Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

Θρησκεία - Αθεΐα - Αγνωστικισμός – Αθρησκεία - Μυθικισμός

Θα προσπαθήσουμε εδώ να δούμε κάποιες ορολογίες, να ξεκαθαρίσουμε την σημασία τους και την εξέλιξή τους, όπως και την μεταξύ τους σχέση.

Θρησκεία
Η θρησκεία είναι ένα ανθρώπινο φαινόμενο όπως έχει δείξει η ανθρωπολογία και από τότε που έχουμε τις πρώτες καταγραφές και αρχαιολογικά ευρήματα, οι πρόγονοί μας απέδιδαν όλες τις καταστροφές και τα φυσικά φαινόμενα στην οργή των θεών ή ακόμα και στο πνεύμα των προγόνων. Οι θεοί ή και τα πνεύματα ήταν κάποια υπερφυσικά όντα που για τους παλαιούς ανθρώπους, αντιπροσώπευαν ή έλεγχαν τις δυνάμεις της φύσης και που οι άνθρωποι όφειλαν να τους εξευμενίσουν για να είναι ο βίος τους καλύτερος.

Αυτή είναι και η φύση και ουσία του πολυθεϊσμού. Όχι μόνο η κάθε άγνωστη ή γνωστή δύναμη ήταν και ένας νέος θεός, αλλά και κάθε στοιχείο της φύσης, κάθε ποτάμι, πηγή και δένδρο ακόμα, ήταν στοιχείο αυτού του πανθέου. Όλη η φύση εθεωρείτο ένθεη και φυσικά οι θεοί δεν είχαν σχέση με την προέλευσή της, για την οποία θεωρούσαν ότι είναι αιώνια, ή ότι η δημιουργία της ήταν μια ενέργεια μεγαλύτερη και δυνατότερη από τους θεούς. Επίσης χαρακτηριστικό της αρχαίας θρησκείας είναι ότι οι θεοί δεν ήταν αναρχικοί ή άναρχοι, αλλά υπόκεινταν σε νόμους και ισορροπίες και το κυριότερο στον νόμο της Ανάγκης. Είναι προφανές πλέον ότι η θρησκεία είναι ένα ξεκάθαρο ανθρώπινο δημιούργημα που καλύπτει συγκεκριμένες ανάγκες και δεν προέρχεται από καμία εξωανθρώπινη αιτία.

Πολυθεϊσμός
Φυσικά υπήρχαν κάποιοι θεοί που ήταν σπουδαιότεροι από τους άλλους, πιο δημοφιλείς θα λέγαμε, όπως έχουμε το ελληνικό Δωδεκάθεο. Σε άλλες ανατολικές χώρες, οι δημοφιλείς θεοί ήταν μάλλον λιγότεροι και από εκεί θα δούμε ότι από αυτούς ξεχώρισε και ο μονοθεϊσμός.

Εδώ πρέπει να κάνουμε έναν σαφή διαχωρισμό του πολυθεϊσμού της περιοχής του Αιγαίου και της ευρύτερης περιοχής της Μεσογείου κυρίως στις βόρειες της ακτές, από τον πολυθεϊσμό των μεγάλων χωρών της Ανατολής, δηλαδή της Αιγύπτου, της Ασσυρίας, Βαβυλώνας, Περσίας και Ινδίας.

Ο αιγιακός πολυθεϊσμός της πόλης-κράτους είχε 12-13 σπουδαιότερους σημαντικούς θεούς, που ο κάθε ένας με διάφορα επιπλέον επίθετα, αντιπροσώπευε διαφορετικές δυνάμεις ή αξίες, όπως ο “Ξένιος Ζευς” για παράδειγμα, την αξία της φιλοξενίας. Υπήρχε ισότιμη εκπροσώπηση ανδρικών και γυναικείων θεών. Με εξαίρεση τα δύο πανελλήνια ιερά των Δελφών και της Δωδώνης, δεν υπήρχε θεσμοθετημένο ιερατείο και οι ιερείς ήταν κληρωτοί από τους πολίτες, με μοναδικό σκοπό την επίβλεψη των ιεροπραξιών. Δεν υπήρχε καν θέμα πίστης, το μόνο που χαρακτήριζε την θρησκεία αυτή ήταν η λατρεία, δηλαδή οι ιεροπραξίες και οι θυσίες, σαν ανταπόδοση για τα καλά των θεών. Ναι μεν θεωρούσαν την ψυχή αθάνατη, αλλά δεν υπήρχε καμία πίστη στην μεταθανάτια τιμωρία ή αναγέννηση. Μόνο οι ελάχιστοι ήρωες ξεχώριζαν και έμπαιναν και αυτοί δίπλα στο πάνθεον των θεών, στα “Ηλύσια Πεδία” και η κάθε πόλη είχε και τον δικό της ήρωα που απολάμβανε τιμές θεού. Ο πρώτος που μίλησε για μετεμψύχωση και έφερε ανατολίτικες δοξασίες ήταν ο Πλάτωνας. Δεν νομίζω να σας διαφεύγει η σύμπτωση του αιγιακού αυτού πολυθεϊσμού με την γέννηση και κυριαρχία της δημοκρατίας.

Αντίθετα ο ανατολίτικος μοναρχικός πολυθεϊσμός είχε δυνατό ιερατείο που ήταν συνήθως γύρω από τον μονάρχη, υπήρχε όμως και έντονη η δοξασία της μετεμψύχωσης, δηλαδή ενός αέναου κύκλου της ψυχής από σώμα σε σώμα, που έκανε τους ανθρώπους πιο αισιόδοξους, ώστε να αντέχουν την καταπίεση των μοναρχικών καθεστώτων. Οι κύριοι θεοί του ήταν σαφώς λιγότεροι, συνήθως ήταν δύο ή τρεις που είχαν ξεχωρίσει και που αντιστοιχούσαν στο καλό – κακό ή και μια συνήθως γυναικεία οντότητα όπως το δίδυμο Γιαχβέ – Ασσερά στους αρχαίους Ισραηλίτες.

Φυσικά ο αρχαίος αιγιακός πολυθεϊσμός είναι αυτός που έβγαλε από τα σπλάχνα του τον ελληνικό πολιτισμό. Δηλαδή τους ανθρώπους εκείνους που δημιούργησαν και εγκαθίδρυσαν την βάση όλου του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, όπως η Ιστορία-Λογοτεχνία-Ποίηση–Θέατρο, ο Αθλητισμός, η Τέχνη, η Φιλοσοφία, η Δημοκρατία, η Επιστήμη και ό,τι άλλο λέμε σήμερα πολιτισμό.

Το σημαντικότερο είναι ότι από αυτόν τον αιγιακό πολυθεϊσμό βγήκε και η αμφισβήτηση στην ύπαρξη των θεών ή αμφισβήτηση στις ιδιότητες και ικανότητες που τους είχαν φορτώσει οι άνθρωποι. Αυτό αναφέρθηκε και ως αθεΐα αν και σήμερα λέγεται και αγνωστικισμός. Δηλαδή η συνειδητοποίηση ότι η ιδέα περί θεών δεν είναι τίποτα άλλο παρά η προβολή της ανάγκης του ανθρώπου να ελέγξει τον φόβο του, να εξορκίσει το άγνωστο, και να θέσει κανόνες ηθικούς που ως θεόσταλτοι θα ήταν αποδεκτοί από όλους και που αρκετοί φιλόσοφοι σημείωσαν. Έκαναν επίσης οι τότε διανοητές του πολυθεϊσμού του Αιγαίου, και αυτή την δόμηση της ηθικής και της γνώσης πάνω στην λογική και όχι στην θεϊκή επήρεια των Μουσών.

Μονοθεϊσμός
Ο μονοθεϊσμός είναι ξεκάθαρα παιδί του πολυθεϊσμού. Οι μονοθεϊστές πίστευαν μέχρι πρότινος και αρκετοί ανιστόρητοι το πιστεύουν ακόμα, αφού έτσι τους λένε τα ιερατεία, ότι ο μονοθεϊσμός ήταν η πρώτη θρησκεία, πιστεύοντας κατά λέξη αυτά που λέει το βιβλίο της Γέννεσης στην Τορά, ή την Πεντάτευχο των χριστιανών.

Τα ίχνη του μονοθεϊσμού βρίσκονται στην Αίγυπτο κατά την βραχύβια περίοδο του Ακενατόν (Αμενόφις Δ’ 1351-1334 π.κ.ε.) με την εξύψωση του θεού Ατόν και εκμηδένιση των υπολοίπων, αλλά καλύτερη εικόνα έχουμε από το αρχαίο Ισραήλ που γύρω στο 700-600 π.κ.ε ξεχώρισε η λατρεία του Γιαχβέ από τους υπόλοιπους θεούς, ειδικά την σύντροφο του άλλου θεού Ελ, την Ασερά. Η λατρεία της δημοφιλούς μέχρι τότε Ασερά, απαγορεύτηκε και τα εδώλια της καταστράφηκαν, ενώ η έννοια του Ελ που λατρευόταν στο Ισραήλ ενσωματώθηκε με αυτή του Γιαχβέ που λατρευόταν στο βασίλειο του Ιούδα (το νότιο Ισραήλ) και μετά την καταστροφή του Ισραήλ αποσιωπήθηκε. Τα δύο ονόματα αυτά, στην μετάφραση των Εβδομήκοντα της Παλαιάς Διαθήκης συναιρούνται στην λέξη “Κύριος”, ενώ η Ασερά αναφέρεται σαν “άλσος”.

Η βασική διάκριση του μονοθεϊσμού όπως εξελίχθηκε από τον πολυθεϊσμό είναι μία, ότι ο θεός αυτός για να ξεχωρίσει, πρέπει να αναβαθμιστεί σε ικανότητες και είναι πλέον μια άναρχη (αναρχική) προσωπικότητα, που δεν υπόκειται σε κανέναν περιορισμό, εν ολίγοις κάνει ό,τι θέλει, αλλά το σημαντικότερο είναι ο ίδιος ο κατασκευαστής του ανθρώπου και του κόσμου ολόκληρου, που μάλιστα τον έφτιαξε ειδικά για τον άνθρωπο από αγάπη. Επίσης, επεμβαίνει ως παντοδύναμος που θεωρείται, όταν η πίστη κάποιου είναι δυνατή και μπορεί να κάνει και θαύματα.

Φυσικά ο Γιαχβέ ήταν μια καθαρά εθνική θεότητα και η εθνικιστική επιλογή των Εβραίων και φυσικά είχε αγαπημένο λαό τους Ιουδαίους, δηλαδή το νότιο Ισραήλ, που ήθελε διακαώς να καπελώσει και το βόρειο Ισραήλ πολιτικά και ο Γιαχβέ ήταν το όργανο που θα τους βοηθούσε. Μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 587 π.κ.ε από τους Βαβυλώνιους, η θρησκεία και ο ναός του Γιαχβέ, έγινε το κύριο θρησκευτικό τους κέντρο και εγγύηση της εθνικής τους ταυτότητας, όπου και να ήταν διεσπαρμένοι.

Με την κυριαρχία των Περσών επανήλθε και η λατρεία του, αλλά με τους Ρωμαίους οι Εβραίοι παρά την θρησκευτική ελευθερία, αισθάνθηκαν ότι ο πλουραλισμός και η πολιτιστική υπεροχή των Ρωμαίων (αυτό που λέμε σήμερα ελληνορωμαϊκός πολιτισμός) θα τους κατέστρεφε πολιτισμικά-θρησκευτικά και έτσι γεννήθηκε το μεσσιανικό κίνημα. Περίμεναν διακαώς έναν μεσσία απεσταλμένο του Γιαχβέ που θα τους ελευθερώσει από τους Ρωμαίους “ειδωλολάτρες” και θα τους κάνει πάλι να κυριαρχήσουν, όπως νόμιζαν ότι κυριαρχούσαν κάποτε. Ένα από τα μεσσιανικά κινήματα που κατάφερε να επιβιώσει από τις καταστροφές που τους έφερε η δοξασία αυτή, ήταν ο Χριστιανισμός.

Ο Χριστιανισμός, που εμφανίστηκε τον 2ο αιώνα, ήταν η συνισταμένη και πειστικότερη μεσσιανική δοξασία, που προσπάθησε να εκλογικεύσει την ήττα, μιλώντας για μια άλλη ζωή, μεταθέτοντας την βασιλεία του Ισραήλ στην μεταθανάτια ουράνια βασιλεία και φέρνοντας έναν επιπλέον θεό, τον φερόμενο ως γιο του Γιαχβέ, καλούμενο Ιησού, που φέρεται να έζησε και να δίδαξε στην Γαλιλαία μέχρι το 30 κ.ε. Λόγω της αποδοχής που βρήκε στα χαμηλότερα και στα γυναικεία στρώματα του ανατολίτικου πληθυσμού της αυτοκρατορίας, η ιδέα της αγάπης, (δες εδώ) (και εδώ), που ήταν το κυρίαρχό του σύνθημα, όπως και η θρυλούμενη ισότητα (μετά θάνατον), κατάφερε να επηρεάσει και την Ρώμη. Ο φονταμενταλισμός του να κάνει απροκάλυπτο προσηλυτισμό, να προκαλεί τους εθνικούς, να καταστρέφει ναούς και αγάλματα και να δημιουργεί συνέχεια νέους ήρωες, τον έκανε γνωστό και υπολογίσιμη δύναμη, μέχρι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος να τον χρησιμοποιήσει για πολιτικούς λόγους επικράτησης κατά των εχθρών του, και αργότερα ομογενοποίησης του κράτους. Από εκεί και πέρα κατάφερε γρήγορα να επεκταθεί και να γίνει η επίσημη θρησκεία και από τον 5ο αιώνα και μετά να επιβάλει νόμους ώστε να είναι και η μοναδική. Κάθε άλλη θρησκεία, ακόμα και ο Ιουδαϊσμός τέθηκε εκτός νόμου και κυνηγήθηκαν με το καλό ή με το άγριο, όπου δεν καταλάβαιναν αλλιώς.

Ένα από τα προβλήματα της νέας θρησκείας ήταν ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένη μέθοδος για το τι είναι το αυθεντικά σωστό και τι το μη σωστό, το αιρετικό δηλαδή. Από τον 2ο αιώνα που εμφανίστηκε μέχρι τον 4ο αιώνα, υπήρχαν εκατοντάδες διαφορετικές εκφράσεις και κείμενα, τα Ευαγγέλια, που το κάθε ένα έβλεπε και τον Ιησού διαφορετικά. Για άλλους τους πλέον παλαιούς, ήταν ένα πνεύμα, για άλλους ήταν άνθρωπος, για άλλους θεός, για άλλους ήταν γιος του Γιαχβέ, για άλλους ένας απλός προφήτης. Το ίδιο και για την διδασκαλία του.

Ξεκίνησε λοιπόν μια διαδικασία για να ξεκαθαρίσει το τοπίο και να καθοριστούν τα όρια του νέου δόγματος. Η διαδικασία αυτή δεν ήταν απλή και κράτησε μερικούς αιώνες. Χύθηκαν τόνοι από μελάνι αλλά και αίμα στις αναμεταξύ τους συγκρούσεις για να επικρατήσει μια γνώμη με την μεγαλύτερη αποδοχή. Στην ουσία επικρατούσε η γνώμη που αποδεχόταν ο εκάστοτε αυτοκράτορας που και αυτή δεν ήταν απόλυτη. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός νέου θεού που λέγεται Αγία Τριάδα και που περιλαμβάνει σε μια περίεργη και παράλογη σχέση και τον Γιαχβέ και τον Ιησού και το πνεύμα του Γιαχβέ με την ονομασία “Άγιο Πνεύμα”, και καθορίστηκαν μόνο τέσσερα από τα δεκάδες Ευαγγέλια ως αληθινά, καθώς και κάποιες Επιστολές, οτιδήποτε δε άλλο θεωρήθηκε κίβδηλο και έγινε προσπάθεια καταστροφής τους. Φυσικά το αποτέλεσμα δεν ευχαρίστησε πολλούς άλλους που ξαφνικά βρέθηκαν στο καθεστώς του αιρετικού, με τραγικές συνέπειες τόσο για αυτούς όσο και για το βυζαντινό κράτος.

Δεν θα ασχοληθούμε περαιτέρω με την εξέλιξη του Χριστιανισμού, με την δημιουργία του Καθολικισμού, του Μουσουλμανισμού και των άλλων ομολογιών ή αιρέσεων εδώ, γιατί απλά θέλουμε να ξεκαθαρίσουμε τους ορισμούς και όχι την ιστορία τους.

Άρνηση της θρησκείας
Με την εμφάνιση του μονοθεϊσμού και ο όρος “άθεος” άλλαξε ερμηνεία. Για τους χριστιανούς, το “άθεος” χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται ακόμα, για όποιον δεν δέχεται τον συγκεκριμένο θεό τους, δηλαδή την Αγία Τριάδα και όπως ακριβώς την φαντάζονται εκείνοι. Έτσι άθεος κατηγορείται συχνά από την εποχή του Βυζαντίου όχι μόνο ο αρχαιολάτρης ή αλλόθρησκος, αλλά και ο Εβραίος και ο αιρετικός. Χαρακτηριστικό είναι, ότι αλληλοκατηγορούνται ως άθεοι οι ορθόδοξοι με τους καθολικούς και ακόμα οι παλαιοημερολογίτες τους νεοημερολογίτες κ.λπ.

