Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

Ατλαντίδα – Τελχίνες – Μεγάλοι Παλαιοί

Οι Τελευταίες Ημέρες της Στρογγυλής, η Μυστική Σαντορίνη, η Ατλαντίδα, οι Τελχίνες και οι Αβυσσαίοι Μεγάλοι Παλαιοί.

Υπάρχουν μέρη μακρινά, που στον αέρα τους πλανάται ακόμα η μαγεία που δεν χωράει στην νωθρή καθημερινή πραγματικότητα της πόλης. Σ’ αυτό λοιπόν το μέρος που διάλεξα για μια μικρή, αλλά αναγκαία αποτοξίνωση, βρήκα διάχυτη πολύ περισσότερη μαγεία απ’ ότι είχα φανταστεί και, ειλικρινά, από την πρώτη μέρα που πάτησα στο νησί, με τρώει η επιθυμία να σας μιλήσω γι’ αυτό. Από το σημείο που παρατηρώ, και που οι ντόπιοι κάποτε παραφυλούσαν για πειρατές, απλώνεται μπροστά μου ολόκληρη η χιλιοταλαιπωρημένη Θήρα («Σαντορίνη» είναι το Φράγκικο όνομα, που βαφτίστηκε την εποχή των Σταυροφοριών, εξ’ αιτίας μιας παλιάς εκκλησίας της Αγίας Ειρήνης), αυτή τουλάχιστον που απέμεινε απ’ την αρχαία Στρογγύλη, ύστερα από χιλιάδες χρόνια σμίλευσής της από την Φύση.

Μια από τις φοβερότερες εκρήξεις ηφαιστείων στα χρόνια απ’ τα οποία έχει ακόμα μνήμες ο άνθρωπος, η καταβύθιση ολόκληρου του δυτικού τμήματος του νησιού, που άφησε απέναντι την Θηρασία αντικριστά με το μικρό Ασπρονήσι να θωρούν ατέρμονα τις απόκρημνες ακτές της γης με την οποία ήταν κάποτε ένα, η ανάδυση στην μέση του κόλπου, της Ιεράς, λίγο πριν την Ρωμαϊκή κατοχή, που ύστερα από μια βαθιά ανάσα και την εμφάνιση της Θείας (Παλαιάς Καμένης), θα βουτήξει πάλι κάτω απ’ το νερό, για να ξαναβγεί χίλια εξακόσια χρόνια αργότερα, τότε που το νησί έχει πέσει στους Οθωμανούς και να γίνει ένα με την Νέα Καμένη, την άχαρη μάζα γης, που ύστερα από το μάσημα τριών χιλιετηρίδων, ξέβρασε το φοβερό τέρας που παραμονεύει στο βάθος της καλντέρας, δημιουργώντας μια βραχονησίδα που μοιάζει να ’πεσε απ’ το φεγγάρι.

Έτσι, για να θυμίζει ότι το νησί που σήμερα έχει το σχήμα του μισοφέγγαρου, ήταν κάποτε ολόγιομο, τότε που οι πρώτοι Έλληνες την αποκαλούσαν Στρογγύλη. Κι όμως τα βίαια αυτά ξεσπάσματα σ’ αυτή την μεριά της Γης δεν στέρησαν καθόλου τον τόπο από την απέραντη ομορφιά που κάποτε του χάρισε τ’ όνομα Καλλίστη και που, πράγματι, έτσι θ’ άξιζε να λέγεται μέχρι σήμερα.

«Ο χώρος είναι Ιερός», έχει γράψει στο βράχο ο μοναχός (;) Αγαθάγγελος Καφούρος, δίπλα ακριβώς, την κατάρα «Εξολόθρευσε Κύριος πάντα τα χείλη τα δόλια και γλώσσαν μεγαλορρήμονα», που μάλλον απευθύνεται σε όσους συνηθίζουν να μαρτυρούν μυστικά και να μιλούν πολύ (κάποιους σαν κι εμάς δηλαδή). Μπροστά μου, τώρα, ο αινιγματικός Σκάρος, ορθώνεται σαν ένας πελώριος Κέλτικος μεγάλιθος, ή μια γιγάντια βολίδα, απ’ αυτές που κάποτε τίναζε αλαφιασμένο το ηφαίστειο! Προεξέχοντας απ’ την ακτή, αγναντεύει επιβλητικός την καλντέρα, ένας ακούραστος φρουρός τετρακόσια μέτρα ψηλότερα απ’ την επιφάνεια της θάλασσας. Το μονοπάτι που μέχρι κάποιο σημείο περιβάλει τον ογκόλιθο (και που αν δεν θέλετε το όνομά σας να συνδεθεί με την τοποθεσία, μην επιχειρήσετε να διαγράψετε ολόκληρο τον περίγυρό του) είναι αρκετά επικίνδυνο σε ορισμένα σημεία, αλλά το θέαμα που ακολουθεί αποζημιώνει. Τα ερείπια των κτισμάτων αντίθετα, είναι σχεδόν ισοπεδωμένα και σπάνια τα ξεχωρίζει κανείς από τα βράχια, αφήνοντας ένα ερώτημα να πλανάται στον στοιχειωμένο άνεμο αυτού του μνημείου.

Γιατί ο χώρος αυτός είναι ιερός;

Παίρνοντας όμως τον δρόμο της επιστροφής, στο σημείο που σχηματίζεται η φυσική γέφυρα που ενώνει την άκρη του ψηλού απόκρημνου βράχου με την μικρή χερσόνησο, εκεί που μια δεύτερη ζωγραφισμένη μ’ ασβέστη επιγραφή επιμένει πως ο χώρος είναι ιερός, το βλέμμα μου πέφτει σε μια τρύπα, στο πλάι και κάτω ακριβώς από την γέφυρα, κρυμμένη έτσι, που να μην μπορείς να την δεις όταν ακολουθείς το μονοπάτι προς το Σκάρο, αλλά μόνο όταν έχεις την αντίθετη κατεύθυνση. Κατεβαίνοντας μπροστά της, βλέπω ότι είναι μια μικρή είσοδος που οδηγεί προς τα κάτω σ’ ένα υπόγειο δωμάτιο. Χωρίς δεύτερη σκέψη εισβάλλω στον σκοτεινό χώρο, γλιστρώντας πάνω στα χαλάσματα.

Το δωμάτιο που αποκαλύπτεται είναι εντελώς άδειο, εκτός από τις πέτρες που έχουν κατρακυλήσει στην μια του άκρη, από το μάλλον πρόσφατο άνοιγμα της μικρής εισόδου, αλλά εξετάζοντας προσεκτικά όλες τις γωνίες του, σε κάποιο σημείο του τοίχου, βλέπω ένα νέο μικρό άνοιγμα στο πέτρινο δάπεδο. Αρχικά μοιάζει σαν αποχέτευση, αλλά πλησιάζοντας αντιλαμβάνομαι πως μόνο αυτό δεν είναι! Αντ’ αυτού, εμφανίζεται μια τετράγωνα σμιλευμένη τρύπα, αρκετή για να χωρέσει έναν άνθρωπο, που για μερικά μέτρα κατεβαίνει κάθετα προς τα κάτω. Στον πάτο της, το φως του φακού αποκαλύπτει ένα δεύτερο δωμάτιο, ένα επίπεδο χαμηλότερα απ’ αυτό που βρίσκομαι. Δυστυχώς δεν έχω μαζί μου σχοινιά και τον υπόλοιπο απαραίτητο εξοπλισμό για να συνεχίσω την κατάβαση –ποιος ξέρει πόσα ακόμη χαμηλότερα δωμάτια, είναι κρυμμένα στην βάση του μεγάλιθου– κι έτσι αφήνω την συνέχεια στην φαντασία σας και σ’ εκείνους που, αψηφώντας τις απειλές του Αγαθάγγελου, θ’ επιχειρήσουν ν’ ακολουθήσουν τα βήματά μου. Ένα πράγμα πάντως είναι σίγουρο, ότι «ο χώρος είναι ιερός!»

Επειδή μ’ ενδιαφέρει ιδιαίτερα το θέμα της Κούφιας Γης, ένα πράγμα που με κατέπληξε στο νησί είναι ότι είναι κούφιο! Η τέφρα από την έκρηξη του ηφαιστείου έθαψε το μεγαλύτερο μέρος του κάτω από ένα παχύ στρώμα κίσσηρης, σχηματίζοντας ολόκληρους λόφους από ελαφρόπετρα, τόνοι από την οποία μάλιστα χρησιμοποιήθηκαν κατά την κατασκευή της διώρυγας του Σουέζ. Στην πλαγιά ενός τέτοιου λοφίσκου, αναζήτησα την Παναγία την Τρύπα, (Παναγία Τρύπα έχει και στην Γορίτσα του Βόλου) μια παλιά εκκλησία που ήταν κάποτε καταφύγιο των χωρικών απ’ τους πειρατές, μια και είναι συνδεδεμένη με ένα κρυφό δίκτυο σπηλαίων. Ακολουθώντας ένα ξεχασμένο μονοπάτι δίπλα στο χωριό του Βόθωνα, έφθασα μπροστά σ’ αυτόν το λοφίσκο. Ξέρετε τι είδα; Δύο κλειδωμένες πόρτες σκαλισμένες στο βράχο, ένα μικρό καμπαναριό, μια πέτρινη σκάλα που οδηγεί προς τα πάνω σε μια άλλη πόρτα στην μέση του λόφου κι ένα μικρό παράθυρο «από το πουθενά», ακόμα ψηλότερα. Αυτή είναι η εκκλησία. Ολόκληρος ο βράχος κι ότι άλλο συνδέεται αόρατα μ’ αυτόν! Αλλά ούτε είναι και η μοναδική εκκλησία του νησιού που είναι χτισμένη πάνω σε σπήλαια.

Στο μέσα βουνό, που χωρίζει το Καμάρι από την Περίσσα, ανάμεσα σε μικρά βάραθρα και πολύπλοκα σπήλαια, βρίσκεται το εκκλησάκι της Κατεφειανής, που κάποτε επίσης αποτέλεσε καταφύγιο για τους ντόπιους. Όσο παράδοξο κι αν φαίνεται, οι Περισσιώτες το προτιμούσαν απ’ το γειτονικό κάστρο του Εξωμύτη, ή τον γουλά του Νημποριού, όπου ακόμα σώζονται ερείπια της αρχαίας πόλης Ελευσίνας. Κοιτώντας βέβαια απ’ την πλευρά της Περίσσας, το εκκλησάκι της Κατεφειανής σφηνωμένο στους βράχους, περίπου στην μέση της κατακόρυφης πλαγιάς, αναρωτιέται εύλογα κανείς, πώς σκαρφάλωναν οι ντόπιοι εκεί πάνω, αφού δεν υπάρχει κανένα εμφανές μονοπάτι που να οδηγεί σ’ αυτό!

Το μοναδικό ανηφορικό μονοπάτι που είδα, ακολουθεί μια δυτικότερη κατεύθυνση, σκαρφαλώνοντας μέχρι την κορυφή του βουνού, όπου βρίσκεται η Αρχαία Θήρα. Ανάμεσα στα ερείπια που σώζονται απ’ την δωρική αποικία του 9ο αι. π.κ.ε. και τους μεταγενέστερους οικισμούς, υπάρχει και σπήλαιο-άντρο του Ερμή και ναός του Πύθιου Απόλλωνα, και Πτολεμαϊκό ιερό αφιερωμένο στην Ίσιδα, τον κριτή του Κάτω κόσμου, Σέραπι και τον ψυχοπομπό Άννουβι, ενώ στο Ιερό Τέμενος του Αρτεμίδωρου, που φρουρεί την Νότια πλευρά του οικισμού, εκτός των άλλων Θεών, λατρεύονταν επίσης οι Διόσκουροι κι οι Κάβειροι, αλλά και η μάγισσα της υποχθονίας Εκάτη (που έχει μεγάλη σχέση με κάποια μαυροφορεμένη γριά χωρίς πρόσωπο).

Και μπορεί τα χρόνια να κύλησαν, όμως όλες αυτές οι παγανιστικές θεότητες, ή τα στοιχειακά επέζησαν στην συνείδηση των κατοίκων του νησιού, μέσα από την παράδοση. …Στο Μεγαλοχώρι, λένε οι παλιοί, από την πλευρά του γκρεμού που βλέπει στην καλντέρα και στη θέση που κάποτε αποκαλούσαν «Χορεύτρα», επειδή συνήθιζαν να χορεύουν Νύμφες ή νεράιδες, υπάρχει μια σπηλιά, απ’ όπου έβγαιναν καλικάντζαροι, τριχωτοί και μιαροί στην όψη, που επί πλέον μπορούσαν να πάρουν διάφορες μορφές. Ο φοβερότερος απ’ αυτούς ήταν ο Μεσανύχτης, που έβγαινε πάντα τα μεσάνυχτα και προκαλούσε τον τρόμο των φτωχών κατοίκων, που δεν αρκούσε να κλειδώσουν μόνο την πόρτα του σπιτιού τους αλλά έπρεπε να κρεμάσουν κι ένα ρούχο από πίσω για να μη τυχόν και μπει από την κλειδαρότρυπα (…ευτυχώς που υπάρχουν κι αυτές οι λαογραφικές παραδόσεις κι έτσι κάποιες ιστορίες παραμένουν στη μνήμη μας, κι αν επανειλημμένα αναφέρομαι στα χρόνια απ’ τα οποία ο άνθρωπος έχει ακόμα μνήμες, είναι γιατί τώρα θα σας μιλήσω για άλλα χρόνια, απ’ τα οποία κάθε θύμηση έχει χαθεί).

Είναι γνωστό ότι η Σαντορίνη έχει από πολλούς ταυτιστεί με την Ατλαντίδα, όπως άλλωστε και καμιά διακοσαριά άλλα μέρη (ανάμεσα σ’ εκείνους που την έχουν κάπου ανακαλύψει, είναι και κάποιος που σήμερα υπόσχεται ξενάγηση στη βυθισμένη πόλη, αντί του ποσού των 8.000.000 δολαρίων). Επειδή η Ατλαντίδα έχει μεγάλη σχέση με την έρευνα που κάνω, έχω μελετήσει αρκετά πολλές θεωρίες και έχω φθάσει σε κάποια συμπεράσματα.

Καταρχήν, μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι η Σαντορίνη δεν είναι η χαμένη Ατλαντίδα (όπως δεν είναι ούτε η Κρήτη, ούτε η Τροία, ούτε η Αρκαδία, ούτε η Ερυθρά θάλασσα, ούτε ο Καύκασος, ούτε η Ινδία, ούτε οι Κάτω χώρες κλπ), πράγμα που δεν μειώνει σε τίποτα το πανέμορφο νησί και τον πολιτισμό που αναπτύχθηκε πάνω του κατά τη δεύτερη χιλιετηρίδα π.κ.ε. Γιατί δηλαδή έχει μεγάλη σημασία να λέμε «η χαμένη Ατλαντίδα» κι ακούγεται πολύ πιο χαμηλότονα «η χαμένη Στρογγύλη»;

Αφού κι αυτοί ακόμα που υποστηρίζουν ότι η Ατλαντίδα είναι η Σαντορίνη, απ’ τα μνημεία του ίδιου μεγάλου πολιτισμού αντλούν τα στοιχεία τους, απ’ τα δεδομένα που άφησε πίσω της η προϊστορική πόλη του Ακρωτηρίου, όταν εγκαταλείφθηκε την εποχή της έκρηξης του ηφαιστείου. Και τέλος πάντων, απ’ όσους έχουν κατά καιρούς βαφτίσει έτσι κάποιες περιοχές επειδή αναγνωρίζουν ένα στοιχείο της Ατλαντίδας όπως το περιγράφει ο Πλάτωνας (κι ας είναι τα ευρήματα αντίθετα με άλλα δεκαπέντε στοιχεία που αναφέρει ο ίδιος), έχει άραγε σκεφτεί κανείς, ότι μπορεί αυτό που βλέπει να είναι μια αποικία που με κάποιον τρόπο, ίσως να έχει προκύψει από τους ίδιους που δημιούργησαν τον πολιτισμό της Ατλαντίδας; Όχι, θα έλεγαν οι περισσότεροι, και ίσως στην βιασύνη τους επάνω να συμπλήρωναν «αφού η Ατλαντίδα δεν υπήρξε, είναι μυθική!». Έ, λοιπόν, η Ατλαντίδα υπήρξε, αλλά δεν βρίσκεται στην Σαντορίνη.

Αυτό φυσικά το γνώριζα προτού φθάσω στο νησί. Δεν χρειάστηκε να διαβάσω παρά μόνο τα ίδια τα έργα του Πλάτωνα που θεωρούνται υπαίτια για την αποκάλυψη του Ατλάντιου μύθου, δηλαδή τον πρόλογο που γίνεται στον Τίμαιο και τον ημιτελή Κριτία. Τα ίδια έργα ασφαλώς έχουν διαβάσει κι όλοι αυτοί που κατά καιρούς έχουν «ανακαλύψει» την Ατλαντίδα σε κάθε Σαντορίνη. Πραγματικά αναρωτιέμαι αν όλοι διαβάζουμε τα ίδια ή διαφορετικά κείμενα.

Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι η μυθική ήπειρος χρησιμοποιείται από τον μεγάλο φιλόσοφο ως παράδειγμα ενός ουτοπικού πολιτισμού που καταρρέει εξαιτίας της ηθικής φθοράς, ή απληστίας των κατοίκων του. Μετά από λεπτομερέστατες μακροσκελείς περιγραφές της γεωλογικής διαμόρφωσης του νησιού, των ιερών που φιλοξενούνται πάνω του, των έργων που έκαναν οι κάτοικοι του και βέβαια της απαραίτητης γενεαλογίας της μυθικής τους φυλής, ο Κριτίας ξαφνικά διακόπτεται μόλις ακριβώς αρχίζει να περιγράφεται η φθορά αυτής της κοινωνίας, αφήνοντας απ’ έξω το σημείο στο οποίο θα ’πρεπε σύμφωνα με τις παραπάνω απόψεις να δοθεί η μεγαλύτερη βαρύτητα του έργου, δηλαδή στην περιγραφή του ηθικού κατρακυλίσματος και στην καταστροφική σύγκρουση με τους Αθηναίους. Δεν πιστεύω λοιπόν ότι ο Κριτίας εγκαταλείφθηκε ηθελημένα.

Επίσης δεν συμφωνώ μ’ όλους τους σύγχρονους τρομερούς ψυχολόγους που μπαίνουν στο μυαλό του κάθε Πλάτωνα και ξέρουν ότι ο Πλάτωνας είπε αυτό και εννοούσε εκείνο και πολύ περισσότερο εκείνους που γενικά ερμηνεύουν την μυθολογία ξεγυμνώνοντάς την από εικόνες ρεαλισμού και μεταμορφώνοντάς την σε ιδέες και λεκτικά σχήματα που χρησιμοποιούνται πάντοτε «αλληγορικά».

