Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019

Ο Πόλεμος της Ελληνικής Γλώσσας

Τι είναι το γλωσσικό ζήτημα;

Οι Έλληνες οι καλλίτεροι, οι πιο ζουμεροί, οι πιο ζωντανοί, είναι όλοι τους δημοτικιστές, ή είναι έτοιμοι να δεχτούνε τη δημοτική. Τι πάει να πει αυτό; Μήπως το ζήτημα το γλωσσικό δεν είναι μόνο γλωσσικό; Με το να πληθαίνουν κάθε ώρα οι δημοτικιστές, μήπως σημαίνει, πως σιγά-σιγά αλλάζει το μυαλό των Ελλήνων, κι αρχίζει και νοιώθει πράματα που δεν τα ένοιωθε πριν;

Τι γίνεται; Οι Έλληνες μέρα με την ημέρα γίνονται πραγματικώτεροι, πιο σύμφωνοι με τον εαυτό τους, τον αληθινό, τον τωρινό. Ξεπετιούνται και ξελευτερώνουνται από μερικές βαρειές σκλαβιές, από σιδερένιες φορεσιές που τους κάθισε ο φιλελληνισμός των ξένων, η αρχαιομανία των γραμματισμένων, κι ο βυζαντινισμός των Φαναριωτών λαϊκών και παπάδων.

Οι Φιλέλληνες και οι γραμματισμένοι μας είπαν πως είμαστε Περικλήδες, Θεμιστοκλήδες, Σωκράτηδες, Αριστοτέληδες και Σοφοκλήδες. Μας μασκάρεψαν με κράνη και περικεφαλαίες, με δόρατα, σάνταλα, χιτώνες, θώρακες -όλα χάρτινα και ξύλινα, χρυσωμένα με χρυσόχαρτα κολλημένα. Από την άλλη μεριά, η παράδοση κ’ οι Φαναριώτες, ενεργούσαν. Αυτοί πάλι έλεγαν: «Θα πάρουμε την Πόλη», «ο μαρμαρωμένος Βασιλιάς κ’ η κόκκινη, μηλιά», «η Αγιά Σοφιά», το βυζαντινό κράτος -η Μεγάλη Ιδέα.

Οι Φιλέλληνες κ’ οι γραμματισμένοι Ρωμιοί έπλασαν και την αντίληψη της μικρής Ελλάδας, εκείνην που έχουν οι Ελλαδικοί σήμερα, τοποθέτησαν την τωρινή Ελλάδα επάνω στην κλασική Ελλάδα, και είπαν: «Τα σύνορά της θα είναι και σύνορά σας, για να είναι η εικόνα σας πανομοιότυπη». Η βυζαντινή παράδοση πάλι, έφτειασε τη φαντασία μιας πολύ μεγάλης Ελλάδας, με κέντρο την Πόλη, ξαναδημιούργησε κι ανάστησε τη βυζαντινή αυτοκρατορία στα κεφάλια των Ελλήνων.

Όλ’ αυτά πέφτουνε τώρα, γκρεμίζουνται. Με την ελεεινότητα του Ελληνικού κράτους, που μας έκανε κορόιδο, χάσαμε την πίστη μας σ’ αυτά που μας έλεγαν οι Φιλέλληνες, οι Γραμματισμένοι και οι Φαναριώτες, και μαζί χάσαμε σκεδόν και την πίστη στον εαυτό μας, στη δύναμη της φυλής μας. Αυτό το τελευταίο είναι κακό μεγάλο, μα είναι η φυσική αντίδραση. Πρέπει να περάσει. Και τώρα καθένας αγάλι αγάλι ξυπνά και λέει:

«Όσα μας είπαν είναι λοιπόν ψευτιές, θέλουμε μεις αλήθεια. Οι Φιλέλληνες, οι Δασκαλογραμματισμένοι, και οι Φαναριώτες είπανε ψέματα στους γονιούς μας, και επειδή είταν απλοϊκοί άνθρωποι, τους επίστεψαν. Μα εμείς πια δε θέλουμε να γελιούμαστε. Πού είναι η αλήθεια; Δεν ήμαστε Περικλήδες, Σοφοκλήδες και Σωκράτηδες, κάτω οι χάρτινες περικεφαλαίες και τα ξύλινα δόρατα. Αυτά είναι ψευτιές. Δε θα πάρουμε την Πόλη. Πέθανε ο μαρμαρωμένος Βασιλιάς. Μεις είμαστε μικροί, ανάξιοι, τιποτένιοι.

Έλα, ας πιάσουμε να δούμε τι έχουμε και δεν έχουμε. Η αρχαία γλώσσα δεν υπάρχει, είναι ψέμα. Το σκολειό που μας μαθαίνει πως υπάρχει, λέει ψέματα. Έπειτα το σχολειό όλο θεωρίες μας διδάσκει, ενώ μεις θέλουμε πραγματικότητες, θετικά, πραχτικά πράματα. Να κάνουμε πρέπει σκολειά πραχτικά, εμπορικά, επαγγελματικά, που δε θα μας μαθαίνουν άχρηστες γνώσες. Ούτε καιρό γι’ αυτές έχουμε ούτε όρεξη. Ο κόπος μας ας πάει αλλού. Γλώσσα θα μεταχειριζόμαστε αυτή που έχουμε και μιλούμε. Αυτή μας σώνει, άλλη δε χρειαζόμαστε. Ό,τι κι αν θέλουμε να πούμε, μ’ αυτή θα το λέμε. Όποιος λέει πως μας χρειάζεται άλλη γλώσσα, καλλίτερη, λέει ψέματα. Το κράτος δε θα προκόψει με τα σκολειά και ταρχαία γράμματα. Με το να λέμε και να ξαναλέμε πως ο Περικλής είταν παπούλης μας, και πως είτανε μεγάλος άνθρωπος, δεν πάει να πει πως κ’ εμείς είμαστε ή γινήκαμε μεγάλοι. Το κράτος θέλει στρατό και στόλο.

Τάλλα όλα είναι κουρουφέξαλα. Ναι, η Μεγάλη Ιδέα είναι φαντασία, και γι’ αυτό έπεσε στην υπόληψή μας, αλλά βέβαια μένει η πραγματικότητα ότι πολλά ελληνικά χώματα είναι σκλαβωμένα στον Τούρκο και πρέπει να ξεσκλαβωθούν και να ενωθούν με τη μικρή Ελλάδα. Γιατί ούτε η κλασική Ελλάδα με τα κλασικά της σύνορα (που τα φύλαγε, σαν κέρβερος, ο στενόμυαλος Δημοστένης), είναι κανένα πρότυπο για τη σημερινή Ελλάδα, ούτε πάλε η απέραντη βυζαντινή αυτοκρατορία, με τα αναρίθμητα έθνη της, μπορεί να γίνει παράδειγμα για μια τωρινήν Ελλάδα.

Η δική μας η τωρινή Ελλάδα θέλει σύνορα εκεί που τελειώνει η Ελληνική φυλή. Για να φτειαστεί η Ελλάδα αυτή, χρειάζεται να δουλέψουμε.

Η ελευτεριά δεν πέφτει από τον ουρανό σαν το μ ά ν α. Τι, περιμένουμε; Από τ ώ ρ α πρέπει ναρχίσουμε να δουλεύουμε, δούλοι κ’ ελεύτεροι, για να ενωθεί η φυλή μας σ’ έ ν α κράτος. Μα και οι νόμοι και τα συστήματα, που μας φόρτωσαν εμάς τους Ελλαδίτες, οι πρώτοι και κατοπινοί μας νομοθέτες -νομοθέτες θεότυφλο- είναι στραβά κι ανάποδα. Σύντριψαν την αυτοδιοίκηση, που ύπαρχε χιλιάδες χρόνια, και μας έντυσαν με ρούχα που δε μας έρχονται. Για, ας ανοίξουμε τα μάτια μας να δούμε. Όταν ήρθαν και μας πλάκωσαν οι βαυαρέζικοι κι άλλοι νόμοι, τι είχαμε; Είχαμε, κοινότητες και τοπική αυτοδιοίκηση. Ας δοκιμάσουμε, τώρα που ανοίξαμε τα μάτια μας, να ξαναφτειάσουμε κείνο, που έτσι αστόχαστα κλωτσοπατήσαμε τότε. Ας αφήσουμε να ξαναφυτρώσουν μονάχες τους οι κοινότητες.»

Κ’ έτσι και σ’ όλα τάλλα. Η γλωσσική αλλαγή φέρνει κι άλλα κρυφά κουσούρια -χρυσά κι ατίμητα κουσούρια- σ’ όποιον την παθαίνει. Η δημοτική γλώσσα είναι μιαν αρρώστια -χρυσή και αξιαγάπητη αρρώστια που δεν έρχεται μονάχη, παρά φέρνει μαζί της χίλια μύρια καλά, σέρνει σωρούς κι αρμαθιές τις ιδέες, τις αντίληψες, τα φώτα, τις σκέψες, τα αισθήματα- καινούρια, δροσερά, ανοιξιάτικα, και τι όμορφα! Τέτοια είναι, που μόνο να τα συγκρίνεις με τους σωρούς και τους μεγαλόπρεπους όγκους της αρχαιοπρέπειας των περασμένων γενεών, αμέσως διαγνώνεις πως τούτα είναι ψ ό φ ι α, ενώ τα σημερινά είναι ζ ω ν τ α ν ά. Και αν θέλει ρώτημα, τι είναι καλλίτερο απ’ τα δυο, η ζωή γιά η ν έ κ ρ α, ας βρεθεί κανείς να πει πως καλλίτερα έχει τη νέκρα, την αρχαιόπρεπη, κι ας έρθει εδώ μπροστά μου να το μολογήσει, να τον ονομάσω ευτύς κ’ ήσυχα-ήσυχα «Ψ ο φ ί μ ι! ».

Να πώς το γλωσσικό ζήτημα δεν είναι ξερά ξερά γλωσσικό ζήτημα, παρά είναι κοινωνικό ζήτημα. Πιστεύω πως οι άνθρωποι που θα πρωτοστατήσουν στο έθνος μας, σε τούτης τη γενιά -δηλαδή στη γενιά που φύτρωσε ύστερα από το 97- θα είναι όλοι ή δημοτικιστές δηλωμένοι, ή έτοιμοι για να δεχτούν τη ζωντανή, τη δημοτική γλώσσα.

Ίων Δραγούμης / Δημοσιεύτηκε στον αριθ. 274 (16 του Δεκέβρη 1907) του «Νουμά», με υπογραφή: ΙΔΑΣ και με ημερομηνία 26 του Νοέμβρη 1907.

Ο Γλωσσικός Πόλεμος
Το ελληνικό γλωσσικό ζήτημα είναι ένα θέμα πιθανόν «λελυμένο» τουλάχιστον νομοθετικά, λένε, για την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Μέχρι νεωτέρας φυσικά. Ωστόσο ως μέσο ιδεολογικής και κοινωνικής επιβολής ταλαιπώρησε και δίχασε την ελληνική κοινωνία επί σειρά αιώνων και είναι λογικό για ένα κράτος που ήταν και είναι υπό κατοχή. Ο κάθε νέος Αφέντης  αποφασίζει για την γλώσσα που θα ομιλούν οι υποτακτικοί του, αυτά που θα του επιτρέπει να γνωρίζει και υπό ποιά οπτική.

Μου κάνει εντύπωση που σήμερα το γλωσσικό ζήτημα, (μεταξύ πολλών ακόμη σοβαρών θεμάτων) είναι ένα θέμα άγνωστο στον Έλληνα!!! Είναι άγνωστος ο πόλεμος για την γλώσσα που ομιλεί και γράφει, δηλαδή, την γλώσσα που επικοινωνεί. Όμως ένας τεράστιος γλωσσικός πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη, ναι, ακόμη και σήμερα που είναι το θέμα φαινομενικά «λελυμένο νομοθετικά» και η σχεδόν καθολική, επιβολή της ανορθογραφίας και των γκρικλς ως κάτι «φυσιολογικό» κι αποδεχτό γίνεται από εξαίρεση, ο κανόνας. Θα μου πεις πάντοτε οι μάζες (οι Κοινοί, οι Μαλλιαροί) ήταν κι αμόρφωτοι, κι αναλφάβητοι, κι ανορθόγραφοι, κι ασύντακτοι, αλλά σήμερα, στην τεχνική εποχή, αυτό θα έπρεπε να έχει εκλείψει, ειδικά αφού οι περισσότεροι -αν όχι όλοι- δραστηριοποιούνται ολημερίς σε κάποιο κοινωνικό μαντρί και η γραφή είναι απαραίτητη για να εκφραστούν και να επικοινωνήσουν.

Αλλά θα μου ξαναπείς ότι και οι μαϊμούδες επικοινωνούν και δεν χρειάζονται ούτε γλώσσα ούτε ορθογραφία, και θα σου απαντήσω, ότι, υπάρχει αυτό το κάτι που μας διαφοροποιεί από τις μαϊμούδες κι αυτό είναι η γλώσσα μας, οι λέξεις της με την  ετυμολογία τους, η ορθογραφία τους, το συντακτικό της και ο ορθός τρόπος χρήσης της.

Η Γνώση είναι άμεσα συνδεδεμένη με την γλώσσα της. Αυτά που σου επιτρέπουν να γνωρίζεις, ο τρόπος που σου επιτρέπουν να εκφράζεσαι είναι προκαθορισμένο από τον Αφέντη (κατόπιν οι Μυστικές Εταιρίες, στοές και λαγούμια θα στην επιβάλλουν) κι όποιος καθορίζει την γλώσσα σου καθορίζει και τις σκέψεις σου και τα συναισθήματα σου και το περιβάλλον σου και πάει λέγοντας. Κοντολογίς Η ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΖΩΗ ΣΟΥ. Την ποιότητα της, το πώς θα ζήσεις, το αν θα είσαι ασθενής ή υγιής, από ποια ασθένεια θα νοσήσεις, πως θα αντιλαμβάνεσαι τις τέχνες, τις επιστήμες, τα υψηλά νοήματα, τις αφηρημένες κι αμφίσημες έννοιες, το πώς θα τις επεξεργάζεσαι, η ικανότητα σου στην ΔΙΑΚΡΙΣΗ, η διαφοροποίηση, η ταυτοποίηση και η ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΟΛΟΦΑΝΕΡΟΥ, τα οικονομικά και ο πλούτος σου … και χιλιάδες άλλα, εξαρτώνται αποκλειστικά και ΜΟΝΟΝ, από την γλώσσα που ομιλείς.

Το γλωσσικό θέμα έχει μια πολύ σοβαρή φυσική και μεταφυσική προέκταση, μα δεν θα το αναλύσω εδωνά, χωρίς πρώτα να γνωρίζεις τι είναι και πως εξελίσσεται ο Ελληνικός Γλωσσικός πόλεμος. Αν σε ενδιαφέρει η ζωή και η υγεία σου, η επιβίωση σου, η τύχη σου κι ο πλούτος σου, η κληρονομιά σου και τα δυναμικά σου, το γλωσσικό είναι το θέμα που απαιτεί πρωτίστως και καθολικά την προσοχή σου. Σήμερα μιλάμε αγγλικά και γερμανικά με ελληνικές λέξεις, και από άποψη γραμματικής και από άποψη συντακτικού, το μόνο που λείπει είναι να γράφουμε με λατινικούς χαρακτήρες!

Εδώ απλώς ίσα -ίσα που σκαλίζουμε λίγο την επιφάνεια, ενός τόσο σημαντικού ζητήματος, όπως το γλωσσικό, αν δε προστεθούν τα κομμουνιστικά, μασονικά και δόλια συμφέροντα κάθε είδους κομμάτων κι αποκομμάτων, με πολιτική, θρησκευτική ή οικονομική ροπή και την δική του ατζέντα, που είχαν να κάνουν με την διαστρέβλωση, τον εξοβελισμό και την αποσάθρωση της Ελληνικής γλώσσας, χρειάζονται πολλές σελίδες ανάλυσης. Είναι όμως ένα πολύ σημαντικό θέμα που απαιτεί την προσοχή σου και την εις βάθος μελέτη.

Σκέψου μονάχα ετούτο: Η αρχαία Ελληνική γλώσσα, που ήταν αρχαία για τους αρχαίους και δεν γνώριζαν τότε την καταγωγή της, είναι η γλώσσα που δημιουργεί σύμπαντα και εξυψώνει τον άνθρωπο από μιμιδίζουσα μαϊμού, σε Μετάνθρωπο. Σιγά μην την άφηναν ανεξέλεκτη. Και σιγά μην άφηναν το Ελληνικό DNA να ομιλεί την πατρογονική του γλώσσα. Εχει γούστο, αν μη τι άλλο, το να γνωρίζουμε τα καραγκιοζιλίκια ένθεν κι ένθεν των παπαρολογοειδικών (γνωστών κέντρων και λαγουμιών) κόντρα στην αγνή καθαρή ψυχή όσων πάλεψαν για την ελληνική γλώσσα.

Αττική Διάλεκτος
Η Αττική διάλεκτος είναι η πιο γνωστή από τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους. Γεννήθηκε στην Αθήνα όπου λέγοταν τότε όλη η Αττική και ήταν ταυτόσημες έννοιες. Από τις αρχαίες διαλέκτους είναι η πιο όμοια με τα μετέπειτα ελληνικά και είναι η τυποποιημένη μορφή της γλώσσας που μελετάται στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών. Η πιο παλαιά καταγραμμένη ελληνική λογοτεχνία, των «Ομηρικών Επών» χρονολογείται στον 7ο ή 8ο αιώνα π.κ.ε. και δεν γράφτηκε στην αττική διάλεκτο, αλλά σε παλαιά Ιωνική και Αιολική, αλλά η γραπτή μορφή της επηρεάζεται από την Αττική διάλεκτο. Η Αθήνα και η διάλεκτός της παρέμειναν σχετικά άγνωστες  έως ότου οδήγησαν οι αλλαγές του πολιτεύματός της στην δημοκρατία το 594 π.κ.ε την έναρξη της κλασσικής περιόδου και την άνοδο της αθηναϊκής επιρροής.

Τα πρώτα εκτενή έργα της λογοτεχνίας σε αττικό επίπεδο είναι τα έργα των δραματουργών Αισχύλου, Σοφοκλή, Ευριπίδη, Αριστοφάνη και Μενάνδρου τον 5ο αιώνα π.κ.ε. Τα κείμενα του Αθηναίου Πλάτωνα χρονολογούνται επίσης από εκείνον τον αξιοπρόσεκτο ιερό αιώνα της φιλοσοφίας. Οι στρατιωτικοί άθλοι των Αθηναίων οδήγησαν λόγιους που τους μελέτησαν παγκοσμίως και θαύμασαν την ιστορία της γλώσσας αυτής, στην οποία είναι γραμμένα τα έργα του Θουκυδίδη και του Ξενοφώντα. Ελαφρώς λιγότερο γνωστοί επειδή είναι πιο τεχνικοί και νομικοί είναι οι λόγοι των ρητόρων όπως του Αντιφώντα, του Δημοσθένους, του Λυσία, του Ισοκράτη και πολλών άλλων. Ο αττικιστής Έλληνας φιλόσοφος Αριστοτέλης (384-322 π.κ.ε.) ως μαθητής του Πλάτωνα, χρονολογείται από την περίοδο στην οποία η κλασσική αττική αντεξελίσσεται στην κοινή Ελληνιστική.

Τι είναι η γλωσσική διμορφία;

Ενας Γλωσσικός Εμφύλιος
Το γλωσσικό ζήτημα είναι ένα θέμα πιθανόν λελυμένο –τουλάχιστον νομοθετικά- για την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Μέχρι νεωτέρας φυσικά. Ωστόσο ως μέσο ιδεολογικής και κοινωνικής επιβολής ταλαιπώρησε την ελληνική κοινωνία επί σειρά αιώνων. Μου κάνει εντύπωση που σήμερα το γλωσσικό ζήτημα, να παρακολουθήσουμε την εξέλιξή του από την ελληνιστική περίοδο μέχρι την οριστική επίλυσή του και τέλος να δούμε ποιες υπήρξαν οι συνέπειές του στις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, την πολιτική ζωή και την εκπαίδευση του νεοελληνικού κράτους.

Η γλώσσα δεν είναι η ίδια σε όλες τις περιστάσεις και για όλους τους ανθρώπους. Εμφανίζει ποικιλότητα, δηλαδή διαφοροποίηση, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ατόμου (ιδιόλεκτος, διάλεκτος, κοινωνιόλεκτος), με την περίσταση χρήσης της (επίπεδο ύφους) και ανάλογα με το επίπεδο γνώσης της ως δεύτερης/ξένης (διαγλώσσα). Οι επαγγελματίες ομιλητές ήδη από μικρή ηλικία και ουσιαστικά καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους, μαθαίνουν και χρησιμοποιούν διαφορετικές γλωσσικές ποικιλίες ανάλογα με το περικείμενο στο οποίο βρίσκονται, δηλαδή τις δραστηριότητες, τα πρόσωπα, τις συνθήκες, τους ρόλους κλπ. που εντοπίζονται σε κάθε περίσταση. Με άλλα λόγια, οι ομιλητές εξοικειώνονται και τελικά χρησιμοποιούν διαφορετικά επίπεδα ύφους, καθένα από τα οποία συνήθως συνδέεται με ένα συγκεκριμένο κειμενικό είδος.

Με τον όρο γλωσσικό ζήτημα εννοείται ο γλωσσικός διχασμός, σε γραπτό λόγο (λόγιο) και καθομιλούμενη γλώσσα (δημώδη), ο οποίος ως αποτέλεσμα της διασποράς των δυτικών ιδεολογιών στην ελληνική κοινωνία, την σημάδευσε επί σειρά ετών. Το μόνο πράγμα το οποίο άλλαζε κατά τήν διάρκεια τής ιστορίας 20 αιώνων τού γλωσσικού ζητήματος ήταν η ένταση και τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα της εκάστοτε εποχής.

Στα ελληνικά έχουν προταθεί και διάφοροι άλλοι όροι γι’ αυτή την κατάσταση (μεταξύ των οποίων διγλωσσία, κοινωνική διμορφία, διπλογλωσσία, τεχνητή διγλωσσία, εσωτερική διγλωσσία, ιστορική διγλωσσία κλπ.) η οποία συνδέεται με το λεγόμενο γλωσσικό ζήτημα – την διάκριση καθαρεύουσας και δημοτικής. Η κοινωνική διγλωσσία είναι μια σχετικά σταθερή γλωσσική κατάσταση η οποία έχει τρία κύρια χαρακτηριστικά:

1. Δύο διαφορετικές ποικιλίες της ίδιας γλώσσας χρησιμοποιούνται σε μία γλωσσική κοινότητα, μία από τις οποίες θεωρείται «Υψηλή» ποικιλία (Υ) και η άλλη «Χαμηλή» ποικιλία (Χ). Δηλαδή, εκτός από τις βασικές διαλέκτους της γλώσσας, υπάρχει μια ιδιαίτερα διαφοροποιημένη, τυποποιημένη (και συνήθως γραμματικά πιο περίπλοκη) ποικιλία (Υ), η οποία είναι φορέας μιας μεγάλης και σεβαστής γραπτής φιλολογικής παράδοσης και έχει μεγάλο κύρος. Η ποικιλία αυτή μπορεί να προέρχεται από προηγούμενη φάση της ίδιας γλώσσας ή από άλλη συγγενή γλωσσική κοινότητα.

2. Η κάθε ποικιλία χρησιμοποιείται σε διαφορετικές περιστάσεις έτσι ώστε η Υ και η Χ συμπληρώνουν η μία την άλλη αλλά δεν είναι συμβατές σε καμία περίπτωση. Για παράδειγμα, η Υ διδάσκεται συστηματικά στην επίσημη εκπαίδευση και χρησιμοποιείται στις περισσότερες γραπτές ή επίσημες προφορικές χρήσεις (τα δημόσια έγγραφα, τις εφημερίδες, την τηλεόραση, την λογοτεχνία, τους πολιτικούς λόγους, την θρησκεία κλπ.). Αντίθετα, η Χ μονοπωλεί σχεδόν τις ανεπίσημες περιστάσεις επικοινωνίας (συζήτηση, καθημερινές συναλλαγές). Η χρήση της Υ εκεί που αναμένεται Χ, αλλά και το αντίστροφο, μοιάζει παράδοξη, προκαλεί γέλιο και μπορεί να στιγματίσει τον/την ομιλητή/τρια.

3. Κανένα κομμάτι του πληθυσμού δεν χρησιμοποιεί την Υ στην αυθόρμητη καθημερινή επικοινωνία, εφόσον δεν αποτελεί μητρική γλώσσα κανενός. Ως μητρική γλώσσα αναγνωρίζεται η Χ.

Η Γλώσσα στην Αρχαία Ελλάδα
Αυτή η διμορφία (όρος ο οποίος δυστυχώς δεν επικράτησε) μπορεί εύκολα να εντοπιστεί διάσπαρτη (αν κι όχι με αυτή την ονομασία) στην αρχαία Ελληνική γραμματεία. Προσωκρατικοί συγγραφείς όπως ο Φερεκύδης, ο Παρμενίδης και ο Ξενοφάνης επέλεγαν όχι τον πεζό λόγο (καταλογάδην συγγραφή) αλλά την ποιητική γλώσσα ως παλαιότερη και πιο σεβαστή. Παρόμοιες αναφορές μπορούμε να βρούμε και στον Αριστοτέλη («τιμιώτατον μὲν γὰρ τὸ πρεσβύτατον, ὅρκος δὲ τὸ τιμιώτατόν ἐστιν»).

Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η «Τέχνη Γραμματκή» τού Διονυσίου τού Θρᾳκός (η πρώτη Ελληνική και Ευρωπαϊκή γραμματική), στην οποία ανέλυε την παλαιότερη λογοτεχνική γλώσσα τών ποιητών. Προς τούτοις, ο Θουκυδίδης επέλεγε να γράφει σε γλώσσα πιο αυστηρά (βλέπε τα τρίτα πρόσωμα των προσωπικών αντωνυμιών σφεῖς, σφῶν κτλ αντί των τότε εν χρήσει αττικών αὐτοί αὐτῶν, οὗτοι τούτων ή ἐκείνοι ἐκείνων), τις παλαιές μεταβολές του διπλού σσ σε σρ, διότι τα πρό αυτού χρόνια το ρρ το έλεγαν ττ. Βλ. ακόμη τους εκλιπόντες τύπους δοτικής -οισι από του Ε΄ αιώνος σε -οις (ἀνθρώποισι – ἀνθρώποις) κτλ. Όμως ο «δημοτικιστής» της εποχής Ἀριστοφάνης στους Βατράχους γράφει ακόμη «τοῖς μὲν γὰρ παιδαρίοισίν ἐστι» και άλλα πάμπολλα παραδείγματα. Μάλιστα εκεί κατηγορείται τον Αἰσχύλο ότι γράφει τις παραστάσεις του σε γλώσσα ακατανόητη στον απλό λαό (Βάτραχοι, στίχος 926).

Ακόμη φαίνεται ότι υπήρχε σαφεστάτη διαφορά μεταξύ του γραπτού και του προφορικού λόγου, όπως για παράδειγμα η γλώσσα των ποιητών οι οποίοι ανεμίγνυαν στοιχεία πεπαλαιωμένα (χορό στην Δωρική διάλεκτο των τραγικών, η οποία ήταν η “καθαρεύουσα”). Έγραφαν διαλέγοντες ένα κράμα από Δωρικά Αιολικά/Ιωνικά και επικά στοιχεία, γλώσσα η οποία θεωρητικά είναι αδύνατον να μιλήθηκε ποτε.