Είναι προφανές, ότι με την κυριαρχία του Χριστιανισμού και τον Μεσαίωνα που επικράτησε τόσο στην Δύση όσο και στην Ανατολή, το να εκφράσει κανείς την αμφιβολία του για την αλήθεια της συγκεκριμένης θρησκείας, εκτός από τον χαρακτηρισμό “άθεος” που εθεωρείτο η μέγιστη βλασφημία, κινδύνευε να χάσει και την περιουσία του και την ζωή του, στην καλύτερη περίπτωση τον κοινωνικό του περίγυρο, δηλαδή αποβαλλόταν από την κοινωνία.

Η νομοθεσία ήταν αυστηρότατη και κανείς δεν μπορούσε να παίξει με αυτά τα πράγματα. Ο θρησκευτικός φασισμός ήταν στο μέγιστο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν κάποια λίγα πνεύματα που με τις πράξεις τους έκαναν αυτή την αμφισβήτηση, και φυσικά την πλήρωσαν με την ζωή τους. Χαρακτηριστική περίπτωση ο Ιωάννης ο Ιταλός, ο Ύπατος των φιλοσόφων, που η αγάπη του για την φιλοσοφία και τον Πλάτωνα πάνω από την θρησκεία, έκανε τους ορθόδοξους να τον μισήσουν και να τον εξαφανίσουν. Εδώ, θα μου πείτε, ότι ακόμα και τις ελαφρώς διαφορετικές εκφάνσεις του ίδιου θρησκεύματος κυνηγούσαν με σκαιότητα, όπως το κάψιμο στον Ιππόδρομο, ζωντανού του Ιωάννη του Βογομίλου και το κυνηγητό των οπαδών του, ή η σφαγή και το κυνηγητό των παυλικιανών, οι συνεχείς διαμάχες με τους μονοφυσίτες που κόστισαν την Ανατολή στην αυτοκρατορία κ.λπ. Έτσι, ξεκάθαροι αρνητές της θρησκείας εμφανίστηκαν μετά την Αναγέννηση και κυρίως μετά τον Διαφωτισμό, φυσικά στην Δύση για λόγους που έχουμε εξηγήσει αλλού.

Δεν θα ασχοληθούμε με το κυνηγητό που είχαν να αντιμετωπίσουν και το πόσο σπουδαίοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι, που αρκετοί από αυτούς δεν δείλιασαν ούτε για τα βασανιστήρια ούτε για την απειλή της ζωής τους στο να απαρνηθούν την σκέψη τους. Το θέμα είναι ότι εμφανίστηκε σταδιακά ένα μικρό ρεύμα αμφισβήτησης, που φυσικά ο Χριστιανισμός το αναφέρει σαν “αθεΐα”, αλλά είδαμε ότι ο ορισμός αυτός χωλαίνει.

Η αμφισβήτηση αρχικά είχε να κάνει με την ορθότητα όλων αυτών που μετέφερε ο Χριστιανισμός, αποδεχόμενος τότε την απόλυτη ορθότητα της Αγίας Γραφής, που η Επιστήμη η οποία άρχισε πάλι να εμφανίζεται δειλά δειλά, τα αναιρούσε. Από τα μέσα ως τα τέλη του 20ου αιώνα, εμφανίζονται σταδιακά όλο και περισσότεροι ερευνητές που διαπιστώνουν ότι η ιστορία δεν είναι ακριβώς όπως μας έχει εντυπωθεί. Ο Χριστιανισμός δεν επικράτησε με αγάπη αλλά με δόλο και βία, η ιστορικότητα του Ιησού δεν φαίνεται πουθενά, πολλά κείμενα έχουν υποστεί επεμβάσεις για να δείχνουν κάτι άλλο, και όλη η μη αρεστή γραμματεία για το κάθε δόγμα καιγόταν και καταστρεφόταν. Στην ουσία η αλήθεια του Χριστιανισμού δεν είχε σχέση με την Αλήθεια.

Μια καθοριστικής σημασίας ανακάλυψη ήταν η έρευνα της Αρχαιολογίας που απέδειξε ότι τα μεγάλα κτίρια και κατασκευές που είχαν αποδοθεί στον βασιλιά Σολομώντα, είναι μεταγενέστερα και ότι η βιβλική ιστορία δεν συμβαδίζει με την ιστορία της περιοχής και την εμφάνιση των πρώτων Εβραίων στην περιοχή. Τα γεγονότα των Πατριαρχών, της Εξόδου κ.λπ., ήταν μυθικά και ο μονοθεϊσμός ξεπήδησε από τον πολυθεϊσμό της Χαναάν, ο δε βασιλιάς Δαυίδ, αν υπήρξε, ήταν το πολύ ένας ξακουστός λήσταρχος των λόφων. Διαβάστε και εδώ.

Για την Ιστορία είπαμε, όλο και περισσότερο ξεκαθαρίζει ότι η επικράτηση του Χριστιανισμού δεν έγινε με αγάπη ή με πειθώ όπως ακριβώς έλεγε μέχρι τώρα, συσκοτίζοντας τα κίνητρα, τις αιτίες και τις πράξεις για αυτό. Διαβάστε και εδώ.

Η Βιολογία και η Βιοχημεία, μας έδειξαν ότι το τελειότερο προήλθε σταδιακά από το ατελέστερο και ο άνθρωπος προήλθε από την Εξέλιξη άλλων οργανισμών. Η ιστορία του Αδάμ είναι ένα παραμυθάκι και δεν υπήρξε ποτέ ο πρώτος άνθρωπος -και φυσικά δεν υπάρχει κατασκευαστής του ανθρώπου. Έδειξε επίσης ότι όλα τα έμβια έχουν κοινή προέλευση από ανόργανη ύλη. Διαβάστε και εδώ.

Η Κοσμολογία απέδειξε ότι η Γη είναι σχεδόν σφαίρα και κινείται γύρω από τον Ήλιο με βάση τις ιδιότητες της βαρύτητας και όχι με την βοήθεια αγγέλων, το Σύμπαν είναι ασύλληπτα τεράστιο, τόσο μεγάλο που το να θεωρεί κάποιος ότι φτιάχθηκε ειδικά για κάποια όντα στην Γη, εμάς δηλαδή, εκτός από υπερφίαλο μυαλό δείχνει ανεδαφικότητα. Μάλιστα και εδώ όπως στην Βιολογία, η Κοσμολογία μας έδειξε ότι το πολύπλοκο προήλθε από το ατελέστερο, όλα τα στοιχεία δηλαδή προήλθαν σταδιακά από τα απλούστερα, δηλαδή το υδρογόνο. Το σημαντικότερο η εξέλιξη της επιστήμης δεν βρήκε πουθενά τα ίχνη ή τις ενδείξεις ή την ανάγκη κάποιου νου ή κατασκευαστή.

Η Ψυχολογία, η Ψυχανάλυση και η Ιατρική, έδειξαν ότι όλα τα ψυχικά φαινόμενα που αποδίδονταν σε θεϊκή ή δαιμονική παρέμβαση, οφείλονται στην φυσιολογία και κληρονομικότητα του ανθρώπου και επίσης σε επηρεασμούς από το περιβάλλον. (Διαβάστε και εδώ) Οι δοκιμές εργαστηρίου, έδειξαν την παρουσία “αγγέλων” κατά βούληση σε ανθρώπους κάτω από έντονο στρες, σχετικοποιώντας την σημασία του βιώματος των θρησκειών. Διαβάστε και εδώ.

Κατά την γέννηση του ανθρώπου, δεν γεννάει ο θεός μια ψυχή όπως πίστευαν οι χριστιανοί, εκτός αν στην εξωσωματική οι γιατροί τον βιάζουν για να την δημιουργήσει. Όμως η Κβαντική Θεωρία Πεδίου έχει βάσιμες αμφιβολίες ότι υπάρχει η θρησκευτικής έννοιας ψυχή (διαβάστε εδώ). Η “ψυχή” των θρησκειών δεν έχει βρεθεί πουθενά και όλο και περισσότερο ξεκαθαρίζει ότι δεν υπάρχει κάτι που να διαχωρίζεται από το σώμα μετά τον θάνατο, κάνοντας την μετά θάνατον ζωή μύθο.

O Χριστιανισμός προσπαθεί όλα αυτά να τα ξεπεράσει. Γίνονται προσπάθειες ώστε ότι λέει η Γραφή να μην λαμβάνονται κυριολεκτικά, όπως γινόταν μέχρι πριν λίγα ακόμα χρόνια, αλλά συμβολικά και να γίνονται συνέχεια ερμηνείες. Επίσης αποφεύγουν όλο και περισσότερο να χρησιμοποιούν αυτούσια την Γραφή εκτός από τα γνωστά τσιτάτα της Αγάπης, για να αποφύγουν τις αντιφάσεις της. Όλο και περισσότερο μιλάνε και σχολιάζουν κάποια από αυτά που είπαν οι Πατέρες της Εκκλησίας και ο θεός τους σταδιακά χάνει την ιστορικότητά του, γίνεται όλο και ποιο απρόσωπος και όλο και ποιο θεωρητικός. Σε κάποια χρόνια ο Χριστιανισμός τουλάχιστον στον πολιτισμένο κόσμο, δεν θα έχει καμία σχέση με τον Χριστιανισμό της Αναγέννησης ή του Βυζαντίου, θα μοιάζει όλο και περισσότερο με τον θεό του Ευφυούς Σχεδιασμού, τα υπόλοιπα θα υποκρύπτονται νομίζοντας ότι θα ξεχαστούν.

Φυσικά όλα αυτά δεν είναι εύκολα, υπάρχουν οι φανατικοί που δεν δέχονται καμία παρέκκλιση από αυτό που θεωρούν σωστό, και κάθε αλλαγή πραγματική η σιωπηρή, στην ουσία δημιουργεί μια νέα αίρεση ή ομολογία, όπως ακριβώς έγινε και με την εν μέρει υποχώρηση της Εκκλησίας στο ημερολόγιο, που γέννησε τους παλαιοημερολογίτες. Έτσι πάντα γίνεται ένας πόλεμος χαρακωμάτων και όπου μπορεί να επέμβει και να καθυστερήσει την εκλαΐκευση της επιστήμης και της κατανόησης της από τον μεγάλο και αμαθή λαό το κάνει. Για την Ελλάδα που έχει λόγο στην εκπαίδευση (εδώ μέχρι και τον Υπουργό Παιδείας αλλάζει αν δεν τον γουστάρει) καταλαβαίνουμε ότι τα πράγματα είναι ακόμα ποιο εύκολα για αυτούς.

Ο σκεπτικισμός, η αμφιβολία και η άρνηση των ιδεοληψιών λοιπόν της θρησκείας, σήμερα που έχουμε αυτή την γνώση, μεγαλώνει σταδιακά με αργό ρυθμό και θα τον βρείτε σήμερα με πολλά ονόματα:

Αθεΐα, είναι η κατηγορηματική άρνηση των ιδεοληψιών αυτών.

Αγνωστικισμός, είναι άρνηση των ιδεοληψιών αυτών όχι όμως κατηγορηματικά, αλλά ελλείψει πειστηρίων. Αφήνουν δηλαδή ένα στοιχειώδες παραθυράκι για να μην τους πουν “κολλημένους” ή “απόλυτους”.

Από ό,τι καταλαβαίνετε οι δύο αυτές κατηγορίες είναι πολύ κοντά και μάλλον έχει να κάνει με την αποφυγή της “πολιτικώς λάθος” μέχρι πρότινος λέξης “άθεος”, όσο και της φορτισμένης σημασίας της, που ανά θρήσκευμα μεταβάλλεται και ανά κοινωνία δημιουργεί κακές εντυπώσεις. Ο αγνωστικιστής είναι σίγουρος 99% ότι δεν ισχύουν οι ιδεοληψίες των θεϊστών, ο άθεος 100%.

Έτσι, υπάρχει άλλη μια κατηγορία που ξεπερνάει την μεγάλη αυτή διαφορά των ποσοστών που λέγεται άθρησκος.

Άθρησκος, είναι αυτός που καμία θρησκεία δεν τον έπεισε για την ορθότητά της, που νομίζω είναι και η καλύτερη για το σήμερα ορολογία κι ας δούμε γιατί:

Ά-θεος σημαίνει αρνητής του θεού, μόνο που ο θεός δεν είναι μια κοινά αποδεκτή ορολογία για τον σύγχρονο ή και τον παλαιό άνθρωπο. Ακόμα και οι θρήσκοι είναι άθεοι σε όλες τις άλλες θρησκείες, άλλα ήδη είδαμε ότι το "άθεος" ανά θρησκεία έχει πολύ μεγάλη γκάμα ερμηνειών. Αντίθετα η θρησκεία είναι σαφώς ορισμένη και αποδεκτή σαν ορολογία σε όλο τον πλανήτη, άρα και το άθρησκος είναι σαφώς μια ικανοποιητική και σωστή ορολογία, κατανοητή μονοσήμαντα από όλους.

Μυθικισμός
Ένα σχετικά νέο ρεύμα ως προς την ονοματολογία, αλλά δεν σημαίνει ότι σαν ιδέα δεν υπήρχε παλαιότερα.

Η βασική του θέση είναι ότι οι θρησκείες δημιουργήθηκαν μέσα από μύθους και με την συγκριτική μέθοδο βλέπουν τα κοινά σημεία που έχει κάθε θρησκεία, όπως η γέννηση θεού από παρθένο, αστρονομικά σημάδια που σηματοδοτούν γεγονότα, η έννοια γιος–προφήτης-απεσταλμένος θεού, η σχέση τους με τις τροπές του Ηλίου, τα οράματα κ.λπ. κ.λπ.

Να σημειωθεί, ότι ο μυθικισμός δεν αναιρεί άμεσα την διδασκαλία τους, απλά τις συγκρίνει και θεωρεί ότι καλύπτουν τις ίδιες ανάγκες. Ένας αγνωστικιστής, ένας άθεος ή και ένας άθρησκος επίσης μπορούν να είναι μυθικιστές. Θεωρητικά όμως ένας μυθικιστής μπορεί άνετα να είναι θεϊστής και πιστεύω ότι σύντομα θα το δούμε και αυτό. Για σκεφθείτε, ήδη υπάρχουν χριστιανοί που θεωρούν το προπατορικό αμάρτημα μύθο, αλλά έναν σημαντικό μύθο για αυτούς. Το ίδιο κάποια στιγμή θα γίνει με την ανάσταση του Ιησού που άλλωστε έχουν άμεση συνάφεια, και τέλος και με την ύπαρξή του, οι ίδιοι όμως θα συνεχίζουν να αυτο-θεωρούνται χριστιανοί αφού ο μύθος αυτός θα τους συναρπάζει και θα τον θεωρούν σημαντικό για αυτούς.

Στην ουσία υπάρχουν πολλοί μυθικισμοί, δηλαδή το τι είναι μυθικό ας πούμε στο θέμα του Ιησού, η ίδια η εμφάνισή του ή μόνο η δράση του, ή η ύπαρξη πολλών “μεσσιών” από τους οποίους προήλθε ο μύθος;

Ο μυθικισμός δεν έχει ακόμα μεγάλο ρεύμα σε αντίθεση με τις κατηγορίες των αρνητών της ιδεοληψίας των θρησκειών.

Ο ένας λόγος είναι ότι η αθεΐα ή ο αγνωστικισμός ανθεί στις πρακτικές επιστήμες ειδικά στις ΗΠΑ, όχι όμως στις ανθρωπιστικές.

Στον τομέα των ανθρωπιστικών σπουδών κυριαρχούν σε μεγάλο βαθμό θεϊστές και επίσης η Εκκλησία έχει μεγάλη επιρροή κυρίως λόγω των θεολογικών σπουδών και όσοι δεν είναι μέσα στο ρεύμα δεν θέλουν να ξεχωρίζουν. Ειδικά στην Ελλάδα που το φαινόμενο είναι πιο έντονο, γνωρίζω πολύ καλά ότι αρκετοί καθηγητές μετράνε πολύ τα λόγια τους και τα κείμενά τους σε μια πολιτικώς ορθή άποψη, για να μην δημιουργήσουν προβλήματα στον εαυτό τους. Έτσι το να πάρει κάποιος θέση ότι όλη αυτή η ιστορία που πιστεύει ένα μεγάλο ποσοστό της κοινωνίας, είναι μύθος, είναι αποθαρρυντικό προς το παρόν.

Το άλλο όμως θέμα είναι η γενική παρερμηνεία της λέξης “μύθος” που στην καθομιλουμένη είναι παραμύθι, αλλά στην αρχαία και στην ουσία της, ο μύθος δεν αποκλείει μια σχετική προϋπάρχουσα ιστορικότητα.

Να δώσω ένα παράδειγμα: Ο Ακριτικός Κύκλος είναι ένα μυθικό προϊόν, που ήρωας ήταν ο Διγενής Ακρίτας. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι μπορεί και να υπήρξε όντως ιστορικά κάποιος ακρίτας που να λεγόταν Διγενής και κάποιο κατόρθωμά του να έγινε πηγή έμπνευσης για την δημιουργία του Ακριτικού Κύκλου. Αλλά τίποτα από αυτά τα θαυμαστά που αναφέρουν τα ποιήματα αυτά δεν μπορεί να έκανε ο πιθανός αυτός ακρίτας. Το θέμα είναι ότι δεν υπάρχουν φανατικοί “διγενιστές” για να σκανδαλιστούν από αυτή την μυθικότητα του ήρωά τους. Για τους χριστιανούς όμως κάτι τέτοιο κτυπάει άσχημα, θα τον κατηγορήσουν ως “άθεο”, και άλλες εποχές θα τον έκαιγαν στην πυρά. Φυσικά δεν είναι απαραίτητο να είναι όπως είπαμε άθεος, και φυσικά ένας πανεπιστημιακός ειδικά στην Ελλάδα, αποφεύγει εύσχημα τις κακοτοπιές.