Αγαπητοί κύριοι ψυχολόγοι, σταθείτε για μια στιγμή και δείτε από μια γωνιά τον εαυτό σας και θυμηθείτε τι κάνατε σήμερα το πρωί, ή την προηγούμενη εβδομάδα, ή τα τελευταία χρόνια, ή ακόμα και σε όλη σας τη ζωή… Οποιαδήποτε κίνηση ή πράξη έχετε κάνει, είχε σίγουρα κάποιον λόγο και κάποιο βαθύτερο αίτιο, κι ασφαλώς μπορεί να ερμηνευτεί με διάφορους τρόπους και να βρεθούν σ’ αυτήν συγκεκριμένα κίνητρα κι αιτίες. Όμως αν όλα αυτά τα καταγράφατε στο χαρτί, θα δεχόσασταν να σας πει κάποιος ότι τίποτε απ’ όλα αυτά δεν συνέβη στ’ αλήθεια, δηλαδή δεν ζήσατε, κι ότι τα γραφόμενά σας είναι απλά αλληγορικά;

Οι σύγχρονοι τουριστικοί οδηγοί της Σαντορίνης αναφέρουν ότι η έκρηξη του ηφαιστείου, που σύμφωνα με μια άποψη οδήγησε στο μύθο της Ατλαντίδας, έγινε περίπου το 1.500 π.κ.ε. Ο Πλάτωνας, ισχυρίζονται κάποιοι, ή ο Σόλωνας απ’ τον οποίον κληρονόμησε την θρυλική ιστορία, απλά μπέρδεψε τα Αιγυπτιακά ιερογλυφικά και έβαλε ένα μηδενικό παραπάνω. «Θα σου μιλήσουμε για τα κατορθώματα των προγόνων σας που εσείς τώρα έχετε ξεχάσει, και που έγιναν πριν 9.000 χρόνια», έλεγαν οι Αιγύπτιοι ιερείς στο Σόλωνα, αλλά πριν «900 χρόνια» εννοούσαν, επιμένουν μερικοί, που αν προστεθούν στο 600 π.κ.ε, που περίπου έκανε το ταξίδι του στην Αίγυπτο ο Σόλωνας, κολλάει μια χαρά με την έκρηξη του ηφαιστείου της Στρογγύλης το 1500 π.κ.ε.

Άρα λοιπόν, η Σαντορίνη είναι η Ατλαντίδα, αφού πράγματι ένα μεγάλο μέρος του νησιού καταβυθίστηκε μετά την έκρηξη, άλλοι πάλι λένε ότι η Ατλαντίδα ήταν η Κρήτη, που μπορεί να μην βούλιαξε, αλλά μισή ώρα μετά την έκρηξη, δέχθηκε τεράστια παλιρροιακά κύματα (τσουνάμι) ύψους εκατό μέτρων και στην συνέχεια ένα σωρό άλλες θεομηνίες, που έστω και λίγο καθυστερημένα, πενήντα χρόνια αργότερα, οδήγησαν στην κατάρρευση του Μινωικού πολιτισμού.

Με βάση τα τελευταία πορίσματα από μελέτες τέφρας που βρέθηκε στους πάγους της Γροιλανδίας, με την μέθοδο του ραδιενεργού άνθρακα και της δεντροχρονολόγησης καθώς και την μαρτυρία σημαντικών διαταραχών στο οικοσύστημα του πλανήτη σε χρονικές στιγμές του παρελθόντος που έχουν ήδη αναγνωριστεί, η επιστημονική άποψη που σήμερα επικρατεί είναι πως η έκρηξη του ηφαιστείου της Στρογγύλης έγινε μεταξύ του 1.640-1.620 π.κ.ε. κι όχι εκατό χρόνια αργότερα, όπως μέχρι πρόσφατα πιστευόταν (κι όπως οι ξεναγοί λένε ακόμα στους τουρίστες που επισκέπτονται την Σαντορίνη).

Οι αρχαιολόγοι που συνάντησα στο Ακρωτήρι, συμφωνούν μ’ αυτήν την άποψη, που μετά από μια διαμάχη στους αρχαιολογικούς κύκλους, (αναμενόμενης, αφού τώρα θα πρέπει ν’ αναζητήσουν νέα αίτια για την εξαφάνιση του Μινωικού πολιτισμού) φαίνεται πλέον σιωπηλά να επικρατεί. Μιλώντας σήμερα για την έκρηξη του ηφαιστείου, προτιμούν πλέον να την τοποθετούν χρονικά στην Υστερο-Μινωική ΙΑ περίοδο (περίπου 1.700-1.500 π.κ.ε), αποφεύγοντας συγκεκριμένες λεπτομέρειες.

Μαζί φυσικά καταρρέει κι ο μύθος της «κατά λάθος προσθήκης ενός μηδενικού», που για κάποιους είχε λειτουργήσει ως το βασικότερο επιχείρημα σύνδεσης της έκρηξης του ηφαιστείου με την Ατλαντίδα. Ήθελα να ‘ξερα, αν οι ίδιοι θεωρούσαν ηλίθιο τον Πλάτωνα, το Σόλωνα, ή τους ιερείς της Σάιδας, αφού, ενώ αναφέρονται ως μέσα καταστροφής της Ατλαντίδας σεισμοί και καταποντισμοί, εντούτοις παραλείπεται οποιαδήποτε αναφορά στην έκρηξη ενός ηφαιστείου και τα τρομερά γεγονότα που ακολούθησαν και συντάραξαν ολόκληρο τον πλανήτη, κρύβοντας τον ήλιο για μέρες ολόκληρες πίσω από ένα πέπλο τέφρας, σε κάθε άκρη της γης.

Άλλωστε την εποχή που ακολούθησε την συγγραφή των έργων, κανείς από τους αρχαίους μελετητές του φιλοσόφου –ούτε καν εκείνοι που αμφισβήτησαν την εγκυρότητα της ιστορίας– δεν έκανε καμία σύγκριση της Ατλαντίδας με την Θήρα, ή τον Μινωικό πολιτισμό. Σήμερα, δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα, έχουμε καλύτερες μνήμες από τότε;

Κι ερχόμαστε πάλι στην παρατήρηση που έκανα νωρίτερα για τ’ ότι ο καθένας διαβάζει ότι θέλει. Ο Πλάτωνας δεν έγραψε έτσι απλά ότι τα γεγονότα αυτά συνέβησαν 9.000 χρόνια πριν την εποχή του Σόλωνα, για να μπορεί κανείς να συζητάει για ένα «λαθάκι» κάποιου αριθμού. Οι ιερείς λένε στο Σόλωνα ότι όλα αυτά έγιναν χίλια χρόνια πριν την εμφάνιση του πολιτισμού της Αιγύπτου, μιλούν για κατακλυσμούς που ακολούθησαν μεταγενέστερα, αναφέρουν ότι τότε δεν υπήρχαν ακόμα πλοία, με λίγα λόγια ένα σωρό λεπτομέρειες που περιορίζουν χρονικά την Ατλαντίδα τουλάχιστον δύο, αν όχι τρεις χιλιάδες χρόνια πριν την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, κι αν φυσικά έχει κάποιος λόγους ν’ αμφισβητήσει τον Πλάτωνα που την τοποθετεί μεταξύ 9.500-8.500 π.κ.ε.

Αντίστοιχο φαινόμενο παρουσιάζεται και στην διαμάχη για την γεωγραφική τοποθέτηση της Ατλαντίδας.

Ο Πλάτωνας, δεν λέει απλά ότι βρίσκεται «έξω από τις στήλες του Ηρακλέους», ώστε να μπορούν ορισμένοι να ισχυρίζονται ότι δεν εννοούσε τα στενά του Γιβραλτάρ, που ήταν έτσι γνωστά, αλλά τα στενά του Βοσπόρου, ή το Σουέζ, ή τις στήλες του ανακτόρου της Κνωσού, αλλά μας λέει επίσης ότι αντικρίζει την περιοχή που αποκαλείται «Γάδειρον», και πρόκειται για την φοινικική πόλη «Γαδίρ», πάνω στο νησί Ευρισθεία, που στους χάρτες του Κλαύδιου Πτολεμαίου εμφανίζεται σαν ένα μεγάλο νησί έξω ακριβώς απ’ το Γιβραλτάρ με το όνομα «Γάδηρα», ή το Ισπανικό λιμάνι Καντίζ, ή Καντίθ (ή Καντάθ, θά ‘λεγε ο Λάβκραφτ), που πήρε τ’ όνομά της απ’ την αρχαία Φοινικική Γαδίς, στο λασπωμένο βυθό της οποίας κάποια στιγμή ανακαλύφθηκε μια ακόμη αρχαιότερη πόλη, αλλά οι έρευνες διακόπηκαν απότομα, λόγω της ύπαρξης υποθαλάσσιας Αμερικανικής βάσης πυρηνικών υποβρυχίων.

Εξάλλου, ο Πλάτωνας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο διαχωρισμό των Ατλάντων, από τις φυλές που κατοικούν απ’ την μέσα μεριά της Ευρώπης, κι αναφέρει ότι στις κατακτήσεις της Ατλαντίδας είχε προσαρτηθεί το μέρος της Λιβύης (Αφρικής) μέχρι την Αίγυπτο και της Ευρώπης ως την Τυρρηνία (Δυτική Ιταλία, η περιοχή που άνθισε ο πολιτισμός των Ετρούσκων). Επίσης γίνονται αναλυτικές περιγραφές των αξιοθαύμαστων έργων που έγιναν πάνω στο νησί, όπως η διάνοιξη καναλιών και τούνελ, η εξόρυξη μετάλλων και λίθων, η κατασκευή αγαλμάτων και ναών, ενώ γίνεται λόγος για τη μεγάλη χρήση ελεφάντων σ’ αυτά.

Ελέφαντες απ’ όσο ξέρω στην Σαντορίνη δεν υπήρξαν, αυτό τουλάχιστον φαίνεται απ’ τις τοιχογραφίες του Ακρωτηρίου, που έχουν αποτυπώσει σημαντικές παραστάσεις από την χλωρίδα και πανίδα της εποχής. Αντίθετα, στα παράλια της Βορειοδυτικής Αφρικής που σκιάζει η γιγάντια οροσειρά Άτλας, προτού βουτήξει στον Ατλαντικό προς την μεριά των Κανάριων νήσων, ο Πλίνιος, τον 1ο αι. μ.κ.ε, παρατηρεί ασυνήθιστα πολλούς ελέφαντες.

Ο ίδιος άλλωστε, καταγράφοντας τις τρομερές ιστορίες που απέτρεπαν τους Ρωμαίους απ’ τις μυστηριώδεις βουνοκορφές, λέει ότι κατοικούνται από φυλές που δεν εμφανίζονται ποτέ την ημέρα, και την νύχτα οι φωνές τους σκορπούν τον τρόμο, ανάμεσα σε τύμπανα και φοβερές αστραπές, που σκιαγραφούν σιλουέτες τραγοπόδαρων θεών και Σατύρων. Η οροσειρά του Άτλαντα, κατά τον Ηρόδοτο κατοικείται από την άγνωστη φυλή των Ατλάντων, για τους οποίους ο Πλίνιος λέει ότι ζουν μέσα σε σπηλιές κι επικοινωνούν μεταξύ τους όχι με φωνές, αλλά με παράξενα τσιρίγματα (για να μη σας πω δηλαδή τι λέει για τους μεταλλαγμένους γείτονές τους…)

Αυτοί βέβαια είναι πολύ μεταγενέστεροι μύθοι, εμπλουτισμένοι με τα δεδομένα της εποχής τους. Στον καιρό της Ατλαντίδας δεν υπήρχε ούτε ο Ποσειδώνας, ούτε οι άλλοι Ολύμπιοι Θεοί. Εκείνος που λατρευόταν στην μυθική ήπειρο ήταν το «αρχέτυπο» του κερασφόρου Θεού της καταιγίδας Βάαλ (ίσως τότε να ονομαζόταν «Άτλας»), που συμβολίζει την ένωση της Θεάς της θάλασσας Ασεράχ, με τον υπέρτατο ταυρικό ηλιακό Θεό Ελ. Αναπαράσταση της θεϊκής ένωσης, είναι η τελετή του λυσίματος των ιερών ταύρων, μέσα στο χώρο του μεγάλου ναού της Ατλαντίδας, που ήταν αφιερωμένος στην θεότητα της θάλασσας και του ωκεανού-προστάτη του νησιού.

Ο Πλάτωνας περιγράφει παραστατικά την τελετή, κατά την οποία οι δέκα βασιλείς, οπλισμένοι μόνο με θηλιές και ξύλα, κυνηγούν τους ταύρους, μέχρι να πιάσουν εκείνον που τελικά θα επέλεγε ο Θεός για να θυσιαστεί. Η ίδια θαλασσινή θεότητα μεταγενέστερα θα γίνει γνωστή σαν Τιαμάτ, ή Δάγωνας, ή Νηρέας, ή Πρωτέας και τελικά Ποσειδώνας (του οποίου ιερό ζώο είναι ο ταύρος), που εκτός των άλλων είναι και Θεός των σεισμών, που μέσα απ’ την οργή του, κατέστρεψαν την Ατλαντίδα.

Αν οι αρχαιολόγοι βρουν κάποια στιγμή κάτω απ’ τις πυραμίδες την «Αίθουσα των αρχείων», όπως έχει προφητεύσει ο Κέησυ θα πρέπει μάλλον να περιμένουν μια σειρά από πινακίδες με σχέδια των διαφόρων φάσεων της Ατλαντίδας, που θ’ αποτελούνται από εικόνες κι όχι λέξεις, (αφού δεν υπήρχε καμία γραφή τόσο παλιά), εκτός αν η ιστορία έχει μεταγενέστερα καταγραφεί στο «βιβλίο του Θωθ» (που ίσως βρίσκεται πίσω απ’ το «Νεκρονομικόν» του Λάβκραφτ), και που γράφτηκε όταν πλέον ο Ποσειδώνας είχε ήδη κυριαρχήσει ως ύψιστος θαλασσινός Θεός.

Όσο για την πηγή αυτού του πολιτισμού;

Κάποια γνώριμη φωνή, μου λέει ότι η μυστική γνώση που οδήγησε στην εμφάνιση αυτού του μεγάλου πολιτισμού, δόθηκε στους Ατλάντιους από τους Νέφιλιμ. Αυτούς προσπαθούσαν να τιμήσουν οι δέκα βασιλείς της Ατλαντίδας, όταν φορούσαν τις ιερές γαλάζιες στολές, που σύμφωνα με τον Πλάτωνα, στο τέλος των λατρευτικών τελετουργιών της ταυρικής θυσίας αφιέρωναν στους Θεούς. Απόηχοι του θρυλικού Νεφιλιμικού πολιτισμού εμφανίζονται τόσο στην Θήρα, όσο και στην Μινωική Κρήτη.

Για παράδειγμα, τα γνωστά «ταυροκαθάψια», αναπαριστάνουν την τελετή της θυσίας των ταύρων, που ως εκ τούτου θεωρούνταν τόσο ιερά ζώα, ώστε η βασίλισσα Πασιφάη να γεννήσει απ’ το σπέρμα ενός λευκού ταύρου, τον τρομερό Μινώταυρο, που επτά χιλιάδες χρόνια μετά την ήττα των Ατλάντων, τιμωρούσε ακόμα τους Αθηναίους.

Την αρχέγονη σχέση μαρτυρούν και τα γαλάζια φορέματα που σε εξαιρετικές περιπτώσεις ενδύονται οι ιέρειες, όπως παρουσιάζουν ευρήματα της Μινωικής Κρήτης. Οι ίδιες παραδόσεις διατηρούνται και στην αρχαία Στρογγύλη, αφού σ’ όλες τις τοιχογραφίες που έχουν βρεθεί στο Ακρωτήρι, τα πρόσωπα που απεικονίζονται φορούν, αντί για στολές, γαλάζιες περούκες (οι αρχαιολόγοι τα ερμηνεύουν ως «μερικώς ξυρισμένα κεφάλια», μετατρέποντάς τους σ’ ένα είδος αρχαίων… πανκ). Σε συγκεκριμένη τοιχογραφία που βρέθηκε σε κτήριο του Ακρωτηρίου (Δυτική Οικία, 1ος όρ., δωμ.5, νότια πλευρά), από μια σκηνή που περιγράφει μια εικόνα δύο πόλεων, απεικονίζονται και Νέφιλιμ, αν και οι περισσότεροι αρχαιολόγοι που δεν έχουν ακούσει αυτή την λέξη, συνήθως τους ερμηνεύουν ως «αγρότες», που για κάποιον άγνωστο λόγο φορούν μια μακριά στολή γεμάτη φτερά (…).

Έχουμε λοιπόν την πηγή, έχουμε και το αποτέλεσμα, το ερώτημα ωστόσο παραμένει, πώς ο πολιτισμός της Ατλαντίδας μεταφέρθηκε στα Αιγαιοπελαγίτικα νησιά, χιλιάδες χρόνια μετά την καταβύθισή της; Αυτή η απορία με βασάνιζε για πολλές μέρες, μέχρι που τελικά επισκέφτηκα το Ακρωτήρι. Εκεί μου δόθηκε η μαγική λέξη που ξεκλείδωνε αυτό το αίνιγμα!

Τώρα που κοιτάζω τις φωτογραφίες που έφερα πίσω από την Σαντορίνη, αναρωτιέμαι πως δεν το είχα καταλάβει νωρίτερα, εκείνη ακριβώς την στιγμή που στάθηκα στα πόδια του Σκάρου, του φοβερού αμφίβιου γίγαντα που πέτρωσε, για να φρουρεί ακούραστα, πάνε τρεις χιλιάδες εξακόσια χρόνια τώρα, την μαγική καλντέρα. Από πόσο μακριά ήρθε άραγε αυτό το πλάσμα; Από άλλους πλανήτες, άγνωστους κόσμους, μακρινές θάλασσες;

Κι αν τέλος πάντων είναι κι αυτό ένα απ’ τα καμώματα της φύσης, τι ήταν αυτό που είδε η γη, η σιωπηλή σμιλεύτρα που τόσο πολύ της αρέσει –σαν τους Τελχίνες κι αυτή– να φτιάχνει αγάλματα από χώμα και βράχο, μιμούμενη κάθε τι που της κάνει εντύπωση και θέλει για πάντα να το κρατήσει; Και διαβάζοντας θαρρείς το απορημένο μου μυαλό, ο Σκάρος ξεροβήχει και μου αποκρίνεται, και με μια γερή ανάσα σαν το δυνατό άνεμο που φυσά εκεί πάνω, ο πανάρχαιος βράχος μου λέει όλη την ιστορία.

Η Ατλαντίδα υπήρχε τοπικά και χρονικά εκεί ακριβώς που την περιγράφει ο Πλάτωνας. Μετά την ήττα από τους Αθηναίους, όταν βασιλιάς της Αθήνας λένε πως ήταν ο Ωγύγης, κατά την βασιλεία του οποίου η Αθήνα επλήγει από έναν κατακλυσμό προγενέστερο εκείνου του Δευκαλίωνα, το νησί-ήπειρος της Ατλαντίδας καταβυθίστηκε, αλλά, όπως είπε κι ο Πλάτωνας σε ρηχά νερά, δημιουργώντας μια λασπώδη θάλασσα που για χιλιάδες χρόνια ήταν αδύνατο να την περάσουν πλοία. Όπως παραδέχονται κι οι γεωλόγοι, πριν από περίπου δέκα χιλιάδες χρόνια, η θερμοκρασία του πλανήτη ξαφνικά ανέβηκε, που συνοδεύτηκε κι από μια απότομη αύξηση των βροχοπτώσεων.