Περίπου τον 1ο αιώνα μ.κ.ε. οι αττικιστές, με ρομαντική πάντως διάθεση, προσπάθησαν να μεταρρυθμίσουν την γλώσσα, όχι στο πώς χρησιμοποιείται αλλά στο πώς πρέπει να χρησιμοποιείται βάσει τής Αττικής διαλεκτου τού 5ου π.κ.ε. αι. Τότε και άρχεται επισήμως το περίφημο γλωσσικό ζήτημα, όταν δηλαδή αυτή η διάκριση του ύφους απευθύνεται ως οδηγία στις μεγάλες μάζες τών ανθρώπων. Αυτό είχε ως ακόλουθο την ταχεία εξάπλωση του διαχωρισμού τής λογίας από την δημώδη γλώσσα.

Mετά τις κατακτήσεις του Μακεδόνα Αλεξάνδρου, το κράτος των Μακεδόνων βασιλέων του υιοθετεί την αττική διάλεκτο για τις διοικητικές, εμπορικές και διπλωματικές του ανάγκες. Η αττική διάλεκτος διαμορφώνεται σταδιακά σε νέα μορφή ελληνικής γλώσσας, την Ελληνιστική ή Κοινή, η οποία θα καθορίσει αργότερα την Βυζαντινή και την νέα Ελληνική γλώσσα. Οι πολιτικές, θεσμικές και κοινωνικές αλλαγές, η επικράτηση της νέας θρησκείας, είναι οι κύριες αιτίες θεμελίωσης και επικράτησης της Κοινής, που έχει υποστεί αλλοιώσεις τόσο στην φωνητική όσο και στην μορφολογία, την σύνταξη και το λεξιλόγιο. Οι Αλεξανδρινοί γραμματικοί επινοούν τους τόνους και, πιστεύοντας ότι με την χρήση της αττικής θα συνεχιζόταν η παράδοση στη συγγραφή έργων, διδάσκουν τον αττικισμό, με αποτέλεσμα την στροφή των λογίων σε ένα τεχνητό γραπτό ιδίωμα, και την αρχή ενός πολέμου των ακραίων αρχαιστών και των ακραίων δημοτικιστών, ή όπως τους ονόμαζαν οι πρώτοι «χυδαίων».

Για την γραπτή και προφορική μετάδοση της διδασκαλίας του χριστιανισμού χρησιμοποιείται αρχικά η Κοινή. Η Παλαιά Διαθήκη μεταφράζεται σε αυτήν και η Καινή Διαθήκη γράφεται σχεδόν εξ ολοκλήρου αρχικά σε αυτή την γλώσσα, αλλά αργότερα οι Τρεις Ιεράρχες χρησιμοποιούν τον αττικισμό στον επίσημο εκκλησιαστικό λόγο για λόγους συμφιλίωσης και εξοικείωσης με την ελληνική παιδεία. Στην συνέχεια, κατά του βυζαντινούς χρόνους, η διγλωσσία, μεταξύ γραπτής-ομιλούμενης, αττικής –κοινής συνετέλεσε στην χωριστή τους εξέλιξη. Ο γραπτός λόγος οδηγείται σε μια προοδευτική συντακτική στρυφνότητα, ενώ ο προφορικός απλοποιείται φωνητικά και μορφοσυντακτικά λαμβάνων τεράστιο αριθμό λατινικών αρχικά λέξεων και στην συνέχεια σλαβικών και τουρκικών. Συγχρόνως εισάγονται νέες λέξεις δάνειες, τόσο αρχαίες όσο και από άλλους λαούς, εξαιτίας του εκχριστιανισμού τους.

Η Ελληνική Γλώσσα στο Βυζάντιο.
Η Ελληνική γλώσσα εκείνη την εποχή μπορεί να διακριθεί σε τρείς υποπεριόδους. Την Πρώιμη Βυζαντινή (6ος-12ος αι.), την όψιμη (12ος-15ος αι.) και την μεταβυζαντινή (15ος-19ος αι.). Αυτές οι περίοδοι είναι πολύ σημαντικές καθώς σε αυτές μπορούμε να εντοπίσουμε σχεδόν όλες τις φάσεις τού γλωσσικού ζητήματος. Κατά την πρώτη (συγκεκριμένα τον 12ο αιώνα στα λεγόμενα «Πτωχοπροδρομικά» τού Θεοδώρου Προδρόμου) πρωτοεμφανίζονται λογοτεχνικά κείμενα στην δημώδη γλώσσα και κατά την δεύτερη, βαθμηδόν, εξαπλώνεται η χρήση αυτής στον γραπτό λόγο (αναμεμειγμένη με την λογία) και δημιουργούνται οι περισσότερες μετέπειτα εμφανιζόμενες διαλεκτικές μορφές τής γλώσσας (βλ. τα «ἱπποτικά μυθιστορήματα»).

Αυτή η διεργασία συντελείται μετά την πτώση τής Πόλεως στις 29 Μαΐου τού 1453 υπό τών Οθωμανών, λόγω τής απουσίας ενός συντεταγμένου κράτους το οποίο να λειτουργεί συνδετικώς για τους κατοίκους απομακρυσμένων περιοχών. Δήλον λοιπόν ότι ελλείψει κράτους και Παιδείας και υπό ξένης κατοχής θα εισήγετο και πληθύς ξένων λέξεων. Παραδείγματα αποτελούν η Κρήτη και η Κύπρος, οι οποίες και συνδυάζουν τα τοπικά διαλεκτικά στοιχεία με ξένες λέξεις υπό την επίδραση τής παλαιάς λογιας γλώσσας.

Παρόμοιες εξελίξεις φαίνεται ότι προσεπάθησε να εμποδίσει λίγους αιώνες πριν ένα νέο κύμα αττικισμού τον δεύτερο μισό τού 10ου αιώνος, όταν και μετηγράφησαν, θρησκευτικά κυρίως, κείμενα, ενώ στα χρόνια τής Άννας τής Κομνηνής η γλώσσα υπέστη περαιτέρω κάθαρση και στην συντακτική της δομή με πιο εκλεπτυσμένες και παρωχημένες συντάξεις. Οι τρείς κύριες αντιμαχόμενες ομάδες κατά τα χρόνια τού Βυζαντίου ήταν οι υποστηρικτές τής γλώσσας τής υμνογραφίας και καθόλου τής χριστιανικής λατρείας (βασισμένη στην Κοινή τού Ευαγγελίου), οι αττικιστές και οι υπέρ τής ομιλουμένης τής τελευταίας τών ανωτέρω περιόδων.

Τα Ελληνικά στην Τουρκοκρατία
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας εξαιτίας τής περαιτέρω και παντελούς απόσχισης περιοχών τού πρώην βυζαντινού κράτους, των διαφόρων κατακτητών σε περιοχές του και της απομόνωσης περιοχών του, παρατηρείται και η τελική διαμόρφωση τής ιδιωματικής δημοτικής επηρεασμένη τα μέγιστα, κυρίως λεξιλογικώς, από την Τουρκική γλώσσα και την Ιταλική, που εξασθενούν με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Χαρακτηριστική είναι η τάση των Ελλήνων να συνδεθούν ψυχικά με την αρχαιότητα καθώς δίνουν αρχαία ονόματα στα παιδιά τους και στα καράβια τους. Η αρχαιολατρεία αυτή είναι συνέπεια της αναγεννητικής ορμής τού έθνους που αφυπνίζεται και ζητά να στηριχτεί στην κλασσική κληρονομιά του. Εδώ αξίζει να αναφερθεί και η «κακήν κακώς» απόσυρση μιας μεταφράσεως της Καινής Διαθήκης μόλις το 1638 ύστερα από την έντονη αντίδραση της εκκλησίας, κάτι το οποίο στάθηκε ως παράδειγμα πρακτικής προς αποφυγήν για τους μετέπειτα (έως ότου να αποτύχει εκ νέου με την μετάφραση του Ἀλ. Πάλλη το 1901).

Εξαιρετικά σημαντική προσωπικότητα υπήρξεν ο Νικόλαος Σοφιανός, ο οποίος εξέδωσε περίπου το 1540 μ.κ.ε. τήν πρώτη γραμματική τής τότε ομιλουμένης γλώσσας (την οποία ονόμαζε Κοινή). Ο απώτερος σκοπός τού Σοφιανού ήταν ότι αυτή η γλώσσα έδει να αποτελέσει πρότυπο ώστε να γίνουν τα θρησκευτικά κείμενα αντιληπτά από τούς αμαθείς ώς και στις… γυναίκες! Το παράδειγμά του μιμίθηκε και ο Ἀθανάσιος Λάνδος (Ἀγάπιος ὁ Κρής, περ. 1580-1657) για να απευθυνθεί στους ανθρώπους κατωτέρου μορφωτικού επιπέδου.

Λίγο αργότερα, κατά τόν 17ο αιώνα, αυτό το ύφος επιλέγουν (αντί τού αρχαΐζοντος) οι Φραγκίσκος Σκούφος και Ηλίας Μηνιάτης. Μάλιστα στο βιβλίο τού Μηνιάτη, «Τέχνη ῥητορικῆς», αναφέρει ότι «ἡ κοινή μας γλῶσσα εἶναι πτωχὴ ἀπὸ λέξαις καὶ πολλαῖς φοραῖς κάλλιον ἠθέλησα νὰ σιωπήσω καὶ ὑψηλὰ νοήματα, παρὰ νὰ διηγηθῶ ἢ μὲ φωνὴν βάρβαρον ἢ μὲ ὁλότελα ἑλληνικήν». Αυτούς όμως τούς συγγραφείς και τις ιδέες των έψεξε ως αξιοθρηνήτους και ζημιογόνους για την πατρίδα ο επιφανής Λαρισαίος λόγιος Ἀλέξανδρος Ἑλλάδιος.

Ο γλωσσικός πόλεμος σε όλη του την έκταση ξεκίνησε από τον Εὐγένιο Βούλγαρι, ο οποίος υποστήριζε ότι η χρήση τής Κοινής γλώσσας (τών αμόρφωτων) είναι απαράδεκτη για πονήματα υψηλοτέρου κύρους και αποδοκιμάζεται εντόνως (πράγμα το οποίο λόγω τής αδυναμίας αυτής ήταν αληθές). Η απάντηση στον Βούλγαρι προέρχεται από τον, διάσημο πλέον, μαθητή του Ἰώσηπο Μοισιόδακα. Αυτός έμπλεως σεβασμού πρός τον δάσκαλό του και μέσω ενός πονήματος «Θεωρία Γεωγραφίας» εισηγείται την χρήση υψηλοτέρου μεν ύφους, απέχοντος δε διαρρήδην από τού αρχαΐζοντος. Μπορεί να ειπωθεί ότι αυτή η γλώσσα (ή σωστότερα «ὕφος», λέξη την οποία και ο ίδιος εισήγαγε) είναι ο πρόδρομος της Καθαρευούσης τού Ἀδαμαντίου Κοραῆ.

«Μοῦ ἐφάνη ὅτι οἱ Ἱεροκύρηκες, ὅταν διδάσκουσι, καὶ οἱ Σπουδαῖοι, ὅταν συνομιλοῦν, πρέπει νὰ μεταχειρίζωνται ἕνα Ὕφος ὑψηλότερον ἀπὸ τὸ τετριμμένον. Τὸ ἴδιον ἔπραξαν καὶ πράττουν καὶ οἱ Εὐρωπαῖοι, χωρὶς οὐδὲ ποσῶς νὰ ζημιοῦνται οἱ ἁπλούστεροί των».

Το ύφος του διαφαίνεται καθαρά και από το ανωτέρω έργο του, όπου και δικαιολογεί τον «απλοϊκό» τρόπο τής γραφής του γράφων τα εξής: «Ἐγὼ διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἐπιφέρω, ἔκρινα νὰ ἐξυφάνω τὴν παροῦσαν συγγραφὴν ἐν τῷ ἁπλῷ ὕφει, σώζων ὅμως ἀεὶ τοὺς ὡρισμένους ὅρους τῶν πραγμάτων, οἵτινες ἦσαν ἐν χρήσει παρὰ τοῖς ἀρχαίοις, καὶ μεθαρμόζων ἀεὶ τὸ ὕφος ἐπὶ τὸ σεμνότερον, ἢ ἐλάχιστον ἐπὶ τὸ πρεπωδέστερον τῇ ἀνὰ χεῖρας πραγματευομένῃ ὕλῃ».

Καθ’ όν λοιπόν τρόπον ο Μοισιόδαξ εκφράζει την πεποίθησή του, δίκην τού επερχομένου Κοραή, ότι πρέπει να υπάρξει Καθαρισμός τής γλώσσας καί ως πρός την γραμματική και ως πρός την αποβολή ξένων λέξεων. Σημειωτέον εδώ ότι η χρήση τού Όρου «Κοινή» εκείνη την περίοδο (μετά από τήν Κοινή τού Ευαγγελίου και τήν Κοινή τών αγραμμάτων) πρέπει να ταυτίζεται με την απλή Καθαρεύουσα και ουδαμώς με την μετέπειτα Δημοτική.

Προϊόντος κατά βραχύ τού χρόνου εμφανίζεται ο Δημήτριος Κατρατζής, ο οποίος παρουσιάζει ως πρότυπο «Κοινής» (αυτή η μεταβαλλόμενη νοηματικώς λέξη εδώ σημαίνει προφορική και γραπτή γλώσσα όλων) τήν Λογία, καίπερ γέμουσα τοπικών ιδιωματισμών, ομιλουμένη γλώσσα τής Κωνσταντινουπόλεως. Αυτή η Κοινή τής Πόλεως γλώσσα βρήκε λίγους μιμητές (συγκεκριμένα τούς Δανιήν Φιλιππίδη και Γρηγόριο Κωνσταντά) οι οποίοι κατά το παράδειγμα τού δασκάλου τους έγραψαν το βιβλίο «Νεωτερικὴ Γεωγραφία», το οποίο απετέλεσε αιτία να αναφωνήσει ο Κατρατζής «ὁ μαθητής μου χάλασε τὴ Γλῶσσα μου!».

Επόμενο λοιπόν ότι η ταχεία αυτή εγκατάλειψη τού ύφους και από τους λιγοστούς πλέον υποστηρικτές τού Καταρτζή ευνόησε την απλή Καθαρεύουσα, την οποίαν και τελικώς και ακολούθησαν. Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται ο Νικηφόρος Θεοτόκης, μορφωμένος κληρικός, ο οποίος κατά τα πρότυπα τών Σκούφου και Μηνιάτη προχωρεί έτι περαιτέρω στην διαμόρφωση της Καθαρεύουσας. Προϊότος όμως τού χρόνου ο Θεοτόκης επιφέρει μεγάλο καθαρισμό στην Καθαρεύουσα από τα λόγια στοιχεία, σε σημείο να επαινείται από τον Σάθα. Με αυτόν λοιπόν τον τρόπο ο Θεοτόκης τοποθετείται στο μεταίχμιο τής λογίας δημώδους γλώσσης με την Καθαρεύουσα, της οποίας και θεωρείται κύριος διαμορφωτής.

Σημαντικές, ως προς τις απόψεις και όχι τον αντίκτυπο, ήσαν και οι φυσιογνωμίες τών Ιωάννη Βηλαρά και Αθ. Χριστόπουλου (προερχόμενοι περιέργως από την ομάδα τού Κατρατζή). Οι Βηλαράς και Χριστόπουλος προσπάθησαν να εισαγάγουν σε όλες τής μορφές τής γνώσσας τήν τών ποιημάτων και τραγουδιών. Οι ριζοσπαστικότατες, ανιστόριτες και άκρως φανατισμένες θεωρίες τού πρώτου περί τής φωνητικής γραφής έφεραν τα αντίθετα, όπως ήταν φυσικό, αποτελέσματα, ενώ κατά τινα τρόπον απετέλεσε πρόδρομο τού Ψυχάρη.

Το 1814 ο Βηλαράς δημοσίευσε ένα βιβλίο ονομασθέν «Ρομεηκη γλοσα», στο οποίο υποστήριζε την παντελή εγκατάλειψη τής ιστορικής ορθογραφίας «Τουτη λεγο, η νεκρομιαλη λογιοτατη μας δεν εσπουδαξαν τη γλοσα του γενου τους την τορεσνη, δεν κατακηταξαν τες φρασες της τες ομορφοτατες κε επιτηδηοτατες, τες φθορες της, τες αποκοπες της κε τα επιληπα καλη της, οπου μ’ αφτα γραφοντας και πηητηκα και λογογραφικα να στολησουν τη φησηκη τους γλοσα, καθος εστοληστηκαν ολες η γλοσες».

Από την άλλη ο Χριστόπουλος επηρεάστηκε από την Αιολοδωρική θεωρία και το 1805 συνέταξε στην Βιέννη το βιβλίο «Γραμματικὴ τῆς Αἰολοδωρικῆς, ἤτοι τῆς ὁμιλουμένης τωρινῆς τῶν Ἑλλήνων γλώσσας». Με αυτό τον τρόπο ο Χριστόπουλος συνέδεσε απευθείας την αρχαία αιολική και δωρική διάλεκτο με την σύμπασα σημερινή Κοινή ομιλουμένη γλώσσα, επιχείρημα το οποίο ασπάστηκαν πολλοί και περιφανείς λόγιοι όπως οι Κοραής, Κατρατζής, Φιλιππίδης, Νερουλός, Κοδρικάς κ.ά. Ωστόσο αυτό δεν οφείλετο σε περιορισμένες γνώσεις αλλά στην απουσία τής νεοσυστάτου επιστήμης τής γλωσσολογίας. Τελικώς όμως κατέρρευσε εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη υπό της πένας τού Γ. Χατζιδάκι, όπου και έδειξε ότι η τότε (και σημερινή) Κοινή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η συνέχεια τής Αττικής διαλέκτου μέσω τών αιώνων. Πιο περιορισμένο ήταν το έργο τού Ρ. Φεραίου (Αντώνιος Κυριαζής), ο οποίος άν και στην αρχή υπήρξε λόγιος, βαθμηδόν κατέληξε να συγκαταλέγεται με τους αρχαϊστές.

Εκείνα τα χρόνια εμφανίζεται μία από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες, άν όχι η πιο σημαντική για την ιστορία τού Γλωσσικού ζητήματος. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο Αδ. Κοραῆς. Για τον Αδαμάντιο Κοραή η γλώσσα αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση παιδείας, η οποία και θα αποτελέσει και την κατοχύρωση της ελευθερίας. Πρός αυτά τα ιδανικά αποβλέπων ο Κοραής ταυτίστηκε με την έννοια τού Διαφωτισμού για όλο το γένος χωρίς καμμία εξαίρεση. Το έργο του ήταν τόσο σημαντικό και σεβαστό ώστε θεωρείται υπό πάντων τών εμπλεκομένων στο γλωσσικό ζήτημα ως ο άνθρωπος με την μεγαλύτερη επιρροή επί τών αντιμαχομένων ομάδων.
Εικόνα κάτω: Αμύνεσθαι περί Πάτρας: 1894 η διαμάχη του «γλωσσικού ζητήματος».

Ο Μιστριώτης απεικονίζεται με τα σήματα-κατατεθέντα της εμφάνισής του, ομπρέλα και ημίψηλο. Ο Γεώργιος Μιστριώτης (1839-1916) ήταν καθηγητής της Ελληνικής Φιλολογίας στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1839. Την τετραετία 1858-1862 σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κατά τη διάρκεια των σπουδών του διακρίθηκε με δύο βραβεύσεις στο Ροδοκανάκειο διαγωνισμό, για τις πραγματείες του “Περί του καθ’ Όμηρον πολιτεύματος των ηρωικών χρόνων” και “Περί του καθ’ Όμηρον οικιακού βίου των Ελλήνων”. Συνέχισε τις σπουδές του στο εξωτερικό, αρχικά στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας κι έπειτα στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, από όπου το 1867 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Φιλολογίας.

Διετέλεσε πρόεδρος πλήθους επιστημονικών εταιρειών και συλλόγων (“Ελληνικός Διδασκαλικός Σύλλογος”, “Ελληνική Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία” κ.λ.π) και ήταν τακτικός συνεργάτης της εφημερίδας της ελληνικής παροικίας της Τεργέστης Κλειώ. Δύο φορές εξελέγη κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής και το ακαδημαϊκό έτος 1890-1891 ανέλαβε πρυτανικά καθήκοντα. Στην διαμάχη περί του γλωσσικού ζητήματος ήταν επικεφαλής της μερίδας των οπαδών της καθαρεύουσας και δημοσίευσε μεγάλο αριθμό έργων για να υποστηρίξει την θέση του στο ζήτημα αυτό. Συγκεκριμένα, το όνομά του συνδέθηκε με τα περίφημα “Ορεστειακά”, την διαμάχη δηλαδή που ξέσπασε μεταξύ των δημοτικιστών και των υπέρμαχων της καθαρεύουσας με αφορμή την διδασκαλία στα νέα ελληνικά της ομώνυμης τετραλογίας του Αισχύλου από το Βασιλικό Θέατρο (1903). Ήταν εισηγητής σε πλήθος ποιητικών και λογοτεχνικών διαγωνισμών και μετάφρασε έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

«Η φρικτοτέρα χυδαιότης είναι η έλλειψις του απαρεμφάτου» Αδαμάντιος Κοραής

Ο Αδαμάντιος Κοραής.
Το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, στην νεότερη ιστορία του διαμορφώνει ένα εκπαιδευτικό σύστημα οργανωμένο από την Αντιβασιλεία και μεταφυτευμένο από την Γερμανία, δημιουργημένο στις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του γερμανικού κράτους, που δεν είχαν καμία σχέση με αυτές του, ρημαγμένου απ’ τον πόλεμο, νέου ελληνικού κράτους. Το ποια γλώσσα πρέπει να χρησιμοποιείται στην λογοτεχνία αλλά και στην εκπαίδευση και στις επίσημες εκδηλώσεις, αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημα. Η λαϊκή γλώσσα είναι ακαλλιέργητη, παραφθαρμένη και δεν μπορεί να εκφράσει πολυσύνθετες ιδέες.

Ο Αδαμάντιος Κοραής, κύριος εκφραστής του εκδυτικισμού στην Ελλάδα, στο ζήτημα της διένεξης για το ποια θα είναι η εθνική γλώσσα του κράτους, ξεκινά μια τάση καθαρισμού της γλώσσας από ξένα στοιχεία και τροποποιεί και προτείνει την καθαρεύουσα, η οποία καθιερώνεται ως επίσημη γλώσσα του κράτους (1834).

Αυτή η κάθαρση της Κοινής ομιλουμένης γλώσσας οδήγησε στην Καθαρεύουσα με την γνωστή της, εν πολλοίς, μορφή. Φυσικά είχε αρκετές διαφορές από την Καθαρεύουσα τού Θεοτόκη και τών Φαναριωτών, οι οποίες όμως προήλθαν από αντίστροφη κάθαρση λογίων στοιχείων τής γραφομένης γλώσσας. Η μέση αυτή οδός σήμαινε κατά τον Κοραή ότι η γνώση τής νεωτέρας Ελληνικής προϋποθέτει τουλάχιστον την στοιχειώδη γνώση τής αρχαίας, ιδέα την οποία υπεστήριξαν και πολλοί μετέπειτα φιλόλογοι όπως ο Αχιλλέας Τζάρτζανος.

Τις σκληρότερες επιθέσεις τις δέχθηκε από τον λόγιο Φαναριώτη Παναγιώτη Κοδρικά. Αυτός ο κατά τάλλα άξιος περί τα φιλολογικά άνδρας το 1818 εξέδωσε στο Παρίσι, όπου και διέμενε, ένα βιβλίο υπό τον τίτλο «Μελέτη τῆς Κοινῆς Ἑλληνικῆς Διαλέκτου», στο οποίο ανέφερε ότι η νέα γλώσσα έπρεπε να βασίζεται μόνον στο ύφος τής λογίας τού Πατριαρχείου γλώσσας και τής Πόλεως, ενώ δεν είναι δυνατόν η χύδην γλώσσα τού λαού να συνεχίσει να ομιλείται σε όλες τις περιστάσεις. Μέσα από πολλές αντιφάσεις, προτείνων ουσιαστικά ένα ύφος ελάχιστα αποκλίνον τού ύφους τού Κοραή, θα μείνει στην ιστορία απλώς ως ο πολέμιος του Ἀδαμαντίου Κοραή με μοναδικό σκοπό να επιτεθεί άνευ πραγματικής αιτίας (όπως επεσήμηνε και ο Δ. Βερναρδάκης). Κάτι παρόμοιο ανέφερε και ο Κ. Δημαράς, αναφέρων ότι όλος αυτός ο πόλεμος μόνον τον ίδιο αδίκησε, καθώς τού άξιζε να μείνει στην ιστορία ως κάτι παραπάνω από ένας απλός λιβελλογράφος.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα παρέχει ο Browning όπου ο Κοραής διορθώνει το «ψάρι» σε «ὀψάριον» ενώ ο Κοδρικάς σε «ἰχθύς». Φυσικά η επίθεση τού Κοδρικά παρείχε σε πολλούς λογίους και δημοτικιστές τον γέλωτα καθώς συνέκλινε σε ενενηνταοκτώ πράγματα και πολεμούσε σφοδρά για τα δύο. Κάτι το οποίο φαίνεται και από τον τρόπο καθ’ όν έγραφαν καθώς εν πολλοίς ήταν σχεδόν αδύνατο να διαχωρίσεις ποιος έγραψε τί βάσει του ύφους. Όπως ήταν φυσικό οι επιθέσεις εκατέρωθεν δεν ήταν δυνατόν να πάψουν. Έτσι η καθαρεύουσα αυτή τού Κοραή ονομάσθηκε «Κορακίστικα» από τον Φαναριώτη Ρίζο Νερουλό (ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα συνετάχθη με αυτόν!), «τρακαριστά» (διότι τρικλίζει ακροβατούσα μεταξύ δύο αντιθέτων υφών) από τόν Νεόφυτο Δούκα κτλ.

Εξαιρετικώς άστοχα τον ταύτιζε και ο ακραίος δημοτικιστής Σολωμός με τους πλέον σκληρούς τών αρχαϊστών. Αντίθετα ο Δ. Γληνός, μετά από μερικά έτη, ήταν αυτός ο οποίος, καίπερ απέχων ιδεολογικώς από τις θέσεις τού Κοραή, τον τοποθέτησε στο Πάνθεον ως μέγα ανθρωπιστή, γνώστη τής εποχής και «άστρο λαμπρό πάλω απ’ όλους τους συγχρόνους και κατοπινούς φιλολόγους».
Αυτό, σύμφωνα με την Γληνό, δεν σημαίνει ότι τα έκανε όλα σωστά, καθώς σταμάτησε στην μέση λόγω τής υπέρμετρης συμβιβαστικότητός του. Καθ’ όμοιον τρόπον παρουσιάστηκε και από τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη στα τελευταία έτη τού γλωσσικού ζητήματος. Ο απώτερος και άμεσος σκοπός του Κοραή ήταν ο περιορισμός των άκρων, π.χ. χαρακτηριστικά ψέγει μία μετάφραση του Θουκυδίδου όπου ο (μακαρονιστής) μεταφραστής φοβούμενος μη δεν γίνει αντιληπτή η λέξη «ὀργίζομαι» την μετέφρασε «χαλεπαίνω»!

