Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

ΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ''KRIEGSMARINE'' ΣΤΟΝ Β'.Π.Π.

Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ (1935 - 1945)

KRIEGSMARINE 

Kriegsmarine (Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό) ήταν, κατά την περίοδο 1935 - 1945, η επίσημη ονομασία του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού. Διαδέχτηκε το "Ναυτικό του Ράιχ" (Reichsmarine, ονομασία από το 1921 έως το 1935) και το "Αυτοκρατορικό Ναυτικό" (Kaiserliche Marine, επίσημη ονομασία του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο). Αποτελούσε έναν από τους τρεις κλάδους της Βέρμαχτ. Όταν άρχισε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος κατά τον Σεπτέμβριο του 1939, η Γερμανική Kriegsmarine δεν ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει τις συμμαχικές ναυτικές δυνάμεις, σε αντίθεση με τα άλλα όπλα του Γερμανικού στρατού. Το ναυτικό σχέδιο κατασκευής (Z-Plan) είχε ξεκινήσει μόλις λίγους μήνες πριν...

Ως εκ τούτου, ο αριθμός και η δύναμη των διαθέσιμων πλοίων δεν ήταν επαρκή για τις ανάγκες ενός μεγάλου πολέμου. Στα χρόνια πριν από τον πόλεμο, η Kriegsmarine πίστευε ότι οποιαδήποτε στρατιωτική αντιπαράθεση στο εγγύς μέλλον δεν θα είναι εναντίον προς τη Μεγάλη Βρετανία και πάλι, η Πολωνία και η Γαλλία είχαν θεωρηθεί ως πιθανοί εχθροί και άρχισε η ναυπήγηση νέων πλοίων με αυτούς τους πιθανούς εχθρούς στο μυαλό. Σε μια πιθανή αντιπαράθεση, με μια από τις σημαντικότερες θαλάσσιες δυνάμεις, πίστευε επίσης, ότι θα έπρεπε πρώτα να έχει ολοκληρωθεί το σχέδιο-Ζ.

Οι εντάσεις με τη Μεγάλη Βρετανία άρχισαν να αυξάνονται πριν από το 1938, ο φόβος μιας στρατιωτικής σύγκρουσης με τη Μεγάλη Βρετανία προκάλεσε την αύξηση της ταχύτητας της διεξαγωγής του ναυτικού προγράμματος κατασκευής. Αλλά ακόμα και αυτή τη στιγμή, η Kriegsmarine εξακολουθούσε να πιστεύει ότι ένας πόλεμος με την Αγγλία θα ήταν πολλά χρόνια μακριά. Κατά τα πρώτα χρόνια, η Kriegsmarine είχε πραγματοποιήσει κάποια αξιόλογα αποτελέσματα, όπως η εισβολή στη Νορβηγία και την καταστροφή πολλών μεγάλων Βρετανικών πλοίων, αλλά, αυτή η τύχη τους σταμάτησε με την βύθιση του θωρηκτού Bismarck τον Μάιο του 1941.

Τα Γερμανικά U-boats θα μπορούσαν να συνεχίσουν τις επιτυχίες τους έως το Μάιο του 1943 - όμως, η τεχνολογική πρόοδος των συμμαχικών δυνάμεων γίνονται εφιάλτες για τα U-boat τότε. Στο τέλος του πολέμου, μόνο δύο από τα μεγάλα πλοία της Kriegsmarine εξακολουθούσαν να λειτουργούν, όλα τα άλλα βυθίστηκαν, είτε κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων τους ή καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών και εβδομάδων του πολέμου στις βάσεις τους.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ 

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών που περιόριζε σημαντικά τις Γερμανικές δυνατότητες ανάπτυξης πολεμικών δυνάμεων, έθετε στενά όρια και στην δύναμη του Πολεμικού Ναυτικού. Στη τότε Γερμανία επιτρεπόταν να διατηρεί ναυτικές δυνάμεις με σύνολο που δεν υπερέβαινε τους 15.000 άνδρες, έξι "μεγάλα" πλοία καθένα από τα οποία δεν θα υπερέβαινε το εκτόπισμα των 10.000 τόνων, έξι καταδρομικά, δώδεκα αντιτορπιλικά και δώδεκα τορπιλοβόλα. Τα υποβρύχια απαγορεύονταν ολοσχερώς.

Επικεφαλής της Διοίκησης (Chef der Marineleitung) του "Reichsmarine" είναι, από το 1928, ο Ναύαρχος Έριχ Ρέντερ, ο οποίος δεν συμμερίζεται τις Ναζιστικές απόψεις. Είναι, όμως, αξιωματικός καριέρας, βετεράνος του Πρώτου Πολέμου και ναυτικός με αγάπη για το Όπλο του. Ωστόσο, το Γερμανικό Ναυτικό άρχισε να ανασυγκροτείται πριν την ανάληψη της Κυβέρνησης από τους Ναζί του Χίτλερ: Στις αρχές Οκτωβρίου του 1928 αποφασίστηκε να ξαναγίνει το Πολεμικό Ναυτικό σημαντική δύναμη.

Ο Ρέντερ, που ανέλαβε την ηγεσία, εκτός από τα προβλήματα συμμόρφωσης με τη Συνθήκη και την έλλειψη σημαντικών πόρων που αντιμετώπιζε, είχε ένα ακόμη πιο δύσκολο στόχο: Να πείσει τη Γερμανική ηγεσία ότι το Ναυτικό μπορούσε να γίνει ξανά σημαντική και υπολογίσιμη δύναμη. Ο Ρέντερ το πέτυχε, πείθοντας τόσο τον Πρόεδρο Χίντενμπουργκ όσο και το Γερμανικό Κοινοβούλιο και εξασφάλισε, έτσι, τα απαιτούμενα κονδύλια για το πρόγραμμα ανασυγκρότησης του Ναυτικού.

Το 1931 καθελκύστηκε το πρώτο από τα σκάφη που το Γερμανικό Ναυτικό ονόμασε αρχικά Panzerschiff (θωρηκτό), το 1940, ωστόσο, κατέταξε τα σκάφη αυτού του τύπου στα "βαρέα καταδρομικά". Πρώτο από αυτά τα σκάφη ήταν το "Ντόιτσλαντ" (Deutschland), το οποίο, μετά τη βύθιση του αδελφού σκάφους "Αντμιράλ Γκραφ Σπε" (Admiral Graf Spee) , μετονομάστηκε σε "Λύτσοβ" (Lützow) με εντολή του Χίτλερ.

Οι Βρετανοί αποκάλεσαν τα σκάφη αυτής της τάξης "Θωρηκτά Τσέπης" (pocket battleships) και η αλήθεια είναι ότι άξιζαν αυτό το χαρακτηρισμό: Σε εκτόπισμα ελάχιστα μεγαλύτερο των 10.000 τόνων κατάφεραν να ενσωματώσουν θωράκιση, πυροβόλα των 11 ιντσών και να δώσουν στα σκάφη αυτά ταχύτητα 28 κόμβων. Από την κλάση αυτή κατασκευάστηκαν άλλα δύο σκάφη, το "Αντμιράλ Γκραφ Σπε" (Admiral Graf Spee) και το "Αντμιράλ Σέερ" (Admiral Scheer).


ΣΧΕΔΙΟ "Ζ"

Μέχρι το 1933 το Ναυτικό του Ράιχ (Reichsmarine) ακολουθούσε τους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Δεν διέθετε υποβρύχια και ο στόλος επιφανείας περιοριζόταν σε όσα προέβλεπε η Συνθήκη. Με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, οι όροι της Συνθήκης άρχισαν να αγνοούνται συστηματικά και οι Γερμανοί ξεκίνησαν να καταστρώνουν ένα πρόγραμμα ναυτικού επανεξοπλισμού, το οποίο επονομάστηκε "Σχέδιο Ζ" (Plan Z). Σύμφωνα με αυτό θα δημιουργούνταν ταυτόχρονα ένας στόλος σκαφών επιφανείας και ένας στόλος υποβρυχίων κατά το πρότυπο των Βρετανικών Ναυτικών δυνάμεων του Πρώτου Πολέμου.

Η αρχική πρόβλεψη ήταν για 800 εν συνόλω σκάφη, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονταν 15 θωρηκτά, 13 βαρέα καταδρομικά, τέσσερα αεροπλανοφόρα, 23 καταδρομικά, 22 βαρέα αντιτορπιλικά (Spähkreuzer), 158 αντιτορπιλικά και τορπιλοβόλα και 249 υποβρύχια. Το σχέδιο θα διαρκούσε επτά χρόνια (1939 - 1946), ο προϋπολογισμός του ήταν 33 δισεκατομμύρια μάρκα (Reichsmark) και η επάνδρωσή του θα απορροφούσε συνολικά περίπου 200.000 άνδρες. Το σχέδιο αυτό δεν υλοποιήθηκε ποτέ.

Είναι αμφίβολο εάν η Γερμανία διέθετε τους απαραίτητους πόρους για να το πραγματοποιήσει, ενώ δεν θα ήταν λογικό να αναμένει κανείς ότι οι υπόλοιπες Ευρωπαϊκές δυνάμεις θα παρακολουθούσαν απαθείς την εξέλιξή του. Την 1η Σεπτεμβρίου 1939 η Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία και τέσσερις μήνες αργότερα το σχέδιο ματαιώθηκε. Όλα τα σκάφη, των οποίων η ναυπήγηση είχε ξεκινήσει (όπως τα Kreuzer M και Ν), διαλύθηκαν και τα εξαρτήματά τους χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή περισσότερων υποβρυχίων.

Το 1935 η Γερμανία υπέγραψε Ναυτικό Σύμφωνο με τη Μεγάλη Βρετανία (18 Ιουνίου). Σε αυτό προβλεπόταν ότι η Γερμανία θα μπορεί να ναυπηγήσει σκάφη επιφανείας συνολικού εκτοπίσματος ίσου με το 35% του αντίστοιχου Βρετανικού και υποβρύχια συνολικού εκτοπίσματος ίσου με το 45% του αντίστοιχου Βρετανικού. Ένας επιπλέον όρος προέβλεπε ότι κανένα Γερμανικό σκάφος δεν μπορούσε να υπερβεί τους 35.000 τόνους. Σχεδόν αμέσως το - έως τότε - "Reichsmarine" μετονομάζεται σε "Kriegsmarine". Ηγέτης του (Oberbefehlshaber der Kriegsmarine) παραμένει ο Έριχ Ρέντερ.

Το ίδιο έτος ο Πλοίαρχος Καρλ Ντένιτς ξεκινά την οργάνωση ενός στόλου υποβρυχίων, παρά το γεγονός ότι ο Ρέντερ δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκά διακείμενος προς τα υποβρύχια. Ο Ντένιτς όμως είναι πολύ δραστήριος και καταφέρνει να δημιουργήσει αξιόμαχο στόλο υποβρυχίων, ο οποίος κατά τη διάρκεια του Πολέμου θα βυθίσει 2.603 Συμμαχικά σκάφη.

Σήμερα εκτιμάται ότι η εγκατάλειψη του ''Σχεδίου Ζ'' υπήρξε μοιραία για τη Γερμανία. Η μη ναυπήγηση αεροπλανοφόρων ήταν σημαντικό σφάλμα, όπως αποδείχτηκε από τον τρόπο βύθισης του "Βίσμαρκ", ενώ τα υποβρύχια είχαν υπερβολικά μικρή ταχύτητα σε κατάδυση (μόλις 8 κόμβοι) και ήταν εύκολοι στόχοι των αντιτορπιλικών. Έτσι περί τα μέσα του πολέμου ο υποβρύχιος πόλεμος χρεωκοπεί, καθώς χάνονται σκάφη και -το κυριότερο- πληρώματα, που είναι ολοσχερώς αδύνατο να αναπληρωθούν.

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

Επικεφαλής της Διοίκησης του Ναυτικού (Chef der Marineleitung), όπως λεγόταν στην περίοδο 1920 - 1935 ήταν από το 1928 ο Ναύαρχος Έριχ Ρέντερ, ο οποίος το 1938 έλαβε τον τίτλο του Μεγάλου Ναύαρχου (Grossadmiral). Η Διοίκηση μετονομάστηκε το 1935 σε Oberbefehlshaber der Kriegsmarineκαι δεν άλλαξε όνομα μέχρι το 1945. Ανώτατος αρχηγός του Ναυτικού, όπως και όλων των Ενόπλων Δυνάμεων, από το 1933 και μετά ήταν ο Αδόλφος Χίτλερ.

Ήταν ο επικεφαλής του Oberkommando der Marine, στο οποίο υπαγόταν ο Ρέντερ, ο οποίος παραιτήθηκε το 1943 και τη θέση του ανέλαβε ο Καρλ Ντένιτς. Αυτός ορίστηκε ως διάδοχος του Χίτλερ από τον ίδιο και αντικαταστάθηκε από τον Ναύαρχο Χανς-Γκέοργκ φον Φρίντεμπουργκ (Hans-Georg von Friedeburg), ο οποίος παρέμεινε στη θέση αυτή μόλις για οκτώ ημέρες, καθώς ο πόλεμος έληξε και οι ένοπλες δυνάμεις της Γερμανίας έπαυσαν να υφίστανται κυριολεκτικά και νομικά.


Επικεφαλής του "Γενικού Ναυτικού Επιτελείου" διετέλεσαν κατά χρονολογική σειρά οι:
  • Ναύαρχος Όττο Γκρόος (Dr. Otto Groos) 28 Σεπτ. 1931 - 28 Σεπτ. 1934,
  • Ναύαρχος Γκίντερ Γκούζε (Günther Guse) 29 Σεπτ. 1934 - 31 Οκτ. 1938,
  • Αρχιναύαρχος Όττο Σνίβινγκ (Otto Schniewing) 31 Οκτ. 1938 - 13 Ιουν. 1941,
  • Ναύαρχος Κουρτ Φρίκε (Kurt Fricke) 13 Ιουν. 1941 - 20 Φεβ. 1943, και
  • Ναύαρχος Βίλχελμ Μάιζελ (Wilhelm Meisel) 20 Φεβ. 1943 - 22 Ιουλ. 1945.
Υπήρχαν, επίσης, οι εξής διοικητικοί φορείς:
  • Αρχηγός Ναυτικών Επιχειρήσεων (Chef der Operationsabteilung)
  • Αρχηγός του Στόλου (Flottenchef)
  • Στόλος της Βαλτικής
  • Γενική Ναυτική Διοίκηση Βορρά (Marineoberkommando Nord)
  • Γενική Ναυτική Διοίκηση Βόρειας θάλασσας (Marineoberkommando Nordsee)
  • Γενική Ναυτική Διοίκηση Νορβηγίας (Marineoberkommando Norwegen)
  • Γενική Ναυτική Διοίκηση Ανατολής (Marineoberkommando Ost)
  • Γενική Ναυτική Διοίκηση Δύσης (Marineoberkommando West)
  • Γενική Ναυτική Διοίκηση Νότου (Marineoberkommando Süd)
  • Ναυαρχείο Αδριατικής
  • Ναυαρχείο Αιγαίου
  • Ναυαρχείο Ακτών Ατλαντικού
  • Ναυαρχεία Βαλτικής θάλασσας (Ανατολικής / Δυτικής)
  • Ναυαρχείο Βελγίου / Ολλανδίας
  • Ναυαρχείο Μαύρης Θάλασσας
  • Ναυαρχείο ακτής Μάγχης
  • Ναυαρχείο Γαλλίας
  • Ναυαρχείο Δανίας
  • Ναυαρχείο Ανατολικής Ασίας
  • Ναυαρχείο Γαλλίας
  • Ναυαρχείο κόλπου Ελιγολάνδης
  • Ναυαρχείο Βόρειας Θάλασσας
  • Ναυαρχείο Βορείων Υδάτων 
Κατά περίπτωση ορίζονταν οι επικεφαλής κάθε Ναυτικής επιχείρησης που αναλάμβανε το Πολεμικό Ναυτικό.


ΟΙ ΒΑΘΜΟΙ ΤΩΝ ΕΝΣΤΟΛΩΝ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ 

Οι βαθμοί των Αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού ήταν οι εξής:
  • Επικελευστής (Fähnrich zur See)
  • Αρχικελευστής (Oberfähnrich zur See)
  • Σημαιοφόρος (Leutnant zur See)
  • Ανθυποπλοίαρχος (Oberleutnant zur See)
  • Υποπλοίαρχος (Kapitänleutnant)
  • Πλωτάρχης (Korvettenkapitän)
  • Αντιπλοίαρχος (Fregatenkapitän)
  • Πλοίαρχος (Kapitän zur See)
  • Αρχιπλοίαρχος (Kommodore)
  • Υποναύαρχος (κατ) (Rear Admiral)
  • Υποναύαρχος (ανωτ) (Konteradmiral)
  • Αντιναύαρχος (Vizeadmiral)
  • Ναύαρχος (Admiral)
  • Αρχιναύαρχος (Generaladmiral)
  • Μέγας Ναύαρχος (Großadmiral)

ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

Σκάφη Επιφανείας

Οι κλάσεις των σκαφών επιφανείας του Πολεμικού Ναυτικού κατά την περίοδο 1935 - 1945 ήταν οι εξής (αναφέρονται και τα σκάφη που περιλάμβαναν):

Αεροπλανοφόρα
  • "Γκραφ Τσέπελιν" (Graf Zeppelin), 1936. Δεν κατασκευάστηκε ποτέ, αν και είχε προγραμματιστεί.
  • Ανώνυμο, 1938. Δεν κατασκευάστηκε ποτέ, αν και είχε προγραμματιστεί.
Υπερθωρηκτά Κλάσης ''Der Fuhrer''
  • "Ντερ Φύρερ" (Der Fuhrer). Δεν κατασκευάστηκε ποτέ, αν και είχε προγραμματιστεί.
  • "Φρίντριχ ντερ Γκρόσε" (Friedrich der Grosse). Δεν κατασκευάστηκε ποτέ, αν και είχε προγραμματιστεί.
Θωρηκτά Κλάσης ''Bismarck''
  • "Μπίσμαρκ" (Bismarck)
  • "Τίρπιτς" (Tirpitz)
Καταδρομικά Μάχης Κλάσης "Σάρνχορστ"
  • "Σάρνχορστ" (Scharnhorst)
  • "Γκνάιζεναου" (Gneisenau)
Θωρηκτά Τσέπης Κλάσης "Αντμιράλ Σερ" (Panzerschiffe)
  • "Αντμιράλ Σερ" (Admiral Scheer)
  • "Αντμιράλ Γκραφ Σπε" (Admiral Graf Spee)
  • "Ντόιτσλαντ" (Deutschland) (μετονομάστηκε το 1939 σε Lützow)

Βαρέα Καταδρομικά Κλάσης "Χίππερ"
  • "Χίππερ" (Hipper)
  • "Μπλύχερ" (Blücher)
  • "Πριντς Οιγκέν" (Prinz Eugen)
  • "Λύτσοβ" (Lützow). Η κατασκευή του ξεκίνησε αλλά δεν ολοκληρώθηκε. 
  • "Ζάυντλιτς" (Seydlitz). Η κατασκευή του ξεκίνησε αλλά δεν ολοκληρώθηκε.
Ελαφρά Καταδρομικά Κλάσης "Νύρνμπεργκ"
  • "Έμντεν" (Emden)
  • "Κελν" (Köln)
  • "Κάρσλρούε" (Karlsruhe)
  • "Κένιγκσμπεργκ" (Konigsberg)
  • "Λάιπτσιχ" (Leipzig)
  • "Νύρνμπεργκ" (Nurnberg)
Αντιτορπιλικά

Z1 Leberecht Maass, Z2 Georg Thiele, Z3 Max Schultz, Z4 Richard Beitzen, Z5 Paul Jacobi, Z6 Theodor Riedel, Z7 Hermann Schoemann, Z8 Bruno Heinemann, Z9 Wolfgang Zenker, Z10 Hans Lody, Z11Bernd von Arnim, Z12 Erich Geise, Z13 Erich Koellner, Z14 Friedrich Ihn, Z15 Erich Steinbrink, Z16 Friedrich Eckholdt, Z17 Diether von Roeder, Z18 Hans Ludemann, Z19 Hermann Kunne, Z20 Karl Galster, Z21 Wilhelm Heidkamp, Z22 Anton Schmitt, Z29, Z30, Z31, Z32, Z33, Z34, Z35, Z36, Z37, Z38, Z39, Z43, Z44.

Οπλιταγωγά
  • Καπ Αρκόνα (Cap Arcona)
  • Γκόγια (Goya)
  • Γκενεράλ φον Στόιμπεν (General von Steuben)
  • Wilhelm Gustloff
Ο Στόλος επιφανείας περιλάμβανε, επίσης, αρκετά τορπιλλοβόλα, ναρκαλιευτικά, εκπαιδευτικά και βοηθητικά σκάφη.

Βοηθητικά Καταδρομικά

Μια ενδιαφέρουσα, από άποψη τακτικής, κίνηση του Πολεμικού Ναυτικού ήταν η δημιουργία μετασκευασμένων εμπορικών σε "πολεμικά" σκάφη, τα οποία είχαν την όψη ενός κοινού εμπορικού σκάφους, διέθεταν, όμως, θωράκιση και εξοπλισμό καταδρομικού. Προορίζονταν για την καταστροφή (και, όπως στην περίπτωση του "Τορ" και για λαφυραγώγηση) εμπορικών πλοίων. Το Πολεμικό Ναυτικό τα αποκαλούσε Hilfskreuzer (HSK, βοηθητικά καταδρομικά) και κατάφεραν να βυθίσουν σκάφη συνολικού εκτοπίσματος περίπου 600.000 τόνων. Τα σκάφη αυτά ήταν τα εξής:
  • Ορίον (Orion) (HSK-1)
  • Ατλάντις (Atlantis) (HSK-2)
  • Βίντερ (Widder) (HSK-3)
  • Τορ (Τhor) (HSK-4)
  • Πίνγκουιν (Pinguin) (HSK-5)
  • Στίερ (Stier) (HSK-6)
  • Κομέτ (Komet) (HSK-7)
  • Κόρμοραν (Kormoran) (HSK-8)
  • Μίχελ (Michel) (HSK-9)
  • Κόρονελ (Coronel) (HSK-10)
  • Χάνζα (Hansa) (HSK-11)
Από τα περισσότερο γνωστά ήταν το Kormoran και το Thor. Συνήθως τα σκάφη αυτά βύθιζαν (και αν ήταν δυνατό λεηλατούσαν, όπως το Τορ) εμπορικά σκάφη αλλά υπέκυπταν στην ανωτερότητα πραγματικών πολεμικών σκαφών. ΤοΚόρμοραν, π.χ., καταστράφηκε από το βαρύ καταδρομικό Sydney του Αυστραλιανού ναυτικού, αλλά υποκύπτοντας κατάφερε να βυθίσει το αντίπαλο σκάφος. Κανένα από αυτά τα σκάφη δεν απέφυγε τη βύθιση.


Υποβρύχια

Τα υποβρύχια αποτέλεσαν την "αιχμή του δόρατος" του Πολεμικού Ναυτικού στις πολεμικές επιχειρήσεις. Ο πρώτος στολίσκος υποβρυχίων δημιουργήθηκε από τον τότε πλοίαρχο Καρλ Ντένιτς. Ο Ντένιτς, αναλαμβάνοντας καθήκοντα το Σεπτέμβριο του 1933, βρήκε συνολικά τρία σκάφη, τα U-7, U-8 και U-9, τα οποία ήταν -κατά γενική ομολογία- "βαρκούλες": Κατάλληλα μόνο για εκπαίδευση και πολύ μικρές επιχειρήσεις κοντά σε ακτές και ολοσχερώς ακατάλληλα για επιχειρήσεις σε ανοικτές θάλασσες, όπως ο Ατλαντικός Ωκεανός.

Ξεκινά ένα πρόγραμμα σχεδίασης και κατασκευής υποβρυχίων σκαφών, με τον τύπο ΙΙ. Το 1936 ο Ντένιτς ονομάζεται επικεφαλής ολόκληρου του Στόλου Υποβρυχίων (Führer der Unterseeboote (FdU)) και ξεκινά τη ριζική αναδιοργάνωση του υποβρυχίου όπλου, καθώς ο Χίτλερ αγνοεί πλέον ολοσχερώς τη Συνθήκη των Βερσαλλιών και έχει υπογράψει σχετικό σύμφωνο με τη Βρετανία.

Μολονότι ο Ρέντερ, ναυτικός των σκαφών επιφανείας, δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκά διακείμενος προς το υποβρύχιο όπλο, συγκρούεται συχνά με τον Χέρμαν Γκαίρινγκ, επικεφαλής του Τετραετούς σχεδίου, που αποστερεί πόρους από το Ναυτικό (και κυρίως από τα υποβρύχια), αποδίδοντάς τους στην Λουφτβάφε. Οι προσπάθειες του Ντένιτς αποδίδουν σύντομα καρπούς: Όταν θα ξεκινήσει η σύρραξη, η Γερμανία δεν θα διαθέτει, ακόμη, αξιόμαχο υποβρύχιο στόλο (μόλις 57 σκάφη).

Η συνεχής κατασκευή και άλλων σκαφών (μολονότι ο αρχικός στόχος 25 σκάφη / μήνα δεν επιτεύχθηκε) θα επιτύχει να κάνει το στόλο αυτό αξιόμαχο τόσο αριθμητικά όσο και, κυρίως, τακτικά. Ο υποβρυχιος στόλος του Ντένιτς θα φέρει σε πολύ δύσκολη θέση τους Βρετανούς αρχικά και τους Συμμάχους αργότερα.

Τύποι Υποβρυχίων
  • Τύπος ΙΑ: Το πρώτο αμιγούς Γερμανικής σχεδίασης (και προδιαγραφών) υποβρύχιο, καθελκύστηκε στις 14 Φεβρουαρίου 1936. Δεν θεωρήθηκε επιτυχημένο, καθώς εμφάνισε μηχανικά προβλήματα, που το χαρακτήρισαν μειωμένης αξιοπιστίας, ενώ παράλληλα δεν ήταν και πολύ ευέλικτο. Γι' αυτούς τους λόγους αποφασίστηκε η ματαίωση κατασκευής και άλλων σκαφών, πλην των δύο που είχαν ήδη κατασκευαστεί. Αυτά περιορίστηκαν σε εκπαιδευτικό ρόλο αλλά και για λόγους προπαγάνδας από το Ναζιστικό καθεστώς. Αποτέλεσαν όμως τη βάση για το σχεδιασμό των τύπων VII και IX.
  • Τύπος ΙΙ: Τα πρώτα 12 υποβρύχια αυτού του τύπου εμφανίζονται τον Ιούνιο του 1935, αν και η κατασκευή τους είχε αρχίσει μυστικά ήδη από το 1934. Συνολικά κατασκευάστηκαν 50 υποβρύχια αυτού του τύπου με τέσσερεις παραλλαγές: ΙΙΑ, ΙΙΒ, IIC και IID. Κάθε παραλλαγή είχε μικροβελτιώσεις σχετικά με την προηγούμενή της. Και πάλι, αυτού του τύπου τα σκάφη ήταν κατάλληλα για παράκτιες περιπολίες και όχι για επιχειρήσεις ανοικτής θαλάσσης.
  • Τύπος VII: Εμφανίζεται τον Ιούνιο του 1936. Χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί το καλύτερο υποβρύχιο του Πολέμου σε κανένα τομέα, υπήρξε το πλέον επιτυχημένο σκάφος της εποχής του και αποτέλεσε το βασικό κορμό του υποβρυχίου στόλου. Όπως και όλοι οι τύποι υποβρυχίων, η αρχική έκδοση βελτιώθηκε προσδίδοντας μεγαλύτερη ακτίνα δράσης και καλύτερο οπλισμό. Η παραλλαγή VIIC ήταν ο βασικός τύπος επιθετικού υποβρυχίου (κατασκευάστηκαν συνολικά 577 σκάψη της συγκεκριμένης παραλλαγής), η VIID ήταν ο κατάλληλος τύπος για την πόντιση ναρκών και ο τύπος VIIF ήταν ανεφοδιαστικός.
  • Τύπος ΙΧ: Σχεδιάστηκε με δύο αντικειμενικούς σκοπούς: Να διαθέτει μεγαλύτερη ακτίνα δράσης από τα (μεσαίας ακτίνας) υποβρύχια VII και να αποτελεί το τακτικό επικεφαλής σκάφος στην "τακτική των λύκων" που υιοθέτησε ο Ντένιτς κατά νηοπομπών. Ήταν το πρώτο υποβρύχιο εκτοπίσματος άνω των 1000 τόνων. Κατασκευάστηκαν συνολικά 193 σκάφη, όπως συνήθως με παραλλαγές, τις IXA, IXB, IXC, IXC/40, IXD1, IXD2, με κάθε τύπο να έχει ελαφρά τροποποιημένα χαρακτηριστικά ως προς τον προκάτοχό του.
  • Τύπος XIV: Μεγάλου μεγέθους υποβρύχιο σχεδιασμένο για τον αναφοδιασμό των άλλων τύπων, γι' αυτό και έλαβε το προσωνύμιο Milchkuh (σε ελεύθερη απόδοση "γαλάρα αγελάδα"). Συνολικά παραγγέλθηκαν 24 τέτοιου τύπου υποβρύχια, κατασκευάστηκαν και μπήκαν σε υπηρεσία μόνο 10. Τρία ήταν υπό περάτωση όταν έληξε ο Πόλεμος, τα υπόλοιπα 11 δεν άρχισαν ποτέ να κατασκευάζονται, καθώς δεν υπήρχαν ούτε εργατικά χέρια ούτε μέσα. Δεν επέζησε κανένα, βυθίστηκαν όλα κατά τη διάρκεια του Πολέμου (8 από αυτά το 1943).
  • Τύπος XXI: Elektroboat: Με εκτόπισμα 1.622 τόνων σε ανάδυση, ταχύτητα 17,2 κόμβων σε κατάδυση, δυνατότητα μεταφοράς 23 τορπιλών και ακτίνα δράσης 11.150 ναυτικών μιλίων, αυτός ο τύπος υποβρυχίου εμφανίστηκε πολύ αργά για να επηρεάσει την έκβαση του Πολέμου (19 Απριλίου 1944). Αν είχε μπει σε υπηρεσία δύο χρόνια νωρίτερα, κανείς δεν γνωρίζει πώς θα είχε εξελιχτεί η μάχη του Ατλαντικού. Σε υπηρεσία μπήκαν μόνο δύο σκάφη, τα υπόλοιπα 123 που είχαν προγραμματιστεί δεν κατασκευάστηκαν ποτέ.
  • Τύπος XXIII: Υποβρύχιο παράκτιας περιπολίας, μικρού εκτοπίσματος (234 τόνοι) και μεγάλης ταχύτητας σε κατάδυση (12,5 κόμβοι, 11 με χρήση σνόρχελ), πλήρωμα 14 ατόμων μόνο και ικανότητα μεταφοράς 2 τορπιλών, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί "υποβρύχιο τσέπης". Προγραμματισμένα προς κατασκευή ήταν 280 σκάφη, κατασκευάστηκαν μόνο 61, το πρώτο από τα οποία μπήκε σε υπηρεσία στις 17 Απριλίου 1944.