Έτσι κλείνει η τελευταία εποχή των πάγων, το λιώσιμο των οποίων ανεβάζει την στάθμη του Ατλαντικού ωκεανού κατά περίπου δέκα (άλλοι πάλι λένε εκατό) μέτρα. Αυτή η πλημμύρα ήταν αρκετή για να σκεπάσει το μεγάλο μέρος των πεδιάδων της νήσου, όχι όμως και των βουνών της, όπως εκείνα που περικύκλωναν το εξωτερικό μέρος της, καταλήγοντας σε απόκρημνες ακτές, ή αυτά που περιέβαλαν το κεντρικό νησί, σχηματίζοντας έτσι μικρά αποκομμένα νησάκια, στην μέση ενός ρηχού ωκεανού, κάνοντάς τον να μοιάζει περισσότερο με μια τεράστια κοραλλιογενή ατόλη.

Το πλησιέστερο απ’ αυτά, κατά το Στράβωνα (με βάση την Ομηρική Οδύσσεια) λίγο έξω απ’ τις Ηράκλειες στήλες, ήταν η Ωγυγία (που κατοικεί η κόρη του Άτλαντα, Καλυψώ), που ίσως ονομάστηκε έτσι προς τιμή του νικηφόρου βασιλιά των Αθηναίων, ενώ επίσης χαρακτηρίζεται και σαν «ομφαλός της θάλασσας». Άλλα πάλι, πιο μακρινά νησιά, έγιναν αργότερα γνωστά ως νήσοι των Εσπερίδων (που κατοικεί ο Άτλας), νήσοι των Μακάρων και των Ηλυσίων πεδίων, αλλά και αποτέλεσαν την βάση της μυθολογίας των μαγικών νησιών του «αλλόκοσμου», που οι Κέλτες αναζητούσαν από την αρχαιότητα, μέχρι την εποχή του Αγίου Μπρέναν.

Εκεί λοιπόν διασώθηκε το κύριο μέρος του πολιτισμού της Ατλαντίδας, απ’ τους κατοίκους που γλίτωσαν την πρώτη καταστροφή, αν και ένα ασθενέστερο μέρος του, μεταφέρθηκε από τις αποικίες της Αφρικής και της Ιβηρικής χερσονήσου (η τύχη των οποίων δεν σχολιάζεται από τον Πλάτωνα) δια μέσου δύο παράλληλων μεταναστευτικών ρευμάτων. Το πρώτο, θα ιδρύσει τον Αιγυπτιακό πολιτισμό λίγο μετά την καταστροφή και λίγο αργότερα θα περάσει στην γη του Ιορδάνη, χτίζοντας την πρώτη Ιεριχώ (8.000 π.κ.ε), για να εγκατασταθεί τελικά στην γη των Σουμέριων, την Μεσοποταμία.

Όλες αυτές οι περιοχές, συμφωνούν οι αρχαιολόγοι, εκείνη την εποχή, ξαφνικά γνωρίζουν την καλλιέργεια της γης. Το δεύτερο κύμα, περισσότερο βαρβαρικό και πολεμοχαρές, αποδεκατισμένο απ’ τον πόλεμο με τους λαούς της Ευρώπης και τις πλημμύρες που το έπληξαν επίσης σε μεγάλο βαθμό, θ’ ακολουθήσει μια πιο αργή πορεία, ομάδες κυνηγών που θα διασχίσουν την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη (από κει μια μικρή φατρία θα περάσει και στις Βρετανικές νήσους), στην συνέχεια τον Καύκασο και στην περιοχή της Κασπίας θάλασσας, ενώ, τελικά θα φτάσουν μέχρι τον Ινδό ποταμό (χωρίς ωστόσο ν’ αποτελεί τον πρώτο πολιτισμό της Ινδίας), απ’ όπου αργότερα θα ξεπηδήσει το αναγνωρίσιμο φύλο της Άριας φυλής.

Χαρακτηριστικά λατρευτικά έθιμα των Ατλάντων θα διατηρηθούν για χιλιάδες χρόνια σ’ ολόκληρη αυτήν την περιοχή. Ο Θεός των Κελτών Κέρνουννος, έχει κέρατα ταύρου και κυβερνά κάθε δύναμη ανάμεσα στην ζωή και το θάνατο, φρουρώντας παράλληλα τις Πύλες που οδηγούν στον Κάτω κόσμο. Οι ταύροι επίσης χρησιμοποιούνται στις τελετές των δρυίδων, όπως άλλωστε και στην Μιθραϊκή θρησκεία, που θεωρούνται τα ιερότερα των ζώων. Στην «μαγεμένη» Έφεσο, ο Ποσειδώνας λατρευόταν ανάμεσα σε ταύρους, που απεικονίζονται κατ’ επανάλειψη και στα ευρήματα των αρχαίων οικισμών Χάραππα και Μοχέντζο Ντάρο, ενώ στη νοτιότερη περιοχή της Ινδίας, το Ταμίλ Ναντού, ανάμεσα στους σημερινούς απογόνους των Βραχμάνων, ακόμα και στις μέρες μας επιβιώνει το έθιμο του κυνηγιού των ταύρων, από άντρες με γυμνά χέρια.

Όμως αργότερα, ένας νεώτερος κατακλυσμός (του Νώε/Ουτναπίστιμ/Δευκαλίωνα – που οι Γεωλόγοι αποδίδουν σε υπερχείληση της Μαύρης θάλασσας) θα σαρώσει και τα δύο αυτά ρεύματα, κι έτσι σ’ όλη αυτήν την έκταση, ο μυθικός πολιτισμός να παραμείνει σαν μακρινή ανάμνηση, στην συνείδηση των μακρινών απογόνων και μεταγενέστερων κατοίκων της περιοχής.

Ο πολιτισμός των Ατλάντων ωστόσο δεν θα χαθεί, αφού οι ομάδες που έμειναν αποκομμένες πάνω στα νησιά του Ατλαντικού, ακολουθώντας δύο εντελώς διαφορετικές πορείες, θα καταφέρουν να επιβιώσουν και να εγκαταλείψουν τις αρχαίες βουνοκορφές, προτού η μυθική ήπειρος βουλιάξει για δεύτερη φορά, γλιστρώντας τώρα μέσα σε ωκεάνια ρήγματα και σε ασύλληπτα βάθη. Εκείνοι που βρίσκονταν κοντά στις ακτές της Αμερικανικής ηπείρου, θα διαφύγουν προς το εσωτερικό της γης, μέσα από υπόγεια τούνελ, τα οποία μερικώς έσκαψαν, αφού ανακάλυψαν αρχαιότερα τούνελ κάτω από τα ορυχεία απ’ όπου νωρίτερα έβγαζαν πέτρες και χαλκό (για αυτά τα παλαιότερα τούνελ, υπεύθυνο λέγεται πως είναι το πανάρχαιο «Τάγμα του Λαβυρίνθου», που δεν είναι άσχετο με τους «Μεγάλους Παλαιούς», αλλά εγώ επιμένω να φαντάζομαι γιγάντια μυρμήγκια).

Όσοι πρόλαβαν να χρησιμοποιήσουνε αυτά τα τούνελ, τελικά θα φτάσουν (ίσως μετά από ολόκληρες γενεές) στην Κεντρική και Νότια Αμερική, όπου αρχικά θα υποδουλώσουν τους Ολμέκους κι αργότερα θα ιδρύσουν τον πολιτισμό των Μάγια (που άλλωστε διηγούνται πως οι λευκοί πρόγονοί τους βγήκαν μέσα από τούνελ, προερχόμενοι από το βυθισμένο νησί «Αζτλάν»), ή και τους μεταγενέστερους Ίνκας, που είναι γνωστό ότι κατείχαν τα υπόγεια περάσματα και στις προφητείες τους μιλούσαν για υπόγεια βασίλεια. Στην Αμερικάνικη ήπειρο, το Ατλάντειο γενεαλογικό δέντρο συνεχίζεται μέχρι τους Σιου και τους Χόπι, που επίσης ισχυρίζονται ότι οι πρόγονοί τους ήρθαν απ’ το εσωτερικό της γης.

Στα αινιγματικά οροπέδια των Χιλιανών Άνδεων, οι ανθρωπολόγοι πρόσφατα ανακάλυψαν μια φυλή γαλάζιων ανθρώπων κι ύστερα από μελέτες, απέδωσαν το χρώμα του δέρματός τους στην έλλειψη οξυγόνου, που παρατηρείται σ’ αυτά τα υψίπεδα που φθάνουν μέχρι έξι χιλιάδες μέτρα πάνω απ’ την επιφάνεια της θάλασσας. Το ίδιο φυσικά θα συνέβαινε και έξι χιλιάδες μέτρα κάτω απ’ την επιφάνεια της θάλασσας, αν κάποιοι ζούσαν σε τέτοιο βάθος, χαρακτηριστική άλλωστε είναι και η μορφή του Ετρουσκικού Χαρούν, του αδερφού του Μίνωα, Ραδάμανθυ, ή του Ευρυνόμου, του βαθυγάλαζου ανθρωπόμορφου Θεού του Κάτω κόσμου, που στην Ελληνική μυθολογία κατασπαράζει τις ένοχες ψυχές.

Μέχρι στιγμής περιγράψαμε επιγραμματικά τρία μεταναστευτικά ρεύματα. Αυτό που μένει και που θα μας απασχολήσει περισσότερο, είναι το μέρος της Ατλάντιας φυλής που επέζησε στα νησιά εκείνα, που τέσσερις ή πέντε χιλιάδες χρόνια πριν από τον τελευταίο κατακλυσμό, βρέθηκαν ξαφνικά απομονωμένα, στην μέση του ωκεανού. Σαν τον Κριτία τώρα, ο Σκάρος μου ζητάει να μη βιαστώ να τον διακόψω, αλλά ν’ ακούσω με συγκατάβαση την συνέχεια της ιστορίας.

Εκεί λοιπόν οι Ατλάντες, μέσα από μια διαδικασία φυλετικής μετάλλαξης, είτε μέσω πειραμάτων του DNA, είτε εξ’ αιτίας ενός φυσικού γενετικού εκφυλισμού, θα αποκτήσουν αμφίβεια χαρακτηριστικά που θα τους επιτρέψουν να επιβιώνουν στο νερό. Μην φαντάζεστε βέβαια την εικόνα του Patrick Duffy, που βλέπαμε στην τηλεόραση παλιά, ή του γαλαζόδερμου Aquaman (για όσους ασχολούνται με παλιά κόμιξ), αλλά μάλλον εκείνη των Αβυσσαίων (Deep Ones), που τους προσδίδει ο Λάβκραφτ στην «σκιά πάνω από το Ίνσμουθ». Προσομοιώνοντας την μορφή των πλέον συνηθισμένων ψαριών στις λασπωμένες αμμουδερές ακτές τους, των σαλαχιών (που έχω δει να βγαίνουν χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα μέχρι και την άκρη του κύματος στην αμμουδιά), πήραν έτσι μια ανθρωποσελαχοειδή όψη, με την οποία σ’ εμάς είναι γνωστοί ως «Τελχίνες».

Αυτή η μορφή ταιριάζει μ’ εκείνη των περιβόητων «διαβολόψαρων» (που κυκλοφορούν στο εμπόριο αποξηραμένα), αλλά την επόμενη φορά που θα ψαρέψει κάποιος ένα τέτοιο, ζωντανό, από περιέργεια, ας δοκιμάσει να τ’ ανακρίνει! Μ’ αυτήν λοιπόν την μορφή οι Τελχίνες επέζησαν και μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, όταν η μυθική ήπειρος αυτή την φορά χάθηκε για πάντα σε απώτερα βάθη.

Οι Τελχίνες περιγράφονται σε διάφορες μυθολογίες, όπως στην περίπτωση του αρχαίου Θεού των Σουμερίων Οάννες, του αρχηγού της αμφίβιας φυλής Ακπάλους («Ανένδοτοι») με το ψαρίσιο σώμα και τα χαρακτηριστικά και πόδια ανθρώπου. Ο Οάννες βγήκε απ’ τα νερά του Περσικού κόλπου, με σκοπό να εκπολιτίσει τους Σουμέριους, μαθαίνοντάς τους έτσι να χτίζουν πόλεις και ναούς, να καλλιεργούν την γη και τους μύησε στις τέχνες και τις επιστήμες. Σε μια Ασσυριακή σφραγίδα απεικονίζεται μια ομάδα από Ακπάλους συγκεντρωμένη γύρω από έναν «ομφαλό», απ’ αυτούς που είναι διασκορπισμένοι σε διάφορα σημεία της γης.

Ο μύθος λέει, ότι από εκείνο το σημείο οι ψυχές μπορούσαν να περνούν από την μια διάσταση στην άλλη, ή σε κάποιο άλλο σημείο του διαστήματος, αφού μπορούσε ν’ ανοίγει ενεργειακές τρύπες (επίσης γνωστές σαν «ορκίδες», ή «σκουληκότρυπες», ή «αστροπύλες») που ένωναν κάποιον άλλο πλανήτη με «αρχαία πηγάδια» της Γης. Οι αινιγματικοί Ντόγκον από το Μαλί μιλούν με την σειρά τους για τους «Νόμμος» (πως λέμε… «Ευρυνόμος»), αμφίβια πλάσματα που προέρχονται από το διάστημα και που προτιμούν να ζουν στο νερό, αν και μπορούν να ζήσουν και στην στεριά.

Οι Ντόγκον τα περιγράφουν με ανθρωπο-ιχθυοειδή χαρακτηριστικά, με δέρμα ψαριού και σχήμα σαλαχοειδές. Τον δε πλανήτη Σείριο Β’, τον αποκαλούσαν «πό-τόλο», που επιμένει μου φέρνει στο μυαλό την Ινδική «Πατάλα», το βασίλειο του Κάτω κόσμου. Αν δεν το καταλάβατε, απλά προσπαθώ να σας πω ότι οι μετα-Ατλάντιοι Τελχίνες/Ακπάλους/Νόμμος έχουν μεγάλη σχέση με την Κούφια Γη.

Ο Παράκελσος, για παράδειγμα, μιλώντας για τα γνωμικά (gnomes), στα οποία πρωτοαναφέρθηκε ο Βιργίλιος, τα παρουσιάζει ως πνεύματα που κατοικούν σε υπόγειους λαβύρινθους (όπως τα Νάγκας στην Πατάλα) και εξηγεί ότι η ονομασία τους προκύπτει απ’ τις ελληνικές λέξεις «Γη» και «Νόμος» (η τελευταία μπορεί και να κατάγεται από τον Σείριο Β΄), ενώ επιμένει ότι προέρχονται από την Κνωσό (!). Αυτά τα νανικά γνωμικά είναι γνωστά στη Βρετανία σαν «Κορέντς», (ή «Παλαιοί») κι απ’ αυτά προέκυψε η αρχέτυπη εικόνα των καλικάντζαρων.

Αλλά και οι ίδιες ακόμα οι ιχθυόμορφες θεότητες που αντικατέστησαν την αρχέγονη θαλάσσια θεότητα, μητέρα των Τιτάνων και προστάτιδας της Ατλαντίδας, οι Φοινικο-Ασσυριακοί Ατάργης και Δάγωνας, (κυρίαρχος θεός των Φιλισταίων, που προέρχονται απ’ τους αρχαίους Κρήτες), ο γέροντας Νηρέας ή ο Πρωτέας, που μπορεί ν’ αλλάζει μορφές, ο θαλάσσιος γκριζογάλαζος δαίμονας Γλαύκος και η γενιά του, οι Τρίτωνες κι οι ιχθυοκένταυροι, οι Νηρηίδες κι οι Ωκεανίδες, είναι άμεσα συνδεδεμένες με την μεταλλαγμένη φυλή. (Σκεφτείτε μόνο πόσες μορφές θα δοκίμασαν οι Άτλαντες, μέχρι να καταλήξουν σ’ αυτήν των Τελχίνων).

Από ιστορική σκοπιά, οι Τελχίνες τοποθετούνται απ’ τους αρχαιολόγους πίσω απ’ το όνομα «Φοίνικες», τον θαλασσινό λαό που πιστεύεται ότι πρώτος διέσχισε την Μεσόγειο μέχρι τον Ατλαντικό ωκεανό, αλλά δεν αποκλείεται τελικά ν’ ακολούθησε αντίστροφη διαδρομή. Μέχρι πού έφθασαν οι Φοίνικες; Ένα αρχαίο πλοίο ανακαλύφθηκε κάτω από τα λείψανα ενός πιο σύγχρονου ναυαγίου στο βυθό των νησιών Μπαχάμες. Δεν ήταν δύσκολο ν’ αναγνωριστεί ως Φοινικικό, αφού στην πλώρη των πλοίων τους σκάλιζαν νανικούς αμφίβιους θεούς!

Αλλά κι αν ακόμα οι Φοίνικες προέρχονταν από μια φυσιολογική ανθρώπινη φυλή, φθάνοντας σε μυθικούς χρόνους μέχρι την Ισπανική Ανδαλουσία, όπου ίδρυσαν την αρχαία Γαδίς (ερείπια της οποίας ξεκινούν από το 3.000 π.κ.ε), στην ίδια περιοχή που τοποθετείται η ακόμα αρχαιότερη μυθική Ταρσίδα, ή Ταρτησσός, τότε ήρθαν σίγουρα σε επαφή με τους Τελχίνες, που οδήγησαν τον πολιτισμό τους σε μεγάλη ακμή, μέχρι να καταστραφούν ολοκληρωτικά από τον Αλέξανδρο, ο οποίος στο δρόμο για την Αίγυπτο, «συμβολικά» σταύρωσε δύο χιλιάδες Φοίνικες, εξαφανίζοντάς τους απ’ την Ιστορία.

Στο Αιγαίο η μυθολογία θέλει τους Τελχίνες (κι η αρχαιολογία τους Φοίνικες) να εμφανίζονται πρώτα στην Κρήτη, όπου η γνώση που διατηρούν είναι πολύτιμη για την άνθηση του Μινωικού πολιτισμού. Κάποιες περιγραφές τους θέλουν δίχως χέρια ή πόδια, άλλες με μεμβράνες ανάμεσα στα δάχτυλα, αλλά πάντως μιλούν για αμφίβια πλάσματα με ιχθυοειδή χαρακτηριστικά. Οι «γιοι του ωκεανού», ή «αυτοί που ήρθαν απ’ τη θάλασσα» (κατά τον Διόδωρο), οι «μισοί άνθρωποι-μισοί ψάρια» (Suetonius, 1ος αι. μ.κ.ε), είναι γνώστες της μεταλλουργίας, όπως οι Ατλάντιοι ήταν οι πρώτοι γνώστες του ορείχαλκου (το ίδιο και οι νάνοι του Τόλκιν, που δημιουργεί κρυφά ο αντίστοιχος του Ποσειδώνα, Θεός Αουλέ) κι απ’ ότι φαίνεται ο Δαίδαλος διδάχθηκε –αν δεν ήταν ο ίδιος ένας– απ’ αυτούς.

