Παρασκευή 12 Ιουλίου 2019

Να ζεις στιγμές, να μετράς χαμόγελα και να κυνηγάς το παρακάτω της ζωής

Κι αυτές οι στιγμές… Άτιμο πράγμα, έρχονται και φεύγουν.
Τις ζεις, τις απολαμβάνεις αλλά μες τον πυρετό τους, δεν τις καταλαβαίνεις.

Περνά ο χρόνος, περνούν κι αυτές. Κι εσύ απομένεις να συνειδητοποιείς τι στ’ αλήθεια έγινε.
Τι ήταν αυτό που έζησες; Τι ομορφιά έκρυβε μέσα του; Πόσο γρήγορα πέρασε;
Κυρίως αυτή είναι η αίσθηση… Του πόσο γρήγορα πέρασε η στιγμή. Ήρθε και χάθηκε.
Έμεινε η ανάμνηση.

Μια ακόμη ανάμνηση τοποθετημένη σε προθήκη για να έχεις να την καμαρώνεις. Να θυμάσαι και να λες: όμορφα πράγματα έζησα.

Κι όντως έζησες.
Κι εκτιμάς και σέβεσαι.
Γιατί το κάθε χαμόγελο που σου σκάει η ζωή πρέπει να το σέβεσαι και να το υπολογίζεις. Είναι που δεν ξέρεις αν και πότε θα υπάρξει επόμενο.

Μόνο ελπίζεις.
Και μπορεί η ελπίδα να πεθαίνει τελευταία, αλλά και η ζωή τις εκπλήξεις της τις κάνει.
Όπως και να’ χει οι στιγμές που ήρθαν και πέρασαν είναι η δύναμή σου να προχωράς παρακάτω.

Είναι η αναζήτηση νέων που σου δίνει κίνητρο. Είναι η μνήμη που θέλει να δημιουργήσει κι άλλη μνήμη.

Συλλέκτης στιγμών ο άνθρωπος, το ξέρεις δα καλά.
Και κάνεις ό,τι μπορείς κι εσύ να πλουτίσεις τη συλλογή σου.
Ζεις τη ζωή σου όπως ξέρεις και μπορείς. Κι όταν δεν μπορείς, προσπαθείς. Παλεύεις για εκείνο το παραπάνω που θα σου χαρίσει μερικά χαμόγελα ευτυχίας.
Εκείνα τα χαμόγελα των γεμάτων στιγμών, της πληρότητας μέσα σου.

Μεγάλο πράγμα να’ σαι γεμάτος μέσα σου. Κανείς και τίποτα δεν μπορεί να το αντικαταστήσει.
Γι’ αυτό παλεύεις, γι’ αυτό όλα.
Και το χρόνο που περνά δεν τον πολυσυμπαθείς, είναι η αλήθεια. Αλλά αυτός γεννήθηκε για να τρέχει κι εσύ για να τον κυνηγάς. Απλό είναι.
Τρέχετε και οι δυο, ο ένας μπροστά κι ο άλλος πίσω.
Ξέρεις ότι δε θα του παραβγείς ποτέ. Έτσι είναι δα φτιαγμένο το σύμπαν.
Αλλά δε σε πειράζει. Αυτό που σε νοιάζει είναι στο ατέλειωτο κυνηγητό σας, εκείνου να του πέφτουν στιγμές κι εσύ να τις μαζεύεις.

Να ευτυχείς για όσο κρατούν κι ύστερα, με αυτές για κινητήριο δύναμη, να κυνηγάς άλλες.
Κι έτσι να κυλά η ζωή. Κι έτσι να μην τη σπαταλάς.
Κι έτσι να είσαι πλήρης.

Αυτό δε θέλει ο καθένας άλλωστε;
Στιγμές να ζει κι ύστερα να θυμάται, χαμόγελα να μετρά κι ένα παρακάτω να έχει να το κυνηγά και να ελπίζει…

Οι προκαταλήψεις που μας κρατούν μακριά από την ευτυχία

Όλοι επιζητούν την ευτυχία, αλλά η επίτευξή της μπορεί να είναι εξαιρετικά δύσκολη. Ακόμα κι όταν πάρετε ακριβώς αυτό που θέλετε, συχνά καταλήγετε να είστε λιγότερο ευτυχισμένοι από όσο πιστεύατε ότι θα ήσασταν. Η ευτυχία μας ξεγλιστρά μέσα από τα χέρια. Γιατί όμως;

Ο καθηγητής ψυχολογίας του Yale, Laurie Santos, εξηγεί τις ενοχλητικές προκαταλήψεις που όλοι έχουμε και εμποδίζουμε την ίδια την ευτυχία μας. Στη συνέχεια, εξηγεί πώς μπορούμε να τις ξεπεράσουμε.

Οι 4 προκαταλήψεις που εμποδίζουν την ευτυχία μας

1. Η διαίσθηση μας απογοητεύει

Έχετε ορισμένα πράγματα τα οποία θέλετε στη ζωή σας και είναι λογικό να υποθέτετε ότι όταν τα αποκτήσετε, θα γίνετε ευτυχισμένοι. Κι όμως, εδώ πέφτουμε έξω. Το 2000, οι ερευνητές Tim Wilson και Dan Gilbert εφηύραν και μια λέξη γι’ αυτό: miswanting. Όλοι το έχουμε νιώσει αυτό• μπορεί να νομίζουμε ότι μια γιορτή θα μας κάνει χαρούμενους, αλλά τελικά μας κάνει να βαριόμαστε. Μπορεί να νομίζουμε ότι ένα πτυχίο ή μια αλλαγή καριέρας θα μας ικανοποιήσει, αλλά δεν το κάνει.

Πολλές φορές συμβαίνει το αντίθετο: το πάρτι που αποφεύγαμε, μας διασκεδάζει, ένας χωρισμός που προσπαθούσαμε να αποφύγουμε, μας ανακουφίζει τελικά. Το πρόβλημα είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι αποτυγχάνουν να προβλέψουν πώς θα τους επηρεάσουν τα γεγονότα και καταλήγουν έκπληκτοι όταν η πραγματικότητα δεν ταιριάζει με τις προσδοκίες τους.

2. Σκεφτόμαστε με σχετικούς όρους

Αν κερδίζατε ένα μετάλλιο στους Ολυμπιακούς, μάλλον θα σκέφτεστε ότι αν κερδίζατε το χρυσό θα ήσασταν περισσότερο ευτυχισμένοι από το να κερδίζατε το ασημένιο ή το αργυρό. Αλλά οι έρευνες υποστηρίζουν ότι τα πράγματα δεν συμβαίνουν έτσι.

Ο εγκέφαλός μας ζυγίζει την αξία των εμπειριών μας σε σχέση με άλλα πράγματα, είτε είναι άλλοι άνθρωποι, είτε απλά ο παρελθοντικός μας εαυτός. Οι μισοί συμμετέχοντες σε μια έρευνα είπαν ότι θα δέχονταν πρόθυμα $50,000 λιγότερο το χρόνο, αν αυτό σήμαινε ότι θα έπαιρναν περισσότερα από τους συνομηλίκους τους, και μια άλλη μελέτη βρήκε ότι οι άνεργοι ένιωθαν πιο ευτυχισμένοι σε περιοχές με υψηλά ποσοστά ανεργίας. Όμως, αυτό διαστρεβλώνει πλήρως το τι θέλουμε πραγματικά εμείς, καθώς βρισκόμαστε συνεχώς να συγκρινόμαστε με άλλους.

3. Συνηθίζουμε καταστάσεις και πράγματα

Σκεφτείτε την τελευταία φορά που ήσασταν πραγματικά ευτυχισμένοι. Ίσως όταν ξεκινούσατε μια νέα εργασία, όταν αγοράσατε το τελευταίο κινητό σας, όταν βγήκατε τα πρώτα ραντεβού με τον άνθρωπο των ονείρων σας. Ακόμα κι αν νιώσατε ευτυχία εκείνες τις φορές, το πιθανότερο είναι ότι δεν διήρκεσαν πολύ, σωστά;

Αυτό οφείλεται σε ένα φαινόμενο που ονομάζεται ηδονική προσαρμογή. Βασικά, ο εγκέφαλός σας δεν παραμένει σε απόλυτη ευτυχία για πάντα – σταδιακά μειώνει τα επίπεδα και τα συναισθήματα επαναφέρονται στο συνηθισμένο. Αυτό συμβαίνει με πολλά πράγματα: με τις σπουδές, με τα αντικείμενα, με τις σχέσεις, με όλες τις χαρές της ζωής. Είναι λίγο θλιβερό, αν σκεφτεί κανείς πόσο θέλουμε να διατηρήσουμε το συναίσθημα εκείνων των στιγμών.

4. Δεν συνειδητοποιούμε ότι συνηθίζουμε

Είναι θλιβερό το ότι τα καλά πράγματα γρήγορα μετατρέπονται σε ουδέτερα και βαρετά. Αλλά αυτό που είναι ακόμα θλιβερότερο είναι το γεγονός ότι εκπλησσόμαστε γι’ αυτό. Οι περισσότερες αλλαγές στη ζωή μας έχουν γίνει το «νέο φυσιολογικό», κι όμως εμείς πιστεύουμε ότι την επόμενη φορά θα είναι διαφορετικά. Αυτό ονομάζεται προκατάληψη επίδρασης και συμβαίνει όταν υπερεκτιμάμε την επίδραση των μελλοντικών εμπειριών με δύο τρόπους: το πόσο έντονα σκεφτόμαστε γι’ αυτό και πόσο πολύ θα διαρκέσει το συναίσθημα.

Όλες οι σχέσεις με τους ανθρώπους που αγαπάμε απαιτούν προσπάθεια, αλλά η ανταμοιβή είναι ανεκτίμητη

Η ευτυχία ανέκαθεν εξαρτιόταν από τις προσωπικές σχέσεις. Η αγάπη μπορεί να μην είναι το μόνο πράγμα που «θέτει τον κόσμο σε κίνηση», αλλά αναμφίβολα είναι ένα από τα πιο σημαντικά. Ποιον να αγαπήσουμε και πώς να τον αγαπήσουμε, είναι αποφάσεις με τις οποίες όλοι ερχόμαστε αντιμέτωποι κάποια στιγμή στη ζωή μας.

Αν και μέχρι να ενηλικιωθούμε έχουμε λίγες επιλογές στο ποιοι είναι τα μέλη του άμεσου οικογενειακού κύκλου μας, ακόμα και τα σχολιαρόπαιδα επιλέγουν μεταξύ των συμμαθητών τους ποιους θα κάνουν φίλους στην αίθουσα ή στο προαύλιο. Οι στενοί φίλοι γίνονται εξαιρετικά σημαντικοί στα πρώτα χρόνια της εφηβείας, καθώς μαθαίνουμε να συνάπτουμε προσωπικούς δεσμούς εκτός σπιτιού. Έπειτα ακολουθεί ο ενθουσιασμός της ανακάλυψης της σεξουαλικότητας και του ειδυλλίου και οι πρώτες «ερωτικές» σχέσεις.

Αλλά η δημιουργία σχέσεων αγάπης είναι ένα μόνο μέρος της ιστορίας⋅ το να γνωρίζουμε πότε να λήξουμε μια στενή φιλία ή τουλάχιστον να την υποβιβάσουμε από προσωπική σε απλώς κοινωνική σχέση, αργά ή γρήγορα αφορά όλους μας. Λίγοι από εμάς φτάνουμε στη μέση ηλικία χωρίς να έχουμε αποχωριστεί κάποιον που αγαπάμε, ακόμα και γονιό, παιδί ή αδελφό.

Οι παντοτινοί φίλοι μπορεί ξαφνικά να αποδειχτούν άπιστοι ή εκμεταλλευτές. Ένα μεγάλο ποσοστό γάμων και συμβιώσεων καταλήγουν σε διαζύγιο ή στο αντίστοιχό του. Άρα πώς θα μεγιστοποιήσουμε τις ευκαιρίες μας να κατακτήσουμε την ευτυχία μέσα από τις στενές σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας;

Αν και ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει τη δύναμη της ερωτικής πράξης, η εκτενής και λεπτομερής ανάλυσή του περί αγάπης (φιλία) και σχέσεων μοιάζει εκπληκτικά σύγχρονη γιατί δεν αντιμετωπίζει τις σεξουαλικές σχέσεις ως εγγενώς ιδιάζουσες ή ποιοτικά διαφορετικές από άλλους δεσμούς αγάπης. Οι σχέσεις που εμπεριέχουν ερωτική πράξη είναι απλώς ένα υποσύνολο της κατηγορίας φίλοι, που συχνά μεταφράζεται υπερβολικά απλοϊκά ως «φίλοι». Οι ίδιες βασικές αρχές αφορούν τόσο τις σεξουαλικές (δηλαδή τον γάμο ή παρόμοια σύμφωνα συμβίωσης) όσο και τις μη σεξουαλικές φιλίες. Όλες οι σχέσεις με τους ανθρώπους που αγαπάμε απαιτούν προσπάθεια, αλλά η ανταμοιβή είναι ανεκτίμητη.

Ο Αριστοτέλης θεωρούσε την αγάπη θεμελιώδη για τη ζωή του ανθρώπου. Πολλοί από εμάς φανταζόμαστε ότι η αγάπη κάθε είδους συμβαίνει μυστικά και αυθόρμητα, αλλά ο Αριστοτέλης ήξερε ότι είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς. Αρχίζει την περιγραφή της ανθρώπινης κοινωνίας με την αρχέγονη και, καθώς λέει, «φυσικότατη» σχέση – τη γαμήλια μονάδα.

Αυτή είναι μια εξαιρετικά έντονη μορφή φιλίας. Υπάρχει ανάμεσα σε εσάς και το ξεχωριστό πρόσωπο που παντρεύεστε ή επιλέγετε να ζήσετε μόνιμα μαζί του. Οραματίζεται ένα ετεροφυλόφιλο ζεύγος άντρα και γυναίκας, που ενώνεται με στόχο την αμοιβαία υποστήριξη, με συμπληρωματικές σφαίρες αρμοδιότητας.

Γιατί ο έρωτας ξεθωριάζει;

Όταν ερωτευόμαστε, η αλήθεια είναι πως βάζουμε τον οργανισμό μας στη διαδικασία τρελής παραγωγής ορμονών και βιοχημικών αντιδράσεων. Η παραγωγή ορμονών βρίσκεται στο ζενίθ, διότι στον εγκέφαλό μας εκκρίνεται η ορμόνη της αγάπης, οξυτοκίνη. Επιπροσθέτως, οι ενδορφίνες πλημμυρίζουν τον οργανισμό μας, για αυτό τον πρώτο ειδικά καιρό, ο ερωτευμένος αισθάνεται υπερβολική ευφορία και χαρά, ειδικότερα όταν αντικρίζει το αγαπημένο και προσφιλές πρόσωπο.

Δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε με απόλυτη βεβαιότητα το λόγο που υπάρχει αυτό το συναίσθημα που λέγεται έρωτας. Αυτό που έχουν υποστηρίξει μερικοί βιολόγοι, είναι πως στην ουσία δεν υπάρχει έρωτας, αλλά ένα ένστικτο το οποίο καλεί ανθρώπους και ζώα να αφήσουν απογόνους και να διαιωνίσουν το είδος. Άλλοι υποστηρίζουν πως τους πρώτους έξι μήνες το ερωτικό συναίσθημα βρίσκεται στο ζενίθ, σε μία προσπάθεια να προστατευθεί το πρωτόγονο ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Πάντως, όποια και αν είναι η πηγή προέλευσης, αναμφίβολα, πρόκειται για ένα δυνατό συναίσθημα που καταλύει τη λογική και ενισχύει περισσότερο την παράλογη δράση του ανθρώπου. Ο κάθε άνθρωπος έχει να θυμάται έστω και μία φορά στη ζωή του, μία περίοδο στην οποία είχε κυριευτεί από έρωτα και δεν είχε απόλυτη επίγνωση των πράξεών του.

Είναι όμως μία απορία πολλών: Γιατί ο έρωτας δεν κρατάει αλλά ξεθωριάζει τις περισσότερες φορές; Είναι βέβαιο πως και ο έρωτας δεν ζει για πάντα, κάποια στιγμή αποδυναμώνεται ή λιγοστεύει.

Στον έρωτα – και αυτό εξηγεί το γιατί τις περισσότερες φορές έχει ημερομηνία λήξης – δεν αγαπάς τον άλλον για αυτό που είναι πραγματικά. Δεν έχεις προλάβει να ζυγίσεις τα θετικά και τα αρνητικά του, να τον δεις ως μία ολότητα που εμπεριέχει τόσο προτερήματα όσο και ελαττώματα. Ο έρωτας δεν έχει τη λογική του να σε βάλει στη διαδικασία να γνωρίσεις τον άλλο άνθρωπο; Τις περισσότερες φορές καταλήγεις να τον εξιδανικεύεις.

Αν το σκεφτούμε πιο αναλυτικά, θα διαπιστώσουμε πως στον έρωτα, εκφράζουμε στην ουσία τις δικές μας ανάγκες πάνω σε ένα άλλο πρόσωπο. Σε αντίθεση με την αγάπη, ο έρωτας είναι σκληρός, κτητικός και δεν χαρακτηρίζεται από ηθικούς φραγμούς. Παραμένει όμως ένα πολύ δυνατό συναίσθημα που σίγουρα ενδυναμώνει τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου και του χαρίζει και αυτός σημαντικά βιώματα ζωής.

