Την χαρακτήρισα κατά καιρούς ως την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής μου και όχι άδικα, άλλωστε δεν θα ευχόμουνα σε κανένα συνάνθρωπο μου να τον επισκεφτεί αυτός ο δράκος. Είναι η κακιά η ώρα που ανακαλύπτουμε τον δράκο μέσα μας, να μας περικυκλώνει, να μας κυριεύει, να φουντώνει σιγά σιγά και όλο ένα να γίνεται και πιο ανυπόφορος. Ένα συναίσθημα βίαιο, που δεν μπορείς εύκολα να αποτυπώσεις με λέξεις, κάτι πρωτόγνωρο, άθλιο που μοιάζει ανίκητο. Αμέτρητα βράδια κοιμηθήκαμε με τον φόβο της σκιάς του μέσα μας, την αγωνία για την επομένη φορά που θα έρθει να μας κατασπαράξει μια ακόμη κρίση πανικού.
Ο απόλυτος τρόμος, είναι ικανός να μας εξουθενώσει να μας κάνει να γονατίσουμε, να κλάψουμε να φωνάξουμε να νιώσουμε αδύναμοι, μικροί και δυστυχισμένοι. Πότε, πότε έχανα την λαλιά μου, την επαφή με τους γύρω μου, πίστευα πως ο δράκος θα έμενε για πάντα μέσα μου. Ομολογώ πως αυτή η περίοδος της ζωής μου ήταν μαρτυρική αφού υπέφερα πάλευα μέσα μου, οι σκέψεις μου ήταν μαύρες, ήμουν αλήθεια εντελώς έξω από τα νερά μου. Μου ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να πιστέψω και να αποδεχτώ κυρίως ότι εγώ, η ψυχή της παρέας, εγώ με το περίσσιο θάρρος, μια δυναμική γυναίκα θα είχα υποκύψει στο τέρας. Ξέρεις ήταν ψυχικά και σωματικά αδύνατο να παλέψω με τον δράκο, το μυαλό θολωμένο, εγώ ανήμπορη να σκεφτώ λογικά, πάλευα με τις μαύρες σκέψεις που μου πυροδοτούσε αυτό το άθλιο συναίσθημα.
Μεγάλωσα σε ένα υγιές περιβάλλον, με δυο υπέροχους, γονείς που πολλοί θα ζήλευαν. Φαινομενικά τίποτα δεν μου έλειπε για να δικαιολογήσω στον εαυτό μου τις αμέτρητες κρίσεις πανικού και το τέρας μέσα μου. Και όμως δεν είναι απαραίτητο να έχεις ένα ‘’κακό’’ παρελθόν για να περάσεις αυτή την εμπειρία. Το θηρίο ξύπνησε όταν κάποια μικρά μικρά στην καθημερινότητα μου με έκαναν να ανησυχώ να σκέφτομαι αρνητικά και σε συνδυασμό με τις κρίσεις πανικού να νιώθω πως θέλω να πεθάνω. Ναι , αυτό είναι αλήθεια, έκλαιγα το βράδυ από τις ανυπόφορες κρίσεις πανικού και το τέρας μέσα μου και παρακαλούσα με λυγμούς να πεθάνω, τι την ήθελα τέτοια ζωή; Ήμουνα ένας άνθρωπος, γεμάτος ενέργεια και αυτοπεποίθηση και αν μου έλεγε κανείς πριν μου συμβεί πως θα βίωνα την απόλυτη θλίψη θα τον έβγαζα τρελό, και όμως. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει σε πολλούς ανθρώπους γύρω μας. Την στιγμή όμως που βιώνεις αυτό τον δράκο να φουντώνει μέσα σου και να νιώθεις ότι πρόκειται να πεθάνεις, γιατί πιθανόν να νομίζεις πως δεν μπορείς να αναπνεύσεις γιατί σου τελειώνει το οξυγόνο δεν έχεις καθαρό μυαλό να σκεφτείς πως είναι κάτι που θα περάσει.
Οι κρίσεις πανικού λοιπόν σε συνδυασμό με τον δράκο την κατάθλιψη, μπορούν να σε φέρουν αντιμέτωπο με το απόλυτο κενό με την πιο σκοτεινή και άσχημη πλευρά της ζωής. Ένα πανδαιμόνιο γκρίζων συναισθημάτων, γέμιζαν μαρτυρικά τις ατελείωτες ώρες της ημέρας μου που έμοιαζε ομολογώ να έχει 1024 ώρες αντί για 24. Ξέρεις πόσο οδυνηρό είναι να παρακαλάς να κοιμηθείς και να μην ξυπνήσεις ποτέ, απλά για να μην έρχεσαι αντιμέτωπος με την σκληρή πραγματικότητα της κατάθλιψης; Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι ένας νέος άνθρωπος να παλεύει μέσα του να βρει μια ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, μια σανίδα σωτηρίας; Αυτό το τέρας σου ρουφάει μαρτυρικά την ενέργεια σου κλέβει κυριολεκτικά το χαμόγελο από τα χείλη και σε βουλιάζει ψυχολογικά.
Αποδέξου το, μίλησε με κάποιο ειδικό μην αφήσεις τον δράκο να σε κατασπαράξει, όσο είναι νωρίς κάνε κάτι για αυτό μην χάνεις χρόνο. Καθόλου μην ντραπείς να το συζητήσεις με ένα δικό σου άνθρωπο που θα επιλέξεις εσύ, μην μείνεις πνιγμένος στις σκέψεις σου προσπάθησε, αγωνίσου και θα νικήσεις, θέλει κουράγιο ψυχή και υπομονή. Εγώ τα κατάφερα μπορείς και εσύ. Όταν καταφέρεις να σκοτώσεις τον δράκο μέσα σου πίστεψε με η ζωή θα μοιάζει ανάξια να σε απογοητεύει ξανά.
Τρίτη 9 Μαρτίου 2021
“Εγώ δεν χρειάζομαι κανέναν, τα καταφέρνω μόνος μου”. Είστε βέβαιος;
Το να αρχίσουμε τις προσπάθειες για να πάψουμε να νιώθουμε τις ίδιες μας τις ανάγκες είναι μια στρατηγική για να ανακουφίσουμε τον πόνο της απογοήτευσης.
Θα εξασκήσουμε για χρόνια αυτό το σχέδιο επιβίωσης: να προσπαθούμε να μην καταγράφουμε τις ανάγκες μας. Και ίσως μια μέρα να φτάσουμε να ταυτιστούμε με αυτόν τον τρόπο ύπαρξης. Τότε πια δεν θα πρόκειται για στρατηγική, αλλά για την προσωπικότητά μας. Εγώ δεν χρειάζομαι τίποτα· τα καταφέρνω μόνος μου. Θα μείνουμε κολλημένοι σ’ αυτήν τη σκέψη και θα ξεχάσουμε αυτό που πραγματικά είμαστε, αυτό που μας προκαλεί πραγματική χαρά, γαλήνη και απόλαυση.
Εκείνη τη στιγμή θα φανεί ίσως αυτό που ο Έριχ Φρομ εξηγεί στο βιβλίο του Να έχεις ή να είσαι: θα πιστέψουμε πως ένα καινούργιο αυτοκίνητο, ένα ακριβότερο σπίτι, ή ένας λογαριασμός με αρκετά λεφτά θα μας κάνουν ευτυχισμένους.
Η κοινωνία της κατανάλωσης μας πουλάει την ιδέα πως η ιδιοκτησία είναι η πόρτα· τα κλειδιά είναι να αγοράζουμε, να ξοδεύουμε και να αλλάζουμε. Όταν αυτές οι έννοιες γίνουν τμήμα των πεποιθήσεών μας, η χειραγώγηση της συμπεριφοράς μας θα είναι εύκολη υπόθεση. Ωστόσο, μόλις αποκτήσουμε αυτό που επιθυμούμε, θα συνειδητοποιήσουμε πως «αυτό» δεν μας αρκεί, και γρήγορα οι διαφημίσεις θα μας υποδείξουν κάτι άλλο, ώστε να συνεχίσουμε την προσπάθεια από λάθος δρόμο.
Θα έπρεπε να έρθει κάποτε η μέρα που θα μπορέσουμε να σταματήσουμε και να καταλάβουμε πως δεν είναι αυτός ο σωστός δρόμος. Είναι ώρα να ψάξουμε μέσα μας- να ακούσουμε ξανά τους εαυτούς μας. Αλλά δεν είναι τόσο εύκολο.
Έχουμε ξεχάσει πώς γίνεται, και πολλές φορές θα πρέπει να ζητήσουμε από κάποιον άλλον να μας βοηθήσει να μάθουμε ξανά ποιοι είμαστε και να μας παρακινήσει να επανακτήσουμε τη σοφία που είχαμε παιδιά, τότε που μπορούσαμε να γελάμε και να παίζουμε ασταμάτητα.
Ας μιλήσουμε για την πρόκληση να μάθουμε να ακούμε τον εαυτό μας, να τον λαμβάνουμε υπόψη, να τον δούμε όπως οι γονείς μας δεν ήξεραν να τον βλέπουν, στο πλάι του αγαπημένου μας προσώπου.
Είναι πολύ οδυνηρό να έχεις ανάγκη και να μην παίρνεις αυτό που χρειάζεσαι, κι αυτό είναι το βασικό πρόβλημα. Κανείς δε θέλει να νιώσει τον πόνο τού να χρειάζεται κάτι και να μην το έχει. Αλλά αυτός ο πόνος είναι η μόνη διέξοδος για να μπορέσω να ανακαλύψω τις αληθινές μου ανάγκες και, μόνο αν τις ανακαλύψω, θα μπορέσω μετά (μετά!) να τις ικανοποιήσω. Γιατί, αν αντιστεκόμαστε στο να νιώσουμε ευάλωτοι, κάθε φορά θα σκληραίνουμε όλο και περισσότερο και θα απομακρυνόμαστε από την πιθανότητα να διαπιστώσουμε τι χρειαζόμαστε.
Και, επίσης, με αυτόν τον τρόπο μειώνουμε και τη δεκτική μας ικανότητα.
Πρέπει να λάβουμε υπόψη πως, πιθανότατα, αυτή η στρατηγική τού να μην νιώθουμε, μας φάνηκε χρήσιμη κατά την παιδική ηλικία. Ίσως να ήταν ιδιαιτέρως έξυπνο να γίνουμε αναίσθητοι απέναντι σε μια ανάγκη μας που δεν μπορούσαμε να ικανοποιήσουμε.
Αλλά, ως ενήλικες, μπορούμε να δώσουμε σ’ εμάς τους ίδιους αυτό που χρειαζόμαστε, ή να βρούμε τα κατάλληλα πρόσωπα για να τους το ζητήσουμε. Δεν είμαστε πια εξαρτημένοι από τους γονείς μας.
Θα εξασκήσουμε για χρόνια αυτό το σχέδιο επιβίωσης: να προσπαθούμε να μην καταγράφουμε τις ανάγκες μας. Και ίσως μια μέρα να φτάσουμε να ταυτιστούμε με αυτόν τον τρόπο ύπαρξης. Τότε πια δεν θα πρόκειται για στρατηγική, αλλά για την προσωπικότητά μας. Εγώ δεν χρειάζομαι τίποτα· τα καταφέρνω μόνος μου. Θα μείνουμε κολλημένοι σ’ αυτήν τη σκέψη και θα ξεχάσουμε αυτό που πραγματικά είμαστε, αυτό που μας προκαλεί πραγματική χαρά, γαλήνη και απόλαυση.
Εκείνη τη στιγμή θα φανεί ίσως αυτό που ο Έριχ Φρομ εξηγεί στο βιβλίο του Να έχεις ή να είσαι: θα πιστέψουμε πως ένα καινούργιο αυτοκίνητο, ένα ακριβότερο σπίτι, ή ένας λογαριασμός με αρκετά λεφτά θα μας κάνουν ευτυχισμένους.
Η κοινωνία της κατανάλωσης μας πουλάει την ιδέα πως η ιδιοκτησία είναι η πόρτα· τα κλειδιά είναι να αγοράζουμε, να ξοδεύουμε και να αλλάζουμε. Όταν αυτές οι έννοιες γίνουν τμήμα των πεποιθήσεών μας, η χειραγώγηση της συμπεριφοράς μας θα είναι εύκολη υπόθεση. Ωστόσο, μόλις αποκτήσουμε αυτό που επιθυμούμε, θα συνειδητοποιήσουμε πως «αυτό» δεν μας αρκεί, και γρήγορα οι διαφημίσεις θα μας υποδείξουν κάτι άλλο, ώστε να συνεχίσουμε την προσπάθεια από λάθος δρόμο.
Θα έπρεπε να έρθει κάποτε η μέρα που θα μπορέσουμε να σταματήσουμε και να καταλάβουμε πως δεν είναι αυτός ο σωστός δρόμος. Είναι ώρα να ψάξουμε μέσα μας- να ακούσουμε ξανά τους εαυτούς μας. Αλλά δεν είναι τόσο εύκολο.
Έχουμε ξεχάσει πώς γίνεται, και πολλές φορές θα πρέπει να ζητήσουμε από κάποιον άλλον να μας βοηθήσει να μάθουμε ξανά ποιοι είμαστε και να μας παρακινήσει να επανακτήσουμε τη σοφία που είχαμε παιδιά, τότε που μπορούσαμε να γελάμε και να παίζουμε ασταμάτητα.
Ας μιλήσουμε για την πρόκληση να μάθουμε να ακούμε τον εαυτό μας, να τον λαμβάνουμε υπόψη, να τον δούμε όπως οι γονείς μας δεν ήξεραν να τον βλέπουν, στο πλάι του αγαπημένου μας προσώπου.
Είναι πολύ οδυνηρό να έχεις ανάγκη και να μην παίρνεις αυτό που χρειάζεσαι, κι αυτό είναι το βασικό πρόβλημα. Κανείς δε θέλει να νιώσει τον πόνο τού να χρειάζεται κάτι και να μην το έχει. Αλλά αυτός ο πόνος είναι η μόνη διέξοδος για να μπορέσω να ανακαλύψω τις αληθινές μου ανάγκες και, μόνο αν τις ανακαλύψω, θα μπορέσω μετά (μετά!) να τις ικανοποιήσω. Γιατί, αν αντιστεκόμαστε στο να νιώσουμε ευάλωτοι, κάθε φορά θα σκληραίνουμε όλο και περισσότερο και θα απομακρυνόμαστε από την πιθανότητα να διαπιστώσουμε τι χρειαζόμαστε.
Και, επίσης, με αυτόν τον τρόπο μειώνουμε και τη δεκτική μας ικανότητα.
Πρέπει να λάβουμε υπόψη πως, πιθανότατα, αυτή η στρατηγική τού να μην νιώθουμε, μας φάνηκε χρήσιμη κατά την παιδική ηλικία. Ίσως να ήταν ιδιαιτέρως έξυπνο να γίνουμε αναίσθητοι απέναντι σε μια ανάγκη μας που δεν μπορούσαμε να ικανοποιήσουμε.
Αλλά, ως ενήλικες, μπορούμε να δώσουμε σ’ εμάς τους ίδιους αυτό που χρειαζόμαστε, ή να βρούμε τα κατάλληλα πρόσωπα για να τους το ζητήσουμε. Δεν είμαστε πια εξαρτημένοι από τους γονείς μας.
Δεν ζούμε στην πραγματικότητα όπως είναι, αλλά στην εικόνα που έχουμε εμείς γι’ αυτήν
Ας το επαναλάβουμε λοιπόν: Ακόμη κι αν το παρόν είναι καλύτερο από το παρελθόν, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να επεξεργαστούμε το πένθος.
Γι’ αυτό λέω ότι πρέπει να μάθουμε πώς να περνάμε αυτόν τον δρόμο: δρόμο των απωλειών. Πρέπει να μάθουμε να θεραπεύουμε τα τραύματα που προκαλούνται όταν αλλάζει κάτι, όταν φεύγει κάποιος, όταν μια κατάσταση φτάνει στο τέλος της, όταν δεν έχω πια αυτό που είχα ή νόμιζα πως είχα (αφού δεν έχει καμιά σημασία αν το είχα πραγματικά ή δεν το είχα). Το πένθος είναι επίσης αναγκαίο για την επεξεργασία της απώλειας που συνεπάγεται η ακύρωση ενός σχεδίου, η ματαίωση ενός ευσεβούς πόθου, η απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν θα αποκτήσω ποτέ αυτό που περίμενα ή λαχταρούσα να αποκτήσω μια μέρα.
H πορεία αυτή έχει τους κανονισμούς της˙ μια συγκεκριμένη γραμμή πλεύσης. O δρόμος έχει τους χάρτες του, κι αν τους γνωρίζει κανείς, αυτό θα τον βοηθήσει σίγουρα να φτάσει στο τέλος πιο δυνατός.
Ένας εξαιρετικός επιστήμονας, o Κορσίμπσκι, έλεγε ότι στην πραγματικότητα κατασκευάζουμε όλοι ένα σχεδιάγραμμα του κόσμου στον οποίο κατοικούμε, έναν «χάρτη» του τόπου όπου ζούμε. O χάρτης, όμως, λέει με σαφήνεια o Κορσίμπσκι, δεν είναι o τόπος.
O χάρτης αυτός είναι μόλις και μετά βίας ο δικός μας χάρτης. Είναι η ιδέα που έχουμε εμείς για την πραγματικότητα, αν και πολύ συχνά διαστρεβλωμένη από τις προκαταλήψεις μας. Η αλήθεια είναι, ότι ακόμη κι αν δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στα γεγονότα, ακόμη κι αν απέχει πολύ από την πραγματικότητα των άλλων, ΑΥΤΟΣ είναι o δικός μας χάρτης, και με βάση αυτόν ζούμε.
Δεν ζούμε στην πραγματικότητα όπως είναι, αλλά στην εικόνα που έχουμε εμείς γι’ αυτήν.
Εάν έχω καταγράψει στο χάρτη μου ότι μέσα στο δωμάτιό μου υπάρχει ένα δέντρο -ακόμη κι αν δεν υπάρχει, ακόμη κι αν δεν υπήρχε ποτέ-, είναι σίγουρο, όπως καταλαβαίνετε, ότι θα ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου αποφεύγοντας το δέντρο.
Ακόμη κι αν -εφόσον το δέντρο δεν υπάρχει στον δικό σας χάρτη-, περάσατε αμέριμνοι από το σημείο αυτό και, βλέποντάς με να αποφεύγω τον κορμό, μου πείτε:
«Μα τι κάνεις εκεί, τρελάθηκες;»
Αν δεν λάβει κανείς υπόψη του τον χάρτη μου, η συμπεριφορά αυτή φαίνεται από ηλίθια έως και διασκεδαστική, στην πράξη, όμως, μπορεί να γίνει επικίνδυνη.
Λέγεται πως ήταν μια φορά ένας μεθυσμένος και περπατούσε αμέριμνα στην εξοχή.
Ξαφνικά, βλέπει να έρχονται προς το μέρος του δύο ταύροι -ο ένας αληθινός, ο άλλος φανταστικός. Ο τύπος αρχίζει και τρέχει για να γλιτώσει από τους ταύρους, και φτάνει σ’ ένα σημείο όπου βλέπει μπροστά του δυο τεράστια δέντρα.
Το ένα είναι κι αυτό φανταστικό, το άλλο ευτυχώς αληθινό.
Ο μεθυσμένος, σαν μεθυσμένος που ήταν, επιχείρησε ν΄ ανέβει στο φανταστικό δέντρο… και ενώ πάλευε να σκαρφαλώσει, ο αληθινός ταύρος όρμησε και τον άρπαξε, τον κακομοίρη.
Και φυσικά…έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…
Δηλαδή, το πώς θα επεξεργαστώ την απώλεια εξαρτάται από το πώς έχω χαράξει το χάρτη της ζωής μου, εξαρτάται από τη θέση που έχει κάθε πράγμα στο σχέδιό μου, εξαρτάται από τις πεποιθήσεις που διαμορφώνουν την πορεία μου. Πώς θα πορευτώ σ’ αυτόν τον δρόμο που ξεκινάει όταν υφίσταμαι ή συνειδητοποιώ μιαν απώλεια. Και τελειώνει όταν αυτήν την απώλεια την έχω ξεπεράσει.
Γι’ αυτό λέω ότι πρέπει να μάθουμε πώς να περνάμε αυτόν τον δρόμο: δρόμο των απωλειών. Πρέπει να μάθουμε να θεραπεύουμε τα τραύματα που προκαλούνται όταν αλλάζει κάτι, όταν φεύγει κάποιος, όταν μια κατάσταση φτάνει στο τέλος της, όταν δεν έχω πια αυτό που είχα ή νόμιζα πως είχα (αφού δεν έχει καμιά σημασία αν το είχα πραγματικά ή δεν το είχα). Το πένθος είναι επίσης αναγκαίο για την επεξεργασία της απώλειας που συνεπάγεται η ακύρωση ενός σχεδίου, η ματαίωση ενός ευσεβούς πόθου, η απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν θα αποκτήσω ποτέ αυτό που περίμενα ή λαχταρούσα να αποκτήσω μια μέρα.
H πορεία αυτή έχει τους κανονισμούς της˙ μια συγκεκριμένη γραμμή πλεύσης. O δρόμος έχει τους χάρτες του, κι αν τους γνωρίζει κανείς, αυτό θα τον βοηθήσει σίγουρα να φτάσει στο τέλος πιο δυνατός.
Ένας εξαιρετικός επιστήμονας, o Κορσίμπσκι, έλεγε ότι στην πραγματικότητα κατασκευάζουμε όλοι ένα σχεδιάγραμμα του κόσμου στον οποίο κατοικούμε, έναν «χάρτη» του τόπου όπου ζούμε. O χάρτης, όμως, λέει με σαφήνεια o Κορσίμπσκι, δεν είναι o τόπος.
O χάρτης αυτός είναι μόλις και μετά βίας ο δικός μας χάρτης. Είναι η ιδέα που έχουμε εμείς για την πραγματικότητα, αν και πολύ συχνά διαστρεβλωμένη από τις προκαταλήψεις μας. Η αλήθεια είναι, ότι ακόμη κι αν δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στα γεγονότα, ακόμη κι αν απέχει πολύ από την πραγματικότητα των άλλων, ΑΥΤΟΣ είναι o δικός μας χάρτης, και με βάση αυτόν ζούμε.
Δεν ζούμε στην πραγματικότητα όπως είναι, αλλά στην εικόνα που έχουμε εμείς γι’ αυτήν.
Εάν έχω καταγράψει στο χάρτη μου ότι μέσα στο δωμάτιό μου υπάρχει ένα δέντρο -ακόμη κι αν δεν υπάρχει, ακόμη κι αν δεν υπήρχε ποτέ-, είναι σίγουρο, όπως καταλαβαίνετε, ότι θα ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου αποφεύγοντας το δέντρο.
Ακόμη κι αν -εφόσον το δέντρο δεν υπάρχει στον δικό σας χάρτη-, περάσατε αμέριμνοι από το σημείο αυτό και, βλέποντάς με να αποφεύγω τον κορμό, μου πείτε:
«Μα τι κάνεις εκεί, τρελάθηκες;»
Αν δεν λάβει κανείς υπόψη του τον χάρτη μου, η συμπεριφορά αυτή φαίνεται από ηλίθια έως και διασκεδαστική, στην πράξη, όμως, μπορεί να γίνει επικίνδυνη.
Λέγεται πως ήταν μια φορά ένας μεθυσμένος και περπατούσε αμέριμνα στην εξοχή.
Ξαφνικά, βλέπει να έρχονται προς το μέρος του δύο ταύροι -ο ένας αληθινός, ο άλλος φανταστικός. Ο τύπος αρχίζει και τρέχει για να γλιτώσει από τους ταύρους, και φτάνει σ’ ένα σημείο όπου βλέπει μπροστά του δυο τεράστια δέντρα.
Το ένα είναι κι αυτό φανταστικό, το άλλο ευτυχώς αληθινό.
Ο μεθυσμένος, σαν μεθυσμένος που ήταν, επιχείρησε ν΄ ανέβει στο φανταστικό δέντρο… και ενώ πάλευε να σκαρφαλώσει, ο αληθινός ταύρος όρμησε και τον άρπαξε, τον κακομοίρη.
Και φυσικά…έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…
Δηλαδή, το πώς θα επεξεργαστώ την απώλεια εξαρτάται από το πώς έχω χαράξει το χάρτη της ζωής μου, εξαρτάται από τη θέση που έχει κάθε πράγμα στο σχέδιό μου, εξαρτάται από τις πεποιθήσεις που διαμορφώνουν την πορεία μου. Πώς θα πορευτώ σ’ αυτόν τον δρόμο που ξεκινάει όταν υφίσταμαι ή συνειδητοποιώ μιαν απώλεια. Και τελειώνει όταν αυτήν την απώλεια την έχω ξεπεράσει.
JOHN RAWLS: Μόνο αν ξεκινούν όλοι από το ίδιο σηµείο εκκίνησης μπορούμε να πούμε ότι οι νικητές του αγώνα, αξίζουν τα έπαθλά τους
Ο Τζων Ρωλς παρουσιάζει το επιχείρημα της ηθικής αυθαιρεσίας συγκρίνοντας διάφορες αντίπαλες θεωρίες δικαιοσύνης, µε πρώτη τη φεουδαρχική αριστοκρατία. Στις µέρες µας κανείς δεν υπερασπίζεται τη δικαιοσύνη των φεουδαρχικών αριστοκρατιών ή του συστήµατος των καστών. Αυτά τα συστήματα είναι άδικα, όπως παρατηρεί ο Ρωλς, γιατί κατανέμουν το εισόδημα, τον πλούτο, τις ευκαιρίες και την εξουσία µε κριτήριο τα τυχαία χαρακτηριστικά µε τα οποία γεννιόμαστε. Αν γεννηθείς αριστοκράτης, έχεις δικαιώματα και εξουσίες που δεν διαθέτουν όσοι γεννιούνται δούλοι. Αλλά οι περιστάσεις της γέννησής σου δεν είναι δικό σου επίτευγμα. Είναι άδικο λοιπόν να εξαρτώνται οι προοπτικές της ζωής σου απὀ αυτό το αυθαίρετο γεγονός,
Οι κοινωνίες της αγοράς διορθώνουν αυτή την αυθαιρεσία, ως έναν βαθµό τουλάχιστον. Ανοίγουν ευκαιρίες σταδιοδρομίας σε όσους έχουν τα απαραίτητα ταλέντα, και διασφαλίζουν την ισότητα ενώπιον του νόµου. Κατοχυρώνονται οι ίσες βασικές ελευθερίες των πολιτών, και η κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου καθορίζεται από την ελεύθερη αγορά.
Το σύστημα αυτό -μια ελεύθερη αγορά µε τυπική ισότητα ευκαιριών- εκφράζει την ελευθεριακή θεωρία της δικαιοσύνης. Συνιστά πρόοδο έναντι των φεουδαρχικών κοινωνιών και των κοινωνιών των καστών, καθώς απορρίπτει τις παγιωμένες ιεραρχίες της γένεσης. Νομικά, επιτρέπει σε όλους να προσπαθήσουν και να ανταγωνιστούν τους άλλους. Στην πράξη, ωστόσο, οι ευκαιρίες µπορεί να απέχουν πολύ από την ισότητα.
Όσοι έχουν οικογένειες που τους υποστηρίζουν και µια καλή εκπαίδευση διαθέτουν προφανή πλεονεκτήματα έναντι των υπολοίπων. Το ότι επιτρέπεται σε όλους να λάβουν µέρος στον αγώνα είναι κάτι θετικό. Αλλά, αν οι δρομείς ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, ο αγώνας δεν είναι δίκαιος. Γι’ αυτό, όπως υποστηρίζει ο Ρωλς, η κατανομή του εισοδήµατος και του πλούτου που προκύπτει από µια ελεύθεϱη αγορά µε τυπική ισότητα ευκαιριών δεν µπορεί να θεωρήθεί δίκαια. Η εμφανέστερη αδικία του ελευθεριακού συστήµατος είναι «ότι επιτρέπει σε παράγοντες τόσο αυθαίρετους από ηθική σκοπιά να επηρεάζουν, µε ακατάλληλο τρόπο, τα διανεµητικά μερίδια».
Ένας τρόπος για να διορθώσουμε αυτή την αδικία είναι να διορθώσουμε τα κοινωνικά και οικονομικά µειονεκτήµατα. Μια δίκαιη αξιοκρατία κινείται σε αυτή την κατεύθυνση προχωρώντας πέρα απὀ την απλή τυπική ισότητα ευκαιριών. Απομακρύνει τα εµπόδια που δυσχεραίνουν την επιτυχία προσφέροντας ίσες εκπαιδευτικές ευκαιρίες, έτσι ώστε όσοι προέρχονται από φτωχές οικογένειες να μπορούν να ανταγωνιστούν επί ίσοις όροις όσους προέρχονται από πιο προνομιούχα περιβάλλοντα. Θεσπίζει προγράµµατα κοινωνικής πρόνοιας για τα παιδιά χαμηλόμισθων οικογενειών, προγράμματα διατροφής και υγειονομικής περίθαλψης των παιδιών, προγράµµατα εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης – ό,τι είναι απαραίτητο ώστε να φτάσουν όλοι, ανεξάρτητα από την ταξική ή την οικογενειακή τους προέλευση, στο ίδιο σηµείο εκκίνησης. Σύμφωνα µε την αξιοκρατική αντίληψη, η κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου που προκύπτει από µια ελεύθερη αγορά είναι δίκαιη, αλλά µόνο αν όλοι έχουν την ίδια ευκαιρία να αναπτύξουν τα ταλέντα τους. Μόνο αν ξεκινούν όλοι από το ίδιο σηµείο εκκίνησης μπορούμε να πούμε ότι οι νικητές του αγώνα, αξίζουν τα έπαθλά τους.
Ο Ρωλς πιστεύει ότι η αξιοκρατική αντίληψη διορθώνει ορισμένα ηθικά αυθαίρετα πλεονεκτήματα, αλλά απέχει και πάλι απὀ το δίκαιο. Γιατί, ακόµη και αν κατορθώσουµε να τους φέρουμε όλους στο ίδιο σηµείο εκκίνησης, είναι λίγο πολύ προβλέψιµο ποιος θα κερδίσει τον αγώνα ταχύτεροι δροµείς. Αλλά όσοι τρέχουν γρήγορα δεν το έχουν κατορθώσει αυτό αποκλειστικά και µόνο µε τη δική τους προσπάθεια. Η ικανότητά τους αυτή είναι ηθικά τυχαία όπως και η γέννηση ενός ατόμου σε µια εύπορη οικογένεια. «[Α]κόμη και αν καταφέρει να εξαλείψει πλήρως την επίδραση των κοινωνικών τυχαιοτήτων», όπως γράφει ο Ρωλς, το αξιοκρατικό σύστηµα «εξακολουθεί να επιτρέπει τον καθορισμό της διανοµής του πλούτου και του εισοδήµατος από τη φυσική διανοµή ικανοτήτων και ταλέντων».
Αν ο Ρωλς έχει δίκιο, ακόµη και µια ελεύθερη αγορά που λειτουργεί σε µια κοινωνία µε ίσες εκπαιδευτικές ευκαιρίες δεν οδηγεί στη δίκαιη κατανομή του εισοδήµατος και του πλούτου. Ο λόγος: «[Τ]α διανεµητικά μερίδια κρίνονται απὀ την κλήρωση ενός Φυσικού λαχείου, δηλαδή από µια έκβαση πιο αυθαίρετη από ηθική σκοπιά. Δεν υπάρχει κανένας λόγος ο προσδιορισμός της διανομής του εισοδήματος και του πλούτου από τη διανοµή των φυσικών χαρισµάτων να επιτρέπεται περισσότερο σε σχέση με τον προσδιορισμό από την ιστορική και κοινωνική τυχαιότητα».
Ο Ρωλς συμπεραίνει ότι η αξιοκρατική αντίληψη περί δικαιοσύνης πάσχει (αλλά σε μικρότερο βαθμό) για τον ίδιο λόγο που πάσχει και η ελευθεριακή αντίληψη- και οι δύο βασίζουν τα κατανεμόµενα μερίδια σε παράγοντες που είναι ηθικά αυθαίρετοι. «Από τη στιγµή που προβληματιζόμαστε για την επιρροή είτε των κοινωνικών είτε των φυσικών τυχαιοτήτων στον καθορισµό των διανεµητικών µεριδίων, αν το καλοσκεφτούµε, εφόσον µας ενοχλεί το ένα, είµαστε υποχρεωμένοι να µας ενοχλεί και το άλλο. Από ηθική σκοπιά και τα δύο φαίνονται εξίσου αυθαίρετα».
Ο Ρωλς υποστηρίζει ότι, αν παρατηρήσουμε την ηθική αυθαιρεσία που χαρακτηρίζει τόσο την ελευθεριακή όσο και την αξιοκρατική θεωρία της δικαιοσύνης, θα απαιτήσουμε οπωσδήποτε µια πιο εξισωτική αντίληψη. Αλλά ποια θα μπορούσε να είναι αυτή η αντίληψη; Η διόρθωση των άνισων εκπαιδευτικών ευκαιριών διαφέρει από τη διόρθωση των άνισων έμφυτων ικανοτήτων. Αν µας ενοχλεί το γεγονός ότι ορισμένοι δρομείς είναι ταχύτεροι από άλλους, θα πρέπει να υποχρεώσουµε τους προικισµένους δρομείς να φορούν µολυβένια παπούτσια; Ορισμένοι επικριτές του εξισωτισμού πιστεύουν ότι η µόνη εναλλακτική δυνατότητα πέρα από την αξιοκρατική κοινωνία της αγοράς είναι η ισοπεδωτική ισότητα που βάζει εμπόδια στους ταλαντούχους.
Ένας εξισωτικός εφιάλτης
Ο «Harrison Bergeron», ένα διήγηµα του Kurt Vonnegut, Jr., εκφράζει αυτή την ανησυχία µέσα απὀ µια δυστοπία επιστηµονικής φαντασίας. «Ήταν το έτος 2084». ξεκινά η ιστορία.
