Σάββατο 25 Μαΐου 2019

Με­σότης τις ἄρα ἐστίν ἡ ἀρετή

1            Εισαγωγή: Ευδαιμονία, τέλος των ανθρωπίνων
 
 
   α) Άμεσα ή έμμεσα, ομολογείται ενίοτε οτι η αριστοτελική ρήση «με­σότης τις ἄρα ἐστίν ἡ ἀρετή» (Ήθ. Νικ. 1106 b 27) παραείναι στρυφνή (έως και ρηχή για μερικούς) - αταίριαστη τέλος πάντων με τον γίγαντα της ηθικής φιλοσοφίας που την διατύπωσε. Ανα­μένεται βέβαια ότι το λάθος είναι δικό-μας κι όχι δικό του. Ενα λάθος που εκδηλώνεται με την αρκετά συχνή «φρονηματιστική» ερμηνεία της ρήσεως - κάτι σαν «μηδέν άγαν» να πούμε:
  -  Συγκινησιακή μετροπάθεια και ισορροπία θυμικού
  -  Κρίση λογική (φρόνηση)
  -  Μεσότητα ηδονής και πόνου
  -  Επιείκεια κατα την εφαρμογή του δικαίου, και τέτοια.
Συναφές είναι και το κακόζηλο ανέκδοτο του Bertrand Russel
(1961, σελ. 186) περι του απερχόμενου Δημάρχου αγγλικής πόλεως, ο οποίος σεμνυνόταν οτι κινήθηκε στο στενό όριο μεταξύ μεροληψίας αφενός και αμεροληψίας αφετέρου...
Και βέβαια, μια τέτοια προσέγγιση δέν προσφέρεται για φι­λοσοφικό βάθος, κι ούτε αναμένεται να παραγάγει πολλά πρα­κτικά αποτελέσματα πέραν των κοινότοπων συμβιοτικών κανό­νων και των όσων προφανών παραδειγμάτων απο κοινωνικά επι­τηδεύματα παραθέτει ο Σταγειρίτης στην αρχή του δευτέρου βι­βλίου των Ήθ. Νικ.' στα οποία το «μηδέν ἄγαν» συνιστά πράγ­ματι εναν χρήσιμο κανόνα - αλλα δέν πάει στη ρίζα του ηθικού ενεργήματος.
β) Η θέσις αυτής εδώ της εργασίας θα είναι κάπως διαφορετική - όχι δε και κατ’ ανάγκην πρωτότυπη: Ο (μάλλον άχρωμος για τα ση­μερινά ώτα) όρος «μεσάτης» θα ερμηνευθεί ως «βελτιστοποίηση»
-        μια ερμηνεία η οποία θα δειχθεί οτι είναι συνεπέστερη προς τις αριστοτελικές απόψεις, ενώ συγχρόνως υποβάλλει ποικίλα άλλα ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του χώρου μέσα στον οποίον θα τελείται:
-     Δέν θα είναι μονοδιάστατη (όπως λ.χ. «το μέσον μιάς γραμμής» ή «ο μετριασμός δύο ακραίων συναισθημάτων»): Η βελτιστο­ποίηση παραπέμπει σε ποικιλία μεγεθών που πρέπει να σταθμισθούν (βλ. και §4ε πιο κάτω) και σε πλήθος περιστάσεων που επηρεάζουν την απόφαση.
-     Δέν θα είναι μηχανιστική (όπως λ.χ. η μετρητική πράξη για την εντόπιση ενός μέσου): Η βελτιστοποίηση των «παθών» (για τα οποία γίνεται λόγος στην Ηθική) προϋποθέτει ενα υποκείμενο, το οποίο προκειμένου να μεγιστοποιήσει την ευδαιμονία του, επιλέγει να ικανοποιήσει μία ή περισσότερες αντιφατικές μεταξύ-τους ανάγκες.
-     Κι επειδή αυτή η βελτιστοποίηση θα είναι αρχικώς ποιοτική (αντί της τελικής οιονεί-ποσοτικής «μεσότητος»), θα ανοίξει την πόρτα για κάθε είδους ικανοποιήσεις: Απ’ το ψωμί και την ασφάλεια, μέχρι το ηλιοβασίλεμα και την υπαρξιακή όαση του Διπλανού. Διότι η εμπειρία δείχνει πως όλα τούτα περιλαμβά­νονται στον Κατάλογο των Αναγκών του Ανθρώπου.
Ας σημειωθεί πάντως οτι το ενδιαφέρον αυτής εδώ της εργα­σίας δέν θα εστιασθεί στις χαρακτηριολογικές ιδιότητες του αν­θρώπου (οι οποίες ευλόγως, αλλά δυσαναλόγως, απασχολούν μέγα μέρος της αριστοτελικής βιβλιογραφίας), αλλα στην υπέρβαση των ουσιωδών ηθικών διλημμάτων - στις ρίζες δηλαδή της σχέσης του Εγώ με το Σύ.
γ) Σ’ αυτές τις προεισαγωγικές σημειώσεις πρέπει επίσης να παρατη­ρηθεί οτι η «ανάγνωση» της αριστοτελικής μεσότητος την οποίαν ακολουθούμε, έχει επηρεασθεί απ’ την άποψη οτι καμμιά αντίλη­ψη (άρα και καμμιά θεωρία) της Ζωής και του Κόσμου δεν νοεί­ται «εκτός του Ανθρώπου»: Αυτός αισθάνεται, αυτός συναισθάνεται, αυτός νοεί και αμφιβάλλει, αυτός πάσχει και βρίσκει παρη­γοριά, αυτός συμπάσχει - κι αυτός κάποτε πασχίζει να κατανοή­σει, στήνοντας Θεωρίαν όταν μπορεί[1].
Κάθε επίκληση εξωγενούς (απριόρι δήθεν) έννοιας είναι κατα­δικασμένη να ικανοποιεί μόνον τους βιαστικούς εραστές της «κομψότητας» των συλλογισμών (τους πανικόβλητους απ’ την απέραντη περιπλοκή των ανθρωπίνων) - μια ικανοποίηση, πά­ντως, που δέν διαρκεί πολύ στην Ιστορία της Φιλοσοφίας, όπου αυτές οι δανειοδοτούμενες θεωρίες κατά της αυτονομίας[2] του Αν­θρώπου, έρχονται και παρέρχονται.
Αναφερθήκαμε βεβαίως στο σύνολο των εμπειριών, των ανα­γκών και των ικανοποιήσεων ή των στερήσεων του Ανθρώπου - σ’ αμφότερες τις προφάνειες τής Αυτοσυντηρησίας και της Αυτο­ποίησης, σ’ όλες τις υποστασιακές οδούς για το χτίσιμο και τη συ­ντήρηση της Αυτοσυνειδησίας, αυτού του Σκανδάλου του Σύμπαντος. Σ’ έναν τέτοιον ευρύτατο Κατάλογο Αναγκών του Ανθρώ­που (αντιφατικότατων μεταξύ τους) θ’ αναζητηθεί η «βελτιστο­ποίηση». Και τούτο θα είναι η μόνη εφικτή ευδαιμονία.
Ο Κατάλογος, λοιπόν, των Αναγκών του Ανθρώπου (όπως τον έστησε κι ο Αριστοτέλης, βλ. §2) περιλαμβάνει καί τα «έκτος αγαθά» (η Αυτοσυντηρησία) καί τα «κάλλιστα αγαθά» (η Αυτοεπιβεβαίωση) τα οποία η γρηγορούσα Συνείδησή-μου μπορεί να απολαύσει όταν κατανοεί θεωρητικώς τον Κόσμο κι όταν ανα- στρέφεται τον Πλησίον[3].
Ετούτη μάλιστα η τελευταία πηγή ηδονής θα αναχθεί σε κο­ρυφαία υποστασιακή πλήρωση απ’ τον Αριστοτέλη (βλ. §3) όταν θα ’πει «τόν δέ φίλον, ἕτερον αὐτον ὄντα» (1169 b7) και «ἄριστον οὐχ ὁ πρός (ἑ)αυτόν τῇ ἀρετῇ, ἀλλά πρός ἕτερον» (1130 al).
Παρατηρείται παρα ταύτα στη βιβλιογραφία μια δυσχερώς κα- τανοήσιμη σχολαστική τάση. Βαφτίζουν τον Αριστοτέλη «εγωι­στή». Ακούστε λ.χ. τον G. Scarre (1996, σελ. 38): «But his good behaviour towards neighbours is dictated not by the ethical “pull” they exert on him as valuable human beings [...], but by his sense of his own ethical “push” [...]. Any warmth of feeling for other people, is (ethically speaking) incidental».
Για την κατανόηση του αριστοτελικού έργου, έχει σημασία να σχολιάσουμε απο τώρα αυτήν τη «δικολαβική» στάση.
Καί η «έλξη» απ’ τον Άλλον, καί η «παρώθησή»-μου προς τον Άλλον, δικά μου συναισθήματα είναι - και μπορούν να είναι εξ ίσου θερμά όσον Εγώ θα το θελήσω. Όθεν, πού έγκειται το επιχείρημα;
Υποπτεύομαι οτι μια γενικότερη δυσκολία κατανόησης των αρι­στοτελικών θέσεων οφείλεται στο γεγονός οτι ο Σταγειρίτης εκκινά απ’ την ευδαιμονία του ίδιου του ηθικά δρώντος - πράγμα που ξε­νίζει ίσως τους εθισμένους στον θρησκειογενή αυτοβασανισμό.
Χωρεί λοιπόν ο εξής αντισχολιασμός σε κριτικές σάν αυτή που διατυπώθηκε απ’ τον Scarre:
 (i) Αναγνωρίζουν το φιλάλληλο αποτέλεσμα, μας κατηγορούν όμως για την κατεύθυνση απ’ την οποίαν φθάνομε σ’ αυτό ! Δέν ξεκινάμε δηλαδή απο εναν εξωγενή κανόνα «αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν» - εξωγενή εξ αποκαλύψεως, ή εκ λογικής κατα­σκευής (τύπου Kant ή έστω Rawls) - αλλ’ ανακαλύπτομε τον βιω­ματικό μηχανισμό μέσω του οποίου πλήθος ανθρώπων ετόλμησαν να αισθάνονται όντως αγάπη για τον πλησίον - ακόμη κι άν δέν τους την είχε υπαγορεύσει ο Ιησούς ή ο Kant! Αυτή η απανθρωπική στάση μού φαίνεται τουλάχιστον παράδοξη: Εγώ λαχταράω για τον διπλανό-μου ως ενα alter ego· ζώ με τη χαρά-του, βασα­νίζομαι με τη λύπη του - δίνω και τη ζωή μου για χάρη του («τό τῶν φίλων ἕνεκα πολλά πράττειν [...] κἄν δεῃ] ὑπεραποθνήσειν», 1169 al9-21), κι έρχεσθε εσείς να με βαφτίσετε εγωιστή επειδή ομολόγησα τη Χαρά που νοιώθω;
(ii) Τί θα θέλατε δηλαδή: Να μήν νοιώθω χαρά; Αλλα τότε, τί; Να έχω πρώτα αποφασίσει οτι «πρέπει να κάνω το καλό», κι ΥΣΤΕ­ΡΑ να χαρώ ο ίδιος; Μά, ούτως ή άλλως, ΕΓΩ την ώρα που θ’ απο­φάσιζα, θα την ένοιωθα τη χαρά προκαταβολικώς! Θα είχα δηλα­δή στήσει πρώτα τη φιλάλληλη Αξίαν. (Διότι ο σύγχρονος στο­χασμός δέν αναγνωρίζει κανέναν άλλον αξιογόνο μηχανισμό πάρεξ την ανθρώπινη συνείδηση). Και θα την είχα στήσει αυτήν την Αξία, επειδή εξ εμπειρίας και αναδράσεως νοιώθω ικανοποίηση απ’ αυτόν τον τρόπο Εκλογής. Άρα; Αρα, έτσι ή άλλιώς, ακόμη κι εκεί­νες οι εξωγενείς εντολές (ή οι ηθο-ρασιοναλιστικές κατασκευές), απο μέναν θα είχαν υιοθετηθεί πριν να εφαρμοσθούν[4].
Για τί πράγμα λοιπόν κατηγορούμαι; Για το οτι δέν είμαι μαζοχιστής, ούτε φαρισαίος; δ) Πάντως, ο Αριστοτέλης θα μας ’πει σταράτα το προφανές ετούτο: Σκοπός της ζωής είναι η ευδαιμονία: «περί εὐδαιμονίας τύπῳ διελθεῖν, ἐπειδή τέλος αὐτήν τίθεμεν των ανθρωπίνων» (1176 α31-32). Πολλοί (και μέγιστοι) ηθολόγοι που θ’ ακολουθήσουν μέχρι σή­μερα, θα θεμελιώσουν την Ηθική-τους σε πολύ πιό «ευγενικές» τάχα αρχές - ο Αριστοτέλης όμως δέν εδίστασε να αναφέρεται συχνά στην «ηδύτητα» του αγαθού, ούτε και υποτίμησε τη σημα­σία της ικανοποίησης όσων γίνεται περισσοτέρων αναγκών (βλ. §2 παρακάτω). Όπως και η ταπεινότητά μου, δέν θα διστάζω στα επόμενα να ονομάζω «ηδονήν» την ικανοποίηση της όποιας ανά­γκης. (Παρ’ όλο που, δια μέσου των αιώνων, ο όρος «ηδονή» υπέστη καί συνίζηση καί καθίζηση, περιορισθείς κάπου μεταξύ στο­μάχου και γονάτων). Ανάλογα, ο Αριστοτέλης παραδέχεται οτι «περί ἡδονῆς [...] μάλιστα γάρ δοκεῖ συνωκειῶσθαι τῷ γένει ἡμῶν» (1172 α20) - έτσι είμαστε καμωμένοι, και να λείπουν οι φαρισαϊ­σμοί. Πρόκειται άλλωστε περι της στοιχειώδους λογικής αρχής της Αυτοσυντηρησίας. Που δέν αναιρείται απ’ το γεγονός οτι πολλοί «ευλόγως» «ἐμπλέκουσι την ἡδονήν εἰς τήν εὐδαιμονίαν» (1153 bl5). Δέν είναι λοιπόν περίεργο που «το ζῆν, τήν ἡδονήν [...] συνεζεῦχθαι μέν γάρ ταῦτα φαίνεται, καί χωρισμόν οὐ δέχεσθαι» (1175 al9-20), και «ἡ ἡδονή τελειοῖ τάς ἐνεργείας καί τό ζῆν» (1175 α16-17).Έτσι, μπορεί να προκύψει η χημική αντίδραση:
 
Βίος  >  Ενέργεια[5]  >  Αγαθό  >  Ευδαιμονία
 
Γι’ αυτόν όμως τον ύπατο και γλυκύτατο σκοπό του βίου, χρειάζονται δράσεις δύσκολες: (ϊ) Να αποχτήσομε την κατάλληλη ηθική δεξιοτεχνία (την «αρετή» δηλαδή), προκειμένου (ϋ) να προβαίνομε σ’ εκείνην την ενέργεια του «αγαθού» («ἡδείαν καθεαυτήν», 1169 b32 και 1170 bl0), ως επιλογή ανάμεσα σε πλήθος δυ­νατές ενέργειες, για να κατορθωθεί η εκάστοτε εφικτή μέγιστη ευδαιμονία. Ακούστε και τον A. MacIntyre (1967, ch. 7) «For Aristotle [...] a virtuous man gets pleasure from virtuous activity and [...] he knows how to choose among pleasures and pains». Και διότι, πράγματι, η αρετή είναι «προαιρετική» (1106 b36) - δηλαδή «it is a state concerned with choice» (Hardie, 1980, σελ. 129).
 
Σ’ αυτά που ακολουθούν, τα αριστοτελικά παραθέματα είναι εκ προθέσεως πολλαπλά' ώστε να μειωθεί το ενδεχόμενο παρερμηνειών.
      
2. Απο τί ικανοποιήσεις μπορεί να απαρτίζεται η ευδαιμονία
 
Φαίνεται οτι ο Αριστοτέλης εμπειρικότατα αποδέχεται την τεράστια ποικιλία των ανθρωπίνων δράσεων και αναγκών, η ικανοποίηση των οποίων (η αντίστοιχη ηδονή δηλαδή) ενδέχεται να οδηγήσει στην ευ­δαιμονία:
α) Ευδαιμονία «καί ταῶν ἐκτός ἀγαθῶν προσδεομένη· ἀδύνατον γάρ τά καλά πράττειν ἀχορήγητον ὄντα» (1099 a31-33). Καί αυτά τα εξω­τερικά αγαθά συμβάλλουν. Κι άν τύχει να τα διαθέτομε (άν εχομε «ευτυχίαν»), τόσο το καλύτερο για την απόχτηση της «ευδαιμο­νίας». Ο Αριστοτέλης βέβαια φαίνεται να αντιδιαστέλλει «τήν εὐτυχίαν τῇ εὐδαιμονίᾳ» (1099 b8), και αιτιολογεί ως εξής τη σύγ­χυση: «Διά δε τό προσδεῖσθαι τῆς τύχης δοκεῖ τισί ταὐτόν εἶναι ἡ εὐτυχία τῆς εὐδαιμονίας, οὐκ οὖσα» (1153 b21-22).
β) «[Εὐδαιμονία], λῷστον [τό] ὑγιαίνειν» (1099 a25-27). Η ευεξία που νοιώθεις απ’ τη σωματική σου υγεία συμβάλλει στην ευδαιμονία,
γ) «Εὐδαιμονία κάλλιστον τό δικαιότατον» (1099 a25-27). Εδώ γίνεται λόγος για την ικανοποίηση μιας ειδικής ενδιάθετης ανάγκης «να φέρεσαι δίκαια στον Άλλον» (πρβλ. §3) - για να ’φχαριστηθείς.
δ) «[Εὐδαιμονία], ἥδιστον δέ πέφυκεν οὗ τις ἐρᾷ τό τυχεῖν» (1099 a25+28). Το γλυκύτερο όλων για την ευδαιμονία προκύπτει όταν βρεις αυτό που αγαπάς - κι εδώ, η ρητή αντιδιαστολή απ’ τα προηγούμενα (δικαιοσύνη, υγεία) κι απ’ τα επόμενα («εξωτερικά» αγαθά), παραπέμπει νομίζω στην αγάπη προς τον Συνάνθρωπο[6].
ε) «Ἡ φιλοσοφία θαυμαστάς ἡδονάς ἔχειν καθαρειότητι καί τῷ βεβαίῳ» (1177 a25). «Ἡ τελεία εὐδαιμονία ἐνέργεια δ’ ἐστί θεωρητική» (1177 al8-19). Ιδού δηλαδή οτι αναγνωρίζονται και ηδονές του νού, καθαρές και σίγουρες, που επιστέφουν με ευδαιμονίαν τη θε­ωρητική ενασχόληση.
 
Μ’ αυτήν την ατελή δειγματοληψία, φαίνεται νομίζω πόσο ευρύ­τατο είναι για τον Αριστοτέλη το φάσμα των αναγκών του Είναι - άρα και πόσο ποικιλότατες είναι οι ηδονές που μας προκαλεί η ικα­νοποίησή τους: Τα εξωτερικά αγαθά (τα οικονομικά λ.χ.), η υγεία του σώματος, η ηδονή των διαπροσωπικών σχέσεων (δικαιοσύνη, αγάπη), κι οι διανοητικές χαρές - ΟΛΑ είναι δυνητικώς συντελεστικά της ευ­δαιμονίας (αλλ’ όχι κατ’ ανάγκην απο μόνα τους). Δείχνει πάντως ο Αριστοτέλης απο τώρα να αναγνωρίζει ως εντονότερες τις ηδονές που προέρχονται απο την ικανοποίηση αναγκών πλησιέστερων προς την υποστασιακή δίψα, τη γνώση του Κόσμου («σοφός μάλιστ’ εὐ­δαίμων», 1179 a32) και πάνω απ’ όλα το καθρέφτισμά μας στον Άλλον («[φίλοι], ὅ δοκεῖ τῶν ἐκτός ἀγαθῶν μέγιστον εἶναι», 1169 blO).[7]
Στον πραγματικό όμως βίο, πολλές απ’ όλες αυτές τις ηδονές είναι ανταγωνιστικές (ή και αντιφατικές) μεταξύ τους: Γίνεται έτσι προφα­νές οτι η ευδαιμονία θα «κατορθωθεί» (αριστοτελικός όρος) με τη στέρηση έναντι ορισμένων αναγκών και με την ικανοποίηση ορισμέ­νων άλλων (άρα «βελτιστοποίηση»). «Τῷ δή τά λυπηρά ὑπομένειν, [...] ἀνδρεῖοι λέγονται» (1117 a33): Η χαρά την οποία νοιώθει ο ανδρείος ξεπερνάει τις λύπες απ’ τις άλλες στερήσεις, και μεγιστοποιεί την ευ­δαιμονία του. «Τό κατά τήν ἀνδρείαν τέλος ἡδύ, ὑπό τῶν κύκλῳ δ’ ἀφανίζεσθαι, οἷον [...] τοῖς γά πύκταις τό μέν τέλος ἡδύ [...], τό δέ τύτττεσθαι ἀλγεινόν» (1117 bl-4). Εδώ, ο ανδρείος στερείται τη σωματική ευεξία (επιλέγει τους σωματικούς πόνους) ως τίμημα για την υπαρ­ξιακή επιβεβαίωση του στεφάνου της νίκης. Οι κερδοζημίες αφήνουν το μεγαλύτερο θετικό υπόλοιπο. Γι’ άλλη μια φορά, το μέγιστον («ακρότης») θα προκύψει απ’ την αναζήτηση ενός βελτίστου συνδυα­σμού («μεσότης») αντιμετώπισης αναγκών.
Σε ακραίες περιπτώσεις, θα τις θυσιάσομε όλες τις ικανοποιήσεις, για χάρη μιάς απ’ αυτές - η συνταγή του Αριστοτέλους δέν είναι πε­ριγραφική, φτάνει σου λέει να μεγιστοποιήσεις[8] την ευδαιμονία σου.
«Ἅπαντα γάρ ὑπάρχει ταῦτα» (υγεία, δικαιοσύνη, αγάπη) «ταῖς ἀρίσταις ἐνεργείαις· ταύτας δε, ἤ μίαν τούτων τήν ἀρίστην, φαμέν εἶναι τήν εὐδαιμονίαν» (1099 a29-30). Την προσωπική-σου ευδαιμονία θα την βρεις σ’ όλα τούτα, ή και σε ένα απ’ όλα αυτά ενδεχομένως. Οπότε πιθανόν θα στερηθείς τα υπόλοιπα - αλλα, παρα ταύτα, θα είσαι ευ­δαίμων: Θα έχεις κατορθώσει μια γεμάτη ζωή.
Κι όπως βλέπετε, τίμιος διανοητής ο Αριστοτέλης και ανθρωπικότατος, απέφυγε να σας επιβάλλει εναν θαυματουργό κανόνα συμπε­ριφοράς για την ευδαιμονία: «Ὁ δέ μέχρι τίνος καί ἐπί πόσον ψεκτός οὐ ῥάδιον τῷ λόγῳ ἀφορίσαι· οὐδε γάρ ἄλλο οὐδέν ταῶν αἰσθητῶν τά δέ τοιαῦτα ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα, και ἐν τῇ αἰσθήσει ἡ κρίσις» (1109 b20-24). Κι ακόμη: «Οὐ γάρ ῥάδιον διορίσαι το πῶς, καί τίσι, καί ἐπί ποίοις, καί πόσον χρόνον ὀργιστέον, καί μέχρι τίνος ὀρθῶς ποιεῖ τις, ἤ ἁμαρτάνει» (1126 a24). Γενικότερα, δέν υπάρχει «λογικός» κανόνας για τη συμπεριφορά· η συνείδηση του καθενός, ανάλογα με τις περι­στάσεις, αποφασίζει. Τίμια ανθρωπική διαπίστωση, χωρίς τον φόβο μιας περί σχετικισμού μομφής! Δέν είχαμε παρασυρθεί ακόμη τότε στη σύγχυση ανάμεσα στο Ήθος και στο Δίκαιον - στην ηθική επιλογή και στην συμμόρφωση με τους συμβιοτικούς κανόνες. Κι έτσι ο Αρι­στοτέλης, σ’ ενα παρθένο ακόμη φιλοσοφικό έδαφος, μας χάρισε την ανάλυση του ηθικού φαινομένου, στη βάση του οποίου υπάρχει μια επιλεκτική κατα περιστάσεις συμπεριφορά - μια «βελτιστοποίηση» δηλαδή, όπως θα ιδούμε αναλυτικότερα παρακάτω. Έτσι ο Άνθρωπος γίνεται Συγγραφέας του βίου του (ώς εάν να ήταν δυνατόν να γίνει κι αλλιώς...). Κι ας μήν ανησυχούν οι κήνσορες των συμβιοτικών κα­νόνων: Στατιστικώς (και για τα συνήθη προβλήματα της καθημερινό­τητας), σ’ αυτούς τους κανόνες καταλήγει το μεγαλύτερο πλήθος των συνειδήσεων.
 