Ανθρωπογονία

Ήταν κάποτε χρόνοι, όταν θεοί βέβαια ήταν, θνητά όμως γένη δεν ήταν. Σαν ήρθε λοιπόν και για τούτα ο προορισμένος χρόνος της γένεσης, έπλασαν αυτά οι θεοί μέσα στη γη από γη και φωτιά, σμίγοντας και όσα με τη φωτιά και με τη γη γίνονται κράμα. Και σαν έμελλαν να τα φέρουν αυτά στο φως, πρόσταξαν τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα να τα στολίσουν και να τους μοιράσουν δυνάμεις στο καθένα όπως πρέπει. Του Προμηθέα όμως του ζήτησε ο Επιμηθέας να κάνει αυτός τη διανομή, και σαν εγώ κάνω τη διανομή, είπε, επιθεώρησέ τα· και έτσι τον έπεισε και έκανε τη διανομή. Κάνοντας λοιπόν τη διανομή, σε άλλα κολλούσε δύναμη χωρίς ταχύτητα, ενώ τα ασθενέστερα τα στόλιζε με ταχύτητα· άλλα όπλιζε, σ’ άλλα δίνοντας άοπλη φύση, κάποιαν άλλη γι’ αυτά μηχανευόταν δύναμη για σωτηρία. Όσα από αυτά έντυνε με μικρό σώμα, τους έδινε το πέταγμα φυγή ή υπόγεια κατοικία· όσα πάλι τα αύξαινε σε μέγεθος, με αυτό το ίδιο τα έσωζε· και τα άλλα έτσι τα εξίσωνε, κάνοντας τη διανομή. Και τούτα τα μηχανευόταν, έχοντας φόβο, μήπως κάποιο γένος αφανιστεί· και αφού βρήκε γι’ αυτά αρκετούς τρόπους διαφυγής από την αλληλο-εξόντωση, μηχανευόταν κάποια ευμάρεια για τις εποχές του χρόνου, ντύνοντας αυτά με πυκνές τρίχες και με στερεά δέρματα, ικανά να αμύνονται στο χειμώνα, δυνατά όμως και στα καύματα, και στον ύπνο για να υπάρχουν τα ίδια αυτά στρωμνή κατάλληλη και αυτόφυτη στο καθένα· και κάτω από τα πόδια άλλα με οπλές, άλλα με νύχια και δέρματα στερεά και άναιμα.

Από εδώ και πέρα τροφή άλλη στο καθένα πόριζε, σε άλλα από τη γη βότανα, σε άλλα των δέντρων τους καρπούς, σε άλλα ρίζες· ήταν και άλλα που τους έδωκε τροφή το φάγωμα άλλων ζώων και σ’ αυτά βέβαια κόλλησε την ολιγογονία, ενώ σ’ εκείνα που αναλώνονταν από τούτα έδωκε την πολυγονία, σωτηρία στο γένος πορίζοντας. Καθώς όμως δεν ήταν και πολύ σοφός ο Επιμηθέας, ξεχάστηκε και ξόδεψε τις δυνάμεις· του υπολειπόταν λοιπόν αστόλιστο των ανθρώπων το γένος, και απορούσε τι να κάνει. Όπως αυτός απορούσε, έρχεται ο Προμηθέας να επιθεωρήσει τη διανομή, και βλέπει τα άλλα ζώα, βέβαια, να έχουν τα πάντα όπως έπρεπε, τον άνθρωπο όμως γυμνό και ανυπόδητο και άοπλο· ήδη ήταν παρούσα και η προορισμένη μέρα, που έπρεπε και ο άνθρωπος να βγει από τη γη στο φως· Από απορία λοιπόν κατεχόμενος ο Προμηθέας, ποια σωτηρία για τον άνθρωπο να βρει, κλέβει του Ήφαιστου και της Αθηνάς την έντεχνη σοφία μαζί με τη φωτιά — γιατί ήταν ακατόρθωτο χωρίς φωτιά αυτή να γίνει αποκτήσιμη ή χρήσιμη σε κάποιον — και έτσι λοιπόν τη χαρίζει στον άνθρωπο. Τη σοφία βέβαια τη σχετική με το βίο ο άνθρωπος έτσι την απόχτησε, την πολιτική όμως δεν την είχε- αυτή ήταν κοντά στον Δία- και στον Προμηθέα δεν επιτρεπόταν πια να μπει στην ακρόπολη, στου Δία την κατοικία- και πάνω σ’ αυτά και οι φύλακες του Δία ήταν φοβεροί- στης Αθηνάς όμως και του Ήφαιστου το οίκημα το κοινό, όπου φιλοτεχνούσαν τα έργα τους, μπαίνει κρυφά, κλέβει την τέχνη με τη φωτιά, την τέχνη του Ηφαίστου και την άλλη της Αθηνάς, και τη δίνει στον άνθρωπο, και από τούτο έγινε για τον άνθρωπο τρόπος του βίου, όπως λένε, για την κλοπή πέρασε από δίκη.

Πάνω σ’ αυτά, όπως είδαμε μιλώντας για τον Προμηθέα, έλεγαν ακόμα πως αυτός, για να βοηθήσει τους ανθρώπους, όχι μόνο τη φωτιά τούς προμήθεψε, αλλά και το γένος τους υπερασπίστηκε, με το να αντιταχθεί στον Δία, που, σαν έγινε βασιλιάς, έδειξε φανερή αδιαφορία για την τύχη των ανθρώπων, λέγοντας πως, άμα αφανιζόταν, αυτός θα έφτιαχνε άλλο γένος- και, αυτός ο ίδιος ο Προμηθέας, έβαλε τότε μέσα στο νου των ανθρώπων ελπίδες πολλές και έκανε με αυτές να μη βλέπουν πια οι άνθρωποι σε κάθε βήμα το χαμό τους- και έκατσε ο ίδιος και τους δίδαξε τις τέχνες και τις επιστήμες όλες- ακόμα έλεγαν πως ο ίδιος ο Προμηθέας, μόνος ή με τη συνεργασία της Αθηνάς, ήταν ο πλάστης και πως ζευγαρώθηκε με την Πανδώρα, την πρώτη γυναίκα, που ήταν δημιούργημά τους, και γέννησε τον Δευκαλίωνα, τον γενάρχη των ανθρώπων.

Κάποτε όμως οι άνθρωποι είχαν γίνει τόσο κακοί, που ο Δίας αποφάσισε να τους εξαφανίσει με κατακλυσμό. Τότε ο Προμηθέας συμβούλεψε το γιο του, τον Δευκαλίωνα, να κατασκευάσει μια κιβωτό για να σωθεί. Ο Δευκαλίων κατασκεύασε την κιβωτό όπως τον συμβούλεψε ο πατέρας του και έβαλε μέσα τα απαραίτητα εφόδια. Όταν άρχισε να βρέχει ασταμάτητα, κλείστηκε μέσα μαζί με τη γυναίκα του, την Πύρρα, την κόρη του Επιμηθέα και της Πανδώρας. Ο Δίας έριξε πολλή βροχή χωρίς διακοπή. Το νερό γέμισε τα ποτάμια, αυτά φούσκωσαν, ξεχείλισαν και παρέσυραν ό,τι βρήκαν μπροστά τους, αγαθά και ψυχές· οι πεδιάδες έγιναν λίμνες και οι πολιτείες βούλιαξαν και χάθηκαν κάτω από τα νερά. Στο τέλος μόνο μερικές βουνοκορφές φαίνονταν πάνω σε μια απέραντη θάλασσα. Η κιβωτός με τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα έπλεε πάνω στα νερά εννιά μερόνυχτα· ύστερα κάθισε στην κορφή του Παρνασσού ή, όπως άλλοι έλεγαν, στην Όθρη ή στον Άθω ή στη Δωδώνη. Όταν η βροχή επιτέλους σταμάτησε και τα νερά αποτραβήχτηκαν, ο Δευκαλίων και η Πύρρα βγήκαν από την κιβωτό και, αφού ξαναπάτησαν τη γη, χωρίς να έχουν πάθει τίποτα, έκαναν θυσία στον Δία να τον ευχαριστήσουν για τη σωτηρία τους. Ο θεός δέχτηκε καλόκαρδα την προσφορά τους και τους είπε να του ζητήσουν όποια χάρη θέλουν. Τότε ο Δευκαλίων και η Πύρρα ζήτησαν από το θεό ανθρώπους. Ο θεός δεν αρνήθηκε και, σύμφωνα με τις οδηγίες του, ο Δευκαλίων και η Πύρρα σκέπασαν τα πρόσωπά τους, προχωρούσαν, έπαιρναν λιθάρια από τη γη και τα έριχναν πίσω τους, χωρίς να γυρίσουν να κοιτάξουν: Όπου έπεφταν τα λιθάρια του Δευκαλίωνα, η γη έβγαζε άντρες· όπου έπεφταν τα λιθάρια της Πύρρας, η γη έβγαζε γυναίκες. Έτσι έγινε ένας νέος λαός από τα λιθάρια της γης.

Ο Δευκαλίων και η Πύρρα απόκτησαν και δικά τους παιδιά: τον Έλληνα, τον Αμφικτύονα, την Πρωτογένεια, τη Μελάνθεια, τη Θυία και την Πανδώρα, που πήρε το όνομα της γιαγιάς της, της πρώτης γυναίκας. Για τον πρωτότοκο γιο τους, τον Έλληνα, το γενάρχη των Ελλήνων, είπαν πως στην πραγματικότητα δεν ήταν γιος του Δευκαλίωνα, αλλά του ίδιου του Δία. Για τον Αμφικτύονα είπαν πως κυβέρνησε την Αθήνα μετά τον Κραναό. Για την Πρωτογένεια πως ενώθηκε με τον Δία και γέννησε τον Αέθλιο. Για την Πανδώρα, πως ενώθηκε και αυτή με τον Δία και έφερε στον κόσμο τον Γραικό. Και για τη Θυία πως έκανε, πάλι από το σπέρμα του Δία, τον Μάγνητα και τον Μακεδόνα. Για τον ίδιο τον Δευκαλίωνα έλεγαν πως πρώτος έχτισε βωμούς στους θεούς, ίδρυσε πολιτείες και βασίλεψε ανάμεσα στους ανθρώπους- και ότι το βασίλειό του ήταν στη Θεσσαλία, στην περιοχή της Φθίας.

Υβρις και Νέμεσις

Η ύβρις ήταν βασική αντίληψη της κοσμοθεωρίας των αρχαίων Ελλήνων. Όταν κάποιος, υπερεκτιμώντας τις ικανότητες και τη δύναμή του (σωματική, αλλά κυρίως πολιτική, στρατιωτική και οικονομική), συμπεριφερόταν με βίαιο, αλαζονικό και προσβλητικό τρόπο απέναντι στους άλλους, στους νόμους της πολιτείας και κυρίως απέναντι στον άγραφο θεϊκό νόμο -που επέβαλλαν όρια στην ανθρώπινη δράση-, θεωρούνταν ότι διέπραττε «ὓβριν», δηλ. παρουσίαζε συμπεριφορά με την οποία επιχειρούσε να υπερβεί τη θνητή φύση του και να εξομοιωθεί με τους θεούς, με συνέπεια την προσβολή και τον εξοργισμό τους.
 
Η βίαια, αυθάδης και αλαζονική αυτή στάση/συμπεριφορά, που αποτελούσε για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο παραβίαση της ηθικής τάξης και απόπειρα ανατροπής της κοινωνικής ισορροπίας και γενικότερα της τάξης του κόσμου, πιστευόταν ότι (επαναλαμβανόμενη, και μάλιστα μετά από προειδοποιήσεις των ίδιων των θεών) οδηγούσε τελικά στην πτώση και καταστροφή του «ὑβριστοῦ» (ὓβρις > ὑβρίζω > ὑβριστής).
 
Αποδίδοντας την αντίληψη σχετικά με την ύβρη και τις συνέπειές της, όπως τουλάχιστον παρουσιάζεται στην αρχαιότερή της μορφή, με το σχήμα ὓβρις→ἂτη→νέμεσις→τίσις μπορούμε να πούμε ότι οι αρχαίοι πίστευαν πως μια «ὓβρις»συνήθως προκαλούσε την επέμβαση των θεών, και κυρίως του Δία, που έστελνε στον υβριστή την «ἂτην», δηλαδή το θόλωμα, την τύφλωση του νου. Αυτή με τη σειρά της οδηγούσε τον υβριστή σε νέες ύβρεις, ώσπου να διαπράξει μια πολύ μεγάλη α-νοησία, να υποπέσει σε ένα πολύ σοβαρό σφάλμα, το οποίο προκαλούσε την «νέμεσιν», την οργή και εκδίκηση δηλαδή των θεών, που επέφερε την «τίσιν» δηλ. την τιμωρία και τη συντριβή/καταστροφή του.
 
Από την κλασική εποχή και μετά, σε πολλές περιπτώσεις οι έννοιες Άτη, Δίκη και Νέμεσις φαίνεται να αποκτούν στη συνείδηση των ανθρώπων ισοδύναμη σημασία, αυτήν της θείας τιμωρίας.
 
Η λέξη ύβρις πέρα από τη λόγια νεοελληνική χρήση της με τις σημασίες «βρισιά» (κυρίως στον πληθυντικό αριθμό «ύβρεις») και συνακόλουθα «κάτι που θίγει την τιμή και την αξιοπρέπεια κάποιου» -οι οποίες είναι φυσιολογικές εξελίξεις της αρχαίας σημασίας-, αρκετές φορές χρησιμοποιείται και στην εποχή μας, σε πιο προσεγμένο επίπεδο λόγου, με την αρχαιοελληνική σημασία της για να χαρακτηρίσει ανάλογες αλαζονικές συμπεριφορές των ανθρώπων.
  1. ἄνασσα, τοῖς ἄλλοισιν Ἀργείων πέλας ἵστω, καθ᾽ ἡμᾶς δ᾽ οὔποτ᾽ ἐκρήξει μάχη. Σοφοκλής, Αίας, 774-775
  2. οὒ τοῦ κρατοῦντος ἡ πόλις νομίζεται; Σοφοκλής, Αντιγόνη, 738
  3. εἰ δέ κε μὴ δώωσιν ἐγὼ δέ κεν αὐτὸς ἕλωμαι ἢ τεὸν ἢ Αἴαντος ἰὼν γέρας, ἢ Ὀδυσῆος ἄξω ἑλών·· ὃ δέ κεν κεχολώσεται ὅν κεν ἵκωμαι.Ομήρου Ιλιάς, Oxford University Press, Α 137-139
  4. Ηρόδοτος, Ιστοριών α΄(Κλειώ), 30, 34.1
  5. ὅστις ἀνθρώπου φύσιν βλαστὼν ἔπειτα μὴ κατ᾽ ἄνθρωπον φρονῇ. Σοφοκλής, Αίας, 760-761
  6. ἐπεὶ πρό οἱ εἴπομεν ἡμεῖς, Ἑρμείαν πέμψαντες. Ομήρου Οδύσσεια, Oxford University Press, α 37-38
  7. ἐκ γὰρ Ὀρέσταο τίσις ἔσσεται Ἀτρεΐδαο, ὁππότ᾽ ἂν ἡβήσῃ τε καὶ ἧς ἱμείρεται αἴης. ὣς ἔφαθ᾽ Ἑρμείας, ἀλλ᾽ οὐ φρένας Αἰγίσθοιο πεῖθ᾽ ἀγαθὰ φρονέων· νῦν δ᾽ ἁθρόα πάντ᾽ ἀπέτισεν. Ομήρου Οδύσσεια, Oxford University Press, α 40-43
  8. ὓβρις γὰρ ἐξανθοῦσ’ ἐκάρπωσε στάχυν ἂτης, Αισχύλος, Πέρσαι, 821-822
  9. Αισχύλος, Επτά επί Θήβας, έκδ. Herbert Weir Smyth, 423-446
  10. πρέσβα Διὸς θυγάτηρ Ἄτη, ἣ πάντας ἀᾶται, οὐλομένη· τῇ μέν θ᾽ ἁπαλοὶ πόδες· οὐ γὰρ ἐπ᾽ οὔδει πίλναται, ἀλλ᾽ ἄρα ἥ γε κατ᾽ ἀνδρῶν κράατα βαίνει βλάπτουσ᾽ ἀνθρώπους. Ομήρου Ιλιάς, Oxford University Press, Τ 91-94
  11. τοιοῖσδέ τοι λόγοισιν ἀστεργῆ θεᾶς ἐκτήσατ᾽ ὀργήν, οὐ κατ᾽ ἄνθρωπον φρονῶν. Σοφοκλής, Αίας, 776-777
  12. Ζεῦ πάτερ, ἦ ῥα ἔτ᾽ ἔστε θεοὶ κατὰ μακρὸν Ὄλυμπον, εἰ ἐτεὸν μνηστῆρες ἀτάσθαλον ὕβριν ἔτισαν. Ομήρου Οδύσσεια, Oxford University Press, ω 351-352
Νέμεσις
 
Ελάχιστα γνωρίζουμε για τη Νέμεσι, αυτή την αρχαιότατη θεότητα, που προσδιορίζεται άλλοτε ως Ιχναίη, άλλοτε ως Αδράστεια ή Ραμνουσία. Η ετυμολογία, η ρίζα του ονόματος «νέμω», δήλωνε αρχικά τη δίκαιη διανομή, τη μοιρασιά που γίνεται βάσει νόμιμης εξουσίας. Με τον καιρό απέκτησε τη σημασία της ανάληψης δικαστικής δράσης εκ μέρους της εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Ως λέξη η «Νέμεσις» έχει αντικειμενική αξία και όχι υποκειμενική. Αναφέρεται στο φορέα της εξουσίας που την ασκεί.
 
