Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

Αγάπησα ό,τι έκανα κι αυτή ήταν η ανταμοιβή μου

Η δομή ολόκληρης της ζωής μας είναι τέτοια, που έχουμε διδαχθεί ότι αν δεν είμαστε αναγνωρισμένοι, τότε είμαστε ένα τίποτα, ότι δεν αξίζουμε. Αυτό που κάνεις δεν έχει σημασία, αυτό που έχει σημασία είναι η αναγνώριση. Κι αυτό έχει φέρει τα πράγματα τα πάνω-κάτω. Αυτό που κάνεις, θα έπρεπε να είναι το σημαντικό, η ίδια η χαρά που σου δίνει. Δεν θα έπρεπε να κάνεις κάτι για την αναγνώριση, αλλά επειδή ευχαριστιέσαι το να είσαι δημιουργικός, επειδή αγαπάς αυτό καθαυτό το πράγμα που κάνεις.

Αυτός θα έπρεπε να είναι ο τρόπος για να βλέπεις τα πράγματα. Κάνεις κάτι επειδή το αγαπάς, όχι επειδή ζητάς αναγνώριση. Αν έρθει, δέξου την ήρεμα. Αν δεν έρθει, μην τη σκέφτεσαι. Η ικανοποίησή σου θα έπρεπε να βρίσκεται σε αυτό καθαυτό το πράγμα που κάνεις.

Ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, άνθρωπος με τρομερή ενόραση στην ανθρώπινη ψυχολογία, αρνήθηκε το βραβείο Νόμπελ. Είπε: “Αρκετή επιβράβευση πήρα όταν δημιουργούσα τη δουλειά μου. Ένα βραβείο Νόμπελ δεν μπορεί να προσθέσει τίποτα σ’ αυτήν. Αντίθετα, με τραβάει προς τα κάτω. Τα βραβεία είναι καλά για τους ερασιτέχνες, για εκείνους που αναζητούν αναγνώριση. Εγώ είμαι αρκετά γέρος κι έχω ευχαριστηθεί τη ζωή μου. Αγάπησα ό,τι έκανα κι αυτή ήταν η ανταμοιβή μου. Και δεν θέλω καμία άλλη ανταμοιβή, επειδή τίποτα δεν μπορεί να είναι καλύτερο από αυτό που έχω ήδη λάβει.” Και είχε δίκιο. Οι σωστοί άνθρωποι όμως είναι τόσο λίγοι στον κόσμο και ο κόσμος είναι τόσο γεμάτος με λάθος ανθρώπους, οι οποίοι ζουν μέσα σε παγίδες.

Πρώτα μάθε να ζεις μόνος σου και μετά βρες ένα σύντροφο. Τότε μόνο μπορείς να αγαπήσεις

Συνεχίζουμε να συμπληρώνουμε τα κενά της ύπαρξής μας από τον άλλο, το αντικείμενο της αγάπης. Και συνεχίζουμε να κοιτάζουμε στα μάτια τον άλλο, ψάχνοντας για το είδωλο μας. Έτσι, όταν ο εραστής ή ο αγαπημένος εξαφανιστεί, ξαφνικά δημιουργείται μια τρύπα.

Επειδή χάνεις τον καθρέφτη που μπορούσες να βλέπεις το είδωλό σου, χάνεις το πρόσωπό σου. Δεν ξέρεις τώρα ποιός είσαι γιατί ο καθρέφτης σου έδινε ένα σχήμα, σηματοδοτούσε τα όριά σου ότι αυτό είσαι εσύ και κρατούσε σε συνοχή αυτό το σχήμα.

Με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει κι εκείνη να νιώθει το ίδιο χαμένη, αφού λειτουργούσες κι εσύ σαν καθρέφτης του εγώ της. Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα όταν οι εραστές χωρίζουν. Είχαν επενδύσει τόσα πολλά ο ένας στον άλλον.

Γι’ αυτό το λόγο, πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να παραμένουν μαζί, έστω κι αν η αγάπη τους έχει χαθεί πολύ καιρό πριν. Δεν μπορούν να αντέξουν να χάσουν τον άλλον.

Οι σύζυγοι δένονται μεταξύ τους, ξέροντας καλά, ότι παραμένουν στο τίποτα. Δεν υπάρχει τίποτα για να τους κρατήσει μαζί. Η αγάπη έχει χαθεί καιρό τώρα ή ίσως να μην υπήρξε και ποτέ. Και το ξέρουν, το έχουν συνειδητοποιήσει και νιώθουν μίζερα γι’ αυτό, αλλά δεν μπορούν να κάνουν τίποτε.

Χίλιες δυο φορές έχουν σκεφτεί να χωρίσουν, αλλά η τελική ιδέα του χωρισμού, φέρνει φόβο, γιατί το προσωπικό τους είδωλο βρίσκεται στα χέρια του άλλου. Αν ο άλλος δεν βρίσκεται πια εκεί, δεν ξέρεις ποιός είσαι. Ξαφνικά χάνεις την ταυτότητά σου. Χάνεις την ψυχή σου, τον εαυτό σου. Ξαφνικά όλα αναστατώνονται και τότε αρχίζεις να ζεις με τη μοναξιά σου. Αυτή είναι η τρύπα. Αυτή τη φορά μην προσπαθήσεις να την κλείσεις. Άφησέ την να υπάρξει, μάθε όμως να ζεις μόνος σου. Δεν λέω να είσαι μόνος σε όλη σου τη ζωή. Πρώτα όμως μάθε να ζεις μόνος σου και μετά βρες ένα σύντροφο. Τότε η σχέση θα είναι σε ένα τελείως διαφορετικό επίπεδο. Δεν θα είναι καθρέφτης. Μπορείς να ζήσεις μόνος σου και τότε μόνο μπορείς να αγαπήσεις. Τότε η αγάπη δεν θα είναι πια μια νευρωτική ανάγκη. Δεν θα είναι πια κάτι από το οποίο θα εξαρτάται ο αυτοπροσδιορισμός σου.

Μπορεί να είσαι μόνος. Ξέρεις τώρα χωρίς την αγάπη σου ποιός είσαι. Τότε η αγάπη γίνεται συνμοιρασιά. Τότε επειδή έχεις, θέλεις να μοιραστείς. Τότε η αγάπη δεν είναι ανάγκη, αλλά πολυτέλεια. Και όταν η αγάπη είναι πολυτέλεια, είναι όμορφη.

Στην αρχή, όταν δυο άνθρωποι συναντιούνται, δεν υπάρχουν προσδοκίες, όλα είναι απροσδόκητα, όλα είναι καταπληκτικά. Σιγά – σιγά, έρχονται οι προσδοκίες στη σχέση και μαζί και η δυστυχία, επειδή οι προσδοκίες σας ποτέ δεν μπορούν να εκπληρωθούν. Όταν δεν εκπληρώνονται, αρχίζετε να θυμώνετε, να πολεμάτε και ο ένας να ρίχνει την ευθύνη στον άλλο. Τότε η όλη ιστορία καταντάει για γέλια. Αφήστε ο ένας τον άλλο με εντελώς καθαρό τρόπο. Ήταν ένα όνειρο που έχει περάσει. Απλώς τώρα μη δημιουργήσετε από το όνειρο κανέναν εφιάλτη.

Οδύσσεια: το ταξίδι της ψυχής

«Για αυτό ( ο άνθρωπος ) πρέπει να απογυμνωθεί από το σαρκίο το οποίο είναι περιβεβλημένος, όπως ο Οδυσσέας από τα κουρελιασμένα ρούχα του και να μην ενδύεται πλέον» Πρόκλος, Σχόλια στον Κρατύλο 155

Σχόλιο-ερμηνεία: O σκοπός της ψυχής είναι να απαλλαγεί από τους χιτώνες που έχει ενδυθεί για να μπορέσει να ενωθεί ξανά με την πηγή της που είναι το πνεύμα -Εν.

Ο Πρόκλος μας αποκαλύπτει πως η τυφλότης του Ομήρου είναι συμβολική, καθώς ο μύστης Όμηρος αλληγορεί ύψιστες θεολογικές και κοσμολογικές έννοιες... Γράφει χαρακτηριστικά ο Πρόκλος Σχόλια στην Πολιτεία 1.174.

Ο Ομηρος, αντίθετα, ακολουθώντας μιαν άλλη και τελειότερη, κατά την γνώμη μου, κατάσταση της ψυχής, απομακρυνόμενος από το κατ’ αίσθηση ωραίο και τοποθετώντας τη νόηση του πάνω από κάθε ορατή και φαινομενική αρμονία, υψώνοντας μάλιστα τον νου της ψυχής του προς την αόρατη και πραγματική υπαρκτή αρμονία και οδηγημένος στην αληθινή ωραιότητα, έχασε το φως του, όπως λένε εκείνοι που συνηθίζουν κάτι τέτοια μυθολογήματα… είναι πάντως ολοφάνερο ότι οι μυθοπλάστες δικαιολογημένα λένε ότι τυφλώθηκε εκείνος που αγαπά την θέαση τέτοιων πραγμάτων στον κόσμο, αυτός που από τα φανερά πράγματα και τις απεικονίσεις ανυψώθηκε προς την απόκρυφη για τις αισθήσεις μας θέαση. Αφού λοιπόν κάποιοι έκρυβαν μέσω των συμβόλων κάθε φορά την περί των όντων αλήθεια, έπρεπε και η παράδοση σχετικά με αυτούς να μεταδοθεί στους μεταγενεστέρους με τρόπο κυρίως συμβολικό.

Tί παθαίνει το σώμα όταν δεν υπάρχει έντονη ερωτική επαφή

Σχετική εικόναΗ ερωτική επαφή είναι σημαντική για το σώμα όπως αναφέρουν οι επιστήμονες!

Ο έρωτας είναι , επίσης, μια καλή μορφή άσκησης για την καρδιά σας, αφού αυξάνει τον καρδιακό σας ρυθμό, ενώ σας κρατάει δραστήριους και σας βοηθάει να καίτε θερμίδες.

Και αν αυτά δεν είναι αρκετά για να σας κάνουν να… πέσετε το κρεβάτι αμέσως, η σεξουαλική επαφή μπορεί, επίσης, να μειώσει την αρτηριακή σας πίεση, να σας ανακουφίσει από τους πονοκεφάλους και να μειώσει αισθητά τα συμπτώματα της κατάθλιψης.
Αν και κάποιοι άνθρωποι ευημερούν και είναι παραγωγικοί για μεγάλο μέρος της ζωής τους χωρίς να έχουν τακτική σεξουαλική επαφή, οι περισσότεροι είναι πιο επιρρεπείς σε ασθένειες που σχετίζονται με το άγχος και το στρες, λόγω της φυσιολογικής ανάγκης τους για σεξουαλική επαφή.

Σίγουρα, δεν είναι απαραίτητο να πάρετε κιλά ή να δείτε την αρτηριακή σας πίεση να ανεβαίνει μόνο και μόνο επειδή δεν κάνετε τακτικά έρωτα, αλλά ουσιαστικά “στερείτε” από το σώμα σας τα οφέλη που δεν παίρνει από αυτό.

Όταν κάνετε τακτικά έρωτα (και αυτό περιλαμβάνει το “καταπληκτικό”, το “απλά καλό”, ακόμα και το “έτσι κι έτσι” ) διατηρείτε την λίμπιντό σας υψηλά και αυτό έχει ευεργετικές επιδράσεις τόσο στο σώμα, όσο και στην ψυχολογία σας.

Μαθήματα από εξειδικευμένο Σεξοθεραπευτή (sex coach) είναι το πρώτο βήμα για την τέλεια απόλαυση!

Ο πιο σκοτεινός γαλαξίας του Σύμπαντος: 99,99% σκοτεινή ύλη

Ο γαλαξίας Dragonfly 44 έβαλε έναν τεράστιο γρίφο στους επιστήμονες: πώς γίνεται να έχει μάζα όση ο δικός μας γαλαξίας αλλά μόλις το 1% των άστρων του; Η απάντηση είναι ότι ο Dragonfly 44 μάλλον είναι ο πιο σκοτεινός γαλαξίας του γνωστού σε μας Σύμπαντος και αποτελείται κατά 99,99% από σκοτεινή ύλη!
 
Ο Dragonfly 44 βρίσκεται σε ένα γιγάντιο σμήνος γαλαξιών, το σμήνος του Κόμη (Coma). Ο Κόμης βρίσκεται σε απόσταση 320 εκατομμυρίων ετών φωτός από εμάς, περιλαμβάνει 47 γαλαξίες με ένα κοινό χαρακτηριστικό: είναι όλοι πολύ χαμηλής φωτεινότητας.
 
Ερευνητές με επικεφαλής τον Πιέτερ βαν Ντόκουμ του Πανεπιστημίου του Γέιλ μελέτησαν τον γαλαξία αυτόν και δημοσίευσαν τα συμπεράσματα της μελέτης τους  στην επιστημονική επιθεώρηση «Astrophysical Journal Letters». Η… σκοτεινή ανακάλυψη τους αναμένεται να προσφέρει νέα δεδομένα στην προσπάθεια των επιστημόνων να αποκρυπτογραφήσουν τους μηχανισμούς δημιουργίας των γαλαξιών.
 
Η σκοτεινή ύλη είναι ένα από τα… φαντάσματα της επιστήμης της αστρονομίας. Οι επιστήμονες δεν την έχουν δει ποτέ αλλά συμπεραίνουν την ύπαρξή της από έμμεσες παρατηρήσεις. Ωστόσο ελάχιστα είναι γνωστά για αυτήν. Ο όρος εισήχθη στην αστρονομία για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1930, σε μια προσπάθεια των επιστημόνων να συμπληρώσουν τα κενά που άφηναν οι παρατηρήσεις τους για την κίνηση των γαλαξιών, κενά που δεν μπορούσε να εξηγήσει η μάζα και η βαρύτητα ως μεγέθη.
 
Το τι είναι η σκοτεινή ύλη παραμένει ωστόσο άγνωστο μέχρι σήμερα, περίπου έναν αιώνα μετά. Κάποιες από τις ιδιότητές της είναι ότι δεν εκπέμπει, δεν ανακλά και δεν διαθλά την ακτινοβολία.
 
Πάντως το Σύμπαν μας υπολογίζεται ότι αποτελείται κατά 5% από τη γνωστή σε μας, ορατή ύλη, κατά 27% από τη σκοτεινή ύλη και το υπόλοιπο από την επίσης μυστηριώδη σκοτεινή ενέργεια.

Επιστήμονες της ανακάλυψαν για πρώτη φορά σε φυτά μηχανισμό άμυνας μιτοχονδρίων κυττάρων θηλαστικών

Τα μιτοχόνδρια είναι κυτταρικά οργανίδια που παίζουν κρίσιμο ρόλο στη διατήρηση της υγείας του κυττάρου ή ομοιόσταση. Ένας τρόπος με τον οποίο τα μιτοχόνδρια το κάνουν αυτό είναι με την συλλογή ενέργειας μέσω της οξειδωτικής φωσφορυλίωσης, κατά την οποία διάφορα ένζυμα στα μιτοχόνδρια απελευθερώνουν ενέργεια για να παράγουν το μόριο ATP, το «ενεργειακό νόμισμα» του κυττάρου που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε άλλες διεργασίες. Είναι για αυτό που τα μιτοχόνδρια συχνά περιγράφονται ως «ενεργειακά εργοστάσια» του κυττάρου.

Οι περισσότερες μιτοχονδριακές πρωτεΐνες είναι κωδικοποιημένες από το DNA στον πυρήνα του κυττάρου. Ωστόσο, τα μιτοχόνδρια περιέχουν επίσης λίγο από το δικό τους DNA, το οποίο επίσης κωδικοποιεί ορισμένες των πρωτεϊνών τους. Εξαιτίας αυτής της διπλής προέλευσης, τα μιτοχόνδρια είναι επιρρεπή σε πρωτεοτοξικό στρες: διάφοροι παράγοντες που προκαλούν βλάβη στην παραγωγή, το δίπλωμα και τη τρισδιάστατη δομή των μιτοχονδριακών πρωτεϊνών, επηρεάζοντας έτσι τη λειτουργία τους.