Είναι επίσης οι πρώτοι που κατασκευάζουν αγάλματα, αλλά το ίδιο ακριβώς έχει ειπωθεί και για τους Ατλάντιους, ενώ κατέχουν το υπερόπλο που αποκαλείται «Κακό Μάτι» –το οποίο μάλιστα εμφανίζεται και σε Ασσυριακές σφραγίδες δίπλα στον Οάννες– και προκαλούν μ’ αυτό καταιγίδες και τρικυμίες (αλλά και κατά την άποψη του Κέησυ, η Ατλαντίδα καταβυθίστηκε από την υπερβολική χρήση τέτοιων όπλων – κρυστάλλων). Άλλοτε θεωρούνται ευεργέτες των ανθρώπων, λόγο της γνώσης που μεταφέρουν κι άλλοτε αντιμετωπίζονται σαν δαίμονες (σχεδόν με την σημερινή έννοια της λέξης) που έχουν μαγικές ικανότητες.

Σ’ αυτό άλλωστε οφείλουν και τ’ όνομά τους, αφού η λέξη «Τελχίνες» προκύπτει από το «θελγίνες», ή γόητες, που στην αρχαία Ελλάδα σήμαινε «μάγοι» (απ’ την «γοητεία» προέρχεται και το ξόρκι, ή «γητειά»). Οι ίδιοι πάντως παρουσιάζονται ιδιαίτερα αλαζόνες και φυσικά «καυχώνται ότι μπορούν ν’ αλλάζουν μορφές» (όπως, ας πούμε, ο Θεός Πρωτέας, ή οι καλικάντζαροι της Σαντορίνης).

Οι Τελχίνες λέγεται ότι βγήκαν στην Κρήτη απ’ το άντρο του Διός, στο όρος Ίδη, απ’ όπου συμπτωματικά κατά το Δάντη, πηγάζουν όλοι οι ποταμοί του Κάτω κόσμου, και στο οποίο, ο Μίνωας αποσύρεται κάθε φορά που θέλει να πάρει μια σοβαρή απόφαση, ή να γράψει κάποιον καινούριο νόμο (ή μήπως νόμμο;). Ο χαρακτήρας του Μίνωα σαν «κριτής» τονίζεται ιδιαίτερα, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους δέκα βασιλείς – κριτές της Ατλαντίδας. Οι πολύμορφοι Τελχίνες αλλού ταυτίζονται κι αλλού συνδέονται γενεαλογικά, με τους Κάβειρους, τους Κορύβαντες, τους Ιδαίους Δακτύλους, και τους Κουρήτες (στους οποίους η Κρήτη ίσως οφείλει τ’ όνομά της) που έρχονται εκ Φρυγίας, από το εκεί όρος Ίδη, που επικοινωνεί δια μέσου τούνελ ή κάποιου «ομφαλού», με το Κρητικό Άντρο του Διός και το Κυπριακό Ιδάλιον όρος, αν όχι δηλαδή με τη λίμνη Αβέρνους της Ιταλίας (τα γνωμικά που ήρθαν απ’ την Κνωσό) ή τον ομφαλό της Ωγυγίας στον Ατλαντικό.

Σαν Κουρήτες, μεγάλωσαν και τον Δία, στο σπήλαιο του Κρητικού Ίδη, μαζί με την ωκεανίδα Καφείρα (Καφείρα, Καφούρος, χμμμ… κάτι «περίεργο» μου ψιθυρίζει ο Σκάρος). Από την Κρήτη, η αμφίβια φυλή περνά στην Κύπρο (ξέρετε πως) κι αργότερα στην Ρόδο, το νησί του Θεού Ήλιου, που τότε ονομάζεται Τελχινία, στην Τήλο και μετά στην Κέα (τελικά φθάνουν μέχρι την Σικυώνα – Αιγειάλη, όπου πολύ αργότερα καταβυθίζεται κι η τελευταία ίσως αποικία τους, η αρχαία Ελίκη) κι ανάμεσα σε όλα αυτά τα νησιά, που η μυθολογία επιμένει ότι πρωτοκατοικήθηκαν από Τελχίνες, για να ξαναγυρίσουμε εκεί που αρχίσαμε, και στην αρχαία Στρογγύλη.

Οι κάτοικοί της, που απ’ ότι φαίνεται δεν ξεπερνούσαν το 1,60 μ. σε ύψος, αναφέρει ο Ησίοδος ότι κατείχαν την γνώση του ορείχαλκου, πράγμα άλλωστε εμφανές από τα σημερινά ευρήματα. Ωστόσο δεν γίνεται κανένας συσχετισμός με τους Τελχίνες, που μετέφεραν την γνώση των μετάλλων στους ανθρώπους, ούτε στην γνωστή μυθολογία έχει συγκεκριμένα καταγραφεί η άφιξή τους στη Στρογγύλη (πέρα από κάποιον ίσως υπαινιγμό στα Αργοναυτικά του Απολλόδωρου).

Οι ανασκαφές στην προϊστορική πόλη του Ακρωτηρίου έφεραν στο φως τμήματα ενός παράλιου οικισμού, τα κτήρια του οποίου έχουν αποκαλυφθεί στις δύο πλευρές ενός μεγάλου δρόμου. Αυτόν το δρόμο, χωρίς να γνωρίζει κανείς σήμερα γιατί, ο Σπύρος Μαρινάτος τον ονόμασε «οδό Τελχίνων». Το 1974, και ενώ οι ανασκαφές βρίσκονταν ακόμα σε εξέλιξη, ο καθηγητής Μαρινάτος βρήκε τραγικό θάνατο από ατύχημα στον ίδιο χώρο. (Επίσημα, γλίστρησε από κάποιον τοίχο και χτύπησε το κεφάλι του σε μια πέτρα).

Το παράδοξο με τον οικισμό του Ακρωτηρίου, είναι ότι παρότι πιθανολογείται ότι στέγαζε όσους κατοίκους έχει σήμερα τον χειμώνα όλο το νησί, δεν έχουν βρεθεί πτώματα (ή, αν έχουν βρεθεί, για κάποιο λόγο δεν θέλουν να μας τα δείξουν). Μέχρι πρόσφατα, επικρατούσε η άποψη πως οι κάτοικοι εγκατέλειψαν την πόλη, παίρνοντας μαζί τα πολύτιμα αντικείμενά τους, προειδοποιημένοι από κάποιον μεγάλο σεισμό. Κι αυτή ακόμα η άποψη, προβλημάτιζε τους αρχαιολόγους, γιατί είναι εντελώς ασυνήθιστο να εγκαταλείπεται μια πόλη, ειδικά την περίοδο της ακμής της, εξ’ αιτίας απλά κάποιου σεισμού.

Ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα δημιουργούν τα ίχνη που μαρτυρούν την παρουσία κάποιων κατοίκων κατά την διάρκεια της έκρηξης του ηφαιστείου. Αυτούς ο Μαρινάτος τους ονόμασε «τρωγλοδύτες», ερμηνεύοντάς τους ως συνεργείο που επιδιόρθωνε τις ζημιές του σεισμού. Φυσικά ούτε αυτών τα πτώματα βρέθηκαν. Τα μόνα οστά που βρέθηκαν ήταν (;) κατσίκας, κι αυτό δηλώνει ότι τουλάχιστον κάποιοι κάτοικοι ήταν παρόντες μέχρι την τελευταία στιγμή. Οι σύγχρονες μελέτες πάντως, υποστηρίζουν ότι οι τρωγλοδύτες του Μαρινάτου, ήταν τελικά όλος ο πληθυσμός της πόλης, όπως φαίνεται από τα πολλά επισκευαστικά έργα που έμειναν ημιτελή κατά την έκρηξη του ηφαιστείου. Όμως αν επισκεφθεί κανείς την Πομπηία, στην γειτονική Ιταλία, θ’ αρχίσει να σκέφτεται έντονα ότι κάτι δεν πάει καλά. Φαίνεται πως οι κάτοικοι της Στρογγύλης, ήξεραν να ερμηνεύουν τα σημάδια του ηφαιστείου, που οι Ρωμαίοι χίλια επτακόσια χρόνια αργότερα αγνοούσαν.

Προσπαθώ να φανταστώ τις τελευταίες ώρες της Στρογγύλης, τον κρατήρα που δεν έχει ακόμα καταρρεύσει να υψώνεται σαν θεόρατο βουνό που καπνίζει απειλητικά, σεισμούς που ενδεχομένως ανά διαστήματα ταρακουνούν το νησί και τους αινιγματικούς κατοίκους της προϊστορικής πόλης να κοιτούν τρομαγμένοι ο ένας τον άλλον. Στο μυαλό μου έρχεται ο Έντουαρντ Μπάλγουερ Λύττον και το έργο του Οι Τελευταίες Ημέρες της Πομπηίας, και στην συνέχεια η Επερχόμενη Φυλή, όπου οι κάτοικοι της υποχθονίας, κατέχουν έναν πολιτισμό το ίδιο ουτοπικό με αυτόν της Ατλαντίδας.

Οι πρόγονοι των Βριλια, λέει ο Λύττον, ήταν αμφίβια, αν και τους συγκρίνει περισσότερο με αρχέγονους βατράχους, κι ύστερα πάλι σκέφτομαι μια άλλη ιστορία του Κάτω κόσμου, τους Βάτραχους του Αριστοφάνη. O Πλίνιος, προτού χαθεί ο ίδιος στην φοβερή έκρηξη του Βεζούβιου, γράφει στην Φυσική Ιστορία του, για ένα ασυνήθιστο είδος σαλαχιού, που οι Έλληνες ονομάζουν «βάτραχο», ενώ επίσης, καταγράφει πραγματικές μαρτυρίες αξιόπιστων προσώπων, για συναντήσεις με Τρίτωνες, Νηρηίδες και αμφίβια που κατοικούν σε σπηλιές του βυθού, όταν δεν κυκλοφορούν στην στεριά, και άλλα πολλά μυθικά πλάσματα της θάλασσας – που ξέρει πολύ καλά να ξεχωρίζει απ’ τα σημερινά γνωστά μεγάλα θηλαστικά.

Ανάμεσά τους αναφέρει κι έναν «άνθρωπο της θάλασσας», που εμφανίζεται συχνά στον κόλπο Γαδιτάνο (την θάλασσα της Καντίζ, που λέγαμε πριν) και σκαρφαλώνει ύπουλα στα πλοία, όπως άλλωστε στην Κέλτικη μυθολογία συνηθίζουν και οι «γαλάζιοι άνθρωποι», ίσως περισσότερο γνωστοί σαν «Γλαυκίδες», οι γιοι του θαλάσσιου άρχοντα και γιου του Μίνωα, Γλαύκου και της «Ευπλοκάμιας» (Κθουλοειδούς) μάγισσας Κίρκης.

Οι “Na fir Ghorm”, σύμφωνα με τους Χάϊλαντερς, κατοικούν μέσα σε σπήλαια στα βάθη του καναλιού Minch, στα νησιά Εβρίδες ή Υβρίδες (που ποιος ξέρει που οφείλουν τ’ όνομά τους) και μαρτυρίες για επιθέσεις τους σε πλοία, κυκλοφορούν ανάμεσα στους Σκωτσέζους ναυτικούς μέχρι τουλάχιστον το 14ο αι. Οι «γαλάζιες γυναίκες» με τις οποίες συγγενεύουν, είναι βέβαια πολύ γνωστότερες, αφού όλοι μας τις ξέρουμε σαν γοργόνες.

Ο Δίας θύμωσε με τους Τελχίνες, επειδή βοήθησαν τον βασιλιά της Ατλαντίδας Κρόνο να τον πολεμήσει, ή γιατί ανακάτευαν με θείο τα υπόγεια νερά της Στυγός, σκορπώντας το θάνατο σε ζώα και φυτά (συνεχίζοντας ίσως με την Αλχημιστική τους γνώση τα γενετικά πειράματα), ή τέλος πάντων εξ’ αιτίας του αλαζονικού χαρακτήρα τους και γι’ αυτό τους έριξε στον Τάρταρο. Άλλες πάλι αρχαίες αναφορές θέλουν τον Ποσειδώνα να τους προφυλάσσει απ’ την οργή του Δία, κρύβοντάς τους κάτω απ’ την Γη.

«Ίσως έχουν φτιάξει κάποιο υπόγειο καταφύγιο», λέω στον φύλακα του αρχαιολογικού χώρου του Ακρωτηρίου, που φαίνεται να συμφωνεί μαζί μου. «Λίγο πιο πάνω, στο βουνό, έχουν βρει δύο σπήλαια», μου εκμυστηρεύεται εκείνος. «Έχουν ανοιχθεί από ανθρώπινα χέρια, κι είναι άγνωστο σε τι χρησίμευαν. Αλλά, αφού είχαν την δυνατότητα ν’ ανοίγουν τρύπες στην κανονική γη του νησιού, τότε σίγουρα κάποια στιγμή θα τους βρούμε, σε κανένα καταφύγιο»

Δεν ξέρω, Σκάρε, τι λες κι εσύ για όλ’ αυτά;

«Το καταφύγιο θα βρεθεί. Οι κάτοικοι όμως, αμφιβάλλω αν θα είναι παγιδευμένοι στην άκρη του.» μου απαντά.

Η Δύναμη της Αυθεντικότητας

Το πιο σημαντικό δώρο που μπορούμε να κάνουμε στον εαυτό μας είναι να δεσμευτούμε ότι θα ζήσουμε τη ζωή που είναι για εμάς η αυθεντική. Όμως, για να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, πρέπει να παραδεχτούμε πως αυτό δεν είναι και εύκολη υπόθεση. 

Πρέπει να απελευθερωθούμε από όλα τα απατηλά θέλγητρα της κοινωνίας και να ζήσουμε τη ζωή μας με τους δικούς μας όρους, ακολουθώντας τις δικές μας αξίες και συμβαδίζοντας με τα αρχικά μας όνειρα. 

Πρέπει να αφυπνίσουμε τον κρυφό μας εαυτό μας· να εξερευνήσουμε τις άρρητες και βαθιά κρυμμένες ελπίδες, επιθυμίες, δυνάμεις και αδυναμίες μας που μας κάνουν να είμαστε αυτό που είμαστε. 

Πρέπει να καταλάβουμε από πού ξεκινήσαμε και πού πηγαίνουμε. 

Κάθε απόφαση που παίρνουμε, κάθε βήμα που κάνουμε, πρέπει να εμπνέεται από τη δέσμευσή μας να ζήσουμε μια ζωή που θα είναι αληθινή, τίμια και αυθεντική απέναντι στον εαυτό μας και μόνο. Και καθώς θα προχωρούμε, είναι σίγουρο ότι θα γνωρίσουμε ευτυχία πολύ μεγαλύτερη από όση είχαμε ποτέ μας φανταστεί.

Μπορείτε να αγαπήσετε τους άλλους μόνο όσο αγαπάτε τον εαυτό σας

Οφείλουμε να έχουμε επίγνωση της σχέσης μεταξύ της αγάπης που νιώθουμε για τους άλλους και της αγάπης που πρέπει, κατ’ ανάγκην, να νιώθουμε για τον εαυτό μας-αν θέλουμε πραγματικά να αγαπήσουμε. Αν και κάποιοι έχουν διαφορετική άποψη, η αγάπη για τον εαυτό μας είναι μια υγιής αναγκαιότητα και, στο βαθμό που κατευθύνεται προς τα έξω, δεν έχει καμιά σχέση με τον εγωκεντρισμό. Η αγάπη για τον εαυτό μας εδράζεται στη θεμελιώδη αλήθεια ότι μπορούμε να δώσουμε μόνο ό,τι έχουμε και να διδάξουμε μόνο ό,τι ξέρουμε.

Ο στόχος λοιπόν είναι να αναπτύξουμε όσο γίνεται τον εαυτό μας για να μπορέσουμε να τον μοιραστούμε με τους άλλους. Είναι αδύνατο να αγαπάμε τους άλλους περισσότερο από τον εαυτό μας, και δεδομένου ότι η αγάπη μας είναι απεριόριστη, υπάρχει και απεριόριστη ελπίδα.

Ο εύθραυστος εαυτός μας

Οι ψυχολόγοι και οι γλωσσολόγοι μάς λένε ότι, μέχρι να ενηλικιωθούμε, θα έχουμε γίνει αποδέκτες αρνητικών χαρακτηρισμών -όπως «βλάκα», «ηλίθια», «μπελά», «ανόητη», «απαίσιε»- πάνω από 15.000 φορές. Δεκαπέντε χιλιάδες επισημάνσεις της ανεπάρκειας μας, μέσα σε δεκαεφτά περίπου χρόνια, μπορούν να επηρεάσουν ακόμα και τα πιο σίγουρα για τον εαυτό τους άτομα. Δεν είναι απορίας άξιο λοιπόν το ότι πολλοί αγωνίζονται σε όλη τους τη ζωή να ξεπεράσουν το αίσθημα κατωτερότητας.

Η επίγνωση πως οι λέξεις δε μας κάνουν αυτό που λένε, πως δεν είμαστε μόνο ένα κουβάρι από ανεπάρκειες και λάθη, πως οι εκτιμήσεις των άλλων πιθανόν να οφείλονται σε άγνοια, μπορεί να μας βάλει σε ένα νέο μονοπάτι ανάπτυξης, που θα μας οδηγήσει σε μια πιο υγιή, πιο ρεαλιστική άποψη για τον εαυτό μας, από την οποία η αγάπη θα βγει σαφώς κερδισμένη.

Επικοινωνία

To 1983 διεξήχθη μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη. Ζήτησαν από ζευγάρια που είχαν ζήσει μαζί πολλά και ευτυχισμένα χρόνια να αναφέρουν σε ποια χαρακτηριστικά πίστευαν ότι οφειλόταν η επιτυχημένη σχέση τους. Από τα εκατοντάδες ζευγάρια που ερωτήθηκαν, το 85 και πλέον τοις εκατό απάντησε ότι ο βασικότερος παράγοντας για μια σχέση με διάρκεια είναι η ικανότητα επικοινωνίας.

Επικοινωνία είναι η τέχνη του να μιλάμε ο ένας με τον άλλο -όχι ο ένας στον άλλο. Να λέμε αυτό που εννοούμε και αυτό που νιώθουμε, χωρίς τεχνάσματα ή προσπάθεια συγκάλυψης. Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν πολλοί, η επικοινωνία είναι επίκτητη ικανότητα και όχι φυσική συνέπεια της συνάντησης δύο ανθρώπων. Όλα τα πράγματα που θεωρούνται «αυτονόητα» ή «γνωστά» μεταξύ δύο ατόμων που αγαπιούνται μπορούν να δημιουργήσουν ένα βουνό παρανοήσεων και παρεξηγήσεων. Δεν μπορούμε να ακούσουμε αυτό που ο άλλος δε μας λέει- και, μερικές φορές, όταν τελικά ακούμε, είναι πολύ αργά.

Η αγάπη επιβιώνει όταν υπάρχει ενσυναίσθηση

Ενσυναίσθηση είναι η ικανότητα να κατανοούμε τις σκέψεις και τις απόψεις του άλλου. Ο Χρυσός Κανόνας που λέει να φερόμαστε στους άλλους όπως θα θέλαμε να μας φέρονται είναι ένα παράδειγμα ενσυναίσθησης. Πρόκειται για ένα ανθρώπινο γνώρισμα που μας βοηθά να ισχυροποιήσουμε τις προσωπικές μας σχέσεις.

