Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2021

Αρχαίοι Έλληνες: Οινογνώστες, το κρασί στην αρχαία Ελλάδα

Η άμπελος ήταν γνωστή σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα και σε όλους τους παράκτιους θύλακες που είχαν αποικίσει οι Έλληνες, από την Καταλονία ως την Κριμαία. Στην πραγματικότητα, η κατανάλωση οίνου θεωρείτο σύμβολο της ελληνικής πολιτιστικής ταυτότητας.

Ήταν σημάδι του βαρβαρισμού τους ότι οι βάρβαροι έπιναν μπύρα. Στις περιπτώσεις που ήξεραν το κρασί – και οι Έλληνες παραδέχονταν ότι οι άλλοι πολιτισμοί δεν το αγνοούσαν εντελώς – το κακομεταχειρίζονταν.

Το κρασί το ίδιο, στην ακατέργαστη και μη αραιωμένη μορφή που σπάνια έπιναν οι Έλληνες, ήταν γλυκό και, εξαιτίας του ζεστού κλίματος και της μικρής παραγωγής, συνήθως πλησίαζε το ανώτατο όριο της κλίμακας περιεκτικότητας σε αλκοόλ, δηλαδή το 15-16%, αντί του 12,5% το οποίο θεωρείται φυσιολογικό σήμερα.

Πολύ συχνά, στην επιφάνειά του επέπλεαν στέμφυλα ή είχε μούργα και έπρεπε να το σουρώσεις πριν το ανακατέψεις ή το σερβίρεις. Επομένως, τα κόκκινα κρασιά θα πρέπει να ήταν πολύ σκουρόχρωμα και με πολλές τανίνες.


Όταν ο δίνος γεμίζει έως το χείλος, τα ζωγραφισμένα πλοία στο εσωτερικό φαινόταν να επιπλέουν στη «σκοτεινή θάλασσα του κρασιού», μια από τις πιο διάσημες ποιητικές περιγραφές του Ομήρου.

Η ευωδιά του αρχαίου κρασιού έλεγαν ότι είχε ισχυρή επίδραση στους λάτρεις του κρασιού και ενίοτε τη συνέκριναν με το άρωμα των λουλουδιών. Μερικά άλλα αρώματα όμως μπορεί να μη μας φαίνονταν οικεία στη σύγχρονη εποχή. Κατ’ αρχάς, το κρασί αποκτούσε τη γεύση του αγγείου στο οποίο το μετέφεραν ή το φύλαγαν’ και δε χρησιμοποιούσαν τότε τα δρύινα βαρέλια που χαρίζουν στα σύγχρονα κρασιά το χαρακτηριστικό άρωμα βανίλιας. Εννοούμε μυρωδιά πίσσας ή ρετσινιού, που χρησιμοποιούσαν στο σφράγισμα των αμφορέων, ενώ σε κάποιες περιστάσεις, το κρασί έπαιρνε τη μυρωδιά του πρόβιου ή κατσικίσιου δέρματος, από τους ασκούς όπου το φύλαγαν.

Μερικές φορές, σε διάφορα στάδια της διαδικασίας παρασκευής και προετοιμασίας, πρόσθεταν κι άλλα συστατικά, όπως θαλασσινό νερό, αρωματικά βότανα, μυρωδικά και, σε μια περίπτωση, μέλι και ζυμάρι.

Ο Αριστοτέλης, στη διατριβή του «Περί μέθης”, αναφέρει την οινοποσία από «ροδίτικη χυτρίδα”, στην οποία προσέθεταν ένα εκχύλισμα από μείγμα σμύρνας, σχίνου, άνθους κρόκου και Βαλσάμου κινναμώμου. Προφανώς, όταν ζεσταινόταν το αγγείο, τα μυρωδικά μείωναν τη μεθυστική δύναμη του υγρού που περιείχε.

Κατά το Μνησίθεο, έχουμε τρία διαφορετικά χρώματα κρασιού: το «μαύρο», το «άσπρο» και το «κιρρό», δηλαδή το κεχριμπαρένιο.

Τα άσπρα και τα κεχριμπαρένια κρασιά ήταν ή γλυκά ή ξηρά, τα μαύρα μπορούσαν να είναι επίσης και μέτρια. Ο Ιπποκράτης πάλι, στη διατριβή του «Περί διαίτης», διακρίνει τα κρασιά και σε «αρωματικά» ή «χωρίς άρωμα», «λεπτά» ή «παχιά», σε «δυνατά» ή «πιο αδύναμα».

Στο Ντίκιλι Τας – στον προϊστορικό οικισμό από πασσαλόπηκτες καλύβες της μέσης νεολιθικής και πρώιμης εποχής του Χαλκού (6η-3η χιλιετίες π.Χ.) κοντά στον αρχαιολογικό χώρο των Φιλίππων – βρέθηκαν 2.460 καμένοι σπόροι σταφυλιών και 300 φλούδια από σταφύλι ηλικίας 6.500 που πιθανόν χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή κρασιού, αποτελώντας τα αρχαιότερα πατημένα σταφύλια που έχουν έρθει μέχρι σήμερα στο φως.

Ο Θεόφραστος λέει ότι κάποιες φορές τα κρασιά ανακατεύονταν.

Οι Έλληνες, αντίθετα από τους Ρωμαίους που ακολούθησαν, δε φαίνεται να είχαν ιδιαίτερη προτίμηση σε συγκεκριμένες ποικιλίες, αλλά οπωσδήποτε αναγνώριζαν την αξία της παλαίωσης – κάτι που εξέπληττε τους αρχαιοδίφες ως τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν τα κρασιά χαλούσαν πολύ γρήγορα.

Αυτή η παρανόηση πρέπει να οφείλεται απλώς στο γεγονός ότι, στις αρχές του Μεσαίωνα, οι εύκολοι στο σφράγισμα πήλινοι αμφορείς έπεσαν σε δυσμένεια και αντικαταστάθηκαν από λιγότερο αεροστεγή δοχεία.

Η ηλικία του κρασιού ήταν σημαντικό ζήτημα για τους ειδήμονες κι ενέπνευσε τον καλοφαγά Αρχέστρατο να γράψει μερικούς τρομερά κακούς και περίτεχνους στίχους, οι οποίοι κάνουν τους σύγχρονους ειδήμονες να μοιάζουν εντελώς στερημένοι φαντασίας.

Μετά, αφού πιείς μια γερή γουλιά προς τιμή του Διός Σωτήρος, πρέπει να πιείς ένα παλιό κρασί, που να κουβαλάει στους ώμους του κατάλευκο κεφάλι, ένα κρασί που να έχει τους υγρούς του βοστρύχους στεφανωμένους με άσπρα λουλούδια, ένα κρασί της θαλασσοδαρμένης Λέσβου. Και επαινώ το βύβλινο κρασί της ιερής Φοινίκης, αν και δεν το συγκρίνω με το άλλο. Διότι, αν δεν το έχεις ξαναπιεί και ώσπου να το συνηθίσεις, θα σου φανεί πιο αρωματικό από της Λέσβου, γιατί διατηρεί το άρωμά του για πολύ περισσότερη ώρα, αλλά, όταν το πίνεις συχνά, θα σου φανεί πολύ κατώτερο, ενώ n εκτίμηση σου για το λεσβιακό θα ανέβει στα ύψη, αφού είναι ανώτερο όχι μόνο από κάθε άλλο κρασί αλλά κι απ’ την αμβροσία. Και μερικοί αλαζονικοί πομφόλυγες μπορεί να πουν περιφρονητικά ότι το φοινικικό είναι το γλυκύτερο απ’ όλα τα κρασιά, αλλά εγώ δε θα τους δώσω σημασία. Το κρασί της Θάσου είναι κατάλλnλο για ευγενική οινοποσία, αρκεί να είναι παλιό, φορτωμένο με πολλές χρονιές. Η ιδιότητα του κρασιού να βελτιώνεται όσο παλιώνει προκάλεσε κάποιες δυσμενείς για το ανθρώπινο είδος συγκρίσεις. Ο ήρωας ενός έργου του Ευβούλου, για παράδειγμα, παρατηρεί πως οι εταίρες εκτιμούν το παλιό κρασί, αλλά όχι τους ηλικιωμένους άντρες.

Σ’ ένα απόσπασμα του Κρατίνου, βρίσκουμε μια πιο εκλεπτυσμένη σύγκριση με την ανθρώπινη ζωή. Ο Κρατίνος μιλάει για «οίνο μενδαίο που ενnλικιώνεται” (ηβώvτα, στην κυριολεξία θαλερό ή έφηβο) και μας θυμίζει έτσι τα σύγχρονα διαγράμματα ωριμότητας της «ζωής” ενός κρασιού, τα οποία χωρίζουν τις περιόδους ωρίμανσης σε: «στη στιγμή του”, «στην κατάλληλη στιγμή του”, «κουρασμένο” «έχει ξεπεράσει τα όριά του.

Ο κύριος όγκος του κρασιού που κατανάλωναν οι Έλληνες ήταν κοινό κρασί τοπικής παραγωγής, από τη συγκομιδή μικρών ανειδίκευτων κτημάτων. Οι Αθηναίοι αποκαλούσαν αυτό το κρασί τρικότυλο ή «κρασί του λίτρου” (κυριολεκτικά ίσο με τρεις κοτύλες, δηλ. τρία μικρά ποτήρια), επειδή, σύμφωνα με το λεξικογράφο Ησύχιο, μπορούσες να αγοράσεις τρεις κοτύλες μ’ έναν οβολό μόνο. Μερικά εντούτοις ήταν πολύ υψηλότερης ποιότητας, εισάγονταν από περιοχές διάσημες για τα κρασιά τους και καλλιεργούνταν σε μεγάλα κτήματα.

Τέτοια κρασιά συναντάμε συχνά στις κωμωδίες, σε λίστες μαζί με άλλες λιχουδιές, αν και στην ανώτατη Βαθμίδα Βρίσκουμε λιγότερα είδη κρασιών παρά ψαριών, για παράδειγμα, κατ’ επιταγή των ποιητών – τα κρασιά σπάνια ξεπερνούν τα τρία ή τέσσερα τη φορά. Δε συμφωνούν όλες οι πηγές μας για το ποια ήταν τα κορυφαία κρασιά, αλλά τα κρασιά της Θάσου, της Χίου και της Μένδης, πόλης της Χαλκιδικής, θεωρούνταν τα διαπρεπέστερα της κλασικής περιόδου για τους περισσότερους. Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσουμε τα κρασιά της Λέσβου, τα οποία Βρίσκουμε σποραδικά στις λίστες από πολύ νωρίς, από τις αρχές του 5ου αιώνα, αν και ο Πλίνιος πιστεύει ότι η φήμη τους χρονολογείται από τα τέλη του 4ου. Οι ήρωες των θεατρικών έργων διαπραγματεύονται άνετα τις περίεργες ιδιότητες κάθε κρασιού, το χαρακτηριστικό χρώμα και άρωμά του, τη γλυκύτητά του, όπως στο λόγο του Διονύσου από ένα έργο του Ερμίππου:

Με το κρασί της Μένδης, οι θεοί μουσκεύουν τα μαλακά τους τα στρώματα. Και μετά είναι ένα κρασί της Μαγνησίας, απαλό κι ευχάριστο (μειλιχόδωρον], κι ένα θασιώτικο, που στην επιφάνειά του γλιστράει το άρωμα των μήλων’ αυτό κρίνω ως το καλύτερο απ’ όλα τα κρασιά, εκτός από το άψογο κρασί της Χίου, που διώχνει κάθε πόνο.

Ίχνη της δημοτικότητας των καλών κρασιών της κλασικής περιόδου δε Βρίσκουμε μόνο στα υπολείμματα της αρχαίας γραμματείας, αλλά και σε θραύσματα αμφορέων που Βρέθηκαν στην Αγορά της Αθήνας και αλλού. Καθεμιά από τις σημαντικές πόλεις που έκαναν εξαγωγή κρασιών εμφιάλωνε την παραγωγή της σε χαρακτηριστικά αγγεία που είχαν πάνω κάτω ομοιόμορφο σχήμα, όπως μπορούν να διακρίνουν οι αρχαιολόγοι.

Οι Χίοι μάλιστα χρησιμοποιούσαν τους αμφορείς τους ως διακριτικό σύμβολο στο νόμισμά τους. Έτσι επιβεβαιώνεται αυτό που υπονοούν τα αποσπάσματα των κωμωδιών, ότι τα κρασιά των πόλεων αυτών ήταν ειδικά προϊόντα, με αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά. Μερικές πόλεις ειδικεύονταν στην παραγωγή ενός είδους κρασιού μόνο, άλλες παρήγαγαν περισσότερα. Το χιώτικο κρασί, για παράδειγμα, έβγαινε σε τρεις τύπους: αυστηρό (ξηρό), γλυκάξον (γλυκό) και ένα ονομαζόμενο αυτόκρατο, κάτι ανάμεσα στα δύο.

Η ιδιαιτερότητα αυτών των κρασιών μπορεί να εξηγηθεί ως αποτέλεσμα της φυσικής επικράτησης συγκεκριμένων ποικιλιών και κάποιων παραδοσιακών μεθόδων, συγκεκριμένων σε κάθε περιοχή. Δεν είναι συμπτωματικό ότι αυτά τα ξεχωριστά κρασιά, χωρίς καμία εξαίρεση, προέρχονταν από απομονωμένες αγροτικές οικονομίες, κάτι που ισχύει στην κυριολεξία στην περίπτωση νησιών όπως η Θάσος και η Χίος, ή όπως η Μένδη, που περιτριγυριζόταν από Βαρβάρους.

ΘΑΣΙΩΝ

Είναι σημαντικό από την άποψη αυτή ότι το λεσβιακό κρασί παίρνει το όνομά του από τό νησί, τη γεωγραφική ενότητα, κι όχι από τις πόλεις, Μυτιλήνη, Ερεσό και Μήθυμνα, τις πολιτικές οντότητες που καταλάμβαναν την έκτασή του. Μερικές πολύ σποραδικές αναφορές μαρτυρούν ότι οι αρχαίοι παραδέχονταν τη λιγότερο χειροπιαστή ιδιότητα της terroir*, της μαγικής επιρροής δηλαδή συγκεκριμένων κομματιών γης. Απ’ ό,τι φαίνεται, το καλύτερο χιώτικο κρασί προερχόταν από μια περιοχή στα Βορειοδυτικά του νησιού, που ήταν γνωστή ως Αριουσία.

*Προέρχεται από την γαλλική λέξη terre που σημαίνει γη έδαφος, αλλά στην περιγραφή των κρασιών έχει μια πιο ευρεία έννοια. Σε αφηρημένο επίπεδο, terroir είναι όλα αυτά τα στοιχεία που κάνουν ένα κρασί μοναδικό, και μαρτυρούν τον τόπο προέλευσής του. Σε πιο ρεαλιστικό επίπεδο.

Η έννοια του "terroir" μπορούμε να πούμε ότι ίσως ξεκίνησε από την αρχαία Ελλάδα, όπου οι έμποροι της εποχής έβαζαν στους αμφορείς με το κρασί τη σφραγίδα της κάθε περιοχής . Σε πολλές περιπτώσεις τα κρασιά προέρχονταν από την ίδια ποικιλία και σταδιακά η κάθε πόλη αποκτούσε μια φήμη για την ποιότητα των κρασιών που παρήγαγε.

Μαθαίνουμε επίσης την ύπαρξη ενός κρασιού που λεγόταν βύβλινο, το οποίο, παρ’ όσα λέει ο Αρχέστρατος, δεν προερχόταν από τη φοινικική Βύβλο, αλλά από μια περιοχή της Θράκης απέναντι στις Βορειοδυτικές ακτές της Θάσου, η οποία περιοχή ανήκε ενδεχομένως στην επικράτεια κάποιας πόλης της περιοχής, ίσως στη Θάσο την ίδια.

Ενεπίγραφη στήλη που περιέχει δυο νόμους ,ο ένας για την σήμανση του οίνου και ο άλλος για το βαρύ πρόστιμο σε περίπτωση νοθείας του άκρατου οίνου 420-400 π.Χ. Μουσείο Θάσου

Η Θάσος μας προσφέρει, εξ αντιδιαστολής, την καλύτερη απόδειξη για μία άκρως οργανωμένη αμπελουργία ευρείας κλίμακας, η οποία οφειλόταν στις παρακινδυνευμένες αλλά ευλογημένες παραδοσιακές μεθόδους και στο καλό χώμα, στοιχεία που συμπλήρωνε και μια σχετική νομοθεσία. Κάποιες επιγραφές που Βρέθηκαν στο νησί αποκαλύπτουν ότι η πολιτική παρέμβαση στο εμπόριο κρασιού ήταν έντονη και πολύ εκτεταμένη.

Σε γενικές γραμμές, οι νόμοι ασχολούνταν με την ποιότητα και αυτή η μέριμνα στάθηκε ευεργετική όχι μόνο για τους ντόπιους καταναλωτές του θασιώτικου κρασιού αλλά και για τους εξαγωγείς, των οποίων η επιτυχία εξαρτιόταν από τη διατήρηση της φήμης του νησιού σε υψηλά επίπεδα

Οίνος Θάσου

Πρέπει να ανατρέξουμε στη βυζαντινή και κυρίως στην ελληνιστική και κλασική εποχή (από τον 5ο μέχρι το 2ο αι. π.Χ. περίπου) για να εντοπίσουμε τη χρυσή εποχή του Θάσιου οίνου, ο οποίος αναφέρεται επανειλημμένα στις φιλολογικές και επιγραφικές μαρτυρίες. Όπως τα περισσότερα ονομαστά κρασιά της αρχαιότητας (ο Ισμαρικός οίνος της Μαρώνειας, ο Χίος, ο Ακάνθιος, ο Βίβλινος -απ’ τα Βίβλινα όρη της αρχαίας Οισύμης-, ήταν ένα σκούρο κόκκινο κρασί με ψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλη (γύρω στους 18°;) που δεν το πίνουν παρά αραιωμένο με νερό (μισό-μισό). Από την ανάμειξη του οίνου με νερό, την κράσιν, προέρχεται και η νεότερη λέξη κρασί.

Τη συνταγή για την παραγωγή του θασίτικου κρασιού τη βρίσκουμε στα Γεωπονικά, ένα γεωργικό εγχειρίδιο του 10ου αι. αλλά σίγουρα η τεχνική ήταν παραδοσιακή. Ξέρουμε από τον Πλίνιο ότι τα σταφύλια της Θάσου είχαν πολύ γλυκές ρόγες (praedulcis) και έπρεπε να φτάσουν σε τέλεια ωρίμανση. Τα ώριμα σταφύλια κατά το Φλωρεντίνο εκτίθενται επί 5 μέρες στο ήλιο, στα μέσα της έκτης μέρας, όταν έχουν μαραθεί και αφυδατωθεί, τα βουτούν-βαφτίζουν ζεστά σε ένα μίγμα μούστου και θαλάσσιας άλμης σε ίσα μέρη και στη συνέχεια τα τοποθετούν στο πατητήρι μια νύκτα και μια μέρα. Ύστερα τα πατούν με τα πόδια και βάζουν το μούστο σε αγγεία. Όταν καθαρίσει προσθέτουν 1/25 μούστου ζεσταμένου για την αύξηση της περιεκτικότητας σε σάκχαρα. Κατόπιν το κρασί ξεκουραζόταν σε πιθάρια μέχρι την άνοιξη. Στη γιορτή των Ανθεστηρίων γινόταν η πρώτη δοκιμή του νέου κρασιού. Πρέπει να σημειώσουμε ότι η άλμη που χρησιμοποιείται κατά την παρασκευή του κρασιού έχει θέση συντηρητικού και βελτίωνε τη γεύση. Σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται για θαλασσινό νερό. Υπήρχε αυστηρός νόμος στη Θάσο ήδη από τον 5ο αι. π.Χ. που απαγόρευε με πρόστιμο το νέρωμα του κρασιού (παράχυσις ύδατος). Ο οίνος της Θάσου ανήκε στους αθάλασσους οίνους σύμφωνα με το Διοσκουρίδη. Το κρασί φυλασσόταν ερμητικά σφραγισμένο σε πιθάρια στις αποθήκες.

Μέλας (μαύρος-κόκκινος) χαρακτηρίζεται συχνά ο θάσιος οίνος στους αρχαίους συγγραφείς. Έχει το χρώμα του αίματος στη Λυσιστράτη. Το άρωμά του είναι εξαίσιο, τι εξαίρετη ανθοσμία ανακράζει η Λαμπιτώ στη Λυσιστράτη και ο ίδιος ο Διόνυσος δηλώνει στον Έρμιππο ότι έχει άρωμα μήλου θεωρώντας τον καλύτερο μετά το Χιώτικο. Το προτιμούν παλαιωμένο, τον φιλτράρουν πριν τον πιουν, συχνά τον αραιώνουν πριν τον σερβίρουν, τον ζεσταίνουν ή τον δροσίζουν με χιόνι. Σύμφωνα με μια παλιά συνταγή έχει εξαιρετική γεύση γιατί ρίχνουν μέσα ζυμάρι από αγριόσταρο μαλαγμένο με μέλι ώστε το κρασί να πάρει άρωμα απ’ το μέλι και γλύκα απ’ το ζυμάρι. Αυτό το κρασί κερνάνε στο Πρυτανείο της Θάσου σύμφωνα με το Θεόφραστο. Θεωρούνταν καρδιοτονωτικό, αραιωμένο 1 προς 25 μέρη κατέβαζε τον πυρετό, υπήρχε κρασί υπνωτικό και άλλο που προκαλούσε αγρύπνια. Ο Πλίνιος αναφέρει την ποικιλία theriaca που αποτελεί αντίδοτο στα δηλητήρια φιδιών. Οι λατίνοι συγγραφείς το αναφέρουν ως εκλεκτό προϊόν και είχαν κάνει εισαγωγές κλημάτων απ’ τη Θάσο στην Αίγυπτο και την Ιταλία. Θεραπευτικές ιδιότητες είχε και το ξύδι της Θάσου με εφαρμογές σε παθήσεις των ματιών (καταρράχτης).

