Γιατί οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί εστιάζουν τόσο πολύ στη σκοτεινή πλευρά; Γιατί τέτοιος ζόφος και τόσο λιγοστές ελπίδες; Ίσως θεωρούν ότι το κοινό τους είναι από τη φύση του μάλλον αθώο, προστατευμένο και αυτάρεσκο, με αποτέλεσμα να χρειάζεται οπωσδήποτε να ενημερωθεί για ορισμένα από τα αρνητικά χαρακτηριστικά της πραγματικότητας – προκειμένου να επαναπροσδιορίσει τις προσδοκίες του από τους άλλους και να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας. Υποτίθεται ότι χωρίς τον σκοτεινό ρεαλισμό των ειδήσεων η χώρα ίσως υιοθετήσει ξανά την επικίνδυνη τάση να ωραιοποιεί τα προβλήματά της και να αισθάνεται απερίσκεπτα ικανοποιημένη με τον εαυτό της.
Αν αφήσουμε για λίγο στην άκρη τη λογική της συγκεκριμένης θέσης, έχουμε τουλάχιστον την ευκαιρία να σκεφτούμε πώς πρέπει να επιλέγουν το αντικείμενό τους οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί. Αντιμέτωποι με άπειρες δυνητικές ιστορίες, οφείλουν να επιλέξουν όσες απαντούν σε εκείνο που οι ίδιοι θεωρούν ως κυρίαρχη ανάγκη, της χώρας. Εκείνο που η χώρα χρειάζεται περισσότερο να ακούσει τη δεδομένη στιγμή -προκειμένου να αντισταθμίσει τις αδυναμίες της- οφείλει να καθορίζει τη διαδικασία επιλογής των ειδήσεων.
Η λογική αυτή δεν είναι άγνωστη στους σύγχρονους ειδησεογραφικούς οργανισμούς. Προβληματική είναι η κρίση τους ως προς το ποια είναι στην πραγματικότητα η ανάγκη της χώρας. Οι περισσότερες χώρες όχι μόνο δεν θεωρούν ρόδινη την κατάσταση τους, όχι μόνο δεν είναι υπερβολικά εύπιστες ή ανόητα αισιόδοξες, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Βρίσκονται σε κίνδυνο για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που διαπιστώνουν έμμεσα τα μέσα ενημέρωσης. Υπονομεύουν τις ελπίδες τους μέσω του υπερβολικού φόβου, του άγχους και του ζόφου. Γνωρίζουν σε μεγάλο βαθμό τη σωρεία των προβλημάτων τους, παρ’ όλ’ αυτά εμφανίζονται αποχαυνωτικά μικρές, ταπεινές και αδύναμες για να τα αντιμετωπίσουν. Δεν βλέπουν πώς μπορούν να υπερβούν την παρακμή, τις διαλυμένες σχέσεις, τους ανεξέλεγκτους εφήβους, το άγχος της κοινωνικής θέσης, της σωματικής αδυναμίας και της οικονομικής καταστροφής.
Και εδώ οι ειδήσεις μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο: όχι με το να μας υπενθυμίζουν καθημερινά μόνο τις χειρότερες αποτυχίες της κοινωνίας, αλλά επίσης -κατά καιρούς- με το να διαπαιδαγωγούν και να καθοδηγούν τις ικανότητές μας για υπερηφάνεια, προσαρμοστικότητα και ελπίδα. Η εθνική παρακμή επισπεύδεται όχι μόνο, ούτε κατά κύριο λόγο, εξαιτίας της συναισθηματικής αισιοδοξίας, αλλά και από μία εκδοχή κλινικής κατάθλιψης προερχόμενης από τα μέσα ενημέρωσης.
Η αρχιτεκτονική μπορεί να προσφέρει ένα χρήσιμο παράδειγμα ως προς τον τρόπο με τον οποίο η περιστασιακή ανάδειξη του θετικού φέρνει χρήσιμα αποτελέσματα. Τα μέλη της ομάδας που ανέλαβε τον σχεδιασμό του ποδηλατοδρόμιου για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου το 2012 (περίπου μισό χιλιόμετρο από το Βόρειο Γούλιτς) αντιλαμβάνονταν πολύ καλά τις πολλές προκλήσεις που αντιμετώπιζε η Βρετανία -τους ταξικούς διαχωρισμούς και τις οικονομικές ανισότητες, τις εκπαιδευτικές αποτυχίες και τις στεγαστικές ελλείψεις, τα υψηλά ποσοστά διαλυμένων γάμων και τον εκφυλισμό στη συμπεριφορά και την ηθική-, όμως σε αυτή την περίπτωση αποφάσισαν να μη μείνουν σε αυτές.
Αντίθετα, επέλεξαν να δημιουργήσουν μία κατασκευή που εκφράζει εύγλωττα την ευγένεια, τον μοντερνισμό, την ταξική αρμονία και τη συμφιλίωση με τη φύση, ελπίζοντας ότι αυτά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά ίσως ενισχυθούν γενικότερα στη χώρα μέσα από την αποτύπωσή τους σε ένα ποδηλατικό κέντρο από γυαλί, ατσάλι και κόκκινο κέδρο. Το κτίσμα αποτελούσε ύμνο στην κολακεία. Άφηνε να εννοηθεί ότι η χώρα κατείχε ήδη ορισμένες επιθυμητές αξίες που στην πραγματικότητα ήταν απλώς εκκολαπτόμενες ή περιοδικού χαρακτήρα.
Έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε την κολακεία ως συναισθηματική και επικίνδυνη, μία διαφυγή από την πραγματικότητα, όμως με αυτό τον τρόπο υποτιμάμε τη διαδικασία μορφοποίησης της πραγματικότητας. Όταν επαινούμε ένα παιδί για τις πρώτες ταπεινές του προσπάθειες να είναι ευγενικό (π.χ. όταν μοιράζεται ένα παιχνίδι με το παιδί κάποιου γείτονα) και το χαρακτηρίζουμε υπέροχο, το καθοδηγούμε να εξελιχθεί πέρα από το σημείο στο οποίο βρίσκεται εκείνη τη στιγμή. Ευελπιστούμε ότι μεγαλώνοντας θα καταλήξει να διαθέτει τα χαρακτηριστικά που, για να το κολακέψουμε, λέμε ότι έχει ήδη.
Στις ειδήσεις ισχύει ό,τι και στην αρχιτεκτονική. Παράλληλα με τη συνήθη επικέντρωσή τους στην καταστροφή και το κακό, οφείλουν να ανταποκρίνονται στον ζωτικό στόχο να φιλτράρουν και να συμπυκνώνουν κατά καιρούς ένα μέρος της ελπίδας που χρειάζεται μια χώρα για να πλοηγηθεί ανάμεσα από τις δυσκολίες της. Ενώ βοηθούν την κοινωνία αποκαλύπτοντας τα παραπτώματα και αντιμετωπίζοντας με ειλικρίνεια τα βάσανά της, οι ειδήσεις δεν πρέπει να αμελούν τον εξίσου σημαντικό ρόλο της δημιουργίας μιας πλασματικής κοινότητας που φαντάζει αρκετά καλή, ανεκτική και λογική ώστε να θέλουμε να συμβάλλουμε σε αυτήν.
ΑΛΑΙΝ ΝΤΕ ΜΠΟΤΤΟΝ, ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Δευτέρα 28 Ιουνίου 2021
Μπορεί όντως η αλλαγή ελάχιστων και μόνο ανθρώπων να επηρεάσει την ανθρώπινη συνείδηση στο σύνολό της;
Είναι αναγκαία η ανατροφή μιας νέας γενιάς ανθρώπων και ότι αυτό είναι κάτι που θα πραγματοποιηθεί από τα άτομα που θα αλλάξουν τον εαυτό τους. Αυτό είναι κάτι που μοιάζει σχεδόν αδύνατο. Μπορεί όντως η αλλαγή ελάχιστων και μόνο ανθρώπων να επηρεάσει την ανθρώπινη συνείδηση στο σύνολό της;
Προφανώς είναι αναγκαία η ύπαρξη μιας νέας γενιάς ανθρώπων, κάτι που εξαρτάται από την εκπαίδευση και άλλους παράγοντες. Μοιάζει, όμως, σχεδόν αδύνατο να βασιστεί σε όλα τα ανθρώπινα πλάσματα η δημιουργία μιας καινούργιας κοινωνίας, ενός καινούργιου πολιτισμού. Και αφού αυτό μοιάζει αδύνατο, μπορεί να επηρεάσει την ανθρώπινη συνείδηση στο σύνολό της η μεταμόρφωση λίγων ανθρώπων; Λίγων ανθρώπων, όχι κάποιας ελίτ, αν και δεν ξέρω γιατί πρέπει να φοβάται κανείς να χρησιμοποιεί τη λέξη «ελίτ», οι λίγοι αποτελούν πάντα μια ελίτ.
Οι επιστήμονες, βιολόγοι και άλλοι, κάνουν έρευνες σχετικά με αυτό το θέμα σε κάποιες κατηγορίες ζώων-σε μια ομάδα ποντικών ή λύκων-, κάνουν έρευνες για να δουν αν, αλλάζοντας τη συνείδηση ενός ζώου της ομάδας, επηρεάζεται η συνείδηση όλης της ομάδας. Κάνουν πειράματα προκειμένου να το διαπιστώσουν αυτό.
Συζητούσαμε προχθές το θέμα με κάποιους επιστήμονες Λέγαμε, δηλαδή, ότι στις ομάδες κάποιων ειδών, όπως είναι οι λύκοι, ας πούμε, εάν ένα μέλος της ομάδας έχει κάποια αναμφισβήτητη εμπειρία, αυτή επιδρά συνολικά στα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Είναι πολύ σημαντικό να το καταλάβετε αυτό. Εάν κάποιος από εσάς, ως εκπρόσωπος του ανθρώπινου είδους, αλλάξει βαθιά και ριζικά μέσα του, φυσιολογικά θα επηρεάσει την ανθρώπινη συνείδηση εν γένει, επειδή εκπροσωπεί όλη την ανθρωπότητα, επειδή η συνείδησή του είναι και η συνείδηση κάθε άλλου ανθρώπινου πλάσματος, μια συνείδηση που είναι γεμάτη συγκρούσεις, πόνο, ανησυχία, μοναξιά, δυστυχία, βάσανα. Δηλαδή, η συνείδησή σου δεν είναι μόνο δική σου, είναι η συνείδηση του ανθρώπινου είδους. Αυτό σημαίνει ότι ο καθένας μας, ως ένα ανθρώπινο πλάσμα, εκπροσωπεί όλη την ανθρωπότητα, κι αυτή είναι μια εκπληκτική αλήθεια.
Τώρα, εάν γίνει πραγματικά μέσα σας μία αλλαγή, θα επηρεάσετε συνολικά την ανθρώπινη συνείδηση. Όλοι οι πολεμικοί ηγέτες που προσπάθησαν να κατακτήσουν τον κόσμο -από τον Τζένγκις Χαν έως τους πιο σύγχρονους- έχουν επηρεάσει τη συνείδηση της ανθρωπότητας, έτσι δεν είναι; Προφανώς. Εσείς κι εγώ μπορεί να μην έχουμε πολεμήσει σε κάποιον κανονικό πόλεμο, αλλά ο πόλεμος βρίσκεται στη συνείδηση του ανθρώπινου είδους· οι άνθρωποι σκοτώνουν, σκοτώνουν ασταμάτητα, όχι μόνο τις φάλαινες και τα μωρά της φώκιας, αλλά και ο ένας τον άλλο. Ο φόνος αποτελεί μέρος της συνείδησής μας. Τώρα, αν συνειδητοποιήσεις ότι το να σκοτώνεις είναι σε οποιαδήποτε περίπτωση κάτι απεχθές, εννοώ κάτι ανίερο, τότε δεν παίρνεις πια μέρος σε αυτόν το σκοτωμό. Και μη μου πείτε: «Καλά, και όταν τρώω το κουνουπίδι δεν το σκοτώνω;» Εδώ δεν μιλάμε για κουνουπίδια ή ντομάτες, μιλάμε για ανθρώπινα πλάσματα που σκοτώνουν το ένα το άλλο. Αν εσείς, λοιπόν, ως ανθρώπινα πλάσματα τα οποία, ως μέλη της ανθρωπότητας, είστε και ολόκληρη η ανθρωπότητα, όπως το χέρι σας είναι μέλος όλου του σώματός σας, αν αλλάξετε ριζικά -όχι το χτένισμά σας, αλλά μέσα σας, σε βάθος-, τότε φυσιολογικά θα επηρεάσετε όλο το ανθρώπινο είδος.
Έτσι, λοιπόν, γεννιέται το ερώτημα: «Ως ανθρώπινα πλάσματα θα το κάνετε αυτό ή απλώς θα συνεχίσετε, τη μια μέρα μετά την άλλη, να επαναλαμβάνετε το ίδιο παλιό μοντέλο και να λέτε “σάμπως, άμα αλλάξω εγώ, θα τελειώσουν ποτέ οι πόλεμοι;”» Αυτό, ξέρετε, είναι το πρόβλημά μας. Οι πόλεμοι θα τελειώσουν όταν τελειώσετε εσείς με τον πόλεμο. Ελπίζω, λοιπόν, από τα βάθη της καρδιάς μου, ότι υπάρχει μια τέτοια ομάδα ανθρώπων, ότι υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι στον κόσμο. Κι αν αυτοί αλλάξουν ολοκληρωτικά μέσα τους, αυτό θα επηρεάσει την ανθρώπινη συνείδηση στο σύνολό της.
Προφανώς είναι αναγκαία η ύπαρξη μιας νέας γενιάς ανθρώπων, κάτι που εξαρτάται από την εκπαίδευση και άλλους παράγοντες. Μοιάζει, όμως, σχεδόν αδύνατο να βασιστεί σε όλα τα ανθρώπινα πλάσματα η δημιουργία μιας καινούργιας κοινωνίας, ενός καινούργιου πολιτισμού. Και αφού αυτό μοιάζει αδύνατο, μπορεί να επηρεάσει την ανθρώπινη συνείδηση στο σύνολό της η μεταμόρφωση λίγων ανθρώπων; Λίγων ανθρώπων, όχι κάποιας ελίτ, αν και δεν ξέρω γιατί πρέπει να φοβάται κανείς να χρησιμοποιεί τη λέξη «ελίτ», οι λίγοι αποτελούν πάντα μια ελίτ.
Οι επιστήμονες, βιολόγοι και άλλοι, κάνουν έρευνες σχετικά με αυτό το θέμα σε κάποιες κατηγορίες ζώων-σε μια ομάδα ποντικών ή λύκων-, κάνουν έρευνες για να δουν αν, αλλάζοντας τη συνείδηση ενός ζώου της ομάδας, επηρεάζεται η συνείδηση όλης της ομάδας. Κάνουν πειράματα προκειμένου να το διαπιστώσουν αυτό.
Συζητούσαμε προχθές το θέμα με κάποιους επιστήμονες Λέγαμε, δηλαδή, ότι στις ομάδες κάποιων ειδών, όπως είναι οι λύκοι, ας πούμε, εάν ένα μέλος της ομάδας έχει κάποια αναμφισβήτητη εμπειρία, αυτή επιδρά συνολικά στα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Είναι πολύ σημαντικό να το καταλάβετε αυτό. Εάν κάποιος από εσάς, ως εκπρόσωπος του ανθρώπινου είδους, αλλάξει βαθιά και ριζικά μέσα του, φυσιολογικά θα επηρεάσει την ανθρώπινη συνείδηση εν γένει, επειδή εκπροσωπεί όλη την ανθρωπότητα, επειδή η συνείδησή του είναι και η συνείδηση κάθε άλλου ανθρώπινου πλάσματος, μια συνείδηση που είναι γεμάτη συγκρούσεις, πόνο, ανησυχία, μοναξιά, δυστυχία, βάσανα. Δηλαδή, η συνείδησή σου δεν είναι μόνο δική σου, είναι η συνείδηση του ανθρώπινου είδους. Αυτό σημαίνει ότι ο καθένας μας, ως ένα ανθρώπινο πλάσμα, εκπροσωπεί όλη την ανθρωπότητα, κι αυτή είναι μια εκπληκτική αλήθεια.
Τώρα, εάν γίνει πραγματικά μέσα σας μία αλλαγή, θα επηρεάσετε συνολικά την ανθρώπινη συνείδηση. Όλοι οι πολεμικοί ηγέτες που προσπάθησαν να κατακτήσουν τον κόσμο -από τον Τζένγκις Χαν έως τους πιο σύγχρονους- έχουν επηρεάσει τη συνείδηση της ανθρωπότητας, έτσι δεν είναι; Προφανώς. Εσείς κι εγώ μπορεί να μην έχουμε πολεμήσει σε κάποιον κανονικό πόλεμο, αλλά ο πόλεμος βρίσκεται στη συνείδηση του ανθρώπινου είδους· οι άνθρωποι σκοτώνουν, σκοτώνουν ασταμάτητα, όχι μόνο τις φάλαινες και τα μωρά της φώκιας, αλλά και ο ένας τον άλλο. Ο φόνος αποτελεί μέρος της συνείδησής μας. Τώρα, αν συνειδητοποιήσεις ότι το να σκοτώνεις είναι σε οποιαδήποτε περίπτωση κάτι απεχθές, εννοώ κάτι ανίερο, τότε δεν παίρνεις πια μέρος σε αυτόν το σκοτωμό. Και μη μου πείτε: «Καλά, και όταν τρώω το κουνουπίδι δεν το σκοτώνω;» Εδώ δεν μιλάμε για κουνουπίδια ή ντομάτες, μιλάμε για ανθρώπινα πλάσματα που σκοτώνουν το ένα το άλλο. Αν εσείς, λοιπόν, ως ανθρώπινα πλάσματα τα οποία, ως μέλη της ανθρωπότητας, είστε και ολόκληρη η ανθρωπότητα, όπως το χέρι σας είναι μέλος όλου του σώματός σας, αν αλλάξετε ριζικά -όχι το χτένισμά σας, αλλά μέσα σας, σε βάθος-, τότε φυσιολογικά θα επηρεάσετε όλο το ανθρώπινο είδος.
Έτσι, λοιπόν, γεννιέται το ερώτημα: «Ως ανθρώπινα πλάσματα θα το κάνετε αυτό ή απλώς θα συνεχίσετε, τη μια μέρα μετά την άλλη, να επαναλαμβάνετε το ίδιο παλιό μοντέλο και να λέτε “σάμπως, άμα αλλάξω εγώ, θα τελειώσουν ποτέ οι πόλεμοι;”» Αυτό, ξέρετε, είναι το πρόβλημά μας. Οι πόλεμοι θα τελειώσουν όταν τελειώσετε εσείς με τον πόλεμο. Ελπίζω, λοιπόν, από τα βάθη της καρδιάς μου, ότι υπάρχει μια τέτοια ομάδα ανθρώπων, ότι υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι στον κόσμο. Κι αν αυτοί αλλάξουν ολοκληρωτικά μέσα τους, αυτό θα επηρεάσει την ανθρώπινη συνείδηση στο σύνολό της.
Αμερικανοί αστρονόμοι ανακάλυψαν τον γιγαντιαίο κομήτη Μπερναρντινέλι-Μπερνστάιν
Αμερικανοί αστρονόμοι ανακάλυψαν ένα γιγάντιο κομήτη με διάμετρο 100 έως 200 χιλιομέτρων, δεκαπλάσια από τη διάμετρο των περισσότερων κομητών, και με μάζα περίπου 1.000 φορές μεγαλύτερη από εκείνη ενός τυπικού κομήτη. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο κομήτη που έχει βρεθεί στη σύγχρονη εποχή και αναμένεται να κάνει την κοντινότερη προσέγγισή του στον Ήλιο το 2031.
Ο κομήτης που προέρχεται από τις εσχατιές του ηλιακού συστήματός μας, το παγωμένο Νέφος του Όορτ, έχει μια άκρως επιμήκη τροχιά και χρειάζεται περίπου 5,5 εκατομμύρια χρόνια για να ολοκληρώσει την τροχιά του. Ανακαλύφθηκε στο πλαίσιο των παρατηρήσεων της Έρευνας για τη Σκοτεινή Ενέργεια (Dark Energy Survey). Ονομάστηκε Κομήτης Μπερναρντινέλι-Μπερνστάιν (ή C/2014 UN271), από το όνομα των δύο αστρονόμων του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια που τον ανακάλυψαν.
Οι κομήτες είναι παγωμένα σώματα, που εξατμίζονται όσο πλησιάζουν τον Ήλιο, λόγω της μεγάλης θερμότητας του. Το ταξίδι του εν λόγω κομήτη υπολογίζεται ότι ξεκίνησε σε απόσταση τουλάχιστον 40.000 αστρονομικών μονάδων (δηλαδή 40.000 φορές η απόσταση Γης-Ήλιου) ή έξι τρισεκατομμυρίων χιλιομέτρων. Είναι πιθανώς το μεγαλύτερο σώμα του Νέφους του Όορτ που έχει ποτέ βρεθεί.
Τον Ιούνιο του 2021 ο κομήτης είχε πλησιάσει τον Ήλιο σε απόσταση 20 αστρονομικών μονάδων ή τριών δισεκατομμυρίων χιλιομέτρων και αναμένεται να φθάσει στο περιήλιο του (το κοντινότερο σημείο από το μητρικό άστρο μας) τον Ιανουάριο του 2031, έχοντας πλησιάσει στις 11 αστρονομικές μονάδες (περίπου όσο η απόσταση Κρόνου-Ήλιου). Δεν είναι ακόμη γνωστό, πόσο φωτεινός θα έχει γίνει όταν φθάσει στο περιήλιο. Δεν προβλέπεται πάντως να γίνει ορατός με γυμνά μάτια από τη Γη, αλλά θα χρειάζεται τουλάχιστον ένα καλό ερασιτεχνικό τηλεσκόπιο για την παρατήρησή του.
«Έχουμε το προνόμιο να έχουμε ανακαλύψει ίσως τον μεγαλύτερο κομήτη που έχει ποτέ παρατηρηθεί, ή τουλάχιστον τον μεγαλύτερο που έχει ποτέ μελετηθεί. Ο κομήτης δεν έχει επισκεφθεί το ηλιακό μας σύστημα εδώ και τουλάχιστον τρία εκατομμύρια χρόνια», δήλωσε ο καθηγητής Γκάρι Μπερνστάιν (ο Μπερναρντινέλι είναι μεταπτυχιακός φοιτητής του).
Ο κομήτης θα παρακολουθείται στενά από τη διεθνή αστρονομική κοινότητα, για να κατανοηθεί καλύτερα η σύνθεση και η προέλευση του. Οι αστρονόμοι υποπτεύονται ότι υπάρχουν πολύ περισσότεροι κομήτες τόσο μεγάλου μεγέθους στο Νέφος Όορτ, πέρα από τον Πλούτωνα και τη Ζώνη του Κάιπερ.
Ο κομήτης που προέρχεται από τις εσχατιές του ηλιακού συστήματός μας, το παγωμένο Νέφος του Όορτ, έχει μια άκρως επιμήκη τροχιά και χρειάζεται περίπου 5,5 εκατομμύρια χρόνια για να ολοκληρώσει την τροχιά του. Ανακαλύφθηκε στο πλαίσιο των παρατηρήσεων της Έρευνας για τη Σκοτεινή Ενέργεια (Dark Energy Survey). Ονομάστηκε Κομήτης Μπερναρντινέλι-Μπερνστάιν (ή C/2014 UN271), από το όνομα των δύο αστρονόμων του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια που τον ανακάλυψαν.
Οι κομήτες είναι παγωμένα σώματα, που εξατμίζονται όσο πλησιάζουν τον Ήλιο, λόγω της μεγάλης θερμότητας του. Το ταξίδι του εν λόγω κομήτη υπολογίζεται ότι ξεκίνησε σε απόσταση τουλάχιστον 40.000 αστρονομικών μονάδων (δηλαδή 40.000 φορές η απόσταση Γης-Ήλιου) ή έξι τρισεκατομμυρίων χιλιομέτρων. Είναι πιθανώς το μεγαλύτερο σώμα του Νέφους του Όορτ που έχει ποτέ βρεθεί.
Τον Ιούνιο του 2021 ο κομήτης είχε πλησιάσει τον Ήλιο σε απόσταση 20 αστρονομικών μονάδων ή τριών δισεκατομμυρίων χιλιομέτρων και αναμένεται να φθάσει στο περιήλιο του (το κοντινότερο σημείο από το μητρικό άστρο μας) τον Ιανουάριο του 2031, έχοντας πλησιάσει στις 11 αστρονομικές μονάδες (περίπου όσο η απόσταση Κρόνου-Ήλιου). Δεν είναι ακόμη γνωστό, πόσο φωτεινός θα έχει γίνει όταν φθάσει στο περιήλιο. Δεν προβλέπεται πάντως να γίνει ορατός με γυμνά μάτια από τη Γη, αλλά θα χρειάζεται τουλάχιστον ένα καλό ερασιτεχνικό τηλεσκόπιο για την παρατήρησή του.
«Έχουμε το προνόμιο να έχουμε ανακαλύψει ίσως τον μεγαλύτερο κομήτη που έχει ποτέ παρατηρηθεί, ή τουλάχιστον τον μεγαλύτερο που έχει ποτέ μελετηθεί. Ο κομήτης δεν έχει επισκεφθεί το ηλιακό μας σύστημα εδώ και τουλάχιστον τρία εκατομμύρια χρόνια», δήλωσε ο καθηγητής Γκάρι Μπερνστάιν (ο Μπερναρντινέλι είναι μεταπτυχιακός φοιτητής του).
Ο κομήτης θα παρακολουθείται στενά από τη διεθνή αστρονομική κοινότητα, για να κατανοηθεί καλύτερα η σύνθεση και η προέλευση του. Οι αστρονόμοι υποπτεύονται ότι υπάρχουν πολύ περισσότεροι κομήτες τόσο μεγάλου μεγέθους στο Νέφος Όορτ, πέρα από τον Πλούτωνα και τη Ζώνη του Κάιπερ.
Η διάκριση μεταξύ του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος είναι μόνο μια ψευδαίσθηση, όσο και επίμονη
Όταν ο καλός φίλος του Αλβέρτου Αϊνστάιν Michele Besso πέθανε το 1955, ο Αϊνστάιν έγραψε μια επιστολή στην οικογένεια του γράφοντας τους: «Το γεγονός αυτό δεν είναι σημαντικό. Για εμάς που είμαστε πεπεισμένοι φυσικοί, η διάκριση μεταξύ του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος είναι μόνο μια ψευδαίσθηση, όσο και επίμονη. ”
Η ιδέα ότι ο χρόνος είναι μια ψευδαίσθηση είναι παλιά, φτάνει πίσω στις ημέρες του Ηράκλειτου και του Παρμενίδη, τους προ-Σωκρατικούς στοχαστές που είναι βασικοί αρχαίοι φιλόσοφοι. Ο Ηράκλειτος υποστήριξε ότι το κύριο χαρακτηριστικό του σύμπαντος είναι ότι αλλάζει πάντα. Ο Παρμενίδης, προμηνύοντας τον Αϊνστάιν, αντιτάχθηκε υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε μεταβολή. Σε μια σύγχρονη γλώσσα, ο Παρμενίδης πίστευε ότι το σύμπαν είναι το σύνολο όλων των στιγμών ταυτόχρονα. Αυτή είναι απλά όλη η ιστορία του σύμπαντος.
Σήμερα θα αποκαλούσαμε αυτή την άποψη «αιώνια» ή «μπλοκ σύμπαν» – μία σκέψη ότι ο χώρος και ο χρόνος είναι μαζί ως μια ενιαία τετραδιάστατη συλλογή γεγονότων, αντί για έναν τρισδιάστατο κόσμο που εξελίσσεται με την πάροδο του χρόνου. Εκτός από τον Παρμενίδη και τον Αϊνστάιν, αυτή την εικόνα μοιράζονται και οι Tralfamadorians, μια εξωγήινη φυλή που εμφανίζεται στο αντιπολεμικό μυθιστόρημα Η παιδική σταυροφορία του Kurt Vonnegut, που δεν αντιλαμβάνονται τον χρόνο ως ένα βέλος, αλλά ως μια συνολική εμπειρία ταυτόχρονα του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Χωρίς πριν και μετά, δεν υπάρχει αιτία και αποτέλεσμα. . Για να είσαι από τους Tralfamadore, η επίσκεψη στο παρελθόν δεν είναι πιο δύσκολη από το να περπατάς στο δρόμο.
Αυτή η «άχρονη» άποψη του σύμπαντος έρχεται σε αντίθεση με τη συνηθισμένη μας σκέψη. Αντιλαμβανόμαστε οι περισσότεροι τη ζωή μας ότι έχει παρελθόν, παρόν και μέλλον. Αλλά το «μπλοκ ή αιώνιο σύμπαν» έχει πιστούς οπαδούς ακόμη και στη σύγχρονη φυσική. Οι νόμοι της φύσης, όπως τους κατανοούμε σήμερα, αντιμετωπίζουν όλες τις στιγμές εξίσου πραγματικές. Καμία στιγμή δεν επιλέγεται ως ξεχωριστή. Οι νόμοι απλώς λένε πώς κάθε στιγμή σχετίζεται με την προηγούμενη και την επόμενη.
Ίσως ο πιο ενεργητικός και επίμονος υποστηρικτής του ισχυρισμού ότι ο χρόνος είναι απατηλός είναι ο Βρετανός φυσικός Julian Barbour. Είναι εντυπωσιακό ότι ο Barbour κατάφερε εδώ και δεκαετίες να κάνει μία ενδιαφέρουσα έρευνα στη φυσική χωρίς να έχει καμία ακαδημαϊκή θέση, δημοσιεύοντας δεκάδες εργασίες σε αξιόλογα περιοδικά. Έχει υποστηρίξει εν μέρει μεταφράζοντας εργασίες από τα ρωσικά στα αγγλικά – στον ελεύθερο χρόνο του, ερευνώντας ακούραστα την ιδέα ότι δεν υπάρχει χρόνος, κατασκευάζοντας θεωρητικά μοντέλα κλασικής και κβαντικής βαρύτητας, όπου ο χρόνος δεν παίζει θεμελιώδη ρόλο.
Πρέπει να είμαστε λίγο προσεκτικοί σχετικά με το τι εννοούμε «ο χρόνος δεν υπάρχει». Ακόμα και ο Παρμενίδης ή ο Μπαρμπούρ θα αναγνώριζαν την ύπαρξη ρολογιών ή την έννοια της χρονικής καθυστέρησης. Το ζήτημα είναι αν κάθε επόμενη στιγμή υφίσταται από την προηγούμενη στιγμή με το πέρασμα του χρόνου. Σκεφτείτε μια ταινία. Θα μπορούσατε να παρακολουθήσετε την ταινία, να δείτε τι συνέβη και να μιλήσετε με λογικό τρόπο για το πόσο διήρκεσε. Αλλά θα μπορούσατε επίσης να γλιστρήσετε στην αίθουσα προβολής, να συναρμολογήσετε τους κυλίνδρους της ταινίας και να τους δείτε όλους ταυτόχρονα. Η προοπτική κατά του χρόνου λέει ότι ο καλύτερος τρόπος να σκεφτούμε το σύμπαν είναι, ομοίως, ως μια συλλογή χρονικών πλαισίων.
Υπάρχει, είναι αναμενόμενο, κάποια ώθηση στην ιδέα αυτή στις μέρες μας. Ο Tim Maudlin, ένας φιλόσοφος και ο Lee Smolin, ένας φυσικός, ισχυρίστηκαν με έντονο τρόπο ότι ο χρόνος είναι πραγματικός και ότι το πέρασμα του χρόνου παίζει αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε δημιουργικό ρόλο: Πράγματι δίνει γέννηση στο μέλλον. Σκέφτονται τον χρόνο ως ενεργό παίκτη και όχι ως απλή συσκευή τήρησης βιβλίων.
Και οι δύο ερευνητές έχουν αναπτύξει νέα μαθηματικά εργαλεία και φυσικά μοντέλα για να υποστηρίξουν τις απόψεις τους. Η νέα προσέγγιση του Maudlin επικεντρώνεται στην τοπολογία του ίδιου του χωροχρόνου – πώς τα διαφορετικά σημεία στο σύμπαν ράβονται μαζί. Ενώ η παραδοσιακή τοπολογία χρησιμοποιεί περιοχές του διαστήματος ως θεμελιώδη δομικά στοιχεία, ο Maudlin παίρνει τις παγκόσμιες γραμμές (διαδρομές σωματιδίων μέσω του χρόνου) ως το πιο βασικό αντικείμενο. Από εκεί, η εξέλιξη του χρόνου φαίνεται σαν ένα κεντρικό χαρακτηριστικό της φυσικής.
Αντίθετα, ο Σμόλιν ανέφερε ότι οι ίδιοι οι νόμοι της φυσικής εξελίσσονται με τον χρόνο. Αυτό δεν μπορούμε να το παρατηρήσουμε από στιγμή σε στιγμή, αλλά σε κοσμολογικές χρονικές κλίμακες, οι παράμετροι που θεωρούμε σταθερές μπορεί τελικά να πάρουν πολύ διαφορετικές τιμές.
Υπάρχει, ίσως, μια συνετή μέση θέση μεταξύ της επιμονής στον κεντρικό ρόλο του χρόνου και της άρνησης της ύπαρξής του. Κάτι μπορεί να είναι πραγματικό – πραγματικά υπάρχον, όχι απλώς απατηλό – και όμως να μην είναι θεμελιώδες. Οι επιστήμονες συνήθιζαν να πιστεύουν ότι η θερμότητα, για παράδειγμα, ήταν μια ρευστή ουσία, που ονομάζεται «θερμιδική (caloric)», που ρέει από τα ζεστά αντικείμενα σε ψυχρότερα. Σήμερα γνωρίζουμε καλύτερα: Η θερμότητα είναι απλά οι τυχαίες κινήσεις των ατόμων και των μορίων από τα οποία φτιάχνονται τα αντικείμενα. Η θερμότητα είναι ακόμα πραγματική, αλλά εξηγείται σε βαθύτερο επίπεδο. Αναδύεται από μια πιο περιεκτική κατανόηση.
Ίσως ο χρόνος είναι έτσι. Κάποια στιγμή, όταν οι απόλυτοι νόμοι της φυσικής θα βρίσκονται στη διάθεσή μας, μπορεί να ανακαλύψουμε ότι η έννοια του χρόνου δεν είναι στην πραγματικότητα απαραίτητη. Αντίθετα, ο χρόνος μπορεί να εμφανιστεί για να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον μακροσκοπικό κόσμο της εμπειρίας μας, ακόμα κι αν δεν υπάρχει πουθενά στην τελική Θεωρία των Πάντων.
Σε αυτήν την περίπτωση, δεν θα έχουμε κανένα πρόβλημα να πούμε ότι ο χρόνος είναι «πραγματικός». Ξέρουμε τι σημαίνει να μεγαλώνουμε ή να γιορτάζουμε μια επέτειο, ανεξάρτητα από το αν ο χρόνος είναι «θεμελιώδης» Και με κάθε τρόπο, μπορώ ακόμα να ευχηθώ στους ανθρώπους μια καλή χρονιά με καλή συνείδηση.
