ἐκ τούτων καὶ τὸ
(15) θαρρεῖν τί ἐστι, καὶ περὶ ποῖα θαρραλέοι εἰσὶ καὶ πῶς διακεί-
μενοι θαρραλέοι εἰσίν· τό τε γὰρ θάρσος τὸ ἐναντίον τῷ
<φόβῳ, καὶ τὸ θαρραλέον τῷ> φοβερῷ, ὥστε μετὰ φαντασίας ἡ
ἐλπὶς τῶν σωτηρίων ὡς ἐγγὺς ὄντων, τῶν δὲ φοβερῶν <ὡς> ἢ
μὴ ὄντων ἢ πόρρω ὄντων. ἔστι δὲ θαρραλέα τά τε δεινὰ πόρρω
(20) ὄντα καὶ τὰ σωτήρια ἐγγύς, καὶ ἐπανορθώσεις ἂν ὦσι καὶ βοή-
θειαι πολλαὶ ἢ μεγάλαι ἢ ἄμφω, καὶ μήτε ἠδικημένοι μήτε
ἠδικηκότες ὦσιν, ἀνταγωνισταί τε ἢ μὴ ὦσιν ὅλως, ἢ μὴ
ἔχωσιν δύναμιν, ἢ δύναμιν ἔχοντες ὦσι φίλοι ἢ πεποιηκότες
εὖ ἢ πεπονθότες, ἢ ἂν πλείους ὦσιν οἷς ταὐτὰ συμφέρει,
(25) ἢ κρείττους, ἢ ἄμφω. αὐτοὶ δ’ οὕτως ἔχοντες θαρραλέοι
εἰσίν, ἂν πολλὰ κατωρθωκέναι οἴωνται καὶ μὴ πεπονθέναι, ἢ
ἐὰν πολλάκις ἐληλυθότες εἰς τὰ δεινὰ καὶ διαπεφευγότες
ὦσι· διχῶς γὰρ ἀπαθεῖς γίγνονται οἱ ἄνθρωποι, ἢ τῷ μὴ
πεπειρᾶσθαι ἢ τῷ βοηθείας ἔχειν, ὥσπερ ἐν τοῖς κατὰ
(30) θάλατταν κινδύνοις οἵ τε ἄπειροι χειμῶνος θαρροῦσι τὰ
μέλλοντα καὶ οἱ βοηθείας ἔχοντες διὰ τὴν ἐμπειρίαν. καὶ
ὅταν τοῖς ὁμοίοις φοβερὸν μὴ ᾖ, μηδὲ τοῖς ἥττοσι καὶ ὧν
κρείττους οἴονται εἶναι· οἴονται δὲ ὧν κεκρατήκασιν ἢ αὐτῶν
ἢ τῶν κρειττόνων ἢ τῶν ὁμοίων. καὶ ἂν ὑπάρχειν αὑτοῖς
(35) οἴωνται πλείω καὶ μείζω, οἷς ὑπερέχοντες φοβεροί εἰσιν·
[1383b] ταῦτα δέ ἐστι πλῆθος χρημάτων καὶ ἰσχὺς σωμάτων καὶ
φίλων καὶ χώρας καὶ τῶν πρὸς πόλεμον παρασκευῶν, ἢ πασῶν
ἢ τῶν μεγίστων. καὶ ἐὰν μὴ ἠδικηκότες ὦσιν μηδένα ἢ μὴ
πολλοὺς ἢ μὴ τούτους παρ’ ὧν φοβοῦνται, καὶ ὅλως ἂν τὰ πρὸς
(5) τοὺς θεοὺς αὐτοῖς καλῶς ἔχῃ, τά τε ἄλλα καὶ τὰ ἀπὸ σημείων
καὶ λογίων· θαρραλέον γὰρ ἡ ὀργή, τὸ δὲ μὴ ἀδικεῖν ἀλλ’ ἀδι-
κεῖσθαι ὀργῆς ποιητικόν, τὸ δὲ θεῖον ὑπολαμβάνεται βοηθεῖν
τοῖς ἀδικουμένοις. καὶ ὅταν ἐπιχειροῦντες ἢ μηδὲν ἂν παθεῖν
[μηδὲ πείσεσθαι] ἢ κατορθώσειν οἴωνται. καὶ περὶ μὲν τῶν
(10) φοβερῶν καὶ θαρραλέων εἴρηται.