Το κρασί της Θάσου, ήδη απ’ τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. κυριαρχεί στις αγορές της κυρίως Ελλάδας, της Μακεδονίας, της Θράκης και στα παράλια γύρω απ’ τη Μαύρη Θάλασσα (σχ. 1). Αμέσως μετά το κρασί της Χίου, θεωρείται κρασί ψηλής ποιότητας, όπως υπογραμμίζουν ο Ξενοφών, ο Λουκιανός, ο Αθηναίος Καλλίας, ένας απ’ τους πλουσιότερους Έλληνες, ο Αριστοφάνης. Είναι το κρασί που προτιμούσαν ο Δημήτριος Πολιορκητής και ο Σέλευκος, η εταίρα Γνάθαινα, φίλη του ποιητή Δίφιλου. Η αξία του φαίνεται και σ’ ένα πάπυρο του Ζήνωνα (το 259 π.Χ.), όπου αναφέρεται μαζί με χιώτικο κρασί με προορισμό την Αλεξάνδρεια θάσια και χία και ημιχία (εννοείται κεράμια). Το θάσιο έχει 20 δρχ. συνολικά έναντι 18 του χίου και 9 του ημιχίου.

Το κρασί της Θάσου στην αρχαιότηταΤη μεγάλη σημασία που είχε το κρασί για την οικονομία του νησιούμαρτυρούν και νόμοι που βρέθηκαν χαραγμένοι σε μαρμάρινες επιγραφές και αφορούν στην εμπορία του κρασιού. Ο αρχαιότερος νόμος (480 π.Χ.) που σώζεται αποσπασματικά και ρυθμίζει το εμπόριο κρασιού και ξυδιού, ορίζει ως πρόστιμο για τον παραβάτη μια έκτη, που θ’ αφιερωθεί στην Αθηνά Πολιούχο και στον Πύθιο Απόλλωνα, για κάθε αμφορέα και άλλη μια έκτη θα πληρωθεί στον καταδότη. Στα τέλη του 5ου αι. απαγορεύεται η πώληση της συγκομιδής πάνω στα κλήματα πριν από την πρώτη του μηνός Πλυντηριώνος (Ιούνιος - Ιούλιος) και ρυθμίζεται η πώληση του κρασιού μέσα σε πιθάρια. Ένας τρίτος νόμος χαραγμένος πάνω στο ίδιο μάρμαρο, όπως και ο προηγούμενος, αναφέρει την παρεμβολή ειδικών αρχόντων, οι οποίοι επιβλέπουν την εξαγωγή του κρασιού: κανένα θασιακό πλοίο δεν επιτρέπεται να εισάγει κρασί στα χωρικά ύδατα ανάμεσα στον Άθω και στο ακρωτήριο Παχεία, γιατί τόσο ο πλοιοκτήτης όσο και ο καπετάνιος θα πληρώσουν τα πρόστιμα που προβλέπονται για το νέρωμα του κρασιού (μηδέ πλοίον Θάσιον ξενικόν οίνον [εσαγέτω εσω Άθω καί Παχείης…).

Στην αγορά της Θάσου βρέθηκε ένα σήκωμα (τράπεζα με μέτρα για τον έλεγχο των σταθμών), αφιερωμένο στο θεό Ερμή από ένα αγορανόμο. Έχει δυο ημισφαιρικές κοιλότητες με οπές για να αδειάζουν, που προορίζονταν να δίνουν στους κρασέμπορους την επίσημη χωρητικότητα του στάμνου (7,68 λίτρα) και του μισού αμφορέα (15,36 λίτρα) τον 1ο αι. μ.Χ.

Από τα μέσα του 2ου αι. π.Χ. η διακίνηση του θασίτικου κρασιού υποχωρεί σταδιακά προς όφελος άλλων κέντρων παραγωγής, όπως είναι η Ρόδος, η Κνίδος, η Κως και άλλων πόλεων των ιωνικών παραλίων της Μ. Ασίας πολύ χαμηλότερης ποιότητας.

Εκτός όμως από τις γραπτές πηγές που είναι αποσπασματικές και ελλιπείς, η αρχαιολογική έρευνα συμβάλλει ουσιαστικά στην καλύτερη μελέτη της παραγωγής και διακίνησης του κρασιού της Θάσου στην αρχαιότητα. Η μελέτη των αμφορέων, αγγείων με δυο λαβές (από το αμφιφέρω - αμφιφορεύς στον Όμηρο) που προορίζονταν για την αποθήκευση και τη μεταφορά του κρασιού κυρίως, αλλά και άλλων προϊόντων (λάδι, σιτηρά, παστά) έχει συμβάλει ουσιαστικά τα τελευταία χρόνια στην πρόοδο της έρευνας για την οικονομία και το εμπόριο στην αρχαιότητα. Η λέξη αμφορεύς τον 5ο αι. τουλάχιστο π.Χ. έχει τη σημασία μονάδας μέτρησης χωρητικότητας, όπως φαίνεται ξεκάθαρα σε επιγραφή της Μιλήτου και μάλιστα έχει και υποδιαιρέσεις. Υπολογίζεται ότι έχει χωρητικότητα λίγο μεγαλύτερη από 20 λίτρα. Την ίδια σημασία έχει κατ’ εξοχή και η λέξη κεράμιον ή θάσιον.

Το κρασί της Θάσου στην αρχαιότηταΣτη Θάσο, όπως και στις περισσότερες ελληνικές πόλεις η κατασκευή των αμφορέων γινόταν σε εργαστήρια που συνήθως κατασκεύαζαν κατ’ αποκλειστικότητα αμφορείς και συχνά και κεραμίδια στέγης, σπάνια όμως ειδικεύονταν και στην κατασκευή άλλων λεπτών αγγείων. Στη Θάσο έχουν εντοπιστεί 12 εργαστήρια παραγωγής αμφορέων με βεβαιότητα και 4 με μεγάλη πιθανότητα (σχήμα 2). Τα περισσότερα απ’ αυτά εντοπίζονται στη ζώνη της παραλίας, απ’ όπου ήταν ευκολότερη η διακίνηση των αμφορέων διας της θαλασσίας οδού αλλά και ο εντοπισμός τους. Έχουν ανασκαφεί 5 εργαστήρια -Κούκος, Καλόνερο, Βαμβούρη Αμμουδιά, Κεραμίδι, Κουνοφιά - 2 μόνο που δεν είναι στην παραλία που χρονολογούνται από το 370 ως τα μέσα του 2ου αι. π.Χ. Ανασκαφές έχουν γίνει κυρίως στους αποθέτες των εργαστηρίων, στους χώρους δηλ. όπου απέθεταν τα αποτυχημένα προϊόντα, αν και έχουν εντοπιστεί και χώροι των εγκαταστάσεων επεξεργασίας του πηλού και 2 κλίβανοι όπτησης. Δυο είναι οι τύποι των θασίτικων αμφορέων (σχ. 3), ένας που προέρχεται από ένα παλαιότερο τύπο του 5ου αι. έχει χωρητικότητα 30 λίτρα και ένας άλλος με πιο ραδινό σχήμα. Και οι δυο τύποι κατά τον 3ο αι. π.Χ. φαίνεται να διαμορφώνουν ένα ατρακτόσχημο τύπο με μικρό πόδι-κομβίο. Οι θασίτικοι αμφορείς σ’ ένα μεγάλο ποσοστό φέρουν ένα σφράγισμα συνήθως στη μια λαβή (από 50 ως και 100%). Το σφράγισμα γίνεται με μια σφραγίδα πριν από το ψήσιμο του αγγείου (εικ. 1). Στη Θάσο έχει βρεθεί μόνο μια πήλινη αχρησιμοποίητη τέτοια σφραγίδα. Το κοινό χαρακτηριστικό των περισσότερων από 25.000 σφραγισμάτων, 15.000 από τα οποία έχουν βρεθεί στο νησί, είναι ότι περιλαμβάνουν συνήθως ένα έμβλημα ή σύμβολο σχετικό με την αμπελοκαλλιέργεια ή τη λατρεία ντόπιων θεοτήτων, το όνομα του επώνυμου άρχοντα και το εθνικό της πόλης (εικ. 2-4). Ο ρόλος των σφραγισμάτων στις λαβές των αμφορέων δεν έχει ακόμα αποσαφηνιστεί. Μερικοί ερευνητές πιστεύουν ότι πρόκειται για εγγύηση χωρητικότητας, ενώ τελευταία υποστηρίζεται η άποψη ότι αποτελούν ένα είδος φορολογικού ελέγχου στην παραγωγή των αμφορέων. Εκτός από τη Θάσο, κι άλλα κέντρα παραγωγής κρασιού στην αρχαιότητα χρησιμοποιούν το σύστημα της σφράγισης (Ρόδος, Κνίδος, Σινώπη, Ηράκλεια Ποντική, Σαμοθράκη, Αίνος).

Τα τελευταία χρόνια έγινε ανασκαφή από την συντάκτρια και τον Y. Garlan σ’ ένα εργαστήριο του εσωτερικού του νησιού στη θέση Χιόνη (εικ. 5-6) στην ορεινή περιοχή ΝΑ του Πρίνου σε απόσταση 1800 περίπου μέτρων από το δρόμο προς Καζαβήτι και υψόμετρο 150-200 μ. Η διερεύνηση της θέσης κρίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα γιατί στην περιοχή δεν είχαν εντοπιστεί ακόμα εργαστήρια αμφορέων και επιπλέον βρίσκεται μακριά από την παραλία, όπου εντοπίζονται τα περισσότερα γνωστά μέχρι σήμερα εργαστήρια. Η έρευνα στον αποθέτη του εργαστηρίου απέδωσε πλήθος θραυσμάτων αμφορέων και ενσφράγιστες λαβές που τοποθετούν τη λειτουργία του εργαστηρίου στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. και μετά από σύντομη παύση στο τέλος του 4ου μέχρι και το τέλος του 3ου αι. π.Χ.

Είναι πολύ σημαντικό ν’ αποσαφηνισθούν οι λόγοι της επιλογής μιας τέτοιας θέσης για την εγκατάσταση του εργαστηρίου που λειτούργησε πάνω από 100 χρόνια. Σχετίζεται με τη γεωλογία και την άμεση πρόσβαση σε άργιλο καλής ποιότητας που υπάρχει σε μικρή απόσταση ή είχε να κάνει με τη γειτνίαση του εργαστηρίου με αμπελώνες; Στη δεύτερη περίπτωση πολύ ενδιαφέρουσα θα είναι η περαιτέρω διερεύνηση της περιοχής για τον εντοπισμό χώρων αποθήκευσης του κρασιού και πατητηριών, όπως έχει ήδη γίνει αλλού. Η αναζήτηση κι άλλων εργαστηρίων αμφορέων ίσως βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση.

Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Μια Αναγκαιότητα για το Σύγχρονο Κόσμο μας

Η διαχρονική σύγκρουση στους κόλπους της ανθρωπότητας είναι η σύγκρουση μεταξύ ποιοτικών και χυδαίων ανθρώπων.

Η κοσμοθέαση των αρχαίων Ελλήνων δεν αποτελεί απλώς προσφιλή «ανάμνηση» κάποιων αρχαιολατρών, αλλά είναι κάτι ζωντανό, το οποίο υπάρχει μέσα στον άνθρωπο όπου γης – είναι ένα πανανθρώπινο μέτρο, ένας πανανθρώπινος παλμός, που δονεί διαφορετικά τον άνθρωπο που τον έχει μέσα του. Γιατί, δεν έχει σημασία η οποιαδήποτε αναφορά σ’ έναν πολιτισμό, όσο έξοχος αυτός κι αν ήταν, εάν είναι κλειδωμένος στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας και δεν έχει να πει τίποτε σήμερα, στον άνθρωπο της δικής μας εποχής. Μιλώντας για την Αρχαία Ελλάδα, πόσο μάλλον τολμώντας μία εις βάθος μελέτη της, δεν κάνουμε παρελθοντολογία, αλλά δυναμική παροντολογία και μελλοντολογία.

Την αναφορά στους αρχαίους Έλληνες προγόνους μας δεν την κάνουμε φωτογραφικά, δεν ονειρευόμαστε να κινούμαστε ανεβασμένοι επάνω σε άρματα ή να φοράμε χλαμύδες. Αυτό που θέλουμε να κάνουμε είναι να μεταφερθεί στο τώρα εκείνο που ήταν η Ουσία του πολιτισμού τους, να προβληθεί αυτή στο παρόν και στο μέλλον, ως ένα υγιές πρότυπο της τωρινής ανθρωπότητας, μίας ανθρωπότητας που τα κυρίαρχα πρότυπά της την έχουν προ πολλού οδηγήσει απανωτά αδιέξοδα

Με βάση τα παραπάνω, ευνόητο είναι ότι στο παρόν κείμενο δεν προτίθεμαι να καταπιαστώ με λεπτομέρειες, ούτε θα προχωρήσω στην τυπική περιπτωσιολογία για να αναλύσω κάποια βασικά δεδομένα του πολιτισμού των προγόνων μας, αλλά θα προσπαθήσω να μεταφέρω πέρα από χρονικά πλαίσια αυτά τα δεδομένα, την διαθήκη τους, μία διαθήκη ισχυρή στους αιώνες των αιώνων, όσο τουλάχιστον θα υπάρχουν ανθρώπινα όντα – και μέσα στους αιώνες των αιώνων είναι βεβαίως και το σήμερα, είναι και το αύριο. Και αυτή είναι η αξία του πολιτισμού των Ελλήνων: είναι ένας πολιτισμούς ο οποίος εφηύρε τον Άνθρωπο, όρισε τον Άνθρωπο και ως εκ τούτου αφορά τον Άνθρωπο στη διαχρονικότητά του.

Μιλάμε βέβαια για τον Άνθρωπο με κεφαλαίο Α, όχι μόνον αυτόν που έχει σχήμα ανθρώπου, αφού όλοι όσοι γεννιούνται από ανθρώπινα όντα έχουν σχήμα ανθρώπου, έτσι το θέλει η φύση και ο γενετικός κώδικας. Μιλάμε για όλους τους ποιοτικούς Ανθρώπους του πλανήτη, στους οποίους οι Έλληνες έχουν πάντοτε να δώσουν πράγματα. Η Ιστορία των τελευταίων αιώνων αποδεικνύει ότι ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές του πλανήτη, οι Έλληνες βοήθησαν, όποτε υπήρξε ανάγκη, στο να ανασυρθεί δυναμικά ο παλαιός, αξιοπρεπής, λεβέντης, ποιοτικός Άνθρωπος, για να γίνει ξανά ιστορικό υποκείμενο. Όπου και όποτε χρειάστηκε δηλαδή να αλλάξουν τα πράγματα. Το ίδιο έργο παίχτηκε στην Αναγέννηση, στον Διαφωτισμό, στην Γαλλική Επανάσταση, στους ριζοσπάστες της Κεντρικής Αμερικής στα τέλη του 19ου αιώνα… όπου και όποτε χρειάστηκε να κινηθεί ο άνθρωπος προς την αξιοπρέπεια και την ελευθερία.

Η δυναμική προβολή του Αρχαίου Κόσμου στο σήμερα και στο αύριο, στην ζωή που βιώνουμε σήμερα εμείς και στις ημέρες που έρχονται, έχει τέσσερις επιμέρους πλευρές ή διαστάσεις: Η μία είναι καθαρά κοινωνικοπολιτική. Οι δύο επόμενες είναι κοινωνικο-προσωπικές, και η τελευταία είναι καθαρά προσωπική, αφορά δε αυτή όλο το είναι του ανθρώπου και όλη την έκταση του καθημερινού βίου, συλλογικού και ατομικού.

Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ας αρχίσουμε με το πρώτο στοιχείο, το κοινωνικοπολιτικό: πάρα πολλοί το έχουν πει ότι οι Έλληνες εφηύραν «τον Άνθρωπο», ακόμα περισσότεροι ότι εφηύραν «τον Πολιτικό Άνθρωπο» (ο Φίνλεϋ μάλιστα τραβάει χρονικά σε αρκετό βάθος την αφετηρία, από τους προϊστορικούς κιόλας χρόνους). Εφηύραν επίσης και την πολιτική, μία διάσταση όμως η οποία είναι όχι έξω αλλά μέσα στον άνθρωπο. Η πολιτική διάσταση του ανθρώπου είναι αξεχώριστη από τη διάστασή του ως τέτοιου.

Από τα βιολογικά είδη, κάποια χαμηλής εξέλιξης είναι μόνα τους, μοναχικά, κάποια πιο προηγμένα ζούνε κοινωνικά, είναι κοινωνικά όντα. Κοινωνικό ον είναι η μέλισσα, κοινωνικό ον είναι και ο λύκος. Εκεί έχουμε κάποιους νόμους, οι οποίοι είναι διαχρονικοί και διατοπικοί. Για παράδειγμα, και το έτος 0 των χριστιανών, και το 1600 και βεβαίως επίσης και σήμερα, και στην Ασία και στην Αμερική, ο λύκος συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο. Η αγελαία συμπεριφορά του είναι μέσα στις βιολογικές του προδιαγραφές, από εκεί αναδύονται κάποιοι κοινωνικούς νόμους που πρέπει να υπηρετήσει ώστε να είναι κανονικός λύκος. Εντάσσεται κοινωνικά μέσα σε μία αγέλη και ακολουθεί αυτούς τους νόμους, οι οποίοι είναι ουσιαστικά ανελαστικοί και απαραβίαστοι. Δεν μπορεί να τους αλλάξει, δεν μπορεί να τους τροποποιήσει.

Ο άνθρωπος όμως δεν είναι κοινωνικό ον. Ένα τμήμα του βέβαια είναι κοινωνικό, γιατί ως άνθρωπος έχει και το ζωώδες μέσα του. Το να λέμε ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον δεν μας τιμά. Αυτό που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα άλλα ζώα είναι το πολιτικό του στοιχείο, το ότι δηλαδή ο άνθρωπος από την ίδια του τη φύση καλείται να δημιουργεί θετό δίκαιο, δηλαδή νόμους, οι οποίοι δεν είναι διαχρονικοί, ούτε διατοπικοί. Είναι νόμοι που τους φτιάχνει αυτός, για τον εαυτό του, για τον εκάστοτε χρόνο και τόπο. Και επειδή τους έχει φτιάξει ο ίδιος ο άνθρωπος, δεν είναι απαραβίαστοι, αλλά παραβιάσιμοι από οποιονδήποτε άλλον έρθει να τους αλλάξει, να τους τροποποιήσει, ή να τους καταργήσει.

Αυτή η διάσταση του ανθρώπου, η πολιτική, στενά συνδεδεμένη με την έλλογη φύση του, είναι που τον κάνει να ξεχωρίζει από το υπόλοιπο είδος των έμβιων όντων. Όντως, για να φτιάξει θετό δίκαιο, ο άνθρωπος οφείλει να έχει ένα άλλο, ιδιαίτερο μυαλό, το οποίο βεβαίως έχει ως δώρο από τη Φύση, ένα εξαιρετικό προνόμιο, χαρισμένο από μία επιλογή της Φύσης και όχι επειδή είμαστε ένα βιολογικό είδος εκλεκτό των Θεών. Κάποια στιγμή δηλαδή, η Φύση θέλησε, για τους δικούς της λόγους, να ενεργοποιήσει στον ανθρώπινο εγκέφαλο το κέντρο του Λόγου. Είμαστε έκτοτε όντα έλλογα, δηλαδή έχουμε μέσα μας τον λόγο και έχουμε τη δυνατότητα να εκδηλώσουμε λογικότητα –χωρίς κατ’ ανάγκη να είμαστε και λογικοί, εάν ήμασταν δεν θα ήταν ο κόσμος στα χάλια που έχει σήμερα. Είμαστε έλλογοι, δηλαδή έν-λογοι, και απλώς όταν κάποτε καταφέρνουμε να εκδηλώσουμε την λογικότητά μας, κάνουμε θαύματα. Όταν δεν την εκδηλώνουμε, κάνουμε αυτό που βλέπουμε γύρω μας αυτήν τη στιγμή.

Η επανεφεύρεση του Πολιτικού Ανθρώπου είναι το αίτημα και των δικών μας καιρών, καθώς είναι ένα αίτημα διαρκές. Σε κάθε εποχή που η ανθρωπότητα σηκώθηκε για να δημιουργήσει κάτι θετικό, μπήκε άμεσα το αίτημα του Πολιτικού Ανθρώπου, δηλαδή της ανώτερης διάστασης του ανθρώπου. Το είδαμε και στην Γαλλική Επανάσταση, το είδαμε και σε άλλες σπουδαίες στιγμές της Ιστορίας, όταν ο άνθρωπος μπόρεσε να ξαναγίνει ιστορικό υποκείμενο. Ήταν αυτός ο ανώτερος άνθρωπος, που μπορούσε και κινούσε τα πράγματα, αυτός που άλλαζε καταστάσεις, ήταν αυτός ο ανώτερος άνθρωπος, ο Πολιτικός, που έφερνε άλλα δεδομένα στη θέση των παλιών. Έκανε επαναστάσεις… Επαναστάσεις δεν κάνουνε οι μέλισσες, ούτε οι λύκοι, επαναστάσεις κάνουνε οι άνθρωποι.

Η πολιτική διάσταση του Ανθρώπου και η δυναμική επανεφεύρεσή της είναι η πρώτη και βασικότερη προβολή του Αρχαίου Κόσμου στο σήμερα. Ένα πρώτο αίτημα όσων θέλουν να αναβιώσουν την ελληνική διάσταση του Ανθρώπου, είναι η δέσμη τού να συμμετάσχουμε «στα κοινά» και να δουλέψουμε για τον Άνθρωπο. Όχι για τους εαυτούς μας, αλλά για την μεγάλη αξία που λέγεται Άνθρωπος: «εμείς οι άνθρωποι ορίζουμε την έννοια του ανθρώπου και ο ίδιος ορισμός ισχύει για όλους. Αυτό αποτελεί σαφή απόδειξη, ότι δεν υφίσταται καμμία διαφορά ως προς το είδος μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου… η λογική είναι κοινή σε όλους μας… και δεν υπάρχει άνθρωπος οποιασδήποτε φυλής, που εάν βεβαίως βρει τον κατάλληλο οδηγό, να μην μπορεί να φθάσει στην Αρετή» σχολιάζει σχετικά ο Κικέρων στο «De Legibus» (1. 28 – 31).