Η ιδέα ότι ο χρόνος είναι μια ψευδαίσθηση είναι παλιά, φτάνει πίσω στις ημέρες του Ηράκλειτου και του Παρμενίδη, τους προ-Σωκρατικούς στοχαστές που είναι βασικοί αρχαίοι φιλόσοφοι. Ο Ηράκλειτος υποστήριξε ότι το κύριο χαρακτηριστικό του σύμπαντος είναι ότι αλλάζει πάντα. Ο Παρμενίδης, προμηνύοντας τον Αϊνστάιν, αντιτάχθηκε υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε μεταβολή. Σε μια σύγχρονη γλώσσα, ο Παρμενίδης πίστευε ότι το σύμπαν είναι το σύνολο όλων των στιγμών ταυτόχρονα. Αυτή είναι απλά όλη η ιστορία του σύμπαντος.
Σήμερα θα αποκαλούσαμε αυτή την άποψη «αιώνια» ή «μπλοκ σύμπαν» – μία σκέψη ότι ο χώρος και ο χρόνος είναι μαζί ως μια ενιαία τετραδιάστατη συλλογή γεγονότων, αντί για έναν τρισδιάστατο κόσμο που εξελίσσεται με την πάροδο του χρόνου. Εκτός από τον Παρμενίδη και τον Αϊνστάιν, αυτή την εικόνα μοιράζονται και οι Tralfamadorians, μια εξωγήινη φυλή που εμφανίζεται στο αντιπολεμικό μυθιστόρημα Η παιδική σταυροφορία του Kurt Vonnegut, που δεν αντιλαμβάνονται τον χρόνο ως ένα βέλος, αλλά ως μια συνολική εμπειρία ταυτόχρονα του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Χωρίς πριν και μετά, δεν υπάρχει αιτία και αποτέλεσμα. . Για να είσαι από τους Tralfamadore, η επίσκεψη στο παρελθόν δεν είναι πιο δύσκολη από το να περπατάς στο δρόμο.
Αυτή η «άχρονη» άποψη του σύμπαντος έρχεται σε αντίθεση με τη συνηθισμένη μας σκέψη. Αντιλαμβανόμαστε οι περισσότεροι τη ζωή μας ότι έχει παρελθόν, παρόν και μέλλον. Αλλά το «μπλοκ ή αιώνιο σύμπαν» έχει πιστούς οπαδούς ακόμη και στη σύγχρονη φυσική. Οι νόμοι της φύσης, όπως τους κατανοούμε σήμερα, αντιμετωπίζουν όλες τις στιγμές εξίσου πραγματικές. Καμία στιγμή δεν επιλέγεται ως ξεχωριστή. Οι νόμοι απλώς λένε πώς κάθε στιγμή σχετίζεται με την προηγούμενη και την επόμενη.
Ίσως ο πιο ενεργητικός και επίμονος υποστηρικτής του ισχυρισμού ότι ο χρόνος είναι απατηλός είναι ο Βρετανός φυσικός Julian Barbour. Είναι εντυπωσιακό ότι ο Barbour κατάφερε εδώ και δεκαετίες να κάνει μία ενδιαφέρουσα έρευνα στη φυσική χωρίς να έχει καμία ακαδημαϊκή θέση, δημοσιεύοντας δεκάδες εργασίες σε αξιόλογα περιοδικά. Έχει υποστηρίξει εν μέρει μεταφράζοντας εργασίες από τα ρωσικά στα αγγλικά – στον ελεύθερο χρόνο του, ερευνώντας ακούραστα την ιδέα ότι δεν υπάρχει χρόνος, κατασκευάζοντας θεωρητικά μοντέλα κλασικής και κβαντικής βαρύτητας, όπου ο χρόνος δεν παίζει θεμελιώδη ρόλο.
Πρέπει να είμαστε λίγο προσεκτικοί σχετικά με το τι εννοούμε «ο χρόνος δεν υπάρχει». Ακόμα και ο Παρμενίδης ή ο Μπαρμπούρ θα αναγνώριζαν την ύπαρξη ρολογιών ή την έννοια της χρονικής καθυστέρησης. Το ζήτημα είναι αν κάθε επόμενη στιγμή υφίσταται από την προηγούμενη στιγμή με το πέρασμα του χρόνου. Σκεφτείτε μια ταινία. Θα μπορούσατε να παρακολουθήσετε την ταινία, να δείτε τι συνέβη και να μιλήσετε με λογικό τρόπο για το πόσο διήρκεσε. Αλλά θα μπορούσατε επίσης να γλιστρήσετε στην αίθουσα προβολής, να συναρμολογήσετε τους κυλίνδρους της ταινίας και να τους δείτε όλους ταυτόχρονα. Η προοπτική κατά του χρόνου λέει ότι ο καλύτερος τρόπος να σκεφτούμε το σύμπαν είναι, ομοίως, ως μια συλλογή χρονικών πλαισίων.
Υπάρχει, είναι αναμενόμενο, κάποια ώθηση στην ιδέα αυτή στις μέρες μας. Ο Tim Maudlin, ένας φιλόσοφος και ο Lee Smolin, ένας φυσικός, ισχυρίστηκαν με έντονο τρόπο ότι ο χρόνος είναι πραγματικός και ότι το πέρασμα του χρόνου παίζει αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε δημιουργικό ρόλο: Πράγματι δίνει γέννηση στο μέλλον. Σκέφτονται τον χρόνο ως ενεργό παίκτη και όχι ως απλή συσκευή τήρησης βιβλίων.
Και οι δύο ερευνητές έχουν αναπτύξει νέα μαθηματικά εργαλεία και φυσικά μοντέλα για να υποστηρίξουν τις απόψεις τους. Η νέα προσέγγιση του Maudlin επικεντρώνεται στην τοπολογία του ίδιου του χωροχρόνου – πώς τα διαφορετικά σημεία στο σύμπαν ράβονται μαζί. Ενώ η παραδοσιακή τοπολογία χρησιμοποιεί περιοχές του διαστήματος ως θεμελιώδη δομικά στοιχεία, ο Maudlin παίρνει τις παγκόσμιες γραμμές (διαδρομές σωματιδίων μέσω του χρόνου) ως το πιο βασικό αντικείμενο. Από εκεί, η εξέλιξη του χρόνου φαίνεται σαν ένα κεντρικό χαρακτηριστικό της φυσικής.
Αντίθετα, ο Σμόλιν ανέφερε ότι οι ίδιοι οι νόμοι της φυσικής εξελίσσονται με τον χρόνο. Αυτό δεν μπορούμε να το παρατηρήσουμε από στιγμή σε στιγμή, αλλά σε κοσμολογικές χρονικές κλίμακες, οι παράμετροι που θεωρούμε σταθερές μπορεί τελικά να πάρουν πολύ διαφορετικές τιμές.
Υπάρχει, ίσως, μια συνετή μέση θέση μεταξύ της επιμονής στον κεντρικό ρόλο του χρόνου και της άρνησης της ύπαρξής του. Κάτι μπορεί να είναι πραγματικό – πραγματικά υπάρχον, όχι απλώς απατηλό – και όμως να μην είναι θεμελιώδες. Οι επιστήμονες συνήθιζαν να πιστεύουν ότι η θερμότητα, για παράδειγμα, ήταν μια ρευστή ουσία, που ονομάζεται «θερμιδική (caloric)», που ρέει από τα ζεστά αντικείμενα σε ψυχρότερα. Σήμερα γνωρίζουμε καλύτερα: Η θερμότητα είναι απλά οι τυχαίες κινήσεις των ατόμων και των μορίων από τα οποία φτιάχνονται τα αντικείμενα. Η θερμότητα είναι ακόμα πραγματική, αλλά εξηγείται σε βαθύτερο επίπεδο. Αναδύεται από μια πιο περιεκτική κατανόηση.
Ίσως ο χρόνος είναι έτσι. Κάποια στιγμή, όταν οι απόλυτοι νόμοι της φυσικής θα βρίσκονται στη διάθεσή μας, μπορεί να ανακαλύψουμε ότι η έννοια του χρόνου δεν είναι στην πραγματικότητα απαραίτητη. Αντίθετα, ο χρόνος μπορεί να εμφανιστεί για να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον μακροσκοπικό κόσμο της εμπειρίας μας, ακόμα κι αν δεν υπάρχει πουθενά στην τελική Θεωρία των Πάντων.
Σε αυτήν την περίπτωση, δεν θα έχουμε κανένα πρόβλημα να πούμε ότι ο χρόνος είναι «πραγματικός». Ξέρουμε τι σημαίνει να μεγαλώνουμε ή να γιορτάζουμε μια επέτειο, ανεξάρτητα από το αν ο χρόνος είναι «θεμελιώδης» Και με κάθε τρόπο, μπορώ ακόμα να ευχηθώ στους ανθρώπους μια καλή χρονιά με καλή συνείδηση.
Η πλάνη του τζογαδόρου ή πλάνη Μόντε Κάρλο
Η «πλάνη του τζογαδόρου» (The Gambler’s fallacy) ή «πλάνη Μόντε Κάρλο» (Monte Carlo Fallacy) όπως είναι ευρέως γνωστή, είναι η πεποίθηση ότι εάν υπάρχουν αποκλίσεις από την αναμενόμενη συμπεριφορά σε επανειλημμένες ανεξάρτητες δοκιμές κάποιας τυχαίας διαδικασίας, τότε οι αποκλίσεις αυτές είναι πιθανό να εξομαλυνθούν από αντίθετες αποκλίσεις στο μέλλον.
Ο δειγματικός μέσος μιας ακολουθίας ανεξάρτητων και πολλών τυχαίων μεταβλητών, συγκλίνει σχεδόν βεβαίως προς τον θεωρητικό μέσο (η μέση τιμή) της κατανομής.
Για παράδειγμα, αν ένα κέρμα ριχτεί επανειλημμένα και έρχεται «γράμματα» περισσότερες φορές από αυτές που αναμένονται, τότε ένας παίκτης μπορεί λανθασμένα να πιστέψει ότι σε μελλοντικές ρίψεις του νομίσματος το «κεφάλι» είναι πιο πιθανό να έρθει.
Αυτή η προσδοκία είναι λανθασμένη για τον απλό λόγο ότι το κέρμα ή η μπίλια δεν έχει μνήμη. Το αποτέλεσμα επαναλαμβανόμενων ρίψεων είναι στατιστικά ανεξάρτητο, δηλαδή η πιθανότητα να έρθει «κεφάλι» ή «γράμματα» είναι 50% σε κάθε ρίψη.
Το κέρμα αποτελεί απλά ένα αντικείμενο και ως τέτοιο δεν γνωρίζει τα προηγούμενα αποτελέσματα
Η βασικότερη αρχή που συνοδεύει το τζόγο εδώ και τέσσερις περίπου αιώνες ορίζει ότι όσο μεγαλύτερο είναι το δείγμα των αποτελεσμάτων ενός γεγονότος, τόσο πιο αντιπροσωπευτικό είναι ως προς τις πραγματικές πιθανότητες.
Το πιο απλό και συνάμα διαχρονικό παράδειγμα είναι αυτό της ρίψης του κέρματος. Το ίδιο ακριβώς ισχύει τόσο στα παιχνίδια καζίνο όσο και στο στοίχημα. Με βάση αυτή την αρχή πορεύονται και οι στοιχηματικές πλατφόρμες, καθώς βασιζόμενες σε συγκεκριμένο ιστορικό αποτελεσμάτων διαμορφώνουν τις αντίστοιχες πιθανότητες, δηλαδή τις αποδόσεις. Η διαδικασία αυτή αποτελεί τη λεγόμενη «πλάνη του τζογαδόρου».
Άλλο ένα παράδειγμα που καταδεικνύει ότι τα μαθηματικά και η ανθρώπινη διαίσθηση είναι αντικρουόμενες έννοιες, είναι το πρόβλημα των γενεθλίων. Από την 1η Ιανουαρίου μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου είναι 366 μέρες, συμπεριλαμβανομένης και της 29ης Φεβρουαρίου. Άρα για να είμαστε 100% σίγουροι ότι θα βρούμε τουλάχιστον δύο άτομα με κοινή μέρα γενεθλίων, χρειαζόμαστε το λιγότερο 367 άτομα, δηλαδή αυτούς του 366 και ακόμα έναν. Ενώ το παραπάνω παράδειγμα είναι πλήρως κατανοητό και μέσα στην «κοινή λογική» δεν ισχύει το ίδιο για τον μικρότερο αριθμό ατόμων που απαιτούνται ώστε η πιθανότητα να βρούμε τουλάχιστον δύο άτομα με την ίδια μέρα γενέθλιων να είναι 99%. Σκεφτείτε το λίγο, κάντε μια πρόβλεψη και μετά διαβάστε το άρθρο πρόβλημα των γενεθλίων στη Wikipedia για να δείτε πόσο έξω πέσατε.
Ο νόμος των μεγάλων αριθμών (The Strong Law of Large Numbers LLN)
Είναι ένα από τα πιο γνωστά αποτελέσματα της Θεωρίας Πιθανοτήτων. Σύμφωνα με το θεώρημα κάτω από κατάλληλες υποθέσεις, ο δειγματικός μέσος μιας ακολουθίας ανεξάρτητων τυχαίων μεταβλητών που ακολουθούν μία κοινή κατανομή συγκλίνει σχεδόν βεβαίως προς τον θεωρητικό μέσο (η μέση τιμή) της κατανομής
Ο νόμος αυτός αποτελεί το βασικό έργο του Ελβετού μαθηματικού Μπερνούλι και ορίζει ότι ο δειγματικός μέσος μιας ακολουθίας ανεξάρτητων τυχαίων μεταβλητών που ακολουθούν μία κοινή κατανομή συγκλίνει σχεδόν βεβαίως προς τον θεωρητικό μέσο (ή μέση τιμή) της κατανομής.
Βάζοντας στο μικροσκόπιο το παράδειγμα με τη ρίψη του νομίσματος, ας υποθέσουμε πως μετά από 100 ρίψεις το ενδεχόμενο «κορώνα» επαληθεύεται 68 φορές και το ενδεχόμενο «γράμματα» 32. Πρόκειται ωστόσο για ένα ιδιαίτερα μικρό δείγμα, κάτι που σημαίνει πως όσο αυξάνονται οι ρίψεις, τόσο τα δύο πιθανά ενδεχόμενα θα τείνουν να αγγίξουν ποσοστιαία το 50%. Αυτή ακριβώς είναι και η ερμηνεία του θεωρήματος του Μπερνούλι. Ο ίδιος παρατήρησε πως μετά από π.χ. 9 συνεχόμενες επαληθεύσεις του ενδεχομένου «κορώνα», ο μέσος άνθρωπος προβλέπει ότι στην επόμενη ρίψη το αποτέλεσμα θα είναι «γράμματα». Πρόκειται όμως για λανθασμένη εκτίμηση καθώς το νόμισμα δεν έχει μνήμη και ως εκ τούτου κάθε ρίψη είναι ανεξάρτητη τόσο από την προηγούμενη όσο και από την επόμενη.
Η λανθασμένη αυτή εκτίμηση αποτελεί την «πλάνη του τζογαδόρου». Όπως προαναφέρθηκε, οι 9 διαδοχικές ρίψεις του νομίσματος αποτελούν ένα επίσης πολύ μικρό δείγμα. Όσο αυξάνονται, τόσο η επιβεβαίωση του κάθε ενδεχομένου θα βαδίζει προς το 50%, κάτι όμως που θα συμβεί σε βάθος χρόνου (και ρίψεων) και που δεν εξασφαλίζει σε καμία περίπτωση πως το αποτέλεσμα της 10ης ρίψης θα είναι «γράμματα». Το ανωτέρω παράδειγμα μας βρίσκει άμεσα εφαρμογή στην ρουλέτα και στο ποντάρισμα στο μαύρο ή κόκκινο (ενώ υπάρχει και η πολύ μικρή πιθανότητα του zero) και στο οποίο θα αναφερθούμε εκτενώς στην συνέχεια του κειμένου μας.
To φαινόμενο της πλάνης του τζογαδόρου έρχεται για να εξηγήσει το πως σκέφτεται ο μέσος παίκτης όταν τζογάρει και βρίσκει εφαρμογή σε αρκετά δημοφιλή τυχερά παιχνίδια. Ας ξεκινήσουμε από τη ρουλέτα και την κλασική επιλογή «μαύρο ή κόκκινο» που αποτελεί ένα πείραμα παραπλήσιο με αυτό της ρίψης του κέρματος.
Πιθανή εμφάνιση του μαύρου συνεχόμενες φορές, οδηγεί αυτόματα τους παίκτες στην πεποίθηση πως έχει έρθει η ώρα η μπίλια να σταματήσει στο κόκκινο. Η μπίλια όμως αποτελεί απλά ένα αντικείμενο και ως τέτοιο δεν γνωρίζει τα προηγούμενα αποτελέσματα. Σε κάθε περιστροφή, το αποτέλεσμα είναι κάθε φορά 50-50, κάτι που αποδείχθηκε περίτρανα ένα βράδυ του 1913 στο καζίνο του Μόντε Κάρλο.
Πιο συγκεκριμένα, η μπίλια του τροχού προσγειώθηκε στο μαύρο χρώμα 26 συνεχόμενες φορές, ένα σενάριο συνοδευόμενο από πιθανότητες επαλήθευσης 1 προς 578 εκατομμύρια! Κι όμως συνέβη!
Στη διάρκεια των 26 αυτών περιστροφών, τοποθετήθηκαν πολλά και υπέρογκα πονταρίσματα από τους παίκτες του τραπεζιού, σε μια προσπάθεια να εξορθολογήσουν αυτό το τυχαίο γεγονός και να δημιουργήσουν μια προβλέψιμη εξήγηση. Μέχρι την εμφάνιση του κόκκινου χρώματος στην 27η ρίψη, το καζίνο είχε εξασφαλίσει ένα αμύθητο κέρδος και η εν λόγω ιστορία στιγμάτισε το πολυτελές καζίνο δίνοντας του την ονομασία «Monte Carlo Fallacy» (η πλάνη του Μόντε Κάρλο).
Κάτι αντίστοιχο ισχύει και στο παιχνίδι των κουλοχέρηδων όπου τα αποτελέσματα βασίζονται στη γεννήτρια τυχαίων αριθμών και υπάρχει πάντα ένα default ποσοστό επιστροφής (return to player ή RTP). Είναι συχνό φαινόμενο πολλοί παίκτες να συνεχίζουν το πάτημα του κουμπιού «Spin» στο αγαπημένο τους φρουτάκι παρά το γεγονός πως έχουν μετρήσει ήδη σημαντικές απώλειες. Ο λόγος είναι πως γνωρίζοντας την ύπαρξη του ποσοστού RTP, θεωρούν πως κάποια στιγμή το μηχάνημα θα τους επιστρέψει την προβλεπόμενη επιστροφή.
Πρόκειται όμως για μια ακόμη εφαρμογή του θεωρήματος του Μπερνούλι, βάσει του οποίου το ποσοστό αυτό αποτελεί απλά έναν μέσο όρο. Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται και πάλι ένα μεγάλο δείγμα – περιστροφών των τροχών αυτή τη φορά – προκειμένου να επιβεβαιωθεί το οριζόμενο ποσοστό επιστροφής. Ως άμεση συνέπεια, απαιτείται και το ανάλογο ρίσκο!
Η ίδια ακριβώς πλάνη φαίνεται να διακατέχει και τους λάτρεις των παιχνιδιών τύπου λοταρίας (λόττο, τζόκερ, λαχεία) στα καλύτερα online casino. Σίγουρα θα έχετε ακούσει για τακτικούς παίκτες που συνηθίζουν να επιλέγουν τους ίδιους αριθμούς επί πολλά χρόνια και κυρίως επί πολλές διαδοχικές κληρώσεις. Η τακτική αυτή πηγάζει από την απλή πεποίθηση πως πλησιάζει η στιγμή που θα κληρωθεί η επιλεχθείσα ομάδα αριθμών, εφόσον αυτό δεν έχει συμβεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μια τέτοια περίπτωση ωστόσο, μόνο εγγυημένη δεν είναι καθώς τα αποτελέσματα εξάγονται και πάλι από μια γεννήτρια τυχαίων αριθμών
Ο δειγματικός μέσος μιας ακολουθίας ανεξάρτητων και πολλών τυχαίων μεταβλητών, συγκλίνει σχεδόν βεβαίως προς τον θεωρητικό μέσο (η μέση τιμή) της κατανομής.
Για παράδειγμα, αν ένα κέρμα ριχτεί επανειλημμένα και έρχεται «γράμματα» περισσότερες φορές από αυτές που αναμένονται, τότε ένας παίκτης μπορεί λανθασμένα να πιστέψει ότι σε μελλοντικές ρίψεις του νομίσματος το «κεφάλι» είναι πιο πιθανό να έρθει.
Αυτή η προσδοκία είναι λανθασμένη για τον απλό λόγο ότι το κέρμα ή η μπίλια δεν έχει μνήμη. Το αποτέλεσμα επαναλαμβανόμενων ρίψεων είναι στατιστικά ανεξάρτητο, δηλαδή η πιθανότητα να έρθει «κεφάλι» ή «γράμματα» είναι 50% σε κάθε ρίψη.
Το κέρμα αποτελεί απλά ένα αντικείμενο και ως τέτοιο δεν γνωρίζει τα προηγούμενα αποτελέσματα
Η βασικότερη αρχή που συνοδεύει το τζόγο εδώ και τέσσερις περίπου αιώνες ορίζει ότι όσο μεγαλύτερο είναι το δείγμα των αποτελεσμάτων ενός γεγονότος, τόσο πιο αντιπροσωπευτικό είναι ως προς τις πραγματικές πιθανότητες.
Το πιο απλό και συνάμα διαχρονικό παράδειγμα είναι αυτό της ρίψης του κέρματος. Το ίδιο ακριβώς ισχύει τόσο στα παιχνίδια καζίνο όσο και στο στοίχημα. Με βάση αυτή την αρχή πορεύονται και οι στοιχηματικές πλατφόρμες, καθώς βασιζόμενες σε συγκεκριμένο ιστορικό αποτελεσμάτων διαμορφώνουν τις αντίστοιχες πιθανότητες, δηλαδή τις αποδόσεις. Η διαδικασία αυτή αποτελεί τη λεγόμενη «πλάνη του τζογαδόρου».
Άλλο ένα παράδειγμα που καταδεικνύει ότι τα μαθηματικά και η ανθρώπινη διαίσθηση είναι αντικρουόμενες έννοιες, είναι το πρόβλημα των γενεθλίων. Από την 1η Ιανουαρίου μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου είναι 366 μέρες, συμπεριλαμβανομένης και της 29ης Φεβρουαρίου. Άρα για να είμαστε 100% σίγουροι ότι θα βρούμε τουλάχιστον δύο άτομα με κοινή μέρα γενεθλίων, χρειαζόμαστε το λιγότερο 367 άτομα, δηλαδή αυτούς του 366 και ακόμα έναν. Ενώ το παραπάνω παράδειγμα είναι πλήρως κατανοητό και μέσα στην «κοινή λογική» δεν ισχύει το ίδιο για τον μικρότερο αριθμό ατόμων που απαιτούνται ώστε η πιθανότητα να βρούμε τουλάχιστον δύο άτομα με την ίδια μέρα γενέθλιων να είναι 99%. Σκεφτείτε το λίγο, κάντε μια πρόβλεψη και μετά διαβάστε το άρθρο πρόβλημα των γενεθλίων στη Wikipedia για να δείτε πόσο έξω πέσατε.
Ο νόμος των μεγάλων αριθμών (The Strong Law of Large Numbers LLN)
Είναι ένα από τα πιο γνωστά αποτελέσματα της Θεωρίας Πιθανοτήτων. Σύμφωνα με το θεώρημα κάτω από κατάλληλες υποθέσεις, ο δειγματικός μέσος μιας ακολουθίας ανεξάρτητων τυχαίων μεταβλητών που ακολουθούν μία κοινή κατανομή συγκλίνει σχεδόν βεβαίως προς τον θεωρητικό μέσο (η μέση τιμή) της κατανομής
Ο νόμος αυτός αποτελεί το βασικό έργο του Ελβετού μαθηματικού Μπερνούλι και ορίζει ότι ο δειγματικός μέσος μιας ακολουθίας ανεξάρτητων τυχαίων μεταβλητών που ακολουθούν μία κοινή κατανομή συγκλίνει σχεδόν βεβαίως προς τον θεωρητικό μέσο (ή μέση τιμή) της κατανομής.
Βάζοντας στο μικροσκόπιο το παράδειγμα με τη ρίψη του νομίσματος, ας υποθέσουμε πως μετά από 100 ρίψεις το ενδεχόμενο «κορώνα» επαληθεύεται 68 φορές και το ενδεχόμενο «γράμματα» 32. Πρόκειται ωστόσο για ένα ιδιαίτερα μικρό δείγμα, κάτι που σημαίνει πως όσο αυξάνονται οι ρίψεις, τόσο τα δύο πιθανά ενδεχόμενα θα τείνουν να αγγίξουν ποσοστιαία το 50%. Αυτή ακριβώς είναι και η ερμηνεία του θεωρήματος του Μπερνούλι. Ο ίδιος παρατήρησε πως μετά από π.χ. 9 συνεχόμενες επαληθεύσεις του ενδεχομένου «κορώνα», ο μέσος άνθρωπος προβλέπει ότι στην επόμενη ρίψη το αποτέλεσμα θα είναι «γράμματα». Πρόκειται όμως για λανθασμένη εκτίμηση καθώς το νόμισμα δεν έχει μνήμη και ως εκ τούτου κάθε ρίψη είναι ανεξάρτητη τόσο από την προηγούμενη όσο και από την επόμενη.
Η λανθασμένη αυτή εκτίμηση αποτελεί την «πλάνη του τζογαδόρου». Όπως προαναφέρθηκε, οι 9 διαδοχικές ρίψεις του νομίσματος αποτελούν ένα επίσης πολύ μικρό δείγμα. Όσο αυξάνονται, τόσο η επιβεβαίωση του κάθε ενδεχομένου θα βαδίζει προς το 50%, κάτι όμως που θα συμβεί σε βάθος χρόνου (και ρίψεων) και που δεν εξασφαλίζει σε καμία περίπτωση πως το αποτέλεσμα της 10ης ρίψης θα είναι «γράμματα». Το ανωτέρω παράδειγμα μας βρίσκει άμεσα εφαρμογή στην ρουλέτα και στο ποντάρισμα στο μαύρο ή κόκκινο (ενώ υπάρχει και η πολύ μικρή πιθανότητα του zero) και στο οποίο θα αναφερθούμε εκτενώς στην συνέχεια του κειμένου μας.
To φαινόμενο της πλάνης του τζογαδόρου έρχεται για να εξηγήσει το πως σκέφτεται ο μέσος παίκτης όταν τζογάρει και βρίσκει εφαρμογή σε αρκετά δημοφιλή τυχερά παιχνίδια. Ας ξεκινήσουμε από τη ρουλέτα και την κλασική επιλογή «μαύρο ή κόκκινο» που αποτελεί ένα πείραμα παραπλήσιο με αυτό της ρίψης του κέρματος.
Πιθανή εμφάνιση του μαύρου συνεχόμενες φορές, οδηγεί αυτόματα τους παίκτες στην πεποίθηση πως έχει έρθει η ώρα η μπίλια να σταματήσει στο κόκκινο. Η μπίλια όμως αποτελεί απλά ένα αντικείμενο και ως τέτοιο δεν γνωρίζει τα προηγούμενα αποτελέσματα. Σε κάθε περιστροφή, το αποτέλεσμα είναι κάθε φορά 50-50, κάτι που αποδείχθηκε περίτρανα ένα βράδυ του 1913 στο καζίνο του Μόντε Κάρλο.
Πιο συγκεκριμένα, η μπίλια του τροχού προσγειώθηκε στο μαύρο χρώμα 26 συνεχόμενες φορές, ένα σενάριο συνοδευόμενο από πιθανότητες επαλήθευσης 1 προς 578 εκατομμύρια! Κι όμως συνέβη!
Στη διάρκεια των 26 αυτών περιστροφών, τοποθετήθηκαν πολλά και υπέρογκα πονταρίσματα από τους παίκτες του τραπεζιού, σε μια προσπάθεια να εξορθολογήσουν αυτό το τυχαίο γεγονός και να δημιουργήσουν μια προβλέψιμη εξήγηση. Μέχρι την εμφάνιση του κόκκινου χρώματος στην 27η ρίψη, το καζίνο είχε εξασφαλίσει ένα αμύθητο κέρδος και η εν λόγω ιστορία στιγμάτισε το πολυτελές καζίνο δίνοντας του την ονομασία «Monte Carlo Fallacy» (η πλάνη του Μόντε Κάρλο).
Κάτι αντίστοιχο ισχύει και στο παιχνίδι των κουλοχέρηδων όπου τα αποτελέσματα βασίζονται στη γεννήτρια τυχαίων αριθμών και υπάρχει πάντα ένα default ποσοστό επιστροφής (return to player ή RTP). Είναι συχνό φαινόμενο πολλοί παίκτες να συνεχίζουν το πάτημα του κουμπιού «Spin» στο αγαπημένο τους φρουτάκι παρά το γεγονός πως έχουν μετρήσει ήδη σημαντικές απώλειες. Ο λόγος είναι πως γνωρίζοντας την ύπαρξη του ποσοστού RTP, θεωρούν πως κάποια στιγμή το μηχάνημα θα τους επιστρέψει την προβλεπόμενη επιστροφή.
Πρόκειται όμως για μια ακόμη εφαρμογή του θεωρήματος του Μπερνούλι, βάσει του οποίου το ποσοστό αυτό αποτελεί απλά έναν μέσο όρο. Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται και πάλι ένα μεγάλο δείγμα – περιστροφών των τροχών αυτή τη φορά – προκειμένου να επιβεβαιωθεί το οριζόμενο ποσοστό επιστροφής. Ως άμεση συνέπεια, απαιτείται και το ανάλογο ρίσκο!
Η ίδια ακριβώς πλάνη φαίνεται να διακατέχει και τους λάτρεις των παιχνιδιών τύπου λοταρίας (λόττο, τζόκερ, λαχεία) στα καλύτερα online casino. Σίγουρα θα έχετε ακούσει για τακτικούς παίκτες που συνηθίζουν να επιλέγουν τους ίδιους αριθμούς επί πολλά χρόνια και κυρίως επί πολλές διαδοχικές κληρώσεις. Η τακτική αυτή πηγάζει από την απλή πεποίθηση πως πλησιάζει η στιγμή που θα κληρωθεί η επιλεχθείσα ομάδα αριθμών, εφόσον αυτό δεν έχει συμβεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μια τέτοια περίπτωση ωστόσο, μόνο εγγυημένη δεν είναι καθώς τα αποτελέσματα εξάγονται και πάλι από μια γεννήτρια τυχαίων αριθμών
Τι είχαν πει οι Ρωμαίοι για τους Έλληνες;
Τι είπαν οι Ρωμαίοι για τους Έλληνες
(Δεν κάνει κακό να κοιταζόμαστε ενίοτε και στον καθρέπτη της Ιστορίας μας!)
Ο Ρωμαίος συγκλητικός Μενένιος Άπιος που έζησε στην Ελλάδα επί ρωμαιοκρατίας, έστειλε επιστολή στον ανθύπατο Ατίλιο Νάβιο, που τοποθετήθηκε στην Αχαΐα ως διοικητής, στην οποία επιστολή αναλύει τους χαρακτήρες των Ελλήνων για να τον διευκολύνει να τους διοικήσει καλύτερα.
Η επιστολή αυτή, επειδή δεν έχει χρονολογία γραφής, εικάζεται, ότι πρέπει να γράφτηκε στα προχριστιανικά χρόνια.
Είπαν οι Ρωμαίοι για τους Έλληνες:
Γράφει λοιπόν Μενένιος Άπιος στον Ατίλιο Νάβιο συνοπτικά:
«Είναι περίεργο, ότι μια πόλη, η Ρώμη, πως έφθασε να κυβερνά από τον Περσικό κόλπο έως τη Μαυριτανία, από τους Αιθίοπες ως την Καληδονία, δηλαδή από τη Βρετανία ως το Ιράκ, ως την Περσία, από την Αφρική έως και την Ευρώπη.
Όμως σ’ αυτούς τους λαούς έχουμε υποχρέωση να τους παρέχουμε ασφάλεια και ευημερία.
Ο πρώτος, που το εφάρμοσε αυτό, ήταν ο Αλέξανδρος. Ευτυχώς που πέθανε νέος, γιατί δε θα μπορούσαμε να κυριαρχήσουμε εμείς.
Πρέπει να κατασκευάζουμε υδραγωγεία, δρόμους, γέφυρες και τεχνικά έργα που κάνουν τη ζωή των ανθρώπων πιο άνετη.
Πρέπει ακόμα να προάγουμε τη μόρφωση, τη σοφία, την ποίηση και την τέχνη στις δυτικές επαρχίες, γιατί αλλού το έπραξαν και το πράττουν και τώρα ακόμα οι Έλληνες.
Μάθε φίλτατέ μου Ατίλιε, για να είμαστε κοσμοκράτορες πρέπει να είμαστε και ιππότες στη συμπεριφορά μας.
Οι Έλληνες είναι πιο εγωιστές από μας και από όλα τα έθνη.
Κατά το ρητό του Πρωταγόρα για τους Έλληνες «Πάντων χρημάτων μέτρον» και εννοούσε το Έλληνα.
Ο Έλληνας είναι άτομο αδέσμευτο, αυθαίρετο, ατίθασο και ελεύθερο. Υψώνει το εγώ του.
Αυτοί πρώτοι οι Έλληνες σκέφθηκαν πηγαία.
Χάρη σ’ αυτούς τους Έλληνες σκεφτόμαστε κι εμείς. Βλέπουμε με τα μάτια τα δικά τους.
Η σκέψη των Ελλήνων δεν μπαγιατεύει, είναι πάντα επίκαιρη και δροσερή.
Το μυαλό των Ελλήνων είναι η πηγή του καλού και του κακού. Το μυαλό τους δημιούργησε ιδανικά πολιτικά συστήματα, αλλά το εγώ τους καταστρέφει ακόμα και έργα και πολιτείες.
Ο Έλληνας με τον εγωισμό του καταπατεί και έργα τέχνης και ιδανικά έργα.
Τότε που ήταν οι Έλληνες στην καταστροφική τους τάση, τους κυριαρχήσαμε. Εμείς τους κατηγορούμε αλλά άδικα, αυτοί ήταν οι πρωτοπόροι του πολιτισμού.
Ο Έλληνας περιφρονεί το νόμο. Δεν παραδέχεται άλλη κρίση μόνο τη δικιά του. Δεν πιστεύει στο νόμο, παρά μόνο αν τον συμφέρει ατομικά. Αλλάζουν νόμους κάθε τόσο κι αν δεν μπορούν, τους αντιμετωπίζουν εχθρικά, μεταχειριζόμενοι τη βία ή το δόλο. Επινοούν σοφιστικούς λόγους και οι νόμοι τους γίνονται ράκη.