Για την αποφυγή λοιπόν τέτοιων παρερμηνειών ειδικά σε θέματα που υπάρχουν πολλοί ευσεβείς φανατικοί, προσέχουν τα λόγια τους και μόνο από λεπτομέρειες καταλαβαίνει κανείς τι θέλει να πει ο κάθε καθηγητής.

Το θέμα είναι ότι το ποσοστό θεϊστών ή μη θεϊστών ανά χώρα, εξαρτάται από παράγοντες όπως η οικονομική άνεση, οι ελευθερίες του τύπου και της έκφρασης, η καλύτερη δημοκρατία, η ελεύθερη οικονομία και φυσικά η επιστήμη και η παιδεία. Όσο περισσότεροι περιορισμοί υπάρχουν στους τομείς αυτούς, τόσο και το ποσοστό θεϊστών είναι μεγαλύτερο. Άρα η μάχη γίνεται κατά πόσον θα εκσυγχρονιστεί πραγματικά η κοινωνία μας, ή αν θα παραμείνει στην συντήρηση και τον βυζαντινισμό ή τέλος αν θα οπισθοχωρήσει σε ένα νέο Μεσαίωνα.

Ο Σωκράτης και η έννοια της σωφροσύνης

Η λέξη σωφροσύνη έχει σχεδόν εξαφανιστεί από το σημερινό λεξιλόγιο, αλλά στην αρχαία Ελλάδα θεωρούνταν μια από τις σπουδαιότερες αρετές που μπορούσε κάποιος να αποκτήσει. Η σωφροσύνη συνδέεται με τις έννοιες σύνεση, εγκράτεια, αυτοκυριαρχία, προνοητικότητα, φρονιμάδα, αγνότητα, αποχή από ακρότητες, ταπεινότητα, με την έλλειψη εκδικητικών τάσεων, και συχνά αντιπαραβάλλεται στην έννοια «ύβρης». Οι Ρωμαίοι την αφομοίωσαν σαν «temperantia» (και καμιά φορά σαν «continentia» ή «sobrietas»). Αυτή ακριβώς η ασάφεια είναι που οδηγεί τον Σωκράτη να προσπαθήσει να την ορίσει, για να μπορέσει να την καταλάβει και έτσι ίσως να την αποκτήσει.
 
Αφορμή για τον διάλογο είναι ένα πεζό περιστατικό όπως άλλοτε στο Συμπόσιο ο λόξυγκας του Αριστοφάνη έδωσε έναυσμα στον Ερυξίμαχο να παρέμβει με το δικό του εγκώμιο στον έρωτα ή όταν τα κακότεχνα ποιήματα του Ιπποθάλη προς τον Λύσι που ενοχλούσαν τους φίλους του ξεκίνησαν μια συζήτηση περί της φιλίας. Εδώ, έναυσμα αποτελεί ο πονοκέφαλος του Χαρμίδη που ο Σωκράτης καλείται να γιατρέψει, καθώς έχει μόλις προμηθευτεί συνταγές και ξόρκια από έναν Θρακιώτη. Όμως «το σώμα δεν πρέπει να θεραπεύεται χωριστά από την ψυχή»156e, γιατί όλα ξεκινούν από αυτήν, καλά και κακά. Ο τρόπος θεραπείας της είναι «ορισμένα μαγικά ξόρκια, κι αυτά τα ξόρκια είναι οι καλοί λόγοι»157a, από τους οποίους γεννιέται η σωφροσύνη.
 
Παρεμβαίνει ο Κριτίας, λέγοντας πως ο Χαρμίδης είναι ένας σώφρον νέος, υπερέχοντας από τους υπόλοιπους νέους όχι μόνο στην ομορφιά, αλλά και στις αρετές της ψυχής. Ο Σωκράτης θεωρεί πως σε αυτήν την περίπτωση δεν θα χρειαστούν τα «ξόρκια» του, και ζητάει από τον νεαρό να του πει, αφού είναι ήδη σώφρον και θα πρέπει να ξέρει, τι είναι η σωφροσύνη και ποια τα γνωρίσματά της.
 
Ο νεαρός του απαντάει: «Σωφροσύνη σημαίνει το να ενεργεί κάποιος με κοσμιότητα και ηρεμία»159b. Η σωφροσύνη πρέπει να είναι κάτι καλό, και η ηρεμία όντως είναι χάρισμα αν αντιπαρατεθεί στην βιασύνη της επιπολαιότητας. Ίσως ο Χαρμίδης υπονοεί την επιφυλακτικότητα και την αυτοκυριαρχία ή την εγκράτεια, αλλά ακόμα κι αν αγνοήσουμε τις όποιες αμφιβολίες για τον απόλυτο χαρακτήρα του «καλού» αυτών των ιδιοτήτων, η ηρεμία υποδηλώνει βραδύτητα, και έτσι πρέπει να απορριφθεί από τον Σωκράτη. Καλό είναι αυτό που γίνεται εύκολα και γρήγορα, όχι δύσκολα και αργά. Όταν κάποιος μορφώνεται στη γραφή και στην ανάγνωση, είναι ωραιότερο να μπορεί να γράφει και να διαβάζει γρήγορα. Το ίδιο και όταν μαθαίνει κάποιο μουσικό όργανο ή μια αθλητική τέχνη˙ είναι ωραιότερο και καλύτερο να επιδίδεται στις αντίστοιχες κινήσεις γρήγορα, όχι αργά. Αλλά και η κατανόηση των διδαγμάτων ενός δασκάλου, δηλαδή η οξύνοια, είναι ένα είδος έντασης, όχι ηρεμίας. Επομένως όσον αφορά το σώμα, αλλά και την ψυχή, ωραιότερη είναι η ταχύτητα και όχι η ηρεμία. Άρα η ηρεμία δεν είναι σωφροσύνη, που σαν αρετή πρέπει να είναι ωραία και καλή. Ο ορισμός λοιπόν του Χαρμίδη, που ούτως ή άλλως θα αφορούσε ένα εξωτερικό γνώρισμα της σωφροσύνης, δεν είναι σωστός.
 
Η δεύτερη προσπάθειά του να την ορίσει αφορά το πνεύμα αυτού που την έχει: «η σωφροσύνη κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται και να δείχνει ντροπαλός, επομένως η σωφροσύνη είναι ένα είδος ντροπής»160e. Η ντροπή φυσικά είναι κάτι καλό όταν μετριάζει την έπαρση, αλλά όπως είπε και ο Όμηρος «δεν είναι καλό να ντρέπεται άνδρας που έχει ανάγκη»161a, ή αλλιώς, η σεμνοτυφία στον ζητιάνο δεν είναι προσόν. Εφόσον λοιπόν η ντροπή είναι άλλοτε καλή και άλλοτε κακή, και η σωφροσύνη πάντα καλή, απορρίπτεται και ο δεύτερος ορισμός.
 
Ο Χαρμίδης τώρα επικαλείται κάτι που άκουσε για τη σωφροσύνη, ότι είναι «να κάνει κάποιος ό,τι τον αφορά»161b, ή αλλιώς «να κάνει κανείς τα δικά του». Το θράσος σίγουρα είναι ελάττωμα, και το να «κοιτάζεις τη δουλειά σου» χάρισμα, όπως είναι και η διακριτικότητα. Ο ορισμός αυτός όμως είναι τόσο ασαφής που μοιάζει με αίνιγμα, καθώς είναι προφανές πως κάποιος μπορεί να κάνει κάτι καλό και ωφέλιμο με το να βοηθάει τον συνάνθρωπο ή να του προσφέρει υπηρεσίες, δηλαδή το αντίθετο του «να κάνει τα δικά του». Ο δάσκαλος που διδάσκει την γραφή, την διδάσκει σε άλλους, και ο υφαντής υφαίνει τα ρούχα άλλων. Θα ήταν παράλογο να πούμε ότι θα έπρεπε ο καθένας να παράγει μόνος του τα προϊόντα που χρειάζεται και ότι κάτι διαφορετικό θα ήταν βλαβερό για το άτομο ή την κοινωνία. Άρα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ούτε αυτός ο ορισμός, ο οποίος στην πραγματικότητα προέρχεται από τον Κριτία. Αυτός είναι που παρεμβαίνει τώρα στη συζήτηση, λέγοντας ότι εννοούσε κάτι άλλο.
 
Διαχωρίζει την έννοια πράξη και έργο και επικαλείται τον Ησίοδο λέγοντας «καμιά εργασία δεν είναι ντροπή». Έργο λοιπόν για τον Κριτία, είναι κάτι που γίνεται με τρόπο ωραίο και ωφέλιμο, και πράξεις είναι οι κατασκευές των έργων αυτών. Και όταν λέει ότι πρέπει ο σώφρον να κάνει «ό,τι τον αφορά» εννοεί αυτά που του είναι οικεία. Αφού όμως μιλάμε για κάποιον σώφρονα, τα οικεία του θα είναι και καλά. Άρα θέλει να πει ότι σωφροσύνη είναι η πράξη καλών πραγμάτων. Η θεραπεία μιας ασθένειας από τον γιατρό, είναι μια πράξη του δικού του επαγγέλματος (έργου). Το έργο όμως, είπαμε ότι πρέπει να είναι ωφέλιμο. Αλλά ένας γιατρός, λέει ο Σωκράτης, δεν μπορεί να είναι σίγουρος πότε η θεραπευτική αγωγή είναι ωφέλιμη, ούτε ένας τεχνίτης αν πρόκειται να ωφεληθεί από την εργασία του. Για αυτήν την άγνοια μιλάει και στον διάλογο Λάχης, και εννοεί ότι ο γιατρός μπορεί να ξέρει ποιο φάρμακο πρέπει να δώσει για να καταπολεμήσει μια ασθένεια, αλλά δεν μπορεί να ξέρει αν η χορήγησή του θα είναι κάτι τελικά ωφέλιμο, αφού μπορεί, π.χ., να προκαλέσει πιο βλαβερά συμπτώματα από την αρρώστια, ή να παρατείνει μια αναξιοπρεπή ζωή, από την οποία θα ήταν καλύτερος ο θάνατος. Άρα λοιπόν, ο γιατρός ξέρει ποιο είναι το φάρμακο (ξέρει την επιστήμη του), αλλά δεν ξέρει αν το έργο του είναι καλό. Όσο για τους ασθενείς του (εν τέλει και για τον ίδιο), άλλοτε θα ωφελούνται από τις πράξεις του και άλλοτε όχι. Άρα μπορεί κάποιος να ενεργεί ωφέλιμα, αλλά αυτό να μην το ξέρει από πριν, ή να ενεργεί βλαβερά ενώ νόμιζε ότι έκανε κάτι ωφέλιμο. Άρα, καταλήγει ο Σωκράτης, κάποιος μπορεί να είναι σώφρον χωρίς να το γνωρίζει.
 
Ο Κριτίας δεν το αποδέχεται αυτό (το να υπάρχει σώφρον άνθρωπος που αγνοεί τον εαυτό του), και ανασκευάζει τα λεγόμενά του, δίνοντας τον τέταρτο ορισμό «εγώ ίσα ίσα αυτό υποστηρίζω πως είναι σωφροσύνη, το να γνωρίζει κάποιος τον εαυτό του»164d. Επικροτεί μάλιστα αυτόν που έγραψε την φράση «γνώθι σαυτόν» στην είσοδο του ναού των Δελφών, την οποία ταυτίζει με την αυτογνωσία και τη σωφροσύνη, κάτι που στην αρχαία Ελλάδα (σύμφωνα με τον Taylor) ήταν η κοινώς παραδεκτή άποψη. Αν σκεφτούμε ότι η αυτογνωσία έχει να κάνει με το να ξέρουμε τις δυνάμεις μας αλλά και τα όριά μας, τη θέση μας στην κοινωνία και τον ρόλο που καλούμαστε να επωμιστούμε μέσα σε αυτήν, τότε η ταύτιση της αυτογνωσίας και της σωφροσύνης ίσως δεν ακούγεται τόσο ξένη όσο στο πρώτο άκουσμα.
 
Ο Σωκράτης απαντάει ότι αν η σωφροσύνη είναι γνώση, πρέπει να έχει κάποιο αντικείμενο και αφού είναι αρετή πρέπει να έχει κάποιο όφελος, όπως η ιατρική είναι γνώση του υγιεινού και μας προσφέρει ωφέλεια, δίνοντάς μας υγεία. Η αριθμητική έχει ως αντικείμενο, π.χ., το άρτιο και το περιττό, αλλά το άρτιο και το περιττό είναι διαφορετικό από την αριθμητική. Ποιο είναι το αντικείμενο λοιπόν της σωφροσύνης που θα είναι διαφορετικό από αυτήν και ποια η προσφορά της; Ο Κριτίας αποκρίνεται ότι η σωφροσύνη διαφέρει από όλες τις άλλες μορφές γνώσης, στο ότι είναι η μόνη που αποτελεί γνώση του εαυτού της και των άλλων γνώσεων. Και αφού είναι γνώση της γνώσης άρα θα είναι και γνώση της άγνοιας. Ο σώφρον λοιπόν θα ξέρει τι γνωρίζει και τι δεν γνωρίζει, και θα μπορεί να εξετάζει τι γνωρίζουν οι άλλοι και τι όχι.
 
Πρέπει τώρα να εξετάσουμε «αν είναι δυνατό ή όχι να ξέρει κάποιος ότι γνωρίζει όσα γνωρίζει και ότι δεν γνωρίζει όσα δεν γνωρίζει»167b. Αυτά που λέει ο Κριτίας φαίνονται παράλογα στον Σωκράτη, με τον ίδιο τρόπο που θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε κάποια όραση που δεν βλέπει χρώματα αλλά την ίδια την όραση, μια ακοή που ακούει τον εαυτό της, ή οποιαδήποτε άλλη «αίσθηση των αισθήσεων». Όλες οι επιθυμίες είναι επιθυμίες για κάποια απόλαυση, όχι για τον εαυτό τους ή για άλλες επιθυμίες. Έχουν δηλαδή κάποιο αντικείμενο διαφορετικό από αυτές. Το ίδιο και η βούληση (για αγαθά), ο έρωτας (για το ωραίο), ο φόβος (για τα φοβερά) κτλ.
 
Ακόμα όμως και να δεχτούμε ότι υπάρχει γνώση της γνώσης (να ξέρει κάποιος τι γνωρίζει και τι δεν γνωρίζει), κάτι που ο Κριτίας αποτυγχάνει να αποδείξει, πρέπει να βρούμε αν αυτού του είδους η γνώση μας είναι ωφέλιμη. Αν δεν είναι, σίγουρα δεν ταυτίζεται με τη σωφροσύνη.
 
Έστω ότι ο Α είναι σώφρον (δηλαδή έχει αυτογνωσία) και ο Β είναι γιατρός (αλλά δεν είναι σώφρον). Ο Β ξέρει τα της ιατρικής αλλά δεν ξέρει ότι τα ξέρει, αφού δεν τον υποθέτουμε και σώφρονα. Ο Α το μόνο που ξέρει είναι να ξεχωρίζει ότι το ένα πράγμα είναι γνώση και ότι το άλλο δεν είναι. Αν λοιπόν θέλει να ελέγξει τον Β αν όντως ξέρει αυτά που πρέπει να ξέρει για να λέγεται γιατρός, πρέπει να τον εξετάσει αν ξέρει τα της ιατρικής. Ο μόνος τρόπος για να τα εξετάσει όμως θα ήταν να τα ξέρει και ο ίδιος. Αλλά αυτό θα έκανε και τον ίδιο γιατρό! Δεν μπορεί κάποιος να ξέρει αν κάτι είναι γνώση αν δεν γνωρίζει αυτήν την γνώση. Αν λοιπόν «η σωφροσύνη είναι μόνο γνώση της γνώσης και της άγνοιας, δεν θα μπορεί να διακρίνει τον γιατρό που ξέρει την τέχνη του από εκείνον που δεν την ξέρει»171c, και άρα δεν υπάρχει ωφέλεια.
 
Δεν μπορεί να ισχύει λοιπόν, ούτε ότι η σωφροσύνη είναι αυτογνωσία, ούτε ότι η αυτογνωσία είναι μία ανεξάρτητη «γνώση της γνώσης», αφού από μόνη της δεν παράγει ωφέλιμο έργο και στην πραγματικότητα είναι άχρηστη. Αν ίσχυε, αυτός που είναι σώφρον θα έπρεπε να γνωρίζει τα πάντα για να αναγνωρίσει τι από όλα τα πράγματα είναι γνώση και τι δεν είναι. Σαν αποτέλεσμα, πάντα θα έβρισκε ποιος ξέρει τι, και θα ανέθετε σε αυτούς που ξέρουν μια γνώση το αντίστοιχο επάγγελμα, και θα αποφεύγονταν τα λάθη. Κανένας δεν θα τον εξαπατούσε και δεν θα τον επηρέαζε η άγνοια. Ο ίδιος και όλοι θα λειτουργούσαν πάντα σύμφωνα με την επιστήμη.
 
Προφανώς τέτοιος παντογνώστης δεν υπάρχει, άρα δεν είναι αυτή η σημασία και η ωφέλεια της σωφροσύνης. Μήπως όμως υπάρχει ωφέλεια στο «ότι όποιος την κατέχει θα μάθει ευκολότερα ό,τι κι αν θελήσει να μάθει και θα του φαίνονται σαφέστερα, διότι καθετί που θα μαθαίνει θα το βλέπει και με τούτη τη γνώση;»172b. Ακόμα κι έτσι όμως ο Σωκράτης δεν δέχεται ότι η σωφροσύνη θα οδηγούσε στην ευτυχία. Έχει την υποψία («όνειρο» όπως λέει) ότι ακόμα κι αν κάποιος ήξερε τα πάντα και ζούσε σύμφωνα με τη γνώση, από το να διαλέξει τον καλύτερο υποδηματοποιό μέχρι τον καλύτερο άρχοντα, δεν θα σήμαινε αναγκαστικά ότι θα γινόταν ευτυχισμένος.
 