***
Τι είδους πράγματα φοβούνται οι άνθρωποι, ποιους φοβούνται και ποια είναι η γενικότερη κατάστασή τους όταν φοβούνται, όλα αυτά θα γίνουν φανερά στη συνέχεια. Ας δεχτούμε λοιπόν ότι ο φόβος είναι εκείνη η λύπη ή ταραχή που γεννιέται από το ότι έχουμε ζωντανή μέσα μας την παρουσία ενός επικείμενου κακού, που έχει τη δύναμη να προκαλέσει καταστροφή ή λύπη. Δεν φοβούνται, πράγματι, όλα τα κακά οι άνθρωποι (κανείς π.χ. δεν φοβάται το ενδεχόμενο να γίνει άδικος ή βραδύνους), αλλά μόνο αυτά που έχουν την ιδιότητα να μπορούν να προκαλέσουν μεγάλες λύπες ή καταστροφές ― και αυτά μόνο (25) αν φαίνονται ότι δεν είναι μακρινά, αλλά κοντινά, τόσο που να είναι επικείμενα. Πραγματικά, τα πολύ μακρινά οι άνθρωποι δεν τα φοβούνται: όλοι ξέρουν ότι θα πεθάνουν, επειδή όμως αυτό δεν είναι κάτι κοντινό, τους αφήνει τελείως αδιάφορους. Αν λοιπόν αυτό είναι ο φόβος, τότε πράγματα που προκαλούν φόβο δεν μπορεί παρά να είναι όσα φαίνεται να έχουν μεγάλη δύναμη να προξενούν καταστροφές ή βλάβες που επιφέρουν μεγάλη λύπη. (30) Αυτός είναι ο λόγος που ακόμη και τα σημάδια που προαναγγέλλουν τέτοιου είδους πράγματα προκαλούν και αυτά φόβο· γιατί το πράγμα που προκαλεί τον φόβο μοιάζει πολύ κοντινό ― αυτό δεν είναι ο κίνδυνος, να έρχονται δηλαδή κοντά μας τα πράγματα που μας προκαλούν φόβο; Τέτοια είναι η έχθρα και η οργή αυτών που έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι κακό (ότι το θέλουν είναι φανερό, άρα βρίσκονται πολύ κοντά στο να το κάνουν). Είναι επίσης η άδικη πρόθεση, αν συνοδεύεται από δύναμη γιατί ο άδικος είναι άδικος εξαιτίας μιας προτίμησης και τάσης του. [1382b] Αλλά και η αρετή, όταν δέχεται προσβολές ― με τον όρο, βέβαια, ότι έχει δύναμη. Γιατί είναι φανερό ότι ένα πρόσωπο που η αρετή του δέχεται προσβολές έχει πάντοτε την τάση να αντιδράσει ― τώρα έχει και τη δύναμη. Επίσης ο φόβος αυτών που έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι κακό· γιατί ένα τέτοιο πρόσωπο δεν μπορεί παρά να είναι πάντοτε έτοιμο και αυτό να δράσει. Και καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι είναι μάλλον κακοί παρά καλοί, (5) δέσμιοι του κέρδους και δειλοί στους κινδύνους, η εξάρτηση από κάποιον άλλον είναι συνήθως κάτι που προκαλεί φόβο· αποτέλεσμα: αυτοί που έκαναν κάτι κακό φοβούνται ότι οι συνεργοί τους