«Και όλοι ήταν επιτέλους ίσοι… Κανείς δεν ήταν εξυπνότερος από κανέναν άλλο. Κανείς δεν ήταν ωραιότερος από τους άλλους. Κανείς δεν ήταν δυνατότερος ή γρηγορότερος από κανέναν άλλο». Αυτή η απόλυτη ισότητα επιβλήθηκε από τα ὁργανα του Στρατηγού Εμποδιστή των Ηνωμένων Πολιτειών. Όσοι πολίτες διέθεταν νοημοσύνη άνω του μέσου όρου ήταν υποχρεωμένοι να φορούν ραδιοφωνικές συσκευές νοητικής παρεμπόδισης στα αυτιά τους. Κάθε είκοσι περίπου δευτερόλεπτα, ένας κυβερνητικός πομπός θα τους μετέδιδε έναν οξύ ήχο για να τους εμποδίσει “να εκμεταλλευθούν το άδικο πλεονέκτημα του μυαλού τους”.
Ο Harrison Bergeron, δεκατεσσάρων ετών, είναι ασυνήθιστα όμορφος και προικισμένος, κι έτσι έπρεπε να φέρει ισχυρότερες συσκευές παρεµπόδισης απ’ ό,τι οἱ περισσότεροι άλλοι. Αντί για το µικρό ραδιόφωνο στο αυτί, «φορούσε ένα φοβερό ζευγάρι ακουστικών και γυαλιά µε παχείς κυµατώδεις φακούς». Για να κρύβει την ωραία του εµφάνιση, ο Harrison έπρεπε να φοράει «μια κόκκινη πλαστική µπάλα στη μύτη, να έχει ξυρισμένα τα φρύδια του και να καλύπτει τα ίσια λευκά του δόντια µε μαύρα σηµάδια και κακόσχηµες προσθήκες». Και για να περιοριστεί η φυσική του δύναμη, έπρεπε να κουβαλά πάνω του, όταν βάδιζε, βαριά μέταλλα. «Στον αγώνα της ζωής, ο Harrison κουβαλούσε εκατόν πενήντα κιλά».
Μια µέρα ο Harrison πετάει τα εµπόδιά του προβαίνοντας σε µια πράξη αντίστασης κατά της εξισωτικής τυραννίας. Δεν θέλω να αποκαλύψω το τέλος της ιστορίας. Έχει γίνει σαφές ήδη ότι η ιστορία του Harrison εκφράζει γλαφυρά µια κριτική που προβάλλεται συχνά κατά των εξισωτικών θεωριών της δικαιοσύνης.
Η θεωρία περί δικαιοσύνης του Ρωλς δεν είναι ευάλωτη, ωστόσο, σε αυτή την κριτική. Δείχνει ότι µια ισοπεδωτική ισότητα δεν είναι η µόνη εναλλακτική δυνατότητα πέρα από την αξιοκρατική κοινωνία της αγοράς. Η εναλλακτική πρόταση του Ρωλς, την οποία ονομάζει αρχή της διαφοράς, διορθώνει την άνιση κατανομή των ταλέντων και των προικοδοτήσεων χωρίς να παρεμποδίζει τους ταλαντούχους. Πώς; Ενθαρρύνει τους προικισµένους να αναπτύξου και να ασκήσου τα ταλέντα τους, αλλά µε τον όρο ότι όταν οι ανταμοιβές που εξασφαλίζουν με αυτά τα ταλέντα στην αγορά θα ανήκουν σε όλη την κοινότητα. Μην εµποδίζετε τους καλύτερους δρομείς- αφήστε τους να τρέξουν και να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους. Αναγνωρίστε απλώς εξαρχής ότι τα κέρδη δεν ανήκουν µόνο σε αυτούς, αλλά θα πρέπει να τα μοιράζονται με όσους δεν έχουν παρόμοια χαρίσματα.
Αν και η αρχή της διαφοράς δεν απαιτεί µια ίση κατανοµή του εισοδήματος και του πλούτου, η βαθύτερη ιδέα της εκφράζει ένα ισχυρό εξισωτικό όραμα που μπορεί να εμπνεύσει.
JOHN RAWLS, ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Οι κοινωνίες της αγοράς διορθώνουν αυτή την αυθαιρεσία, ως έναν βαθµό τουλάχιστον. Ανοίγουν ευκαιρίες σταδιοδρομίας σε όσους έχουν τα απαραίτητα ταλέντα, και διασφαλίζουν την ισότητα ενώπιον του νόµου. Κατοχυρώνονται οι ίσες βασικές ελευθερίες των πολιτών, και η κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου καθορίζεται από την ελεύθερη αγορά.
Το σύστημα αυτό -μια ελεύθερη αγορά µε τυπική ισότητα ευκαιριών- εκφράζει την ελευθεριακή θεωρία της δικαιοσύνης. Συνιστά πρόοδο έναντι των φεουδαρχικών κοινωνιών και των κοινωνιών των καστών, καθώς απορρίπτει τις παγιωμένες ιεραρχίες της γένεσης. Νομικά, επιτρέπει σε όλους να προσπαθήσουν και να ανταγωνιστούν τους άλλους. Στην πράξη, ωστόσο, οι ευκαιρίες µπορεί να απέχουν πολύ από την ισότητα.
Όσοι έχουν οικογένειες που τους υποστηρίζουν και µια καλή εκπαίδευση διαθέτουν προφανή πλεονεκτήματα έναντι των υπολοίπων. Το ότι επιτρέπεται σε όλους να λάβουν µέρος στον αγώνα είναι κάτι θετικό. Αλλά, αν οι δρομείς ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, ο αγώνας δεν είναι δίκαιος. Γι’ αυτό, όπως υποστηρίζει ο Ρωλς, η κατανομή του εισοδήµατος και του πλούτου που προκύπτει από µια ελεύθεϱη αγορά µε τυπική ισότητα ευκαιριών δεν µπορεί να θεωρήθεί δίκαια. Η εμφανέστερη αδικία του ελευθεριακού συστήµατος είναι «ότι επιτρέπει σε παράγοντες τόσο αυθαίρετους από ηθική σκοπιά να επηρεάζουν, µε ακατάλληλο τρόπο, τα διανεµητικά μερίδια».
Ένας τρόπος για να διορθώσουμε αυτή την αδικία είναι να διορθώσουμε τα κοινωνικά και οικονομικά µειονεκτήµατα. Μια δίκαιη αξιοκρατία κινείται σε αυτή την κατεύθυνση προχωρώντας πέρα απὀ την απλή τυπική ισότητα ευκαιριών. Απομακρύνει τα εµπόδια που δυσχεραίνουν την επιτυχία προσφέροντας ίσες εκπαιδευτικές ευκαιρίες, έτσι ώστε όσοι προέρχονται από φτωχές οικογένειες να μπορούν να ανταγωνιστούν επί ίσοις όροις όσους προέρχονται από πιο προνομιούχα περιβάλλοντα. Θεσπίζει προγράµµατα κοινωνικής πρόνοιας για τα παιδιά χαμηλόμισθων οικογενειών, προγράμματα διατροφής και υγειονομικής περίθαλψης των παιδιών, προγράµµατα εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης – ό,τι είναι απαραίτητο ώστε να φτάσουν όλοι, ανεξάρτητα από την ταξική ή την οικογενειακή τους προέλευση, στο ίδιο σηµείο εκκίνησης. Σύμφωνα µε την αξιοκρατική αντίληψη, η κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου που προκύπτει από µια ελεύθερη αγορά είναι δίκαιη, αλλά µόνο αν όλοι έχουν την ίδια ευκαιρία να αναπτύξουν τα ταλέντα τους. Μόνο αν ξεκινούν όλοι από το ίδιο σηµείο εκκίνησης μπορούμε να πούμε ότι οι νικητές του αγώνα, αξίζουν τα έπαθλά τους.
Ο Ρωλς πιστεύει ότι η αξιοκρατική αντίληψη διορθώνει ορισμένα ηθικά αυθαίρετα πλεονεκτήματα, αλλά απέχει και πάλι απὀ το δίκαιο. Γιατί, ακόµη και αν κατορθώσουµε να τους φέρουμε όλους στο ίδιο σηµείο εκκίνησης, είναι λίγο πολύ προβλέψιµο ποιος θα κερδίσει τον αγώνα ταχύτεροι δροµείς. Αλλά όσοι τρέχουν γρήγορα δεν το έχουν κατορθώσει αυτό αποκλειστικά και µόνο µε τη δική τους προσπάθεια. Η ικανότητά τους αυτή είναι ηθικά τυχαία όπως και η γέννηση ενός ατόμου σε µια εύπορη οικογένεια. «[Α]κόμη και αν καταφέρει να εξαλείψει πλήρως την επίδραση των κοινωνικών τυχαιοτήτων», όπως γράφει ο Ρωλς, το αξιοκρατικό σύστηµα «εξακολουθεί να επιτρέπει τον καθορισμό της διανοµής του πλούτου και του εισοδήµατος από τη φυσική διανοµή ικανοτήτων και ταλέντων».
Αν ο Ρωλς έχει δίκιο, ακόµη και µια ελεύθερη αγορά που λειτουργεί σε µια κοινωνία µε ίσες εκπαιδευτικές ευκαιρίες δεν οδηγεί στη δίκαιη κατανομή του εισοδήµατος και του πλούτου. Ο λόγος: «[Τ]α διανεµητικά μερίδια κρίνονται απὀ την κλήρωση ενός Φυσικού λαχείου, δηλαδή από µια έκβαση πιο αυθαίρετη από ηθική σκοπιά. Δεν υπάρχει κανένας λόγος ο προσδιορισμός της διανομής του εισοδήματος και του πλούτου από τη διανοµή των φυσικών χαρισµάτων να επιτρέπεται περισσότερο σε σχέση με τον προσδιορισμό από την ιστορική και κοινωνική τυχαιότητα».
Ο Ρωλς συμπεραίνει ότι η αξιοκρατική αντίληψη περί δικαιοσύνης πάσχει (αλλά σε μικρότερο βαθμό) για τον ίδιο λόγο που πάσχει και η ελευθεριακή αντίληψη- και οι δύο βασίζουν τα κατανεμόµενα μερίδια σε παράγοντες που είναι ηθικά αυθαίρετοι. «Από τη στιγµή που προβληματιζόμαστε για την επιρροή είτε των κοινωνικών είτε των φυσικών τυχαιοτήτων στον καθορισµό των διανεµητικών µεριδίων, αν το καλοσκεφτούµε, εφόσον µας ενοχλεί το ένα, είµαστε υποχρεωμένοι να µας ενοχλεί και το άλλο. Από ηθική σκοπιά και τα δύο φαίνονται εξίσου αυθαίρετα».
Ο Ρωλς υποστηρίζει ότι, αν παρατηρήσουμε την ηθική αυθαιρεσία που χαρακτηρίζει τόσο την ελευθεριακή όσο και την αξιοκρατική θεωρία της δικαιοσύνης, θα απαιτήσουμε οπωσδήποτε µια πιο εξισωτική αντίληψη. Αλλά ποια θα μπορούσε να είναι αυτή η αντίληψη; Η διόρθωση των άνισων εκπαιδευτικών ευκαιριών διαφέρει από τη διόρθωση των άνισων έμφυτων ικανοτήτων. Αν µας ενοχλεί το γεγονός ότι ορισμένοι δρομείς είναι ταχύτεροι από άλλους, θα πρέπει να υποχρεώσουµε τους προικισµένους δρομείς να φορούν µολυβένια παπούτσια; Ορισμένοι επικριτές του εξισωτισμού πιστεύουν ότι η µόνη εναλλακτική δυνατότητα πέρα από την αξιοκρατική κοινωνία της αγοράς είναι η ισοπεδωτική ισότητα που βάζει εμπόδια στους ταλαντούχους.
Ένας εξισωτικός εφιάλτης
Ο «Harrison Bergeron», ένα διήγηµα του Kurt Vonnegut, Jr., εκφράζει αυτή την ανησυχία µέσα απὀ µια δυστοπία επιστηµονικής φαντασίας. «Ήταν το έτος 2084». ξεκινά η ιστορία.
«Και όλοι ήταν επιτέλους ίσοι… Κανείς δεν ήταν εξυπνότερος από κανέναν άλλο. Κανείς δεν ήταν ωραιότερος από τους άλλους. Κανείς δεν ήταν δυνατότερος ή γρηγορότερος από κανέναν άλλο». Αυτή η απόλυτη ισότητα επιβλήθηκε από τα ὁργανα του Στρατηγού Εμποδιστή των Ηνωμένων Πολιτειών. Όσοι πολίτες διέθεταν νοημοσύνη άνω του μέσου όρου ήταν υποχρεωμένοι να φορούν ραδιοφωνικές συσκευές νοητικής παρεμπόδισης στα αυτιά τους. Κάθε είκοσι περίπου δευτερόλεπτα, ένας κυβερνητικός πομπός θα τους μετέδιδε έναν οξύ ήχο για να τους εμποδίσει “να εκμεταλλευθούν το άδικο πλεονέκτημα του μυαλού τους”.
Ο Harrison Bergeron, δεκατεσσάρων ετών, είναι ασυνήθιστα όμορφος και προικισμένος, κι έτσι έπρεπε να φέρει ισχυρότερες συσκευές παρεµπόδισης απ’ ό,τι οἱ περισσότεροι άλλοι. Αντί για το µικρό ραδιόφωνο στο αυτί, «φορούσε ένα φοβερό ζευγάρι ακουστικών και γυαλιά µε παχείς κυµατώδεις φακούς». Για να κρύβει την ωραία του εµφάνιση, ο Harrison έπρεπε να φοράει «μια κόκκινη πλαστική µπάλα στη μύτη, να έχει ξυρισμένα τα φρύδια του και να καλύπτει τα ίσια λευκά του δόντια µε μαύρα σηµάδια και κακόσχηµες προσθήκες». Και για να περιοριστεί η φυσική του δύναμη, έπρεπε να κουβαλά πάνω του, όταν βάδιζε, βαριά μέταλλα. «Στον αγώνα της ζωής, ο Harrison κουβαλούσε εκατόν πενήντα κιλά».
Μια µέρα ο Harrison πετάει τα εµπόδιά του προβαίνοντας σε µια πράξη αντίστασης κατά της εξισωτικής τυραννίας. Δεν θέλω να αποκαλύψω το τέλος της ιστορίας. Έχει γίνει σαφές ήδη ότι η ιστορία του Harrison εκφράζει γλαφυρά µια κριτική που προβάλλεται συχνά κατά των εξισωτικών θεωριών της δικαιοσύνης.
Η θεωρία περί δικαιοσύνης του Ρωλς δεν είναι ευάλωτη, ωστόσο, σε αυτή την κριτική. Δείχνει ότι µια ισοπεδωτική ισότητα δεν είναι η µόνη εναλλακτική δυνατότητα πέρα από την αξιοκρατική κοινωνία της αγοράς. Η εναλλακτική πρόταση του Ρωλς, την οποία ονομάζει αρχή της διαφοράς, διορθώνει την άνιση κατανομή των ταλέντων και των προικοδοτήσεων χωρίς να παρεμποδίζει τους ταλαντούχους. Πώς; Ενθαρρύνει τους προικισµένους να αναπτύξου και να ασκήσου τα ταλέντα τους, αλλά µε τον όρο ότι όταν οι ανταμοιβές που εξασφαλίζουν με αυτά τα ταλέντα στην αγορά θα ανήκουν σε όλη την κοινότητα. Μην εµποδίζετε τους καλύτερους δρομείς- αφήστε τους να τρέξουν και να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους. Αναγνωρίστε απλώς εξαρχής ότι τα κέρδη δεν ανήκουν µόνο σε αυτούς, αλλά θα πρέπει να τα μοιράζονται με όσους δεν έχουν παρόμοια χαρίσματα.
Αν και η αρχή της διαφοράς δεν απαιτεί µια ίση κατανοµή του εισοδήματος και του πλούτου, η βαθύτερη ιδέα της εκφράζει ένα ισχυρό εξισωτικό όραμα που μπορεί να εμπνεύσει.
JOHN RAWLS, ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Πλούτος – Απόσπασμα
ΠΛΟΥΤΟΣ Ακούστε λοιπόν, εγώ είμαι ο Πλούτος, αν κι είχα πάρει απόφαση να σας το κρύψω.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Παμπόνηρε, και γιατί δεν το ‘λεγες τόσο καιρό, πως είσαι ο Πλούτος;
ΚΑΡΙΩΝΑΣ Συ είσαι ο Πλούτος και με τέτοια χάλια; Τι λες μωρέ; Εσύ είσαι ο Πλούτος;
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Ο ίδιος ο Πλούτος;
ΠΛΟΥΤΟΣ Ο ίδιος και αυτοπροσώπως.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Πούθε λοιπόν μας ήρθες έτσι βρωμισμένος;
ΠΛΟΥΤΟΣ Απ’ τον Πατροκλή (Πλούσιο Αθηναίο που δε λουζότανε απ’ την τσιγγουνιά του) που δε λούστηκε ποτέ απ’ τον καιρό που γεννήθηκε.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Για πε μου τώρα, πώς τα μάτια σου έχασες;
ΠΛΟΥΤΟΣ Ο Δίας μου την έσκασε από φθόνο και ζήλια των ανθρώπων. Όταν ήμουν νέος φοβέριζα πως θα πηγαίνω μόνο στους τίμιους τους σοφούς και τους δίκαιους. Τότε μου ‘βγαλε τα μάτια για να μη μπορώ να ξεχωρίζω τους κακούς απ’ τους καλούς. Τόσο ζηλεύει τους καλούς ανθρώπους; (Ο Δίας ήθελε να μην ανταμείβεται η Αρετή στους ανθρώπους γιατί τότε όλοι θα προσπαθούσαν να είναι ενάρετοι από συμφέρον).
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Και όμως ο Δίας τιμάται απ’ τους δίκαιους και τους καλούς και όχι τους κακούς.
ΠΛΟΥΤΟΣ Είμαι σύμφωνος.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Για πε μου. Αν ξάφνου αποχτούσες το φως σου θα έφευγες μακριά απ’ τους κακούς;
ΠΛΟΥΤΟΣ Και βέβαια θα 'φευγα.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Θα πήγαινες στους τίμιους, τους δίκαιους και τους καλούς.
ΠΛΟΥΤΟΣ Μα, ούτε λόγος να γίνεται. Παρ’ ότι έχω πολύ καιρό να ιδώ κανένα απ’ αυτούς.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Μα ούτε εγώ που βλέπω, δεν είδα κανένα τίμιο.
ΠΛΟΥΤΟΣ Τώρα μάθατε τα δικά μου. Αφήστε με να φύγω.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Όχι για το Θεό. Τώρα ίσα-ίσα σε θέλουμε κοντά μας να σε κρατάμε πιο δυνατά.
ΠΛΟΥΤΟΣ Καλά το ‘λεγα πως δύσκολα θα ξεμπέρδευα από σας.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Σε παρακαλώ να μην επιμένεις να φύγεις, γιατί όσο και να ψάξεις δε θα βρεις άλλο καλόβολο άνθρωπο από μένα.
Δεν υπάρχει άλλος από μένα.
ΠΛΟΥΤΟΣ Όλοι οι άνθρωποι έτσι λένε. Κι όταν με κάνουν δικό τους και γίνουν πλούσιοι, τότες ξεπερνούνε τα όρια της κακίας και της αδικίας και γίνονται όλοι καθίκια του κερατά.
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ, ΠΛΟΥΤΟΣ
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Παμπόνηρε, και γιατί δεν το ‘λεγες τόσο καιρό, πως είσαι ο Πλούτος;
ΚΑΡΙΩΝΑΣ Συ είσαι ο Πλούτος και με τέτοια χάλια; Τι λες μωρέ; Εσύ είσαι ο Πλούτος;
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Ο ίδιος ο Πλούτος;
ΠΛΟΥΤΟΣ Ο ίδιος και αυτοπροσώπως.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Πούθε λοιπόν μας ήρθες έτσι βρωμισμένος;
ΠΛΟΥΤΟΣ Απ’ τον Πατροκλή (Πλούσιο Αθηναίο που δε λουζότανε απ’ την τσιγγουνιά του) που δε λούστηκε ποτέ απ’ τον καιρό που γεννήθηκε.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Για πε μου τώρα, πώς τα μάτια σου έχασες;
ΠΛΟΥΤΟΣ Ο Δίας μου την έσκασε από φθόνο και ζήλια των ανθρώπων. Όταν ήμουν νέος φοβέριζα πως θα πηγαίνω μόνο στους τίμιους τους σοφούς και τους δίκαιους. Τότε μου ‘βγαλε τα μάτια για να μη μπορώ να ξεχωρίζω τους κακούς απ’ τους καλούς. Τόσο ζηλεύει τους καλούς ανθρώπους; (Ο Δίας ήθελε να μην ανταμείβεται η Αρετή στους ανθρώπους γιατί τότε όλοι θα προσπαθούσαν να είναι ενάρετοι από συμφέρον).
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Και όμως ο Δίας τιμάται απ’ τους δίκαιους και τους καλούς και όχι τους κακούς.
ΠΛΟΥΤΟΣ Είμαι σύμφωνος.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Για πε μου. Αν ξάφνου αποχτούσες το φως σου θα έφευγες μακριά απ’ τους κακούς;
ΠΛΟΥΤΟΣ Και βέβαια θα 'φευγα.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Θα πήγαινες στους τίμιους, τους δίκαιους και τους καλούς.
ΠΛΟΥΤΟΣ Μα, ούτε λόγος να γίνεται. Παρ’ ότι έχω πολύ καιρό να ιδώ κανένα απ’ αυτούς.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Μα ούτε εγώ που βλέπω, δεν είδα κανένα τίμιο.
ΠΛΟΥΤΟΣ Τώρα μάθατε τα δικά μου. Αφήστε με να φύγω.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Όχι για το Θεό. Τώρα ίσα-ίσα σε θέλουμε κοντά μας να σε κρατάμε πιο δυνατά.
ΠΛΟΥΤΟΣ Καλά το ‘λεγα πως δύσκολα θα ξεμπέρδευα από σας.
ΧΡΕΜΥΛΟΣ Σε παρακαλώ να μην επιμένεις να φύγεις, γιατί όσο και να ψάξεις δε θα βρεις άλλο καλόβολο άνθρωπο από μένα.
Δεν υπάρχει άλλος από μένα.
ΠΛΟΥΤΟΣ Όλοι οι άνθρωποι έτσι λένε. Κι όταν με κάνουν δικό τους και γίνουν πλούσιοι, τότες ξεπερνούνε τα όρια της κακίας και της αδικίας και γίνονται όλοι καθίκια του κερατά.
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ, ΠΛΟΥΤΟΣ
SIMON DE BEAUVOIR: Η διαπίστωση και η βίωση των γηρατειών
Να πεθάνεις νωρίς ή να γεράσεις: δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση. ‘Ωστόσο, ό Γκαίτε είπε: «Τα γεράματα μας βρίσκουν αναπάντεχα».
Ο καθένας θεωρεί τον εαυτό του μοναδική ανθρώπινη ύπαρξη και συχνά εκπλήσσεται όταν ή κοινή μοίρα γίνει και δική του όταν δηλαδή αρρωστήσει ή χάσει αγαπημένα του πρόσωπα. Θυμάμαι την κατάπληξή μου όταν αρρώστησα σοβαρά για πρώτη φορά στη ζωή μου κι έλεγα στον εαυτό μου, προσπαθώντας να τον πείσω: «αυτή ή γυναίκα πού μεταφέρουν στο φορείο είμαι εγώ». Τα ατυχήματα τα αποδεχόμαστε αρκετά εύκολα, γιατί μάς αφορούν σαν μοναδικά όντα. Αλλά τα γηρατειά αποτελούν την κοινή μοίρα κι όταν μάς συμβούν δε θέλουμε να τα παραδεχτούμε. Μάς φοβίζει το γεγονός ότι ή πάροδος τού χρόνου μάς μεταμορφώνει προσωπικά. Όταν ήμουν σαράντα μόλις χρονών στεκόμουν μπροστά στον καθρέφτη κοιτάζοντας τον εαυτό μου και δε μπορούσα να το πιστέψω. Τα παιδιά και οι έφηβοι έχουν συνείδηση της ηλικίας τους, μα οι ενήλικοι παύουμε να τη σκεφτόμαστε πια. Δυσκολευόμαστε ιδιαίτερα να δεχτούμε τα γηρατειά, γιατί τα θεωρούσαμε πάντα σαν κάτι ξένο. Αναρωτιέμαι: «Μπορεί να έχω γίνει διαφορετικό oν, ενώ παραμένω ο εαυτός μου;».
«Ο προβληματισμός σου είναι λανθασμένος», μου απαντάνε. «Όσο νιώθεις νέα, είσαι νέα». Μα ένας τέτοιος ισχυρισμός δείχνει παρεξήγηση της περίπλοκης αλήθειας του φαινομένου των γηρατειών: για τον παρατηρητή, αποτελούν μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη δική μου οντότητα, όπως την ορίζει εκείνος αντικειμενικά και στη συνειδητοποίηση τού εαυτού μου διαμέσου εκείνου. Mεσα μου, έχει γεράσει ο «Άλλος» (δηλαδή αυτό πού αντιπροσωπεύω για τον παρατηρητή) και αυτός ο Άλλος είναι ό εαυτός μου. Στις περισσότερες περιπτώσεις, για τον υπόλοιπο κόσμο, ή υπόστασή μας είναι τόσο πολύπλευρη, όσο και ο ίδιος ο κόσμος. Κάθε παρατήρηση για μας μπορεί να αμφισβητηθεί με μιαν αντίθετη γνώμη. Αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επιτρέπεται καμιά αμφισβήτηση: ή λέξη «έξηντάχρονος» έχει για όλους το ίδιο ουσιαστικό περιεχόμενο. Αντιστοιχεί σε βιολογικά φαινόμενα πού αποδεικνύονται πρακτικά. Μα ή δική μας προσωπική εμπειρία δε μας λέει την ηλικία μας, ούτε υπάρχει τίποτε αντιληπτό πού να μας δείχνει την κατάπτωση πού συνοδεύει την πάροδο τού χρόνου. Κι αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά για να διακριθεί ή αρρώστια από τα γηρατειά. Η αρρώστια μας προειδοποιεί για την παρουσία της και ό οργανισμός αμύνεται, συχνά με τρόπο πιο δυσάρεστο κι από το αρχικό ερέθισμα. Η ύπαρξη της αρρώστιας είναι πιο φανερή σ’ εκείνον πού την υφίσταται παρά στους γύρω του, πού μπορεί και να μην αντιλαμβάνονται τη σημασία της. Τα γηρατειά είναι πιο εμφανή στους άλλους παρά στο ίδιο το υποκείμενο. ’Αποτελούν μια νέα κατάσταση βιολογικής ισορροπίας κι αν το άτομο προσαρμοστεί ομαλά στη διαδικασία της, γήρανσης, δεν παρατηρεί την αλλαγή. Ή συνήθεια και διάφοροι αντισταθμιστικοί παράγοντες μπορούν να καλύψουν τα ψυχοκινητικά μειονεκτήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ακόμη κι αν το σώμα μας στέλνει σήματα κινδύνου, ή σημασία τους δεν είναι πάντα ξεκάθαρη. Και συχνά μπαίνουμε στον πειρασμό να συγχέουμε κάποια ανίατη νόσο με τα οριστικά γεράματα. Ό Τρότσκι πού ζούσε μόνο για την εργασία και τον αγώνα φοβόταν τα γηρατειά κι έτρεμε όταν σκεφτόταν τη φράση που επαναλάμβανε συχνά ο Λένιν: «Ξέρεις πιο είναι το χειρότερο ελάττωμα; Να έχεις περάσει τα πενήντα πέντε». Και το 1933, όταν συμπλήρωνε ο ίδιος τα 55 του χρόνια, έγραψε ένα γράμμα στη γυναίκα του όπου παραπονιόταν για κόπωση, έλλειψη ύπνου, αμνησία. Και τού φαινόταν πως οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν, πράγμα πού τον ανησυχούσε. «Μπορεί να είναι αυτή ή τελευταία περίοδος της ζωής, απ’ όπου δεν υπάρχει επιστροφή ή μήπως πρόκειται για μια προσωρινή, αν και ξαφνική κατάπτωση, από την όποια θα συνέλθω; Θα δούμε». Με λύπη θυμήθηκε το παρελθόν και ζητούσε να τού στείλει μια παλιά φωτογραφία, τότε πού ήταν και οι δύο τους νέοι. «Όμως, τα συγκεκριμένα συμπτώματα τού πέρασαν και ανέλαβε και πάλι τις δραστηριότητές του.
Ισχύει και το αντίθετο: οι ενοχλήσεις των γηρατειών περνάνε συχνά απαρατήρητες ή θεωρούνται ασήμαντες και θεραπεύσιμες ανωμαλίες. ‘Ο άνθρωπος έχει πια αντιληφθεί τον ερχομό των γηρατειών πριν τα διαπιστώσει κάποιος τρίτος από τα εξωτερικά του συμπτώματα . Αλλά και τότε ακόμα, το σώμα δε μας επιτρέπει να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης. Ξέρουμε, π.χ., πώς οι ρευματισμοί μας οφείλονται στα γεράματα, μα δεν καταλαβαίνουμε πως αντιπροσωπεύουν μια νέα κατάσταση. Παραμένουμε αυτό πού ήμαστε, με τούς ρευματισμούς σαν κάτι πρόσθετο.
Σιμόν Ντε Μποβουάρ, Τα γηρατειά
Ο καθένας θεωρεί τον εαυτό του μοναδική ανθρώπινη ύπαρξη και συχνά εκπλήσσεται όταν ή κοινή μοίρα γίνει και δική του όταν δηλαδή αρρωστήσει ή χάσει αγαπημένα του πρόσωπα. Θυμάμαι την κατάπληξή μου όταν αρρώστησα σοβαρά για πρώτη φορά στη ζωή μου κι έλεγα στον εαυτό μου, προσπαθώντας να τον πείσω: «αυτή ή γυναίκα πού μεταφέρουν στο φορείο είμαι εγώ». Τα ατυχήματα τα αποδεχόμαστε αρκετά εύκολα, γιατί μάς αφορούν σαν μοναδικά όντα. Αλλά τα γηρατειά αποτελούν την κοινή μοίρα κι όταν μάς συμβούν δε θέλουμε να τα παραδεχτούμε. Μάς φοβίζει το γεγονός ότι ή πάροδος τού χρόνου μάς μεταμορφώνει προσωπικά. Όταν ήμουν σαράντα μόλις χρονών στεκόμουν μπροστά στον καθρέφτη κοιτάζοντας τον εαυτό μου και δε μπορούσα να το πιστέψω. Τα παιδιά και οι έφηβοι έχουν συνείδηση της ηλικίας τους, μα οι ενήλικοι παύουμε να τη σκεφτόμαστε πια. Δυσκολευόμαστε ιδιαίτερα να δεχτούμε τα γηρατειά, γιατί τα θεωρούσαμε πάντα σαν κάτι ξένο. Αναρωτιέμαι: «Μπορεί να έχω γίνει διαφορετικό oν, ενώ παραμένω ο εαυτός μου;».
«Ο προβληματισμός σου είναι λανθασμένος», μου απαντάνε. «Όσο νιώθεις νέα, είσαι νέα». Μα ένας τέτοιος ισχυρισμός δείχνει παρεξήγηση της περίπλοκης αλήθειας του φαινομένου των γηρατειών: για τον παρατηρητή, αποτελούν μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη δική μου οντότητα, όπως την ορίζει εκείνος αντικειμενικά και στη συνειδητοποίηση τού εαυτού μου διαμέσου εκείνου. Mεσα μου, έχει γεράσει ο «Άλλος» (δηλαδή αυτό πού αντιπροσωπεύω για τον παρατηρητή) και αυτός ο Άλλος είναι ό εαυτός μου. Στις περισσότερες περιπτώσεις, για τον υπόλοιπο κόσμο, ή υπόστασή μας είναι τόσο πολύπλευρη, όσο και ο ίδιος ο κόσμος. Κάθε παρατήρηση για μας μπορεί να αμφισβητηθεί με μιαν αντίθετη γνώμη. Αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επιτρέπεται καμιά αμφισβήτηση: ή λέξη «έξηντάχρονος» έχει για όλους το ίδιο ουσιαστικό περιεχόμενο. Αντιστοιχεί σε βιολογικά φαινόμενα πού αποδεικνύονται πρακτικά. Μα ή δική μας προσωπική εμπειρία δε μας λέει την ηλικία μας, ούτε υπάρχει τίποτε αντιληπτό πού να μας δείχνει την κατάπτωση πού συνοδεύει την πάροδο τού χρόνου. Κι αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά για να διακριθεί ή αρρώστια από τα γηρατειά. Η αρρώστια μας προειδοποιεί για την παρουσία της και ό οργανισμός αμύνεται, συχνά με τρόπο πιο δυσάρεστο κι από το αρχικό ερέθισμα. Η ύπαρξη της αρρώστιας είναι πιο φανερή σ’ εκείνον πού την υφίσταται παρά στους γύρω του, πού μπορεί και να μην αντιλαμβάνονται τη σημασία της. Τα γηρατειά είναι πιο εμφανή στους άλλους παρά στο ίδιο το υποκείμενο. ’Αποτελούν μια νέα κατάσταση βιολογικής ισορροπίας κι αν το άτομο προσαρμοστεί ομαλά στη διαδικασία της, γήρανσης, δεν παρατηρεί την αλλαγή. Ή συνήθεια και διάφοροι αντισταθμιστικοί παράγοντες μπορούν να καλύψουν τα ψυχοκινητικά μειονεκτήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ακόμη κι αν το σώμα μας στέλνει σήματα κινδύνου, ή σημασία τους δεν είναι πάντα ξεκάθαρη. Και συχνά μπαίνουμε στον πειρασμό να συγχέουμε κάποια ανίατη νόσο με τα οριστικά γεράματα. Ό Τρότσκι πού ζούσε μόνο για την εργασία και τον αγώνα φοβόταν τα γηρατειά κι έτρεμε όταν σκεφτόταν τη φράση που επαναλάμβανε συχνά ο Λένιν: «Ξέρεις πιο είναι το χειρότερο ελάττωμα; Να έχεις περάσει τα πενήντα πέντε». Και το 1933, όταν συμπλήρωνε ο ίδιος τα 55 του χρόνια, έγραψε ένα γράμμα στη γυναίκα του όπου παραπονιόταν για κόπωση, έλλειψη ύπνου, αμνησία. Και τού φαινόταν πως οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν, πράγμα πού τον ανησυχούσε. «Μπορεί να είναι αυτή ή τελευταία περίοδος της ζωής, απ’ όπου δεν υπάρχει επιστροφή ή μήπως πρόκειται για μια προσωρινή, αν και ξαφνική κατάπτωση, από την όποια θα συνέλθω; Θα δούμε». Με λύπη θυμήθηκε το παρελθόν και ζητούσε να τού στείλει μια παλιά φωτογραφία, τότε πού ήταν και οι δύο τους νέοι. «Όμως, τα συγκεκριμένα συμπτώματα τού πέρασαν και ανέλαβε και πάλι τις δραστηριότητές του.