Τα μιτοχόνδρια διατηρούν την υγεία των πρωτεϊνών τους (ή πρωτεόσταση – προέρχεται από τους όρους πρωτεΐνη και ομοιόσταση) μέσω ενός σύνθετου δικτύου ελέγχου ποιότητας συνοδών πρωτεϊνών (σαπερόνες – εμπλέκονται στην αναδίπλωση των πρωτεϊνών) και ένζυμα πρωτεάσης (ή πρωτεϊνάσης – ιδιαίτερος τύπος πεπτιδάσης που είναι πρωτεολυτικό ένζυμο). Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η μιτοχονδριακή απόκριση σε μη-αναδιπλωμένη πρωτεΐνη (UPRmt), [ένας μηχανισμός] που περιγράφει μια σειρά γεγονότων διόρθωσης που πυροδοτείται όταν μια μιτοχονδριακή πρωτεΐνη δεν (ανα)διπλώνεται ή γίνεται με λάθος αναδίπλωση και οι σαπερόνες δεν μπορούν να τη διαχειριστούν.

Η UPRmt ουσιαστικά συγχρονίζει έναν αριθμό μιτοχονδριακών και πυρηνικών γεγονότων για να εξασφαλίσουν τη μιτοχονδριακή πρωτεόσταση και είναι γνωστό ότι παίζει βασικό ρόλο στο μεταβολισμό και την γήρανση στα κύτταρα θηλαστικών. Τώρα, ο Johan Auwerx με τον μεταδιδακτορικό συνεργάτη Xu Wang, στο Εργαστήριο του Auwerx στην EPFL, δημοσίευσαν μελέτη που δείχνει για πρώτη φορά ότι η UPRmt συμβαίνει επίσης σε φυτά σε απόκριση στο πρωτεοτοξικό στρες. Οι επιστήμονες μελέτησαν ένα μικρό Ευρασιατικό φυτό, το Arabidopsis thaliana, το οποίο χρησιμοποιείται ως οργανισμός-μοντέλο για τη μελέτη της γενετικής, της εξέλιξης και της ανάπτυξης του φυτού από την αρχές του 1900.

Ο ερευνητές χρησιμοποίησαν δοξυκυκλίνη, ένα αντιβιοτικό [φάρμακο, που ανήκει στις τετρακυκλίνες και χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση ποικίλων μολύνσεων] που μπλοκάρει τη γονιδιακή μετάφραση στα μιτοχόνδρια για να δημιουργήσει πρωτεοτοξικό στρες στα μιτοχόνδρια του φυτού και βρήκαν ότι ενεργοποίησε ένα ιδιαίτερο στα φυτά [μηχανισμό] UPRmt και καθυστέρησε την ανάπτυξη των κυττάρων του φυτού καθώς και την βιολογική του γήρανση (senescence). Αυτό ταιριάζει με προηγούμενες μελέτες που αναφέρουν ότι ο [μηχανισμός] UPRmt αυξάνει τη διάρκεια ζωής σκωλήκων (C. elegans) και μυγών (Drosophila melanogaster).

Αναζητώντας βιολογικά σήματα οι ερευνητές βρήκαν μια συστηματική ορμονική απόκριση στο φυτικό κύτταρο. Οι φυτικές ορμόνες (φυτορμόνες) ενεργοποιούν ένα σήμα από τον πυρήνα προς το μιτοχόνδριο για να επιδιορθώσει το στρες. «Βρήκαμε ότι το σήμα της φυτικής ορμόνης είναι ένας ουσιαστικός διαμεσολαβητής που ρυθμίζει τη μιτοχονδριακή πρωτεόσταση στα φυτά», αναφέρει ο Johan Auwerx. «Επιπροσθέτως, τα δεδομένα μας όχι μόνο υπογραμμίζουν την καθολική φύση των βασικών χαρακτηριστικών των διαδρομών του σήματος του μιτοχονδριακού στρες, όπως η διατήρηση του UPRmt, αλλά επίσης δείχνουν συγκεκριμένους τελεστές και αντιγραφικά κυκλώματα που αποκλίνουν μεταξύ των βασιλείων φυτών και ζώων».

Η Αλληγορία του Σπηλαίου του Πλάτωνα

Η αλληγορία του Σπηλαίου ανεξάρτητα από τη θέση που κατέχει στο φιλοσοφικό στοχασμό του Πλάτωνα  κατέχει αξιοζήλευτη θέση στα μεγαλειώδη δημιουργήματα του ανθρώπινου πολιτισμού κι έχει αποκτήσει πανανθρώπινη και διαχρονική συμβολική αξία. Συμβολίζει την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να σπάσει τις αλυσίδες της άγνοιας που τον κρατούν καθηλωμένο σε μια ζωώδη, αλλοτριωμένη, έκπτωτη από ηθικές αξίες ζωή και να ακολουθήσει μια πορεία εξανθρωπισμού, ώστε να ενεργοποιήσει ολόκληρο το δυναμικό του, να ανακαλύψει την πραγματική του ταυτότητα και να ανυψώσει την αξία της ανθρώπινης υπόστασής του. Είναι μια πορεία σταδιακής συνειδητοποίησης που δεν τελειώνει ποτέ, αφού συνυφαίνεται με την ίδια του την ύπαρξη και την προσπάθειά του να αποτινάξει από πάνω του τις ποικιλόμορφες δεσμεύσεις που κάθε φορά ο νους του εξακριβώνει. Ιδιαίτερα σήμερα, την εποχή της εικονικής πραγματικότητας, που η προσομοίωση της αλήθειας τείνει να ξεπεράσει την ίδια την αλήθεια, η εικόνα του Σπηλαίου μας αφυπνίζει και μας κρατά άγρυπνους μπροστά στον κίνδυνο της παθητικής αποδοχής της εξουσιαστικής διαμορφωτικής ισχύος της εικόνας που φαντάζει εντυπωσιακά αληθινή, αλλά δεν είναι. Επιπλέον σήμερα, μια εποχή απαξίωσης της διανόησης και του διανοουμένου και κυριαρχίας μιας καθαρά τεχνοκρατικής, ποσοτικοποιημένης αποτελεσματικότητας λογικής, υπογραμμίζει με σαφήνεια τον ρόλο του σύγχρονου διανοουμένου, ο οποίος θα πρέπει να αντισταθεί στις σειρήνες του ωφελιμισμού και να σχεδιάσει, ως αρχιτέκτονας της ανθρώπινης ζωής, το μέλλον με ποιοτικά κριτήρια, χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς.
 
O πλατωνικός μύθος κατορθώνει με το συμβολισμό του να διαβεί πέρα από τα σύνορα του λόγου και να ιστορήσει ό,τι αυτός δεν μπορεί να συλλάβει. Ο χώρος του απόλυτου είναι απρόσιτος σε κάθε λογική προσέγγιση. Για να τον φθάσει ο άνθρωπος πρέπει να πραγματοποιήσει το άλμα που θα τον φέρει από το οικείο επίπεδο των ανθρωπίνων δυνατοτήτων και του εμπειρικού στον υπερβατικό χώρο του παράδοξου και της αποκάλυψης. Ο Πλάτωνας για να πετύχει τη συμβολική μετατόπιση από τον κόσμο της σπηλιάς στον αισθητό κόσμο χρησιμοποιεί μια πλειάδα συμβόλων, τα οποία δεν εξυπηρετούν μόνο το στόχο αυτό, αλλά φορτίζουν με γνωσιολογικό και πολιτικό νόημα την κατάσταση και τις συνθήκες διαβίωσης των δεσμωτών. Η φωτιά με το τεχνητό φως της φωτίζει το μισοσκόταδο της σπηλιάς αντιστοιχεί με τον ήλιο του αισθητού κόσμου. Ο συμβολισμός αυτός επιβεβαιώνεται από το πλούσιο, γνήσιο και δυνατό φως του εξωτερικού χώρου που μπορεί κάποιος να διακρίνει από κάθε σημείο της σπηλιάς. Το φως αυτό συμβολίζει το φως της αλήθειας που εκπέμπει ο ήλιος του αισθητού κόσμου, που εδώ όμως αντιστοιχεί με το πρωταρχικό Αγαθό του νοητού κόσμου, στο οποίο τα πάντα οφείλουν την ύπαρξη και την κατανοητότητά τους. Η διάκριση αισθητού και νοητού κόσμου αποκτά, με κριτήριο τη δύναμη του φωτός που εκπέμπεται από την τεχνητή και γνήσια πηγή αντίστοιχα, γνωσιολογική αξία. Ο Πλάτωνας αξιοποιώντας το γνωστό σχήμα από προηγούμενους φιλοσόφους και ιδιαίτερα τον Παρμενίδη για το φως και το σκότος, που συμβολίζουν αντίστοιχα τη γνώση και την άγνοια, παρεμβάλλοντας όμως ανάμεσά τους και το ημίφως της σπηλιάς, θέλει να δείξει ότι οι αισθήσεις, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζει τη σημασία τους, δεν αποτελούν ασφαλή πηγή γνώσης, εν αντιθέσει με το νου που μπορεί να μας οδηγήσει με τις κατάλληλες διαδικασίες στην απόκτηση της απόλυτης γνώσης.
 
Ποτέ, μα ποτέ, από την εποχή του Πλάτωνα ως σήμερα, η ανθρωπότητα δε ζούσε τόσο κοντά σε αυτό που περιέγραψε ο Έλληνας φιλόσοφος. Φανταστείτε τι θα έγραφε σήμερα ο Πλάτωνας, αν έβλεπε ότι βλέπουμε ολοένα και λιγότερο την πραγματικότητα και αφοσιωνόμαστε περισσότερο στις εικόνες της πραγματικότητας ή, ακόμη χειρότερα, σε αυτό που σήμερα αποκαλείται εικονική πραγματικότητα. Σήμερα, μάλιστα, βρισκόμαστε σε σπηλιά. Ο Πλάτωνας έλεγε ότι πρέπει να βγούμε από τη σπηλιά και να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα. Αν όμως αποχαυνωνόμαστε μπροστά στις  εικόνες της πραγματικότητας και λησμονούμε τη «λεπτομέρεια» ότι πρόκειται απλώς και μόνο για εικόνες, τότε δεν υπάρχει καμιά διέξοδος.

Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τῶν συμμοριῶν (24-30)

[24] Ὑπὲρ δὲ χρημάτων καὶ πόρου φανεροῦ τινὸς ἤδη παράδοξον μὲν οἶδα λόγον ὃν μέλλω λέγειν, ὅμως δ᾽ εἰρήσεται· πιστεύω γάρ, ἐάν τις ὀρθῶς σκοπῇ, μόνος τἀληθῆ καὶ τὰ γενησόμεν᾽ εἰρηκὼς φανεῖσθαι. ἐγώ φημι χρῆναι μὴ λέγειν νυνὶ περὶ χρημάτων· εἶναι γὰρ πόρον, ἂν δέῃ, μέγαν καὶ καλὸν καὶ δίκαιον, ὃν ἂν μὲν ἤδη ζητῶμεν, οὐδ᾽ εἰς τόθ᾽ ὑπάρχειν ἡγησόμεθ᾽ ἡμῖν· οὕτω πολὺ τοῦ πορίσαι νῦν ἀποσχήσομεν· ἐὰν δ᾽ ἐῶμεν, ἔσται. τίς οὖν ἔσθ᾽ οὗτος ὁ νῦν μὲν οὐκ ὤν, ὑπάρξων δ᾽ εἰς τότε; αἰνίγματι γὰρ ὅμοιον τοῦτό γε. ἐγὼ φράσω.

[25] ὁρᾶτε τὴν πόλιν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πᾶσαν ταύτην. ἐν ταύτῃ χρήματ᾽ ἔνεστιν ὀλίγου δέω πρὸς ἁπάσας τὰς ἄλλας εἰπεῖν πόλεις. ταῦτα δ᾽ οἱ κεκτημένοι τοιοῦτον ἔχουσι νοῦν ὥστ᾽, εἰ πάντες οἱ λέγοντες φοβοῖεν ὡς ἥξει βασιλεύς, ὡς πάρεστιν, ὡς οὐδ᾽ οἷόν τε ταῦτ᾽ ἄλλως ἔχειν, καὶ μετὰ τῶν λεγόντων ἴσοι τὸ πλῆθος τούτοις χρησμῳδοῖεν, οὐ μόνον οὐκ ἂν εἰσενέγκαιεν, ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἂν δόξειαν [οὐδ᾽ ἂν ὁμολογήσαιεν] κεκτῆσθαι.

[26] εἰ μέντοι τὰ νῦν διὰ τῶν λόγων φοβερὰ ἔργῳ πραττόμεν᾽ αἴσθοιντο, οὐδεὶς οὕτως ἠλίθιός ἐστιν ὅστις οὐχὶ κἂν δοίη καὶ πρῶτος εἰσενέγκαι· τίς γὰρ αἱρήσεται μᾶλλον αὐτὸς καὶ τὰ ὄντ᾽ ἀπολωλέναι ἢ μέρος τῶν ὄντων ὑπὲρ αὑτοῦ καὶ τῶν λοιπῶν εἰσενεγκεῖν; χρήματα μὲν δή φημ᾽ εἶναι τότε, ἂν ὡς ἀληθῶς δέῃ, πρότερον δ᾽ οὔ. διὸ μηδὲ ζητεῖν παραινῶ· ὅσα γὰρ νῦν πορίσαιτ᾽ ἄν, εἰ προέλοισθε πορίζειν, πλείων ἐστὶ γέλως τοῦ μηδενός.

[27] φέρε γάρ, ἑκατοστήν τις εἰσφέρειν ἐρεῖ νῦν; οὐκοῦν ἑξήκοντα τάλαντα. ἀλλὰ πεντηκοστήν τις ἐρεῖ, τὸ διπλοῦν; οὐκοῦν ἑκατὸν καὶ εἴκοσι. καὶ τί τοῦτ᾽ ἔστι πρὸς διακοσίας καὶ χιλίας καμήλους, ἃς βασιλεῖ τὰ χρήματ᾽ ἄγειν φασὶν οὗτοι; ἀλλὰ θῶ βούλεσθε δωδεκάτην ἡμᾶς εἰσοίσειν, πεντακόσια τάλαντα; ἀλλ᾽ οὔτ᾽ ἂν ἀνάσχοισθε οὔτ᾽, εἰ καταθεῖτε, ἄξια τοῦ πολέμου τὰ χρήματα.

[28] δεῖ τοίνυν ὑμᾶς τὰ μὲν ἄλλα παρασκευάσασθαι, τὰ δὲ χρήματα νῦν μὲν ἐᾶν τοὺς κεκτημένους ἔχειν (οὐδαμοῦ γὰρ ἂν ἐν καλλίονι σῴζοιτο τῇ πόλει), ἐὰν δέ ποθ᾽ οὗτος ὁ καιρὸς ἔλθῃ, τόθ᾽ ἑκόντων εἰσφερόντων αὐτῶν λαμβάνειν. ταῦτα δὲ καὶ δυνάτ᾽ ἐστίν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ πράττειν καλὰ καὶ συμφέροντα καὶ βασιλεῖ περὶ ὑμῶν ἐπιτήδει᾽ ἀπαγγελθῆναι, καὶ φόβος οὐκ ὀλίγος γένοιτ᾽ ἂν ἐκείνῳ διὰ τούτων.

[29] οἶδε μέν γε διακοσίαις τριήρεσιν, ὧν ἑκατὸν παρεσχόμεθ᾽ ἡμεῖς, τοὺς προγόνους αὐτοῦ χιλίας ἀπολέσαντας ναῦς, ἀκούσεται δὲ τριακοσίας αὐτοὺς ὑμᾶς νῦν παρεσκευασμένους τριήρεις· ὥστε μὴ κομιδῇ, μηδ᾽ εἰ πάνυ μαίνοιτο, νομίσαι ῥᾴδιόν τι τὸ τὴν ἡμετέραν πόλιν ἐχθρὰν ποιήσασθαι. ἀλλὰ μὴν εἴ γ᾽ ἐπὶ χρήμασιν αὐτῷ μέγ᾽ ἐπέρχεται φρονεῖν, καὶ ταύτην ἀσθενεστέραν ἀφορμὴν τῆς ὑμετέρας εὑρήσει.

