Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Αποκατάσταση όζοντος σε πόλους, απώλεια στη στρατόσφαιρα

Ozone LayerΤο στρώμα του όζοντος που προστατεύει τη Γη από την υπεριώδη ηλιακή ακτινοβολία μπορεί σταδιακά να αποκαθίσταται πάνω από τους πόλους, όμως δεν συμβαίνει το ίδιο σε χαμηλότερα γεωγραφικά πλάτη. Οι επιστήμονες ανακάλυψαν τώρα, προς μεγάλη ανησυχία τους, ότι ανάμεσα από τις 60 μοίρες νότιο γεωγραφικό πλάτος έως τις 60 μοίρες βόρειο συνεχίζει να μειώνεται η συγκέντρωση του όζοντος στο κατώτερο τμήμα της στρατόσφαιρας, σε ύψος 15 χλμ. έως 25 χλμ., εκεί όπου το στρώμα του όζοντος ήταν ανέκαθεν πυκνότερο.
 
Η κλιματική αλλαγή σίγουρα επηρεάζει και το στρώμα του όζοντος, που μοιάζει να αποκαθίσταται πάνω από τους πόλους αλλά όχι στα χαμηλότερα γεωγραφικά πλάτη. 
 
Η διεθνής επιστημονική ομάδα –με επικεφαλής ερευνητές του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Τεχνολογίας (ΕΤΗ) της Ζυρίχης, του Φυσικού-Μετεωρολογικού Παρατηρητηρίου του Νταβός και του Imperial College του Λονδίνου–, που έκανε τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό ατμοσφαιρικής επιστήμης Atmospheric Chemistry and Physics της Ευρωπαϊκής Ενωσης Γεωεπιστημών, χρησιμοποίησε δορυφορικές μετρήσεις τριών δεκαετιών, καθώς επίσης εξελιγμένες στατιστικές μεθόδους και νέους αλγορίθμους, για να εκτιμήσει τη διαχρονική εξέλιξη του όζοντος πάνω από άλλα μέρη της Γης, πέρα από την Ανταρκτική και την Αρκτική.
 
Κατά τον 20ό αιώνα, όταν ουσίες όπως οι χλωροφθοράνθρακες απελευθερώθηκαν μαζικά στην ατμόσφαιρα, το στρώμα του όζοντος (σε ύψη 15-50 χλμ.) αραίωσε διεθνώς, ιδίως πάνω από την Ανταρκτική, όπου σχηματίσθηκε μια «τρύπα». Η διεθνής απάντηση ήταν το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ το 1987, που απαγόρευσε αυτά τα χημικά και βελτίωσε την κατάσταση. Οι ειδικοί προβλέπουν ότι το παγκόσμιο στρώμα του όζοντος θα έχει αποκατασταθεί τελείως έως τα μέσα του 21ου αιώνα. Ομως η νέα μελέτη δείχνει ότι ίσως αυτό δεν θα συμβεί τελικά.
 
Το όζον σχηματίζεται κυρίως μέσω φυσικών διαδικασιών στη στρατόσφαιρα, ιδίως πάνω από τους τροπικούς σε ύψος άνω των 30 χλμ. Από εκεί, μέσω της κυκλοφορίας της ατμόσφαιρας, κατανέμεται πάνω από όλο τον πλανήτη.
 
Προς μεγάλη έκπληξή τους, οι επιστήμονες ανακαλύπτουν τώρα ότι, παρόλο που οι συγκεντρώσεις χλωροφθορανθράκων συνεχίζουν να μειώνονται και το στρώμα του όζοντος στην ανώτερη στρατόσφαιρα (πάνω από τα 30 χλμ.), ιδίως πάνω από τους δύο πόλους, πυκνώνει επιστρέφοντας στα παλαιότερα επίπεδά του, το στρώμα του όζοντος στην κατώτερη στρατόσφαιρα (κάτω από τα 30 χλμ.) συνεχίζει να αραιώνει. 
 
Το όζον παράγεται, επίσης, στην τροπόσφαιρα, σε ύψος κάτω των 15 χλμ., μέσω των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων. Οπως δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής Ουίλιαμ Μπολ του ΕΤΗ, «αυτό το ανθρωπογενές όζον, που προκαλεί και την καλοκαιρινή αιθαλομίχλη, εν μέρει “καμουφλάρει” τη μείωση του στρατοσφαιρικού όζοντος στις δορυφορικές μετρήσεις».
 
Οι αιτίες για τη συνεχιζόμενη αραίωση του όζοντος της κατώτερης στρατόσφαιρας παραμένουν ακόμη ασαφείς. Μια πιθανή εξήγηση, κατά τους ερευνητές, είναι ότι, εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής που επηρεάζει την ατμοσφαιρική κυκλοφορία, παράγεται πλέον λιγότερο όζον. Μια άλλη πιθανότητα είναι ότι βραχύβιες χημικές ουσίες που περιέχουν χλώριο και βρώμιο αυξάνονται συνεχώς και εισδύουν στην κατώτερη ατμόσφαιρα. Παρότι είναι λιγότερο επιβλαβείς από τους απαγορευμένους χλωροφθοράνθρακες, μπορούν να κάνουν ζημιά στο όζον. Προς το παρόν, κατά τους επιστήμονες, είναι αδύνατο να γίνουν προβλέψεις για τις συνέπειες που θα έχει η συνεχιζόμενη αραίωση του όζοντος στους ανθρώπους και στα οικοσυστήματα.

Η βαρύτητα μετατρέπει γαλαξία σε «Δακτύλιο του Αϊνστάιν»

O δακτύλιος είναι η παραμορφωμένη εικόνα ενός μακρινού γαλαξία. Η γαλάζια αίγλη είναι το φως ενός ενδιάμεσου γαλαξία όπως απεικονίστηκε με το Hubble.

Χάρη στις καλύτερες εικόνες που έχουν ληφθεί ως σήμερα από το ισχυρότερο ραδιοτηλεσκόπιο του κόσμου, οι αστρονόμοι είδαν έναν μακρινό γαλαξία να παραμορφώνεται από τη βαρύτητα ενός δεύτερου γαλαξία και να εμφανίζεται με τη μορφή ενός κοσμικού δαχτυλιδιού.

Το φαινόμενο
To τηλεσκόπιο ALMA, μια συστοιχία 66 επιμέρους ραδιοτηλεσκοπίων στην έρημο Ατακάμα της Χιλής, παρατήρησε μια σπάνια περίπτωση βαρυτικού φακού, ενός φαινομένου που είχε προβλέψει ο Άλμπερτ Αϊνστάιν στο πλαίσιο της Γενικής Σχετικότητας.

Το φαινόμενο εκδηλώνεται όταν το φως ενός γαλαξία ή άλλου φωτεινού αντικειμένου παραμορφώνεται από τη βαρύτητα ενός άλλου γαλαξία ή αντικειμένου μεγάλης μάζας. Η βαρύτητα ουσιαστικά παραμορφώνει το χώρο έτσι ώστε οι ακτίνες φωτός να ακολουθούν καμπύλη πορεία.

Ο δακτύλιος
Ο «Δακτύλιος του Αϊνστάιν» στην παραπάνω εικόνα είναι μια παραμορφωμένη, μεγεθυμένη εικόνα ενός γαλαξία που βρίσκεται σε απόσταση 12 δισεκατομμυρίων ετών φωτός. Ανάμεσα στη Γη και τον γαλαξία βρίσκεται ένας δεύτερος, ενδιάμεσος γαλαξίας σε απόσταση 4 δισ. ετών φωτός.

Είναι μια σπάνια περίπτωση βαρυτικού φακού που εμφανίζεται ως σχεδόν πλήρης δακτύλιος, επισημαίνουν οι ερευνητές του ALMA. Αυτό συμβαίνει επειδή η Γη και οι δύο γαλαξίες είναι σχεδόν τέλεια ευθυγραμμισμένοι.

Η εικόνα έχει απίστευτα μεγάλη ανάλυση, καθώς καλύπτει μια περιοχή μόλις 0,0000063888888889 μοιρών στον ουρανό. Αυτό θα ισοδυναμούσε με το να βλέπει κανείς από τη Νέα Υόρκη το δαχτυλίδι μιας μπασκέτας στην κορυφή του Πύργου του Άιφελ.

Χάρη στη μεγέθυνση του βαρυτικού φακού, το ALMA μπόρεσε να κοιτάξει ακόμα πιο μακριά στο Σύμπαν. «Το φαινόμενο του βαρυτικού φακού χρησιμοποιείται στην αστρονομία για τη μελέτη του πολύ μακρινού, πολύ αρχαίου Σύμπαντος, αφού προσφέρει μια εντυπωσιακή αύξηση ισχύος ακόμα και στα καλύτερα τηλεσκόπια μας» αναφέρει η Κάθριν Βλαχάκις, ερευνήτρια του ALMA.

Χρησιμοποιώντας ειδικό λογισμικό, οι αστρονόμοι θα μπορέσουν να υπολογίσουν το πραγματικό σχήμα του μεγεθυμένου γαλαξία. Η μελέτη έχει δημοσιευτεί από την επιθεώρηση «The Astrophysical Journal».

Ο Καρτέσιος και η προβληματική της θεμελίωσης της νεότερης σκέψης

Η εμφάνιση του Καρτέσιου σηματοδοτεί μια οριακή στιγμή στην ιστορία της φιλοσοφικής σκέψης. Με τον Καρτέσιο έχουμε όχι μόνον το πέρασμα από τη μεσαιωνική και αναγεννησιακή σκέψη στη νεότερη, μα και την εμφάνιση ενός ολωσδιόλου ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τη συνειδησιακή λειτουργία, τη νόηση -ανάλογο ενδιαφέρον για την ανθρώπινη συνείδηση είχε εκδηλωθεί με τον Σωκράτη-, η οποία με τη μορφή του καρτεσιανού cogito έρχεται να στηρίξει τις φιλοσοφικές κατηγορίες της από καιρό ήδη αναδυόμενης νεωτερικότητας.
 
Με το συλλογιστικό σχήμα cogito ergo sum (σκέπτομαι άρα υπάρχω), που συνιστά λογικο-οντολογικό εργαλείο της κριτικής σκέψης στα χέρια του γάλλου φιλοσόφου, επιχειρείται η θεμελίωση του νεότερου υποκειμένου, που σηματοδοτεί μια ολόκληρη εποχή και μια νέα φιλοσοφική παράδοση, της «φιλοσοφίας του υποκειμένου» -που θα επισφραγισθεί αργότερα οριστικά με τον καντιανό a priori και την καντιανή υπαγωγή του αντικειμένου στις κατηγορίες του υποκειμένου.
 

Ο χώρος στήριξης της καρτεσιανής πραγματικότητας

Ο Καρτέσιος επιχειρεί ένα ριζικό ξεκίνημα της φιλοσοφικής σκέψης «από το μηδέν», από ένα μηδέν το οποίο θέλει ν’ αγγίξει μέσα απ’ την εκ θεμελίων αμφισβήτηση κάθε δεδομένης πραγματικότητας. Τούτη η αμφισβήτηση, με τη μορφή της υπερβολικής, της καθολικής αμφιβολίας (doute hyperbolique) έρχεται αρχικά να εκμηδενίσει κάθε δεδομένο της σκέψης που εμφανίζεται με τη μορφή ακλόνητων βεβαιοτήτων -του ότι π.χ. υπάρχει ένας εξωτερικός κόσμος ή του ότι υπάρχω εγώ ο ίδιος: Γνωρίζουμε με βεβαιότητα πως δεν υπάρχει τίποτε το βέβαιο στον κόσμο (2ος Μεταφυσικός Στοχασμός) – και αυτό αποτελεί για τον Καρτέσιο τη μόνη βεβαιότητα στη φάση αυτή της συλλογιστικής του.
 
Το καρτεσιανό cogito -ο συλλογισμός «σκέπτομαι άρα υπάρχω- συνιστά μια βεβαιότητα που προϋποθέτει μιαν άλλη προγενέστερη: για να σκέπτομαι, πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχω, άρα, αρχικά, βέβαιος δεν μπορώ να είμαι για τίποτε άλλο παρά για ένα μόνον πράγμα, για το ότι «είμαι ένα πράγμα που σκέπτεται». Αυτό συνιστά και τη πρώτη, τη θεμελιακή βεβαιότητα για την ανθρώπινη συνείδηση, όταν τούτη βρίσκεται μέσα στην Άβυσσο της αμφιβολίας – για να το πούμε σωστότερα, στον χώρο όπου κάθε βεβαιότητα απουσιάζει.
 
Με την απόφανση «είμαι ένα πράγμα που σκέπτεται», το ενέργημα της συνείδησης, το συνειδησιακό είναι, προκρίνεται σε κριτήριο στήριξης και σε θεμέλιο κάθε άλλης πραγματικότητας που θα στηριχτεί πάνω σ’ αυτή την πρώτη βεβαιότητα. Ανατρέχοντας στην ιστορία της φιλοσοφίας πριν από τον Καρτέσιο, θ’ ανακαλύψουμε πως αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που η ανθρώπινη σκέψη θεμελιώνεται πάνω στα κριτήρια που αυτή αντλεί από τον ίδιο της τον εαυτό. Πριν από περίπου δύο χιλιετίες, ο Σωκράτης επιχειρεί κάτι ανάλογο τοποθετώντας «τον κόσμο τού νοείν» στην πραγματική, μα και ουσιαστική πηγή του, στην ανθρώπινη συνείδηση. Ο Πλάτων, με τη σειρά του, τοποθετεί την ανθρώπινη σκέψη μέσα στον κόσμο, τον κόσμο που χωρισμένος σε δύο κομμάτια – τον κόσμο των φαινομένων και τον κόσμο των ιδεών – ολοκληρώνεται με το «πέρας», την προσδιοριστικότητα της ιδέας, της πλατωνικής αιώνιας και άφθαρτης ιδέας.
 
Θεωρώντας την πλατωνική φιλοσοφία το κατ’ εξοχήν έδαφος θεμελίωσης της δυτικής σκέψης στο σύνολό της αλλά και τον πλατωνικό διάλογο Παρμενίδη το κείμενο με την μεγαλύτερη δυνατή συγγένεια – από μεθοδολογικής πλευράς με το καρτεσιανό εγχείρημα στο πρώτο μέρος του κειμένου, θα εκθέσω συνοπτικά την προβληματική τού εν λόγω διαλόγου.
 
Αν θελήσουμε να σκεφτούμε τα εργαλεία του μεγάλου Πλάτωνα στο εγχείρημά του να στηρίξει την υπερδισχιλιετή φιλοσοφική παράδοση, θα διαπιστώσουμε πρώτα απ’ όλα πως το έργο του, διατυπωμένο υπό μορφή διαλόγων, εκτίθεται βασικά μέσα από την υποθετική μέθοδο.
 
Ο Πλάτωνας προτείνει αρχικά μια υπόθεση επί του πραγματικού, που θα τεθεί σε κριτικό έλεγχο από τον ή τους συνομιλητές με τη διατύπωση μιας άλλης υπόθεσης που αναιρεί την πρώτη, ή μάλλον που προτείνει κάτι άλλο όσον αφορά την πρώτη. Αυτή η μέθοδος, που συνιστά και τη μέθοδο έκθεσης της πλατωνικής διαλεκτικής, είναι κάτι τελείως άλλο σε σχέση με αυτό που θα επιχειρήσει πολύ αργότερα ο Χέγκελ με τη δική του διαλεκτική, και σ’ έναν βαθμό, η πλατωνική διαλεκτική αποτελεί μια έκθεση της αντινομικής μορφής της πραγματικότητας με τρόπο απόλυτα αποκαλυπτικό, μια προσπάθεια που έμεινε όμως δίχως συνέχεια μετά τον Πλάτωνα. 'Οσον αφορά την ίδια την υποθετική μέθοδο, τούτη εκτίθεται στην ιδανική θα λέγαμε μορφή της στον πλατωνικό διάλογο «Παρμενίδης», όπου ο Πλάτωνας μέσα από το εγχείρημα να προσπελάσει τα μυστήρια που χαρακτηρίζουν «τη σχέση του Ενός με τα πολλά» επιχειρεί στην ουσία να συγκροτήσει το υπόρρητο υπόβαθρο της δυτικής έννοιας (Begriff), η οποία θα δεσπόσει ως ορίζουσα της δυτικής σκέψης μέχρι και τη συγγραφή της εγελιανής Λογικής, προϋποθέτει δε μια εννοιολογική δουλειά συγκρότησης, η οποία εκτίθεται στον πλατωνικό Παρμενίδη, «η ανάπτυξη, εκδίπλωση του απόλυτου» όπως θα ονομάσει την πορεία των εννέα υποθέσεων του εν λόγω διαλόγου αργότερα ο ίδιος ο Χέγκελ. Με αυτές τις εννέα υποθέσεις που εκτίθενται στον διάλογο αυτό με την υποθετική μέθοδο, ο Πλάτωνας επιχειρεί πέρα από οτιδήποτε άλλο να επισημάνει τα εγγενή στάδια της σκέψης που θα πρέπει να θεματοποιηθούν για να φτάσουμε να μιλάμε πια για ό,τι αργότερα θα εκθέσει ο Χέγκελ στη Λογική του με «τη θεωρία της έννοιας» (Lehre von Begriff).
 