Ισχύει και το αντίθετο: οι ενοχλήσεις των γηρατειών περνάνε συχνά απαρατήρητες ή θεωρούνται ασήμαντες και θεραπεύσιμες ανωμαλίες. ‘Ο άνθρωπος έχει πια αντιληφθεί τον ερχομό των γηρατειών πριν τα διαπιστώσει κάποιος τρίτος από τα εξωτερικά του συμπτώματα . Αλλά και τότε ακόμα, το σώμα δε μας επιτρέπει να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης. Ξέρουμε, π.χ., πώς οι ρευματισμοί μας οφείλονται στα γεράματα, μα δεν καταλαβαίνουμε πως αντιπροσωπεύουν μια νέα κατάσταση. Παραμένουμε αυτό πού ήμαστε, με τούς ρευματισμούς σαν κάτι πρόσθετο.
Σιμόν Ντε Μποβουάρ, Τα γηρατειά
Η άνοδος στις αρχές και τα όρια της φιλοσοφικής γνωστοποίησης στον Πλάτωνα
Περισσότερες από μια φορές ο Πλάτων λέει ότι ο στόχος αυτού που μετέχει στη διαδικασία της γνώσης είναι η άνοδος σε μια έσχατη, υπερβατική αρχή. Μπορεί να μιλά για την άνοδο από υπόθεση σε υπόθεση σε κάτι που είναι αρκετό (ικανόν, Φαίδων 99d-107b)∙ ή για την ανιούσα γνώση του Ωραίου, από την παρατήρηση ωραίων σωμάτων στη γνώση του ηθικά ωραίου και από εκεί στη θέαση του ίδιου του Ωραίου (Συμπόσιο 210a κε.)∙ ή για την κλιμάκωση των τρόπων της γνώσης, από τους οποίους ο ύψιστος, η νόησις, αναγνωρίζει την αρχή των πάντων (Πολιτεία 509d-511e).[1] Γεγονός είναι ότι σε παλαιότερες εποχές τη σημασία των χωρίων αυτών όχι μόνο δεν την παραγνώρισαν, αλλά έβλεπαν στην στάση για «άνοδο» και υπέρβαση» την ουσία του πλατωνισμού. Πολύ σπανιότερα, αντίθετα, αναγνώρισαν ότι ακριβώς η κίνηση της ανόδου αποτελεί το πραγματικό θέμα της δραματικής μιμήσεως στους διαλόγους. Και όσες φορές το διέβλεψαν, τόνισαν ως επί το πλείστον την ίδια την άνοδο ξεχνώντας ταυτόχρονα ότι οι διάλογοι δείχνουν πάντοτε μόνο ένα κομμάτι της κίνησης προς τα πάνω, ενώ με αρκετή σαφήνεια δηλώνουν ότι σκόπιμα μπαίνουν όρια στη διαδικασία.
Μόνο η ορθή κατανόηση της κριτικής του γραπτού λόγου μας επιτρέπει να καταλάβουμε γιατί αυτά τα δυο πάνε μαζί: η άνοδος και ο περιορισμός στη μεταφορά της σε γραπτή μορφή, η «βοήθεια» μέσω «πολυτιμότερων πραγμάτων» και η σιωπή, όπου αυτό είναι απαραίτητο (το σιγάν προς ους δει). Τα παραδείγματα πλατωνικής «βοήθειας» είναι παραδείγματα όχι μόνο για την προσφυγή σε τιμιώτερα, αλλά και για σαφή εσκεμμένα κενά.
Το ότι τα πλατωνικά τιμιότερα οδηγούν εντέλει προς την κατεύθυνση της γνώσης των αρχών έχει σημασία ενσχέσει προς το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης στα Μετά τα φυσικά και σε άλλα έργα αναφέρει μια διδασκαλία του Πλάτωνα για τις αρχές την οποία δεν βρίσκουμε με τη μορφή αυτή στους διαλόγους.
Γιατί πρέπει να προστατευτεί από τη γραπτή διάδοση εκείνο ακριβώς το μέρος της φιλοσοφίας που πραγματεύεται τις αρχές; Με την κριτική του γραπτού λόγου ως υπόβαθρο η απάντηση είναι εύκολη: όσο πιο περίπλοκο είναι το αντικείμενο τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να υποτιμηθεί άδικα από αναγνώστες που δεν καταλαβαίνουν, απέναντι στους οποίους το γραπτό κείμενο δεν μπορεί εν απουσία του συγγραφέα του να αμυνθεί (πρβ. Φαίδρ. 275de). Μια τέτοια υποτίμηση ο Πλάτων δεν την αντιμετώπιζε προφανώς με πλήρη αδιαφορία -πράγμα που είναι απόλυτα κατανοητό, αν σκεφτεί κανείς ότι γι’ αυτόν ο κόσμος των Ιδεών κατέχει μια θέση «υπερουράνια» και «θεία».[2] Ακόμη πιο σημαντικό είναι ίσως και το ότι για τον Πλάτωνα δεν έχει νόημα να ανακοινώσεις σε κάποιον κάτι για το οποίο δεν είναι κατάλληλος ή δεν είναι ακόμη ικανοποιητικά προετοιμασμένος. Τα πράγματα αυτού του είδους τα ονομάζει απόρρητα: «πράγματα που δεν πρέπει να ανακοινωθούν πρόωρα», διότι αν ανακοινωθούν πρόωρα, δηλαδή προτού ο αποδέκτης να είναι ώριμος γι’ αυτά, «δεν φανερώνουν τίποτε» (Νόμοι 968e 4-5). Επειδή η θεωρία των αρχών είναι αυτό που προϋποθέτει τα περισσότερα στη φιλοσοφία, μια επαρκής προετοιμασία για τη θεωρία αυτή μέσα από γραπτά κείμενα -τα οποία όμως «δεν μπορούν να διδάξουν ικανοποιητικά την αλήθεια» (Φαίδρ. 276c 9)- αποκλείεται∙ και, επομένως, η γραπτή παγίωση της θα ήταν απλώς αντιπαραγωγική.
Δεν είναι μόνο στην Πολιτεία που η εκπαίδευση των φιλοσόφων-βασιλέων κορυφώνεται με τη διαλεκτική σύλληψη της Ιδέας του αγαθού ως της αρχής των πάντων (504a κε., 540a)∙ ήδη οι σχετικά πρώιμοι διάλογοι Χαρμίδης και Λύσις περιέχουν δείγματα της έννοιας της ανόδου, η οποία δεν μπορεί να διακοπεί πριν την κατάκτηση ενός «πρώτου», μιας αρχής: Αν θέλει κανείς να διερευνήσει την φιλίαν, πρέπει να αναχθεί σε ένα πρώτον φίλον (Λύσις 219cd)∙ αν θέλει να γνωρίσει τη σωφροσύνη, τότε εμφανίζεται στον ορίζοντα της συζήτησης «η επιστήμη του καλού και του κακού» (Χαρμίδης 174bc). Ειδικά στη συζήτηση αυτή για τη σωφροσύνη στον Χαρμίδη συναντούμε μια διαφανή μεταφορική χρήση των εννοιών «γιατρικό» (φάρμακον) και «γητειά» (επωδή), η οποία μπορεί να συμβάλλει στην κατανόηση της στάσης του Πλάτωνα στο θέμα της γραπτής έκθεσης σχετικά με τις «αρχές»: Ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι έχει στην κατοχή του ένα φάρμακον για την αρρώστια του νεαρού Χαρμίδη∙ δεν δίνει όμως το φάρμακον, επειδή αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μόνο σε συνδυασμό με μια «γητειά» και είναι άχρηστο χωρίς αυτήν (155e 8), και επειδή ο Σωκράτης ορκίστηκε στον Θρακιώτη ιερέα που του είχε δώσει τη γητειά και το φάρμακον να μην δεχτεί ποτέ να τον πείσουν να προωθήσει το φάρμακον χωρίς τη γητειά της ψυχής του λήπτη (157b 1-c 6). Δεν υπάρχει ότι του φαρμάκου εμπεριέχει μια δήλωση σχετικά με τον ορθό τρόπο της μετάδοσης φιλοσοφικής γνώσης. Ο Πλάτων μας δίνει να καταλάβουμε ότι «ο Σωκράτης» ως ο διαλεκτικός διαθέτει γνώσεις που θα μπορούσαν βεβαίως να είναι άμεσα ανακοινώσιμες, τις οποίες όμως -εντελώς σκόπιμα- δεν τις γνωστοποιεί ακόμη, επειδή θα ήταν άχρηστες για τον Χαρμίδη όσο αυτός δεν έχει υποστεί προπαιδευτικές «γητειές», για την κατανόηση του «γιατρικού». Το φάρμακον επομένως σημαίνει κεντρικές προτάσεις της διαλεκτικής επιστήμης του καλού και του κακού, οι οποίες μπορούν να διατυπωθούν -δεν πρόκειται εδώ με κανέναν τρόπο για φιλοσοφικά άρρητα- και οι οποίες, συνεπώς, θα μπορούσαν να αποτυπωθούν και γραπτώς και να διαδοθούν. Αυτό που εμποδίζει την προώθηση εκ μέρους του Σωκράτη είναι ένας «όρκος», τον οποίο έδωσε -υποτίθεται- στον Θρακιώτη δάσκαλό του: Για τον διαλεκτικό υπάρχει λοιπόν μια υποχρέωση, την οποία αντιμετωπίζει ως εξίσου δεσμευτική με έναν θρησκευτικό όρκο, να μεταδίδει «τα πολυτιμότερα πράγματά του» μόνο εφόσον υφίστανται οι γνωστικές και ηθικές συνθήκες για την κατάλληλη πρόσληψή τους. Ο γραπτός λόγος όμως, όπως ξέρουμε, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δημιουργήσει τις συνθήκες αυτές.
Αυτό που στον πρώιμο Χαρμίδη δηλώνεται με μεταφορές διατυπώνεται ρητά στον ύστερο Τίμαιο, δηλαδή ότι ακριβώς οι αρχές δεν είναι γνωστοποιήσιμες σε όλους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μυθική φιγούρα του δημιουργού στο πλαίσιο της κοσμολογίας του Τιμαίου είναι το όνομα μιας «αρχής» της κοσμικής τάξης. Είναι δύσκολο, λέει ο Πλάτων, να βρει κανείς αυτόν τον δημιουργό και πατέρα του κόσμου, είναι όμως αδύνατο, αν τον έχει βρει, να μιλήσει γι’ αυτόν σε όλους (Τίμ. 28c 3-5). Σύμφωνα με ένα άλλο χωρίο, «οι ακόμη πιο ανώτερες αρχές είναι αυτές που είναι γνωστές (μόνο) στον θεό και σε εκείνον από τους ανθρώπους ο οποίος είναι φίλος του θεού: γι’ αυτόν τον λόγο περιλαμβάνονται στην έκθεση (53d 6-7).
Η διαπίστωση αυτή έρχεται στον Τίμαιο αμέσως ύστερα από την εισαγωγή των στοιχειωδών τριγώνων ως στοιχείων ή «αρχών» των αισθητών σωμάτων (52cd). Ποιες αρχές μπορούν να γνωστοποιηθούν σε όλους δηλαδή γραπτώς, και για ποιες δεν θα έπρεπε να συμβεί αυτό, εμείς ως αναγνώστες των διαλόγων δεν μπορούμε να το προσδιορίσουμε βάσει ενός γενικού κανόνα. Το συγκεκριμένο παράδειγμα μας επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στον τρόπο με τον οποίο ο Πλάτων ανάγει τον αισθητό κόσμο σε νοητές αρχές∙ το όριο του γνωστοποιήσιμου τίθεται εδώ ύστερα από το πρώτο βήμα της αναγωγής, το οποίο οδήγησε στο πεδίο της γεωμετρίας (ότι με τις «ακόμη πιο ανώτερες αρχές» πάνω από τα στοιχειώδη τρίγωνα εννοούνται οι αριθμοί μπορούμε να το υποστηρίξουμε με βεβαιότητα χάρη στον Αριστοτέλη[3]).
Δεν είμαστε σε θέση να πούμε αν ο Πλάτωνας έθεσε οριστικά για τον εαυτό του το όριο αυτό∙ πιθανότερο είναι πάντως ότι ήταν στη διακριτική του ευχέρεια πόσο σπόρο ήθελε να σπείρει σε έναν «κήπο του Αδώνιδος», και ότι κάθε φορά έβαζε το όριο για τον συγκεκριμένο διάλογο ενώ τον έγραφε. Ήδη ο Πλούταρχος είχε παρατηρήσει ότι ο Πλάτων σε προχωρημένη ηλικία έτεινε μάλλον να ονοματίζει ανοιχτά τις αρχές που είχε στο νου του (Περί Ίσιδος και Οσίριδος 48, 370F)∙ θα έπρεπε πάντως να προσθέσουμε πως η βασική ιδέα ότι υπάρχουν πράγματα που δεν θα έπρεπε να γνωστοποιηθούν γραπτώς, επειδή με την πρόωρη γνωστοποίησή τους δεν εξηγούν τίποτε, και επομένως είναι «άχρηστα», μένει αναλλοίωτη από τη μεταφορά του φαρμάκου στον Χαρμίδη ως το 12ο βιβλίο των Νόμων, όπου επιτέλους εισάγεται (968e) η χαρακτηριστική έννοια απόρρητα.
-----------------------
[1] Στα συμφραζόμενα αυτά πρέπει φυσικά να θυμηθούμε και τη μυθική εικόνα για την άνοδο των «οχημάτων των ψυχών» στον «υπερουράνιον τόπον» (Φαίδρος 246a κε.), έστω και αν εδώ μεταξύ των αντικειμένων της θέασης του επέκεινα (247de) κανένα δεν προβάλλεται ως αρχή των άλλων.
[2] Αρκεί να σκεφτούμε τον «υπερουράνιον τόπον» ως τόπο των Ιδεών (Φαίδρ. 247c κε.) ή και την «ομοίωση προς τον θεό», η οποία είναι στην πραγματικότητα μια ομοίωση προς την τάξη που διέπει τον κόσμο των Ιδεών (Πολιτεία 500b-d).
[3] Από τα πολυάριθμα αριστοτελικά χωρία τα οποία μαρτυρούν την οντολογική προτεραιότητα των αριθμών έναντι των γεωμετρικών σχημάτων ιδιαίτερα σημαντικό είναι το απόσπασμα 2 Ross από το Περί τ' αγαθού, το οποίο διέσωσε ο Αλέξανδρος από την Αφροδισιάδα στο υπόμνημά του στα Μετά τα φυσικά.
Μόνο η ορθή κατανόηση της κριτικής του γραπτού λόγου μας επιτρέπει να καταλάβουμε γιατί αυτά τα δυο πάνε μαζί: η άνοδος και ο περιορισμός στη μεταφορά της σε γραπτή μορφή, η «βοήθεια» μέσω «πολυτιμότερων πραγμάτων» και η σιωπή, όπου αυτό είναι απαραίτητο (το σιγάν προς ους δει). Τα παραδείγματα πλατωνικής «βοήθειας» είναι παραδείγματα όχι μόνο για την προσφυγή σε τιμιώτερα, αλλά και για σαφή εσκεμμένα κενά.
Το ότι τα πλατωνικά τιμιότερα οδηγούν εντέλει προς την κατεύθυνση της γνώσης των αρχών έχει σημασία ενσχέσει προς το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης στα Μετά τα φυσικά και σε άλλα έργα αναφέρει μια διδασκαλία του Πλάτωνα για τις αρχές την οποία δεν βρίσκουμε με τη μορφή αυτή στους διαλόγους.
Γιατί πρέπει να προστατευτεί από τη γραπτή διάδοση εκείνο ακριβώς το μέρος της φιλοσοφίας που πραγματεύεται τις αρχές; Με την κριτική του γραπτού λόγου ως υπόβαθρο η απάντηση είναι εύκολη: όσο πιο περίπλοκο είναι το αντικείμενο τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να υποτιμηθεί άδικα από αναγνώστες που δεν καταλαβαίνουν, απέναντι στους οποίους το γραπτό κείμενο δεν μπορεί εν απουσία του συγγραφέα του να αμυνθεί (πρβ. Φαίδρ. 275de). Μια τέτοια υποτίμηση ο Πλάτων δεν την αντιμετώπιζε προφανώς με πλήρη αδιαφορία -πράγμα που είναι απόλυτα κατανοητό, αν σκεφτεί κανείς ότι γι’ αυτόν ο κόσμος των Ιδεών κατέχει μια θέση «υπερουράνια» και «θεία».[2] Ακόμη πιο σημαντικό είναι ίσως και το ότι για τον Πλάτωνα δεν έχει νόημα να ανακοινώσεις σε κάποιον κάτι για το οποίο δεν είναι κατάλληλος ή δεν είναι ακόμη ικανοποιητικά προετοιμασμένος. Τα πράγματα αυτού του είδους τα ονομάζει απόρρητα: «πράγματα που δεν πρέπει να ανακοινωθούν πρόωρα», διότι αν ανακοινωθούν πρόωρα, δηλαδή προτού ο αποδέκτης να είναι ώριμος γι’ αυτά, «δεν φανερώνουν τίποτε» (Νόμοι 968e 4-5). Επειδή η θεωρία των αρχών είναι αυτό που προϋποθέτει τα περισσότερα στη φιλοσοφία, μια επαρκής προετοιμασία για τη θεωρία αυτή μέσα από γραπτά κείμενα -τα οποία όμως «δεν μπορούν να διδάξουν ικανοποιητικά την αλήθεια» (Φαίδρ. 276c 9)- αποκλείεται∙ και, επομένως, η γραπτή παγίωση της θα ήταν απλώς αντιπαραγωγική.
Δεν είναι μόνο στην Πολιτεία που η εκπαίδευση των φιλοσόφων-βασιλέων κορυφώνεται με τη διαλεκτική σύλληψη της Ιδέας του αγαθού ως της αρχής των πάντων (504a κε., 540a)∙ ήδη οι σχετικά πρώιμοι διάλογοι Χαρμίδης και Λύσις περιέχουν δείγματα της έννοιας της ανόδου, η οποία δεν μπορεί να διακοπεί πριν την κατάκτηση ενός «πρώτου», μιας αρχής: Αν θέλει κανείς να διερευνήσει την φιλίαν, πρέπει να αναχθεί σε ένα πρώτον φίλον (Λύσις 219cd)∙ αν θέλει να γνωρίσει τη σωφροσύνη, τότε εμφανίζεται στον ορίζοντα της συζήτησης «η επιστήμη του καλού και του κακού» (Χαρμίδης 174bc). Ειδικά στη συζήτηση αυτή για τη σωφροσύνη στον Χαρμίδη συναντούμε μια διαφανή μεταφορική χρήση των εννοιών «γιατρικό» (φάρμακον) και «γητειά» (επωδή), η οποία μπορεί να συμβάλλει στην κατανόηση της στάσης του Πλάτωνα στο θέμα της γραπτής έκθεσης σχετικά με τις «αρχές»: Ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι έχει στην κατοχή του ένα φάρμακον για την αρρώστια του νεαρού Χαρμίδη∙ δεν δίνει όμως το φάρμακον, επειδή αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μόνο σε συνδυασμό με μια «γητειά» και είναι άχρηστο χωρίς αυτήν (155e 8), και επειδή ο Σωκράτης ορκίστηκε στον Θρακιώτη ιερέα που του είχε δώσει τη γητειά και το φάρμακον να μην δεχτεί ποτέ να τον πείσουν να προωθήσει το φάρμακον χωρίς τη γητειά της ψυχής του λήπτη (157b 1-c 6). Δεν υπάρχει ότι του φαρμάκου εμπεριέχει μια δήλωση σχετικά με τον ορθό τρόπο της μετάδοσης φιλοσοφικής γνώσης. Ο Πλάτων μας δίνει να καταλάβουμε ότι «ο Σωκράτης» ως ο διαλεκτικός διαθέτει γνώσεις που θα μπορούσαν βεβαίως να είναι άμεσα ανακοινώσιμες, τις οποίες όμως -εντελώς σκόπιμα- δεν τις γνωστοποιεί ακόμη, επειδή θα ήταν άχρηστες για τον Χαρμίδη όσο αυτός δεν έχει υποστεί προπαιδευτικές «γητειές», για την κατανόηση του «γιατρικού». Το φάρμακον επομένως σημαίνει κεντρικές προτάσεις της διαλεκτικής επιστήμης του καλού και του κακού, οι οποίες μπορούν να διατυπωθούν -δεν πρόκειται εδώ με κανέναν τρόπο για φιλοσοφικά άρρητα- και οι οποίες, συνεπώς, θα μπορούσαν να αποτυπωθούν και γραπτώς και να διαδοθούν. Αυτό που εμποδίζει την προώθηση εκ μέρους του Σωκράτη είναι ένας «όρκος», τον οποίο έδωσε -υποτίθεται- στον Θρακιώτη δάσκαλό του: Για τον διαλεκτικό υπάρχει λοιπόν μια υποχρέωση, την οποία αντιμετωπίζει ως εξίσου δεσμευτική με έναν θρησκευτικό όρκο, να μεταδίδει «τα πολυτιμότερα πράγματά του» μόνο εφόσον υφίστανται οι γνωστικές και ηθικές συνθήκες για την κατάλληλη πρόσληψή τους. Ο γραπτός λόγος όμως, όπως ξέρουμε, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δημιουργήσει τις συνθήκες αυτές.
Αυτό που στον πρώιμο Χαρμίδη δηλώνεται με μεταφορές διατυπώνεται ρητά στον ύστερο Τίμαιο, δηλαδή ότι ακριβώς οι αρχές δεν είναι γνωστοποιήσιμες σε όλους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μυθική φιγούρα του δημιουργού στο πλαίσιο της κοσμολογίας του Τιμαίου είναι το όνομα μιας «αρχής» της κοσμικής τάξης. Είναι δύσκολο, λέει ο Πλάτων, να βρει κανείς αυτόν τον δημιουργό και πατέρα του κόσμου, είναι όμως αδύνατο, αν τον έχει βρει, να μιλήσει γι’ αυτόν σε όλους (Τίμ. 28c 3-5). Σύμφωνα με ένα άλλο χωρίο, «οι ακόμη πιο ανώτερες αρχές είναι αυτές που είναι γνωστές (μόνο) στον θεό και σε εκείνον από τους ανθρώπους ο οποίος είναι φίλος του θεού: γι’ αυτόν τον λόγο περιλαμβάνονται στην έκθεση (53d 6-7).
Η διαπίστωση αυτή έρχεται στον Τίμαιο αμέσως ύστερα από την εισαγωγή των στοιχειωδών τριγώνων ως στοιχείων ή «αρχών» των αισθητών σωμάτων (52cd). Ποιες αρχές μπορούν να γνωστοποιηθούν σε όλους δηλαδή γραπτώς, και για ποιες δεν θα έπρεπε να συμβεί αυτό, εμείς ως αναγνώστες των διαλόγων δεν μπορούμε να το προσδιορίσουμε βάσει ενός γενικού κανόνα. Το συγκεκριμένο παράδειγμα μας επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στον τρόπο με τον οποίο ο Πλάτων ανάγει τον αισθητό κόσμο σε νοητές αρχές∙ το όριο του γνωστοποιήσιμου τίθεται εδώ ύστερα από το πρώτο βήμα της αναγωγής, το οποίο οδήγησε στο πεδίο της γεωμετρίας (ότι με τις «ακόμη πιο ανώτερες αρχές» πάνω από τα στοιχειώδη τρίγωνα εννοούνται οι αριθμοί μπορούμε να το υποστηρίξουμε με βεβαιότητα χάρη στον Αριστοτέλη[3]).
Δεν είμαστε σε θέση να πούμε αν ο Πλάτωνας έθεσε οριστικά για τον εαυτό του το όριο αυτό∙ πιθανότερο είναι πάντως ότι ήταν στη διακριτική του ευχέρεια πόσο σπόρο ήθελε να σπείρει σε έναν «κήπο του Αδώνιδος», και ότι κάθε φορά έβαζε το όριο για τον συγκεκριμένο διάλογο ενώ τον έγραφε. Ήδη ο Πλούταρχος είχε παρατηρήσει ότι ο Πλάτων σε προχωρημένη ηλικία έτεινε μάλλον να ονοματίζει ανοιχτά τις αρχές που είχε στο νου του (Περί Ίσιδος και Οσίριδος 48, 370F)∙ θα έπρεπε πάντως να προσθέσουμε πως η βασική ιδέα ότι υπάρχουν πράγματα που δεν θα έπρεπε να γνωστοποιηθούν γραπτώς, επειδή με την πρόωρη γνωστοποίησή τους δεν εξηγούν τίποτε, και επομένως είναι «άχρηστα», μένει αναλλοίωτη από τη μεταφορά του φαρμάκου στον Χαρμίδη ως το 12ο βιβλίο των Νόμων, όπου επιτέλους εισάγεται (968e) η χαρακτηριστική έννοια απόρρητα.
-----------------------
[1] Στα συμφραζόμενα αυτά πρέπει φυσικά να θυμηθούμε και τη μυθική εικόνα για την άνοδο των «οχημάτων των ψυχών» στον «υπερουράνιον τόπον» (Φαίδρος 246a κε.), έστω και αν εδώ μεταξύ των αντικειμένων της θέασης του επέκεινα (247de) κανένα δεν προβάλλεται ως αρχή των άλλων.
[2] Αρκεί να σκεφτούμε τον «υπερουράνιον τόπον» ως τόπο των Ιδεών (Φαίδρ. 247c κε.) ή και την «ομοίωση προς τον θεό», η οποία είναι στην πραγματικότητα μια ομοίωση προς την τάξη που διέπει τον κόσμο των Ιδεών (Πολιτεία 500b-d).
[3] Από τα πολυάριθμα αριστοτελικά χωρία τα οποία μαρτυρούν την οντολογική προτεραιότητα των αριθμών έναντι των γεωμετρικών σχημάτων ιδιαίτερα σημαντικό είναι το απόσπασμα 2 Ross από το Περί τ' αγαθού, το οποίο διέσωσε ο Αλέξανδρος από την Αφροδισιάδα στο υπόμνημά του στα Μετά τα φυσικά.
ΠΛΑΤΩΝ: Συμπόσιον (213e-215a)
Ἐπειδὴ δὲ κατεκλίνη, εἰπεῖν· Εἶεν δή, ἄνδρες· δοκεῖτε γάρ μοι νήφειν. οὐκ ἐπιτρεπτέον οὖν ὑμῖν, ἀλλὰ ποτέον· ὡμολόγηται γὰρ ταῦθ᾽ ἡμῖν. ἄρχοντα οὖν αἱροῦμαι τῆς πόσεως, ἕως ἂν ὑμεῖς ἱκανῶς πίητε, ἐμαυτόν. ἀλλὰ φερέτω, Ἀγάθων, εἴ τι ἔστιν ἔκπωμα μέγα. μᾶλλον δὲ οὐδὲν δεῖ, ἀλλὰ φέρε, παῖ, φάναι, τὸν ψυκτῆρα ἐκεῖνον, ἰδόντα αὐτὸν [214a] πλέον ἢ ὀκτὼ κοτύλας χωροῦντα. τοῦτον ἐμπλησάμενον πρῶτον μὲν αὐτὸν ἐκπιεῖν, ἔπειτα τῷ Σωκράτει κελεύειν ἐγχεῖν καὶ ἅμα εἰπεῖν· Πρὸς μὲν Σωκράτη, ὦ ἄνδρες, τὸ σόφισμά μοι οὐδέν· ὁπόσον γὰρ ἂν κελεύῃ τις, τοσοῦτον ἐκπιὼν οὐδὲν μᾶλλον μή ποτε μεθυσθῇ.
Λοιπόν ο υπηρέτης γέμισε τη μπουζιέρα κι ο Σωκράτης έπινε· κι ο Ερυξίμαχος είπε: «Τί κάνουμε τώρα, Αλκιβιάδη; [214b] καθόμαστε χωρίς να λέμε τίποτε πάνω στο ποτήρι κι ούτε πιάνουμε και κανένα τραγούδι, αλλά, ίδια και απαράλλακτα με τους διψασμένους, θα πίνουμε;»
Κι ο Αλκιβιάδης του αποκρίθηκε: «Χαίρε Ερυξίμαχε, υπέροχε γιε υπέροχου και πρώτου στη σωφροσύνη πατέρα!».
«Αντιχαιρετώ σε, του φώναξε ο Ερυξίμαχος· αλλά τί κάνουμε τώρα;»
«Ό,τι προστάξεις εσύ· γιατί σου οφείλουμε υπακοή,
τι ένας γιατρός αξίζει σίγουρα πολλούς ανθρώπους άλλους·
λοιπόν περιμένουμε τη συνταγή σου».
«Άκουσε λοιπόν, είπε ο Ερυξίμαχος· εμείς, πριν καταφτάσεις εσύ, πήραμε απόφαση, ο καθένας μας με τη σειρά του, αρχίζοντας απ᾽ τ᾽ αριστερά και προχωρώντας προς τα δεξιά, ν᾽ αναλάβει να μιλήσει [214c] για τον Έρωτα όσο μπορεί ωραιότερα και να του πλέξει εγκώμιο. Λοιπόν, εμείς οι άλλοι όλοι μιλήσαμε· εσύ τώρα, επειδή δεν έχεις μιλήσει κι άδειασες το ποτήρι σου, υποχρεούσαι να μιλήσεις· μίλησε, και κατόπι δώσε παραγγελία στον Σωκράτη, όποια θέλεις, κι αυτός να κάνει το ίδιο σ᾽ αυτόν που ξαπλώνει δεξιά του και ούτω καθεξής».
«Αλλά, είπε ο Αλκιβιάδης, Ερυξίμαχε, δε λέω, καλά τα λες, όμως είναι άδικο να βάζεις έναν μεθυσμένο να παραβγαίνει ξεμέθυστους σε επίδειξη λόγων. Κι ακόμη, καλότυχε, δίνεις πίστη σ᾽ όσα [214d] ο Σωκράτης είπε τώρα δα ή ξέρεις κι εσύ ότι η αλήθεια είναι διαμετρικά αντίθετη απ᾽ ό,τι έλεγε; Γιατί ετούτος, αν εγώ πλέξω μπροστά του το εγκώμιο θεού ή ανθρώπου άλλου απ᾽ αυτόν, δε θα διστάσει να με καταχεριάσει».
«Σώπασε επιτέλους!», είπε ο Σωκράτης.
«Μα τον Ποσειδώνα, είπε ο Αλκιβιάδης, σταμάτα αυτή την κουβέντα, γιατί εγώ μπροστά σου δε θα δοκίμαζα να εγκωμιάσω κανένα άλλον».
«Αλλά κάνε κάτι άλλο, είπε ο Ερυξίμαχος, αν το προτιμάς· εγκωμίασε τον Σωκράτη».
[214e] «Τί είπες; είπε ο Αλκιβιάδης· νομίζεις, Ερυξίμαχε, ότι αυτό βολεύει καλύτερα; Να του ριχτώ και να τον τιμωρήσω μπροστά σας;»
«Ε συ, είπε ο Σωκράτης, τί σχεδιάζεις; να μου κάνεις εγκώμιο για γελοιοποίηση; τί άλλο;»
«Θα καταθέσω την αλήθεια. Τώρα, εσύ μου δίνεις το ελεύτερο;»
«Αλλά, αν είναι να πεις την αλήθεια, είπε ο Σωκράτης, σου δίνω το ελεύτερο και σε προτρέπω να μιλήσεις».
«Άρχισα κιόλας, είπε ο Αλκιβιάδης. Κι απ᾽ τη μεριά σου εσύ κάνε το εξής: αν κάτι απ᾽ τα λεγόμενά μου δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, διάκοψέ με και πάρε το λόγο, παρακαλώ και πες ότι “Αλκιβιάδη, εδώ λες ψέματα”· γιατί δε θα πω ψέμα —κανένα!— [215a] από πρόθεση. Αν όμως, προσπαθώντας να τ᾽ ανακαλέσω στη μνήμη μου, τα πω μπερδεύοντας τη σειρά τους, μην παραξενευτείς· δεν είναι εύκολο δα ν᾽ αραδιάσω με άνεση και την κανονική της σειρά την ανήκουστη παραξενιά σου, στην κατάσταση που βρίσκομαι».
Τὸν μὲν οὖν Σωκράτη ἐγχέαντος τοῦ παιδὸς πίνειν· τὸν δ᾽ Ἐρυξίμαχον Πῶς οὖν, φάναι, ὦ Ἀλκιβιάδη, ποιοῦμεν; [214b] οὕτως οὔτε τι λέγομεν ἐπὶ τῇ κύλικι οὔτε τι ᾄδομεν, ἀλλ᾽ ἀτεχνῶς ὥσπερ οἱ διψῶντες πιόμεθα;
Τὸν οὖν Ἀλκιβιάδην εἰπεῖν Ὦ Ἐρυξίμαχε, βέλτιστε βελτίστου πατρὸς καὶ σωφρονεστάτου, χαῖρε.
Καὶ γὰρ σύ, φάναι τὸν Ἐρυξίμαχον· ἀλλὰ τί ποιῶμεν;
Ὅτι ἂν σὺ κελεύῃς. δεῖ γάρ σοι πείθεσθαι·
ἰητρὸς γὰρ ἀνὴρ πολλῶν ἀντάξιος ἄλλων·
ἐπίταττε οὖν ὅτι βούλει.
