Σάββατο 27 Ιουλίου 2019

Ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που ερεύνησε το είδος της υποκειμενικής ευτυχίας

Ο Αριστοτέλης ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που ερεύνησε το είδος της υποκειμενικής ευτυχίας. Ανέπτυξε ένα σύνθετο, ανθρώπινο πρόγραμμα για να γίνει κάποιος ευτυχισμένος, το οποίο παραμένει σε ισχύ ακόμα και σήμερα. Ο Αριστοτέλης παρέχει όλα όσα χρειάζεστε για να αποφύγετε τη συνειδητοποίηση του πρωταγωνιστή του Τολστόι στον Θάνατο του Ιβάν Ιλίτς (1886), ο οποίος έχει σπαταλήσει μεγάλο μέρος της ζωής του για να αναρριχηθεί κοινωνικά θέτοντας το προσωπικό συμφέρον του πάνω από τη συμπόνια και τις αξίες της κοινότητας, και όλα αυτά όσο είναι παντρεμένος με μια γυναίκα την οποία αντιπαθεί. Αντιμέτωπος με τον επικείμενο θάνατό του, μισεί τα πιο οικεία μέλη της οικογένειάς του, που δεν του μιλούν καθόλου γι’ αυτό το θέμα. Η αριστοτελική ηθική ενσωματώνει όλα όσα οι σύγχρονοι στοχαστές συνδέουν με την υποκειμενική ευτυχία: την αυτο-συνειδητοποίηση, την εύρεση ενός «νοήματος» και τη «ροή» της δημιουργικής συμμετοχής στη ζωή ή το «θετικό συναίσθημα».

Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι αν εκπαιδεύσεις τον εαυτό σου να είναι καλός, ασκώντας τις αρετές σου και ελέγχοντας τα ελαττώματα σου, θα ανακαλύψεις ότι η ευτυχής ψυχική διάθεση προέρχεται από το να κάνεις το σωστό σε τακτική βάση. Αν ξεκινήσεις σκόπιμα να χαμογελάς πρόθυμα κάθε φορά που σε πλησιάζει το παιδί σου, αρχίζεις να το κάνεις υποσυνείδητα. Μερικοί φιλόσοφοι αμφισβητούν κατά πόσο ένας ενάρετος τρόπος ζωής είναι προτιμότερος από τον αντίθετό του. Αλλά τελευταία «η ηθική της αρετής» έχει αποκατασταθεί στους φιλοσοφικούς κύκλους και έχει γίνει αποδεκτή ως ευεργετική. Ο Αριστοτέλης θεωρούσε όλες τις αρετές ως μέρος μιας ενιαίας δέσμης, αλλά οι νεότεροι στοχαστές έτειναν να τις διαχωρίζουν σε κατηγορίες. Ο Τζέιμς Γουάλας, στο έργο του Virtues and Vices (Αρετές και Ελαττώματα, 1978), περιγράφει τρεις διαφορετικές ομάδες: αρετές αυτοπειθαρχίας, όπως το θάρρος και η υπομονή- αρετές ευσυνειδησίας, όπως η τιμιότητα και η δικαιοσύνη- και αρετές που συνεπάγονται καλοσύνη προς τους άλλους, όπως η ευγένεια και η ευσπλαχνία.

Οι δύο πρώτες κατηγορίες αρετών μπορούν να επηρεάσουν θετικά την επιτυχία των ατομικών σχεδίων αλλά και ολόκληρης της κοινότητας. Οι αρετές της καλοσύνης είναι λιγότερο ευδιάκριτες αλλά μπορούν να αυξήσουν τη συμπάθεια που δείχνετε στον εαυτό σας αλλά και σε οποιονδήποτε άλλο γύρω σας. Επομένως η αρετή έχει εξωγενή οφέλη: είναι πιθανότερο να είστε ευτυχισμένοι αν οι γύρω σας είναι ευτυχισμένοι, και άρα είναι προς όφελος της προσωπικής φώτισής σας να είστε ενάρετοι. Αλλά ο Αριστοτέλης, καθώς και ο Σωκράτης, οι στωικοί και ο βικτοριανός φιλόσοφος Τόμας Χιλ Γκριν, πίστευαν ότι είχε και άμεσα ενδογενή οφέλη. Οι αρετές που απευθύνονται προς άλλους ανθρώπους συμβάλλουν σημαντικά στη δική μας ευτυχία.

Στα Ηθικά Νικομάχεια ο Αριστοτέλης πραγματεύεται την αιτία της ευδαιμονίας. Αν δεν είναι θεόσταλτη, λέει (και ο Αριστοτέλης δεν πίστευε ότι οι θεοί παρεμβαίνουν στις ανθρώπινες υποθέσεις), τότε έρχεται «ως αποτέλεσμα της αρετής ή κάποιας εκμάθησης ή εξάσκησης» (Ηθικά Νικομάχεια, 1099b, 15). Τα συστατικά στοιχεία της ευτυχίας μπορούν να περιγραφούν και να αναλυθούν, όπως το αντικείμενο οποιουδήποτε άλλου κλάδου γνώσης, όπως η αστρονομία ή η βιολογία. Αλλά αυτή η διαδικασία μελέτης της ευτυχίας διαφέρει από εκείνες τις επιστήμες, γιατί έχει έναν ακριβή στόχο, την κατάκτηση της ευτυχίας, και αυτό την κάνει να προσομοιάζει στην ιατρική ή στην πολιτική θεωρία.

Επιπλέον, λέει ο Αριστοτέλης, η ευτυχία θα μπορούσε εν δυνάμει να εξαπλωθεί, «διότι είναι δυνατόν να υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους που δεν είναι ανίκανοι να φτάσουν στην αρετή με τη βοήθεια κάποιας εκμάθησης και επιμέλειας» (Ηθικά Νϊκομάχεια, 1099b, 20). Ο Αριστοτέλης γνωρίζει ότι η ικανότητα για καλοσύνη μπορεί να φθαρεί από συγκεκριμένες καταστάσεις και γεγονότα της ζωής. Αλλά για την πλειονότητα των ανθρώπων, η ευτυχία είναι όντως εφικτή αν αποφασίσουν να αφοσιωθούν στη δημιουργία της. Όλοι σχεδόν μπορούν να αποφασίσουν να σκεφτούν τον εαυτό τους ευτυχισμένο. Δεν είναι κάτι που αφορά μια ελάχιστη μειονότητα ανθρώπων με πτυχίο φιλοσοφίας.

Το «σχεδόν» είναι η λέξη κλειδί εδώ, φυσικά. Ο Αριστοτέλης δεν παρέχει ένα μαγικό ραβδί για να σβήσουμε ό,τι απειλεί την ευτυχία μας. Όντως υπάρχουν κάποια προσόντα που αφορούν τη γενική ικανότητά μας να αναζητούμε την ευτυχία.

ο Αριστοτέλης παραδέχεται ότι υπάρχουν κάποια είδη πλεονεκτημάτων που είτε τα έχουμε είτε όχι. Αν έχουμε την ατυχία να έχουμε γεννηθεί σε πολύ χαμηλή κοινωνικο-οικονομική βαθμίδα ή αν δεν έχουμε παιδιά ή άλλους συγγενείς ή έναν αγαπημένο, ή αν είμαστε εξαιρετικά άσχημοι, οι συνθήκες της ζωή μας, που είναι αναπόφευκτες, όπως το θέτει, «κηλιδώνουν» την ευδαιμονία. Είναι πιο δύσκολο να κατακτήσουμε την ευτυχία. Αλλά όχι αδύνατον. Δεν χρειαζόμαστε υλικά αποκτήματα ή σωματική δύναμη ή ομορφιά για να αρχίσουμε να ασκούμε τον νου μας συντροφιά με τον Αριστοτέλη, γιατί υποστηρίζει έναν τρόπο ζωής που αφορά μάλλον μια ηθική και ψυχολογική τελειότητα και όχι έναν τρόπο ζωής βασισμένο στα υλικά αποκτήματα ή στο σωματικό μεγαλείο.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, υπάρχουν και πιο δύσκολα εμπόδια: το να έχουμε παιδιά ή φίλους απόλυτα διεφθαρμένους είναι ένα τέτοιο εμπόδιο. Ένα άλλο -που ο Αριστοτέλης αναφέρει τελευταίο και σε άλλο σημείο υπονοεί ότι είναι το πιο δύσκολο πρόβλημα που μπορεί ποτέ να αντιμετωπίσει ένας άνθρωπος- είναι η απώλεια των καλών φίλων, στους οποίους έχουμε επενδύσει τις προσπάθειές μας, και ιδιαίτερα των παιδιών, λόγω θανάτου.

Ωστόσο, δυνάμει, ακόμα και οι άνθρωποι που είναι ελάχιστα προικισμένοι από τη φύση ή που έχουν βιώσει φριχτές απώλειες μπορούν να ζήσουν μια καλή ζωή, βαδίζοντας στο μονοπάτι της αρετής. «Αυτού του είδους η φιλοσοφία, που όλοι μπορούν να ασκήσουν, είναι διαφορετική από την πλειονότητα των άλλων τύπων φιλοσοφίας», εξηγεί ο Αριστοτέλης, διότι έχει έναν απτό στόχο στην αληθινή, καθημερινή ζωή: η ηθική, προσθέτει, σε αντίθεση με τους άλλους φιλοσοφικούς κλάδους, έχει πρακτικό στόχο, «διότι δεν κάνουμε αυτή την έρευνα με σκοπό να μάθουμε τι είναι αρετή, αλλά για να γίνουμε ενάρετοι, αφού χωρίς αυτό το τελευταίο δεν θα προέκυπτε κανένα όφελος από την έρευνα αυτή» (Ηθικά Νικομάχεια, 1103b, 27). Πράγματι, ο μόνος τρόπος να είμαστε καλοί άνθρωποι είναι να κάνουμε καλές πράξεις. Πρέπει να φερόμαστε στους ανθρώπους με δικαιοσύνη και μάλιστα κατ επανάληψη. Πρέπει να προθυμοποιούμαστε με χαρά να μοιραζόμαστε εξίσου τη φροντίδα του παιδιού με τον άλλο γονέα το Σαββατοκύριακο και πάντα να καταβάλλουμε στην οικιακή βοηθό όλη την αμοιβή της ακόμα κι αν ακυρώσουμε το ραντεβού. Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι πολλοί άνθρωποι φαντάζονται πως αρκεί να μιλούν για την καλή συμπεριφορά: «Αλλά καταφεύγοντας στη θεωρητική εξέταση νομίζουν ότι επιδίδονται στη φιλοσοφία κι ότι με αυτόν τον τρόπο θα γίνουν σπουδαίοι». Συγκρίνει αυτούς τους ανθρώπους με «τους ασθενείς που ακούν με προσοχή τους γιατρούς αλλά δεν εφαρμόζουν καμία εντολή» (Ηθικά Νικομάχεια, 1105b, 15).

Σκέφτομαι με τον αριστοτελικό τρόπο σημαίνει ότι κατανοώ την ανθρώπινη φύση ώστε να ζήσω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σημαίνει ότι η φύση, και όχι μια έννοια πέρα από τη φύση -όπως ο θεός ή οι θεοί- είναι το θεμέλιο της ανάλυσης των σχέσεων και των αποφάσεών μου. Αυτή ήταν η μοναδική σπουδαιότατη διαφορά ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον δάσκαλό του, τον Πλάτωνα, που πίστευε ότι οι άνθρωποι έπρεπε να βρουν απαντήσεις στα προβλήματα της ύπαρξης σε έναν αόρατο κόσμο από μη απτές ιδέες ή αρχέτυπες μορφές πέρα από τον υλικό κόσμο τον οποίο αντιλαμβάνονται με την όραση. Ωστόσο, ο Αριστοτέλης εστίασε στα εντυπωσιακά φαινόμενα του αντιληπτού «εδώ και τώρα», όπως έγραψε ο ποιητής και κλασικιστής Λούις Μακνίς στο Autumn Journal (Φθινοπωρινή Εφημερίδα)

Ο Αριστοτέλης ήταν καλύτερος γιατί παρακολούθησε το έντομο να αναπαράγεται, τον φυσικό κόσμο να αναπτύσσεται, υπογραμμίζοντας τη λειτουργία, διαλύοντας τη Μορφή αυτή καθαυτήν, παίρνοντας το άλογο από το ράφι και αφήνοντάς το να καλπάσει.

Ο Αριστοτέλης τοποθέτησε την ανθρώπινη εμπειρία στο επίκεντρο ολόκληρης της σκέψης του. Ο Τόμας Μουρ, ο Φράνσις Μπέικον, ο Δαρβίνος, ο Καρλ Μαρξ και ο Τζέιμς Τζόις, όλοι τους τον θαύμαζαν βαθιά γι’ αυτό. Οι σύγχρονοι φιλόσοφοι, συμπεριλαμβανομένων κάποιων εξαιρετικών γυναικών που γεννήθηκαν τον 20ό αιώνα -οι Χάνα Άρεντ, Φιλίπα Φουτ, Μάρτα Νούσμπαουμ, Σάρα Μπρόντι και Σάρλοτ Γουίτ- έγραψαν σπουδαίες πραγματείες βαθιά επηρεασμένες από τον Αριστοτέλη ή αφιερωμένες ο εκείνον.

Ο Αριστοτέλης επιμένει ότι η δημιουργία ευτυχίας δεν αφορά τη φανατική επιβολή ανώτερων κανόνων και αρχών, αλλά την επαφή με τον ιστό της ζωής σε κάθε κατάσταση, με κάθε άλογο που καλπάζει, καθώς γνωρίζουμε την ιδιαιτερότητά της. Υπάρχουν γενικοί οδηγοί όπως στην ιατρική ή τη ναυσιπλοΐα, ο γιατρός ή ο πλοίαρχος θα είναι εφοδιασμένοι με γνώση συγκεκριμένων αρχών, αλλά κάθε ασθενής και κάθε ταξίδι θα παρουσιάζει ελαφρώς διαφορετικά προβλήματα, τα οποία θα απαιτούν διαφορετικές λύσεις.

Ο Αριστοτέλης δεν αποτελεί αποκλειστικό κτήμα καμίας σύγχρονης πνευματικής ή πολιτιστικής παράδοσης. Βιώνουμε μια ανακούφιση όταν διαλεγόμαστε με έναν ανθρώπινο νου από τόσο παλιά, γιατί συνειδητοποιούμε πόσο λίγο έχει αλλάζει η ανθρώπινη κατάσταση, παρά την υποτιθέμενη τεχνολογική πρόοδό μας. Μας κάνει να νιώθουμε μέλη μιας διαχρονικής ανθρώπινης λέσχης και ότι υποστηριζόμαστε με έναν τρόπο που κατορθώνει να υπερβαίνει την ανθρώπινη θνητότητα και τον χρόνο. Κάποιοι φιλόσοφοι μετά τον Χιουμ και τον Καντ αμφισβήτησαν την ιδέα ότι η ανθρώπινη φύση είναι χρήσιμη στην ηθική, γιατί ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει διαφοροποιηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό και οι άνθρωποι, ακόμα και μέσα στο πλαίσιο της κοινότητας, έχουν διαφορετική ιδιοσυγκρασία. Αλλά ο Αριστοτέλης περιγράφει ένα εκπληκτικά διαχρονικό σύνολο ηθικών προβλημάτων του ανθρώπου. Όταν χρησιμοποιεί την αντωνυμία «εμείς», συχνά εννοεί ολόκληρη την ανθρωπότητα ως συλλογικότητα, στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Προσωκρατικοί: Η Ψυχή του Κόσμου

Ως προσωκρατικοί φιλόσοφοι εννοούνται φιλόσοφοι που έζησαν από τον 7ο αιώνα π.κ.ε. μέχρι και κατά την εποχή του Σωκράτη, αφού ορισμένοι υπήρξαν σύγχρονοί του. Ο στοχασμός τους είναι προδρομικός της ελληνικής φιλοσοφίας γενικότερα. Θεωρούνται οι πρώτοι που διατύπωσαν συγκεκριμένες φιλοσοφικές θεωρίες, εγκαταλείποντας την αυθεντία της παράδοσης. Τα ερωτήματα που θέτουν αφορούν κυρίως στην Κοσμογονία, ως απάντηση στο ερώτημα για τη γένεση του κόσμου, την Κοσμολογία, ως απάντηση στο ερώτημα για την υφή και τη λειτουργία του κόσμου και την Γνωσιολογία, ως απάντηση στο ερώτημα ποιες είναι οι δυνατότητες και τα όρια της ανθρώπινης σκέψης.
 
Ο ΘΑΛΗΣ & Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
 
Ο Θαλής (624-546 π.κ.ε.) ο πρώτος Έλληνας φιλόσοφος κι ένας από τους «Επτά Σοφούς της αρχαιότητας» προσπαθούσε να διδάξει στους συμπολίτες του στην Μίλητο τον τρόπο να συλλογίζονται ορθά. Πρέπει να ήταν ένας ήρεμος και καλοκάγαθος άνθρωπος αφού δεν οργιζόταν όταν εκείνοι δεν καταλάβαιναν το παραμικρό από τα σημαντικά πράγματα που τους έλεγε ή όταν τον κορόιδευαν και τον περιγελούσαν. Πρέπει να αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη γι’ αυτούς όταν οι άλλοι Έλληνες τον συμπεριέλαβαν στους Επτά Σοφούς δίπλα στον Σόλωνα. Βλέπετε, ήταν έτοιμοι πάντοτε να τον χλευάσουν ή και να τον κατηγορήσουν άδικα, λόγω της αμάθειάς τους. Για παράδειγμα, όταν ο Θαλής προέβλεψε την έκλειψη ηλίου στις 28 Μαΐου του 585 π.κ.ε. και η έκλειψη όντως έγινε την ημέρα και την ώρα που είχε προβλέψει, οι συμπολίτες του αντί να τον θαυμάσουν, τον κατηγόρησαν για μάγο!
 
