Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

Οι απαρχές της δημιουργίας μιας προσωπικότητας

Ένα μωρό γεννιέται και από την πρώτη στιγμή ξέρει πως να εκφράζει ελεύθερα τα συναισθήματα του. Από τη μήτρα ακόμα, αρχίζει να συλλέγει πληροφορίες και να διεργάζεται με πολύ απλό τρόπο μηνύματα, ερεθίσματα και αντιδράσεις από τους σημαντικούς του άλλους. Έτσι σταδιακά αναπτύσσει τη δική του κατανόηση για το πως λειτουργεί ο κόσμος, για το τι μπορεί να περιμένει από αυτόν και συν τω χρόνω, πώς να υπάρχει και να επιβιώνει εντός του, όμως πάντα μέσα από το βλέμμα της μητέρας του και τα δικά της συναισθήματα.

Δηλαδή τον κόσμο τον παρουσιάζει η μητέρα στο βρέφος, μέσα από τα δικά της μάτια. Αν είναι και αρκετά ευαισθητοποιημένη, αρχικά του επιτρέπει να διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι εκείνο, με τις ανάγκες του, δημιουργεί τον κόσμο και σταδιακά το βοηθάει, μέσω του συναισθηματικού του κρατήματος, να αποδομήσει αυτή του την κατανόηση. Αρχικά λοιπόν δημιουργούμε εμείς τον κόσμο με τη φαντασία μας, μετά, αρχίζουμε να τον κατανοούμε σε μη συνειδητό επίπεδο, και αργότερα σε συνειδητό επίπεδο.

Γεννιόμαστε με τον αυθόρμητο και αληθινό ή γνήσιο εαυτό μας

Ότι θέλουμε το εκφράζουμε. Τότε, απλά είμαστε και εκφράζουμε τον εαυτό μας με έναν τρόπο που ρέει αυθόρμητα από τον πυρήνα της ύπαρξής μας. Έχετε δει κάποιο βρέφος 2 ή 3 μηνών που να μην είναι ο εαυτός του ή να μην εκφράζεται ελεύθερα; Ωστόσο, το παιδί μπορεί εύκολα να απορροφήσει το μήνυμα από τον κόσμο ότι ο αυθόρμητος και γνήσιος εαυτός του δεν είναι και πολύ ευπρόσδεκτος. Μπορούμε να λάβουμε, δηλαδή, το μήνυμα ότι η οικογένεια ή τα άλλα περιβάλλοντα, απαιτούν από εμάς να τροποποιούμε συχνά τους εαυτούς μας και τις γνήσιες αντιδράσεις μας.

Όπως λέει ο Winnicott, όταν συμβαίνει αυτό, ο αυθορμητισμός του βρέφους κινδυνεύει να παραβιαστεί από την ανάγκη συμμόρφωσης με τις επιθυμίες και τις προσδοκίες των άλλων.

Πώς όμως ένα μικρό παιδί βλέπει τα πράγματα και τα γεγονότα;

Τα βλέπει μέσα από ένα φακό καθαρά εγωκεντρικό, ή αλλιώς, μέσα από μια ναρκισσιστική οπτική. Για παράδειγμα εάν τη μητέρα του, την απασχολεί κάποιο ζήτημα που της δημιουργεί άγχος, θλίψη ή ενθουσιασμό, κάτι που της αποσπά την προσοχή σε μεγάλο βαθμό από την συναισθηματική αλληλεπίδραση με το παιδί της και τον εναρμονισμό της με τις ανάγκες του, εκείνο ενδέχεται να δώσει την εξής ερμηνεία στις καταστάσεις που αντιμετωπίζει: ότι δεν είναι αρκετά σημαντικό για εκείνη προκειμένου να ασχοληθεί μαζί του, ή ότι οι δικές του ανάγκες δεν αξίζουν προσοχής από την μητέρα του.

Εκεί επάνω το παιδί σε ασυνείδητο επίπεδο, θα χρειαστεί να θυσιάσει τον αυθορμητισμό του προκειμένου να διατηρήσει τη σχέση με τον γονέα, θα χρειαστεί δηλαδή να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι για να μπορέσει να εισπράξει την αποδοχή του.

Όταν οι ανάγκες του παιδιού δεν αναγνωρίζονται

Πριν από όχι και τόσα πολλά χρόνια κυκλοφορούσε η αντίληψη ότι πρέπει να αφήνουμε τα βρέφη μας στο κρεβατάκι τους για να κοιμηθούν, και αν χρειαστεί να κλάψουν, ας κλάψουν και λίγο, ώστε να μάθουν ότι “δεν μπορεί να γίνεται μόνο το δικό τους”. Όντως εάν αφήσουμε τα παιδιά στο κρεβατάκι τους να κλάψουν και δεν τα πάρουμε αγκαλιά, αρχικά θα κλάψουν, αλλά στο τέλος θα κοιμηθούν, είναι όμως λες και αυτοναρκώνονται, και ναι θα έχουμε περιορίσει την ανεπιθύμητη συμπεριφορά, όμως θα έχουν προηγουμένως πιέσει προς τα κάτω, καταπιέσει δηλαδή, τα συναισθήματα τους, ενώ θα έχουμε συμβάλλει άθελα μας σε κάποια ερμηνεία που θα σχηματίσουν για τα γεγονότα, μια ερμηνεία μέσα από ένα εγωκεντρικό πρίσμα.

Το θέμα είναι, ότι όταν οι συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού δεν αναγνωρίζονται, φαίνεται πως μάλλον δεν κατανοούνται και άρα δεν φροντίζονται. Όταν δεν είμαστε εκεί να κατευνάσουμε το άγχος του, το παιδί αρχίζει να δίνει τις δικές του ερμηνείες στα γεγονότα δια μέσου πάντα της εγωκεντρικής του οπτικής. Δηλαδή μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά της μητέρας του έχει σχέση με το ίδιο και την αξία του ως υποκείμενο, μπορεί να καταλήξει σε συμπεράσματα που αφορούν το κατά πόσο είναι ασφαλές στον κόσμο και κατά πόσο μπορεί να εμπιστεύεται τους άλλους αργότερα στη ζωή, επειδή ακριβώς η μητέρα αντιπροσωπεύει τον κόσμο για το παιδί και η μητέρα δεν βρέθηκε εκεί όταν εκείνο χρειάστηκε την παρηγοριά της.

Ο Winnicott μας λέει ότι δεν είναι αυτά που κάνουμε τόσο στα παιδιά, αλλά αυτά που δεν κάνουμε...

Οι εσφαλμένες εντυπώσεις ενός παιδιού

Και έτσι, αυτά που δεν κάνουμε μπορεί να οδηγούν εξίσου τα παιδιά μας να αναπτύξουν λανθασμένες ερμηνείες και ως συνέπεια αυτού, λανθασμένες εντυπώσεις για τον εαυτό τους. Όπως ότι δεν είναι άξια αγάπης, ότι ο κόσμος είναι επικίνδυνος ή εχθρικός, ότι εκείνα έχουν κάτι κακό και είναι ελαττωματικά, ακόμα, να αισθάνονται ανεπιθύμητα ή να δυσκολεύονται να υιοθετήσουν το αίσθημα του ανήκειν (να αισθάνονται διαφορετικοί δηλαδή), και τέλος να δυσκολεύονται να εμπιστευτούν τους άλλους.

Το παιδί λοιπόν αρχίζει να σχηματίζει και να δημιουργεί αυτές τις εσφαλμένες εντυπώσεις για τον εαυτό του και για τους άλλους. Αυτές, όμως, οι εσφαλμένες εντυπώσεις επειδή σχηματίζονται σε μια πολύ τρυφερή ηλικία όπου ο εγκέφαλος βρίσκεται σε μια έξαρση εργασιών που αφορά τη μάθηση και τη μνήμη, τείνουν να παίρνουν αρκετή δύναμη και να πλάθουν μια ισχυρή και μη συνειδητή εικόνα εαυτού. Επίσης φαίνεται ότι αυτός ο εγωκεντρικός τρόπος σκέψης παγιώνεται και το άτομο δεν μπορεί να ωριμάσει και να υιοθετήσει πιο ώριμους τρόπους αντίληψης του κόσμου και του εαυτού του αργότερα στην ενήλικη ζωή.

Ο Freud το αποκάλεσε «νεύρωση της μεταβίβασης που παγώνει τη ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη».

Δεν χρειάζεται να είμαστε οι τέλειοι γονείς

Αυτό που χρειάζεται είναι να είμαστε αρκετά καλοί γονείς. Δεν υπάρχει η τελειότητα και δεν χρειάζεται. Όταν φορτώνουμε τα παιδιά μας με πολλές δραστηριότητες, όπως συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό στις μέρες μας, εκτός από το ότι κουράζονται πολύ, κουραζόμαστε και εμείς πολύ και τελικά δεν μένει καθόλου χρόνος για τη μεταξύ μας σχέση. Η σχέση είναι η γη και το ύδωρ, στη ζωή των παιδιών αλλά και στη δική μας. Επιπλέον η σχέση η οποία προϋποθέτει την επικοινωνία και άρα την ευαισθητοποιημένη αντίληψη των συναισθηματικών αναγκών του παιδιού λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι στον σχηματισμό των λανθασμένων ερμηνειών από πλευράς του.

Συνεπώς, η υγιής ανάπτυξη του εαυτού συντελείται μέσα σε κλίμα όπου το παιδί μπορεί να βιώνει πλήρως τον εαυτό του και να τον αποδέχεται γιατί προηγουμένως εισπράττει και νιώθει την εγκάρδια αποδοχή του περιβάλλοντος του, ακόμα και αν δεν εγκρίνουν οι γονείς ή οι φροντιστές του, κάποιους τύπους συμπεριφοράς. Με άλλα λόγια τα θεμέλια της δημιουργίας της προσωπικότητας μας, ξεκινούν μέσα από μια δυναμική ζύμωση με το περιβάλλον, από τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε και ερμηνεύουμε τα γεγονότα, από την κατανόηση των ανθρώπων που μας περιβάλουν σχετικά με τον ευαίσθητο τρόπο αντίληψης μας και το πόσο εύκολο είναι να εισπράξουμε μηνύματα από αυτούς που μπορεί να οδηγήσουν σε προσαρμοστικά ή μη προσαρμοστικά μοτίβα σκέψεων, που θα συμβάλλουν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας μας.

Το πρόβλημα της ελεύθερης βούλησης

Σ’ ένα σημείο του Φαντάσματος της Όπερας, ο Μάικλ Κρώφορντ και η Σάρα Μπράιτμαν τραγουδούν τους περίφημους στίχους: «The phantom of the Opera is there, inside your mind...». To φάντασμα της όπερας είναι εκεί. Είναι μέσα στο ίδιο το μυαλό μας.
 
Παραδόξως, στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξαν και μεγάλοι φυσικοί και φιλόσοφοι του περασμένου αιώνα, λίγο μετά την ανακάλυψη της αρχής της αβεβαιότητας. Και δεν είναι προφανές ότι είχαν άδικο.

Αν οι χημικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στον εγκέφαλό μας διέπονται από τους κβαντικούς νόμους —δηλαδή από την αρχή της αβεβαιότητας— τότε σίγουρα το φάντασμα είναι μέσα στο μυαλό μας. Και εισάγει ενδεχομένως ένα στοιχείο θεμελιώδους τυχαιότητας —έναν μη αιτιοκρατικό παράγοντα— στη λειτουργία αυτής της κατά τα άλλα τόσο αξιόπιστης και περίτεχνα ρυθμισμένης χημικής μηχανής.

Να, λοιπόν, η απελευθέρωση από τα δεσμά της κλασικής αιτιοκρατίας, η οποία λέει ότι η ελευθερία της βούλησης —αυτό το συστατικό στοιχείο της υπαρξιακής μας αξιοπρέπειας— είναι μια ψευδαίσθηση. Εγώ και οι πράξεις μου —έτσι λέει η παλιά φυσική— είμαι το προδικασμένο αποτέλεσμα των προδιαγεγραμμένων κινήσεων των ατόμων και των μορίων που με αποτελούν, αν όχι και εκείνων όλου του σύμπαντος. Όλα τα άλλα είναι αυταπάτες.

Να, λοιπόν, που το φάντασμα μέσα μας είναι και ο ελευθερωτής μας. Ο εγγυητής της υπαρξιακής ελευθερίας μας. Αφήνει  χώρο για το απρόβλεπτο. Για την ελεύθερη επιλογή. Η μήπως την υπονομεύει με έναν πιο «ύπουλο» τρόπο; Αφήνοντάς μας έρμαια μιας ανερμήνευτης τυχαιότητας; Εμείς τελικά αποφασίζουμε ή το φάντασμα μέσα μας παίζοντας ζάρια;

Όμως εδώ έχουμε ήδη αφήσει πίσω μας τη φυσική επιστήμη και έχουμε εισέλθει στο πεδίο της ηθικής φιλοσοφίας. Στο πεδίο των ανοιχτών ερωτημάτων — των εσαεί ανοιχτών ερωτημάτων. Επομένως στο πεδίο της ελευθερίας, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση ενός καλού φίλου γι' αυτό το θέμα.

Έτσι λοιπόν, επιλέγω να κλείσω τούτο το κεφάλαιο, όχι με την επιστημονική απάντηση πάνω στο ερώτημα που έθεσα προηγουμένως —μια απάντηση που δεν υπάρχει—, αλλά με την απάντηση που εγώ επέλεξα να με εκφράζει. Την απάντηση του Σωκράτη.

Γυρνάω λοιπόν πίσω στον χρόνο, αλλά στον ίδιο τούτο τόπο, στη χαλεπαίνουσα σήμερα πατρίδα μας, όταν η κατ’ εξοχήν ελληνική ιδέα της νοημοκρατούμενης φύσης —μιας φύσης που δεν εξαιρεί τον άνθρωπο από την επικράτειά της— έχει θέσει ευθέως το ζήτημα της ελεύθερης βούλησης, με τους ίδιους ακριβώς όρους που τίθεται και σήμερα.

Η απάντηση του Σωκράτη —όπως αποδίδεται στον πλατωνικό Φαίδωνα— ξεκινάει με μια εξομολογητική διήγηση για την αποτυχημένη προσπάθειά του να γνωρίσει τις αιτίες των πραγμάτων, και πώς ανέκτησε προς στιγμήν τις ελπίδες του με τις θεωρίες του Αναξαγόρα ότι ο Νους είναι «ο διακόσμων τε και αίτιος πάντων». Και συνεχίζει ο Σωκράτης:
Αυτή όμως την ελπίδα γρήγορα την εγκατέλειψα όταν, καθώς προχωρούσα στην ανάγνωση, είδα έναν άνθρωπο [τον Αναξαγόρα] που δεν χρησιμοποιεί καθόλου τον νου ούτε αποδίδει σε κάποιες αιτίες την τάξη των πραγμάτων, αλλά ως αιτίες αναφέρει τον αέρα, τον αιθέρα και το νερό και πολλά άλλα παράλογα. Αυτό που κάνει μου φαίνεται πανομοιότυπο σαν να έλεγε κάποιος ότι ο Σωκράτης όσα κάνει τα κάνει με νου και έπειτα, επιχειρώντας να προσδιορίσει τις αιτίες των πράξεών μου, να πει ότι για αυτόν τον λόγο κάθομαι εδώ [στο κελί μου], γιατί το σώμα μου αποτελείται από οστά και νεύρα. 
Τα οστά αιωρούνται στα σημεία συναρμογής τους, τα νεύρα χαλαρώνουν και τεντώνονται και με κάνουν ικανό να κάμπτω τώρα τα μέλη μου. Και επειδή έκαμψα τα μέλη μου, για αυτήν την αιτία κάθομαι εδώ. Έτσι όμως αποφεύγει να πει την πραγματική αιτία, ότι δηλαδή, αφού οι Αθηναίοι θεώρησαν καλύτερο (βέλτιον) να με καταδικάσουν, για αυτόν ακριβώς τον λόγο θεώρησα και εγώ καλύτερο και δικαιότερο να μείνω εδώ και να υποστώ την ποινή που θα μου επιβάλουν. Γιατί, μα την αλήθεια, πιστεύω ότι αυτά τα νεύρα και αυτά τα οστά θα ήταν από καιρό στα Μέγαρα ή στη Βοιωτία, αν δεν θεωρούσα ότι είναι πιο δίκαιο και πιο ωραίο, αντί να αποδράσω και να εξοριστώ, να υποστώ την ποινή που η πόλη μού επιτάσσει.
Παραθέτοντας τη σωκρατική απάντηση στο ζήτημα της ελεύθερης βούλησης —μαζί με την Απολογία, ένα από τα ιδρυτικά κείμενα του πολιτισμού μας— θέλησα να υπογραμμίσω ταυτόχρονα και τούτο: το πόσο «μικρή» είναι η επιστήμη όταν καλείται να προσφέρει απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Δεν είναι αυτή η αποστολή της. Για τα ερωτήματα αυτά —τα εσαεί αναπάντητα— ο φιλόσοφος λόγος και η μεγάλη τέχνη θα συνεχίσουν να αποτελούν τη μοναδική κιβωτό μας. Το φάντασμα μέσα μας είναι σίγουρα υπεύθυνο για πολλά πράγματα, μεταξύ άλλων και για το «θαύμα» της ύπαρξής μας. Δεν είναι όμως αυτό που αποφασίζει για μας παίζοντας ζάρια στο υπόγειο.