Ἄκουσον δή, εἰπεῖν τὸν Ἐρυξίμαχον. ἡμῖν πρὶν σὲ εἰσελθεῖν ἔδοξε χρῆναι ἐπὶ δεξιὰ ἕκαστον ἐν μέρει λόγον [214c] περὶ Ἔρωτος εἰπεῖν ὡς δύναιτο κάλλιστον, καὶ ἐγκωμιάσαι. οἱ μὲν οὖν ἄλλοι πάντες ἡμεῖς εἰρήκαμεν· σὺ δ᾽ ἐπειδὴ οὐκ εἴρηκας καὶ ἐκπέπωκας, δίκαιος εἶ εἰπεῖν, εἰπὼν δὲ ἐπιτάξαι Σωκράτει ὅτι ἂν βούλῃ, καὶ τοῦτον τῷ ἐπὶ δεξιὰ καὶ οὕτω τοὺς ἄλλους.
Ἀλλά, φάναι, ὦ Ἐρυξίμαχε, τὸν Ἀλκιβιάδην, καλῶς μὲν λέγεις, μεθύοντα δὲ ἄνδρα παρὰ νηφόντων λόγους παραβάλλειν μὴ οὐκ ἐξ ἴσου ᾖ. καὶ ἅμα, ὦ μακάριε, πείθει τί [214d] σε Σωκράτης ὧν ἄρτι εἶπεν; ἢ οἶσθα ὅτι τοὐναντίον ἐστὶ πᾶν ἢ ὃ ἔλεγεν; οὗτος γάρ, ἐάν τινα ἐγὼ ἐπαινέσω τούτου παρόντος ἢ θεὸν ἢ ἄνθρωπον ἄλλον ἢ τοῦτον, οὐκ ἀφέξεταί μου τὼ χεῖρε.
Οὐκ εὐφημήσεις; φάναι τὸν Σωκράτη.
Μὰ τὸν Ποσειδῶ, εἰπεῖν τὸν Ἀλκιβιάδην, μηδὲν λέγε πρὸς ταῦτα, ὡς ἐγὼ οὐδ᾽ ἂν ἕνα ἄλλον ἐπαινέσαιμι σοῦ παρόντος.
Ἀλλ᾽ οὕτω ποίει, φάναι τὸν Ἐρυξίμαχον, εἰ βούλει· Σωκράτη ἐπαίνεσον.
[214e] Πῶς λέγεις; εἰπεῖν τὸν Ἀλκιβιάδην· δοκεῖ χρῆναι, ὦ Ἐρυξίμαχε; ἐπιθῶμαι τῷ ἀνδρὶ καὶ τιμωρήσωμαι ὑμῶν ἐναντίον;
Οὗτος, φάναι τὸν Σωκράτη, τί ἐν νῷ ἔχεις; ἐπὶ τὰ γελοιότερά με ἐπαινέσαι; ἢ τί ποιήσεις;
Τἀληθῆ ἐρῶ. ἀλλ᾽ ὅρα εἰ παρίης.
Ἀλλὰ μέντοι, φάναι, τά γε ἀληθῆ παρίημι καὶ κελεύω λέγειν.
Οὐκ ἂν φθάνοιμι, εἰπεῖν τὸν Ἀλκιβιάδην. καὶ μέντοι οὑτωσὶ ποίησον. ἐάν τι μὴ ἀληθὲς λέγω, μεταξὺ ἐπιλαβοῦ, ἂν βούλῃ, καὶ εἰπὲ ὅτι τοῦτο ψεύδομαι· ἑκὼν γὰρ εἶναι οὐδὲν [215a] ψεύσομαι. ἐὰν μέντοι ἀναμιμνῃσκόμενος ἄλλο ἄλλοθεν λέγω, μηδὲν θαυμάσῃς· οὐ γάρ τι ῥᾴδιον τὴν σὴν ἀτοπίαν ὧδ᾽ ἔχοντι εὐπόρως καὶ ἐφεξῆς καταριθμῆσαι.
Τὸν οὖν Ἀλκιβιάδην εἰπεῖν Ὦ Ἐρυξίμαχε, βέλτιστε βελτίστου πατρὸς καὶ σωφρονεστάτου, χαῖρε.
Καὶ γὰρ σύ, φάναι τὸν Ἐρυξίμαχον· ἀλλὰ τί ποιῶμεν;
Ὅτι ἂν σὺ κελεύῃς. δεῖ γάρ σοι πείθεσθαι·
ἰητρὸς γὰρ ἀνὴρ πολλῶν ἀντάξιος ἄλλων·
ἐπίταττε οὖν ὅτι βούλει.
Ἄκουσον δή, εἰπεῖν τὸν Ἐρυξίμαχον. ἡμῖν πρὶν σὲ εἰσελθεῖν ἔδοξε χρῆναι ἐπὶ δεξιὰ ἕκαστον ἐν μέρει λόγον [214c] περὶ Ἔρωτος εἰπεῖν ὡς δύναιτο κάλλιστον, καὶ ἐγκωμιάσαι. οἱ μὲν οὖν ἄλλοι πάντες ἡμεῖς εἰρήκαμεν· σὺ δ᾽ ἐπειδὴ οὐκ εἴρηκας καὶ ἐκπέπωκας, δίκαιος εἶ εἰπεῖν, εἰπὼν δὲ ἐπιτάξαι Σωκράτει ὅτι ἂν βούλῃ, καὶ τοῦτον τῷ ἐπὶ δεξιὰ καὶ οὕτω τοὺς ἄλλους.
Ἀλλά, φάναι, ὦ Ἐρυξίμαχε, τὸν Ἀλκιβιάδην, καλῶς μὲν λέγεις, μεθύοντα δὲ ἄνδρα παρὰ νηφόντων λόγους παραβάλλειν μὴ οὐκ ἐξ ἴσου ᾖ. καὶ ἅμα, ὦ μακάριε, πείθει τί [214d] σε Σωκράτης ὧν ἄρτι εἶπεν; ἢ οἶσθα ὅτι τοὐναντίον ἐστὶ πᾶν ἢ ὃ ἔλεγεν; οὗτος γάρ, ἐάν τινα ἐγὼ ἐπαινέσω τούτου παρόντος ἢ θεὸν ἢ ἄνθρωπον ἄλλον ἢ τοῦτον, οὐκ ἀφέξεταί μου τὼ χεῖρε.
Οὐκ εὐφημήσεις; φάναι τὸν Σωκράτη.
Μὰ τὸν Ποσειδῶ, εἰπεῖν τὸν Ἀλκιβιάδην, μηδὲν λέγε πρὸς ταῦτα, ὡς ἐγὼ οὐδ᾽ ἂν ἕνα ἄλλον ἐπαινέσαιμι σοῦ παρόντος.
Ἀλλ᾽ οὕτω ποίει, φάναι τὸν Ἐρυξίμαχον, εἰ βούλει· Σωκράτη ἐπαίνεσον.
[214e] Πῶς λέγεις; εἰπεῖν τὸν Ἀλκιβιάδην· δοκεῖ χρῆναι, ὦ Ἐρυξίμαχε; ἐπιθῶμαι τῷ ἀνδρὶ καὶ τιμωρήσωμαι ὑμῶν ἐναντίον;
Οὗτος, φάναι τὸν Σωκράτη, τί ἐν νῷ ἔχεις; ἐπὶ τὰ γελοιότερά με ἐπαινέσαι; ἢ τί ποιήσεις;
Τἀληθῆ ἐρῶ. ἀλλ᾽ ὅρα εἰ παρίης.
Ἀλλὰ μέντοι, φάναι, τά γε ἀληθῆ παρίημι καὶ κελεύω λέγειν.
Οὐκ ἂν φθάνοιμι, εἰπεῖν τὸν Ἀλκιβιάδην. καὶ μέντοι οὑτωσὶ ποίησον. ἐάν τι μὴ ἀληθὲς λέγω, μεταξὺ ἐπιλαβοῦ, ἂν βούλῃ, καὶ εἰπὲ ὅτι τοῦτο ψεύδομαι· ἑκὼν γὰρ εἶναι οὐδὲν [215a] ψεύσομαι. ἐὰν μέντοι ἀναμιμνῃσκόμενος ἄλλο ἄλλοθεν λέγω, μηδὲν θαυμάσῃς· οὐ γάρ τι ῥᾴδιον τὴν σὴν ἀτοπίαν ὧδ᾽ ἔχοντι εὐπόρως καὶ ἐφεξῆς καταριθμῆσαι.
***
Ξάπλωσε και είπε: «Ως εδώ καλά, παίδες· γιατί μου φαίνεστε ξεμέθυστοι. Λοιπόν, δε θα σας αφήσω ήσυχους, αλλά εμπρός, πιοτό! Αυτή δεν ήταν η συμφωνία μας; Λοιπόν, ανακηρύσσω άρχοντα στο πιοτό, για όση ώρα εσείς πιείτε όσο σηκώνετε, την αφεντιά μου. Έλα, Αγάθων, φέρτε μου, αν βρίσκεται κανένα μεγάλο ποτήρι. Μάλλον όμως δε μας χρειάζεται· “πιάσε, παιδί, εκείνη τη μπουζιέρα ”, φώναξε, καθώς είδε [214a] ότι χωρούσε δύο λίτρες και βάλε. Είπε να τη γεμίσουν και πρώτος ο ίδιος την ήπιε ως τον πάτο, έπειτα πρόσταξε να τη γεμίσουν για τον Σωκράτη λέγοντας: «Η μηχανή που έστησα, φίλοι, δεν πιάνει τον Σωκράτη· γιατί, όσο κι αν του βάλεις να πιει, θα τ᾽ αδειάσει ως τον πάτο κι αποκλείεται να μεθύσει».Λοιπόν ο υπηρέτης γέμισε τη μπουζιέρα κι ο Σωκράτης έπινε· κι ο Ερυξίμαχος είπε: «Τί κάνουμε τώρα, Αλκιβιάδη; [214b] καθόμαστε χωρίς να λέμε τίποτε πάνω στο ποτήρι κι ούτε πιάνουμε και κανένα τραγούδι, αλλά, ίδια και απαράλλακτα με τους διψασμένους, θα πίνουμε;»
Κι ο Αλκιβιάδης του αποκρίθηκε: «Χαίρε Ερυξίμαχε, υπέροχε γιε υπέροχου και πρώτου στη σωφροσύνη πατέρα!».
«Αντιχαιρετώ σε, του φώναξε ο Ερυξίμαχος· αλλά τί κάνουμε τώρα;»
«Ό,τι προστάξεις εσύ· γιατί σου οφείλουμε υπακοή,
τι ένας γιατρός αξίζει σίγουρα πολλούς ανθρώπους άλλους·
λοιπόν περιμένουμε τη συνταγή σου».
«Άκουσε λοιπόν, είπε ο Ερυξίμαχος· εμείς, πριν καταφτάσεις εσύ, πήραμε απόφαση, ο καθένας μας με τη σειρά του, αρχίζοντας απ᾽ τ᾽ αριστερά και προχωρώντας προς τα δεξιά, ν᾽ αναλάβει να μιλήσει [214c] για τον Έρωτα όσο μπορεί ωραιότερα και να του πλέξει εγκώμιο. Λοιπόν, εμείς οι άλλοι όλοι μιλήσαμε· εσύ τώρα, επειδή δεν έχεις μιλήσει κι άδειασες το ποτήρι σου, υποχρεούσαι να μιλήσεις· μίλησε, και κατόπι δώσε παραγγελία στον Σωκράτη, όποια θέλεις, κι αυτός να κάνει το ίδιο σ᾽ αυτόν που ξαπλώνει δεξιά του και ούτω καθεξής».
«Αλλά, είπε ο Αλκιβιάδης, Ερυξίμαχε, δε λέω, καλά τα λες, όμως είναι άδικο να βάζεις έναν μεθυσμένο να παραβγαίνει ξεμέθυστους σε επίδειξη λόγων. Κι ακόμη, καλότυχε, δίνεις πίστη σ᾽ όσα [214d] ο Σωκράτης είπε τώρα δα ή ξέρεις κι εσύ ότι η αλήθεια είναι διαμετρικά αντίθετη απ᾽ ό,τι έλεγε; Γιατί ετούτος, αν εγώ πλέξω μπροστά του το εγκώμιο θεού ή ανθρώπου άλλου απ᾽ αυτόν, δε θα διστάσει να με καταχεριάσει».
«Σώπασε επιτέλους!», είπε ο Σωκράτης.
«Μα τον Ποσειδώνα, είπε ο Αλκιβιάδης, σταμάτα αυτή την κουβέντα, γιατί εγώ μπροστά σου δε θα δοκίμαζα να εγκωμιάσω κανένα άλλον».
«Αλλά κάνε κάτι άλλο, είπε ο Ερυξίμαχος, αν το προτιμάς· εγκωμίασε τον Σωκράτη».
[214e] «Τί είπες; είπε ο Αλκιβιάδης· νομίζεις, Ερυξίμαχε, ότι αυτό βολεύει καλύτερα; Να του ριχτώ και να τον τιμωρήσω μπροστά σας;»
«Ε συ, είπε ο Σωκράτης, τί σχεδιάζεις; να μου κάνεις εγκώμιο για γελοιοποίηση; τί άλλο;»
«Θα καταθέσω την αλήθεια. Τώρα, εσύ μου δίνεις το ελεύτερο;»
«Αλλά, αν είναι να πεις την αλήθεια, είπε ο Σωκράτης, σου δίνω το ελεύτερο και σε προτρέπω να μιλήσεις».
«Άρχισα κιόλας, είπε ο Αλκιβιάδης. Κι απ᾽ τη μεριά σου εσύ κάνε το εξής: αν κάτι απ᾽ τα λεγόμενά μου δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, διάκοψέ με και πάρε το λόγο, παρακαλώ και πες ότι “Αλκιβιάδη, εδώ λες ψέματα”· γιατί δε θα πω ψέμα —κανένα!— [215a] από πρόθεση. Αν όμως, προσπαθώντας να τ᾽ ανακαλέσω στη μνήμη μου, τα πω μπερδεύοντας τη σειρά τους, μην παραξενευτείς· δεν είναι εύκολο δα ν᾽ αραδιάσω με άνεση και την κανονική της σειρά την ανήκουστη παραξενιά σου, στην κατάσταση που βρίσκομαι».
Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ - Δύσκολος (574-619)
ΣΙΜΙΧΗ
Αχ συφορά μου, αλί μου, συφορά μου!
ΓΕΤ. Μωρέ άντε χάσου· από του γέροντα είναι
το σπιτικό τούτη η γυναίκα. ΣΙΜ. Αλί μου,
τί έχω να πάθω; Θέλοντας να βγάλω
απ᾽ το πηγάδι τον κουβά, μα δίχως
ο αφέντης να με δει αν μπορέσω, δένω
580 σ᾽ ένα ψιλό σάπιο σκοινί την τσάπα
κι έσπασε αμέσως. ΓΕΤ. (μέσα του) Τί ήθελες να κάμει;
ΣΙΜ. Κι έριξα η δόλια και κουβά και τσάπα
μες στο πηγάδι. ΓΕΤ. (μέσα του) Τώρα ένα σού μένει·
να ρίξεις μέσα εκεί και τον εαυτό σου.
ΣΙΜ. Κι είχε σκοπό, ίσα ίσα αυτή την ώρα,
κάτι κοπριές απ᾽ την αυλή να βγάλει
και τρέχει και ζητάει την τσάπα, σκούζει
και… η πόρτα, νά, χτυπά, προβάλλει· νά τος!
ΓΕΤ. Φεύγα, καημένη γριά, θα σε σκοτώσει·
ή, κάλλιο, υπερασπίσου τον εαυτό σου.
Βγαίνει από το σπίτι με ορμή ο Κνήμωνας.
ΚΝΗ. Πού πήγε η λωποδύτρα; ΣΙΜ. Αφέντη μου, άκου·
δεν το ᾽θελα. ΚΝΗ. Γιά μπαίνε αμέσως μέσα.
590 ΣΙΜ. Τί έχεις σκοπό να κάμεις; Πες μου, αφέντη.
ΚΝΗ. Τί; Θα σε δέσω, να σε κατεβάσω.
ΣΙΜ. Τη δόλια… μη. ΚΝΗ. Και με το ίδιο κιόλας
σκοινί, μά τους θεούς· ναι, ναι, και τόσο
το καλύτερο, αν είναι τέλεια σάπιο.
ΣΙΜ. Το Δάο εγώ από δίπλα θα φωνάξω.
ΚΝΗ. Με πέθανες, θεομπαίχτρα, και θα κράξεις
το Δάο; Βρε σου μιλώ· γιά μπαίνε μέσα.
Η Σιμίκη μπαίνει στο σπίτι.
Έρμος και μόνος. Συφορά! Κι αν είμαι;
Ο ίδιος εγώ, και κάλλιο απ᾽ τον καθένα,
θα κατεβώ μες στο πηγάδι. ΓΕΤ. Γάντζο
και σκοινί σού δίνουμε ευχαρίστως.
600 ΚΝΗ. Οι θεοί να σε χαλάσουν, αν μου δώσεις
και το παραμικρό.
Μπαίνει στο σπίτι του.
ΓΕΤ. Και θα ᾽χουν δίκιο.
Όρμησε πάλι μέσα μ᾽ έναν πήδο.
Τον κακομοίρη· τί ζωή τραβάει!
Σωστός γεωργός της Αττικής, αλήθεια·
με βράχους πολεμά, που βγάζουν μόνο
θυμάρι, αλιφασκιά και τίποτ᾽ άλλο·
παιδεύεται και τίποτα δεν παίρνει.
Βλέπει το Σώστρατο, που έρχεται
με το Γοργία και το Δάο.
Μα νά ο μικρός μου αφέντης που σιμώνει·
φέρνει τους καλεσμένους του· είναι εργάτες,
φαίνεται, δώθε, ντόπιοι. Κουταμάρες·
610 γιατί τους κουβαλά και πού έχει κάμει
τη γνωριμιά τους; ΣΩΣ. (στο Γοργία) Όχι, δε σ᾽ αφήνω·
θά ᾽ρθεις· κι έχουμε απ᾽ όλα. ΓΕΤ. (μέσα του ειρωνικά) Πώς! Απ᾽ όλα.
ΣΩΣ. Μα ποιός αρνιέται, θεέ μου, να καθίσει
στο τραπέζι ενός φίλου που έχει κάμει
θυσία; Κι εγώ είμαι φίλος σου, στ᾽ αλήθεια,
από καιρό. ΓΕΤ. (μέσα του) Ναι, πριν τον δει. ΣΩΣ. Εσύ πάρε
και πήγαινέ τα τούτα, Δάε, στο σπίτι
και γύρνα αμέσως. ΓΟΡ. Δεν μπορεί ν᾽ αφήσει
τη μάνα μου ολομόναχη στο σπίτι.
Στο Δάο.
Γιά κοίτα αν θέλει τίποτα και γνοιάσου.
Μα κι ο ίδιος δε θ᾽ αργήσω να γυρίσω.
Ο Δάος πηγαίνει στο σπίτι του Γοργία·
ο Σώστρατος και ο Γοργίας μπαίνουν
στο ιερό· τους ακολουθεί ο Γέτας.
ὢ δυστυχής, ὢ δυστυχής, ὢ δυστυχής.
575 (ΓΕ.) ἄπαγ᾽ εἰς τὸ βάραθρον· τοῦ γέροντός τις γυνὴ
προελήλυθεν. (ΣΙΜ.) τί πείσομαι; τὸν γὰρ κάδον
ἐκ τοῦ φρέατος βουλομένη τοῦ δεσπότου,
εἴ πως δυναίμην, ἐξελεῖν αὐτὴ λάθρᾳ,
ἀνῆψα τὴν δίκελλαν ἀσθενεῖ τινι
580 καλῳδίῳ σαπρῷ διερράγη τέ μοι
τοῦτ᾽ εὐθύς. ‹ΓΕ.› ὀρθῶς. ‹ΣΙΜ.› ἐνσέσεικα θ᾽ ἁθλία
καὶ τὴν δίκελλαν εἰς τὸ φρέαρ μετὰ τοῦ κάδου.
(ΓΕ.) ῥῖψαι τὸ λοιπόν σοι σεαυτήν ἐστ᾽ ἔτι.
(ΣΙΜ.) ὁ δ᾽, ἀπὸ τύχης κόπρον τιν᾽ ἔνδον κειμένην
585 μέλλων μεταφέρειν, περιτρέχων ταύτην πάλαι
ζητεῖ βοᾷ τε—καὶ ψοφεῖ γε τὴν θύραν.
ΓΕ. φεῦγ᾽ ὦ πονηρά, φεῦγ᾽. ἀποκτενεῖ σε, γραῦ.
μᾶλλον δ᾽ ἀμύνου. ΚΝ. ποῦ ᾽στιν ἡ τοιχωρύχος;
(ΣΙΜ.) ἄκουσα, δέσποτ᾽, ἐνέβαλον. (ΚΝ.) βάδιζε δὴ
590 εἴσω. (ΣΙΜ.) τί ποιεῖν δ᾽, εἰπέ μοι, μέλλεις; (ΚΝ.) ἐγώ;
δήσας καθιμήσω σε. (ΣΙΜ.) μὴ δῆτ᾽, ὦ τάλαν.
(ΚΝ.) ταὐτῷ γε τούτῳ σχοινίῳ, νὴ τοὺς θεούς.
κράτιστον, εἴπερ ἐστὶ παντελῶς σαπρόν.
(ΣΙΜ.) τὸν Δᾶον ἐκ τῶν γειτόνων ἐγὼ καλῶ;
595 (ΚΝ.) Δᾶον καλεῖς, ἀνόσι᾽, ἀνῃρηκυῖά [με;
οὔ σοι λέγω; θᾶττον βάδιζ᾽ εἴσω. [τάλας
ἐγώ, τάλας τῆς νῦν ἐρημίας [
ὡς οὐδὲ εἷς. καταβήσομ᾽ εἰ[ς τὸ φρέαρ· τί γὰρ
ἔτ᾽ ἐστιν ἄλλο; (ΓΕ.) ἡμεῖς ποριοῦ[μεν ἁρπάγην
600 καὶ σχοινίον. (ΚΝ.) κακὸν κάκ[ιστά σ᾽ οἱ θεοὶ
ἅπαντες ἀπολέσειαν εἴ τι μ[οι λαλεῖς.
(ΓΕ.) καὶ μάλα δικ[αίως. εἰσ]πεπήδηκεν πάλιν.
ὢ τρισκακοδα[ίμων οὗ]τος· οἷον ζῇ βίον.
τοῦτ᾽ ἐστὶν εἰλικρ[ινὴς] γεωργὸς Ἀττικός·
605 πέτραις μαχόμενος θύμα φερούσαις καὶ σφάκον
ὀδύνας ἐπισπᾶτ᾽ οὐδὲν ἀγαθὸν λαμβάνων.
ἀλλ᾽ ὁ τρόφιμος γὰρ οὑτοσὶ προσέρχεται
ἄγων μεθ᾽ αὑτοῦ τοὺς ἐπικλήτους· ἐργάται
ἐκ τοῦ τόπου τινές εἰσιν. ὢ τῆς ἀτοπίας.
610 οὗτος τί τούτους δεῦρ᾽ ἄγει νῦν; ἢ πόθεν
γεγονὼς συνήθης; ΣΩ. οὐκ ἂν ἐπιτρέψαιμί σοι
ἄλλως ποῆσαι. πάντ᾽ ἔχομεν. ‹ΓΕ.› ὦ Ἡράκλεις.
‹ΣΩ.› τουτὶ δ᾽ ἀπαρνεῖταί τις ἀνθρώπων ὅλως,
ἐλθεῖν ἐπ᾽ ἄριστον συνήθους τεθυκότος;
615 εἰμὶ γάρ, ἀκριβῶς ἴσθι, σοὶ πάλαι φίλος.
‹ΓΕ.› πρὶν ἰδεῖν. ‹ΣΩ.› λαβὼν ταῦτ᾽ εἰσένεγκε Δᾶε σύ,
εἶθ᾽ ἧκε. ΓΟ. μηδαμῶς μόνην τὴν μητέρα
οἴκοι καταλείπων ἀλλ᾽ ἐκείνης ἐπιμελοῦ
ὧν ἂν δέηται· ταχὺ δὲ κἀγὼ παρέσομαι.
***
ΣΙΜΙΚΗ575 (ΓΕ.) ἄπαγ᾽ εἰς τὸ βάραθρον· τοῦ γέροντός τις γυνὴ
προελήλυθεν. (ΣΙΜ.) τί πείσομαι; τὸν γὰρ κάδον
ἐκ τοῦ φρέατος βουλομένη τοῦ δεσπότου,
εἴ πως δυναίμην, ἐξελεῖν αὐτὴ λάθρᾳ,
ἀνῆψα τὴν δίκελλαν ἀσθενεῖ τινι
580 καλῳδίῳ σαπρῷ διερράγη τέ μοι
τοῦτ᾽ εὐθύς. ‹ΓΕ.› ὀρθῶς. ‹ΣΙΜ.› ἐνσέσεικα θ᾽ ἁθλία
καὶ τὴν δίκελλαν εἰς τὸ φρέαρ μετὰ τοῦ κάδου.
(ΓΕ.) ῥῖψαι τὸ λοιπόν σοι σεαυτήν ἐστ᾽ ἔτι.
(ΣΙΜ.) ὁ δ᾽, ἀπὸ τύχης κόπρον τιν᾽ ἔνδον κειμένην
585 μέλλων μεταφέρειν, περιτρέχων ταύτην πάλαι
ζητεῖ βοᾷ τε—καὶ ψοφεῖ γε τὴν θύραν.
ΓΕ. φεῦγ᾽ ὦ πονηρά, φεῦγ᾽. ἀποκτενεῖ σε, γραῦ.
μᾶλλον δ᾽ ἀμύνου. ΚΝ. ποῦ ᾽στιν ἡ τοιχωρύχος;
(ΣΙΜ.) ἄκουσα, δέσποτ᾽, ἐνέβαλον. (ΚΝ.) βάδιζε δὴ
590 εἴσω. (ΣΙΜ.) τί ποιεῖν δ᾽, εἰπέ μοι, μέλλεις; (ΚΝ.) ἐγώ;
δήσας καθιμήσω σε. (ΣΙΜ.) μὴ δῆτ᾽, ὦ τάλαν.
(ΚΝ.) ταὐτῷ γε τούτῳ σχοινίῳ, νὴ τοὺς θεούς.
κράτιστον, εἴπερ ἐστὶ παντελῶς σαπρόν.
(ΣΙΜ.) τὸν Δᾶον ἐκ τῶν γειτόνων ἐγὼ καλῶ;
595 (ΚΝ.) Δᾶον καλεῖς, ἀνόσι᾽, ἀνῃρηκυῖά [με;
οὔ σοι λέγω; θᾶττον βάδιζ᾽ εἴσω. [τάλας
ἐγώ, τάλας τῆς νῦν ἐρημίας [
ὡς οὐδὲ εἷς. καταβήσομ᾽ εἰ[ς τὸ φρέαρ· τί γὰρ
ἔτ᾽ ἐστιν ἄλλο; (ΓΕ.) ἡμεῖς ποριοῦ[μεν ἁρπάγην
600 καὶ σχοινίον. (ΚΝ.) κακὸν κάκ[ιστά σ᾽ οἱ θεοὶ
ἅπαντες ἀπολέσειαν εἴ τι μ[οι λαλεῖς.
(ΓΕ.) καὶ μάλα δικ[αίως. εἰσ]πεπήδηκεν πάλιν.
ὢ τρισκακοδα[ίμων οὗ]τος· οἷον ζῇ βίον.
τοῦτ᾽ ἐστὶν εἰλικρ[ινὴς] γεωργὸς Ἀττικός·
605 πέτραις μαχόμενος θύμα φερούσαις καὶ σφάκον
ὀδύνας ἐπισπᾶτ᾽ οὐδὲν ἀγαθὸν λαμβάνων.
ἀλλ᾽ ὁ τρόφιμος γὰρ οὑτοσὶ προσέρχεται
ἄγων μεθ᾽ αὑτοῦ τοὺς ἐπικλήτους· ἐργάται
ἐκ τοῦ τόπου τινές εἰσιν. ὢ τῆς ἀτοπίας.
610 οὗτος τί τούτους δεῦρ᾽ ἄγει νῦν; ἢ πόθεν
γεγονὼς συνήθης; ΣΩ. οὐκ ἂν ἐπιτρέψαιμί σοι
ἄλλως ποῆσαι. πάντ᾽ ἔχομεν. ‹ΓΕ.› ὦ Ἡράκλεις.
‹ΣΩ.› τουτὶ δ᾽ ἀπαρνεῖταί τις ἀνθρώπων ὅλως,
ἐλθεῖν ἐπ᾽ ἄριστον συνήθους τεθυκότος;
615 εἰμὶ γάρ, ἀκριβῶς ἴσθι, σοὶ πάλαι φίλος.
‹ΓΕ.› πρὶν ἰδεῖν. ‹ΣΩ.› λαβὼν ταῦτ᾽ εἰσένεγκε Δᾶε σύ,
εἶθ᾽ ἧκε. ΓΟ. μηδαμῶς μόνην τὴν μητέρα
οἴκοι καταλείπων ἀλλ᾽ ἐκείνης ἐπιμελοῦ
ὧν ἂν δέηται· ταχὺ δὲ κἀγὼ παρέσομαι.
***
Αχ συφορά μου, αλί μου, συφορά μου!
ΓΕΤ. Μωρέ άντε χάσου· από του γέροντα είναι
το σπιτικό τούτη η γυναίκα. ΣΙΜ. Αλί μου,
τί έχω να πάθω; Θέλοντας να βγάλω
απ᾽ το πηγάδι τον κουβά, μα δίχως
ο αφέντης να με δει αν μπορέσω, δένω
580 σ᾽ ένα ψιλό σάπιο σκοινί την τσάπα
κι έσπασε αμέσως. ΓΕΤ. (μέσα του) Τί ήθελες να κάμει;
ΣΙΜ. Κι έριξα η δόλια και κουβά και τσάπα
μες στο πηγάδι. ΓΕΤ. (μέσα του) Τώρα ένα σού μένει·
να ρίξεις μέσα εκεί και τον εαυτό σου.
ΣΙΜ. Κι είχε σκοπό, ίσα ίσα αυτή την ώρα,
κάτι κοπριές απ᾽ την αυλή να βγάλει
και τρέχει και ζητάει την τσάπα, σκούζει
και… η πόρτα, νά, χτυπά, προβάλλει· νά τος!
ΓΕΤ. Φεύγα, καημένη γριά, θα σε σκοτώσει·
ή, κάλλιο, υπερασπίσου τον εαυτό σου.
Βγαίνει από το σπίτι με ορμή ο Κνήμωνας.
ΚΝΗ. Πού πήγε η λωποδύτρα; ΣΙΜ. Αφέντη μου, άκου·
δεν το ᾽θελα. ΚΝΗ. Γιά μπαίνε αμέσως μέσα.
590 ΣΙΜ. Τί έχεις σκοπό να κάμεις; Πες μου, αφέντη.
ΚΝΗ. Τί; Θα σε δέσω, να σε κατεβάσω.
ΣΙΜ. Τη δόλια… μη. ΚΝΗ. Και με το ίδιο κιόλας
σκοινί, μά τους θεούς· ναι, ναι, και τόσο
το καλύτερο, αν είναι τέλεια σάπιο.
ΣΙΜ. Το Δάο εγώ από δίπλα θα φωνάξω.
ΚΝΗ. Με πέθανες, θεομπαίχτρα, και θα κράξεις
το Δάο; Βρε σου μιλώ· γιά μπαίνε μέσα.
Η Σιμίκη μπαίνει στο σπίτι.
Έρμος και μόνος. Συφορά! Κι αν είμαι;
Ο ίδιος εγώ, και κάλλιο απ᾽ τον καθένα,
θα κατεβώ μες στο πηγάδι. ΓΕΤ. Γάντζο
και σκοινί σού δίνουμε ευχαρίστως.
600 ΚΝΗ. Οι θεοί να σε χαλάσουν, αν μου δώσεις
και το παραμικρό.
Μπαίνει στο σπίτι του.
ΓΕΤ. Και θα ᾽χουν δίκιο.
Όρμησε πάλι μέσα μ᾽ έναν πήδο.
Τον κακομοίρη· τί ζωή τραβάει!
Σωστός γεωργός της Αττικής, αλήθεια·
με βράχους πολεμά, που βγάζουν μόνο
θυμάρι, αλιφασκιά και τίποτ᾽ άλλο·
παιδεύεται και τίποτα δεν παίρνει.
Βλέπει το Σώστρατο, που έρχεται
με το Γοργία και το Δάο.
Μα νά ο μικρός μου αφέντης που σιμώνει·
φέρνει τους καλεσμένους του· είναι εργάτες,
φαίνεται, δώθε, ντόπιοι. Κουταμάρες·
610 γιατί τους κουβαλά και πού έχει κάμει
τη γνωριμιά τους; ΣΩΣ. (στο Γοργία) Όχι, δε σ᾽ αφήνω·
θά ᾽ρθεις· κι έχουμε απ᾽ όλα. ΓΕΤ. (μέσα του ειρωνικά) Πώς! Απ᾽ όλα.
ΣΩΣ. Μα ποιός αρνιέται, θεέ μου, να καθίσει
στο τραπέζι ενός φίλου που έχει κάμει
θυσία; Κι εγώ είμαι φίλος σου, στ᾽ αλήθεια,
από καιρό. ΓΕΤ. (μέσα του) Ναι, πριν τον δει. ΣΩΣ. Εσύ πάρε
και πήγαινέ τα τούτα, Δάε, στο σπίτι
και γύρνα αμέσως. ΓΟΡ. Δεν μπορεί ν᾽ αφήσει
τη μάνα μου ολομόναχη στο σπίτι.
Στο Δάο.
Γιά κοίτα αν θέλει τίποτα και γνοιάσου.
Μα κι ο ίδιος δε θ᾽ αργήσω να γυρίσω.
Ο Δάος πηγαίνει στο σπίτι του Γοργία·
ο Σώστρατος και ο Γοργίας μπαίνουν
στο ιερό· τους ακολουθεί ο Γέτας.
Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Πώς άλλαξε η αρχαία Ελληνική γλώσσα
10.1 Ας ξαναθυμηθούμε την προφορά των αρχαίων Ελληνικών
Για τις αλλαγές στην προφορά της αρχαίας ελληνικής που οδήγησαν στη σημερινή προφορά έχουμε ήδη μιλήσει. Θυμηθείτε τί λέγαμε για τα γράμματα η, ι, υ, αλλά και τους συνδυασμούς γραμμάτων ει, οι, υι: όλα σήμερα προφέρονται [ί] αλλά στα αρχαία ελληνικά είχε το καθένα τη δική του προφορά, γι' αυτό άλλωστε υπήρχε και ξεχωριστό γράμμα ή συνδυασμός γραμμάτων. Αλλά γιατί γίνονται τέτοιες αλλαγές;
Για τις αλλαγές στην προφορά της αρχαίας ελληνικής που οδήγησαν στη σημερινή προφορά έχουμε ήδη μιλήσει. Θυμηθείτε τί λέγαμε για τα γράμματα η, ι, υ, αλλά και τους συνδυασμούς γραμμάτων ει, οι, υι: όλα σήμερα προφέρονται [ί] αλλά στα αρχαία ελληνικά είχε το καθένα τη δική του προφορά, γι' αυτό άλλωστε υπήρχε και ξεχωριστό γράμμα ή συνδυασμός γραμμάτων. Αλλά γιατί γίνονται τέτοιες αλλαγές;
Τα διαφορετικά φωνήματα χρησιμοποιούνται, όπως λέγαμε σε προηγούμενα κεφάλαια, για να φτιάχνουμε διαφορετικές λέξεις, με διαφορετική σημασία, π.χ. φόρος/πόρος, χέρι/ταίρι. Όταν σε μια γλώσσα υπάρχουν πολλά φωνήματα (δηλαδή φθόγγοι που χρησιμοποιούνται για να σχηματιστούν λέξεις με διαφορετικές σημασίες) τα οποία από αρθρωτική άποψη είναι συγγενικά, δηλαδή αρθρώνονται στη στοματική κοιλότητα με παρόμοιο τρόπο (δεν διαφέρουν πολύ μεταξύ τους), τότε μπορεί να συμπέσουν.
Τέτοιοι συγγενικοί φθόγγοι ήταν το η (που προφερόταν [ee], ήταν δηλαδή μακρό), το ει (που προφερόταν και αυτό [ee], αλλά με πιο κλειστό στόμα, απ' ό,τι το η), το ι. Αυτό πιθανότατα οδήγησε στο να συμπέσουν: να καταλήξουν να προφέρονται όλα [ί].
Η θεωρία της Ψυχοσύνθεσης σύμφωνα με τον Ρ. Ασατζιόλι
Υπάρχουν πολλοί λόγοι να επισκεφθεί κανείς την πρωτεύουσα της αρχιτεκτονικής και της τέχνης, τη Φλωρεντία. Σήμερα θα σας δώσω έναν ακόμη, υποσχόμενος πως την επόμενη φορά θα διαβώ κι εγώ την πόρτα ενός σπουδαίου ινστιτούτου που δεν είναι άλλο από αυτό της Ψυχοσύνθεσης που ιδρύθηκε αρχικά στη Ρώμη το 1926 από τον Ρομπέρτο Ασατζιόλι. Τι είναι όμως η Ψυχοσύνθεση;
Δε θα επιχειρήσω να κάνω παράφραση όσων έχει πει ο ιδρυτής της. Θα σας παραθέσω τα λόγια του που αποτυπώνουν επακριβώς την ιδέα του και εσωκλείουν το μήνυμα του ψυχολογικού αυτού ρεύματος. Η ψυχοσύνθεση είναι «μια μέθοδος αυτό-σχηματισμού και ψυχο-πνευματικής συνειδητοποίησης για εκείνους που δε θέλουν να αποδεχθούν ότι υποδουλώνονται στα εσωτερικά τους φαντάσματα αλλά θέλουν να γίνουν αφέντες του εσωτερικού τους βασιλείου».
Στο βιβλίο του η «Δράση της Θέλησης» γίνεται φανερό ότι ο Ασατζιόλι τοποθετεί τον ασθενή στο κέντρο της θεραπείας χωρίς να τον απομονώνει από την κοινωνία στην οποία αναπτύσσεται, δίνοντάς του τα απαραίτητα εργαλεία που θα του επιτρέψουν να αποκαταστήσει τις σχέσεις του, αφού πρώτα ασχοληθεί με όσα υπάρχουν μέσα του. Ο πατέρας της Ψυχοσύνθεσης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις πνευματικές διεργασίες που φαίνεται να αγνοούσε η ψυχαναλυτική θεωρία του Φρόιντ, την οποία και ο ίδιος εφάρμοζε εισάγοντας μια νέα έννοια στην Ψυχολογία, αυτή του Υπερπροσωπικού Εαυτού.
Ταυτόχρονα φαίνεται να ασπάστηκε και τις πεποιθήσεις των εκπροσώπων της ανθρωπιστικής ψυχολογίας, όπως του A.Maslow, τον οποίο και αναφέρει στο βιβλίο του, μιας και κάνει λόγο για την υπερπροσωπική ψυχολογία που άπτεται των εσωτερικών αναγκών, όπως τις προσδιόρισε ο τελευταίος.
Ο Ασατζιόλι πίστευε ότι η Θέληση έχει όψεις, ιδιότητες και στάδια. Καθεμιά από τις διαστάσεις αυτές υποδιαιρείται σε κατηγορίες που συνθέτουν τις πλευρές της θέλησης, τους τρόπους που εκδηλώνεται και τη διαδικασία που απαιτείται για να εκδηλωθεί. Έτσι η θέληση του ανθρώπου μπορεί να είναι ισχυρή, επιδέξια και Υπερπροσωπική αλλά ταυτόχρονα να διακατέχεται από καλή και οργανωτική διάθεση, αποφασιστικότητα ή επιμονή.
Θα λέγαμε ότι η ψυχοσυνθετική διαδικασία αποτελεί μια ολιστική ανάπτυξη κάθε ανθρώπου που τον κάνει να θέλει συνεχώς να αναπτύσσεται, να γνωρίζει τον εαυτό του και μέσα από αυτή τη γνωριμία να βελτιώνει τις διαπροσωπικές του σχέσεις. Υπάρχει δηλαδή ένα εσωτερικό κέντρο αυτογνωσίας που μας κάνει κυρίαρχους των πράξεών μας και μας ωθεί σε δράση. Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε την πολλαπλότητα και την πολυπλοκότητα του εσωτερικού μας κόσμου, τα συναισθήματα, τους λογισμούς, τα εμπόδια που βάζουμε στους εαυτούς μας, τα ένστικτά μας και όλες τις διαφορετικές πτυχές που εμπεριέχονται μέσα μας, με σκοπό να γνωρίσουμε εμάς. Μόνο όταν το κάνουμε πραγματικά θα είμαστε σε θέση να γιατρέψουμε τις σχέσεις μας με τους άλλους και να ζήσουμε σε αρμονία μαζί μας και μαζί τους. Με ποιον τρόπο; Μέσα από συγκεκριμένη πρακτική εξάσκηση που περιγράφεται από τον συγκεκριμένο θεωρητικό στα γραπτά του.
Ο ψυχολόγος κύριος Τρ. Τριανταφύλλου σε συνέντευξή του για τον Ασατζιόλι προέβη σε μια πολύ βοηθητική διαπίστωση λέγοντας ότι «ο άνθρωπος ταυτίζει τον εαυτό του με γεγονότα έξω από τον εαυτό του κι έτσι δεν τα ελέγχει αλλά τον ελέγχουν». Η «αποταύτιση» είναι αυτή που του δίνει τον έλεγχο των πραγμάτων και επέρχεται μέσα από πνευματική ανάπτυξη, διαρκή προσπάθεια και γνωριμία με τον εσωτερικό εαυτό. Η διαδικασία της «αποταύτισης» είναι σύμφωνα με τον κύριο Τριανταφύλλου προσωπική υπόθεση του καθενός μας. Καλούμαστε λοιπόν, σήμερα πιο πολύ από ποτέ, να έρθουμε αντιμέτωποι με τις ανάγκες μας, τις επιθυμίες και τα στοιχεία που συνθέτουν την προσωπικότητά μας και όχι να μετατοπίζουμε την προσοχή μας σε πράγματα που δεν μπορούμε να ορίσουμε και που βρίσκονται έξω από εμάς είτε αφορούν υλικά αγαθά είτε ανθρώπους.
Τα εκτός του ελέγχου μας στοιχεία δε μας παρέχουν την ευκαιρία να έχουμε «γνώθι σ' αυτόν». Η τεχνολογία και τα επιτεύγματά της, για παράδειγμα, υπάρχουν στη ζωή μας για να τη διευκολύνουν και όχι για να γεμίζουν τον χρόνο μας με ανούσιες συζητήσεις, βίντεο και κακεντρεχή σχόλια, που όχι μόνο δε μας αφήνουν ν’ ασχοληθούμε με την προσωπική μας καλλιέργεια αλλά μας εμποτίζουν και με αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα. Η διαρκής ενασχόλησή μας μαζί της ενέχει τον κίνδυνο να μας αποπροσανατολίσει και να μας κάνει να στραφούμε μακριά από εμάς. Καλό θα ήταν να κοιτάξουμε εντός μας και να στοχαστούμε σχετικά με τις δικές μας πράξεις, τις δικές μας δυνάμεις, τις αδυναμίες μας, την πορεία ή και τα λάθη που μπορεί να έχουμε κάνει, ώστε να βελτιωθούμε. Η γνώση βέβαια δε θα έχει καμία σημασία εάν δεν αποδεχθούμε και ποιοι είμαστε, αν δε μας κατανοήσουμε και δε μας αγαπήσουμε.
Η ψυχοσύνθεσή μας είναι τελικά πολύπλοκη, γι’ αυτό και τόσο γοητευτική. Το ίδιο γοητευτική είναι και η αντίστοιχη θεωρία που έχει πολλούς υποστηρικτές ακόμη και σήμερα και απαριθμεί δεκάδες κέντρα σε όλα τα σημεία του πλανήτη. Κι αν η ψυχανάλυση θεωρείται από πολλούς -και από τον Ασατζιόλι- ότι παραμερίζει ή και αγνοεί τον πνευματικό κόσμο του ατόμου, η Ψυχοσύνθεση τον τοποθετεί στο επίκεντρο και τον συνδέει με μια συνολική «διαδικασία ανάπτυξης που βασίζεται στην αρμονική συγκρότηση όλων των όψεων της προσωπικότητας γύρω από τον εαυτό, το κέντρο της γνώσης και της θέλησης». (Ρ. Ασατζιόλι)
Δε θα επιχειρήσω να κάνω παράφραση όσων έχει πει ο ιδρυτής της. Θα σας παραθέσω τα λόγια του που αποτυπώνουν επακριβώς την ιδέα του και εσωκλείουν το μήνυμα του ψυχολογικού αυτού ρεύματος. Η ψυχοσύνθεση είναι «μια μέθοδος αυτό-σχηματισμού και ψυχο-πνευματικής συνειδητοποίησης για εκείνους που δε θέλουν να αποδεχθούν ότι υποδουλώνονται στα εσωτερικά τους φαντάσματα αλλά θέλουν να γίνουν αφέντες του εσωτερικού τους βασιλείου».
Στο βιβλίο του η «Δράση της Θέλησης» γίνεται φανερό ότι ο Ασατζιόλι τοποθετεί τον ασθενή στο κέντρο της θεραπείας χωρίς να τον απομονώνει από την κοινωνία στην οποία αναπτύσσεται, δίνοντάς του τα απαραίτητα εργαλεία που θα του επιτρέψουν να αποκαταστήσει τις σχέσεις του, αφού πρώτα ασχοληθεί με όσα υπάρχουν μέσα του. Ο πατέρας της Ψυχοσύνθεσης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις πνευματικές διεργασίες που φαίνεται να αγνοούσε η ψυχαναλυτική θεωρία του Φρόιντ, την οποία και ο ίδιος εφάρμοζε εισάγοντας μια νέα έννοια στην Ψυχολογία, αυτή του Υπερπροσωπικού Εαυτού.
Ταυτόχρονα φαίνεται να ασπάστηκε και τις πεποιθήσεις των εκπροσώπων της ανθρωπιστικής ψυχολογίας, όπως του A.Maslow, τον οποίο και αναφέρει στο βιβλίο του, μιας και κάνει λόγο για την υπερπροσωπική ψυχολογία που άπτεται των εσωτερικών αναγκών, όπως τις προσδιόρισε ο τελευταίος.
Ο Ασατζιόλι πίστευε ότι η Θέληση έχει όψεις, ιδιότητες και στάδια. Καθεμιά από τις διαστάσεις αυτές υποδιαιρείται σε κατηγορίες που συνθέτουν τις πλευρές της θέλησης, τους τρόπους που εκδηλώνεται και τη διαδικασία που απαιτείται για να εκδηλωθεί. Έτσι η θέληση του ανθρώπου μπορεί να είναι ισχυρή, επιδέξια και Υπερπροσωπική αλλά ταυτόχρονα να διακατέχεται από καλή και οργανωτική διάθεση, αποφασιστικότητα ή επιμονή.
Θα λέγαμε ότι η ψυχοσυνθετική διαδικασία αποτελεί μια ολιστική ανάπτυξη κάθε ανθρώπου που τον κάνει να θέλει συνεχώς να αναπτύσσεται, να γνωρίζει τον εαυτό του και μέσα από αυτή τη γνωριμία να βελτιώνει τις διαπροσωπικές του σχέσεις. Υπάρχει δηλαδή ένα εσωτερικό κέντρο αυτογνωσίας που μας κάνει κυρίαρχους των πράξεών μας και μας ωθεί σε δράση. Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε την πολλαπλότητα και την πολυπλοκότητα του εσωτερικού μας κόσμου, τα συναισθήματα, τους λογισμούς, τα εμπόδια που βάζουμε στους εαυτούς μας, τα ένστικτά μας και όλες τις διαφορετικές πτυχές που εμπεριέχονται μέσα μας, με σκοπό να γνωρίσουμε εμάς. Μόνο όταν το κάνουμε πραγματικά θα είμαστε σε θέση να γιατρέψουμε τις σχέσεις μας με τους άλλους και να ζήσουμε σε αρμονία μαζί μας και μαζί τους. Με ποιον τρόπο; Μέσα από συγκεκριμένη πρακτική εξάσκηση που περιγράφεται από τον συγκεκριμένο θεωρητικό στα γραπτά του.
Ο ψυχολόγος κύριος Τρ. Τριανταφύλλου σε συνέντευξή του για τον Ασατζιόλι προέβη σε μια πολύ βοηθητική διαπίστωση λέγοντας ότι «ο άνθρωπος ταυτίζει τον εαυτό του με γεγονότα έξω από τον εαυτό του κι έτσι δεν τα ελέγχει αλλά τον ελέγχουν». Η «αποταύτιση» είναι αυτή που του δίνει τον έλεγχο των πραγμάτων και επέρχεται μέσα από πνευματική ανάπτυξη, διαρκή προσπάθεια και γνωριμία με τον εσωτερικό εαυτό. Η διαδικασία της «αποταύτισης» είναι σύμφωνα με τον κύριο Τριανταφύλλου προσωπική υπόθεση του καθενός μας. Καλούμαστε λοιπόν, σήμερα πιο πολύ από ποτέ, να έρθουμε αντιμέτωποι με τις ανάγκες μας, τις επιθυμίες και τα στοιχεία που συνθέτουν την προσωπικότητά μας και όχι να μετατοπίζουμε την προσοχή μας σε πράγματα που δεν μπορούμε να ορίσουμε και που βρίσκονται έξω από εμάς είτε αφορούν υλικά αγαθά είτε ανθρώπους.
Τα εκτός του ελέγχου μας στοιχεία δε μας παρέχουν την ευκαιρία να έχουμε «γνώθι σ' αυτόν». Η τεχνολογία και τα επιτεύγματά της, για παράδειγμα, υπάρχουν στη ζωή μας για να τη διευκολύνουν και όχι για να γεμίζουν τον χρόνο μας με ανούσιες συζητήσεις, βίντεο και κακεντρεχή σχόλια, που όχι μόνο δε μας αφήνουν ν’ ασχοληθούμε με την προσωπική μας καλλιέργεια αλλά μας εμποτίζουν και με αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα. Η διαρκής ενασχόλησή μας μαζί της ενέχει τον κίνδυνο να μας αποπροσανατολίσει και να μας κάνει να στραφούμε μακριά από εμάς. Καλό θα ήταν να κοιτάξουμε εντός μας και να στοχαστούμε σχετικά με τις δικές μας πράξεις, τις δικές μας δυνάμεις, τις αδυναμίες μας, την πορεία ή και τα λάθη που μπορεί να έχουμε κάνει, ώστε να βελτιωθούμε. Η γνώση βέβαια δε θα έχει καμία σημασία εάν δεν αποδεχθούμε και ποιοι είμαστε, αν δε μας κατανοήσουμε και δε μας αγαπήσουμε.
Η ψυχοσύνθεσή μας είναι τελικά πολύπλοκη, γι’ αυτό και τόσο γοητευτική. Το ίδιο γοητευτική είναι και η αντίστοιχη θεωρία που έχει πολλούς υποστηρικτές ακόμη και σήμερα και απαριθμεί δεκάδες κέντρα σε όλα τα σημεία του πλανήτη. Κι αν η ψυχανάλυση θεωρείται από πολλούς -και από τον Ασατζιόλι- ότι παραμερίζει ή και αγνοεί τον πνευματικό κόσμο του ατόμου, η Ψυχοσύνθεση τον τοποθετεί στο επίκεντρο και τον συνδέει με μια συνολική «διαδικασία ανάπτυξης που βασίζεται στην αρμονική συγκρότηση όλων των όψεων της προσωπικότητας γύρω από τον εαυτό, το κέντρο της γνώσης και της θέλησης». (Ρ. Ασατζιόλι)
Από τι εξαρτάται η ψυχική ανθεκτικότητα σε παιδιά και ενήλικες
Τα θετικά συναισθήματα συμβάλλουν σημαντικά στη προσαρμοστικότητα του ατόμου απέναντι σε στεσσογόνες/τραυματικές καταστάσεις, καθώς βοηθούν την ανάπτυξη των κατάλληλων δεξιοτήτων ώστε το άτομο να επιτύχει αυτορρύθμιση και αυτοέλεγχο όταν οι καταστάσεις το επιτάσσουν.
Τι είναι η ψυχική ανθεκτικότητα
Η ικανότητα του ατόμου να προσαρμόζεται με επιτυχία στις περιστάσεις της ζωής και τις αντιξοότητες και απειλές που μπορεί να προκύψουν, έχει οριστεί σαν ψυχική ανθεκτικότητα (mental resilience).
Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν συνεπάγεται την αντιμετώπιση μιας δυσκολία της ζωής μέσω της φυγής, αλλά την ικανότητα να την φέρουμε σε πέρας και να αναπτύξουμε μηχανισμούς ενώπιον του άγχους, και όλων των αρνητικών συναισθημάτων που αυτή επιφέρει.
Τέσσερις φάσεις μελέτης της ψυχικής ανθεκτικότητας των παιδιών
Οι έρευνες που επικεντρώθηκαν στη μελέτη της ψυχικής ανθεκτικότητας αφορούσαν αρχικά τα παιδιά και μετέπειτα τους ενήλικες. Είναι ενδιαφέρον να διακρίνουμε τέσσερις φάσεις όσον αφορά τη μελέτη για την ψυχική ανθεκτικότητα των παιδιών.
Σε πρώτη φάση το ερευνητικό ενδιαφέρον στράφηκε σε περιπτώσεις παιδιών που τα πήγαιναν καλά κάτω από αντίξοες συνθήκες και αναγνωρίστηκε η σημασία των πόρων που παίζουν ρόλο στη θετική προσαρμογή των παιδιών (θετικές σχέσεις με γονείς, καλές σχέσεις με τους εκπαιδευτικούς, αυτονομία, αυτοεκτίμηση, επιμονή και εξυπνάδα).
Εν συνεχεία, η δεύτερη φάση των ερευνών εστίασε στους προστατευτικούς παράγοντες που συνδέονται με την ψυχική ανθεκτικότητα, δίνοντας βαρύτητα και στους εκτός οικογένειας παράγοντες.
Η τρίτη φάση συνδύασε όλα τα ερευνητικά ευρήματα και στράφηκε στο σχεδιασμό παρεμβάσεων με στόχο τη βελτίωση της ψυχικής ανθεκτικότητας με έμφαση τόσο στο οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον όσον και στους συνομήλικους.
Τέλος, στη τέταρτη φάση έγινε μια προσπάθεια σύνδεσης των γονιδίων, της εγκεφαλικής λειτουργίας και της ανάπτυξης προκείμενου να βρεθούν παρεμβάσεις στο τομέα της ψυχικής ανθεκτικότητας, και όλα αυτά σε συνεργασία με περισσότερα επιστημονικά πεδία.
Παράγοντες που επιδρούν στην ψυχική ανθεκτικότητα
Ειδικότερα, αναφορικά με την ψυχική ανθεκτικότητα των παιδιών οι έρευνες εντοπίζουν κάποιες περιστάσεις που κατά τη διάρκεια της ζωής είναι πολύ πιθανό να επιφέρουν άγχος και έχει βρεθεί ότι δύναται να επιδράσουν αρνητικά στην ανάπτυξη της ψυχικής ανθεκτικότητας.
Αυτές οι περιστάσεις που αναφέρονται ως παράγοντες κινδύνου μπορεί να είναι: το δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον, η έλλειψη στοργικών ενηλίκων, η ακραία φτώχεια, το ανεπαρκές σχολικό περιβάλλον, η σεξουαλική παρενόχληση, η ψυχοπαθολογία των γονέων, η παραμέληση από μέρους των γονέων, αρνητικά συμβάντα ζωής (διαζύγιο, θάνατος), ο πόλεμος, και τέλος ανωτέρα βία, όπως φυσικές καταστροφές ή υγειονομικές κρίσεις.
Παράγοντες που επιδρούν θετικά στην ψυχική ανθεκτικότητα
Σε αντιπαράθεση με τους παράγοντες κινδύνου είναι εξίσου ενδιαφέρον και σημαντικό να αναφέρουμε και τα στοιχεία που επιδρούν θετικά στην ανάπτυξη της ψυχικής ανθεκτικότητας των παιδιών.
Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται το ισχυρό δίκτυο κοινωνικής υποστήριξης, η παρουσία, τουλάχιστον ενός, άνευ όρων υποστηρικτικού γονέα ή υποκατάστατου γονέα, η θετική σχολική εμπειρία, η συμμετοχή σε εξωσχολικές δραστηριότητες και τέλος η απουσία υπερπροστασίας από μια δύσκολη κατάσταση ώστε να δοθεί χώρος για την ανάπτυξη δεξιοτήτων αντιμετώπισης δύσκολων περιστάσεων.
Ατομικά χαρακτηριστικά και ψυχική ανθεκτικότητα
Ωστόσο, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στα ατομικά χαρακτηριστικά που επηρεάζουν θετικά την ψυχική ανθεκτικότητα, όχι μόνο των παιδιών αλλά και των ενηλίκων. Αρχικά, οι ασφαλείς και σταθεροί συναισθηματικοί δεσμοί επηρεάζουν την εικόνα του εαυτού, την αυτοεκτίμηση και την εμπιστοσύνη στον εαυτό και δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για την προαγωγή στρατηγικών αντιμετώπισης στρες και άγχους.
Ιδιοσυγκρασία
Επιπλέον, η ίδια η ιδιοσυγκρασία του ατόμου, δηλαδή κατά πόσο είναι ευάλωτο ή όχι ένα άτομο στις αντιξοότητες της ζωής, όπως και το κατά πόσο έχει την ικανότητα σαν άτομο να προσαρμόζεται στις καταστάσεις που προκύπτουν, παίζει σημαντικό ρόλο. Βασική, επίσης, είναι και η σωματική υγεία και η συναισθηματική σταθερότητα στο να αναπτυχθούν δεξιότητες αντιμετώπισης δυσκολιών, όπως ακόμη και η νοητική λειτουργία του ατόμου.
Άλλα ατομικά χαρακτηριστικά που ερευνητικά θεωρούνται ότι συνδράμουν θετικά στην ψυχική ανθεκτικότητα είναι οι κοινωνικές δεξιότητες, η αισιοδοξία, η αίσθηση του χιούμορ, η οργανωτικότητα, η αυτονομία, η παραγωγικότητα, καθώς και οι ικανότητες επικοινωνίας και οικειότητας.
Αρνητική επίδραση ατομικών χαρακτηριστικών
Να σημειωθεί εδώ ότι παρόλο που κάποια ατομικά στοιχεία επιδρούν αρνητικά στην ανάπτυξη της ψυχικής ανθεκτικότητας (πχ φτωχή σωματική ή ψυχική υγεία), δεν συνεπάγεται ότι η ύπαρξή τους νομοτελειακά αποκλείει την ανάπτυξη στοιχείων ανθεκτικότητας.
Για παράδειγμα, ασθενείς με χρόνια σωματικά ή ψυχικά νοσήματα έχουν επιδείξει υψηλά επίπεδα προσαρμοστικότητας και έχουν επιτύχει μια καλή ποιότητα ζωής σε βάθος χρόνου καταφέρνοντας να προσαρμοστούν και να δώσουν ένα ιδιαίτερο νόημα στη πρόκληση που βιώνουν.
Σύμφωνα με τους εξελικτικούς ψυχολόγους, στη περίπτωση των παιδιών, η ικανότητα της προσαρμοστικότητας σε μια δυσκολία, σε ένα τραύμα ή σε μια εξαιρετικά αντίξοη συνθήκη, βασίζεται πρωτίστως στις σχέσεις που αναπτύσσει το παιδί.
Ασφαλής και σταθερή σχέση
Η ύπαρξη στενής, ασφαλούς και σταθερής σχέσης με τους σημαντικούς άλλους (κατά βάση γονείς ή φροντιστές) μέσω της οποίας το παιδί λαμβάνει αγάπη, στήριξη και αποδοχή στα πρώτα χρόνια της ζωής, είναι βασικό κομμάτι που συνοδεύει την ψυχική υγεία του μετέπειτα ενήλικα και επιδρά στην καλλιέργεια της ψυχικής ανθεκτικότητας αλλά και γενικότητα στη καλή ψυχική υγεία.
Παράλληλα, κρίνεται σημαντική η συμβολή του εσωτερικού κέντρου ελέγχου. Αυτό αφορά την αντίληψη ότι έχουμε οι ίδιοι έλεγχο απέναντι στα γεγονότα της ζωής και μπορούμε να τα ορίσουμε και ως εκ τούτου με δική μας προσωπική προσπάθεια μπορούμε να ασκήσουμε επιρροή σε ό,τι μας συμβαίνει και ότι η ζωή μας δεν καθορίζεται από την τύχη ή το εξωτερικό περιβάλλον.
Αυτονομία και αποτελεσματικότητα
Τέλος, βρέθηκε ότι η αυτονομία και η αυτοαποτελεσματικότητα είναι χαρακτηριστικά που επηρεάζουν με τη σειρά τους τη προσαρμοστικότητα στις αντίξοες συνθήκες ζωής. Οι έννοιες αυτές σχετίζονται με την ανάληψη πρωτοβουλιών και ευθυνών και την διεκπεραίωση αυτών, με την αυτοπειθαρχία και τον έλεγχο παρορμήσεων, καθώς και με την αποδοχή πιθανών αρνητικών εκβάσεων σε κάποιες καταστάσεις και τη διατήρηση ψυχραιμίας.
Είναι σαφές ότι στα όσα αναφέρθηκαν σημαντικό ρόλο παίζει το γνωστικό/αναπτυξιακό/συμπεριφορικό επίπεδο των παιδιών με βάση την ηλικιακή ομάδα στην οποία ανήκουν.
Κάθε ηλικία ορίζεται από διαφορετικές δεξιότητες στο γνωστικό/αναπτυξιακό κομμάτι αλλά και ως προς τα συμπεριφορικά μοτίβα που παρατηρούνται, οπότε και η προσπάθεια ενδυνάμωσης της ψυχικής ανθεκτικότητας πρέπει να σχεδιάζεται αναλόγως, πάντα με άξονα τα τρία παραπάνω στοιχεία (στενή σχέση με γονείς, εσωτερικό κέντρο ελέγχου και δεξιότητες αυτονομίας και αυτοαποτελεσματικότητας).
Ο καίριος ρόλος της εκπαίδευσης
Εδώ είναι σημαντικό να τονιστεί ο καίριος ρόλος της εκπαίδευσης όσον αφορά το σχεδιασμό παρεμβάσεων προαγωγής της ψυχικής ανθεκτικότητας των παιδιών, ειδικά αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι τα παιδιά σε καθημερινή βάση περνούν μεγάλο μέρος της μερας τους στο σχολικό περιβάλλον.
Μια ιδανική παρέμβαση θα ήταν εκείνη που θα λάμβανε υπόψη το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού σε συνδυασμό με όλες τις εκφάνσεις του σχολικού περιβάλλοντος και θα επεκτείνονταν πέρα από τα στενά όρια ενός σχολικού εξαμήνου, καθώς θα αφορά μια συνεχή δυναμική διεργασία, σε στενή συνεργασία πάντα με το εκπαιδευτικό προσωπικό.
Η σημασία της ερμηνείας των γεγονότων
Κλείνοντας, είναι σημαντικό να επισημάνουμε μια ιδιαίτερα σημαντική έννοια, δια μέσω των χρόνων που μελετάται η ψυχική ανθεκτικότητα, αυτή της αντίληψης που έχουμε για τα γεγονότα και το κατά πόσο τα ερμηνεύουμε ως τραυματικά/αγχωτικά ή ως προκλήσεις και ευκαιρίες για αυτοβελτίωση. Σε κάθε περίπτωση η δεξιότητα μας για ανθεκτικότητα περιορίζεται ή ενισχύεται με βάση την ερμηνεία που δίνουμε στα στρεσσογόνα γεγονότα ζωής.
Ένα γεγονός που γίνεται αντιληπτό ως απειλή είναι πολύ πιθανό να ενισχύσει την ευαλωτότητά μας περιορίζοντας τις δυνατότητές μας για ανθεκτικότητα και να ενισχύσει αρνητικά συναισθήματα, ενώ όταν το ίδιο γεγονός κριθεί ως πρόκληση-ευκαιρία, είναι πιο πιθανό να ανασύρει ψυχικές δυνάμεις και να ενεργοποιήσει δεξιότητες ικανές να μας κάνουν ψυχικά ενδυναμωμένα άτομα.
Άρα, η προσωπική ερμηνεία, το νόημα που δίνουμε στις δυσκολίες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε κατά τη διάρκεια της ζωής και η στάση μας απέναντι σε αυτές, κρίνουν σε μεγάλο βαθμό τον ικανότητά μας να προσαρμοζόμαστε, να αναπτύσσουμε αποτελεσματικές στρατηγικές αντιμετώπισής τους και τέλος να καλλιεργούμε στοιχεία ανθεκτικότητας ώστε να μπορούμε να τις ξεπερνάμε.
Τι είναι η ψυχική ανθεκτικότητα
Η ικανότητα του ατόμου να προσαρμόζεται με επιτυχία στις περιστάσεις της ζωής και τις αντιξοότητες και απειλές που μπορεί να προκύψουν, έχει οριστεί σαν ψυχική ανθεκτικότητα (mental resilience).
Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν συνεπάγεται την αντιμετώπιση μιας δυσκολία της ζωής μέσω της φυγής, αλλά την ικανότητα να την φέρουμε σε πέρας και να αναπτύξουμε μηχανισμούς ενώπιον του άγχους, και όλων των αρνητικών συναισθημάτων που αυτή επιφέρει.
Τέσσερις φάσεις μελέτης της ψυχικής ανθεκτικότητας των παιδιών
Οι έρευνες που επικεντρώθηκαν στη μελέτη της ψυχικής ανθεκτικότητας αφορούσαν αρχικά τα παιδιά και μετέπειτα τους ενήλικες. Είναι ενδιαφέρον να διακρίνουμε τέσσερις φάσεις όσον αφορά τη μελέτη για την ψυχική ανθεκτικότητα των παιδιών.
Σε πρώτη φάση το ερευνητικό ενδιαφέρον στράφηκε σε περιπτώσεις παιδιών που τα πήγαιναν καλά κάτω από αντίξοες συνθήκες και αναγνωρίστηκε η σημασία των πόρων που παίζουν ρόλο στη θετική προσαρμογή των παιδιών (θετικές σχέσεις με γονείς, καλές σχέσεις με τους εκπαιδευτικούς, αυτονομία, αυτοεκτίμηση, επιμονή και εξυπνάδα).
Εν συνεχεία, η δεύτερη φάση των ερευνών εστίασε στους προστατευτικούς παράγοντες που συνδέονται με την ψυχική ανθεκτικότητα, δίνοντας βαρύτητα και στους εκτός οικογένειας παράγοντες.
Η τρίτη φάση συνδύασε όλα τα ερευνητικά ευρήματα και στράφηκε στο σχεδιασμό παρεμβάσεων με στόχο τη βελτίωση της ψυχικής ανθεκτικότητας με έμφαση τόσο στο οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον όσον και στους συνομήλικους.
Τέλος, στη τέταρτη φάση έγινε μια προσπάθεια σύνδεσης των γονιδίων, της εγκεφαλικής λειτουργίας και της ανάπτυξης προκείμενου να βρεθούν παρεμβάσεις στο τομέα της ψυχικής ανθεκτικότητας, και όλα αυτά σε συνεργασία με περισσότερα επιστημονικά πεδία.
Παράγοντες που επιδρούν στην ψυχική ανθεκτικότητα
Ειδικότερα, αναφορικά με την ψυχική ανθεκτικότητα των παιδιών οι έρευνες εντοπίζουν κάποιες περιστάσεις που κατά τη διάρκεια της ζωής είναι πολύ πιθανό να επιφέρουν άγχος και έχει βρεθεί ότι δύναται να επιδράσουν αρνητικά στην ανάπτυξη της ψυχικής ανθεκτικότητας.