Το ίδιο ψέγει και τους μαλλιαριστές που αντί να χρησιμοποιούν τις λέξεις λ.χ. “σημαία” και “κήρυκας” (κῆρυξ τότε) χρησιμοποιούσαν τις λέξεις “παρντιέρα” καί “κράχτης”. Οι βασικές σκέψεις του Κοραή επί του παρόντος ζητήματος συνοψίζονται από τον Beaton και περιέχονται στα εξής τρία στοιχεία. 1ον. Ο Εθνικός αυτοπροσδιορισμός βασίζεται στην επανεκτίμηση της αρχαίας Ελληνικής.

«Η φρικτοτέρα χυδαιότης είναι η έλλειψις του απαρεμφάτου. Η απαιδευσία θα εξαφανιζόταν με τον γλωσσικό «καλλωπισμό» και την διόρθωση των βαρβαρικών στοιχείων. Πρέπει να φύγουν όλα τα «σαπημένα της γλώσσης», τα «ζιζάνια της χυδαιότητος», ώσπου να περάσουν λέξεις και φράσεις διορθωμένες «από το βιβλίον του λαού εις του λαού τα στόματα». Για τον λόγο αυτόν πρότεινε τον καθαρισμό και τη μορφολογική διόρθωση των βαρβαρικών στοιχείων. Πρότεινε: όχι πια άρτος, οίνος, πτηνόν, ιχθύς, χοίρος, ούτε ψωμί, κρασί, ψάρι, γουρούνι, αλλά ψωμίον, κρασίον, ψάριον, γουρούνιον»

Η νέα γραπτή γλώσσα πρέπει να συμβαδίζει με την γραμματική της σύγχρονης ομιλουμένης των μορφωμένων τάξεων των πόλεων ως αναπόσπαστα στοιχεία του λαού. Οι δυο προτάσεις συνδυάζονται με ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα, το οποίο θα διορθώνει τα κακώς έχοντα της προφορικής εκείνης γλώσσας και την καθιστούν όλως απέναντι της κλασσικής Ελληνικής (π.χ. τουρκικό και γενικά αλλοδαπό λεξιλόγιο το οποίο εχρησιμοποιείτο αυτολεξεί στην ομιλουμένη όπως δεπαρταμένα αντί dipartemento, ἀπελατζιόνε αντί appelazione, κεχαγιάς, τζέργα κ.ο.κ.)

Εκτός των ανωτέρω ο Κοραής θεωρούσε αναγκαία την εισαγωγή λεξιλογίου από την αρχαία προς κάλυψιν βασικών αναγκών της γλώσσας όπως φάνηκε από τα προηγούμενα. Θεωρούσε επίσης και δήλωνε ότι η άποψη των ακραίων λογίων περί βαθμιαίας επιστροφής στην κλασσική ως σύμβολο εθνικής υπερηφανείας και όχι δουλείας δεν είχε καμμία σχέση με την πραγματικότητα και μάλιστα ετάσσετο κατά της συγγραφής βιβλίων στην κλασσική «Τίς εἶναι τόσον μωρὸς ἢ εἰς τίνα περισσεύει τόσος καιρὸς, ὥστε ν’ ἀφήσῃ τοὺς Ὁμήρους, τοὺς Πλάτωνας… διὰ νὰ ἀναγινώσκῃ τὸν νέον τοῦτον Ἑλληνιστήν;» Το δε γεγονός ότι προσπαθούσε να ταυτίσει έμπρακτα την γλώσσα με το έθνος σε όλες του τις βαθμίδες και τάξεις βρήκε ευήκοα ώτα σε μερίδα λογίων και δημοτικιστών. Ένα παράδειγμα της γραπτής του γλώσσας είναι το κάτωθι:

«Ἡ μήτηρ μου ἔλαβεν ἐλευθερωτέραν ἀνατροφήν, διότι εὐτύχησε νὰ ἔχῃ πατέρα Ἀδαμάντινον τὸν Ῥύσιον, τὸν σοφώτατον ἐκείνου τοῦ καιροῦ εἰς τὴν ἑλληνικὴν φιλολογίαν ἄνδρα, ὅστις ἀπέθανεν ἓν ἔτος (1747) πρὸ τῆς γεννήσεώς μου. Αὐτὸς ἐχρημάτισε ἔτι νέος ὤν, διδάσκαλος τῆς ἑλληνικῆς φιλολογίας εἰς Χίον· Μετὰ ταῦτα ἦλθεν εἰς Σμύρνην, ὅπου ἐνυμφεύθη χήραν τινὰ Ἀγκυριανήν…».

Όπως φαίνεται αποφεύγει την χρήση της δοτικής όπου σύμφωνα με την σύνταξη θα έπρεπε να βρίσκεται σε μερικά σημεία, την απλή αντικατάσταση μεμονωμένων λέξεων με πιο λόγιες χωρίς όμως να αλλάζει την σύνταξη αποβλέπων στην κλασσική. Όπως υποστήριζε «ἐὰν τὸ βιβλίον εἶναι γραμμένον μὲ προσοχὴν καί εἰς γλῶσσαν μετρίως καλλωπισμένην μανθάνουν καὶ αὐτοὶ (οι αγράμματοι) κατὰ μικρὸν νὰ καλλωπίσωσι τὴν ὁμιλίαν των»

Το γεγονός ότι είχε φίλους εκατέρων των παρατάξεων δεν σημαίνει ότι δεν είχε και εχθρούς. Πράγματι λοιπόν πολεμήθηκε και από τους δύο για τελείως διαφορετικούς λόγους. Οι μεν δημοτικίζοντες τον εγκαλούσαν ότι προσπαθεί να δώσει μια μορφή της γλώσσας η οποία δεν εξελίχτηκε με φυσιολογικό τρόπο όπως η τότε δημοτική ή η καθαρεύουσα των λογίων.

Πόλεμος φυσικά ξέσπασε και με τον Π. Σοῦτσο, και όπως συνηθίζετο εκείνη την περίοδο ο Σοῦτσος εξέδωσε ένα βιβλίο με το οποίο όχι απλώς επεσήμαινε αλλά και έψεγε τους σολοικισμούς άλλων συγγραφέων. Τον χαρακτήριζε η παραδοχή του ότι η λανθασμένη χρήση της γλώσσας θα λυνόταν με την στενότερη επαφή αυτής με την αρχαία. Μεγάλο μέρος αυτών των λαθών κατ’ αυτόν υπήρχε λόγω της αθέμιτης προσμίξεως της κλασσικής με την καθαρεύουσα του Κοραή, την οποία χαρακτήριζε ως «ἀνεπαρκῆ συμβιβασμόν». Το ίδιο συνεχίστηκε καθώς πολλοί διόρθωναν τα έργα του Κοραή με πρότυπο την κλασσική και άλλοι με πρότυπο την δημοτικίστικη. Οι πρώτοι κατηγορούσαν τον Κοραή όχι τόσο για την έλλειψη των γνώσεών του (αυτό σε σπάνιες περιπτώσεις σημείωνε ο Γ. Χατζιδάκις) όσο για την πορεία του στην «μέσην ὁδόν» απέχων εξ ίσου από τους πλέον αγραμμάτους και τους λογίους (σοφούς) του έθνους. Η μέση αυτή οδός βασιζόταν στην ερώτηση:

«Μόνον οι σπουδαίοι πρέπει να κατεβαίνουν στην γλώσσα των αμαθών και όχι οι αμαθείς να ανεβαίνουν στην γλώσσα των σπουδαίων;» για να κλείσει με το «μήτε τύῤῥανοι τῶν χυδαίων μήτε πάλιν δοῦλοι τῆς χυδαιότητος αὐτῶν».

Ο φιλόλογος και γλωσσολόγος Γεώργιος Χατζιδάκις υποστήριζε την χρήση της καθαρεύουσας, πάντα μέσα σε λογικά πλαίσια, τα οποία δεν πρέπει να παραβιάζονται από καμία πλευρά. Ειδικότερα κατηγορούσε διαφόρους διαπρεπείς φιλολόγους -ακραίους τότε νεοαττικιστές- ότι «παρὰ φύσιν» προσπαθούν να αλλάξουν την φυσική συνέχεια της νέας Ελληνικής γλώσσας (κατ’ αυτόν την καθαρεύουσα). Εξαίρεση ήταν ο Κωνσταντίνος Κόντος κατά τον Χατζιδάκι, ο οποίος δίδασκε ότι «πολλῷ κάλλιον εἶναι νὰ στέργῃ τις τὰ κοινολεκτούμενα ἢ σπουδάζων περὶ τὰ χαριέστερα νὰ σολοικίζῃ δεινότατα». Επίσης κάποιες λέξεις στο έργο του «Γλωσσικαὶ παρατηρήσεις» (πρὸς διόρθωσιν τῆς νέας ἡμῶν γλώσσης) προέρχονταν από μεσαιωνικές-μεταγενέστερες και όχι αρχαίες λέξεις. Πίστευε ακράδαντα ότι μέγα κατόρθωμα ήταν το ότι οι γνωρίζοντες την νέα αυτή γλώσσα με την -σε αρκετό βαθμό- νέα γραμματική και σύνταξη μπορούσαν να εννοούν αρκετά εύκολα και την κλασική Ελληνική του 5ου αι. π.κ.ε.

Ειδικότερα αναφέρει ο ίδιος στο βιβλίο του «Σύντομος ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης» (Κεφ. ΙΔ «Περὶ τοῦ νέου ἡμῶν γραπτοῦ λόγου» εκδοθέν το 1915: «Καὶ ταῦτα δῆλον ὅτι ἡμεῖς δὲν μεταχειριζόμεθα οὔτε τὴν Ἀττικὴν διάλεκτον, ὅπως ἀναλήθως ἐπὶ διαβολῇ ἐλέχθη, οὔτε καθόλου τὴν ἀρχαίαν ἢ τὴν Κοινὴν τοῦ Εὐαγγελίου ἀμετάβλητον καὶ ἑπομένως ἀπηρχαιωμένην καὶ ἄχρηστον ἡμῖν νῦν (οὐκ ἀληθὲς ἄρα ὅτι «ἡ γραφομένη εἶναι ἐκτὸς ἄλλων ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου»). Ἐπίσης εἶναι δῆλον ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐπλάσαμεν, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πλάσωμεν κατ’ ἀλήθειαν νέαν γλῶσσαν, ἀλλ’ ἁπλῶς μετερρυθμήσαμεν προσηκόντως καὶ προσηρμόσαμεν κατὰ τὸ δυνατὸν πρὸς τὰς νεωτέρας ἀνάγκας ἡμῶν τὴν γλῶσσαν (δηλαδή την καθαρεύουσα), ἣν ἀπὸ αἰώνων ἠκούομεν. Πάντα ἄρα τὰ λεγόμενα περὶ ἐπιβολῆς εἰς τὸ ἔθνος ἡμῶν γλώσσης νέας ἢ ξένης, ἀρχαίας, ἀγνώστου αὐτῷ εἶναι αὐτὸ τοῦτο ἀναλήθη».

Στον αντίποδα των ανθελληνικών απόψεων τού Fallmerayer έλαβε χώρα η μεγάλη αναβίωση τού ακραίου αρχαΐζοντος κινήματος, με κυρίους υποστηρικτές τούς Νεόφυτο Δούκα, Στέφανο Κομμητά, Κ. Οικονόμο (από πρώην υποστηρικτής τού Κοραή), Σκαρλάτο Βυζάντιο, Κλ. Ραγκαβή, Παν. Σούτσο, Αν. Λευκία Γεωργιάδη, Σπ. Ζαμπέλιο, Γ. Μιστριώτη κ.ά. Τελικός σκοπός αυτής τής ομάδος ήταν η βαθμιδόν επιστροφή στην Ἀττική διάλεκτο, τουτέστιν στο υψηλότερο επίπεδο τής καταλογάδην αρχαίας Ελληνικής τού 4ου αιώνος π.κ.ε.

Ο Σκαρλάτος μάλιστα υποθέτει ότι ίσως σε πενήντα με εκατό χρόνια θα είμαστε σε θέση να πετύχουμε το ακατόρθωτο αυτό έργο. Για να επιτευχθεί αυτό το, πράγματι ακατόρθωτον, έργο όριζε ως γραμματική αυτή τήν τής αττικής διαλέκτου πρός το απλούστερον (τουλάχιστον τα πρώτα έτη) ακόμη και για τα Δημοτικά σχολεία, στα οποία υπήρξε Διευθυντής τής Δημοτικής εκπαιδεύσεως από το 1854-1878 (έως τον θάνατό του). Το κίνημα αυτό είχε τόσο ακραίες και ρομαντικά ουτοπικές απόψεις ούτως ώστε εκτός τών ανωτέρω λογίων κανείς δεν τους ακολούθησε.

Κύριος καθοδηγητής αυτής τής ιδεολογίας υπήρξεν ο Παναγιώτης Σούτσος, ο οποίος το 1853 εξέδωσε το βιβλίο «Νέα σχολὴ τοῦ γραφομένου λόγου ἢ Ἀνάστασις τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Γλώσσης ἐννοουμένης ὑπὸ πάντων», στο οποίο απέρριπτε τους τότε (τού Κοραῆ) τύπους και τους αντικαθιστούσε με τους αρχαίους ή τούς βραχύ μεταγενεστέρους (βλ. ἦν/ἤμην).

Η μεγάλη όμως διαφορά τού Σούτσου από τούς ανωτέρω, καίπερ μόνο μία, είναι πολύ ουσιώδης. Ο Π. Σούτσος επεδίωκε την αντικατάσταση κάθε ύφος με το αττικόν και μόνον, ενώ όλοι οι άλλοι περιόρισαν ηθελημένα αυτό το αττικίζον μόνον στην εκπαίδευση ύφος και εν πολλοίς στον επίσημο γραπτό λόγο. Οι αντιδράσεις απ’ όλες τις πλευρές δήλον ότι ήταν ραγδαίες. Οι σημαντικότερες μελέτες επί τού θέματος ήταν τα «Σούτσεια» (1853) που εξεδόθησαν ανωνύμως υπό τού Κων. Ασωπίου, το έργο «Γλωσσικαὶ παρατηρήσεις» (1882) τού Κων. Κόντου και τέλος τού Δ. Βερναρδάκη (1884) «Ψευδοαττικισμοῦ ἔλεγχος». Το πρώτο ελέγχει απλώς την εγκράτεια τού Σούτσου (και συντάσσεται μαζί του), το δεύτερο επισημαίνει τα φιλολογικά λάθη όλων τών καθαριστών, από τον Κοραῆ ώς τον Σοῦτσο χωρίς όμως να κάνει κάτι περισσότερο, παρά τις αβάσιμες κατηγορίες και το τρίτο ελέγχει, ανεπιτυχώς, τον Κωνσταντίνο Κόντο ως ψευδοαττικίζοντα.

Την ίδια περίπου περίοδο άλλοι δημοτικιστές υποστήριζαν ότι το «γλωσσικό ζήτημα» καθ’ εαυτό άρχεται με την επανάσταση του 1821, ενώ η διγλωσσία όπως σημειώθηκε και ανωτέρω εμφανίζεται από τους αττικιστικούς χρόνους τού Πλουτάρχου και τού Λουκιανού. Μάλιστα ο Κοραής κατηγορείται με χυδαίο τρόπο από το στρατόπεδο του Brugmann ότι «θαλλάσωσε τα πάντα» με την επιλογή του να σταματήσει τον δρόμο προς την δημοτική, διότι ο «καημένος ἀντὶς νὰ ρυθμίζει τὰ ἀρχαῖα στοιχεῖα πρὸς τὰ δημοτικά. Ρύθμιζε ἀνάποδα τὰ δημοτικὰ στοιχεῖα πρὸς τὰ ἀρχαῖα. Ἔπειτα ἔστησε διωγμὸ τῶν λεξῶνε, χωρὶς νὰ λογαριάσει πὼς οἱ κατοπινοί του θὰ τραβοῦσαν πολὺ μακρύτερά του καὶ θὰ κλάδεβαν κάθε λέξη μὴ κλασσικιά καὶ πὼς δὲ σύφερνε τῆς γλώσσας νὰ χάσει ρίζες.».

Επί τη βάσει αυτής τής λογικής οι δημοτικιστές πίστευαν ότι με την είσοδο του νεοσυστάτου τότε Ελληνικού κράτους στην Ευρώπη έπρεπε μεν να συμπληρωθεί και να πλουτισθεί η γλώσσα ανάλογα αλλά όχι δε και να καθαρισθεί από τα πολλά Τούρκικα και Βενετσιάνικα στοιχεία. Ούτω κατηγόρησαν τον Κοραή ότι αντικατέστησε Τουρκικές και Ιταλικές λέξεις ανακατεμένες ήδη από πολλές δεκαετίες στην Ελληνική. Πρός τούτοις θα έπρεπε με θάρρος η καθαρεύουσα να ξεριζωθεί λόγω τής πολύτιμης δημοτικής ποιήσεως και των τραγουδιών.

Τεκμήριό τους ήταν κάποιες μεταφράσεις τού Γκαίτε στην Γερμανική. Σύμφωνα με τον Brugmann η δημοτική έπρεπε να βασιστεί επί τών απόψεων του Βηλαρά με τελικό σκοπό «ἡ κοινὴ ἀφτὴ γλώσσα παντοῦ νὰ ἀνεβοκατεβαίνει ποικιλότατα, τὸ συμμορφωτικό της ὅμως πάντα μένει τέτιο ὥστε οἱ χῶρες παντοῦ στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Τουρκία νὰ συναγρικοῦνται δίχως καμιὰ δυσκολία».

Με αυτόν τον τρόπο η ψευτοπαιδεία (δηλαδή η διδασκαλεία τής γραπτής γλώσσας στο σχολείο) θα έφθινε σταδιακώς και οι μαθητές θα αποκτούσαν τήν αληθινή γνώση. Μάλιστα επιχείρημά τους ήταν η διδασκαλία τών Ρητορικών λόγων τού Γ. Μιστριώτου στα ανώτατα σχολεία τών «κοριτσιῶνε» με την συνενοχή τού επισήμου κράτους. Η δε καθαρεύουσα περιγράφεται ως ψώρα, λόγω τής οποίας ο Έλληνας σταμάτησε να παράγει οποιοδήποτε λογοτεχνικό έργο. Πιο χαρακτηριστική δεν θα μπορούσε να είναι άλλη φράση παρά η ακόλουθη. «Τῆς καταρέβουσας ἡ βλάβη στάθηκε ἀσύγκριτα μεγαλύτερη παρὰ τ’ ὄφελός της. Τὰ κεφάλια ποὺ κλούβιανε δὲν ἔχουν μετρημό» (έν. αν. σ. 25).

Ξεκάθαρα αντίθετη είναι πλέον είναι η άποψη των περισσοτέρων διακεκριμένων φιλολόγων και γλωσσολόγων όπως ο Γ. Μπαμπινιώτης, ο οποίος αναφέρει ότι η περί το γλωσσικό ζήτημα διαμάχη υπήρξε κάτι θετικό καθώς πολλοί ασχολήθησαν με την βαθύτερη καλλιέργεια της γλώσσας στην διπλή της παράδοση. Τέλος ο Brugmann, συμφωνών και αυτός με τον Krumbacher και τον Ρόιδη, με την σειρά του παραδέχεται ότι η «αγνή» δημοτική τού Ψυχάρη δεν είναι η πραγματική γλώσσα τού λαού καθώς «ἀφτοὶ τὸ παραξηλώνουν». Καταλήγει δε στο ότι χρειάζεται ένας συμβιβασμός, όχι με βάση όμως τον Κοραή αλλά με βάση τον Βηλαρά. Δηλαδή δεν θα πρέπει να εξευγενίσουμε την γλώσσα προς την μέση οδό αλλά να την προσαρμόσουμε περισσότερο προς τις εκάστοτε «ντοπιολαλιές».

Επί τη βάσει αυτής τής λογικής η καθαρεύουσα θα πρέπει να «κατεβεί πολλά σκαλοπάτια από το θρόνο της» και να ακολουθήσει την ζωντανή δημοτική, η οποία θα παραμείνει ως έχει με την προσθήκη ελαχίστων λέξεων από «τὸ λεξικολογικὸ θησαβρὸ… ποὺ ξοδιάστηκε καὶ ἀποθηκέφτηκε στην Καθαρέβουσα». Και σε αυτό το ζήτημα η άποψη του Γ. Μπαμπινιώτη είναι τελείως διαφορετική καθώς αποκαλεί υγιή αυτόν τον εσωτερικό δανεισμό και καθαρισμό τής γλώσσας με βάσει την αρχαία πρός αποφυγήν το κινδύνου τής πληθύος τών ξένων λέξεων στο σώμα τής δημοτικής γλώσσας τής εποχής. Υπεύθυνος γι’ αυτό υπήρξε ο «φωτισμένος» Αδαμάντιος Κοραής, συνεχίζει ο Μπαμπινιώτης, που έσωσε τη γλώσσα από βέβαιο μιγαδισμό και άλλοι διδάσκαλοι του γένους. Καθ’ όμοιο τρόπο οι τοποθετήσεις τού Ψυχάρη χαρακτηρίζονται ακραιες.

Η αναζήτηση της εθνικής ταυτότητας, κοινό χαρακτηριστικό όλων σχεδόν των ευρωπαϊκών λαών το 19ο αιώνα, θα βοηθήσει στην εμφάνιση και στην άνθηση της λαογραφίας, με αποτέλεσμα, στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, να πολλαπλασιαστούν η συλλογή και οι δημοσιεύσεις δημοτικών τραγουδιών. Την παράδοση που δημιουργεί ο Διονύσιος Σολωμός στην έντεχνη Επτανησιακή Σχολή, θα συνεχίσουν οι Ιάκωβος Πολυλάς, Αλέξανδρος Βαλαωρίτης, κ.ά, οι οποίοι, επηρεασμένοι από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά κινήματα, καταπιάνονται με θέματα ιστορικά, κυρίως, όμως, με κοινωνικά, στα οποία βρίσκουμε ρίζες του κινήματος του δημοτικισμού και επομένως της πόλωσης που σύντομα θα στιγματίσει το γλωσσικό ζήτημα. Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι στα Επτάνησα, που για αιώνες ήταν υπό Ενετική και Αγγλική κατοχή, δεν υποστηριζόταν ο αρχαϊσμός και πολύ πριν τον Σολωμό ήταν καλλιεργημένη η λαϊκή παράδοση στην ποίηση.

Πυροδοτείται, λοιπόν, για μια ακόμη φορά η αντίδραση προς τον Κοραή, που κατηγορείται από τους οπαδούς της δημώδους για τεχνητή παρέμβαση στην γλώσσα και από τους υποστηρικτές της αρχαΐζουσας ότι αρνείται την γλωσσική παράδοση. Οι αγώνες που θα δοθούν για την επικράτηση της μιας ή της άλλης μορφής γλώσσας είναι πολλοί και συνδέονται με πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα του ελληνισμού. Στο χώρο της λογοτεχνίας, πάντως, η δημοσίευση το 1888 του έργου του Γιάννη Ψυχάρη «Το ταξίδι μου» δίνει ώθηση στη χρήση της δημοτικής μεταγενέστερα.

Η γλώσσα του Ψυχάρη όπως επισημαίνουν πολλοί (συμπεριλαμβανομένου και του απρόσμενου συμμάχου του Ἐ. Ροΐδη ο οποίος έγραψε «ἂν ἐγράφομεν κατὰ τὴν γλῶσσαν τοῦ Ταξειδίου, δὲν θὰ ἐγράφομεν ἀκριβῶς ὡς ὁμιλοῦμεν» Ἑστίας αριθμ. 660 σελ. 670) ήταν μια ομαλοποιημένη δημοτική την οποίαν όμως επινόησε ο ίδιος, όθεν και οι λόγιοι την ονόμαζαν «ψευτοδημοτική».

Ο Ψυχάρης ξαφνικά έγινε το κεντρικό πρόσωπο καθώς άρχισε να βάλλεται πανταχόθεν από τους περισσοτέρους και να θεοποιείται γλωσσικώς από λίγους. Ο λόγος ήταν ότι όχι μόνον έπλαττε με ευκολία λέξεις άγνωστες και ανύπαρκτες (ἡ Χιό τῆς Χιός, τὰ δάσητα, τὰ φώσια, πνὲς ή ἀναπνές κτλ.) αλλά ότι αντικατέστησε τις πομπώδεις λόγιες λέξεις με τουρκικά δάνεια. Παράδειγμα η αντικατάσταση της λέξης «ἀδιέξοδον» με τη λέξη «τυφλοσόκακο» Εν συνεχεία μη αρκούμενος σε αυτά και πιστεύοντας ότι η δική του δημοτική ήταν ο ζών πρόγονος της κλασσικής γλώσσας τον οδήγησαν στον πειραματισμό με τις υπάρχουσες εκάστοτε γλωσσικές δομές. Δηλαδή όπου οι αρχαϊστές και λόγιοι εξαρχαΐζαν την ελληνική ο Ψυχάρης εκσυγχρόνιζε την αρχαία, καθιστώντας αυθαιρέτους τύπους, ομοίους με αυτούς των ασπόνδων του αντιπάλων.

Αυτά τα δάνεια (ακόμη κι από την καθαρεύουσα!) τα συμβίβαζε με τους δικούς του μορφολογικούς κανόνες, όθεν και ενισχύονται οι κατηγορίες εις βάρος του για επιτήδευση την στιγμή που είχε αποδειχθεί ότι εν πολλοίς η νέα λαϊκή γλώσσα είχε αφομοιώσει πολλά λόγια στοιχεία. Μερικά παραδείγματα είναι οι λέξεις συθήκες, σκετικός, ἀρφάβητο, πομονή, έχταση κ.ά. Συνεπώς η γραπτή του γλώσσα περιελάμβανε μη χρησιμοποιημένους από κανέναν τύπους ως γνήσιους λαϊκούς. Αυτό απετέλεσε και την αρχή των «μαλλιαρῶν» και «χυδαίων» τραβώντας το σχοινί στο άλλο άκρο.

Ο Δροσίνης παραδέχτηκε ότι η εφημερίδα της εποχής, Ἑστία, κατεστράφη και έχασε μεγάλο μέρος των συνδρομητών της από την στιγμή που άρχισε να αναπαράγει άρθρα στην γλώσσα Ψυχάρη.

