Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

ΟΙ ΝΑΥΜΑΧΙΕΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΤΟΥ ΜΠΑΡΕΝΤΣ (1942) ΚΑΙ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΥ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟΥ (1943)

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΤΟΥ ΜΠΑΡΕΝΤΣ (1942)

ΓΕΝΙΚΑ

Η τελειοποίηση των οπλικών συστημάτων και των πλοίων, άλλαξε ουσιαστικά τη μορφή των ναυμαχιών, με κύριο χαρακτηριστικό τώρα την δύναμη πυρός των εμπλεκόμενων, την ταχύτητα των πλοίων, την ύπαρξη ραντάρ επιφανείας και ραντάρ αέρος, τα ηλεκτρονικά συστήματα προειδοποίησης και ελέγχου, την ασύρματη επικοινωνία και την ύπαρξη πλοίων ειδικευμένων σε αποστολές (υποβρύχια, αντιτορπιλικά, ανθυποβρυχιακά, καταδρομικά, πυραυλοφόρα αντιτορπιλικά, τορπιλακάτους, πυραυλακάτους, αεροπλανοφόρα, ελικοπτεροφόρα, φρεγάτες). Στις σύγχρονες ναυμαχίες μεγάλο ρόλο παίζει η αεροπορική ισχύς του στόλου και η δύναμη πυρός σε πυραύλους των πλοίων επιφανείας ή και των υποβρυχίων. Ενώ κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο είχαμε μεγάλες συγκεντρώσεις πλοίων κατά τις ναυμαχίες, κατά το Β' Παγκόσμιο, εξαιτίας της μεγάλης ανάπτυξης του αεροπορικού όπλου, έχουμε μικρές σχετικά ομάδες πλοίων, με βάση τα αεροπλανοφόρα και την δύναμη πυρός των αεροσκαφών και των πλοίων επιφανείας και των υποβρυχίων... 
 
Οι περισσότερες ναυμαχίες του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου ήταν αεροναυμαχίες. Πάντως η ναυμαχία παραμένει το πιο αποφασιστικό μέσο για την επίτευξη ή διατήρηση της κυριαρχίας της θάλασσας. Ο σύγχρονος ναυτικός πόλεμος δεν γίνεται πια με την δεξιοτεχνία του Θεμιστοκλή και την γενναιότητα των πληρωμάτων, αλλά εξαρτάται από την τεχνολογική κατάσταση και συντήρηση των πολεμικών μέσων, τον συντονισμό συστημάτων με την βοήθεια υπολογιστών και δορυφόρων και την άρτια και συντονισμένη εκπαίδευση του προσωπικού, που πρέπει συνεχώς να εκπαιδεύεται ώστε να μπορεί να αντεπεξέλθει στις ανάγκες ενός σύγχρονου ναυτικού πολέμου.

Η Ναυμαχία της Θάλασσας του Μπάρεντς διεξήχθη στις 31 Δεκεμβρίου 1942 στην ομώνυμη Θάλασσα, βορείως της Νορβηγίας, μεταξύ Γερμανικών και Βρετανικών σκαφών επιφανείας, τα τελευταία των οποίων συνόδευαν την νηοπομπή JW-51B η οποία κατευθυνόταν προς την χερσόνησο Κόλα της Σοβιετικής Ενώσεως. Σε αντίθεση με όσες ναυμαχίες είχαν διεξαχθεί μέχρι τότε στο Δυτικό Μέτωπο, ήταν η πρώτη μεγάλης κλίμακας ναυμαχία από την Γερμανική πλευρά, η οποία βασιζόταν σε ένα τακτικό σχέδιο μάχης και περιελάμβανε σημαντικό αριθμό βαρέων και ελαφρών σκαφών επιφανείας...

ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΠΑΡΕΝΤΣ

Θάλασσα Μπάρεντς ή Θάλασσα του Μπάρεντς ονομάζεται στον ανατολικό Αρκτικό Ωκεανό ολόκληρη η θαλάσσια έκταση που περιλαμβάνεται μεταξύ των παραλλήλων βορείου πλάτους 67 και 80 μοιρών και ανατολικών γεωγραφικών μεσημβρινών 18 και 68 μοιρών ανατολικού μήκους. Δηλαδή από βόρεια των Σκανδιναβικών Χωρών μέχρι του 68ου ανατολικού μεσημβρινού. Το όνομά της οφείλει στον Γουλιέλμο Μπάρεντς, Ολλανδό θαλασσοπόρο που εξερεύνησε τη περιοχή.

Το σχετικά θερμό Βορειοατλαντικό θαλάσσιο ρεύμα, που αποτελεί συνέχεια του ρεύματος του Κόλπου του Μεξικού (Γκολφ Στρημ), συντελεί στo να μην παγώνει το μεγαλύτερο μέρος της θάλασσας αυτής, πράγμα που επιτρέπει σχεδόν καθ' όλο το έτος τη λειτουργία του λιμένος Μουρμάνσκ. Κατά την διάρκεια του θέρους όμως, στη θάλασσα αυτή εμφανίζονται πολλά παγόβουνα (ιδίως στο βόρειο και ανατολικό τμήμα της), που αποτελούν θαλάσσιους κινδύνους. Στη θάλασσα Μπάρεντς επίσης πραγματοποιείται εντατική αλιεία μπακαλιάρου.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟΝ ΑΡΚΤΙΚΟ ΩΚΕΑΝΟ ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΗΜΙΣΥ ΤΟΥ 1942

Περί τα μέσα του 1942 οι Γερμανοί ήταν οι αδιαμφισβήτητοι κυρίαρχοι του Αρκτικού Ωκεανού. Με τα αεροσκάφη και τα υποβρύχια τους να επιχειρούν από τις βάσεις της Νορβηγίας, αποδεκάτιζαν τις Συμμαχικές νηοπομπές οι οποίες εφοδίαζαν την Σοβιετική Ρωσία. Σε εκείνες τις νίκες όμως, τα Γερμανικά θωρηκτά δεν είχαν το παραμικρό μερίδιο. Ο Αρχηγός του Γερμανικού Ναυτικού, Αρχιναύαρχος Καρλ Ντένιτς αναζητούσε μία ευκαιρία για να εξαπολύσει τα βαρέα σκάφη του σε μία επιχείρηση, αλλά η μόνιμη φοβία του Χίτλερ για την απώλεια κάποιου θωρηκτού του, τα κρατούσε καθηλωμένα στα Νορβηγικά φιόρδ. 

«Στην ξηρά είμαι λιοντάρι. Στην θάλασσα είμαι ένα βάρος περιττό», είχε ομολογήσει ο ίδιος ο Χίτλερ, ο οποίος διατηρούσε πάντοτε μία επιφυλακτική στάση απέναντι στο Ναυτικό. Του ήταν αδύνατον να σβήσει από το μυαλό του την εικόνα του θωρηκτού τσέπης Γκραφ Σπέε (Graf Spee) να ανατινάζεται έξω από το λιμάνι του Μοντεβιδέο τον Δεκέμβριο του 1939 μετά τη Ναυμαχία του Ρίο ντε Λα Πλάτα ή, πολύ περισσότερο, να ξεχάσει τα τελευταία δραματικά σήματα του Βίσμαρκ (Bismarck) τον Μάιο του 1941, καθώς υπέκυπτε στους κανονιοβολισμούς του Βρετανικού στόλου, ολομόναχο και αβοήθητο. 

Τα γεγονότα αυτά θα χαράσσονταν βαθιά μέσα του, καθορίζοντας για πάντα τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετώπιζε έκτοτε κάθε ναυτική επιχείρηση. Όποιες επιτυχίες είχε να επιδείξει η Γερμανία στον κατά θάλασσα πόλεμο, είχαν επιτευχθεί στην Βόρεια Θάλασσα κατά των Συμμαχικών αρκτικών νηοπομπών τα μέσα του 1942, από τη συνδυασμένη δράση των υποβρυχίων της (U-Boοte) και της Luftwaffe, καταφέρνοντας να μειώσουν δραματικά την αποστολή στρατιωτικού υλικού προς τη Σοβιετική Ένωση στο ελάχιστο. 

Όμως, όλο εκείνο το διάστημα, τα υπερήφανα Γερμανικά θωρηκτά είχαν παραμείνει απλοί, απομεμακρυσμένοι ακροατές εκείνων των νικών. Ο Χίτλερ δεν αποτολμούσε να εκθέσει τα πανάκριβα πλοία του σε οποιονδήποτε κίνδυνο. Στην Βρετανική πλευρά επικρατούσε ο ίδιος ακριβώς φόβος για μία ενδεχόμενη έξοδο των βαρέων Γερμανικών μονάδων. Όμως, με τις μάχες στο ανατολικό μέτωπο να αγγίζουν δραματικά ύψη, απορροφώντας τεράστιες ποσότητες ανθρώπινου δυναμικού και υλικών, η επιμονή του Στάλιν στην λήψη βοήθειας μέσω των Βρετανικών νηοπομπών γινόταν ολοένα πιεστικότερη. 


Παρότι η Αγγλία εκείνη την εποχή αντιμετώπιζε οξύτατη έλλειψη τροφίμων και πολεμικού υλικού, ο Τσώρτσιλ επέμεινε στην συνέχιση των νηοπομπών, έστω κι αν όλοι τις θεωρούσαν ανέκαθεν μία καταδικασμένη υπόθεση, η οποία δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε αρχίσει. Οι δυσβάσταχτες απώλειες της άνοιξης και του θέρους του 1942 επέφεραν ριζική αλλαγή στις τακτικές των αρκτικών νηοπομπών. Από τον Νοέμβριο του ίδιου έτους οι νηοπομπές θα ταξίδευαν μόνο κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών, εκμεταλλευόμενες την πολική νύχτα που επικρατούσε από τα τέλη Νοεμβρίου μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου. Το διάστημα εκείνο στον Αρκτικό Ωκεανό ο ήλιος δεν ανατέλλει ποτέ πάνω από τον ορίζοντα. 

Αγγίζοντας μία γωνία μόλις 6ο κάτω από αυτόν, σκορπίζει ένα αχνό και ανεπαίσθητο λυκόφως από τις 09.00 μέχρι τις 12.00, για να δύσει και πάλι, παραχωρώντας τη θέση του στο πολικό σκοτάδι. Έτσι, σε συνδυασμό με τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν πάντοτε στην περιοχή, οι νηοπομπές είχαν αρκετές πιθανότητες να περάσουν αθέατες κάτω από τα μάτια του εχθρού. Δεδομένων και των υπολοίπων συνηθισμένων δυσμενών καιρικών συνθηκών της περιοχής, ο εντοπισμός μίας νηοπομπής καθίστατο σχεδόν αδύνατος από τα εχθρικά αεροσκάφη και τα υποβρύχια, αφήνοντας ανοικτό το περιθώριο μόνο για μία επίθεση πλοίων επιφανείας.

Στις 15 Δεκεμβρίου 1942 η νηοπομπή JW-51A απέπλευσε από την Σκωτία με προορισμό το Μουρμάνσκ της Ρωσίας, μεταφέροντας 100.000 τόνους πολεμοφοδίων. Την ημέρα των Χριστουγέννων είχε καταφθάσει σώα και αβλαβής στον προορισμό της, χωρίς να έχει γίνει αντιληπτή από τις γερμανικές δυνάμεις. Η είδηση έκανε τον Χίτλερ να εκραγεί κατά του Αρχηγού του Πολεμικού Ναυτικού, Αρχιναύαρχου Έριχ Ρέντερ (Erich Raeder) και των πλοίων του, τα οποία «…κάθονταν άχρηστα στα φιόρδ» -αν και στην πραγματικότητα ήταν εκείνος ο οποίος περιόριζε την ανάληψη επιχειρήσεων από το ναυτικό.

Η επόμενη προγραμματισμένη νηοπομπή προς το Μουρμάνσκ ήταν η JW-51Β, η οποία απέπλευσε από την Σκωτία στις 22 Δεκεμβρίου 1942. Αντίθετα όμως από την προηγούμενη, ο απόπλους της έγινε σύντομα αντιληπτός. Στις 30 Δεκεμβρίου η νηοπομπή εθεάθη από το U-354 του ανθυποπλοίαρχου Χέρσελμπ, ο οποίος ανέφερε ότι η νηοπομπή προστατευόταν «…μόνο από ελαφρά σκάφη, χωρίς την παρουσία βαρέων μονάδων». Ήταν η ευκαιρία που αναζητούσε επιμόνως ο Ραίντερ, για να αποδείξει στον Φύρερ την εσφαλμένη εντύπωση που είχε σχηματίσει για τον στόλο του.

Με τις προοπτικές μίας επίθεσης να δείχνουν ενθαρρυντικές, εξασφάλισε την συγκατάθεση του Χίτλερ και ανέθεσε το σχέδιο δράσης στον διακεκριμένο υποναύαρχο Όσκαρ Κούμμετς (Oskar Kummetz). Το μεσημέρι της 30ης Δεκεμβρίου ο Κούμμετς έθεσε την δύναμή του σε ετοιμότητα τριών ωρών και κάλεσε τους κυβερνήτες των πλοίων του για την ενημέρωση του σχεδίου επίθεσης.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ''ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ''

Το Γερμανικό Σχέδιο Μάχης

Στην ιστορία των ναυτικών επιχειρήσεων, ελάχιστα σχέδια υπήρξαν τόσο ευφυή όσο εκείνο της επιχείρησης «Ουράνιο Τόξο» (Regenbogen). Στην επίθεση θα ελάμβαναν μέρος δύο από τα βαρέα πλοία επιφανείας του γερμανικού στόλου, το βαρύ καταδρομικό Hipper και το θωρηκτό «τσέπης» "Λύτσοβ" (Lützow), υπό την συνοδεία έξι αντιτορπιλικών. Ο Κούμμετς χώρισε τη δύναμή του σε δύο ομάδες. Η πρώτη αποτελείτο από το Hipper, ως ναυαρχίδα του, συνοδευόμενο από τα αντιτορπιλικά Friedrich Eckholdt, Richard Beitzen και Z-29. 


Η δεύτερη αποτελείτο από το Lützow, και τα αντιτορπιλικά Z-30, Z-31 και Theodor Riedel. Θέλοντας να αποφύγει την επίθεση Βρετανικών αντιτορπιλικών κατά τη διάρκεια της νύκτας, όταν τα ίχνη των τορπιλών είναι δυσδιάκριτα, ο Κούμμετς αποφάσισε να διεξαγάγει την επίθεση κατά τη διάρκεια των τριών ωρών του πολικού λυκόφωτος, όταν η ορατότητα θα άγγιζε περίπου τα 16 χλμ. Η επίθεση θα είχε την μορφή κυκλωτικής κίνησης «τανάλιας»: Οι δύο ομάδες θα πλησίαζαν την νηοπομπή από τα νώτα (νοτιοδυτικά) με κατεύθυνση ανατολική. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα εκμεταλλευόταν το λιγοστό διαθέσιμο φως το οποίο θα του επέτρεπε να διακρίνει τις σιλουέτες των εχθρικών πλοίων να διαγράφονται επάνω στον ανατολικό ορίζοντα.

Η ομάδα του "Χίππερ" (Hipper) θα προπορευόταν, και λειτουργώντας σαν δόλωμα, θα άνοιγε πρώτη την επίθεση από το βόρειο πλευρό, προσελκύοντας επάνω της τα αντιτορπιλικά συνοδείας. Τα μεταγωγικά της νηοπομπής θα απομακρύνονταν από τον εχθρό στρεφόμενα νότια, και απροστάτευτα πλέον, θα οδηγούντο αναπόφευκτα, επάνω στην ομάδα του Lützow και των βαρέων πυροβόλων του, η οποία θα πλησίαζε από εκείνη την κατεύθυνση.

Το Βρετανικό Σχέδιο Μάχης

Η νηοπομπή JW-51B αποτελείτο από 14 φορτηγά σκάφη τα οποία μετέφεραν 2.046 οχήματα, 202 άρματα μάχης, 87 μαχητικά, 33 βομβαρδιστικά, 24.150 τόνους καυσίμων και 54.321 τόνους άλλων εφοδίων. Την δύναμη προστασίας της αποτελούσαν πέντε αντιτορπιλικά, τα HMS Onslow, HMS Obedient, HMS Obdurate, HMS Orwell και HMS Achates. Διοικητής της δύναμης ήταν ο πλοίαρχος Ρόμπερτ Σαιντ Βίνσεντ Σέρμπρουκ (Robert Saint Vincent Sherbrooke), με ναυαρχίδα του το HMS Onslow, στην πρώτη του Αρκτική αποστολή. 

Ο Γερμανός αντίπαλός του δεν θα μπορούσε να είχε εμπνευσθεί ένα καλύτερο επιθετικό σχέδιο ακόμα κι αν βρισκόταν στο μυαλό του Σέρμπρουκ, αφού το αντίστοιχο σχέδιο αμύνης του Άγγλου πλοίαρχου προέβλεπε εκείνες ακριβώς τις κινήσεις που επιθυμούσε ο Κούμμετς: Στην περίπτωση επίθεσης εχθρικών σκαφών επιφανείας το αντίστοιχο σχέδιο αμύνης του Σέρμπρουκ προέβλεπε την απόσπαση των αντιτορπιλικών Onslow, Obedient, Orwell και Obdurate, από την προστασία της νηοπομπής ώστε αυτά να επιτεθούν κατά του εχθρού. 

Ταυτόχρονα, το Achates θα παρέμενε με τα μεταγωγικά, εξαπολύοντας προπέτασμα καπνού για να καλύψει την απομάκρυνσή τους. Τα τέσσερα αντιτορπιλικά, τα οποία θα αναλάμβαναν να αποκρούσουν την επίθεση, θα είχαν να επιτελέσουν το δυσκολότερο καθήκον. Ευάλωτα στα βαρύτερα Γερμανικά πυροβόλα και με περιορισμένο αριθμό τορπιλών, θα έπρεπε να περιορίζονται μόνο σε προσποιήσεις επιθέσεων τορπιλισμού, χωρίς όμως πραγματικά να εξαπολύουν τις τορπίλες τους. 

Πραγματικές επιθέσεις θα διεξάγονταν μόνο σε μικρή απόσταση από τα εχθρικά πλοία, μόνο όταν μία βολή θα είχε τις μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας. Οι Βρετανοί γνώριζαν την επιφυλακτικότητα των αντιπάλων τους για την απειλή τορπιλισμών κατά τη διάρκεια της νύχτας και αυτό ήταν το μοναδικό πλεονέκτημα που διέθεταν. Εάν όμως, εξαπέλυαν τις τορπίλες τους χωρίς επιτυχία θα έχαναν αυτοστιγμεί το πλεονέκτημά τους, απομένοντας ουσιαστικά, άοπλα απέναντι στα βαρέα Γερμανικά καταδρομικά.


Εκτός όμως, από την δύναμη κλειστής συνοδείας της νηοπομπής, υπήρχε και η «Δύναμη R», αποτελούμενη από τα ελαφρά καταδρομικά HMS Sheffield (ναυαρχίδα) και HMS Jamaica, υπό την διοίκηση του Υποναύαρχου Ρόμπερτ Μπέρνετ (Robert Burnett), ενός βετεράνου των αρκτικών νηοπομπών. Η δύναμη αυτή θα ακολουθούσε την νηοπομπή από βορειότερη θέση και απόσταση 30-55 μίλια (ν.μ.), παρέχοντας απομεμακρυσμένη κάλυψη, ώστε η παρουσία της να μη γίνει άμεσα αντιληπτή από τον εχθρό. 

Βέβαια ο οπλισμός και η θωράκιση των δύο Βρετανικών καταδρομικών υπολείπονταν κατά πολύ εκείνων των Hipper και Lützow, οπότε η επέμβαση τους θα ήταν περισσότερο ένα έσχατο μέτρο άμυνας, παρά ένας «άσσος στο μανίκι». Παρόλα αυτά, η παρουσία της παρέμενε άγνωστη στους Γερμανούς, οπότε υπήρχε πάντα η ελπίδα μίας αριθμητικής εξισορρόπησης των δυνάμεων και ενός τακτικού αιφνιδιασμού.

ΑΠΟΠΛΟΥΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ 

Δεσμευτικές Διαταγές 

Η Γερμανική δύναμη απέπλευσε από το Άλτενφιορντ της Νορβηγίας στις 17.45 της 30ης Δεκεμβρίου με κατεύθυνση βορειοανατολική και τα έξι αντιτορπιλικά ανεπτυγμένα μπροστά από τα Hipper και Lützow. Όμως πριν ακόμα αποπλεύσει, ο Κούμμετς είχε ήδη αρχίσει να βομβαρδίζεται με σήματα περιοριστικών διαταγών σε ότι αφορούσε στον τρόπο δράσης του. Στις 15.00: «Αποφύγετε εμπλοκή με ανώτερες δυνάμεις, ειδάλλως επιτεθείτε εκμεταλλευόμενοι την πλεονεκτική σας θέση». Και λίγο αργότερα, στις 18.00, ενώ βρισκόταν ήδη εν πλω: «Παρά τις ισχύουσες επιχειρησιακές διαταγές, συνιστάται σύνεση ακόμη και εναντίον ισοδύναμων αντιπάλων.

Κρίνεται σκόπιμο να αποφευχθούν περιττοί κίνδυνοι». Ήταν τα λόγια που θα σφράγιζαν την έκβαση της επιχείρησης. Η αμφίσημη φράση περί «…ισοδύναμων αντιπάλων», έμενε αδιευκρίνιστη. «Ισοδύναμος αντίπαλος» θα μπορούσε να σημαίνει οτιδήποτε, ανάλογα με την εκάστοτε τακτική κατάσταση και τις συνθήκες εμπλοκής, αφού σε μία μάχη τα πάντα εξαρτώνται από τον τρόπο δράσης, την επιθετική πρωτοβουλία των διοικητών και τις ικανότητες εκάστου. Στο μυαλό οποιουδήποτε διοικητή, τα λόγια αυτά μπορούσαν να ερμηνευθούν μόνο ως επιφυλακτικότητα και περιορισμό ελευθερίας δράσης και ανάληψης πρωτοβουλίας. 

Πόσο δε μάλλον, όταν αυτά τα λόγια προέρχονταν από τον ίδιο τον Φύρερ, ο οποίος, όπως γνώριζαν όλοι πολύ καλά στο ναυτικό «…δεν μπορούσε να κλείσει μάτι όταν τα πλοία του βρίσκονταν στη θάλασσα». Αν αυτά τα λόγια βάραιναν στη σκέψη ενός εμπειροπόλεμου και διακεκριμένου ναυάρχου όπως ο Κούμμετς, μπορούμε εύκολα να φαντασθούμε τι επίδραση θα είχαν στην κρίση του πλοίαρχου Ρούντολφ Στάνγκε (Rudolf Stange), κυβερνήτη του Lützow, για τον οποίον ήταν η πρώτη μάχιμη διοίκηση και μάλιστα ενός θωρηκτού.