Ο Έλληνας έχει αδύναμη μνήμη στα δεινά των πολιτικών. Είναι ευκολόπιστος. Δεν είναι σταθερός. Είναι ανυπόμονος. Μόλις δυσκολέψουν λίγο τα πράγματα, κάνει μεταρρυθμίσεις στους νόμους.
Για να σαγηνεύσεις την εκκλησία του Δήμου μιας ελληνικής πόλης, δώσε υποσχέσεις και θα τους έχεις με το μέρος σου. Μ’ αυτές χορταίνουν οι Έλληνες. Ανάμεσα σε λίγους Έλληνες θα βρεις εύκολα ένα Αλκιβιάδη (εννοείται επιπόλαιο και αλλοπρόσαλλο) που επάνω από την πατρίδα του ο Έλληνας βάζει το εγώ του, το ατομικό του συμφέρον.
Οι Έλληνες λίγα πράγματα σέβονται. Δίκαιος είναι ένας νόμος, αν τους εξυπηρετεί. Την ολότητα, το συμφέρον της ολότητας δεν το λογαριάζουν.
Αλλά κι εμείς οι Ρωμαίοι φοβάμαι, ότι θα καταντήσουμε ατομιστές.
Όμως οι Έλληνες στο κατήφορο είναι πρωταγωνιστές δηλαδή προς το κακό σπεύδουν γρηγορότερα, ενώ προς το καλό οδοιπορούν αργά.
Καλέ μου Νάβιε, ο Έλληνας για το συμπολίτη του αδιαφορεί, αλλά αν το πράξει, το κάνει για να δείξει την υπεροχή του.
Όμως για τους ξένους ενδιαφέρεται για να δείξει τον ανώτερο πολιτισμό του.
Ποτέ ο Έλληνας δεν παραδέχεται την αξία του ομότεχνου του, αν δε του δοθεί η ευκαιρία, τον απαξιώνει.
Δεν χαίρεται για τον έπαινο των άλλων, όμως επιχαίρει για τον ψόγο του άλλου ή των άλλων.
Ο Έλληνας είναι εγωκεντρικός.
Όταν ένας συμπολίτης του δεν αναγνωρίζεται, αδιαφορεί με το σκεπτικό, ότι αφού δεν αναγνωρίζομαι εγώ, ας μείνει κι αυτός στην αφάνεια.
Ακόμα και τους νεκρούς τους αφήνουν ατίμητους οι Έλληνες.
Το μίσος για τους Έλληνες είναι ηδονισμός. Η συναδέλφωση στους Έλληνες γίνεται, όταν συμπίπτουν τα συμφέροντά τους.
Τώρα κι εμείς οι Ρωμαίοι βαδίζουμε προς το δρόμο των Ελλήνων. Και οι δικοί μας εγωισμοί γίνονται ωμότεροι και βιαιότεροι και θα σκεπάσουν στο μέλλον τη Ρώμη.
Ο Έλληνας εφεύρε τρόπους να εκδηλώνει το φθόνο του, να γκρεμίζει τον καλύτερό του. Από τη δολοφονία προτιμά τη συκοφαντία, είναι κι αυτός ένας φόνος διακριτικός. Του αρέσει η ατίμωση.
Οι Έλληνες είναι φιλότεχνοι, αλλά και δημιουργοί του καλού και του κακού λόγου. Μιλάνε υποθετικά για κείνον που θέλουν να διώξουν και τον σκοτώνουν χωρίς να το δολοφονούν.
Η συκοφαντία είναι το αγχέμαχο όπλο τους.
Ο Έλληνας πιστεύει μόνο στη δική του γνώμη, ο δε ηγέτης δε θέλει να ακούσει και τη γνώμη των άλλων που το έργο θα γίνει τελειότερο, διότι το έργο για να τελειωθεί, πρέπει να το δουλέψουν κι άλλοι, ενώ ο Έλληνας θέλει μόνο το δικό του όνομα να ταυτιστεί με το έργο. Σε πρώτη θέση μπαίνει το εγώ και σε δεύτερο το έργο.
Οι Έλληνες πάσχουν από εγωπάθεια γι’ αυτό κι εμείς οι Ρωμαίοι που ήμασταν κατώτεροί τους, καταφέραμε και πήραμε την εξουσία από τα χέριά τους, ενώ αυτοί ήταν κοσμοκράτορες.
Κάθε έργο πρέπει να είναι συλλογικό και σε διαδοχικές γενιές να τελειώνει για να έχει μακρόχρονη πνοή. Τα έργα πρέπει να είναι υπερπροσωπικά.
Η πολιτική σκέψη στην Ελλάδα λείπει. Ο ένας πολιτικός φθείρει τον άλλο μέχρι εξοντώσεως με συνεχή σύγκρουση.
Οι Έλληνες έχουν σκέψη δυνατή και αγωνιστική διάθεση. Όμως έχουν άρρωστο χαρακτήρα. Δεν ενώνονται για να γίνει ένα έργο, αυτοκαταστρέφονται.
Γι’ αυτό οι Έλληνες υπέφεραν δεινά και θα υποφέρουν στο μέλλον τα οποία οφείλονται στη φιλοπρωτία που είναι η νόμιμη θυγατέρα του εγωισμού τους.
Μήπως υπερβάλλω γι’ αυτά που λέω για το θαυμαστό γένος των Ελλήνων; Αλλά και αυτούς που διάβασα τον Αριστοφάνη, το Δημοσθένη, τον Ευριπίδη, το Θεόφραστο, τον Επίκουρο, το Ζήνωνα και το Χρύσιππο βεβαιώνουν περίπου τα ίδια, άρα δεν είμαι άδικος. Την ύβριν οι Έλληνες την ξέχασαν.
Όταν οι Έλληνες επιδιώκουν ισότητα δεν είναι, διότι θέλουν δικαιοσύνη, αλλά ο άλλος να μην υπερέχει απ’ αυτούς. Μια και εγώ δεν αξίζω να ανεβώ υψηλοτέρα, τότε να μην ανέβεις κι εσύ.
Ο Έλληνας γεννιέται με την τάση της υπεροχής.
Οι Έλληνες είναι αφεντάδες της γνώσης και καυχώνται πολύ. Επαινούν τη δικιά τους αρετή, το δικό τους προτέρημα και υποτιμούν τα κατορθώματα των άλλων ή τις αρετές των συμπολιτών τους.
Οι Έλληνες έχουν πάθη. Οι περισσότεροι δε διδάσκονται από τα λάθη των κυβερνητών και των πολιτικών ηγεμόνων της ιστορίας τους και κάνουν τα ίδια λάθη και θα συνεχίσουν να κάνουν.
Ο τόπος των Ελλήνων είναι μακάριος, όμως οι Έλληνες δεν αφήνουν τον ηγέτη να κυβερνήσει, αλλά θέλουν οι γύρω του εκ του αφανούς να κυβερνούν αυτοί.
Οι Έλληνες μπορεί να είναι εγωπαθείς, αλλά έχουν και καλές πλευρές. Έχουν προοδέψει στο λόγο, στη σοφία, στην ποίηση, στις τέχνες, στις επιστήμες, στο εμπόριο και στον πόλεμο ακόμα κι από όλα αυτά αναβλύζει η δόξα τους.
Εμένα οι Έλληνες με γοητεύουν, είναι οι δάσκαλοί μου. Όμως όσο ο χρόνος περνά η δόξα των Ελλήνων μικραίνει κι ακόμα εξ αιτίας των ελαττωμάτων τους θα μικραίνει.
Ο εγωισμός κάνει τους Έλληνες καλούς στρατιώτες, γενναίους, ριψοκίνδυνους και τολμηρούς, αλλά δεν εκμεταλλεύονται τη δόξα τους.
Μη νομίσεις Ατίλιε, ότι όλες αυτές οι κρίσεις που γράφω είναι δικές μου, τις διδάχτηκα από τον Επίκτητο.
Νέος άκουσα τον Επίκτητο να λέει, ότι οι Έλληνες κάποτε είχαν ένα κόσμο, την Ατλαντίδα που την κάλυψαν τα νερά του ωκεανού, ήταν κόσμος προοδευμένος.
Τους Έλληνες μην τους κατηγορείς μπροστά τους ή συνεχώς, γιατί, αν ξυπνήσει η περηφάνια τους, γίνονται αμείλικτοι διώκτες.
Οι Έλληνες έχουν υπεροψία, αλλά και φιλοτιμία πρωτοφανή. Τώρα είναι γκρεμισμένοι ευγενείς. Έχουν σωρεία αντιφάσεων.
Άλλες ώρες είναι Έλληνες κι άλλες γραικύλοι, τιποτένιοι, παράδοξοι.
Μη δώσεις ποτέ στον Έλληνα την εντύπωση, ότι του αφαίρεσες την ελευθερία. Άφησέ τον να φωνάζει, να θορυβεί, να εκφράζει την πολιτική του μανία, έως εκεί που δεν θίγονται τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας μας. Να χρησιμοποιείς αυτούς που διαφωνούν εναντίον εκείνων που αντιδρούν.
Οι διαταγές προς τους Έλληνες δεν ωφελούν, χρησιμοποίησε το διάλογο. Δίνε την εντύπωση, ότι υποχωρείς. Μην απειλείς τους Έλληνες με τις λεγεώνες.
Μην κάνεις τον παλληκαρά στους ηγήτορες των πόλεων. Άφησέ τους να κάνουν μόνοι τους ελιγμούς. Ακόμα τρέφονται με την οπτασία των περασμένων μεγαλείων τους.
Μην πολύ επεμβαίνεις στα εσωτερικά των πόλεών τους.
***
Αυτά έγραψε στην επιστολή του ο Μενένιος Άπιος που ήταν προχωρημένης ηλικίας και ύπατος, προς τον νεότερο φίλο του, τον ανθύπατο Ατίλιο Νάβιο πιθανότατα δύο δεκαετίες π.Χ., όταν πλέον όλος ο Ελληνισμός ήταν υπό την εξουσία της Ρώμης.
Το ότι έχουμε και σήμερα το 2021 μ.Χ. τα ίδια προτερήματα και τα ίδια ελαττώματα που μας κατέβασαν στο τελευταίο σκαλοπάτι της συρρίκνωσής μας σημαίνει, ότι είμαστε ακραιφνείς απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Όμως ας καταπολεμήσουμε τα ελαττώματά μας, διότι κινδυνεύουμε να φθάσουμε στον αφανισμό.
Αυτοκαταστραφήκαμε με τους Ρωμαίους και τον αυτοκρατορικό χριστιανισμό τους, από επιπολαιότητα, από αφέλεια μηδενιστήκαμε και από τους Τούρκους.
Δυστυχώς δεν καταπολεμούμε τα ελαττώματά μας.
Το εγώ και ο ατομισμός μας είναι καρκίνωμα που συνεχίζουμε να το εκτρέφουμε συνεχώς.
(Δεν κάνει κακό να κοιταζόμαστε ενίοτε και στον καθρέπτη της Ιστορίας μας!)
Ο Ρωμαίος συγκλητικός Μενένιος Άπιος που έζησε στην Ελλάδα επί ρωμαιοκρατίας, έστειλε επιστολή στον ανθύπατο Ατίλιο Νάβιο, που τοποθετήθηκε στην Αχαΐα ως διοικητής, στην οποία επιστολή αναλύει τους χαρακτήρες των Ελλήνων για να τον διευκολύνει να τους διοικήσει καλύτερα.
Η επιστολή αυτή, επειδή δεν έχει χρονολογία γραφής, εικάζεται, ότι πρέπει να γράφτηκε στα προχριστιανικά χρόνια.
Είπαν οι Ρωμαίοι για τους Έλληνες:
Γράφει λοιπόν Μενένιος Άπιος στον Ατίλιο Νάβιο συνοπτικά:
«Είναι περίεργο, ότι μια πόλη, η Ρώμη, πως έφθασε να κυβερνά από τον Περσικό κόλπο έως τη Μαυριτανία, από τους Αιθίοπες ως την Καληδονία, δηλαδή από τη Βρετανία ως το Ιράκ, ως την Περσία, από την Αφρική έως και την Ευρώπη.
Όμως σ’ αυτούς τους λαούς έχουμε υποχρέωση να τους παρέχουμε ασφάλεια και ευημερία.
Ο πρώτος, που το εφάρμοσε αυτό, ήταν ο Αλέξανδρος. Ευτυχώς που πέθανε νέος, γιατί δε θα μπορούσαμε να κυριαρχήσουμε εμείς.
Πρέπει να κατασκευάζουμε υδραγωγεία, δρόμους, γέφυρες και τεχνικά έργα που κάνουν τη ζωή των ανθρώπων πιο άνετη.
Πρέπει ακόμα να προάγουμε τη μόρφωση, τη σοφία, την ποίηση και την τέχνη στις δυτικές επαρχίες, γιατί αλλού το έπραξαν και το πράττουν και τώρα ακόμα οι Έλληνες.
Μάθε φίλτατέ μου Ατίλιε, για να είμαστε κοσμοκράτορες πρέπει να είμαστε και ιππότες στη συμπεριφορά μας.
Οι Έλληνες είναι πιο εγωιστές από μας και από όλα τα έθνη.
Κατά το ρητό του Πρωταγόρα για τους Έλληνες «Πάντων χρημάτων μέτρον» και εννοούσε το Έλληνα.
Ο Έλληνας είναι άτομο αδέσμευτο, αυθαίρετο, ατίθασο και ελεύθερο. Υψώνει το εγώ του.
Αυτοί πρώτοι οι Έλληνες σκέφθηκαν πηγαία.
Χάρη σ’ αυτούς τους Έλληνες σκεφτόμαστε κι εμείς. Βλέπουμε με τα μάτια τα δικά τους.
Η σκέψη των Ελλήνων δεν μπαγιατεύει, είναι πάντα επίκαιρη και δροσερή.
Το μυαλό των Ελλήνων είναι η πηγή του καλού και του κακού. Το μυαλό τους δημιούργησε ιδανικά πολιτικά συστήματα, αλλά το εγώ τους καταστρέφει ακόμα και έργα και πολιτείες.
Ο Έλληνας με τον εγωισμό του καταπατεί και έργα τέχνης και ιδανικά έργα.
Τότε που ήταν οι Έλληνες στην καταστροφική τους τάση, τους κυριαρχήσαμε. Εμείς τους κατηγορούμε αλλά άδικα, αυτοί ήταν οι πρωτοπόροι του πολιτισμού.
Ο Έλληνας περιφρονεί το νόμο. Δεν παραδέχεται άλλη κρίση μόνο τη δικιά του. Δεν πιστεύει στο νόμο, παρά μόνο αν τον συμφέρει ατομικά. Αλλάζουν νόμους κάθε τόσο κι αν δεν μπορούν, τους αντιμετωπίζουν εχθρικά, μεταχειριζόμενοι τη βία ή το δόλο. Επινοούν σοφιστικούς λόγους και οι νόμοι τους γίνονται ράκη.
Ο Έλληνας έχει αδύναμη μνήμη στα δεινά των πολιτικών. Είναι ευκολόπιστος. Δεν είναι σταθερός. Είναι ανυπόμονος. Μόλις δυσκολέψουν λίγο τα πράγματα, κάνει μεταρρυθμίσεις στους νόμους.
Για να σαγηνεύσεις την εκκλησία του Δήμου μιας ελληνικής πόλης, δώσε υποσχέσεις και θα τους έχεις με το μέρος σου. Μ’ αυτές χορταίνουν οι Έλληνες. Ανάμεσα σε λίγους Έλληνες θα βρεις εύκολα ένα Αλκιβιάδη (εννοείται επιπόλαιο και αλλοπρόσαλλο) που επάνω από την πατρίδα του ο Έλληνας βάζει το εγώ του, το ατομικό του συμφέρον.
Οι Έλληνες λίγα πράγματα σέβονται. Δίκαιος είναι ένας νόμος, αν τους εξυπηρετεί. Την ολότητα, το συμφέρον της ολότητας δεν το λογαριάζουν.
Αλλά κι εμείς οι Ρωμαίοι φοβάμαι, ότι θα καταντήσουμε ατομιστές.
Όμως οι Έλληνες στο κατήφορο είναι πρωταγωνιστές δηλαδή προς το κακό σπεύδουν γρηγορότερα, ενώ προς το καλό οδοιπορούν αργά.
Καλέ μου Νάβιε, ο Έλληνας για το συμπολίτη του αδιαφορεί, αλλά αν το πράξει, το κάνει για να δείξει την υπεροχή του.
Όμως για τους ξένους ενδιαφέρεται για να δείξει τον ανώτερο πολιτισμό του.
Ποτέ ο Έλληνας δεν παραδέχεται την αξία του ομότεχνου του, αν δε του δοθεί η ευκαιρία, τον απαξιώνει.
Δεν χαίρεται για τον έπαινο των άλλων, όμως επιχαίρει για τον ψόγο του άλλου ή των άλλων.
Ο Έλληνας είναι εγωκεντρικός.
Όταν ένας συμπολίτης του δεν αναγνωρίζεται, αδιαφορεί με το σκεπτικό, ότι αφού δεν αναγνωρίζομαι εγώ, ας μείνει κι αυτός στην αφάνεια.
Ακόμα και τους νεκρούς τους αφήνουν ατίμητους οι Έλληνες.
Το μίσος για τους Έλληνες είναι ηδονισμός. Η συναδέλφωση στους Έλληνες γίνεται, όταν συμπίπτουν τα συμφέροντά τους.
Τώρα κι εμείς οι Ρωμαίοι βαδίζουμε προς το δρόμο των Ελλήνων. Και οι δικοί μας εγωισμοί γίνονται ωμότεροι και βιαιότεροι και θα σκεπάσουν στο μέλλον τη Ρώμη.
Ο Έλληνας εφεύρε τρόπους να εκδηλώνει το φθόνο του, να γκρεμίζει τον καλύτερό του. Από τη δολοφονία προτιμά τη συκοφαντία, είναι κι αυτός ένας φόνος διακριτικός. Του αρέσει η ατίμωση.
Οι Έλληνες είναι φιλότεχνοι, αλλά και δημιουργοί του καλού και του κακού λόγου. Μιλάνε υποθετικά για κείνον που θέλουν να διώξουν και τον σκοτώνουν χωρίς να το δολοφονούν.
Η συκοφαντία είναι το αγχέμαχο όπλο τους.
Ο Έλληνας πιστεύει μόνο στη δική του γνώμη, ο δε ηγέτης δε θέλει να ακούσει και τη γνώμη των άλλων που το έργο θα γίνει τελειότερο, διότι το έργο για να τελειωθεί, πρέπει να το δουλέψουν κι άλλοι, ενώ ο Έλληνας θέλει μόνο το δικό του όνομα να ταυτιστεί με το έργο. Σε πρώτη θέση μπαίνει το εγώ και σε δεύτερο το έργο.
Οι Έλληνες πάσχουν από εγωπάθεια γι’ αυτό κι εμείς οι Ρωμαίοι που ήμασταν κατώτεροί τους, καταφέραμε και πήραμε την εξουσία από τα χέριά τους, ενώ αυτοί ήταν κοσμοκράτορες.
Κάθε έργο πρέπει να είναι συλλογικό και σε διαδοχικές γενιές να τελειώνει για να έχει μακρόχρονη πνοή. Τα έργα πρέπει να είναι υπερπροσωπικά.
Η πολιτική σκέψη στην Ελλάδα λείπει. Ο ένας πολιτικός φθείρει τον άλλο μέχρι εξοντώσεως με συνεχή σύγκρουση.
Οι Έλληνες έχουν σκέψη δυνατή και αγωνιστική διάθεση. Όμως έχουν άρρωστο χαρακτήρα. Δεν ενώνονται για να γίνει ένα έργο, αυτοκαταστρέφονται.
Γι’ αυτό οι Έλληνες υπέφεραν δεινά και θα υποφέρουν στο μέλλον τα οποία οφείλονται στη φιλοπρωτία που είναι η νόμιμη θυγατέρα του εγωισμού τους.
Μήπως υπερβάλλω γι’ αυτά που λέω για το θαυμαστό γένος των Ελλήνων; Αλλά και αυτούς που διάβασα τον Αριστοφάνη, το Δημοσθένη, τον Ευριπίδη, το Θεόφραστο, τον Επίκουρο, το Ζήνωνα και το Χρύσιππο βεβαιώνουν περίπου τα ίδια, άρα δεν είμαι άδικος. Την ύβριν οι Έλληνες την ξέχασαν.
Όταν οι Έλληνες επιδιώκουν ισότητα δεν είναι, διότι θέλουν δικαιοσύνη, αλλά ο άλλος να μην υπερέχει απ’ αυτούς. Μια και εγώ δεν αξίζω να ανεβώ υψηλοτέρα, τότε να μην ανέβεις κι εσύ.
Ο Έλληνας γεννιέται με την τάση της υπεροχής.
Οι Έλληνες είναι αφεντάδες της γνώσης και καυχώνται πολύ. Επαινούν τη δικιά τους αρετή, το δικό τους προτέρημα και υποτιμούν τα κατορθώματα των άλλων ή τις αρετές των συμπολιτών τους.
Οι Έλληνες έχουν πάθη. Οι περισσότεροι δε διδάσκονται από τα λάθη των κυβερνητών και των πολιτικών ηγεμόνων της ιστορίας τους και κάνουν τα ίδια λάθη και θα συνεχίσουν να κάνουν.
Ο τόπος των Ελλήνων είναι μακάριος, όμως οι Έλληνες δεν αφήνουν τον ηγέτη να κυβερνήσει, αλλά θέλουν οι γύρω του εκ του αφανούς να κυβερνούν αυτοί.
Οι Έλληνες μπορεί να είναι εγωπαθείς, αλλά έχουν και καλές πλευρές. Έχουν προοδέψει στο λόγο, στη σοφία, στην ποίηση, στις τέχνες, στις επιστήμες, στο εμπόριο και στον πόλεμο ακόμα κι από όλα αυτά αναβλύζει η δόξα τους.
Εμένα οι Έλληνες με γοητεύουν, είναι οι δάσκαλοί μου. Όμως όσο ο χρόνος περνά η δόξα των Ελλήνων μικραίνει κι ακόμα εξ αιτίας των ελαττωμάτων τους θα μικραίνει.
Ο εγωισμός κάνει τους Έλληνες καλούς στρατιώτες, γενναίους, ριψοκίνδυνους και τολμηρούς, αλλά δεν εκμεταλλεύονται τη δόξα τους.
Μη νομίσεις Ατίλιε, ότι όλες αυτές οι κρίσεις που γράφω είναι δικές μου, τις διδάχτηκα από τον Επίκτητο.
Νέος άκουσα τον Επίκτητο να λέει, ότι οι Έλληνες κάποτε είχαν ένα κόσμο, την Ατλαντίδα που την κάλυψαν τα νερά του ωκεανού, ήταν κόσμος προοδευμένος.
Τους Έλληνες μην τους κατηγορείς μπροστά τους ή συνεχώς, γιατί, αν ξυπνήσει η περηφάνια τους, γίνονται αμείλικτοι διώκτες.
Οι Έλληνες έχουν υπεροψία, αλλά και φιλοτιμία πρωτοφανή. Τώρα είναι γκρεμισμένοι ευγενείς. Έχουν σωρεία αντιφάσεων.
Άλλες ώρες είναι Έλληνες κι άλλες γραικύλοι, τιποτένιοι, παράδοξοι.
Μη δώσεις ποτέ στον Έλληνα την εντύπωση, ότι του αφαίρεσες την ελευθερία. Άφησέ τον να φωνάζει, να θορυβεί, να εκφράζει την πολιτική του μανία, έως εκεί που δεν θίγονται τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας μας. Να χρησιμοποιείς αυτούς που διαφωνούν εναντίον εκείνων που αντιδρούν.
Οι διαταγές προς τους Έλληνες δεν ωφελούν, χρησιμοποίησε το διάλογο. Δίνε την εντύπωση, ότι υποχωρείς. Μην απειλείς τους Έλληνες με τις λεγεώνες.
Μην κάνεις τον παλληκαρά στους ηγήτορες των πόλεων. Άφησέ τους να κάνουν μόνοι τους ελιγμούς. Ακόμα τρέφονται με την οπτασία των περασμένων μεγαλείων τους.
Μην πολύ επεμβαίνεις στα εσωτερικά των πόλεών τους.
***
Αυτά έγραψε στην επιστολή του ο Μενένιος Άπιος που ήταν προχωρημένης ηλικίας και ύπατος, προς τον νεότερο φίλο του, τον ανθύπατο Ατίλιο Νάβιο πιθανότατα δύο δεκαετίες π.Χ., όταν πλέον όλος ο Ελληνισμός ήταν υπό την εξουσία της Ρώμης.
Το ότι έχουμε και σήμερα το 2021 μ.Χ. τα ίδια προτερήματα και τα ίδια ελαττώματα που μας κατέβασαν στο τελευταίο σκαλοπάτι της συρρίκνωσής μας σημαίνει, ότι είμαστε ακραιφνείς απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Όμως ας καταπολεμήσουμε τα ελαττώματά μας, διότι κινδυνεύουμε να φθάσουμε στον αφανισμό.
Αυτοκαταστραφήκαμε με τους Ρωμαίους και τον αυτοκρατορικό χριστιανισμό τους, από επιπολαιότητα, από αφέλεια μηδενιστήκαμε και από τους Τούρκους.
Δυστυχώς δεν καταπολεμούμε τα ελαττώματά μας.
Το εγώ και ο ατομισμός μας είναι καρκίνωμα που συνεχίζουμε να το εκτρέφουμε συνεχώς.
Πλάτων, Συμπόσιον: ο λόγος του Σωκράτη
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ (201d-212c)
Ο Σωκράτης, αν και προσποιήθηκε ότι η «διαλεκτική» του θα αποτελούσε απλή εισαγωγή στο «λόγο» που ήθελε να εκφωνήσει, στην πραγματικότητα τώρα επιχειρεί να μετατρέψει το λόγο του σε «διαλεκτική», δηλαδή γνήσια σκέψη, βάζοντας τον στα χείλη της Διοτίμας, ιέρειας και μάντιδας από την Μαντινεία, και περιγράφοντας τη διαδικασία των ερωταποκρίσεων με την οποία εκείνη τον οδήγησε στην κατανόηση των πραγματικών μυστηρίων του Έρωτα. Πρόθεσή του είναι να μην αφήσει τους ακροατές του να παρακολουθούν απλώς τα λόγια του και ενδεχομένως να επηρεαστούν από την ομορφιά τους, αλλά να τους υποχρεώσει να παρακολουθήσουν τη σκέψη του. Πρέπει να ακούσουν τη «συζήτηση της ψυχής του με τον εαυτό της».
Ο λόγος του Σωκράτη, νομίζω, αποτελεί μοναδική περίπτωση της ελληνικής γραμματείας ως τον Πλωτίνο, στις Εννεάδες, όπου κύριο θέμα είναι η ίδια πνευματική περιπέτεια. O «εκμηδενισμός» και η ανάπλαση της ψυχής αποτελούν το σπουδαιότερο επίτευγμα στη ζωή. Όποιος όμως δεν κατανοεί αυτή την αντίληψη, επίσης δεν θα καταλάβει ποτέ την Απολογία και τους άλλους διαλόγους που πραγματεύονται τη διδασκαλία της «περίθαλψης της ψυχής»: ο όρος αυτός ηχεί απλός, αλλά εκφράζει ακριβώς την ιδέα ότι η επίτευξη της «θεομορφίας» συνιστά το πραγματικό «έργο του ανθρώπου». Ο Φαίδων μας δίνει την εικόνα μιας ανθρώπινης ψυχής στα πρόθυρα του μεγάλου επιτεύγματος, τη στιγμή που πηγαίνει να «χαθεί μέσα στο φως». Το Συμπόσιον μας δείχνει, πληρέστερα από κάθε άλλο έργο του Πλάτωνα, τα στάδια από τα οποία οφείλει να περάσει η ψυχή, για να καταστεί ότι είναι στον Φαίδωνα· βλέπουμε εκεί, με τα μάτια του Πλάτωνα, τον εσωτερικό βίο της ψυχής του Σωκράτη.
Όπως προαναφέρθηκε, η ψυχή η γεμάτη επιθυμία δεν είναι ακόμα «ωραία» ή «καλή»· τις ιδιότητες αυτές τις ποθεί και θα τις αποκτήσει, αλλά δεν τις έχει ακόμα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι «κακή» ή «πορωμένη». Μεταξύ των δύο άκρων υπάρχει ένα ενδιάμεσο στάδιο, όπως μεταξύ της απόλυτης άγνοιας και της ολοκληρωμένης γνώσης: το στάδιο όπου κανείς έχει σωστές πεποιθήσεις αλλά όχι τη δύναμη να τις αιτιολογήσει (άνευ του έχειν λόγον δούναι). Αυτό μπορεί να διατυπωθεί μυθολογικά λέγοντας ότι ο Έρως δεν είναι ούτε «θεός» ούτε απλός «θνητός», αλλά δαίμων ή «πνεύμα» - και μάλιστα ισχυρό (202d-e). Κατά την παράδοση, οι δαίμονες βρίσκονται μεταξύ θνητού και θείου. Μεταφέρουν τις προσευχές των ανθρώπων στους θεούς, καθώς και τις προσταγές, τις αποκαλύψεις και τα δώρα των θεών στους ανθρώπους· είναι οι μεσολαβητές που εξασφαλίζουν την επαφή μεταξύ θεών και ανθρώπων. Ο Έρως λοιπόν αποτελεί έναν από τους δαίμονες αυτούς (203a)· και η καταγωγή του ανταποκρίνεται στο ρόλο του. Είναι παιδί του Πόρου, γιου της Μήτιδος (πόρος σημαίνει «αφθονία» και μήτις «ευφυία»), και της νεαρής ζητιάνας, της Πενίας («ένδειας»)· η σύλληψη του έγινε στον ουρανό την ημέρα που γεννήθηκε η Αφροδίτη· ο ίδιος κληρονόμησε γνωρίσματα και του ενός γονέα του και του άλλου. Σαν τη μητέρα του είναι φτωχός, ασουλούπωτος, κακομοίρης, άστεγος και ανέστιος. Μοιάζει όμως αρκετά στον πατέρα του, ώστε να έχει έντονους πόθους για καθετί «ωραίο και καλό», επίσης θάρρος, επιμονή, απέραντη επινοητικότητα και επιτηδειότητα στην ικανοποίηση αυτών των πόθων. Είναι σπουδαίος «μάγος και σοφός» (δεινός γόης … και σοφιστής), και «σε όλη του τη ζωή επιδιώκει να γίνει σοφότερος» (φιλοσοφών δια παντός του βίου). Δεν είναι ούτε θεός ούτε θνητός, αλλά η ζωή του είναι «ζωή και θάνατος», καθώς πότε λιμοκτονεί και πότε τρέφεται για να ξαναπεινάσει και να ξαναφάει. Είναι ο μοναδικός «φιλόσοφος»: ούτε οι θεοί αποβλέπουν στη «σοφία», αφού ήδη τη διαθέτουν, ούτε οι ανόητοι, που δεν υποψιάζονται καν ότι τους λείπει και τη χρειάζονται. «Φιλόσοφοι», μνηστήρες της σοφίας, με πρωτοστάτη τον Έρωτα, είναι ακριβώς όσοι ζουν ανάμεσα στα άκρα αυτά. Αισθάνονται πείνα για τη σοφία, το πιο ωραίο πράγμα, αλλά την αισθάνονται ακριβώς επειδή μένει ανικανοποίητη. Η συμβατική περιγραφή του Έρωτα ως «αιώνια ωραίου» οφείλεται σε σύγχυση του περιπόθητου καλού και εκείνου που το ποθεί (201e-204c).
Ανασύροντας αυτό το ανάλαφρο πέπλο αλληγορίας, διαπιστώνουμε ότι εδώ περιγράφεται απλώς η εμπειρία της διαίρεσης του εγώ, χαρακτηριστική του ανθρώπου, όταν αποκτήσει συνείδηση της έλλογης ευφυΐας του. Η έλλογη σκέψη δεν είναι χάρισμα που ο άνθρωπος βρίσκεται να κατέχει, αλλά επίτευγμα που καλείται να κατορθώσει. Η πνευματική άνδρωση και χειραφέτηση συνιστούν το αγαθό που ο άνθρωπος πρέπει να εξασφαλίσει προκειμένου να γίνει ευτυχισμένος – αγαθό όμως τόσο απόμακρο, ώστε η προσέγγισή του προϋποθέτει ισόβιο αγώνα με πολλές εναλλαγές επιτυχίας και αποτυχίας. Αν τις εξασφάλιζε απόλυτα, η ζωή του θα γινόταν ζωή ενός θεού· απαλλαγμένος από τη χρονικότητα, θα θωρακίζονταν με την αιωνιότητα ενάντια σε κάθε μεταβολή. Ο άνθρωπος λοιπόν, εφόσον είναι ότι είναι, δεν βρίσκεται ποτέ σε ειρήνη με τον εαυτό του, ειρήνη που αποτελεί ανώτερο στάδιο της εξέλιξης του.
Ο Σωκράτης, διαπιστώνουμε, συμμορφώνεται τυπικά με τη συνταγή του Αγάθωνα για τη σωστή δομή ενός εγκωμίου. Πραγματεύτηκε πρώτα το ερώτημα ποιο είναι άραγε το ουσιώδες γνώρισμα του Έρωτα, και τώρα προχωρεί στο ζήτημα των υπηρεσιών που μας προσφέρει (τίνα χρείαν έχει τοις ανθρώποις). Ποιο είναι τελικά το αντικείμενο της βαθύτερης μας επιθυμίας; Το καλό, ή ακόμα πιο απλά, η ευτυχία (ευδαιμονία); Όλοι οι άνθρωποι επιθυμούν την ευτυχία για την ευτυχία, και όλοι θέλουν την ευτυχία τους «παντοτινή». Γιατί τότε δεν ονομάζουμε όλους του ανθρώπους εραστές, αφού όλοι έχουν αυτόν το πόθο; Για τον ίδιο λόγο που δεν ονομάζουμε όλους τους τεχνίτες «ποιητές», παρόλο που όλοι κάτι «ποιούν». Η γλωσσική πρακτική περιόρισε τη χρήση της λέξης ποιητής σ’ ένα είδος κατασκευαστή, αυτού που παράγει στίχους και άσματα. Το ίδιο συμβαίνει και με τον χαρακτηρισμό «εραστής»· κάθε πόθος του καλού ή της ευτυχίας είναι αγάπη, στην πράξη όμως ο χαρακτηρισμός «εραστής» αποδίδεται σε όποιον επιθυμεί έντονα ένα ορισμένο είδος ευτυχίας, τον τόκον εν καλώ (δηλαδή την «αναπαραγωγή μέσα στην ομορφιά»), είτε η αναπαραγωγή αυτή είναι σωματική είτε είναι πνευματική (και κατά το σώμα και κατά την ψυχήν, 206b).