Ενσυναίσθηση δε σημαίνει ότι πρέπει να ασπαζόμαστε την άποψη του άλλου. Σημαίνει ότι είμαστε πρόθυμοι να προσπαθήσουμε να την κατανοήσουμε. Αυτό δε θα μπορέσουμε ποτέ να το κάνουμε αν πρώτα δεν αποδεχτούμε ότι ο καθένας κουβαλάει τις δικές του αντιλήψεις και εμπειρίες, που για τον ίδιο είναι σωστές και βάσιμες, έστω κι αν διαφέρουν από τις δικές μας. Πραγματική ενσυναίσθηση θ’ αποκτήσουμε όταν καταφέρουμε να βγούμε έξω από τον εαυτό μας και δούμε τα πράγματα από τη σκοπιά των άλλων.

Πολλές φορές συνάντησα δυσάρεστους ανθρώπους, τους οποίους, εκ πρώτης όψεως, απέρριψα και στη συνέχεια ξέχασα. Όταν όμως έκανα τον κόπο να μάθω περισσότερα γι’ αυτούς, η συμπεριφορά τους μου φάνηκε πολύ πιο αποδεκτή. Αυτό με δίδαξε να μη βιάζομαι να βγάζω συμπεράσματα, απ’ τη στιγμή που γνωρίζω πόσο λάθος μπορεί να αποδειχτούν. Όταν η ενσυναίσθηση γίνεται συνήθεια και δεν παρασυρόμαστε πια από το πάθος της στιγμής, η ικανότητά μας να αγαπήσουμε είναι απεριόριστη.

Τι συνέβαινε στην Ανθρωπότητα προτού φανεί η Ελλάδα;

Όταν η Ελλάδα ανακάλυψε τη δύναμη του Νου, η υπόλοιπη ανθρωπότητα ήταν γυρισμένη κι αντίκριζε τα ψυχικά ερέβη. Τότε, για μια στιγμή, η Δύση κι η Ανατολή στην Ελλάδα σμίξανε: η τάση προς τον ρασιοναλισμό πού θα γινότανε με τον καιρό το έμβλημα τής Δύσης και η βαθιά ψυχική κληρονομιά τής ’Ανατολής ενώθηκαν.


Τι μεγάλη σημασία είχε μια τέτοια ένωση, τι καταπληκτική δημιουργική ώθηση είναι η διαύγεια του Νου συνταιριαγμένη με την δύναμη την ψυχική, μπορεί κανένας να το νιώσει αν σκεφτεί τι συνέβαινε στην Ανθρωπότητα προτού φανεί η Ελλάδα, μ’ άλλους λόγους, τι συμβαίνει κάθε φορά πού υπάρχει ψυχική δύναμη, μα το μυαλό, παράλληλα, τηρείται σε μια απόσταση και μια ακινησία.

Αυτό φαίνεται καθαρά στην περίπτωση των Αιγυπτίων, για τους οποίους έ­χουμε πληρέστατα ιστορικά στοιχεία. Κι ίσως για τούτο θα ‘ταν σκόπιμο να λη­σμονήσουμε πρόσκαιρα την Ελλάδα και να ρίξουμε μια ματιά στην χώρα εκείνη που είχε πραγματικά τον μεγαλύτερο πολιτισμό απ’ όλο τον αρχαίο κόσμο.

Ποιο ήταν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος στην Αίγυπτο; Οι νεκροί!

Τέτοια μεγάλη δύναμη, τέτοια θαυμαστή κοσμοκρατορία κι άλλο δεν είχε στο μυαλό παρά το θάνατο!

Εκατομμύρια ανθρώπινα πλάσματα επί χιλιάδες χρόνια είχαν το χάρο για σύντροφο: ήταν γι’ αυτούς ό,τι πιο οικείο μπορούσανε να βρούνε στη ζωή. Δεν θα το πίστευε κανένας αν δεν υπήρχε όλος αυτός ο τεράστιος όγκος της Αιγυπτιακής Τέχνης να μας το θυμίζει.

Για τον Αιγύπτιο ο κόσμος ο πραγματικός δεν ήταν εκείνος μέσα στον οποίο κυλούσε η καθημερινή ζωή του, μα εκείνος όπου θα έφτανε σε λίγο περνώντας μέ­σα από το θάνατο.

Δύο ήταν οι κύριες αιτίες που ευθύνονται γι’ αυτήν την κατάσταση στην Αίγυπτο.

Η πρώτη ήταν η ανθρώπινη δυστυχία. Σε κείνον τον Αρχαίο κόσμο για τον οποίο μιλάμε, η ζωή του κοινού ανθρώπου διάβαινε μέσα σε μια αθλιότητα απερίγραπτη. Δεν μπορεί να διανοηθεί κανένας τι κόστισαν σε ανθρώπινο πόνο και σε ανθρώπινες ζωές εκείνα τα τεράστια έργα που διατηρήθηκαν μες τους αιώνες. Τίποτα δεν ήταν φτηνότερο απ’ την ανθρώπινη ζωή στην Αρχαία Αίγυπτο και στην Αρχαία Νινευή. όπως δεν είναι και τίποτα φτηνότερο, σήμερα, στις Ινδίες και στην Κίνα.

Ακόμα και για τους μεγαλουσιάνους, τους άρχοντες, και τους εμπόρους, η ζωή ούτε πολύ εύκολη ήτανε ούτε πάντοτε σίγουρη. Υπάρχει ένα επιτύμβιο για κάποιον σπουδαίο Αιγύπτιο που με υπερηφάνεια αναφέρει πως ποτέ του δεν μαστιγώθηκε μπροστά σε δικαστή!

Ένας διαφέντευε, ο μονάρχης. Το κέφι του ήτανε νόμος και η επιθυμία του θε­σμός. Δεν έχει κανένας παρά να διαβάσει την περιγραφή του Τάκιτου για το τι συνέβαινε τις ημέρες των πρώτων αυτοκρατόρων. για να δη πόσο η ασφάλεια του ατόμου στην Αρχαιότητα ήταν το σπανιότερο αγαθό.

Με τέτοιες συνθήκες και οι άνθρωποι, μια και δεν βρίσκανε καμιά χαρά στον κόσμο τούτον, προσπαθούσαν τουλάχιστον να βρούνε μια παρηγοριά στον άλλον.

Μόνο στον κόσμο των νεκρών μπορούσε κανένας να βρει ασφάλεια και ησυ­χία, αρκεί να τα σκεφτότανε όλα τούτα, συνέχεια, σ’ όλη του τη ζωή. Τίποτα το γή­ινο δεν είχε πια αξία μπροστά σ’ εκείνο που ο ίδιος πια εδραίωνε γι’ αληθινό: το υπέρκοσμο, το απόκοσμο, το περά από τούτη τη ζωή!

Γιατί να βάλει σε κίνηση τις νοητικές δυνάμεις του με τις οποίες ήταν προικισμένος; Τι ωφέλεια θα ‘χε; Σε τι θα τον βοηθούσαν ν’ αποκτήσει εκείνο που ήταν η κυριότερη φροντίδα του όσο ζούσε; Μια θέση καλή στον άλλον κόσμο;

Δεν δίνει ελπίδα ο Νους όταν η ζωή είναι αφόρη­τη κι ούτε βοηθάει τον άνθρωπο ν’ αντέξει τ’ αβά­σταχτα. Δεν καταφεύγουν στο μυαλό, ο τρομαγμέ­νος και ο άθλιος, για να βρουν τη σωτηρία. Μια εί­ναι η λύση η πρόχειρη: η γοργή φυγή από την πραγ­ματικότητα.

Η λήθη.

Αυτή την τάση προς την λήθη που αποζητάει ο δυστυχισμένος εκμεταλλεύτη­καν οι άλλες εκείνες δυνάμεις που συμμαχούσαν με τον θάνατο και κρατούσαν στενευμένο το μυαλό: Το Ιερατείο της Αρχαίας Αιγύπτου.

Καθώς είδαμε, πριν να φανεί στον κόσμο η Ελλάδα, η σκέψη ήταν προνόμιο των ιερέων. Αυτοί ήταν οι πνευματικοί άνθρωποι, οι σοφοί, στην Αίγυπτο. Η δύναμη τους ήτανε παμμεγίστη, και οι βασιλιάδες λύγιζαν μπροστά τους. Βέβαια κουτοί δεν ήταν τούτοι οι άνθρωποι, – ξύπνιο θα πρέπει να ‘ταν το μυαλό τους και μεγάλη η ιδιο­φυΐα τους – μα ό,τι αλήθειες μάθαιναν απ’ τις παλιές κι όσες καινούριες ανακάλυ­πταν στο κύλισμα του χρόνου, ζηλότυπα τις κρατούσαν για τη δική τους προκοπή.

Είναι η Αλήθεια περίεργη ερωμένη.

Δεν δίνεται και δεν χαρίζεται σ’ όποιον την πλησιάζει μόνο από συμφέρον, κι έτσι και κείνοι οι ιερείς, με τον καιρό, βρήκαν πως στο κάτω κάτω, η αλήθεια είναι επικίν­δυνη, και στένεψαν πρώτοι το δικό τους μυαλό, να μην την αφήσουν να φουντώσει. Γίνανε φύλακες μονάχα και διακάτοχοι των περασμένων, οι προνομιούχοι διανοού­μενοι. Ό,τι καινούριο πρώτοι το έπνιγαν, μην και προφτάσει κείνο να τους πνίξει.

Και κάτι άλλο: Ό, τι παλιό γνωρίζανε, ζηλότυπα το κράταγαν μακριά απ’ τον άλλο κόσμο. Αν το πέρναγαν στον πολύ λαό. ίσως και τούτος ξύπναγε κι άρχιζε να συλλογίζεται ο ίδιος, και τότε πού θα πήγαινε όλη η δύναμη και το ιερό προνόμιο της γνώσης;

Όποιος έχει τη γνώση δεν φοβάται. Μονάχα αντίκρυ στο σκοτεινό μυστήριο του άγνωστου δειλιάζει ο άνθρωπος και τρέμει, κι αποζητάει την καθοδήγηση.

Κι έτσι άρχισε ο φαύλος κύκλος. Δουλειά του Ιερατείου ήταν να βρίσκει την αλήθεια και ταυτόχρονα να την κρύβει. Δύναμη του ήταν το άγνωστο, το σκοτεινό, το ανεξήγητο και ό,τι μπορούσε να διαλύσει το μυστήριο και να ρίξει φως, να το σκορπίσει, ήταν ασύμφορο και έτσι σιγά σιγά έγινε και κατακριτέο. Το πνεύμα με τις μικρές του ακόμα δυνατότητες ήταν στην εξουσία ανθρώπων που κανένας δεν μπορούσε να κρίνει και κανένας δεν μπορούσε να ελέγξει.

Η σκέψη κι η έκφραση ήταν κάτω από ένα τυραννικό ολοκληρωτισμό.

Γνωρίζαμε τουλάχιστον έναν άνθρωπο που αποφάσισε να σηκώσει κεφάλι σ’ όλα αυτά. Ήταν ο Βασιλιάς, ο Φαραώ, ο Αμένοφις, και μην το λησμονούμε πως οι Φαραώ και οι Ιερείς δεν βρίσκονταν πάντα σε σχέσεις καλές.

Σύντυχε ο Αμένοφις λοιπόν να βρεθεί να ‘χει δύναμη, κείνο τον καιρό, μεγαλύ­τερη απ’ το Ιερατείο και κάθισε και σκέφτηκε, και έκτισε μια πόλη για να κηρύξει και να τιμήσει την λατρεία του ενός Θεού.

Θα νόμιζε κανένας πως αυτό ήτανε κάπως δείγμα της αδυναμίας των ιερέων που τον αφήσανε, κι όμως σε τελευταία ανάλυση άλλο δεν απόδειξε απ’ την μεγάλη δύναμη τους.

Ήταν άνθρωποι σοφοί τούτοι οι ιερείς, και ξέρανε τ’ ανθρώπινα, και τίποτα δεν έκαναν να εμποδίσουν τον Αμένοφι.

Περίμεναν…

Θνητός ήταν ο Αμένοφις, ο άνθρωπος που τόλμησε ν’ αφήσει το μυαλό του να σκεφτεί.

Και πέρασε…

Και πέθανε…

Κι ίσως και η αέναη προστριβή του με το Ιερατείο να του συντόμευε κάπως τη ζωή.

Ζώσανε τότε οι ιερείς τον διάδοχο του, τον φέραν στα νερά τους, σβήσανε α­κόμα και το όνομα του Αμένοφι απ’ τα αρχαία μνημεία, τον έπνιξαν στην λησμοσύνη του καιρού.

Κανένας πια δεν μπόρεσε να τους αντισταθεί, από τότε κι ύστερα…

Σπάνια στ’ αλήθεια τα έβαζε με τους Φαραώ το Ιερατείο. Στήριζε τον θρόνο, μα και τον κρατούσε υποχείριο. Ένα ποτέ δεν συγχωρούσε: κάθε προσπάθεια να φύγει ο κόσμος απ’ την άγνοια. Η δύναμη του ήταν ο αμόρφωτος λαός, και η δύναμη του αυτή μονάχα μ’ ένα τρόπο μπορούσε να στεριώσει: τυραννικά, μεθοδικά, να μείνει ο Νους του ανθρώπου γυρισμένος κατά το άγνωστο.

Σαν έσβησε η Αίγυπτος, η υπόλοιπη Ανατολή προχώρησε ακόμα περισσότερο σ’ αυτή την κατεύθυνση. Φρικιαστικές είναι οι σελίδες της ιστορίας, όταν διαβάζει κανένας γι’ αυτές τις εποχές. Μέσα στην αθλιότητα τους οι Ασιατικοί λαοί βρίσκαν τη δύναμη μονάχα με την άρνηση των όσων δεν μπορούσαν να αποφύγουν. Από τον κόσμο των νεκρών που είχαν καθιδρύσει οι Αιγύπτιοι, τον κόσμο εκείνον όπου οι πεθαμένοι περπάταγαν και μίλαγαν και νήστευαν σα να ‘ταν ζωντανοί, πέραν σ’ έναν άλλον κόσμο, εκείνον ακριβώς που συμβόλιζε όλη αυτή η Αιγυπτιακή νεκρο­φιλία: το απόκοσμο, το άπιαστο, το ασύλληπτο.

Στις Ινδίες, που είχαν την πνευματική πρωτοπορία στην Ανατολή επί αιώνες, ο κόσμος του Νου κι ο κόσμος της ψυχής είχαν βασικά διαχωριστεί, και όλη η ερμη­νεία του σύμπαντος είχε περιέλθει στην ψυχή.

Ό, τι έπιαναν τα χέρια, ό,τι έβλεπαν τα μάτια, ό,τι άκουγαν τ’ αυτιά, το ξέγρα­φαν σαν κάτι μυθικό, φανταστικό, άσχετο με τον κόσμο τούτον. Πέρναγε και χανό­τανε σαν όνειρο, σα σκιά, σαν οπτασία και «πραγματικά» έμενε μονάχα το άπιαστο, το υπέρκοσμο, το καταφύγιο το μοναδικό από την πείνα και τη μιζέρια και την αρρώστια και τη φωτιά και το μαχαίρι και το μαστίγιο.

Ο κόσμος ο εσωτερικός, το «σύμπαν της ψυχής», όπως τον λέει ο Γκαίτε, άμα τον κρατήσεις πέρα απ’ την τύρβη της ζωής μπορεί να γίνει αυθύπαρκτος: να φτιά­ξει τους δικούς του νόμους, να καθιδρύσει την δική του σιγουράδα.

Έτσι κι η αλήθεια, στις Ινδίες, χωρίστηκε εντελώς από κάθε τι το εξωτερικό. Τα έξω και τα γύρω ήταν ψευδαίσθηση. Η αλήθεια ήταν θέμα διαθέσεως ψυχικής και σ’ ένα τέτοιο κόσμο ούτε τα μάτια χρειάζεται να βλέπουν ούτε ο Νους να αξιολογεί τα ιδωμένα.

Είναι φυσικό πως σε μια τέτοια κατάσταση η μόνη νοητική επίδοση που κάπως μπορούσε ν’ ανθίσει ήταν τα Μαθηματικά. Τίποτα δεν είναι πιο ακίνδυνο απ’ όλον αυτόν τον ιδεατό κόσμο που δημιουργεί η μαθηματική φαντασία. Τα ανώτερα μαθηματικά κινούνται σ’ έναν κόσμο τόσο απομακρυσμένο απ’ την ανθρώπινη αθλιότητα που κανένα ιερατείο δεν σκέφτηκε ποτέ να εμποδίσει την ανάπτυξη τους. Ο Νους ήταν ελεύθερος να δρα κατά βούλησιν σ’ αυτήν την περιοχή. «Σε σύγκριση με τους Αιγυπτίους είμαστε παιδαριώδεις Μαθηματικοί», παρατηρεί ο Πλάτων.

Σημαντική ήταν. βέβαια, η προσφορά των Ινδιών σ’ αυτό τον τομέα. Μα το κα­κό είναι πως το μυαλό, όταν το περιορίσεις, αρχίζει να μη μπορεί να λειτουργήσει ούτε στην περιοχή εκείνη όπου αφήνεται ελεύθερο.

Σήμερα, στις Ινδίες κι όπου αλλού επικρατεί ο Βουδισμός, που είναι το μεγάλο προϊόν της Ινδικής σκέψης, το επίκεντρο της πίστης είναι η ματαιότητα κάθε προσπάθειας και κάθε έρευνας για την ανακάλυψη των μυστικών της φύσης.

Όπως, και στην περίπτωση της Αιγύπτου, έτσι κι εδώ η δύναμη του ιερατείου, των Βραχμάνων, και γενικά της μεγάλης Βουδιστικής ιεραρχίας είναι καταπληκτική.

Πάλι ο ίδιος φαύλος κύκλος: ένας εξαθλιωμένος πληθυσμός, χωρίς καμιάν ελπίδα στα εγκόσμια, και ένα ιερατείο που η δύναμη του είναι δεμένη με την πίστη στην ματαιότητα του απτού και του συγκεκριμένου. Ένας τρόπος υπάρχει για να διατηρηθεί τούτη η δύναμη: η άγνοια, κι αυτή την άγνοια το ιερατείο φτάνει να την ευνοεί ακόμα και στην δική του την περίπτωση.

Στις Ινδίες, το ορατό και το απτό αρχίζει ν’ αποκτά αξία, όταν γίνεται άπιαστο και αόρατο.

Να τι συμβαίνει όταν η ανθρωπότητα βάζει παρωπίδες…

Είμαστε όντα σύνθετα, – σώμα και ψυχή, πνεύμα και νους. Όταν η προσοχή περιοριστεί σ’ ένα απ’ αυτά μονάχα και ξεχάσει όλα τ’ άλλα, το αποτέλεσμα είναι: ανθρώπινα όντα ελλιπή, υποανάπτυκτα, χωρίς μάτια για να δούνε τα όσα προσφέρει η ζωή και τα όσα κρύβει ο μεγάλος κόσμος γύρω μας.

Τέτοιοι ήταν εκείνοι οι Αρχαίοι κόσμοι, των Αιγυπτίων και των άλλων αρχαίων Ασιατικών πολιτισμών, τον καιρό που ο άνθρωπος απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από την αλήθεια.

Μα τότε, σε κείνο τον κόσμο, κείνο τον καιρό, κάτι άλλο έγινε.