20ός αιώνας

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης, υπερασπιστής της δημοτικής γλώσσας.
Την πραγματικότητα της αρχαιόθεν παραδεδομένης σε εμάς διγλωσσίας υποστήριξαν και όλοι οι Έλληνες λόγιοι αμφοτέρων των παρατάξεων, ακόμη και οι δημοτικιστές εκτός των Ε. Ρόιδη (στο έργο του «Τὰ Εἴδωλα 1833 ἐκδόσεις Ἑστίας)» και Δ. Βερναρδάκη. Τον πρώτο ο καθηγητής Γεώργιος Χατζιδάκις κατηγορεί διότι αμελεί τα όσα τεκμήρια παρέχει στο «Φιλολογικό περιοδικό Ἀθηνᾶ» (τόμος Ε΄ σελ. 181 κ.ε.) καθώς υποστηρίζει ότι μόνον στην σημερινή Ελλάδα υπάρχει διγλωσσία, πράγμα απαίσιο κατά τον Ρόιδη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο μετριοπαθής δημοτικιστής Διονύσιος Σολωμός, ο οποίος στο έργο του «Διάλογος πρὸς Σοφολογιώτατον» παραδέχεται λογομαχών με ένα λόγιο «Μακαρονιστή» ότι υπήρξε διγλωσσία και κατά τα αρχαία χρόνια, παραδεχόμενος ότι ο Πλάτων δεν έγραφε όπως μιλούσαν οι τότε Έλληνες. Έργο το οποίο αργότερα απετέλεσε και Ευαγγέλιο για τους δημοτικιστές. Ο κ. Βερναρδάκης παραδέχεται ότι εκείνη την περίοδο ήταν αδύνατη η χρήση της δημοτικής χωρίς στοιχεία της καθαρεύουσας

«Ἡ ἀρίστη θεραπεία (του γλωσσικού νοσήματος) θὰ ἦτο βέβαια νὰ διαζεύξωμεν ἐντελῶς καὶ ἀπελευθερώσωμεν τὴν δημοτικὴν ἀπὸ τῆς ἀρχαίας ἑλλ/ῆς καὶ ν’ ἀσπασθῶμεν τὴν δημώδη ὅλως ἀμιγῆ καὶ ἄκρατον, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι πλέον ἀδύνατον» και αλλού «σήμερον δὲν ἐπαρκεῖ ἡμῖν (=σε εμάς) (η δημοτική) καὶ τὴν πτώχειαν ταύτην ἀπέδειξα καὶ ἡρμήνευσα διὰ μακρῶν». Η άποψη του καθηγητού ήταν ότι έπρεπε να χωρίσουμε την δημοτική από την καθαρεύουσα, επειδή όμως τούτο είναι αδύνατον θα έπρεπε να παραλάβουμε για την δημοτική όσους τύπους και συντάξεις λείπουν από την καθαρεύουσα ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από όλους («δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ μεταχειριζώμεθα κρᾶμά τι ἐξ ἀμφοτέρων»).

Όπως είναι φυσικό δέχτηκε τα βέλη του Γ. Χατζιδάκι ο οποίος έγραψε ότι πρέπει να πάσχει από κάποιου εγκεφαλικού νοσήματος για να υποστηρίζει ότι πρέπει να δημιουργήσουμε ένα κράμα, αφού πρώτα το χωρίσουμε για να το ξαναφτιάξουμε.

Χαρακτηριστικό είναι ότι όσο ο Βερναρδάκης τόσο και ο Εμμ. Ρόιδης άν και ήταν υπέρμαχοι της δημοτικής επέλεγαν να γράφουν σε αυστηρά καθαρεύουσα, σχεδόν υπερκαθαρεύουσα λόγω των κενών τής έως τότε άπλαστης δημοτικής. Βέβαια ο Βερναρδάκης παραδέχθηκε ότι «ὁ ἀγὼν δὲν ἦτο περὶ ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν ἀλλὰ ὑπὲρ προσώπων καὶ κατὰ προσώπων». Το γενονός αυτό φαίνεται από πολλές πηγές, χαρακτηριστικώς ο Γερμανός δημοτικιστής Karl Brugmann αναφέρει ότι το έθνος το τρώει η σκουριασμένη γραπτή γλώσσα, η αρρώστια του έθνους, και δίκην Ιταλικής (η οποία βέβαια αποτελεί διαφορετική περίπτωση κατά τον γλωσσολόγο Γ. Μπαμπινιώτη, τον Γερμανό φιλόλογο Heymann Steinthal κ.α.) πρέπει να πεταχτεί στα σκουπίδια για να ανθίσει το έθνος.

Έτσι εάν δεν βρεθεί το φάρμακο οι τεράστιες ζημιές που έπαθε ο Ελληνικός πολιτισμός από το γλωσσικό ζήτημα θα συνεχιστούν.

Έτσι, συνεχίζει, όπως η Λατινική στον μεσαίωνα κρατούσε πίσω τις φυσικές γλώσσες έτσι ακριβώς και η καθαρεύουσα καταστρέφει το Ελληνικό έθνος (!!). Ο δριμύς αυτός προσωπικός πόλεμος απεικονίζεται ξεκάθαρα μέσω τού Karl Brugmann. Εκεί κατηγορεί τον Χατζιδάκι, τον οποίον αποκαλούσε ακραίο επειδή τόλμησε μεν να αντιπαρατεθεί με τον (δάσκαλό του) Krumbacher και χρησιμοποιούσε δε αυστηρή καθαρεύουσα στον προσωπικό γραπτό του λόγο ενώ διεκήρυσσε υπέρ τής απλή καθαρεύουσας, ό,τι δηλαδή έκανε και ο Ε. Ρόιδης.

Εκεί μάλιστα χρεώνει στον «ξεδιάντροπο» Χατζιδάκι, χωρίς επιρροή καθηγητή όπως αναφέρει, «παιδιάτικες, σιχαμένες καὶ πρόστυχες σοφιστεῖες» και ότι προσπαθεί να αποδείξει τον Krumbacher μισέλληνα. Έφτασε μάλιστα σε σημείο να τον παρουσιάζει ως εθνικό κίνδυνο στους ξένους, καθώς «τέτιος πρόστυχος ἄθρωπος… εἶναι κίντυνος ἐθνικός… καὶ ἀφτοχειροτόνητος». Τούτο προφανώς είναι μια ακραία ερμηνεία καθώς ο ίδιος ο Χατζιδάκις αλλού έγραφε ότι οι περισσότεροι φιλόλογοι δεν είναι άξιοι να λύσουν ούτε τον ιμάντα τών υποδημάτων τού Krumbacher.

Οι υπέρμαχοι της απλής καθαρευούσης, και όχι τα άκρα όπως οι μακαρονιστές (οι οποίοι ανεμίγνυαν αυστηρά καθαρεύουσα με την καθαρή αττική δημιουργούντες «τέρατα») και οι Αττικιστές (οι οποίοι ήθελαν την άμεση επιστροφή στην Χρυσή γλώσσα του Πλάτωνος και του Δημοσθένους μετά από περίοδο προσαρμογής 2-3 γενεών όπως ο Π. Σούτσος) ή οι μαλλιαροί (έχοντες ως πρότυπο γλώσσας αυτή των πλέον αγραμμάτων και αποβολή κάθε άλλης) υπεστήριζαν ότι έχουμε την τύχη να έχουμε δύο ενδύματα, το ένα καθημερινό και το άλλο επίσημο και εορταστικό. Η άποψη των της καθαρευούσης ήταν η απλοποίηση αυτής και ιδίως στις πρώτες τάξεις των σχολείων, αλλά όμως με την διατήρηση και των δύο αυτών διαλέκτων. Άλλοι την βαθμιαία χρήση «λέξεων ἢ τύπων ἀχρήστων ἐν τῷ κοινοτέρῳ προφορικῷ λόγῳ, αἵτινες ὅμως βαθμηδὸν δύνανται ἐκ τοῦ γραπτοῦ νὰ ἐπικρατήσωσι καὶ ἐν τῷ συνήθει προφορικῷ λόγῳ.» (Α. Ν. Σκιᾶς) ενώ υποστηρίζει και αυτός ότι ούτε η καθαρεύουσα ούτε η δημοτική είναι κατάλληλες για κάθε χρήση αλλά πρέπει να εναλλάσσονται.

Ο Γεώργιος Χατζιδάκις, υπέρμαχος της Καθαρεύουσας.
Ο φιλόλογος και γλωσσολόγος Γεώργιος Χατζιδάκις υποστήριζε την χρήση της καθαρεύουσας, πάντα μέσα σε λογικά πλαίσια, τα οποία δεν πρέπει να παραβιάζονται από καμία πλευρά. Ειδικότερα κατηγορούσε διαφόρους διαπρεπείς φιλολόγους -ακραίους τότε νεοαττικιστές- ότι «παρὰ φύσιν» προσπαθούν να αλλάξουν την φυσική συνέχεια της νέας Ελληνικής γλώσσας (κατ’ αυτόν την καθαρεύουσα). Εξαίρεση ήταν ο Κωνσταντίνος Κόντος κατά τον Χατζιδάκι, ο οποίος δίδασκε ότι «πολλῷ κάλλιον εἶναι νὰ στέργῃ τις τὰ κοινολεκτούμενα ἢ σπουδάζων περὶ τὰ χαριέστερα νὰ σολοικίζῃ δεινότατα».

Επίσης κάποιες λέξεις στο έργο του «Γλωσσικαὶ παρατηρήσεις» (πρὸς διόρθωσιν τῆς νέας ἡμῶν γλώσσης) προέρχονταν από μεσαιωνικές-μεταγενέστερες και όχι αρχαίες λέξεις. Πίστευε ακράδαντα ότι μέγα κατόρθωμα ήταν το ότι οι γνωρίζοντες την νέα αυτή γλώσσα με την -σε αρκετό βαθμό- νέα γραμματική και σύνταξη μπορούσαν να εννοούν αρκετά εύκολα και την κλασική Ελληνική του 5ου αι. π.κ.ε. Ειδικότερα αναφέρει ο ίδιος στο βιβλίο του «Σύντομος ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης» (Κεφ. ΙΔ «Περὶ τοῦ νέου ἡμῶν γραπτοῦ λόγου» εκδοθέν το 1915:

«Καὶ ταῦτα δῆλον ὅτι ἡμεῖς δὲν μεταχειριζόμεθα οὔτε τὴν Ἀττικὴν διάλεκτον, ὅπως ἀναλήθως ἐπὶ διαβολῇ ἐλέχθη, …οὔτε καθόλου τὴν ἀρχαίαν ἢ τὴν Κοινὴν τοῦ Εὐαγγελίου ἀμετάβλητον καὶ ἑπομένως ἀπηρχαιωμένην καὶ ἄχρηστον ἡμῖν νῦν (οὐκ ἀληθὲς ἄρα ὅτι «ἡ γραφομένη εἶναι ἐκτὸς ἄλλων ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου»). Ἐπίσης εἶναι δῆλον ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐπλάσαμεν, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πλάσωμεν κατ’ ἀλήθειαν νέαν γλῶσσαν, ἀλλ’ ἁπλῶς μετερρυθμήσαμεν προσηκόντως καὶ προσηρμόσαμεν κατὰ τὸ δυνατὸν πρὸς τὰς νεωτέρας ἀνάγκας ἡμῶν τὴν γλῶσσαν (δηλαδή την καθαρεύουσα), ἣν ἀπὸ αἰώνων ἠκούομεν… Πάντα ἄρα τὰ λεγόμενα περὶ ἐπιβολῆς εἰς τὸ ἔθνος ἡμῶν γλώσσης νέας ἢ ξένης, ἀρχαίας, ἀγνώστου αὐτῷ εἶναι αὐτὸ τοῦτο ἀναλήθη».

Η πεποίθηση τού Χατζιδάκι ήταν ότι ένα έθνος δύναται κάλλιστα να χρησιμοποιεί μία γλώσσα σε διάφορες μορφές (λ.χ. στη Λογοτεχνία), χωρίς όμως να αποτελέσει επίσημη γραπτή γλώσσα (πρότυπο) για το έθνος. Όπως και ο δάσκαλός του εν Ελλάδι, Κων. Κόντος, ομοίως και αυτός κατηγορήθη ότι άνοιγε συνειδητά τον δρόμο τής επιστροφής στην «χρυσῆ ἀττική» διάλεκτο του Ξενοφώντος και του Ισοκράτους. Σε πολλά πονήματα όμως ο ίδιος διαρρήδην ηρνείτο για πολλούς λόγους ότι αυτό ούτε σκοπός του είναι (προβάλλων μάλιστα ως παραδείγματα την εγκατάλειψη των απαρεμφάτων, των μονολεκτικών μελλόντων, των ρημάτων τής δευτέρας συζυγίας, τής προφοράς κ.τ.τ.) ούτε και πρέπει να γίνει καθώς «ἤδη ἐκηρύχθη ὑπ’ ἐμοῦ ὅτι θὰ ἦτο ἐθνικὴ συμφορὰ, ἄν ποτε ἐπεδιώκετο καὶ ἐπανήρχετο εἰς χρῆσιν παρ’ ἡμῖν ἡ ἀρχαία γλώσσα… ὅτι ἡ γλῶσσα τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Ξενοφῶντος εἶναι ἀλλοτρία τῶν ἀναγκῶν καὶ δυνάμεων αὐτῶν».

Υπήρξε ο μεγαλύτερος εχθρός τού Ψυχάρη, συνάδελφοι όντες, μεμφόμενος την γλώσσα του ως ψεύτικη και τον ίδιο ως μέγα εθνικό κίνδυνο (έ.α. σ. 34, 41-45), ενώ σκώπτοντας τη γραπτή τους γλώσσα σημείωνε ότι αυτοί (ενν. οι ακραίοι δημοτικιστές), άν και λίγοι, ερίζουν μεταξύ τους για το ποιος γράφει τη σωστή δημοτική και ποιος τη λάθος. Τέλος, όπως και ο Αν. Σκιάς, υποστήριζε ότι έχουμε δυο ενδύματα, το μεν επίσημο και το δε καθημερινό, όπως και οι αρχαίοι Έλληνες καλλιεργούντες ξεχωριστά τη γλώσσα τής ποιήσεως από την του καθημερινού λόγου και πίστευε ότι η δημοτική δεν έπρεπε να ξεριζωθεί αλλά να διατηρηθεί καλλωπισμένη γράφοντας ότι «οὐ μόνον βάρβαρον ἢ διεφθαρμένην οὐδέποτε ὠνόμασα ἐγὼ αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τοὐναντίον κατὰ δύναμιν ἐκαλλιέργησα καί, ἂν μὴ σφάλλωμαι, ἔπραξα ὑπὲρ αὐτῆς οὐχ ἥσσονα τῶν νῦν ἐπαινετῶν αὐτῆς».

Ο καθηγητής τού Βυζαντινού πολιτισμού και ακραίος υποστηρικτής τής Δημοτικής Karl Krumbacher.

Οι απόψεις τού Fallmerayer εκείνα τα χρόνια έτυχαν μεγάλης υποδοχής ανά την Ευρώπη και δή ανά την Γερμανία. Ο γνωστός βυζαντινολόγος Krumbacher (όπως και ο Karl Brugmann) κατηγορήθη ότι δεν αποτελούσε εξαίρέση. Σύμφωνα με τούς κατηγόρους του, καθ’ όν τρόπον οι δήθεν επιστημονικές αυτές αποδείξεις τού Fallmerayer (οι οποίες σήμερα θεωρούνται ανθελληνικές και αντιεπιστημονικές) επηρέασαν τα μέγιστα τον Krumbacher ο οποίος βλέποντας ένα λαό κατ’ αυτόν μιγαδοποιημένο να θέλει, διά τής γλώσσας του, να πλησιάσει τον Κλασσικό Ελληνικό πολιτισμό υιοθέτησε μία εξαιρετικά σκληρή γραμμή υπέρ τής ακράτου Δημοτικής τών εκάστοτε «ντοπιολαλιῶνε».

Αυτών ακριβώς τών απόψεων την ανασκευή ανέλαβε ο έγκριτος και διεθνώς αναγνωρισμένος Γλωσσολόγος (μαθητής τού Κων. Κόντου) Γ. Χατζιδάκις, κατηγορώντας τον, μεταξύ άλλων, ως μή επαρκώς κατηρτισμένον στα επί τού θέματος (δηλαδή επί τής γλωσσολογίας και τής ιστορικής συνέχειας τής εξεταζομένης γλώσσας) και τέλος επί μεροληψία, σφάλμασι και αντιφάσεσιν.

Πρώτο μέλημα του Χατζιδάκι ήταν να επισημάνει την διαφορά τής Λατινικής από την κλασσική Ελληνική γλώσσα. Διότι όπως διετείνετο ο Krumbacher κατά το παράδειγμα άλλων εθνών τα οποία αποσκοράκισαν την Λατινική, έπρεπε ομοίως και εμείς να αποβάλλουμε εν συνόλῳ τα στοιχεία τής αρχαίας Ελληνικής (βλ. «καμπίσιος» αντί τού «αγνώστου» αρχαίου «ἀγροτικός» και «ἀπέθαντος» αντί τού «ἀθάνατος». Μεταξύ άλλων εξήγησε γλωσσολογικώς τήν με αργούς ρυθμούς εξέλιξη τής Ελληνικής Κοινής γλώσσας και επεσήμηνε ότι σε κάθε εποχή ακόμη και οι αγράμματοι μπορούσαν με σχετική ευκολία να εννοήσουν αρχαίες μεν εν χρήσει δε λέξεις και συντάξεις ώς τήν τότε περίοδο (βλ. Βυζαντινή αυτοκρατορία).

Από την άλλη μεριά η Λατινική ποτέ δεν έμεινε ζώσα (τουτέστιν ελαφρώς μετηλλαγμένη) είτε λεξιλογικώς είτε καθ’ οιονδήποτε τρόπον σε κάποια άλλη χώρα, συνεπώς οι χρησιμοποιούντες την Λατινική το μόνο το οποίο έκαναν είναι να μιμούνται, αντιγράφουν και επαναφέρουν απολεσθέντες και μηδαμώς εν χρήσει ορφανούς και παρωχημένους τύπους. Και καταλήγει εμφατικώς «Καὶ τοῖς τυφλοῖς ἄρα δῆλον ὅτι σαφέστατα καὶ προσφιλέστερα τοῖς πολλοῖς, τῷ ἔθνει εἶναι τὰ ἐν τῇ γραφομένῃ συντασσόμενα τῶν ἐν τῇ νεοτεύκτῳ ταύτῃ, καὶ ὅτι ἡ ἀποβολὴ τῆς νῦν παρ’ ἡμῖν γραφομένης πρὸς τὴν κατὰ τὸν μέσον αἰῶνα ἐν χρήσει Λατινικὴν εἶναι παντελῶς πλημμελής καὶ καιρὸς νὰ μὴ ἐπιτρέπηται τό λοιπόν».

Μάλιστα ο Krumbacher έφτασε σε σημείο να παραλληλίσει τήν κυριαρχία τής Αττικής διαλέκτου (γενομένης βαθμηδόν Κοινή) έναντι πασών τών άλλων διαλέκτων. Η απάντηση εδώ φυσικά ήταν ότι πάντες οι Έλληνες, παντού οικούντες τής Ελλάδος, εδύναντο να εννοήσουν τις άλλες διαλέκτους, καίπερ με κάποια δυσκολία σε ακραίες περιπτώσεις. Την σύγχρονη όμως εποχή (καθ’ ήν έγραφε ο Χατζιδάκις) η συνεννόηση μεταξύ ενός κατοίκου τής Πόλεως και ενός Κρητός ή Κυπρίου ή Θεσσαλονικέως διά τής ιδιωματικής δημοτικής ήταν εξαιρετικά δύσκολη ώς και αδύνατη.

Την αντίθετη γνώμη είχε ο «ποιητὴς μὲν βεβαίως πλείστου λόγου ἄξιος, ἄπειρος δ’ ὅμως τελέως τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ τῆς ἱστορίας αὐτῆς» Σολωμός. Αυτό και μόνο το επιχείρημα καθιστούσε την χρήση τής Δημοτικής ως «Κοινή» γλώσσα όλων τών Ελλήνων εκείνη την εποχή αδύνατη. Η εν χρήσει όμως καθαρεύουσα στον Τύπο, στα σχολεία, στην εκκλησία, στα δικαστήρια, στόν στρατό, στο κράτος κ.ο.κ. ήταν ευνόητη στους Έλληνες καθώς «Οὕτω σήμερον ἡ λαλουμένη ἐν ταῖς πόλεσι καὶ ταῖς κωμοπόλεσι γλῶσσα διαφέρει τῆς Κοινῆς τοῦ Πολυβίου ὀλιγώτερον ἢ ἡ Κοινὴ αὕτη τῆς Ὁμηρικῆς».

Μάλιστα ο Χατζιδάκις αλλού φέρνει συγγενικά του πρόσωπα (συγκεκριμένα τα ανίψια του) ως επιχείρημα, τα οποία και τού ζητούσαν να ερμηνεύει ξένες ή καθόλου δημοτικές λέξεις «διὰ τῶν ἀντιστοίχων τῆς γραφομένης». Απεναντίας οι ακραίοι δημοτικιστές έλεγαν ότι γράφουν την φυσική τους γλώσσα αλλά αφού πρώτα σκεπτούν πολλές ώρες τον κάθε τύπο και την κάθε λέξη, ενδεικτικό τής τότε καταστάσεως αφ’ ενός τής δημοτικής και αφ’ ετέρου τών περί τόν Ψυχάρη. Εν τούτοις λοιπόν την καθαρεύουσα μπορούσαν να την χειριστούν άξια και οι μη φιλόλογοι (και συγκεκριμένα φέρει ως παράδειγμα τους δημοσιογράφους).

Άρα ακόμη και εκείνη την εποχή οι απανταχού αγράμματοι άπτονταν της γλώσσας, τής οποίας η εξέλιξη προέρχεται μέσω τής Κοινής από την Αττική διάλεκτο. Συνεπώς η άποψη τού Γερμανού Βυζαντονολόγου ότι η γραπτή γλώσσα (Καθαρεύουσα, η οποία τότε μόλις είχε Κοινή ονομασθεί) είναι ένα κράμα από ζωντανές και πεθαμένες λέξεις είναι καθόλου σφαλερό. Ως παραδείγματα τέτοιων λέξεων αναγράφει ενδεικτικώς τις λέξεις «οἶκος» «οἶνος» «ὕδωρ». Ομοίως και εδώ η απάντηση είναι ότι «…ἐπίσης εἶναι ψευδὲς τὸ λεγόμενον, ὅτι ἡ ἀρχαία Ἑλληνικὴ εἶναι οὕτω νεκρὰ διὰ τοὺς νεωτέρους Ἕλληνας ὅπως καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς ἀνθρώπους, διότι ἡμεῖς ἕνεκα τῆς μεγάλης ὁμοιότητος καὶ τῆς ἐν πολλοῖς ταυτότητος τῆς νέας πρὸς τὴν ἀρχαίαν, εὐκολώτερον ἢ πάντες οἱ λοιποὶ μανθάνομεν, αἰσθανόμεθα καὶ νοούμεν αὐτήν, τοῦτο, πιστεύω, θὰ μοὶ ὁμολογήσῃ πᾶς ἐχέφρων».

Προσέτι, στην πραγματεία του ο Krumbacher αναγάγει τον διαχωρισμό γραπτής και λαλουμένης μόλις στον προηγούμενο αιώνα, ενώ αλλού κατηγορήθη ότι υπό μεροληψίας επήνεσε μία μετάφραση της Ιλιάδος υπό τόν Ιάκωβο Πολυλά η οποία όμως δεν είχε ακόμη τυπωθεί! Σύμφωνα με αυτόν η καθαρεύουσα ήταν ο μοναδικός λόγος διά τον οποίον «δὲν ἔχομεν μηχανικούς, ἀρχιτέκτονας, χημικούς» και όχι οι ραγδαίως ρέουσες πολιτικές στα Βαλκάνια εξελίξεις. Αυτός είναι και ο λόγος διά τόν οποίον όχι μόνον θα έπρεπε να διατηρηθούν οι ξένες λέξεις τής, γεμούσης ιδιωμάτων, δημοτικής αλλά και να ληφθούν όσες το δυνατόν περισσότερες ως ανάμνηση «επιμειξιών»!

Λόγου χάριν δεν έπρεπε να πλάττουμε ιατρικούς όρους από την Ελληνική (Οφθαλμίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος κ.ά.) αλλά έπρεπε να τις παραλάμβάνουμε αυτούσιες από άλλες γλώσσες, κάτι το οποίο ο Χατζιδάκις χαρακτήρισε ως παρανοϊκό και ως ανταλλαγή «σίτου ἀντὶ δρυοβαλάνων» (βελανιδιών) και επεσήμηνε ότι η ενσωμάτωση αυτή δεν οφειλόταν στις επιμειξίες αλλά στους χρόνους δουλείας και τυραννικής πιέσεως. Αλλού τού φαίνεται αδιανόητο ο Χιώτης λ.χ. να χρησιμοποιεί μία αλλοδαπή λέξη αντί τής ήδη υπαρχούσης, και εν πλήρει χρήσει, Ελληνικής στην Πελοπόννησο και τούμπαλιν.

Με το πέρας τής επιχειρηματολογίας του αναφέρει ότι «Κατ’ ἀνάγκην ἄρα ἔδει (έπρεπε) ἢ νὰ μὴ δανειζόμεθα τὸ παράπαν (καθόλου) ἢ δανειζόμενοι νὰ διατηρῶμεν ἀπαθῆ τὸν τύπον αὐτῶν χάριν τοῦ εὐδιαγνώστου». Σημαντική από ιστορικής πλευράς είναι και η τυφλή προσήλωση του Krumbacher στον Ψυχάρη και στους περί αυτόν ώστε να αναφέρει ότι όπως υπάρχουν αγάλματα του Κολοκοτρώνη και του Κανάρη ούτω θα έπρεπε να υπήρχαν και αντίστοιχα για τους Ψυχάρη, Ροΐδη, Κονεμένο και Πολυλά! (όμοιος ομοίω κι η κοπριά στα λάχανα)
 
«Μου φαίνεται περίεργο που ο Θεός έμαθε Ελληνικά, όταν αποφάσισε να γίνει συγγραφέας, και που δεν τα έμαθε καλύτερα.» Φρίντριχ Νίτσε, 1844-1900

Ο ακραίος δημοτικιστής Γιάννης Ψυχάρης.

Ο Επιστήμων Μακεδόνας Μανώλης Τριανταφυλίδης
Την δεκαετία τού 1880 εμφανίζεται στο προσκήνιο ο εκ Παρισίων γλωσσολόγος Γιάννης Ψυχάρης. Το έτος 1888 ο Ψυχάρης εκδίδει γαλλιστί ένα βιβλίο γλωσσολογικού περιεχομένου υπό τόν τίτλο «Questions d’histoire et de linguistique», ενώ το ίδιο έτος εκδίδει και το αποκαλούμενο «μανιφέστο» του με τον τίτλο «Τὸ ταξίδι μου». Το ταξίδι δεν είναι κάτι άλλο παρά μιάς ιδιαζούσης μορφής λογοτεχνικό έργο, συνταχθέν για να αποτελέσει παράδειγμα της (δημοτικής) γραφομένης και λαλουμένης γλώσσας όλων, όπως τουλάχιστον την εννοούσε ο Ψυχάρης.

Όμως, όπως αναφέρεται και αλλού, προκαλεί μεγάλη εντύπωση ότι ενώ ο Ψυχάρης γράφει στην μητρική και ανεπιτήδευτη δημοτική ανέφερε ότι «δὲν ἔγραψα μία λέξη, μία συλλαβὴ στὸ βιβλίο μου, χωρὶς νὰ τὸ συλλογιστῶ πρὶν ὧρες…». Ο γλωσσολόγος αυτός υπήρξε μία από τις σημαντικότερες εν όλω προσωπικότητες τής ιστορίας τού γλωσσικού ζητήματος, διότι όχι μόνον ησχολήθη παρέχων στα έργα του φιλολογικές απόψεις και ερμηνείες τών φαινομένων αλλά, κυρίως, επορεύετο βάσει τής νεοσυστάτου τότε γλωσσολογίας.

Επηρεασμένος από τόν δάσκαλό του στην Σορβόνη, Saussure, δίδει όλο το βάρος στην νύν προφορική γλώσσα τών αγραμμάτων τής εποχής και όχι στην γραπτή, δηλαδή στην ιστορική εξέλιξή της. Επηρεασμένος προσέτι τα μέγιστα από την παλαιότερη (ώς το 1880) ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία έμεινε προσκολλημένος στην αντίληψη ότι πρότυπο γλώσσας πρέπει να είναι αυτό τών παντελώς αγραμμάτων και όχι τού μέσου ανθρώπου, στου οποίου το λεξιλόγιο είχαν παγιωθεί, μέσω τής εξελικτικής διαδικασίας και πολλοί τύποι τού λογιοτέρου λόγου.