Από παιδί είχε τη φήμη του αφηρημένου και τον κατηγορούσαν για τεμπέλη, επειδή τον έβλεπαν να είναι πάντα βυθισμένος στις σκέψεις του και σε περισυλλογή. Τόσο πολύ χανόταν στις σκέψεις του, που συχνά δεν έβλεπε που βάδιζε, και μια μέρα, έτσι αφηρημένος όπως ήταν, έπεσε μέσα σε έναν λάκκο και χτύπησε, προκαλώντας τα γέλια των συμπατριωτών του, που από τότε έλεγαν πως ο Θαλής ήταν ανίκανος ακόμη και να βαδίσει, τόσο άχρηστος ήταν, έλεγαν, που έπεφτε μέσα σε όποιον λάκκο βρισκόταν μπροστά του.
 
Όλα αυτά, παραδόξως, γινόντουσαν στη Μίλητο, που την κυβερνούσε ο πανέξυπνος δικτάτορας Θρασύβουλος, πρωτεύουσα της βιοτεχνίας του Αιγαίου, της υφαντουργίας, του εμπορίου, της φιλοξενίας, αλλά και της τέχνης, της λογοτεχνίας και της μελέτης. Μια πόλη τόσο ακμάζουσα που είχε ιδρύσει και άλλες ογδόντα δικές της αποικίες στις ακτές της Μικρά Ασίας, και οι πληροφορίες που έφτασαν μέχρι εμάς λένε πως όλες οι ελληνικές πόλεις ζήλευαν τον πλούτο, την ελευθερία, την πολυτέλεια και τη μόρφωση που απολάμβαναν οι Μιλήσιοι οι πιο γενναίοι ναυτικοί, οι πιο πονηροί έμποροι, οι πιο εκλεπτυσμένες γυναίκες, οι πιο προοδευμένοι σπουδαστές. Οι σπουδές εκεί είχαν ξεφύγει από τον έλεγχο του ιερατείου, που παντού είχε ακόμη πλήρες μονοπώλιο, ενώ εκεί κυριαρχούσε η ελεύθερη σκέψη. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι κορόιδευαν τον Θαλή.
 
Κι ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα η επιστήμη δεν είχε ξεχωρίσει ακόμη από τη μυθολογία και οι άνθρωποι ακόμη πίστευαν αυστηρά μόνο αυτά που έλεγαν ο Όμηρος και ο Ησίοδος και κανένας άλλος, στη Μίλητο υπήρχε ένας μεγάλος σοφός που είχε διαγράψει τους θεούς και τους μύθους τους και είχε ιδρύσει την πρώτη ελληνική φιλοσοφική σχολή, το πρώτο πειραματικό εργαστήριο, και τη φυσιοκρατική θεώρηση του κόσμου: ο Θαλής, κατά τους συμπατριώτες του: ένας αιθεροβάμονας που δεν έβλεπε πού βάδιζε.
 
Είχε αποφασίσει πως θα έδειχνε σε όλους τους χλευαστές του πως μπορούσε ο ίδιος να κυβερνήσει τη ζωή του, χρησιμοποιώντας όλα εκείνα για τα οποία τον κορόιδευαν. Πήρε ένα δάνειο και αγόρασε όλα τα ελαιοτριβεία της περιοχής, με σκοπό να γίνει παραγωγός λαδιού, ήταν ένας βαρύς χειμώνας και οι τιμές τους είχαν πέσει γιατί δεν υπήρχε ζήτηση. Ο Θαλής, μελετημένος στην αστρονομία καθώς ήταν και στη μετεωρολογία, είχε προβλέψει πως η χρονιά που θα ακολουθούσε θα είχε πολύ ευνοϊκές καιρικές συνθήκες με καλή σοδειά για κάποιον που θα είχε ελιές, κι αυτό θα έκανε πολύτιμα τα λιοτρίβια του. Πραγματικά, επιβεβαιώθηκε απόλυτα. Το φθινόπωρο, έχοντας μονοπώλιο την ελαιουργεία, επέβαλε στους πελάτες του τις υψηλές τιμές που ζητούσε κι έτσι εκδικήθηκε όσους τον κορόιδευαν ως άχρηστο, συγκέντρωσε μία μεγάλη περιουσία, δώρισε και στην Πολιτεία για να τους αποστομώσει, έγινε εισοδηματίας και μπόρεσε να αφιερώσει πλήρως τον χρόνο του στις μελέτες και στα ταξίδια.
 
Ταξίδεψε στην Αίγυπτο για να διδαχθεί τις εξελίξεις στη μαθηματική επιστήμη, αλλά ανακάλυψε ότι οι Αιγύπτιοι ήταν αρκετά αφελείς ώστε να σχεδιάζουν να κατασκευάσουν κάτι περίτεχνες πανύψηλες κατασκευές για να μετρήσουν το ύψος των πυραμίδων που κανείς δεν το ήξερε μέχρι τότε. Κέρδισε αμέσως την εκτίμηση όλων των σοφών της Αιγύπτου, με το απλό αυτό κόλπο: τους είπε ότι μπορούσε να μετρήσει το ύψος των πυραμίδων την ίδια εκείνη μέρα με μεγάλη ευκολία: δεν είχε παρά να μετρήσει την σκιά των πυραμίδων πάνω στην άμμο τη στιγμή ακριβώς που η δική του σκιά είχε μήκος ίσο με το ύψος του, κάνοντας την αναλογία: Όλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό, και η φήμη του ταξίδεψε σε χρόνο μηδέν σε όλη την Αίγυπτο, όπου βρέθηκε να συναναστρέφεται με τους πιο μυημένους ανθρώπους, ανταλλάσσοντας όλων των ειδών τις γνώσεις.
 
Στα καράβια που τον μετέφεραν από το ένα λιμάνι της Μεσογείου στο άλλο, μελετούσε τις νύχτες τον ουρανό προσπαθώντας να ανακαλύψει μία τάξη και μία λογική υπό το φως των όσων είχε μάθει στη Βαβυλώνα, όπου είχε μαθητεύσει στους μεγαλύτερους αστρονόμους της εποχής. Ο άνθρωπος αυτός, δυόμισιχιλιάδες χρόνια πριν τη διατύπωση της Θεωρίας της εξέλιξης, υπολόγισε ότι η ζωή στη Γη προήλθε από το νερό και πως όλα όσα αποτελούν τον κόσμο έχουν μια κοινή συνδυαστική αρχή, όσο διαφορετικά και αν φαίνονται.
 
Ο Θαλής φαντάστηκε τη ζωή σαν μια αθάνατη ψυχή, που τα στοιχεία της ενσαρκώνονται εφήμερα, κάποτε σε ένα φυτό, κάποτε σε ένα ζώο ή σε ένα ορυκτό. Τα βουνά, τα ψάρια, τα άστρα, οι πάπυροι και οι άνθρωποι, δεν είναι παρά κομμάτια αυτής της αθάνατης ψυχής του κόσμου, θάνατος δεν υπάρχει, φαινομενικά πεθαίνουν μόνο οι εφήμερες ενσαρκώσεις της αιώνιας ψυχής που απλά παίρνει για λίγο το σχήμα τους, και τους δανείζει ζωική δύναμη. Διατύπωσε την ιδέα ότι ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο δεν υπήρχε ουσιαστική διαφορά. Οι είρωνες τον ρωτούσαν γιατί τότε προτιμούσε τη ζωή από τον θάνατο και δεν πέθαινε κι ο Θαλής τους απαντούσε: «Μα, ακριβώς γιατί δεν υπάρχει διαφορά»
 
Προκαλούσε την οργή των ιερέων όταν τον ρωτούσαν τι ήταν οι θεοί, κι εκείνος απαντούσε: «Εδώ δεν ξέρετε τι είναι οι πέτρες, θέλετε να μάθετε τι είναι οι θεοί; Όλα, και πέτρες και θεοί, είναι κομμάτια της αιώνιας ψυχής του κόσμου, στην οποία δεν χρειάζεται να κάνετε θυσίες ή να απευθύνετε προσευχές, διότι είστε και εσείς οι ίδιοι μέρη της» Υποπτεύονταν ότι ίσως ήταν ένας βλάσφημος άνθρωπος και θα τον είχαν σίγουρα σκοτώσει αν δεν ήταν τόσο φιλήσυχος, καλοκάγαθος, τελικά συμπαθής και νομοταγής, αλλά κατά βάθος μπερδεύονταν με τις απαντήσεις του και κάπως καθησυχάζονταν όταν τελικά τους απαντούσε απλοϊκά στην ερώτηση τι ήταν ο θεός, λέγοντας: «Ενταξει, θεός είναι αυτό που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος» και που ακόμη και μετά από τόσες χιλιάδες χρόνια παραμένει ο πιο ψύχραιμος ορίσμός.
 
Όταν τον ρωτούσαν ποιο ήταν κατά τη γνώμη του το δυσκολότερο πρόβλημα για τον άνθρωπο, έλεγε: «Να γνωρίσει τον εαυτό του». Τον ρωτούσαν ποια θα έπρεπε να είναι η δικαιοσύνη για έναν ενάρετο άνθρωπο, κι εκείνος απαντούσε: «Να μην κάνει στους άλλους αυτό που δεν θέλει να του κάνουν» (εξακόσια χρόνια πριν το πει ο Ιησούς ο Ναζωραίος). Τον ρωτούσαν ποιο ήταν το πιο σπάνιο πράγμα που είχε δει, κάτι το πρωτοφανές, και ο Θαλής απαντούσε: «Γέροντα Τύραννον» (εννοώντας ότι οι τύραννοι σχεδόν ποτέ δεν ζουν τόσο πολύ ώστε να γεράσουν).
 
Έλεγε ότι για τρία πράγματα όφειλε ευγνωμοσύνη στην Τύχη: «Πρώτον διότι γεννήθηκα άνθρωπος και όχι ζώο, δεύτερον διότι γεννήθηκα άνδρας και όχι γυναίκα, και τρίτον διότι γεννήθηκα Έλληνας και όχι βάρβαρος» Οι αφελείς που τον άκουγαν ήταν ευχαριστημένοι ακούγοντάς το αυτό, γιατί κι εκείνοι ήταν άνθρωποι, άνδρες κι Έλληνες και δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι το έλεγε για να καταγγείλει ότι οι άνθρωποι δεν φέρονται σωστά στα ζώα, ότι οι άνδρες δεν φέρονται σωστά στις γυναίκες κι ότι οι Έλληνες δεν φέρονται σωστά στους βάρβαρους.
 
Δεν καταλάβαιναν ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά ενσαρκώσεις της αιώνιας αθάνατης ψυχής και ότι καμία ουσιαστική διαφορά δεν είχαν μεταξύ τους. Δεν κατάλαβαν ούτε καν τη σπάνια ψυχή του παππούλη μας του Θαλή, που επέστρεψε πίσω στην αιώνια ψυχή του κόσμου, σε μεγάλη ηρεμία και σοφία και σε βαθιά γεράματα, καθώς παρακολουθούσε τα θεάματα σε ένα στάδιο, καθότι φίλαθλος. Δεν διασώθηκε κανένα έργο του Θαλή και γι’ αυτό λένε ότι δεν έγραψε κανένα σύγγραμμα, πράγμα για το οποίο κάθε νοήμων άνθρωπος έχει δικαίωμα να αμφιβάλει.
 
Στον Θαλή, όπως και στους υπόλοιπους σοφούς, αποδίδονταν διάσημα γνωμικά της αρχαιότητας. Ορισμένα από τα γνωμικά που αποδίδονται στον Θαλή είναι:
 
«Γνώθι σαυτόν»,
«Μέτρω χρω»,
«Πρεσβύτατον των όντων θεός αγέννητον γαρ»,
«Κάλλιστον κόσμος ποίημα γαρ θεού»,
«Μέγιστον τόπος άπαντα γαρ χωρεί»,
«Τάχιστον νους δια παντός γαρ τρέχει»,
«Σοφώτατον χρόνος ανευρίσκει γαρ πάντα»

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΥ
 
Δεν υπήρχαν φιλόσοφοι πριν από τον Θαλή. Ο Θαλής άφησε έναν μόνο μαθητή, τον Αναξίμανδρο, για τη ζωή του οποίου δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε, πέρα από κάποιες αμφίβολες πληροφορίες του Κικέρωνα και από ένα ανέκδοτο που αναφέρει ο Διογένης Λαέρτιος: Ο Αναξίμανδρος τραγουδούσε και με το άσμα του προκαλούσε το γέλιο των παιδιών που τον κορόιδευαν κι εκείνος έλεγε: «Πρέπει, εξαιτίας των παιδιών, να καταβάλλουμε προσπάθεια για να τραγουδάμε καλύτερα».
 
Ο Αναξίμανδρος ήταν ο πρώτος Έλληνας φιλόσοφος που τόλμησε να εκδώσει ένα σύγγραμμα «Περί φύσεως» (γύρω στο 550 π.κ.ε. και, από τότε, σχεδόν κάθε Έλληνας φιλόσοφος, κι όχι μόνο, έχει γράψει και από ένα σύγγραμμα «περί φύσεως», που έγινε το αγαπημένο θέμα των αρχαίων λογίων). Ήταν η πρώτη γνωστή συγγραφή με την οποία επιχειρούταν η εξήγηση του σύμπαντος με βάση επιστημονικές αρχές κι αποτελούσε σοβαρά επικίνδυνο τόλμημα, αν λάμβανε κανείς υπ’ όψιν του τις θεοκρατικές αντιλήψεις της εποχής, αφού οποιοδήποτε παρόμοιο εγχείρημα έπρεπε να συμβαδίζει με τη θεογονία του Ησίοδου και με τις γενεαλογίες του Δία.
 
Το πρώτο αυτό επιστημονικό σύγγραμμα δεν πρέπει να γνώρισε καθόλου θερμή υποδοχή, αφού ήταν εξαιρετικά σπάνιο ακόμη και κατά την αρχαιότητα. Είναι αμφίβολο ακόμη κι αν ο Αριστοτέλης (που ήταν μανιώδης συλλέκτης με τεράστια βιβλιοθήκη) το είχε αντικρίσει ολόκληρο ποτέ. Ο Απολλόδωρος, όπως καταθέτει ο Διογένης Λαέρτιος, θεωρούσε τον εαυτό του τον πιο τυχερό άνθρωπο του κόσμου διότι είχε επιτύχει το ανέλπιστο κατόρθωμα να αποκτήσει μία πολύ μικρή περίληψη του συγγράμματος του Αναξίμανδρου.
 
Ο σχολιαστής του Αριστοτέλη, Σιμπλίκιος, διέσωσε μόνον μία μικρή πρόταση από το σύγγραμμα αυτό (που κι αυτή η πρόταση είναι χαμένη κάπου μέσα στη χαοτική μάζα της αρχαίας σημειολογίας κι έτσι δεν ήταν εύκολο να την εντοπίσω).Ήταν ένα τόσο παράτολμο εγχείρημα για την εποχή, η συγγραφή ενός τέτοιου συγγράμματος, που επιβίωσε από αυτό μόνο μια μικρή περίληψη που την είχε μόνο ένας άνθρωπος κι έπειτα δεν έμεινε παρά μία μόνο μικρή γραμμούλα. Τόσο σημαντική ήταν για τους Έλληνες του 550 π.κ.ε. η επιστημονική εξήγηση του Σύμπαντος!
 
Ο ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ, ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΟΙ ΘΕΟΙ ΚΑΙ Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΖΗΝΩΝΑ
 
Ο Ξενοφάνης (570-480 π.κ.ε.) ο Κολοφώνιος, φιλόσοφος και ποιητής, γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Κολοφώνα της Μικράς Ασίας. Θαύμαζε τον Θαλή και ήταν μαθητής του Αναξίμανδρου. Όταν ο τόπος υποτάχθηκε στους Πέρσες, ο Ξενοφάνης στην ηλικία των εικοσιπέντε ετών έφυγε από την πατρίδα του, μην μπορώντας να ανεχθεί τον περσικό ζυγό, «την στυγεράν τυραννίαν» όπως την αναφέρει ο ίδιος. Ο ίδιος, επίσης, λέει ότι από τότε «αφιέρωσε τη ζωή του σε περιπλανήσεις». Ταξίδεψε στη Μάλτα, στις ακτές της Δαλματίας, στη νήσο φάρο, στις Συρακούσες κι αλλού. Κατοίκησε τελικά σε διάφορα μέρη της Σικελίας και στην Ελέα στην Κάτω Ιταλία.
 
Ο Ξενοφάνης ήταν ένας περιπλανώμενος βάρδος, ποιητής και ραψωδός. Στα μέρη όπου πήγαινε τραγουδούσε τα έπη του Ομήρου και του Ησίοδου, όπως απαιτούνταν από το έθιμο, αλλά και πολλά δικά του ποιήματα (από τα οποία δυστυχώς έχουν σωθεί μόνο μερικά μικρά αποσπάσματα). Ο Πρόκλος αναφέρει ότι ο Ξενοφάνης είχε γράψει μεγάλο ποίημα με τον τίτλο Σίλλοι, στο οποίο κατέκρινε σθεναρά τους ποιητές και τους φιλόσοφους, για τον δογματισμό τους, τη μισαλλοδοξία τους, τον εγωισμό τους, τις αντιφάσεις τους.
 
Επίσης, ο Ξενοφάνης είναι ένας χαρακτήρας πάνω στον οποίο διαφαίνεται η απαρχή της διακοπής της ηρωικής παράδοσης και της μυθολογίας (από κάποιον που ήταν ειδικός σε αυτήν). Όλα δείχνουν ότι η υποταγή του μικρασιατικού ελληνικού πολιτισμού στους Πέρσες, προκάλεσε μια ανεπανόρθωτη κρίση σε ολόκληρη τη μυθική παράδοση, την οποία εκείνη την εποχή εκπροσωπούσε αποκλειστικά ο Όμηρος. (Οι Έλληνες περίμεναν ότι οι θεοί δεν θα επέτρεπαν στους Πέρσες να κατακτήσουν τα εδάφη τους).
 
Για πρώτη φορά άρχισε να εξετάζεται με κριτικό πνεύμα το παρελθόν και να επικρίνεται από ηθικής άποψης. Ο Ξενοφάνης και ο Πυθαγόρας είναι οι πρώτοι στοχαστές που αρχίζουν να επικρίνουν σφοδρότατα τον Όμηρο και τον Ησίοδο (που ως ονόματα αντιπροσώπευαν την «παλιά φρουρά», μυθοποιητική και ιερατική, που επιχειρούνταν τώρα να αντικατασταθεί από τους φιλοσόφους). Ο Ξενοφάνης επικρίνει τους μορφωμένους ανθρώπους, λέγοντας ότι οι πάντες άντλησαν τη μόρφωση τους αποκλειστικά από τον Όμηρο και δεν γνωρίζουν τίποτε άλλο.
 