Φάνηκαν οι Έλληνες

Από τότε οι άνθρωποι νιώθουν μισοί και γυρεύουν να ενωθούν ξανά με το χαμένο μισό τους

Πρώτα το ανθρώπινο γένος δεν είχε μόνο δύο φύλα, όπως τώρα, δηλαδή αρσενικό και θηλυκό, αλλά είχε και τρίτο, αρσενικό και θηλυκό μαζί. 

Το καθένα από αυτά τα τρία ανθρώπινα φύλα είχε σώμα σε σχήμα στρογγυλό, τέσσερα πόδια, τέσσερα χέρια, δύο πρόσωπα σε αντίθετα σημεία της κεφαλής και από δύο γεννητικά όργανα, το καθένα του φύλλου του και το τρίτο από ένα του κάθε φύλου· είχε δηλ. όλα τα μέλη διπλά. 

Έλεγαν πως από αυτά τα φύλα το αρσενικό ήταν γέννημα του ήλιου, το θηλυκό γέννημα της γης και το τρίτο γέννημα της σελήνης, επειδή αυτή, όπως εξηγούσαν, είχε μέρος και από τον ήλιο και από τη γη. 

Αυτοί λοιπόν οι πρώτοι άνθρωποι είχαν πολύ μεγάλη δύναμη, είχαν όμως και άλλη τόση αλαζονεία και ακράτεια στις ηδονές· στο τέλος μάλιστα επιχείρησαν, όπως και οι Γίγαντες πριν από αυτούς, να ανεβούν στον ουρανό και να φτάσουν τους θεούς. 

Τότε οι θεοί του Ολύμπου άρχισαν να βασανίζουν το μυαλό τους, τι να κάνουν με αυτούς τους ανθρώπους. Να τους κεραυνώσουν και να τους αφανίσουν σαν τους Γίγαντες, δεν ήθελαν, γιατί δεν θα απόμεναν άνθρωποι να προσφέρουν θυσίες και να τιμούν τους θεούς· ούτε πάλι ήθελαν να τους αφήσουν έτσι να συνεχίσουν τον άνομο βίο τους. 

Ύστερα από σκέψη ο Δίας βρήκε τη λύση: οι άνθρωποι αυτοί, για να είναι ακίνδυνοι και να περιορίσουν την ακολασία τους, έπρεπε να χάσουν δύναμη! Έτσι οι θεοί πήραν και έκοψαν κάθε σώμα στα δυο, όπως οι άνθρωποι κόβουν με την τρίχα το αβγό στα δύο ή όπως χωρίζουν τα παστά ψάρια σε δύο φύλλα. Έτσι από κάθε σώμα έγιναν δύο άνθρωποι, που δεν είχαν πια καθένας τους την πρώτη δύναμη, αλλά τη μισή. Γι’ αυτό από τότε οι άνθρωποι, καθώς νιώθουν μισοί, γυρεύουν, με τον έρωτα, να ενωθούν ξανά με το άλλο, το χαμένο μισό τους.

Τα δελφίνια έχουν ονόματα

Τα δελφίνια έχουν ονόματα

Τα δελφίνια μοιάζουν περισσότερο με τους ανθρώπους απ’ όσο νομίζαμε. Μια νέα μεγάλη έρευνα απέδειξε ότι φωνάζουν το ένα το άλλο με ονόματα. Τα δελφίνια έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους και τα άλλα μέλη του είδους τους ως άτομα με ξεχωριστές ταυτότητες, που ταυτοποιούνται με ξεχωριστούς κωδικούς ήχους.

Η Ερευνητική Μονάδα Θαλάσσιων Θηλαστικών του Πανεπιστημίου Saint Andrews ανακάλυψε ότι μέσα στους πρώτες μήνες της ζωής του το κάθε δελφίνι αποχτά ένα ξεχωριστό σφύριγμα, ένα όνομα-υπογραφή που χρησιμεύει στην αναγνώρισή του. Η έρευνα έχει τις ρίζες της στην δεκαετία του 1960, όταν οι εκπαιδευτές δελφινιών παρατήρησαν πως τα αιχμάλωτα δελφίνια είχαν το δικό τους προσωπικό ρεπερτόριο από σφυρίγματα. Αυτό οδήγησε στην σκέψη ότι τα δελφίνια έχουν την δική τους γλώσσα. Ωστόσο η θεωρία ήταν, μέχρι πριν από μερικά χρόνια, αμφιλεγόμενη, και δεν υπήρχαν τα μέσα για να ερευνηθεί, ενώ πλέον έχει αποδειχθεί.

Το έργο τής παραπάνω ερευνητικής μονάδας βασίζεται σε μια ομάδα δελφινιών που ζουν στον κόλπο Σαρασότα της Φλόριντα και οι ειδικοί τα μελετούν για περισσότερο από τριάντα χρόνια. Σε αυτό το διάστημα έχουν σχηματίσει μια λεπτομερή εικόνα για το κάθε δελφίνι, τις οικογενειακές και τις κοινωνικές του σχέσεις. Έχουν επίσης ηχογραφήσει τους ήχους που βγάζουν τα δελφίνια και απομόνωσαν τα σφυρίγματα που είναι τα ονόματά τους, τα οποία εκπέμπουν ηχογραφημένα και στα οποία το εκάστοτε δελφίνι ανταποκρίνεται. Τα ευρήματα αυτά υποστηρίζονται και από στοιχεία του Προγράμματος Αγρίων Δελφινιών του Ατλαντικού Πανεπιστημίου της Φλόριντα που έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι 77 είδη κητοειδών (δελφίνια και φάλαινες) έχουν κανονικές βασικές γλώσσες.

Οι εγκέφαλοι των δελφινιών είναι σχεδόν το ίδιο μεγάλοι και περίπλοκοι με των ανθρώπων (αναλογικά με το σωματικό τους όγκο), επομένως εξελίχθηκαν σε ευφυΐα και αυτό συνεπάγεται ότι μπορούν να επικοινωνήσουν – μπορεί όμως να είναι τα μόνα ανάμεσα σε όλα τα ζώα, που έχουν ονόματα. Άλλες έρευνες έχουν ήδη ανακαλύψει στοιχεία αρκετά ανεπτυγμένης γλώσσας σε παπαγάλους, κοράκια και πιθήκους. Η σύγκριση αυτής της ικανότητάς τους όμως με αυτή των δελφινιών, σε δυναμική είναι κάτω του είκοσι τοις εκατό σε σχέση με τα δελφίνια. Η επικοινωνία με τα δελφίνια έχει ξεκινήσει.

Η Νέα Υπέρ-Μηχανή

Υπάρχει μια σοβαρή πιθανότητα πως μια μέρα θα είμαστε ικανοί να σχεδιάσουμε μία μηχανή που θα είναι πιο ευφυής από εμάς. Άλλωστε, υπάρχουν όλων των ειδών οι βιολογικοί περιορισμοί στις διανοητικές ικανότητές μας, από τον περιορισμένο αριθμό υπολογιστικών στοιχείων που έχουμε διαθέσιμο στο μικρό εύθραυστο κρανίο μας, μέχρι την περιορισμένη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής και τον αργό ρυθμό με τον οποίο γίνονται δεκτά από το προσωπικό μας σύστημα τα εισερχόμενα data. Δεν υπάρχει ουσιαστικά κανένας λόγος για να μας αναγκάσει να υποθέσουμε ότι αυτοί και άλλοι παρόμοιοι περιορισμοί θα ισχύουν και για τα κομπιούτερς του μέλλοντος.

Θα είναι πολύ πιο εύκολο για τα κομπιούτερς να μαθαίνουν από τα λάθη τους, αλλά και να κατέχουν αυτούσια την εμπειρία των ηλεκτρονικών προγόνων τους (και να τη μεταφέρουν στους απογόνους τους), γιατί τα νέα κομπιούτερς μαθαίνουν πάρα πολλά πράγματα από τις «εμπειρίες» των παλαιότερων κομπιούτερς, αντίθετα από τους ανθρώπους που δεν μαθαίνουν τόσο πολλά από τους προγόνους τους. Επιπλέον, αν θα μπορούσαμε να σχεδιάσουμε μία μηχανή ευφυέστερη από εμάς, είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι αυτή η μηχανή με τη σειρά της θα μπορούσε να κατασκευάσει μια μηχανή ευφυέστερη από την ίδια.

Ο φημισμένος Δρ. Marvin Minsky του M.I.T., έχει προφητεύσει: «Καθώς οι μηχανές εξελίσσονται, θα αρχίσουμε να παρατηρούμε σε αυτές όλα εκείνα τα φαινόμενα που συνδέονται με τους όρους “συνείδηση”, “έμπνευση” και “νοημοσύνη”. Δεν είναι εύκολο να πει κανείς πόσο κοντά βρισκόμαστε σ’ αυτό το κατώφλι, αλλά όταν θα το διασχίσουμε ο κόσμος δεν θα είναι ποτέ ξανά ο ίδιος. Είναι παράλογο να πιστεύουμε ότι οι μηχανές θα γίνουν σχεδόν όσο ευφυής είναι ο άνθρωπος (ή ελάχιστα λιγότερο) και μετά θα σταματήσει η εξέλιξή τους, και είναι επίσης παράλογο να πιστεύουμε ότι θα μπορούμε πάντοτε να τις συναγωνιζόμαστε σε ικανότητες, σύνθεση και σοφία. Ανεξάρτητα από το αν θα καταφέρουμε ή όχι να έχουμε έλεγχο επάνω στις μηχανές μέχρι τέλους (κάτι που είναι αμφίρροπο), η φύση των δραστηριοτήτων μας, των εμπειριών μας και των φιλοδοξιών μας, θα αλλάξει ριζικά εξαιτίας της παρουσίας οντοτήτων ανώτερης ευφυίας στην Γη…»

Αλλά η πιο αλληγορική δήλωση σχετικά με τη συμβίωση του ανθρώπινου βιο-κομπιούτερ και του ηλεκτρονικού εγκεφαλικού παιδιού του, έχει γίνει από τον Δρ. Irving John Good του Trinity College της Οξφόρδης: «Η πρώτη υπερ-ευφυής μηχανή είναι η τελευταία εφεύρεση που χρειάζεται να κάνει ο άνθρωπος…»

-O Alexander Graham Bell εργαζόταν για να καλυτερέψει τον Τηλέγραφο όταν ξαφνικά ανακάλυψε το Τηλέφωνο.

-Η έμμεση πηγή της ανακάλυψης της τηλεόρασης ήταν μία ακτίνα ηλιόφωτος. Ο Joseph May, που εργαζόταν σε έναν καλωδιακό σταθμό έξω από τις ακτές της Ιρλανδίας το 1861, παρατήρησε ότι τα όργανά του δεν λειτουργούσαν σωστά στις ακτίνες του ηλιόφωτος. Τελικά εντόπισε την παρεμβολή στις αντιστάσεις από σελήνιο που το ρεύμα τους ποίκιλλε ανάλογα με το ποσό φωτός που λάμβαναν, όταν είδε μία ηλιαχτίδα να τις χτυπά. Ένα μωσαϊκό από τέτοια στοιχεία σύντομα μετατράπηκε σε έναν συλλέκτη εικόνων για εκπομπές.

-Ένα σύνθημα που άρχισε να διαδίδει το 1921 ο εφευρέτης του αυτοκινήτου και ο μεγαλύτερος Αμερικανός βιομήχανος, Henry Ford, ήταν: «The Cow Must Go!» («Η Αγελάδα Πρέπει να Φύγει!») Ο Ford υποστήριζε ένθερμα ότι το γάλα πρέπει να φτιάχνεται συνθετικά, και να πάψουμε να το παίρνουμε από τις αγελάδες! Ο Ford μισούσε τις αγελάδες από την παιδική του ηλικία, από τότε που είχε υποχρεωθεί να εργαστεί σε μία φάρμα και να αρμέγει αγελάδες. Τις θεωρούσε «ανθυγιεινά ζώα, επικίνδυνα, και ανεπαρκή».

-Ο Karl Marx έγραψε στον Engels: «Δεν εμπιστεύομαι κανέναν Ρώσο. Από την στιγμή που ένας Ρώσος μπαίνει ύπουλα σαν σκουλήκι μέσα, απελευθερώνεται η κόλαση.»

-Το «Τάγμα του Αγίου Πνεύματος» ιδρύθηκε το 1160 από τον ιππότη Guy de Montpellier. Ειδικευόταν στην φροντίδα των εγκαταλειμμένων βρεφών. Το Τάγμα κέρδισε την εύνοια και την υποστήριξη του Πάπα, ο οποίος είχε αγανακτήσει από το καθημερινό θέαμα των εκατοντάδων νεκρών μωρών που ρίχνονταν από τις μητέρες τους και επέπλεαν στον ποταμό Τίβερη της Ρώμης!

-Όταν ανακαλύφθηκε το Πετρέλαιο στις Η.Π.Α. το 1859, η Βενζίνη ήταν ένα άχρηστο υπο-προϊόν. Και παρέμεινε έτσι μέχρι την εφεύρεση και την εξέλιξη του αυτοκινήτου.

-Η μεγαλύτερη θερμοκρασία τεχνητά δημιουργημένη από τον άνθρωπο, είναι 70 εκατομμύρια βαθμοί Κελσίου! Δημιουργήθηκε στο Πανεπιστήμιο Princeton κατά την διάρκεια ενός πειράματος σύντηξης, το 1978.

-Το πρώτο τυπογραφικό βιβλίο ήταν η Βίβλος, τυπωμένη από τον Γουτεμβέργιο, σε λίγα αντίτυπα. Το πρώτο βιβλίο, λοιπόν, σήμερα είναι το πιο σπάνιο βιβλίο. Μία Βίβλος του Γουτεμβέργιου πουλήθηκε για 2,5 εκατομμύρια δολάρια το 1970!

-Ο H. G. Wells έγραψε για ένα ατομικό όπλο στο έργο του The World Set Free, το 1914. Το όνομα που είχε δώσει στην πολεμική αυτή συσκευή ήταν «Ατομική Βόμβα» (Atomic Bomb).

-Μονάχα ένας άγνωστος άνθρωπος συνόδευσε το φέρετρο του Μότσαρτ από την σύντομη κηδεία του στην εκκλησία μέχρι την ταφή του σε έναν ανώνυμο ομαδικό τάφο ζητιάνων.

-Τα τελευταία λόγια του Μπετόβεν, που πέθανε κουφός (και είχε συνθέσει την Ενάτη Συμφωνία τελείως κουφός), ήταν: «Θα ακούω στον Παράδεισο».

-Ο George Eastman (1854-1932) γεννήθηκε πολύ φτωχός και χωρίς την ευκαιρία μόρφωσης. Χάρις όμως στα απίστευτα κέρδη της φωτογραφικής εταιρίας που ίδρυσε, της φημισμένης Eastman Kodak, σταδιακά δώρισε όλη του την περιουσία, πάνω από 200 εκατομμύρια δολάρια, σε μορφωτικά ιδρύματα σε όλον τον κόσμο! Στο τέλος, ο Eastman αυτοκτόνησε, για να μην περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην απόλυτη μοναξιά και χωρίς να έχει την ευκαιρία να αναπτυχθεί περισσότερο σαν άνθρωπος.

-Μέχρι το 1820, οι Ευρωπαίοι επιστήμονες πίστευαν ότι το Σύμπαν είχε ηλικία 6.000 ετών.

-Ο μεγάλος φημισμένος αστρονόμος Κέπλερ, υπολόγισε ότι τα πρώτα ταξίδια στη Σελήνη θα διαρκέσουν τέσσερις ώρες, και σκέφτηκε ότι οι επιβάτες, για να μπορέσουν να αντέξουν το ταξίδι, θα παίρνουν ναρκωτικά.

-Αν και οι Η.Π.Α. έχουν περίπου το έξι τοις εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού ανθρώπων, στην κατανάλωση των παγκόσμιων αποθεμάτων ξεπερνούν το εξήντα τοις εκατό!

-Στις μάχες του πρωτόγνωρα αιματηρού Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, πέθαναν 14 εκατομμύρια άνθρωποι. Αλλά στην επιδημία γρίπης που ακολούθησε μετά την λήξη του πολέμου και κράτησε έναν χρόνο, αρρώστησαν σοβαρά ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι και πέθαναν τουλάχιστον 20 εκατομμύρια.

-Στην πρώην Σοβιετική Ένωση, υπήρχαν 170 τελείως διαφορετικές εθνότητες, και πάνω από 300 διαφορετικές γλώσσες και διάλεκτοι.

-Κατά την γέννησή της, μία αρκούδα Panda, είναι μικρότερη από ένα ποντίκι.

-Αν και τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ, και σύντομα θα ήταν ο μόνος άνθρωπος που πήρε και δεύτερο βραβείο Νόμπελ, η Γαλλική Ακαδημία αρνήθηκε στην Μαρί Κιουρί (1867-1934) να γίνει μέλος της, απλά επειδή ήταν γυναίκα.

-Αν είσαι ένας στο ένα εκατομμύριο στην Κίνα, υπάρχουν 1.400 σαν κι εσένα.

-Σύντομα η Κίνα θα είναι η νούμερο ένα αγγλόφωνη χώρα στον κόσμο, η χώρα με τον περισσότερο πληθυσμό που μιλάει αγγλικά.

-Το 25% του πληθυσμού της Ινδίας με το υψηλότερο IQ, είναι μεγαλύτερο από όλο τον πληθυσμό των Η.Π.Α.

-Μόνο ένα άτομο στα δύο δισεκατομμύρια θα ζήσει για να γίνει 116 ετών.

-Αν ο πληθυσμός της Γης συνεχίσει να αυξάνει με τον σημερινό ρυθμό συνεχώς, μέχρι το 3530 μ.κ.ε. η συνολική μάζα της ανθρώπινης σάρκας και του αίματος θα είναι ίση με τη μάζα της Γης. Μέχρι το 6826 μ.κ.ε. θα είναι ίση με τη μάζα του γνωστού σύμπαντος.

-To Top-10 των πιο περιζήτητων επαγγελμάτων το 2010, δεν υπήρχαν καν το 2004.

-1 στα 8 ζευγάρια που παντρεύτηκαν στις Η.Π.Α. το 2010, γνωρίστηκαν στο internet.

-Η ranked Νο1 χώρα σε Broadband Internet Penetration, είναι η Βερμούδα. (H.Π.Α. 19η, Ιαπωνία 22η)

-Στο Google γίνονται 31 δισεκατομμύρια αναζητήσεις κάθε μήνα. Το 2006 γίνονταν 3 δισεκατομμύρια.
(Ερώτηση: Σε ποιον απευθύνονταν όλες αυτές οι ερωτήσεις πριν από το Google;)

-Το πρώτο μήνυμα SMS σε κινητό τηλέφωνο στάλθηκε τον Δεκέμβριο του 1992. Σήμερα ο αριθμός μηνυμάτων SMS που διακινείται κάθε μέρα είναι κατά πολύ μεγαλύτερος από τον αριθμό των κατοίκων του πλανήτη μας.