Υπάρχει μία έννοια, ξεχασμένη λίγο στις ημέρες μας, η οποία ονομάζεται «Ανθρωπισμός». Αυτή είναι μία ακόμα εφεύρεση των Ελλήνων, μεταδόθηκε απλώς στους Ρωμαίους και μεταφράστηκε από εκείνους ως «humanitas» - συμπληρωματική μάλιστα έννοια της «Virtus», δηλαδή της «Αρετής» και ορίζεται ως καλή προαίρεση προς τους άλλους ανθρώπους. Εφευρέτης του πρωτότυπου όρου ήταν ο Παναίτιος ο Ρόδιος. Η πρωτότυπη, η ελληνική λέξη απόδοσης του όρου χάθηκε, δεν γνωρίζουμε ποια ακριβώς λέξη χρησιμοποιούσαν οι Μέσοι Στωικοί, στους οποίους και ανήκε ο Παναίτιος, γνωρίζουμε όμως ότι εκείνοι που όρισαν πρώτοι τον άνθρωπο ως αυταξία, ως αξία που υποστηρίζεται από μόνη της, ήσαν οι Έλληνες. Οι Στωϊκοί ιδιαίτερα, δίδαξαν ότι όλοι οι άνθρωποι, λόγω της κοινής φύσης τους, ως «κοινής νοεράς φύσεως μέτοχοι», πρέπει να είναι αντικείμενα της συμπάθειας, του ενδιαφέροντος και της φιλίας του κάθε πολιτισμένου ανθρώπου.

ΟΡΓΑΝΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Η δεύτερη διάσταση του Αρχαίου Κόσμου που μπορεί να προβληθεί δυναμικά στο παρόν της δικής μας ζωής είναι κοινωνικο-προσωπικό. Πρόκειται για εκείνο που λέμε Οργανικότητα και είναι το ακριβώς αντίθετο από αυτά που έχουμε σήμερα μάθει στις οικογένειές μας, στα σχολεία μας και στους τόπους απασχόλησής μας: ότι δήθεν είμαστε μοναχικά άτομα, μέσα σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον, άνθρωποι εντελώς αποκομμένοι από κάθε φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, που προσπαθούν απεγνωσμένα να απαλλοτριώσουν δικαιώματα, ή λίγη χαρά, λίγη ελευθερία, λίγο χώρο -ο οποίος είναι ξένος ως προς εμάς και προσπαθούμε «να τον πάρουμε», ώστε στοιχειωδώς να λειτουργήσουμε. Είμαστε δηλαδή απομονωμένα, εξατομικευμένα και άρριζα όντα, που κινούμαστε σ’ ένα περιβάλλον που κυμαίνεται μεν από εχθρικό μέχρι φιλικό, αλλά ωστόσο πάντοτε ξένο προς εμάς – γιατί έτσι μας μάθανε να το αντιλαμβανόμαστε. Αυτός είναι ο τρόπος που προσλαμβάνουμε σήμερα τον κόσμο.

Τα άρριζα άτομα, δηλαδή τα αποκομμένα από το υπόλοιπο περιβάλλον, τα άτομα που δεν υπάρχει συνέχειά τους και δεν υπάρχει παρελθόν τους, αποκτούν υπόσταση από τη στιγμή που γεννήθηκαν και παύει η υπόστασή τους αυτή από τη στιγμή που θα πεθάνουν. Για να ριζωθεί στο μυαλό των ανθρώπων αυτή η αντίληψη, η οποία αποτελεί το μεγάλο πρόβλημα σήμερα –εστιάζω πλέον σ’ αυτό– είναι γιατί λόγω της Θρησκείας που επικρατεί σήμερα πιστεύουμε, ή προσπαθούμε να πείσουμε τους ίδιους μας τους εαυτούς, ότι έχουμε ατομική ψυχή.

Οι άλλοι άνθρωποι όμως, εκείνοι που πίστευαν αλλά και σήμερα πιστεύουν ότι είμαστε όλοι μια συμπύκνωση ενέργειας και ύλης, κομμάτια του Όλου κλπ, κατέχουν μιαν έννοια που κανένα σχολείο και καμία οικογένεια του δικού μας κόσμου δεν ξέρει για να μας τη μεταβιβάσει: την Οργανικότητα. Η Οργανικότητα όμως, ως έννοια, ήταν για τους προγόνους μας κάτι το δεδομένο. Ο άνθρωπος δεν ήταν άτομο, άρριζο και μέσα σε εισαγωγικά «ελεύθερο» (υπό την έννοια της αρνητικής ελευθερίας, δηλαδή να μην ανήκει πουθενά και να μην έχει βάση πουθενά), αντίθετα ανήκε εκ γενετής σ’ ένα συγκεκριμένο «σώμα», πολιτικό θα μπορούσαμε να πούμε, που ήτανε η πόλη του. Το τμήμα της ήτανε το γένος του. Έξω από αυτό το γένος και έξω από αυτήν την πόλη, ο άνθρωπος δεν υπήρχε, δεν μπορούσε να σταθεί. Αν αποκοβόταν ή διωχνόταν από εκεί, ήταν τίποτε περισσότερο από ένας ζωντανός νεκρός.

Ο άνθρωπος έβλεπε τον εαυτό του να υπάρχει μόνο μέσω εκείνου του οργανικού πολιτικού συνόλου, της πόλης του. Και όριζε την ευδαιμονία του μέσω της ευδαιμονίας αυτής ακριβώς της πόλης. Ήταν ελεύθερος όχι επειδή μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει, δηλαδή να δρα μέσα στην ασυδοσία - όπως ίσως σήμερα θα όριζε κάποιος την «ελευθερία». Ούτε βέβαια υπήρχε εκείνος ο χαζός έμμεσος ορισμός, ότι «η ελευθερία σταματάει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου» και τέτοια πράγματα. Ορισμός της ελευθερίας για τους προγόνους μας ήταν να υπακούς - σας ακούγεται παράξενο; - σε νόμους, οι οποίοι είναι αποτέλεσμα «ελευθέρων πολιτών ελευθέρας πόλεως». Ελευθερία ήταν το προνόμιο να υπακούς - σας ακούγεται παράξενο; - σε υγιείς πολιτικές καταστάσεις, δηλαδή σε μία συγκροτημένη Πολιτεία που να μπορεί να εγγυηθεί την τέλεια πολιτική σύνθεση αυτοδιάθεσης, ισονομίας, ευθύνης, ισηγορίας και παρρησίας.

Ακόμα και στην εξαιρετική θεολογία των Ελλήνων βλέπουμε ότι οι Θεοί, οι οποίοι είναι παντοδύναμοι και αυτοί έφτιαξαν τους νόμους του σύμπαντος, άπαξ και τους έφτιαξαν τους υπακούουν. Όπως και στην γήϊνη Πολιτεία, έτσι και στην ουράνια οι νόμοι (από το ρήμα «νέμω», δηλαδή αυτά που έχουν δοθεί ή απονεμηθεί κατ’ αναλογίαν) είναι πάνω από αυτούς, άπαξ και ψηφίστηκαν και τέθησαν σε ισχύ. Μπορούν να αλλάξουν, αλλά όσο είναι αναρτημένοι «στα ψηφίσματα», οι νόμοι δεν παραβιάζονται. Ο Σαρπηδών πεθαίνει την επόμενη ημέρα και ο Θεός Ζευς δεν μπορεί να τον σώσει. Δεν σώζει τον υιό του επειδή ακριβώς τηρεί τον νόμο, επειδή είναι Θεός και οφείλει να λειτουργεί ως τέτοιος.

ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ!

Παρενθετικά, σ’ αυτό το σημείο, μια που μιλάμε για την ελευθερία, θα ήθελα να αναφερθώ στη Δημοκρατία, την οποία και αυτή εφηύραν οι πρόγονοί μας και την κατέθεσαν μάλιστα ως παρακαταθήκη στην Ιστορία της ανθρωπότητας. Η Δημοκρατία ουσιαστικά επανεφευρέθηκε στους μεταχριστιανικούς αιώνες με τη Γαλλική Επανάσταση. Λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν ότι έννοιες όπως «πατρίδα», «ελευθερία», «έθνος», «δημοκρατία», το 1750 λόγου χάρη δεν υπήρχαν καν στα μυαλά των ανθρώπων.

Η Δημοκρατία βασίζεται επάνω στο «κράτος» (εκ του «κρατώ», ήτοι κατέχω την δύναμη, κυβερνώ, κατευθύνω) - και όχι στην «αρχή» (οπότε θα είχαμε «δημαρχία») - του Δήμου, ο οποίος Δήμος είναι το σύνολο των ενεργών πολιτών. Άρα, για να υπάρξει Δημοκρατία πρέπει να υπάρξει Δήμος και για να υπάρξει Δήμος πρέπει να υπάρχουν ενεργοί πολίτες, και για να υπάρχουν ενεργοί πολίτες πρέπει να υπάρχει «Πόλις». Η «Πόλις» όμως δεν είναι κτίρια, δεν είναι «urbs», είναι μία πολύ συγκεκριμένη πολιτική οντότητα, εκείνη ακριβώς η οργανική διάσταση που έχει χαθεί σήμερα από την ανθρώπινη σύμπραξη και συμβίωση.

Όταν δεν έχουμε Πόλη, πώς έρχονται και μιλούν για Δημοκρατία αυτοί που μιλούν σήμερα γι’ αυτήν, κυρίως εκείνοι που τολμούν να μιλάνε στο όνομά της; Βέβαια, για να καλυφθεί αυτό το απέραντο κενό εφηύραν τα «δικαιώματα του ανθρώπου», τα «ατομικά δικαιώματα», που ναι μεν ακούγονται ωραία στο αυτί και μας έχουν εξασφαλίσει μεγάλα ποσοστά ελευθερίας, αλλά ουσιαστικά είναι μια παγίδα. Γιατί, ναι μεν μας δίνουν κάποιο ποσοστό ελευθερίας σήμερα, αλλά δεν είναι ζήτημα ατομικού προνομίου να είσαι ελεύθερος, να ευδαιμονείς, να μην σ’ ενοχλεί ο άλλος, να κινείσαι, να διαμορφώνεις… Δεν είναι θέμα ατομικής υπόθεσης αλλά συνολικής. Κανονικά θα έπρεπε να λέγονται «συνολικά δικαιώματα της ανθρωπότητας».

Αυτό που χάθηκε λοιπόν μέσα από τους αιώνες δεν είναι άλλο παρά η προαναφερθείσα Οργανικότητα. Η Δημοκρατία πρώτα από όλα είναι υποχρέωση. Υποχρέωση και ευθύνη προς το κάτω επίπεδο που είναι η ρίζα, και προς το επάνω που είναι η Πόλη. Γι’ αυτό οι πρόγονοί μας είχαν πολύ αυστηρές ποινές απέναντι σ’ εκείνους που διέστρεφαν ή εξέτρεπαν την Δημοκρατία. Σήμερα, ποιοι λένε ότι έχουμε Δημοκρατία; Μα, φυσικά, οι κρατούντες! Εμείς πάντως που δεν είμαστε κρατούντες, έχουμε κάθε δικαίωμα να λέμε ότι δεν έχουμε Δημοκρατία. Εκείνους που ενοχλούνται τους παραπέμπουμε στον Θουκυδίδη και στις από αυτόν οριζόμενες βασικές πολιτικές εξουσίες κάθε ελεύθερου Δήμου, δηλαδή να είναι αυτόνομος (που πάει να πει να καθορίζει ο ίδιος τους θεσμούς και τους νόμους του), αυτόδικος (να εκδικάζει τις υποθέσεις του με τα δικά του δικαστήρια) και αυτοτελής (να διαχειρίζεται ο ίδιος τα θέματα της πολιτικής ζωής).

Η ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΙΕΡΟ

Πάμε τώρα στην τρίτη διάσταση του Αρχαίου Κόσμου που μπορεί να προβληθεί δυναμικά στο παρόν της δικής μας ζωής. Εδώ υπάρχει πραγματικά μεγάλο κενό, γιατί στις ημέρες μας έχουμε χάσει πλήρως την έννοια της ιερότητας. Εκτός δηλαδή από την Οργανικότητα, έχουμε χάσει και την ιερότητα. Δεν έχουμε καμία πρόσβαση σε αυτήν.

Ας δούμε όμως πρώτα, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, τι είναι «ιερό». Η λέξη αρχίζει με ένα γιώτα (ι) που δασύνεται. Η δάσυνση του γιώτα οφείλεται στο ότι η ρίζα της λέξης είναι το «γερόν». Και ιερόν είναι όντως ό,τι είναι γερόν, αφού γερόν είναι ό,τι συνάδει και καταφάσκει δυναμικά τους νόμους της Φύσης. Δηλαδή «ιερόν» είναι μόνον ό,τι είναι σύμφωνο με τους φυσικούς νόμους, και καταφάσκει στη ζωή.

Ιερό δεν μπορεί να είναι κάτι το οποίο με τον οποιονδήποτε τρόπο εκφράζει άρνηση της ζωής. Ιερό δεν μπορεί να είναι ένα νεκρό σώμα, ούτε ένα νεκρό δέντρο. Ιερός δεν μπορεί επίσης να είναι ο θάνατος, αφού ο τελευταίος υπάρχει μόνο κατά παρακολούθηση του φαινομένου της ζωής. Ο θάνατος από μόνος του δεν είναι ιερός, όπως δεν μπορεί να είναι ιερή η αποσύνθεση.

Για τους προγόνους μας, η Φύση ήταν ιερή σε κάθε εκδήλωσή της, με διαφορετικούς ίσως βαθμούς ιερότητας, πάντως ολόκληρη η Φύση. Επειδή ακριβώς είναι Φύση, υπάγεται στους φυσικούς νόμους και γεννάει ζωή (ετυμολογείται άλλωστε εκ του ρήματος «φύω», δηλαδή αναπτύσσω, γεννώ, παράγω). Η αντίληψη μιας κενής από ιερό Φύσης οδηγεί, μεταξύ άλλων, στο τρομακτικό αποτέλεσμα του άδειου ναού. Ο ναός πρέπει να είναι γεμάτος από εικόνες, λουλούδια, αφιερώματα, μυρωδιές, μία φύση σε οργασμό, μία παλλόμενη πραγματικότητα. Οι ναοί αυτών που θεώρησαν άδεια τη Φύση είναι άδεια κουτιά και αυτό είναι η λογική κατάληξη μίας ολόκληρης συμπεριφοράς απέναντι στην Φύση. Αν ο άνθρωπος έχει μάθει να τα βλέπει όλα αυτά κενά από ιερότητα, τότε μιλάμε για μιαν άλλη συμπεριφορά απέναντι στα πράγματα. Όταν από την άλλη τα χρίσουμε ιερά, τότε ομοίως μιλάμε για μία αντίθεση στάση.

ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΗ

Φτάνω τώρα στην τέταρτη διάσταση του Αρχαίου Κόσμου που μπορεί να προβληθεί δυναμικά στο παρόν της δικής μας ζωής και αφορά την προσωπική σφαίρα, αφού έχει να κάνει με μία κοσμοθέαση αξιοπρέπειας και ελευθερίας. Στις δικές μας ημέρες, για κάποιον λόγο πολύ συγκεκριμένο η κυρίαρχη κατάσταση έχει βαλθεί να μπολιάζει στον άνθρωπο την αίσθηση μιας υποτιθέμενης ασήμαντότητάς του. Για να σε ελέγξω δηλαδή, σε κατεβάζω πολύ χαμηλά, ώστε εσύ, με πλήρη συνείδηση της υποτιθέμενης ασημαντότητάς σου, να μην μπορείς να ζητήσει και να διεκδικήσεις πολλά πράγματα.

Υπάρχει στον μεταχριστιανικό κόσμο μία ογκώδης σύγχυση, διόλου τυχαία, αντίθετα θα έλεγα σκόπιμη και μεθοδευμένη, μεταξύ της έννοιας της «σεμνότητας» –που για τους προγόνους μας είναι μία από τις αρετές– και της «ταπεινότητας». Συγχέει ο σύγχρονος άνθρωπος τον σεμνό άνθρωπο με τον ταπεινό. Δηλαδή ένας άνθρωπος που τολμάει να πει «εγώ είμαι άξιος μουσικός», γιατί όντως είναι, κινδυνεύει να κατηγορηθεί ότι έχει δήθεν «καβαλήσει το καλάμι», ότι είναι αλαζόνας, κ.ο.κ.

Ο άνθρωπος οφείλει να έχει πρωτίστως το γνώθι σαυτόν, και σε αυτό καμμία φιλοσοφική συνταγή δεν λέει ότι πρέπει να κοιτάζει προς τα κάτω. Το γνώθι σαυτόν δεν σημαίνει αντίληψη μηδενικού ή σκλάβου. Είναι αλαζόνας κάποιος μόνον όταν προσπαθεί «να φανεί» σε πράγματα που δεν είναι σημαντικός. Αυτή η επιβεβλημένη ταπεινότητα είναι εκείνη που δημιουργεί, πέρα από έναν υποκριτικό κόσμο, και έναν άτακτο κόσμο ανθρώπων οι οποίοι δεν έχουν μάθει να σέβονται τις ιεραρχήσεις, γιατί πρωτίστως δεν έχουν μάθει να σέβονται τους εαυτούς τους. Όταν όλα αξίζουν όλα, τότε τίποτε δεν αξίζει τίποτε. Πού είναι η διάκριση; Πού είναι η αξία; Ποια η έννοια της Δικαιοσύνης (που διόλου τυχαία ετυμολογείται από το ρήμα «δείκνυμι», δηλαδή φέρω στο φως, επιδεικνύω, φανερώνω); Ο καθένας έχει ευθύνη γι’ αυτό που είναι. Πρέπει να ξέρουμε ανά πάσα στιγμή τι κοστίζουμε, ποιοι είμαστε, σε ποιο ύψος είμαστε στον κάθε τομέα. Πρέπει να έχουμε πλήρη ευθύνη τόσο για τις συντεταγμένες μας, όσο και για το εκάστοτε επίπεδό μας.

ΑΡΕΤΕΣ, ΠΟΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΥΔΑΙΟΤΗΤΕΣ

Οι πρόγονοί μας, εκτός από όλα τα άλλα, είχαν εφεύρει και την έννοια «Αρετή». Τι είναι Αρετή; Είναι τα θεία μεγέθη, τα χαρακτηριστικά που έχουν οι Θεοί, όταν αυτά κατεβαίνουν στο ανθρώπινο επίπεδο, για αυτό άλλωστε και η λέξη ετυμολογείται από το «αραρίσκω», δηλαδή αρμόζω, ταιριάζω. Για παράδειγμα, συλλαμβάνεις ως φιλόσοφος ότι στο Σύμπαν υπάρχει κάτι που λέγεται Δικαιοσύνη. Όταν αυτό κατέλθει στα ανθρώπινα πράγματα, τότε απλώς έχεις να κάνεις με την ανθρώπινη Δικαιοσύνη. Όχι με το ευκαιριακό και ελαστικό «δίκαιο» των δικαστηρίων και των δικαστών, αλλά με την άκαμπτη Δικαιοσύνη που αποτελεί Αρετή. Αυτή η ακαμψία της άλλωστε, αλλά και η δυνατότητά της να επιδέχεται λογικού ορισμού, είναι που κάνει την Αρετή διδακτή και μη απωλεστέα άπαξ και κατακτηθεί.

Σήμερα η Αρετή, σε κάθε μορφή της, έχει χαθεί και το κενό έχει καλυφθεί με κατακλυσμό συναισθήματος. Έχετε παρατηρήσει πώς δουλεύουν όλοι αυτοί που ενδιαφέρονται πολύ να μας ελέγξουν; Πολιτικοί, παπάδες, διαφημιστές και κάθε άλλος όμοιός τους δουλεύει κυρίως με το συναίσθημα. Όλοι αυτοί αναφέρονται σε συναισθήματα, ποτέ σε Αρετές. Η αγάπη, το μίσος, η ζήλεια, κ.ο.κ. είναι συναισθήματα, άτακτες ροές της ανθρώπινης ψυχής, φυσικά μη λογικές και άρα ασταθείς. Για να γίνω πιο κατανοητός, αγαπάω σήμερα κάποιον και μετά μού ξινίζει και τον μισώ. Είναι ένα ασταθές συναίσθημα η αγάπη, όπως άλλωστε είναι και το αντίθετό της. Όταν όμως έχω Φιλότητα, ή Ευσυναλλαξία, ή Χρηστότητα απέναντι στον συνάνθρωπο, τότε θα είμαι άτιμος απέναντι στον ίδιο μου τον εαυτό, εάν θα αρχίζω ξαφνικά να λειτουργώ αντίθετα απέναντί του. Οι σύγχρονοι εξουσιαστές τι κάνουν; Υπερτονίζουν το συναίσθημα, κάνουν τον άνθρωπο υπερσυναισθηματικό, τού πατάνε κουμπιά με την προπαγάνδα και τον ελέγχουν απόλυτα. Αν όμως υπήρχε μία προβολή του αρχαίου κόσμου στις μέρες μας και είχαμε μάθει να κινούμαστε βάσει του δικού τους συστήματος, του συστήματος των Αρετών, τα κουμπιά αυτά θα ήταν νεκρά, δεν θα ανταποκρίνονταν σε τίποτε.