Α' ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ 

Το ''Hipper'' Επιτίθεται

Καθώς το σκοτάδι της 30ης Δεκεμβρίου παραχωρούσε αργά τη θέση του στο αχνό, αρκτικό λυκόφως της Παραμονής της Πρωτοχρονιάς του 1942, στη Θάλασσα Μπάρεντς άρχισαν να συγκεντρώνονται οι αντίπαλες δυνάμεις: Η Γερμανική Ομάδα Μάχης περνούσε το γεωγραφικό πλάτος του Βορείου Ακρωτηρίου, ακολουθώντας το ίχνος του χάρτη το οποίο, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Κούμμετς, αντιπροσώπευε την πορεία της JW-51Β. 


Η νηοπομπή ακολουθούσε συγκροτημένη την ανατολική πορεία της, υπό την προστασία των αντιτορπιλικών του Σέρμπρουκ, ενώ η Δύναμη R του Μπέρνετ απείχε 30 ν.μ. βόρεια της νηοπομπής. Ο καιρός ήταν σχετικά καθαρός, με χαμηλή νέφωση και αραιά διαστήματα χιονόπτωσης. Η ορατότητα κυμαινόταν μεταξύ 14-18 χλμ. Ο άνεμος ήταν βορειοδυτικός, έντασης τριών Μποφόρ και η θάλασσα ταραγμένη με την θερμοκρασία -16ο C.

Στις 07.53 της 31ης Δεκεμβρίου ο Κούμμετς εντόπισε τις σιλουέτες εννέα σκαφών στα δεξιά του και τα Βρετανικά αντιτορπιλικά αντελήφθησαν την εχθρική παρουσία στις 08.30, όταν το Obdurate εντόπισε δύο άγνωστα αντιτορπιλικά. Ήταν τα αντιτορπιλικά της Ομάδας Μάχης του Hipper: Friedrich Eckholdt, Richard Beitzen και Z-29, τα οποία στις 09.15 άνοιξαν πυρ εναντίον του. Είχαν εμφανιστεί στα νώτα της νηοπομπής, προσελκύοντας την προσοχή των Βρετανικών αντιτορπιλικών, ακριβώς όπως είχε σχεδιάσει ο Κούμμετς. 

Το Obdurate επεχείρησε να πλησιάσει τα επιτιθέμενα σκάφη, αλλά δέχθηκε πυρά από το Friedrich Eckholdt και απομακρύνθηκε προς την κατεύθυνση του Onslow. Καθώς τα τέσσερα Βρετανικά αντιτορπιλικά έστρεφαν όλα βορειοδυτικά για να αντιμετωπίσουν την επίθεση, το Achates, πιστό τις διαταγές του, άρχισε να προβάλει προπέτασμα καπνού καλύπτοντας τα φορτηγά. Λίγο αργότερα οι οπτήρες του Onslow διέκριναν μία τεράστια σκοτεινή σιλουέτα να ξεπροβάλει μέσα από το λευκό, διάστικτο πέπλο του χιονιού. 

Τα δύο πλοία απείχαν ελάχιστα και βρίσκονταν σε πορεία μετωπικής σύγκρουσης. Ο Σέρμπρουκ δεν θα μπορούσε να μην αναγνωρίσει ένα σκάφος επτά φορές μεγαλύτερο από το δικό του. Ήταν το Hipper το οποίο ετοιμαζόταν να εξαπολύσει την πρώτη του ομοβροντία. O Kούμμετς είχε εντοπίσει την νηοπομπή και είχε ανοίξει την επίθεση στις 09.00 με το πρώτο φως, όπως ακριβώς προέβλεπε το σχέδιό του. Στις 09.36 εξέπεμψε το μήνυμα «Εμπλέκομαι με τον εχθρό», το οποίο έγινε δεκτό με ενθουσιασμό στο διοικητήριο του Χίτλερ στο Ράστενμπουργκ, όπου ετοιμαζόταν ο εορτασμός της Πρωτοχρονιάς.

Οι πρώτοι κανονιοβολισμοί του Γερμανικού καταδρομικού είχαν στόχο το Achates, του οποίου η σιλουέτα διακρινόταν ολοκάθαρα επάνω στο μαύρο προπέτασμα καπνού που άφηνε για να καλύψει την νηοπομπή. Παρότι καμία από τις βολές δεν είχε άμεση ευστοχία, οι ζημιές που προκάλεσαν τα θραύσματα των εκρήξεων στις λεπτές λαμαρίνες του αντιτορπιλικού ήταν κρίσιμες. Τα ηλεκτρικά κυκλώματα διεκόπησαν και 40 νεκροί και τραυματίες, ανάμεσά τους και ο ίδιος ο κυβερνήτης του σκάφους, κείτονταν στους χώρους του πλοίου, καθώς αυτό κλυδωνιζόταν από τις ομοβροντίες και τα κύματα. Η άμεση επέμβαση των Onslow και Orwell έδωσαν στο Achatesτον χρόνο που χρειαζόταν για να απομακρυνθεί.

Τα Onslow, Orwell και Obedient τοποθετήθηκαν ανάμεσα στο Hipper και την νηοπομπή, προτάσσοντας τους εαυτούς τους σαν ασπίδα στα γερμανικά πυρά. Το «Hipper» αντίστοιχα, αναπροσάρμοσε γρήγορα την τακτική του, στρέφοντας τον δευτερεύοντα οπλισμό κατά των αντιτορπιλικών και τα κύρια πυροβόλα εναντίον της νηοπομπής. Ο Σέρμπρουκ χρειαζόταν επειγόντως την επέμβαση των καταδρομικών της «Δύναμης R», η οποία όμως απείχε περίπου 100 ν.μ. και θα χρειαζόταν σχεδόν 2-3 ώρες για να αφιχθεί στο σημείο της συμπλοκής.

Ο Άγγλος πλοίαρχος αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή την τακτική της παραπλάνησης. Το Onslow πλησίασε το αντίπαλο καταδρομικό προσποιούμενο μία επίθεση τορπιλισμού. Πράγματι, το είδε να απομακρύνεται βόρεια, στρέφοντας την πρύμνη του στα βρετανικά σκάφη για να παρουσιάζει μικρότερο στόχο. Στις 09.55 ο Σέρμπρουκ έλαβε το πρώτο ενθαρρυντικό σήμα από την έναρξη της μάχης. Προερχόταν από τον Υποναύαρχο Μπέρνετ και το HMS Sheffield: «Πλησιάζω με πορεία 170ο».


Ο Κούμμετς έστρεψε τώρα την προσοχή του στα Βρετανικά αντιτορπιλικά που του έκλειναν τον δρόμο. Η δύο επόμενες ομοβροντίες του έπεσαν κοντά στο Onslow. Στις 10.30 εκκωφαντικοί κρότοι συγκλόνισαν το πλοίο, όταν μία από τις οβίδες της πέμπτης ομοβροντίας του Hipper εξερράγη κοντά στο μηχανοστάσιο. Η Γερμανική οβίδα διέλυσε την καπνοδόχο και τα θραύσματα τραυμάτισαν τον Σέρμπρουκ στο πρόσωπο και τον αριστερό οφθαλμό. 

Η επόμενη Γερμανική ομοβροντία εξερράγη ανάμεσα στους πύργους «Α» και «Β». Ολόκληρο το πρόσθιο μέρος του καταστρώματος τυλίχθηκε στις φλόγες. Ο Αξιωματικός γέφυρας του Onslow προσπάθησε να απομακρύνει τον Σέρμπρουκ, αλλά εκείνος, καταπνίγοντας τον πόνο και διατηρώντας την ψυχραιμία του, αρνήθηκε να μετακινηθεί και παρέμεινε στη θέση του συνεχίζοντας να δίνει διαταγές. 

Με το σκάφος του να απομακρύνεται φλεγόμενο πίσω από ένα προπέτασμα καπνού, ο Σέρμπρουκ παρέδωσε την διοίκηση στον αντιπλοίαρχο Κίνλοχ του Obedient και μόνο τότε δέχθηκε να απομακρυνθεί και να λάβει τις πρώτες βοήθειες. Με τα Onslow και Achates εκτός μάχης, η μόνη προστασία που διέθετε πλέον η νηοπομπή ήταν τα Obedient, Orwell και Obdurate. Στις 10.42 οι βολές του Hipper προκάλεσαν μοιραία πλήγματα στο ναρκαλιευτικό Bramble και ανέθεσε στα αντιτορπιλικά του Friedrich Eckholdt, Richard Beitzen να αποτελειώσουν το άτυχο σκάφος. 

Το Bramble μαχόμενο μέχρι τέλους με τον πενιχρό οπλισμό του, θα βυθιζόταν αύτανδρο λίγο μετά τις 10.50. Την ίδια τύχη είχε στη συνέχεια και το ήδη τραυματισμένο Achates, το οποίο δέχθηκε δύο διαδοχικά πλήγματα στη γέφυρά του από το Hipper. Με μία αυξανόμενη κλίση 60ο το μικρό αντιτορπιλικό βυθίστηκε στις 13.14. Έχοντας σαρώσει κάθε αντίσταση από μπροστά του, το Hipper ανέμενε τώρα από στιγμή σε στιγμή την άφιξη του Lutzow, το οποίο θα έκλεινε την παγίδα από τα νότια.

Το "Lützow" Ολιγωρεί

Αυτό που δεν γνώριζε ο Κούμμετς ήταν ότι μέχρι τις 11.30 το Lützow είχε ήδη φθάσει δύο φορές σε απόσταση βολής από την απροστάτευτη πλέον νηοπομπή, αλλά ο άπειρος κυβερνήτης του, Πλοίαρχος Ρούντολφ Στάνγκε είχε διστάσει και στις δύο περιπτώσεις να δράσει αποφασιστικά. Την πρώτη φορά, στις 09.22, είχε πλησιάσει σε απόσταση πέντε μιλίων, αλλά η ορατότητα ήταν μειωμένη εξ αιτίας της χιονόπτωσης και των προπετασμάτων καπνού των αντιτορπιλικών. Τότε αποφάσισε να παρακάμψει την χιονόπτωση από τα ανατολικά, ελπίζοντας να εξασφαλίσει καλύτερη ορατότητα από εκείνη την κατεύθυνση. Την δεύτερη φορά, στις 11.36, εντόπισε καθαρά την νηοπομπή, καθώς και την παρουσία εχθρικών αντιτορπιλικών στα αριστερά του.

Ακόμη και τότε όμως, απέφυγε να εμπλακεί. Επιλέγοντας να ακολουθήσει τις διαταγές οι οποίες καλούσαν τους διοικητές να επιδείξουν σύνεση, αποφάσισε να κρατήσει τα αντιτορπιλικά του δεσμευμένα κοντά του για να μην αφήσει το θωρηκτό του απροστάτευτο. Ταυτόχρονα όμως, θεώρησε ότι οποιαδήποτε συμπλοκή εκείνη τη στιγμή θα ήταν παρακινδυνευμένη εξ αιτίας της αύξησης του επερχόμενου σκότους και της επιδείνωσης των καιρικών συνθηκών, οι οποίες καθιστούσαν δύσκολη την αναγνώριση μεταξύ φίλιων και εχθρικών αντιτορπιλικών. 


Η στρατηγική του Κούμμετς είχε λειτουργήσει τέλεια, αλλά η χρυσή ευκαιρία είχε χαθεί: το Hipper είχε προσελκύσει επάνω του την προσοχή των Βρετανικών αντιτορπιλικών, καθώς η απροστάτευτη νηοπομπή κατευθυνόταν νότια προς την κατεύθυνση του Lutzow, μόνο που ο Στάνγκε την άφησε δύο φορές να περάσει από μπροστά του, χωρίς να ρίξει έναν κανονιοβολισμό ή να εξαπολύσει μία τορπίλη. Η ολιγωρία του Στάνγκε θα απέβαινε μοιραία. Το Hipper χωρίς κανένα ίχνος της παρουσίας του Lützow, ετοιμαζόταν να κατευθύνει τα πυρά του κατά του Obedient, όταν στις 11.36, ανυποψίαστο για τον κίνδυνο που πλησίαζε, δέχθηκε γύρω του μία ομοβροντία 24 οβίδων.

Προερχόταν από μία απόσταση οκτώ μιλίων στα δεξιά του. Η Δύναμη R είχε καταφθάσει, ανατρέποντας τα πάντα.

Β' ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ 

Επέμβαση της Δύναμης ''R'' 

Από όσο μπορούσε να γνωρίζει ο Κούμμετς, η δύναμη του Μπέρνετ είχε εμφανιστεί από το πουθενά επιτυγχάνοντας απόλυτο αιφνιδιασμό. Στις 11.05 το ραντάρ του Sheffield είχε καταδείξει το στίγμα ενός σκάφους μεγαλύτερου από αντιτορπιλικό και ταχύτερου από μεταγωγικό και στις 11.28 ο Μπέρνετ διέκρινε τις λάμψεις των κανονιοβολισμών του Hipper, όταν εκείνο βύθιζε τοAchates. Με την διαταγή του, τα Sheffield και Jamaica άνοιξαν ταυτόχρονα πυρ κατά του Γερμανικού καταδρομικού. 

Η πέμπτη ομοβροντία του Sheffieldέπληξε το Hipper στην δεξιά πλευρά, ανάμεσα στην καπνοδόχο και τον κύριο ιστό, 3,5 m. κάτω από την ίσαλο γραμμή, πλημμυρίζοντας το τρίτο λεβητοστάσιο. Με την ταχύτητά του μειωμένη στους 28 κόμβους, το χτυπημένοHipper έστρεψε δεξιά για να αντιμετωπίσει τον απροσδόκητο κίνδυνο, ανταπαντώντας στα πυρά. Όμως η ανωτερότητα του Βρετανικού ραντάρ έδινε το πλεονέκτημα στις Βρετανικές βολές. καταφέρνοντας στο Γερμανικό σκάφος δύο ακόμα πλήγματα. 

Χωρίς κανένα ίχνος από την αναμενόμενη επέμβαση τουLützow που θα μπορούσε εύκολα να αναστρέψει την κατάσταση προς όφελός της Γερμανικής πλευράς, ο Κούμμετς, στις 11.37, κάλεσε αμέσως τα αντιτορπιλικά να ενωθούν μαζί του. Έχοντας πλήρη άγνοια της παρουσίας των Βρετανικών καταδρομικών, τα Friedrich Eckholdt και Richard Beitzen κατευθύνθηκαν βόρεια, διακρίνοντας δύο φιγούρες τα οποία λανθασμένα εξέλαβαν ως τα Hipper και Ζ-29. 

Φθάνοντας σε απόσταση μικρότερη των δύο μιλίων, τα δύο αντιτορπιλικά έπεσαν κυριολεκτικά επάνω στα πυροβόλα του Sheffield, το οποίο άνοιξε πυρ με όλο του τον οπλισμό. Στο Friedrich Eckholdt επικράτησε πανικός, πιστεύοντας ότι δέχονταν φίλια πυρά του Hipper, το οποίο δεν τους είχε αναγνωρίσει. Οι σηματωροίεξέπεμψαν απεγνωσμένα σήματα. «Eckholdt προς Hipper: Με βομβαρδίζεις!» 

Πριν το Γερμανικό αντιτορπιλικό συνειδητοποιήσει το σφάλμα του, το Sheffield του επέφερε τρία εύστοχα πλήγματα. Από εκείνη την απόσταση δεν υπήρχε σωτηρία: η τρίτη ομοβροντία το έκοψε στα δύο και σε λιγότερο από δύο λεπτά βυθιζόταν αύτανδρο με τους 340 άνδρες του. Το Richard Beitzen μετά βίας πρόλαβε να διαφύγει αλλάζοντας γρήγορα πορεία.


Επίθεση του ''Lützow'' και Απεμπλοκή

Εν τω μεταξύ, στο Ράστενμπουργκ της ανατολικής Πρωσίας, ο Χίτλερ αγωνιούσε για κάποια είδηση για την πρόοδο της μάχης. Αυτή ήλθε στις 11.45 από το U-354, το οποίο βρισκόταν ακόμα στην περιοχή: «Η μάχη έχει αγγίξει το αποκορύφωμά της. Όλος ο ορίζοντας είναι κόκκινος». Για τον Χίτλερ η φρασεολογία του ανθυποπλοίαρχου Χέρσελμπ μπορούσε να σημαίνει μόνο ένα πράγμα: η νηοπομπή βρισκόταν στο έλεος των πανίσχυρων πυροβόλων του Κούμμετς. Μαζί με τις ευχές για την είσοδο του Νέου Έτους, βιάστηκε να ανακοινώσει στους καλεσμένους του: «Το Γερμανικό Ναυτικό μόλις σημείωσε μία μεγαλειώδη νίκη!». Μόνο το επόμενο απόγευμα θα μάθαινε την ταπεινωτική αλήθεια.

Την ίδια ώρα, και μετά από δύο αποτυχημένες απόπειρες, το Lützow έκανε επιτέλους την πολυαναμενόμενη, αλλά αποκαρδιωτική εμφάνισή του. Ο Στάνγκε, αντί να ορμήσει κατευθείαν ανάμεσα στις τάξεις των ανίσχυρων φορτηγών, προτίμησε να διατηρήσει απόσταση ασφαλείας, ανοίγοντας πυρ με τον δευτερεύοντα οπλισμό των 6'', χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Η παγίδα είχε κλείσει, αλλά όλοι δίσταζαν να πλήξουν αποφασιστικά τον κυκλωμένο και αδύναμο αντίπαλο. Η εμφάνιση των τριών Βρετανικών αντιτορπιλικών αποθάρρυνε τον Στάνγκε, ο οποίος προτίμησε να ενώσει τις δυνάμεις του με το Hipper στην εξουδετέρωση των αντιτορπιλικών. Σύντομα όμως, τα Sheffieldκαι Jamaica επενέβησαν και πάλι, σώζοντας την κατάσταση.

Τα σκάφη αντάλλαξαν πυρά μεταξύ τους, με το Hipper να προκαλεί κάποιες ζημιές στα καταδρομικά του Μπέρνετ, όταν αμφότεροι οι αντίπαλοι αποφάσισαν να διακόψουν την σύγκρουση επειδή θεωρούσαν ότι μειονεκτούσαν έναντι του αντιπάλου τους.Ο Μπέρνετ, κυκλωμένος από τα Hipper και Lützow, και την μαχητική ισορροπία να κλίνει προς χάριν των Γερμανών, απομακρύνθηκε προς βορρά. Ο Κούμμετς εξακολουθούσε να διαθέτει το τακτικό πλεονέκτημα, αλλά δυστυχώς, δεν το γνώριζε. Αντιθέτως μάλιστα, οι περιοριστικές διαταγές στοίχειωναν την σκέψη του: μετά την απώλεια ενός αντιτορπιλικού του, τα πλήγματα που είχε δεχθεί το Hipperκαι την ορατότητα μειωμένη στο ελάχιστο.

Θεώρησε ότι είχε ήδη διακινδυνεύσει περισσότερο από όσο του επέτρεπαν οι διαταγές. Διέταξε απεμπλοκή και επιστροφή στην Νορβηγία. Στις 3 Ιανουαρίου 1943 τα φορτηγά πλοία της JW-51B αφίχθησαν άθικτα στο Μουρμάνσκ της Ρωσίας. Μετά την επιστροφή του στην Αγγλία, ο Πλοίαρχος Ρόμπερτ Σαιντ Βίνσεντ Σέρμπρουκ τιμήθηκε με τον Σταυρό της Βικτορίας για την ανδρεία του κατά τη διάρκεια της μάχης, καθώς και την διεξαγωγή της.

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ 

Αν και από άποψη αριθμών, η ναυμαχία είχε καταλήξει σαν μία τακτική νίκη των Γερμανών, στην πραγματικότητα ήταν μία ταπεινωτική στρατηγική ήττα, η οποία αντανακλούσε την έλλειψη επιθετικού πνεύματος. Ένα Γερμανικό αντιτορπιλικό είχε βυθιστεί εξ αιτίας ενός τραγικού σφάλματος αναγνώρισης, το Hipper είχε υποστεί σοβαρές ζημιές και το Lützow, παρά την στιβαρή παρουσία του, δεν είχε επιδείξει τίποτα περισσότερο από μία έλλειψη τόλμης, η οποία άγγιζε τα όρια της δειλίας.

Τα δε Γερμανικά αντιτορπιλικά, αν και από μόνα τους ήταν απόλυτα ικανά να θέσουν εκτός μάχης τα τρία εναπομείναντα Βρετανικά, ο Κούμμετς και ο Στάνγκε τα κρατούσαν διαρκώς κοντά τους για να εξασφαλίσουν την δική τους προστασία. Ακόμη και οι αντίπαλες απώλειες ενός αντιτορπιλικού, ενός ναρκαλιευτικού και οι βαριές ζημιές που είχαν υποστεί τα Onslow και Obdurate, ήταν αδύνατον να μειώσουν το αίσθημα του όνειδους. Αργότερα ο Κούμμετς κατακρίθηκε για την εκπόνηση ενός σχεδίου το οποίο απαιτούσε την συνεργασία και τον συντονισμό μονάδων οι οποίες απείχαν 150 χιλιόμετρα μεταξύ τους, μέσα στο σκοτάδι, υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες, ωστόσο, τα γεγονότα είχαν αποδείξει ότι το σχέδιο είχε πετύχει ως ελιγμός.

Ο Χίτλερ ξέσπασε την οργή του πάνω στον Ρέντερ, με έναν εκρηκτικό μονόλογο 90 λεπτών. Η απόφασή του ήταν αμετάκλητη: όλα τα θωρηκτά θα μετατρέπονταν σε παλιοσίδερα, τα πυροβόλα τους θα μεταφέρονταν στην παράκτια άμυνα και το μέταλλο θα ανακυκλωνόταν για να μετατραπεί σε κάποιο χρησιμότερο όπλο. Ο Ρέντερ διαμαρτυρήθηκε, επισημαίνοντας ορθώς, ότι ο Αρχηγός του Γερμανικού Κράτους απαιτούσε από το ναυτικό του νίκες χωρίς να διακινδυνεύει απώλειες. Οι αυστηρές και ηττοπαθείς διαταγές του στερούσαν την νίκη από τους κυβερνήτες των πλοίων του, οι οποίοι έτρεμαν την οργή του περισσότερο από τον εχθρό. 

Παρότι το δράμα και η απώλεια 230.000 στρατιωτών του στον θύλακα του Στάλινγκραντ δεν φαινόταν να βαραίνει ιδιαίτερα τη συνείδησή του, ο Χίτλερ έδειχνε μία ανεξήγητη ευαισθησία στην πιθανή απώλεια ενός καταδρομικού του. Πριν υποβάλει την παραίτησή του, ο Ρέντερ του παρέδωσε ένα υπόμνημα στο οποίο ανέφερε ότι η καταστροφή του στόλου επιφανείας θα έκανε τους Βρετανούς να «…ξεσπάσουν σε κραυγές θριάμβου», όταν μάθαιναν ότι είχαν κερδίσει «…τη μεγαλύτερη αναίμακτη νίκη της ιστορίας τους». Ο Χίτλερ έκανε κάποιο σαρκαστικό σχόλιο και δέχθηκε την παραίτηση, αλλά κατά βάθος προβληματίστηκε. Ωστόσο, οι παθολογικές φοβίες του δεν τον εγκατέλειψαν. 