'Οσον αφορά την υποθετική δομή του διαλόγου, θα ‘λεγε κανείς πως στον εν λόγω διάλογο κάθε υπόθεση διατυπώνει και μια εκδοχή της πραγματικότητας, την οποία εκδοχή η αντίθετη υπόθεση θέτει υπό αίρεση, προτείνοντας μιαν άλλη, μιαν αντίθετη θέση. Έτσι όμως η πραγματικότητα παίρνει έναν χαρακτήρα άλυτης αντινομίας, όπου η κάθε υπόθεση απτά «δοκιμάζει κάτι» που δεν πιστοποιείται ποτέ ως βέβαιο. Οι δύο αρχικές, εισαγωγικές υποθέσεις του διαλόγου μοιάζουν με «μετέωρους πύργους στο κενό», όπου μεταξύ τους χαίνει η απύθμενη Άβυσσος ενός ανύπαρκτου στο όλο εγχείρημα υπόβαθρου στήριξης.
 
Ο διάλογος ξεκινά με την περίφημη αρχική αντινομία: «ει εν εστίν / εν ει εστίν», η οποία θέτει τους όρους με τους οποίους μπορούμε να εισχωρήσουμε στον χώρο του επιστητού μέσα από τις προϋποθέσεις της προϋπάρχουσας Ελεατικής φιλοσοφίας του Παρμενίδη του Ελεάτη, μια φιλοσοφία που στην ουσία συνιστά μια επεξεργασία της αρχής της ταυτότητας (Καστοριάδης). Τούτη όμως η απόσπαση από την αρχή της ταυτότητας, η προσπάθεια να διαμεσολαβηθεί η ελεατική προπλατωνική σκέψη με το νοείν, μόνο επιτυχημένη δεν αποδεικνύεται με τα δεδομένα εργαλεία της αναδυόμενης νέας φιλοσοφίας, αφού και η θέση της αρχικής αντινομίας και η αντίθετή της θέση δεν ευσταθούν ως εκδοχές της πραγματικότητας – δηλ., στην ουσία, για να αποδεχτούμε είτε την πρώτη υπόθεση είτε την αντίθετή της παραβιάζονται οι αρχές της σκέψης, έχουμε αντινομία και στις δύο περιπτώσεις και αδυνατούμε να δεχθούμε είτε τη μία είτε την άλλη θέση. Σαν να μη φτάνουν αυτά, δηλαδή το ότι, αφ’ ενός, στην όλη προβληματική εισαγόμαστε μέσα από τον αμφίβολο δρόμο της υποθετικής μεθόδου και αφ’ ετέρου, ότι πρέπει να κάνουμε παραχωρήσεις ως προς τη λογική επάρκεια των επιχειρημάτων μας για να στήσουμε την εισαγωγική προβληματική του διαλόγου, μεσολαβεί και η τρίτη εξαιρετικά δυσανάγνωστη υπόθεση του διαλόγου, η προβληματικότερη απ’ όλες. Τούτη, κατά τη γνώμη μας, εισάγει μια νέα προβληματική εκ μέρους του Πλάτωνα κι ένα τελείως διαφορετικό πρόγραμμα από αυτό του διαλόγου, αλλά και σε σχέση με αυτό που διατυπώθηκε στο έργο της πρώτης και της δεύτερης περιόδου του Πλάτωνα – πρόγραμμα όμως που για πολλούς λόγους εγκαταλείπεται άμεσα και βίαια. (Ο Πλάτωνας στο μεγάλο σταυροδρόμι της σκέψης μπροστά στην επιλογή ή στην απόρριψη του προγράμματος «του πέρατος» της ιδεοκρατικής φιλοσοφίας την οποία υπερασπίστηκε σε όλη τη ζωή του και μπροστά στη δυνατότητα ενός δρόμου που ίσως μονάχα μέσα από την εμπειρία του 20ού αιώνα ξαναγίνεται ορατός και δυνατός, επιλέγει τελικά τον πρώτο δρόμο.)
 
Το τέλος του διαλόγου έρχεται να επισφραγίσει τη μεγάλη δυσχέρεια της όλης προσπάθειας του Πλάτωνα να παράσχει με τον διάλογο Παρμενίδης αλλά και με την υποθετική μέθοδο ένα επαρκές πρόγραμμα στη δυτική φιλοσοφία, που θ’ ακολουθήσει, καθώς ο διάλογος τελειώνει μέσα στην απορία – τίποτε τελικά δεν μπορούμε να βεβαιώσουμε και για τίποτε.
 
Το εγχείρημα του Πλάτωνα να δοκιμάζει την εγκυρότητα του πραγματικού με την υποθετική μέθοδο εγκαταλείπεται με τον Αριστοτέλη χάριν ενός συνεκτικού φιλοσοφικού λόγου αλλά και χάριν ενός τελείως διαφορετικής φύσης επιστημονικού προγράμματος, το οποίο θεσπίζοντας «τις κατηγορίες» και συγκαλύπτοντας την πλατωνική διαλεκτική κληροδοτεί τα θεμέλια του κατοπινού κόσμου στους μεσαιωνικούς φιλοσόφους.
 
Καθώς ο Πλωτίνος χρησιμοποιεί ως γνώμονα με τη σύνθεση «των Εννεαδών» του την αρχική αντινομία του πλατωνικού Παρμενίδη και καθώς ο πλατωνικός χωρισμός των δύο κόσμων υιοθετείται από το μεσαιωνικό κοσμοείδωλο στη διάκριση του «ενθάδε» και του «εκείθεν», αλλά και με τη δεσποτεία της πίστης πάνω στη γνώση, που θα διατυπωθεί ως ολοκλήρωση του προγράμματος της ελληνικής και ελληνιστικής φιλοσοφίας με τη μεσαιωνική σκέψη, βλέπουμε πως ενσωματώνονται πλήθος -αλλά όχι όλες το ίδιο σημαντικές- ανορθολογικές παράμετροι στη διαδικασία της εμφάνισης του νέου κόσμου που έχει αρχίσει να αναδύεται και είναι ορατός όσο και αξεχώριστος από τις μεσαιωνικές του καταβολές. Σαν συνδετικός κρίκος σε τούτη τη διαδικασία, συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον μεσαιωνικό κόσμο και στη νεωτερικότητα της όποιας θέλει ν’ αποτελεί φωτεινό ορόσημο, εμφανίζεται ο Rene Descartes, ο φιλόσοφος της res cogitans, «του πράγματος που σκέφτεται».
 

Η καρτεσιανή προβληματική

Στην έξοδο από μια ολόκληρη εποχή, από αυτή του Μεσαίωνα και της αποκεκαλυμμένης αλήθειας, η Αναγέννηση με όλα τα επιστημονικά της επιτεύγματα συνιστά συνδετικό κρίκο μεταξύ του παλιού και του νέου κόσμου – αυτού της νεωτερικότητας. Ο Καρτέσιος εμφανίζεται σε μια από πολλές πλευρές ευαίσθητη στιγμή, για να κλονίσει συθέμελα τη σχολαστική φιλοσοφία με τρόπο που θα γίνει αντικείμενο αναρίθμητων συζητήσεων. Η πρόθεσή του είναι να στηρίξει τη φιλοσοφία σε νέο, στέρεο έδαφος, έδαφος που προετοιμάζεται από τις επιστημονικές ανακαλύψεις του Γαλιλαίου, αλλά και από την αλλαγή του τρόπου σκέψης που αυτές σηματοδοτούν, ανακαλύψεις στις οποίες θα θελήσει και ο ίδιος ο Καρτέσιος να συμβάλει και στο επίπεδο των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών, με τις οποίες επίσης καταπιάνεται. 'Οσον αφορά τη φιλοσοφική σκέψη, η πρόθεσή του είναι να την απελευθερώσει από τη δεσποτεία της Εκκλησίας και της Αποκάλυψης αλλά και από την κυριαρχία «των δαιμόνων» και των προλήψεων ενός Μεσαίωνα που δεν θέλει ν’ απαρνηθεί τις περιοριστικές κατά μία έννοια διαθέσεις του απέναντι στον νέο τρόπο σκέψης που σταδιακά τείνει να χειραφετείται απ’ αυτόν. Το cogito, το καρτεσιανό cogito (το λογικο-οντολογικό σχήμα της βεβαιότητας «σκέπτομαι άρα υπάρχω»), είναι η πρώτη βεβαιότητα μέσα στην Άβυσσο όπου πέφτει η ανθρώπινη συνείδηση -αλλά και ολόκληρη η ανθρώπινη ύπαρξη-, όταν αποφασίσει να επανεξετάσει ή μάλλον να ελέγξει, για πρώτη φορά, κριτικά τα δεδομένα της.
 
Το πρώτο βήμα του Γάλλου φιλοσόφου στους συγκλονιστικούς «Μεταφυσικούς στοχασμούς» είναι να θέσει υπό αίρεση τα δεδομένα των αισθήσεων, καθώς και όλες τις αποκτημένες πεποιθήσεις του. Τούτη η «μεθοδική», ριζική αμφιβολία δεν έχει τίποτε από τον σκεπτικισμό ενός Montaigne, αντιθέτως, αν υιοθετείται ως μέθοδος δεν είναι παρά για να κατορθώσει η σκέψη ν’ αγγίξει μια απαρέγκλιτη βεβαιότητα, τη μόνη αδιαμφισβήτητη αλήθεια που μπορεί να έχει η συνείδηση σ’ αυτή τη φάση της πορείας της, και αυτή είναι πως: τη στιγμή που όλα είναι αμφίβολα, «για να σκέπτεται κανείς πρέπει αναγκαστικά να υπάρχει». Υπάρχει λοιπόν ο στοχαζόμενος νους πρώτα πρώτα ως res cogitans, ως «ένα πράγμα που σκέπτεται»: sum res cogitans.
 
Πέρα από τα ασύλληπτα προβλήματα που εγείρει τούτη η παράδοξη οπωσδήποτε απόφανση, το γεγονός είναι πως η σκέψη καθίσταται βέβαιη για την πραγματικότητά της και για τα δεδομένα της, «για το είναι της», και αυτό συνιστά και την κεντρική θεμελίωση του Καρτέσιου. Εφόσον σκέπτομαι, υπάρχω· εφόσον υπάρχω, αρχίζω να υπάρχω και ως υποκείμενο που σκέπτεται· και τι σκέπτεται: έναν κόσμο που με περιβάλλει και που τώρα μπορεί να αρχίσει να συγκροτείται εννοιολογικά (σαν cogitatum, θα πει ο Χούσσερλ· σαν ενέργημα της συνείδησης, πράγμα που δεν φτάνει να πει ο Καρτέσιος, επίσης σύμφωνα με την κριτική του Χούσσερλ).
 
Υπάρχει «το πράγμα που σκέπτεται», που είναι το νεοαναδυόμενο νεωτερικό υποκείμενο -ο σύγχρονος άνθρωπος- και υπάρχει πρώτα πρώτα ως καθαρή σκέψη που σκέπτεται τον εαυτό της και τον κόσμο τον οποίο και θεμελιώνει όντας αυτή η οντολογική του προϋπόθεση – αυτή είναι η ασύλληπτη επίδειξη ισχύος του Καρτέσιου, να στηρίξει την πραγματικότητα του αναδυόμενου προ πολλού μέσα από τις μεσαιωνικές καταβολές του κόσμου, ενός κόσμου που δεν έχει ακόμα βρει την εννοιολογική του ταυτότητα, στη δύναμη των κατηγοριών της ανθρώπινης συνείδησης, της καθαρής, της αμιγούς σκέψης.
 
'Οσον αφορά το κατά πόσον ο καρτεσιανός ορθολογισμός αποδεσμεύεται από τις ανορθολογικές του καταβολές, τις τόσο γερά ριζωμένες στη μεσαιωνική κοσμοαντίληψη όσο και στα θεμέλια της δυτικής μεταφυσικής, δηλαδή στην πλατωνική και προπλατωνική μυθολογική θεώρηση, θα θίξω δύο σημεία:
 
α) Η καρτεσιανή εμπειρία, της μεθοδικής, ριζικής και υπερβολικής αμφιβολίας, συνιστά κατά μιαν έννοια αυτό που θα ‘λεγε ο Γιάσπερς οριακή κατάσταση (Grenz situation), οριακή ανθρώπινη εμπειρία, τη στιγμή που ο κάθε άνθρωπος καλείται, σύμφωνα με τις επιλογές του ορθολογικού του πολιτισμού, ν’ αποτιμήσει κριτικά τις πεποιθήσεις του και να φτάσει στην «πλατωνική θέαση» – την αυτογνωσία, σε κάποια φάση της ζωής του. Για να γίνει κάτι τέτοιο καλείται κανείς να θέσει υπό αίρεση όλες του τις πεποιθήσεις, ως ενδεχομένως αυθαίρετες, με σκοπό να τις επανεξετάσει κάτω από το φως της κριτικής σκέψης και αυτοεπόπτευσης. Αυτό είναι εξάλλου και το διαφωτιστικό μήνυμα της ψυχανάλυσης, που συνιστά ένα ταξίδι στον χώρο της πραγματικότητας με τελικό σκοπό την αυτογνωσία. Μέσα σε μια τέτοια διαδικασία, έρχεται ενδεχομένως η στιγμή που κάποιος αναγκάζεται να θέσει υπό αμφισβήτηση ακόμα και τις πεποιθήσεις που θεωρεί «ιερές» και απαρασάλευτες. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα βρεθεί σε μια πραγματική πτώση σε μια Άβυσσο «απουσίας νοημάτων» -καρτεσιανή εκατό τα εκατό Άβυσσος-, όπου θα αναγκαστεί να πιαστεί από κάποιες πρώτες και στοιχειώδεις βεβαιότητες που θα χρησιμεύσουν για την ύπαρξή του σαν θεμέλιο, σαν «φάρος πλοήγησης» σε μια στιγμή πραγματικού κινδύνου. Τούτη η Άβυσσος, η Άβυσσος στην οποία στην καρτεσιανή εμπειρία η συνείδηση βυθίζεται, και «θέτει», θεμελιώνει την πρώτη της βεβαιότητα, το cogito, είναι η ίδια η Άβυσσος στην οποία βρίσκεται η σκέψη στον πλατωνικό Παρμενίδη (που προαναφέραμε), όταν ανελίσσεται ανάμεσα στις πρώτες υποθέσεις με σκοπό να φτάσει σε κάποια αληθοφανέστερη υπόθεση. Αυτό το Ρήγμα, θα το λέγαμε, είναι ο χώρος όπου στην εμπειρία της συνείδησης είτε απουσιάζουν τα νοήματα (οι βεβαιότητες, στην περίπτωση αυτή) είτε αυτά είναι αλλοιωμένα – δηλ. βρίσκεται η συνείδηση «μέσα στην πλάνη».
 
Η αγωνία τότε είναι απίστευτη και ο κίνδυνος αφανισμού του υποκειμένου είναι ορατός και υπαρκτός, τούτη δε η Άβυσσος είναι ένας χώρος ανορθολογικού που τρέφει τη φιλοσοφική σκέψη και την ανθρωπότητα από τα πρώτα τους κιόλας βήματα. Ρήγμα σημαίνει και πτώση, μα και απουσία δεσμών ανάμεσα σε δύο "συστήματα αναφοράς" (π.χ. οι δύο πρώτες υποθέσεις του Παρμενίδη). Η καρτεσιανή εμπειρία παρακάμπτοντας σε μεγάλο βαθμό την αριστοτελική-σχολαστική παράδοση έρχεται ν’ αγγίξει την πλατωνική υποθετική μέθοδο και να ενσωματώσει ανορθολογικά περιεχόμενα που θεματοποιεί ο Πλάτωνας συγκροτώντας εννοιολογικά τις μυθολογικές απαρχές της σκέψης.
 