Πρέπει όμως να υπάρχει κάποια από τις γνώσεις που να οδηγεί στην ευτυχία. Όλες το ίδιο άραγε, ή κάποια περισσότερο; Σίγουρα όχι οι γνώσεις που αφορούν τεχνικά θέματα όπως η χαλκουργία, η επεξεργασία μαλλιού κτλ. Ούτε όμως η γνώση της μαντικής, της αριθμητικής ή της υγείας (που συντελεί περισσότερο από τις άλλες αλλά δεν αρκεί). Ο Κριτίας αναφέρει τη γνώση του καλού και του κακού (το να ξέρουμε τι είναι καλό και τι είναι κακό) σαν τη σημαντικότερη για την εξασφάλιση της ευτυχίας, σε ξεχωριστή θέση από τις υπόλοιπες. Αν αυτή η γνώση όμως είναι ωφέλιμη ως προς αυτό, τότε όλες οι άλλες, όπως η γνώση της ιατρικής, δεν θα ωφελούν στην περίπτωση που αυτή λείπει. Γιατί αν δεν ξέρουμε τι είναι καλό, δεν θα ξέρουμε τον καλό τρόπο να εξασκούμε την ιατρική, αλλά ούτε και την υποδηματοποιεία ούτε την υφαντουργία ούτε τίποτα άλλο. Ολόκληρο το σύνολο των υπόλοιπων γνώσεων λοιπόν δεν είναι αρκετό για να κατακτήσουμε την ευδαιμονία, αν δεν γνωρίζουμε τι είναι καλό. Από την άλλη, αν το μόνο που ξέρουμε είναι το τι είναι καλό, αλλά μας λείπουν τα άλλα είδη γνώσεων, όπως η ιατρική, τότε πάλι δεν θα έχουμε ωφέλεια, αφού δεν θα μπορούμε να αποκτούμε τα οφέλη της ιατρικής και των υπόλοιπων γνώσεων.
 
Άρα η σωφροσύνη σαν γνώση της γνώσης δεν μπορεί να έχει κάποια ωφέλεια, τουλάχιστον όχι από μόνη της, αλλά μόνο αν προϋποθέτει την ύπαρξη και άλλων ειδών γνώσης. Αν δεν έχει ωφέλεια όμως, δεν είναι αρετή. Έτσι, δεν μπορεί να ταυτιστεί με την αυτογνωσία.
 
Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να φαίνεται αυτονόητο αλλά ο Σωκράτης θέλει να μας πει ότι η αρετή της σωφροσύνης δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις άλλες αρετές, όπως και η αυτογνωσία από τη συνολική γνώση. Ο μόνος τρόπος να ωφεληθούμε, πόσο μάλλον να ωφεληθούμε με κάθε δυνατό τρόπο και να κατακτήσουμε την ευτυχία, είναι να γίνουμε παντογνώστες, πράγμα αδύνατο. Και ο μόνος τρόπος να γίνουμε ενάρετοι, είναι να αποκτήσουμε όλες τις αρετές. Η ενότητα της αρετής με την γνώση ήταν δεδομένη για τον Σωκράτη, αφού για να κάνουμε κάτι καλό (αρετή) πρέπει να ξέρουμε τι είναι καλό και τον τρόπο να το κάνουμε (γνώση).
 
Όσο για την αποτυχία του Σωκράτη να ορίσει τι είναι η σωφροσύνη, ο ίδιος δηλώνει νικημένος και «κακός ερευνητής», αλλά παραμένει πεπεισμένος «πως η σωφροσύνη είναι μεγάλο αγαθό και, αν την έχεις, είσαι μακάριος»175e. Είναι πολλοί εξ άλλου οι πλατωνικοί διάλογοι που τελειώνουν χωρίς θετικό συμπέρασμα για το τι είναι αυτό που μελετάται, αλλά τουλάχιστον έχει ανακαλυφθεί τι δεν είναι, κάτι που μας χαρίζει γνώση την άγνοιά μας, και αποτελεί το πρώτο, και απαραίτητο, βήμα για την αναζήτηση της αλήθειας.

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Ο Πρωταγόρας, ο Σωκράτης και η γέννηση της φιλοσοφίας

Ο διάλογος του Πρωταγόρα με το Σωκράτη για το διδακτό της αρετής έχει μείνει στην ιστορία όχι μόνο γιατί βλέπουμε ζωντανά την αντιπαράθεση των σοφιστών με το Σωκράτη ή γιατί τον καταγράφει ο Πλάτωνας, ένας δεδομένος πολέμιος των σοφιστών, ή για το μύθο της δημιουργίας του κόσμου που εκφωνείται από τον Πρωταγόρα, αλλά και γιατί μέσα σε ένα κείμενο βλέπουμε όλες τις μεθοδεύσεις πειθούς της εποχής ή, με άλλα λόγια, γιατί βρισκόμαστε μπροστά στην ίδια την πηγή της εξέλιξης της φιλοσοφικής σκέψης. Το ίδιο το πλαίσιο της συζήτησης, με τις τεραστίου μεγέθους προσωπικότητες που συνομιλούν και τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους στο σπίτι του Καλλία, που φιλοξενείται ο Πρωταγόρας, και την όξυνση της αντιπαράθεσης, όταν ο Πρωταγόρας εκνευρίζεται με το ανακριτικό ύφος του Σωκράτη, που φτάνει μέχρι την απειλή της οριστικής διακοπής της συζήτησης προκαλώντας την άμεση παρέμβαση του Καλλία, που ως οικοδεσπότης θεωρεί αναγκαίο να κατευνάσει τα πνεύματα, προσδίδει μια απίστευτη λογοτεχνικότητα, μια δύναμη καθηλωτική, που μόνο η έννοια του θρύλου μπορεί να προσδιορίσει.
 
Ο Πρωταγόρας προκαλείται από την πρώτη στιγμή. Όταν λέει ότι διδάσκει την πολιτική αρετή, ο Σωκράτης απαντά ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται, υπονοώντας ότι ο Πρωταγόρας είναι απατεώνας. Η δεδομένη Σωκρατική ειρωνεία περιπλέκει όχι μόνο την τροπή της συζήτησης, αλλά και τις ίδιες του τις προθέσεις. Ως ένα βαθμό αδυνατούμε να καταλάβουμε αν ο Σωκράτης εννοεί αυτά που λέει ή εφαρμόζει και πάλι τις γνωστές του τεχνικές προκειμένου να φέρει τον Πρωταγόρα σε αδιέξοδο. Βέβαια, η επικρατούσα άποψη είναι ότι ο Σωκράτης προφανώς δεν εννοεί αυτά που λέει, αλλά χρησιμοποιώντας τη διαλεκτική και τη μαιευτική επιχειρεί να εξουδετερώσει τον Πρωταγόρα γελοιοποιώντας τον, όπως συνήθιζε με πολλούς επιφανείς στην αθηναϊκή αγορά διατυπώνοντας τις θρυλικές «αφελείς» του ερωτήσεις. Κι εδώ ακριβώς βρισκόμαστε μπροστά στη σημειολογία της λεκτικής μονομαχίας, αφού πλέον παρακολουθούμε τη σύγκρουση δύο προσωπικοτήτων που μόνο μέσα από τη λεκτική αντιπαράθεση μπορεί να εκφραστεί. Με δυο λόγια βρισκόμαστε μπροστά στην αποθέωση της φιλοσοφίας, που μετατρέπει το παιχνίδι του λόγου σε θέμα προσωπικό, όχι με την νοσηρή εκδοχή της φτηνής επιβολής, ο λόγος δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτό, αλλά με την οπτική της ιδεολογικής αντιπαράθεσης που γίνεται αυτοσκοπός, που παίρνει δηλαδή διαστάσεις αιώνιες, αφού οι αντιπαραθέσεις αυτού του είδους μόνο ως αέναες αναζητήσεις μπορούν να ερμηνευτούν. Ο Σωκράτης για να υποδαυλίσει τη συζήτηση επιχειρηματολογεί για πράγματα που ούτε ο ίδιος πιστεύει. Ο Πρωταγόρας, για τον ίδιο λόγο, αναφέρεται στη δημιουργία του κόσμου επικαλούμενος τη συμβολή των θεών στους οποίους προφανώς δεν πιστεύει. Φυσικά, για όλα υπάρχουν ερμηνείες. Ο ένας το κάνει λόγω τακτικής, ο άλλος τους αναφέρει συμβολικά και πάει λέγοντας. Η ουσία είναι ότι όλες αυτές οι μικρές ατασθαλίες σηματοδοτούν το βαθύτερο κίνητρο της προσωπικής συμβολής μέσα στην πορεία της σκέψης, την πεποίθηση της υπηρεσίας του ιδανικού που μόνο η ακατάπαυτη συμμετοχή στην αδιάκοπη φιλοσοφική διερεύνηση διασφαλίζει. Κι αυτό είναι ο θρίαμβος της σκέψης, που μοιραία δεν έχει άλλη επιλογή από το να προχωρήσει. Γιατί αν ο Σωκράτης δεν έλεγε τα αντίθετα από αυτά του σκεφτόταν, ο διάλογος δεν θα υπήρχε. Κι αν ο Πρωταγόρας δεν επικαλούνταν τους θεούς θα χάναμε το μύθο της δημιουργίας του κόσμου, με άλλα λόγια η φιλοσοφία θα ήταν φτωχότερη.
 
Το μεγαλείο του Σωκράτη δηλώνεται από την αρχή. Σε ελάχιστο χρόνο και παντελώς απροετοίμαστος στήνει μια ολόκληρη επιχειρηματολογία στηρίζοντας το μη διδακτό της αρετής, πράγμα που ξέρει καλά ότι δεν ευσταθεί. Μοιραία, τα επιχειρήματά του δεν πείθουν, αλλά αυτό έχει ελάχιστη σημασία μπροστά στην πρωτοφανή ετοιμότητα στην κατασκευή επιχειρημάτων, δηλαδή στην παραγωγή σκέψης και την πειστικότητα της παρουσίασης. Η φαινομενική αλήθεια του Σωκράτη διατυπώνεται τόσο άρτια, που είναι βέβαιο ότι θα συμπαρέσερνε τον οποιονδήποτε. (Κι αυτό βέβαια θα ήταν η καταδίκη του. Ο Σωκράτης θα αποκάλυπτε την απάτη και θα τον γελοιοποιούσε. Όμως εδώ, έχει να κάνει με τον Πρωταγόρα.) Επικαλούμενος τη σοφία των Αθηναίων αναφέρεται στη λειτουργία της αθηναϊκής δημοκρατίας που στηρίζεται στην απόλυτη ελευθερία του λόγου. Από τη στιγμή που ισότιμα μπορούν όλοι να πάρουν το λόγο σε θέματα πολιτικών αποφάσεων, που φυσικά προϋποθέτουν την πολιτική αρετή, γίνεται αντιληπτό ότι η πολιτική αρετή θεωρείται στα πράγματα που δεν διδάσκονται, αφού, σε διαφορετική περίπτωση θα μιλούσαν μόνο οι ειδικοί, δηλαδή αυτοί που τη διδάχτηκαν, όπως συμβαίνει σε συζητήσεις που αφορούν θέματα ναυπηγικής ή οικοδομικής. Εξάλλου και ο ίδιος ο Πρωταγόρας, που παρουσιάζεται ως δάσκαλος της πολιτικής αρετής, δεν την έχει διδαχτεί από κανένα. Κι επιπλέον, κανείς επιφανής δεν προσπαθεί να διδάξει την πολιτική αρετή στα παιδιά του, ούτε ο ίδιος ο Περικλής, που φυσικά επικαλείται ως μέγιστη πολιτική αυθεντία. Είναι προφανές ότι αν η πολιτική αρετή μπορούσε να διδαχθεί δεν θα άφηναν οι επιφανείς τα παιδιά τους στο έλεος της μοίρας, πράγμα που αποδεικνύει ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Πώς θα μπορούσε ο Πρωταγόρας να τα ανατρέψει όλα αυτά; Να αμφισβητήσει την αθηναϊκή δημοκρατία; Να διαψεύσει το Σωκράτη ως προς τη λειτουργία της; Να επικαλεστεί ότι ο ίδιος είχε δάσκαλό; Να αμφισβητήσει την προσωπικότητα του Περικλή; Το γεγονός ότι τα παιδιά του Περικλή ήταν παρόντα στη συζήτηση και δεν διέψευσαν ούτε στο ελάχιστο το Σωκράτη για τη συμπεριφορά του πατέρα τους όχι μόνο απέκλειε κάθε ενδεχόμενο διαφωνίας, αλλά προσέδιδε στα λόγια του Σωκράτη την ισχύ του αδιάψευστου ντοκουμέντου.
 
Κι εδώ ακριβώς περνάμε στο μεγαλείο του Πρωταγόρα που δείχνει την ισχύ του από την αρχή. Σε μια επίδειξη ανωτερότητας ρωτάει την ομήγυρη αν θέλει να ακούσει μια διάλεξη ή ένα μύθο, καθιστώντας σαφές ότι έχει τον απόλυτο έλεγχο κι ως εκ τούτου η επιλογή δεν τον αφορά. Τελικά επιλέγει το μύθο, επιλέγει δηλαδή να πάρει τα πράγματα από την αρχή. Παρουσιάζει την δημιουργία του κόσμου, τον κίνδυνο της εξαφάνισης του ανθρώπου από τα θηρία, την παρέμβαση του Προμηθέα που κλέβει τη φωτιά και τις τεχνικές γνώσεις από τους θεούς και τα χαρίζει στον άνθρωπο για να επιβιώσει και την τελική συνεισφορά του Δία που ευεργετεί την ανθρωπότητα δωρίζοντας την αιδώ και τη δίκη για να μπορούν να υπάρχουν πόλεις, αφού ο άνθρωπος μόνο μέσα σε οργανωμένες κοινωνίες θα μπορούσε να επιβιώσει και οι οργανωμένες κοινωνίες μόνο με την αιδώ και τη δίκη μπορούν να συγκροτηθούν. Και κάπως έτσι φτάνουμε στο θέμα της πολιτικής αρετής καθώς η αιδώς και η δίκη (ο σεβασμός και η δικαιοσύνη) μόνο ως πολιτική αρετή μπορούν να ερμηνευτούν. Όμως ο Δίας, αν και μοιράζει τα δώρα του σε όλους τους ανθρώπους, παραδέχεται ότι κάποιοι – οι άδικοι –  μπορεί να μην τα έχουν, κι αυτό είναι η απόδειξη ότι δόθηκαν ως δυνατότητα κι όχι ως αμετάκλητο – τετελεσμένο γεγονός. Κι αυτή ακριβώς είναι και η ευθύνη του ανθρώπου που οφείλει να μετατρέψει το δυνάμει σε ενεργεία, που οφείλει δηλαδή να πραγματώσει την αρετή καταβάλλοντας προσπάθεια, καθώς τίποτε δεν είναι δεδομένο. Πώς ορίζεται αυτή η προσπάθεια και τι μπορεί να απαιτεί αν όχι τη διδασκαλία; Εξάλλου, αυτό είναι και το νόημα της ποινής. Η ποινή δεν είναι εκδίκηση, γιατί μόνο τα θηρία εκδικούνται. Η ποινή αποσκοπεί στο σωφρονισμό και τον παραδειγματισμό, στην προσπάθεια δηλαδή της αποτροπής των παραβατικών συμπεριφορών στο μέλλον. Τι άλλο μπορεί να είναι η ποινή από παιδαγωγική μέθοδος της κοινωνίας που διασφαλίζει την αρμονική συνύπαρξη, δηλαδή την υιοθέτηση της πολιτικής αρετής; Και που αλλού μπορεί να αποσκοπεί ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα της Αθήνας, πέρα από την υιοθέτηση της αρετής, όταν από την πιο μικρή ηλικία η οικογένεια με την τροφό και τον παιδαγωγό υποδεικνύει διαρκώς τον ορθό τρόπο συμπεριφοράς, δηλαδή την αρετή, κι όταν το σχολείο βομβαρδίζει τους νέους από την πρώτη στιγμή με υγιή πρότυπα αρετής παρμένα κυρίως από τους ήρωες των ομηρικών επών; Και τι άλλο μπορεί να είναι ο νομοθέτης αν όχι ο μεγάλος παιδαγωγός της κοινωνίας;
 
Ο Σωκράτης διαστρεβλώνει επίτηδες την καθολικότητα της αρετής – το γεγονός δηλαδή ότι συμμετέχουν όλοι στις πολιτικές αποφάσεις – αποδίδοντάς την σε έμφυτη τάση κι αποσιωπώντας όλους αυτούς που δεν συμμετέχουν επειδή στερήθηκαν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Ο Πρωταγόρας απαντά με το μύθο της κοσμογονίας ξεκαθαρίζοντας ότι πράγματι υπάρχει καθολικότητα, αφού ο Δίας μοίρασε την πολιτική αρετή σε όλους, αλλά η διδασκαλία είναι απαραίτητη γιατί μόνο έτσι θα γίνει το δυνάμει ενεργεία. Ο Σωκράτης εξιδανικεύει την αθηναϊκή δημοκρατία αποκαλώντας τους Αθηναίους σοφούς, πράγμα που φυσικά δεν πίστευε, αφού πρώτος ο ίδιος κατηγορούσε με κάθε ευκαιρία τους Αθηναίους και την εκφυλισμένη δημοκρατία της εποχής, και ο Πρωταγόρας του απαντά με το ίδιο νόμισμα εξιδανικεύοντας την Αθήνα στο ζήτημα της ποινής, που δήθεν δεν εφαρμοζόταν για εκδίκηση, όταν ο ίδιος ο θάνατος του Σωκράτη θα τον διαψεύσει. Ο Σωκράτης, στο θέμα των παιδιών του Περικλή, εσκεμμένα ταυτίζει την πολιτική δεινότητα με την πολιτική αρετή, καθώς τα παιδιά του Περικλή δεν είχαν την πολιτική δεινότητα του πατέρα τους, γιατί αν δεχτούμε ότι δεν είχαν πολιτική αρετή θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ήταν εγκληματίες. Ο Πρωταγόρας του απαντά με λήψεις του ζητουμένου, κλασικό σοφιστικό τέχνασμα διαστρέβλωσης της αλήθειας καθώς αλλοιώνεται ολόκληρος ο συλλογισμός με την μετατροπή του συμπεράσματος σε δεδομένο. Όμως, όλες αυτές οι ωφέλιμες συλλογιστικές απάτες σηματοδοτούν την εξέλιξη της ανθρώπινης σκέψης, που μόνο μέσα από τον ελιγμό και τη διαχείριση των εννοιών μπορεί να προωθηθεί. Γιατί μόνο έτσι θα μπορούσαν να προσδιοριστούν έννοιες όπως πολιτική αρετή, νομοθεσία, εκπαίδευση, ποινές κτλ. Γιατί μόνο έτσι γεννιέται η φιλοσοφία. Και κάπως έτσι οι μεγάλοι αντίπαλοι γίνονται κοινωνοί της φιλοσοφικής μυσταγωγίας. Και κάπως έτσι η αντιστροφή μετουσιώνεται σε μεγαλείο, αφού μόνο έτσι καταρρίπτονται όλα τα δόγματα. Ο διάλογος του Σωκράτη με τον Πρωταγόρα θα παραμένει ως αιώνιο σύμβολο του φιλοσοφικού προβληματισμού.

