Κυριακή 14 Ιουλίου 2019

Γιατί τελικά ο χρόνος ανακοινώνει τη δικαστική απόφαση της φύσης για την αξία όλων των πλασμάτων

Η μαγεία της απόστασης μας δείχνει παραδείσους οι οποίοι, όπως οι οπτικές αυταπάτες, εξαφανίζονται όταν τους πλησιάζουμε. Η ευτυχία βρίσκεται επομένως πάντα στο μέλλον ή επίσης στο παρελθόν, και το παρόν μπορεί να συγκριθεί με ένα μικρό σκοτεινό σύννεφο που ο αέρας το παρασέρνει πάνω από μια ηλιόλουστη επιφάνεια- πριν και πίσω από αυτό είναι όλα φωτεινά. Μόνο αυτό το ίδιο ρίχνει πάντα έναν ίσκιο. Έτσι το παρόν εμφανίζεται πάντοτε ανεπαρκές, το μέλλον αβέβαιο, το παρελθόν ανεπίστρεπτο. Η ζωή, με τις μικρές, μεγαλύτερες και μεγάλες αντιξοότητές της, που συμβαίνουν κάθε ώρα, κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα, κάθε χρόνο, με τις απατηλές ελπίδες της και τις ατυχίες που ανατρέπουν όσα λογαριάζαμε, έχει τόσο καθαρά τη σφραγίδα από κάτι το οποίο είναι προορισμένο να μην μπορούμε να το χαρούμε, ώστε είναι δύσκολο να καταλάβουμε πώς μπορέσαμε να το παραγνωρίσουμε και να πιστέψουμε ότι αυτό βρίσκεται εδώ για να προσφέρει την απόλαυση και για να είναι ο άνθρωπος ευτυχισμένος.

Πιο πολύ εκείνη η συνεχής παραπλάνηση και απογοήτευση, όπως και η γενική ιδιοσυστασία της ζωής, παρουσιάζεται σαν να έχει σκοπό και σχέδιο να δημιουργήσει την πεποίθηση ότι όλες μας οι προσπάθειες, οι ενέργειες και οι αγώνες δεν έχουν καμία αξία, ο κόσμος είναι σε όλες του τις άκρες χρεοκοπημένος, και η ζωή μια επιχείρηση που δεν καλύπτει τα έξοδα – για να αποτραπεί η βούλησή μας γι’ αυτή. Εκείνος μέσα από τον οποίο αυτή η μηδαμινότητα όλων των αντικειμένων της βούλησής μας γίνεται αντιληπτή από τη νόηση που είναι ριζωμένη στο άτομο είναι κατ’ αρχάς ο χρόνος. Αυτός είναι η μορφή μέσα από την οποία εκείνη η μηδαμινότητα των πραγμάτων εμφανίζεται σαν η φθορά τους, δυνάμει της οποίας όλες οι απολαύσεις και οι χαρές μας περνάνε μέσα από τα χέρια μας και μεταβάλλονται σε τίποτα, και εμείς ρωτάμε μετά παραξενεμένοι πού είναι. Εκείνη η ίδια η μηδαμινότητα είναι επομένως το μόνο αντικειμενικό του χρόνου, δηλαδή αυτό που αντιστοιχεί στη φύση των πραγμάτων αυτών καθαυτών, δηλαδή αυτό, έκφραση του οποίου είναι η μηδαμινότητα. Γι’ αυτό λοιπόν ο χρόνος είναι η a priori αναγκαία μορφή όλων των πραγμάτων που μας γίνονται αντιληπτά με την παρατήρηση: όλα τα πράγματα πρέπει να εμφανίζονται σε αυτόν, όπως και εμείς οι ίδιοι. Επομένως η ζωή μας μοιάζει κατ’ αρχάς με μια πληρωμή την οποία λαμβάνει κάποιος σε πολλά μικρά κέρματα, μετά όμως πρέπει να δώσει την απόδειξη: είναι οι μέρες- η απόδειξη είναι ο θάνατος. Γιατί τελικά ο χρόνος ανακοινώνει τη δικαστική απόφαση της φύσης για την αξία όλων των πλασμάτων που εμφανίζονται σε αυτή με το που τα εξολοθρεύει:

Κι αυτό με το δίκιο του: γιατί όλα όσα γίνονται
Αξίζουν να αφανίζονται.
Γι’ αυτό καλύτερα θα ήταν να μην είχε γίνει τίποτα.

Goethe, Faust 1, στ. 1339 κ.ε.

Έτσι γηρατειά και θάνατος, προς τα οποία οδεύει κάθε ζωή, αποτελούν την προερχόμενη από την ίδια τη φύση καταδικαστική απόφαση για τη βούληση για ζωή, το οποίο σημαίνει ότι αυτή η βούληση είναι μια προσπάθεια που αναγκαστικά θα αυτοακυρωθεί. «Αυτό που θέλησες», λέει, «τελειώνει έτσι· θέλε κάτι καλύτερο!» Η διδαχή που παρέχει στον καθένα η ζωή του συνίσταται γενικά στο ότι τα αντικείμενα των επιθυμιών του συνέχεια απατούν, κλυδωνίζονται και πέφτουν, επομένως φέρνουν πιο πολύ παίδεμα παρά χαρά· μέχρι που τελικά ολόκληρο το έδαφος και τα θεμέλια επάνω στα οποία στηρίζονται όλα αυτά καταρρέουν, με το που αφανίζεται η ίδια η ζωή του και λαμβάνει την τελευταία επιβεβαίωση πως όλες του οι προσπάθειες και οι επιθυμίες ήταν ένα πλάνεμα, ένας λανθασμένος δρόμος:

Μέχρι που γηρατειά και πείρα, χέρι χέρι,
Τον οδηγούν στο θάνατο και τώρα ξέρει
Πως μετά τόσο διαρκή προσπάθεια δίχως σχόλη
Άδικο είχε μες στη ζωή του όλη.

Rochester, A satyr against mankind

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Υπάρχει στον κόσμο ένας και μόνο δρόμος που κανένας άλλος δεν μπορεί να διαβεί εκτός από εσένα. Πού οδηγεί; Μη ρωτάς, ακολούθησέ τον

Ακόμα όμως κι αν το μέλλον δεν μας επέτρεπε να ελπίζουμε σε τίποτε, είναι η αλλόκοτη ύπαρξή μας σ’ αυτό ακριβώς το τώρα που, περισσότερο από κάθε τι άλλο, μας ενθαρρύνει να ζήσουμε σύμφωνα με δικά μας μέτρα και δικούς μας νόμους· εκείνο δηλαδή το ανεξήγητο γεγονός ότι ζούμε ακριβώς σήμερα, μολονότι θα μπορούσαμε να γεννηθούμε οποιαδήποτε άλλη στιγμή μέσα στον άπειρο χρόνο, το γεγονός ότι δεν κατέχουμε τίποτε άλλο παρά ένα βραχύ σήμερα και οφείλουμε εντός αυτού να δείξουμε για ποιον λόγο και σκοπό γεννηθήκαμε τώρα και όχι κάποια άλλη στιγμή.

Πρέπει για την ύπαρξή μας να λογοδοτούμε ενώπιον του ίδιου μας του εαυτού· συνεπώς, θέλουμε να αποτελέσουμε και τους πραγματικούς πηδαλιούχους της ύπαρξης αυτής και να μην επιτρέψουμε να καταστεί τούτη όμοια με τυφλή σύμπτωση. Πρέπει να αντιμετωπίζουμε την ύπαρξή μας κάπως πιο τολμηρά και πιο ριψοκίνδυνα, αφού άλλωστε είναι σίγουρο πως, σε κάθε περίπτωση, εμείς πάντα θα τη χάνουμε.

Γιατί να προσκολλόμαστε σε τούτο το κομμάτι γης, σ’ εκείνο το επάγγελμα; Γιατί να αφουγκραζόμαστε αυτό που λέει ο πλησίον;

Είναι τόσο μικροαστικό να δεσμεύεσαι από απόψεις που μόλις διακόσια μίλια μακριά δεν είναι πια δεσμευτικές. Η Ανατολή και η Δύση είναι γραμμές που κάποιος χάραξε μπροστά στα μάτια μας με κιμωλία για να περιγελάσει τη λιποψυχία μας.

“Θα κάνω μια προσπάθεια να αποκτήσω την ελευθερία μου”, μονολογεί η νεανική ψυχή· και σε τούτο πρόκειται να την εμποδίσει το γεγονός ότι δύο έθνη τυχαίνει να μισούνται και να πολεμούν μεταξύ τους ή το ότι μία θάλασσα χωρίζει δύο ηπείρους ή το ότι γύρω της διδάσκεται μια θρησκεία που όμως πριν μερικές χιλιάδες χρόνια πριν δεν υφίστατο. “Δεν είσαι εσύ όλ’ αυτά”, λέει στον εαυτό της. “Κανένας δεν μπορεί να χτίσει για σένα τη γέφυρα στην οποία πρέπει εσύ ακριβώς να βαδίσεις για να περάσεις πάνω από το ποτάμι της ζωής· κανένας εκτός από σένα και μόνο. Υπάρχουν βέβαια αμέτρητα μονοπάτια και γέφυρες και ημίθεοι που θέλουν να σε μεταφέρουν στην απέναντι όχθη, τούτο όμως μόνο με αντίτιμο εσένα τον ίδιο· τον εαυτό σου θα έβαζες ενέχυρο και θα τον έχανες. “Υπάρχει στον κόσμο ένας και μόνο δρόμος που κανένας άλλος δεν μπορεί να διαβεί εκτός από εσένα. Πού οδηγεί; Μη ρωτάς, ακολούθησέ τον”.

Ποιος ήταν αυτός που είπε τη ρήση: “Ένας άνθρωπος δεν ανεβαίνει ποτέ ψηλότερα απ’ όσο όταν δεν ξέρει που ακόμη μπορεί να οδηγήσει ο δρόμος του”

Πώς όμως θα ξαναβρούμε τον εαυτό μας; Πώς μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει τον εαυτό του; Αυτός είναι πράγμα σκοτεινό και συγκαλυμμένο· κι αν ο λαγός έχει επτά δέρματα, ο άνθρωπος μπορεί να γδάρει τον εαυτό του επτά επί εβδομήντα φορές και πάλι να μην μπορεί να πει: “Αυτό λοιπόν είσαι πραγματικά, αυτό πλέον δεν έχει περικάλυμμα”.

Επιπλέον, είναι βασανιστικό, επικίνδυνο εγχείρημα το να ανασκάπτει κανείς τον εαυτό του κατά τέτοιον τρόπο και να εκβιάζει την κατάβασή του στα έγκατα της ουσίας του από την πιο κοντινή διαδρομή.

Πόσο εύκολα μπορεί κανείς έτσι να τραυματιστεί τόσο ώστε κανένας γιατρός να μην μπορεί να τον θεραπεύσει! Και πέραν τούτου, γιατί να είναι αναγκαίο κάτι τέτοιο τη στιγμή που όλα αποτελούν μαρτυρίες για την ουσία μας: οι φιλίες και οι έχθρες μας, το βλέμμα και η χειραψία μας και ό,τι ξεχνάμε, τα βιβλία μας και ο γραφικός μας χαρακτήρας;

Για την διεξαγωγή όμως της πλέον σημαντικής ανάκρισης, υπάρχει το εξής μέσο: να στρέψει η νεανική ψυχή το βλέμμα της πίσω και να κοιτάξει τη ζωή της με το ερώτημα: “Τι αγάπησες στ’ αλήθεια μέχρι τώρα, τι εξύψωσε την ψυχή σου, τι την κυρίευσε και συγχρόνως την αγαλλίασε; Βάλε τα λατρευτά αυτά αντικείμενα σε μια σειρά μπροστά σου και τούτα ίσως σου αποκαλύψουν, μέσω της φύσης τους και της σειράς τους, έναν νόμο, τον θεμελιώδη νόμο του αληθινού σου εαυτού. Σύγκρινε τούτα τα αντικείμενα, δες πώς το ένα συμπληρώνει το άλλο, το διευρύνει, το υπερβαίνει, το λαμπρύνει, πώς όλα αυτά μαζί σχηματίζουν μια σκάλα με την οποία εσύ σκαρφάλωνες μέχρι τώρα στον εαυτό σου· διότι η αληθινή ουσία σου δεν βρίσκεται βαθιά κρυμμένη μέσα σου, αλλά σε απροσμέτρητο ύψος πάνω από σένα ή, τουλάχιστον, πάνω απ’ αυτό που συνήθως εκλαμβάνεις ως το Εγώ σου.

“Οι αληθινοί παιδαγωγοί και διαμορφωτές σου σού αποκαλύπτουν ότι το αληθινό πρωταρχικό νόημα και το θεμελιώδες υλικό της ουσίας σου είναι κάτι εντελώς ανεπίδεκτο διαπαιδαγώγησης και διαμόρφωσης και οπωσδήποτε κάτι το δέσμιο, δυσπρόσιτο και παραλυμένο· οι παιδαγωγοί σου δεν μπορούν να είναι παρά μόνον ελευθερωτές σου. Κι αυτό είναι το μυστικό όλης της παιδείας: δεν παρέχει τεχνητά μέλη, κέρινες μύτες, διοπτροφόρα μάτια· απεναντίας, εκείνο που δεν θα κατόρθωνε να προσφέρει παρά μόνο τέτοια χαρίσματα θα ήταν απλώς το κακέκτυπο της διαπαιδαγώγησης. Η παιδεία είναι, αντιθέτως, απελευθέρωση, απομάκρυνση όλων των ζιζανίων, των σωρών από μπάζα, των σκουληκιών που θέλουν να βλάψουν τα τρυφερά βλαστάρια των φυτών, εκπομπή φωτός και θερμότητας, τρυφερό βουητό νυχτερινής βροχής· είναι μίμηση και λατρεία της φύσης εκεί όπου η φύση εμφανίζει μητρική κι ευσπλαχνική διάθεση, είναι τελείωση της φύσης όταν αποτρέπει τις φρικτές και ανελέητες επιθέσεις αυτής και τις μετατρέπει σε κάτι καλό, όταν καλύπτει μ’ ένα πέπλο τις εκδηλώσεις των άστοργων διαθέσεων αυτής και της θλιβερής της αφροσύνης”.

Θα υπάρχουν σίγουρα και άλλα μέσα για να βρει κανείς τον εαυτό του, για να βγει από τον λήθαργο μέσα στον οποίο πλανιέται συνήθως σαν σε θολό σύννεφο και να έλθει στον εαυτό του· εγώ όμως δεν ξέρω κανένα καλύτερο από το να αναλογίζεται κανείς τους παιδαγωγούς και τους διαμορφωτές του.

Ai-Da: Το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης φιλοξένησε καλλιτεχνική έκθεση με ρομπότ

Μία έκθεση που περιλαμβάνει έργα φιλοτεχνημένα από ένα ανθρωποειδές ρομπότ τεχνητής νοημοσύνης εγκαινιάστηκε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

 Το ρομπότ, που ονομάζεται Ai-Da από την μαθηματικό Ada Lovelace, χρησιμοποιεί το τεχνητό ρομποτικό της χέρι και ένα μολύβι ώστε να ζωγραφίζει αυτά που «βλέπει» μέσω της κάμερας που είναι τοποθετημένη πίσω από το τεχνητό μάτι της.

Η ατομική έκθεση της Ai-Da, η οποία περιλαμβάνει σκίτσα, πίνακες, γλυπτά και video art, ονομάζεται Unsecured Futures (Αβέβαιο Μέλλον) και εγκαινιάστηκε στις 12 Ιουνίου.

Ο ιδιοκτήτης της gallery Aidan Meller δήλωσε ότι «η Ai-Da καινοτομεί δημιουργώντας ένα καινούριο καλλιτεχνικό κίνημα το οποίο περιλαμβάνει την τεχνητή νοημοσύνη» και συμπληρώνει ότι «καθώς πρόκειται για ένα ρομπότ τεχνητής νοημοσύνης, το καλλιτεχνικό της έργο περιλαμβάνει συγκεκριμένες διαδικασίες και αλγορίθμους τεχνητής νοημοσύνης προκαλώντας μας να σκεφτούμε λίγο παραπάνω για την χρήση και πιθανόν την κατάχρηση της τεχνητής νοημοσύνης στην εποχή μας».

Η Ai-Da σχεδιάστηκε από την εταιρεία ρομποτικής Engineered Arts η οποία εδρεύει στην Κορνουάλη, ενώ το ρομποτικό χέρι κατασκευάστηκε από μηχανικούς από το Leeds.

Το ρομπότ υπολογίζει ένα νοητό μονοπάτι βασισμένο σε αυτό που βλέπει με την κάμερα, μετατρέποντας τις συντεταγμένες στο εκάστοτε έργο τέχνης.

«Προσμένουμε στα ερωτήματα και τις συζητήσεις που θα εγείρει στο κοινό η έκθεση της Ai-Da” λέει η επιμελήτρια της έκθεσης Lucy Seal.