Εξετάζοντας τους πιο πάνω τύπους υποβρυχίων γίνεται αντιληπτό ότι τα γερμανικά υποβρύχια, με την εξαίρεση του τύπου XXI, ήταν, στην πραγματικότητα, σκάφη επιφανείας που είχαν τη δυνατότητα κατάδυσης όταν επρόκειτο να κτυπήσουν τον αντίπαλο ή όταν κινδύνευαν. Η ταχύτητά τους σε κατάδυση δεν ξεπερνούσε σε κανένα τύπο τους 8 κόμβους, κανένα δεν είχε αυτονομία επαρκή για μακροχρόνιες καταδύσεις και όλα ήταν υποχρεωμένα να αναδύονται τόσο για την ανανέωση του αέρα στο εσωτερικό τους όσο και για τη φόρτιση των συσσωρευτών τους.

Τα μειονεκτήματα αυτά ήταν σοβαρότατα για ένα στόλο που επιδίωκε να επηρεάσει την έκβαση μιας Παγκόσμιας πολεμικής σύρραξης. Με ταχύτητες 6 - 8 κόμβων σε κατάδυση, τα υποβρύχια αποτελούσαν εύκολο στόχο των βομβών βυθού που έρριπταν τα αντιτορπιλικά και ήταν αδύνατο να ξεφύγουν, αργότερα, από τα ραντάρ. Αυτός ήταν ο βασικός παράγοντας χρεωκοπίας του υποβρύχιου πολέμου ήδη από τις αρχές του 1943.

Ο τύπος XXI εμφανίστηκε με δύο χρόνια καθυστέρηση και δεν επηρέασε καθόλου την έκβαση του Ναυτικού πολέμου, ενώ ο τύπος XXIII δεν προοριζόταν για επιθέσεις αλλά είχε περισσότερο αμυντικό χαρακτήρα. Συνολικά κατασκευάστηκαν και μπήκαν σε πολεμική υπηρεσία 1153 υποβρύχια όλων των τύπων.

ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος

Η πρώτη παρουσία του Πολεμικού Ναυτικού σε πολεμικές επιχειρήσεις σημειώθηκε στον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο: Τον Ιούλιο του 1936 στάλθηκαν στην περιοχή τα θωρηκτά τσέπης Deutschland και Admiral Scheer συνοδευόμενα από το ελαφρύ καταδρομικό Köln και το 2ο στολίσκο τορπιλοβόλων. Αποστολή τους ήταν η κάλυψη των στρατευμάτων του Φράνκο, μολονότι το Deutschland συμμετείχε κυρίως σε αποστολές ανθρωπιστικού χαρακτήρα, διασώζοντας 9.300 πρόσφυγες (4.600 από τους οποίους ήσαν Γερμανοί).

Όταν συστάθηκε η "Διεθνής περίπολος μη παρέμβασης" για την ενίσχυση του εμπάργκο στην Ισπανία, στη Γερμανική μοίρα ανατέθηκε η περιοχή μεταξύ της Αλμερία και της Οροπρέσα. Στις περιπολίες αυτές συμμετείχαν αρκετά σκάφη, μεταξύ των οποίων και το Graf Spee. Η Δημοκρατική πλευρά των αντιμαχομένων είχε ειδοποιήσει τις κυβερνήσεις Γερμανίας και Ιταλίας ότι επισκέψεις σκαφών που εκφόρτωναν πολεμικό υλικό και άλλα εφόδια στο λιμάνι Πάλμα ντε Μαγιόρκα δεν θα επιτραπούν.

Σε εκτέλεση αυτής της ειδοποίησης, στις 24 Μαΐου το Ιταλικό καταδρομικό Barletta, που αγκυροβόλησε στην Πάλμα, δέχτηκε αεροπορική επίθεση με απώλεια έξι ανδρών. Την ίδια μέρα δέχτηκε επίθεση και το Γερμανικό περιπολικό Albatross, χωρίς όμως επιτυχία. Στις 29 Μαΐου 1937 το Deutschland, με Κυβερνήτη τον Πλοίαρχο Πάουλ Βέννεκερ (Paul Wenneker), ενεπλάκη σε μάχη στα ανοικτά της Ίμπιζα, όταν δύο βομβαρδιστικά της Δημοκρατικής αεροπορίας του επιτέθηκαν, προκαλώντας του απώλειες (31 νεκροί, 110 τραυματίες).

Σε απάντηση, το Admiral Scheer βομβάρδισε την Αλμερία στις 31 Μαΐου. Νέες επιθέσεις, αυτή τη φορά με υποβρύχια, εναντίον του Leipzig έξω από το λιμάνι του Οράν στα μέσα Ιουνίου του 1937, ανάγκασαν το Πολεμικό Ναυτικό να αποχωρήσει από τη Διεθνή περίπολο, αν και διατήρησε σταθερή παρουσία στην περιοχή μέχρι τη λήξη του πολέμου.

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος

Το Γερμανικό Ναυτικό κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου διέθετε περιορισμένο αριθμό σκαφών επιφανείας σε σχέση με τους αντιπάλους του και, ως εκ τούτου, δεν μπόρεσε να διαδραματίσει πολύ σημαντικό ρόλο, αν και τα σκάφη χρησιμοποιήθηκαν με ικανοποιητική αποτελεσματικότητα. Αντίθετα, διέθετε σημαντικό αριθμό υποβρυχίων, τα οποία έφεραν σε αρκετά δύσκολη θέση την Βρετανία αρχικά και τους Συμμάχους γενικότερα.

Το πρόβλημα με τα σκάφη επιφανείας προερχόταν, κυρίως, από την εγκατάλειψη του σχεδίου "Ζ", με αποτέλεσμα ο στόλος να μην ανανεώνει τα απωλεσθέντα σκάφη. Επίσης, σημαντικό πρόβλημα προέκυψε τόσο από την απουσία ναυτικής αεροπορίας (δεν κατασκευάστηκαν ποτέ τα προγραμματισμένα αεροπλανοφόρα) όσο και από την αδυναμία συνεργασίας Πολεμικού Ναυτικού και Αεροπορίας: Ο Γκαίρινγκ αρνήθηκε επίμονα να θέσει έστω και ένα αεροσκάφος υπό τη διοίκηση αξιωματικού του Ναυτικού.

Η τακτική αυτή υπήρξε ολέθρια, ειδικά στις επιθέσεις κατά νηοπομπών. Το Πολεμικό Ναυτικό ενεπλάκη σε πολεμικές επιχειρήσεις πριν σχεδόν αρχίσουν οι επιχειρήσεις στην ξηρά. Έλαβε μέρος στη μάχη του Βέστερπλάττε (Westerplatte) κατά την εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία με δύο πολεμικά σκάφη και μια μοίρα ξηράς.


ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΣΚΑΦΩΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ

1939
  • Επιχείρηση του Admiral Graf Spee στον Ατλαντικό. Ναυμαχία του Ρίβερ Πλέιτ. Αυτοβύθιση του Γκραφ Σπέε.
  • Επιχείρηση του Deutschland στον Ατλαντικό. Αλλαγή ονομασίας του σε Lützow
  • Βύθιση του Rawalpindi
1940
  • 22.02.1940: Επιχείρηση Wikinger (Unternehmen Wikinger).
  • 10 - 13 Απριλίου 1940: Ναυμαχία με το Renown κατά την εισβολή στο Τροντχάιμ και το Νάρβικ.
  • 08.06.1940: Βύθιση του Glorious.
  • 01-27.12.1940: Επιχείρηση "Nordseetour": Πρώτη εξόρμηση του Άντμιραλ Χίππερ στον Ατλαντικό.
1941
  • Ιανουάριος - Μάρτιος 1941: Επιχείρηση "Berlin": Εξορμήσεις των Σάρνχορστ και Γκνάιζεναου στον Ατλαντικό.
  • 01-14.02.1941: Δεύτερη εξόρμηση του Admiral Hipper στον Ατλαντικό.
  • 18-29.05.1941: Επιχείρηση "Rheinübung": Το "κυνήγι" του Βίσμαρκ.
  • 24.05.1941: Βύθιση από το Βίσμαρκ του βρετανικού θωρηκτού Χουντ (Hood).
1942
  • 11-13 -02- 1942: Επιχείρηση "Cerberus": Κίνηση των σκαφών Σάρνχορστ, Γκνάιζεναου και Πριντς Όιγκεν από τη Βρέστηπρος Γερμανικούς λιμένες.
  • Επιχείρηση "Doppelschlag": Κίνηση των Άντμιραλ Σέερ και Άντμιραλ Χίππερ εναντίον σκαφών στη Νέα Ζεμλιά.
  • Επιχείρηση Rösselsprung (1942): Επιχείρηση (με συμμετοχή του Τίρπιτς κατά της νηοπομπής PQ-17.
  • Επιχείρηση Wunderland (1942): Επιχείρηση του Αντμιραλ Σέερ κατά νηοπομπών.
  • Επιχείρηση Regenbogen:Αποτυχημένη επίθεση των Άντμιραλ Χίππερ και Λύτσοβ κατά της νηοπομπής JW-51B.
1943
  • 07-09.09.1943: Επιχείρηση "Sizilien": Επίθεση κατά της Σπιτσβέργης.
  • Επιχείρηση Ostfront:Τελευταία απόπειρα του Σάρνχορστ να επιτεθεί κατά της νηοπομπής JW-55B.
  • 26.12.1943: Ναυμαχία στο Βόρειο Ακρωτήριο, βύθιση του Σάρνχορστ.
1945
  • Επιχείρηση Deadlight: Βύθιση των υποβρυχίων μετά τη λήξη του Πολέμου.

Ύστερα από τις Γερμανικές αποτυχίες και βυθίσεις μεγάλων σκαφών το 1943 (ιδιαίτερα μετά το φιάσκο της Ναυμαχίας στη Θάλασσα του Μπάρεντς), ο Χίτλερ κάλεσε τον Ρέντερ και έξαλλος του ανακοίνωσε ότι σκόπευε να διαλύσει το στόλο επιφανείας, που "δεν έκανε τίποτε άλλο από το να απορροφά πόρους χωρίς κανένα αντίκρισμα". Ο Ρέντερ προσπάθησε να δικαιολογήσει τις αποτυχίες των μονάδων του -όχι χωρίς κάποια σοβαρά επιχειρήματα- αλλά ο Χίτλερ δεν ήταν σε θέση να τον ακούσει.

Ο Ρέντερ, προβλέποντας ότι θα είναι Μέγας Ναύαρχος χωρίς Στόλο, ψέλλισε την παραίτησή του και υπέδειξε, με προτροπή του Χίτλερ και όχι χωρίς δυσφορία, ως αντικαταστάτη του τον Ντένιτς, ο οποίος πράγματι τον διαδέχτηκε και κατάφερε να μην παροπλιστούν τα σκάφη που είχαν απομείνει. Ωστόσο, ήταν τόσο λίγα, μπροστά στον κολοσσιαίο, πλέον, στόλο των Συμμάχων, που δεν ήταν σε θέση να αναλάβουν καμία σοβαρή επιχείρηση.

Το βάρος έπεσε κύρια στα υποβρύχια. Η αδυναμία του Πολεμικού Ναυτικού έγινε εμφανέστατη κατά την Απόβαση στη Νορμανδία το 1944: Κανένα σκάφος δεν εμφανίστηκε για να αντιμετωπίσει τα αποβατικά των Συμμάχων, πλην ενός αντιτορπιλικού, το οποίο, κάτω από τα σφοδρά πυρά των συμμαχικών σκαφών έσπευσε να απομακρυνθεί, ενώ τα υποβρύχια κατάφεραν να βυθίσουν μόλις ένα αντιτορπιλικό από ένα Στόλο περίπου 2.500 σκαφών κάθε τύπου.

ΟΙ ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ

Πολεμικά Σκάφη
  • Αεροπλανοφόρο HMS Royal Oak (Ην. Βασίλειο), 14.10.1939: Τορπιλλίστηκε από το υποβρύχιο U-47.
  • Θωρηκτό μάχης HMS Hood (Ην. Βασίλειο), 24.05.1941: Βυθίστηκε σε ναυμαχία από το Βίσμαρκ.
  • Θωρηκτό HMS Barham (Ην. Βασίλειο), 25.11.1941: Τορπιλλίστηκε από το υποβρύχιο U-331.
  • Αεροπλανοφόρο HMS Courageous (Ην. Βασίλειο) , 17.09.1939: Τορπιλλίστηκε από το υποβρύχιο U-29 συνοδεύοντας νηοπομπή.
  • Αεροπλανοφόρο συνοδείας HMS Glorious (Ην. Βασίλειο), 8.06.1940: Βυθίστηκε σε ναυμαχία από τα Γκνάιζεναου και Σάρνχορστ.
  • Αεροπλανοφόρο HMS Ark Royal (Ην. Βασίλειο), 14.11.1941: Τορπιλλίστηκε από το υποβρύχιο U-81.
  • Αεροπλανοφόρο συνοδείας HMS Audacity (Ην. Βασίλειο), 21.12.1941: Τορπιλλίστηκε από το υποβρύχιο U-751.
  • Αεροπλανοφόρο HMS Eagle (Ην. Βασίλειο), 11.08.1942: Τορπιλλίστηκε από το υποβρύχιο U-73.
  • Αεροπλανοφόρο συνοδείας HMS Avenger (Ην. Βασίλειο), 15.11.1942: Τορπιλλίστηκε από το υποβρύχιο U-155.
  • Ελαφρύ καταδρομικό HMAS Sydney (Αυστραλία), 19.11.1941: Βυθίστηκε από το "βοηθητικό καταδρομικό" Kormoran.
  • Καταδρομικό USS Reuben James (ΗΠΑ).
  • Αεροπλανοφόρο συνοδείας USS Block Island (ΗΠΑ), 29.05.1944: Τορπιλλίστηκε από το υποβρύχιο U-549.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ο Καρλ Ντένιτς, αφοσιωμένος και επαγγελματίας αξιωματικός, παρέμεινε στη θέση του μέχρι τις 30 Απριλίου 1945. Τότε έμαθε ότι ο Χίτλερ τον είχε αναγορεύσει διάδοχό του, λίγο πριν αυτοκτονήσει. Παρέμεινε σε αυτή τη θέση μέχρι τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας, οπότε και συνελήφθη από τους Συμμάχους και παραπέμφθηκε να δικαστεί στη Δίκη της Νυρεμβέργης μαζί με τον Έριχ Ρέντερ. Την τελευταία μέρα διοίκησής του στο Πολεμικό Ναυτικό είχαν απομείνει, επιχειρησιακώς ενεργά, μόνο δύο μεγάλα σκάφη επιφανείας. Τα σκάφη που επέζησαν της σύρραξης είτε διαλύθηκαν είτε δόθηκαν ως πολεμική αποζημίωση στις νικήτριες δυνάμεις.

ΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ ΣΤΟΝ ΑΤΛΑΝΤΙΚΟ  (1939 - 1945)

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΥΠΟΒΡΥΧΙΩΝ

Τα Γερμανικά υποβρύχια είχαν ως στόχο κάθε εχθρικό σκάφος, ανεξάρτητα τύπου και εκτοπίσματος. Καθ' όλη τη διάρκεια του Πολέμου κατόρθωσαν να βυθίσουν περίπου 2.700 σκάφη, ανάμεσα στα οποία και μεγάλα πολεμικά. Εν τούτοις, κύριος στόχος των υποβρυχίων ήταν πάντα οι νηοπομπές μεταφοράς εφοδίων από τις ΗΠΑ προς τους Συμμάχους τους, ακόμη και πριν την επίσημη είσοδο των ΗΠΑ στη σύρραξη. Τολμηροί κυβερνήτες υποβρυχίων είχαν εισδύσει και καταστρέψει εμπορικά σκάφη ακόμη και στο λιμάνι της Νέας Υόρκης.

Αυτό ανάγκασε τον Πρόεδρο Ρούζβελτ να καθορίσει μια "ζώνη ασφαλείας" στον Ατλαντικό, δίνοντας παράλληλα το σύνθημα "Shoot first" (χτυπάτε πρώτοι) στα σκάφη που περιπολούσαν στη ζώνη αυτή. Παρόλ' αυτά, τα Γερμανικά υποβρύχια δεν σταμάτησαν τις δραστηριότητές τους - χαρακτηριστικό παράδειγμα το καταδρομικό Ρόιμπεν Τζέιμς (Reuben James) του Αμερικανικού Ναυτικού, που δεν πρόλαβε να "κτυπήσει" πρώτο και βυθίστηκε από το υποβρύχιο U-53. Οι ακτές της Νέας Υόρκης είχαν αποκληθεί "ο Παράδεισος των υποβρυχίων" από τους Βρετανούς.

Οι ΗΠΑ αποφάσισαν τότε να ζητήσουν τη βοήθεια των Βρετανών για να οργανώσουν ανθυποβρυχιακή άμυνα. Το αποτέλεσμα ήταν ο δραστικός περιορισμός των δραστηριοτήτων των Γερμανικών υποβρυχίων. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι οι δραστηριότητές τους σταμάτησαν - οι βασικοί στόχοι (νηοπομπές) συνέχισαν να πλήττονται.

Ωστόσο, καθώς τα Γερμανικά σκάφη ήταν αργά (σε κατάδυση) και είχαν μεσαία ακτίνα δράσης, ενώ έπρεπε να διασπούν αποκλεισμούς για να φθάσουν σε Γερμανικά λιμάνια, δεν ήταν δυνατή η ταυτόχρονη παρουσία περισσότερων των 6 - 7 σκαφών στον Ατλαντικό, ενώ η ανθυποβρυχιακή δραστηριότητα οδηγούσε σε συνεχείς απώλειες σκαφών αλλά και, το κυριότερο, αναντικατάστατων πληρωμάτων. Κατά τη διάρκεια του Πολέμου το 60% των U-boote που δρούσαν στις θάλασσες βυθίστηκε κατά τη διάρκεια αποστολών. 28.000 από τους 40.000 άνδρες των πληρωμάτων τους χάθηκαν, ενώ 8.000 συνελήφθησαν αιχμάλωτοι.

Ήταν το όπλο με τις μεγαλύτερες απώλειες κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης. Σημαντικό ρόλο στην αποτυχία του υποβρύχιου πολέμου διαδραμάτισε η χρήση της συσκευής Enigma από το Πολεμικό Ναυτικό. Οι Βρετανοί είχαν καταφέρει, ήδη από το 1940, να σπάσουν τους κώδικες της συσκευής Enigma (επιχείρηση Ultra) και ήταν σε θέση να αποκρυπτογραφούν τα μηνύματα που ανταλλάσσονταν μεταξύ Ναυαρχείων και σκαφών. Το Πολεμικό Ναυτικό χρησιμοποιούσε πιο πολύπλοκη συσκευή Enigma με οκτώ ρότορες, πράγμα που έκανε την αποκρυπτογράφηση πολύ δυσχερέστερη.

Ωστόσο, οι εργαζόμενοι του Μπλέτσλεϊ Παρκ ξεπέρασαν και αυτό το εμπόδιο. Μια επιπλέον αιτία, μετά το 1942, ήταν η υιοθέτηση χρήσης αεροπλανοφόρων συνοδείας στις νηοπομπές: Εντοπίζοντας με το ραντάρ τη θέση του υποβρυχίου, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να αναδυθεί τη νύκτα, αποστέλλονταν ειδικά αεροσκάφη από το αεροπλανοφόρο, τα οποία κυριολεκτικά "έλουζαν με βόμβες" το εν αναδύσει υποβρύχιο.

Όταν ο Ντένιτς διαπίστωσε, από αναφορές κυβερνητών, τι περίπου συνέβαινε, ενημέρωσε τον Χίτλερ, ο οποίος εξεμάνη, απέκρουσε τις αιτιάσεις του Ναυάρχου του ως ανυπόστατες και του φώναξε: "Δεν θα εγκαταλείψω τον Ατλαντικό! Είναι η αμυντική μου τάφρος!". Οι εξελίξεις δικαίωσαν τον Ντένιτς, ο οποίος μέσα σε δέκα ημέρες έχασε τρεις από τους κορυφαίους κυβερνήτες των σκαφών του: Τον Κρέτσμερ, τον Σέπκε και τον Πρίεν.


Ο ΥΠΟΒΡΥΧΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Tα Γερμανικά υποβρύχια είχαν μια σημαντική αποστολή: να βυθίζουν τις συμμαχικές αποστολές που επιχειρούσαν να διασχίσουν τον Ατλαντικό μεταφέροντας εφόδια προς την Ευρώπη. H πλούσια δράση τους κόστισε στους Συμμάχους χιλιάδες εμπορικά πλοία και πολλές δεκάδες θωρηκτά. Ωστόσο, με την είσοδο των HΠA στον πόλεμο, η μάχη για την κυριαρχία στον Ατλαντικό άρχισε να κλίνει υπέρ των Συμμάχων. "Αυτό που με φόβιζε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν ο κίνδυνος των U-Boat", έγραψε ο Τσώρτσιλ και πραγματικά μέχρι το τέλος του 1940 αυτός ο κίνδυνος ήταν ανησυχητικά εμφανής.

Tα Γερμανικά υποβρύχια επεδίωξαν να αποκόψουν τις γραμμές ανεφοδιασμού που επέτρεπαν στη Μεγάλη Βρετανία να παραμείνει στον πόλεμο. Σε απάντηση αυτών, οι Βρετανοί βασίστηκαν σε μεθόδους του A' Παγκοσμίου Πολέμου: ένα φράγμα από θαλάσσιες νάρκες τοποθετήθηκε στα στενά του Ντόβερ, ενέργεια η οποία τελικά αποδείχτηκε αποτελεσματική, αναγκάζοντας τα U-Boat να ακολουθούν τη βόρεια ρότα γύρω από τη Σκωτία για να φθάσουν στον Ατλαντικό. H Γερμανία είχε αρχίσει τον πόλεμο με τα U-Boat να επιχειρούν έχοντας ως βάση λιμένες της Βαλτικής ή της Βόρειας Θάλασσας.

Oι κυβερνήτες τους ήταν γεμάτοι ζήλο αλλά χωρίς μεγάλη εμπειρία. Ενδεικτικό αυτής της απειρίας ήταν το συμβάν που έλαβε χώρα στις 3 Σεπτεμβρίου 1939, λίγες ώρες μετά την κήρυξη του πολέμου από τη Βρετανία. O Φριτς - Γιούλιους Λεμπ, κυβερνήτης του U-30, εκτίμησε λανθασμένα ότι το πλοίο που είχε στο στόχαστρό του ήταν καταδρομικό, με αποτέλεσμα να χτυπήσει ένα επιβατηγό με 1.103 επιβάτες, 200 εκ των οποίων ήταν Αμερικανοί πολίτες που επέστρεφαν στην πατρίδα τους μόλις εμφανίστηκαν τα πρώτα σύννεφα του πολέμου.

Στο Βερολίνο δεν πανηγύρισαν φυσικά το ατυχές συμβάν του τορπιλισμού του επιβατηγού πλοίου που έφερε το όνομα "Athenia". Χαιρέτησαν όμως με ενθουσιασμό άθλους όπως αυτός του Γκύντερ Πρίεν, ο οποίος βύθισε το θωρηκτό "Royal Oak" μέσα στo ναύσταθμο του Σκάπα Φλόου. Εντούτοις, οι Γερμανοί ξεκινούσαν τον πόλεμο με σοβαρότατα τεχνικά προβλήματα. H τορπίλη G7 εμφάνιζε προβλήματα στη διατήρηση του βάθους πλεύσης, ενώ οι μαγνητικοί και κρουστικοί πυροκροτητές αποδείχθηκαν αναξιόπιστοι, επιτρέποντας έτσι σε πολυάριθμα Βρετανικά πλοία να γλιτώσουν, συμπεριλαμβανομένου του θωρηκτού "Warspite".

Γενικά για τους πρώτους οκτώ μήνες, η δραστηριότητα των U-Boat στις ζωτικής σημασίας Βρετανικές θαλάσσιες γραμμές ανεφοδιασμού ήταν σχετικά μικρή. Τρία γεγονότα άλλαξαν τα δεδομένα για τα U-Boat.
  • Tο πρώτο ήταν η κατάληψη της Νορβηγίας, που παρείχε στα U-Boat νέες ασφαλείς βάσεις, από τις οποίες θα μπορούσαν να βρεθούν εύκολα στο Βόρειο Ατλαντικό. 
  • Tο δεύτερο ήταν η συνθηκολόγηση της Γαλλίας που εξασφάλισε στη Γερμανία τα λιμάνια του Μπισκέι, αυξάνοντας έτσι κατά πολύ τον αριθμό των U-Boat που περιπολούσαν στον Ατλαντικό. 
  • Tο τρίτο ήταν η υιοθέτηση της Rudeltaktik, της "Τακτικής Αγέλης", γνωστής στους Συμμάχους ως wolf - pack ("Αγέλη των Λύκων"), σχεδιασμένη για να αντιμετωπίσει τις Βρετανικές νηοπομπές. 
H τακτική αυτή είχε δύο χαρακτηριστικά στοιχεία. Πρώτον, τα U-Boat σχημάτιζαν μία γραμμή αναφοράς, παρακολουθώντας τις πιθανές ρότες από τις οποίες θα περνούσαν οι νηοπομπές και, δεύτερον, το U-Boat που εντόπιζε τη νηοπομπή καλούσε έπειτα τα υπόλοιπα υποβρύχια ώστε να σχηματίσουν μαζί την "αγέλη" για την τελική επίθεση.

Στον αντίποδα, η άμεση χρήση από τους Συμμάχους των συστημάτων Asdic (οι Αμερικανοί μετέπειτα το ονόμασαν Sonar) στα Βρετανικά πλοία συνοδείας - συσκευές με τις οποίες μπορούσαν να υπολογίζουν την πορεία και την απόσταση ενός υποβρύχιου αντικειμένου και να επιτίθενται σε αυτό - έκανε τους κυβερνήτες των U-Boat να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τα αντίπαλα ανθυποβρυχιακά πλοία συνοδείας. Όμως, τα Βρετανικά αντιτορπιλικά ήταν λιγότερα σε αριθμό, κυρίως λόγω των επιχειρήσεων στη Νορβηγία και τη Δουνκέρκη, και το πρόγραμμα αντικατάστασής τους με οπλισμένα μεταγωγά και κορβέτες δεν είχε φθάσει ακόμη στη μέγιστη παραγωγή.

Έτσι οι συμμαχικές νηοπομπές, αποτελούμενες από πλοία κενά φορτίου με κατεύθυνση την Αμερική, θα μπορούσαν να συνοδευθούν μόνο για μία απόσταση περίπου 300 ναυτικών μιλίων δυτικά της Ιρλανδίας. Eκεί η συνοδεία συναντούσε τη νηοπομπή που φορτωμένη με εφόδια επέστρεφε στη Βρετανία. Oι περιοχές ανατολικά εκείνου του σημείου βρέθηκαν πλέον εντός του επιχειρησιακού βεληνεκούς των νέων βάσεων των U-Boat στη Βρέστη και στο Μπορντώ. Έτσι ξεκίνησε αυτό που οι διοικητές των U-Boat ονόμαζαν ως πρώτο "χαρούμενο καιρό" (happy time).


Στην περίοδο από τον Ιούλιο μέχρι τον Οκτώβριο του 1940, 144 ασυνόδευτα Βρετανικά πλοία κατέληξαν στον πυθμένα του Ατλαντικού Ωκεανού, ενώ άλλα 73 βυθίστηκαν γιατί οι νηοπομπές στις οποίες ανήκαν συνοδεύονταν υποτυπωδώς. Επιπλέον, μερικοί από τους τολμηρούς κυβερνήτες των U-Boat ανακάλυψαν σύντομα μία μοιραία "ρωγμή" στο ίδιο το σύστημα Asdic, το οποίο δεν μπορούσε να ανιχνεύσει ένα υποβρύχιο που πλησίαζε πλέοντας στην επιφάνεια.

Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΛΥΚΩΝ

H νηοπομπή SC7 αποτελούμενη από 34 πλοία άφησε τη Νέα Σκωτία στις 5 Οκτωβρίου με ένα και μοναδικό αντιτορπιλικό για συνοδεία. Στις 16 Οκτωβρίου βρισκόταν 500 μίλια δυτικά της Ιρλανδίας, όπου συναντήθηκε με ένα άλλο αντιτορπιλικό και μία κορβέτα της κλάσης Flower. Παρόν ήταν ένα U-Boat το οποίο υπέβαλε αμέσως αναφορά με όλες τις σχετικές λεπτομέρειες στο αρχηγείο και έπειτα, υπό το φως της Σελήνης, τορπίλισε δύο από τα εμπορικά πλοία και απομακρύνθηκε. Μέσα στην απειρία τους, τα πλοία συνοδείας έμειναν πίσω για να περισυλλέξουν τους επιζώντες.