3. Η ειδική κατηγορία ηδονών απ’ τις διαπροσωπικές σχέσεις
 
Ο επιχωριάζων ψόγος κατά του Αριστοτέλους είναι οτι έχτιζε την ευ­δαιμονία σε πλείστα αγαθά, χωρίς να εστιάζει στον τεράστιο πόλο του ηθικού βίου που είναι ο Συνάνθρω­πος. Τα κείμενα όμως δέν δικαιολο­γούν αυτήν την κριτική. Εκτός εάν συνεχίζομε να εκπληττόμεθα για το γεγονός οτι ο αριστοτελικός ρεαλι­σμός ανθρωπικότατα (και αντιφαρισαϊκά) αναγνωρίζει και όλες τις άλλες πηγές δυνητικής ευδαιμο­νίας. Ιδού όμως οτι, παρα ταύτα, μέσα σ’ αυτήν την ποικιλότητα, ο Συνάνθρωπος θα είναι κατα τον Αριστοτέλη το μέγιστο υποστασια­κό καταφύγιο:
α) Θα υποστηρίξω λοιπόν οτι η αριστοτελική ηθική είναι οντολογική κατα το γεγονός οτι νοεί τον Αλλον[9] ως υποστασιακή προϋπόθε­ση του Εγώ:
-     ἔστι γάρ ὁ φίλος ἄλλος αὐτός (1166 a32).
-     τόν δέ φίλον ἕτερον αὐτόν ὄντα (1169 b7).
-     ὡς δέ πρός ἑαυτόν ἔχει ὁ σπουδαῖος, καί πρός τόν φίλον (1170 b6-7).
-   κοινωνία γάρ ἡ φιλία, καί ὡς πρός ἑαυτόν ἔχει, οὕτω και προς τον φίλον (1171 b33).
Αυτή η θεμελιώδης (και εμμόνως επαναλαμβανόμενη) δήλωση, θα αρκούσε για να αναβαθμίσει τους αγαπητικούς κανόνες - κι απ’ τη συμβιοτική σκοπιμότητα, να τους ανεβάσει σε λειτουργικό μηχανισμό της Αυτο-Ποίησης: Το χτίσιμο του Εγώ χάρις στο καθρέφτισμά-του στον Άλλον, κάνει τον Άλλον υποστασιακώς απα­ραίτητον για μένα - γεγονός που καθιστά τη φιλότητα οντολο­γική προϋπόθεση. Καθρεφτίζομαι στα μάτια του Πλησίον για να υπάρξω. Ό,τι κάνω, το συνειδητοποιώ ως προς ενα σύστημα Ανα­φοράς - κι ο συνάνθρωπος είναι ο κυριότερος άξονας αυτού του Συστήματος[10] (ενα είδος «μεσάζοντος», που καθιστά τα πράγματα εκφράσιμα - Λόγος δηλαδή). Ο F. Sparshott (1996, σελ. 287), αυ­τό το «second self» το αποκάλεσε «serving as a projection of the ego», η δέ S. Broadie (2002, σελ. 23) θεωρεί οτι ίσως ο Αριστοτέ­λης θεωρούσε ως δεδομένον οτι «we learn of ourselves through the eyes of those who love us» - καίτοι η ίδια δέν ακολούθησε ρητώς αυτήν την εξηγητική γραμμή στο κείμενό της. β) Έτσι ίσως ερμηνεύεται κι η βαθειά χαρά που παίρνω ΕΓΩ όταν ευεργετώ τον Άλλον, και χτίζω με πρωτόφαντες ηδονές το Είναι. Ηδονές τόσο δυνατές, ώστε ενίοτε και ο θάνατος ακόμα παύει να φοβίζει. Ο Αριστοτέλης προχωρεί και σε συγκεκριμένες περιγρα­φές αυτού του μηχανισμού («αυτοανεύρεσης μέσω του Σύ», θα τον λέγαμε), όταν αναλύει τα κίνητρα του ευεργετούντος:
«προήσεται γάρ καί χρήματα, καί τιμάς καί ὅλως τά περιμάχητα αγαθά, περιποιούμενος ἑαυτῷ τό καλόν [...]: τό τῶν φίλων ἕνεκα πολλά πράττειν καί τῆς πατρίδος, κἄν δεῃ ὑπεραποθνήσκειν [...] — ὀλίγον γάρ χρόνον ἡσθῆναι σφόδρα μᾶλλον ἕλοιτ’ ἄν ἤ πολύν ἠρέμα [...]. Toῖς δ’ ὑπεραποθνήσκουσι τοῦτ’ ἴσως συμβαίνει· αἱροῦνται δή μέγα καλόν ἑαυτοῖς [...]. Γίγνεται γάρ τῷ μέν φίλῳ χρήματα [...], τό δέ μεῖζον ἀγαθόν ἑαυτῷ ἀπονέμει [...]. Οὕτω μέν οὖν φίλαυτον εἶναι δεῖ [τόν σπουδαῖον]» (1169 al8-35). Αυτό το «φίλαυτον» ακούει ο ηθικός επαρχιωτι­σμός και φρίττει...
Έχομε εδώ την πιό ξεκά­θαρη ωφελιμιστική ηθική δή­λωση - η οποία όμως έχει ενα ανοιχτά φιλάλληλο πε­ριεχόμενο (και δέν κινδυ­νεύει να λιθοβοληθεί απ’ τους οπαδούς των εξωγενών κα­θηκόντων ηθικής): Ό,τι καλό κάνω για τον Άλλον, το κά­νω για τη σφοδρή ηδονή που νοιώθω Εγώ (σφοδρή και έμ­μονη - «τό καλόν γάρ πολυ­χρόνιον», 1168 al5). Ευεργε­τώντας τον Άλλον, εισπράττω «μέγα καλόν ἐμαυτῷ» - τόσο μέγα, που ακόμα κι ο θάνατος ενίοτε έχει ήσσονα βαρύτητα. Μεγαλοφυιώς (προκλητικά σχεδόν) ο Αριστοτέλης θα διακηρύξει «ὁ ἐπιει­κής (ο υψηλόφρων δηλαδή), φίλαυτος ἄν εἴη»!
Φτάνει βέβαια να έχει αναπτύξει αυτήν την ιδιοφυή ηδονοθηρία[11], να έχει οξύνει την προς τούτο απαιτούμενη δεξιοτεχνία (την αρετή), για να μπορεί να επιτύχει την βελτιστοποίηση ανάμεσα και σ’ όλες τις υποψήφιες πηγές ηδονής. Προσέξτε δέ οτι μ’ αυτό το «ἡσθῆναι σφόδρα», ο Σταγειρίτης έχει ευθέως νομιμοποιήσει το συναίσθημα ως συστατικόν του ηθικού ενεργήματος - αντί για την ηθική Λογοκρατία η οποία το ξορκίζει... γ) Ενας άνθρωπος μυημένος σ’ αυτή την υποστασιακή χαρά της συν­ουσίας με τον Άλλον, δέν είναι περίεργο που φθάνει σιγά-σιγά να νοιώθει τόσο δυνατά την αυτοπαθή αυτή χαρά, ώστε κατα τη βελτιστοποίηση που ασκεί για την κατόρθωση του αγαθού, τείνει να υποβαθμίζει τις αναπόφευκτες άλλες βλάβες τις οποίες υφίσταται προς τούτο.
Έτσι λ.χ., επειδή «ἄριστος οὐχ ὁ πρός αὐτόν τῇ ἀρετῇ ἀλλά πρός ἕτερον» (1130 a7), καταλήγει να προτιμά να αδικείται μάλλον, πα­ρά να αδικεί: «ἄμφω μέν φαῦλα καί τό ἀδικεῖσθαι καί. τό ἀδικεῖν ἀλλ’ ὅμως χεῖρον τό ἀδικεῖν» (1138 a30-32).
Προσέξτε πώς, χάρις σε μια οντολογική θεμελίωση της ηθικής, ο Αριστοτέλης είχε αγγίξει τη χριστιανική εντολή - δυόμιση χι­λιετίες νωρύτερα. Για να μήν υπάρξουν δε ασάφειες ως προς την ύπατη σημασία αυτών των ηθικών ενεργειών, ο Αριστοτέλης θα διακηρύξει οτι «Δικαιοσύνη οὐ μέρος ἀρετῆς, ἀλλ’ ὅλη ἀρετή ἐστιν» (1130 a8). Έχομε εδώ μια γενναία επέκταση της θυσιαστικής φι­λαλληλίας προς κύκλον συνανθρώπων ευρύτερον - κι όχι μόνον προς Φίλους...
Άλλωστε, το αγαπητικό πάθος του Αριστοτέλη για την πάσχουσα ανθρωπότητα, τον είχε εμπνεύσει να ’πει εκείνο το προφητικότατο «εἰ γάρ ἠδύνατο ἕκαστον τῶν οργάνων κελευσθέν ἤ προαισθανόμενον ἀποτελεῖν τό αὐτοῦ ἔργον [...], οὐδέν ἄν ἔδει οὔτε τοῖς ἀρχιτέκτοσιν ὑπηρετῶν οὔτε τοῖς δεσπόταις δούλων» (ΠολίΤ. 1053 b35-39). Μια φιλάνθρωπος τεχνολογική Ουτοπία, δυό χι­λιάδες χρόνια πρίν απ’ τον Βάκονα και τον Καμπανέλα.
Μ’ αυτήν λοιπόν την έμμονη συν-Ετεριστική (με τον Έτερον) λειτουργία δομείται το Είναι. Κι έτσι νομίζω οτι ο Αριστοτέλης ενοποιεί de facto την αυτοαναφορικότητα και την ετεροαναφορικότητα, οδηγώντας μας σε μια λεπτοφυή υποστασιακή κατάστα­ση. (Αλήθεια, πώς κατάφερε ο Bertrand Russel να πεί εκείνο το ανήκουστο «λείπει κάθε έννοια φιλανθρωπίας απ’ τον ηθικό οπτι­μισμό του Αριστοτέλους»;)
δ) Όποιος τόσο ψηλά κατ-Ορθώνει το αγαθό ώστε να ευεργετεί τον Πλησίον, γνωρίζει τις οδύνες που τον περιμένουν - όπως ο πυγ­μάχος που πονάει όταν αγωνίζεται για τη νίκη. Ή όπως η μάννα που γεννά τα τέκνα-της με πόνους - αλλα για τούτο τ’ αγαπάει πιό πολύ. Ή, ακόμη, όπως κι ο ποιητής τα ποιήματά-του.
Ο Αριστοτέλης, για τούτο το κατεξοχήν ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ (αλλά τόσο χειροπιαστό) έργο του αγαθού, θα χρησιμοποιήσει όλες αυ­τές τις παρομοιώσεις για να μας κάνει να υποπτευθούμε την αγαπητική χαρά που νοιώθει ο ευεργέτης προς το έργο του, δηλαδή προς το ηθικό αγαθό. Λέει:
-     «οἷον τοῖς γάρ πύκταις τό τέλος ἡδύ [...], τό δέ τύπτεσθαι ἀλγεινόν» (1117 b3-4).
-     «διά ταῦτα δε καί αἱ μητέρες φιλοτεκνότεραι· ἐπιπονωτέρα γάρ ἡ γέννησις, καί μάλλον ἴσασιν ὅτι, αὐτῶν, δόξειε δ’ ἄν τοῦτο καί τοῖς εὐεργέταις οἰκεῖον εἶναι» (1168 a25-26).
-     «ὥσπερ τέκνα στέργοντες οἱ ποιηταί τά οἰκεῖα ποιήματα, τοιούτῳ δέ καί τῶν εὐεργετῶν τό γάρ εὖ πεπονθός, ἔργον ἐστίν αὐτῶν» (1168 a2-3).
- «[ὁ] σπουδαῖος ταῖς κατ’ ἀρετήν πράξεσι χαίρει [...] καθάπερ ὁ μου­σικός τοῖς καλοῖς μέλεσιν ἥδεται» (1170 a8-10).
Τί το κοινόν έχουν ετούτα τα σπουδαία παραδείγματα; Τον ηδονοπάροχο πόνο της δημιουργίας - τέτοια δημιουργία είναι και η «ενέργεια προς το αγαθόν», και τέτοιες χαρές σου επιφυλάσσει. Μ’ άλλα λόγια ο ευεργέτης νοιώθει ευδαιμονέστερος των ευεργετουμένων (1167 Μ7).Έχει δε τεράστια σημασία να παρατηρήσομε εδώ οτι ο ευεργέτης εισπράττει την ευδαιμονίαν αυτήν «εδώ-και-τώρα». Είμαστε πολύ μακριά απ’ τις ιδεαλιστικές συ­ναλλαγματικές των μελλοντικών παραδείσων. Η αριστοτελική ηθική είναι μια ανθρωπική ακτιβιστική ηθική,
ε) Αυτή την αριστοτελική αντίληψη της ηθικής ευδαιμονίας ηθέλησα αμυδρώς να υπενθυμίσω μέχρι εδώ. Μιας ευδαιμονίας με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
-     Δέν υπαγορεύεται απο εναν εξωγενή κατάλογο «υποχρεώσεων».
-     Αμείβεται μετρητοίς[12].
-     Συνοδεύεται πάντοτε απο παρενεργείς οδύνες απ’ τις στερή­σεις[13] άλλων αναγκών του βίου - ανάμεσα απ’ τις οποίες ο άν­θρωπος θα κάμει την επιλογή του, βελτιστοποιώντας όμως το τελικό αποτέλεσμα λύπης και χαράς εκάστοτε. Κι ας θυμηθούμε και τον γενικευμένο κατάλογο ηδονών του Αριστοτέλους, απ’ το Σώμα, απ’ τη Διάνοια κι απ’ την Καρδιά (βλ. §2 πιοπάνω).
στ) Ας μείνομε όμως λίγο σ’ αυτήν την τελευταία προϋπόθεση - τη δυσχερέστερη και σπανιότερη όλων. Η Ιστορία δείχνει πως μόνο
13. «Kανονίζομεν τάς πράξεις [...] ἡδονῇ καί λύπῃ» (1105 a4). «Ἀρετή περί ἡδονάς καί λύπας ἐστί» (1105 al4).
οι μεγάλοι αγωνιστές και οι μάρτυρες φθάνουν σ’ αυτήν την ύπα­τη στάθμη αρετών ώστε «φίλων ἕνεκα [...] καί τῆς πατρίδος [...] ὑπεραποθνήσκειν» (1109 al9). Όλοι εμείς οι άλλοι κολυμπάμε, σπασμωδικά ενίοτε, ανάμεσα στον πυθμένα των αμέσων (αλλ’ ανεπαρκεστάτων για την ευδαιμονία) ηδονών, και στ’ αφρόνερα μόνον της υποστασιακής μέθης.
Πώς λοιπόν θα ακονίσομε και τη δική-μας ικανότητα ν’ απο­λαμβάνομε κι εμείς ενα μέρος αυτής της ηθικής ευδαιμονίας; Εδώ, πρέπει ν’ αναγνωρίσομε τον πραγματισμό του Αριστοτέλους, ο οποίος είχε προαναγγείλει το «κλειδί»: Είπε πρώτον οτι «τό ζῆν, τήν ἡδονήν συνεζεῦχθαι»· δεύτερον «ὁ σπουδαῖος, ταῖς κατ’ ἀρετήν πράξεσι χαίρειν», και τρίτον «ἡ φιλοσοφία θαυμα­στάς ἡδονάς ἔχειν». Επειδή λοιπόν μας υπόσχεται ΗΔΟΝΗΝ, εύκολα κι εμείς υιοθετούμε αυτό το κίνητρον για την ηθική-μας μύηση - όσο δύσκολη κι άν θα είναι. Προσοχή όμως: Ο Αριστο­τέλης ποτέ δεν είπε οτι η ηδονή είναι ο σκοπός μας, είπε απλώς οτι το «αγαθόν» είναι καθεαυτό ηδύ - το αντίστροφο δέν αλη­θεύει. «Ἡ ἡδονή τελειοῖ τάς ἐνεργείας καί τό ζῆν» (1175 al6), ναι. Όμως, «νοσώδη ἔνια τῶν ἡδέων [...], οὐκ ἄριστον ἡ ἡδονή, οτι οὐ τέλος, ἀλλά γένεσις» (1152 b23). «Τοῖς πολλοῖς δέ ἡ ἀπάτη διά τήν ἡδονήν ἔοικε γίνεσθαι· οὐ γάρ οὖσα, ἀγαθόν φαίνεται» (1113 a33-34). Αν ήτανε να ορμάγαμε στα τυφλά προς τις ηδονές ενγένει, η ευδαιμονία θα πήγαινε περίπατο. Κάποια «ενέργεια» χρειάζεται: Η εν τόπω και χρόνω μεγιστοποίηση της ηδονής, χά­ρις στην επιλογή του «αγαθού» - ετούτο όμως είναι έργο ζωής (βλ. §4). (Κι έτσι ερχόμαστε στο πρακτικό μέρος της αξιολογικής-μας καλλιέργειας). Αυτό το έργο είναι πολυσχιδές (σωματι­κό, διανοητικό, ηθικό), και προαπαιτεί μια μακρά μύηση:
- «οὐκ ἔστιν ἡσθῆναι τήν [ἡδονήν] τοῦ δικαίου μή ὄντα δίκαιον οὐδε τήν τοῦ μουσικοῦ μή ὄντα μουσικόν» (1173 b30).
-  «τοῦ δέ καλοῦ καί ὡς ἀληθῶς ἡδέος οὐδ’ ἐννοίας ἔχουσιν ἄγευστοι ὄντες» (1179 bl5)· προσέξτε την εμπειρικότητα του επιχειρή­ματος.
-  «ἀλλά δεῃ προδιειργάσθαι τοῖς ἔθεσι τήν τοῦ ἀκροατοῦ ψυχήν πρός τό καλῶς χαίρειν καί μισεῖν, ὥσπερ γῆν τήν θρέψουσαν τό σπέρμα» (1179 b24-26).
Οι «άγευστοι» της ιδιοφυούς ηδονής, πρέπει να περάσουν απο «προεργασίαν» για να μάθουν το «καλῶς χαίρειν» - όπως η γή που θέλει όργωμα, ξεπέτρωμα, πότισμα και υπομονή για να καρπίσει! Το καταλαβαίνουμε.
Στο κάτω-κάτω, «ἡ εὐδαιμονία ἐνέργειά τις ἐστίν, ἡ δ’ ἐνέργεια δῆλον ὅτι γίνεται, καί οὐχ ὑπάρχει ὥσπερ κτῆμά τι» (1169 b29-30). «Ἡ δέ τελεία εὐδαιμονία ὅτι θεωρητική τις ἐστίν ἐνέργεια» (1178 b8). Μας δίνει θάρρος - αλλ’ εμείς, ενώπιον του κόστους των άλλων στερήσεων τις οποίες θα υποστούμε, ενδέχεται να λυγίσομε, προτιμώντας γνωστότερες, προσωρινότερες έστω ηδονές. Ας θυμόμαστε όμως πάντα οτι ο Αριστοτέλης μας έταξε κατι πολύ εντονότερο, «ἡσθῆναι σφόδρα (1169 a23) ἡδονήν [τελειοῦσαν] τό ζῆν» (1175 al6).
Σας κατανοούμε βέβαια, λέει ο Αριστοτέλης: Ακούσατε «ηδο­νή» και στραφήκατε στις σωματικές ηδονές μόνον (αυτές που μονοπωλούνε το όνομα ηδονή), σ’ αυτές οι οποίες αρχικά είναι οι μόνες γνωστές και εύκολες για όλους (όπως στα παιδιά και στα ζώα). Και νομίζατε πως μόνο αυτές υπάρχουν. Και φαίνονται προτιμότερες επειδή σας διώχνουν εύκολα τη λύπη. Αλλα δέν τις ξέρετε τις άλλες ηδονές να τις χαρείτε. Λοιπόν, σας λέμε οτι ολόκληρη η ζωή του εναρέτου και του σκεπτόμενου ανθρώπου είναι γεμάτη ηδονές!
-   «Ἀλλ’ εἰλήφασι τήν τοῦ ὀνόματος κληρονομιάν αἱ σωματικαί ἡδοναί διά τό πλειστάκις τε παραβάλλειν εἰς αὐτάς καί πάντας μετέχειν αὐτῶν διά τό μόνας οὖν γνωρίμους εἶναι ταύτας μόνας οἴονται εἶναι» (1153 b33-35). «Ἔτι παιδία καί θηρία διώκει τάς ἡδονάς» (1152 b20).
-     «Φαίνονται αἱ σωματικαί ἡδοναί αἱρετώτεραι [...] διά τάς ὑπερβολάς τῆς λύπης» (1154 a26-28). «Ἔτι διώκονται [...] ὑπό τῶν ἄλλαις [ἡδοναῖς] μή δυναμένων χαίρειν» (1154b2-3).
-     «Ὁ βίος [τῶν φιλαρέτων] ἔχει τήν ἡδονήν ἐν ἑαυτῷ» (1099 al7). «Ἡ δέ τοῦ νοϋ ἐνέργεια [...] ἔχει τήν ἡδονήν οἰκείαν, αὕτη δέ συναύξει τήν ἐνέργειαν» (1177 b20-22).[14]
Με μια τέτοια ανάγνωση της (οντολογικής και πρακτικής συ­νάμα) ηθικής του Αριστοτέλους, είναι ίσως ευκολότερο τώρα να κατανοήσουμε τη διαδικασία της αναζήτησης του Αγαθού, ανά­μεσα απο το εκάστοτε δυσπρόβλεπτο και ποικίλον σύνολο των δυνατών λύσεων οι οποίες προσφέρονται κάθε φορά στη γρηγορούσα συνείδηση, ζ) Μια σύντομη παρέκβαση είναι ίσως εδώ αναγκαία, επειδή η έμ­μονη (και τόσο λειτουργική δέ) επίκληση της ηδονής απ’ τον Αριστοτέλη, φαίνεται οτι έχει σκανδαλίσει πολλούς σύγχρονους Σχολιαστές - οι οποίοι (εξ αγαθής υποθέτω προαιρέσεως) απο­πειρώνται να αποκαταστήσουν τη «φήμη» του Σταγειρίτη με τις ακόλουθες δύο αντιρρήσεις: (ϊ) Μα, ηδονιστής δέν ήταν ο Αρι­στοτέλης, (ii) Κι ούτε Επικούρειος!
Οι πρώτοι ας μήν ανησυχούν: Ας προσέξουν μόνον τη σύγ­χυση που μπορεί να προκύψει απ’ τη σύγχρονη σημασία του «ηδονιστή» (ως παραδομένου στις σαρκικές απολαύσεις), και τη φιλοσοφική χρήση του όρου «ηδονή» ως ευλογότατου χαρακτη­ριστικού του Αγαθού αφενός - ενώ αφετέρου ο Αριστοτέλης λεπτομερώς απέδειξε οτι η ηδονή δέν συνιστά αγαθόν καθεαυτήν (αλλ’ είναι συχνότατα «νοσώδης»).
Αλλα κι οι δεύτεροι προστάτες της επαρχιακής φήμης του Αριστοτέλους, στο ίδιο ίσως γλωσσικό ολίσθημα ενδέχεται να έχουν υποπέσει. Διότι, καταρχήν, πλείστες θέσεις του (καλού ερανιστή) Επικούρου ακούονται όντως ως αριστοτελικές, όπως: κριτήριο των πράξεων η ηδονή, ο ύψιστος σκοπός του ανθρώπου το ηδέως ζήν (αλλα με την ψυχική κυρίως, την καταστηματική, ηδονή), η θετική συμβολή και των σωματικών ηδονών στον σκο­πό, αλλα και η χαρά που νοιώθει ο ευεργέτης για τη χαρά που δίνει στους άλλους. Άρα, ο Επίκουρος ήταν ενμέρει αριστοτελι­κός - όχι βέβαια το αντίστροφο. Πολύ δε ολιγότερο οπου ο Αρι­στοτέλης θα τον είχε χαρακτηρίσει (δυσφήμως) ως «ιδιώτην», άν είχε σχολιάσει το «λάθε βιώσας»...
         