σ' αυτό ή θα τους καταδώσουν ή θα τους εγκαταλείψουν. Επίσης αυτοί που μπορούν να διαπράξουν αδικία προκαλούν φόβο σ' αυτούς που υπόκεινται σε αδικίες γιατί συνήθως, όταν μπορούν οι άνθρωποι, αδικούν. Προκαλούν επίσης φόβο οι άνθρωποι που έχουν αδικηθεί ή πιστεύουν πως έχουν αδικηθεί: (10) οι άνθρωποι αυτοί καραδοκούν πάντοτε να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία. Φόβο όμως προκαλούν, επίσης, και αυτοί που έχουν διαπράξει μια αδικία ―αν έχουν δύναμη―, επειδή φοβούνται τα αντίποινα ― δεν το δεχτήκαμε ήδη ως κάτι που προκαλεί φόβο; Φόβο, επίσης, προκαλούν ο ένας στον άλλον όσοι διεκδικούν τα ίδια πράγματα ― στην περίπτωση, φυσικά, που δεν είναι δυνατό να τα έχουν συγχρόνως και οι δύο γιατί με αυτού του είδους τους ανταγωνιστές οι άνθρωποι βρίσκονται σε αδιάλειπτη μάχη. Φοβούνται, επίσης, οι άνθρωποι όσους προκαλούν φόβο σε άτομα που είναι πιο δυνατά από αυτούς: (15) από τη στιγμή που μπορούν να βλάψουν άτομα πιο δυνατά από αυτούς, μπορούν, φυσικά, να βλάψουν και αυτούς ακόμη περισσότερο. Όσους, επίσης, φοβούνται οι πιο δυνατοί από αυτούς ― για τον ίδιο λόγο. Αυτούς, επίσης, που εξουθένωσαν άτομα πιο δυνατά από αυτούς. Αλλά και όσους επιτίθενται σε άτομα πιο αδύναμα από αυτούς· γιατί οι άνθρωποι αυτοί ή είναι ήδη από τώρα επικίνδυνοι ή θα γίνουν επικίνδυνοι μόλις αυξηθεί η δύναμή τους. Μεταξύ, επίσης, αυτών που έχουν αδικηθεί από τους ίδιους και είναι εχθροί ή αντίπαλοί τους οι άνθρωποι φοβούνται πιο πολύ όχι τους οξύθυμους και αυτούς που έχουν το θάρρος να πουν ανοιχτά τις σκέψεις τους, (20) αλλά τους μαλακούς, αυτούς που κρύβουν τις σκέψεις τους, τους ύπουλους· γιατί με τους ανθρώπους αυτούς δεν μπορείς να είσαι βέβαιος αν είναι κοντά η στιγμή που θα δράσουν και, επομένως, ποτέ δεν είναι φανερό ότι αυτό είναι κάτι το απομακρυσμένο.

Όλα τα πράγματα που προκαλούν φόβο γίνονται ακόμη πιο φοβερά όταν οφείλονται σε σφάλματα που δεν επιδέχονται επανόρθωση, είτε γιατί αυτή είναι τελείως αδύνατη είτε γιατί δεν είναι πια στο χέρι αυτών που τα διέπραξαν αλλά στο χέρι των αντιπάλων τους. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που δεν υπάρχει καμιά βοήθεια ή η βοήθεια δεν είναι εύκολη. (25) Με δυο λόγια: φόβο προκαλούν τα πράγματα που προκαλούν τον οίκτο όταν συμβαίνουν ή είναι να συμβούν σε κάποιον άλλον.

Αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα πιο σημαντικά από τα πράγματα που προξενούν φόβο και τα φοβούνται οι άνθρωποι. Ας μιλήσουμε λοιπόν τώρα για τη γενικότερη κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι άνθρωποι που φοβούνται. Αν ο φόβος συνοδεύεται, όπως είπαμε, από την προσδοκία κάποιου καταστρεπτικού κακού, (30) είναι φανερό ότι κανείς δεν φοβάται όταν πιστεύει πως δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε: δεν φοβάται ούτε πράγματα για τα οποία πιστεύει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τα πάθει, ούτε πρόσωπα από τα οποία θεωρεί ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε, ούτε χρονικές στιγμές κατά τις οποίες πιστεύει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πάθει οτιδήποτε. Κατανάγκην λοιπόν φοβούνται εκείνοι που πιστεύουν ότι μπορεί να πάθουν κάτι, και μάλιστα από συγκεκριμένα πρόσωπα, συγκεκριμένα πράγματα και σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές. Δεν πιστεύουν ότι μπορεί να πάθουν κάτι [1383a] α) όσοι βρίσκονται ή θεωρούν ότι βρίσκονται σε περίοδο μεγάλης εύνοιας της τύχης (αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι αυτοί είναι αναιδείς και προσβλητικοί, περιφρονητές και θρασείς ― έτσι τους κάνει ο πλούτος, η σωματική δύναμη, ο μεγάλος αριθμός φίλων, η δύναμη), β) αυτοί που πιστεύουν ότι δεν υπάρχει πράγμα που να μη το έχουν πάθει και, γιαυτό, το μέλλον τούς αφήνει ψυχρά αδιάφορους, ακριβώς όπως αυτούς που υφίστανται το μαρτύριο της μαστίγωσης μέχρι θανάτου: (5) για να εξακολουθήσει να υπάρχει φόβος χρειάζεται να υπάρχει κάποια ελπίδα σωτηρίας από αυτό που προκαλεί την αγωνία· ιδού και το σημάδι: ο φόβος κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται και να μελετούν τα πράγματα με προσοχή, και φυσικά κανείς δεν σκέφτεται προσεκτικά ούτε συζητάει με επιμονή πράγματα για τα οποία δεν υπάρχει ελπίδα.

Συμπέρασμα: Όταν είναι προτιμότερο οι ακροατές να αισθανθούν φόβο, ο ρήτορας πρέπει να τους κάνει να πιστέψουν πως είναι πολύ πιθανό να πάθουν κάποιο κακό (αφού και άλλοι, ανώτεροί τους, το έπαθαν)· (10) να τους δείξει, επίσης, καθαρά ότι άνθρωποι σαν κι αυτούς παθαίνουν αυτή τη στιγμή κάποιο κακό ή ότι το έχουν ήδη πάθει, προσθέτοντας ότι το κακό αυτό το έπαθαν από ανθρώπους από τους οποίους δεν το περίμεναν, με έναν τρόπο και σε μια χρονική στιγμή που επίσης δεν το περίμεναν.

Αφού έγινε φανερό τι είναι ο φόβος, ποια είναι τα πράγματα που τον προκαλούν και ποια είναι η γενικότερη κατάσταση του κάθε επιμέρους ατόμου που αισθάνεται φόβο, γίνεται τώρα, από όλα αυτά, φανερό τι είναι, επίσης, το θάρρος, (15) τι λογής πράγματα αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι με θάρρος και ακόμη ποια είναι η γενικότερη κατάστασή τους όταν έχουν θάρρος· γιατί και το θάρρος είναι το αντίθετο του φόβου, και αυτό που προκαλεί θάρρος είναι το αντίθετο αυτού που προκαλεί φόβο. Λογική συνέπεια: η ελπίδα για τα πράγματα που μπορεί να μας σώσουν συνοδεύεται από την ιδέα ότι αυτά βρίσκονται πολύ κοντά μας και ότι τα πράγματα που προκαλούν φόβο ή δεν υπάρχουν ή βρίσκονται μακριά μας. Θάρρος μας δίνουν και τα φοβερά πράγματα, αν βρίσκονται μακριά μας, (20) και τα σωτήρια, αν είναι κοντά μας. Επίσης αν υπάρχουν τρόποι θεραπείας και διάφορες βοήθειες ― πολλές ή μεγάλες ή και τα δύο μαζί. Επίσης αν δεν έχουμε υποστεί ούτε έχουμε κάνει αδικία. Επίσης αν δεν έχουμε καθόλου ανταγωνιστές, ή αν έχουμε ανταγωνιστές, δίχως όμως καμιά δύναμη, ή αν οι ανταγωνιστές μας έχουν δύναμη, είναι όμως φίλοι μας, είτε γιατί μας έχουν ευεργετήσει είτε γιατί τους έχουμε ευεργετήσει, ή αν αυτοί που έχουν το ίδιο με εμάς συμφέρον είναι πιο πολλοί ή πιο δυνατοί ή και τα δύο μαζί.