-Αυτήν τη στιγμή, στην Ευρώπη και στην Αμερική, υπάρχουν περισσότερα τηλέφωνα από ό,τι άνθρωποι…

-Χρόνια που χρειάστηκαν για να φτάσει σε ένα αγοραστικό κοινό των 50 εκατομμυρίων: Ραδιόφωνο – 38 / Τηλεόραση – 13 / Internet – 4 / iPod – 3 / Facebook – 2

-Ο αριθμός των συσκευών internet, το 1984 ήταν 1.000. Το 1992 ήταν 1.000.000. Το 2008 ήταν 1.000.000.000.

-1 στους 4 Αμερικανούς έχει εμφανιστεί στην τηλεόραση.

-Η κατασκευή ενός δολαρίου στοιχίζει 4 σεντς.

-Έχει υπολογιστεί ότι τα φύλλα μίας εβδομάδας της εφημερίδας New York Times, περιέχουν περισσότερες πληροφορίες απ’ όσες θα μπορούσε να μάθει σε μία ολόκληρη ζωή ένα μέσο άτομο τον 18ο αιώνα.

-Υπολογίζεται ότι 4 exabytes μοναδικής πληροφορίας θα εκπεμφθούν το 2011.
(Αυτό είναι περισσότερο από ό,τι έχει εκπεμφθεί τα τελευταία 5.000 χρόνια).

-Ο αριθμός της ποσότητας των νέων τεχνικών πληροφοριών διπλασιάζεται κάθε δύο χρόνια. Αυτό σημαίνει για τους φοιτητές που κάνουν 4 χρόνια τεχνικές σπουδές, πως ό,τι μαθαίνουν κατά τον πρώτο χρόνο των σπουδών τους, είναι outdated και έχει ξεπεραστεί κατά τον τρίτο χρόνο των σπουδών τους.

-Προβλέπεται ότι, μέχρι το 2049, ένα computer αξίας 1.000 δολαρίων, θα ξεπερνάει την υπολογιστική ικανότητα ολόκληρου του ανθρωπίνου είδους.

-Τα μωρά οκτώ μηνών έχουν ήδη περίπου ένα τρισεκατομμύριο εγκεφαλικές συνάψεις…

-Στο μικρό χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για να διαβάσεις αυτό το άρθρο, γεννήθηκαν:
25 παιδιά στην Ευρώπη
67 παιδιά στις Η.Π.Α.
274 παιδιά στην Κίνα
395 παιδιά στην Ινδία
κι έγινε παράνομο download 694.000 τραγουδιών από το internet.

Θουκυδίδης: Πώς να κερδίσεις τις μάχες σου

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος ήταν η μεγαλύτερη συμφορά που χτύπησε όλες τις πόλεις-κράτη της αρχαίας Ελλάδας. Η Αθήνα ηττήθηκε και κυριεύτηκε από τους Πελοποννήσιους, αλλά και η Σπάρτη δεν ωφελήθηκε από την νίκη της. Τόσο πολύ είχε εξαντληθεί από τον πολύχρονο πόλεμο που αναγκάστηκε να αποδεχτεί τη διαιτησία του μεγαλύτερου εχθρού των Ελλήνων, του Πέρση βασιλιά. Μέσα από τα γεγονότα αυτού του φρικτού εμφυλίου πολέμου, ο Θουκυδίδης* καταγράφει τη συμπεριφορά των αντιπάλων και αντλεί πολύτιμα συμπεράσματα, χρήσιμα όχι μόνο στον πόλεμο, αλλά και στις καθημερινές μάχες της ζωής.

Ο καλός σχεδιασμός

Ο πόλεμος δεν διεξάγεται τόσο με τα όπλα όσο με τα χρήματα (1.83 – Ομιλία του Αρχίδαμου)

Με τον πιο ασφαλή τρόπο ζει εκείνος που έχει μεταμεληθεί τις λιγότερες φορές επειδή χαρίστηκε στους εχθρούς του. (1.34 – Ομιλία των Κερκυραίων)

Ισχυρότερος είναι εκείνος που αντιμετωπίζει τον εχθρό του με σωφροσύνη από εκείνον που ασυλλόγιστα του επιτίθεται βίαια (3.48 – Ομιλία Διόδοτου)

Ο πόλεμος συμβαίνει ότανρ οι μεν θεωρούν το κέρδος από αυτόν μεγαλύτερο από τα δεινά που θα φέρει, οι δε προτιμούν να υποστούν τους κινδύνους του πολέμου από μία άμεση ζημιά. Αν όμως αυτές οι επιδιώξεις εμφανιστούν σε ακατάλληλη εποχή, τότε είναι ωφέλιμες οι συμβουλές για διαπραγματεύσεις.

Είναι στην ανθρώπινη φύση να θέλει κάποιος να εξουσιάζει εκείνον που μένει απαθής και να αμύνεται όταν δέχεται επίθεση (4.59,61 – Ερμοκράτης από τις Συρακούσες)

Κανείς δεν αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο τον σχεδιασμό και την εκτέλεση ενός έργου, αλλά όταν σχεδιάζουμε νιώθουμε ασφαλείς, ενώ κατά την εφαρμογή του σχεδίου εξ αιτίας του φόβου υστερούμε. (1.120 – Ομιλία των Κορινθίων)

Είναι ανοησία να εκστρατεύει κανείς εναντίον τέτοιων εχθρών που ακόμα και αν τους κατακτήσει δεν θα κατορθώσει να τους εξουσιάσει, ενώ αν δεν τους κατακτήσει δεν θα είναι πια στην ίδια θέση που ήταν πριν την επιχείρηση.

Εκείνα που προκαλούν περισσότερο τον θαυμασμό είναι όσα παραμένουν σε απόσταση και η φήμη τους δεν έχει επαληθευτεί. (6.11 – Ο Νικίας στην Εκκλησία του Δήμου)

Ο ψυχολογικός παράγοντας

Πολλοί, ενώ ήταν ακόμα σε θέση να προβλέψουν σε τι κινδύνους πάνε να μπλέξουν, τους παρέσυρε η ισχύς μιας γοητευτικής λέξης, της λεγόμενης ντροπής, και αφού νικήθηκαν από αυτήν, με τη θέλησή τους έπαθαν συμφορές ανήκεστες και επέφεραν στον εαυτό τους ατίμωση, η οποία επειδή ήταν αποτέλεσμα της μωρίας τους, αποδείχθηκε πιο ταπεινωτική από εκείνη που θα προκαλούσε η κακοτυχία.

Δεν αληθεύει πως θυσιάζει ευκολότερα τη ζωή του εκείνος που είναι δυστυχής και δεν ελπίζει σε καλύτερη τύχη. Την θυσιάζουν εκείνοι που κινδυνεύουν να εξευτελιστούν περισσότερο, αν προσπαθώντας να σώσουν τη ζωή τους νικηθούν. Για τον άνδρα με γενναίο φρόνημα χειρότερος είναι ο εξευτελισμός της δειλίας από τον γενναίο και απρόσμενο θάνατο. (2.43– Ομιλία Περικλή)

Συνήθως, οι πολιτείες που αποκτούν αιφνιδίως ευημερία, γίνονται αλαζονικές. Πιο ασφαλές είναι να έρχεται η ευημερία με μέτρο και όχι ξαφνικά στους ανθρώπους, και θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ευκολότερη η αντίσταση στις δυσχέρειες από τη διαφύλαξη της ευτυχίας (3.39 – Ομιλία Κλέωνα)

Εκείνοι που φοβούνται εξαιτίας της καχυποψίας τους, παρασύρονται προσωρινώς από ευχάριστα λόγια, αλλά όταν φτάσει η ώρα της δράσης, ενεργούν σύμφωνα με το συμφέρον τους (6.83 – Εύφημος ο Αθηναίος στους Συρακούσιους)

Φαίνεται πως οι άνθρωποι όταν αδικούνται οργίζονται περισσότερο απ’ όταν δέχονται βία. Διότι στην πρώτη περίπτωση θεωρούν πως εξαπατήθηκαν από ισάξιό τους, ενώ στη δεύτερη υποτάσσονται σε ανώτερό τους. (1.77 – Ομιλία Αθηναίων)

Από τη φύση τους οι άνθρωποι υποχωρούν ευκολότερα σε έναν μετριοπαθή εχθρό και να αγωνίζονται πεισματικά εναντίον εκείνου που είναι ανένδοτος, ακόμα κι αν αυτό είναι παράλογο. (4.19 – πρέσβεις των Σπαρτιατών)

Η λήψη αποφάσεων

Στη λήψη ορθών αποφάσεων δύο είναι πιο βλαπτικά στοιχεία: η βιασύνη και η οργή. Η πρώτη συντροφεύεται από την ανοησία και η δεύτερη από την αμορφωσιά και την στενομυαλιά. (3.42 – Ομιλία Διοδότου)

Ο καλός πολίτης δεν πρέπει να εκφοβίζει εκείνους που έχουν αντίθετη γνώμη, αλλά να τους κερδίζει με επιχειρήματα. (3.42 – Ομιλία Διόδοτου)

Εκεί όπου προβλέπονται σπουδαία βραβεία για την ανδρεία, εκεί βρίσκονται οι άριστοι πολίτες. (2.46 – Επιτάφιος λόγος Περικλή)

«Εκείνος που γνωρίζει τι πρέπει να κάνει, αλλά δεν είναι ικανός να το εξηγήσει σαφώς στους άλλους, είναι σαν να μην έχει σκεφτεί τίποτα.

Εκείνος που έχει και τα δύο, αλλά δεν αγαπά την πατρίδα του, επίσης δεν μπορεί να συμβουλέψει ορθά.

Αν αγαπά και την πατρίδα του, αλλά δεν μπορεί ν’ αντισταθεί στο χρήμα, για να το κερδίσει, μπορεί να πουλήσει τα πάντα.» (2.60 – Ομιλία Περικλή)

Η νεότητα και το γήρας, χωριστά το ένα απ’ το άλλο δεν κατορθώνουν τίποτα. Η δύναμη προέρχεται από την ανάμειξη της κρίσης του ανώριμου, του μέσου και του ακριβούς. (6.18 – Αλκιβιάδης στην Εκκλησία του Δήμου)
----------------------------
*Ο Θουκυδίδης γεννήθηκε στον Άλιμο της Αθήνας, αλλά καταγόταν από τη Θράκη, όπου διέθετε μεγάλη πατρική περιουσία (κτήματα και χρυσωρυχεία). Ήταν συγγενής του ήρωα του Μαραθώνα, Μιλτιάδη και του Κίμωνα. Όταν ήταν 30 περίπου ετών, στα πρώτα χρόνια του πολέμου που περιγράφει, προσβλήθηκε και από τον μεγάλο λοιμό που οδήγησε στον θάνατο το 25% του πληθυσμού της Αθήνας. Ευτυχώς, ήταν από τους τυχερούς και επέζησε. Το 424 π.Κ.Χ, όταν, ως στρατηγός, απέτυχε να σώσει την Αμφίπολη από τους Σπαρτιάτες οι Αθηναίοι τον εξόρισαν. Μεγάλη τύχη για εμάς, διότι στα είκοσι χρόνια της εξορίας του είχε όλο τον χρόνο να ταξιδέψει και να γράψει την πολύτιμη ιστορία του. Σύμφωνα με την παράδοση πέθανε, μάλλον από κάποια ασθένεια, το 399 π.Κ.Χ, τον ίδιο χρόνο που πέθανε ο Σωκράτης και ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αρχέλαος. Το πιθανότερο όμως είναι πως πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα, ενώ δούλευε ακόμα το βιβλίο του. Η τελευταία φράση που έγραψε ήταν «Όταν τελειώσει ο χειμώνας, μετά από αυτό το καλοκαίρι, ολοκληρώνεται το 21ο έτος του πολέμου». Δεν πρόλαβε να περιγράψει εκείνον τον χειμώνα, τον οποίο μαζί με τα υπόλοιπα έξι χρόνια του πολέμου περιγράφει στην ιστορία του ο Ξενοφών.

Philip K. Dick: Ο μεγάλος μεταμοντέρνος φιλόσοφος και συγγραφέας του Φανταστικού

Ο μεγάλος μεταμοντέρνος φιλόσοφος και συγγραφέας του Φανταστικού, (και παρεξηγημένος λόγω άγνοιας και ημιμάθειας των αναγνωστών του και των ανόητων θεωρητικών του «Science Fiction»), ο Philip K. Dick, έχει γράψει και έχει πει αμέτρητα βαθυστόχαστα πράγματα, φιλοσοφώντας την ζωή και τον παράξενο κόσμο στον οποίο ζούμε. Να μερικά αποσπάσματα από αυτά, αφιερωμένα εδώ στη μνήμη του:

«Ένας μόνο Νους υπάρχει.

»Το σύμπαν είναι πληροφορία και είμαστε στατικοί μέσα του, όχι τρισδιάστατοι, ούτε στον Χώρο ή στον Χρόνο. Δίνουμε υπόσταση στις πληροφορίες που μας τροφοδοτούνται κάνοντας τες τον φαινομενικό κόσμο.

»Δεν εκπέσαμε εξαιτίας ενός ηθικού σφάλματος, αλλά εξαιτίας ενός διανοητικού σφάλματος: πήραμε τον κόσμο των φαινομένων για αληθινό. Ο φαινομενικός κόσμος δεν υπάρχει. Είναι η υπόσταση των πληροφοριών τις οποίες επεξεργάζεται ο Νους.

»Δίνουμε στις πληροφορίες υπόσταση αντικειμένων. Η ανατακτοποίηση των αντικειμένων είναι αλλαγή στο περιεχόμενο των πληροφοριών, το μήνυμα έχει αλλάξει.

»Είναι μια ανείπωτη γλώσσα που χάσαμε την ικανότητα να τη διαβάζουμε. Κι εμείς οι ίδιοι είμαστε μέρος αυτής της γλώσσας, οι αλλαγές σ’ εμάς είναι αλλαγές στο περιεχόμενο των πληροφοριών.

»Είμαστε γεμάτοι πληροφορίες, οι πληροφορίες εισέρχονται σ’ εμάς, υφίστανται επεξεργασία και μετά προβάλλονται πάλι έξω, πλέον με αλλαγμένη μορφή. Δεν έχουμε συνείδηση αυτού που κάνουμε, ότι αυτό είναι το μόνο που κάνουμε.

»Η μεταβαλλόμενη πληροφορία την οποία βιώνουμε σαν κόσμο είναι μια αφήγηση. Σε ποιόν την αφηγείται ο Νους;»

«Ένας νους υπάρχει, αλλά σ’ αυτόν δύο μάχονται.»

«Ο πόνος των ανθρώπων και των ζώων με τρελαίνει. Κάθε φορά που μια από τις γάτες μου πεθαίνει, καταριέμαι το Θεό και το εννοώ απόλυτα. Είμαι θυμωμένος μαζί του. Θα ήθελα να τον είχα απέναντι μου και να τον ανακρίνω, να του πω ότι τα έκανε θάλασσα, πως ο άνθρωπος δεν έπεσε επειδή αμάρτησε, αλλά επειδή σπρώχτηκε»

«Δεν θεωρώ τον εαυτό μου μυθοπλάστη φιλόσοφο ή συγγραφέα. Χρησιμοποιώ τις ικανότητες που έχω στο γράψιμο στην προσπάθεια μου να σχηματοποιήσω την αντίληψη μου. Η ψυχή των κειμένων μου δεν είναι η τέχνη αλλά η αλήθεια. Συνεπώς, καθετί που λέω είναι αλήθεια, αν και δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να την απαλύνω»

«Κάτω βρισκόταν ο κόσμος των τάφων, ο δαιμονικός κόσμος με τ’ αμετάβλητα αίτια κι αιτιατά. Στη μέση απλωνόταν το επίπεδο των ανθρώπων, αλλά οποιαδήποτε στιγμή, ο άνθρωπος μπορούσε να βυθιστεί στο επίπεδο της Κόλασης από κάτω. Ή μπορούσε ν’ ανέβει στο άϋλο επίπεδο από πάνω, που αποτελούσε το τρίτο από τα τριαδικά επίπεδα. Πάντα, στο μεσαίο επίπεδο, ο άνθρωπος ριψοκινδύνευε τον καταποντισμό. Κι όμως, η δυνατότητα της ανόδου βρισκόταν μπροστά του. Κάθε όψη ή αλληλουχία γεγονότων μπορούσε να πάρει τη μια ή την άλλη μορφή, κάθε στιγμή. Παράδεισός και Κόλαση όχι μετά τον θάνατο, αλλά τώρα! Η κατάθλιψη κι όλες οι πνευματικές ασθένειες, ήταν ο καταποντισμός. Και το άλλο… πώς να το κατορθώσεις;»

«Μερικές φορές το να τρελαθείς είναι μια αναπόφευκτη και κατάλληλη απόκριση απέναντι στην πραγματικότητα.»

«Η Πραγματικότητα είναι αυτό που δεν χάνεται όταν κλείνεις τα μάτια σου.»

«Τί είναι η πραγματικότητα; Είναι αυτό που, όταν σταματήσεις να το πιστεύεις, δε φεύγει.»

«Βασικό εργαλείο για τη διαχείριση της πραγματικότητας είναι ο χειρισμός των λέξεων, Αν μπορείς να ελέγξεις το νόημα των λέξεων, μπορείς να ελέγξεις και τους ανθρώπους που χρησιμοποιούν τις λέξεις.»

«Όλα είναι μια παραίσθηση. Κάνε καλή χρήση του χρόνου που σού αναλογεί, φιλαράκο.»

«Μην προσπαθείς να λύσεις σοβαρά ζητήματα στη μέση της νύχτας.»

«Αν όλο το Σύμπαν δεν έχει κανένα νόημα απολύτως, δεν θα το μάθουμε ποτέ ότι δεν έχει κανένα νόημα απολύτως. Είναι το ίδιο με το να μην υπήρχε καθόλου φως στο Σύμπαν, και άρα δεν θα υπήρχαν πλάσματα με μάτια, δεν θα το μαθαίναμε ποτέ ότι είναι σκοτάδι. Το σκοτάδι δεν θα είχε κανένα νόημα… Σκεφτείτε το λίγο.»

«Μπορεί να είναι δύσκολο για ένα αυγό να μετατραπεί σε πουλί… Θα ήταν ένα πολύ παράξενο θέαμα –και πολύ πιο δύσκολο– να προσπαθεί να μάθει να πετάει ενώ θα παραμένει αυγό. Προς το παρόν είμαστε σαν τα αυγά. Και δεν μπορείς να συνεχίζεις επ' άπειρον να παραμένεις ένα απλό συνηθισμένο αξιοπρεπές αυγό. Πρέπει ή να επωαστούμε ή να μπαγιατέψουμε.»

«Σημαντικό κομμάτι κάθε δυστυχίας είναι, κατά κάποιον τρόπο, η σκιά της δυστυχίας ή το καθρέφτισμά της: το γεγονός ότι δεν υποφέρεις απλά, αλλά πρέπει να σκέφτεσαι το γεγονός ότι υποφέρεις. Δεν ζω απλά κάθε ατέλειωτη μέρα μέσα στη θλίψη, αλλά ζω κάθε μέρα σκεπτόμενος ότι ζω κάθε μέρα στη θλίψη. Σκέφτομαι ότι ίσως να μπορούμε να το αποφύγουμε αυτό, κι έτσι να αποφύγουμε ένα σημαντικό κομμάτι κάθε δυστυχίας.»