β) Σε κάποιο σημείο της καρτεσιανής εμπειρίας ο Γάλλος φιλόσοφος επικαλείται τη «Θεία φιλαλήθεια» (Veracitas Dei), με σκοπό να βρει εγγυητή στην πεποίθησή του για την ύπαρξη της εξωτερικής πραγματικότητας. Κάτι ανάλογο, μα με τελείως διαφορετικό τρόπο επιχειρεί αργότερα ο Καντ όταν στην Κριτική του Καθαρού λόγου δοκιμάζει να ολοκληρώσει τη συγκρότητηση της πραγματικότητας με αναφορά «στο πλήρως προσδιορισμένο», δηλ. στον Θεό, στο Υπέρτατο Ον, αν και ο Καρτέσιος, σε αντίθεση με τον Καντ, υιοθετεί τον μεσαιωνικό σχολαστικό Θεό, και ίσως τη δεδομένη χρονική στιγμή αυτό ήταν και το μόνο που μπορούσε να κάνει νόμιμα.
 

Μια σημείωση πάνω στη νεωτερικότητα

Η δυτική σκέψη ή ratio επιχειρεί να ξανασκεφτεί το εγχείρημα του Καρτέσιου όταν ο Καντ με την Κριτική του Καθαρού λόγου τον 18ο αιώνα προσπαθεί να αναψηλαφήσει ένα ένα τα βήματα της καρτεσιανής εμπειρίας, ασκώντας ταυτόχρονα δριμεία κριτική στον Γάλλο φιλόσοφο. Ο Γερμανός στοχαστής από τη μεριά του δείχνει την απίστευτη σοφία να βρει χώρο για την καρτεσιανή Άβυσσο με τη διαφύλαξη, ενός πολύτιμου εδάφους για «το πράγμα καθεαυτό» (Ding an Sich) μέσα και σ’ αυτή την ίδια τη συγκρότηση του αντικειμένου, ανοίγοντας ταυτόχρονα δρόμο για τη θεμελίωση του ανθρώπινου πράττειν. Ο Χέγκελ, από την άλλη πλευρά, καθώς στη Φαινομενολογία του Πνεύματος επιχειρεί να δοκιμάσει την αντοχή των κατηγοριών τριών χιλιετιών, μιλά για τη δομή του Λόγου σαν δομή της κυριαρχίας και σαν την υπερνίκηση της κυριαρχίας ενός Λόγου που προσπαθεί να εξασφαλίσει χώρο στην ετερότητα σύμφωνα με τα αιτήματα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού που ενδεχομένως δεν ολοκληρώθηκε ποτέ ως πρόγραμμα. Παραμένει ένα τεράστιο ερώτημα κατά πόσον ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός εγκλωβίζεται σ’ έναν μονόπλευρο ορθολογισμό, κατά πόσον τολμά ν’ αναγνωρίσει τις θεολογικές και ανορθολογικές του καταβολές που τον στοιχειώνουν αδιάλειπτα και σε ποιο βαθμό η πλατωνική κληρονομιά, που μόνο εν μέρει επιβιώνει στον Καρτέσιο αλλά και στον Λάιμπνιτς, στον Πλωτίνο, στον Καντ και στον Σοπενχάουερ, είναι πραγματικά αναστοχαστική και αν τελικά τολμά να ενσωματώσει το ψυχικό σκοτάδι των αλχημιστών του Μεσαίωνα, που πρόβαλαν τον αχανή εσωτερικό τους κόσμο στη φιλοσοφική λίθο των εκατοντάδων διυλίσεών τους.
 
Οι προϋποθέσεις της ratio ριζώνουν βαθιά στον μύθο και στο ανορθολογικό, δυνάμεις που γέννησαν εξάλλου και την τραγωδία και που αναβιώνουν με τελείως διαφορετικό τρόπο στη μεσαιωνική θεοκρατία. Ίσως τα σχόλια του Κίρκεγκααρντ, του Νίτσε και αργότερα του Χάιντεγγερ στον Χέγκελ, ο οποίος συνιστά και την τελική έκφραση της ratio, να φωτίζουν εν μέρει τις ανορθολογικές και σε μεγάλο βαθμό άρρητες προϋποθέσεις του ορθού Λόγου, που φαίνεται μέσα από τον 20ό αιώνα ν’ αποσυντίθεται, ενδεχόμενο όμως η δυτική μεταφυσική να μην κατόρθωσε ποτέ ν’ αποκτήσει τις ουσιαστικές, τις θεμελιακές της προκείμενες και να μην έπαψε ποτέ ν’ αντιμετωπίζει καίριο πρόβλημα θεμελίωσης. Ο χώρος που ο Χέγκελ εξασφαλίζει για την ετερότητα απέχει πολύ από το να εξαντλεί την ουσιαστική «δεξαμενή» της απροσδιοριστίας, του ανορθολογικού, της τρέλας και της τέχνης – μιας Αβύσσου νοημάτων που όντας στο σκοτάδι για χιλιετίες στοίχειωσε τον ορθό λόγο και κατά τον 20ό αιώνα τον εξαφάνισε.
 
Ο χώρος που η δυτική σκέψη οριοθετεί ως «θάττερον», ως ετερότητα, δεν μιλήθηκε ποτέ στην ολότητά του, στην ουσία δηλαδή η ratio δεν μιλήθηκε παρά μόνον εν μέρει και παραμένει ανολοκλήρωτη, έχοντας την ουσιαστική «δεξαμενή νοημάτων» της στο σκοτάδι. Τούτη «η αποθήκη νοημάτων», η «μη προσδιορισμένη ετερότητα», μια ετερότητα διαφορετική και πολύ ευρύτερη σαν χώρος απ’ ό,τι εξασφάλισε ως τώρα η ratio στο «μη ορθολογικό», ενδέχεται να είναι και ο τόπος όπου ερείδονται οι ουσιαστικές προκείμενές της που παραμένουν αποσιωπημένες όπως το ανθρώπινο ασυνείδητο που ο δυτικός άνθρωπος αρνείται να δεχθεί ως υπαρκτό τρομάζοντας μπροστά στην ασύλληπτη ισχύ του.
 
Μένει ένα ερώτημα, αν η ratio αφεθεί να βυθιστεί για πάντα μέσα στην Άβυσσο των μέχρι σήμερα άρρητων, στο πραγματικό τους εύρος, ανορθολογικών της προϋποθέσεων, προϋποθέσεις που καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας της -είτε ως τραγική ιστορική πορεία είτε ως ανολοκλήρωτο πολιτικό πρόγραμμα- απειλούν να την αφανίσουν ή αν θ’ αναγεννηθεί μέσα από την ικανότητα του δυτικού ανθρώπου να ορίζει τη μοίρα του δημιουργώντας την και τελικά ανακαλύψει το στέρεο έδαφος που της αντιστοιχεί δικαιωματικά για να βαδίσει σ’ ένα νέο πεπρωμένο.

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ - Τῶν ἑπτὰ σοφῶν συμπόσιον (Ἠθικὰ 163a-163d)

[20] Ἔφη τοίνυν ὁ Πιττακὸς ἔνδοξον εἶναι καὶ μνημονευόμενον ὑπὸ πολλῶν τὸν λόγον. χρησμοῦ γὰρ γενομένου τοῖς οἰκίζουσι Λέσβον, ὅταν ἕρματι

[163b] πλέοντες προστύχωσιν ὃ καλεῖται Μεσόγειον, τότ᾽ ἐνταῦθα Ποσειδῶνι μὲν ταῦρον Ἀμφιτρίτῃ δὲ καὶ Νηρηίσι ζῶσαν καθεῖναι παρθένον· ὄντων οὖν ἀρχηγετῶν ἑπτὰ καὶ βασιλέων, ὀγδόου δὲ τοῦ Ἐχελάου πυθοχρήστου τῆς ἀποικίας ἡγεμόνος, οὗτος μὲν ἠίθεος ἦν ἔτι, τῶν δ᾽ ἑπτὰ κληρουμένων, ὅσοις ἄγαμοι παῖδες ἦσαν, καταλαμβάνει θυγατέρα Σμινθέως ὁ κλῆρος. ἣν ἐσθῆτι καὶ χρυσῷ κοσμήσαντες, ὡς ἐγένοντο κατὰ τὸν τόπον, ἔμελλον εὐξάμενοι καθήσειν. ἔτυχε δέ τις ἐρῶν αὐτῆς τῶν συμπλεόντων, οὐκ ἀγεννὴς ὡς ἔοικε νεανίας,

[163c] οὗ καὶ τοὔνομα διαμνημονεύουσιν Ἔναλον. οὗτος ἀμήχανόν τινα τοῦ βοηθεῖν τῇ παρθένῳ προθυμίαν ἐν τῷ τότε πάθει λαβὼν παρὰ τὸν καιρὸν ὥρμησε καὶ περιπλακεὶς ὁμοῦ συγκαθῆκεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλατταν. εὐθὺς μὲν οὖν φήμη τις οὐκ ἔχουσα τὸ βέβαιον, ἄλλως δὲ πείθουσα πολλοὺς ἐν τῷ στρατοπέδῳ διηνέχθη περὶ σωτηρίας αὐτῶν καὶ κομιδῆς. ὑστέρῳ δὲ χρόνῳ τὸν Ἔναλόν φασιν ἐν Λέσβῳ φανῆναι καὶ λέγειν ὡς ὑπὸ δελφίνων φορητοὶ διὰ θαλάττης ἐκπέσοιεν ἀβλαβεῖς εἰς τὴν ἤπειρον, ἔτι δ᾽ ἄλλα θειότερα τούτων ἐκπλήττοντα καὶ κηλοῦντα τοὺς πολλοὺς διηγεῖσθαι,

[163d] πάντων δὲ πίστιν ἔργῳ παρασχεῖν. κύματος γὰρ ἠλιβάτου περὶ τὴν νῆσον αἰρομένου καὶ τῶν ἀνθρώπων δεδιότων, ἀπαντῆσαι μόνον τῇ θαλάττῃ, καὶ ἕπεσθαι πολύποδας αὐτῷ πρὸς τὸ ἱερὸν τοῦ Ποσειδῶνος· ὧν τοῦ μεγίστου λίθον κομίζοντος λαβεῖν τὸν Ἔναλον καὶ ἀναθεῖναι, καὶ τοῦτον Ἔναλον καλοῦμεν. «Καθόλου δ᾽,» εἶπεν, «εἴ τις εἰδείη διαφορὰν ἀδυνάτου καὶ ἀσυνήθους καὶ παραλόγου καὶ παραδόξου, μάλιστ᾽ ἄν, ὦ Χίλων, καὶ μήτε πιστεύων ὡς ἔτυχε μήτ᾽ ἀπιστῶν, τὸ “μηδὲν ἄγαν” ὡς σὺ προσέταξας διαφυλάττοι.»

***
[20] Είπε λοιπόν ο Πιττακός ότι είναι μια περίφημη ιστορία, που τη μνημονεύουν πολλοί: Είχε δοθεί χρησμός στους πρώτους οικιστές της Λέσβου, ότι, όταν

[163b] στο ταξίδι τους θα συναντούσαν τον ύφαλο που λέγεται «Μεσόγειος», εκεί να ρίξουν στη θάλασσα έναν ταύρο για τον Ποσειδώνα και ένα ζωντανό κορίτσι για την Αμφιτρίτη και για τις Νηρηίδες. Οι αρχηγοί και βασιλιάδες ήταν εφτά και όγδοος ο Εχέλαος, που το μαντείο των Δελφών τον είχε ορίσει αρχηγό της αποικίας. Αυτός ήταν ακόμη άγαμο παλικάρι. Όσοι λοιπόν από τους εφτά είχαν άγαμες θυγατέρες μπήκαν στον κλήρο, και ο κλήρος έπεσε στην κόρη του Σμινθέα. Τη στόλισαν, τότε, με όμορφα ρούχα και χρυσά κοσμήματα και, μόλις έφτασαν στον ορισμένο τόπο, ετοιμάστηκαν να προσευχηθούν και να τη ρίξουν στη θάλασσα. Έτυχε όμως να είναι ερωτευμένος μαζί της ένας από τους συμπλέοντες, ένας νέος από καλή, καθώς φαίνεται, οικογένεια,

[163c] που μας παραδόθηκε και το όνομά του: Έναλος. Αυτός λοιπόν ο Έναλος, κυριευμένος από μια δίχως καμιά ελπίδα επιθυμία να βοηθήσει το κορίτσι στη δυστυχία που το βρήκε, όρμησε κατά την κρίσιμη στιγμή, την αγκάλιασε με τα χέρια του και ρίχτηκε μαζί της στη θάλασσα. Αμέσως λοιπόν διαδόθηκε μια αβάσιμη φήμη, που, εν πάση περιπτώσει, έγινε πιστευτή από ένα μεγάλο μέρος του πλήθους, ότι σώθηκαν και διακομίστηκαν αβλαβείς. Λένε ότι ο Έναλος εμφανίστηκε αργότερα στη Λέσβο και έλεγε ότι τους κουβάλησαν δελφίνια μέσα στη θάλασσα και τους απέθεσαν στη στεριά χωρίς να έχουν πάθει κανένα κακό· ακόμη ότι διηγούνταν και άλλα, πιο θαυμαστά από αυτά, που άφηναν κατάπληκτο και μαγεμένο τον κόσμο,

[163d] και ότι όλα αυτά τα απέδειξε με κάτι που έκανε. Όταν δηλαδή ένα πανύψηλο κύμα σηκώθηκε γύρω από το νησί και όλος ο κόσμος φοβήθηκε, αυτός, μόνος από όλους, πήγε προς τη θάλασσα και από πίσω του ακολουθούσαν χταπόδια προς το ναό του Ποσειδώνα. Το πιο μεγάλο από αυτά κουβαλούσε μια πέτρα, που την πήρε ο Έναλος και την αφιέρωσε στον θεό: στην πέτρα αυτή δίνουμε σήμερα το όνομα Έναλος. «Και γενικά», είπε, «αν κανείς γνωρίζει τί διαφορά υπάρχει ανάμεσα στο αδύνατο και το ασυνήθιστο, ανάμεσα στο παράλογο και το απροσδόκητο, αυτός μπορεί, Χίλωνα, να τηρεί το “Ποτέ, καμιά υπερβολή”, όπως σύστησες εσύ, χωρίς να πιστεύει, αλλά και χωρίς να απιστεί έτσι, στην τύχη».

Ηρόδοτος: Ο χρησμός της Πυθίας για το ξύλινο τείχος και ο Θεμιστοκλής

Ένα από τα «διηγήματα» του Ηρόδοτου, απόσπασμα από τις Ιστορίες, αφορά την προφητεία του μαντείου των Δελφών για τον καλύτερο τρόπο προστασίας της Αθήνας από τους Πέρσες. Προηγείται η αφήγηση για τον Ξέρξη και το πώς κι αυτός με τη σειρά του συμβουλευόταν τους δικούς του μάγους για να πετύχει τους σκοπούς του.
 
Όταν ολοκληρώθηκαν οι γέφυρες και τελείωσε το έργο του Άθω, ανήγγειλαν στον βασιλιά ότι τα δύο φράγματα, που βρίσκονταν στα δύο στόμια της διώρυγας για να εμποδίζουν τις προσχώσεις, είχαν και αυτά κατασκευαστεί και ότι η διώρυγα ήταν τελείως έτοιμη. Ο στρατός που είχε περάσει τον χειμώνα στις Σάρδεις, έτοιμος πια, με τον ερχομό της άνοιξης κατευθύνθηκε προς την Άβυδο. Καθώς ξεκινούσε, ο ήλιος χάθηκε από τον ουρανό, παρ’ όλο που σύννεφα δεν υπήρχαν και ήταν αιθρία. Η μέρα έγινε νύχτα. Ο Ξέρξης, βλέποντάς το αυτό, ανησύχησε και ρώτησε τους μάγους τι σήμαινε τούτο το φαινόμενο. Εκείνοι αποκρίθηκαν ότι ο θεός δείχνει στους Έλληνες πως θα εξαφανιστούν οι πολιτείες τους, γιατί ο ήλιος είναι προστάτης τους ενώ η σελήνη είναι προστάτις των Περσών. Μόλις ο Ξέρξης άκουσε αυτήν την ερμηνεία, ευχαριστήθηκε πολύ και εξακολούθησε την προέλαση.
 