Αλλά ο Όμηρος και ο Ησίοδος, λέει ο Ξενοφάνης, δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να χρησιμοποιούν δραματικά τις ανθρώπινες κακίες και φαυλότητες και να τις αποδίδουν στους θεούς. «Ο Όμηρος και ο Ησίοδος όλα τα απέδιδαν στους θεούς, όλα όσα είναι κατά την κρίση του ανθρώπου άξια ονειδισμού και επίκρησης, τις κλοπές, τις μοιχείες, τις μικρότητες, τη μισαλλοδοξία, τις αμοιβαίες απάτες» Με την κριτική του ο Ξενοφάνης έφτασε να κατακρίνει ανοιχτά τα ιερατεία, τις πεποιθήσεις τους και τους χειρισμούς ανθρώπων που έκαναν και να επιτεθεί κατά όλων των τότε θρησκευτικών και κοινωνικών δοξασιών, δημιουργώντας έτσι τον πρώτο ελληνικό Διαφωτισμό.
 
Ο Ξενοφάνης κατακρίνει τον Όμηρο και τον Ησίοδο λέγοντας ότι εισήγαγαν στην αντίληψη των ανθρώπων τον ανθρωπομορφισμό των θεών (μια παρατήρηση 2.500 χρόνια πριν τη διατυπώσουν οι σύγχρονοι ιστορικοί και ανθρωπολογικοί αναλυτές της αρχαιότητας) κι ότι οι θεοί ουσιαστικά παρουσιάζονται ως κακέκτυπα των ανθρώπων, κι όχι το αντίστροφο -όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Ο Ξενοφάνης διδάσκει ότι «ο Θεός στο σύνολο του είναι όραση, ακοή και νόηση», δηλαδή βλέπει, νοεί και ακούει απ’ ευθείας, χωρίς να έχει ανάγκη αισθητηρίων οργάνων. Είναι ο Κοσμικός Νους. Δεν διοικεί το Σύμπαν με κάποια ανώτερη υλική δύναμη, όπως δίδασκαν για τους θεούς ο Όμηρος και ο Ησίοδος, αλλά το κυβερνά «δια της νοήσεως» και «χωρίς να καταβάλλει σωματικό κόπο, θέτει τα πάντα σε κίνηση με τη δύναμη της θεϊκής σκέψης».
 
Ο Ξενοφάνης επέκρινε τους ανθρώπους που φαντάζονται τους θεούς ως ανθρωποειδή και ως μετακινούμενους από τόπο σε τόπο. Η αλήθεια, έλεγε, είναι ότι ο Θεός μένει ακίνητος στον τόπο του: «Πάντοτε μένει εις τον αυτόν τόπον, και δεν ταιριάζει σ’ αυτόν να αλλάζει τόπο και να είναι άλλοτε εδώ και άλλοτε εκεί» Παρατηρούσε επίσης: «Μόνον ένας Θεός μέγιστος υπάρχει μεταξύ των θεών και των ανθρώπων, και δεν μοιάζει καθόλου με τους θνητούς ούτε κατά το σώμα ούτε κατά την ψυχή». «Το Εν είναι η Θεότης».
 
Θεωρούσε τις ανθρωπομορφικές ιστορίες των θεών ως κωμικές και αφελείς. «Οι άνθρωποι νομίζουν ότι οι θεοί γεννιούνται και ότι έχουν την ενδυμασία, τη φωνή και τη μορφή ανθρώπων» Έλεγε ότι ο καθένας φαντάζεται τους θεούς όπως είναι ο ίδιος: «οι Αιθίοπες θέλουν τους θεούς μαύρους και σιμούς, οι θράκες γλαυκούς και ξανθούς. Αν οι βόες και οι ίπποι και οι λέοντες είχαν χέρια και μπορούσαν να ζωγραφίσουν, θα παρίσταναν τους θεούς όμοιους με τους εαυτούς τους, οι βόες ως βους, οι ίπποι ως ίππους, και ούτω καθεξής.
 
Αλλά, αν δεχθούμε ότι ο Θεός είναι το κρουστό και τελειότατο όλων των όντων, δεν μπορεί παρά να είναι ένας και όχι πολλοί. Διότι η έννοια της τέλειας θεότητας είναι συνδεδεμένη με την έννοια του κρατείν και άρχειν, που είναι νοητή μόνον ως ιδιότητα ενός και όχι πολλών» «Εν είναι το Παν».
 
Κατηγορούσε ακόμη και την εμμονή των Ελλήνων για τον αθλητισμό και τη σωματική ρώμη, υποστηρίζοντας ότι η σοφία είναι ανώτερη τις σωματικής ρώμης (πράγμα ανήκουστο μέχρι εκείνη την εποχή): «Οι αγροίκοι νικητές της Ολυμπίας στο δρόμο και στους άλλους ιππικούς και γυμνικούς αγώνες, δεν αξίζουν όσο εγώ. Δεν είναι δίκαιο να προκρίνεται η ρώμη έναντι της αγαθής σοφίας. Ο πραγματικός αγώνας γίνεται όχι για ιδρώτα και δυνατούς μύες, αλλά για την απόκτηση ιστοριίης (πολυμάθειας) και σοφίας δια ποικίλων γνώσεων, με τις οποίες ο άνθρωπος ξεχωρίζει από τα ζώα».
 
Ο Ξενοφάνης αμφέβαλε ακόμη και για την εγκυρότητα της ανθρώπινης γνώσης:
 
«Κανείς άνθρωπος δεν υπάρχει, ούτε θα υπάρξει, που να γνωρίζει την αλήθεια σε σχέση με τους θεούς και σε σχέση με όσα λέγω περί του Σύμπαντος. Διότι, και αν ακόμη υποθέσουμε ότι θα μπορούσε να επιτύχει να πει εκείνο το οποίο υπάρχει στην πραγματικότητα, ο ίδιος δεν είναι σε θέση να το γνωρίζει, διότι σε σχέση με όλα τα πράγματα ανεξαιρέτως υπάρχει η φαινομενικότητα»
 
Ο Ξενοφάνης, περιπλανώμενος, κυνηγήθηκε για τις θέσεις του· από όλους τους τόπους που επισκέφτηκε, αντιπαθής από όλους και κατέληξε να είναι ένας άνθρωπος σοφός και μελαγχολικός, πικραμένος διότι οι άνθρωποι δεν τον καταλάβαιναν, ένας εραστής της ελευθερίας που είχε ανακαλύψει ότι «όλοι αγαπούν την ελευθερία, αλλά κανείς τους ελεύθερους ανθρώπους».
 
Ο Ξενοφάνης ήταν ο ιδρυτής της Ελεατικής φιλοσοφίας (από την πόλη Ελέα της Κάτω 1ταλίας, η οποία τελικά τον δέχτηκε να παραμείνει εκεί –στην Ελέα γεννήθηκε ο Ιδεαλισμός και ήταν ο δάσκαλος του μεγάλου φιλόσοφου Παρμενίδη, που κι εκείνος με τη σειρά του ήταν ο δάσκαλος του μεγάλου παραδοξολόγου φιλόσοφου Ζήνωνα.
 
Η παράδοση λέει ότι ο Παρμενίδης και ο Ζήνωνας κατείχαν το μόνο διασωθέν αντίτυπο του αποκαλυπτικού συγγράμματος που έγραψε ο Πυθαγόρειος φιλόσοφος Ίππασος, στο οποίο αποκάλυψε ότι η σφαίρα συντίθεται από δώδεκα πεντάγωνα, προφανώς μία γνώση με μυστικιστικές προεκτάσεις, γι’ αυτό και οι ιερείς και οι συμπολίτες του τον έπνιξαν στη θάλασσα για αυτό του το ασέβημα.
 
Ο Ζήνωνας, ο οποίος έψαχνε όλα τα παράξενα και παράδοξα πράγματα κάνοντας συγκλονιστικά ενδιαφέρουσες και εκπληκτικές επισημάνσεις όπως το ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχει κίνηση, με αυτά ανατρέπει ολόκληρο το οικοδόμημα των μαθηματικών και τοποθετεί την ανθρώπινη γνώση σε τελείως περιορισμένο πλαίσιο. «Κάθε ανθρώπινη γνώση στηρίζεται σε κάποια υπόθεση, που δεν δύναται να ελεγχθεί». «Όλα είναι σχετικά».
 
Τα συγκλονιστικά συμπεράσματα και οι επισημάνσεις του Ζήνωνα έχουν παραβλεφθεί επίτηδες από τους επιστήμονες, από τότε μέχρι σήμερα, διότι είναι προβλήματα άλυτα που αναιρούν την ίδια την επιστήμη τους και γι’ αυτό τον λόγο όλοι έχουν αρκεστεί σε μία -καθόλου μα καθόλου, ικανοποιητική- προσπάθεια του Αριστοτέλη να απορρίψει τα επιχειρήματα του Ζήνωνα, ξεγελώντας τον εαυτό τους και τους άλλους ότι ο Αριστοτέλης το κατάφερε και άρα το ζήτημα έχει κλείσει!
Λένε πως ο Σωκράτης μιμήθηκε τη στρεψόδικη διαλεκτική του Ζήνωνα (και αναφέρεται ότι ο Ζήνων ήταν ένας από τους δασκάλους του Περικλή). Στην Αθήνα δεν βρέθηκε κανένας να κατηγορήσει τον Ζήνωνα γιατί μονάχα λίγοι ήταν εκείνοι που καταλάβαιναν τι ακριβώς έλεγε, όπως διηγείται ο Πλάτωνας.
 
Όπως και ο Ξενοφάνης έτσι και ο Ζήνωνας ήταν άνθρωπος εξαιρετικά φιλελεύθερος, πολέμιος των ιερέων και των τυράννων, έτοιμος να πεθάνει αν χρειαστεί στον αγώνα για την ελευθερία του ατόμου και για την ελεύθερη σκέψη. Όταν στην πατρίδα του ο Τύραννος Νέαρχος εγκατέστησε την πιο στυγνή δικτατορία της εποχής με τη συγκατάθεση του ιερατείου, ο Ζήνωνας έτρεξε αμέσως να συμμετάσχει στη συνωμοσία για την ανατροπή του Νέαρχου και στο κίνημα της επανάστασης.
 
Το κίνημα απέτυχε κάτω από τραγικές περιστάσεις, ο Ζήνωνας συνελήφθη και υπέστη μία μεγάλη σειρά βασανιστηρίων κατά τα οποία ο Νέαρχος του ζητούσε να κατονομάσει τους συντρόφους του. Ο μεγάλος φιλόσοφος Ζήνωνας, ο επινοητής της διαλεκτικής, δεν άνοιξε το στόμα του για να πει ούτε μία λέξη, για να μην προδώσει τους συντρόφους του στον αγώνα για την ελευθερία, υπομένοντας σε μαρτυρικά τα πιο φριχτά βασανιστήρια για πολλές μέρες.
 
Ο Ηρακλείδης ο Ποντικός αναφέρει ότι στο τέλος, καθώς ανέκριναν και βασάνιζαν τον Ζήνωνα, εκείνος ζήτησε να πει κάτι στον Τύραννο που κανείς άλλοτε δεν έπρεπε να το ακούσει. Ο Τύραννος έσκυψε πάνω από τον Ζήνωνα για να του πει στο αυτί, νομίζοντας ότι επιτέλους ομολογούσε: ο Ζήνωνας του δάγκωσε δυνατά το αυτί και του το ξερίζωσε, κι έπειτα αμέσως οι δεσμοφύλακες του τον θανάτωσαν. Ο Σουίδας, ο Έρμιπος, και ο Αντισθένης, διαφωνούν με αυτήν την εκδοχή κι όλοι τους αναφέρουν ότι το περιστατικό έγινε κάπως αλλιώς: καθώς βασάνιζαν τον Ζήνωνα για πολλοστή ημέρα, ο Νέαρχος του ζήτησε να μιλήσει επιτέλους για να δώσει τέλος στο μαρτύριό του, κι εκείνος του ένευσε να πλησιάσει για να του πει κάτι, ο Τύραννος πλησίασε, και τότε ο Ζήνωνας έκοψε την ίδια του τη γλώσσα με τα δόντια του και την έφτυσε στο πρόσωπο του Τυράννου. Έπειτα τον σκότωσαν!

ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ: Ο ΣΟΦΟΣ ΠΟΥ ΕΠΣΚΕΠΤΟΤΑΝ ΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ
 
Ο Αναξαγόρας (500-420 π.κ.ε.) έλεγε ότι ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου είναι η θεωρία και η ελευθερία που πηγάζει από αυτήν. Ο Αναξαγόρας υπήρξε το πρότυπο του σοφού ανθρώπου, που αφιέρωσε τη ζωή του στην έρευνα και στην ανακάλυψη της αλήθειας.
 
Ο Αναξαγόρας γεννήθηκε στις Κλαζομενές της Μικράς Ασίας, από πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια. Σε πολύ νεαρή ηλικία αφιερώθηκε στις φιλοσοφικές σπουδές με υπέρμετρο ζήλο και αγώνα, παραμελώντας τελείως την εποπτεία της περίουσίας του. Ουσιαστικά, έχασε την περιουσία του για χάρη της φιλοσοφίας και της αναζήτησης της αλήθειας. Δεν γνωρίζουμε ποιοι ήταν οι δάσκαλοι του (όχι τυχαία, όπως θα δούμε παρακάτω). Ασχολήθηκε πολύ όχι μόνο με τη φιλοσοφία, αλλά και με τη γεωμετρία και με την αστρονομία, και θεωρείται ο αστέρας της αστρονομίας.
 
Ο Φιλόστρατος μαρτυρεί ότι ο Αναξαγόρας τις νύχτες έκανε αστρονομικές παρατηρήσεις από την κορυφή του μικρασιατικού όρους Μίμαντος, απέναντι από τη Χίο, και από την κορυφή εκείνου του βουνού «επισκεπτόταν τα ουράνια»: «Κλαζομένιον Αναξαγόραν από του κατά την Ιωνίαν Μίμαντος επεσκέφθαι τα εν τω ουρανώ». Ταξίδεψε στην Αίγυπτο και στις σκιές της Μικράς Ασίας κι έφτασε στην Αθήνα σε ηλικία 44 ετών, καλεσμένος από τον στρατηγό Ξάνθιππο, πατέρα του Περικλή, για να αναλάβει τη διδασκαλία του γιου του.
 
Ο Περικλής έμαθε από τον Αναξαγόρα ότι ήξερε. Από τότε, οι δυο τους ήταν οι καλύτεροι φίλοι, ο Αναξαγόρας ήταν ο σύμβουλος του Περικλή· κι ο Περικλής αγαπούσε με πάθος τον δάσκαλο του και τον τιμούσε σε όλη του τη ζωή.
 
Μπορεί ο Αναξαγόρας να ήταν ο μεγαλύτερος αστρονόμος και -κατά τη γνώμη μου και όχι μόνο- ο πατέρας της επιστημονικής φαντασίας, αλλά στην ακμάζουσα και πολιτισμένη και «φιλοσοφημένη» Αθήνα του «χρυσού αιώνα», η αστρονομία ήταν απαγορευμένη με ποινή θανάτου! Εκεί βασίλευε ακόμη η δεισιδαιμονία, την οποία οι Αθηναίοι εξόρκιζαν μόνο στα λόγια και όχι στην πράξη. Η αστρονομία ήταν εχθρός της θρησκείας, απασχόληση των ασεβών και των άθεων, επικίνδυνη για την κοινωνική τάξη και τον δημόσιο βίο!
 
Το ίδιο ίσχυε στις περισσότερες πολιτείες της αρχαιότητας, όπως το είχε επιβάλλει το ιερατείο. Στην Αθήνα, ο συγκεκριμένος νόμος ψήφισμα όριζε ότι αποτελεί αφορμή καταγγελίας και διάπραξη μεγάλου δημόσιου αδικήματος η διδασκαλία αθεϊστικών δοξασιών και η ανάπτυξη θεωριών αναφερόμενων στα άστρα και στα αστρονομικά φαινόμενα. Στην αρχαία Ελλάδα, η αρχή και οι νόμοι του κόσμου και η «γένεση των όντων» ανακατεύονταν ακόμη και στα γενεαλογικά δέντρα των απλών ανθρώπων, αποκαλύπτοντας δεσμούς με κάποιον θεό ή θεά.
 
Βέβαια, στη Θήβα, ο Φιλόλαος, μαθητής του Πυθαγόρα, μπορούσε να κηρύττει πως η Γη δεν ήταν το κέντρο του σύμπαντος αλλά μόνο ένας πλανήτης που μεταξύ πολλών άλλων περιστρεφόταν γύρω από μια «κεντρική φωτιά», αλλά στη Θήβα δεν υπήρχε κανείς που να καταλαβαίνει τι έλεγε ο Φιλόλαος, τον οποίο γενικά είχαν για τρελό, κι ούτε οι ιερείς δεν του έδιναν σημασία. Αλλά στην Αθήνα, σε μια παρόμοια συζήτηση όλοι θα είχαν αντιληφθεί ότι ενδεχόμενες επιπλοκές και τις ανεπιθύμητες προεκτάσεις και θα ρωτούσαν τον δάσκαλο μιας τέτοιας ιδέας, με ποιον τρόπο όλα αυτά ταίριαζαν με τον Δία και την κοσμογονία που καταγόταν από αυτόν.
 
Ούτε ο Περικλής τόλμησε να καταργήσει τον νόμο που απαγόρευε την αστρονομία ως εχθρό της θρησκείας και του λαού.
 
Ο Αναξαγόρας ήταν ένας ονειροπόλος, που ενδιαφερόταν περισσότερο για τα επουράνια απ’ ό,τι για τα επίγεια και ταξιδεύοντας και συζητώντας είχε συλλέξει όλες τις μυστικές νέες ιδέες που, αντιστασιακά, μέσα στη μαυρίλα του ιερατείου που επικρατούσε παντού, προσπαθούσαν να φωτίσουν τον νου των σοφών ώστε να αποκαλύψουν στους ανθρώπους τη φύση του σύμπαντος.
 