Ας εξηγήσουμε το σημείο αυτό πληρέστερα. Βέβαια, η ωριμότητα του σώματος ή του πνεύματος εκδηλώνεται με την επιθυμία της αναπαραγωγής. Η ωραιότητα μας ελκύει, ξυπνώντας και καλλιεργώντας την ορμή της αναπαραγωγής, ενώ η ασχήμια ανακόπτει την ορμή αυτή. Η αγάπη, με τη συνηθισμένη περιορισμένη σημασία της λέξης, δεν αποτελεί, όπως ίσως θα νομίζαμε, πόθο για το ωραίο αντικείμενο αλλά επιθυμία να το γονιμοποιήσει κανείς και να τεκνοποιήσει μαζί του (πόθο της γεννήσεως και του τόκου εν καλώ). (Εννοείται αυστηρά το εξής: στην πραγματικότητα η σωματική επιθυμία «κατοχής» μιας ωραίας γυναίκας αποτελεί κατά βάθος «μεταμφιεσμένο» πόθο απόκτησης παιδιών από μητέρα σωματικά «εκλεχτή»· η σεξουαλική ορμή δεν είναι επιθυμία για «τις ηδονές της ετερόφυλης συνουσίας» αλλά πάθος για πατρότητα ή μητρότητα.) Ευνόητα η επιθυμία αυτή της αναπαραγωγής είναι καθολική και βαθιά ριζωμένη. Συνιστά προσπάθεια του ατόμου να δώσει «μια μορφή αιωνιότητας» στο ίδιο του το είναι· μόλις είδαμε ότι η πρωταρχική επιθυμία κάθε ανθρώπου είναι να εξασφαλίσει το «καλό» του, και μάλιστα παντοτινά. Την επιθυμία αυτή ο οργανισμός αδυνατεί να την εκπληρώσει μέσα στα πλαίσια της ατομικότητας του, γιατί από τη φύση του υπόκειται στο θάνατο. Μπορεί όμως να πετύχει μια προσέγγιση της αιωνιότητας μέσω της διαδοχικής εναλλαγής των γενεών. Από εκεί πηγάζει η ορμητικότητα του πάθους της αναπαραγωγής και η δύναμη των ζωικών ενστίκτων που αφορούν το ζευγάρωμα και την ανατροφή των νεογνών. Ένα έγχρονο πράγμα δεν μπορεί να προσεγγίσει την ιδιότητα του αιώνιου παρά με τη δημιουργία ενός νέου όντος που θα πάρει τη θέση του, όταν το παλιό χαθεί. Ακόμα και στα πλαίσια της ατομικής μας ύπαρξης, το σώμα «ποτέ δεν μένει στάσιμο»· αποτελεί το θέατρο αδιάκοπης φθοράς, που διαρκώς αναπληρώνεται. Οι σκέψεις και τα συναισθήματα μας επίσης δεν μένουν ίδια και απαράλλακτα στη διάρκεια της ζωής. Ούτε ακόμα και η γνώση μας δεν «μένει σταθερή»· λησμονώντας συνέχεια ότι γνωρίζαμε, βρισκόμαστε υποχρεωμένοι να το «ανακτούμε» με την μελέτην (άσκηση και επανάληψη). Μόνο φέρνοντας στον κόσμο ένα νέο άτομο, που θα αντικαταστήσει το παλιό, μπορεί το θνητό ον να «συμμετάσχει στην αθανασία» (208b).
Ωστόσο το πάθος της σωματικής αναπαραγωγής αποτελεί την υποτυπωδέστερη μορφή με την οποία εκδηλώνεται ο πόθος της καρποφορίας του αιώνιου και αμετάβλητου καλού, και τη λιγότερο ενδιαφέρουσα για τη Διοτίμα. Κύριος σκοπός της είναι να φωτίσει την έννοια της πνευματικής πατρότητας ή μητρότητας. Αν τώρα εξετάσουμε το βίο της «αγάπης των τιμών» [φιλοτιμία] - η αναφορά αυτή (208c), ας σημειωθεί, συνεπάγεται ότι σε όσα ειπώθηκαν για τα σωματικά ένστικτα εξεταζόταν ο βίος της «αγάπης του σώματος» - διαπιστώνουμε ότι το πάθος για «φήμη αθάνατη», το οποίο οδήγησε την Άλκηστη, τον Αχιλλέα, τον Κόδρο και πολλούς άλλους στην περιφρόνηση του θανάτου και του κινδύνου, αποτελεί μια ακόμα μορφή, πνευματικότερη, του «πόθου της αιωνιότητας». Ο άντρας που αισθάνεται την επιθυμία της σαρκικής πατρότητας έλκεται από το γυναικείο φύλο και γίνεται «ερωτοπαθέστατος»· το ίδιο λοιπόν ακριβώς συμβαίνει και στις ψυχές τις ώριμες για πνευματική αναπαραγωγή, ώριμες δηλαδή να φέρουν στον κόσμο «σοφία και αρετή γενικά». Ο πνευματικά όπως και ο σωματικά ενήλικος αναζητά έναν «ωραίο» σύντροφο, που θα δεχτεί και θα γεννήσει τους επιγόνους του (209a-b). Αισθάνεται βέβαια την έλξη του ωραίου προσώπου και του ωραίου σώματος, αλλά εκείνο που πραγματικά επιζητεί είναι η «όμορφη και ευγενική και εξαιρετικά προικισμένη ψυχή» που κρύβουν. Αν βρει αυτό που ψάχνει, ξοδεύει άφθονα «λόγια για την αρετή και για το πώς πρέπει να είναι ο καλός άντρας και ποια η σωστή συμπεριφορά του, προσπαθώντας να διδάξει» την εκλεχτή ψυχή που ανακάλυψε (209b-c). Οι δύο φίλοι συνδέονται στο πλαίσιο της «γαλούχησης» του πνευματικού προϊόντος της επαφής τους και ο δεσμός τους είναι ανθεκτικότερος από εκείνον της σαρκικής πατρότητας-μητρότητας, στο βαθμό που έχει αντίκρισμα μια «ωραιότερη και πιο αθάνατη» τεκνοποίηση. Παραδείγματα τέτοιων πνευματικών προϊόντων είναι τα ποιήματα του Ομήρου και του Ησιόδου, και ακόμα περισσότερο οι ευεργετικοί θεσμοί που κληροδότησαν στις μεταγενέστερες εποχές ο Λυκούργος, ο Σόλων και πολλοί άλλοι δημόσιοι άντρες της Ελλάδας ή των βαρβαρικών εθνών. Η ευγνωμοσύνη μάλιστα των κατοπινών γενεών θεοποίησε μερικές από τις προσωπικότητες αυτές (209e).
Αλλά ο πόθος ενός αιώνιου καλού εκδηλώνεται και με τρόπους πολύ ανώτερους από αυτούς. Η Διοτίμα δεν είναι βέβαιη αν ο Σωκράτης μπορεί να τους φτάσει· θα τους περιγράψει όμως – και εκείνος ας προσπαθήσει να ακολουθήσει. (Ως εδώ, εννοείται, μιλήσαμε μόνο για ότι είναι εφικτό στα πλαίσια των δύο κατώτερων τύπων ζωής· τώρα θα καταπιαστούμε με ένα δυσκολότερο μονοπάτι, εκείνο που οφείλει να πάρει ο μνηστήρας του ανώτατου βίου, του «φιλοσοφικού») Όποιος θέλει να ασχοληθεί σοβαρά με την υπόθεση αυτή, πρέπει από τη νεότητά του να είναι ευαίσθητος απέναντι στη σωματική ωραιότητα. Αν καθοδηγηθεί σωστά, πρώτα προσπαθεί «να γεννήσει ωραίους λόγους» με σύντροφο καλοφτιαγμένο. Αυτή όμως είναι μόνο η αρχή. Στη συνέχεια πρέπει μόνος του να μάθει να αναγνωρίζει τη συγγένεια όλων των περιπτώσεων σωματικού κάλους και να γίνει εραστής «όλων των ωραίων σωμάτων». Κατόπιν οφείλει να γνωρίζει την ανωτερότητα του ψυχικού κάλους, ακόμα και όταν αυτό δεν προδίδεται από κανένα σημάδι εξωτερικής γοητείας. Πρέπει να είναι «ερωτευμένος» με ψυχές νεανικές και ωραίες, προσπαθώντας να γεννήσει μαζί τους «ωραίους λόγους». Μετά πρέπει να μάθει να διακρίνει την ωραιότητα επιτηδευμάτων και νόμων, δηλαδή επαγγελμάτων και κοινωνικών θεσμών, συνειδητοποιώντας τις κοινές αρχές που τα διέπουν. Ύστερα οφείλει να στραφεί στην «επιστήμη» και τα πνευματικά της κάλλη, απέραντο πέλαγος χαράς. Εδώ, και πάλι, θα φέρει στον κόσμο «πολλούς εκλεχτούς και μεγαλοπρεπείς λόγους και διαλογισμούς με άφθονο φιλοσοφικό πλούτο» - μα άλλα λόγια, θα πλουτίσει τις επιστήμες τις οποίες μελετάμε με ανακαλύψεις μεγάλης αξίας.
Αλλά δεν φτάσαμε ακόμα στον προορισμό μας· μόλις τώρα κοντεύουμε να τον αντικρύσουμε. Όποιος προχώρησε τόσο στην αναζήτηση του, θα διακρίνει ξαφνικά το υπέρτατο κάλλος που έψαχνε να βρει σε όλη του τη διαδρομή, κάλλος αιώνιο, σταθερό και τέλειο, υψωμένο πέρα από κάθε μεταβολή. Η ωραιότητα δεν μπορεί να κατηγορηθεί σε κανένα «σώμα», σε καμία «επιστήμη», σε κανένα «λόγο», αλλά μόνο στην πραγματική υπόσταση και ουσία κάθε ομορφιάς· στην υπόσταση αυτή και την ουσία «μετέχει» προσωρινά καθετί που ονομάζεται ωραίο: στο αμετάβλητο φως, του οποίου όλα τα κάλλη που διακρίναμε ως εδώ αποτελούν φευγαλέες αντανακλάσεις (211b). Όταν το φως αυτό ανατείλει στον ορίζοντα, ο προσκυνητής του Έρωτα επιτέλους «φτάνει στο λιμάνι». Ο πραγματικός «βίος που αρμόζει στον άνθρωπο» είναι ο βίος της θέασης της «μοναδικής και απόλυτης ωραιότητας» (θεωμένω αυτό το καλόν), σε σύγκριση με την οποία κάθε άλλο «κάλλος» που εξάπτει την επιθυμία είναι σκάρτο απόρριμμα. Μόνο στην επαφή μαζί της γεννά η ψυχή πνευματικούς καρπούς που δεν είναι «σκιές» αλλά γνήσια «ουσία», γιατί τότε επιτέλους η ψυχή «νυμφεύεται» την καθαυτή ουσία της πραγματικότητας. Έτσι, και μόνο έτσι, εξασφαλίζεται αληθινά η «αθανασία». Αυτά είπε η Διοτίμα. Ο Σωκράτης πιστεύει στα λόγια της, και θα ήθελε να πείσει και τους άλλους ότι, όταν επιζητούμε την αθανασία, ο Έρως (η «επιθυμία») είναι ο πιστότερος βοηθός που μπορούμε να έχουμε στην επιδίωξή μας. Αυτό είναι το εγκώμιο που μπορεί να πλέξει στη «δύναμη και την ανδροπρέπεια» του Έρωτα (212b-c).
Το νόημα του λόγου είναι αρκετά σαφές. Στα πρώιμα στάδια της «ανόδου» που περιγράφεται αναγνωρίζουμε αμέσως την «περίθαλψη της ψυχής» ή επιμέλεια του «ηθικού είναι» του ανθρώπου, την οποία ο Σωκράτης, στα έργα του Πλάτωνα, κηρύσσει συχνά στους νεαρούς του φίλους ως τη σπουδαιότερη δραστηριότητα του βίου. Το ότι η δραστηριότητα αυτή πρέπει να ξεπερνά την απλή διαμόρφωση ηθικών συνηθειών και κανόνων συμπεριφοράς, ότι απαιτεί την άσκηση του νου στην ανώτατη «επιστήμη» και την εξοικείωση του μαζί της και, τέλος, ότι καθήκον του γνήσιου φιλοσόφου είναι να ενοποιήσει τις «επιστήμες» κατανοώντας βασικές αρχές και να εφαρμόσει τα πορίσματα της ώριμης φιλοσοφικής σκέψης σε όλες τις πτυχές της ζωής αποτελούν ακριβώς το μάθημα που διδάσκει και η Πολιτεία με το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που προβλέπεται εκεί για τον φιλόσοφο πολιτικό. Όπως στην Πολιτεία η μελέτη των επιμέρους επιστημών οδηγεί στην υπέρτατη επιστήμη της «διαλεκτικής» ή μεταφυσικής, όπου ενατενίζονται οι αρχές από τις οποίες εξαρτάται κάθε άλλη γνώση, έτσι και εδώ ο Σωκράτης δηλώνει ότι ο άνθρωπος που πλησιάζει στη θέαση του προορισμού του διακρίνει «μία και μόνη επιστήμη», εκείνη του Ωραίου (210d 7).
Και στις δύο περιπτώσεις, η ψυχή περιγράφεται να έχει ξεπεράσει, την τελευταία στιγμή της επίτευξης του υπέρτατου στόχου, την απλή «επιστήμη». Η επιστήμη καταλήγει να γίνεται άμεση «επαφή» ή, όπως λένε οι νεοσχολαστικοί, «θέαση της ουσίας», δηλαδή αντίληψη ενός αντικειμένου, η οποία πια δεν συνίσταται σε «γνώσεις για» το αντικείμενο αυτό, με άλλα λόγια δεν συνίσταται στη γνώση προτάσεων που κατηγορούνται αλλά σε σχέση πραγματικής αλληλοκατοχής με το αντικείμενο αυτό. Στην Πολιτεία, όπως και στο Συμπόσιον, η σκέψη αυτή διατυπώνεται με φρασεολογία δανεισμένη από τον «ιερό γάμο» της αρχαίας πάνδημης λατρείας και των στοιχείων της, που επιβίωναν στα μυστήρια. Εδώ η ψυχή νυμφεύεται την «Ωραιότητα»· στην Πολιτεία νυμφεύεται το «καλό» εκείνο που, αν και αιτία κάθε «είναι» και κάθε αρετής, βρίσκεται, αυτό καθαυτό, «από την άλλη πλευρά του είναι».
Δεν πρέπει βέβαια, ιδιαίτερα στο φως της αμοιβαίας μετατρεψιμότητας των όρων καλόν και αγαθόν, η οποία τονίζεται περισσότερες από μια φορές στο διάλογο, να κάνουμε το λάθος να αμφιβάλουμε για την απόλυτη ταυτότητα της «Ιδέας του Καλού» της Πολιτείας και της έννοιας αυτό το καλόν του Συμποσίου. Στην ανοδική πορεία προς το «είναι και την πραγματικότητα» αποδίδεται και στα δύο ακριβώς η ίδια θέση· και στις δύο περιπτώσεις τονίζεται ότι, όταν κανείς διακρίνει το υπέρτατο «Είδος» η θέα του έρχεται ως ξαφνική «αποκάλυψη» - αποκάλυψη όμως αδύνατη χωρίς μακρόχρονη προκαταρκτική διεργασία της άσκησης της σκέψης – και ότι το «Είδος» γίνεται αντιληπτό μέσω «άμεσης γνωριμίας» και όχι μέσω θεωρητικών «γνώσεων σχετικά» με αυτό. Ακριβώς η πεποίθηση του Σωκράτη ότι κάθε «θεωρητική γνώση» αποτελεί απλή προπαρασκευή μιας άμεσης «επιστήμης της ουσιαστικής θέασης» δείχνει ότι οι αντιλήψεις του ταυτίζονται θεμελιακά με εκείνες των μεγάλων μυστικιστών όλων των εποχών. Το «καλό» ή αυτό το καλόν, είναι στην πραγματικότητα το «πραγματικότατο ‘είναι’» των χριστιανών φιλοσόφων, που εξαλείφει τη διάκριση μεταξύ των εννοιών «είναι» και «ουσία», «είναι» και «ούτως είναι». Δεν μπορείς να του κατηγορήσεις τίποτα ουσιωδώς, γιατί δεν «μετέχει» ούτε του Καλού ούτε κανενός άλλου «Είδους» αλλά αποτελεί «ούτως είναι» του εαυτού του. Συνεπώς η σύλληψή του είναι αυστηρά «μη ανακοινώσιμη», αφού κάθε ανακοίνωση και επικοινωνία έχει τη μορφή κατηγόρησης· είτε ο άνθρωπος το «κατέχει» και «κατέχεται» από αυτό ή όχι· άλλο τίποτε δεν μπορεί να ειπωθεί. Αυτό δεν σημαίνει ούτε ότι το «πραγματικότατο “είναι” είναι παράλογο, ούτε ότι οι λογικοί συλλογισμοί μας απομακρύνουν από αυτό: σημαίνει όμως ότι αδυνατούμε να το εξηγήσουμε λογικά, να συντάξουμε, θα λέγαμε, το διατύπωμα που το παράγει, όπως κάνουμε λ.χ. για ένα γεωμετρικό σχήμα. Και όλη την αιωνιότητα αν αφιέρωνες στην προσπάθεια να το περιγράψεις, όλα όσα θα έβρισκες να πεις θα ήταν αληθή και λογικά ως εκεί που θα έφταναν, αλλά το πλήρες του μυστικό θα εξακολουθούσε να διαφεύγει· το Καλό θα έμενε πάντα γεμάτο μυστήριο. Όπως λένε οι χριστιανοί μυστικιστές, ο Θεός μπορεί να συλληφθεί αλλά όχι να κατανοηθεί από τα πλάσματά Του· γι’ αυτό βρίσκεται «από την άλλη πλευρά του είναι». Οι «θεόμορφοι» δεν «διαλογίζονται» τον Θεό αλλά Τον βιώνουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο «μύθος» είναι από τη φύση του ανώτερος από την επιστημονική αλήθεια, πλάνη για την οποία ο καθηγητής Burnet έχει πει ότι χρειάζεται.
Επειδή η «θέαση» είναι άμεση, το περιεχόμενο ενός «μύθου» δεν μπορεί πραγματικά να τη μεταδώσει. Ένας «μύθος» αποτελεί και αυτός μια μορφή «γνώσης για» κάτι, όπως η επιστημονική περιγραφή, σε σύγκριση με την οποία βέβαια ο μύθος, ως μορφή τέτοιας γνώσης, είναι οπωσδήποτε κατώτερος. Μάλιστα όλοι μυστικιστές τονίζουν ότι η άμεση θέαση της υπέρτατης πραγματικότητας όχι μόνο δεν επιδέχεται μετάδοση αλλά επίσης, αφού περάσει, δεν μπορεί καν να ανακληθεί στη μνήμη. Είσαι βέβαιος ότι είδες· το τι είδες αδυνατείς να το πεις ακόμα και στον εαυτό σου. Γι’ αυτό τελικά, όπως λέει ο Burnet, ο Πλάτων δεν χρησιμοποιεί ποτέ «μυθολογική» φρασεολογία για τις «Ιδέες» αλλά μόνο για πράγματα σαν την ψυχή, που τα θεωρεί μισοπραγματικά, δηλαδή ως ένα βαθμό όντα της χρονικότητας και της αλλαγής. Πρέπει ωστόσο να σημειώσουμε ότι η υπέρτατη πραγματικότητα, που συλλαμβάνεται στο αποκορύφωμα της θέασης, δεν ονομάζεται ποτέ στα πλατωνικά έργα Θεός αλλά πάντα ύψιστη «Ιδέα». Το πλατωνικό και σωκρατικό ens realissimum είναι το καλόν.
Ο Σωκράτης, αν και προσποιήθηκε ότι η «διαλεκτική» του θα αποτελούσε απλή εισαγωγή στο «λόγο» που ήθελε να εκφωνήσει, στην πραγματικότητα τώρα επιχειρεί να μετατρέψει το λόγο του σε «διαλεκτική», δηλαδή γνήσια σκέψη, βάζοντας τον στα χείλη της Διοτίμας, ιέρειας και μάντιδας από την Μαντινεία, και περιγράφοντας τη διαδικασία των ερωταποκρίσεων με την οποία εκείνη τον οδήγησε στην κατανόηση των πραγματικών μυστηρίων του Έρωτα. Πρόθεσή του είναι να μην αφήσει τους ακροατές του να παρακολουθούν απλώς τα λόγια του και ενδεχομένως να επηρεαστούν από την ομορφιά τους, αλλά να τους υποχρεώσει να παρακολουθήσουν τη σκέψη του. Πρέπει να ακούσουν τη «συζήτηση της ψυχής του με τον εαυτό της».
Ο λόγος του Σωκράτη, νομίζω, αποτελεί μοναδική περίπτωση της ελληνικής γραμματείας ως τον Πλωτίνο, στις Εννεάδες, όπου κύριο θέμα είναι η ίδια πνευματική περιπέτεια. O «εκμηδενισμός» και η ανάπλαση της ψυχής αποτελούν το σπουδαιότερο επίτευγμα στη ζωή. Όποιος όμως δεν κατανοεί αυτή την αντίληψη, επίσης δεν θα καταλάβει ποτέ την Απολογία και τους άλλους διαλόγους που πραγματεύονται τη διδασκαλία της «περίθαλψης της ψυχής»: ο όρος αυτός ηχεί απλός, αλλά εκφράζει ακριβώς την ιδέα ότι η επίτευξη της «θεομορφίας» συνιστά το πραγματικό «έργο του ανθρώπου». Ο Φαίδων μας δίνει την εικόνα μιας ανθρώπινης ψυχής στα πρόθυρα του μεγάλου επιτεύγματος, τη στιγμή που πηγαίνει να «χαθεί μέσα στο φως». Το Συμπόσιον μας δείχνει, πληρέστερα από κάθε άλλο έργο του Πλάτωνα, τα στάδια από τα οποία οφείλει να περάσει η ψυχή, για να καταστεί ότι είναι στον Φαίδωνα· βλέπουμε εκεί, με τα μάτια του Πλάτωνα, τον εσωτερικό βίο της ψυχής του Σωκράτη.
Όπως προαναφέρθηκε, η ψυχή η γεμάτη επιθυμία δεν είναι ακόμα «ωραία» ή «καλή»· τις ιδιότητες αυτές τις ποθεί και θα τις αποκτήσει, αλλά δεν τις έχει ακόμα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι «κακή» ή «πορωμένη». Μεταξύ των δύο άκρων υπάρχει ένα ενδιάμεσο στάδιο, όπως μεταξύ της απόλυτης άγνοιας και της ολοκληρωμένης γνώσης: το στάδιο όπου κανείς έχει σωστές πεποιθήσεις αλλά όχι τη δύναμη να τις αιτιολογήσει (άνευ του έχειν λόγον δούναι). Αυτό μπορεί να διατυπωθεί μυθολογικά λέγοντας ότι ο Έρως δεν είναι ούτε «θεός» ούτε απλός «θνητός», αλλά δαίμων ή «πνεύμα» - και μάλιστα ισχυρό (202d-e). Κατά την παράδοση, οι δαίμονες βρίσκονται μεταξύ θνητού και θείου. Μεταφέρουν τις προσευχές των ανθρώπων στους θεούς, καθώς και τις προσταγές, τις αποκαλύψεις και τα δώρα των θεών στους ανθρώπους· είναι οι μεσολαβητές που εξασφαλίζουν την επαφή μεταξύ θεών και ανθρώπων. Ο Έρως λοιπόν αποτελεί έναν από τους δαίμονες αυτούς (203a)· και η καταγωγή του ανταποκρίνεται στο ρόλο του. Είναι παιδί του Πόρου, γιου της Μήτιδος (πόρος σημαίνει «αφθονία» και μήτις «ευφυία»), και της νεαρής ζητιάνας, της Πενίας («ένδειας»)· η σύλληψη του έγινε στον ουρανό την ημέρα που γεννήθηκε η Αφροδίτη· ο ίδιος κληρονόμησε γνωρίσματα και του ενός γονέα του και του άλλου. Σαν τη μητέρα του είναι φτωχός, ασουλούπωτος, κακομοίρης, άστεγος και ανέστιος. Μοιάζει όμως αρκετά στον πατέρα του, ώστε να έχει έντονους πόθους για καθετί «ωραίο και καλό», επίσης θάρρος, επιμονή, απέραντη επινοητικότητα και επιτηδειότητα στην ικανοποίηση αυτών των πόθων. Είναι σπουδαίος «μάγος και σοφός» (δεινός γόης … και σοφιστής), και «σε όλη του τη ζωή επιδιώκει να γίνει σοφότερος» (φιλοσοφών δια παντός του βίου). Δεν είναι ούτε θεός ούτε θνητός, αλλά η ζωή του είναι «ζωή και θάνατος», καθώς πότε λιμοκτονεί και πότε τρέφεται για να ξαναπεινάσει και να ξαναφάει. Είναι ο μοναδικός «φιλόσοφος»: ούτε οι θεοί αποβλέπουν στη «σοφία», αφού ήδη τη διαθέτουν, ούτε οι ανόητοι, που δεν υποψιάζονται καν ότι τους λείπει και τη χρειάζονται. «Φιλόσοφοι», μνηστήρες της σοφίας, με πρωτοστάτη τον Έρωτα, είναι ακριβώς όσοι ζουν ανάμεσα στα άκρα αυτά. Αισθάνονται πείνα για τη σοφία, το πιο ωραίο πράγμα, αλλά την αισθάνονται ακριβώς επειδή μένει ανικανοποίητη. Η συμβατική περιγραφή του Έρωτα ως «αιώνια ωραίου» οφείλεται σε σύγχυση του περιπόθητου καλού και εκείνου που το ποθεί (201e-204c).
Ανασύροντας αυτό το ανάλαφρο πέπλο αλληγορίας, διαπιστώνουμε ότι εδώ περιγράφεται απλώς η εμπειρία της διαίρεσης του εγώ, χαρακτηριστική του ανθρώπου, όταν αποκτήσει συνείδηση της έλλογης ευφυΐας του. Η έλλογη σκέψη δεν είναι χάρισμα που ο άνθρωπος βρίσκεται να κατέχει, αλλά επίτευγμα που καλείται να κατορθώσει. Η πνευματική άνδρωση και χειραφέτηση συνιστούν το αγαθό που ο άνθρωπος πρέπει να εξασφαλίσει προκειμένου να γίνει ευτυχισμένος – αγαθό όμως τόσο απόμακρο, ώστε η προσέγγισή του προϋποθέτει ισόβιο αγώνα με πολλές εναλλαγές επιτυχίας και αποτυχίας. Αν τις εξασφάλιζε απόλυτα, η ζωή του θα γινόταν ζωή ενός θεού· απαλλαγμένος από τη χρονικότητα, θα θωρακίζονταν με την αιωνιότητα ενάντια σε κάθε μεταβολή. Ο άνθρωπος λοιπόν, εφόσον είναι ότι είναι, δεν βρίσκεται ποτέ σε ειρήνη με τον εαυτό του, ειρήνη που αποτελεί ανώτερο στάδιο της εξέλιξης του.
Ο Σωκράτης, διαπιστώνουμε, συμμορφώνεται τυπικά με τη συνταγή του Αγάθωνα για τη σωστή δομή ενός εγκωμίου. Πραγματεύτηκε πρώτα το ερώτημα ποιο είναι άραγε το ουσιώδες γνώρισμα του Έρωτα, και τώρα προχωρεί στο ζήτημα των υπηρεσιών που μας προσφέρει (τίνα χρείαν έχει τοις ανθρώποις). Ποιο είναι τελικά το αντικείμενο της βαθύτερης μας επιθυμίας; Το καλό, ή ακόμα πιο απλά, η ευτυχία (ευδαιμονία); Όλοι οι άνθρωποι επιθυμούν την ευτυχία για την ευτυχία, και όλοι θέλουν την ευτυχία τους «παντοτινή». Γιατί τότε δεν ονομάζουμε όλους του ανθρώπους εραστές, αφού όλοι έχουν αυτόν το πόθο; Για τον ίδιο λόγο που δεν ονομάζουμε όλους τους τεχνίτες «ποιητές», παρόλο που όλοι κάτι «ποιούν». Η γλωσσική πρακτική περιόρισε τη χρήση της λέξης ποιητής σ’ ένα είδος κατασκευαστή, αυτού που παράγει στίχους και άσματα. Το ίδιο συμβαίνει και με τον χαρακτηρισμό «εραστής»· κάθε πόθος του καλού ή της ευτυχίας είναι αγάπη, στην πράξη όμως ο χαρακτηρισμός «εραστής» αποδίδεται σε όποιον επιθυμεί έντονα ένα ορισμένο είδος ευτυχίας, τον τόκον εν καλώ (δηλαδή την «αναπαραγωγή μέσα στην ομορφιά»), είτε η αναπαραγωγή αυτή είναι σωματική είτε είναι πνευματική (και κατά το σώμα και κατά την ψυχήν, 206b).
Ας εξηγήσουμε το σημείο αυτό πληρέστερα. Βέβαια, η ωριμότητα του σώματος ή του πνεύματος εκδηλώνεται με την επιθυμία της αναπαραγωγής. Η ωραιότητα μας ελκύει, ξυπνώντας και καλλιεργώντας την ορμή της αναπαραγωγής, ενώ η ασχήμια ανακόπτει την ορμή αυτή. Η αγάπη, με τη συνηθισμένη περιορισμένη σημασία της λέξης, δεν αποτελεί, όπως ίσως θα νομίζαμε, πόθο για το ωραίο αντικείμενο αλλά επιθυμία να το γονιμοποιήσει κανείς και να τεκνοποιήσει μαζί του (πόθο της γεννήσεως και του τόκου εν καλώ). (Εννοείται αυστηρά το εξής: στην πραγματικότητα η σωματική επιθυμία «κατοχής» μιας ωραίας γυναίκας αποτελεί κατά βάθος «μεταμφιεσμένο» πόθο απόκτησης παιδιών από μητέρα σωματικά «εκλεχτή»· η σεξουαλική ορμή δεν είναι επιθυμία για «τις ηδονές της ετερόφυλης συνουσίας» αλλά πάθος για πατρότητα ή μητρότητα.) Ευνόητα η επιθυμία αυτή της αναπαραγωγής είναι καθολική και βαθιά ριζωμένη. Συνιστά προσπάθεια του ατόμου να δώσει «μια μορφή αιωνιότητας» στο ίδιο του το είναι· μόλις είδαμε ότι η πρωταρχική επιθυμία κάθε ανθρώπου είναι να εξασφαλίσει το «καλό» του, και μάλιστα παντοτινά. Την επιθυμία αυτή ο οργανισμός αδυνατεί να την εκπληρώσει μέσα στα πλαίσια της ατομικότητας του, γιατί από τη φύση του υπόκειται στο θάνατο. Μπορεί όμως να πετύχει μια προσέγγιση της αιωνιότητας μέσω της διαδοχικής εναλλαγής των γενεών. Από εκεί πηγάζει η ορμητικότητα του πάθους της αναπαραγωγής και η δύναμη των ζωικών ενστίκτων που αφορούν το ζευγάρωμα και την ανατροφή των νεογνών. Ένα έγχρονο πράγμα δεν μπορεί να προσεγγίσει την ιδιότητα του αιώνιου παρά με τη δημιουργία ενός νέου όντος που θα πάρει τη θέση του, όταν το παλιό χαθεί. Ακόμα και στα πλαίσια της ατομικής μας ύπαρξης, το σώμα «ποτέ δεν μένει στάσιμο»· αποτελεί το θέατρο αδιάκοπης φθοράς, που διαρκώς αναπληρώνεται. Οι σκέψεις και τα συναισθήματα μας επίσης δεν μένουν ίδια και απαράλλακτα στη διάρκεια της ζωής. Ούτε ακόμα και η γνώση μας δεν «μένει σταθερή»· λησμονώντας συνέχεια ότι γνωρίζαμε, βρισκόμαστε υποχρεωμένοι να το «ανακτούμε» με την μελέτην (άσκηση και επανάληψη). Μόνο φέρνοντας στον κόσμο ένα νέο άτομο, που θα αντικαταστήσει το παλιό, μπορεί το θνητό ον να «συμμετάσχει στην αθανασία» (208b).
Ωστόσο το πάθος της σωματικής αναπαραγωγής αποτελεί την υποτυπωδέστερη μορφή με την οποία εκδηλώνεται ο πόθος της καρποφορίας του αιώνιου και αμετάβλητου καλού, και τη λιγότερο ενδιαφέρουσα για τη Διοτίμα. Κύριος σκοπός της είναι να φωτίσει την έννοια της πνευματικής πατρότητας ή μητρότητας. Αν τώρα εξετάσουμε το βίο της «αγάπης των τιμών» [φιλοτιμία] - η αναφορά αυτή (208c), ας σημειωθεί, συνεπάγεται ότι σε όσα ειπώθηκαν για τα σωματικά ένστικτα εξεταζόταν ο βίος της «αγάπης του σώματος» - διαπιστώνουμε ότι το πάθος για «φήμη αθάνατη», το οποίο οδήγησε την Άλκηστη, τον Αχιλλέα, τον Κόδρο και πολλούς άλλους στην περιφρόνηση του θανάτου και του κινδύνου, αποτελεί μια ακόμα μορφή, πνευματικότερη, του «πόθου της αιωνιότητας». Ο άντρας που αισθάνεται την επιθυμία της σαρκικής πατρότητας έλκεται από το γυναικείο φύλο και γίνεται «ερωτοπαθέστατος»· το ίδιο λοιπόν ακριβώς συμβαίνει και στις ψυχές τις ώριμες για πνευματική αναπαραγωγή, ώριμες δηλαδή να φέρουν στον κόσμο «σοφία και αρετή γενικά». Ο πνευματικά όπως και ο σωματικά ενήλικος αναζητά έναν «ωραίο» σύντροφο, που θα δεχτεί και θα γεννήσει τους επιγόνους του (209a-b). Αισθάνεται βέβαια την έλξη του ωραίου προσώπου και του ωραίου σώματος, αλλά εκείνο που πραγματικά επιζητεί είναι η «όμορφη και ευγενική και εξαιρετικά προικισμένη ψυχή» που κρύβουν. Αν βρει αυτό που ψάχνει, ξοδεύει άφθονα «λόγια για την αρετή και για το πώς πρέπει να είναι ο καλός άντρας και ποια η σωστή συμπεριφορά του, προσπαθώντας να διδάξει» την εκλεχτή ψυχή που ανακάλυψε (209b-c). Οι δύο φίλοι συνδέονται στο πλαίσιο της «γαλούχησης» του πνευματικού προϊόντος της επαφής τους και ο δεσμός τους είναι ανθεκτικότερος από εκείνον της σαρκικής πατρότητας-μητρότητας, στο βαθμό που έχει αντίκρισμα μια «ωραιότερη και πιο αθάνατη» τεκνοποίηση. Παραδείγματα τέτοιων πνευματικών προϊόντων είναι τα ποιήματα του Ομήρου και του Ησιόδου, και ακόμα περισσότερο οι ευεργετικοί θεσμοί που κληροδότησαν στις μεταγενέστερες εποχές ο Λυκούργος, ο Σόλων και πολλοί άλλοι δημόσιοι άντρες της Ελλάδας ή των βαρβαρικών εθνών. Η ευγνωμοσύνη μάλιστα των κατοπινών γενεών θεοποίησε μερικές από τις προσωπικότητες αυτές (209e).