Οι Αθηναίοι έστειλαν απεσταλμένους στους Δελφούς να πάρουν χρησμό και περίμεναν. Αφού έκαναν όλα όσα έπρεπε, οι απεσταλμένοι μπήκαν στον ναό και κάθισαν· τότε η Πυθία, που τ’ όνομά της ήταν Αριστονίκη, τους έδωσε τον ακόλουθο χρησμό:
 
Άμοιροι, τι κάθεστε; Φύγετε στις εσχατιές της γης,
αφήνοντας τα σπίτια σας και την στρογγυλή σας πολιτεία με τα υψώματα.
Γιατί δεν είναι σίγουρο ούτε το κεφάλι, ούτε το σώμα,
ούτε τα πόδια, ούτε τα χέρια, ούτε η μέση,
όλα χάνονται• η φωτιά ερειπώνει τα πάντα
κι ο ορμητικός Άρης οδηγώντας άρμα συριακό
θα καταστρέφει πολλά κι ωραία οχυρά κι όχι μόνο το δικό σας.
Πολλούς ναούς αθανάτων θα παραδώσει στην φωτιά,
όπου σήμερα στέκονται κάθιδρα τ’ αγάλματά τους
τρέμοντας από τον φόβο, ενώ από την οροφή ψηλά
μαύρο τρέχει αίμα, σημάδι αναπόφευκτης συμφοράς.
Φύγετε λοιπόν από τ’ άδυτο και ψυχωθείτε για τις δυστυχίες σας.
 
Όταν οι Αθηναίοι απεσταλμένοι τ’ άκουσαν αυτά, βρέθηκαν σ’ απόγνωση. Εκεί που θεωρούσαν πως ήσαν χαμένοι με το κακό που προέλεγε ο χρησμός, ο Τίμων, γιος του Ανδροβούλου, από τους επιφανείς πολίτες των Δελφών, τους συμβούλεψε να πάρουν τα σύμβολα που κρατούν οι ικέτες και σαν ικέτες να πάνε για δεύτερη φορά να ζητήσουν χρησμό από το Μαντείο. Οι Αθηναίοι συμφώνησαν και είπαν στον θεό: «Άνακτα, δώσε μας για την πατρίδα μας καλύτερο χρησμό, από σεβασμό προς τα ικετήρια που κρατάμε ερχόμενοι σε σένα. Αλλιώς δεν θα φύγομε από το άδυτο, αλλά θα μείνομε εδώ ώσπου να πεθάνομε».
 
Όταν τα είπαν αυτά, η Πυθία τούς έδωσε δεύτερο χρησμό:
 
Δεν μπορεί η Αθηνά να κάμψει τον Ολύμπιο Δία, μ’ όλο που τον παρακαλεί με λόγια πολλά και σοφία γεμάτα.
Αλλά και πάλι θα σου πω τον λόγο αυτό, σκληρό σαν το διαμάντι.
Όταν θα έχουν κυριευθεί όσα ορίζει ο Κέκροψ και όσες βαθιές σπηλιές έχει ο Κιθαιρώνας, τότε ο παντεπόπτης Δίας θα δώσει στην Τριτογενή στην Αθήνα, ξύλινο τείχος
το μόνο απόρθητο, σωτήριο για σε και τα παιδιά σου.
Μην περιμένεις ατάραχος το ιππικό και το πολύπληθο πεζικό που έρχεται από στεριά, μα υποχώρησε γυρίζοντας τα νώτα και θα ’ρθει ώρα να πολεμήσεις.
Θεία Σαλαμίνα, θα γίνεις αιτία να χάσουν μάνες τα παιδιά,
όταν θα σπέρνονται της Δήμητρας οι καρποί ή όταν θα θερίζονται.
 
Ο χρησμός αυτός ήταν πιο ήπιος κι έτσι φάνηκε και στους Αθηναίους απεσταλμένους• τον έγραψαν κι έφυγαν για την Αθήνα. Μόλις έφθασαν, ανακοίνωσαν τον χρησμό στον λαό. Ενώ προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τον χρησμό, διατυπώθηκαν πολλές απόψεις, δύο όμως ήσαν οι επικρατέστερες. Πολλοί από τους γεροντότερους υποστήριζαν ότι ο θεός θεωρούσε πως η ακρόπολη θα μπορέσει να τους προστατέψει. Παλαιότερα η ακρόπολη είχε γύρω έναν ξύλινο φράχτη κι αυτόν τον φράχτη θεωρούσαν οι γεροντότεροι ως ξύλινο τείχος. Οι άλλοι πάλι έλεγαν ότι ο θεός εννοούσε τα καράβια και πως γι’ αυτά μόνο έπρεπε να φροντίσουν, εγκαταλείποντας όλα τ’ άλλα. Αλλά όσους υποστήριζαν ότι το ξύλινο τείχος είναι τα καράβια, τους δημιουργούσαν αμφιβολίες οι δυο τελευταίοι στίχοι που είχε πει η Πυθία:
 
Θεία Σαλαμίνα, θα γίνεις αιτία να χάσουν μάνες τα παιδιά,
όταν θα σπέρνονται της Δήμητρας οι καρποί ή όταν θα θερίζονται.
 
Αυτά τα λόγια έρχονταν σ’ αντίφαση με την γνώμη όσων υποστήριζαν πως το ξύλινο τείχος είναι τα καράβια, γιατί οι χρησμολόγοι θεωρούσαν ότι αυτό σήμαινε πως αν ναυμαχούσαν στην Σαλαμίνα θα πάθαιναν συμφορά.
 
Ανάμεσα στους Αθηναίους υπήρχε κάποιος που είχε πρόσφατα αναδειχθεί ανάμεσα στους επιφανείς της πόλης. Το όνομά του ήταν Θεμιστοκλής, αλλά τον φώναζαν γιο του Νεοκλή. Ο άνθρωπος αυτός υποστήριζε ότι οι χρησμολόγοι δεν έδιναν απόλυτα σωστή ερμηνεία, κι έλεγε τα εξής: Αν τα λόγια του θεού απευθύνονταν στους Αθηναίους, τότε δεν θα είχε μεταχειριστεί τόσο ευνοϊκή έκφραση, αλλά θα έλεγε «φοβερή Σαλαμίνα», αντί του «θεία Σαλαμίνα», εφόσον οι Αθηναίοι επρόκειτο ν’ αφανιστούν εκεί κοντά. Αν εξηγούσε κανείς σωστά τον χρησμό, τότε τα λόγια αυτά απευθύνονταν στον εχθρό και όχι στους Αθηναίους. Τους συμβούλευε, λοιπόν, να ετοιμαστούν για ναυμαχία και τούτο θα ήταν το ξύλινο τείχος. Αυτή την ερμηνεία έδινε ο Θεμιστοκλής και οι Αθηναίοι θεώρησαν ότι ήταν πιο σωστή από την ερμηνεία των χρησμολόγων, οι οποίοι τους απέτρεπαν από το να ναυμαχήσουν, και επιπλέον τους συμβούλευαν να μην προβάλουν αντίσταση, αλλά ν’ αφήσουν την Αττική και να μεταναστεύσουν.
 
Πριν από αυτή και άλλη γνώμη του Θεμιστοκλή είχε τότε επικρατήσει, όταν στο δημόσιο ταμείο συγκεντρώθηκαν πολλά χρήματα από τα μεταλλεία Λαυρίου. Επρόκειτο, λοιπόν, να τα μοιράσουν οι Αθηναίοι παίρνοντας δέκα δραχμές ο καθένας. Ο Θεμιστοκλής τούς έπεισε να παραιτηθούν από την μοιρασιά και με τα χρήματα αυτά να ναυπηγήσουν διακόσια καράβια για τον πόλεμο, εννοώντας τον πόλεμο εναντίον της Αίγινας. Ο πόλεμος αυτός έσωσε την Ελλάδα, γιατί ανάγκασε τους Αθηναίους να γίνουν θαλασσινοί. Τα καράβια αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν για τον σκοπό που κατασκευάστηκαν, αλλά όταν ήρθε η ώρα που ήσαν απαραίτητα, η Ελλάδα τα διέθετε. Τα καράβια, λοιπόν, αυτά που ήδη είχαν ναυπηγήσει αποτελούσαν τον στόλο των Αθηναίων, αλλά έπρεπε να φτιάξουν κι άλλα. Μετά τον χρησμό, συσκέφθηκαν κι αποφάσισαν, υπακούοντας στον θεό, να αντισταθούν σύσσωμοι με τα καράβια τους, μαζί με όσους Έλληνες θα τ’ αποφάσιζαν, στον βάρβαρο που εξεστράτευε εναντίον της Ελλάδος.

Στον δρόμο της αλλαγής

Η αλλαγή. Πόσο επιθυμητό είτε για μας είτε για κάποιους που μας ενδιαφέρουν, ωστόσο μήπως είναι φρούδα ελπίδα; Άπιαστο όνειρο ή βουνοκορφή που τελικά μπορεί να κατακτηθεί;

Με μια και μόνο φράση θα μπορούσε να τελειώσει το άρθρο τούτο και να μην έχει λόγο ύπαρξης: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ! Κλισέ κι αληθινό βεβαίως μα μήπως έχει περιθώρια εντέλει αυτή η φράση και ό,τι πρεσβεύει; Αξίζει να το προσπαθήσει κανείς, το μόνο σίγουρο. Ας δούμε λοιπό αν στέκει ένα άρθρο που διαπραγματεύεται μια απόλυτη πεποίθηση.

Τι σημαίνει αλλαγή
Μιλώντας για αλλαγή είναι σαφές πως γίνεται αναφορά σε εσωτερική αλλαγή. Σε αλλαγή που έχει να κάνει με την ψυχολογία μας, τη συμπεριφορά μας, την οπτική που αντικρίζουμε τα πράγματα και τους ανθρώπους γύρω μας, τα πιστεύω και τις απόψεις που υιοθετήσαμε και παγιώσαμε με το πέρασμα των χρόνων και ενδεχομένως με τις εμπειρίες μας. Μιλάμε για αλλαγή στη φιλοσοφία με την οποία ζούμε επί της ουσίας, κρίνουμε, κάνουμε επιλογές, αποφασίζουμε και γιατί όχι αξιολογούμε και ονειρευόμαστε το παρακάτω. Για αλλαγή που μας χαρακτηρίζει και μας κάνει να είμαστε ό,τι είμαστε και να επιθυμούμε όσα ελπίζουμε να κατακτήσουμε. Αλλαγή στο πως νιώθουμε ακόμη και για τον εαυτό μας και μετέπειτα για σημαντικά άτομα του περιβάλλοντός μας και τι ακριβώς αξιώνουμε από αμφότερους.

Σκεπτόμενοι και μόνο την αλλαγή ως θεωρία αρχικά, σημαίνει πως πρέπει να γίνει για να βελτιωθεί η ζωή μας και η ψυχική μας υγεία. Αν γίνουμε καλύτεροι θα έχουμε άλλη ποιότητα ζωής ακόμη και της καθημερινότητας. Αν κάποιος δικός μας άνθρωπος αλλάξει έστω και σε μικρό βαθμό κάτι, θα γίνει πιο ομαλή και όμορφη η όποια διαπροσωπική μας σχέση μαζί του.

Πως;
Η αλλαγή είναι υπόθεση εσωτερική και δεν επιβάλλεται καν από ίδιο μας τον εαυτό. Πρέπει κανείς να αισθανθεί έτοιμος για κάτι τέτοιο και κυρίως να το επιθυμεί έχοντας κατανοήσει ότι πρέπει να προσπαθήσει αν μη τι άλλο να αλλάξει. Δεν μπορεί να συμβεί γρήγορα και αμέσως και κυρίως δίχως διεργασίες που ίσως μας δυσκολέψουν αφού απαιτούν δουλειά με τον εαυτό μας.

Αυτή η δουλειά είναι καταρχήν αυτοκριτική και εσωτερική αναζήτηση με στόχο να απαντήσει κανείς σε καίρια ερωτήματα που άπτονται ενίοτε και υπαρξιακές ανησυχίες μα μόνο μέσω αυτών θα φτάσει σε κάποιο συμπέρασμα. Πρέπει κανείς να καταλάβει ποιος είναι και τι θέλει, τι λάθη έχει κάνει αναφορικά με τον εαυτό του μα και άλλους και κυρίως πως θα ήθελε να είναι.

Η αλλαγή δεν είναι αδύνατη όπως θεωρούμε απλά δεν θα είναι ποτέ ριζική αν και θα αποτελεί μόνιμη κατάσταση αν είναι πραγματική και έχει έρθει σταδιακά και με την ανάλογη προσπάθεια που μόνο σε ειλικρίνεια και κίνητρα μπορεί να βασιστεί. Είναι κρίσιμοκαι χρήσιμο επιπροσθέτως να κατανοήσουμε ωστόσο πως με το πέρασμα του χρόνου και τα όποια μας βιώματα οφείλουμε να είμαστε ανοιχτοί σε ενδεχόμενο αλλαγής αν αυτό σημαίνει ευελιξία ή κατάκτηση πραγμάτων αλλά ειδικότερα μια ουσιαστική σχέση με το μέσα μας και τους γύρω μας.

Αποδοχή
Το πρώτο βήμα για να συμβεί οποιαδήποτε αλλαγή είναι η αποδοχή ότι πρέπει να γίνει, όπως με όλα τα πράγματα στη ζωή. Το να ετοιμαστείς ψυχολογικά αφομοιώνοντας αρχικά κάτι ως θεωρία είναι βασικός παράγοντας. Από κει και έπειτα δεν πρέπει βεβαίως να μείνεις στη θεωρία ή στο να το δεχτείς ως πιθανότητα. Αρχίζεις να ψάχνεις τρόπους να το επιτύχεις και καταβάλλεις πραγματική προσπάθεια δίχως να απογοητεύεσαι αφού θαύματα δε γίνονται και μάλιστα από τη μια στιγμή στην άλλη.

Η όποια πρόοδος θα έρθει σταδιακά. Μελετάς κι αναλύεις..ενδεχομένως υποφέρεις ενίοτε. Θυσιάζεις αρκετά συνεπώς αν μη τι άλλο απαιτείται ωριμότητα, ορθή κρίση, ψυχραιμία κι επικράτηση λογικής. Πρέπει τα συναισθήματα να χαλιναγωγηθούν όσο είναι δυνατόν δεδομένου ότι είναι κακός σύμβουλος ή μας παρασύρουν σε λανθασμένες κινήσεις κι αποφάσεις.

Ζητάμε βοήθεια, είτε αυτό σημαίνει άνθρωποι που εκτιμούμε ή ειδικοί ή ακόμη και αναζήτηση πληροφοριών σε βιβλία. Αποστασιοποιούμαστε από καταστάσεις και παίρνουμε το χρόνο μας. Εννοείται επιδιώκουμε την παρέα με τον εαυτό μας αρκετά αναζητώντας γαλήνη με όποιο τρόπο αφού αυτή θα μας βοηθήσει πολύ.Αρχίζουμε με πράξεις κάποια στιγμή να δείχνουμε την αλλαγή αλλά δε χρειάζεται να πιεστούμε να είναι μεγάλες. Το παραμικρό αρκεί...

Εν κατακλείδι δεν εννοούμε ότι είναι εύκολο να αλλάξει κανείς ή πως πάντα εφικτό. Όμως όχι και αδύνατο σε κάποιο έστω βαθμό αν θέλει και αν παλέψει γι' αυτό. Αν μείνουμε παγιωμένοι σε απόψεις δήθεν κλισέ δεν θα κάνουμε βήμα προς τη βελτίωση ποτέ. Αν μη τι άλλο αξίζει η προσπάθεια.

Γεννιόμαστε σαφώς με κάποια χαρακτηριστικά μα πολλά επίσης είναι μετέπειτα κατακτήσεις. Με γνώμονα αυτό, δεν είναι απίστευτο να διαμορφώσουμε αλλιώς τον εαυτό μας...