Λόγω αυτών τών απόψεων ο Ψυχάρης θεωρείται πατέρας τής ακραίας μαχητικής δημοτικής. Μάλιστα ο ίδιος υποστήριζε ότι είναι απαράδεκτο να καθαρίζεται η γλώσσα από τους λογίους διά τών εκάστοτε μικροεπεμβάσεων αλλά ο ίδιος θεωρούσε επιβεβλημένη κάθε ρύθμιση και κανονισμό (ομοίως παρά φύσιν) τής ομιλουμένης, αρχικώς, γλώσσας. Όπως σημειώνει ο Γ. Μπαμπινιώτης, ο Ψυχάρης ήταν τόσο απόλυτος και ακραίος ώστε να θεωρεί τούς πάντες (ήδη καθιερωμένους) τύπους τής επισήμου γλώσσας στην προφορική ως απαράδεκτο συμβιβασμό και προδοσία. Δεν διστάζει να κατηγορήσει ακόμη και δημοτικιστές όπως τον Κ. Παλαμά και τόν Μ. Τριανταφυλλίδη επί προδοσίᾳ και συμβιβασμῷ!.

Ένα παράδειγμα τού ακραίου του ύφους είναι το εξής. «Οἱ ἄλλοι μας ἦχοι μορφωνόντανε ὣς τώρα εἴτε μὲ σφάληγμα -σωστότερα μ’ ἕνα πρωτοστούμπωμα… εἴτε μὲ πέρασμα, δηλαδὴ μὲ μόρφωση στενάδας στὸ γλωσσόσπιτο κάπου… ἐνῶ οἱ προηγούμενοι γίνουνται μ’ ἕνα κίνημα καὶ σώνει, αὐτὸς θέλει τὸ λιγώτερο δύο κινήματα.». Το μεγάλο, και προκλητικό για τό κοινό αίσθημα, σφάλμα τού Ψυχάρη ήταν βεβαίως η ανιστόρητη θέαση τής γλώσσας ως μη διαμορφωθείσης προϊόντος τού χρόνου και μη επηρεασθείσης από την γραπτή παράδοση ή καθόλου ειπείν από την γλώσσα τών πιο μορφωμένων.

Ο μεγαλύτερός του κριτής ήταν ο Γεώργιος Χατζιδάκις, ο οποίος τον αποκαλούσε με κάθε τρόπο επικίνδυνο και τον έβλεπε ως καταστροφέα εξ αλλοδαπής, χωρίς να έχει εικόνα για την εν Ελλάδι κατάσταση. Παρά όμως τον λίαν επιθετικό του χαρακτήρα προς όλους τούς διαφωνούντες, η συνεισφορά του ήταν σημαντικότατη για την λήξη τού γλωσσικού ζητήματος, καθώς παρέδωσε ένα πρότυπο γλώσσας, στο οποίο οι μετέπειτα γλωσσολόγοι (Μ. Τριανταφυλλίδης) προσέθεσαν και καθιερωμένους τύπους τής λογίας γραπτής γλώσσας, ενώ συγχρόνως απέφυγαν τα ακραία του γλωσσικά στοιχεία. Αυτή είναι και η μετάβαση από τον Παλαιοδημοτικισμό τού ακραίου Ψυχάρη στον Νεοδημοτικισμό τού μετριοπαθούς Μ. Τριανταφυλλίδη, ο οποίος και αμφισβητούσε έντονα τον Ψυχάρη. Ο Τριανταφυλλίδης υπήρξε ηγετική μορφή για την καθιέρωση τής δημοτικής στα σχολεία το 1917. Εκείνη την εποχή λειτούργησε ως αρχηγός τού νεοδημοτικισμού, χωρίς να συνδέει όμως την πολιτική με την γλώσσα, καθώς δεν ήταν αριστερός αλλά φιλελεύθερος επιστήμονας και μόνον. Το 1941 εξέδωσε την «Κρατικὴ γραμματική» (ή «Γραμματικὴ Τριανταφυλλίδη»), στην οποίαν και διά τής γλωσσολογίας προσήρμοσε την δημοτική στην σημερινή, σχεδόν, μορφή της.

Ο μεγάλος φιλόλογος Ιωάννης Σταματάκος, όντας συντηρητικός μάλλον παρά ακραίος υποστηρικτής τής καθαρεύουσας, υπήρξε επί σειρά ετών εμπόδιο στον Τριανταφυλλίδη επί τη έδρᾳ τής γλωσσολογίας λόγω ακριβώς τών επιλογών τού δευτέρου υπέρ τής δημοτικής. Αντιθέτως από τούς άλλους διαξιφισμούς, οι οποίοι οδήγησαν σε χυδαίες προσωπικές επιθέσεις, τών προαναφερθέντων προσώπων ο Σταματάκος σε μία εισηγητική έκθεση, για την υποψηφιότητα του κ. Τριανταφυλλίδη τόν επήνεσε χαρακτηρίζοντάς τον διαπρεπή γλωσσολόγο, ιδιοφυή περί την γλωσσική επιστήμη και σημείωσε ότι δεν στερείται καλές, στο εξωτερικό, σπουδές ενώ υπήρξε και συγγραφέας πολλών και ποιοτικών πονημάτων.

Η κύρια επιχειρηματολογία τού Σταματάκου ήταν ότι «ἠδίκησεν αὐτὸς ἑαυτόν» καθώς αντί να ακολουθήσει την λεωφόρο τής αντικειμενικής και επιστημονικής ερεύνης προτίμησε, μετά φανατισμού, «νὰ βαδίζῃ τὴν ἀτραπὸν αὐτὴν μέχρι τοῦ κρημνοῦ». Την άποψή του αυτή την αποδίδει ο Σταματάκος σε νεανική παραπλάνηση όπως χαρακτηριστικά ανέφερε και τον έψεγε διότι δι’ αυτών του τών απόψεων (την αυτοκτονία κατά τον Σταματάκο) ζητεί και επιβράβευση, προφανώς διά τής έδρας.

Την δημοτική ο Σταματάκος την ονόμαζε «ἀξίαν δι’ ὡρισμένους τομεῖς τῆς πνευματικῆς δράσεως καὶ δημιουργίας», ενώ προσέθετε ότι την ανέχεται και δεν οκνεί να χρησιμοποιεί στοιχεία της στις διάφορες αποδόσεις αρχαίων κειμένων, τονίζοντας την όλη θεωρία τού Δημοτικισμού ως σεβαστή και αξιοπρόσεκτη. Δυστυχώς, όπως αναφέρεται και κατωτέρω, εκείνα να χρόνια η δημοτική χρησιμοποιήθηκε από κομμουνιστικές πολιτικές παρατάξεις (όπως το Ε.Α.Μ. που αποτελείτο κατά κανόνα, από αμόρφωτους) και η χρήση της συνδέθηκε με πολιτικές (και όχι καθαρά εθνικές) ιδεολογίες. Γι’ αυτόν τον λόγο «ὁ Δημοτικισμὸς ἔγινε συνωμότης, ἐπαναστάτης και ἐτέθη ἐκτὸς Νόμου διὰ τὴν συνείδησιν τῶν Ἑλλήνων» σύμφωνα με την έκθεσή του.

Η έκθεση αυτή συνεχίζει με την πεποίθηση ότι ο Τριανταφυλλίδης έπρεπε να προφυλάσσει ως κόρη οφθαλμού τήν παράδοση και να σέβεται «ὡς στοργικὴν μητέρα ἢ Πρεσβυτέραν ἀδελφὴν τὴν καθαρεύουσαν», υπό της οποίας ο Δημοτικισμός θα εφροντίζετο ως «χαϊδεμένο παιδί». Αντιθέτως εμφανίζεται ως μητροκτόνος, παιδοκτόνος κ.τ.τ. Τέλος σύμφωνα με αυτόν ο αγράμματος άνθρωπος του λαού στέλνει τα παιδίά του στο σχολείο για να γίνουν καλύτερα από αυτόν, κυρίως διά τής γλώσσας, ενώ ο Δημοτικισμός τον επιστρέφει από το σχολείο χειρότερο απ’ ό,τι πρίν, έχοντας ως σκοπό να «κρημνήσει» τη γλώσσα τής παραδόσεως και ό,τι συνδέεται με το παρελθόν.

Επίθεση εξαπολύει και μέσω τής Ἱστορικής γραμματικής του, όπου γράφει κατά τής μάζας τών «ἐπιπολαίως χαρακτηριζομένων ἀγραμμάτων οι οποίοι θέλουν να κρημνίσουν την γραμματική τής αρχαίας Ελληνικής και της καθαρεύουσας». Συνεχίζοντας γράφει ότι αυτή η απέχθεια οφείλεται στην άγνοια λόγω τού όσο βαθύτερα κατανοεί κάποιος κάτι τόσο περισσότερο το αγαπά και ό,τι δεν καταλαβαίνει το αποστρέφεται, απευθυνόμενος εξίσου και στους μη επαρκώς κατηρτισμένους φιλολόγους τής εποχής του.

Σε γενικές γραμμές η άποψή του ήταν ότι οι μορφωμένοι τού έθνους έπρεπε να δείξουν τον δρόμο διά τού οποίου άνθρωποι όλων τών κοινωνικών τάξεων θα είχαν βαθεία γνώσση τής Ελληνικής γλώσσας, και κατά συνέπεια της κλασσικής παιδείας. Αυτό όπως προαναφέρθηκε δεν σημαίνει ότι η δημοτική θα ξεριζωνόταν, αλλά θα είχε λόγο μόνο στην ποίηση, στα τραγούδια και γενικά δευτερεύοντα ρόλο στα πράγματα.

Αυτό που άναψε πάλι το γλωσσικό ζήτημα ήταν η εφημερίδα «Ἀκρόπολις», με εκδότη τον Βλάση Γαβριηλίδη, υποστηρίζοντας την γλωσσική μεταρρύθμιση του πιό ακραίου μέχρι τότε Ψυχάρη. Υποστηρικτές τους οι Εμμανουήλ Ροΐδης, Ιάκωβος Πολυλάς, κ.ά. χτυπούν τον αττικισμό και υπερασπίζονται με πάθος την δημοτική ως όργανο της ελληνικής λογοτεχνίας. Έτσι, στο τέλος του 19ου αιώνα και στην αρχή του 20ου, το γλωσσικό ζήτημα διαμορφώνεται ως προς την πολιτιστική του διάσταση και παίρνει εκτός από κοινωνικές διαστάσεις και πολιτικές και οδηγεί σε αιματηρές συγκρούσεις.

Η δημοσίευση μετάφρασης της Αγίας Γραφής (1901) σε ακραία δημοτική στην εφημερίδα Ακρόπολη από τον Αλέξανδρο Πάλλη, επιφέρει βίαιες διαμαρτυρίες από καθηγητές και φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών με αιματηρά αποτελέσματα (γνωστά σαν “Ευαγγελικά”). Όπως όμως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Γ. Χατζιδάκις, τα Ευαγγελικά δεν προκλήθησαν από τούς καθηγητές αλλά από τούς φοιτητές, μάλιστα δηλώνει ότι αυτή η εξέγερση ήταν «οὐδὲν ἄλλο καὶ οὐδὲν ἧσσον ἢ θεία ἔμπνευσις… εἰς τὰς κεφαλὰς τῶν φοιτητῶν…»

Το επιχείρημά του ήταν ότι εάν επρόκειτο για οργανωμένο σχέδιο των καθηγητών τότε ανάλογα περιστατικά θα είχαν σημειωθεί λίγα χρόνια πριν με την περίφημη μετάφραση της τού Ομήρου Ιλιάδος στην δημοτική και άλλες μεταφράσεις, αλλά δεν συνέβη τίποτε παρόμοιο. Μάλιστα επιχείρημα μπορεί να είναι και η αξιοσημείωτη παρουσία τού Γληνού και τού Τριανταφυλλίδη υπέρ τών οπαδών τού Γεωργίου Μιστριώτου. Επίσης, η παράσταση της Ορέστειας του Αισχύλου στη δημοτική, από το Εθνικό θέατρο (1903), γίνεται η αιτία νέων αιματηρών συγκρούσεων μεταξύ δημοτικιστών και καθαρευουσιάνων (τα “Ορεστειακά”).

Οι πολέμιοι των δημοτικιστών τούς αποκαλούν χλευαστικά “μαλλιαρούς” και τους κατηγορούν ως προδότες και ότι ενεργούν κατόπιν σλαβικού σχεδίου, που αποσκοπεί να προκαλέσει διχόνοιες στον Ελληνισμό, θρησκευτικές έριδες, που θα βοηθήσουν τον προσεταιρισμό των Ελλήνων της Μακεδονίας από την βουλγαρική Εξαρχία. (σήμερα 2019 αυτό επετεύχθει) Ο γλωσσικός και πολιτικός φανατισμός συσκοτίζει την πραγματικότητα, που ως ζητούμενο όλων είναι η απελευθέρωση της Μακεδονίας, καθώς ανέκαθεν ο δημοτικισμός ταύτιζε το έθνος με την γλώσσα. Την ίδια εποχή, σημαντικό γεγονός ήταν η έκδοση της λογοτεχνικής-πολιτικής εφημερίδας ‘Ο Νουμάς’ από τον Δημήτριο Ταγκόπουλο, που αποτέλεσε άτυπο εκφραστικό όργανο του Ψυχάρη και των δημοτικιστών, έστω κι αν αργότερα Ταγκόπουλος και Ψυχάρης ήρθαν σε σύγκρουση για πολιτικούς λόγους.

Σημαντικός σταθμός αυτής της προσπάθειας ήταν η ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου το 1910, όπου συμμετείχαν ο Δημήτρης Γληνός, ο Αλέξανδρος Δελμούζος, ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης και άλλοι, που λειτουργούσε ως όργανο φιλελευθέρου Δημοτικισμού καθαρά αποστασιοποιημένος από τις γλωσσικές απόψεις του Ψυχάρη καθώς ακολουθούσε μια μορφή πιο φιλική προς την καθαρεύουσα με σημαντικές επιδράσεις από αυτήν, και η ίδρυση του πειραματικού Ανώτερου Παρθεναγωγείου Βόλου συνιστούν προσπάθειες για περαιτέρω ανάπτυξη της δημοτικής, όπως και της ενίσχυσης φυσιογνωστικών μαθημάτων, τεχνικών, πρακτικών κ.ά., που όμως προκαλούν αντιδράσεις.

Ο Δελμούζος, ιδρυτής και διευθυντής του παρθεναγωγείου, κατηγορείται για διαφθορά ηθών και διδασκαλία του κομμουνισμού και της αθεΐας, αλλά τελικά αθωώνεται. Το έθνος χωρίζεται στα δύο και το θέμα της γλώσσας αποκτά μείζονα σημασία, που υπερέχει ακόμη και της ίδιας της ιδέας της ελευθερίας του έθνους. Τα «Μαρασλειακά», η δυσάρεστη δηλαδή έκβαση και η τελική ακύρωση των προσπαθειών για την λειτουργία του Μαράσλειου Διδασκαλείου (1923) και της Παιδαγωγικής Ακαδημίας (1924), ήταν το δεύτερο κρούσμα που ενέτεινε το αρνητικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί από τις απόπειρες στην εκπαίδευση. Αφορμή για την νέα εκπαιδευτική διαμάχη ήταν η απόφαση του Αλέξανδρου Δελμούζου να διορίσει ως διδάσκουσα Ιστορίας την αριστερή Ρόζα Ιμβριώτη, που μόλις είχε ολοκληρώσει τις σπουδές της στο Βερολίνο και στο Παρίσι και είχε επιστρέψει στην Ελλάδα προς αναζήτηση εργασίας.

Η ιστορική μέδοθος και οπτική Ιβριώτη ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, με επικριτές της να της καταλογίζουν ότι δίδασκε την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 χωρίς να υπογραμμίζει την εποποιία του έθνους και να αναδεικνύει την αρραγή ενότητα της εθνικής κοινότητας. Όπως υποστήριζαν η Ιμβριώτη συζητούσε την Επανάσταση του 1821 στο πλαίσιο της ανάπτυξης των εθνικών ιδεολογιών κατά τον 19ο αιώνα ενώ παράλληλα εστίαζε στην κοινωνική δυναμική της επαναστατικής διαδικασίας και εντόπιζε τις απαρχές της συγκρότησης της εθνικής ιδεολογίας στην άνοδο ελληνόφωνων αστικών στρωμάτων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Οι διαστάσεις που πήρε το θέμα στις συζητήσεις της εκπαιδευτικής κοινότητας της εποχής αλλά και στον Τύπο, οδήγησαν στην παρέμβαση της Δικαιοσύνης. Χαρακτηριστικό είναι το σχετικό δημοσίευμα της τότε Εστίας : «Την επίθεσή της η «Εστία» την άρχισε μ ένα κύριο άρθρο. Κοινωνικό σκάνδαλο! Μέσα σε δυο ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα (Παιδαγωγική Ακαδημία και Μαράσλειο) γίνεται αντεθνική εργασία! Εκεί «υπονομεύονται» τα τιμιότατα της φυλής! Εκεί ονομάζονται σάπια τα ιδανικά της πατρίδας, κουρελόπανο η σημαία μας! Εκεί βρίζεται η… Παναγία!». Τελικά η Δικαιοσύνη εξετάζοντας τις καταγγελίες περί «αντεθνικής διδασκαλίας» και σύνδεσης της με «κομουνιστικό δάκτυλο», καταδίκασε την απόφαση Δελμούζου με το αιτιολογικό ότι η Ιμβριώτη ήταν γυναίκα.!!!

«Εάν καθηγήτριαι είναι ικαναί να διδάσκουν Ιστορίαν και δη εις Διδασκαλεία, δεν έχομεν ανάγκην άλλων μακρών αποδείξεων. Μας αρκεί το γεγονός ότι εν Ιταλία απηγορεύθη κατά το τέλος του 1926 να διδάσκουν γυναίκες εις πάντα τα δημόσια σχολεία μέσης εκπαιδεύσεως Φιλοσοφίαν, Ιστορίαν και Λογοτεχνίαν… Μόνον το ανδρικόν πνεύμα είναι ικανόν να δονήση και να συγκινήση την ψυχήν των μαθητών και να κάμη αυτούς να αισθανθούν και να κατανοήσουν τους μεγάλους του κόσμου σοφούς, τα σπουδαία σύγχρονα θρησκευτικά, πολιτικά, κοινωνικά γεγονότα ή ρεύματα, ώστε ν” αποβώσιν οι αγαθοί κυβερνήται της αύριον, οι οποίοι θα δημιουργήσουν τα εθνικά μεγαλουργήματα. Ο κ. Δελμούζος αντιθέτως εκάλεσε γυναίκα διά να διδάξη την Ιστορίαν εις το Μαράσλειον», ήταν το πόρισμα που οδήγησε την δεύτερη απόπειρα εκπαιδευτικής “μεταρρύθμισης” του Δελμούζου στο κενό.

Ο Δελμούζος ασπάζεται πιο συντηρητικές θέσεις, ο Γληνός μετά τα Μαρασλειακά περνά στις γραμμές του Κομμουνιστικού Κόμματος (μέχρι και το 1929 κατά περιόδους δέχεται σκληρή κριτική για τις απόψεις του από τον «Ριζοσπάστη»), η Ιμβριώτη ανήκει μεν στην αριστερή πτέρυγα του Ε.Ο. πολύ αργότερα εντάσσεται στις γραμμές του ΚΚΕ.  Στον Γληνό αποδίδει και αντιφεμινιστικές απόψεις που δεν έχει και, το σημαντικότερο, τον συμπεριλαμβάνει σε όσους πρότειναν να γίνει εξιλαστήριο θύμα η Ιμβριώτη για να κλείσει η υπόθεση.

Οι συνεχείς εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις αυτής της περιόδου, που όλες είτε δεν ψηφίστηκαν είτε έμειναν στα χαρτιά, αποσκοπούν στην προσαρμογή του εκπαιδευτικού συστήματος στις κοινωνικές–οικονομικές ανάγκες της χώρας, με αποτέλεσμα σε διάστημα συνολικά 50 ετών, από την αρχή δηλαδή του 20ου αιώνα, να υπάρξουν λίγο-πολύ 9 αλληλοδιαδοχές επίσημης εθνικής γλώσσας, πότε της καθαρεύουσας (αστοί) και πότε της δημοτικής (κομμουνιστές).

Ειδικότερα το 1911, μετά από τέσσερις ημέρες συνεδρίασης στη βουλή η κυβέρνηση του Ἐ. Βενιζέλου υποστήριξε την απλή καθαρεύουσα καθώς έλεγε ότι η γραπτή γλώσσα έπρεπε να ταυτίζεται με την προφορική και μέσω του συντάγματος έδωσε τις βασικές γραμμές εντός των οποίων πρέπει να κινείται η γλώσσα ορίζοντάς την να είναι ίδια με αυτήν του Συντάγματος «Ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν συντάσσεται τὸ πολίτευμα καὶ εἰς τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας τα κείμενα· πᾶσα πρὸς παραφθορὰν ταύτης ἔμβασις ἀπαγορεύεται».  Ο χρήστης της δημοτικής θεωρείται ότι υποτιμά τις αξίες της παράδοσης, της θρησκείας, του έθνους και πολεμά την καθιερωμένη κοινωνική τάξη πραγμάτων. Σήμερα αυτό είναι πλέον ολοφάνερο.

Η γλώσσα γίνεται όπλο για την άσκηση βίας και εξουσίας
Κατά την δικτατορία, οι καθαρευουσιανισμοί στόχευαν στην κοινωνική διάκριση και επομένως στη μετάδοση του μηνύματος ότι είναι ανώτεροι και πολιτικά. Η ασάφεια, κυρίως, που χαρακτήριζε το λόγο των πολιτικών τους, νομιμοποιούσε την κατοχή του βήματος και του λόγου. Στην αντίθετη πλευρά, πάλι, οι δημοτικιστές, όπως γράφει ο Χρηστίδης στη μετάφραση του Αστικού Κώδικα και τονίζει η Άννα Φραγκουδάκη, έφτανε να γράψουν της αποβλάκωσης αντί της αποβλακώσεως για να χαρακτηριστούν αμφίβολης εθνικοφροσύνης, πράκτορες του κομμουνισμού ή και να χάσουν κάθε ελπίδα σταδιοδρομίας σε επίσημους επιστημονικούς κύκλους.

Μετά την αποτυχία να ψηφιστούν τα Νομοσχέδια Τσιριμώκου το 1913, η πρώτη επιτυχής επίσημη κίνηση για την καθιέρωση της δημοτικής στην εκπαίδευση έγινε το 1917, με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της προσωρινής κυβέρνησης του Βενιζέλου, που όριζε την δημοτική σαν την γλώσσα που θα χρησιμοποιούνταν πλέον στις πρώτες τάξεις των σχολείων. Με την πτώση όμως των Φιλελεύθερων το 1920 ο νόμος ακυρώθηκε και η καινούργια κυβέρνηση διέταξε τα αναγνωστικά του Δημοτικού που ήταν γραμμένα στην δημοτική “Τα Ψηλά Βουνά”, “νὰ καῶσιν ὡς ἔργα ψεύδους”. Οι δε εμπνευστές της μεταρρύθμισης απολύθηκαν από τις θέσεις τους και κατέληξαν στην εξορία. Η αντίληψη περί απειλής κατά της εθνικής κυριαρχίας από την χρήση της δημοτικής κορυφώνεται με την πειθαρχική δίωξη του καθ. Ιωάννη Κακριδή κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, επειδή τόλμησε να δημοσιεύσει στην δημοτική και σε μονοτονικό σύστημα την πανεπιστημιακή του παράδοση.

Ένα από τα μεγάλα προβλήματα, ώς το σημείο τού απλά γελοίου, είναι η πολιτικοποίηση τής Καθαρεύουσας και τής δημοτικής (στίς απλές τους μορφές). Ούτω το 1917 στα σχολεία εδιδάσκετο η δημοτική, το 1921 η καθαρεύουσα, το 1923 η δημοτική, το 1926 η καθαρεύουσα, το 1927 η δημοτική μαζί με την καθαρεύουσα (λόγω τής οικουμενικής κυβερνήσεως!) το 1931 η δημοτική, το 1933 η καθαρεύουσα, και το 1939 η Καθαρεύουσα μαζί με την Δημοτική (με την καθαρεύουσα να χρησιμοποιείται μετά την Γερμανική κατοχή)! Το μόνο αξιοσημείωτο εδώ είναι ότι ο Ι. Μεταξάς προέκρινε την Δημοτική κι όχι την Καθαρεύουσα.

Η κατάσταση παρέμεινε ουσιαστικά η ίδια περίπου μέχρι τη δεκαετία του ’70, με σημαντικότερη ίσως εξέλιξη τη σύνταξη -από τον Μανώλη Τριανταφυλλίδη- και έκδοση το 1941 της Νεοελληνικής Γραμματικής (της δημοτικής). Το 1964 η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, με τον Ευάγγελο Παπανούτσο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας, έδωσε την ελευθερία στους εκπαιδευτικούς να χρησιμοποιούν όποια από τις δυο γλώσσες ήθελαν, ενώ γινόταν η διδασκαλία και των δύο.

Η «Νεοελληνική», όπως ονομάζεται τελικά, που επισημοποιείται από την κυβέρνηση Καραμανλή, είναι πολύ διαφορετική από την ακραία δημοτική του Ψυχάρη, καθώς δεν περιέχει ιδιωματισμούς και ακρότητες, αλλά συγχωνεύει στοιχεία της καθαρεύουσας. Η νομιμοποίηση δε του μιαρού ΚΚΕ φαινομενικά αφαιρεί την πολιτική διάσταση του γλωσσικού ζητήματος και παύει η κυρίαρχη σύνδεση της χρήσης της δημοτικής με τον κομμουνισμό, την αναρχία και το χάος, αφού οι οπαδοί του ως αμόρφωτοι κι αγράμματοι αδυνατούν να αντιληφθούν, πόσο μάλλον να κατανοήσουν την καθαρεύουσα, άλλωστε ο πρόστυχος διεθνισμός τους δεν τους επιτρέπει να έχουν εθνική γλώσσα ή ταυτότητα. Κυριολεκτικά εχθροί των Ελλήνων, αν είχε επικρατήσει η καθαρεύουσα δεν θα ειχαμε φτάσει να κυβερνά θίασος όναγρων κουρελούδων και να διαθέσουν μετά χαράς Ελληνικά χώματα, την Μακεδονία, σε μια μπάσταρδη φυλή αλλοεθνών Σλάβων.

Σκέψου, οι ίδιοι οι Σκοπιανοί λένε ότι είναι Σλάβοι και η γλώσσα τους σλαβική, μία διάλεκτος της Βουλγαρικής, που είναι και αμοιβαία κατανοητή στους εκεί λαούς, αλλά Ελληνική Δημοκρατική κυβέρνηση την εποχή της τεχνολογίας, τους έδωσε την Μακεδονική – Ελληνική υπόσταση!! από το πουθενά, με αποτέλεσμα να υπάρχει μακεδονική γλώσσα σε έναν σλαβικό-βουλγαρικό λαό, και που πριν μερικά χρόνια αυτό θα ήταν φαντασία διεστραμμένου νου. Ήδη στα 1908 o Βάτροσλαβ Γιάγκιτς (Vatroslav Jagić), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης (1886-1908), μιλώντας για τις πρώτες δοκιμές να καλλιεργηθεί ως γραπτή γλώσσα το σλαβικό-βουλγαρικό ιδίωμα της περιοχής αυτής, είχε χαρακτηρίσει την προσπάθεια ως «περιττή σπατάλη πνευματικών δυνάμεων» Ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης έχει χαρακτηρίσει την σλαβομακεδονική ως ψευδώνυμη γλώσσα.