Η έκθεση παρουσιάστηκε στην Barn Gallery στο St John’s College.

Θέτις και Ηω: Η Αρχέτυπη Θεϊκή Προστασία

Η Θέτις ήταν μία από τις Νηρηίδες της ελληνικής μυθολογίας
 
Η Θέμις ανήκε στους Τιτάνες, τα παιδιά της Γαίας και του Ουρανού. Αποτελούσε την ανθρωπόμορφη προσωποποίηση της φυσικής και της ηθικής τάξης καθώς και της εθιμοτυπίας. Η λέξη θέμις παράγεται από το ρήμα τίθημι και δηλώνει αυτό που έχει τεθεί, το ισχύον.
 
Ο Δίας την επιθύμησε, αλλά εκείνη απέρριψε τις προσφορές του. Η θεά Θέμις αποκάλυψε κατόπιν πως η Θέτις θα έφερνε στον κόσμο έναν γιο που θα ήταν δυνατότερος από τον πατέρα του. Φοβούμενος για την εξουσία του, ο Δίας έδωσε στην Θέτιδα ως σύζυγο ένα θνητό, τον Πηλέα.
 
Στους γάμους του Πηλέα και της Θέτιδας παρευρέθηκαν όλοι οι θεοί, εκτός από την Έριδα, εκείνη που έριξε το μήλο της προτίμησης ανάμεσα στις θεές και στάθηκε η ουσιαστική αιτία για να εκτυλιχθεί το νήμα του Τρωικού πολέμου.
 
Η Θέτις σύμφωνα με το μύθο γέννησε ένα γιο, τον Αχιλλέα, τον οποίο προσπάθησε ανεπιτυχώς να καταστήσει αθάνατο. Σε μια άλλη εκδοχή του μύθου άλειψε το σώμα του νηπίου με αμβροσία και το έβαλε επάνω στη φωτιά, προκειμένου να καούν τα θνητά μέρη. Όταν διακόπηκε από τον τρομαγμένο πατέρα του παιδιού, εγκατέλειψε οργισμένη την εστία της. Σε μια μεταγενέστερη εκδοχή φέρεται να βυθίζει το παιδί στον ποταμό της Στύγας, κρατώντας το από τη φτέρνα. Όλα τα σημεία που άγγιξε ο ποταμός έγιναν άτρωτα. Η φτέρνα όμως έμεινε στεγνή και ο Αχιλλέας απέκτησε το τρωτό σημείο του, έμβλημα της θνητότητάς του.
 
Οι Θεές της Αυγής
 
Τα συγκριτικά στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχει μια σύνδεση διάφορων θεαινών, διακριτών στην ελληνική και ινδουϊστική μυθολογία, με το πρωτότυπο μιας πρωτο-ινδοευρωπαϊκής θεάς της Αυγής, την Αουσός μία από τις πολλές θηλυκές θεότητες της άνοιξης. Αντιπρόσωποι αυτής της σημαντικής ινδοευρωπαϊκής μορφής που περισσότερο από οποιεσδήποτε άλλες εκπροσωπούν τις λειτουργίες της στις αντίστοιχες ποιητικές παραδόσεις τους είναι η ινδουϊστική Ούσας και η ελληνική Ηώς.
 
Οι ιδιότητες αυτών των θεαινών, οι οποίες τους συνδέουν με το πρωτότυπό τους, παράγουν μια ακόμα μεγαλύτερη κληρονομιά στο ελληνικό έπος, έως ότου επικεντρώνονται και πάλι στην Αφροδίτη. Αναλύοντας τα στοιχεία που μοιράζονται μεταξύ τους η Αφροδίτη και η Ηώς ως απογόνοι της ινδοευρωπαϊκής θεάς της Αυγής, αναγνωρίζουμε μοτίβα σημαντικά στην ιστορία της Θέτιδας.
Κυρίαρχη ανάμεσά τους είναι η ένωση της αθάνατης θεάς με ένα θνητό εραστή.

Όπως και η Ούσας στους βεδικούς ύμνους, η Ηώς ενώνεται με διάφορους εραστές, μεταξύ των οποίων ο Τιθωνός, που είναι και προεξέχων στην επική ποίηση. Η Αφροδίτη σχετίζεται με πολλούς, ιδιαίτερα τον Αγχίση και η Θέτις ενώνεται με τον Πηλέα. Αν και η έκβαση μιας σχέσης αγάπης μεταξύ μιας αθάνατης και ενός θνητού μπορεί να είναι εν τέλει αγαθοεργή, το χαρακτηριστικό του εξαιρετικού πάθους σε μια τέτοια ιστορία είναι ξεκάθαρο.
 
Σε αυτές τις περιπτώσεις στην εγγενή ένταση που προκαλείται ως αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης μεταξύ των αθανάτων και των θνητών περιλαμβάνεται και μια συγκεκριμένη και θεμελιώδης σχέση μεταξύ των άχρονων θεών και του χρόνου. Η λειτουργία της θεάς της Αυγής στις ινδοευρωπαϊκές θρησκευτικές παραδόσεις, και συνεπώς η εγγενής λειτουργία της Ηούς, είναι το πρότυπο για αυτή τη σύνδεση.
 
Η ΗΩ ελέγχει τον ΧΡΟΝΟ
 
Η Ηώς φέρνει την ημέρα σε ύπαρξη, από μία άποψη δημιουργεί το χρόνο.
 
Όπως στην Οδύσσεια 5.390.
 
Καθώς φέρνει την ημέρα σε ύπαρξη, στην πραγματικότητα ελέγχει το χρόνο. Ο χρόνος, όμως, ελέγχει τις ζωές των ανθρώπων, γερνώντας τους. Ωστόσο, η θεά η ίδια είναι πάντα εκείνη που ανανεώνεται. Το επίθετο της Ηούς (ηριγένεια, «πρωτο-γέννητη») εκφράζει την αντίθεση μεταξύ των συνεπειών που προκαλεί στους ανθρώπους η δραστηριότητά της, και την ελευθερία της σε σχέση με αυτές τις συνέπειες. Από την ανθρώπινη άποψη δεν είναι απλά αθάνατη, είναι ο φορέας της διαδικασίας μέσω της οποίας εκπληρώνεται η έννοια της θνητότητας.
 
Στην Ιλιάδα, η σύγκριση των δραστηριοτήτων της Θέτιδας με την πρώτη αυγή απεικονίζει το πνεύμα της συσχέτισής της με την Ηώ και τη σχέση της με το χρόνο, με ιδιότητες δηλαδή που κληρονόμησε από την ινδοευρωπαϊκή παράδοση.

Στην Ιλιάδα, η Θέτις λέγει στον Αχιλλέα ότι θα ζητήσει την πανοπλία του από τον Ήφαιστο κατά την Αυγή: «γιατί θα επιστρέψω την Αυγή, με την ανατολή του ήλιου». Επίσης, όταν η Θέτις ταξιδεύει στον Όλυμπο για να ζητήσει από τον Δία χάρη για τον Αχιλλέα, χρησιμοποιείται το επίθετο (ηερίη) για την περιγραφή της:
 
Εγέρθηκε από της θάλασσας το κύμα
νωρίς το πρωί ανέβηκε στον μέγα ουρανό
και στον Όλυμπο.
 
Το έργο της Ηούς
 
Η θεότητα αυτή κατά την Ελληνική Μυθολογία ήταν καθημερινή πρόδρομος του Ήλιου στον οποίον και άνοιγε κάθε αυγή με τα ρόδινα χέρια της τη «Θύρα της Ανατολής». Έπειτα στεφανοφορούνταν με άνθη που την εφοδίαζαν πτηνά και με πολύπτυχο πέπλο ανέβαινε στο τέθριππο άρμα της ρίχνοντας άνθη και με υδρίες σκορπούσε ροδόσταμο στη Γη («πρωινή δρόσος»), της οποίας οι σταγόνες άστραφταν σαν διαμάντια στις πρώτες ακτίνες του Ήλιου που την ακολουθούσε.
 
Αυτό ήταν το καθημερινό έργο της Ηούς, της πανέμορφης αυτής θεότητας που εξύμνησαν αρχαίοι Έλληνες ποιητές, που με θαυμασμό περιέγραψαν τα ροδόχροα δάκτυλά της, τον χιονόλευκο λαιμό της, τους θαυμαστούς οφθαλμούς της, το απαστράπτοντα πέπλο της (εικόνα λυκαυγούς) συνοδεύοντας το όνομά της με πλήθος θαυμαστικών επιθέτων ή επιφωνημάτων, όπως φάενναν, βοώπιν, ευπλόκαμον, κροκόπεπλον, λευκόπτερον, ροδόπηχυν (Αιολική διάλεκτος: βροδόπαχυν), ροδοστεφή, ροδόσφυρον, ροδοδάκτυλον, χρυσήνιον, χρυσόθρονον, χρυσοπέδιλον κ.ά..
 
Όπως διαφαίνεται σε κάθε καλοπροαίρετο ερευνητή της Ελληνικής Μυθολογίας, όλοι οι ελληνικοί μύθοι είναι αλληγορική και εκλαϊκευμένη αναφορά σε πρώιμες παρατηρήσεις. Και εν προκειμένω οι μύθοι της Ηούς το επιβεβαιώνουν. Το όνομά της ως «ηριγένεια θεά» (γεννημένη το πρωί) έχει την ίδια ετυμολογία με την λατινική Aurora, απόγονη του Υπερίονα, (=εκείνου που πορεύεται πάνω από τη Γη), και της «Ευρυφάεσσας» (= η διαχέουσα τη λάμψη της μακριά), ή της «Θείας» (= η τρέχουσα στον ουρανό) και οι συγγένειές της με τον Ήλιο, τη Σελήνη, τον Φαέθοντα, τον αρχαίο Εωσφόρο που ως πτερωτός «δαίμων» προηγείται του άρματος του Ηλίου, αλλά και τα επίθετά της, ομολογούν την ταύτισή της με την ανθρωπόμορφη ιδεατή αντίληψη της αυγής.
 
«Ροδοδάκτυλος» και «χρυσοδάκτυλος» είναι οι πρώτες ακτίνες του Ηλιου, χρυσόθρονος, χρυσήνιος, κροκόπεπλος, τα πρώτα χρώματα του ουρανού λίγο πριν τη ανατολή του Ήλιου. Αλλά και το «ερωτόληπτον» των μύθων της σε συνδυασμό με τη βραχεία απόλαυση παντός ωραίου τον οποίον αγάπησε δεν ξεφεύγει της πραγματικότητας. Οι ήρωες και οι κυνηγοί που φεύγουν από τα «άγρια χαράματα», που θα λέγαμε σήμερα, στους μύθους φαίνονται να απάγονται από τη θεά και να ερωτοτροπούν μ΄ αυτή! Ενώ εκείνη συνεχίζει μέχρι σήμερα να σκορπά γύρω της την παρατηρούμενη πρωινή δρόσο και θα συνεχίζει.
 
Απεικονίσεις στην τέχνη
 
Εικόνα επάνω: Η Ηώς εικονίζεται στην τέχνη ως μία ωραιότατη νέα, άλλοτε με φτερά και άλλοτε πάνω σε χρυσό άρμα που το σέρνουν άσπρα άλογα, να ραίνει τη Γη με δροσιά. Στις παραστάσεις που σώζονται (αγγεία κυρίως), εμφανίζεται να έχει φτερά, κάτι που είναι λογικό, ως θεότητα που ακολουθεί τον Ήλιο και ταξιδεύει στον ουρανό. Ο αστεροειδής 221 Ηώς (221 Eos), που ανακαλύφθηκε το 1882, πήρε το όνομά του από το πρόσωπο αυτό της ελληνικής μυθολογίας.
Η Ήρα επιπλήττει το Δία για τη συναίνεσή του στις παρακλήσεις της Θέτιδας λέγοντας:
 
Μα τώρα πολύ φοβάμαι πως σε κέρδισε,
η αργυρόποδη Θέτις,
η κόρη του αρχαίου θαλασσινού,
γιατί νωρίς το πρωινό κάθησε μαζί σου
κι αγκάλιασε τα γόνατά σου.
 
Εκτός από το γεγονός ότι χρησιμοποιείται για τη Θέτιδα, το ιερίη απαντάται στην Ιλιάδα μόνο μία φορά (3.7). Όπως και το επίθετο της Ηούς (ηριγένεια, «πρωτο-γέννητη»), σχετίζεται πιθανώς με το (ήρι=ενωρίς). Η χρήση του ιερίη και το ταξίδι της Θέτιδας νωρίς την αυγή υποδεικνύουν τη σχέση της με την Ηώ ηριγένεια και συνεπώς τη σχέση της δύναμής τους με το χρόνο, τον καθοριστικό παράγοντα της ανθρώπινης ζωής.
 
Βέβαια, ορισμένα στοιχεία κοινών μοτίβων των θεοτήτων που μοιράζονται τη μυθολογία της θεάς της Αυγής διατηρούνται και στην Ιλιάδα; Έτσι και το αρχέτυπο της προστασίας του θνητού ήρωα αντιπροσωπεύει ένα κεντρικό χαρακτηριστικό που μοιράζονται οι θείες μητέρες ή ερωμένες, οι οποίες κληρονομούν τη μυθολογία της θεάς της Αυγής ή αφομοιώνονται σε αυτήν με το πέρασμα του χρόνου. Στις διάφορες παραλλαγές του εκτός από την Ηώ και τη Θέτιδα στο Αιθιοπίς, περιλαμβάνει την Καλυψώ στην Οδύσσεια και την Αφροδίτη στον Ομηρικό Ύμνο στην Αφροδίτη και στην Ιλιάδα. Τούτη η παράδοση είναι πολύ γνωστή στην Ιλιάδα, όπου σε δύο δραματικά επεισόδια η Αφροδίτη παρεμβαίνει για να προστατέψει τους αγαπημένους της από τον άμεσο κίνδυνο, αρπάζοντάς τους από τη μάχη στην κρίσιμη στιγμή. Στη Γ’ Ραψωδία σώζει τον Πάρη, τη στιγμή που πρόκειται να νικηθεί από τον Μενέλαο.
 
Η ανακάλυψη της ταυτότητας
 
Η απομάκρυνση του ήρωα από τον κίνδυνο, όμως, και η προστασία του από το θάνατο, δημιουργεί ένα παράδοξο εμφανές τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια. Προστατεύοντας έναν ήρωα από το θάνατο, τού αφαιρείς τη δυνατότητα για μια ηρωική ζωή. Κατά τον ίδιο τρόπο η Καλυψώ, η οποία συγκρίνει την πρόθεσή της προς τον Οδυσσέα με την απαγωγή του Ωρίωνα από την Ηώ, θέλει να σαγηνεύσει τον Οδυσσέα και να του προσφέρει την αθανασία.
 
Αλλά αυτό θα σήμαινε αναπόφευκτα την απώλεια του στόχου του, την άρνηση του ταξιδιού, εν τέλει την άρνηση της ταυτότητάς του. Από μία άποψη -εγγενή στην Οδύσσεια και την Ιλιάδα- κάτι τέτοιο θα σήμαινε εξάλειψη της ηρωικής αναζήτησης, άρνηση του έπους. Η Καλυψώ «η συγκαλύπτρια», χρησιμοποιεί πειστικά επιχειρήματα στην προσπάθειά της να κρύψει τον Οδυσσέα από τη θνητότητα. Η έσχατη αποτυχία της υποδεικνύει τη δέσμευση του ήρωα με τη θνητή ύπαρξή του, την ηρωική του ταυτότητα αλλά και τη συμμετοχή των θεών στις ανθρώπινες αξίες.

Η Θέτις ενεργεί εξ ονόματος του Αχιλλέα στην Ιλιάδα μόνον αφού επιβεβαιώνει επανειλημμένα τη γνώση ότι πρέπει να πεθάνει και τελικά, στη Σ΄ ραψωδία εκφράζει τη βεβαιότητα ότι αυτό πρόκειται να συμβεί σύντομα. Γνωρίζοντας την αδυναμία του Αχιλλέα, κατανοεί ότι δεν μπορεί να σωθεί και τότε προσπαθεί να τον προστατέψει. Ζητά από τον Ήφαιστο να του φτιάξει νέα πανοπλία, για να αντικαταστήσει την παλιά που φορούσε ο Πάτροκλος και χάθηκε εξαιτίας του Έκτορα.
 
Αντίθετα από τις προσπάθειες διάσωσης με τις οποίες η Αφροδίτη απομακρύνει τον προστατευόμενό της από τον κίνδυνο, η Θέτις «προστατεύει» τον Αχιλλέα παρέχοντάς του τα μέσα να επιστρέψει στη μάχη, από την οποία δεν πρόκειται να γυρίσει ζωντανός. Η ασπίδα, ύψιστο σύμβολο «της ασφάλειας», γίνεται όργανο του πεπρωμένου του. Τούτη η χάρη από τον Ήφαιστο αντιστοιχεί στην αρχική χάρη που ζήτησε η θεά από το Δία. Όπως η συναίνεση του Δία προς τη Θέτιδα δεσμεύει τον Αχιλλέα στην Τροία και στο θάνατό του, έτσι και η εκπλήρωση των όσων οφείλει ο Ήφαιστος στη Θέτιδα γίνεται όργανο της καταστροφής του γιου της και τον φέρνει πλησιέστερα στο θάνατο.
 
