Τρίτη 26 Μαρτίου 2019

Τι σημαίνει διάλογος στην Ανθρωπολογία; Από τον Σωκράτη στον Buber και στον Levinas

Ακούμε μόνο τις ερωτήσεις στις οποίες μπορούμε να απαντήσουμε -Φρίντριχ Νίτσε

Η παραπάνω πρόταση είναι πράγματι μια πρόκληση, για την ψυχοθεραπεία ειδικότερα αλλά και γενικά, για τις ανθρώπινες σχέσεις. Υπάρχει άραγε τρόπος να υπερβούμε το απλοϊκό μοντέλο δράσης - αντίδρασης, όπου η πράξη ενός ατόμου έχει επίδραση πάνω σε ένα άλλο άτομο, και έτσι δημιουργείται ένας κύκλος ανάδρασης, που συνεχίζεται με μια πράξη που προκαλεί κάτι άλλο, και πάλι από την αρχή;

Τι παραπάνω όμως μπορεί να γίνει;

Η απάντηση εδώ απαιτεί μια εντελώς νέα αντίληψη της συνεύρεσης: το να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε σε ένα διαφορετικό επίπεδο, σε ένα επίπεδο του "Εμείς", όπου μια δεδομένη στιγμή κατά την οποία σχετιζόμαστε και επικοινωνούμε με έναν άλλο άνθρωπο, φροντίζουμε να τον συμπεριλαμβάνουμε, δίνοντας βαρύτητα, όχι μόνο στο Εγώ, αλλά και στο πλαίσιο αναφοράς του άλλου.

Τι σημαίνει διάλογος στην ανθρωπολογία; 

Εάν θέλουμε να κατανοήσουμε πραγματικά τη διαλογική αντίληψη, πρέπει να αναφερθούμε στο τι εννοούμε με τον όρο "διαλογικός", έναν όρο με συγκεκριμένη έννοια στην ιστορία της φιλοσοφίας.

Διά σημαίνει: μεταξύ ή μέσω και λόγο σημαίνει: λέξη ή νόημα, σημασία.

Στα αγγλικά, η ετυμολογική μετάφραση του διαλόγου είναι "ανάμεσα στις λέξεις" ή "μέσω λέξεων". Θα μπορούσε κανείς να το μεταφράσει με τη λέξη "συζήτηση" αλλά και "ροή νοήματος" ή "ροή μέσω νοήματος".

Συνήθως λοιπόν, στην καθημερινή γλώσσα (αλλά και στην ψυχοθεραπεία), ο διάλογος θεωρείται η πρόσωπο με πρόσωπο συζήτηση, η αμοιβαία ανταλλαγή, που χαρακτηρίζεται από συμμετρία και ισότητα: πρόκειται για την συνάντηση του ενός με τον άλλον.

Σωκράτης: ο διάλογος ως μέσο

Από όσο γνωρίζουμε, ο πρώτος φιλόσοφος που συνειδητοποίησε τη σημασία του τι συμβαίνει μεταξύ δύο ατόμων που συζητούν, ήταν ο Σωκράτης με τους Διαλόγους του πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, όπως μεταφέρονται από τον Πλάτωνα. Εισήγαγε τη συστηματική χρήση του διαλόγου ως ανεξάρτητης φιλολογικής μορφής. Σε όλους αυτούς τους διαλόγους υπάρχει μια σαφής ή μια υπονοούμενη διαφωνία - μπορούμε να την πούμε και ασυμφωνία- και ο στόχος του διαλόγου είναι η λύση της.

Ο χαρακτηριστικός τρόπος του Σωκράτη είναι η διεξοδική εξέταση του συνομιλητή ως προς τις πεποιθήσεις του, μέχρι να φτάσει μέσω του υπαινιγμού στην αντίφαση της υπό συζήτηση πεποίθησης ή υπόθεσης. Με αυτόν τον τρόπο ο συνομιλητής αναγκάζεται να δει το αδιέξοδο της υπόθεσης και εξετάζει άλλες υποθέσεις που επίσης γίνονται αντικείμενο αυστηρού ελέγχου.

Οι περισσότεροι από αυτούς τους διαλόγους δεν καταλήγουν σε μια οριστική λύση, όπως συμβαίνει και στην πραγματική ζωή. Αυτό εξυπηρετεί την αυτογνωσία και την επίγνωση ότι ουσιαστικά δεν ξέρουμε τίποτα, γεγονός που δεν οδηγεί στην παραίτηση, αλλά σε μια ενεργό αναζήτηση σοφίας και εν τέλει στο ευ ζήν, δηλαδή το να ζήσει κανείς μια καλή και αληθινή ζωή.

Η μαιευτική τέχνη του Σωκράτη, η τέχνη της μαίας -παρεμπιπτόντως ήταν και το επάγγελμα της μητέρας του- βασίζεται στην ιδέα ότι η αλήθεια προϋπάρχει στον άνθρωπο και απλώς πρέπει να γεννηθεί, να έρθει στη ζωή. Παρά τη συγγένεια με τις ανθρωπιστικές ιδέες, ο διάλογος εδώ νοείται ως παιδαγωγικό εργαλείο, ένα μέσο διδασκαλίας και εκπαίδευσης. Δεν εκπλήσσει λοιπόν ότι η λογικοθυμική ψυχοθεραπεία (rational emotive) χρησιμοποιεί τους "Σωκρατικούς διαλόγους" ως τεχνική για την αλλαγή των παράλογων πεποιθήσεων.

Ο Σωκράτης μπορεί εύκολα να θεωρηθεί μοντέλο μιας "προκειμένου να" ψυχοθεραπείας.

Buber: Εγώ - Εσύ (I - Thou)

Κάνουμε ένα μεγάλο άλμα στον Buber και την αντίληψη του για το διάλογο, η οποία μπορεί να θεωρηθεί βάση των περισσότερων ανθρωπιστικών ψυχοθεραπειών.

Σύμφωνα με τον Buber, πρέπει πρώτα από όλα να γίνει μια διάκριση μεταξύ διαλόγου και μεταμφιεσμένου σε διάλογο μονολόγου που εξυπηρετεί μόνο την αυτεπιβεβαίωση. Θεωρεί ότι η σπουδαιότητα του διαλόγου δεν βρίσκεται στον έναν και όχι στον άλλον, ούτε και στους δυο μαζί, αλλά στην ανταλλαγή μεταξύ τους. Έτσι, ο διάλογος είναι αυτό που προκύπτει από το διαπροσωπικό στοιχείο.

Η σφαίρα του διαπροσωπικού είναι το να είναι ο ένας αντικριστά με τον άλλον -το ξετύλιγμα του είναι αυτό που αποκαλούμε διάλογο (Buber, 1982).

Από τη μια μεριά, ο διάλογος τηρεί την απόλυτη απόσταση ανάμεσα στο Εσύ και το Εγώ, διατηρώντας έτσι τη μοναδικότητα και των δύο, κι από την άλλη το "διά", το "μεταξύ" υπερβαίνει την απόσταση χωρίς να την καταργεί. Ο διαλογος διατηρεί τη διαφορετικότητα και από την άλλη πλευρά, την υπερβαίνει. Είναι και απόσταση και οικειότητα. Δεν είναι σύνθεση, δεν είναι Εσύ και Εγώ: δεν υπάρχει "και" ανάμεσα τους. Δεν είναι μια σύνθετη ενότητα που απαρτίζεται από μέρη, ως αποτέλεσμα συνεύρεσης.

Σύμφωνα με τον Buber, ο διάλογος είναι μια οντολογική κατηγορία. Επιτιθέμενος στον ψυχολογισμό, λέει ότι το διαλογικό πρέπει να ιδωθεί ως αντίθετο προς το ψυχολογικό. Ο πραγματικός διάλογος δεν είναι μεταβίβαση πληροφοριών, είναι μια σχέση Εγώ-Εσύ που οδηγεί σε ένα κοινό "μεταξύ", είναι συμμετοχή στην ύπαρξη του Άλλου, εφικτή μόνο όταν περιλαμβάνει τη μετα-επικοινωνία, δηλαδή την αμοιβαία αντανάκλαση.

Levinas: Εσύ - Εγώ (Thou - I)

Αλλά και η παραπάνω προσέγγιση έχει απορριφθεί και εξελιχθεί περαιτέρω. Ο Emmanuel Levinas τόνισε ότι ο διάλογος δεν είναι απλώς "αμοιβαία κατανόηση", έκφραση αμοιβαίας ενσυναίσθησης. Σχολίασε ότι ο Buber παγιδεύτηκε στην κυκλικότητα, στον κλειστό κύκλο του Εγώ-Εσύ. Σύμφωνα με τον Levinas, ο διάλογος είναι ένα βήμα πέρα από τη σκέψη του ενός και του άλλου. Διάλογος δεν είναι η εμπειρία μιας συνάντησης ατόμων που συζητούν μεταξύ τους. Διάλογος δεν είναι το αποτέλεσμα της συνάντησης μεταξύ των ατόμων: διάλογος είναι αυθεντική α-μεσό-τητα (im-media-cy) δεν είναι δια-μεσο-λαβηση.

Είναι ένα αυθεντικό, πρωταρχικό γεγονός, είναι η διαπροσωπική σχέση, "η αυθεντική κοινωνικότητα που παρατηρείται στο διάλογο.

Κατά τον Levinas, ο διάλογος δεν έχει να κάνει με τη συμμετρία, όπως τονίζει ο Buber, αλλά με την ασυμμετρία στη σχέση. "Ακριβώς επειδή το Εσύ είναι εντελώς διαφορετικό από το Εγώ, υπάρχει ο διάλογος μεταξύ των δύο (Levinas, 1989). Άρα, δεν ισχύει ότι όταν δύο άτομα συναντηθούν, προκύπτει διάλογος, αλλά το αντίστροφο: ο διάλογος διαμορφώνει το διαπροσωπικό στοιχείο και έτσι μπορούμε πράγματι να μιλήσουμε για μια σχέση Εσύ-Εγώ.

Το θεμελειώδες Εμείς δεν είναι ένα συμμετρικό Εμείς. Είναι ασυμμετρικό από το φύση του. Ο Άλλος έχει προτεραιότητα. Ο Άλλος, με καλεί, το πρόσωπο του Άλλου απευθύνεται σε μένα, είναι μια πρό-κληση.

Γι αυτόν τον λόγο, ο διάλογος δημιουργεί υπευθυνότητα, αλληλεγγύη και δέσμευση. Το Εσύ επιστρατεύει το Εγώ. Ο Άλλος, με διατάζει να τον υπηρετήσω (Levinas, 1986). Επομένως, η διακονία (δηλαδή υπηρεσία) δεν είναι αποτέλεσμα διαλόγου, είναι η θεμελειώδης ουσία της ανθρώπινης σχέσης.

Διάλογος και η έννοια της αλληλεγγύης

Η διαλογική συζήτηση είναι το να μιλάει κανείς για τον άλλον, υπέρ του άλλου, να παρεμβαίνει υπέρ του. Έτσι η αλληλεγγύη δεν είναι μια δευτερεύουσα κατηγορία που απορρέει από την εμπειρία, αλλά μια βασική ανθρώπινη συνθήκη. Είναι η μεταστροφή από τον μονό-λογο στον διά-λογο, από το σκέφτομαι κάτι σχετικά με τον άλλον, στο απευθύνομαι στον συγκεκριμένο συνάνθρωπο. Σημαίνει να είμαι πρόθυμος και έτοιμος να πω απλώς: "Είμαι εδώ". "Είμαι "για" τον άλλον, όχι απλώς είμαι μαζί του.

Οι καταβολές της ηθικής ανάγονται σε αυτή την ασυμμετρική σχέση. Το Εγώ συγκροτείται από την υπευθυνότητα του/της να ανταποκριθεί στο κάλεσμα του Άλλου". Αυτό, αντιστρέφει πλήρως την καθιερωμένη αλληλουχία ανάμεσα στην αυτο-συνείδηση και τον διάλογο: Η συνάντηση στον διάλογο είναι προϋπόθεση για την αυτο-συνείδηση και την αυτο-πεποίθηση. Διάλογος είναι η έλλειψη αδιαφορίας του Εγώ προς το Εσύ, ή για να το διατυπώσουμε θετικά, είναι η προσοχή, η φροντίδα και η άνευ όρων θετική αποδοχή.

Με άλλα λόγια: ο διάλογος είναι μια έκφραση αγάπης. Ο Levinas, προτιμά να σκέφτεται τη φιλοσοφία ως "σοφία της αγάπης" μάλλον, παρά ως "αγάπη για τη σοφία" (που είναι η ετυμολογική σημασία της ελληνικής λέξης φιλοσοφία).

Συνοψίζοντας: Διάλογος δεν είναι η συνέπεια κάποιας ενόρασης, ούτε κάποιας υποχρεωτικής πράξης. Δεν έχει κάποια συγκεκριμένη λειτουργία, δεν αποσκοπεί σε κάτι.

Ο διάλογος είναι μια πρωταρχική συνθήκη της ανθρώπινης υπόστασης και μέσα σε αυτήν, ένα αυθεντικό φαινόμενο. Έτσι, προκύπτει ότι : το πρόσωπο είναι διάλογος.

Το παραπάνω, δεν είναι απλώς μια εύστοχη διατύπωση, γιατί τοποθετεί την αντίληψη για την ύπαρξη μας μέσα στον κόσμο και με συνανθρώπους μας, σε μια νέα βάση: είμαι στον κόσμο, σημαίνει : είμαι σε διάλογο.

Από διαλογική άποψη, τα πρόσωπα δεν θεωρούνται ότι απλώς και μόνο συνάπτουν σχέσεις, τα πρόσωπα αυτά καθαυτά είναι η σχέση. Τα πρόσωπα, είναι διάλογος.

Πίσω από τις αρχές της κβαντικής μηχανικής

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονος κβαντική μηχανικήΕισαγωγή

Το μοντέλο της κβαντομηχανικής καθιερώθηκε επίσημα στο 5ο συνέδριο του Solvay στο Κόμο το 1927. Η αρχή απροσδιοριστίας του Χάϊζενμπεργκ και η αρχή συμπληρωματικότητας του Μπόρ, προσέφεραν οριστικά τη θεμελίωση όλων των μαθηματικών κατασκευών της νέας θεωρίας οι οποίες μπορούσαν να κάνουν πρόβλεψη ορισμένων μεγεθών.  Όμως από τότε ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις των φυσικών πάνω σε τρία γενικά επιστημονικά προβλήματαή ή φιλοσοφικά προβλήματα των φυσικών επιστημών, και τα οποία τέθηκαν μετά την ανάπτυξη της κβαντομηχανικής:

  • Υπάρχουν οι βασικές οντότητες της ατομικής φυσικής , όπως τα ηλεκτρόνια, τα φωτόνια, κ.λ.π., ανεξάρτητα από τις παρατηρήσεις των φυσικών;
  • Αν η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα είναι καταφατική, είναι δυνατό να κατανοήσουμε τη δομή και εξέλιξη των ατομικών οντοτήτων και φαινομένων, δημιουργώντας χωροχρονικές εικόνες που ν’αντιστοιχούν στην πραγματική τους υπόσταση ;
  • Πρέπει οι φυσικοί νόμοι να διαμορφωθούν έτσι ώστε να δίνεται μία ή περισσότερες αιτίες για όλα τα παρατηρούμενα φαινόμενα ;
Τα τρία αυτά ζητήματα εν συνεχεία θα αναφέρονται σαν ερωτήματα με τους εξής τίτλους:
  • για την πραγματικότητα
  • για την κατανόηση
  • για την αιτιοκρατία
Και τα τρία αυτά ζητήματα δίχασαν την κοινότητα των φυσικών οι οποίοι σε γενικές γραμμές χωρίστηκαν σε δύο στρατόποαιδα ανάλογα με τις απαντήσεις που έδωσαν. Έτσι έχουμε τη θετικιστική και ιντετερμινιστική ερμηνεία των ζητημάτων αυτών όπως την έδωσε η Σχολή της Κοπεγχάγης απαντώντας αρνητικά και στα τρία ερωτήματα. Εδώ θα συναντήσουμε τους θεμελιωτές της κβαντομηχανικής, Sommerfeld, Born, Bohr, Pauli, Heisenberg, Dirac, Jordan.

Και την πιο ρεαλιστική και αιτιοκρατική ερμηνεία των ζητημάτων αυτών, όπου  το σωματίδιο θεωρείται ότι αλληλεπιδρά είτε μόνο με το μετρητικό όργανο και το μακροφυσικό του γενικά περιβάλλον είτε συγχρόνως και με το μικροφυσικό του περιβάλλον και κάποιες κρυμμένες μεταβλητές του συστήματος (που ονομάστηκαν και λανθάνουσες παράμετροι). Στην ομάδα αυτή ανήκουν οι Planck, Ehrenfest, Einstein, Schrödinger, de Broglie οι οποίοι απάντησαν καταφατικά στα ερωτήματα αυτά.
 

Η Αρχή της Αβεβαιότητας

Μετά την ίδρυση της κβαντομηχανικής το 1925 οι θεωρητικοί φυσικοί ανέπτυξαν εντατικά τόσο τη θεωρία όσο την εφαρμογή της σε νέους τομείς, ενώ συγχρόνως έκαναν μεγάλη προσπάθεια να κατανοήσουν τα εννοιολογικά θεμέλια της. Χωρίς συνήθως να το δέχονται αλλά και ανοιχτά οι φυσικοί έμπαιναν σε φιλοσοφικά μονοπάτια. Μετά το φθινόπωρο του 1926 η πιθανοκρατική ερμηνεία τού Born είχε κατακτήσει την αποδοχή των περισσότερων φυσικών, αν και η ακριβής κατανόηση και οι συνεπαγωγές αυτής της ερμηνείας δεν έπαψαν να αποτελούν αντικείμενο συζήτησης.
 