Αυτές οι περιστάσεις που αναφέρονται ως παράγοντες κινδύνου μπορεί να είναι: το δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον, η έλλειψη στοργικών ενηλίκων, η ακραία φτώχεια, το ανεπαρκές σχολικό περιβάλλον, η σεξουαλική παρενόχληση, η ψυχοπαθολογία των γονέων, η παραμέληση από μέρους των γονέων, αρνητικά συμβάντα ζωής (διαζύγιο, θάνατος), ο πόλεμος, και τέλος ανωτέρα βία, όπως φυσικές καταστροφές ή υγειονομικές κρίσεις.
Παράγοντες που επιδρούν θετικά στην ψυχική ανθεκτικότητα
Σε αντιπαράθεση με τους παράγοντες κινδύνου είναι εξίσου ενδιαφέρον και σημαντικό να αναφέρουμε και τα στοιχεία που επιδρούν θετικά στην ανάπτυξη της ψυχικής ανθεκτικότητας των παιδιών.
Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται το ισχυρό δίκτυο κοινωνικής υποστήριξης, η παρουσία, τουλάχιστον ενός, άνευ όρων υποστηρικτικού γονέα ή υποκατάστατου γονέα, η θετική σχολική εμπειρία, η συμμετοχή σε εξωσχολικές δραστηριότητες και τέλος η απουσία υπερπροστασίας από μια δύσκολη κατάσταση ώστε να δοθεί χώρος για την ανάπτυξη δεξιοτήτων αντιμετώπισης δύσκολων περιστάσεων.
Ατομικά χαρακτηριστικά και ψυχική ανθεκτικότητα
Ωστόσο, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στα ατομικά χαρακτηριστικά που επηρεάζουν θετικά την ψυχική ανθεκτικότητα, όχι μόνο των παιδιών αλλά και των ενηλίκων. Αρχικά, οι ασφαλείς και σταθεροί συναισθηματικοί δεσμοί επηρεάζουν την εικόνα του εαυτού, την αυτοεκτίμηση και την εμπιστοσύνη στον εαυτό και δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για την προαγωγή στρατηγικών αντιμετώπισης στρες και άγχους.
Ιδιοσυγκρασία
Επιπλέον, η ίδια η ιδιοσυγκρασία του ατόμου, δηλαδή κατά πόσο είναι ευάλωτο ή όχι ένα άτομο στις αντιξοότητες της ζωής, όπως και το κατά πόσο έχει την ικανότητα σαν άτομο να προσαρμόζεται στις καταστάσεις που προκύπτουν, παίζει σημαντικό ρόλο. Βασική, επίσης, είναι και η σωματική υγεία και η συναισθηματική σταθερότητα στο να αναπτυχθούν δεξιότητες αντιμετώπισης δυσκολιών, όπως ακόμη και η νοητική λειτουργία του ατόμου.
Άλλα ατομικά χαρακτηριστικά που ερευνητικά θεωρούνται ότι συνδράμουν θετικά στην ψυχική ανθεκτικότητα είναι οι κοινωνικές δεξιότητες, η αισιοδοξία, η αίσθηση του χιούμορ, η οργανωτικότητα, η αυτονομία, η παραγωγικότητα, καθώς και οι ικανότητες επικοινωνίας και οικειότητας.
Αρνητική επίδραση ατομικών χαρακτηριστικών
Να σημειωθεί εδώ ότι παρόλο που κάποια ατομικά στοιχεία επιδρούν αρνητικά στην ανάπτυξη της ψυχικής ανθεκτικότητας (πχ φτωχή σωματική ή ψυχική υγεία), δεν συνεπάγεται ότι η ύπαρξή τους νομοτελειακά αποκλείει την ανάπτυξη στοιχείων ανθεκτικότητας.
Για παράδειγμα, ασθενείς με χρόνια σωματικά ή ψυχικά νοσήματα έχουν επιδείξει υψηλά επίπεδα προσαρμοστικότητας και έχουν επιτύχει μια καλή ποιότητα ζωής σε βάθος χρόνου καταφέρνοντας να προσαρμοστούν και να δώσουν ένα ιδιαίτερο νόημα στη πρόκληση που βιώνουν.
Σύμφωνα με τους εξελικτικούς ψυχολόγους, στη περίπτωση των παιδιών, η ικανότητα της προσαρμοστικότητας σε μια δυσκολία, σε ένα τραύμα ή σε μια εξαιρετικά αντίξοη συνθήκη, βασίζεται πρωτίστως στις σχέσεις που αναπτύσσει το παιδί.
Ασφαλής και σταθερή σχέση
Η ύπαρξη στενής, ασφαλούς και σταθερής σχέσης με τους σημαντικούς άλλους (κατά βάση γονείς ή φροντιστές) μέσω της οποίας το παιδί λαμβάνει αγάπη, στήριξη και αποδοχή στα πρώτα χρόνια της ζωής, είναι βασικό κομμάτι που συνοδεύει την ψυχική υγεία του μετέπειτα ενήλικα και επιδρά στην καλλιέργεια της ψυχικής ανθεκτικότητας αλλά και γενικότητα στη καλή ψυχική υγεία.
Παράλληλα, κρίνεται σημαντική η συμβολή του εσωτερικού κέντρου ελέγχου. Αυτό αφορά την αντίληψη ότι έχουμε οι ίδιοι έλεγχο απέναντι στα γεγονότα της ζωής και μπορούμε να τα ορίσουμε και ως εκ τούτου με δική μας προσωπική προσπάθεια μπορούμε να ασκήσουμε επιρροή σε ό,τι μας συμβαίνει και ότι η ζωή μας δεν καθορίζεται από την τύχη ή το εξωτερικό περιβάλλον.
Αυτονομία και αποτελεσματικότητα
Τέλος, βρέθηκε ότι η αυτονομία και η αυτοαποτελεσματικότητα είναι χαρακτηριστικά που επηρεάζουν με τη σειρά τους τη προσαρμοστικότητα στις αντίξοες συνθήκες ζωής. Οι έννοιες αυτές σχετίζονται με την ανάληψη πρωτοβουλιών και ευθυνών και την διεκπεραίωση αυτών, με την αυτοπειθαρχία και τον έλεγχο παρορμήσεων, καθώς και με την αποδοχή πιθανών αρνητικών εκβάσεων σε κάποιες καταστάσεις και τη διατήρηση ψυχραιμίας.
Είναι σαφές ότι στα όσα αναφέρθηκαν σημαντικό ρόλο παίζει το γνωστικό/αναπτυξιακό/συμπεριφορικό επίπεδο των παιδιών με βάση την ηλικιακή ομάδα στην οποία ανήκουν.
Κάθε ηλικία ορίζεται από διαφορετικές δεξιότητες στο γνωστικό/αναπτυξιακό κομμάτι αλλά και ως προς τα συμπεριφορικά μοτίβα που παρατηρούνται, οπότε και η προσπάθεια ενδυνάμωσης της ψυχικής ανθεκτικότητας πρέπει να σχεδιάζεται αναλόγως, πάντα με άξονα τα τρία παραπάνω στοιχεία (στενή σχέση με γονείς, εσωτερικό κέντρο ελέγχου και δεξιότητες αυτονομίας και αυτοαποτελεσματικότητας).
Ο καίριος ρόλος της εκπαίδευσης
Εδώ είναι σημαντικό να τονιστεί ο καίριος ρόλος της εκπαίδευσης όσον αφορά το σχεδιασμό παρεμβάσεων προαγωγής της ψυχικής ανθεκτικότητας των παιδιών, ειδικά αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι τα παιδιά σε καθημερινή βάση περνούν μεγάλο μέρος της μερας τους στο σχολικό περιβάλλον.
Μια ιδανική παρέμβαση θα ήταν εκείνη που θα λάμβανε υπόψη το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού σε συνδυασμό με όλες τις εκφάνσεις του σχολικού περιβάλλοντος και θα επεκτείνονταν πέρα από τα στενά όρια ενός σχολικού εξαμήνου, καθώς θα αφορά μια συνεχή δυναμική διεργασία, σε στενή συνεργασία πάντα με το εκπαιδευτικό προσωπικό.
Η σημασία της ερμηνείας των γεγονότων
Κλείνοντας, είναι σημαντικό να επισημάνουμε μια ιδιαίτερα σημαντική έννοια, δια μέσω των χρόνων που μελετάται η ψυχική ανθεκτικότητα, αυτή της αντίληψης που έχουμε για τα γεγονότα και το κατά πόσο τα ερμηνεύουμε ως τραυματικά/αγχωτικά ή ως προκλήσεις και ευκαιρίες για αυτοβελτίωση. Σε κάθε περίπτωση η δεξιότητα μας για ανθεκτικότητα περιορίζεται ή ενισχύεται με βάση την ερμηνεία που δίνουμε στα στρεσσογόνα γεγονότα ζωής.
Ένα γεγονός που γίνεται αντιληπτό ως απειλή είναι πολύ πιθανό να ενισχύσει την ευαλωτότητά μας περιορίζοντας τις δυνατότητές μας για ανθεκτικότητα και να ενισχύσει αρνητικά συναισθήματα, ενώ όταν το ίδιο γεγονός κριθεί ως πρόκληση-ευκαιρία, είναι πιο πιθανό να ανασύρει ψυχικές δυνάμεις και να ενεργοποιήσει δεξιότητες ικανές να μας κάνουν ψυχικά ενδυναμωμένα άτομα.
Άρα, η προσωπική ερμηνεία, το νόημα που δίνουμε στις δυσκολίες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε κατά τη διάρκεια της ζωής και η στάση μας απέναντι σε αυτές, κρίνουν σε μεγάλο βαθμό τον ικανότητά μας να προσαρμοζόμαστε, να αναπτύσσουμε αποτελεσματικές στρατηγικές αντιμετώπισής τους και τέλος να καλλιεργούμε στοιχεία ανθεκτικότητας ώστε να μπορούμε να τις ξεπερνάμε.
Γκρεμίζοντας τα στερεότυπα
Σε ακούω τόση ώρα να μου λες πως είσαι ενάντια στα στερεότυπα, πως εσύ έχεις ξεφύγει από όλα αυτά, πως δεν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα σε γυναίκες και άνδρες, πως για εσένα οι φυλετικές διακρίσεις ανήκουν στο παρελθόν, πως δεν έχει σημασία η πανεπιστημιακή μόρφωση, η καταγωγή, πως όλοι οφείλουμε να ξεφύγουμε από αυτά.
Μιλάς με μένος και πάθος για όλα τούτα, με λόγια βαρύγδουπα και τόσο μεγάλα που κάποιο φόβο μου φανερώνουν. Είσαι σίγουρος πως εσύ δεν ακολουθείς κάποια από αυτά ή έστω πως δε φοβάσαι μήπως επιβεβαιώσεις κάποια από όσα αντιτίθεσαι;
Σε ένα κομμάτι των λεγομένων σου συμφωνώ απόλυτα μαζί σου. Όταν οι άνθρωποι είναι «μηχανές» απεριόριστων δυνατοτήτων, είναι αστείο κάποια στερεότυπα να είναι σε θέση να λειτουργούν ως «ταβάνια» σε αυτές τις δυνατότητες. Πιστεύω όμως, πως με το να το μάχεσαι τόσο έντονα, με το να ξοδεύεις τόνους ενέργειας σε έναν τέτοιου είδους πόλεμο δεν καταφέρνεις και τόσα.
Μάλλον περισσότερη δύναμη τους δίνεις. Εξάλλου όσο περισσότερο φοβάσαι την επιβεβαίωση των στερεοτύπων τόσο περισσότερο τα ακολουθείς.
Η ιδέα επιβεβαίωσης της στερεοτυπικής απειλής
Οι Steel και Aronson το 1995 παρουσίασαν σε μια μελέτη τους την ιδέα της επιβεβαίωσης της στερεοτυπικής απειλής. Στερεότυπα τα οποία σε ακολουθούν αλλά δεν δέχεσαι να τα επιβεβαιώσεις, τελικά τα επιβεβαιώνεις.
Ζήτησαν τη συμπλήρωση ενός τεστ αξιολόγησης από λευκούς και έγχρωμους φοιτητές. Από αυτό το τεστ θα έβγαζαν συμπεράσματα για το κατά πόσο οι υποψήφιοι θα ήταν αποτελεσματικοί σε ένα ακαδημαϊκό επίπεδο. Ωστόσο, υπήρχε και ένα άλλο πλαίσιο, ένα σημαντικό σημείο που διαφοροποίησε το συγκεκριμένο τεστ.
Είχε να κάνει με κάτι πολύ απλό, με την ονοματοδοσία του. Χώρισαν τους φοιτητές σε δύο ομάδες. Σε κάθε ομάδα υπήρχαν τόσο έγχρωμοι όσο και λευκοί φοιτητές. Στην πρώτη παρουσίασαν το τεστ ως ένα «Τεστ Ευφυίας». Στη δεύτερη δεν έκαναν κάποιο σχόλιο, επρόκειτο για ένα απλό τεστ.
Το συγκεκριμένο στερεότυπο εδώ έχει να κάνει με το ότι οι αφροαμερικανοί θεωρούνται λιγότερο έξυπνοι από τους αμερικανούς με ευρωπαϊκή καταγωγή.
Θέτοντας ένα τεστ ευφυίας σε μια ομάδα που ακολουθεί το στερεότυπο της μειωμένης ευφυίας σε σχέση με άλλες ομάδες, οι σκέψεις που κυριαρχούν στα μέλη της είναι πως οι προσδοκίες των εξεταστών θα είναι ανάλογες.
Επιπτώσεις του άγχους μη επιβεβαίωσης του προτύπου
Έτσι, οι έγχρωμοι φοιτητές της πρώτης ομάδας έχοντας στο νου τους την ανάγκη να ξεπεράσουν το συγκεκριμένο στερεότυπο πέτυχαν ακριβώς το αντίθετο.
Οι υποψήφιοι εκείνοι εξετάστηκαν κάτω από την πίεση, το άγχος, το φόβο του εκπληρωμένου στερεότυπου έστω και αν αυτό δεν ήταν απόλυτα συνειδητό σε όλους. Το αποτέλεσμα ήταν οι επιδόσεις τους να είναι σημαντικά χαμηλότερες από αυτές των λευκών της ίδιας ομάδας. Συγκεκριμένα, το ποσοστό ήταν περίπου σαράντα τοις εκατό χαμηλότερο.
Αντίθετα, στην ομάδα που το τεστ παρουσιάστηκε ως ένα απλό τεστ οι έγχρωμοι και οι λευκοί φοιτητές είχαν εξίσου καλές επιδόσεις χωρίς εμφανείς διαφοροποιήσεις στη βαθμολογία.
Το άγχος και ο φόβος της μη επιβεβαίωσης του στερεότυπου μειώνουν την καθαρή σκέψη, εμποδίζουν την ανάδειξη των πραγματικών δυνατοτήτων, θέτουν όρια και ταβάνια σε ικανότητες και δυνατότητες.
Αντίθετα όταν δεν υπάρχει τέτοιου είδους επίκτητος και υποσυνείδητος έλεγχος, απουσιάζει και η ψυχολογική πίεση που μειώνει την επίδοση. Απλούστερα, όταν κάποιος σου υπενθυμίζει πως θα αποτύχεις, το πιθανότερο είναι πως θα τον λάβεις σοβαρά υπόψιν σου.
Στερεότυπα και ζητήματα επίτευξης στόχου
Σε μια παρόμοια μελέτη το 1999 από τους Stone, Lynch και Darley, ζητήθηκε σε τρεις ομάδες αποτελούμενες από έγχρωμους και λευκούς φοιτητές η κάθε μία, να ολοκληρώσουν μια σειρά μαθημάτων γκολφ. Τα τεστ αυτά τα ονόμασαν ανά ομάδα, τεστ «Αθλητικής Ευφυίας», τεστ «Αθλητικής Ικανότητας» ή τίποτα από τα δύο.
Εδώ υπήρχαν δύο στερεότυπα. Το πρώτο ήταν πως οι αφροαμερικανοί θεωρούνται λιγότερο ευφυείς και το δεύτερο πως οι αμερικανοί ευρωπαϊκής καταγωγής θεωρούνται λιγότερο αθλητικοί.
Στην ομάδα στην οποία δεν υπήρχε κάποιος χαρακτηριστικός τίτλος τα λάθη ήταν 22 των αφροαμερικανών έναντι 25 των αμερικανών, στην ομάδα «Αθλητικής Ικανότητας» οι λευκοί ήταν χειρότεροι με 28 λάθη έναντι 23 των αφροαμερικανών. Εδώ οι λευκοί ήταν εκείνοι που τελούσαν υπό την απειλή του στερεότυπου.Τέλος, όπως φαντάζεσαι, στο κομμάτι της «Αθλητικής Ευφυίας» οι έγχρωμοι τα πήγαν πολύ χειρότερα με 27 λάθη έναντι 23 των λευκών.
Τα στερεότυπα που ακολουθούσαν του συμμετέχοντες εμπόδιζαν την αντικειμενική ικανότητα επίτευξης του στόχου τους.
Το αίσθημα του ανήκειν και τα στερεότυπα
Αφού λοιπόν ο φόβος της επιβεβαίωσης ενός στερεοτύπου σε κάνει υποσυνείδητα να λειτουργείς σύμφωνα με εκείνο, το να το μάχεσαι με τόσο μένος πιθανότατα να μην μπορεί να βοηθήσει τόσο πολύ.
Ξέρω, θα με ρωτήσεις τι μπορεί να βοηθήσει.
Το στερεότυπο είναι μια βαθιά ριζωμένη αλλά και γενικευμένη πεποίθηση που σε ακολουθεί όταν ανήκεις σε κάποια συγκεκριμένη ομάδα, τάξη, κατηγορία κλπ και είναι φυσικό να ανήκεις κάπου. Γεννήθηκες για να ανήκεις, το «ανήκειν» είναι αναπόσπαστο δικαίωμά σου.
Όμως εσύ και εγώ και τόσοι άλλοι γνωρίζουμε πως μια λεκτική αποτύπωση του τύπου «όλες οι γυναίκες…» ή «όλοι οι έγχρωμοι…» όπως στα παραδείγματα που σου παρέθεσα αποτελούν λεκτικές γενικεύσεις και οι λεκτικές γενικεύσεις δεν είναι ακριβείς.
Μπορώ να σου το αποδείξω αυτό κάνοντάς σου μια ερώτηση: Όλες μα όλες οι γυναίκες; ή Όλοι μα όλοι οι λευκοί; Δεν υπάρχει ούτε μία/ούτε ένας; «Φυσικά και υπάρχει» μου λες. Αφού, όμως, υπάρχει ένας σίγουρα θα υπάρχουν και άλλοι και μπορούν να υπάρξουν περισσότεροι. Σιγά, σιγά εσύ ο ίδιος καταρρίπτεις τις στερεοτυπικές πεποιθήσεις σου. Το κάνεις πολύ φυσικά απαντώντας σε απλά ερωτήματα.
Δεν έχω να σου πω κάτι άλλο σχετικό. Το ξέρεις τώρα και τώρα δεν τα βάζεις με όλους και όλα για μια ιδεολογία. Έχεις μπροστά σου μια πραγματικότητα.
Το γκρέμισμα των στερεοτύπων
Αντί να μάχεσαι λοιπόν ενάντια σε όλο αυτό γιατί δεν συμμαχείς με το αντίθετο; Σκέψου τι θα συμβεί αν γίνεις σθεναρός υπέρμαχος των σπασμένων στερεοτύπων αντί εχθρός των παγίων; Τι θα γίνει αν βρεις όσα περισσότερα από τα παραδείγματα μιας τέτοιας οπτικής υπάρχουν;
Τι θα γίνει αν προβάλλεις με το περίσσιο σθένος όλα αυτά που αποδεικνύουν τις απόψεις σου; Τι θα γίνει αν επικεντρωθείς σε όλα αυτά, αν τα ντύσεις με την ενέργειά σου και τα υμνήσεις; Αν στρέψεις τα βλέμματα και άλλων σε όσα βλέπεις εσύ; Ξέρεις;
Όχι μόνο οι πεποιθήσεις σου θα γκρεμιστούν και δεν θα υπάρχουν πια στερεότυπα να αντιτίθεσαι αλλά σιγά σιγά τα στερεότυπα θα πάψουν και για άλλους και ίσως κάποτε αποτελούν μια μακρινή ιστορία. Δε θα υπάρχουν ομάδες, φυλές, τάξεις εγκλωβισμένες σε «κουτιά» τότε. Μόνο άνθρωποι θα υπάρχουν. Τι λες;
Μιλάς με μένος και πάθος για όλα τούτα, με λόγια βαρύγδουπα και τόσο μεγάλα που κάποιο φόβο μου φανερώνουν. Είσαι σίγουρος πως εσύ δεν ακολουθείς κάποια από αυτά ή έστω πως δε φοβάσαι μήπως επιβεβαιώσεις κάποια από όσα αντιτίθεσαι;
Σε ένα κομμάτι των λεγομένων σου συμφωνώ απόλυτα μαζί σου. Όταν οι άνθρωποι είναι «μηχανές» απεριόριστων δυνατοτήτων, είναι αστείο κάποια στερεότυπα να είναι σε θέση να λειτουργούν ως «ταβάνια» σε αυτές τις δυνατότητες. Πιστεύω όμως, πως με το να το μάχεσαι τόσο έντονα, με το να ξοδεύεις τόνους ενέργειας σε έναν τέτοιου είδους πόλεμο δεν καταφέρνεις και τόσα.
Μάλλον περισσότερη δύναμη τους δίνεις. Εξάλλου όσο περισσότερο φοβάσαι την επιβεβαίωση των στερεοτύπων τόσο περισσότερο τα ακολουθείς.
Η ιδέα επιβεβαίωσης της στερεοτυπικής απειλής
Οι Steel και Aronson το 1995 παρουσίασαν σε μια μελέτη τους την ιδέα της επιβεβαίωσης της στερεοτυπικής απειλής. Στερεότυπα τα οποία σε ακολουθούν αλλά δεν δέχεσαι να τα επιβεβαιώσεις, τελικά τα επιβεβαιώνεις.
Ζήτησαν τη συμπλήρωση ενός τεστ αξιολόγησης από λευκούς και έγχρωμους φοιτητές. Από αυτό το τεστ θα έβγαζαν συμπεράσματα για το κατά πόσο οι υποψήφιοι θα ήταν αποτελεσματικοί σε ένα ακαδημαϊκό επίπεδο. Ωστόσο, υπήρχε και ένα άλλο πλαίσιο, ένα σημαντικό σημείο που διαφοροποίησε το συγκεκριμένο τεστ.
Είχε να κάνει με κάτι πολύ απλό, με την ονοματοδοσία του. Χώρισαν τους φοιτητές σε δύο ομάδες. Σε κάθε ομάδα υπήρχαν τόσο έγχρωμοι όσο και λευκοί φοιτητές. Στην πρώτη παρουσίασαν το τεστ ως ένα «Τεστ Ευφυίας». Στη δεύτερη δεν έκαναν κάποιο σχόλιο, επρόκειτο για ένα απλό τεστ.
Το συγκεκριμένο στερεότυπο εδώ έχει να κάνει με το ότι οι αφροαμερικανοί θεωρούνται λιγότερο έξυπνοι από τους αμερικανούς με ευρωπαϊκή καταγωγή.
Θέτοντας ένα τεστ ευφυίας σε μια ομάδα που ακολουθεί το στερεότυπο της μειωμένης ευφυίας σε σχέση με άλλες ομάδες, οι σκέψεις που κυριαρχούν στα μέλη της είναι πως οι προσδοκίες των εξεταστών θα είναι ανάλογες.
Επιπτώσεις του άγχους μη επιβεβαίωσης του προτύπου
Έτσι, οι έγχρωμοι φοιτητές της πρώτης ομάδας έχοντας στο νου τους την ανάγκη να ξεπεράσουν το συγκεκριμένο στερεότυπο πέτυχαν ακριβώς το αντίθετο.
Οι υποψήφιοι εκείνοι εξετάστηκαν κάτω από την πίεση, το άγχος, το φόβο του εκπληρωμένου στερεότυπου έστω και αν αυτό δεν ήταν απόλυτα συνειδητό σε όλους. Το αποτέλεσμα ήταν οι επιδόσεις τους να είναι σημαντικά χαμηλότερες από αυτές των λευκών της ίδιας ομάδας. Συγκεκριμένα, το ποσοστό ήταν περίπου σαράντα τοις εκατό χαμηλότερο.
Αντίθετα, στην ομάδα που το τεστ παρουσιάστηκε ως ένα απλό τεστ οι έγχρωμοι και οι λευκοί φοιτητές είχαν εξίσου καλές επιδόσεις χωρίς εμφανείς διαφοροποιήσεις στη βαθμολογία.
Το άγχος και ο φόβος της μη επιβεβαίωσης του στερεότυπου μειώνουν την καθαρή σκέψη, εμποδίζουν την ανάδειξη των πραγματικών δυνατοτήτων, θέτουν όρια και ταβάνια σε ικανότητες και δυνατότητες.
Αντίθετα όταν δεν υπάρχει τέτοιου είδους επίκτητος και υποσυνείδητος έλεγχος, απουσιάζει και η ψυχολογική πίεση που μειώνει την επίδοση. Απλούστερα, όταν κάποιος σου υπενθυμίζει πως θα αποτύχεις, το πιθανότερο είναι πως θα τον λάβεις σοβαρά υπόψιν σου.
Στερεότυπα και ζητήματα επίτευξης στόχου
Σε μια παρόμοια μελέτη το 1999 από τους Stone, Lynch και Darley, ζητήθηκε σε τρεις ομάδες αποτελούμενες από έγχρωμους και λευκούς φοιτητές η κάθε μία, να ολοκληρώσουν μια σειρά μαθημάτων γκολφ. Τα τεστ αυτά τα ονόμασαν ανά ομάδα, τεστ «Αθλητικής Ευφυίας», τεστ «Αθλητικής Ικανότητας» ή τίποτα από τα δύο.
Εδώ υπήρχαν δύο στερεότυπα. Το πρώτο ήταν πως οι αφροαμερικανοί θεωρούνται λιγότερο ευφυείς και το δεύτερο πως οι αμερικανοί ευρωπαϊκής καταγωγής θεωρούνται λιγότερο αθλητικοί.
Στην ομάδα στην οποία δεν υπήρχε κάποιος χαρακτηριστικός τίτλος τα λάθη ήταν 22 των αφροαμερικανών έναντι 25 των αμερικανών, στην ομάδα «Αθλητικής Ικανότητας» οι λευκοί ήταν χειρότεροι με 28 λάθη έναντι 23 των αφροαμερικανών. Εδώ οι λευκοί ήταν εκείνοι που τελούσαν υπό την απειλή του στερεότυπου.Τέλος, όπως φαντάζεσαι, στο κομμάτι της «Αθλητικής Ευφυίας» οι έγχρωμοι τα πήγαν πολύ χειρότερα με 27 λάθη έναντι 23 των λευκών.
Τα στερεότυπα που ακολουθούσαν του συμμετέχοντες εμπόδιζαν την αντικειμενική ικανότητα επίτευξης του στόχου τους.
Το αίσθημα του ανήκειν και τα στερεότυπα
Αφού λοιπόν ο φόβος της επιβεβαίωσης ενός στερεοτύπου σε κάνει υποσυνείδητα να λειτουργείς σύμφωνα με εκείνο, το να το μάχεσαι με τόσο μένος πιθανότατα να μην μπορεί να βοηθήσει τόσο πολύ.
Ξέρω, θα με ρωτήσεις τι μπορεί να βοηθήσει.
Το στερεότυπο είναι μια βαθιά ριζωμένη αλλά και γενικευμένη πεποίθηση που σε ακολουθεί όταν ανήκεις σε κάποια συγκεκριμένη ομάδα, τάξη, κατηγορία κλπ και είναι φυσικό να ανήκεις κάπου. Γεννήθηκες για να ανήκεις, το «ανήκειν» είναι αναπόσπαστο δικαίωμά σου.
Όμως εσύ και εγώ και τόσοι άλλοι γνωρίζουμε πως μια λεκτική αποτύπωση του τύπου «όλες οι γυναίκες…» ή «όλοι οι έγχρωμοι…» όπως στα παραδείγματα που σου παρέθεσα αποτελούν λεκτικές γενικεύσεις και οι λεκτικές γενικεύσεις δεν είναι ακριβείς.
Μπορώ να σου το αποδείξω αυτό κάνοντάς σου μια ερώτηση: Όλες μα όλες οι γυναίκες; ή Όλοι μα όλοι οι λευκοί; Δεν υπάρχει ούτε μία/ούτε ένας; «Φυσικά και υπάρχει» μου λες. Αφού, όμως, υπάρχει ένας σίγουρα θα υπάρχουν και άλλοι και μπορούν να υπάρξουν περισσότεροι. Σιγά, σιγά εσύ ο ίδιος καταρρίπτεις τις στερεοτυπικές πεποιθήσεις σου. Το κάνεις πολύ φυσικά απαντώντας σε απλά ερωτήματα.
Δεν έχω να σου πω κάτι άλλο σχετικό. Το ξέρεις τώρα και τώρα δεν τα βάζεις με όλους και όλα για μια ιδεολογία. Έχεις μπροστά σου μια πραγματικότητα.
Το γκρέμισμα των στερεοτύπων
Αντί να μάχεσαι λοιπόν ενάντια σε όλο αυτό γιατί δεν συμμαχείς με το αντίθετο; Σκέψου τι θα συμβεί αν γίνεις σθεναρός υπέρμαχος των σπασμένων στερεοτύπων αντί εχθρός των παγίων; Τι θα γίνει αν βρεις όσα περισσότερα από τα παραδείγματα μιας τέτοιας οπτικής υπάρχουν;
Τι θα γίνει αν προβάλλεις με το περίσσιο σθένος όλα αυτά που αποδεικνύουν τις απόψεις σου; Τι θα γίνει αν επικεντρωθείς σε όλα αυτά, αν τα ντύσεις με την ενέργειά σου και τα υμνήσεις; Αν στρέψεις τα βλέμματα και άλλων σε όσα βλέπεις εσύ; Ξέρεις;
Όχι μόνο οι πεποιθήσεις σου θα γκρεμιστούν και δεν θα υπάρχουν πια στερεότυπα να αντιτίθεσαι αλλά σιγά σιγά τα στερεότυπα θα πάψουν και για άλλους και ίσως κάποτε αποτελούν μια μακρινή ιστορία. Δε θα υπάρχουν ομάδες, φυλές, τάξεις εγκλωβισμένες σε «κουτιά» τότε. Μόνο άνθρωποι θα υπάρχουν. Τι λες;
Για τις γυναίκες αυτού του κόσμου…
Για εκείνες τις γυναίκες που ζουν ανάμεσά μας.
Που αναπνέουν πλάι μας.
Στο σπίτι, στο γραφείο, στο κρεβάτι.
Τη μάνα, τη κόρη, τη σύντροφο, τη φίλη, την αδερφή.
Εκείνη που αντικρίζεις καθημερινά στο δρόμο.
Με εκείνη που μπορεί τυχαία να βρεθείς δίπλα σε ένα παγκάκι.
Και εκείνη που μπορεί να σε ευχαριστήσει για τις ωραίες φιλοφρονήσεις που έκανες για αυτή.
Για αυτές τις γυναίκες λοιπόν, μιλάμε.
Εκείνη τη σύζυγο που καλημερίζεις κάθε μέρα.
Εκείνη τη κόρη που θα έρθει πάνω σου και θα της δώσεις ένα φιλί.
Και εκείνη τη μάνα που θα κάνει τα πάντα για να σε δει ευτυχισμένο.
Όλες γυναίκες είναι.
Με σπουδαίους ρόλους.
Που παλεύουν για τα δικαιώματά τους.
Και αγωνίζονται για να δείξουν στο κόσμο μια άλλη οπτική.
Να βάλουν λίγο παραπάνω συναίσθημα που τόσο μας λείπει.
Να σου πουν πως είναι να λειτουργείς με τη καρδιά.
Και πως γίνεται να μετριάζεις το πόνο σε αγάπη.
Είναι μεγάλη η δύναμή τους.
Όπως και η ευαισθησία τους.
Αλλά μην πέσεις ποτέ στη παγίδα να τη θεωρήσεις αδυναμία.
Διότι, η διαίσθησή τους θα τις προειδοποιήσει αμέσως.
Για τις γυναίκες λοιπόν, αυτού του κόσμου.
Που πάντα θα βρίσκουν ένα λόγο να ζουν.
Και να επιμένουν στην ελπίδα.
Κάτι σαν μια δεύτερη ζωή.
Για εκείνη λοιπόν, που θαύμασες για τα επιτεύγματά της.
Για εκείνη που με τη παλάμη σου, μπορεί να σκούπισες το δάκρυ της.
Και για εκείνη που σου κράτησε το χέρι, τις πιο δύσκολες στιγμές.
Δύσκολο να αγγίξεις τη ψυχή τους.
Όχι από φόβο ή άρνηση.
Αλλά από έλλειψη εμπιστοσύνης.
Μη τυχόν και προδωθεί ξανά η καρδιά τους.
Να τις αγαπάς όμως, τις γυναίκες.
Και να αναγνωρίζεις τις αξίες τους.
Τη προσφορά τους.
Τη προσπάθειά τους, στο να κάνουν το καλύτερο κάθε στιγμή.
Και μην προσπαθείς ποτέ να τις αλλάξεις.
Και να τις μετατρέψεις σε κάτι διαφορετικό.
Διότι, είναι σαν να απαρνιέσαι αυτό που είναι.
Αυτό που πραγματικά μπορούν να σου δώσουν.
Και όπως λέει ο Oscar Wilde…
“Οι γυναίκες γεννήθηκαν για τις αγαπάμε και όχι για να τις καταλαβαίνουμε.”
Που αναπνέουν πλάι μας.
Στο σπίτι, στο γραφείο, στο κρεβάτι.
Τη μάνα, τη κόρη, τη σύντροφο, τη φίλη, την αδερφή.
Εκείνη που αντικρίζεις καθημερινά στο δρόμο.