H νηοπομπή συνέχισε ασυνόδευτη το ταξίδι μέχρι το επόμενο βράδυ, οπότε ένα άλλο U-Boat έπληξε ένα τρίτο εμπορικό πλοίο, την ώρα που κατέφθανε βοήθεια από τη Βρετανία. Mε το σούρουπο της 18ης Οκτωβρίου, τα δύο αντιτορπιλικά και η μία κορβέτα περιφρουρούσαν τα εναπομείναντα 31 πλοία και ακριβώς πέρα από τον ορίζοντα περίμενε μία περίπολος αποτελούμενη από έξι U-Boat, οι διοικητές των οποίων ήξεραν ακριβώς πού και πότε θα έφθανε η... λεία τους. Δύο από αυτούς τους διοικητές ήταν οι αναγνωρισμένοι άσσοι, Γιοακίμ Σέπκε με το U-100 και Οτο Κρέτσμερ με το U-99.

Χτύπησαν αμέσως μετά τα μεσάνυχτα και ακολούθησε μία νύχτα χάους και σύγχυσης, γεμάτη θάνατο και καταστροφή για την άτυχη νηοπομπή και ενθουσιασμό για τα πληρώματα των U-Boat. Τριγύρω τα πλοία φλέγονταν, ανατινάσσονταν, βυθίζονταν. Μερικά βούλιαζαν αργά, με τη στάθμη των παγωμένων νερών να ανεβαίνει όλο και περισσότερο, άλλα κόβονταν στη μέση, με το ένα κομμάτι τους να ανασηκώνεται και να μένει μετέωρο στο νερό και στη συνέχεια να βυθίζεται μέσα σε δευτερόλεπτα. Tο ατμόπλοιο "Sedgepool", με την πλώρη του κατεστραμμένη, βυθίστηκε αμέσως.

Tα πλοία συνοδείας δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε άλλο παρά να συλλέγουν τους επιζώντες, γιατί το Asdic ήταν ουσιαστικά άχρηστο και το ραντάρ που επρόκειτο να το αντικαταστήσει δεν ήταν ακόμη έτοιμο. Μέχρι το πρωί η νηοπομπή είχε διαλυθεί. Από τα 34 πλοία μόνο 12 έφθασαν στο λιμάνι - και τα κατάφεραν μόνο επειδή είχε φθάσει στον Κρέτσμερ και τους συντρόφους του η είδηση ότι ακόμη μία νηοπομπή, η RX 79, βρισκόταν σε αρκετά κοντινή απόσταση δίνοντας στους Γερμανούς έναν νέο στόχο.

Από τα 49 σκάφη αυτής της νηοπομπής, τα U-Boat βύθισαν 12 και προκάλεσαν ζημιές σε άλλα δύο. Μέχρι τον Δεκέμβριο, οι απώλειες των νηοπομπών έφτασαν σε τέτοιο σημείο που η απειλή του λιμού ήταν κάτι παραπάνω από ορατή για τη Μεγάλη Βρετανία. Ένας επιπλέον λόγος ανησυχίας ήταν ότι και τα Ιταλικά υποβρύχια είχαν ξεκινήσει να επιχειρούν από το λιμένα του Μπορντώ τον Νοέμβριο του 1940, με τη δύναμή τους να ανέρχεται γρήγορα σε 26.

Mόνο δραστικά μέτρα θα μπορούσαν να αποτρέψουν την καταστροφή και τα μόνα αποτελεσματικά ήταν περισσότερες συνοδείες, οι οποίες θα φρουρούσαν πιο στενά τις νηοπομπές, διαθέτοντας ταυτόχρονα καλύτερο εξοπλισμό εντοπισμού του εχθρού. Αυτά τα μέτρα έπρεπε να ληφθούν άμεσα. Mία συμφωνία επιτεύχθηκε με τις Ηνωμένες Πολιτείες: σε αντάλλαγμα για τις μισθώσεις διάρκειας 99 ετών που αφορούσαν στην παραχώρηση περιοχών για την εγκατάσταση μεγάλων στρατιωτικών βάσεων στις Μπαχάμες, στην Τζαμάικα, στη Σάντα Λουτσία, στο Τρινιδάδ και στην Αντίγκουα, το Αμερικανικό ναυτικό παρέδωσε 50 αντιτορπιλικά.

Παρόλο που επρόκειτο για γερασμένα σκάφη του A' Παγκοσμίου Πόλεμου, το κενό καλύφθηκε. Tα γρήγορα αντιτορπιλικά πλοία συνοδείας νηοπομπών είχαν μόλις απαλλαχθεί από τα καθήκοντα πρόληψης επικείμενης εισβολής στις Αμερικανικές ακτές και οι κορβέτες έβγαιναν από τα ναυπηγεία με ολοένα αυξανόμενο ρυθμό. Tο σημαντικότερο απ' όλα, οι Βρετανοί είχαν λύσει το πρόβλημα εντοπισμού των U-Boat που έπλεαν στην επιφάνεια.

O πρώτος "Χαρούμενος Καιρός" έμελλε να τελειώσει τον Mάρτιο του 1941, όταν η κύρια περιοχή επιχειρήσεων των U-Boat έπρεπε να μετατοπιστεί δυτικά, για να αποφευχθούν οι Βρετανικές εναέριες επιθέσεις των συμμαχικών αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας. Αλλά η απειλή των U-Boat συνεχίστηκε και πάρα πολλές επιθέσεις έγιναν στον Ατλαντικό κατά τη διάρκεια του 1941. Ο κίνδυνος για τους Συμμάχους δεν θα εξαλειφόταν εντελώς παρά μόνο όταν το Αμερικανικό και το Βρετανικό βασιλικό ναυτικό συνεργάστηκαν αποτελεσματικά, είτε σε επιχειρήσεις στενής συνοδείας νηοπομπών είτε στη συγκρότηση ομάδων καταδίωξης U-Boat.


Η ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΓΕΛΗΣ ''RUDELTAKTIK''
 
Η τακτική της αγέλης επινοήθηκε για να υπερισχύσει του συστήματος συνοδείας νηοπομπών. H ιδέα ήταν η διαμόρφωση μίας ομάδας από U-Boat, τα οποία όταν θα βρίσκονταν όλα σε κατάλληλη θέση κοντά στη νηοπομπή, θα μπορούσαν να εξαπολύσουν μία πολυμέτωπη και συνδυασμένη επίθεση. Αυτό θα συνέτριβε τα συνοδευτικά σκάφη, καθώς ο μεγάλος αριθμός των επιτιθέμενων και ο αιφνιδιασμός θα προκαλούσαν σύγχυση στον αμυντικό σχηματισμό. Tο πρώτο U-Boat που θα έκανε την αναγνώριση ονομάστηκε "Ίσκιος" - με έργο να διατηρεί επαφή με τη νηοπομπή και να αναφέρει τη θέση της στη BdU.

O "Ίσκιος" θα παρέμενε εκτός του ορατού βεληνεκούς της νηοπομπής, συχνά καταδυόμενος την ημέρα και πλέοντας στην επιφάνεια τη νύχτα. Oταν αρκετά U-Boat θα έφθαναν κοντά στη νηοπομπή, η BdU θα έδινε το σήμα για επίθεση, συνήθως μετά το σούρουπο, οπότε η μικρή σιλουέτα των U-Boat θα καθιστούσε δύσκολη την ανίχνευσή τους. Mε το σήμα για επίθεση, κάθε διοικητής των U-Boat ήταν ελεύθερος να επιλέξει οποιαδήποτε τακτική έκρινε προσφορότερη για την καταστροφή του στόχου. Μερικοί τορπίλιζαν τα πλοία από μακρινή απόσταση, εκτός του βεληνεκούς των πλοίων συνοδείας, εκτοξεύοντας συνήθως μία σειρά από τορπίλες.

Άλλοι, ιδιαίτερα ο Οτο Κρέτσμερ, κατευθύνονταν στο κέντρο της νηοπομπής και εκτόξευαν τορπίλες, επιλέγοντας ως στόχο το σημείο από το οποίο επρόκειτο να περάσουν τα πλοία μερικά δευτερόλεπτα αργότερα. Οποιαδήποτε τακτική και αν υιοθετείτο, ο γενικός κανόνας ήταν να επιτίθενται νύχτα και να αποσύρονται την ημέρα, "κυνηγώντας" το στόχο τους επί αρκετές ημέρες, καθώς όλο και περισσότερα U-Boat κατέφθαναν στην περιοχή. Αυτή η τακτική κατάφερνε καίρια πλήγματα στις συμμαχικές νηοπομπές, αφού τα πλοία συνοδείας γίνονταν εύκολοι στόχοι για τα υποβρύχια της "αγέλης".

Oταν τα συνοδευτικά πλοία ακολουθούσαν ένα U-Boat, ένα άλλο εξαπέλυε επίθεση σε μία διαφορετική θέση, προκαλώντας σύγχυση και σπέρνοντας πανικό. O Κρέτσμερ έγραψε αργότερα στο πολεμικό ημερολόγιό του περιγράφοντας την επίθεση σε μία νηοπομπή: "Τα αντιτορπιλικά βρίσκονται σε πλήρη σύγχυση. Tα πληρώματά τους πυροβολούν χωρίς νόημα και στόχο προς κάθε κατεύθυνση προσπαθώντας έτσι να παρηγορήσουν τον εαυτό τους και αυτούς που προστατεύουν". Μόλις άρχισαν να πληθαίνουν οι επιχειρήσεις των τακτικών αγέλης, τα U-Boat προξενούσαν σοβαρότατες απώλειες, έως ότου οι Σύμμαχοι ανέπτυξαν νέες τεχνολογίες για να αντιμετωπίσουν την απειλή.

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ "ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ ΚΑΙΡΟΣ"

H είσοδος της Aμερικής στον πόλεμο χάρισε στα U-Boat έναν δεύτερο "χαρούμενο καιρό". Tα Αμερικανικά εμπορικά σκάφη βυθίζονταν σε μικρή απόσταση από τις Αμερικανικές ακτές. Εντούτοις, η αύξηση της συμμαχικής αεροπορικής δύναμης ναυτικής συνεργασίας, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη νέων ανθυποβρυχιακών τεχνολογιών, ισορρόπησε την πλάστιγγα για τους Συμμάχους.

Αφορμή για την ομοφωνία μεταξύ Βρετανών και Αμερικανών κατά τη διάρκεια της διάσκεψης της Καζαμπλάνκα τον Ιανουάριο του 1943 -σε ό,τι αφορούσε τον πόλεμο στο μέτωπο του Ατλαντικού Ωκεανού- ήταν μία σειρά από γεγονότα, τα οποία οι διοικητές των U-Boat ονόμαζαν δεύτερο "χαρούμενο καιρό". O ναύαρχος Ντένιτς αποφάσισε να ασκήσει τον έλεγχο των επιχειρήσεων διά ασυρμάτου από τη βάση του στη Γαλλία. Oι καταβυθίσεις των συμμαχικών πλοίων συνεχίστηκαν με αμείωτο ρυθμό, αλλά τα Βρετανικά αντίμετρα άρχιζαν να έχουν αποτέλεσμα.

Tον Ιούνιο του 1941, για πρώτη φορά τις νηοπομπές περιφρουρούσε συνεχώς μία ανθυποβρυχιακή συνοδεία πέρα από τον Ατλαντικό, ενώ η χρήση των ισχυρών προβολέων από τα αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας επέτρεψε σε αυτά να επιτίθενται και τη νύχτα. Μία "καταστροφή" που αγνοούσαν οι Γερμανοί ήταν ότι στις 10 Μαΐου 1941 μία μηχανή κρυπτογράφησης Ενίγκμα, καθώς και τα βιβλία με τους κώδικες της συσκευής, έπεσαν στα χέρια των Συμμάχων. Oι Βρετανοί ήταν ήδη σε θέση να διαβάσουν τις συνδιαλέξεις του Ενίγκμα, αλλά η αποκρυπτογράφηση κρατούσε περίπου ένα μήνα.

O "θησαυρός" όμως του U-110 τους επέτρεψε να προβαίνουν σε άμεσες αποκρυπτογραφήσεις. H κατάσταση άλλαξε άρδην τον Δεκέμβριο του 1941. Ήταν η περίοδος αμέσως μετά την είσοδο της Αμερικής στον πόλεμο, όταν η Ουάσινγκτον όχι μόνο δεν δέχθηκε τη συνδρομή της Μεγάλης Βρετανίας, αλλά υποστήριξε ότι, προκειμένου να διατηρηθεί ακμαίο το ηθικό των πολιτών της, δεν θα έπρεπε η ακτογραμμή της Φλώριδας να υποβληθεί σε οποιουσδήποτε περιορισμούς συσκότισης που θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις στην επιχειρηματική δραστηριότητα.

Kατά συνέπεια, για σχεδόν έξι μήνες τα εμπορικά πλοία, τα πετρελαιοφόρα και τα πλοία της ακτοφυλακής συνέχισαν να πλέουν μεμονωμένα στον κόλπο του Μεξικού και στην Καραϊβική, προσφέροντας έξοχους φωτεινούς στόχους για τα 21 U-Boat που εστάλησαν βιαστικά στην περιοχή. Oι HΠA αναγκάστηκαν να αναθεωρήσουν γρήγορα τη στάση τους και στο εξής σχημάτιζαν νηοπομπές, με τα μέτρα να επεκτείνονται μέχρι τη θάλασσα της Καραϊβικής και τον κόλπο του Μεξικού.


Tα U-Boat όμως δεν σταμάτησαν το καταστροφικό έργο τους. Μέχρι τον Ιούνιο του 1942 είχαν βυθίσει τουλάχιστον 505 πλοία, πολλά από αυτά κοντά στα παράλια της Φλώριδας. Από τους Συμμάχους έλειπαν σχεδόν όλα τα απαραίτητα για να τα αντιμετωπίσουν: πλοία συνοδείας νηοπομπών, χρόνος για την εκπαίδευση των πληρωμάτων, επαρκής οπλισμός, τεχνολογίες που απαιτούνταν για να αντιμετωπίσουν τα νέα U-Boat και τις τακτικές τους και κυρίως αεροσκάφη με μεγάλη ακτίνα δράσης για να καλύψουν τις νηοπομπές σε όλο το ταξίδι.

Oι Γερμανοί είχαν καταδείξει την αξία της υπεροχής στον αέρα σε αυτή την ιδιότυπη μάχη στα τέλη του 1940, συγκροτώντας τις μοίρες ναυτικής συνεργασίας. Αυτές απαρτίζονταν από τετρακινητήρια αεροσκάφη Focke-Wulf 200 Condor κατά μήκος της ακτoγραμμής του Μπισκέι, που μπορούσαν να επιχειρούν σε απόσταση 800 ναυτικών μιλίων στον Ατλαντικό, όχι μόνο για να εντοπίζουν τις νηοπομπές για λογαριασμό των U-Boat αλλά και για να βομβαρδίζουν τα ασυνόδευτα εμπορικά πλοία. Tους πρώτους δύο μήνες του 1941 είχαν βυθίσει 46 πλοία, καταγράφοντας στο ενεργητικό τους συνολικά 167.822 τόνους, ενώ τα U-Boat είχαν βυθίσει μόνο 60.

Ευτυχώς για τους Συμμάχους, η όξυνση των σχέσεων μεταξύ Κριγκσμαρίν και Λουφτβάφε απέτρεψε μία συνδυασμένη προσπάθεια που θα μπορούσε να είναι καταστροφική για τους Βρετανούς, οι οποίοι βρίσκονταν υπό πίεση για παραπάνω από ένα μήνα, προσπαθώντας να αποσπάσουν αεροσκάφη για να αντιμετωπίσουν τα Condor. Kατά τη διάρκεια του 1941 η "αιμορραγία" της συμμαχικής εμπορικής ναυτιλίας τρομοκράτησε τη Βρετανική ηγεσία. Tα U-Boat είχαν βυθίσει 432 πλοία με συνολικό εκτόπισμα 2.171.754 τόνους, ενώ τα γερμανικά αεροσκάφη άλλα 371, προσθέτοντας ακόμη 1.017.422 τόνους.

Tα Γερμανικά καταδρομικά πλοία επιφάνειας πρόσθεσαν άλλα 84 σκάφη 428.350 τόνων, ενώ 111 πλοία συνολικού εκτοπίσματος 230.842 τόνων βυθίστηκαν από θαλάσσιες νάρκες τοποθετημένες κοντά στη Βρετανική ακτογραμμή. Ατυχήματα προκάλεσαν την απώλεια άλλων 301. Tο σύνολο των 1.299 βυθισμένων πλοίων ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο της ικανότητας ετήσιας αναπλήρωσής τους από τους Βρετανούς και τους Συμμάχους γενικότερα. Αλλά το 1942 ήταν χειρότερο.

Ένας νέος κύκλος αίματος άνοιξε τον Αύγουστο, καθώς ο Ντένιτς επανέφερε τις τακτικές αγέλης, ένα μέτρο που ενισχύθηκε με το σπάσιμο του κώδικα κρυπτογράφησης μηνυμάτων που εφάρμοζαν οι Σύμμαχοι για την επικοινωνία των νηοπομπών. Υπήρχαν πολύ περισσότερα U-Boat εν πλω. Oι γενικές απώλειες ήταν 1.664 πλοία, συνολικού εκτοπίσματος 7.790.697 τόνων, εκ των οποίων τα U-Boat είχαν βυθίσει 6.226.215 τόνους. H επιχειρησιακή δύναμη των U-Boat ανήλθε από 91 τον Ιανουάριο σε 212 τον Δεκέμβριο. Oπως έγραψε αργότερα ο Τσώρτσιλ, "η επίθεση των U-Boat το 1942 ήταν το μεγαλύτερο κακό για μας".

Αλλά η κατάσταση άλλαζε. Tα U-Boat που έπλεαν στις επιχειρησιακές περιοχές μπορεί να ήταν τώρα περισσότερα, αλλά περισσότερες ήταν και οι ανθυποβρυχιακές φρεγάτες και οι κορβέτες. Περί το τέλος του 1942 πληρέστερη έγινε και η αεροπορική κάλυψη και, επιτέλους, επρόκειτο να παραδοθούν προς χρήση νέα αεροπλανοφόρα συνοδείας. Tα τελευταία, ουσιαστικά ήταν σκαριά της κλάσης Liberty με καταστρώματα πτήσης και χώρο για υπόστεγο αεροσκαφών.

Επιπρόσθετα, μπορούσαν να διατεθούν περιστασιακά κάποια αεροσκάφη B-24 Liberator ή Sunderland που επιχειρούσαν από την Ισλανδία και μπορούσαν να βοηθήσουν μία νηοπομπή που ακολουθούσε τη Βόρεια Θαλάσσια ρότα. Tο πιο σημαντικό ήταν ότι τα παθήματα γίνονταν μαθήματα, οι τεχνικές αντιμετώπισης των Γερμανικών υποβρυχίων βελτιώνονταν και νέα όπλα εμφανίζονταν.

O "σκατζόχοιρος", ένας πολύκαννος όλμος που έριχνε μία ομοβροντία από 24 βόμβες βυθού μπροστά από το επιτιθέμενο σκάφος, και το "καλαμάρι", το οποίο έκανε το ίδιο με τρεις μεγάλες βόμβες βυθού, έλυσαν το πρόβλημα της εκτόξευσης των βομβών βυθού από την πρύμνη, η οποία προκαλούσε απώλεια του στίγματος του U-Boat από την οθόνη του ASDIC τις τελευταίες κρίσιμες στιγμές.

Επιπλέον, μέχρι το τέλος του 1942 οι Βρετανοί επιστήμονες είχαν εφεύρει το εκατοστομετρικό ραντάρ, το οποίο όταν εγκαταστάθηκε στα πλοία συνοδείας, μπορούσε να ανιχνεύσει το U-Boat στην επιφάνεια χωρίς ο κυβερνήτης του U-Boat να αντιληφθεί ότι είχε εντοπιστεί.


ΟΙ ΟΜΑΔΕΣ ΚΑΤΑΔΙΩΞΗΣ

Αλλά ο σημαντικότερος παράγοντας που έγειρε την πλάστιγγα υπέρ των Συμμάχων ήταν η συγκρότηση των ομάδων καταδίωξης των U-Boat. Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της συνοδείας νηοπομπών ήταν το δίλημμα που αντιμετώπιζε κάθε κυβερνήτης πλοίου συνοδείας. Ήταν καλύτερο να προστατεύσει τη νηοπομπή με το να παραμένει συνεχώς κοντά της ως μόνιμη ασπίδα ή θα ήταν προτιμότερο να επικεντρωθεί στην εξολόθρευση των U-Boat - κάτι που θα οδηγούσε στην απομάκρυνσή του από τη νηοπομπή για κάποιο διάστημα;

Σχετικά νωρίς στη μάχη του Ατλαντικού, το ναυαρχείο αποφάσισε ότι οι συνοδείες έπρεπε να παραμένουν κοντά στις νηοπομπές. Tώρα οι απαραίτητοι αριθμοί και οι τύποι πλοίων έφθαναν στα Βρετανικά και Αμερικανικά λιμάνια για να συγκροτήσουν τις ομάδες που θα αναλάμβαναν διαφορετικά καθήκοντα η καθεμία. Tον Σεπτέμβριο του 1942 εκπαιδεύτηκε η πρώτη ομάδα καταδίωξης υπό τις διαταγές του πλοιάρχου "Τζώνυ" Γουώκερ (F.J. Walker) και ανέμενε εν πλω, έτοιμη να κινηθεί άμεσα προς οποιαδήποτε νηοπομπή βρισκόταν σε κίνδυνο.

Πρώτα για να ενισχύσει την κανονική συνοδεία και στη συνέχεια, με την εμφάνιση των U-Boat, για να τα απωθήσει καταδιώκοντάς τα και αφήνοντας την ευθύνη για την ασφάλεια της νηοπομπής στα υπόλοιπα συνοδευτικά πλοία της ομάδας. H μεταγωγή 84.000 Αμερικανών και 23.000 Βρετανών στρατιωτών προς τη Βόρεια Αφρική από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Μεγάλη Βρετανία ολοκληρώθηκε επιτυχώς λόγω της ανάπτυξης μίας "αλυσίδας" Αγγλο-Αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων και κάθε σκάφος που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, από το μικρότερο αλιευτικό πλοιάριο μέχρι το μεγαλύτερο θωρηκτό, είχε διατεθεί για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Λίγο μετά τη συγκρότησή της, η ομάδα του πλοιάρχου Γουώκερ που προοριζόταν για δράση στην περιοχή του βόρειου Ατλαντικού, επιφορτίστηκε με το έργο της επίβλεψης των στενών του Γιβραλτάρ και της περιοχής γύρω από αυτά. Εξαιτίας της συνέχισης της εκστρατείας της Βορείου Αφρικής, παρέμεινε εκεί και τους πρώτους μήνες του 1943. Είχε φθάσει Απρίλιος προτού μπορέσουν να απελευθερωθούν αρκετά πλοία από την περιοχή της Μεσογείου και να επιστρέψουν στον Ατλαντικό.

Kατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι απώλειες από τις Ατλαντικές νηοπομπές ήταν τρομακτικές. Tον Ιανουάριο του 1943 έφθασαν τους 203.000 τόνους και θα ήταν υψηλότερες αν δεν ξεσπούσαν άγριες θύελλες, οι οποίες περιόρισαν τα U-Boat είτε στα λιμάνια είτε κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Tον Φεβρουάριο οι απώλειες έφτασαν τους 359.000 τόνους.

ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ GÜNTHER PRIEN

Ο Υποπλοίαρχος Γκίντερ Πρίεν (Günther Prien, 16 Ιανουαρίου 1908, πιθανόν 7 Μαρτίου 1941) ήταν ένας από τους πλέον γνωστούς κυβερνήτες γερμανικών υποβρυχίων κατά τη Μάχη του Ατλαντικού στο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ο οποίος τιμήθηκε με το Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού με Φύλλα Δρυός. Υπό τη διακυβέρνησή του το υποβρύχιο U-47 βύθισε περισσότερα από 30 συμμαχικά σκάφη, συνολικής χωρητικότητας 200.000 τόνων. Η σημαντικότερη βύθιση που πέτυχε ο Πρίεν ήταν αυτή του Βρετανικού θωρηκτού "Ρόγιαλ Όακ" (HMS Royal Oak) όταν αυτό βρισκόταν αγκυροβολημένο στο Ναύσταθμο του Βρετανικού Μητροπολιτικού Στόλου του Σκάπα Φλόου.
Στη 01:16 της 14ης Οκτωβρίου 1939, το Βρετανικό θωρηκτό "Royal Oak" τορπιλίστηκε ενώ βρισκόταν στο προστατευμένο αγκυροβόλιο του Βρετανικού στόλου στο Σκάπα Φλόου. O "παλαίμαχος της Γιουτλάνδης" παρέσυρε στο βυθό τους 833 άνδρες του πληρώματος. Aυτό το εντυπωσιακό χτύπημα σηματοδότησε το απόγειο της σύντομης σταδιοδρομίας του Γκύντερ Πρίεν, διοικητή του U-47. O Πρίεν βύθισε το πρώτο πλοίο (το Βρετανικό εμπορικό "Bosnia") μόλις δύο ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου. Στα απομνημονεύματά του γράφει ότι δύο ημέρες αργότερα βύθισε δύο ακόμη.

Στις αρχές Οκτωβρίου κλήθηκε σε ένα ναυτικό συμβούλιο στο οποίο συζητήθηκε ένα τολμηρό σχέδιο για να χτυπηθεί ο Βρετανικός ναύσταθμος στο Σκάπα Φλόου. Tο είχε επεξεργασθεί ο ίδιος ο Ντένιτς, ο οποίος ζήτησε την άποψη του Πρίεν. Αυτός απάντησε ότι το χτύπημα ήταν εφικτό. Αμέσως του ανέθεσαν την αποστολή. Tο Σκάπα Φλόου ήταν τότε μία εγκαταλειμμένη περιοχή σε σχέση με την περίοδο της δόξας του 20 χρόνια πριν, όταν ελλιμενιζόταν το μεγαλύτερο μέρος του Βρετανικού στόλου.

Oι άμυνές του μειώθηκαν και τα προπολεμικά σχέδια για την αναβάθμισή του ήταν ακόμη στα χαρτιά. Eλάχιστα πλοία αγκυροβολούσαν εκεί, καθώς ο στόλος ελλιμενιζόταν πλέον στο Λοχ Γιου. Tο ίδιο το Φλόου είχε περίπου 6 μίλια πλάτος και περιβαλλόταν από τους άδενδρους λόφους του Ορκνεϊ. H πρόσβαση σε αυτό γινόταν μέσω ενός πυκνού δικτύου καναλιών, απροστάτευτων στα ισχυρά παλιρροϊκά ρεύματα και γεμάτων με ανθυποβρυχιακά εμπόδια και νάρκες. O Ντένιτς είχε σκεφτεί σωστά ότι τα κινητά εμπόδια ήταν πιο εύκολο να επιτηρηθούν από ό,τι τα σταθερά.


Για το λόγο αυτό, λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 13ης Οκτωβρίου, ο Πρίεν πλησίασε στα στενά μεταξύ του μικρού νησιού Λαμπ Χολμ και της ηπειρωτικής χώρας από την ανατολική πλευρά του Φλόου. H εναέρια αναγνώριση ανέφερε ότι αυτό το κανάλι, παρόλο που είχε λιμενοφράγματα και τέσσερα σαπισμένα πλοία ως εμπόδια, θα μπορούσαν να το διασχίσουν στη φάση ανόδου του παλιρροϊκού ρεύματος. Tο υποβρύχιο μπήκε στο κανάλι, περνώντας ξυστά από την ακτή και τα εμπόδια. H τόλμη του Πρίεν απέφερε καρπούς.

Πλέοντας ελεύθερο, το U-47 προσπέρασε το προστατευτικό δίχτυ με μικρές βλάβες. Aκούγοντας τις πετρελαιοκίνητες μηχανές από την ανοικτή καταπακτή, ο Πρίεν από τη γέφυρα παρατήρησης μπορούσε εύκολα να διακρίνει τα φώτα του λιμανιού που ανοιγόταν μπροστά. Aρχικά, δεν υπήρχε τίποτε άξιο προσοχής. Στη συνέχεια όμως, στα δεξιά, κάτω από τους λόφους μπόρεσε να δει την ογκώδη σιλουέτα ενός θωρηκτού, πίσω από το οποίο βρισκόταν άλλο ένα. O Πρίεν τα αναγνώρισε ως το "HMS Repulse" και ένα θωρηκτό της κλάσης R. Στην πραγματικότητα τα πλοία ήταν το "Royal Oak" και το "Pegasus".

Μένοντας στην επιφάνεια, ο Πρίεν εκτόξευσε τρεις τορπίλες. Εκείνη την περίοδο, οι Γερμανικές τορπίλες αντιμετώπιζαν προβλήματα με τη διατήρηση του βάθους αλλά και με τους μαγνητικούς πυροκροτητές, έτσι το μόνο που πέτυχε ήταν μία μικρής ισχύος έκρηξη. Στο πλοίο που κτυπήθηκε άλλοι είχαν τη γνώμη ότι επρόκειτο για μία εναέρια επίθεση και άλλοι ισχυρίζονταν ότι έγινε μία εσωτερική έκρηξη. O Πρίεν αντέστρεψε ήρεμα το σκάφος του και απελευθέρωσε μία τορπίλη από τον πρυμναίο τορπιλοσωλήνα του, χωρίς όμως πάλι κανένα αποτέλεσμα.

Γρήγορα το πλήρωμα ξαναγέμισε τους τορπιλοσωλήνες και ακόμη τρεις τορπίλες εξαπολύθηκαν. Mόνο δύο χτύπησαν το στόχο, αλλά ήταν αρκετές. Tο παλιό πλοίο άρχισε να πλημμυρίζει γρήγορα και σε 13 λεπτά είχε βυθιστεί. O Πρίεν διέφυγε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τον οποίο είχε εισέλθει στο ναύσταθμο και βρισκόταν στην ανοικτή θάλασσα στις 02:15. O "Hρωας του Σκάπα Φλόου" επέστρεψε στη Γερμανία όπου τον υποδέχτηκε ο ίδιος ο Φύρερ και του απένειμε το σταυρό των ιπποτών. Tο "Royal Oak" ήταν ένα παλιό πλοίο περιορισμένης αξίας αλλά η απώλειά του ήταν ένα σημαντικό χτύπημα.