Ακριβώς έναν χρόνο αργότερα ο αντικαταστάτης του Ρέντερ, Αρχιναύαρχος Καρλ Ντένιτς, θα αποτολμούσε μία τελευταία επιχείρηση με σκάφη επιφανείας, στην οποία ο Χίτλερ θα διέπραττε τα ίδια ακριβώς σφάλματα. Στις 26 Δεκεμβρίου 1943, το βαρύ καταδρομικό Σάρνχορστ (Scharnhorst) κατεδίωξε μία νηοπομπή κάτω από πανομοιότυπες δεσμεύσεις και βυθίστηκε μαχόμενο εναντίον συντριπτικά ανώτερων βρετανικών δυνάμεων, στην Ναυμαχία της Θάλασσας του Βόρειου Ακρωτηρίου (North Cape).


ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΣΤΟ ΒΟΡΕΙΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟ (1943)

ΓΕΝΙΚΑ

Η Ναυμαχία στο Βόρειο Ακρωτήριο ήταν μια ναυτική αποτυχία του Χίτλερ που σφράγισε την μοίρα των πλοίων επιφανείας της Γερμανίας στα τέλη του 1943. Μπορεί να θεωρηθεί σαν συνέχεια της Ναυμαχίας στη Θάλασσα του Μπάρεντς αφού είχε το ίδιο αντικείμενο και κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα και με βάση την ίδια Χιτλερική στρατηγική.

ΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ 1943

Μετά την παταγώδη αποτυχία της ναυμαχίας της Θάλασσα Μπάρεντς στις 31 Δεκεμβρίου 1942, όταν δύο βαριά Γερμανικά σκάφη έχασαν μέσα από τα χέρια τους την μοναδική ευκαιρία να αποδεκατίσουν την απροστάτευτη νηοπομπή JW-51B, το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό επικέντρωσε την προσοχή του στην καταστροφή της επόμενης αρκτικής νηοπομπής προς την Σοβιετική Ένωση, προκειμένου το ίδιο να δικαιολογήσει την ύπαρξή του, αλλά και να αποφύγει την αυτοκαταστροφή του από τον ωρυόμενο Χίτλερ, ο οποίος απειλούσε να μετατρέψει τα θωρηκτά του σε παλιοσίδερα και να μεταφέρει τα βαριά πυροβόλα τους στην παράκτια άμυνα. 


Μία από τις συνέπειες εκείνης της αποτυχίας ήταν και η παραίτηση του Μέγα Ναυάρχου Έριχ Ρέντερ (Erich Raeder) από την ηγεσία του Γερμανικού Ναυτικού και την αντικατάστασή του από τον ομοιόβαθμό του Καρλ Ντένιτς (Karl Doenitz), στις 30 Ιανουαρίου 1943. Ο Ντένιτς, αν και φανατικός υποστηρικτής του υποβρυχιακού πολέμου και ένθερμος πολέμιος των σκαφών επιφανείας, έσπευσε να μεταπείσει τον Χίτλερ. Ο τελευταίος δέχθηκε διστακτικά, θέτοντας όμως στον Ντένιτς ένα σκληρό τελεσίγραφο: «Περιμένω αποτελέσματα εντός έξι μηνών».

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ''ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ'' (Ostfront)

Για ολόκληρη την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1943 καμία νηοπομπή δεν διέσχισε τον Αρκτικό Ωκεανό. Οι Βρετανοί έχοντας υποστεί βαριές απώλειες κατά το προηγούμενο έτος είχαν διακόψει τις αποστολές νηοπομπών προς την Ρωσία κατά την διάρκεια των θερινών μηνών, προτιμώντας πλέον την μυστικότητα του σκοτεινού Αρκτικού χειμώνα που τους προφύλασσε από τα ενοχλητικά Γερμανικά βλέμματα. Με τα περισσότερα Γερμανικά θωρηκτά ακινητοποιημένα στα ναυπηγεία για επισκευές, τα μόνα αξιόμαχα πλοία που είχαν απομείνει στις Γερμανικές βάσεις της Νορβηγίας ήταν εκείνα της Βόρειας Ομάδας Μάχης, αποτελούμενη από το βαρύ καταδρομικό μάχης Σάρνχορστ (Scharnhorst) και πέντε αντιτορπιλικά του 4ου Στολίσκου.

Η διοίκησή της είχε ανατεθεί στον υποναύαρχο Έριχ Μπάϋ (Erich Bey), έναν έμπειρο διοικητή, παρασημοφορημένο με τον Σταυρό των Ιπποτών. Έχοντας πλήρη συναίσθηση των ευθυνών της νέας του διοίκησης σε μία τόσο κρίσιμη περίοδο, παρέδωσε στον Ντένιτς μία αναφορά με τις αδυναμίες του στόλου στην Νορβηγία, προβάλλοντας τρία σημεία ζωτικής σημασίας σε περίπτωση που μία έξοδος του Σάρνχορστ κρινόταν αναγκαία:
  • Το Σάρνχορστ δεν θα έπρεπε ποτέ να διακινδυνεύσει μόνο του μία επιχείρηση εναντίον συμμαχικής νηοπομπής πριν την επισκευή του Τίρπιτς.
  • Σε περίπτωση εξόδου του στόλου κρινόταν απαραίτητη η πλήρης δύναμη των 10 αντιτορπιλικών του 4ου Στολίσκου, όταν εκείνη την στιγμή τα πέντε από αυτά βρίσκονταν αποσπασμένα σε λιμένες της Γερμανίας.
  • Τέλος, δεδομένης της τεχνολογικής υπεροχής των Βρετανικών ραντάρ και των δυσχερών καιρικών συνθηκών του πολικού χειμώνα που απέκλειαν την αεροπορική υποστήριξη, το Σάρνχορστ θα μειονεκτούσε δραματικά εναντίον οποιουδήποτε Βρετανικού σκάφους σε ενδεχόμενο ναυμαχίας.
Η αναφορά του Μπάϋ ωστόσο, πέρασε απαρατήρητη. Ο Ντένιτς ήταν αποφασισμένος να προβεί σε μία κίνηση για να μην θιγεί το γόητρό του. Με την έλευση του χειμώνα το Βρετανικό ναυτικό είχε αρχίσει τις αποστολές πολεμικού υλικού στην Ρωσία, ενώ οι Γερμανικές στρατιές στο ανατολικό μέτωπο πιέζονταν σκληρά. Η καταστροφή αυτών των εφοδίων θα χάριζε μία ανακούφιση στο γερμανικό στρατό και μία νίκη στο γερμανικό ναυτικό την οποία χρειαζόταν απελπισμένα για να αποφύγει την ατίμωση και την αυτοκαταστροφή του. 


Παρά τους προφανείς κινδύνους, o Ντένιτς, στις 19 Δεκεμβρίου, έλαβε την απρόθυμη συγκατάθεση του Χίτλερ για μία έξοδο της Βόρειας Ομάδας Μάχης εναντίον της επόμενης Βρετανικής νηοπομπής. Η επιχείρηση έλαβε την κωδική ονομασία «Ανατολικό Μέτωπο» (Ostfront). Την επόμενη ημέρα, (20 Δεκεμβρίου), το Γερμανικό Επιτελείο Ναυτικού πληροφορήθηκε από την Λουφτβάφε τον απόπλου της αρκτικής νηοπομπής JW-55B, από την δυτική ακτή της Σκωτίας με προορισμό το Μουρμάνσκ της Σοβιετικής Ένωσης. Την ίδια ημέρα ο Μπάϋ δήλωσε εγγράφως στον Ντένιτς την εκτίμησή του για την έξοδο του στόλου: «Φοβάμαι πως οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας θα πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στην τύχη ή κάποιο σοβαρό σφάλμα του αντιπάλου».

Το Βρετανικό Σχέδιο Μάχης

Οι Βρετανοί γνωρίζοντας ότι ο Γερμανικός στόλος στη Νορβηγία είχε περιοριστεί πλέον μόνο στο Σάρνχορστ και μερικά αντιτορπιλικά, ένιωθαν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν και τον τελευταίο αυτό κίνδυνο μόλις παρουσιαζόταν η ευκαιρία. Ήταν ένα καθήκον το οποίο θα ανελάμβανε ο ίδιος ο διοικητής του Βρετανικού Μητροπολιτικού Στόλου, ο 55χρονος ναύαρχος Σερ Μπρους Φρέιζερ (Sir Bruce Fraser). Έχοντας υιοθετήσει μία στρατηγική επιθετικότερη από εκείνη των προκατόχων του, ο Φρέιζερ είχε ενισχύσει τις δυνάμεις προστασίας των αρκτικών νηοπομπών και αναζητούσε την ευκαιρία να προκαλέσει τον γερμανικό στόλο σε ανοικτή ναυμαχία. 

Παρότι κόντευε να εξαντλήσει την ιεραρχία του Βρετανικού Ναυτικού, ούτε μία φορά δεν του είχε δοθεί η ευκαιρία να επισφραγίσει τις ικανότητές του με τις δάφνες μίας προσωπικής επιτυχίας που θα συνόδευε πάντα το όνομά του. Ως εκ τούτου, η βύθιση του τελευταίου αξιόμαχου Γερμανικού σκάφους αντιπροσώπευε για εκείνον την ευκαιρία να επιτύχει αυτή την προσωπική νίκη. Έχοντας την πεποίθηση ότι το Γερμανικό ναυτικό, μετά από αδράνεια ενός έτους, θα σχεδίαζε μία επιθετική επιχείρηση στον Αρκτικό Ωκεανό, είχε προετοιμάσει ένα σχέδιο μάχης κατά του Σάρνχορστ, χρησιμοποιώντας σαν δόλωμα την νηοπομπή JW-55Β, η οποία θα βρισκόταν μονίμως κάτω από την άγρυπνη επιτήρηση του στόλου του.

«Θωρηκτό» για τους Γερμανούς, ή «καταδρομικό μάχης» για τους Βρετανούς, το Σάρνχορστ ουσιαστικά αποτελούσε την «χρυσή τομή» ανάμεσα στα δύο, συνδυάζοντας τα πυροβόλα και την θωράκιση ενός θωρηκτού με την ταχύτητα ενός καταδρομικού. Όντας ταχύτερο από οποιοδήποτε Βρετανικό πλοίο και με εμβέλεια πυρός 45 χλμ, σε μία ναυμαχία κάτω από συνθήκες έντονης θαλασσοταραχής θα είχε την δυνατότητα να πλησιάσει γρήγορα την νηοπομπή, να ανοίξει πυρ από μεγάλη απόσταση και να εμπλέκεται ή να απεμπλέκεται από τη μάχη κατά την κρίση του. 

Βασικός αντικειμενικός σκοπός λοιπόν, του Φρέιζερ ήταν πρώτα να του στερήσει το πλεονέκτημα της ταχύτητας, πλήττοντάς το με τορπίλες από τα μικρότερα σκάφη και κατόπιν να εμπλακεί μαζί του, όπου τα βαρύτερα πυροβόλα των 14 in του θωρηκτού HMS Duke of York θα του χάριζαν το πλεονέκτημα.


Για την τακτική εφαρμογή του σχεδίου του, ο Φρέιζερ είχε διαιρέσει τον στόλο του σε δύο δυνάμεις. Η «Δύναμη 1», αποτελούμενη από τα καταδρομικά HMS Belfast, Sheffield και Norfolk, υπό την διοίκηση του αντιναυάρχου Ρόμπερτ Μπάρνετ (Rοbert Burnett), θα παρέπλεε σε μία παράλληλη πορεία με την νηοπομπή, καλύπτοντας το νότιο πλευρό της, δηλαδή την πιθανότερη κατεύθυνση από όπου θα εκδηλωνόταν μία Γερμανική επίθεση.  Η «Δύναμη 2», αποτελούμενη από την ναυαρχίδα του Φρέιζερ, το θωρηκτό Duke of York, το καταδρομικό Jamaica και τα αντιτορπιλικά Saumarez, Savage, Scorpion και Sword, θα παρείχε την βαριά κάλυψη της νηοπομπής, η οποία θα παραμόνευε περίπου 250 χλμ μακρύτερα από την «Δύναμη 1» και θα είχε τον κύριο ρόλο στην βύθιση του Σάρνχορστ.

Οι δύο δυνάμεις θα συνέκλιναν στην περιοχή της Θάλασσας Μπάρεντς, ανατολικότερα της Νήσου των Άρκτων, που αποτελούσε την περιοχή υψηλού κινδύνου των νηοπομπών. Μόλις τα σκάφη της «Δύναμης 1» αντιλαμβάνονταν την παρουσία του Γερμανικού καταδρομικού θα διενεργούσαν την πρώτη κρούση με τις τορπίλες τους και ταυτόχρονα θα καλούσαν την «Δύναμη 2» να σπεύσει στο σημείο για να καταφέρει τα βαριά πλήγματα.

Η ΜΑΧΗ

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 25ης Δεκεμβρίου, καθώς το Scharnhoprst απέπλεε υπό την συνοδεία των αντιτορπιλικών Ζ 29, Ζ 30, Ζ 33, Ζ 34 και Ζ 38, ο Ντένιτς διεμήνυσε στον Μπάϋ τις τελευταίες οδηγίες του για την εκτέλεση της επιχείρησης: «Εκμεταλλευθείτε τα τακτικά πλεονεκτήματα με επιδεξιότητα και τόλμη. Η μάχη να διακοπεί μόνο εφόσον έχει επιτευχθεί πλήρης επιτυχία. Η ισχύς πυρός του Scharnhorst είναι ζωτικής σημασίας. Διακόψατε την συμπλοκή κατά την κρίση σας, και χωρίς άλλη προειδοποίηση, εάν αντιμετωπίσετε βαριές μονάδες».

Παρά τα πομπώδη λόγια, ουσιαστικά, η κατάσταση επέστρεφε και πάλι στην παλαιά πολιτική της «αποφυγής περιττών κινδύνων» του Χίτλερ, την οποία υιοθετούσε τώρα με διπλωματική τέχνη ο Ντένιτς, έχοντας φροντίσει να καλύψει τον εαυτό του ανεξάρτητα από την έκβαση της μάχης: ναι μεν απαιτούσε ολοκληρωτική νίκη, αλλά ταυτόχρονα απαγόρευε στον Μπάϋ να εμπλακεί με βαριές μονάδες. Όπως αρκετοί άλλοι άτυχοι συνάδελφοι του στο παρελθόν, έτσι και αυτός, έπλεε τώρα προς το πεδίο της μάχης με το ένα χέρι δεμένο πίσω από την πλάτη.

Οι πρώτες πρωινές ώρες της 26ης Δεκεμβρίου ξημέρωσαν με μία θύελλα η οποία άγγιζε τα οκτώ Μπωφόρ και την ορατότητα να περιορίζεται στα 1.600 m, καθώς τα κύματα της βροχής εναλλάσσονταν με κύματα χιονόπτωσης. Το Scharnhorst, υπό την συνοδεία των αντιτορπιλικών του και αγνοώντας την ύπαρξη των δύο ισχυρών Βρετανικών δυνάμεων, κατευθυνόταν βορειοανατολικά προς αναζήτηση της νηοπομπής. Ο Γερμανός διοικητής υπολόγιζε να συναντήσει την νηοπομπή μεταξύ 11.00-13.00, όταν το αμυδρό λυκόφως που επικρατούσε θα του έδινε πλεονέκτημα στον εντοπισμό και την σκόπευση. Περί τις 07.30, προκειμένου να διευρύνει την περιοχή έρευνας, διέταξε τα αντιτορπιλικά του να ερευνήσουν προς νότο, ενώ εκείνος διατήρησε την αρχική πορεία του.


Οι υπολογισμοί και η πορεία έρευνάς του ήταν σωστά, αλλά ο Μπέρνετ είχε ευφυώς παρεμβάλει την δύναμή του μεταξύ του Scharnhorst και της νηοπομπής. Η μεγαλύτερη εμβέλεια των Βρετανικών ραντάρ έδωσε το πλεονέκτημα στα Βρετανικά καταδρομικά και στις 08.35 το Belfast εντόπισε το στίγμα ενός μεγάλου σκάφους σε απόσταση 35 χλμ στα νότια να τον πλησιάζει. Όταν η απόσταση μειώθηκε στα 13 χλμ, τα τρία καταδρομικά αναπτύχθηκαν κατά μέτωπο και στις 09.30 το Norfolk, το βαρύτερο από τα τρία, άνοιξε πρώτο πυρ με καταπληκτική ευστοχία. 

Μία από τις οβίδες των 8 in της δεύτερης ομοβροντίας του κατέστρεψε ολοκληρωτικά το πρωτεύον ραντάρ του Scharnhorst -το κυριότερο μέσο σκόπευσης των πυροβόλων- αφήνοντας το πλοίο να βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στα οπτικά μέσα «τυφλής σκόπευσης», δηλαδή στοχεύοντας τις λάμψεις των αντίπαλων πυροβόλων. Εκείνη η βολή του Norfolk θα έκρινε την έκβαση της μάχης σε μεγάλο βαθμό -σε έναν τομέα 180 μοιρών στο μέτωπό του, το Scharnhorst ήταν κυριολεκτικά τυφλό. Χωρίς την προστασία των καταδρομικών του τη στιγμή που τα χρειαζόταν, ο Μπάϋ είχε αιφνιδιαστεί από την ασπίδα των Βρετανικών καταδρομικών στην προσπάθειά του να προσεγγίσει την νηοπομπή. 

Ωστόσο, διατηρούσε ακόμη αρκετά πλεονεκτήματα και κυρίως την ταχύτητά του. Ανακαλώντας τα αντιτορπιλικά να ενωθούν μαζί του, άφησε πίσω του ένα πυκνό προπέτασμα καπνού για να καλύψει την υποχώρησή του και αγγίζοντας την μέγιστη ταχύτητά των 30 κόμβων έστρεψε νότια, υποκρινόμενο ότι τρεπόταν σε φυγή. Υπολόγιζε ότι με αυτό το τέχνασμα θα παρέσυρε τα εχθρικά σκάφη σε καταδίωξη και όταν θα βρισκόταν σε απόσταση ασφαλείας από τους διώκτες του θα έστρεφε πάλι βόρεια, διαγράφοντας ένα ημικύκλιο για να επιχειρήσει δεύτερη επίθεση κατά της νηοπομπής.

Το Scharnhorst βεβαίως, πλεονεκτούσε των Βρετανικών καταδρομικών στην ταχύτητα κατά 6 κόμβους, αλλά δεν μπορούσε να ξεφύγει και από την εμβέλεια των ραντάρ τους. Στις 10.35, όταν το ίχνος του Γερμανικού σκάφους βρισκόταν στην οριακή απόσταση των 35 χλμ και ήταν έτοιμο να χαθεί από τις Βρετανικές οθόνες, το Belfast είδε το ασθενές στίγμα του να μεταβάλλει πορεία, στρεφόμενο βόρεια. Ο Μπέρνετ έστρεψε κι αυτός βορειοανατολικά για να παρεμβάλλει και πάλι την δύναμή του ανάμεσα στην JW-55B και το Scharnhorst, κλείνοντάς του τον δρόμο.

Στις 11.00 ο Μπάϋ έλαβε μία ασαφή αναφορά της Luftwaffe για την παρουσία πέντε σκαφών σε απόσταση 270 km βορειοδυτικά Βορείου Ακρωτηρίου. Το σήμα δεν διευκρίνιζε την ταυτότητα των πλοίων, αλλά ο Γερμανός ναύαρχος υποπτεύθηκε αμέσως την ύπαρξη μίας Βρετανικής Ομάδας Μάχης με ένα βαρύ σκάφος και την συνοδεία του. Τώρα ήταν σαφές ότι υστερούσε δραματικά των αντιπάλων του σε αριθμούς και ισχύ πυρός. 


Όσο για τα αντιτορπιλικά του, αυτά παρότι κινούνταν στο μέγιστο της ταχύτητάς τους, αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν στις συνθήκες της σφοδρής θαλασσοταραχής και ο Μπάϋ γρήγορα συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβουν να ενωθούν μαζί του μέχρι τη στιγμή της επόμενης συμπλοκής. Οποιαδήποτε κίνηση θα έπρεπε να βασιστεί αποκλειστικά και μόνο στη δράση του Scharnhorst. Αναλογιζόμενος τα δεδομένα, πήρε την σκληρή απόφαση να τηρήσει το αρχικό σχέδιο: η δεύτερη εχθρική Ομάδα Μάχης βρισκόταν ακόμα μακρυά για να αποτελέσει άμεσο κίνδυνο, οπότε είχε τον χρόνο με το μέρος του για να διακινδυνεύσει μία δεύτερη προσέγγιση της νηοπομπής, χωρίς την κάλυψη των αντιτορπιλικών του.

Στις 12.20 τα καταδρομικά του Μπέρνετ ήλθαν και πάλι σε επαφή με το Scharnhorst, το οποίο τώρα άνοιξε πρώτο πυρ με επιτυχία. Τα Norfolk και Sheffield δέχθηκαν τα βαρύτερα πλήγματα και σύντομα ετέθησαν εκτός μάχης. Μετά την δεύτερη συμπλοκή του με την Βρετανική δύναμη, ο Μπάϋ όφειλε να παραδεχθεί ότι, ναι μεν είχε καταφέρει σοβαρά πλήγματα στους αντιπάλους του, αλλά ουσιαστικά, είχε αποτύχει στον σκοπό του να πλήξει την νηοπομπή. Η υπεροχή των Βρετανικών ραντάρ τους έδινε την δυνατότητα να προλαμβάνουν την κάθε του κίνηση, ενώ η απώλεια του δικού του τού αφαιρούσε την δυνατότητα να εκμεταλλευτεί το πλεονέκτημα της ισχύος πυρός του. 

Έχοντας πλέον απομακρυνθεί υπερβολικά από τα αντιτορπιλικά του μετά τον ελιγμό που είχε επιχειρήσει, έκρινε ότι οποιαδήποτε περαιτέρω συμπλοκή θα ευνοούσε αποκλειστικά τον αντίπαλο, οπότε διέταξε απεμπλοκή και επιστροφή στη Νορβηγία. Με τα Norfolk και Sheffield ανίκανα πλέον να λάβουν μέρος στον αγώνα ταχύτητας καταδίωξης του Scharnhorst, ο Μπέρνετ είχε απομείνει μόνος με το Belfast, να το παρακολουθεί να απομακρύνεται στα νοτιοανατολικά, μεταβιβάζοντας κάθε 15 λεπτά τις πληροφορίες του στον Φραίηζερ, ο οποίος πλησίαζε ολοταχώς από δυτικά για να αποκόψει την οδό υποχώρησης του προς την Νορβηγία.