O De Broglie, του οποίου το έργο για τον δυισμό σωματιδίου και κύματος στάθηκε η αφετηρία της κυματομηχανικής, φάνηκε απρόθυμος να συνταχθεί με την άποψη της πλειοψηφίας, για την πιθανοκρατική ερμηνεία της κβαντομηχανικής. Το 1927 πρότεινε ως εναλλακτική εκδοχή τη λεγόμενη «θεωρία της διπλής λύσης», σύμφωνα με την οποία κάθε σωματίδιο μπορούσε να περιγράφεται ως ένα συγκεντρωμένο δέμα ενέργειας, που αντιστοιχούσε σε μια ιδιόμορφη λύση, το οποίο θα καθοδηγούνταν από ένα συνεχές κύμα ψ (ένα «οδηγό κύμα») ερμηνευόμενο σε συμφωνία με την πιθανοκρατική άποψη του Born. Με αυτό τον τρόπο ο De Broglie επέτυχε να διατυπώσει μια ντετερμινιστική θεωρία της μικροφυσικής χωρίς να εγκαταλείψει εντελώς τη διαίσθηση του Born σχετικά με την πιθανοκρατούμενη φύση των κβαντικών διαδικασιών. Όμως αυτή η άποψη του De Broglie επικρίθηκε σφοδρά από τον Pauli στο Συνέδριο Solvay του 1927, κι έτσι μη μπορώντας να τον αντικρούσει εγκατέλειψε τη θεωρία του. Το 1928 συμμετείχε κι αυτός στην ομάδα της ερμηνείας της Κοπεγχάγης, την οποία ευνοούσαν ο Born, ο Heisenberg, o Bohr και άλλοι, ενώ παρέμεινε πιστός σε αυτήν επί δύο δεκαετίες και πλέον. Αλλά το 1952 ο De Broglie επανήλθε σε μια τροποποιημένη εκδοχή της θεωρίας της διπλής λύσης, και από τότε ακολούθησε τη δική του μοναχική πορεία.
 
Την ίδια χρονιά (1952), μια προσέγγιση παρεμφερή με εκείνη του De Broglie υιοθέτησε ο David Bohm, ο οποίος ως τότε είχε ακολουθήσει μια ορθόδοξη διαδρομή όσον αφορά τις απόψεις του περί κβαντικής θεωρίας. Εισάγοντας την έννοια του «κβαντικού δυναμικού», ο Bohm κατόρθωσε να διατυπώσει μια κβαντική θεωρία που, αν και μη κλασική, διατηρούσε ορισμένα κλασικά γνωρίσματα, όπως το ότι τα σωματίδια διέγραφαν καθορισμένες τροχιές σε συμφωνία με την αρχή της αιτιότητας. H θεωρία τού Bohm είτε αγνοήθηκε είτε επικρίθηκε ως περιττή, καθότι απλώς αναπαρήγε αποτελέσματα ήδη γνωστά από τη συνήθη κβαντική θεωρία. Κατά τον Heisenberg ήταν «ιδεολογική», ενώ ο Pauli τη θεωρούσε ως «τεχνητή μεταφυσική».
 
Το Δεκέμβριο του 1926 ο Dirac δημοσίευσε τη θεωρία των μετασχηματισμών η οποία απετέλεσε μια σημαντική πηγή για την κατοπινή αρχή της αβεβαιότητας του Heisenberg που δημοσιεύτηκε την άνοιξη του 1927. Ο Dirac συμπέραινε στη θεωρία του: «Κανείς δεν μπορεί στο πλαίσιο της κβαντικής θεωρίας να απαντήσει σε οποιοδήποτε ερώτημα αναφερόμενο σε αριθμητικές τιμές και για την θέση και για την ορμή. Εάν κανείς περιγράψει την κατάσταση του συστήματος σε έναν αυθαίρετο χρόνο αποδίδοντας αριθμητικές τιμές και στις συντεταγμένες και στις ορμές, τότε στην πραγματικότητα δεν θα κατορθώσει να ορίσει μια αμφιμονοσήμαντη αντιστοιχία ανάμεσα στις αρχικές τιμές τούτων των συντεταγμένων και ορμών και στις τιμές τους κατά έναν μεταγενέστερο χρόνο».
 
Ήταν φανερό πως η γενική ιδέα της θεμελιώδους αυτής αρχής κυκλοφορούσε διάχυτη στην ατμόσφαιρα επί αρκετό χρόνο πριν την διατυπώσει ο Heisenberg. Όμως ο τελευταίος ήταν αυτός που την διατύπωσε με σαφήνεια. Τον δε Οκτώβριο του 1926 σε μια επιστολή του τελευταίου με τον Pauli έγραφε:  «είναι ολότελα χωρίς νόημα να μιλά κανείς για τη θέση ενός σωματιδίου με καθορισμένη ταχύτητα. Εάν όμως κανείς δεχθεί μια λιγότερο ακριβή θέση και ταχύτητα, τούτο όντως έχει κάποιο νόημα».
 
O Heisenberg πρέπει να τονιστεί ότι οφείλει αρκετά στους Dirac, Jordan και Pauli, με τους οποίους συζήτησε αρκετά προτού καταλήξει στην Αρχή της Αβεβαιότητας. Όμως, πάνω απ’ όλα, ήταν οι συζητήσεις του με τον Bohr πάνω στα θεμέλια της κβαντικής μηχανικής εκείνες που τον οδήγησαν στη διατύπωση της Αρχής. «Έπειτα από αρκετές εβδομάδες συζητήσεων, από τις οποίες δεν έλειψε η ένταση, σύντομα καταλήξαμε, χάρις και στην όχι ευκαταφρόνητη συμμετοχή του Oskar Klein, στο συμπέρασμα ότι στην πραγματικότητα εννοούσαμε το ίδιο, και ότι οι σχέσεις αβεβαιότητας αποτελούσαν απλώς μια ειδική περίπτωση της γενικότερης αρχής της συμπληρωματικότητας», θυμάται ο Heisenberg.
 
H εργασία τού Heisenberg χαρακτηριζόταν από το ίδιο είδος θετικιστικών επιχειρημάτων που είχαν λειτουργήσει ως κίνητρο και για την εργασία του το 1925 για την πρώτη διατύπωση της κβαντικής μηχανικής. Εκκινούσε από μια αφετηρία εμφανώς φιλοσοφική: «Εάν κανείς θέλει να καταστήσει σαφές τι σημαίνουν οι λέξεις «θέση ενός αντικειμένου», ενός ηλεκτρονίου δείγματος χάριν ,τότε οφείλει να περιγράψει συγκεκριμένα πειράματα μέσω των οποίων μπορεί να μετρηθεί «η θέση ενός ηλεκτρονίου»· ειδάλλως, αυτός ο όρος δεν έχει απολύτως κανένα νόημα».
 
Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι ο Heisenberg δεν διατύπωσε τις σχέσεις αβεβαιότητας εν είδει φιλοσοφικής διδασκαλίας, αλλά ότι τις εξήγαγε από την κβαντομηχανική και φώτισε τη σημασία τους με τη βοήθεια νοητικών πειραμάτων. Ήταν και παραμένουν συνέπειες της κβαντομηχανικής, και όχι τα εννοιολογικά θεμέλια της θεωρίας.
 
O Heisenberg απέδειξε ότι η ελάχιστη απροσδιοριστία ως προς τη θέση (Δq) ενός σωματιδίου συνδέεται με την απροσδιοριστία ως προς την ορμή (Δp) του σωματιδίου μέσω της έκφρασης Δq*Δp ≥ h/4π. Απέδειξε επίσης ότι μια αντίστοιχη σχέση υπάρχει ανάμεσα στην αβεβαιότητα κατά τη μέτρηση της ενέργειας μιας κατάστασης και στην αντίστοιχη αβεβαιότητα κατά τη μέτρηση του χαρακτηριστικού χρόνου μεταβολής ενός μεγέθους στη συγκεκριμένη κατάσταση: ΔE*Δt ≥ h/4π. Με τις σχέσεις Heisenberg δεν άργησαν να καταπιαστούν πολλοί φυσικοί, οι οποίοι τις ανέλυσαν και επεχείρησαν να τις επεκτείνουν ή να τις τροποποιήσουν, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνεται και ο Schrödinger. Επειδή όμως οι σχέσεις αβεβαιότητας απέρρεαν από την κβαντική μηχανική, έγιναν αποδεκτές από πρακτικά όλους τους φυσικούς.
 
Ωστόσο, ήταν άλλο πράγμα να αποδέχεται κανείς τα μαθηματικά, και τελείως άλλο να συμφωνεί πάνω στο νόημα και τις φιλοσοφικές συνέπειες της. Τι ακριβώς σήμαινε η φαινομενικά αθώα σχέση Δq*Δp ≥ h/4π; Όπως αποσαφήνισε στην εργασία του ο Heisenberg  το 1927, εν πρώτοις σήμαινε ότι η κλασική έννοια της αιτιότητας έπρεπε να εγκαταλειφθεί — όχι επειδή δεν ήταν νόμιμο να συνάγεται ένα μελλοντικό φαινόμενο από ένα παροντικό αίτιο, αλλά διότι ένα φυσικό σύστημα δεν μπορούσε ποτέ να προσδιοριστεί με απόλυτη ακρίβεια. Επειδή δεν μπορούμε να γνωρίζουμε το παρόν παρά μόνο όσο μας επιτρέπουν οι περιορισμοί που θέτει η κβαντομηχανική, δεν μπορούμε και να έχουμε παρά μόνο ανακριβή γνώση του μέλλοντος. «Εφόσον όλα τα πειράματα υπακούουν στους κβαντικούς νόμους και, συνεπώς, στις σχέσεις αβεβαιότητας, η σφαλερότητα του νόμου της αιτιότητας αποτελεί οριστικώς εδραιωμένη συνέπεια της ίδιας της κβαντικής μηχανικής», υποστήριζε ο Heisenberg. «Ακόμη και κατ* αρχήν έστω, μας είναι αδύνατον να γνωρίζουμε το παρόν σε κάθε του λεπτομέρεια. Γι’ αυτό το λόγο, καθετί που παρατηρούμε συνιστά μία επιλογή από πληθώρα δυνατοτήτων και έναν περιορισμό σχετικά με το τι θα είναι δυνατόν στο μέλλον».
 
Φυσικά, κάποιος θα μπορούσε να διανοηθεί ότι ο Κόσμος ίσως ήταν αιτιακός σε κάποιο βαθύτερο επίπεδο και ότι η μη αιτιότητα περιοριζόταν μόνο στον κόσμο των φαινομένων. Από τη θετικιστική σκοπιά τού Heisenberg, όμως, αυτή η ένσταση δεν διαφοροποιούσε καθόλου τα πράγματα: «Οι τέτοιου είδους εικασίες μάς φαίνονται, για να το πω ρητά, στερούμενες αξίας και νοήματος, διότι η φυσική οφείλει να περιορίζεται στην περιγραφή των συσχετίσεων μεταξύ αισθητηριακών παρατηρήσεων». Και όμως, οι σχέσεις αβεβαιότητας δεν αποκλείουν κατ’ ανάγκην τον αυστηρό ντετερμινισμό και την αιτιότητα. Κατά τη δεκαετία του 1930, το ζήτημα αυτό αναλύθηκε από πολλούς φυσικούς και φιλοσόφους, πρόκειται δε για ένα θέμα που εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης περισσότερο από πενήντα χρόνια αφότου ο Heisenberg πρότεινε την αρχή του.
 

Αρχή της Συμπληρωματικοτητας

Πριν περίπου εκατό χρόνια, ο Αλβέρτος Αϊνστάιν ήταν ο πρώτος που είδε ότι η κβαντική υπόθεση του Max Planck οδηγούσε σε ένα διπλό χαρακτήρα της φύσης, που είχε τεθεί σαν αίτημα από τη φυσική φιλοσοφία. Ο Αϊνστάιν πρότεινε ότι το φωτόνιο έχει έναν σωματιδιακό χαρακτήρα, αν και τα φωτόνια προηγουμένως θεωρούνταν ότι είχαν μόνο ηλεκτρομαγνητικό κυματικό χαρακτήρα. Αυτή ήταν η πεμπτουσία της εργασίας του για το φωτοηλεκτρικό φαινόμενο. Στα τέλη του 1926, ο de Broglie αναγνώρισε ότι όλες οι δομικές μονάδες της φύσης, τα γνωστά μας σωματίδια – ηλεκτρόνια, πρωτόνια, κ.λ.π.- συμπεριφέρονται όπως τα κύματα υπό ορισμένους όρους. Στο σύνολό της, επομένως, η φύση είναι διπλή. Κανένα από τα συστατικά της δεν μπορεί να θεωρηθεί μόνο ως σωματίδιο ή ως κύμα. Για να γίνει κατανοητό αυτό το γεγονός, ο Niels Bohr εισήγαγε το 1923 την αρχή της συμπληρωματικότητας: κάθε συστατικό στη φύση έχει ένα σωματιδιακό, καθώς επίσης και έναν κυματικό χαρακτήρα, και εξαρτάται μόνο από τον παρατηρητή ποιο χαρακτηριστικό βλέπει κάποια στιγμή. Με άλλα λόγια, το πείραμα καθορίζει ποιο χαρακτηριστικό μετρά κάποιος  – σωματίδιο ή κύμα.
 
Εάν δε η Αρχή της Αβεβαιότητας του Heisenberg συνιστά απόρροια της κβαντομηχανικής, δεν ισχύει το ίδιο και για την Αρχή της Συμπληρωματικότητας του Bohr. Πρόκειται για ένα σημαντικά ευρύτερο και λιγότερο καλώς καθορισμένο δόγμα, το οποίο είναι πρωτίστως φιλοσοφικής φύσεως. Μολονότι ελάχιστη αμφιβολία χωρεί όσον αφορά το ότι η διατύπωση της αρχής οφείλει πολλά στο έργο τού Heisenberg πάνω στις κβαντικές αβεβαιότητες, η ιδέα της συμπληρωματικότητας δεν ήταν απλώς μια γενίκευση της αρχής τού Heisenberg. Γεννήθηκε από στοχασμούς γύρω από την κβαντική θεωρία που απασχολούσαν τον Bohr προτού ο Heisenberg αρχίσει το έργο του. O Bohr παρουσίασε πρώτη φορά τις ιδέες του για τη συμπληρωματικότητα σε ένα διεθνές συνέδριο φυσικής στο Κόμο το φθινόπωρο του 1927. Με αυτή την ευκαιρία, ο Bohr τόνισε ότι στον κβαντικό μικρόκοσμο, εν αντιθέσει προς τον κλασικό κόσμο, η παρατήρηση ενός συστήματος δεν μπορεί να γίνει ποτέ χωρίς να διαταραχθεί το εν λόγω σύστημα.
 
Πώς είναι, λοιπόν, δυνατόν να γνωρίζουμε την κατάσταση του συστήματος; Το κβαντικό αυτό αίτημα θα φαινόταν να συνεπάγεται πως η κλασική διάκριση ανάμεσα στον παρατηρητή και το παρατηρούμενο αντικείμενο έπαυε πλέον να είναι βάσιμη. Πώς θα καθίστατο εν τοιαύτη περιπτώσει δυνατόν να επιτευχθεί αντικειμενική γνώση; Οι στοχασμοί τού Bohr πάνω σε τούτα και άλλα συναφή ζητήματα τον οδήγησαν στην εισαγωγή της έννοιας της συμπληρωματικότητας με τη σημασία της χρήσης συμπληρωματικών αλλά αμοιβαίως αποκλειόμενων οπτικών για την περιγραφή της φύσης. Δύο χρόνια αργότερα, όρισε την αρχή της συμπληρωματικότητας ως «έναν νέο τρόπο περιγραφής υπό την έννοια πως κάθε δεδομένη εφαρμογή των κλασικών εννοιών καθιστά αδύνατη την ταυτόχρονη χρήση άλλων κλασικών εννοιών οι οποίες σε διαφορετική συνάφεια είναι εξίσου αναγκαίες για την ακριβή γνώση των φαινομένων».  Αυτή υπήρξε η σαφέστερη μάλλον διατύπωση της αρχής της συμπληρωματικότητας, ενός δόγματος διάσημου για την ασάφεια και την αμφισημία του. H κυματική περιγραφή και η σωματιδιακή περιγραφή (πχ του ηλεκτρονίου) είναι συμπληρωματικές, ως εκ τούτου βρίσκονται σε αντίφαση. Εντούτοις, ο Bohr διατεινόταν ότι ο φυσικός εξακολουθεί να είναι ικανός να λογοδοτήσει αναμφίλεκτα για τα πειράματα του, καθόσον στον ίδιο εναπόκειται η επιλογή των μεγεθών που θα μετρηθούν, επιλογή η οποία καταστρέφει τη δυνατότητα να πραγματωθεί η αντιφάσκουσα όψη.
 
Σε συμφωνία με τον Heisenberg, o Bohr τόνιζε ότι η αποστολή της φυσικής έγκειται στο να προβλέπει και να συνταιριάζει τα πειραματικά αποτελέσματα, όχι στο να ανακαλύπτει την πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από τον κόσμο των φαινομένων. «Όταν περιγράφουμε τη φύση», έγραφε το 1929, «ο σκοπός μας δεν είναι να αποκαλύψουμε την πραγματική ουσία των φαινομένων, αλλά απλώς να ανιχνεύσουμε, όσο μας είναι δυνατόν, τις σχέσεις ανάμεσα στις πολλαπλές όψεις της εμπειρίας μας».
 