Αλλά ο πόθος ενός αιώνιου καλού εκδηλώνεται και με τρόπους πολύ ανώτερους από αυτούς. Η Διοτίμα δεν είναι βέβαιη αν ο Σωκράτης μπορεί να τους φτάσει· θα τους περιγράψει όμως – και εκείνος ας προσπαθήσει να ακολουθήσει. (Ως εδώ, εννοείται, μιλήσαμε μόνο για ότι είναι εφικτό στα πλαίσια των δύο κατώτερων τύπων ζωής· τώρα θα καταπιαστούμε με ένα δυσκολότερο μονοπάτι, εκείνο που οφείλει να πάρει ο μνηστήρας του ανώτατου βίου, του «φιλοσοφικού») Όποιος θέλει να ασχοληθεί σοβαρά με την υπόθεση αυτή, πρέπει από τη νεότητά του να είναι ευαίσθητος απέναντι στη σωματική ωραιότητα. Αν καθοδηγηθεί σωστά, πρώτα προσπαθεί «να γεννήσει ωραίους λόγους» με σύντροφο καλοφτιαγμένο. Αυτή όμως είναι μόνο η αρχή. Στη συνέχεια πρέπει μόνος του να μάθει να αναγνωρίζει τη συγγένεια όλων των περιπτώσεων σωματικού κάλους και να γίνει εραστής «όλων των ωραίων σωμάτων». Κατόπιν οφείλει να γνωρίζει την ανωτερότητα του ψυχικού κάλους, ακόμα και όταν αυτό δεν προδίδεται από κανένα σημάδι εξωτερικής γοητείας. Πρέπει να είναι «ερωτευμένος» με ψυχές νεανικές και ωραίες, προσπαθώντας να γεννήσει μαζί τους «ωραίους λόγους». Μετά πρέπει να μάθει να διακρίνει την ωραιότητα επιτηδευμάτων και νόμων, δηλαδή επαγγελμάτων και κοινωνικών θεσμών, συνειδητοποιώντας τις κοινές αρχές που τα διέπουν. Ύστερα οφείλει να στραφεί στην «επιστήμη» και τα πνευματικά της κάλλη, απέραντο πέλαγος χαράς. Εδώ, και πάλι, θα φέρει στον κόσμο «πολλούς εκλεχτούς και μεγαλοπρεπείς λόγους και διαλογισμούς με άφθονο φιλοσοφικό πλούτο» - μα άλλα λόγια, θα πλουτίσει τις επιστήμες τις οποίες μελετάμε με ανακαλύψεις μεγάλης αξίας.
Αλλά δεν φτάσαμε ακόμα στον προορισμό μας· μόλις τώρα κοντεύουμε να τον αντικρύσουμε. Όποιος προχώρησε τόσο στην αναζήτηση του, θα διακρίνει ξαφνικά το υπέρτατο κάλλος που έψαχνε να βρει σε όλη του τη διαδρομή, κάλλος αιώνιο, σταθερό και τέλειο, υψωμένο πέρα από κάθε μεταβολή. Η ωραιότητα δεν μπορεί να κατηγορηθεί σε κανένα «σώμα», σε καμία «επιστήμη», σε κανένα «λόγο», αλλά μόνο στην πραγματική υπόσταση και ουσία κάθε ομορφιάς· στην υπόσταση αυτή και την ουσία «μετέχει» προσωρινά καθετί που ονομάζεται ωραίο: στο αμετάβλητο φως, του οποίου όλα τα κάλλη που διακρίναμε ως εδώ αποτελούν φευγαλέες αντανακλάσεις (211b). Όταν το φως αυτό ανατείλει στον ορίζοντα, ο προσκυνητής του Έρωτα επιτέλους «φτάνει στο λιμάνι». Ο πραγματικός «βίος που αρμόζει στον άνθρωπο» είναι ο βίος της θέασης της «μοναδικής και απόλυτης ωραιότητας» (θεωμένω αυτό το καλόν), σε σύγκριση με την οποία κάθε άλλο «κάλλος» που εξάπτει την επιθυμία είναι σκάρτο απόρριμμα. Μόνο στην επαφή μαζί της γεννά η ψυχή πνευματικούς καρπούς που δεν είναι «σκιές» αλλά γνήσια «ουσία», γιατί τότε επιτέλους η ψυχή «νυμφεύεται» την καθαυτή ουσία της πραγματικότητας. Έτσι, και μόνο έτσι, εξασφαλίζεται αληθινά η «αθανασία». Αυτά είπε η Διοτίμα. Ο Σωκράτης πιστεύει στα λόγια της, και θα ήθελε να πείσει και τους άλλους ότι, όταν επιζητούμε την αθανασία, ο Έρως (η «επιθυμία») είναι ο πιστότερος βοηθός που μπορούμε να έχουμε στην επιδίωξή μας. Αυτό είναι το εγκώμιο που μπορεί να πλέξει στη «δύναμη και την ανδροπρέπεια» του Έρωτα (212b-c).
Το νόημα του λόγου είναι αρκετά σαφές. Στα πρώιμα στάδια της «ανόδου» που περιγράφεται αναγνωρίζουμε αμέσως την «περίθαλψη της ψυχής» ή επιμέλεια του «ηθικού είναι» του ανθρώπου, την οποία ο Σωκράτης, στα έργα του Πλάτωνα, κηρύσσει συχνά στους νεαρούς του φίλους ως τη σπουδαιότερη δραστηριότητα του βίου. Το ότι η δραστηριότητα αυτή πρέπει να ξεπερνά την απλή διαμόρφωση ηθικών συνηθειών και κανόνων συμπεριφοράς, ότι απαιτεί την άσκηση του νου στην ανώτατη «επιστήμη» και την εξοικείωση του μαζί της και, τέλος, ότι καθήκον του γνήσιου φιλοσόφου είναι να ενοποιήσει τις «επιστήμες» κατανοώντας βασικές αρχές και να εφαρμόσει τα πορίσματα της ώριμης φιλοσοφικής σκέψης σε όλες τις πτυχές της ζωής αποτελούν ακριβώς το μάθημα που διδάσκει και η Πολιτεία με το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που προβλέπεται εκεί για τον φιλόσοφο πολιτικό. Όπως στην Πολιτεία η μελέτη των επιμέρους επιστημών οδηγεί στην υπέρτατη επιστήμη της «διαλεκτικής» ή μεταφυσικής, όπου ενατενίζονται οι αρχές από τις οποίες εξαρτάται κάθε άλλη γνώση, έτσι και εδώ ο Σωκράτης δηλώνει ότι ο άνθρωπος που πλησιάζει στη θέαση του προορισμού του διακρίνει «μία και μόνη επιστήμη», εκείνη του Ωραίου (210d 7).
Και στις δύο περιπτώσεις, η ψυχή περιγράφεται να έχει ξεπεράσει, την τελευταία στιγμή της επίτευξης του υπέρτατου στόχου, την απλή «επιστήμη». Η επιστήμη καταλήγει να γίνεται άμεση «επαφή» ή, όπως λένε οι νεοσχολαστικοί, «θέαση της ουσίας», δηλαδή αντίληψη ενός αντικειμένου, η οποία πια δεν συνίσταται σε «γνώσεις για» το αντικείμενο αυτό, με άλλα λόγια δεν συνίσταται στη γνώση προτάσεων που κατηγορούνται αλλά σε σχέση πραγματικής αλληλοκατοχής με το αντικείμενο αυτό. Στην Πολιτεία, όπως και στο Συμπόσιον, η σκέψη αυτή διατυπώνεται με φρασεολογία δανεισμένη από τον «ιερό γάμο» της αρχαίας πάνδημης λατρείας και των στοιχείων της, που επιβίωναν στα μυστήρια. Εδώ η ψυχή νυμφεύεται την «Ωραιότητα»· στην Πολιτεία νυμφεύεται το «καλό» εκείνο που, αν και αιτία κάθε «είναι» και κάθε αρετής, βρίσκεται, αυτό καθαυτό, «από την άλλη πλευρά του είναι».
Δεν πρέπει βέβαια, ιδιαίτερα στο φως της αμοιβαίας μετατρεψιμότητας των όρων καλόν και αγαθόν, η οποία τονίζεται περισσότερες από μια φορές στο διάλογο, να κάνουμε το λάθος να αμφιβάλουμε για την απόλυτη ταυτότητα της «Ιδέας του Καλού» της Πολιτείας και της έννοιας αυτό το καλόν του Συμποσίου. Στην ανοδική πορεία προς το «είναι και την πραγματικότητα» αποδίδεται και στα δύο ακριβώς η ίδια θέση· και στις δύο περιπτώσεις τονίζεται ότι, όταν κανείς διακρίνει το υπέρτατο «Είδος» η θέα του έρχεται ως ξαφνική «αποκάλυψη» - αποκάλυψη όμως αδύνατη χωρίς μακρόχρονη προκαταρκτική διεργασία της άσκησης της σκέψης – και ότι το «Είδος» γίνεται αντιληπτό μέσω «άμεσης γνωριμίας» και όχι μέσω θεωρητικών «γνώσεων σχετικά» με αυτό. Ακριβώς η πεποίθηση του Σωκράτη ότι κάθε «θεωρητική γνώση» αποτελεί απλή προπαρασκευή μιας άμεσης «επιστήμης της ουσιαστικής θέασης» δείχνει ότι οι αντιλήψεις του ταυτίζονται θεμελιακά με εκείνες των μεγάλων μυστικιστών όλων των εποχών. Το «καλό» ή αυτό το καλόν, είναι στην πραγματικότητα το «πραγματικότατο ‘είναι’» των χριστιανών φιλοσόφων, που εξαλείφει τη διάκριση μεταξύ των εννοιών «είναι» και «ουσία», «είναι» και «ούτως είναι». Δεν μπορείς να του κατηγορήσεις τίποτα ουσιωδώς, γιατί δεν «μετέχει» ούτε του Καλού ούτε κανενός άλλου «Είδους» αλλά αποτελεί «ούτως είναι» του εαυτού του. Συνεπώς η σύλληψή του είναι αυστηρά «μη ανακοινώσιμη», αφού κάθε ανακοίνωση και επικοινωνία έχει τη μορφή κατηγόρησης· είτε ο άνθρωπος το «κατέχει» και «κατέχεται» από αυτό ή όχι· άλλο τίποτε δεν μπορεί να ειπωθεί. Αυτό δεν σημαίνει ούτε ότι το «πραγματικότατο “είναι” είναι παράλογο, ούτε ότι οι λογικοί συλλογισμοί μας απομακρύνουν από αυτό: σημαίνει όμως ότι αδυνατούμε να το εξηγήσουμε λογικά, να συντάξουμε, θα λέγαμε, το διατύπωμα που το παράγει, όπως κάνουμε λ.χ. για ένα γεωμετρικό σχήμα. Και όλη την αιωνιότητα αν αφιέρωνες στην προσπάθεια να το περιγράψεις, όλα όσα θα έβρισκες να πεις θα ήταν αληθή και λογικά ως εκεί που θα έφταναν, αλλά το πλήρες του μυστικό θα εξακολουθούσε να διαφεύγει· το Καλό θα έμενε πάντα γεμάτο μυστήριο. Όπως λένε οι χριστιανοί μυστικιστές, ο Θεός μπορεί να συλληφθεί αλλά όχι να κατανοηθεί από τα πλάσματά Του· γι’ αυτό βρίσκεται «από την άλλη πλευρά του είναι». Οι «θεόμορφοι» δεν «διαλογίζονται» τον Θεό αλλά Τον βιώνουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο «μύθος» είναι από τη φύση του ανώτερος από την επιστημονική αλήθεια, πλάνη για την οποία ο καθηγητής Burnet έχει πει ότι χρειάζεται.
Επειδή η «θέαση» είναι άμεση, το περιεχόμενο ενός «μύθου» δεν μπορεί πραγματικά να τη μεταδώσει. Ένας «μύθος» αποτελεί και αυτός μια μορφή «γνώσης για» κάτι, όπως η επιστημονική περιγραφή, σε σύγκριση με την οποία βέβαια ο μύθος, ως μορφή τέτοιας γνώσης, είναι οπωσδήποτε κατώτερος. Μάλιστα όλοι μυστικιστές τονίζουν ότι η άμεση θέαση της υπέρτατης πραγματικότητας όχι μόνο δεν επιδέχεται μετάδοση αλλά επίσης, αφού περάσει, δεν μπορεί καν να ανακληθεί στη μνήμη. Είσαι βέβαιος ότι είδες· το τι είδες αδυνατείς να το πεις ακόμα και στον εαυτό σου. Γι’ αυτό τελικά, όπως λέει ο Burnet, ο Πλάτων δεν χρησιμοποιεί ποτέ «μυθολογική» φρασεολογία για τις «Ιδέες» αλλά μόνο για πράγματα σαν την ψυχή, που τα θεωρεί μισοπραγματικά, δηλαδή ως ένα βαθμό όντα της χρονικότητας και της αλλαγής. Πρέπει ωστόσο να σημειώσουμε ότι η υπέρτατη πραγματικότητα, που συλλαμβάνεται στο αποκορύφωμα της θέασης, δεν ονομάζεται ποτέ στα πλατωνικά έργα Θεός αλλά πάντα ύψιστη «Ιδέα». Το πλατωνικό και σωκρατικό ens realissimum είναι το καλόν.
ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (2.14.1-2.14.9)
[2.14.1] Ἔτι δὲ ἐν Μαράθῳ Ἀλεξάνδρου ὄντος ἀφίκοντο παρὰ Δαρείου πρέσβεις, ἐπιστολήν τε κομίζοντες Δαρείου καὶ αὐτοὶ ἀπὸ γλώσσης δεησόμενοι ἀφεῖναι Δαρείῳ τὴν μητέρα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τοὺς παῖδας. [2.14.2] ἐδήλου δὲ ἡ ἐπιστολή, ὅτι Φιλίππῳ τε πρὸς Ἀρτοξέρξην φιλία καὶ ξυμμαχία ἐγένετο καὶ, ἐπειδὴ Ἀρσῆς ὁ υἱὸς Ἀρτοξέρξου ἐβασίλευσεν, ὅτι Φίλιππος ἀδικίας πρῶτος ἐς βασιλέα Ἀρσῆν ἦρξεν οὐδὲν ἄχαρι ἐκ Περσῶν παθών. ἐξ οὗ δὲ αὐτὸς βασιλεύει Περσῶν, οὔτε πέμψαι τινὰ Ἀλέξανδρον παρ᾽ αὐτὸν ἐς βεβαίωσιν τῆς πάλαι οὔσης φιλίας τε καὶ ξυμμαχίας, διαβῆναί τε ξὺν στρατιᾷ ἐς τὴν Ἀσίαν καὶ πολλὰ κακὰ ἐργάσασθαι Πέρσας. [2.14.3] τούτου ἕνεκα καταβῆναι αὐτὸς τῇ χώρᾳ ἀμυνῶν καὶ τὴν ἀρχὴν τὴν πατρῴαν ἀνασώσων. τὴν μὲν δὴ μάχην ὡς θεῶν τῳ ἔδοξεν οὕτω κριθῆναι, αὐτὸς δὲ βασιλεὺς παρὰ βασιλέως γυναῖκά τε τὴν αὑτοῦ αἰτεῖν καὶ μητέρα καὶ παῖδας τοὺς ἁλόντας, καὶ φιλίαν ἐθέλειν ποιήσασθαι πρὸς Ἀλέξανδρον καὶ ξύμμαχος εἶναι Ἀλεξάνδρῳ· καὶ ὑπὲρ τούτων πέμπειν ἠξίου Ἀλέξανδρον παρ᾽ αὑτὸν ξὺν Μενίσκῳ τε καὶ Ἀρσίμᾳ τοῖς ἀγγέλοις τοῖς ἐκ Περσῶν ἥκουσι τοὺς τὰ πιστὰ ληψομένους τε καὶ ὑπὲρ Ἀλεξάνδρου δώσοντας.
[2.14.4] Στην επιστολή του Δαρείου απάντησε ο Αλέξανδρος με δική του και έστειλε μαζί με τους απεσταλμένους του Δαρείου τον Θέρσιππο με την εντολή να την παραδώσει στον Δαρείο, αλλά να αποφύγει να συζητήσει ο ίδιος ο,τιδήποτε μαζί του. Η επιστολή του Αλεξάνδρου ανέφερε τα εξής: «Οι πρόγονοί σου εισέβαλαν στη Μακεδονία και την υπόλοιπη Ελλάδα και μας προξένησαν καταστροφές, χωρίς εμείς να τους έχουμε κάμει προηγουμένως κανένα κακό· εμένα οι Έλληνες με όρισαν για αρχηγό τους και εισέβαλα στην Ασία, επειδή ήθελα να τιμωρήσω τους Πέρσες, εφόσον εσείς πρώτοι αρχίσατε τις εχθροπραξίες. [2.14.5] Γιατί και τους Περινθίους βοηθήσατε, οι οποίοι αδικούσαν τον πατέρα μου, και στη Θράκη, που ήταν υπό την εξουσία μας, έστειλε ο Αρταξέρξης ο Ώχος στρατιωτικές δυνάμεις του. Ο πατέρας μου εκτελέσθηκε από συνωμότες, που εσείς υποκινήσατε, όπως άλλωστε οι ίδιοι καυχηθήκατε με επιστολές, τις οποίες στείλατε παντού· εσύ δολοφόνησες τον Αρσή μαζί με τον Βαγώα και κατέλαβες την εξουσία παράνομα και όχι σύμφωνα με τον περσικό νόμο, αδικώντας έτσι τους Πέρσες· [2.14.6] έστειλες ακόμα εχθρικά γράμματα εναντίον μου στους Έλληνες προτρέποντάς τους να με πολεμούν, καθώς και χρήματα στους Λακεδαιμονίους και σε μερικούς άλλους Έλληνες, τα οποία καμιά άλλη ελληνική πόλη, εκτός από τους Λακεδαιμονίους, δεν τα δέχθηκε. Επειδή λοιπόν οι απεσταλμένοι σου προσπάθησαν να διαφθείρουν με χρήματα τους φίλους μου και επειδή επιχείρησαν να διαλύσουν την ειρήνη που εγώ συνήψα με τους Έλληνες, εξεστράτευσα εναντίον σου, εφόσον πρώτος εσύ έδειξες εχθρική στάση απέναντί μου. [2.14.7] Επειδή νίκησα σε μάχη πρώτα τους στρατηγούς και τους σατράπες σου και τώρα νίκησα εσένα και τις στρατιωτικές δυνάμεις, που ήταν μαζί σου, και κατέχω τη χώρα σου, που μου χάρισαν οι θεοί, φροντίζω για όσους πολέμησαν μαζί σου και δεν σκοτώθηκαν στη μάχη, αλλά κατέφυγαν σε μένα· αυτοί με τη θέλησή τους μένουν κοντά μου και με τη θέλησή τους συνεκστρατεύουν μαζί μου. [2.14.8] Έλα λοιπόν σε μένα σαν να είμαι κύριος όλης της Ασίας. Αν πάλι φοβάσαι μήπως πάθεις κανένα κακό με τον ερχομό σου, στείλε μερικούς φίλους σου να πάρουν από μένα ένορκες διαβεβαιώσεις. Και όταν έρθεις σε μένα, ζήτησε και πάρε τη μητέρα, τη γυναίκα και τα παιδιά σου, καθώς και ό,τι άλλο θέλεις. Ό,τι με πείσεις να σου δώσω, θα είναι δικό σου. [2.14.9] Και στο μέλλον, κάθε φορά που στέλνεις ανθρώπους σου σε μένα, είναι σαν να τους στέλνεις στον βασιλιά της Ασίας· ούτε να μου στέλνεις επιστολές ως ίσος προς ίσον, αλλ᾽ αν χρειάζεσαι τίποτα, να απευθύνεσαι προς εμένα σαν να είμαι εγώ κύριος όλων των κτήσεών σου. Διαφορετικά θα αποφασίσω για σένα σαν να διαπράττεις αδίκημα. Αν όμως μου αμφισβητείς την εξουσία, στάσου και αγωνίσου ακόμη μαζί μου γι᾽ αυτήν και μη φεύγεις, γιατί θα σε καταδιώξω, όπου και αν πας».
[2.14.4] Πρὸς ταῦτα ἀντιγράφει Ἀλέξανδρος καὶ ξυμπέμπει τοῖς παρὰ Δαρείου ἐλθοῦσι Θέρσιππον, παραγγείλας τὴν ἐπιστολὴν δοῦναι Δαρείῳ, αὐτὸν δὲ μὴ διαλέγεσθαι ὑπὲρ μηδενός. ἡ δὲ ἐπιστολὴ ἡ Ἀλεξάνδρου ἔχει ὧδε· Οἱ ὑμέτεροι πρόγονοι ἐλθόντες εἰς Μακεδονίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην Ἑλλάδα κακῶς ἐποίησαν ἡμᾶς οὐδὲν προηδικημένοι· ἐγὼ δὲ τῶν Ἑλλήνων ἡγεμὼν κατασταθεὶς καὶ τιμωρήσασθαι βουλόμενος Πέρσας διέβην ἐς τὴν Ἀσίαν, ὑπαρξάντων ὑμῶν. [2.14.5] καὶ γὰρ Περινθίοις ἐβοηθήσατε, οἳ τὸν ἐμὸν πατέρα ἠδίκουν, καὶ εἰς Θρᾴκην, ἧς ἡμεῖς ἤρχομεν, δύναμιν ἔπεμψεν Ὦχος. τοῦ δὲ πατρὸς ἀποθανόντος ὑπὸ τῶν ἐπιβουλευσάντων, οὓς ὑμεῖς συνετάξατε, ὡς αὐτοὶ ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς πρὸς ἅπαντας ἐκομπάσατε, καὶ Ἀρσῆν ἀποκτείναντός σου μετὰ Βαγώου, καὶ τὴν ἀρχὴν κατασχόντος οὐ δικαίως οὐδὲ κατὰ τὸν Περσῶν νόμον, ἀλλὰ ἀδικοῦντος Πέρσας, [2.14.6] καὶ ὑπὲρ ἐμοῦ πρὸς τοὺς Ἕλληνας γράμματα οὐκ ἐπιτήδεια διαπέμποντος, ὅπως πρός με πολεμῶσι, καὶ χρήματα ἀποστέλλοντος πρὸς Λακεδαιμονίους καὶ ἄλλους τινὰς τῶν Ἑλλήνων, καὶ τῶν μὲν ἄλλων πόλεων οὐδεμιᾶς δεχομένης, Λακεδαιμονίων δὲ λαβόντων, καὶ τῶν παρὰ σοῦ πεμφθέντων τοὺς ἐμοὺς φίλους διαφθειράντων καὶ τὴν εἰρήνην, ἣν τοῖς Ἕλλησι κατεσκεύασα, διαλύειν ἐπιχειρούντων — ἐστράτευσα ἐπὶ σὲ ὑπάρξαντος σοῦ τῆς ἔχθρας. [2.14.7] ἐπεὶ δὲ μάχῃ νενίκηκα πρότερον μὲν τοὺς σοὺς στρατηγοὺς καὶ σατράπας, νῦν δὲ σὲ καὶ τὴν μετὰ σοῦ δύναμιν, καὶ τὴν χώραν ἔχω τῶν θεῶν μοι δόντων, ὅσοι τῶν μετὰ σοῦ παραταξαμένων μὴ ἐν τῇ μάχῃ ἀπέθανον, ἀλλὰ παρ᾽ ἐμὲ κατέφυγον, τούτων ἐπιμέλομαι καὶ οὐκ ἄκοντες παρ᾽ ἐμοί εἰσιν, ἀλλὰ αὐτοὶ ἑκόντες ξυστρατεύονται μετ᾽ ἐμοῦ. [2.14.8] ὡς οὖν ἐμοῦ τῆς Ἀσίας ἁπάσης κυρίου ὄντος ἧκε πρὸς ἐμέ. εἰ δὲ φοβῇ μὴ ἐλθὼν πάθῃς τι ἐξ ἐμοῦ ἄχαρι, πέμπε τινὰς τῶν φίλων τὰ πιστὰ ληψομένους. ἐλθὼν δὲ πρός με τὴν μητέρα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τοὺς παῖδας καὶ εἰ ἄλλο τι θέλεις αἴτει καὶ λάμβανε. ὅ τι γὰρ ἂν πείθῃς ἐμὲ ἔσται σοι. [2.14.9] καὶ τοῦ λοιποῦ ὅταν πέμπῃς παρ᾽ ἐμὲ, ὡς πρὸς βασιλέα τῆς Ἀσίας πέμπε, μηδὲ [ἃ] ἐξ ἴσου ἐπίστελλε, ἀλλ᾽ ὡς κυρίῳ ὄντι πάντων τῶν σῶν φράζε εἴ του δέῃ· εἰ δὲ μή, ἐγὼ βουλεύσομαι περὶ σοῦ ὡς ἀδικοῦντος. εἰ δ᾽ ἀντιλέγεις περὶ τῆς βασιλείας, ὑπομείνας ἔτι ἀγώνισαι περὶ αὐτῆς καὶ μὴ φεῦγε, ὡς ἐγὼ ἐπὶ σὲ πορεύσομαι οὗ ἂν ᾖς.
***
[2.14.1] Ενώ ο Αλέξανδρος βρισκόταν ακόμη στη Μάραθο, έφθασαν πρέσβεις από τον Δαρείο, για να του φέρουν επιστολή του και να τον παρακαλέσουν και οι ίδιοι προφορικά να απελευθερώσει για χάρη του βασιλιά τους τη μητέρα, τη γυναίκα και τα παιδιά του. [2.14.2] Στην επιστολή του ο Δαρείος έγραφε ότι ο Φίλιππος και ο Αρταξέρξης συνήψαν φιλία και συμμαχία και, όταν ανέβηκε στον θρόνο ο Αρσής, ο γιος του Αρταξέρξη, ο Φίλιππος πρώτος άρχισε μιαν άδικη επίθεση εναντίον του, χωρίς να του έχουν κάμει οι Πέρσες κανένα κακό. Και από τότε όμως που ανέβηκε ο ίδιος στον θρόνο της Περσίας, δεν του έστειλε ο Αλέξανδρος κάποιον πρεσβευτή του για να τον διαβεβαιώσει για την παλιά φιλία και συμμαχία τους, αλλά απεναντίας εισέβαλε με τον στρατό του στην Ασία και προξένησε πολλές συμφορές στους Πέρσες. [2.14.3] Για τον λόγο αυτόν ανέλαβε ο ίδιος να υπερασπιστεί τη χώρα του και να διασώσει την προγονική εξουσία. Η μάχη βέβαια κρίθηκε όπως θέλησε κάποιος από τους θεούς· αυτός όμως ζητούσε ως βασιλιάς από έναν άλλο βασιλιά τη γυναίκα, τη μητέρα και τα παιδιά του, που αιχμαλωτίστηκαν, και ήταν πρόθυμος να συνάψει φιλία με τον Αλέξανδρο και να γίνει σύμμαχός του. Για τον σκοπό αυτόν τον παρακαλούσε να του στείλει μαζί με τον Μενίσκο και τον Αρσίμα, που είχαν έρθει ως απεσταλμένοι των Περσών, όσους επρόκειτο να ανταλλάξουν τις ένορκες διαβεβαιώσεις ανάμεσα σε αυτόν και τον Αλέξανδρο.[2.14.4] Στην επιστολή του Δαρείου απάντησε ο Αλέξανδρος με δική του και έστειλε μαζί με τους απεσταλμένους του Δαρείου τον Θέρσιππο με την εντολή να την παραδώσει στον Δαρείο, αλλά να αποφύγει να συζητήσει ο ίδιος ο,τιδήποτε μαζί του. Η επιστολή του Αλεξάνδρου ανέφερε τα εξής: «Οι πρόγονοί σου εισέβαλαν στη Μακεδονία και την υπόλοιπη Ελλάδα και μας προξένησαν καταστροφές, χωρίς εμείς να τους έχουμε κάμει προηγουμένως κανένα κακό· εμένα οι Έλληνες με όρισαν για αρχηγό τους και εισέβαλα στην Ασία, επειδή ήθελα να τιμωρήσω τους Πέρσες, εφόσον εσείς πρώτοι αρχίσατε τις εχθροπραξίες. [2.14.5] Γιατί και τους Περινθίους βοηθήσατε, οι οποίοι αδικούσαν τον πατέρα μου, και στη Θράκη, που ήταν υπό την εξουσία μας, έστειλε ο Αρταξέρξης ο Ώχος στρατιωτικές δυνάμεις του. Ο πατέρας μου εκτελέσθηκε από συνωμότες, που εσείς υποκινήσατε, όπως άλλωστε οι ίδιοι καυχηθήκατε με επιστολές, τις οποίες στείλατε παντού· εσύ δολοφόνησες τον Αρσή μαζί με τον Βαγώα και κατέλαβες την εξουσία παράνομα και όχι σύμφωνα με τον περσικό νόμο, αδικώντας έτσι τους Πέρσες· [2.14.6] έστειλες ακόμα εχθρικά γράμματα εναντίον μου στους Έλληνες προτρέποντάς τους να με πολεμούν, καθώς και χρήματα στους Λακεδαιμονίους και σε μερικούς άλλους Έλληνες, τα οποία καμιά άλλη ελληνική πόλη, εκτός από τους Λακεδαιμονίους, δεν τα δέχθηκε. Επειδή λοιπόν οι απεσταλμένοι σου προσπάθησαν να διαφθείρουν με χρήματα τους φίλους μου και επειδή επιχείρησαν να διαλύσουν την ειρήνη που εγώ συνήψα με τους Έλληνες, εξεστράτευσα εναντίον σου, εφόσον πρώτος εσύ έδειξες εχθρική στάση απέναντί μου. [2.14.7] Επειδή νίκησα σε μάχη πρώτα τους στρατηγούς και τους σατράπες σου και τώρα νίκησα εσένα και τις στρατιωτικές δυνάμεις, που ήταν μαζί σου, και κατέχω τη χώρα σου, που μου χάρισαν οι θεοί, φροντίζω για όσους πολέμησαν μαζί σου και δεν σκοτώθηκαν στη μάχη, αλλά κατέφυγαν σε μένα· αυτοί με τη θέλησή τους μένουν κοντά μου και με τη θέλησή τους συνεκστρατεύουν μαζί μου. [2.14.8] Έλα λοιπόν σε μένα σαν να είμαι κύριος όλης της Ασίας. Αν πάλι φοβάσαι μήπως πάθεις κανένα κακό με τον ερχομό σου, στείλε μερικούς φίλους σου να πάρουν από μένα ένορκες διαβεβαιώσεις. Και όταν έρθεις σε μένα, ζήτησε και πάρε τη μητέρα, τη γυναίκα και τα παιδιά σου, καθώς και ό,τι άλλο θέλεις. Ό,τι με πείσεις να σου δώσω, θα είναι δικό σου. [2.14.9] Και στο μέλλον, κάθε φορά που στέλνεις ανθρώπους σου σε μένα, είναι σαν να τους στέλνεις στον βασιλιά της Ασίας· ούτε να μου στέλνεις επιστολές ως ίσος προς ίσον, αλλ᾽ αν χρειάζεσαι τίποτα, να απευθύνεσαι προς εμένα σαν να είμαι εγώ κύριος όλων των κτήσεών σου. Διαφορετικά θα αποφασίσω για σένα σαν να διαπράττεις αδίκημα. Αν όμως μου αμφισβητείς την εξουσία, στάσου και αγωνίσου ακόμη μαζί μου γι᾽ αυτήν και μη φεύγεις, γιατί θα σε καταδιώξω, όπου και αν πας».
Κυριακή 27 Ιουνίου 2021
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Ἠλέκτρα (121-152)
ΧΟΡΟΣ
ΧΟΡΟΣ
Κόρη, πανάθλιας κόρη μητέρας,
έτσι θα σκούζεις αχόρταγα πάντα
του πατέρα σου, Ηλέκτρα; το θρήνο,
που τώρα και τόσον καιρό
άθεα η άπιστη τύλιξε η μάνα σου
στα δολερά της πλεμάτια
και σε κακά τον παράδωσε χέρια;
που είθε —αν αυτή μού επιτρέπεται η ευχή—
είθε, όποιος τα ᾽φερε αυτά, να χαθεί.
ΗΛΕ. Αρχοντοκόρες καλές μου,
έρχεστε παρηγοριά στα δεινά μου να φέρετε·
130 ξέρω, το νιώθω και δε με γελά
η προαίρεση αυτή σας· μα εγώ
να παρατήσω τους θρήνους
του αθλίου μου πατέρα δε θέλω.
Μα ω σεις, που μ᾽ αντιχαρίζετε
την κάθεν αγάπη σας,
αφήστ᾽ αχ αφήστε με, σας ικετεύω,
έτσι έξω φρενών να ξεδίνω.
ΧΟΡ. Μ᾽ αχ, απ᾽ τον Άδη —την παντοδόχα τη λίμνη—
πίσω ποτέ τον πατέρα σου δε θα τον φέρεις
ούτε με κλάψες ούτε με δέησες·
140 κι έξω από καθετί μέτρο σε ανώφελους
πόνους περνάς τη ζωή σου και φθείρεσαι
δίχως, μ᾽ αυτά, στα δεινά σου καμιά
να μπορεί να βρεθεί απαλλαγή.
Γιατί να βρίσκεις χαρά στ᾽ ανυπόφερτα;
ΗΛΕ. Αναίσθητος όποιος ξεχνά
τους γονιούς του, που μ᾽ άδικο θάνατο πήγαν.
Μα εγώ από καρδιάς μου ζηλεύω
τη γογγύχτρ᾽ αηδόνα
που όλο τον Ίτυ, τον Ίτυ της μύρεται,
η πλανταγμένη μηνύτρα της άνοιξης.
Ω και συ απ᾽ όλους πιο δύστυχη Νιόβη,
150 εγώ όμως θεό σε νομίζω,
γιατί απ᾽ τον πέτρινο τάφο σου μέσα
πάντα σου, αλίμονο, δάκρυα σταλάζεις.
ὦ παῖ, παῖ δυστανοτάτας [στρ. α]
Ἠλέκτρα ματρός, τίν᾽ ἀεὶ
τάκεις ὧδ᾽ ἀκόρεστον οἰμωγὰν
τὸν πάλαι ἐκ δολερᾶς ἀθεώτατα
125 ματρὸς ἁλόντ᾽ ἀπάταις Ἀγαμέμνονα
κακᾷ τε χειρὶ πρόδοτον; ὡς ὁ τάδε πορὼν
ὄλοιτ᾽, εἴ μοι θέμις τάδ᾽ αὐδᾶν.
ΗΛ. ὦ γενέθλα γενναίων,
130 ἥκετ᾽ ἐμῶν καμάτων παραμύθιον·
οἶδά τε καὶ ξυνίημι τάδ᾽, οὔ τί με
φυγγάνει, οὐδ᾽ ἐθέλω προλιπεῖν τόδε,
μὴ οὐ τὸν ἐμὸν στενάχειν πατέρ᾽ ἄθλιον.