Μεταφορικά λέγοντας «Νέμεσι» εννοούμε τη θεία δίκη.
 
Ήταν η Νύχτα σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησίοδου και τον Παυσανία, που δίχως σύντροφο αρσενικό γέννησε την Νέμεσι, για να κρατά σε ισορροπία τις ανθρώπινες υποθέσεις. Στα Διονυσιακά του Νόννου έχουμε μια διαφορετική άποψη, που θέλει την Νέμεσι κόρη του Ωκεανού, ενώ ο Υγίνος την περιγράφει ως δημιούργημα του Ερέβους και της Νύχτας.
 
Ονομαζόταν, επίσης, Ραμνουσία, εξαιτίας ενός αγάλματος και ενός ναού της στον Ραμνούντα, χωριό της βόρειας Αττικής. Το επίθετο Αδράστεια που της αποδόθηκε, «εκείνη από την οποία κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει», ανήκε μάλλον αρχικά στη φρυγική θεότητα Κυβέλη και της αποδόθηκε μεταγενέστερα. Η Νέμεσις ως θεότητα προσωποποιούσε μαζί με άλλες (Θέμιδα, Ειμαρμένη κ.ο.κ.) την έννοια της δικαιοσύνης και αποκαθιστούσε την τάξη (της φύσης, της ανθρώπινης κοινωνίας, του κόσμου), όταν αυτή διασαλευόταν. Τότε τιμωρούσε την υπεροψία και την αλαζονεία των ανθρώπων (την ύβριν). Αν κάποιος αδικεί τους άλλους συνεχώς, και κάποια στιγμή η ίδια η ζωή του θέσει οδυνηρό φρένο στη στρεβλή πορεία του, τότε μιλάμε για «θεία δίκη».

Το μυθολογικό πλαίσιο στο οποίο κινείται η Νέμεσις
 
Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι υπήρχε ναός αφιερωμένος στη θεά στη Σμύρνη. Ορισμένοι συγγραφείς, μεταξύ των οποίων και ο Απολλόδωρος, γράφουν πως η Νέμεσις όταν ενώθηκε με τον Δία, γέννησε την Ελένη. Παρόλο που η Νέμεσις υπέστη μεγάλη καταδίωξη για να αποφύγει τον πόθο του Δία, ενώθηκε μαζί του με τη μορφή χήνας, όταν ο Δίας είχε τη μορφή κύκνου. Κατά την καταδίωξή της πέρασε η Νέμεσις χώρες και ηπείρους, θάλασσες όπου μεταμορφώνονταν σε ψάρι, και γενικά άλλαζε εκείνη συνέχεια μορφή. Η Νέμεσις γέννησε ένα αυγό το οποίο βρήκε στο δάσος ένας βοσκός και το έδωσε στη Λήδα.
 
Η Λήδα το έκλεισε σε ένα ερμάρι και όταν γεννήθηκε η Ελένη, την ανέθρεψε σαν κόρη της. Υπάρχουν άλλες δύο εκδοχές για το αυγό αυτό:
 
*ότι ο Ερμής το έριξε στον κόρφο της Λήδας
* ότι έπεσε από τον ουρανό.
 
Υπάρχει και μια άλλη άποψη της μυθολογικής διαδρομής της Νέμεσης. Λεγόταν πως από την ένωση του Ταρτάρου και της Νέμεσης γεννήθηκαν οι Τελχίνες. Τα ονόματά τους ήταν Χρυσός, Άργυρος και Χαλκός, από τα μέταλλα που είχαν ανακαλύψει ή κατά τον Βακχυλίδη Ακταίος, Μεγαλήσιος, Ορμενός και Λύκος. Οι Τελχίνες ήταν μάγοι και προκαλούσαν βροχή, χαλάζι, χιόνι και κεραυνούς. Ήταν πνεύματα της φωτιάς-ηφαιστειακά, από ρίζες έφτιαχναν φίλτρα θαυματουργά και κατείχαν τρομερές δεξιότητες. Περιγράφονται ενίοτε δίχως χέρια ή πόδια. Ήταν όντα αμφίβια και είχαν κάτι από άνθρωπο και κάτι από ψάρι, σαν τον Όανες της σουμερο-βαβυλωνιακής μυθολογίας. Τους περιέγραφαν με μεμβράνη στα δάχτυλα και φημισμένες οικογένειες ισχυρίζονταν ότι κατάγονταν από τη γενιά τους.
 
Αξιοσημείωτο είναι ότι σύμφωνα με κάποιες μυθολογικές εκδοχές, η Νέμεσις, και όχι η Λήδα, ήταν η βιολογική μητέρα της Ωραίας Ελένης. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να αναλυθεί ο Τρωϊκός πόλεμος υπό αυτό το πρίσμα, αν και δεν είναι της παρούσης. Ωστόσο, αξίζει να ειπωθεί εδώ ότι το τετράπτυχο της Αρχαίας Ελληνικής Κοσμοθέασης – ´Υβρις, Άτις, Νέμεσις, Τίσις-διαχωρίζει την έννοια της Θείας Δίκης (Νέμεσις) από αυτήν της Τιμωρίας (Τίσις).
 
Αυτός μπορεί να είναι για πολλούς ένας άνευ σημασίας διαχωρισμός εφόσον η Τίσις φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα της δράσεως της Νεμέσεως ωστόσο παραμένει μια αισθητή διαφοροποίηση η οποία υποδηλώνει ότι οι έννοιες δεν ήταν ταυτόσημες. Ακόμα και ο κοινούς νους μπορεί να το επιβεβαιώσει: η επέλαση της Νεμέσεως δεν φέρνει πάντα την τιμωρία.
 
Πέρα από αυτό, η Νέμεσις μπορεί να φέρει και την επιβράβευση, αν αυτό επιτάσσει η Κοσμική Τάξη της οποίας και είναι εκπρόσωπος.
 
Σε μία κοινωνία Υψηλής Συνειδητότητας, ο πολίτης όχι μόνο δεν θα φοβόταν την Νέμεσις αλλά θα την αποζητούσε κιόλας καθημερινά στις επικλίσεις του.
 
Σύμβολα της θεάς είναι ο πήχυς και το χαλινάρι
Τα σύμβολα αυτά είναι ενδεικτικότατα της λειτουργίας της να προσμετρά τις ανθρώπινες σκέψεις, συναισθήματα, δράσεις και να θέτει ένα όριο στην αχαλίνωτη ασυδοσία του εγωισμού των ανθρώπων. Έτσι η έπαρση των θνητών έναντι των Κοσμικών Νόμων (ύβρις) και η κατάφωρη αδιαφορία για το Κοινό Καλό, σαρώνονται με τη δράση της Νέμεσης και εδώ μοιάζει με Συμπαντική Ζυγαριά που απονέμει αέναα Δικαιοσύνη.

Ορφικός Ύμνος 61 στην Νέμεσι

Εσένα τη Νέμεση καλώ,
τη βασίλισσα την πανίσχυρη,
μέσω της οποίας αποκαλύπτονται οι πράξεις των θνητών ανθρώπων,
την αιώνια, την αξιοσέβαστη, με την απεριόριστη όραση,
εκείνη που αγαλιάζει με το ορθό και το δίκαιο
σε κάθε θνητό είναι γνωστή η επιρροή σου

και οι άνθρωποι βογγούν πίσω από τα δίκαια δεσμά σου,
γιατί κάθε σκέψη καλά κρυμμένη στο μυαλό,
ξεκάθαρα αποκαλύπτεται στη θέα σου.

Έλα ευλογημένη και ιερή Θεά, εισάκουσε την προσευχή μου,
και βάλε στη φροντίδα σου τη ζωή του πιστού σου,
την αγαθοεργή σου βοήθεια δώσε στην ώρα της ανάγκης,
και άφθονη ισχύ στη δύναμη της λογικής,
τις σκέψεις τις ασεβείς, τις αλαζονικές και τις χαμερπείς διώξε μακριά.

Οι Θεοί φεύγουν

«Οι Θεοί φεύγουν!» Αυτό ήταν το επιφώνημα του Γάλλου περιηγητή και εκδότη Joseph François Michaud (1809-1864) όταν έβλεπε τo 1830 στον Πειραιά τα πλοία, τα οποία αποκαλούσε πειρατικά καράβια, να μπαρκάρουν γεμάτα αρχαίους θησαυρούς, κάτω από τα βλέμματα και τις οδηγίες των «παραγγελιοδόχων της επιστήμης», όπως ονομάτιζε τους εμπόρους.

Οι λεηλασίες που υπέστησαν οι αρχαίοι θησαυροί των Αθηνών έχουν συζητηθεί και αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικών εργασιών, δημοσιεύσεων αλλά και προβληματισμών σε διεθνές επίπεδο. Μπορεί να είναι ευρέως γνωστή η περίπτωση του άρπαγα Έλγιν, αλλά δεν ήταν παρά μόνον ένας από τους χιλιάδες βέβηλους που άπλωσαν τα χέρια τους για να αρπάξουν θησαυρούς από τα σπλάχνα της αττικής γης.

Η περιγραφή του Michaud για την Αθήνα, όταν την επισκέφθηκε, είναι συγκλονιστική. Έγραφε πως δεν υπήρχε ούτε δρόμος ούτε πλατεία ούτε μοναστήρι ούτε εκκλησία. Περπατώντας κάποιος ανάμεσα στα ερείπια έπρεπε να βάζει σημάδια, όπως στην έρημο, για να ξαναβρεί τον δρόμο. Το πουλί των Αθηνών, η κουκουβάγια, η οποία συχνά ξεπετιόταν μέσα από τα ερείπια ενός τζαμιού ή μιας εκκλησίας, είχε μετατραπεί σε σύμβολο της άφωνης και ερημικής εγκατάλειψης. Συμπλήρωνε όμως ότι η ερήμωση της «πόλης μητέρας των Τεχνών» δεν ήταν έργο μόνον του πολέμου και της πυρκαγιάς.

Οι δύο αυτές μάστιγες βρήκαν πολυάριθμους συνεργάτες, οι οποίοι δεν έπρεπε να αναζητηθούν μεταξύ των βαρβάρων. Πολλοί ήταν εκείνοι που έμαθαν ότι οι «πέτρες» είχαν αξία και ότι μπορούσαν να τις πουλήσουν. Από τότε άρχισε η εξαγωγή αναρίθμητων γλυπτών και μαρμάρων. Μόλις κυριευόταν μια πόλη, η λεηλασία και οι αρπαγές διαρκούσαν από λίγες ώρες μέχρι μερικές ημέρες.

Αλλά η διαρπαγή και ο όλεθρος στην Αθήνα συνεχίστηκαν επί χρόνια. Στόλοι στάλθηκαν στην Ανατολή για να σταματήσουν την πειρατεία και οι πειρατές τιμωρήθηκαν. Αλλά οι πειρατές των αρχαιοτήτων εξακολούθησαν ήσυχοι την αρπαγή τους χωρίς να ακουστεί καμιά διαμαρτυρία από το βήμα των ευρωπαϊκών Κοινοβουλίων, τις ακαδημίες ή τα φιλελληνικά κομιτάτα.

Η Σμύρνη και όλες οι παραθαλάσσιες πόλεις της Ανατολής γέμισαν από «συντρίμμια των Αθηνών». Πουλιoύνταν στην αγορά, όπως τα τόπια υφάσματος ή η ξερή σταφίδα. Όλοι γύρευαν να αποκτήσουν τα λείψανα της πόλης του Θησέα. Υπήρχαν δίκες και καταγγελίες στους Καδήδες για Ερμές, τμήματα γλυπτών από το Γυμνάσιο ή επιγραφές που έφεραν το όνομα ενός Θεού ή ενός σοφού της Ελλάδας.

Ο περιηγητής αυτός υπήρξε μάρτυρας των αρπαγών στα διάφορα λιμάνια της Ανατολής. Φαίνεται, δε, ότι η Σμύρνη ήταν το μεγαλύτερο κέντρο του ληστρικού αυτού εμπορίου. Η αιτία μάλλον θα πρέπει να αναζητηθεί στην παρουσία εκεί του περίφημου Φωβέλ, για τον οποίο πρέπει να ανοίξει ιδιαίτερος φάκελος έρευνας ώστε να αποκαλυφθεί ο ρόλος του ως αρχαιοκάπηλου. Η παρουσία του στην Αθήνα, τα προηγούμενα χρόνια, τα τελευταία της Τουρκοκρατίας, είναι γνωστή. Κατά την Επανάσταση, μετακινήθηκε στη Σμύρνη, απ’ όπου εξακολούθησε το ανθελληνικό έργο του. Εξάλλου έγραφε στον «Ανατολικό Παρατηρητή», ένα μισελληνικό γαλλικό φύλλο, το οποίο με τις ψευδολογίες του έκανε μεγάλο κακό στον αγώνα των Ελλήνων.
 

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἔργα καὶ Ἡμέραι (618-642)

Η ναυσιπλοΐα

Εἰ δέ σε ναυτιλίης δυσπεμφέλου ἵμερος αἱρεῖ·
εὖτ᾽ ἂν Πληιάδες σθένος ὄβριμον Ὠρίωνος
620 φεύγουσαι πίπτωσιν ἐς ἠεροειδέα πόντον,
δὴ τότε παντοίων ἀνέμων θυίουσιν ἀῆται·
καὶ τότε μηκέτι νῆα ἔχειν ἐνὶ οἴνοπι πόντῳ,
γῆν δ᾽ ἐργάζεσθαι μεμνημένος, ὥς σε κελεύω·
νῆα δ᾽ ἐπ᾽ ἠπείρου ἐρύσαι πυκάσαι τε λίθοισι
625 πάντοθεν, ὄφρ᾽ ἴσχωσ᾽ ἀνέμων μένος ὑγρὸν ἀέντων,
χείμαρον ἐξερύσας, ἵνα μὴ πύθῃ Διὸς ὄμβρος.
ὅπλα δ᾽ ἐπάρμενα πάντα τεῷ ἐγκάτθεο οἴκῳ,
εὐκόσμως στολίσας νηὸς πτερὰ ποντοπόροιο·
πηδάλιον δ᾽ εὐεργὲς ὑπὲρ καπνοῦ κρεμάσασθαι.
630 αὐτὸς δ᾽ ὡραῖον μίμνειν πλόον εἰς ὅ κεν ἔλθῃ·
καὶ τότε νῆα θοὴν ἅλαδ᾽ ἑλκέμεν, ἐν δέ τε φόρτον
ἄρμενον ἐντύνασθαι, ἵν᾽ οἴκαδε κέρδος ἄρηαι,
ὥς περ ἐμός τε πατὴρ καὶ σός, μέγα νήπιε Πέρση,
πλωίζεσκ᾽ ἐν νηυσί, βίου κεχρημένος ἐσθλοῦ·
635 ὅς ποτε καὶ τύιδ᾽ ἦλθε πολὺν διὰ πόντον ἀνύσσας,
Κύμην Αἰολίδα προλιπὼν ἐν νηὶ μελαίνῃ,
οὐκ ἄφενος φεύγων οὐδὲ πλοῦτόν τε καὶ ὄλβον,
ἀλλὰ κακὴν πενίην, τὴν Ζεὺς ἄνδρεσσι δίδωσιν.
νάσσατο δ᾽ ἄγχ᾽ Ἑλικῶνος ὀιζυρῇ ἐνὶ κώμῃ,
640 Ἄσκρῃ, χεῖμα κακῇ, θέρει ἀργαλέῃ, οὐδέ ποτ᾽ ἐσθλῇ.
τύνη δ᾽, ὦ Πέρση, ἔργων μεμνημένος εἶναι
ὡραίων πάντων, περὶ ναυτιλίης δὲ μάλιστα.

***
Αν τώρα σε πιάσει ο πόθος για την τρικυμιώδη ναυτιλία:
όταν οι Πλειάδες, τον ισχυρό και δυνατό Ωρίωνα
620 για να ξεφύγουν, στο νεφελώδη πόντο πέφτουν,
τότε μανιάζουνε πνοές ανέμων κάθε είδους.
Μην έχεις τότε πια το πλοίο σου στο κρασάτο πέλαγος,
μα δούλευε τη γη κι έχε στο νου σου όσα σου παραγγέλλω.
Τράβα το πλοίο στη στεριά κι ασφάλισέ το με λιθάρια
ολόγυρα, να συγκρατούν αυτά το μένος των ανέμων που υγρά φυσούν,
αφού τον πίρο βγάλεις, για να μη σαπίσει η βροχή του Δία το πλοίο.
Κι όλα τα ξάρτια τακτοποιημένα στο σπίτι σου μέσα απόθεσε,
αφού μαζέψεις μ᾽ ευκοσμία τα φτερά του ποντοπόρου πλοίου.
Και το καλοφτιαγμένο το πηδάλιο κρέμασ᾽ το πάνω απ᾽ τον καπνό.
630 Κι εσύ ο ίδιος περίμενε την εποχή του πλου, ωσότου να ᾽ρθει.
Τότε το πλοίο το γοργό σύρε στη θάλασσα και μέσα του
φορτίο να ετοιμάσεις όσο πρέπει, ώστε στο σπίτι σου να φέρεις κέρδος,
όπως, πολύ ανόητε Πέρση, ο πατέρας ο δικός μου και δικός σου
έπλεε στα καράβια, γιατί ᾽χε ανάγκη για ένα βιος καλό.
Αυτός μια μέρα έφτασε κι εδώ αφού διέσχισε θάλασσα πολλή,
αφού την Κύμη την αιολική άφησε πίσω του σε μαύρο πλοίο μέσα,
όχι την αφθονία προσπαθώντας να ξεφύγει, τον πλούτο και την ευτυχία,
μα την κακή τη φτώχεια, που ο Δίας στους ανθρώπους δίνει.
Και πλάι στον Ελικώνα, σε κώμη ελεεινή κατοίκησε,
640 στην Άσκρα, κακή το χειμώνα, το θέρος ανυπόφορη, ποτέ καλή.
Εσύ να θυμάσαι, Πέρση, όλα τα έργα στον καιρό τους,
και μάλιστα όταν αφορούν τη ναυτιλία.