Μολονότι ο κυματοσωματιδιακός δυϊσμός αποτελεί το καθιερωμένο παράδειγμα συμπληρωματικότητας, για τον Bohr και τους οπαδούς του η Αρχή αυτή είχε πολύ ευρύτερη σημασία. O Bohr σύντομα την εφάρμοσε σε άλλα πεδία της φυσικής, σε βιολογικά ζητήματα, στην ψυχολογία και σε πολιτισμικά ζητήματα εν γένει. Το 1938, επί παραδείγματι, στο Διεθνές Συνέδριο Ανθρωπολογικών και Εθνολογικών Επιστημών, ο Bohr εξήγησε ότι οι συγκινήσεις και οι αισθητηριακές αντιλήψεις των υποκειμένων βρίσκονται σε συμπληρωματική σχέση ανάλογη με εκείνες που απαντούν σε περιστάσεις μετρήσεων στην ατομική φυσική. Άλλοι φυσικοί οι οποίοι συμπορεύονταν με το πρόγραμμα της Κοπεγχάγης δεν δίστασαν να προχωρήσουν ακόμη παραπέρα. O Jordan συγκεκριμένα, ανέπτυξε τη συμπληρωματικότητα στα πεδία της ψυχολογίας, της φιλοσοφίας και της βιολογίας κατά έναν τόσο βεβιασμένο τρόπο, ώστε αμήχανος ο Bohr υποχρεώθηκε να τονίσει ότι η εν λόγω έννοια του δεν είχε καμία σχέση με το βιταλισμό (ή ζωτικοκρατία), ούτε και μπορούσε να εκλαμβάνεται ως υπεράσπιση είτε του αντιορθολογισμού είτε του σολιψισμού. Στην ακραία ερμηνεία τού Jordan για τη μετρητική διαδικασία υποστηριζόταν, μεταξύ άλλων, ότι οι παρατηρήσεις όχι μόνο διαταράσσουν το μετρούμενο μέγεθος, αλλά ότι κυριολεκτικά αυτές το παράγουν. «Εμείς οι ίδιοι παράγουμε τα αποτελέσματα της μέτρησης», τόνιζε το 1934 ο Jordan.
 
H αρχή της συμπληρωματικότητας έγινε ο ακρογωνιαίος λίθος αυτού που αργότερα καθιερώθηκε να αναφέρεται ως η ερμηνεία της κβαντικής μηχανικής κατά τη Σχολή της Κοπεγχάγης. O Pauli, μάλιστα, έφθασε μέχρι του σημείου να δηλώσει ότι η κβαντική μηχανική θα μπορούσε να λέγεται «θεωρία της συμπληρωματικότητας», σε αναλογία με τη «θεωρία της σχετικότητας» Το σε τι ακριβώς συνίσταται η ερμηνεία της Κοπεγχάγης, ωστόσο, δεν είναι διόλου σαφέστερο από τη φύση της ίδιας της Αρχής της Συμπληρωματικότητας, όπερ σημαίνει ότι δεν είναι ιδιαίτερα σαφές. Πρόκειται για ένα ζήτημα που ακόμη το συζητούν οι φιλόσοφοι και λίγοι φυσικοί οι οποίοι ρέπουν προς το φιλοσοφείν. Στην πραγματικότητα, ο όρος «ερμηνεία της Κοπεγχάγης» πρωτομπήκε στο λεξιλόγιο των φυσικών το 1955, όταν τον χρησιμοποίησε ο Heisenberg για να αντιδιαστείλει την ορθοδοξία από ορισμένες ανορθόδοξες ερμηνείες στις οποίες ασκούσε κριτική.
 
Πολλοί από τους σημαντικούς φυσικούς της δεκαετίας του 1930, μεταξύ των οποίων και οι Pauli, Heisenberg, Jordan και Rosenfeld, έγιναν ενθουσιώδεις υποστηρικτές της φιλοσοφίας κατά Bohr της συμπληρωματικότητας, και την έβλεπαν ως τον αληθινό εννοιολογικό πυρήνα της κβαντικής μηχανικής. Είναι αξιοσημείωτο ότι όλοι οι φυσικοί που ανεπιφύλακτα υιοθέτησαν τη σκοπιά τού Bohr διατηρούσαν προσωπική επαφή με τον δανό φυσικό και είχαν φιλοξενηθεί στο ινστιτούτο του. Έξω από τον κύκλο της Κοπεγχάγης, η φιλοσοφία της συμπληρωματικότητας έτυχε σημαντικά ψυχρότερης υποδοχής, η οποία κυμαινόταν από την ευγενική αδιαφορία ως και, σε λιγοστές περιπτώσεις, την εχθρότητα. O Dirac, για παράδειγμα, ενώ διατηρούσε στενές σχέσεις με τους φυσικούς του Ινστιτούτου της Κοπεγχάγης και έτρεφε μεγάλο σεβασμό για τον Bohr, δεν έβλεπε τίποτε άξιο λόγου σε όλη την κουβέντα περί συμπληρωματικότητας. Δεν οδηγούσε σε καινούργιες εξισώσεις ούτε και μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στους υπολογισμούς, τους οποίους ο Dirac έτεινε να ταυτίζει με τη φυσική.
 
Ένας δε σπουδαστής του Ινστιτούτου Bohr ο Christian Müller, ο οποίος φοίτησε στο ινστιτούτο από το 1926 ώς το 1932 και παρέμεινε εκεί καθ’ όλη τη σταδιοδρομία του δεν έτρεφε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα ευρέα εννοιολογικά προβλήματα στα οποία απέδιδε μεγάλη σημασία ο Bohr. «Μολονότι γινόμασταν ακροατές εκατοντάδων επί εκατοντάδων συζητήσεων γύρω από αυτά τα θέματα [τη συμπληρωματικότητα και τα προβλήματα των μετρήσεων], και μας ενδιέφεραν, δεν νομίζω ότι κανένας από εμάς, εκτός από τον Rosenfeld ίσως, αφιέρωνε πολύ χρόνο σε αυτή την υπόθεση», έγραψε αργότερα.
 
Την ίδια στάση τήρησαν και πολλοί άλλοι νεαροί κβαντικοί φυσικοί, ιδιαίτερα δε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η φήμη του Bohr ως κβαντικού γκουρού ήταν πολύ πιο περιορισμένη απ’ ό,τι στην Ευρώπη. Τα «σχεδόν φιλοσοφικά» προβλήματα δεν θεωρούνταν ιδιαίτερα ελκυστικά. Επικέντρωναν την προσοχή τους σε πειράματα και σε συγκεκριμένους υπολογισμούς, και για τους σκοπούς αυτούς η αρχή της συμπληρωματικότητας δεν φαινόταν να έχει την παραμικρή χρησιμότητα. Με αυτό δεν εννοούμε ότι μεταξύ των Αμερικανών δεν υπήρξε κανένα ενδιαφέρον για τα προβλήματα θεμελίωσης, αλλά απλώς ότι το ενδιαφέρον κινήθηκε σε άλλες κατευθύνσεις και ότι εκδηλώθηκε σε μικρότερη κλίμακα απ’ ό,τι στη Δανία και τη Γερμανία. Το ότι η σπουδαιότητα της αρχής της συμπληρωματικότητας κατά την εξεταζόμενη περίοδο υπήρξε σχετικώς μέτρια φαίνεται επίσης και από τα εγχειρίδια από τα οποία διδάσκονταν οι φοιτητές την κβαντική θεωρία. Οι περισσότεροι συγγραφείς εγχειριδίων, ακόμη και αν έτρεφαν συμπάθεια για τις ιδέες τού Bohr, δυσκολεύονταν να συμπεριλάβουν σε αυτά και να δικαιολογήσουν ένα εδάφιο πάνω στη συμπληρωματικότητα. Παρά το γεγονός ότι μια μεγάλη μερίδα των φυσικών του κόσμου δεν επιδοκίμαζε την ερμηνεία της Κοπεγχάγης, ή μάλλον δεν νοιαζόταν γι’ αυτήν, η αντίσταση απέναντι της υπήρξε ασθενής και όχι ενιαία. Όποιοι κι αν ήταν οι λόγοι, κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1930 ο Bohr είχε επιτύχει σε αξιοσημείωτο βαθμό να επιβάλει την ερμηνεία της Κοπεγχάγης ως την κυρίαρχη φιλοσοφία της κβαντικής μηχανικής.
 

Ενάντια στην Ερμηνεία της Κοπεγχάγης

Ίσως το πλέον περίφημο, και το πλέον μυθοποιημένο, επεισόδιο στην ιστορία της φυσικής του 20ού αιώνα είναι η αναμέτρηση του Αϊνστάιν με τον Bohr αναφορικά με την ερμηνεία της κβαντικής μηχανικής. H σειρά των σωκρατικών συζητήσεων ανάμεσα στους δύο εμβριθείς και θρυλικούς φυσικούς-φιλοσόφους έχει καταστεί μέρος των παραδόσεων της φυσικής, καθώς και των γενικών διανοητικών παραδόσεων. Ανεξάρτητα από τις λεπτομέρειες τους, οι συζητήσεις τους κατέχουν μια θέση στη δυτική διανοητική ιστορία ανάλογη με εκείνη, ας πούμε, της προ τριών περίπου αιώνων διαμάχης μεταξύ Νεύτωνα και Leibniz. Μολονότι η κβαντική μηχανική όφειλε πολλά στις θεμελιώδεις συμβολές του Αϊνστάιν κατά την περίοδο 1905-1925, ο ίδιος δεν έδειξε κατ’ αρχάς μεγάλο ενδιαφέρον για την καινούργια θεωρία. Διαμορφώνοντας μια γενική στάση απέναντι της που διαπνεόταν από σκεπτικισμό, αρνήθηκε, για φιλοσοφικούς μάλλον παρά για επιστημονικούς λόγους, ότι ο μικρόκοσμος δεν μπορούσε να περιγραφεί παρά μόνο στατιστικά. Σε μια περίφημη επιστολή που απηύθυνε στον Born τον Δεκέμβριο του 1926, ο Αϊνστάιν έγραφε για την «εσωτερική του φωνή» που του έλεγε ότι η κβαντική μηχανική «ουδόλως μας φέρνει πιο κοντά στο μυστικό του Υψίστου. Είμαι πεπεισμένος ότι Εκείνος δεν παίζει ζάρια».
 
H δυσαρέσκεια του Αϊνστάιν για τη στατιστική ερμηνεία οδήγησε σε μια εργασία που παρουσιάστηκε προφορικά στην Πρωσική Ακαδημία Επιστημών στις αρχές του 1927. Στο χειρόγραφο, το οποίο έφερε τον τίτλο «Καθορίζει η κυματομηχανική τού Schrodinger την κίνηση ενός συστήματος πλήρως ή μόνο υπό τη στατιστική έννοια;», σκιαγραφούνταν κάποιου είδους θεωρία κρυμμένων μεταβλητών. Αλλά ο Αϊνστάιν πρέπει να αντιλήφθηκε ότι η εναλλακτική λύση που πρότεινε δεν ήταν ικανοποιητική, διότι ουδέποτε υπέβαλε το χειρόγραφο προς δημοσίευση.
 
O Αϊνστάιν συμμετείχε στο 5ο Συνέδριο Solvay τον Οκτώβριο του 1927, όπου ο Bohr, o Dirac, o Heisenberg, o Pauli, o Schrodinger και άλλοι εξέχοντες φυσικοί συζήτησαν τη θεμελίωση της κβαντικής μηχανικής. O Bohr έδωσε διάλεξη πάνω στις νέες του ιδέες για τη συμπληρωματικότητα, περί της οποίας πρώτη φορά άκουσε ο Αϊνστάιν. O Αϊνστάιν δεν πείσθηκε από τα λεχθέντα και υποστήριξε ότι η ερμηνεία Bohr-Heisenberg, κατά την οποία η κβαντική μηχανική αποτελούσε μια πλήρη θεωρία των επιμέρους διαδικασιών, αντέφασκε προς τη θεωρία της σχετικότητας. Παρουσίασε και ανέλυσε διάφορα νοητικά πειράματα με την ελπίδα να καταδείξει ότι οι σχέσεις αβεβαιότητας δεν ήταν κατ’ ανάγκην ισχυρές και ότι ορισμένα ατομικά φαινόμενα μπορούσαν να αναλυθούν λεπτομερέστερα απ’ ό,τι επέτρεπαν οι σχέσεις Heisenberg. Όταν ο Bohr απέδειξε την αβασιμότητα των επιχειρημάτων τού Αϊνστάιν, εκείνος επανήλθε με ένα νέο νοητικό πείραμα, το οποίο και πάλι αντέκρουσε ο Bohr. Σύμφωνα με τον Bohr, η κβαντική μηχανική (συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων αβεβαιότητας) συνιστούσε μια πλήρη θεωρία που εξαντλούσε όλες τις δυνατότητες ερμηνείας των παρατηρήσιμων φαινομένων. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο Bohr εξήλθε «νικητής» από τις συζητήσεις τού 1927 και ότι οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες αναγνώρισαν τη δύναμη των επιχειρημάτων του. O Αϊνστάιν ναι μεν αναγνώρισε την οξυδέρκεια που επέδειξε ο Bohr ως συνομιλητής του, δεν έστερξε όμως να παραδεχτεί την ορθότητα των απόψεων του. Σε μια επιστολή του προς τον Schrodinger μισό χρόνο μετά το συνέδριο, ο Αϊνστάιν περιέγράφε σαρκαστικά την ερμηνεία της Κοπεγχάγης αποκαλώντας την «η ηρεμιστική φιλοσοφία των Heisenberg και Bohr — ή μήπως θρησκεία;» Και προσέθετε ότι «προσφέρει ένα απαλό προσκέφαλο για τον αληθινό πιστό που δύσκολα τον αφήνει να αφυπνισθεί».
 
O δεύτερος γύρος της περίφημης αντιπαράθεσης Bohr-Αϊνστάιν έλαβε χώρα στο 6ο Συνέδριο Solvay, τον Οκτώβριο του 1930, όταν η μποριανή ιδέα της συμπληρωματικότητας δυνάμωνε την επιρροή της μεταξύ των ευρωπαίων φυσικών. Αυτή τη φορά, ο Αϊνστάιν εστίασε στη σχέση αβεβαιότητας ενέργειας-χρόνου (ΔE*Δt ≥ h/4π), την οποία και επεχείρησε να καταρρίψει. Τα μέσα που επιστρατεύθηκαν για την κατάρριψη ήταν τα ίδια όπως και πριν τρία χρόνια, ένα νοητικό πείραμα. Στο καινούργιο του νοητικό πείραμα, το οποίο αργότερα έγινε γνωστό ως πείραμα του κουτιού με το φωτόνιο, ο Αϊνστάιν επικαλέστηκε τη σχέση μάζας-ενέργειας της ειδικής σχετικότητας, E =mc2, και υποστήριξε ότι η ενέργεια ενός φωτονίου και ο χρόνος άφιξης του σε μια οθόνη μπορούσαν να προβλεφθούν με απεριόριστη ακρίβεια, σε αντίφαση με τη σχέση αβεβαιότητας. O Bohr όμως απάντησε λαμπρά στην πρόκληση, επικαλούμενος τον τύπο της ερυθράς μετατόπισης της γενικής θεωρίας της σχετικότητας του Αϊνστάιν. H έκβαση του δεύτερου γύρου της αντιπαράθεσης υπήρξε η ίδια όπως και του πρώτου: η μποριανή αντίληψη της κβαντικής μηχανικής ενισχύθηκε, και ο σκεπτικισμός τού Αϊνστάιν φάνηκε αδικαιολόγητος. Μέχρι τότε, ο Αϊνστάιν είχε ελπίσει να καταρρίψει την κβαντική μηχανική αποδεικνύοντας ότι οι σχέσεις αβεβαιότητας δεν ευσταθούσαν· η πίστη του στην έσχατη αιτιότητα παρέμεινε ακλόνητη, και κατά τη δεκαετία του 1930 μετατόπισε την εστία των ενστάσεων του από την ασυνέπεια στη μη πληρότητα.
 
Το στατιστικό νόημα της κυματοσυνάρτησης δεν αποκλείει κατ’ ανάγκην τη δυνατότητα τα επιμέρους ατομικά γεγονότα να καθορίζονται από κάποιες παραμέτρους, που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμη, και βρίσκονται σε ένα άγνωστο σε μας υποεπίπεδο. Πριν δε την κβαντομηχανική – αρχές του 20ου αιώνα – έγινε προσπάθεια να εξηγηθεί αιτιακά η πιθανότητα της διάσπασης των ραδιενεργών πυρήνων και να ανακαλυφθούν κάποιες κρυμμένες μεταβλητές που να καθόριζαν τον χρόνο της διάσπασης των πυρήνων. H δυνατότητα ύπαρξης παρόμοιων «κρυμμένων μεταβλητών» αναγνωρίστηκε σε μια πρώιμη φάση της κβαντικής μηχανικής, αλλά στο βαθμό που οι υποθετικές αυτές παράμετροι δεν είχαν φυσική σημασία, δεν τους δόθηκε μεγάλη προσοχή. Ωστόσο, εξακολουθούσαν να αποτελούν μια δυνατότητα, και μάλιστα ελκυστική, για όσους αποστρέφονταν την ερμηνεία της Κοπεγχάγης. Εάν η κβαντική μηχανική μπορούσε να διατυπωθεί με όρους κρυμμένων μεταβλητών, και αν αναπαρήγε όλα τα αποτελέσματα της καθιερωμένης θεωρίας, τότε θα έμοιαζε να μην υπάρχει κάποιος ακαταμάχητος λόγος ώστε οι φυσικοί να αναγκάζονται να αποδεχτούν την εικόνα του ατομικού κόσμου σύμφωνα με τη Σχολή της Κοπεγχάγης.
 