Το σύστημα των Αρετών είναι ακλόνητο και διαχρονικό σύστημα, είναι κώδικας. Να λοιπόν άλλη μία εκκρεμότητα που πρέπει να απασχολήσει όσους θέλουν να προβάλλουν το ελληνικό πνεύμα στο τώρα. Μιλάνε πολλοί σήμερα για «κρίση αξιών», αλλά κανείς δεν μπορεί να απαριθμήσει τις αξίες που υποτίθεται ότι έχει αυτός ο σημερινός κόσμος. Ένας κόσμος γεμάτος από «αξύνετους» ανθρώπους, όπως θα τους περιέγραφε ο Ηράκλειτος (εννοώντας εκείνους που δεν διδάσκονται τίποτε από την καθημερινή τους εμπειρία και δεν συλλαμβάνουν τα νοήματα των πραγμάτων, ζώντας ουσιαστικά σε βαθύ λήθαργο και σε μία ψεύτικη πραγματικότητα).

Εν κατακλείδι, η διαχρονική σύγκρουση στους κόλπους της ανθρωπότητας δεν είναι παρά η σύγκρουση μεταξύ ποιοτικών και χυδαίων ανθρώπων. Προφανώς, οι τέσσερις διαστάσεις του Αρχαίου Κόσμου που ήδη εξετάσαμε ως ικανές να προβληθούν δυναμικά στο παρόν της δικής μας ζωής, μπορούν να κερδίσουν μία ακόμα μάχη για λογαριασμό των πρώτων.

Μία έκπτωτη αξία μεταξύ άλλων

Αν κάπου έχουν τη βάση αλλά και τις ρίζες τους όλες οι αρετές, τούτη η βάση ακούει στο σαγηνευτικό όνομα της ειλικρίνειας. Ουδέποτε η ψυχή του ανθρώπου δεν λυτρώθηκε και δεν εξυμνήθηκε τόσο πολύ όσο χάρη στην συμβολή της ειλικρίνειας, καθώς μόνο εκείνη κατάφερε να την υπηρετήσει συνετά, ευλαβικά και ελεύθερα.

Ο ορισμός του ενάρετου σώματος της ειλικρίνειας δεν μπορεί να αποδοθεί εντός ολίγων λέξεων, ακόμη και ο ασύγκριτος πλούτος των λέξεων καθίσταται απογοητευτικά λειψός και ανεπαρκής ενώπιον της κατάθεσης τούτου του ορισμού. Ας πούμε όμως πως μια άδηλη και ταπεινή σοφία είναι η ειλικρίνεια στη ζωή του ανθρώπου, ατέρμονη εράστρια της αλήθειας, του συνετού και του ωραίου, ξεχωριστή και αμόλευτη.

Κι’ όμως αυτό το τόσο ευειδές ιδανικό η ανθρώπινη φύση το εκμαυλίζει και το ξεθωριάζει με αμείωτους ρυθμούς, σχεδόν αποτρόπαιους και χυδαίους. Το πατάσσει, το μάχεται και το τραυματίζει κατάφορα στο χορό της αβύσσου, δίχως περισυλλογή και ενσυναίσθηση, δηλητηριάζοντας τις παραφυάδες και τους καρπούς της. Κυριαρχεί η ανειλικρίνεια και υπέρμετρη λατρεία των αναληθειών , ενώ η αντίπερα όχθη ατροφεί και ολιγοψυχεί λόγω του χλευασμού και του αδιάκοπου εμπαιγμού. Πειρασμοί, αδυναμίες, «σειρήνες» των ημερών μας και πνευματικές διολισθήσεις αμέριστοι σύμμαχοι της ανειλικρίνειας που την ενισχύουν και την οικοδομούν.

Τα συμπτώματα αυτά της κοινωνίας μας επαληθεύουν με μαθηματική ακρίβεια τις παθογένειες και τα πλήγματα της καθιστώντας την καθηλωμένη και αιμόφυρτη στο βούρκο των «διατρητών αληθειών». Η ενσάρκωση τέτοιων καταστάσεων καταδεικνύει με απόλυτη ενάργεια τον ολικό ξεπεσμό της προσωπικότητας του ανθρώπου, την αδυναμία του να προβάλει αντιστάσεις ουσίας αλλά και να επιβληθεί στο ανειλικρινές πνεύμα που τον περιτύλιξε και τον κατέστησε ανδράποδο του εαυτού του. Λησμόνησε την τέρψη που προσφέρεται απλόχερα δια της αλήθειας αλλά και την ανάγκη για την επιδίωξη της, το στοργικό του ενδιαφέρον αλλά και την θέληση να διατηρηθεί ανέπαφη και ανεπηρέαστη από αλλοιώσεις.

Η εναγκαλίαση της ειλικρίνειας προϋποθέτει πρωταρχικώς και ουσιαστικώς εσωτερική διαπάλη με τις σκοτεινές δυνάμεις του πνεύματος και της ψυχής οι οποίες μέχρι πρότινος θριάμβευαν ακούραστα και οδηγούσαν στην εξαχρείωση και τον ευτελισμό της προσωπικότητας, πάλη όμως που θα είναι αποκύημα αληθινούς και ατόφιας θέλησης για άρδην ανατροπή των υπαρχόντων δεδομένων. Απαιτείται περιθωριοποίηση και εκτοπισμός του φαύλου αυτού φαινομένου ώστε μέσω αυτής της επίπονης διαδικασίας ο άνθρωπος να καταστεί εραστής, λάτρης, θηρευτής και πρεσβευτής της αλήθειας η οποία θα τον οδηγεί με σταδιακούς ρυθμούς στο μονοπάτι της καταξίωσης και του «ευ». Μόνο έτσι καταθέτει ψυχή, δηλώνει πρόθυμος για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της ζωής, προσεγγίζει ορθές κατευθυντήριες γραμμές, μα κυρίως έχοντας ως συνοδοιπόρο την ειλικρίνεια έχει κατορθώσει να είναι ελεύθερος και αληθινός σε κάθε πτυχή και συνιστώσα του βίου του. Τέλος, μέσω αυτής δηλώνει εμμέσως την ακόρεστη επιθυμία του να προβεί και σε άλλα σπουδαιότερες κατακτήσεις αρετών και ηθών.

Η «αξιομνημόνευτη δεξιότητα» της σημερινής εποχής έσπευσε να επισκιάσει την λαμπρότητα της ειλικρίνειας σε βωμούς της ευτέλειας. Η ευθύτητα, η ακεραιότητα και η δικαιοσύνη που εκπηγάζουν απ’ την ειλικρίνεια αφανίζονται και ηττώνται καθημερινώς με βίαιο τρόπο. Όπως είχε αναφέρει και ο εμπνευσμένος Καμύ «ελεύθερος και ευτυχής είναι εκείνος που συλλογίζεται και βουλεύεται άνευ ψεμάτων και υποκριτικών σεναρίων». Στην δειλία απαντάς με τόλμη, στην ημιμάθεια με γνώση και στην ψευδολογία με ειλικρίνεια.

Θεραπεία Θανάτου

Θα πεθάνεις... Άραγε το έχεις σκεφτεί ποτέ σου; Έχεις διαλογιστεί πάνω στην ιδέα του θανάτου; Έχεις συνειδητοποιήσει ότι αργά ή γρήγορα θα πάψεις να υπάρχεις;

Δε θα ζήσεις για πάντα. Κι όμως φέρεσαι σαν να σου έχει δοθεί το δώρο της αθανασίας. Εξευτελίζεις την ζωή σου. Ζεις παρασιτικά. Φοβάσαι. Ανησυχείς. Πονάς. Υποτάσσεσαι.

Ποιος είναι λοιπόν ο σκοπός της ζωής σου; Τι ζητάς; Τι θέλεις να κάνεις; Άραγε συνειδητοποίησες ποτέ ότι είσαι περαστικός; Ότι είσαι ένοικος της ύπαρξης; Άκου τον ήχο της κλεψύδρας... Μετράει αντίστροφα. Τι σκοπεύεις να κάνεις; Θα τον αγνοήσεις για ακόμη μία φορά; Άκουσε τον προσεκτικά, γιατί έχει κάτι πολύ σημαντικό να σου πει.

Μην εθελοτυφλείς. Πρέπει να προετοιμαστείς για το τελευταίο ραντεβού. Εκεί δε θα μπορέσεις να δραπετεύσεις. Εκεί θα είσαι συνεπής. Δεν έχεις άλλη επιλογή. Γιατί ταράζεσαι; Τι είναι αυτό που πραγματικά σε τρομάζει; Είναι η ιδέα του θανάτου; Ή μήπως είναι η αβίωτη ζωή που ΔΕΝ έζησες; Τα όνειρα που ποτέ δεν πραγματοποίησες; Οι μάχες που φοβήθηκες να δώσεις; Τα ρίσκα που φοβήθηκες να πάρεις;

Ζεις σα να πρόκειται να μη πεθάνεις ποτέ. Σε τρομάζει τόσο πολύ το Τέλος που το έχεις θάψει βαθιά. Αλλά μαζί με την ιδέα του θανάτου έθαψες και την ίδια σου την ύπαρξη. Έθαψες το ιερότερο κομμάτι του εαυτού σου. Το θυσίασες για μία συμβατική ζωή. Άραγε νιώθεις ασφαλής στο κρησφύγετό σου;

Σε λίγο θα πεθάνεις κι ακόμα να γίνεις αυτό το οποίο προορίζεσαι να γίνεις. Έκανες ό,τι μπορούσες για να το αποφύγεις. Πάντοτε σε τρόμαζε η ευθύνη. Πάντοτε φοβόσουν να αναλάβεις την ευθύνη της ύπαρξης σου. Φοβόσουν να αγκαλιάσεις τον εαυτό σου, να υψώσεις το χαρακτήρα σου. Άραγε θα προλάβεις να γίνεις αυτό που είσαι;

Σε λίγο θα πεθάνεις κι ακόμα να πάρεις τον εαυτό σου στα σοβαρά. Ακόμη να ξορκίσεις την ύπαρξη σου από τους δαίμονες που ακούν στο όνομα φόβος και ενοχή. Βιώνεις έναν εσωτερικό θάνατο, μία εσωτερική σήψη. Ζητάς την λύτρωση αλλά η πίστη και η ελπίδα σε έναν από μηχανής θεό δε θα σε σώσουν. Αναβάλλεις τα πάντα για το μέλλον.

Πώς μπορείς να πιστεύεις σε κάτι που δεν σου ανήκει; Χρειάζεται να παλέψεις.

Σε λίγο θα πεθάνεις κι ακόμα να δώσεις ένα λόγο στην ύπαρξη σου. Περιπλανιέσαι στη ζωή όπως οι νομάδες περιπλανιούνται στην έρημο. Δε βρίσκεις ποτέ τον προορισμό σου γιατί δεν τολμάς να ταξιδέψεις μόνος. Πιστοί συνοδοιπόροι σου τα πρέπει και οι ξένες επιταγές. Η όαση βρίσκεται μακριά.

Είσαι ναρκωμένος. Δε σκέφτεσαι. Δεν αντιδράς. Δεν αισθάνεσαι.

Άραγε νιώθεις αρκετά προστατευμένος έξω από τον εαυτό σου; Θα αποκτήσεις άραγε ποτέ το θάρρος να μάθεις ποιος πραγματικά είσαι; Ή θα επιλέξεις τη φυγή για ακόμα μια φορά;

Πρέπει να επιμείνεις. Μην τα παρατήσεις. Μετά θα είναι αργά.

Για να πάρεις το εισιτήριο της ζωής πρέπει να περάσεις από τις συμπληγάδες του θανάτου. Είναι αυτό το εφήμερο της ύπαρξης που θα σε οδηγήσει στην αθανασία. Εκεί είναι που θα βρεις την προσωπική σου αλήθεια. Δεν έχεις χρόνο... Σε λίγο θα πεθάνεις...

Η Ελπίδα του Ελληνικού Ορθού Λόγου

Στην εποχή της κρίσης, που δεν είναι μόνο οικονομική αλλά κυρίως πολιτική και ηθική η επιστροφή στις πηγές της ελληνικής παράδοσης, δηλαδή στην... Ελληνική Φιλοσοφία, φαντάζει ως ο μόνος δρόμος επαναπροσδιορισμού των κοινωνιών μας αλλά και της προσωπικής μας υπόστασης.

Ο όρος Φιλόσοφος στην Αρχαία Ελληνική παράδοση σημαίνει τον άνθρωπο εκείνον που με την δύναμη και την ορμή του πρωτεργάτη γενεσιουργού Έρωτα εξυψώνει τον λογισμό του στα πανέμορφα πνευματικά ύψη των Ιδεών, εξασκεί το ισχυρό του χάρισμα της νόησης, και έτσι, καλλιεργώντας, σμιλεύοντας και εκλεπτύνοντας την ψυχή του με γνώμονα την Αρετή, οδεύει προς τη Σοφία, τη Σοφία εκείνη που κυβερνά Άνθρωπο και Σύμπαν συνάμα, ενωμένα και αλληλένδετα, σε πορεία κοινή.

Συνεπαρμένος ο Φιλόσοφος από τον θαυμασμό του για τον κόσμο, την φύση, την ίδια την ζωή στο σύνολό της με τα πολυδιάστατα μυστήριά της που με δέος παρατηρεί ολόγυρά του, μα πάνω απ' όλα ορμώμενος από δίψα και έρωτα για Φως και Γνώση, εξερευνεί μεθοδικά το Σύμπαν που τον περιβάλλει. Μελετά τον ίδιο του τον εαυτό και τα στοιχεία γύρω του, έπειτα τους ανθρώπους, την φύση τους, την ψυχή τους και τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσά τους. Αρχίζει να αναγνωρίζει τους νόμους που διέπουν τα φαινόμενα, να διακρίνει τις βαθύτερες συσχετίσεις μεταξύ τους. Έτσι ανακαλύπτει, με τρόπο μεθοδικό και επιστημονικό, τον εαυτό του. Γυμνάζει τις εγγενείς ιδιότητες και δυνατότητες της φύσης του, ανελίσσοντας την ποιότητα των ψυχικών του ενεργειών. Συνειδητοποιεί τα βαθύτερα νήµατα που συνδέουν τους ανθρώπους και διακρίνει πώς αυτά συνθέτουν την δοµή των κοινωνιών µέσα στις οποίες διάγει το βίο του ως ον πολιτικόν. Με βάση το στεγανό βάθρο του γνώθι σαυτόν συλλαμβάνει σταδιακά τους Νόμους και την Αλήθεια που διέπουν αδιάλειπτα το Σύμπαν συνενώνοντας τα φαινομενικά ανομοιογενή μέρη του σε ένα ενιαίον όλον, και έτσι προοδευτικά επί ίσταται του κόσμου αναγόμενος στην θεώρηση των Πρώτων Αρχών που ορίζουν την λειτουργία της Φύσεως και του Ανθρώπου ως Ένα.

Με τούτο τον τρόπο, αυτή η ανθρώπινη επιστήμη, η επιστήμη των Επιστημών, όπως χαρακτηριστικά την ονόμασε ο Αριστοτέλης, κλειδούχα, τον μεταμορφώνει, τον σμιλεύει, τον εκλεπτύνει και τον ζυμώνει φέρνοντάς τον πιο κοντά στην ευγενή του αλήθεια και φανερώνοντας το πλατύσκαλο προς την ανάβαση - και το επίτευγμα- που ονομάζεται Ελευθερία. Μέσα από την Αγάπη του για τη Σοφία, που συστηματοποιείται µέσω του Λόγου, της Νόησης και της Τέχνης, ο Φιλόσοφος έρχεται να γνωρίσει τη Σοφία της Αγάπης που ως πρωταρχικό συστατικό δομεί το Σύμπαν.

Η Αντίθεση µε το Σήµερα

Είναι φανερό πως αυτή η εκδοχή της Φιλοσοφίας λίγα κοινά έχει µε τη σύγχρονη αντίληψη του φιλοσόφου. Ενώ ο Έλληνας Φιλόσοφος συμβολίζει την καλλιέργεια του Ανθρώπου µε σκοπό την αναγωγή του στην Αλήθεια και την εξύψωση του είναι του, ο «Ευρωπαίος φιλόσοφος» του ∆ιαφωτισµού είναι συνδεδεμένος µε εκείνον το σχολαστικό, κρατικά εκπαιδευμένο, τεχνικά εξειδικευμένο, ποµπώδη και συχνά μονόχνοτο ακαδημαϊκό, που σαν νέος σοφιστής θεωρεί τη γνώση ταξικό προνόµιο και ζήτηµα διπλώµατος επικυρωμένου από κρατικούς φορείς. Ως εκ τούτου, η «φιλοσοφία» στις µέρες µας έχει θεωρηθεί προνόμιο των ολίγων εκείνων «γραµµατικών» που λίγο ως πολύ κατέχουν αναλυτικές πληροφορίες σχετικά µε την ιστορία των ιδεών καθώς και έξυπνα σοφιστικά τεχνάσματα που τους επιτρέπουν να κατασκευάζουν έναν θεωρητικό λόγο, έναν λόγο όλως δίχως ουσία. Έτσι, η Ελληνική Φιλοσοφία έχει στις µέρες µας σχεδόν εκλείψει θεωρούμενη ως ασύνδετη, άσχετη ή ακόμα και άχρηστη μπροστά στην τεχνοκρατική και υλιστική αντίληψη που βλέπει τον κόσµο σαν στίβο απόκτησης χρήµατος, και η οποία έχει παραγκωνίσει σχεδόν ολότελα την αληθινή ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η Επιστροφή στον Ελληνικό Λόγο

Όμως όσο και αν το ευρωπαϊκό «μοντέλο» διαμέλισε τη Γνώση σε κλάδους, μείωσε την Επιστήμη σε τεχνική εξειδίκευση προς όφελος της άμετρης και υβριστικής κερδοσκοπίας, και εκμεταλλεύτηκε την δίψα για γνώση μετατρέποντας την σε εργαλείο έλεγχου του νου των ανθρώπων, η αλήθεια ωστόσο παραμένει πως η αυθεντική, η ουσιαστική σημασία του όρου Φιλόσοφος δεν μπορεί να χωρέσει στο πρότυπο του νέο-σοφιστή-γραμματικού. Το διαπερνά, το υπερχειλίζει, το υπερβαίνει και έρχεται πάλι στο φως να μας υπενθυμίσει ποιοι είμαστε και ποιο το χρέος μας ως ανθρώπων αλλά και ως λαού σε ετούτη την κρίσιμη τροπή της ιστορίας.

Διότι ουδέν ελληνικότερον από την Φιλοσοφία. Η Φιλοσοφία ως τρόπος προσέγγισης της ύπαρξης και θεώρησης του βίου, ως μέθοδος ψυχικής καλλιέργειας, η Φιλοσοφία ως τέχνη ζωής, ανάπτυξη ορθού τρόπου σκέψης και έκφρασης του Νου, η Φιλοσοφία ως κατάσταση ύπαρξης και ως τρόπος ζωής, αποτελεί όχι απλά εφεύρεση των Ελλήνων αλλά, ακόμη και ως τις μέρες μας, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Ελληνικού Νου. Ο ορθός Λόγος και η επιστημονική σκέψη συνεπώς δεν είναι μονάχα δικαίωμα των ολίγων εκείνων κρατικά αναγνωρισμένων που τυγχάνει να κατέχουν ειδικά εκπαιδευτικά πιστοποιητικά εν είδει χάρτου. Είναι τάση εγγενής, κλίση του νου με προοπτική θαυματουργής δυνητικότητος, είναι δικαίωμα αλλά και καθήκον όλων των νοημόνων Ανθρώπων, και πόσο μάλλον των Ελλήνων πολιτών που φέρουν την ιδιότητα της φιλοσοφικής σκέψης ως ψυχική και πολιτιστική τους κληρονομιά.

Έχουμε ένα ανθρωπιστικό καθήκον να καλλιεργήσουμε τον νου μας, τον Λόγο και τις ψυχές μας, αν θέλουμε όχι μόνον να βιώσουμε την ουσιαστική εμπειρία της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά και να γευθούμε τους καρπούς της έλλογης Αρετής που κάνουν, όπως σοφά μας εδίδαξε ο Σωκράτης, τον ανθρώπινο βίο βιωτό. Έχουμε καθήκον να γίνουμε Άνθρωποι με την ελληνική σημασία της λέξεως, το οποίο και ίσως τελικά αποτελεί το μοναδικό ουσιαστικό γιατρικό εμπρός στα επικίνδυνα αδιέξοδα στα οποία οδήγησε η αδηφάγος τεχνοκρατία. Στην κρίσιμη εποχή με την οποία βρισκόμαστε αντιμέτωποι, όπου η υλιστική πλάνη καταρρέει συθέμελα και ο άνθρωπος αισθάνεται την ύπαρξή του απειλούμενη από την υβριστική τυραννία της ασημαντότητας και της ανουσιότητας, η Αρχαία Ελληνική παράδοση έρχεται και πάλι στο προσκήνιο προσφέροντας για μια ακόμη φορά στην ανθρώπινη ιστορία τον τρόπο για την επανόρθωση, την αναδημιουργία και την επανανθρωποποίηση των κοινωνιών µας.

∆εν είναι ανάγκη να ψάξουμε κάπου μακριά ή έξω από εμάς, σε ξένες αντιλήψεις, πολύπλοκους θεσμούς ή φορείς, για να βρούμε τις λύσεις στα ατοµικά και συλλογικά µας αδιέξοδα: είναι η ίδια η δική μας Ελληνική πνευματική παράδοση, η οποία όσο κι αν παραμελήθηκε, θάφτηκε ή αγνοήθηκε από τους σύγχρονους, αποτελεί ακόμα ζωντανό θησαυρό και το αποτελεσματικότερο βάλσαµο κατά της δυσαρμονίας των καιρών. Αρκεί να συνειδητοποιήσουμε ως Έλληνες και ως Άνθρωποι ετούτον τον απαράμιλλο πνευματικό θησαυρό πάνω στον οποίο στεκόμαστε και τον οποίο κατέχουµε εντός μας, να εργαστούμε έντιµα και µε συνέπεια να τον φέρουµε και πάλι στην επιφάνεια της συνειδητότητας μας αλλά και να τον αναστηλώσουμε έμπρακτα στην καθημερινή µας ζωή, στον ναό της ιερότερης μορφής θεωρίας που ονομάζεται πράξη. Τότε θα κατανοήσουμε και θα βιώσουμε όχι μόνο πως ετούτος ο πνευματικός θησαυρός είναι προσβάσιµος σε όλους μας άνευ διακρίσεων, αφού απευθύνεται στις ψυχές των ανθρώπων ανεξαρτήτως κοινωνικών διαφοροποιήσεων, αλλά επιπλέον πως μας είναι αναγκαίος σε αυτή την κρίσιμη εποχή ώστε να μπορέσουμε να θεραπεύσουµε τους εαυτούς µας και την πολιτεία µας.