Ας το πάρουμε απόφαση: ουδείς φυσικός νόμος θα μας απαλλάξει ποτέ από το ευλογημένο βάρος της ελευθερίας μας. Της ελευθερίας να κάνουμε επιλογές και να είμαστε υπεύθυνοι γι’ αυτές.

Τι σημαίνει «κάνω λάθος» σύμφωνα με τη φιλοσοφία

«Το σημαντικό με τον άνθρωπο είναι ότι είναι η γέφυρα κι όχι ο σκοπός», έγραψε ο Νίτσε στο Τάδε Έφη Ζαρατούστρα. Το να υπάρχουμε σημαίνει να ζούμε δεμένοι σαν γέφυρα προς το μέλλον, προς τους άλλους, αλλά και προς εκείνες τις διαστάσεις του εαυτού μας που αγνοούμε, προς αυτά τα μονοπάτια που ακόμα δεν έχουμε περπατήσει και που η αποτυχία μπορεί να μας ανοίξει.

Όταν λησμονούμε αυτή την αλήθεια, υποφέρουμε περισσότερο από τις αποτυχίες μας. Τελικά, το γεγονός πως η αποτυχία μας πληγώνει τόσο πολύ οφείλεται και στην ενοχοποίησή της από τους σημαντικότερους φιλοσόφους της δυτικής μας παράδοσης. Ο Καρτέσιος ή ο Καντ δεν έχουν αφιερώσει βιβλία στην αποτυχία, αλλά υπάρχουν αποσπάσματα στα έργα τους για τις αιτίες του σφάλματος ή τις αιτίες του λάθους.

Ο Καρτέσιος παρουσιάζει τον άνθρωπο ως το ον το προικισμένο με δύο κύριες ικανότητες κακώς τοποθετημένες: μια περιορισμένη κατανόηση και μια απεριόριστη θέληση. Ενώ η κατανόησή μας ανταποκρίνεται γρήγορα στα όριά της, ο Καρτέσιος λέει ότι πάντα μπορεί να θέλουμε περισσότερο.

Ο συγγραφέας του έργου «Λόγος περί της Μεθόδου» ισχυρίζεται πως μέσα από τη δύναμη της θέλησής μας μοιάζουμε στο Θεό. Κάθε φορά που θέλουμε και πιστεύουμε ότι έχουμε φτάσει στα όριά μας, ανακαλύπτουμε ότι μπορούμε να θέλουμε ακόμα. Για τον Καρτέσιο, η έλλειψη ορίου στη θέλησή μας είναι το θεϊκό μέσα μας.

Το «Όταν θέλουμε, μπορούμε» προέρχεται ακριβώς από αυτό. Υπό αυτό το πρίσμα, το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να περπατάς σε δύο πόδια άνισου μεγέθους: ένα κοντό (η κατανόησή μας) και ένα πολύ μακρύ (η θέλησή μας). Ας δεχτούμε ότι το εγχείρημα δεν είναι εύκολο. Ως εκ τούτου, τι σημαίνει «κάνω λάθος», σύμφωνα με τον Καρτέσιο;

Σημαίνει ότι αποτυγχάνουμε να θέσουμε τη θέλησή μας μέσα στα όρια της κατανόησής μας. Σε μια βραδινή οινοποσία μιλάμε για οτιδήποτε, μιλάμε πέρα από αυτά που γνωρίζουμε.

Κάνουμε λάθος, γιατί δεν χρησιμοποιούμε σωστά την επιθυμία μας. Αυτή η επιθυμία είναι αυτό που μας ορίζει ως παιδιά του Θεού και το να κάνουμε λάθος σημαίνει ότι δεν έχουμε ανταποκριθεί σε αυτό που Εκείνος μας έχει κληροδοτήσει. «Γνωρίζουμε ότι το σφάλμα εξαρτάται από τη θέλησή μας», υποστηρίζει ο Καρτέσιος στις Αρχές Φιλοσοφίας. Δύσκολο να ενοχοποιηθούμε περισσότερο.

Σύμφωνα με τον Καντ, δεν καταφέρνουμε να συμπεριφερθούμε σωστά, όταν δεν ξέρουμε να ακούμε τη λογική μας. Αυτή η ικανότητα, επιμένει, είναι αρκετή για να διακρίνουμε το Καλό από το Κακό.

Αντίθετα από τον Ρουσσώ, ο οποίος τοποθέτησε την ηθική στην καρδιά, στην ευαισθησία, ο συγγραφέας της «Κριτικής του Πρακτικού Λόγου» βλέπει στη λογική μας την πηγή της ηθικής μας.

Η επιτακτική ηθική είναι περίπλοκη. Ο ίδιος συνοψίζει: «Να ενεργείς με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε η βούλησή σου να μπορεί να γίνει καθολικός νόμος». Με άλλα λόγια, για να μάθουμε αν η πρόθεσή μας είναι καλή, φτάνει απλώς να αναρωτηθούμε πώς θα λειτουργούσε η ανθρώπινη κοινότητα εάν όλοι εφάρμοζαν το ίδιο αξίωμα δράσης με εμάς.

Από τις σημειώσεις ενός σοφού

Στην κριτική παρατήρηση της ανθρώπινης φύσης και του ανθρώπινου πολιτισμού στηρίζει ο Μονταίν τη φιλοσοφική του θεωρία, τις απόψεις του για μια ευτυχή και επιτυχημένη ζωή. Δεν τον ενδιαφέρει όμως να μεταδώσει καμία θεωρία με τη συνήθη έννοια, κανένα δόγμα και κανένα σύστημα, αυτό που τον ενδιαφέρει να μεταδώσει είναι μια συγκεκριμένη στάση ζωής. Όπως συνέβη και με τους φιλοσόφους της ύστερης αρχαιότητας, το φιλοσοφικό ενδιαφέρον του Μονταίν στρέφεται στο εφικτό, στις γήινες απολαύσεις της ζωής, και όχι στη λύτρωση που περιμένει τον άνθρωπο στον άλλο κόσμο. Παρόλο που ήταν χριστιανός καθολικός, το υπερπέραν δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο στο φιλοσοφικό του έργο. Ο Μονταίν είναι ένας στοχαστής προσανατολισμένος απολύτως στα εγκόσμια, ένας στοχαστής που επαναφέρει στο προσκήνιο το κεντρικό αίτημα της ελληνικής φιλοσοφίας: Να ζει δηλαδή κανείς σε αρμονία με τη φύση και με τον εαυτό του. Ο άνθρωπος πρέπει να πάψει να υπερεκτιμά τον εαυτό του και να επανασυνδεθεί με το φυσικό του περιβάλλον.

Για να γίνει αυτό, θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να αποδεχτεί πως η ύπαρξη του είναι εφήμερη και θνητή. Στον διάλογο Φαίδων του Πλάτωνα, ο Σωκράτης λέει πως «η ζωή είναι προετοιμασία για τον θάνατο». Ο Μονταίν χρησιμοποιεί αυτή τη ρήση στον τίτλο ενός από τα πιο γνωστά του δοκίμια. Δεν εννοεί κάποια ρομαντική επιθυμία θανάτου ή κάποια νοσηρή στάση εχθρική προς τη ζωή. Όπως πάντα συνηγορεί υπέρ μιας ρεαλιστικής στάσης ζωής. Ο Μονταίν, βλέποντας καθημερινά ανθρώπους να πεθαίνουν από αρρώστιες, από ατυχήματα ή στον πόλεμο, πίστευε ότι μόνο με τη διαρκή επαφή με τον θάνατο μπορούμε να τον δούμε σαν κάτι φυσικό και να απελευθερωθούμε από τους παράλογους φόβους μας. Όποιος ωστόσο φροντίζει να απωθεί από τη ζωή του τον θάνατο δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει την αξία της ζωής.

Ο Μονταίν τάσσεται υπέρ μιας χαλαρής στάσης ζωής, που απέχει από μεγαλεπήβολα σχέδια και βρίσκει χαρά στα μικρά πράγματα, στα εφικτά. Η ζωή την οποία περιγράφει δεν είναι περιπετειώδης, δεν δοκιμάζει τα όρια του ανθρώπου. Αντιθέτως, ο Μονταίν συνηγορεί υπέρ μιας ζωής που σε πολλούς μπορεί να φαίνεται μικροαστική. Έτσι γίνεται υπέρμαχος της συνήθειας και της άνεσης, της βολής. Περιγράφει τη συνήθεια σαν το μαγικό φίλτρο της θεάς Κίρκης, που μας γλιτώνει από τα βάσανα και μας συμφιλιώνει με τη φύση. Παραμένει και στο σημείο αυτό συντηρητικός: Υποστηρίζει πως ο καθένας θα πρέπει να ζει σύμφωνα με αυτά που επιτάσσουν τα ήθη και τα έθιμα του πολιτισμού του και σύμφωνα με τους προσωπικούς του ρυθμούς. Στη βιασύνη, στη φιλοδοξία και στα μεγαλεπήβολα σχέδια αντιτάσσει το αρχαίο ιδανικό της ηρεμίας.

Στην αποδοχή των προσωπικών, φυσικών μας και στη μετρημένη αισθητική απόλαυση της ζωής έγκειται η ευτυχία που είναι εφικτή για τον άνθρωπο. Ο Μονταίν είναι ηδονιστής, ένας άνθρωπος δηλαδή που βλέπει την ευτυχία αυτή να πραγματώνεται μέσα από την «ηδονή». Ακόμη και όταν επιδιώκουμε την αρετή, στην πραγματικότητα έχουμε στον νου μας την ηδονική απόλαυση που μας προσφέρει η ενάρετη ζωή. Ο δρόμος για την ευτυχία, κατά τον Μονταίν, περνάει μέσα από τις αισθήσεις, όχι μέσα από τον ορθολογισμό. Ο αισθησιασμός τον οποίο περιγράφει ωστόσο δεν είναι ακραίος. Οποιαδήποτε μορφή έκστασης και διονυσιασμού δεν αφορά καθόλου τον Μονταίν. Απολαμβάνει τις μικρές, καθημερινές και φυσικές μορφές αισθησιασμού: το φαγητό, το ποτό, τη σεξουαλικότητα. Και στο σημείο αυτό απομακρύνεται από την παράδοση που κυριαρχούσε στη φιλοσοφία από την εποχή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη: Η αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου δεν έγκειται πλέον στην πνευματική ενατένιση, που σημαίνει κυριαρχία του νου επί των αισθήσεων, αλλά στη συνειδητή ανάπτυξη των αισθητικών διαθέσεων.

Η καλλιέργεια των αισθητικών, ενστικτωδών ικανοτήτων του ανθρώπου είναι εκείνη που μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να ανακτήσει τον χαμένο ενστικτώδη προσανατολισμό του, και συνεπώς και την επαφή του με τη «μητέρα φύση», όπως την αποκαλεί ο Μονταίν. Υιοθετεί εν προκειμένω ιδέες που παίζουν σημαντικό ρόλο και στον διαλογισμό, όπως αυτός διδάσκεται στις ανατολικές θρησκείες του βουδισμού, του ινδουισμού ή του ταοϊσμού: την ικανότητα να αφήνεται κανείς ελεύθερος, να εγκαταλείπει τις προσωπικές του επιδιώξεις και να «αφουγκράζεται» τα πράγματα. Στοv Μονταίν ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζει το περιβάλλον ως homo faber, αλλά ως κάποιος ο οποίος είναι ανοιχτός καταγράφει και μαθαίνει. Δεν είναι τυχαίο που ο Μονταίν στο τελευταίο δοκίμιο του τρίτου τόμου με τίτλο «Περί της εμπειρίας» κλείνει το βιβλίο του με μια προσευχή στον θεό Απόλλωνα, τον θεό της «χαρούμενης σοφίας». Στον κόσμο του Μονταίν οι θεοί δεν βρίσκονται έξω από τη φύση, αποτελούν κομμάτι της.

Το Δοκίμια του Μονταίν ήταν ένα «έργο εν εξελίξει», στο οποίο έκανε διαρκώς προσθήκες και αλλαγές μέχρι και τον θάνατό του, το 1592. Όταν το 1580 ολοκληρώθηκε ο δεύτερος τόμος, έγινε η πρώτη έκδοση των Δοκιμίων. Αποκτά λοιπόν όχι μόνο αναγνώστες, αλλά και τους πρώτους λάτρεις του έργου του, μεταξύ αυτών και τη Μαρί ντε Γκουρνέ, μια νεαρή αριστοκράτισσα από το Πικαρντί με φιλοσοφικά ενδιαφέροντα, γεννημένη το 1565, με την οποία ξεκίνησε να αλληλογραφεί και την οποία αργότερα χαρακτήριζε μάλιστα ως «θετή του κόρη». Όταν το 1588, με αφορμή την πρώτη συνολική έκδοση, που περιείχε πλέον και τον τρίτο τόμο, ταξιδεύει στο Παρίσι, την επισκέπτεται προσωπικά. Ήταν ένα από τα ελάχιστα πρόσωπα με τα οποία ο Μονταίν μοιράστηκε τα πνευματικά του ενδιαφέροντα μετά τον θάνατο του Ετιέν Ντε Λα Μποεσί. Μετά τον θάνατο του Μονταίν η Γκουρνέ ανέλαβε την επιμέλεια της έκδοσης των έργων του και τo 1595 φρόντισε για την πρώτη μετά τον θάνατο του συγγραφέα έκδοσή τους.

Το γεγονός ότι ο Μονταίν δώρισε ένα από τα πρώτα αντίτυπα του βιβλίου στον Πάπα δεν εμπόδισε την Καθολική Εκκλησία να το συμπεριλάβει το 1676 στον Κατάλογο Απαγορευμένων Βιβλίων. Οι λογοκριτές της Εκκλησίας χρειάστηκαν ωστόσο αρκετές δεκαετίες μέχρι να αντιληφθούν ότι ο καθολικός Μονταίν ήταν στην πραγματικότητα ένας λάτρης της φύσης με την προχριστιανική έννοια.

Ωστόσο, και οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί φιλόσοφοι δεν ασχολήθηκαν με το έργο του Μονταίν. Τα ίχνη του όμως είναι ξεκάθαρα στην ιστορία της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας. Η δοκιμιακή μορφή της φιλοσοφίας του σε συνδυασμό με τη σκεπτικιστική θεώρηση του ανθρώπου και την πραγματιστική φιλοσοφική του τοποθέτηση αποτέλεσαν τα θεμέλια της σύγχρονης ευρωπαϊκής ηθικοπλαστικής λογοτεχνίας, την οποία συνέχισαν κυρίως στη Γαλλία ο Λα Ροσφουκό, ο Λα Μπριγέρ και ο Σαμφόρ. Το έργο της αυτοδιερεύνησης του Εγώ που είχε ξεκινήσει ο Μονταίν αναλαμβάνει στη συνέχεια ο Ρενέ Ντεκάρτ. Τον ακολούθησε ο Πασκάλ, με τη διάγνωση περί αδύναμου και ασταθούς ανθρώπου. Η γνωστή ρήση του Ζαν-Ζακ Ρουσό «επιστροφή στη φύση» έχει επίσης τις ρίζες της στο έργο του Μονταίν, όπως και η έκκληση για ανοχή που εξέφρασαν οι διαφωτιστές. Αλλά και ο Φρίντριχ Νίτσε, ο οποίος με την «επανεκτίμηση όλων των αξιών» ενισχύει την αξία που έχει το σώμα έναντι του πνεύματος, βαδίζει στα χνάρια του Μονταίν. Ο Μονταίν ήταν επίσης εκείνος που, αρκετούς αιώνες πριν από την εμφάνιση της υπαρξιακής φιλοσοφίας, εγείρει το αίτημα αντιπαράθεσης του ανθρώπου με τη θνητότητα του προβάλλοντάς το ως προϋπόθεση της «πραγματικής» ζωής.

Αυτό που πρωτίστως κατόρθωσαν τα Δοκίμια του Μονταίν ήταν να προσδώσουν στη φιλοσοφία εκείνη την αξιοπιστία, τη σαφήνεια και την ελαφρότητα που την κατέστησαν προσιτή και στους αναγνώστες οι οποίοι την αντιμετώπιζαν όχι ως αντικείμενο μελέτης αλλά και ως πνευματική απόλαυση.

ΜΙΣΕΛ ΝΤΕ ΜΟΝΤΑΙΝ: Δοκίμια (1580-1588)

Τι ακριβώς είναι τα μαθηματικά;

Η βασική ερώτηση για το τι είναι τα μαθηματικά.

