Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017

Η ζωή στην Αρχαία Αθήνα

Στην Αθήνα η μέρα αρχίζει όπως στη φύση, με την ανατολή του ήλιου. Στον Αθηναίο δεν άρεσε η τεμπελιά. Πλούσιος ή φτωχός, σηκωνόταν μόλις φώτιζε η μέρα. Αλλιώς ούτε ήταν δυνατό. Η ζωή της Αθήνας ήταν έτσι ρυθμισμένη, που εκείνος που θα επέτρεπε στον εαυτό του να τεμπελιάσει τις πρώτες ώρες της μέρας δεν θά βρισκε κανέναν στο σπίτι.
Όταν ο Ιπποκράτης ήθελε να περάσει από τον Σωκράτη να τον πάρει για να κάνουν μαζί μια επίσκεψη στον Πρωταγόρα, που είχε έρθει στην Αθήνα, πήγε στον Σωκράτη πριν από την ανατολή του ήλιου, κι όπως λέει ο Πλάτωνας «έκανε μεγάλη φασαρία χτυπώντας τη θύρα με ένα ραβδί». Ο Σωκράτης κοιμόταν. Ο Ιπποκράτης τον σήκωσε απ’ το κρεβάτι και επέμεινε να πάνε χωρίς καθυστέρηση.
Αλλά ο φιλόσοφος του απάντησε: «Όχι, είναι πολύ νωρίς. Να πάμε όταν φέξει». Μόλις φάνηκαν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου κατευθύνθηκαν προς το σπίτι του Καλλία, όπου είχε καταλύσει ο Πρωταγόρας. Όταν όμως έφτασαν εκεί, βρήκαν το σπίτι γεμάτο καλεσμένους. Ο Πρωταγόρας έκανε περίπατο στη στοά μαζί με τον Καλλία και τους ακολουθούσε μια ομάδα ξένων, που είχαν έρθει από άλλες πόλεις, ακολουθώντας τα ίχνη του Πρωταγόρα. Στην άλλη άκρη της στοάς ένας άλλος σοφιστής, ο Πρόδικος, ήταν ακόμα ξαπλωμένος και σκεπασμένος με την κουβέρτα στο δωμάτιο, που είχε μετατραπεί σε κοιτώνα εξαιτίας των πολλών καλεσμένων, και συζητούσε κι αυτός για κάτι, αλλά ο Σωκράτης δεν κατάφερε να μάθει για ποιο πράγμα γινόταν λόγος γιατί ο Πρόδικος μιλούσε πάρα πολύ σιγανά.
Έτσι, λοιπόν, ο Αθηναίος έκανε τις επισκέψεις του την αυγή. Η πρωινή προετοιμασία των Αθηναίων δεν ήταν και τόσο πολύπλοκη. ‘Έπλεναν μονάχα το πρόσωπο και τα χέρια, έπειτα ντύνονταν και έβγαιναν.
             Ενδυμασία Συνήθως πιστεύουν ότι οι Έλληνες ντύνονταν στα λευκά, αλλά αυτή η γνώμη είναι λαθεμένη. Το πλήθος στην Αθήνα παρουσίαζε μια εικόνα πολύ γραφική, που δεν έμοιαζε καθόλου με μια μονότονη πομπή λευκών μορφών. Η ενδυμασία ήταν κατασκευασμένη από υφάσματα με ζωηρά χρώματα, κάποτε μάλιστα από πολλά χρώματα (ειδικότερα η ενδυμασία των νέων) : πορφυρό, κόκκινο, πράσινο και γαλάζιο.
Στους άντρες δεν άρεσε το κίτρινο χρώμα, το θεωρούσαν καλό μόνο για τις γυναίκες. Τα λευκά ενδύματα στολίζονταν με μια λωρίδα χρωματιστή. Το κύριο αντικείμενο της αντρικής ενδυμασίας ήταν ο χιτώνας, που τον φορούσαν κατάσαρκα. Ο χιτώνας δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα κομμάτι πανί, με τρύπες για τα χέρια, που το έπιαναν στον έναν ώμο με πόρπη. Το μήκος του χιτώνα ποίκιλλε ανάλογα με την εποχή. Στην αρχή ήταν πολύ μακρύς, μα αργότερα άρχισαν να τον σφίγγουν στη μέση με ένα κορδόνι και έτσι έφτανε ως τα γόνατα. Κάποτε στο χιτώνα έβαζαν και μανίκια. Οι χιτώνες, που προορίζονταν για τους υπηρέτες, τους βιοτέχνες, τους στρατιώτες και τους δούλους είχαν μια τρύπα, μονάχα για το αριστερό χέρι, ο δεξιός ώμος έμενε ακάλυπτος. Πάνω από το χιτώνα οι Αθηναίοι φορούσαν ένα είδος μανδύα ή πελερίνα που το έλεγαν ιμάτιο. Τη μια άκρη του ιματίου την έσφιγγαν στο στήθος κάτω από την αριστερή μασχάλη, ενώ το υπόλοιπο το έριχναν στην πλάτη, πάνω από τον αριστερό ώμο, περνώντας το κάτω ή πάνω από το δεξί χέρι και ξαναπερνώντας το πάνω από τον αριστερό ώμο έτσι που η άλλη άκρη να κρέμεται στην πλάτη. Ένα ιμάτιο για να θεωρείται σεμνό έπρεπε να καλύπτει τα γόνατα, αλλά να μη φτάνει ως τους αστράγαλους.
Υπήρχε και ένας κοντός μανδύας, πιασμένος με μια πόρπη κάτω απ’ το λαιμό και αφημένος να πέφτει ελεύθερα πάνω απ’ τους ώμους και τις πλάτες. Αυτή η πελερίνα ονομαζόταν χλαμύδα και τη φορούσαν στον πόλεμο, στο κυνήγι και στα ταξίδια. Στην Αθήνα η χλαμύδα ήταν το συνηθισμένο ένδυμα της νεολαίας.
Το κεφάλι έμενε ακάλυπτο. Οι Έλληνες φορούσαν κάλυμμα μόνο όταν έβγαιναν έξω απ’ την πόλη για να προστατεύουν το κεφάλι τους από τη ζέστη και τη Βροχή. Στους δρόμους της Αθήνας μπορούσε να συναντήσει κανείς με κάλυμμα μόνο ταξιδιώτες ή ανάπηρους. Κανένας δεν μπορούσε να φαντασθεί τον Πλάτωνα ή τον Δημοσθένη να διασχίζει την Αγορά με κάλυμμα στο κεφάλι.
Υπήρχαν ορισμένα είδη καλύμματος λευκά ή καφέ. ο πίλος ήταν ένα είδος καλύμματος από πίλημα με πολύ μικρούς γύρους ή και χωρίς γύρους και ο πέτασος ένα αληθινό καπέλο από πίλημα, ίσιο στην κορυφή, με μια κορδελίτσα. Η κορδελίτσα είχε σκοπό να σφίγγει καλά τον πέτασο κάτω από το σαγόνι ή να τον κρατάει όταν τον έβγαζαν και τον έριχναν πίσω στις πλάτες. Η κυνή ήταν ένα κάλυμμα χωρίς γύρους, δηλαδή ένας απλός στρογγυλός σκούφος, από δέρμα σκυλιού. 
 