Το ζήτημα των κρυμμένων μεταβλητών ήταν μεταξύ των προβλημάτων που εξέτασε ο διάσημος μαθηματικός John von Neumann σε ένα βιβλίο τού 1932 με τον τίτλο Mathematische Grundlagen der Quantenmechanik (Μαθηματικά θεμέλια της κβαντικής μηχανικής). O von Neumann έδωσε μια μαθηματικώς ακριβή διατύπωση στη θεμελίωση της κβαντικής μηχανικής, βασίζοντας τη θεωρία στη χρήση των χώρων Hubert. Σε ένα έργο του 1933, ο γάλλος φυσικός Jacques Solomon οδηγήθηκε ανεξάρτητα στο ίδιο συμπέρασμα, ότι δηλαδή οι κρυμμένες παράμετροι είναι ασυνεπείς με τον παραδεδεγμένο φορμαλισμό της κβαντικής μηχανικής. Σε ένα μικρό μέρος του σημαντικού του βιβλίου, ο von Neumann απέδειξε ότι μια αιτιακή κατανόηση της κβαντικής μηχανικής βασιζόμενη σε κρυμμένες μεταβλητές είναι αδύνατη. Σύμφωνα με τον von Neumann, «Δεν έχουμε επομένως να κάνουμε, όπως συχνά γίνεται δεκτό, με ένα ζήτημα επανερμηνείας της κβαντικής μηχανικής —το παρόν σύστημα της κβαντικής μηχανικής θα έπρεπε να είναι αντικειμενικά εσφαλμένο για να είναι δυνατή μια περιγραφή των στοιχειωδών διαδικασιών διαφορετική από τη στατιστική». Η μαθηματική του απόδειξη έγινε ευρέως αποδεκτή και ενίοτε εξελήφθη ως απόδειξη της ερμηνείας της Κοπεγχάγης. Στην πραγματικότητα, ανάμεσα στη θέση τού Bohr και την ερμηνεία τού von Neumann υπήρχαν σημαντικές διαφορές, αλλά οι διακρίσεις σπανίως επισημαίνονταν. Επί παραδείγματι, το «πρόβλημα της μέτρησης» δεν ετίθετο με τον ίδιο τρόπο για τον Bohr και για τον von Neumann. O Bohr έτεινε να το βλέπει ως πρόβλημα γενίκευσης του κλασικού πλαισίου ώστε να αποφευχθούν οι αντιφάσεις ανάμεσα σε δύο αμοιβαίως ασυμβίβαστες κλασικές έννοιες, αμφότερες αναγκαίες στην περιγραφή των πειραμάτων. Και η λύση του συνίστατο στη συμπληρωματικότητα. Για τον von Neumann, από την άλλη πλευρά, πρόβλημα της μέτρησης σήμαινε το μαθηματικό πρόβλημα του να αποδειχθεί ότι ο φορμαλισμός δίνει τις ίδιες προβλέψεις για διάφορες θέσεις της «τομής» μεταξύ παρατηρητή και αντικειμένου.
 
Πολύ μεγάλο ρόλο ασφαλώς έπαιξε η απόδειξη του von Neumann, ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν κρυμμένες μεταβλητές, στη διαδικασία η οποία οδήγησε στην ηγεμονία της ερμηνείας της Κοπεγχάγης. Και μάλιστα η απόδειξη του συχνά αναφερόταν ως η τελευταία λέξη πάνω στο συγκεκριμένο θέμα.
 
O ρόλος της ανθρώπινης συνείδησης κατά τη διαδικασία μέτρησης αποτελούσε μέρος της κβαντοφιλοσοφικής συζήτησης της δεκαετίας του 1930. Έτσι, ο von Neumann υποστήριξε ότι το στοιχείο της συνείδησης ήταν αδύνατον να αποκλειστεί, ενώ σε μια μονογραφία τού 1939 οι Fritz London και Edmond Bauer ισχυρίστηκαν ανοιχτά ότι η αναγωγή της κυματοσυνάρτησης ήταν το αποτέλεσμα μιας συνειδητής δραστηριότητας του ανθρώπινου νου. «Φαίνεται ότι το αποτέλεσμα της μέτρησης συνδέεται στενά με τη συνείδηση του προσώπου που την πραγματοποιεί, και ότι έτσι η κβαντική μηχανική μάς οδηγεί στον πλήρη σολιψισμό», έγραφαν, μόνο και μόνο για να υποστηρίξουν ότι, σε τελική ανάλυση, ο νέος ρόλος της παρατηρούσας συνείδησης δεν υπονόμευε την αντικειμενικότητα. Μέσα στο πνεύμα του θετικισμού, σημείωναν με ικανοποίηση ότι τίποτε στη διαδικασία της μέτρησης δεν θα «μας εμπόδιζε να προβλέπουμε ή να ερμηνεύουμε πειραματικά αποτελέσματα».
 
Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ο βρετανός φυσικός John Bell, απέδειξε ότι η απόδειξη του von Neumann δεν απέκλειε στην πραγματικότητα όλες τις θεωρίες που λειτουργούσαν με κρυμμένες παραμέτρους. O BeIl, ο οποίος διαδραμάτισε εξέχοντα ρόλο στην αντιπαράθεση γύρω από την ερμηνεία της κβαντικής μηχανικής, αντλούσε έμπνευση από τη θεωρία τού Bohm και εν γένει διέκειτο ευμενώς προς τις θεωρίες με κρυμμένες μεταβλητές.
 

Είναι η Κβαντική Μηχανική Πλήρης; Το νοητικό πείραμα EPR

Μετά την «ήττα» του το 1930, ο Αϊνστάιν συνέχισε να στοχάζεται βαθιά σχετικά με την επιστημολογική κατάσταση πραγμάτων στην κβαντική μηχανική, όντας πεπεισμένος ότι κάποια ακριβής και αιτιακή περιγραφή των φυσικών φαινομένων έπρεπε να είναι οπωσδήποτε δυνατή. Την άνοιξη του 1935, εγκατεστημένος πλέον στις ΗΠΑ, ο Αϊνστάιν δημοσίευσε, μαζί με τους νεαρούς συναδέλφους του στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον Boris Podolsky και Nathan Rosen, μια σύντομη αλλά διάσημη εργασία υπό τον τίτλο «Can Quantum-Mechanical Description of Physical Reality Be Considered Complete?» (Μπορεί να θεωρείται πλήρης η κβαντομηχανική περιγραφή της φυσικής πραγματικότητας;). H τελική εκδοχή της εργασίας γράφηκε από τον Podolsky και διατυπώθηκε κατά τρόπο που ο Αϊνστάιν δεν τον ενέκρινε πλήρως. Οι τρεις συγγραφείς άρχιζαν δηλώνοντας ότι οι φυσικές έννοιες πρέπει να αντιστοιχούν σε όψεις της φυσικής πραγματικότητας. Το κριτήριο πραγματικότητας που πρότειναν ήταν το εξής: «Εάν, χωρίς να διαταράξουμε καθ’ οιονδήποτε τρόπο ένα σύστημα, μπορούμε να προβλέψουμε μετά βεβαιότητας (δηλαδή, με πιθανότητα ίση με τη μονάδα) την τιμή ενός φυσικού μεγέθους, τότε υπάρχει ένα στοιχείο φυσικής πραγματικότητας που αντιστοιχεί σε αυτό το φυσικό μέγεθος». H εισαγόμενη αντιστοιχία οδηγούσε σε μια αναγκαία συνθήκη για την πληρότητα μιας φυσικής θεωρίας, συγκεκριμένα δε στην εξής: «Κάθε στοιχείο της φυσικής πραγματικότητας πρέπει να έχει ένα αντίστοιχό του στη φυσική θεωρία». Οι Αϊνστάιν, Podolsky και Rosen (EPR) ισχυρίζονταν εν συνεχεία ότι η κβαντική μηχανική, σε συνδυασμό με το κριτήριο της φυσικής πραγματικότητας, οδηγούσε σε αντίφαση, και ότι δεν υπήρχε καμία άλλη εναλλακτική λύση εκτός από το να αναγνωριστεί ότι η κβαντομηχανική περιγραφή της πραγματικότητας στερείται πληρότητας. Το επιχείρημα της εργασίας των EPR ήταν κατ’ ουσίαν αρνητικό, υπό την έννοια ότι αποσκοπούσε στην υπονόμευση της καθιερωμένης αντίληψης περί κβαντικής μηχανικής χωρίς να προτείνει κάποια εναλλακτική θεωρία. Στην κατακλείδα της εργασίας τους, ο Αϊνστάιν και οι συνεργάτες του «άφηναν ανοιχτό το ζήτημα του κατά πόσον υπάρχει ή όχι μια τέτοια [πλήρης] περιγραφή», προσθέτοντας: «Πιστεύουμε, ωστόσο, ότι μια τέτοια θεωρία είναι δυνατή».
 
O Bohr ενοχλήθηκε έντονα από το επιχείρημα των EPR και άρχισε αμέσως να αναπτύσσει ένα αντεπιχείρημα, του οποίου την επεξεργασία ολοκλήρωσε έπειτα από μια περίοδο πέντε περίπου μηνών. H βασική του γραμμή επιχειρηματολογίας συνίστατο στην απόρριψη του κριτηρίου φυσικής πραγματικότητας που πρότειναν οι Αϊνστάιν, Podolsky και Rosen. O Bohr έκρινε το κριτήριο αυτό άκυρο επειδή προϋπέθετε ότι το σύστημα αντικείμενο συν τη μετρητική διάταξη μπορούσε να αναλυθεί σε χωριστά μέρη· κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον σύμφωνα με την αντίληψη της ερμηνείας της Κοπεγχάγης, κατά την οποία αντικείμενο και μετρητική διάταξη αποτελούσαν ένα ενιαίο, ακέραιο σύστημα.
 
Ενώ το επιχείρημα των EPR απέκτησε μεγάλη φήμη από τη δεκαετία του 1960 και εντεύθεν, τη δεκαετία του 1930 αυτός ο τρίτος γύρος της αντιπαράθεσης Bohr-Αϊνστάιν δεν προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον ανάμεσα στους φυσικούς. H εργασία των EPR δεν επέτυχε να πείσει τους φυσικούς να εγκαταλείψουν την ερμηνεία της Κοπεγχάγης, και η γενική εντύπωση που δημιουργήθηκε ήταν ότι ο Bohr είχε και πάλι αντικρούσει ικανοποιητικά τις ενστάσεις τού Αϊνστάιν. Για τους κβαντικούς φυσικούς του κυρίαρχου ρεύματος, απλώς λειτούργησε ως επιβεβαίωση αυτού που ανέκαθεν σκέπτονταν, ότι δηλαδή ο Αϊνστάιν και οι σύμμαχοι του — «οι συντηρητικοί, γηραιοί κύριοι», όπως τους περιέγραφε ο Pauli σε μια επιστολή του προς τον Schrodinger — βρίσκονταν απελπιστικά σε διάσταση με την εξέλιξη. H μεγάλη πλειονότητα των φυσικών φαίνεται ότι απλώς δεν έδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον. Μπορούσαν εύκολα να βρουν καλύτερα πράγματα να κάνουν από το να προσπαθούν να καταλάβουν φιλοσοφικά επιχειρήματα που δεν άπτονταν καθόλου της καθημερινής τους δουλειάς.
 

Το νοητικό πείραμα της γάτας του Schrödinger

Οι φυσικοί, ωστόσο, που είχαν μεγαλύτερη κλίση προς το φιλοσοφείν, μεταξύ των οποίων και ο Schrödinger, βρήκαν την ανάλυση των EPR άκρως ενδιαφέρουσα. Σε συμβολές τού 1935, ο πατέρας της κυματομηχανικής υποστήριξε την άποψη του Αϊνστάιν και ανέπτυξε δικές του αντιρρήσεις κατά της θέσης τού Bohr σχετικά με την κβαντική θεωρία. Σε μία από αυτές τις συμβολές, μάλιστα, πρότεινε ένα επιχείρημα, διαφορετικό από εκείνο των EPR, κατά της πληρότητας της κβαντικής μηχανικής. Είναι δε περίφημος ο τρόπος με τον οποίο προσπάθησε να παρουσιάσει παραστατικά τη βασική σκέψη του: μια δυστυχής γάτα βρίσκεται κλεισμένη σε ένα θάλαμο μαζί με κάποια ποσότητα ραδιενεργού υλικού και ένα διαβολικό κατασκεύασμα που, μόλις τεθεί σε λειτουργία από μια διάσπαση του ραδιενεργού υλικού (σε τυχαίο χρόνο), θα απελευθερώσει θανατηφόρους ατμούς υδροκυανικού οξέος, και η γάτα θα πεθάνει.
 
Στον καθημερινό μας κόσμο υπάρχει μια πιθανότητα 50-50 η γάτα να πεθάνει, και χωρίς να κοιτάξουμε στο εσωτερικό του κουτιού μπορούμε να πούμε, αρκετά εύκολα, ότι η γάτα που βρίσκεται μέσα είναι είτε ζωντανή είτε νεκρή.

Το παράδοξο συμπέρασμα του Schrödinger είχε ως εξής: Εάν κανείς άφηνε αυτό το σύστημα ως όλον μόνο του επί μία ώρα, θα έλεγε ότι η γάτα εξακολουθεί να ζει αν εν τω μεταξύ δεν διασπάστηκε κανένα άτομο. H πρώτη διάσπαση ατόμου που θα συνέβαινε θα την είχε δηλητηριάσει.

Ο κβαντικός όμως κόσμος είναι παράξενος. Σύμφωνα με τη κβαντική θεωρία, καμιά από τις δύο δυνατότητες που υπάρχουν για το υλικό, και επομένως και για τη γάτα, δεν είναι πραγματική, εκτός και αν παρατηρηθεί. Η ραδιενεργός ατομική αποσύνθεση ούτε έχει συμβεί ούτε δεν έχει συμβεί και η γάτα ούτε έχει πεθάνει ούτε είναι ζωντανή, μέχρις ότου κοιτάξουμε στο εσωτερικό του κουτιού και δούμε τι έγινε!

Οι θεωρητικοί που αποδέχονται την καθαρή εκδοχή της κβαντομηχανικής ισχυρίζονται ότι η γάτα υπάρχει σε κάποια απροσδιόριστη κατάσταση, ούτε ζωντανή ούτε νεκρή, έως ότου κάποιος παρατηρητής κοιτάξει στο κουτί και δει πώς παν τα πράγματα. Τίποτε δεν είναι πραγματικό, εκτός εάν παρατηρείται.

Σε ότι αφορά τη μη πραγματική κατάσταση της γάτας του Schroedinger, ο Αϊνστάιν την είχε απορρίψει, υιοθετώντας ότι θα έπρεπε να υπάρχει κατά βάθος κάποιος ωρολογιακός μηχανισμός (συγκεκαλυμμένες μεταβλητές ή παράμετροι), ο οποίος και κατευθύνει τη θεμελιώδη πραγματικότητα των καταστάσεων. Ξόδεψε πολλά χρόνια προσπαθώντας να επινοήσει διάφορα τεστ τα οποία ίσως να αποκάλυπταν αυτή τη θεμελιώδη πραγματικότητα, αλλά πέθανε πριν καταστεί δυνατό να πραγματοποιήσει ένα τέτοιο πείραμα.

Οι περισσότεροι από τους φυσικούς προσαρμόστηκαν πολύ καλά, μερικοί όμως ουδέποτε πείστηκαν. O ίδιος ο Einstein αντέδρασε σε όλες τις απαντήσεις του Bohr παρατηρώντας ότι η θέση του ήταν λογικά δυνατή αλλά «τόσο αντίθετη με το επιστημονικό μου ένστικτο, ώστε δεν μπορώ να εγκαταλείψω την εργασία μου για να καταλάβω περισσότερα».

Ως τώρα δεν βρέθηκε καμιά «πληρέστερη κατανόηση» και φαίνεται πως το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να παραμείνουμε στην ερμηνεία της Κοπεγχάγης. Αυτό όμως οδηγεί σ’ ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα του οποίου οι εννοιολογικές και φιλοσοφικές συνέπειες ξεπερνούν κατά πολύ όσα αναφέραμε ως τώρα. Πρόκειται για το μετρητικό πρόβλημα.
 

Απόψεις για την Πραγματικότητα

Ποιά σχέση άραγε να υπάρχει μεταξύ των επιστημονικών θεωριών και της πραγματικότητας; Από τον 17ο αιώνα που άρχισε ν’ αναπτύσσεται η μηχανιστική φιλοσοφία μέσω του έργου των Ρενέ Ντεκάρτ (Καρτέσιου) και Τζον Λοκ, είναι ευρέως αποδεκτό ότι η γνώση που διαθέτουμε για τον κόσμο περιορίζεται από την αποκτώμενη εμπειρία . Αν, όντως, στην πραγματικότητα είναι υπαρκτά τα υλικά αντικείμενα, δεν γίνονται αντιληπτά άμεσα αλλά μόνο ως αποτέλεσμα της επίδρασης τους στις αισθήσεις μας, και η – μέσω των αισθήσεων – αποκτώμενη εμπειρία γίνεται το τελικό αποτέλεσμα μιας μακριάς αλυσίδας «αιτιωδών» σχέσεων η οποία συνδέει τον εξωτερικό υλικό κόσμο με τον εγκέφαλο ενός παρατηρητή. Κατά συνέπεια, όλες οι προσπάθειες που κάνουμε για να αντιληφθούμε τη φύση του εξωτερικού κόσμου έχουν υποθετικό χαρακτήρα, αφού δεν έχουμε άμεση γνώση του κόσμου αυτού, αλλά μόνο οι διεγέρσεις στον εγκέφαλο που αυτός παράγει. Αυτό το είδος ανάλυσης οδηγεί σε μια πειστική φιλοσοφικά περιγραφή της σχέσης που υπάρχει μεταξύ επιστήμης και πραγματικότητας. Επειδή οι δε επιστημονικές θεωρίες «αποπειρώνται να περιγράψουν» τη φύση ενός εξωτερικού κόσμου, δεν είναι και σίγουρη η ορθότητα τέτοιων θεωριών, αφού δεν διαθέτουμε την άμεση εκείνη πρόσβαση προς την πραγματικότητα η οποία θα μας επέτρεπε να αποδείξουμε την «αλήθεια» τους. Πολλοί μάλιστα φιλόσοφοι διακρίνουν μια καθαρή διάκριση μεταξύ του «είναι» και του «φαίνεσθαι» ή, ακριβέστερα, μεταξύ του εξωτερικού κόσμου και της μέσω των αισθήσεων αποκτώμενης εμπειρίας του κόσμου αυτού. Το περισσότερο που θα μπορούσε κανείς να πει είναι ότι η περιγραφή του εξωτερικού κόσμου που προκύπτει από μια τέτοια θεωρία πιθανώς να είναι αληθινή, εξασφαλίζοντας έτσι το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν οδηγεί σε συμπεράσματα τα οποία διαψεύδονται από τις μέσω των αισθήσεων αποκτώμενες εμπειρίες του παρατηρητή. Λόγω του υποθετικού χαρακτήρα των επιστημονικών θεωριών, δεν θάπρεπε κανείς να εκπλαγεί από το γεγονός ότι η κοσμοθεωρία της Φυσικής έχει αλλάξει αρκετές φορές κατά το παρελθόν.
 