Η απάντηση του Χερς είναι αυτό που ο ίδιος ονομάζει ανθρωπιστική φιλοσοφία. Τα μαθηματικά είναι «Μια ανθρώπινη δραστηριότητα, ένα κοινωνικό φαινόμενο, μέρος του ανθρώπινου πολιτισμού, ιστορικά εξελισσόμενη και κατανοητή μόνο σε ένα κοινωνικό πλαίσιο». Τα παραπάνω είναι μια περιγραφή, όχι ένας ορισμός, αφού δεν προσδιορίζει με λεπτομέρεια το περιεχόμενο αυτής της δραστηριότητας. Η περιγραφή ίσως ηχεί κάπως μετανεωτεριστική, αλλά αποδείχτηκε κάτι περισσότερο ευφυές από τον μεταμοντερνισμό, λόγω της επίγνωσης του Χερς ότι οι κοινωνικές συμβάσεις που ρυθμίζουν τις δραστηριότητες αυτών των ανθρώπων υπόκεινται σε αυστηρούς μη κοινωνικούς περιορισμούς, δηλαδή, ότι όλα πρέπει να ταιριάζουν λογικά μεταξύ τους. Ακόμη κι αν οι μαθηματικοί μαζευτούν και συμφωνήσουν ότι το π είναι ίσο με 3, όλοι τους γνωρίζουν ότι δεν θα είναι έτσι. Τίποτε δεν θα είχε νόημα.

Ένας μαθηματικός κύκλος, συνεπώς, είναι κάτι παραπάνω από μια συμφωνημένη αυταπάτη. Είναι μια έννοια προικισμένη με εξαιρετικά ειδικά χαρακτηριστικά. «Υπάρχει» υπό την έννοια ότι ο ανθρώπινος νους μπορεί να εξαγάγει άλλες ιδιότητες από αυτά τα χαρακτηριστικά, με την κρίσιμη προειδοποίηση πως αν δυο άνθρωποι ερευνούν το ίδιο πρόβλημα, δεν είναι δυνατόν, εάν ακολουθούν σωστό συλλογισμό, να καταλήξουν σε αντικρουόμενες απαντήσεις.

Να λοιπόν γιατί δίνεται η εντύπωση πως τα μαθηματικά είναι «εκεί έξω». Ο εντοπισμός της απάντησης σε ένα ανοιχτό πρόβλημα μοιάζει με ανακάλυψη, όχι με επινόηση. Η διερεύνησή τους είναι όπως η εξερεύνηση μια νέας περιοχής στην ύπαιθρο. Προφανώς δεν γνωρίζεις τι συμβαίνει στην επόμενη στροφή του ποταμού, αλλά δεν σου δίνεται η δυνατότητα να επιλέξεις. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να περιμένεις και να ανακαλύπτεις. Ωστόσο, η μαθηματική ύπαιθρος δεν σου παρουσιάζεται παρά μόνο όταν την εξερευνήσεις.

Όταν διαφωνούν δύο καθηγητές της Σχολής Καλών Τεχνών είναι πολύ πιθανό να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι «είναι αδύνατον να συμφωνήσουν». Όταν διαφωνούν δύο μαθηματικοί -συμβαίνει πολύ συχνά, και μάλιστα με οργισμένο και επιθετικό τρόπο- είναι πολύ πιθανό, ξαφνικά, ο ένας από τους δυο να σταματήσει και να ομολογήσει, «συγγνώμη, έχεις απόλυτο δίκιο, τώρα κατάλαβα πού είχα κάνει λάθος». Ύστερα θα βγουν έξω και θα πάνε για φαγητό σαν καλοί φίλοι.

Συμφωνώ πάρα πολύ με τον Χερς. Αν αισθάνεσαι πως η ανθρωπιστική περιγραφή των μαθηματικών είναι κάπως ασαφής, ότι εκείνος ο τύπος «συμφωνημένου κοινωνικού κατασκευάσματος» είναι κάτι σπάνιο, ο Χερς προσφέρει μερικά παραδείγματα που ίσως σου αλλάξουν αυτή την εντύπωση. Το ένα είναι το χρήμα. Το χρήμα κινεί τα πάντα- αλλά, τι είναι το χρήμα; Δεν είναι βεβαίως κομμάτια χαρτιού ή κέρματα. Αυτά μπορούν να τυπωθούν ή να κοπούν εκ νέου ή να παραδοθούν σε μια τράπεζα και να καταστραφούν. Δεν είναι αριθμοί καταχωρισμένοι σε έναν υπολογιστή: αν ο υπολογιστής καταστραφεί, εσύ θα κατέχεις ακόμη τα χρήματά σου. Τα χρήματα είναι ένα συμφωνημένο κοινωνικό κατασκεύασμα. Έχει αξία, ακριβώς επειδή όλοι εμείς συμφωνούμε ότι έχει αξία.

Για άλλη μια φορά, υπάρχουν αυστηροί περιορισμοί. Αν πεις στο διευθυντή της τράπεζάς σου ότι ο λογαριασμός σου περιέχει περισσότερα χρήματα από όσα τον πληροφορεί ο υπολογιστής του, μην περιμένεις να σου απαντήσει, «κανένα πρόβλημα, είναι απλώς ένα κοινωνικό κατασκεύασμα, ορίστε δέκα εκατομμύρια δολάρια επιπλέον. Καλή σας ημέρα».

Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να σκεφτεί ότι, ακόμη κι αν θεωρήσουμε τα μαθηματικά σαν ένα συμφωνημένο κοινωνικό κατασκεύασμα, είναι σχεδόν λογικά αναπόφευκτο πως κάθε πλάσμα με νοημοσύνη θα ανταποκρινόταν στα ίδια μαθηματικά. Όταν τα διαστημόπλοια Πάιονιρ και Βόγιατζερ ταξίδεψαν στο διάστημα, είχαν μαζί τους κωδικοποιημένα μηνύματα που απευθύνονταν προς κάθε εξωγήινο που θα μπορούσε να τα συναντήσει. Ο Πάιονιρ έφερε μια πινακίδα με το διάγραμμα του ατόμου του υδρογόνου, ένα χάρτη των γειτονικών πάλσαρ για να καταδείξει τη θέση του Ήλιου μας, τα σκίτσα ενός γυμνού άνδρα και μιας γυμνής γυναίκας να στέκομαι μπροστά σε ένα σκαρίφημα του διαστημόπλοιου υπό κλίμακα και τη σχηματική εικόνα του ηλιακού μας συστήματος, για να δηλώσει σε ποιον πλανήτη κατοικούμε. Τα δύο Βόγιατζερ μετέφεραν αρχεία με ήχους, μουσική κάθε είδους και επιστημονικές φωτογραφίες.

Θα ήταν σε θέση ένας εξωγήινος αποδέκτης να αποκωδικοποιήσει αυτά τα μηνύματα; Άραγε, τι θα καταλάβαινε βλέποντας δύο κύκλους ενωμένους με μια γραμμούλα; Θα ερμήνευε αυτό το σύμβολο ως το άτομο του υδρογόνου; Τι θα συνέβαινε αν η δική του εκδοχή της ατομικής θεωρίας στηριζόταν στις κβαντικές κυματοσυναρτήσεις αντί για τα πρωτόγονα «σωματιδιακά» μοντέλα, τα οποία ακόμη και οι δικοί μας φυσικοί επιστήμονες δηλώνουν πως είναι εντελώς ανακριβή; Θα μπορέσουν οι εξωγήινοι να κατανοήσουν τα σκίτσα; -δεδομένου ότι όταν κλήθηκαν να τα κατανοήσουν άνθρωποι από υπανάπτυκτες φυλές που δεν είχαν ποτέ συναντήσει τέτοια πράγματα, απέτυχαν να το κάνουν; Άραγε θα θεωρήσουν τους πάλσαρ σημαντικούς;

Στις περισσότερες συζητήσεις για τέτοια θέματα, κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει πως ένας νοήμων εξωγήινος, ακόμη κι αν δεν αντιληφθεί τίποτε, θα είναι σε θέση να κατανοήσει απλά μαθηματικά μοτίβα’ και όλα τα υπόλοιπα θα εξαχθούν από αυτά. Εδώ υπάρχει μια «αλαζονική» υπόθεση: τα μαθηματικά είναι κατά κάποιον τρόπο συμπαντικά. Οι εξωγήινοι θα μετρήσουν 1, 2, 3,… όπως ακριβώς εμείς. Θα παρατηρήσουν βέβαια το υπόδειγμα που υπαινίσσονται διαγράμματα όπως αυτό: * ** *** ****.

Δεν έχω πειστεί για κάτι τέτοιο. Διάβαζα το Diamond Dog του Άλιστερ Ρέινολντς, μια νουβέλα για ένα εξωγήινο κατασκεύασμα, έναν αλλόκοτο και τρομακτικό πύργο, όπου περιδιαβαίνεις τα δωμάτια λύνοντας σπαζοκεφαλιές. Αν απαντήσεις λάθος πεθαίνεις, με τρόπο φρικιό. Η ιστορία του Ρέινολντς είναι δυνατή αλλά υπάρχει η υπόρρητη παραδοχή πως οι εξωγήινοι μπορούν να θέσουν μαθηματικούς γρίφους παρόμοιους με εκείνους που θα έθετε ένας άνθρωπος. Στη νουβέλα, τα εξωγήινα μαθηματικά είναι πολύ κοντά στα γήινα. Περιέχουν τοπολογία και μια περιοχή της μαθηματικής φυσικής γνωστή ως θεωρία Καλούτσα-Κλάιν. Είναι σαν να φτάνεις στον πέμπτο πλανήτη του Εγγύτατου του Κενταύρου και να βρίσκεις ένα γνωστό πολυκατάστημα. Αντιλαμβάνομαι πως για τις ανάγκες της αφήγησης τα μαθηματικά πρέπει να μοιάζουν με μαθηματικά στον αναγνώστη, αλλά ακόμη κι έτσι, το αποτέλεσμα δεν μου φαίνεται ικανοποιητικό.

Έχω την εντύπωση πως τα γήινα μαθηματικά είναι συνδεδεμένα με την ανθρώπινη φυσιολογία, τις εμπειρίες και τις ψυχολογικές προτιμήσεις μας, περισσότερο από ό,τι φανταζόμαστε. Είναι περιορισμένα- δεν είναι συμπαντικά. Τα σημεία και οι ευθείες της γεωμετρίας -εκτός του ότι αποτελούν τη φυσιολογική βάση για μια θεωρία σχημάτων- είναι τα χαρακτηριστικά με τα οποία το οπτικό μας σύστημα εξετάζει τον κόσμο. Ένα εξωγήινο οπτικό σύστημα ίσως θεωρεί ως πρωταρχικές έννοιες το φως και τη σκιά ή την κίνηση και την ηρεμία ή τη συχνότητα της ταλάντωσης. Ένα εξωγήινο νοήμον ον, μπορεί να θεωρούσε όχι η οσμή ή η ντροπή και όχι το σχήμα, είναι οι θεμελιώδεις έννοιες για τη δική του αντίληψη του κόσμου. Και ενώ νομίζουμε ότι οι διακριτοί αριθμοί όπως το 1,2, 3, είναι συμπαντικοί, ουσιαστικά εξυπηρετούν την πανάρχαια τάση μας να συγκεντρώνουμε ομοειδή αντικείμενα, όπως τα πρόβατα, και να τα θεωρούμε περιουσιακό στοιχείο: μήπως μου έκλεψαν κάποιο από τα πρόβατά μου; Η αριθμητική φαίνεται να έχει προσδιοριστεί μέσω δύο πραγμάτων: τη χρονική στιγμή και το εμπόριο. Τι συμβαίνει όμως με εκείνα τα «στενόμυαλα» όντα που ζουν στον μακρινό Ποσειδώνα -εκείνον τον υποθετικό γίγαντα αέριων, που μοιάζει με τον Δία-, του οποίου ο κόσμος αποτελείται από μια αδιάκοπη ροή στροβιλοειδών ανέμων, και δεν υπάρχει η παραμικρή αίσθηση ιδιοκτησίας; Μέχρι να μετρήσουν ώς το τρία, οτιδήποτε μετρούν θα είχε διασκορπιστεί σε ένα νέφος αμμωνίας. Θα είχαν, βεβαίως, καλύτερη αντίληψη από ό,τι εμείς για τα μαθηματικά της τυρβώδους ροής ρευστών.

Εκτιμώ ότι είναι πλέον αποδεκτό πως όπου τα περίεργα μαθηματικά αυτών των όντων συναντηθούν με τα δικά μας μαθηματικά, θα είναι λογικά συνεπή μεταξύ τους. Θα υπάρχουν ίσως απομακρυσμένες περιοχές του ίδιου τοπίου. Αλλά ακόμη κι αυτό θα εξαρτάται από τον τύπο της λογικής που χρησιμοποιείς.

Η άποψη ότι υπάρχουν μοναδικά μαθηματικά -τα δικά μας- είναι μια πλατωνική άποψη. Είναι πιθανό ότι «οι» ιδανικές μορφές -ΟΙ ΙΔΕΕΣ- βρίσκονται «εκεί έξω»- ωστόσο, το «εκεί έξω» πρέπει να περιέχει παραπάνω από ένα αφηρημένο βασίλειο και επίσης είναι πιθανό πως εκεί τα ιδανικά οχήματα δεν είναι μοναδικά. Ο ανθρωπισμός του Χερς μετατράπηκε σε ποσειδώνιο συντηρητισμό: τα μαθηματικά τους θα είναι ένα κοινωνικό κατασκεύασμα συμφωνημένο από τη δική τους κοινωνία. Αν έχουν κοινωνία. Αν πάλι δεν έχουν, -αν τα επιμέρους άτομα δεν επικοινωνούν—, άραγε, έχουν οποιαδήποτε αντίληψη περί μαθηματικών; Όπως εμείς δεν μπορούμε να φανταστούμε κάποια μαθηματικά που να μη θεμελιώνονται στο αριθμητικό σύστημα μέτρησης, με το ίδιο σκεπτικό δεν μπορούμε να φανταστούμε ένα «νοήμον» είδος του οποίου τα μέλη δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Ωστόσο, το ότι δεν μπορούμε να φανταστούμε κάτι, δεν αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει.

Συγνώμη, νομίζω πως ξέφυγα από το θέμα. Τι είναι τα μαθηματικά; Στην απελπισία τους, ορισμένοι προτείνουν τον ορισμό «Μαθηματικά είναι αυτό που κάνουν οι μαθηματικοί». Και τι είναι οι μαθηματικοί; «Άνθρωποι που κάνουν μαθηματικά». Αυτή η συζήτηση είναι σχεδόν πλατωνική μέσα στην τέλεια κυκλικότητά της. Αλλά επίτρεψέ μου να διατυπώσω μια παρόμοια ερώτηση. Τι είναι ένας επιχειρηματίας; Κάποιος που κάνει επιχειρήσεις; Όχι ακριβώς. Είναι κάποιος που βλέπει ευκαιρίες για να κάνει επιχειρήσεις όταν κάποιοι άλλοι δεν τις βλέπουν.

Μαθηματικός είναι κάποιος που βλέπει ευκαιρίες για να κάνει μαθηματικά.

Κοίτα πίσω σου και θυμήσου ότι είσαι μόνο ένας άνθρωπος

Μην ξεχνάς.

Από τις πιο εντυπωσιακές σκηνές της αρχαίας Ρώμης, ήταν η στιγμή που κάποιος στρατηγός, μετά από μια νίκη, έμπαινε θριαμβευτής στην πόλη.

Για να τον τιμήσει η πόλη με την πιο ένδοξη υποδοχή έπρεπε να πληρούνται δύο προϋποθέσεις: πρώτον, ο στρατηγός να είχε νικήσει σ’ έναν δίκαιο πόλεμο (bellum juctum) και, δεύτερον, στη μάχη να είχαν σκοτωθεί τουλάχιστον πέντε χιλιάδες εχθροί.

Η οργάνωση των στρατιωτών που θα συμμετείχαν στην παρέλαση γινόταν στο Πεδίον του Άρεως απ’ όπου, σε διάταξη παρέλασης, εισέρχονταν στη Ρώμη από την Αψίδα του Θριάμβου. Μέσω της Ιεράς Οδού, έφταναν στο Καπιτώλιο και απέτειναν φόρο τιμής στο Δία. Εκεί, στα πόδια του Καίσαρα, οι νικητές εναπόθεταν τους θησαυρούς και επιδείκνυαν στον κόσμο τον μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων που είχαν φέρει από τις κατακτημένες χώρες.

Εκείνη την ημέρα, η Ρώμη πλημμύριζε από ζητωκραυγές και ευφορία.

Τα στεφάνια και τα λουλούδια δεν επαρκούσαν για να τιμήσουν τον νικηφόρο στρατό.

Πράγματι, η θριαμβευτική παρέλαση ήταν ένα βραβείο από μονή της, αφού στην καθημερινή ζωή δεν επιτρεπόταν στους στρατιωτικούς να περπατούν στην πόλη.

Στο επίκεντρο, όμως, των τιμητικών εκδηλώσεων βρισκόταν ο θριαμβευτής στρατηγός, που έφερε δάφνινο στεφάνι και χρυσοκέντητο χιτώνα. Τον υποδέχονταν σαν να ήταν θεός, μέχρι του σημείου, εκείνη την ημέρα, η δημοτικότητά του και η δύναμή του να επισκιάσουν την ισχύ και τη δημοτικότητα του ίδιου του αυτοκράτορα.