[30] ὁ μέν γε χρυσίον, ὥς φασιν, ἄγει πολύ. τοῦτο δ᾽ ἂν διαδῷ ζητήσει· καὶ γὰρ τὰς κρήνας καὶ τὰ φρέατ᾽ ἐπιλείπειν πέφυκεν, ἄν τις ἀπ᾽ αὐτῶν ἁθρόα πολλὰ λαμβάνῃ. ἡμῖν δὲ τὸ τῆς χώρας τίμημ᾽ ὑπάρχον ἀφορμὴν [ἑξακισχίλια τάλαντα] ἀκούσεται, ὑπὲρ ἧς ὡς μὲν τοὺς ἐπιόντας ἐκείνων ἀμυνόμεθα, οἱ Μαραθῶνι τῶν προγόνων αὐτοῦ μάλιστ᾽ ἂν εἰδεῖεν, ἕως δ᾽ ἂν κρατῶμεν, οὐκ ἔνι δήπου χρήμαθ᾽ ἡμᾶς ἐπιλείπειν.

***
[24] Όσο για τα χρήματα και για κάποια φανερή πηγή τους, γνωρίζω ότι η πρόταση που πρόκειται να κάνω τώρα θα σας φανεί παράξενη, ωστόσο όμως θα την κάνω. Γιατί πιστεύω ότι, αν κάποιος εξετάσει σωστά τα πράγματα, θα αποδειχθεί ότι είμαι ο μόνος που έχω πει την αλήθεια και πρόβλεψα τα όσα θα συμβούν. Η άποψή μου είναι ότι αυτήν τη στιγμή δεν πρέπει να συζητάμε για χρήματα· γιατί υπάρχει πηγή, αν χρειαστεί, άφθονη, έντιμη και δίκαιη· αν όμως αναζητήσουμε τώρα την πηγή αυτήν, θα φτάσουμε στο σημείο να πιστέψουμε ότι δεν θα υπάρχουν ως απόθεμα ούτε και στο μέλλον· τόσο πολύ θα απομακρυνθούμε από τη δυνατότητα να τα εξασφαλίσουμε τώρα· αν όμως δεν μιλήσουμε τώρα γι᾽ αυτήν την πηγή χρημάτων, στο μέλλον θα υπάρξει. Ποια λοιπόν είναι αυτή η πηγή που τώρα δεν υπάρχει, αλλά θα υπάρξει στο μέλλον; Μοιάζει βέβαια με αίνιγμα, αλλά εγώ θα σας το εξηγήσω.

[25] Κοιτάξτε, Αθηναίοι, την πόλη μας από άκρη σ᾽ άκρη. Μέσα σ᾽ αυτήν υπάρχει πλούτος ίσος σχεδόν με όλων των άλλων πόλεων μαζί. Όσοι όμως τον έχουν, χαρακτηρίζονται από τέτοια νοοτροπία ώστε, αν όλοι οι ρήτορες άρχιζαν να δημιουργούν ατμόσφαιρα φόβου λέγοντας ότι θα έρθει ο Βασιλιάς, ότι είναι κιόλας κοντά, ότι δεν είναι δυνατόν να αλλάξουν τα πράγματα, και ακόμη αν παράλληλα με τους ρήτορες προέβλεπαν αυτό άλλοι τόσοι μάντεις, όχι μόνο δεν θα συνεισέφεραν αλλά ούτε καν θα έδειχναν ούτε και θα παραδέχονταν ότι έχουν χρήματα.

[26] Αν όμως, όσα τώρα είναι φοβερά ως πληροφορία, τα ένιωθαν να γίνονται στην πράξη, κανένας δεν είναι τόσο ηλίθιος που δεν θα έδινε χρήματα και δεν θα συνεισέφερε πρώτος αυτός. Γιατί ποιος θα προτιμήσει να χαθεί ο ίδιος και η περιουσία του παρά να συνεισφέρει ένα μέρος για να σώσει τη ζωή του και την υπόλοιπη περιουσία του; Χρήματα λοιπόν θα υπάρξουν τότε, αν πραγματικά τα χρειαστούμε· σας το διαβεβαιώ· πιο μπροστά όμως όχι. Γι᾽ αυτό, σας προτρέπω να μην τα αναζητείτε· γιατί όσα τώρα θα μπορούσατε να συγκεντρώσετε, αν αποφασίσετε να τα εξασφαλίσετε, το ποσό θα είναι κάτι περισσότερο από το τίποτε.

[27] Για παράδειγμα, θα προτείνει κάποιος τώρα φορολογία ένα στα εκατό; Το αποτέλεσμα θα είναι εξήντα τάλαντα. Κάποιος άλλος ίσως προτείνει δύο στα εκατό, το διπλάσιο. Το αποτέλεσμα θα είναι εκατόν είκοσι τάλαντα· τι είναι όμως το ποσό αυτό μπροστά στις χίλιες διακόσιες καμήλες, που λένε αυτοί εδώ ότι κουβαλούν τα χρήματα για τον Βασιλιά; Μήπως θέλετε να βάλω εισφορά το ένα δωδέκατο της περιουσίας μας, πεντακόσια τάλαντα; Ούτε θα την αντέξετε ούτε, αν την καταβάλετε, θα ήταν τα χρήματα αυτά αρκετά για τον πόλεμο.

[28] Πρέπει επομένως να ετοιμάσετε όλα τα άλλα και να αφήσετε προς το παρόν να έχουν τα χρήματα όσοι τα έχουν (γιατί πουθενά αλλού δεν θα διαφυλάσσονταν καλύτερα προς όφελος της πόλης), και, εάν ποτέ έρθει η στιγμή που θα τα χρειαστείτε, να τα πάρετε από αυτούς που τότε θα τα δώσουν με τη θέλησή τους. Οι προτάσεις μου αυτές, Αθηναίοι, είναι και πρακτικές και ωραίες και συμφέρουσες, αν τις υλοποιήσετε, και προσφέρονται να τις μάθει ο Βασιλιάς· έτσι, αυτά θα προκαλούσαν σ᾽ εκείνον όχι μικρό φόβο.

[29] Γνωρίζει καλά βέβαια ότι με διακόσιες τριήρεις, από τις οποίες εκατό προσφέραμε εμείς, οι πρόγονοί του έχασαν χίλια πλοία, και θα μάθει ότι τώρα εμείς έχουμε έτοιμες τριακόσιες. Συνεπώς, και τελείως τρελός να ήταν, ούτε και τότε θα θεωρούσε εύκολη κάπως υπόθεση το να κάνει εχθρά του τη δική μας πόλη. Ακόμη, αν περνάει από τον νου του ότι μπορεί να περηφανεύεται για τα πλούτη του, θα διαπιστώσει ότι ακόμη και αυτά είναι πιο αδύνατη βάση από τη δική σας.

[30] Όπως διαδίδουν, συγκεντρώνει άφθονο χρυσάφι. Αν όμως το σκορπάει εδώ και εκεί, μάταια θα αναζητήσει και άλλο· γιατί ακόμη και οι βρύσες και τα πηγάδια είναι φυσικό να στερεύουν, αν κάποιος αντλεί από αυτά πολύ νερό απανωτά. Για μας όμως θα μάθει ότι το βασικό κεφάλαιο είναι η αξία της πόλης μας. Οι πρόγονοί του, που πολέμησαν στον Μαραθώνα, θα γνωρίζουν πολύ καλά πώς αντιμετωπίζουμε τους επιδρομείς, όπως πολύ καλά το ξέρουν ότι, όσο είμαστε νικητές, δεν υπάρχει περίπτωση να μας λείψουν χρήματα.

Ο Αριστοτέλης και η αναζήτηση της ευτυχίας ως πολιτικό ζήτημα

Από τη στιγμή που καθίσταται σαφές ότι η οργάνωση της πολιτικής κοινωνίας (τελεολογικά) υπηρετεί ένα αγαθό, αυτό που μένει να ξεκαθαριστεί είναι ποιο είναι αυτό το αγαθό, ερώτημα που διατυπώνει ευθέως ο Αριστοτέλης: «Ποιος είναι ο στόχος της πολιτικής τέχνης και επιστήμης και ποιο είναι το κορυφαίο όλων των αγαθών που μπορεί κανείς να πετύχει με τις πράξεις του;» (1095a 4, 17-19).
 
Η απάντηση δίνεται άμεσα: «είναι η “ευδαιμονία”· έτσι τη λέει ο πολύς κόσμος, έτσι και οι πιο ραφιναρισμένοι στοχαστές, και ταυτίζουν με την “ευδαιμονία” την “καλή ζωή” και την ”καλή πράξη/ενέργεια”». (1095a 4, 20-23).
 
Το ότι η κατάκτηση της ευτυχίας είναι η κινητήριος δύναμη της ανθρώπινης δραστηριότητας μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητό από τους περισσότερους. Οι δυσκολίες έχουν να κάνουν με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται κανείς την ευτυχία, δηλαδή με το περιεχόμενο που θα δώσει κανείς στην έννοια: «Ο πολύς κόσμος φέρνει με την “ευδαιμονία” στο μυαλό του κάτι το φανερό και χειροπιαστό, την ηδονή, ας πούμε, ή τον πλούτο ή την τιμή: ο καθένας κάτι διαφορετικό· δεν είναι, μάλιστα, λίγες οι φορές που ένα και το αυτό άτομο εννοεί τώρα αυτό και ύστερα πάλι κάτι άλλο: την υγεία, όταν αρρωστήσει, τον πλούτο, αν είναι φτωχός». (1095a 4, 25-28).
 
Οι διαφορετικές εκδοχές της ευτυχίας, οι οποίες τις περισσότερες φορές σχετίζονται μ’ αυτό που ο καθένας στερείται, καταδεικνύουν – πέρα από τη γενική  ασυμφωνία – και την επιφανειακή προσέγγιση του θέματος. Η ευτυχία νοείται περισσότερο αντανακλαστικά, ως κάλυψη μιας ανάγκης ή μιας επιθυμίας, η οποία ανά πάσα στιγμή μπορεί να αλλάξει, παρά ως συνειδητή στόχευση που λαμβάνει υπόψη όλες τις παραμέτρους (αυτογνωσία, προτεραιότητες, ασχολίες, επιλογή φίλων κλπ). Παρακολουθούμε το παράδοξο του ανθρώπου, που είναι διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για να ευτυχήσει, χωρίς όμως να επιχειρεί να προσδιορίσει επακριβώς αυτό που αναζητά, ώστε να δράσει ανάλογα. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι σχεδόν αδύνατο να ευτυχήσει κάποιος, αφού, σε τελική ανάλυση, ταυτίζει την ευτυχία με ό,τι δεν έχει. Κι αυτό είναι η κατάδειξη της άγνοιας.
 
Κατά τον Αριστοτέλη οι άνθρωποι έχουν επίγνωση ότι αγνοούν το περιεχόμενο της ευτυχίας: «Έχοντας συνείδηση της άγνοιάς τους οι άνθρωποι θαυμάζουν αυτούς που λένε κάτι που ακούγεται σπουδαίο και που είναι πάνω από τη δική τους αντιληπτική ικανότητα». (1095a 4, 28-30). Κι εδώ δεν καταδεικνύεται μόνο ο ρόλος του φιλοσόφου που θα διαλευκάνει τις πιο λεπτές εννοιολογικές αποχρώσεις δίνοντας ζωτικότητα στους ορισμούς προς διευκόλυνση των ανθρώπων, αλλά και η ανάγκη της φιλοσοφίας στην καθημερινή ζωή, αφού όλοι πρέπει να φιλοσοφήσουν το περιεχόμενο της ευτυχίας, αν θέλουν τελικά να την κατακτήσουν.
 
Ο Αριστοτέλης παρατηρώντας τους ανθρώπους γράφει: «Με κριτήριο τις μορφές με τις οποίες ζουν τη ζωή τους οι άνθρωποι, ο πολύς κόσμος, οι πιο χοντροκομμένοι δηλαδή άνθρωποι, φαίνεται ότι θεωρούν αγαθό και ευδαιμονία (πράγμα, φυσικά, απολύτως, αναμενόμενο) την ηδονή· αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι αυτοί προτιμούν τη ζωή των απολαύσεων». (1095b 5, 16-19).
 
Για να συμπληρώσει: «Ο πολύς λοιπόν κόσμος έχει ολωσδιόλου τα χαρακτηριστικά των σκλάβων, καθώς δίνει την προτίμησή του σε έναν τρόπο ζωής που προσιδιάζει στα ζώα: αν μιλούμε γι’ αυτούς, είναι γιατί πολλοί από τους ανθρώπους της εξουσίας παρουσιάζουν τις ίδιες προτιμήσεις με τον Σαρδανάπαλλο». (1095b 5, 21-24).
 
Η ταύτιση της ευτυχίας με τις ηδονές προσιδιάζει στους σκλάβους όχι για να  υποτιμηθούν οι υλικές απολαύσεις στο όνομα της πνευματικότητας ή της ηθικής. Ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» τονίζει ότι η ευτυχία στην πόλη είναι αλληλένδετη με την αυτάρκεια. Με άλλα λόγια, αν κάποιος δεν εξασφαλίσει τα υλικά αγαθά που χρειάζεται στη ζωή του είναι δύσκολο να ευτυχήσει, αφού η στέρηση θα λειτουργήσει ανασταλτικά. Αν κάποιος δεν έχει να φάει, είναι αδύνατο να μιλάμε για ευτυχία.
 
Το ζήτημα είναι η συνείδηση ότι τα υλικά αγαθά ή, αλλιώς, οι ηδονές που θα επιφέρουν είναι το μέσο για να οδηγηθεί κανείς στην ευτυχία κι όχι η ευτυχία καθ’ αυτή. Η μετατόπιση του βάρους στις ηδονές είναι η ζωώδης οπτική του ανθρώπου, αφού υπονομεύεται οποιαδήποτε πνευματικότητα. Κι όταν λέμε πνευματικότητα δεν εννοούμε αποκλειστικά την ενασχόληση με τη φιλοσοφία ή οποιαδήποτε άλλη υψηλή πνευματική δραστηριότητα, αλλά τη δημιουργικότητα και την ανθρώπινη επαφή σε καθημερινό επίπεδο.
 
Η καλλιέργεια της πολιτικής σκέψης, η αισθητική απόλαυση της τέχνης (σε όλες τις μορφές), η συντροφικότητα, με δυο λόγια όλες οι δραστηριότητες που πλουτίζουν τη ζωή μετατρέποντας το ζην σε ευ ζην προϋποθέτουν την ανωτερότητα του ανθρώπου από τα ζώα, δηλαδή τη συνείδηση ότι οι μεγάλες απολαύσεις δεν έχουν να κάνουν ούτε με τη συσσώρευση και την κατάχρηση των υλικών αγαθών ούτε με την εκπλήρωση των βιολογικών αναγκών. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης μέσα στην έννοια της αυτάρκειας για μια πόλη συγκαταλέγει και τα πνευματικά αγαθά (καταδεικνύοντας την αναγκαιότητα της παιδείας), αλλά και τα πολιτειακά (κατοχυρώνοντας το αδήριτο της σημασίας  για χρηστό σύστημα διοίκησης κι ευνομία).
 
Σε τελική ανάλυση η ζωώδης οπτική της ευτυχίας που μετατρέπει τις υλικές απολαύσεις σε αυτοσκοπό δεν είναι παρά η κυριαρχία του χρήματος, που δρα ισοπεδωτικά: «Όσο για τη ζωή που είναι αφιερωμένη στην εξασφάλιση χρημάτων, αυτή εμπεριέχει κάτι το βίαιο, και ο πλούτος – το πράγμα είναι ολοφάνερο – δεν είναι το αγαθό που ψάχνουμε εμείς να βρούμε·». (1096a 5, 6-7).
 
Ο συσχετισμός του χρήματος με τη βία είναι το αδιέξοδο της υπερβολής που δεν μπορεί παρά να εκπληρωθεί σε βάρος των άλλων. Η αναγωγή του πλούτου σε ευτυχία καλλιεργεί την ατομικότητα, που όχι μόνο υπονομεύει την ευτυχία (η ευτυχία δεν αγοράζεται), αλλά λειτουργεί διασπαστικά αποξενώνοντας τους ανθρώπους. Όταν το χρήμα μετατρέπεται σε ύψιστη αξία επισκιάζοντας οτιδήποτε άλλο, αυτό που μένει είναι το ακατάπαυστα συγκρουσιακό για την εξασφάλισή του. Η κοινωνία μετατρέπεται σε πεδίο μάχης, όπου ο καθένας οφείλει να σώσει τον εαυτό του. Υπό αυτούς τους όρους είναι αδύνατο να μιλάμε για συλλογικότητες, πολύ περισσότερο για αλληλεγγύη ή για κοινωνική συνοχή.
 