Ο ημίθεος ήρωας συνδέεται πλέον αξεδιάλυτα με τη μη ανθρώπινη τελειότητα και τα θεϊκά επίπεδα, αλλά αντί να προβάλλει την ανύψωσή του στη σφαίρα της θεότητας, η Ιλιάδα αναδεικνύει την οδυνηρή θνητή πτυχή του, που ασκεί μια σχεδόν ισοπεδωτική επιρροή στις προσδοκίες του ήρωα για αθανασία. Τούτη η πτυχή διατηρεί την ανθρώπινη αυθεντικότητά της, αλλά δεν είναι πλέον εγγυήτρια για την επίτευξη της αθανασίας. Άλλωστε, πριν από την επίτευξη της αθανασίας, προβάλλει απαιτητικά η ανάγκη της αυτογνωσίας.
 
Με αυτόν τον τρόπο προβάλλει μια επιπρόσθετη διάσταση στην επίκληση και την προσαρμογή των πτυχών της μυθολογίας της Θέτιδας στο έπος της Ιλιάδας, καθώς και των διαφορετικών μοτίβων που αναγνωρίσαμε πιο πάνω. Η «παραβίαση των προσδοκιών», η όποια είναι τόσο αποτελεσματική σε ατομικό επίπεδο, παρέχει το υλικό της εμπειρίας του Αχιλλέα, όπως το απεικονίζει το ποίημα. Σύμφωνα με το χαρακτηρισμό της Ιλιάδας, ο Αχιλλέας ζει την παραβίαση των προσδοκιών του, εκείνων που προκύπτουν από τη θέση του, το γεγονός δηλαδή ότι είναι γιος της θεάς.
 
Οι προσδοκίες στην προκειμένη περίπτωση θέλουν το γιο μιας θεάς να κινείται πέρα απο τους κοινούς συμβιβασμούς των θνητών. Όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Ο Αχιλλέας δεν μπορεί να κατακτήσει την Τροία μόνος του μαζί με τον φίλο του τον Πάτροκλο και επιπλέον υφίσταται την οδύνη της απώλειας και τη γνώση της θνητότητάς του. Το έπος βέβαια χρησιμοποιεί τη Θέτιδα για την καταγραφή τούτης της αναγνώρισης, καθώς ρωτά στο θρήνο του Αχιλλέα για τον Πάτροκλο:
 
Γιατί κλαίς παιδί μου;
Ποια θλίψη την καρδιά σου πλάκωσε;
Μίλα και μη την κρύβεις. Πραγματικά, για σένα
εκπληρώθηκαν όλα τούτα από τον Δία,
όπως προσευχήθηκες νωρίτερα,
τα χέρια σου υψώνοντας.
Σε τούτα τα λόγια απαντά ο Αχιλλέας:
Μητέρα μου, όλα αυτά εκπλήρωσε ο Ολύμπιος,
αλλά τι το καλό έχουν για μένα, αφού ο σύντροφός μου
Ο αγαπημένος είναι νεκρός;
 
Η θλίψη για την οποία μιλά εδώ ο Αχιλλέας -και που αποτελεί τη μερίδα του βασάνου και της ηθικής του πρόκλησης- αντιστοιχεί στη μεγαλύτερη εμπειρία του ίδιου του ποιήματος, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι αναγκάζονται συχνά να αναθεωρούν δραστικά τις σκέψεις και τις ενέργειές τους. Η ανακάλυψη της ταυτότητας από μέρους του Αχιλλέα –των αξιών, της ηθικής με την ευρύτερη έννοια- είναι αδιαχώριστη από την κατανόηση της θνητότητας. Τούτη η ανακάλυψη γίνεται απαραίτητη και αποκτά νόημα μόνο αν αποκλειστεί η αθανασία.
 
Η μάχη ως πλαίσιο αναφοράς για τα γεγονότα που αφηγείται το έπος είναι πολύ πιθανό να προήλθε ως ρύθμιση για τις περιγραφές των εξαιρετικών άθλων που περιλαμβάνουν τη φυσική ανδρεία και που υποδεικνύουν μια ιεραρχία των ηρώων. Αλλά εκεί όπου η εισαγωγή της αντίθεσης ζωής και θανάτου σε άλλα έπη διατηρεί έναν λίγο-πολύ φιλολογικό χαρακτήρα ή χρησιμεύει ως πλαίσιο αναφοράς για την καταγραφή κάποιων ιδεών, στην Ιλιάδα γίνεται αφεαυτής υποκείμενο.
 
Ο ηρωισμός του Αχιλλέα προκύπτει όχι τόσο επειδή τον διακρίνουν οι άθλοι του, αλλά γιατί η μάχη εξυπηρετεί ως ρύθμιση στην οποία κάθε επιλογή, κάθε δράση, γίνεται ιδιαίτερα σημαντική — ένα πεδίο στο οποίο η ζωή του είναι περισσότερο συνδεδεμένη με τη ζωή των άλλων και συνεπώς είναι απόλυτα αναγκαίος ο ορισμός του εαυτού.
 
Η δύναμη της Θέτιδας
 
Καθορίζοντας τη Θέτιδα μέσω μιας επιλεκτικής παρουσίασης της μυθολογίας της, η Ιλιάδα κάνει τη ρητή, εμφατική χρήση των ιδιοτήτων της ως μητέρας τροφού –κουροτρόφου- και προστάτιδας. Για να το θέσουμε διαφορετικά, αυτή η όψη της μυθολογίας της Θέτιδας -η μητρική, προστατευτική της δύναμη- έτσι όπως προσαρμόζεται στην Ιλιάδα, αναδεινύει μία από τις κεντρικές ιδέες του έπους, την αδυναμία ακόμα και του μέγιστου των ηρώων.
 
Ημίθεος όπως είναι ο Αχιλλέας, δεν μπορεί να αποφύγει το θάνατο. Ταυτόχρονα, η Ιλιάδα στρέφει την προσοχή μας στο ρόλο της Θέτιδας στο θεογονικό μύθο της διαδοχής. Με αυτόν τον τρόπο βέβαια το έπος αυτο-καθορίζεται, προβάλλοντας και έναν από τους σκοπούς του, που είναι η αφήγηση του θεογονικού μύθου και των λεπτομερειών της διαδικασίας διαδοχής στο θεϊκό πάνθεο.
 
Ο Πίνδαρος στην Ισθμιακή Ωδή 8 του αποκαλύπτει τη Θέτιδα ως μορφή με κοσμικές δυνατότητες, της οποίας η ύπαρξη και μόνον υπόσχεται βαθύτατες συνέπειες για τους Θεούς. Όχι μόνο παράγει τη σύγκρουση μεταξύ του Δία και του Ποσειδώνα εξαιτίας της αγάπης τους για εκείνην, αλλά η δυνατότητά της να φέρει ένα γιο μεγαλύτερο από τον πατέρα του απειλεί ολόκληρη τη θεία τάξη. Ο ανταγωνισμός που ξεσηκώνει ανάμεσα στο Δία και τον Ποσειδώνα λόγω της αγάπης τους για εκείνη δεν έχει προηγούμενο, αλλά η μεγαλύτερη δύναμή της δε βρίσκεται εκεί.
 
Η Θέμις συμβουλεύει το Δία και τον Ποσειδώνα να μην παντρευτούν τη Θέτιδα, όχι γιατί θεωρεί ότι ο ανταγωνισμός τους μπορεί να αποβεί επικίνδυνος, αλλά μάλλον γιατί ένας τέτοιος γάμος μεταξύ της Θέτιδας και οποιουδήποτε Ολύμπιου «ανάμεσα στους αδελφούς του Δία» θα ήταν αφεαυτού καταστροφικός. Αν το θέμα ήταν απλά να τελειώσει η σύγκρουση μεταξύ των αδελφών, τότε η λύσις θα ήταν να αποδοθεί η Θέτις στον έναν από τους δύο. Αν παντρευόταν τον έναν η Θέτις τότε ο άλλος δε θα μπορούσε να την πλησιάσει και η σύγκρουση θα σταματούσε και η πιθανότητα να υτπάρξει ένας δεύτερος ανταγωνισμός δε θα υπήρχε ούτε ως δυνατότητα.
 
Όμως αυτό που φοβάται η Θέμις είναι περισσότερο η «εξορία» του Δία από έναν πιθανό διάδοχο, ισχυρότερο του πατέρα του, τα αποτελέσματα δηλαδή ενός πεταλισμού. Η Θέμις, φύλακας της κοινωνικής τάξης, προσπαθεί προφανώς όχι απλά να αποτρέψει μια φιλονικία που προκαλείται από κάποια ερωτική αντιζηλία μεταξύ αδελφών (φιλονικία πάντα αναστρέψιμη), αλλά ένα καταστροφικό νείκος (φιλονικία) σε κλίμακα διαδοχής γενεών. Αυτό είναι που η Θέτις έχει τη δύναμη να προκαλέσει και εδώ θεμελιώνεται και η δύναμή της έναντι των θεωρητικά υπέρτερων Ολύμπιων.
 
Η συντριπτική υπεροχή της Θέτιδας, όπως αποκαλύπτει ή 8η Ισθμιακή Ωδή, αποτελεί τον πυρήνα του Προμηθέα Δεσμώτου του Αισχύλου. Στην τραγωδία η Γαία (προσδιορισμένη ως Θέμις) γνωστοποιεί στο γιο της Προμηθέα το μυστικό της μελλοντικής συντριβής του Δία, ότι δηλαδή η Θέτις, με την οποία ο Δίας σχεδιάζει «να ενωθεί», πρόκειται να γεννήσει ένα παιδί που θα είναι δυνατότερο από τον πατέρα του. Είναι αυτή η απειλή την οποία υπαινίσσεται ο Προμηθέας, με αυξανόμενη σαφήνεια, σε ολόκληρη την τραγωδία.
 
Τούτη η γνώση είναι παράλληλα, η ασφάλειά του στην προσπάθειά του να δεσμεύσει τον Δία. Αν και δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πώς ακριβώς η κατοχή αυτής της γνώσης μπορεί να είχε εξυπηρετήσει τον Προμηθέα στην τριλογία συνολικά, μπορούμε να πούμε ότι η πλοκή και η δραματική ένταση του Προμηθέως Δεσμώτου οργανώνεται γύρω από τη γνώση των Τιτάνων ότι η Θέτις είναι η απάντηση στη μόνη ερώτηση που απασχολεί τον Δία. Το μυστικό της Θέτιδας παρουσιάζεται στο Προμηθεύς Δεσμώτης ως αναπόφευκτα συνδεδεμένο με την επιβίωση του Δία, η διακυβέρνησή του και το μέλλον του είναι εγκλωβισμένα στη μοιραία δύναμή της.
 
Παρόλο που ο κίνδυνος ενάντια στον Δία από την απόπειρα της Ήρας, της Αθηνάς και του Ποσειδώνα (1.396) αποτράπηκε από τη Θέτιδα, είναι η ίδια που παρουσιάζεται ως μέγιστη πρόκληση ενάντια στην υπεροχή του, σύμφωνα με το μύθο όπως συναντάται στον Πίνδαρο και τον Αισχύλο. Η φράση της Ιλιάδας (1.404) περιγράφει τον Αχιλλέα μέσα στα πλαίσια αυτής της παράδοσης της πάλης των επερχόμενων γενεών με τις προηγούμενες.
 
Ήρωες Ημίθεοι
 
Η Ιλιάδα, λοιπόν, μας δίνει μια φαινομενικά ασυμβίβαστη εικόνα. Πώς μπορεί να συμφιλιωθεί η κοσμική δυνατότητα της Θέτιδας με το περιορισμένο status της στην Ιλιάδα; Η αρχική μας εντύπωση είναι πως πρόκειται για θεότητα δεύτερης τάξης, της οποίας η θέση είναι κατώτερη από εκείνη των σημαντικότερων θεοτήτων του έπους. Η εκφρασμένη θλίψη της και η επαναλαμβανόμενη αδυναμία της μποστά στην οδύνη του γιου της την κάνουν να φαίνεται ευάλωτη με έναν τρόπο που δεν προσιδιάζει στους θεούς. Σε σύγκριση με την αγωνία της Θέτιδας, ένα επεισόδιο όπως το πλήγωμα της Αφροδίτης στην Ραφωδία Ε’ (334ff.) είναι παροδικό, και χρησιμεύει για να διευκρινίσει απλώς ότι οι Ολύμπιοι βρίσκονται πέρα από τον φευγαλέο ανθρώπινο πόνο. Δεν υπάρχει τίποτα, οπουδήποτε στην αθάνατη σφαίρα της Ιλιάδας, συγκρίσιμο με την περίλυπη απομόνωση της Θέτιδας.
 
Η λύση που υπονοείται στη μυθολογία της Θέτιδας, προϋποθέτει μια σχέση μεταξύ της σταθερότητας της θείας τάξης και της μεταβλητότητας της ανθρώπινης τάξης, όπου κάθε γενεά πρέπει να δημιουργεί την επόμενη. Νύξεις που υπενθυμίζουν την εχθρότητα και τον ανταγωνισμό μεταξύ των Θεών, λοιπόν –ακόμα και αν υπογραμμίζουν απλά το ρόλο των Θεών ως θεατών στα ανθρώπινα πάθη- συνδέουν τη θεία και την ανθρώπινη φύση με μια βαθιά αμοιβαία σχέση.
 
Ο καρπός της σχέσης του θεϊκού με το ανθρώπινο είναι σχεδόν πάντα στην παγκόσμια μυθολογία ο ημίθεος ήρωας, δηλαδή ο άνθρωπος που αναζητά μέσω της ανάληψης και της εκπλήρωσης του ηρωικού προτύπου τη θεϊκή του φύση. Είναι λοιπόν αδύναμη η Θέτις στην προστασία της ή απλά επιζητώντας την πραγματική αθανασία του γιου της τον ρίχνει ξανά στη μάχη; Η ουσία εδώ δεν είναι να αποφύγει ο ήρωας το θάνατο, αλλά να ζήσει σύμφωνα με τους κανόνες της ηρωικής ζωής. Τότε μόνο το αναπόφευκτο τέλος γίνεται ανάληψη στους μεγάλους ουρανούς των Ολύμπιων.
 
Thetis: divine protection in homeric accounting: Thetis was one from the Nereids of Greek mythology. Jupiter wanted her, but she rejected his sexual offer. Goddess Themis revealed that Thetis would bring forth in this world a son more powerful than his father. Fearing for his power, Jupiter gave to Thetis a mortal spouse, Peleus. In the marriage of Peleus and Thetis assisted all gods, apart Eris, the one that threw the apple of preference among the three goddesses, becoming thus the primal cause for the beginning of the Trojan war. Thetis according to myth gave birth to a son, Achilles, whom she tried unsuccessfully to transform to an immortal being. According to our argument this goddess of early dawn, Thetis, has been one of the post powerful archetypes of protection in homeric accounting.

Η Θέμις στη μυθολογία είναι εκείνη που θεσμοθετεί
 
Ο Ησίοδος δεν θα μπορούσε διαφορετικά μια τέτοια τιτάνια αλληγορικής σημασίας θεότητα να μη τη συμπεριλάβει στους πρώτους θεούς κόρη του πρώτου θεϊκού ζεύγους του Ουρανού και της Γαίας η οποία στη συνέχεια εμφανίζεται ως η δεύτερη σύντροφος του Δία. Ο γάμος του μαζί της σηματοδότησε, μετά την κατάποση της πρώτης του συζύγου Μήτιδος, τη σταθεροποίηση της βασιλείας του πιο δυνατού από όλους τους θεούς. Μια βασιλεία που από εκείνη τη στιγμή ήταν εγγύηση σταθερών κανόνων που ισχύουν για θνητούς και θεούς.
 
Το δίκαιο που αντιπροσωπεύει είναι ιερό και ισχύει και για τους θεούς και είναι ανώτερο ακόμη και από τη βούλησή τους. Ως θεά είχε τρισυπόστατη εκπροσώπηση ως θεά φυσικής τάξης, θεά της ηθικής τάξης και προφήτις θεά, ιδιότητα που την κληρονόμησε από την μητέρα της Γαία.
 