4. Η βελτιστοποίηση των ενεργειών που οδηγεί κάθε φορά στο Αγαθόν
 
α) Κι ας ξεκινήσουμε υπενθυμίζοντας την συνήθη αριστοτελική ορολογία, οι εκάστοτε ερμηνείες της οποίας συνεπάγονται αφεύκτως και την ευθύνη του αναγνώστη. (Καραδοκεί δηλαδή ο κίν­δυνος να θέλομε να στρώσουμε και τον Αριστοτέλη στα γούστα μας. Δέν είναι όμως κι αυτός άμοιρος ευθυνών: Τα κείμενά του δέν είναι πρότυπα κρυστάλλινου ύφους και μονοσήμαντης ορο­λογίας πάντοτε).
Αρετή[15] = η αποκτώμενη σπουδαία ικανότητα, άρα και η διάθεσις («έξις»), για επιτέλεση του ενεργήματος (της «ενεργείας»), με το οποίο θα αναζητηθεί και θα επιλεγεί το Αγαθόν.
Αγαθόν = το αποτέλεσμα εκείνης της επιτυχούς πράξεως (ως
εκλογής ανάμεσα σε πολλαπλούς υποψηφίους στόχους), η οποία εί­χε τελικόν σκοπό την εν όλω τω βίω μεγιστοποίηση της ικανοποίη­σης που εξαρτάται απο την ενλόγω εκλογή.
Ηδονή = ευχαρίστηση συμφυής με τη ζωή, επιθυμητή καθεαυτήν, αίσθηση που συνοδεύει και επιστέ­φει ιδιαιτέρως τις σπουδαίες ενέρ­γειες - χωρίς όμως απο μόνη της να διασφαλίζει το αγαθόν.
Πάθος = συγκινησιακή κατά­σταση (θάρρος, συμπάθεια, επιθυ­μία, οργή κ.λπ.)
Ευδαιμονία = ύπατος σκοπός του βίου, ύψιστο αγαθό, επιθυ­μητή καθεαυτήν (δέν επιδιώκεται ως μέσον για την επίτευξη άλ­λου σκοπού)' νοείται ως αποτέλεσμα της άσκησης του αγαθού δι’ όλου του βίου' είναι μια ευρύτερη πολυπαραγοντική θεωρη­τική ενέργεια· δέν κτάται αλλα συνεχώς κατακτάται.
β) Μπροστά, λοιπόν, στην πολλαπλότητα και την αντιφατικότητα των ανθρωπίνων αναγκών, βλ. §2 (και των αντιστοίχων ηδονών τις οποίες συνεπάγεται η ικανοποίησή-τους), ο περίπλοκος βίος τού κάθε χωριστού ανθρώπου απαιτεί Επιλογές·. Κάθε φορά, η πράξη (καθοδηγούμενη απ’ τη δεξιοτεχνία της αρετής) θα ανα­ζητήσει το αγαθόν. Θυμίζουμε εδώ οτι, εξαιτίας του υποστασια­κού μηχανισμού που υπομνήσθηκε στις §§3δ, ε, «αἱ κατ’ ἀρετήν πράξεις [...] εἰσίν ἡδείαι καθ' ἑαυτάς» (1099 al4) κι οτι «τό τε ἁπλῶς ἀγαθόν καί ἡδύ ἁπλῶς ἐστίν» (1156 b23). Άρα, το στοιχείον της ηδονής[16] συνοδεύει πάντα τις επιλογές μας - ο Αρι­στοτέλης δέν εκήρυξε την ασκητικήν (αλλ’ ούτε και την φαρισαϊκήν). Αντιθέτως, θα διακηρύσσει οτι «ἡ δέ ἡδονή τελειοῖ τάς ἐνεργείας· καί τό ζῆν [...] εὐλόγως οὖν καί τῆς ἡδονῆς ἐφίενται· τελεοῖ γάρ ἑκάστῳ τό ζῆν, αἱρετόν ὄν» (1175 al6-17). Επειδή όμως ύπατος σκοπός του βίου είναι η ευδαιμονία, πρέπει αμέσως εδώ να θυμηθούμε ότι «εὐδαίμονα λέγειν [...], μή τον τυχόντα χρό­νον ἀλλά τέλειον βίον» (1101 al5). Πρόσθετο λοιπόν χαρακτηρι­στικό της πιο πάνω επιλογής, είναι να στοχεύσει σ’ εκείνην τη λύ­ση που θα μεγιστοποιήσει την ηδονή (ή θα ελαχιστοποιήσει τη λύπη) σ’ όλον τον χρονικό ορίζοντα της ζωής[17]. Άρα, άλλη μιά βελτιστοποίηση - εν χρόνω αυτή τη φορά. Κι αυτή η εμφανώς εύλογη προϋπόθεση, είναι μεγίστης σημασίας για την ανθεκτικότητα της ηθικής θεωρίας.
Μ’ αυτά λοιπόν τα γενικά κριτήρια (εμπειρικά και θεωρητικά μαζί), «ἕκαστος γάρ τῷ (ε)αὑτῷ ἀγαθόν εὑρίσκειν, ὥσπερ καί τροφήν»\ (1172 bl4)[18]. Υποστασιακή τροφή θα τη λέγαμε βάσει όσων είδαμε στην §3ε: «Τό γάρ εὖ πεπονθός ἔργον ἐστίν αὐτῶν [τῶν εὐεργετῶν]· τοῦτο δή ἀγαπῶσι [...]. τούτου δ’ αἴτιον ὅτι τό εἶναι πὰσιν αἱρετόν καί φιλητόν· ἐσμέν δ’ ἐνεργείᾳ (τῷ ζῆν γάρ καί πράτ­τειν)» (1168 a3-6). Υπάρχω μέσω της δημιουργικής-μου πράξεως!
Και γι’ αυτό ο Αριστοτέλης είχε προαναγγείλλει (1104 b33) ΟΤΙ «ὁ ἀγαθός κατορθωτικός ἐστιν ὁ δέ κακός ἁμαρτητικός,[19] μά­λιστα δε περί τήν ἡδονήν»: Την πάτησε δηλαδή ο κακός διότι δέν κατάφερε να κατορθώσει την ηδονή δια βίου. Μόνη αυτή επι­στέφει τις σπουδαίες ενέργειες,
γ) Πώς όμως καταφέρνει έκαστος να πετύχει κάθε φορά ετούτο το έργον του αγαθού; Εκτός απ’ το «διά βίου» κριτήριο, ο Αριστο­τέλης εμμένει στο κριτήριο της βελτιστοποίησης της ηδονής:
-     «Tοῖς εὖ ἔχουσιν ἔργοις» (δηλαδή τοῖς ἀγαθοῖς), «οὔτ’ ἀφελεῖν ἔστω, οὔτε προσθεῖναι» (1106 blO). Πρόκειται ακριβώς για τον μαθηματικό ορισμό του μεγίστου! Του μεγίστου της ευδαιμο­νίας - διότι σ’ αυτήν συντελεί το αγαθόν.
-     Γιατί; Διότι, όπως φαίνεται και στο Σχ. 1 (σελ. 58), «ὡς τῆς μέν ὑπερβολῆς καί τῆς ἐλλείψεως φθειρούσης» (σημεία 1', 2'), «τῆς δέ μεσότητας σωζούσης» (σημείο 3') (1106 bl 1-12). Άρα «με­σότης» εδώ είναι πράγματι μια «μεγιστοποίηση».
-     Και πώς θα την πετύχομε αυτήν την «μεσότητα» της ευστο­χίας; Ο Αριστοτέλης δέν ντρέπεται να περιγράψει τα ανθρώ­πινα με ειλικρίνειαν, και απαντά: Εμπειρικώς, με δοκιμές[20], «ἀποκλίνειν δέ δεῖ ὁτέ μέν ἐπι τήν ὑπερβολήν, ὁτέ δέ ἐπί τήν ἔλλειψιν οὕτω γάρ ῥᾴστα τοῦ μέσου καί τοῦ εὖ τευχόμεθα» (1109 b25-27). Προσέξτε που ακόμα και το ρήμα τεύχομαι, πα­ραπέμπει σε μια κατασκευή, μια ύφανση ή μια σφυρηλάτηση. Έτσι δημιουργικά κατορθούται το αγαθόν - κι όχι με μια σε­βαστική «υπακοή».
-     Η αρετή που μας καθοδήγησε στην αναζήτηση της βέλτιστης λύσης, είναι μια «μεσάτης κατά τήν οὐσίαν καί τόν λόγον το τί ἦν» (1107 a6): Αυτή η εμπειρική/έλλογη ικανότητα, όπως ορί­σθηκε, μας βοήθησε να βρούμε ορθή ενδιάμεση λύση - με την οποία κατ-Ορθούται το Αγαθόν. Προσέξτε δέ οτι δέν πρόκει­ται για μια μεσότητα «μήκους», «εντάσεως» ή άλλων μονοδιά­στατων μεγεθών - αλλα για την αναζήτηση μιας λύσεως «ου­σίας» (πρβλ. και §στ πιο κάτω).
-     Ενα άλλο αριστοτελικό παράδειγμα «κατ είδος» βελτιστοποιήσεως ηδονών υποδηλώνεται με «τάς ἀφ' ἑτέρων ἡδονάς ἐμπό­ρους ταῖς ἐνεργείας εἶναι» (1175 b2). Π.χ. η αντίθεση ανάμεσα:
(i) σε ακρόαση αυλού και
(ii) σε φιλοσοφική συζήτηση.
«Ἡ γάρ ἡδίων τήν ἑτέραν ἐκκρούει» (1175 b7), όπως (α) το τραγηματίζειν (μασουλάω λιχουδιές),
(β) όταν φαῦλοι οἱ ἀγωνιζόμενοι (ἐν τοῖς θεάτροις).
Έτσι η Συνείδηση προάγεται εκάστοτε σε βελτιστοποίηση, «καθ’ ἑκάστην γάρ ἐνέργειαν, οἰκεία ἡδονή ἐστιν» (1175 b26), «ἡδοναί [...] δέ σύνεγγυς ταῖς ἐνεργείαις, καί ἀδιόριστοι» (1175 b33).
-  Επειδή όμως η αρετή αυτή εστόχευσε τελικώς στο άριστον, συ­νιστώ και μιαν ακρότητα: «κατά δέ τό ἄριστον καί τό εὖ [ἡ ἀρετή ἐστίν] ἀκρότης» (1107 a7). Ακρότης, στα αρχαία ελληνι­κά, σημαίνει απλώς κορυφή (και τίποτ’ άλλο). Δηλαδή το σημείον 3' του Σχ. 1 που ακολουθεί.
 
 
         Σχ. 1: Στις τετμημένες εμφανίζονται όλες οι δυνατές λύσεις σε μιά ευθεία αντί σε ενα ολόκληρο επίπεδο. Στις τεταγμένες μετριέται η συμβολή-τους στην ευδαιμο­νίαν. Το σημείο του μεγίστου («ἀκρότης») είναι το «αγαθόν»: Το στόχευσε μια λύση ενδιάμεση («μεσάτης»). Κάθε άλλη λύση θα ήταν «κακή».
 
-     Το βέλτιστον που μόλις πετύχαμε (το «αγαθόν») είναι ένα και μόνο σημείο πάνω στην καμπύλη όλων των αποτελεσμάτων στο Σχ. 1: «Τό ἀγαθόν πεπερασμένον [...], το κατορθοῦν μονα­χικῶς» (1106 b30-31). Ενώ οι κακές λύσεις (λ.χ. «1» και «2» στο Σχήμα) που οδηγούν σε κακά αποτελέσματα (μειωμένης αποτελεσματικότητας για την ευδαιμονία), είναι άπειρες το πλήθος εκατέρωθεν του μεγίστου: «Τό μέν ἁμαρτάνειν πολλαχῶς ἐστίν (τό γάρ κακόν τοῦ ἀπείρου)» (1106 b29).
-     Την ίδια έννοια της αστοχίας (της αμαρτίας δηλαδή) έξω απ’ το αγαθόν, ο Αριστοτέλης θα την προβάλλει και ευθύτερα: «Ὁ ἀγαθός κατορθωτικός ἐστιν, ὁ δέ κακός ἁμαρτητικός, μάλιστα δέ περί τήν ἡδονήν» (1104 b34). (Ναι, όλα τούτα ακούγονται μακριά απ’ τη σημερινή αγγελοσατανική αντίληψη αγαθόν/κακόν - αλλ’ η Ιστορία των ιδεών διατηρεί πάντα το δυναμικό της).
-     Εν πάση περιπτώσει, το αγαθόν θα κατορθωθεί με πολύ μεγά­λη δυσχέρεια «ἔργον ἐστί σπουδαῖον εἶναι», 1109 a24), πάντως δέ με επανειλημμένες δοκιμές («ἐξ ἔθους περιγίγνηται» 1103 a 17, και «κατά τόν δεύτερον φασί πλοῦν τά ἐλάχιστα ληπτέον τῶν κακῶν» 1109 a35). Σε σύγχρονη γλώσσα θα λέγαμε οτι οι Αξίες χτίζονται μόνον μέσω μακράς εμπειρίας και αναδράσεων (πρβλ. και §3, στ), όπως ρητώς υποδηλώνεται απ’ αυτή τη δεύ­τερη δοκιμή («τόν δεύτερον πλοῦν»).
δ) Εδώ θα είχε τη θέση-της και μια αναφορά στους κατά Αριστοτέλους μύδρους του κλεινού Πλήθωνος. Μου φαίνεται λοιπόν οτι ο Γεμιστός όντως δέν είχε ξεπεράσει την διάκριση ποιότητος/ποσότητος[21]: Πράγματι, για να λειτουργήσει το αριστοτελι­κό προσομοίωμα, προϋποτίθεται η μεταστοιχείωση όλων των υποψηφίων «ενεργειών» σε κοινό νόμισμα «την αντίστοιχη δια βίου ευχαρίστηση που θα προσφέρουν». Έτσι μόνον μπορεί να βρεθεί η (ενδιάμεση) κορυφή της ευχαρίστησης - δηλαδή η «ακρότης» του αγαθού.
Σ’ αυτό λοιπόν το «αριστοτελικό» προσομοίωμα δέν υφίσταται πλέον η διάκριση ποιότητας και ποσότητας· όλες οι αρχικά ποιοτικές επιλογές έχουν οιονεί-ποσοτικοποιηθεί μέσα στη έμπειρη συνείδηση του σώφρονος σε μονάδες «συναίσθησης», ε) Κάπως έτσι λοιπόν κατ-Ορθούται το αγαθόν, ως ακρότης αποτελεσματικότητας, θαμιστικώς[22] ενίοτε, και μέσω μιας βέλτιστης επιλογής μιας λύσεως ενδιάμεσης («μεσάτης»), την οποία η εμπειρικά καταχτημένη ηθική δεξιοτεχνία (η αρετή) μας οδηγεί να επιλέξομε, απο το άπειρο εκάστοτε πλήθος των ενδεχομένων συνδυασμών «κέρδους και ζημίας» που πρόκεινται στη συνείδη­ση. Η ενέργεια αυτής της βέλτιστης εκλογής, ηδεία καθ’ εαυτήν, είναι αγαπημένο πνευματικό τέκνο της συνείδησης («ἔσται ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ἡ ἡδονή», 1175 al, «ἐνεργείᾳ δή ὁ ποιήσας τό ἔργον ἔστι πως· στέργει δή τό ἔργον, διότι καί τό εἶναι», 1168 a7-8).
Ο Αριστοτέλης, με την φυσικότητα της παρθενικότητας του ηθικού φιλοσοφικού λόγου, δέν είχε σκεφθεί να αμυνθεί έναντι ενός σχετικιστικού ψόγου. Τα (ίσως περιττά) όμως απολογητικά επιχειρήματά του, εύκολα θα πήγαζαν απ’ τα 'Ηθικά Νικομάχεια:
-     Καί, πρώτον, ο Αριστοτέλης είχε αποδείξει οτι το αγαθόν δέν είναι γένος, αλλά «πολλαχώς λέγεται». (Όποιος διαφωνεί, επι­βαρύνεται και με την υποχρέωση να προσκομίσει τον κατάλο­γο των αγαθών για όλες τις πιθανές περιστάσεις - μαζί με τις αποδείξεις...).
-     Η ευρύτατη απογραφή των ανθρωπίνων αναγκών την οποία προσφέρει ο Αριστοτέλης, όχι μόνον εκάλυψε όλο το φάσμα τους, αλλα με έμφαση υπογράμμισε την εμπειρικά βεβαιωμένη αύξουσα ηδονή που προσφέρει η ικανοποίηση των αναγκών της Διανοίας και της Καρδίας. Τόσο που θα πει: «δικαιοσύνη οὐ μέρος ἀρετῆς ἀλλ’ ὅλη ἀρετή ἐστιν» (1130 a8), και «τόν δέ φίλον, ἕτερον αὐτόν ὄντα» (1169 b7).
-Ύστερα, η απόχτηση της ηθικής δεξιοτεχνίας (της αρετής) απαιτεί μαθητείαν μακράν (1109 a24) και ανάδραση επιλο­γών μέσα στη συντεταγμένη ανθρώπινη κοινωνία: Έτσι διοχε­τεύεται στον ασκούμενο και η συσσωρευμένη εμπειρία της Ομάδας.
- Κι ας μήν ξεχνάμε και την αριστοτελική προϋπόθεση/κριτήριο του Αγαθού, να συμβάλλει στην ευδαιμονία «διά βίου» (1101 al5). Αυτός ο βαθύς χρονικός ορίζοντας, η λυδία λίθος του ηθι­κού ενεργήματος, αποθαρρύνει τις μυωπικές λύσεις του τύπου «εγώ, εδώ και τώρα».
Σημειώνουμε πάντως οτι ο νόμος των μεγάλων αριθμών (πάμπολλες γενεές, πάμπολλοι άνθρωποι, πάμπολλα περιστατικά ηθικών προκλή­σεων) έχει παραγάγει ήδη τόσο σαφείς απαντήσεις σε πλήθος συμβιοτικά προβλήματα, ώστε οι ίδιες αναζητήσεις αναμένεται να οδηγήσουν στις ίδιες περίπου απαντήσεις περι της Ομάδος - στατιστικώς πάντοτε. Στα πρωτότυπα όμως διλήμματα και στα εν χρόνω μεταβαλλόμενα δεδομέ­να, μια σωστή ηθική θεωρία θα καθοδηγεί καλύτερα απο οποιανδήποτε (ανώφελη άλλωστε εν προκειμένω) μίμηση του παρελθόντος. Και, το κυριότερο, δέν θα αγκυλώνει τις λύσεις, οδηγώντας σε ψευδο-αδιέξοδα.
Γι’ αυτό κι ο Αριστοτέλης θα ’πει στο τέλος οτι «Κατά τάς ἀρετάς πρός ἀλλήλους πράττομεν ἐν σνναλλάγμασι καί χρείαις καί πράξεσι παντοίαις ἐν τε τοῖς πάθεσι διατηροῦντες τό πρέπον ἑκάστῳ. Ταῦτα δ’ εἶναι φαίνεται πάντα ἀνθρωπικά» (1178 all-14) - υποδηλώνοντας έτσι τον εξωμεταφυσικόν χαρακτήρα του αγαθού.
στ) Όσο για τη «μεσότητα», δέν είναι εύκολο να κατηγορηθεί ο Αρι­στοτέλης για το ανεπαρκές της ερμηνείας «όχι πολύ κρύο - όχι πολλή ζέστη»...
Πρώτον, διότι ρητώς απέρριψε την έννοια του μέσου όρου: «εἴτῳ δέκα μνᾶς φαγεῖν πολύ, δύο δέ ὀλίγον, [οὐ γάρ] ὁ ἀλείπτης ἕξ μνᾶς προστάζει· τό πρός ἡμᾶς ΟΥΧ ΟΥΤΩ ληπτέον» (1106 bl)!
Και έπειτα διότι, ακριβώς για να μήν υποπέσομε στην λανθα­σμένη περι μεσότητος αντίληψη χρησιμοποίησε τυπικά παρα­δείγματα τα οποία κείνται εκτός γραμμικής παρεμβολής:
(i) «οὐ πᾶσα δ’ ἐπιδέχεται πρᾶξις ὅνδε πᾶν πάθος τήν μεσότητα· ἔνια γάρ εὐθύς ὠνόμασται συνειλημμένα μετά τῆς φαυλότητος» (1107 a9).
(ii) «τῶν γάρ ἄκρων τό μέν ἐστίν ἁμαρτωλότερον, τό δ’ ἦττον» (1109 a34) - άρα, το στοχαζόμενο «μέσον» δέν βρίσκεται στη... μέση των δύο άστοχων άκρων, αλλα σε ενδιάμεση «κορυφή» («ακρότης»)[23]. Γι’ αυτό και το αρχαιοελληνικόν «μέσον» ορθώς αποδίδεται με το νεοελληνικό «ενδιάμεσον»,
(iii) «οἷον κύκλου τό μέσον λαβεῖν» (1109 a26) - δισδιάστατη πα­ρομοίωση, αποτρεπτική της συνήθους παρερμηνείας...
(iv) «μέσον ἐστί [...] τό δ’ ὅτε δεῖ καί ἐφ’ οἷς καί πρός οὕς καί οὗ ἕνεκα καί «ὡς δεῖ» (1106 b22-23) - κι εδώ πιά, ο χώρος της βελ­τιστοποίησης είναι 5-διάστατος, κι αποθαρρύνει ακόμα σα­φέστερα την περι «μέσου όρου» ερμηνεία της αριστοτελικής μεσότητος. Διότι η επιλογή οφείλει να γίνεται κατα τον σω­στό χρόνο, εν αναφορά προς τα ορθά αντικείμενα και τους κατάλληλους ανθρώπους, εξ ορθής αφορμής, και με τον τρό­πο που πρέπει. Ευστόχως δε ο W. Hardie, 1980 (σελ. 132) πα­ρατηρεί οτι «ο Αριστέλης κάνει αυτή τη δήλωση στο καθαυ­τό κέντρον της εκθέσεώς του περι της θεωρίας του μέσου»,
(v) Τέλος, άς δούμε πώς χρησιμοποιεί τον ίδιο όρο ο Αριστοτέλης στο Περί Ψυχῆς (424 a2-6 και 431 a8-12): Η απτική αίσθηση, μπορεί και διακρίνει ενα εξωτερικό φαινόμενο μέ­σω της σάρκας, όταν η σάρκα έχει διαφορά ιδιοτήτων απ’ το εξεταζόμενο φαινόμενο. Έτσι, λέει, το «αισθάνεσθαι» μοιάζει με το «νοείν», αυτή δε ακριβώς η διακριτική ικανότητά-του ονομάζεται αισθητική μεσάτης.
Μου φαίνεται λοιπόν οτι ο Αριστοτέλης δίνει στον όρο «με­σάτης» και ενα νόημα «αποφατικόν».
Ακούστε και τον F. Sparshott (1996, σελ. 98): «It is NOT true that the right amount is intermediate between two equally determinable amounts [...]. Virtue is NOT really a mean between extremes».
Παρα ταύτα, οι οπαδοί της «απλότητας» στην περι μεσότητος ερμηνεία, επιμένουν. Όπως λ.χ. εξηγεί ο G.J. Hughes (2001, σελ. 63): «Το say that virtues lie in the mean, says no more than that appropriate patterns of response will come somewhere between over-reacting and under-reacting».
Εικάζω οτι μέρος της ευθύνης για τέτοιες (υπεραπλοποιητικές, ψυχολογικές) προσεγγίσεις την φέρει ίσως ο ίδιος ο Αριστο­τέλης με τα «πρακτικά» παραδείγματα χαρακτηρολογίας τα οποία λεπτομερώς περιέγραφε (καθώς τα Ήθ. Νικ. είναι μάλλον Σημειώσεις μαθημάτων, και έπρεπε να αναφερθούν σε «τρέχου- σες» περιπτώσεις ήθους). Και όταν πρόκειται για ενα «ψυχολο­γικό» χαρακτηριστικό, το πρόβλημα όντως μπορεί να περιορί­ζεται στην αναζήτηση μιας οιονεί ενδιάμεσης λύσεως. Αντιθέτως, όταν πρόκειται για περίπλοκα ηθικά διλήμματα, οι πολυπαραγοντικές επιλογές δέν ευοδούνται με τον κανόνα του «μηδέν ἄγαν». «Knowledge of the mean, cannot just be knowledge of a formula; it must be knowledge of how to apply the rules to choices. And here the notions of excess and defect will not helpus» (A. MacIntyre, 1967). IV αυτές λοιπόν τις ευρύτερες περι­πτώσεις, ο Αριστοτέλης διεύρυνε τον κανόνα (βλ. τα παραθέμα­τα της παρούσας παραγράφου) - για να επιδέχεται, όπως υπο­στηρίζω, την ερμηνεία της βελτιστοποίησης, ζ) Μ’ αυτά που προηγήθηκαν, υποστηρίξαμε οτι για την υπέρβαση των ηθικών διλημμάτων ο Αριστοτέλης υποδεικνύει την ακό­λουθη οδό:
-Αυτενέργεια (1105 a4 / 1169 b29-30 / 1172 bl4 /1175 al).
-     Απόκτηση ηθικής εμπειρίας πράξεων (1109 a35 / 1117 bl-4 / 1170 a8-10 / 1179 bl5).
-     Συν-πάθεια με τον Αλλον (1169 al9-21 /1169 b7), και
-     Επιλογή της ηδύτερης για την αυτοπλήρωση λύσεως, μέσα στην προοπτική ολόκληρου του βίου (1099 al4 /1138 a30-32/ 1175 b8 /1101 al5).
Προλέγει δε οτι «είναι πολύ δύσκολο να είναι κάνεις ενάρε­τος» (1109 a24).
Πώς όμως εξηγείται το οτι, αντί για όλο τούτο το δύσκολο και περίπλοκο αγώνισμα, ο Αριστοτέλης είχε (λέει) προτείνει και μιαν άλλη εκπληκτικώς απλούστερη οδό: Κάνε ό,τι θα έκανε ο δίκαιος ή ο σώφρων[24]. «(Τά) πράγματα δίκαια καί σώφρονα λέγεται, όταν ᾖ τοιαῦτα, οἷα ἄν ὁ δίκαιος ἤ σώφρων πράξειε» (1105 b5-7).
Θα υποστηρίξω όμως οτι πλημμελώς μάλλον ερμηνεύεται αυ­τή η αριστοτελική θέση:
(i)                 Και πρώτον, δέν είπε «κάνε ὡς ὁ δίκαιος», αλλ’ ηθέλησε να καταστήσει απαρχής σαφή τον εμπειρικό χαρακτήρα του Αγαθού (αποφεύγοντας τον απόλυτο ανέφικτο ορισμό του, και) παραπέμποντας προσώρας σ’ ενα ιδεατό κοινωνικώς αποδεκτό πρόσωπο - του οποίου όμως σπεύδει στην ίδια παράγραφο (1105 b9) να ορίσει τις ιδιότητες: «Ἐκ τοῦ τά δίκαια πράττειν ὁ δίκαιος γίνεται» - και για να μάθομε ποιά είναι λοιπόν αυτά τα δίκαια, πάμε σου λέει τώρα να ξε­κινήσομε την παρουσίαση της όλης θεωρίας με το κεφαλαιώ­δες παράγγελμα «τί ἐοτιν ἡ ἀρετή σκεπτέον» (1105 bl9). Πάμε να ιδούμε πώς «γίνεται ο δίκαιος»! Καμμία αντίφαση, καμμία φυγομαχία μέσω κυκλικών συλλογισμών.
(ii)              Πώς άλλωστε θα ήταν δυνατόν, ήδη απ’ την αρχή του 2ου βι­βλίου των Ήθ. Νικ. ο φιλόσοφος να καθιστά περιττήν ολό­κληρη τη λεπτομερή θεωρία του Αγαθού την οποίαν δομεί στο 2ο, το 7ο, το 9ο και το 10ο κυρίως βιβλίο; Ενώ, ίσα-ίσα, όλη η θεωρία περιγράφει πώς μπορεί κάνεις να γίνει Δίκαιος!
(iii)            Κι επιτέλους, πού να τον ’βρώ κάθε φορά τον «Δίκαιον» (ή τον «Σώφρονα») ο οποίος
            - να διαθέτει αξιόπιστη βεβαίωση περι της αρετής του,
             - να έχει καταστήσει λεπτομερώς γνωστές τις πράξεις του, και
            - να καλύπτει και τα ιδιότυπα, άπειρα το πλήθος, ηθικά δι­λήμματα του δικού-μου βίου;
Συμπέρασμα: Η αριστοτελική παραπομπή προς τον «Δίκαιον» μοιάζει να είναι ενα ιδεατό παράδειγμα -ένας απο μάς που ωρί­μασε ηθικώς- ένας Άνθρωπος πάντως.
Αλλ’ είναι δύσκολο να συμμερισθεί κάνεις την άποψη οτι το μέγιστον των φιλοσοφικών προβλημάτων θα βραχυκυκλωθεί με μίαν αναγωγή-του σε ιδεατή μίμηση (;) των πράξεων του «Εναρέτου» - έστω και με την συνεπικουρία αρετολογικών Κανόνων: Η αξιοπιστία καί του Εναρέτου καί των Κανόνων οφείλει προφανώς να προ-κριθεί απ’ τον ηθικώς δρώντα, μέσω διαδικασιών πείρας και επιλογής, σάν αυτές που δια μακρών περιγράφει ο Αριστοτέλης στα Ήθ. Νικ. Οπότε, άν όντως αυτά προ-κριθούν απ’ τον δρώντα, θα έχει αποδειχθεί οτι ετούτος διαθέτει ήδη τα μέσα να λύσει τα ηθικά-του διλήμματα, χωρίς να έχει χρείαν προ­σφυγής στον... Δίκαιον, η) Συγκεφαλαιώνοντας, θα λέγαμε οτι εμείς την αριστοτελική με­σότητα την διαβάσαμε ως μια πολλαπλή βελτιστοποίηση της ενέργειας:
-     Μέσω επιλογών του είδους των ηδονών («ἡ γάρ ἡδίων τήν ἑτέραν ἐκκρούει»[25], 1175 b8) ή μέσω συνδυασμού ηδονής και λύ­πης («τά λυπηρά ΰπομένειν, [...] ανδρείοι, λέγονται», 1117 a33).
-     Μέσω επιλογών ικανοποίησης Σωματικών/Ψυχικών αναγκών, αφού αναγνωρίσθηκε πυκνότερη και διαρκέστερη η θεωρητική ηδονή (§3 στ).
-     Μέσω επιλογών ικανοποίησης Εγώ/Εσύ, επειδή αποδείχθηκε εμπειρικά οτι πολλά καλά που κάνω για τον Άλλον, μου προσπο­ρίζουν έντονη αίσθηση ηδονής για τον Εαυτό μου (§3α έως 3δ).
-     Μέσω επιλογών Παρόντος/Μέλλοντος, αφού ο συνολικός όγκος της χαράς λογαριάζεται: «Λέγειν εὐδαίμονα [...] μή τόν τυχόντα χρόνον ἀλλά τέλειον βίον» (1101 al5).
 