Κι αυτές ακριβώς είναι οι προϋποθέσεις για την υπονόμευση του πολιτεύματος, καθώς οι διαχειριστές της εξουσίας γίνονται όλο και πιο πρόθυμοι στην εξυπηρέτηση συμφερόντων, αρκεί βέβαια να κερδίζουν και οι ίδιοι. Βρισκόμαστε στο σημείο, όπου η αναζήτηση της ευτυχίας παίρνει διαστάσεις ξεκάθαρα πολιτικές. Ο Αριστοτέλης φτάνει στον πυρήνα της ανθρώπινης δυστυχίας καταδεικνύοντας τον αποπροσανατολισμό, τις αντιφάσεις και το τελικό αδιέξοδο, αφού από τη μια ο άνθρωπος είναι πλασμένος για να ζει μέσα σε κοινωνία (φύσει πολιτικό ον) κι από την άλλη εκλαμβάνει την ευτυχία με κριτήρια απολύτως ατομικά υπονομεύοντας τη συνύπαρξη.
 
Με δεδομένο ότι τα ζώα δεν προορίζονται για οργανωμένες κοινωνίες (οι όποιες δομές δημιουργούνται είναι αδύνατο να συγκριθούν με των ανθρώπων), είναι σαφές ότι στον άνθρωπο αρμόζουν άλλες προτεραιότητες, καθώς η ευτυχία γι’ αυτόν έχει άλλες  προϋποθέσεις. Η προσπάθεια εκπλήρωσης των προϋποθέσεων αυτών με τα κριτήρια που ταιριάζουν στα ζώα είναι η ματαιότητα του ανέφικτου, που παρουσιάζει την αντιπαλότητα και τον έσχατο ανταγωνισμό ως δήθεν κοινωνική προοπτική. Κι αυτή είναι η εκδοχή του χρήματος που από μέσο-εργαλείο για την ευτυχία γίνεται αυτοσκοπός: «δεν είναι, πράγματι, παρά ένα αγαθό που προσφέρει χρήσιμες υπηρεσίες· αυτό θα πει: ένα αγαθό που το επιδιώκει κανείς για χάρη κάποιου άλλου αγαθού». (1096a 5, 7-8).
 
Η εμμονή στο χρήμα προς αναζήτηση της ευτυχίας είναι η εμμονή στο ζωώδες, αφού μετατρέπει τις πρόσκαιρες ηδονές σε νόημα ύπαρξης. Η βία που μοιραία θα παραχθεί ταιριάζει περισσότερο στον πρωτόγονο, που ξέρει ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να επιβιώσει. Ο άνθρωπος μπορεί να χρωστάει στην πρωτόγονη βαρβαρότητα την επιβίωσή του (αν δεν ήταν τέτοιος θα είχε αφανιστεί), αλλά η ευτυχία δεν έχει πλέον να κάνει με την επιβίωση. Κι αφού διασφαλίστηκαν όλες τις προϋποθέσεις για το ζην ανοίγοντας το δρόμο στο ευ ζην, ο άνθρωπος μετατρέπεται ξανά σε θηρίο μαχόμενος σε βάρος των άλλων. Η κοινωνία που θεοποιεί το χρήμα δεν είναι κοινωνία, είναι αρένα συμφερόντων που μετατρέπει τους ανθρώπους σε θηρία. Κι αυτή είναι η διαιώνιση του πρωτογονισμού που παριστάνει  την εξέλιξη. Από αυτή την άποψη, αυτό που ονομάζουμε πολιτισμό δεν είναι παρά η συνείδηση ότι πλέον η οργανωμένη κοινωνία απομακρύνει όλες τις απειλές και δε χρειάζεται κάποιος να γίνει θηρίο για να επιζήσει.
 
Η αποθέωση του χρήματος που λειτουργεί αποκτηνωτικά είναι η κατάδειξη της αποτυχίας. Ο άνθρωπος πέτυχε πάρα πολλά δαμάζοντας τη φύση, αλλά δεν κατάφερε να απαλλαχτεί από το θηριώδες. Από αυτή την άποψη, ο πολιτισμός έχει ακόμη πολύ δρόμο μέχρι να εξημερώσει τον άνθρωπο.
 
Από την άλλη, η αντιπρόταση που υπάρχει για την κατάκτηση της ευτυχίας είναι η αναζήτηση της τιμής: «Οι ραφιναρισμένοι διανοητές και οι άνθρωποι της πράξης δίνουν την προτίμησή τους στην τιμή· αυτό είναι, πράγματι, χοντρικά το τέλος της ζωής που βρίσκεται στην υπηρεσία της πόλης». (1095b 5, 24-26). Βεβαίως, η έννοια τέλος αφορά την τελεολογία, δηλαδή την ολοκλήρωση, το τελικό στάδιο της εξελικτικής πορείας, την άριστη κατάσταση που προκύπτει μετά το πέρας όλων των μετασχηματιστικών βαθμίδων.
 
Η πρόταση αυτή, ως εναλλακτική προοπτική της ευτυχίας, δε φαίνεται να ικανοποιεί τον Αριστοτέλη: «Είναι όμως φανερό ότι ένα τέτοιο τέλος είναι μάλλον εξωτερικό και επιφανειακό, για να είναι αυτό που εμείς διερευνούμε». (1095b 5, 26-27). Με άλλα λόγια, η ευτυχία αφορά πρωτίστως την εσωτερική γαλήνη που επέρχεται μετά από την ψυχική ολοκλήρωση, πράγμα που προϋποθέτει κάτι βαθύτερο από την  κοινωνική αναγνώριση. Κάποιος μπορεί να νιώθει ευτυχής θεωρώντας ότι έχει κάνει το καθήκον του, ακόμη κι αν λοιδορείται από όλη την κοινωνία.
 
Η ευτυχία προϋποθέτει περισσότερο την αυτοεκτίμηση παρά την αποδοχή από τους άλλους: «Κατά την κοινή, πράγματι, αντίληψη η τιμή είναι κάτι που εξαρτάται πιο πολύ από αυτούς που την προσφέρουν παρά από αυτούς που τη δέχονται, το αγαθό όμως αισθανόμαστε ότι είναι κάτι προσωπικά δικό μας, κάτι που δύσκολα μπορεί να μας αφαιρεθεί». (1095b 5, 27-29).
 
Φυσικά, αυτό δε ματαιώνει τη σημασία της τιμής. Η καταξίωση, ως κοινωνική παραδοχή των προσπαθειών, λειτουργεί πάντα ενθαρρυντικά. Η αναγνώριση του αγώνα, της προσφοράς, του μόχθου, με δυο λόγια της αξίας του ανθρώπου, που πράγματι έχει συμβάλει με ιδιαίτερο τρόπο προς όφελος της πόλης, πέρα από το ότι καλλιεργεί θετικά πρότυπα, αποτελεί και  ξεκάθαρη ηθική ανταμοιβή. Η πόλη οφείλει να τιμά τους πολίτες που διακρίνονται επάξια, αφενός για να δώσει κίνητρα και στους άλλους κι αφετέρου, γιατί η αχάριστη συμπεριφορά είναι αδικία που απαξιώνει όχι μόνο το πρόσωπο που παραμελείται, αλλά και τις αξίες που εκπροσωπεί.
 
Σε τελική ανάλυση, όμως, το ζήτημα της τιμής δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει την εσωτερική διαδρομή του ανθρώπου που την εισπράττει λειτουργώντας ως μηχανισμός αυτοεκτίμησης: «Έπειτα την τιμή φαίνεται ότι την επιδιώκουν οι άνθρωποι για να βεβαιωθούν οι ίδιοι ότι είναι αγαθοί». (1095b 5, 29-31). Με δυο λόγια, δεν είναι η τιμή που έχει σημασία για τον τιμώμενο, αλλά η τόνωση της πεποίθησης ότι εκπληρώνει τις αρχές της αρετής: «Αυτός είναι και ο λόγος που επιδιώκουν να τιμώνται από τους ανθρώπους που διαθέτουν φρόνηση, και από αυτούς που τους γνωρίζουν· κάτι παραπάνω: η τιμή που τους γίνεται θέλουν να οφείλεται στην αρετή τους, κάτι που, επομένως, κάνει φανερό ότι, κατά τη γνώμη τους τουλάχιστο, η αρετή είναι κάτι ανώτερο – ίσως θα έλεγε κανείς ότι αυτή μάλλον είναι το τέλος μιας ζωής που βρίσκεται στην υπηρεσία της πόλης». (1095b 5, 31-35).
 
Κι αυτό είναι το νόημα της αριστοτελικής ευτυχίας: η εκπλήρωση της αρετής που θα επιφέρει πριν απ’ όλα την ισορροπία με τον ίδιο τον εαυτό και στη συνέχεια την ομαλότητα στις σχέσεις με τους άλλους. Αυτός είναι και ο λόγος που αξίζει κανείς να επιδιώκει την τιμή. Όχι για τη ρηχότητα της φήμης ή για τη ματαιοδοξία της υπεροχής, αλλά για την επισφράγιση της αρετής που τηρήθηκε. Η κοινωνία που ωθεί τους πολίτες σε τέτοιες αξίες είναι υγιής, αφού είναι σε θέση να εξασφαλίσει την ομαλότητα της συνύπαρξης επιτυγχάνοντας την ευτυχία και σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο.
 
Από την άλλη, η πόλη που υιοθετεί στρεβλά πρότυπα ευτυχίας δεν έχει άλλη επιλογή από τη συνολική στρέβλωση. Σε μια κοινωνία αρπακτικών ο ενάρετος αντιμετωπίζεται περισσότερο σαν αφελής. Και σε μια τέτοια κατάσταση κανείς δε θα ήθελε αυτό το ρόλο. Η αξιοκρατία, η τήρηση των νόμων, η ουσιαστική παιδεία, η απονομή της δικαιοσύνης και η καλλιέργεια ορθών προτύπων δεν αφορούν απλά τη λειτουργικότητα της πόλης. Αφορούν την ευτυχία των πολιτών της. Κι αυτός είναι ο λόγος που πρέπει να αποτελούν τη βασικότερη κοινωνική διεκδίκηση.
 
Αριστοτέλης: «Ηθικά Νικομάχεια»

Ας αφεθούμε στην αληθινή αγάπη. Εκείνη που δεν πονάει, αλλά λυτρώνει

Άνθρωποι μόνοι, πληγωμένοι παντού τριγύρω. Άνθρωποι χωρίς συντροφιά, χωρίς συμπαράσταση, αγάπη κι αγκαλιά.

Μια ζεστή αγκαλιά και μια γλυκιά κουβέντα που τόσο έχουμε ανάγκη όλοι μας.

Άνθρωποι που ζούμε μόνοι, παρέα με τον εαυτό μας και μόνο, και δεν μπορούμε να νιώσουμε την ευτυχία. Που το πρόσωπο μας δε λάμπει από χαρά, αλλά κοιτάζει τʾ άπειρο με μια απίστευτη μελαγχολία κι απογοήτευση. Που νιώθουμε πως κανένας δεν πρόκειται να μας καταλάβει και να μας αγαπήσει πραγματικά.

Δε λέω, όλοι έχουμε τα ψυχολογικά μας. Κάθε πόρτα και καρφί που λένε. Η δική σου μαμά αδιάφορη, η δική μου κλέφτρα, του παραδίπλα ο πατέρας αλκοολικός ή εξαφανισμένος και της παραδίπλα η μάνα πόρνη.

Κι έτσι κουβαλώντας αυτά τα βιώματα, προσπαθούμε ο καθένας, όπως μπορεί, να τα βγάλει πέρα και να γίνουμε δυνατοί.

Όμως τελικά, φτάνουμε στο σημείο, αντί να προσπαθούμε να ευχαριστήσουμε το εαυτό μας, να τον γνωρίσουμε και νʾ αφήσουμε και τον άλλον να μας γνωρίσει, να στήνουμε τεράστια τείχη όπου κανένας δεν μπορεί να περάσει, μένοντας (και καλά) στην ασφάλεια, πως έτσι δεν πρόκειται να πληγωθούμε ξανά.

Βλέπουμε την αγάπη να περνάει από δίπλα μας κι εμείς κλείνουμε τα μάτια. Άνθρωποι προσπαθούν να μας αγκαλιάσουν κι εμείς καμπουριάζουμε το σώμα μας, μην τυχόν κι η ζέστη τους αγγίξει την ψυχή μας.

Προσπαθούμε τόσο πολύ να θωρακίσουμε τον εαυτό μας, μʾ αποτέλεσμα να φτάνουμε στʾ άλλο άκρο.

Να γινόμαστε ρομπότ. Κρύα πλάσματα, χωρίς συναισθήματα και χωρίς ίχνος συμπόνιας.
Γινόμαστε εγωιστές ζητώντας συνεχώς επιβεβαίωση απʾ τους άλλους. Ζητάμε να πάρουμε και να πάρουμε και να πάρουμε, και χόρταση δεν έχουμε. Κι όταν ο άλλος κουράζεται να δίνει, με μεγάλη ευκολία τον κατηγορούμε πως δεν άντεξε, πως εκείνος φταίει για όλα και φεύγουμε.

Ας προσπαθήσουμε, όμως, λίγο, να καταλάβουμε και τον άλλον κι ας αναλογιστούμε τι κάναμε εμείς για εκείνον.

Για να σκεφτούμε λιγάκι.

Έχουμε σʾ αυτόν τον κόσμο έναν άνθρωπο που αγαπάμε αληθινά; Έναν άνθρωπο που αφηνόμαστε σʾ εκείνον ολοκληρωτικά; Που βάζουμε πίσω τον εγωισμό μας και μπροστά την αγάπη, ώστε να τον κάνουμε ευτυχισμένο;

Σκεφτήκαμε ποτέ πρώτα εκείνον και μετά εμάς; Βάλαμε πρώτα τα «θέλω» τα δικά του και μετά τα δικά μας. Πόσες φορές κάναμε κάτι που δε θέλαμε, απλώς και μόνο επειδή μας αρέσει να τον βλέπουμε ευτυχισμένο; Απλώς και μόνο γιατί ξέρουμε πως είναι κάτι που τον ευχαριστεί;

Ή μήπως το ότι δίνουμε ανάλογα, υπάρχει στο μυαλό μας και μόνο;

Γιʾ αυτό οι σχέσεις δεν κρατάνε πλέον. Γιατί ορθώσαμε έναν εγωισμό ίσα με το μπόι μας κι ακόμη πιο ψηλό. Γιατί η σχέση δε λειτουργεί μόνο με το «δούναι» αλλά και με το «λαβείν» και γιατί χρειάζεται αυτά τα δυο να είναι σε ισορροπία. Αλλιώς δεν μπορεί να ανθίσει η αγάπη.

Δεν μπορείς να λες συνεχώς: «Έχω δουλειά, δεν μπορώ να σε δω, γιατί είμαι κουρασμένος».

Δεν μπορείς να λες: «Α, εγώ δεν αγκαλιάζω, δεν το ʾχω με τις αγκαλιές», «εγώ δε δίνω γιατί φοβάμαι μην πληγωθώ».

Ξέρεις τι συμβαίνει; Πιθανόν μερικά από εκείνα που δεν μπορείς εσύ, αυτός ο άλλος δίπλα σου να τα έχει μεγάλη ανάγκη. Γιατί κι εκείνος δεν το ʾχει με το να πηγαίνει συνεχώς σινεμά, αλλά το κάνει για σένα. Γιατί δεν του αρέσουν οι μπάμιες, αλλά τις μαγειρεύει και τις τρώτε μαζί και αυτό το κάνει για σένα.

Όπως καταλαβαίνεις, χρειάζονται όλα σε μια σχέση. Χρειάζεται και να δίνεις αυτό που δε σου είναι εύκολο και να παίρνεις απʾ τον άλλον εξίσου εκείνο που προσπαθεί να σου δώσει, παρόλο που δεν το ʾχει κι εκείνος.

Αν ήμασταν όλοι ίδιοι κι είχαμε τις ίδιες ανάγκες, δεν θα είχαμε και προβλήματα. Όμως δεν είμαστε τελικά και φυσικά δεν έχουμε και τις ίδιες ανάγκες.

Γιʾ αυτό ακριβώς, χρειάζεται ο καθένας μας να κοιτάξει βαθιά μέσα στον άλλον και να δει την ανάγκη του. Αυτό θα το κάνει με τα μάτια της ψυχής που είναι και τα μοναδικά που βλέπουν την πραγματική ομορφιά.

Μόνο έτσι προχωράει μια σχέση. Μόνο έτσι μπορεί να λέγεται ισότιμη. Όταν και οι δύο δίνουν όχι αυτό που τους περισσεύει, αλλά αυτό που χρειάζεται ο άνθρωπος δίπλα τους.