Αυτός ήταν σίγουρα ο λόγος που ο Ιούλιος Καίσαρας, φοβούμενος ίσως ότι κάποιος από τους ήρωες θα ήθελε να διεκδικήσει την εξουσία, και για να μην ξεχνάει ο ήρωας-στρατηγός ότι αυτό που ζούσε ήταν προσωρινό, είχε ορίσει, πίσω του, σχεδόν κολλητά στην πλάτη του, να παρελαύνει ένας δούλος, ο οποίος, κρατώντας πάνω από το κεφάλι του στρατηγού το στεφάνι του Καπιτωλίου Διός, του ψιθύριζε στ’ αφτί: Respice post te, hominem te esse memento (Κοίτα πίσω σου και θυμήσου ότι είσαι μόνο ένας άνθρωπος).

Δεν έχει σημασία ποιος θ’ αναλάβει να μας υπενθυμίζει ποιοι υπήρξαμε κάποτε και ποιοι είμαστε σήμερα. Άλλοτε μπορεί να είναι ένας φίλος, ένας προϊστάμενος ή ένας άγνωστος, άλλοτε οι συνάδελφοι ή ο σύντροφός μας, κι άλλοτε κάποιο κρυφό αλλά φωτεινό κομμάτι του εαυτού μας (μια πλευρά που εγώ αποκαλώ: «ο γελωτοποιός του βασιλείου»).

Το θέμα είναι ότι κάποιος πρέπει να μας βοηθήσει να αποκτήσουμε συνείδηση των ευθυνών και των περιορισμών μας, ακόμη —και κυρίως— όταν του ζητάμε να σιωπά κι επιλέγουμε να μην τον ακούμε. Καλό θα ήταν, επίσης, να μπορούσε να μας προειδοποιήσει ότι διατρέχουμε τον κίνδυνο —μαγεμένοι από κάποια γοητευτικά ψέματα—, να παρεκκλίνουμε της πορείας μας πιστεύοντας ότι, αφού βρισκόμαστε σ’ έναν δρόμο στον οποίον οι άλλοι δεν έχουν ακόμη πρόσβαση, είμαστε κάτι το εξαιρετικό, καλύτεροι ή ανώτεροι.

Τα πάντα συμβαίνουν λες και κάποιες πρωταρχικές αλήθειες βρίσκονται πέρα από τα δικά μας όρια. Αν γνωρίσουμε τις αλήθειες αυτές, αν τις αναγνωρίσουμε κι αν τις αντιμετωπίσουμε, τότε μπορεί και ν’ αρχίσουμε να προσεγγίζουμε ό,τι είναι αυθεντικό και αξίζει πραγματικά. Βέβαια, η διαδικασία αυτή μπορεί να μην είναι και πολύ ευχάριστη. Προφανώς, στην αρχή, πολλές φορές, μας φαίνεται πιο απλό να πούμε ψέματα ή να κοροϊδέψουμε τον εαυτό μας. Είναι λογικό: το ψέμα είναι μια απάτη που βολεύει κάποια σκοπιμότητα ή επιθυμία μας.

Το ψέμα πάντοτε προσαρμόζεται τέλεια στην κατάσταση του καθενός: είναι πολύ φιλικό, δε σου ζητάει τίποτα, δε σε πιέζει ούτε σε υποχρεώνει να δεσμευτείς σε κάτι, είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή να σ’ εξυπηρετήσει, ενώ με την αλήθεια συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: όχι μόνο είναι συνήθως αρκετά ενοχλητική, αλλά είμαστε πάντοτε εμείς εκείνοι που πρέπει να προσαρμοστούμε σ’ αυτήν. Σε όλη την αλήθεια. Κι αυτό γιατί, είτε μας αρέσει είτε όχι, η αλήθεια, σε αντίθεση με τον αντίποδά της, δε δέχεται περικοπές. Μισή αλήθεια δεν είναι ποτέ αξιόπιστη. Είτε είναι όλη η αλήθεια, είτε δεν είναι εντελώς αλήθεια.

Η Αρχή της Βλάβης ή Αρχή της Ελευθερίας

Το 1776, η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ κατοχύρωσε το δόγμα «Ζωή, ελευθερία και επιδίωξη της ευτυχίας», μια τριάδα φυσικών και αναφαίρετων δικαιωμάτων κάθε λαού και κάθε ατόμου. «Δώστε μου ελευθερία ή θάνατο», είχε διακηρύξει έναν χρόνο νωρίτερα ο Αμερικανός επαναστάτης Πάτρικ Χένρι. Από τότε η ελευθερία ή/και η ανεξαρτησία θεωρείται το πιο σημαντικό ανθρώπινο δικαίωμα, ένα ιδανικό για το οποίο αξίζει να πολεμάμε και, αν χρειαστεί, να πεθάνουμε γι’ αυτό. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι έχουν παλέψει σκληρά για να την αποκτήσουν αποδεικνύει την ανυπολόγιστη αξία της.

Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι η αξία της ελευθερίας/ανεξαρτησίας είναι τόσο ιερή ώστε δεν θα έπρεπε να θεωρείται ούτε εξειδικευμένη ούτε περιορισμένη. Εντούτοις δεν χρειάζεται παρά μόνο ένα λεπτό για να σκεφτούμε ότι τελικά η ελευθερία δεν μπορεί να είναι ούτε απεριόριστη ούτε απόλυτη. Όπως παρατήρησε ο Άγγλος ιστορικός Ρ. X. Τάουνι, «η ελευθερία κάποιων πρέπει να βασίζεται στη στέρηση της ελευθερίας κάποιων άλλων». Αν, δηλαδή, εγώ εξασκώ την ελευθερία μου τραγουδώντας δυνατά στο μπάνιο, με την πράξη μου σου στερώ την ελευθερία να περάσεις ένα ήσυχο βράδυ στο σπίτι σου. Κανένας, λοιπόν, δεν μπορεί να απολαμβάνει απεριόριστη ελευθερία χωρίς να περιορίζει κατά κάποιο τρόπο την ελευθερία των άλλων. Το ερώτημα, επομένως, είναι πώς και πού πρέπει να θέσουμε κάποια όρια.

Από μιας μορφής φιλελεύθερη άποψη, η τυπική απάντηση σε αυτή την ερώτηση μπορεί να δοθεί με αυτό που ονομάζουμε «αρχή της βλάβης» (ή αρχή της ελευθερίας) η οποία ορίζει ότι τα άτομα πρέπει να αφήνονται ελεύθερα από την κοινωνία να ενεργούν με οποιονδήποτε τρόπο, αρκεί οι πράξεις τους να μην υπονομεύουν τα συμφέροντα των άλλων. Αυτή η αρχή βρίσκεται στη «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη», μία από τις θεμελιώδεις διακηρύξεις η οποία καθόρισε με γενναιότητα τη «διατήρηση όλων των φυσικών και αναφαίρετων δικαιωμάτων του ανθρώπου» στο ξεκίνημα της Γαλλικής Επανάστασης το 1789:

«Η ελευθερία συνίσταται στο να μπορείς να κάνεις κάτι το οποίο όμως δεν μπορεί να βλάψει κάποιον άλλον. Επομένως, η άσκηση των φυσικών δικαιωμάτων του κάθε ανθρώπου δεν έχει όρια εκτός από εκείνα που εξασφαλίζουν ότι τα άλλα μέλη της κοινωνίας θα μπορούν να απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα. Άρθρο 4, Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη».

Αυτή η αρχή όμως είναι ευρύτερα γνωστή από το έργο Για την Ελευθερία (1859) του βικτωριανού φιλοσόφου Τζον Στιούαρτ Μιλ: «Ο μόνος λόγος για τον οποίο θα μπορούσε να εξασκηθεί εξουσία δικαίως και νομίμως σε ένα μέλος μιας πολιτισμένης κοινότητας, αντίθετα με τη θέλησή του, είναι για να εμποδιστεί η βλάβη ή η ζημιά σε κάποιο άλλο άτομο. Το δικό του προσωπικό όφελος, είτε φυσικό είτε ηθικό, δεν είναι ικανοποιητική δικαιολογία».

Ο Μπερλίν και η αρνητική ελευθερία

Η αρχή της ανεξαρτησίας η οποία δημιουργήθηκε από την εφαρμογή της αρχής της βλάβης, είναι ένα είδος ελευθερίας που χαρακτηρίστηκε αργότερα από τον φιλόσοφο Αϊζάια Μπερλίν, στο περίφημο δοκίμιο Δύο Αντιλήψεις για την Ελευθερία (1958) «αρνητική ελευθερία». Μια τέτοια ελευθερία είναι αρνητική υπό την έννοια ότι καθορίζεται από κάτι που είναι απόν – από οποιαδήποτε μορφή εξωτερικού εξαναγκασμού ή περιορισμού. Με απλά λόγια, είστε ελεύθεροι να πράττετε οτιδήποτε επιθυμείτε, εφόσον δεν υπάρχει κάτι που να σας εμποδίζει να το κάνετε.

Σύμφωνα με την άποψη του Μπερλίν, θα έπρεπε να υπάρχει ένα πεδίο προσωπικής ελευθερίας απαραβίαστο και απρόσβλητο από οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση και εξουσία, ένα πεδίο όπου ο άνθρωπος θα μπορεί να αφεθεί «να πράττει ή να είναι οτιδήποτε ικανός να κάνει ή να είναι». Και υπ’ αυτή την έννοια, τα άτομα θα έπρεπε να αφήνονται να ικανοποιούν τις προσωπικές τους επιθυμίες και τάσεις χωρίς εμπόδια και φραγμούς, υπό την προϋπόθεση ότι, ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο, οι πράξεις τους δεν θα βλάπτουν τους άλλους ανθρώπους ή δεν θα τους εμποδίζουν να απολαμβάνουν παρόμοιες ελευθερίες. Συνεπώς, η «αρχή της βλάβης» είναι στενά συνδεδεμένη με έναν άλλο σπουδαίο πυλώνα της ελευθερίας/ανεξαρτησίας, αυτόν της ανεκτικότητας.

Από τον πατερναλισμό στην τυραννία

Οι άνθρωποι που κριτικάρουν την «αρχή της βλάβης» μπορεί να εστιάσουν στην πρακτική ανεπάρκεια της ανεξαρτησίας την οποία υποτίθεται ότι προστατεύουν. Είναι αλήθεια όλοι οι πολίτες των ΗΠΑ έχουν το δικαίωμα να γίνουν Πρόεδροι. Δεν υπάρχει, δηλαδή, κανένα νομικό ή συνταγματικό κώλυμα στη διεκδίκηση του ανώτατου αυτού αξιώματος. Υπάρχει όμως πραγματικά η ευχέρεια να γίνει κάτι τέτοιο, αν η έλλειψη δεδομένων στοιχείων, όπως είναι οι απαραίτητοι πόροι από την άποψη των χρημάτων, της κοινωνικής θέσης, της μόρφωσης ή του χαρακτήρα, καθιστούν κάτι τέτοιο εντελώς αδύνατον; Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι άνθρωποι φαίνεται να μην έχουν την ουσιώδη ελευθερία να εξασκήσουν τα δικαιώματα που έχουν τυπικά. Το τι δεν υπάρχει εδώ, είναι αυτό που ο Μπερλίν ονομάζει «θετική ή ρητή ελευθερία», δηλαδή όχι απλώς ελευθερία από εξωτερικές παρεμβάσεις, αλλά ένα είδος «ενεργητικής» ελευθερίας που μας επιτρέπει να φτάσουμε σε συγκεκριμένους στόχους- ένα είδος δύναμης, η οποία επιτρέπει στα άτομα να ξεδιπλώσουν τις δυνατότητές τους, να εκπληρώσουν το όνειρά τους, να δρουν αυτόνομα και να ελέγχουν το πεπρωμένο τους.

 Για εκείνους, συμπεριλαμβανομένου του Μπερλίν, οι οποίοι υποστηρίζουν την «αρχή της βλάβης», η θεωρία τους στηρίζεται στην παρατήρηση του τι μπορεί να συμβεί όταν η αρχή αυτή δεν εφαρμόζεται. Σε αυτή την περίπτωση, ίσως υπάρξει ένα είδος πατερναλισμού, κατά τον οποίο οι άνθρωποι θα αναλαμβάνουν από μόνοι τους να προωθήσουν (αυτό που θεωρούν ότι είναι) θετική ελευθερία στη ζωή των άλλων. Πολλές φορές, ξεκινώντας με τις καλύτερες προθέσεις, οι άνθρωποι φτάνουν σε γρήγορα συμπεράσματα, ότι υπάρχει πραγματικά ένα σωστό μονοπάτι, το οποίο οι άνθρωποι θα ήταν έτοιμοι να επιλέξουν εάν μόνο ήξεραν καλύτερα – αν, δηλαδή, η “καλύτερη πλευρά” τους κυριαρχούσε, ή ίσως αν η χειρότερη πλευρά τους καταπιεζόταν. Από εδώ, όπως παρατήρησε δυστυχώς και ο Μπερλίν, υπάρχει τελικά πολύ μικρή απόσταση για τους κατέχοντες την εξουσία να φτάσουν στο συμπέρασμα ότι έχουν το δικαίωμα να αγνοήσουν τις πραγματικές επιθυμίες των ανθρώπων ή των κοινωνιών και να εκφοβίσουν, να καταπιέσουν, να βασανίσουν εν ονόματι και από μέρους των “πραγματικών” εαυτών των ανθρώπων».

Σε πολύ ακραίες περιπτώσεις, ό,τι αρχίζει σαν κοινωνική μεταρρύθμιση μπορεί να μετατραπεί πολύ εύκολα σε φανατισμό, δικαιολογώντας, όπως τουλάχιστον φαίνεται, ένα είδος τυραννίας η οποία αυτό που ουσιαστικά διεκδικεί είναι η συμμόρφωση στην επιδίωξη των στόχων της κοινωνίας και αποκτηνώνει τους πολίτες στην πορεία της. Εμφανώς, η βαθύτερη δυσπιστία του Μπερλίν για τη θετική ελευθερία, τροφοδοτήθηκε κατά ένα πολύ μεγάλο μέρος από τις τερατωδίες του εικοστού αιώνα. Και συμπεραίνει ο Μπερλίν, «το να επιτίθεσαι, το να προσπαθείς να προσηλυτίσεις στις δικές σου απόψεις ενάντια στις απόψεις των άλλων, όλος αυτός ο έλεγχος και η υποχρεωτική αλλαγή σκέψης, είναι ένα είδος άρνησης αυτού που υπάρχει στους ανθρώπους και κάνει και αυτούς και τις αξίες τους θεμελιώδη».

Οι ρίζες του Άγχους

Οι υπαρξιστές φιλόσοφοι πιστεύουν ότι γεννιόμαστε για να αναζητήσουμε και να επιλέξουμε εμείς τον σκοπό σε έναν κόσμο που πολλές φορές προκαλεί σύγχυση και αποπροσανατολίζει. Κατά τον ίδιο τρόπο, έχουμε διαρκώς ανάγκη να βρίσκουμε τις δικές μας αξίες και το δικό μας νόημα για τη ζωή μας.

Από όλους τους υπαρξιστές στοχαστές, με επηρέασε περισσότερο ο Γερμανός φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ (1889-1976), ευρύτερα γνωστός για το έργο του Είναι και χρόνος (1927), το οποίο θεωρείται ένα από τα σημαντικά έργα φιλοσοφίας του εικοστού αιώνα. Η σημασία της σκέψης του Χάιντεγκερ για την κατανόηση των συναισθημάτων γίνεται εμφανής αν λάβουμε υπόψη μας τη διάκριση που κάνει μεταξύ δύο βασικών τρόπων θέασης του κόσμου, για τους οποίους υιοθέτηση δύο ενδιαφέροντες, καινοφανείς όρους: παρεύρεση (Vorhandenheit) και προχειρότητα (Zuhandenheit). Η παρεύρεση είναι η θεωρητική κατανόηση της πραγματικότητας, ο τρόπος με τον οποίο παρατηρούμε και διατυπώνουμε θεωρίες για τα πράγματα, και ο τρόπος με τον οποίο γνωρίζουμε τελικά τα γεγονότα για τον κόσμο, μέσω της ουδέτερης εξέτασης- ο τρόπος που υιοθετούσε ένας επιστήμονας. Η προχειρότητα αφορά την εμπλοκή μας με τον κόσμο- πώς συνδεόμαστε με αυτόν μέσω των αλληλεπιδράσεών μας με αντικείμενα και ανθρώπους σε διάφορες καταστάσεις. Ο Χάιντεγκερ προσέδωσε μεγαλύτερη δύναμη στην προχειρότητα, θέλοντας έτσι να τονίσει ότι η εμπειρία μας από τον κόσμο επισκιάζει την επιστημονική γνώση που έχουμε γι’ αυτόν. Είναι αυτή που προηγείται, το πώς καταφέρνουμε σε πρώτη φάση να γνωρίσουμε τον κόσμο. Ομοίως, θα μπορούσε κάποιος να πει, η εμπειρία των συναισθημάτων επικρατεί των θεωρητικών αντιλήψεων μας γι’ αυτά. Ο Χάιντεγκερ πίστευε ότι η επιστήμη δεν μπορεί να συλλάβει πλήρως τη βιούμενη εμπειρία του άγχους.