Έτσι νομίζω δικαιολογείται πώς η «μεσότης» μπορεί να είναι μόνον ενα πολυπαραγοντικό βέλτιστον που οδηγεί στην «ακρότητα» της ευδαιμονίας, σεβόμενη την ανθρωπική αυτονομία - χωρίς δε να δια­κινδυνεύεται το κοινωνικό συμφέρον.
----------------------------
[1] Ο Αριστοτέλης κηρύσσει, έμμεσα έστω, την ανθρωπική αυτονομία όταν λέει (Ήθ. Νικ. 1113b, 18) «τόν ἄνθρωπον [... ] φατέον ἀρχήν εἶναι [... ] γεννητήν ταῶν πράξεων ὥσπερ καί τέκνων [...]· μή ἔχομεν εἰς ἄλλας ἀρχάς ἀναγαγεῖν παρά τάς ἐν ἡμῖν». Και «άνθρωπος είναι, αρχή των πράξεων» (1112 b32).
[2] Απ’ αυτή την άποψη μπορώ πολύ καλά να καταλάβω εναν άνθρωπο που νοιώ­θει (αυτός, μέσα του) την ανάγκη ενός θεού, παρα την εξωγενή διήγηση μιας απο­κάλυψης...
[3] Άλλωστε, για τις σημερινές-μας αντιλήψεις, στη βασική υποστασιακή ηδονή που προσφέρει ο Άλλος, το βρέφος είχε ήδη μυηθεί πολύ νωρίς: Ο Άλλος (η μητέρα, ο πατέρας, η βρεφοκόμος) ανέσυραν το βρέφος απ’ την ασυνειδητοποίητη κατά­σταση του οιονεί πράγματος, και συνοικοδόμησαν το Εγώ του. 
[4] Δικαίως λοιπόν ελέχθη οτι: «We must take account of our own moral intu­itions. From these, we draw statements that are true but unclear. It is the business of the philosopher to proceed from these to something clearer» (P. Huby, 1967, σελ. 43).
[5] 5. «ἀλλά μᾶλλον [εὐδαιμονίαν] εἰς ἐνέργειάν τινα θετέον»(1176 bl), «ἡ εὐδαι­μονία ἐνέργεια τίς ἐστίν» (1169 b29) και «ἐνέργεια τίς ἡ εὐδαιμονία» (1100 al5). 
[6] Ακούστε και τον F. Sparshott, 1996 (σελ. 88-89): «People who are crazy with horses, take pleasure with horses. So a person who is crazy about virtuous living, will presumably take pleasure in it, [...]- not a duty with which they must perpet­ually compel themselves to comply» (πρβλ. 1009 a9). «To become a virtuous person is to transfer the locus of one’s pleasures».
[7] Ο Pakaluk (2005, σελ. 323) προσφέρει εναν κατάλογο τεσσάρων ιεραρχημέ­νων στοιχείων τα οποία κατα Αριστοτέλην θα συνύφαιναν την ευδαιμονία. Απ’όπου όμως (άς παρατηρηθεί παρεμπιπτόντως) απουσιάζει το αισθητικό ενέργημα... 
[8] Θα ιδούμε παρακάτω το βασικότατο ερώτημα εντός «πόσου χρόνου» επιθυμώ να νοιώθω αυτήν τη μεγιστοποίηση. 
[9] Όχι, ο Αριστοτέλης ακόμα δέν αγκαλιάζει ρητώς ολόκληρη την Ανθρωπό­τητα. Είναι πρακτικός, και αναφέρεται πρώτα στους πλησίον. Και μάλιστα (ακόμα πρακτικότερος) θα εστιάζει στους λίγους Φίλους - εκείνους με τους οποίους θα κα­ταστεί εφικτή η υποστασιακή γεφύρωση.
[10] Θυμηθείτε και τον Πλάτωνα: «Οὐδέν εἶναι ἕν αὐτό καθ’ αὑτό, [...] τό δ’ εἶναι πανταχόθεν ἐξαιρετέον» (θεαίτητος, 157 b). «Ὥστε, εἴτε τις εἶναί τι ὀνομάζει, τινί εἶναι ἤ τινός ἤ πρός τι ῥητέον αὐτῷ» (160 b)! 
[11] «Διό δεῖ ἦχθαί πως εὐθύς ἐκ νέων, [...] ὥστε χαίρειν τε καί λυπεῖσθαι οἷς δεῖ· ἡ γάρ ὀρθή παιδεία αὕτη ἐστίν» (1104 bl2) - η σωτήρια μύηση σ’αυτήντην ηδονή. 
[12] «Aristotle concludes with a long and beautiful account of the nobility of self- sacrifice for other’s sake, even at the cost of one’s life, on the grounds that the person who is called upon to make such a sacrifice gains something beyond price» (G. Hughes, 2001). Διαπίστωση ευστοχότατη. 
[13] «Κανονίζομεν τάς πράξεις[...] ἡδονῇ καί λύπῃ» (1105 a4). «Ἀρετῇ περί ἡδονάς καί λύπας ἐστί» (1105 a14).
[14] Για εναν λεπτοφυή σχολιασμό της έννοιας της «ηδονής» (της ευχαρίστησης) στον Αριστοτέλη, βλ. και Pakaluk, 2005 (σελ. 286).
[15] «Τάς δ’ ἀρετάς λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον, ὥσπερ καί ἐπί τῶν ἄλλων τεχνῶν· ἅ γάρ δεῖ μαθόντας ποιεῖν, ταῦτα ποιοῦντες μανθάνομεν, οἷον οικοδομοῦντες οικοδόμοι γίνονται» κ.λπ. (1103 a32-35). «Ἡ δέ ἠθική ἀρετή ἐξ ἔθους περιγίγνεται [...], οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται» (1103 al7 και 19). Ξεκάθαρη δήλωση περι της εμπειρικότητας της Αξίας και περι της ηθικής υπευ­θυνότητας του Ανθρώπου.
[16] Δέν θα διστάσει δε να ονομάσει «φαύλην» την υπερβολική στέρηση της σω­ματικής χαράς (1151 b24-29).
[17] Ο καλός ο νοικοκύρης δέν επιλέγει πράξεις στις οποίες θα ξοδέψει όλο το μηνιάτικο την πρώτη μέρα...
[18] Έ, αυτό είναι που πολλοί δέν συγχωρούν στον Σταγειρίτη (ούτε κι εκείνο το «οὐ ῥάδιον τῷ λόγῳ ἀφορίσαι», 1109 b24). Όπως παρατηρεί κι ο Παιονίδης (2002) «η σύγχρονη ηθική φιλοσοφία [δίνει σημασία] πρωτίστως στις υποχρεώσεις προς τους άλλους και στον σεβασμό των δικαιωμάτων τους». Αναλόγως, η Δραγώνα (1995) σημειώνει «ο καλός άνθρωπος κατα τον Αριστοτέλη δέν είναι ο ηθικά καλός με την αποφασιστική για τα νεότερα χρόνια καντιανή σημασία του όρου». Ο Αριστοτέλης, πράγματι, δέν προσφέρει χρηστομάθειαν καταλόγου «καθηκό­ντων» - αλλ’ αποπειράται να παραγάγει τις προς τον Άλλον συμπεριφορές ως συνεπακόλουθον της Αυτοπραγμάτωσης. Αλλ’ ακριβώς σ’ αυτόν τον μηχανισμό νο­μίζω οτι έγκειται και η θεμελιώδης φιλοσοφική προσφορά-του!
Απ’ αυτή λοιπόν την άποψη, φοβάμαι οτι ο χαρακτηρισμός της αριστοτελικής ηθικής ως «εγωιστικής», θέτει οξύτατα προβλήματα φιλοσοφικής ορολογίας (πρβλ. και §1γ πιο πάνω)...
[19] «Άστοχος» δηλαδή (βλ. και §4γ, νii).
[20] Μας είχε προετοιμάσει άλλωστε όταν περιέγραφε την εκμαθητική (την ακτιβιστική) φύση της Αρετής (βλ. προηγούμενη υποσημείωση «13»).  
[21] «οὐ τῷ ποιῷ [...] ἀλλά μεγέθει καί σμικρότητι, καί ὅλως τῷ ποσῷ» (Διαφοραί, 328,15-16).
[22]By trial and error, δηλαδή· τόν όρον οφείλομε στον Γ. Νιτσιώταν (1970).
[23] Η οποία ελαχιστοποιεί την αστοχία («πολύ γάρ ἀπάγοντες τοῦ ἁμαρτάνειν, εἰς τό μέσον ἤξομεν», 1109 b6)
[24] Ορισμένες σύγχρονες αρετολογικές θεωρίες στηρίζονται σ’ αυτήν ειδικώς την ερμηνεία της αριστοτελικής ρήσης. Τυπικό ίσως παράδειγμα είναι οι απόψεις της Hursthouse, 1999, η κριτική παρουσίαση των οποίων απο τους Βιρβιδάκην, Καρακατσάνην, 2009, ήταν πολύτιμη και για τον δικό-μας σύντομο σχολιασμό των αρετολογικών θέσεων. 
[25] Λ.χ. στο δίλημμα «ακρόαση μουσικής ή ακρόαση ομιλίας» ή στο δίλημμα «προσέχω μια κακή θεατρική παράσταση ή απλώς τραγανίζω μύγδαλα». «Καθ’ ἑκάστην γάρ ἐνέργειαν οἰκεία ἡδονή ἐστιν (1175 b26), ἡδοναί [...] δέ σύνεγγυς ταῖς ἐνεργείαις, καί αδιόριστοι» (1175 b33).

Η επιστήμη πίσω από τον φόβο

Τα συναισθήματα τον φόβου και της ανησυχίας προέρχονται από το κεντρικό νευρικό σας σύστημα. Πρόκειται για αναμνήσεις αποθηκευμένες σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου οι οποίες ενεργοποιούνται με ερεθίσματα από την καθημερινότητά σας. Συχνά θεωρούμε αναμνήσεις μόνο τις εμπειρίες ή τις εντυπώσεις, τα γεγονότα ή ακόμα και τις λεπτομέρειες, που μπορούμε να ανακαλέσουμε με τη βούλησή μας. 'Όμως, οι νευροεπιστήμονες ανακάλυψαν ότι έχουμε πολλούς διαφορετικούς τύπους αναμνήσεων και ο καθένας ακολουθεί χωριστή νευρική οδό στον εγκέφαλό μας.

Οι έκδηλες και οι άδηλες αναμνήσεις


Η δρ. Ελίζαμπεθ Φελπς, καθηγήτρια Ψυχολογίας και Νευροεπιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, αφιέρωσε την καριέρα της στη μελέτη της λειτουργίας αυτών των νευρικών συστημάτων. Με τη γνωσιακή νευροεπιστήμη, ερευνά τις σχέσεις των συναισθημάτων με τις αναμνήσεις. Η δρ. Φελπς ανακάλυψε ότι υπάρχουν δύο βασικοί τύποι αναμνήσεων: οι έκδηλες (ή δηλωτικές) αναμνήσεις και οι άδηλες (ή μη δηλωτικές) αναμνήσεις.

Οι έκδηλες αναμνήσεις είναι όταν θυμάστε γεγονότα, λεπτομέρειες και εντυπώσεις. Είναι οι μνήμες που ενεργοποιούνται όταν διαβάζετε έναν κατάλογο και το στόμα σας αρχίζει να σαλιώνει ή όταν ακούτε ένα τραγούδι απ' τα παλιά και φορτίζεστε συναισθηματικά ή δακρύζετε. Ο ιππόκαμπος του εγκεφάλου ελέγχει την αποθήκευση και την ανάκληση των έκδηλων αναμνήσεων τις οποίες εσείς επιλέγετε να θυμηθείτε. Η δεύτερη κατηγορία είναι οι άδηλες αναμνήσεις, που μαθαίνονται. Αποθηκευμένες αντιδράσεις, από παλιότερες συναισθηματικά φορτισμένες εμπειρίες και γεγονότα, συνδέονται με τις αυτόματες φυσικές μας αντιδράσεις.

Το κέντρο συντονισμού του εγκεφάλου, η αμυγδαλή, αποθηκεύει τις άδηλες αναμνήσεις στο υποσυνείδητο. Για παράδειγμα, ο φόβος είναι άδηλη ανάμνηση, γιατί μας επιτρέπει να αντιδράσουμε ενστικτωδώς για να επιβιώσουμε. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι ο άνθρωπος ανέπτυξε αυτήν τη διαδικασία στον εγκέφαλό του, για να αντιδρά ακαριαία σε μια επικίνδυνη απειλή, χωρίς να χρειαστεί να το σκεφτεί.

Για παράδειγμα, ο φόβος που σας προκαλεί ένας δυνατός θόρυβος, σάς επιτρέπει να αντιδράσετε αυτομάτως σε κάποιο πιθανό κίνδυνο. Ο καθηγητής, Τζόζεφ ΛεΝτού, από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, περιγράφει δύο οδούς, διαφορετικού μήκους, που ακολουθούν τα σήματα φόβου στον εγκέφαλό μας.

Τα πειράματά του δείχνουν ότι τα αισθητήρια όργανά μας περνούν πληροφορίες στον θάλαμο του εγκεφάλου μας, όπου τα σήματα χωρίζονται και ακολουθούν δύο διαφορετικές οδούς, με κοινό προορισμό το κέντρο διαχείρισης απειλής του εγκεφάλου, την αμυγδαλή. Το σήμα, που ακολουθεί τη σύντομη οδό, κρούει τον κώδωνα κινδύνου, πριν αντιληφθούμε καν τι συμβαίνει. Το άλλο σήμα φτάνει στον αισθητήριο φλοιό ένα κλάσμα δευτερολέπτου αργότερα, παρέχοντας μια πιο ξεκάθαρη εικόνα της πιθανής απειλής. Το δεύτερο σήμα έρχεται για να ενισχύσει τον φόβο ή για να διαψεύσει την απειλή. Για παράδειγμα, κάποιος τρέχει κατά πάνω σας στον δρόμο και σας επιτίθεται. Την επόμενη φορά που θα δείτε κάποιον να τρέχει προς το μέρος σας, θα ενεργοποιηθεί η απόκριση στον φόβο, προκαταβολικά. Η απόκριση στον φόβο είναι κάτι που μαθαίνεται μέσω μιας διαδικασίας που λέγεται κλασική εξαρτημένη μάθηση, στην οποία μεσολαβεί η αμυγδαλή.

Τα πρώτα πειράματα για τον φόβο


Ο τρόπος που λειτουργούν αυτές οι δύο διαφορετικές μνήμες αποτυπώθηκε για πρώτη φορά το 1911 από τον Ελβετό ψυχολόγο, Εντουάρ Κλαπαρέντ, ο οποίος έκανε ένα πείραμα με μια ασθενή, που υπέφερε από εγκεφαλικές βλάβες και αδυνατούσε να διαμορφώσει καινούργιες αναμνήσεις. Σε κάθε συνεδρία με τον Κλαπαρέντ, εκείνη δεν θυμόταν να τον είχε ξαναδεί. Κι έτσι σε κάθε ραντεβού τους, της ξανασυστηνόταν με μια χειραψία. Του ήρθε όμως μια ιδέα. Έτεινε το χέρι του για να την χαιρετήσει, αλλά αυτή τη φορά είχε κρύψει στο χέρι του μια πινέζα. Όπως ήταν αναμενόμενο, η ασθενής τράβηξε το χέρι της, όταν την τρύπησε η πινέζα. Την επόμενη φορά που συναντήθηκαν, παρ' όλο που δεν τον αναγνώρισε, αρνήθηκε να του δώσει το χέρι της, αλλά δεν ήξερε να του εξηγήσει το λόγο. Το συγκεκριμένο πείραμα του Κλαπαρέντ απέδειξε ότι η αποφυγή απόκρισης στον φόβο μαθαίνεται γιατί μπορεί να νιώθουμε ακόμη και ασυνείδητα. Έτσι εξηγείται γιατί μπορεί να νιώθουμε φοβισμένοι, χωρίς να ξέρουμε τον λόγο.

Υπάρχουν, όμως, και αναμνήσεις που αποθηκεύονται και στην έκδηλη και στην άδηλη μνήμη. Για παράδειγμα, όταν πηγαίνετε στον οδοντίατρο, η άδηλη μνήμη σας αντιδρά στη μυρωδιά των αντισηπτικών, πριν το συνειδητοποιήσετε. Κι έτσι διεγείρεται η έκδηλη μνήμη σας και ανακτά την εικόνα της ένεσης. Όταν ακούσετε τον ήχο, που κάνει ο τροχός του οδοντιάτρου, η έκδηλη μνήμη σας διεγείρεται αστραπιαία.

Η ζωή είναι σαν το τρενάκι στο λούνα παρκ. Μπορείτε να ουρλιάζετε σε κάθε τράνταγμα ή μπορείτε να ανοίξετε τα χέρια σας στον αέρα και να απολαύσετε τη βόλτα!