Ο Δημόκριτος από τα Άβδηρα έλεγε ότι ο γαλαξίας δεν ήταν τίποτε άλλο από αστρική σκόνη, ο Εμπεδοκλής στον Ακράγαντα έλεγε ότι το φως των αστέρων χρειάζεται κάποιο χρόνο για να φτάσει στη γη και άρα ίσως να μη βλέπουμε την αληθινή εικόνα του ουρανού, ενώ ο Παρμενίδης ο Ελεάτης αμφέβαλλε ότι η γη είναι επίπεδη και πίστευε πως μάλλον είναι σφαιρική κι ο Ενωπίδης στη Χίο είχε υπολογίσει τη γωνία που σχηματίζει η ελλειπτική τροχιά της Γης με τον ουράνιο ισημερινό, και ο Ικέτας στις Συρακούσες είχε ήδη διακηρύξει ότι η Γη κινείται γύρω από τον εαυτό της.
 
Ο Αναξαγόρας ήταν ένας παράξενος άνθρωπος και καλοκάγαθος, που παραμέλησε την περιουσία του για το κυνήγι των άστρων και την εξήγηση των μυστηρίων του κόσμου. Έλεγε ότι δεν χρειάζεται να επικαλεσθεί κανείς το υπερφυσικό για να εξηγήσει κάτι το φυσικό. Έλεγε ότι η Γη περιστρέφεται και είναι τυλιγμένη από περίβλημα σέρα, του οποίου οι πυκνώσεις και αραιώσεις οφείλονται στην ηλιακή θερμότητα και είναι η αιτία των ανέμων (2.200 χρόνια πριν η νεότερη επιστήμη το επιβεβαιώσει).
 
Εξηγούσε τη δημιουργία του σύμπαντος (από το χάος, ώσπου μια ουράνια δίνη με τη φυγόκεντρο δύναμη της αποχώρισε τα τέσσερα στοιχεία, από τους συνδυασμούς των οποίων τελικά δημιουργήθηκαν οι οργανικές μορφές), την πτώση των μετεωριτών (μάλιστα κάποτε προέβλεψε πότε και πού θα πέσει ένας μετεωρίτης), τις εκλείψεις του ήλιου (που έλεγε ότι δημιουργούνταν από τη σελήνη, που ήταν υλικό σώμα, πέτρινο, το οποίο παρεμβαλλόταν ανάμεσα στη Γη και στον ήλιο και προκαλούσε το φαινόμενο της έκλειψης, ενώ έλεγε ότι η σελήνη δεν είχε δικό της φως αλλά κατόπτριζε το φως του ήλιου), και άλλα πάρα πολλά.
 
Επίσης έλεγε και πολλά ακόμη πιο παράξενα πράγματα, όπως το ότι υπήρχαν και άλλοι κόσμοι εκτός από τη Γη, πλανήτες στον ουρανό, όπου κατοικούσαν άνθρωποι εξωγήινοι, πού είχαν πολιτισμούς όπως και οι γήινοι, και περιέγραφε τα σπίτια τους και τις ενδυμασίες τους και τις συνήθειές τους. Σύμφωνα με τους νόμους της Αθήνας όλα αυτά είχαν ένα βασικό ελάττωμα: ο Αναξαγόρας δεν ανέφερε καθόλου τον Δία, λες και αυτός δεν είχε λάβει μέρος σε τίποτε από όλα αυτά, δηλαδή δεν υπήρχε.
 
Που ήταν οι θεοί σε όλα αυτά; Ο Αναξαγόρας έλεγε ότι υπήρχε μόνο ένα υπέρτατο ον, που το ονόμαζε «ο Νους». Αυτός ήταν ο πατέρας της κοσμικής δίνης, απ’ αυτόν καταγόταν το ανθρώπινο πνεύμα, αυτός βρισκόταν πίσω από τα μεγάλα μυστήρια του σύμπαντος, αυτός ο Κοσμικός Νους ένωνε όλα τα πράγματα. Αυτόν τον «Νου» ο Αναξαγόρας τον ανέφερε και τον επικαλούνταν τόσο συχνά, που οι Αθηναίοι άρχισαν να τον κοροϊδεύουν και να τον φωνάζουν «Νου», όταν περνούσε στο δρόμο έλεγαν «να ο Νους!» και όταν κάποιος έλεγε κάτι παράξενο, έλεγαν «να ρωτήσουμε τον Νου να μας πει τι είναι». Κορόιδευαν τον σοφότερο των ανθρώπων την εποχή τους.
 
Είναι προφανές ότι συχνά ο Αναξαγόρας επικαλούνταν αυτόν τον «Νου», ως άλλοθι για να ξεγλιστρά από την κατηγορία της αθεΐας, αφού πολλοί μην καταλαβαίνοντας τι ακριβώς εννοούσε νόμιζαν ότι ίσως εννοούσε τον Δία. Αλλά ίσως και όχι, οπότε τον υποπτευόντουσαν έτσι κι αλλιώς. Ώσπου μια μέρα σιγουρεύτηκαν: στη διάρκεια μιας, θυσίας προς τους θεούς, βρέθηκε ένα κριάρι με ένα μόνο κέρατο. Οι ιερείς που ήταν στην τελετή το ερμήνευσαν αυτό ως υπερφυσικό σημάδι από τους Θεούς. Τότε ο Αναξαγόρας, που δεν πίστευε σε υπερφυσικά φαινόμενα και θεϊκούς οιωνούς, τους κατέκρινε δημόσια κόβοντας το κεφάλι του ζώου, κάνοντας ανατομία του κρανίου του κριού και δείχνοντάς τους πως το μοναδικό κέρατο ήταν ένα φαινόμενο που είχε δημιουργηθεί εξαιτίας μιας ανώμαλης ανάπτυξης του εγκεφάλου, ο οποίος είχε συγκεντρωθεί σε οξεία γωνία στο μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ζώου, κι έτσι αναφυόταν ένα μόνο κέρας διότι το δεύτερο εμποδίζονταν να φυτρώσει.
 
Ο Κλέωνας, ένας ορκισμένος αντίπαλος του Περικλή και της παρέας του, βρήκε την ευκαιρία-να πάρει τον κλήρο με το μέρος του, προτείνοντας στους ιερείς ότι ο «Νους» δεν ήταν παρά μια δικαιολογία του Αναξαγόρα για να κάνει αίρεση. (Επιπλέον, οι ιερείς και η Πολιτεία έλεγξαν τις φήμες για τις διδασκαλίες του και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ασχολούνταν με την απαγορευμένη αστρονομία. Να γιατί κατέληγε σε όλες αυτές τις ασέβειες κι άρα ιδού πόσο δίκιο είχε ο νόμος.
 
Ο Αναξαγόρας συνελήφθη και κατηγορήθηκε για ασέβεια, μπροστά σε μία πραγματική Ιερά Εξέταση, που εξέτασε με όλες τις λεπτομέρειες το βιβλίο του «Περί φύσεως». Στο έργο αυτό, μεταξύ άλλων ανοσιουργημάτων, υπήρχε γραμμένο πως ο ήλιος, που η επίσημη θρησκεία τον θεωρούσε θεό, δεν ήταν παρά μία ουράνια μάζα από πυρακτωμένες πέτρες! Μάταια τον υπερασπίστηκε ο Περικλής. Τον φυλάκισαν αμέσως και τον άφησαν να περιμένει την εκτέλεση του.
 
Ο Αναξαγόρας, που κατοικούσε «εις το εσωτερικόν του εαυτού» του, έλεγε ότι για να αντιμετωπίζει τα ενδεχόμενα δυσάρεστα εξωτερικά περιστατικά, χρησιμοποιούσε την «εκ των προτέρων αντίκρυσή» τους: «Πρέπει να ενδιατρίβει κανείς με τη σκέψη του εκ των προτέρων, σε εκείνα τα οποία ενδεχομένως θα συμβούν και, ενώ δεν συνέβησαν ακόμη, να τα αντικρίζει σαν να συνέβησαν».
 
Επίσης, ο Ευριπίδης, που ήταν μαθητής και φίλος του Αναξαγόρα, αναφέρει σε ένα διασωθέν απόσπασμα μιας χαμένης τραγωδίας (θησεύς):
 
«Εγώ, διδαχθείς από κάποιον σοφό άνθρωπο, έβαζα πάντοτε στη σκέψη μου πίθανές συμφορές, έτσι ώστε στην περίπτωση που θα μου συνέβαινε μια δυστυχία από εκείνες που έβαζα στον νου μου, να μην με καταλάβει αιφνιδίως και μου προξενήσει μεγαλύτερη λύπη…» (Ο χαρακτηρισμός «κάποιος σοφός άνθρωπος» αντικαθιστούσε το «απαγορευμένο» όνομα του Αναξαγόρα) .
 
Έτσι, ο Αναξαγόρας, ο «Νους», είχε προδεί την καταδίκη του και τη φυλάκιση του και την ενδεχόμενη εκτέλεση του, και δεν βρέθηκε προ καμίας εκπλήξεως, ούτε λυπήθηκε. Λένε ότι στη φυλακή, αδιαφορώντας για τις «εξωτερικές περιστάσεις», έγραφε ένα σύγγραμμα για τον τετραγωνισμό του κύκλου τον οποίο είχε εμπνευστεί ανάμεσα σε όλα αυτά. Ο αγαπημένος του μαθητής, ο Περικλής, κατάφερε την τελευταία στιγμή να τον φυγαδεύσει από τη φυλακή και να τον στείλει μακριά από την Αθήνα, πριν τον σκοτώσουν (όπως αργότερα το ίδιο θα προσπαθούσαν να κάνουν, ανεπιτυχώς, οι μαθητές του Σωκράτη για τον δάσκαλο τους).
 
Ο Αναξαγόρας τελικά κατέφυγε στη Λάμψακο του Ελλησπόντου, (όπου ο Περικλής του έστελνε χρηματική βοήθεια μέχρι το τέλος της ζωής του). Εκεί ο Αναξαγόρας έζησε τα υπόλοιπα χρόνια του ευτυχισμένος, διδάσκοντας ανάμεσα σε πιστούς μαθητές που τον τιμούσαν και τον αγαπούσαν, και οι πολίτες της Λαμψάκου τον εκτιμούσαν και τον θαύμαζαν επίσης. Όταν του θύμιζαν την καταδίκη του από τους Αθηναίους, ο Αναξαγόρας κουνούσε το κεφάλι και έλεγε: «Οι καημένοι, δεν ξέρουν ότι η φύση έχει ήδη καταδικάσει και τους ίδιους…» Όταν πέθανε, οι κάτοικοι της Λαμψάκου τον τίμησαν κάνοντας την ταφή του με δημόσια δαπάνη, και ανέγειραν μνημεία αφιερωμένα στον Νου και στην Αλήθεια. Λέγεται ότι κατά τις τελευταίες ημέρες του, όταν τον είχαν ρωτήσει πώς ήθελε να τον θυμούνται, ο Αναξαγόρας είχε παρακαλέσει τους άρχοντες της πόλης και εισακούστηκε, κάθε χρόνο στην επέτειο του θανάτου του να έχουν αργία τα σχολεία, ώστε τα παιδιά να παίζουν ελεύθερα.
 
ΛΕΥΚΙΠΟΣ: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ
 
Γύρω στο 430 ή 450 π.κ.ε. κάποιος παράξενος άνθρωπος με το όνομα Λεύκιππος (γεννημένος στη Μίλητο της Μικράς Ασίας) συνήθιζε να τριγυρίζει πάνω-κάτω στους δρόμους της Ελέας στην Κάτω Ιταλία και να περιεργάζεται από κοντά τα πάντα, όλα όσα έβλεπε γύρω του, ακόμη και το παραμικρό, με μεγάλη προσήλωση, ενώ οι άνθρωποι που τον έβλεπαν πίστευαν ότι είναι τρελός.
Λιγοστοί ήξεραν ότι είχε δεχθεί τις διδασκαλίες του Πυθαγόρα φοιτώντας σε κάποια μυστική σχολή μαθητών του, αλλά κανείς σπουδαίος δεν καταλάβαινε τι εννοούσε όταν στις περιπλανήσεις του αυτές μουρμούριζε συνέχεια για το «πανταχού παρόν και ακίνητο Είναι που ταυτίζεται με τη σκέψη».
 
Στην Ελέα ο Λεύκιππος ήταν μαθητής του Παρμενίδη (ιδρυτή του Ιδεαλισμού), αλλά δεν μπορούσε να πείσει τον εαυτό του για την αλήθεια των πεποιθήσεων του δασκάλου του για το Είναι.
 
Κάποια στιγμή, η περιπλάνηση του τον οδήγησε μακριά από την Ελέα, και έφτασε στα Άβδηρα της Θράκης, όπου επιτέλους συνέλαβε τη θεωρία του «μη όντος», δηλαδή του κενού, και ίδρυσε εκεί τη δική του σχολή. Από την Ελέα προς τα Άβδηρα, είχε φτάσει από το Είναι στο Δεν Είναι. Ο Λεύκιππος έλεγε όχι όλος ο κόσμος δεν είναι παρά ένας ατέρμων συνδυασμός κενού και «ατόμων». Τα άτομα αυτά περιστρέφονται στο διάστημα, συνδυάζονται μεταξύ τους και δημιουργούν σχήματα, αντικείμενα, τα πάντα γύρω μας, ακόμη και η ψυχή μας δεν είναι παρά ένας συνδυασμός ατόμων, τα άτομα είναι η μυστική ουσία των πάντων, ακόμη και της ίδιας της σκέψης. Ανάμεσα στα άτομα, υπήρχε το κενό, και μάλιστα η πραγματικότητα αποτελούταν περισσότερο από κενό παρά από άτομα, ο κόσμος μάλλον «δεν είναι» παρά «είναι», αλλά τα άτομα είναι τα πάντα που ξέρουμε. Ο Λεύκιππος είχε ανακαλύψει την Ύλη. (Κι έτσι, ο μαθητής του ιδρυτή του Ιδεαλισμού, είχε επινοήσει τον Υλισμό).
 
Φυσικά, όλα αυτά δεν μπορούσε να τα δεχθεί κανένας, ούτε τα του «μη όντος» ούτε την ατομικιστική θεωρία, και πρέπει να ήταν επικίνδυνο να συζητάς γι’ αυτά, αφού μεταξύ άλλων εννοούσαν ότι ακόμη και οι θεοί είτε δεν ήταν παρά συνδυασμοί ατόμων -όπως άλλωστε και οι πέτρες και τα ράμφη των πουλιών και οι ναοί και οι τρίχες και τα σύννεφα και οι δρόμοι και τα κουτάλια- και διέφεραν από τους ανθρώπους μόνο κατά έναν συνδυασμό, είτε οι θεοί απλά ήταν κενό, δηλαδή δεν υπήρχαν πέρα από τις λέξεις.
 
Ο Λεύκιππος έγραψε το σύγγραμμα Μέγας Διάκοσμος, θρυλικό κυριολεκτικά, αφού πολλοί πίστευαν ότι είναι θρύλος και δεν ξέρουμε αν το διάβασε κανείς, αφού η πατρότητα -του αποδίδεται σε πολλούς άλλους, ενώ αμφισβητούνταν ακόμη και η ύπαρξη του ίδιου του Λεύκιππου, για τον οποίο, φυσικά, δεν έχουμε καμία άλλη πληροφορία, ούτε για τη ζωή του ούτε για το έργο του.
 
Οι προγονοί μας είχαν να διασώσουν πιο σημαντικά πράγματα, όπως τους πολύπλοκους τρόπους πάλης στις παλαίστρες, χωρίς να ξέρουν ότι κι αυτοί δεν ήταν παρά ένας συνδυασμός ατόμων ή απλά το κενό. Για καλή μας τύχη, όμως, στα Άβδηρα έτυχε ένας από τους μαθητές του Λεύκιππου να είναι ο Δημόκριτος. Ο Δημόκριτος ανέπτυξε και συμπλήρωσε τη θεωρία της «ατομοκρατίας» (έναντι της θεοκρατίας) και τελικά επισκίασε τόσο πολύ τον δάσκαλο του, μέχρι του σημείου να αμφισβητηθεί αδίκως η ίδια η ύπαρξη του και από τις επόμενες γενεές.
 