Μια άλλη, δεύτερη, απόπειρα να ξεκαθαρίσει η σχέση μεταξύ επιστήμης και πραγματικότητας πηγάζει από ένα εναλλακτικό σχήμα το οποίο έχει τις ρίζες του στον Ιδεαλισμό. Σύμφωνα με την οπτική αυτή, ο εξωτερικός κόσμος δεν υφίσταται υπό την έννοια μιας πραγματικότητας ανεξάρτητης από την ύπαρξη παρατηρητή. Ένας τέτοιος εξωτερικός κόσμος θεωρείται είτε ότι δεν υπάρχει είτε ότι είναι μια χωρίς νόημα έννοια, που είναι και η πιο συνηθισμένη στις μέρες μας αντίληψη. Αντιθέτως, ο κόσμος θεωρείται σαν να είναι «δομημένος» από αντικείμενα της ίδιας φύσης με τις εμπειρίες που αποκτώνται μέσω των αισθήσεων. Στόχος κάθε επιστημονικής θεωρίας δεν είναι να δώσει μια περιγραφή του εξωτερικού κόσμου, αλλά απλώς να οργανώσει τις (μέσω των αισθήσεων αποκτώμενες) εμπειρίες αυτές σε κάποιο αυτοσυνεπές πρότυπο, το οποίο να περιγράφεται από ένα σύνολο κανόνων ή νόμων.
 
Οι περισσότεροι όμως επιστήμονες τείνουν ενστικτωδώς μάλλον προς την πρώτη, τη «ρεαλιστική», ερμηνεία της επιστήμης παρά προς τη δεύτερη, την «αντιρεαλιστική» προσέγγιση της.
 
Στην πρώτη ερμηνεία, την ρεαλιστική ή υλιστική ερμηνεία (Δημόκριτος, Γαλιλαίος, Νεύτωνας, Πλάνκ, Αϊνστάιν, De Broglie, Bohm, Schroedinger, von Laue, Langevin, κ.ά.) δέχονται ότι:

Α! Υπάρχει μια φυσική, αντικειμενική πραγματικότητα, ανεξάρτητη από το υποκείμενο και τα μέσα πειραματισμού. Ο πειραματιστής δηλαδή δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα της μέτρησης.
Β! Ισχύει επίσης η αρχή της αιτιοκρατίας, οι αιτίες δηλαδή καθορίζουν το αποτέλεσμα.
 
Μια αυτονόητη υπόθεση της κλασικής φυσικής είναι ότι υπάρχει δυνατότητα, με πολύ προσεκτικό σχεδιασμό των πειραμάτων,  να καταστήσουμε εντελώς αμελητέα τη διαταραχή που προκαλεί ο ερευνητής με την ανάμειξή του στην πορεία των φυσικών φαινομένων. Η υπόθεση αυτή είναι απόλυτα δικαιολογημένη για φαινόμενα μεγάλης κλίμακας, αλλά παύει να είναι για φαινόμενα του μικροκόσμου και για τα σωματίδια που συγκροτούν τα άτομα  (τουλάχιστο με τις σημερινές μεθόδους έρευνάς τους).

Η δεύτερη ερμηνεία ή θετικιστική ερμηνεία (Σχολή της Κοπεγχάγης, Bohr, Heisenberg, von Newmann, Jordan κ.ά.) αμφισβήτησε την ισχύ της ρεαλιστικής ερμηνείας για την αιτιότητα στο χώρο του μικρόκοσμου καθώς υποστήριξαν ότι δεν ισχύει στο μικρόκοσμο και αμφισβήτησε επίσης και την ισχύ της τοπικότητας.

Σύμφωνα δηλαδή με τον Bohr η κβαντική θεωρία δεν περιγράφει τον μικρόκοσμο καθ’ εαυτόν,   αλλά όπως αυτός εμφανίζεται κατά την παρατήρηση, δηλαδή μέσα από την αλληλεπίδραση του με τις συσκευές μέτρησης και τον παρατηρητή.

Μέσα στα πλαίσια της θετικιστικής ερμηνείας αναπτύχθηκε η μηχανική  των μητρών,  από τον Heisenberg. Οι θετικιστές πιστεύουν ότι μεγέθη που δεν μπορούν να παρατηρηθούν δεν υπάρχουν. Έτσι η μηχανική των μητρών  δεν περιέγραφε τροχιές και άλλα «υλικά» χαρακτηριστικά των μικροσωματίων, αλλά μόνο παρατηρήσιμα μεγέθη: Ενεργειακές στάθμες, πιθανότητες παρουσίας και πιθανότητες μετάπτωσης.

Για σύγκριση η εξίσωση του Schroedinger η οποία περιγράφει την πιθανότητα εύρεσης ενός σωματιδίου σε κάποια περιοχή του χώρου μια δεδομένη χρονική στιγμή, συνεχίζει τη ρεαλιστική παράδοση της κλασσικής φυσικής, ενώ η εξίσωση μητρών του Heisenberg θεμελιώνεται σε θετικιστικά αξιώματα και αντι-αιτιοκρατικές αντιλήψεις. Κι ας βγάζουν παρόμοια αποτελέσματα.
Ωστόσο, οι φιλόσοφοι ακόμη επιχειρηματολογούν για τη σχετική αξία των δύο αυτών εκδοχών.

H δημιουργία της κβαντικής θεωρίας, η οποία περιγράφει τη συμπεριφορά «μικροσκοπικών» φυσικών συστημάτων, δημιούργησε ένα καινούργιο και απροσδόκητο μπέρδεμα στα ερωτήματα που αφορούσαν στη φύση της σχέσης που συνδέει την επιστήμη με την πραγματικότητα. Αιτία γι’ αυτό ήταν η ανακάλυψη του γεγονότος ότι τα υποατομικά σωμάτια, για παράδειγμα τα ηλεκτρόνια, υπό ορισμένες συνθήκες συμπεριφέρονται ως σωμάτια και υπό άλλες ως κύματα. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να φανταστούμε πώς είναι δυνατό να συμβαίνει κάτι τέτοιο, μια και ελάχιστα πράγματα είναι πιο ανόμοια απ’ ότι ένα σωμάτιο κι ένα κύμα.  Τα σωμάτια είναι «εντοπισμένα» αντικείμενα, ενώ τα κύματα «εκτείνονται» στο χώρο. Ευτυχώς που η συμπεριφορά τέτοιων σωματίων δεν είναι εντελώς αυθαίρετη, οπότε είναι δυνατό να προβλέψει κανείς πότε κάποιο απ’ αυτά πρόκειται να συμπεριφερθεί ως σωμάτιο και πότε ως κύμα. Χονδρικά, αν κάποιος παρατηρεί ένα ηλεκτρόνιο με κάποιου είδους μετρητική διάταξη και «βλέπει» ένα σωμάτιο, χρησιμοποιώντας άλλου είδους μετρητική διάταξη θα «βλέπει» ένα κύμα. Πράγματι, οι φυσικοί επινόησαν ένα εξαιρετικά εκλεπτυσμένο μαθηματικό φορμαλισμό, ο οποίος τους δίνει τη δυνατότητα να προβλέψουν — εντός ευρέων ορίων — πώς πρόκειται να συμπεριφερθεί ένα ηλεκτρόνιο ή άλλο υποατομικό σωμάτιο το οποίο βρίσκεται σε οποιαδήποτε δεδομένη κατάσταση. Ωστόσο, το βασικό ερώτημα εξακολουθεί να υφίσταται: πώς είναι δυνατό ενός μόνο τύπου αντικείμενο να συμπεριφέρεται τόσο ως σωμάτιο όσο και ως κύμα;
 
Οι πρωτοπόροι της κβαντικής θεωρίας παραδέχονταν την ύπαρξη αυτού του διλήμματος, και οι σχετικές συζητήσεις τους διαμόρφωσαν αυτό που μέχρι σήμερα θεωρείται ως η «επίσημη» ερμηνεία της. H ερμηνεία αυτή, η οποία επιχειρεί να αναιρέσει το οφθαλμοφανές παράδοξο που πηγάζει από το δυϊσμό κυμάτων και σωματίων, είναι γνωστή ως «ερμηνεία της σχολής της Κοπεγχάγης». O πιο συνεπής εκπρόσωπος της «σχολής» ο Niels Bohr, ο οποίος διηύθυνε και το Ινστιτούτο Φυσικής στην Κοπεγχάγη — από εδώ πηγάζει το όνομα ερμηνεία της σχολής Κοπεγχάγης. Μεγάλο μέρος της ερμηνείας αυτής είναι «σκοτεινό» και δυσνόητο, και ίσως απαιτούνται κάποιες πρόσθετες εξηγήσεις αφού, ακόμη κι αν εξακολουθεί να παραμένει η «επίσημη» άποψη, η ερμηνεία της σχολής της Κοπεγχάγης συχνά διαστρεβλώνεται.
 
Το βασικό χαρακτηριστικό της ερμηνείας της σχολής της Κοπεγχάγης έγκειται στην παραδοχή ότι η επιστήμη είναι μια δημόσια δραστηριότητα στην οποία συμμετέχει ολόκληρη η επιστημονική κοινότητα. Προκειμένου να επικοινωνήσουν οι επιστήμονες μεταξύ τους είναι αναγκαίο να χρησιμοποιείται μια κοινή επιστημονική ‘γλώσσα’ στην «καθημερινή» της μορφή. Μόνο έτσι είναι δυνατό να διασφαλιστεί η επικοινωνία μεταξύ των μελών της επιστημονικής κοινότητας. Σύμφωνα με το Μπορ, οι έννοιες της Κλασικής Φυσικής, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, και εκείνων του «κύματος» και του «σωματίου», συνιστούν απλώς την τεχνική τελειοποίηση της κοινής αυτής γλώσσας και, κατά συνέπεια^ αποτελούν κάποιο είδος σημείων αναφοράς: αποτελούν δικά μας πρότυπα αναφοράς, ενώ κάθε τι άλλο πρέπει να μετρηθεί. Έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούμε τη γλώσσα της Κλασικής Φυσικής ακόμη και για αντικείμενα τα οποία ξεφεύγουν από το πλαίσιο της αυστηρά κλασικής φυσικής ερμηνείας.
 
H Κλασική Φυσική δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί για την περίπτωση υποατομικών αντικειμένων, λόγου χάρη των ηλεκτρονίων, ακόμη και σαν μακρινή προσέγγιση, και έτσι αυτά παρουσιάζονται να μην έχουν αρκετά σαφή περιγραφή. Από το σημείο αυτό πηγάζει και η δυσκολία που έχουμε να κατανοήσουμε την πραγματική φύση τους. O Μπορ δεν ήταν και πολύ κατηγορηματικός γύρω από το πώς πρέπει κανείς να αντιμετωπίζει τα αντικείμενα αυτά σαν να υπάρχουν ανεξάρτητα από το αν έχουν ποτέ παρατηρηθεί. To πιο πολύ, τα ηλεκτρόνια, με όλες τις ιδιότητες που τυχόν διαθέτουν, να είναι «νοούμενα» (όρος του Καντ), δηλαδή μη δυνάμενα να γνωσθούν ως «αυθύπαρκτα αντικείμενα». Εξάλλου, ίσως ο Μπορ να πίστευε ότι η έννοια της πραγματικής «ύπαρξης» ενός μη παρατηρημένου ηλεκτρονίου στερείται παντελώς νοήματος. Είναι πολύ πιθανό να θεωρούσε ότι μια λέξη σαν την «πραγματικότητα» απλώς δεν είχε θέση σ’ ένα τέτοιο μη-κλασικό γενικό πλαίσιο.
 
Οι κριτικές της ερμηνείας της Κοπεγχάγης διαφέρουν, ανάλογα με το νόημα που δίνει κανείς σ’ αυτή τη συγκεκριμένη ιδέα του Μπορ. Αν θεωρηθεί ότι δεν είναι δυνατό να δοθεί η περιγραφή των ηλεκτρονίων όπως αυτά υπάρχουν στη φύση, τότε πώς κάτι τέτοιο γίνεται εφικτό στην επιστήμη της Φυσικής; H απάντηση που έδωσε η σχολή της Κοπεγχάγης στο ερώτημα αυτό είναι η εξής: αν περιορίσουμε την προσοχή μας στα μακροσκοπικά όργανα που χρησιμοποιούμε για να παρατηρήσουμε ηλεκτρόνια, τότε δεν υπάρχει πραγματικό πρόβλημα: η Κλασική Φυσική «εφαρμόζεται» για τέτοιου είδους μετρητικά όργανα με προσέγγιση τόσο ικανοποιητική, ώστε να εγγυάται τη δυνατότητα μιας πραγματικά σαφούς επικοινωνίας. Επιπλέον, έτσι απομακρύνεται και το παράδοξο του κυματοσωματιακού δυϊσμού, αφού η κυματική και η σωματιακή συμπεριφορά των ηλεκτρονίων ποτέ δεν θα εμφανίζονται ταυτοχρόνως, αλλά καθεμιά θα διαπιστώνεται με χρήση διαφορετικών οργάνων μέτρησης. Κατά συνέπεια, για τη σχολή της Κοπεγχάγης, οι μετρητικές συσκευές και διατάξεις παίζουν ένα θεμελιώδη ρόλο που είναι αρκετά διαφορετικός από εκείνο των υποατομικών αντικειμένων τα οποία υποτίθεται ότι «παρατηρούν». Επιπλέον, επιτελούν το έργο αυτό παρά το γεγονός ότι και τα όργανα αυτά συντίθενται από στοιχειώδη αντικείμενα των οποίων η συμπεριφορά περιγράφεται από τους νόμους της κβαντικής θεωρίας. Πράγματι, δεν υπάρχει κάτι το αντιφατικό στην ιδέα αυτή από τη σκοπιά της σχολής της Κοπεγχάγης.
 
Φαίνεται ότι, για το Μπορ, αυτό που κάνει ένα όργανο μέτρησης «ξεχωριστό» δεν έχει να κάνει με εγγενείς διαφορές του από άλλους τύπους φυσικών συστημάτων αλλά, μάλλον, επειδή μπορεί να «εφαρμοστεί» σ’ αυτό από την επιστημονική κοινότητα μια περιγραφή από τη σκοπιά της Κλασικής Φυσικής. Άμεση πληροφορία είναι πιθανή μόνο στην περίπτωση που μια τέτοια περιγραφή είναι επιτυχής. Επειδή τα όργανα μέτρησης είναι «μεγάλα», κατά κάποιο τρόπο, οι έννοιες της Κλασικής Φυσικής θα «δουλεύουν» με πολύ καλή προσέγγιση για τέτοιου είδους συστήματα, κι έτσι θα επιτυγχάνεται μια αρκετά καλή περιγραφή για πρακτικούς σκοπούς.
 
Αν, πάλι, επιλέξουμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Καντ, μπορεί να ειπωθεί ότι οι παρατηρήσεις που παίρνουμε χρησιμοποιώντας τέτοιου είδους συσκευές μέτρησης, όταν «ερμηνευτούν» από τη σκοπιά της Κλασικής Φυσικής, συνιστούν «φαινόμενα» —μια λέξη την οποία όντως χρησιμοποίησε ως ένα σημείο ο Μπορ με παρόμοια έννοια προς εκείνη που εμφανίζεται στη φιλοσοφία του Καντ (αν και υπάρχουν διαφορές). Αυτή η έννοια του «φαινομένου» παίζει κεντρικό ρόλο στην ερμηνεία της σχολής της Κοπεγχάγης. Επιπλέον, επειδή τα φαινόμενα σε τελευταία ανάλυση προσδιορίζονται μόνο ως προς μια ανθρώπινη κοινότητα χρηστών κοινής γλώσσας (και όχι ως προς έναν αντικειμενικό «εξωτερικό κόσμο»), η ερμηνεία της σχολής της Κοπεγχάγης είναι, βασικά, μια φιλοσοφία «ανθρωποκεντρική»· και αυτό δημιουργεί δυσκολίες στη συμφιλίωση της με τη «ρεαλιστική» θεώρηση της επιστήμης την οποία περιγράψαμε πριν.
 

Σαν συμπέρασμα

Σύμφωνα λοιπόν με τις απόψεις της κβαντομηχανικής, η κατάσταση ενός μικροσωματίου «περιγράφεται» προσεγγιστικά από μια κυματοσυνάρτηση, της οποίας η λύση είναι μια συνάρτηση πιθανότητας, που δεν περιγράφει μια συγκεκριμένη, μοναδική κατάσταση, αλλά ένα ολόκληρο σύνολο δυνατοτήτων (πιθανοτήτων), δηλαδή ένα σύνολο δυνατών καταστάσεων. Είναι, επίσης, γενικά αποδεκτή η θέση ότι η κατάσταση του κβαντικού σωματιδίου είναι «οργανικά» δεμένη με το περιβάλλον.
 