Για τον Χάιντεγκερ, άγχος και φόβος ήταν ξεκάθαρα διακριτά. Όπως έγραψε, φόβος και άγχος είναι “συγγενικά φαινόμενα” που συχνά συγχέονται, αλλά πρέπει να διακρίνονται. Κάτι απειλητικό είναι “τρομακτικό” αν έχουμε να το αντιμετωπίσουμε ως συγκεκριμένη και πραγματική οντότητα. Αντιθέτως, “αυτό μπροστά στο οποίο νιώθει κάποιος άγχος, είναι εντελώς αόριστο”. Το άγχος δεν “γνωρίζει” για ποιο λόγο υφίσταται, αφού η απειλή δεν βρίσκεται κάπου συγκεκριμένα και δεν διαθέτει καμιά ταυτοποιήσιμη πηγή.

Ο σπουδαίος φιλόσοφος θεωρούσε ότι το άγχος είχε ιδιαιτέρως μεγάλη σημασία. Όπως πρέπει να μπορούμε να νιώθουμε φόβο, ώστε να επιβιώνουμε απέναντι σε πραγματικούς κινδύνους, γιατί χρειαζόμαστε και το άγχος, απλώς για να “υπάρχουμε” στον κόσμο. Τι εννοούσε ο Χάιντεγκερ με αυτό; Καθημερινά προηγούμαστε στον κόσμο και διαπλεκόμαστε με ένα δίκτυο πραγμάτων, ανθρώπων, πράξεων και περιστάσεων. Σηκωνόμαστε το πρωί, πηγαίνουμε τα παιδιά μας στο σχολείο, πηγαίνουμε στη δουλειά, συναντάμε τους συναδέλφους και τους φίλους μας, πηγαίνουμε στο γυμναστήριο ή στην παμπ, προγραμματίζουμε τις διακοπές μας, αγοράζουμε ένα καινούριο έπιπλο για το σπίτι μας, ένα νέο CD ή το τελευταίο τηλέφωνο, και παίζουμε με το iPad μας. Όλα αυτά, μας απορροφούν τελείως. Ο Χάιντεγκερ ονομάζει αυτή την απορρόφηση στον κόσμο “πτώση”. Με απλά λόγια, “πέφτουμε” στις ρουτίνες μας και, με αυτό τον τρόπο, τείνουμε να παραβλέψουμε, και να πάψουμε να αναζητούμε, το αυθεντικό νόημα της ζωής. Παρασυρμένοι από την “αδράνεια της πτώσης”, στρεφόμαστε μακριά από τον εαυτό μας. Απομακρυνόμαστε από μια ζωή με νόημα, επειδή αυτό μάς βολεύει καλύτερα. Απωθούμε το άγχος, όμως “το άγχος είναι εκεί. Απλώς, κοιμάται”.

Ωστόσο, όταν αυτό ξυπνά, η συμβιωτική ταύτισή μας, με τον κόσμο ξεθωριάζει. Υπό την επήρεια του άγχους, τα ίδια πράγματα, καταστάσεις και άνθρωποι παύουν να έχουν σημασία και εξαφανίζονται. Τα πάντα “βυθίζονται και χάνονται”. Οποιαδήποτε προγενέστερη σύνδεση με τον κόσμο, και οποιαδήποτε ερμηνεία του, αμφισβητείται. Διόλου περίεργο που για να μεταφέρει το δυσάρεστο αίσθημα του άγχους, ο Χάιντεγκερ χρησιμοποίησε, επίσης, τη λέξη unheimlich, που σημαίνει ανοίκειο, η αποξενωμένο. Σε μια κρίση άγχους αναγκαζόμαστε να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας- και κατά τη διαδικασία, αναθεωρούμε τη σημασία ορισμένων πραγμάτων που αγαπούσαμε και εκτιμούσαμε, καθώς και τη σχέση μας με αυτά. Αμφιβάλλουμε για τον ίδιο τον εαυτό μας. Το άγχος αποκαλύπτει τον κόσμο και την κατάστασή μας σε αυτόν όπως είναι, χωρίς παραπανίσια στολίδια.

Το άγχος μας συνδέεται, επίσης, με το μέλλον. Είμαστε ανθρώπινα όντα που υπάρχουμε στον χρόνο, επέμενε ο Χάιντεγκερ. Πράγματι, δεν αγχωνόμαστε για το τι έχει ήδη συμβεί, ή για το τι πρόκειται να συμβεί. Αγχωνόμαστε, κυρίως, για το τι, ενδεχομένως μπορεί να συμβεί. Η ανησυχία συνήθως αργοσέρνεται όταν σκεφτόμαστε τις ατελείωτες ευκαιρίες που μπορεί να αδράξουμε ή να χάσουμε σε τούτη τη ζωή. Οι ρίζες του άγχους βρίσκονται στη συνειδητοποίηση της ελευθερίας μας να επιλέγουμε ποιοι θέλουμε να είμαστε και πώς θέλουμε να ζήσουμε. Για τον Χάιντεγκερ, οι επιλογές αυτές συνοδεύονται από μια θεμελιώδη δυσκολία, επειδή σχετίζονται, με έναν βαθύ τρόπο, με το είδος της ζωής που μας κάνει πιο αυθεντικούς. Δεν αφορούν απλώς ποια δουλειά θα επιλέξουμε, ποιο σπίτι θ’ αγοράσουμε ή με ποιον θα μοιραστούμε τη ζωή μας. Έχουν να κάνουν με τη δουλειά, με το σπίτι και το άτομο που αναδεικνύουν τις υψηλότερες δυνατότητες για την ύπαρξη μας, στις οποίες στηριζόμαστε, θα μπορούσε κάποιος να πει, για να πραγματώσουμε την ευτυχία. Δεν υπάρχει έτοιμη συνταγή. Μόνο εμείς μπορούμε να καταλάβουμε τι είναι καλύτερο για εμάς.

 Μόνο εμείς μπορούμε να επιλέξουμε κάτι επειδή είναι σημαντικό για εμάς, και όχι επειδή ανταποκρίνεται στις νόρμες της κοινωνίας ή στις αξίες κάποιου άλλου.

Το πείραμα του βαρυτοηλεκτρομαγνητισμού με τον δορυφόρο Gravity Probe Β

Ο βαρυτοηλεκτρομαγνητισμός ή GEM, διατυπώνεται με ένα σύνολο εξισώσεων με εμφανείς αναλογίες μεταξύ των εξισώσεων πεδίου του Maxwel και μιας προσεγγιστικής επαναδιατύπωσης των εξισώσεων πεδίου του Αϊνστάιν για τη γενική σχετικότητα, που όμως ισχύουν κάτω από ορισμένες συνθήκες. Για παράδειγμα, οι πιο συνηθισμένες παραλλαγές του βαρυτοηλεκτρομαγνητισμού ισχύουν μόνο για μη απομονωμένες πηγές και για αργά κινούμενα σωματίδια.

 

Ο δορυφόρος Gravity Probe Β

 
Ο βαρυτομαγνητισμός παράγεται από τα άστρα και τους πλανήτες καθώς αυτοί ιδιοπεριστρέφονται. Είναι παρόμοιο φαινόμενο με το παραγόμενο μαγνητικό πεδίο μιας στρεφόμενης φορτισμένης. μπάλας, αν αντικαταστήσουμε το φορτίο με τη μάζα και τότε ο μαγνητισμός γίνεται βαρυτομαγνητισμός.
 
Μπορεί να μην αισθανόμαστε το βαρυτομαγνητισμό στην καθημερινή μας ζωή, αλλά σύμφωνα με τη θεωρία του Αϊνστάιν της Γενικής Σχετικότητας είναι πραγματικό. Όταν ένας πλανήτης ή ένα αστέρι ή μια μαύρη οπή ή οποιοδήποτε μεγάλο αστρονομικό αντικείμενο περιστρέφεται, σύρει το χώρο και το χρόνο γύρω του, μια ενέργεια που είναι γνωστή ως «Frame Dragging«. Το χωροχρονικό ‘ύφασμα’ συστρέφεται όπως μια δίνη. Ο μεγαλύτερος φυσικός του 20ου αιώνα μας λέει ότι ενώ η βαρυτική δύναμη οφείλεται στην κάμψη του χωρόχρονου, η «συστροφή» είναι ο βαρυτομαγνητισμός.
 
Τα φαινόμενα ενός τέτοιου πεδίου, που συχνά αναφέρονται και σαν βαρυτομαγνητικά φαινόμενα, είναι από τις τελευταίες προβλέψεις της γενικής σχετικότητας που ακόμα δεν έχουν δοκιμαστεί. Τελευταία, στο πανεπιστήμιο τοτ Στάνφορντ αναλύουν τα δεδομένα από την πρώτη άμεση δοκιμασία του βαρυτοηλεκτρομαγνητισμού, που έγινε στο δορυφόρο Gravity B. Το σύρσιμο του χωροχρονικού πλαισίου (το πόσο παρασύρεται δηλαδή ο χωρόχρονος από την περιστροφή της Γης ή του Ήλιου ή μιας μαύρης τρύπας γύρω τους) συχνά αναφέρεται και σαν βαρυτομαγνητικό φαινόμενο.
 
Σύμφωνα με την GEM, το βαρυτικό πεδίο παράγεται από ένα περιστρεφόμενο αντικείμενο (ή όποια στρεφόμενη υλο-ενέργεια) και είναι το τυπικό ανάλογο με το μαγνητικό πεδίο στον κλασσικό ηλεκτρομαγνητισμό. Ξεκινώντας από την εξίσωση πεδίου του Αϊνστάιν της Γενικής σχετικότητας, και υποθέτοντας ένα ασθενές πεδίο ή ένα σχεδόν επίπεδο χωρόχρονο, κάποιοι έχουν φτιάξει τις παρακάτω βαρυτομαγνητικές εξισώσεις ανάλογες με τις εξισώσεις του Maxwell για τον ηλεκτρομαγνητισμό.
 
όπου:
  • E είναι το βαρυτοηλεκτρικό πεδίο ή η βαρύτητα.
  • B είναι το βαρυτομαγνητικό πεδίο.
  • ρ είναι η πυκνότητα της μάζας αντί της πυκνότητας του φορτίου.
  • J είναι η πυκνότητα ρεύματος της μάζας (=ρvρ, όπου vρ είναι η ταχύτητα της ροής της μάζας που γεννά το βαρυτομαγνητικό πεδίο).
  • G είναι η παγκόσμια σταθερά της βαρύτητας
  • c είναι η ταχύτητα της διάδοσης ή η ταχύτητα του φωτός.
    Βλέπουμε ότι οι παραπάνω εξισώσεις έχουν μεγάλη αναλογία με τις εξισώσεις του ηλεκτρομαγνητισμού του Maxwell.
     
    Η αναλογία και οι εξισώσεις που διαφέρουν μόνο από ορισμένους μικρούς παράγοντες δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά το 1893, πριν από τη γενική σχετικότητα, από τον Oliver Heaviside ως ξεχωριστή θεωρία που επεκτείνει τον νόμο του Νεύτωνα.
     
    Έμμεσες επικυρώσεις βαρυτομαγνητικών επιδράσεων έχουν προκύψει από αναλύσεις σχετικιστικών πιδάκων. Ο Roger Penrose πρότεινε ένα μηχανισμό για την εξόρυξη ενέργειας και ορμής από τις περιστρεφόμενες μαύρες τρύπες .  Το δε φαινόμενο Lense-Thirring θα μπορούσε να εξηγήσει τις παρατηρούμενες υψηλές ενέργειες και φωτεινότητες των κβάζαρ καθώς και των ενεργών γαλαξιακών πυρήνων.  Όλες αυτές οι παρατηρούμενες ιδιότητες θα μπορούσαν να εξηγηθούν με όρους βαρυτομαγνητικών επιδράσεων.
     
    Προσοχή! Παρά τις ομοιότητες των εξισώσεων του ηλεκτρομαγνητισμού με του βαρυτοηλεκτρομαγνητισμού, και παρά την ομοιότητα του νόμου της δύναμης του Lorentz με ένα αντίστοιχο νόμο του βαρυτομαγνητισμού, ο βαρυτομαγνητισμός δεν πρέπει να συγχέεται με οποιαδήποτε από τα εξής:
     
  • Ισχυρισμούς ότι μπορούν να κατασκευαστούν συσκευές αντι-βαρύτητας.
  • Ισχυρισμούς του Eugene Podkletnov ότι έχει κατασκευάσει συσκευές με προστασία από την βαρύτητα και συσκευές ανάκλασης των ακτίνων βαρύτητας.
  • Ισχυρισμούς της θεωρίας του Ηλεκτρικού Σύμπαντος που υποστηρίζει ότι προσδιορίζει τη βαρύτητα ως μια μορφή του ηλεκτρομαγνητισμού.
  • Αυτές και άλλες αξιώσεις θεωρούνται σαν ψευδοφυσική από την επικρατούσα θεωρία της επιστήμης.
Ο βαρυτοηλεκτρομαγνητισμός, αφ’ ετέρου, είναι σταθερά μέρος της καθιερωμένης θεωρίας της βαρύτητας, δηλαδή τη γενική σχετικότητα, και έχει ελέγξιμες προβλέψεις, ενώ είναι στα τελικά στάδια να εξεταστεί άμεσα.
 
Κοντά στη Γη, ο βαρυτομαγνητισμός είναι ασθενής. Για αυτό και τα γυροσκόπια του Gravity Probe Β  ταλαντεύονταν μόνο 42 χιλιοστά του ενός δευτερολέπτου. Αλλά το βαρυτομαγνητικό πεδίο κοντά σε μια περιστρεφόμενη μαύρη τρύπα ή σε ένα άστρο νετρονίων θα ήταν πολύ ισχυρό.
 
Οι αστρονόμοι μπορεί να έχουν ήδη παρατηρήσει τα αποτελέσματα του βαρυτομαγνητισμού. Μερικές μαύρες τρύπες και άστρα νετρονίων εκπέμπουν ισχυρούς πίδακες ύλης στο διάστημα, με σχεδόν την ταχύτητα του φωτός. Αυτοί οι πίδακες είναι σε μορφή ζεύγους και κατευθύνονται αντίθετα, σαν να φεύγουν από τους πόλους ενός περιστρεφόμενου αντικειμένου. Οι θεωρητικοί φυσικοί σκέφτονται ότι οι πίδακες θα μπορούσαν να τροφοδοτηθούν και να ευθυγραμμιστούν από το βαρυτομαγνητισμό.
 
Αλλά στο ηλιακό μας σύστημα  ο βαρυτομαγνητισμός είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ασθενής. Και γι’ αυτό πολλοί αναρωτιούνται, τι έγινε που ανακαλύψαμε τον βαρυτομαγνητισμό;
 
Η ίδια ερώτηση τέθηκε, πολλές φορές, στο 19ο αιώνα όταν εξερευνούσαν ο Maxwell, ο Faraday και άλλοι τον ηλεκτρομαγνητισμό.
 
«Ποια χρήση θα μπορούσε να έχει ο ηλεκτρομαγνητισμός;»
 
Το πείραμα
Στις 20 Απριλίου 2004 εκτοξεύτηκε από τη NASA ο δορυφόρος Gravity Probe Β. Κατασκευάστηκε από επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, της NASA και της Lockheed Martin, για να εκτελέσει το πείραμα του βαρυτομαγνητισμού, με τη χρήση γυροσκοπίων.
 
Το διαστημικό σκάφος βρισκόταν σε μια πολική τροχιά 650 km από τη Γη. Μέσα του υπήρχαν τέσσερα γυροσκόπια, τέσσερις τέλεια λειασμένες σφαίρες διαμέτρου 38 cm τοποθετημένες στο κενό κάνοντας δέκα χιλιάδες περιστροφές ανά λεπτό. Εάν οι εξισώσεις του Einstein ήταν σωστές και ο βαρυτομαγνητισμός ήταν πραγματικός, τα περιστρεφόμενα γυροσκόπια έπρεπε να ταλαντευτούν καθώς θα βρίσκονταν σε τροχιά πάνω από τη Γη. Οι άξονες περιστροφής τους θα έπρεπε να μετατοπιστούν, σιγά-σιγά, συνολικά 42 χιλιοστά του ενός δευτερολέπτου μέσα σε ένα χρόνο. Ο Gravity Probe Β θα μπορούσε να μετρήσει αυτήν την γωνία με μια ακρίβεια 0,5 χιλιοστά του ενός δευτερολέπτου, ή περίπου 1%. 
 