Στις 16.48 το Duke of York είχε μειώσει την απόσταση που τον χώριζε από τον Μπέρνετ και σε απόσταση 12 χλμ εντόπισε με τα κυάλια του την στενόμακρη επιθετική σιλουέτα του Scharnhorst, με την πλώρη του κάτασπρη από τον πάγο, να γλιστράει πάνω στα σκοτεινά κύματα με ένα αξεπέραστο μεγαλείο που άφησε τους πάντες εκστατικούς: «…Σαν ένα τεράστιο ασημένιο φάντασμα που ερχόταν καταπάνω σου!», όπως την περιέγραψε ένας αξιωματικός από την γέφυρα του θωρηκτού.

Το Scharnhorst παγιδευμένο ανάμεσα σε δύο Βρετανικές δυνάμεις, ετοιμάστηκε για την τελευταία του μάχη. Διαθέτοντας το πλεονέκτημα της ταχύτητας, κατάφερε να αυξήσει την απόσταση που τον χώριζε από τα Βρετανικά σκάφη, ανοίγοντας πυρ εναντίον τους. Το Duke of York ανταπέδωσε, βάλλοντας στο μέγιστο της εμβέλειας των πυροβόλων του, προκειμένου να έχει μία ευκαιρία να πλήξει τον απομακρυσμένο αντίπαλο. 


Ωστόσο, τα βαρύτερα πυροβόλα του, σε συνδυασμό με την ακρίβεια του ραντάρ του, τού χάριζαν την υπεροχή. Οι χειριστές του Duke of York διέκριναν ολοκάθαρα στις οθόνες τους τούς πίδακες νερού που σήκωναν οι άστοχες βολές δίπλα στο Scharnhorst, δίνοντας αμέσως τις ανάλογες οδηγίες για την διόρθωση της επόμενης βολής. Το Γερμανικό καταδρομικό σημείωσε δύο επιτυχή πλήγματα κατά της ναυαρχίδας του Φραίηζερ, αλλά στις 18.20 το τελευταίο τού κατάφερε δύο μοιραία πλήγματα, καταστρέφοντας αρχικά τον πύργο «Α» και στη συνέχεια το Νο 1 λεβητοστάσιο. Η ταχύτητά του έπεσε απότομα στους 22 κόμβους –ήταν η ευκαιρία που αναζητούσε ο Φραίηζερ για να βάλει στη μάχη τα αντιτορπιλικά του. 

Τα Βρετανικά σκάφη πλησίασαν το Scharnhorst, και από απόσταση μικρότερη των 2 χλμ, εξαπέλυσαν 24 τορπίλες σε «άνοιγμα βεντάλιας». Στις 18.50 πέντε εκρήξεις συντάραξαν το καταδρομικό από την πλώρη μέχρι την πρύμνη, αφήνοντάς το πρακτικά ακίνητο. Το Duke of York μαζί με τρία καταδρομικά και οκτώ αντιτορπιλικά κύκλωσαν το πληγωμένο και ακινητοποιημένο σκάφος και, μετά από αλλεπάλληλα πλήγματα τορπιλών και βαρέων οβίδων, η ναυμαχία κατέληξε σε έναν διαγωνισμό σκοποβολής. Ο πύργος «B» είχε πια σιωπήσει από έλλειψη πυρομαχικών και από τα δευτερεύοντα πυροβόλα μόνο τα μισά λειτουργούσαν, βάλλοντας κατά των αντιτορπιλικών.

Ο πύργος «C» ήταν ο μόνος ο οποίος ανταπέδιδε πυρά προς το Duke of York. Στις 19.00 ο κυβερνήτης του Scharnhorst, πλοίαρχος Φριτς Χίντσε (Fritz Hintze) έστειλε στο αρχηγείο το τελευταίο του μήνυμα «Μαχόμεθα μέχρι την τελευταία οβίδα. Ζήτω ο Φύρερ!». Λίγα λεπτά αργότερα ακολούθησε και η τελευταία ανακοίνωση του προς τους άνδρες του: «Σφίγγω το χέρι όλων σας για τελευταία φορά». Οι αντίστοιχες τελευταίες Λακωνικές διαταγές του Φραίηζερ προς τα σκάφη του, αποδίδουν γλαφυρά την κατάσταση της μονόπλευρης πλέον, μάχης: «Εκκενώστε την περιοχή του στόχου. Θα παραμείνουν μόνο τα αντιτορπιλικά... Αποτελειώστε το με τορπίλες!».

Από την έναρξη της ναυμαχίας το Scharnhorst είχε δεχθεί τουλάχιστον 2.195 οβίδες όλων των διαμετρημάτων αρνούμενο να βυθιστεί. Τα αντιτορπιλικά ανέλαβαν να δώσουν τις χαριστικές βολές. Εξαπέλυσαν ένα σύνολο 55 τορπιλών, εκ των οποίων οι 11 βρήκαν τον στόχο τους. Με τα πυροβόλα του πύργου «C» να βάλλουν μέχρι το τέλος, το Scharnhorst αναποδογύρισε και βυθίστηκε στις 19.45 με τους κινητήρες του να λειτουργούν ακόμα. Ο υποναύαρχος Έριχ Μπάϋ και ο πλοίαρχος Φριτς Χίντσε, αμφότεροι τραυματισμένοι, το ακολούθησαν στον υγρό του τάφο. Από τους 1.963 άνδρες του πληρώματος επέζησαν μόνο 36 οι οποίοι περισυνελέγησαν και οδηγήθηκαν στην αιχμαλωσία.

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ 

Αγνοώντας τις δικές του ευθύνες για την τραγωδία, ο ναύαρχος Ντένιτς απέδωσε την ήττα στην συντριπτική υπεροχή του Βρετανικού ραντάρ. Ο Χίτλερ, έχοντας εγκαταλείψει από καιρό κάθε ελπίδα νίκης από τον στόλο του επιφανείας, αντιμετώπισε το γεγονός φιλοσοφικά: αν τα εχθρικά ραντάρ ήταν τόσο καλά, τότε το Σάρνχορστ ήταν σαν έναν τυφλό που μάχεται εναντίον ενός πρωταθλητή της πυγμαχίας. Αμφότεροι βέβαια δεν παρέλειψαν να κατακρίνουν τον άτυχο υποναύαρχο Έριχ Μπάϋ για την έλλειψη επιθετικότητας: «Το θωρηκτό μας τράπηκε σε φυγή ενώπιον εχθρικών καταδρομικών, παρότι ήταν ανώτερο σε ισχύ πυρός και θωράκιση από εκείνα», είπε ο Ντένιτς, χωρίς, βέβαια, να αναφερθεί στις αντιφατικές διαταγές που του είχε δώσει.


Η μόνη πράξη αναγνώρισης της αξίας εκείνων των ανδρών, των οποίων η αυτοθυσία προδιδόταν πάντα από την ανικανότητα του επιτελών τους, προήλθε από τον θαυμασμό των αντιπάλων τους, το ίδιο εκείνο απόγευμα της 26ης Δεκεμβρίου. Ο Φρέιζερ, επιστρέφοντας στην Αγγλία, απευθύνθηκε στο πλήρωμά του Duke of York, παρουσία και των 36 Γερμανών επιζώντων: «Κύριοι, ελπίζω πως αν κάποιος από σας κληθεί ποτέ να κυβερνήσει ένα πλοίο στη μάχη εναντίον ενός συντριπτικά ανώτερου αντιπάλου, θα πολεμήσει τόσο γενναία όσο το Σάρνχορστ σήμερα». Το ναυάγιο του Σάρνχορστ ανακαλύφθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2000 από τον Νορβηγό εξερευνητή Alf Jacobsen σε βάθος 300 μέτρων.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ 


Από τη Ναυμαχία της Θάλασσας του Μπάρεντς


Από τη Ναυμαχία στο Βόρειο Ακρωτήριο

 
(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ / ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ
 
Η Αναζήτηση της Αλήθειας (σαν Βιωματικής Εμπειρίας της Πραγματικότητας κι όχι σαν διανοητικής διαφώτισης ή πληροφόρησης) είναι για τους περισσότερους ανθρώπους μια δύσκολη υπόθεση και είναι λίγοι αυτοί που ξεκινούν το Ταξίδι της Αληθινής Γνώσης. Οι πιο πολλοί άνθρωποι αρκούνται σε αυτά που τους «παρέχει» η κοινωνία μέσα από την κοινωνικοποίηση, την γλώσσα, την εκπαίδευση, την δημόσια πληροφόρηση, ήθη και έθιμα και κοινωνικές συμπεριφορές. Έτσι οι άνθρωποι, χωρίς να το καταλάβουν καν, διαμορφώνονται, χειραγωγούνται και κατευθύνονται σαν κοπάδια ζώων. Μπορεί κάποιος να εξεγείρεται, να διαμαρτύρεται ότι δεν είναι έτσι κι ότι δεν νοιώθει ζώο σε μαντρί, αλλά υπάρχουν πάρα πολλά επιχειρήματα (όταν αναφερθούμε στην λειτουργία και το περιεχόμενο του νου του, στις πεποιθήσεις του, στις συμπεριφορές του και στις δραστηριότητές του – και κυρίως στην «αυτοματοποίηση» της ζωής του) για να αποδείξουμε ότι είναι ακριβώς αυτό, ένα χειραγωγούμενο και χειραγωγημένο ζώο.
Προφανώς, κάποιοι που θέλουν να είναι ηγέτες κι έχουν το θράσος και την δύναμη να αποφασίζουν για λογαριασμό των άλλων, κρατούν τους ανθρώπους στο σκοτάδι και σε ελεγχόμενες συμπεριφορές. Η Αληθινή Επανάσταση είναι Εσωτερική, Προσωπική και συνίσταται στο να βγεις τελείως έξω από όλο αυτό το κοινωνικό σύστημα (την κοσμοθεωρία του, την νοοτροπία, τις πεποιθήσεις και τις αυτόματες συμπεριφορές). Είναι ο Δρόμος της Προσωπικής Απελευθέρωσης. Αυτό δεν έχει να κάνει τίποτα με μια εξωτερική επανάσταση εναντίον του συστήματος ή με την επιδίωξη της αλλαγής της κοινωνίας. Δεν υπάρχει τίποτα για να αλλάξει στην κοινωνία. Απλά βγαίνεις έξω από όλο αυτό, από την ζωή του ύπνου στην κοινωνία, έξω, στην Πραγματική Ζωή και σε Μια Πραγματική Κοινωνία Πραγματικών Ανθρώπων.
Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τον Δρόμο της Απελευθέρωσης, της Αφύπνισης στην Πραγματικότητα, της Πραγματικής Ζωής και της Φωτισμένης Δράσης. Η «Επιστροφή» στους ανθρώπους (όπως η «επιστροφή» του Βούδα μετά την «Φώτισή» του, ή του Ιησού μετά την «εμπειρία της ερήμου»), το Μήνυμα που φέρνει ένας άνθρωπος που βγήκε έξω από όλο αυτό (την παγκόσμια αυταπάτη) και από την «παλιά συνείδηση» του συνηθισμένου ανθρώπου, είναι Απλό και Κατανοητό. Αν κάποιος Θέλει να Βρει την Αλήθεια θα την Βρει έξω από την διαμορφωμένη συνείδηση, με την εγκατάλειψη κάθε αυταπάτης, κάθε περιορισμού, με την ολοκληρωτική απόρριψη κάθε διαμόρφωσης, έξω στο Ελεύθερο Πνεύμα που δεν φυλακίζεται πουθενά αλλά ενεργεί όπου θέλει.
Η Ελευθερία, η Απεραντοσύνη, ο Θεός, η Πραγματική Φώτιση, Είναι (Εγγενής) στην Ίδια την Φύση του Ανθρώπου και δεν είναι κάτι έξω για να το ψάξεις και να το βρεις. Η Αληθινή Γνώση είναι η Γνώση της Πραγματικής Φύσης μας, το «Γνώθι Σαυτόν» (σα γνώση της εσωτερικής φύσης κι όχι των εξωτερικών επίκτητων χαρακτηριστικών) που διάβαζαν παλιά οι Έλληνες (χαραγμένο στο μάρμαρο) όταν επισκέπτονταν το Ιερό των Δελφών. Είναι Γνώση του Πραγματικού Εαυτού (του «Χωρίς Ιδιότητες») κι όχι της διαμορφωμένης εμπειρικής συνείδησης, των περιορισμών, των πεποιθήσεων και της συσσωρευμένης ανοησίας που κουβαλούν οι άνθρωποι σαν πολύτιμη γνώση. Αυτή Ακριβώς η Γνώση είναι το Ταξίδι προς την Αληθινή Γνώση του Εαυτού (του «Χωρίς Ιδιότητες»), η Ουσία της Αγωγής του Ανθρώπου και το αντικείμενο της Πραγματικής Εκπαίδευσής του.
Όμως η κοινωνία δεν έχει καμία σχέση με αυτό και ασχολείται με το να εκπαιδεύει τους ανθρώπους σε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό,  δηλαδή την γνώση της αληθινής φύσης μας. Έτσι το «πεδίο» μένει ελεύθερο σε όλους αυτούς που εκμεταλλευόμενοι το κενό προωθούν τις δικές τους (περιορισμένες) απόψεις για την Αλήθεια, την ζωή και τον κόσμο. Κι εδώ ανήκουν θρησκείες, φιλοσοφίες, διδασκαλίες και κάθε είδους μικρομάγαζα της μεταφυσικής γνώσης που πουλούν την γνώση σε σεμινάρια και σε χρήματα. Οι άνθρωποι είναι τόσο διαχειρίσιμοι που πέφτουν θύματα σε όλους αυτούς τους απατεωνίσκους, είτε φέρνουν τους ηχηρούς τίτλους του Παγκόσμιου Δασκάλου ,του Πάπα,  του Πατριάρχη ή του Επισκόπου, είτε του διπλωματούχου δασκάλου, του γιόγκα, του διαλογισμού, του ζεν, του ρέικι, της ψυχολογίας, ή οτιδήποτε άλλο. Αγνοούν ότι η Αλήθεια Είναι Μέσα τους, η Φύση τους, η Υπαρξιακή Βάση τους και εμμένοντας στους περιορισμούς και τις προκαταλήψεις τους (που έντεχνα καλλιεργούν όλοι οι απατεώνες) την αναζητούν έξω την Ίδια την Φύση τους σαν το Ανώτερο, σαν τον Αληθινό Εαυτό, σαν τον Θεό, σαν την Πραγματικότητα, σαν  την Φώτιση, οτιδήποτε άλλο.
Θα πρέπει κάποιος να διαθέτει τουλάχιστον την κανονική νοημοσύνη, να σταθεί και να προβληματιστεί. Ακριβώς Εδώ Αρχίζει ο Δρόμος της Αλήθειας. Θα πρέπει κάποιος να Κατανοήσει ότι η Αλήθεια Είναι Εδώ που Είναι από Πάντα και για Πάντα, όχι εκεί που πιθανόν ψάχνουν οι άνθρωποι, εκεί που τους δίδαξαν, εκεί που τους είπαν, εκεί που τους υποδεικνύουν κάποιοι ζητώντας αμοιβή, εκεί που διάβασαν. Πρέπει να Βρούμε Αυτό που Είναι Μέσα στην Ίδια την Φύση μας, Μέσα μας, στον Εαυτό μας, Αυτό το «Χωρίς Ιδιότητες» που Υπάρχει και Ζει πέρα από τις διαμορφώσεις και τις αυταπάτες κι όχι εκεί που στρέφουν τον νου μας, «διαμορφώνοντάς» τον, οι επιτήδειοι ή οι αμαθείς ή οι απατεωνίσκοι. Οι άνθρωποι ψάχνουν να Βρουν αυτό που νομίζουν ότι έχουν χάσει όχι εκεί που μπορεί πραγματικά να είναι, αλλά εκεί που τους λένε, εκεί που τους δίνουν πληροφορίες, εκεί που συνήθως τους παραπληροφορούν.
Μόνο Βλέποντας Μέσα μας, στην Ίδια την Φύση μας, Μπαίνουμε στον Δρόμο της Αλήθειας. Στην πραγματικότητα, Αυτό το Ταξίδι, Μέσα μας, είναι Ταυτόχρονα το Ταξίδι και το Τέρμα. Όταν Μάθουμε να Βλέπουμε Πραγματικά δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνουμε. Όλα ξεδιπλώνονται μόνα τους, η Φώτιση Έρχεται Χωρίς να το Επιδιώκουμε κι η Φύση Αποκαθίσταται (Υγιής κι όχι διαμορφωμένη κι άρρωστη). Χωρίς Προσπάθεια! Γιατί; Επειδή Ακολουθούμε τον Δρόμο της Ζωής. Στην ζωή δεν υπάρχει άλλος πραγματικός δρόμος εκτός από την Πραγματική Ζωή. Έξω από τον Δρόμο της Ζωής υπάρχει μόνο αυταπάτη, ονειροπόληση κι οι φαντασίες του κόσμου, της σκέψης, της κοινωνίας και των ανθρώπων.

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΙ ΟΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ

Ποιο είναι το πραγματικό νόημα της ζωής; Ποιος είναι ο αληθινός σκοπός της ζωής; Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από την ίδια την ζωή. Η ίδια η ζωή είναι ο σκοπός της. Η ελεύθερη εκδήλωση κι η ροή της ζωής. Η ζωή είναι σαν ένα ποτάμι που ρέει. Όταν ρέει ελεύθερα ξέρει που να πάει, πώς να πάει κι απλά ταξιδεύει. Δεν χρειάζεται τίποτα άλλο.
 
Αλλά όταν έρχεται ο άνθρωπος και βάζει μεταφορικά και κυριολεκτικά φράγματα κι αλλάζει κατευθύνσεις στην πορεία των πραγμάτων (νομίζοντας ότι βελτιώνει έτσι την πορεία των πραγμάτων) τότε το αποτέλεσμα είναι μια τεχνητή διαμορφωμένη πραγματικότητα. Εκ των πραγμάτων, είναι καλύτερο αυτό; Η ελευθερία θεωρείται σαν ανεξέλεγκτη πορεία κι η ελεγχόμενη πορεία θεωρείται σαν σωτήρια επέμβαση. Είναι πράγματι έτσι; Μπορεί η ελευθερία να υποκατασταθεί από τον περιορισμό; το περιορισμένο; και να οδηγήσει την πορεία της ζωής και τα πράγματα σε καλύτερες καταστάσεις;
 
Ο περιορισμός του νου οδηγεί όντως στην αληθινή, ανώτερη, πιο χρήσιμη, γνώση; Ο περιορισμός σε αντιλήψεις και πεποιθήσεις οδηγεί σε καλύτερη ζωή; Ο περιορισμός των δράσεων, ο έλεγχος κι η χειραγώγηση των δραστηριοτήτων μας, οδηγεί σε μια πιο ευτυχισμένη διαβίωση;
Μήπως όλο αυτό το παραμύθι της επέμβασης και παρέμβασης στην ελεύθερη έκφραση της ζωής (σε νοητικό, γνωστικό και πρακτικό επίπεδο) που οι άνθρωποι ονομάζουν περήφανα «πολιτισμό», «κοινωνική ζωή», κλπ., είναι ακριβώς μια παγίδευση του ανθρώπου; Μήπως, πέρα από όλα όσα λένε οι δήθεν ηγέτες του κόσμου, θρησκευτικοί, πολιτικοί, οικονομικοί, κλπ., η πραγματική ζωή δεν είναι στην διαμόρφωση και τους περιορισμούς και στον έλεγχο, αλλά στην Ελευθερία; Στην Αληθινή Ελευθερία, όχι στην αναρχία του εγωισμού,  στην ανεξέλεγκτη δράση των εγώ. Στην Ελευθερία από τον εγωισμό, την προκατάληψη, την ανοησία. Στην Αληθινή Έκφραση της Πραγματικής Φύσης του Ανθρώπου, που είναι Ελευθερία Άχρονη κι η Μόνη Πραγματικότητα.
Προφανώς η Ελευθερία για την οποία μιλάμε είναι η Πραγματική Ελευθερία του Ανθρώπου, η Αφύπνιση στην Πραγματικότητα, η Πραγματική Ζωή του Παγκόσμιου Ανθρώπου, που Φωτισμένος από την Κατανόηση της Ενότητας της Ύπαρξης Γνωρίζει Πώς να Δράσει στην ζωή και στην κοινωνία. Αληθινή κοινωνία φτιάχνουν οι Αληθινοί Άνθρωποι, δεν φτιάχνουν τα εγωιστικά ζώα. Τα εγωιστικά ζώα συναθροίζονται απλά κι αποτελούν αγέλες, αγέλες πολιτισμένων ζώων ίσως, αλλά πάντα αγέλες ζώων.

Περί Πολυθεϊσμού & Μονοθεϊσμού

Ένα από τα βασικά αξιώματα που τυπώνεται στο μυαλό μας από τη σχολική ακόμη ηλικία και που μας συνοδεύει είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, είναι αυτό που υποστηρίζει ότι, ο μονοθεϊσμός αποτελεί εξέλιξη του πολυθεϊσμού. Σύμφωνα με το γνωστό αξίωμα, ο άνθρωπος με την εμφάνιση του στη Γαία, αποθέωσε διάφορα φυσικά φαινόμενα που αδυνατούσε να ερμηνεύσει με τρόπο λογικό. Στη συνέχεια, από το πρώτο στάδιο αυτό της φυσιολατρικής τρόπον τινά θεώρησης ή θρησκείας, πέρασε στα διάφορα είδη πολυθεϊσμού.

Τέλος, όταν ο άνθρωπος μετέβη στην λεγομένη εποχή του ορθολογισμού, ασπάστηκε τον μονοθεϊσμό στις διάφορες μορφές του, κυρίως βεβαίως τον χριστιανισμό και τον μωαμεθανισμό. Αυτό το αξίωμα ταύτιζε ουσιαστικά τον πολυθεϊσμό με βαρβαρικές και πρωτόγονες εποχές, δοξασίες και αντιλήψεις ενώ ταυτοχρόνως εξίσωνε τον μονοθεϊσμό με πολιτισμό ανεπτυγμένο και προοδευτικό.

Αποτελεί λοιπόν πρόκληση για τον σημερινό σκεπτόμενο άνθρωπο, τον άνθρωπο δίχως προκαταλήψεις, να ερευνήσει αν πράγματι ο πολυθεϊσμός συνάδει με πρωτόγονη αντιληπτικότητα, αν όντως ο μονοθεϊσμός αποτελεί χαρακτηριστικό ιδίωμα εξελιγμένου πολιτισμού και αν εν τέλει ο μονοθεϊσμός είναι η φυσική εξέλιξη, το επόμενο βήμα με άλλα λόγια, του πολυθεϊσμού.