Η αρχαία μακεδονική γλώσσα ήταν διάλεκτος των Αρχαίων Ελληνικών. Τις τελευταίες δεκαετίες οι γνωστοί βδελυροί κύκλοι για πολιτικούς λόγους λένε ότι πρόκειται για ξεχωριστή ελληνική γλώσσα αλλά σε κάθε περίπτωση είναι στενά συγγενική των Αρχαίων Ελληνικών. Ήταν η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Μακεδόνες, μέχρι τα τέλη της 1ης χιλιετίας π.κ.ε. όταν άρχισε να υποχωρεί η χρήση της και αντικαταστάθηκε από την αττική διάλεκτο, η οποία αποτέλεσε την βάση για την μετέπειτα ελληνιστική κοινή.

Ο όγκος των σωζόμενων δημοσίων και ιδιωτικών επιγραφών που έχουν ανακαλυφθεί, δείχνει πως δεν υπήρχε κάποια άλλη γραπτή γλώσσα στην αρχαία Μακεδονία εκτός από τα Ελληνικά και πως οι πρόσφατες επιγραφικές ανακαλύψεις, όπως ο κατάδεσμος της Πέλλας, κείμενο που ανακαλύφθηκε στην Πέλλα το 1986 και χρονολογείται στον 4ο αιώνα π.κ.ε. γραμμένο σε ιδιότυπη δωρική διάλεκτο, δείχνουν πως τα αρχαία Μακεδονικά ήταν μια από τις βόρειοδυτικές αρχαίες ελληνικές διαλέκτους. Σύγχρονος υπέρμαχος αυτής της άποψης είναι ο καθηγητής Ολίβιε Μέισον (Olivier Masson), ο οποίος στο άρθρο του για την αρχαία μακεδονική γλώσσα, στην 3η έκδοση του Κλασικού Λεξικού της Οξφόρδης (1996), προτείνει ότι η Μακεδονική σχετιζόταν με βορειοδυτικές ελληνικές διαλέκτους:

«Κατά την άποψή μας ο ελληνικός χαρακτήρας των περισσότερων ονομάτων είναι προφανής και είναι δύσκολο να σκεφθούμε οποιαδήποτε ελληνοποίηση οφειλόμενη σε πλήρη δανεισμό […] Η μειοψηφία των ονομάτων που δεν φαίνονται ελληνικά […] ίσως οφείλεται σε επιδράσεις υποστρωμάτων ή επιστρωμάτων (όπως συμβαίνει παντού στην Ελλάδα). Η Μακεδονική λοιπόν μπορεί να ιδωθεί ως ελληνική διάλεκτος, χαρακτηριζόμενη από την περιφερειακή της θέση και τις τοπικές της προφορές. Όμως, αντίθετα με πρότερες απόψεις που την προσδιόριζαν ως αιολική διάλεκτο […] θα πρέπει να σκεφθούμε πλέον τη σχέση της με τη Βορειοδυτική Ελληνική […] Χρειάζεται να αναμένουμε νέες ανακαλύψεις, αλλά ίσως μπορούμε διστακτικά να συμπεράνουμε ότι η Μακεδονική είναι Βορειοδυτική Ελληνική.»

Η νέα τάξη πραγμάτων των κομμουνιστών – διεθνιστών πέτυχε να δώσει αξία και ύπαρξη στο τίποτα. Κατάφερε μια γλώσσα που ήδη υπάρχει (Βουλγαρικά) να έχει διπλή ονομασία (Βουλγαρικά, Μακεδονικά). Κατάφερε να κάνει πλύση εγκεφάλου σε μια εθνότητα (Σλάβοι) και να δηλώνει ότι είναι κάτι άλλο (Ελληνες-Μακεδόνες). Και όλα αυτά επειδή οι σύγχρονοι Έλληνες μετρηθήκαμε και παρουσιαστήκαμε λίγοι, έναντι της Ιστορίας μας.

Ο,τι κατακτήθηκε με πόλεμο και αίμα σήμερα χαρίζεται.
Ετσι κατόπιν εντολών και πιέσεων, η καθαρεύουσα δεν είναι πλέον αποτελεσματική ή χρήσιμη ως γλώσσα σε καμιά εξουσία, ειδικά δε στην διεθνιστική πολυπολιτισμική εξουσία της Νέας Τάξεως Πραγμάτων. Η κατάχρηση των θείων ιδιοτήτων της καθαρεύουσας από την στρατιωτική δικτατορία του 1967 αποτελεί το κύκνειο άσμα της, όταν επιβάλλεται στην Ελλάδα η “Δημοκρατία”.

Το Γλωσσικό Ζήτημα έλαβε φαινομενικά τέλος την δεκαετία του ’70, μετά από σχεδόν ενάμιση αιώνα διαμάχης. Το 1974 η κυβέρνηση Καραμανλή παρέλειψε την γλωσσική διάταξη στο Σύνταγμα της μεταπολίτευσης. Το 1976 ο υπουργός Παιδείας Γεώργιος Ράλλης εισηγείται, και η κυβέρνηση Καραμανλή αποφασίζει την χρήση της δημοτικής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, σε όλες τις λειτουργίες και τα έγγραφα του κράτους. Το γλωσσικό ζήτημα λύνεται τυπικά με την καθιέρωση της δημοτικής στην εκπαίδευση και στη διοίκηση και παύει πλέον να υπάρχει το φαινόμενο της διγλωσσίας που διήρκεσε 20 περίπου αιώνες και ταλαιπώρησε την ελληνική παιδεία και κοινωνία για 143 χρόνια.

Έτσι ξεκίνησε η κατρακύλα του Έλληνα, τι έτσι τυχαία θαρρείς τον φύτεψαν στην Ελλάδα τον κομμουνίσταρο της ΕΡΕ (Εθνική Ριζοσπαστική Ενωση – Ριζοσπάστης) από τας Γαλλίας που έπαιζε «τον επαναστάτη» (sic) μαζί με τα γνωστά πορνίδια που δίδαξαν παιδεία και ήθος από τις καρέκλες των υπουργείων … Μην αναρωτιέσαι γιατί η Ελλάδα εξαφανίστηκε ήδη, είναι ολοφάνερο και μπροστά στα μάτια σου, αν θέλεις να το δεις. Ο Κομμουνιστικός καρκίνος (όλων των δημοκρατικών αποχρώσεων) φτιάχτηκε από την γνωστή μιαρή φυλή ειδικά, για να αποδεκατίσει τους Έλληνες, οι υπόλοιποι λαοί ήταν έξτρα μπόνους … και το πέτυχε, πρώτα με την βδελυρή θρησκεία και κατόπιν με το γλωσσικό ζήτημα. Έτσι λοιπόν σήμερα στα διεθνή φόρα, μπορεί με σκληρή διαπραγμάτευση να μας παίρνουν κάτι, αλλά τα αμόρφωτα σαΐνια δίνουν και κάτι.

Σήμερα τα παιδιά δεν ομιλούν, μουγκανίζουν με εικονιδιάκια όμως οι μαϊμούδες στα διάφορα πειραματικά εργαστήρια. Η Νέα Ελληνική που χρησιμοποιείται σήμερα, αποτελείται από συνένωση στοιχείων της δημοτικής και της καθαρεύουσας. Είναι κοντολογίς, ένα υβρίδιο, μια γλώσσα μουλάτα. Απαιτείται τα νήπια ν’ αρχίσουν να διδάσκονται αρχαία Ελληνικά και σε μια δυο γενιές το πολύ θα αποκτήσουμε ξανά την γλώσσα μας, αυτή που είναι καταγεγραμμένη στα κύτταρα μας. Δεν είναι δυσκολότερα από μία ξένη γλώσσα που σήμερα αποστηθίζουν σχεδόν παπαγαλία. Αλλά από παιδιά και παιδεία που χρησιμοποιεί ως γλώσσα επικοινωνίας τα emoticons δεν βλέπω ελπίδα.

Η σημερινή Πρότυπη Νέα Ελληνική και η διαμόρφωσή της
Σήμερα δεν είναι ορθό να λέγεται ότι στην Πρότυπη Νέα Ελληνική έχει επικρατήσει η Δημοτική. Οι λόγοι είναι πολλοί εκ των οποίων οι δύο κυριότεροι είναι οι εξής. Η ΠΝΕ έχει επηρεασθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, κυρίως λεξιλογικώς, από την καθαρεύουσα με την προσθήκη αγνώστων λέξεων την εποχή του 17ο αιώνα, οι οποίες σήμερα ηχούν φυσιολογικά. Τέτοιες είναι οι λέξεις βρέφος, ευλάβεια, συμβουλεύω, οδύνη κ.ά. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία προσπάθεια ακόμη μεγαλυτέρου εμπλουτισμού τού υπάρχοντος αποδεκτού λεξιλογίου με υπερβολικά λόγιες και αρχαίες λέξεις όπως μεμψιμοιρία κ.ά. υπό καθηγητών όπως ο Μπαμπινιώτης. Δεν θα μπορούσε να σταθεί ως σοβαρός καθηγητής αν δεν χρησιμοποιούσε λέξεις της καθαρεύουσας.

Σύμφωνα δε με τον Νόμο 309/1976 αρχίζει να χρησιμοποιείται η «δημοτική, συντεταγμένη άνευ ιδιωματισμών και ακροτήτων». Στηριζομένη δηλαδή στην δημοτική, χωρίς όμως το κύριο χαρακτηριστικό της (δηλαδή τα ιδιώματα), στην Καθαρευουσα, χωρίς όμως την γραμματική της, παρέχουσα τεράστιο λεξιλόγιο στην δημοτική. Τέλος εν μέρει χρησιμοποιούνται και λίγες, στερεότυπες πλέον, φράσεις τού αρχαΐζοντος κινήματος (εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, τῷ ὄντι κτλ).

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι εάν ανατρέξει κάποιος στα λαϊκά ποιήματα (στα οποία κυρίως στηρίζεται κατά βάσιν η δημοτική γλώσσα του μη μορφωμένου λαού παρωχημένων εποχών) γίνεται πρόδηλο ότι δεν υπάρχει σαφές πλαίσιο. Όχι μόνον διότι κάθε περιοχή είχε τα δικά της -σε μεγάλο βαθμό- ιδιώματα. Τέλος οι υπέρμαχοι της δημοτικής κατά τον 20ο αιώνα στηριζόντουσαν στα έργα του Πολίτη, ο οποίος αφού μελέτησε το λαϊκό αυτό ύφος πολλών ποιημάτων και τραγουδιών τυποποίησε την βασική ορθογραφία και το λεξιλόγιό τους.

Φυσικά υπήρξαν πολλές αντιδράσεις καθώς είναι φανερό ότι σε πολλά λαϊκά έργα εν είδει ποιητικής αδείας εχρησιμοποιούντο λέξεις άγνωστοι και συντάξεις. Ένας από τους λόγους ήταν ότι επρόκετο για χειρόγραφα τα οποία είχαν αντιγραφεί πολλές φορές, είτε από λογίους είτε από αγγραμάτους, με αποτέλεσμα να υπάρχουν σημαντικές διαφορές στο ύφος τους («Τραγούδι του Αρμούρη»). Αυτό σημαίνει ότι κάποια από τα τραγούδια αποτελούν προφορικές εξελίξεις τραγουδιών και ποιημάτων γραμμένα στην λόγια γλώσσα. Η στενοτέρα όμως σχέση μεταξύ της Δημοτικής και της Μεταβυζαντινής περιόδου (15ος-18ος αι.) ευρίσκεται στο τραγούδι «Ὁ Χάρος καὶ ὁ τσοπάνης», το οποίο όμως πρωτοδημοσιεύθη το 1860.

Η λαϊκότερη αυτή διάλεκτος εξαπλώθηκε έτι περαιτέρω στα μέσα του ιδίου αιώνος λόγω του διαφωτισμού και έργα με θέμα την ιστορία, τη γεωγραφία, την πολιτική και τις φυσικές επιστήμες εξαπλώθησαν. Το ανυπέρβλητο για την εποχή και την άπλαστη λαϊκή εκείνη γλώσσα εμπόδιο ήταν οι σημαντικώτατες λεξιλογικές ελλείψεις οι οποίες είτε καλύφθησαν εκ μέρους των λογίων απευθείας από την αρχαία είτε εκ μέρους των μη ειδικών με αντιδάνεια τα οποία χρησιμοποιούνταν στις Ευρωπαϊκές γλώσσες. Μάλιστα πολλοί παρομοίαζαν την αποτυχία συντάξεως ενός γράμματος στην δημοτική με την προσπάθεια ενός αετού να πετάξει με κομμένα φτερά νομίζοντας ότι όπως παλιά έτσι και τώρα μπορεί να πετάξει.

Φυσικά αυτό γέννησε ένα ακόμη σημείο πολέμου καθώς λόγιοι όπως ο Νεόφυτος Δούκας πίστευσαν ότι μετά το λεξιλόγιο και την χρήση τους από τις εφημερίδες κατά ορθό τρόπο ανοίγει ο δρόμος για περαιτέρω αλλαγές όπως η κλασσική σύνταξη του ἀπό με γενική αντί αιτιατικής, ο μονολεκτικός μέλλοντας, το απαρέμφατο κ.ά. «Εἰς δὲ τὴν σύνταξιν αὖθις εἰσαχθέντος τοῦ ἀπαρεμφάτου καὶ μέλλοντος, καί τινων μορίων μεταλλαγέντων, ἐν τίσιν ἔσται διαφορά;»

Μερικά χρόνια αργότερα άν και οι Τριανταφυλλίδης και Δελμοῦζος προσπάθησαν να αποδείξουν ότι η δημοτική δεν συνδέεται με τον κομμουνισμό, ούτε θεωρητικά ούτε πρακτικά, οι προσπάθειές τους έπεσαν στο κενό διότι ο Γληνός προσχώρησε στον Μαρξισμό μέσω του ΚΚΕ το 1927 καθώς και αυτό άρχισε να χρησιμοποιεί την δημοτική γλώσσα, κάτι που απέφευγε από το 1918. Μόλις το 1963 ο φιλελεύθερος Γ. Παπανδρέου διακήρυξε δημοσία ότι εφαρμόζει «πολιτικὴ ἴσων δικαιωμάτων» απέναντι στο ακανθώδες αυτό ζήτημα ενώ ακόμη χρησιμοποιούσε την καθαρεύουσα ως επίσημη γραπτή γλώσσα του Ελληνικού κράτους.

Αποτέλεσμα αυτής της νέας πολιτικής ήταν η εισαγωγή, για πρώτη φορά, της γραμματικής του Τριανταφυλλίδη στα σχολεία. Η γραμματική αυτή βέβαια γρήγορα κατεκρίθη καθώς δεν ανέφερε σχεδόν τίποτα περί των αφομοιωθέντων λογίων στοιχείων της δημοτικής εκείνης της περιόδου. Ο πόλεμος φαίνεται πως εν μέρει κρίθηκε το 1974 όπου ο Κ. Καραμανλής άρχισε να χρησιμοποιεί την δημοτική από την πρώτη στιγμή ως επίσημη γλώσσα του κράτους και νομιμοποίησε το ΚΚΕ (και φτάσαμε στα σημερινά χάλια, να χάσουμε την πατρίδα μας, από τον εποικισμό και τον διεθνισμό, σκέψου λοιπόν πόσο “εθνάρχης” ήταν). Φυσικά η καθαρεύουσα σημάδεψε για πάντα την δημοτική όπως φαίνεται κι από το μυθιστόρημα του Κ. Ταχτσή «Το τρίτο στεφάνι» όπου η ομιλία δυο λαϊκών γυναικών εμπλουτίζεται με πολλά λόγια στοιχεία.

Σήμερα, κατά τον Γ. Μπαμπινιώτη, το γλωσσικό ζήτημα εκλαμβάνεται διττώς, και ως ωφέλιμο και ως επιβλαβές. Ήταν Ωφέλιμο καθώς υπήρξαν πολλοί και άξιοι άνθρωποι οι οποίοι ασχολήθηκαν με την γλώσσα και την ανέλυσαν μορφοσυντακτικώς και ιστορικώς, πράγμα το οποίον δεν είχε γίνει για αιώνες. Αντιθέτως ήταν τεραστία σπατάλη πνευματικών δυνάμεων οι οποίες άνθισαν εκείνη την εποχή, διότι αντί τού να ασχοληθούν με τις καθ’ εαυτών επιστήμες ανάλωσαν κυριολεκτικώς το μεγαλύτερο μέρος τών πονημάτων τους είτε σε άσκοπες επικρίσεις (Κοδρικά), είτε σε ανούσια πονήματα (Ροΐδη «Εἰδώλων κατάλυσις») είτε σε μελέτες οι οποίες απετέλεσαν μετά από ένα σημείο ιδεολογικές πραγματείες περί τής χρήσεως τής γλώσσας. (sic)

Η γλωσσική διαμάχη (η οποία επισήμως κατά τα προειρημένα άρχισε τον 1ο π.κ.ε. αιώνα) δεν κατέληξε ένας πόλεμος μεταξύ δύο στρατοπέδων αλλά περισσοτέρων, των οποίων τα κινήματα τα οποία ξεχώρισαν ήσαν το Αρχαΐζον, το τής Καθαρεύουσας (Θεοτόκης, Κοραῆς κ.ά.) το λόγιο τής Κωνσταντινουπόλεως ιδίωμα (Καταρτζή), το κίνημα τής λαϊκοτέρας κοινής (ιδιωματικής εν πολλώ) γλώσσας, γνωστή και ως χυδαία (Ψυχάρης, Σολωμός) και, τέλος, στα χρόνια τού Βυζαντίου υπήρχε και το ισχυρότατο στρατόπεδο τής Κοινής τής Αγίας Γραφής.

Το Ιερό Μεγαλείο και η Ανωτερότητα της Ελληνικής Γλώσσας εχάθει!
«Σε καμιά άλλη γλώσσα δεν συμβαίνει αυτό που συμβαίνει με τον Έλληνα· να λέει άνεμος, θάλασσα, γη και να επικοινωνεί κάθε στιγμή με τις ίδιες τις ρίζες του» λέει ο Οδ. Ελύτης, και ο έτερος νομπελίστας ποιητής Γ. Σεφέρης το επισφραγίζει, δεδομένου ότι όλος ο μακρύς δρόμος που διένυσε η γλώσσα του είναι ριζωμένος βαθιά μέσα του, «στο μεδούλι των κοκάλων του». Γι’ αυτό την αλλοίωσαν και την διαστρέβλωσαν με τέτοια ζέση. Νεοραγιαδική μουλαρική γλώσσα και πολύ σου είναι. Σιγά μην σε άφηναν να μεγαλώσεις τα παιδιά σου και να ομιλείς την γλώσσα του Πλάτωνα!

Ας ευθυμήσωμεν ολίγον: Προφητείες και ρήσεις του γέροντα Παΐσιου

«Σήμερα το να διαβάζει κανείς τους προφήτες είναι σαν να διαβάζει εφημερίδα, τόσο ξεκάθαρα είναι γραμμένα». Μοναχός Παΐσιος

Ξεκάθαρα, δεν λες τίποτε. Το λέει και το φλιτζάνι -για να δανειστούμε μια ατάκα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.

Μετά τον θάνατο του μοναχού Παΐσιου (1994), ξεφύτρωσαν σαν τα μανιτάρια διάφορα βιβλία και κείμενα, που αποδίδουν στον εν λόγω ιερωμένο, διάφορες «προφητείες», οι οποίες περιστρέφονται κυρίως γύρω από εθνικά θέματα, και με μια ιδιαίτερη εμμονή στην εκπόρθηση της Κωνσταντινούπολης από τους Ρώσους και την παράδοσή της στους Έλληνες. Ο Παΐσιος βέβαια δεν ζει για να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τους «χρησμούς» που του αποδίδονται, αν και φέρονταν να μην εγκρίνει την διάσταση που έπαιρναν τα λεγόμενά του, στα οποία μάλλον μπήκαν και αρκετές «σάλτσες» από τους διάφορους φερόμενους ως -συνήθως ανώνυμους- συνομιλητές του που δημοσιοποίησαν τις προσωπικές τους εμπειρίες.

Ιδιαίτερη σπουδή στην διάδοση αυτών των προφητειών και την δημιουργία του θρύλου του «προφήτη» Παΐσιου -εκτός της πάσης φύσεως θρήσκους ή θρησκόληπτους- δείχνουν κάποιοι στρατιωτικοί. Υπάρχει μάλιστα και κάποιος, που ισχυρίζεται πως ο Παΐσιος, σε αντίθεση με όσους άλλους στρατιωτικούς συνομίλησε, έδωσε σ’ αυτόν το «προνόμιο» της εισόδου στην Πόλη ως ηγέτη στρατιωτικού τμήματος των Ελλήνων, όταν θα συμβεί η (ανα)κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Ο εν λόγω στρατιωτικός βέβαια, δεν αποκαλύπτει το όνομά του, προφανώς γιατί κατανοεί το βλακώδες του πράγματος και δεν θέλει να εκτεθεί δημοσίως. Σε κάθε περίπτωση πάντως, αποτελεί θλιβερό φαινόμενο η εμπλοκή στρατιωτικών σ’ αυτή την ακατάσχετη μπουρδολογία.

Ας δούμε όμως μερικές από τις πιο δημοφιλείς «προφητείες» και ρήσεις του Παΐσιου, που μόνο θυμηδία μπορούν να προκαλέσουν σε υγιώς σκεπτόμενους ανθρώπους
 
Ο πνευματικός νόμος θα εφαρμοσθεί πολυτρόπως. Πρώτα θα παιδεύσει ο Θεός τους μεγάλους εχθρούς της Ορθοδοξίας, που είναι ο Ισλαμισμός και ο Καθολικισμός. Αυτοί που αμείλικτα χτυπούν την Ορθοδοξία, τώρα θα εκλείψουν. Ακόμα και αυτοί που κατέστρεψαν τον Βυζαντινό Πολιτισμό δεν είναι οι Τούρκοι που τον κατέστρεψαν, είναι οι σταυροφόροι, οι Ευρωπαίοι, οι καθολικοί που ενίσχυσαν τους Τούρκους για να καταστρέψουν το Βυζάντιο. Τους απογόνους τους, λοιπόν, θα τους μαζέψει ο Θεός εκεί μέσα και θα σφαγούν εκεί. Εσείς είστε νεότεροι και θα το δείτε, αφού θα είστε εν τη ζωή.
[Ο πατήρ Παΐσιος δεν μας εκπλήσσει καθόλου. Κλασικός Ρωμιός ορθόδοξος Ιουδαιοχριστιανός, ο οποίος επιβεβαιώνει το «αγάπα με ή κάηκες» καθώς επίσης και το «κάλλιο φέσι τούρκικο, παρά τιάρα παπική».]

Η Τουρκία θα σβήσει, αλλά δεν θα υπάρχει ούτε μια σελίδα στην παγκόσμια ιστορία που να φέρνει στη μνήμη ότι υπήρξε αυτή η καταραμένη φυλή. Αγαπώ πολύ την πατρίδα μου και λυπούμε πολύ που σήμερα τα Ελληνόπουλα ντρέπονται να πουν πως είναι Έλληνες. Η λέξη «Έλληνας» δεν αποδίδει φυλετισμό. Η λέξη «Έλληνας» αποτελεί φυλετισμό για κάθε άλλον πλην των Ελλήνων. Τώρα όμως δεν είμεθα Έλληνες, είμεθα Ρωμαίοι, είμεθα Βυζαντινοί, είμεθα Θεανθρωπιστές. Ανεβήκαμε πιο ψηλά… Σήμερα όμως που όλοι γονατίσαμε και δεν υπάρχει ελπίς, θα επέμβει ο Θεός των πατέρων μας για τα αίματα των Μαρτύρων μας και τα λείψανα των Αγίων μας. Το αίμα το Ελληνικό που χύθηκε για την Ορθοδοξία, εάν ενωθεί σήμερα θα γίνει πλωτό ποτάμι, να πνίξει τους κανίβαλους που λέγονται «μεγάλοι».
[Τι λέει ο άνθρωπος Θεέ μου (τι είπα τώρα;)… Μέσα σε λίγες γραμμές πραγματοποιεί μια χονδροειδέστατη αντίφαση και οι «φαν» του σιωπούν μπροστά στη «σοφία» του. Από τη μια επιπλήττει, όσους ντρέπονται να δηλώσουν Έλληνες κι απ’ την άλλη μας αμολάει ένα μεγαλοπρεπέστατο «δεν είμεθα Έλληνες, είμεθα Ρωμαίοι» και μας αφήνει με ανοιχτό το στόμα, αναρωτώμενους τι να θέλει να πει άραγες ο ποιητής…]

Οι ελπίδες μας είναι μόνο στον Θεό. Κι εσείς να ζείτε χριστιανικά, γιατί σας λέω υπεύθυνα –και θα το δείτε- ότι δεν έχουμε μέρες. Αυτό που ανάβει τώρα στα Βαλκάνια (σ.σ.: εννοεί τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας) θα συνεχιστεί. Αυτό θα είναι η αφετηρία μέσω της οποίας ο Θεός, με το δικό Του τρόπο, θα ελευθερώσει τους χριστιανούς και θα τους υψώσει πάλι στην γραμμή τους. Και θα επανέλθει το Βυζάντιο. Και ξέρετε γιατί; Διότι οι Ευρωπαίοι λαοί θα ξαναενωθούν. Ποιος θα τους καθοδηγεί; Δεν κρατάει κανείς. Μόνο εμείς κρατάμε την Ορθόδοξη πίστη.
[Αυτά ο Παΐσιος τα έλεγε (ή φέρεται να τα έλεγε) στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ν’ αρχίσουμε να ανησυχούμε για την μεγάλη καθυστέρηση της αναβίωσης του Βυζαντίου; Να υποθέσουμε ότι ο Θεός κάπου «σκάλωσε»;]

Κάτι θα ανάψει μεταξύ Τούρκων και Ρώσων και θα κατέβουν οι Ρώσοι και θα πάρουν την Πόλη. Μετά, θέλοντας και μη, θα τη δώσουν στην Ελλάδα… Όχι ότι οι ίδιοι μας αγαπούν, αλλά θα υποχρεωθούν να μας την δώσουν από τις περιστάσεις. Εμείς θα είμαστε θεατές σε αυτόν τον πόλεμο… Η Πόλη, θα διοικείται από Ρώσους, Έλληνες και Ευρωπαίους.Η καταιγίδα αυτή θα φτάσει μέχρι το Ισραήλ και τότε οι Εβραίοι θα καταλάβουν τα σφάλματά τους.
[Η πιο δημοφιλής «προφητεία» του Παΐσιου. Ευσεβείς πόθοι που μετατρέπονται σε «προφητείες».]