ΠΕΡΙ ΑΡΕΤΗΣ ΚΑΙ ΚΑΚΙΑΣ

Το ίδιο αυτό τώρα, όταν υπάρχει στις ανθρώπινες υποθέσεις, ξεγελάει τους περισσότερους ανθρώπους, που πιστεύουν ότι, αν περιβάλλονται από τεράστιες κατοικίες και συγκεντρώνουν πλήθος δούλων και χρημάτων, θα ζήσουν ευχάριστα.

Όμως η ευχάριστη και ευτυχισμένη ζωή δεν προέρχεται από εξωτερικά πράγματα, αλλά αντίθετα, ο άνθρωπος αντλεί από το δικό του χαρακτήρα, σαν από πηγή, την απόλαυση και τη χαρά που προσθέτει στα πράγματα τα οποία τον περιβάλλουν.

Όταν καίει η λαμπρή φωτιά, πιο χαρούμενο μοιάζει το σπίτι, και ο πλούτος είναι πιο ευχάριστος και η φήμη και η δύναμη πιο λαμπρές, αν συνοδεύονται από τη χαρά που βγαίνει μέσα από την ψυχή· έτσι επίσης οι άνθρωποι υπομένουν τη φτώχεια, την εξορία και τα γηρατειά ανάλαφρα και με προσήνεια, ανάλογα με τη φυσική ηρεμία και πραότητα του χαρακτήρα τους.

Οι ενασχολήσεις συνολικά και ο τρόπος ζωής, αν συνοδεύονται από αρετή, είναι χωρίς βάσανα και ευχάριστα, ενώ, αντίθετα, κάθε ανάμειξη κακίας κάνει εκείνα τα πράγματα που φαίνονται λαμπρά, πολύτιμα και επιβλητικά, να γίνονται λυπηρά, αηδιαστικά και ανεπιθύμητα στους
κατόχους τους.

Αυτόν στην αγορά τον έχουν για ευτυχισμένο,
μόλις όμως ανοίξει την πόρτα του σπιτιού, είναι τρισάθλιος·
όλα η γυναίκα του τα κανονίζει, διατάζει και συνεχώς μαλώνει. -ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ

Ωστόσο, δεν είναι δύσκολο ν’ απαλλαγεί από μια κακή γυναίκα, αν είναι αληθινός άντρας και όχι δούλος· στη δική του κακία όμως δεν γίνεται να κάνει αγωγή διαζυγίου, κι έτσι ν’ απαλλαγεί από τα βάσανα και να ηρεμήσει, μένοντας πλέον μόνος του. Αντίθετα, η κακία του, σύνοικός του μέσα στα ίδια του τα σπλάχνα πάντοτε, νυχθημερόν τον καίει χωρίς δάδα, και σε γεράματα τον πάει πρόωρα, (ΗΣΙΟΔΟΣ) καθώς είναι κουραστικός συνταξιδιώτης, λόγω της αλαζονείας της, σπάταλος συνδαιτυμόνας λόγω της βουλιμίας της, και σύντροφος στην κλίνη ενοχλητικός, γιατί με τις ανησυχίες, τις έγνοιες και τις ζήλιες διώχνει και χαλάει τον ύπνο. Ο ύπνος δηλαδή μόνο του σώματος γίνεται κοίμισμα και ανάπαυση, ενώ της ψυχής τρόμοι, όνειρα και ταραχές, εξαιτίας της δεισιδαιμονίας.

Σαν με πάρει νυσταγμένον η θλίψη, με σκοτώνουνε τα όνειρα μου, λέει κάποιος. Σε τέτοια κατάσταση φέρνουν τον άνθρωπο ο φθόνος, ο φόβος, ο θυμός και η ακολασία.

Την ημέρα, δηλαδή, η κακία, κοιτώντας έξω από τον εαυτό της και προσαρμόζοντας την στάση της με τους άλλους, ντρέπεται και καλύπτει τα αισθήματά της και δεν αφήνεται εντελώς στις ορέξεις της, αλλά συχνά αντιστέκεται και τις πολεμάει· στον ύπνο, όμως, όταν έχει ξεφύγει από τις κρίσεις και τους νόμους και έχει απομακρυνθεί όσο περισσότερο γίνεται από τα αισθήματα του φόβου και της ντροπής, ανακινεί όλες τις επιθυμίες της και ξυπνάει πάλι την κακοήθεια και την ακολασία της.

Σε τι έγκειται λοιπόν η ευχαρίστηση που δίνει η κακία, αν σε κανένα μέρος της δεν είναι δυνατό να βρεθεί η λύτρωση από τις έγνοιες και τη λύπη ή η αυτάρκεια, η αταραξία και η ηρεμία;

Η ευεξία και η υγεία του σώματος, άλλωστε, δίνουν χώρο για τη γέννηση των ηδονών της σάρκας· στην ψυχή, όμως, δεν είναι δυνατό να γεννηθεί ευφροσύνη ούτε σταθερή ευχαρίστηση, αν δεν εφοδιαστεί πρώτα με ευθυμία, αφοβία και θάρρος, σαν στήριγμά της ή σαν ακύμαντη γαλήνη· σε αντίθετη περίπτωση, ακόμα κι αν μας χαμογελάσει κάτι ελπιδοφόρο ή τερπνό, ξεπετιέται αίφνης η ταραχή, σαν σκόπελος μέσ’ την καλοκαιρία, και η ψυχή αναστατώνεται και συνταράσσεται μαζί της.

Σώρευσε χρυσάφι, μάζεψε ασήμι, στρώσε μονοπάτια περιπάτων, γέμισε το σπίτι σου με δούλους και την πόλη με οφειλέτες σου· αν δεν κατανικήσεις τα πάθη της ψυχής σου, αν δεν βάλεις τέλος στην απληστία σου και δεν απαλλαχτείς από τους φόβους και τις έγνοιες, είναι σαν να προσφέρεις κρασί σε κάποιον που έχει πυρετό, σαν να προσφέρεις μέλι σε κάποιον που πάσχει από χολή, και σαν να ετοιμάζεις φαγητά και λιχουδιές για κάποιους που πάσχουν από κοιλιακά και δυσεντερία, που δεν μπορούν να τα συγκρατήσουν ή να δυναμώσουν από αυτά, αλλά που τους επιδεινώνουν την κατάσταση.

Δεν βλέπεις τους αρρώστους πώς δυσαρεστούνται, πώς απορρίπτουν και αρνούνται τα ωραιότερα και ακριβότερα φαγητά, τα οποία τους προσφέρουν και προσπαθούν να τους κάνουν να φάνε με το ζόρι αυτοί που τους φροντίζουν, ενώ μετά, όταν η όλη κατάστασή τους έχει αλλάξει και η κανονική αναπνοή, το υγιές αίμα και η φυσιολογική θερμοκρασία έχουν επιστρέψει στα σώματά τους, πώς σηκώνονται και χαίρονται και νιώθουν ικανοποίηση τρώγοντας σκέτο ψωμί με τυρί και κάρδαμο;
Τέτοια κατάσταση δημιουργεί η λογική στην ψυχή.

Θα γίνεις αυτάρκης, αν κατανοήσεις ποιο είναι το καλό και το αγαθό. Θα ζεις πολυτελή ζωή μέσα στη φτώχεια σου και θα περνάς σαν βασιλιάς και δεν θα βρίσκεις μικρότερη ικανοποίηση στην ανέμελη ζωή του απλού πολίτη απ’ όση θα έβρισκες στη ζωή του στρατηλάτη ή του πολιτικού ηγέτη.

Αν επιδοθείς στην φιλοσοφία, δεν θα ζεις δυσάρεστα, αλλά σε όλα και απ’ όλα θα μάθεις να ζεις ευχάριστα.

Ο πλούτος θα σου δίνει χαρά για το καλό που θα μπορείς να κάνεις σε πολλούς, η φτώχεια για την απαλλαγή σου από πολλές φροντίδες, η διασημότητα για τις τιμές που θα σου προσφέρονται και η ασημότητα για το ότι δε θα σε φθονούν.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

ΜΕ ΚΑΘΕ ΑΝΤΙΟ ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ

Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως αγάπη
δε σημαίνει στηρίζομαι
και συντροφικότητα
δε σημαίνει ασφάλεια.

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις.

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού.

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις
πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιουμπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
αντί να περιμένεις κάποιον να σου φέρει λουλούδια.

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις.
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη.
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις.
Και μαθαίνεις... μαθαίνεις...
Με κάθε αντίο μαθαίνεις...

Ορυχεία στο φεγγάρι: Το back-up σχέδιο της Γης;

moon-colony1Μετά από δεκαετίες έρευνας και αποστολών, ο άνθρωπος είναι πλέον σε θέση να πει ότι, «γνωρίζει καλά το φεγγάρι». Σε αυτή τη γνώση και εμπειρία βασίζονται οι ιδιωτικές εταιρείες που πρωταγωνιστούν τα τελευταία χρόνια στην εξερεύνηση του Διαστήματος, όπως η Tesla και η SpaceX του Έλον Μασκ -εταιρείες που έχουν θέσει υψηλούς στόχους, μεταξύ των οποίων τα τουριστικά ταξίδια στη Σελήνη, αλλά και η εποίκηση του πλανήτη Άρη. Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Γιατί η άλλη, αφορά τον «γαλαξιακό πυρετό του χρυσού» (galactic gold rush). Εταιρείες τεχνολογίας έχουν κάνει ήδη γνωστές τις βλέψεις τους για εξόρυξη στη Σελήνη προς αναζήτηση σπάνιων γαιών, χρυσού, Ηλίου – 3 και νερού
 
Βεβαίως, το ζήτημα εγείρει πολλά ερωτήματα, όπως ποίου… ιδιοκτησία είναι το φεγγάρι, συνεπώς και οι πρώτες ύλες του ή, πόσο τελικά, οικονομικά εφικτή είναι η εξόρυξη τους;
 
Ο Ian Crawford, καθηγητής Πλανητικής Επιστήμης και Αστροβιολογίας στο Birkbeck College του Λονδίνου, αντιπρόεδρος της Βασιλικής Αστρονομικής Εταιρείας (RAS) και σύμβουλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Διαστήματος μιλά για τον «γαλαξιακό πυρετό του χρυσού».
 
«Δεν είμαι βέβαιος πόσο πραγματικά υφίσταται ο ‘πυρετός’ αυτός. Νομίζω ότι έχει γίνει απολύτως κατανοητό ότι σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας, οι οικονομίες βασίστηκαν στους ενεργειακούς και υλικούς πόρους ενός και μοναδικού πλανήτη. Τώρα, καθώς ο κόσμος συνειδητοποιεί την πρόοδο που σημειώνεται στην εξερεύνηση του Διαστήματος, γίνεται σαφές ότι ίσως είμαστε σε θέση να αξιοποιήσουμε κάποιους από τους πόρους των άλλων πλανητών» λέει ο Ian Crawford.
 
Ποιός «σπρώχνει» την υπόθεση των σεληνιακών εξορύξεων;
«Υπάρχει μία σειρά ιδιωτικών εταιρειών οι οποίες μάλιστα, έχουν καταρτίσει αντίστοιχα σχέδια. Αλλά, στην πραγματικότητα η υπόθεση δεν έχει προχωρήσει ιδιαίτερα. Τουλάχιστον όσον αφορά τους βραχυπρόθεσμούς στόχους, η ιδέα δεν επικεντρώνεται τόσο στις εργασίες εξόρυξης στο φεγγάρι για όσα χρειαζόμαστε στη Γη, αλλά στις εξορύξεις για πράγματα που θα θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε εκεί και τα οποία συνδέονται με την εξερεύνηση του Διαστήματος στο μέλλον.
Εάν αποφασίσουμε ότι θέλουμε να συνεχίσουμε την εξερεύνηση της Σελήνης και ότι, θέλουμε να δημιουργήσουμε εκεί μία ‘εστία’, μία βάση, όπως κάναμε στην Ανταρκτική, η λειτουργία της θα είχε σαφώς χαμηλότερο κόστος στην περίπτωση κατά την οποία θα χρησιμοποιούνταν σεληνιακές πηγές νερού και ενέργειας αντί να μεταφέρονται από τη Γη».
 
Τι είδους πόροι υπάρχουν στο φεγγάρι και πώς θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν;
«Κάθε χημικό στοιχείο στον Περιοδικό Πίνακα που υπάρχει στη Γη υπάρχει και στο φεγγάρι, συνεπώς, κατά μία έννοια, η Γη έχει ήδη όλα όσα ελπίζουμε ότι θα βρούμε στο φεγγάρι.
Το ισότοπο Helium-3 αποτελεί κατά τους επιστήμονες μια πιθανή μελλοντική πηγή ενέργειας για τη Γη, διότι θα μπορούσε καταρχήν να χρησιμοποιηθεί στη λειτουργία πυρηνικών σταθμών για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι το Ήλιο – 3 θα μπορούσε να καλύψει το σύνολο των ενεργειακών μας αναγκών στο μέλλον. Προσωπικά, είμαι πολύ σκεπτικός σχετικά με το θέμα. Το Ήλιο-3 υπάρχει στα σεληνιακά εδάφη, αλλά μόνο σε πολύ μικρές ποσότητες -οι τυπικές συγκεντρώσεις είναι 4 έως 10 μέρη ανά δισεκατομμύριο. Πράγμα που σημαίνει ότι, για να καλυφθούν οι ενεργειακές ανάγκες της Γης στις αρχές του 21ου αιώνα, τουλάχιστον σε ένα μεγάλο μέρος, θα έπρεπε κάθε χρόνο να κάναμε εργασίες εξόρυξης σε μία έκταση πολλών εκατοντάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων σεληνιακού εδάφους. Θα ήταν μία επιχείρηση τεραστίων διαστάσεων. Και όπως συμβαίνει με κάθε ορυκτό καύσιμο που βρίσκεται στο έδαφος επί εκατομμύρια χρόνια, άπαξ και αρχίσει η εξόρυξη του, κάποια στιγμή θα έρθει το τέλος.
 
Με άλλα λόγια, αν έχετε τα κεφάλαια που θα διασφαλίσουν τις ενεργειακές ανάγκες του μέλλοντος, δεν θα τα επενδύατε σε ακόμη ένα μη ανανεώσιμο καύσιμο όπως το Helium-3, αλλά σε αποδοτικές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Επίσης, εάν υποθέσουμε ότι, τις επόμενες δεκαετίες θα δούμε να αναδύεται μία σεληνιακή βιομηχανία εξόρυξης, τίθεται το ερώτημα, από νομικής άποψης, ποίου ιδιοκτησία είναι η Σελήνη και οι πρώτες ύλες της.
 
Τυπικά, το φεγγάρι δεν ανήκει σε κανέναν και την ίδια στιγμή ανήκει σε όλους μας, ανάλογα με την ερμηνεία που δίνει κανείς στη Συνθήκη για το Διάστημα που τέθηκε σε εφαρμογή το 1967 και αποτελεί τη νομική βάση διεθνούς δικαίου του Διαστήματος, στην οποία βασίζονται όλες οι σχετικές δραστηριότητες.
 
Σύμφωνα με τη Συνθήκη το φεγγάρι ή, οποιοδήποτε άλλο ουράνιο σώμα δεν ανήκει σε κανένα κράτος -έθνος. Η διαφορά είναι ότι, όταν συντάχθηκε η εν λόγω Συνθήκη ουδείς είχε προβλέψει ότι θα υπήρχαν ιδιωτικές εταιρείες που θα ενδιαφέρονταν να διανοίξουν ορυχεία στο φεγγάρι. Και μπορεί οι ιδιωτικές εταιρείες να μην θέλουν να οικειοποιηθούν ολόκληρο το φεγγάρι, αλλά θέλουν σίγουρα να αποσπάσουν τους πόρους του και να τους πουλήσουν. Επομένως, η Συνθήκη Outer Space Treaty είναι ασαφής σε αυτό το σημείο και προτού η εν λόγω δραστηριότητα εξελιχθεί σε μεγάλη κλίμακα, είναι εξαιρετικά σημαντικό να αποσαφηνιστεί νομικά».

Πόσο οικονομικά εφικτή είναι μία τέτοια ιστορία;
«Εξαρτάται. Ορυχεία στο φεγγάρι για επιτόπια χρήση των πόρων; Κάτι τέτοιο, ναι, είναι οικονομικά εφικτό. Ορυχεία στο φεγγάρι για κάτι που θα χρησιμοποιήσουμε στη Γη; Όχι, αυτή τη στιγμή, δεν είναι οικονομικά εφικτό». 
 