Ανάλογα όμως με τη σχολή σκέψης ­ τη θετικιστική και ιντετερμινιστική ερμηνεία της Σχολής της Κοπεγχάγης ή την πιο ρεαλιστική και αιτιοκρατική ερμηνεία, ­ το σωματίδιο θεωρείται ότι αλληλεπιδρά είτε μόνο με το μετρητικό όργανο και το μακροφυσικό του γενικά περιβάλλον είτε συγχρόνως και με το μικροφυσικό του περιβάλλον και κάποιες κρυμμένες μεταβλητές του συστήματος (που ονομάστηκαν και λανθάνουσες παράμετροι).
 
Η ύπαρξη της συσκευής μέτρησης είναι επομένως, σε κάθε περίπτωση, καθοριστική. Με την ύπαρξη του μετρητικού οργάνου, κατά την παρατήρηση, μεταβάλλεται η κυματοσυνάρτηση με ασυνεχή τρόπο (κβαντικό άλμα), και από όλες τις δυνατές καταστάσεις προκύπτει τελικά μια μοναδική πραγματικότητα (η κίνηση π.χ. του σωματιδίου, που τελικά καταγράφεται από το όργανο). Από το «δυνατό» προκύπτει δηλαδή το «πραγματικό». Οι φυσικοί μιλούν στην περίπτωση αυτή για την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης.
 
Αυτή η περιγραφή της κβαντικής μέτρησης, με την ταυτόχρονη εξέλιξη του φαινομένου και την ανάδυση της πραγματικότητας μέσα από τη δυνατότητα (πιθανότητα), παραπέμπει, όπως επισημαίνει ο θεωρητικός φυσικός Βέρνερ Χάιζενμπεργκ που θεμελίωσε την κβαντομηχανική του με βάση  το θετικιστικό αξίωμα ότι υπάρχει μόνο αυτό που παρατηρείται.

Ο κύκλος ζωής ενός άστρου

Ανάλογα με τη μάζα του ένα άστρο είναι δυνατό να ζήσει από μερικά εκατομμύρια έως αρκετά δισεκατομμύρια χρόνια. Ο κύκλος ζωής ενός άστρου καθορίζεται από τη μάζα του. Όσο μεγαλύτερη είναι η μάζα του, τόσο μικρότερη είναι η διάρκεια ζωής του. Η μάζα του καθορίζεται από την ποσότητα της ύλης που είναι διαθέσιμη στο αρχικό νεφέλωμα της, το γιγάντιο νέφος αερίου και σκόνης από το οποίο γεννήθηκε. 

Στην περίπτωση μεγάλης μάζας η κατανάλωση των “καυσίμων” του είναι ταχύτερη, ως εκ τούτου μικρότερος ο χρόνος ζωής του. Με άλλα λόγια ο χρόνος ζωής ενός άστρου είναι αντιστρόφως ανάλογος της μάζας του. Μετά το «θάνατό» τους, τα μικρής και μεσαίας μάζας άστρα μετατρέπονται σε λευκούς νάνους, ενώ αυτά με μεγαλύτερη μάζα είναι δυνατό να μετατραπούν είτε σε αστέρες νετρονίων είτε σε μαύρες τρύπες. Συγκεκριμένα, ένα άστρο με μάζα έως και (περίπου) οκτώ φορές μεγαλύτερη από αυτή του Ήλιου, θεωρείται “μικρό”.
 
Με την πάροδο του χρόνου, το αέριο υδρογόνου στο νεφέλωμα συστέλλεται λόγω της βαρύτητας και αρχίζει να περιστρέφεται. Καθώς το αέριο στρέφεται ολοένα και πιο γρήγορα, θερμαίνεται και γίνεται πρωτοαστέρας. Τελικά η θερμοκρασία φτάνει τους 15.000.000 βαθμούς και η πυρηνική σύντηξη εμφανίζεται στον πυρήνα του νέφους. Το νέφος αρχίζει να λάμπει με έντονο τρόπο και αργότερα πέφτει λίγο και γίνεται σταθερό. Είναι τώρα ένα αστέρι της κύριας ακολουθίας και θα παραμείνει σε αυτό το στάδιο λάμποντας για εκατομμύρια έως δισεκατομμύρια χρόνια. Εκεί τώρα βρίσκεται ο ήλιος μας αυτή τη στιγμή.
 
Καθώς το αστέρι της κύριας αλληλουχίας αρχίζει να καίει το υδρογόνο στον πυρήνα του, αυτό μετατρέπεται σε ήλιο με πυρηνική σύντηξη. Όταν η παροχή υδρογόνου στον πυρήνα αρχίζει να εξαντλείται και το αστέρι δεν παράγει πλέον θερμότητα με πυρηνική σύντηξη, ο πυρήνας γίνεται ασταθής και συστέλλεται. Το εξωτερικό κέλυφος του αστεριού, το οποίο εξακολουθεί να είναι κυρίως υδρογόνο, αρχίζει να αναπτύσσεται προς τα έξω. Καθώς επεκτείνεται, ψύχεται και λάμπει με κόκκινο χρώμα. Το αστέρι έχει φτάσει πλέον στην κόκκινη φάση. Είναι κόκκινο επειδή είναι πιο δροσερό από ό, τι ήταν στο στάδιο της κύριας ακολουθίας αστέρων και είναι ένας γιγάντιο επειδή το εξωτερικό κέλυφος έχει επεκταθεί προς τα έξω. Στον πυρήνα του κόκκινου γίγαντα, το ήλιο συγχωνεύεται προς άνθρακα. Όλα τα αστέρια εξελίσσονται με τον ίδιο τρόπο μέχρι την κόκκινη γιγάντια φάση. Η ποσότητα μάζας ενός αστέρα έχει καθορίσει ποια από τις ακόλουθες διαδρομές κύκλου ζωής θα πάρει από εκεί.
 
Ο κύκλος ζωής των τεράστιων άστρων (10 φορές ή περισσότερο του μεγέθους του ήλιου μας) ξεκινά όπως και στα αστέρια χαμηλής μάζας μέσα σε νεφελώματα και εξελίσσονται και ζουν στην Κύρια Ακολουθία. Ωστόσο, οι κύκλοι ζωής τους αρχίζουν να διαφέρουν μετά την φάση του ερυθρού γίγαντα. Ένα τεράστιο αστέρι θα υποστεί μια έκρηξη σουπερνόβα . Εάν το κατάλοιπο αυτής της υπερκαινοφανούς έκρηξης είναι 1,4 έως (περίπου) 3 φορές σαν τη μάζα του Ήλιου μας, θα γίνει αστέρι νετρονίων. Ο πυρήνας ενός τεράστιου αστέρα που έχει μάζα πάνω από (περίπου) 3 φορές τη μάζα του Ήλιου μας μετά την έκρηξη θα κάνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Η δύναμη της βαρύτητας υπερνικά τις πυρηνικές δυνάμεις που διατηρούν τα πρωτόνια και τα νετρόνια μαζί μέσα στον πυρήνα.  Έτσι ο πυρήνας καταπίπτει από τη δική του βαρύτητα. Έχει πλέον γίνει μια μαύρη τρύπα που προσελκύει εύκολα κάθε ενέργεια και ύλη που πλησιάζει.
 
Αυτό που συμβαίνει μεταξύ της κόκκινης γιγάντιας φάσης και της έκρηξης του σουπερνόβα περιγράφεται παρακάτω.
 
Μόλις τα αστέρια που είναι 5-πλάσια ή και περισσότερο από τον Ήλιο μας φτάνουν στην κόκκινη γιγάντια φάση, η θερμοκρασία του πυρήνα τους αυξάνεται καθώς τα άτομα άνθρακα σχηματίζονται από τη σύντηξη ατόμων ηλίου. Η βαρύτητα συνεχίζει να έλκει τα άτομα του άνθρακα μαζί καθώς αυξάνεται η θερμοκρασία και συνεχίζονται οι πρόσθετες διεργασίες σύντηξης, σχηματίζοντας οξυγόνο, άζωτο και ενδεχομένως σίδηρο.
 
Όταν ο πυρήνας περιέχει ουσιαστικά μόνο σίδηρο, η σύντηξη στον πυρήνα παύει. Αυτό συμβαίνει επειδή ο σίδηρος είναι το πιο συμπαγές και σταθερό από όλα τα στοιχεία. Χρειάζεται περισσότερη ενέργεια για να σπάσει ο πυρήνας του σιδήρου από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο. Η δημιουργία βαρύτερων στοιχείων μέσω της σύντηξης του σιδήρου απαιτεί έτσι τεράστια ενέργεια εισροής και όχι απελευθέρωση ενέργειας. Καθώς η ενέργεια δεν ακτινοβολείται πλέον από τον πυρήνα, σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο, το άστρο αρχίζει την τελική φάση της βαρυτικής κατάρρευσης . Η θερμοκρασία του πυρήνα ανέρχεται σε πάνω από 100 δισεκατομμύρια βαθμούς καθώς τα άτομα σιδήρου συνθλίβονται. Η απωστική δύναμη μεταξύ των πυρήνων ξεπερνά τη δύναμη της βαρύτητας και ο πυρήνας απομακρύνεται από την καρδιά του αστέρα με ένα κύμα κλονισμού , το οποίο βλέπουμε ως έκρηξη σουπερνόβα.
 
Καθώς το κύμα κλονισμού συναντά υλικό στα εξωτερικά στρώματα του αστεριού, το υλικό θερμαίνεται υφιστάμενο σύντηξη για να σχηματίσει έτσι νέα στοιχεία και ραδιενεργά ισότοπα. Ενώ πολλά από τα πιο κοινά στοιχεία γίνονται μέσω της πυρηνικής σύντηξης στους πυρήνες των αστεριών, οι ασταθείς συνθήκες της έκρηξης του σουπερνόβα φτιάχνουν πολλά από τα βαρύτερα στοιχεία. Το κύμα κλονισμού προωθεί το υλικό αυτό στο αχανές διάστημα. Το υλικό που εξερράγη μακριά από το αστέρι είναι τώρα γνωστό ως υπόλειμμα υπερκαινοφανών.
 
Το θερμό υλικό, τα ραδιενεργά ισότοπα, καθώς και ο πυρήνας του απομεμακρυσμένου αστέρα, παράγουν ακτίνες Χ και ακτίνες γάμμα.
 
Περιληπτικά
 
Γέννηση
• Μέσα σε νέφη αερίων και σκόνης που υπάρχουν σε όλο το σύμπαν, υπό την επίδραση βαρυτικών δυνάμεων, τα νεφελώματα συμπυκνώνονται και στο κέντρο τους δημιουργείται ο πρωταστέρας.
• Από τον πρωταστέρα γεννώνται κατά ομάδες αστέρες που απομακρύνονται από το κέντρο.
 
Κύρια ακολουθία
• Μετά το σχηματισμό του αστέρα, παράγεται στο κέντρο του (που είναι καυτό και πυκνό) ενέργεια μέσω της πυρηνικής σύντηξης ατόμων υδρογόνου (H ) σε Ήλιο (He).
• Η φάση αυτή ονομάζεται Κύρια Ακολουθία, ξεκινά από την ηλικία 0 και σε αυτήν ο αστέρας θα παραμείνει για το 90% της ζωής του( αστέρια νάνοι)
• Το πόσο θα μείνει το άστρο στην Κύρια Ακολουθία εξαρτάται από την αρχική του μάζα και φωτεινότητα (το ποσό του καυσίμου και το ρυθμό με τον οποίο αυτό καταναλώνεται).
 
Μετά την Κύρια Ακολουθία
• Τα αστέρια μεγάλης μάζας, καίνε γρήγορα το καύσιμο τους και ζουν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια.
• Τα μικρότερα αστέρια, καίνε αργά το καύσιμο τους και ζουν δισεκατομμύρια χρόνια.
• Τα μικρά αστέρια , καθώς εξαντλούν το υδρογόνο στον πυρήνα τους, γίνονται Ερυθροί γίγαντες και καίνε το Ήλιο τους. Απομακρύνουν τα εξωτερικά τους στρώματα και σχηματίζουν έτσι τα πλανητικά νεφελώματα. Αυτό που μένει θα είναι ένας Λευκός Νάνος που θα εξασθενίσουν σε Μαύρους Νάνους.
• Τα μεγάλα αστέρια, θα γίνουν Κόκκινοι Υπεργίγαντες. Ο πυρήνας τους (από σίδηρο) θα καταρρεύσει και θα προκαλέσει έκρηξη Υπερκαινοφαινούς Αστέρας (Super Nova). Η διασκορπισμένη ύλη του θα σχηματίσει Νεφελώματα και ό,τι μείνει θα είναι ένας Αστέρας Νετρονίων (πάλσαρ) ή μια Μαύρη Τρύπα.
 
Ο Ήλιος μας
Ο ήλιος μας βρίσκεται σήμερα στο στάδιο της κύριας ακολουθίας και θα παραμείνει εκεί, καίγοντας σταθερά το υδρογόνο του για δισεκατομμύρια χρόνια. Τελικά, το υδρογόνο στον πυρήνα θα εξαντληθεί, προκαλώντας συστολή του πυρήνα. Καθώς ο πυρήνας συστέλλεται, η εξωτερική ατμόσφαιρα του ήλιου θα διασταλεί σχηματίζοντας ένα κόκκινο γιγαντιαίο αστέρι περίπου 100 φορές μεγαλύτερο από το σημερινό μέγεθος του Ήλιου και θα παραμείνει σε αυτό το στάδιο για πολλά εκατομμύρια χρόνια.
 
Ο πυρήνας του τελικά θα καταρρεύσει και θα γίνει ένα λευκό νάνο αστέρι, περίπου στο μέγεθος της Γης μας. Η εξωτερική ατμόσφαιρα στη συνέχεια θα απελευθερωθεί στο διάστημα ως ένα νεφέλωμα αερίου και σκόνης. Στη συνέχεια, μετά από αρκετά εκατομμύρια χρόνια, ο πυρήνας θα ψυχθεί εντελώς καθιστώντας τον μαύρο νάνο αστέρι.

Πλάτων: περί της φιλοσοφίας του Έρωτος

Φιλία και Έρως: Μια εσωτερική-διαλεκτική σχέση

§1

     Ι. Φιλία και Έρως συγκροτούν στη σκέψη του Πλάτωνος μια ενιαία ολότητα με ορισμένες εσωτερικές διαφοροποιήσεις τους, οι οποίες (διαφοροποιήσεις) εμφανίζονται με τη μορφή ποιοτικών κλιμακώσεων της έννοιας της Φιλο-σοφίας, της φιλίας της σοφίας, και πιο ειδικά του φιλοσοφικού έρωτος με την στενότερη αλλά και την ευρύτερη έννοια. Ήδη στο σχετικά πρώιμο έργο του Λύσις, ο κορυφαίος Έλληνας διαλεκτικός εγκαινιάζει ουσιαστικά τη φιλοσοφική του ενασχόληση με την έννοια της φιλίας, που δεν την αντιμετωπίζει ως υποχρεωτικά κάτι άλλο από την έννοια του έρωτος, και με την οικοδόμηση των φιλικών σχέσεων στη βάση της φιλο-σοφίας. Κάθε σχέση φιλίας προϋποθέτει τον ανα-στοχασμό γύρω από την έννοια φίλος. Γράφει, μεταξύ άλλων, ο Πλάτων δια στόματος Σωκράτη:

«Εάν ούτε όσοι αγαπιούνται ούτε όσοι αγαπούν ούτε οι όμοιοι ούτε οι ανόμοιοι ούτε οι καλοί ούτε οι συγγενείς ούτε κάθε άλλη κατηγορία που έχουμε αναφέρει … εάν τίποτα από τούτα δεν είναι φιλικό, εγώ τουλάχιστο δεν ξέρω τι να πω… Τώρα, Λύσι και Μενέξενε, γίναμε καταγέλαστοι …, γιατί οι παρευρισκόμενοι θα πουν πως εμείς έχουμε την αξίωση να είμαστε φίλοι μεταξύ μας … ενώ ακόμα δεν σταθήκαμε ικανοί να βρούμε τι είναι φίλος»[1].

 Εδώ ο Πλάτων δεν έχει πει τον τελευταίο του λόγο για την φιλία, την αγάπη και τον έρωτα, καθώς δεν έχει φτάσει σε μια πλήρη ερμηνεία του υπό συζήτηση θέματος. Ωστόσο αποσαφηνίζει σχετικές αρχές και τάσεις, που θα αναπτύξει αργότερα διεξοδικά στο Συμπόσιο, αλλά και στον Φαίδρο, ορισμένως δε και στην Πολιτεία όπως και στους Νόμους.

     ΙΙ. Η Φιλία και ο Έρως δεν είναι δυο άσχετες μεταξύ τους έννοιες ή υπηρετικές η μια της άλλης. Απεναντίας συγκροτούν έναν κύκλο σχέσεων και δεν περιορίζονται στο να εκφράζουν μια απλώς ισορροπημένη σχέση αμοιβαιότητας [2]. Δυνάμει αυτού του κύκλου, η συνολική πράξη του ανθρώπου και δη του νέου ανθρώπου, που βρίσκεται ακόμα στην αρχή της ζωής, εκτυλίσσεται ως προσπάθεια, ως διακαής πόθος για μια τελειότητα, σαν αυτή που διεκδικούν με τον δικό τους τρόπο οι φιλό-σοφοι.[3] Προς την κατεύθυνση μιας τέτοιας τελειότητας, ως προσδοκώμενου στόχου, η φιλία και ο έρως συνυφαίνονται με την πεμπτουσία της φιλο-σοφίας ως τρόπου σκέψης και ζωής και στο επίπεδο της πόλεως-πολιτείας με την ευδαιμονική πολιτεία, που προορίζεται για τον Πλάτωνα να αντικαταστήσει την αρρωστημένη εκείνη πολιτεία που ψήνεται στον πυρετό, όπως μας λέει στο έργο του Πολιτεία. Ο στόχος για έναν ευδαιμονισμό της πολιτείας, στη βάση ανταμώματος ψυχών τε και σωμάτων, δηλ. στη βάση της φιλίας και του έρωτος, έχει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για την εποχή του Πλάτωνος, αλλά και για τη δική μας, όπου συμβαίνει η σύγχρονη πολιτεία μας να διέρχεται τη χείριστη τραγωδία της ιστορίας της, με τους μισθοφόρους και πραιτοριανούς της νεοφασιστικής αριστεράς να έχουν εκμηδενίσει κάθε ίχνος φίλιου περιβάλλοντος ζωής, να ακρωτηριάζουν πανταχόθεν την ψυχή και το σώμα ατόμων και ανθρώπινης κοινότητας και να ανάγουν σε αρχή ζωής τον χυδαίο ερωτισμό, την αμορφωσιά, τη βαρβαρότητα, την αντι-αισθητικότητα, την ανεξέλεγκτη ανηθικότητα, τη δικτατορία της αντιδραστικής βίας, του ψεύδους και της πολιτικής απάτης.