Με εκείνη που μπορεί τυχαία να βρεθείς δίπλα σε ένα παγκάκι.
Και εκείνη που μπορεί να σε ευχαριστήσει για τις ωραίες φιλοφρονήσεις που έκανες για αυτή.
Για αυτές τις γυναίκες λοιπόν, μιλάμε.
Εκείνη τη σύζυγο που καλημερίζεις κάθε μέρα.
Εκείνη τη κόρη που θα έρθει πάνω σου και θα της δώσεις ένα φιλί.
Και εκείνη τη μάνα που θα κάνει τα πάντα για να σε δει ευτυχισμένο.
Όλες γυναίκες είναι.
Με σπουδαίους ρόλους.
Που παλεύουν για τα δικαιώματά τους.
Και αγωνίζονται για να δείξουν στο κόσμο μια άλλη οπτική.
Να βάλουν λίγο παραπάνω συναίσθημα που τόσο μας λείπει.
Να σου πουν πως είναι να λειτουργείς με τη καρδιά.
Και πως γίνεται να μετριάζεις το πόνο σε αγάπη.
Είναι μεγάλη η δύναμή τους.
Όπως και η ευαισθησία τους.
Αλλά μην πέσεις ποτέ στη παγίδα να τη θεωρήσεις αδυναμία.
Διότι, η διαίσθησή τους θα τις προειδοποιήσει αμέσως.
Για τις γυναίκες λοιπόν, αυτού του κόσμου.
Που πάντα θα βρίσκουν ένα λόγο να ζουν.
Και να επιμένουν στην ελπίδα.
Κάτι σαν μια δεύτερη ζωή.
Για εκείνη λοιπόν, που θαύμασες για τα επιτεύγματά της.
Για εκείνη που με τη παλάμη σου, μπορεί να σκούπισες το δάκρυ της.
Και για εκείνη που σου κράτησε το χέρι, τις πιο δύσκολες στιγμές.
Δύσκολο να αγγίξεις τη ψυχή τους.
Όχι από φόβο ή άρνηση.
Αλλά από έλλειψη εμπιστοσύνης.
Μη τυχόν και προδωθεί ξανά η καρδιά τους.
Να τις αγαπάς όμως, τις γυναίκες.
Και να αναγνωρίζεις τις αξίες τους.
Τη προσφορά τους.
Τη προσπάθειά τους, στο να κάνουν το καλύτερο κάθε στιγμή.
Και μην προσπαθείς ποτέ να τις αλλάξεις.
Και να τις μετατρέψεις σε κάτι διαφορετικό.
Διότι, είναι σαν να απαρνιέσαι αυτό που είναι.
Αυτό που πραγματικά μπορούν να σου δώσουν.
Και όπως λέει ο Oscar Wilde…
“Οι γυναίκες γεννήθηκαν για τις αγαπάμε και όχι για να τις καταλαβαίνουμε.”
Οι 8 τύποι προσωπικότητας σύμφωνα με τον Καρλ Γιουνγκ
Ο Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ είναι χωρίς αμφιβολία μία ιδιαίτερα σημαντική προσωπικότητα στην ιστορία της ψυχολογίας με τις θεωρίες του να αποτελούν τόσο πηγή αντιπαράθεσης όσο και έμπνευσης. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που είναι ο ιδρυτής της Γιουνγκιανής Σχολής σκέψης στο πεδίο της ψυχανάλυσης ή αλλιώς Σχολή της Αναλυτικής ψυχολογίας.
Για αρκετό καιρό, ο Γιουνγκ υπήρξε οπαδός του Φρόιντ. Ωστόσο, αποστασιοποιήθηκε από αυτόν κυρίως επειδή δεν συμφωνούσε με τη θεωρία του για τη σεξουαλικότητα. Ο Γιουνγκ υποστήριξε την ύπαρξη ενός συλλογικού ασυνείδητου, το οποίο είναι ένα μέρος του ασυνείδητου νου, κοινό σε όλους τους ανθρώπους και περιέχει αρχέτυπα, παγκόσμιες «νοητικές προδιαθέσεις» μη βασισμένες στην εμπειρία.
«Όλοι μοιραζόμαστε ένα μαζικό ασυνείδητο νου, διαμορφωμένο από τις μνήμες και τα πρότυπα συμπεριφοράς σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Από εδώ πηγάζουν πράγματα όπως οι αρχέγονοι φόβοι και ο μυστικισμός». -Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ
Εκτός από τη νευρολογία και την ψυχανάλυση, οι θεωρίες του Γιουνγκ επηρεάστηκαν από τη μυθολογία, τη θρησκεία ακόμη και την παραψυχολογία. Ένα από τα μεγάλα του πάθη ήταν η αρχαιολογία, και πιθανότατα από εκεί προέρχεται και η θεωρία του για τα αρχέτυπα. Μια θεωρία για τα παγκόσμια σύμβολα που υπάρχουν στο ασυνείδητο ανθρώπινο νου.
Η θεωρία του Γιουνγκ για τους τύπους προσωπικότητας
Για τον Καρλ Γιουνγκ, υπάρχουν τέσσερις βασικές ψυχολογικές λειτουργίες: η σκέψη, το συναίσθημα, η αίσθηση και η αντίληψη. Για κάθε άνθρωπο, μία ή περισσότερες από αυτές τις λειτουργίες έχουν ιδιαίτερη σημασία. Για παράδειγμα, όταν κάποιος είναι παρορμητικός, σύμφωνα με τον Γιουνγκ, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι λειτουργίες αίσθησης και αντίληψης υπερισχύουν των λειτουργιών συναισθήματος και σκέψης.
Με βάση αυτές τις τέσσερις βασικές λειτουργίες, ο Γιουνγκ υποστήριξε ότι υπάρχουν δύο βασικοί τύποι χαρακτήρων: ο εσωστρεφής και ο εξωστρεφής, καθένας με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
Εξωστρεφής χαρακτήρας
Οι εξωστρεφείς χαρακτήρες παρουσιάζουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
Από την άλλη πλευρά, οι εσωστρεφείς χαρακτήρες έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
Τύποι Προσωπικότητας
Με βάση τις τέσσερις βασικές ψυχολογικές λειτουργίες και τους δύο τύπους βασικών χαρακτήρων, ο Γιουνγκ επιβεβαιώνει ότι μπορούμε να περιγράψουμε οκτώ διαφορετικούς τύπους προσωπικότητας, οι οποίοι είναι οι ακόλουθοι:
Ο «αντανακλαστικός» εξωστρεφής
Η προσωπικότητα αυτή αντιστοιχεί στα εγκεφαλικά άτομα, των οποίων οι ενέργειες βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στη λογική. Αποδέχονται μόνο ως αληθινά τα πράγματα που μπορούν να επιβεβαιώσουν με επαρκείς αποδείξεις. Δεν είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα άτομα και μπορεί ακόμη και να συμπεριφέρονται τυρρανικά χειραγωγώντας τους άλλους.
Ο «αντανακλαστικός» εσωστρεφής
Ο «αντανακλαστικός» εσωστρεφής είναι ένα άτομο με σημαντική πνευματική δραστηριότητα, το οποίο όμως έχει δυσκολίες στην αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους. Τείνουν να είναι επίμονοι και πεισματάρηδες όταν πρόκειται για την επίτευξη των στόχων τους. Μερικές φορές θεωρούνται απροσάρμοστοι και ακίνδυνοι, αλλά ενδιαφέροντα ως άτομα.
Ο συναισθηματικός εξωστρεφής
Οι άνθρωποι που εμπίπτουν σε αυτήν την κατηγορία έχουν μεγάλη ικανότητα να κατανοούν τους άλλους και να δημιουργούν κοινωνικούς δεσμούς. Ωστόσο, δυσκολεύονται να διαχωριστούν από το πλήθος και υποφέρουν όταν αγνοούνται από τους γύρω τους. Είναι πολύ επιδέξιοι στην επικοινωνία.
Ο συναισθηματικός εσωστρεφής
Αυτός ο τύπος προσωπικότητας αντιστοιχεί σε μοναχικούς ανθρώπους που έχουν μεγάλη δυσκολία να δημιουργήσουν κοινωνικές σχέσεις με τους άλλους. Μπορεί να φαίνονται αντικοινωνικοί και μελαγχολικοί. Κάνουν ό,τι μπορούν για να περνούν απαρατήρητοι και τους αρέσει να παραμένουν σιωπηλοί. Ωστόσο, είναι πολύ ευαίσθητοι απέναντι στις ανάγκες των άλλων.
Ο «αντιληπτικός» εξωστρεφής
Τα συγκεκριμένα άτομα έχουν μια ιδιαίτερη αδυναμία στα αντικείμενα, στα οποία μπορούν να αποδώσουν ακόμη και μαγικές ιδιότητες, αν και κάποιες φορές το κάνουν ασυνείδητα. Δεν είναι παθιασμένα με τις ιδέες, αλλά με τον τρόπο με τον οποίο οι ιδέες αυτές παίρνουν τη μορφή συγκεκριμένων πραγμάτων. Πάνω από όλα αναζητούν την ευχαρίστηση.
Ο «αντιληπτικός» εσωστρεφής
Πρόκειται για έναν τύπο προσωπικότητας που συνήθως συναντάται στους καλλιτέχνες και τους μουσικούς. Οι συγκεκριμένοι εσωστρεφείς άνθρωποι δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στις αισθητηριακές εμπειρίες, όπως και στο χρώμα, τη μορφή και την υφή.
Ο διαισθητικός εξωστρεφής
Είναι ο τυπικός εξερευνητής. Οι διαισθητικοί εξωστρεφείς είναι πολύ δραστήριοι και ανήσυχοι. Χρειάζονται να έχουν διαρκώς πολλά ερεθίσματα. Είναι επιθετικοί όταν πρόκειται για την επίτευξη των στόχων τους, και μόλις τους επιτύχουν, κατευθύνονται στο επόμενο στόχο έχοντας γρήγορα ξεχάσει τον προηγούμενο. Δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την ευημερία των γύρω τους.
Ο διαισθητικός εσωστρεφής
Αυτοί οι άνθρωποι είναι εξαιρετικά ευαίσθητοι ακόμη και στα πιο ανεπαίσθητα ερεθίσματα. Οι διαισθητικοί εσωστρεφείς μπορούν σχεδόν να μαντέψουν τι σκέφτονται, αισθάνονται ή είναι πρόθυμοι να κάνουν οι γύρω τους. Είναι ευφάνταστοι, ονειροπόλοι και ιδεαλιστές. Δυσκολεύονται να παραμείνουν «προσγειωμένοι» στην πραγματικότητα.
Για αρκετό καιρό, ο Γιουνγκ υπήρξε οπαδός του Φρόιντ. Ωστόσο, αποστασιοποιήθηκε από αυτόν κυρίως επειδή δεν συμφωνούσε με τη θεωρία του για τη σεξουαλικότητα. Ο Γιουνγκ υποστήριξε την ύπαρξη ενός συλλογικού ασυνείδητου, το οποίο είναι ένα μέρος του ασυνείδητου νου, κοινό σε όλους τους ανθρώπους και περιέχει αρχέτυπα, παγκόσμιες «νοητικές προδιαθέσεις» μη βασισμένες στην εμπειρία.
«Όλοι μοιραζόμαστε ένα μαζικό ασυνείδητο νου, διαμορφωμένο από τις μνήμες και τα πρότυπα συμπεριφοράς σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Από εδώ πηγάζουν πράγματα όπως οι αρχέγονοι φόβοι και ο μυστικισμός». -Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ
Εκτός από τη νευρολογία και την ψυχανάλυση, οι θεωρίες του Γιουνγκ επηρεάστηκαν από τη μυθολογία, τη θρησκεία ακόμη και την παραψυχολογία. Ένα από τα μεγάλα του πάθη ήταν η αρχαιολογία, και πιθανότατα από εκεί προέρχεται και η θεωρία του για τα αρχέτυπα. Μια θεωρία για τα παγκόσμια σύμβολα που υπάρχουν στο ασυνείδητο ανθρώπινο νου.
Η θεωρία του Γιουνγκ για τους τύπους προσωπικότητας
Για τον Καρλ Γιουνγκ, υπάρχουν τέσσερις βασικές ψυχολογικές λειτουργίες: η σκέψη, το συναίσθημα, η αίσθηση και η αντίληψη. Για κάθε άνθρωπο, μία ή περισσότερες από αυτές τις λειτουργίες έχουν ιδιαίτερη σημασία. Για παράδειγμα, όταν κάποιος είναι παρορμητικός, σύμφωνα με τον Γιουνγκ, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι λειτουργίες αίσθησης και αντίληψης υπερισχύουν των λειτουργιών συναισθήματος και σκέψης.
Με βάση αυτές τις τέσσερις βασικές λειτουργίες, ο Γιουνγκ υποστήριξε ότι υπάρχουν δύο βασικοί τύποι χαρακτήρων: ο εσωστρεφής και ο εξωστρεφής, καθένας με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
Εξωστρεφής χαρακτήρας
Οι εξωστρεφείς χαρακτήρες παρουσιάζουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
- Τα ενδιαφέροντά τους επικεντρώνονται στην εξωτερική πραγματικότητα, αντί στον εσωτερικό τους κόσμο.
- Παίρνουν αποφάσεις, σκεπτόμενοι την επίδρασή τους στην εξωτερική πραγματικότητα παρά στην εσωτερική τους ύπαρξη.
- Οι ενέργειές τους βασίζονται στο τι μπορεί να σκεφτούν οι άλλοι γι’ αυτούς.
- Η ηθική και οι αρχές τους καθορίζονται με βάση τις αξίες που επικρατούν στον κόσμο.
- Είναι άνθρωποι που μπορούν να ταιριάξουν σε οποιοδήποτε περιβάλλον, ωστόσο παρουσιάζουν δυσκολία στο να προσαρμοστούν αληθινά.
- Είναι ευαίσθητοι, επηρεάζονται εύκολα και τείνουν να μιμούνται άλλους.
- Έχουν ανάγκη την αναγνώριση από τους άλλους.
Από την άλλη πλευρά, οι εσωστρεφείς χαρακτήρες έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
- Ενδιαφέρονται για τον εαυτό τους, τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους.
- Προσανατολίζουν τη συμπεριφορά τους σύμφωνα με αυτό που αισθάνονται και σκέφτονται, παρόλο που αυτό μπορεί να έρχεται σε σύγκρουση με την εξωτερική πραγματικότητα.
- Δεν ανησυχούν ιδιαίτερα για την επίδραση των ενεργειών τους στο περιβάλλον τους.
- Προσπαθούν πολύ να ταιριάξουν και να προσαρμοστούν στο περιβάλλον που βρίσκονται. Ωστόσο, εάν καταφέρουν να προσαρμοστούν, θα το κάνουν με έναν δημιουργικό και ολοκληρωμένο τρόπο.
Τύποι Προσωπικότητας
Με βάση τις τέσσερις βασικές ψυχολογικές λειτουργίες και τους δύο τύπους βασικών χαρακτήρων, ο Γιουνγκ επιβεβαιώνει ότι μπορούμε να περιγράψουμε οκτώ διαφορετικούς τύπους προσωπικότητας, οι οποίοι είναι οι ακόλουθοι:
Ο «αντανακλαστικός» εξωστρεφής
Η προσωπικότητα αυτή αντιστοιχεί στα εγκεφαλικά άτομα, των οποίων οι ενέργειες βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στη λογική. Αποδέχονται μόνο ως αληθινά τα πράγματα που μπορούν να επιβεβαιώσουν με επαρκείς αποδείξεις. Δεν είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα άτομα και μπορεί ακόμη και να συμπεριφέρονται τυρρανικά χειραγωγώντας τους άλλους.
Ο «αντανακλαστικός» εσωστρεφής
Ο «αντανακλαστικός» εσωστρεφής είναι ένα άτομο με σημαντική πνευματική δραστηριότητα, το οποίο όμως έχει δυσκολίες στην αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους. Τείνουν να είναι επίμονοι και πεισματάρηδες όταν πρόκειται για την επίτευξη των στόχων τους. Μερικές φορές θεωρούνται απροσάρμοστοι και ακίνδυνοι, αλλά ενδιαφέροντα ως άτομα.
Ο συναισθηματικός εξωστρεφής
Οι άνθρωποι που εμπίπτουν σε αυτήν την κατηγορία έχουν μεγάλη ικανότητα να κατανοούν τους άλλους και να δημιουργούν κοινωνικούς δεσμούς. Ωστόσο, δυσκολεύονται να διαχωριστούν από το πλήθος και υποφέρουν όταν αγνοούνται από τους γύρω τους. Είναι πολύ επιδέξιοι στην επικοινωνία.
Ο συναισθηματικός εσωστρεφής
Αυτός ο τύπος προσωπικότητας αντιστοιχεί σε μοναχικούς ανθρώπους που έχουν μεγάλη δυσκολία να δημιουργήσουν κοινωνικές σχέσεις με τους άλλους. Μπορεί να φαίνονται αντικοινωνικοί και μελαγχολικοί. Κάνουν ό,τι μπορούν για να περνούν απαρατήρητοι και τους αρέσει να παραμένουν σιωπηλοί. Ωστόσο, είναι πολύ ευαίσθητοι απέναντι στις ανάγκες των άλλων.
Ο «αντιληπτικός» εξωστρεφής
Τα συγκεκριμένα άτομα έχουν μια ιδιαίτερη αδυναμία στα αντικείμενα, στα οποία μπορούν να αποδώσουν ακόμη και μαγικές ιδιότητες, αν και κάποιες φορές το κάνουν ασυνείδητα. Δεν είναι παθιασμένα με τις ιδέες, αλλά με τον τρόπο με τον οποίο οι ιδέες αυτές παίρνουν τη μορφή συγκεκριμένων πραγμάτων. Πάνω από όλα αναζητούν την ευχαρίστηση.
Ο «αντιληπτικός» εσωστρεφής
Πρόκειται για έναν τύπο προσωπικότητας που συνήθως συναντάται στους καλλιτέχνες και τους μουσικούς. Οι συγκεκριμένοι εσωστρεφείς άνθρωποι δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στις αισθητηριακές εμπειρίες, όπως και στο χρώμα, τη μορφή και την υφή.
Ο διαισθητικός εξωστρεφής
Είναι ο τυπικός εξερευνητής. Οι διαισθητικοί εξωστρεφείς είναι πολύ δραστήριοι και ανήσυχοι. Χρειάζονται να έχουν διαρκώς πολλά ερεθίσματα. Είναι επιθετικοί όταν πρόκειται για την επίτευξη των στόχων τους, και μόλις τους επιτύχουν, κατευθύνονται στο επόμενο στόχο έχοντας γρήγορα ξεχάσει τον προηγούμενο. Δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την ευημερία των γύρω τους.
Ο διαισθητικός εσωστρεφής
Αυτοί οι άνθρωποι είναι εξαιρετικά ευαίσθητοι ακόμη και στα πιο ανεπαίσθητα ερεθίσματα. Οι διαισθητικοί εσωστρεφείς μπορούν σχεδόν να μαντέψουν τι σκέφτονται, αισθάνονται ή είναι πρόθυμοι να κάνουν οι γύρω τους. Είναι ευφάνταστοι, ονειροπόλοι και ιδεαλιστές. Δυσκολεύονται να παραμείνουν «προσγειωμένοι» στην πραγματικότητα.
Το Σπήλαιο του Πλάτωνα
Φανταστείτε ότι όλη σας τη ζωή είστε φυλακισμένοι σε ένα σκοτεινό σπήλαιο. Τα χέρια και τα πόδια σας είναι αλυσοδεμένα και το κεφάλι σας ακινητοποιημένο σε θέση που να βλέπετε μόνο μπροστά σας το τοίχωμα του σπηλαίου. Πίσω σας καίει μια φωτιά και ανάμεσα σε εσάς και τη φωτιά υπάρχει ένα μονοπάτι στο οποίο εκείνοι που σας αιχμαλώτισαν μεταφέρουν αγάλματα και ένα σωρό άλλα αντικείμενα. Οι σκιές που ρίχνουν αυτά στο τοίχωμα του σπηλαίου είναι το μόνο πράγμα που έχετε δει, έχετε ακούσει και έχετε συζητήσει ποτέ εσείς και οι άλλοι δεσμώτες.
Η πιο γνωστή, ενδεχομένως, από τις πολλές μεταφορές και αναλογίες που χρησιμοποιεί ο Πλάτων, η Αλληγορία του Σπηλαίου, εμφανίζεται στο Έβδομο Βιβλίο του έργου του Πολιτεία, το μνημειώδες έργο στο οποίο διερευνά τη μορφή της ιδανικής πολιτείας και τον ιδεώδη κυβερνήτη της - τον φιλόσοφο βασιλιά. Η αιτιολόγηση της παράδοσης των σκήπτρων της εξουσίας στους φιλοσόφους που παρουσιάζει ο Πλάτων, βασίζεται σε μια λεπτομερειακή διερεύνηση των εννοιών της αλήθειας και της γνώσης και σε αυτό το νοηματικό πλαίσιο είναι που χρησιμοποιεί την Αλληγορία του Σπηλαίου.
Τώρα ας υποθέσουμε ότι απελευθερώνεσαι από τα δεσμά σου και περιφέρεσαι ελεύθερος στο σπήλαιο. Αρχικά η λάμψη της φωτιάς θα σε τύφλωνε, αλλά σταδιακά θα αρχίζεις να διακρίνεις το σπήλαιο και να κατανοείς την προέλευση των σκιών που προηγουμένως νόμιζες ως πραγματικές. Και τελικά σου επιτρέπεται να βγεις από το σπήλαιο στον εξωτερικό ηλιόφωτο κόσμο, όπου βλέπεις ολόκληρη ην πραγματικότητα φωτισμένη από το λαμπρότερο αντικείμενο στα ουράνια, τον Ήλιο.
Ερμηνεία της αλληγορίας
Η ακριβής ερμηνεία της αλληγορίας του σπηλαίου του Πλάτωνα έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών αντιπαραθέσεων, αλλά το γενικό νόημα είναι αρκετά σαφές. Το σπήλαιο αντιπροσωπεύει «τον κόσμο του Γίγνεσθαι» - τον ορατό κόσμο της καθημερινής μας εμπειρίας, όπου τα πάντα είναι ατελή και μεταβάλλονται συνεχώς.
Οι δεσμώτες (που συμβολίζουν τους απλούς ανθρώπους) ζουν σε ένα κόσμο εικασιών και ψευδαισθήσεων, ενώ ο πρώην δεσμώτης, ελεύθερος πλέον να περιφέρεται στο σπήλαιο, αποκτά την κατά το δυνατόν πιο ακριβή αντίληψη της πραγματικότητας μέσα στον συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο της αντίληψης και της εμπειρίας. Σε αντιδιαστολή, ο κόσμος έξω από το σπήλαιο αντιπροσωπεύει «τον κόσμο του Όντος» - τον κόσμο της αλήθειας που γίνεται αντιληπτός μέσω της λογικής και αποτελείται από τα αντικείμενα της γνώσης, που είναι τέλεια, αιώνια και αμετάβλητα.
Η θεωρία των Ιδεών
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ό,τι είναι γνώση δεν πρέπει να είναι μόνο αληθές, αλλά επίσης τέλειο και αμετάβλητο. Ωστόσο, τίποτα που βρίσκεται στον εμπειρικό κόσμο (που αντιπροσωπεύει η ζωή εντός του σπηλαίου) δεν ικανοποιεί αυτή την περιγραφή: ένα ψηλό άτομο είναι κοντό αν σταθεί δίπλα σε ένα δέντρο· ένα μήλο που φαίνεται κόκκινο το μεσημέρι μοιάζει μαύρο όταν σουρουπώσει, και ούτω καθεξής. Αφού τίποτα στον εμπειρικό κόσμο δεν αποτελεί αντικείμενο γνώσης, ο Πλάτων προτείνει την ύπαρξη ενός άλλου κόσμου (του κόσμου εκτός του σπηλαίου) που αποτελείται από τέλειες και αμετάβλητες οντότητες τις οποίες ονομάζει Ιδέες (Πρότυπα). Έτσι για παράδειγμα, όλες οι μεμονωμένες δίκαιες πράξεις είναι δίκαιες επειδή μιμούνται ή αναπαράγουν την Ιδέα (Πρότυπο) της Δικαιοσύνης. Όπως υποδηλώνει η Αλληγορία του Σπηλαίου, υπάρχει ιεραρχία μεταξύ των Ιδεών και κυρίαρχη είναι η Ιδέα του Αγαθού (που αντιπροσωπεύεται από τον Ήλιο), η οποία προσδίδει στις υπόλοιπες το τελικός τους νόημα και αποτελεί τη βάση της ύπαρξής τους.
Πλατωνικός έρωτας
Η ιδέα με την οποία συνδέεται σήμερα ο Πλάτων περισσότερο από κάθε άλλη -η ιδέα του αποκαλούμενου πλατωνικού έρωτα- αποτελεί φυσική απόρροια της οξείας αντιδιαστολής που γίνεται στην Αλληγορία του Σπηλαίου μεταξύ του κόσμου της νόησης και του κόσμου των αισθήσεων. Η κλασική διατύπωση της ιδέας ότι το τελειότερο είδος έρωτα εκφράζεται, όχι σωματικά αλλά διανοητικά εμφανίζεται σε ένα άλλο πλατωνικό διάλογο, το Συμπόσιο.
Το πρόβλημα των καθολικών εννοιών
Η θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα και η μεταφυσική βάση στην οποία στηρίζεται μπορεί να μοιάζει αλλόκοτη και υπερβολικά εξεζητημένη, αλλά το πρόβλημα που επιδιώκει να λύσει -το αποκαλούμενο «πρόβλημα των καθολικών εννοιών»- έχει αποτελέσει έκτοτε, με τη μια ή την άλλη μορφή, κυρίαρχο θέμα στη φιλοσοφία. Στις φιλοσοφικές μάχες της εποχής του Μεσαίωνα υπήρχαν δυο στρατόπεδα: των ρεαλιστών (ή πλατωνιστών) από τη μια, που πίστευαν ότι οι καθολικές έννοιες, λ.χ. του κόκκινου και του ψηλού, υπήρχαν ανεξάρτητα από μεμονωμένα κόκκινα ή ψηλά πράγματα, και των νομιμαλιστών από την άλλη, που πίστευαν ότι αποτελούσαν απλώς ονόματα ή χαρακτηρισμούς που αποδίδονταν στα αντικείμενα για να επισημάνουν συγκεκριμένες ομοιότητες μεταξύ τους.
Η ίδια βασική διάκριση, εκφρασμένη συνήθως με όρους ρεαλισμού και αντιρεαλισμού, αντηχεί ακόμη σε πολλά πεδία της σύγχρονης φιλοσοφίας. Έτσι, μια ρεαλιστική θέση υποστηρίζει ότι υπάρχουν οντότητες «εκεί έξω» στον κόσμο -φυσικά αντικείμενα, ηθικά δεδομένα ή μαθηματικές ιδιότητες- που υπάρχουν ανεξάρτητα από το αν τις γνωρίζουμε ή τις βιώνουμε εμείς. Διαφωνώντας με αυτή την αντίληψη, άλλοι φιλόσοφοι, γνωστοί ως αντιρεαλιστές προτείνουν ότι υπάρχει μια αναγκαία και εσωτερική σύνδεση ή σχέση μεταξύ κάποιου πράγματος που είναι γνωστό και της δικής μας γνώσης γι’ αυτό. Οι βασικοί όροι αυτής της αντιπαράθεσης τέθηκαν δυο χιλιάδες χρόνια πριν, από τον Πλάτωνα, έναν από τους πρώτους και ανένδοτους ρεαλιστές, με τη φιλοσοφική έννοια του όρου.
Προς υπεράσπιση του Σωκράτη
Με την Αλληγορία του Σπηλαίου ο Πλάτων επιδιώκει να κάνει κάτι περισσότερο από το να διασαφηνίσει τις ιδιαίτερες απόψεις του για την πραγματικότητα και τη γνώση που έχουμε γι’ αυτήν, κάτι που καθίσταται σαφές στο τελευταίο μέρος της διήγησης. Έχοντας αναδυθεί στον εξωτερικό κόσμο και αναγνωρίσει τη φύση της απόλυτης αλήθειας και πραγματικότητας, ο ελεύθερος πλέον δεσμώτης αδημονεί να επιστρέψει στο σπήλαιο και να απαλλάξει από την πλάνη τους τους αδαείς πρώην συγκρατούμενούς του. Όμως, συνηθισμένος όπως είναι πια στο λαμπρό φως του εξωτερικού κόσμου, στην αρχή παραπατά στα σκοτάδια του σπηλαίου και θεωρείται ανόητος από τους δεσμώτες. Πιστεύουν ότι το ταξίδι του τον κατέστρεψε, δεν θέλουν να τον ακούσουν και πολλοί ίσως προσπαθήσουν να τον σκοτώσουν αν επιμείνει. Σε αυτό το απόσπασμα, ο Πλάτων αναφέρεται στα συνήθη δεινοπαθήματα -τον εμπαιγμό και την απόρριψη που βιώνει ο φιλόσοφος κατά την προσπάθεια του να διαφωτίσει τους απλούς ανθρώπους και να τους στρέψει στο μονοπάτι της γνώσης και της σοφίας. Και συγκεκριμένα, φέρνει στον νου του την μοίρα του δασκάλου του του Σωκράτη (βασικό εκφραστή των ιδεών του στην Πολιτεία και στους περισσότερους διαλόγους του), ο οποίος σε όλη τη διάρκεια της ζωής του αρνήθηκε να μετριάσει τα ανατρεπτικά φιλοσοφικά του διδάγματα και τελικά εκτελέστηκε το 399 π.Χ. από την πολιτεία των Αθηνών.
Στην κοινή κουλτούρα
Σαφής απόηχους της κουλτούρας του Σπηλαίου του Πλάτωνα βρίσκουμε στο έργο του Κ. Σ. Λιούις, του συγγραφέα των επτά μυθιστορημάτων φαντασίας που συναποτελούν Τα χρονικά της Νάρνια. Στο τέλος του τελευταίου βιβλίου, Η Τελική Μάχη, τα παιδιά που πρωταγωνιστούν στις ιστορίες γίνονται μάρτυρες της καταστροφής της Νάρνια και μπαίνουν στη χώρα του Ασλάν, μια πανέμορφη χώρα που συνδυάζει τα καλύτερα στοιχεία από την παλιά Νάρνια και της Αγγλίας των αναμνήσεών τους. Τα παιδιά τελικά ανακαλύπτουν ότι στην πραγματικότητα έχουν πεθάνει και έχουν διασχίσει τη «Χώρα της Σκιάς» η οποία δεν ήταν παρά μια χλωμή απομίμηση του αιώνιου και αμετάβλητου κόσμου στον οποίο κατοικούσαν τώρα. Παρά το σαφές χριστιανικό μήνυμα, η επίδραση του Πλάτωνα είναι εμφανής -ένα από τα άπειρα παραδείγματα της τεράστιας (και συχνά απρόσμενης) επιρροής που είχε ο αρχαίος αυτός Έλληνας φιλόσοφος στον δυτικό πολιτισμό και στη θρησκεία και την τέχνη του.
Επιμύθιο:
Η γήινη γνώση είναι μια φευγαλέα σκιά
Η πιο γνωστή, ενδεχομένως, από τις πολλές μεταφορές και αναλογίες που χρησιμοποιεί ο Πλάτων, η Αλληγορία του Σπηλαίου, εμφανίζεται στο Έβδομο Βιβλίο του έργου του Πολιτεία, το μνημειώδες έργο στο οποίο διερευνά τη μορφή της ιδανικής πολιτείας και τον ιδεώδη κυβερνήτη της - τον φιλόσοφο βασιλιά. Η αιτιολόγηση της παράδοσης των σκήπτρων της εξουσίας στους φιλοσόφους που παρουσιάζει ο Πλάτων, βασίζεται σε μια λεπτομερειακή διερεύνηση των εννοιών της αλήθειας και της γνώσης και σε αυτό το νοηματικό πλαίσιο είναι που χρησιμοποιεί την Αλληγορία του Σπηλαίου.
Τώρα ας υποθέσουμε ότι απελευθερώνεσαι από τα δεσμά σου και περιφέρεσαι ελεύθερος στο σπήλαιο. Αρχικά η λάμψη της φωτιάς θα σε τύφλωνε, αλλά σταδιακά θα αρχίζεις να διακρίνεις το σπήλαιο και να κατανοείς την προέλευση των σκιών που προηγουμένως νόμιζες ως πραγματικές. Και τελικά σου επιτρέπεται να βγεις από το σπήλαιο στον εξωτερικό ηλιόφωτο κόσμο, όπου βλέπεις ολόκληρη ην πραγματικότητα φωτισμένη από το λαμπρότερο αντικείμενο στα ουράνια, τον Ήλιο.
Ερμηνεία της αλληγορίας
Η ακριβής ερμηνεία της αλληγορίας του σπηλαίου του Πλάτωνα έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών αντιπαραθέσεων, αλλά το γενικό νόημα είναι αρκετά σαφές. Το σπήλαιο αντιπροσωπεύει «τον κόσμο του Γίγνεσθαι» - τον ορατό κόσμο της καθημερινής μας εμπειρίας, όπου τα πάντα είναι ατελή και μεταβάλλονται συνεχώς.
Οι δεσμώτες (που συμβολίζουν τους απλούς ανθρώπους) ζουν σε ένα κόσμο εικασιών και ψευδαισθήσεων, ενώ ο πρώην δεσμώτης, ελεύθερος πλέον να περιφέρεται στο σπήλαιο, αποκτά την κατά το δυνατόν πιο ακριβή αντίληψη της πραγματικότητας μέσα στον συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο της αντίληψης και της εμπειρίας. Σε αντιδιαστολή, ο κόσμος έξω από το σπήλαιο αντιπροσωπεύει «τον κόσμο του Όντος» - τον κόσμο της αλήθειας που γίνεται αντιληπτός μέσω της λογικής και αποτελείται από τα αντικείμενα της γνώσης, που είναι τέλεια, αιώνια και αμετάβλητα.