Στην Αρχαία Ελλάδα η Φιλοσοφία δεν διδασκόταν µόνο στις σχολές, και πανεπιστήμια τότε δεν υπήρχαν. Οι Φιλόσοφοι κατείχαν έναν ευρύτερο κοινωνικό ρόλο, το έργο του διδασκάλου των νέων πολιτών, ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε τυχούσα επαγγελµατική τους ειδίκευση. Η Ελληνική Φιλοσοφία ως συλλογικό αγαθό διαπερνούσε και διαπότιζε όλα τα στρώµατα και επίπεδα της κοινωνίας, πνευματώνοντας κάθε μόριο, κάθε κύτταρο του κοινωνικού οργανισμού που ονομάζεται πόλις. Λειτουργούσε δηλαδή ως Δίαυλος πνεύματος και φωτός έχοντας ως δυο της άκρα από την μια τον Φιλόσοφο και από την άλλη τον Πολίτη, και ως στύλο σύνδεσης και ενοποίησης των δύο τον αναντικατάστατο φωταγωγικό θεσμό της Ελληνικής Παιδείας.

Έτσι εν µέρει εξηγείται το θαύµα του Ελληνικού Πολιτισμού, το αξεπέραστο ύψος της συλλογικής διάνοιας των Ελλήνων. Μέσω της σύνδεσης του πνεύματος και του πρακτικού, καθημερινού ατομικού και συλλογικού βίου που επιτύγχανε ο ενωτικός δίαυλος της Παιδείας, εξασφαλίζοντας μια έλλογη, ανθρωπιστική και πνευματική ζωή για όλους τους πολίτες αλλά και για την πόλη στην ολότητά της.

Οι Αρχαίοι μας Φιλόσοφοι και νομοθέτες γνώριζαν πως το κλειδί της επίλυσης και της θεραπείας των ατομικών και συλλογικών προβλημάτων της πολιτείας έγκειται στην ορθή φιλοσοφική Παιδεία: στην διασφάλιση της πνευματικότητάς της όσο και στην εξασφάλισή της ως καθοριστικού αρμόδιου θεσμού διαμόρφωσης ενός ενάρετου, ηθικού και αξιοπρεπούς συλλογικού βίου.

Μήπως αυτή είναι η επίγνωση που ήρθε η ώρα να θυµηθούµε και εµείς; Μήπως ετούτο είναι το βαθύτερο κάλεσµα των καιρών µας;

Μερικές αλήθειες για τη ζωή

Θα θέλαμε να ζήσουμε μία εύκολη ζωή γεμάτη ευτυχία και αφθονία, η πραγματικότητα είναι ότι η ζωή μπορεί μερικές φορές να είναι πολύ δύσκολη. Ανεξάρτητα από το ποιοι είμαστε, τι κάνουμε, ή πόσο σκληρά προσπαθούμε, η ζωή θα μας ρίξει πολλές φορές πίσω στα σχέδια μας. Μπορούμε να εκτροχιαστούμε απροσδόκητα από τα σχέδια και τους στόχους μας σε μία στιγμή.

Καθώς φεύγει η ζωή και γινόμαστε όλο και περισσότερο γνώστες για το πώς αυτός ο κόσμος πραγματικά λειτουργεί, υπάρχουν κάποιες παρατηρήσεις για τις σκληρές πραγματικότητες της ζωής. Ιδού μερικές:

-Ανάμεσα της επιλογής μεταξύ της κοινής λογικής και του ένστικτου, το ένστικτο είναι σωστό κατά το 90%.

-Οι περισσότεροι άνθρωποι παντρεύονται κάποιον για την ομορφιά του, αλλά δεν έχουν ιδέα τι παίζει μέχρι να αρχίσει να εκδηλώνεται αυτό που βρίσκεται κάτω από την μάσκα του.

Δεν ξέρετε πραγματικά ποιοί είναι οι άνθρωποι έως ότου τους κάνετε να χάσουν τη ψυχραιμία τους.

-Δημιουργείτε συνεχώς το είδος της ζωής που θέλετε να ζήσετε αύριο, με τον τρόπο που προγραμματίζετε τον εγκέφαλό σας σήμερα.

-Όταν μένετε σε ένα μέρος για πολύ καιρό, μια μέρα θα υπάρχει ένας ανεμοστρόβιλος πολύ δυνατός για να παραμείνετε στο σπίτι σας.

-Πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν πολύ γρήγορα όχι επειδή έφτασε ο καθορισμένος χρόνος τους, αλλά επειδή ζούσαν πιο επικίνδυνα από την ταχύτητα της ζωής.

-Μην αρχίζετε να εμπιστεύεστε κανέναν προτού κάποιος αρχίσει να κερδίζει την εμπιστοσύνη σας.

-Όποτε οι άνθρωποι κάνουν κάτι χωρίς να ανησυχούν για τον κίνδυνο ή τα αρνητικά αποτελέσματα του, οι άνθρωποι πληγώνονται πάντα. Αυτό είναι το παιχνίδι της ζωής, γιατί παίζουν με κάτι που δεν ξέρουν να παίζουν, και χορεύουν με κάτι που δεν ξέρουν πώς να το χορεύουν.

-Εάν πιέζετε κάποιον που πεθαίνει για να σας δώσει ό, τι θέλετε, τότε προφανώς είστε πολύ, πολύ άρρωστοι και η μόνη θεραπεία που χρειάζεστε είναι η ηλεκτρική καρέκλα.

-Δεν υπάρχει τίποτα τόσο ατυχές, παράξενο και παράλογο όσο να παλεύετε να κερδίσετε την καρδιά κάποιου που σας έχει ήδη απορρίψει.

-Δεν υπάρχει τίποτα τόσο απογοητευτικό και ατυχές από το να βλέπουμε τους ίδιους ανθρώπους να πέφτουν στο ίδιο λάκκο πολλές φορές όπως έπεσαν στο παρελθόν.

-Ακριβώς όπως δεν γνωρίζετε την αξία αυτού που παίρνετε έως ότου το δοκιμάσετε, δεν γνωρίζετε και την αξία ενός πράγματος έως ότου το χάσετε.

-Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ψυχικά άρρωστοι. Απλώς δεν γνωρίζουν το βαθμό στον οποίο είναι άρρωστοι.

-Δεν είναι ειρωνικό, ότι οι άνθρωποι ξυπνούν καθημερινά, κάνουν τις καθημερινές τους δραστηριότητες όπως τα ρομπότ, ακολουθούν τις ίδιες ρουτίνες και μοτίβα και, στη συνέχεια, αναμένουν ότι το αποτέλεσμα θα είναι διαφορετικό;

-Ο κύριος λόγος για τον οποίο οι σχέσεις αποτυγχάνουν και πεθαίνουν είναι επειδή το ένα άτομο ερωτεύεται τρελά, ενώ το άλλο άτομο είναι απλώς ένας θεατής.

-Μην αγαπάτε κανέναν με κάθε κύτταρο της ύπαρξής σας. Κρατήστε τα κύτταρα για τον εαυτό σας. Γιατί να θυσιάσετε τη ζωή σας για κάποιον που δεν μπορεί να κάνει το ίδιο για εσάς;

-Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να περιορίσετε επ ‘αόριστον ή να συγκρατήσετε κάποιον με ένα ανόητο μυαλό, χωρίς ο δικός σας εγκέφαλος να γίνεται εξίσου ανόητος.

-Ανεξάρτητα από το πόσο σκληρά προσπαθείτε, ή πόσο σκληρά εργάζεστε, πόση προσπάθεια καταβάλλετε, πόσοι άνθρωποι σας αγαπούν, ή πόση πρόοδο κάνετε ή πόσο πλούτο συγκεντρώνετε, θα αφήσετε πάνω από το 90% της δουλειάς σας ατελείωτη όταν πεθάνεις.

-Είναι καλύτερο να είσαι ευτυχισμένος και ευγνώμων για τα λίγα που έχεις τώρα, παρά να είσαι λυπημένος και θλιμμένος για το υπόλοιπο της ζωής σου για τα πολλά αγαθά που δεν έχεις.

-Ανεξάρτητα από το πόσο πλούτο συγκεντρώνετε, θα υπάρχουν πάντα περισσότεροι άνθρωποι για να τα καταναλώσουν.

-Οι πιο μοναχικοί άνθρωποι είναι οι πιο ευγενικοί, οι πιο λυπημένοι άνθρωποι χαμογελούν τους πιο λαμπερά και οι πιο κατεστραμμένοι είναι οι σοφότεροι. Όλα αυτά επειδή δεν θέλουν να δουν κάποιον άλλον να υποφέρει με τον ίδιο τρόπο.

Krishnamurti: Περί αξιοπρέπειας

Η αξιοπρέπεια είναι κάτι πολύ σπάνιο. Ένα γραφείο ή μία αξιοσέβαστη θέση δίνουν αξιοπρέπεια. Είναι σαν να φοράς γραβάτα. Η γραβάτα, το κοστούμι, το πόστο, δίνουν αξιοπρέπεια. Ένας τίτλος ή μια θέση δίνουν αξιοπρέπεια. Ξεγύμνωσε όμως τους ανθρώπους απ’ όλα αυτά και θα δεις ότι πολύ λίγοι θα έχουν εκείνη την ποιότητα της αξιοπρέπειας που δίνει η ελευθερία τού να μην είσαι τίποτα.

Οι άνθρωποι λαχταρούν να είναι κάτι, και με το να είναι κάτι παίρνουν μια θέση στην κοινωνία που θεωρείται σεβαστή. Οι άνθρωποι κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες -έξυπνοι, πλούσιοι, επιστήμονες, άγιοι- κι όποιος δεν μπορεί να καταταγεί σε μια κατηγορία αναγνωρισμένη από την κοινωνία, θεωρείται πρόσωπο περιθωριακό.

Η αξιοπρέπεια δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν κάτι δεδομένο, δεν μπορεί να καλλιεργηθεί και αν κανείς είναι συνειδητά αξιοπρεπής σημαίνει ότι όλη την ώρα νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του, που σημαίνει ότι είναι ασήμαντος, μικροπρεπής. Το να είσαι τίποτα σημαίνει ότι είσαι ελεύθερος από την ιδέα του να είσαι κάτι. Αληθινή αξιοπρέπεια υπάρχει όταν δεν ανήκεις ή βρίσκεσαι σε κάποια ξεχωριστή θέση. Αυτό δεν μπορεί κανείς να στο αφαιρέσει, θα υπάρχει πάντα.

Το ν’ αφήνεις τη ζωή να κυλάει ελεύθερα χωρίς να μένει πίσω της κανένα κατακάθι, σημαίνει ύπαρξη πραγματικής επίγνωσης.

Ο ανθρώπινος νους είναι σαν το κόσκινο που άλλα κρατάει κι άλλα αφήνει να περνάνε. Εκείνα που κρατάει έχουν το μέγεθος των επιθυμιών του και οι επιθυμίες, όσο κι αν είναι βαθιές, δυνατές ή ευγενικές, είναι μικρές κι ασήμαντες γιατί η επιθυμία είναι κατασκεύασμα του νου.

Χρειάζεται ολοκληρωτική επίγνωση να μη συγκρατείς τη ζωή, αλλά να την αφήνεις να κυλάει ελεύθερα, χωρίς να κάνεις καμιά επιλογή. Πάντοτε διαλέγουμε και κρατάμε· διαλέγουμε εκείνα που έχουν σημασία και τα κρατάμε για πάντα. Αυτό είναι που ονομάζουμε εμπειρία και τον πολλαπλασιασμό των εμπειριών τον ονομάζουμε πλούτο της ζωής.

Ο πλούτος της ζωής είναι η απελευθέρωση από την αποθήκευση εμπειριών. Η εμπειρία που παραμένει, που κρατιέται, εμποδίζει εκείνη την κατάσταση όπου το γνωστό δεν υπάρχει. Το γνωστό δεν είναι ο θησαυρός, αλλά ο νους προσκολλιέται σ’ αυτό κι έτσι καταστρέφει ή ρυπαίνει το άγνωστο.

Η ζωή είναι μια περίεργη ιστορία. Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα.

Είμαστε – οι περισσότεροι τουλάχιστον – πλάσματα της διάθεσης ή μιας ποικιλίας από διαθέσεις. Λίγοι από μας ξεφεύγουν απ’ αυτό.

Για μερικούς έχει σχέση με τη σωματική τους κατάσταση, για άλλους με τη διανοητική και μας αρέσει αυτή η «μια πάνω μια κάτω» κατάσταση, νομίζουμε ότι αυτή η αλλαγή διάθεσης είναι μέρος της ύπαρξης ή πάλι απλώς αφήνει κανείς να παρασύρεται μια από τη μία διάθεση και μια από την άλλη.

Υπάρχουν όμως μερικοί που δεν είναι πιασμένοι σ’ αυτό το «πάνω κάτω», που είναι ελεύθεροι από το να παλεύουν να γίνουν κάτι, έτσι που εσωτερικά υπάρχει μια σταθερότητα που δεν είναι αποτέλεσμα θέλησης, μια σταθερότητα που δεν έχει καλλιεργηθεί, που δεν είναι σταθερότητα από συγκεντρωμένο ενδιαφέρον σε κάτι, ούτε είναι αποτέλεσμα κάποιας δραστηριότητας σαν τις παραπάνω. Εμφανίζεται όταν η θέληση παύει να δρα.

Τα χρήματα πραγματικά καταστρέφουν τους ανθρώπους. Οι πλούσιοι έχουν μια ιδιαίτερη αλαζονεία. Με πολύ λίγες εξαιρέσεις, σε κάθε χώρα, οι πλούσιοι έχουν γύρω τους εκείνη την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν οποιονδήποτε, ακόμα και τους θεούς, και μπορούν πράγματι ν’ αγοράσουν τους δικούς τους θεούς. Αυτή η ατμόσφαιρα όμως δεν υπάρχει μόνο στον πλούτο, αλλά και στις ικανότητες, τα ταλέντα, που μπορεί να έχει κανείς. Οι ικανότητες δίνουν στον άνθρωπο μια παράξενη αίσθηση ελευθερίας. Τον κάνουν να νιώθει επίσης ότι είναι ανώτερος από τους άλλους, ότι είναι διαφορετικός. Όλα αυτά του δίνουν μια αίσθηση υπεροχής: κάθεται ικανοποιημένος και κοιτάζει τους άλλους να πασχίζουν και να ντροπιάζονται• δεν έχει συναίσθηση της δικής του άγνοιας και σε τι σκοτάδι βρίσκεται ο νους του.

Τα λεφτά και οι ικανότητες προσφέρουν μια πολύ καλή φυγή απ’ αυτό το σκοτάδι. Αλλά και η φυγή είναι ένα είδος αντίστασης που γεννάει τα δικά της προβλήματα. Η ζωή είναι μια περίεργη ιστορία.

Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα.

Krishnamurti

H θεωρία των χορδών: O χώρος και ο χρόνος δεν είναι θεμελιακές ιδέες, αλλά προϊόντα βαθύτερης οργάνωσης του σύμπαντος

Mια από τις πολλά υποσχόμενες, αλλά και τις πλέον αμφιλεγόμενες θεωρίες της μοντέρνας φυσικής είναι εκείνη των Xορδών. Oι συζητήσεις που ξεσήκωσε όταν πρωτοδιατυπώθηκε ήταν πολλές. Όπως αναφέρεται και σε βιβλίο που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, είναι η θεωρία των Πάντων (Yπερχορδές: H θεωρία των Πάντων, Kάτοπτρο 1989), μια θεωρία που μπορεί να δώσει όλες τις απαντήσεις στην φυσική. Έχει όμως ένα πρόβλημα: δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο πειραματικής μελέτης. Θεωρία που δεν προσφέρει τον τρόπο διάψευσής της, είχε γράψει ο μεγάλος φιλόσοφος της επιστήμης Karl Popper, δεν μπορεί να είναι επιστημονική. Παρ’ όλα αυτά όμως η συζήτηση στους κύκλους των φυσικών είναι έντονη.

«H θεωρία των χορδών υπόσχεται την συνένωση των δύο βασικών θεωριών της φυσικής του 20ου αιώνα», δήλωσε ο καθηγητής Brian Green. «Έχουμε μάθει ότι τα μεγαλύτερα πράγματα στο σύμπαν, αστέρια, γαλαξίες (ακόμη και το σύμπαν καθεαυτό) εξηγούνται πολύ καλά από την γενική θεωρία της σχετικότητας του Aϊνστάιν. Tα μικρά πράγματα του σύμπαντος – μόρια, άτομα, υποατομικά σωματίδια κ.λ.π. – εξηγούνται καλά από μια άλλη θεωρία που ονομάζεται κβαντομηχανική. Tο περίεργο είναι πως κάθε μία από αυτές τις θεωρίες ισχυρίζεται ότι η άλλη είναι λάθος. Yπάρχει ένας τρομερός ανταγωνισμός μεταξύ της γενικής σχετικότητας και της κβαντομηχανικής, που πενήντα χρόνια τώρα προσπαθούν να συμβιβάσουν οι άνθρωποι. Tελικά, ήρθε η θεωρία των χορδών και μας έδειξε τον τρόπο που μπορεί να γίνει αυτό.

H βασική ιδέα της θεωρίας των χορδών είναι απλή. Πριν από καιρό μάθαμε ότι τα μόρια και τα άτομα απαρτίζονται από μικρότερα σωματίδια: τα μικρά ηλεκτρόνια περιστρέφονται γύρω από τον πυρήνα. O πυρήνας με την σειρά του είναι φτιαγμένος από μικρότερα ακόμη σωματίδια: τα πρωτόνια και τα νετρόνια. Για κάμποσο καιρό οι άνθρωποι πίστευαν ότι η ιστορία τέλειωνε εκεί. Aλλά πιο εκλεπτυσμένα πειράματα έδειξαν ότι αν κοιτάξουμε πιο προσεκτικά μέσα σε ένα πρωτόνια ή ένα νετρόνιο, θα βρούμε ακόμη μικρότερα σωματίδια, τα ονομαζόμενα κουάρκ. H θεωρία των χορδών λέει πως υπάρχει ένα ακόμη χαμηλότερο επίπεδο. Aν δείτε πολύ βαθιά μέσα σε ένα ηλεκτρόνια ή μέσα σε ένα κουάρκ, λέει η θεωρία των χορδών, θα βρείτε ένα μικρό βρόγχο ένα νηματίδιο ενέργειας που χορεύει. Aυτό τον μικρό βρόγχο τον αποκαλούμε χορδή. Mοιάζει με ένα μικρό κομμάτι χορδής.

H υπέροχη ιδέα αυτής της θεωρίας είναι ότι τελικά έχουμε ένα μόνο συστατικό, ένα βασικό πράγμα, για να εξηγήσουμε όλο το σύμπαν: την χορδή. Mια χορδή όμως μπορεί να ταλαντώνεται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, όπως μια χορδή ενός βιολιού μπορεί να παίξει πολλές νότες. Kάθε διαφορετικό είδος ταλάντωσης αυτών των μικρών βρόγχων, λοιπόν δεν δίνει διαφορετικούς ήχους, δίνει διαφορετικά σωματίδια. Tο ηλεκτρόνιο δηλαδή στην πραγματικότητα είναι μία χορδή που ταλαντώνεται κατά ένα τρόπο, το κουάρκ μια επίσης χορδή που ταλαντώνεται κατά διαφορετικό τρόπο. Kατά μία έννοια η θεωρία των χορδών ξαναφέρνει στην ζωή την παλιά ιδέα της μουσικής των σφαιρών, αλλά σε μικροσκοπικό επίπεδο».

Πως γίνεται όμως μεγάλοι φυσικοί να στέκονται σκεπτικοί σε μια θεωρία που μπορεί να απαντήσει σε τόσο θεμελιακά προβλήματα;

Πολλοί, απαντά το Brian Green, θέλουν την ένωση των δύο βασικών θεωριών και αν και ξέρουν ότι «η θεωρία των χορδών μπορεί να δώσει λύση σε αυτό το μεγάλο πρόβλημα, φοβούνται ότι μπορεί να μην υπάρχει τρόπος να ελεγχθεί πειραματικά…

Aυτοί οι μικρού βρόγχοι είναι εξαιρετικά μικροσκοπικοί. αν θεωρήσουμε ότι το άτομο έχει το μέγεθος του γνωστού σύμπαντος, τότε η χορδή θα έχει το μέγεθος ενός δένδρου. Προς το παρόν δεν έχουμε μια πειραματική διαδικασία που να μεγεθύνει τα πράγματα τόσο πολύ ώστε αν μπορέσουμε να τα δούμε απ’ ευθείας. Έτσι λοιπόν το σκεπτικό είναι: “Ωραία, έχουμε μια όμορφη θεωρία που μπορεί να λύσει αυτό το μεγάλο πρόβλημα. Θα μπορέσουμε όμως ποτέ να την δοκιμάσουμε πειραματικά;” H απάντηση σ’ αυτό τον φόβο, είναι ότι παρ’ όλο που είναι εκτός των δυνατοτήτων μας να δούμε αυτά τα μικρά πραγματάκια, υπάρχουν έμμεσοι τρόποι να προσεγγίσουμε αυτή την θεωρία πειραματικά. Για παράδειγμα, η θεωρία των χορδών θέλει το σύμπαν να έχει περισσότερα είδη υποατομικών σωματιδίων – περισσότερες μορφές ταλαντώσεων – που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμη. Ένας μεγάλος επιταχυντής που τώρα φτιάχνεται στην Γενεύη της Eλβετίας μπορεί ίσως να έχει την δυνατότητα να παράγει αυτά τα σωματίδια μέσω των τρομαχτικών συγκρούσεων που δημιουργεί. Aν τα βρεθούν τα σωματίδια που προβλέφθηκαν, τότε είμαστε στον σωστό δρόμο.»