Επειδή όμως μια τέτοια έρευνα έχει αμέτρητες διακλαδώσεις θα πρέπει να τεθούν συγκεκριμένοι περιορισμοί. Θα σταθούμε λοιπόν σε συγκεκριμένες θεωρήσεις που μας αφορούν άμεσα και όχι έμμεσα κι ούτε απλώς θεωρητικά. Έτσι θα εξετάσουμε το Ελληνικό πολυθεϊστικό σύστημα, γνωρίζοντας ότι παρουσιάζει τεράστιες διαφορές με πολυθεϊστικές αντιλήψεις πχ Ινδουισμό και στον αντίποδα θα ασχοληθούμε με το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, γνωρίζοντας ότι παρουσιάζει διαφορές, είτε μικρές είτε μεγάλες, τόσο με τον ισλαμισμό όσο και με άλλα χριστιανικά δόγματα.

Ξεκινώντας την αναζήτηση μας, διαπιστώνουμε ότι ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος σε οποιαδήποτε γωνιά της Γης, όταν προσπάθησε να ερμηνεύσει τον κόσμο, το Σύμπαν και τη θέση του σε αυτό, κατέληγε πάντα σε μια πολυθεϊστική και φυσιολατρική θεώρηση των πραγμάτων. Αμέσως λοιπόν προκύπτει ένα ερώτημα. Γιατί ο άνθρωπος αντιλήφθηκε τον κόσμο πολυθεϊστικά και όχι μονοθεϊστικά εξαρχής; Στο ερώτημα αυτό μπορούν να δοθούν δύο κύριες απαντήσεις.

Πρώτον. Ο άνθρωπος έδωσε μια πολυθεϊστική ερμηνεία του κόσμου γιατί ακριβώς δεν είχε την πνευματική ικανότητα να ερμηνεύσει τον κόσμο μονοθεϊστικά. Οπότε του ήρθε πιο εύκολα να ορίσει μια πλειάδα θεοτήτων. Αυτή η πρώτη απάντηση που διαθέτει και τους περισσότερους υποστηρικτές, συναντά ένα πολύ μεγάλο εμπόδιο, ένα εμπόδιο που ουσιαστικά ακυρώνει το συγκεκριμένο επιχείρημα. Και ποιο είναι αυτό το επιχείρημα;

Αν δεχτούμε ότι πράγματι κατά την πρώτη πνευματική αναλαμπή του, ο άνθρωπος έδωσε μια φυσιολατρική θεώρηση του Κόσμου γιατί ακριβώς ζούσε σε πλήρη αρμονία με τη Φύση και ουσιαστικά η Φύση υπήρξε το φυσικό περιβάλλον του, τότε πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε την μετέπειτα πολυθεϊστική ερμηνεία που έδωσε ένας πνευματικά ανεπτυγμένος λαός, όπως υπήρξε ο Ελληνικός; Οι Έλληνες έθεσαν τις βάσεις και δημιούργησαν τον Ορθό Λόγο, την Κριτική Σκέψη, την Φιλοσοφία, τις Τέχνες, τις Επιστήμες, ουσιαστικά όλα αυτά που χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο, όλα αυτά που κάνουν τον άνθρωπο να ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα πλάσματα που κατοικούν σε αυτόν τον πλανήτη.

Κι ενώ οι Έλληνες δημιούργησαν όλα αυτά, ανέπτυξαν ένα μοναδικό πολυθεϊστικό σύστημα ενώ γενεές Ελλήνων μεγάλωσαν και γαλουχήθηκαν με την πολυδιάστατη και ανυπέρβλητη Μυθολογία τους. Και όχι μόνο αυτό. Οι φιλόσοφοι των Ελλήνων ποτέ δεν αμφισβήτησαν αυτήν την θεώρηση. Μπορεί να εναντιώθηκαν των αντιλήψεων του απαίδευτου ανθρώπου περί των θεοτήτων αλλά υπήρξαν υποστηρικτές της συγκεκριμένης κοσμοθεωρήσεως. Μεγαλύτερο παράδειγμα αποτελεί βεβαίως ο Πλάτων, αυτός που θεωρείται ως ο μεγαλύτερος φιλόσοφος του Ελληνικού Κόσμου, ο οποίος στην αρχή κάθε έργου του, πάντα μνημόνευε θεότητες του Ελληνικού Πανθέου.

Εννοείται ότι η αναφορά στον Ελληνικό Τρόπο Σκέψεως εντοπίζεται στην εποχή ακμής του Ελληνισμού και όχι εποχή παρακμής του. Εξάλλου, όταν αναφερόμαστε σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο και στα επιτεύγματα της περιόδου αυτής, πάντα επικεντρωνόμαστε στην ακμή της περιόδου και ποτέ στην όποια παρακμή της. Αυτό όμως που είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι η διαπίστωση ότι η δομή τόσο της ελληνικής μυθολογίας όσο και της ελληνικής πολυθεϊστικής αντίληψης γενικότερα, είναι τέτοια που από την μία προσφέρει μια απλή ανάγνωση, απλοϊκές απαντήσεις και συναισθηματική ανακούφιση για όλους τους ανθρώπους, κυρίως τους απαίδευτους ενώ από την άλλη κρύβει φιλοσοφικές και επιστημονικές αλήθειες για όσους θελήσουν να αναζητήσουν απαντήσεις σε αιώνια ερωτήματα που απασχολούσαν και θα απασχολούν για πάντα τον άνθρωπο.

Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με μία πολυ-επίπεδη θεώρηση του Κόσμου που εκφράζεται μέσα σε ένα εκπληκτικής συλλήψεως θρησκευτικό σύστημα. Πριν προχωρήσουμε στην δεύτερη ερμηνεία του γιατί ο άνθρωπος ερμήνευσε πρωτίστως πολυθεϊστικά τον Κόσμο, πρέπει να σταθούμε σε μια ακόμη σημαντική παράμετρο που όχι μόνο απορρίπτει εξολοκλήρου την αντίληψη ότι ο πολυθεϊσμός αποτελεί χαρακτηριστικό πρωτόγονου ανθρώπου αλλά που αποτελεί ισχυρότερη ένδειξη ότι ο πολυθεϊσμός χαρακτηρίζει ανεπτυγμένες πολιτιστικά κοινωνίες.

Η πολυθεϊστική ματιά των Ελλήνων αποτέλεσε το έναυσμα αλλά και την βασική αιτία δημιουργίας του πολιτικού συστήματος που ονομάστηκε δημοκρατία, δηλαδή ενός συστήματος όπου τα μέλη, τα ενεργά μέλη μιας κοινωνίας, οι πολίτες, είχαν λόγο και άποψη και καθόριζαν σε μέγιστο βαθμό τα τεκταινόμενα της κοινωνίας τους. Ο πολυθεϊσμός και ο πολυμερισμός του Όλου εφαρμοζόταν και στην δημόσια ζωή τους με αποτέλεσμα η πολιτεία των Ελλήνων να αποτελούσε -ή τουλάχιστον να προσπαθούσε να αποτελέσει- μια αντανάκλαση του πώς έβλεπαν τον κόσμο οι Έλληνες.

Αυτό αποτελεί ένα εκπληκτικό φαινόμενο γιατί αν δεχτούμε ότι η δημοκρατία αποτελεί το πιο εξελιγμένο -μέχρι στιγμής- πολιτικό σύστημα, τότε θα πρέπει να δεχθούμε ότι και η αιτία που δημιουργεί αυτό το σύστημα θα πρέπει να αποτελεί χαρακτηριστικό εξελιγμένου πολιτισμού. Οπότε δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι με την κατάρρευση του πολυθεϊστικού κόσμου και την επιβολή της χριστιανικής μονοκρατορίας στην Δύση και της ισλαμικής μονοκρατορίας στην Ανατολή, η δημοκρατία ως πολιτικό σύστημα εξαφανίστηκε για πολλούς αιώνες και κυριάρχησαν οι στυγνές, πολλές φορές, μονοκρατορίες. Και μόνο μετά από πολλούς, αιματηρούς αγώνες και μια πιο συστηματική μόρφωση του κόσμου, επανήλθε ο θεσμός της δημοκρατίας και μάλιστα σε εποχές όπου η κυρίαρχη θρησκευτική αντίληψη -που εκφράζεται πάντα μέσα από τον μονοθεϊσμό- είχε αρχίσει να υποχωρεί.

Μπορούμε λοιπόν συμπερασματικά να υποθέσουμε ότι αν ο Ελληνικός Πολιτισμός ήταν μονοθεϊστικός, δεν θα είχε υλοποιήσει το δημοκρατικό πολιτικό σύστημα. Κι αν μελετήσουμε διεξοδικά τα άλλα επιτεύγματα του Ελληνικού Πολιτισμού θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι όλα αυτά τα επιτεύγματα υπήρξαν απόρροια του συγκεκριμένου θρησκευτικού συστήματος. Είναι λοιπόν παράλογο, από την μία να χαρακτηρίζουμε ως πρωτόγονη μια θρησκευτική θεώρηση και από την άλλη να εκθειάζουμε και να θεωρούμε ως πρότυπα πολιτιστικά και όχι μόνο, τα γεννήματα, της συγκεκριμένης θρησκευτικής θεώρησης.

Η δεύτερη απάντηση στο ερώτημα γιατί ο άνθρωπος ερμήνευσε τον κόσμο πολυθεϊστικά, είναι θα λέγαμε, μη επιστημονική. Ο Άνθρωπος, ως κομμάτι, αναπόσπαστο κομμάτι ενός συνόλου, είτε το σύνολο αυτό ονομάζεται κοινωνία, είτε Φύση, είτε Κόσμος, είτε Πλάση, είτε Σύμπαν, είτε οτιδήποτε, είναι φυσικό να ερμηνεύει τα πάντα κατά τον ίδιο τρόπο. Δηλαδή ο πολυμερισμός και κατά συνέπεια ο πολυθεϊσμός είναι κάτι που πηγάζει εκ των έσω ως φυσική έκφραση αυτού ακριβώς που είναι.

Φυσικά μια τέτοια άποψη δεν αποδεικνύεται επιστημονικώς, αλλά τα ιστορικά παραδείγματα είναι άπειρα και οι ενδείξεις ισχυρότατες. Ακόμα και σήμερα, που η θρησκεία χαρακτηρίζεται μονοθεϊστική, οι οπαδοί διαφόρων εκφράσεων αυτής της θρησκείας -της χριστιανικής θρησκείας- κατέληξαν σε έναν λανθάνοντα πολυθεϊσμό είτε μικρής κλίμακας -πέρα από το θεό, λατρεύεται ο μεσσίας, η μητέρα του, οι μαθητές του- είτε πολύ μεγαλύτερης -εκατοντάδες άγιοι προστάτες κατά τα πρότυπα πολυθεϊστικών θρησκειών-.

Εφ’ όσον λοιπόν το πρωταρχικό θρησκευτικό συναίσθημα του ανθρώπου εκφράστηκε δια μέσου πολυθεϊστικών αντιλήψεων και εφ’ όσον μέσα σε μια χαρακτηριζόμενη ως μονοθεϊστική θρησκεία κυριάρχησε η ανάγκη δημιουργίας πολυθεϊστικών προτύπων, δεν μπορούμε παρά να υποστηρίξουμε ότι ο άνθρωπος από τη φύση του, από ένστικτο, από κάτι αρχέγονο που υπάρχει χαραγμένο βαθιά μέσα του, αντιλαμβάνεται την Πλάση όλη πολυθεϊστικά. Από εκεί και πέρα εξωγενείς λόγοι που ως επί το πλείστον επιβλήθηκαν με τη βία, τον έστρεψαν κατά της φύσεως του, κατά του εσωτερικού του εαυτού με αποτέλεσμα να υπάρχει σήμερα ένα περίεργο μονοθεϊστικό μόρφωμα.

Έχοντας αναφέρει όλα τα ανωτέρω, είναι προφανές ότι δεν είναι δυνατόν να δεχτούμε ότι ο μονοθεϊσμός υπήρξε εξέλιξη του πολυθεϊσμού – τουλάχιστον όχι του ελληνικού πολυθεϊσμού. Το πώς όμως επιβλήθηκε ο μονοθεϊσμός δεν αποτελεί θέμα της παρούσης εργασίας. Αυτό που θέλει να δείξει η εργασία, είναι το πώς η θρησκεία, η εκάστοτε θρησκεία, επηρεάζει τη συμπεριφορά του ανθρώπου και το πώς καθορίζει τον τρόπο που σκέφτεται και που ενεργεί γενικότερα.

Γιατί κατανοώντας την επιρροή των θρησκευτικών αντιλήψεων στους ανθρώπους, μπορούμε να κατανοήσουμε το γιατί επικρατεί στον σημερινό κόσμο αυτή η οικτρή κατάσταση, όπου ο άνθρωπος φερόμενος ως ανελέητος κανίβαλος, αυτοκαταστρέφεται, πυρπολώντας το περιβάλλον του και καταδικάζοντας τις επόμενες γενεές να ζήσουν σε έναν φρικτό, παραμορφωμένο και μολυσμένο κόσμο. Πάνω απ’ όλα ίσως να καταλάβουμε γιατί η απάθεια και η αδράνεια χαρακτηρίζουν την σημερινή κοινωνία.

Ας σταθούμε λοιπόν στον ελληνικό πολυθεϊσμό. Η ελληνική κοσμοθεώρηση ξεκινά από κάτι πολύ συγκεκριμένο. Τα πάντα έχουν σχέση, το κάθε τι συνδέεται γιατί ακριβώς όλα αποτελούν το Σύμπαν. Θεοί, άνθρωποι, όλοι ζουν και κινούνται στον ίδιο χώρο, στο ίδιο Σύμπαν, όλοι μαζί αποτελούν το Ένα, την Πλάση, τον Κόσμο.

Πριν συνεχίσουμε θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι ουσιαστικό. Για τον Έλληνα, γι’ αυτόν που αντιλαμβάνεται τον κόσμο με την ελληνική ματιά, το όποιο δίλημμα πολυθεϊσμός ή μονοθεϊσμός, απλά δεν ευσταθεί. Κατά την ελληνική κοσμοαντίληψη, όλα είναι Ένα και το ένα είναι το Όλον. Όπως ακριβώς η Φύση είναι πολυμερής και πολύχρωμη αλλά παραμένει μία, ως Φύση, έτσι και η Ελληνική Αντίληψη συνέλαβε το θείο. Πολλές θεότητες που όμως όλες μαζί συναποτελούν και είναι το θείο. Ο Κόσμος, το Σύμπαν είναι Ένα και μέσα σε αυτό υπάρχουν οι θεοί και φυσικά, εμείς, οι άνθρωποι.

Ο Πολυθεϊσμός δεν είναι ο ίδιος αλλά αντιθέτως έχει εκφραστεί με ποικίλους τρόπους, αναλόγως τον λαό που κάθε φορά τον διαμόρφωσε και διαμορφώνει. Έτσι ο Ελληνικός Πολυθεϊσμός δεν έχει ουδεμία σχέση, για παράδειγμα, με τον Ινδικό. Αλλά ακόμα και όταν ένας λαός δανειζόταν στοιχεία από άλλον και πάλι οι διαφορές ήσαν τεράστιες. Για παράδειγμα, μπορεί οι Ρωμαίοι να πήραν το Ελληνικό Πάνθεον και να το ενσωμάτωσαν στη δικής του αντίληψη όμως αυτό που προέκυψε είχε βασικές και αγεφύρωτες διαφορές με το πώς αντιλαμβανόταν το θείο οι Έλληνες. Έπρεπε να έρθουν οι νεοπλατωνικοί που όμως είχαν Ελληνική Παιδεία, για να ξεπεραστεί το ρωμαϊκό θρησκευτικό σύστημα.

Αντιθέτως, οι διάφορες εκφράσεις του μονοθεϊσμού περιέχουν ελάχιστες διαφορές η μία από την άλλη. Πράγμα βεβαίως λογικό αφού ο μονοθεϊσμός -με την έκφραση που μας έχει διασωθεί- ουσιαστικά προέκυψε από την ίδια μήτρα, τον ιουδαϊκό λαό, με αρχικό σκοπό την πλήρη χαλιναγώγηση, του κατά τα άλλα δύστυχου αυτού λαού. Έτσι ο μονοθεϊσμός είτε ονομάζεται ιουδαϊσμός είτε χριστιανισμός είτε ισλαμισμός παρέμεινε κατά βάση ο ίδιος.

Επειδή όμως ζούμε σε μια χώρα που στο σύνταγμα της περιέχει το οξύμωρο, από την μια να διακηρύσσει την ανεξιθρησκία και από την άλλη να δηλώνει επίσημη θρησκεία τον ορθόδοξο χριστιανισμό, όταν θα αναφερόμαστε από εδώ και πέρα στον μονοθεϊσμό, θα εννοούμε τον χριστιανισμό ενώ όταν θα αναφερόμαστε στον πολυθεϊσμό θα έχουμε κατά νου το Ελληνικό Δωδεκάθεο, αν και γνωρίζω πολύ καλά ότι ο Ελληνικός Πολυθεϊσμός αποτελεί μια σημαντική ιδιαιτερότητα.

Μονοθεϊσμός και Πολυθεϊσμός
Ένας Έλληνας Πολυθεϊστής θα μπορούσε πολύ ορθά να υποστηρίξει ότι είναι και Μονοθεϊστής, έχοντας υπ’ όψιν την έννοια του Όλου. Όμως σήμερα, που η έννοια «μονοθεϊσμός» έχει πλήρως ταυτιστεί με την εικόνα του ενός θεού πέραν του κόσμου αυτού, του ενός θεού που πράττει όπως πράττει ανεξέλεγκτα δίχως να περιορίζεται ή να υπακούει σε κανέναν Φυσικό ή Κοσμικό νόμο και κάνει ότι κάνει για να δοξαστεί, σε μια τέτοια λοιπόν κοινωνία όπως είναι η σημερινή, με διαμορφωμένες τέτοιες αντιλήψεις, παγιωμένες πλέον στις συνειδήσεις όλων, είναι τουλάχιστον ατυχές και άσκοπο να προσπαθεί να πείσει ο Έλληνας -ο Έλληνας στην Κοσμοθεώρηση και όχι στην υπηκοότητα- ότι έννοιες όπως μονοθεϊσμός και πολυθεϊσμός είναι ουσιαστικά πλασματικές και άνευ ουσίας.

Σήμερα λοιπόν οι έννοιες αυτές δεν σχετίζονται με τον όποιο αριθμό θεοτήτων. Κάτι τέτοιο είναι τελείως εσφαλμένο – πάντα βέβαια αναφερόμενος στον Ελληνικό Πολυθεϊσμό. Οι έννοιες λοιπόν μονοθεϊσμός και πολυθεϊσμός έχουν σχέση με το πώς αντιλαμβάνεται κανείς όλο τον κόσμο, όλο το Σύμπαν, με το πώς ερμηνεύει την πλάση, με το πώς βλέπει την δική του θέση στην Δημιουργία και φυσικά με το ποια θα πρέπει να είναι και η πρέπουσα και ορθή και δίκαια τάξη στην κοινωνία μας.

Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που η κάθε εξουσιαστική αρχή κάθε δόγματος που στηρίζεται στον χριστιανισμό υπήρξε πάντα φιλική με κάθε είδους φασιστικής εξουσίας; Το κεντρικό δόγμα του μονοθεϊσμού, του ενός θεού που φροντίζει για όλα, βρίσκει τέλεια εφαρμογή στην κοινωνία του ανθρώπου όπου τη θέση του ενός και παντοδύναμου θεού παίρνει είτε ο άρχοντας είτε ο μονάρχης είτε ο δικτάτορας είτε βεβαίως ο ιερέας. Και αυτό γιατί στον μονοθεϊσμό ο πιστός συνειδητά, επιλέγει το ρόλο του προβάτου, του προβάτου που οφείλει να υπακούει τον ποιμένα του.

Έχοντας λοιπόν όλα αυτά υπ’ όψιν μπορούμε τώρα να εστιάσουμε στην σημαντικότερη διαφορά μονοθεϊσμού και ελληνικού πολυθεϊσμού. Στη συνέχεια θα ανατρέξουμε και στην καινή διαθήκη για να δούμε και εκεί τις διαφορές, μια που η καινή διαθήκη εκφράζει ουσιαστικά στις μέρες μας το μονοθεϊστικό δόγμα.

Κατά την Ελληνική Κοσμοαντίληψη, το σύμπαν δεν δημιουργήθηκε
Τίποτε δεν δημιουργείται εκ του μηδενός – κάτι τέτοιο είναι «αφύσικο». Όλα προϋπήρχαν. Αυτό που άλλαξε και αλλάζει είναι η κατάσταση των πραγμάτων. Δηλαδή όλα υπήρχαν σε μια διαφορετική κατάσταση -το Ορφικόν Ωόν- και εξαιτίας των ενεργειών δυνάμεων όλα μεταβλήθηκαν ή αν προτιμάτε μια πιο σύγχρονη ερμηνεία, μεταλλάχθηκαν εξαιτίας μιας φοβερής έκρηξης (Βig Bang). Το ποιες δυνάμεις ήσαν αυτές που προκάλεσαν την εκκίνηση των αλλαγών του Παντός, είναι ακριβώς ζήτημα που εξετάζουνε και ερμηνεύουν οι φιλόσοφοι και οι επιστήμονες.

Όταν πια το Σύμπαν πήρε την σημερινή του μορφή -πάντα βεβαίως με την ανθρώπινη και τωρινή ματιά- επήλθε η τάξη και η κυριαρχία των σημερινών φυσικών νόμων. Αυτή η περίοδος των ασύλληπτων αλλαγών και κοσμολογικών συγκρούσεων, περιγράφεται στην Τιτανομαχία. Κι αφού η κυριαρχία του Διός, του Κοσμικού Νόμου και Τάξης, εγκαταστάθηκε, δημιουργείται ο Άνθρωπος.

Και ο άνθρωπος δημιουργείται όχι γιατί επιθυμεί κάποιος θεός να δοξάζεται αλλά γιατί ο θεός είναι Δημιουργός και σαν δημιουργός δημιουργεί, και δημιουργεί βεβαίως πάντα το αγαθόν. Όμως και εδώ η δημιουργία του ανθρώπου δεν είναι εκ του μηδενός. Υπάρχουν αιώνιοι και σταθεροί νόμοι που δεν παραβιάζονται. Έτσι ο κάθε θεός ενεργεί όχι ανεξέλεγκτα αλλά πάντα εναρμονισμένα με το Σύμπαν. Και ο θεός, ο κάθε θεός αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του Όλου. Όπως εξάλλου και ο άνθρωπος.

Τόσο ο θεός όσο και ο άνθρωπος έχουν την θέση τους μέσα στο όλον. Μπορεί μεν ο άνθρωπος να είναι μικρός αλλά έχει πάντα την δική του θέση. Δεν αποτελεί έρμαιο κανενός, θεού ή μη, παρά μόνον των δικών του, όποιων τέλος πάντων, παθών. Μια ολότελα διαφορετική θεώρηση από αυτήν της μονοθεϊστικής αντιλήψεως.