Η Αντιγόνη του Σοφοκλή ως πεδίο δοκιμασίας των σοφιστικών αντιλήψεων

Σοφοκλής και σοφιστές: διυλίζοντας νέες ιδέες
 
Πραγματευόμενος κανείς το έργο της «Αντιγόνης» μέσα από τη συγκυρία της συγγραφής της δεν μπορεί να παραγνωρίσει τη μεγάλη επιρροή που άσκησε σε ηθικοκοινωνικό και πολιτικό επίπεδο το σύνολο των σοφιστών, που τότε είχε αρχίσει να εμφανίζεται στο προσκήνιο, για να εδραιωθεί συστηματικά στην αθηναϊκή κοινωνία το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π. Χ. Οι παρεμβάσεις τους αφορούν την εκπαίδευση, την πολιτική, την κοινωνία και τέλος την θρησκεία. Στα χρόνια του Σοφοκλή ο κύκλος των σοφιστών, με μπροστάρη των Πρωταγόρα, είχε καταστήσει σαφή τη δυναμική του στα πολιτικά πράγματα, καθώς, όπως φαίνεται και από το ομώνυμο έργο του Πλάτωνα, ο Πρωταγόρας υποσχόταν ρητορική δεινότητα και ικανότητα πολιτικής διοίκησης στους μαθητές του (Πρωταγόρας, 318e: «Το μάθημα [το οποίο διδάσκω] είναι η εὐβουλία, η σωστή σκέψη και λήψη αποφάσεων τόσο για τα θέματα που αφορούν τα οἰκεῖα, την ιδιωτική ζωή, πώς δηλαδή να διευθετεί κανείς με τον καλύτερο τρόπο τα ζητήματα του οἴκου του, όσο και για τα θέματα που αφορούν την πόλη, ώστε να είναι κανείς όσο γίνεται πιο ικανός να πράξει και να μιλήσει για τα πολιτικά θέματα»). Μέσα από τη διδασκαλία τους οι σοφιστές προκάλεσαν σημαντικές μεταβολές σε ποικίλους χώρους της σκέψης: μίλησαν με σκεπτικισμό για την ύπαρξη και την πολλαπλότητα της αλήθειας, πίστεψαν στη δύναμη και την πειθώ του λόγου μέσα από τον καλλωπισμό του, διέκριναν την αλήθεια από τη φαινομενικότητα, αμφισβήτησαν φύση και θεούς, τοποθέτησαν στο κέντρο της διδασκαλίας τους τον άνθρωπο και πληρώνονταν αδρά για αυτή τους την προσφορά. Ανέτρεψαν με λίγα λόγια πολλά από τα «νόμιμα» της εποχής και προκάλεσαν σωρεία αντιδράσεων. Στο έργο της «Οι μεγάλοι σοφιστές στην Αθήνα του Περικλή» η Jaqueline de Romilly αναφέρει για τους σοφιστές: «Είναι οι πρώτοι που ύψωσαν σε βασική αρχή τη σχετικότητα της γνώσης και που άνοιξαν τον δρόμο όχι μόνο για την ελεύθερη σκέψη, αλλά και για την απόλυτη αμφιβολία μπροστά στη μεταφυσική, την ηθική, τη θρησκεία… Ήταν οι πρώτοι που έφτασαν στα απώτατα όρια του ορθολογισμού και του σκεπτικισμού» (Jaqueline de Romilly, 1994:337)
 
Παράλληλα με τη δράση του Πρωταγόρα ζει και συγγράφει ο Σοφοκλής (το 442 π.Χ. διδάσκεται η «Αντιγόνη» από τον Σοφοκλή, ενώ το 443 π.Χ. ο Πρωταγόρας απεσταλμένος του Περικλή πηγαίνει στους Θουρίους για να συγγράψει νόμους). Είναι , λοιπόν, μάρτυρας μιας ηθικής και κοινωνικής εξέλιξης που πυροδοτεί μια νέα πολυμορφία ιδεών: ο ορθός λόγος επανεξετάζει την παλιά αριστοκρατική ηθική. Το προσωπικό και κοινωνικό κοσμοείδωλο του καθενός επαναπροσδιορίζεται μέσα από νέες συγκρούσεις (κοινωνικό – ατομικό χρέος, θεϊκοί νόμοι- κρατικό δίκαιο), συγκρούσεις που αναπαράγουν οι σοφόκλειοι ήρωες και αυξάνουν τις απαιτήσεις για τον Αθηναίο θεατή καθιστώντας τον κριτή των καθηκόντων του. Η διύλιση, πάντως, του καινούριου από τη μεριά του Σοφοκλή είναι προσεκτική και η θέση του σε θέματα ηθικής αδιαπραγμάτευτη. Η στάση του απέναντι στους σοφιστές έχει αποτυπωθεί μέσα από τα λόγια του Busse: ο Σοφοκλής βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τους σοφιστές στον βαθμό που αυτοί τιμούν τη δημιουργικότητα του ανθρώπινου πνεύματος στη σφαίρα της πολιτιστικής προόδου, αλλά επίσης επιτίθεται εναντίον της ανηθικότητας αυτών, όταν αυτοί θεωρούν τον ηθικό νόμο μια δημιουργία της ιδιομορφίας του ανθρώπου και χωρίς ενδοιασμό θέτουν τον εαυτό τους πάνω από αυτόν. Μέσα στο έργο οι στίχοι και οι δραματικές καταστάσεις που εμπεριέχουν αιχμές κατά των σοφιστικών ιδεών σίγουρα ηχούσαν δυνατά στα αυτιά του υποψιασμένου αθηναϊκού ακροατηρίου. Η δυνατότητα παραπλάνησης των ακροατών μέσα από φραστικά στολίδια και η εύσχημη απόκρυψη της αλήθειας από τη μεριά των σοφιστών (τὸν ἥττω λόγον κρείττω) αποδίδεται πρωτίστως μέσα από τα λόγια του Κρέοντα στους στίχους 495-496, τα οποία, μάλιστα, αναφερόμενα σε λάθος αποδέκτη (σε μια Αντιγόνη που καθόλου δεν επεδίωξε να δημιουργήσει άλλες εντυπώσεις για τον εαυτό της και την πράξη της) από πομπό που τελεί σε πλάνη (ένας Κρέοντας που επιχειρεί να παρουσιάσει τη στέρηση της ταφής ως αδιαπραγμάτευτη πολιτική επιλογή), αναδεικνύουν ακόμη περισσότερο τη σύγχυση μέσα από την οποία «απεργάζονται» οι σοφιστές τα τεχνάσματά τους: μισῶ γε μέντοι χὤταν ἐν κακοῖσί τις ἁλοὺς ἔπειτα τοῦτο καλλύνειν θέλῃ.
 
Την ευκολία με την οποία χάνεται η αλήθεια (αιχμή κατά των σοφιστικών μεθόδων) καταδεικνύει και η αρχή του έργου: η επιδεικτική περιφρόνηση από μέρους της Αντιγόνης των νόμων της πόλης μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι έχει άδικο. Η εμφάνιση του Κρέοντα στη σκηνή με δώρο (από τον Σοφοκλή) έναν πρώτο στίχο γεμάτο από «πολύτιμες» για τον θεατή λέξεις με τεράστια ηθική διάσταση (στ. 162 ἄνδρες, τὰ μὲν δὴ πόλεος ἀσφαλῶς θεοὶ πολλῷ σάλῳ σείσαντες ὤρθωσαν πάλιν) και προγραμματικές δηλώσεις που βρίθουν από μεγαλόπνοες πολιτικές ιδέες εύλογα προκαλεί την επιδοκιμασία ενός μέρους των θεατών, που εύκολα παγιδεύεται στη λεκτική αυτή πλεκτάνη. Ο Ανδρεάδης (1994) εντοπίζει στη ρήση αυτή του Κρέοντα (στ. 102-222) στοιχεία ηγέτη και ρήτορα του οποίου το υφάδι των λόγων δημιουργεί ένα δίχτυ από πειστικά φαινόμενα, εικόνες, συλλογισμούς ανθεκτικούς και ταυτοχρόνως έτοιμους να βουλιάξουν σαν τη μακρόβιο εικόνα του καραβιού της πόλεως που ταξίδεψε από τον Πλάτωνα μέχρι τον Ρεμπώ και τον Έγκελς. Η σοφιστική δικαιολογία που επινοεί ο Κρέοντας για να έχει ήσυχη τη συνείδησή του σχετικά με το τέλος της Αντιγόνης στους στ. 889- 890 (ἡμεῖς γὰρ ἁγνοὶ τοὐπὶ τήνδε τὴν κόρην, μετοικίας δ᾽ οὖν τῆς ἄνω στερήσεται) ίσως του δίνει μια πρόσκαιρη ανακούφιση και σκεπάζει για λίγο την αλήθεια. Η αλήθεια και το δίκιο αποτελεί σε όλο το έργο ζητούμενο, καθεμιά από τις συγκρουόμενες πλευρές πιστεύει ότι τα κατέχει και προσκομίζει λογικά ή και λογικοφανή επιχειρήματα για να στηρίξει τις επιλογές του. Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η αμήχανη στάση του χορού που δυσκολεύεται μέχρι το τέλος να πάρει ξεκάθαρη θέση καθιστώντας σαφή τη σχετικότητα των πραγμάτων και των καταστάσεων. Ο Σοφοκλής χρησιμοποιεί ένα κατεξοχήν σοφιστικό εργαλείο, για να καταφερθεί εναντίον τους: παίζει με το παιχνίδι της ανατροπής των πρώτων εντυπώσεων (σταδιακή αποκάλυψη της σαθρής νομιμότητας που υπηρετεί ο Κρέων), που πέρα από την οικονομία του έργου εξυπηρετεί και την κοινωνικοπολιτική αποστολή του: θυμίζει στους συμπολίτες του ότι και στη ζωή, κυρίως, όμως, στον πολιτικό στίβο οι λαοπλάνοι αγύρτες είναι πολλοί, το πολιτικό αισθητήριο του λαού είναι συχνά εξασθενημένο και η αλήθεια χάνεται εύκολα από τα μάτια των ανθρώπων, όπως άλλωστε έχει χαθεί από τα μάτια του Κρέοντα και ίσως κάποιες στιγμές και από τα μάτια των θεατών.
 
Παράλληλα, η ευγενική καταγωγή, η επιμελημένη παιδεία του Σοφοκλή και ο συγχρωτισμός του με τον αριστοκρατικό, καλλιεργημένο κύκλο που ηγούνταν ο Κίμων δε θα μπορούσαν να μη διαμορφώσουν μια σθεναρή υπεράσπιση από μέρους του της δύναμης της φύσης στη ζωή και στην εξέλιξη του ατόμου. Οι αρετές για αυτόν είναι έμφυτες, κληρονομούνται, όπως άλλωστε θα υποστήριζε ο Πίνδαρος και φυσικά ο Σωκράτης, που στην «Πολιτεία» επιτάσσει «τάς τε βελτίστας φύσεις» (τις οποίες, βέβαια, συνδέει με την αριστοκρατία του πνεύματος και όχι της καταγωγής) στα πολιτικά τους καθήκοντα (Ἡμέτερον δὴ ἔργον, ἦν δ’ ἐγώ, τῶν οἰκιστῶν τάς τε βελτίστας φύσεις ἀναγκάσαι ἀφικέσθαι πρὸς τὸ μάθημα ὃ ἐν τῷ πρόσθεν ἔφαμεν εἶναι μέγιστον, ἰδεῖν τε τὸ ἀγαθὸν καὶ ἀναβῆναι ἐκείνην τὴν ἀνάβασιν, καὶ ἐπειδὰν ἀναβάντες ἱκανῶς ἴδωσι, μὴ ἐπιτρέπειν αὐτοῖς ὃ νῦν ἐπιτρέπεται, 519b-d). Σε αυτή τη θέση οι σοφιστές ανθίστανται σθεναρά προτάσσοντας τη βελτιωτική δύναμη της παιδείας. Αυτοί ορθώνουν τη διδασκαλία τους εναντίον της φύσης και επικεντρώνονται στις δυνατότητες του ατόμου να διεκδικήσει και να καταφέρει πράγματα. Η Jaqueline de Romilly αναφέρεται στον νέο προβληματισμό που πυροδότησε το τολμηρό εγχείρημα των σοφιστών να θεωρούν ότι όλοι μπορούν να διδαχθούν τα αγαθά. Ο χώρος της φιλοσοφίας, αλλά και η τραγωδία και η ιστορία μπολιάζεται με αυτό το νέο θέμα και κατοπτρίζει την αίσθηση που προκαλούσε η εμπιστοσύνη των καινούριων δασκάλων στην επιτυχία της διδασκαλίας τους(Jaqueline de Romilly, 1994:83). Ο Σοφοκλής παρά την ανθρωποκεντρική του δημιουργική τάση φαίνεται ότι δεν μπορεί να απεμπλακεί εύκολα από πιεστικά ήθη της εποχής, όταν μέσα από το στόμα της Αντιγόνης απαιτείται μια στάση σύμπραξης από την Ισμήνη, που θα οφείλεται πέρα από τη θέληση στην ευγενική της καταγωγή (στ.37-38, οὕτως ἔχει σοι ταῦτα, καὶ δείξεις τάχα εἴτ᾽ εὐγενὴς πέφυκας εἴτ᾽ ἐσθλῶν κακή). Προσπαθεί να προασπίσει τις παραδοσιακές αξίες, που φαίνεται ότι κινδυνεύουν να ανατραπούν από τα νέα δεδομένα που παρέχει η διδασκαλία των σοφιστών στον χώρο της σκέψης.
 