Η θεωρία των Ιδεών
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ό,τι είναι γνώση δεν πρέπει να είναι μόνο αληθές, αλλά επίσης τέλειο και αμετάβλητο. Ωστόσο, τίποτα που βρίσκεται στον εμπειρικό κόσμο (που αντιπροσωπεύει η ζωή εντός του σπηλαίου) δεν ικανοποιεί αυτή την περιγραφή: ένα ψηλό άτομο είναι κοντό αν σταθεί δίπλα σε ένα δέντρο· ένα μήλο που φαίνεται κόκκινο το μεσημέρι μοιάζει μαύρο όταν σουρουπώσει, και ούτω καθεξής. Αφού τίποτα στον εμπειρικό κόσμο δεν αποτελεί αντικείμενο γνώσης, ο Πλάτων προτείνει την ύπαρξη ενός άλλου κόσμου (του κόσμου εκτός του σπηλαίου) που αποτελείται από τέλειες και αμετάβλητες οντότητες τις οποίες ονομάζει Ιδέες (Πρότυπα). Έτσι για παράδειγμα, όλες οι μεμονωμένες δίκαιες πράξεις είναι δίκαιες επειδή μιμούνται ή αναπαράγουν την Ιδέα (Πρότυπο) της Δικαιοσύνης. Όπως υποδηλώνει η Αλληγορία του Σπηλαίου, υπάρχει ιεραρχία μεταξύ των Ιδεών και κυρίαρχη είναι η Ιδέα του Αγαθού (που αντιπροσωπεύεται από τον Ήλιο), η οποία προσδίδει στις υπόλοιπες το τελικός τους νόημα και αποτελεί τη βάση της ύπαρξής τους.
Πλατωνικός έρωτας
Η ιδέα με την οποία συνδέεται σήμερα ο Πλάτων περισσότερο από κάθε άλλη -η ιδέα του αποκαλούμενου πλατωνικού έρωτα- αποτελεί φυσική απόρροια της οξείας αντιδιαστολής που γίνεται στην Αλληγορία του Σπηλαίου μεταξύ του κόσμου της νόησης και του κόσμου των αισθήσεων. Η κλασική διατύπωση της ιδέας ότι το τελειότερο είδος έρωτα εκφράζεται, όχι σωματικά αλλά διανοητικά εμφανίζεται σε ένα άλλο πλατωνικό διάλογο, το Συμπόσιο.
Το πρόβλημα των καθολικών εννοιών
Η θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα και η μεταφυσική βάση στην οποία στηρίζεται μπορεί να μοιάζει αλλόκοτη και υπερβολικά εξεζητημένη, αλλά το πρόβλημα που επιδιώκει να λύσει -το αποκαλούμενο «πρόβλημα των καθολικών εννοιών»- έχει αποτελέσει έκτοτε, με τη μια ή την άλλη μορφή, κυρίαρχο θέμα στη φιλοσοφία. Στις φιλοσοφικές μάχες της εποχής του Μεσαίωνα υπήρχαν δυο στρατόπεδα: των ρεαλιστών (ή πλατωνιστών) από τη μια, που πίστευαν ότι οι καθολικές έννοιες, λ.χ. του κόκκινου και του ψηλού, υπήρχαν ανεξάρτητα από μεμονωμένα κόκκινα ή ψηλά πράγματα, και των νομιμαλιστών από την άλλη, που πίστευαν ότι αποτελούσαν απλώς ονόματα ή χαρακτηρισμούς που αποδίδονταν στα αντικείμενα για να επισημάνουν συγκεκριμένες ομοιότητες μεταξύ τους.
Η ίδια βασική διάκριση, εκφρασμένη συνήθως με όρους ρεαλισμού και αντιρεαλισμού, αντηχεί ακόμη σε πολλά πεδία της σύγχρονης φιλοσοφίας. Έτσι, μια ρεαλιστική θέση υποστηρίζει ότι υπάρχουν οντότητες «εκεί έξω» στον κόσμο -φυσικά αντικείμενα, ηθικά δεδομένα ή μαθηματικές ιδιότητες- που υπάρχουν ανεξάρτητα από το αν τις γνωρίζουμε ή τις βιώνουμε εμείς. Διαφωνώντας με αυτή την αντίληψη, άλλοι φιλόσοφοι, γνωστοί ως αντιρεαλιστές προτείνουν ότι υπάρχει μια αναγκαία και εσωτερική σύνδεση ή σχέση μεταξύ κάποιου πράγματος που είναι γνωστό και της δικής μας γνώσης γι’ αυτό. Οι βασικοί όροι αυτής της αντιπαράθεσης τέθηκαν δυο χιλιάδες χρόνια πριν, από τον Πλάτωνα, έναν από τους πρώτους και ανένδοτους ρεαλιστές, με τη φιλοσοφική έννοια του όρου.
Προς υπεράσπιση του Σωκράτη
Με την Αλληγορία του Σπηλαίου ο Πλάτων επιδιώκει να κάνει κάτι περισσότερο από το να διασαφηνίσει τις ιδιαίτερες απόψεις του για την πραγματικότητα και τη γνώση που έχουμε γι’ αυτήν, κάτι που καθίσταται σαφές στο τελευταίο μέρος της διήγησης. Έχοντας αναδυθεί στον εξωτερικό κόσμο και αναγνωρίσει τη φύση της απόλυτης αλήθειας και πραγματικότητας, ο ελεύθερος πλέον δεσμώτης αδημονεί να επιστρέψει στο σπήλαιο και να απαλλάξει από την πλάνη τους τους αδαείς πρώην συγκρατούμενούς του. Όμως, συνηθισμένος όπως είναι πια στο λαμπρό φως του εξωτερικού κόσμου, στην αρχή παραπατά στα σκοτάδια του σπηλαίου και θεωρείται ανόητος από τους δεσμώτες. Πιστεύουν ότι το ταξίδι του τον κατέστρεψε, δεν θέλουν να τον ακούσουν και πολλοί ίσως προσπαθήσουν να τον σκοτώσουν αν επιμείνει. Σε αυτό το απόσπασμα, ο Πλάτων αναφέρεται στα συνήθη δεινοπαθήματα -τον εμπαιγμό και την απόρριψη που βιώνει ο φιλόσοφος κατά την προσπάθεια του να διαφωτίσει τους απλούς ανθρώπους και να τους στρέψει στο μονοπάτι της γνώσης και της σοφίας. Και συγκεκριμένα, φέρνει στον νου του την μοίρα του δασκάλου του του Σωκράτη (βασικό εκφραστή των ιδεών του στην Πολιτεία και στους περισσότερους διαλόγους του), ο οποίος σε όλη τη διάρκεια της ζωής του αρνήθηκε να μετριάσει τα ανατρεπτικά φιλοσοφικά του διδάγματα και τελικά εκτελέστηκε το 399 π.Χ. από την πολιτεία των Αθηνών.
Στην κοινή κουλτούρα
Σαφής απόηχους της κουλτούρας του Σπηλαίου του Πλάτωνα βρίσκουμε στο έργο του Κ. Σ. Λιούις, του συγγραφέα των επτά μυθιστορημάτων φαντασίας που συναποτελούν Τα χρονικά της Νάρνια. Στο τέλος του τελευταίου βιβλίου, Η Τελική Μάχη, τα παιδιά που πρωταγωνιστούν στις ιστορίες γίνονται μάρτυρες της καταστροφής της Νάρνια και μπαίνουν στη χώρα του Ασλάν, μια πανέμορφη χώρα που συνδυάζει τα καλύτερα στοιχεία από την παλιά Νάρνια και της Αγγλίας των αναμνήσεών τους. Τα παιδιά τελικά ανακαλύπτουν ότι στην πραγματικότητα έχουν πεθάνει και έχουν διασχίσει τη «Χώρα της Σκιάς» η οποία δεν ήταν παρά μια χλωμή απομίμηση του αιώνιου και αμετάβλητου κόσμου στον οποίο κατοικούσαν τώρα. Παρά το σαφές χριστιανικό μήνυμα, η επίδραση του Πλάτωνα είναι εμφανής -ένα από τα άπειρα παραδείγματα της τεράστιας (και συχνά απρόσμενης) επιρροής που είχε ο αρχαίος αυτός Έλληνας φιλόσοφος στον δυτικό πολιτισμό και στη θρησκεία και την τέχνη του.
Επιμύθιο:
Η γήινη γνώση είναι μια φευγαλέα σκιά
ΠΛΑΤΩΝ: Συμπόσιον (212c-213e)
Εἰπόντος δὲ ταῦτα τοῦ Σωκράτους τοὺς μὲν ἐπαινεῖν, τὸν δὲ Ἀριστοφάνη λέγειν τι ἐπιχειρεῖν, ὅτι ἐμνήσθη αὐτοῦ λέγων ὁ Σωκράτης περὶ τοῦ λόγου· καὶ ἐξαίφνης τὴν αὔλειον θύραν κρουομένην πολὺν ψόφον παρασχεῖν ὡς κωμαστῶν, καὶ αὐλητρίδος φωνὴν ἀκούειν. τὸν οὖν Ἀγάθωνα, Παῖδες, φάναι, [212d] οὐ σκέψεσθε; καὶ ἐὰν μέν τις τῶν ἐπιτηδείων ᾖ, καλεῖτε· εἰ δὲ μή, λέγετε ὅτι οὐ πίνομεν ἀλλ᾽ ἀναπαυόμεθα ἤδη.
Καὶ οὐ πολὺ ὕστερον Ἀλκιβιάδου τὴν φωνὴν ἀκούειν ἐν τῇ αὐλῇ σφόδρα μεθύοντος καὶ μέγα βοῶντος, ἐρωτῶντος ὅπου Ἀγάθων καὶ κελεύοντος ἄγειν παρ᾽ Ἀγάθωνα. ἄγειν οὖν αὐτὸν παρὰ σφᾶς τήν τε αὐλητρίδα ὑπολαβοῦσαν καὶ ἄλλους τινὰς τῶν ἀκολούθων, καὶ ἐπιστῆναι ἐπὶ τὰς θύρας [212e] ἐστεφανωμένον αὐτὸν κιττοῦ τέ τινι στεφάνῳ δασεῖ καὶ ἴων, καὶ ταινίας ἔχοντα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς πάνυ πολλάς, καὶ εἰπεῖν· Ἄνδρες, χαίρετε· μεθύοντα ἄνδρα πάνυ σφόδρα δέξεσθε συμπότην, ἢ ἀπίωμεν ἀναδήσαντες μόνον Ἀγάθωνα, ἐφ᾽ ᾧπερ ἤλθομεν; ἐγὼ γάρ τοι, φάναι, χθὲς μὲν οὐχ οἷός τ᾽ ἐγενόμην ἀφικέσθαι, νῦν δὲ ἥκω ἐπὶ τῇ κεφαλῇ ἔχων τὰς ταινίας, ἵνα ἀπὸ τῆς ἐμῆς κεφαλῆς τὴν τοῦ σοφωτάτου καὶ καλλίστου κεφαλὴν ἐὰν εἴπω οὑτωσὶ ἀναδήσω. ἆρα καταγελάσεσθέ μου ὡς μεθύοντος; ἐγὼ δέ, κἂν ὑμεῖς [213a] γελᾶτε, ὅμως εὖ οἶδ᾽ ὅτι ἀληθῆ λέγω. ἀλλά μοι λέγετε αὐτόθεν, ἐπὶ ῥητοῖς εἰσίω ἢ μή; συμπίεσθε ἢ οὔ;
Πάντας οὖν ἀναθορυβῆσαι καὶ κελεύειν εἰσιέναι καὶ κατακλίνεσθαι, καὶ τὸν Ἀγάθωνα καλεῖν αὐτόν. καὶ τὸν ἰέναι ἀγόμενον ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, καὶ περιαιρούμενον ἅμα τὰς ταινίας ὡς ἀναδήσοντα, ἐπίπροσθε τῶν ὀφθαλμῶν ἔχοντα οὐ κατιδεῖν τὸν Σωκράτη, ἀλλὰ καθίζεσθαι παρὰ τὸν [213b] Ἀγάθωνα ἐν μέσῳ Σωκράτους τε καὶ ἐκείνου· παραχωρῆσαι γὰρ τὸν Σωκράτη ὡς ἐκεῖνον κατιδεῖν. παρακαθεζόμενον δὲ αὐτὸν ἀσπάζεσθαί τε τὸν Ἀγάθωνα καὶ ἀναδεῖν.
Εἰπεῖν οὖν τὸν Ἀγάθωνα Ὑπολύετε, παῖδες, Ἀλκιβιάδην, ἵνα ἐκ τρίτων κατακέηται.
Πάνυ γε, εἰπεῖν τὸν Ἀλκιβιάδην· ἀλλὰ τίς ἡμῖν ὅδε τρίτος συμπότης; καὶ ἅμα μεταστρεφόμενον αὐτὸν ὁρᾶν τὸν Σωκράτη, ἰδόντα δὲ ἀναπηδῆσαι καὶ εἰπεῖν Ὦ Ἡράκλεις, τουτὶ τί ἦν; Σωκράτης οὗτος; ἐλλοχῶν αὖ με ἐνταῦθα [213c] κατέκεισο, ὥσπερ εἰώθεις ἐξαίφνης ἀναφαίνεσθαι ὅπου ἐγὼ ᾤμην ἥκιστά σε ἔσεσθαι. καὶ νῦν τί ἥκεις; καὶ τί αὖ ἐνταῦθα κατεκλίνης; ὡς οὐ παρὰ Ἀριστοφάνει οὐδὲ εἴ τις ἄλλος γελοῖος ἔστι τε καὶ βούλεται, ἀλλὰ διεμηχανήσω ὅπως παρὰ τῷ καλλίστῳ τῶν ἔνδον κατακείσῃ.
Καὶ τὸν Σωκράτη, Ἀγάθων, φάναι, ὅρα εἴ μοι ἐπαμύνεις· ὡς ἐμοὶ ὁ τούτου ἔρως τοῦ ἀνθρώπου οὐ φαῦλον πρᾶγμα γέγονεν. ἀπ᾽ ἐκείνου γὰρ τοῦ χρόνου, ἀφ᾽ οὗ τούτου [213d] ἠράσθην, οὐκέτι ἔξεστίν μοι οὔτε προσβλέψαι οὔτε διαλεχθῆναι καλῷ οὐδ᾽ ἑνί, ἢ οὑτοσὶ ζηλοτυπῶν με καὶ φθονῶν θαυμαστὰ ἐργάζεται καὶ λοιδορεῖταί τε καὶ τὼ χεῖρε μόγις ἀπέχεται. ὅρα οὖν μή τι καὶ νῦν ἐργάσηται, ἀλλὰ διάλλαξον ἡμᾶς, ἢ ἐὰν ἐπιχειρῇ βιάζεσθαι, ἐπάμυνε, ὡς ἐγὼ τὴν τούτου μανίαν τε καὶ φιλεραστίαν πάνυ ὀρρωδῶ.
Ἀλλ᾽ οὐκ ἔστι, φάναι τὸν Ἀλκιβιάδην, ἐμοὶ καὶ σοὶ διαλλαγή. ἀλλὰ τούτων μὲν εἰς αὖθίς σε τιμωρήσομαι· νῦν [213e] δέ μοι, Ἀγάθων, φάναι, μετάδος τῶν ταινιῶν, ἵνα ἀναδήσω καὶ τὴν τούτου ταυτηνὶ τὴν θαυμαστὴν κεφαλήν, καὶ μή μοι μέμφηται ὅτι σὲ μὲν ἀνέδησα, αὐτὸν δὲ νικῶντα ἐν λόγοις πάντας ἀνθρώπους, οὐ μόνον πρῴην ὥσπερ σύ, ἀλλ᾽ ἀεί, ἔπειτα οὐκ ἀνέδησα. καὶ ἅμ᾽ αὐτὸν λαβόντα τῶν ταινιῶν ἀναδεῖν τὸν Σωκράτη καὶ κατακλίνεσθαι.
Πάντας οὖν ἀναθορυβῆσαι καὶ κελεύειν εἰσιέναι καὶ κατακλίνεσθαι, καὶ τὸν Ἀγάθωνα καλεῖν αὐτόν. καὶ τὸν ἰέναι ἀγόμενον ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, καὶ περιαιρούμενον ἅμα τὰς ταινίας ὡς ἀναδήσοντα, ἐπίπροσθε τῶν ὀφθαλμῶν ἔχοντα οὐ κατιδεῖν τὸν Σωκράτη, ἀλλὰ καθίζεσθαι παρὰ τὸν [213b] Ἀγάθωνα ἐν μέσῳ Σωκράτους τε καὶ ἐκείνου· παραχωρῆσαι γὰρ τὸν Σωκράτη ὡς ἐκεῖνον κατιδεῖν. παρακαθεζόμενον δὲ αὐτὸν ἀσπάζεσθαί τε τὸν Ἀγάθωνα καὶ ἀναδεῖν.
Εἰπεῖν οὖν τὸν Ἀγάθωνα Ὑπολύετε, παῖδες, Ἀλκιβιάδην, ἵνα ἐκ τρίτων κατακέηται.
Πάνυ γε, εἰπεῖν τὸν Ἀλκιβιάδην· ἀλλὰ τίς ἡμῖν ὅδε τρίτος συμπότης; καὶ ἅμα μεταστρεφόμενον αὐτὸν ὁρᾶν τὸν Σωκράτη, ἰδόντα δὲ ἀναπηδῆσαι καὶ εἰπεῖν Ὦ Ἡράκλεις, τουτὶ τί ἦν; Σωκράτης οὗτος; ἐλλοχῶν αὖ με ἐνταῦθα [213c] κατέκεισο, ὥσπερ εἰώθεις ἐξαίφνης ἀναφαίνεσθαι ὅπου ἐγὼ ᾤμην ἥκιστά σε ἔσεσθαι. καὶ νῦν τί ἥκεις; καὶ τί αὖ ἐνταῦθα κατεκλίνης; ὡς οὐ παρὰ Ἀριστοφάνει οὐδὲ εἴ τις ἄλλος γελοῖος ἔστι τε καὶ βούλεται, ἀλλὰ διεμηχανήσω ὅπως παρὰ τῷ καλλίστῳ τῶν ἔνδον κατακείσῃ.
Καὶ τὸν Σωκράτη, Ἀγάθων, φάναι, ὅρα εἴ μοι ἐπαμύνεις· ὡς ἐμοὶ ὁ τούτου ἔρως τοῦ ἀνθρώπου οὐ φαῦλον πρᾶγμα γέγονεν. ἀπ᾽ ἐκείνου γὰρ τοῦ χρόνου, ἀφ᾽ οὗ τούτου [213d] ἠράσθην, οὐκέτι ἔξεστίν μοι οὔτε προσβλέψαι οὔτε διαλεχθῆναι καλῷ οὐδ᾽ ἑνί, ἢ οὑτοσὶ ζηλοτυπῶν με καὶ φθονῶν θαυμαστὰ ἐργάζεται καὶ λοιδορεῖταί τε καὶ τὼ χεῖρε μόγις ἀπέχεται. ὅρα οὖν μή τι καὶ νῦν ἐργάσηται, ἀλλὰ διάλλαξον ἡμᾶς, ἢ ἐὰν ἐπιχειρῇ βιάζεσθαι, ἐπάμυνε, ὡς ἐγὼ τὴν τούτου μανίαν τε καὶ φιλεραστίαν πάνυ ὀρρωδῶ.
Ἀλλ᾽ οὐκ ἔστι, φάναι τὸν Ἀλκιβιάδην, ἐμοὶ καὶ σοὶ διαλλαγή. ἀλλὰ τούτων μὲν εἰς αὖθίς σε τιμωρήσομαι· νῦν [213e] δέ μοι, Ἀγάθων, φάναι, μετάδος τῶν ταινιῶν, ἵνα ἀναδήσω καὶ τὴν τούτου ταυτηνὶ τὴν θαυμαστὴν κεφαλήν, καὶ μή μοι μέμφηται ὅτι σὲ μὲν ἀνέδησα, αὐτὸν δὲ νικῶντα ἐν λόγοις πάντας ἀνθρώπους, οὐ μόνον πρῴην ὥσπερ σύ, ἀλλ᾽ ἀεί, ἔπειτα οὐκ ἀνέδησα. καὶ ἅμ᾽ αὐτὸν λαβόντα τῶν ταινιῶν ἀναδεῖν τὸν Σωκράτη καὶ κατακλίνεσθαι.
***
Εγκώμιο του Σωκράτη από τον Αλκιβιάδη
2. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΕΠΑΙΝΟΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ
ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Αυτά είπε ο Σωκράτης, όπως μου τα διηγήθηκε ο Αριστόδημος· κι οι άλλοι συμπότες τού απηύθυναν επαίνους, ενώ ο Αριστοφάνης πήγε κάτι να πει, επειδή ο Σωκράτης στο λόγο του έκανε κάποιον υπαινιγμό στη δική του ομιλία, όταν ξαφνικά χτυπήματα σαν από γλεντοκόπους στην αυλόπορτα ξεσήκωσαν μεγάλο θόρυβο κι ακούστηκε φωνή αυλητρίδας. Λοιπόν ο Αγάθων φώναξε: «Παιδιά, [212d] τί κάθεστε; ρίξτε μια ματιά κι αν είναι κάποιος δικός μας, καλέστε τον μέσα· ειδάλλως, πέστε ότι δεν πίνουμε, αλλά τώρα πια λέμε να ξεκουραστούμε».
Και σε λίγο ακούστηκε η φωνή του Αλκιβιάδη στην αυλή, που, τύφλα στο μεθύσι, χαλούσε τον κόσμο με τις κραυγές του, να ρωτά: «Πού είναι ο Αγάθων;» και να προστάζει να τον οδηγήσουν στον Αγάθωνα. Πράγματι, τον πήραν και τον πήγαιναν μέσα η αυλητρίδα, υποβαστάζοντάς τον, και κάποιοι άλλοι από την ακολουθία του· πρόβαλε όρθιος στην πόρτα, [212e] στεφανωμένος με πυκνό στεφάνι από φύλλα κισσού και μενεξέδες, με το κεφάλι φορτωμένο με πάρα πολλές ταινίες, και είπε: «Παίδες, γεια σας! Θα δεχτείτε στην παρέα σας, συμπότη, έναν άνθρωπο τύφλα στο μεθύσι ή μια στιγμή μόνο να στεφανώσουμε τον Αγάθωνα —αυτό μας έφερε εδώ— και να σηκωθούμε να φύγουμε; Γιατί εγώ, είπε, χτες δεν μπόρεσα να έρθω, αλλά ήρθα τώρα με το κεφάλι φορτωμένο με ταινίες, για να τις πάρω απ᾽ το κεφάλι μου και να στεφανώσω την κεφαλή του —πώς αλλιώς να το πω;— σοφότατου και ωραιότατου. Λέτε να γελάσετε με την καρδιά σας, έτσι που με βλέπετε μεθυσμένο; Γελάτε όσο θέλετε, [213a] εγώ όμως έχω τη συναίσθηση ότι λέω την αλήθεια. Αλλά πείτε μου, εδώ και τώρα, να μπω —αλλά με τους όρους μου!— ή να μην μπω; Θα πιείτε μαζί μου, ναι ή όχι;»
Λοιπόν όλοι ξέσπασαν σ᾽ επευφημίες και τον καλούσαν να περάσει μέσα και να ξαπλώσει κι ο Αγάθων τον φώναξε κοντά του. Κι αυτός, οδηγούμενος από τους υπηρέτες, προχώρησε και ξετύλιγε απ᾽ το κεφάλι του τις ταινίες, για να στεφανώσει τον Αγάθωνα· και, καθώς αυτές έπεφταν μπροστά στα μάτια του, δεν είδε τον Σωκράτη, αλλά πήρε θέση δίπλα [213b] στον Αγάθωνα, ανάμεσα στον Σωκράτη κι εκείνον· γιατί ο Σωκράτης παραμέρισε, για να κάνει τόπο να ξαπλώσει κι αυτός. Πήρε θέση λοιπόν δίπλα στον Αγάθωνα ο Αλκιβιάδης, τον ασπάστηκε και τον στεφάνωσε.
Λοιπόν ο Αγάθων είπε: «Παιδιά, λύστε τα σαντάλια του Αλκιβιάδη, για να ξαπλώσει εδώ, τρίτος ανάμεσά μας!».
«Λαμπρά! είπε ο Αλκιβιάδης· αλλά ποιός είναι ετούτος ο τρίτος συμπότης στο ανάκλιντρό μας;» Και την ίδια στιγμή, έτσι που στράφηκε, είδε τον Σωκράτη· και, με το που τον είδε, πετάχτηκε όρθιος και φώναξε: «Άλλο και τούτο, Ηρακλή μου! Βρε Σωκράτη, εσύ! Μου ᾽χες στήσει καρτέρι πάλι [213c] ξαπλωμένος εδώ, όπως χίλιες φορές ξεφύτρωνες ξαφνικά εκεί που δεν πήγαινε καθόλου το μυαλό μου ότι θα βρίσκεσαι. Και τώρα, τί δουλειά έχεις εδώ; και γιατί ήρθες πάλι και ξάπλωσες σ᾽ αυτή τη θέση; Δεν πήγαινες να ξαπλώσεις δίπλα στον Αριστοφάνη ή δίπλα σε κάποιον άλλο που και είναι και θέλει να ᾽ναι γελωτοποιός, αλλά τα μαγείρεψες έτσι, ώστε να ξαπλώσεις δίπλα στον ωραιότερο της συντροφιάς!»
Κι ο Σωκράτης είπε: «Αγάθων, πάρε τα μέτρα σου να με προστατέψεις· γιατί ο έρωτας τούτου του ανθρώπου μου ᾽χει κάνει τη ζωή μαρτύριο! Γιατί απ᾽ τη μέρα που τον [213d] ερωτεύτηκα δεν έχω πια το ελεύτερο ούτε να ρίξω το βλέμμα μου ούτε να πιάσω κουβέντα με κάποιον όμορφο, αλλά ετούτος εδώ, ζηλότυπος και φοβερός, μου κάνει φριχτές σκηνές και μ᾽ ελεεινολογεί και με δυσκολία κρατά τα χέρια του απ᾽ το να με ξυλοκοπήσει. Κοίταξε λοιπόν μην κάνει και τώρα κάτι τέτοιο· βάλε το χεράκι σου να μας συμφιλιώσεις, ή, αν κάνει πως ασκεί βία επάνω μου, προστάτεψέ με, γιατί η τρομάρα μου απ᾽ τη μανία και το πάθος του για τον εραστή του δε λέγεται».
«Αλλά, είπε ο Αλκιβιάδης, συμβιβασμός ανάμεσά μας αποκλείεται. Αλλά γι᾽ αυτά αργά ή γρήγορα θα σε τιμωρήσω· όμως τώρα, [213e] Αγάθων, δώσε μου μερικές ταινίες, για να στεφανώσω κι ετούτου τούτην εδώ τη θαυμαστή κεφαλή και να μη με μέμφεται που εσένα βέβαια σε στεφάνωσα, αυτόν όμως, που στη συζήτηση νικά όλους τους ανθρώπους κι όχι μόνο, όπως εσύ, προχτές, αλλά πάντοτε, παρ᾽ όλ᾽ αυτά δεν τον στεφάνωσα». Και ταυτόχρονα πήρε μερικές ταινίες, στεφάνωσε τον Σωκράτη και ξάπλωσε.
2. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΕΠΑΙΝΟΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ
ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Αυτά είπε ο Σωκράτης, όπως μου τα διηγήθηκε ο Αριστόδημος· κι οι άλλοι συμπότες τού απηύθυναν επαίνους, ενώ ο Αριστοφάνης πήγε κάτι να πει, επειδή ο Σωκράτης στο λόγο του έκανε κάποιον υπαινιγμό στη δική του ομιλία, όταν ξαφνικά χτυπήματα σαν από γλεντοκόπους στην αυλόπορτα ξεσήκωσαν μεγάλο θόρυβο κι ακούστηκε φωνή αυλητρίδας. Λοιπόν ο Αγάθων φώναξε: «Παιδιά, [212d] τί κάθεστε; ρίξτε μια ματιά κι αν είναι κάποιος δικός μας, καλέστε τον μέσα· ειδάλλως, πέστε ότι δεν πίνουμε, αλλά τώρα πια λέμε να ξεκουραστούμε».
Και σε λίγο ακούστηκε η φωνή του Αλκιβιάδη στην αυλή, που, τύφλα στο μεθύσι, χαλούσε τον κόσμο με τις κραυγές του, να ρωτά: «Πού είναι ο Αγάθων;» και να προστάζει να τον οδηγήσουν στον Αγάθωνα. Πράγματι, τον πήραν και τον πήγαιναν μέσα η αυλητρίδα, υποβαστάζοντάς τον, και κάποιοι άλλοι από την ακολουθία του· πρόβαλε όρθιος στην πόρτα, [212e] στεφανωμένος με πυκνό στεφάνι από φύλλα κισσού και μενεξέδες, με το κεφάλι φορτωμένο με πάρα πολλές ταινίες, και είπε: «Παίδες, γεια σας! Θα δεχτείτε στην παρέα σας, συμπότη, έναν άνθρωπο τύφλα στο μεθύσι ή μια στιγμή μόνο να στεφανώσουμε τον Αγάθωνα —αυτό μας έφερε εδώ— και να σηκωθούμε να φύγουμε; Γιατί εγώ, είπε, χτες δεν μπόρεσα να έρθω, αλλά ήρθα τώρα με το κεφάλι φορτωμένο με ταινίες, για να τις πάρω απ᾽ το κεφάλι μου και να στεφανώσω την κεφαλή του —πώς αλλιώς να το πω;— σοφότατου και ωραιότατου. Λέτε να γελάσετε με την καρδιά σας, έτσι που με βλέπετε μεθυσμένο; Γελάτε όσο θέλετε, [213a] εγώ όμως έχω τη συναίσθηση ότι λέω την αλήθεια. Αλλά πείτε μου, εδώ και τώρα, να μπω —αλλά με τους όρους μου!— ή να μην μπω; Θα πιείτε μαζί μου, ναι ή όχι;»
Λοιπόν όλοι ξέσπασαν σ᾽ επευφημίες και τον καλούσαν να περάσει μέσα και να ξαπλώσει κι ο Αγάθων τον φώναξε κοντά του. Κι αυτός, οδηγούμενος από τους υπηρέτες, προχώρησε και ξετύλιγε απ᾽ το κεφάλι του τις ταινίες, για να στεφανώσει τον Αγάθωνα· και, καθώς αυτές έπεφταν μπροστά στα μάτια του, δεν είδε τον Σωκράτη, αλλά πήρε θέση δίπλα [213b] στον Αγάθωνα, ανάμεσα στον Σωκράτη κι εκείνον· γιατί ο Σωκράτης παραμέρισε, για να κάνει τόπο να ξαπλώσει κι αυτός. Πήρε θέση λοιπόν δίπλα στον Αγάθωνα ο Αλκιβιάδης, τον ασπάστηκε και τον στεφάνωσε.
Λοιπόν ο Αγάθων είπε: «Παιδιά, λύστε τα σαντάλια του Αλκιβιάδη, για να ξαπλώσει εδώ, τρίτος ανάμεσά μας!».
«Λαμπρά! είπε ο Αλκιβιάδης· αλλά ποιός είναι ετούτος ο τρίτος συμπότης στο ανάκλιντρό μας;» Και την ίδια στιγμή, έτσι που στράφηκε, είδε τον Σωκράτη· και, με το που τον είδε, πετάχτηκε όρθιος και φώναξε: «Άλλο και τούτο, Ηρακλή μου! Βρε Σωκράτη, εσύ! Μου ᾽χες στήσει καρτέρι πάλι [213c] ξαπλωμένος εδώ, όπως χίλιες φορές ξεφύτρωνες ξαφνικά εκεί που δεν πήγαινε καθόλου το μυαλό μου ότι θα βρίσκεσαι. Και τώρα, τί δουλειά έχεις εδώ; και γιατί ήρθες πάλι και ξάπλωσες σ᾽ αυτή τη θέση; Δεν πήγαινες να ξαπλώσεις δίπλα στον Αριστοφάνη ή δίπλα σε κάποιον άλλο που και είναι και θέλει να ᾽ναι γελωτοποιός, αλλά τα μαγείρεψες έτσι, ώστε να ξαπλώσεις δίπλα στον ωραιότερο της συντροφιάς!»
Κι ο Σωκράτης είπε: «Αγάθων, πάρε τα μέτρα σου να με προστατέψεις· γιατί ο έρωτας τούτου του ανθρώπου μου ᾽χει κάνει τη ζωή μαρτύριο! Γιατί απ᾽ τη μέρα που τον [213d] ερωτεύτηκα δεν έχω πια το ελεύτερο ούτε να ρίξω το βλέμμα μου ούτε να πιάσω κουβέντα με κάποιον όμορφο, αλλά ετούτος εδώ, ζηλότυπος και φοβερός, μου κάνει φριχτές σκηνές και μ᾽ ελεεινολογεί και με δυσκολία κρατά τα χέρια του απ᾽ το να με ξυλοκοπήσει. Κοίταξε λοιπόν μην κάνει και τώρα κάτι τέτοιο· βάλε το χεράκι σου να μας συμφιλιώσεις, ή, αν κάνει πως ασκεί βία επάνω μου, προστάτεψέ με, γιατί η τρομάρα μου απ᾽ τη μανία και το πάθος του για τον εραστή του δε λέγεται».
«Αλλά, είπε ο Αλκιβιάδης, συμβιβασμός ανάμεσά μας αποκλείεται. Αλλά γι᾽ αυτά αργά ή γρήγορα θα σε τιμωρήσω· όμως τώρα, [213e] Αγάθων, δώσε μου μερικές ταινίες, για να στεφανώσω κι ετούτου τούτην εδώ τη θαυμαστή κεφαλή και να μη με μέμφεται που εσένα βέβαια σε στεφάνωσα, αυτόν όμως, που στη συζήτηση νικά όλους τους ανθρώπους κι όχι μόνο, όπως εσύ, προχτές, αλλά πάντοτε, παρ᾽ όλ᾽ αυτά δεν τον στεφάνωσα». Και ταυτόχρονα πήρε μερικές ταινίες, στεφάνωσε τον Σωκράτη και ξάπλωσε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)


/Alcibiades_and_Socrates-9631c3a54fb04416bcc487f30c8f193c.jpg)