§2

     Ι. Η Φιλία και ο Έρως συνοψίζουν την εσωτερική τους ενότητα στον ηνίοχο νου, στον εσωτερικό μας ηνίοχο,[4] που αποβλέπει στο να φτάσει ψηλά, στον υπερουράνιο τόπο, όπου ενδημεί το κάλλος. Αυτός ο ηνίοχος οδηγεί ένα ζευγάρι άλογα, από τα οποία το ευρισκόμενο στα δεξιά του είναι ευγενές, όμορφο και απόλυτα συνεργάσιμο:

«είναι φίλος της τιμής με σύνεση και αιδημοσύνη, φίλος της αυθεντικής δόξας, [που] δεν έχει ανάγκη από μαστίγια, αλλά έχει για οδηγό μόνο τα κελεύσματα [του ηνίοχου νου] και τον λόγο».[5]

Το ευρισκόμενο στα αριστερά του είναι άσχημο, μοχθηρό, χυδαίο, υβριστικό, βίαιο, ηδονοθηρικό, σαν τους φιλήδονους και εξαχρειωμένους επαγγελματίες πολιτικούς του ψεύδους, της πολιτικής απάτης και της προδοσίας:

«το αριστερό άλογο είναι κυρτό, ογκώδες, κακοφτιαγμένο, με χοντρό αυχένα και κοντό λαιμό, πλατυπρόσωπο, με γκριζογάλανα και αιματώδη μάτια, σύντροφος της ακολασίας και της αλαζονείας, δασύτριχο γύρω στ’ αυτιά, βαρήκοο, που μόλις υποτάσσεται στο μαστίγιο και στο σπιρούνι».[6]

Η αγαστή συνεργασία του ηνιόχου νου με το ευγενές άλογο μας προσφέρει απαράμιλλες εικόνες ή νεύματα μιας κρυφής αρμονίας ανάμεσα σε έναν φιλοσοφικό βίο και σε έναν αυθεντικά ερωτικό τρόπο ζωής ανάμεσα στους ανθρώπους μιας ευτυχισμένης και ηθικά-αισθητικά ανώτερης πολιτείας.  

     ΙΙ. Στις σύγχρονες κοινωνίες, με τη μοντέρνα δουλεία και αυτο-δουλεία σωμάτων και ψυχών, το φαινόμενο του Έρωτα έχει σχεδόν καταλήξει να ταυτίζεται με την επιθυμία του σεξουαλικού ενστίκτου. Αυτή η επιθυμία στις μέρες μας έχει εκφυλιστεί περαιτέρω σε έναν ανεξέλεγκτο βιασμό της συνείδησης και καθιδρύεται πια στην καθημερινή βίωση ως η πιο «άμετρη ακολασία»[7], που αντιστρατεύεται πλήρως την ανθρώπινη ουσία και ύπαρξη.[8] Σύμφωνα με τον Πλατωνικό μύθο, αν η εν λόγω επιθυμία στην αρχέγονη εκδήλωσή της, απέβλεπε στην άρση της διαίρεσης του αρχικού, σφαιρικού ανθρώπου σε δύο μέρη: σε αρσενικό και θηλυκό, στις σημερινές κοινωνίες παραπέμπει, κατά κανόνα, στην ολική διαστροφή παρανοϊκών βιαστών και βάρβαρων εξουσιαστών. Συμβαίνει συχνά, άθλια γεννήματα μηχανισμών και συναφώς διεστραμμένων ψυχοδομών,

«μεγαλωμένα κάπου ανάμεσα σε μαουνιέρηδες, που ποτέ δεν έχουν δει έρωτα για πραγματικά ελεύθερους ανθρώπους»[9]

να έχουν αναγάγει την επιθυμία του σεξουαλικού ενστίκτου σε υπέρτατη αρχή μιας κοινωνίας υπανθρώπων, που με την πιο αναίσθητη παραφορά τους ως

«εραστές πιάνουν για ασήμαντα πράγματα μεγάλες έχθρες και φθονούν και βλάπτουν τους αγαπημένους»[10].

§3

     Ι. Έχοντας επίγνωση ο Πλάτων ότι το φαινόμενο του έρωτος δεν είναι απλή σύμβαση δυο ανθρώπων που σπαράσσονται από την αγριότητα των σεξουαλικών τους ενστίκτων, έθεσε επιτακτικά το ερώτημα: τι είναι ο Έρως; Από τότε έως και σήμερα αυτό το ερώτημα διατηρεί ακέραια την ισχύ του, την αξία του, την ιδιαίτερη σημασία του. Γιατί; Επειδή επιχειρεί να αποσπάσει την ιδέα του Έρωτος από τον εκχυδαϊστικό και εκχυδαϊσμένο κύκλο της ακολασίας. Από πού προέρχεται αυτή η ακολασία; Από την απαιδευσία, την ευτέλεια του δημόσιου βίου, την παγίδευση των κοινών θνητών στα κατώτερα ένστικτά τους. Ο κατά Πλάτωνα Έρως παραπέμπει σε μια ανικανοποίητη επιθυμία, αλλά μια επιθυμία όχι του ζωώδους, του βίαιου, του χυδαίου παρά εκείνου του πράγματος που είναι ουσιώδες για την ολοκλήρωση του ανθρώπου και το οποίο ο τελευταίος αισθάνεται να στερείται. Από την άποψη λοιπόν της συναίσθησης αυτής της στέρησης, ο έρως είναι ανεπάρκεια, ένδεια, πενία.  

     ΙΙ. Στο Συμπόσιο ο Έρως αποκαθίσταται στον αυθεντικό του θρόνο: ο Πλάτων τον παρουσιάζει 1) ως πενία, να απέχει από το να είναι τρυφερός, ευαίσθητος και ωραίος: συγκατοικεί με τη φτώχεια, τη στέρηση και την έλλειψη· 2) τη φύση του να μην είναι μονοσήμαντα θνητή ή αθάνατη: άλλοτε ο έρως έχει εξάψεις ομορφιάς, άνθησης, πνευματικής ζωτικότητας, άλλοτε είναι ετοιμοθάνατος· 3) να είναι το μεταξύ: κάτι ανάμεσα στον πλούτο και την φτώχεια, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι ποτέ από τη φύση του φτωχός, αλλά ούτε και πλούσιος παρά γίνεται κάθε φορά αυτό που είναι. Είναι έτσι η μέση οδός ανάμεσα στη γνώση και την άγνοια. Ως τέτοια οδός είναι πόρος, πέρασμα. Στο ερώτημα λοιπόν τι είναι ο Έρως, ο Πλάτων απαντά: είναι ο γιος του πόρου και της πενίας. Ο έρως δεν έχει την ομορφιά και είναι πένης, όμως την επιθυμεί και γι’ αυτό αγαπά αυτό που δεν έχει. Την επιθυμεί, γιατί είναι εραστής του ωραίου. Επομένως, ως γιος του πόρου και της πενίας, ως εραστής του ωραίου και ως έχων συναίσθηση της στέρησης του ωραίου είναι φιλό‒σοφος.

§4

     Ι. Σαν τον έρωτα, ο φιλό‒σοφος λαχταρά τη γνώση που δεν έχει. Και τη λαχταρά, επειδή έχει συναίσθηση της άγνοιάς του. Ο φιλόσοφος έρως, ή πράγμα που είναι το ίδιο, ο έρως ως φιλόσοφος κινείται ανάμεσα στους πνευματικούς πόρους –που διαθέτει και οι οποίοι του επιτρέπουν να ποθεί το ωραίο ως τέτοιο– και στη στέρηση αυτών των πόρων, η οποία όμως αναπληρώνεται, λόγω της πνευματικότητας του εραστή φιλοσόφου, από τον πόθο για τα ωραία πράγματα. Μέσα από τον πόθο για τα ωραία πράγματα μαθαίνουμε να ποθούμε το ωραίο καθαυτό και με τη φιλοσοφία να αξιώνουμε την πραγμάτωσή του επί θνητού εδάφους. Η πραγμάτωση τούτη διέρχεται ανάλογες κλίμακες και απαιτεί τη χάραξη της σωστής πορείας.
  
     ΙΙ. Ποιες είναι αυτές οι κλίμακες και η σωστή πορεία; 1. Το πέρασμα από την αγάπη στον έρωτα μέσα από την έλξη που γεννά το ωραίο σώμα. 2. Από το κάλλος του σώματος στο κάλλος ως τέτοιο, στο ωραίο καθόλου. 3. Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται συνδυασμός του ωραίου σώματος με την ομορφιά της ψυχής. 4. Η ψυχική ομορφιά είναι ανώτερη από τη σωματική ομορφιά, γι’ αυτό και προκαλεί την ερωτική έλξη και για το σώμα που δεν διαθέτει το αντίστοιχο κάλλος. Να γιατί και όμορφα, εκ πρώτης όψεως, σώματα, χωρίς την απαραίτητη εσωτερική ανταύγεια, αποτελούν απλώς διακοσμητικά πετρώματα για κάθε χρήση. Η απουσία αυτής της κατά Πλάτωνα ερωτικής έλξης γεννά όλα τα αντι-ερωτικά τερατουργήματα του σήμερα, αλλά και του χθες, τα οποία μάλιστα προβάλλουν την ολική τους διαστροφή, καθώς και την αντίστοιχη ασχήμια τους, για περισσή ερωτική αρμονία.

     ΙΙΙ. Ένα τέτοιο σώμα, δηλαδή ο άνθρωπος με ανεπτυγμένο το κάλλος της ψυχής σε ενδοσυνάφεια με αυτό του σώματος, με τους ωραίους λόγους, τις ωραίες σκέψεις του, αλλά και με την καλλιεργημένη ερωτική ψυχή, γίνεται φωτεινός οδοδείκτης για τους άλλους και για τους νέους, π.χ. ο Σωκράτης· παράλληλα δίνει νέα ποιοτική ώθηση στην πράξη του έρωτα, ως πλήρωση του Εαυτού, μαζί και του Εαυτού του άλλου. Τότε συμβαίνει ο Έρως να κατακτά κυριολεκτικά τη ζωή και να καθιστά την ερωτική συμβίωση ευ-λογία [=καλό λόγο] και όχι αβάσταχτη ύβρι, που πνίγει το ωραίο μέσα στο βόρβορο των επιτηδευμένα χρωματισμένων σωμάτων των άχρωμων όντων του μαζικού θεάματος. Σε μια κλιμακούμενη πορεία, ο βίος του ανθρώπου αποκτά ανώτερη αξία, όταν είναι, μια για πάντα, ακατάλυτη ερωτική ζωή. Μια τέτοια ερωτική ζωή δεν κυλιέται, σαν το καθεστωτικό ή παρόμοιο γουρούνι, μέσα στη λάσπη της μαζικής υστερίας, αλλά διανοίγεται, οντολογικά πλέον, στο να αντικρίζει με ευκρίνεια και καθαρότητα το ωραίο, να ανάγει το κάλλος της ψυχής και του σώματος, άρα τον Έρωτα, σε ύψιστη αρχή της ανθρώπινης ύπαρξης και να αντιπαλεύει με ασίγαστο πάθος τα φανταχτερά στολίδια της εικονικής πραγματικότητας, τις ψευδαισθητικές παραστάσεις της κοινωνίας του θεάματος.
---------------------
[1] Πλάτων: Λάχης ‒ Λύσις
[2] Ό.π., σσ. 649-655.
[3] Ό.π., σσ. 667-673.
[4] Πλάτων Φαίδρος, με αναγνώσεις Hegel-Heidegger
[5] Ό.π., σ. 159.
[6] Ό.π.
[7] Ό.π., σ. 103.
[8] Ό.π.
[9] Ό.π., σ. 123.
[10] Ό.π.

Ένα νέο μετά-υλικό "διώχνει" το φως από πάνω του και γίνεται αόρατο

Ένα νέο μετά-υλικό που «διώχνει» το φως από πάνω του, έχει φέρει τους επιστήμονες ένα βήμα πιο κοντά στη δημιουργία μιας συσκευής που θα ρίχνει ένα πέπλο απόκρυψης πάνω στα αντικείμενα και θα τα καθιστά αόρατα, ενώ παράλληλα θα έχει και μια άλλη πρακτική χρήση: θα κάνει πιο καθαρές τις επικοινωνίες των κινητών τηλεφώνων. Συγχρόνως αυτή η τεχνολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί επίσης για να εξαφανίσει τα εμπόδια που παρακωλύουν τα τηλεπικοινωνιακά σήματα.

Το νέο μετα-υλικό, σύμφωνα με τους ερευνητές, σχεδιάζεται με τη βοήθεια πολύπλοκων μαθηματικών αλγόριθμων και διαθέτει εξωτικές ιδιότητες που δεν συναντιούνται στη φύση. Τα μετα-υλικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να δημιουργήσουν δομές τέτοιες που κάμπτουν τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα, όπως το φως, γύρω από ένα αντικείμενο, με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτό τελικά δεν φαίνεται στα μάτια κάποιου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση της αμερικανο-κινεζικής συνεργασίας μετα-υλικό αποτελείται από 10.000 περίπου μικροσκοπικά κομμάτια φάιμπεργκλας, τοποθετημένα σε παράλληλες σειρές πάνω σε μια πλακέτα (οι διαστάσεις και η διάταξη των χιλιάδων αυτών τμημάτων καθορίστηκε από τους αλγόριθμους). Ο μανδύας έχει μήκος 50,8 εκατοστών, πλάτος 10 εκατ. και πάχος 2,5 εκατοστών.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες η «εξαφάνιση» ενός αντικειμένου μπορεί να συμβεί οπουδήποτε στο ηλεκτρομαγνητικό φάσμα, δηλαδή σε διάφορα μήκη κύματος. Οι άνθρωποι βλέπουν χρησιμοποιώντας το ορατό φως, που έχει μήκη κύματος κάτω του ενός εκατομμυριοστού του μέτρου (micron), ενώ τα κινητά τηλέφωνα και οι άλλες ασύρματες συσκευές «βλέπουν» χρησιμοποιώντας μήκη κύματος της τάξης των πολλών εκατοστών του μέτρου.

Αρκετά αντικείμενα μπορούν να μπλοκάρουν την «όραση» αυτών των συσκευών κάνοντας έτσι τις επικοινωνίες πιο δύσκολες και λιγότερο καθαρές. Το νέο μετα-υλικό μπορεί να περιβάλλει αυτά τα αντικείμενα που παρεμβάλλονται στο σήμα, προκειμένου να τα κάνει «αόρατα» κι έτσι οι επικοινωνίες να διεξάγονται πλέον ανεμπόδιστα.

Παράλληλα, μπορούν να δημιουργηθούν «ακουστικοί μανδύες», που να ενεργούν σαν προστατευτικές ασπίδες, οι οποίες θα εμποδίζουν τις δονήσεις, τον ήχο ή τα σεισμικά κύματα να διαπεράσουν τα αντικείμενα ή τους χώρους που θα είναι καλυμμένα με αυτό το μετα-υλικό.

Όσο κι αν φαίνεται εξωπραγματικό σε πολλούς ανθρώπους- δεν είναι αδύνατη πλέον η δημιουργία μιας συσκευής που θα κάνει τα πράγματα «αόρατα», πράγμα που εξηγεί γιατί η έρευνά του χρηματοδοτήθηκε, μεταξύ άλλων, από τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ. Έτσι, η νέα τεχνολογία, όπως έχει συμβεί συχνά στο παρελθόν, πέρα από τις εμπορικές χρήσεις της (π.χ. στις τηλεπικοινωνίες), μπορεί να έχει εφαρμογές και στο χώρο της άμυνας.

Γιατί οι άνθρωποι πιστεύουν «ακόμη» σε ψευδοεπιστήμες;

Καθημερινά βομβαρδιζόμαστε από πληροφορίες για τον κόσμο γύρω μας, νέες έρευνες, νέα αποτελέσματα, νέες ανακαλύψεις. Όλα αυτά δεν αφορούν μόνο τα μακρινά αστέρια, τα μυστηριώδη σωματίδια του μικρόκοσμου, γεγονότα σε περασμένες εποχές. Αφορούν την καθημερινότητά μας, τι τρώμε, τι φοράμε, πώς συμπεριφερόμαστε, τι μας επιφυλάσσει το μέλλον. Μάλιστα, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αυτά που αφορούν την καθημερινότητά μας και σε αυτά που δεν την αγγίζουν καθόλου γίνεται συνεχώς και πιο δυσδιάκριτη και θα μπορούσε να πει κανείς, χωρίς υπερβολή, ότι, στον σημερινό παγκοσμιοποιημένο κόσμο της διάχυτης πληροφορίας, οτιδήποτε συμβαίνει οπουδήποτε επιδρά με κάποιον τρόπο στη ζωή μας. Μέσα σε αυτό όμως το πλαίσιο, ένα μεγάλο μέρος της επικαιρότητας καταλαμβάνεται από ψευδείς ειδήσεις, θεωρίες συνωμοσίας και ψευδοεπιστημονικές τοποθετήσεις.