Και όταν αυτό γίνεται από αγάπη, τότε δεν έχει και κόστος. Τότε η καρδιά σου γεμίζει, γιατί απλώς και μόνο βλέπεις τον άνθρωπο δίπλα σου γελάει, και ξέρεις πως είσαι εσύ που το προκάλεσες.

Μπορεί να φαίνεται πως ο άλλος δεν έχει πρόβλημα, πως του είναι εντάξει να δίνει και να δίνει και να δίνει. Ίσως το κάνει πραγματικά απʾ την καρδιά του. Όμως, έρχεται η ώρα που όσο καλός κι αν είναι, αδειάζει, κουράζεται κι αναζητά κι εκείνος κάτι, ώστε να γεμίσει και να συνεχίσει να σου δίνει.
Γιʾ αυτό κι εσύ χρειάζεται νʾ αρχίσεις να κινείσαι. Νʾ αρχίσεις να προσφέρεις.

Μη δίνεις ό,τι σου περισσεύει, αλλά να δίνεις κι ό,τι είναι πάνω απʾ τις δυνάμεις σου.

Ν' αγκαλιάζεις, να βγεις βόλτα παρόλο που είσαι κουρασμένος, να πεις δυο κουβέντες παρόλο που δεν είναι το ατού σου. Να βγεις με τους φίλους του κι ας μην τους συμπαθείς, απλώς και μόνο γιατί τους συμπαθεί εκείνος.

Τα χρόνια πέρασαν, γίναμε ενήλικες κι εξακολουθούμε να φερόμαστε σαν κακομαθημένα πεντάχρονα.

Οι άνθρωποι δίπλα μας πονάνε κι εμείς κάνουμε πως δεν τους βλέπουμε. Άνθρωποι που λέμε πως αγαπάμε, ζουν στη θλίψη και επιμένουμε να κοιτάμε αλλού. Τι σόι αγάπη είναι αυτή;

Στη ζωή, δεν είναι όλα ρόδινα και με το να κλεινόμαστε στον μικρόκοσμο μας και να υποκρινόμαστε πως είμαστε καλά και πως δεν έχουμε ανάγκη κανέναν, δε βοηθά ούτε εμάς, ούτε τους ανθρώπους δίπλα μας.

Όλοι έχουμε πονέσει κι όλοι έχουμε πληγωθεί βαθιά. Όμως αν εγκαταλείψουμε τι θα γίνει; Ποιος θα είναι ο κερδισμένος στο τέλος; Σε πληροφορώ κανένας.

Δεν είμαστε οι μόνοι που πονέσαμε, ούτε οι μόνοι που θέλουμε να εγκαταλείψουμε. Κάθε άνθρωπος που συναντάμε, κάτι φοβάται, κάτι αγαπά και κάτι έχει χάσει. Δε ρωτήσαμε, δεν ενδιαφερθήκαμε και έτσι δε μάθαμε ποτέ. Ήμασταν απορροφημένοι απʾ τις δικές μας ανάγκες, κλεισμένοι μέσα στα τεράστια τείχη του εγωισμού μας.

Όμως κι οι άλλοι κλαίνε. Κι οι άλλοι πονάνε και θλίβονται επίσης. Η διαφορά μας είναι πως εκείνοι δεν το βάζουν κάτω. Δε βγάζουν τʾ απωθημένα τους πάνω μας. Σηκώνονται, σκουπίζουν τις λάσπες απʾ το παντελόνι τους, ορθώνουν τʾ ανάστημά τους και ξαναπροσπαθούν.

Δέχονται να ξαναγίνουν πρίγκιπες και πριγκίπισσες και να παλέψουν για ακόμη μια φορά για τον αγαπημένο της καρδιάς τους. Δε φοβούνται να τα βάλουν με δράκους, ούτε να δώσουν το φιλί της αγάπης που θα λύσει τα μάγια και θα οδηγήσει στην ευτυχία.

Έκαναν λάθη κι απʾ αυτά έμαθαν. Δε λύγισαν και δεν το έβαλαν κάτω. Είναι έτοιμοι να κάνουν κι άλλα αν χρειαστεί, αλλά και να μάθουν απʾ αυτά. Δεν τα παράτησαν στην πρώτη δυσκολία.
Ένας άνθρωπος γίνεται πιο ευτυχισμένος όταν αποκτήσει την ικανότητα να δει πιο πέρα απʾ την πληγή του, να δει πιο πέρα απʾ το φόβο του!

Εσύ τι θα κάνεις τελικά; Θα συνεχίσεις να υψώνεις το ντουβάρι του εγωισμού, προσπαθώντας να μη σε ακουμπήσει η αγάπη;

Όσο αυξάνει ο εγωισμός, τόσο μπλοκάρει η αγάπη κι όσο μικραίνει ο εγωισμός, τόσο αυξάνονται οι προϋποθέσεις για νʾ ανθίσει και να αναπτυχθεί η αγάπη στην καρδιά μας.

Φοβάσαι το νιώθω και να ξέρεις πως φοβάμαι και εγώ. Όμως, η αγάπη είναι η μόνη που μπορεί να μας γιατρέψει.

Ας αφεθούμε, λοιπόν, σʾ εκείνη. Στην αληθινή αγάπη που ποτέ δεν καταστρέφει και που έχει πάντα ανοιχτή την αγκαλιά της!

Η ιδιοτέλεια

Η Ιδιοτέλεια δεν είναι ταυτόσημη με τη φιλαυτία και τον αυτοερωτισμό, αλλά είναι ακριβώς το αντίθετο τους.
 
Η Ιδιοτέλεια είναι ένα είδος πλεονεξίας. Και όπως κάθε πλεονεξία, είναι ακόρεστη, με συνέπεια να μην ικανοποιείται ποτέ.  Η απληστία είναι ένα απύθμενο πηγάδι πού εξαντλεί το άτομο σε μια αέναη προσπάθεια για την ικανοποίηση της ανάγκης, χωρίς ποτέ να επέρχεται ικανοποίηση.
 
Προσεκτική παρατήρηση αποκαλύπτει ότι το ιδιοτελές άτομο, ενώ πάντοτε ανησυχεί για κάθε τι πού άφορα τον εαυτό του, ποτέ δεν ικανοποιείται, βρίσκεται πάντα σε διέγερση, κυριαρχείται πάντα από το φόβο μήπως δεν αποκτήσει αρκετά, μήπως χάσει κάτι, μήπως του στερήσουν κάτι. Αισθάνεται απέραντο φθόνο για καθέναν πού μπορεί να έχει περισσότερα.
 
Εάν εντείνουμε ακόμη περισσότερο την παρατηρητικότητά μας, ιδιαίτερα σε ότι άφορα τη δυναμική του ασυνείδητου, διαπιστώνουμε πώς αυτός ο τύπος προσώπου δεν αγαπά βασικά τον εαυτό του, αλλά τον απεχθάνεται βαθύτατα.
 
Το αίνιγμα σ’ αυτή τη φαινομενική αντίφαση έχει εύκολη λύση. Η Ιδιοτέλεια και ή εγωπάθεια έχουν τις ρίζες τους ακριβώς σ’ αυτή την έλλειψη αγάπης του άτομου για τον εαυτό του. Το πρόσωπο πού δεν αγαπά τον εαυτό του, πού δεν πιστεύει στον εαυτό του, βρίσκεται σε συνεχή ανησυχία για το εγώ του. Τού λείπει η εσώτερη σιγουριά πού μπορεί να υπάρχει μόνο πάνω στη βάση της γνήσιας αγάπης και της επιβεβαίωσης των ικανοτήτων τού εγώ του.
 
Πρέπει να ασχολείται συνεχώς με τον εαυτό του, άπληστος να αποκτήσει κάθε τι για τον εαυτό του, αφού τού λείπει βασικά η σιγουριά και η ικανοποίηση.
 
Το ίδιο ισχύει και για το ναρκισσευόμενο, πού δεν ενδιαφέρεται τόσο για την απόκτηση πραγμάτων για τον εαυτό του όσο για το θαυμασμό προς το εαυτό του.
 
Ενώ επιφανειακά φαίνεται πώς τα πρόσωπα αυτά αγαπούν βαθύτατα τούς εαυτούς τους, στην πραγματικότητα δεν τούς αγαπούν και ο ναρκισσισμός — όπως και ή ιδιοτέλεια - εγωπάθεια — αποτελεί το αντιστάθμισμα για τη βασική έλλειψη φιλαυτίας.
 
Ο Φρόυντ τόνισε ότι ό ναρκισσευόμενος έχει αποστερήσει την Αγάπη του από τούς άλλους για να τη στρέψει προς το πρόσωπό του. Μολονότι το πρώτο σκέλος αυτού του ισχυρισμού είναι αληθινό, το δεύτερο αποτελεί πλάνη.
 
Δεν αγαπά ούτε τούς άλλους ούτε τον εαυτό του.

Το Παράπονο

Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;
 
Μούτρα. Ν’ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις. Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.
 
Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σ’ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.
 
Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.
 
Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα. Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία.

Μήπως δεν έψαξες ποτέ τον δρόμο που έχασες;

Αυτά που ευχαριστούν την ψυχή χωρίς να φθείρουν το σώμα, βρίσκονται απλόχερα γύρω σου χωρίς χρήματα. Τα άλλα… και ακριβά είναι και σε φθείρουν!

Τι κι αν αγόρασες ένα ακριβό αυτοκίνητο, τι και αν φοράς όμορφα ρούχα, τι κι αν είσαι πετυχημένος στη δουλειά σου, τι κι αν πήγες με την παρέα και τα ήπιατε σε βραδινό μαγαζί όπου τραγουδούσε γνωστός τραγουδιστής…

Αύριο πάλι κάτι σου λείπει! Μια καινούρια τηλεόραση, ένα νέο μοντέλο κινητού… ένας υπολογιστής που «ψήνει ακόμα και καφέ»… ναι αυτόν που πήρε ο φίλος ο Γιώργος από τη δουλειά!
Τι κι αν η γυναίκα σου είναι όμορφη… πέρασε από μπροστά σου μια ομορφότερη (αυτήν θέλεις!).

Τι και αν πήγες διακοπές στη Μύκονο… ο φίλος σου ο Νίκος πήγε στον εξωτικό Μαυρίκιο. Όσο για το εξωχικό σου… μια καλύβα είναι… ο γείτονας έχει χτίσει ένα παλάτι με θέα όλο το πέλαγος!

Ονειρεύεσαι κάθε μέρα όλα τα πράγματα που θα είχες, όλα αυτά που θα έκανες, αν ο μισθός σου ήταν 10πλάσιος, αν κέρδιζες το τζόκερ, αν αν…

Μήπως ξέχασες να ζήσεις; Μήπως έχασες το δρόμο ή μήπως ακόμα καλύτερα δεν τον έψαξες ποτέ;

Πολλοί άνθρωποι, είναι δυστυχισμένοι γιατί δεν μπορούν να έχουν περισσότερα, αλλά ακόμα και όταν τα αποκτούν μετά από σκληρή δουλειά, χρόνια πίεσης και αποχής από την «ζωή», είναι τόσο κουρασμένοι, που δεν προλαβαίνουν να τα χαρούν… διότι πάντα κάτι ακόμα τους λείπει!

Η κοινωνία μας δημιουργεί συνεχώς ανάγκες και μας απομακρύνει από τον εαυτό μας. Δεν έχουμε χρόνο να μιλήσουμε μαζί του, δεν έχουμε χρόνο να χαρούμε, δεν έχουμε χρόνο να νιώσουμε τις απλές απολαύσεις της ζωής… μονίμως κάτι μας λείπει!

Μοιραία περνάμε τον περισσότερο χρόνο μας με τα «πρέπει», με πίεση, με άγχος, πόνο και ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Όταν «δεν υπάρχει χρόνος», σπεύδουμε να κόψουμε χρόνο από τις μικρές απολαύσεις που έχει κρατήσει ο καθένας για τον εαυτό του… και μετά τι;

Τα τελευταία χρόνια, οι έρευνες που έχουν γίνει, δείχνουν ότι το ποσοστό των δυστυχισμένων ανθρώπων αυξάνεται και μάλιστα από τις μικρές ηλικίες (14 ετών και άνω)!

Κι όμως! Η ψυχή του ανθρώπου μπορεί να ευχαριστηθεί με πράγματα απλά, που βρίσκονται γύρω μας και μας προσφέρονται απλόχερα χωρίς κανένα κόστος!

Μια βόλτα στο βουνό, ένας περίπατος στο πάρκο ακούγοντας μουσική ή με έναν φίλο (όχι κρατώντας ο καθένας το κινητό του και κάνοντας like στο facebook), μια βουτιά στη θάλασσα… Ένα όμορφο βιβλίο που θα μας ταξιδέψει το μυαλό, μια μελωδία παιγμένη στο πιάνο, ένα λουλούδι (το δικό μας λουλούδι που θα το φροντίζουμε), μια απλή καλημέρα, μια ζεστή αγκαλιά…

Ας κοιτάξουμε μια στιγμή γύρω μας κι ας δούμε όλα αυτά για τα οποία αξίζει να είμαστε εδώ άλλη μια μέρα και ευτυχισμένοι!

Δεν υπάρχει άνθρωπος στην γη που δεν θέλει να είναι ευτυχισμένος. Η αναζήτηση της ευτυχίας, είναι ένα ταξίδι δύσκολο, αφού αρχικά θα πρέπει να βρεθεί ο προορισμός, να ονομαστεί και στη συνέχεια να οργανώσουμε το ταξίδι μας ανάλογα.

Ας θυμηθούμε λοιπόν, κάτι που μάθαμε μικροί στην γεωμετρία μας: «Τα πιο δύσκολα προβλήματα, έχουν τις πιο απλές και όμορφες λύσεις!»

Είναι φυσιολογικό να κάνεις λάθη. Γι’ αυτό, μην αυτοτιμωρείσαι… απλώς διόρθωσέ το

Καμιά φορά «χτυπάμε» τον ίδιο μας τον εαυτό. Λέμε: «Δεν έπρεπε να το πω αυτό», «έπρεπε να χειριστώ αλλιώς την κατάσταση», «ήταν λάθος κίνηση» και άλλα πολλά τέτοια, κάνοντας πόλεμο μόνοι μας. Ως επακόλουθο αυτής της συμπεριφοράς η ψυχολογία πέφτει, διάθεση δεν έχουμε και απλά συνεχίζουμε να «πυροβολούμε» θεωρώντας πως τίποτα τώρα δε μας σώζει και πως έτσι κάτι κάνουμε.

Μα τι κάνουμε; Απλά τα πράγματα χειρότερα για μας.

Μια απόφαση που παίρνουμε έχει τις συνέπειές της. Δε σημαίνει στη ζωή πως πάντα όλα θα βαίνουν καλώς, πως πάντα θα πράττουμε ώριμα και σωστά. Ο άνθρωπος κάνει λάθη. Είναι κόντρα στη φύση του να μην κάνει. Είναι κάτι που συμβαίνει. Όμως δε χρειάζεται για απλά πράγματα και πολλές φορές ασήμαντα, να απαισιοδοξούμε, να χάνουμε τη δύναμή μας, την πίστη στον εαυτό μας.

Ακόμα και στην περίπτωση που δε νιώθουμε καθόλου καλά, υπάρχει η επιλογή να πούμε «συγνώμη, έφταιξα, θέλω να διορθώσω». Και φυσικά, έτσι, μπορεί να νιώσουμε καλύτερα, ακόμη μπορεί και να γίνουν όλα όπως πρώτα.

Το να μετανιώσει κάποιος για κάτι είναι λυτρωτικό. Γιατί για να μετανιώσει πάει να πει πως ήταν λάθος και έχει παραδεχτεί το λάθος του. Εκείνος σίγουρα έτσι είναι κοντά στο σωστό.

Γι’ αυτό, απ’ το να κάνουμε επίθεση στον εαυτό μας και να μιζεριάζουμε, καλύτερα να τον οδηγούμε προς τη λύση του προβλήματος και όχι να δημιουργούμε κι άλλο πρόβλημα.

Για ποιο λόγο είμαστε αναποφάσιστοι;

Λίγο πολύ όλοι μας δυσκολευόμαστε στη λήψη κάποιων αποφάσεων, ακόμα και σε καθημερινή βάση. Οι αποφάσεις οι οποίες μας δυσκολεύουν είναι οι αποφάσεις στις οποίες εμπλέκεται το συναίσθημα συνήθως, και όχι αυτές που κρίνουμε ως καθαρά λογικές.