Οι ορμόνες του στρες, που αποδεσμεύει ο φόβος, ενισχύουν τις οδούς της μνήμης στον εγκέφαλό μας, επιτρέποντάς μας να ανακαλέσουμε πιο εύκολα αναμνήσεις συναισθηματικών εμπειριών, οι οποίες ονομάζονται «αναμνήσεις φλας». Για παράδειγμα, η πρώτη μεταπολεμική γενιά, γνωστή και ως Baby Boomers, εύκολα θυμάται τι έκανε ο καθένας, όταν άκουσε ότι ο Τζον Κένεντυ πυροβολήθηκε. Οι περισσότεροι από τη γενιά Χ θυμούνται που βρίσκονταν, όταν έμαθαν ότι η πριγκίπισσα Νταϊάνα σκοτώθηκε. Οι ερευνητές ανακάλυψαν πως ένα πολύ τραυματικό συναισθηματικά φορτισμένο γεγονός, μπορεί να επιδράσει αρνητικά στη μνήμη. Παρ' όλο που οι περισσότεροι αναφέρουν παραστατικές λεπτομέρειες σχετικές με τις αναμνήσεις-φλας, συνήθως αποδεικνύεται ότι κάνουν λάθος.

Γιατί ο φόβος είναι σημαντικός για μας


Σύμφωνα με τη θεωρία της εξέλιξης, όσα ζώα δεν φοβούνται, έχουν λιγότερες πιθανότητες να επιβιώσουν, γιατί δεν υποχωρούν μπροστά σε επικίνδυνες καταστάσεις. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο φόβος είναι πολύ σημαντική απόκριση και στους ανθρώπους. Ωστόσο, στους ανθρώπους του 21ου αιώνα, αυτοί οι φόβοι μπορεί να εκδηλώνονται ως ντροπές, έλλειψη αυτοπεποίθησης, κρίσεις άγχους, φόβος για την αποτυχία, αλλά και για να προχωρήσουμε πιο μπροστά από το σημείο που βρισκόμαστε.

Αν εξαιρέσουμε τη βασική λειτουργία του φόβου, πού είναι να μας βοηθήσει να βγούμε από επικίνδυνες και απειλητικές για την ακεραιότητά μας καταστάσεις, πολλά δημοφιλή χόμπι βασίζονται στην έλξη που μας ασκεί ο φόβος, όπως είναι το να βλέπουμε ταινίες τρόμου, το μπάντζι-τζάμπινγκ, η επίσκεψη σε στοιχειωμένο σπίτι, τα extreme sports, οι βόλτες με τα τρενάκια στο λούνα-παρκ. Οι ριψοκίνδυνοι απολαμβάνουν τις δραστηριότητες, που προκαλούν φόβο, γιατί τα επίπεδα της ντοπαμίνης τους, που δρα ως νευροδιαβιβαστής, αυξάνονται δραματικά μ' αυτές τις δραστηριότητες. Βιώνουν ευχαρίστηση και ευφορία, ανάλογη με αυτή που νιώθει ένας ναρκομανής. Ο εγκέφαλός μας αδυνατεί να διακρίνει τις αληθινά τρομακτικές εμπειρίες από εκείνες που είναι σχεδιασμένες επί τούτου για να μας τρομάξουν.

Γι' αυτό και οι τρομακτικές δραστηριότητες μας επιτρέπουν να νιώσουμε φόβο, χωρίς να θέτουν σε αληθινό κίνδυνο την ακεραιότητά μας. Όταν, για παράδειγμα, παρακολουθείτε μια ταινία τρόμου, οι ορμόνες τον φόβου αυξάνονται δραματικά, χαρίζοντας σας μια αίσθηση παρόμοια με αυτή των ναρκωτικών.

Θετικός και αρνητικός φόβος


Ο φόβος -μέσα σε λογικό πλαίσιο- είναι απαραίτητος για την ασφάλειά σας, αλλά μπορεί επίσης και να σας παραλύσει, σε αγχώδεις διαταραχές όπως η μετατραυματική αγχώδης διαταραχή, η διαταραχή πανικού, η διαταραχή κοινωνικού άγχους ή η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Οι αγχώδεις διαταραχές αντιστοιχούν σε συμπεριφορές αποφυγής, στα μέρη του εγκεφάλου μυς πού διαχειρίζονται το φόβο. Οι διαταραχές αυτές προκαλούν ενοχλητικά ή ακόμη και παραλυτικά ψυχικά και σωματικά συμπτώματα, σε ανθρώπους κάθε ηλικίας και φύλου. Για παράδειγμα, κάθε χρόνο, στις Ηνωμένες Πολιτείες, περισσότεροι από 40.000.000 Αμερικανοί -περίπου το 18% του ενήλικου πληθυσμού υποφέρουν από κάποια μορφή αγχώδους διαταραχής.

«Η σπηλιά στην οποία φοβάσαι περισσότερο να μπεις, κρύβει τον μεγαλύτερο θησαυρό». -Μπράιαν Τρέισι

Οι πιο κοινές διαταραχές είναι οι κοινωνικοί φόβοι, δηλαδή ο φόβος για καταστάσεις που θα σε κρίνει ο περίγυρος σου. Για παράδειγμα, ο φόβος για μια δημόσια ομιλία επηρεάζει το 50% των ανθρώπων. Οι περισσότεροι νιώθουν το στομάχι τους να δένεται κόμπος, πριν μιλήσουν σε ακροατήριο, ενώ εκατομμύρια άνθρωποι τρομάζουν και μόνο που θα μπουν σ' έναν χώρο γεμάτο αγνώστους.

Οι δημόσιες ομιλίες αποτελούν τον υπ' αριθμόν ένα φόβο για τους περισσότερους. Ενώ ο φόβος τον θανάτου κατέχει, κατά μέσο όρο, την έβδομη θέση. Αυτό άραγε σημαίνει πως σε μια κηδεία θα προτιμούσαν να είναι στο φέρετρο, από το να διάβαζαν τον επικήδειο;

Παρ' όλο που το να ανεβείτε στο πόντιουμ δεν είναι το ίδιο με το να σας κυνηγάει ένα πεινασμένο λιοντάρι, απελευθερώνει εκκρίσεις στο σώμα σας. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι οι κοινωνικοί μας φόβοι σχετίζονται με το άγχος της επιβίωσης, γιατί οι ομάδες μας βοηθούν να μένουμε ζωντανοί κι έτσι φοβόμαστε τις καταστάσεις, που μπορούν να μας αποκλείσουν από μία ομάδα.

Η θετική πλευρά τον φόβου


Ο χρόνιος φόβος κι η ανησυχία απομυζούν την ενέργειά σας, καθιστώντας αναποτελεσματικούς τούς μηχανισμούς αυτοθεραπείας και προστασίας τον οργανισμού σας. Όσο περισσότερο βιώνετε αυτά τα συναισθήματα, τόσο βλάπτετε συνολικά την ηλεκτριυγεία σας. Οι αναμνήσεις σας έχουν δημιουργήσει ηλεκτρικές και χημικές ενώσεις στις επιφάνειες των δισεκατομμυρίων νευρώνων, που συνθέτουν τον εγκέφαλό σας. Τα ερεθίσματα για τον χρόνιο φόβο και την ανησυχία δεν αποτελούν σοβαρή απειλή για τη ζωή σας. Για να ξεπεράσετε, όμως, αυτές τις πλασματικές αντιδράσεις φόβου και ανησυχίας,πρέπει να δημιουργήσετε νέες αναμνήσεις, ώστε να τροποποιήσετε το κεντρικό νευρικό σας σύστημα.

Η λύση: Αν πιάσετε τον εαυτό σας να αναλογίζεται ανεπιθύμητα αποτελέσματα, επιλέξτε να αλλάξετε αυτήν την εικόνα και να σκέφτεστε μόνο τα επιθυμητά αποτελέσματα. Είναι τόσο απλό!

50 χρόνια από την πειραματική επιβεβαίωση της ύπαρξης των κουάρκ

Σχετική εικόναΕνώ θεωρητικά τα πρώτα κουάρκ ανακαλύφθηκαν από τον Murray Gell-Mann το 1964 η πραγματική απόδειξη ότι τα νουκλεόνια είναι φτιαγμένα από κουάρκ, ήρθε αργότερα από τις εργασίες τριών Αμερικανών φυσικών. Οι Jerome Friedman, Henry Kendall και Richard Taylor  αντιλήφθηκαν στο εσωτερικό των νουκλεονίων να υπάρχουν σκληροί ‘κόκκοι’, με την έρευνα τους που ξεκίνησε το 1967 στον γραμμικό επιταχυντή του Stanford (SLAC). Σε αυτή την έρευνα που κορυφώθηκε το 1968 βρήκαν με ποιο τρόπο ηλεκτρόνια υψηλής ενέργειας σκεδάζονταν ανελαστικά πάνω σε πρωτόνια. Έτσι καθιερώθηκε το μοντέλο των κουάρκ καθώς και η κβαντική χρωμοδυναμική στη σωματιδιακή φυσική.
 
Οι τρεις αμερικανοί, που πήραν Νόμπελ Φυσικής το 1990, ήταν τα βασικά πρόσωπα μιας ερευνητικής ομάδας που με το γνωστό στην ιστορία «πείραμα SLAC-MIT», απέδειξε καθαρά ότι υπάρχει μια εσωτερική δομή στα πρωτόνια και τα νετρόνια του πυρήνα. Το πείραμα αυτό άνοιξε το δρόμο για να συνεχιστούν οι έρευνες στις ενδότατες δομές της ύλης.
 
Από την αρχή του 20ου αιώνα πολλοί ερευνητές (Rutherford, Chandwick, Stern, Yukawa, Hofstadter, Gell-Mann) μελέτησαν την εσωτερική δομή των ατόμων. Από το 1910 έως το 1930 βρέθηκε ότι το άτομο έχει πυρήνα με πρωτόνια.  Το 1932 ανακαλύφθηκαν τα νετρόνια. Όμως κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 παρουσιάστηκε μια θάλασσα αδρονίων, που οι ιδιότητες τους έμοιαζε με τα νουκλεόνια. Για να μειώσουν τον αριθμό τους, εισήχθη η ιδέα των κουάρκ στην αρχή της δεκαετίας του ’60.
 
Το 1960 οι Murray Gell-Mann και George Zweig προτείνουν πειραματικά την ιδέα των κουάρκ (quarks). Προτείνουν ότι τα μεσόνια και τα βαρυόνια αποτελούνται από τρία κουάρκ ή αντικουάρκ που ονομάζονται «up», «down», ή  «strange» (u, d, s) με σπιν  0.5 και ηλεκτρικά φορτία 2/3, -1/3, -1/3, αντίστοιχα (όπως αποδείχθηκε αργότερα αυτή η θεωρία δεν είναι τελείως ακριβής). Επειδή, κλασματικά φορτία δεν είχαν ποτέ παρατηρηθεί στην φύση, η θεωρία των κουάρκ αντιμετωπίσθηκε περισσότερο σαν μία μαθηματική εξήγηση της γενικής εικόνας που παρουσίαζαν οι μάζες των σωματιδίων παρά σαν μια φυσική θεωρία. Αργότερα με την περαιτέρω ανάπτυξη της θεωρίας καθώς και με πειραματικές παρατηρήσεις, μας επετράπη να δούμε τα κουάρκ σαν μία φυσική οντότητα, παρότι δεν μπορούν ποτέ να απομονωθούν έξω από τον πυρήνα. 
 
Ήταν όμως αδύνατο να δει κάποιος ίχνη των κουάρκ μέσα στα νουκλεόνια μέχρι το ιστορικό πείραμα SLAC-MIT.

Η ανακάλυψη έγινε όταν πρωτόνια και νετρόνια συγκρούστηκαν με ακτίνες ηλεκτρονίων  – στον επιταχυντή SLAC στην Καλιφόρνια. Τα κουάρκ θεωρήθηκαν σαν οι θεμελιώδες μονάδες των πρωτονίων και νετρονίων. Η ουδέτερη «κόλλα» που συνδέει μαζί τα κουάρκ είναι τα γκλουόνια. Έτσι, βρέθηκε ότι σχεδόν όλη η ύλη στο Σύμπαν αποτελείται από κουάρκ, γκλουόνια, ηλεκτρόνια και νετρίνα.
 
Μέχρι τότε το μοντέλο των κουάρκ δεν ήταν το μόνο που υπήρχε. Υπήρχε, παραδείγματος χάριν, ένα άλλο μοντέλο που λεγόταν «πυρηνική δημοκρατία» όπου κανένα σωματίδιο δεν είχε το δικαίωμα να λέγεται στοιχειώδες. Όλα τα σωματίδια ήταν εξίσου θεμελιώδη και αποτελούνταν το ένα από το άλλο.
 
Το πείραμα SLAC-MIT
 
Η ανακάλυψη των κουάρκ πραγματοποιήθηκε το 1968 από ερευνητές του MIT και του SLAC. Η εργασία τους ήταν μια συνέχεια προηγούμενων ερευνών στις οποίες είχε μελετηθεί η δομή των νουκλεονίων με την χρησιμοποίηση του ηλεκτρονίου σαν βλήμα. Όμως, αντίθετα από τις προηγούμενες έρευνες, στους ερευνητές αυτούς ήταν διαθέσιμες ακτίνες ηλεκτρονίων με πολύ υψηλές ενέργειες. Αυτές οι ακτίνες παράγονταν από έναν επιταχυντή μήκους δύο μιλίων στο SLAC. Μάλιστα δεν περίμεναν κανένα νέο φαινόμενο. Το νέο πείραμα είχε θεωρήθηκε ως ρουτίνα. Η διασπορά των ηλεκτρονίων όταν κτυπούσαν νουκλεόνια, ήταν γνωστή στους φυσικούς πολλά χρόνια πριν, αλλά σε χαμηλότερες ενέργειες των ηλεκτρονίων. Μάλιστα πίστευαν ότι η δομή των νουκλεονίων τους ήταν αρκετή γνωστή. Σύντομα όμως το νέο πείραμα έδειξε ότι η άποψή τους ήταν εξ ολοκλήρου ψεύτικη.

Η ουσία του πειράματος SLAG-MIT ήταν να παρατηρήσουν με ποιο τρόπο επηρεάζεται  μια ακτίνα ηλεκτρονίων, με υψηλή ενέργεια από 4 GeV έως 21 GeV, όταν οδηγείται σε ένα στόχο που αποτελείται είτε από υγρό υδρογόνο (πρωτόνια) είτε από δευτέριο (πρωτόνια και νετρόνια). Τα σκεδαζόμενα ηλεκτρόνια καταγράφηκαν χρησιμοποιώντας δύο μεγάλα μαγνητικά φασματόμετρα. Το ένα από αυτά χρησιμοποιήθηκε για την παρατήρηση των ηλεκτρονίων που σκεδάζονταν στις 6 και 10 μοίρες, και το άλλο για τη σκέδαση σε μεγαλύτερες γωνίες (18, 26 και 34 μοίρες). Όπως και η γωνία σκέδασης μετρήθηκε η ενέργεια των ηλεκτρονίων με τα φασματόμετρα. Η διαδικασία ήταν η εξής: ηλεκτρόνιο και πρωτόνιο μας δίνει ηλεκτρόνιο και πρωτόνιο.

Παρόμοια πειράματα αλλά με χαμηλότερες ενέργειες ηλεκτρονίων είχαν εμφανίσει ότι τα νουκλεόνια συμπεριφέρθηκαν σαν να είχαν μια «εύκαμπτη» δομή, που ήταν ικανή μόνο να σκεδάσουν τα ηλεκτρόνια σε μικρές γωνίες. Τα νέα αποτελέσματα από την ελαστική διασπορά επιβεβαίωσαν τις τότε πρόσφατες μετρήσεις.
 
Η πιθανότητα της λήψης μιας μεγάλης γωνίας σκέδασης βρέθηκε ότι είναι πολύ μικρή. Μετά από αυτήν την συμβατική αρχική φάση, αποφασίστηκε να ρίξουν μια ματιά επίσης σε αυτό που ονομάστηκε ανελαστική σκέδαση ηλεκτρονίων, e+p -> e+X, όπου το Χ δεν είναι απαραιτήτως ένα πρωτόνιο όπως πριν. Τέτοιες διαδικασίες ήταν γνωστές από τα πειράματα σε χαμηλότερες ενέργειες, και δεν αναμενόταν τίποτα απολύτως καινούργιο.
 
Εντούτοις, οι ερευνητές βρήκαν, με κατάπληξη, ότι η πιθανότητα της βαθιάς ανελαστικής σκέδασης – όπου το προσπίπτων ηλεκτρόνιο χάνει ένα μεγάλο μέρος της αρχικής του ενέργειας και εμφανίζεται με μια μεγάλη γωνία σε σχέση με την αρχική του κατεύθυνση – ήταν αρκετά μεγαλύτερη από όσο αναμενόταν.
 
Στην αρχή θεώρησαν ότι το αποτέλεσμα ήταν ανακριβές ή παρερμηνευμένο. Η μια πιθανή πηγή σφάλματος ήταν οι αποκαλούμενες διορθώσεις ακτινοβολίας – το προσπίπτον ή το ανακλώμενο ηλεκτρόνιο θα μπορούσε να ακτινοβολήσει μέρος της ενέργειας του υπό μορφή ακτινοβολίας, την οποία να μην είχαν παρατηρήσει. Έτσι αυτή η ακτινοβολία θα μπορούσε επομένως, σκέφτηκαν, να έχει προκαλέσει ότι είχε συμβεί. Αλλά μετά από προσεκτική μελέτη εκ μέρους της ερευνητικής ομάδας έγινε σιγά-σιγά σαφές ότι είχε παρατηρηθεί μια εσωτερική πυρηνική δομή, η οποία προκαλούσε τη σκέδαση με τις μεγάλες γωνίες. Σαν να χτυπούσε το ηλεκτρόνιο σε κάτι ‘κόκκους’ στο εσωτερικό των πρωτονίων και νουκλεονίων.

Εδώ είχαμε μια επανάληψη, αν και σε ένα βαθύτερο επίπεδο, ενός από τα πιο δραματικά γεγονότα στην ιστορία της φυσικής, την ανακάλυψη του πυρήνα του ατόμου από τον Rutherford.
 
Τι συμβαίνει στην ανελαστική σύγκρουση
 
Στη σύγκρουση μεταξύ ενός επιταχυνομένου ηλεκτρονίου και ενός πρωτονίου-στόχου, τα σωματίδια αλληλοεπηρεάζονται (με ελκτική ηλεκτρική δύναμη) μέσω της ανταλλαγής ενός φωτονίου – φορέα της ηλεκτρομαγνητικής δύναμης. Το μήκος λ αυτού του φωτονίου καθορίζει την ανάλυση του «ηλεκτρονικού μικροσκοπίου». Σε αυτή τη κατάσταση, οι επιστήμονες μιλούν για «ελαστικές» και για «ανελαστικές» συγκρούσεις*.
 
deepcollisionΈνα παράδειγμα ανελαστικής σύγκρουσης μεταξύ ενός ηλεκτρονίου και ενός πρωτονίου φαίνεται στο σχήμα a.
Όταν το μήκος κύματος λ του φωτονίου είναι μεγάλο, «βλέπει» το φορτίο ολόκληρου του πρωτονίου (ελαστικές ή ελαφρώς ανελαστικές συγκρούσεις), αλλά όταν το μήκος κύματος λ γίνεται αρκετά μικρό, το φωτόνιο «βλέπει» κυρίως κάθε φορτισμένα μικρά συστατικά (τους κόκκους που αναφέραμε πριν) που υπάρχουν μέσα στο πρωτόνιο (βαθιές ανελαστικές συγκρούσεις).
 
Η απόδοση του επιταχυντή, ενέργεια 21 GeV, εγγυήθηκε ότι τα ηλεκτρόνια θα μπορούσαν να εκπέμψουν μικροκυματικά φωτόνια, αλλά μια συνθήκη για την ανταλλαγή τέτοιων φωτονίων ήταν ότι θα πρέπει να υπάρχουν κάποιοι μικροί «σκληροί» δέκτες – κόκκοι ύλης – μέσα στα πρωτόνια.

Το αποτέλεσμα του πειράματος εμφάνισε λοιπόν ότι όταν το μήκος κύματος των φωτονίων είναι μικρό, δηλ. η ορμή τους είναι μεγάλη, το πρωτόνιο συνθλίβεται γενικά σε κομμάτια και παράγονται διάφορα σωματίδια (σχήμα a).
 
Κατά συνέπεια υπάρχουν κατάλληλοι δέκτες! Αυτό το γεγονός στο σχήμα a, που φαίνεται τόσο σύνθετο οφείλεται εν μέρει στην περίπλοκη δομή του πρωτονίου και εν μέρει στο γεγονός ότι τα κουάρκ του πρέπει να μετατραπούν σε συνηθισμένα σωματίδια.
 
Η βαθιά ανελαστική σύγκρουση στο σχήμα a είναι βασικά μια απλή ελαστική σύγκρουση μεταξύ του ηλεκτρονίου και ενός κουάρκ (σχήμα b).
 
* Ένας τρόπος για να γίνουν κατανοητοί αυτοί οι όροι είναι να γίνει σύγκριση του φαινομένου αυτού με τη σύγκρουση ανάμεσα στις μπάλες του μπιλιάρδου. Μια ελαστική σύγκρουση σημαίνει ότι η σύγκρουση δεν μεταβάλει καμιά από τις μπάλες, ενώ μια ανελαστική σύγκρουση παραμορφώνει τη μία ή και τις δύο μπάλες μόνιμα.
Τα πρώτα ίχνη των κουάρκ
Τα πειράματα SLAC-MIT έγιναν τα σύγχρονα αντίστοιχα πειράματα των Rutherford, Geiger και Marsden. Εκείνη την εποχή, η διασπορά (σκέδαση) των σωματιδίων άλφα πάνω σε φύλλα χρυσού σε μεγάλες γωνίες εξηγήθηκε από την παρουσία ενός «σκληρού κόκκου» – τον ατομικό πυρήνα – στη μέση του ατόμου. Στη σύγχρονη έκδοση, το ρόλο του Rutherford έπαιξαν κυρίως οι θεωρητικοί φυσικοί James Bjorken και αργότερα οι Richard Feynman. Και στον ρόλο των Geiger και Marsden ήταν οι τρεις αμερικανοί νομπελίστες Jerome Friedman, Henry Kendall και Richard Taylor.

Αυτή τη φορά, η σκέδαση των ηλεκτρονίων σε μεγάλες γωνίες εξηγήθηκε από την ύπαρξη «σκληρών κόκκων» – κουάρκ – στους πυρήνες. Αλλά τα αποτελέσματα δεν θα μπορούσαν να εξηγηθούν πλήρως χρησιμοποιώντας τα κουάρκ μόνο. Τα πειράματα έδειξαν ότι υπήρχαν επίσης ηλεκτρικά ουδέτερα συστατικά στα νουκλεόνια, και άρχισε να υπάρχει μεγάλη προθυμία για την ανακάλυψη της φύσης τους. Γρήγορα προχώρησε η έρευνα και τα ουδέτερα συστατικά των νουκλεονίων ερμηνεύθηκαν σαν γκλουόνια (από την ελληνική λέξη κόλλα), που αποτελούν τους διαδότες ή μεσάζοντες της ισχυρής πυρηνικής δύναμης. Έτσι μπήκαμε σε μια νέα εποχή στην ιστορία της φυσικής, στην εποχή των κουάρκ.
 
Ιστορική αναδρομή
 
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50, η δομή των νουκλεονίων ερευνήθηκε συστηματικά χρησιμοποιώντας τη σκέδαση των ηλεκτρονίων. Σε μια σειρά φαινομένων παρατηρήθηκε, μεταξύ των οποίων ότι και τα ηλεκτρόνια, με ενέργειες μέχρι 1 GeV, είδαν τα νουκλεόνια ως μαλακές «σφαίρες», υπονοώντας έτσι ότι η σκέδαση των ηλεκτρονίων σε μεγάλες γωνίες ήταν κάτι απίθανο να συμβεί. Οι μετρήσεις είχαν ληφθεί σαν το φορτίο και ο μαγνητισμός να κατανέμονταν ισότροπα μέσα στα νουκλεόνια. Ο Robert  Hofstadter που διαδραμάτισε έναν καθοδηγητικό ρόλο σε αυτές τις έρευνες ανταμείφθηκε με ένα βραβείο Νόμπελ φυσικής το 1961 για τις πρωτοποριακές μελέτες για τη σκέδαση των ηλεκτρονίων στους πυρήνες και για τις ανακαλύψεις του σχετικά με τη δομή των νουκλεονίων.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 και του ’60 εξετάσθηκε η ειδική θέση του πρωτονίου και του νετρονίου ως δομικοί λίθοι της φύσης. Εκείνη την εποχή ανακαλυπτόταν ένας μεγάλος αριθμός σωματιδίων, τα αδρόνια, που εμφάνισαν ομοιότητες με τα νουκλεόνια. Έγινε τότε ζήτημα, επείγουσας ανάγκης, να ξεκινήσει μια νέα κατάταξη στη φυσική ώστε να βρεθεί πως θα ταξινομηθούν τα αδρόνια. Μετά από πολλές προσπάθειες, το αίνιγμα των αδρονίων λύθηκε επιτυχώς, κυρίως μέσω της εργασίας του Murry Gell-Mann (βραβείο Νόμπελ στη φυσική, 1969). Δηλαδή οι Murray Gell-Mann και George Zweig ήταν αυτοί που προτείνουν πειραματικά την ιδέα των κουάρκ.