Έτσι σύμφωνα με τα παραπάνω θυγατέρες της Θέμιδος ως εκπροσωπούσα τη φυσική τάξη φέρονταν οι Ώρες (= οι εποχές με το τυπικό της ακριβούς εναλλαγής των,), ως εκπροσωπούσα την ηθική τάξη φέρονταν η Ευνομία, η Δίκη, και η Ειρήνη, που αποτελούν τα υπέρτατα αγαθά μιας κοινωνίας, καθώς και οι Μοίρες, (η Κλωθώ, η Λάχεση και η Άτροπος) που προσωποποιούσαν το πεπρωμένο κάθε ανθρώπου και στις οποίες ο πατέρας τους Δίας τις είχε αναθέσει να διανέμουν στους ανθρώπους τα αγαθά, και τέλος ως εκπροσωπούσα την προφητεία φέρονταν οι Νύμφες καθώς και η παρθένα Αστραία, επίσης προσωποποίηση της δικαιοσύνης.
 
Αρχικά η Θέμις έχοντας κληρονομήσει την μαντική ικανότητα από την μητέρα της αντικατέστησε εκείνη πρώτη στο Μαντείο των Δελφών. Όταν όμως γεννήθηκε ο Απόλλωνας επέδειξε προς αυτόν ιδιαίτερη αγάπη και στοργή και σύμφωνα με τη μυθολογία αυτή πρώτη του πρόσφερε τροφή, θεωρούμενη έτσι και τροφός του Απόλλωνα παραδίδοντάς του αργότερα το εν λόγω Μαντείο.
 
Ο Όμηρος σύμφωνα με τα έπη του τονίζει ότι η Θέμις εκτελεί παρά τον Δία καθήκοντα κήρυκος και ότι εξ ονόματός του συγκαλούσε τα συμβούλια των ολυμπίων θεών και ότι επόπτευε την τάξη κατά τις τελετές των συμποσίων τους. Επίσης ότι αυτή κάθε φορά εξαγγέλλει τις αποφάσεις του Δία εξ ου και αποκαλούνταν “Διός θέμιστες” όπως έτσι λέγονταν οι νόμοι και οι αποφάσεις που δημιουργούσαν οι άνθρωποι κατ΄ εικόνα της δικαιοσύνης του Ολύμπου.
 
Με αυτές τις αντιλήψεις ο Ησίοδος έπλασε στη Θεογονία του την Θέμιδα, ως σύζυγο του Δία, αφού η ιδέα της τάξης είναι συνυπάρχουσα ιδιότητα του υπέρτατου θεού. Έτσι παρουσιάζεται η Θέμις προστάτιδα του δικαίου και της φιλοξενίας και τιμωρός κάθε παράβασης επ΄ αυτών, ιδιαίτερα κατά του Πάριδος που καταπάτησε τις αρχές, με τον Τρωικό πόλεμο που συναποφάσισε με τον Δία.
 
Η Θέμις προσαγορεύονταν άλλοτε Ιχναία θεά, δηλαδή θεά που αναζητεί ίχνη αδικοπραξιών, καθώς και Πανδερκής θεά εκ του γεγονότος ότι τίποτε δεν της διέφευγε. Επί του τελευταίου κάποιοι μυθογράφοι θεώρησαν την Θέμιδα κόρη του Ήλιου υπό το φως του οποίου ουδέν αποκρύπτεται. Μάλιστα λεγόταν πως η Θέμις έβλεπε τα πάντα πριν ακόμα τα δουν οι άνθρωποι. Από αυτό κρινόταν επίσης και ως μάντης θεά. Επ΄ αυτού ο Αισχύλος αναγνωρίζει την Θέμιδα μητέρα του προορατικού Προμηθέα.
 
Ιερά της Θέμιδος υπήρχαν στη Θεσσαλία, Αττική, Βοιωτία και Ολυμπία.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἔργα καὶ Ἡμέραι (678-694)

ἄλλος δ᾽ εἰαρινὸς πέλεται πλόος ἀνθρώποισιν·
ἦμος δὴ τὸ πρῶτον, ὅσον τ᾽ ἐπιβᾶσα κορώνη
680 ἴχνος ἐποίησεν, τόσσον πέταλ᾽ ἀνδρὶ φανήῃ
ἐν κράδῃ ἀκροτάτῃ, τότε δ᾽ ἄμβατός ἐστι θάλασσα·
εἰαρινὸς δ᾽ οὗτος πέλεται πλόος· οὔ μιν ἔγωγε
αἴνημ᾽, οὐ γὰρ ἐμῷ θυμῷ κεχαρισμένος ἐστίν·
ἁρπακτός· χαλεπῶς κε φύγοις κακόν· ἀλλά νυ καὶ τὰ
685 ἄνθρωποι ῥέζουσιν ἀιδρίῃσι νόοιο·
χρήματα γὰρ ψυχὴ πέλεται δειλοῖσι βροτοῖσιν.
δεινὸν δ᾽ ἐστὶ θανεῖν μετὰ κύμασιν· ἀλλά σ᾽ ἄνωγα
φράζεσθαι τάδε πάντα μετὰ φρεσὶν ὡς ἀγορεύω.
μηδ᾽ ἐν νηυσὶν ἅπαντα βίον κοίλῃσι τίθεσθαι,
690 ἀλλὰ πλέω λείπειν, τὰ δὲ μείονα φορτίζεσθαι·
δεινὸν γὰρ πόντου μετὰ κύμασι πήματι κύρσαι·
δεινὸν δ᾽ εἴ κ᾽ ἐπ᾽ ἄμαξαν ὑπέρβιον ἄχθος ἀείρας
ἄξονα καυάξαις καὶ φορτία μαυρωθείη.
μέτρα φυλάσσεσθαι· καιρὸς δ᾽ ἐπὶ πᾶσιν ἄριστος.

***
Κι άλλος υπάρχει για τους ανθρώπους πλους την άνοιξη.
Όταν για πρώτη φορά φανούν στον άνθρωπο
680 τα φύλλα στης συκιάς τ᾽ ακρόκλαδα τόσο μεγάλα, όσο το ίχνος που άφησε
πατώντας η κουρούνα, τότε μπορείς να ανεβείς στη θάλασσα.
Και είναι αυτός ο πλους ο ανοιξιάτικος. Όμως εγώ
δεν τον παινεύω, γιατί αρεστός δεν είναι στην καρδιά μου.
Παρακινδυνευμένος είναι. Και δύσκολα το κακό σ᾽ αυτόν θα ξέφευγες.
Όμως κι αυτόν τον κάνουνε οι άνθρωποι απ᾽ άγνοια του μυαλού τους.
Γιατί το κέρδος είναι η ψυχή των δύστυχων ανθρώπων.
Και είναι φοβερό να πεθάνεις μες στα κύματα. Μα εγώ σου παραγγέλλω
να στοχαστείς μες στο μυαλό σου όλα αυτά καθώς σε συμβουλεύω.
Κι ούτε στα κοίλα πλοία μέσα όλο το βιος σου ν᾽ ακουμπάς,
690 αλλά το πιο πολύ ν᾽ αφήνεις και να φορτώνεις το λιγότερο.
Γιατί ᾽ναι φοβερό στα κύματα του πόντου μέσα να σε βρει κακό.
Κι ακόμη είναι φοβερό βάζοντας βάρος υπερβολικό στην άμαξα επάνω
τον άξονα να σπάσεις και το φορτίο ν᾽ αφανίσεις.
Τα μέτρα φύλαγε. Είναι η καίρια στιγμή η άριστη για όλα.

Σάββατο 13 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (1105-1114)

1105 ΑΔ. τί δῆτα; πότερα τοῦτον ἀπάγεσθαι λαβὼν
βούλει τὸν υἱόν, ἢ διδάσκω σοι λέγειν;
ΣΤ. δίδασκε καὶ κόλαζε καὶ μέμνησ᾽ ὅπως
εὖ μοι στομώσεις αὐτόν, ἐπὶ μὲν θἄτερα
οἷον δικιδίοις, τὴν δ᾽ ἑτέραν αὐτοῦ γνάθον
1110 στόμωσον οἵαν εἰς τὰ μείζω πράγματα.
ΑΔ. ἀμέλει, κομιεῖ τοῦτον σοφιστὴν δεξιόν.
ΦΕ. ὠχρὸν μὲν οὖν, οἶμαί γε, καὶ κακοδαίμονα.
ΧΟ. χωρεῖτέ νυν. οἶμαι δὲ σοὶ ταῦτα μεταμελήσειν.

***
ΑΔΙ. Λοιπόν; Το γιο σου πίσω θα τον πάρεις
ή εγώ ρητορική να τον διδάξω;
ΣΤΡ. Δίδασκε, παίδευέ τον· να κοιτάξεις
σα δίκοπο σπαθί να μου τον κάμεις·
δίκες μικρές να κόβει η μια μασέλα,
1110 και η άλλη του μεγάλες υποθέσεις.
ΑΔΙ. Έννοια σου, κι άξιος σοφιστής θα γίνει.
ΦΕΙ., μέσα του.
Ωχρός και κακομοίρης, εγώ λέω.
ΚΟΡ. Περάστε μέσα.
Ο Άδικος Λόγος και ο Φειδιππίδης μπαίνουν στο σπουδαστήριο· η Κορυφαία κοιτάζοντας το Στρεψιάδη, που πηγαίνει στο δικό του σπίτι:Εσύ θαρρώ πως θα το μετανιώσεις.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΜΒΡΟΣΙΑ

ΑΜΒΡΟΣΙΑ
(φυτό, κλήμα)
 
Στη Νύμφη ή Βάκχη Αμβροσία επιτέθηκε ο βασιλιάς της Θράκης Λυκούργος με πέλεκυ, όταν εκείνη αρνήθηκε τις ερωτικές προτάσεις του.
 
Η Γη τη μεταμόρφωσε σε κλήμα που στραγγάλισε τον επίδοξο βιαστή της.

Φλωμπέρ: Απομνημονεύματα ενός τρελού

Να, λοιπόν, πως ήμουν: ονειροπόλος-ξένοιαστος, με διάθεση ανεξάρτητη και χλευαστική, έχτιζα για μένα ένα πεπρωμένο κι έκανα όνειρα για την ποίηση μιας ζωής γεμάτης έρωτα, ζώντας ταυτόχρονα με τις αναμνήσεις μου - όσες αναμνήσεις μπορεί να έχει κανείς στα δεκάξι του. Το σχολείο μου ήταν απεχθές.

Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον η μελέτη της βαθιάς αηδίας την οποία οι ευγενείς και ανώτερες ψυχές εκδηλώνουν αμέσως, με την επαφή και τις τριβές που αναπτύσσονται στις ανθρώπινες συναναστροφές

Ποτέ μου δεν επιθύμησα μια ζωή τακτική, με καθορισμένο πρόγραμμα, μια ζωή ρολογιού όπου η σκέψη σταματά με τον ήχο της καμπάνας και όλα είναι ρυθμισμένα εκ των προτέρων για ολόκληρους αιώνες και γενιές. Αυτή η τάξη ταιριάζει ίσως στους περισσότερους, αλλά για το φτωχό παιδί που τρέφεται με ποίηση, όνειρα και χίμαιρες, που σκέφτεται τον έρωτα κι όλες τις σαχλαμάρες, σημαίνει να το ξυπνάς αδιάκοπα απ΄ αυτό το θεσπέσιο όνειρο, να μην του αφήνεις ούτε στιγμή ανάπαυλας, να το πνίγεις φέρνοντάς το πίσω στο δικό μας κόσμο, της ύλης και της λογικής, που του προξενεί φρίκη και αηδία.

Καθόμουν μόνος, διαβάζοντας στίχους, ένα μυθιστόρημα, μια ποιητική συλλογή, κάτι που να κάνει τη νεανική καρδιά μου να σκιρτήσει, παρθένα καθώς ήταν ακόμη από αισθήσεις και γεμάτη επιθυμία να τις δοκιμάσει".

Κι όμως έχω τόσα πράγματα στην ψυχή μου, τόσες δυνάμεις μέσα μου, τόσοι ωκεανοί εξαγριωμένοι και τόσοι έρωτες χτυπιούνται και συνθλίβονται μέσα σ' αυτή την αδύναμη, την ανήμπορη, την ξεπεσμένη, κουρασμένη, εξαντλημένη καρδιά!

Μου λένε να ξαναρχίσω να ζω, να μπερδευτώ με το πλήθος!

Μα, πως γίνεται να καρπίσει ξανά το σπασμένο κλαδί; Πως να ξαναπρασινίσει το φύλλο που οι άνεμοι το άρπαξαν και το έσυραν στη σκόνη;

Και γιατί τόση πίκρα, ενώ είμαι τόσο νέος; Τι να πω!

Ίσως ήταν γραφτό μου να ζήσω έτσι, κουρασμένος προτού καν σηκώσω το φορτίο, λαχανιασμένος προτού καν τρέξω.

Διάβασα, εργάστηκα πυρετωδώς μέσα στον ενθουσιασμό μου... έγραψα... Πόσο ευτυχισμένος ήμουν τότε!

Πόσο ψηλά εκτοξευόταν η σκέψη μου, μέσα στο παραλήρημά της, σε περιοχές άγνωστες στους ανθρώπους, όπου ούτε κόσμος υπάρχει, ούτε πλανήτες, ούτε ήλιοι, το δικό μου άπειρο ήταν μεγαλύτερο (αν αυτό είναι δυνατόν) από την απεραντοσύνη του θεού και η ποίηση λικνιζόταν και άνοιγε τα φτερά της σε μια ατμόσφαιρα ερωτική, εκστατική, κι έπειτα, έπρεπε να ξανακατέβω από τις θείες αυτές περιοχές προς τις λέξεις - και πως να αποδώσω με λόγια την αρμονία που υψώνεται στην καρδιά του ποιητή και τις σκέψεις ενός γίγαντα που λυγίζουν τις φράσεις, όπως ένα γεμάτο πρησμένο χέρι σχίζει το γάντι που το καλύπτει;

Και κει ακόμα, η απογοήτευση, γιατί πατάμε στη γη, σ' αυτή την παγωμένη γη όπου κάθε ενέργεια αποδυναμώνεται Από ποια σκαλοπάτια να κατέβεις από το άπειρο στο πεπερασμένο;

Πως διαβαθμίζεται η σκέψη και χαμηλώνει χωρίς να σπάσει; Πώς να σμικρύνεις αυτόν τον γίγαντα που αγκαλιάζει το άπειρο;

Τότε ζούσα στιγμές θλίψης και απελπισίας, ένιωθα τη δύναμη μου να με συνθλίβει κι αυτήν την αδυναμία που με έκανε να ντρέπομαι - γιατί τα λόγια δεν είναι παρά μακρινή και αδύναμη ηχώ της σκέψης.

Καταριόμουν τα πιο αγαπημένα μου όνειρα και τις σιωπηλές ώρες που πέρασα στις παρυφές της δημιουργία. Ένιωθα κάτι κενό και αχόρταγο να με σπαράζε. Κουρασμένος από την ποίηση, όρμηξα στο πεδίο της σκέψης.

Βεβαίως, μπορεί κανείς να ζήσει, και να πεθάνει ακόμα, χωρίς να αναρωτηθεί ούτε μια φορά τι είναι ζωή και θάνατος.

Γι' αυτόν, όμως, που κοιτάζει τα φύλλα να τρέμουν στην πνοή του ανέμου, τα ποτάμια να διασχίζουν φιδωτά τους αγρούς, τη ζωή, βασανισμένη, να στροβιλίζεται ανάμεσα στα πράγματα, τους ανθρώπους να ζουν, να πράττουν το καλό και το κακό, τα κύματα της θάλασσας να κυλούν και τον ουρανό ν' απλώνει παντού το φως του, κι αναρωτιέται:

Γιατί αυτά τα φύλλα; Γιατί ρέει το νερό; Γιατί η ίδια η ζωή να είναι ένας τέτοιος χείμαρρος, να χάνεται στον απέραντο ωκεανό του θανάτου; Γιατί οι άνθρωποι περπατούν, γιατί εργάζονται σαν τα μυρμήγκια;

Γιατί η καταιγίδα; Γιατί ο ουρανός να' ναι τόσο καθαρός και η γη τόσο ντροπιασμένη; Οι ερωτήσεις αυτές οδηγούν σε σκοτάδια απ' όπου δεν μπορείς να βγεις.

Και η αμφισβήτηση έρχεται μετά: είναι κάτι που δεν λέγεται, το νιώθεις. Ο άνθρωπος τότε μοιάζει μ' αυτό τον ταξιδιώτη που, χαμένος μέσα στην άμμο, ψάχνει παντού ένα δρόμο για να φτάσει στην όαση- αλλά βλέπει παντού έρημο.

Αμφισβήτηση είναι η ζωή! Η δράση, ο λόγος, η φύση, ο θάνατος! Αμφισβήτηση για όλα αυτά.