Δουλεύει το GPS σου;

Έτσι, αν πρέπει να αποφασίσουμε από ποιο δρόμο θα πάμε σε κάποιο προορισμό τότε βάζουμε το GPS και επιλέγουμε τη διαδρομή που θέλουμε. Αν όμως πρέπει να αποφασίσουμε με ποιον άνθρωπο θα σχετιστούμε, για παράδειγμα, τότε δεν υπάρχει σωστή και λάθος απάντηση. Δεν υπάρχει χάρτης που να μας δείξει το δρόμο που «πρέπει» να ακολουθήσουμε. Ο τρόπος για να πάρουμε τέτοιου είδους αποφάσεις είναι να φτιάξουμε το δικό μας χάρτη ακολουθώντας την εσωτερική μας πυξίδα η οποία θα μας οδηγήσει προς το μέρος το οποίο θέλουμε, δηλαδή το ποια απόφαση θα πάρουμε.

Δυστυχώς οι πυξίδες μας πολλές φορές, δε μας δείχνουν το προς τα που να πάμε αλλά μας δείχνουν το τι να αποφύγουμε μόνο. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο η επιλογή προορισμού (δηλαδή η λήψη της απόφασης) γίνεται πολύ δύσκολη αφού ουσιαστικά ξέρουμε προς τα που να μην πάμε και όχι προς τα που να πάμε. Η έλλειψη εσωτερικής κατεύθυνσης οδηγεί στην αναποφασιστικότητα, στην αδυναμία λήψης της απόφασης.

Η δυσκολία του να ξέρεις τι θέλεις

Για πολλούς από εμάς το δυσκολότερο ερώτημα που μπορεί κάποιος να μας θέσει είναι: «Τι θέλεις;» Οι πυξίδες μας, δηλαδή οι πεποιθήσεις μας, τα βαθιά θέλω μας, σε κάποιες καταστάσεις δε μας επιτρέπουν να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό με καταφατικό τρόπο. Μπλοκάρουμε επειδή μας λείπει η οδηγία για να απαντήσουμε στην ερώτηση αυτή.

Αυτό συμβαίνει επειδή οι περισσότεροι έχουμε μεγαλώσει σε περιβάλλοντα όπου το ζητούμενο ήταν να κάνουμε το «καλό», το «σωστό», το «άξιο» και όχι αυτό που πραγματικά τότε θέλαμε, σε περιβάλλοντα όπου το να είσαι «καλός», «σωστός», «άξιος» είχαν πιο μεγάλη αξία από το να είσαι ο εαυτός σου. Ως παιδιά τότε δεν είχαμε την ικανότητα να πούμε, «όχι εγώ θα κάνω αυτό που μου αρέσει» αφού τότε μαθαίναμε το τι μας αρέσει, τότε διαμορφώναμε τις προτιμήσεις μας και έτσι μάθαμε να μας αρέσει να είμαστε «καλοί», «σωστοί», «άξιοι».

Το καλό και το κακό

Οι έννοιες αυτές είναι όμως σχετικές, όχι απόλυτες. Οι κοινωνικές συνθήκες κάθε εποχής και κάθε περιοχής καθορίζουν συνήθως τις έννοιες αυτές σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων.

Η ευρεία συμμετοχή του κράτους στην οικονομική ζωή της χώρας είναι «καλό» σε ένα κομουνιστικό κράτος αλλά «κακό» σε ένα καπιταλιστικό. Το δικαίωμα ψήφου των γυναικών είναι «καλό» τώρα ενώ περίπου 100 χρόνια πιο πριν ήταν «κακό». Το σεξ πριν το γάμο είναι «καλό» σε κάποιες κοινωνίες ενώ είναι «κακό» σε άλλες. Ο γάμος μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών είναι «σωστό» για κάποιους ενώ «λάθος» για κάποιους άλλους.

Ακόμα και σε πιο καθημερινές δραστηριότητες υπάρχουν διαφωνίες για το τι είναι «καλό» και «κακό». Έτσι, σύμφωνα με ορισμένους είναι «καλό» να δίνεις χρήματα σε κάποιον που σου ζητάει στο δρόμο ενώ σύμφωνα με άλλους είναι «κακό». Επίσης η πράξη η ίδια δεν είναι αυτή η οποία είναι καθεαυτή «καλή» ή «κακή» αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνεται. Για παράδειγμα είσαι «κακός» όταν σκοτώνεις κάποιον, αλλά είσαι «άξιος» όταν σκοτώνεις κάποιον στον πόλεμο ή ακόμα και όντας σε αυτοάμυνα όπως τόσες ταινίες μας μαθαίνουν. Είναι «κακό» να κλέβεις αλλά αν είσαι ο Ρομπέν των Δασών είσαι «άξιος». Είναι «καλό» μέσα σε μια παρέα να βάζει γκολ ο Ολυμπιακός ενώ είναι «κακό» σε μια άλλη παρέα να συμβαίνει το ίδιο.

Όλα είναι σχετικά… Ποιες είναι οι συνέπειες αυτού;

Από όλα αυτά τα παραδείγματα προκύπτει το εύλογο συμπέρασμα ότι το «καλό», το να είσαι «σωστός», «άξιος» είναι έννοιες σχετικές και θα μπορούσαμε να ορίσουμε το «καλό» ως κάτι το οποίο συμφωνεί με κάποιους κανόνες που θέτει η εκάστοτε κοινωνία, η οικογένεια, η θρησκεία, η παρέα. Όταν, λοιπόν, από μικρά παιδιά μαθαίνουμε να είμαστε «καλοί», «σωστοί», «άξιοι» αυτό έχει σαν λογικό επακόλουθο το να έχουμε συνηθίσει να ψάχνουμε για κανόνες να εφαρμόσουμε. Έχουμε συνηθίσει να ψάχνουμε για οδηγίες να ακολουθήσουμε. Και ως γνωστόν οι περισσότεροι κανόνες είναι απαγορευτικοί και όχι προτρεπτικοί…

Η εσωτερική μας πυξίδα μας λέει ψάξε τον κανόνα να εφαρμόσεις, η ασυνείδητη σκέψη μας, μας προτρέπει να βρούμε τι «πρέπει» να γίνει στην περίπτωση που βρισκόμαστε. Έτσι όταν η κατάσταση δεν έχει «σωστό» ή «λάθος» τότε πελαγώνουμε αφού δεν μπορούμε να βρούμε κανόνα να εφαρμόσουμε. Το σύστημα μπλοκάρει!

Η λύση είναι μια

Είναι απλή, αλλά όχι εύκολη. Χρειάζεται να γνωρίσουμε όσο καλύτερα γίνεται τον εαυτό μας και να αλλάξουμε το κριτήριο των πράξεών μας από το «Τι είναι σωστό να κάνω τώρα» στο «Τι θα μου άρεσε να κάνω τώρα». Προσοχή όμως εδώ. Η γνώση είναι δύναμη και η απάντηση στο «τι θα μου άρεσε να κάνω τώρα» θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει και την εκτίμηση των συνεπειών που πιθανώς να υπάρξουν αν το κάνω.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είμαστε ασύδοτοι και δε θα επιβαρύνουμε το κοινωνικό σύνολο αν κάνουμε αυτό που μας αρέσει. Αφού δεν υπάρχει σωστό και λάθος ας κάνουμε τουλάχιστον αυτό που θέλουμε

Η αρετή είναι ένα τεχνητό ανακάτεμα και δεν είναι ούτε ακέραιη, ούτε ξεκάθαρη, ούτε σταθερή, ούτε εντελώς αθώα

Σε τι χρησιμεύουν αυτές oι ύψιστες κορυφές της φιλοσοφίας, όπου κανένα ανθρώπινο ον δεν μπορεί να φτάσει, και οι κανόνες που ξεπερνούν τη συνήθειά μας και τις δυνάμεις μας; Βλέπω συχνά να μας προτείνουν παραδείγματα ζωής τα οποία ούτε εκείνοι που τα προτείνουν ούτε οι ακροατές τους έχουν ποτέ καμιά ελπίδα να ακολουθήσουν, και προπαντός τη διάθεση. Από το ίδιο χαρτί, στο οποίο μόλις έγραψε την απόφαση καταδίκης εναντίον ενός μοιχού, ο δικαστής κόβει ένα κομμάτι για να γράψει ραβασάκι στη γυναίκα του συναδέλφου του. Η γυναίκα με την οποία μόλις πριν λίγη ώρα βρεθήκατε παράνομα, μετά από λίγο και μπροστά σας μάλιστα, θα βάλει τις φωνές εναντίον μιας φίλης της που έκανε το ίδιο σφάλμα, κι ακόμη πιο άγριες απ’ όσο θα φώναζε η Πόρσια. Και κάποιος άλλος καταδικάζει ανθρώπους σε θάνατο για εγκλήματα που ο ίδιος ούτε καν θεωρεί λάθη.

Έτσι κάνουν οι άνθρωποι. Αφήνουμε τους νόμους και τις εντολές να ακολουθούν το δρόμο τους, εμείς παίρνουμε έναν άλλο- όχι μόνο από χαλάρωση των ηθών, αλλά συχνά και λόγω αντίθετης γνώμης και κρίσης. Παρακολουθήστε την ανάγνωση ενός φιλοσοφικού λόγου: η εφευρετικότητα, η ευγλωττία, η ακρίβεια εντυπωσιάζουν αμέσως το πνεύμα σας και σας συγκινούν- δεν υπάρχει όμως τίποτα που να προκαλεί ή να κεντρίζει τη συνείδησή σας- αλήθεια, σ’ αυτήν δεν απευθύνονται; Ο Αρίστων έλεγε όμως ότι κανένα πλύσιμο και κανένα μάθημα δεν ωφελεί αν δεν καθαρίζει και δεν απομακρύνει τη βρομιά.

Σε όλες τις σχολές της αρχαίας φιλοσοφίας θα βρεις ότι το ίδιο άτομο επεξεργάζεται και δημοσιεύει κανόνες εγκράτειας και συγχρόνως γραπτά έρωτα και ακολασίας. Και ο Ξενοφώντας, στον κύκλο του Κλινία, έγραψε εναντίον της ηδονής εκείνης που εκθείαζε ο Αρίστιππος. Δεν υπάρχει κάποια θαυμαστή μεταλλαγή που τους ταρακουνάει. Όμως στην περίπτωση του Σόλωνα, παρουσιάζεται άλλοτε ως ο εαυτός του κι άλλοτε ως νομοθέτης: άλλοτε μιλάει για το λαό, άλλοτε για το άτομό του- και υιοθετεί για τον εαυτό του τους ελεύθερους και φυσικούς κανόνες, αισθανόμενος τη σιγουριά μιας σταθερής και σιδερένιας υγείας.

Ο Αντισθένης επιτρέπει στο σοφό να αγαπά και να κάνει με τον τρόπο του αυτό που θεωρεί σωστό, χωρίς να δίνει σημασία στους νόμους, δεδομένου ότι είναι πιο συνετός από αυτούς και έχει μεγαλύτερη γνώση της αρετής. Ο μαθητής του ο Διογένης έλεγε να αντιπαραθέτουμε στις ταραχές τη λογική, στη μοίρα το θάρρος, στους νόμους τη φύση.

Για τα ευαίσθητα στομάχια χρειάζονται δίαιτες αυστηρές και μελετημένες. Τα γερά στομάχια ακολουθούν απλά τις οδηγίες της φυσικής τους όρεξης. Έτσι κάνουν οι γιατροί μας που τρώνε το πεπόνι και πίνουν το φρέσκο κρασί ενώ επιβάλλουν στους ασθενείς τους το σιρόπι και το νεροζούμι.

Δεν ξέρω για τα βιβλία τους, έλεγε η εταίρα Λαΐς, για τις γνώσεις τους, για τη φιλοσοφία τους, αλλά αυτοί οι άνθρωποι χτυπάνε εξίσου συχνά την πόρτα μου με οποιονδήποτε άλλον. Από τότε που η ελευθερία των ηθών μάς παρασύρει συνεχώς πέρα από αυτό που είναι νόμιμο και επιτρεπτό, έχουμε συχνά περιορίσει τους κανόνες και τους νόμους της ζωής μας πέρα από κάθε λογική.

Όλος ο κόσμος θεωρεί ότι αυτά τα σφάλματα βρίσκονται μέσα στα όρια του επιτρεπτού.

Θα ήταν ευχής έργον να υπήρχε μεγαλύτερη αντιστοιχία ανάμεσα στην εντολή και την υπακοή και μοιάζει άδικος ο στόχος που δεν μπορούμε να φτάσουμε.Η ανθρώπινη σοφία δεν κατόρθωσε ποτέ να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που η ίδια καθόρισε για τον εαυτό της και, αν το είχε καταφέρει, θα όριζε άλλα πιο πέρα, τα οποία πάντα θα επιθυμούσε και θα διεκδικούσε, τόσο εχθρική προς τη σταθερότητα είναι η φύση μας. Ο άνθρωπος ορίζει ότι πρέπει ο ίδιος αναγκαστικά να βρίσκεται στην αμαρτία. Δεν είναι αρκετά επιδέξιος για να κόψει το καθήκον του στα μέτρα μιας διαφορετικής φύσης από τη δική του. Σε ποιόν λοιπόν επιβάλλει κάτι που από κανένα δεν περιμένει να το πράξει; Βρίσκει άδικο να μην κάνει ο άλλος αυτό που του είναι αδύνατο; Οι ίδιοι νόμοι που μας καταδικάζουν στην αδυναμία, είναι οι ίδιοι που μας κατηγορούν γιατί δεν μπορούμε.

Στη χειρότερη περίπτωση, αυτή η κακοφορμισμένη ελευθερία, να παρουσιάζεται δηλαδή κανείς με δυο όψεις, οι πράξεις με έναν τρόπο, τα λόγια με έναν άλλο, ας επιτρέπεται σε εκείνους που μιλούν για τα πράγματα- όμως δεν μπορεί να επιτρέπεται σε εκείνους που μιλούν για τον εαυτό τους, όπως κάνω εγώ: πρέπει να ακολουθώ με την πέννα το βηματισμό των ποδιών μου. Η κοινωνική ζωή πρέπει να σχετίζεται με τις ζωές των άλλων. Η αρετή του Κάτωνα ξεπερνούσε σε σθένος το μέτρο της εποχής του- και για έναν άνθρωπο που ανακατευόταν με τη διακυβέρνηση άλλων, αφιερωμένο στην υπηρεσία της κοινωνίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι νόμοι του ήταν, αν όχι άδικοι, τουλάχιστον μάταιοι και εκτός εποχής. Η ίδια η συμπεριφορά μου, που αν και μόλις που αποκλίνει κατά ένα δαχτυλάκι από τις συνήθεις συμπεριφορές, με κάνει εντούτοις κάπως απρόσιτο και ελάχιστα κοινωνικό για την εποχή μου. Δεν ξέρω αν είναι χωρίς λόγο που αισθάνομαι αηδιασμένος από τον κόσμο που συναναστρέφομαι, αλλά ξέρω καλά ότι θα ήταν αδικαιολόγητο να παραπονιέμαι γιατί ο κόσμος είναι περισσότερο αηδιασμένος από μένα απ’ ό,τι είμαι εγώ από εκείνον.

Η αρετή που αρμόζει στις υποθέσεις των ανθρώπων είναι μια αρετή με πολλές πτυχές, εσωτερικές και εξωτερικές γωνίες, για να μπορέσει να προσαρμοστεί και να ταιριάξει με την ανθρώπινη αδυναμία, είναι ένα τεχνητό ανακάτεμα και δεν είναι ούτε ακέραιη, ούτε ξεκάθαρη, ούτε σταθερή, ούτε εντελώς αθώα.