Σύμφωνα λοιπόν με την μονοθεϊστική αντίληψη, δεν υπήρχε τίποτε παρά μόνο ο θεός. Κάποια στιγμή ο θεός αποφασίζει να δημιουργήσει τα πάντα. Έτσι δημιουργείται το Σύμπαν, σύμφωνα με τις διαταγές του θεού, που αφού δημιουργεί κάτι, έπειτα αντιλαμβάνεται ότι αυτό που δημιούργησε είναι καλό. Πάντα όμως ο ένα θεός, στέκεται έξω από τα δημιουργήματα του, ξεχωριστά. Όλα υπάρχουν για να τον δοξάζουν. Οι άγγελοι, ο άνθρωπος, όλα. Ο θεός βάζει τον άνθρωπο στον παράδεισο για να τον δοκιμάσει, για να δει αν τον υπακούει.

Είπαμε, μια αντίληψη πέρα για πέρα διαφορετική από την ελληνική πολυθεϊστική σύλληψη. Έτσι λοιπόν ο άνθρωπος οφείλει κάθε μέρα, κάθε στιγμή να προσεύχεται και να ζητά το έλεος του θεού μια που ο θεός, δρώντας τελείους ανεξάρτητα -να μην χρησιμοποιήσω την λέξη αυθαίρετα- αποφασίζει και τιμωρεί κατά το δοκούν.

Αυτή λοιπόν η ερμηνεία γεννά και ανάλογες συμπεριφορές, όπως ήδη έχει αναφερθεί. Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αλαζονικής, εξουσιαστικής και φασιστικής νοοτροπίας. Αποτελεί το έναυσμα για την γέννηση, την κυριαρχία και εν τέλει την αιτιολόγηση και βεβαίως το άλλοθι, για κάθε είδους στυγνού, μονοπροσωπικού πολιτεύματος.

Αντιθέτως, η πίστη σε ένα Όλο όπου όλοι έχουν θέση, όπου ακόμα και οι θεότητες δρουν βάσει απαράβατων νόμων, όπου ότι δημιουργείται, δημιουργείται αλτρουιστικά δίχως απαίτηση ανταλλάγματος δημιουργεί αντιστοίχως και εκείνες τις προϋποθέσεις για την εγκατάσταση είτε ενός αριστοκρατικού συστήματος – με την έννοια των «αρίστων» – όπου βεβαίως η δικαιοσύνη και οι νόμοι της είναι σεβαστοί και ισχύει για όλους δίχως ουδεμία εξαίρεση είτε για την δημιουργία ενός πραγματικού δημοκρατικού συστήματος όπου, βάση αξιοκρατίας και μόνο, ο κάθε πολίτης, όσο «αδύναμος» κι είναι, έχει την δική του θέση, έχει τη δική του υπόσταση και οντότητα ως πολίτης. Έτσι το θέμα δεν είναι ένας θεός ή δύο ή πολλοί.

Κατά τους Έλληνες, οι θεοί είναι αμέτρητοι, απλώς για λόγους συγκεκριμένους που πηγάζουν από την βαθύτερη κατανόηση των πραγμάτων, ορίστηκαν οι Δώδεκα κυρίαρχοι. Δεν είναι λοιπόν θέμα αριθμού, είναι θέμα συγκεκριμένης αντίληψης, αντίληψη που διαμορφώνει στη συνέχεια συγκεκριμένους τρόπους ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς. Και μια που μιλάμε για συμπεριφορές, ας πάμε στην σημερινή συμπεριφορά των χριστιανών-πολιτών (πολιτών κατ’ επίφαση).

Βλέποντας και μελετώντας βαθύτερα την καινή διαθήκη -όπως αποκαλείται ένα εκ των δύο ιερών βιβλίων των χριστιανών- μπορούμε να καταλάβουμε γιατί σήμερα οι πολίτες φέρονται όπως φέρονται. Γιατί δεν πρέπει να αγνοούμε, ότι η θρησκευτικότητα δεν αποτελεί μόνο θέμα πίστης. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις διαμορφώνουν σε καθοριστικό σημείο το πώς φερόμαστε και το πώς δρούμε όλοι μας, όχι μόνο στις διαπροσωπικές μας σχέσεις αλλά κυρίως στην κοινωνική μας συμπεριφορά και στο πώς αντιμετωπίζουμε την δική μας θέση μέσα στην κοινωνία γενικότερα. Οπότε ο χριστιανισμός, όπως εκφράζεται μέσα από την ζωή του Ιησού ή σωστότερα Γιαχβέ, ως συνέχεια της παλαιάς διαθήκης, αποτελεί συμπλήρωμα της χριστιανικής μονοθεϊστικής αντίληψης.

Η ζωή λοιπόν του Τζεσουά. Υπήρχε ο Τζεσουά ή όχι;
Υπήρχε ή όχι Ιησούς – Γιαχβέ; Αυτή η ερώτηση είναι και άστοχη και άνευ ουσίας, μια που το βασικό ζήτημα δεν είναι το καθ’ αυτό πρόσωπο του Ιησού αλλά η διδασκαλία που χρεώνεται στο συγκεκριμένο πρόσωπο.

Πάντως στο πιο πάνω ερώτημα, η θέση η δική μου είναι σαφής. Σαφώς και υπήρχε πρόσωπο με το όνομα Ιησού και μάλιστα όχι μόνο ένα αλλά πολλά μια που το όνομα «Τζεσουά» αποτελεί ένα κοινό όνομα – σήμερα, για παράδειγμα υπάρχουν πολλοί που φέρουν αυτό το όνομα, σήμερα που στο όνομα αυτό αποδίδεται μια ολάκερη μυθοπλασία περί θεότητος, πόσο δε μάλλον τότε που δεν υπήρχε και το ανάλογο δέος. Οπότε είναι πολύ πιθανόν στην εποχή της διακυβερνήσεως του Ποντίου Πιλάτου, να υπήρχαν πολλά άτομα που έφεραν αυτό το συγκεκριμένο όνομα.

Τώρα αν ανάμεσα στα άτομα αυτά υπήρχε κάποιος που αυτό-αποκαλούνταν και μεσσίας, δεν μπορώ να απαντήσω. Αλλά υπήρχε μια έντονη ροπή μεσσιανισμού την εποχή της ρωμαιοκρατίας, πράγμα επόμενο μια που ο ιουδαϊκός λαός περίμενε – πέραν του κινήματος των Ζηλωτών – την απελευθέρωση τους από τον θεό.

Όσον αφορά την «θεότητα» κάποιου προσώπου ή όχι, τι να πω. Όπως και να έχει η προσφώνηση και οι χαρακτηρισμοί «θεανθρώπου» και «θεομήτηρ» κατ’ εμέ αποτελούν ύβρη αλλά και παραλογισμό. Είναι δυνατόν να «γεννηθεί» θεότητα και μάλιστα από ανθρώπινο πλάσμα; Οι Έλληνες χρησιμοποίησαν αυτούς τους όρους με καθαρά συμβολικό και αλληγορικό χαρακτήρα – αλλά ακόμα και στους μύθους των υποδεικνύουν το όλο άτοπο. Η Σεμέλη που υπήρξε «θεομήτηρ» πεθαίνει εξαιτίας της αδυναμίας της ανθρώπινης φύσεως να αντέξει στη θέα ενός αληθινού θεού. Όταν όμως αυτοί οι όροι χρησιμοποιούνται κυριολεκτικά τότε η κάθε έννοια λογικής καταρρέει.
Άρα ουδείς λογικός άνθρωπος μπορεί να δεχθεί ότι υπήρξε θεάνθρωπος, όχι μόνο ο Ιησούς αλλά ο οποιοσδήποτε άλλο αυτοφερόμενος μεσσίας – για το «θεομήτωρ» δεν χρειάζεται να πούμε τίποτε άλλο. Ας έλθουμε όμως στο βασικό θέμα. Αυτό της διδασκαλίας του Τζεσουά.

Καταρχάς υπάρχει μια έντονη φιλολογία περί των κειμένων που αποκαλούνται από τους χριστιανούς ως ιερά. Υποστηρίζουν πολλοί, ότι τα κείμενα, και συγκεκριμένα η «καινή διαθήκη» έχει παραποιηθεί και ο λόγος του Τζεσουά δεν μας έχει μεταφερθεί σωστά. Εδώ λοιπόν μετά από την πλήρη αποδοχή όρων όπως «θεάνθρωπος» και «θεομήτωρ», ο παραλογισμός και η παντελής απουσία οποιουδήποτε ίχνος λογικής συνεχίζεται.

Ο Τζεσουά, υπαρκτό πρόσωπο ή όχι, δεν έγραψε τίποτα. Οι ακόλουθοι του -στην πλειοψηφία τους- ήσαν αγράμματοι. Άρα ήταν επόμενο η όποια καταγραφή να γίνει από άλλους, από τους μαθητές αυτών για παράδειγμα, που διέθεταν και μια στοιχειώδη μόρφωση. Οπότε ό,τι έγραψαν το έκαναν βάση, όχι αυτών που είδαν αλλά αυτών που άλλοι μετέφεραν σε αυτούς είτε ήσαν αληθινά είτε ήσαν ψέματα. Για ποια παρεμβολή λοιπόν μιλάμε, εφ’ όσον δεν υπήρχαν «κείμενα» από πρώτο χέρι;

Αλλά πέραν τούτου, τα τελευταία χίλια τουλάχιστον χρόνια, οι χριστιανοί μεγαλώνουν με αυτά τα κείμενα και είναι χριστιανοί γιατί ακριβώς δέχονται την διδασκαλία που προκύπτει μέσα από αυτά τα κείμενα κι ό,τι γνωρίζουν για τον ίδιο των Τζεσουά βγαίνει από αυτά τα κείμενα. Οπότε όλη αυτή η κουβέντα περί αυθεντικών ή μη κειμένων είναι άνευ ουσιαστικού περιεχομένου.

Ας έρθουμε τώρα στην ουσία, στο μανιφέστο του χριστιανισμού. Η διδασκαλία του Τζεσουά αποτελεί μια φιλοσοφία που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ελληνική κοσμοθεώρηση όπως αυτή προκύπτει και μέσα από τα διασωθέντα γραπτά του συνόλου των ελλήνων φιλοσόφων αλλά και μέσα από την αποκωδικοποίηση, αποσυμβολισμό και κατανόηση των ελληνικών μύθων.

1 Ο χριστιανισμός στηρίζεται εξολοκλήρου στην αποδοχή ενός προσώπου, του Γιαχβέ, ως μεσσία της ανθρωπότητος. Η παραδοχή και η πίστη σε ένα μεσσία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον ελληνισμό που έχει ως βασικό κορμό την αυτενέργεια και την δράση του κάθε ανθρώπου χωριστά έτσι ώστε οι λέξεις «πόλις» και «πολίτης» να αποκτήσουν νόημα και ουσία. Από την στιγμή που η οποιαδήποτε σωτηρία και απελευθέρωση εξαρτώνται κύρια και άμεσα από έναν μεσσία, τότε η οποιαδήποτε δραστηριοποίηση και ενεργοποίηση ανθρώπων και πολιτών καταργείται.

2 Κατά τον Γιαχβέ, ο άνθρωπος θα πρέπει να τα περιμένει όλα από τον θεό και ο ίδιος να μην ενδιαφέρεται καθόλου για το αύριο. Χαρακτηριστική η ομιλία του Τζεσουά όπου παρομοιάζει τους πιστούς με τα πουλιά και τους τονίζει ότι ο θεός φροντίζει για τα πουλιά που δεν έχουν καμία έννοια για την επόμενη μέρα. Έτσι πρέπει να είναι και οι πιστοί. Φυσικά αυτή η άποψη απλώς ενισχύει τον μεσσιανισμό και αποτελεί μια προέκταση του.

Η πρόνοια για την επόμενη μέρα, για το αύριο, για το μέλλον, δεν έχουν λόγο ύπαρξης για τον πιστό, αφού για όλα θα φροντίσει ο θεός. Κάπως έτσι γεννάται και υποστηρίζεται θεολογικά ο απόλυτος μοναρχισμός. Για όλα θα φροντίσει ο ένας, ο άρχοντας. Αυτήν ακριβώς την δομή έχει και το χριστιανικό ιερατείο που εμμένει να χαρακτηρίζει τους πιστούς «ποίμνιο» που βεβαίως έχουν ανάγκη από έναν ποιμένα. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς γιατί, ενώ στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν δημοκρατικές διαδικασίες και έλεγχος της εξουσίας ακόμα και σε ολιγαρχικά αποκαλούμενα πολιτεύματα, μετά την επικράτηση του χριστιανισμό και μέχρι τον τελευταίο αιώνα, η έννοια της δημοκρατίας ήταν στην πράξη όχι μόνο ανυπόστατη αλλά και καταδιωκόμενη.

3 Η οικογένεια, η δημιουργία της οικογένειας και η φροντίδα της οικογένειας αποτελούν ασήμαντες έννοιες και επ’ ουδενί προτεραιότητες, σύμφωνα πάντα με την ευαγγελική διδασκαλία. Ο Σίμων, ο σημαντικότερος, κατά τεκμήριο απόστολος, εγκαταλείπει τα παιδιά και τη γυναίκα του κατόπιν εντολής του Γιαχβέ, δίχως την παραμικρή έννοια για την τύχη τους. Ο ίδιος ο Τζεσουά αρνείται πολλάκις να συναντήσει την μητέρα και τα αδέλφια του, ενώ πάνω στον σταυρό ακόμα και στην ύστατη του στιγμή, μπροστά στον πόνο της μητέρας του, αρνείται να την προσφωνήσει μητέρα, παρά την αποκαλεί «γυνή».

Ένα άλλο χαρακτηριστικό που συν τοις άλλοις μας δείχνει μια πραγματική αλλοίωση των κειμένων της καινής διαθήκης, αποτελεί η σημερινή μετάφραση της καινή διαθήκης όπου αντί να χρησιμοποιηθεί η λέξη «μισήσει» χρησιμοποιείται η λέξη «απαρνηθεί». Συγκεκριμένα, ο Τζεσουά λέει στους μαθητές του ότι όποιος επιθυμεί να τον ακολουθήσει θα πρέπει να μισήσει τον πατέρα του. Αλλά στην τωρινή μετάφραση, έχει χρησιμοποιηθεί η φράση «να απαρνηθεί τον πατέρα του». Φυσικά αυτή η άρνηση της οικογένειας δεν είναι τυχαίο γεγονός. Η προσέλκυση νέων οπαδών και ο παρασυρμός τους επιτυγχάνεται ευκολότερα όταν δεν υπάρχει η επιρροή και η προστασία της οικογένειας, κάτι που το βλέπουμε ακόμα και σήμερα με τον τρόπο που τα μοναστήρια εγκλωβίζουν και φυλακίζουν νέους και νέες.

4 Συνέχεια της αρνήσεως της οικογένειας αποτελεί και η θέση περί αγαμίας και μοναχισμού. Τόσο ο Τζεσουά όσο και οι επιστολές των αποστόλων, επιστολές που αποτελούν αναπόσπαστα τμήματα της καινής διαθήκης, υπερτονίζουν την υπεροχή του μοναχικού βίου έναντι του έγγαμου. Φυσικά αυτή η θέση βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία και με τον μεσσιανισμό. Ο μοναχός είναι ο αρνητής όχι μόνο της οικογενειακής ζωής αλλά και της κοινωνικής. Τα τεκταινόμενα της πόλης, του είναι αδιάφορα, σημασία έχει μόνο η προσωπική επαφή του με το θεό.

Δηλαδή η προσωπική του «σωτηρία», αδιαφορώντας πλήρως για τους άλλους, είναι το μόνο που έχει σημασία. Αν λοιπόν όλοι ακολουθούσαμε τις προσταγές των «αγίων» αποστόλων, ο κόσμος μετά από μία με δύο γενεές θα έπαυε να υπάρχει. Αλλά η άρνηση αυτού που οι Έλληνες ονόμασαν Κόσμο από την λέξη «κόσμημα» φαίνεται ακόμα πιο έντονα στο παρακάτω σημείο.

5 Η γνωστότερη προσευχή και η μόνη που φέρνει «αυτούσια» – τρόπον τινά – την υπογραφή του Τζεσουά είναι αυτή που ονομάζουμε «πάτερ ημών». Σύμφωνα πάντα με το ιερό βιβλίο των χριστιανών, ο Τζεσουά συνέθεσε τα λόγια αυτής της προσευχής όταν του ζητήθηκε ο τρόπος προσευχής των χριστιανών. Λοιπόν σε τούτη την επίκληση ακούγεται η φράση «ελθέτω η βασιλεία σου». Δηλαδή ο πιστός παρακαλεί τον θεό του να φροντίσει να έρθει το συντομότερο δυνατόν η έλευση εκ νέου του μεσσία του, η έλευση του οποίου θα συνοδεύεται με την αιώνια βασιλεία του.

Όμως σύμφωνα με τις γραφές, τις αποκαλούμενες ως «ιερές» αλλά και με την γενικότερη και ειδικότερη εσχατολογία που διέπει το χριστιανικό δόγμα, η δευτέρα παρουσία, δηλαδή η επόμενη και τόσο αναμενόμενη από τους πιστούς, έλευση του μεσσία τους ταυτίζεται συγχρόνως και με το τέλος του κόσμου, δηλαδή με την καταστροφή του πλανήτη. Με άλλα λόγια, όλοι οι χριστιανοί, όλα τα παιδιά που πηγαίνουν στα σχολεία της Ελλάδος, παρακαλάνε κάθε μέρα να έρθει η καταστροφή του κόσμου γιατί μέσω αυτής της καταστροφής, θα «σωθεί» η ψυχή τους!

Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς; Την παγερή αδιαφορία για τον υπόλοιπο κόσμο και την ολοκληρωτική αφοσίωση στο ατομικό συμφέρον – ακόμα και με το πλέον βαρύτατο τίμημα – ή μήπως την πλήρη ανοησία όλων εκείνων των πιστών που δεν έχουν συνειδητοποιήσει το τι ακριβώς ζητάνε από τον θεό τους.

6 Η Ελληνική Κοσμοαντίληψη επιδιώκει το γνώθι σ’ αυτόν, δηλαδή την πλήρη κατανόηση του εαυτού και την δυναμική που κρύβει μέσα του γιατί μόνο αν κανείς συνειδητοποιήσει πλήρως την δική του αξία, καταλαβαίνει την θέση του στο Όλο με άμεση συνέπεια την αέναη προσπάθεια για την βελτίωση της ζωής όχι μόνο στην δική του τοπική κοινωνία αλλά στον κόσμο γενικότερα. Για να γίνει αυτό όμως, θα πρέπει ο καθένας να παιδευτεί, να μάθει, να αποκτήσει γνώσεις, να αποκτήσει κριτική ικανότητα και ικανότητα αντίληψης.

Και εδώ βρίσκεται το μεγαλείο και η δύναμη αλλά και η αδυναμία του Ελληνικού Πολυθεϊσμού, γιατί με ανοικτό μυαλό και με πνευματική εξάσκηση μπορεί κανείς να εισχωρήσει και να δει πίσω από τις αλληγορίες και τους συμβολισμούς τους μύθους των θεών και όχι μόνο. Στην αντίπερα όχθη, ο χριστιανισμός απαιτεί ακριβώς το αντίθετο. Ο Τζεσουά, στους περίφημους μακαρισμούς του, μακαρίζει τους πνευματικά ανάπηρους, τους ανόητους αλλά και τα παιδιά που δεν είναι σε θέση να έχουν ούτε αντίληψη αλλά ούτε και κριτική ικανότητα.

Ο θεός μέσα στην σοφία του, υποστηρίζουν τα ευαγγέλια, διάλεξε να φανερωθεί στους ανόητους και στα παιδιά και όχι στους σοφούς. Πλήρη αποστροφή της γνώσεως. Και όχι μόνο αυτό. Είναι καταπληκτικό το γεγονός ότι τον Τζεσουά φέρεται να έχει προδώσει ο πιο μορφωμένος του απόστολος ο Ιούδας! Αντιθέτως, οι πλέον πιστοί και οι πλέον αγαπητοί υπήρξαν οι αμόρφωτοι ψαράδες.

7 Η διδασκαλία του χριστιανισμού χαρακτηρίζεται από την έντονη δουλικότητα και την πλήρη ταπεινότητα, συμπεριφορές εκ διαμέτρου αντίθετες και απορριπτέες από την Ελληνική Κοσμοαντίληψη. Η ελληνική διδασκαλία επιδίωκε και επιδιώκει να δημιουργήσει ανθρώπους ελεύθερους, με ιδανικά υψηλά όπως Ανδρεία, Περηφάνεια, Αρετή. Με μία λέξη: Αξιοπρέπεια. Αντιθέτως μέσα από τις πάμπολλες παραβολές του Τζεσουά βγαίνουν διδάγματα που υποστηρίζουν την αποδοχή της όποιας κακομοιριάς του πιστού, την αποδοχή της δουλείας, την συγχώρεση των πάντων. Βεβαίως, για τον ίδιο αυτό δεν ισχύει.

Με ελαφριά την καρδιά, όλοι οι χριστιανοί προσπερνούν την σφαγή των νηπίων -όπως αναφέρεται στην καινή διαθήκη – από τον Ηρώδη ενώ ο «άγγελος» κυρίου προειδοποιεί μόνο τον μεσσία. Τι επίδειξη ταπεινότητος και αλτρουισμού. Ο ίδιος ο Τζεσουά φαίνεται να καταδικάζει τους ιουδαίους ζηλωτές επειδή ακριβώς πολεμούσαν να εκδιώξουν τον κατοχικό ρωμαϊκό στρατό, και ένας εξ αυτών, ο Βαραββάς, παρουσιάζεται ως δολοφόνος. Φυσικά, την αυτή πρακτική την έχει υιοθετήσει πλήρως η ορθόδοξη εκκλησία, ιδίως όταν επιχειρεί να δικαιολογήσει την εχθρική στάση που κράτησε σε κάθε απελευθερωτικό αγώνα του ελληνικού λαού, με αποκορύφωμα τον αφορισμό των αγωνιστών της επαναστάσεως του 1821.

Για τον Τζεσουά – και φυσικά για την εκκλησία – η προσωπική ελευθερία και η αξιοπρέπεια αποτελούν έννοιες ανύπαρκτες και άνευ ουσιαστικής σημασίας. Η άθλια και εξαθλιωμένη ζωή του ραγιά και του σκλάβου είναι πάντα προτιμότερη από τον κίνδυνο της απωλείας της έστω και αν αυτό συμβεί κατά την διάρκεια απελευθερωτικού αγώνος.

8 Η χριστιανική διδασκαλία αποτελεί ίσως την μόνη θρησκεία στον κόσμο όπου παρουσιάζεται ξεκάθαρη αποστροφή προς την Φύση. Είναι καταπληκτικό το εδάφιο στο οποίο ο Τζεσουά καταριέται μια συκιά, επειδή το καημένο φυτό, εκτός εποχής του καθώς ήταν, δεν έφερε καρπούς για να τον ταΐσει.

Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς γιατί σήμερα ο κόσμος έχει καταντήσει έτσι. Οι άμεσα υπεύθυνοι της γήινης μόλυνσης είναι στην πλειοψηφία τους χριστιανοί, αλλά δεν χρειάζεται να πάμε τόσο μακριά. Στην ελληνική επαρχία, οι χριστιανοί αγρότες και ψαράδες, αν και ζουν από την μητέρα γη, δείχνουν ελάχιστο ως καθόλου σεβασμό σε αυτήν. Άνθρωποι που εκκλησιάζονται τακτικότατα και που είναι έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να υποστηρίξουν ακόμα και με την βία τυχόν απομάκρυνση του ιερέα τους – όπως έχουμε παρακολουθήσει κατά επανάληψη.

Η χωρίς μέτρο χρήση φυτοφαρμάκων – με γνωστές τις καταστρεπτικές συνέπειες τους στο περιβάλλον, ο ολέθριος τρόπος αλιείας που κυριολεκτικά ρημάζει τον βυθό και τον καταντά άγονο, όλα αυτά πηγάζουν από έναν συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς από μία συγκεκριμένη στάση ζωής. Την χριστιανική αντίληψη ότι ο θεός έπλασε τον άνθρωπο έτσι ώστε να δοξάζεται από αυτόν ενώ έπλασε τον κόσμο για να τον κάνει ότι θέλει ο άνθρωπος δίχως να δίνει λογαριασμό σε κανέναν.

Σε πλήρη αντίθεση η Ελληνική Κοσμοαντίληψη, η οποία υπερτονίζοντας την αλληλεξάρτηση Ανθρώπου – Φύσεως καθώς και την θέση του ανθρώπου όχι εκτός αλλά μέσα στην ίδια την Φύση, θεοποίησε με πάμπολλες θεότητες όχι μόνο την ίδια την Φύση αλλά και κάθε στοιχείο της. Η Γαία, Η Δήμητρα, Η Άρτεμις, Ο Ποσειδώνας, ο Πάνας, οι Νεράιδες, οι Νύμφες, οι θεοί Ποταμοί και αμέτρητες άλλες θεότητες δείχνουν τον απέραντο σεβασμό -ακατανόητο για τον μέσο σημερινό χριστιανό- του Έλληνα προς την Φύση. Ο Έλληνας δεν μπορούσε να μολύνει την Φύση γιατί ακριβώς μέσα σε αυτή κατοικούν θεότητες. Εν αντιθέσει με την χριστιανική αντίληψη που θέλει τον θεό να κατοικεί έξω από την Φύση, έξω από τον Κόσμο.

9 Η χριστιανική θρησκεία, σε αντίθεση με το τι νομίζουν οι περισσότεροι αμαθείς χριστιανοί, ως συνέχεια και συμπλήρωμα του ιουδαϊσμού, χαρακτηρίζεται από έντονο εθνικισμό και μισαλλοδοξία. Η πεποίθηση πολλών είναι ότι το χριστιανικό δόγμα, όπως αυτό εκφράστηκε από τον Τζεσουά και τα γραπτά των αποστόλων, μιλά για αγάπη και συγχώρεση. Έτσι υποστηρίζουν ότι τα όποια εγκλήματα που διεπράχθησαν στο όνομα του Τζεσουά έγιναν με πρωτοβουλία της εκκλησιαστικής αρχής και μόνο. Σαφώς και η εκκλησία φέρει το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για τις χιλιάδες των νεκρών μη χριστιανών. Αλλά η εκκλησία έδρασε καλυμμένη πλήρως από τις χριστιανικές διδαχές.

Σε πάμπολλα σημεία ο Τζεσουά παροτρύνει τους μαθητές του να πάνε στους Ιουδαίους, να διδάξουν στους Ιουδαίους, να επαναφέρουν τους Ιουδαίους στο δρόμο του θεού ενώ ο ίδιος δηλώνει ότι έχει έρθει για να συμπληρώσει τον Ιουδαϊκό νόμο. Έτσι λοιπόν το εθνικιστικό στοιχείο είναι κυρίαρχο. Όμως το εδάφιο που ξεχωρίζει είναι εκείνο όπου ο Τζεσουά συναντά γυναίκα που δεν είναι της ιουδαϊκής πίστεως αλλά «Εθνική» δηλαδή ειδωλολάτρισσα σύμφωνα με τον Σαούλ, και την αποκαλεί «σκυλί». Συγκεκριμένα, στο εν λόγω εδάφιο, η γυναίκα παρακαλά γονατιστή τον Τζεσουά να γιατρέψει την άρρωστη κόρη της. Τότε, ο «μεσσίας της αγάπης» την αντικρούει ρωτώντας την αν είναι σωστό να δίνει κανείς την τροφή στα σκυλιά αντί στους ανθρώπους.

Η γυναίκα απαντά, δουλοπρεπέστατα κάτω βέβαια από τον πόνο και την αγωνία για την κόρη της, ότι ακόμα και τα σκυλιά έχουν δικαίωμα στα ψίχουλα. Ικανοποιημένος από αυτήν την απάντηση ο μεσσίας γιατρεύει την κόρη της. Το εδάφιο αυτό είναι χαρακτηριστικό και της σημερινής νοοτροπίας του μέσου χριστιανού. Δήθεν σέβεται την πίστη του άλλου, αλλά μόνο αυτός κατέχει την πάσα αλήθεια και όχι μόνο αυτό, αλλά θεωρεί την δική του πίστη, την χριστιανική ως εξέλιξη – όπως έχουμε ήδη αναφέρει – και έτσι όσοι επιμένουν σε «παλαιές» ή άλλες δοξασίες δεν είναι παρά υπάνθρωποι ή κατά το εβραϊκότατο, γκοΐμ.

Ο Ελληνικός Πολυθεϊσμός είναι πάνω από εθνικισμούς και δίχως μισαλλοδοξίες.
Όσοι ερμηνεύουν την Ελληνική Πολυθεϊστική Θρησκεία ως καθαρά εθνική ουσιαστικά παραμένουν προσκολλημένοι στην εβραιοχριστιανική αντίληψη του κόσμου, με άλλο όμως όνομα. Οι Έλληνες ερμήνευσαν τον κόσμο και το Όλο σύμφωνα με τις δικές τους αντιλήψεις. Αυτή όμως η κοσμοθεώρηση δεν περιορίζεται στην εθνότητα και δεν μπορεί να περιοριστεί σε εθνικιστικά ή ακόμα και εθνικά πλαίσια, μια που η Συμπαντική και η Κοσμική ερμηνεία των Ελλήνων είναι αυτή ακριβώς. Κοσμική, Συμπαντική Ερμηνεία. Ετσι ο καθένας, ανεξαρτήτου χρώματος ή καταγωγής μπορεί να υιοθετήσει τον Ελληνικό Πολυθεϊσμό. Εξάλλου σήμερα, περισσότερο Έλληνες είναι οι πολίτες άλλων χωρών που σέβονται την ελληνική πολυθεϊστική παράδοση πολύ περισσότερο από τον μέσο ελληνόφωνο κάτοικο αυτής της χώρας, που δεν την σέβεται καθόλου.

10 Η ανευθυνότητα αποτελεί αντιπροσωπευτικό στοιχείο του χριστιανισμού, ένα χαρακτηριστικό που καλλιεργείται μέσα από την ατιμωρισία και την δίχως όρους μεταμέλεια και έμπρακτης συγχωρέσεως. Αποκαλυπτικό είναι το εδάφιο όπου ο Τζεσουά, πάνω στον σταυρό, δίνει άφεση «αμαρτιών» και εξασφαλίζει θέση στο ουράνιο βασίλειο του, στον εγκληματία που σταυρώνεται μαζί του, μόνο και μόνο επειδή ο εν λόγω εγκληματίας δηλώνει πίστη στο πρόσωπο του Τζεσουά και τον αναγνωρίζει ως «μεσσία».

Με μιας λοιπόν διαγράφονται και αποτελούν πλέον στοιχεία άνευ σημασίας, οι όποιες πράξεις του είτε αυτές ήσαν δολοφονίες είτε βιασμοί είτε ληστείες. Αρκεί η δήλωση πίστεως και συνεπώς υποταγής στο πρόσωπο του μεσσία. Τόσο απλά. Μια πρακτική που εφαρμόζεται κατά κόρον. Οι χριστιανοί είναι ουσιαστικά ελεύθεροι να σκοτώνουν, να ληστεύουν να παρανομούν εν γένει αρκεί βεβαίως να εξομολογηθούν και να ζητήσουν συγχώρεση. Έτσι είναι πραγματικά άλογο το πώς οι εκάστοτε επικεφαλής της συγκεκριμένης θρησκείας να υποστηρίζουν με στόμφο ότι ο χριστιανισμός διδάσκει ήθος και αρετή. Αυτό που ζητά επίμονα η θρησκεία αυτή, είναι δηλώσεις πίστεως – όπως ακριβώς ο Τζεσουά.

Από την στιγμή ακόμα που γεννιόμαστε, υποχρεούμαστε σε αδιάκοπες δήλωσε και αποδείξεις υποταγής. Το βρέφος, στις σαράντα μέρες πρέπει να πάει στην εκκλησία. Πρέπει να βαπτιστεί, δηλώνοντας ότι μετατρέπεται σε δούλος του θεού. Πρέπει να πίνει το αίμα του μεσσία σε τακτά διαστήματα, δηλώνοντας κάθε φορά εκ νέου την αφοσίωση του στο δόγμα. Η Ελληνική Κοσμοαντίληψη επίσης συγχωρεί και εισάγει μάλιστα την έννοια της εξιλέωσης αλλά αφού πρώτιστα προηγηθεί έμπρακτη μεταμέλεια.

Οι ίδιοι οι θεοί των Ελλήνων δείχνουν στους ανθρώπους τον εξαγνισμό. Ο Απόλλων υποχρεούται να καθαρθεί για τον φόνο του Πύθωνας, Ο Άρης δικάζεται γι τον φόνο του βιαστή της κόρης του και πάει λέγοντας. Αλλά η υπευθυνότητα, η ανάληψη ευθυνών και αποδοχή των συνεπειών των πράξεων, αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα ανθρώπου με αξιοπρέπεια. Κάτι που δεν επιδιώκει να δημιουργήσει ο χριστιανισμός. Οπότε σήμερα με ένα συγγνώμη και με μία προσευχή, όλα συγχωρούνται. Είναι μετά να απορεί κανείς γιατί συμβαίνουν όσα συμβαίνουν στο χριστιανικό κόσμο;

Υπάρχουν και άλλες, πολλές ακόμα διαφορές. Αυτές όμως είναι από τις πιο σημαντικές. Οι χριστιανικές θέσεις αποτελούν απόρροια όμως της μονοθεϊστικής θεώρησης του κόσμου. Στον μονοθεϊσμό ότι γίνεται, γίνεται όχι για την βελτίωση του ανθρώπου ούτε για την προς τα άνω εξέλιξη του. Ό,τι γίνεται γίνεται για να «δωροδοκηθεί» ο θεός, ό,τι γίνεται, γίνεται για να σώσει ο καθένας την ψυχή του, ό,τι γίνεται, γίνεται για την εξυπηρέτηση και ικανοποίηση ατομικών και μόνο αναγκών με πλήρη αδιαφορία και ακόμα απαξίωση για τους άλλους, για το κοινό καλό.

Και αυτό γιατί η αποδοχή του μονοθεϊσμού δεν αποτελεί παρά προέκταση μοναρχικών και φασιστικών αντιλήψεων, είτε από την μία κατεύθυνση είτε από την άλλη. Δηλαδή είτε από την μεριά των πιστών – όπου όπως ο πιστός περιμένει από τον θεό να τα κάνει όλα, έτσι και ο υπήκοος δεν αμφισβητεί τις αποφάσεις του μονάρχη και αποδέχεται την εξ ουρανού κυριαρχία του – είτε από την μεριά της εξουσίας – όπου η εξουσία έμμεσα ταυτίζεται μι τον θεό, απαιτώντας έτσι την ίδια αφοσίωση από τους πιστούς αλλά και την αυτήν δίχως αντιρρήσεις υπακοή.

Οπότε χαρακτηριστικά που σκοπό έχουν να ενισχύσουν την προσωπικότητα του ατόμου κα να δραστηριοποιήσουν το άτομο μετατρέποντας τον σε ενεργό πολίτη που απαιτεί και να γνωρίζει κα να ελέγχει τα της εξουσίας, πρέπει να εξαλειφθούν γιατί ακριβώς τα στοιχεία αυτά ίσως οδηγήσουν σε ανατροπή του επιθυμητού στάτους κβό. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν η επιμονή σε φράσεις του τύπου ποίμνιο, μαντρί, ποιμενάρχης και όλα τα συναφή. Το αίσθημα ανάγκης της μόνιμης καθοδήγησης από κέντρο εξουσίας που δεν επιδέχεται ουδεμία αμφισβήτηση, καλλιεργείται από την στιγμή που εισερχόμαστε σε αυτόν τον κόσμο.

Άφησα για το τέλος το μεγάλο όπλο του μονοθεϊσμού
Εφ ‘όσον κατά τον μονοθεϊσμό όλοι μας αποτελούμε δημιουργήματα που μοναδικό σκοπό έχουμε την λατρεία του ανωτέρου όντος, θα έπρεπε να βρεθούν αιτίες που θα ανάγκαζαν, τρόπον τινά, τους ανθρώπους να συμβιβαστούν με αυτήν την ιδέα και να είναι και ευχαριστημένοι. Για τον λόγο αυτό, σε κάθε είδος μονοθεϊσμού, υπάρχει και το αντίπαλο δέος. Ο θεός είναι ο καλός αλλά υπάρχει και το κακό, το κακό που μπορεί μεν να είναι κατώτερο από το καλό, από τον θεό, αλλά που όμως επηρεάζει πολύ ευκολότερα τον άνθρωπο.

Έτσι έχουμε την σύλληψη της μορφής του σατανά.
Ο σατανάς που θέλει το κακό των ανθρώπων και που συνωμοτεί για να παρασύρει τους ανθρώπους μακριά από το δρόμο του θεού. Όσοι μείνουν πιστοί στον θεό κερδίζουν την «αιώνια» ζωή. Δηλαδή η ψυχή τους που είναι αθάνατη, θα ζει κάτω από την προστασία του δημιουργού σε μια αιώνια γαλήνη. Σε αντίθετη περίπτωση, η ψυχή θα βασανίζεται αιωνίως από τον σατανά και τους βοηθούς του – τους αντίστοιχους αγγέλους του κακού.

Ο μονοθεϊσμός δεν μπορεί να στερεωθεί δίχως την πάλη του κακού και του καλού και δίχως βεβαίως την τιμωρία από την μια μεριά και την επιβράβευση από την άλλη. Οπότε από την παιδική ακόμα ηλικία, ο χριστιανός ουσιαστικά τρομοκρατείται με τις εικόνες του σατανά, και εξαναγκάζεται δηλαδή να πράττει ως καλός χριστιανός, διαφορετικά τον περιμένουν οι αιώνιες φλόγες της κολάσεως. Εξάλλου οι αποκαλούμενοι πατέρες της εκκλησίας τονίζουν κατά κόρον στα συγγράμματα τους ότι θα πρέπει στους ανθρώπους να εμφυσηθεί ο φόβος του θεού.

Εδώ τώρα προκύπτει το απλό ερώτημα. Αφού ο θεός είναι και καλός και παντοδύναμος τότε γιατί δεν εξαφανίζει τον σατανά για να ησυχάσουν οι άνθρωποι; Αυτό θα το ρωτούσε ο κάθε λογικός άνθρωπος, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι η όλη διάρθρωση των μονοθεϊστικών θρησκειών σκοπεύει στην κατάργηση αυτής ακριβώς της λογικής.

Ο θεός λοιπόν αφήνει τον σατανά να υπάρχει επειδή επιθυμεί να δοκιμάζει συνεχώς τους ανθρώπους. Ουσιαστικά η ζωή πάνω στην γη, για μας τους ανθρώπους δεν αποτελεί παρά μια συνεχή δοκιμασία για να πείσουμε τον δημιουργό ότι η θέση μας, αφού πεθάνουμε, δεν είναι στην κόλαση αλλά κάπου καλύτερα. Έτσι ο καθένας ασχολείται μόνο με τον εαυτό του και τη προσωπική του σωτηρία, επιθυμώντας μάλιστα να βρεθεί σε εκείνο το ονειρεμένο μέρος, μια που όλοι οι «καλοί» χριστιανοί θεωρούν εαυτούς άξιους για τον παράδεισο.

Η Ελληνική Θεώρηση δεν έχει το κακό, δεν έχει κανέναν σατανά. Οι θεοί είναι αγαθοί, δεν υπάρχουν κακοί θεοί. Ακόμα και οι μάχες, οι αλληγορικές μάχες με τους Τιτάνες και τους Γίγαντες, δεν έχουν να κάνουν με πάλη κακών εναντίων καλών. Για τον Έλληνα υπάρχει το ωφέλιμο και το βλαβερό. Έτσι οι Τιτάνες ηττώνται από τον Δία γιατί οι παρουσία τους πλέον δεν εξυπηρετεί την πρόοδο των πάντων, όπως και η ήττα των Γιγάντων έπρεπε να συμβεί για να μπορέσει η Γη να ηρεμήσει και να ξεκινήσει η δημιουργία του ανθρώπινου πολιτισμού.

Ο άνθρωπος πράττει το καλό όχι για να κερδίζει θέση στον παράδεισο, αλλά γιατί είναι το καλό και το ωφέλιμο και αυτό πρέπει να κάνει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο μύθος της Αρετής και της Κακίας. Ο άνθρωπος πράττοντας ό,τι είναι ωφέλιμο για την κοινωνία, συντελεί στην πρόοδο της ανθρωπότητας αλλά και του ιδίου. Μια πνευματική πρόοδος που επιτυγχάνεται και με την μελέτη και με την αναζήτηση των αιτιών των πάντων. Τότε μόνο η ψυχή του, το θεϊκό μέρος του ανθρώπου – σύμφωνα με τους Έλληνες – ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια και πλησιάζει το επίπεδο των θεών. Μια πρόοδος που θα φανεί ακόμα περισσότερο όταν, με το θάνατο του σώματος, η ψυχή θα μπορέσει να ενσωματωθεί με το θείο, αν έχει βεβαίως πετύχει αυτήν την εξέλιξη.

Ουσιαστικά λοιπόν, η ζωή εκείνου του ανθρώπου που υπήρξε επιζήμια και βλαβερή για τους υπόλοιπους συνανθρώπους του δεν τιμωρείται με την κόλαση – όταν πεθάνει – αλλά είναι αυτή που καθορίζει και εξαναγκάζει την ψυχή του σε χαμηλά, κατώτερα επίπεδα, σταματώντας αλλά και αποτυγχάνοντας την εν δυνάμει εξελικτική πορεία της.

Έχοντας όλα αυτά κατά νου, καταλαβαίνουμε γιατί είναι τόσο σημαντική η κοινωνική δράση, η κοινωνική παρουσία του ανθρώπου για τον Έλληνα. Μέσα αυτής της δράσεως βοηθά ή όχι την πρόοδο. Οπότε η ζωή είναι πολύτιμη γιατί σκοπός του ανθρώπου αποτελεί η όσο πιο έντονη συμμετοχή του σε αυτήν.

Για την χριστιανοσύνη η απόσυρση ενός ανθρώπου σε κάποια έρημο – όπως συμβούλεψε με την ζωή του ο Ιωάννης ο αποκαλούμενος και βαπτιστής – αποτελεί σίγουρο δρόμο προς τον παράδεισο. Μακριά από κάθε κοινωνική ή άλλη συναστροφή. Στην αντίπερα όχθη, η θέση της ελληνικής κοσμοαντίληψης όπου ο μοναχισμός είναι κατακριτέος και όπου αποτελεί και την μεγαλύτερη τιμωρία για τον ζωντανό και δραστήριο άνθρωπο.

Κλείνοντας θα πρέπει να τονισθεί το εξής. Το θρησκευτικό συναίσθημα είναι έμφυτο στον άνθρωπο. Όταν αυτό το συναίσθημα γίνεται καταλύτης για την πνευματική αλλά και κοινωνική εξέλιξη του άνθρωπου, τότε μπορούμε με βεβαιότητα να ισχυριστούμε, ότι η συγκεκριμένη θρησκεία που γεμίζει αυτό το έμφυτο συναίσθημα αποτελεί θρησκεία που συντελεί στην πρόοδο της ανθρωπότητας. Όταν όμως μια θρησκεία από την μια δημιουργεί ουσιαστικά ανελεύθερα και καταπιεσμένα πνευματικά και όχι μόνο άτομα και από την άλλη αποτελεί το όχημα για ομάδες ανθρώπων να επιβουλεύονται και να εκμεταλλεύονται με το χείριστο τρόπο τον λαό, πατώντας πάνω ακριβώς σε αυτό το θρησκευτικό συναίσθημα, τότε η συγκεκριμένη θρησκεία είναι υπεύθυνη για την δημιουργηθείσα πνευματική αναπηρία της ανθρωπότητας.

Και όχι ακριβώς υπεύθυνη αλλά συνυπεύθυνη γιατί ο κάθε άνθρωπος οφείλει, σαν μια πνευματική, σωματική και ολοκληρωμένη οντότητα που είναι, να προσπαθεί συνέχεια για την δική βελτίωση. Οπότε η αποδοχή εκούσιας ή συνειδητής, μιας καταστάσεως που τον εμποδίζει να πράξει τα ανώτερο), βαρύνει σε πολύ μεγάλο βαθμό και τον ίδιο.

Αυτό είναι το κύριο νόημα του Ελληνισμού. Η Συμμετοχή, η Δράση, η ανάληψη ευθυνών. Με άλλα λόγια, ο απώτερος στόχος του Ελληνισμού, είναι να αποτελεί μια ελεύθερη, ανεξάρτητη και πάνω απ’ όλα ουσιαστική και για τον ίδιο αλλά και για τον συνάνθρωπο, Ζωή.

Ποιος σου είπε ότι αγάπη σημαίνει να ανέχεσαι και να υπομένεις τη συμπεριφορά των άλλων;

Συχνά έχουμε μια λανθασμένη εντύπωση για το τι ακριβώς είναι αγάπη και τι σημαίνει αγαπάω τον εαυτό μου (αυτοαγάπη) και κατ’ επέκταση Αγαπώ τη Ζωή μου.

  
Θέλοντας να φωτίσω τις ασάφειες και τις ανακρίβειες που κατά καιρούς φτάνουν στα αυτιά μου μοιράζομαι μαζί σας το παρακάτω κείμενο:

Η συχνά κακώς εννοούμενη αγάπη
Πού στο Σύμπαν είναι γραμμένο ότι αγάπη σημαίνει να ανέχεσαι και να υπομένεις τη συμπεριφορά των άλλων;

Ναι, αγάπη σημαίνει να δέχεσαι τον άλλο όπως είναι, αλλά ση­μαίνει επίσης και να εκτιμάς το δώρο της δικής σου ζωής τό­σο ώστε να μην απαρνιέσαι τον εαυτό σου.