Ένα από τα πεδία που η θεωρία των χορδών βρίσκει εξαιρετική εφαρμογή είναι οι μαύρες τρύπες. Aυτές είναι πολύ μικρές περιοχές του διαστήματος όπου συγκεντρώνεται μεγάλη μάζα ύλης. Eίναι δε τόσο μεγάλη η συγκέντρωση της μάζας και τόσο μικρό το μέγεθός τους, που οι τεράστιες δυνάμεις βαρύτητας που αναπτύσσει, δεν αφήνει ούτε το φως να ξεφύγει. Eξ ου και το όνομά τους, “μαύρες τρύπες”.

«Oι μαύρες τρύπες, λόγω της τεράστιας μάζας τους, χρειάζονται την θεωρία της γενικής σχετικότητας. Λόγω του μικρού τους μεγέθους χρειάζονται την κβαντομηχανική. Xρειαζόμαστε δηλαδή τους νόμους του μεγάλου και τους νόμους του μικρού την ίδια στιγμή…

Στην δεκαετία του 1970, ο Stephen Hawking συνειδητοποίησε πως οι μαύρες τρύπες έχουν μερικά ασυνήθιστα χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα έχουν θερμοκρασία διαφορετική του μηδενός, που στην φυσική αυτό σημαίνει ότι υπάρχει αστάθεια. O Stephen Hawking μπόρεσε να υπολογίσει πόση αστάθεια (ή σε όρους φυσικής πόση εντροπία) έχουν αυτές οι μαύρες τρύπες.Tα τελευταία χρόνια δύο θεωρητικοί των χορδών κατάφεραν να υπολογίσουν επακριβώς το μέγεθος της αστάθειας μέσα σε μια μαύρη τρύπα. Έκαναν από την αρχή τους υπολογισμούς, με αυτό το πιό εκλεπτυσμένο πλαίσιο και κατέληξαν ακριβώς στην ίδια απάντηση που είχε καταλήξει ο Stephen Hawking. Ήταν μια επιβεβαίωση της προ 25ετίας πρόβλεψης του Hawking, που τώρα απέκτησε μια πολύ στέρεα θεωρητική θεμελίωση από την θεωρία των χορδών…

Σήμερα ο Brian Green εργάζεται να αποδείξει ότι ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι θεμελιακές ιδέες, αλλά προϊόντα βαθύτερης οργάνωσης του σύμπαντος. «H ιδέα του χώρου και του χρόνου είναι προσεγγίσεις βαθύτερων οργανωτικών αρχών, αρχές που εμφανίζονται όταν το σύμπαν βρεθεί σε ακραίες καταστάσεις. Aυτό που προσπαθούμε τώρα να κάνουμε είναι να βρούμε ποιες είναι αυτές οι αρχές…»

Ποτέ μην επιτρέπεις στους άλλους να καταλάβουν τους χειρισμούς σου. Άφηνέ τους ωστόσο να νομίζουν πως τους αντιλαμβάνονται

Ο Ταλεϋράνδος ήταν ο τέλειος αυλικός, ιδιαίτερα την εποχή που υπηρετούσε τον Ναπολέοντα. Όταν οι δύο άντρες άρχισαν να πρωτογνωρίζουν ο ένας τον άλλο, ο Ναπολέων κάποια στιγμή είπε: «Θα έρθω για μεσημεριανό στο σπίτι σου μία από αυτές τις μέρες». Ο Ταλεϋράνδος είχε ένα σπίτι στην Ωτέιγ, στα προάστια του Παρισιού. «Θα χαρώ πολύ, στρατηγέ μου», απάντησε ο υπουργός, «και μια και το σπίτι μου είναι κοντά στο Δάσος της Βουλώνης, θα μπορέσετε να διασκεδάσετε κάνοντας και σκοποβολή το απόγευμα». «Δεν μου αρέσει η σκοποβολή», είπε ο Ναπολέων, «Αλλά μου αρέσει το κυνήγι. Υπάρχουν αγριογούρουνα στο Δάσος της Βουλώνης;» Ο Ναπολέων καταγόταν από την Κορσική όπου το κυνήγι του αγριογούρουνου ήταν σπουδαίο άθλημα. Με την ερώτησή του αυτή, αν υπάρχουν αγριογούρουνα στο Παρίσι, φανέρωσε ότι εξακολουθούσε να είναι ένας σχεδόν άξεστος επαρχιώτης. Ο Ταλεϋράνδος δεν γέλασε, ωστόσο δεν άντεξε να μην κάνει μια φάρσα στον άνθρωπο που τώρα ήταν ο κύριος του στην πολιτική, αν και δεν ήταν ανώτερός του σε καταγωγή και σε αριστοκρατικότητα, εφόσον ο Ταλεϋράνδος προερχόταν από οικογένεια ευγενών. Στην ερώτηση του Ναπολέοντα απλά απάντησε: «Πολύ λίγα, στρατηγέ μου, αλλά τολμώ να πω θα τα καταφέρετε να βρείτε ένα».

Κανονίστηκε την επομένη στις επτά το πρωί να επισκεφτεί ο Ναπολέων τον Ταλεϋράνδο και να περάσει εκεί το πρωινό του. Το απόγευμα θα πήγαιναν για το κυνήγι του αγριογούρουνου”. Όλο το πρωί ο ενθουσιασμένος στρατηγός δεν μιλούσε για τίποτα άλλο παρά για το κυνήγι. Στο μεταξύ ο Ταλεϋράνδος έβαλε τους υπηρέτες του να πάνε στην αγορά, μυστικά, να αγοράσουν δύο τεράστια μαύρα γουρούνια και να τα μεταφέρουν στο μεγάλο πάρκο.

Μετά το μεσημεριανό, οι κυνηγοί και τα λαγωνικά τους ξεκίνησαν για το Δάσος της Βουλώνης. Ο Ταλεϋράνδος έδωσε το μυστικό σύνθημα στους υπηρέτες και αυτοί άφησαν τα γουρούνια ελεύθερα. «Βλέπω ένα αγριογούρουνο», φώναξε χαρούμενα ο Ναπολέων, πηδώντας στο άλογό του για να το κυνηγήσει. Ο Ταλεϋράνδος έμεινε πίσω. Μετά από μισή ώρα καλπασμού στο πάρκο το “αγριογούρουνο” τελικά αιχμαλωτίστηκε. Τη στιγμή του θριάμβου, ωστόσο, ένας από τους υπασπιστές που γνώριζε ότι το πλάσμα δεν μπορούσε να είναι αγριογούρουνο πλησίασε τον Ναπολέοντα και του είπε πως φοβόταν ότι θα γελοιοποιόταν αν μαθευόταν η ιστορία: « Κύριε», είπε στον Ναπολέοντα, «φυσικά συνειδητοποιείτε ότι αυτό δεν είναι αγριογούρουνο, αλλά γουρούνι».

Ο Ναπολέων, εξοργισμένος, αμέσως κάλπασε στο σπίτι του Ταλεύρανδου. Καθ’ οδόν συνειδητοποίησε πως θα γινόταν αντικείμενο αστείων και ότι αν ξεσπούσε στον Ταλεϋράνδο το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να γελοιοποιηθεί παραπάνω. Θα ήταν καλύτερα να δείξει ότι έχει αίσθηση του χιούμορ, αλλά όπως ήταν φυσικό δεν έκρυψε τη δυσαρέσκειά του.

Ο Ταλεϋράνδος αποφάσισε να καταπραύνει το μωλωπισμένο εγώ του στρατηγού. Είπε στον Ναπολέοντα να μην επιστρέψει στο Παρίσι ακόμη και ότι έπρεπε να ξανακυνηγήσει στο πάρκο. Υπήρχαν πολλοί λαγοί εκεί και το κυνήγι τους ήταν ένα από τα αγαπημένα χόμπι του Λουδοβίκου του 16ου. Ο Ταλεϋράνδος ακόμη προσφέρθηκε να δώσει στον Ναπολέοντα ένα σετ όπλων που κάποτε ανήκε στον Λουδοβίκο. Με τέτοια κολακεία και καλόπιασμα, ξαναέπεισε τον Ναπολέοντα να πάει για κυνήγι. Η συντροφιά έφυγε για το πάρκο αργά το απόγευμα. Καθ’ οδόν ο Ναπολέων είπε στον Ταλεϋράνδο: «Δεν είμαι ο Λουδοβίκος ο 16ος, σίγουρα δεν θα σκοτώσω ούτε ένα λαγό». Ωστόσο, εκείνο το απόγευμα, από μια περίεργη σύμπτωση, το πάρκο ήταν γεμάτο λαγούς. Ο Ναπολέων σκότωσε τουλάχιστον 50 απ’ αυτούς και η διάθεσή του άλλαξε από θυμό σε ικανοποίηση. Στο τέλος αυτού του τρελού κυνηγετικού ξεφαντώματος ο ίδιος υπασπιστής του τον πλησίασε και του ψιθύρισε στο αυτί: «Μα την αλήθεια, κύριε, αρχίζω να πιστεύω πως αυτοί δεν είναι άγριοι λαγοί. Υποψιάζομαι πως αυτός ο κατεργάρης ο Ταλεϋράνδος μας κάνει και άλλο αστείο – (ο υπασπιστής είχε δίκιο: ο Ταλεϋράνδος, όντως, είχε στείλει τους υπηρέτες του πίσω στην αγορά, όπου αγόρασαν δεκάδες λαγούς τους οποίους άφησαν ελεύθερους στο δάσος). Ο Ναπολέων αμέσως καβάλησε το άλογό του και κάλπασε αυτή τη φορά προς το Παρίσι. Αργότερα απείλησε τον Ταλεϋράνδο και τον προειδοποίησε να μην πει σε κανένα τι είχε συμβεί. Αν γινόταν ο περίγελως του Παρισιού, θα είχε να κάνει μαζί του.

Ερμηνεία

Οι αυλικοί είναι σαν τους μάγους: παίζουν απατηλά παιχνίδια εντυπώσεων και αφήνουν τους γύρω τους να δουν μόνο ό,τι αυτοί θέλουν να δουν. Όταν εξαπατάς και χειρίζεσαι τους γύρω σου σε τόσο μεγάλο βαθμό, είναι βασικό να φροντίζεις ώστε να μην καταλαβαίνουν τα κόλπα σου.

Ο Ταλεϋράνδος κανονικά ήταν ο Μεγάλος Μάγος της Τέχνης του Αυλικού και αν δεν είχε καταλάβει ο υπασπιστής του Ναπολέοντα τι συνέβαινε, δεν θα είχε πιαστεί. Θα τον είχε ταυτόχρονα ευχαριστήσει και θα είχε κάνει κατά πλάκα σε βάρος του. Αλλά η τέχνη του αυλικού είναι μια πολύ έμμεση τέχνη και αν παραβλέψεις κάποιες παγίδες ή κάνεις κάποια ακούσια λάθη, τότε μπορεί να καταστρέψεις τα καλύτερα κόλπα Ποτέ μην διακινδυνεύεις να γίνουν οι χειρισμοί σου αντιληπτοί. Ποτέ μην επιτρέπεις στους άλλους να δουν τα τεχνάσματά σου.

Valhalla: Ο «παράδεισος» των Βίκινγκς

Το χρυσό παλάτι στην μυθική Ασγάρδη είναι η κατοικία των νεκρών Βίκινγκς πολεμιστών. Μεγαλόπρεπο, με μια γιγαντιαία αίθουσα συμποσίων και άγριο όπως οι άντρες που υποδέχεται ανήκει στον Όντιν τον Θυμωμένο, τον πατέρα όλων των Θεών στο Πάνθεον των Σκανδιναβών, ψυχοπομπό, ποιητή και εφευρέτη των ρούνων.

Η Βαλχάλλα (Valhalla) είναι ένας παράδεισος που στάζει αίμα. Το όνομά της από το αρχαίο Valhöll κυριολεκτικά σημαίνει «Ο Οίκος των Σφαγιασθέντων».

Με πρωτότυπη warrior style διακόσμηση, έχει τοίχους φτιαγμένους από λόγχες, στέγη από χρυσές ασπίδες, και μακρούς πάγκους κατασκευασμένους από πανοπλίες.

Η Βαλχάλλα έχει 540 πόρτες κι άλλα τόσα δωμάτια. Ένας λύκος είναι κρεμασμένος μπροστά από τις πόρτες της Δύσης και ένας αετός αιωρείται στην κεντρική αίθουσα. Στην είσοδο του γυαλιστερού παλατιού φύεται το χρυσό δέντρο Glasir με το πουλί που μιλάει και που δίνει οιωνούς αν του θυσιάσει ο αγαπημένος του πρίγκιπας.

Στα πολύ παλιά χρόνια ήταν ένας κόσμος υπόγειος και σκοτεινός, τα Ηλύσια Πεδία των βάρβαρων γερμανικών φυλών. Αργότερα ανέβηκε στα σύννεφα κι έγινε το χρυσό παλάτι ‘όπου οδηγούνται από τις Βαλκυρίες, πανέμορφες αμαζόνες οπλισμένες σαν αστακοί που καβαλάνε φτερωτά άλογα (ή λύκους), οι τιμημένοι πολεμιστές, όσοι πέθαναν πάνω στη μάχη. Αυτοί που λιποψύχησαν ή έφυγαν ήσυχοι από γεράματα ή άλλη αιτία δεν γίνονται δεκτοί ακόμα κι αν ήταν αντρειωμένοι.

Με αυτές τις ταιριαστές γυναίκες οι νεκροί Βίκινγκς συμποσιάζονται και συνουσιάζονται κι όταν δεν κάνουν αυτά τα δύο ασκούνται για τον μεγάλο πόλεμο του Θεού Οντίν ενάντια στους Γίγαντες. Γι’ αυτή τη μεγάλη τελική μάχη στο Ράουναροκ προπονούνται μέρα-νύχτα στις ουράνιες πεδιάδες και κατεβάζουν ανεξάντλητες ποσότητες από γουρουνόπουλα και μεθυστικό υδρόμελι.

Μέσα στην κεντρική αίθουσα η ατμόσφαιρα είναι πάντα γιορταστική. Οι Βαλκυρίες περιποιούνται τους άντρες γεμίζοντας τις κούπες και επιβλέποντας τα τραπέζια κι αυτοί τρώνε, πίνουν, παίζουν επιτραπέζια και για ξεσκουριάσουν μάχονται για το σπορ. Σε τρεις θρόνους κάθονται οι μέγιστοι θεοί, ο Οντίν και οι γιοι του Θωρ και Μπράγκι, σπουδαίοι αρχαίοι βασιλείς κι ένας κόκορας που ονομάζεται Γκουλλινκάμπι.

Οι παγανιστικές δοξασίες τοποθετούν τη θέση του παλατιού στην κορυφή του όρους Γκράουστριχτμιρακερφιλν. Η ύπαρξη και τα γεγονότα του Λαμπερού Φρουρίου πρωτογράφτηκαν τον 13ο αι. στο μεσαιωνικό χειρόγραφο του Codex Regius, στις Έντα (Edda) επικές αφηγήσεις της Σκανδιναβικής Μυθολογίας και επαναλήφθηκαν και σε άλλες μεσαιωνικές ιστορίες. Οι Σκανδιναβοί έστησαν την Ουτοπία τους σαν ένα nonstopπολεμικό saga. Έναν κόσμο αντρικό, βίαιο, αποθεωμένων πολεμιστών που δε λένε να πετάξουν τα όπλα ούτε νεκροί.

Θεϊστική Κοσμογονία

Πάντα με απασχολούσε το πρώτο κεφάλαιο κιόλας της Βίβλου. Η δημιουργία του κόσμου από το Θεό. Είναι λογικό αυτό καν σαν έννοια; Γιατί να θέλει τάχατες ο Θεός να πλάσει έναν υλικό κόσμο; Όσο προχωρούσα στις θεολογικές αναζητήσεις μου, τόσο με απασχολούσε αυτό. Δεν αγγίζω καν τη συνέχεια της ιστορίας, ούτε το προπατορικό αμάρτημα, ούτε το πρόβλημα του κακού, ούτε τα μεγάλα φιλοσοφικά προβλήματα περί παραδείσων, κολάσεων, διαβόλων και τριβόλων. Μένω εδώ. Άλλωστε, αν έχει σοβαρό πρόβλημα μια θεωρία από την αρχή, δεν έχει και πολύ νόημα η εμπλοκή με τις μετέπειτα λεπτομέρειες.

Υπάρχουν δύο εναλλακτικές για τη δημιουργία του σύμπαντος από τον Θεό· είτε δημιουργήθηκε ακούσια, είτε εκούσια. Ας πιάσουμε την πρώτη περίπτωση πρώτα, που είναι και η πιο ακραία και απίθανη.

Ακούσια δημιουργία

Έχουμε πολλά παραδείγματα ακούσιας δημιουργίας στην παγκόσμια μυθολογία και δύο χαρακτηριστικά από αυτά έρχονται από τους αρχαίους ημών προγόνους.

Μια φορά που η Ήρα κοιμόταν, την πλησίασε ο νεογέννητος Ηρακλής και άρχισε να βυζαίνει. Η Ήρα ξύπνησε και χτύπησε το βρέφος για να φύγει και από το γάλα που χύθηκε δημιουργήθηκε ο Γαλαξίας μας. Προφανώς η Ήρα δεν είχε καμία πρόθεση να δημιουργήσει το Γαλαξία. Ήταν ένα ατύχημα.

Συμπτωματικά γεννήθηκε και η Αφροδίτη. Πήρε, λέει ο μύθος, ο Κρόνος ένα δρεπάνι για να σκοτώσει τον Ουρανό και όπως τον έσφαξε έσταξε αίμα στη θάλασσα και από το θεϊκό αυτό αίμα αναδύθηκε η Αφροδίτη. Ομοίως κι εδώ, η γέννηση της Αφροδίτης ήταν ένα τυχαίο γεγονός. Παρόμοι περιστατικά υπάρχουν και σε άλλες μυθολογίες.

Τι θα σήμαινε κάτι τέτοιο στη χριστιανική κοσμογονία; Έστω ότι ο Γιαβχέ δημιουργεί το σύμπαν κατά λάθος. Δεν είχε καμία πρόθεση να το δημιουργήσει, αλλά με κάποιο τρόπο προέκυψε. Τι θα σήμαινε αυτό;

Κατ’ αρχάς, αυτό θα σήμαινε είτε ότι ο Γιαχβέ δεν είναι παντογνώστης, αφού δεν προέβλεψε τα αποτελέσματα των ενεργειών του, ειδικά στην περίπτωση της τυχαίας δημιουργίας, είτε ότι ο Γιαχβέ έχει ένα είδος θεϊκού υποσυνείδητου που δρα εν αγνοία του. (Η δεύτερη εναλλακτική είναι πιο extreme, αλλά οι έντονοι ανθρωπομορφισμοί της Παλαιάς Διαθήκης μου δίνουν το δικαίωμα να εικάσω κι εγώ έναν επιπλέον ανθρωπομορφισμό. Θέλω εξ άλλου να καλύψω όλες τις πιθανότητες.)

Σ’ αυτή την περίπτωση οι εναλλακτικές είναι τέσσερις:

α) Ο Γιαχβέ δημιουργεί τον κόσμο ασυνείδητα και δεν το έχει αντιληφθεί. Αντ’ αυτού τα νήματα τα κινεί το θεϊκό υποσυνείδητο. Σ’ αυτή την περίπτωση ο Γιαχβέ, και κατ’ επέκταση ο Χριστιανικός Θεός, που λατρεύουν οι άνθρωποι δεν είναι επί της ουσίας ο Θεός, αλλά το ίδιο το θεϊκό υποσυνείδητο απ’ ευθείας. Αυτό θα εξηγούσε εν μέρει την ασταθή συμπεριφορά που επιδεικνύει το θείο μέσα στα ιερά κείμενα των μονοθεϊστικών θρησκειών (Ισλαμισμού συμπεριελαμβανομένου).

β) Ο Γιαχβέ δημιουργεί τον κόσμο ασυνείδητα, αλλά κάποια “στιγμή” το αντιλαμβάνεται. Αυτή η εναλλακτική ίσως να ήταν η φυσική εξέλιξη του δόγματος των Μαρκιωνιτών, αν είχαν επιβιώσει αρκετά για να αναπτύξουν απολογητική σκέψη. Οι Μαρκιωνίτες πίστευαν ότι ο κόσμος είναι δημιούργημα ενός κατώτερου θεού (του θεού της Παλαιάς Διαθήκης) και ο Ιησούς είναι ένας ανώτερος θεός που ήρθε να μας λυτρώσει. Αν υποθέσουμε ότι ο κατώτερος θεός αυτός είναι το θεϊκό υποσυνείδητο, δικαιολογούνται αρκετά πράγματα στις γραφές των μονοθεϊστών. (Σ’ αυτό το σενάριο το Ισλάμ θεωρεί το Μωάμεθ σωτήρα· απλά η συνειδητοποίηση από μεριάς Θεού γίνεται αργότερα στην ανθρώπινη ιστορία).

γ) Το σύμπαν είναι υποπροϊόν κάποιας άλλης θεϊκής ενέργειας, οπότε ο Γιαχβέ προσπαθεί να λύσει τα προβλήματα στον κόσμο αυτό εκ των υστέρων χωρίς να επιθυμεί να τον αλλάξει ριζικά. Τα ανθρώπινα όντα, καθ’ ότι δεν είναι σχεδιασμένα εξ αρχής καθ’ εικόνα και ομοίωση παρανοούν τις ενδιάμεσες αποκαλύψεις, οπότε καθίσταται αναγκαία η ενσάρκωση του Θεού στη Γη. (Αυτή η εναλλακτική θέτει στην ίδια βάση όλους τους μεσσίες, όλων των θρησκειών).