Παράλληλα με τις αντιδράσεις του απέναντι στις ιδέες των σοφιστών η Αντιγόνη αποτελεί ένα έργο με έκδηλες τις επιρροές των τελευταίων πάνω στον δραματουργό. Το πρώτο στάσιμο με το περιεχόμενό του (ύμνος στον άνθρωπο) και μέσα από την αμφισημία του αποτελεί μια πρωταγόρεια σύλληψη μεταφερμένη στον έμμετρο λόγο της τραγωδίας από τον Σοφοκλή: ο χορός υμνεί τα θαύματα του πολιτισμού, τις τέχνες και τις τεχνικές που τον στηρίζουν, αλλά σκέφτεται και πόσο παράδοξη είναι η ανθρώπινη φύση που σύγκειται από αντιθέσεις, έχει την ικανότητα για το καλό και το κακό και μόνο ο νόμος μπορεί να λειτουργήσει εξισορροπητικά. Ο Lesky (1997: 342-343) δε θεωρεί σύμπτωση ότι την εποχή της σοφιστικής σχετικοποίησης κάθε παράδοσης ένας ποιητής αντιπαραθέτει στην ασυγκράτητη ορμή του ανθρώπου για πρόοδο το αμετακίνητο κύρος κάποιων αξιών και επιδοκιμάζει τον συσχετισμό ανάμεσα στα δυο φαινόμενα. Πρόκειται για ένα τραγούδι με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις, καθώς διερωτάται και αναζητά τον ὑψίπολιν και τον ἄπολιν χωρίς να δίνει απαντήσεις: νόμους γεραίρων χθονὸς θεῶν τ᾽ ἔνορκον δίκαν, ὑψίπολις· ἄπολις ὅτῳ τὸ μὴ καλὸν ξύνεστι τόλμας χάριν (στ.368-371). Η ευρύτητα μεταφράσεων των δυο όρων και η δυνατότητα του καθενός να σκιαγραφήσει διαφορετικά το πορτρέτο του ὑψίπολι και του ἄπολι τροφοδοτείται ακόμη περισσότερο από τη υπόθεση και την οικονομία του έργου: ποιος είναι ο ὑψίπολις και ποιος ο ἄπολις; Η Αντιγόνη, ο Κρέοντας ή ο Πολυνείκης; Ιδιαίτερα το νοηματικό πλάτος της έννοιας του άπολι σε συνδυασμό με τις προτεραιότητες και τον προσδιορισμό του ηθικά σωστού από κάθε θεατή σε μια εποχή ηθικών επανανοηματοδοτήσεων δημιουργεί ηθελημένα σύγχυση σε σχέση με τον αποδέκτη του όρου, μια σύγχυση που κεντρίζει την αμηχανία και την αγωνία του ακροατηρίου. Τα δεδομένα μαζί με τα συναισθήματα εναλλάσσονται «βασανιστικά» για το κοινό. Η αλήθεια βρίσκεται πίσω από τα φαινόμενα μα και αυτά τα ίδια τα φαινόμενα κρύβουν μια δική τους αλήθεια. Ο Αθηναίος προβληματίζεται, οι πολιτικοί όροι τίθενται σε συνεχή επαναδιαπραγμάτευση, νέα ερωτηματικά απαιτούν καινούριες απαντήσεις και κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει τη συμμετοχή των σοφιστών σε αυτές τις ζυμώσεις. Πολύ κοντά σε αυτά και η αμφισημία της λέξης δεινά στον πρώτο στίχο του πρώτου στάσιμου: πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει (στ.334). Το φοβερό, το θαυμάσιο, το βίαιο, το τρομακτικό συνυπάρχουν δυναμικά στο νοηματικό πλάτος του όρου και αποδίδουν τη διπλή διάσταση της ανθρώπινης εξέλιξης, την αρετή και την κακία. Και να που η δύναμη της σοφιστικής αμφισημίας γίνεται εργαλείο στα χέρια του Σοφοκλή, προκειμένου να εμφυσήσει μέσα από το θέατρο την αναγκαιότητα της πολιτικής σκέψης και να χαλιναγωγήσει τα πολιτικά ήθη της εποχής, δεδομένης της κορύφωσης της δημοκρατίας και της αθηναϊκής αλαζονείας με την οποία αυτή συνοδεύεται.
 
Μέσα σε αυτή τη δημοκρατική ατμόσφαιρα η επιρροή της ρητορικής όπως πυροδοτήθηκε από τους σοφιστές, βρίσκει την έκφρασή της μέσα από τη σοφόκλεια τραγωδία: όλο το κείμενο βρίθει από ρητορικά κονταροχτυπήματα ανάμεσα στους ήρωες, ο λόγος του Κρέοντα στους στ. 162-210 αποτελεί υπόδειγμα ρητορικού λόγου (Προοίμιο: 162-174, Διήγηση: 175-191, Απόδειξη: 192-206, Επίλογος: 207-210), με τη φωνή του Αίμονα ακούμε στους στ. 701-723 μια υποδειγματική (από πλευράς περιεχομένου και μορφής) απόπειρα πειθούς του Κρέοντα και είναι εμφανές το ρητορικό υπόστρωμα του λόγου του αγγελιαφόρου στους στίχους 1278-1322 κατά τον διάλογό του με τον Κρέοντα. Στον στίχο 687, γένοιτο μεντἂν χἀτέρῳ καλῶς ἔχον (θα μπορούσε, όμως, και κάποιος άλλος να έχει δίκιο) ο Σοφοκλής αποδέχεται και επιδοκιμάζει αρχές που ο Πρωταγόρας διακήρυττε μέσα από τη διδασκαλία του: η αρχή της πολυφωνίας στην πολιτική έκφραση, η κριτική εξέταση και η ενδεχόμενη αποδοχή της γνώμης των άλλων, η σχετικότητα της γνώμης αποτελούν προϋποθέσεις του εποικοδομητικού διαλόγου και καθιστούν μνημειακής αξίας τα λόγια του Αίμονα. Είναι πρόδηλη η τάση του Σοφοκλή να δεχτεί ιδέες που προάγουν το πνεύμα και εξελίσσουν τη δημοκρατία, ακόμη και αν αυτές διατυπώνονται από έναν κύκλο που χαρακτηρίζεται από την ανατροπή και την αμφισβήτηση των αρχών που με σύνεση υπηρέτησε ο ίδιος. Ύστερα από όλα αυτά είναι εμφανής η βαθιά ανησυχία με την οποία έζησε ο Σοφοκλής την ορμητική εξέλιξη της εποχής του, μια εξέλιξη που πυροδοτήθηκε από την πίστη σε ακλόνητες αξίες και σε θεσμούς που υπηρέτησε πιστά η πόλις-κράτος, με την παράλληλη αμφισβήτηση των παραδοσιακών αξιών από τη μεριά των σοφιστών.

Σταμάτα να φοβάσαι την απόρριψη

Και ποιανού η καρδιά δεν έχει ραγίσει από μία απόρριψη; Απόρριψη από έναν άνθρωπο που έχουμε ερωτευτεί, απόρριψη από έναν διαγωνισμό ή τον εργασιακό μας χώρο.
 
Η απόρριψη μας πληγώνει, διότι ‘’χτυπάει’’ την έμφυτη ανάγκη που έχουμε ως άνθρωποι για αποδοχή και έγκριση.
 
Ο άνθρωπος που απορρίπτεται, βιώνει μέσα του έναν κυκεώνα αρνητικών συναισθημάτων, υποτιμά τον εαυτό και τις δυνατότητές του θεωρώντας πως αν ο ίδιος ήταν διαφορετικός, ο άλλος άνθρωπος δε θα τον απέρριπτε.
      
Ασυναίσθητα, η απόρριψη μας ωθεί πολλές φορές στη λανθασμένη στάση να κατηγορούμε μόνο εμάς και ποτέ τον άλλο άνθρωπο. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την πεποίθηση, ο άνθρωπος που μας απορρίπτει έχει πάντοτε δίκαιο και εμείς είμαστε πάντοτε οι λάθος και οι ανεπαρκείς.
 
Όταν βιώσουμε μία απόρριψη οποιασδήποτε μορφής εκτός από τον προφανή πόνο που μας προκαλεί, μπορούμε να αναρωτηθούμε μέσα μας: Ισχύει ότι ο άνθρωπος που με απορρίπτει, είναι πάντοτε σωστός; Δηλαδή δεν μπορεί να με απορρίπτει με βάση τις δικές του προκαταλήψεις, ζήλιες, ανεπάρκειες ή λανθασμένες κρίσεις;
 
Δεν νομίζω να υπάρχει κανείς που να διαφωνεί ότι όλοι μας μπορούμε να πέσουμε σε λανθασμένες κρίσεις ή πως στον κόσμο μας υπάρχει αρκετή ρηχότητα και παραλογισμός. Πώς λοιπόν μπορείς να δένεις ως απόλυτα σωστή την κρίση του άλλου για το άτομο ή την αξία σου, όταν εσύ ξέρεις πως σου αξίζει κάτι καλύτερο ή πως δεν ισχύει;
 
Είναι ακριβώς το ίδιο με το να έρθει κάποιος και να σου πει πως ακούει όλα τα είδη μουσικής εκτός από την κλασική. Θα συμπεράνεις περισσότερα για την αξία της κλασικής μουσικής ή για το γούστο του άλλου; Έτσι ακριβώς λειτουργεί και η απόρριψη; είναι απλώς μία περιγραφή της προσωπικότητας και της κρίσης του άλλου και όχι απόδειξη της δικής μας προσωπικής μας αξίας.
 
Είναι σημαντικό να σταματήσεις να φοβάσαι την απόρριψη και να τη δεχθείς απλώς ως έναν τρόπο της ζωής για να σε αποτρέψει από έναν κακό δρόμο αλλά και να σε προετοιμάσει και για κάτι καλύτερο και σπουδαιότερο. Σταμάτα να τη φοβάσαι λοιπόν!

Οι θεωρίες της έλξης μεταξύ συντρόφων

Θεωρία της διατήρησης του είδους
Τελευταία, οι επιστήμονες από διάφορους επιστημονικούς κλάδους διεξάγουν έρευνες, και οι εργασίες τους συγκλίνουν προς την βαθύτερη κατανόηση του έρωτα σ’ ένα ζευγάρι. Από κάθε έρευνα προκύπτουν πολύτιμες πληροφορίες, ανάλογα με το πώς αντιμετωπίζονται οι καινούργιες έρευνες. Οι βιολόγοι υποστηρίζουν πως υπάρχει μια συγκεκριμένη «λογική» που συνδέεται με την επιλογή συντρόφου.
 
Οι άντρες νιώθουν φυσικά να τους ελκύουν νεότερες γυναίκες, με απαλή επιδερμίδα, λαμπερά μάτια, στιλπνά μαλλιά, ωραίο σώμα, κόκκινα χείλη, ροδαλά μάγουλα και μεγάλο στήθος, όχι για λόγους μόδας, αλλά γιατί όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά καλής υγείας και καλού ορμονικού επιπέδου, σημάδια ότι μια γυναίκα βρίσκεται στην καλύτερη στιγμή για αναπαραγωγή.
 
Οι γυναίκες διαλέγουν τον σύντροφό τους από άλλη σκοπιά. Επειδή η νεαρή ηλικία, η καλή φυσική κατάσταση και η υγεία δεν είναι απαραίτητες για την αναπαραγωγική λειτουργία του άνδρα, οι γυναίκες προτιμούν από ένστικτο έναν σύντροφο με χαρακτηριστικά έκδηλου κύρους, ικανότητα να επιβάλλεται, συναισθηματική δύναμη και οικονομικά προσόντα. Υποτίθεται ότι αυτά παρέχουν εγγυήσεις για την επιβίωση της οικογένειας. Ωστόσο, παρόλο που οι βιολογικοί παράγοντες παίζουν καθοριστικό ρόλο στις ερωτικές μας επιδιώξεις, ο έρωτας πρέπει να είναι κάτι παραπάνω απ’ αυτό.
 
Θεωρία της αγοράς προσόντων και ελαττωμάτων
Η βασική ιδέα της θεωρίας της ανταλλαγής, είναι ότι επιλέγουμε σύντροφο σκεπτόμενοι τι μας ταιριάζει. Κοιτάζουμε και κρίνουμε αμφότεροι την εξωτερική εμφάνιση, την οικονομική κατάσταση και την κοινωνική θέση του καθενός, καθώς και διάφορα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, όπως αν είναι ευγενικός, δημιουργικός, κι αν έχει αίσθηση του χιούμορ. Με ταχύτητα ηλεκτρονικού υπολογιστή, αθροίζουμε τους βαθμούς που έχουμε δώσει στα θετικά και τα αρνητικά σημεία, κι αν η βαθμολογία είναι σχεδόν ισοδύναμη, ανάβει το πράσινο φως και προχωράμε.
 
Κατά τους κοινωνιολόγους, δεν μας ενδιαφέρουν μόνο η νεαρή ηλικία, η ομορφιά και η κοινωνική θέση, αλλά ο άνθρωπος ως σύνολο. Παραδείγματος χάριν, το γεγονός ότι μια γυναίκα είναι κάπως μεγάλη ή ένας άντρας έχει μια κατώτερη δουλειά, μπορεί να αναπληρώνεται από το γεγονός ότι αυτός ή εκείνη είναι ένας άνθρωπος γοητευτικός, έξυπνος και πονόψυχος.
 
Θεωρία της αναγνώρισης
Μια τρίτη θεωρία προσθέτει άλλη διάσταση στο φαινόμενο της έλξης. Η θεωρία ότι επιζητούμε την αναγνώριση, υποστηρίζει ότι ο καθοριστικός παράγοντας στην επιλογή συντρόφου είναι το κατά πόσο και πώς η σχέση μ’ αυτόν τον άλλον μπορεί να αυξήσει την αυτοεκτίμησή μας. Το ερώτημα που προκύπτει αυτή τη στιγμή είναι: Πώς θα επηρεάσει το εγώ μου το γεγονός ότι είμαι μ’ αυτόν τον άνθρωπο; Όλοι νιώσαμε κάποτε περήφανοι όταν η πιο ελκυστική γυναίκα της παρέας έφυγε μαζί μας στο τέλος της βραδιάς.
 
Αυτήν την πρόσθετη αξία που μου δίνει το γεγονός ότι με επιλέγει αυτός/ή που ποθούν οι άλλοι, θα την ονομάσω επιδίωξη ναρκισσιστικής ικανοποίησης από τη σχέση. Απαίτηση για ένα προνομιακό βλέμμα, επιλεκτικό και ακριβές, που μπορεί να ξεκινάει από την ανάγκη να είμαι ο εκλεκτός των γονιών μου, και ιδιαίτερα αυτός που αγαπούσε η μαμά μου. Γιατί το βλέμμα της μητέρας είναι αναντικατάστατο. Τόσο για τους άντρες όσο και για τις γυναίκες, η μητέρα αντιπροσωπεύει το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο κάποτε ήμαστε ένα.
 
Με αφετηρία αυτήν την ιδέα, ο Λακάν πιστεύει ότι, τελικά, η μόνιμη επιδίωξη του ανθρώπου είναι να μπορέσει κάποιος να μου δώσει αυτό που είχα κάποτε με τη μητέρα μου: να γίνω ένα με τον άλλον. Η άποψή του είναι ότι σε κάθε πρόσωπο που συναντάμε αναζητούμε αυτήν την άνευ όρων αγάπη που νομίζαμε πως είχαμε με τη μητέρα μας: αναζητούμε την ένωση μαζί της, τη συμβιωτική κατάσταση της ενδομήτριας ζωής μας.
 
Γι’ αυτό λέει ο Λακάν: «Έρωτας είναι να ζητάς το αδύνατο από κάποιον που δεν υπάρχει». Μ’ άλλα λόγια, φαντάζεσαι πως ο άλλος είναι αυτός που δεν είναι, κι απ’ αυτόν τον φανταστικό άλλον ζητάς κάτι που είναι αδύνατον: να γίνει ένα μαζί σου, να είσαι πιο σημαντικός στη ζωή του κι από τον ίδιο του τον εαυτό.
 
Για να μην τα πολυλογούμε, να είσαι τόσο απαραίτητος για την ύπαρξή του, ώστε να μην σε εγκαταλείψει ποτέ.

Φύση - Τέχνη και Πνευματικότητα: Τρία από τα πιο αποτελεσματικά αντιφλεγμονώδη στη ζωή μας

Τα θετικά συναισθήματα συνδέονται με πρωτεΐνες που καταπολεμούν τις λοιμώξεις και τις ασθένειες.

Σύμφωνα με μια νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ, όταν τραβούν την προσοχή σας θαυμαστά πράγματα, όπως αρχαία μνημεία, ή μουσεία ή το «Άβε Μαρία» του Schubert, το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού σας ενισχύεται.

Οι ερευνητές συνδέουν τα θετικά συναισθήματα – ειδικά το δέος που αισθανόμαστε όταν μας αγγίζει η ομορφιά της φύσης, της τέχνης – με χαμηλότερα επίπεδα των προφλεγμονωδών κυτοκινών, δηλαδή των πρωτεϊνών που διεγείρουν περισσότερο το ανοσοποιητικό σύστημα.

Η Jennifer Stellar, μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης την οποία διεξήγαγε ενώ βρισκόταν στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ, δηλώνει τα εξής: «Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι τα θετικά συναισθήματα συνδέονται με τους δείκτες καλής υγείας».

Ενώ οι κυτοκίνες είναι απαραίτητες για τη συγκέντρωση κυττάρων σε περιοχές του σώματος που υπάρχει κάποια λοίμωξη, ασθένεια ή τραύμα, τα υψηλά επίπεδα κυτοκινών για παρατεταμένο χρονικό διάστημα συνδέονται με προβλήματα υγείας και διαταραχών, όπως ο διαβήτης τύπου 2, οι καρδιαγγειακές ασθένειες, η αρθρίτιδα και ακόμη η νόσος του Αλτσχάιμερ και η κατάθλιψη.

Έχει διαπιστωθεί εδώ και καιρό ότι η υγιεινή διατροφή, ο ύπνος και η άσκηση ενισχύουν την άμυνα του οργανισμού ενάντια στις φυσικές και ψυχικές ασθένειες. Η μελέτη του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϋ, τα πορίσματα της οποίας μόλις δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Emotion», είναι μια από τις πρώτες που εξέτασαν τον ρόλο των θετικών συναισθημάτων σχετικά με αυτό το ζήτημα.

Ο Dacher Keltner, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ και συνεργάτης συγγραφέας της μελέτης αναφέρει: «Το γεγονός ότι το δέος, ο θαυμασμός και η ομορφιά ενισχύουν πιο υγιεινά επίπεδα κυτοκινών δείχνει ότι τα πράγματα που κάνουμε για να βιώσουμε αυτά τα συναισθήματα – μια βόλτα στη φύση, η μουσική, η ενασχόληση με την τέχνη – έχουν άμεση επίδραση στην υγεία και το προσδόκιμο ζωής».

Σε δύο ξεχωριστά πειράματα, πάνω από 200 νέοι ενήλικες ανέφεραν σε μια συγκεκριμένη ημέρα τον βαθμό στον οποίο είχαν βιώσει θετικά συναισθήματα όπως διασκέδαση, δέος, συμπόνια, ικανοποίηση, χαρά, αγάπη και υπερηφάνεια. Τα δείγματα ιστού από ούλα και μάγουλα (στοματικός βλεννογόνος) που ελήφθησαν την ίδια μέρα έδειξαν ότι όσοι εμφάνισαν τα περισσότερα από αυτά τα θετικά συναισθήματα, ειδικά δέος και θαυμασμό, είχαν χαμηλότερα επίπεδα από την κυτοκίνη ιντερλευκίνη 6, η οποία αποτελεί δείκτη φλεγμονής.