Ο άνθρωπος που μίλησε για το υπαρκτό της μη-ύπαρξης και ξεκλείδωσε την κατασκευαστική δομή της ύλης και της ύπαρξης, έφτασε στο σημείο να μην υπάρχει ο ίδιος και δεν ξέρουμε γι’ αυτόν.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Θεογονία (404-452)

Φοίβη δ᾽ αὖ Κοίου πολυήρατον ἦλθεν ἐς εὐνήν·
405 κυσαμένη δἤπειτα θεὰ θεοῦ ἐν φιλότητι
Λητὼ κυανόπεπλον ἐγείνατο, μείλιχον αἰεί,
ἤπιον ἀνθρώποισι καὶ ἀθανάτοισι θεοῖσι,
μείλιχον ἐξ ἀρχῆς, ἀγανώτατον ἐντὸς Ὀλύμπου.
γείνατο δ᾽ Ἀστερίην εὐώνυμον, ἥν ποτε Πέρσης
410 ἠγάγετ᾽ ἐς μέγα δῶμα φίλην κεκλῆσθαι ἄκοιτιν.
ἡ δ᾽ ὑποκυσαμένη Ἑκάτην τέκε, τὴν περὶ πάντων
Ζεὺς Κρονίδης τίμησε· πόρεν δέ οἱ ἀγλαὰ δῶρα,
μοῖραν ἔχειν γαίης τε καὶ ἀτρυγέτοιο θαλάσσης.
ἡ δὲ καὶ ἀστερόεντος ἀπ᾽ οὐρανοῦ ἔμμορε τιμῆς,
415 ἀθανάτοις τε θεοῖσι τετιμένη ἐστὶ μάλιστα.
καὶ γὰρ νῦν, ὅτε πού τις ἐπιχθονίων ἀνθρώπων
ἔρδων ἱερὰ καλὰ κατὰ νόμον ἱλάσκηται,
κικλήσκει Ἑκάτην· πολλή τέ οἱ ἔσπετο τιμὴ
ῥεῖα μάλ᾽, ᾧ πρόφρων γε θεὰ ὑποδέξεται εὐχάς,
420 καί τέ οἱ ὄλβον ὀπάζει, ἐπεὶ δύναμίς γε πάρεστιν.
ὅσσοι γὰρ Γαίης τε καὶ Οὐρανοῦ ἐξεγένοντο
καὶ τιμὴν ἔλαχον, τούτων ἔχει αἶσαν ἁπάντων·
οὐδέ τί μιν Κρονίδης ἐβιήσατο οὐδέ τ᾽ ἀπηύρα,
ὅσσ᾽ ἔλαχεν Τιτῆσι μέτα προτέροισι θεοῖσιν,
425 ἀλλ᾽ ἔχει, ὡς τὸ πρῶτον ἀπ᾽ ἀρχῆς ἔπλετο δασμός.
οὐδ᾽, ὅτι μουνογενής, ἧσσον θεὰ ἔμμορε τιμῆς
καὶ γεράων γαίῃ τε καὶ οὐρανῷ ἠδὲ θαλάσσῃ,
ἀλλ᾽ ἔτι καὶ πολὺ μᾶλλον, ἐπεὶ Ζεὺς τίεται αὐτήν.
429 ᾧ δ᾽ ἐθέλῃ, μεγάλως παραγίνεται ἠδ᾽ ὀνίνησιν·
434 ἔν τε δίκῃ βασιλεῦσι παρ᾽ αἰδοίοισι καθίζει,
430 ἔν τ᾽ ἀγορῇ λαοῖσι μεταπρέπει, ὅν κ᾽ ἐθέλῃσιν·
ἠδ᾽ ὁπότ᾽ ἐς πόλεμον φθισήνορα θωρήσσωνται
ἀνέρες, ἔνθα θεὰ παραγίνεται, οἷς κ᾽ ἐθέλῃσι
433 νίκην προφρονέως ὀπάσαι καὶ κῦδος ὀρέξαι.
439 ἐσθλὴ δ᾽ ἱππήεσσι παρεστάμεν, οἷς κ᾽ ἐθέλῃσιν·
435 ἐσθλὴ δ᾽ αὖθ᾽ ὁπότ᾽ ἄνδρες ἀεθλεύωσ᾽ ἐν ἀγῶνι·
ἔνθα θεὰ καὶ τοῖς παραγίνεται ἠδ᾽ ὀνίνησι·
νικήσας δὲ βίῃ καὶ κάρτει, καλὸν ἄεθλον
438 ῥεῖα φέρει χαίρων τε, τοκεῦσι δὲ κῦδος ὀπάζει.
440 καὶ τοῖς, οἳ γλαυκὴν δυσπέμφελον ἐργάζονται,
εὔχονται δ᾽ Ἑκάτῃ καὶ ἐρικτύπῳ Ἐννοσιγαίῳ,
ῥηιδίως ἄγρην κυδρὴ θεὸς ὤπασε πολλήν,
ῥεῖα δ᾽ ἀφείλετο φαινομένην, ἐθέλουσά γε θυμῷ.
ἐσθλὴ δ᾽ ἐν σταθμοῖσι σὺν Ἑρμῇ ληίδ᾽ ἀέξειν·
445 βουκολίας δὲ βοῶν τε καὶ αἰπόλια πλατέ᾽ αἰγῶν
ποίμνας τ᾽ εἰροπόκων ὀίων, θυμῷ γ᾽ ἐθέλουσα,
ἐξ ὀλίγων βριάει κἀκ πολλῶν μείονα θῆκεν.
οὕτω τοι καὶ μουνογενὴς ἐκ μητρὸς ἐοῦσα
πᾶσι μετ᾽ ἀθανάτοισι τετίμηται γεράεσσι.
450 θῆκε δέ μιν Κρονίδης κουροτρόφον, οἳ μετ᾽ ἐκείνην
ὀφθαλμοῖσιν ἴδοντο φάος πολυδερκέος Ἠοῦς.
οὕτως ἐξ ἀρχῆς κουροτρόφος, αἳ δέ τε τιμαί.

***
Η Φοίβη πάλι στου Κοίου το πολυέραστο κρεβάτι ανέβηκε.
Κι έπειτα έμεινε έγκυος η θεά με του θεού τον έρωτα
και γέννησε τη Λητώ την κυανόπεπλη, πάντα μειλίχια,
ήπια στους ανθρώπους και τους αθάνατους θεούς,
μειλίχια εξαρχής, την πιο ευμενή μέσα στον Όλυμπο.
Γέννησε και την Αστερίη με το καλό το όνομα, που ο Πέρσης κάποτε
410 την έφερε στο μέγα δώμα του, για να την πουν γυναίκα του αγαπημένη.
Κι εκείνη μένοντας έγκυος γέννησε την Εκάτη που ο Δίας, του Κρόνου ο γιος,
πάνω απ᾽ όλους τίμησε. Δώρα τής έδωσε λαμπρά:
να ᾽χει μερίδιο απ᾽ τη γη μα κι απ᾽ το πέλαγος το ατρύγητο.
Όμως αυτή κι από τον έναστρο ουρανό μερίδιο έλαχε τιμής
και την τιμούν οι αθάνατοι θεοί απ᾽ όλους περισσότερο.
Γιατί και τώρα, όταν κανείς απ᾽ τους ανθρώπους που ζουν πάνω στη γη
κάνει θυσίες καλές κατά τα έθιμα και προσπαθεί τους θεούς να εξευμενίσει,
την Εκάτη επικαλείται. Τιμή πολλή πανεύκολα ακολουθεί αυτόν
που πρόθυμα η θεά τις προσευχές του δέχεται.
420 Και ευτυχία τού δίνει, αφού τη δύναμη αυτήν την έχει.
Γιατί απ᾽ όσους γέννησε ο Ουρανός κι η Γη
κι αξίωμα έλαχαν, απ᾽ όλους τούτους έχει μερίδιο στον κλήρο τους.
Κι ούτε ο γιος του Κρόνου σε τίποτα την πίεσε, ούτε και της αφαίρεσε
όσα της λάχανε μες στους Τιτάνες, τους προγενέστερους θεούς,
μα τα κατέχει αυτή όπως η μοιρασιά απαρχής πρωτόγινε.
Κι ούτ᾽ επειδή μοναχοκόρη ήταν έλαχε η θεά προνόμια και τιμή
κατώτερη στη γη, τον ουρανό, τη θάλασσα,
μα έλαχε πολύ ακόμη περισσότερα, γιατί την τιμάει ο Δίας.
Κι όποιον θελήσει, πολύ του παραστέκει και τον ωφελεί.
Στις δίκες κάθεται πλάι στους σεβαστούς τους βασιλείς.
430 Στις συναθροίσεις ξεχωρίζει μες στον κόσμο εκείνος που αυτή τυχόν θελήσει.
Κι όταν οι άντρες αρματώνονται για πόλεμο ανδροκτόνο,
τότε δίνει βοήθεια η θεά σ᾽ όποιους επιθυμεί
τη νίκη πρόθυμα να δώσει και δόξα να προσφέρει.
Είναι αγαθή βοηθός για τους ιππείς που θα θελήσει.
Είναι αγαθή κι όταν οι άντρες αμιλλώνται στους αγώνες:
τότε η θεά και σε τούτους παραστέκει και βοηθά.
Κι αφού κανείς νικήσει στη ρώμη και τη δύναμη, εύκολα το ωραίο βραβείο
το κατακτά και χαίρεται και στους γονείς του δόξα δίνει.
440 Και σ᾽ εκείνους που στη γλαυκή, τη θυελλώδη θάλασσα δουλεύουν
και στην Εκάτη και τον βαρύχτυπο προσεύχονται Εννοσίγαιο,
εύκολα η ένδοξη η θεά άφθονη την ψαριά τούς δίνει,
μα κι εύκολα, εάν το θέλει στην καρδιά της, την αφαιρεί, κι ας φαίνεται εμπρός τους.
Κι είναι αγαθή, μαζί με τον Ερμή, στις στάνες τα ποίμνια να πληθαίνει.
Και τα κοπάδια των βοδιών και τις πλατιές αγέλες των γιδιών
και των πυκνόμαλλων αρνιών τα ποίμνια, αν στην καρδιά το θέλει,
πλήθος τα κάνει από λίγα κι από πολλά τα λιγοστεύει.
Έτσι, αν και μοναχοκόρη είναι της μητέρας της,
μέσα στους αθανάτους έχει τιμηθεί με όλα τα προνόμια.
450 Κι ο γιος του Κρόνου την όρισε τροφό των νέων, όσων μετά απ᾽ αυτήν
είδανε με τα μάτια τους το φως της Αυγής που τα πάντα βλέπει.
Έτσι εξαρχής τροφός των νέων ήταν κι ήταν αυτά τα αξιώματά της.

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (27-53)

Αποτέλεσμα εικόνας για ὌρνιθεςΕΥ. οὐ δεινὸν οὖν δῆτ᾽ ἐστὶν ἡμᾶς δεομένους
ἐς κόρακας ἐλθεῖν καὶ παρεσκευασμένους
ἔπειτα μὴ ᾽ξευρεῖν δύνασθαι τὴν ὁδόν;
30 ἡμεῖς γάρ, ὦνδρες οἱ παρόντες ἐν λόγῳ,
νόσον νοσοῦμεν τὴν ἐναντίαν Σάκᾳ·
ὁ μὲν γὰρ ὢν οὐκ ἀστὸς εἰσβιάζεται,
ἡμεῖς δὲ φυλῇ καὶ γένει τιμώμενοι,
ἀστοὶ μετ᾽ ἀστῶν, οὐ σοβοῦντος οὐδενὸς
35 ἀνεπτόμεθ᾽ ἐκ τῆς πατρίδος ἀμφοῖν τοῖν ποδοῖν,
αὐτὴν μὲν οὐ μισοῦντ᾽ ἐκείνην τὴν πόλιν
τὸ μὴ οὐ μεγάλην εἶναι φύσει κεὐδαίμονα
καὶ πᾶσι κοινὴν ἐναποτεῖσαι χρήματα.
οἱ μὲν γὰρ οὖν τέττιγες ἕνα μῆν᾽ ἢ δύο
40 ἐπὶ τῶν κραδῶν ᾄδουσ᾽, Ἀθηναῖοι δ᾽ ἀεὶ
ἐπὶ τῶν δικῶν ᾄδουσι πάντα τὸν βίον.
διὰ ταῦτα τόνδε τὸν βάδον βαδίζομεν,
κανοῦν δ᾽ ἔχοντε καὶ χύτραν καὶ μυρρίνας
πλανώμεθα ζητοῦντε τόπον ἀπράγμονα,
45 ὅποι καθιδρυθέντε διαγενοίμεθ᾽ ἄν.
ὁ δὲ στόλος νῷν ἐστι παρὰ τὸν Τηρέα,
τὸν ἔποπα, παρ᾽ ἐκείνου πυθέσθαι δεομένω,
εἴ που τοιαύτην εἶδε πόλιν ᾗ ᾽πέπτετο.
ΠΙ. οὗτος. ΕΥ. τί ἐστιν; ΠΙ. ἡ κορώνη μοι πάλαι
50 ἄνω τι φράζει. ΕΥ. χὠ κολοιὸς οὑτοσὶ
ἄνω κέχηνεν ὡσπερεὶ δεικνύς τί μοι,
κοὐκ ἔσθ᾽ ὅπως οὐκ ἔστιν ἐνταῦθ᾽ ὄρνεα.
εἰσόμεθα δ᾽ αὐτίκ᾽, ἢν ποήσωμεν ψόφον.

***
ΕΥΕ. Φοβερό, να γυρεύουμε να πάμε
στον κόρακα, πανέτοιμοι, και δρόμο
να μη μπορούμε κατά κει να βρούμε.
30 Το αντίθετο απ᾽ το Σάκα εμείς το Σκύθη,
θεατές, έχουμε πάθει· αυτός ζητάει
πολίτη να τον γράψουν με το ζόρι,
κι εμείς, που γεννηθήκαμε Αθηναίοι,
δημότες γνήσιοι, δίχως να μας διώχνουν,
φύσημα απ᾽ την πατρίδα έχουμε πάρει·
δεν τη μισούμε· είναι μεγάλη πόλη
κι ευτυχισμένη· αν πρόστιμο σου βάλουν,
έχει ανοιχτά ταμεία για να πληρώσεις.
Τα τζιτζίκια, στα ξώκλαδα, λαλούνε
40 ένα δυο μήνες· οι Αθηναίοι λαλούνε
όλη τους τη ζωή στα δικαστήρια.
Και πήραμε γι᾽ αυτό των ομματιών μας·
μυρτιές κρατώντας, κάνιστρο και χύτρα,
όπως αυτοί που πόλεις παν να ιδρύσουν,
γυρίζουμε, τόπο ήσυχο ζητώντας,
να ζήσουμε, αφού στήσουμε κονάκι.
Πηγαίνουμε να βρούμε τον Τηρέα
τον τσαλαπετεινό· απ᾽ αυτόν ποθούμε
να μάθουμε αν τον φέραν τα φτερά του
σε τέτοιον τόπο, αν είδε τέτοια πόλη.
ΠΙΣ. Για άκου. ΕΥΕ. Τί τρέχει; ΠΙΣ. Μου ᾽γνεψε η κουρούνα
50 να δω ψηλά. ΕΥΕ. Κι η καλιακούδα ανοίγει
το στόμα της, σαν κάτι να μου δείχνει·
θα ᾽ναι πουλιά εδώ πέρα, δίχως άλλο.
Με λίγο κρότο, θα το δούμε αμέσως.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΣΚΑΛΑΒΟΣ

ΑΣΚΑΛΑΒΟΣ
(ερπετό, σαύρα)
 
Ο Ασκάλαβος* ήταν ο μικρός γιος της Μίσμης, μιας γυναίκας της Αττικής. Αυτή έδωσε στη διψασμένη Δήμητρα που διέτρεχε όλη τη γη αναζητώντας την κόρη της Περσεφόνη να πιει νερό με φλισκούνι και κριθάλευρο. Η θεά ήπιε τόσο λαίμαργα που το παιδί γέλασε και είπε να προσφέρουν στη λαίμαργη γυναίκα ένα βαθύ καζάνι ή πιθάρι για να πιει. Οργισμένη η θεά πέταξε πάνω του το υγρό που είχε απομείνει και το μικρό παιδί μεταμορφώθηκε σε σαύρα πιτσιλωτή που ζει πλάι στα κανάλια, μισητή από θεούς και ανθρώπους. Αυτός που σκότωνε σαύρες, αποκτούσε την ευμένεια της Δήμητρας.
---------------------
*ἀσκαλαβώτης = κατάστικτος σαύρα (Liddel - Scott)

Τα Δύο Είδη Μοναξιάς

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ KantΥπάρχουν δύο είδη μοναξιάς: η καθημερινή και η υπαρξιακή.

Η πρώτη είναι διαπροσωπική,
είναι ο πόνος του να είσαι απομονωμένος από τους άλλους ανθρώπους.

Αυτή η μοναξιά -η οποία συχνά συνδέεται μ’ έναν φόβο για τη στενή επαφή ή με αισθήματα απόρριψης και ντροπής ή με την πεποίθηση ότι είμαστε ανίκανοι ν’ αγαπηθούμε- είναι σε όλους μας γνώριμη.

Για την ακρίβεια το μεγαλύτερο μέρος, είναι να επιχειρεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να μάθουν να διαμορφώνουν πιο στενές, πιο υποστηρικτικές και σταθερές σχέσεις με τους άλλους.

Η μοναξιά αυξάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό την αγωνία του θανάτου.

Ο πολιτισμός μας ορθώνει δυστυχώς πολύ συχνά ένα παραπέτασμα σιωπής και απομόνωσης γύρω απ’ τον άνθρωπο που πεθαίνει.

Μπροστά στον μελλοθάνατο οι φίλοι και τα μέλη της οικογένειας γίνονται συχνά πιο απόμακρα, γιατί δεν ξέρουν τι να πουν.

Φοβούνται μην τον ταράξουν. Αποφεύγουν επίσης να τον πλησιάσουν πολύ, από φόβο μην έρθουν αντιμέτωποι με τον δικό τους θάνατο. Ακόμα και οι θεοί των αρχαίων Ελλήνων το έβαζαν στα πόδια.

Αυτή η καθημερινή απομόνωση λειτουργεί αμφίδρομα: δεν είναι μόνο όσοι είναι καλά που τείνουν ν’ αποφεύγουν τον μελλοθάνατο, πολλές φορές κι οι ίδιοι οι μελλοθάνατοι συνεργάζονται στην απομόνωσή τους.

Ασπάζονται τη σιωπή, για να μην τυχόν παρασύρουν τους ανθρώπους που αγαπούν μέσα στον μακάβριο, μελαγχολικό τους κόσμο.

Ένας άνθρωπος που δεν είναι σωματικά άρρωστος, αλλά βρίσκεται εν μέσω άγχους θανάτου, μπορεί να νιώθει περίπου το ίδιο. Μια τέτοια απομόνωση βέβαια επιδεινώνει τον τρόμο.

Όπως έγραψε ο Ουίλλιαμ Τζέημς, τρομαγμένοι, όταν πλησίαζε η στιγμή του θανάτου ενός ανθρώπου.

Η δεύτερη μορφή μοναξιάς,
η υπαρξιακή απομόνωση, είναι πιο βαθιά και πηγάζει από το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στο άτομο και στους άλλους ανθρώπους.

Το χάσμα αυτό είναι συνέπεια όχι μόνο του γεγονότος ότι ο κάθε άνθρωπος βρίσκεται πεταμένος μόνος του μέσα στην ύπαρξη κι είναι υποχρεωμένος να βγει απ’ αυτήν μόνος, αλλά προκύπτει κι από το γεγονός πως ο καθένας από εμάς κατοικεί έναν κόσμο, τον οποίο γνωρίζει πλήρως μόνο ο εαυτός μας. πριν από έναν αιώνα: «Δεν θα μπορούσε να έχει επινοηθεί πιο μοχθηρή τιμωρία, αν κάτι τέτοιο ήταν πραγματικά εφικτό, από το να ρίξεις έναν άνθρωπο ελεύθερο μέσα στην κοινωνία, ο οποίος να μείνει στο περιθώριο, να μην τον λάβει υπόψη του ποτέ κανένα από τα μέλη της».