«Ένα είδος μακροπρόθεσμης ασφαλιστικής πολιτικής»
Το φεγγάρι έχει ικανοποιητικά αποθέματα σπάνιων γαιών. Στο απώτερο μέλλον ίσως χρειαστούμε τους εξωγήινους αυτούς πόρους για τις ‘πράσινες’ υψηλές τεχνολογίες μας, όπως για παράδειγμα, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Και η Γη διαθέτει τέτοια κοιτάσματα, όμως οι συνεχείς εξορύξεις την έχουν καταστρέψει.
 
Θεωρώ ότι η ιστορία αυτή είναι ένα είδος μακροπρόθεσμης ασφαλιστικής πολιτικής. Ακόμη και αν σε εκατό χρόνια έχουμε κάνει ό, τι μπορούμε για να ελαχιστοποιήσουμε το σημάδι της ανθρωπότητας στον πλανήτη, οι ανάγκες του παγκόσμιου πληθυσμού θα είναι πολύ μεγάλες για τα πεπερασμένα όρια της Γης. Λαμβάνοντας υπόψιν τα δεδομένα αυτά, η αναζήτηση πόρων στο φεγγάρι και εντός του ηλιακού μας συστήματος θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμη αν και όταν προκύψει η ανάγκη…»

Η Εποχή μας είναι ξανά, μια εποχή φόβων

Παράξενη αλλά τόσο κοινή και οικεία σε όλους μας είναι η ανακούφιση που νιώθουμε, και η αιφνίδια συρροή ενέργειας και θάρρους, όταν μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα ανησυχίας, αγωνίας, σκοτεινών προαισθημάτων, ημερών γεμάτων φόβο και άγρυπνων νυχτών, αντιμετωπίζουμε τελικά τον πραγματικό κίνδυνο: μια απειλή την οποία μπορούμε να δούμε και να αγγίξουμε.

Ή ίσως αυτή η εμπειρία να μην είναι τόσο παράξενη όσο φαίνεται αν, επιτέλους, μαθαίνουμε τι κρυβόταν πίσω από αυτό το ασαφές αλλά πείσμον αίσθημα κάποιου πράγματος φρικτού και προορισμένου να συμβεί, που συνέχιζε να δηλητηριάζει τις μέρες κατά τις οποίες θα έπρεπε να χαιρόμαστε, για κάποιο λόγο όμως δεν μπορούσαμε – και που έκανε τις νύχτες μας άγρυπνες…

Τώρα που γνωρίζουμε από που έρχεται το πλήγμα, γνωρίζουμε επίσης, αν μη τι άλλο, τι μπορούμε να κάνουμε για να το αποκρούσουμε – ή τουλάχιστον έχουμε μάθει πόσο περιορισμένη είναι η ικανότητά μας να βγούμε αλώβητοι και τι είδους απώλεια, ή βλάβη, ή πόνο, πρέπει να περιμένουμε.

Όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για δειλούς που έγιναν ατρόμητοι μαχητές όταν αντιμετώπισαν κάποιον «πραγματικό κίνδυνο», όταν η καταστροφή που περίμεναν κάθε μέρα, αλλά μάταια είχαν προσπαθήσει να φανταστούν, επιτέλους ήρθε.

Ο φόβος φτάνει στο αποκορύφωμά του όταν είναι διάχυτος, διάσπαρτος, ασαφής, όταν δεν συνδέεται με κάτι, όταν παραμένει αποσπασμένος από την πραγματικότητα και αιωρείται ελεύθερα, χωρίς σαφή αναφορά ή αιτία — όταν μας στοιχειώνει χωρίς ορατό ειρμό ή λόγο, όταν η απειλή που θα έπρεπε να φοβόμαστε μπορεί να αναφανεί φευγαλέα παντού, δεν μπορούμε όμως να την αντικρίσουμε πουθενά.

«Φόβος» είναι το όνομα που δίνουμε στην αβεβαιότητά μας: στην άγνοιά μας για την απειλή και για ό,τι πρέπει να κάνουμε – ό,τι μπορούμε και ό,τι δεν μπορούμε να κάνουμε – προκειμένου να τη σταματήσουμε καθ’οδόν – ή να της αντισταθούμε, αν η αναχαίτισή της ξεπερνά τις δυνάμεις μας.

Η εμπειρία της ζωής στην Ευρώπη του 16ου αιώνα – στο χρόνο και στον τόπο όπου η μοντέρνα εποχή μας ήταν έτοιμη να γεννηθεί – συνοψίστηκε κοφτά, και θαυμάσια, από τον Lucien Febvre σε τέσσερις μόνο λέξεις: «Peur toujours, peur partout» («φόβος πάντα, φόβος παντού»). Ο Febvre συνέδεσε την πανταχού παρουσία του φόβου με το σκοτάδι, που άρχιζε έξω από την πόρτα της καλύβας και σκέπαζε τον κόσμο έξω από το φράκτη του αγροκτήματος. Στο σκοτάδι μπορούν να συμβούν τα πάντα, ουδείς όμως γνωρίζει τι ακριβώς θα συμβεί τελικά: το σκοτάδι δεν είναι η αιτία του φόβου, είναι όμως το φυσικό περιβάλλον της αβεβαιότητας – κι επομένως του φόβου.

Η νεωτερικότητα επρόκειτο να είναι το μεγάλο άλμα προς τα εμπρός: μακριά από το φόβο και προς έναν κόσμο απαλλαγμένο από την τυφλή και αδιαπέραστη μοίρα – αυτό το θερμοκήπιο φόβων.

Όπως συλλογιζόταν ο Βίκτωρ Ουγκό, νοσταλγικά και με λυρική διάθεση εν προκειμένω: ωθημένη από την επιστήμη («ο θρόνος της πολιτικής θα μεταμορφωθεί σε θρόνο της επιστήμης»), θα έρθει μια εποχή που θα δώσει τέλος στις εκπλήξεις, τις συμφορές, τις καταστροφές – αλλά και τέλος στις διενέξεις, τις αυταπάτες, τους παρασιτισμούς… Με άλλα λόγια, μια εποχή που θα δώσει τέλος σέ όλα αυτά τα υλικά από τα οποία φτιάχνονται οι φόβοι.

Ό,τι έμελλε όμως να είναι μια οδός διαφυγής, αποδείχθηκε τουναντίον μια μακρά παράκαμψη. Πέντε αιώνες μετά, σε μας που βρισκόμαστε στο άλλο άκρο του πελώριου νεκροταφείου ρημαγμένων ελπίδων, η ετυμηγορία του Febvre ηχεί – ξανά – εντυπωσιακά ταιριαστή και επίκαιρη. Η εποχή μας είναι, ξανά, μια εποχή φόβων.

Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Ρευστός Φόβος

Νέα διαμάχη για το μυστήριο της γέννησης της Σελήνης

Δύο νέες μελέτες ρίχνουν φρέσκο νερό στον μύλο της αντιπαράθεσης των επιστημόνων για το πώς δημιουργήθηκε η Σελήνη.

Μετά από πολυετείς έρευνες και αντιπαραθέσεις οι ειδικοί συμφωνούν ότι ο φυσικός μας δορυφόρος είναι προϊόν της σύγκρουσης με τη Γη ενός γιγάντιου διαστημικού σώματος.

Εντούτοις η μελέτη της Σελήνης αποκαλύπτει συνεχώς νέα ευρήματα τα οποία δημιουργούν κενά στο παζλ που προσπαθούν να φτιάξουν οι επιστήμονες για το πώς φτιάχτηκε. Οι δύο νέες μελέτες καταλήγουν σε διαφορετικά συμπεράσματα για το πώς σχηματίστηκε η Σελήνη.

Σύμμαχος της ζωής
Προτού προχωρήσουμε στην παρουσίαση των νέων θεωριών για τη δημιουργία της Σελήνης θα πρέπει πάντως να πούμε ότι η ανακάλυψη της προέλευσής της είναι ιδιαίτερα σημαντική για πολλούς λόγους. Οι επιστήμονες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αν δεν υπήρχε η Σελήνη η Γη θα ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που γνωρίζουμε και οι συνθήκες δεν θα ήταν καθόλου ευνοϊκές για την ανάπτυξη και επιβίωση της ζωής στον πλανήτη μας.

Οι ειδικοί εκτιμούν ότι αν δεν υπήρχε η Σελήνη η Γη θα περιστρεφόταν πολύ ταχύτερα, η διάρκεια της ημέρας θα ήταν μικρότερη και οι κλιματικές συνθήκες θα ήταν ακραίες και πιθανώς χαοτικές.

Η κρατούσα θεωρία
Η θεωρία στην οποία φαίνεται ότι συγκλίνουν οι περισσότεροι επιστήμονες και την οποία στηρίζουν τα περισσότερα ευρήματα των επιστημονικών ερευνών τις τελευταίες δεκαετίες είναι αυτή της σύγκρουσης της Γης με ένα γιγάντιο διαστημικό σώμα. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, που διατυπώθηκε σε ένα συνέδριο το 1975, η Γη συγκρούστηκε με ένα διαστημικό σώμα με μέγεθος παρόμοιο με αυτό του… Άρη!

Η σύγκρουση, όπως είναι ευνόητο, ήταν κατακλυσμική εκτοξεύοντας στο Διάστημα τεράστια «θραύσματα», ένα εκ των οποίων παρέμεινε κοντά στη Γη και μετατράπηκε σε φυσικό δορυφόρο της. Μάλιστα οι θιασώτες αυτής της θεωρίας ονόμασαν το διαστημικό σώμα που έπεσε στη Γη Θεία, από τη μυθολογική μητέρα της Σελήνης.

Οι νέες μελέτες
Κρίσιμος παράγοντας επιβεβαίωσης της στενής συγγενικής σχέσης Γης και Σελήνης είναι ότι η σύνθεση της Σελήνης σε σημαντικό ποσοστό έχει κοινά στοιχεία με εκείνη της Γης. Μέχρι σήμερα όμως δεν έχει υπάρξει κάποια μελέτη που να εξηγεί χωρίς να αφήνει καμία σκιά την ακριβή διαδικασία σχηματισμού της Σελήνης.

Ερευνητές του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ στη μελέτη που πραγματοποίησαν υποστηρίζουν την εκδοχή του «κοκτέιλ» που δημιουργήθηκε από τη τρομερή σύγκρουση Γης και Θείας. Σύμφωνα με τους ερευνητές η σύγκρουση εκτίναξε στο Διάστημα γιγάντιες ποσότητες υλικών και των δύο σωμάτων (περισσότερων της Γης) τα οποία αναμίχθηκαν.

Οπως υποστηρίζουν οι ερευνητές αυτό το κοκτέιλ Γης και Θείας σχημάτισε τη Σελήνη ενώ παράλληλα σημαντικό μέρος του επέστρεψε πίσω στον «τραυματισμένο» πλανήτη μας. Ετσι εξηγούνται όπως εκτιμούν τα κοινά γεωλογικά χαρακτηριστικά Γης και Σελήνης.

Διαφορετική εκτίμηση κάνουν ερευνητές του Ινστιτούτου Τεχνολογίας του Ισραήλ που υποστηρίζουν ότι η Θεία είχε παρόμοια σύνθεση με αυτή της Γης και έτσι τα… μπάζα που προέκυψαν από τη σύγκρουση και έφτιαξαν τη Σελήνη είχαν κοινά χαρακτηριστικά. Οι δύο μελέτες δημοσιεύονται στην επιθεώρηση «Nature».

Ανυπολόγιστος ορυκτός πλούτος κρύβεται στους αστεροειδείς

Αποτέλεσμα εικόνας για добыча полезных ископаемых на астероидахΟ ανυπολόγιστος ορυκτός πλούτος που κρύβεται στους αστεροειδείς είναι ισχυρό κίνητρο για ένα νέο κεφάλαιο στη διαστημική εξερεύνηση. Οι πρώτες αποστολές ετοιμάζονται ήδη πυρετωδώς.

Πολλές εταιρείες θέλουν να δημιουρ­γήσουν ορυχεία πάνω σε αστεροειδείς για να εξορύξουν τις γιγάντιες ποσότητες ορυκτού πλούτου που διαθέτουν.

Πριν από δύο εβδομάδες πέρασε πολύ κοντά από τη Γη ο αστεροειδής 2011 UW-158. Ο αστεροειδής αυτός έχει διάμετρο 450 μέτρων αλλά το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του είναι ότι, σύμφωνα με τους επιστήμονες, στο εσωτερικό του υπάρχουν 150 εκατ. τόνοι πλατίνας. Με απλά λόγια η αξία του 2011 UW-158 υπολογίζεται σε 5,4 τρισ. δολάρια!

H έλευση του 2011 UW-158 επανέφερε στο προσκήνιο τις προσπάθειες που έχουν ξεκινήσει για την προσέγγιση αστεροειδών που περιέχουν ανυπολόγιστης αξίας ορυκτό πλούτο και τη δημιουργία ορυχείων σε αυτούς.

Οι εκτιμήσεις των ειδικών για τον ορυκτό πλούτο που κρύβεται στους αστεροειδείς είναι τέτοιες ώστε δεν προκαλεί εντύπωση η άμεση δραστηριοποίηση του ιδιωτικού τομέα στην προσπάθεια απόκτησης και εκμετάλλευσής του. Φυσικά δεν πρόκειται για ένα απλό και εύκολο εγχείρημα, όμως τα ποσά που αναφέρουν οι ειδικοί κυριολεκτικά ζαλίζουν όποιον τα ακούει.

Στον αστεροειδή 241 Germania εκτιμάται ότι υπάρχει ορυκτός πλούτος αξίας 95,8 τρισ. δολαρίων! Εχει μάλιστα ήδη δημιουργηθεί και μια λίστα στην οποία κατατάσσονται οι πέντε καλύτεροι «στόχοι».

Πρόκειται για τους εξής αστεροειδείς:
  • 162385 (2000 ΒΜ19): εκτίμηση ορυκτού πλούτου 6,4 τρισ. δολάρια.
  • 4034 Vishnu: εκτίμηση ορυκτού πλούτου 5,28 τρισ. δολάρια.
  • 5143 Heracles (1991 VL): εκτίμηση ορυκτού πλούτου 2,33 τρισ. δολάρια.
  • 65679 (1989 UQ): εκτίμηση ορυκτού πλούτου 1,74 τρισ. δολάρια.
  • 7753 (1988 XB): εκτίμηση ορυκτού πλούτου 1,31 τρισ. δολάρια.
Έχουν ήδη δημιουργηθεί τρεις μεγάλες εταιρείες (Deep Space Industries, Planetary Resources, KESE) που οργανώνονται για να ξεκινήσουν όσο το δυνατόν συντομότερα τις προσπάθειες εξόρυξης διαστημικών ορυκτών. Ωστόσο δεν έχει ξεκαθαριστεί ακόμη το νομικό πλαίσιο, με κυρίαρχο ζήτημα την ιδιοκτησία των αστεροειδών, δηλαδή το αν και σε ποιον ανήκουν.

Η Παγκόσμια Συνθήκη Διαστήματος που είχε υπογραφεί το 1967 αναφέρει ότι οι αστεροειδείς αποτελούν «παγκόσμια περιουσία» και δεν έχει γίνει ακόμη σαφές τι τελικά θα ισχύσει.

Οποιος καταφέρνει να φτάσει πρώτος σε έναν αστεροειδή θα αποκτά αυτοδικαίως κυριαρχικά δικαιώματα σε αυτόν ή θα πρέπει να πάρει πρώτα άδεια από κάποια επίσημη Αρχή; Με βάση τις εξελίξεις το ερώτημα αυτό αναμένεται να απαντηθεί πολύ σύντομα.