Εκτός από τα αυτοάνοσα νοσήματα, τα αυξημένα επίπεδα κυτοκινών συνδέονται με την κατάθλιψη. Σε μια πρόσφατη μελέτη διαπιστώθηκε ότι οι ασθενείς με κατάθλιψη είχαν υψηλότερα επίπεδα της προ-φλεγμονώδους κυτοκίνης που είναι γνωστή ως Παράγοντας Νέκρωσης Όγκων-άλφα (TNF-α) σε σύγκριση με όσους δεν έπασχαν από κατάθλιψη.

Πιστεύεται ότι διεγείροντας τον εγκέφαλο για την παραγωγή φλεγμονωδών μορίων, οι κυτοκίνες εμποδίζουν βασικές ορμόνες και νευροδιαβιβαστές – όπως η σεροτονίνη και η ντοπαμίνη – οι οποίες ελέγχουν τη διάθεση, την όρεξη, τον ύπνο και τη μνήμη.

Στο ερώτημα γιατί το συναίσθημα του δέους θα αποτελέσει έναν ισχυρό προγνωστικό δείκτη των μειωμένων προ-φλεγμονωδών κυτοκινών, η τελευταία αυτή μελέτη απαντά ότι «το δέος σχετίζεται με την περιέργεια και την επιθυμία για εξερεύνηση, ενθαρρύνοντας αντίθετες συμπεριφορές από εκείνες που παρατηρούνται κατά τη διάρκεια της φλεγμονής, όπου συνήθως τα άτομα απομονώνονται», δηλώνει η Stellar.

Όσο για το ποιο εμφανίζεται πρώτο – τα χαμηλά επίπεδα κυτοκινών ή τα θετικά συναισθήματα – η Stellar αναφέρει ότι δεν μπορεί να πει με σιγουριά: «Είναι πιθανό τα χαμηλότερα επίπεδα κυτοκινών να κάνουν τους ανθρώπους να αισθάνονται πιο θετικά συναισθήματα ή κι ότι η σχέση αυτή είναι αμφίδρομη».

Ο Σωκράτης και ο Πρωταγόρας για το διδακτό της αρετής

Σε ένα από τα πιο γνωστά κείμενα του Πλάτωνα, ο Σωκράτης συναντά τον Πρωταγόρα, όπου διαφωνούν για το αν μπορεί να διδαχτεί η πολιτική αρετή. Ο Σωκράτης προτείνει ότι δεν διδάσκεται, και σαν απόδειξη αυτού αναφέρει το γεγονός ότι όταν γίνεται συνέλευση της εκκλησίας του δήμου, ο καθένας μπορεί να πάρει το λόγο, άσχετα με το αν είναι χτίστης, σιδηρουργός, ναυτικός, πλούσιος ή φτωχός. Όλοι λοιπόν θεωρούνται εν δυνάμει ενάρετοι, ακόμα κι αν δεν έχουν διδαχτεί κάποιο σχετικό μάθημα.
 
Ακόμα και γνωστοί ενάρετοι άνδρες της Αθήνας, όπως ο Περικλής και ο Θεμιστοκλής, δε μετέφεραν την αρετή τους ούτε στους γιους τους ούτε σε άλλους. Όχι βέβαια από έλλειψη προσπάθειας, γιατί δεν είναι δυνατόν να θεωρήσουμε πως ενώ προσέλαβαν δασκάλους για να μάθουν στα παιδιά τους ιππασία, μουσική και αθλητισμό, δεν ενδιαφέρθηκαν να τους μάθουν το πιο σημαντικό, την αρετή, κάτι που μάλιστα θα κόστιζε λιγότερο από όλα τα άλλα αφού θα τους τη δίδασκαν οι ίδιοι.
 
Ο Πρωταγόρας, που έχει αντίθετη άποψη και καυχιέται ότι γι’ αυτό ακριβώς είναι διάσημος – για τις ικανότητές του στη διδασκαλία της πολιτικής αρετής – απαντάει με έναν μύθο. Ο Επιμηθέας είχε αναλάβει τη μοιρασιά δυνάμεων και ιδιοτήτων στα θνητά γένη, και έδωσε σε άλλα ταχύτητα, σε άλλα σωματική δύναμη, σε άλλα μεγάλο μέγεθος και σε άλλα φτερά. Έτσι, όλα ήταν ικανά να τρέφουν τον εαυτό τους και να ξεφεύγουν από τους φυσικούς εχθρούς τους, αλλά και να αντιμετωπίζουν τα στοιχεία της φύσης. Επειδή όμως ο Επιμηθέας δεν ήταν σοφός, ξέχασε να κρατήσει κάποια δύναμη για τους ανθρώπους και τις κατανάλωσε όλες στα άλογα ζώα, αφήνοντας τον άνθρωπο γυμνό από τρίχωμα και πανοπλία. Ο Προμηθέας λοιπόν, ανέλαβε να διορθώσει το λάθος του αδερφού του και έκλεψε από την Αθηνά την «έντεχνη σοφία» και από τον Ήφαιστο τη φωτιά και τα χάρισε στους ανθρώπους. Δεν μπόρεσε να τους δώσει όμως την πολιτική αρετή γιατί αυτή βρισκόταν στα χέρια του Δία από τον οποίο δεν μπορούσε να κλέψει. Με τα δώρα αυτά οι άνθρωποι μπόρεσαν να χτίσουν πόλεις και να ανακαλύψουν την ομιλία, να φτιάξουν χρήσιμα αντικείμενα και να λατρέψουν τους θεούς. Μην έχοντας όμως πολιτική αρετή, δεν είχαν δικαιοσύνη, και αδικούσαν ο ένας τον άλλο, και έτσι οι πόλεις διαλύονταν. Ο Δίας τότε φοβήθηκε για τον αφανισμό του γένους μας και έστειλε με τον Ερμή την πολιτική αρετή, δηλαδή την αιδώ (τον σεβασμό) και τη δικαιοσύνη, για να ενώσει τους ανθρώπους. Η εντολή που του έδωσε ήταν να προσφέρει την αρετή σε όλους, ώστε όλοι να μετέχουν, αλλιώς δε θα μπορούσε να υπάρξει πόλη, και μάλιστα να κατοχυρωθεί νόμος να θανατώνεται όποιος «δεν μπορεί να μετέχει στην αιδώ και τη δικαιοσύνη»[2]322d.

Γι’ αυτό λοιπόν, όταν κάποιος μιλάει για τεκτονική ή άλλη τέχνη, πρέπει να αποδεικνύεται ότι είναι γνώστης, ενώ όταν μιλάει για τις υποθέσεις της πόλης δε χρειάζεται απόδειξη γνώσης. Οποιουδήποτε η γνώμη γίνεται ανεχτή, «με τη σκέψη πως αρμόζει να έχουν όλοι την αρετή αυτή, αλλιώς να μην υπάρχουν πόλεις»[2]323a. Εξ άλλου, όταν κάποιος υποστηρίζει ότι δεν γνωρίζει για μια τέχνη και άρα δεν είναι αρμόδιος να πει τη γνώμη του σχετικά με αυτήν, κανένας δεν τον κατηγορεί, ενώ αν κάποιος πει ότι δεν είναι ικανός να έχει χρήσιμη γνώμη για τη διοίκηση της πόλης, κατηγορείται και θεωρείται τρελός, τόσο που όλοι θα περίμεναν και θα απαιτούσαν να πει ψέματα ότι γνωρίζει, ακόμα κι αν δεν γνωρίζει, «με τη σκέψη ότι δεν πρέπει να υπάρχει κανείς που να μη μετέχει σ’ αυτή, αλλιώς δεν πρέπει ν’ ανήκει στους ανθρώπους»[2]323bc.
 
Όλα αυτά δε σημαίνουν ότι υπάρχει έμφυτη η πολιτική αρετή στον άνθρωπο, εξ άλλου σίγουρα βρίσκουμε ανθρώπους που δεν είναι ενάρετοι. Ο Δίας έδωσε μόνο τη δυνατότητα της αρετής σε όλους, αλλά κάποιοι, όπως λέει, «δεν μπορούν» να μετέχουν σε αυτήν. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται κάποιου είδους προσπάθεια, ότι η πολιτική αρετή κατακτάται με «επιμέλεια»[2]323c. Αυτό οδηγεί τον Πρωταγόρα να πιστεύει ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται.
 
Τι άλλο, λέει, να υποθέσουμε όταν η πόλη τιμωρεί αυτόν που δεν την έχει; Σίγουρα δεν μπορεί να διορθώσει μέσω της τιμωρίας το αδίκημα που ήδη έχει τελεστεί, αλλά τιμωρείται ο άδικος για να μην αδικήσει ξανά ο ίδιος και για να γίνει η τιμωρία παράδειγμα για τους υπόλοιπους ώστε να πράττουν δίκαια. Δηλαδή η τιμωρία θεωρείται διδακτικό μέσο απόκτησης της αρετής.
 
Είναι όμως έτσι; Η πιθανότητα τιμωρίας όντως συμβάλλει στο να ενεργεί κάποιος δίκαια, και μάλιστα η σιγουριά της τιμωρίας είναι πιο αποτελεσματική από τη σκληρότητά της. Αυτό όμως θα έκανε κάποιον να φέρεται ως ενάρετος, ακόμα κι αν δεν είναι. Τι θα μπορούσαμε να πούμε για αυτόν που ο μόνος λόγος που δεν αδικεί είναι ο φόβος αντίποινων και τίποτε άλλο; Ο δολοφόνος που δεν θα τολμήσει να σκοτώσει μόνο από φόβο φυλάκισης, μπορεί να θεωρηθεί προσεκτικός ή λογικός˙ αλλά ενάρετος; Αυτό που ψάχνουμε (αυτό που ψάχνει ο Σωκράτης) δεν είναι μόνο μια δίκαιη συμπεριφορά που δεν θα βλάψει τον συνάνθρωπο (κι ας είναι αρκετή πρακτικά), αλλά η ποιότητα εκείνη που θα αποτρέψει τον κάτοχό της από το να αδικήσει επειδή θα θεωρεί τους υπόλοιπους ανθρώπους ισότιμούς του. Είναι η παρουσία της ενσυναίσθησης, δηλαδή η κατανόηση και η συναισθηματική ταύτιση με τον άλλον. Πρέπει δηλαδή ο ενάρετος, όχι μόνο να μην αδικεί, αλλά να μην θέλει να αδικήσει.
 
Ο Πρωταγόρας συνεχίζει αντιμετωπίζοντας την παρατήρηση του Σωκράτη για την αδυναμία ενάρετων ανδρών να μεταλαμπαδεύσουν την αρετή τους στα παιδιά τους. Όλοι προσπαθούν, λέει ο Πρωταγόρας. Οι γονείς οι ίδιοι αλλά και με τη βοήθεια δασκάλων και παιδαγωγών, επιχειρούν να εμφυσήσουν την αρετή στους γιους και τις κόρες τους, και όταν τα παιδιά δεν καταφέρνουν να ανταποκριθούν, τα νουθετούν και τα τιμωρούν, δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στη φροντίδα της «κοσμιότητάς» τους παρά στο μάθημα μουσικής ή άλλης τέχνης. Το ίδιο γίνεται και στο σύνολο των ανθρώπων, αφού και οι νόμοι έρχονται να πάρουν το ρόλο των γονεϊκών νουθεσιών για να διορθώσουν τη συμπεριφορά τους.
 
Το συμπέρασμα του Πρωταγόρα είναι: «Τη στιγμή, λοιπόν, που υπάρχει τόση φροντίδα για την αρετή, και ιδιωτικώς και δημοσίως, παραξενεύεσαι, Σωκράτη, και απορείς για το αν η αρετή είναι πράγμα διδακτό;»[2]326e Με άλλα λόγια, αφού όλοι πιστεύουν ότι η αρετή διδάσκεται, και αφού όλοι φέρονται σαν να διδάσκεται προσπαθώντας να την διδάξουν, άρα πρέπει να διδάσκεται.
 
Το επιχείρημα προκαλεί μάλλον έκπληξη, αλλά αγγίζει και μια διαίσθηση που όλοι μοιραζόμαστε. Ποιος θα έλεγε ότι δεν επηρεάζονται τα παιδιά από όσα τους μεταδίδουν οι γονείς τους και οι δάσκαλοι; Σίγουρα έχει σημασία η βαρύτητα που θα δώσει ο γονιός στο ποιες αξίες θα αποκτήσουν τα παιδιά του, και η συνεισφορά του περιβάλλοντος στην ανατροφή είναι δεδομένη και αποδεκτή. Το αντίθετο δε θα σήμαινε ότι δεν έχει σημασία πώς φερόμαστε στα παιδιά μας;
 
Φυσικά όχι. Το αντίθετο θα σήμαινε, όσον αφορά το πώς προκύπτουν ενάρετοι άνδρες, να πούμε «δεν ξέρω». Τι πιο προφανές αφού ακόμα και αυτοί που δέχτηκαν κάθε δυνατή φροντίδα, ακόμα και στο πιο ιδανικό περιβάλλον, δεν κατάφεραν να γίνουν ενάρετοι; Φυσικά και μπορούμε να προσπαθούμε να φτιάξουμε ενάρετα παιδιά, αλλά η προσπάθεια όχι μόνο δεν συνεπάγεται επιτυχία, αλλά δεν συνεπάγεται, και δεν προϋποθέτει, ούτε τη σιγουριά της γνώσης προέλευσης της αρετής. Το να συμφωνήσουμε με τον Πρωταγόρα θα σήμαινε το εξής: Ξέρουμε ότι όλοι είναι εν δυνάμει δίκαιοι, αφού ο Δίας έδωσε σε όλους τη δυνατότητα της πολιτικής αρετής. Ξέρουμε ότι κάποιοι δεν μπορούν να μετέχουν σε αυτήν, κάτι που ο Δίας αναγνώρισε, και εμείς τιμωρούμε με εξορία ή θάνατο. Ξέρουμε ότι όλοι πιστεύουν πως η αρετή διδάσκεται γι’ αυτό και υπάρχουν δάσκαλοι. Αλλά ξέρουμε και ότι κάποιοι, που είναι εξίσου εν δυνάμει ενάρετοι, μεγαλώνουν στο ίδιο περιβάλλον, και διδάσκονται την αρετή, γίνονται ενάρετοι ενώ κάποιοι άλλοι όχι. Εφόσον λοιπόν όλες οι συνθήκες που αναγνωρίζουμε είναι ίδιες για όλους, και το αποτέλεσμα διαφέρει ανά άτομο, πώς θα μπορούσαμε να πούμε ότι το συμπέρασμα είναι ότι γνωρίζουμε πώς προκύπτει η αρετή, και μάλιστα ότι διδάσκεται; Σίγουρα πρέπει να υπάρχει και κάποιος άλλος παράγοντας που μας διαφεύγει.
 
Ο Σωκράτης προφανώς το υποψιάζεται αυτό, αφού σίγουρα ξέρει ότι όλοι προσπαθούν να διδάξουν την αρετή και ότι άλλοι είναι ενάρετοι ενώ άλλοι δεν είναι. Και εδώ έγκειται το πόσο παράξενο ακούγεται το επιχείρημα του Πρωταγόρα, αφού λέει μάλλον το αυτονόητο. Σαφώς και δεν μπορεί να υποτεθεί ότι ο Σωκράτης δε γνωρίζει πως οι περισσότεροι θεωρούν την αρετή διδακτή, και ότι νουθετούν τα παιδιά τους για να τα κάνουν «κοσμιότερα», ούτε ότι αγνοεί τη χρησιμότητα των νόμων στην καλή λειτουργία της πόλης με την απαραίτητη τιμωρία όποιων δεν τους υπακούν. Δεν τα αρνείται όλα αυτά, και μάλιστα αλλού εκθειάζει τους νόμους της Αθήνας που την κάνουν την καλύτερη πόλη από τις ελληνικές, και δέχεται την τιμωρία των συμπολιτών του όταν τον καταδικάζουν σε θάνατο (και μάλιστα θεωρεί ότι αν δεν υπακούσει στη λαϊκή εντολή θα καταλυθούν οι νόμοι και ολόκληρη η πόλη). Δεν αρνείται την επιρροή του περιβάλλοντος στην ανάπτυξη χαρακτηριστικών/ιδιοτήτων/αρετών, αφού στον Κρίτων παραδέχεται ότι και ο ίδιος έζησε την καλύτερη ζωή που θα μπορούσε να ζήσει χάρη στους νόμους της πόλης του και χάρη στους Αθηναίους. Γι’ αυτό και μόνο ως ειρωνικό μπορεί να αναγνωστεί το σχόλιό του πως έμεινε γοητευμένος από την επίδειξη λόγων του Πρωταγόρα και έμεινε αμίλητος «πολλή ώρα» μέχρι να συμμαζέψει τον εαυτό του και να αποκριθεί. «Προηγουμένως δεν πίστευα ότι υπάρχει ανθρώπινη επιμέλεια, με την οποία οι καλοί γίνονται καλοί»[2]328e λέει, και μπορούμε εύκολα να τον φανταστούμε με σηκωμένα φρύδια όταν εκφέρει αυτά τα λόγια.
 