Τα διάφορα αδρόνια βρέθηκαν να σχετίζονται και να συμπεριφέρονται ως να ήταν μέλη μιας ειδικής οικογένειας. Αυτή η αφηρημένη μαθηματική περιγραφή έγινε αρκετά ευκολότερη και πιο κατανοητή όταν εισήχθησαν τρεις ομάδες δομικών λίθων, τα κουάρκ. Τώρα όλα τα, τότε γνωστά, αδρόνια θα μπορούσαν να φτιαχτούν με τη βοήθεια των τριών κουάρκ και των αντισωματιδίων τους.
 
Λόγω της μεγάλης απλοποίησης, η ιδέα των κουάρκ λήφθηκε αμέσως σοβαρά. Τα κουάρκ αναζητήθηκαν στη φύση, π.χ. στο νερό της θάλασσας, στους μετεωρίτες και στις κοσμικές ακτίνες, και στα πειράματα των επιταχυντών υψηλής ενέργειας. Αλλά κανένα δυστυχώς κουάρκ δεν επρόκειτο να βρεθεί. Μετά από έναν χρόνο η δημοφιλέστερη εξήγηση για την απουσία των κουάρκ ήταν ότι ήταν μόνο «μαθηματικές ποσότητες», που συμπεριλήφθηκαν στις εξισώσεις της φυσικής.
 
Το 1964 παρατηρώντας την γενική εικόνα των λεπτονίων, προτάθηκε η ύπαρξη ενός τετάρτου κουάρκ ώστε να έχουμε παρόμοια εικόνα και στα κουάρκ που σήμερα είναι γνωστή σαν γενεές της ύλης. Πολύ λίγοι φυσικοί πήραν αυτή την ιδέα στα σοβαρά εκείνη την εποχή. Οι Sheldon Glashow και James Bjorken εισάγουν το όνομα «charm» (χαριτωμένο) για το τέταρτο (c) κουάρκ.
 
Οι O. Greenberg, M. Han, και Yoichiro Nambu το 1965 εισήγαγαν το φορτίο χρώματος σαν ιδιότητα των κουάρκ. Όλα τα αδρόνια που έχουν παρατηρηθεί έχουν ουδέτερο χρώμα.
 
Και φτάνουμε το 1966 που το μοντέλο των κουάρκ γίνεται αποδεκτό αλλά τα κουάρκ δεν έχουν ακόμα παρατηρηθεί.
 
Τελικά, το 1968 αποδείχθηκε πειραματικά η παρουσία των κουάρκ μέσα στα νουκλεόνια με την ανελαστική σκέδαση των ηλεκτρονίων.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΟΜΗΡΟΣ – Ὀδύσσεια α 325-364

Πηνελόπη προς Φήμιον

Τον δέκατο χρόνο μετά την άλωση της Τροίας, ο Οδυσσέας, χωρίς να το θέλει, βρίσκεται καθηλωμένος στο νησί της Καλυψώς. Ο Ποσειδώνας, που εμποδίζει τον νόστο του ήρωα, επειδή εκείνος τύφλωσε τον γιο του τον Πολύφημο, έχει πάει στη χώρα των Αιθιόπων. Οι υπόλοιποι θεοί είναι συγκεντρωμένοι στον Όλυμπο. Στη συγκέντρωση εκείνη (θεῶν ἀγορή) η Αθηνά, επωφελούμενη από την απουσία του Ποσειδώνα, προτείνει αφενός να σταλεί ο Ερμής στην Καλυψώ και να της μεταφέρει την απόφαση των θεών να αφεθεί ο Οδυσσέας να γυρίσει στην πατρίδα του και αφετέρου να μεταβεί η ίδια στην Ιθάκη και να παρακινήσει τον Τηλέμαχο να πάει στην Πύλο και στη Σπάρτη και να μάθει για τον πατέρα του. Με τη μορφή του φίλου του Οδυσσέα Μέντη, του βασιλιά των Ταφίων, η θεά εμφανίζεται στο παλάτι του Οδυσσέα και συμβουλεύει τον Τηλέμαχο. Εκεί παρακολουθεί από κοντά την ηδονοθηρική καθημερινότητα των μνηστήρων: συγκεντρωμένοι στο παλάτι τρώνε, πίνουν, τραγουδούν και χορεύουν ή ακούνε το τραγούδι του Φήμιου, του αοιδού, που τον αναγκάζουν να τραγουδά· εκείνος τραγουδάει τον θλιβερό νόστο των Αχαιών.

Οι επόμενοι στίχοι αναφέρονται σε μια στιγμή αμέσως μετά την αποχώρηση της θεάς, στην αντίδραση της Πηνελόπης στο τραγούδι του Φήμιου και στην παρέμβαση του Τηλέμαχου.

Ὀδύσσεια α 325-364

325 τοῖσι δ᾽ ἀοιδὸς ἄειδε περικλυτός, οἱ δὲ σιωπῇ
ἥατ᾽ ἀκούοντες· ὁ δ᾽ Ἀχαιῶν νόστον ἄειδε
λυγρόν, ὃν ἐκ Τροίης ἐπετείλατο Παλλὰς Ἀθήνη.
τοῦ δ᾽ ὑπερωϊόθεν φρεσὶ σύνθετο θέσπιν ἀοιδὴν
κούρη Ἰκαρίοιο, περίφρων Πηνελόπεια·
330 κλίμακα δ᾽ ὑψηλὴν κατεβήσετο οἷο δόμοιο,
οὐκ οἴη, ἅμα τῇ γε καὶ ἀμφίπολοι δύ᾽ ἕποντο.
ἡ δ᾽ ὅτε δὴ μνηστῆρας ἀφίκετο δῖα γυναικῶν,
στῆ ῥα παρὰ σταθμὸν τέγεος πύκα ποιητοῖο,
ἄντα παρειάων σχομένη λιπαρὰ κρήδεμνα·
335 ἀμφίπολος δ᾽ ἄρα οἱ κεδνὴ ἑκάτερθε παρέστη.
δακρύσασα δ᾽ ἔπειτα προσηύδα θεῖον ἀοιδόν·
«Φήμιε, πολλὰ γὰρ ἄλλα βροτῶν θελκτήρια οἶδας,
ἔργ᾽ ἀνδρῶν τε θεῶν τε, τά τε κλείουσιν ἀοιδοί·
τῶν ἕν γέ σφιν ἄειδε παρήμενος, οἱ δὲ σιωπῇ
340 οἶνον πινόντων· ταύτης δ᾽ ἀποπαύε᾽ ἀοιδῆς
λυγρῆς, ἥ τέ μοι αἰεὶ ἐνὶ στήθεσσι φίλον κῆρ
τείρει, ἐπεί με μάλιστα καθίκετο πένθος ἄλαστον.
τοίην γὰρ κεφαλὴν ποθέω μεμνημένη αἰεὶ
ἀνδρός, τοῦ κλέος εὐρὺ καθ᾽ Ἑλλάδα καὶ μέσον Ἄργος.»
345 τὴν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα·
«μῆτερ ἐμή, τί τ᾽ ἄρα φθονέεις ἐρίηρον ἀοιδὸν
τέρπειν ὅππῃ οἱ νόος ὄρνυται; οὔ νύ τ᾽ ἀοιδοὶ
αἴτιοι, ἀλλά ποθι Ζεὺς αἴτιος, ὅς τε δίδωσιν
ἀνδράσιν ἀλφηστῇσιν ὅπως ἐθέλῃσιν ἑκάστῳ.
350 τούτῳ δ᾽ οὐ νέμεσις Δαναῶν κακὸν οἶτον ἀείδειν·
τὴν γὰρ ἀοιδὴν μᾶλλον ἐπικλείουσ᾽ ἄνθρωποι,
ἥ τις ἀκουόντεσσι νεωτάτη ἀμφιπέληται.
σοὶ δ᾽ ἐπιτολμάτω κραδίη καὶ θυμὸς ἀκούειν·
οὐ γὰρ Ὀδυσσεὺς οἶος ἀπώλεσε νόστιμον ἦμαρ
355 ἐν Τροίῃ, πολλοὶ δὲ καὶ ἄλλοι φῶτες ὄλοντο.
ἀλλ᾽ εἰς οἶκον ἰοῦσα τὰ σ᾽ αὐτῆς ἔργα κόμιζε,
ἱστόν τ᾽ ἠλακάτην τε, καὶ ἀμφιπόλοισι κέλευε
ἔργον ἐποίχεσθαι· μῦθος δ᾽ ἄνδρεσσι μελήσει
πᾶσι, μάλιστα δ᾽ ἐμοί· τοῦ γὰρ κράτος ἔστ᾽ ἐνὶ οἴκῳ.»
360 ἡ μὲν θαμβήσασα πάλιν οἶκόνδε βεβήκει·
παιδὸς γὰρ μῦθον πεπνυμένον ἔνθετο θυμῷ.
ἐς δ᾽ ὑπερῷ᾽ ἀναβᾶσα σὺν ἀμφιπόλοισι γυναιξὶ
κλαῖεν ἔπειτ᾽ Ὀδυσῆα, φίλον πόσιν, ὄφρα οἱ ὕπνον
ἡδὺν ἐπὶ βλεφάροισι βάλε γλαυκῶπις Ἀθήνη.

***
Τους τραγουδούσε ο φημισμένος αοιδός,1 κι εκείνοι

325
καθισμένοι τον ακούν με τη σιωπή τους· των Αχαιών τον νόστο
τραγουδούσε, πικρόν όπως τον όρισε τον γυρισμό τους απ᾽ την Τροία
η Αθηνά Παλλάδα.2 Τότε
από το υπερώο3 ψηλά συνάκουσε το θείο τραγούδι, και την άγγιξε,
του Ικαρίου η κόρη, η Πηνελόπη, σκεφτική και φρόνιμη·
από τον θάλαμό της κατεβαίνει την ψηλή του σκάλα -

330
δεν ήταν μόνη, την συνόδευαν οι δυό της βάγιες·
κι όταν κοντά με τους μνηστήρες βρέθηκε, η θεία γυναίκα,
στήθηκε στην κολόνα εκείνη που κρατά τη στέρεη στέγη,
τη λαμπερή μαντίλα4 της τραβώντας γύρω στα μάγουλά της.
Κι ενώ πιστές οι ακόλουθες, δεξιά κι αριστερά, την παραστέκουν,

335
εκείνη δακρυσμένη μίλησε στον θεϊκό αοιδό:

«Φήμιε,5 το ξέρεις πως μπορείς να θέλγεις τους θνητούς
και μ᾽ άλλα κατορθώματα μεγάλα, ανθρώπων και θεών,
των αοιδών τα γνώριμα τραγούδια·
ένα απ᾽ αυτά παρακαθήμενος τραγούδησε, κι αυτοί
ας πίνουν το κρασί τους

340
σιωπηλοί· ετούτο μόνον το τραγούδι μην το συνεχίσεις·
θλιβερό κι αβάστακτο, σπαράζει την καρδιά μου
μες στα στήθη, αφότου με κατοίκησε πένθος μεγάλο κι αλησμόνητο.
Τέτοιο το πρόσωπο που εγώ ποθώ, και συνεχώς τη μνήμη μου πληγώνει
η μορφή του αντρός μου, με δόξα απέραντη, απλωμένη στην Ελλάδα
και μέσα στο Άργος».6

Της αντιμίλησε όμως ο γνωστικός Τηλέμαχος:

345
«Μητέρα μου, πώς θέλεις ν᾽ αρνηθείς στον τιμημένο μας αοιδό,
χαρά να δίνει μ᾽ ό,τι βάζει ο νους του; Φταίχτες δεν είναι
οι αοιδοί· ο Δίας ίσως είναι ο αίτιος, που δίνει στους φιλόπονους
ανθρώπους, καταπώς θέλει στον καθένα.
Δεν πρέπει η αγανάκτηση σ᾽ αυτόν να πέφτει,
που ψάλλει την κακή μοίρα των Δαναών. Ξέρεις,

350
οι άνθρωποι τιμούν και προτιμούν εκείνο το τραγούδι
που τους φαντάζει, ακούγοντας, το τελευταίο.
Θάρρος λοιπόν χρειάζεσαι και σφίξε την καρδιά σου να τ᾽ ακούσεις·
δεν ήταν μόνος ο Οδυσσέας που χωρίστηκε στην Τροία
από του νόστου του τη μέρα· κι άλλοι πολλοί, γενναίοι άντρες

355
χάθηκαν και πάνε.
Αλλά καλύτερα να πας στην κάμαρή σου, με τα δικά σου απασχολήσου έργα,
τον αργαλειό, τη ρόκα· 7 δίνε στις παρακόρες εντολές, για να δουλεύουν
με φροντίδα. Ο λόγος είναι μέλημα του ανδρός, του καθενός,
και περισσότερο δικό μου· σ᾽ αυτό το σπίτι είμαι εγώ ο κυβερνήτης».

Κατάπληκτη η Πηνελόπη τότε τραβήχτηκε στην κάμαρή της,

360
κρατώντας μέσα της τη συμβουλή του γιου της.
Κι όταν ανέβηκε ψηλά στον θάλαμο, με τις ακόλουθες μαζί,
έστησε θρήνο για τον Οδυσσέα, το ακριβό της ταίρι, ωσότου η Αθηνά,
τα μάτια λάμποντας, κλείνει τα βλέφαρά της,
ύπνο γλυκό σταλάζοντας.
-----------------------------
1 Άρχισε να τραγουδάει στον στ. 156 και τραγουδούσε όση ώρα ο Τηλέμαχος μιλούσε με τον Μέντη (Αθηνά).
2 Αυτή ήταν η εκδίκηση της Αθηνάς, επειδή οι Αχαιοί άφησαν ατιμώρητο τον Αίαντα τον Λοκρό που επεχείρησε να βιάσει την Κασσάνδρα, ενώ είχε καταφύγει ως ικέτιδα στον ναό της Αθηνάς και είχε αγκαλιάσει το ιερό ξόανο.
3 Σε διώροφα σπίτια οι γυναίκες έμεναν κανονικά επάνω.
4 Κάλυπτε το κεφάλι και τους ώμους. Ο χαρακτηρισμός λαμπερή (λιπαρά) προϋποθέτει, όπως έχει υποστηριχθεί, επεξεργασία με λάδι.
5 Ο ἀοιδὸς Φήμιος, ο γιος του Τέρπιου, αναγκάζεται από τους μνηστήρες να τραγουδάει. Κατά τη μνηστηροφονία ο Οδυσσέας του χάρισε τη ζωή.
6 Ελλάδα ονομαζόταν αρχικά η πόλη και το βασίλειο του Πηλέα στη Θεσσαλία. Στον οδυσσειακό αυτό λογότυπο ο όρος Ελλάδα δηλώνει τη βόρεια Ελλάδα, ενώ το Άργος την νότια, δηλ. την περιοχή νότια από τον Ισθμό.
7 Οι δύο κυριότερες οικιακές δραστηριότητες των ομηρικών γυναικών, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση, είναι να γνέθουν και να υφαίνουν.

Παρασκευή 24 Μαΐου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Λυσιστράτη (350-386)

350 ἔασον, ὤ, τουτὶ τί ἦν; Ἄνδρες πονωπονηροί·
οὐ γάρ ποτ᾽ ἂν χρηστοί γ᾽ ἔδρων οὐδ᾽ εὐσεβεῖς τάδ᾽ ἄνδρες.

Χ. ΓΕ. τουτὶ τὸ πρᾶγμ᾽ ἡμῖν ἰδεῖν ἀπροσδόκητον ἥκει·
ἑσμὸς γυναικῶν οὑτοσὶ θύρασιν αὖ βοηθεῖ.
Χ. ΓΥ. τί βδύλλεθ᾽ ἡμᾶς; οὔ τί που πολλαὶ δοκοῦμεν εἶναι;
355 καὶ μὴν μέρος γ᾽ ἡμῶν ὁρᾶτ᾽ οὔπω τὸ μυριοστόν.
Χ. ΓΕ. ὦ Φαιδρία, ταύτας λαλεῖν ἐάσομεν τοσαυτί;
οὐ περικατᾶξαι τὸ ξύλον τύπτοντ᾽ ἐχρῆν τιν᾽ αὐταῖς;
Χ. ΓΥ. θώμεσθα δὴ τὰς κάλπιδας χἠμεῖς χαμᾶζ᾽, ὅπως ἄν,
ἢν προσφέρῃ τὴν χεῖρά τις, μὴ τοῦτό μ᾽ ἐμποδίζῃ.
360 Χ. ΓΕ. εἰ νὴ Δί᾽ ἤδη τὰς γνάθους τούτων τις ἢ δὶς ἢ τρὶς
ἔκοψεν ὥσπερ Βουπάλου, φωνὴν ἂν οὐκ ἂν εἶχον.
Χ. ΓΥ. καὶ μὴν ἰδού· παταξάτω τις. στᾶσ᾽ ἐγὼ παρέξω,
κοὐ μή ποτ᾽ ἄλλη σου κύων τῶν ὄρχεων λάβηται.
Χ. ΓΕ. εἰ μὴ σιωπήσει, θενών σου ᾽κκοκκιῶ τὸ γῆρας.
365 Χ. ΓΥ. ἅψαι μόνον Στρατυλλίδος τῷ δακτύλῳ προσελθών.
Χ. ΓΕ. τί δ᾽, ἢν σποδῶ τοῖς κονδύλοις; τί μ᾽ ἐργάσει τὸ δεινόν;
Χ. ΓΥ. βρύκουσά σου τοὺς πλεύμονας καὶ τἄντερ᾽ ἐξαμήσω.
Χ. ΓΕ. οὐκ ἔστ᾽ ἀνὴρ Εὐριπίδου σοφώτερος ποητής·
οὐδὲν γὰρ ὧδε θρέμμ᾽ ἀναιδές ἐστιν ὡς γυναῖκες.
370 Χ. ΓΥ. αἰρώμεθ᾽ ἡμεῖς θοὔδατος τὴν κάλπιν, ὦ Ῥοδίππη.
Χ. ΓΕ. τί δ᾽, ὦ θεοῖς ἐχθρά, σὺ δεῦρ᾽ ὕδωρ ἔχουσ᾽ ἀφίκου;
Χ. ΓΥ. τί δ᾽ αὖ σὺ πῦρ, ὦ τύμβ᾽, ἔχων; ὡς σαυτὸν ἐμπυρεύσων;
Χ. ΓΕ. ἐγὼ μὲν ἵνα νήσας πυρὰν τὰς σὰς φίλας ὑφάψω.
Χ. ΓΥ. ἐγὼ δέ γ᾽, ἵνα τὴν σὴν πυρὰν τούτῳ κατασβέσαιμι.
375 Χ. ΓΕ. τοὐμὸν σὺ πῦρ κατασβέσεις; Χ. ΓΥ. τοὔργον τάχ᾽ αὐτὸ δείξει.
Χ. ΓΕ. οὐκ οἶδά σ᾽ εἰ τῇδ᾽ ὡς ἔχω τῇ λαμπάδι σταθεύσω.
Χ. ΓΥ. εἰ ῥύμμα τυγχάνεις ἔχων, λουτρόν ‹γ᾽› ἐγὼ παρέξω.
Χ. ΓΕ. ἐμοὶ σὺ λουτρόν, ὦ σαπρά; Χ. ΓΥ. καὶ ταῦτα νυμφικόν γε.
Χ. ΓΕ. ἤκουσας αὐτῆς τοῦ θράσους; Χ. ΓΥ. ἐλευθέρα γάρ εἰμι.
380 Χ. ΓΕ. σχήσω σ᾽ ἐγὼ τῆς νῦν βοῆς. Χ. ΓΥ. ἀλλ᾽ οὐκέθ᾽ ἡλιάζει.
Χ. ΓΕ. ἔμπρησον αὐτῆς τὰς κόμας. Χ. ΓΥ. σὸν ἔργον, ὦχελῷε.
Χ. ΓΕ. οἴμοι τάλας. Χ. ΓΥ. μῶν θερμὸν ἦν;
Χ. ΓΕ. ποῖ θερμόν; οὐ παύσει; τί δρᾷς;
Χ. ΓΥ. ἄρδω σ᾽, ὅπως ἀμβλαστάνῃς.
385 Χ. ΓΕ. ἀλλ᾽ αὗός εἰμ᾽ ἤδη τρέμων.
Χ. ΓΥ. οὐκοῦν, ἐπειδὴ πῦρ ἔχεις, σὺ χλιανεῖς σεαυτόν.

***
(Μπαίν᾽ η Κορυφαία, κυνηγημένη από κάποιον γέρο, που την αρπάζει από το ρούχο. Πίσω τους όλος ο Χορός των Γερόντων).
350 ΚΟΡ. ΓΥΝ. Πρόστυχε, κάτου τα ξερά σου! Κοίτα αλήτες! Τέτοια
φερσίματα κανένας τίμιος άντρας δεν τα κάνει!
ΚΟΡ. ΓΕΡ. Όλα τα περιμέναμε, μα κι όχι τέτοιο πράμα.
Έρχονται τσούρμο θηλυκά τις άλλες να βοηθήσουν!
ΚΟΡ. ΓΥΝ. Μπα! Φοβηθήκατε; Πολλές μας βρίσκετε; Να ξέρεις
πως μάιδε καν το χιλιοστό δεν είμαστε ως τα τώρα!
ΚΟΡ. ΓΕΡ. Φαιδρία, θαν τις αφήσουμε να βγάζουν πήχη γλώσσα;
Άρπα κανέναν κόπανο και σπάσε τους την κόκα.
ΚΟΡ. ΓΥΝ. Κόφ᾽ το! Κι εμείς αφήνουμε κάτου τις στάμνες κι όποιος
κοτάει, ας κάνει πως σηκώνει τα βρομόχερά του.
360 ΚΟΡ. ΓΕΡ. Ρε μά τον Δία, δε βρίσκεται κανείς ναν τους αστράψει
στη μούρη την αδιάντροπη δυο τρία χαστούκια χάσικα;
ΚΟΡ. ΓΥΝ. Εμπρός λοιπόν! Που του βαστά ας βαρέσει! Νά με! Στέκω!
Σα σκύλα δαγκανιάρ᾽ απ᾽ τ᾽ αχαμνά θα τον μαγκώσω!
ΚΟΡ. ΓΕΡ. Σκασμός! τι σου μαδάω μια-μια τις άσπρες σου τις τρίχες!
ΚΟΡ. ΓΥΝ. Αν σου βαστάει, αγγίξε με μόνο με το δαχτυλάκι!
ΚΟΡ. ΓΕΡ. Μωρ᾽ αν σε λιώσω στις μπουνιές, σαν τί μπορείς να κάνεις;
ΚΟΡ. ΓΥΝ. Μ᾽ αυτά τα δόντια θα σου φάω κι άντερα και τζιγέρια!
ΚΟΡ. ΓΕΡ. Σοφός ποιητής άλλος δεν είναι από τον Ευριπίδη.
Σας λέει την πιο σιχαμερή σπορά της οικουμένης!
ΚΟΡ. ΓΥΝ. (Σε μια απ᾽ όλες)
370 Ροδόπη, πάρτε του νερού τις στάμνες από χάμου.
ΚΟΡ. ΓΕΡ. Θεομπαίχτρα, τί σοφίστηκες με το νερό να κάνεις;
ΚΟΡ. ΓΥΝ. Και συ με τη φωτιά σου; Θες να κάψεις τον εαυτό σου;
ΚΟΡ. ΓΕΡ. Να κάψω τις αντάρτισσες, που τρέξατε βοηθοί τους.
ΚΟΡ. ΓΥΝ. Λοιπόν κι εγώ με το νερό θα σβήσω τη φωτιά σου.
ΚΟΡ. ΓΕΡ. Συ τη φωτιά μου; ΚΟΡ. ΓΥΝ. Θα το ιδείς και θα το μολογήσεις.
ΚΟΡ. ΓΕΡ. Έτσι, με το δαυλό μου αυτόν μου ᾽ρχεται να σε κάψω!
ΚΟΡ. ΓΥΝ. (Του δείχνει τη στάμνα)
Έχεις σαπούνι, γέρο μου, μαζί σου, να σε λούσω;
ΚΟΡ. ΓΕΡ. Συ θα με λούσεις, ρε σαπίλα; ΚΟΡ. ΓΥΝ. Ναι! Λουτρό γαμπριάτικο.
ΚΟΡ. ΓΕΡ. Γιά κοίτα θράσος! ΚΟΡ. ΓΥΝ. Μάλιστα! Είμαι λεύτερη γυναίκα!
380 ΚΟΡ. ΓΕΡ. Θα σ᾽ το βουλώσω τώρα δα! ΚΟΡ. ΓΥΝ. Μπας κι είσαι χωροφύλακας;
ΚΟΡ. ΓΕΡ. (Στο δαυλό του)
Βάλε φωτιά στον κότσο της!
ΚΟΡ. ΓΥΝ. (Στη στάμνα της)
Πνίξε τον, Αχελώε!
(Τον καταβρέχει)
ΚΟΡ. ΓΕΡ. Ώχου μου, του ζάβαλη!
ΚΟΡ. ΓΥΝ. Μπας και ζεματίστηκες;
ΚΟΡ. ΓΕΡ. Περιπαίζεις κιόλας… Μα τί κάνεις;
ΚΟΡ. ΓΥΝ. (Εξακολουθεί να τον καταβρέχει)
Σε ποτίζω να βλαστήσεις!
ΚΟΡ. ΓΕΡ. Είμαι ξεροκούτσουρο!… Σταμάτα!
Τρέμω σύγκορμος.
ΚΟΡ. ΓΥΝ. Αφού στα χέρια τη φωτιά βαστάς, άιντε ζεστάσου!