δ) Το σύμπαν είναι υποπροϊόν κάποιας θεϊκής ενέργειας και ο Γιαχβέ δεν έχει αντιληφθεί την ύπαρξη του σύμπαντος, ούτε και πρόκειται (καθότι άχρονος). Αυτός ο Γιαχβέ είναι καθαρά ντεϊστικός. Ο κόσμος εξελίσσεται φυσικά, αλλά διατηρεί ίχνη τελειότητας που βλέπουμε σήμερα ως ίχνη σχεδιασμού και ο Θεός ούτε επεμβαίνει στον κόσμο, ούτε πρόκειται να επέμβει. Οι θρησκείες είναι όλες ανθρώπινα δημιουργήματα.

Βέβαια, για την χριστιανική κοσμοθεωρία η ιδέα και μόνο της ακούσιας δημιουργίας του κόσμου από το Θεό είναι απαράδεκτη, αφού προϋποθέτει αδυναμίες από μεριάς Θεού. Και αν το Θείο λειτουργεί όπως ο άνθρωπος με συνειδητό και υποσυνείδητο (λέω, αν) τότε είναι εξίσου αδιανόητο το θεϊκό υποσυνείδητο να έχει ατέλειες. Εν τέλει είναι αδιανόητος ο διαχωρισμός αυτός σε ένα θείο Ον. Παράλληλα από τους Χριστιανούς απορρίπτεται και ο ντεϊστικός θεός ως μη προσωπικός. Η ακούσια δημιουργία δεν είναι δυνατόν να ενσωματωθεί στη χριστιανική κοσμοθεωρία. Οι ιδέες είναι εντελώς ασύμβατες.

Παράλληλα, παραλείπω εντελώς και την ιδέα ο Θεός να έπλασε τον κόσμο καθ’ υποχρέωσιν. Ένα θείο ον, πόσο μάλλον ένα τέλειο ον, είναι αδιανόητο να έπλασε τον κόσμο χωρίς να το θέλει, επειδή ήταν υποχρεωμένος να το κάνει. Τότε δε ήταν αυτός Θεός, αλλά εκείνος που επέβαλε την υποχρέωση. Όλη αυτή η ενότητα μπορεί να απορριφθεί.

Εκούσια δημιουργία

Αυτή είναι η στάνταρ χριστιανική θέση. Ο Θεός ήθελε να φτιάξει τον κόσμο, τον έφτιαξε και έκτοτε τον συντηρεί με σκοπό να οδηγήσει τα έλλογα όντα του πλανήτη Γη στη θέωση. Αλλά και αυτή η ιδέα έχει σοβαρότατο φιλοσοφικό πρόβλημα· για μένα το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο από τα προηγούμενα ανεκδιήγητα σενάρια.

Το πρόβλημα εντοπίστηκε από τον Επίκουρο και την ντεϊστική του φιλοσοφία περί θεών. Έλεγε ότι οι θεοί είναι όντα μακάρια που δεν ασχολούνται με τον κόσμο, ούτε τον δημιούργησαν, καθώς ασχολούνται μόνο με τη μακαριότητά τους. Η θεϊκή μακαριότητα θεωρούνταν από την επικούρεια φιλοσοφία ως ο απώτερος, αλλά άφταστος στόχος, της ανθρώπινης αναζήτησης για ευτυχία και αταραξία (ηδονή, όπως την έλεγε). Σ’ αυτό το επίπεδο, η επικούρεια φιλοσοφία βαδίζει παράλληλα με το Βουδισμό, μόνο που στο Βουδισμό στόχος δεν είναι η μακαριότητα, αλλά η απαθής ένωση με το σύμπαν και η εξάλειψη του εαυτού (η Νιρβάνα, στόχος επιτεύξιμος για τον άνθρωπο).

Αυτή η μικρή ανάλυση επιτίθεται άμεσα στην ίδια την ουσία του χριστιανικού Θεού, αν και δεν της φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Αναδύεται αν ρωτήσουμε “Γιατί έφτιαξε ο Θεός το σύμπαν;”

Γιατί, λοιπόν, έπλασε ο Γιαχβέ το σύμπαν; Ήθελε να νιώσει τη χαρά της δημιουργίας; Ήθελε να έχει πλάσματα να τον αγαπούν και να τα αγαπάει; Ό,τι και να υποθέσει κανείς, αναγκαστικά θέτει το Θεό στη θέση να επιθυμεί κάτι και, δυστυχώς, η επιθυμία προϋποθέτει έλλειψη. Πρέπει να σου λείπει κάτι για να το επιθυμείς και η έλλειψη σημαίνει ατέλεια. Ο Θεός δεν μπορεί να είναι τέλειος και να επιθυμεί. Δεν μπορεί να είναι τέλειος και να του λείπει κάτι (ειδικά κάτι που μπορούν να του προσφέρουν ατελή, υλικά όντα).

Αν και μιλάμε για τον υλικό κόσμο, το ίδιο επιχείρημα ισχύει και για την άυλη κομπανία του Γιαχβέ. Άγγελοι και δαίμονες είναι κι αυτοί δημιουργήματα του Γιαχβέ (υλικά για το Θεό, άυλα για τους ανθρώπους· μία ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ ύλης και θείας ουσίας) και το ερώτημα παραμένει το ίδιο: “Τι του έλειπε του Θεού και δημιούργησε τέτοια πλάσματα;” (Δε θα ασχοληθώ καν με την καλβινιστική άποψη ότι ο Θεός ήθελε πλάσματα να υμνούν το μεγαλείο του. Αυτό δημιουργεί χειρότερο ελάττωμα στο Θεό· του προσδίδει εγωισμό.)

Για όσους μεγάλωσαν μέσα στη χριστιανική μυθολογία αυτό είναι εξίσου αδιανόητο. Ένας Θεός που απλά ίπταται εντός ή εκτός σύμπαντος μη νιώθοντας τίποτα πέρα από τη μακαριότητά του; Και ο θεός ως αγάπη; Δυστυχώς, αυτή η ανάλυση δεν επιτρέπει στο Θεό να φτάσει σ’ αυτό το στάδιο, αφού δεν του επιτρέπει καν να προχωρήσει σε δημιουργία. Το συμπέρασμα είναι απλό. Ένας τέλειος Θεός ΔΕΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ. Είτε είναι ατελής και είναι δημιουργός, είτε είναι τέλειος και δεν είναι δημιουργός. Και τα δύο είναι αλληλοαποκλειώμενα. Αλλά υπάρχει και τρίτο σενάριο.
Το Θείο ως μη δημιουργός

Μήπως τελικά, αν όντως υπάρχει Θεός δεν υπήρξε ποτέ δημιουργός του σύμπαντος; Αν θέλουμε να διατηρήσουμε την τελειότητα του Θεού, τότε, όπως ήδη είπαμε, δεν μπορεί να ήταν δημιουργός του οτιδήποτε.

Σίγουρα, θα μπορούσαμε να μεταπέσουμε σε μια από τις δύο ήδη υπάρχουσες εναλλακτικές:

Ο κόσμος θα μπορούσε να είναι δημιούργημα ενός πολύ ισχυρού, αλλά όχι τέλειου όντος, αλλά τότε είναι αμφίβολο αν ένα τέτοιο ον θα άξιζε να ονομάζεται Θεός με την κλασσική φιλοσοφική έννοια. Ένα τέτοιο ον θα έμοιαζε περισσότερο με έναν ατελή αρχαιοελληνικό θεό.
Ή θα μπορούσε ο Θεός και ο κόσμος να είναι εντελώς ανεξάρτητα, με το Θεό να ασχολείται με τη μακαριότητά του και το υλικό σύμπαν να εξελίσσεται μόνο του. Ο Θεός δεν πλάθει ποτέ το σύμπαν, οπότε δεν εγείρεται φιλοσοφικό πρόβλημα.

Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι το σύμπαν προέρχεται από τη μετουσιωμένη θεία ουσία. Ο Θεός υπήρχε, αλλά μεταπλάστηκε σε σύμπαν και όταν το σύμπαν αναλωθεί ο Θεός θα επανασχηματιστεί. Μπα… όλο αυτό το πέρα-δώθε, από Θεό σε Σύμπαν και το αντίστροφο δεν φαντάζει καθόλου τέλειο.

Η τελευταία εναλλακτική είναι ο Πανθεϊσμός. Θεός και Σύμπαν αποτελούν μια ενότητα και μία ουσία. Καθαρά δυϊστική θεωρία. Ο Θεός είναι ο νους και το Σύμπαν είναι το σώμα με τα έλλογα όντα να λειτουργούν ως νευρώνες που κινούν τη συνείδηση του σύμπαντος. Αυτή η θεωρία λύνει το πρόβλημα της δημιουργίας από έναν τέλειο Θεό, αλλά μετατρέπει το Θεό σε ένα πεπερασμένο ον. Υπάρχει όσο υπάρχουν έλλογα όντα, οπότε όσο δεν είχαν εξελιχθεί έλλογα όντα στο σύμπαν, Θεός δεν υπήρχε (και φυσικά αν εξαλειφθούν όλα τα νοήμονα όντα, πεθαίνει κι ο Θεός μαζί τους, μέχρι να εμφανιστούν νέα ή υπάρχει, αλλά η όποια δραστηριότητά του περνά, λογικά, απαρατήρητη και είναι αδιάφορη).
Ο Θεός σ’ αυτή την περίπτωση είναι πεπερασμένος, αλλά εν δυνάμει αθάνατος εντός των πλαισίων του σύμπαντος. Επίσης δεν είναι δυνατόν να υποθέσει κανείς τις ιδιότητες ενός τέτοιου όντος, αφού εξαρτάται από τα υλικά πλάσματα. Δεν είμαι καν σίγουρος ότι μπορεί να χαρακτηριστεί καν “Ον”, πόσο μάλλον να ονομαστεί “Θεός” η συλλογική συνείδηση όλων των έλλογων όντων του σύμπαντος.

Πάντως, η ιδέα είναι πολύ θελκτική και έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον και από το φαινόμενο New Age και από την επιστημονική φαντασία (με αγαπημένη μου εμφάνιση στη σειρά “Babylon 5” όπου τα έλλογα όντα εμφανίζονται ως το Σύμπαν που προσπαθεί να κατανοήσει τον εαυτό του). Και παρόλο που η ιδέα είναι πολύ ρομαντική και ενώνει όλα τα έλλογα όντα σε ένα συμπαντικό γαϊτανάκι κατανόησης και εξερεύνησης της ύπαρξής μας, σίγουρα αυτό δεν είναι Θεός. Αν ποτέ βρούμε κι άλλα όντα σαν κι εμάς στο σύμπαν (και είμαι πεπεισμένος ότι θα βρούμε κάποια στιγμή) θα είναι ένα καλό επιχείρημα για συμπαντική ειρήνη, αλλά Θεός αυτό δεν είναι.

Εν κατακλείδι

Τελικά, είναι δυνατόν ένα ον με τα θεϊκά χαρακτηριστικά στα οποία έχει καταλήξει η χριστιανική θεολογία και απολογητική; Ένα ον τέλειο, παντοδύναμο, που τα γνωρίζει όλα, άχρονο, άυλο, πανταχού παρόν, δημιουργός του σύμπαντος και προσωποποίηση της αγάπης. Νομίζω ότι είναι προφανές το τι πιστεύω εγώ. Όπως και γιατί δεν είμαι πλέον Χριστιανός. Δεν ξέρω που θα με οδηγήσει η πνευματική αναζήτησή μου, αλλά είναι εξίσου προφανές ότι δε σκοπεύω να το ξανασκεφτώ, αν δε βρω μια ικανοποιητική απάντηση στο φλέγον ερώτημα που ξεπηδά από τους πρώτους κιόλας στίχους της Βίβλου. Επτά λέξεις είναι όλες κι όλες· μια σύντομη ερώτηση, όπως είναι όλες οι δύσκολες ερωτήσεις:

Πώς μπορεί ένα τέλειο ον να επιθυμεί;

ΔΕΣ:


ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ - ΘΕΟΓΟΝΙΑ (ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ)

Πλάτων: ποια είναι η ουσία του ανθρώπου;

ΠΛΑΤΩΝ: 428/27‒348/47 π.Χ.

Η ουσία του ανθρώπου είναι η ψυχή

Ι. Το έργο του Πλάτωνος: πρώτος Αλκιβιάδης είναι ένας διάλογος, όπου ο Σωκράτης συνομιλεί με τον Αλκιβιάδη. Πρόκειται για ένα διάλογο, ο οποίος μάλλον θα είχε λάβει χώρα γύρω στα 430 π. Χ., λίγο πριν την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, όταν ο Σωκράτης ήταν 40 ετών και ο Αλκιβιάδης 20 ετών. Ο Αλκιβιάδης είναι ένας νέος, που βρίσκεται στην αρχή της πολιτικής του καριέρας· δεν είναι ακόμη εκείνη η προσωπικότητα, που συγκέντρωσε στο πρόσωπό του εν ταυτώ την αίγλη και την αμφισβήτηση. Ο φιλόσοφος γνώριζε πολύ καλά τις πολιτικές φιλοδοξίες του νεαρού συνομιλητή του και με τον παρόντα διάλογο, ανάμεσα στις πολλές προσπάθειές του να τον διαπαιδαγωγήσει σωστά, αναλαμβάνει να του εκθέσει την αληθινή εικόνα του δημόσιου άνδρα, τις αρετές που πρέπει να διαθέτει και τον ορθό δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει στην πολιτική του σταδιοδρομία. Στο πλαίσιο αυτής της εξέλιξης απαραίτητος είναι ο εσωτερικός δεσμός γνώσης και αρετής, έτσι ώστε ο φέρελπις πολιτικός να επιτύχει την αναγκαία ηθικο-πνευματική καλλιέργεια σε απόλυτη αλληλεπίδραση με την ενάρετη πράξη.

ΙΙ. Στην αρχαιότητα ήδη, αυτό το έργο θεωρήθηκε ένα από τα καλύτερα κείμενα για εισαγωγή στη φιλοσοφία του Πλάτωνος, γι' αυτό και διδασκόταν στην Ακαδημία ως μάθημα εισαγωγής στην Πλατωνική φιλοσοφία. Παραδοσιακά, το εν λόγω έργο περιλαμβάνεται στο πλατωνικό σώμα, αν και δεν είναι απόλυτα βέβαιο ότι έχει γραφεί από τον ίδιο τον Πλάτωνα. Το σίγουρο πάντως είναι ότι πραγματεύεται μερικά από τα καίρια θέματα της σκέψης του αλλά και της δυτικής φιλοσοφικής σκέψης. Αφορμή για τη συνομιλία αποτέλεσε η επιθυμία του Αλκιβιάδη, δεδομένου ότι είχε φτάσει στην κατάλληλη ηλικία, να δραστηριοποιηθεί πολιτικά και με την παρουσία του στη συνέλευση του λαού, στην εκκλησία του Δήμου, να αποκτήσει κύρος και επιρροή. Ο Σωκράτης αποδεικνύει ότι δεν κατέχει κάποιες “ειδικές” γνώσεις, που θα μπορούσαν να κάνουν τον Αλκιβιάδη ικανό να νουθετήσει τους Αθηναίους, δηλ. αρνείται να παίξει τον ρόλο του σοφιστή. Στις πολιτικές αποφάσεις το κύριο, πριν απ’ όλα, είναι η γνώση σχετικά με το τι είναι καλό και τι κακό. Για να αποκτήσει όμως κανείς μια τέτοια γνώση, πρέπει πρωτίστως να προσπαθήσει να επιτύχει αυτο-γνωσία.

ΙΙΙ. Πράγματι, μόνο αυτός που ξέρει τι είναι ο άνθρωπος και τι του ανήκει, τι του ιδιάζει, μπορεί επίσης να πει τι είναι καλό και τι κακό για τον άνθρωπο. Ιδού το κεντρικό θέμα του διαλόγου: “τι είναι ο άνθρωπος;” Ευθύς με την έναρξη της συνομιλίας, ο Σωκράτης δηλώνει την αγάπη του για τον νεαρό Αλκιβιάδη και τον λόγο που τον πλησιάζει και θέλει να συνομιλήσει μαζί του. Επί πολύ καιρό είχε απομακρυνθεί απ’ αυτόν, γιατί τον απέτρεπε το Δαιμόνιό του. Ο λόγος ήταν ότι δεν είχε γίνει ακόμη 20 ετών για να μπορεί να ασχοληθεί με την πολιτική. Στη συνομιλία που θα ακολουθήσει, θα προσπαθήσει να τον απομακρύνει από τη λογική και την πρακτική της αθηναϊκής πολιτικής. Ο συνομιλητής του Σωκράτη, ο Αλκιβιάδης, είναι νέος, όμορφος και πλούσιος και έχει γνώση και επίγνωση πως μπροστά του ανοίγεται ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον. Ο ίδιος o Σωκράτης επίσης είναι πεπεισμένος πως ο Αλκιβιάδης, καθότι φοβερά φιλόδοξος, θα δώσει όλο του το Είναι στην πολιτική. Προτείνει συνεπώς να τον καθοδηγήσει και τον ρωτάει για την ομιλία που ετοιμάζεται να εκφωνήσει από το βήμα για να συμβουλεύσει τους Αθηναίους. Περί τίνος πρόκειται να μιλήσει; Φυσικά, περί της πολιτικής.

IV. Ο Σωκράτης, με απτά παραδείγματα από την ατομική και κοινωνικοπολιτική ζωή, δεν δυσκολεύεται να του δείξει ότι αυτό προϋποθέτει τη γνώση του δικαίου και του αδίκου, την οποία ο Αλκιβιάδης πήρε μόνο «από τον πολύ κόσμο»[1]. Εάν ο Αλκιβιάδης έχει δασκάλους τους πολλούς, τη μάζα, τότε ποια εγκυρότητα έχουν τέτοιοι δάσκαλοι ως προς το πιο πάνω θέμα της δικαιοσύνης; Μηδαμινή εγκυρότητα έχουν οι γνώμες των πολλών, γιατί είναι ευμετάβλητες και ασταθείς, χωρίς ένα σταθερό γνωσιακό θεμέλιο. Όταν επομένως δεν εκκινούν από μια σταθερή βάση γνώσης, πώς μπορούν να γίνουν δάσκαλοι τόσο σοβαρών θεμάτων, όπως είναι η γνώση περί δικαίου και αδίκου; Το μόνο που κατορθώνουν είναι να διαφωνούν μεταξύ τους και να αλληλοσπαράσσονται εντός και εκτός της Εκκλησίας του Δήμου, χωρίς να μπορούν να προσφέρουν κάποια γνώση. Ο όχλος έτσι είναι «δάσκαλος» χωρίς γνώση, είναι κακός «δάσκαλος», γιατί ποτέ δεν συμφωνεί σχετικά με το τι είναι δίκαιο και τι άδικο[2]. και

«δεν είναι σε θέση να διδάξει ούτε πώς παίζονται οι πεσσοί και πώς όχι, που είναι πολύ πιο εύκολο από το δίκαιο»[3].

Ο Αλκιβιάδης που δέχτηκε να διδαχθεί από την άγνωμη μάζα δεν έχει παρά μια ψευδή συνείδηση, με άμεση συνέπεια να

«σκέπτεται να έλθει στην Εκκλησία του Δήμου προκειμένου να συμβουλεύσει τους Αθηναίους για πράγματα που καθόλου δεν γνωρίζει»[4].

V. Ο Σωκράτης χαρακτηρίζει ένα τέτοιο εγχείρημα παρανοϊκό, καθώς ο Αλκιβιάδης επιχειρεί να διδάσκει πράγματα, για τα οποία δεν έχει καμιά γνώση, αδιαφορώντας να μάθει. Τούτο συνεπάγεται περαιτέρω πως στην Εκκλησία του Δήμου δεν μπορεί να παράγει μια πολιτική ανώτερη απ’ αυτή που εκπροσωπούν εκεί μέσα οι παραδοσιακοί πολιτικοί, οι οποίοι συμβαίνει να είναι αμόρφωτοι, απαίδευτοι και συνακόλουθα ανίκανοι να κυβερνήσουν. Το μόνο που ξέρουν είναι να κολακεύουν τα πλήθη[5]. Ο καλός πολιτικός κρίνεται από το αν κυβερνά σωστά και δίκαια: μια δίκαιη διακυβέρνηση δεν ταυτίζεται με την κολακεία της μάζας ούτε με τους διαφόρους πολιτικούς ανταγωνισμούς παρά με την αναζήτηση της αρετής της δικαιοσύνης και της σωφροσύνης. Για να το πετύχει αυτό, πρέπει κατ’ αρχήν να αποκτήσει γνώση της άγνοιάς του και με βάση τούτη την αυτογνωσία και τη φροντίδα του εαυτού να αντιμετωπίσει την υπεροχή του πολιτικού αντιπάλου, χωρίς την παραμικρή εμπλοκή σε ανώφελους πολιτικούς, κομματικούς ανταγωνισμούς. Ο Αλκιβιάδης αντιτείνει πως οι Αθηναίοι πολύ σπάνια συζητούν περί του δικαίου σε αντίθεση με το γεγονός ότι συχνά συναθροίζονται για να συζητήσουν σχετικά με το τι είναι συμφέρον[6].