Ο Σωκράτης λοιπόν δεν αρνείται ότι όλοι είναι δυνατόν να είναι ενάρετοι, αντιθέτως μάλιστα. Το γεγονός ακριβώς ότι όλοι δύνανται να είναι ενάρετοι είναι που κάνει τους Αθηναίους να ακούνε τον οποιονδήποτε στην εκκλησία του δήμου για τα θέματα της πόλης. Το να μην ακούνε μόνο τη γνώμη, για παράδειγμα, αυτών που έχουν μαθητεύσει σε σοφιστές, αλλά να δέχονται και τις συμβουλές ενός τσαγκάρη, δείχνει ότι οι Αθηναίοι θεωρούν πως όλοι είναι δυνητικά ενάρετοι, αλλά και το ότι δεν πιστεύουν ότι η πολιτική αρετή είναι πιο σίγουρο ότι κατέχεται από τους διδαγμένους˙ άρα δείχνει ότι δεν πιστεύουν ότι εν τέλει διδάσκεται, ακόμα κι αν φέρονται σαν να διδάσκεται προσπαθώντας να την ενσταλάξουν στα παιδιά τους. Πέρα όμως από τη δυνατότητα, υπάρχει και η ικανότητα σε όλους; Προφανώς όχι. Σίγουρα κάποιοι είναι ενάρετοι και κάποιοι όχι, αλλά πώς θα ξέρουμε ποιος είναι ποιος; Και πώς θα διασφαλίσουμε για κάποιον να γίνει ενάρετος αφού ούτε οι μεγάλοι άνδρες δεν μπόρεσαν να μεταφέρουν την αρετή στα παιδιά τους;
 
Παραμένει αναπάντητο μέχρι σήμερα το ερώτημα: πώς θα μεγαλώσουμε τα παιδιά μας έτσι ώστε να γίνουν καλοί πολίτες; Οι γονείς βομβαρδίζονται συνεχώς με νέες μελέτες που βρίσκουν συσχέτιση μεταξύ της συμπεριφοράς των γονιών και αυτής των παιδιών τους. Οι γονείς, λένε, που μιλάνε πολύ στα βρέφη τους βελτιώνουν τις γλωσσικές ικανότητές τους, οι ακριβοδίκαιοι γονείς (που τιμωρούν συνετά τα σφάλματα και ενθαρρύνουν τα επιτεύγματα) πλάθουν παιδιά με καλή συμπεριφορά, αυτοί που τους δείχνουν πολύ αγάπη σαν βρέφη μεγαλώνουν παιδιά που έχουν περισσότερη αυτοπεποίθηση κτλ. Έτσι, το μεγάλωμα παιδιών γίνεται η ανεύρεση της κατάλληλης συνταγής, και μια εξαιρετικά επίπονη και χρονοβόρα για τους γονείς διαδικασία, με σκοπό τη δημιουργία δίκαιων παιδιών, και με ένα πλήθος από ικανότητες, που κανένας γονιός δεν θα ήθελε να τους στερήσει. Και αν τα παιδιά δεν καταλήξουν στην καλύτερη εκδοχή τους, πρέπει να φταίνε οι γονείς.
 
Όμως συσχέτιση δε σημαίνει αναγκαστικά και σχέση αιτιότητας. Όλες οι παραπάνω μελέτες παρατηρούν μία συνθήκη (π.χ. πόσο μιλάνε οι γονείς στα βρέφη) και αργότερα μία άλλη (καλύτερες γλωσσικές επιδώσεις των παιδιών), και υποθέτουν ότι η δεύτερη συνεπάγεται της πρώτης. Αυτή η ανάγνωση των πραγμάτων προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος είναι μία «λευκή σελίδα», στην οποία καλείται ο παιδαγωγός και το περιβάλλον να συμπληρώσουν γνώσεις, εντολές και απαγορεύσεις που θα οδηγήσουν στη συμπεριφορά που επιθυμούμε (τον Πρωταγόρα φυσικά τον συμφέρει αυτή η θέαση αφού ο ίδιος σαν σοφιστής πληρωνόταν για αυτήν ακριβώς την υπηρεσία). Η διαμάχη για το αν οι άνθρωποι είναι αυτά τα «κενά καλούπια» που καλείται η κοινωνία να γεμίσει για να βγάλει το επιθυμητό προϊόν δεν σταμάτησε φυσικά ούτε στον Πρωταγόρα ούτε στον Πλάτωνα, και ο μύθος του «παιδιού που μπορεί να κάνει τα πάντα» είναι ο κυρίαρχος στη σημερινή κοινωνία με αποτελέσματα που μπορεί να είναι ιδιαιτέρως απογοητευτικά για τον γονιό ή και τραυματικά για το παιδί.
 
Αυτή η ανάγνωση, αυτές οι μελέτες, αγνοούν την γενετική προδιάθεση του ανθρώπου (και, σύμφωνα με τον Steven Pinker, γι’ αυτό θα πρέπει να τις αγνοήσουμε πλήρως[3]), που και πάλι ανάγεται στους γονείς αλλά δεν ελέγχεται από αυτούς. Τα παιδιά δεν είναι ικανά για τα πάντα, αλλά έχουν την προδιάθεση να αποκτήσουν κάποιες ικανότητες, και κάποιες άλλες όχι. Κι αν αυτό είναι εύκολα κατανοητό και αποδεκτό όσον αφορά τις διάφορες τεχνικές ικανότητες (αθλήματα, τέχνες, ξένες γλώσσες), είναι πολύ δύσκολο να το αναγνωρίσουμε όσον αφορά την αρετή, την πολιτική ή όποια άλλη, γιατί είναι δυσάρεστο να το παραδεχτούμε. Τα συμπεράσματα των ερευνών εξ άλλου καταρρίπτονται αν ληφθούν υπόψη είτε υιοθετημένα παιδιά, όπου έχουμε διαφορετικό περιβάλλον ανάπτυξης με παρόμοια αποτελέσματα είτε δίδυμα, όπου έχουμε ίδιο περιβάλλον και ίδιες γενετικές προδιαθέσεις με διαφορετικά αποτελέσματα. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα διαμετρικά αντίθετα αποτελέσματα κάνουν κάποιους να συμπεραίνουν ότι όσον αφορά την καλύτερη συνταγή για την δημιουργία ενάρετων ανθρώπων, η ανατροφή από τους γονείς κάνει όλη τη διαφορά, αλλά σε μερικές μόνο περιπτώσεις! Φαίνεται να υπάρχει κάποιο ταμπού για την ανθρώπινη φύση, όταν θα έπρεπε να πούμε πως δεν είμαστε όλοι εκ φύσεως εν δυνάμει στον ίδιο βαθμό άριστοι, ενάρετοι ή πολυπράγμονες, αλλά αντιθέτως, περιορισμένοι από τη φύση μέσα σε κάποια πλαίσια πιθανοτήτων.
 
Για να χρησιμοποιήσουμε το μύθο του Πρωταγόρα, ο Δίας δε μοίρασε τη δεινότητα (ή την ικανότητα) της πολιτικής αρετής, αλλά την πιθανότητα άλλοι άνθρωποι να γίνουν ενάρετοι και άλλοι άδικοι. Οι θεοί βέβαια δεν παίζουν με ζάρια, γι’ αυτό και οι παραλληλισμοί με μύθους αποτυγχάνουν να εξηγήσουν ικανοποιητικά την ανθρώπινη φύση. Και ο ίδιος ο Σωκράτης με τη σειρά του απευθύνεται στο υπερφυσικό για να εξηγήσει πώς προκύπτει η αρετή, χρησιμοποιώντας τη θεωρία της ανάμνησης.
 
Εν ολίγοις, η ψυχή είναι αθάνατη, και πριν μετοικήσει στο σώμα ενός ανθρώπου γίνεται μάρτυρας κάποιων γνώσεων, τις οποίες θυμάται κατά τη διάρκεια της ζωής του νέου αυτού σώματος. Το να μαθαίνεις λοιπόν πράγματα, για τον Σωκράτη σημαίνει να τα θυμάσαι (αφού γνώση από το τίποτα δε νοείται) ώστε αν, και μόνο αν, η αρετή είναι γνώση, τότε αυτή δημιουργείται μόνο με τη βοήθεια της ανάμνησης. Αν από την άλλη η αρετή δεν είναι γνώση τότε δε διδάσκεται εξ ορισμού, και μένουμε με το μυστήριο της εμφάνισής της.
 
Κάπως έτσι ξεκινάει και ο διάλογος του Σωκράτη με τον Μένωνα, σχεδόν 30 χρόνια μετά. Προσπαθώντας και τότε να ανακαλύψει αν η αρετή διδάσκεται, ξεκινάει με την αξίωση ότι για να μπορεί να γίνει αντικείμενο διδασκαλίας η αρετή, πρέπει να είναι κάποιου είδους γνώση. Πώς όμως θα δείξουμε κάτι τέτοιο, αφού δεν μπορούμε να βρούμε καν τι είναι η αρετή; Αυτό που ξέρουμε για αυτήν, είναι πως είναι κάτι καλό. Αν μπορούσαμε λοιπόν να δείξουμε πως όλα τα καλά περιλαμβάνονται στη γνώση, τότε αναγκαστικά και η αρετή θα είναι γνώση, και άρα θα διδάσκεται. Αν από την άλλη υπάρχουν καλά πράγματα που δεν περιλαμβάνονται στη γνώση, τότε μπορεί και η αρετή να είναι ένα από αυτά, μπορεί και όχι.
 
Αυτό που ξέρουμε για την αρετή είναι πως μας κάνει καλούς και άρα ωφέλιμους. Ωφέλιμα πράγματα είναι η υγεία, η δύναμη, ο πλούτος και άλλα. Όλα αυτά όμως μερικές φορές μας βλάπτουν, ενώ μας ωφελούν μόνο αν κάνουμε σωστή χρήση τους. Οι ανέσεις που προσφέρει ο πλούτος μπορεί να είναι ωφέλιμες αλλά μπορεί να οδηγήσουν σε ακρότητες με την κακή χρήση του. Και αρετές όπως η ανδρεία άλλοτε βλάπτουν κι άλλοτε ωφελούν. Όταν κάποιος τολμά απερίσκεπτα βλάπτεται, όταν τολμά με σύνεση ωφελείται. Άρα όλα τα πράγματα (πλούτος, κάλλος, δύναμη…), αλλά και όσα έχει μέσα της η ψυχή, «αν τα κατευθύνει η φρόνηση καταλήγουν στην ευτυχία, αν η απερισκεψία, στο αντίθετο»[1]88c. Άρα και η αρετή, που υπάρχει στην ψυχή και είναι ωφέλιμη, πρέπει να έχει σχέση με τη φρόνηση. Γιατί ό,τι ανήκει στην ψυχή εξαρτάται από τη φρόνηση, και ό,τι άλλο ανήκει στον άνθρωπο εξαρτάται από την ψυχή, άρα ό,τι ανήκει στον άνθρωπο εξαρτάται από τη φρόνηση.
 
Αφού η αρετή είναι φρόνηση, δεν θα μπορούσαν οι καλοί να είναι τέτοιοι εκ φύσεως, αφού η φρόνηση δεν είναι έμφυτη. Αν οι άνθρωποι ήταν εκ φύσεως καλοί, θα τους αναγνωρίζαμε από μικρούς και θα τους φυλάγαμε για να μην διαφθαρούν, μέχρι να φτάσουν στην κατάλληλη ηλικία για να γίνουν χρήσιμοι πολίτες. Εφόσον λοιπόν δεν είναι καλοί εκ φύσεως, πρέπει να γίνονται καλοί με τη μάθηση, αφού είναι σίγουρο ότι κάποιοι την έχουν.
 
Αν η αρετή μπορεί να διδαχτεί, πρέπει να υπάρχουν δάσκαλοι και μαθητές της. Αν δεν υπάρχουν, δεν είναι. Ο Σωκράτης λέει ότι έχει κάνει τα πάντα για να βρει δασκάλους της αρετής, αλλά δεν μπόρεσε να βρει κανέναν. Παρεμβαίνει στη συζήτηση ο Άνυτος και ο Σωκράτης ζητάει τη γνώμη του. Του λέει πως αν κάποιος επιθυμεί, για παράδειγμα, να γίνει γιατρός, θα απευθυνθεί σε κάποιον γιατρό, και μάλιστα κάποιον που δέχεται αμοιβή για τη διδασκαλία της γνώσης που λέει ότι κατέχει. Αυτός λοιπόν που θέλει να γίνει ενάρετος, πού θα απευθυνθεί; Προφανώς σε αυτούς που δέχονται αμοιβή για τη διδασκαλία της αρετής, δηλαδή στους σοφιστές. Ο Άνυτος όμως λέει ότι αυτοί διαφθείρουν όσους τους πλησιάζουν.
 
Ο Σωκράτης απαντάει «αυτό που λες είναι αξιοπερίεργο˙ γιατί αυτοί που επισκευάζουν τα παλιά παπούτσια κι επιδιορθώνουν τα ρούχα δεν θα μπορούσαν να ξεγελάσουν τον κόσμο ούτε για τριάντα μέρες, αν παρέδιδαν τα παπούτσια και τα ρούχα χειρότερα απ’ ό,τι τα πήραν»[1]91d. Ο Σωκράτης άλλη μια φορά καταφέρεται ειρωνικά εναντίον των σοφιστών, τους οποίους θεωρούσε απατεώνες γιατί παρίσταναν ότι ήξεραν πράγματα που δεν ήξεραν, και ζητούσαν χρήματα για τη διδασκαλία τους, τη δυνατότητα της οποίας επίσης αμφισβητούσε. Στον Πρωταγόρα παρομοιάζει τον σοφιστή με «έμπορο ή λιανοπωλητή των εμπορευμάτων με τα οποία τρέφεται η ψυχή»[2]313c, που εξαπατούν τους ανθρώπους διαφημίζοντας αυτά που πουλάνε, επαινώντας τα μαθήματά τους χωρίς οι ίδιοι να ξέρουν αν προσφέρουν ωφέλεια ή βλάπτουν την ψυχή. Από ποιους λοιπόν μπορούμε να ζητήσουμε τη διδασκαλία της αρετής, αφού δεν υπάρχουν δάσκαλοί της, και άρα ούτε μαθητές της;
 
Η απάντηση στο πρόβλημα που δίνει ο Σωκράτης είναι ότι προηγουμένως κακώς συμφωνήσανε με τον Μένωνα ότι ο ενάρετος θα είναι τέτοιος μόνο αν πράττει συνετά. Κι αυτό γιατί μπορεί κάποιος να ωφελήσει τους άλλους όχι μόνο έχοντας τη βέβαιη γνώση, αλλά αρκεί να έχει μια σωστή γνώμη. Κάποιος, για παράδειγμα, που ξέρει το δρόμο για μια άλλη πόλη, μπορεί να χρησιμοποιήσει την βέβαιη γνώση του αυτή και να οδηγήσει και άλλους εκεί, και έτσι να τους ωφελήσει. Μπορεί όμως κάποιος να έχει μόνο συμβουλευτεί από άλλον τον καλύτερο δρόμο, να έχει δηλαδή σωστή γνώμη για τον κατάλληλο δρόμο, κι ας μην έχει πάει ποτέ ο ίδιος και χωρίς να τον ξέρει με βεβαιότητα. Το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο, αφού όποιος ακολουθήσει κάποιον από τους δύο θα ωφεληθεί εξίσου. Κατά παρόμοιο τρόπο, οι πολιτικοί ηγέτες δεν χρωστάνε τα επιτεύγματά τους στη γνώση, αλλά ούτε φυσικά στην τύχη. Οι ικανότητές τους, που είναι σωστές γνώμες και όχι γνώσεις, οφείλονται σε θεία έμπνευση, και όσα σωστά πράγματα λένε, τα λένε χωρίς να το ξέρουν.
 
Η διαφορά μεταξύ της γνώσης και της ορθής γνώμης είναι το εφήμερο της γνώμης. Όσο οι γνώμες μένουν στον άνθρωπο, τον ωφελούν, αλλά γρήγορα «φεύγουν μακριά από την ψυχή του, ώστε δεν αξίζουν πολύ, ωσότου κάποιος τις δέσει με τον υπολογισμό του αιτίου τους»[1]98a. Αυτή η αιτία είναι η ανάμνηση, η οποία θα μετατρέψει τη σωστή γνώμη σε γνώση και θα τη μονιμοποιήσει.
 
Αφού λοιπόν δε διδάσκεται η αρετή, ούτε έρχεται εκ φύσεως, και αφού αυτοί που έχουν την σωστή γνώμη δεν ξέρουν πού την βρήκαν και δεν μπορούν να την μεταδώσουν, και αφού αυτό που τη στερεώνει και την κάνει γνώση είναι μόνο η ανάμνηση η οποία έρχεται επειδή η αθάνατη ψυχή έχει γίνει μάρτυρας της γνώσης πριν εγκλωβιστεί μέσα σε ένα ανθρώπινο σώμα, η αρετή πρέπει «να έρχεται σε όσους έρχεται ως θείο δώρο, χωρίς σκέψη»[1]99e.
 
Εμείς βέβαια μένουμε με το μυστήριο του τρόπου μετάδοσης της αρετής ούτως ή άλλως, αφού η περίεργη θεωρία της ανάμνησης μόνο ως γοητευτική μπορεί να χαρακτηριστεί, και μάλλον καθόλου χρήσιμη. Ακόμα κι αν απευθυνθούμε στη γενετική για τη δημιουργία ενάρετων ανθρώπων, είναι αδύνατο, τουλάχιστον προς το παρόν, να εντοπίσουμε συγκεκριμένα γονίδια επί τω έργω, πόσο μάλλον να τα εκμεταλλευτούμε, ακόμα κι αν αυτό είναι που επιθυμούμε να κάνουμε.
------------------
[1] Πλάτων – Μένων ή περί ανδρείας
[2] Πλάτων – Πρωταγόρας ή σοφισταί
[3] Steven Pinker – The Blank Slate