Η αμφισβήτηση είναι ο θάνατος της ψυχής, λέπρα που κυριεύει τις φθαρμένες φυλές, αρρώστια που ξεκινάει από την επιστήμη και οδηγεί στην τρέλα. Η τρέλα είναι η αμφισβήτηση της λογικής. Ίσως και να ΄ναι η ίδια η λογική. Ποιος να το αποδείξει;
 
Γκουστάβ Φλωμπέρ, Απομνημονεύματα ενός τρελού

Ο σεξουαλικός πόθος είναι πόθος για ολοκληρωτική κυριαρχία πάνω στο πνεύμα και το σώμα του άλλου

-Πρέπει να είσαι έτοιμος να καείς στην ίδια σου τη φλόγα: πώς να ξαναγεννηθείς αν δεν γίνεις πρώτα στάχτη; (Τάδε έφη Ζαρατούστρα)

-Αν μια γυναίκα χαίρεται τη συντροφιά ενός άντρα, γιατί να μην τον πάρει από το μπράτσο και να μην του ζητήσει να τον συνοδέψει; Αυτή η γυναίκα ανήκει σε άλλο είδος. Αυτή η γυναίκα ήταν ελεύθερη!

-«για μένα η λέξη «καθήκον» είναι βαριά και καταπιεστική. Έχω συνοψίσει τα καθήκοντά μου σε ένα μόνο – να διαιωνίσω την ελευθερία μου. Ο γάμος και η κατοχή και η ζήλια που τον περιβάλλουν, υποδουλώνουν το πνεύμα. Δεν θα με εξουσιάσουν ποτέ. Ελπίζω γιατρέ, να έρθει μια εποχή όπου άντρες και γυναίκες δεν θα τυραννιούνται ο καθένας απ΄ τις αδυναμίες του άλλου.»

-Ο άνθρωπος αναπτύσσει τα φυσικά του χαρίσματα μόνο μέσα από το συναγωνισμό.

–Κανείς δεν επιθυμεί, πιστεύει, να βοηθήσει τον άλλον: αντίθετα, οι άνθρωποι 'θελαν μόνο να κυριαρχούν και να αυξάνουν την εξουσία τους.

-«Ναι, το ξέρω πως ο κόσμος δεν χαμογελάει σε μια γυναίκα και δυο άντρες που ζουν αγνά μαζί «...» Αλλά είμαστε ιδεαλιστές με ελεύθερη σκέψη, που απορρίπτουν τους κοινωνικά επιβεβλημένους περιορισμούς. Πιστεύουμε στην ικανότητα να δημιουργούμε οι ίδιοι τις ηθικές δομές μας».

-Να ανακαλύψεις χαραυγές και χρυσές ευκαιρίες, ν΄ αγαπήσεις μια πλούσια γενναία ψυχή: όλοι τα έχουμε ανάγκη αυτά σκέφτηκε, τουλάχιστον μια φορά στη ζωή μας.

-«Λοιπόν, ανακαλύψαμε ότι όταν επιστρέφει στην ίδια την πηγή ενός συμπτώματος και μου περιέγραφε τα πάντα, τότε το σύμπτωμα εξαφανιζόταν από μόνο του – χωρίς να χρειάζεται καμία υπνωτική υποβολή-»

-Η χαρά να σε παρατηρούν ήταν τόσο βαθιά που ο Μπρόϊερ πίστευε ότι ο αληθινός πόνος των γηρατιών, του πένθους, του να ζεις αφού οι φίλοι σου έχουν πεθάνει, ήταν η απουσία εξονυχιστικής παρατήρησης – η φρίκη του να ζεις μια ζωή που δεν την παρατηρεί κανείς.

-«Ίσως η εμπιστοσύνη στον Θεό να είναι η δική του επιλογή!» «Αυτό δεν αποτελεί επιλογή ενός άντρα. Δεν είναι η ανθρώπινη επιλογή, αλλά μια προσπάθεια ν΄ αδράξουμε μια ψευδαίσθηση έξω απ΄ τον εαυτό σου. Μια τέτοια επιλογή, η επιλογή του άλλου, του υπερφυσικού, πάντοτε σε αποδυναμώνει. Πάντα κάνει τον άνθρωπο μικρότερο απ΄ αυτό που είμαστε!»

-Δεν είναι η αλήθεια ιερή, ιερή είναι η αναζήτηση της αλήθειας του καθενός μας! Μπορεί να υπάρχει πιο ιερή πράξη από την αυτοαναζήτηση;

-Πάντα ένιωθα ότι η τελική ανταμοιβή των νεκρών είναι ότι δεν θα ξαναπεθάνουν!- Νίτσε

-Ο θάνατός μας μας ανήκει. Κι ο καθένας μας θα ‘πρεπε να τον εκπληρώνει με τον δικό του τρόπο. -Νίτσε

-Η αποκάλυψη του εαυτού σου σε κάποιον άλλο είναι προανάκρουσμα της προδοσίας σε κάνει ν΄ αρρωσταίνεις, έτσι δεν είναι;

-Η γεύση του θανάτου στο στόμα μου μου έδινε προοπτική και θάρρος. Το θάρρος να είμαι ο εαυτός μου, αυτό είναι σημαντικό.

-Ίσως εγώ και το σώμα μου να έχουν οργανώσει μια συνωμοσία πίσω απ΄ την πλάτη του ίδιου μου του νου.

-Οι μεγάλοι διανοητές πάντα επιλέγουν τη συντροφιά του εαυτού τους και σκέφτονται τις δικές τους σκέψεις, ανενόχλητοι από τον όχλο.

-Θ’ ανακαλύψετε ότι κανείς ποτέ δεν έχει ως αποδέκτη τον εαυτό μας κάθε προσφορά είναι αντιπροσφορά, κάθε αγάπη είναι αγάπη του εαυτού μας.

-Όλοι βαριούνται το ίδιο φαΐ συνέχεια. Νομίζω, Γιόζεφ, ότι για κάθε όμορφη γυναίκα που υπάρχει, υπάρχει και κάποιος ταλαίπωρος που έχει κουραστεί να την κουτουπώνει!

-Πως να ομολογήσει ότι στοιχημάτισε ολόκληρη τη ζωή του, μόνο για να ανακαλύψει ότι το τελικό κέρδος δεν ήταν εντέλει του γούστου του;

-«Ίσως» είπε ο Νίτσε, «ο άντρας μόνο όντας άντρας ελευθερώνει τη γυναίκα μέσα σε μια γυναίκα»

–Ευτελείς σκέψεις διηθούν το μυαλό του σαν μύκητες. Στο τέλος θα σαπίσουν το σώμα του. Καθώς έφευγε σήμερα, τον ρώτησα τί θα έβλεπε, αν δεν τον τύφλωναν τα ασήμαντα.

-φόβοι δεν γεννιούνται στο σκοτάδι. Αντίθετα, είναι μάλλον σαν τ΄ αστέρια – βρίσκονται πάντα εκεί, αλλά τους κρύβει η λάμψη της ημέρας.

-Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους που αντιπαθούν τον εαυτό τους και προσπαθούν να το διορθώσουν πείθοντας πρώτα άλλους να έχουν καλή γνώμη για αυτούς. Μόλις γίνει αυτό, τότε αρχίζουν να έχουν κι οι ίδιοι καλή γνώμη για τον εαυτό τους. Αλλά αυτή είναι ψεύτικη λύση, είναι υποταγή στην αυθεντία των άλλων. Το καθήκον σας είναι να αποδεχτείτε τον εαυτό σας– όχι να βρείτε τρόπους να κερδίσετε τη δική μου αποδοχή.

-Ο σεξουαλικός πόθος είναι, κατά βάθος, πόθος για ολοκληρωτική κυριαρχία πάνω στο πνεύμα και το σώμα του άλλου.

-Δεν οφείλουμε να δημιουργήσουμε– δεν οφείλουμε να γίνουμε- πριν αναπαραχθούμε ; Η ευθύνη μας στη ζωή είναι να δημιουργήσουμε το ανώτερο. Τίποτα δεν πρέπει να εμποδίσει την ανάπτυξη του ήρωα μέσα μας. Κι αν παρεμβάλλεται ο πόθος, τότε κι αυτός πρέπει να υπερπηδηθεί.

-Ο πόθος , ο ερεθισμός, η λαγνεία – αυτά μας υποδουλώνουν. Οι μάζες περνούν τη ζωή τους σαν γουρούνια που τρώνε μέσα στην ταΐστρα της ηδονής.

-Πρέπει να επιλέξετε ανάμεσα στην άνεση και στην αληθινή αναζήτηση!

-Συχνά νιώθω σαν η ζωή μου να άγγιζε πια το ψηλότερο σημείο της... έχω φτάσει στην κορυφή κι όταν κοιτάζω πέρα να δω τι υπάρχει μπροστά μου, βλέπω μόνο φθορά- μια κατάβαση...Όχι, όμως αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό. Δεν με ανησυχεί η κατάβαση- αλλά η μη ανάβαση.

–Κανένας μας δεν άρχισε να επιλέγει εσκεμμένα στόχους , οι στόχοι απλώς υπήρχαν, ήταν φυσικά επακόλουθα της εποχής μου του κόσμου, της οικογένειάς μου...Δεν ήταν αρκετά στέρεα για να στηρίξουν μια ολόκληρη ζωή... Εσύ κι εγώ , όμως, έχουμε πολύ καλή όραση. Εσύ κοίταξες πολύ πέρα μέσα στη ζωή. Είδες πως ήταν το ίδιο μάταιο να εκπληρώνεις λανθασμένα στόχους , όσο και το να θέτεις νέους λανθασμένους στόχους. Το πολλαπλάσιο του μηδενός είναι πάντα μηδέν!

–Αν δεν γίνεις ο κύριος της πορείας της ζωής σου, σημαίνει ότι επιτρέπεις στην ύπαρξή σου να αποτελεί ατύχημα.

-ο χρόνος δεν διακόπτεται, ότι η βούληση δεν μπορεί να πάει προς τα πίσω. Μόνο οι προνομιούχοι κατορθώνουν να έχουν τέτοια ενόραση!

-Το γεγονός ότι η βούληση δεν μπορεί να γυρίσει πίσω, δεν σημαίνει ότι είναι αδύναμη! Επειδή, δόξα το Θεό, ο Θεός είναι νεκρός– αυτό δεν σημαίνει ότι η ύπαρξη δεν έχει σκοπό. Επειδή έρχεται ο θάνατος– αυτό δεν σημαίνει πως η ζωή δεν έχει αξία.

-ν΄ αποσχιστούμε από τους γονείς και την κουλτούρα μας προς αναζήτηση της τελειότητας...

-Έχω άραγε την ικανότητα να τον διδάξω να μετατρέψει το «έτσι συνέβη» σε «έτσι το θέλησα»;

-Ποτέ δεν κατάλαβε ότι το καθήκον του ήταν να τελειοποιήσει τη φύση, να ξεπεράσει τον εαυτό του, την κουλτούρα του, την οικογένεια, τον σαρκικό πόθο του, την ωμή κτηνώδη του φύση, να γίνει αυτός που είναι, να γίνει ό,τι είναι.

-Φυσικά υποφέρεις, αυτό είναι το κόστος της καθαρής όρασης. Φυσικά φοβάσαι να ζεις σημαίνει να βρίσκεσαι σε κίνδυνο. Πρέπει να σκληραγωγηθείς!

-Πρέπει ν΄ αντιμετωπίσεις τα σημαντικά υπαρξιακά θέματα επέμενε ο Νίτσε, και τότε η εμμονή σου με τη Βέρθα θα ξεθωριάσει.

-Ήταν πάρα πολύ ευχάριστο να ξεφυτρώνει όσα είχε μέσα του, να μοιράζεται τα χειρότερα μυστικά του, να έχει την αμέριστη προσοχή κάποιου που, κατά κανόνα, τον καταλαβαίνει, τον αποδεχόταν κι έμοιαζε ακόμα και να τον συγχωρεί.

-Όλη μου τη ζωή με προειδοποιούν γι΄ αυτά τα ρίσκα. Κι όμως ως τώρα δεν έχω απογοητευτεί ποτέ – ούτε μια φορά.

-«Όλοι οι σοβαρά σκεπτόμενοι άνθρωποι σκέφτονται την αυτοκτονία, παρατήρησε ο Νίτσε». «Είναι μια ανακουφιστική σκέψη που μας βοηθάει να περάσουμε τη νύχτα».

-Αυτές οι καημένες φαντασιώσεις δεν είναι μέρος μιας υπέρτατης πραγματικότητας. Όλα όσα βλέπουμε είναι σχετικά, όπως και όλα όσα γνωρίζουμε. Εμείς επινοούμε αυτά που βιώνουμε. Κι ότι επινοήσαμε, μπορούμε και να το καταστρέψουμε.

-Παρόλο που εμείς επινοούμε την πραγματικότητα, το μυαλό μας είναι φτιαγμένο έτσι που να μας το κρύβει.

-Παρουσιάζει τον εαυτό του ως καλό – δεν βλάπτει κανένα- εκτός απ΄ τον εαυτό του και την φύση! Φοβάται τόσο πολύ ότι κάποιος θα τον πληγώσει; Μήπως γι΄ αυτό δεν τολμάει να το λέει αρετή. Το αληθινό του όνομα είναι δειλία! Είναι πολιτισμένος, ευγενής, άνθρωπος με τρόπους. Έχει εξημερώσει την άγρια φύση του, έκανε το λύκο του σκυλάκι. Κι αυτό το λέει μέτρο. Το αληθινό του όνομα είναι δειλία!

-έχω ανάγκη την μαγεία, δεν μπορώ να ζω ασπρόμαυρα.

-με δελεάζει η απόδραση όχι απ΄ τον κίνδυνο αλλά απ΄ την ασφάλεια. Ίσως έχω ζήσει με υπερβολική ασφάλεια!

-Άλλοι το ξέρω, ζηλεύουν αυτή τη ζωή – εμένα όμως με τρομάζει. Με τρομάζει η ομοιομορφία και η πρόβλεψιμότητά της. Με τρομάζει τόσο που μερικές φορές σκέφτομαι τη ζωή μου σαν καταδίκη σε θάνατο!

-Η μαγεία απαιτεί σκοτάδι και μυστήριο.

-Κι αφού οι εικόνες των ονείρων δεν πεθαίνουν, ήταν ένα μέρος όπου θα ήμουν αιώνιος!

-Η πολυπλοκότητα της διπλής ζωής, της μυστικής ζωής, δεν είναι του γούστου μου. Κι όμως τη λαχταράω. Η επιφανειακή αστική ζωή είναι θανάσιμα ανιαρή- παραείναι ορατή, βλέπεις πάρα πολύ καθαρά το τέλος και όλες τις πράξεις που οδηγούν στο τέλος. Ξέρω πως ακούγεται τρελό, αλλά η διπλή ζωή είναι μια επιπλέον ζωή. Υπόσχεται την προέκταση της ζωής μας. Ο Νίτσε συμφώνησε. «Νιώθεις ότι ο χρόνος καταβροχθίζει τις δυνατότητες της επιφανειακής ζωής, ενώ η κρυφή ζωή είναι αστείρευτη;»

-αντιπαθώ τους άλλους που μου κλέβουν την μοναχικότητά μου χωρίς να μου προσφέρουν αληθινή συντροφιά.

-Είναι επικίνδυνο να ζεις με ασφάλεια.

–Ερωτευόμαστε περισσότερο τον ίδιο τον πόθο από το αντικείμενό του.

-Θα ΄ρθει μια εποχή που οι άνθρωποι θα πάψουν να φοβούνται την γνώση, που δεν θα μεταμφιέζουν την αδυναμία σε «ηθικό νόμο», που θα βρουν το θάρρος να σπάσουν τα δεσμά του «πρέπει».

-η φλόγα της πίστης τροφοδοτείται αδιάκοπα από το φόβο του θανάτου, της λήθης και της έλλειψης νοήματος.

–Ο εραστής πρέπει να ακυρώσει τα μάτια του, να θυσιάσει την αλήθεια. Και, για μένα μια ζωή χωρίς αλήθεια είναι ένας ζωντανός θάνατος!

-Περισσότερο απ΄ όλα, νομίζω ότι μου λείπει η προσοχή του...Όσο περισσότερο ξεθωριάζει η εικόνα του τόσο παλεύω με το αίσθημα ότι οι δραστηριότητές μου και οι επιτυχίες μου είναι όλες εφήμερες ότι δεν έχουν πραγματική σημασία.

-πιο εύκολα αντιμετωπίζεις μια κακή φήμη παρά μια κακή συνείδηση.

-όλα τα κίνητρα και τα δικά μου και του Νίτσε γεννιούνται από μια και μόνη πηγή- το ένστικτο της απόδρασης από τη λήθη του θανάτου.

-υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να αναζητάς την έγκριση ενός γονιού και στο να πασχίζεις να ανυψώσεις εκείνους που θα έρθουν στο μέλλον.

-«Να πεθαίνεις τη σωστή στιγμή!»... Ζήσε όταν ζεις! Ο θάνατος χάνει τη φρίκη του αν κάποιος πεθαίνει έχοντας εξαντλήσει την ζωή του!...Έζησες τη ζωή σου; Ή σε έζησε εκείνη; Την επέλεξες; Ή σε επέλεξε εκείνη; Την αγάπησες; Ή μετάνιωσες γι΄ αυτήν. Την κατανάλωσες; Όχι, δεν επέλεξα! Όχι, δεν επέλεξα! Όχι, δεν έζησα την ζωή που ήθελα! Έζησα την ζωή που μου ανατέθηκε. Ο πραγματικός μου εαυτός εγκλωβίστηκε μέσα στη ζωή μου«.