Τι κρύβουν τελικά οι αστεροειδείς;
«Οι αστεροειδείς θεωρούνται εξαιρετικά υψηλής αξίας διαστημικά υλικά, καθώς περιέχουν πολλά χημικά στοιχεία σε συγκεντρώσεις πολλαπλάσιες των αντιστοίχων μετάλλων που υπάρχουν στον φλοιό της Γης. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ο σίδηρος, το κοβάλτιο και το νικέλιο, χημικά στοιχεία που περιέχονται σε βιομηχανικά υλικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή και συντήρηση διαστημικών σταθμών, είναι αυξημένα κατά 4, 27 και 155 φορές σε σχέση με τις αντίστοιχες περιεκτικότητες στον στερεό φλοιό της Γης. Παρομοίως, τα πολύτιμα μέταλλα της ομάδας των πλατινοειδών, όπως το παλλάδιο, ο λευκόχρυσος, το όσμιο και το ιρίδιο, είναι αυξημένα κατά 44, 196, 440 και 540 φορές σε σχέση με τις αντίστοιχες συγκεντρώσεις στον φλοιό της Γης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα στα τέσσερα κατασκευαστικά προϊόντα χρησιμοποιούν τα πλατινοειδή (π.χ. οθόνες LCD, θεραπείες για τον καρκίνο, καταλύτες αυτοκινήτων κ.τ.λ.). Ενας αστεροειδής διαμέτρου 500 μέτρων είναι πιθανό να περιέχει πολύ περισσότερη ποσότητα πλατινοειδών μετάλλων από όση έχει εξορυχθεί συνολικά στη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας».

Ποια σώματα στοχεύει η διαστημική βιομηχανία εξόρυξης μετάλλων;
«Σε πρώτη φάση στόχος είναι η εξερεύνηση και η εξόρυξη πολύτιμων στοιχείων από αστεροειδείς που κινούνται όχι στη μεγάλη ζώνη αστεροειδών μεταξύ του Αρη και του Δία, αλλά σε εκείνους που βρίσκονται σε τροχιά κοντά στη Γη. Ενα βασικό πλεονέκτημα για τη μελέτη αυτών των αστεροειδών είναι το μικρό τους μέγεθος και οι συνθήκες έλλειψης βαρύτητας στην επιφάνειά τους. Αποτέλεσμα είναι ότι δεν απαιτείται η προσεδάφιση κάποιου διαστημοπλοίου σε αυτά τα σώματα, αλλά, αντίθετα, η «αγκίστρωση» ενός διαστημοπλοίου πάνω σε αυτά και η επακόλουθη μεταφορά του αστεροειδούς σε μια επιθυμητή θέση».

Σε ποιο στάδιο προετοιμασίας βρισκόμαστε;
«Ηδη στις 16 Ιουλίου 2015 ξεκίνησε μια αποστολή 90 ημερών για το διαστημικό όχημα Arkyd3Reflight (A3R). Στόχος είναι ο έλεγχος των πτητικών συστημάτων και του λειτουργικού του οχήματος, με σκοπό να χρησιμοποιηθούν μελλοντικά στο διαστημόπλοιο που θα αναχωρήσει για την εξερεύνηση πλούσιων σε πολύτιμα στοιχεία αστεροειδών κοντά στη Γη. Η επόμενη αποστολή, Arkyd-6 (A6), ξεκίνησε στο τέλος του 2015, και θα ελέγξει τα συστήματα τηλεπικοινωνίας, αεροπλοΐας και ενέργειας. Επίσης θα τοποθετηθούν αισθητήρες ανίχνευσης και χαρακτηρισμού των διαθέσιμων πόρων στους αστεροειδείς που είναι πλούσιοι σε νερό. Θα χρησιμοποιηθεί η τεχνολογία υπέρυθρης απεικόνισης ενδιάμεσου μήκους κύματος, με σκοπό την ακριβή μέτρηση των θερμοκρασιακών μεταβολών και δεδομένων που σχετίζονται με την παρουσία νερού (νερό σε υγρή-στερεή μορφή ή ενδομημένο σε ορυκτά)».

Πόσο εύκολη είναι η εξόρυξη σε έναν αστεροειδή;
«Σύμφωνα με τον Κρις Λεβίτσκι, πρόεδρο της Planetary Resources, η εξόρυξη μετάλλων από έναν αστεροειδή ενδεχομένως να είναι πιο εύκολη από την αντίστοιχη στη Γη. Τούτο στηρίζεται στο ότι το περιβάλλον ενός αστεροειδούς είναι αρκετά ομοιογενές και απλό σε σχέση με το γήινο (απουσία ποταμών, ηφαιστείων, λεκανών, ρηγμάτων)».

Ποιο θα είναι το πρώτο υλικό που θα γίνει προσπάθεια εξόρυξής του από διαστημικούς βράχους;
«Το νερό. Η μεταφορά νερού από τη Γη στο Διάστημα είναι εξαιρετικά κοστοβόρος διαδικασία για μια αποστολή. Για παράδειγμα, η εξόρυξη ενός τόνου νερού από έναν αστεροειδή ισοδυναμεί με όφελος στον προϋπολογισμό της αποστολής ίσο με 50 εκατ. δολάρια. Ηδη έχουν βρεθεί αστεροειδείς-στόχοι που περιέχουν μεγάλες ποσότητες νερού. Ενας από τους προτεινόμενους, χαμηλού κόστους, μηχανισμούς εξόρυξης του νερού βασίζεται στη συλλογή του ηλιακού φωτός και στην κατεύθυνσή του σε συγκεκριμένα τμήματα ενός αστεροειδούς, που θα προκαλέσουν την τήξη και την εξάτμιση του υπάρχοντος πάγου. Εν συνεχεία, χρησιμοποιώντας τις εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες που επικρατούν στο Διάστημα, το νερό συμπυκνώνεται μέσα σε μεγάλες δεξαμενές. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να φυλαχθούν και να μεταφερθούν οπουδήποτε καταστεί δυνατό αρκετοί τόνοι νερού υπό μορφή πάγου.

Η τεχνολογία εξαγωγής μετάλλων δεν είναι τόσο ανεπτυγμένη αν συγκριθεί με την αντίστοιχη για την εξαγωγή νερού. Ωστόσο έχουν προγραμματιστεί αποστολές, όπως αυτή στον αστεροειδή Bennu, τον Οκτώβριο του 2018, που έχουν ως κύριο σκοπό τη λεπτομερή μελέτη δειγμάτων που θα ληφθούν από την επιφάνεια του αστεροειδούς και θα επιστρέψουν στη Γη. Επιπλέον, στη διάρκεια της αποστολής θα αναπτυχθούν τεχνολογίες με σκοπό τη συμβολή στην εξερεύνηση των αστεροειδών και στην εξόρυξη σε αυτούς».

Ποια είναι τα επόμενα βήματα;
«Σκοπός μου είναι η οργάνωση μιας ερευνητικής ομάδας (σε συνεργασία με πανεπιστήμια του εξωτερικού – Caltech, UC San Diego, Natural History Museum of Vienna), ώστε να προταθεί αίτηση χρηματοδότησης προς την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Διαστήματος ή, γενικότερα, την Ευρωπαϊκή Ενωση».
 

Η φιλία κατά τον Αριστοτέλη: Τρία τα είδη της

Σε ηλικία 17 ετών, ο Αριστοτέλης γράφτηκε στην Ακαδημία του Πλάτωνα, στην οποία θα έμενε για 20 χρόνια. Ο νεαρός Αριστοτέλης θα γινόταν ο καλύτερος μαθητής της Ακαδημίας που ιδρύθηκε από τον άνθρωπο που έμεινε στην ιστορία ως ο πατέρας της φιλοσοφίας. Είχε, βλέπετε, την τάση να κάνει πολλές ερωτήσεις και να απαντά σε ακόμα περισσότερες.

Η ακριβής χρονολογία της αναχώρησής του από την Ακαδημία είναι αμφιλεγόμενη, αλλά εικάζεται πως έφυγε λίγο μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, καθώς δεν του άρεσε η νέα τάξη των πραγμάτων στη σχολή, μετά τη «φυγή» του δασκάλου του. Ωστόσο, στα χρόνια που ακολούθησαν, θα διαφωνούσε με πολλές από τις βασικές ιδέες του.
 
Δεν μπορούμε να ξέρουμε πόσα ακριβώς έγραψε ο Αριστοτέλης, αλλά ακόμα και από αυτό το μέρος της δουλειάς του που έχει διασωθεί μέχρι σήμερα, είναι ασφαλές να συμπεράνουμε πως το εύρος των θεμάτων που ασχολήθηκε, είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Όλα τα πεδία, επιστημονικά και μη, από την αστρονομία και τη φυσική, μέχρι την ηθική και τα οικονομικά, έχουν επηρεαστεί από τον Αριστοτέλη. Για παραπάνω από 2.000 χρόνια μετά τον θάνατό του, έχει κατορθώσει να παραμείνει ένας από τους πιο γνωστούς στοχαστές της ιστορίας.
 
Ενώ, λοιπόν, η επιρροή του είναι φανερή σε πολλά θέματα της σημερινής εποχής, κάποιες από τις πιο εύστοχες παρατηρήσεις του σχετίζονται με τη φιλία. Έβλεπε τη φιλία ως μία από τις πραγματικές χαρές της ζωής και θεωρούσε πως για να ζήσει κάποιος μια ευτυχισμένη ζωή, χρειάζεται μια πραγματική φιλία. Με δικά του λόγια:
 
«Η φιλία είναι ένα είδος αρετής ή τουλάχιστον συνυφασμένη με την αρετή. Εκτός όμως απ΄ αυτό, η φιλία είναι και πράγμα πάρα πολύ αναγκαίο στη ζωή του ανθρώπου, γιατί κανείς δεν θα προτιμούσε να ζει χωρίς φίλους, έστω κι αν έχει στην κατοχή του όλα τα άλλα αγαθά. Γι΄αυτό ακόμα και οι πλούσιοι και εκείνοι που κατέχουν αξιώματα και πολιτική εξουσία, πιστεύουν ότι η παρουσία φίλων είναι πολύ μεγάλη ανάγκη. Εξάλλου οι άνθρωποι στη φτώχεια και στις άλλες δυστυχίες τους, πιστεύουν ότι το μόνο καταφύγιο είναι οι φίλοι. Επιπλέον, οι φίλοι συνδράμουν τους νέους, ώστε να τους αποτρέψουν από τα λάθη, και, προκειμένου, για τους μεγάλους στην ηλικία, τους φροντίζουν και αναπληρώνουν τις δυνάμεις που τους λείπουν. Δύο πηγαίνουν μαζί, διότι και οι δυο είναι πιο ικανοί να κατανοήσουν από κοινού και να ενεργήσουν».
 
Οι συμπτωματικές φιλίες
Ο Αριστοτέλης υπογράμμισε δύο συνηθισμένα είδη φιλίας που βασίζονται περισσότερο στη σύμπτωση, παρά στην πρόθεση.
 
1) Φιλία ωφελιμότητας
Η πρώτη είναι η φιλία που βασίζεται στην ωφελιμότητα. Σε αυτό το είδος φιλίας, τα δύο μέρη δεν τρέφουν αληθινά φιλικά συναισθήματα, αλλά διατηρούν τη σχέση τους γιατί αποκομίζουν οφέλη.
 
Αυτή η φιλία, δεν είναι μόνιμη. Όταν τελειώνουν τα οφέλη, συνήθως τελειώνει και η φιλία. Ο Αριστοτέλης παρατήρησε πως αυτή η σχέση είναι πιο συνηθισμένα ανάμεσα σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.
 
Ένα σωστό παράδειγμα τέτοιας φιλίας, είναι οι σχέσεις που φτιάχνουμε με συνάδελφους στη δουλειά. Μπορεί όντως να περνάμε καλά μαζί, αλλά μόλις η κατάσταση αλλάξει, συνήθως αλλάζει και η φύση της σχέσης μας.
 
2) Φιλία απόλαυσης
Αντίστοιχα, το δεύτερο είδος συμπτωματικής φιλίας βασίζεται στην απόλαυση. Αυτό, όμως, είναι πιο συνηθισμένο σε νεαρούς ανθρώπους. Είναι το είδος φιλίας που παρατηρείται ανάμεσα σε συμμαθητές, συμφοιτητές και άτομα που ανήκουν στην ίδια αθλητική ομάδα.
 
Η πηγή της φιλίας είναι πιο συναισθηματική, αλλά ταυτόχρονα, είναι το είδος της φιλίας που συνήθως κρατάει λιγότερο. Μόλις τα ενδιαφέροντα των φίλων πάψουν να είναι κοινά, σταματάει και η απόλαυση και κατά επέκταση, η φιλία. Συνήθως, αυτό συμβαίνει, επειδή μεγαλώνουμε, ωριμάζουμε και αλλάζουμε.
 
Οι περισσότερες φιλίες, ανήκουν σε αυτές τις δύο κατηγορίες και ενώ ο Αριστοτέλης ποτέ δεν τις χαρακτήρισε με αρνητικό τρόπο, πίστευε πως το μικρό βάθος τους περιόριζε την ποιότητά τους.
Είναι καλό, για την ακρίβεια, είναι απαραίτητο, να έχουμε συμπτωματικές φιλίες, αλλά μπορούμε να τα πάμε ακόμα καλύτερα.
 
Η φιλία της αρετής και του αγαθού
Η τελευταία μορφή φιλίας που κατέγραψε ο Αριστοτέλης είναι η καλύτερη από όλες. Αντί να βασίζεται στο συμφέρον ή στην απόλαυση, το τρίτο είδος φιλίας βασίζεται στην κοινή εκτίμηση των αρετών και των ιδανικών, ανάμεσα στα δύο μέρη. Είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι και οι αξίες, τις οποίες αντιπροσωπεύουν που αποτελούν το κίνητρο διατήρησης των φιλικών δεσμών.
 
Συνήθως, αυτή η φιλία κρατάει μέχρι τέλους, αλλά για τη δημιουργία της απαιτείται η ύπαρξη ενός βασικού επίπεδου καλοσύνης στο καθένα από τα δύο άτομα. Σαν να μην έφτανε αυτό, απαιτούν χρόνο και εμπιστοσύνη για να σφυρηλατηθούν σωστά.
 
Οι άνθρωποι που δεν έχουν ενσυναίσθηση και δεν νοιάζονται για τον συνάνθρωπό τους συχνά αποτυγχάνουν να αναπτύξουν τέτοιες σχέσεις και καταλήγουν στα πρώτα δύο είδη φιλιών. Ο κάθε άνθρωπος έχει περισσότερες πιθανότητες να πετύχει αυτό το επίπεδο φιλίας με κάποιον που ξέρει πολύ καλά, τον έχει δει στη χειρότερη φάση της ζωής του και έπειτα τον είδε να την ξεπερνάει. Το ίδιο πράγμα ισχύει και για φίλους που αντιμετώπισαν και ξεπέρασαν μαζί τις ίδιες δυσκολίες.
 
Πέρα από το βάθος και την οικειότητα που προκύπτει σε αυτές τις σχέσεις, η ομορφιά τους κρύβεται και στο γεγονός πως συμπεριλαμβάνουν τα πλεονεκτήματα και από τα δύο προηγούμενα είδη φιλίας. Είναι ωφέλιμες και απολαυστικές.
 
Όταν σέβεσαι τον άλλον και νοιάζεσαι για το καλό του, χαίρεσαι και μόνο που είσαι μαζί του, μπορείτε να βρείτε πράγματα που θα διασκεδάσουν και τους δύο σας, αλλά και να βοηθήσετε ο ένας τον άλλον.
 
Αυτές οι σχέσεις απαιτούν χρόνο και προσπάθεια, αλλά όταν ανθίσουν, οι καρποί τους είναι η εμπιστοσύνη, ο θαυμασμός και το δέος, δηλαδή οι πιο γλυκοί καρποί που έχει να μας προσφέρει η ζωή.
 
Δείξε μου τον φίλο σου…
Αν σε διαβάζουν για πάνω από 2.000 χρόνια, τότε κάτι πρέπει να έχεις κάνει σωστά.
 
Ο Αριστοτέλης μάς έμαθε να εξετάζουμε τον κόσμο εμπειρικά και ενέπνευσε γενιές στοχαστών και φιλοσόφων να αναθεωρήσουν τον ρόλο και την αξία της ηθικής στην καθημερινότητά μας.
 
Για τον μέσο άνθρωπο, όμως, τα πιο χρήσιμα διδάγματα του Αριστοτελή, με αξία και στη σημερινή εποχή, είναι αυτά που σχετίζονται με τις καλές σχέσεις. Ο Αριστοτέλης είδε την αξία των συμπτωματικών φιλιών, αλλά η προσωρινή τους φύση, τον έσπρωξε να να τις απορρίψει. Στα μάτια του, δεν είχαν γερά θεμέλια.
 