«Για μένα, η ύστατη ηρωική κίνηση των συνηθισμένων ανθρώπων είναι αυτή: Λένε όχι στον τύραννο, κι έπειτα ήρεμα κάθονται να υποστούν τις συνέπειες αυτής της αντίστασης.»

«Ο Χριστιανισμός είναι μια πολύ παράξενη φιλοσοφία, ξέρετε. Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος που τρώει ή ετοιμάζεται να πάει για ύπνο με απλότητα και ταπεινότητα, ευγνωμοσύνη και ήρεμη σεμνότητα, είναι, σύμφωνα με τη χριστιανική φιλοσοφία, σε απείρως πιο υψηλό επίπεδο από κάποιον άνθρωπο που ακούει Μπαχ ή διαβάζει Πλάτωνα σε κατάσταση απόλυτης υπερηφάνειας.»

«Το πρόβλημα τού να είσαι καλλιεργημένος είναι ότι παίρνει πάρα πολύ καιρό. Ξοδεύεις γι’ αυτό, το καλύτερο μέρος της ζωής σου, και, όταν τελειώσεις, αυτό που γνωρίζεις είναι ότι θα είχες ωφεληθεί πολύ περισσότερο αν είχες γίνει τραπεζίτης.»

«Διαβάζω πολύ φιλοσοφία. Γι’ αυτό και είμαι πολύ παράξενος. Είναι επίσημο αυτό. Μια μέρα η γυναίκα μου επέστρεψε στο σπίτι από το ραντεβού με τον ψυχαναλυτή της και με βρήκε να διαβάζω. Με ρώτησε: “Μα, τι διαβάζεις πάλι;” Απάντησα: “Μαϊμονίδη. Τον Οδηγό για τους Περιπλεγμένους.” / »Εκείνη είπε: “Ναι, ναι. Το ανέφερα αυτό στον ψυχολόγο μου. Μου είπε ότι πιθανώς είσαι το μόνο ανθρώπινο όν σε όλο τον πλανήτη που αυτή την στιγμή διαβάζεις Μαϊμονίδη.” Εγώ απλά καθόμουν εκεί και έτρωγα ένα σάντουιτς με σαλάμι, διαβάζοντας. Δεν μού φαινόταν σαν κάτι παράξενο.»

«Οι συγγραφείς του Science Fiction, λυπάμαι που το λέω, δεν ξέρουν στ’ αλήθεια τίποτε. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για επιστήμη, επειδή η γνώση μας είναι περιορισμένη και ανεπίσημη. Και συνήθως το fiction μας είναι φριχτό.»

«Η αληθινή προέλευση του Science Fiction είναι στις νουβέλες εξερεύνησης φανταστικών τόπων, του δεκάτου εβδόμου αιώνα. Άρα, η ιστορία του Ιουλίου Βερν για το ταξίδι στη σελήνη, δεν είναι Science Fiction επειδή πηγαίνουν εκεί με πύραυλο, αλλά επειδή πηγαίνουν εκεί που πηγαίνουν. Θα ήταν επίσης Science Fiction αν εκτινάσσονταν εκεί πέρα με ένα τεράστιο λάστιχο.»

«Στη Λογοτεχνία και στην Τέχνη γενικά, κανένας άνθρωπος που μπαίνει στον κόπο να νοιάζεται για την αυθεντικότητα και την πρωτοτυπία δεν θα γίνει ποτέ αυθεντικός και πρωτότυπος. Αντιθέτως, αν απλά προσπαθείς να πεις την αλήθεια (χωρίς να δίνεις δεκάρα για το πόσες φορές έχει ήδη ειπωθεί), τότε, εννιά φορές στις δέκα, θα είσαι αυθεντικός και πρωτότυπος χωρίς ποτέ καν να το προσέξεις.»

«Δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθείς να καταδείξεις ότι κάποιος έχει λάθος. Νόημα έχει να κάνεις εσύ το σωστό που πιστεύεις ότι θα έπρεπε να είχε κάνει ο άλλος. Οι άνθρωποι που κατηγορούν τους άλλους είναι οι χειρότεροι άνθρωποι του κόσμου, κι εγώ δεν θα τους έλεγα ούτε καλημέρα… Ίσως να διόρθωνα έτσι λίγο το λάθος που κάνουν πολλοί που τους λένε καλημέρα.»

«Το αληθινό μέτρο ενός ανθρώπου δεν είναι η ευφυία του ή το πόσο ψηλά μπορεί να αναδειχθεί σε αυτό το τερατώδες κατεστημένο σύστημα. Όχι! Το αληθινό μέτρο ενός ανθρώπου είναι αυτό: Πόσο γρήγορα μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες των άλλων και πόσα μπορεί να δώσει από τον εαυτό του, και ταυτόχρονα να νιώθει ευτυχισμένος.»

«Συμφωνώ απόλυτα με κάτι που έχει διασαφηνίσει ο C. S. Lewis: “Δεν έχεις Ψυχή. Είσαι Ψυχή. Έχεις σώμα”»

«Μου αρέσει ένα αστείο που είπε ο Αϊνστάιν. Ότι η πραγματικότητα δεν είναι παρά μια παραίσθηση, αν και είναι μια πολύ επίμονη παραίσθηση.»

«Ο Θεός σχεδίασε ένα πολύ διεστραμμένο και μοχθηρό σύμπαν, απ’ όσο μπορώ να καταλάβω. Έχω έναν φίλο που είχε μια γάτα και πήγε μια βόλτα με τη γάτα του και η γάτα του πήγε να περάσει το δρόμο και ήρθε ένα αυτοκίνητο και μετέτρεψε τη γάτα σε γούνινη πίτσα. Αυτός ο φίλος μου κατάφερε να μού καταστρέψει όλες μου τις θεολογικές πεποιθήσεις με αυτό το επιχείρημα για τη γάτα του.»

«Στ’ αλήθεια νιώθω ότι η μοίρα μας είναι τραγική μακροπρόθεσμα. Αλλά έχουμε την δύναμη να ανταποκριθούμε σε αυτήν την κατάσταση με αξιοπρέπεια και κουράγιο. Βοηθάει πολύ το να έχεις μια αίσθηση του χιούμορ, έτσι ώστε να μπορείς να βλέπεις την τρέλα στο σύμπαν αλλά και μέσα μας, και να συνειδητοποιείς ότι το σύμπαν είναι το ίδιο παγιδευμένο όσο κι εμείς.

»Ο νους είναι επίσης ένα σύμπαν, και γι’ αυτό πρέπει τώρα το Science Fiction να ασχοληθεί με το εσωτερικό διάστημα.»

«Ζούμε σε μια εποχή στην οποία υπάρχει ένα κακό πνεύμα σε όλον τον κόσμο, και μοιάζει σαν να κερδίζει έδαφος. Έχω μερικούς πολύ στενούς προσωπικούς φίλους που παρουσιάζουν συμπτώματα μεγάλης κακίας και σκληρότητας, και ενδιαφέρονται μόνο για το δικό τους ατομικό συμφέρον με κάθε τίμημα. Αυτοί ήταν άνθρωποι που κάποτε νοιαζόντουσαν, ψαχνόντουσαν, ήταν στο αντιπολεμικό κίνημα, ήταν καλλιτεχνικοί, ήταν ρομαντικοί, ήταν ιδεαλιστές, και τώρα επιδεικνύουν έναν απόλυτο ναρκισσισμό, ένα στυλ “εγώ πάνω απ’ όλα πρώτα απ’ όλα…”

»Όταν δίνω χρήματα για να βοηθήσω ανθρώπους, για παράδειγμα τους πρόσφυγες στην Καμπότζη πριν από μερικά χρόνια στα στρατόπεδα προσφύγων, οι φίλοι μου άρχισαν να με κοροϊδεύουν που το κάνω αυτό. Μου έλεγαν: “Ο Πολ Ποτ και οι στρατιώτες του θα σε ευγνωμονούν για όλο αυτό το ρύζι που τους στέλνεις. Δεν θα φτάσει ποτέ στα στρατόπεδα των προσφύγων. Καταλαβαίνετε; Το μόνο που τους νοιάζει είναι να μην τους κλέψουν το ρύζι.»

«Τι λέω για το μέλλον της ανθρωπότητας; Λοιπόν, πιστεύω ότι τελικά θα πρέπει να μεταναστεύσουμε σε άλλους πλανήτες για να επιβιώσουμε. Αλλά αυτό είναι τουλάχιστον πενήντα χρόνια μακριά από σήμερα. Μέχρι να το μπορέσουμε να το κάνουμε αυτό, πιστεύω ότι σταδιακά θα επιστρέψουμε πίσω στο είδος της ζωής που είχαν οι πρόγονοί μας πριν από εκατό χρόνια, για να εξοικονομήσουμε ενέργεια. Θα είναι μια καλύτερη ζωή απ’ αυτήν που έχουμε τώρα…»

«Αν νομίζετε πως αυτό είναι το χειρότερο σύμπαν, τότε θα πρέπει να δείτε μερικά από τα άλλα.»

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

5.3.2. Ο Οδυσσέας στον κάτω κόσμο


Σε μιαν αττική ερυθρόμορφη πελίκη (ένα είδος αμφορέα), που βρίσκεται σήμερα στη Βοστόνη και χρονολογείται γύρω στο 440 π.Χ., εικονίζεται μια μυθολογική σκηνή που μας είναι γνωστή από την Οδύσσεια (ραψωδία λ), η κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη. Ο Οδυσσέας πήρε από τη μάγισσα Κίρκη τη συμβουλή να κατεβεί στον κάτω κόσμο για να ρωτήσει τον νεκρό μάντη Τειρεσία αν και πότε θα γυρίσει στην πατρίδα του, την Ιθάκη. Όταν έφτασε στον Ωκεανό, τον ποταμό που όριζε την άκρη της γης και χώριζε τον κόσμο των ζωντανών από τον κόσμο των νεκρών (σύμφωνα με μιαν άλλη, πιο διαδεδομένη, παράδοση το πέρασμα στον κάτω κόσμο γινόταν από τον ποταμό Αχέροντα), έσφαξε, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε πάρει, μέσα σε έναν λάκκο ένα κριάρι και μια προβατίνα, ώστε να πλησιάσουν οι ψυχές των νεκρών που ήθελαν να πιούν ζεστό αίμα, ανάμεσά τους και εκείνη του Τειρεσία. 

Στο κέντρο της παράστασης βλέπουμε τον Οδυσσέα ντυμένο με ρούχα ταξιδιώτη και καθισμένο σε ένα έξαρμα του εδάφους κοντά στην όχθη του ποταμού, που δηλωνόταν με ψηλά υδρόβια φυτά ζωγραφισμένα με λευκό χρώμα, δυσδιάκριτο σήμερα· δίπλα του κείτονται στο έδαφος τα σφαγμένα ζώα, ενώ στο αριστερό χέρι κρατάει ακόμα γυμνό το σπαθί, με το οποίο εμπόδιζε τις ψυχές των νεκρών να πλησιάσουν το χυμένο αίμα πριν εμφανιστεί ο Τειρεσίας (Οδύσσεια, λ 48-50). Στην απέναντι όχθη του ποταμού προβάλλει ο νεκρός σύντροφος του Οδυσσέα Ελπήνωρ, που είχε σκοτωθεί πέφτοντας από τη στέγη του παλατιού της Κίρκης και δεν μπορούσε να βρει ησυχία στον Άδη, γιατί είχε μείνει άταφος. 

Πίσω από τον Οδυσσέα εικονίζεται ο Ερμής ψυχοπομπός, ο θεός που οδηγεί τους νεκρούς στον κάτω κόσμο. Όλες οι μορφές ταυτίζονται με επιγραφές. Εντύπωση προκαλεί η ανήσυχη στάση του Οδυσσέα, που στηρίζει με το δεξί χέρι το πιγούνι του, και το μελαγχολικό βλέμμα του. Με τον τρόπο αυτό αποτυπώνεται η λύπη και η συμπόνια του ήρωα καθώς ακούει τα παράπονα του νεκρού συντρόφου του και τη θερμή παράκλησή του να τον θάψει όπως του αξίζει (Οδύσσεια, λ 57-80). Η παράσταση αυτή θυμίζει μιαν ανάλογη σκηνή που είχε ζωγραφίσει ο Πολύγνωτος στην περίφημη Νέκυιά του στη Λέσχη των Κνιδίων στους Δελφούς, γνωστή από την περιγραφή του περιηγητή Παυσανία. Δεν ξέρουμε αν η αγγειογραφία εξαρτάται από την τοιχογραφία του Πολυγνώτου και σε πιο βαθμό· οπωσδήποτε όμως φαίνεται πολύ πιθανό ότι απηχεί μια δημιουργία της μεγάλης ζωγραφικής. Ο αγγειογράφος ονομάζεται «ζωγράφος του Λυκάονα» από το όνομα ενός μυθικού πολεμιστή που έχει απεικονίσει σε ένα από τα αγγεία του· τα λίγα σχετικά σωζόμενα έργα του προδίδουν εξάρτηση από τη μεγάλη ζωγραφική.

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: ΙI. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΣΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

14.2. Ωριγένης· Αλεξάνδρεια του 210 μ.Χ.


Πρέπει, να ήταν παιδί αλεξανδρινό είκοσι πέντε χρόνων όταν τα πράγματα ηρέμησαν στην Αλεξάνδρεια. Ο τοπικός επίσκοπος Δημήτριος γύρισε από την εξορία και βρήκε τον Ωριγένη γνωστό ως δάσκαλο και ασκητή, στενά συνδεδεμένο με μάρτυρες. Ήταν πια μια κεντρική μορφή της χριστιανικής Αλεξάνδρειας, που (ας μην το λησμονούμε) ζούσε μαζί με την «άλλη» Αλεξάνδρεια. Ο Δημήτριος τον όρισε, μάλλον με μια ενδόμυχη επιφύλαξη, διευθυντή της κατηχητικής σχολής που ξαναφτιάχτηκε, μέσα στην παράδοση που είχαν ξεκινήσει ο Κλήμης και ο Πάνταινος.

Η θέση του ήταν πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, όχι όπως καταλαβαίνουμε συνήθως αυτό τον όρο στα πανεπιστήμια. Στη σχολή ο Ωριγένης βρήκε τον εαυτό του: αδιάκοπη μελέτη (παράλληλα με σπουδές στη φιλοσοφία και τα εβραϊκά), διδασκαλία και προσευχή. Το πρόγραμμά του ήταν τόσο πλήρες που δεν επαρκούσε να καλύψει μόνος του τις διδακτικές ανάγκες. Έτσι, επέλεξε τον μαθητή του Ηρακλά για τα εισαγωγικά μαθήματα και κράτησε ο ίδιος τους προχωρημένους μαθητές. Δεν έμεινε, όμως, εκεί. Σε λίγα χρόνια, γύρω στο 212 μ.Χ., άφησε τη σχολή στον Ηρακλά και ίδρυσε τη δική του ιδιωτική σχολή - μια όχι σπάνια πρακτική στην Αλεξάνδρεια του καιρού του.

Στην Αλεξάνδρεια από το τέλος του 2ου αιώνα εμφανίστηκαν διάφορες θεολογικές σχολές, που δεν είχαν θεσμικό χαρακτήρα ούτε άμεση εξάρτηση από την τοπική εκκλησία (παρόλο που δάσκαλος και πολλοί μαθητές ήταν πιστά μέλη της). Οι ιδιωτικές αυτές σχολές στηρίχθηκαν στην προσωπικότητα κάθε δασκάλου, που όλοι τους ήταν σημαντικοί: ο Αθηναγόρας ο φιλόσοφος, ο Πάνταινος (πρώην στωικός) και ο Κλήμης. Ήταν οι τρεις πρώτοι χριστιανοί ιδρυτές σχολής και ήταν όλοι τους Αθηναίοι. Άφησαν όμως την πόλη της φιλοσοφίας για την Αλεξάνδρεια - και αυτό κάτι σήμαινε, και για την Αθήνα και για την Αλεξάνδρεια. Ο πρώτος Αλεξανδρινός που ίδρυσε ανάλογη σχολή ήταν ο Ωριγένης (ένας ακόμη λόγος να μην νιώθει άνετα μαζί του ο τοπικός επίσκοπος).

Η κοσμοπολίτικη πόλη, η τρίτη σε πληθυσμό μετά τη Ρώμη και την Αντιόχεια, είχε πνευματική ζωντάνια, οικονομική ευρωστία και οικουμενική νοοτροπία. Μπορούσε να επικαλεστεί και να επιδείξει την πλουσιότατη βιβλιοθήκη της και το «Μουσείο» της, την ανάπτυξη στα γράμματα, στις επιστήμες και στη φιλοσοφία - ακόμη και την παράδοσή της. Γιατί η Αλεξάνδρεια δεν ήταν απλώς φιλοσοφικό κέντρο της Ύστερης Αρχαιότητας· ήταν το κέντρο της επιστημονικής έρευνας, και τότε γινόταν (και θα έμενε για μερικούς αιώνες) ένα κέντρο της χριστιανικής σκέψης.

Η Αλεξάνδρεια της εποχής εκείνης έμοιαζε πολυπολιτισμικός παράδεισος: στους δρόμους, στην αγορά, στα σπίτια, στους ναούς της συμβίωναν (όχι πάντα ανέφελα) ανατολικές, αιγυπτιακές, ελληνικές μυστηριακές λατρείες, διάφορες φυλές και τάξεις. Μαζί με τον εξελληνισμένο ιουδαϊσμό (που έβγαλε έναν στοχαστή της περιωπής του Φίλωνα), τον γνωστικισμό του Βασιλείδη, τον ιδιόρρυθμο πλατωνισμό του Αμμωνίου Σακκά και (σε λίγα χρόνια) τον νεοπλατωνισμό του Πλωτίνου, συνυπήρχαν πολλές χριστιανικές ομάδες. Όλες αναζητούσαν την ορθοδοξία· να τη βρουν και να την επιβάλουν. Και όλες, πλην μίας (αυτής που νίκησε και ονομάστηκε «ορθόδοξη»), κατέληγαν σε αιρέσεις βίου και θεωρίας.

Η ελευθερία της σκέψης στην Αλεξάνδρεια ήταν σχεδόν απόλυτη - αν εξαιρέσουμε π.χ. τις πιέσεις εναντίον των περιπατητικών τη δεύτερη δεκαετία του 3ου αιώνα. Ακόμη και η επιστήμη ήταν αδέσμευτη από την παραδοσιακή θρησκεία αλλά και τη φιλοσοφία. Οι χριστιανοί λόγιοι απολάμβαναν ανάλογη ελευθερία και κάτι επιπλέον (και σπάνιο): την απουσία αυθεντίας, είτε στην ερμηνεία της γραφής είτε στο εκκλησιαστικό επίπεδο. (Ο επίσκοπος της πόλης Δημήτριος δεν τη διέθετε· αν και αργότερα εκμεταλλεύτηκε την ισχύ του αξιώματός του για να διώξει τον Ωριγένη.) Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα, η επικοινωνία των χριστιανών με την αρχαία φιλοσοφία και τις άλλες πνευματικές παραδόσεις, όταν δεν οδηγούσε στον συγκρητισμό, αποδείχθηκε γόνιμη για τη συγκρότηση και την οριοθέτηση της χριστιανικής σκέψης, για τη γέννηση της χριστιανικής φιλοσοφίας.