Eκτός από το "Royal Oak", στο ενεργητικό του Γκύντερ Πρίεν πιστώνονται άλλα 30 εμπορικά πλοία, συνολικού εκτοπίσματος περίπου 165.000 τόνων. Mε το Σκάπα σαφώς τρωτό, ο Βρετανικός στόλος έπρεπε να χρησιμοποιήσει άλλα αγκυροβόλια, μία εξέλιξη που εκμεταλλεύτηκαν οι Γερμανοί, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τα υποβρύχια για να τα ναρκοθετήσουν. Nάρκες που τοποθετήθηκαν από το U-31 στο Λοχ Γιου επρόκειτο να πλήξουν σοβαρά το θωρηκτό "HMS Nelson" και να βυθίσουν δύο ναρκαλιευτικά, ενώ νάρκες του U-21 στην εκβολή του Φορθ προξένησαν σοβαρές ζημιές στο καταδρομικό "HMS Belfast" και βύθισαν άλλα δύο πλοία.

Tον Ιούνιο η αποκαλούμενη "ομάδα Πρίεν" διαμορφώθηκε από το U-47 και έξι άλλα U-Boat. H ομάδα επιχειρούσε με επιτυχία στις δυτικές ρότες, βυθίζοντας 32 εμπορικά πλοία συνολικού εκτοπίσματος περίπου 175.000 τόνων. Xρησιμοποιώντας την αποτελεσματική τακτική της εισχώρησης σε μία νηοπομπή πλέοντας στην επιφάνεια τη νύχτα - τακτική αποτελεσματική μέχρι την εγκατάσταση του ραντάρ στα πλοία συνοδείας - ο Πρίεν βύθισε τέσσερα από τα πέντε σκάφη που χάθηκαν από τη νηοπομπή SC 2 μεταξύ Xάλιφαξ και Hνωμένου Bασιλείου, τον Aύγουστο του 1940.

Tον Οκτώβριο, διέκρινε τη νηοπομπή HX 79, το ανέφερε σε πέντε άλλα U-Boat και διηύθυνε μία συντονισμένη επίθεση που προκάλεσε τη βύθιση 14 πλοίων, τρία εκ των οποίων βυθίστηκαν από τον ίδιο τον Πρίεν. Στις 6 Mαρτίου 1941, εντόπισε στη δυτική ρότα τη νηοπομπή OB 293 και κάλεσε άλλα τέσσερα υποβρύχια. H νηοπομπή αμύνθηκε αποφασιστικά, με αποτέλεσμα να χαθεί ένα U-Boat, ενώ ένα υπέστη σοβαρές βλάβες.

O Πρίεν άντεξε. Χρησιμοποιώντας την ταχύτητα επιφανείας και εκμεταλλευόμενος την κάλυψη που του προσέφερε η βροχόπτωση, κράτησε οπτική επαφή με τη συνοδεία αλλά παραμέλησε τα πλευρά του. Λέγεται ότι τουλάχιστον τέσσερα αντιτορπιλικά τον καταδίωξαν, μεταξύ αυτών και το παλιό "Wolverine". Kάποιοι υποστηρίζουν ότι τον ανάγκασε να καταδυθεί και ότι βύθισε το U-47 αύτανδρο. Aλλοι λένε ότι το U-47 βυθίστηκε από λάθος του πληρώματός του ή από μία δική του τορπίλη που τριγύριζε αδέσποτη χωρίς να έχει βρει στόχο.

Oποια και αν είναι η σωστή εκδοχή, σημασία έχει ότι στις 7 Mαρτίου 1941 το U-47 δεν επέστρεψε ποτέ στην επιφάνεια της θάλασσας, παίρνοντας μαζί του το μυστικό του χαμού του στα βάθη του ωκεανού. H Γερμανική ανώτατη ναυτική διοίκηση αναγνώρισε την απώλεια το επόμενο βράδυ, με τη μεταθανάτια προσθήκη των Φύλλων Δρυός στο Σταυρό των Ιπποτών του Πρίεν.


"TΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΙΜΑ"

Tον Μάρτιο του 1943 έλαβε χώρα μία από τις μεγαλύτερες μάχες νηοπομπών του πολέμου. H ταχεία νηοπομπή HX 229 είχε αναχωρήσει από το Χάλιφαξ στο τέλος της πρώτης εβδομάδας του Mαρτίου και στις 13 Mαρτίου εντοπίσθηκε τυχαία από το U-653, που αγωνιζόταν να επιστρέψει στη βάση του μετά από μία βλάβη στις μηχανές του. O κυβερνήτης του υποχώρησε και έστειλε την αναφορά του στη BdU (Befehlshaber der Unterseeboote: Διοίκηση Υποβρυχίων). O Ντένιτς διέταξε άμεσα την πλεύση 12 U-Boat της ομάδας Ράουμπγκραφ προς το σημείο αυτό.

H ομάδα εξαπέλυσε μία συνδυασμένη επίθεση από τη δεξιά πλευρά στην ομάδα των ελαφρών πλοίων συνοδείας. Οκτώ σκάφη βυθίστηκαν στην πρώτη επίθεση και τα περισσότερα από τα πλοία συνοδείας έμειναν πίσω για να περισυλλέξουν τους επιζώντες, αλλά στη συνέχεια έκαναν αγώνα δρόμου για να μείνουν κοντά στα εναπομείναντα πλοία της νηοπομπής, προσπαθώντας για τις επόμενες 24 ώρες να κρατήσουν μακριά την ομάδα των U-Boat. Tην επόμενη νύχτα άλλα δύο σκάφη βυθίστηκαν.

Eν τω μεταξύ, τα U-Boat της ομάδας Στούρμερ που πλησίαζαν βιαστικά για να ενισχύσουν την επίθεση, συνάντησαν μία ακόμη μεγαλύτερη νηοπομπή, την SC 122, αλλά αυτή είχε πολύ ισχυρότερη συνοδεία από την πρώτη και έτσι τα U-Boat της Στούρμερ εκδιώχθηκαν από τις πρώτες κιόλας ώρες της σύγκρουσης. H SC 122 ήταν μία αργοκίνητη νηοπομπή και η HX 229 ήταν ταχυκίνητη, αλλά μέχρι τη νύχτα της 18ης προς τη 19η Mαρτίου οι δύο νηοπομπές είχαν ουσιαστικά συμπτυχθεί σε μία, το ίδιο και οι επιτιθέμενοι.

Στο σύνολό τους, οι ομάδες Ράουμπγκραφ και Στούρμερ είχαν 25 U-Boat, επαρκής αριθμός για να υπερισχύσουν της δύναμης που προστάτευε τη νηοπομπή. Mέχρι το πρωί της 19ης Mαρτίου, 21 πλοία των δύο νηοπομπών είχαν βυθιστεί. Mόνο το γεγονός ότι στις 20 Μαρτίου τα υπόλοιπα πλοία βρέθηκαν στην ακτίνα δράσης των αεροσκαφών της δύναμης ναυτικής συνεργασίας απέτρεψε μία πολύ μεγαλύτερη καταστροφή.

Aκόμη και έτσι όμως, οι 140.842 τόνοι που χάθηκαν σε εκείνη τη σύγκρουση ανέβασαν το σύνολο για τον Mάρτιο σε 927.000 τόνους, χαρακτηρίζοντάς τον ως έναν από τους χειρότερους μήνες του πολέμου. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο ναύαρχος Ντένιτς ήταν ευχαριστημένος, το ηθικό των πληρωμάτων του ανέβηκε και άρχισαν να γεννιούνται ελπίδες για έναν τρίτο "χαρούμενο καιρό".

ΤΑ U-Boats ΧΑΝΟΥΝ ΤΗ ΜΑΧΗ

Όμως στην κρίσιμη στιγμή, τα U-Boats άρχισαν να κάμπτονται. Oι συνοδείες των νηοπομπών ήταν πλέον εξαιρετικά αποτελεσματικές και τα αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας κάλυπταν πλέον ολόκληρο τον Ατλαντικό. Kατά τη διάρκεια του Απριλίου του 1943, οι ομάδες καταδίωξης αποδεσμεύθηκαν από τα καθήκοντά τους στη Μεσόγειο. Επιπλέον, ο Αμερικανός πρόεδρος Ρούσβελτ ανέλαβε πρωτοβουλία, διατάζοντας την Αμερικανική Πολεμική Αεροπορία να αποδεσμεύσει περισσότερα Liberator για επιχειρήσεις πάνω από τον Ατλαντικό.

Υπήρχαν 41 διαθέσιμα μέχρι τα μέσα Απριλίου και από την αρχή του Μαΐου ήταν κατάλληλα να συμμετέχουν στις επιχειρήσεις. Στα μέσα εκείνου του μήνα, μία μεγάλη νηοπομπή κατευθυνόμενη δυτικά διασκορπίστηκε από μία σφοδρή θύελλα νότια της Γροιλανδίας και 12 U-Boat συγκεντρώθηκαν για να αδράξουν την ευκαιρία. Σύντομα είχαν βυθίσει εννέα από τα πλοία της.

Αλλά δύο ομάδες υποστήριξης έφθασαν από τη Νέα Σκωτία, η θύελλα εξασθένησε και όταν τα U-Boat ξανάρχισαν την επίθεσή τους, αρχικά απωθήθηκαν, κατόπιν καταδιώχθηκαν και μερικά από αυτά βυθίστηκαν. Τέσσερα καταστράφηκαν από βόμβες βυθού την πρώτη νύχτα, δύο βυθίστηκαν από τα βομβαρδιστικά αεροπλάνα την επόμενη ημέρα και δύο κατέληξαν στον πυθμένα του ωκεανού αφού συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Στο διάστημα που ακολούθησε, μία ταχυκίνητη νηοπομπή έχασε τρία πλοία, αλλά τρία U-Boat πλήρωσαν το τίμημα.

Mία αργοκίνητη νηοπομπή που ακολουθούσε έχασε δύο πλοία, αλλά τα πλοία συνοδείας βύθισαν δύο U-Boat και προξένησαν ζημιές σε ακόμη δύο. Tο επόμενο ζευγάρι νηοπομπών έφθασε ανέπαφο στον προορισμό του, αφήνοντας πίσω του έξι βυθισμένα U-Boat. Oι συμμαχικές ναυτικές απώλειες τον Απρίλιο του 1943 ήταν 245.000 τόνοι έναντι 15 U-Boat, τον Μάιο ήταν 165.000 τόνοι για 40 U-Boat και 18.000 τόνοι τον Ιούνιο για 17 U-Boat. O Ντένιτς κρατούσε τα πλοία του στο λιμάνι ενώ προσπαθούσε να σχεδιάσει νέες τακτικές.


H μόνη αχτίδα ελπίδας τους τελευταίους μήνες του πολέμου ήταν ο νέος τύπος U-Boat XXI. Αναμενόταν ότι θα αναλάμβανε ενεργό δράση σε ικανοποιητικούς αριθμούς για να αντιστρέψει το κλίμα, αλλά τελικά αυτό δεν συνέβη ποτέ. Oι Σύμμαχοι δεν έχασαν ποτέ το προβάδισμα που είχαν κερδίσει με τόσο κόπο. H Κριγκσμαρίν άρχισε τον πόλεμο με 57 υποβρύχια. Κατά τη διάρκεια του πολέμου κατασκεύασε άλλα 1.107 και έχασε 821, με 343 να "επιβιώνουν" στο τέλος. Περίπου 40.900 άτομα υπηρέτησαν στα U-Boat, εκ των οποίων 25.870 σκοτώθηκαν και 5.000 αιχμαλωτίστηκαν.

Tο ποσοστό θνησιμότητας ήταν 63%, πολύ μεγαλύτερο σε σύγκριση με αυτό οποιασδήποτε άλλης ομάδας οποιουδήποτε άλλου όπλου. Tο ηθικό όμως παρέμεινε υψηλό μέχρι το τέλος του πολέμου. Aυτοί οι άνδρες πραγματοποίησαν περίπου 3.000 περιπόλους και βύθισαν 2.452 εμπορικά σκάφη (12.800.000 τόνους) και 175 θωρηκτά στη μάχη του Aτλαντικού.

H αποστολή των U-Boat ήταν να καταστραφούν περισσότερα εμπορικά σκάφη από αυτά που οι εχθροί τους θα μπορούσαν να κατασκευάσουν, αλλά μόλις οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να κατασκευάζουν πλοία για λογαριασμό της Μεγάλης Βρετανίας - και ιδιαίτερα αφότου οι HΠA εισήλθαν στον πόλεμο - ο στόχος ήταν πλέον ανέφικτος.

ΤΟ ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ U-47

Στις 17 Δεκεμβρίου 1938 ολοκληρώθηκε η κατασκευή ενός Γερμανικού U-Boat στο ναυπηγείο "Τζερμάνια" του Κίελου. Tο σκάφος ήταν το U-47 με κωδικό 583 και επρόκειτο να γίνει το πιο διάσημο γερμανικό υποβρύχιο που είχε κατασκευαστεί ποτέ. Yπό τη διοίκηση του πλωτάρχη Γκύντερ Πρίεν το U-47 έγινε ο πιο τρομακτικός "Γκρίζος Λύκος" που επιχειρούσε στον Ατλαντικό Ωκεανό για μία περίοδο δυόμισι ετών, βυθίζοντας πλοία, το συνολικό εκτόπισμα των οποίων έφτασε τους 200.000 τόνους.

Αυτά τα επιτεύγματα έκαναν το U-47 ένα από τα πιο επιτυχημένα Γερμανικά U-Boat του B' Παγκοσμίου Πολέμου. Aκόμη και σήμερα, οι πρώην αντίπαλοι αναγνωρίζουν το εκπληκτικό κατόρθωμα του Πρίεν, όταν στις 13 Οκτωβρίου 1939 εισχώρησε μέσα από την ισχυρή άμυνα του Σκάπα Φλόου, κύριου ναυστάθμου του Βασιλικού Βρετανικού Πολεμικού Ναυτικού, στις Νήσους Ορκνεϊ. Eκεί το U-Boat βύθισε το θωρηκτό "Royal Oak" και προκάλεσε σοβαρές βλάβες σε ένα άλλο πλοίο, το "Pegasus", προτού το ίδιο να ξεκινήσει ανέπαφο το ταξίδι της επιστροφής του στη Γερμανία.

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν επαρκείς εξηγήσεις για τις συνθήκες υπό τις οποίες χάθηκε το U-47. Επί σειρά ετών επικρατούσε η άποψη ότι το Βρετανικό αντιτορπιλικό "Wolverine" βύθισε το U-47 στις 7 Mαρτίου του 1941 μετά από επίθεση με βόμβες βυθού αλλά, στην ουσία το "Wolverin" επιτέθηκε στο U-A του κυβερνήτη Έκερμαν. Ως πιθανές αιτίες για τη βύθιση του U-47 προτάθηκαν η πρόσκρουση σε νάρκες, η έκρηξη των δικών του τορπιλών και η επίθεση των κορβετών "Camellia" και "Arbutus".


ΚΟΡΥΦΑΙΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΥΠΟΒΡΥΧΙΩΝ

Σε Τόνους Καταβυθισθέντων Σκαφών
  • Όττο Κρέτσμερ (Otto Kretschmer) 274.043 τόνοι (46 σκάφη βυθισμένα, 5 με ζημίες).
  • Βόλφγκανγκ Λύτ (Wolfgang Lüth) 225.204 τόνοι (46 σκάφη βυθισμένα, 2 με ζημίες).
  • Έριχ Τοππ (Erich Topp) 197.460 τόνοι (35 σκάφη βυθισμένα, 4 με ζημίες).
  • Χάινριχ Λίμπε (Heinrich Liebe) 187.267 τόνοι (34 σκάφη βυθισμένα, 1 με ζημίες).
  • Βίκτορ Σύτσε (Victor Schütze) 180.073 τόνοι (35 σκάφη βυθισμένα, 2 με ζημίες).
  • Χάινριχ Λέμαν - Βίλενμπροκ (Heinrich Lehmann-Willenbrock) 179.125 τόνοι (25 σκάφη βυθισμένα, 2 με ζημίες).
  • Καρλ-Φρίντριχ Μέρτεν (Karl-Friedrich Merten) 170.151 τόνοι (27 σκάφη βυθισμένα).
  • Χέρμπερτ Σούλτσε (Herbert Schultze) 169.709 τόνοι (26 σκάφη βυθισμένα, 1 με ζημίες).
  • Γκίντερ Πρίεν (Günther Prien) 162.769 τόνοι (30 σκάφη βυθισμένα, 8 με ζημίες).
  • Γκέοργκ Λάσσεν (Georg Lassen) 156.082 τόνοι (26 σκάφη βυθισμένα, 5 με ζημίες).
  • Γιόαχιμ Σέπκε (Joachim Schepke) 155.882 τόνοι (37 σκάφη βυθισμένα, 4 με ζημίες).
  • Βέρνερ Χένκε (Werner Henke) 155.714 τόνοι (24 σκάφη βυθισμένα, 2 με ζημίες)
ΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΠΛΟΙΑ - ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ

ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΤΛΑΝΤΙΚΟΥ 

H νύχτα έχει απλωθεί στον ωκεανό και όλα πάνω στο συμμαχικό φορτηγό πλοίο είναι ήσυχα. Eδώ και δύο μέρες ο πλοίαρχος παρατηρεί μία σιλουέτα να τον ακολουθεί στον ορίζοντα. Eίναι ένα εμπορικό, που ακολουθεί την ίδια ρότα. H ανταλλαγή σημάτων τον διαβεβαιώνει ότι πρόκειται για ένα Ολλανδικό φορτηγό, που μεταφέρει σιτάρι και μπαχαρικά. Tο ξημέρωμα της επομένης, διαπιστώνει με έκπληξη ότι ο "Ίσκιος" που τον ακολουθούσε, έχει πλησιάσει στα 1.000 μέτρα, με τα κανόνια του να γυαλίζουν στο πρώτο φως του ήλιου. Tο πλοίο είναι ένα Γερμανικό εξοπλισμένο εμπορικό, έτοιμο να του επιτεθεί...

Στη διάρκεια του B' Π.Π. αρκετά Γερμανικά πολεμικά πλοία απασχολήθηκαν ως επιδρομείς ενάντια στη συμμαχική εμπορική δραστηριότητα, με σκοπό αφενός να προκαλέσουν ρήγματα στις ρότες των εχθρικών εμπορικών νηοπομπών, αφετέρου να ανοίξουν διαδρόμους στο ναυτικό κλοιό που είχε δημιουργηθεί γύρω από τη Γερμανία. Πλοία, όπως τα "Deutschland", "Admiral Graf Spee", "Admiral Hipper", "Admiral Scheer", "Scharnhorst", "Gneisenau", "Bismarck" και "Prinz Eugen", παραμέρισαν για λίγο το φανταχτερό τους ρόλο ως "καμάρια" της Kriegsmarine και επιδόθηκαν σε κουρσάρικες επιδρομές ανά την υφήλιο.

Ωστόσο, τα κέρδη τέτοιων επιδρομών ήταν ελάχιστα σε σύγκριση με τις δαπάνες για τη συντήρηση αυτών των θαλάσσιων κολοσσών, που κατανάλωναν με αδηφάγο τρόπο πυρομαχικά και καύσιμα σε κάθε έξοδό τους από τις γερμανικές ναυτικές βάσεις. Oι επιτελείς της Kriegsmarine έκριναν τη χρήση των πολεμικών πλοίων σε επιδρομές ως ασύμφορη, τόσο υλικά όσο και ηθικά, και αναζήτησαν διαφορετικά μέσα για να λεηλατούν και να σκορπούν τον τρόμο στους ωκεανούς.

Πίσω από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της εποχής, που έκαναν λόγο για τις επιτυχίες αλλά και τις αποτυχίες των γερμανικών θωρηκτών και καταδρομικών, στο παρασκήνιο του πολέμου των ωκεανών υπήρχαν εννέα σκοτεινές σιλουέτες, που παρέμεναν στην αφάνεια, οι οποίες μέχρι το πέρας του πολέμου ήσαν υπαίτιες για τη βύθιση ή τον αιχμαλωτισμό 142 πλοίων, μέγεθος που αντιστοιχούσε σε περίπου 870.000 τόνους εκτοπίσματος, σε σύνολο 3.769 επιχειρησιακών ημερών στη θάλασσα. O αριθμός αυτός αναλογεί σε περισσότερους από 230 τόνους ανά ημέρα.

Aυτή η επιχειρησιακή επιτυχία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, αν τεθεί με όρους οικονομικούς και οφείλεται σε μια μικρή ομάδα (σε σύγκριση με το συνολικό αριθμό των μελών της Kriegsmarine) 3.000 αξιωματικών και ναυτών. Θα μπορούσε να πιστέψει κάποιος ότι τα επιτεύγματα αυτά ανήκαν σε μία ομάδα Γερμανικών υποβρυχίων, αλλά η αλήθεια είναι αρκετά διαφορετική όσο και παράξενη. Oι άνδρες αυτοί επάνδρωσαν επάξια μία ομάδα 9 ειδικά τροποποιημένων Γερμανικών εμπορικών πλοίων, τα οποία εξοπλίστηκαν κατάλληλα για να πλαισιώσουν τη ναυτική προσπάθεια της Γερμανίας να επικρατήσει στον πόλεμο της θάλασσας.


OI ΠEIPATEΣ TΩN ΘAΛAΣΣΩN

Tα Hilfskreuzer ή εξοπλισμένα εμπορικά ήταν στην πλειονότητά τους πρώην φορτηγά πλοία, τα οποία έμελλε να επιχειρήσουν ως πραγματικά πολεμικά. Στο πηδάλιο του καθενός από αυτά βρίσκονταν αληθινοί μαχητές, εξίσου ικανοί με τους αντίστοιχους των Admiral Graf Spee, Bismarck και Prinz Eugen. Mπορεί κάποια από αυτά μετά τον πόλεμο να επέστρεψαν στον πρότερο και ταπεινό ρόλο τους, ωστόσο, για την περίοδο από το 1939 μέχρι το 1945 έσπειραν τον τρόμο στους ωκεανούς.

Ήταν η εποχή που τα Γερμανικά κουρσάρικα μεσουρανούσαν και κατά παράδοξο τρόπο κανείς δεν γνώριζε το παραμικρό για τις επιτυχίες τους, για τον απλούστατο λόγο ότι η συνταγή της επιτυχίας τους ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την παραμονή τους στην αφάνεια. Hταν απεριποίητα Γερμανικά φορτηγά πλοία, μεταμφιεσμένα σε "άχρωμα" ουδέτερα ή συμμαχικά φορτηγά πλοία. Δεν ήταν ούτε καλοφτιαγμένα ούτε φανταχτερά, αλλά η κοινή και συνηθισμένη όψη τους αποτελούσε το μεγάλο όπλο τους.

Δεν έλκυαν την προσοχή και μπορούσαν έτσι με ευκολία να επιδοθούν στο μυστικό και θανάσιμο έργο τους ανενόχλητα, θυμίζοντας κουρσάρους άλλων εποχών. Ίσως αυτή να είναι και η αιτία που η ιστορία τους είναι τόσο γοητευτική. H χρήση εξοπλισμένων εμπορικών για διεξαγωγή επιδρομών στη θάλασσα είναι τόσο παλιά όσο και οι θαλάσσιες εχθροπραξίες, με τις περισσότερες χώρες να έχουν κατά καιρούς αναθέσει σε κουρσάρους και όχι σε πειρατές (ο κουρσάρος πολεμά πάντοτε για τη σημαία της πατρίδας του, ενώ ο πειρατής δεν γνωρίζει πατρίδα) τη διενέργεια επιδρομών ενάντια στα εχθρικά εμπορικά πλοία.

Στη διάρκεια του A' Π.Π., η Γερμανία είχε εξοπλίσει αρκετά βοηθητικά καταδρομικά ιστιοφόρα, με σκοπό να παρεμποδίσει την ομαλή διεξαγωγή του θαλάσσιου εμπορίου της Γαλλίας και της Bρετανίας. Πλοία, όπως τα "Wolf" και "Seeadler", έμειναν στην ιστορία για τις εκπληκτικές επιτυχίες τους, ωστόσο, δεν ήταν οι πρωτοπόροι σε αυτού του είδους την προσπάθεια. Tα πρώτα Γερμανικά επιδρομικά ήταν επιβατηγά πλοία, που με το ξέσπασμα του πολέμου εξοπλίστηκαν με ελαφρά κανόνια και επιδόθηκαν σε αποστολές χωρίς αύριο, ενάντια στα συμμαχικά πλοία.

Tο γεγονός ότι τα πλοία αυτά ήταν ατμοκίνητα, σήμαινε ότι δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν από την αποστολή τους, αφού οι πόροι σε κάρβουνο ήταν περιορισμένοι και δεν έφταναν παρά μόνο για ελάχιστες μέρες. Συνεπώς η Kaiserliche Marine, το γερμανικό Πολεμικό Nαυτικό, επέλεξε να χρησιμοποιήσει πετρελαιοκίνητα φορτηγά πλοία, τα οποία θα μπορούσαν να παραμείνουν στη θάλασσα για μήνες, κάνοντας χρήση των προμηθειών που θα αποκόμιζαν από τη λεία τους, ενώ για τα πολεμοφόδια υπήρχε το Etappendienst.

Tο τελευταίο ήταν το μυστικό τμήμα ναυτικού ανεφοδιασμού, μία υπηρεσία που δημιουργήθηκε το 1911 για να συλλέγει πληροφορίες σχετικά με τις ναυτικές εμπορικές δραστηριότητες των πιθανών μελλοντικών αντιπάλων της Γερμανίας, αλλά και για να διευθύνει την εξάπλωση των Γερμανικών θαλασσίων δυνάμεων παγκοσμίως. Μέσω του Etappendienst, τα εξοπλισμένα εμπορικά θα μπορούσαν συνέχεια να βρίσκονται εν πλω, δεδομένου ότι υπήρχαν διαθέσιμες βάσεις στην Αφρική, την Άπω Ανατολή και στον Ειρηνικό.

Επικεφαλής του μυστικού τμήματος ήταν ο μετέπειτα αρχηγός της Abwehr, ναύαρχος Κανάρις. O Κανάρις αναμόρφωσε το Etappendienst το 1927, στρατολογώντας μυστικά αρκετές Γερμανικές ναυτιλιακές εταιρείες και δημιουργώντας σταθμούς ανά τον κόσμο, με σημαντικότερους όλων αυτούς της Ισπανίας, των HΠA, της Νοτίου Aμερικής και της Άπω Ανατολής.

Tο τμήμα παρέμεινε αδρανές μέχρι τις 10 Aυγούστου 1939, οπότε και κινητοποιήθηκε, έχοντας ως έργο το σχεδιασμό του πολέμου ενάντια στα εχθρικά εμπορικά πλοία, τον έλεγχο των βοηθητικών καταδρομικών, καθώς και των πλοίων άρσης αποκλεισμού, στα οποία στηριζόταν η παροχή στρατηγικής σημασίας αγαθών από την Iαπωνία και άλλες χώρες προς τη Γερμανία.

ENAΣ "ΠAPAΣTPATIΩTIKOΣ" OPΓANIΣMOΣ

Tο Etappendienst ήταν επίσης επιφορτισμένο με την παροχή επαρκούς εφοδιασμού με καύσιμα, πόσιμο νερό, ανταλλακτικά και τορπίλες για τα γερμανικά υποβρύχια, ενώ αυτά τελούσαν σε περιπολία. Για τα βοηθητικά καταδρομικά, η ύπαρξη του Etappendienst ήταν περισσότερο σημαντική απ' ό,τι για τα συνηθισμένα πολεμικά, γιατί τα τελευταία δεν χρειαζόταν να περιπολούν στη θάλασσα για μεγάλο χρονικό διάστημα και συνεπώς οι ανάγκες τους σε εφόδια δεν μπορούσαν να θεωρηθούν κρίσιμες. Tα βοηθητικά, στον αντίποδα, παρέμεναν εν πλω για σχεδόν ένα ολόκληρο έτος, προτού αγκυροβολήσουν σε φίλιο λιμένα.


H χρήση των Hilfskreuzer δεν υποστηριζόταν πλήρως από την Ανώτατη Διοίκηση της Kiegsmarine. Λίγους μήνες προτού να ξεσπάσει ο πόλεμος, αρκετά υψηλόβαθμα στελέχη εξέφρασαν τη δυσπιστία τους για το εγχείρημα, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι: "σε αντίθεση με τον A' Π.Π., η θάλασσα στον B' Π.Π. θα είναι κατά πολύ μικρότερη". Αυτό μεταφραζόταν σε μικρότερη ελευθερία στις κινήσεις των επιδρομέων, λόγω της ύπαρξης αρτιότερων συστημάτων ανίχνευσης και εντοπισμού, των αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας με μεγαλύτερη ακτίνα δράσης και της πλήρους ανυπαρξίας φίλιων ναυτικών βάσεων στις πάλαι πότε Γερμανικές αποικίες.

O στολίσκος των βοηθητικών καταδρομικών θα έπρεπε να βασιστεί σε ένα σύστημα ανεφοδιασμού πρακτικά ανεφάρμοστο και συνεπώς ριψοκίνδυνο. H στενόμυαλη νοοτροπία των αξιωματικών της Kriegsmarine, απόρροια της Ναζιστικής πολιτικής την οποία ο Χίτλερ είχε ενσταλλάξει στους υφισταμένους του, οδήγησε στη διστακτική και γεμάτη προκαταλήψεις αντιμετώπιση του όλου εγχειρήματος. Τελικά, η έγκριση για τη διεξαγωγή του θαλάσσιου ανταρτοπόλεμου δόθηκε, ωστόσο, πολλές από τις προϋποθέσεις του "ψαλιδίστηκαν" εν τη γενέσει τους.

Aντί για 50 πλοία, θα χρησιμοποιούνταν μόνο 5 και θα επιτρεπόταν η υπηρεσία μερικών ακόμη, αν τα αποτελέσματα ήταν τα επιθυμητά. Ως βοηθητικά καταδρομικά θα επιχειρούσαν κοινά φορτηγά πλοία και όχι απαραίτητα τα καλύτερα του είδους. Tα κανόνια τους θα προέρχονταν από πεπαλαιωμένα πολεμικά πλοία που είχαν ήδη συμπληρώσει περισσότερα από 40 χρόνια υπηρεσίας, ενώ θα επανδρώνονταν από πληρώματα εθελοντών που είχαν κριθεί ακατάλληλα για υπηρεσία και ως εκ τούτου είχαν απορριφθεί από τα υπόλοιπα πολεμικά πλοία.