Η αποστολή του GP-B ήταν σχεδιασμένη να κάνει μετρήσεις με πρωτοφανή ακρίβεια, καθώς στόχευε στο άστρο IM Pegasi, ενώ βρισκόταν σε τροχιά γύρω από τη Γη. Αν η βαρύτητα δεν επηρέαζε τον χώρο και το χρόνο, τα γυροσκόπια του GP-B θα έπρεπε να στοχεύουν πάντα προς την ίδια κατεύθυνση. Αλλά η επιβεβαίωση των θεωριών του Einstein ήρθε όταν τα γυροσκόπια κατέγραψαν μικρές αλλαγές στην κατεύθυνση της περιστροφής τους.
 
“Φανταστείτε τη Γη σαν να ήταν βυθισμένη στο μέλι. Καθώς περιστρέφεται ο πλανήτης, το μέλι γύρω από αυτό θα στροβιλίζεται κάτι το οποίο συμβαίνει και με το χώρο και το χρόνο”, δήλωσε ο Francis Everitt, κύριος ερευνητής του GP-B στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. “Η αποστολή GP-B επιβεβαίωσε δύο από τις πιο σημαντικές προβλέψεις του Αϊνστάιν σχετικά με το σύμπαν, και έχει βαθιές επιπτώσεις σε ολόκληρη την έρευνα της αστροφυσικής. Ομοίως, οι δεκαετίες της τεχνολογικής καινοτομίας πίσω από την αποστολή θα είναι μόνιμη κληρονομιά για την Γη και το διάστημα.
 
Η δορυφορική αποστολή του Stanford, ύψους 0,76 δισεκατομμυρίων δολαρίων, για να ελέγξει τη θεωρία της βαρύτητας του Αϊνστάιν, ανακοίνωσε το 2011 τα τελικά αποτελέσματα. Δεν ήταν όλα τα πειράματα όπως πρόβλεπαν, ειδικά στο ρυθμό ολίσθησης των πλαισίων, γιατί το φαινόμενο δεν είχε το επίπεδο εμπιστοσύνης 5 σίγμα.
 
Παρ ‘όλα αυτά, εάν ρωτήσετε αν ο ανιχνευτής βοήθησε να εξαλειφθούν δραματικά οι αμφιβολίες ότι η Γενική Σχετικότητα GR είναι σωστή για άλλη μια φορά, η απάντηση είναι ένα ηχηρό Ναι.

Ελληνιστική Γραμματεία: Φιλολογία και επιστήμη, Η άνθηση των επιστημών, Αστρονομία και γεωγραφία

Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη επιστήμη στα ελληνιστικά χρόνια, η γεωγραφία και η αστρονομία γεννήθηκαν μέσα από τις μακρινές εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου και διαμορφώθηκαν υπό την ισχυρή επίδραση της Ανατολής. Είναι λοιπόν φυσικό στα πρώτα ελληνιστικά χρόνια η γεωγραφία να ταυτίζεται με λιγότερο επιστημονικές, εθνογραφικού τύπου, προσεγγίσεις, με την παραδοξογραφία, τη συλλογή θαυμάτων από τον νέο κόσμο, τις αναφορές περιηγητών από τα βάθη της Ασίας και της Αφρικής, και η αστρονομία να συγχέεται με την αστρολογία και την εξ Ανατολής μαγεία. Μία άλλη τάση, που εκδηλώνεται κυρίως στους κόλπους του Αλεξανδρινού Μουσείου, είναι η συλλογή γεωγραφικών πληροφοριών και εθνογραφικών παραδόξων μέσα από βιβλία, ακόμη και από τη λογοτεχνία∙ ένας τέτοιος αρχαιοδίφης υπήρξε και ο Καλλίμαχος ο Κυρηναίος όταν έγραφε για τα ποτάμια του κόσμου (Περὶ τῶν ἐν τῇ οἰκουμένῃ ποταμῶν) ή για τα σπάνια ονόματα πόλεων και νήσων (Κτίσεις νήσων καὶ πόλεων καἰ μετονομασίαι).
 
Χρειαζόταν να εμφανιστεί μία μεγάλη προσωπικότητα, ο Ερατοσθένης ο Κυρηναίος (276-194 π.Χ.), για να γίνει η γεωγραφία αυτόνομος επιστημονικός κλάδος και να συνδεθεί με άλλες θεωρητικές επιστήμες όπως τα μαθηματικά και η γεωμετρία. Ο Ερατοσθένης ξεκίνησε αμφισβητώντας την αυθεντία του Ομήρου σε γεωγραφικά θέματα — η χαρακτηριστική φράση του «τότε θα μπορέσει να βρει κανείς πού περιπλανήθηκε ο Οδυσσέας, όταν βρει αυτόν που έραψε τους ασκούς του Αιόλου» δείχνει ότι ο Ερατοσθένης διαχώριζε σαφώς τον καθαρά ψυχαγωγικό ρόλο της ποίησης από τη γνωσιολογική διάσταση της επιστήμης. Στα τρία βιβλία των Γεωγραφικῶν του υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η γη είναι μια σφαίρα, διαίρεσε την επιφάνεια της γης σε γεωγραφικές συντεταγμένες και εκτίμησε το μέγεθος χωρών και ηπείρων. Ήταν ο πρώτος που επιχείρησε να υπολογίσει την περιφέρεια της γης, μετρώντας το ύψος του Ήλιου και το μήκος της σκιάς σε δύο διαφορετικά σημεία της Αιγύπτου.
 
Μακριά από το Αλεξανδρινό Μουσείο έδρασε ο Αρίσταρχος από τη Σάμο (310-230 π.Χ.), ο οποίος διατύπωσε την ηλιοκεντρική θεωρία του σύμπαντος. Εκατό χρόνια αργότερα ο μεγαλύτερος ίσως αστρονόμος του αρχαίου κόσμου, ο Ίππαρχος από τη Νίκαια (190-120 π.Χ.), επηρεασμένος από τις αστρονομικές θεωρίες των Βαβυλωνίων, μελέτησε τον Ήλιο, τη Σελήνη και τους αστερισμούς, εφαρμόζοντας μεθόδους από τη γεωμετρία και τα μαθηματικά.

Κείμενα:

· Στράβων, Γεωγραφικά, Βιβλίο 1 (Η γεωγραφική θεωρία του Ερατοσθένη)

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἐκκλησιάζουσαι (672-709)

ΒΛ. οὐδὲ κυβεύσουσ᾽ ἆρ᾽ ἄνθρωποι; ΠΡ. περὶ τοῦ γὰρ τοῦτο ποιήσει;
ΒΛ. τὴν δὲ δίαιταν τίνα ποιήσεις; ΠΡ. κοινὴν πᾶσιν. τὸ γὰρ ἄστυ
μίαν οἴκησίν φημι ποιήσειν συρρήξασ᾽ εἰς ἓν ἅπαντα,
675 ὥστε βαδίζειν ὡς ἀλλήλους. ΒΛ. τὸ δὲ δεῖπνον ποῦ παραθήσεις;
ΠΡ. τὰ δικαστήρια καὶ τὰς στοιὰς ἀνδρῶνας πάντα ποήσω.
ΒΛ. τὸ δὲ βῆμα τί σοι χρήσιμον ἔσται; ΠΡ. τοὺς κρατῆρας καταθήσω
καὶ τὰς ὑδρίας, καὶ ῥαψῳδεῖν ἔσται τοῖς παιδαρίοισιν
τοὺς ἀνδρείους ἐν τῷ πολέμῳ. κεἴ τις δειλὸς γεγένηται,
680 ἵνα μὴ δειπνῶσ᾽ αἰσχυνόμενοι. ΒΛ. νὴ τὸν Ἀπόλλω, χάριέν γε.
τὰ δὲ κληρωτήρια ποῖ τρέψεις; ΠΡ. εἰς τὴν ἀγορὰν καταθήσω·
κᾆτα στήσασα παρ᾽ Ἁρμοδίῳ κληρώσω πάντας, ἕως ἂν
εἰδὼς ὁ λαχὼν ἀπίῃ χαίρων ἐν ὁποίῳ γράμματι δειπνεῖ.
καὶ κηρύξει τοὺς ἐκ τοῦ βῆτ᾽ ἐπὶ τὴν στοιὰν ἀκολουθεῖν
685 τὴν Βασίλειον δειπνήσοντας· τὸ δὲ θῆτ᾽ εἰς τὴν παρὰ ταύτην,
τοὺς δ᾽ ἐκ τοῦ κάππ᾽ ἐς τὴν στοιὰν χωρεῖν τὴν ἀλφιτόπωλιν.
ΒΛ. ἵνα κάπτωσιν; ΠΡ. μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἵν᾽ ἐκεῖ δειπνῶσιν. ΒΛ. ὅτῳ δὲ τὸ γράμμα
μὴ ᾽ξελκυσθῇ καθ᾽ ὃ δειπνήσει, τούτους ἀπελῶσιν ἅπαντες;
ΠΡ. ἀλλ᾽ οὐκ ἔσται τοῦτο παρ᾽ ἡμῖν.
690 πᾶσι γὰρ ἄφθονα πάντα παρέξομεν,
ὥστε μεθυσθεὶς αὐτῷ στεφάνῳ
πᾶς τις ἄπεισιν τὴν δᾷδα λαβών.
αἱ δὲ γυναῖκες κατὰ τὰς διόδους
προσπίπτουσαι τοῖς ἀπὸ δείπνου
695 τάδε λέξουσιν· «δεῦρο παρ᾽ ἡμᾶς·
ἐνθάδε μεῖράξ ἐσθ᾽ ὡραία.»
«παρ᾽ ἐμοὶ δ᾽» ἑτέρα
φήσει τις ἄνωθ᾽ ἐξ ὑπερῴου,
«καὶ καλλίστη καὶ λευκοτάτη·
700 πρότερον μέντοι δεῖ σε καθεύδειν
αὐτῆς παρ᾽ ἐμοί.»
τοῖς εὐπρεπέσιν δ᾽ ἀκολουθοῦντες
καὶ μειρακίοις οἱ φαυλότεροι
τοιάδ᾽ ἐροῦσιν· «ποῖ θεῖς, οὗτος;
πάντως οὐδὲν δράσεις ἐλθών·
705 τοῖς γὰρ σιμοῖς καὶ τοῖς αἰσχροῖς
ἐψήφισται προτέροις βινεῖν,
ὑμᾶς δὲ τέως θρῖα λαβόντας
διφόρου συκῆς
ἐν τοῖς προθύροισι δέφεσθαι.»

***
ΒΛΕ. Δε θα παίζουμε ζάρια στο εξής; ΠΡΑ. Για ποιό κέρδος;
ΒΛΕ. Αλλά πώς θα οργανώσεις το βίο τόσου κόσμου;
ΠΡΑ. Όλοι θα ᾽ναι μαζί σ᾽ ένα σπίτι. Θα ρίξω
τους μεσότοιχους κι έτσι ο καθείς θα μπορεί
να περνάει απ᾽ τον ένα στον άλλο του φίλο.
ΒΛΕ. Πού θα στρώνεις τραπέζι να τρώμε; ΠΡΑ. Τ᾽ αχρείαστα
δικαστήρια στοές θα τα κάνω, για δείπνα.
ΒΛΕ. Των ρητόρων το βήμα σαν τί θα το κάνεις;
ΠΡΑ. Κει θα βάζουμε στάμνες νερού και κρατήρες.
Τα παιδιά θ᾽ ανεβαίνουν να ψάλλουν τους ήρωες
των πολέμων, αλλά τους δειλούς θα πειράζουν
κι οι δειλοί ντροπιασμένοι θα στρίβουν αφάγωτοι
680 απ᾽ το δείπνο τους. ΒΛΕ. Νόστιμο, μά την αλήθεια.
Και τις κάλπες των κλήρων μας; ΠΡΑ. Στην Αγορά.
Θα μαζεύω ολουνούς στον ανδριάντα του Αρμόδιου
και θα βγάζω τους κλήρους των γράμμα προς γράμμα,
για να ξέρει ο καθείς πού θα πάει να δειπνήσει,
με χαρά του να τρέξει, άμ᾽ ακούσει τον κήρυκα:
«Στη Βασίλειο Στοά να τραβάνε όλ᾽ οι Βήτα·
στο Θησείο όλ᾽ οι Θήτα. Και στα Καρβουνιάρικα
όλ᾽ οι Κάπα...». ΒΛΕ. Γιατί; Να καούν; ΠΡΑ. Να καργάρουν.
ΒΛΕ. Αλλ᾽ αυτοί που το γράμμα τους δεν ακουστεί,
δε θα τρων;
ΠΡΑ. (με ύφος επίσημο)
Τέτοιο πράμα σ᾽ εμάς δε θα γίνεται.
690 Σ᾽ όλους όλα περίσσια θα δίνουμε.
Κι ο καθένας πιωμένος θα φεύγει
απ᾽ το δείπνο του στεφανωμένος
με τη δάδα στο χέρι να φέγγει.
(πιο ζωηρά)
Στα στενάκια οι «μαμάδες»
τους κεφάτους θα ζώνουν
να τους λεν: «έχω μέσα
τρυφερό πιτσουνάκι».
Κι άλλη μια, της σοφίτας,
θα τους κράζει: «Έλ᾽ απάνου
να χαρείς μιαν αφράτη
παιχνιδιάρα... Μα πρώτα
700 θα πλαγιάσεις μ᾽ εμένα...».
Κι οι μουστάκες θα παίρνουν
καταπόδι τ᾽ αμούστακα:
«Πού μου τρέχεις, μωρό μου,
και δεν είναι η σειρά σου;
Έτσι ο νόμος ορίζει,
ν᾽ αγκαλιάζουνε πρώτα
οι γερόντοι και οι άσκημοι.
Να καθόσαστε απόξω
απ᾽ την πόρτα, να χαίρεστε
την αγάπη της φούχτας».

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΠΡΙΑΜΙΔΕΣ, ΚΡΕΟΥΣΑ

Κόρη του Πρίαμου και της Εκάβης, σύζυγος του Αινεία. Άλλοτε θεωρείται αιχμάλωτη Τρωαδίτισσα -την περιλαμβάνει στις απεικονισμένες αιχμάλωτες της Τροίας ο Πολύγνωτος στη Λέσχη των Δελφών- και άλλοτε ότι διέφυγε κατά την άλωση. Στον Βιργίλιο οι θεοί παραχωρούν στον Αινεία το δικαίωμα να σώσει ό,τι θεωρεί πολυτιμότερο.

Εκείνος επέλεξε να φορτωθεί τον πατέρα του και τους εφέστιους θεούς, με το κυρίαρχο στην αρχαιότητα, και όχι μόνο, σκεπτικό ότι γυναίκα και παιδιά μπορεί να αποκτήσει ξανά, όχι όμως πατέρα. 

Η Κρέουσα, λοιπόν, απάγεται από την Αφροδίτη (ή/και την Κυβέλη), την ώρα που ακολουθούσε τον άνδρα της, καθώς αυτός έβγαινε από τα τείχη της πόλης κουβαλώντας τον παράλυτο πατέρα του και την εικόνα των Εφέστιων. Η ενέργεια των θεαινών την έσωσε από την αιχμαλωσία στους Αχαιούς.

Όταν ο Αινείας επέστρεψε στην πόλη για να τη βρει, η σκιά της, το φάντασμά της, μεγαλύτερο από το σχήμα ανθρώπου, του προείπε τα ταξίδια του προς τη Δύση σε αναζήτηση νέας πατρίδας. Ως σύζυγο του Αινεία ονομάζουν τα Κύπρια έπη μια Ευρυδίκη.

Η ζωή δεν είναι όνειρο, αλλά μπορεί να γίνει

Τι θα ονειρευτεί το ανεξιχνίαστο μέλλον;

Θα ονειρευτεί ότι ο Αλόνσο Κιχάνο μπορεί να γίνει Δον Κιχώτης χωρίς να εγκαταλείψει το χωριό του και τα βιβλία του.

Θα ονειρευτεί πως μια βραδιά του Οδυσσέα μπορεί να είναι πιο πλούσια από το ποίημα που θ’ αφηγηθεί τους άθλους του.

Θα ονειρευτεί ανθρώπινες γενεές που δε θ’ αναγνωρίζουν το όνομα Οδυσσέας.

Θα ονειρευτεί όνειρα πιο συγκεκριμένα απ’ τη σημερινή αγρύπνια.

Θα ονειρευτεί ότι θα μπορούμε να κάνουμε θαύματα αλλά δε θα τα κάνουμε, γιατί θα ‘ναι πιο πραγματικό να τα φανταζόμαστε.

Θα ονειρευτεί κόσμους τόσο έντονους, ώστε το τραγούδι ενός και μόνο απ’ τα πουλιά του θα μπορούσε να σκοτώσει.

Θα ονειρευτεί πως η λήθη και η μνήμη μπορεί να είναι πράξεις εκούσιες και όχι επιθέσεις ή δωρεές της τύχης.

Θα ονειρευτεί πως θα μπορούμε να βλέπουμε με όλο μας το σώμα, όπως το ήθελε ο Μίλτον στο σκοτάδι αυτών των εύθραυστων σφαιρών, των οφθαλμών.