Τον δέκατο όγδοο αιώνα ο Ιμμάνουελ Καντ διέλυσε την επικρατούσα υπόθεση που ήταν βασισμένη στην κοινή λογική, ότι όλοι μπαίνουμε και κατοικούμε σ’ έναν τελειωμένο, καλά κατασκευασμένο, κοινό κόσμο.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι χάρη στον νευρολογικό μας εξοπλισμό, ο κάθε άνθρωπος παίζει ουσιαστικό ρόλο στη δημιουργία της δικής του πραγματικότητας.

Μ’ άλλα λόγια, διαθέτουμε έναν αριθμό εγγενών νοητικών κατηγοριών (για παράδειγμα, ποσότητα, ποιότητα, αίτιο και αποτέλεσμα), οι οποίες αρχίζουν να λειτουργούν, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με εισερχόμενα δεδομένα των αισθήσεων, και που μας δίνουν τη δυνατότητα να συνθέτουμε αυτόματα και ασυνείδητα τον κόσμο με μοναδικό τρόπο (αυτό που ονομάζουμε ψυχή).

Έτσι η υπαρξιακή απομόνωση αναφέρεται στην απώλεια όχι μόνο της βιολογικής μας ζωής αλλά και του ίδιου μας του πλούσιου και θαυμαστά λεπτομερούς κόσμου, ο οποίος δεν υπάρχει με τον ίδιο τρόπο στον νου κανενός άλλου ανθρώπου.

Οι δικές μου πολύ ζωηρές μνήμες, είναι όλες αυτές προσωπικές μου οι αναμνήσεις, πιο πολυάριθμες κι από τ’ αστέρια του ουρανού, και είναι διαθέσιμες μόνο σ’ εμένα.

Κι η καθεμιά τους δεν είναι παρά μια φασματική εικόνα που με τον θάνατό μου θα σβηστεί για πάντα.

Ο καθένας από μας βιώνει τη διαπροσωπική απομόνωση (το καθημερινό αίσθημα μοναξιάς) με ποικίλους τρόπους σε όλες τις φάσεις του κύκλου της ζωής.

Αλλά η υπαρξιακή απομόνωση είναι λιγότερο συνηθισμένη στα πρώτα στάδια της ζωής.

Οι άνθρωπο τη βιώνουν πολύ έντονα, όταν είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία και πιο κοντά στον θάνατο.

Σε τέτοιες στιγμές αποκτούμε επίγνωση του γεγονότος ότι ο κόσμος μας θα εξαφανιστεί, κι ακόμα ότι κανείς δεν μπορεί να μας συντροφέψει πλήρως στο ζοφερό ταξίδι μας στον θάνατο.

Όπως μας υπενθυμίζει το παλιό σπιρίτσουαλ: «Μόνος σου πρέπει να την περπατήσεις αυτή τη μοναχική κοιλάδα».

Η ιστορία και η μυθολογία βρίθουν από απόπειρες των ανθρώπων να απαλύνουν την απομόνωση του θανάτου.

Σκεφτείτε τις ομαδικές αυτοκτονίες, ή διάφορους μονάρχες σε πολλούς πολιτισμούς, που διέταζαν να ταφούν μαζί τους ζωντανοί οι σκλάβοι τους, ή την ινδική πρακτική του sati, η οποία απαιτεί να καίγεται η χήρα στη νεκρική πυρά του συζύγου της.

Σκεφτείτε την επανασύνδεση στον παράδεισο και την ανάσταση των νεκρών.

Σκεφτείτε την απόλυτη βεβαιότητα του Σωκράτη ότι θα περνούσε όλη την αιωνιότητα συζητώντας με άλλους μεγαλόπνοους στοχαστές.

Σκεφτείτε την κουλτούρα των Κινέζων χωρικών. Κραυγές και ψίθυροι: η δύναμη της ενσυναίσθησης -για ν’ αναφέρουμε ένα πρόσφατο ιδιότυπο παράδειγμα από τα ξερά φαράγγια του οροπεδίου Loess- όπου οι γονείς που οι γιοι τους πεθαίνουν ανύπαντροι αγοράζουν μια νεκρή γυναίκα (από ανθρώπους που ανασκάπτουν τους τάφους ή που εντοπίζουν κάποιο καινούριο πτώμα) και θάβουν τους δύο μαζί σαν ζευγάρι.

Πώς η ανησυχία επηρεάζει τον εγκέφαλό μας

Ο τρόπος που η ανησυχία επηρεάζει τον εγκέφαλό μας μπορεί να περιγραφεί με μία λέξη: τοξικός, ακόμα κι αν είναι ένα φυσικό συναίσθημα στη θέαση ή αντίληψη μιας απειλής. Ωστόσο, πολλές από τις ανησυχίες μας είναι αβάσιμες και ακόμα και παρανοϊκές. Επιπλέον, μας προκαλούν υψηλά επίπεδα κόπωσης και μας κάνουν να χάνουμε ενέργεια, θάρρος και ακόμα και τα κίνητρά μας.

Κάτι που γνωρίζουμε καλά από ψυχολογικής απόψεως είναι ότι οι επιδράσεις της υπερβολικής ανησυχίας μπορούν να είναι ακόμα πιο επικίνδυνες από τους λόγους για τους οποίους ανησυχούμε. Το φαινόμενο επηρεάζει συγκεκριμένα σημεία του εγκεφάλου μας. Μπορεί να μας φαίνεται ένα πολύ «ελαφρύ» ζήτημα, αλλά δεν είναι.

Γιατί όταν παραμένουμε σε συνθήκες κατά τις οποίες το στρες εντείνεται και διαστρεβλώνει και την μικρότερη λεπτομέρεια, τότε τα πάντα μπορεί να βγουν εκτός ελέγχου. Παίρνουμε κακές αποφάσεις και η εσωτερική μας σύγκρουση μπορεί να μας κάνει να κάνουμε παράλογες πράξεις.

Πώς η ανησυχία επηρεάζει τον εγκέφαλό μας

Νευροεπιστήμονες όπως ο Joseph LeDoux από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης μας λέει ότι η επίδρασή της είναι αρκετά σοβαρή. Κυρίως επειδή, οι άνθρωποι δεν γνωρίζουμε πώς να ανησυχούμε με υγιή τρόπο. Έχουμε την περίεργη τάση να πανικοβαλλόμαστε και να υπερβάλουμε.

Ωστόσο, επισημαίνει κι έναν άλλο παράγοντας που ίσως μας απαλλάσσει από μέρος της ευθύνης. Ο εγκέφαλός μας είναι προγραμματισμένος να ανησυχεί πρώτα και ύστερα να σκέφτεται. Με άλλα λόγια, το συναισθηματικό μας σύστημα, και συγκεκριμένα η αμυγδαλή, είναι το πρώτο σημείο που εντοπίζει μια απειλή και γι’ αυτό ενεργοποιείται η ανησυχία.

Απελευθερώνονται νευροδιαβιβαστές όπως η ντοπαμίνη και παράγουν άγχος και νευρικότητα. Μετά, το μεταιχμιακό σύστημα ενεργοποιεί τον εγκεφαλικό φλοιό ώστε ο τελευταίος να δώσει σήμα σε ανώτερες διανοητικές δομές. Ποιος είναι ο σκοπός; Ο εγκέφαλος μας προειδοποιεί ότι πρέπει να πάρουμε τον έλεγχο. Να χρησιμοποιήσουμε την λογική μας που ρυθμίζει το φόβο, την αίσθηση συναγερμού.

Ο Dr. LeDoux μας υπενθυμίζει ότι οι άνθρωποι έχουμε περισσότερη δύναμη από τη λογική, όσον αφορά στα συναισθήματα. Ποιες είναι όμως οι ειδικότερες επιδράσεις της ανησυχίας;

Οι υπερβολικές ανησυχίες προκαλούν ψυχικό πόνο

Τι εννοούμε με τον όρο «ψυχικός πόνος»; Είναι διαφορετικός από τον σωματικό; Ναι, αλλά είναι το ίδιο περιοριστικός. Ψυχικός πόνος είναι βασικά η αίσθηση εξουθένωσης, δυσφορίας, αρνητικότητας και αποθάρρυνσης ανάμεσα σε άλλα.

Ένας αγχωμένος εγκέφαλος κυριαρχείται από την αμυγδαλή. Μας κάνει να βλέπουμε κινδύνους εκεί που δεν υπάρχουν. Είμαστε καχύποπτοι για τα πάντα και φοβόμαστε. Η υπερδιέγερση του εγκεφάλου μειώνει την ενέργειά μας. Και ξαφνικά αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε τα πάντα ως χαοτικά και ανισόρροπα.

Όταν η ανησυχία επηρεάζει τον εγκέφαλο, οι γνωστικές μας διεργασίες αποδυναμώνονται

Τι εννοούμε «γνωστικές διεργασίες»; Εννοούμε ότι η ανησυχία μειώνει την μνημονική μας ικανότητα, μας δυσκολεύει να συγκεντρωθούμε, δυσκολευόμαστε να πάρουμε αποφάσεις, αλλά και να καταλάβουμε μηνύματα κλπ.

Πώς να μειώσουμε την ανησυχία μας

Δεν μπορούμε να σταματήσουμε τελείως να ανησυχούμε. Μπορούμε όμως να μάθουμε να διαχειριζόμαστε καλύτερα την ανησυχία μας.

– Αναλύστε τις παράλογες σκέψεις σας. Είτε το πιστεύετε, είτε όχι, το 80% των ανησυχιών μας είναι δυσανάλογα και παράλογα.

– Μιλήστε για τα συναισθήματά σας. Δώστε τους ένα όνομα, ξετυλίξτε τα και φέρτε τα στο φως. Μπορεί να ανησυχείτε πολύ για τη δουλειά σας, αλλά στην πραγματικότητα να μην είστε ικανοποιημένοι με αυτή.

– Μην παίρνετε αποφάσεις με βάση τη διάθεσή σας. Περιμένετε πρώτα να ηρεμήσετε και ύστερα κάντε την λογική επεξεργασία των δεδομένων σας.

Σκεπτικοί και Σκεπτικισμός

Ο Σκεπτικισμός αποτελεί κριτική στάση απέναντι στη δυνατότητα κατάκτησης βέβαιης γνώσης του κόσμου. Οι Σκεπτικοί υποστηρίζουν ότι οι αισθήσεις και η νόηση παριστάνουν τα πράγματα όχι όπως είναι πραγματικά, αλλά όπως φαίνονται. Η γνώση δεν είναι βέβαιη και το ίδιο ισχύει και στην περιοχή της ηθικής, όπου το «καλό» και το «κακό» είναι «θέσει» και όχι «φύσει».

Ο Σκεπτικισμός συνδέεται με τη διδασκαλία του Πύρρωνα (360-270 πΧ) από την ‘Ηλιδα, που ήταν σύγχρονος του Αριστοτέλη. Για να επιτευχθεί η ευτυχία, σύμφωνα με αυτόν, δεν πρέπει να έχουμε πεποιθήσεις, γνώμες, κλίσεις, αλλά να τηρούμε την «εποχή», δηλαδή να μην εκφέρουμε κρίση. Στον 3ο και τον 2ο αιώνα πΧ ο Σκεπτικισμός υιοθετείται και μεταφέρεται στην πλατωνική Ακαδημία από τον Αρκεσίλαο (316-242 πΧ) και τον Καρνεάδη (214-129 πΧ).

Αναζωπύρωση στον Σκεπτικισμό δίνει στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους ο Αινησίδημος (1ος αι πΧ) ο οποίος προβάλλει το πρότυπο του σοφού, που ζει ευτυχισμένος, κατανοώντας πως ούτε από τις αισθήσεις ούτε από τον νου μπορούμε να έχουμε βέβαιη γνώση. Ο Σέξτος ο Εμπειρικός στο έργο του Πυρρώνειαι Υποτυπώσεις διασώζει τα επιχειρήματα των προηγούμενων Σκεπτικών, κυρίως τη διδασκαλία του Πύρρωνα.

Οι σκεπτικοί φιλόσοφοι αμφισβητούν τη δυνατότητα βέβαιης γνώσης και ορθής πράξης. Συνιστούν την εποχή, δηλ. την αναστολή της κρίσης, ως στάση ζωής, που είναι ανάλογη την απραξία των Επικουρείων και την απάθεια των Στωικών. Ο Σκεπτικισμός υπήρξε μια γόνιμη φιλοσοφική κίνηση που πρότεινε την αμφιβολία ως θεραπευτική αγωγή των ανθρώπων, όταν βρίσκονται σε αμηχανία μπροστά στα δύσκολα προβλήματα της ζωής. Πολέμησε τον δογματισμό, δηλ την τάση των ανθρώπων, να δέχονται χωρίς συζήτηση ιδέες και θεωρίες, και προώθησε την κριτική σκέψη.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ: O Λακωνικός λόγος δεν έχει περιττά περιβλήματα

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ KantΠΕΡΙ ΑΔΟΛΕΣΧΙΑΣ
(αδολεσχία είναι η ακατάσχετη ομιλία (αργολογία, κενολογία), Η ΦΛΥΑΡΙΑ)

Να χρησιμοποιήσουμε τη λογική μας ως προς τα αποτελέσματα της αντίθετης συμπεριφοράς, ακούγοντας πάντα, ενθυμούμενοι και έχοντας έτοιμα να χρησιμοποιήσουμε τα εγκώμια που αποδίδονται στην εχεμύθεια και τον σεμνό, ιερό και μυστηριακό χαρακτήρα της σιωπής, και χωρίς να ξεχνάμε επίσης ότι εκείνοι που λένε λίγα και καλοδουλεμένα λόγια και που μπορούν σε λίγες λέξεις να συμπυκνώσουν πολλά νοήματα θαυμάζονται και αγαπιούνται περισσότερο και θεωρούνται σοφότεροι από αυτούς τους αχαλίνωτους και παραφερόμενους φλύαρους.

Ο Πλάτων μάλιστα επαινεί τους τέτοιου είδους ανθρώπους, λέγοντας πως μοιάζουν με τους επιδέξιους ακοντιστές, γιατί αυτά που λένε είναι πλήρη, μεστά και συμπυκνωμένα.

Ο Λυκούργος, επίσης, αναγκάζοντας τους συμπολίτες του από τα πρώτα παιδικά τους χρόνια ν’ αποκτήσουν αυτή τη δεινότητα μέσω της σιωπής, τους έκανε περιεκτικούς και λιτούς στην ομιλία.

Όπως, δηλαδή, οι Κελτίβηρες ατσαλώνουν το σίδερο θάβοντάς το στη γη και μετά καθαρίζοντας τη μεγάλη συσσώρευση του χώματος, έτσι και ο Λακωνικός λόγος δεν έχει περιττά περιβλήματα, αλλά, δουλεμένος με την αφαίρεση όλων των περισσευούμενων, ατσαλώνεται μέχρι που γίνεται απόλυτα αποτελεσματικός· αυτή τους η ικανότητα για αποφθέγματα και η ταχύτητα προς εύστροφες απαντήσεις είναι καρπός της πολλής σιωπής. Πρέπει μάλιστα να προβάλλουμε στους φλύαρους τα τέτοιου είδους υποδείγματα, ώστε να μπορέσουν να δουν πόση χάρη και δύναμη έχουν· φερ’ ειπείν:

 “Οι Λακεδαιμόνιοι στον Φίλιππο· ο Διονύσιος στην Κόρινθο”. Όπως επίσης όταν ο Φίλιππος τους έγραψε: “Αν εισβάλω στην Λακωνική, θα σας διώξω”, εκείνοι του απάντησαν: “Αν”.

Όταν ο βασιλιάς Δημήτριος αγανάκτησε και φώναξε: “Έναν πρεσβευτή έστειλαν σε μένα οι Σπαρτιάτες!” ο πρεσβευτής απάντησε ατάραχος: “Έναν σε έναν”.

Από τους παλαιούς, επίσης, θαυμάζονται οι ολιγόλογοι, και στο ιερό του Πυθίου Απόλλωνος οι Αμφικτύονες έγραψαν όχι την “Ιλιάδα” και την “Οδύσσεια” ούτε τους παιάνες του Πίνδαρου αλλά το “Γνώθι σαυτόν”, το “Μηδέν άγαν” και το “Εγγύα πάρα δ’ άτα”, θαυμάζοντας την πυκνότητα και τη λιτότητα της έκφρασης που περιέχει μέσα στη βραχυλογία ένα καλά σφυρηλατημένο νόημα.

Μήπως δεν αγαπάει και ο θεός ο ίδιος την περιεκτικότητα και τη συντομία στους χρησμούς του και δεν ονομάζεται Λοξίας επειδή αποφεύγει περισσότερο την πολυλογία απ’ ό,τι την ασάφεια;

Δεν θαυμάζονται και επαινούνται εξαιρετικά όσοι εκφράζονται συμβολικά, χωρίς να μιλήσουν;

Έτσι ο Ηράκλειτος, όταν οι συμπολίτες του τού ζήτησαν να εκφέρει γνώμη για την ομόνοια, ανέβηκε στο βήμα, πήρε ένα κύπελλο με κρύο νερό, πασπάλισε μέσα κρίθινο αλεύρι, το ανακάτεψε με φλισκούνι, το ήπιε κι έφυγε, δείχνοντάς τους έτσι πως το ν’ αρκούνται σ’ αυτό που τους βρίσκεται και το να μη χρειάζονται πολυτέλειες διατηρεί τις πόλεις σε ομόνοια και ειρήνη.

Ο Σκίλουρος, ο βασιλιάς των Σκυθών, άφησε πίσω του ογδόντα γιους· όταν πέθαινε πρόσταξε να του φέρουν δέσμη δοράτων και ζήτησε από τους γιους του να τα πάρουν και να τα σπάσουν έτσι όπως ήταν δεμένα όλα μαζί.