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (1025-1066)

1025 ΧΟ. ὦ καλλίπυργον σοφίαν κλεινοτάτην ἐπασκῶν, [ἀντ.]
ὡς ἡδύ σου τοῖσι λόγοις σῶφρον ἔπεστιν ἄνθος.
εὐδαίμονες δ᾽ ἦσαν ἄρ᾽ οἱ ζῶντες τότ᾽ ἐπὶ τῶν προτέρων.
1030 πρὸς οὖν τάδ᾽, ὦ κομψοπρεπῆ μοῦσαν ἔχων,
δεῖ σε λέγειν τι καινόν, ὡς εὐδοκίμηκεν ἁνήρ.

δεινῶν δέ σοι βουλευμάτων ἔοικε δεῖν πρὸς αὐτόν,
1035 εἴπερ τὸν ἄνδρ᾽ ὑπερβαλεῖ καὶ μὴ γέλωτ᾽ ὀφλήσεις.
ΑΔ. καὶ μὴν πάλαι γ᾽ ἐπνιγόμην τὰ σπλάγχνα κἀπεθύμουν
ἅπαντα ταῦτ᾽ ἐναντίαις γνώμαισι συνταράξαι.
ἐγὼ γὰρ ἥττων μὲν λόγος δι᾽ αὐτὸ τοῦτ᾽ ἐκλήθην
ἐν τοῖσι φροντισταῖσιν, ὅτι πρώτιστος ἐπενόησα
1040 τοῖσιν νόμοις καὶ τῇ δίκῃ τἀναντί᾽ ἀντιλέξαι.
καὶ τοῦτο πλεῖν ἢ μυρίων ἔστ᾽ ἄξιον στατήρων,
αἱρούμενον τοὺς ἥττονας λόγους ἔπειτα νικᾶν.
σκέψαι δὲ τὴν παίδευσιν ᾗ πέποιθεν ὡς ἐλέγξω,
ὅστις σε θερμῷ φησι λοῦσθαι πρῶτον οὐκ ἐάσειν.
1045 καίτοι τίνα γνώμην ἔχων ψέγεις τὰ θερμὰ λουτρά;
ΔΙ. ὁτιὴ κάκιστόν ἐστι καὶ δειλὸν ποεῖ τὸν ἄνδρα.
ΑΔ. ἐπίσχες· εὐθὺς γάρ σε μέσον ἔχω λαβὼν ἄφυκτον.
καί μοι φράσον, τῶν τοῦ Διὸς παίδων τίν᾽ ἄνδρ᾽ ἄριστον
ψυχὴν νομίζεις, εἰπέ, καὶ πλείστους πόνους πονῆσαι;
1050 ΔΙ. ἐγὼ μὲν οὐδέν᾽ Ἡρακλέους βελτίον᾽ ἄνδρα κρίνω.
ΑΔ. ποῦ ψυχρὰ δῆτα πώποτ᾽ εἶδες Ἡράκλεια λουτρά;
καίτοι τίς ἀνδρειότερος ἦν; ΔΙ. ταῦτ᾽ ἐστί, ταῦτ᾽ ἐκεῖνα,
ἃ τῶν νεανίσκων ἀεὶ δι᾽ ἡμέρας λαλούντων
πλῆρες τὸ βαλανεῖον ποεῖ, κενὰς δὲ τὰς παλαίστρας.
1055 ΑΔ. εἶτ᾽ ἐν ἀγορᾷ τὴν διατριβὴν ψέγεις· ἐγὼ δ᾽ ἐπαινῶ.
εἰ γὰρ πονηρὸν ἦν, Ὅμηρος οὐδέποτ᾽ ἂν ἐποίει
τὸν Νέστορ᾽ ἀγορητὴν ἂν οὐδὲ τοὺς σοφοὺς ἅπαντας.
ἄνειμι δῆτ᾽ ἐντεῦθεν εἰς τὴν γλῶτταν, ἣν ὁδὶ μὲν
οὔ φησι χρῆναι τοὺς νέους ἀσκεῖν, ἐγὼ δέ φημι.
1060 καὶ σωφρονεῖν αὖ φησι χρῆναι· δύο κακὼ μεγίστω.
ἐπεὶ σὺ διὰ τὸ σωφρονεῖν τῷ πώποτ᾽ εἶδες ἤδη
ἀγαθόν τι γενόμενον; φράσον, καί μ᾽ ἐξέλεγξον εἰπών.
ΔΙ. πολλοῖς. ὁ γοῦν Πηλεὺς ἔλαβε διὰ τοῦτο τὴν μάχαιραν.
ΑΔ. μάχαιραν; ἀστεῖον τὸ κέρδος ἔλαβεν ὁ κακοδαίμων.
1065 Ὑπέρβολος δ᾽ οὑκ τῶν λύχνων πλεῖν ἢ τάλαντα πολλὰ
εἴληφε διὰ πονηρίαν, ἀλλ᾽ οὐ μὰ Δί᾽ οὐ μάχαιραν.

***
ΧΟΡ., στο Δίκαιο Λόγο.
Ω συ, σοφίας υψηλής οπαδέ
και ξακουσμένης,
πόσο γλυκός
της σωφροσύνης ο ανθός που στα λόγια σου ανθίζει!
Ήταν καλότυχοι, αλήθεια, όσοι ζούσαν εκείνα τα χρόνια.
Στον Άδικο Λόγο.
1030 Κάτι νέο, εσύ κομψής τεχνίτη μούσας,
πρέπει νά ᾽βρεις, γιατί ο πρώτος τα είπε ωραία.

ΚΟΡ. Πρέπει με επιχειρήματα γερά να του απαντήσεις,
αν θέλεις νά ᾽βγεις νικητής, κι όχι γελοίος να γίνεις.

ΑΔΙ. Τα σωθικά μου βράζανε τόση ώρα· λαχταρούσα
όσα είπε αυτός με αντίθετες να τα τσακίσω γνώμες.
Εμένα Λόγο Αδύνατο στα ερευνητήρια μέσα
με ονόμασαν· γιατί; Γιατί τη σκέψη εγώ είχα πρώτος
1040 πάντα να λέω τ᾽ αντίθετα στους νόμους και στο δίκιο.
Κι από χρυσάφι πιο ακριβό είν᾽ αυτό, να υποστηρίζεις
εκείνο που είν᾽ αδύνατο κι όμως να βγαίνεις πρώτος.
Στο Φειδιππίδη.
Τη μόρφωση που αυτός παινά γιά κοίτα πώς θα ελέγξω.
Πρώτο, δε θα σ᾽ αφήνει, λέει, ζεστά λουτρά να κάνεις.
Στο Δίκαιο Λόγο.
Και τί έχουν τα ζεστά λουτρά; Σαν τί κακό τούς βρίσκεις;
ΔΙΚ. Είναι ένα πράμα βλαβερό· δειλό τον άντρα κάνουν.
ΑΔΙ. Σ᾽ έπιασα κιόλας· σε κρατώ γερά και δε μου φεύγεις.
Από του Δία τους γιους ποιός λες την πιο γενναία πως έχει
καρδιά; Ποιός λες πως έκαμε τους πιο πολλούς τους άθλους;
1050 ΔΙΚ. Πιο αντρείος από τον Ηρακλή κανένας λέω δεν είναι.
ΑΔΙ. Και του Ηρακλή ψυχρά λουτρά, γιά πες μου, είδες ποτέ σου;
Κι όμως λεβέντη σαν αυτόν δεν είδε ο κόσμος. ΔΙΚ. Νά τα!
Οι νέοι γι᾽ αυτά κι αυτά φλυαρούν απ᾽ το πρωί ως το βράδυ
κι έτσι γεμίζουν τα λουτρά κι είν᾽ άδειες οι παλαίστρες.
ΑΔΙ. Κακό είναι λες στην αγορά να μένουν· λέω καλό ειναι.
Άσκημο αν ήταν, ο Όμηρος ποτέ δε θα παινούσε
το Νέστορα ως αγορητή και τους σοφούς τους άλλους.
Ας πάμε στη ρητορική· δεν πρέπει, λέει, οι νέοι
τη γλώσσα τους να ασκούν· κι εγώ σας λέω πως είναι ανάγκη.
1060 Τους χρειάζεται είπε και ηθική. Νά δυο κακά τεράστια.
Ξέρεις κανέναν που καλό ποτέ ως τα τώρα να είδε
από την ηθική; Γιά πες κι απόδειξε ότι σφάλλω.
ΔΙΚ. Πολλοί. Ο Πηλέας δεν έλαβε γι᾽ αυτό μαχαίρι δώρο;
ΑΔΙ. Χαρά στο πράμα! Ακούς εκεί, μαχαίρι ο κακομοίρης!
Ο Υπέρβολος ο λυχναράς, για να ᾽ναι κατεργάρης,
μάζεψε τάλαντα πολλά, σωρούς, κι όχι μαχαίρι.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΜΑΘΟΥΣΙΟΙ

ΑΜΑΘΟΥΣΙΟΙ
(ταύροι)
 
Ο Παυσανίας μαρτυρεί τα εξής: ἔστι δὲ Ἀμαθοῦς ἐν Κύπρῳ πόλις, Ἀδώνιδος ἐν αὐτῇ καὶ Ἀφροδίτης ἱερόν ἐστιν ἀρχαῖον (Παυσ. 9.41.2). Η μυθική ιστορία της πόλης, στη νότια ακτή του νησιού, είναι συνδεδεμένη με δύο μεταμορφώσεις: των θυγατέρων του βασιλιά Προποιτού και των κατοίκων της πόλης. Και οι δυο μεταμορφώσεις προκλήθηκαν από την οργή της τιμώμενης στο νησί, και την πόλη ειδικότερα, θεά Αφροδίτη.
 
Οι κάτοικοι συνήθιζαν να θυσιάζουν κάθε ξένο που έφτανε στην πόλη τους, είτε ως ναυτικός είτε ως ναυαγός. Η θεά, επειδή δεν ανεχόταν άλλο τις άγριες αιματηρές θυσίες στον αγαπημένο τόπο της άφιξής της ύστερα από τη γέννηση/ανάδυσή της στο νησί των Κυθήρων, μεταμόρφωσε τους κατοίκους σε ταύρους.

Απελευθέρωση από τον θυμό

Θυμός. Στρώματα θυμού, συσσωρευμένα από τα χρόνια. Καταπιεσμένες ανάγκες, θαμμένες επιθυμίες, ναρκωμένοι φόβοι, κρυφοί πόθοι, χαμένες απολαύσεις, χαμένες ευκαιρίες, εντυπώσεις αδικίας, αισθήματα ενοχής, αναξιότητας, φταιξίματος, σκέψεις αδυναμίας, περιφρόνησης εαυτού, συνθέτουν την ψευδαίσθηση της εικόνας που έχουμε για τον εαυτό μας.

Πόσοι δεν έχουμε πει, αν ήταν τα πράγματα αλλιώς, αν είχα κάνει αυτό ή αν είχα κάνει εκείνο, τώρα θα ήμουν καλύτερα, θα ήμουν έτσι και αλλιώς. Αναπολούμε στιγμές στο παρελθόν για να πούμε ότι δεν φταίμε εμείς που δεν είμαστε καλά τώρα, που η ζωή δεν μας τα φέρνει όπως θα θέλαμε. Είναι οι λανθασμένες επιλογές του παρελθόντος, είναι οι συγκυρίες του σήμερα, είναι η γενικότερη κατάσταση έτσι που μας φταίει και μας βυθίζει στην ανθρώπινη ψευδαίσθηση μας.

Ο νους μας έχει φτιάξει τόσα σενάρια ανά τα χρόνια και μας έχει εγκλωβίσει τόσο περίτεχνα μέσα σε αυτή την ψευδαίσθηση που νομίζουμε ότι δεν υπάρχει φως. Έξω από αυτή τη ψευδαίσθηση το φως λάμπει, έξω υπάρχει ζωή και εμείς μέσα στο σπίτι της ψευδαίσθησης με κλειστά παράθυρα, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ότι αρκεί μόνο να ανοίξουμε τα παράθυρα για να γεμίσει ο χώρος φως. Τρέχουμε από εδώ και από εκεί, προσπαθούμε να μάθουμε πράγματα, να αφυπνιστούμε, να ανακαλύψουμε την πνευματικότητα μας και καταλήγουμε να συνεχίζουμε να συσσωρεύουμε «εγώ», να συσσωρεύουμε στόχους, καινούργιες «πνευματικές» επιθυμίες και έτσι συνεχίζουμε να φτιάχνουμε νέα ρούχα για το εγώ μας. Όμως είναι πιο φανταχτερά και πιο πνευματικά και μας βουλιάζουν περισσότερο μέσα στην καλά στημένη ψευδαίσθηση του νου.

Ας ξυπνήσουμε λίγο, ας αρχίσουμε να βιώνουμε τον εαυτό μας. Ας κοιτάξουμε λίγο μέσα μας, ας ακούσουμε την φωνή του μικρού παιδιού που κρύβεται στο εσωτερικό μας και κλαίει. Έχει πνιγεί τόσα χρόνια με τα σκουπίδια που το φορτώνουμε. Ας το αφήσουμε να αναπνεύσει, ας το αφήσουμε να παίξει, ας του δώσουμε λίγη προσοχή. Θέλουμε να λεγόμαστε πνευματικοί άνθρωποι και χαιρόμαστε με τα κατορθώματα μας ενώ δεν έχουμε καταφέρει να έχουμε χαρούμενο το εσωτερικό μας παιδάκι, ενώ δεν έχουμε καταφέρει να πούμε στον εαυτό μας, ότι δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα, τον αγαπάμε έτσι όπως είναι αυτή τη στιγμή. Γιατί έτσι όπως είναι αυτή τη στιγμή είναι τέλειος μέσα στην ατέλεια του.

Συνεχώς προσπαθούμε να διορθώσουμε συμπεριφορές, σκέψεις, αισθήματα, αντί να τα πάρουμε σαν οδηγό για να ακούσουμε το μικρό παιδάκι μέσα μας. Συνεχώς προσπαθούμε να κάνουμε κάτι για να κρύψουμε μέσα στο θόρυβο αυτή τη μικρή φωνή που μας μιλάει. Κάνουμε τα πάντα για να συνεχίσουμε να ζούμε στην ψευδαίσθηση μας και αφήνουμε την ζωή μας ανεκμετάλλευτη, την σπαταλάμε, την χαραμίζουμε, στην μιζέρια και την δυστυχία.

Όμως ας σταματήσουμε εδώ, ας κάνουμε μια παύση και ας το πάμε πάλι από την αρχή. Ας επιτρέψουμε στο θυμό μας να εμφανιστεί. Ας παρατηρήσουμε τις σκέψεις μας, ας γίνουμε λίγο συνειδητοί με τα συναισθήματα μας και ας σταματήσουμε για λίγο. Ας κόψουμε ρυθμό, ας επικεντρωθούμε σε εμάς. Τι κάνουμε; Μας αρέσει; Αν όχι τι μπορούμε να κάνουμε έτσι ώστε είτε να το αλλάξουμε, είτε να το μετουσιώσουμε σε αρεστό; Τι μας στεναχωρεί; Τι κάνουμε για αυτό και πως το χειριζόμαστε; Μπορούμε να συγχωρήσουμε την κατάσταση που μας φέρνει αυτή τη στεναχώρια ή υπάρχει ένα βαθύτερο τραύμα, μια βαθύτερη πληγή που συνεχίζει να αιμορραγεί και εμείς απλά συνεχίζουμε να αγνοούμε; Πως αισθανόμαστε; Σε τι μας εξυπηρετούν τα αισθήματα που λαμβάνουμε; Τι μας λένε οι σκέψεις μας που έρχονται στο κεφάλι μας; Ακούμε; Αισθανόμαστε; Δίνουμε σημασία;

Αν υποθέσουμε ότι είχαμε παραμελήσει το εσωτερικό μας παιδάκι τόσα χρόνια, τι μπορούμε να κάνουμε τώρα για να του δώσουμε την αγάπη, την σιγουριά, την προστασία και την ασφάλεια που χρειάζεται;

Ε, λοιπόν η συνταγή είναι πολύ απλή, αλλά και πολύ δύσκολη γιατί έχουμε συνηθίσει αλλιώς τόσα χρόνια. Μας έχουν μάθει αλλιώς να λειτουργούμε και μας έχουν γεμίσει ενοχές. Όμως μπορώ να τα αλλάξω όλα Τώρα, αρκεί να το πάρω απόφαση.