Πού είναι γραμμένο ότι δεν επιτρέπεται να πληγώνουμε κανέναν με τις αποφάσεις που παίρνουμε για τον ίδιο μας τον εαυτό;

Αν κάποιος υποφέρει από μια κατάσταση, είναι σημάδι αγάπης να κινητοποιηθεί και να δώσει τέλος σε αυτό το βάσανο. Δεν είναι σημάδι αγάπης να τυραννιέται και ούτε θα πάρει κανένα παράσημο, όπως γενεές και γενεές μανάδων και παιδιών λένε στα παιδιά τους.

Το να αποφασίζει κανείς για τον εαυτό του και την ευτυχία της ζωής του δεν είναι ανευθυνότητα.

Που είναι γραμμένο ότι αγάπη σημαίνει να αναλαμβάνει κανείς την ευθύνη για την ευτυχία και την ικανοποίηση ενός άλλου ανθρώπου;

Τη στιγμή που θα πιστέψετε ότι είστε υπόλογοι για την ευτυχία ενός άλλου ανθρώπου, αποχαιρετίστε την αγάπη για τη ζωή σας. Μπορεί ένας άλλος άνθρωπος να αισθάνεται ευτυχία όταν είστε μαζί του. Αλλά υπάρχουν πολλές πηγές ευτυχίας, κι αν εσείς αύριο πάψετε να υπάρχετε σε τούτο τον κόσμο, η ζωή του θα συνεχιστεί κανονικά.

Είναι αλήθεια ότι αγάπη σημαίνει να μην έχει κανείς απαιτήσεις;

Αυτό είναι μια από τις μεγαλύτερες συγκρούσεις για την έννοια της αγάπης. Ναι, η αγάπη από μόνη της δεν έχει απαιτήσεις. Και το να είσαι άνθρωπος σημαίνει ότι έχεις ανάγκες, επιθυ­μίες και πόθους. Αν αγαπάτε τον άνθρωπο που είστε εσείς οι ίδιοι, θα του επιτρέψετε να βρει την ολοκλήρωσή του.

Τι θα αλλάξει όσο περισσότερο αγαπάτε τη ζωή σας
Πολλές συγκρούσεις θα εξαφανιστούν ή θα διαλυθούν πιο εύκολα γιατί δεν έχετε πια να απαιτήσετε ή να ανταλλάξετε αγά­πη, αναγνώριση ή εκτίμηση.
  • Θα προσελκύετε ολοένα και περισσότερους ανθρώπους που αισθάνονται καλά με την ακτινοβολία σας.
  •  Θα κρατάτε σε απόσταση τους ανθρώπους που δεν αντέχουν το ότι εσείς είστε εσωτερικά ανεξάρτητοι και ελεύθεροι.
  •  Θα κατηγορείτε λιγότερο τους άλλους γιατί θα κατηγορείτε και λιγότερο τον ίδιο σας τον εαυτό.
  • Θα εκπέμπετε εμπιστοσύνη γιατί έχετε εμπιστοσύνη στον εαυ­τό σας. Οι άλλοι θα αλλάξουν τη συμπεριφορά τους απέναντι σας προς το καλύτερο.
  •  Θα μειώσετε τις αυθόρμητες ενέργειες και τις σπασμωδικές αντιδράσεις απέναντι στους ανθρώπους που έχουν να κάνουν με εσάς. Ακόμα κι αν θα έχετε τη δυνατότητα, δε θα πρέπει πια να αντιδράτε απέναντι στους άλλους.
  •  Δε θα θέλετε πια να «είστε αγαπητοί» και «καλοί» για να είστε αρεστοί. Κι όμως θα κάνετε καλές πράξεις ορμώμενοι από την αγάπη.
  •  Θα κυνηγάτε λιγότερο την επιβράβευση και την αναγνώριση
  •  Δε θα αφήνετε πια να σας εκμεταλλεύονται
  •  Δε θα πληγώνεστε πια τόσο εύκολα.
  •  Θα μπορείτε να δίνετε χωρίς να περιμένετε ανταλλάγματα. Θα μπορείτε να κάνετε πράγματα χωρίς να νιώθετε τύψεις. Θα μπορείτε να δεχτείτε ότι αισθάνεστε αμηχανία, επειδή ξέρετε ότι δεν είστε υποχρεωμένοι να κάνετε κάτι.
  •  Σε πολλές περιπτώσεις εξαφανίζονται ή μειώνονται οι αλλεργίες, οι ψυχοσωματικές ασθένειες και τα παράπονα για το σώ­μα σας. Και ως αποτέλεσμα, απομένει πολύ λιγότερη εσωτερι­κή απόρριψη.
  •  Θα κάνετε πράγματα που σας γεμίζουν και θα παίρνετε και ανταλλάγματα.
  •  Οι άνθρωποι που μέχρι τώρα ανησυχούσαν για σας θα έχουν μια έγνοια λιγότερη.
  •  Οι άνθρωποι που μέχρι τώρα εξαρτώνταν από πάνω σας θα απελευθερωθούν, γιατί εσείς θα κόψετε αυτή την αμοιβαία εξάρτη­ση χάρη στην αυταγάπη σας. Αυτό δε σημαίνει ότι θα εγκατα­λείψετε τους άλλους. Προφανώς θα είστε πιο κοντά στον άλλο από ποτέ άλλοτε, επειδή δε νιώθετε υποχρέωση απέναντι του. Κι όταν νιώθετε ότι είναι καλό να αποχωρήσετε, θα αποχωρείτε. Στην περίπτωση αυτή είναι καλύτερο και για τον άλλο.
  •  Οι άνθρωποι που είχαν χάσει την αγάπη για τον εαυτό τους ίσως την ξαναβρούν, γιατί η ακτινοβολία αγάπης από το μαγνήτη σας θα μεταδίδεται στους κοντινούς σας ανθρώπους (νευρώνες-καθρέφτες).
Μέσα από το νόμο του συντονισμού, η αγάπη σας θα φέρει στην επιφάνεια και την αγάπη στους άλ­λους. Και σε περίπτωση που κάποιος δεν είναι ακόμα έτοιμος γι’ αυτό, το πεδίο της αυταγάπης δημιουργεί γύρω σας ένα εί­δος προστατευτικού μανδύα.

Και όλα αυτά χωρίς κάποιο σχέδιο και χωρίς κόπο!

Η αγάπη για τη ζωή σας είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορείτε να προσφέρετε στον εαυτό σας και στους άλλους. Ένα σωρό λοιπόν θετικοί λόγοι να δώσετε προτεραιότητα στον εαυτό σας. Το μό­νο που χρειάζεται είναι να πάρετε μια απόφαση: ότι θέλετε να βιώσετε αυτό που θα συμβεί αν αποτολμήσετε το πείραμα.

Η NASA ξεκινά συνεργασίες για συστήματα πυρηνικής πρόωσης με σκοπό να πάει στον Άρη

nuclear-propulisionΈνας πυρηνικός θερμικός πύραυλος έχει διπλάσια αποτελεσματικότητα προώθησης από την κύρια μηχανή του Διαστημικού Λεωφορείου, που κινείται με έναν τυπικό κινητήρα που καίει χημικά καύσιμα. .Αυτή η δυνατότητα καθιστά την πυρηνική θερμική πρόωση ιδανική για την αυτοματοποιημένη παράδοση μεγάλων, ωφέλιμων φορτίων σε μακρινούς κόσμους, όπως στον Άρη.
 
Η  BWX Technologies ανακοίνωσε ότι έχει γίνει σύμβαση 18,8 εκατ $ με τη NASA, για να ξεκινήσει τις θεωρητικές αρχές λειτουργίας ενός πυρηνικού αντιδραστήρα θερμικής προώθησης, χρησιμοποιώντας LEU, για την υποστήριξη μιας πιθανής μελλοντικής επανδρωμένης αποστολής στον Άρη.
 
Το πρόγραμμα ΝΤΡ (Nuclear Thermal Propulsion) εκτιμάται πως θα μπορούσε να φέρει επανάσταση στα διαστημικά ταξίδια, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της δυνατότητας που παρέχει για μεγάλες επιταχύνσεις: Συγκριτικά με το βασικό σύστημα προώθησης ενός διαστημικού λεωφορείου, που αποτελεί έναν από τους πλέον καθιερωμένους χημικούς κινητήρες των τελευταίων 40 ετών, ένας πυρηνικός θερμικός πυραυλοκινητήρας έχει τη διπλή αποδοτικότητα προώθησης. Αυτό καθιστά την πυρηνική προώθηση ιδανική για αποστολές μεγάλων φορτίων με διαστημόπλοια σε μακρινούς προορισμούς.  
 
«Καθώς πηγαίνουμε ακόμα παραπέρα στο ηλιακό σύστημα, η πυρηνική προώθηση ενδεχομένως να προσφέρει την μόνη βιώσιμη τεχνολογική επιλογή για να φτάσει ο άνθρωπος στην επιφάνεια του Άρη και τους κόσμους πέρα από αυτόν» λέει ο Sonny Mitchell, υπεύθυνος του προγράμματος NTP στο Marshall.
 
Ένα σύστημα ΝΤΡ θα μπορούσε να μειώσει τον χρόνο ταξιδιού προς τον Άρη από έξι μήνες στους τέσσερις, ελαττώνοντας την έκθεση των αστροναυτών στην ακτινοβολία. Αυτό επίσης θα μπορούσε να επιφέρει μείωση της απαιτούμενης μάζας του σκάφους, επιτρέποντας τη μεταφορά μεγαλύτερων φορτίων.
 
Η BWXT, που έχει μακρά εμπειρία στην ανάπτυξη πυρηνικού καυσίμου για το πολεμικό ναυτικό των ΗΠΑ, θα βοηθήσει στον σχεδιασμό ενός πολλά υποσχόμενου πυρηνικού θερμικού κινητήρα βασιζόμενου στο χαμηλά εμπλουτισμένο ουράνιο, καθώς και στην ανάπτυξη τεχνολογίας στοιχείων καυσίμου «Cermet» (κεραμικού- μεταλλικού). Στο πλαίσιο του τριετούς αυτού συμβολαίου, ύψους 18,8 εκατ. δολαρίων, η εταιρεία θα κατασκευάσει και δοκιμάσει πρωτότυπα στοιχεία καυσίμου και θα βοηθήσει τη NASA σε ένα εύρος σχετικών θεμάτων.
 
Σημειώνεται πως οι ΗΠΑ είχαν πραγματοποιήσει εκτενείς έρευνες και δοκιμές πάνω στη βιωσιμότητα συστημάτων πυρηνικής προώθησης κατά το διάστημα 1955-1972, ωστόσο τα τεστ σταμάτησαν όταν μπήκαν «στον πάγο» τα σχέδια για επανδρωμένη αποστολή στον Άρη. Από τότε, το θέμα της πυρηνικής θερμικής προώθησης επανεξετάζεται τακτικά σε επίπεδο concept και τεχνολογικής βιωσιμότητας. Εξαιτίας του ανανεωμένου ενδιαφέροντος για τον Άρη, η NASA έχει αρχίσει ξανά τις έρευνες, καθώς αντιλαμβάνεται την πιθανή αξία αυτής της τεχνολογίας για την εξερεύνηση του Άρη και των άλλων πλανητών του ηλιακού μας συστήματος.

Η Αποδοχή του Εαυτού μας

  1. Μια ψευδαίσθηση είναι ότι, για να αξίζω και να είμαι αγαπητός, χρειάζεται να είμαι πάντα δυνατός και να μην έχω στιγμές αδυναμίας. Ή τουλάχιστον χρειάζεται να φαίνομαι δυνατός και να μην αφήνω κανένα να αντιλαμβάνεται την αδυναμία, την ανάγκη ή το φόβο μου. Μια όψη αυτού είναι η πεποίθηση ότι οι δυνατοί αξίζουν και οι αδύναμοι όχι. Μια άλλη όψη είναι ότι, αν οι άλλοι δουν την αδυναμία και τις ανάγκες μου, θα χάσουν το σεβασμό τους για μένα ή ίσως ακόμη και να το χρησιμοποιήσουν εναντίον μου.
  2.  Η προσπάθειά μας να φαινόμαστε δυνατοί, μαζί με την προσπάθειά μας να φαινόμαστε τέλειοι ή πολύ ικανοί, μπορεί να μην προσελκύσει την αγάπη που ελπίζουμε. Μπορεί να προσελκύσει ακόμη και μνησικακία, ανταγωνισμό και άλλες δυσάρεστες αντιδράσεις, επειδή σε κανένα δεν αρέσει να βρίσκεται κοντά σε κάποιον που θεωρεί τον εαυτό του καλύτερο από τους άλλους.
Όλοι έχουμε αδυναμίες και αδύναμες στιγμές. Όλοι χρειαζόμαστε βοήθεια και στήριξη κατά καιρούς, ακόμη κι αν είναι επειδή έχουμε ένα κοινό κρυολόγημα ή κάποια άλλη ελαφρά αδιαθεσία. Οι άνθρωποι, που δεν μπορούν να παραδεχτούν την αδυναμία ή την ανάγκη τους, δημιουργούν συχνά ένα περιβάλλον όπου οι άλλοι δεν μπορούν να αντιληφθούν ή να σεβαστούν τις ανάγκες τους, ακόμη κι όταν τελικά τις εκφράζουν. Τότε το άτομο, που έπαιζε το ρόλο του δυνατού, νιώθει μεγάλη αδικία, επειδή βοηθούσε τους άλλους για τόσα χρόνια και τώρα κανείς δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμά του για βοήθεια.

Σαν ψυχή έχουμε απεριόριστη δύναμη. Σαν εγώ και σώμα δεν έχουμε δύναμη και θα χρειαστεί να συμβιβαστούμε μ’ αυτό. Ακόμη και οι μεγαλύτεροι πνευματικοί δάσκαλοι έχουν αρρωστήσει και πεθάνει από διάφορες ασθένειες και αποδέχτηκαν τις αδυναμίες και την ανάγκη τους για βοήθεια.

Το να μην δεχόμαστε βοήθεια δεν είναι πνευματική αξία. Είναι μια εγωιστική προσπάθεια να εγκαταστήσουμε μια ψευδαίσθηση της αξίας μας. Το να μπορούμε να παραδεχόμαστε την αδυναμία μας και να ζητάμε και να δεχόμαστε βοήθεια είναι ένα σημαντικό μέρος της αίσθησης του εαυτού μας σαν ξεχωριστού από το εγώ, καθώς και της ανάπτυξης της πνευματικής ιδιότητας της ταπεινοφροσύνης. Το να φοβόμαστε να δείξουμε αδυναμία δεν είναι δύναμη, αλλά μάλλον αδυναμία που δημιουργείται από την ανικανότητα να αντιληφθούμε την εσώτερη αξία μας.

Σε τέτοια περίπτωση, χρειάζεται να μπορούμε να βιώσουμε την αξία μας ακόμη κι όταν είμαστε άρρωστοι, φοβισμένοι και έχουμε ανάγκη βοήθειας και, επίσης, όταν μας βοηθούν οι άλλοι.

Ερωτήσεις για προβληματισμό:
  • Πόσο δυνατός πρέπει να είμαι για να νιώθω ότι αξίζω;
  • Τι συμβαίνει, αν φαίνομαι δυνατός στους άλλους, αλλά δεν είμαι μέσα μου; Είμαι ακόμη αγαπητός;
  • Γιατί ένας δυνατός άνθρωπος αξίζει περισσότερο από έναν όχι τόσο δυνατό;
  • Ο φόβος να δείξω αδυναμία είναι δύναμη ή αδυναμία;
  • Αν είμαι δυνατός σωματικά, αλλά όχι νοητικά, αξίζω;
  • Αν είμαι δυνατός νοητικά, αλλά όχι σωματικά, αξίζω;
  • Ποιος δημιούργησε αρχικά αυτή την ιδέα; Είναι αληθινή;
  • Είναι εντάξει να αγαπώ και να αποδέχομαι τον εαυτό μου, ακόμη κι όταν δεν νιώθω δυνατός;
  • Επιλέγω να αγαπώ και να αποδέχομαι τον εαυτό μου, ακόμη κι όταν δεν νιώθω δυνατός;
  1. Μια άλλη ψευδαίσθηση είναι ότι χρειαζόμαστε οι άλλοι να συμφωνούν μαζί μας και να είναι ικανοποιημένοι με μας, για να αξίζουμε την αγάπη και το σεβασμό. Γιατί δίνουμε στους άλλους αυτή τη δύναμη; Γιατί χρειαζόμαστε την έγκρισή τους; Χρειάζονται οι άλλοι να συμφωνούμε μαζί τους και να είμαστε ικανοποιημένοι μ’ αυτούς, για να αξίζουν; Αν δεν συμφωνούμε, αυτό σημαίνει ότι κάποιος από μας πρέπει να κάνει λάθος ή απλά ότι έχουμε διαφορετικές αντιλήψεις; Δεν χρειάζεται οι άλλοι να συμφωνούν ούτε να είναι ικανοποιημένοι με μας, για να αξίζουμε την αγάπη και το σεβασμό. Χρειάζεται να είμαστε εντάξει με τη συνείδησή μας και να μπορούμε να νιώθουμε ότι έχουμε κάνει το καλύτερο και ότι έχουμε κάνει στους άλλους αυτό που θα θέλαμε να κάνουν εκείνοι σε μας.
Έτσι, όταν κάποιος δεν συμφωνεί μαζί μας, μπορούμε να επιλέξουμε να διαφωνούμε με αγάπη, επιτρέποντας στον καθένα να διατηρήσει τη δική του υποκειμενική αντίληψη ως προς το τι χρειάζεται να πιστεύει αυτή τη στιγμή. Όταν οι άλλοι δεν είναι ικανοποιημένοι με μας, μπορούμε να ρωτήσουμε τον εαυτό μας, «Εγώ είμαι ικανοποιημένος με τον εαυτό μου; Έχω κάνει το καλύτερο που μπορούσα; Θα ήμουν ικανοποιημένος, αν ο άλλος έκανε το ίδιο σε μένα;» Αν η απάντηση σ’ αυτές τις ερωτήσεις είναι ναι, τότε έχουμε το δικαίωμα να είμαστε ήσυχοι με τη συνείδησή μας και να εξηγήσουμε στον άλλον ότι λυπούμαστε που δεν είναι ικανοποιημένος και ότι τον αγαπάμε και ελπίζουμε να βρει έναν τρόπο να νιώθει καλά με την παρούσα κατάσταση.

Η ανάγκη μας να συμφωνούν οι άλλοι μαζί μας και να είναι ικανοποιημένοι με μας είναι μια υποσυνείδητη ανάγκη για έγκριση, που έχουμε από την παιδική μας ηλικία. Χρειάζεται να θεραπεύσουμε το εσωτερικό μας παιδί από αυτές τις αυτοαμφισβητήσεις, ώστε να μπορούμε να νιώθουμε άνετα σε τέτοιες καταστάσεις και να φερόμαστε με ώριμο τρόπο.

Όταν δεν είμαστε σίγουροι για τον εαυτό μας, τείνουμε να προσελκύουμε περισσότερη αποδοκιμασία από τους άλλους, οι οποίοι καθρεφτίζουν τη δική μας αντίληψη για τον εαυτό μας. Όταν εγκρίνουμε τον εαυτό μας, αυτό θα εξαφανιστεί.

Ερωτήσεις για προβληματισμό:
  • Γιατί χρειάζομαι να συμφωνούν οι άλλοι μαζί μου ή να είναι ικανοποιημένοι με μένα για να νιώθω ότι αξίζω;
  • Είναι αυτό κάτι που θα πίστευε ένα φωτισμένο ον; Γιατί;
  • Γιατί πρέπει να συμφωνούμε; Μπορούμε να σεβόμαστε ο ένας την άποψη του άλλου;
  • Αν ο ένας έχει δίκιο, πρέπει ο άλλος να έχει άδικο;
  • Γιατί χρειάζομαι να είναι οι άλλοι ικανοποιημένοι με μένα;
  • Είμαι εγώ ικανοποιημένος με τον εαυτό μου;
  • Είναι εντάξει να αγαπώ και να αποδέχομαι τον εαυτό μου, ακόμη κι όταν οι άλλοι δεν συμφωνούν μαζί μου ή δεν είναι ικανοποιημένοι με μένα;
  • Επιλέγω να αγαπώ και να αποδέχομαι τον εαυτό μου, ακόμη κι όταν οι άλλοι δεν συμφωνούν μαζί μου ή δεν είναι ικανοποιημένοι με μένα;
  1. Έχουμε συζητήσει τη δυσκολία να νιώθουμε ότι αξίζουμε ή είμαστε αγαπητοί, όταν λέμε «όχι» σ’ ένα αίτημα των άλλων. Έχουμε προγραμματιστεί να πιστεύουμε ότι ένας «καλός και αγαπητός άνθρωπος» δεν λέει ποτέ «όχι». Επίσης, πιστεύουμε ότι θα χάσουμε την αγάπη των άλλων, αν πούμε «όχι». Το να πούμε «ναι», όταν στην πραγματικότητα δεν θέλουμε να κάνουμε κάτι, επειδή φοβόμαστε την απόρριψη ή επειδή είμαστε εγκλωβισμένοι στο ρόλο του «καλού ανθρώπου», δεν είναι αγάπη. Δεν είναι πνευματική αξία. Το να πούμε «ναι» με αγάπη και χωρίς φόβο είναι αξιοθαύμαστο και σημάδι ανιδιοτέλειας. Το να πούμε «ναι» επειδή φοβόμαστε τι θα συμβεί αν δεν το κάνουμε, είναι το αντίθετο της αγάπης. Η αγάπη δεν είναι φόβος. Κάνω αυτό που κάνω από αγάπη ή από φόβο;
Ερωτήσεις για προβληματισμό:
  • Θα ήθελα οι άλλοι να κάνουν πράγματα για μένα, όταν στην πραγματικότητα δεν το θέλουν;
  • Θα ήθελα οι άλλοι να καταπιέζονται, επειδή με φοβούνται;
  • Θα ήθελα οι άλλοι να καταπιέζονται, επειδή είναι εγκλωβισμένοι στο ρόλο του «καλού παιδιού» και όχι επειδή θέλουν πραγματικά να το κάνουν;
  • Θέλω να καταπιέζω τον εαυτό μου από φόβο απόρριψης ή μήπως θεωρηθώ κακός άνθρωπος;
  • Είμαι κακός άνθρωπος, όταν επιλέγω να μην κάνω κάτι που μου ζητείται;
  • Μπορώ να συνεχίσω να αγαπώ τους άλλους, όταν μου λένε «όχι»;
  • Μπορώ να θυμηθώ μια φορά που κάποιος μού είπε «όχι»; Ήμουν ικανός να το ξεπεράσω και να αγαπώ τον άλλον; Κρατώ ακόμη αρνητικά συναισθήματα γι’ αυτό;
  • Είναι εντάξει να αγαπώ και να αποδέχομαι τον εαυτό μου, όταν λέω «όχι» σε κάτι που μου ζητείται;
  • Επιλέγω να αγαπώ και να αποδέχομαι τον εαυτό μου, όταν λέω «όχι» σε κάτι που μου ζητείται;