ἀλλ᾽, ὦ παντοί-
ας φιλότητος ἀμειβόμεναι χάριν,
135 ἐᾶτέ μ᾽ ὧδ᾽ ἀλύειν,
αἰαῖ, ἱκνοῦμαι.
ΧΟ. ἀλλ᾽ οὔτοι τόν γ᾽ ἐξ Ἀΐδα [ἀντ. α]
παγκοίνου λίμνας πατέρ᾽ ἀν-
στάσεις οὔτε γόοις οὔτε λιταῖσιν·
140 ἀλλ᾽ ἀπὸ τῶν μετρίων ἐπ᾽ ἀμήχανον
ἄλγος ἀεὶ στενάχουσα διόλλυσαι,
ἐν οἷς ἀνάλυσίς ἐστιν οὐδεμία κακῶν.
τί μοι τῶν δυσφόρων ἐφίῃ;
145 ΗΛ. νήπιος ὃς τῶν οἰκτρῶς
οἰχομένων γονέων ἐπιλάθεται.
ἀλλ᾽ ἐμέ γ᾽ ἁ στονόεσσ᾽ ἄραρεν φρένας,
ἃ Ἴτυν, αἰὲν Ἴτυν ὀλοφύρεται,
ὄρνις ἀτυζομένα, Διὸς ἄγγελος.
ἰὼ παντλά-
150 μων Νιόβα, σὲ δ᾽ ἔγωγε νέμω θεόν,
ἅτ᾽ ἐν τάφῳ πετραίῳ,
αἰαῖ, δακρύεις.
Ἠλέκτρα ματρός, τίν᾽ ἀεὶ
τάκεις ὧδ᾽ ἀκόρεστον οἰμωγὰν
τὸν πάλαι ἐκ δολερᾶς ἀθεώτατα
125 ματρὸς ἁλόντ᾽ ἀπάταις Ἀγαμέμνονα
κακᾷ τε χειρὶ πρόδοτον; ὡς ὁ τάδε πορὼν
ὄλοιτ᾽, εἴ μοι θέμις τάδ᾽ αὐδᾶν.
ΗΛ. ὦ γενέθλα γενναίων,
130 ἥκετ᾽ ἐμῶν καμάτων παραμύθιον·
οἶδά τε καὶ ξυνίημι τάδ᾽, οὔ τί με
φυγγάνει, οὐδ᾽ ἐθέλω προλιπεῖν τόδε,
μὴ οὐ τὸν ἐμὸν στενάχειν πατέρ᾽ ἄθλιον.
ἀλλ᾽, ὦ παντοί-
ας φιλότητος ἀμειβόμεναι χάριν,
135 ἐᾶτέ μ᾽ ὧδ᾽ ἀλύειν,
αἰαῖ, ἱκνοῦμαι.
ΧΟ. ἀλλ᾽ οὔτοι τόν γ᾽ ἐξ Ἀΐδα [ἀντ. α]
παγκοίνου λίμνας πατέρ᾽ ἀν-
στάσεις οὔτε γόοις οὔτε λιταῖσιν·
140 ἀλλ᾽ ἀπὸ τῶν μετρίων ἐπ᾽ ἀμήχανον
ἄλγος ἀεὶ στενάχουσα διόλλυσαι,
ἐν οἷς ἀνάλυσίς ἐστιν οὐδεμία κακῶν.
τί μοι τῶν δυσφόρων ἐφίῃ;
145 ΗΛ. νήπιος ὃς τῶν οἰκτρῶς
οἰχομένων γονέων ἐπιλάθεται.
ἀλλ᾽ ἐμέ γ᾽ ἁ στονόεσσ᾽ ἄραρεν φρένας,
ἃ Ἴτυν, αἰὲν Ἴτυν ὀλοφύρεται,
ὄρνις ἀτυζομένα, Διὸς ἄγγελος.
ἰὼ παντλά-
150 μων Νιόβα, σὲ δ᾽ ἔγωγε νέμω θεόν,
ἅτ᾽ ἐν τάφῳ πετραίῳ,
αἰαῖ, δακρύεις.
***
ΚΟΜΜΟΣ ΧΟΡΟΥ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΑΣΧΟΡΟΣ
Κόρη, πανάθλιας κόρη μητέρας,
έτσι θα σκούζεις αχόρταγα πάντα
του πατέρα σου, Ηλέκτρα; το θρήνο,
που τώρα και τόσον καιρό
άθεα η άπιστη τύλιξε η μάνα σου
στα δολερά της πλεμάτια
και σε κακά τον παράδωσε χέρια;
που είθε —αν αυτή μού επιτρέπεται η ευχή—
είθε, όποιος τα ᾽φερε αυτά, να χαθεί.
ΗΛΕ. Αρχοντοκόρες καλές μου,
έρχεστε παρηγοριά στα δεινά μου να φέρετε·
130 ξέρω, το νιώθω και δε με γελά
η προαίρεση αυτή σας· μα εγώ
να παρατήσω τους θρήνους
του αθλίου μου πατέρα δε θέλω.
Μα ω σεις, που μ᾽ αντιχαρίζετε
την κάθεν αγάπη σας,
αφήστ᾽ αχ αφήστε με, σας ικετεύω,
έτσι έξω φρενών να ξεδίνω.
ΧΟΡ. Μ᾽ αχ, απ᾽ τον Άδη —την παντοδόχα τη λίμνη—
πίσω ποτέ τον πατέρα σου δε θα τον φέρεις
ούτε με κλάψες ούτε με δέησες·
140 κι έξω από καθετί μέτρο σε ανώφελους
πόνους περνάς τη ζωή σου και φθείρεσαι
δίχως, μ᾽ αυτά, στα δεινά σου καμιά
να μπορεί να βρεθεί απαλλαγή.
Γιατί να βρίσκεις χαρά στ᾽ ανυπόφερτα;
ΗΛΕ. Αναίσθητος όποιος ξεχνά
τους γονιούς του, που μ᾽ άδικο θάνατο πήγαν.
Μα εγώ από καρδιάς μου ζηλεύω
τη γογγύχτρ᾽ αηδόνα
που όλο τον Ίτυ, τον Ίτυ της μύρεται,
η πλανταγμένη μηνύτρα της άνοιξης.
Ω και συ απ᾽ όλους πιο δύστυχη Νιόβη,
150 εγώ όμως θεό σε νομίζω,
γιατί απ᾽ τον πέτρινο τάφο σου μέσα
πάντα σου, αλίμονο, δάκρυα σταλάζεις.
Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία: 4. Αλεξανδρινή ή Ελληνιστική εποχή (323-31 π.Χ.)
4.5.Γ. Φιλοσοφία
Σημαντικότερο πνευματικό κέντρο στάθηκε αναμφίβολα στην Ελληνιστική εποχή η Αλεξάνδρεια· όμως για τη φιλοσοφία παγκόσμιο κέντρο έμεινε η Αθήνα, όπου όχι μόνο συνέχισαν να λειτουργούν η Ακαδημία και το Λύκειο αλλά ιδρύθηκαν και νέες σχολές. Η ολοκληρωμένη έκθεση των φιλοσοφικών θεωριών δεν είναι έργο της Γραμματολογίας, που περιορίζεται σε μια γενική παρουσίαση των σχολών, των σπουδαιότερων εκπροσώπων τους και του συγγραφικού τους έργου.[1]
Η Ακαδημία συνέχισε την πλατωνική παράδοση, δίνοντας βαρύτητα στις ιδέες και στους ιδεατούς αριθμούς περισσότερο παρά στον πραγματικό κόσμο. Παράλληλα, οι φιλόσοφοι της Ακαδημίας ήρθε στιγμή να επιστρέψουν στη σωκρατική παράδοση, εστιάζοντας τα ενδιαφέροντά τους στην ηθική, αλλά και αμφισβητώντας ακόμα και τη δυνατότητα της αληθινής γνώσης. Για να περιγράψουν την εξέλιξη της ακαδημαϊκής σκέψης, οι ιστορικοί της φιλοσοφίας ξεχώρισαν μετά την Παλαιά Ακαδημία (του Πλάτωνα), δύο ακόμα φάσεις: τη Μέση και τη Νέα Ακαδημία.
Σημαντικός μετά τον Σπεύσιππο και τον Ξενοκράτη σχολάρχης της Ακαδημίας (314-270 π.Χ.) στάθηκε ο Πολέμων ο Αθηναίος, που υποστήριξε ότι στη συμπεριφορά του ανθρώπου η αρετή πρέπει να συμβαδίζει με τη φύση. Έγραψε αρκετά, μας πληροφορεί ο Διογένης Λαέρτιος,[2] αλλά έμειναν ανέκδοτα και χάθηκαν με την καταστροφή της Ακαδημίας.
Μαθητής του Πολέμωνα, και διάδοχός του στη διεύθυνση της Ακαδημίας, ο Κράτης ο Αθηναίος, που «άφησε πίσω του βιβλία (άλλα φιλοσοφικά, άλλα για την κωμωδία, άλλα με ομιλίες δημόσιες και πρεσβευτικές) αλλά και μαθητές αξιόλογους, ανάμεσά τους τον Αρκεσίλαο…» (Διογένης Λαέρτιος 4.23).
Ο Αρκεσίλαος από τη μικρασιατική Πιτάνη (316-242 π.Χ.), μαθητής του περιπατητικού Θεόφραστου αλλά και του Πολέμωνα και του Κράτη, σηματοδότησε τη στροφή από την Παλαιά στη Μέση Ακαδημία. Συγκεκριμένα, αντιδρώντας στον δογματισμό των Στωικών, ο Αρκεσίλαος ξαναγύρισε στους σωκρατικούς διαλεκτικούς τρόπους: πρόβαλλε επιχειρήματα ενισχύοντας ή αναιρώντας κάθε θέση χωρίς να καταλήγει πουθενά. Μόνη σωστή στάση ήταν κατά τη γνώμη του η ἐποχή, όπως την εδίδασκε ο Πύρρων, δηλαδή η αναστολή κάθε οριστικής κρίσης - και γι᾽ αυτό δεν έγραψε τίποτα!
Για τον ίδιο λόγο, πιστεύοντας στην ἐποχή, δεν άφησε συγγραφικό έργο και ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της Μέσης Ακαδημίας, ο Καρνεάδης από την Κυρήνη (214-129 π.Χ.), άνθρωπος φιλόπονος με σημαντικά ρητορικά προσόντα, που ως αποσταλμένος στη Ρώμη[3] είχε αγορεύσει τη μια μέρα υπέρ και την άλλη εναντίον της δικαιοσύνης. Ωστόσο, αν και πίστευε πως κάθε σταθερή θέση είναι άσκοπη, γιατί δεν υπάρχει οριστικό κριτήριο της αλήθειας, πάλι δίδασκε ότι μπορεί κανείς μελετώντας τις πιθανότητες να αποφύγει τα μεγάλα λάθη.
Η στροφή προς τη Νέα Ακαδημία σημειώθηκε μετά την καταστροφή της σχολής, της βιβλιοθήκης και του αρχείου της από τον Σύλλα (84 π.Χ.), όταν επικεφαλής ήταν ο Αντίοχος από την Ασκάλωνα της Συρίας. Ως φιλόσοφος ο Αντίοχος μπορεί και πρέπει να χαρακτηριστεί εκλεκτικός, καθώς η διδασκαλία του βασίστηκε σε θέματα όπου οι ακαδημαϊκοί, οι περιπατητικοί και οι στωικοί φιλόσοφοι σε γενικές γραμμές συμφωνούσαν. Ο εκλεκτισμός του μεταδόθηκε και στον διασημότερο μαθητή του, τον Κικέρωνα, που παρακολούθησε μαθήματά του όταν επισκέφτηκε την Αθήνα, το 77 π.Χ.
Από τα έργα των παραπάνω διαδόχων του Πλάτωνα σώζονται μόνο περιορισμένα αποσπάσματα και πληροφορίες.
Το Λύκειο συνέχισε την περιπατητική φιλοσοφική παράδοση του ιδρυτή του, τον εμπειρισμό και την καλλιέργεια των επιμέρους επιστημών. Ενώ όμως το διδακτικό και ερευνητικό έργο εξακολούθησε για αιώνες σε αυτό το πραγματικό παν-επιστήμιο, η φιλοσοφική θεωρία του Αριστοτέλη παραμελήθηκε και τα συγγράμματά του, εξαιρώντας κάποιους εξωτερικούς διάλογους, έμεναν άγνωστα. Σταθμό και ανανέωση της περιπατητικής φιλοσοφίας αποτέλεσε, τον 1ο π.Χ. αιώνα, η ανεύρεση και η έκδοση των έργων του Αριστοτέλη από τον τότε επικεφαλής του Λυκείου, τον Ανδρόνικο από τη Ρόδο.
Μαθητής του Αριστοτέλη ο Εύδημος (4ος/3ος π.Χ. αι.) γύρισε, μετά τον θάνατο του δασκάλου του, στην πατρίδα του τη Ρόδο, όπου ίδρυσε δική του σχολή. Όπως ο Θεόφραστος, έτσι και ο Εύδημος έμεινε πιστός στην αριστοτελική διδασκαλία. Από τα πολλά του λογικά, μαθηματικά, αστρονομικά κ.ά. έργα πιο γνωστά μάς είναι τα Φυσικά, όπου με ελάχιστες παραλλαγές επαναλάβαινε και διευκρίνιζε το ομώνυμο έργο του Αριστοτέλη.
Μαθητής του Αριστοτέλη ήταν και ο Δημήτριος ο Φαληρέας (4ος/3ος π.Χ. αι.), ρήτορας, πολιτικός και νομοθέτης, που ως εκπρόσωπος του Κασσάνδρου κυβέρνησε για δέκα χρόνια την Αθήνα και θέλησε, ως ένα σημείο και πέτυχε, να επιβάλει στους Αθηναίους τις περιπατητικές ηθικές και πολιτικές αρχές. Αντίστοιχα, στο μεγάλο πλήθος των έργων του περιλαμβάνονταν διατριβές Περὶ νόμων, Περὶ τῆς δεκαετίας, Περὶ δημαγωγίας, Περὶ ῥητορικῆς κ.ά.π.
Ο Στράτων από τη Λάμψακο ήταν για πολλά χρόνια δάσκαλος του Πτολεμαίου Β' πριν διαδεχτεί τον Θεόφραστο στη διεύθυνση του Λυκείου (287 π.Χ.). Από τα πολλά και ποικίλα έργα που παραδίδεται ότι έγραψε πιο γνωστές ήταν οι διατριβές του σε θέματα κοσμολογίας και φυσικής, ίσως γιατί σε αυτές δε δίστασε να διαφωνήσει με τον Αριστοτέλη.
Ο Κριτόλαος από τη μικρασιατική Φάσηλη ήταν διευθυντής του Λυκείου από το 180 ως το 170 π.Χ. Αξιοσημείωτη ήταν η τάση του να υποτιμά τους πολιτικούς ρήτορες και γενικά τη ρητορική, που τη θεωρούσε «περισσότερο κακοτεχνία παρά τέχνη». Αξία είχαν γι᾽ αυτόν οι θεωρητικοί φιλόσοφοι ως διδάσκαλοι κάθε αρετής.
Από τα έργα των μετά τον Θεόφραστο περιπατητικών φιλοσόφων της Ελληνιστικής εποχής δε σώζονται παρά περιορισμένα αποσπάσματα και πληροφορίες.
ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ (341-271 π.Χ.)[4]
Λάθε βιώσας.[5]
Γεννήθηκε στη Σάμο από Αθηναίους γονείς, αλλά αργότερα μετακόμισε με την οικογένειά του στην Κολοφώνα. Κατά την παράδοση μαθήτεψε στον Ναυσιφάνη, οπαδό του Δημόκριτου, και στον Πάμφιλο, οπαδό του Πλάτωνα. Νέος έζησε στη Μυτιλήνη και στη Λάμψακο, όπου ίδρυσε και την πρώτη του σχολή. Τριάντα πέντε χρονών πήγε στην Αθήνα, αγόρασε ένα σπιτάκι με κήπο στην περιφέρεια της πόλης και εγκατάστησε τη σχολή του, τον Κήπο, περισσότερο μια φιλική κοινότητα όπου μπορούσε ο καθένας να έρθει να συμφιλοσοφήσει παρά σχολή με τη συνηθισμένη έννοια. Η διδασκαλία του είχε επιτυχία, γιατί ανταποκρινόταν στις ανάγκες των ανθρώπων της εποχής και γιατί ο ίδιος με την προσωπικότητα και τον τρόπο ζωής του αποτελούσε ζωντανό παράδειγμα ατάραχου και ευτυχισμένου ανθρώπου: μάρτυρες «η ευγνωμοσύνη στους γονείς του, η συμπαράσταση στους αδελφούς του, η καλοσύνη του στους υποτακτικούς, γενικά η φιλάνθρωπη στάση του απέναντι σε όλους. Δεν περιγράφονται με λόγια η ευσέβειά του προς τους θεούς και η φιλοπατρία του» (Διογένης Λαέρτιος 10.10).
Ο Επίκουρος πίστευε ότι σκοπός της φιλοσοφίας δεν είναι να προσφέρει γνώσεις και ικανότητες, αλλά να κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους. Έτσι η στάση του ήταν αρνητική απέναντι στη ρητορική, τη λογική, τα μαθηματικά και τα άλλα νοητικά πεδία, καθώς μεγαλύτερη αξία από τον νου είχαν, πίστευε, οι αισθήσεις. Θετικές έννοιες στη διδασκαλία του ήταν η αυτάρκεια, που χαρίζει ελευθερία, η φιλία, που συμβάλλει στην ασφάλεια, η φρόνηση, η ψυχική αταραξία, πάνω απ᾽ όλα η ηδονή, σε αντίθεση με τον πόνο, τον φόβο, τη λύπη και τη στέρηση. Την ηδονή ο Επίκουρος τη θεωρούσε σύδδετη με την ανθρώπινη φύση και δεν την ξεχώριζε από την αρετή. Χαρακτηριστική και η διδασκαλία του για τον θάνατο, που δεν πρέπει, έλεγε, καθόλου να τον φοβόμαστε, γιατί «όσο υπάρχουμε εμείς δεν είναι παρών ο θάνατος, και όταν είναι παρών ο θάνατος, δεν υπάρχουμε εμείς» (Διογένης Λαέρτιος 10.125).
Το συγγραφικό έργο του Επίκουρου ήταν τεράστιο: πάνω από 40 διατριβές, ανάμεσά τους μία Περὶ Φύσεως σε 37 βιβλία. Στα χέρια μας έφτασαν (α) το έργο Κύριαι δόξαι, όπου είχαν καταγραφεί για διδακτική χρήση, καλοδιατυπωμένες σε απλό λόγο, ορισμένες βασικές του θέσεις,[6] (β) η διαθήκη του, και (γ) τρεις επιστολές - σημαντικές, καθώς στη μία εκθέτει συμπυκνωμένες τις απόψεις του για τη φυσική, στην άλλη για τα ουράνια φαινόμενα, και στην τρίτη για την ηθική. Πληροφορίες για τη διδασκαλία και αποσπάσματα από έργα του Επίκουρου μας διασώζουν πλήθος ακόμα πηγές, π.χ. οι καρβουνιασμένοι πάπυροι της έπαυλης του Πίσωνα στο Ηράκλειο, κοντά στην Πομπηία, που όταν διαβάζονται μας αποκαλύπτουν κομμάτια από τα συγγράμματα του Φιλόδημου.[7]
Διάδοχοι του Επίκουρου υπήρξαν πολλοί, η σχολή του κρατήθηκε ζωντανή ως και τον 1ο π.Χ. αιώνα, και η διδασκαλία του πολύ περισσότερο. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η διάδοση της επικούρειας φιλοσοφίας στη Ρώμη, όπου ανάμεσα στους φίλους και οπαδούς της συγκαταλέγονταν προσωπικότητες όπως ο Οράτιος, ο Σενέκας, ο Λουκρήτιος πάνω απ᾽ όλους, που το έργο του Για τη φύση των πραγμάτων (De rerum natura) αποτελεί ολοκληρωμένη έκθεση της φυσικής θεωρίας του Επίκουρου.
Ανταγωνιστική, ναι και εχθρική, προς τον Κήπο στάθηκε η δεύτερη φιλοσοφική σχολή που ιδρύθηκε και άκμασε στα ελληνιστικά χρόνια, η Στοά. Η εξαιρετικά μεγάλη της διάρκεια και οι μεταλλαγές της οδήγησαν τους ιστορικούς της φιλοσοφίας να ξεχωρίζουν, όπως και στην περίπτωση της Ακαδημίας, τρεις φάσεις: την Αρχαία και τη Μέση Στοά στην Ελληνιστική εποχή, και τη Νέα Στοά στους ρωμαϊκούς χρόνους.[8]
ΖΗΝΩΝ (332-261 π.Χ.)
Γεννήθηκε στο Κίτιο της Κύπρου, αλλά η καταγωγή του ήταν από τη Φοινίκη. Είκοσι χρονών βρέθηκε στην Αθήνα, όπου για δέκα χρόνια μαθήτεψε στον Κράτη τον κυνικό, στον Στίλπωνα τον μεγαρικό και στον Πολέμωνα της Ακαδημίας. Στα τριάντα του άρχισε να δίνει ο ίδιος μαθήματα στην Ποικίλη στοά,[9] απ᾽ όπου πήρε και το όνομά της η σχολή του. Η διδασκαλία του είχε εξαρχής μεγάλη επιτυχία και συγκέντρωνε πολλούς και σημαντικούς μαθητές. Οι Αθηναίοι τον στεφάνωσαν όσο ζούσε, και όταν πέθανε του παραχώρησαν, αν και ήταν ξένος, δημόσιο τάφο στον Κεραμεικό - για να ξέρουν όλοι, έγραφε το ψήφισμα, ότι ὁ δῆμος τῶν Ἀθηναίων τοὺς ἀγαθοὺς καὶ ζῶντας τιμᾷ καὶ τελευτήσαντας (Διογένης Λαέρτιος 7.12). Η φιλοσοφία του είχε δεχτεί έντονες επιδράσεις, αλλά αυτό δεν την εμπόδισε να διαφέρει σημαντικά τόσο από τα κλασικά συστήματα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη όσο και από τη σύγχρονη διδασκαλία του Επίκουρου και των σκεπτικών. Δική του ήταν η διαίρεση της φιλοσοφίας σε (α) Λογική, με περιεχόμενο τη γνωσιολογία, τη γραμματική, τη ρητορική και τη λογική, (β) Φυσική, με περιεχόμενο την οντολογία, την κοσμολογία, την ψυχολογία και τη θεολογία, και (γ) Ηθική, όπου έδινε και το μεγαλύτερο βάρος. Στόχος της φιλοσοφίας ήταν (τι άλλο;) η ευδαιμονία, με απαραίτητη προϋπόθεση την αρετή. Μια γνώμη του δείχνει πόσο η σκέψη του ήταν συνταιριασμένη με τις τάσεις της εποχής: «Μη ζούμε οργανωμένοι χώρια σε πόλεις και σε δήμους, έχοντας καθορίσει δικά μας κάθε τόπος δίκαια, αλλά όλους τους ανθρώπους να τους θεωρούμε συνδημότες και συμπολίτες· ένας να είναι ο τρόπος της ζωής και μία η τάξη, όπως σε ένα κοπάδι που συμβόσκει και συντρέφεται ολόκληρο με τον ίδιο κανονισμό.»[10]
Στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνονταν, εκτός από τις φιλοσοφικές του διατριβές Περὶ τοῦ κατὰ φύσιν βίου, Περὶ παθῶν κλπ., και έργα φιλολογικά: Περὶ λέξεων, Περὶ ποιητικῆς ἀκροάσεως και πέντε βιβλία Ὁμηρικῶν προβλημάτων - όλα, εκτός από ελάχιστα αποσπάσματα, χαμένα.
Το Ζήνωνα διαδέχτηκε στη Στοά ο Κλεάνθης από την Άσσο της Τρωάδας (330-232 π.Χ.). Στην Αθήνα είχε έρθει ως φτωχός πυγμάχος, αλλά ενθουσιάστηκε με τη διδασκαλία του Ζήνωνα τόσο ώστε τη νύχτα να δουλεύει στα περιβόλια και την ημέρα να σπουδάζει. Ως επικεφαλής της σχολής ἐφιλοσόφησε γενναιότατα: έμεινε πιστός στις θεωρίες του δασκάλου του, έγραψε πλήθος βιβλία να τις στηρίξει και να τις συμπληρώσει, ανάπτυξε τη στωική θεολογία και σύνθεσε έναν τεχνικά άρτιο και φιλοσοφικά μεστό Ύμνο στον Δία, που μας σώζεται. Ωστόσο, στα χρόνια του η στωική φιλοσοφία αμφισβητήθηκε από πολλές πλευρές και η σχολή ίσως να είχε διαλυθεί, αν δεν τύχαινε ο επόμενος σχολάρχης της, ο Χρύσιππος, να αποδειχτεί τόσο δυναμικός και αξιόλογος.
ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ (περ. 280-205 π.Χ.)
Εἰ μὴ γὰρ ἦν Χρύσιππος, οὐκ ἂν ἦν στοά.[11]
Διογένης Λαέρτιος 7.183
Καταγόταν από τους Σόλους της Κιλικίας. Νέος ήρθε στην Αθήνα και αρχικά σπούδασε στην Ακαδημία. Αργότερα προσχώρησε στον στωικισμό και αναδείχτηκε, σε δύσκολους καιρούς, ικανός σχολάρχης και σωτήρας της Στοάς. Άνθρωπος «ευφυής και απότομος τσακώθηκε με τον Ζήνωνα, αλλά και με τον Κλεάνθη. Στον τελευταίο έλεγε συχνά ότι του φτάνει να διδάσκεται τα δόγματα· τις αποδείξεις θα τις βρει μονάχος» (Διογένης Λαέρτιος 7.179). Πραγματικά, η διαλεκτική άνεση που είχε αποχτήσει στην Ακαδημία και οι συλλογιστικές του ικανότητες τον βοήθησαν πρώτος αυτός να συστηματοποιήσει τη στωική διδασκαλία και να τη στηρίξει σε στέριες ορθολογικές βάσεις.
Η παράδοση του αποδίδει πάνω από 700 διατριβές, που αφορούσαν όλα σχεδόν τα πεδία της φιλοσοφίας. Έτσι, δεν απορούμε όταν μαθαίνουμε ότι τα συγγράμματά του ήταν συνθεμένα ανέμελα, γεμάτα επαναλήψεις, παλινωδίες και παραθέματα από άλλους συγγραφείς.
Η στροφή της Αρχαίας προς τη Μέση Στοά πραγματοποιήθηκε με τον Παναίτιο από τη Ρόδο (περ. 185-109 π.Χ.). Πριν ενταχτεί στη Στοά, ο Παναίτιος είχε μαθητέψει στον Κράτη, τον άξιο φιλόλογο της Περγάμου. Έζησε στη Ρόδο, όπου ήταν ιερέας του Ποσειδώνα, στη Ρώμη, όπου συντρόφεψε με τον Σκιπίωνα Αιμιλιανό, και στην Αθήνα, όπου τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του ως επικεφαλής της Στοάς προσέλκυσε και δίδαξε πλήθος αξιόλογους μαθητές. Η φιλοσοφία του, λιγότερο αυστηρή από των προκατόχων του, αποδεχόταν ορισμένες από τις προτάσεις της Ακαδημίας και του Περιπάτου· και σε θέματα ηθικής η διδασκαλία του ήταν προσαρμοσμένη στα ιδανικά των (ρωμαίων) πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών. Τα συγγράμματα του Παναίτιου έχουν χαθεί· όμως το έργο του Κικέρωνα De officiis ακολουθεί σε πολλά τη δική του ομότιτλη διατριβή Περὶ τοῦ καθήκοντος.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΟΣ (περ. 135-50 π.Χ.)
Ο Ποσειδώνιος από την Απάμεια της Συρίας ήταν μαθητής του Παναίτιου. Για πολλά χρόνια ταξίδεψε στην Ιταλία, τη Σικελία, τη Σαρδηνία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, τη Γαλατία και τη Βόρεια Αφρική, ώσπου τελικά εγκαταστάθηκε και δίδαξε στη Ρόδο, όπου παρακολούθησαν για λίγο τα μαθήματά του και αναγνώρισαν την αξία του πρώτα ο Κικέρωνας (77 π.Χ.), αργότερα και ο Πομπήιος (66 και 62 π.Χ.).[12]
Τα ενδιαφέροντα, αντίστοιχα και τα συγγράμματα, του Ποσειδώνιου δεν περιορίζονταν στην ηθική, τη λογική και τα άλλα καθαυτό φιλοσοφικά πεδία, αλλά επεκτείνονταν και στη θεολογία, την κοσμολογία, την αστρονομία, τη φυσιογνωσία, τη γεωγραφία, την εθνογραφία και την ιστορία. Στο τελευταίο αυτό πεδίο ο Ποσειδώνιος αποφάσισε να συνεχίσει το ιστορικό έργο του Πολύβιου και έγραψε τη Μετὰ Πολύβιον ἱστορίην σε 56 βιβλία, καλύπτοντας τα χρόνια από το 146 ως το 88 π.Χ.
Το πλάτος των ενδιαφερόντων και η ανθρωπολογική πολυμάθεια του Ποσειδώνιου τον βοήθησαν να διαμορφώσει ένα φιλοσοφικό σύστημα οικουμενικό, ταιριαστό με την ιστορική εικόνα της εποχής, όπου η ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατείχε και καθόριζε τα πάντα. Ενιαίο και ταχτικό το σύμπαν του Ποσειδώνιου περιλάβαινε τους θεούς, τους ανθρώπους και τον φυσικό κόσμο, όλα σε αρμονική συνύπαρξη και συνεργασία, δεμένα με αυτό που οι στωικοί ονόμαζαν συμπάθειαν.
Από τα πάμπολλα έργα του Ποσειδώνιου δε μας σώθηκε κανένα. Μόνο πληροφορίες έχουμε, κάποια παραθέματα και αναφορές, που δείχνουν τη μεγάλη του επίδραση στους μεταγενέστερους στοχαστές, Έλληνες και Ρωμαίους.
Τα έργα του Ποσειδώνιου δεν ήταν τα μόνα που χάθηκαν. Αν εξαιρέσουμε τον Ύμνο στον Δία του Κλεάνθη, από την πλούσια παραγωγή της Αρχαίας και τη Μέσης Στοάς κανένα έργο δε μας έχει σωθεί. Παράξενο, γιατί οι έμμεσες αναφορές και πληροφορίες δείχνουν πως η στωική διδασκαλία είχε μεγάλη απήχηση στη σκέψη όχι μόνο της Ελληνιστικής εποχής αλλά και των αιώνων που ακολούθησαν.
Η τρίτη φιλοσοφική κατεύθυνση που αναπτύχτηκε στα αλεξανδρινά χρόνια, η Σκέψις, δεν οργανώθηκε σε σχολή με την κυριολεκτική έννοια, αλλά βασίστηκε στην προφορική διδασκαλία του Πύρρωνα, όπως διαμορφώθηκε και συμπληρώθηκε από τους μαθητές του.
ΠΥΡΡΩΝ (περ. 360-270 π.Χ.)
Παντὶ λόγῳ λόγος ἀντίκειται.[13]
Διογένης Λαέρτιος 9.74
Γεννήθηκε στην Ηλεία και κατά την παράδοση ακολούθησε τον Μεγαλέξανδρο στην εκστρατεία του ως τις Ινδίες, όπου γνώρισε τη φιλοσοφία των Γυμνοσοφιστών και των Μάγων. Βέβαιο είναι μόνο ότι για πολλά χρόνια έζησε φτωχός και τιμημένος στην πατρίδα του ως ανεξάρτητος δάσκαλος της φιλοσοφίας.
Ο Πύρρων δεν άφησε πίσω του κανένα σύγγραμμα - φυσικά, θα λέγαμε, αφού πίστευε ότι δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια της αλήθειας, ότι τίποτα δεν είναι σίγουρο και ότι ο κάθε λόγος ισχύει ακριβώς όσο και ο αντίθετός του, δηλαδή καθόλου. Το μόνο που μπορεί και πρέπει να κάνει κανείς είναι να σκέπτεται (δηλαδή να παρατηρεί) τα φαινόμενα, παραμένοντας αδιάφορος, ατάραχος και κατά συνέπεια ευτυχισμένος.
Πρόδρομοι του σκεπτικισμού[14] μπορούν να θεωρηθούν όλοι όσοι κατά καιρούς είχαν αμφισβητήσει είτε την ίδια την ύπαρξη της αλήθειας είτε τη δυνατότητα των ανθρώπων να την καθορίσουν· όμως η απόλυτη ἐποχή, δηλαδή η άρνηση του σοφού να εκφέρει οποιαδήποτε κρίση, πρέπει να αποδοθεί στη διδασκαλία του Πύρρωνα, απ᾽ όπου και την υιοθέτησαν ο Αρκεσίλαος και ο Καρνεάδης της Μέσης Ακαδημίας.
Η διδασκαλία του Πύρρωνα συστηματοποιήθηκε και καταγράφηκε πολύ αργότερα, τον 1ο π.Χ. αιώνα, από τον κρητικό Αινεσίδημο που δίδασκε φιλοσοφία στην Αλεξάνδρεια. Τα Πυρρωνείων λόγων ὀκτὼ βιβλία που έγραψε έχουν στο μεγαλύτερο μέρος τους χαθεί· όμως το περιεχόμενό τους μας είναι λίγο πολύ γνωστό από άλλους συγγραφείς, σύγχρονους όπως ο Κικέρων, ή μεταγενέστερους όπως ο Σέξτος ο εμπειρικός.
Στο κεφάλαιο της αλεξανδρινής φιλοσοφίας εντάσσονται τρεις ακόμα συγγραφείς, που προτίμησαν να φιλοσοφήσουν με σατιρική διάθεση, και σε στίχους:
Ο Τίμων από τη Φλιούντα (περ. 320-230 π.Χ.) ήταν μαθητής του Πύρρωνα. Έγραψε πλήθος έργα, πεζά και ποιητικά, ανάμεσά τους και σατιρικούς σίλλους, όπου διακωμωδούσε τα ποικίλα φιλοσοφικά συστήματα και τους εκπροσώπους τους.
Ο Κερκίδας από τη Μεγαλόπολη (περ. 290-220 π.Χ.), πολιτικός, νομοθέτης και θαυμαστής του κυνικού Διογένη, έγραψε ηθικοπλαστικούς Μελιάμβους σε δωρική διάλεκτο, όπου επαινούσε τον Έρωτα όταν έρχεται ευνοϊκός, αλλά κατηγορούσε τον πλούτο και τους θεούς που δεν τον μοιράζουν σωστά.
Σύγχρονος του Κερκίδα και μαθητής των κυνικών ήταν ο Μένιππος από τα Γάδαρα της Συρίας, που με τη σειρά του διακωμώδησε τα φιλοσοφικά συστήματα και τους φιλοσόφους. Τα έργα του, όπου ο πεζός λόγος διανθιζόταν με στίχους, έχουν χαθεί, αλλά η ολοφάνερη επίδρασή τους σε κατοπινούς έλληνες και ρωμαίους σατιρικούς συγγραφείς μάς επιτρέπει να μαντέψουμε την ευστοχία και την ευρηματικότητά τους.