-Ναι η αιώνια επανάληψη σημαίνει ότι κάθε φορά που επιλέγεις μια πράξη θα την επιλέγεις αιώνια. Και ισχύει ίδιο για κάθε πράξη που δεν κάνεις, κάθε εμποδισμένη σκέψη, κάθε επιλογή που αποφεύγεις. Και όλη η αβίωτη ζωή θα μένει να φουσκώνει μέσα σου, αβίωτη για όλη την αιωνιότητα. Κι η αδιόρατη φωνή της συνείδησής σου θα σου διαμαρτύρεται αιώνια.

-Αυτή η στιγμή υπάρχει για πάντα κι εσύ, μονάχος σου, είσαι το μόνο σου ακροατήριο.

-Αυτό – απελευθέρωση σημαίνει ένα ιερό όχι, ακόμη και στο καθήκον. Η καλοσύνη σου, το καθήκον σου, η αφοσίωσή σου- αυτά είναι τα κάγκελα της φυλακής σου. Θα αφανιστείς από τέτοιες μικρές αρετές...Το καθήκον σου σαν γονιός δεν είναι να αναπαράγεις άλλον έναν εαυτό, άλλον έναν Γιόζεφ, αλλά κάτι υψηλότερο. Είναι να παραγάγεις ένα δημιουργό... Ο γάμος δεν θα ‘πρεπε να ΄ναι φυλακή αλλά περιβόλι όπου μπορεί να καλλιεργηθεί κάτι υψηλότερο. Ίσως ο μόνος τρόπος να σώσεις το γάμο σου είναι να τον εγκαταλείψεις, καλύτερα να σπάσεις το δεσμό του γάμου παρά να σε σπάσει εκείνος!

-Σήμερα κατάλαβα ότι ο καλύτερος δάσκαλος είναι αυτός που μαθαίνει από το μαθητή του.

-Ο αληθινός εχθρός ήταν πάντα, η μοίρα κι όχι η Ματίλντε. Ο αληθινός εχθρός ήταν το γέρασμα, ο θάνατος και ο φόβος μου για την ελευθερία.

-η σχέση του γάμου είναι ιδανική μόνο όταν δεν είναι απαραίτητη για την επιβίωση του κάθε συντρόφου.

-το κλειδί για να ζεις καλά, είναι πρώτα να βουληθείς αυτό που είναι απαραίτητο και μετά ν΄ αγαπήσεις αυτό που βουλήθηκες «αγάπα την μοίρα σου»

-να μετατρέπεις το «ήταν να γίνει έτσι» σε «έτσι το θέλησα»

-ίσως η πιο σπουδαία ανακάλυψη ήταν ότι δεν είχα σχετιστεί με τη Βέρθα, αλλά αντίθετα, με όλες τις ιδιωτικές σημασίες που της είχα προσάψει– σημασίες που δεν είχαν καμία απολύτως σχέση μαζί της...Ίσως όλοι να είμαστε σύντροφοι στον πόνο, ανίκανοι να δούμε την αλήθεια του άλλου.

-οι επιστήμονες πρέπει να καταλάβουν πως και η ΑΛΗΘΕΙΑ είναι ψευδαίσθηση– αλλά μια ψευδαίσθηση που χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να ζήσουμε.

-Είναι δύσκολο ν΄ αφήνεις να μιλάνε οι σκέψεις σου- έρχεσαι σε δύσκολη θέση!

-Θα μείνω πάντα μόνος, αλλά τί διαφορά, τί υπέροχη διαφορά, να επιλέγω τι κάνω. Amon fati-διάλεξε τη μοίρα σου, αγάπα τη μοίρα σου.
 
Irvin Yalom, Όταν έκλαψε ο Νίτσε

Η αγάπη δεν είναι τυφλή. Απλά παραβλέπει αυτά που βλέπει για να δει αυτά που θέλει

Τι δεν είναι “αγάπη”
Για τις μέρες που δεν μπορείς να είσαι σίγουρος.

Η αγάπη δεν είναι φυλακή.
Η αγάπη δεν είναι οι πεταλούδες να νιώθεις να πεταλουδίζουν στο στομάχι σου. Αυτό είναι η χημεία που έχεις με τον άλλο.

Η αγάπη δεν είναι τυφλή απλά παραβλέπει αυτά που βλέπει για να δει αυτά που θέλει.
Η αγάπη δεν είναι βολική. Δεν βολεύεσαι μ’ αυτήν ούτε απ’ αυτήν.

H αγάπη δεν είναι υποχρέωση ούτε απάτη.
Η αγάπη δεν είναι ασφυχτική.

Η αγάπη δεν είναι επιλεκτική ούτε χρονικά ούτε τοπικά. Είναι κάθε μέρα, κάθε λεπτό όπου κι αν βρίσκεσαι.
Η αγάπη δεν μισεί τον εαυτό της.

Η αγάπη δεν ρωτά “Τι μπορείς να κάνεις για μένα;”
Η αγάπη δε σου κλέβει τη χαρά ή την ηρεμία του μυαλού σου.

Η αγάπη δεν είναι να έχεις πάντα τον τελευταίο λόγο. Δεν είναι εγωισμός.
Όταν έχεις ανάγκη, η αγάπη είναι εκεί. Δεν στρέφει το βλέμμα της αλλού.

Η αγάπη δε σε συγχύζει. Δε σου κρύβει πράγματα. Δε λέει ψέματα. Δε σε βαριέται.
Η αγάπη δεν είναι παιχνίδι.

Η αγάπη σε κρατάει όταν έχεις άσχημες μέρες. Δεν απομακρύνεται.
Η αγάπη δε βρίσκει δικαιολογίες. Δέχεται τα λάθη της και ζητάει συγνώμη.

Η αγάπη Δεν σε χτυπάει. Δεν σε βρίζει.
Η αγάπη Δεν σε σκοτώνει.

Πολλοί δεν γίνονται ποτέ άνθρωποι, παραμένοντας βατράχια, σαύρες, μυρμήγκια

Σήμερα, λιγότερο από κάθε άλλη φορά ξέρουμε τι είναι πραγματικά ένας ζωντανός άνθρωπος. Έτσι, φτάνουμε στο σημείο να εξοντώνουμε μαζικά τους ανθρώπους, που ο καθένας τους αποτελεί μια πολύτιμη και μοναδική προσπάθεια της φύσης. Αν δεν ήμασταν άνθρωποι, με ανεπανάληπτη προσωπικότητα, τότε θα αρκούσε μια σφαίρα να μας εξαφανίσει από τη γη, χωρίς να υπάρχει κανένα νόημα να διηγείται κανείς ιστορίες. Κάθε άνθρωπος δεν είναι απλώς ένα άτομο, αλλά κάτι το ανεπανάληπτο, το ιδιαίτερο πέρα για πέρα, το πάντοτε σπουδαίο και αξιοσημείωτο κέντρο, όπου διασταυρώνονται τα φαινόμενα του κόσμου, με έναν μοναδικό και ανεπανάληπτο χαρακτήρα. Γι’ αυτό ακριβώς η ιστορία του κάθε ανθρώπου είναι σπουδαία, αιώνια, θεία- γι’ αυτό ο κάθε άνθρωπος, όσο ζει και εκπληρώνει τη θέληση της φύσης, είναι άξιος θαυμασμού και προσοχής. Στον καθένα μορφοποιείται το πνεύμα, στον καθένα πάσχει η δημιουργία, στον καθένα σταυρώνεται κι ένας λυτρωτής.

Λίγοι ξέρουν σήμερα τι είναι ο άνθρωπος. Πολλοί όμως το νιώθουν και πεθαίνουν πιο εύκολα, όπως κι εγώ πιο εύκολα θα πεθάνω, στην ώρα μου, αφού τελειώσω την ιστορία αυτή.

Δεν μπορώ να ονομάσω τον εαυτό μου πολύξερο. Ήμουν ερευνητής και εξακολουθώ να είμαι, αλλά δεν ψάχνω την αλήθεια στα αστέρια και τα βιβλία- αρχίζω να αφουγκράζομαι το αίμα που κυλά μουρμουριστά μέσα στο σώμα μου. Η δική μου ιστορία δεν είναι ευχάριστη ούτε γλυκιά και αρμονική, όπως είναι οι κατασκευασμένες ιστορίες· φαίνεται να γεύεται το άλογο στοιχείο και τη σύγχυση, την τρέλα και το όνειρο, όπως είναι η ζωή όλων των ανθρώπων που δε θέλουν να πουν ψέματα.

Η ζωή του κάθε ανθρώπου είναι ένας δικός του δρόμος, η προσπάθεια για την εύρεση ενός δρόμου, η διαίσθηση πως κάπου υπάρχει ένα μονοπάτι. Κανένας άνθρωπος δεν μπόρεσε να γίνει αυτό που ήθελε ο ίδιος- όλοι προσπαθούν να γίνουν κάτι, άλλος στα τυφλά, άλλος στα φανερά, ο καθένας όπως μπορεί. Ο καθένας φέρει μαζί του ως το τέλος τα υπολείμματα από τη γέννησή του, τις μεμβράνες και το κέλυφος του αυγού ενός αρχέτυπου κόσμου. Πολλοί δε γίνονται ποτέ άνθρωποι, παραμένοντας βατράχια, σαύρες, μυρμήγκια. Άλλοι πάλι στο πάνω μέρος είναι άνθρωποι και στο κάτω είναι ψάρια. Αλλά ο καθένας είναι η πορεία της φύσης για τη μορφοποίηση του ανθρώπου. Σε όλους μας είναι κοινές οι ρίζες και οι μάνες- προερχόμαστε από την ίδια άβυσσο. Αλλά ο καθένας επιδιώκει τον δικό του σκοπό, βγαίνοντας μέσ’ από τα βάθη της με προσπάθεια και ορμή. Μπορούμε να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον, αλλά ο καθένας ξέρει μόνος του να εξηγήσει τον εαυτό του.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, ΝΤΕΜΙΑΝ

NASA: Αυτή η τεράστια μαύρη τρύπα κανονικά «δεν θα έπρεπε να υπάρχει»

Μια υπερμεγέθη μαύρη τρύπα σε απόσταση 130 εκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη ανακάλυψε το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble της NASA μόνο που αυτή – σύμφωνα με όσα αναφέρουν οι επιστήμονες – δεν θα έπρεπε να υπάρχει εκεί με δεδομένο ότι ισχύει η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν.

Σύμφωνα με την NASA η αινιγματική μαύρη τρύπα έχει έναν λεπτό δίσκο που περιστρέφεται ξέφρενα γύρω από αυτήν. Το περίεργο, εξηγεί ο διαστημικός οργανισμός, είναι ότι σύμφωνα με τις τρέχουσες αστρονομικές θεωρίες, ο δίσκος δεν πρέπει να είναι εκεί.
«Δεν έχουμε δει ποτέ άλλοτε με τόση σαφήνεια τα αποτελέσματα της γενικής και της ειδικής σχετικότητας σε ορατό φως», δήλωσε ο Μάρκο Τσιαμπέρτζε, μέλος της ομάδας που διενήργησε τη μελέτη με το Hubble.
Η μαύρη τρύπα βρίσκεται στην καρδιά ενός σπειροειδούς γαλαξία που ονομάζεται NGC 3147. Μαύρες τρύπες όπως αυτή περιγράφονται ως «υποσιτισμένες» λόγω της έλλειψης υλικού που να αιχμαλωτίζεται από τη βαρύτητα, ώστε να τις «τροφοδοτήσει» και το περιβάλλον υλικό συνήθως εξαπλώνεται σε μια ομίχλη σε σχήμα ντόνατ.

Ωστόσο, ο δίσκος που περικλείει αυτή την «πεινασμένη» μαύρη τρύπα κινείται σε ταχύτητα 10% μεγαλύτερη από αυτήν του φωτός και μοιάζει με εκείνους που βρίσκονται σε εξαιρετικά ενεργούς γαλαξίες με «γεμάτες, μαύρες τερατώδεις τρύπες», δήλωσε η NASA.

Αιδώς & Πειθώ

Αιδώς: Το σέβας των γενναίων ανθρώπων
 
Στην ελληνική αρχαιότητα εννοούσαν την αιδώ ως προσωποποιημένη θεότητα, αλλά και ως συναίσθημα, προσωποποίηση της συστολής και της ντροπής. Η αιδώς είναι για τους αρχαίους μια έννοια σύνθετη, της οποίας το σημασιολογικό περιεχόμενο δεν μπορεί να αποδοθεί στα νέα ελληνικά με μια λέξη, είναι η ηθικότητα, η ηθική συνείδηση, ο σεβασμός στους άγραφους νόμους, το φιλότιμο, ο αυτοσεβασμός.
 
Γενικά εκφράζει το συναίσθημα της ντροπής την οποία νιώθει ο άνθρωπος για κάθε πράξη του που αντιβαίνει στον καθιερωμένο ηθικό κώδικα του κοινωνικού του περιβάλλοντος. Αυτή η ντροπή πλησιάζει περισσότερο προς την έννοια του σεβασμού και της σεμνότητας και δεν έχει σχέση με τις ενοχές και τις τύψεις.
 
Η θετική ανταπόκριση στις κρίσεις των άλλων εκφράζεται με τη λέξη αιδώς, στην οποία αντιστοιχεί η νεοελληνική ντροπή, ενώ η πράξη που απορρέει από την αιδώ δηλώνεται με το ρήμα αἰδέομαι: «ντρέπομαι, τιμώ κάποιον, τον σέβομαι ευλαβούμαι, δείχνω θρησκευτικό σεβασμό για θεούς, τάφους, όρκους, νεκρούς για ασθενείς ομάδες πληθυσμού, νεαρές παρθένες, γέροντες, ικέτες» ή κατά μία άλλη ερμηνεία προέρχεται από το ρήμα «αίθω», «καίω», είναι δηλαδή μια εσωτερική φλόγα που κάποτε φανερώνεται και στο πρόσωπο σαν κοκκίνισμα.
 
Η αιδώς έχει αποτρεπτικό κατά βάση χαρακτήρα. Ωστόσο, η λειτουργία της αιδούς δεν είναι μόνο αποτρεπτική αλλά και έμμεσα προτρεπτική, υποδεικνύοντας την εκτέλεση μιας εναλλακτικής πράξης που είναι κοινωνικά αποδεκτή.
 
Κατά τον Αριστοτέλη η αιδώς δεν ανήκει στις αρετές, αλλά στα πάθη. Η Αρετή κατ’ αυτόν, είναι ενεργητική ιδιότης της ψυχής. Η Αιδώς όμως είναι παθητική διάθεση της ψυχής, αξία επαίνου, κατέχει θέση ντροπαλότητας, όταν ο άνθρωπος τρέμει μη παρεξηγηθεί και ο Πλάτωνας στο έργο του αναφέρει δύο σχετικούς με την αιδώ μύθους. Στον Πρωταγόρα αναφέρει ότι ο Ζευς, όταν θέλησε να προλάβει την εξόντωση του ανθρωπίνου γένους, η οποία επέκειτο να γίνει, έστειλε τον Ερμή να εμφυτεύσει στις ψυχές των ανθρώπων την Αιδώ και την Δίκη. Στους Νόμους γράφει, πως ο Κρόνος κατά την περίοδο του χρυσού γένους των ανθρώπων έβαλε επόπτες των ανθρώπων τους Δαίμονες, για να εξασφαλίσει την «ειρήνη, αιδώ, ευνομίαν κι αφθονίαν δίκης».
 
Η Αιδώς λατρευόταν σ’ ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο.
 
Στον Όμηρο και τον Ησίοδο παρουσιάζεται ως Θεότητα. Ήταν μια από τις Ώρες και μητέρα της ήταν η Θέμις και αδερφές της η Ευνομία, η Δίκη, η Ειρήνη και η Νέμεση. Ήταν μητέρα της Σωφροσύνης, τροφός της Αθηνάς και σύνεδρος του Δία.
 
Στην Αθήνα, στην αγορά της Ακρόπολης, υπήρχε βωμός της και έξω από τη Σπάρτη βρισκόταν το άγαλμά της. Σύμφωνα με τη μυθολογία το έστησε εκεί ο Ικάριος, ο πατέρας της Πηνελόπης, γιατί η κόρη του σκέπασε σ’ εκείνο το σημείο το πρόσωπό της από ντροπή, επειδή προτίμησε να φύγει από κοντά του, ακολουθώντας τον άνδρα της Οδυσσέα. Μετά τον γάμο του ζεύγους, ο Ικάριος ικέτευε την κόρη του να μείνει με τον άντρα της στη Σπάρτη, αλλά ο τελευταίος της ζήτησε να διαλέξει ανάμεσα στον πατέρα της και σε εκείνον, που θα έφευγε για την Ιθάκη. Η αιδώς ήταν η προσωποποίηση του αισθήματος που ένιωσε η Πηνελόπη.
 