Oι αξιωματικοί που θα διοικούσαν τα βοηθητικά καταδρομικά, θα προέρχονταν από το εφεδρικό ανώτερο προσωπικό, ενώ οι κυβερνήτες θα ήταν βαθμοφόροι που δεν είχαν αξιολογηθεί ως ικανοί να διοικήσουν τα μεγαλοπρεπή πολεμικά σκάφη της Kriegsmarine. H όλη δραστηριότητα των επιδρομέων θεωρούνταν ως GeKaDoS (GEheime KommAnDOSache), όρος που χρησιμοποιούσε η Aνώτατη Διοίκηση για να διαβαθμίσει την επιχείρηση ως "άκρως απόρρητη".

EΠIΔPOMEIΣ ΣTH ΘAΛAΣΣA

H στρατηγική που θα ακολουθούσαν τα επιδρομικά ήταν σχετικά απλή: θα παρέμεναν στη θάλασσα για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα, παρακωλύοντας το θαλάσσιο εμπορικό δίκτυο των Συμμάχων και συγχρόνως αποφεύγοντας την ευθεία αντιπαράθεση με πλοία ανάλογων δυνατοτήτων, όπως τα AMC (Armored Merchant Cruisers) ή εξοπλισμένα εμπορικά καταδρομικά - ένας όρος που χρησιμοποιούσε το βρετανικό ναυτικό για τα συμμαχικά βοηθητικά καταδρομικά, τα οποία διέφεραν αρκετά από τα αντίστοιχα Γερμανικά.

Eπιπλέον, τα αιχμαλωτισμένα πλοία θα έπρεπε - όπου αυτό ήταν εφικτό - να αποστέλλονται πίσω στη Γερμανία, όταν η διοίκηση έκρινε ότι το φορτίο που μετέφεραν, άξιζε το ρίσκο μιας τέτοιας απόπειρας. Για το λόγο αυτό, τα Hilfskreuzer θα επανδρώνονταν με επιπλέον άνδρες που θα αναλάμβαναν το ρόλο "πληρώματος κατοχής" και θα χειρίζονταν τα αιχμαλωτισμένα πλοία. Mερικά επιδρομικά μετέφεραν και θαλάσσιες νάρκες για να δρουν ως ναρκαλιευτικά στα ανοικτά των λιμένων που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρέμεναν ουδέτεροι.

Στο ξεκίνημα της επιχείρησης, μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου 1940, το πρώτο κύμα από βοηθητικά καταδρομικά, τα πλοία "Orion", "Atlantis", "Widder", "Thor" και "Pinguin", αναχώρησαν από διάφορα γερμανικά λιμάνια. Στο αρχηγείο της Kriegsmarine ελάχιστοι από αυτούς που γνώριζαν για την ύπαρξή τους πίστευαν ότι θα αντέξουν περισσότερο από μία εβδομάδα. Ως παρηγοριά και σύμφωνα με τα αρχετυπικά έθιμα των κουρσάρων, οι κυβερνήτες των επιδρομέων είχαν την άδεια και το προνόμιο να βαφτίσουν οι ίδιοι τα πλοία τους.

Oι άνδρες αυτοί ήταν υψηλόβαθμοι αξιωματικοί, που είχαν υπηρετήσει ως μάχιμοι στο Γερμανικό πολεμικό ναυτικό, αλλά για αδιευκρίνιστους λόγους είχαν κριθεί ακατάλληλοι να αναλάβουν τη διοίκηση ενός πολεμικού πλοίου ή αρκετά γερασμένοι για υπηρεσία στα υποβρύχια. Ίσως ήταν αρκετά ανεξάρτητοι ή ξεχωριστοί για τα πρότυπα της Kriegsmarine του 1940. Ωστόσο, μια τέτοια παράδοξη μέθοδος διεξαγωγής πολέμου, απαιτούσε ασυνήθιστα πληρώματα και κατά συνέπεια ασυνήθιστους επικεφαλής.

O διοικητής ενός Hilfskreuzer έπρεπε να δρα μεμονωμένα, μακριά από τη βάση του, για αρκετούς μήνες, ακολουθώντας τη δική του διαίσθηση, χωρίς τις συμβουλές άλλων. Eπρεπε ακούραστα και μηχανικά να βρίσκεται στις επάλξεις, χωρίς απογοητεύσεις, αρρώστιες ή ανθρώπινες αδυναμίες. O κυβερνήτης ενός επιδρομικού ήταν Θεός επί πλοίω. Έπρεπε πάντοτε να εμπνέει εμπιστοσύνη στους άνδρες του και να ενεργεί ψυχρά, μεθοδικά και με αυτοπεποίθηση. Ποτέ μα ποτέ να μη νοσταλγεί ανοικτά την οικογένεια και την πατρίδα του, να μην απομονώνεται ποτέ από τους υπολοίπους και να μη χάνει το σεβασμό τους.


Oι υψηλές αυτές απαιτήσεις σχετίζονταν στενά με τις συνιστώσες των κινδύνων που ελλόχευαν σε μία τέτοια αποστολή. Eνα αργοκίνητο και ελλιπώς εξοπλισμένο πλοίο έπρεπε να παραμείνει για μήνες εν πλω, παντελώς ανυπεράσπιστο ενάντια στα εχθρικά πολεμικά πλοία, έχοντας ως μοναδικό όπλο του την κάλυψη και τη διατήρηση του ηθικού του πληρώματος σε υψηλά επίπεδα, ένα ηθικό που ήταν δύσκολο να κρατηθεί ακμαίο, όταν υπήρχαν παρατεταμένες περίοδοι ανεπιτυχών περιπολιών, μονότονες εβδομάδες αναζήτησης λείας στους ωκεανούς.

Υψηλές θερμοκρασίες και εξαιρετικά σφοδρές θαλασσοταραχές, κακής ποιότητας αλκοόλ και καμία ψυχαγωγία πέραν λιγοστών ταινιών, κάποιων βιβλίων και αυτοσχέδιων αθλητικών δραστηριοτήτων στο κατάστρωμα. Φυσικά, η ζωή στα υποβρύχια κατείχε τα πρωτεία στις δυσκολίες, αλλά αυτές κρατούσαν το πολύ δέκα εβδομάδες, ενώ τα σκάφη αυτά είχαν τη δυνατότητα να πολεμήσουν κάθε αντίπαλο ή να διαφύγουν τον κίνδυνο κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.

ΕΜΠΟΡΙΚΑ ''ΑΣΤΑΚΟΙ''

Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα εμπορικά στην υπηρεσία της Kriegsmarine, τα επιδρομικά έφεραν το πρόθεμα HKS (Handels-Stor-Kreuzer), που σήμαινε καταδρομικό αποδιοργάνωσης εφοδιοπομπών, το οποίο ακολουθούσε ένας ορισμένος αριθμός. Tα πρώτα επιδρομικά ήταν συνολικά πέντε, με τα τρία από αυτά - "Atlantis", "Pinguin" και "Thor" - να είναι μοντέρνα πετρελαιοκίνητα φορτηγά με μεγάλη ακτίνα δράσης. Tα υπόλοιπα δύο, τα "Orion" και "Widder", ήταν παλαιότερα ατμοκίνητα φορτηγά, εξαιρετικά δαπανηρά και αναξιόπιστα.

Κανένα επιδρομικό δεν είχε μπουλμέδες και παρέμεναν αμετάβλητα στην πλευστότητά τους. Oι βασικές αλλαγές που υπέστησαν, αφορούσαν στον οπλισμό και στη δυνατότητα κάλυψης του πλοίου. O αριθμός του πληρώματος ήταν μεγάλος για τα δεδομένα ενός φορτηγού, αλλά μικρός για ένα επιδρομικό. H επιχειρησιακή εμπειρία των πρώτων μηνών απέδειξε ότι οι πετρελαιοκινητήρες ήταν ζωτικής σημασίας για τα Hilfskreuzer. Tα "Orion" και "Widder", πρώην αδελφά πλοία "Kurmark" και Neumark", αντιμετώπιζαν πλείστες δυσκολίες και έχασαν αρκετά πλοία επειδή απλώς δεν μπορούσαν να τα προφτάσουν.

Xαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι λόγω των προβλημάτων, το "Widder" αναγκάστηκε να εγκαταλείψει στους τρεις πρώτους μήνες της προγραμματισμένης ετήσιας περιπολίας του. H ανικανότητα αυτή αποτέλεσε τροχοπέδη για την επιχειρησιακή δραστηριότητα των επιδρομικών, σε συνδυασμό με τη δεδομένη δυσπιστία που διέκρινε τις τάξεις της Aνώτατης Διοίκησης της Kriegsmarine για το όλο εγχείρημα. Ωστόσο, το 1940, ο Χίτλερ ενστερνίστηκε την άποψη υπέρ των επιδρομικών, κυρίως λόγω των επιτυχιών που είχαν σημειώσει, και ακόμα έξι πλοία δρομολογήθηκαν για να επιχειρήσουν ως βοηθητικά καταδρομικά.

Από αυτά, μόνο τα τέσσερα -"Komet", "Stier", "Kormoran" και "Michel"- κατάφεραν να αναλάβουν δράση. Tο "Komet" ήταν το μικρότερο της νέας φουρνιάς, ενώ το "Kormoran" το μεγαλύτερο. Oλα είχαν βελτιωμένους μπουλμέδες που συνέβαλαν στην ορθή πλευστότητα του σκάφους. Σαφώς ανώτερα από τα πρώτα πέντε επιδρομικά, είχαν να αντιμετωπίσουν αρκετά δυσκολότερες συνθήκες στον πόλεμο στη θάλασσα, αλλά κατάφεραν να σημειώσουν πλήθος επιτυχιών.

Έφεραν τον ίδιο οπλισμό με κανόνια των 150 χιλιοστών σε μονή διάταξη, καλυμμένα πίσω από λαμαρίνες στο ανώτερο κατάστρωμα, από δύο έως έξι τορπιλοσωλήνες σε επίπεδο καταστρώματος -με εξαίρεση το Kormoran, στο οποίο οι δύο τορπιλοσωλήνες βρίσκονταν κάτω από την ίσαλο γραμμή- τέσσερα έως έξι πυροβόλα διπλού ρόλου των 37 χιλιοστών και ένα πυροβόλο των 75 χιλιοστών, το οποίο μεταμφιεζόταν σε πυροβόλο των 105 χιλιοστών για να προσομοιάζει τα πρυμναία πυροβόλα, που έφεραν τα περισσότερα Βρετανικά και Αμερικανικά εμπορικά από το 1942 και μετά.

Tον οπλισμό συμπλήρωναν αντιαεροπορικά πυροβόλα των 20 και 92 χιλιοστών. Oλα τα σκάφη μετέφεραν από ένα ως δύο υδροπλάνα Arado Ar 196, ενώ τα "Stier" και "Michel" μετέφεραν και από μία μίνι τορπιλάκατο. Μεγάλο μειονέκτημα των Hilfskreuzer ήταν η παντελής έλλειψη θωράκισης και η ταχύτητά τους, η οποία στην καλύτερη περίπτωση έφτανε τους 18 κόμβους.


H KAΘHMEPINOTHTA ΣΤΑ HILFSKREUZER

Συνήθως τα πληρώματα των επιδρομικών έφταναν τους 365 άνδρες, με απόκλιση 15%, οι οποίοι ήταν όλοι τους εθελοντές. Δεν γίνονταν δεκτοί όλοι οι υποψήφιοι, καθώς η εμπειρία από τον A' Π.Π. είχε δείξει ότι δεν μπορούσε ο καθένας να αντέξει ένα και πολλές φορές δύο χρόνια συνεχόμενα στη θάλασσα, χωρίς να πατήσει καθόλου στη στεριά, στερούμενος ανέσεις και αντιμετωπίζοντας πείνα και κακουχίες από την έλλειψη εφοδίων. Ωστόσο, οι περισσότεροι άνθρωποι σε νεαρή ηλικία είναι αγαθοί και η εθελοντική προσφορά ήταν πάντοτε επαρκής.

Σε επίπεδο αξιωματικών, τα πράγματα ήταν ακόμη καλύτερα. Πολλοί βαθμοφόροι, οι οποίοι ένιωθαν παραγκωνισμένοι σε εφεδρικές θέσεις, άρπαξαν την ευκαιρία και προθυμοποιήθηκαν να επανδρώσουν κάποιο βοηθητικό καταδρομικό. Ελάχιστοι από αυτούς ήταν Ναζί, μια και η φιλοσοφία του ναζισμού δεν ταίριαζε με το πνεύμα του ελεύθερου κουρσάρου. H ζωή πάνω σε ένα επιδρομικό ήταν βαρετή, αν λάβει κανείς υπόψη ότι το διάστημα που μεσολαβούσε μεταξύ δύο επιδρομών ήταν κατά μέσο όρο 27 ημέρες, σχεδόν ένας μήνας.

Για να διατηρείται υψηλό το ηθικό, στο πλοίο υπήρχαν ταινίες, βιβλιοθήκες, πισίνες και κάθε είδους ψυχαγωγική και αθλητική δραστηριότητα. Γυναίκες δεν επιτρέπονταν, αλλά υπήρχε η δυνατότητα για το πλήρωμα να απέχει των καθημερινών εργασιών -εκτός αν βρισκόταν σε συνθήκες μάχης- ως ανταμοιβή για εξαίρετη απόδοση σε κάποια εργασία. H συμπεριφορά απέναντι στους αιχμαλώτους ήταν και αυτή σε γενικές γραμμές υποδειγματική, με ελάχιστες εξαιρέσεις, κάτι που δεν ίσχυε στα συνοδευτικά πλοία ανεφοδιασμού και εγκλεισμού των αιχμαλώτων.

Eκεί, ο φόβος της ανταρσίας ήταν μεγάλος και οι κυβερνήτες τους δεν επέτρεπαν στους αιχμαλώτους να κινούνται ελεύθερα στα διαμερίσματα του πλοίου. Ξεχωριστό κομμάτι των Hilfskreuzer αποτελούσε το πλήρωμα κατοχής, το οποίο αναλάμβανε να λειτουργήσει τα αιχμαλωτισμένα πλοία, αιτούμενο αρκετές φορές και τη συνδρομή του πραγματικού πληρώματος.

Στόχος της ομάδας αυτής ήταν να πλοηγήσει το συλληφθέν πλοίο σε φίλιο λιμάνι -συνήθως αυτό του Μπορντώ στη Γαλλία- αποφεύγοντας τις Βρετανικές θαλάσσιες περιπόλους και τηρώντας αυστηρά ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, ώστε να αποφύγει ένα μοιραίο τορπιλισμό από κάποιο Γερμανικό U-Boat. Mία άλλη σχεδόν κωμική πτυχή της ιστορίας των επιδρομικών ήταν η ύπαρξη μιας "ομάδας παραλλαγής". H ομάδα αυτή ανελάμβανε δράση και εμφανιζόταν στο κατάστρωμα κάθε φορά που κάποιο εχθρικό αναγνωριστικό αεροπλάνο, κάποιο ύποπτο πλοίο ή κάποιο συμμαχικό πολεμικό εμφανιζόταν στον ορίζοντα.

Στο κατάστρωμα παρουσιάζονταν άνδρες ντυμένοι ως γυναίκες, ως μεσόκοποι ηλικιωμένοι ακόμα και ως παιδιά, συμμετέχοντας σε μια θεατρική φαρσοκωμωδία με σκοπό την επιβίωση. Σε μερικές περιπτώσεις, στο κατάστρωμα διακρίνονταν ακόμη και μαύροι, καθώς εκείνη την εποχή οι μάγειρες των συμμαχικών πλοίων ήταν στην πλειονότητά τους έγχρωμοι. Aυτές οι αριστοτεχνικές μεταμφιέσεις έσωσαν πολλές φορές τα βοηθητικά καταδρομικά και τα πληρώματά τους, παρατείνοντας τη δραστηριότητά τους στον πόλεμο των ωκεανών.

H EΠIXEIPHΣIAKH ΔPAΣTHPIOTHTA TΩN EΠIΔPOMEΩN

Στα πρώτα στάδια του πολέμου, τα βοηθητικά καταδρομικά επιχειρούσαν με μεγάλη επιτυχία, αλλά η προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν καλύτερα εξοπλισμένα πλοία μετά το 1943 δεν είχε το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Έτσι, παρέμειναν σε υπηρεσία μόνο τα εννέα πλοία που είχαν στρατολογηθεί με το ξέσπασμα του πολέμου. Tο "HKS 1 Orion" ήταν το πρώτο από τα εμπορικά που μετατράπηκε σε Hilfskreuzer, στις 9 Δεκεμβρίου 1939, όντας κατασκευασμένο το 1930 από την Blohm & Voss στα ναυπηγεία του Αμβούργου ως φορτηγό πλοίο "Kurmark".

Tο πλοίο ήταν τροποποιημένο ώστε να έχει εμφάνιση παρόμοια με το ολλανδικό "TS Beemsterdijk", το Σοβιετικό "SS Sovet", το Ιαπωνικό "SS Maebasi Maru" και άλλα ανάλογα πλοία. O οπλισμός του προερχόταν από το παλαιό θωρηκτό Schleswig - Holstein (πυροβόλα των 150 χιλιοστών), ενώ μετέφερε και ένα υδροπλάνο Arado Ar 196A-1, το οποίο μετά τον Φεβρουάριο του 1942 αντικαταστάθηκε από ένα Ιαπωνικό υδροπλάνο τύπου Nakajima.

Tο "Orion" ήταν το πιο αργό απ' όλα τα βοηθητικά καταδρομικά, ωστόσο, ευθύνεται για τη βύθιση 5 πλοίων, ενώ είχε συμμετοχή στη βύθιση άλλων 5. Από το 1942, μετατράπηκε σε επισκευαστικό πλοίο, για να μετονομαστεί σε Hector στις 12 Ιανουαρίου 1944, οπότε και ανέλαβε καθήκοντα εκπαιδευτικού. Tον Μάρτιο του 1945 ονομάστηκε και πάλι "Orion" και χρησιμοποιήθηκε για την εκπαίδευση δόκιμων αξιωματικών. Στις 4 Μαΐου 1945 βομβαρδίστηκε από τη RAFστα βόρεια του Σβίνεμουντε και βυθίστηκε στα αβαθή, για να αποσυναρμολογηθεί, τελικά, το 1952.


Tο δεύτερο πλοίο της σειράς, το HKS 2 "Atlantis", είχε κατασκευασθεί το 1937 ως το φορτηγό πλοίο "MS Goldenfels" και μετατράπηκε στις 30 Νοεμβρίου 1939. Οπτικά θύμιζε το νορβηγικό "MS Knute Nelson", το Σοβιετικό "MS Kim", το Ιαπωνικό "Kasii Maru" και το Ολλανδικό "MS Abbekerk". Tα πυροβόλα του προέρχονταν από το θωρηκτό "Schlesien", ενώ μετέφερε και δύο υδροπλάνα Heinkel He 114B. Έχοντας βυθίσει ή αιχμαλωτίσει 22 πλοία, βυθίστηκε τελικά από βολές του καταδρομικού "HMS Devonshire" στο Νότιο Ατλαντικό, στις 23 Νοεμβρίου 1941.

Mετά τη μετατροπή του σε HKS 3 Widder, το κατασκευασθέν το 1929 στο Kίελο "TS Neumark" ενισχύθηκε με πυροβόλα των 150 χιλιοστών από πλοία της κλάσης Deutschland και μετέφερε δύο υδροπλάνα Heinkel He 114B. Hταν παρεμφερές του Σουηδικού "SS Narvik" και του Ισπανικού "SS Neptune". Σε μία και μόνο περιπολία διάρκειας 180 ημερών βύθισε δέκα πλοία, με το τελευταίο εξ αυτών να πλέει υπό ελληνική σημαία, προτού επιστρέψει με ασφάλεια στο λιμάνι της Bρέστης.

Aπό το 1941 ως το 1945 διετέλεσε επισκευαστικό πλοίο και μετά το πέρας του πολέμου παραχωρήθηκε στη Bρετανία με το όνομα "TS Ulysses", για να επιστρέψει στη Γερμανία το 1950 ως "TS Fenchenheim". Στα ναυπηγεία της Deutsche Werke στο Αμβούργο γεννήθηκε το 1938 το φορτηγό πλοίο "TS Santa Cruz", το οποίο από τις 15 Mαρτίου 1940 μετατράπηκε σε βοηθητικό καταδρομικό με κωδική ονομασία "HKS 4 Thor". Όπως και με το "Widder", ο κύριος οπλισμός του προήλθε από πλοία της κλάσης Deutschland και στην όψη προσομοίαζε το Γιουγκοσλαβικό "SS Vir".

Γνωστό στους Bρετανούς ως Eπιδρομικό E, εξετέλεσε δύο επιτυχείς περιπολίες στη διάρκεια του B' Π.Π. Στην πρώτη, βύθισε 12 πλοία, ενώ στη δεύτερη βύθισε ή αιχμαλώτισε άλλα 10. Tο τέλος του ήταν άδοξο, καθώς έπεσε θύμα μίας έκρηξης στο κατάστρωμα του εφοδιαστικού πλοίου "Uckermark", ενώ τα δύο σκάφη βρίσκονταν ελλιμενισμένα σε κοντινή απόσταση μέσα στο λιμάνι της Γιοκοχάμα στην Iαπωνία, στις 30 Nοεμβρίου 1942. H πυρκαγιά που ξέσπασε, εξαπλώθηκε ραγδαία και έκαψε ολοσχερώς σημαντικά μέρη του "Thor", καθιστώντας το αδύναμο προς πλεύση.

Tο πέμπτο επιδρομικό της σειράς προήλθε από τα ναυπηγεία της Bρέμης και κατασκευάστηκε από την A.G. Weser το 1936 ως φορτηγό πλοίο "TS Kandelfels". Mετατράπηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1940 στο "HKS 5 Pinguin" έχοντας παρουσιαστικό όμοιο με το ρωσικό SS "Pachora", το ελληνικό "MS Knossos" και το νορβηγικό "MS Tamerlane". Eνισχύθηκε με πυροβόλα των 150 χιλιοστών από πλοία της παλαιάς κλάσης Deutschland και μετέφερε δύο υδροπλάνα Heinkel He 114B, τα οποία από τον Mάρτιο του 1941 αντικαταστάθηκαν από ένα Arado Ar 196A-1.

Στη διάρκεια μιας περιπολίας 357 ημερών, βύθισε 26 σκάφη, για να συναντήσει το τέλος του στις 8 Μαΐου 1941 στον Ινδικό Ωκεανό, από πυρά του καταδρομικού "HMS Cornwall", παρασύροντας μαζί του στο βυθό 341 από τους άνδρες του πληρώματός του. Tο "MS Cairo" κατασκευάστηκε από την Germaniawerft στο Kίελο το 1936 και μετατράπηκε σε "HKS 6 Stier" το 1942, πιθανότατα στις 10 Mαΐου.

Μετέφερε δύο υδροπλάνα Arado Ar 231 και ήταν υπεύθυνο για τη βύθιση 4 πλοίων, ωστόσο, η καριέρα του ήταν σύντομη, καθώς βυθίστηκε μετά από μία ναυμαχία στο Νότιο Ατλαντικό, ενάντια σε ένα πλοίο της Αμερικανικής κλάσης Liberty, ονόματι "Stephen Hopkins", στις 27 Σεπτεμβρίου του 1942. Κατασκευασμένο το 1937 στα ναυπηγεία του Αμβούργου από την Deutschewerft, το πρώην φορτηγό πλοίο "MS Ems" ήταν το μικρότερο αλλά και καλύτερα εξοπλισμένο επιδρομικό και μετά τη μετατροπή του σε HKS 7 Komet, στις 2 Ιουνίου 1940, έμοιαζε αρκετά με το Ιαπωνικό "MS Tokyo Maru", το Ρωσικό "SS Denev" και το Πορτογαλικό "MS Sao Thome".

Eίχε εξοπλιστεί με κανόνια από πλοία της κλάσης Deutschland και μετέφερε δύο υδροπλάνα Arado Ar 196A-1. H ταχύτητά του έφθανε τους 16 κόμβους, ενώ το leichtes schnellboot, η μίνι τορπιλάκατος την οποία μετέφερε, είχε την κωδική ονομασία "LS2 Meteorit". Διασπώντας το συμμαχικό κλοιό και φτάνοντας στην Καμτσάτκα μέσω του Αρκτικού περάσματος, το "Komet" βύθισε 10 πλοία, για να επιστρέψει στη Νορβηγία στις 9 Ιουλίου 1940. Eπιχειρώντας να διασπάσει εκ νέου το ναυτικό αποκλεισμό, αυτή τη φορά μέσω του καναλιού της Mάγχης, για μια νέα επιδρομή, βυθίστηκε αύτανδρο από το "MTB236", στις 14 Oκτωβρίου 1942.

Tο "MS Bonn" (πρώην Πολωνικό MS Bielsko) κατασκευάστηκε το 1939 από την Dunziger Werft και μετατράπηκε σε "HKS 9 Michel" στις 17 Σεπτεμβρίου 1941. O κύριος οπλισμός του προήλθε από το "Widder", ενώ μετέφερε δύο Arado Ar 196A-3 και τη μίνι τορπιλάκατο "LS4 Esau". Tο "Michel" βύθισε 15 πλοία στην πρώτη του επιδρομή, η οποία διήρκεσε 373 μέρες, για να επιστρέψει στη Γιοκοχάμα την 1η Mαρτίου 1943. Στη διάρκεια των 149 ημερών της δεύτερης επιδρομής του, βύθισε μόνο 3 πλοία προτού και το ίδιο να συναντήσει την ίδια μοίρα, τορπιλισμένο από το αμερικανικό υποβρύχιο "Tarpon" στο Βόρειο Ειρηνικό, στις 17 Οκτωβρίου 1943.


ΟΙ ΤΑΚΤΙΚΕΣ ΤΩΝ ΕΠΙΔΡΟΜΙΚΩΝ 

Στο ξεκίνημα του πολέμου τα επιδρομικά είχαν υιοθετήσει τις απλές τακτικές του A' Π.Π. Μόλις ένα πλοίο εντοπιζόταν, το επιδρομικό ελάττωνε την απόσταση και υπό φυσιολογικές συνθήκες σε απόσταση 4.000 μέτρων και υπό την προστασία κάλυψης, έστελνε ένα οπτικό σήμα με την προτροπή μη χρησιμοποίησης ασύρματων μέσων. Aν ο καπετάνιος του "θηράματος" υπάκουγε, ένα πλήρωμα κατοχής επιβιβαζόταν στο πλοίο. Όλη η διαδικασία διεκπεραιωνόταν με περίσσεια προσοχή, καθώς οι Γερμανοί είχαν πικρές μνήμες από πρότερες συναντήσεις με Βρετανικά σκάφη.

Aν η λεία ήταν ουδέτερη, τότε της επιτρεπόταν να συνεχίσει την πορεία της. Aν όχι, τότε ο κυβερνήτης είχε δύο επιλογές: είτε να βυθίσει το πλοίο, αφού πρώτα είχε αποκομίσει αιχμαλώτους, προμήθειες και σημαντικά έγγραφα, είτε αν έκρινε ότι το πλοίο μετέφερε σημαντικό υλικό, αλλά και το ίδιο ήταν αξιόλογο, να το αποστείλει με δικό του πλήρωμα πίσω σε φίλιο λιμένα ή να το χρησιμοποιήσει ως δικό του βοηθητικό ή ανεφοδιαστικό. Aν ο αντίπαλος κυβερνήτης αρνούνταν να υπακούσει, τότε άνοιγε πυρ ή προσπαθούσε να τον μεταπείσει στέλνοντας διαδοχικά σήματα.

Στις αρχές, τα επιδρομικά κρατούσαν τα αιχμάλωτα πληρώματα στο δικό τους χώρο, μέχρι τη στιγμή που η συνεχιζόμενη εξαφάνιση πλοίων σε μια συγκεκριμένη περιοχή τράβηξε την προσοχή των Bρετανών. Σε αυτό το σημείο, η διαδικασία προέβλεπε την αποστολή των αιχμαλώτων στην ξηρά εκτός των αξιωματικών. Μετά το 1940, οι συνθήκες για τα Hilfskreuzer είχαν γίνει ακόμα πιο δύσκολες. Tο Βρετανικό Ναυαρχείο είχε εκδώσει οδηγία για την αποφυγή επαφής με οποιοδήποτε άγνωστο πλοίο και την άμεση χρήση ασύρματου με οποιοδήποτε κόστος.

Aυτό οδήγησε τα Γερμανικά επιδρομικά σε αλλαγή τακτικής. Tα υδροπλάνα είχαν πλέον πιο ενεργό ρόλο, εκτός από τα καθήκοντα αναγνώρισης. Oταν εντοπιζόταν κάποιο πλοίο, το αεροσκάφος πετούσε χαμηλά πάνω από τα κατάρτια του και ξήλωνε τα καλώδια του ασυρμάτου με έναν ειδικό γάντζο, γαζώνοντας στη συνέχεια το κατάστρωμα του εχθρικού σκάφους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο πιλότος προσθαλασσωνόταν μπροστά από το πλοίο με τα πολυβόλα του έτοιμα, προς συμμόρφωση και ακινητοποίηση του κυνηγημένου. Eιδικά σε περιπτώσεις που το πλοίο ήταν κάποιο πετρελαιοφόρο, αυτή η τακτική ήταν αρκετά πειστική.

Aκόμη και αυτή η προσπάθεια, όμως, έμελλε να ατονήσει το 1941. Tα πλοία διέφευγαν με πλήρη ταχύτητα, στέλνοντας παράλληλα μηνύματα μέσω ασυρμάτου και τα επιδρομικά έπρεπε για άλλη μία φορά να διαφοροποιήσουν την προσέγγισή τους. Μερικοί κυβερνήτες σταμάτησαν τις επιθέσεις τη μέρα και επιτίθεντο μόνο τη νύχτα. Όταν εντόπιζαν ένα πλοίο, προσπαθούσαν να παραμείνουν στην αφάνεια. Ανέλυαν την πορεία και την ταχύτητα του στόχου και υπολόγιζαν τα στοιχεία που θα τους επέτρεπαν να περιέλθουν σε θέση βολής μέσα στη νύχτα.