Οι Τούρκοι, τα κόλλυβα τα έχουν στη μέση τους. Θα πάθουν μεγάλο κακό. Θα γίνει σύγκρουση στο Αιγαίο. Εμείς δεν θα πάθουμε μεγάλο κακό. Τότε θα επέμβει από πάνω ο Ρώσος και θα γίνει όπως τα λέει η προφητεία του Αγίου Κοσμά. Οι μεγάλοι θα φροντίσουν… Την Κωνσταντινούπολη οι Έλληνες πρέπει να την φυλάξουν. Και έτσι, ο Θεός θα την χαρίσει σε εμάς. Θα μας βοηθήσει ο Θεός, γιατί είμαστε ορθόδοξοι… Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος θα συμβάλλει, ως μεσάζοντας, να δοθεί η Πόλη στην Ελλάδα. Είναι ευλαβής, είναι καλός… Οι Τούρκοι θα καταστραφούν. Πραγματικά θα σβήσουν από τον χάρτη, διότι είναι ένα έθνος, το οποίο δεν προέκυψε από την ευλογία του Θεού. Θα σβήσουν ως έθνος και η έκταση ολόκληρης της Τουρκίας θα είναι μια αχανής έρημος, στην οποία, για να συναντήσει κανείς άνθρωπο, θα πρέπει να περπατάει εφτά ώρες!
[Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς εδώ… Την «προφητεία» που στηρίζεται πάνω σε μια άλλη «προφητεία», ή ότι αυτή ή άλλη «προφητεία» ανήκει στον…Πατροκοσμά; Αυτόν δηλαδή που διακήρυττε πως «έφερεν ο Θεός τον Τούρκον διά ιδικόν μας συμφέρον· διότι τα άλλα έθνη θα μας έβλαπτον εις την πίστιν… Και τον έχει ο Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάει». Κι ας κάνουμε πως δεν διαβάσαμε την αρλούμπα περί τουρκικής…ερήμου και για τις επτά ώρες ποδαρόδρομο.]

Η Τουρκία θα διαμελισθεί σε 3-4 κομμάτια. Ήδη έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Εμείς θα πάρουμε τα δικά μας εδάφη, οι Αρμένιοι τα δικά τους και οι Κούρδοι τα δικά τους. Το κουρδικό θέμα έχει ήδη δρομολογηθεί. Αυτά θα γίνουν, όχι τώρα, αλλά σύντομα, όταν θα πάψει αυτή η γενιά που κυβερνάει την Τουρκία και θα αναλάβει νέα γενιά πολιτικών. Τότε θα γίνει ο διαμελισμός της Τουρκίας. Πολύ σύντομα, οι προσευχές που γίνονται κάτω από την επιφάνεια της γης, θα γίνονται επάνω στην γη και τα κεράκια που ανάβονται κάτω, θα ανάβονται επάνω. Όλα αυτά θα γίνουν μέσα στα χρόνια αυτά. Έφτασε ο καιρός.
[Εδώ ο Παΐσιος μπέρδεψε τα μπούτια του. Στην προηγούμενη «προφητεία» μιλά για αφανισμό των Τούρκων και τώρα κάνει μια «έκπτωση» κάνοντας λόγο για διαμελισμό. Άνθρωπος ήταν βέβαια, που να θυμόταν τι ακριβώς έλεγε σε προηγούμενες προφητείες του.]

Η Κύπρος θα ελευθερωθεί, όταν μετανοήσουν οι Κύπριοι. Να κάνετε πνευματικές βάσεις για να διώξουν τις βάσεις των Τούρκων, των Άγγλων και των Αμερικανών.
[Εδώ δυσκολεύεται να γελάσει κάποιος με τις ανοησίες και τα «προφητικά» παραληρήματα του Παΐσιου. Να μετανοήσουν οι Κύπριοι για τι πράγμα; Και υπάρχουν άνθρωποι που εκστασιάζονται μπροστά σε τέτοιες ιταμές μπούρδες…]

Μην στεναχωριέστε, παιδιά μου, ο Θεός αγαπάει πολύ την Ελλάδα και τους Έλληνες. Έστω και λίγοι, μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού να μείνουν πιστοί, θα προστατεύει ο Θεός την Ελλάδα… Το τελικό αποτέλεσμα θα είναι υπέρ των Ελλήνων.
[Αμ δεν το είδαμε Παΐσιε; Εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια, δεν έχει σταματήσει να μας «προστατεύει». Βεβαίως, το ότι μας αγαπά είναι αδιαμφισβήτητο. Το λέει ξεκάθαρα και στην «Αγία Γραφή»: «…εξαγέρω τα τέκνα σου, Σιών, επί τα τέκνα των Ελλήνων και ψηλαφήσω σε ως ρομφαίαν μαχητού» (Ζαχαρίας Θ 13-15).]

Ο Θεός θα μπορούσε να κάνει όλους τους ανθρώπους μέσα σε τρία λεπτά να μετανοήσουν, αν γύριζε ας πούμε το κουμπί και έκανε σεισμό σε όλη την γη. Αμέσως θα φώναζαν όλοι «ήμαρτον, ήμαρτον» και θα κάναν προσευχές και τάματα. Μετά από μια βδομάδα όμως… θα τρέχαν πάλι στα μπουζούκια.
[Ο Θεός όμως είναι «πανάγαθος» και δεν εκβιάζει με τέτοια μέσα την πίστη των ανθρώπων (το «αγάπε με ή κάηκες» που λέγαμε). Έχουν άλλωστε το δικαίωμα της επιλογής. Έτσι δεν είναι Παΐσιε; Βέβαια, αν πρόκειται να υποπέσουν στο μέγιστο αμάρτημα της μπουζουκολατρείας, ε τότε δικαιολογημένα τους πήρε και τους σήκωσε.]

Να ψηφίσετε όποιον βλέπετε ότι είναι ο καλύτερος, όποιον αγαπά πιο πολύ τον Θεό και την πατρίδα, αυτόν να ψηφίσετε.
[Αυτή η προφητεία είναι πολύ βολική για τον…Καρατζαφέρη. Βέβαια έχουμε και το περιστατικό με το…περιστέρι. Είναι φανερό ότι πρόκειται για την…επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Ο Κύριος ως φαίνεται έκαμεν την επιλογήν του…]

Τις διαβάζω εδώ και καιρό. Άρχισαν από 1-2 ιστολόγια κι αρχίζουν σιγά σιγά να αναπαράγονται σε όλο και περισσότερα.

Μιλάω για τις αναφορές που γίνονται σε διάφορες «προφητείες» του γέροντα Παΐσιου και μιλούν για αφανισμό των Τούρκων, ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης και διάφορα άλλα…ανεδαφικά και ουτοπικά.

Επειδή δεν θέλω να αναφερθώ συγκεκριμένα σε κανένα ιστολόγιο, καθώς δεν έχω σκοπό να θίξω κανέναν, κι επειδή τα περισσότερα απ’ αυτά τα εκτιμώ, νιώθω την ανάγκη να κάνω μια έκκληση:
Παιδιά, και ειδικά εσείς που ασχολείστε επί τα πλείστα με εθνικά θέματα, μην το ευτελίζετε το θέμα και μην καταφεύγετε σε αστεία επιχειρήματα κάποιων εμπόρων της ιστορίας (ονόματα δε λέμε, ο νοών νοείτω).

Ο γέρων Παΐσιος, όντως μπορεί να ήταν ένας χαμηλών τόνων, ενάρετος και τίμιος ιερωμένος που αφιέρωσε τη ζωή του σ’ αυτό που βαθιά πίστευε, αλλά πάνω απ’ όλα ήταν ένας ακόμα θρησκόληπτος μοναχός (αρκεί μόνο να διαβάσει κάποιος τα περί 666 των ταυτοτήτων, την «σατανική» ενωμένη Ευρώπη κλπ).

Ο ίδιος άλλωστε, αρνιόταν ότι έχει κάνει τέτοιες «προφητείες» και στενοχωριόταν που κάποιοι παραποίησαν ή παρερμήνευσαν σκόπιμα τα λεγόμενά του για ιδιοτελείς σκοπούς, εκμεταλλευόμενοι την ανυπόστατη φήμη περί «προφητικού χαρίσματος» του Παΐσιου.

Και για να κλείσω μ’ ένα ρητορικό ερώτημα, πως είναι δυνατόν να τιμώρησε ο Θεός αυτόν τον ενάρετο άνθρωπο, που αφιέρωσε όλη του τη ζωή και το είναι του σ’ Αυτόν, στέλνοντάς του τον καρκίνο; και πολύ περισσότερο, πως απέτυχε να τον προφητεύσει;

Και μην πει κανείς ότι το έκανε ο Θεός για να «δοκιμάσει την πίστη του», γιατί μ’ αυτό το σκεπτικό, σ’ όλη του τη ζωή ο Παΐσιος «δοκιμαζόταν», καθώς υπέφερε από διάφορες βαρύτατες ασθένειες. Πολύ επιφυλακτικός δεν είναι τότε ο Θεός; Κι αν κρατούσε «πισινή» μ’ αυτόν τον, καθ’ ομολογουμένως ενάρετο και ευσεβή Παΐσιο, τότε με τους υπόλοιπους τι θα πρέπει να κάνει (και ειδικά της Εκκλησίας);

Γι’ αυτό σας λέω φίλοι μου, να είστε λίγο πιο εγκρατείς και μην υιοθετείτε και αναπαράγετε αβίαστα τέτοιες «στρακαστρούκες», με τις οποίες το μόνο που καταφέρνετε είναι να χάνετε σε αξιοπιστία (ειδικά τα ενημερωτικά και πατριωτικά blogs).

Η αξιοπιστία και ο σεβασμός, δύσκολα κερδίζονται κι εύκολα χάνονται.

Φιλικά και συγνώμη αν ένιωσαν κάποιοι ότι τους «φωτογραφίζω».

Τα κίνητρα είναι πραγματικά ανιδιοτελή.

Τζέιμς Ντέιβιντσον: Το αντίτιμο της εταίρας κι η ανταλλαγή δώρων στην Αρχαία Ελλάδα

Αν και ο κόσμος της Αφροδίτης μοιάζει κάπως σκοτεινός και μυστηριώδης, μέσα στο σκοτάδι αυτό μπορούμε να διακρίνουμε κάποια επαναλαμβανόμενα θέματα. Ένα από τα πιο σημαντικά εξ αυτών είναι η απόπειρα να χαράξουμε μια σαφή διάκριση ανάμεσα σε δύο είδη ερωτικής συνομιλίας: τη ρομαντική στρατηγική του κόρτε, του φλερτ και της αποπλάνησης και την πιο άμεση προσέγγιση της αγοραπωλησίας του σεξ.

Αυτή η διάκριση υπονοείται σε πολλές πραγματείες για το πώς πρέπει να φέρεσαι στους εραστές και ενίοτε βγαίνει στο φως και υπόκειται σε αυστηρή εξέταση από κυνικούς, όπως ο σκλάβος Καρίων στον «Πλούτο» του Αριστοφάνους. Ο αφέντης του μιλάει για τη δύναμη του χρήματος:

— Και οι εταίρες οι Κορίνθιες, όπως λένε, φτωχός αν τις γυρέψει, ούτε γυρίζουν να τον κοιτάξουν, αλλά αν είναι πλούσιος, αμέσως του κουνάνε την ουρά τους.

— Και τα παιδιά έτσι, λένε, κάνουν· όχι γι' αυτούς που τα αγαπούνε· για το χρήμα.

— Τα πρόστυχα, όχι τα όπως πρέπει, αυτά δεν ζητούνε λεφτά.

— Και τι ζητούνε;

— Λαγωνικά ή ένα καλό αλογάκι...

— Ντρέπονται για λεφτά να πούνε, κι έτσι με λέξη ωραία τυλίγουν τη ντροπή τους.

Ο Αριστοφάνης θίγει εδώ ένα ζήτημα θεμελιώδους σημασίας για τη σύγχρονη ανθρωπολογία: τη διάκριση ανάμεσα στην ανταλλαγή αγαθών και την ανταλλαγή δώρων, ανάμεσα στις αμοιβές και τις δωρεάν παροχές.

Πρόκειται για μια διάκριση που δε γίνεται εύκολα κατανοητή, αλλά, όπως ελπίζω να αποδείξω, γι’ αυτό ακριβώς το λόγο είναι τόσο σημαντική. Η ανταλλαγή αγαθών εγκαθιδρύει μια σχέση ανάμεσα σε αντικείμενα, μια σχέση που εκφράζεται με γνώμονα την τιμή. Τα αγαθά είναι ανταλλάξιμα, εύκολα μετρήσιμα και συγκρίσιμα, η ποσότητα και η ποιότητά τους μπορούν να διαχωριστούν σε μικρές μονάδες, συχνά μάλιστα σε νομισματικές μονάδες. Είναι κατά κάποιο τρόπο απρόσωπα και κάπως ανώνυμα εμπορεύματα και η ανταλλαγή αγαθών αντανακλά αυτή την ανωνυμία. Η συναλλαγή είναι καθαρή και οριστική, ο πωλητής χάνει τα αγαθά διά παντός κι αυτά περνάνε πια στην κατοχή του αγοραστή.

Η ανταλλαγή δώρων, από την άλλη, δεν εγκαθιδρύει σχέσεις ανάμεσα σε αντικείμενα αλλά ανάμεσα σε ανθρώπους, που συνδέονται έκτοτε με δεσμούς κηδεμονίας και φιλίας. Κατά συνέπεια, τα δώρα είναι προσωπικά. Θα πρέπει να είναι μοναδικά, ατομικά, και να μην υπόκεινται σε αντικειμενική εκτίμηση. Αντίθετα από τα αγαθά, τα δώρα είναι αντικείμενα που «κολλάνε». Ο δωρητής δε χάνει ποτέ εντελώς το δώρο.

Ένα ωραίο παράδειγμα αυτής της αρχής στον ελληνικό πολιτισμό βλέπουμε στο γεγονός ότι, όταν μια πόλη προσέφερε ένα δώρο σε κάποιο θεό, σ’ ένα πανελλήνιο ιερό όπως οι Δελφοί ή η Δήλος, το δώρο παρέμενε σ’ ένα χώρο ειδικά χτισμένο γι’ αυτό, που ονομαζόταν θησαυρός της πόλης. Το δώρο συντηρεί επίσης τη σχέση, διότι φορτώνει τον αποδέκτη με χρέη και υποχρεώσεις. Με τον ίδιο τρόπο, η ανταλλαγή δώρων κάθε άλλο παρά οριστική είναι, διότι αποτελεί απλώς το τελευταίο επεισόδιο σε μια μακροχρόνια ιστορία παροχής και ανταπόδοσης μιας χάρης.

Η διάκριση μεταξύ αυτών των δύο ειδών σχέσεων δεν είναι απλώς η διαφορά ανάμεσα σε μια ανταλλαγή αντικειμένων και μια χρηματική πληρωμή, αν και εξαιτίας της ανταλλαξιμότητάς τους τα χρήματα έχουν την τάση, όπως είναι φυσικό, να δημιουργούν πιο απρόσωπες σχέσεις. Όταν κάποιος πηγαίνει κάθε πρωί σ’ ένα συγκεκριμένο μέρος για να ανταλλάξει μια συγκεκριμένη ποσότητα γάλακτος με μια συγκεκριμένη ποσότητα μελιού, μ’ ένα εντελώς άγνωστο άτομο, η συναλλαγή μοιάζει πάρα πολύ με ανταλλαγή αγαθών, παρ’ όλο που δε βλέπουμε νομίσματα να αλλάζουν χέρια.

Ούτε θα πρέπει να θεωρήσουμε την ανταλλαγή δώρων ως ένα πιο πρωτόγονο στάδιο ανάπτυξης, το οποίο ξεπερνούν οι πολιτισμοί όσο πιο πολύπλοκοι γίνονται. Τα δώρα και τα αγαθά απαντώνται στις ίδιες κοινωνίες. Ο διαχωρισμός λοιπόν είναι σχετικός μάλλον παρά απόλυτος. Ένα αντικείμενο μπορεί να είναι δώρο περισσότερο ή λιγότερο και οι ανθρωπολόγοι μιλούν για αντικείμενα (και ανθρώπους) που εμπορευματοποιούνται και αποεμπορευματοποιούνται για να εμπορευματοποιηθούν εκ νέου στις εξής περιπτώσεις: όταν ένα κειμήλιο βγαίνει σε πλειστηριασμό, όταν μία δούλη μεταπίπτει σε ερωμένη, όταν ένα ασημένιο ανάθημα εκτιμάται ανάλογα με το βάρος του και χρησιμοποιείται για να πληρωθούν μισθοφόροι, όταν αυτός που επιλέγει ποιοι θα πληρωθούν είναι η κληρωτίδα, όταν χρονομετρείται μια σεξουαλική συνεύρεση.

Μιλάμε πάνω απ’ όλα για μια συμβολική διάκριση, την οποία οι κοινωνίες είναι υποχρεωμένες να διατηρούν και να επιβάλλουν. Υπάρχουν οι σαφώς αντιτιθέμενοι χώροι: η αγορά σε αντίθεση προς το σπίτι, ή οι αντιτιθέμενες εποχές του χρόνου: η ημέρα του παζαριού σε αντίθεση με τα Χριστούγεννα. Πιο πολύ όμως είναι το λεξιλόγιο: «φιλία», «χάρες», «προσφορά» από τη μία, και «πληρωμή», «αγορά» και «πώληση» από την άλλη. Δε θα πρέπει να θεωρούμε αυτές τις διακρίσεις παρωχημένες στο σύγχρονο πολιτισμό.

Ένα πολύ μικρό μέρος της σύγχρονης οικονομίας λειτουργεί ως ανταλλαγή δώρων, το οποίο όμως μπορεί να είναι πολύ σημαντικό. Συνεχίζουμε να ανησυχούμε μήπως ξεχάσαμε την τιμή πάνω στο δώρο. Εκτιμάμε προσεκτικά την αξία των δώρων που ανταλλάσσουμε, αλλά αποδοκιμάζουμε όποιον συγκρίνει πολύ κραυγαλέα αυτό που του έδωσαν μ’ εκείνο που έδωσε ο ίδιος, ή — ακόμα χειρότερα — όταν ζητήσει να του εκτιμήσουν κάποιο αναμνηστικό.

Εκτιμάμε ιδιαίτερα τα χειροποίητα δώρα ή όσα έχουν συναισθηματική αξία για εκείνον που τα δίνει. Διερωτόμαστε αν οι πολιτικοί πρέπει να δέχονται προσκλήσεις στη βίλα πλούσιων φίλων τους με προσωπικά συμφέροντα. Διαμαρτυρόμαστε, από την άλλη, όταν κάποιος που μας πληρώνει για τις υπηρεσίες που του έχουμε παράσχει παρουσιάζει την πληρωμή αυτή ως πράξη γενναιοδωρίας, για την οποία υποτίθεται ότι θα πρέπει να νιώθουμε κι ευγνωμοσύνη.

Όπως δείχνουν αυτά τα παραδείγματα, και όπως υποδεικνύει στον αφέντη του ο σκλάβος Καρίων (που είναι κι ο ίδιος ένα αγαθό), στον πυρήνα της προσφοράς ενός δώρου υπάρχει μεγάλος βαθμός προσποίησης ή ακόμη και υποκρισίας. Ο χαρακτήρας του δώρου εξαρτάται από τη γενικότερη πρακτική αυτού που ο ανθρωπολόγος Πιέρ Μπουρντιέ αποκαλεί miconnaissance, δηλαδή την παραγνώριση, την προσποίηση ότι το δώρο δεν κουβαλάει κάποια αξία και δεν απαιτεί τίποτα ως αντάλλαγμα.

Η χάρη που προσδοκά κάποιος ως αντάλλαγμα πρέπει να φανεί σαν κάτι που εναπόκειται εντελώς στη διάκριση του αποδέκτη, ο οποίος τονίζει την ελευθερία της πράξης του, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο της ανταπόδοσής του. Σ’ αυτό βοηθάει όταν τα δώρα είναι ελαφρώς παράταιρα. Και βοηθάει επίσης η μεσολάβηση κάποιου χρονικού διαστήματος — αλλά όχι πολύ μεγάλου — πριν την ανταπόδοση του δώρου. Όταν ένα δώρο ακολουθήσει πολύ γρήγορα μετά από μια χάρη, παύει να είναι δώρο και γίνεται πληρωμή για «προσφερθείσες υπηρεσίες».

Η διαφορά ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο είδη σχέσης φορτίζεται ακόμα περισσότερο, όταν ένα από τα αντικείμενα της ανταλλαγής είναι το σεξ. Στην κλασική Αθήνα, το θέμα δεν είναι απλώς αν «το κάνεις για λεφτά» ή αν «το κάνεις για δώρα». Η μετατροπή της σεξουαλικής συνομιλίας σε ανταλλαγή μεταβιβάσιμων αγαθών συνεπάγεται μια τεράστια προσπάθεια συγκεκριμενοποίησης. Τι είναι αυτό που πουλάει η πόρνη; Ένα μέρος του χρόνου της; Τη σεξουαλική πράξη; Το σώμα της; Ένα μέρος του σώματός της;

Οι εταίρες, από την άλλη, για την κατάκτηση των οποίων απαιτούνται δώρα, πρέπει να είναι όσο πιο διακριτικές γίνεται, για να αποφύγουν να θεωρηθούν κοινές πόρνες, ενώ οι εχθροί τους χρησιμοποιούν τη γλώσσα της αγοράς για να τις επαναφέρουν στη θέση τους. Ο προσδιορισμός είναι και ο ίδιος ένα ζήτημα στη σεξουαλική οικονομία. Και αν οι αρχαίοι άντρες και οι σύγχρονοι μελετητές δυσκολεύονται να συλλάβουν την έννοια της εταίρας, σ’ αυτό δε φταίει απλώς ο κόσμος των γυναικών που είναι πολύπλοκος. Η εταίρα καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες για να μην είναι σαφής ούτε η ίδια ούτε η σχέση της με τους άντρες. Αλλιώς δε θα ήταν εταίρα.

Τζειμς Ντέιβιντσον, Αρχαίοι Αθηναίοι – Ηδονές, καταχρήσεις και πάθη

Η εταίρα και φιλόσοφος Λεόντιον

Η πορνεία αποτελούσε στοιχείο του βίου των αρχαίων Ελλήνων ήδη από την αρχαϊκή εποχή. Στις περισσότερες ελληνικές πόλεις και κυρίως στα λιμάνια, αποτελούσε σημαντική οικονομική δραστηριότητα απασχολώντας σημαντικό μέρος του πληθυσμού. Σε καμία περίπτωση δεν θεωρούταν παράνομη, οι πόλεις δεν την απαγορεύουν και η λειτουργία των οίκων ανοχής ήταν φανερή.

Στην Αθήνα, στο μεγάλο νομοθέτη Σόλωνα αποδίδεται η ίδρυση κρατικών πορνείων με προσιτές τιμές. Ωστόσο η δραστηριότητα αυτή δεν κατανεμόταν ίσα ανάμεσα στα δύο φύλα, γυναίκες όλων των ηλικιών καθώς και νεαρά αγόρια εκδίδονταν, για μια πελατεία που απαρτιζόταν σχεδόν αποκλειστικά από άνδρες.

Οι εκδιδόμενες γυναίκες μπορούν να ταξινομηθούν σε διάφορες κατηγορίες.

Τελευταίες στην κλίμακα κατατάσσονταν οι πόρνες, οι οποίες σύμφωνα και με την ετυμολογία της λέξης που προέρχεται από το ρήμα «πέρνημι» που σημαίνει «πουλώ», ανήκαν δε στους «πορνοβοσκούς», δηλαδή σε προαγωγούς, που κρατούσαν τμήμα των εσόδων τους. Οι τελευταίοι μπορούσαν να είναι πολίτες και τα έσοδα από την πορνεία αντιμετωπίζονταν όπως αυτά από άλλες δραστηριότητες. Ο Θεόφραστος αναφέρει τον προαγωγό πλάι στον πανδοχέα και τον συλλέκτη φόρων σε έναν κατάλογο επαγγελμάτων που είχε συντάξει.

Μια βαθμίδα παραπάνω βρίσκονταν οι ελεύθερες πόρνες που κάποτε ήταν δούλες και έχουν κερδίσει την ελευθερία τους. Η προέλευση αυτών των γυναικών ποικίλλει: γυναίκες μέτοικοι που δεν έβρισκαν άλλο επάγγελμα στη νέα τους πατρίδα, φτωχές χήρες, παλαιές πόρνες που εξαγόρασαν την ελευθερία τους. Στην Αθήνα ήταν υποχρεωμένες να καταγράφονται σε μητρώα και να καταβάλλουν φόρους. Ορισμένες μάλιστα κατάφεραν να φτιάξουν περιουσία από το επάγγελμά τους.

Υπήρχε μάλιστα την εποχή εκείνη και μία άλλη δραστηριότητα - ιδιότητα η οποία χαρακτηρίζεται από την ίδια την λέξη «πορνοδιδάσκαλος», δηλαδή εκπαιδευτής πορνών. Ακόμη και ο ξακουστός Σωκράτης έκανε αυτή την δουλειά όπως μας πληροφορεί ο Ξενοφώντας στα «Απομνημονεύματά του» (ΙΙΙ, 11)

Οι εταίρες βρίσκονταν στην κορυφή των εκδιδόμενων γυναικών. Δεν περιορίζονται στο να προσφέρουν σεξουαλικές υπηρεσίες, με την ίδια τη λέξη «εταίρα» να σημαίνει «σύντροφος». Στις περισσότερες περιπτώσεις διέθεταν ευρεία μόρφωση και μπορούσαν να λάβουν μέρος σε συζητήσεις καλλιεργημένων ανθρώπων, για παράδειγμα στα συμπόσια. Αποτελούν τις μοναδικές γυναίκες στην αρχαία Ελλάδα, με εξαίρεση τις Σπαρτιάτισσες, που απολάμβαναν την ανεξαρτησία τους και μπορούσαν να διαθέτουν προσωπική περιουσία. Ένα τέτοιο είδος παλλακίδας δεν πληρωνόταν για κάθε συνεύρεση, αλλά έπαιρνε δώρα από τους «εταίρους» και τους «φίλους» της ώστε να ζει μια άνετη ζωή. Παρόμοια χαρακτηριστικά έχουν οι γκέισες στην Ιαπωνική παράδοση.

Η φιλοχρηματία και η απληστία των εταιρών αναφέρεται συχνά από Έλληνες συγγραφείς. Η βασική αρχή της εταίρας Φιλιμάτιον ήταν:

«Εσείς ποθείτε την ομορφιά, εγώ τα χρήματα. Ας ικανοποιήσουμε λοιπόν αμοιβαία την επιθυμία μας, έτσι είναι οι καλές συμφωνίες». (Αρισταίνετος Ι, 14).

Ο Αλκίφρων βάζει στο στόμα της εταίρας Πετάλης τα εξής λόγια:

«Μας χρειάζεται χρυσάφι, ρουχισμός, κοσμήματα, υπηρέτριες. Δεν έχω κανένα κτήμα στη Μυρριούντα ούτε ασήμι στα μεταλλεία. Έχω μόνο το μεροκάματο και τα πολυστέναχτα δώρα των ανόητων εραστών μου».

Ακόμη οξύτερος είναι ο τόνος του γράμματος που στέλνει η εταίρα Φιλουμένη στον Κρίτωνα:

«Τι κουράζεσαι γράφοντας τόσα; μου χρειάζονται πενήντα χρυσά νομίσματα και όχι γράμματα. Αν λοιπόν μ’ αγαπάς, δώστα. Αν τσιγκουνεύεσαι, μη μ’ ενοχλείς. Γεια σου».(Αλκίφρων Εταιρικαί επιστολαί).