---------------------
1. Για την ελληνιστική φιλοσοφία βλ. Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι
2. Ο Διογένης ο Λαέρτιος, συγγραφέας του 3ου μ.Χ. αιώνα, έγραψε τη Φιλοσόφων βίων καὶ δογμάτων συναγωγή, που αποτελεί την καλύτερή μας πηγή για τη ζωή και τις θεωρίες των αρχαίων φιλοσόφων.
3. Το 156 π.Χ. οι Αθηναίοι, για να υποστηρίξουν τη θέση τους σε μια διαφορά που είχαν με τους κατοίκους του Ωρωπού, έστειλαν στη Ρώμη αντί για άλλους εκπροσώπους τρεις φιλοσόφους: τον ακαδημαϊκό Καρνεάδη, τον στωικό Διογένη και τον περιπατητικό Κριτόλαο. Οι τρεις τους εντυπωσίασαν με τη σοφία και την ευγλωττία τους τους Ρωμαίους τόσο, ώστε ορισμένοι συντηρητικοί κύκλοι φοβήθηκαν πως θα διαφθείρουν τους νέους και φρόντισαν να τους ξαποστείλουν το γρηγορότερο.
4. Περισσότερα για τον Επίκουρο και τη φιλοσοφία του βλ. Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι.
5.«Ζήσε αθόρυβα (μακριά από την πολιτική), να μη σε καταλάβουν.»
6. Ένα νεότερο γνωμολόγιο του Επίκουρου σώζεται στη βιβλιοθήκη του Βατικανού.
7. Ο Φιλόδημος από τα Γάδαρα της Συρίας (περ. 110-40 π.Χ.), φιλόσοφος και ποιητής, έζησε για ένα διάστημα στη Νεάπολη της Κάτω Ιταλίας, όπου με τη διδασκαλία, τις γνωριμίες και τα πολλά του συγγράμματα βοήθησε να διαδοθεί η φιλοσοφία του Επίκουρου.
8. Περισσότερα για τη φιλοσοφία της Στοάς Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι.
9. Ποικίλη (πολύχρωμη) ονομαζόταν μια από τις στοές της αθηναϊκής αγοράς, γιατί την κοσμούσαν πλήθος τοιχογραφίες, ανάμεσά τους και η περίφημη «Ιλίου πέρσις» του Πολύγνωτου.
10. Μὴ κατὰ πόλεις μηδὲ δήμους οἰκῶμεν ἰδίοις ἕκαστοι διωρισμένοις δικαίοις, ἀλλὰ πάντας ἀνθρώπους ἡγώμεθα δημότας καὶ πολίτας· εἷς δὲ βίος ᾗ καὶ κόσμος, ὥσπερ ἀγέλης συννόμου νόμῳ κοινῷ συντρεφομένης (απόσπ. 262 = Πλούταρχος, Ηθικά 329a-b).
11. «Αν δεν υπήρχε ο Χρύσιππος, δε θα υπήρχε ούτε η στοά.»
12. Χαρακτηριστικό ότι, όταν ο Ποσειδώνιος έγραψε μια ξεχωριστή Περὶ Πομπήιον ἱστορίαν, ο Κικέρωνας ζήλεψε και του έστειλε μιαν έκθεση της δικής του προσωπικής δράσης· όμως η ελπίδα να τον τιμήσει και αυτόν ο φιλόσοφος με ένα του έργο διαψεύστηκε.
13. «Ο κάθε λόγος έχει (ισότιμο) αντίλογο».
14. Σκεπτικισμός ονομάζεται στην ιστορία της φιλοσοφίας η θεωρία του Πύρρωνα και Σκεπτικοί (φιλόσοφοι) οι οπαδοί της. Ωστόσο, στη νεότερη γλώσσα ο όρος σκεπτικισμός χρησιμοποιείται γενικότερα με τη σημασία της «αμφιβολίας,» της «αμφισβήτησης», ακόμα και της «δυσπιστίας» απέναντι σε κάθε ισχυρισμό· και όσοι τηρούν αυτή τη στάση ονομάζονται «σκεπτικιστές».
Σημαντικότερο πνευματικό κέντρο στάθηκε αναμφίβολα στην Ελληνιστική εποχή η Αλεξάνδρεια· όμως για τη φιλοσοφία παγκόσμιο κέντρο έμεινε η Αθήνα, όπου όχι μόνο συνέχισαν να λειτουργούν η Ακαδημία και το Λύκειο αλλά ιδρύθηκαν και νέες σχολές. Η ολοκληρωμένη έκθεση των φιλοσοφικών θεωριών δεν είναι έργο της Γραμματολογίας, που περιορίζεται σε μια γενική παρουσίαση των σχολών, των σπουδαιότερων εκπροσώπων τους και του συγγραφικού τους έργου.[1]
Η Ακαδημία συνέχισε την πλατωνική παράδοση, δίνοντας βαρύτητα στις ιδέες και στους ιδεατούς αριθμούς περισσότερο παρά στον πραγματικό κόσμο. Παράλληλα, οι φιλόσοφοι της Ακαδημίας ήρθε στιγμή να επιστρέψουν στη σωκρατική παράδοση, εστιάζοντας τα ενδιαφέροντά τους στην ηθική, αλλά και αμφισβητώντας ακόμα και τη δυνατότητα της αληθινής γνώσης. Για να περιγράψουν την εξέλιξη της ακαδημαϊκής σκέψης, οι ιστορικοί της φιλοσοφίας ξεχώρισαν μετά την Παλαιά Ακαδημία (του Πλάτωνα), δύο ακόμα φάσεις: τη Μέση και τη Νέα Ακαδημία.
Σημαντικός μετά τον Σπεύσιππο και τον Ξενοκράτη σχολάρχης της Ακαδημίας (314-270 π.Χ.) στάθηκε ο Πολέμων ο Αθηναίος, που υποστήριξε ότι στη συμπεριφορά του ανθρώπου η αρετή πρέπει να συμβαδίζει με τη φύση. Έγραψε αρκετά, μας πληροφορεί ο Διογένης Λαέρτιος,[2] αλλά έμειναν ανέκδοτα και χάθηκαν με την καταστροφή της Ακαδημίας.
Μαθητής του Πολέμωνα, και διάδοχός του στη διεύθυνση της Ακαδημίας, ο Κράτης ο Αθηναίος, που «άφησε πίσω του βιβλία (άλλα φιλοσοφικά, άλλα για την κωμωδία, άλλα με ομιλίες δημόσιες και πρεσβευτικές) αλλά και μαθητές αξιόλογους, ανάμεσά τους τον Αρκεσίλαο…» (Διογένης Λαέρτιος 4.23).
Ο Αρκεσίλαος από τη μικρασιατική Πιτάνη (316-242 π.Χ.), μαθητής του περιπατητικού Θεόφραστου αλλά και του Πολέμωνα και του Κράτη, σηματοδότησε τη στροφή από την Παλαιά στη Μέση Ακαδημία. Συγκεκριμένα, αντιδρώντας στον δογματισμό των Στωικών, ο Αρκεσίλαος ξαναγύρισε στους σωκρατικούς διαλεκτικούς τρόπους: πρόβαλλε επιχειρήματα ενισχύοντας ή αναιρώντας κάθε θέση χωρίς να καταλήγει πουθενά. Μόνη σωστή στάση ήταν κατά τη γνώμη του η ἐποχή, όπως την εδίδασκε ο Πύρρων, δηλαδή η αναστολή κάθε οριστικής κρίσης - και γι᾽ αυτό δεν έγραψε τίποτα!
Για τον ίδιο λόγο, πιστεύοντας στην ἐποχή, δεν άφησε συγγραφικό έργο και ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της Μέσης Ακαδημίας, ο Καρνεάδης από την Κυρήνη (214-129 π.Χ.), άνθρωπος φιλόπονος με σημαντικά ρητορικά προσόντα, που ως αποσταλμένος στη Ρώμη[3] είχε αγορεύσει τη μια μέρα υπέρ και την άλλη εναντίον της δικαιοσύνης. Ωστόσο, αν και πίστευε πως κάθε σταθερή θέση είναι άσκοπη, γιατί δεν υπάρχει οριστικό κριτήριο της αλήθειας, πάλι δίδασκε ότι μπορεί κανείς μελετώντας τις πιθανότητες να αποφύγει τα μεγάλα λάθη.
Η στροφή προς τη Νέα Ακαδημία σημειώθηκε μετά την καταστροφή της σχολής, της βιβλιοθήκης και του αρχείου της από τον Σύλλα (84 π.Χ.), όταν επικεφαλής ήταν ο Αντίοχος από την Ασκάλωνα της Συρίας. Ως φιλόσοφος ο Αντίοχος μπορεί και πρέπει να χαρακτηριστεί εκλεκτικός, καθώς η διδασκαλία του βασίστηκε σε θέματα όπου οι ακαδημαϊκοί, οι περιπατητικοί και οι στωικοί φιλόσοφοι σε γενικές γραμμές συμφωνούσαν. Ο εκλεκτισμός του μεταδόθηκε και στον διασημότερο μαθητή του, τον Κικέρωνα, που παρακολούθησε μαθήματά του όταν επισκέφτηκε την Αθήνα, το 77 π.Χ.
Από τα έργα των παραπάνω διαδόχων του Πλάτωνα σώζονται μόνο περιορισμένα αποσπάσματα και πληροφορίες.
Το Λύκειο συνέχισε την περιπατητική φιλοσοφική παράδοση του ιδρυτή του, τον εμπειρισμό και την καλλιέργεια των επιμέρους επιστημών. Ενώ όμως το διδακτικό και ερευνητικό έργο εξακολούθησε για αιώνες σε αυτό το πραγματικό παν-επιστήμιο, η φιλοσοφική θεωρία του Αριστοτέλη παραμελήθηκε και τα συγγράμματά του, εξαιρώντας κάποιους εξωτερικούς διάλογους, έμεναν άγνωστα. Σταθμό και ανανέωση της περιπατητικής φιλοσοφίας αποτέλεσε, τον 1ο π.Χ. αιώνα, η ανεύρεση και η έκδοση των έργων του Αριστοτέλη από τον τότε επικεφαλής του Λυκείου, τον Ανδρόνικο από τη Ρόδο.
Μαθητής του Αριστοτέλη ο Εύδημος (4ος/3ος π.Χ. αι.) γύρισε, μετά τον θάνατο του δασκάλου του, στην πατρίδα του τη Ρόδο, όπου ίδρυσε δική του σχολή. Όπως ο Θεόφραστος, έτσι και ο Εύδημος έμεινε πιστός στην αριστοτελική διδασκαλία. Από τα πολλά του λογικά, μαθηματικά, αστρονομικά κ.ά. έργα πιο γνωστά μάς είναι τα Φυσικά, όπου με ελάχιστες παραλλαγές επαναλάβαινε και διευκρίνιζε το ομώνυμο έργο του Αριστοτέλη.
Μαθητής του Αριστοτέλη ήταν και ο Δημήτριος ο Φαληρέας (4ος/3ος π.Χ. αι.), ρήτορας, πολιτικός και νομοθέτης, που ως εκπρόσωπος του Κασσάνδρου κυβέρνησε για δέκα χρόνια την Αθήνα και θέλησε, ως ένα σημείο και πέτυχε, να επιβάλει στους Αθηναίους τις περιπατητικές ηθικές και πολιτικές αρχές. Αντίστοιχα, στο μεγάλο πλήθος των έργων του περιλαμβάνονταν διατριβές Περὶ νόμων, Περὶ τῆς δεκαετίας, Περὶ δημαγωγίας, Περὶ ῥητορικῆς κ.ά.π.
Ο Στράτων από τη Λάμψακο ήταν για πολλά χρόνια δάσκαλος του Πτολεμαίου Β' πριν διαδεχτεί τον Θεόφραστο στη διεύθυνση του Λυκείου (287 π.Χ.). Από τα πολλά και ποικίλα έργα που παραδίδεται ότι έγραψε πιο γνωστές ήταν οι διατριβές του σε θέματα κοσμολογίας και φυσικής, ίσως γιατί σε αυτές δε δίστασε να διαφωνήσει με τον Αριστοτέλη.
Ο Κριτόλαος από τη μικρασιατική Φάσηλη ήταν διευθυντής του Λυκείου από το 180 ως το 170 π.Χ. Αξιοσημείωτη ήταν η τάση του να υποτιμά τους πολιτικούς ρήτορες και γενικά τη ρητορική, που τη θεωρούσε «περισσότερο κακοτεχνία παρά τέχνη». Αξία είχαν γι᾽ αυτόν οι θεωρητικοί φιλόσοφοι ως διδάσκαλοι κάθε αρετής.
Από τα έργα των μετά τον Θεόφραστο περιπατητικών φιλοσόφων της Ελληνιστικής εποχής δε σώζονται παρά περιορισμένα αποσπάσματα και πληροφορίες.
ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ (341-271 π.Χ.)[4]
Λάθε βιώσας.[5]
Γεννήθηκε στη Σάμο από Αθηναίους γονείς, αλλά αργότερα μετακόμισε με την οικογένειά του στην Κολοφώνα. Κατά την παράδοση μαθήτεψε στον Ναυσιφάνη, οπαδό του Δημόκριτου, και στον Πάμφιλο, οπαδό του Πλάτωνα. Νέος έζησε στη Μυτιλήνη και στη Λάμψακο, όπου ίδρυσε και την πρώτη του σχολή. Τριάντα πέντε χρονών πήγε στην Αθήνα, αγόρασε ένα σπιτάκι με κήπο στην περιφέρεια της πόλης και εγκατάστησε τη σχολή του, τον Κήπο, περισσότερο μια φιλική κοινότητα όπου μπορούσε ο καθένας να έρθει να συμφιλοσοφήσει παρά σχολή με τη συνηθισμένη έννοια. Η διδασκαλία του είχε επιτυχία, γιατί ανταποκρινόταν στις ανάγκες των ανθρώπων της εποχής και γιατί ο ίδιος με την προσωπικότητα και τον τρόπο ζωής του αποτελούσε ζωντανό παράδειγμα ατάραχου και ευτυχισμένου ανθρώπου: μάρτυρες «η ευγνωμοσύνη στους γονείς του, η συμπαράσταση στους αδελφούς του, η καλοσύνη του στους υποτακτικούς, γενικά η φιλάνθρωπη στάση του απέναντι σε όλους. Δεν περιγράφονται με λόγια η ευσέβειά του προς τους θεούς και η φιλοπατρία του» (Διογένης Λαέρτιος 10.10).
Ο Επίκουρος πίστευε ότι σκοπός της φιλοσοφίας δεν είναι να προσφέρει γνώσεις και ικανότητες, αλλά να κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους. Έτσι η στάση του ήταν αρνητική απέναντι στη ρητορική, τη λογική, τα μαθηματικά και τα άλλα νοητικά πεδία, καθώς μεγαλύτερη αξία από τον νου είχαν, πίστευε, οι αισθήσεις. Θετικές έννοιες στη διδασκαλία του ήταν η αυτάρκεια, που χαρίζει ελευθερία, η φιλία, που συμβάλλει στην ασφάλεια, η φρόνηση, η ψυχική αταραξία, πάνω απ᾽ όλα η ηδονή, σε αντίθεση με τον πόνο, τον φόβο, τη λύπη και τη στέρηση. Την ηδονή ο Επίκουρος τη θεωρούσε σύδδετη με την ανθρώπινη φύση και δεν την ξεχώριζε από την αρετή. Χαρακτηριστική και η διδασκαλία του για τον θάνατο, που δεν πρέπει, έλεγε, καθόλου να τον φοβόμαστε, γιατί «όσο υπάρχουμε εμείς δεν είναι παρών ο θάνατος, και όταν είναι παρών ο θάνατος, δεν υπάρχουμε εμείς» (Διογένης Λαέρτιος 10.125).
Το συγγραφικό έργο του Επίκουρου ήταν τεράστιο: πάνω από 40 διατριβές, ανάμεσά τους μία Περὶ Φύσεως σε 37 βιβλία. Στα χέρια μας έφτασαν (α) το έργο Κύριαι δόξαι, όπου είχαν καταγραφεί για διδακτική χρήση, καλοδιατυπωμένες σε απλό λόγο, ορισμένες βασικές του θέσεις,[6] (β) η διαθήκη του, και (γ) τρεις επιστολές - σημαντικές, καθώς στη μία εκθέτει συμπυκνωμένες τις απόψεις του για τη φυσική, στην άλλη για τα ουράνια φαινόμενα, και στην τρίτη για την ηθική. Πληροφορίες για τη διδασκαλία και αποσπάσματα από έργα του Επίκουρου μας διασώζουν πλήθος ακόμα πηγές, π.χ. οι καρβουνιασμένοι πάπυροι της έπαυλης του Πίσωνα στο Ηράκλειο, κοντά στην Πομπηία, που όταν διαβάζονται μας αποκαλύπτουν κομμάτια από τα συγγράμματα του Φιλόδημου.[7]
Διάδοχοι του Επίκουρου υπήρξαν πολλοί, η σχολή του κρατήθηκε ζωντανή ως και τον 1ο π.Χ. αιώνα, και η διδασκαλία του πολύ περισσότερο. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η διάδοση της επικούρειας φιλοσοφίας στη Ρώμη, όπου ανάμεσα στους φίλους και οπαδούς της συγκαταλέγονταν προσωπικότητες όπως ο Οράτιος, ο Σενέκας, ο Λουκρήτιος πάνω απ᾽ όλους, που το έργο του Για τη φύση των πραγμάτων (De rerum natura) αποτελεί ολοκληρωμένη έκθεση της φυσικής θεωρίας του Επίκουρου.
Ανταγωνιστική, ναι και εχθρική, προς τον Κήπο στάθηκε η δεύτερη φιλοσοφική σχολή που ιδρύθηκε και άκμασε στα ελληνιστικά χρόνια, η Στοά. Η εξαιρετικά μεγάλη της διάρκεια και οι μεταλλαγές της οδήγησαν τους ιστορικούς της φιλοσοφίας να ξεχωρίζουν, όπως και στην περίπτωση της Ακαδημίας, τρεις φάσεις: την Αρχαία και τη Μέση Στοά στην Ελληνιστική εποχή, και τη Νέα Στοά στους ρωμαϊκούς χρόνους.[8]
ΖΗΝΩΝ (332-261 π.Χ.)
Γεννήθηκε στο Κίτιο της Κύπρου, αλλά η καταγωγή του ήταν από τη Φοινίκη. Είκοσι χρονών βρέθηκε στην Αθήνα, όπου για δέκα χρόνια μαθήτεψε στον Κράτη τον κυνικό, στον Στίλπωνα τον μεγαρικό και στον Πολέμωνα της Ακαδημίας. Στα τριάντα του άρχισε να δίνει ο ίδιος μαθήματα στην Ποικίλη στοά,[9] απ᾽ όπου πήρε και το όνομά της η σχολή του. Η διδασκαλία του είχε εξαρχής μεγάλη επιτυχία και συγκέντρωνε πολλούς και σημαντικούς μαθητές. Οι Αθηναίοι τον στεφάνωσαν όσο ζούσε, και όταν πέθανε του παραχώρησαν, αν και ήταν ξένος, δημόσιο τάφο στον Κεραμεικό - για να ξέρουν όλοι, έγραφε το ψήφισμα, ότι ὁ δῆμος τῶν Ἀθηναίων τοὺς ἀγαθοὺς καὶ ζῶντας τιμᾷ καὶ τελευτήσαντας (Διογένης Λαέρτιος 7.12). Η φιλοσοφία του είχε δεχτεί έντονες επιδράσεις, αλλά αυτό δεν την εμπόδισε να διαφέρει σημαντικά τόσο από τα κλασικά συστήματα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη όσο και από τη σύγχρονη διδασκαλία του Επίκουρου και των σκεπτικών. Δική του ήταν η διαίρεση της φιλοσοφίας σε (α) Λογική, με περιεχόμενο τη γνωσιολογία, τη γραμματική, τη ρητορική και τη λογική, (β) Φυσική, με περιεχόμενο την οντολογία, την κοσμολογία, την ψυχολογία και τη θεολογία, και (γ) Ηθική, όπου έδινε και το μεγαλύτερο βάρος. Στόχος της φιλοσοφίας ήταν (τι άλλο;) η ευδαιμονία, με απαραίτητη προϋπόθεση την αρετή. Μια γνώμη του δείχνει πόσο η σκέψη του ήταν συνταιριασμένη με τις τάσεις της εποχής: «Μη ζούμε οργανωμένοι χώρια σε πόλεις και σε δήμους, έχοντας καθορίσει δικά μας κάθε τόπος δίκαια, αλλά όλους τους ανθρώπους να τους θεωρούμε συνδημότες και συμπολίτες· ένας να είναι ο τρόπος της ζωής και μία η τάξη, όπως σε ένα κοπάδι που συμβόσκει και συντρέφεται ολόκληρο με τον ίδιο κανονισμό.»[10]
Στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνονταν, εκτός από τις φιλοσοφικές του διατριβές Περὶ τοῦ κατὰ φύσιν βίου, Περὶ παθῶν κλπ., και έργα φιλολογικά: Περὶ λέξεων, Περὶ ποιητικῆς ἀκροάσεως και πέντε βιβλία Ὁμηρικῶν προβλημάτων - όλα, εκτός από ελάχιστα αποσπάσματα, χαμένα.
Το Ζήνωνα διαδέχτηκε στη Στοά ο Κλεάνθης από την Άσσο της Τρωάδας (330-232 π.Χ.). Στην Αθήνα είχε έρθει ως φτωχός πυγμάχος, αλλά ενθουσιάστηκε με τη διδασκαλία του Ζήνωνα τόσο ώστε τη νύχτα να δουλεύει στα περιβόλια και την ημέρα να σπουδάζει. Ως επικεφαλής της σχολής ἐφιλοσόφησε γενναιότατα: έμεινε πιστός στις θεωρίες του δασκάλου του, έγραψε πλήθος βιβλία να τις στηρίξει και να τις συμπληρώσει, ανάπτυξε τη στωική θεολογία και σύνθεσε έναν τεχνικά άρτιο και φιλοσοφικά μεστό Ύμνο στον Δία, που μας σώζεται. Ωστόσο, στα χρόνια του η στωική φιλοσοφία αμφισβητήθηκε από πολλές πλευρές και η σχολή ίσως να είχε διαλυθεί, αν δεν τύχαινε ο επόμενος σχολάρχης της, ο Χρύσιππος, να αποδειχτεί τόσο δυναμικός και αξιόλογος.
ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ (περ. 280-205 π.Χ.)
Εἰ μὴ γὰρ ἦν Χρύσιππος, οὐκ ἂν ἦν στοά.[11]
Διογένης Λαέρτιος 7.183
Καταγόταν από τους Σόλους της Κιλικίας. Νέος ήρθε στην Αθήνα και αρχικά σπούδασε στην Ακαδημία. Αργότερα προσχώρησε στον στωικισμό και αναδείχτηκε, σε δύσκολους καιρούς, ικανός σχολάρχης και σωτήρας της Στοάς. Άνθρωπος «ευφυής και απότομος τσακώθηκε με τον Ζήνωνα, αλλά και με τον Κλεάνθη. Στον τελευταίο έλεγε συχνά ότι του φτάνει να διδάσκεται τα δόγματα· τις αποδείξεις θα τις βρει μονάχος» (Διογένης Λαέρτιος 7.179). Πραγματικά, η διαλεκτική άνεση που είχε αποχτήσει στην Ακαδημία και οι συλλογιστικές του ικανότητες τον βοήθησαν πρώτος αυτός να συστηματοποιήσει τη στωική διδασκαλία και να τη στηρίξει σε στέριες ορθολογικές βάσεις.
Η παράδοση του αποδίδει πάνω από 700 διατριβές, που αφορούσαν όλα σχεδόν τα πεδία της φιλοσοφίας. Έτσι, δεν απορούμε όταν μαθαίνουμε ότι τα συγγράμματά του ήταν συνθεμένα ανέμελα, γεμάτα επαναλήψεις, παλινωδίες και παραθέματα από άλλους συγγραφείς.
Η στροφή της Αρχαίας προς τη Μέση Στοά πραγματοποιήθηκε με τον Παναίτιο από τη Ρόδο (περ. 185-109 π.Χ.). Πριν ενταχτεί στη Στοά, ο Παναίτιος είχε μαθητέψει στον Κράτη, τον άξιο φιλόλογο της Περγάμου. Έζησε στη Ρόδο, όπου ήταν ιερέας του Ποσειδώνα, στη Ρώμη, όπου συντρόφεψε με τον Σκιπίωνα Αιμιλιανό, και στην Αθήνα, όπου τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του ως επικεφαλής της Στοάς προσέλκυσε και δίδαξε πλήθος αξιόλογους μαθητές. Η φιλοσοφία του, λιγότερο αυστηρή από των προκατόχων του, αποδεχόταν ορισμένες από τις προτάσεις της Ακαδημίας και του Περιπάτου· και σε θέματα ηθικής η διδασκαλία του ήταν προσαρμοσμένη στα ιδανικά των (ρωμαίων) πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών. Τα συγγράμματα του Παναίτιου έχουν χαθεί· όμως το έργο του Κικέρωνα De officiis ακολουθεί σε πολλά τη δική του ομότιτλη διατριβή Περὶ τοῦ καθήκοντος.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΟΣ (περ. 135-50 π.Χ.)
Ο Ποσειδώνιος από την Απάμεια της Συρίας ήταν μαθητής του Παναίτιου. Για πολλά χρόνια ταξίδεψε στην Ιταλία, τη Σικελία, τη Σαρδηνία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, τη Γαλατία και τη Βόρεια Αφρική, ώσπου τελικά εγκαταστάθηκε και δίδαξε στη Ρόδο, όπου παρακολούθησαν για λίγο τα μαθήματά του και αναγνώρισαν την αξία του πρώτα ο Κικέρωνας (77 π.Χ.), αργότερα και ο Πομπήιος (66 και 62 π.Χ.).[12]
Τα ενδιαφέροντα, αντίστοιχα και τα συγγράμματα, του Ποσειδώνιου δεν περιορίζονταν στην ηθική, τη λογική και τα άλλα καθαυτό φιλοσοφικά πεδία, αλλά επεκτείνονταν και στη θεολογία, την κοσμολογία, την αστρονομία, τη φυσιογνωσία, τη γεωγραφία, την εθνογραφία και την ιστορία. Στο τελευταίο αυτό πεδίο ο Ποσειδώνιος αποφάσισε να συνεχίσει το ιστορικό έργο του Πολύβιου και έγραψε τη Μετὰ Πολύβιον ἱστορίην σε 56 βιβλία, καλύπτοντας τα χρόνια από το 146 ως το 88 π.Χ.
Το πλάτος των ενδιαφερόντων και η ανθρωπολογική πολυμάθεια του Ποσειδώνιου τον βοήθησαν να διαμορφώσει ένα φιλοσοφικό σύστημα οικουμενικό, ταιριαστό με την ιστορική εικόνα της εποχής, όπου η ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατείχε και καθόριζε τα πάντα. Ενιαίο και ταχτικό το σύμπαν του Ποσειδώνιου περιλάβαινε τους θεούς, τους ανθρώπους και τον φυσικό κόσμο, όλα σε αρμονική συνύπαρξη και συνεργασία, δεμένα με αυτό που οι στωικοί ονόμαζαν συμπάθειαν.
Από τα πάμπολλα έργα του Ποσειδώνιου δε μας σώθηκε κανένα. Μόνο πληροφορίες έχουμε, κάποια παραθέματα και αναφορές, που δείχνουν τη μεγάλη του επίδραση στους μεταγενέστερους στοχαστές, Έλληνες και Ρωμαίους.
Τα έργα του Ποσειδώνιου δεν ήταν τα μόνα που χάθηκαν. Αν εξαιρέσουμε τον Ύμνο στον Δία του Κλεάνθη, από την πλούσια παραγωγή της Αρχαίας και τη Μέσης Στοάς κανένα έργο δε μας έχει σωθεί. Παράξενο, γιατί οι έμμεσες αναφορές και πληροφορίες δείχνουν πως η στωική διδασκαλία είχε μεγάλη απήχηση στη σκέψη όχι μόνο της Ελληνιστικής εποχής αλλά και των αιώνων που ακολούθησαν.
Η τρίτη φιλοσοφική κατεύθυνση που αναπτύχτηκε στα αλεξανδρινά χρόνια, η Σκέψις, δεν οργανώθηκε σε σχολή με την κυριολεκτική έννοια, αλλά βασίστηκε στην προφορική διδασκαλία του Πύρρωνα, όπως διαμορφώθηκε και συμπληρώθηκε από τους μαθητές του.
ΠΥΡΡΩΝ (περ. 360-270 π.Χ.)
Παντὶ λόγῳ λόγος ἀντίκειται.[13]
Διογένης Λαέρτιος 9.74
Γεννήθηκε στην Ηλεία και κατά την παράδοση ακολούθησε τον Μεγαλέξανδρο στην εκστρατεία του ως τις Ινδίες, όπου γνώρισε τη φιλοσοφία των Γυμνοσοφιστών και των Μάγων. Βέβαιο είναι μόνο ότι για πολλά χρόνια έζησε φτωχός και τιμημένος στην πατρίδα του ως ανεξάρτητος δάσκαλος της φιλοσοφίας.
Ο Πύρρων δεν άφησε πίσω του κανένα σύγγραμμα - φυσικά, θα λέγαμε, αφού πίστευε ότι δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια της αλήθειας, ότι τίποτα δεν είναι σίγουρο και ότι ο κάθε λόγος ισχύει ακριβώς όσο και ο αντίθετός του, δηλαδή καθόλου. Το μόνο που μπορεί και πρέπει να κάνει κανείς είναι να σκέπτεται (δηλαδή να παρατηρεί) τα φαινόμενα, παραμένοντας αδιάφορος, ατάραχος και κατά συνέπεια ευτυχισμένος.
Πρόδρομοι του σκεπτικισμού[14] μπορούν να θεωρηθούν όλοι όσοι κατά καιρούς είχαν αμφισβητήσει είτε την ίδια την ύπαρξη της αλήθειας είτε τη δυνατότητα των ανθρώπων να την καθορίσουν· όμως η απόλυτη ἐποχή, δηλαδή η άρνηση του σοφού να εκφέρει οποιαδήποτε κρίση, πρέπει να αποδοθεί στη διδασκαλία του Πύρρωνα, απ᾽ όπου και την υιοθέτησαν ο Αρκεσίλαος και ο Καρνεάδης της Μέσης Ακαδημίας.
Η διδασκαλία του Πύρρωνα συστηματοποιήθηκε και καταγράφηκε πολύ αργότερα, τον 1ο π.Χ. αιώνα, από τον κρητικό Αινεσίδημο που δίδασκε φιλοσοφία στην Αλεξάνδρεια. Τα Πυρρωνείων λόγων ὀκτὼ βιβλία που έγραψε έχουν στο μεγαλύτερο μέρος τους χαθεί· όμως το περιεχόμενό τους μας είναι λίγο πολύ γνωστό από άλλους συγγραφείς, σύγχρονους όπως ο Κικέρων, ή μεταγενέστερους όπως ο Σέξτος ο εμπειρικός.
Στο κεφάλαιο της αλεξανδρινής φιλοσοφίας εντάσσονται τρεις ακόμα συγγραφείς, που προτίμησαν να φιλοσοφήσουν με σατιρική διάθεση, και σε στίχους:
Ο Τίμων από τη Φλιούντα (περ. 320-230 π.Χ.) ήταν μαθητής του Πύρρωνα. Έγραψε πλήθος έργα, πεζά και ποιητικά, ανάμεσά τους και σατιρικούς σίλλους, όπου διακωμωδούσε τα ποικίλα φιλοσοφικά συστήματα και τους εκπροσώπους τους.
Ο Κερκίδας από τη Μεγαλόπολη (περ. 290-220 π.Χ.), πολιτικός, νομοθέτης και θαυμαστής του κυνικού Διογένη, έγραψε ηθικοπλαστικούς Μελιάμβους σε δωρική διάλεκτο, όπου επαινούσε τον Έρωτα όταν έρχεται ευνοϊκός, αλλά κατηγορούσε τον πλούτο και τους θεούς που δεν τον μοιράζουν σωστά.
Σύγχρονος του Κερκίδα και μαθητής των κυνικών ήταν ο Μένιππος από τα Γάδαρα της Συρίας, που με τη σειρά του διακωμώδησε τα φιλοσοφικά συστήματα και τους φιλοσόφους. Τα έργα του, όπου ο πεζός λόγος διανθιζόταν με στίχους, έχουν χαθεί, αλλά η ολοφάνερη επίδρασή τους σε κατοπινούς έλληνες και ρωμαίους σατιρικούς συγγραφείς μάς επιτρέπει να μαντέψουμε την ευστοχία και την ευρηματικότητά τους.
---------------------
1. Για την ελληνιστική φιλοσοφία βλ. Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι
2. Ο Διογένης ο Λαέρτιος, συγγραφέας του 3ου μ.Χ. αιώνα, έγραψε τη Φιλοσόφων βίων καὶ δογμάτων συναγωγή, που αποτελεί την καλύτερή μας πηγή για τη ζωή και τις θεωρίες των αρχαίων φιλοσόφων.
3. Το 156 π.Χ. οι Αθηναίοι, για να υποστηρίξουν τη θέση τους σε μια διαφορά που είχαν με τους κατοίκους του Ωρωπού, έστειλαν στη Ρώμη αντί για άλλους εκπροσώπους τρεις φιλοσόφους: τον ακαδημαϊκό Καρνεάδη, τον στωικό Διογένη και τον περιπατητικό Κριτόλαο. Οι τρεις τους εντυπωσίασαν με τη σοφία και την ευγλωττία τους τους Ρωμαίους τόσο, ώστε ορισμένοι συντηρητικοί κύκλοι φοβήθηκαν πως θα διαφθείρουν τους νέους και φρόντισαν να τους ξαποστείλουν το γρηγορότερο.
4. Περισσότερα για τον Επίκουρο και τη φιλοσοφία του βλ. Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι.
5.«Ζήσε αθόρυβα (μακριά από την πολιτική), να μη σε καταλάβουν.»
6. Ένα νεότερο γνωμολόγιο του Επίκουρου σώζεται στη βιβλιοθήκη του Βατικανού.
7. Ο Φιλόδημος από τα Γάδαρα της Συρίας (περ. 110-40 π.Χ.), φιλόσοφος και ποιητής, έζησε για ένα διάστημα στη Νεάπολη της Κάτω Ιταλίας, όπου με τη διδασκαλία, τις γνωριμίες και τα πολλά του συγγράμματα βοήθησε να διαδοθεί η φιλοσοφία του Επίκουρου.
8. Περισσότερα για τη φιλοσοφία της Στοάς Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι.
9. Ποικίλη (πολύχρωμη) ονομαζόταν μια από τις στοές της αθηναϊκής αγοράς, γιατί την κοσμούσαν πλήθος τοιχογραφίες, ανάμεσά τους και η περίφημη «Ιλίου πέρσις» του Πολύγνωτου.