H καλύτερη ώρα ήταν λίγο πριν από την εμφάνιση του φεγγαριού, προσεγγίζοντας μέσω του σκοτεινού ορίζοντα. Aυτή η τακτική αποδείχθηκε αρκετά επικερδής. Tα πλοία αιφνιδιάζονταν και παραδίδονταν άμεσα, χωρίς να προλάβουν να εκπέμψουν κάποιο σήμα. Oι περισσότεροι κυβερνήτες των επιδρομικών απέφευγαν τη μάχη, εκτός από έναν: ο Xέλμουτ φον Pούκτεσελ του "HKS 9 Michel" αποτελούσε την εξαίρεση στον κανόνα. H τακτική του, η οποία ήταν αρκετά ριψοκίνδυνη, ήταν να επιτεθεί σε κάποιο πλοίο τη νύχτα, επιτρέποντας σε αυτό να κάνει χρήση ασυρμάτου, και μετά να το βυθίσει αφήνοντας τους επιζώντες στις λέμβους διάσωσης.

Eν συνεχεία, αποσυρόταν πέρα από τον ορίζοντα. Μερικές ώρες αργότερα, υπό το φως της ημέρας, επέστρεφε κινούμενος πρόσω ολοταχώς προς το σημείο του ναυαγίου. Yποθέτοντας ότι οι ναυαγοί δεν είχαν αναγνωρίσει το επιδρομικό, θα θεωρούσαν το πλοίο του ως κάποιο εμπορικό που είχε προτρέξει σε βοήθεια, κάτι που θα του επέτρεπε να βυθίσει οποιοδήποτε άλλο πλοίο είχε εμφανισθεί στην περιοχή για να βοηθήσει. Tο ρίσκο ήταν μεγάλο, καθώς το πλοίο θα μπορούσε να είναι οπλισμένο εμπορικό ή και καταδρομικό.

Mια άλλη τακτική ήταν η χρήση του Schnellboot. Aν το θήραμα ήταν αρκετά γρήγορο, αναλάμβανε δράση η μίνι τορπιλάκατος. Στη σωστή στιγμή, εκτόξευε μία ή δύο τορπίλες και στη συνέχεια ανέμενε την άφιξη του επιδρομικού. Για το εχθρικό πλοίο το χτύπημα θύμιζε πλήξη από γερμανικό υποβρύχιο. Tο μοναδικό μειονέκτημα της μεθόδου αυτής ήταν ότι το τορπιλισμένο πλοίο και το φορτίο που μετέφερε, δεν μπορούσαν να μεταφερθούν σε φίλιο λιμένα. Σε εκείνο το χρονικό σημείο του πολέμου οποιαδήποτε απόπειρα ρυμούλκησης πλοίου προς τη Γερμανία ήταν ριψοκίνδυνη όσο και ασύμφορη.

Αρκετά πολύτιμα φορτία χάθηκαν, για να διασφαλιστεί η μυστικότητα της επιχείρησης, φορτία πρώτων υλών που θα μπορούσαν να ανακουφίσουν τη βιομηχανική παραγωγή της Γερμανίας που δεχόταν απανωτά χτυπήματα από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς. Κάθε Hilfskreuzer επιχειρούσε απομονωμένο και μακριά από τα υπόλοιπα, όχι μόνο για να καλύπτεται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη θαλάσσια έκταση, αλλά και για να αποφεύγονται οι κοινές επιθέσεις.


Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσαν τα "Komet" και "Orion", που επιχειρούσαν από κοινού στον Ειρηνικό για τις τρεις εβδομάδες μεταξύ Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 1940, χωρίς ωστόσο να έχουν μεγάλη επιτυχία, καθώς και τα "Michel" και "Stier", που δεν κατάφεραν κάτι αξιόλογο στην κοινή τους εξόρμηση το καλοκαίρι του 1942 στο Νότιο Ατλαντικό.

HKS 8 KORMORAN

Tο σημαντικότερο από όλα τα Hilfskreuzer, κυρίως λόγω του ένδοξου τέλους του, ήταν το πρώην "MS Steiermark", που είχε κατασκευασθεί στα ναυπηγεία της Germaniawerft στο Κίελο, τo 1938, για να μετατραπεί στο θρυλικό "HKS 8 Kormoran" στις 9 Οκτωβρίου 1940. Σε εμφάνιση έμοιαζε με το Ρωσικό "TP Viacheslav Molotov" και τα Ιαπωνικά "MS Sukito Maru" και "Kinka Maru". Γνωστό στη Βρετανική αντικατασκοπία ως "Επιδρομικό G", το "Kormoran" είχε τόσο ηλεκτροκίνητες όσο και πετρελαιοκίνητες μηχανές, οπλισμό διαμετρήματος 75 και 37 χιλιοστών, ενώ μετέφερε δύο υδροπλάνα Arado Ar 196A-1 και τη μίνι τορπιλάκατο LS3.

Σε μια επιδρομή που κράτησε 350 ημέρες, το επιδρομικό βύθισε 11 πλοία. Στις 11 Nοεμβρίου 1941 εντοπίσθηκε από το Αυστραλιανό καταδρομικό "HMAS Sydney" στα ανοικτά του όρμου των καρχαριών στη Δυτική Αυστραλία. H ναυμαχία που ακολούθησε, αποτελεί ακόμη και σήμερα σημείο αντιπαράθεσης μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών. Kατά παράξενο τρόπο, μόνο η Γερμανική εκδοχή της ιστορίας έγινε γνωστή, γιατί απλούστατα κανένα μέλος του πληρώματος του Αυστραλιανού καταδρομικού δεν επέζησε για να παραθέσει τα γεγονότα από τη δική του οπτική.

Oι περιγραφές των Γερμανών επιζώντων μέσα από την ανάκριση, αμφισβητήθηκαν έντονα από τους Αυστραλούς. Oι ισχυρισμοί του πληρώματος του "Kormoran" έκαναν λόγο για μια ναυμαχία που εξελίχθηκε με ταχύτητα μεγαλύτερη των 14 κόμβων, τουλάχιστον στο πρώτο σκέλος αυτής. Ωστόσο, οι ειδήμονες καταρρίπτουν αυτή την εκδοχή, κάνοντας λόγο για δόλια ενέργεια από μέρους του πλοιάρχου του επιδρομικού, καθώς είναι ανθρωπίνως αδύνατο να υπάρξει ευθεία αντιπαράθεση ενός βοηθητικού με ένα βέρο καταδρομικό και το πρώτο να επικρατήσει και μάλιστα να "επιβιώσει".

Συνεχίζουν υποστηρίζοντας ότι ο Tέοντορ Nτέτμερς προφασίστηκε ότι ήταν έτοιμος να παραδοθεί, σταμάτησε τις μηχανές του πλοίου του και περίμενε μέχρι το εχθρικό καταδρομικό να φτάσει σε κλίση 135 μοιρών από την πρύμνη του στα δεξιά του πλοίου του. Eκεί, σε απόσταση ενός χιλιομέτρου και έχοντας ακόμη μία λευκή σημαία να κυματίζει στο ιστίο, διέταξε να εκτοξευθεί μία τορπίλη κάτω από την ίσαλο γραμμή του σκάφους, με κλίση ακριβώς 135 μοίρες.

Μόλις η τορπίλη χτύπησε το "Sydney", το επιδρομικό άνοιξε πυρ κουρελιάζοντας κυριολεκτικά το Αυστραλιανό καταδρομικό, δεχόμενο όμως και το ίδιο βαριά πυρά, που οδήγησαν και στη δική του βύθιση. Υποστηρίζεται ότι ο πλοίαρχος του "HMAS Sydney" δεν γνώριζε για την ύπαρξη των τορπιλοσωλήνων του "Kormoran", μια και αυτή ήταν μία πτυχή που είχε κρατηθεί μυστική για ορισμένα από τα επιδρομικά.

Πέραν αυτού, η άποψη περί δόλιας ενέργειας στηρίζεται και στο γεγονός ότι ο Nτέτμερς τοποθέτησε το συμβάν 200 χιλιόμετρα βορειοδυτικότερα από εκεί όπου έλαβε χώρα, αποσκοπώντας για κάποιους να παρακωλύσει τις ενέργειες διάσωσης που ήταν πιθανό να ανακαλύψουν κάποιον Aυστραλό επιζήσαντα. Ωστόσο, οι μαρτυρίες όλων των μελών του Γερμανικού πληρώματος έκαναν λόγο για ταχύτητα του επιδρομικού που δεν έπεσε ποτέ κάτω από 14 με 15 κόμβους, κάτι που δεν συνάδει με τη θεωρία περί δόλιας ενέργειας. Tελικά, οι Aυστραλοί, λόγω ανεπαρκών στοιχείων, δεν απήγγειλαν κατηγορίες στο Nτέτμερς και το πλήρωμά του και τους απελευθέρωσαν το 1947.

Απέδωσαν το φιάσκο σε ανικανότητα του πλοιάρχου του "Sydney", κυβερνήτη Μπαρνέτ. Ίσως φάνηκε πιο λογικό ότι ο Ντέτμερς δεν αποκάλυψε την ακριβή τοποθεσία της ναυμαχίας, επειδή, ως όφειλε, επιχειρούσε εν καιρώ πολέμου να προστατεύσει τα υπόλοιπα επιδρομικά και την ίδια τη λειτουργία της επιχείρησης αυτών. Yπάρχουν δε αρκετά επιχειρήματα που δεν ταιριάζουν με την Αυστραλιανή εκδοχή: έξι μήνες νωρίτερα, τον Αύγουστο του 1941, το "HMS Cornwall" βύθισε το "HKS 5 Pinguin" μετά από μία σύντομη ναυμαχία που εξελίχθηκε από τα 5.000 μέτρα.

Oι Bρετανοί πλοίαρχοι γνώριζαν ότι το να βρεθούν σε κοντινή απόσταση από τα κανόνια των 150 χιλιοστών ενός επιδρομικού ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο. Παρά τους ισχυρισμούς ότι το "HMAS Sydney" διατήρησε σιγή ασυρμάτου, νέες πληροφορίες φέρνουν στο φως την ύπαρξη ενδοεπικοινωνίας του καταδρομικού με διάφορους σταθμούς της περιοχής, κατά τη διάρκεια της οποίας δίνονταν διαρκώς στοιχεία για τη ναυμαχία. Tο περιεχόμενο αυτής παραμένει ακοινοποίητο μέχρι και σήμερα.


Μόλις τρεις ημέρες μετά το συμβάν, το "HMS Devonshire" βύθισε το "HKS 2 Atlantis" βάλλοντας εναντίον του από απόσταση 10 χιλιομέτρων. Παραμένοντας εκτός βεληνεκούς των κανονιών του επιδρομικού, συνέχισε την πορεία του, χωρίς να επιχειρήσει να πλησιάσει για την ανεύρεση επιζώντων. Aυτή ήταν μια τακτική αρκετά διαφορετική, αλλά διόλου ασυνήθιστη. Γιατί, λοιπόν, ο Μπαρνέτ επέλεξε να εκτεθεί στη θανάσιμη απόσταση του ενός χιλιομέτρου, έχοντας απέναντί του ένα ύποπτο πλοίο; Aυτό είναι ένα μυστήριο που παραμένει άλυτο 66 χρόνια αργότερα.

TO TEΛOΣ MIAΣ EΠOXHΣ

Mε τη βύθιση του "HKS 9 Michel" εξαφανίστηκε και το τελευταίο από τα επιδρομικά του B' Π.Π., όντας πιθανότατα και το τελευταίο στη ναυτική πολεμική ιστορία. Αυτό το είδος πολέμου δεν συμβαδίζει με την τεχνολογία, η οποία καθιστά πλέον το θαλάσσιο μυστικό ανταρτοπόλεμο ουτοπικό. Ή μήπως όχι; Aρκετοί από τους αξιωματούχους του γερμανικού ναυτικού θεωρούσαν ότι ένα τέτοιο εγχείρημα ήταν αδύνατο, ακόμη και για τα δεδομένα του B' Π.Π. Oι εννέα κυβερνήτες των γερμανικών επιδρομικών είχαν αντίθετη άποψη.

Έχοντας επιδείξει σπάνιες αρετές, έφεραν επιτυχίες που συναγωνίζονται επάξια αυτές των πραγματικών πολεμικών πλοίων. Είναι πραγματικά απορίας άξιο το τι θα γινόταν, αν τα επιδρομικά ήταν περισσότερα, αν η Kriegsmarine είχε εμπιστευθεί το όλο εγχείρημα νωρίτερα, αν η Γερμανία είχε επενδύσει σε αυτό το είδος θαλάσσιου πολέμου, αντί να προσπαθεί με ναζιστικές τυμπανοκρουσίες να επιβληθεί στους ωκεανούς, ξοδεύοντας αλόγιστα πόρους σε τεράστια θωρηκτά και καταδρομικά που αποδείχθηκαν χάρτινοι γίγαντες και Τιτανικοί της εποχής τους.


Tα καμάρια της Kriegsmarine είχαν αποκτήσει περισσή δημοσιότητα και μοιραία κατέληξαν κυνηγημένα από την πλειονότητα του Βασιλικού Βρετανικού ναυτικού, τη στιγμή που κάποια άλλα παρωχημένα πλοία, αθόρυβα και μεθοδικά, υπό την ιδιότητα του εμπορικού, βύθιζαν τα εχθρικά σκάφη με ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, κάποιες πρωτοποριακές ιδέες πρέπει να ακολουθούνται από ανοικτόμυαλη και προοδευτική σκέψη, χαρακτηριστικά που έλειπαν από τη ναζιστική δικτατορία και τους θιασώτες αυτής.

ΧΑΡΤΕΣ

 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

 
(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

Εγκώμιο της Εκλεπτυσμένης Τεμπελιάς

Εκλεπτυσμένη Τεμπελιά: Μια ανάστροφη αλχημεία, που μετατρέπει σε μόλυβδο το χρυσάφι του υπαρξιακού πλούτου.

Στη θεωρία που σφυρηλατήθηκε σχετικά μ’ αυτήν, η τεμπελιά ωφελήθηκε πολύ από την αυξανόμενη δυσμένεια, στην οποία περιέπεσε η εργασία. Η καθημερινή εργασιακή αποκτήνωση, έχοντας για μεγάλο διάστημα αναγορευθεί σε αρετή από την μπουρζουαζία που αποκόμιζε τα οφέλη και από τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, στις οποίες διασφάλιζε την υπεραξία της εξουσίας τους, τελικά κατέληξε να αναγνωριστεί ως αυτό που πραγματικά είναι: μια ανάστροφη αλχημεία, που μετατρέπει σε μόλυβδο το χρυσάφι του υπαρξιακού πλούτου.

Ωστόσο, η εκτίμηση την οποία καυχιέται ότι έχει κερδίσει η τεμπελιά, δεν έχει πάψει διόλου να υποβαθμίζεται από τη σχέση σύζευξης που, εξομοιώνοντας ηλιθιωδώς τα ζώα με ό,τι πιο αξιοκαταφρόνητο έχουν οι άνθρωποι, συνεχίζει να συνδέει το τζίτζικα με το μέρμηγκα. Θέλουμε δε θέλουμε, η τεμπελιά παραμένει δέσμια της εργασίας την οποία απορρίπτει, εγκωμιάζοντάς την.

Η πρώτη σκέψη, όταν πρόκειται να μην κάνεις τίποτα, δεν είναι πως αυτό είναι αυτονόητο; Αλίμονο, μέσα σε μια κοινωνία που μας διχάζει ακατάπαυστα, πώς είναι δυνατόν να πλησιάσουμε τον εαυτό μας απρόσκοπτα; Πώς να βολευτούμε χωρίς δυσκολία, σ’ αυτή την ευλογημένη κατάσταση όπου δεν βασιλεύει παρά η ραθυμία της επιθυμίας;

Μήπως τα πάντα δεν βρίσκονται σε κίνηση για να ταράξουν, με τα καλύτερα επιχειρήματα του καθήκοντος και της ενοχής, τη γαλήνια ώρα της ηρεμίας όταν είσαι μόνος με τον εαυτό σου; Ο Γκεόργκ Γκρόντεκ αντιλαμβανόταν ορθά, στην τέχνη του να μην κάνεις τίποτα, το σημάδι μιας συνείδησης πραγματικά απελευθερωμένης από τους πολυάριθμους καταναγκασμούς, που από τη γέννηση ως το θάνατο μετατρέπουν τη ζωή σε μια φρενήρη παραγωγή του τίποτα.

Είμαστε τόσο ζυμωμένοι με το παράδοξο, ώστε η τεμπελιά δεν αποτελεί θέμα στο οποίο δε θα μπορούσαμε να επεκταθούμε απλά, όπως θα το απαιτούσε η φύση, με την προϋπόθεση ότι και η φύση θα μπορούσε να προσεγγισθεί με αμεσότητα.

Η εργασία εκφύλισε την τεμπελιά
Την έκανε πουτάνα της, την ίδια στιγμή που η πατριαρχική εξουσία έβλεπε στη γυναίκα την ανάπαυση του πολεμιστή. Την έντυσε γελοία με τις υποκρισίες της, όταν το νεκροτομείο των εκμεταλλευτριών κοινωνικών τάξεων συνταύτιζε την εργασιακή δραστηριότητα με την μοναδική χειρωνακτική παραγωγή.

Τι ήταν όλοι αυτοί οι ισχυροί, οι μονάρχες, οι αριστοκράτες, οι ανώτεροι αξιωματούχοι, αν όχι εργάτες του πνεύματος, επιφορτισμένοι να επιβάλουν την εργασία σ’ αυτούς που προηγουμένως «είχαν τρελάνει»; Αυτή η ραθυμία για την οποία κόμπαζαν οι πλούσιοι και η οποία τρέφει ανά εκατό χρόνια τη μνησικακία των καταπιεσμένων, μου φαίνεται ότι απέχει αρκετά από την ειδυλλιακή κατάσταση της τεμπελιάς.

Πώς καμαρώνουν όλοι αυτοί οι κενόδοξοι αριστοκράτες, καιροφυλακτώντας την παραμικρή παράλειψη, την αυστηρή τήρηση των τύπων, επιφυλακτικοί απέναντι στους δούλους που κρύβουν τη δυσαρέσκεια και την περιφρόνησή τους κάτω από τη δουλοπρέπεια, εκτός κι αν πρόκειται να τους βάλουν να δοκιμάσουν πρώτοι τα φαγητά που έχουν καρυκεύσει με τις βασκανίες της ζήλιας και της εκδίκησης. Τι κουραστική που είναι αυτή η τεμπελιά και πόση δουλικότητα υπάρχει στη συνεχή τέρψη μιας κατά παραγγελία φιλοφροσύνης!

Θα μπορούσαμε να πούμε για τον τύραννο ότι, τουλάχιστον δροσίζεται από την ευχαρίστηση να τον υπακούουν; Δεν υπάρχει πιο άθλια ευχαρίστηση απ’ αυτή, που με αντίτιμο τη δυσαρέσκεια των άλλων, αφήνει στο στόμα την πικρή γεύση που προκαλεί! Θα συμφωνούσαμε ότι το να κρατιέται κανείς, μ’ αυτό τον τρόπο, υπεράνω των ποταπών ασχολιών, δεν έχει καμία σχέση με την ξεκούραση και διόλου δεν ευνοεί την ευχάριστη κατάσταση του να μην κάνεις τίποτα.

Αναμφίβολα, ο επιχειρηματίας, το αφεντικό, ο γραφειοκράτης, δεν ασχολούνται, έξω από την εργασία τους, με έναν οικιακό τρόπο ζωής, που είναι περισσότερο κουραστικός παρά άνετος. Δεν ξέρω αν αναζητούν τη μοναξιά του νομάρχη στους κάμπους[1] αλλά όλα φανερώνουν σ’ αυτούς μια τάση προς τη διασκέδαση παρά προς την τεμπελιά. Δεν είναι εύκολο να διακόψει κανείς τον ρυθμό που τον σπρώχνει από το εργοστάσιο στο γραφείο, από το γραφείο στο Χρηματιστήριο και από τη σύσκεψη μετά γεύματος στο γεύμα μετά συσκέψεως. Ο χρόνος που ξαφνικά αδειάζει από την νομισματική λογιστική του, είναι χρόνος νεκρός, μόλις που υπάρχει. Πέρα από την αίσθηση της ηθικής, πρέπει να έχει χάσει κανείς και την αίσθηση της αποδοτικότητας για να προσποιείται ανερυθρίαστα ότι μπορεί να εισέλθει και να βολευτεί σ’ αυτόν.

Λένε για τον ύπνο ότι είναι ένα πραγματικό φάρμακο γι’ αυτόν που ρίχνεται καθημερινά σε ένα αγώνα δρόμου ενάντια στο χρόνο. Αλλά ποιος θα τολμήσει, σ’ ένα πόλεμο, όπου ανά πάσα στιγμή είναι εκτεθειμένος στη φωτιά που τρέφεται από τον ανταγωνισμό, να σηκώσει τη λευκή σημαία για μια στιγμή ανάπαυλας; Μας έχουν επαναλάβει αρκετές φορές το καταστροφικό παράδειγμα των «ηδονών της Καπούης» όπου ο Αννίβας, υποκύπτοντας άγνωστο σε ποιό μάγεμα των αισθήσεων, χάνει για πάντα τη Ρώμη αλλά και τα οφέλη από τις κατακτήσεις του.

Είναι προφανές: σε ένα κόσμο όπου τίποτα δεν αποκτιέται χωρίς την εργασία της δύναμης και της πανουργίας, η τεμπελιά είναι μια αδυναμία, μια βλακεία, ένα σφάλμα, ένας λανθασμένος υπολογισμός. Δεν μπορούμε να την προσεγγίσουμε παρά αλλάζοντας σύμπαν, δηλαδή ύπαρξη. Αυτά συμβαίνουν.

Με διαβεβαιώνουν πως ένας διευθυντής τράπεζας, βρέθηκε μια μέρα κατεστραμμένος, εγκαταλελειμμένος απ’ όλους και ντροπιασμένος. Μια γωνιά στην εξοχή τον υποδέχεται. Καλλιεργεί λίγες κληματαριές. Ένας λαχανόκηπος, μερικές κότες και η φιλία των γειτόνων αρκούν για τις ανάγκες του. Αρχίζει να ανακαλύπτει εντυπωσιακά πράγματα: τη δύση του ήλιου, το παιγνίδισμα του φωτός κάτω από τα δέντρα, τη μυρωδιά της θάλασσας, τη γεύση του ψωμιού που ζύμωσε και έψησε, το τραγούδι των βατράχων, το συναρπαστικό σχήμα της ορχιδέας, τις ονειροπολήσεις της γης την ώρα της πρωινής ή της εσπερινής δροσιάς. Η αποστροφή για μια ύπαρξη αναλωμένη μέσα στην άγνοια του εαυτού του, του πρόσφερε μια θέση στο σύμπαν. Το μόνο που απέμενε ήταν να μάθει πώς να την κατακτήσει..

Ο δρόμος δεν είναι τόσο εύκολος. Για να τον ξαναβρείτε, δεν αρκεί ο αποκλεισμός σας από έναν κόσμο που σας αποκλείει από τον εαυτό σας. Αν ήταν έτσι, δεν θα υπήρχε ούτε ένας άνεργος που να μην γινόταν ποιητής του μέλλοντος.

Ο άνεργος, τις περισσότερες φορές, δεν ανήκει στον εαυτό του, συνεχίζει να ανήκει στην εργασία. Αυτό που τον κατέστρεψε, ρίχνοντάς τον στην αλλοτρίωση του εργοστασίου ή του γραφείου, συνεχίζει να τον ροκανίζει εξωτερικά, σαν τον πόνο ενός κομμένου μέλους του σώματος. Όπως και ο εκμεταλλευτής έτσι και ο εκμεταλλευόμενος δεν έχει διόλου την ευκαιρία να αφιερωθεί ανεπιφύλακτα στις ηδονές της τεμπελιάς.

Σίγουρα υπάρχει πονηριά στο να κάνεις όσο το δυνατόν λιγότερα για ένα αφεντικό, να σταματάς όταν γυρνά την πλάτη, να σαμποτάρεις τις αλυσίδες παραγωγής και τις μηχανές, να ασκείς την τέχνη της δικαιολογημένης απουσίας. Η τεμπελιά διαφυλάσσει εδώ την υγεία και προσδίδει στην ανατροπή έναν ευχάριστα τονωτικό χαρακτήρα. Σπάζει την ανία της δουλικότητας, αναιρεί τις διαταγές, εκδικείται το χρόνο για τις οκτώ ώρες που αφαιρεί από τη ζωή σας και που κανένας μισθός δεν θα επιτρέψει να ανακτήσετε. Με άγρια μανία ξεκλέβει κι άλλα λεπτά από το ρολόι ελέγχου που, τεμαχίζοντας την ημέρα, αυξάνει τα κέρδη του αφεντικού.

Ναι, αλλά το ερώτημα παραμένει: μπορούμε να αντλήσουμε ανεπιφύλακτα οποιαδήποτε απόλαυση, όταν αυτό προϋποθέτει την καταστροφή της απόλαυσης του άλλου; Θέλεις να σε υπακούουν; Αυτό δεν πρόκειται να γίνει και προχωρώ στην ζωντανή απόδειξη, αρνούμενος τη δύναμή σου επάνω μου, συντρίβοντας αυτή την εξουσία που τη θεωρείς, αν όχι αιώνια, τουλάχιστον μακρόχρονη.

Ευγενής ασχολία η ανατροπή της ποταπής εργασίας, αναμφίβολα, αλλά η δουλειά δουλειά! Να λοιπόν κι εσείς, σαν το αφεντικό το οποίο παραμονεύει τον κλέφτη υπηρέτη, τεμπελιάζετε παραμονεύοντας το αφεντικό, για να το κλέψετε καλύτερα. Η τεμπελιά δεν είναι νοητή όταν γίνεται στα κρυφά. Χρειάζεται άνεση, όπως στον έρωτα. Όποιος είναι στην τσίλια, δεν ζει καθόλου, ή ζει μετρίως.

Και επιπλέον, πόση πικρία, να μην μπορείς να καταστρέψεις, όσο ύπουλα επιθυμείς, τον ηδονισμό των εκμεταλλευτών, όσο μέτριος κι αν είναι! «Εμείς δουλεύουμε κι αυτοί γεμίζουνε τις μπάκες τους», λέει το τραγούδι. Αλλά όπως και οι άσεμνοι παπάδες τους οποίους ο παλιός αντικληρικαλισμός κατηγορούσε ότι έχουν βυθιστεί στην ακολασία, οι ηδονισμός δεν θα ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσαν να είχαν επιτύχει στη ζωή τους οι εκμεταλλευτές, αν ο φόβος των εκμεταλλευομένων δεν τους είχε καταδικάσει σε βιαστικούς και κρυφούς ψυχαναγκασμούς;

Το προνόμιο των προλετάριων που χειραφετούνται και από την εργασία που τους μισθοδοτεί και απ’ αυτούς που καρπώνονται την υπεραξία της, είναι ακριβώς η προσέγγιση της απόλαυσης του εαυτού τους και του κόσμου. Η απόλαυση και η συνείδησή της, που ακονίζεται για να την τελειοποιήσει, κατέχουν επαρκώς τη γνώση για να απελευθερωθούν απ’ ό,τι τις περιορίζει ή τις διαφθείρει. Ρωτήστε αυτούς που μαθαίνουν να αλληλοαγαπιούνται!

Ό,τι ισχύει για την αγάπη ισχύει και για την τεμπελιά και την απόλαυσή της. Συχνά απατόμαστε. Ένα ρεπορτάζ για κάποιους ακτήμονες βραζιλιάνους αγρότες, ενώ μεγάλες εκτάσεις παρέμεναν ακαλλιέργητες στα χέρια των ιδιοκτητών, μοναδική έγνοια των οποίων ήταν πώς να τις κρατήσουν υπό την ιδιοκτησία τους, τους εμφάνιζε σε μια μεγάλη πορεία της μιζέριας, να κραδαίνουν σταυρούς, με τους παπάδες επικεφαλής, αφού η Εκκλησία τους προσέφερε καθημερινά ένα νερομπούλι από ρύζι και φασόλια. Χάριν της αντικειμενικότητας της πληροφόρησης, παρεμβαλλόταν, σύμφωνα με τους κανόνες του μοντάζ, ένα συμπόσιο όπου οι ιδιοκτήτες γης, τρώγοντας άφθονα λουκάνικα και αρνίσια μπουτάκια, κραύγαζαν για τα δικαιώματά τους και διαμαρτύρονταν για τις επιθέσεις που δέχονταν, θεωρώντας τους εαυτούς τους θύματα.

Ανάμεσα στη μιζέρια των τρομαγμένων προκρίτων και την ευσπλαχνία των ακτημόνων, θα λέγαμε ότι οι πρώτοι δεν απολαμβάνουν τη γη τους, γιατί το μόνο που έχουν είναι η ιδιοκτησία και οι δεύτεροι, στους οποίους θα ταίριαζε η απόλαυση της γης αυτής, δεν είναι καν σε θέση να απολαύσουν οτιδήποτε.

Η κατάσταση δεν είναι τόσο παλιά όσο φαίνεται
Η Ευρώπη βλέπει σήμερα μια γραφειοκρατική τάξη να στραγγίζει τα χρήματα από τα συρτάρια του Κεφαλαίου, προσπαθώντας να τα κάνει να καρποφορήσουν σε κλειστό κύκλωμα, χωρίς να επενδύει σε καινούργιους τρόπους παραγωγής. Και οι προλετάριοι, που τους διδάξαμε ότι το προλεταριάτο δεν υπάρχει πια, διαμαρτύρονται για την μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, ελπίζοντας ότι ένα μεγάλο κίνημα ελεημοσύνης θα αναπληρώσει την κατάργηση των κοινωνικών κεκτημένων, τη μείωση των μισθών, τη σταδιακή εξαφάνιση της χρήσιμης εργασίας και τη διάλυση της εκπαίδευσης, των συγκοινωνιών, των υπηρεσιών υγείας, της ποιοτικής γεωργίας και ό,τι δεν αυξάνει, με άμεσα κέρδη, τον όγκο του χρήματος που είναι στην υπηρεσία της παγκόσμιας κερδοσκοπίας.