Η έκφραση αυτή εντοπίζεται σε παραινετικά κυρίως συμφραζόμενα της Ιλιάδας και διατυπώνεται με σκοπό να δημιουργήσει στους πολεμιστές το αίσθημα ότι θα μπορούσαν να στιγματιστούν δημόσια, αν υποχωρήσουν και δεν παραμείνουν πολεμώντας στο πεδίο της μάχης. Επειδή οι ήρωες είναι πάνω απ᾽ όλα άνθρωποι, που προτιμούν τα αγαθά της ειρήνης από τον πόλεμο, χρειάζονται στις κρίσιμες στιγμές την αιδώ, ώστε να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της μάχιμης περίστασης.
 
Στην Ιλιάδα του Ομήρου συναντούμε τους ήρωες και των δύο στρατοπέδων, να κυριαρχείται η όλη τους μέριμνα από την αποφυγή της Ντροπής, να μην πράξουν κάτι για το οποίο θα ντρέπονται. «Γιατί τους κρατούσε η ντροπή και ο φόβος και φωνάζοντας ψύχωναν ο ένας τον άλλο, και προ παντός ο Νέστωρ ο Γερήνιος πάλι, ο φύλακας των Αχαιών… είπε: Φίλοι μου, φανείτε γενναίοι και ντραπείτε τους άλλους» (Ιλιάδα Ραψ. Ο. 657).
 
Σε άλλο σημείο της Ιλιάδας (Θ’ 146) ο Νέστωρ υποδεικνύει στον Διομήδη ν’ αποφύγει εκείνη τη στιγμή τον Έκτορα, γιατί όλα έδειχναν την θεϊκή υποστήριξη προς αυτόν και ο γενναίος Διομήδης μόνο στην ιδέα να χαρακτηρισθεί δειλός, τον λούζει ο κρύος ιδρώτας της Αιδούς! [Καλύτερα να με σκεπάσει η γη παρά να δώσω το δικαίωμα στον Έκτορα να πει πως τον φοβήθηκα κι έφυγα].
 
Έτσι, στην όγδοη ραψωδία της Ιλιάδας, καθώς οι Τρώες έχουν εισορμήσει απειλητικά στο στρατόπεδο των πανικοβλημένων Αχαιών και ο Έκτορας απειλεί να κάψει τα καράβια τους, ο Αγαμέμνονας επιχειρεί να αναπτερώσει το ηθικό των στρατιωτών του επικρίνοντάς τους (Θ 228-235): Αιδώς Αργείοι, ρεζίληδες, ομορφονιοί! Πού πήγαν οι καυχησιές σας, όταν λέγαμε πως είμαστε πολύ γενναίοι, αυτές που διαλαλούσατε στη Λήμνο, καυχησιάρηδες, την ώρα που τρώγατε κρέατα πολλά βοδιών που έχουν κέρατα ολόρθα, και πίνατε κρατήρες γεμάτους ως επάνω από κρασί, πως ο καθένας σας στον πόλεμο θα σταθεί αντίκρυ σε εκατό και διακόσιους Τρώες. Τώρα δεν μπορούμε να τα βάλουμε ούτε με έναν, τον Έκτορα, που γρήγορα θα κάψει τα καράβια μας με καυτερή φωτιά.
 
Ο Αίας ο Τελαμώνιος απευθυνόμενος στους Αχαιούς λέει: «Αγαπητοί μου, φανείτε άνδρες και βάλτε την ντροπή μέσα σας, κι ας ντρέπεστε ο ένας τον άλλον στις σκληρές μάχες. Και μεταξύ των ανδρών που νοιώθουν ντροπή, οι περισσότεροι είναι ζωντανοί παρά σκοτωμένοι, όταν όμως φεύγουν, ούτε δόξα ξεφυτρώνει γι’ αυτούς ούτε καμία προστασία».
 
Το αντίο του Έκτορα στην Ανδρομάχη
 
“Στην Ιλιάδα η Ανδρομάχη εμφανίζεται ψηλή, μελαχρινή, αυστηρή, τρυφερή μητέρα. Ιδιαίτερη συγκίνηση προκαλεί η συναντησή της με τον άνδρα της, παρουσία του παιδιού τους, καθώς ο αναγνώστης – ακροατής της ραψωδίας Ζ ξέρει ότι είναι η τελευταία φορά που το ζευγάρι και το παιδί συναντιούνται: ο Έκτορας θα πεθάνει σε λίγο, με την άλωση της Τροίας θα πεθάνει και ο τελευταίος γόνος της βασιλικής οικογένειας, ενώ στην Ανδρομάχη επιφυλάσσεται η τύχη που προλέγει ο Έκτορας στη συναντησή τους: θα γίνει σκλάβα και θα κάνει τις δουλειές που αρμόζουν σε μια σκλάβα προκαλώντας τη χλεύη ή τον οίκτο ή τον φθόνο.
 
Η μορφή της Ανδρομάχης ενέπνευσε δραματουργικά τον Ευριπίδη στις Τρωάδες (415 π.κ.ε.) και στην ομώνυμη τραγωδία (426 π.κ.ε.). Στην πρώτη και καθώς στην αθηναϊκή κοινωνία η θέση και η αποστολή της γυναίκας ήταν σημαντικό ζήτημα, εμφανίζεται σαν το πρότυπο της γυναίκας της αθηναϊκής δημοκρατίας, σε αντίθεση με τη Φαίδρα στην τραγωδία Ιππόλυτος (428 π.κ.ε.) πάλι του ίδιου ποιητή.
 
Στην Ανδρομάχη, φαίνεται ότι ο Ευριπίδης αξιοποίησε την προφητική ρήση του Έκτορα για την τύχη της γυναίκας του μετά την άλωση της Τροίας. Και στις δύο τραγωδίες η Ανδρομάχη εμφανίζεται ως η μάνα που κινδυνεύει να χάσει το παιδί της ή το χάνει. Και δεν είναι, βέβαια, τυχαίο ότι στην Ανδρομάχη, σε μια τραγωδία που γράφεται κοντά στην αρχή του Πελοποννησιακού πολέμου, το παιδί της σώζεται, το ίδιο και η ίδια που δικαιώνεται· αντίθετα, στις Τρωάδες, τραγωδία γραμμένη στην καρδιά του πολέμου μεταξύ Ελλήνων, είναι η μάνα που χωρίς επιστροφή και ελπίδα χάνει το παιδί της και η ίδια σέρνεται στη σκλαβιά”.

Ο πόλεμος ο Τρωικός ως αιτία είχε και αφορμή την Αιδώ όλων των Αχαιών λόγω της προσβλητικής συμπεριφοράς του Τρώα πρίγκηπα Πάρη. Στην έκτη ραψωδία της Ιλιάδας ο Έκτορας, υποκινούμενος από το αίσθημα της αιδούς, αρνείται να υπακούσει στις φρόνιμες συμβουλές της γυναίκας του Ανδρομάχης, που τον προτρέπει (Ζ 407-439), στο όνομα του παιδιού τους και της συζυγικής τους σχέσης, να μην αντιμετωπίσει τους Αχαιούς και τον Αχιλλέα έξω από τα τείχη της Τροίας αλλά μέσα, πάνω στις επάλξεις του κάστρου μαζί με τους συμπολεμιστές του.
 
Όμως, για τον Έκτορα η υπεράσπιση της πόλης του σημαίνει να θυσιαστεί πολεμώντας γενναία στην εμπροσθοφυλακή της μάχης, έξω από τα τείχη της Τροίας, γιατί μόνον έτσι θα κερδίσει μεγάλη δόξα. Όμως ο Έκτορας κατανοώντας τον πόνο της γυναίκας του υποστηρίζει κατ’ αρχάς ότι το συναίσθημα της αιδούς απέναντι στον λαό του, ο οποίος θα μπορούσε να τον θεωρήσει δειλό (κακόν) τον υποχρεώνει να μην υπακούσει στα λόγια της. Όλα τ᾽ άλλα, λέει στη γυναίκα του, είναι για τους κακούς (Ζ 441-446): “Κι εγώ, γυναίκα, τα συλλογίζομαι όλα τούτα, μα ντρέπομαι [αἰδέομαι] φοβερά τους Τρώες και τις Τρωαδίτισσες με τα συρτά φορέματα, να γυρέψω να φύγω μακριά από τον πόλεμο σαν δειλός, ούτε η ψυχή μου το λέει, γιατί έμαθα να είμαι γενναίος και να πολεμώ πάντα μέσα στους πρώτους ανάμεσα στους Τρώες, κερδίζοντας μεγάλη δόξα για τον πατέρα μου και για μένα τον ίδιο” Το αντίο του Έκτορα στην Ανδρομάχη
 
Η απουσία της αιδούς συνεπάγεται τη δικαιολογημένη αποδοκιμασία των άλλων, που παίρνει συχνά τη μορφή του θυμού ή της αγανάκτησης και δηλώνεται ως Νέμεσις. Η ρηματική ενέργεια της Νεμέσεως δηλώνεται με το ρήμα νεμεσσάω< οργίζομαι, θυμώνω>. Ενώ η αιδώς αποτρέπει κατά κύριο λόγο κάποιον από το να ενεργήσει ανάρμοστα σε μια συγκεκριμένη περίσταση, η Νέμεσις τον παροτρύνει να προσβάλει όσους στερούνται την αιδώ. Όταν αντίθετα, κάποιος αισθάνεται ότι με τις ανάρμοστες πράξεις του ενδέχεται να υποκινήσει την οργή (τη Νέμεσιν) των άλλων προς το πρόσωπό του, τότε διαθέτει αξιοπρέπεια, φιλότιμο, αιδώ. Έτσι, η Νέμεσις των άλλων προκαλεί την αιδώ.
 
Η σχέση αιδούς και νεμέσεως είναι συμπληρωματική, γι’ αυτό και συχνά στο έπος εμφανίζονται μαζί.
 
Ο Ποσειδώνας, όπως προηγουμένως ο Αγαμέμνονας, επιχειρεί να δώσει κουράγιο στους πανικοβλημένους Αχαιούς, καλώντας τους να συναισθανθούν αιδώ και νέμεση (Ν 121-124): [Μόνο βάλτε καθένας σας ντροπή [αιδώ] και φιλότιμο [νέμεση] μέσα σας, γιατί μεγάλη μάχη έχει σηκωθεί κιόλας. Ο βροντόφωνος Έκτορας πολεμά τώρα πια κοντά στα καράβια μας, όλος δύναμη, και έσπασε πόρτες και το μεγάλο σύρτη.]
 
Το νεοελληνικό «φιλότιμο» στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει ότι οι πολεμιστές οφείλουν στις κρίσιμες στιγμές να συναισθάνονται ότι θα κατηγορηθούν δειλοί, αν δεν ανταποκριθούν στις επιταγές της μάχης. Εξάλλου, τη νέμεση των συμπολεμιστών του φοβάται σε μια στιγμή αδυναμίας ο Μενέλαος, όταν, πάνω από το σώμα του νεκρού Πάτροκλου και υπό την άμεση απειλή του Έκτορα, διχάζεται ανάμεσα σε δύο επιλογές (Ρ 91-95): [Αλίμονο σε μένα, αν αφήσω τα όμορφα όπλα και τον Πάτροκλο, που κείτεται εδώ για τη δική μου την τιμή, φοβούμαι μήπως κανένας από τους Δαναούς, αν τύχει και με δει, θυμώσει [νεμεσήσεται] μαζί μου· αν όμως πάλι, έτσι μόνος που είμαι, πολεμήσω με τον Έκτορα και με τους Τρώες από ντροπή [αἰδεσθείς], μήπως με περικυκλώσουν εμένα τον ένα πολλοί]
 
Ο ήρωας καλείται στην προκειμένη περίπτωση να διαλέξει ένα από τα δύο, ή να εγκαταλείψει τα όπλα και το σώμα του Πάτροκλου κινδυνεύοντας να δεχθεί την οργή των συμπολεμιστών του (τη νέμεση)· ή από ντροπή προς τους Αχαιούς (αἰδεσθείς) να μείνει στο πεδίο της μάχης, με κίνδυνο όμως να χάσει τη ζωή του. Η αιδώς κατά κάποιον τρόπο επιδιώκει να ματαιώσει τη νέμεση, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να είναι απόλυτα δικαιολογημένη, εφόσον ο νεκρός Πάτροκλος θυσιάστηκε για την τιμή του Μενελάου. Επομένως, η αιδώς δεν αποτελεί μόνο κίνητρο για να εμπλακεί ο πολεμιστής στη μάχη, αλλά είναι και αφορμή υπεράσπισης της τιμής των φίλων του.
 
Νέμεσις
 
Επειδή η αιδώς μέσω της νεμέσεως λειτουργεί ανασταλτικά στην ανεξέλεγκτη δράση, συνδυάζεται συχνά με αισθήματα, όπως είναι: η έκπληξη, ο θαυμασμός, ο σεβασμός που εμπνέει τον φόβο προς κάποιον ανώτερο, η συμπάθεια ή ο οίκτος και το έλεος, κυρίως προς τους «ξένους» και τους ικέτες, που βρίσκονται σε ανίσχυρη θέση και χρειάζονται βοήθεια. Η αιδώς αποτρέπει τον ισχυρό (οικοδεσπότη ή ικετευόμενο) από το να βλάψει τον ανυπεράσπιστο (ξένο ή ικέτη του)· διαφορετικά ενδέχεται η αφιλόξενη ή ανελέητη συμπεριφορά του να αποκαλυφθεί δημόσια, υποκινώντας την εκδίκηση των Θεών. Ο ικέτης από την άλλη μεριά, προκαλεί τον δυνατό να θεωρήσει, συνειδητοποιώντας την αξιοθρήνητη κατάσταση του άλλου (ξένου ή ικέτη) ότι τα ξένα βάσανα θα μπορούσαν να αφορούν και δικούς του, ή να γίνουν και δικά του.
 
Έτσι, αιδώς και έλεος, στα συμφραζόμενα της ξενίας ή/και της ικεσίας, συνιστούν αφορμές για συναισθητική σύγκλιση ανάμεσα στον ξένο/ικέτη και στον ξενιστή/ικετευόμενο – σχέση που, με τα παρεπόμενα ενδεχόμενα της προσφοράς φαγητού, των δώρων/λύτρων και του ύπνου, αποτελεί μια μορφή φιλότητος.
 
Στον πόλεμο της Ιλιάδας όλες οι ικετευτικές εκκλήσεις για αιδώ και έλεος των ανυπεράσπιστων ικετών αντιπάλων (που ανήκουν όλοι στην παράταξη των Τρώων) απορρίπτονται, μαζί με τα προσφερόμενα άποινα, από τους ικετευόμενους, οι οποίοι εξοντώνουν τα ανυπεράσπιστα θύματά τους με ανελέητο τρόπο. Στην αρχή του έπους, ενώ όλοι οι Αχαιοί ζητούν από τον Αγαμέμνονα να σεβαστεί (αἰδεῖσθαι, Α 23) τον γέροντα ιερέα Χρύση και τα αμέτρητα λύτρα που προσφέρει για να πάρει πίσω την κόρη του, ο βασιλιάς των Αχαιών διώχνει τον σεβάσμιο γέροντα ικέτη απειλώντας τον με θάνατο.
 
Στον επίλογο της Ιλιάδας το προηγούμενο αρνητικό σκηνικό αντιστρέφεται. Εξάλλου, η απώλεια της αιδούς και του ελέους εκ μέρους του Αχιλλέα υποκινεί τη λύτρωση του ατιμασμένου νεκρού Έκτορα. Πρώτα ο Απόλλωνας, διαμαρτυρόμενος στους Ολυμπίους, κατηγορεί τον Αχιλλέα για τον «αναιδή» και ανελέητο τρόπο με τον οποίο προσβάλλει το σώμα του αντιπάλου του, λέγοντας (Ω 44-45): [Έτσι ο Αχιλλέας την έχασε τη συμπόνια [ἔλεον] μέσα του και ούτε νιώθει ντροπή [αἰδώς], που πολύ ζημιώνει ή ωφελεί τους ανθρώπους.] Λίγο μετά, όταν ο Πρίαμος ικετεύει τον Αχιλλέα να του επιστρέψει τον μονάκριβο, νεκρό του γιο, τον καλεί να σεβαστεί τους Θεούς αλλά και, φέρνοντας στη θύμησή του τον δικό του πατέρα Πηλέα, να λυπηθεί τον γέροντα βασιλιά (Ω 503-506): [Όμως σεβάσου [αἰδεῖο] τους θεούς, Αχιλλέα· θυμήσου τον πατέρα σου και λυπήσου [ἐλέησον] εμένα· εγώ είμαι πιο αξιολύπητος [ἐλεεινότερος]· βάσταξα πράγματα, που κανένας άλλος θνητός πάνω στη γη δεν τα βάσταξε ως τώρα, να φέρω στο στόμα μου τα χέρια του ανθρώπου που σκότωσε τα παιδιά μου]

Γενικότερα, η αιδώς συντηρεί κάθε είδους φιλότητα κοινωνική κι ερωτική.
 