Όταν εκείνοι παραιτήθηκαν από την προσπάθεια, πήρε ο ίδιος ένα ένα τα δόρατα και τα έσπασε εύκολα στα δύο, δείχνοντάς τους έτσι ότι η ενότητα και η ομόνοιά τους ήταν ισχυρό και ανίκητο πράγμα, ενώ η διάσπασή τους ασθενές και ασταθές.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ: ΗΘΙΚΑ

Ο σχεδιασμός ενός ριζικά διαφορετικού τηλεσκοπίου προσφέρει βαθύτερη διείσδυση στο διάστημα

Ένας ριζικά διαφορετικός τύπος διαστημικού τηλεσκοπίου ακτίνων-Χ σχεδιάστηκε στο KTH (Σουηδικά: Kungliga Tekniska högskolan) [Royal Institute of Technology στη Στοκχόλμη], χρησιμοποιώντας εξελιγμένες οπτικές τεχνικές που αρχικά είχαν στην έρευνα για ιατρική παρακολούθηση. Το τηλεσκόπιο, το οποίο εστιάζει ακτίνες-Χ με ένα μοναδικά οργανωμένο σύνολο πρισματικών φακών, αποκαλύφθηκε με άρθρο που δημοσιεύθηκε στο Nature Astronomy. Οι ερευνητές από το Βασιλικό Ινστιτούτο Τεχνολογίας KTH, αναφέρουν πώς έχουν καταργήσει τα κάτοπτρα που αντανακλούν το φώς υπέρ ενός δικτύου μικροκατασκευασμένων πλαστικών πρισμάτων.

Διατομή ενός τυπικού διαστημικού τηλεσκοπίου τύπου Wolter με κάτοπτρα (επάνω) σε αντιπαράθεση με το σχέδιο που χρησιμοποιεί σύνολο μικροκατασκευασμένων πρισμάτων για να κάμψουν το φως προς το εστιακό σημείο.

Ο Mats Danielsson, ερευνητής στην ιατρική τεχνολογία ακτίνων-Χ και ο αστροφυσικός Mark Pearce, αναφέρουν πώς ο σχεδιασμός μειώνει το εστιακό μήκος και το βάρος του τηλεσκοπίου, επιτρέποντας ευρείες περιοχές συλλογής με υψηλή χωρική ανάλυση, έτσι που οι παρατηρήσεις του διαστήματος να μπορούν εμβαθύνουν περισσότερο στο χώρο και να εξετάζουν αντικείμενα που τώρα είναι πολύ αδύναμα για να ανιχνευτούν.

Η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη τεχνική για την εστίαση ακτίνων-Χ σε διαστημικά τηλεσκόπια είναι μέσω της χρήσης μιας συστοιχίας καμπύλων κατόπτρων που βαθμιαία κάμπτουν το φως προς το σημείο εστίασης. Επειδή αυτό το φως είναι δύσκολο να εστιάσει, το εστιακό μήκος ενός τέτοιου τηλεσκοπίου τυπικά είναι μακρύ. Το Παρατηρητήριο Ακτίνων-Χ Chandra της NASA, για παράδειγμα, έχει εστιακή απόσταση 10 m. Με το πιο μικρό εστιακό μήκος του τηλεσκοπίου του KTH, μικρότερο από 50 cm, ο Danielsson λέει ότι το σύστημα θα παρέχει μεγαλύτερη οπτική ισχύ, καμπυλώνοντας τις ακτίνες περισσότερο απότομα προς την εστία.

«Αυτό επιτρέπει να κατασκευαστεί ένα τηλεσκόπιο που μπορεί να συλλέξει περισσότερο από 1000 φορές φως από αυτό που μπορούν τα σημερινά διαστημικά τηλεσκόπια ακτίνων-Χ να διαχειριστούν», αναφέρει ο Danielsson. «Ένα άλλο πλεονέκτημα είναι ότι θα έχει καλή χωρική ανάλυση, το οποίο σημαίνει ότι μπορεί να παρατηρηθούν περισσότερες λεπτομέρειες στην εικόνα που λαμβάνεται. Αυτό θεωρείται σημαντικό για να γίνονται σωστές φυσικές ερμηνείες».

Τα τηλεσκόπια ακτίνων-Χ φέρονται σε διαστημικά σκάφη καθώς οι ακτίνες-Χ απορροφώνται ταχύτατα από την ατμόσφαιρα της Γης και δεν μπορούν να παρατηρηθούν από το έδαφος. Έτσι μέγεθος ωφέλιμου φορτίου και βάρος ενδιαφέρουν. Ένα τέτοιο τηλεσκόπιο, η αποστολή PoGO+ η οποία λειτούργησε σε υψόμετρο 40 km κρεμασμένη από ένα τεράστιο μπαλόνι γεμάτο ήλιο, επέτρεψε στον Pearce και τους συναδέλφους του να πραγματοποιήσουν νέες παρατηρήσεις ακτίνων-Χ προερχόμενες από την γειτονιά ενός πάλσαρ και μιας μαύρης τρύπας – μια μελέτη που ελπίζει να στηρίξει χρησιμοποιώντας το σχεδιασμό του νέου τηλεσκοπίου. Όπως ανέφερε: «Ευελπιστούμε να αναπτύξουμε νέα ελαφρά οπτικά με τον Mats καθώς αυτό θα μας επιτρέψει τελικά να κατασκευάσουμε μια μεγάλη περιοχή και ελαφρών τηλεσκοπίων που θα παράγουν πιο ακριβείς μετρήσεις από αυτές που σήμερα είναι δυνατές».

Η βελτιωμένη ικανότητα του συστήματος να συλλέγει φως θα αποκαλύψει αντικείμενα πολύ αδύναμα για να παρατηρηθούν. «Θα δούμε εξαιρετικά απομακρυσμένα αντικείμενα του πρώιμου σύμπαντος που δεν έχουν ποτέ πριν παρατηρηθεί με ακτίνες-Χ», λέει ο Danielsson. «Αυτό ανοίγει ένα ολόκληρο νέο παράθυρο για να απαντηθούν βασικές ερωτήσεις σχετικές με το σύμπαν».

Ένα πρώτο πρωτότυπο της τηλεσκοπικής τεχνικής έχει ήδη σχεδιαστεί στο KTH και ελεγχθεί στο Ινστιτούτο. Το επόμενο βήμα είναι βελτιστοποιηθεί ο σχεδιασμός των φακών και των συσχετιζόμενων αισθητήρων, μηχανισμών και ηλεκτρονικών. «Τώρα είναι η ώρα να γίνει ένα βήμα από την πρώτη απόδειξη της αρχής σε μια πλήρως ανεπτυγμένη μονάδα για ένα τηλεσκόπιο για να σταλεί στο διάστημα», λέει ο Danielsson.

Tα λάθη των έξυπνων ανθρώπων - Πώς δυσκολεύουν και περιπλέκουν τη ζωή τους

O Albert Einstein είχε πει ότι «Δεν είναι ότι είμαι και τόσο έξυπνος. Είναι που μένω με τα προβλήματα περισσότερο», ο Αrthur Schopenhauer ότι «Η υψηλή νοημοσύνη κάνει έναν άνθρωπο αντικοινωνικό» και ο Γάλλος χειρουργός και βιολόγος, Alexis Carrel, ότι «Η ευφυΐα είναι σχεδόν άχρηστη για εκείνον που δεν έχει παρά μόνο αυτή»: στα λόγια τριών ανθρώπων της διανόησης, υπάρχει κάτι κοινό.

Η καλά κρυμμένη αλήθεια των αρνητικών συναισθημάτων στη ζωή των ανθρώπων με ανεπτυγμένη ευφυΐα. Των ανθρώπων που σκέπτονται πολύ. Πάρα πολύ.

Σίγουρα, στις οθόνες της ζωής παίζονται τρελά σενάρια, που μπορεί να ξεπερνούν κάποιες φορές την φαντασία. Στις οθόνες του μυαλού, όμως, μπορεί να παιχτούν σκηνές που απέχουν πολύ από την πραγματικότητα: σκέψεις που την περιπλέκουν και την κάνουν να φαίνεται κάτι πολύ δύσκολο.

Θα έλεγε κανείς ότι ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος έχει περισσότερες δυνατότητες να ζήσει την ζωή που επιθυμεί και να επιτύχει, σε σύγκριση με ένα άτομο που μπορεί να μην στέκεται και πολύ στις καταστάσεις, να μην κάνει δεύτερες σκέψεις και σενάρια.

Οι έξυπνοι άνθρωποι έχουν κάποιες συνήθειες που δυσχεραίνουν την καθημερινότητά τους. Συνήθειες που δημιουργούν μια σχεδόν μόνιμη κατάσταση στρες.

Το να ξέρεις πολλά, είναι καλό. Το να νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα, όχι τόσο.

Ποιες είναι οι «κακές» συνήθειες των έξυπνων ατόμων;

1) Πιστεύουν ότι «δεν θα αποτύχουν» (ποτέ) - Οταν αυτό συμβαίνει… το παίρνουν βαρέως:

Η ευφυΐα μπορεί γίνει ένα εργαλείο εξέλιξης και προόδου στη ζωή. Πολύ εύκολα, όμως, ένα ευφυές άτομο μπορεί να περάσει στην αντίπερα όχθη. Να πιστεύει ότι «ο έξυπνος δεν (αποτυγ)χάνει ποτέ». Να απογοητεύεται πολύ εύκολα όταν τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως τα θέλει.

2) Δεν θέλουν να ζητούν βοήθεια -Πιστεύουν ότι μπορούν να καταφέρουν τα πάντα μόνοι τους: Τα άτομα που πιστεύουν ότι είναι πολύ έξυπνα, πιστεύουν ότι δεν υπάρχει κάτι που δεν μπορούν να καταφέρουν και δεν έχουν ανάγκη κανέναν. Το να ζητάς βοήθεια κάποιου, δεν δείχνει «αμάθεια» ή ανικανότητα, δείχνει αυθεντικότητα, ευελιξία και προθυμία για γνώση.

3) Έχουν την τάση να διορθώνουν τους άλλους - Να παρεμβαίνουν για να εκφράσουν αυτό που πιστεύουν ότι είναι «σωστό»: Κάτι που μπορεί να αποβεί ιδιαιτέρως ενοχλητικό για τους άλλους. Η ευφυΐα είναι προνόμιο, η επίδειξη της ευφυΐας, μια συνήθεια που αποδυναμώνει την αξία της.

4) Θέλουν να έχουν τα πάντα υπό τον έλεγχό τους: Οι πολύ εύστροφοι άνθρωποι πιστεύουν ότι μπορούν να έχουν τον απόλυτο έλεγχο σε ό,τι συμβαίνει στη ζωή τους (και αρκετές φορές και στη ζωή των άλλων).Θέλουν να είναι εκείνοι που κατευθύνουν τις καταστάσεις. Όταν τα πράγματα ανατρέπονται, αποσυντονίζονται γιατί είναι «αλλεργικοί» στην αποτυχία.

5) Η υπερβολική κριτική δυσκολεύει την σύναψη στενών σχέσεων με άλλα άτομα: Οι έξυπνοι άνθρωποι τείνουν να υπεραναλύουν τις συμπεριφορές των άλλων και να βρίσκουν λάθη σε αυτές. Πιστεύουν ότι ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουν την ζωή είναι ο σωστός -και δεν υπάρχει άλλος…σωστότερος. Δυσκολεύονται να εμπιστευτούν τους γύρω τους.

6) Θέλουν να δείχνουν ότι τα ξέρουν όλα (και αρκετές φορές το πιστεύουν…): Η εκπαίδευση δεν σταματά ποτέ. Η γνώση είναι κάτι ανεξάντλητο. Οποιος πιστεύει ότι ξέρει πολλά και δεν χρειάζεται να μάθει άλλα, σταματά να εξελίσσεται. Είναι σύνηθες φαινόμενο, οι έξυπνοι άνθρωποι να φοβούνται να κάνουν λάθος, να φοβούνται να δείξουν ότι δεν γνωρίζουν κάτι.

7) Υπεναλυτική σκέψη - Οταν το συναίσθημα πάει στην άκρη: Οι ευφυείς άνθρωποι σκέπτονται πολύ. Πάρα πολύ. Κολλάνε στις λεπτομέρειες και (υπερ)αναλύουν τις καταστάσεις. Η χαρά της στιγμής συνήθως χάνεται μέσα στην ανησυχία και το στρες. Δυσκολεύονται να παίρνουν αποφάσεις γιατί σκέπτονται υπερβολικά τις συνέπειές τους.

Kant: το κριτικό πνεύμα και η αξία του

Κριτικός και διαλεκτικός Λόγος

     Ι. Ο Καντ, αν και τόσο μακρινός από την εποχή μας, εξακολουθεί πάντα με τον κριτικό του Λόγο να είναι επίκαιρος και να αντιμάχεται κάθε κατεστημένο, πολιτιστικό, επιστημονικό, φιλοσοφικό, πολιτικό. Στην εποχή του και για την εποχή του έγραφε, στον Πρόλογο της πρώτης έκδοσης (1781) του πιο σημαντικού του έργου: Κριτική του καθαρού Λόγου: 

«Η εποχή μας είναι η καθαυτό εποχή της κριτικής, στην οποία πρέπει να υποβληθούν τα πάντα».

Κάτι παρόμοιο, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, έχει ανάγκη και η δική μας εποχή: αυστηρή κριτική σε αξίες, σε θεσμούς, σε θέσεις, ιδεολογίες κ.λπ. συν το γεγονός ότι πρέπει η κριτική να είναι ανελλιπής και ο έλεγχος των πάντων αδυσώπητος. Πλην όμως σήμερα δεν υπάρχει ένας Καντ ή ένας Χέγκελ για μια γόνιμη κριτική παρά μια αίσχιστη πληθώρα μετριοτήτων ‒με φωτεινές πάντα εξαιρέσεις‒ σε όλους σχεδόν τους επιστημονικούς τομείς αλλά και στην περιοχή της κατεστημένης «φιλοσοφίας». Η «κριτική» αυτών των μετριοτήτων είναι αρνητική, με το νόημα ότι κριτικάρει τις πραγματικές αξίες, όσες υπάρχουν ακόμη, για να εγκαταστήσει στη θέση τους κάθε είδους σαθρότητα και κιβδηλία.
 
     ΙΙ. Ο Χέγκελ, μέσα από τον διαλεκτικό του Λόγο, επιχειρεί να δώσει εκ νέου ζωή και νόημα στο «Ich denke» του νεωτερικού ορθολογισμού. Η διαλεκτική για τον κορυφαίο διαλεκτικό φιλόσοφο δεν αποτελεί απλώς εσωτερική υπόθεση της δικής του ερμηνευτικής πράξης αλλά ουσιωδώς την κινητήρια δύναμη του σύμπαντος κόσμου και την ενδοσυνάφεια Είναι και νοείν. Υπ’ αυτή την έννοια, η διαλεκτική είναι μια Λογική της αναφορικής σχέσης και ως τέτοια επιτρέπει στον Χέγκελ να αναγιγνώσκει μεταστοχαστικά το ιστορικό Όλο του φιλοσοφικού στοχασμού και δη τον καντιανό στοχασμό των καιρών του. Έτσι απελευθερώνει όλη την εκρηκτική δύναμη που περικλείει το Εγώ νοώ (=ich denke) του Καντ και την εντάσσει σε μια εξελικτική διαδικασία του ίδιου του φιλοσοφικού μεταστοχασμού.

§2

Καντ: Εγώ νοώ

«Το: Εγώ νοώ, θα πρέπει να είναι σε θέση να συνοδεύει όλες μου τις παραστάσεις· γιατί διαφορετικά θα μπορούσε να σχηματιστεί μέσα μου μια παράσταση ενός κάτι, που δεν θα μπορούσε διόλου να το συλλάβει η νόηση, πράγμα που σημαίνει για την ακρίβεια ή ότι η παράσταση θα ήταν αδύνατη ή τουλάχιστο για μένα τίποτα. Εκείνη η παράσταση, που δύναται να είναι δεδομένη πριν από κάθε νόηση, ονομάζεται εποπτεία. Επομένως, το κάθε πολλαπλό της εποπτείας έχει μια αναγκαία αναφορική σχέση προς το: Εγώ νοώ, στο ίδιο υποκείμενο, στο οποίο απαντά το εν λόγω πολλαπλό. Αυτή όμως η παράσταση είναι ένα ενέργημα της αυτενέργειας, δηλ. δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανήκουσα στην αισθητικότητα. Την ονομάζω καθαρή κατάληψη, για να τη διακρίνω από την εμπειρική ή και από την αρχέγονη κατάληψη, γιατί αυτή είναι εκείνη η αυτοσυνείδηση, η οποία, καθώς παράγει την παράσταση Εγώ νοώ, που πρέπει να είναι σε θέση να συνοδεύει κάθε άλλη και η οποία σε κάθε συνείδηση είναι μια και η αυτή, δεν μπορεί να συνοδεύεται από καμιά περαιτέρω παράσταση. Ονομάζω επίσης την ενότητα της ίδιας υπερβατολογική ενότητα της αυτοσυνείδησης, για να δηλώσω τη δυνατότητα της a priori γνώσης που πηγάζει απ’ αυτή».[1]

§3

Ερμηνεία ‒ κατανόηση

     Ο Καντ μας διανοίγει προς μια υπερβατολογική σκέψη, δίνοντας πρωτίστως ιδιαίτερη βαρύτητα στο ούτως ειπείν ορθολογιστικής απόχρωσης «Εγώ νοώ». Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για έναν ιδιότυπο ορθολογισμό, ο οποίος δεν απεμπολεί τον εξωτερικό κόσμο της εμπειρίας, όπως αποφαίνεται ρητά πιο πάνω:

«Εκείνη η παράσταση, που δύναται να είναι δεδομένη πριν από κάθε νόηση, ονομάζεται εποπτεία».