Θα ονειρευτεί έναν κόσμο δίχως μηχανές και δίχως αυτή τη θλιβερή μηχανή, το σώμα.

Η ζωή δεν είναι όνειρο, γράφει ο Νοβάλις, αλλά μπορεί να γίνει.

Όταν αποδεχτούμε την απώλεια, θα είμαστε αρκετά δυνατοί να ξεκινήσουμε ένα νέο ταξίδι

Δεν θα επιστρέψουν. Και το συντομότερο που θα το δεχτούμε, το γρηγορότερο θα μπορέσουμε να συμμαζέψουμε τα κομμάτια της καρδιάς μας και να προχωρήσουμε. Σίγουρα υπάρχει μέσα μας ένα κομμάτι του εαυτού μας που εύχεται να καταλάβουν ότι έχασαν κάτι σπουδαίο ή ότι θα επικοινωνήσουν ξανά μαζί μας για να απολογηθούν επειδή θα κατανοήσουν ότι έπρεπε να μας δείχνουν την εκτίμησή τους όσο βρισκόμασταν στη ζωή τους. Ωστόσο, η συναισθηματική μας ανάρρωση δεν θα έπρεπε να εξαρτάται από αυτό.

Μέχρι να αποδεχτούμε ότι δεν πρόκειται να επιστρέψουν, δεν θα μπορούμε να προχωρήσουμε στη ζωή μας πραγματικά. Ίσως θα έπρεπε κάποιες στιγμές να γίνουμε λίγο σκληροί με τον εαυτό μας επαναλαμβάνοντάς του ότι “δεν θα επιστρέψει”. Αλλά ακόμη και αν αυτό συνέβαινε, δεν θα έπρεπε να είμαστε αυτοί που τους περιμένουν καρτερικά.

Πρέπει να αποδεχτούμε ότι μερικοί άνθρωποι φεύγουν από τη ζωή μας επειδή έτσι έπρεπε να γίνει, ότι κάποιες φορές τα πράγματα δεν πάνε όπως τα είχαμε σχεδιάσει και ότι θα ήταν καλύτερο να μην επιμένουμε να βαδίζουμε σε ένα μονοπάτι το οποίο δεν ήταν για εμάς. Το μονοπάτι που τώρα μπορεί να μας φαίνεται γεμάτο δάκρυα και πόνο, μπορεί να είναι αυτό που θα μας οδηγήσει στην ευτυχία σε λίγο καιρό.

Όσοι άνθρωποι μας πλήγωσαν, μας προσέφεραν κάτι πολύ σπουδαιότερο: ένα μεγάλο μάθημα για τη ζωή μας. Το μάθημα αυτό, μας έδειξε ότι δεν πρέπει να προσκολλάμε την ευτυχία μας σε ένα μόνο άτομο, ειδικά αν είναι κάποιος τον οποίο μόλις γνωρίσαμε. Μας έδειξε επίσης ότι οι άνθρωποι έχουν ατέλειες, κάνουν λάθη και ότι αυτό δεν θα έπρεπε να μας σταματά από τη δική μας προσωπική ευτυχία και το κυνήγι των στόχων μας.

Συνήθως, τα δύσκολα διαπροσωπικά ταξίδια, είναι αυτά που μας γεμίζουν με τη δύναμη και τη δυνατότητα να γίνουμε η καλύτερη πλευρά του εαυτού μας. Είναι ένα μάθημα που μας μαθαίνει σχετικά με την αγάπη, ότι δεν μπορεί να είναι μονομερής για να είμαστε ευτυχισμένοι και πως οτιδήποτε είναι ημίμετρο, θα έπρεπε ίσως να μας ωθήσει να φύγουμε εμείς πρώτοι.

Και ίσως θα έπρεπε αντί να μετράμε όλους τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να είμαστε ερωτευμένοι, να μετράμε τους λόγους για τους οποίους αξίζουμε εμείς οι ίδιοι να μας ερωτευτούν.

Η παγίδα του αυτονόητου: Όταν οι άλλοι δεν ικανοποιούν τις προσδοκίες μας

Πολλές φορές μας έχει τύχει να φερθούμε σε κάποιον με πολύ καλό τρόπο και να περιμένουμε να μας επιστρέψει μια αντίστοιχη συμπεριφορά. Ωστόσο, αρκετές φορές παρατηρείς ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει πάντα και ότι οι άνθρωποι που μας περιβάλλουν δεν κάνουν τα αυτονόητα για εμάς.

Όταν δεν λαμβάνουμε το αυτονόητο, απογοητευόμαστε, θυμώνουμε και επιμένουμε να αλλάξουμε τον άλλο. Μπορούμε όμως να αλλάξουμε τον τρόπο σκέψης του άλλου; Αξίζει να επιβάλλουμε την δικιά μας προσδοκία;

Πολλές φορές παγιδευόμαστε στα αυτονόητα μας. Ξεχνάμε ότι το δικό μας αυτονόητο δεν σημαίνει πως είναι το ίδιο και για τους άλλους αλλά ακόμα και αν είναι, δεν σημαίνει πάλι ότι θα πράξει όπως εμείς το έχουμε στο μυαλό μας. Τέτοιου είδους καταστάσεις μας κάνουν να γινόμαστε επικριτικοί επειδή κρίνουμε από τη δική μας οπτική γωνία, χωρίς να μπαίνουμε στη θέση του άλλου ώστε να δούμε πώς βλέπει τα πράγματα.

Αν θες να προσφέρεις, κάνε το χωρίς να περιμένεις κάτι, επειδή το θέλει η ψυχή σου. Τώρα αν αυτό δεν εκτιμηθεί, μπορείς να το συζητήσεις. Μην ξεχνάς ότι η αγάπη και η εκτίμηση μπορεί να εκφραστούν με διάφορους τρόπους οι οποίοι μπορεί να μην είναι οικείοι σε σένα.

Πρέπει πάντα να σκεφτείς ότι ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και έχει ζήσει διαφορετικά βιώματα από εσένα και αυτό τον κάνει να βλέπει αλλιώς τις διάφορες καταστάσεις της ζωής του. Δεν είσαι υποχρεωμένος σε καμία περίπτωση όμως, να ανεχτείς καταστάσεις που δεν σε καλύπτουν.

Αλλά πριν αποφασίσεις οτιδήποτε, μην αγνοήσεις την παγίδα του αυτονόητου και μην καλλιεργήσεις μάταιες προσδοκίες. Το πρόβλημα σχετίζεται με την επιμονή μας να πάρουμε με οποιοδήποτε κόστος αυτό που έχουμε βάλει στο μυαλό μας. Οι προσδοκίες γίνονται μεγαλύτερες από αυτές, που οι άλλοι μπορούν να ανταποκριθούν και προκειμένου να μην ματαιωθούμε, προβαίνουμε σε πράξεις που μας δημιουργούν άγχος, λύπη, πίκρα, θυμό.

Είναι πολύ λειτουργικό για τη ζωή μας να είμαστε αυθεντικοί. Να κάνουμε σαφείς ερωτήσεις και να ζητάμε ξεκάθαρες απαντήσεις. Μην ξεχνάμε όμως ότι ο καθένας από εμάς φέρει μια διαφορετικότητα που τον κάνει μοναδικό. Μοιάζουμε μεταξύ μας αλλά δεν είμαστε ίδιοι. Ζητάμε αυτό που θέλουμε έτσι όπως το νιώθουμε αλλά δεν το απαιτούμε. Δεν πρέπει να ξαφνιαζόμαστε αν δε γίνει αντιληπτό ή εάν δεν αξιολογηθεί όπως θα περιμέναμε.

Με τη δύναμη της επικοινωνίας, συζητάμε και στη συνέχεια επεξεργαζόμαστε. Αυτή η αλληλεπίδραση μας βοηθά να εξελιχθούμε και να καταλάβουμε τόσο τον εαυτό μας όσο και τους άλλους, αρκεί να μην είμαστε δέσμιοι στα αυτονόητά μας. Αλλά ακόμα κι αν έχουμε κοινή λογική με κάποιους ανθρώπους, δεν σημαίνει ότι θα υπάρξει και κοινή πρακτική.

Οι άνθρωποι που δεν συμβιβάζονται στην αγάπη

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που αρνούνται να συμβιβαστούν στην αγάπη. Δεν κάνουν εκπτώσεις. Ξέρουν τι θέλουν και δεν θα κάνουν πίσω μέχρι να το βρουν. Ποιοι είναι αυτοί και πώς ζουν τη ζωή τους;

Τους βλέπουμε συχνά γύρω μας. Είναι άνθρωποι που μιλούν για τα ιδανικά του έρωτα. Για την υπέρτατη ποιότητά του. Για την ύψιστη σημασία της αγάπης στη ζωή. Δεν συμβιβάζονται για φθηνές εμπειρίες. Για εφήμερες καταστάσεις. Δεν αναλώνονται σε γλυκανάλατες σχέσεις. Αναζητούν μια σχέση ισάξια της αγάπης που είχε ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα. Με απλά λόγια είναι κατά βάση μόνοι τους…

Η παγίδα

Οι δυστυχισμένοι αυτοί άνθρωποι έχουν πέσει θύματα μιας εκ των παγίδων του ρομαντισμού. Πιστεύουν σε ένα πρότυπο που δυστυχώς δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα των σχέσεων. Θέλουν το πάθος που κρατάει για πάντα και όταν δε συμβαίνει αυτό, απλά αποχωρούν από τη σχέση γιατί δε θα συμβιβαστούν. Δεν συνειδητοποιούν όμως ότι το πάθος στον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα κράτησε για πάντα για ένα και μοναδικό λόγο: πέθαναν και οι δυο μετά από λίγες μέρες.

Οπότε το για πάντα δεν είχε και μεγάλη διάρκεια. Πώς θα ήταν άραγε η σχέση τους αν παντρευόντουσαν και έκαναν παιδιά; Προσωπικά τους δίνω το πολύ δώδεκα μήνες κοινής ζωής μέχρι το διαζύγιο (αν ήταν επιτρεπτό σε εκείνα τα χρόνια). Παρομοίως, στα περισσότερα μυθιστορήματα τα οποία μιλούν για μεγάλους έρωτες ένας από τους δυο φεύγει στον πόλεμο, πεθαίνει από φυματίωση, είναι σε άλλη σχέση, σε άλλη κοινωνική τάξη. Μεγάλοι έρωτες που να ζουν στο ίδιο σπίτι δεν υπάρχουν στη λογοτεχνία.

Ο φόβος της οικειότητας

Οι ασυμβίβαστοι άνθρωποι είναι περήφανοι. Συχνά επικρίνουν τους γύρω τους και τους κοιτάζουν αφ’ υψηλού που δεν άντεξαν και συμβιβάστηκαν σε μια σχεσούλα για να μην είναι μόνοι τους. Οι ίδιοι ίσως πιστεύουν πως οι άλλοι φοβούνται τη μοναξιά τους και γι' αυτό μπήκαν σε μια σχέση που δεν τους ικανοποιεί απόλυτα. Αυτοί όμως ξέρουν καλύτερα. Δεν θα κάνουν τα ίδια «λάθη».

Αυτό που δεν συνειδητοποιούν είναι πως πίσω από την άρνησή τους να συμβιβαστούν, είναι πολύ πιθανό να υπάρχει ένας τεράστιος φόβος για την οικειότητα. Είναι πολύ πιθανό να φοβούνται να τους γνωρίσει κάποιος όπως ακριβώς είναι καθώς τότε θα υπάρχει το ενδεχόμενο να τους απορρίψει. Κι αυτό δεν το αντέχουν. Έχουν ταλαιπωρηθεί και οι ίδιοι πολύ, στη δική τους ζωή.

Έχουν εκλογικεύσει τους φόβους τους και τους έχουν εξωραΐσει. Αν τους ρωτήσεις πιστεύουν πως ψάχνουν κάτι το αγνό. Το ιδανικό. Αυτό που τους αξίζει. Τον έρωτα όπως «πρέπει» να είναι . Την «απόλυτη» αγάπη. Δε συμβιβάζονται με κάτι λιγότερο.

Αυτή είναι η φυλακή τους.

Έχουν κατασκευάσει την τέλεια παγίδα. Εξασφαλίζουν τη μοναξιά που ο φόβος τους, τους αναγκάζει να ζουν και την έχουν ντύσει με το χρυσό ένδυμα του ασυμβίβαστου.

Δυνατοί ή αδύναμοι;

Πιστεύουν πως είναι δυνατοί. Στην πραγματικότητα ίσως να ανήκουν στους αδύναμους γιατί δεν κατανοούν πόση δύναμη χρειάζεται για να δημιουργήσεις μια σχέση και να την κάνεις να δουλέψει. Και να είσαι καλά με τον εαυτό σου γι' αυτό.

Δυστυχώς η κοινωνία μας έχει κατακλυστεί από τα πολύ όμορφα, και παράλληλα καταστροφικά για τις σχέσεις, πιστεύω του ρομαντισμού. Οι ασυμβίβαστοι έρωτες εξιδανικεύονται. Διαβάζουμε γι’ αυτούς στα βιβλία και τα ποιήματα και βλέπουμε τις ταινίες του Χόλιγουντ, (ή πρόσφατα του Πολωνικού) κινηματογράφου. Η ετυμηγορία είναι μία. Συμβιβασμός και σχέσεις δεν πρέπει να πηγαίνουν μαζί. Γιατί άραγε μας φαίνεται τόσο παράξενο αυτό;

Είναι περίεργο το να συμβιβαζόμαστε;

Αν κάποιος κάτσει να σκεφτεί με κριτική σκέψη, θα συνειδητοποιήσει πως συμβιβαζόμαστε σχεδόν σε κάθε τομέα της ζωής μας. Κάθε στιγμή της ημέρας μας. Από το τι ώρα θα ξυπνήσουμε, πώς θα ντυθούμε, σε ποια μεριά του δρόμου θα οδηγήσουμε, πόσο θα πληρώσουμε για τα αγαθά ή πόσο θα πληρωθούμε. Πόσο δυνατά θα μιλήσουμε στο μετρό ή πόσο δυνατά θα ακούμε μουσική στο σπίτι μας.

Αν θα κλέψουμε κάτι ή όχι, πόσες ώρες θα δουλέψουμε και με ποιους θα δουλέψουμε. Σε οποιαδήποτε κατάσταση της ζωής μας η οποία αναμιγνύει μια συνδιαλλαγή μας με το κοινωνικό σύνολο ο συμβιβασμός δίνει δυναμικά το παρόν. Γιατί λοιπόν να είναι τόσο παράλογο το να συμβιβαζόμαστε σε μια σχέση;

Όπως καταλαβαίνουμε, δεν μας ενοχλεί στη ζωή μας το να συμβιβαζόμαστε. Το κάνουμε συνέχεια. Λίγοι θα το θεωρήσουν κακό αν μείνουν λίγο παραπάνω στη δουλειά επειδή χρειάστηκε. Αυτό που μας ενοχλεί είναι να συμβιβαζόμαστε όταν πιστεύουμε ότι θα «έπρεπε» να μη συμβαίνει.

Συμβιβασμός και σχέσεις

Αν το σκεφτούμε λίγο παραπάνω (κάτι το οποίο οι «ασυμβίβαστοι» άνθρωποι δυσκολεύονται να κάνουν καθώς έτσι μπορεί να αποκαλυφθεί ο φόβος τους στον εαυτό τους) οι σχέσεις είναι ο κατ' εξοχήν τομέας όπου θα έπρεπε να συμβιβαζόμαστε. Δυο διαφορετικοί ψυχισμοί με αποσκευές του παρελθόντος, οι οποίες τους βαραίνουν και είναι φυσιολογικό να μην ταιριάζουν, προσπαθούν να φτιάξουν ένα αρμονικό σύνολο.

Δυο άνθρωποι, δυο θέλω, δυο επιθυμίες, δυο πιστεύω, δυο σύνολα περιορισμών, δυο σύνολα ιδιοτροπιών, δυο όνειρα έρχονται σε επαφή. Αναγκαστικά θα υπάρξουν διαφωνίες. Αναγκαστικά θα υπάρξουν συγκρούσεις. Αναγκαστικά θα συμβιβαστείς. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή.

Αν όμως πιστεύεις ότι δε θα έπρεπε να συμβιβάζεσαι τότε η αναγκαστική επιλογή θα σου προκαλέσει δυσφορία. Θα πιστέψεις πως η σχέση σου είναι προβληματική. Στην πραγματικότητα η σχέση σου είναι φυσιολογική.

Από την άλλη, αν έχεις την ωριμότητα να δεις τη ζωή όπως είναι και όχι όπως οι ουτοπικές προσδοκίες του ρομαντισμού σου υπαγορεύουν πως θα έπρεπε να είναι, τότε η αναγκαστική επιλογή γίνεται απλά μέρος της διαδικασίας. Δε σου κάνει εντύπωση. Την περιμένεις. Και όταν φυσιολογικά τη βιώνεις δε δυσανασχετείς. Όπως όταν μένεις λίγο παραπάνω στη δουλειά. Ξέρεις ότι μπορεί να συμβεί.