Η έλλειψη της αιδούς οδηγεί κάποιο πρόσωπο στην ύβρη αλαζονική συμπεριφορά, που, καθώς υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια, προσβάλλει την τιμή των άλλων. Η αιδώς είναι μια πολύπλευρη ηθική έννοια που νοείται ως αίσθημα ντροπής, ως αίσθημα προφύλαξης της τιμής του ατόμου μέσα από τον σεβασμό για τον εαυτό του, και ως σεβασμός προς τους άλλους ανθρώπους. Η αιδώς ήταν ένας εσωτερικός μηχανισμός σεβασμού που συγκρατούσε τον άνθρωπο ώστε να μην κάνει το κακό, προκαλούσε συναισθήματα ντροπής μπροστά στην προοπτική να κάνει κάτι σε βάρος των άλλων.
 
Το άτομο συναισθανόμενο ντροπή για τις πράξεις του, που παρεκκλίνουν από τα κοινωνικώς αποδεκτά πρότυπα, διαφυλάττει την τιμή και την αξιοπρέπειά του, ενώ παράλληλα εκφράζει μέσω αυτού του αισθήματος και το σεβασμό για τους συνανθρώπους του. Ο σεβασμός προς τους άλλους σημαίνει τόσο την εκτίμηση για τη γνώμη που σχηματίζει ο άλλος άνθρωπος, όσο και την αποφυγή προσβολής ή ενόχλησης του άλλου.
 
Αιδώς είναι η ηθική συνείδηση και το ηθικό συναίσθημα, είναι η κυρίαρχη τιμωρός δύναμη όλων των γενναίων ανδρών. Ένας πανάρχαιος άγραφος Νόμος των Ελλήνων, στον οποίον πειθαρχούσαν αγογγύστως όλοι εκείνοι που ένοιωθαν υπεύθυνα άτομα, υπεύθυνοι ηγέτες, άξιοι προς μίμηση.
 
Θεά Πειθώ: Η πολύπλευρη δύναμη του ανθρώπινου λόγου
 
Η Πειθώ ήταν η Θεά που προσωποποιούσε την πειθώ, τη μεγάλη και πολύπλευρη δύναμη του ανθρώπινου λόγου. Η Πειθώ ωστόσο εμφανίζεται αρχικώς ως Θεότητα όχι του λόγου, αλλά της ερωτικής δράσεως, δηλαδή του έρωτα και του γάμου. Αναφέρεται κάπως συγκεχυμένα, ως κόρη της Αφροδίτης και του Ερμή. Η Πειθώ λατρευόταν άλλοτε ως αυτόνομη Θεότητα και άλλοτε ως βοηθός άλλων Θεοτήτων, όπως της Αφροδίτης, του Πόθου, του Ίμερου, των Ωρών και των Χαρίτων.
 
Ο Ησίοδος στο έργο του Θεογονία αναφέρει την Πειθώ, την οποία εντοπίζει μόνο μία από τις τρεις χιλιάδες κόρες του Ωκεανού και της Τηθύος. Αυτή η Πειθώ είναι διαφορετική. Εκπροσωπεί την ιδέα της διασκέδασης, της ευγλωττίας και τη δύναμης της ρητορικής, η οποία Ρητορική στηρίζεται στην “τέχνη της Πειθούς”. Ο ελεγειακός ποιητής Ερμησιάναξ διαφωνεί με τους προκατόχους του, αφού καθιστά και την Πειθώ μια από τις Χάριτες.
 
Δεδομένου ότι οι εκστρατείες είναι ουσιαστικά αποτέλεσμα της Πειθούς του εκάστοτε πολιτικού, έτσι με τη διαδικασία της αποπλάνησης, ο υποψήφιος προσπαθεί να σαγηνεύσει τους ψηφοφόρους μέσα από τις λέξεις και τις εικόνες για να του χορηγηθεί η ψήφος τους. Οι πληροφορίες που μας έχουν μείνει είναι ασαφείς και αόριστες για την ακριβή ταυτότητά της. Αναφέρεται επίσης ως Θεά ή πνεύμα με γοητευτική ομιλία, με στόχο την αποπλάνηση, απαγωγή και τον βιασμό, μαζί με την δύναμη -BIA. Σπανιότερα το κύριο όνομα «Πειθώ» απαντάται ως επίθετο και θρησκευτική επίκληση της Θεάς Αφροδίτης και της Θεάς Αρτέμιδος.
 
Η Πειθώ της Ανδρομάχης και η Αιδώς του Εκτωρα
 
Η Ανδρομάχη κόρη του γενναίου Αετίωνος, που κάτωθεν της δενδρωμένης Πλάκου της Θήβης εβασίλευε και των Κιλίκων όλων (Ζ 395-397), «πολύδωρη» σύζυγος του Έκτορα της Τροίας, τρυφερή μητέρα του Αστυάνακτα:
 
Ο Έκτορας και οι σύντροφοι τη γλυκομάτα φέρνουν
από τη Θήβα την ιερή κι απ’ την Πλακία, τις βρύσες
οπόχει τις αστείρευτες, την τρυφερή Ανδρομάχη,
πάν’ απ’ τα πέλαα τ’ αρμυρά με τα γοργά
καράβια κι ολόχρυσα πολλά μαζί στριφτά βραχιόλια φέρνουν
και πορφυρά φορέματα με κεντητά λουλούδια,
και φέρνουν πλουμοσκάλιστα στολίδια κι απ’ ασήμι
ποτήρι· αντάμ’ αμέτρητα κι ελεφαντόδοντο άσπρο.
Σαπφώ, απ. 44 Ρ
 
Το ξεκλήρισμα της οικογένειάς της από τον Αχιλλέα τον ένατο χρόνο του πολέμου τον περιγράφει η ίδια στον Έκτορα, σε μια προσπάθεια να πείσει τον άνδρα της να λυπηθεί την ερημιά της. Μέσα από την αφήγησή της αντλούμε τις εξής πληροφορίες που αφενός φανερώνουν το ήθος του Αχιλλέα, αφετέρου προοικονομούν τον θάνατο του Έκτορα αλλά και την τύχη της ίδιας μέσα από την αφήγηση για τη μητέρα της.
 
Λέει λοιπόν: Ο Αχιλλέας 1) σκότωσε τον πατέρα της· 2) σκότωσε όλα της τα αδέλφια· 3) αφάνισε τα κοπάδια τους· 4) κατέλαβε την πόλη της Θήβας· 5) άρπαξε πολλά λάφυρα· 6) σεβάστηκε τον νεκρό πατέρα της και τον έθαψε με τα όπλα του και με τις πρέπουσες τιμές· 7) αιχμαλώτισε τη μητέρα της, την ελευθέρωσε όμως έναντι λύτρων, και εκείνη πέθανε τελικά στο σπίτι του άνδρα της. (Ζ 414-427) Η αναφορά στα δεινά και την ερημιά της αιτιολογούν τα αισθήματα που τρέφει για τον άνδρα της. Με τον «αγώνα λόγων» που δίνει προσπαθεί να επηρεάσει συναισθηματικά τον Έκτορα, ώστε να εφαρμόσει μια πιο αμυντική τακτική και να μη μονομαχήσει με τον Αχιλλέα.

Η αφήγηση της Ανδρομάχης για το πώς ο Αχιλλέας φέρθηκε στον νεκρό πατέρα της συνειρμικά φέρνει στον νου τον τρόπο με τον οποίο ο μοιραίος για τη ζωή τη δική της και των μελών της οικογένειάς της Έλληνας πολεμιστής αντιμετώπισε το νεκρό σώμα του Έκτορα -το γύμνωσε από το όπλα, το τραυμάτισε ακόμη και νεκρό, το κακοποίησε σέρνοντάς το πίσω από το άρμα του και γύρω από τον τάφο του Πατρόκλου ή από τα τείχη της Τροίας. Γνωρίζουμε ότι η Αιδώς του Εκτωρα υπερίσχυσε της Πειθούς της Ανδρομάχης.
 
Στην περίπτωση του αρχαιοελληνικού γάμου, η σχέση της Πειθούς ήταν βαθύτερη, επειδή ο γαμπρός έπρεπε να διαπραγματευθεί με τον πατέρα της υποψήφιας νύφης και να τον πείσει, ως προς τα οικονομικά του προκειμένου να την παντρευτεί. Οι πιο επιθυμητές γυναίκες προσέλκυαν πολλούς υποψήφιους μνηστήρες και ο πειστικός λόγος καθόριζε συχνά τον βαθμό επιτυχίας τους. Η Πειθώ συνήθως εκπροσωπείται ως μια γυναίκα με τα χέρια της υψωμένα να εγκαταλείπει την σκηνή ενός βιασμού, συνοδευόμενη μερικές φορές από ένα λευκό περιστέρι και μια μπάλα νήματος ως ένδειξη δέσμευσης.
 
Σε λίγες διάσπαρτες λογοτεχνικές αναφορές, καθώς και μια σειρά από διαζώματα και ελληνικά αγγεία, η Πειθώ περιγράφεται ως συνοδός του Έρωτα και της Αφροδίτης.  Ανάμεσα σε αυτά που έχουν διασωθεί είναι και η μαρμάρινη στήλη που απεικονίζει την Πειθώ να συμμετέχει έμμεσα στο γοητευτικό σκηνικό της αποπλάνησης της ωραίας Ελένης μαζί και η Αφροδίτη με τον Έρωτα και τον Πάρη.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἔργα καὶ Ἡμέραι (643-677)

νῆ᾽ ὀλίγην αἰνεῖν, μεγάλῃ δ᾽ ἐνὶ φορτία θέσθαι·
μείζων μὲν φόρτος, μεῖζον δ᾽ ἐπὶ κέρδει κέρδος
645 ἔσσεται, εἴ κ᾽ ἄνεμοί γε κακὰς ἀπέχωσιν ἀήτας.
Εὖτ᾽ ἂν ἐπ᾽ ἐμπορίην τρέψας ἀεσίφρονα θυμὸν
βούληαι χρέα τε προφυγεῖν καὶ λιμὸν ἀτερπέα,
δείξω δή τοι μέτρα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης,
οὔτε τι ναυτιλίης σεσοφισμένος οὔτε τι νηῶν.
650 οὐ γάρ πώ ποτε νηὶ γ᾽ ἐπέπλων εὐρέα πόντον,
εἰ μὴ ἐς Εὔβοιαν ἐξ Αὐλίδος, ᾗ ποτ᾽ Ἀχαιοὶ
μείναντες χειμῶνα πολὺν σὺν λαὸν ἄγειραν
Ἑλλάδος ἐξ ἱερῆς Τροίην ἐς καλλιγύναικα.
ἔνθα δ᾽ ἐγὼν ἐπ᾽ ἄεθλα δαΐφρονος Ἀμφιδάμαντος
655 Χαλκίδα τ᾽ εἲς ἐπέρησα· τὰ δὲ προπεφραδμένα πολλὰ
ἄεθλ᾽ ἔθεσαν παῖδες μεγαλήτορες· ἔνθα μέ φημι
ὕμνῳ νικήσαντα φέρειν τρίποδ᾽ ὠτώεντα.
τὸν μὲν ἐγὼ Μούσῃσ᾽ Ἑλικωνιάδεσσ᾽ ἀνέθηκα
ἔνθά με τὸ πρῶτον λιγυρῆς ἐπέβησαν ἀοιδῆς.
660 τόσσον τοι νηῶν γε πεπείρημαι πολυγόμφων·
ἀλλὰ καὶ ὣς ἐρέω Ζηνὸς νόον αἰγιόχοιο·
Μοῦσαι γάρ μ᾽ ἐδίδαξαν ἀθέσφατον ὕμνον ἀείδειν.
Ἤματα πεντήκοντα μετὰ τροπὰς ἠελίοιο,
ἐς τέλος ἐλθόντος θέρεος, καματώδεος ὥρης,
665 ὡραῖος πέλεται θνητοῖς πλόος· οὔτε κε νῆα
καυάξαις οὔτ᾽ ἄνδρας ἀποφθείσειε θάλασσα,
εἰ δὴ μὴ πρόφρων γε Ποσειδάων ἐνοσίχθων
ἢ Ζεὺς ἀθανάτων βασιλεὺς ἐθέλῃσιν ὀλέσσαι·
ἐν τοῖς γὰρ τέλος ἐστὶν ὁμῶς ἀγαθῶν τε κακῶν τε.
670 τῆμος δ᾽ εὐκρινέες τ᾽ αὖραι καὶ πόντος ἀπήμων·
εὔκηλος τότε νῆα θοὴν ἀνέμοισι πιθήσας
ἑλκέμεν ἐς πόντον φόρτον τ᾽ ἐς πάντα τίθεσθαι·
σπεύδειν δ᾽ ὅττι τάχιστα πάλιν οἶκόνδε νέεσθαι
μηδὲ μένειν οἶνόν τε νέον καὶ ὀπωρινὸν ὄμβρον
675 καὶ χειμῶν᾽ ἐπιόντα Νότοιό τε δεινὰς ἀήτας,
ὅς τ᾽ ὤρινε θάλασσαν ὁμαρτήσας Διὸς ὄμβρῳ
πολλῷ ὀπωρινῷ, χαλεπὸν δέ τε πόντον ἔθηκεν.

***
Το μικρό το πλοίο να επαινείς, στο μεγάλο όμως τα φορτία σου να βάζεις.
Πιο μεγάλο το φορτίο, πιο μεγάλο και το κέρδος πάνω στο κέρδος
θα ᾽ναι, αν οι αέρηδες κρατήσουν μακριά τα κακά φυσήματά τους.
Κι αν στο εμπόριο στρέφεις τη μωρή ψυχή σου
και θέλεις τα χρέη να ξεφύγεις και το λιμό τον άχαρο,
τα μέτρα θα σου δείξω εγώ της θάλασσας της πολυτάραχης,
δίχως πεπειραμένος να ᾽μαι ούτε στη ναυτιλία ούτε στα πλοία.
650 Γιατί ποτέ ως τώρα σε πλοίο επάνω δεν έπλευσα τον πόντο τον πλατύ,
παρά μονάχα στην Εύβοια απ᾽ την Αυλίδα, όπου οι Αχαιοί
υπομένοντας το βαρύ χειμώνα συγκέντρωσαν στρατό
από την ιερή Ελλάδα για την Τροία με τις ωραίες γυναίκες.
Από εκεί εγώ για τους αγώνες του φιλοπόλεμου Αμφιδάμαντα
πέρασα στη Χαλκίδα. Πολλά τα έπαθλα όρισαν με προκήρυξη
οι γιοι του γενναιόκαρδου. Εκεί, το βεβαιώνω,
κέρδισα τρίποδα με λαβές νικώντας μ᾽ έναν ύμνο.
Κι αυτόν εγώ αφιέρωσα στις Μούσες του Ελικώνα,
εκεί που πρώτη φορά με βάλανε στου καθαρού του τραγουδιού το δρόμο.
660 Τόση είναι η πείρα μου από τα πλοία τα καλοκάρφωτα.
Μα κι έτσι το θέλημα θα πω του Δία που βαστάει αιγίδα.
Αφού οι Μούσες μού διδάξανε να ψάλλω ύμνο μ᾽ ανέκφραστη ομορφιά.
Για μέρες πενήντα μετά το ηλιοστάσιο,
σαν φτάσει το κορύφωμα του θέρους, της κοπιαστικής τής εποχής,
είναι ο καιρός του πλου για τους θνητούς. Ούτε το πλοίο σου
τότε θα τσάκιζες, ούτε τους άντρες σου θ᾽ αφάνιζε η θάλασσα,
εκτός κι αν πρόθυμα ο Ποσειδώνας που σείει τη γη
ή και ο Δίας, ο βασιλιάς των αθανάτων, θελήσει να σε καταστρέψει.
Γιατί σ᾽ αυτούς η εκπλήρωση ανήκει και των καλών και των κακών εξίσου.
670 Τότε οι αύρες ευδιάκριτες φυσούν κι ο πόντος είναι άβλαβος.
Τότε το πλοίο το γοργό σύρε στον πόντο δίχως φόβο,
με πίστη στους ανέμους, και μέσα βάλε όλο το φορτίο.
Και σπεύδε όσο πιο γρήγορα πίσω στο σπίτι να γυρίσεις,
μήτε να περιμένεις το νέο κρασί, τη φθινοπωρινή βροχή,
την καταιγίδα που έρχεται, και του νοτιά τις θύελλες τις φοβερές:
αυτός τη θάλασσα ξεσηκώνει, έτσι που συνοδεύει τη φθινοπωρινή
και άφθονη βροχή του Δία, και κάνει άγριο τον πόντο.