Ας σταματήσω ότι κάνω και ας αρχίσω να παρατηρώ περισσότερο, να παρατηρώ σαν μικρό παιδί, σαν παιδί που δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα, παρά μόνο να παρατηρώ. Να παρατηρώ και να απολαμβάνω, ότι προκύπτει όπως προκύπτει. Κάτι όμορφο υπάρχει πάντα σε αυτό που συμβαίνει. Ποιο είναι; Ας επικεντρωθώ στο ωραίο, κάθε στιγμή. Ας αφιερώσω λίγο χρόνο στον εαυτό μου, κάνοντας απλά πράγματα που απολαμβάνω. Αυτό θα μου προσφέρει τόση ενέργεια για να κάνω μετά και πράγματα που δεν απολαμβάνω και τόσο και τότε θα μπορώ να δω και σε αυτές τις καταστάσεις κάτι ωραίο. Και τα ωραία που θα μου συμβαίνουν θα πληθαίνουν και θα πληθαίνουν και η ζωή μου θα γίνει ένα πανηγύρι ωραίων στιγμών.

Ας νιώσω ευχαρίστηση και ευγνωμοσύνη για αυτά που έχω. Σε όλα αυτά που θεωρώ δεδομένα και όμως είναι κοντά μου, υπάρχουν αυτή τη στιγμή και χρειάζεται να τα δω, να τα αναγνωρίσω, να αναγνωρίσω τις υπηρεσίες που μου προσφέρουν.

Ας εκτιμήσω περισσότερο τους ανθρώπους που συναντώ καθημερινά και ας αναγνωρίσω σε αυτούς το κομμάτι του θεού που κρύβουν και ας αναγνωρίσω και σε αυτούς τα τραύματα που κρύβουν και τους ταλαιπωρούν και ας μπορέσω να τους συναισθανθώ για λίγο, γιατί και αυτοί πολλές φορές είναι βυθισμένοι στην ψευδαίσθηση όπως και εγώ.

Ας κόψω τις πολλές δραστηριότητες και ας αφιερώσω περισσότερο χρόνο σε πράγματα που αγαπώ. Το οφείλω στον εαυτό μου, αλλιώς συνεχίζω να παραμελώ το εσωτερικό μου παιδί, συνεχίζω να παραμελώ τον εαυτό μου και αυτό με απομακρύνει από την χαρά που η σύνδεση μαζί του μπορεί να μου προσφέρει.

Αν έστω και μια στιγμή καταφέρω να αισθανθώ τη σύνδεση με το Είναι μου, έρθω σε επαφή με την ουσία μου, τότε θα καταλάβω πως αυτό από μόνο του είναι όλα όσα χρειάζεται να κάνω σε αυτή τη ζωή. Και πως όλα τα άλλα που κάνω στην ουσία με αποπροσανατολίζουν από το πραγματικό μου Είναι και είναι στο χέρι μου να χρησιμοποιήσω όλες τις δραστηριότητες που έχω για να βιώνω περισσότερο την ουσία μου. Αυτή τη λάμψη που είναι κρυμμένη μέσα μου και περιμένει υπομονετικά, καρτερικά χωρίς να ζητάει τίποτα, χωρίς να απαιτεί τίποτα.

Ήρθε ο καιρός να αυτοπροσδιοριστώ. Ήρθε ο καιρός να αγαπήσω εμένα.

Ήρθε ο καιρός που αποφάσισα να πετάξω όλα τα φορτία από πάνω μου, όλες τις ενοχές, προκαταλήψεις, πεποιθήσεις και να προσανατολιστώ σε εμένα, στην αγάπη που υπάρχει μέσα μου, στην γαλήνη που είμαι και αποφάσισα να ζήσω την κάθε μου στιγμή με αγάπη και χαρά. Γι’ αυτό και τώρα επιλέγω εκείνες τις σκέψεις που με βοηθάνε να δημιουργώ τον εαυτό που θέλω. Επιλέγω εκείνα τα συναισθήματα που μου φτιάχνουν τη διάθεση. Τα άλλα που δεν με βοηθάνε, τα αγκαλιάζω και παίρνω το μήνυμα που μου δίνουν για να το επεξεργαστώ και να το μετουσιώσω επίσης σε ομορφιά και αγάπη.

Δύσκολο; Όχι αρκεί να σκεφτώ και να ξεκινήσω με την εξής δήλωση, «είμαι αγαπημένος και τέλειος έτσι όπως είμαι αυτή ακριβώς τη στιγμή». Και πρακτικά αποδέχομαι όλα όσα συμβαίνουν σε εμένα δίχως όρια, δίχως όρους. Όλα μα όλα. Είναι δικά μου, τα τιμώ και τα αγαπώ. Γιατί δεν μπορώ να αγαπήσω εμένα πραγματικά αν δεν αγαπήσω και όλα τα κομμάτια μου. Και έτσι όλος ο κόσμος γίνεται ένα απέραντο πεδίο αγάπης.

Φλομπέρ: Επιθυμώ την ομορφιά

Αν ένιωσα στιγμές ενθουσιασμού, αυτό το οφείλω στην τέχνη. Κι όμως, τι ματαιοδοξία κι αυτή η τέχνη! Να θέλεις να δώσεις ανθρώπινη μορφή σε έναν πέτρινο όγκο, ή να απεικονίσεις την ψυχή με λέξεις, τα αισθήματα με ήχους και τη φύση πάνω σ' ένα μουσαμά!

Άλλες φορές, ενώ ήμουν απορροφημένος, από έργα μεγαλοφυή, δεμένος μ' εκείνες τις αλυσίδες, που σε κρατούν μαζί τους, στο ξαφνικό μουρμούρισμα κάποιων φωνών, στο κολακευτικό ουρλιαχτό, σ' αυτό το βουητό το χαριτωμένο, αναζητούσα με ζήλο τη μοίρα αυτών των ισχυρών αντρών που έχουν τη δύναμη να χειρίζονται το πλήθος σαν θήραμα και που το κάνουν να κλαίει, να στενάζει, να ποδοκροτά μ' ενθουσιασμό.

Πόσο ανοιχτή πρέπει να είναι η καρδιά σ' εκείνους που γοητεύουν τους ανθρώπους και πόσο τούτη η ικανότητα έχει νεκρωθεί στη δική μου φύση! Πεπεισμένος για την αδυναμία και τη στειρότητά μου, κυριευόμουν από ένα ζηλόφθονο μίσος, έλεγα στον εαυτό μου πως όλα τούτα δεν ήταν τίποτα, πως η μοίρα είχε επιβάλει αυτή την κατάσταση.

Έριχνα λάσπη σε πράγματα ανώτερα που τα φθονούσα. Αψηφούσα τον Θεό, μπορούσα να χλευάζω τους ανθρώπους το ίδιο καλά. Εντούτοις αυτή η ζοφερή διάθεση ήταν περαστική και ξανάνιωθα αληθινή ευχαρίστηση καθώς παρατηρούσα το πνεύμα να λάμπει μέσα στις αίθουσες τέχνης σαν ένα μεγάλο λουλούδι που ανοίγει τον ευωδιαστό του ρόδακα στον καλοκαιρινό ήλιο.

Η τέχνη - η τέχνη... Όμορφο πράγμα αυτή η ματαιοδοξία! Αν υπάρχει κάτι πάνω στη γη, κι ανάμεσα στα άυλα, μια πίστη που όλοι προσκυνούν, αν υπάρχει κάποια άγια δύναμη, κάτι αγνό και μεγαλειώδες, κάτι συναφές με την απεριόριστη επιθυμία για το άπειρο και το ασαφές που ονομάζεται ψυχή, αυτό είναι η τέχνη.

Και όποια μετριότης! Μια πέτρα-μια λέξη-ένας ήχος, να ο συνδυασμός όλων αυτών που αποκαλούμε μεγαλείο. Θα επιθυμούσα κάτι που να μην είχε χρεία έκφρασης ή μορφής. Καθαρό σαν ένα άρωμα, δυνατό όπως η πέτρα, ασύλληπτο σαν μια ωδή· κάτι που να τα συνδυάζει όλα αυτά και να μην είναι τίποτα από αυτά συνάμα.

Όλα στη φύση μου φαίνονται περιορισμένα, στενά, αποτυχημένα. Ο άνθρωπος με το πνεύμα του και την τέχνη του δεν είναι παρά ένας δυστυχισμένος μίμος μιας άλλης ευγενέστερης πραγματικότητας. Επιθυμώ την ομορφιά του απείρου και δεν βρίσκω παρά μόνο την αμφιβολία.
 
Γκιστάβ Φλομπέρ, Οι Αναμνήσεις ενός Τρελού
------------------------
Ο Γκιστάβ Φλομπέρ (12 Δεκεμβρίου 1821-8 Μαΐου 1880) ήταν Γάλλος μυθιστοριογράφος που με το έργο του εγκαινίασε μια νέα εποχή στη γαλλική πεζογραφία και ειδικότερα στο μυθιστόρημα. Είναι γνωστός ιδιαίτερα για την πρώτη του δημοσιευμένη νουβέλα, Μαντάμ Μποβαρύ (1857) και για τη σχολαστική του αφοσίωση στην τέχνη και στο στυλ του. Η δημοσίευση της Μαντάμ Μποβαρύ προκάλεσε σκάνδαλο και υπήρξε αιτία ποινικής δίωξης του συγγραφέα και του εκδότη. Αναγνωρίστηκε όμως τελικά σαν μια αριστουργηματική και ακριβέστατη εξεικόνιση των ηθών και της ζωής. Περίφημο είναι και το «μυθιστόρημα μαθητείας» του Φλομπέρ L' Éducation sentimentale (Η αισθηματική αγωγή), ένα από τα πιο καθοριστικά έργα του 19ου αιώνα.

Σοπενχάουερ: Oδηγίες ζωής για τους ανθρώπους με εσωτερικό πλούτο

Συγκεκριμένα, η ατονία του πνεύματος συνδέεται σταθερά με την ατονία της αισθαντικότητας και της διεγερσιμότητας, ένα ποιόν που καθιστά κάποιον λιγότερο δεκτικό για πόνους και θλίψεις κάθε είδους κι έντασης.

Από την άλλη πλευρά, ακριβώς απ' αυτήν την ατονία του πνεύματος προέρχεται εκείνη η εσωτερική κενότητα που αποτυπώνεται σε αμέτρητα πρόσωπα και που προδίδεται από την διαρκώς ζωηρή προσοχή για όλα, ακόμη και για τα πιο ασήμαντα συμβάντα του εξωτερικού κόσμου, κενότητα που αποτελεί την πηγή της ανίας και ποθεί διακαώς να θέσει σε κίνηση το πνεύμα και το θυμικό με οποιοδήποτε μεσοαστών δε εκλογή του μέσου δεν είναι καθόλου απαιτητική, όπως πιστοποιείται από την ευτέλεια των διασκεδάσεων στις όποιες οι άνθρωποι καταφεύγουν, ομοίως δε από το είδος της κοινωνικότητας και των συζητήσεων τους κι εξίσου και από το πλήθος των ανθρώπων που στέκονται στην πόρτα τους η στο παράθυρό τους χαζεύοντας.

Απ' αυτήν την κενότητα, εκπηγάζει η μανία για συντροφιά, διασκέδαση, ψυχαγωγία και πολυτέλεια κάθε είδους, η όποια παρασύρει πολλούς στην σπατάλη και κατόπιν στην ένδεια.

Από τούτο το παραστράτημα, τίποτε δεν προφυλάσσει καλύτερα απ' ότι ο εσωτερικός πλούτος, ο πλούτος του πνεύματος, καθώς αυτός αφήνει τόσο λιγότερο χώρο στην ανία όσο περισσότερο έκτακτος είναι.

Η αστείρευτη μάλιστα ικμάδα των σκέψεων, το παιχνίδισμά τους το διαρκώς ανανεούμενο από τα ποικίλα φαινόμενα του εσωτερικού κι εξωτερικού κόσμου, η δύναμη και η ορμή για νέους και διαφορετικούς πάντα συνδυασμούς σκέψεων τοποθετούν το εκτατό μυαλό, εξαιρουμένων στιγμών χαλάρωσης, εκτός της επικράτειας της ανίας.

Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, η υψηλή ευφυΐα έχει ως άμεση προϋπόθεση της μία αυξημένη ευαισθησία και ως ρίζα της μία σφοδρή βούληση, άρα και πάθος. Από την σύζευξη της με τις ιδιότητες αυτές, προκύπτει μία πολύ μεγαλύτερη ένταση όλων των συγκινήσεων και μία αυξημένη ευαισθησία για τους ψυχικούς, ακόμη και για τους σωματικούς πόνους, καθώς μάλιστα και μία μεγαλύτερη επίσης ανυπομονησία σχετικά με όλα τα εμπόδια και προσκόμματα- στην δε επίταση των χαρακτηριστικών αυτών συνεισφέρει τα μέγιστα η οφειλόμενη στην ισχυρή φαντασία ζωηρότητα όλων των νοητικών παραστάσεων, ακόμη και των αποκρουστικών.

Τα λεχθέντα -τηρουμένων των αναλογιών- ισχύουν για όλες τις διαβαθμίσεις πού καλύπτουν το αχανές διάστημα ανάμεσα στον πιο αποχαυνωμένο ηλίθιο και στην πιο έκτακτη μεγαλοφυΐα.

Κατά συνέπεια, ο καθένας βρίσκεται, αντικειμενικά όπως επίσης και υποκειμενικά, τόσο κοντά στην μία πηγή των δεινών τού ανθρώπινου βίου όσο μακριά βρίσκεται από την άλλη- κι επομένως, η φυσική του ροπή τον καθοδηγεί απ' αυτή την άποψη να προσαρμόζει το αντικειμενικό στο υποκειμενικό, να λαμβάνει, άρα, τις μεγαλύτερες προφυλάξεις κατά της πηγής εκείνης των δεινών στην οποία είναι περισσότερο επιρρεπής.

Ό άνθρωπος με πλούσιο πνεύμα πασχίζει προφανώς γι' αναλγησία, αταραξία, ηρεμία και σχόλη, επιζητεί άρα έναν βίο ήσυχο, ολιγαρκή, όμως απαρακώλυτο και, κατά συνέπεια, αφού γνωρίσει αρκετά αυτούς πού καλούνται «άνθρωποι», θα επιλέξει τον αποτραβηγμένο βίο, και μάλιστα, σε περίπτωση ιδιαίτερης ευφυΐας, την μοναχικότητα- και τούτο επειδή, βέβαια, όσο περισσότερα έχει κανείς καθ' εαυτόν τόσο λιγότερα χρειάζεται έξωθεν και τόσο λιγότερα μπορούν να σημαίνουν οι άλλοι γι' αυτόν. Για τον λόγο τούτο, τα έκτακτα πνευματικά χαρίσματα οδηγούν στην αντικοινωνικότητα.

Εάν η ποιότητα της συντροφιάς μπορούσε να υποκατασταθεί από την ποσότητά της, τότε θ' άξιζε τον κόπο να ζει κανείς σ' ευρύ κοινωνικό κύκλο. Όμως, δυστυχώς, ένας σωρός εκατό ελεεινών παλιάτσων δεν ισοδυναμεί μ' έναν γνωστικό άνθρωπο.

Ό άνθρωπος, αντίθετα, του άλλου άκρου, μόλις η ένδεια του επιτρέψει να πάρει μία ανάσα, θ' αναζητήσει πάση θυσία διασκέδαση και συντροφιά αρκούμενος σ' οτιδήποτε και μη αποφεύγοντας τίποτε άλλο περισσότερο απ' ότι τον ίδιο του τον εαυτό, καθώς στην μοναχικότητα, ως την κατάσταση εκείνη στην όποια ο καθένας έχει αποσυρθεί στον εαυτό του, γίνεται εμφανές τι έχει ο καθένας καθ' εαυτόν και τότε ο περιβεβλημένος με πορφυρά βλάξ βαριαναστενάζει υπό το αφόρητο βάρος της ατομικότητας του, ενώ ο υπερχαρισματικός γεμίζει και ζωντανεύει με το πνεύμα του και το πιο έρημο και πληκτικό μέρος·.

Για τον λόγο αυτόν, είναι αληθής η ρήση του Σενέκα: "κάθε ηλιθιότητα υποφέρει από υπερκορεσμό για τον εαυτό της" όπως, επίσης, αληθεύει και το απόφθεγμα του Ιησού Σειράχ: ο βίος του μωρού είναι δεινότερος από τον θάνατο.


Συνολικά, λοιπόν, καταλήγει κανείς στην διαπίστωση ότι ο βαθμός κοινωνικότητας κάθε ανθρώπου βρίσκεται σε ευθεία αναλογική σχέση με το πόσο πνευματικά ενδεής και γενικά φαύλος είναι, καθώς στην ζωή δεν έχει κανείς και πολλές επιλογές πέραν από εκείνη μεταξύ μοναχικότητας και φαυλότητας
 
Arthur Schopenhauer, Aφορισμοί – για την πρακτική σοφία της ζωής

Το «όχι», σας επιτρέπει να πείτε «ναι» στα σημαντικά για εσάς

Οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα δηλώνουν ιδιαίτερα πολυάσχολοι. Όταν ρωτάς κάποιον πως είναι, το πιθανότερο είναι να σου απαντήσει «απασχολημένος», «καλά, αλλά πολλή δουλειά, ή «άσε, τρέχω όλη μέρα».