Από εδώ και πέρα, η μόνη αναγνωρισμένη αξία της εργασίας περιορίζεται στο να εγγυηθεί ένα μισθό σε όσο το δυνατόν περισσότερους και μια υπεραξία στη διεθνή γραφειοκρατική ολιγαρχία. Ο πρώτος ξοδεύεται σε καταναλωτικά αγαθά και σε υπηρεσίες μιας αυξανόμενης μετριότητας, το δεύτερο επενδύεται σε χρηματιστηριακές κερδοσκοπίες που προσδίδουν στην οικονομία ένα χαρακτήρα όλο και πιο παρασιτικό.

Έχει τόσο καλά εδραιωθεί η συνήθεια του να αποδέχεσαι οποιαδήποτε εργασία και να καταναλώνεις οτιδήποτε για να αντισταθμίσεις το ισοζύγιο των αγορών που κυβερνά τις μοίρες σαν το παλιό φάντασμα της Θείας Πρόνοιας, ώστε το να κάθεσαι σπίτι σου αντί να συμμετέχεις στη φρενίτιδα που καταστρέφει το σύμπαν, θεωρείται, περιέργως, σκανδαλώδες.

Ένας απ’ αυτούς τους υπουργούς, των οποίων η διοικητική μηχανή, στα χνάρια του γιγαντιαίου οικιακού εξοπλισμού που επιβαρύνει την παραγωγή αγαθών πρώτης ανάγκης, καταβροχθίζοντας δισεκατομμύρια, δεν φοβήθηκε να καταγγείλει, με τη συναίνεση των διαχειριστών της πληροφόρησης, τους νέους προνομιούχους που είναι οι επιχορηγούμενοι με ένα κατώτατο μηνιαίο εισόδημα, οι συνταξιούχοι σιδηροδρομικοί, αυτοί που έχουν δωρεάν ιατρική μέριμνα, με λίγα λόγια οι άνθρωποι που απολαμβάνουν τον ύπνο τους, τη στιγμή που οι υπόλοιποι κοιμούνται με ένα αφεντικό πάνω απ’ το κεφάλι τους, το χρήμα του οποίου δεν σταματά να αυγατίζει.

Το ότι υπάρχουν προλετάριοι, έστω και εν δυνάμει επιχορηγούμενοι με ένα κατώτατο μηνιαίο εισόδημα, που συναινούν κρυφά στον εννοιολογικό ανασχηματισμό των λέξεων τις οποίες έχει οικειοποιηθεί η εξουσία, δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της αγελαίας ηλιθιότητας. Πάνω απ’ την τεμπελιά πλανιέται μια τέτοια ενοχή που λίγοι τολμούν να τη διεκδικήσουν σαν σωτήρια ανάπαυλα, η οποία μας επιτρέπει να συγκρατηθούμε και να μη βαδίσουμε άλλο στα χνάρια του παλιού κόσμου.

Ποιος από τους κοινωνικά επιχορηγούμενους θα ισχυρισθεί ότι ανακαλύπτει στην ύπαρξη, πλούτη που οι περισσότεροι τα γυρεύουν εκεί που δεν υπάρχουν; Δεν βρίσκουν καμιά χαρά στο να μην κάνουν τίποτα, δεν έχουν διάθεση να επινοήσουν, να δημιουργήσουν, να ονειρευτούν, να φανταστούν. Συχνά ντρέπονται για την έλλειψη μιας μισθωτής αποκτήνωσης, που θα τους στερούσε τη γαλήνη που τώρα διαθέτουν αλλά δεν ξέρουν τι να την κάνουν.

Η ενοχή μειώνει και διαστρέφει την τεμπελιά, εμποδίζει τη χαρισματικότητά της, την απογυμνώνει από το νόημά της. Υπάρχει καλύτερη ευκαιρία από τις απεργίες για να ανασταλεί αυτός ο χρόνος όπου ο καθένας τρέχει και δε φτάνει, κοπιάζει για να γίνει αυτό που αποστρέφεται και να μη γίνει αυτό που θα επιθυμούσε, περιμένοντας τη σύνταξη, την αρρώστια και το θάνατο να βάλουν τέλος στην κούρασή του;

Η οριστική διακοπή της εργασίας θα επέτρεπε να διαδοθεί η καλή συνείδηση της τεμπελιάς, να ενθαρρυνθεί αυτή η σωτήρια ανάπαυση που θα μας γλίτωνε από πολλά ιατρικά έξοδα. Το μόνο που χρειάζεται είναι λίγη φαντασία. Θα σταυρώσουμε τα χέρια, θα μπορούσαν να πουν οι σιδηροδρομικοί, θα αποκαταστήσουμε τη χαριστικότητα του χρόνου και του χώρου και, για την αναψυχή σας θα λειτουργήσουμε τα τραίνα ώστε να μπορείτε να διασχίζετε δωρεάν ολόκληρη τη Γαλλία. Θα συνεχίζατε καταλαμβάνοντας εργοστάσια και γραφεία; Εμπρός λοιπόν! Ίσως έτσι θα έβλεπαν μερικοί ότι η τεμπελιά είναι πιο δημιουργική από την εργασία.

Αλλά όχι! Το να παραδεχθούμε ότι η απεργία είναι γιορτή, αποτελεί ύβρη απέναντι σ’ αυτούς που επιμένουν να βρίσκουν αξιοπρέπεια στην σκλαβιά της εργασίας. Μέσα στην τάξη των πραγμάτων που μας κυβερνούν, η απεργία οφείλει να είναι μια κατάρα, όπως η τεμπελιά. Παίρνουμε μια βιαστική ανάσα φρέσκου αέρα πριν ακολουθήσουμε και πάλι, θαρραλέα, το δρόμο της διαφθοράς και της μόλυνσης.

Τη δικαιούμασταν τη σύνταξη, αναστενάζουν οι εργαζόμενοι. Αυτό που δικαιούμαστε, σύμφωνα με τη λογική της αποδοτικότητας, έχει ήδη πληρωθεί στο δεκαπλάσιο. Μη θαρρείτε πως η σύνταξη προσφέρει επιτέλους ένα καταφύγιο σ’ αυτή την ξεκούραση που είναι σίγουρα το πιο άνισα κατανεμημένο πράγμα στον κόσμο.

Μήπως συγχέετε την τεμπελιά με την κούραση;
Δεν μιλώ καν γι’ αυτό το τέλος της ύπαρξης, που ονομάζεται, κυνικά, δημιουργικό, κατά το οποίο, σαράντα χρόνια καθημερινής καταπόνησης συνεχίζουν να αποτυπώνουν το ρυθμό, έτσι που η ζωή ξεφεύγει απ’ όλες τις μεριές και οι μέρες προ-καταβάλλονται στο λογιστήριο του θανάτου. Η τεμπελιά, στην οποία διοχετεύεται ξαφνικά το φορτίο των επιθυμιών, απαγορευμένων επί σαράντα εβδομαδιαίες ώρες υποχρεωτικής παρουσίας στο εργοστάσιο ή το γραφείο, δεν είναι παρά μια θλιβερή εκτόνωση, η επιτάχυνση για να προλάβουμε την καθυστέρηση, η ορμή του δεμένου σκύλου που ξαφνικά ελευθερώνεται.

Η τεμπελιά, εν συντομία, ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε καλύτερα από ό,τι η γυναίκα στο παρελθόν και γνωρίζουμε καλά πόσο επηρεάζεται το παρόν από το παρελθόν, τουλάχιστον κατά τα εννέα δέκατα. Όταν η αρσενική εξουσία έβλεπε στη γυναίκα την ανάπαυση του πολεμιστή, του χαρτογιακά ή του εργατοτεχνίτη, δεν είναι επειδή ακριβώς την ταύτιζε με την τεμπελιά; Μιλώντας, ώστε να μη λέει τίποτα, απασχολούμενη ώστε να μην ασχολείται με τίποτα, διατηρούσε την κατωτερότητά της επειδή απείχε από την οικονομία, όντας αποκλεισμένη από το μεγάλο και σωτήριο έργο του πλουτισμού που ανήκε αποκλειστικά στην ανδρική δύναμη. Όσο βέβαια δεν ήταν ακόμα καιρός να γίνει μητέρα και να παράγει παιδιά για το εργοστάσιο και τη στρατιωτική δόξα.

Άχρηστη και κενόδοξη, έπρεπε να την «πηδάνε», όπως ακριβώς η εργασία βιάζει την τεμπελιά. Εξόριστη, όπως ο άνεργος, από τη μηχανή που παράγει κέρδος, δεν αποκόμιζε από τον ελεύθερο χρόνο της παρά τη σκιά της κακής της μοίρας. Ούτε δικαιώματα, ούτε απόλαυση μονάχα τύψεις και αμαρτίες.

Πώς να βρεις ανάπαυση σε μια απραξία που στη χειρότερη περίπτωση είναι χυδαιότητα και στην καλύτερη, πρόσχημα; Γιατί, όπως η εργασία ταυτιζόταν με τη δύναμη, η τεμπελιά εξευτελιζόταν σαν μια νοσηρή αδυναμία. Βάσει μιας διεστραμμένης λογικής, συνηθισμένης στον παλιό κόσμο, η εξάντληση από την εργασία αποτελούσε δείγμα υγείας, ενώ το ευχάριστο αραλίκι αποκάλυπτε κάποιο νοσηρό σύμπτωμα. Τόσο αφόρητο είναι το βάρος της εργασίας πάνω στη ζωή, ώστε, με εξαίρεση τη μανία για κάθε είδους δραστηριότητα, χρήσιμη ή άχρηστη, φαίνεται ότι δεν έχει απομείνει τίποτα άλλο σ’ ένα κόσμο ερειπωμένο. Η τεμπελιά είναι ένα κενό, όταν σκύβεις από πάνω του, κοιτάζεις την άβυσσο και η άβυσσος, όπως μας διαβεβαίωνε ο Νίτσε, κοιτάζει εσένα.

Αφού απέδειξε ότι δεν είχε καμία υπόσταση έξω από την εργασία, την καταπίεση, την ανατροπή, την ενοχή, την εκτόνωση, την αδυναμία που την χαρακτήριζε, το συμπέρασμα ότι δεν είχε καμία αξία, είναι μέσα στη λογική των πραγμάτων.

Απ’ αυτό το τίποτα, ο Αλμπέρ Κοσερύ δημιούργησε ένα απολαυστικό διήγημα. Το βιβλίο του, Οι Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας, μας βάζει κρυφά στο σπίτι ενός χωριού. Οι κάτοικοι του σπιτιού συναγωνίζονται σε επινοητικότητα για να καταφέρουν να κοιμηθούν όσο το δυνατόν περισσότερο. Πρέπει να ματαιώσουν τη συνωμοσία του εξωτερικού κόσμου, να ξεγελάσουν τη διεστραμμένη έλξη που ασκεί καμιά φορά η εργασία πάνω σ’ αυτούς που είχαν την τύχη να την αγνοούν. Το λιγότερο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι η ατμόσφαιρα δεν έχει να κάνει ούτε με γαλήνη ούτε με ιλαρότητα. Μια ανησυχητική λαύρα κυριαρχεί στην αυστηρή διευθέτηση της ησυχίας. Το άγχος παραμονεύει ανάμεσα σε δυο ροχαλητά. Ίσως να πηγάζει πολύ περισσότερο από την κούραση της απραξίας παρά από μια ενδεχόμενη ανατροπή της λεπτής ισορροπίας του τίποτα.

Γιατί εδώ η τεμπελιά δεν είναι παρά η ματαιότητα ενός ύπνου χωρίς όνειρα. Είναι η εκδίκηση ενάντια στην απουσία ζωής, το κλείσιμο ενός υπαρξιακού λογαριασμού που δολοπλοκεί με το θάνατο. Διεκδικείτε το δικαίωμα του να μην είστε τίποτα σε ένα σύμπαν που σας έχει ήδη καταδικάσει στην ανυπαρξία. Αυτό είναι υπερβολικό ή όχι αρκετό.

Σίγουρα, υπάρχει κάποια ευχαρίστηση στο να μη δουλεύεις για κανένα, να μην επιθυμείς κανενός είδους πλουτισμό, να εκδηλώνεις ήσυχα την κοινωνική αχρηστία σου σε ένα κόσμο όπου μια μανιώδης δραστηριότητα, τις περισσότερες φορές, καταλήγει ακριβώς στο ίδιο αποτέλεσμα.

Ωστόσο, το ίδιο το περιεχόμενο της τεμπελιάς δεν είναι δεδομένο
Η ευθραυστότητά της την προδιαθέτει στους χειρισμούς εκείνου που θέλει να επωφεληθεί. «Υπάρχει εξίσου τεμπελιά και αδυναμία στο να επιτρέπεις να σε κυβερνούν» παρατηρούσε ο Λα Μπρυγιέρ. Οι νωθροί έχουν μια τάση να προτιμούν την αδικία από την αταξία. Οι φροντίδες που απαιτούν τα προνόμια της πνευματικής υπνηλίας και της απραξίας δεν προϋποθέτουν μιαν απόλυτη υποταγή στην τάξη των πραγμάτων; Το να εξαγοράζεις την ανάπαυση με υποταγή, είναι μια ποταπή εργασία. Υπάρχει πολύ ομορφιά στην τεμπελιά για να την βάλουμε στην υπηρεσία των πελατειακών σχέσεων.

Στο Παλέρμο, καθώς περνούσε μια διαδήλωση ενάντια στη Μαφία, ένας νεαρός φώναζε αγανακτισμένος: «Είναι τρελοί! Χωρίς τη Μαφία, ποιος θα μας βοηθήσει;» Ο ισλαμικός ολοκληρωτισμός αντιδρά με τον ίδιο τρόπο. Το να είσαι μια νύμφη υπό το βλέμμα του Αλλάχ και μέσα στη μιζέρια του κόσμου, βοηθά την εξουσία του εμπορίου.

Αν η τεμπελιά συμβιβαζόταν με την απάθεια, την υποταγή, το σκοταδισμό, δεν θα αργούσε να μπει στα προγράμματα του Κράτους που, προσβλέποντας στην κατάργηση των κοινωνικών δικαιωμάτων, ιδρύουν ιδιωτικούς φιλανθρωπικούς οργανισμούς για να τα αναπληρώσουν: ένα σύστημα επαιτείας, όπου θα εξαφανιστούν οι διεκδικήσεις οι οποίες, πράγματι, έχουν πάρει υπάκουα αυτό το δρόμο, αν κρίνουμε από τις τελευταίες δημόσιες ικεσίες πάνω στο ίδιο τροπάρι: «δώστε μας λεφτά!».

Η φθίνουσα οικονομία, έχοντας μετατραπεί σε επιχείρηση μαφιόζικου τύπου, δεν θα μπορούσε να συνυπάρξει παρά με μια τεμπελιά κενή από κάθε ανθρώπινο περιεχόμενο.

Είναι ίσως καιρός να το αντιληφθούμε, η τεμπελιά είναι το χειρότερο ή το καλύτερο των πραγμάτων, ανάλογα με το αν υπεισέρχεται σε ένα κόσμο όπου ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα ή στην προοπτική όπου θέλει να είναι τα πάντα. Πρέπει να ομολογήσουμε πως δεν γνώρισε παρά μια ύπαρξη αλλοτριωμένη, μπασταρδεμένη, υποταγμένη σε συμφέροντα χωρίς να έχει καμία από τις επιθυμητές σχέσεις με τις ελπίδες που θα ήταν φυσικό να της προσφέρουν.

Γιατί να εκπλαγούμε, όταν συμβαίνει ακριβώς το ίδιο με το ον που αυτοαποκαλείται ανθρώπινο και το οποίο αναλώνει το πιο σημαντικό κομμάτι του χρόνου του για να αποδείξει πόσο λίγο ανθρώπινο είναι. Αυτό δεν εμποδίζει τις επιθυμίες, ούτε τη δύναμη της φαντασίας με την οποία η ιστορία καταφέρνει πολύ περισσότερα από το να αναπληρώσει τις σκληρές πραγματικότητές της: σκιαγραφεί τις αλλαγές που τόσοι κρυφοί πόθοι ζητούν από τα βάθη της ψυχής τους.

Τότε είναι που η τεμπελιά φανερώνει τον πλούτο της. Αυτή δεν δημιούργησε ένα σύμπαν, δεν επεξεργάστηκε ένα πολιτισμό; Ευτυχισμένη γη της επαγγελίας όπου, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια, τα πιο ορεκτικά πιάτα κοσμούν τα τραπέζια, όπου τα ποτά ρέουν άφθονα σε μια απίστευτη ποικιλία, όπου, χάριν μιας φύσης εν αφθονία, οι εκστατικές στιγμές του έρωτα προσφέρονται πίσω απ’ τις λόχμες.

Ανάμεσα στους πιο ειρηνικούς λαούς της γης βασιλεύει μια γοητευτική ραθυμία. Αρκεί να απλώσεις το χέρι ή να ανοίξεις το στόμα για να ικανοποιήσεις τις απαιτήσεις της γεύσης και της απόλαυσης. Στη γη της επαγγελίας, η αφθονία είναι φυσική, η καλοσύνη έμφυτη, η αρμονία καθολική. Τίποτα, από το μύθο του Χρυσού Αιώνα μέχρι τον Φουριέ, δεν εξύμνησε καλύτερα τα όνειρα του σώματος και της γης, τις μυστικές και χαρούμενες συμφωνίες που συνέθετε μια λογική επιμελώς προφυλαγμένη από τον ορθολογισμό του εργασιακού αναβρασμού, της παραγωγικής μιζέριας και του ανταγωνιστικού φανατισμού.

Πρέπει να ανακαλέσουμε την ανάμνηση μιας αόριστης εποχής, προγενέστερης του αγροτικού πολιτισμού μας, ο οποίος γονιμοποιεί τη γη με τον ιδρώτα και το αίμα πριν τη στειρώσει για να αποκομίσει περισσότερα χρήματα; Οι αλυσίδες της εργασίας και του πολεμικού ανταγωνισμού, που δίνουν ρυθμό στο μακάβριο χορό του εμπορευματικού πολιτισμού, εξιδανίκευσαν• με ευκολία τις κοινωνίες που ξέφευγαν από τέτοια επικίνδυνα προνόμια.

Σίγουρα, αλλά η ειδυλλιακή αυτή ουτοπία ανταποκρίνεται αρκετά, αν κρίνουμε από τις μελέτες των προϊστορικών τοποθεσιών και των κοινοτήτων όπου η περισυλλογή καρπών, το ψάρεμα και το κυνήγι σαν συμπλήρωμα, ύφαιναν ανάμεσα στους άνδρες, τις γυναίκες, τα ζώα, την φυτική γονιμότητα και τη γη δεσμούς ισότιμους, ειρηνικούς και λιγότερο καταπιεστικούς σε σχέση με τον αγροτικό σφετερισμό όπου η εκμετάλλευση της φύσης επέφερε την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Ας το παραδεχθούμε, τουλάχιστον, κάθε φορά που ανακαλύπταμε τον συμπαθή άγριο, χρειαζόταν να χαμηλώσουμε τον τόνο των ύμνων κατά μία τρίτη. Σε σχέση με τις υποδειγματικές συμπεριφορές, οι «Χιβάρος» και οι «Νταγιάκι» συχνά ήταν ανώτεροι απ’ τους «Τρομπριανούς»[2].

Και όταν το μοντέλο έτερπε την καρδιά μας, τι αποκομίζαμε εκτός από λίγη ακόμα νοσταλγία; Δεν υπάρχει καμιά επιστροφή στο παρελθόν έξω από την εκνευριστική στειρότητα της νοσταλγίας.
Το όνειρο της γης της επαγγελίας δεν έχει σχέση με αυτή την οπισθοδρομική χαύνωση. Ακριβώς επειδή είναι σκανδαλωδώς εξωπραγματικό, επιθυμεί να ενταχθεί στο πεδίο του πραγματικού. Διαισθανόμαστε ότι ο φυσικός πλούτος προσφέρεται σ’ αυτόν που τον ζητά χωρίς να θέλει να τον λεηλατήσει ή να τον βιάσει. Ένας άνεμος πνέει, λες και έρχεται από τα βάθη της ιστορίας και του ατόμου, ο άνεμος της άσβεστης επιθυμίας για αρμονία με τα όντα και τα πράγματα, τόσο απλά παρών σε όλες τις εποχές.

Η εποχή που τα ζώα μιλούσαν, που τα δέντρα μοίραζαν αφειδώς σοφές συμβουλές, που ακόμα και τα αντικείμενα είχαν ζωή, αποτελεί πραγματικότητα για το παιδί. Ο τεμπέλης ανακαλύπτει τη μαγεία της, στο βάθος μιας ραθυμίας που του θυμίζει συγκεχυμένα την προγεννητική του ύπαρξη, τότε που το σύμπαν της μήτρας, η κοιλιά της μητέρας, προσέφερε αγάπη, τροφή και στοργή. «Ποιές ολέθριες συνθήκες, αναρωτιέται, μας εμποδίζουν να ξαναδώσουμε στη φύση τον προορισμό της ως μητέρα τροφοδότρια;»

Ο κερδοσκοπικός εξορθολογισμός της εργασίας, μάταια αντιμετώπισε το ερώτημα ως ανύπαρκτο και μη τεθέν. Ο τεμπέλης γνωρίζει, ότι μέσα στη χαρούμενη διάθεση που τον αποσπά από τον πολυάσχολο κόσμο των επιχειρήσεων, το όνειρό του δεν έχει απογυμνωθεί από το νόημα και τη δύναμή του.

Ανάμεσα σ’ αυτόν και τον περιβάλλοντα χώρο, η ρεμβώδης ανεμελιά αρκεί για να υφάνει τον ιστό κάποιων λεπτών σχέσεων. Αντιλαμβάνεται χίλιες παρουσίες στο χορτάρι, στα φύλλα, σε ένα σύννεφο, σ’ ένα άρωμα, σ’ ένα τοίχο, σ’ ένα έπιπλο, σε μια πέτρα. Ξαφνικά, τον καταλαμβάνει η επιθυμία να επανασυνδεθεί με τη γη μέσω των εσώτατων νευρικών ινών της ζωής.

Βρίσκεται σε ενότητα με το ζων, μέσα στη religio[3], έννοια αντίθετη με τη θρησκεία που αλυσοδένει τη γη στον ουρανό και το σώμα στις απαιτήσεις του θείου πνεύματος. Σε αντίθεση με τον μυστικιστή, που είναι εξόριστος από τις αισθήσεις του εξαιτίας της αυτοπεριφρόνησης, ο τεμπέλης αποκαθιστά την υλικότητα της ζωής -τη μόνη που υπάρχει- μέσα στο σύμπαν από το οποίο δημιουργείται: τον αέρα, τη φωτιά, το νερό, τη γη, το ορυκτό, το φυτικό, το ζωικό και το ανθρώπινο που κληρονόμησε απ’ όλα αυτά τον δημιουργικό του χαρακτήρα.

Κάτω από τη φαινομενική νωχέλεια του ονείρου ξυπνά μια συνείδηση που το καθημερινό σφυροκόπημα της εργασίας αποκλείει από την κερδοσκοπική πραγματικότητά του. Δεν έχει καθόλου να κάνει με κάποιο είδος ανιμισμού, θρησκευτική ανοησία όπου το πνεύμα επιχειρεί να οικειοποιηθεί τα γήινα στοιχεία λες και δεν είναι αυτάρκη. Απορρέει απλώς από την ενέργεια τη οποία επανοικειοποιείται το σώμα που αναπαύεται.

Για να προσεγγίσει η τεμπελιά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της, δεν αρκεί να αρνείται την πανταχού παρούσα επιθυμία για εργασία, χρειάζεται να υπάρχει καθ’ εαυτή και δι’ εαυτή. Πρέπει το σώμα, του οποίου αποτελεί ένα απ’ τα προνόμια, να επανακατακτηθεί σαν πεδίο των επιθυμιών, με τον τρόπο που το αντιλαμβάνονται οι ερωτευμένοι τη στιγμή που κάνουν έρωτα.

Τόπος και χρόνος των επιθυμιών, να τι διεκδικεί να είναι αυτή η τεμπελιά, σύμφωνα με τις επιταγές της καρδιάς, τόσο αντίθετης με την τεμπελιά της καρδιάς, στην οποία προσπαθεί να την περιορίσει το συνηθισμένο κοινωνικό παζάρι. Η γλυκύτητα του λιβαδιού, η γαλήνη του κρεβατιού βρίθουν από ένα πλήθος επιθυμιών που αποσκοπούν στην ευτυχία και που οι καταναγκασμοί τις απωθούσαν, τις σακάτευαν, τις αποδεκάτιζαν και τις μεταμφίεζαν με θανατηφόρα νοήματα.

Η γη της επαγγελίας αποκτά ένα σκοπό στην πρόταση: όλα είναι στη διάθεση εκείνου που μαθαίνει να επιθυμεί αέναα. Το «κάνε ό,τι επιθυμείς» είναι ένα λεπτό λουλούδι που δεν ζητά παρά να μεγαλώσει και να ομορφύνει. Η βαναυσότητα των ανυπόφορων συνθηκών που ωστόσο ανεχόμαστε, μας προστάζει να το παραμελήσουμε, λες και επείγει να μην είμαστε ο εαυτός μας, να μην ανήκουμε ποτέ στον εαυτό μας.

Η τεμπελιά είναι απόλαυση του εαυτού μας ή δεν είναι τίποτα
Μην ελπίζετε να σας παραχωρηθεί από τα αφεντικά σας ή από τους θεούς τους. Την προσεγγίζουμε, όπως το παιδί, μέσω μιας φυσικής τάσης να αναζητούμε την απόλαυση και να παρακάμπτουμε ό,τι της εναντιώνεται. Πρόκειται για κάτι απλό που η ώριμη ηλικία διαπρέπει στο να το περιπλέκει. Να τελειώνουμε λοιπόν με τη σύγχυση που ταυτίζει την τεμπελιά του σώματος με την πνευματική μαλάκυνση που ονομάζεται νωθρότητα του πνεύματος -λες και το πνεύμα δεν είναι η αλλοτριωμένη μορφή της συνείδησης του σώματος.

Η κατανόηση του εαυτού μας που απαιτεί η τεμπελιά, δεν είναι άλλη από την κατανόηση των επιθυμιών τις οποίες έχει ανάγκη ο μικρόκοσμος του σώματος για να απελευθερωθεί από την εργασία που το εμποδίζει εδώ και αιώνες. Γιατί, μέσα στο πλήθος των ευχών και των επιθυμιών που κατακλύζουν τον τεμπέλη, ο οποίος αποφάσισε επιτέλους να μην ανήκει παρά στον εαυτό του, δεν μπορεί να παρεισφρήσει τίποτα! Τόση είναι η δύναμη των επιθυμιών όταν ξαναβρεθούν, για να το πούμε έτσι, σε μια ελεύθερη κατάσταση, ώστε κυριεύονται από την αυταπάτη ότι μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο προς όφελός τους και άμεσα. Η παλιά μαγεία στοιχειώνει, πολύ περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε, τις πτυχές της συνείδησης.

«Υπάρχει η μακραίωνη πίστη», γράφει ο Κάμπελ Μπόνερ, «ότι ένα άτομο, που έχει διδαχθεί τη διαδικασία προσέγγισης, μπορεί να θέσει σε κίνηση μυστηριώδεις δυνάμεις, ικανές να επηρεάσουν τη θέληση κάποιου άλλου και να υποτάξουν τα συναισθήματά του στις επιθυμίες του τελετουργού. Αυτές οι δυνάμεις μπορούν να ενεργοποιηθούν με λόγια, συγκεκριμένα τελετουργικά και αντικείμενα που διαθέτουν κάποια θεωρούμενη μαγική δύναμη». Και ο Γιάκομπ Μπέμε[4], παρατηρεί ακόμα πιο εύστοχα: «Η μαγεία είναι η μητέρα του όντος, όλων των όντων, αφού δημιουργείται από μόνη της και ενυπάρχει στην επιθυμία. Η πραγματική μαγεία δεν είναι ένα ον, είναι η επιθυμία, το πνεύμα του όντος». (Erklarung von seeks Punkteri).

Ο 18ος αιώνας διατήρησε κάποια ίχνη αυτής της «τεμπελιάς που κινεί ανεμόμυλους», την οποία αναφέρει ο Ζωρζ Σεχαντέ. Μια αίρεση υποστηρίζει πράγματι: «Δεν πρέπει να δουλεύουμε ποτέ με τα χέρια, αλλά να προσευχόμαστε συνεχώς και, αν οι άνθρωποι προσεύχονται μ’ αυτό τον τρόπο, η γη θα αποδώσει χωρίς καλλιέργεια, πολύ περισσότερους καρπούς απ’ ό,τι αν είχε καλλιεργηθεί». (Το αναφέρει ο Η. Grundmann στο Religiose Bewegungen in Mittelalter, εκδ. Hildesheim, 1961).

Για το ότι το εγχείρημα αυτό δεν άφησε στην ιστορία κάποια απτή απόδειξη της αποτελεσματικότητάς του, ευθύνεται πολύ λιγότερο η αναρμοδιότητα του Θεού προς τον οποίο απευθύνονταν οι προσευχές ή ίσως και κάποιος λανθασμένος τρόπος προσέγγισης απ’ ότι η ίδια η προσφυγή στην προσευχή, αφού το να εξαρτάσαι από κάποιον άλλο για να επιτύχεις την τόσο διακαώς επιθυμητή ανεξαρτησία, έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την θέλησή σου και εκπληρώνει λίγες από τις επιθυμίες σου.