VI. Παρευθύς ο Σωκράτης κατορθώνει, μέσα από έναν διακριτικό τρόπο της ερμηνευτικής διαλεκτικής, να καθορίσει μια ισοδυναμία ανάμεσα στο δίκαιο, το ωραίο και το ωφέλιμο. Ο Αλκιβιάδης τότε ομολογεί ότι δεν ξέρει πια τι να πει[7], κάτι που για τον Σωκράτη συνιστά μια ακόμη απόδειξη της άγνοιας του φιλόδοξου νεαρού συνομιλητή του. Όσο ο Αλκιβιάδης διέπεται από μια ψευδή συνείδηση, του λέει όχι χωρίς τη δέουσα ειρωνεία ο Σωκράτης πως θέλει να ασχοληθεί με τις δημόσιες υποθέσεις, προτού ακόμη αποκτήσει την απαραίτητη μόρφωση και μια ολοκληρωμένη γνώση γύρω από την υπόθεση της πολιτικής, λίαν αναγκαία για τον σωστό πολιτικό άνδρα[8]. Αντ’ αυτού απομιμείται τους πιο διεφθαρμένους και διεστραμμένους τύπους της Αθήνας. Ο Σωκράτης στη συνέχεια και μετά την εμμονή του Αλκιβιάδη ότι δεν είναι αναγκαία η επιστημονική μόρφωση του πολιτικού ανδρός για μια καλή διακυβέρνηση, γιατί στην πολιτική έχουν υπάρξει και υπάρχουν αμόρφωτοι, απαίδευτοι και ανίκανοι πολιτικοί, του θυμίζει προς καλυτέρευση του εαυτού του τη δελφική ρήση: γνώθι σαυτόν. που δεν έχει να κάνει με κάποια ψυχολογική ενδοσκόπηση παρά με την ενθάρρυνση του ανθρώπου να συνειδητοποιήσει την αληθινή του φύση, να γνωρίζει ότι είναι πρωτίστως μια ψυχή:

«Επειδή ο άνθρωπος δεν είναι ούτε το σώμα μόνο ούτε πάλι τα δυο μαζί [δηλ. σώμα και ψυχή], απομένει, νομίζω, ή αυτό να μην είναι τίποτα ή, αν είναι κάτι, ο άνθρωπος να μην είναι τίποτε άλλο παρά μόνο ψυχή»[9].

VII. Η γνώση και η φροντίδα του εαυτού, ως προκύπτει, δεν έχει να κάνει μόνο με την υλική φροντίδα του σώματος, τις σαρκικές ηδονές ή τις υλικές απολαύσεις, αλλά πρωτίστως με την ψυχική και πνευματική ανάταση του ανθρώπου. Το κύριο μέλημα επομένως είναι να γνωρίσει ο Αλκιβιάδης και να κατανοήσει σε βάθος την ψυχική και πνευματική φύση του ανθρώπου, στην περίπτωσή του, του ίδιου του εαυτού του και να επιδοθεί πριν απ’ όλα στη βελτίωσή του. Η γνώση της αληθινής ουσίας της ψυχής οδηγεί τον άνθρωπο να αντιμετωπίσει το πρώτο του καθήκον, που είναι η αρετή. Ο Αλκιβιάδης έχει και σε τούτο το ζήτημα ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει. Πρέπει να καλλιεργήσει την αρετή και να μην αφεθεί στο έλεος της καταστροφικής επιρροής του όχλου των Αθηνών. Η καλλιέργεια της αρετής θα τον καταστήσει όχι μόνο δίκαιο αλλά και ωφέλιμο τόσο για τον εαυτό του όσο και για την πατρίδα του. Ο ίδιος συμφωνεί με όσα τον συμβουλεύει εδώ ο Σωκράτης, για να τελειώσει ο διάλογος με κάποιες προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με μια ευδόκιμη πορεία ζωής του Αλκιβιάδη. Σε τούτο το έργο συνοψίζονται τα μεγάλα θέματα της σκέψης του Πλάτωνος στην ενιαία τους ολότητα: πολιτική, ηθική, γνώση. Αν η πολιτική αξίζει κάτι, μπορεί να υπάρχει μόνο ως πρακτική υλοποίηση καθολικών σκοπών, που διακρίνονται για αυτο-επίγνωση, και όχι ως ικανοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών.
--------------------
[1] Αλκιβιάδης 110e1.
[2] Ό.π.
[3] Ό.π.
[4] Ό.π., 113b10-11.
[5] Ό.π., 119b κ.εξ.
[6] Ό.π., 113d.
[7] Ό.π., 116d.
[8] Ό.π., 120c.
[9] Ό.π., 130c1-4.

ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία: (609e-611d)

[609e] Ἐννόει γάρ, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ Γλαύκων, ὅτι οὐδ᾽ ὑπὸ τῆς τῶν σιτίων πονηρίας, ἣ ἂν ᾖ αὐτῶν ἐκείνων, εἴτε παλαιότης εἴτε σαπρότης εἴτε ἡτισοῦν οὖσα, οὐκ οἰόμεθα δεῖν σῶμα ἀπόλλυσθαι· ἀλλ᾽ ἐὰν μὲν ἐμποιῇ ἡ αὐτῶν πονηρία τῶν σιτίων τῷ σώματι σώματος μοχθηρίαν, φήσομεν αὐτὸ δι᾽ ἐκεῖνα ὑπὸ τῆς αὑτοῦ κακίας νόσου οὔσης ἀπολωλέναι· ὑπὸ [610a] δὲ σιτίων πονηρίας ἄλλων ὄντων ἄλλο ὂν τὸ σῶμα, ὑπ᾽ ἀλλοτρίου κακοῦ μὴ ἐμποιήσαντος τὸ ἔμφυτον κακόν, οὐδέποτε ἀξιώσομεν διαφθείρεσθαι.
Ὀρθότατ᾽ αὖ, ἔφη, λέγεις.
Κατὰ τὸν αὐτὸν τοίνυν λόγον, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἐὰν μὴ σώματος πονηρία ψυχῇ ψυχῆς πονηρίαν ἐμποιῇ, μή ποτε ἀξιῶμεν ὑπὸ ἀλλοτρίου κακοῦ ἄνευ τῆς ἰδίας πονηρίας ψυχὴν ἀπόλλυσθαι, τῷ ἑτέρου κακῷ ἕτερον.
Ἔχει γάρ, ἔφη, λόγον.
Ἢ τοίνυν ταῦτα ἐξελέγξωμεν ὅτι οὐ καλῶς λέγομεν, ἢ [610b] ἕως ἂν ᾖ ἀνέλεγκτα, μή ποτε φῶμεν ὑπὸ πυρετοῦ μηδ᾽ αὖ ὑπ᾽ ἄλλης νόσου μηδ᾽ αὖ ὑπὸ σφαγῆς, μηδ᾽ εἴ τις ὅτι σμικρότατα ὅλον τὸ σῶμα κατατέμοι, ἕνεκα τούτων μηδὲν μᾶλλόν ποτε ψυχὴν ἀπόλλυσθαι, πρὶν ἄν τις ἀποδείξῃ ὡς διὰ ταῦτα τὰ παθήματα τοῦ σώματος αὐτὴ ἐκείνη ἀδικωτέρα καὶ ἀνοσιωτέρα γίγνεται· ἀλλοτρίου δὲ κακοῦ ἐν ἄλλῳ γιγνομένου, τοῦ δὲ ἰδίου ἑκάστῳ μὴ ἐγγιγνομένου, [610c] μήτε ψυχὴν μήτε ἄλλο μηδὲν ἐῶμεν φάναι τινὰ ἀπόλλυσθαι.
Ἀλλὰ μέντοι, ἔφη, τοῦτό γε οὐδείς ποτε δείξει, ὡς τῶν ἀποθνῃσκόντων ἀδικώτεραι αἱ ψυχαὶ διὰ τὸν θάνατον γίγνονται.
Ἐὰν δέ γέ τις, ἔφην ἐγώ, ὁμόσε τῷ λόγῳ τολμᾷ ἰέναι καὶ λέγειν ὡς πονηρότερος καὶ ἀδικώτερος γίγνεται ὁ ἀποθνῄσκων, ἵνα δὴ μὴ ἀναγκάζηται ἀθανάτους τὰς ψυχὰς ὁμολογεῖν, ἀξιώσομέν που, εἰ ἀληθῆ λέγει ὁ ταῦτα λέγων, τὴν ἀδικίαν εἶναι θανάσιμον τῷ ἔχοντι ὥσπερ νόσον, καὶ ὑπ᾽ [610d] αὐτοῦ, τοῦ ἀποκτεινύντος τῇ ἑαυτοῦ φύσει, ἀποθνῄσκειν τοὺς λαμβάνοντας αὐτό, τοὺς μὲν μάλιστα θᾶττον, τοὺς δ᾽ ἧττον σχολαίτερον, ἀλλὰ μὴ ὥσπερ νῦν διὰ τοῦτο ὑπ᾽ ἄλλων δίκην ἐπιτιθέντων ἀποθνῄσκουσιν οἱ ἄδικοι.
Μὰ Δί᾽, ἦ δ᾽ ὅς, οὐκ ἄρα πάνδεινον φανεῖται ἡ ἀδικία, εἰ θανάσιμον ἔσται τῷ λαμβάνοντι —ἀπαλλαγὴ γὰρ ἂν εἴη κακῶν— ἀλλὰ μᾶλλον οἶμαι αὐτὴν φανήσεσθαι πᾶν τοὐναντίον [610e] τοὺς ἄλλους ἀποκτεινῦσαν, εἴπερ οἷόν τε, τὸν δ᾽ ἔχοντα καὶ μάλα ζωτικὸν παρέχουσαν, καὶ πρός γ᾽ ἔτι τῷ ζωτικῷ ἄγρυπνον· οὕτω πόρρω που, ὡς ἔοικεν, ἐσκήνηται τοῦ θανάσιμος εἶναι.
Καλῶς, ἦν δ᾽ ἐγώ, λέγεις. ὁπότε γὰρ δὴ μὴ ἱκανὴ ἥ γε οἰκεία πονηρία καὶ τὸ οἰκεῖον κακὸν ἀποκτεῖναι καὶ ἀπολέσαι ψυχήν, σχολῇ τό γε ἐπ᾽ ἄλλου ὀλέθρῳ τεταγμένον κακὸν ψυχὴν ἤ τι ἄλλο ἀπολεῖ, πλὴν ἐφ᾽ ᾧ τέτακται.
Σχολῇ γ᾽, ἔφη, ὥς γε τὸ εἰκός.
Οὐκοῦν ὁπότε μηδ᾽ ὑφ᾽ ἑνὸς ἀπόλλυται κακοῦ, μήτε [611a] οἰκείου μήτε ἀλλοτρίου, δῆλον ὅτι ἀνάγκη αὐτὸ ἀεὶ ὂν εἶναι· εἰ δ᾽ ἀεὶ ὄν, ἀθάνατον.
Ἀνάγκη, ἔφη.
Τοῦτο μὲν τοίνυν, ἦν δ᾽ ἐγώ, οὕτως ἐχέτω· εἰ δ᾽ ἔχει, ἐννοεῖς ὅτι ἀεὶ ἂν εἶεν αἱ αὐταί. οὔτε γὰρ ἄν που ἐλάττους γένοιντο μηδεμιᾶς ἀπολλυμένης, οὔτε αὖ πλείους· εἰ γὰρ ὁτιοῦν τῶν ἀθανάτων πλέον γίγνοιτο, οἶσθ᾽ ὅτι ἐκ τοῦ θνητοῦ ἂν γίγνοιτο καὶ πάντα ἂν εἴη τελευτῶντα ἀθάνατα.
Ἀληθῆ λέγεις.
Ἀλλ᾽, ἦν δ᾽ ἐγώ, μήτε τοῦτο οἰώμεθα —ὁ γὰρ λόγος οὐκ [611b] ἐάσει— μήτε γε αὖ τῇ ἀληθεστάτῃ φύσει τοιοῦτον εἶναι ψυχήν, ὥστε πολλῆς ποικιλίας καὶ ἀνομοιότητός τε καὶ διαφορᾶς γέμειν αὐτὸ πρὸς αὑτό.
Πῶς λέγεις; ἔφη.
Οὐ ῥᾴδιον, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἀίδιον εἶναι σύνθετόν τε ἐκ πολλῶν καὶ μὴ τῇ καλλίστῃ κεχρημένον συνθέσει, ὡς νῦν ἡμῖν ἐφάνη ἡ ψυχή.
Οὔκουν εἰκός γε.
Ὅτι μὲν τοίνυν ἀθάνατον ψυχή, καὶ ὁ ἄρτι λόγος καὶ οἱ ἄλλοι ἀναγκάσειαν ἄν· οἷον δ᾽ ἐστὶν τῇ ἀληθείᾳ, οὐ λελωβημένον [611c] δεῖ αὐτὸ θεάσασθαι ὑπό τε τῆς τοῦ σώματος κοινωνίας καὶ ἄλλων κακῶν, ὥσπερ νῦν ἡμεῖς θεώμεθα, ἀλλ᾽ οἷόν ἐστιν καθαρὸν γιγνόμενον, τοιοῦτον ἱκανῶς λογισμῷ διαθεατέον, καὶ πολύ γε κάλλιον αὐτὸ εὑρήσει καὶ ἐναργέστερον δικαιοσύνας τε καὶ ἀδικίας διόψεται καὶ πάντα ἃ νῦν διήλθομεν. νῦν δὲ εἴπομεν μὲν ἀληθῆ περὶ αὐτοῦ, οἷον ἐν τῷ παρόντι φαίνεται· τεθεάμεθα μέντοι διακείμενον αὐτό, ὥσπερ οἱ τὸν [611d] θαλάττιον Γλαῦκον ὁρῶντες οὐκ ἂν ἔτι ῥᾳδίως αὐτοῦ ἴδοιεν τὴν ἀρχαίαν φύσιν, ὑπὸ τοῦ τά τε παλαιὰ τοῦ σώματος μέρη τὰ μὲν ἐκκεκλάσθαι, τὰ δὲ συντετρῖφθαι καὶ πάντως λελωβῆσθαι ὑπὸ τῶν κυμάτων, ἄλλα δὲ προσπεφυκέναι, ὄστρεά τε καὶ φυκία καὶ πέτρας, ὥστε παντὶ μᾶλλον θηρίῳ ἐοικέναι ἢ οἷος ἦν φύσει, οὕτω καὶ τὴν ψυχὴν ἡμεῖς θεώμεθα διακειμένην ὑπὸ μυρίων κακῶν. ἀλλὰ δεῖ, ὦ Γλαύκων, ἐκεῖσε βλέπειν.
Ποῖ; ἦ δ᾽ ὅς.

***
[609e] Πραγματικά συλλογίσου, αγαπητέ μου Γλαύκων, ότι και για το σώμα δεν παραδεχόμαστε ότι η καταστροφή του είναι το άμεσο αποτέλεσμα της κακής ποιότητας των τροφών, που οφείλεται είτε στην πολυκαιρία, είτε στην αποσύνθεση, είτε σε οποιαδήποτε άλλη αιτία· αλλ᾽ εάν η κακή ποιότητα των τροφών γεννήσει στο σώμα την αρρώστια που του προσιδιάζει, θα ειπούμε ότι εξαιτίας εκείνων το σώμα καταστράφηκε από το δικό του κακό, την αρρώστια· [610a] και ποτέ δεν θα ισχυριστούμε ότι οι τροφές, που είναι κάτι διαφορετικό από το σώμα, μπορούν με την κακή τους ποιότητα να φέρουν την καταστροφή του, εκτός αν τούτο το ξένο κακό γεννήσει το σύμφυτο του σώματος κακό.
Πάρα πολύ σωστά τα λες.
Κατά τον ίδιο λοιπόν λόγο, εάν η αρρώστια του σώματος δεν γεννήσει την αρρώστια της ψυχής, ας μην ισχυριστούμε ποτέ ότι αυτή είναι δυνατόν να καταστραφεί από ξένο κακό, χωρίς να μεσολαβήσει το δικό της το νόσημα.
Το πράγμα είναι λογικό.
Ή λοιπόν πρέπει με τον έλεγχο να αποδείξομε αυτά μας τα επιχειρήματα μη λογικά, ή, [610b] ενόσω μένουν ανεξέλεγκτα, ας μη τολμήσομε να ειπούμε ότι είτε από τον πυρετό, είτε απ᾽ οποιαδήποτε άλλη αρρώστια, είτε από τη σφαγή, ακόμη κι όταν κατακόψει κανείς το σώμα σε μικρότατα κομμάτια, είναι ποτέ δυνατόν απ᾽ αυτές τις αιτίες να καταστραφεί η ψυχή· εκτός αν κανείς μάς αποδείξει ότι απ᾽ αυτά τα παθήματα του σώματος γίνεται και αυτή η ίδια η ψυχή αδικότερη και ανοσιότερη· και ας μην επιτρέψομε να μας ειπούν ότι [610c] είτε η ψυχή είτε οποιοδήποτε άλλο πράγμα αφανίζεται από ξένο κακό, χωρίς να επισυμβεί το κακό που του προσιδιάζει.
Αυτό όμως βέβαια κανείς δεν θα μπορέσει να το αποδείξει, ότι οι ψυχές των ανθρώπων που πεθαίνουν γίνονται αδικότερες εξαιτίας του θανάτου.
Εάν μολαταύτα κανείς έχει την τόλμη να προσβάλει αυτήν την αλήθεια και να ισχυριστεί ότι ο θάνατος κάνει τον άνθρωπο χειρότερο και αδικότερο, για να μην αναγκαστεί να ομολογήσει ότι οι ψυχές είναι αθάνατες, θα τον υποχρεώσομε να παραδεχτεί ότι, εάν είναι αληθινά αυτά που λέγει, η αδικία οδηγεί στον θάνατο όπως η αρρώστια, και [610d] ότι αυτή θανατώνει, με τη δύναμη που έχει από τη φύση της, όσους τη δέχονται, άλλους γρηγορότερα και άλλους αργότερα, ανάλογα με τον βαθμό της αδικίας, και όχι, όπως συμβαίνει τώρα, ότι αιτία του θανάτου των αδίκων είναι η τιμωρία που τους επιβάλλουν άλλοι.
Μά την αλήθεια, αν η αδικία θανατώνει εκείνους που τη δέχονται, δεν θα έδινε την εντύπωση τόσο πολύ φοβερού πράγματος — γιατί τότε θα μας γλίτωνε από τους κακούς· απεναντίας νομίζω ότι μάλλον [610e] τους άλλους πάει να σκοτώσει, εάν μπορεί, εκείνον δε που την έχει τον κάνει πάρα πολύ ζωτικό και άγρυπνο· τόσο πολύ, φαίνεται, βρίσκεται μακριά από το να επιφέρει τον θάνατο.
Πολύ σωστά τα λες. Γιατί, αν της ψυχής η δική της αρρώστια και το δικό της κακό δεν μπορεί να τη θανατώσει και να την καταστρέψει, δεν θα είναι ποτέ δυνατόν να φέρει αυτό το αποτέλεσμα απάνω στην ψυχή ή απάνω σε οποιοδήποτε άλλο πράγμα όχι το δικό τους κακό αλλά εκείνο που είναι καμωμένο για να προξενεί την καταστροφή ενός άλλου.
Αδύνατο βέβαια· το λέγει η λογική.
Επομένως, αφού ένα πράγμα δεν καταστρέφεται από κανένα κακό, ούτε [611a] δικό του ούτε ξένο, είναι φανερό ότι κατ᾽ ανάγκη θα υπάρχει πάντοτε και, αφού θα υπάρχει πάντοτε, είναι αθάνατο.
Κατ᾽ ανάγκη.
Ας δεχτούμε λοιπόν ότι αυτό είναι έτσι· αν όμως έτσι έχει το πράγμα, καταλαβαίνεις βέβαια ότι οι ψυχές θα είναι πάντοτε αριθμητικώς οι ίδιες· γιατί, αφού καμιά δεν χάνεται, δεν μπορούν ούτε λιγότερες να γίνουν ούτε περισσότερες· και πραγματικά, αν μεγάλωνε ο αριθμός των αθάνατων πραγμάτων, αυτά τα νέα όντα θα γίνονταν από κάτι θνητό κι έτσι στο τέλος όλα θα γίνονταν αθάνατα.
Έχεις δίκιο.
Αλλ᾽ ούτε τούτο θα μας επιτρέψει ο ορθός λόγος να πιστέψομε [611b] ούτε ακόμη να παραδεχτούμε ότι η ψυχή, θεωρούμενη κατά την αληθέστατη φύση της, είναι κάτι ποικιλόμορφο και γεμάτο από ανομοιότητα και διαφορά, αυτό απέναντι στον εαυτό του.
Πώς λες;
Δεν είναι εύκολο κάτι που αποτελείται από τη σύνθεση πολλών μερών, εκτός αν η σύνθεση είναι τόσο τέλεια, να είναι συνάμα αιώνιο, όπως δείξαμε ότι είναι η ψυχή.
Φυσικά όχι.
Το επιχείρημα λοιπόν που αναφέραμε πριν και άλλα μάς αναγκάζουν να παραδεχτούμε ότι η ψυχή είναι αθάνατη· αλλά για να γνωρίσομε την αληθινή φύση της, [611c] δεν πρέπει να την ιδούμε όπως τη βλέπομε σήμερα, στην κατάσταση της διαφθοράς από την ένωσή της με το σώμα και από τα άλλα κακά, αλλά πρέπει να τη μελετήσομε προσεκτικά με τον λογισμό, ποιά είναι καθεαυτήν και καθαρή από κάθε ξένο στοιχείο, και τότε θα εννοήσομε πόσο πολύ ωραιότερη είναι, και τότε ακόμη θα γνωρίσομε ακριβέστερα τη φύση της δικαιοσύνης και της αδικίας και όλων των άλλων, για όσα μιλήσαμε ήδη. Αυτά που είπαμε για κείνην είναι βέβαια αληθινά αλλά σχετικά με την τωρινή της κατάσταση· την είδαμε καθώς εκείνοι [611d] που βλέπουν τον θαλάσσιο Γλαύκο και δεν μπορούν ν᾽ αναγνωρίσουν εύκολα την πρώτη του μορφή, επειδή τα παλαιά μέρη του σώματός του είναι άλλα σπασμένα, άλλα πάλι φαγωμένα και εντελώς παραμορφωμένα από τα κύματα, κι απάνω του έχουν άλλα προσκολληθεί, κοχύλια και φύκια και πέτρες, ώστε με κάθε άλλο θηρίο να μοιάζει μάλλον παρά όπως ήταν η αρχική του φύση· έτσι παρουσιάζεται και σε μας η ψυχή, παραμορφωμένη από μύρια κακά. Αλλά πρέπει, Γλαύκων, εκεί ν᾽ αποβλέπομε.
Πού;