Ωστόσο, για να είναι κάποιος τόσο πολυάσχολος, με ελάχιστο ελεύθερο χρόνο, μάλλον οι πιθανότητες να μην λέει πολλά «όχι» είναι αρκετές.

Πολλοί από εμάς δυσκολευόμαστε να λέμε όχι, πιθανώς φοβούμενοι την απόρριψη, το πως θα αντιδράσει ο άλλος και το ενδεχόμενο να θυμώσει με την άρνησή μας.

Η ανάγκη μας να ικανοποιούμε τους άλλους πηγάζει ήδη από την παιδική μας ηλικία, όταν από μικροί μαθαίναμε να είμαστε το «καλό αγόρι/κορίτσι» και επαινούμασταν όταν γινόμασταν οι βοηθοί της μαμάς, ή μπορεί απλά να μην λαμβάναμε την προσοχή που ζητούσαμε και να την αναζητούσαμε ευχαριστώντας τους άλλους εις βάρος του εαυτού μας.

Έχουμε συνηθίσει να λέμε «ναι» για να ευχαριστήσουμε τους άλλους, σε σημείο που μπορεί να μην γνωρίζουμε καν τι θέλουμε εμείς και ποιες είναι οι ανάγκες μας.

Αλλά εάν η ζωή σας είναι τόσο «γεμάτη» που δεν έχετε χρόνο για εκείνα που πραγματικά έχουν σημασία για εσάς, τότε η ψυχική σας υγεία βρίσκεται σε κίνδυνο και είναι καιρός να κάνετε μια αλλαγή.

Το πρώτο βήμα είναι να θυμώσετε με τον εαυτό σας για όλον τον χρόνο, τα χρήματα και την ενέργεια που έχετε ξοδέψει, λέγοντας «ναι» σε πράγματα, τα οποία θα μπορούσατε να είχατε αρνηθεί.

Πόσους καφέδες ήπιατε με ανθρώπους που δεν θέλατε ή σε πόσους γάμους πήγατε ενώ δεν θέλατε να παρευρεθείτε σε αυτούς και πόσες ώρες κουραστικών συναντήσεων έχετε περάσει;

Αναρωτηθείτε τι συμβαίνει με το να λέτε «ναι» και να κρατάτε τους ανθρώπους ευχαριστημένους;

Κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας ότι είμαστε σωστοί και ευγενικοί άνθρωποι αλλά μπορούμε να κάνουμε πράγματι κακό σε εμάς αφού δεν φροντίζουμε να ικανοποιούμε τις ανάγκες μας.

«Όταν λες «ναι» σε κάτι που δεν θες, αυτά είναι τα αποτελέσματα: μισείς αυτό που κάνεις, απεχθάνεσαι το άτομο που σου έκανε την πρόταση και βλάπτεις τον εαυτό σου». -James Altucher 

Για να ξεκινήσετε να ανακτάτε χρόνο και να έχετε την ψυχική σας υγεία, επικεντρωθείτε σε εκείνα που πραγματικά θέλετε.

Αντί να λέτε αναγκαστικά «ναι», αναρωτηθείτε πρώτα, «συμφωνώ εγώ;», «είναι κάτι που μου αρέσει;».

Ξεκινήστε με μικρά βηματάκια, για παράδειγμα, όταν σας ζητήσει κάποιος μια ασήμαντη χάρη.

Μάθετε να αναγνωρίζετε εκείνα τα ναι που μέσα σας είναι όχι, και δώστε προσοχή.

Μήπως η σκέψη να λέτε «όχι» στους ανθρώπους με τους οποίους βρίσκεστε πρόσωπο με πρόσωπο σας φοβίζει;

Σύμφωνα με την Vanessa Van Edwards, την ιδρύτρια του εργαστηρίου έρευνας της ανθρώπινης συμπεριφοράς, «ζητήστε από τους ανθρώπους να σας στέλνουν μηνύματα και απαντήστε τους πίσω» λέει και συνεχίζει: «Είναι απόλυτα λογικό επίσης, να πείτε ότι θέλετε πρώτα να ελέγξετε το πρόγραμμα σας πριν τους απαντήσετε, αυτό θα σας επιτρέψει να έχετε τον χρόνο να σκεφτείτε τι πραγματικά θέλετε αλλά και ενδεχομένως να βρείτε τα σωστά λόγια και το κουράγιο να αρνηθείτε».

Εάν εξακολουθείτε να μην μπορείτε να πείτε «όχι», έχετε κατά νου και τα λόγια του δισεκατομμυριούχου επιχειρηματία Warren Buffet: «Οι επιτυχημένοι άνθρωποι λένε «όχι» σε όλα».

Το «όχι», σας επιτρέπει να πείτε «ναι» στα σημαντικά για εσάς.

Επίσης, σας κάνει καλύτερο άνθρωπο, γιατί το «ναι» δεν θα πηγάζει από φόβο και δυσαρέσκεια, σας αφήνει χώρο να κάνετε πράγματα που επιθυμείτε και να ικανοποιείτε τις ανάγκες σας, από το να είστε συνεχώς «πνιγμένοι».

Και σκεφτείτε και κάτι τελευταίο: εάν ξεκινήσετε να λέτε «όχι», σε τι θα λέγατε «ναι»;

Ενδεχομένως σε περισσότερη φροντίδα του εαυτού σας και καλύτερη ψυχική υγεία; Περισσότερο χρόνο με τα παιδιά σας; Ασχολία με το αγαπημένο σας χόμπι;

Ο Μύθος του «Νορμάλ»

Ο Μύθος του ‘Νορμάλ’, το οποίο σημαίνει ότι νομίζουμε ότι υπάρχουν άνθρωποι που είναι ‘νορμάλ’ από την μία μεριά, και ύστερα από την άλλη έχουμε τους παθολογικούς που έχουν κατάθλιψη, και άγχος ή εθισμό ή σχιζοφρένεια ή διπολική διαταραχή ή Ελλειμματική Προσοχή ή οποιαδήποτε άλλη πάθηση.

Αυτό που βλέπω εγώ είναι ένα συνεχές. Ότι είμαστε όλοι (σε) ένα συνεχές. Αυτά τα γνωρίσματα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είναι παρόντα σχεδόν σε οποιονδήποτε. Και είναι ένας μύθος να πιστεύεις ότι υπάρχουν οι κανονικοί και οι μη.

Λοιπόν, σύμφωνα με μία έρευνα το καλύτερο μέρος αν είσαι σχιζοφρενής δεν είναι η Βόρεια Αμερική με όλη αυτή την φαρμακοποιία. Στην πραγματικότητα είναι ένα χωριό στην Αφρική ή την Ινδία. Όπου υπάρχει αποδοχή. Όπου οι άνθρωποι «κάνουν χώρο» για τη διαφορετικότητα σου. Όπου η σύνδεση-σχέση δεν είναι αποκομμένη αλλά διατηρείται. Όπου ούτε αποκλείεσαι ή σε εκμεταλλεύονται αλλά είσαι ευπρόσδεκτος.

Θέλω να πω, ότι υπάρχει χώρος για σένα να συμπεριφερθείς με τον τρόπο που θες να συμπεριφερθείς. Ή να εκφράσεις αυτό που θέλεις να εκφράσεις. Και ακόμα και ολόκληρη η κοινότητα μπορεί να τραγουδήσει μαζί σου ή να ζητωκραυγάσει ή να σε αγκαλιάσει. Και ίσως βρει κάποια σημασία στην αποκαλούμενη «τρέλα» σου. Οπότε, έχει βάση και είναι πολιτισμικό.

Λοιπόν, οι ασθένειες δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο ενός ατόμου, είναι δημιούργημα του πολιτισμού. Κατασκεύασμα του πολιτισμού μας, μια ιδεολογική δομή. Οπότε, μία κοινωνία όπου μας αποκόπτει από την πνευματικότητα μας, όπου μας αποκόπτει από την κοινωνία με το να ωραιοποιεί τον ατομικισμό, και με το να καταστρέφει το κοινωνικό πλαίσιο – το οποίο το κάνει η κοινωνία μας – που αγνοεί τις συναισθηματικές ανάγκες μας, θα είναι μία κοινωνία που θα παράγει παθολογία.

Και νομίζω ότι αυτό έχει να κάνει με την ίδια τη φύση του οικονομικού συστήματος. Που λέει ότι αυτό που μετράει δεν είναι το ποιος είσαι αλλά το πως εκτιμάσαι από άλλους. Και η κοινωνία μας εκτιμάει τους ανθρώπους… – είναι μία υλιστική κοινωνία – το οποίο σημαίνει ακριβώς ότι αυτό που εκτιμάμε δεν είναι το ποιοι είναι οι άνθρωποι αλλά τι παράγουν ή καταναλώνουν. Και οι άνθρωποι που ούτε καταναλώνουν ούτε παράγουν, παραγκωνίζονται και υποτιμούνται. Εξού και η απόρριψη όλων των ανθρώπων που δεν μπορούν πλέον να παράγουν και δεν είναι και αρκετά πλούσιοι για να καταναλώσουν επίσης. Οπότε η ίδια η φύση αυτής της υλιστικής κοινωνίας επιβάλλει ή παράγει και προωθεί αυτό τον διαχωρισμό από τον εαυτό μας.

Υπάρχει μία νοημοσύνη – και δεν μιλάω για ένα μυστικό πλάσμα εκεί πάνω ή κάπου αλλού που κάνει και αποφασίζει πράγματα – όμως υπάρχει μία νοημοσύνη στη φύση και στη δημιουργία την οποία αν αγνοήσουμε δημιουργούμε πόνο για τον εαυτό μας αλλά και για τους άλλους ανθρώπους. Και συμβαδίζοντας με αυτή την νοημοσύνη, συμβαδίζοντας με αυτή τη σύνδεση-σχέση, είναι πραγματικά αυτό που – είτε το κάνουμε συνειδητά είτε το κάνουμε επειδή μας επιβάλλεται να το κάνουμε – με τρόπους που εκδηλώνουμε συμπόνοια και σύνδεση και αγάπη, αυτός είναι ο τρόπος που θα έπρεπε να είμαστε. Και έτσι η αναγνώριση αυτού και η επιδίωξη για αυτό, είναι αυτό που αποκαλώ εγώ πνευματικότητα.

Τα μονοπάτια είναι πολλά. Σε εξάρτηση με το ποιος, πως και που. Έχει να κάνει με το τι αναζητούν οι άνθρωποι. Πολλά άλλα μονοπάτια δεν είναι εύκολα, όμως ουσιαστικά, υπάρχει αυτή η πνευματική φύση την οποία αν αγνοήσουμε στην πραγματικότητα αγνοούμε ένα βασικό μέρος του εαυτού μας

Η συμφιλίωση με τον θάνατο

Η πραγματική συμφιλίωση με το τέλος της ύπαρξης δεν έχει να κάνει με την ιδέα του θανάτου αλλά με την αποδοχή και την κατανόηση της ζωής.

Κάθε λεπτό αμέτρητοι άνθρωποι φεύγουν από την ζωή. Γνωρίζουμε ότι είναι ένα οριστικό και αμετάκλητο γεγονός. Αναμφισβήτητα, η απώλεια συγκλονίζει και αγγίζει περισσότερο όταν φεύγει ένας δικός μας άνθρωπος. Όμως ακόμα και η είδηση ενός επώνυμου η άγνωστου νέου ανθρώπου που έφυγε από την ζωή πρόωρα και τραγικά μας ταρακουνά και μας θλίβει. Αναζητούμε λεπτομέρειες. Μιλάμε και διαβάζουμε μέρες γι' αυτό. Ταυτιζόμαστε.

Ο θάνατος μας εξομοιώνει όλους. Δεν κάνει διακρίσεις, δεν εξαγοράζεται. Δεν συγκινείται από νιάτα, ταλέντο, χαρακτήρα, ομορφιά , πλούτη και κοινωνική τάξη. Όταν αποφασίσει να σε επισκεφτεί, ξέρει ανά πάσα στιγμή που θα σε βρεί.

Η ζωή όσο γενναιόδωρη και γλυκιά μπορεί να γίνει, άλλο τόσο ανατρεπτική, ανασφαλής και εύθραυστη είναι. 'Οσο οργανωμένος και αν είσαι, όσο δυνατός και αν νιώθεις, δεν ξέρεις ποτέ τι σχέδια έχει το αύριο για σένα. Άσχετα αν έχουμε την ψευδαίσθηση ότι θα ζήσουμε για πάντα και ότι ο θάνατος αφορά μόνο τους άλλους – κανείς δεν γνωρίζει πόσο χρόνο έχει.

Πως διαχειριζόμαστε την θνησιμότητα μας όταν την συνειδητοποιήσουμε ;

Η λύση δεν βρίσκεται στο να σαμποτάρουμε την ζωή νιώθοντας τρόμο και ματαιότητα ούτε να εστιάζουμε στο τέλος.. Ο θάνατος «νικιέται» με την αγάπη . Εστιάζοντας στην ζωή. Τιμώντας την . Αντιμετωπίζοντας την σαν θαύμα, δώρο, ευκαιρία.

Να κάνουμε τις στιγμές να μετράνε. Να μην αναβάλλουμε. Να μην μετανιώνουμε για όσα δεν είπαμε και δεν κάναμε. Να βρούμε χρόνο για τα σημαντικά. Να αξιοποιήσουμε τα χαρίσματα μας και να παλέψουμε για τα όνειρα μας. Να εξερευνήσουμε , να εξελιχθούμε, να ρισκάρουμε. Να προσφέρουμε.

'Οσο ζούμε έχουμε παράταση χρόνου για να αλλάξουμε, να δράσουμε και να απολαύσουμε.

Να μη ξεχνάμε ότι κανείς δεν παίρνει τίποτα μαζί του. Ίσως το μόνο που παίρνει είναι η αγάπη που έδωσε και πήρε. Μια τέτοια ψυχή, σίγουρα, αναχωρεί τυλιγμένη σε ένα διαφορετικό πέπλο, πιο ανάλαφρη και γεμάτη.

Ας αφήσουμε στην άκρη ασήμαντες μικροπρέπειες, εγωισμούς και ανούσιες βεντέτες.

Ας αναλογιστούμε όλα τα ευχαριστώ και τις συγνώμες που δεν είπαμε. Τα λάθη και τις αδικίες που εν γνώση μας επαναλαμβάνουμε. Την αδιαφορία που δείχνουμε. Αυτά είναι ο πραγματικός θάνατος. Η έλλειψη συνείδησης, επίγνωσης και συμπόνοιας.

Αυτό εξηγεί γιατί υπάρχουν νεκροί που ζούνε για πάντα και ζωντανοί που έχουν ήδη πεθάνει.

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ: ΠΕΡΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Περί του ενυπνίου 9 κ.εξ.

(Μιλάει η προσωποποιημένη Παιδεία, που εμφανίζεται στο όνειρο του συγγραφέα.) «Εγώ, παιδί μου, είμαι η Παιδεία, οικεία πια και γνώριμη σε σένα, παρόλο που δεν με δοκίμασες ακόμα ως το τέλος. Αν πιστέψεις σε μένα, πρώτα απ’ όλα έχω να σου δείξω πολλά έργα παλαιών ανδρών και να σου ανιστορήσω θαυμαστά κατορθώματα και λόγους αυτών και να σε φέρω σε επαφή με καθετί, σαν να λέμε· και την ψυχή, που είναι το πιο σημαντικό κομμάτι σου, να σου στολίσω με πολλά και καλά στολίδια- με σωφροσύνη, δικαιοσύνη, ευσέβεια, πραότητα, επιείκεια, σύνεση, καρτερία, με τον έρωτα για τα ωραία, με τη ροπή προς τα πιο υψηλά· αυτά είναι στ’ αλήθεια ο άμωμος στολισμός της ψυχής. Δεν θα σου ξεφεύγει τίποτε από τα παλιά και τίποτε από αυτά που πρέπει να γίνουν τώρα- αλλά μαζί μου θα προβλέπεις ακόμα και τα μελλούμενα, και γενικά όλα όσα υπάρχουν, θεία και ανθρώπινα, θα σου τα μάθω σύντομα.

«Και συ, ο τωρινός φτωχούλης, ο γιος του πάσα ένα σε λίγο χρόνο θα γίνεις ζηλευτός, θα σε φθονούν όλοι, θα δέχεσαι τιμές κι επαίνους, θα ευημερείς για τις αρετές σου και θα σε λοξοκοιτάζουν αυτοί που είναι ανώτεροι στη γενιά και στα πλούτη. Ακόμη κι αν ταξιδέψεις κάπου, ούτε στην ξένη χώρα θα είσαι άγνωστος και αφανής. Θα σε εφοδιάσω με τέτοια χαρακτηριστικά, ώστε καθένας που θα σε βλέπει θα σκουντάει τον διπλανό του και θα δείχνει με το δάχτυλο, λέγοντας: “Να τος αυτός που σου ‘λεγα”. Αν πάλι οι φίλοι ή η πόλη ολόκληρη έχουν ν’ αντιμετωπίσουν κάποια σημαντική υπόθεση, σε σένα όλοι προσβλέπουν. Κι αν καμιά φορά τύχει να μιλήσεις κάπου, οι περισσότεροι θα σε ακούνε με ανοιχτό το στόμα, θα θαυμάζουν και θα μακαρίζουν εσένα για την ευφράδειά σου και τον πατέρα σου για την καλή του μοίρα. Αλλά και αυτό που λέγεται, ότι μερικοί άνθρωποι γίνονται αθάνατοι, κι αυτό θα σ’ το προσφέρω. Διότι, αν θα φύγεις και ο ίδιος από τη ζωή, ποτέ δεν θα πάψεις να συναναστρέφεσαι τους μορφωμένους και να συνομιλείς με τους άριστους. Κοίτα τον Δημοσθένη, τίνος γιος ήταν και πόσο σπουδαίο τον έκανα εγώ. Κοίτα τον Αισχίνη, που ήταν γιος τυμπανίστριας, κι όμως χάρη σε μένα τον κανάκευε ο Φίλιππος. Και στον ίδιο τον Σωκράτη, που ανατράφηκε από αυτή εδώ τη Γλυπτική, κι αμέσως μόλις κατάλαβε τι είναι το καλύτερο της ξέφυγε και αυτομόλησε προς εμένα, ακούς τι εγκώμια του ψάλλουν όλοι».