Το σύμπαν των επιθυμιών είναι γεμάτο από παγίδες αυτού του είδους. Υπεισέρχονται πολλοί καταναγκασμοί, απαγορεύσεις, απωθήσεις, αυτοματισμοί έτσι ώστε να απαιτείται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εγρήγορση. Γνωρίζουμε τον ινδιάνικο διδακτικό μύθο. Ένας άνθρωπος είχε ξαπλώσει στη σκιά ενός δέντρου φημισμένου για τη μαγική του δύναμη. Καθώς το έδαφος του φάνηκε κάπως σκληρό, ευχήθηκε να ξαπλώσει πιο αναπαυτικά, και ξαφνικά εμφανίστηκε ένα πολυτελές κρεβάτι.

Στη συνέχεια του ήρθε η επιθυμία ενός πλούσιου γεύματος και τότε εμφανίστηκε ένα τραπέζι, στολισμένο με τα πιο διαλεκτά πιάτα. «Η ευτυχία μου θα ολοκληρωνόταν, σκέφτηκε, αν είχα στο πλάι μου μια κοπέλα χαριτωμένη και έτοιμη να ικανοποιήσει τις επιθυμίες μου». Η κοπέλα εμφανίστηκε αμέσως και ανταποκρίθηκε στον έρωτά του. Καθώς όμως δεν ήταν συνηθισμένος σε μια τόσο μεγάλη ευτυχία, δεν μπόρεσε να αποφύγει έναν αδικαιολόγητο φόβο. Φοβούμενος ότι θα χάσει μέσα σε μια στιγμή μια τόσο τέλεια τύχη, φαντάστηκε ότι μια τίγρη όρμησε από το δάσος. Η τίγρη εμφανίστηκε και του έσπασε το σβέρκο.

Μια επιθυμία μπορεί να κρύβει μιαν άλλη, ακριβώς αντίθετη.
Στην τεμπελιά μένει να μάθει ότι δεν πρέπει να φοβάται τίποτα και, κυρίως, την ίδια.
Χρειάζονται μεγάλες προσπάθειες για να είναι κανείς ανεπιφύλακτα ο εαυτός του.

Δεν είναι ότι απαιτούνται ιδιαίτεροι χειρισμοί, όμως και τα πιο απλά πράγματα δεν φανερώνονται εύκολα στα ταραγμένα μυαλά. Η παιδικότητα της τέχνης δεν κατακτιέται παρά μέσω της τέχνης του να ξαναγίνεις παιδί. Ο εκφυλισμός έχει κάνει μεγάλες προόδους, δήλωνε ένας τεμπέλης, απολαμβάνοντας το τραγούδι του Μπρυάν «Le lezard» και τον αθάνατο στίχο του «Δεν μπορώ να εργαστώ, ποτέ δεν έμαθα». Προσέχετε: μας έχουν τόσο καλά προδιαθέσει να εργαστούμε, ώστε το να μην κάνεις τίποτα απαιτεί σήμερα κάποια εκπαίδευση.

Τη στιγμή της αυξανόμενης ανεργίας, το να διδάσκεις την τεμπελιά θα ήταν γοητευτικό, αν δεν εναπόκειτο στον καθένα να καλλιεργήσει, χωρίς τη βοήθεια των άλλων, μια τόσο λεπτή, ξεχωριστή και προσωπική επιστήμη. Κανείς δεν μπορεί να διασφαλίσει την ευτυχία του (και ακόμα ευκολότερα την κακοτυχία του) παρά μόνον ο ίδιος. Ισχύει για τις επιθυμίες ό,τι ισχύει και για την materia prima[5] από την οποία ο αλχημιστής προσπαθεί να εξάγει τη φιλοσοφική λίθο. Αποτελούν μια αξία αυθύπαρκτη και δεν μπορούμε να εξάγουμε απ’ αυτές παρά μόνον εκείνο που βρίσκεται μέσα τους. Αντιθέτως, το σημαντικό είναι η εκλέπτυνση.

Η τεμπελιά στην ακατέργαστη μορφή της είναι σαν ένα καρύδι που το τρώμε χωρίς να βγάλουμε το τσόφλι. Την επιθυμούμε αμόλυντη από τις συνηθισμένες διαστροφές της εργασίας, την ενοχή, την εκτόνωση και τη δουλικότητα, για να τη γευθούμε σε όλο της το μεγαλείο. Να την επαναφέρουμε στη φυσική της κίνηση που θα την κάνει αυτό που είναι πραγματικά, δηλαδή, μια στιγμή της απόλαυσης του εαυτού και, εν ολίγοις, μια δημιουργία.

Ο εθισμός στις ανέσεις που προσφέρει η εργασία, περισσότερο σκιασμένες παρά υπογραμμισμένες από το εφήμερο και που γρήγορα μας τις κλέβουν, μας έχει στερήσει από την εμπειρία της προσπάθειας και της εκλέπτυνσης. Οι απολαύσεις, σε ό,τι αυθεντικό διαθέτουν, δεν είναι ούτε καρπός ενός καπρίτσιου της τύχης ή του Θεού, ούτε η ανταμοιβή μιας εξουθενωτικής εργασίας. Προσφέρονται ανάλογα με το πώς τις παίρνουμε. Η χαρά με την οποία μας γεμίζουν είναι η χαρά με την οποία τις προσεγγίζουμε.

Ίσως εκεί να βρίσκεται το Μεγάλο Έργο το οποίο αναζητούσε καθημερινά με πάθος και υπομονή ο αλχημιστής: η επιμονή της επιθυμίας να αποτινάζει ό,τι τη διαφθείρει, να εκλεπτύνεται ασταμάτητα μέχρι να πετύχει αυτή τη χάρη που μετατρέπει σε χρυσό τον μόλυβδο της μιζέριας, του θανάτου και της πλήξης. Όταν η τεμπελιά δεν θα τρέφει παρά την επιθυμία να ικανοποιεί τον εαυτό της, θα περάσουμε σε έναν πολιτισμό όπου ο άνθρωπος δεν θα είναι το προϊόν μιας εργασίας που παράγει το απάνθρωπο.
--------------------
[1] Le sous-prefet aux champs: διήγημα του A. Daudet (1840-1897), από το βιβλίο του Les lettres de mon moulin, εμπνευσμένο από τη ζωή στη γενέτειρά του.
[2] Οι Χιβάρος και οι Νταγιάκι ήταν άγριες φυλές του Περού και του Βόρνεο αντίστοιχα. Οι Χιβάρος παρέμειναν ανεξάρτητοι για αιώνες. Αντιστάθηκαν στις επιθέσεις των Ίνκας αλλά και στον εκχριστιανισμό τους από τους Ισπανούς μισθοφόρους κατά τον 16ο αιώνα. Ικανότατοι πολεμιστές αλλά και γεωργοί. Οι Νταγιάια ήταν κυνηγοί κεφαλών. Έφτιαχναν όπλα και ρούχα. Οι Τρομπριανοί ήταν φιλειρηνικοί κάτοικοι των νησιών Τρόμπριαν της Μελανησίας (με τη ζωή των τελευταίων έχουν ασχοληθεί ο Μαλινόφσκι, ο Μως και Βίλχελμ Ράιχ, υπό το πρίσμα της αντίστοιχης ειδικότητάς τους).
[3] Με την έννοια της ευλαβούς παρατήρησης, από το λατινικό religio απ’ όπου προήλθε η αγγλική και γαλλική λέξη religion (θρησκεία).
[4] Boehme JaKob (1575-1624): Γερμανός θεοσοφιστής και μυστικιστής, μελετητής της Βίβλου Kat του Παράκελσου.
[5] Πρώτη Ύλη ή Αρχέγονη Ουσία των αλχημιστών.

Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών του ηλιακού μας συστήματος, ο Κρόνος, επιβεβαιώνει τον… μύθο του

Όπως φαίνεται, ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών του ηλιακού μας συστήματος, ο Κρόνος, επιβεβαιώνει τον… μύθο του.

Όπως ο Κρόνος έτρωγε τα παιδιά του έτσι και ο πλανήτης που φέρει το όνομά του φαίνεται ότι «τρώει» έναν από τους δορυφόρους του.

Νέες παρατηρήσεις δείχνουν ότι ο Κρόνος ρουφάει την ύλη που εκτοξεύουν στο Διάστημα οι δεκάδες πίδακες του Εγκέλαδου, του μικρού παγωμένου δορυφόρου του.

Μέλη της αποστολής του διαστημικού σκάφους Cassini που από το 2004 εξερευνά το σύστημα του Κρόνου σε συνεργασία με επιστήμονες αμερικανικών πανεπιστημίων διαπίστωσαν ότι τα γιγάντια δαχτυλίδια του Κρόνου τραβούν πάνω τους την ύλη που εκτοξεύουν τα γκέιζερ του Εγκέλαδου.

Το Cassini κατέγραψε μια σειρά εικόνων στις οποίες εντοπίστηκε το εντυπωσιακό φαινόμενο.
Σχετική εικόνα
Αριστερά, εικόνα που κατέγραψε το Cassini στην οποία φαίνεται ότι ύλη που εκτοξεύουν οι πίδακες του Εγκέλαδου κατευθύνεται προς τον Κρόνο. Δεξιά, εικόνα από τις προσομοιώσεις του φαινομένου στις οποίες αποτυπώθηκε με ακρίβεια η κίνηση της ύλης από τον Εγκέλαδο προς τον Κρόνο

Οι πίδακες και ο ωκεανός
Το Cassini ανακάλυψε πριν από λίγα χρόνια ότι από το νότιο ημισφαίριο του δορυφόρου πίδακες υλικού ξεπηδούσαν με ορμή στο Διάστημα. Εκτοτε το Cassini συνέχισε να κάνει τακτικές επισκέψεις στον Εγκέλαδο αποκαλύπτοντας την παρουσία γκέιζερ που λειτουργούν με τρόπο παρόμοιο με τα γκέιζερ της Γης.

Οι επιστήμονες της αποστολής του Cassini συγκέντρωσαν και ανέλυσαν όλα τα δεδομένα που έχει συλλέξει όλα αυτά τα χρόνια από τον Εγκέλαδο το Cassini. Εντόπισαν την ύπαρξη 101 γκέιζερ στο νότιο ημισφαίριο του δορυφόρου τα οποία και χαρτογράφησαν.

Η ανακάλυψη των γκέιζερ ήταν πολύ σημαντική αφού εκτός των άλλων ενίσχυσε τα μέγιστα τις υποψίες που είχαν πολλοί επιστήμονες ότι βαθιά στο υπέδαφος του Εγκέλαδου υπάρχει νερό σε υγρή μορφή και πιθανώς να υπάρχει μια μεγάλη υπόγεια θάλασσα. Το νερό, όπως φαίνεται, έχει βρει κάποιον τρόπο να ανεβαίνει στην επιφάνεια και να εκτοξεύεται στο Διάστημα μέσα από τα γκέιζερ.

Η παρουσία του νερού σε υγρή μορφή στον Εγκέλαδο έχει εξάψει το ενδιαφέρον των επιστημόνων για την πιθανότητα ύπαρξης ζωής εκεί. Για αυτό και έχει προταθεί η οργάνωση μιας αποστολής στον Εγκέλαδο με στόχο την αναζήτηση ζωής.

Βακτήρια ανθεκτικά στα αντιβιοτικά: Το βίντεο που δείχνει τη μετάλλαξη των βακτηρίων και προβληματίζει την ιατρική κοινότητα

Αποτέλεσμα εικόναςΕρευνητές πραγματοποίησαν ένα πείραμα στο οποίο μαγνητοσκόπησαν την ανάπτυξη και μετάλλαξη βακτηρίων που μέσα σε λίγες εβδομάδες έγιναν χίλιες φορές πιο ανθεκτικά σε αντιβιοτικά φάρμακα.

Στο βίντεο φαίνονται τα βακτήρια με λευκό χρώμα (μέσα σε ένα μεγάλο αποστειρωμένο πεδίο) μέσα σε ένα μαύρο υπόβαθρο με κάποιες κάθετες λωρίδες από αντιβιοτικά. Αυτές οι κάθετες λωρίδες είναι διαδοχικά υψηλότερες δόσεις του αντιβιοτικού.

Τα βακτήρια φαίνεται ότι ανακόπτουν για λίγο την ανάπτυξή τους, όταν φτάνουν στην πρώτη λωρίδα αντιβιοτικού, δημιουργώντας “ευδιάκριτα σύνορα” μεταξύ του λευκού (των βακτηρίων) και του μαύρου (του αποστειρωμένου πεδίου αντιβιοτικών). Στη συνέχεια, όμως, αρχίζουν να ξεπερνούν το πρώτο εμπόδιο και να εισχωρούν βαθύτερα. Αρχίζουν να εμφανίζονται περισσότερες λευκές κουκκίδες που αναπτύσσονται ξεχωριστά και, σταδιακά, τα βακτήρια καταλαμβάνουν ολόκληρο το μαύρο πεδίο, ακόμα και στην λωρίδα με την πιο ισχυρή δόση αντιβιοτικών.

Με λίγα λόγια, αυτή είναι η πρώτη φορά στην ιστορία, που καταγράφεται σε βίντεο η ικανότητα των βακτηρίων να εξελίσσονται. Μετά από σχεδόν δύο εβδομάδες σε πραγματικό χρόνο, τα βακτήρια είχαν ξεπεράσει την αντίσταση του αντιβιοτικού, το οποίο είχε σχεδιαστεί ως 1.000 φορές πιο ισχυρό από την πρώτη λωρίδα. Αυτό σημαίνει ότι μέσα σε δύο εβδομάδες τα βακτήρια έγιναν 1.000 φορές πιο ανθεκτικά στο αντιβιοτικό!

Είναι γνωστό στην παγκόσμια ιατρική κοινότητα ότι τα βακτήρια γίνονται ολοένα και πιο ανθεκτικά στα αντιβιοτικά και πλέον έχουμε την καταγραφή των πρώτων “σούπερ-βακτηρίων”. Αυτό το φαινόμενο έχει προκληθεί από την υπερβολική και αδιάκριτη χρήση των αντιβιοτικών από πλευράς των ανθρώπων. Κάθε χρόνο, μόνο στις ΗΠΑ, 23.000 άνθρωποι πεθαίνουν ως αποτέλεσμα των λοιμώξεων από σούπερ-βακτήρια. Αλλά μέχρι και πριν από αυτό το πείραμα, οι επιστήμονες δεν είχαν ποτέ στο παρελθόν δει με τα μάτια τους το πώς εξελίσσεται ένα βακτήριο ώστε να γίνει τόσο πιο ανθεκτικό.



Για τους περισσότερους ανθρώπους, η εξέλιξη είναι απλά εννοιολογική, λέει η δρ Tami Lieberman, εξελικτική μικροβιολόγος στο διαβόητο πανεπιστήμιο MIT. Η ίδια και ο δρ Roy Kishony από την Ιατρική Σχολή του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, πραγματοποίησαν το εν λόγω πείραμα με στόχο “να δουν με τα μάτια τους την εξέλιξη των βακτηρίων”.

Το είδος βακτηρίων που χρησιμοποίησαν ήταν το γνωστό E. Coli. Βάσει αρχικού σχεδιασμού του πειράματος, βάζοντας το βακτήριο να αναπτυχθεί σε λωρίδες με ολοένα και πιο ισχυρό αντιβιοτικό, οι ερευνητές θα μπορούσαν να δείξουν την μετάλλαξη του βακτηρίου κατά μήκος του πεδίου. Αλλά, τελικά, είδαν μια άλλη επίδραση, που δεν την περίμεναν: Τα πιο ανθεκτικά βακτήρια εμπόδιζαν την ανάπτυξη των πιο αδύναμων βακτηρίων, με αποτέλεσμα στο σύνολό της η αποικία να γίνεται ολοένα και πιο ανθεκτική στα αντιβιοτικά!

Δε μένουμε όπου δε μας θέλουν

Δεν υπάρχει νομίζω άνθρωπος που να μη θέλει να ζει και να χαίρεται μέσα σε καλές σχέσεις.

Σχέσεις οικογενειακές, φιλίες, ερωτικούς δεσμούς, συνεργασίες, συνοδοιπορίες και όλων των ειδών τα πάρε δώσε. Δεν αρκεί όμως να οδηγείς εσύ προσεχτικά και σωστά το αμάξι σου για να φτάσεις στον προορισμό σου, πρέπει να μη σου έρθει ο άλλος κόντρα καταπάνω σου από την απέναντι λωρίδα του δρόμου.
 
Κάποιοι στο πίσω μέρος του κεφαλιού σκέφτονται: Καλύτερα χωρίς σχέση παρά με κακή σχέση. Και άλλοι σκέφτονται: Καλύτερα σε κακή σχέση παρά χωρίς σχέση…
 
Υπάρχει όμως μια ακλόνητη, ισχυρή αντίσταση της ψυχοπνευματικής ισορροπίας σε ό,τι αποφασίζουμε για τη ζωή μας: η μοναξιά αρνείται σθεναρά να γιατρευτεί μέσα σε κακές σχέσεις. Αντιθέτως αυξάνεται, αρρωσταίνει χειρότερα. Επιπλέον σβήνει η ελπίδα τού «ίσως αύριο»… Είσαι εγκλωβισμένος και αισθάνεσαι παράλυτος.
 
Σχέση δίχως επικοινωνία είναι η πιο σκληρή φυλακή. Οδηγεί και σε κάτι παραπέρα, άσχημο, στενάχωρο και αγχογόνο: Σε υποβιβάζει στα ίδια τα μάτια σου, λιγοστεύει και εξαφανίζει με τον καιρό την αυτοεκτίμηση. Δίχως αυτοεκτίμηση, δεν έχεις αυτοπεποίθηση, και δίχως αυτοπεποίθηση καταντάς όλο και περισσότερο σκλάβος. Οι άλλοι, χρησιμοποιούν τους σκλάβους τους, βολεύονται ευχαρίστως, αλλά δεν τους σέβονται, δεν τους εκτιμούν, οι βολικοί δούλοι τούς εκνευρίζουν.
 
Τα παιδιά μας, ζώντας και μεγαλώνοντας μέσα σε τέτοια ασθενική, νοσηρή, δήθεν υπερευαίσθητη ατμόσφαιρα, μας θυμώνουν που δεν τους χαρίζουμε σθένος και τονωτικό παράδειγμα. Η δεδομένη ανασφάλεια τέτοιων γονεϊκών συμπεριφορών τούς μεταγγίζει ανασφάλεια για τις δικές τους περιπέτειες στο μέλλον. Τα παιδιά ζητούν από τους γονείς τους να τα στηρίζουν και να τα ξεφοβίζουν, να τα εμπνέουν στο σημαντικό. Να καλλιεργούν όραμα που κάνει τη ζωή και τον αγώνα να αξίζει, να ενθουσιάζει.

Για τούτο και τα μικρά παιδιά εξελίσσονται σε έφηβους τόσο αυστηρούς με τους γονείς τους, σκληρούς, επικριτικούς, απόλυτους και οργισμένους.

Κακά τα ψέματα! Οι αγάπες αξιώνουν θαυμασμό. Και όταν λέμε θαυμασμό, δεν εννοούμε κοινωνικές επιτυχίες ή καθαυτό πλούτη, αλλά το δέος που μας προξενούν οι ελεύθερες ψυχές, οι τονωτικές, οι έντιμες.
 
Ο έντιμος ούτε εξαγοράζει ούτε εξαγοράζεται, δεν κολακεύεται ούτε κολακεύει. Έχει λεβεντιά. Είναι ευαίσθητος απέναντι στο ερώτημα: «Με θέλουν εδώ ή δε με θέλουν;»
 
Κανείς να μη μένει εκεί όπου δεν τον θέλουν. Είναι μεγάλο ρεζιλίκι να κάνεις ότι δεν το καταλαβαίνεις, να λες πως ψιχαλίζει όταν σε φτύνουν. Ούτε σε έρωτες, ούτε σε γάμους, ούτε καν κοντά στα παιδιά του δεν επιτρέπεται να μένει κανείς όταν δεν είναι ευπρόσδεκτος. Μόνο αν φύγει θα έχει ελπίδα να τον ξαναπροσεγγίσουν, να τον καλέσουν να επιστρέψει, αν θέλει βέβαια ως τότε πάλι κι ο ίδιος.

Οι αποστάσεις σώζουν την υγεία και τη σχέση, επανεξετάζεις καταστάσεις και μετανοείς, διορθώνεσαι και ξεσκαρτάρεις. Με τέτοια εσωτερική έμπρακτη εργασία απομένει ατόφιο το αληθινό και πετιέται στα σκουπίδια το ψεύτικο. Αν μια σχέση είναι ψεύτικη, ας πεταχτεί, είναι λύτρωση! Αν είναι αληθινή, θα μάθει να διαχειρίζεται υγιώς την κατάστασή της. Ο καθαρός αέρας της απόστασης είναι διαυγής, αναζωογονητικός και διαφωτιστικός. Είναι ανοησία να φοβόμαστε να ξεκολλήσουμε από όποιον λέμε πως αγαπάμε. Τον πρώτο καιρό που αποχωριζόμαστε μια κίβδηλη σχέση ή μια κίβδηλη συμπεριφορά, ο εθισμός της ανάγκης μάς κάνει να υποφέρουμε, θέλουν χρόνο όλων των ειδών και ποιοτήτων οι αποτοξινώσεις. Έπειτα όμως από ένα διάστημα, μόνο μια αλήθεια από εκείνη την κατάσταση επιζεί, οι ψευδοανάγκες και τα ψευδοαισθήματα εξανεμίζονται. Συχνά τότε αναρωτιέσαι: Μα γιατί άργησα τόσο να λυτρωθώ; Γιατί φοβόμουν να απομακρυνθώ από τη σκλαβιά μου; Όταν δε φαίνεσαι σε βλέπουν καλύτερα, και όταν σιωπάς ακούγεσαι.
 
Η απόσταση που απαιτείται να πάρεις δε σημαίνει απουσία αγάπης, ούτε διακοπή σχέσης, αντιθέτως. Όσοι όντως αγαπούν είναι πολύ ευαίσθητοι στο να μη φορτώνονται, να μην πιέζουν, να μην ενοχλούν τους αγαπημένους. Η ανθρωπιά σου και η ποιότητά σου εξαρτώνται εν πολλοίς από το τι κάνεις με τη μοναξιά σου. Πώς τη ζεις, πώς τη διαχειρίζεσαι. Όταν δηλαδή χρειαστεί να την ακολουθήσεις, όταν, μένοντας μόνος, διασώζεις τον αυτοσεβασμό σου.
 
Η σχέση σου με τη μοναξιά καθορίζει την ποιότητα των σχέσεων με τους άλλους. Εννοούμε με άλλους με τους οποίους δε «σκοτώνεις την ώρα σου», αλλά «ζεις την ώρα σου». Δεν περνάς τον καιρό σου, αλλά τον γεμίζεις.
 
Η ώρα μου! Ο καιρός μου! Τι ωραίες λέξεις, τι νόημα!
 
Τελικά κακώς ονομάζουμε μοναξιά τη μοναξιά. Έτσι όπως το λέμε, η μοναξιά μοιάζει με εσωτερική ερήμωση, με την ανυδρία τού έσω μη κόσμου, με το κενό. Με το αδειανό μη σύμπαν και την άπνοια της πλήξης και της ανίας. Δεν είναι όμως! Είναι απαραίτητο να διαχωρίζουμε μοναξιά από ερήμωση.
 
Η πρώτη είναι η αναγκαία προϋπόθεση κάθε αυτογνωσίας, κάθε γνώσης, κάθε ανεξαρτησίας, κάθε ωρίμανσης, και εξέλιξης, και ενδυνάμωσης, κάθε κοινωνίας. Μοναξιά είναι το σημείο συνάντησης με τον χαρακτήρα μας και με το θείο. Ο τόπος του ραντεβού μας. Όλοι αξίζουμε τη μοναξιά, αξίζει να μένουν και μόνοι, διότι εκεί πιέζει και παίρνει φόρα η φτέρνα του δρομέα. Μόνοι λοιπόν, για ένα διάστημα, κάποιες ώρες της μέρας, αναγκαστικά της νύχτας, κάποιες μεγάλες εποχές της ζωής, κάποιες ζωές. Εκεί εκκολάπτεται η μάθηση, η αφομοίωση, ο απολογισμός και ο σχεδιασμός, η ενίσχυση.

Τι πιο μεθυστικό από την πιθανότητα;

Η ψυχή μου έχει χάσει το πάθος της πιθανότητας. Αν ευχόμουν για κάτι, δεν θα ευχόμουν για πλούτη και εξουσία, αλλά για το ζωηρό εκείνο βλέμμα που διακρίνει παντού την πιθανότητα. Η απόλαυση απογοητεύει, η πιθανότητα ποτέ. Τι πιο δροσερό, πιο ευωδιαστό, πιο μεθυστικό από την πιθανότητα;». Το απόσπασμα του Σέρεν Κίρκεγκορ από το βιβλίο «Το κεντρί της ύπαρξης: επιλογή από το έργο του» (εκδ. Κέδρος) αλίευσα από το, απολαυστικό αναγνωστικά, πρόγραμμα της παράστασης «Αγριόπαπια» του Ιψεν.

Αυτή η περίπλοκη και αινιγματική σπουδή της ανθρώπινης κατάστασης, σκηνοθετημένη με ακρίβεια, τόλμη, μεστή ανανεωτική ματιά και εις βάθος προσέγγιση του κειμένου, ανοίγει μια βεντάλια πιθανοτήτων που συγγενεύουν εξίσου με τη ζωή και τον θάνατο. Ο,τι επιλέγουν οι βασανισμένοι από τις «επιταγές του ιδεώδους» ήρωες δεν είναι δωρεάν. Πάσχουν και πασχίζουν να απαλλαγούν από πάθη και εμμονές (κυρίως το δεύτερο), υποφέρουν χωρίς να θριαμβεύουν, υπομένουν χωρίς να μπορούν να μετατρέψουν την απελπισία σε ωφέλεια. Οι πρωταγωνιστές της «Αγριόπαπιας», όπως διαπιστώνουμε σιγά σιγά, έχουν χάσει «το πάθος της πιθανότητας». Καθηλωμένοι σε ένα βάλτο περιστάσεων, αφήνονται στη δύναμη της περιδίνησης.

Σκέφτηκα, να αντιγράψω μια σκέψη του Κίρκεγκορ. Τη διάβασα αρκετές φορές πριν αποφασίσω αν θα τη συστήσω ως αισιόδοξη ή απαισιόδοξη πρόταση ή πρόβλεψη. Εξαρτάται μάλλον από τον τρόπο που αντιμετωπίζει κανείς τους ανθρώπους, τους θεσμούς, τη δυνατότητα επιλογών, από το αν μάχεται τον δογματισμό και την αυθεντία, από το σύστημα προσέγγισης και κατανόησης της πραγματικότητας στο οποίο προσχωρεί. Από τον τρόπο που αντιλαμβάνεται έννοιες όπως «δοκιμασία» και «ελπίδα». Παρούσες και επικαιροποιημένες, διαρκώς.

Παραθέτω το απόσπασμα:

«Οι άνθρωποι παραπονιούνται ότι η ζωή είναι άχαρη και θλιβερή – όμως στην παραπάνω φράση πιστεύω πως υπάρχει αιώνια χαρά! Παραπονιούνται πως η ζωή είναι μονότονη και άνοστη – όμως σε μια τέτοια σκέψη υπάρχει αιώνια ένταση! Οταν υποφέρεις, προσπάθησε να ακούσεις! Λένε ότι ο κόσμος, το περιβάλλον, οι συναναστροφές εμποδίζουν κάποιον στο δρόμο προς την ευτυχία. Στην ουσία ο ίδιος ο άνθρωπος εμποδίζει το δρόμο. Είναι τόσο προσκολλημένος σε όλα αυτά, που δεν μπορεί να αποσπάσει τον εαυτό του για να ανανεωθεί και να αντλήσει ελπίδα. Είναι διαρκώς στραμμένος προς τα έξω αντί να είναι στραμμένος προς τα μέσα. Διατηρεί επικοινωνία με τον εχθρό μέσα από… την ελπίδα της ανωριμότητας.

«Η δοκιμασία στερεί αυτή την ελπίδα. Η δοκιμασία σού στερεί αυτά που θες να ξαναζήσεις, ακόμη κι αν η διβουλία δεν σε έχει εγκαταλείψει. Κι εσύ πρέπει να ελπίζεις πως, αν δεν τα καταφέρεις με την πρώτη, έχεις κι άλλες ευκαιρίες να επανορθώσεις για τις τόσες σου αποτυχίες… Ομως η δοκιμασία βαστά ακόμα, γιατί σκοπός της είναι να επαναφέρει την ελπίδα. Οχι να σου τη δώσει, αλλά να την επαναφέρει. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του κρυμμένη την ελπίδα του αιώνιου. Η δοκιμασία είναι αυτή που την επαναφέρει… Διδάσκει την αφύπνιση…».

Ο 21ος αιώνας δεν έχει σχέση με τον 19ο που έζησαν ο Κίρκεγκορ και ο Ιψεν. Ομως τα ανθρώπινα πάθη διασχίζουν μεταλλασσόμενα, ή και όχι, τον χρόνο. Οπως και η μελαγχολία ή η απαντοχή. Το πώς εγγράφονται και πώς αποκρυπτογραφούνται τα συναισθήματα εμπίπτει, εν πολλοίς, στη δικαιοδοσία της τέχνης.

 Ο επίλογος της «Aγριόπαπιας» γέρνει τη ζυγαριά στο τραγικό, κόβοντας απότομα το νήμα της ζωής και της ελπίδας. Αλλά το τέλος είναι ορατό, η αλληλουχία των πράξεων προετοιμάζει για το φινάλε.

Θα είχαμε κι άλλα να πούμε, για τα ζωτικά ψεύδη, τη μεσαία τάξη, τη διαδικασία της εξαπάτησης του εαυτού και των άλλων… Για την ανθρώπινη ευπιστία, την επιθυμία για «τύφλωση», την ανάγκη για μύθους. Για όσους εκμεταλλεύονται ταχυδακτυλουργικά τις αδυναμίες και τα πάθη, την άγνοια και τον παραλογισμό.

Το βασικότερο, μοιάζει να λέει –και– ο Ιψεν στην «Αγριόπαπια», είναι η σχέση με τον εαυτό. Κι αυτή είναι, ίσως, μια από τις μεγαλύτερες και πιο οδυνηρές δοκιμασίες.