(25) Θάρρος έχουν οι άνθρωποι που βρίσκονται στην ακόλουθη, γενικά, κατάσταση: Αν πιστεύουν ότι πέτυχαν πολλά και δεν έπαθαν τίποτε, ή αν βρέθηκαν πολλές φορές μπροστά στον κίνδυνο και όμως τον ξέφυγαν· γιατί οι άνθρωποι γίνονται άφοβοι με δύο τρόπους: είτε γιατί δεν έχουν ποτέ δοκιμάσει κίνδυνο είτε γιατί έχουν την αναγκαία βοήθεια, (30) ακριβώς όπως στους κινδύνους της θάλασσας αντιμετωπίζουν με θάρρος την έκβαση των πραγμάτων από τη μια όσοι ποτέ ως τότε δεν είχαν ζήσει μια μεγάλη φουρτούνα και από την άλλη όσοι, λόγω πείρας, κατέχουν τρόπους αντιμετώπισής της. Επίσης αν πρόκειται για πράγμα που δεν προκαλεί φόβο ούτε στους ομοίους τους ούτε στους κατωτέρους τους ούτε σ' αυτούς από τους οποίουςθεωρούν πως είναι ανώτεροι (θεωρούν πως είναι ανώτεροι από αυτούς που οι ίδιοι τούς έχουν νικήσει ― ή αυτούς τους ίδιους ή τους ανωτέρους τους ή τους ομοίους τους). (35) Επίσης αν πιστεύουν ότι έχουν πιο πολλά και πιο μεγάλα πλεονεκτήματα: η υπεροχή που τα πλεονεκτήματα αυτά τους προσφέρουν τους κάνει να προκαλούν τον φόβο· [1383b] αυτά είναι η αφθονία του χρήματος, η σωματική δύναμη, η δύναμη των φίλων, η ισχύς της χώρας και η υπεροχή της πολεμικής προπαρασκευής (στο σύνολό της ή στα βασικότερα μέρη της). Επίσης όσοι δεν έχουν αδικήσει κανέναν, ή όχι πολλούς, ή όχι αυτούς τους οποίους φοβούνται. (5) Γενικά, θάρρος έχουν όσοι έχουν καλές σχέσεις με τους θεούς, από κάθε βέβαια άποψη, ιδίως όμως σε ό,τι αφορά στους οιωνούς και τους χρησμούς: η οργή είναι κάτι που δίνει θάρρος· το να μην κάνει λοιπόν κανείς αδικίες, να υφίσταται όμως αδικίες είναι κάτι που προκαλεί οργή, και το θείον θεωρείται ότι βοηθάει τους αδικούμενους. Έχουν επίσης θάρρος όσοι πιστεύουν ότι σε ό,τι επιχειρήσουν δεν υπάρχει πιθανότητα να αποτύχουν, ή ότι σίγουρα δεν θα αποτύχουν, ή ότι θα πετύχουν.

(10) Είπαμε ό,τι είχαμε να πούμε για τα πράγματα που προκαλούν φόβο και γι' αυτά που προκαλούν θάρρος.