Πώς μπορείς να παίξεις με τους φίλους σου video-game «τηλεπαθητικά» χρησιμοποιώντας μόνο το μυαλό σας

Η τηλεπαθητική επικοινωνία μπορεί να είναι ένα βήμα πιο κοντά στο να γίνει πραγματικότητα εξαιτίας της νέας έρευνας από το Πανεπιστήμιο της Washington. Επιστημονική ομάδα δημιούργησε μια μέθοδο που επιτρέπει τρία άτομα να εργαστούν μαζί για να λύσουν ένα πρόβλημα χρησιμοποιώντας μόνο το μυαλό τους. Στο BrainNet, τρία άτομα παίζουν ένα παιχνίδι σαν το Tetris χρησιμοποιώντας μια διασύνδεση εγκεφάλου-εγκεφάλου (brain-to-brain interface). Είναι η πρώτη επίδειξη δύο πραγμάτων: ενός δικτύου εγκεφάλων με περισσότερα από δυο άτομα και της δυνατότητας ένα άτομο να μπορεί τόσο να δεχθεί όσο και να στείλει πληροφορίες σε άλλα άτομα χρησιμοποιώντας μόνο τους εγκεφάλους τους. Η ομάδα δημοσίευσε τα αποτελέσματα της έρευνάς της στο περιοδικό του Nature, Scientific Reports.

«Οι άνθρωποι είναι κοινωνικά όντα που επικοινωνούν μεταξύ τους για να συνεργαστούν και να λύσουν προβλήματα όταν κανείς δεν μπορεί να τα λύσει μόνος του», αναφέρει ο καθηγητής στη Σχολή Επιστήμης Υπολογιστών και Μηχανικής του Πανεπιστημίου της Washington, Rajesh Rao. «Θελήσαμε να γνωρίσουμε αν μια ομάδα ανθρώπων θα μπορούσε να συνεργαστεί χρησιμοποιώντας μόνο τους εγκεφάλους τους. Έτσι φθάσαμε στην ιδέα του BrainNet: όπου δυο άνθρωποι βοηθούν ένα τρίτο πρόσωπο να λύσει ένα πρόβλημα».

Όπως στο Tetris, το παιχνίδι εμφανίζει ένα κομμάτι σε σχήμα ορθογωνίου με κενά, στην κορυφή της οθόνης και μια γραμμή που χρειάζεται να συμπληρωθεί στο κάτω μέρος της. Δυο άτομα, οι Αποστολείς, μπορούν να δουν τόσο το κομμάτι όσο και τη γραμμή όμως δεν μπορούν να ελέγξουν το παιχνίδι. Το τρίτο πρόσωπο, ο Αποδέκτης, μπορεί να δει μόνο το κομμάτι αλλά μπορεί να «πει» στο παιχνίδι αν περιστρέψει το κομμάτι για να συμπληρώσει με επιτυχία τη γραμμή. Κάθε Αποστολέας αποφασίζει εάν το κομμάτι χρειάζεται να περιστραφεί και στη συνέχεια διαβιβάζει την πληροφορία αυτή από τον εγκέφαλό του, μέσω του internet και στον εγκέφαλο του Αποδέκτη. Στη συνέχεια ο Αποδέκτης επεξεργάζεται αυτή την πληροφορία και στέλνει μια εντολή – για να περιστρέψει ή να μη περιστρέψει το κομμάτι – για το παιχνίδι απευθείας από τον εγκέφαλό του, για την συμπλήρωση και καλώς εχόντων των πραγμάτων την εκκαθάριση της γραμμής.

Η ερευνητική ομάδα ζήτησε πέντε ομάδες συμμετεχόντων να παίξουν 16 γύρους του παιχνιδιού. Για κάθε ομάδα, οι τρεις συμμετέχοντες ήταν σε διαφορετικά δωμάτια και δεν μπορούσαν να δουν, να ακούσουν ή να μιλήσουν ο ένας στον άλλον. Ο καθένας από τους Αποστολείς θα μπορούσε να δει το παιχνίδι να εμφανίζεται στην οθόνη ενός υπολογιστή. Η οθόνη επίσης εμφάνιζε τη λέξη «Ναι» στη μια πλευρά και τη λέξη «Όχι» στην άλλη. Κάτω από την επιλογή «Ναι», ένα LED αναβόσβηνε 17 φορές το δευτερόλεπτο. Κάτω από την επιλογή «Όχι», ένα LED αναβόσβηνε 15 φορές το δευτερόλεπτο.

«Μόλις ο Αποστολέας αποφάσιζε σχετικά με το αν περιστρέψει το ορθογώνιο κομμάτι, έστελνε “Ναι” ή “Όχι” στον εγκέφαλο του Αποδέκτη με τη συγκέντρωση στο αντίστοιχο φως», είπε ο πρώτος συγγραφέας της μελέτης Linxing Preston Jiang. Οι Αποστολείς φορούσαν ηλεκτροεγκεφαλογραφικό σκούφο που ανιχνεύει την ηλεκτρική δραστηριότητα στους εγκεφάλους τους. Τα διαφορετικά μοτίβα αναβοσβησίματος του φωτός πυροδοτούν μοναδικούς τύπους δραστηριότητας στον εγκέφαλο, τους οποίους οι σκούφοι μπορούν να ανιχνεύσουν. Έτσι, καθώς οι Αποστολείς κοίταζαν επίμονα στο φως για την αντίστοιχη επιλογή τους, ο σκούφος ανίχνευε αυτά τα σήματα και ο υπολογιστής παρείχε σε πραγματικό χρόνο ανάδραση με την εμφάνιση ενός κέρσορα στην οθόνη που κινείτο προς την κατεύθυνση της επιλογής που αποφασίστηκε. Οι επιλογές μεταφράζονταν στη συνέχεια σε απαντήσεις «Ναι» και «Όχι» που θα μπορούσαν να αποσταλούν μέσω του internet στον Αποδέκτη.

«Για να παραδοθεί το μήνυμα στον Αποδέκτη, χρησιμοποιήσαμε ένα καλώδιο που τελείωνε με ένα ράβδο-πηνίο που μοιάζει με μικροσκοπική ρακέτα πίσω από το κεφάλι του Αποδέκτη. Το πηνίο αυτό διεγείρει το μέρος του εγκεφάλου που μεταφράζει τα σήματα από τα μάτια», ανέφερε ο Andrea Stocco, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Washington και στο Ινστιτούτο για τη Μάθηση και τις Επιστήμες του Εγκεφάλου (ή I-LABS). «Ουσιαστικά “ξεγελάμε” τους νευρώνες στο πίσω μέρος του εγκεφάλου για να απλώσουν το μήνυμα ότι έχουν λάβει σήματα από τα μάτια. Στη συνέχεια οι συμμετέχοντες έχουν την αίσθηση ότι φωτεινά τόξα ή αντικείμενα εμφανίζονται ξαφνικά μπροστά στα μάτια τους».

Αν η απάντηση ήταν «Ναι, να περιστρέψεις το ορθογώνιο κομμάτι», τότε ο Αποδέκτης θα μπορούσε να δει το φωτεινό αναβόσβημα. Αν η απάντηση ήταν «Όχι», τότε ο Αποδέκτης δεν θα μπορούσε να δει τίποτε. Ο Αποδέκτης δέχονταν εισιόντα και από τους δυο Αποστολείς πριν τη λήψη της απόφασης σχετικά με το αν θα περιστραφεί το ορθογώνιο. Επειδή ο Αποδέκτης φορούσε επίσης ηλεκτροεγκεφαλικό σκούφο, χρησιμοποιήθηκε η ίδια μέθοδος όπως στους Αποστολείς για να επιλεγεί το Ναι ή το Όχι.

Οι Αποστολείς είχαν την ευκαιρία να ελέγξουν την απόφαση του Αποδέκτη και να στείλουν διορθώσεις αν διαφωνούσαν. Στη συνέχεια, μόλις ο Αποδέκτης έστειλε μια δεύτερη απόφαση, όλοι στην ομάδα έμαθαν αν καθάρισαν τη γραμμή. Κατά μέσο όρο, κάθε ομάδα καθάρισε επιτυχώς τη γραμμή σε ποσοστό 81% ή για 13 από τις 16 προσπάθειες.

Η ερευνητική ομάδα ελπίζει ότι τα αποτελέσματα αυτά ανοίγουν το δρόμο για μελλοντικές διασυνδέσεις μεταξύ εγκεφάλων που θα επιτρέπουν τους ανθρώπους να συνεργάζονται για να λύσουν δύσκολα προβλήματα που ένας εγκέφαλος μόνος του δεν θα μπορούσε να λύσει. Οι ερευνητές επίσης πιστεύουν ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να αρχίσει μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με την ηθική της έρευνας εγκεφαλικής διεύρυνσης και την ανάπτυξη πρωτοκόλλων για να διασφαλιστεί ότι η ιδιωτικότητα του ανθρώπου γίνεται σεβαστή καθώς βελτιώνεται η τεχνολογία.

Η άποψη του Νίτσε για τη μεταφυσική

Μεταφυσική είναι η μελέτη ή η προσπάθεια να φτάσει κανείς στο «πραγματικό». Είναι προφανές ότι τους περισσότερους ανθρώπους δεν τους απασχολούν τέτοιες σκέψεις, τι δηλαδή είναι «πραγματικό» και τι όχι, επειδή «μια γάτα είναι μια γάτα» και «ένα δέντρο είναι ένα δέντρο».

Οι φιλόσοφοι, από την άλλη μεριά, έχουν επιχειρήσει με πολλούς τρόπους να δουν πίσω από τη φαινομενική όψη του κόσμου, προκειμένου να συλλάβουν μια «ανώτερη», «βαθύτερη», «πιο αληθινή» πραγματικότητα. Το ίδιο κάνουν και οι θρησκείες. (Η επιστήμη της φυσικής είναι κι αυτή μια τρόπον τινά μεταφυσική: σκοπός της είναι να αποκαλύψει την έσχατη πραγματικότητα. Το σίγουρο είναι πως ο κόσμος φαίνεται πολύ διαφορετικός κάτω από ένα ισχυρό μικροσκόπιο ή μέσα από το φακό του τηλεσκοπίου ενός αστρονόμου.) Ο Νίτσε, στο έργο του Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, δίνει μια συνοπτική εξήγηση για την καταγωγή της μεταφυσικής, όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος:

Παρανόηση των ονείρων. Σε εποχές ακατέργαστων, αρχέγονων κουλτουρών, ο άνθρωπος πίστευε ότι μπορούσε να ανακαλύψει στα όνειρα έναν δεύτερο πραγματικό κόσμο: αυτή είναι η καταγωγή κάθε μεταφυσικής. Χωρίς τα όνειρα ο άνθρωπος δεν θα ‘βρίσκε κανένα κίνητρο για να χωρίσει τον κόσμο στα δυο. Ο χωρισμός σε ψυχή και σώμα συνδέεται επίσης με τις αρχαιότερες απόψεις για τα όνειρα, όπως είναι η παραδοχή της ύπαρξης ενός ενσώματου ομοιώματος της ψυχής. Η παραδοχή αυτή δεν είναι παρά η ρίζα κάθε πίστης στα φαντάσματα και πιθανόν στους θεούς. «Ο νεκρός εξακολουθεί να ζει, επειδή εμφανίζεται στα όνειρα των ζωντανών». Σ’ αυτό το συμπέρασμα κατέληγαν οι άνθρωποι παλιότερα, για πολλές χιλιετηρίδες. (Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο)

Ο Νίτσε δεν θα αρνούνταν ποτέ την πιθανότητα να υπάρχει πράγματι ένας «ανώτερος», «βαθύτερος», «πιο αληθινός» κόσμος- αυτό που ουσιαστικά λέει είναι πως η προσπάθεια του ανθρώπου να γνωρίσει έναν τέτοιο κόσμο υπερβαίνει τις δυνατότητές του.

Μεταφυσικός κόσμος. Είναι αλήθεια ότι θα μπορούσε να υπάρχει ένας μεταφυσικός κόσμος- πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να αμφισβητήσει την απόλυτη δυνατότητα αυτού. Βλέπουμε όλα τα πράγματα μέσω του ανθρώπινου κεφαλιού και δεν μπορούμε να κόψουμε αυτό το κεφάλι, παρ’ όλο που παραμένει το ερώτημα τι θα έμενε από τον κόσμο αν το κόβαμε. Αυτό είναι ένα καθαρά επιστημονικό πρόβλημα και όχι πολύ πρόσφορο για να προκαλεί στους ανθρώπους ανησυχία. Αλλά το καθετί που παρήγαγε ως σήμερα μεταφυσικές παραδοχές και τις έκανε πολύτιμες, φριχτές, απολαυστικές στους ανθρώπους είναι πάθος, σφάλμα και αυτοεξαπάτηση. Οι χειρότερες μέθοδοι της γνώσης, όχι οι καλύτερες, μας δίδαξαν να πιστεύουμε σ’ αυτά. Μόλις ανακαλύψει κανείς ότι οι μέθοδοι αυτές είναι το θεμέλιο όλων των υπαρκτών θρησκειών και μεταφυσικών συστημάτων, τις απορρίπτει παρευθύς. Εκείνη η άλλη δυνατότητα για την οποία λέγαμε παραμένει πάντα, αλλά δεν μπορούμε ν’ αρχίσουμε τίποτα μ’ αυτήν, να κρεμάσουμε την ευτυχία, τη σωτηρία και τη ζωή από τον αραχνένιο ιστό μιας τέτοιας δυνατότητας. Γιατί τίποτε απολύτως δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε για τον μεταφυσικό κόσμο εκτός από το άλλο-είναι του, ένα άλλο-είναι απρόσιτο και ακατανόητο σε μας. θα ‘ταν ένα πράγμα με αρνητικές ιδιότητες. Ανεξάρτητα από το πόσο καλά θα αποδεικνυόταν η ύπαρξη ενός τέτοιου κόσμου, θα εξακολουθούσε να είναι βέβαιο ότι η γνώση αυτού του κόσμου, θα ήταν η πιο αδιάφορη από κάθε άλλη γνώση, πιο αδιάφορη ακόμη και από τη γνώση της χημικής ανάλυσης του νερού για τον ναυτικό που αντιμετωπίζει μια θύελλα. (Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, 9)

Το απόσπασμα αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της επιθυμίας του Νίτσε να κοιτάξει κατάματα τη ζωή και να αποδεχτεί μόνο εκείνο που μπορεί πραγματικά να γίνει αποδεκτό: πρώτον, ότι ο ανθρώπινος νους βασίζεται μόνο στο ίδιο του το είναι και δεν υπάρχει καμία εγγύηση πως οτιδήποτε συμβαίνει μέσα σ’ αυτόν αντικατοπτρίζει την αλήθεια-δεύτερον, ότι, αν υπήρχε κάποιο άλλο πεδίο ύπαρξης, θα αποτελούσε αυτό ακριβώς – «κάτι άλλο» – και ως εκ τούτου θα ήταν άγνωστο σ’ εμάς που ζούμε σ’ αυτό τον κόσμο- και τρίτον, ακόμα κι αν έπαυε να μας είναι άγνωστο, δεν θα μας χρησίμευε καθόλου για να πορευτούμε σ’ αυτή τη ζωή.