Πολλοί άνθρωποι βέβαια, συμβιβάζονται σε μια σχέση και δυσφορούν. Δεν κάνουν ειρήνη με την επιλογή τους. Στο βάθος του μυαλού τους καίει ακόμα η σπίθα του ρομαντισμού και νιώθουν σαν ήττα το γεγονός ότι συμβιβάστηκαν. Αυτοί μπαίνουν στο στόχαστρο των «ασυμβίβαστων» ανθρώπων και έτσι οι τελευταίοι νιώθουν δικαιωμένοι για την επιλογή τους.

Συμβιβασμός σημαίνει...

Κι όμως είναι τόσο όμορφο να συμβιβάζεσαι. Συμβιβάζομαι σημαίνει είμαι διατεθειμένος να παραμερίσω τον εγωισμό μου προς όφελος της συντροφικής αρμονίας. Σημαίνει πως είμαι πρόθυμος να ακούσω και τα δικά σου θέλω και να δείξω σεβασμό και στις δικές σου αξίες ακόμα και όταν διαφωνούν με τις δικές μου. Σημαίνει πως είμαι ένας ώριμος άνθρωπος που κατανοώ την ανθρώπινη πλευρά σου και πως είναι πολύ πιθανό να μην συμφωνεί απόλυτα με τη δική μου.

Συμβιβάζομαι σημαίνει πως έχω την επίγνωση πως σε μια σχέση δυο πληγωμένα παιδιά έρχονται σε επαφή και προσπαθούν μέσα από τις δυσλειτουργικότητές τους να φτιάξουν ένα νέο σύνολο, το οποίο θέλουν πολύ να δουλέψει.

Συμβιβάζομαι σημαίνει πως κατανοώ πως δεν είμαι τέλειος και θα συναντήσω έναν άλλον άνθρωπο που επίσης δε θα είναι τέλειος. Μόνο με αμοιβαίες υποχωρήσεις θα κατορθώσουμε να φτιάξουμε ένα κοινό όραμα.

Συμβιβάζομαι δε σημαίνει πως δε σε αγαπάω. Σημαίνει πως σε αγαπάω τόσο πολύ που θέλω να κάνω χώρο για τη διαφορετικότητά σου στη ζωή μου. Το πόσο θα συμβιβαστεί ο καθένας θα το κρίνει με βάση τις αντοχές του. Κανόνας δεν υπάρχει.

Όπως κάποιος μπορεί να αντέχει να δουλεύει κάθε μέρα υπερωρίες και να είναι εντάξει με αυτό, ενώ κάποιος άλλος να έχει μικρότερο δείκτη αντοχής, έτσι και στις σχέσεις ο καθένας θα ορίσει το πόσο είναι διατεθειμένος να υποχωρεί. Χρειάζεται να ξέρει όταν το κάνει, όμως, πως είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο. Μπορεί να μην του αρέσει αλλά θα πρέπει να θυμάται πως με το να συμβιβάζεται φροντίζει τη σχέση. Αρκεί να μην ξεπερνάει τα δικά του όρια και αντοχές.

Συμπέρασμα

Ας απενοχοποιήσουμε την έννοια του συμβιβασμού. Ας τολμήσουμε να δούμε την ευγενική και αγαπητική του πλευρά. Ας απελευθερώσουμε τον εαυτό μας από τις απάνθρωπες (καθώς δεν είναι συμβατές με την ανθρώπινη φύση) πεποιθήσεις του ρομαντισμού και ας απολαύσουμε τις σχέσεις μας στην όμορφη πραγματικότητά τους.

Ατελείς, δύσκολες, πολύπλοκες και συνάμα ενδιαφέρουσες, γεμάτες προκλήσεις και ευκαιρίες για εξέλιξη. Ας μην ψάξουμε να βρούμε τη σχέση των ονείρων μας. Ας προσπαθήσουμε να τη χτίσουμε όμως με τη δική μας στάση!

Ανακαλύφθηκε ένα νέο πεντακουάρκ στο CERN

Ένα νέο πεντακουάρκ το Pc (4312) – ένα εξωτικό αδρόνιο που περιλαμβάνει πέντε κουάρκ – έχει ανακαλυφθεί από φυσικούς που εργάζονται στο πείραμα LHCb στο CERN. Οι επιστήμονες του LHCb έχουν επίσης διαπιστώσει ότι ένα χαρακτηριστικό των δεδομένων τους, που είχαν προηγουμένως συνδεθεί με ένα πεντακουάρκ, θα μπορούσε να αποδειχθεί για δύο πεντακουάρκ με παρόμοιες μάζες. 
 
Καλλιτεχνική άποψη για το πώς τα πέντε κουάρκ θα μπορούσαν να συνδεθούν μεταξύ τους
 
Μέχρι τώρα έχουν ανακαλυφθεί τρία πεντακουάρκ και το σχήμα τους υποδηλώνει ότι έχουν μια μοριακή δομή που μοιάζει με ένα μεσόνιο δεσμευμένο με ένα βαρυόνιο. Η καλύτερη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο συνδέονται μαζί τα πεντακουάρκ θα μπορούσε να μας δώσει σημαντικές πληροφορίες για την ισχυρή πυρηνική δύναμη και την κβαντική χρωμοδυναμική.
 
Τα αδρόνια είναι βαριά σωματίδια που αποτελούνται από δύο ή περισσότερα κουάρκ που συγκρατούνται από την ισχυρή δύναμη. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι φυσικοί είχαν συγκεκριμένα στοιχεία μόνο για δύο τύπους αδρονίων: τα βαρυόνια (όπως πρωτόνια και νετρόνια) που περιείχαν τρία κουάρκ και τα μεσόνια, τα οποία περιέχουν ένα κουάρκ και ένα αντικουάρκ.
 
Από τότε, οι φυσικοί έχουν ανακαλύψει τα τετρακουάρκ που περιέχουν τέσσερα κουάρκ και τα πεντακουάρκ που περιέχουν πέντε. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, διότι όταν ο Murray Gell-Mann πρότεινε για πρώτη φορά το μοντέλο των κουάρκ το 1964, συνειδητοποίησε ότι τα ζεύγη quark-antiquark θα μπορούσαν να προστεθούν στα μεσόνια και τα βαρυόνια για να δημιουργήσουν βαρύτερα σωματίδια.
 
Το πρώτο τετρακουάρκ ανακαλύφθηκε επισήμως (η στατιστική σημασία της τότε παρατήρησης ήταν μεγαλύτερη από 5 σίγμα) στο πείραμα BELLE της Ιαπωνίας το 2008. Τα δύο πρώτα πεντακουάρκ – που ονομάστηκαν Pc (4450) + και Ρc (4380) + – ανακαλύφθηκαν το 2015 στον LHCb με δεδομένα από συγκρούσεις πρωτονίων – πρωτονίων  στον Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων (LHC). Ο τετραψήφιος αριθμός αναφέρεται στη μάζα του πεντακουάρκ σε MeV / c 2 , πράγμα που σημαίνει ότι αυτά τα πεντακουάρκ είναι περισσότερο από τέσσερις φορές βαρύτερα από το πρωτόνιο.
 
Χρησιμοποιώντας νέα δεδομένα από τον LHC, οι φυσικοί τώρα έχουν ανακαλύψει ένα τρίτο πεντακουάρκ που ονομάζεται Pc (4312) + , που έχει παρατηρηθεί με μία στατιστική σημασία 7.3 σίγμα.
 
Πιστεύεται ότι τα πεντακουάρκ απολαμβάνουν σχετικά μεγάλους χρόνους ζωής πριν υποχωρήσουν.  Μεγάλοι χρόνοι ζωής υποδηλώνουν ότι αυτά τα πεντακουάρκ μοιάζουν με μόρια που περιλαμβάνουν ένα βαρυόνιο και ένα μεσόνιο που συνδέονται μεταξύ τους με την παραμένουσα ισχυρή δύναμη – η οποία είναι η δύναμη που συνδέει τα νετρόνια και τα πρωτόνια μαζί σε έναν πυρήνα. Η μάζα του P c (4312) + , για παράδειγμα, είναι ακριβώς κάτω από τις συνδυασμένες μάζες ενός Ʃc+  βαρυονίου και ενός ουδέτερου D μεσονίου. Μια τέτοια διαμόρφωση αναμένεται να είναι σχετικά σταθερή.
 
Η ομάδα του LHCb αναμένει να αποκαλύψει το σπιν και την ισοτιμία (parity) των πεντακουάρ. Αυτό θα παρείχε κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με τις εσωτερικές δομές των πεντακουάρκ.

Η μαύρη τρύπα του Γαλαξία μας δίνει άλλη μια επιτυχημένη δοκιμασία της Γενικής Σχετικότητας του Αϊνστάιν

Μια παρατήρηση δεκαετιών επιβεβαιώνει τις προβλέψεις των αστρονόμων για το πώς συμπεριφέρεται το φως σε ένα τεράστιο πεδίο βαρύτητας, όπως είναι της γιγαντιαίας  μαύρης τρύπας  στο κέντρο του Γαλαξία μας, που τεντώνει το φως που εκπέμπεται από ένα αστέρι και που κινείται γύρω από αυτήν. Το φαινόμενο, γνωστό ως βαρυτική ερυθρή μετατόπιση, προβλεπόταν από τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν, αλλά μέχρι τώρα δεν είχε εντοπιστεί ποτέ στο περιβάλλον μιας μαύρης τρύπας.
 
Καλλιτεχνική άποψη που δείχνει την τροχιά του αστέρα S2 καθώς περνάει κοντά στην υπερμεγέθη μαύρη τρύπα στο κέντρο του Γαλαξία. Το ισχυρό πεδίο βαρύτητας της μαύρης τρύπας αναγκάζει το χρώμα του αστέρα να μετατοπίζεται ελαφρώς προς το κόκκινο σε ακριβή συμφωνία με τις προβλέψεις της θεωρίας γενικής σχετικότητας του Αϊνστάιν.

Η ομάδα με επικεφαλής τον Reinhard Genzel, του Ινστιτούτου Max Planck στο Garching της Γερμανίας, ανακοίνωσε την ανακάλυψη και περιλαμβάνει επιστήμονες από πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Πορτογαλία, την Ελβετία, τις Κάτω Χώρες, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ιρλανδία.
 
Ο Reinhard Genzel και οι συνεργάτες του παρακολούθησαν το ταξίδι αυτού του αστέρα, γνωστού ως S2, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Χρησιμοποιώντας τηλεσκόπια στο Ευρωπαϊκό Νότιο Παρατηρητήριο της Χιλής, οι επιστήμονες το παρακολουθούν καθώς ταξιδεύει σε μια ελλειπτική τροχιά γύρω από τη μαύρη τρύπα, η οποία βρίσκεται 26.000 έτη φωτός από τη Γη στον αστερισμό του Τοξότη. Με μια μάζα 4 εκατομμυρίων φορές του Ήλιου μας, η μαύρη τρύπα δημιουργεί το ισχυρότερο πεδίο βαρύτητας στον Γαλαξία. Αυτό το καθιστά ένα ιδανικό μέρος για να κυνηγούμε  σχετικιστικά αποτελέσματα.
 
Πέρυσι το άστρο S2 πέρασε όσο πιο κοντά γίνεται στη μαύρη τρύπα. Οι ερευνητές το επισήμαναν με όργανα όπως το συμβολόμετρο GRAVITY,  που συνδυάζει φως από τέσσερα τηλεσκόπια μήκους 8 μέτρων και που άρχισε να λειτουργεί το 2016. «Με τις μετρήσεις μας η πόρτα είναι ανοικτή στη φυσική των μαύρων οπών», λέει ο Frank Eisenhauer, αστρονόμος στο Ινστιτούτο Max Planck.
 
Το GRAVITY μέτρησε την κίνηση του S2 στον ουρανό στο ταχύτερο σημείο του με μια ταχύτητα περισσότερο από 7.600 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο, ή σχεδόν το 3 τοις εκατό της ταχύτητας του φωτός. Εν τω μεταξύ, ένα διαφορετικό όργανο μελετούσε πόσο γρήγορα το S2 κινήθηκε προς και από τη Γη, καθώς γύρισε πέρα ​​από τη μαύρη τρύπα. Ο συνδυασμός των παρατηρήσεων επέτρεψε στην ομάδα του Genzel να ανιχνεύσει τη βαρυτική μετατόπιση προς το ερυθρό του αστεριού – το φως του απλώθηκε σε μεγαλύτερα μήκη κύματος από την τεράστια βαρυτική έλξη της μαύρης τρύπας, που είναι σύμφωνο με τις προβλέψεις της γενικής σχετικότητας.
 
«Αυτό που μετρήσαμε δεν μπορεί πλέον να περιγραφεί από τον Νεύτωνα», λέει ο Odele Straub, αστροφυσικός στο Παρατηρητήριο των Παρισίων. Οι μελλοντικές παρατηρήσεις του S2 ενδέχεται να επιβεβαιώσουν άλλες προβλέψεις του Αϊνστάιν, όπως για παράδειγμα πώς η περιστρεφόμενη μαύρη τρύπα παρασύρει το χώρο γύρω της.
 
Το S2 χρειάζεται 16 χρόνια για να κάνει μια πλήρη τροχιά γύρω από τη μαύρη τρύπα και οι ερευνητές περιμένουν με ανυπομονησία το φετινό στενό πέρασμα της από τη μαύρη τρύπα.
 
«Μας πήρε 20 χρόνια για να φτάσουμε αυτή τη στιγμή. Είναι αρκετά συναρπαστικό», λένε οι αστροφυσικοί.

Ελληνιστική Γραμματεία: Φιλολογία και επιστήμη, Η άνθηση των επιστημών, Μαθηματικά και μηχανική

Ο Αριστοτέλης υπήρξε χωρίς αμφιβολία ο μεγαλύτερος φιλόσοφος και επιστήμονας όλων των εποχών, και οι έρευνές του κάλυπταν όλους τους τομείς του επιστητού. Στα ελληνιστικά χρόνια όμως η φιλοσοφία χωρίστηκε από την καθαυτό επιστήμη και η δεύτερη διακρίθηκε σε θεωρητική και εφαρμοσμένη και σε επιμέρους τομείς. Κάθε επιστήμονας ήταν αναγκασμένος πλέον να εστιάζει σε έναν ορισμένο κλάδο (αν και δεν λείπουν οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, όπως η περίπτωση του Ερατοσθένη του Κυρηναίου που υπήρξε ταυτόχρονα μαθηματικός, γεωγράφος, αστρονόμος, φιλόλογος και ποιητής).
 
Επίκεντρο και στον επιστημονικό τομέα υπήρξε το Αλεξανδρινό Μουσείο που παρείχε τα υλικά και πνευματικά μέσα για την υποστήριξη κάθε επιστημονικής δραστηριότητας. Εκεί στα χρόνια των Πτολεμαίων τα μαθηματικά γνώρισαν τη δική τους «Χρυσή Εποχή». Στην Αλεξάνδρεια έδρασε ο Ευκλείδης (άκμασε περ. 300 π.Χ.), η μεγαλύτερη μαθηματική φυσιογνωμία στην ιστορία της ανθρωπότητας. Με το έργο του Στοιχεῖα σε 13 βιβλία ο Ευκλείδης εγκαινίασε τη γεωμετρία και τα αξιώματα που διατύπωσε συνεχίζουν να διδάσκονται μέχρι σήμερα. Ασχολήθηκε επίσης με την άλγεβρα, τη θεωρία της προοπτικής και τους κατοπτρισμούς. Ωστόσο, δεν συμπεριέλαβε στις μελέτες του την στερεομετρία με την οποία ασχολήθηκε ο Απολλώνιος από την Πέργη με το έργο του Κωνικά σε 8 βιβλία.
 
Πολυσχιδής στην επιστημονική του δραστηριότητα υπήρξε ο Αρχιμήδης ο Συρακούσιος (287-212 π.Χ.), που ασχολήθηκε εξίσου με τα μαθηματικά, τη φυσική και τη μηχανική. Ο Αρχιμήδης, αν και προερχόταν από τους πνευματικούς κύκλους του Αλεξανδρινού Μουσείου, έδρασε κυρίως στις Συρακούσες. Τα επιτεύγματά του στη μηχανική αφορούσαν τον σχεδιασμό μοχλών και αντλιών νερού (σε αυτό το πλαίσιο φέρεται να διατύπωσε και τη θεωρία της υδροστατικής), αλλά και πολεμικών μηχανών. Πολυάριθμα ήταν και τα μαθηματικά του συγγράμματα — λόγου χάρη το έργο Ψαμμίτης στο οποίο προσπαθούσε να υπολογίσει τον αριθμό των κόκκων της άμμου!
 
Πολύ μεγάλη ανάπτυξη γνώρισε και η εφαρμοσμένη μηχανική στην Αλεξάνδρεια. Ανάμεσα στους εφευρέτες συγκαταλέγονται ο Κτησίβιος, ο Φίλων ο Βυζάντιος και ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς. Κατασκεύασαν μεταξύ άλλων καταπέλτες, αντλίες αέρα και νερού, γερανούς, ακόμη και αυτοματοποιημένες μηχανές.