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΑΝΤΕΙΣ - Επιμενiδης

Μεταξύ μύθου και ιστορίας βρίσκεται η μορφή του Επιμενίδη που στα αρχαϊκά χρόνια πήρε τη θέση του Περίανδρου στον κατάλογο των επτά σοφών. Είναι ξακουστός σοφός και μάντης, με καταγωγή από την Κρήτη (κατά τον Διογένη Λαέρτιο από την Κνωσό, κατά τον Πλούταρχο από τη Φαιστό) αλλά και με παρεμβάσεις στην πολιτική ζωή της Αθήνας, τόσο με τρόπο θρησκευτικό όσο και πιο καθαρά πολιτικό. Ο Θεόπομπος και πολλοί άλλοι συγγραφείς υποστήριζαν ότι είναι γιος του Φαιστίου, ενώ άλλοι πίστευαν πως είναι γιος του Δωσιάδα ή του Αγήσαρχου. Σύμφωνα με τη μυθική παράδοση, όταν τον είχε στείλει ο πατέρας του να ψάξει κάποιο πρόβατο στα χωράφια, ο Επιμενίδης μπερδεύτηκε και μπήκε σε μια σπηλιά όπου κοιμήθηκε για πενήντα επτά χρόνια, εξ ου και η παροιμιώδης φράση Επιμενίδειος ύπνος. Όταν ξύπνησε, άρχισε και πάλι να ψάχνει το πρόβατο, πιστεύοντας ότι έχει κοιμηθεί λίγο. Δεν το έβρισκε και έτσι κατευθύνθηκε προς το χωράφι του, όπου τα βρήκε όλα διαφορετικά και με ξένο ιδιοκτήτη. Κατευθύνθηκε στην πόλη για να αναζητήσει απαντήσεις και βρήκε τον αδελφό του, γέροντα πια, ο οποίος του αποκάλυψε την αλήθεια. Όταν έμαθαν αυτή την ιστορία οι Έλληνες, τον θεώρησαν αγαπημένο των θεών, διότι στη διάρκεια του ύπνου του συνάντησε θεούς (Μάξιμος Τύριος, Διάλεξις 10.1.a-f)· ακόμη λεγόταν ότι ο Πυθαγόρας κατέβηκε μαζί με τον Επιμενίδη στο Ιδαίο άντρο, για να μυηθεί (Διογ. Λ. 8.3.4).
 
Ο Επιμενίδης έζησε συνολικά 157 ή 299 χρόνια. Το μόνο ιστορικό γεγονός του βίου του αφορά στην κάθαρση της Αθήνας από το Κυλώνειο Άγος (596 π.Χ.). Την αιτία του προβλήματος της Αθήνας περιγράφει ο Πλούταρχος στον βίο του Σόλωνα:
 
«Την πόλη των Αθηνών κρατούσε σε ταραχή και αναστάτωση το Κυλώνειο άγος [632 ή 628 π.Χ.], ακριβώς από την εποχή που ο άρχοντας Μεγακλής πρότεινε στους συνωμότες του Κύλωνα, οι οποίοι είχαν προσφύγει ικέτες στον ναό της θεάς, να κατέλθουν στην πόλη, για να δικαστούν. Οι συνωμότες αφού έδεσαν νήμα από το άγαλμα της θεάς, κρατιόντουσαν από αυτό και άρχισαν να κατεβαίνουν προς την πόλη. Όταν όμως έφτασαν κοντά στον ιερό χώρο τον αφιερωμένο στις σεμνές θεές, το νήμα κόπηκε αυτόματα και τότε ο Μεγακλής και οι άλλοι συνάρχοντές του όρμησαν και συνέλαβαν τους συνωμότες με την πρόφαση ότι η θεά δεν δεχόταν την ικεσία τους. Όσους συνέλαβαν έξω από τα ιερά τους σκότωσαν με λιθοβολισμό, κατέσφαξαν όμως όσους προσέφυγαν στους βωμούς, ενώ διασώθηκαν μόνο εκείνοι που είχαν καταφύγει ως ικέτες στις γυναίκες των αρχόντων». (Πλούτ., Σόλων 12)
 
Οι Αθηναίοι επέβαλαν ηθικές ποινές στον Άρχοντα Μεγακλή, από την οικογένεια των Αλκμαιωνίδων, και σε όσους είχαν πάρει, μαζί με αυτόν, μέρος στη σφαγή: τον καταράστηκαν και τον απέφευγαν (είναι η ίδια ποινή που είχε διακηρύξει ο Οιδίποδας ότι έπρεπε να επιβληθεί στον φονιά του Λάιου). Όμως επειδή οι συνέπειες από το άγος συνεχίζονταν, το 597 π.Χ. επέβαλαν και νομικές ποινές: ο Μεγακλής και οι προσωπικοί του βοηθοί, όσοι ακόμη ζούσαν, όταν έπεσαν επιδημίες στην Αθήνα πέρασαν από δίκη μετά από υποκίνηση του Σόλωνα, κρίθηκαν ένοχοι και εξορίστηκαν ισόβια από την Αττική. Επειδή όμως η εξορία της ισχυρής οικογένειας των Αλκμαιωνίδων δεν απάλλαξε τους Αθηναίους από τις συμφορές και τους φόβους, το 596 π.Χ. προσκάλεσαν τον σοφό κρήτα Επιμενίδη:
 
«Και κάποιοι αόριστοι φόβοι από δεισιδαιμονία κατέλαβαν την πόλη και φαντάσματα την τρόμαζαν και οι μάντεις διακήρυσσαν ότι κατά τις θυσίες προς τιμή των θεών φαίνονταν μολύσματα και μιάσματα, τα οποία είχαν ανάγκη από καθαρμό. Ο Επιμενίδης με εξιλασμούς και καθαρμούς και με την κτίση ναών καθαγίασε και καθοσίωσε την πόλη και με τον τρόπο αυτό την κατέστησε ικανή να είναι υπήκοος του δικαίου και περισσότερο ευπειθής στην ομόνοια». (Πλούτ., Σόλων 12).
 
Στο γένος των Αλκμαιωνίδων ανήκαν ο Κλεισθένης, ο Περικλής και ο Αλκιβιάδης, οι δύο τελευταίοι από την πλευρά της μητέρας τους. Επομένως, η αναμόχλευση και η διατήρηση του ζητήματος είχαν προφανώς και πολιτικά κίνητρα.
 
Ο Επιμενίδης έγινε αφορμή και για ένα γνωστό παράδοξο στη Λογική. Σε ένα ποίημά του είχε γράψει: «Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται (οι Κρήτες είναι πάντα ψεύτες)». Κατά τον 19ο αιώνα διατυπώθηκε με βάση τη φράση αυτή το εξής λογικό παράδοξο, γνωστό και ως παράδοξο του Επιμενίδη:
 
Ο Επιμενίδης λέει ότι όλοι οι Κρήτες είναι ψεύτες
Ο Επιμενίδης είναι Κρητικός
Άρα ο Επιμενίδης λέει ψέματα
Άρα οι Κρήτες λένε την αλήθεια
Άρα και ο Επιμενίδης λέει την αλήθεια
Άρα οι Κρήτες είναι ψεύτες κ.ο.κ.
 
Τη φράση του Επιμενίδη χρησιμοποίησε ο Απ. Παύλος στην επιστολή του προς τον επίσκοπο Κρήτης Τίτο, προκειμένου να ψέξει τους Κρητικούς για τα ελαττώματά τους με τα λόγια ενός δικού τους: «εἶπέ τις ἐξ αὐτῶν ἴδιος αὐτῶν προφήτης· Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται, κακὰ θηρία, γαστέρες ἀργαί» (1:12).
 
Για τη ζωή του Επιμενίδη
 
Ο Επιμενίδης [περ. 600 π.Χ.], σύμφωνα με όσα γράφει ο Θεόπομπος και πολλοί άλλοι συγγραφείς, ήταν γιος του Φαιστίου· κατ' άλλους, του Δωσιάδα, και κατ' άλλους του Αγήσαρχου. Ήταν Κρητικός από την Κνωσό, μολονότι τα μακριά μαλλιά του δεν έδιναν την εντύπωση Κρητικού. Κάποτε που τον έστειλε ο πα­τέρας του να ψάξει για κάποιο πρόβατο στο χωράφι, περιπλανήθηκε και μπήκε σ' ένα σπήλαιο, όπου ξάπλωσε και κοιμήθηκε πενήντα επτά χρόνια. Όταν ξύπνησε, άρχισε πάλι να ψάχνει για το πρόβατο, γιατί νόμιζε ότι είχε πάρει έναν μικρόν υπνάκο. Κα­θώς δεν το 'βρισκε, και έβλεπε τα πάντα αλλαγμένα γύρω του, και το χωράφι να το έχει άλλος, γύρισε στην πόλη απορημένος. Έφτασε στο σπίτι του και τον ρωτούσαν ποιος είναι. Τέλος, βρήκε τον νεὀτερο αδελφό του, γέροντα πια, από τον οποίο έμαθε όλη την αλήθεια. Το πράγμα μαθεύτηκε από όλους τους Έλλη­νες, που τον θεώρησαν ιδιαίτερα αγαπητό στους θεούς.
 
Γι' αυτό, και όταν οι Αθηναίοι προσεβλήθησαν από πα­νούκλα και η Πυθία έβγαλε χρησμό ότι πρέπει να καθαρισθεί η πόλη, έστειλαν ένα πλοίο στην Κρήτη με τον Νικία του Νικήρατου να προσκαλέσουν τον Επιμενίδη. Πραγματικά, αυτός ήρθε στην Αθήνα κατά την 46ην Ολυμπιάδα [595-592 π.Χ], καθάρισε την πόλη και σταμάτησε την πανούκλα, με τον εξής τρόπο: Πήρε κάμποσα πρόβατα, άσπρα και μαύρα, και τα πήγε στον Άρειο Πάγο. Εκεί τ' άφησε ελεύθερα, να πάνε όπου θέλουν, πρόσταξε να παρακο­λουθήσουν πού θα κοιμηθεί το καθένα και εκεί να κάμουν θυσία στον τοπικό θεό. Και έτσι σταμάτησε το κακό. Γι' αυτό, και σήμερα βρίσκει κανείς ανά τούς δήμους των Αθηνών ανώνυμους βωμούς, κατάλοιπο του εξιλασμού που είχε γίνει τότε. Άλλοι συγγρα­φείς αναφέρουν ότι τους είπε πως αιτία του κακού είναι το Κυλώνειο άγος, και τους υπέδειξε πώς θα το απομακρύνουν. Και γι' αυτό, θυσιάστηκαν δύο νέοι, ο Κρατίνος και ο Κτησίβιος, και η πόλη απαλλάχτηκε από την συμφορά.
 
Οι Αθηναίοι ψήφισαν να του δοθεί ένα τάλαντο σε χρήμα και ένα πλοίο να τον πάει πίσω στην Κρήτη. Δεν δέχθηκε τα χρήματα και συνήψε σύμφωνο φιλίας και συμμα­χίας μεταξύ των Κνωσίων και των Αθηναίων.
 
Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός αφ' ότου γύρισε στο σπίτι του, και πέθανε σε ηλικία εκατόν πενήντα επτά ετών, όπως λέγει ο Φλέγων στο «Περί μακροβίων» βιβλίο του. Κατά τούς Κρήτες έζησε 299 χρόνια, ο δε Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος λέγει ότι άκουσε πως πέθανε σε ηλικία 154 ετών.
 
Έγραψε και ένα ποίημα για τη γέννηση των Κουρήτων και των Κορυβάντων και μια θεογονία, αποτελούμενα συνο­λικά από 5.000 στίχους. Επίσης, ένα ποίημα για τη ναυπήγηση της Αργώς και για το ταξίδι του Ιάσονα στην Κολχίδα με 6.500 στίχους. Ακόμη, έγραψε σε πεζό λόγο «Περί θυσιών και του εν Κρήτη πολιτεύματος», καθώς και ένα ποίημα «Περί Μίνω και Ραδαμάνθυος», αποτελούμενο από 4.000 στίχους. Στην Α­θήνα ανήγειρε το ιερό των Σεμνών (των Ευμενίδων), όπως μαρτυρεί ο Λόβων στο «Περί ποιητών» έργο του. Λέγεται δε ότι υπήρξε ο πρώτος που καθάρισε σπίτια και χωράφια και πρώτος ίδρυσε ιερά. Μερικοί υποστηρίζουν ότι δεν κοιμήθηκε, αλλά απλώς αποσύρθηκε στην ύπαιθρο για ορισμένο χρόνο ασχολούμενος με τη συλλογή βοτάνων.
 
Δική του θεωρείται και μια επιστολή προς τον Σόλωνα τον νομοθέτη, που περιέχει σύστημα διακυβέρνησης που ο Μίνωας σχεδίασε για τους Κρητικούς. Όμως ο Δημήτριος ο Μάγνης, στο περί ομωνύμων ποιητών και συγγραφέων έργο του, επιχειρεί να αποδείξει ότι η επιστολή είναι μεταγενέστερη και ότι δεν είναι γραμμένη σε κρητική διάλεκτο αλλά σε αττική, και μάλιστα στη νέα αττική. Εγώ όμως βρήκα και άλλη επιστολή που έχει ως εξής:
 
«Μην αποθαρρύνεσαι, φίλε μου. Γιατί, αν ο Πεισίστρα­τος είχε πλήξει ανθρώπους συνηθισμένους στη δουλεία και οι οποίοι δεν είχαν διοικηθεί ποτέ με καλούς νόμους, θα εξασφάλιζε για πάντα την εξουσία, εξανδραποδίζοντας τον λαό. Αλλά εδώ υποδούλωσε όχι άνανδρους, αλλά ανθρώπους που με πόνο και ντροπή θυμούνται τις προειδοποιήσεις του Σόλωνα, και οι οποίοι δεν θα ανεχθούν να τυραννιούνται. Αλλά, αν ο Πεισίστρατος έγινε κύριος της πόλης, όμως δεν θα μπορέσει να μεταβιβάσει την εξουσία στα παιδιά του. Γιατί είναι δύσκολο, άνθρωποι που έζησαν ελεύθεροι και με άριστους νόμους, να παραμείνουν επί μακρόν υπόδουλοι. Όσον αφορά εσένα, μην περιπλανάσαι, αλλά έλα σ' εμένα, στην Κρήτη, όπου δεν υπάρχει επικίνδυνος μονάρ­χης. Ενώ, ταξιδεύοντας διαρκώς, φοβούμαι μήπως πάθεις κανένα κακό από φίλους του (του Πεισίστρατου)».
 
Αυτό ήταν το περιεχόμενο της επιστολής. Επιπλέον, ο Δημήτριος γράφει ότι, σύμφωνα με μια παράδοση, ο Επιμενίδης είχε λάβει από τις Νύμφες κάποιο έδεσμα, που το φύλαγε μέσα σε νύχι από βόδι, και από το οποίο ρουφούσε από λίγο. Δεν είχε κενώσεις, ούτε τον είδε ποτέ κανένας να τρώει. Το αναφέρει και ο Τίμαιος στο δεύτερο βιβλίο του. Μερικοί λένε ότι οι Κρήτες έκαμναν σ' αυτόν θυσίες σαν να ήταν θεός· γιατί, λένε, ήταν και διορατικότατος. Βλέποντας π.χ. το λιμανάκι της Μουνιχίας, κοντά στην Αθήνα, είπε στους Αθηναίους ότι καθόλου δεν υποπτεύονται πόσα κακά θα τους προξενήσει το χωριό αυτό· αλλιώς, με τα δόντια θα το κατεδάφιζαν. Και αυτά τα είπε χρόνια πριν από τα συμβάντα. Αναφέρεται, επίσης, ότι υπήρξε ο πρώτος που απεκάλεσε τον εαυτό του Αιακό και προείπε στους Λακεδαιμονίους ότι θα νικηθούν από τους Αρκάδες· και ισχυριζόταν ότι έζησε πολλές ζωές.
 
Ο Θεόπομπος γράφει στα «Θαυμάσιά» του πως, όταν αυτός ασχολούνταν με την ανέγερση του Ιερού των Νυμφών, ακού­στηκε μια φωνή από τον ουρανό που του έλεγε: «Επιμενίδη, όχι Ιερό των Νυμφών αλλά του Διός». Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει ότι προείπε στους Κρητικούς και την ήττα που, όπως και προη­γουμένως είπα, θα υφίσταντο οι Λακεδαιμόνιοι από τους Αρκάδες. Και πραγματικά, αυτοί συνετρίβησαν κοντά στον Ορχομενό.
 
Τα γηρατειά του βάσταξαν τόσες μέρες, όσα και τα χρόνια που κοιμήθηκε (στο σπήλαιο)· έτσι λέει ο Θεόπομπος. Ο Μυρωνιανός εξάλλου, αναφέρει στους «Ομοίους» του ότι οι Κρήτες τον έλεγαν Κούρητα. Το σώμα του το διαφυλάσσουν οι Λακεδαιμόνιοι, υπακούοντας σε κάποιο χρησμό, όπως λέει ο Σωκράτης ο Λάκων.
 
Υπήρξαν και δύο άλλοι Επιμενίδες, ο γενεαλόγος και εκείνος που έγραψε για τη Ρόδο σε δωρική διάλεκτο. (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων)

Η Δύναμη της Γνώσης

Σήμερα βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου η γνώση δίνεται απλόχερα. Στον αρχαίο κόσμο, η θεωρία με την πράξη δεν νοούνταν σαν δύο διαφορετικά πράγματα. Η γνώση, ήταν ένα μέσο, ένα βασικό εργαλείο με το οποίο ο άνθρωπος μπορούσε να αγγίξει και να ανακαλύψει τον «Γνώθι σ’ εαυτόν», την πληρότητα του Είναι του.

Μπορούμε να διαβάζουμε βιβλία όλη μας τη ζωή, μπορεί να γίνουμε πολύ διανοητικοί, αλλά στο τέλος να ανακαλύψουμε ότι δεν αναπτύξαμε καθόλου την πνευματικότητα μας. Δεν είναι αλήθεια ότι ένας υψηλός βαθμός διανοητικής ανάπτυξης, πάντα διαβαίνει χέρι με χέρι με μια αναλογική ανάπτυξη της πνευματικής πλευράς του ανθρώπου.

Με το να μελετάμε βιβλία, καμιά φορά πλανιόμαστε και νομίζουμε ότι από εκεί βοηθιόμαστε πνευματικά. Αλλά αν αναλύσουμε τα αποτελέσματα της μελέτης των βιβλίων πάνω στον εαυτό μας, θα δούμε ότι στο τέλος μόνο η διανόηση μας αντλεί όφελος από τέτοιες μελέτες και όχι το εσωτερικό πνεύμα μας. Η ανεπάρκεια αυτή των βιβλίων σε ότι αφορά την επιτάχυνση της πνευματικής μας ανάπτυξης , είναι η αιτία, που αν και σχεδόν ο καθένας μας μπορεί να μιλάει περίφημα πάνω σε πνευματικά θέματα όταν έρχεται η ώρα της πράξης και του βιώματος μιας αληθινά πνευματικής ζωής, βρισκόμαστε τόσο φρικτά ανεπαρκείς.

Η γνώση είναι απαραίτητο στοιχείο στην εξέλιξη οποιουδήποτε πράγματος. Είναι απαραίτητη όπως το νερό στον ανθρώπινο οργανισμό. Όπως το νερό για να μας βοηθήσει πρέπει να μπει στον οργανισμό δηλαδή πρέπει να το πιούμε, έτσι και η γνώση για να μας βοηθήσει θα πρέπει να την εφαρμόσουμε. Όπως λέει και ο Επίκτητος (στις Διατριβές Α/59-60) «Τα ωραία λόγια άλλωστε δεν λείπουν σήμερα. Τα βιβλία των Στωικών είναι γεμάτα τέτοια. Τι λείπει λοιπόν; Αυτός που θα τα εφαρμόσει, με έμπρακτη μαρτυρία υπέρ των λόγων…»

Όταν αυτό δεν γίνεται έτσι, δεν ακολουθεί δηλαδή η εφαρμογή των γνώσεων, τότε με φυσικό τρόπο προκαλείται μια δυσαρμονία. Άλλα σκέφτεται το μυαλό μας, άλλα κάνει το σώμα μας, με αποτέλεσμα να υπάρχει σύγκρουση που μεταφράζεται σε άγχος.

Κάποτε ο Ηγεσίας ζητούσε επίμονα από το Διογένη να του δανείσει μερικά από τα συγγράμματα του, για να κατανοήσει καλύτερα ένα θέμα που τον απασχολούσε και να πλουτίσει τις γνώσεις του. Ο Διογένης γενικά αντιστεκόταν με τον Άλφα ή Βήτα τρόπο. Κάποια στιγμή ήρθε η ώρα να συζητήσουν το θέμα. Τότε ο Διογένης είπε στο Ηγεσία αυτό ακριβώς που σκεφτόταν και ποια ήταν η αιτία που δεν του έδινε τα συγγράμματα. «Ανόητος είσαι Ηγεσία. Τα ζωγραφικά σύκα δεν τα θέλεις, προτιμάς τα αληθινά, την άσκηση όμως την αληθινή (την καθημερινότητα) την παραμελείς και στρέφεσαι σε αυτήν που είναι γραμμένη».

Όλα όσα σκεφτόμαστε, κατανοούμε και αποδεχόμαστε στο διανοητικό επίπεδο χρειάζεται να τα θέσουμε αμέσως σε εφαρμογή, ακόμη κι όταν αυτό απαιτεί μεγάλη προσπάθεια. Γιατί αυτή η προσπάθεια θα μας ελευθερώσει από το «κλουβί» της διανόησης και θα μας επιτρέψει να ξεπεράσουμε τα εμπόδια που φράζουν το δρόμο μας και μας εμποδίζουν να ενεργούμε σύμφωνα με τα ιδεώδη της ζωής μας.

Υπάρχει μια παραβολή των Σούφι που αποτυπώνει πολύ καλά τα παραπάνω: Ρώτησαν τον Σιμπλί: «Ποιος σε οδήγησε στην Οδό;» Και αυτός απάντησε: «Ένας σκύλος. Μια μέρα τον είδα σχεδόν νεκρό από τη δίψα, να στέκεται δίπλα στο νερό. Κάθε φορά που κοίταγε το είδωλο του στο νερό, τρόμαζε και τραβιόταν, γιατί νόμιζε πως ήταν ένα άλλο σκυλί. Τελικά ήταν τόση η ανάγκη της δίψας του, που έδιωξε το φόβο του και πήδησε στο νερό. Τότε, ως εκ θαύματος για τα μάτια του σκύλου, το «άλλο σκυλί» χάθηκε. Ο σκύλος βρήκε ότι το εμπόδιο ήταν ο ίδιος, το χώρισμα από αυτό που αναζητούσε ξαφνικά διαλύθηκε. Ήταν τόσο απλό. Με τον ίδιο τρόπο το δικό μου εμπόδιο χάθηκε, όταν κατάλαβα πως ήταν αυτό που πίστευα, πως ήταν ο εαυτός μου. Έτσι η Οδός μου πρώτο-φανερώθηκε από το φέρσιμο του σκύλου».