Οι εταίρες έχουν εξέχουσα θέση στην αθηναϊκή κοινωνία. Οι πιο πολλές είναι ξένες, από τα νησιά του Αιγαίου και τις ακτές της Ιωνίας, την Κόρινθο και την Ναύκρατη. Τις σέβονται και τις τιμούν όσο λίγες γυναίκες στην αρχαιότητα. Γράφει για αυτές ο Διογένης «αι εύμορφοι εταίραι εισίν βασίλισσαι». Ήταν πανέμορφες, έξυπνες, πολύ μορφωμένες, κάποιες μάλιστα ανήλθαν και σε ανώτατα αξιώματα. Συναναστρέφονταν συνήθως καλλιτέχνες, φιλοσόφους, πολιτικούς, ποιητές. Είχαν θέση σημαντική στην πνευματική και κοινωνική ζωή και επηρέαζαν προφανώς την εξουσία, αφού βρισκόταν πολλές φορές στο περιβάλλον πολιτικών.

Είναι γνωστό ότι διάσημοι γλύπτες και ζωγράφοι όπως ο Πραξιτέλης, ο Απελλής και άλλοι χρησιμοποίησαν μοντέλα εταίρες. Σχεδόν όλα τα ελληνικά αγάλματα που παριστάνουν θεές και προπάντων οι Αφροδίτες του 5ου και 4ου αιώνα είχαν για πρότυπά τους εταίρες. Αναρίθμητοι αγγειογράφοι ζωγράφιζαν στα αγγεία έναν τύπο γυναικείου στήθους. Το στήθος αυτό ήταν το στήθος της Λαϊδας.(Πατριαρχία σ.339). Θα πρέπει όμως να διευκρινίσουμε ότι η δόξα που κέρδισε ο θεσμός της εταίρας με το πέρασμα των αιώνων οφείλεται, αποκλειστικά και μόνο, σε εκείνες τις λίγες που απέκτησαν φήμη και πλούτο, εκπέμποντας μια εκτυφλωτική λάμψη με την εικόνα των ωραίων, μορφωμένων και εξευγενισμένων γυναικών, που επιδεικνύοντας το πνεύμα τους εντυπωσίαζαν τους συνδαιτυμόνες τους.

Ένας σημαντικός αριθμός από αυτές αναφέρεται ότι ανήκαν και σε φιλοσοφικές σχολές. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε την Θεανώ, την Μέλισσαν, την Πτολεμαίδα της Πυθαγορείου Σχολής, την Διοτίμη και Ασπασία της Σωκρατικής, την Λαίδα και Αρήτη της Κυρηναϊκής, την Ιππαρχία της Κυνικής την αργεία Αρτεμισία και Νικαρέτη της Μεγαρικής. Θα αναφερθούμε όμως ιδιαίτερα στις εταίρες της Σχολής του Επίκουρου και συγκεκριμένα στην Λεόντιον. Στον Κήπο μαζί με την Λεόντιον αναφέρονται και η Ηδεία, η Βοΐδιον, η Νικήδιον, η Ερώτιον, η Μαμμάριον και άλλες.


Η Λεόντιον αναφέρετε ακόμη και στον 14ο αι.
Ο Giovanni Boccaccio (1313-1375)
την συμπεριλαμβάνει στο έργο του
«Βιβλίο των Διάσημων Γυναικών»
(De mulieribus claris), μια συλλογή από 106
σύντομες βιογραφίες διάσημων και κακόφημων γυναικών.
Μια εικόνα της Λεόντιον βρίσκουμε
σ ένα χειρόγραφο μιας γαλλικής μετάφρασής του
Από όλες όμως ποιο διάσημη ήταν η Λεόντιον.
Δεν γνωρίζουμε την καταγωγή της, αλλά εκείνο που μας είναι γνωστό εκτός από τα σωματικά της θέλγητρα είναι ότι είχε και αξιόλογη πνευματική μόρφωση η οποία μάλιστα προκαλούσε τον θαυμασμό γνωστών συγγραφέων. Όταν άρχισε να φιλοσοφεί μέσα στον Κήπο έπαυσε να ασκεί το επάγγελμα της εταίρας

Είναι γνωστό ότι ήταν ερωμένη του Επίκουρου, φημολογείται ότι για κάποια στιγμή τα είχε και με τον Έρμαχο, ο Αλκίφρων αναφέρει ότι είχε ερωτικές σχέσεις με έναν πολύ ωραίο νεαρό ονόματι Τίμαρχον, καθώς επίσης και με τον Μητρόδωρο με τον οποίο μάλιστα έκανε και έναν γιό ονόματι Επίκουρο, στον οποίο αναφέρεται ο δάσκαλος στην διαθήκη του.

Λέγεται ότι είχε και μία κόρη ονόματι Δανάη, επίσης εταίρα και οπαδό της Επικούρειας φιλοσοφίας, η οποία υπήρξε ερωμένη του Έπαρχου της Εφέσου Σώφρονος. Πιθανολογείται ότι η γέννηση της Δανάης προηγήθηκε αυτής του γιού του Μητρόδωρου αλλά δεν γνωρίζουμε τίποτα για τον πατέρα της. Κάποιες αναφορές θέλουν την Δανάη κόρη του Μητρόδωρου.

Ο Θεοδωρίδης αναφέρει (σ.280) ότι ο Επίκουρος εκτιμούσε και θαύμαζε τη Λεόντιον. Της εμπιστευόταν ακόμη και την προεδρία, που οι τρόφιμοι του Κήπου την έπαιρναν διαδοχικά. Η πράξη βέβαια αυτή διασύρθηκε από τους αντιπάλους σαν αίσχος απερίγραπτο, γιατί μία εταίρα παρουσιάσθηκε προεδρίνα της Κοινότητας. Σε κάποιο άλλο σημείο σε απάντηση κάποιου γράμματος της Λεοντίου, όπου την χαρακτηρίζει αχώριστη του Κήπου, γράφει:

«Σωτήρα, αφέντισσα, αγαπητό Λεονταράκι, σπάσαμε στα ζήτω και στα παλαμάκια άμα διαβάσαμε το γραμματάκι σου». (σ 144)

Και παρακάτω συνεχίζοντας ο Θεοδωρίδης:

«Από τις πηγές ξέρουμε καλά πως η Λεόντιον ήταν σοβαρό πρόσωπο, πως τιμούσε πολύ τον Επίκουρο και πως αποδεικνύεται αυτό από τα απομεινάρια των επιστολών της».

Κατά το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα και πρώτο μισό του 3ου αιώνα π.χ. δύο μαρτυρίες αναφέρουν την ύπαρξη εταίρας με το όνομα Λεόντιον και μάλιστα πολύ ονομαστές.

Η πρώτη είναι αυτή που αναφέρει ο Αθήναιος στο 13ο βιβλίο του στους Δειπνοσοφιστές, Η Λεόντιον του Αθήναιου χρωστούσε την μόρφωσή της και την πνευματική της φήμη αφενός στον σοφό της ελεγειακής ποιήσεως Φιλητά του Κώου και αφετέρου στον Ερμησιάνακτα τον Κολοφώνιο, μαθητή του Φιλητά με τον οποίο η Λεόντιον είχε ερωτικούς δεσμούς και ο οποίος έγραψε τρία ελεγειακά βιβλία και τα εξέδωσε με τον τίτλο «Λεόντιον». Ο Αθήναιος στα έργα του αναφέρει αποσπάσματα υπό μορφή διαλόγων των ελεγειών του Ερμησιάνακτα.

Η δεύτερη ήταν περιώνυμη για τα θέλγητρα και για το πνεύμα της. Δύο ονομαστοί ζωγράφοι της αρχαιότητας, ο Θέωρος και ο Αριστείδης ο Θηβαίος, ζωγράφισαν την εικόνα της, όπως μας αναφέρει ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος. Ήταν ερωμένη του Επίκουρου και άλλων εκπροσώπων της σχολής του. Χειριζόταν άνετα την αττική διάλεκτο και η φήμη της έγινε γνωστή αφενός από την ομορφιά της και αφετέρου από την συγγραφική της ικανότητα.

Επικρατούσα άποψη σήμερα είναι ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, το οποίο όταν ήρθε στην Αθήνα και εντάχτηκε στον Κήπο είχε ήδη καλλιεργημένο το πνεύμα της. Φαίνεται ότι με τον Ερμησιάνακτα συναναστράφηκε κατά την πρώτη της νεότητα. Ως εκ τούτου μπορούμε να υποθέσουμε από την καταγωγή του Ερμησιάνακτα, ότι υπάρχει η πιθανότητα η Λεόντιον να ξεκίνησε την επαγγελματική της καριέρα ως εταίρα από την Κωλοφώνα. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε το ίδιο για την καταγωγή της γιατί συνήθως οι εταίρες δεν ασκούσαν το επάγγελμά τους στον τόπο καταγωγής των.

Όπως αναφέραμε και παραπάνω η Λεόντιον είχε μεγάλη συγγραφική ικανότητα. Έργα της δεν διασώθηκαν, αλλά η φήμη για τα έργα της ήταν μεγάλη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι, όταν ο Θεόφραστος ο γνωστός μαθητής του Αριστοτέλη και διάδοχός του στο Λύκειο, συνέγραψε βιβλίο περί γάμου στο οποίο δεν εκφραζόταν και τόσο τρυφερά για το γυναικείο φύλλο, η Λεόντιον του επετέθη με σφοδρότητα και απέσπασε τον γενικό θαυμασμό γράφοντας μία πραγματεία με τίτλο «ΚΑΤΑ ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ».

Ακόμη και ο Κικέρων μετά από 250 χρόνια, εκφράζει τον θαυμασμό του για το έργο της Λεοντίου, αλλά και γιατί μία γυναίκα τόλμησε να γράψει μία πραγματεία εναντίον ενός ανδρός γνωστότατου για την σοφία του. Αυτό μας το μαρτυρεί ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος στην εισαγωγή της φυσικής του ιστορίας. Το γεγονός ότι μία εταίρα ήταν τόσο έξυπνη, ήξερε να γράφει τόσο καλά και είχε τόσο λίγο σεβασμό για τη φήμη των ανδρών φιλοσόφων, οδήγησε στην αθηναϊκή έκφραση «βρες ένα δένδρο να κρεμαστείς!». (Πατριαρχία σ.459)

Το περί γάμου αυτό έργο της Λεοντίου έχει χαθεί μαζί με σχεδόν όλα τα έργα των επικούρειων, σώθηκε όμως απόσπασμα από το έργο του Θεόφραστου που έγινε η αφορμή να συγγράψει η Λεόντιον την πραγματεία της, σε μετάφραση από την λατινική του έτους 1892 και το οποίο παραθέτω σε επιτοίχια ανακοίνωση.

Ο Αλκίφρων, ο συγγραφέας εταιρικών επιστολών, περιέχει στα έργα του μία αξιοπερίεργη επιστολή της Λεοντίου προς την Λάμιαν την γνωστή εταίρα και ερωμένη του Δημητρίου Πολιορκητή, στην οποία επιστολή γίνονται γνωστές οι τεταμένες σχέσεις μεταξύ αυτής και της φιλοσόφου. Στην επιστολή αναφέρεται ότι η Λεόντιον είχε ερωτικές σχέσεις με τον νεαρό Τίμαρχο τον οποίο χαρακτηρίζει μάλιστα και παίδαρο, ο οποίος την παράτησε για να ενταχθεί στην επικούρεια κοινωνία. Αναρωτιόταν: «τι μπορεί να του προσφέρει ο γεροεπίκουρος περισσότερο από ότι εγώ».

Στην επιστολή αυτή υπάρχουν πολλές ανακρίβειες. Είναι πολύ δύσκολο να δεχτούμε αυτά που γράφει ο Αλκίφρων ως πραγματικά, γιατί οι επιστολές του είχαν χιουμοριστικό και σατιρικό χαρακτήρα και προφανώς ο συγγραφέας τις φόρτωσε με αρκετή μυθοπλασία για να τις κάνει πιο εύθυμες. Εξάλλου και ο Θεοδωρίδης γράφει για την συγκεκριμένη επιστολή ότι «η Λεόντιον γράφει τάχα στη Λάμια» υποστηρίζοντας την ανακρίβεια της επιστολής και σε άλλο σημείο υπερασπιζόμενος τον Επίκουρο και τη Λεόντιον «Είναι από τις φθηνές εξυπνάδες που πιπιλίζουν για τους φιλοσόφους και τους γραμματιζούμενους».

Αν όμως δεχθούμε τα γεγονότα της επιστολής ως πραγματικά τότε ίσως ο Τίμαρχος να ήταν και η αιτία που η Λεόντιον ασπάσθηκε την Επικούρεια Φιλοσοφία και εντάχθηκε στον Κήπο.

Δυστυχώς οι πηγές είναι πάρα πολύ λίγες, μόνο σκόρπιες αναφορές, που μας αναγκάζουν να υποθέσουμε πράγματα και καταστάσεις, με συνέπεια να μην μπορούμε να έχουμε μια πλήρη και σαφή εικόνα της Λεοντίου. Είναι γεγονός όμως ότι υπερασπιζόταν τα δικαιώματα των γυναικών με πολύ πάθος και με όλα τα μέσα που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την εποχή εκείνη όπως ήταν και οι επιστολές.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι στην αθηναϊκή κοινωνία η γυναίκα τελούσε μονίμως υπό ανδρική κηδεμονία. Η νέα κοπέλα μέχρι το γάμο της εξαρτάται άμεσα από τον πατέρα της. Όταν έφθανε στην αποδεκτή κοινωνικά ηλικία γάμου, η οποία σύμφωνα με τις τότε αντιλήψεις υπολογίζονταν με βάση τη γυναικεία ήβη, ο πατέρας της επέλεγε το μέλλοντα σύζυγό της, έκτοτε ήταν υπό την κηδεμονία του συζύγου της. Η βασική ευθύνη της, όμως, ήταν η διαχείριση του οίκου. Μέσω της χρηστής διαχείρισης ενός αθηναϊκού οίκου από τη νοικοκυρά θα επιτυγχάνονταν η ευημερία και η μακροημέρευση του. Για το λόγο αυτό ο σύζυγος και κύριος του οίκου, από την πρώτη στιγμή αναλάμβανε να εξηγήσει τη βασική αυτή υποχρέωση στην νεαρή γυναίκα του. Ο Επίκουρος όμως έλεγε για την σχέση των δύο φύλων:

«Η γυναίκα σου πρέπει μάλλον να σε ντρέπεται και όχι να σε φοβάται. Διότι δεν την πήρες για υπηρέτρια αλλά για συμμέτοχο της Ζωής σου».(Επίκουρος «Γνώμαι συλλεγείσαι»)

Ο Θεοδωρίδης γράφει (σ.280) για την γυναίκα μέσα στον Κήπο:

«Στον Κήπο έγινε κάτι που ξεπερνάει ό,τι ως τότε είχε γίνει στην Ελλάδα. Η γυναίκα κέρδισε κάποιο βάθρο, ανασαίνει ανετότερα, αναμετρά το μυαλό της με το ανδρικό και βλέπει πως η χιλιοειπωμένη κατωτερότητά της είναι μύθος. Κάποιος ή κάποιοι αναγνωρίζουν πως έχει ψυχή, νοιάζονται γι αυτή, την τριγυρίζουν με εκτίμηση και στοργή. Δεν αργεί ν’ αποδειχθεί, όπως στα δικά μας χρόνια, πως η γυναίκα μπορεί ν’ αποδώσει».

Λόγω της έντονης δραστηριότητας της Λεοντίου ως φιλοσόφου, για την ελευθερία και την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών, που βασίζεται στην αρχή ότι τα φύλα είναι διαφορετικά αλλά ίσα, καθώς και με το πάθος που αντιμετώπιζε τα γυναικεία προβλήματα, θα μπορούσαμε να την εντάξουμε σ’ αυτούς που φιλοσοφώντας μέσα στα πλαίσια της επικούρειας φιλοσοφίας, βάλανε τα θεμέλια, για να έρθουν πολλούς αιώνες αργότερα οι πρωτεργάτες της ανεξαρτησίας των γυναικών και να ανεγείρουν το οικοδόμημα της ισότητας των δύο φύλλων.

Nietzsche: ο Ηράκλειτος και το γίγνεσθαι του κόσμου

Ο Νίτσε για τον Ηράκλειτο: Γίγνεσθαι και Είναι

§1. Ο Νίτσε διέκρινε έγκαιρα και με μοναδική ακρίβεια νοημάτων τη βαθύτερη σημασία των θεμελιωδών ιδεών και σκέψεων του Ηράκλειτου. Πρώτα και κύρια δεν φείστηκε ενθουσιωδών λόγων για την ηρακλείτεια αντίληψη του γίγνεσθαι, έτσι όπως το εννοούσε ο μεγάλος σοφός της Εφέσου ως το βασικό στοιχείο, ως τον ανυπέρθετο χαρακτήρα του πραγματικού. Την ανέσκαψε ως μέσα. Γράφει μεταξύ άλλων:

«Ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος βάδισε μέσα σε τούτη τη μυστικιστική νύχτα, στην οποία καλυπτόταν το πρόβλημα του γίγνεσθαι στον Αναξίμανδρο, και τη φώτισε με έναν θείο κεραυνό».

Το γίγνεσθαι είναι η αιώνια ροή και ο αιώνιος ρυθμός των πραγμάτων. Πιο συγκεκριμένα, αυτό το γίγνεσθαι παραπέμπει στα ακόλουθα: κυριαρχεί παντού η κοσμική τάξη, οι αλάνθαστες και αδιαμφισβήτητες βεβαιότητες, οι σταθεροί δηλ. κανόνες, και οι ίδιες πάντα, αδιάσειστες και μόνιμες, συντεταγμένες, κατευθυντήριες γραμμές και αρχές του Δικαίου. Εάν καθ’ όλη τούτη την πορεία του κόσμου παραβιάζονται οι νόμοι κάπου ή κάποτε, οι Ερινύες φροντίζουν για την αποκατάσταση του μέτρου. Όπου κι αν ρίξει κανείς τη ματιά του, βλέπει να επικρατεί κατά κράτος η Δικαιοσύνη. Ο Νίτσε αποδίδει με τον εξής τρόπο όλες αυτές τις πτυχές του γίγνεσθαι:

«Και τι είδα; Νομοτέλειες, κανονικότητες του νόμου, αλάνθαστες βεβαιότητες, τα ίδια πάντα μονοπάτια του Δικαίου, τους αμείλικτους κριτές, τις Ερινύες, πίσω από όλες τις παραβιάσεις των νόμων, ολόκληρο τον κόσμο ως το θέαμα μιας κυρίαρχης Δικαιοσύνης και δαιμονικών φυσικών δυνάμεων, που είναι πανταχού παρούσες και υποταγμένες στην υπηρεσία της. Δεν είδα τιμωρία των γενομένων παρά μόνο δικαίωση του γίγνεσθαι».

§2. Η δικαίωση του γίγνεσθαι, σύμφωνα με τον Νίτσε, είναι ουσιωδώς η δικαίωση της απόλυτης κυριαρχίας της Δικαιοσύνης στον παρόντα κόσμο μας και όχι σε κάποιο επέκεινα. Κατ’ αυτό το πνεύμα, η εν λόγω δικαίωση υποδηλώνει τη δικαίωση του υπαρκτού κόσμου, τουτέστι την κατάφαση της ζωής, του κόσμου ως του τόπου, όπου βασιλεύει η τάξη, η αρμονία, η ισορροπία και καμιά αρρυθμία, αντίφαση ή αυθαιρεσία· καμιά εκδικητική μανία και ροπή για να βασανίζονται οι ζωντανοί. Τι σημαίνει τούτη η νιτσεϊκή θεώρηση του ηρακλείτειου γίγνεσθαι; α) μια πρώτη άρνηση: δεν υπάρχουν δυο ξεχωριστοί κόσμοι: ο φυσικός και ο μεταφυσικός, η σφαίρα των πεπερασμένων όντων και ένα ακαθόριστο άπειρο, παρά μόνο ένας και ενιαίος κόσμος. β) μια δεύτερη άρνηση, συνδεδεμένη εσωτερικά με την πρώτη: απορρίπτει το Είναι. Πώς το εννοεί το Είναι; Ως κάτι το άφθαρτο και απρόσιτο, το στατικό, παραμόνιμο και ακίνητο κι όχι λιγότερο αμετακίνητο. Με άλλα λόγια, ως έναν έξωθεν τοποθετημένο φραγμό, κάτι σαν επέκεινα, που υπαγορεύει, κατά τη δική του βούληση δίκην βούλησης του θεού, την τάξη και την αταξία, τον ρυθμό και την αρρυθμία του κόσμου τούτου. Απεναντίας, ο Ηράκλειτος, κατά την ερμηνεία πάντα του Νίτσε, προσδιορίζει την αδιάκοπη κίνηση του κόσμου, με την ποικιλομορφία της τάξης και της αταξίας, της αρμονίας και της αρρυθμίας κ.λπ., ως σύμφυτη με τον ίδιο τον κόσμο, ως την εσωτερική του ζωτικότητα ‒ας θυμηθούμε τον κοινό-καθολικό Λόγο που διέπει τα πάντα‒ ως ένα γίγνεσθαι, που συνδυάζει τη ως άνω ζωτικότητα με την αιωνιότητα των άγραφων νόμων, δηλ. των καθολικών νόμων, που υπερβαίνουν τη μερικότητα, την ιδιωτική γνώμη των ανθρώπων.

§3. Παρακολουθώντας ο Νίτσε από πολύ κοντά τη σκέψη του Σοπενχάουερ, κατ’ αυτή την πρώτη περίοδο της σκέψης του, ερμηνεύει το γίγνεσθαι ως το γίγνεσθαι μιας ενεργού πραγματικότητας, που δεν έχει άλλο τρόπο να έρχεται στο Είναι παρά με το να κινείται στη γραμμή της ενορατικής παράστασης· δηλ. σε μια νοητική γραμμή, που καθιστά δυνατή τη διαλεκτική αρχή της αντίφασης και η οποία, ως τέτοια, είναι πλήρως αντίθετη στους εννοιολογικούς και λογικούς συνδυασμούς ή συλλογισμούς. Εδώ ο Νίτσε αντι-τίθεται στον Αριστοτέλη και στη δια-Λογική του συλλογιστική, που καταφάσκει την αρχή της μη-αντίφασης και η οποία αντιστρατεύεται ολοσχερώς την ως άνω ηρακλείτεια αρχή της αντίφασης ή της αυτο-εναντίωσης. Με την ενορατική παράσταση λοιπόν εκφράζεται από τη μια μεριά ο μεταβλητός και πολύχρωμος χαρακτήρας του δικού μας παροντικού κόσμου, προσιτού στην καθημερινή μας εμπειρία, και από την άλλη οι δυο προϋποθέσεις κάθε εμπειρίας: ο χώρος και ο χρόνος. Ό,τι δεν μπορεί ή δυσκολεύεται να αποδείξει η εννοιολογική συλλογιστική, το αποσαφηνίζει η εν λόγω ενορατική παράσταση: καθιστά αντικείμενο της άμεσης εποπτείας ό,τι ενεργεί και δρα (Wirken) με βάση τη φύση της ενεργού πραγματικότητας (Wirklichkeit). Αυτό το Wirken είναι το μόνο Είναι που υπάρχει. Ας προσεχτεί εδώ η ιδιοφυής νιτσεϊκή ετυμολογική παραγωγή του Είναι του πραγματικού κόσμου. Η δρώσα πραγματικότητα, η Wirklichkeit, είναι [=υπάρχει]· αλλά όχι με στατικό τρόπο παρά ως γίγνεσθαι, ήτοι ως τέτοια που δεν παύει να ενεργεί με προβλέψιμους και μη-προβλέψιμους ρυθμούς. Αυτό το ενεργείν ενσαρκώνει τον αγώνα της ζωής, τον κατά Ηράκλειτο πόλεμο και έριδα. Γι’ αυτό, όσο δεν παύει να ενεργεί, να αγωνίζεται, τόσο παύει να Είναι, να αποθνήσκει: παύει να χάνει τη φύση του, το Είναι του ως φύση.

Ελληνιστική Γραμματεία: Ιστορικό, πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο, Η νέα τάξη πραγμάτων

Από την πόλη-κράτος στο βασίλειο

Ο ελληνιστικός κόσμος των διαδόχων σε καμιά περίπτωση δεν αποτελούσε μια ενιαία αυτοκρατορία αλλά ένα άθροισμα βασιλείων, ομοσπονδιακών κρατών και ανεξάρτητων πόλεων, που κατοικούνταν από Έλληνες και ντόπιους πληθυσμούς. Η μοναρχία των Μακεδόνων βασιλέων επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον ελληνιστικό χώρο, συνυπάρχοντας, με μικρότερη ή μεγαλύτερη αρμονία, με τα εγχώρια πολιτικά συστήματα∙ η Αίγυπτος όπου οι Πτολεμαίοι διατήρησαν τη διπλή ιδιότητα του βασιλιά-φαραώ είναι ένα παράδειγμα επιτυχούς τέτοιας συνύπαρξης. Στον ασταθή αυτό κόσμο, η εικόνα του εκάστοτε μονάρχη περνούσε μέσα από τις κάθε είδους «επιτυχίες» που είχε να επιδείξει στους υπηκόους του — στρατιωτικές, πολιτικές και άλλες. Ο βασιλιάς ήταν η ψυχή της ελληνιστικής αυλής, και η εικόνα του, από τις πολιτικές του νίκες μέχρι την επίδειξη πλούτου, από τους γάμους μέχρι το παρουσιαστικό του, έπρεπε να είναι λαμπρή προκειμένου αυτός να διατηρηθεί στην εξουσία. Η νομιμοποίηση της εξουσίας του βασιλιά επηρεαζόταν και από ένα άλλο, καθαρά ελληνιστικό φαινόμενο: την αποθέωσή του ή τουλάχιστον τη στενή σύνδεσή του με έναν ήδη αναγνωρισμένο θεό.
 
Κεντρικό ρόλο στα ελληνιστικά βασίλεια, εκτός από τον ίδιο τον βασιλιά, διαδραμάτιζε η αυλή, και κυρίως οι ανώτεροι αξιωματούχοι που περιστοίχιζαν τον βασιλιά και είχαν τον τιμητικό τίτλο φίλοι. Βασιλιάς και αυλή ήταν εγκατεστημένοι σε πολυτελή ανάκτορα που είχαν χτιστεί, κατά την ελληνιστική συνήθεια, σε νεοϊδρυμένες πρωτεύουσες, όπως η Αλεξάνδρεια και η Πέργαμος. Ο πληθυσμός της πρωτεύουσας μαζί με το στράτευμα αποτελούσαν δύο ακόμη σημαντικούς πυλώνες της βασιλικής εξουσίας.
 
Όσο για τις παλαιότερες πόλεις-κράτη, αυτές μετεξελίχθηκαν πολιτικά στο νέο ελληνιστικό πλαίσιο. Εκτός από κάποιες πόλεις που κατόρθωσαν να διατηρήσουν την αυτονομία τους (μεταξύ αυτών οι ελληνικές πόλεις της Σικελίας και η Ρόδος που παρέμεινε ανεξάρτητη διοικητικά και οικονομικά μέχρι την κατάκτησή της από τους Ρωμαίους το 43 π.Χ.), ο θεσμός της πόλης-κράτους με την κλασική έννοια έπαυσε να υπάρχει. Στις ελληνιστικές πόλεις η δημοκρατία και η αυτονομία βρισκόταν σε συνεχή σύγκρουση με την ισχύ του μονάρχη, οι ταξικές διαφορές έγιναν εντονότερες με την αριστοκρατία να αναλαμβάνει τον ρόλο της τοπικής ελίτ, και η αστικοποίηση, με τη σύγχρονη έννοια, έγινε όλο και πιο εμφανής στις νέες πρωτεύουσες αλλά και στα παλαιά αστικά κέντρα.