Michel de Montaigne, ΠΕΡΙ ΔΟΞΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑΣ

Η διαιτητική αποχή από τα τρόφιμα μας χαρίζει σωματική υγεία, εκείνη από τους ανθρώπους την ψυχική γαλήνη

Εξάλλου, την κοινωνικότητα μπορεί κανείς να την θεωρήσει επίσης και ως τον τρόπο με τον οποίον οι άνθρωποι ζεσταίνουν πνευματικά ο ένας τον άλλον, όπως ζεσταίνουν και τα σώματά τους συνωστιζόμενοι σε περίπτωση δριμέος ψύχους. Όποιος, όμως, έχει ο ίδιος πολλή θερμότητα πνεύματος δεν χρειάζεται έναν τέτοιο συνωστισμό. Σύμφωνα με όλα τούτα η κοινωνικότητα ενός ανθρώπου βρίσκεται περίπου σε αντίστροφη αναλογική σχέση προς την πνευματική του αξία- η δε απόφανση «ο τάδε είναι πολύ αντικοινωνικός» ισοδυναμεί σχεδόν με την «ο τάδε είναι άνθρωπος με μεγάλα χαρίσματα».

Στον διανοητικά προικισμένο άνθρωπο, η μοναχικότητα παρέχει ένα διττό όφελος: πρώτον, το να είναι με τον εαυτό του και, δεύτερον, το να μην είναι με άλλους. Τούτο το τελευταίο θα το αξιολογήσει κανείς ιδιαίτερα αναλογιζόμενος πόσα βάσανα, πόσους καταναγκασμούς ακόμη και κινδύνους ενέχει κάθε συναναστροφή. Tout notre mal vient de ne pouvoir etre seuls [όλα τα δεινά προέρχονται από το ότι δεν μπορούμε να είμαστε μόνοι μας], λέγει ο La Bruyere. Το να έχει κανείς καθ’ εαυτόν τόσα πολλά ώστε να μην χρειάζεται συναναστροφές συνιστά μεγάλη τύχη και μόνο για το γεγονός ότι όλα σχεδόν τα δεινά μας εκπηγάζουν από αυτές. Για να κατακτήσουν την ευτυχία της ψυχικής γαλήνης, οι κυνικοί φιλόσοφοι απαρνήθηκαν κάθε κτήση αγαθών- όποιος, με τον ίδιο αυτό σκοπό, απαρνείται την κοινωνική συναναστροφή έχει επιλέξει το πλέον σοφό μέσο. Είναι τόσο εύστοχο όσο και ωραίο αυτό που λέγει ο Bernardin de St. Pierre: La diete des aliments nous rend la sante du corps, et celle des hommes la tranquillite de l’ame [Η διαιτητική αποχή από τα τρόφιμα μας χαρίζει σωματική υγεία, εκείνη από τους ανθρώπους την ψυχική γαλήνη].

Συνεπώς, όποιος συνάψει εγκαίρως φιλία με την μοναχικότητα, μάλιστα δε την αγαπήσει, έχει κάνει δικό του ένα χρυσωρυχείο. Τούτο, όμως, δεν το καταφέρνει επουδενί ο καθένας, καθώς όπως κατ’ αρχάς η ανάγκη, έτσι και κατόπιν, μετά την άρση αυτής, η ανία ωθεί τους ανθρώπους τον έναν στον άλλον. Χωρίς την ανάγκη και την ανία, ο καθένας θα έμενε προφανώς μόνος του- τούτο δε θα συνέβαινε και μόνο λόγω του ότι κατά την μοναχικότητα και μόνον αντιστοιχεί το περιβάλλον στην ιδιαίτερη εκείνη σπουδαιότητα, μάλιστα μοναδικότητα που έχει ο καθένας στα μάτια του, η οποία, στον συνωστισμό του κόσμου, συρρικνώνεται μέχρις εξαφανίσεως, καθώς εισπράττει, σε κάθε βήμα, κι ένα dementi [μία διάψευση]. Υπ’ αυτή την έννοια, η μοναχικότητα είναι η φυσική κατάσταση του καθενός: τον επαναφέρει, ως πρώτο Αδάμ, στην πρωταρχική, την αρμόζουσα στην φύση του ευτυχία.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ

Πολεμώντας τους εσωτερικούς μας δαίμονες

'Αγχος, Πίεση, Κατάθλιψη, Εμμονές, Ψυχοσωματικά προβλήματα. Η μάστιγα της σημερινής εποχής και μιας κοινωνίας που απαιτεί πολλές, μικρές καθημερινές θυσίες που ρουφούν την ενέργειά μας, θαμπώνουν την αύρα μας και μας αναγκάζουν να γίνουμε ακόλουθοι και ενισχυτές της ασταμάτητης ροής της αρνητικότητας γύρω μας.

Άνθρωποί συνοφρυωμένοι που περπατούν καθημερινά σκυθρωποί, αμίλητοι, με έλλειψη κάθε ίχνους χαμόγελου και μειδιάματος γύρω από τα χείλη τους, έτοιμοι να εκτονώσουν την έντασή και τη νευρικότητά τους στους συνανθρώπους τους, που κατά το σύνηθες, αισθάνονται το ίδιο πιεσμένοι και απογοητευμένοι από τη ζωή, χωρίς λόγο. Ακόμα και αν τα έχουν όλα, νιώθουν ότι δεν έχουν τίποτα. Δε βιώνουν καμία ευχαρίστηση, προσκολλημένοι συνεχώς στο αβέβαιο αύριο. Δεν απολαμβάνουν τη στιγμή, αναζητώντας την ευτυχία σε φαντάσματα του παρελθόντος.

Όχι δεν γεννηθήκαμε έτσι… Κάποτε είχαμε χιούμορ, χαμογελούσαμε συνεχώς, περπατούσαμε ανέμελοι, βιώνοντας με όλες τις αισθήσεις μας την ομορφιά του κάθε δευτερολέπτου της υπάρξεώς μας. Νιώθαμε ανακούφιση μέσα στην αγκαλιά αγαπημένων μας προσώπων και πιστεύαμε ότι θα είμαστε για πάντα ασφαλείς. Όντας μικρά παιδιά, κουκουλιαζόμασταν κάτω από τα σκεπάσματα μας, φοβούμενοι τα αόρατο τέρας που αδημονεί επιθετικά κάτω από το κρεβάτι μας. Ακούγαμε τα παραμύθια με τον κακό λύκο και τις ιστορίες για τα κακά ξωτικά και τα δαιμόνια τέρατα, αγνοώντας την αληθινή τους ύπαρξη μέσα μας.

Γεννήθηκαν σιγά- σιγά, μεγάλωσαν μαζί μας και έφτασαν να μας κυριεύουν και να μας χειραγωγούν, σπαταλώντας την ενέργειά μας, κατατρώγοντας το χαμόγελό μας και φλυαρώντας στο υποσυνείδητό μας. Ώσπου γιγαντώθηκαν και πήραν μορφές.

Τις ξέρουμε, τις αναγνωρίζουμε, προσπαθούμε να τις πολεμήσουμε αλλά είναι δύσκολο, αδύνατο και μερικές φορές φαντάζει ακατόρθωτο. Ο δαίμονας της τελειομανίας, ο αυτουργός και κύριος υπεύθυνος της μελαγχολικής μας φύσεως, μας στέρησε και μας στερεί καθημερινά την απόλαυση της ζωής και την αναγνώριση της αληθινής μας ταυτότητας.

Να είσαι καλός στα πάντα, ο Καλύτερος, να μην κάνεις ποτέ λάθη και να αντιστέκεσαι πάντα στις αδυναμίες σου, να γυρίζεις την πλάτη στον εαυτό σου και να γίνεσαι ο πιο σκληρός κριτής και ο χειρότερος τιμωρός του. Να ξυπνάς κάθε μέρα νιώθοντας το κεφάλι σου βαρύ, το σώμα σου πονεμένο από το βάρος της πίεσης και του άγχους, από τη φλυαρία του άγρυπνου νου σου και από τους εφιάλτες των προβλημάτων σου που σε στοιχειώνουν κάθε βράδυ. Να εξυψώνεσαι από τα μπράβο των άλλων και να περιμένεις την αναγνώριση, την αποδοχή και την επιβράβευση από το περιβάλλον σου για να νιώσεις καλά με τον εαυτό σου και να του δώσεις άλλη μία ευκαιρία να αποδείξει ξανά και ξανά στους άλλους ότι είναι ο καλύτερος.

Να γίνεσαι εμμονικός και ψυχαναγκαστικός με πράγματα που άλλοτε σε ευχαριστούσαν και τώρα σε εξαντλούν και σε οδηγούν σε τάσεις αυτοκαταστροφικές. Να γίνεσαι αντικοινωνικός και να απομονώνεσαι βυθίζοντας τον εαυτό σου όλο και πιο πολύ στο λάκκο της καταθλιπτικής σου μανίας. Να κυριεύεσαι από άγχος και στρες, αναπτύσσοντας στο κεφάλι σου πάντα τα χειρότερα σενάρια, φανταστικές καταστάσεις με άσχημο τέλος, που τα γεννά ο νους μόνο και μόνο για να σε κάνουν να υποκύψεις στους δαίμονες σου.

Είναι και θα είναι πάντα εκεί όσο και αν τους πολεμάς…
Η μόνη σου ελπίδα είναι οι άγγελοί σου, που είναι πάντα παρόντες στη ζωή σου και ας μην τους δίνεις σημασία. Που σου υπενθυμίζουν να σέβεσαι και να αγαπάς τον ευατό σου. Να του αφιερώνεις χρόνο και να τον γαληνεύεις. Να απομακρύνεις την τοξικότητα και την αρνητική ενέργεια. Να αποδεχτείς τις αδυναμίες σου και να εκτιμήσεις τα λάθη που έκανες και σε δασκάλεψαν. Να σου υποδεικνύουν το σωστό μονοπάτι προς την ευτυχία και να σε προμηθεύουν με τα όπλα της αγάπης και της φροντίδας μπροστά στα εμπόδια που υψώνουν οι εμμονικοί σου δαίμονες.

Άκουσε τους αγγέλους σου, ήταν και θα είναι πάντα κοντά σου. Και κατέληξε να γίνεις εσύ ο μεγαλύτερος φύλακας άγγελος του εαυτού σου. Φτάνει να μην παρατήσεις τη μάχη ποτέ!

«Δεν χρειάζεσαι πολλά χρήματα για να ζήσεις μια πλούσια και ευτυχισμένη ζωή. Οι καλοί φίλοι και μια αγαπημένη οικογένεια αξίζουν το βάρος τους σε χρυσό» λέει ένα ρητό. Και είμαι απόλυτα σύμφωνος.

Tι Επιτρέπεται να Κάνουμε, όταν οι Άλλοι Φέρονται Άσχημα

Μερικοί από εμάς πιστεύουμε ότι είναι εντάξει να κάνουμε ό,τι κάνουν οι άλλοι, ανεξάρτητα από το αν είναι νόμιμο, ηθικό ή σε ευθυγράμμιση με τις ανώτερες αξίες μας.

Έτσι, αν οι άλλοι διπλοπαρκάρουν, πετούν σκουπίδια, παίζουν δυνατή μουσική όταν οι άλλοι αναπαύονται, επιτρέπουν στους σκύλους τους να γαβγίζουν όλη νύχτα, δεν πληρώνουν φόρους, κτίζουν χωρίς άδεια, αγνοούν διάφορους νόμους, τότε είναι εντάξει να κάνουμε κι εμείς το ίδιο. Η ιδέα είναι πως είναι εντάξει να κάνουμε οτιδήποτε κάνουν οι άλλοι, ακόμη κι αν είναι επιζήμιο για κάποιον.

Αυτό, επίσης, ισχύει όταν οι άλλοι συμπεριφέρονται με αρνητικό τρόπο προς εμάς, όπως όταν κριτικάρουν, είναι επιθετικοί, εγωιστικοί κλπ. Πιστεύουμε ότι έχουμε το δικαίωμα να κάνουμε το ίδιο σ’ αυτούς. Είναι η βασική νοοτροπία «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» που βρίσκουμε σε λιγότερο ανεπτυγμένους πολιτισμούς, όπου στη χειρότερη όψη της παίρνει τη μορφή αντίποινων ή εκδίκησης.

Είνα αυτονόητο ότι μια τέτοια αντίληψη της πραγματικότητας είναι βασικό εμπόδιο στην προσωπική και κοινωνική εξέλιξη. Αυτό οδηγεί σε μια κοινωνία, όπου η πιο εγωιστική μορφή συμπεριφοράς θα γίνει ο κανόνας. Θα γίνουμε όλοι σαν το άτομο με την ελάχιστη ηθική.

Δεν είναι δύσκολο να αγαπάμε και να είμαστε ηθικοί, όταν όλοι οι άλλοι κάνουν το ίδιο.
Το μεγαλύτερο επίτευγμα είναι να είμαστε ηθικοί, γεμάτοι αγάπη και συγχώρεση, ακόμη κι όταν οι άλλοι δεν είναι.

Δυστυχώς η κοινωνία μας έχει αναπτύξει τη σκεπτομορφή πως είναι αδυναμία ή βλακεία να είμαστε καλοί και νομοταγείς, όταν οι άλλοι δεν είναι. Η εξυπνάδα συσχετίζεται με την πονηριά και το να μπορούμε να παίρνουμε χωρίς να δίνουμε ή να μπορούμε να βρίσκουμε τρόπους να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας παρακάμπτοντας το νόμο. Ο νόμος αντιμετωπίζεται σαν μια πρόκληση προς αποφυγή και όχι σαν ένα μέσο κοινωνικού οφέλους και τάξης.

Μερικοί νοιάζονται μόνο για το πώς οι ίδιοι και η άμεση οικογένειά τους ικανοποιούν τις ανάγκες τους και αδιαφορούν για το πώς η ζωή τους και οι πράξεις τους μπορεί να επηρεάσουν τους άλλους. Μια τέτοια στάση υπάρχει ακόμη και μέσα σε κάποιες οικογενειακές δομές, όπου κάποιοι αδιαφορούν για το πώς οι πράξεις τους επηρεάζουν ακόμα τα άλλα μέλη της οικογένειας.

Σκεφτόμαστε, «εφόσον οι άλλοι το κάνουν, τότε είναι εντάξει να το κάνω κι εγώ και, αν δεν το κάνω, τότε είμαι χαζός. Αν δεν θέλω να είμαι βλάκας, τότε θα έπρεπε να κάνω ό,τι κάνουν και οι άλλοι, παρόλο που είναι παράνομο, ανήθικο και σε σύγκρουση με τη συνείδησή μου και το καλό του συνόλου».

Αυτός ο τρόπος σκέψης είναι η αιτία πολλών από τα κοινωνικά μας προβλήματα, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής κρίσης.

Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να αποφασίσω ποιος θέλω να είμαι ακόμη κι όταν οι άλλοι δεν ενεργούν σε ευθυγράμμιση με τις ανώτερες αλήθειες.

Θέλω να είμαι σαν εκείνους;
Φοβάμαι ότι θα είμαι «αποτυχημένος», αν δεν κάνω όπως οι άλλοι;
Μήπως θα με κοροϊδέψουν, μήπως θα γίνω «ανέκδοτο», αν συνεχίσω να είμαι ευσυνείδητος όταν οι άλλοι δεν είναι;
Θέλω να είμαι ευσυνείδητος όταν οι άλλοι δεν είναι;
Θέλω να απορρίπτω εκείνους που δεν είναι ευσυνείδητοι;
Θέλω να ενθαρρύνω τους άλλους να είναι, επίσης, πιο ευσυνείδητοι;
Θέλω να είμαι ευσυνείδητος ότι και να κάνουν οι άλλοι;
Είναι εντάξει να μιλώ με υποτιμητικό τρόπο στους άλλους, όταν δεν είναι σωστοί ή κάνουν λάθη;
Είναι εντάξει να μιλώ με υποτιμητικό τρόπο στους άλλους, όταν κάνουν το ίδιο σ’ εμένα;
Είναι εντάξει να κάνω οτιδήποτε κάνουν οι άλλοι, ώστε να μην με θεωρούν ηλίθιο;
Είναι εντάξει να ενεργώ με τρόπους που θεωρώ λάθος, απλώς επειδή οι άλλοι το κάνουν;
Θέλω να είμαι το παιδί που συμπεριφέρεται λανθασμένα σ’ ένα άλλο παιδί και όταν με επιπλήττουν να απαντώ «Να, εκείνος το έκανε πρώτος»;
Μήπως η απάντησή μου στη ζωή είναι «Εκείνοι το έκαναν πρώτοι»;

Αυτό το είδος απάντησης και συμπεριφοράς είναι ακριβώς αυτό που κρατά εμάς και την κοινωνία μας σε χαμηλότερο επίπεδο ηθικής και πνευματικής εξέλιξης. Μ’ αυτό τον τρόπο είμαστε εγκλωβισμένοι σε μια κατάσταση, όπου όλοι λειτουργούμε στο επίπεδο συνειδητότητας των όντων που είναι αποκομμένα από την πνευματική πηγή τους.