Χωρίς αμφιβολία, οι τρεις αυτές κατηγορίες, που θα μπορούσε κανείς να κατατάξει στον τομέα της παραπληροφόρησης, έχουν διαφορές, ως προς την αφετηρία, το κοινό στο οποίο απευθύνονται και τις επιπτώσεις τους. Έχουν όμως και πολλά κοινά σημεία. Ο ίδιος ο χαρακτηρισμός τους παραπέμπει σε -ή είναι συνδεδεμένος με- κάτι που απέχει από την αλήθεια, οριζόμενη ως αυτό στο οποίο η πλειονότητα (ή τουλάχιστον μια μεγάλη ομάδα ειδικών) πιστεύει. Γιατί όμως κανείς να πιστεύει σε κάτι που είναι ψευδές; Ίσως δεν γνωρίζει ότι ισχύει κάτι τέτοιο, ίσως πρόκειται για μια «αλήθεια» που βρίσκεται πιο κοντά στις ανάγκες του και τις πρότερα διαμορφωμένες πεποιθήσεις του. Εδώ θα ασχοληθούμε κυρίως με το θέμα της ψευδοεπιστήμης, όμως το μεγαλύτερο μέρος της περιγραφής αφορά ομοίως τις θεωρίες συνωμοσίας και τις ψευδείς ειδήσεις.

Τι είναι ψευδοεπιστήμη;

Αν και μοιάζει διαισθητικά ξεκάθαρο σε τι αναφερόμαστε με τον όρο ψευδοεπιστήμη, ωστόσο ένας απολύτως σαφής ορισμός δεν είναι εύκολο να δοθεί. Σύμφωνα με τη Wikipedia, οι ψευδοεπιστήμες περιλαμβάνουν μια σειρά από (επιστημονικοφανείς) ισχυρισμούς, πεποιθήσεις και πρακτικές, οι οποίες θεωρούνται (από κάποιους) πως είναι επιστημονικές και πραγματικές, ωστόσο έρχονται σε αντίθεση με την επιστημονική μέθοδο. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι συχνά αντιφατικοί, υπερβολικοί, μη διαψεύσιμοι και στηρίζονται εν πολλοίς στην προδιάθεση επιβεβαίωσης (confirmation bias), δηλαδή την τάση του ανθρώπου να επιβεβαιώνει τις πρότερες αντιλήψεις του. Από την περιγραφή αυτή προκύπτουν μια σειρά από ερωτήματα, όπως ποια είναι η επιστημονική μέθοδος, τι σημαίνει «μη διαψεύσιμος», ποιοι διακατέχονται από την προδιάθεση της επιβεβαίωσης κ.λπ.

Συνεχίζοντας κανείς την αναζήτηση, μπορεί να βρει μια λίστα από καταγεγραμμένες ψευδοεπιστημονικές απόψεις όπως η αστρολογία, ο δημιουργισμός, το κίνημα ενάντια στα εμβόλια, η άρνηση της κλιματικής αλλαγής, η θεωρία της επίπεδης Γης κ.ά. Φυσικά, οι φορείς αυτών των απόψεων δεν αποδέχονται τον χαρακτηρισμό που τους αποδίδεται. Επιπλέον, εκτός από κινήματα ή πρακτικές, τα οποία μπορούν να οριστούν λιγότερο ή περισσότερο ξεκάθαρα, ως ψευδοεπιστημονικές μπορούν να οριστούν έρευνες που παρουσιάζονται καθημερινά στην επικαιρότητα σχετικά με την υγεία, τη διατροφή, την Ψυχολογία και μπορεί να σχετίζονται με συναφή προϊόντα. Επομένως, γίνεται αντιληπτό ότι η ψευδοεπιστήμη δεν σχετίζεται απλώς με μια εναλλακτική θεώρηση του κόσμου ή μια ποικιλία διαφορετικών απόψεων, αλλά πολύ συχνά έχει οικονομικές και πολιτικές προεκτάσεις. Για παράδειγμα, συμπληρώματα διατροφής και σκευάσματα που αντιμετωπίζουν διαφόρων ειδών καταστάσεις έχουν εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως, ενώ φορείς ψευδοεπιστημονικών πεποιθήσεων έχουν τεράστια προβολή στον Τύπο και επιρροή στην κοινή γνώμη. Πολλές φορές μάλιστα, αυτές οι πεποιθήσεις εκφράζονται και από επιστήμονες. Επομένως, το θέμα της διάκρισης μεταξύ επιστήμης/ψευδοεπιστήμης δεν αποτελεί απλώς ακαδημαϊκό, αλλά ευρύτερο κοινωνικό θέμα.

Πώς διαχωρίζεται η επιστήμη από την ψευδοεπιστήμη;

Η συζήτηση στη δημόσια σφαίρα σχετικά με την ψευδοεπιστήμη φαίνεται να μονοπωλείται από τους φορείς αυτών των απόψεων και τους επιστήμονες. Οι τελευταίοι συνήθως επικαλούνται είτε την αυθεντία της επιστήμης τους ή πραγματικά εξετάζουν με τη βοήθεια της επιστημονικής μεθόδου τους ψευδοεπιστημονικούς ισχυρισμούς και τους απορρίπτουν. Αν όμως θέλουμε να είμαστε ακριβείς, τα όρια μεταξύ επιστήμης και ψευδοεπιστήμης δεν αποτελούν αντικείμενο μελέτης της επιστήμης, αλλά της Φιλοσοφίας της Επιστήμης.

Σε αυτό το πλαίσιο πολλοί φιλόσοφοι της επιστήμης έχουν προσπαθήσει να δώσουν απαντήσεις. Μάλιστα, ο ορισμός που παρατέθηκε παραπάνω βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα συμπεράσματα του φιλοσόφου της Επιστήμης Karl Popper. Ο Popper, μελετώντας τις μεθόδους που χρησιμοποιούν επιστήμονες σε διάφορα πεδία διατύπωσε την άποψη ότι μια πρόταση, για να είναι επιστημονική, θα πρέπει να είναι διαψεύσιμη, θα πρέπει δηλαδή να υπάρχει κάποιο πείραμα ή παρατήρηση τα οποία μπορούν να τη διαψεύσουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε (και αποτελεί) η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας. Η Γενική Σχετικότητα κάνει προβλέψεις για φαινόμενα του Σύμπαντος και η εγκυρότητά της επιβεβαιώνεται μέχρι στιγμής, αλλά μπορεί να υπάρξει κάποια παρατήρηση στο μέλλον η οποία να τη διαψεύσει. Είναι λοιπόν μια διαψεύσιμη θεωρία και επομένως έγκυρη επιστημονικά. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει ωστόσο με τις θεωρίες συνωμοσίας και την ψευδοεπιστήμη, καθώς οι φορείς αυτών των απόψεων προσαρμόζουν τα γεγονότα ώστε να επιβεβαιώνονται εκ των υστέρων, ενώ δεν υπάρχει (ή δεν προτείνεται) τρόπος να ελεγχθούν με νέες παρατηρήσεις. Σημαντική διάκριση για τον Popper μεταξύ επιστήμης και ψευδοεπιστήμης είναι ότι η πρώτη προσπαθεί να απορρίψει θεωρίες, ενώ η δεύτερη να επιβεβαιώσει. Αν μια θεωρία δεν μπορεί να ελεγχθεί ως προς την εγκυρότητά της, τότε δεν είναι επιστημονική. Θα έλεγε κανείς ότι οι απόψεις του Popper έχουν κυριαρχήσει σε μεγάλο βαθμό μεταξύ των επιστημόνων ως προς το τι συνιστά ψευδοεπιστήμη.

Αξίζει βέβαια να αναφέρουμε ότι σε αυτό το θέμα έχουν υπάρξει και άλλες απόψεις. Για παράδειγμα, για τον Feyerabend δεν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος να θεωρεί κανείς την επιστήμη πιο έγκυρη από την αστρολογία ή τη χειρομαντεία, καθώς η καθεμιά έχει τα δικά της εργαλεία και μεθόδους. Μια ενδιαφέρουσα όμως τοποθέτηση που αντιτίθεται των απόψεων του Feyerabend έχει κάνει ο John Wilkins, ιστορικός και φιλόσοφος της Επιστήμης του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης. Διάφορα επιστημονικά πεδία και θεωρίες έχουν «χτίσει» γύρω τους έναν όγκο γνώσης και έχουν αναπτύξει μεθοδολογίες τόσο στις Φυσικές όσο και στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες. Μάλιστα, όλα αυτά τα πεδία έχουν δείξει τη δυναμική παραγωγής νέας γνώσης από πολύ νωρίς στην ιστορία τους. Αντιθέτως, η αστρολογία υπάρχει εδώ και χιλιάδες χρόνια χωρίς να έχει συμβεί κάτι τέτοιο κι αν αποδεχτούμε την εγκυρότητά της, χρειάζεται να απορρίψουμε τις γνώσεις που έχουμε συσσωρεύσει εδώ και αιώνες στη Φυσική. Ένα τέτοιο επιχείρημα μπορεί φυσικά να επικαλεστεί κανείς και για τη θεωρία της επίπεδης Γης και τον δημιουργισμό.

Γιατί οι άνθρωποι πιστεύουν «ακόμη» σε ψευδοεπιστήμες;

Το ερώτημα αυτό είναι από τα πιο ενδιαφέροντα, καθώς μας δίνει τη δυνατότητα να αναδείξουμε πτυχές τόσο της ανθρώπινης φύσης όσο και της ίδιας της επιστήμης. Σε ό,τι αφορά την τελευταία, η έκπληξη που συχνά συνοδεύει αυτό το ερώτημα («ακόμη») υποδηλώνει τις πεποιθήσεις μας για την έννοια της προόδου στην επιστήμη. Υπονοείται δηλαδή ότι με την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο που έχουμε επιτύχει τα τελευταία χρόνια θα έπρεπε να έχουν ήδη εξαλειφθεί όχι μόνο οι ψευδοεπιστήμες αλλά και κάθε άλλου είδους πεποίθηση εκτός επιστήμης. Φυσικά, μια τέτοια πεποίθηση είναι όχι μόνο αναληθής αλλά και επικίνδυνη. Είναι ίσως εκτός των σκοπών του παρόντος κειμένου να αναλυθούν οι λόγοι για τους οποίους ισχύει κάτι τέτοιο, ωστόσο το κατά πόσο η επιστήμη προοδεύει και κατά πόσο είναι από μόνη της αρκετή για να καλύψει τις ανθρώπινες ανάγκες είναι άλλο ένα θέμα υπό μελέτη.

Τόσο οι ψευδοεπιστήμες όσο και τα σενάρια συνωμοσίας μας προσφέρουν μια εύκολη απάντηση σε ερωτήματα που μας απασχολούν. Μας απαλλάσσουν από την ευθύνη να αναζητήσουμε απαντήσεις σε ερωτήματα που απαιτούν πολλή μελέτη και μόχθο. Πολλοί από εμάς μπορεί να μην έχουμε τη δυνατότητα είτε να αναζητήσουμε τις πληροφορίες που χρειαζόμαστε είτε να σκεφτούμε εντατικά και δομημένα ώστε να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα. Ταυτόχρονα όμως, μας φαίνεται προτιμότερο να υιοθετούμε κάποιες απόψεις για τον κόσμο από το να μην έχουμε καμία.

Από την άλλη, μια σειρά από έρευνες δείχνουν ότι το μορφωτικό επίπεδο και η πρόσβαση σε απεριόριστο όγκο πληροφορίας (μέσω του Διαδικτύου) δεν είναι ικανά να εξαλείψουν το φαινόμενο των ψευδοεπιστημών. Η προδιάθεση επιβεβαίωσης υποδηλώνει την τάση που έχουμε να αξιολογούμε ως σημαντικότερα τα γεγονότα που επιβεβαιώνουν τις απόψεις που έχουμε ήδη διαμορφώσει. Αυτή η τάση δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο των ανθρώπων με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Μάλιστα, ένας άνθρωπος με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο είναι περισσότερο ικανός να στηρίξει τις ήδη διαμορφωμένες, αλλά πιθανόν λάθος, απόψεις του ακριβώς λόγω της καλύτερης μόρφωσής του. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται μάλιστα πολλοί επιστήμονες που προβάλλουν συστηματικά ψευδοεπιστημονικές απόψεις, είτε επικαλούμενοι το κύρος τους ή/και χρησιμοποιώντας επιστημονικοφανή επιχειρήματα και αναφορές σε αμφίβολες πηγές.

Αν όλοι οι άνθρωποι είμαστε δέσμιοι των περιορισμών που αναφέρθηκαν, πώς είναι δυνατόν ένας επιστήμονας να είναι αντικειμενικός, χωρίς προκαταλήψεις; Είναι σαφές ότι δεν γεννιούνται άνθρωποι με ανοσία στις ψευδοεπιστημονικές απόψεις. Ο μόνος τρόπος, σύμφωνα με τον Popper, είναι να θέτουμε τις αντιλήψεις μας υπό το πρίσμα της διαψευσιοκρατίας. Δεδομένου ότι δεν είναι εφικτό να παρατηρούμε τον κόσμο χωρίς πρότερες αντιλήψεις, οφείλουμε να αναζητούμε τα στοιχεία που μπορούν να διαψεύσουν τις απόψεις μας και όχι να αρκούμαστε σε αυτά που απλώς τις επιβεβαιώνουν.

Την ίδια δουλειά κάνει και ένας επιστήμονας. Όπως πολύ εύστοχα το θέτει η φιλόσοφος Mary Midgley, ο επιστήμονας δεν είναι ένας άνθρωπος ουδέτερος, χωρίς πεποιθήσεις. Αντιθέτως, εκφράζει και αποδέχεται ανοιχτά τις προκαταλήψεις και πεποιθήσεις του και τις υποβάλλει και αυτές στη βάσανο της επιστημονικής μεθόδου. Αυτό που έχει σημασία, όπως πίστευε και ο Popper, είναι, ακολουθώντας την επιστημονική μέθοδο, να είμαστε πρόθυμοι να απορρίψουμε τις θεωρίες (απόψεις) μας.

Ελληνιστική Γραμματεία: Φιλολογία και επιστήμη, Η γέννηση της φιλολογίας, Βιβλιοθήκη και φιλολογία

Το κέντρο των γραμμάτων στην αρχαιότητα και το λίκνο της φιλολογικής επιστήμης υπήρξε το Αλεξανδρινό Μουσείο και κυρίως η Βιβλιοθήκη του. Αν και κάποιες αρχαίες μαρτυρίες συνδέουν την οργάνωση της βιβλιοθήκης με τον Δημήτριο τον Φαληρέα, το πιθανότερο είναι ότι η Βιβλιοθήκη ιδρύθηκε και εφοδιάστηκε με βιβλία από τον Πτολεμαίο Β΄ Φιλάδελφο και τον Πτολεμαίο Γ΄ Ευεργέτη. Πολλές εικασίες γίνονται μεταξύ των σύγχρονων μελετητών σχετικά με τον τρόπο απόκτησης των βιβλίων εκ μέρους των Πτολεμαίων. Βασισμένοι σε αρχαίες ανεκδοτολογικές αφηγήσεις, οι μελετητές συγκλίνουν σε δύο κυρίως τρόπους απόκτησης: τον πυρήνα της Βιβλιοθήκης φαίνεται να αποτέλεσε η προσωπική βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη που κληροδοτήθηκε στον Θεόφραστο και από εκεί σε κάποιον Νηλέα από τον οποίο πιθανότατα την αγόρασε ο Πτολεμαίος Φιλάδελφος∙ ο διάδοχός του, Πτολεμαίος Ευεργέτης, την επαύξησε σημαντικά, κατάσχοντας οποιοδήποτε βιβλίο βρισκόταν σε όποιο πλοίο περνούσε από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Έτσι, σύμφωνα με εκτιμήσεις η Βιβλιοθήκη κατείχε 500.000-700.000 παπυρικούς κυλίνδρους μέχρι την καταστροφή της από φωτιά το 47 π.Χ. όταν ο Ιούλιος Καίσαρας κατέκτησε την Αλεξάνδρεια.
 
Το υψηλότερο αξίωμα στη Βιβλιοθήκη ήταν αυτό του βιβλιοθηκάριου, το οποίο ανέθετε με προσωπική του απόφαση ο βασιλιάς σε επιφανή μέλη του Μουσείου. Πρώτος βιβλιοθηκάριος ήταν ο Ζηνόδοτος ο Εφέσιος και τον διαδέχτηκαν ο Απολλώνιος Ρόδιος, ο Ερατοσθένης ο Κυρηναίος, ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος και ο Αρίσταρχος από τη Σαμοθράκη. Μία από τις σημαντικότερες μορφές, ο Καλλίμαχος ο Κυρηναίος, δεν έγινε ποτέ επίσημα βιβλιοθηκάριος, αλλά ήταν η ψυχή στην οργάνωση της Βιβλιοθήκης στα χρόνια του Πτολεμαίου Φιλάδελφου.
 
Στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας γεννήθηκε η φιλολογία. Το έργο των βιβλιοθηκάριων και των λογίων ήταν πολλαπλό και περιελάμβανε μια σειρά από εκδοτικές και φιλολογικές δραστηριότητες, όπως: τη συλλογή και την ταξινόμηση των έργων στη Βιβλιοθήκη∙ την καταγραφή τους σε καταλόγους∙ την κατάταξη των έργων σε λογοτεχνικά είδη∙ την έκδοση και τον σχολιασμό των αρχαίων κειμένων∙ τη γλωσσική ερμηνεία και την κατάρτιση εξειδικευμένων λεξικών. Όσο για τα ξενόγλωσσα βιβλία, οι Αλεξανδρινοί σοφοί μπορούσαν να καταρτίζουν και μεταφράσεις, με γνωστότερο παράδειγμα τη μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης από τα αραβικά στην Κοινή από τους Εβδομήκοντα.