10. Μὴ κατὰ πόλεις μηδὲ δήμους οἰκῶμεν ἰδίοις ἕκαστοι διωρισμένοις δικαίοις, ἀλλὰ πάντας ἀνθρώπους ἡγώμεθα δημότας καὶ πολίτας· εἷς δὲ βίος ᾗ καὶ κόσμος, ὥσπερ ἀγέλης συννόμου νόμῳ κοινῷ συντρεφομένης (απόσπ. 262 = Πλούταρχος, Ηθικά 329a-b).
11. «Αν δεν υπήρχε ο Χρύσιππος, δε θα υπήρχε ούτε η στοά.»
12. Χαρακτηριστικό ότι, όταν ο Ποσειδώνιος έγραψε μια ξεχωριστή Περὶ Πομπήιον ἱστορίαν, ο Κικέρωνας ζήλεψε και του έστειλε μιαν έκθεση της δικής του προσωπικής δράσης· όμως η ελπίδα να τον τιμήσει και αυτόν ο φιλόσοφος με ένα του έργο διαψεύστηκε.
13. «Ο κάθε λόγος έχει (ισότιμο) αντίλογο».
14. Σκεπτικισμός ονομάζεται στην ιστορία της φιλοσοφίας η θεωρία του Πύρρωνα και Σκεπτικοί (φιλόσοφοι) οι οπαδοί της. Ωστόσο, στη νεότερη γλώσσα ο όρος σκεπτικισμός χρησιμοποιείται γενικότερα με τη σημασία της «αμφιβολίας,» της «αμφισβήτησης», ακόμα και της «δυσπιστίας» απέναντι σε κάθε ισχυρισμό· και όσοι τηρούν αυτή τη στάση ονομάζονται «σκεπτικιστές».
Η Ρώμη και ο κόσμος της
Πρόλογος
Η σειρά που αρχίζει, Η Ρώμη και ο κόσμος της αναπληρώνει, για πρώτη φορά στην ιστορία της εκπαίδευσής μας, ένα κενό της σχολικής Αρχαιογνωσίας, η οποία, χρόνια τώρα, επιμένει στην απόλυτη ελληνική κυριότητά της, απωθώντας με αστόχαστη υπεροψία το μερίδιο των Ρωμαίων στη συγκρότηση και στην παράδοση της κλασικής παιδείας, που αναγνωρίστηκε θεμέλιος λίθος των ανθρωπιστικών σπουδών και του ανθρωπισμού στον λεγόμενο δυτικό κόσμο - και όχι μόνον.
Στην πραγματικότητα η επιστήμη της Αρχαιογνωσίας συμπίπτει, ως προς το διπλό αντικείμενό της και τον δίδυμο στόχο της, με την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα. Αν το ελληνικό στοιχείο χρονικά προηγήθηκε και ποιοτικά λειτούργησε ως πρότυπο, η ρωμαϊκή του διαμεσολάβηση εξασφάλισε την πρακτική του εμπέδωση και τη διάδοσή του, έστω με κάποια δόση αυτοκρατορικής επίδειξης και μεγαλαυχίας. Από την άποψη αυτή ο ρωμαϊκός κόσμος αποτελεί δημιουργική αντανάκλαση του ελληνικού κόσμου, κάτοπτρο που διαθλά τις ακτίνες που υποδέχεται. Αυτή η συνάντηση των δύο κόσμων (που δεν αποκλείει πολεμικές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και αισθητικές διαφορές) εξελίχθηκε σε γενικότερη πολιτισμική αμοιβαιότητα.
Τη συγγένεια και τη συνέχεια του ρωμαϊκού με τον ελληνικό κόσμο αποτυπώνεται με συναρπαστικό τρόπο στην σειρά που ακολουθεί. Το οποίο τοπικά επικεντρώνεται κυρίως στη Ρώμη και χρονικά επιμένει στην ακμή του ανύσματος μεταξύ 8ου προχριστιανικού και 5ου μεταχριστιανικού αιώνα, μοιράζεται σε δεκαπέντε κεφάλαια και καταλήγει στον «Βιογραφικό πίνακα της Ρώμης».
Συγκεκριμένα: το έγκυρο ιστορικό υλικό παρουσιάζεται σε μορφή «σφιχτής» ή «χαλαρής» αφήγησης, αναλόγως· εμπλουτίζεται με «υπολογισμένες δόσεις μυθοπλασίας»· συχνά δραματοποιείται σε ανταγωνιστικούς διάλογους· ο σχολικός διδακτισμός ανακουφίζεται με ευτράπελα ανέκδοτα· η σχολαστική σοβαροφάνεια εξουδετερώνεται με καταλυτικό χιούμορ· σήματα της ρωμαϊκής κοσμοκρατορίας παραπέμπουν σε σύγχρονες υπερατλαντικές φιλοδοξίες. Με δυο λόγια: σε τούτη την σειρά, η αυστηρή φιλολογία συμφιλιώνεται με την απολαυστική λογοτεχνία. Τελικώς η μακρινή Ρώμη προβάλλεται στο παρόν ως παραδειγματική σύνθεση ομοιότητας και διαφοράς: ελληνικές οι ρίζες, δικός της ο κορμός, ανάμεικτο το φύλλωμα.
Η σειρά αυτή είναι ένα ανθολόγιο από τα μικρά και μεγάλα θαύματα ενός κόσμου που για περισσότερους από δέκα αιώνες όρισε τις τύχες της γνωστής οικουμένης και άφησε τεράστια πολιτική, πολιτισμική και γλωσσική κληρονομιά. Ο κόσμος αυτός -ο ρωμαϊκός- είναι από πολλές απόψεις η συνέχεια του ελληνικού, και οι δυο τους, δυστυχώς μαζί με τον χριστιανισμό, αποτελούν τον συνταγματικό χάρτη της Δύσης· κι αν η Δύση γνώρισε και γνωρίζει σήμερα βαθιές αλλαγές, τα ιστορικά ανακλαστικά της και ο τρόπος με τον οποίο στοχάζεται τις αλλαγές της διαμορφώνονται -είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι- από αυτό το πανίσχυρο τρίγωνο. Ο τρόπος με τον οποίο σκεφτόμαστε και αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και τους «άλλους» είναι συνάρτηση των ιστορικών μας εμπειριών κι όσο πληρέστερα μελετάμε αυτές τις εμπειρίες τόσο καλύτερα γνωρίζουμε τον εαυτό μας και τους «άλλους». Είναι σημαντικό να ξέρουμε καλά την ιστορική μας προπαίδεια· αλλιώς το γινόμενο της ιστορικής μας γνώσης και, κυρίως, της ιστορικής μας «ευφυΐας» είναι λειψό. Ο «αρχαίος ελληνικός πολιτισμός» και η δήθεν «ελληνοχριστιανική παράδοση», με τη Ρώμη αφαιρετέα, δίνουν λειψό γινόμενο.
Τα δεκαπέντε κεφάλαια που περιλαμβάνει η σειρά αυτή, δεν είναι, βέβαια, αρκετά για να ξετυλίξουν ολόκληρο το «παραμύθι της Ρώμης» - της μικρής αγροτικής πόλης που έγινε κοσμοκρατορία. Και πρώτα πρώτα πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα άρθρα δεν προσφέρουν μια ολοκληρωμένη ιστορική αφήγηση για τη Ρώμη και τον κόσμο της. Παρόλο που ο αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι υπάρχει ένα αδρό χρονολογικό νήμα (από τις αρχές της ρωμαϊκής ιστορίας, ας πούμε κάπου στον 8ο αιώνα π.Χ., μέχρι τη διαίρεση της αυτοκρατορίας σε ανατολικό και δυτικό τμήμα και την τελική διάλυση του δυτικού τμήματος τον 5ο αιώνα μ.Χ.), πολλά σημαντικά γεγονότα και προσωπικότητες δεν παρουσιάζονται καθόλου ή κάνουν απλώς μια τυπική, ονομαστική εμφάνιση. Η χρονολογική και θεματική πληρότητα της ιστορικής αφήγησης άλλες προϋποθέσεις θα είχε και άλλους στόχους θα υπηρετούσε.
Ας πούμε, λοιπόν, τα άρθρα, στη μορφή με την οποία παρουσιάζεται, φιλοδοξουν πάνω απ᾽ όλα να προβάλουν μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες και ερεθιστικές σκηνές μιας μεγάλης ιστορικής υπερπαραγωγής με τον γενικό τίτλο «Ρώμη». Από την άποψη αυτή, θα μπορούσε να πει κανείς, μοιάζει με συστηματική «διαφήμιση» που θέλει και το ενδιαφέρον να εξάψει αλλά και την παιδευτική αξία του προϊόντος που διαφημίζει να δηλώσει. Όπως είναι γνωστό, στις μεγάλες ιστορικές υπερπαραγωγές δεν πρωταγωνιστούν μόνο πολιτικοί και στρατιωτικοί - με μια λέξη, «αστέρες» της δημόσιας ζωής. Έτσι, στο εγχειρίδιο, μαζί με τις όψεις του δημόσιου βίου, προβάλλονται στιγμιότυπα από αυτό που γενικά συνηθίσαμε να ονομάζουμε «ιδιωτικό βίο». Μαζί με τους καίσαρες, τους στρατηγούς και τις λεγεώνες τους, «ιστορία γράφει» και η καθημερινή ζωή με τα άγχη, τις γιορτές και τα θεάματά της. Κι ακόμη, η πνευματική ζωή, με τους δημιουργούς, τους στοχαστές και τους ποιητές της, συμπληρώνει τις θεματικές περιοχές που δίνουν υλικό στο ανθολόγιο - ή, όπως το είπαμε μόλις τώρα, στα διαφημιστικά στιγμιότυπα. Στρατηγοί που ανακατεύουν τα γεωπολιτικά συμφέροντα της Ρώμης με την προσωπική συναισθηματική ζωή τους· νεαροί Ρωμαίοι που συνοδεύονται για πρώτη φορά σε θεατρικές παραστάσεις· φανατικοί και «χούλιγκαν» του ιπποδρόμου· αυτοκράτορες που πασχίζουν να κυβερνήσουν το χάος μιας αυτοκρατορίας που «παραμεγάλωσε», ή άλλοι που γεννιούνται καλλιτέχνες αλλά «καταντούν» αυτοκράτορες, και άλλοι ακόμη που συνδυάζουν την απόλυτη εξουσία με την απόλυτη σχιζοφρένεια· ποιητές που νοιάζονται πιο πολύ για την αγαπημένη τους παρά για τα «ιερά και τα όσια» της πατρίδας· μονομάχοι που τη «γλίτωσαν» από την αρένα και αποφασίζουν να γράψουν τα προσωπικά τους απομνημονεύματα· σκυθρωποί φιλόσοφοι «αυστηρών αρχών» που έκαναν το λάθος να περάσουν μια νύχτα με τους ασύδοτους «γλεντζέδες» στη ρωμαϊκή «Μύκονο»· κουρασμένα παλληκάρια που βαρέθηκαν το πολύβουο και συνωστισμένο κέντρο της Ρώμης (και τα ακριβά της ενοίκια) και αναζητούν ήσυχο καταφύγιο στην εξοχή· άλλοι που φορτώνουν όλα τα κακά της μοίρας τους στους μετανάστες (και κυρίως στους μετανάστες από την Ελλάδα) και ανησυχούν για το μέλλον της «ρωμαιοσύνης»· φιλέλληνες που δεν είναι τελικά ακριβώς φιλέλληνες - όλοι αυτοί και όλα αυτά γράφουν τα κεφάλαια της Ρώμης που ανθολογείται και διαφημίζεται στο εγχειρίδιο.
Δυο τρεις σκέψεις που καθοδήγησαν τον σχεδιασμό και το στήσιμο της σειράς, θα άξιζε ίσως να τις δηλώσουμε εδώ εισαγωγικά. Η μία αφορά τη συστατική αρχή της δουλειάς μας, που είναι η παρουσίαση του ιστορικού υλικού με υπολογισμένες δόσεις μυθοπλασίας και ελεύθερης ιστορικής ανάπλασης. Οι αναγνώστες του blog έχουν εδώ την ευκαιρία να ανακαλύψουν τη «σκληρή ιστορική ύλη» μέσα σε κείμενα που, άλλοτε σε δραματοποιημένη διαλογική μορφή, άλλοτε με «χαλαρές» αφηγήσεις και κάποτε με ένα είδος «ανεκδοτολογικής όρεξης», θέλουν να αποφύγουν την εντύπωση της σχολαστικής καταγραφής και, πάνω απ᾽ όλα, του καταναγκαστικού διδακτισμού που, συνήθως, πάνε χέρι χέρι με την ανάγκη της σχολικής αποστήθισης. Ωστόσο, καμιά από τις μυθοπλαστικές «διευκολύνσεις» και κανένα από τα παραφραστικά «δολώματα» που χρησιμοποιούνται δεν φαλκιδεύουν τις «μαρτυρίες» που εγγυώνται την αξιοπιστία των πληροφοριών. Αντίθετα, όλα τα επιμέρους κεφάλαια έχουν τη σταθερή πραγματολογική αφορμή και βάση τους στη σύγχρονη ιστορική και φιλολογική βιβλιογραφία για τον ρωμαϊκό κόσμο· και σε πολλές περιπτώσεις ενσωματώνουν, με εύληπτο (που σημαίνει, βέβαια, και εν μέρει απλουστευμένο) τρόπο θεωρίες, ερμηνείες και απόψεις από την «τελευταία λέξη της μόδας».
Μια δεύτερη καθοδηγητική σκέψη είχε να κάνει με την ανάγκη να αναδειχθούν ορισμένες πτυχές της «ειδικής σχέσης» ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Ρώμη. Στα εκπαιδευτικά μας πράγματα, το ιστορικό και πολιτισμικό αυτό δίδυμο αντιμετωπίστηκε συχνά με τη σαρωτική, και γι᾽ αυτό απλουστευτική, βεβαιότητα ότι, με δεδομένη τη χρονολογική προτεραιότητα και ποιότητα του κλασικού ελληνικού πολιτισμού, ο ρωμαϊκός κόσμος (παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του και το γεγονός ότι «έβγαλε» κάμποσους καλούς διοικητές και μηχανικούς) υπήρξε λίγο πολύ απλός οφειλέτης και αντιγραφέας. Τι ακριβώς εξυπηρέτησε (σε άλλους καιρούς) αυτή η μονότροπη στάση είναι περίπου προφανές, αλλά έτσι κι αλλιώς το εξαιρετικά ενδιαφέρον αυτό ζήτημα δεν χωράει στις εισαγωγικές τούτες γραμμές. Την απαράγραπτη αλήθεια της ρωμαϊκής πολιτισμικής οφειλής στην Ελλάδα δεν την αμφισβήτησε κανείς ποτέ - αλλά κυρίως δεν την αμφισβήτησαν οι ίδιοι οι Ρωμαίοι, που δεν θα κατασκεύαζαν τη συλλογική τους ταυτότητα όπως τελικά την κατασκεύασαν αν δεν υπήρχε «εκεί» η Ελλάδα να τους τυραννάει και να τους γοητεύει συνάμα. Κι αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Κι ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι οι Ρωμαίοι είναι ο πρώτος δυτικός λαός που υποβάλλει σε συστηματική κριτική την Ελλάδα και τους Έλληνες· και ίσως το πιο ενδιαφέρον απ᾽ όλα να είναι το ότι την κριτική αυτή στάση την κληροδότησαν, κάποτε μαζί με όλα τα σχετικά στερεότυπα, στους νεότερους ευρωπαϊκούς λαούς. Ορισμένα από τα παράδοξα και τα μυστήρια αυτής της σχέσης ανάμεσα σε Ελλάδα και Ρώμη προσπαθήσαμε να τα αποτυπώσουμε στα κεφάλαια της σειράς μας. Και στο κεφάλαιο αυτό δεν είναι μόνο οι μαθητές που έχουν πράγματα να μάθουν. Γιατί, από πολλές απόψεις, η ιστορία της Ρώμης είναι και μάθημα για την ελληνική αυτογνωσία.
Τρίτη καθοδηγητική αρχή, και συναφής με την προηγούμενη, ήταν η μέριμνα να τοποθετηθούν, όπου αυτό ήταν δυνατό και πρόσφορο, τα σχετικά με τον ρωμαϊκό κόσμο και πολιτισμό σε ένα διακριτικό αλλά αναγνωρίσιμο συγχρονικό πλαίσιο, δηλαδή να υποδηλωθούν ή να σημειωθούν οι σύγχρονες εκείνες παράμετροι οι οποίες, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, διαθέτουν σημαντική συγκριτική αξία καθώς μας επιτρέπουν να δούμε το παλαιό με σύγχρονους πολιτισμικούς και ιδεολογικούς όρους ή, αντίστροφα, να μετρήσουμε τη σύγχρονη εμπειρία με μέτρα και σταθμά που συνάγουμε ιστορικά από το παρελθόν. Αυτό ισχύει τόσο για τα «ελάσσονα» (για παράδειγμα, η κοινωνιολογική σημασιοδότηση του φανατισμού στον ρωμαϊκό ιππόδρομο ή της «χλιδάτης καλοπέρασης» στο διασημότερο ρωμαϊκό θέρετρο) όσο και για τα «μείζονα» - και ίσως το πιο μείζον από αυτά να είναι η παραδειγματική μοίρα της ρωμαϊκής πολιτικής και στρατιωτικής υπερδύναμης. Η Ρώμη μπορεί να είναι «μάθημα» για την (παγκοσμιοποιημένη πια) πολιτική μας αυτογνωσία.
Αλλά, μαζί με όλα αυτά, η Ρώμη και η ιστορική της περιπέτεια προσφέρουν άφθονες ευκαιρίες για δημιουργική αναψυχή. Αυτή την πλευρά του πράγματος το εγχειρίδιο φροντίζει να την κρατάει όσο περισσότερο μπορεί σε πρώτο πλάνο. Ο «Βιογραφικός πίνακας της Ρώμης», που ολοκληρώνει το εγχειρίδιο, υπενθυμίζει ότι ο «σκληρός σκελετός» της Ιστορίας, με την (πληκτική κάποτε) ονοματολογία και τις χρονολογίες του είναι πάντα και αναπόφευκτα «εκεί», αλλά, πριν από τον πίνακα, υπολογίζει πολύ στην ανιδιοτελή ευχαρίστηση της μαθησιακής περιέργειας και θέλει να είναι μια ευθεία πρόσκληση στην άνεση και τη σοφία ενός μεγάλου και πολύτιμου παραμυθιού.
Η σειρά που αρχίζει, Η Ρώμη και ο κόσμος της αναπληρώνει, για πρώτη φορά στην ιστορία της εκπαίδευσής μας, ένα κενό της σχολικής Αρχαιογνωσίας, η οποία, χρόνια τώρα, επιμένει στην απόλυτη ελληνική κυριότητά της, απωθώντας με αστόχαστη υπεροψία το μερίδιο των Ρωμαίων στη συγκρότηση και στην παράδοση της κλασικής παιδείας, που αναγνωρίστηκε θεμέλιος λίθος των ανθρωπιστικών σπουδών και του ανθρωπισμού στον λεγόμενο δυτικό κόσμο - και όχι μόνον.
Στην πραγματικότητα η επιστήμη της Αρχαιογνωσίας συμπίπτει, ως προς το διπλό αντικείμενό της και τον δίδυμο στόχο της, με την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα. Αν το ελληνικό στοιχείο χρονικά προηγήθηκε και ποιοτικά λειτούργησε ως πρότυπο, η ρωμαϊκή του διαμεσολάβηση εξασφάλισε την πρακτική του εμπέδωση και τη διάδοσή του, έστω με κάποια δόση αυτοκρατορικής επίδειξης και μεγαλαυχίας. Από την άποψη αυτή ο ρωμαϊκός κόσμος αποτελεί δημιουργική αντανάκλαση του ελληνικού κόσμου, κάτοπτρο που διαθλά τις ακτίνες που υποδέχεται. Αυτή η συνάντηση των δύο κόσμων (που δεν αποκλείει πολεμικές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και αισθητικές διαφορές) εξελίχθηκε σε γενικότερη πολιτισμική αμοιβαιότητα.
Τη συγγένεια και τη συνέχεια του ρωμαϊκού με τον ελληνικό κόσμο αποτυπώνεται με συναρπαστικό τρόπο στην σειρά που ακολουθεί. Το οποίο τοπικά επικεντρώνεται κυρίως στη Ρώμη και χρονικά επιμένει στην ακμή του ανύσματος μεταξύ 8ου προχριστιανικού και 5ου μεταχριστιανικού αιώνα, μοιράζεται σε δεκαπέντε κεφάλαια και καταλήγει στον «Βιογραφικό πίνακα της Ρώμης».
Συγκεκριμένα: το έγκυρο ιστορικό υλικό παρουσιάζεται σε μορφή «σφιχτής» ή «χαλαρής» αφήγησης, αναλόγως· εμπλουτίζεται με «υπολογισμένες δόσεις μυθοπλασίας»· συχνά δραματοποιείται σε ανταγωνιστικούς διάλογους· ο σχολικός διδακτισμός ανακουφίζεται με ευτράπελα ανέκδοτα· η σχολαστική σοβαροφάνεια εξουδετερώνεται με καταλυτικό χιούμορ· σήματα της ρωμαϊκής κοσμοκρατορίας παραπέμπουν σε σύγχρονες υπερατλαντικές φιλοδοξίες. Με δυο λόγια: σε τούτη την σειρά, η αυστηρή φιλολογία συμφιλιώνεται με την απολαυστική λογοτεχνία. Τελικώς η μακρινή Ρώμη προβάλλεται στο παρόν ως παραδειγματική σύνθεση ομοιότητας και διαφοράς: ελληνικές οι ρίζες, δικός της ο κορμός, ανάμεικτο το φύλλωμα.
Η σειρά αυτή είναι ένα ανθολόγιο από τα μικρά και μεγάλα θαύματα ενός κόσμου που για περισσότερους από δέκα αιώνες όρισε τις τύχες της γνωστής οικουμένης και άφησε τεράστια πολιτική, πολιτισμική και γλωσσική κληρονομιά. Ο κόσμος αυτός -ο ρωμαϊκός- είναι από πολλές απόψεις η συνέχεια του ελληνικού, και οι δυο τους, δυστυχώς μαζί με τον χριστιανισμό, αποτελούν τον συνταγματικό χάρτη της Δύσης· κι αν η Δύση γνώρισε και γνωρίζει σήμερα βαθιές αλλαγές, τα ιστορικά ανακλαστικά της και ο τρόπος με τον οποίο στοχάζεται τις αλλαγές της διαμορφώνονται -είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι- από αυτό το πανίσχυρο τρίγωνο. Ο τρόπος με τον οποίο σκεφτόμαστε και αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και τους «άλλους» είναι συνάρτηση των ιστορικών μας εμπειριών κι όσο πληρέστερα μελετάμε αυτές τις εμπειρίες τόσο καλύτερα γνωρίζουμε τον εαυτό μας και τους «άλλους». Είναι σημαντικό να ξέρουμε καλά την ιστορική μας προπαίδεια· αλλιώς το γινόμενο της ιστορικής μας γνώσης και, κυρίως, της ιστορικής μας «ευφυΐας» είναι λειψό. Ο «αρχαίος ελληνικός πολιτισμός» και η δήθεν «ελληνοχριστιανική παράδοση», με τη Ρώμη αφαιρετέα, δίνουν λειψό γινόμενο.
Τα δεκαπέντε κεφάλαια που περιλαμβάνει η σειρά αυτή, δεν είναι, βέβαια, αρκετά για να ξετυλίξουν ολόκληρο το «παραμύθι της Ρώμης» - της μικρής αγροτικής πόλης που έγινε κοσμοκρατορία. Και πρώτα πρώτα πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα άρθρα δεν προσφέρουν μια ολοκληρωμένη ιστορική αφήγηση για τη Ρώμη και τον κόσμο της. Παρόλο που ο αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι υπάρχει ένα αδρό χρονολογικό νήμα (από τις αρχές της ρωμαϊκής ιστορίας, ας πούμε κάπου στον 8ο αιώνα π.Χ., μέχρι τη διαίρεση της αυτοκρατορίας σε ανατολικό και δυτικό τμήμα και την τελική διάλυση του δυτικού τμήματος τον 5ο αιώνα μ.Χ.), πολλά σημαντικά γεγονότα και προσωπικότητες δεν παρουσιάζονται καθόλου ή κάνουν απλώς μια τυπική, ονομαστική εμφάνιση. Η χρονολογική και θεματική πληρότητα της ιστορικής αφήγησης άλλες προϋποθέσεις θα είχε και άλλους στόχους θα υπηρετούσε.
Ας πούμε, λοιπόν, τα άρθρα, στη μορφή με την οποία παρουσιάζεται, φιλοδοξουν πάνω απ᾽ όλα να προβάλουν μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες και ερεθιστικές σκηνές μιας μεγάλης ιστορικής υπερπαραγωγής με τον γενικό τίτλο «Ρώμη». Από την άποψη αυτή, θα μπορούσε να πει κανείς, μοιάζει με συστηματική «διαφήμιση» που θέλει και το ενδιαφέρον να εξάψει αλλά και την παιδευτική αξία του προϊόντος που διαφημίζει να δηλώσει. Όπως είναι γνωστό, στις μεγάλες ιστορικές υπερπαραγωγές δεν πρωταγωνιστούν μόνο πολιτικοί και στρατιωτικοί - με μια λέξη, «αστέρες» της δημόσιας ζωής. Έτσι, στο εγχειρίδιο, μαζί με τις όψεις του δημόσιου βίου, προβάλλονται στιγμιότυπα από αυτό που γενικά συνηθίσαμε να ονομάζουμε «ιδιωτικό βίο». Μαζί με τους καίσαρες, τους στρατηγούς και τις λεγεώνες τους, «ιστορία γράφει» και η καθημερινή ζωή με τα άγχη, τις γιορτές και τα θεάματά της. Κι ακόμη, η πνευματική ζωή, με τους δημιουργούς, τους στοχαστές και τους ποιητές της, συμπληρώνει τις θεματικές περιοχές που δίνουν υλικό στο ανθολόγιο - ή, όπως το είπαμε μόλις τώρα, στα διαφημιστικά στιγμιότυπα. Στρατηγοί που ανακατεύουν τα γεωπολιτικά συμφέροντα της Ρώμης με την προσωπική συναισθηματική ζωή τους· νεαροί Ρωμαίοι που συνοδεύονται για πρώτη φορά σε θεατρικές παραστάσεις· φανατικοί και «χούλιγκαν» του ιπποδρόμου· αυτοκράτορες που πασχίζουν να κυβερνήσουν το χάος μιας αυτοκρατορίας που «παραμεγάλωσε», ή άλλοι που γεννιούνται καλλιτέχνες αλλά «καταντούν» αυτοκράτορες, και άλλοι ακόμη που συνδυάζουν την απόλυτη εξουσία με την απόλυτη σχιζοφρένεια· ποιητές που νοιάζονται πιο πολύ για την αγαπημένη τους παρά για τα «ιερά και τα όσια» της πατρίδας· μονομάχοι που τη «γλίτωσαν» από την αρένα και αποφασίζουν να γράψουν τα προσωπικά τους απομνημονεύματα· σκυθρωποί φιλόσοφοι «αυστηρών αρχών» που έκαναν το λάθος να περάσουν μια νύχτα με τους ασύδοτους «γλεντζέδες» στη ρωμαϊκή «Μύκονο»· κουρασμένα παλληκάρια που βαρέθηκαν το πολύβουο και συνωστισμένο κέντρο της Ρώμης (και τα ακριβά της ενοίκια) και αναζητούν ήσυχο καταφύγιο στην εξοχή· άλλοι που φορτώνουν όλα τα κακά της μοίρας τους στους μετανάστες (και κυρίως στους μετανάστες από την Ελλάδα) και ανησυχούν για το μέλλον της «ρωμαιοσύνης»· φιλέλληνες που δεν είναι τελικά ακριβώς φιλέλληνες - όλοι αυτοί και όλα αυτά γράφουν τα κεφάλαια της Ρώμης που ανθολογείται και διαφημίζεται στο εγχειρίδιο.
Δυο τρεις σκέψεις που καθοδήγησαν τον σχεδιασμό και το στήσιμο της σειράς, θα άξιζε ίσως να τις δηλώσουμε εδώ εισαγωγικά. Η μία αφορά τη συστατική αρχή της δουλειάς μας, που είναι η παρουσίαση του ιστορικού υλικού με υπολογισμένες δόσεις μυθοπλασίας και ελεύθερης ιστορικής ανάπλασης. Οι αναγνώστες του blog έχουν εδώ την ευκαιρία να ανακαλύψουν τη «σκληρή ιστορική ύλη» μέσα σε κείμενα που, άλλοτε σε δραματοποιημένη διαλογική μορφή, άλλοτε με «χαλαρές» αφηγήσεις και κάποτε με ένα είδος «ανεκδοτολογικής όρεξης», θέλουν να αποφύγουν την εντύπωση της σχολαστικής καταγραφής και, πάνω απ᾽ όλα, του καταναγκαστικού διδακτισμού που, συνήθως, πάνε χέρι χέρι με την ανάγκη της σχολικής αποστήθισης. Ωστόσο, καμιά από τις μυθοπλαστικές «διευκολύνσεις» και κανένα από τα παραφραστικά «δολώματα» που χρησιμοποιούνται δεν φαλκιδεύουν τις «μαρτυρίες» που εγγυώνται την αξιοπιστία των πληροφοριών. Αντίθετα, όλα τα επιμέρους κεφάλαια έχουν τη σταθερή πραγματολογική αφορμή και βάση τους στη σύγχρονη ιστορική και φιλολογική βιβλιογραφία για τον ρωμαϊκό κόσμο· και σε πολλές περιπτώσεις ενσωματώνουν, με εύληπτο (που σημαίνει, βέβαια, και εν μέρει απλουστευμένο) τρόπο θεωρίες, ερμηνείες και απόψεις από την «τελευταία λέξη της μόδας».
Μια δεύτερη καθοδηγητική σκέψη είχε να κάνει με την ανάγκη να αναδειχθούν ορισμένες πτυχές της «ειδικής σχέσης» ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Ρώμη. Στα εκπαιδευτικά μας πράγματα, το ιστορικό και πολιτισμικό αυτό δίδυμο αντιμετωπίστηκε συχνά με τη σαρωτική, και γι᾽ αυτό απλουστευτική, βεβαιότητα ότι, με δεδομένη τη χρονολογική προτεραιότητα και ποιότητα του κλασικού ελληνικού πολιτισμού, ο ρωμαϊκός κόσμος (παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του και το γεγονός ότι «έβγαλε» κάμποσους καλούς διοικητές και μηχανικούς) υπήρξε λίγο πολύ απλός οφειλέτης και αντιγραφέας. Τι ακριβώς εξυπηρέτησε (σε άλλους καιρούς) αυτή η μονότροπη στάση είναι περίπου προφανές, αλλά έτσι κι αλλιώς το εξαιρετικά ενδιαφέρον αυτό ζήτημα δεν χωράει στις εισαγωγικές τούτες γραμμές. Την απαράγραπτη αλήθεια της ρωμαϊκής πολιτισμικής οφειλής στην Ελλάδα δεν την αμφισβήτησε κανείς ποτέ - αλλά κυρίως δεν την αμφισβήτησαν οι ίδιοι οι Ρωμαίοι, που δεν θα κατασκεύαζαν τη συλλογική τους ταυτότητα όπως τελικά την κατασκεύασαν αν δεν υπήρχε «εκεί» η Ελλάδα να τους τυραννάει και να τους γοητεύει συνάμα. Κι αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Κι ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι οι Ρωμαίοι είναι ο πρώτος δυτικός λαός που υποβάλλει σε συστηματική κριτική την Ελλάδα και τους Έλληνες· και ίσως το πιο ενδιαφέρον απ᾽ όλα να είναι το ότι την κριτική αυτή στάση την κληροδότησαν, κάποτε μαζί με όλα τα σχετικά στερεότυπα, στους νεότερους ευρωπαϊκούς λαούς. Ορισμένα από τα παράδοξα και τα μυστήρια αυτής της σχέσης ανάμεσα σε Ελλάδα και Ρώμη προσπαθήσαμε να τα αποτυπώσουμε στα κεφάλαια της σειράς μας. Και στο κεφάλαιο αυτό δεν είναι μόνο οι μαθητές που έχουν πράγματα να μάθουν. Γιατί, από πολλές απόψεις, η ιστορία της Ρώμης είναι και μάθημα για την ελληνική αυτογνωσία.
Τρίτη καθοδηγητική αρχή, και συναφής με την προηγούμενη, ήταν η μέριμνα να τοποθετηθούν, όπου αυτό ήταν δυνατό και πρόσφορο, τα σχετικά με τον ρωμαϊκό κόσμο και πολιτισμό σε ένα διακριτικό αλλά αναγνωρίσιμο συγχρονικό πλαίσιο, δηλαδή να υποδηλωθούν ή να σημειωθούν οι σύγχρονες εκείνες παράμετροι οι οποίες, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, διαθέτουν σημαντική συγκριτική αξία καθώς μας επιτρέπουν να δούμε το παλαιό με σύγχρονους πολιτισμικούς και ιδεολογικούς όρους ή, αντίστροφα, να μετρήσουμε τη σύγχρονη εμπειρία με μέτρα και σταθμά που συνάγουμε ιστορικά από το παρελθόν. Αυτό ισχύει τόσο για τα «ελάσσονα» (για παράδειγμα, η κοινωνιολογική σημασιοδότηση του φανατισμού στον ρωμαϊκό ιππόδρομο ή της «χλιδάτης καλοπέρασης» στο διασημότερο ρωμαϊκό θέρετρο) όσο και για τα «μείζονα» - και ίσως το πιο μείζον από αυτά να είναι η παραδειγματική μοίρα της ρωμαϊκής πολιτικής και στρατιωτικής υπερδύναμης. Η Ρώμη μπορεί να είναι «μάθημα» για την (παγκοσμιοποιημένη πια) πολιτική μας αυτογνωσία.
Αλλά, μαζί με όλα αυτά, η Ρώμη και η ιστορική της περιπέτεια προσφέρουν άφθονες ευκαιρίες για δημιουργική αναψυχή. Αυτή την πλευρά του πράγματος το εγχειρίδιο φροντίζει να την κρατάει όσο περισσότερο μπορεί σε πρώτο πλάνο. Ο «Βιογραφικός πίνακας της Ρώμης», που ολοκληρώνει το εγχειρίδιο, υπενθυμίζει ότι ο «σκληρός σκελετός» της Ιστορίας, με την (πληκτική κάποτε) ονοματολογία και τις χρονολογίες του είναι πάντα και αναπόφευκτα «εκεί», αλλά, πριν από τον πίνακα, υπολογίζει πολύ στην ανιδιοτελή ευχαρίστηση της μαθησιακής περιέργειας και θέλει να είναι μια ευθεία πρόσκληση στην άνεση και τη σοφία ενός μεγάλου και πολύτιμου παραμυθιού.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)