Το βιβλίο Η Θέληση για Δύναμη αποτελεί μια συλλογή αποσπασμάτων από τις σημειώσεις που κρατούσε ο Νίτσε την περίοδο 1883-1888. Εκεί ο Νίτσε καταφέρεται με τον πλέον δηκτικό και περιεκτικό τρόπο εναντίον της ενασχόλησης με τη μεταφυσική:

Αν είναι κανείς φιλόσοφος, όπως οι άνθρωποι ήταν πάντα φιλόσοφοι, δεν έχει μάτια για αυτό για το οποίο ήταν, και για αυτό για το οποίο γίνεται – βλέπει μόνον αυτό που είναι. Επειδή όμως τίποτε δεν είναι, το μόνο που έχει μείνει στον φιλόσοφο ως δικός του «κόσμος» είναι το φαντασιακό. (Η Θέληση για Δύναμη)

Για την ψυχολογία της μεταφυσικής. – Αυτός ο κόσμος είναι φαινομενικός: συνεπώς υπάρχει ένας αληθινός κόσμος· – ο κόσμος αυτός είναι εξαρτώμενος από όρους: συνεπώς υπάρχει ένας κόσμος μη εξαρτώμενος από όρους· – ο κόσμος αυτός είναι γεμάτος αντίφαση: συνεπώς υπάρχει ένας κόσμος απαλλαγμένος από αντίφαση· – ο κόσμος αυτός είναι ένας κόσμος του γίγνεσθαι: συνεπώς υπάρχει ένας κόσμος του Είναι: – όλα λαθεμένα συμπεράσματα (τυφλή εμπιστοσύνη στο λογικό: αν το Α υπάρχει, τότε η αντίθετη έννοια Β πρέπει επίσης να υπάρχει). Είναι ο πόνος αυτό που εμπνέει αυτά τα συμπεράσματα: κατά βάθος υπάρχουν επιθυμίες να υπάρχει ένας τέτοιος κόσμος· κατά τον ίδιο τρόπο, το να φανταζόμαστε έναν άλλο, πιο μεστό από αξία, κόσμο είναι μια έκφραση μίσους για έναν κόσμο που μας κάνει να υποφέρουμε: η μνησικακία των μεταφυσικών απέναντι στην πραγματικότητα είναι εδώ δημιουργική. (Η Θέληση για Δύναμη, 579)

* Το «Είναι» – δεν έχουμε ιδέα γι’ αυτό εκτός από την ιδέα του «ζην». – Πώς μπορεί κάτι νεκρό να «είναι»; (Η Θέληση για Δύναμη)

Δεν θα υπήρχε τίποτε που να μπορούσε να ονομαστεί γνώση, αν το σκέπτεσθαι δεν αναδημιουργούσε πρώτα τον κόσμο κατ’ αυτόν τον τρόπο σε «πράγματα», σ’ αυτό ιιου είναι ταυτόσημο με τον εαυτό του. Μόνον επειδή υπάρχει σκέπτεσθαι υπάρχει αναλήθεια. (Η θέληση για Δύναμη)

* Ο «αληθινός κόσμος», όπως κι αν έχει συλληφθεί ως τώρα ήταν πάντα ο φαινομενικός κόσμος άλλη μια φορά. (Η θέληση για Δύναμη)

Όλες οι προσπάθειες που στοχεύουν στη μεταφυσική περιορίζονται από την ανθρώπινη λογική η οποία βλέπει «πράγματα», πράγματα που «υπάρχουν». Όμως οτιδήποτε είναι, δεν είναι, επειδή τα πάντα συνεχώς γίνονται, αλλάζουν, αποτελούν μέρος μιας μεγάλης ροής.

Κάποτε, σε ένα εστιατόριο στη Βοστόνη, έτυχε να καθίσω δίπλα σε έναν φυσικό που εργαζόταν στο ΜΙΤ. Τον ρώτησα σχετικά με αυτό ακριβώς για το οποίο μιλά ο Νίτσε. «Η σύγχρονη Φυσική πιστεύει ότι υπάρχουν άτομα, ηλεκτρόνια ή σωματίδια;» Εκείνος μου απάντησε ήρεμα ότι δεν πίστευαν πλέον σε «πράγματα» αλλά σε «δυνάμεις», δηλαδή, δεν μπορούν να εντοπίσουν πραγματικά αντικείμενα, σωμάτια ή σωματίδια αλλά μόνο πεδία δυνάμεων και κίνησης. Αυτό, φυσικά, έκανε τα εξασκημένα στον Νίτσε μάτια μου να λάμψουν.

Προσπαθήστε να φανταστείτε για μια στιγμή πως όλα όσα βλέπει το ανθρώπινο μάτι δεν είναι στην πραγματικότητα σταθερά, όπως φαίνονται ότι είναι, αλλά βρίσκονται σε μια κατάσταση ροής, όπως υποστηρίζει ο Νίτσε. Όλη η συζήτηση σχετικά με την υπόσταση των πραγμάτων, το τάδε και το δείνα «πράγμα», καταντά γελοία ή μάλλον μετατρέπεται σε μια προσπάθεια του ανθρώπινου νου να «σταματήσει τον κόσμο», να κατανοήσει με βάση τη λογική και να βάλει σε τάξη το ακατανόητο. Αυτό ακριβώς προσπαθεί να πει ο Νίτσε. Αυτή είναι η «ειλικρίνεια» με την οποία αντιμετωπίζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Ας πάψουμε – λέει – να ισχυριζόμαστε πράγματα που σε τελική ανάλυση είναι μύθοι. Αν έχουμε πράγματι σκοπό να στοχαστούμε, ας φτάσουμε μέχρι το τέρμα κι ας πάψουμε να κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας με μισές αλήθειες και με ψέματα. Αν η «αλήθεια» είναι κάτι απρόσιτο στον άνθρωπο, τότε ας το παραδεχτούμε, ας το συνειδητοποιήσουμε κι ας «ζήσουμε» μ’ αυτό. Αν μια γάτα δεν είναι γάτα, δηλαδή, αν δεν έχουμε τη δυνατότητα να «γνωρίσουμε» την απεραντοσύνη της εξέλιξης, αν τα εργαλεία κατανόησης που διαθέτει ο ανθρώπινος νους δεν μπορούν να προχωρήσουν πέρα από τον φαινομενικό, επιφανειακό κόσμο, ας το δεχθούμε. Ας φανούμε όμως ειλικρινείς και ας ρίξουμε τη μεταφυσική στα σκουπίδια, μαζί με τη χαλασμένη σούπα και το άδειο κουτί της κονσέρβας.

Τα βιβλία που πεθαίνουν

Πού πάνε τα βιβλία όταν τα διαβάσουμε; Πού μένουν όλα εκείνα που μόλις διαβάσαμε; Πού «αποθηκεύονται», με ποιον τρόπο και σε ποια μορφή; Δεν θυμάμαι απ’ έξω κανένα απόσπασμα από όσα βιβλία έχω διαβάσει στη ζωή μου. Και ελάχιστα ποιήματα, πέρα από όσα έχουν γίνει τραγούδια. 'Εχω φίλους με ιδιαίτερη ικανότητα στην απομνημόνευση, κατεβάζουν ολόκληρα σεντόνια από μυθιστορήματα και βέβαια δεκάδες ποιήματα.

Όταν με κάποιον τρόπο έρχεται η σειρά μου, σωπαίνω. Σαν να είμαι γεμάτος αισθήσεις αλλά εντελώς άδειος από λέξεις.

Θέλω να πιστεύω πως σε ανθρώπους σαν εμένα – που είμαστε πάρα πολλοί – η δουλειά γίνεται αλλιώς. Γιατί κάπως αλλιώς πρέπει να γίνεται.

Δεν μπορεί τόσες χιλιάδες ώρες να ήταν χαμένος χρόνος. Δεν μπορεί πέρα από το γενικό πλαίσιο μιας αφήγησης, μιας αποτύπωσης της ιστορίας που μόλις διάβασες, να μην υπάρχουν σημάδια, να επουλώνεται αμέσως το δέρμα, μετά την επαφή του με τροχισμένες λέξεις.

Το μόνο που θυμάμαι είναι το ρίγος. Τις έχω τις αναμνήσεις των αισθημάτων μόλις έπεσα επάνω σε κείμενα που με συγκλόνισαν. Αλλά δεν έχω τα κείμενα. 'Οσο κι αν προσπαθώ δεν μπορώ να θυμηθώ τίποτα από την «απολογία» του Ρασκόλνικοφ, στο «Εγκλημα και τιμωρία». Θυμάμαι πως είχα βγει στο μπαλκόνι και έκανα δύο τσιγάρα για να συνέλθω. Και ήμουν σίγουρος πως κάποια λόγια δεν θα τα ξεχάσω ποτέ.

Νομίζω πως τα βιβλία με έριξαν στα πολλά τσιγάρα. Μετά τον «Ξένο» του Καμί ή κάποιο βιβλίο του Κάφκα, πλακωνόμουν στα τσιγάρα σαν να ήθελα με τον καπνό να τα πιέσω όλα μέσα μου, να μην ξαναβγούν ποτέ, να μη χαθούν. Ξέρω πως κάπου είναι, αλλά όχι με τη μορφή λέξεων. Κάπως αλλιώς. Χτισμένα, στέρεα, έχουν πάρει ένα τελείως διαφορετικό σχήμα από αυτό που είχαν τα αρχικά υλικά τους.

Ίσως το κέρδος δεν είναι η αποστήθιση αλλά το άνοιγμα των δρόμων. Tα βιβλία πέρα από την αυθύπαρκτη λογοτεχνική αξία που έχει να κάνει με τον καλλιτεχνικό κώδικα και την απόλαυση της ανάγνωσης, είναι τρόποι να σκέφτεσαι, να βλέπεις τους άλλους, να απλώνεσαι. Οι τρόποι είναι εκείνοι που «γράφουν» μέσα μας. Κι ας μη θυμόμαστε πώς έγινε.

Eξάλλου μάθαμε να γελάμε από αστεία που δεν τα θυμόμαστε πια. Φαντάζομαι πως δεν θυμόμαστε ούτε τα αντικείμενα που μας πρωτοπλήγωσαν, όμως ζούνε οι αναμνήσεις των πόνων και ο τρόπος της διαχείρισής τους.

Τα βιβλία του καλοκαιριού περιμένουν σε μια στοίβα ποια θα διαλέξουμε όχι μόνο για να διαβαστούν πρώτα, αλλά και για να πεθάνουν πρώτα. Ποια θα κερδίσουν το τσιγάρο της πρώτης ζαλάδας στην τελευταία τους σελίδα και ποια δεν θα κερδίσουν ούτε αυτό.

Και θα πάνε εκεί που έχουν πάει και τα άλλα. Παρέα με όλο το θαλασσινό νερό που πέρασε από το σώμα μας και ξαναγλίστρησε στη θάλασσα. Και με τους εαυτούς μας σε παλιές φωτογραφίες. Δεν θυμόμαστε καν πού τραβήχτηκαν και πότε αλλά αν δεν περνούσαμε από εκεί δεν θα φτάναμε ποτέ εδώ. Και αν δεν είχαμε διαβάσει εκείνα τα βιβλία.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἔργα καὶ Ἡμέραι (582-617)

Ἦμος δὲ σκόλυμός τ᾽ ἀνθεῖ καὶ ἠχέτα τέττιξ
δενδρέῳ ἐφεζόμενος λιγυρὴν καταχεύετ᾽ ἀοιδὴν
πυκνὸν ὑπὸ πτερύγων, θέρεος καματώδεος ὥρῃ,
585 τῆμος πιόταταί τ᾽ αἶγες, καὶ οἶνος ἄριστος,
μαχλόταται δὲ γυναῖκες, ἀφαυρότατοι δέ τοι ἄνδρες
εἰσίν, ἐπεὶ κεφαλὴν καὶ γούνατα Σείριος ἄζει,
αὐαλέος δέ τε χρὼς ὑπὸ καύματος· ἀλλὰ τότ᾽ ἤδη
εἴη πετραίη τε σκιὴ καὶ βίβλινος οἶνος
590 μάζα τ᾽ ἀμολγαίη γάλα τ᾽ αἰγῶν σβεννυμενάων
καὶ βοὸς ὑλοφάγοιο κρέας μή πω τετοκυίης
πρωτογόνων τ᾽ ἐρίφων· ἐπὶ δ᾽ αἴθοπα πινέμεν οἶνον,
ἐν σκιῇ ἑζόμενον, κεκορημένον ἦτορ ἐδωδῆς,
ἀντίον ἀκραέος Ζεφύρου τρέψαντα πρόσωπα·
595 κρήνης δ᾽ ἀεινάου καὶ ἀπορρύτου, ἥ τ᾽ ἀθόλωτος,
τρὶς ὕδατος προχέειν, τὸ δὲ τέτρατον ἱέμεν οἴνου.
Δμωσὶ δ᾽ ἐποτρύνειν Δημήτερος ἱερὸν ἀκτὴν
δινέμεν, εὖτ᾽ ἂν πρῶτα φανῇ σθένος Ὠρίωνος,
χώρῳ ἐν εὐαεῖ καὶ ἐυτροχάλῳ ἐν ἀλωῇ.
600 μέτρῳ δ᾽ εὖ κομίσασθαι ἐν ἄγγεσιν· αὐτὰρ ἐπὴν δὴ
πάντα βίον κατάθηαι ἐπάρμενον ἔνδοθι οἴκου,
θῆτά τ᾽ ἄοικον ποιεῖσθαι καὶ ἄτεκνον ἔριθον
δίζησθαι κέλομαι· χαλεπὴ δ᾽ ὑπόπορτις ἔριθος·
καὶ κύνα καρχαρόδοντα κομεῖν, μὴ φείδεο σίτου,
605 μή ποτέ σ᾽ ἡμερόκοιτος ἀνὴρ ἀπὸ χρήμαθ᾽ ἕληται.
χόρτον δ᾽ ἐσκομίσαι καὶ συρφετόν, ὄφρα τοι εἴη
βουσὶ καὶ ἡμιόνοισιν ἐπηετανόν. αὐτὰρ ἔπειτα
δμῶας ἀναψῦξαι φίλα γούνατα καὶ βόε λῦσαι.
Εὖτ᾽ ἂν δ᾽ Ὠρίων καὶ Σείριος ἐς μέσον ἔλθῃ
610 οὐρανόν, Ἀρκτοῦρον δ᾽ἐσίδῃ ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
ὦ Πέρση, τότε πάντας ἀποδρέπεν οἴκαδε βότρυς,
δεῖξαι δ᾽ ἠελίῳ δέκα τ᾽ ἤματα καὶ δέκα νύκτας,
πέντε δὲ συσκιάσαι, ἕκτῳ δ᾽ εἰς ἄγγε᾽ ἀφύσσαι
δῶρα Διωνύσου πολυγηθέος. αὐτὰρ ἐπὴν δὴ
615 Πληιάδες θ᾽ Ὑάδες τε τό τε σθένος Ὠρίωνος
δύνωσιν, τότ᾽ ἔπειτ᾽ ἀρότου μεμνημένος εἶναι
ὡραίου· πλειὼν δὲ κατὰ χθονὸς ἄρμενος εἴη.

***
Και μόλις το γαϊδουράγκαθο ανθίζει και το τζιτζίκι βουερό
πάνω στο δέντρο καθισμένο οξύ τραγούδι χύνει συνεχώς
απ᾽ τα φτερά του κάτω, την ώρα του θέρους τού κοπιαστικού,
τότε παχύτατες οι γίδες είναι κι άριστο το κρασί,
λάγνες όσο ποτέ οι γυναίκες, μα ασθενικότατοι οι άντρες,
αφού ο Σείριος τους ξεραίνει το κεφάλι και τα γόνατα,
κι είναι το δέρμα μαραμένο από την κάψα. Μα τότε πια
είθε να έχεις τη σκιά του βράχου και βίβλινο κρασί,
590 κριθαρόψωμο με γάλα ζυμωμένο και γάλα από γίδες που παύουν να θηλάζουν,
κρέας από δασόθρεφτη δαμάλα που δε γέννησε ακόμα
κι από πρωτότοκα κατσίκια. Να πίνεις κι από πάνω φλογερό κρασί
στον ίσκιο καθισμένος, με χορτασμένη από φαΐ καρδιά,
το πρόσωπό σου στρέφοντας απέναντι στο Ζέφυρο που ζωηρά φυσάει.
Κι από αέναη κρήνη και τρεχούμενη, αθόλωτη, να χύνεις πρώτα
τρία μέρη το νερό, ενώ το τέταρτο κρασί να ρίχνεις.

Τους δούλους σου παρότρυνε της Δήμητρας το ιερό το στάρι
ν᾽ αλωνίζουν, μόλις φανεί πρώτη φορά ο δυνατός Ωρίων,
σε χώρο ευάερο, σ᾽ αλώνι ολοστρόγγυλο.
600 Καλά μετρώντας το στ᾽ αγγεία σου μέσα βάλ᾽ το. Κι όταν
όλο το βιός σου ταιριαστά στο σπίτι μέσα αποθηκεύσεις,
άνθρωπο δίχως οικογένεια για εργάτη σου να πάρεις και για υπηρέτρια δίχως παιδί
να ψάξεις σε προτρέπω. Δύσκολη είναι η υπηρέτρια παιδί στο στήθος σαν βυζαίνει.
Και σκύλο να φροντίζεις κοφτερόδοντο, να μη λυπάσαι το ψωμί γι᾽ αυτόν,
μην τύχει και τα πράγματά σου αφαιρέσει ο κλέφτης που κοιμάται την ημέρα.
Χορτάρι κι άχυρα μέσα να φέρεις, για να ᾽χουν άφθονο
τα μουλάρια και τα βόδια σου. Κι ύστερα άσε τους δούλους σου
τα γόνατά τους ν᾽ αναπαύσουν και τα βόδια σου να λύσουν.

Κι όταν ο Ωρίωνας κι ο Σείριος στο μέσον έρθουν
610 τ᾽ ουρανού και τον Αρκτούρο δει η ροδοδάχτυλη αυγή,
τότε να κόψεις και να πάρεις σπίτι, Πέρση, όλα τα σταφύλια.
Δείξ᾽ τα στον ήλιο για μέρες δέκα και δέκα νύχτες,
βάλ᾽ τα στον ίσκιο πέντε μέρες, και την έκτη άδειασε στους κάδους σου
τα δώρα του πολύτερπνου Διόνυσου.
Κι όταν οι Υάδες κι οι Πλειάδες κι ο δυνατός Ωρίων
βασιλεύουν, τότε να θυμηθείς πως είναι η ώρα του οργώματος.
Και η σπορά κάτω απ᾽ τη γη καλά βαλμένη ας είναι.