Καλώς ή κακώς, υπάρχει μια ανάγκη στον άνθρωπο που τον ωθεί να ψάξει, δεν ξέρει ακριβώς τι, αλλά ξέρει με σαφήνεια ότι κάτι λείπει, κάτι χρειάζεται. Όλοι κινούμαστε κάτω από αυτό το πλαίσιο και τολμώ να πω ότι αυτό είναι και η κινητήρια δύναμη της ζωής μας. Είναι άσκοπο να είμαστε απλοί θεατές της ζωής μας, αυτό δεν μας δίνει τίποτε άλλο παρά ένα κενό. Για να καλύψουμε όμως αυτό το κενό -απ’ ό,τι μας λέει μια πολύ παλιά παραβολή- χρειάζεται να το θέλουμε πολύ, να πιστεύουμε ότι μπορούμε, και καθημερινά να εργαζόμαστε γι’ αυτόν το σκοπό. Η αλήθεια δεν μπορεί να έρθει με ημίμετρα.

Ένας νέος πήγε κάποτε σε ένα σοφό και τον ρώτησε «Κύριε, τι να κάνω για να γίνω σοφός;» Ο σοφός δεν απάντησε. Ο νέος επανέλαβε την ερώτηση και αφού μάταια περίμενε απάντηση, έφυγε τελικά για να επιστρέψει την επόμενη ημέρα. Ξανάκανε τότε την ίδια ερώτηση πολλές φορές, μα πάλι απάντηση δεν πήρε. Το έκανε αυτό για τρίτη μέρα και τότε ο σοφός τον οδήγησε σε ένα ποτάμι. Όταν έφτασαν σε κάποιο σημείο που είχε αρκετό βάθος, ο σοφός, έπιασε το νέο από τους ώμους και του βούτηξε το κεφάλι μέσα στο νερό.

Κάποια στιγμή μετά από λίγη ώρα τον ελευθέρωσε κι αφού τον άφησε να πάρει μερικές ανάσες τον ρώτησε: «Γιε μου, κάτω από το νερό τι ζητούσες περισσότερο»; Ο νέος απάντησε «αέρα, αέρα ήθελα». «Δεν θα προτιμούσες πλούτη, απολαύσεις, δύναμη ή αγάπη γιε μου;» «Όχι ήθελα αέρα, και σκεφτόμουν μόνο αυτό», απάντησε ο νέος ξανά. Τότε ο σοφός είπε: «Για να γίνεις σοφός, πρέπει να επιθυμείς τη σοφία με τόση ένταση, όση επιθυμούσες τον αέρα. Πρέπει να αγωνιστείς γι’ αυτήν, αποκλείοντας κάθε άλλο σκοπό».

Σύμφωνα με την αρχαία εσωτερική διδασκαλία, τρεις είναι οι άξονες μέσα από τους οποίους θα πρέπει να λειτουργεί ένας άνθρωπος, για να καταφέρει να λειτουργήσει σαν «μαθητής της ζωής».

Αρχικά θα πρέπει να είναι αφοσιωμένος στην πνευματική αναζήτηση, δηλαδή να ζήσει στοχεύοντας να βρει τον Εαυτό του. Αφού ορίσει το στόχο και αφοσιωθεί σε αυτόν, θα πρέπει να ερευνήσει. Να ψάξει μέσα στο παρελθόν και στο παρόν -χωρίς προκαταλήψεις- την αλήθεια για το σκοπό που έχει θέσει, με θάρρος και πολύ δουλειά. Και τέλος, όλα αυτά που έμαθε και κατανόησε θα πρέπει τώρα να τα εφαρμόσει στην πράξη, και μάλιστα όχι με σκοπό να τα απολαύσει ο ίδιος, αλλά να προσφέρει τον καρπό της γνώσης του για το καλό της ανθρωπότητας. Να δώσει, δηλαδή, σε όλη την ύπαρξη του μια διάσταση ηθικής προόδου, που συνοψίζεται στις λέξεις αλτρουισμός και υπηρεσία στην ανθρωπότητα.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Μπλαβάτσκυ στο Κλειδί της Θεοσοφίας, «κάθε άνθρωπος, οφείλει να αρχίζει την έρευνα του εαυτού του και να κάνει τον τίμιο ισολογισμό των υποκειμενικών του αποκτημάτων. Όσες κακίες κι αν βρει, όση φθορά και αν ανακαλύψει, η σωτηρία είναι πάντοτε δυνατή, φτάνει να το θέλει σοβαρά.»

Είναι σαφές λοιπόν, ότι ο στόχος μας του να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας προϋποθέτει γνώση αλλά και πράξη διοχετευμένη μέσα από μια «Ηθική ζωή».

Καρολος Ντικενς: Ποτέ δεν υπάρχει λόγος να μας πιάνει ντροπή για τα δάκρυα μας


Ειλικρινά, ποτέ δεν υπάρχει λόγος να μας πιάνει ντροπή για τα δάκρυα μας…

Είναι η βροχή πάνω στη σκόνη που σηκώνεται απ’ το χώμα της σκληρής καρδιάς μας και μας θολώνει τα μάτια…

Όλοι οι άλλοι απατεώνες της υφηλίου δεν είναι τίποτα μπροστά στον άνθρωπο που πάει να εξαπατήσει τον ίδιο του τον εαυτό…

Μ’ άλλα λόγια, ήμουν πολύ δειλός για να κάνω ό,τι ήξερα πως ήταν σωστό, όπως είχα φανεί πολύ δειλός για να μην κάνω ό,τι ήξερα πως ήταν λάθος…

Την υιοθέτησα για ν’ αγαπηθεί.

Την ανέθρεψα και τη μόρφωσα για ν’ αγαπηθεί.

Την έκανα ό,τι είναι, για ν’ αγαπηθεί.

Αγάπησέ την!

Ήταν μια αξιομνημόνευτη μέρα για μένα, γιατί προκάλεσε μέσα μου μεγάλες αλλαγές.

Όμως το ίδιο συμβαίνει με ολόκληρη τη ζωή.

Φανταστείτε μια επιλεγμένη μέρα, αποσπασμένη από τις υπόλοιπες, και σκεφτείτε πόσο διαφορετική θα ήταν χωρίς αυτήν η πορεία της ζωής σας.

Εσείς που διαβάζετε όλα αυτά, σταματήστε μια στιγμή και σκεφτείτε τη μακριά αλυσίδα από σίδερο ή χρυσάφι, από αγκάθια ή λουλούδια, που δε θα σας είχε ποτέ δέσει αν δεν είχε σχηματιστεί ο πρώτος κρίκος, κάποια αξιομνημόνευτη μέρα.
 
Κάρολος Ντίκενς*, Μεγάλες προσδοκίες
--------------------------
*Ο Κάρολος Ντίκενς, ένας απ’ τους μεγαλύτερους βρετανούς συγγραφείς, γεννήθηκε στο Πόρτσμουθ της Αγγλίας το 1812. Λόγω οικογενειακών προβλημάτων, αναγκάστηκε από πολύ μικρός να εργαστεί, κάνοντας διάφορα επαγγέλματα για να επιβιώσει. Τα πρώτα του λογοτεχνικά βήματα τα έκανε δημοσιεύοντας έργα του σε περιοδικά και εφημερίδες. Σε ηλικία 24 ετών κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, αλλά έγινε ευρύτερα γνωστός το 1838 όταν εκδόθηκε το μυθιστόρημά του Όλιβερ Τουίστ. Έγραψε πολλά σπουδαία έργα, μεταξύ των οποίων: Δαβίδ Κόπερφιλντ, Ιστορία δύο πόλεων, Μεγάλες προσδοκίες. Πέθανε στο Λονδίνο το 1870. Το έργο του όμως παραμένει ζωντανό και ανεξίτηλο στο χρόνο. Μέχρι σήμερα τα βιβλία του διαβάζονται με την ίδια αγάπη σε όλο τον κόσμο.

Οι επτά αρχές του Λεονάρντο Ντα Βίντσι

Η διάνοια γίνεται, δε γεννιέται. Οι άνθρωποι είναι προικισμένοι με σχεδόν απεριόριστες δυνατότητες μάθησης και δημιουργικότητας. 
 
Οι επτά αρχές του Λεονάρντο Ντα Βίντσι:

Curiosita – Η ακόρεστη περιέργεια στην προσέγγιση της ζωής και αδιάκοπη αναζήτηση της συνεχούς μάθησης

Dimostrazione – Η δέσμευση να δοκιμάζουμε τη γνώση μέσα από την εμπειρία, την επιμονή, η διάθεση να μαθαίνουμε πάντα από τα λάθη μας.

Sensazione – H συνεχής βελτίωση των αισθήσεων, ιδιαίτερα της όρασης, ως μέσου αναζωογόνησης της εμπειρίας.

Sfumato – H διάθεση να προσεγγίσουμε την ασάφεια, το παράδοξο και την αβεβαιότητα. (Ο όρος αυτός σημαίνει στην κυριολεξία «ανεβαίνοντας όπως ο καπνός»).

Art/Scienza – Η ανάπτυξη της ισορροπίας μεταξύ της επιστήμης και της τέχνης, της λογικής και της φαντασίας. Η σκέψη και με τα δυο ημισφαίρια του εγκεφάλου (αριστερό και δεξιό).

Corporalita – Η καλλιέργεια της χάρης, της αμφιδεξιότητας, της φυσικής κατάστασης και της ισορροπίας. (Μας θυμίζει το ρητό «νους υγιής εν σώματι υγιεί»).

Connessione – Η εκτίμηση ότι όλα τα πράγματα και τα φαινόμενα συνδέονται μεταξύ τους. Η συστηματική σκέψη.

Η ανάληψη της ευθύνης, προϋπόθεση για τη λύση ενός προβλήματος

Όταν προκύπτει ένα πρόβλημα θα πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη προκειμένου να μπορέσουμε να το λύσουμε.

Τα παιδιά αρνούνται την ευθύνη τους για τους καβγάδες στους οποίους εμπλέκονται.

Τα αδέρφια, συνήθως, κατηγορούν το ένα το άλλο για το ποιος ήταν ο φταίχτης και ποιος ξεκίνησε πρώτος.

Ακόμη πολλά παιδιά νιώθουν ότι φταίνε για την έλλειψη αγάπης από τους γονείς του ή το ότι μπορεί επειδή ζήτησαν κάτι, προξένησαν κάτι κακό στο μπαμπά ή τη μαμά.

Μετά από εμπειρία και ωριμότητα γινόμαστε ολοένα και πιο ικανοί να εκτιμήσουμε τις ευθύνες μας απέναντι στον εαυτό μας και τους άλλους.

Για να μάθουν τα παιδιά να εκτιμούν σωστά πού έχουν την ευθύνη και πού όχι, θα πρέπει οι γονείς να αναλάβουν την ευθύνη της ανάπτυξης των παιδιών τους.

Δηλαδή να μην ρίχνουν την ευθύνη στο σχολείο, στην κυβέρνηση, στο σύστημα και στους άλλους γενικότερα αλλά να γίνουν υπεύθυνοι γονείς προκειμένου να μεγαλώσουν υπεύθυνα παιδιά.

Έτσι, θα καταφέρνουν περισσότερο να λύνουν τα προβλήματα που αναλαμβάνουν, γιατί αναλαμβάνοντας την ευθύνη ή μερίδιο αυτής μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα προς την κατεύθυνση που θέλουμε.

Διαφορετικά, μπορούμε μόνο να παρατηρούμε την αλλαγή που προξενούν οι άλλοι στα προβλήματα μας.

Ο αδύναμος δεν μπορεί να συγχωρήσει. Η συγχώρεση είναι χαρακτηριστικό του ισχυρού

«Ο αδύναμος δεν μπορεί ποτέ να συγχωρήσει. Η συγχώρεση είναι το χαρακτηριστικό του ισχυρού».

Αυτή ήταν μια από τις βασικές αρχές του Γκάντι για να αλλάξουμε τον κόσμο, να αλλάξουμε τον τρόπο που ερμηνεύουμε τα πράματα – καθώς όλα σε μια ερμηνεία βασίζονται -, να αλλάξουμε τη βαρύτητα που δίνουμε σε καταστάσεις και συνθήκες και έπειτα να αλλάξουμε εμάς. Μόνο τότε θα αλλάξει πραγματικά ο κόσμος μας και ο κόσμος ολόκληρος.

Όχι, ο αδύναμος δε μπορεί να συγχωρέσει. Ψάχνεται για εκδίκηση, τον τρώει το μέσα του για το σκοτάδι. Μυήθηκε στο κακό που έχει μέσα της η «συνήθεια», στα χαρακτηριστικά της τελειότητας που πάντα προσδοκούσε, μα ποτέ δεν κατάκτησε, γιατί μαντέψτε… δεν υπάρχει «τελειότητα».

Όχι, ο αδύναμος δε μπορεί να ηρεμήσει. Επιδιώκει έναν ακόμα πόλεμο. Έναν διαρκή πόλεμο. Αγχώνεται, καταστρώνει σχέδια, αμφιβάλλει για τα πάντα. Για τις ενέργειες, τις σκέψεις του, τη «λογική» του.

Όχι, ο αδύναμος δε μπορεί σκεφτεί καθαρά. Τον θολώνει το «εγώ» του και ο μικρόκοσμος που πασχίζει με νύχια και με δόντια να πιστέψει πως είναι πολυτιμότερος από το είναι του. Και το είναι του… ένα μικρό παιδί δακρυσμένο, ζητά απεγνωσμένα λίγη χαρά, μια αγκαλιά και μια θετική σκέψη πως όλα θα πάνε καλά αύριο κι ας μην πάνε στο τώρα, γιατί το «εγώ» υπερβαίνει.

Η διαρκής πάλη του «εγώ» με το «είναι», του μυαλού με το συναίσθημα, του λευκού και του μαύρου, η διαρκής πάλη των αντιθέσεων μέσα του, τον έκαναν αδύναμο και μόνο στο δικό του χέρι είναι να γίνει δυνατός ξανά, να λάμψει, να διαπρέψει, να συγχωρέσει, να ζήσει.

Το να πολεμάς το υποτιθέμενο «κακό» με κακό, δεν οδηγεί πουθενά. Το να ζεις με μάσκα οξυγόνου μια φούσκα του μυαλού, που σου τάζει «δικαίωση» εξίσου μόνο να σε βλάψει μπορεί.

Συγχώρεσε άνθρωπε. Συγχώρεσε τον άνθρωπο, συγχώρεσε εσένα. Όχι από μεγαλοψυχία, όχι επειδή πρέπει, όχι για τους τύπους, ούτε για να βγουν να πουν «μα τι ψυχή είναι, συγχώρεσε!». Όχι. Συγχώρεσε για σένα. Γιατί μόνο έτσι μπορείς να προχωρήσεις και να μπεις στη ροή της ζωής.

Γιατί η ζωή είναι ροή και η ροή, ζωή. Αυτό που μόλις σκέφτηκες, χάθηκε, πάει. Όλα είναι πια παρελθόν και έτσι πρέπει να είναι.

«Το παρελθόν πρέπει να το ευλογούμε, να το θεραπεύουμε… Μπες σε κάθε πτυχή! Φώτισε κάθε γωνία! Μετέτρεψε το μέσα από μια νέα αντίληψη… Το παρελθόν σου θα θεραπευτεί όταν σταματήσεις να τρέφεις ανησυχίες, αμφιβολίες και φόβους. Αυτή είναι η πραγματική σημασία της εσωτερικής συγχώρεσης».

Ας «συμβιβαστούμε» με τη Ροή λοιπόν. Με το ότι όσα αφορούν το χτες, το δευτερόλεπτο που πέρασε, ανήκoυν σε ένα άλλο σύμπαν. Σε έναν άλλο χρόνο. Σε έναν άλλο μας εαυτό.

Συγχώρεσε. Συγχώρεσε τον άλλο. Συγχώρεσε εσένα για όσα έκανες και όσα δεν έκανες, για όσα είπες και πλέον κρίνεις λανθασμένα και για όσα δεν είπες και στο τώρα σου νιώθεις ότι έπρεπε πάση θυσία να ειπωθούν. Πάει.

Η ζωή προχώρα. Και μαζί της προχωράμε και εμείς. Να απολαμβάνουμε το τώρα, να γελάμε μέχρι να πονέσει το στομάχι μας και να χαμογελάμε με όλη μας την καρδιά έχει σημασία. Να αγκαλιάζουμε τους ανθρώπους μας στο τώρα και να ευγνωμονούμε για την ύπαρξή τους στη ζωή μας. Τώρα.

Να αγκαλιάζουμε εμάς πάλι στο τώρα και να μας υπενθυμίζουμε πόσο σημαντικοί είμαστε. Να ζούμε εν ολίγοις… Τώρα.

Ένα εντυπωσιακό ηφαιστειακό βουνό 800 μέτρων εμφανίστηκε στο βυθό του Ινδικού Ωκεανού

Τον τελευταίο χρόνο οι επιστήμονες καταγράφουν μυστηριώδεις σεισμούς χαμηλής συχνότητας και μόλις πρόσφατα κατάφεραν να ανακαλύψουν τη γέννηση ενός εντυπωσιακού ηφαιστείου κάτω από τη θάλασσα, που φαίνεται πως σχηματίστηκε μέσα σε μόλις έξι μήνες.

Οι ερευνητές του Εθνικού Κέντρου για την Επιστημονική Έρευνα στη Γαλλία θέλησαν να ανακαλύψουν την προέλευση των μικρών σεισμών που συντάρασσαν το νησί Mayotte που βρίσκεται ανάμεσα στην Αφρική και τη Μαδαγασκάρη. Τα σεισμικά δεδομένα που συλλέχθηκαν φέτος το Μάιο, έδειξαν μια συγκεκριμένη περιοχή έντονης σεισμικής δραστηριότητας, σε βάθος 20 έως 50 χιλιομέτρων κάτω από το βυθό.

Σύμφωνα με το Γαλλικό Γεωλογικό Κέντρο, η ομάδα ανακάλυψε ένα νέο «υποθαλάσσιο ηφαίστειο» που βρίσκεται 31 μίλια μακριά από το νησί. Οι ειδικοί ανέφεραν ότι η γέννηση του ηφαιστείου, που βρίσκεται 3.500 μέτρα κάτω από τη θάλασσα παρατηρήθηκε πρόσφατα για πρώτη φορά και ακόμα αναζητούνται οι διαδικασίες ανάδυσής του και οι πιθανές επιπλέον παρενέργειες για το γαλλικό νησί και των 500,000 κατοίκων του.

«Ποτέ μέχρι σήμερα δεν είχαμε δει κάτι τέτοιο», δήλωσε η Ναταλί Φεγιέ, επικεφαλής της ωκεανογραφικής αποστολής, που έγινε με το ερευνητικό σκάφος Marion Dufresne. Οι Γάλλοι επιστήμονες αναφέρουν πως η αιτία είναι μάλλον ένας μεγάλος και βαθύς θάλαμος μάγματος που διέρρευσε πετρώματα στο βυθό. Συγκεκριμένα, φαίνεται πως μέχρι και πέντε κυβικά χιλιόμετρα μάγματος αναδύθηκαν από το υπέδαφος με αποτέλεσμα το σχηματισμό του ηφαιστειακού βουνού.

Η δεύτερη παρενέργεια αυτής της διαδικασίας ήταν το νησί Mayotte να βυθιστεί κατά 13 εκατοστά και να μετακινηθεί κατά δέκα εκατοστά προς τα ανατολικά. Ωστόσο ακόμα οι ειδικοί δεν έχουν συγκεκριμενοποιήσει τους λόγους και την ακριβή γεωλογική διαδικασία που προκάλεσε τη γέννηση του νέου εντυπωσιακού ηφαιστείου. Δυστυχώς, όμως υπάρχουν φόβοι για ενδεχόμενο τσουνάμι που μπορεί να προκληθεί από μια υποθαλάσσια κατολίσθηση από τις πλαγιές του ηφαιστείου, αν και οι επιστήμονες θεωρούν ότι το βάθος όπου αυτό βρίσκεται, είναι αρκετά μεγάλο για να προκαλέσει επικίνδυνο τσουνάμι.

Κάθε πόνος κρύβει το επόμενο μας βήμα της εξέλιξης μας

Σας έχει τύχει να ξυπνήσετε μια μέρα ή κατά διαστήματα να νιώθετε αποδιοργανωμένοι; Να σκέφτεστε «πάλι τα ίδια»; Να λέτε στον εαυτό σας: «τόση δουλειά έχω κάνει με τον εαυτό μου, και ενώ έχω σκάψει τόσο βαθιά μέσα μου, πάλι νιώθω πως έχω χάσει την ισορροπία μου, δυσκολεύομαι να βρω το μονοπάτι μου. Σαν να ξεκινάω πάλι από την αρχή!»

Να σας φαίνονται όλα μάταια, να νιώθετε πως αντί να σημειώνετε πρόοδο, επιστρέφετε πάλι στο σκοτάδι. Να μην μπορείτε να ανακαλύψετε τη σύνδεση ανάμεσα στις άπειρες μισοτελειωμένες σκέψεις, που αν σταθείτε και τις πιάσετε μια-μια θα καταλάβετε πως κατά βάθος δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, είναι απλώς φοβίες. Όμως, οι φοβίες είναι απλά ένα συναίσθημα και όχι κάτι χειροπιαστό.

Τυχαίνει όλοι μας να έχουμε τέτοιες μέρες, αλλά heads up: there is no magic pill that can bring you back to “normal”. Γνωρίζετε για ποιο λόγο; Γιατί εν τέλει αυτό που συμβαίνει είναι πως βρισκόμαστε λίγο πριν από την κατάκτηση του επόμενου βήματος της αυτο-εξέλιξης μας και πριν από κάθε καινούργιο βήμα υπάρχει ένα στάδιο που όλα μας μοιάζουν αδύνατα, όλα είναι σκοτεινά…σαν ένα μαύρο σύννεφο πάνω από το κεφάλι μας.

Αυτό το στάδιο όμως είναι πάρα πολύ αναγκαίο για την πρόοδό μας, είναι σαν να περνάμε μια δοκιμασία ώστε ο πραγματικός και αυθεντικός μας εαυτός να αφουγκραστεί αν το θέλουμε πραγματικά, και αν είμαστε έτοιμοι να την ξεπεράσουμε. Είναι σαν τη θάλασσα, όταν υπάρχει τρικυμία, δεν μπορείς να δεις το βυθό της, δεν μπορείς να δεις το μεγαλύτερο πλάνο.

Πριν από κάθε επιτυχία υπάρχει μια προσωρινή αποτυχία. Θυμάμαι όταν το είχα πρώτο ακούσει, μου ήταν δύσκολο να το αποδεχτώ, μέχρι που άρχισα να αναγνωρίζω επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Βίωνα πολλές «προσωρινές» οπισθοχωρήσεις και όταν έβρισκα το κουράγιο να τις ξεπεράσω, τότε απολάμβανα τη διαδικασία της εξέλιξης μου, την επιτυχία, το φως.

Είναι όπως όταν καταπιάνεσαι με κάτι για πρώτη φορά, στην αρχή μοιάζει αδιανόητο, δύσκολο και πολλές φορές ακατόρθωτο, αλλά με υπομονή, επιμονή και κουράγιο όλα παίρνουν το δρόμο τους και υλοποιούνται. Αν λοιπόν καταφέρουμε να την καταγράψουμε ως «συνταγή», τότε σε κάθε δυσκολία θα ξέρουμε πως θα βγούμε πιο δυνατοί. Θα γνωρίζουμε εξαρχής πως κάθε δυσκολία κρύβει το επόμενο βήμα μας… την εξέλιξη μας.

Τώρα πια συνειδητοποιώ πως όταν νιώθω θολούρα και πόνο, έχει φτάσει η ώρα για το επόμενο βήμα της φυσικής εξέλιξης μου. Σιγά σιγά εξαφανίζεται ο «πόνος» και τον αντικαθιστά η «προσμονή». Γιατί έχω πίστη σε μένα, στη διαδικασία και στο Όλον.