Για αυτό τον λόγο, επιχειρηματολόγησε υπέρ της καλλιέργειας ενάρετων σχέσεων, οικοδομημένες σε καλές προθέσεις, προσπάθεια και αμοιβαία εκτίμηση του χαρακτήρα και της καλοσύνης που έχει η κάθε πλευρά. Ήξερε πως το πέρασμα του χρόνου δεν θα μπορούσε να φθείρει μια τέτοια φιλία. Αντίθετα, πιθανώς θα την ενίσχυε. Για τον Αριστοτέλη, λίγα πράγματα πλησίαζαν την αξία μιας τέτοιας φιλίας.
 
Και η σκέψη του έχει βάση. Σε τελική ανάλυση, οι δεσμοί που δημιουργούμε με τους άλλους, διαμορφώνουν την ποιότητα ζωής μας. Είμαστε και γινόμαστε, τα άτομα με τα οποία συναναστρεφόμαστε.

Εισαγωγή στον Καρτέσιο

O Καρτέσιος – ή Renatus Cartesius, αν θα έπρεπε να παρατεθεί η πλήρης λατινική απόδοση τον ονόματος τον γάλλου φιλοσόφου και μαθηματικού Rene Descanes, πράγμα που συνηθιζόταν στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, οπότε τα λατινικά ήταν η διεθνής γλώσσα των λογίων – γεννήθηκε το 1596 σε μια μικρή πόλη της κεντροδυτικής Γαλλίας.

O Καρτέσιος, του οποίου η συμβολή στα μαθηματικά υπήρξε άκρως σημαντική θεωρείται ως ο πατέρας της νεότερης φιλοσοφίας, μια και ήταν εκείνος που πέτυχε να απελευθερώσει τον στοχασμό από τον σχολαστικισμό, τη διδασκαλία που επί αιώνες διαμορφώθηκε στις σχολές των πανεπιστημίων της δυτικής Ευρώπης και κρατούσε δέσμια την εξέλιξη της γνώσης.

Σε αντίθεση, δηλαδή, προς τη διδασκαλία του σχολαστικισμού, σύμφωνα με την οποία η γνώση, για να είναι έγκυρη, θα έπρεπε να συνάδει προς την πίστη στον θεό και τις θεωρίες τον Αριστοτέλη, ο Καρτέσιος υποστήριξε ότι ο άνθρωπος όφειλε, για να βρει την αλήθεια, να βασιστεί αποκλειστικά στις δυνάμεις του νου.

Προς τούτο, κατά τον Καρτέσιο, έπρεπε να απαλλαγεί κανείς από κάθε προκατάληψη, από κάθε συμπέρασμα που στηρίζεται σε θεωρίες και αντιλήψεις άλλων, όσο αξιόλογοι κι αν συμβαίνει να είναι αυτοί, και να μην διακατέχεται από τη βιασύνη να φτάσει άρον-άρον στην αλήθεια, αλλά υπομονετικά και συστηματικά να ελέγχει το κάθε βήμα του προς τη γνώση χωρίς να αφήνει κενά, να κάνει παλινδρομήσεις και να προβαίνει σε περιττές συλλήψεις ή εκδοχές, και να μην δέχεται τίποτε σαν σωστό, αν δεν διαπιστώσει ότι, τελικά, αυτό παρουσιάζεται στον νου με τόση σαφήνεια και ευκρίνεια, ώστε να είναι αδύνατον να το αμφισβητήσει οποιοσδήποτε.

O Καρτέσιος, θέλοντας να βρει μια τέτοια πέραν πάσης αμφιβολίας αλήθεια, πάνω στην οποία θα μπορούσε στη συνέχεια να θεμελιώσει με ασφάλεια τη διδασκαλία του, αποφάσισε να ακολουθήσει την τακτική των οπαδών του σκεπτικισμού : να αμφισβητεί, δηλαδή, όπως εκείνοι, το καθετί. Ναι, λέει ο Καρτέσιος, μπορώ, πράγματι, να αμφιβάλλω για όλα. Για να αμφιβάλλω, όμως, σχετικά με κάτι, θα πρέπει να έχω βάλει το μυαλό μου να σκεφτεί ότι αυτό που μου προβάλλεται έτσι ενδέχεται να είναι κι αλλιώς, γιατί, διαφορετικά, αν ήμουν ένας παθητικός δέκτης, ένα υποκείμενο που δεν σκέφτεται, θα υιοθετούσα χωρίς καμιά διάθεση αντίστασης εκείνο που προβάλλεται σαν πραγματικό. Κατά συνέπεια, η δυνατότητα μου να αμφιβάλλω υποδηλώνει το γεγονός ότι σκέφτομαι, το οποίο, με τη σειρά του, συνεπάγεται κατ’ ανάγκην το γεγονός ότι υπάρχω. Γιατί, πώς θα μπορούσα να αμφιβάλλω, αν δεν υπήρχα; Σκέφτομαι, άρα υπάρχω.

Αυτή είναι η προφανής αλήθεια, κατά τον Καρτέσιο, που ουδείς έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει. Έτσι ο Καρτέσιος μεταχειρίζεται μεν, όπως οι οπαδοί του σκεπτικισμού, την αμφιβολία, με διαφορετικό, όμως, σκοπό από αυτούς. Αντί για τη στείρα άρνηση, στην οποία στοχεύουν οι οπαδοί του σκεπτικισμού, ο Καρτέσιος επιχείρησε μέσω της αμφιβολίας να κατοχυρώσει μια πέραν πάσης αμφισβήτησης αλήθεια, την βεβαιότητα για την ύπαρξη του εαυτού του.

Έχοντας, λοιπόν, εξασφαλίσει τη βεβαιότητα της ύπαρξης του εαυτού του ο Καρτέσιος προχωρεί στη συνέχεια στην ανατροπή της αμφιβολίας για τα πράγματα γύρω του. Οτιδήποτε παρατηρούμε στον κόσμο, το αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, οι οποίες είναι γεγονός ότι μας εξαπατούν. Για παράδειγμα, μια ράβδος μισοβυθισμένη σε ένα δοχείο με νερό έχομε την εντύπωση πως πρόκειται για μία λυγισμένη ράβδο, ενώ είναι ίσια.

Επειδή η σύνεση απαιτεί να μην εμπιστεύεται κανείς εκείνους που τον εξαπατούν, ο Καρτέσιος, ως εχέφρων άνθρωπος που ήθελε να λογίζεται, υπέθεσε ότι όλα όσα παρατηρεί γύρω του μπορεί, επειδή τα συλλαμβάνει μέσω των αισθήσεων, να είναι απατηλά. Το χειρότερο δε, υποστήριξε, είναι να πιστεύει ότι όσα του προσφέρουν οι αισθήσεις είναι όπως υπάρχουν στην πραγματικότητα – σαν να υπήρχε μέσα του ένας κακόβουλος δαίμονας που ήθελε να ίον παραπλανά.

Μοναδική ελπίδα του για να αντιμετωπίσει τον κακόβουλο αυτόν δαίμονα δεν θα μπορούσε να είναι παρά κάποιος με μεγαλύτερη δύναμη από τον ίδιο, ήγουν ο Θεός, ο οποίος, ένεκα της άπειρης καλοσύνης που διαθέτει, δεν θα ήταν διατεθειμένος να τον αφήνει να ζει σε μια ολοκληρωτική πλάνη.

Το ζήτημα, βέβαια, είναι αν υπάρχει πράγματι ο Θεός. O Καρτέσιος, ακολουθώντας την αρχή που ο ίδιος έβαλε σαν κανόνα στη ζωή του, να μην υιοθετεί, δηλαδή, τίποτε αν δεν το έχει ερευνήσει ο ίδιος έτσι, που να του παρουσιάζεται τόσο ολοφάνερο στον νου, ώστε να μην μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς, ήταν επόμενο να μην συναινέσει στην άποψη ότι ο Θεός υπάρχει μόνο και μόνο επειδή μια τέτοια πεποίθηση του παραδόθηκε, αλλά να αποδεχθεί την ύπαρξη^ του Θεού εφόσον μπορούσε να την αποδείξει. Προσπάθησε, λοιπόν, να σκεφτεί ένα επιχείρημα για την ύπαρξη του Θεού, το οποίο, κατά τη γνώμη του, δεν θα άφηνε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Και πιο ήταν αυτό;

Μέσα στη ψυχή μας, παρατήρησε ο Καρτέσιος, μεταξύ των ιδεών και των εννοιών υπάρχουν και ορισμένες που δεν τις σχηματίσαμε μόνοι μας – σε αντίθεση, ας πούμε, με την ιδέα του κόκκινου χρώματος, που την αποκτήσαμε κοιτώντας διαφορά κόκκινα αντικείμενα – αλλά υπήρχαν εξαρχής μέσα μας, πριν από τη γέννηση μας, είναι, δηλαδή, έμφυτες, όπως η ιδέα της τελειότητας, την οποία εμείς, ως πεπερασμένα και ατελή πλάσματα, δεν θα μπορούσαμε να την έχομε σχηματίσει.

H ιδέα της τελειότητας θα πρέπει να έχει εμφυτευτεί μέσα μας από κάποιο τέλειο ον. Και ως τέλειο ον ορίζεται ο Θεός, Ακόμη και τον άθεο, αν τον ρωτήσεις τι σημαίνει η λέξη “Θεός”, θα σου πει ότι είναι ένα τέλειο ον, το οποίο, απλώς, ο ίδιος θεωρεί οτι δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Έτσι, όμως, ο άθεος φαίνεται να αντιφάσκει. Γιατί, κατά τον Καρτέσιο, τέλειο είναι ένα ον που δεν του λείπει τίποτε. Έτσι, ο Θεός, ως τέλειο ον, θα πρέπει να διαθέτει και άπειρη καλοσύνη και παντοδυναμία και τέλεια σοφία και … και… και ύπαρξη. Γιατί αν ο Θεός δεν υπήρχε, θα ήταν ένα τέλειο ον το οποίο δεν είναι τέλειο, πράγμα αντιφατικό και, ως εκ τούτου, αδύνατον υποστηριχθεί πουθενά και ποτέ.

Όπως, δηλαδή, δεν μπορεί, επειδή είναι αντιφατικό, να υπάρξει πουθενά και ποτέ ένα τρίγωνο που δεν έχει τρεις γωνίες, έτσι δεν μπορεί να υποστηριχθεί πουθενά και ποτέ ότι ο Θεός δεν υπάρχει, αφού ένας τέτοιος ισχυρισμός θα ισοδυναμούσε με το να προβεί κανείς στην αντιφατική διατύπωση ότι ένα τέλειο ον δεν είναι τέλειο. Άρα, ο Θεός υπάρχει κατ ανάγκην.

Έτσι, κατά τον Καρτέσιο, από τη στιγμή που είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε ότι ο Θεός υπάρχει, έχομε κάθε δικαίωμα να υποθέτομε ότι, όσο κι αν ο κακόβουλος δαίμονας μέσα μας θέλει να μας εξαπατά, δεν είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε μέσα σε ολοκληρωτική πλάνη.

O Θεός, ο οποίος, ως εκ της παντοδυναμίας του, έχει την ικανότητα να επιβληθεί στον κακόβουλο δαίμονα και να περιορίσει τη δράση τον, δεν θα ήθελε ποτέ, ένεκα της άπειρης καλοσύνης του, να πλανιόμαστε σε κάθε περίπτωση. Τούτο απλά σημαίνει ότι δεν μπορεί όλες οι παραστάσεις που μας προσφέρουν οι αισθήσεις για τα πράγματα γύρω μας να είναι απατηλές. Το ζητούμενο, βέβαια, είναι ποιες από ης παραστάσεις των αισθήσεων μας είναι απατηλές και ποιες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αυτό είναι ένα ζήτημα που καλείται ο καθένας μας να το ξεδιαλύνει, να κρίνει, δηλαδή, μόνος τον ποιες από τις παραστάσεις των αισθήσεων του είναι απατηλές και ποιες αντιστοιχούν στην πραγματικότητα.

O Καρτέσιος, απλώς, υποδεικνύει στον καθένα μας ποια είναι τα κριτήρια που θα πρέπει να χρησιμοποιήσει, για να διακρίνει τις μεν από ης δε. Και τα κριτήρια της αλήθειας δεν είναι άλλα από τη σαφήνεια και την ευκρίνεια.

Αν, για παράδειγμα, βλέποντας μια σκιά μέσα στο μισοσκόταδο υποθέσω ότι είναι άνθρωπος, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα καλόγερο των ρούχων, η αιτία της πλάνης μου είναι πως δεν μπορώ να δω σαφώς και ευκρινώς. Από τη στιγμή, όμως, που θα ανάψω το φως και η εικόνα που βλέπω θα αποκτήσει σαφήνεια και ευκρίνεια, μπορώ βάσιμα να ισχυριστώ ότι υπάρχει απέναντι μου ένας καλόγερος ρούχων, και όχι ένας άνθρωπος.

Αυτή, λοιπόν, σε γενικές γραμμές, είναι η θεωρία τον Καρτέσιου για την πραγματικότητα, στην οποία διέκρινε τρεις κατηγορίες όντων: τον Θεό που, ως άυλος είναι καθαρό πνεύμα, τον κόσμο των ανόργανων σωμάτων, των φυτών και των ζώων, τα οποία συνίστανται σε σώματα, και τους ανθρώπους, που συντίθενται από σώμα και από ψυχή.

O Καρτέσιος διέκρινε ριζικά χους ανθρώπους από τα ζώα θεωρώντας ότι τα τελευταία αυτά είναι όπως οι μηχανές – σώματα, δηλαδή, που επιτελούν ορισμένες λειτουργίες, όπως η αναπνοή, η κυκλοφορία τον αίματος, η θρέψη κ.τ.λ, χάρη στις οποίες συντηρούνται αυτά στη ζωή – χωρίς τη δυνατότητα να έχουν σκέψεις ή αισθήματα που δεν συνδέονται με το σώμα , σε αντίθεση με τους ανθρώπους, στους οποίους πίσω από το σώμα, τη μηχανή που επιτελεί τις απαραίτητες για να συντηρηθούν στη ζωή λειτουργίες, υπάρχει και η ψυχή, μια άυλη οντότητα, που συνιστά, σε τελευταία ανάλυση, και την ουσία τους.

Είναι γνώρισμα των μεγάλων φιλοσόφων, πέρα από την αναμφισβήτητη συμβολή τους στην εξέλιξη των ιδεών, οι θεωρίες των να αποτελούν αντικείμενο συζητήσεων, αντιπαραθέσεων και αμφισβήτησης. Έτσι, μπορεί μεν ο Καρτέσιος να θεωρείται ο πατέρας της νεότερης φιλοσοφίας, καθόσον με τη μέθοδο που υπέδειξε απεγκλώβισε τον στοχασμό από το δίχτυ της διδασκαλίας του σχολαστικισμού, παράλληλα, όμως, οι θεωρίες του, όπως εκείνες για την ύπαρξη έμφυτων ιδεών, για τη σχέση σώματος και ψυχής ή για την ύπαρξη του Θεού, δημιούργησαν έντονο προβληματισμό, συνεχίζοντας ως σήμερα να αποτελούν αφορμή για συζητήσεις και αντιπαραθέσεις και να κρατούν, έτσι, ζωντανή την παρουσία του στη μνήμη μας.

Τα τελευταία λόγια που ο Καρτέσιος πεθαίνοντας ψιθύρισε ήταν: “ψυχή μου πρέπει να φύγεις”.

O σκεπτικισμός σαν συστηματική άρνηση της αλήθειας και της γνώσης εμφανίζεται στο πλαίσιο της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας με δυο μορφές: ως ακαδημαϊκός σκεπτικισμός, σύμφωνα με τον οποίο δεν υπάρχει αλήθεια και, ως εκ τούτου, είναι μάταιο να προσπαθεί κανείς να τη γνωρίσει και ως πυρρωνισμός, σύμφωνα με τον οποίο οποία άποψη κι αν υιοθετήσει κανείς, μπορεί να ανατραπεί από κάποια άλλη, η οποία, με τη σειρά της, μπορεί να ανατραπεί από κάποια άλλη άποψη και ούτω καθεξής στο διηνεκές. Έτσι ώστε, αν θα ήθελε κανείς να έχει την ησυχία του, το καλύτερο είναι να μπει μην στο παιχνίδι αυτό της αναζήτησης της αλήθειας, να επέχει.