Θέλουμε να είμαστε αποκομμένοι από την πνευματική πηγή μας, επειδή είναι κι εκείνοι; Δεν μπορεί να υπάρχει αρμονία, ευτυχία ή αφθονία σε μια τέτοια κατάσταση.

Ποιος θέλω να είμαι σ’ αυτές τις καταστάσεις;

Η πρόκλησή μας είναι να είμαστε συνδεδεμένοι με τον ανώτερο εαυτό μας και να έχουμε την εσωτερική ασφάλεια να συμπεριφερόμαστε σύμφωνα με τα ανώτερα ιδανικά μας, ανεξάρτητα από το τι κάνουν οι άλλοι.

Μόνο μ’ αυτό τον τρόπο μπορούμε να εξελιχθούμε σαν άτομα και σαν κοινωνία.

Σε προκαλεί αρκετά ο σύντροφός σου;

Δεν υπάρχει ιδανική σχέση. Δεν υπάρχει «και έζησαν κι αυτοί καλά». Δεν υπάρχει ιδανικός σύντροφος. Υπάρχει η σχέση που σε προκαλεί και σε εξελίσσει κάθε μέρα. Ένας σύντροφος χρειάζεται να σε ενθαρρύνει, να σε ανεβάζει και να σε προκαλεί να είσαι ο καλύτερος εαυτός σου.

Σε προκαλεί αρκετά ο σύντροφός σου;

Οι πιο πετυχημένες σχέσεις είναι εκείνες που βγάζουν στην επιφάνεια το εγώ για να το υπερβεί όποιος το αντέχει. Σημαίνει το εγώ να νευριάζει με τη συμπεριφορά του συντρόφου αλλά εσύ να εξασκείσαι στην υπομονή και στην αγάπη. Σημαίνει να διαφωνείς με τον τρόπο που βλέπει ο άλλος τον κόσμο αλλά να τον ενθαρρύνεις να πιστεύει τα δικά του. Σημαίνει να μην βλέπεις τους ξεχωριστούς εαυτούς αλλά το Σύμπαν να εκφράζεται μέσα από τα σώματά σας.

Αν διαφωνείς ή θυμώνεις με τον σύντροφό σου, θυμήσου: το Σύμπαν εξακολουθεί να εκφράζεται μέσα από αυτόν.

Ξενοφών: «Για να υποτάξεις κάποιον φτωχοποίησε τον»

Είναι φορές που και η τυραννία γίνεται ακόμη και για τους τυράννους σκέτη τυραννία. Ο Ιέρων λόγου χάρη. Τύραννος των Συρακουσών, δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν. Ο πρώτος που εφάρμοσε δίκτυο κατασκοπείας. Μίσθωνε τακτικά κατασκόπους και πληροφοριοδότες χρησιμοποιώντας τους λεγόμενους “ωτακουστές”….

Ο Αριστοτέλης μας λέει ότι ο Ιέρων έστελνε για να ακούσουν τις ομιλίες και τις απόψεις των ανθρώπων στην πόλη («και ους ωτακουστάς εξέπεμπεν Ιέρων»: Πολιτικά Ε’, 1313β11). Ο Αριστοτέλης γνώριζε ότι ίσως ο Ιέρων είχε δανειστεί το πρότυπο των ωτακουστών από την Περσία.

Ας πάμε να διαβάσουμε ένα απόσπασμα από τον Ξενοφώντα από το έργο του “Ιέρων” ή Τυραννικός, που αναλύει εξαιρετικά απλά και ουσιαστικά τον λόγο που κυβερνούν οι άδικοι και διώκονται οι δίκαιοι…

“Θα σου πω κι ένα άλλο από τα δυσάρεστα που παθαίνουν οι τύραννοι, Σιμωνίδη. Αυτοί, παρ’ όλο που αναγνωρίζουν τους γενναίους, τους σοφούς και τους δίκαιους όχι λιγότερο απ’ ότι οι ιδιώτες, τους φοβούνται μάλλον παρά τους θαυμάζουν.

Τους ανδρείους, μήπως και τολμήσουν κάτι για χάρη της ελευθερίας· τους σοφούς μήπως και μηχανευτούν κάτι· τους δίκαιους, μήπως τους θελήσει το πλήθος για κυβερνήτες του. Κι όταν οι τύραννοι από το φόβο τους τούς ξεπαστρέψουν αυτούς, ποιοι άλλοι θα τους μείνουν για να τους χρησιμοποιούν εκτός από τους άδικους, τους έκλυτους και τους δουλοπρεπείς;

Τους άδικους τους εμπιστεύονται, γιατί κι αυτοί φοβούνται, όπως οι τύραννοι, μήπως η πόλη κάποια μέρα γίνει ελεύθερη και ασκήσει πάνω τους την εξουσία της· τους έκλυτους εξαιτίας της ελευθερίας δράσης που έχουν προς το παρόν και τους δουλοπρεπείς, επειδή αυτοί δεν έχουν καμιά αξίωση να είναι ελεύθεροι.

Μου φαίνεται λοιπόν δυσάρεστο κι αυτό το πάθημα: άλλους να θεωρείς χρηστούς άνδρες κι άλλους να είσαι αναγκασμένος να χρησιμοποιείς.

Επιπλέον, ο τύραννος είναι αναγκασμένος να αγαπά την πόλη του· γιατί χωρίς αυτή δεν μπορεί ούτε να υπάρχει ούτε να ευτυχεί· η τυραννία όμως αναγκάζει τους τυράννους να εγκαλούν την ίδια την πατρίδα τους. Γιατί, δεν χαίρονται κάνοντας τους πολίτες πιο γενναίους ή εξοπλίζοντας τους καλύτερα αλλά ευχαριστιούνται περισσότερο καθιστώντας τους ξένους ισχυρότερους για να τους χρησιμοποιούν μετά ως φρουρούς τους.

Ακόμη κι όταν έρχονται καλές χρονιές για τις σοδειές και υπάρχει αφθονία αγαθών, ούτε τότε χαίρεται ο τύραννος· γιατί πιστεύει πως όσο πιο φτωχοί είναι οι άνθρωποι τόσο πιο υποταγμένοι είναι ώστε να τους χρησιμοποιεί.”

Χαλεπὸν δ’ ἐρῶ σοι καὶ ἄλλο πάθημα, ὦ Σιμωνίδη, τῶν τυράννων. γιγνώσκουσι μὲν γὰρ οὐδὲν ἧττον τῶν ἰδιωτῶν τοὺς ἀλκίμους τε καὶ σοφοὺς καὶ δικαίους. τούτους δ’ ἀντὶ τοῦ ἄγασθαι φοβοῦνται, τοὺς μὲν ἀνδρείους, μή τι τολμήσωσι τῆς ἐλευθερίας ἕνεκεν, τοὺς δὲ σοφούς, μή τι μηχανήσωνται, τοὺς δὲ δικαίους, μὴ ἐπιθυμήσῃ τὸ πλῆθος ὑπ’ αὐτῶν προστατεῖσθαι. ὅταν δὲ τοὺς τοιούτους διὰ τὸν φόβον ὑπεξαιρῶνται, τίνες ἄλλοι αὐτοῖς καταλείπονται χρῆσθαι ἀλλ’ ἢ οἱ ἄδικοί τε καὶ ἀκρατεῖς καὶ ἀνδραποδώδεις; οἱ μὲν ἄδικοι πιστευόμενοι, διότι φοβοῦνται ὥσπερ οἱ τύραννοι τὰς πόλεις μήποτε ἐλεύθεραι γενόμεναι ἐγκρατεῖς αὐτῶν γένωνται, οἱ δ’ἀκρατεῖς τῆς εἰς τὸ παρὸν ἐξουσίας ἕνεκα, οἱ δ’ ἀνδραποδώδεις, διότι οὐδ’ αὐτοὶ ἀξιοῦσιν ἐλεύθεροι εἶναι. χαλεπὸν οὖν καὶ τοῦτο τὸ πάθημα ἔμοιγε δοκεῖ εἶναι, τὸ ἄλλους μὲν ἡγεῖσθαι ἀγαθοὺς ἄνδρας, ἄλλοις δὲ χρῆσθαι ἀναγκάζεσθαι. ἔτι δὲ φιλόπολιν μὲν ἀνάγκη καὶ τὸν τύραννον εἶναι· ἄνευ γὰρ τῆς πόλεως οὔτ’ ἂν σῴζεσθαι δύναιτο οὔτ’ εὐδαιμονεῖν· ἡ δὲ τυραννὶς ἀναγκάζει καὶ ταῖς ἑαυτῶν πατρίσιν ἐνοχλεῖν. οὔτε γὰρ ἀλκίμους οὔτ’ εὐόπλους χαίρουσι τοὺς πολίτας παρασκευάζοντες, ἀλλὰ τοὺς ξένους δεινοτέρους τῶν πολιτῶν ποιοῦντες ἥδονται μᾶλλον καὶ τούτοις χρῶνται δορυφόροις. ἀλλὰ μὴν οὐδ’ ἂν εὐετηριῶν γενομένων ἀφθονία τῶν ἀγαθῶν γίγνηται, οὐδὲ τότε συγχαίρει ὁ τύραννος. ἐνδεεστέροις γὰρ οὖσι ταπεινοτέροις αὐτοῖς οἴονται χρῆσθαι.

Νέαιρα η πόρνη που βρέθηκε στη δίνη μιας πολιτικής κόντρας στην αρχαία Αθήνα

Μια τυπική εξέλιξη στη σταδιοδρομία μιας εταίρας στην Αρχαία Αθήνα ήταν να αναβαθμιστεί από δούλα, που ασκούσε την πορνεία, σε ελεύθερη ιερόδουλη. Αυτή η υπόθεση τεκμηριώνεται από το κατηγορητήριο » Κατά Νεαίρας», στα μέσα του 4ου αιώνα.

Η αγορά της Νέαιρας και η «εκπαίδευσή» της
Η Νέαιρα είχε αγοραστεί από τη Νικαρέτη, μια απελεύθερη από την Ήλιδα, μαζί με άλλα έξι μικρά κορίτσια. Η Νικαρέτη τις μεγάλωσε και τις μόρφωσε για να μπορεί αργότερα να τις νοικιάζει ως εταίρες. Υποκρινόταν ότι ήταν κόρες της, άρα ελεύθερες ώστε να ανεβαίνει η αξία τους.

Όταν είδε ότι το εγχείρημά της είχε καλά αποτελέσματα, μετέφερε την «επιχείρηση» στην Κόρινθο. Άνοιξε οίκο ανοχής στην πόλη, που φημιζόταν για τις πόρνες της τόσο, που οι αρχαίοι Έλληνες είχαν δημιουργήσει το ρήμα «κορινθιάζειν», ως συνώνυμο του μοιχεύω.

Η πώληση της Νέαιρας
Στην Κόρινθο η Νικαρέτη πούλησε τη Νέαιρα για 3.000 δραχμές σε δύο άντρες. Σε έναν Κορίνθιο και σε έναν απ τη Λευκάδα για να την έχουν σκλάβα από κοινού. Όταν εκείνοι παντρεύτηκαν πρότειναν στην Νέαιρα ή να πάει σε πορνείο ή να τους επιστρέψει το ποσό της αγοράς της με έκπτωση 1.000 δραχμών.

Ουσιαστικά, της έδωσαν τη δυνατότητα να αγοράσει την ελευθερία της, αλλά τελικά το ποσό ανέλαβε να καλύψει ο Φρυνίωνας, ο οποίος την αγόρασε και την πήρε μαζί του στην Αθήνα. Συμμετείχαν σε συμπόσια, αλλά δεν ήταν ο μόνος εραστής της και αυτό τον έκανε να δυσανασχετεί. Εκείνη τον εγκατέλειψε, πήρε τα προσωπικά της αντικείμενα και δυο υπηρέτριες και επέστρεψε στην πορνεία.

Εκβιασμοί, δίκη, ελευθερία
Γι΄ αυτήν και τα παιδιά της ενδιαφέρθηκε ο Αθηναίος Στέφανος που την εμφάνισε ως σύζυγό του. Η καινούργια μηχανή που στήθηκε, ήταν η Νέαιρα ως αξιοσέβαστη σύζυγος να υποκύπτει στη γοητεία κάποιου αφελούς και εύπορου πολίτη, οπότε στη συνέχεια ακολουθούσε μια σειρά εκβιασμών του «θύματος» για μοιχεία.

Η απάτη είχε στηθεί άριστα και πολλοί ήταν εκείνοι που έπεσαν θύματα. ‘Ομως ο Φρυνίωνας έμαθε που βρισκόταν η Νέαιρα και τι έκανε και προέβαλε τις οικονομικές του αξιώσεις. Το δικαστήριο που ανέλαβε την υπόθεση αποφάσισε ότι η Νέαιρα ανήκε και στους δύο άντρες ως εταίρα. Οι δυο άντρες συμβιβάστηκαν. Παράλληλα όμως, το δικαστήριο της έδωσε το δικαίωμα να ελευθερωθεί, αναγκάζοντάς την να επιστρέψει στο Φρυνίωνα όσα του είχε πάρει.

Και πάλι στα δικαστήρια
Γύρω στο 340 π.Χ., η Νέαιρα κατηγορήθηκε από τον Απολλόδωρο, εχθρό του Στέφανου, στον περίφημο λόγο του Κατά Νεαίρας, για τον παράνομο γάμο τους. Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο και τον Θεόμνηστο, η Νέαιρα, αν και μη πολίτης της Αθήνας, σφετερίστηκε τα δικαιώματα της Αθηναίας. Αναγνώρισε τα αγόρια της ως γνήσιους Αθηναίους πολίτες και κατάφερε να αναγνωρίσει και την κόρη της, Φανώ, που ήταν και αυτή εταίρα.

Η ίδια συμμετείχε σε δημόσιες τελετουργίες της πόλης. Βασική κατηγορουμένη στο δικαστήριο ήταν εκείνη και όχι ο Στέφανος, με το επιχείρημα ότι εμφανιζόταν με την ιδιότητα της νόμιμης συζύγου του Στέφανου. Εκείνος προσπάθησε να δικαιολογήσει την κατάσταση λέγοντας ότι ήταν δικά του παιδιά από προηγούμενο γάμο με Αθηναία, γι αυτό πάντρεψε την κόρη της με Αθηναίο. Αυτή ήταν η αφορμή που έψαχναν καιρό οι πολιτικοί του αντίπαλοι.

Πολιτικά κίνητρα δίκης
Η ταπεινωτική περιγραφή του Απολλόδωρου σχετικά με την προγενέστερη ζωή της Νέαιρας στον οίκο ανοχής της Κορίνθου, αποτέλεσε τη βασική επιχειρηματολογία του. Αν τα παραπάνω αποδεικνύονταν, τότε σύμφωνα με τους νόμους, η Νέαιρα θα πωλούνταν ως δούλη, τα παιδιά της θα έχαναν το δικαίωμα του πολίτη και ο Στέφανος θα αποβάλλονταν από τη δημόσια ζωή της πόλης, πληρώνοντας βαρύτατο πρόστιμο. Βεβαίως η Νέαιρα και η κόρη της δεν ήταν ο αληθινός στόχος. Η δίκη στόχευε τον Στέφανο, που ήταν ο πολιτικός τους αντίπαλος τους.

Ο Στέφανος ήταν οπαδός του Εύβουλου, αντίπαλου του Δημοσθένη και είχε πετύχει την καταδίκη του Απολλόδωρου, κατηγορώντας τον ότι είχε προτείνει παράνομο ψήφισμα. Έτσι, ο Απολλόδωρος με τον Θεόφραστο, μη έχοντας κάτι άλλο για να κατηγορήσουν το Στέφανο, μήνυσαν τη Νέαιρα που συνδέονταν μαζί του.

Το κατηγορητήριο επικεντρώθηκε στο γεγονός, ότι η κόρη της Νέιαρας ήταν ξένη, άρα δεν είχε το δικαίωμα να συμμετέχει στη γιορτή των ανθεστηρίων, στην οποία συμμετείχαν αυστηρά και μόνο πολίτες της Αθήνας και όχι οι μέτοικοι ή οι δούλοι. Το αποτέλεσμα της δίκης δεν το γνωρίζουμε αλλά το κείμενο είναι πολύ κατατοπιστικό για πολλά από τα ήθη, τους νόμους και τις ίντριγκες των Αθηναίων.