Το συγκεκριμένο τούτο «Εγώ νοώ» προχωρεί πέρα από την καρτεσιανή βεβαιότητα και τίθεται ως ένα νοείν που προορίζεται να διαθέτει τη δυνατότητα να συνοδεύει όλες τις παραστάσεις μου. Η απαίτηση για μια τέτοια δυνατότητα εκπορεύεται από την ανάγκη για την υπερβατολογική ενότητα της κατάληψης. Αυτή η ενότητα πρέπει να ορίζεται ως συνθετική ενότητα της κατάληψης και οι όροι, οι προϋποθέσεις γι’ αυτή την ενότητα συνδέονται με τη δυνατότητα του υπερβατολογικού υποκειμένου [= του υπεβατολογικού «Εγώ νοώ»] όχι απλώς να έχει παραστάσεις, αλλά επί πλέον να τις αποδίδει στον εαυτό του και ως εκ τούτου να αποκτά γνώση, ήτοι τη γνώση ότι έχει αυτές τις παραστάσεις. Το να γνωρίζει ότι έχει αυτές της παραστάσεις προϋποθέτει ότι τις έχει σχηματίσει μέσα του, αλλά δεν τις έχει σχηματίσει ερήμην της πολλαπλότητας των πραγμάτων, δηλαδή δυνάμει μόνο αυτού του ίδιου και υπό μια ανυπόθετη αμφισβήτηση του εμπειρικού κόσμου. Απεναντίας, σ’ αυτό το ίδιο, στο ένα δηλ. και το αυτό υποκείμενο, απαντά το «πολλαπλό της εποπτείας», όπως παρατηρεί στο ως άνω κείμενο ο Καντ. Συνακόλουθα αποκτά συνείδηση της ταυτότητάς του ως «Εγώ νοώ», πράγμα που σημαίνει πως οι παραστάσεις που το υποκείμενο σχηματίζει μέσα του, ανεξάρτητα αν είναι ορθές ή μη, νομιμοποιούνται ως μια διεργασία του νοούντος υποκειμένου που εκφέρει κρίση σχετικά με την απόδοση των παραστάσεων στον εαυτό του.

     Το νοούν υποκείμενο του Καντ δεν είναι άσχετο, για τον Χέγκελ, με τη δική του δια-Λογική γλώσσα για την εννοιολογική σύλληψη των φαινομένων ή των πραγμάτων και την εσωτερική αντιστοιχία με τη ρεαλιστική τους έκφραση. Στο επίπεδο της εγελιανής Λογικής, έναν τέτοιο χαρακτήρα του υποκειμένου ενσαρκώνει η έννοια, δυνάμει της οποίας η διαλεκτική εκφράζει τη δυνατότητα του ανθρώπου να λέγει τις έννοιες και να δια-λέγεται με αυτές. Επειδή όμως συμβαίνει οι έννοιες να αποτυπώνουν ή να απηχούν, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, αντικειμενικές πραγματικότητες, το διαλέγεσθαι με έννοιες αναδύεται στην αισθητή προφάνεια του σκεπτόμενου ανθρώπου ως ένας διάλογος ανάμεσα στην εξωτερικότητα και την εσωτερικότητα, στην εαυτότητα και την ετερότητα, στο φαίνεσθαι και το Είναι· εν τέλει ανάμεσα στην ίδια τη φιλοσοφία, ήτοι τη φιλοσοφική Λογική ως διαλεκτική μέθοδο σκέψης και στην αυτo-επαλήθευσή της ως τέτοιας μεθόδου. Από αυτή την άποψη, φιλοσοφία και πραγματικότητα εκφράζουν μια ενιαία κίνηση, που περιέχει αντιφάσεις και αποκλίσεις, διαφοροποιήσεις και ταυτότητες, διαμορφώσεις και παραμορφώσεις. Αλλά μια τέτοια διαλεκτική κίνηση, στο βαθμό που ανάγει την αλήθεια της μέσα στην ολότητα,

«αναδύεται στην ύπαρξη ως η έννοια που έχει αυτογνωσία, που έχει για αντικείμενο τον εαυτό της»[2],

πράγμα που σημαίνει πως αυτο-εξελίσσεται σε «απόλυτη δύναμη του Λόγου»[3], η οποία στην εγελιανή επιστήμη της Λογικής και πιο συγκεκριμένα στην υποκειμενική Λογική, δηλ. στη Λογική της έννοιας [=στη διδασκαλία περί της έννοιας], απηχεί το ελεύθερο, το αυθύπαρκτο, αυτεξούσιο και αυτοπροσδιοριζόμενο υποκειμενικό στοιχείο· ό,τι ακριβώς συνθέτει το αυτενεργό υποκείμενο, ή με καντιανούς όρους την πράξη της αυτενέργειας που αντιστοιχεί στην παράσταση του «Εγώ νοώ».
-------------------------
[1] Kritik der reinen Vernunft B131-132.
[2] Γκ. Χέγκελ, Επιστήμη της Λογικής: η Διδασκαλία περί της Έννοιας
[3] Ό.π., σ.625.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Θεογονία (337-403)

Τηθὺς δ᾽ Ὠκεανῷ ποταμοὺς τέκε δινήεντας,
Νεῖλόν τ᾽ Ἀλφειόν τε καὶ Ἠριδανὸν βαθυδίνην,
Στρυμόνα Μαίανδρόν τε καὶ Ἴστρον καλλιρέεθρον
340 Φᾶσίν τε Ῥῆσόν τ᾽ Ἀχελῷόν τ᾽ ἀργυροδίνην
Νέσσόν τε Ῥοδίον θ᾽ Ἁλιάκμονά θ᾽ Ἑπτάπορόν τε
Γρήνικόν τε καὶ Αἴσηπον θεῖόν τε Σιμοῦντα
Πηνειόν τε καὶ Ἕρμον ἐυρρείτην τε Κάικον
Σαγγάριόν τε μέγαν Λάδωνά τε Παρθένιόν τε
345 Εὔηνόν τε καὶ Ἀλδῆσκον θεῖόν τε Σκάμανδρον·
τίκτε δὲ Κουράων ἱερὸν γένος, αἳ κατὰ γαῖαν
ἄνδρας κουρίζουσι σὺν Ἀπόλλωνι ἄνακτι
καὶ ποταμοῖς, ταύτην δὲ Διὸς πάρα μοῖραν ἔχουσι,
Πειθώ τ᾽ Ἀδμήτη τε Ἰάνθη τ᾽ Ἠλέκτρη τε
350 Δωρίς τε Πρυμνώ τε καὶ Οὐρανίη θεοειδὴς
Ἱππώ τε Κλυμένη τε Ῥόδειά τε Καλλιρόη τε
Ζευξώ τε Κλυτίη τε Ἰδυῖά τε Πασιθόη τε
Πληξαύρη τε Γαλαξαύρη τ᾽ ἐρατή τε Διώνη
Μηλόβοσίς τε Θόη τε καὶ εὐειδὴς Πολυδώρη
355 Κερκηίς τε φυὴν ἐρατὴ Πλουτώ τε βοῶπις
Περσηίς τ᾽ Ἰάνειρά τ᾽ Ἀκάστη τε Ξάνθη τε
Πετραίη τ᾽ ἐρόεσσα Μενεσθώ τ᾽ Εὐρώπη τε
Μῆτίς τ᾽ Εὐρυνόμη τε Τελεστώ τε κροκόπεπλος
Χρυσηίς τ᾽ Ἀσίη τε καὶ ἱμερόεσσα Καλυψὼ
360 Εὐδώρη τε Τύχη τε καὶ Ἀμφιρὼ Ὠκυρόη τε
καὶ Στύξ, ἣ δή σφεων προφερεστάτη ἐστὶν ἁπασέων.
αὗται ἄρ᾽ Ὠκεανοῦ καὶ Τηθύος ἐξεγένοντο
πρεσβύταται κοῦραι· πολλαί γε μέν εἰσι καὶ ἄλλαι·
τρὶς γὰρ χίλιαί εἰσι τανίσφυροι Ὠκεανῖναι,
365 αἵ ῥα πολυσπερέες γαῖαν καὶ βένθεα λίμνης
πάντῃ ὁμῶς ἐφέπουσι, θεάων ἀγλαὰ τέκνα.
τόσσοι δ᾽ αὖθ᾽ ἕτεροι ποταμοὶ καναχηδὰ ῥέοντες,
υἱέες Ὠκεανοῦ, τοὺς γείνατο πότνια Τηθύς·
τῶν ὄνομ᾽ ἀργαλέον πάντων βροτὸν ἄνδρα ἐνισπεῖν,
370 οἱ δὲ ἕκαστοι ἴσασιν, ὅσοι περιναιετάουσι.
Θεία δ᾽ Ἠέλιόν τε μέγαν λαμπράν τε Σελήνην
Ἠῶ θ᾽, ἣ πάντεσσιν ἐπιχθονίοισι φαείνει
ἀθανάτοις τε θεοῖσι τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσι,
γείναθ᾽ ὑποδμηθεῖσ᾽ Ὑπερίονος ἐν φιλότητι.
375Κρείῳ δ᾽ Εὐρυβίη τέκεν ἐν φιλότητι μιγεῖσα
Ἀστραῖόν τε μέγαν Πάλλαντά τε δῖα θεάων
Πέρσην θ᾽, ὃς καὶ πᾶσι μετέπρεπεν ἰδμοσύνῃσιν.
Ἀστραίῳ δ᾽ Ἠὼς ἀνέμους τέκε καρτεροθύμους,
ἀργεστὴν Ζέφυρον Βορέην τ᾽ αἰψηροκέλευθον
380 καὶ Νότον, ἐν φιλότητι θεὰ θεῷ εὐνηθεῖσα.
τοὺς δὲ μέτ᾽ ἀστέρα τίκτεν Ἑωσφόρον Ἠριγένεια
ἄστρά τε λαμπετόωντα, τά τ᾽ οὐρανὸς ἐστεφάνωται.
Στὺξ δ᾽ ἔτεκ᾽ Ὠκεανοῦ θυγάτηρ Πάλλαντι μιγεῖσα
Ζῆλον καὶ Νίκην καλλίσφυρον ἐν μεγάροισι
385 καὶ Κράτος ἠδὲ Βίην ἀριδείκετα γείνατο τέκνα.
τῶν οὐκ ἔστ᾽ ἀπάνευθε Διὸς δόμος, οὐδέ τις ἕδρη,
οὐδ᾽ ὁδός, ὅππῃ μὴ κείνοις θεὸς ἡγεμονεύει,
ἀλλ᾽ αἰεὶ πὰρ Ζηνὶ βαρυκτύπῳ ἑδριόωνται.
ὣς γὰρ ἐβούλευσε Στὺξ ἄφθιτος Ὠκεανίνη
390 ἤματι τῷ, ὅτε πάντας Ὀλύμπιος ἀστεροπητὴς
ἀθανάτους ἐκάλεσσε θεοὺς ἐς μακρὸν Ὄλυμπον,
εἶπε δ᾽, ὃς ἂν μετὰ εἷο θεῶν Τιτῆσι μάχοιτο,
μή τιν᾽ ἀπορραίσειν γεράων, τιμὴν δὲ ἕκαστον
ἑξέμεν ἣν τὸ πάρος γε μετ᾽ ἀθανάτοισι θεοῖσι.
395 τὸν δ᾽ ἔφαθ᾽, ὅστις ἄτιμος ὑπὸ Κρόνου ἠδ᾽ ἀγέραστος,
τιμῆς καὶ γεράων ἐπιβησέμεν, ἣ θέμις ἐστίν.
ἦλθε δ᾽ ἄρα πρώτη Στὺξ ἄφθιτος Οὔλυμπόνδε
σὺν σφοῖσιν παίδεσσι φίλου διὰ μήδεα πατρός·
τὴν δὲ Ζεὺς τίμησε, περισσὰ δὲ δῶρα ἔδωκεν.
400 αὐτὴν μὲν γὰρ ἔθηκε θεῶν μέγαν ἔμμεναι ὅρκον,
παῖδας δ᾽ ἤματα πάντα ἑοῦ μεταναιέτας εἶναι.
ὣς δ᾽ αὔτως πάντεσσι διαμπερές, ὥς περ ὑπέστη,
ἐξετέλεσσ᾽· αὐτὸς δὲ μέγα κρατεῖ ἠδὲ ἀνάσσει.

***
Και η Τηθύς γέννησε στον Ωκεανό τους στροβιλώδεις ποταμούς,
το Νείλο, τον Αλφειό και τον Ηριδανό το βαθυδίνη,
το Στρυμόνα, το Μαίανδρο και τον Ίστρο με τα ωραία ρείθρα,
340 το Φάση, το Ρήσο και τον Αχελώο τον αργυροδίνη,
το Νέσσο, το Ροδίο, τον Αλιάκμονα και τον Επτάπορο,
το Γρανικό, τον Αίσηπο, το θεϊκό Σιμόεντα,
τον Πηνειό, τον Έρμο και τον Κάικο με το ωραίο ρεύμα,
το μέγα Σαγγάριο, το Λάδωνα και τον Παρθένιο,
τον Εύηνο, τον Αλδήσκο και το θείο Σκάμανδρο.
Γέννησε και των Νυμφών το ιερό γένος, που πάνω στη γη
ωριμάζουνε τους άντρες μαζί με τον Απόλλωνα το βασιλιά
και με τους ποταμούς. Αυτόν τον κλήρο από το Δία έχουν,
η Πειθώ, η Αδμήτη, η Ιάνθη, η Ηλέκτρα,
350 η Δωρίδα, η Πρυμνώ, η Ουρανία η θεόμορφη,
η Ιππώ, η Κλυμένη, η Ρόδεια, η Καλλιρόη,
η Ζευξώ, η Κλυτίη, η Ιδυία, η Πασιθόη,
η Πληξαύρη, η Γαλαξαύρη και η εράσμια Διώνη,
η Μηλόβοση, η Θοή, η εύμορφη Πολυδώρη,
η Κερκηίς εράσμια στο παράστημα, η βοϊδομάτα η Πλουτώ,
η Περσηίς, η Ιάνειρα, η Ακάστη, η Ξάνθη,
η θελκτική Πετραίη, η Μενεσθώ, η Ευρώπη,
η Μήτις, η Ευρυνόμη, η Τελεστώ η κροκόπεπλη,
η Χρυσηίς, η Ασία, η ποθητή η Καλυψώ,
360 η Ευδώρη, η Τύχη, η Αμφιρώ, η Ωκυρόη
και η Στύγα που η πλέον έξοχη απ᾽ όλες είναι.
Αυτές του Ωκεανού και της Τηθύος γεννήθηκαν
οι πιο παλιές οι κόρες. Γιατί πολλές ακόμη υπάρχουν άλλες:
τρεις φορές χίλιες είναι οι Ωκεανίδες με τα λυγερά τα πόδια,
που διάσπαρτες παντού τη γη και τα βάθη της θάλασσας
εξίσου διατρέχουν, κορίτσια θεϊκά λαμπρά.
Μα κι άλλοι τόσοι υπάρχουν ποταμοί που ρέουν βουερά,
γιοι του Ωκεανού, που η σεβαστή Τηθύς τούς γέννησε.
Όλων τα ονόματα δύσκολο είναι άνθρωπος θνητός να πει,
370 μα τα γνωρίζουν χώρια εκείνοι που ολόγυρά τους κατοικούν.
Κι η Θεία τον Ήλιο το μεγάλο γέννησε και τη λαμπρή Σελήνη
και την Ηώ που δίνει φως σε όλους όσους κατοικούν πάνω στη γη
και στους αθάνατους θεούς που τον πλατύ τον ουρανό κατέχουν.
Τους γέννησε αφού υποτάχθηκε στον έρωτα του Υπερίονα.
Και η Ευρυβίη γέννησε σμίγοντας με τον Κρείο ερωτικά
τον Αστραίο και το μεγάλο Πάλλαντα, των θεαινών η θεά,
και τον Πέρση που ξεχώριζε στη γνώση απ᾽ όλους.
Και στον Αστραίο γέννησε η Ηώ τους γενναιόψυχους ανέμους,
το Ζέφυρο που φέρνει ξαστεριά και το γοργόδρομο Βοριά
380 και το Νοτιά, αφού η θεά με το θεό ερωτικά κοιμήθηκε.
Μετά απ᾽ αυτούς η Ηριγένεια γέννησε τ᾽ άστρο τον Αυγερινό
και τα λαμπρά αστέρια που ᾽χει στεφάνι ο ουρανός.
Και η Στύγα, του Ωκεανού η κόρη, έσμιξε με τον Πάλλαντα
και γέννησε μες στο σπίτι της το Ζήλο και τη Νίκη που ωραίους αστραγάλους έχει,
το Κράτος και τη Βία, παιδιά περίφημα.
Σπίτι γι᾽ αυτούς μακριά απ᾽ το Δία δεν υπάρχει, ούτε κάθισμα,
ούτε και δρόμος που ο θεός να μην τους οδηγεί,
μα κάθονται πάντα πλάι στο Δία το βαρύβροντο.
Αφού έτσι αποφάσισε η Στύγα, η άφθαρτη η Ωκεανίδα,
390 τη μέρα εκείνη που ο Ολύμπιος αστραπορίχτης
όλους τους αθανάτους κάλεσε θεούς στον υψηλό τον Όλυμπο.
Κι είπε πως όποιος από τους θεούς μαζί του τους Τιτάνες θα πολέμαγε,
αυτός δε θα ᾽χανε τα προνόμιά του, πως ο καθένας θα ᾽χει τις τιμές
που ᾽χε και πριν μες στους αθάνατους θεούς.
Εκείνον πάλι που χωρίς τιμή, χωρίς προνόμια, απ᾽ τον Κρόνο ήταν,
είπε πως θα του έδινε μερίδιο στις τιμές και τα προνόμια καθώς του αρμόζει.
Και πρώτη η Στύγα η άφθαρτη ανέβηκε στον Όλυμπο
μαζί με τα παιδιά της, με του πατέρα της τη συμβουλή.
Κι αυτήν ο Δίας την τίμησε και δώρα περισσά τής έδωσε.
400 Γιατί την ίδια όρισε να είναι των θεών ο μέγας όρκος
και τα παιδιά της για όλους τους καιρούς συγκάτοικοί του να ᾽ναι.
Κι ο Δίας όπως τα υποσχέθηκε, έτσι και σ᾽ όλους ακριβώς τα εκπλήρωσε
πέρα ώς πέρα. Κι ο ίδιος μέγας είναι κυρίαρχος και βασιλιάς.