Κόμη
 
Οι Έλληνες είχαν πυκνά μαλλιά. Δεν έκοβαν τα μαλλιά τους πολύ κοντά. τα έκοβαν έτσι που να καλύπτουν το κεφάλι, αλλά να μη φτάνουν ως τους ώμους. Μερικοί κομψευόμενοι νεανίες, σαν τον Αλκιβιάδη π.χ., είχανε μακριούς Βοστρύχους χτενισμένους με φροντίδα. Οι αθλητές, αντίθετα, έκοβαν τα μαλλιά τους πολύ κοντά. Εκτός απ’ τους κομψευόμενους νέους, Βοστρύχους άφηναν και οι φιλόσοφοι, αυτό ήταν άλλωστε το διακριτικό τους γνώρισμα.
 
Υποδήματα
 
Στα πόδια οι Έλληνες φορούσαν σανδάλια, που τα ‘δεναν με δερμάτινους ιμάντες, αλλά υπήρχαν κι άλλοι τύποι υποδημάτων, όπως μπότες, άρβυλα και σκαρπίνια. Τα υποδήματα τα κατασκεύαζαν από δέρμα λευκό, μαύρο ή ερυθρό και συχνά ήταν πολύ κομψά, κυρίως αυτά που φορούσε ο Αθηναίος όταν πήγαινε επίσκεψη ή ήταν καλεσμένος σε τραπέζι. Ακριβώς η υπόδηση ήταν το αντικείμενο όπου εκδηλωνόταν η φαντασία των κομψών Αθηναίων. Μας είναι γνωστοί μερικοί τύποι υποδημάτων που συνδέονται με το όνομα ορισμένων προσώπων. ΟΙ Αθηναίοι είχαν να λένε για τα «υποδήματα του Αλκιβιάδη», και για τα «άρβυλα του Ιπποκράτη». Γενικά τα υποδήματα γίνονταν από δέρμα, αλλά κάποτε τα έφτιαχναν κι από πίλημα, όπως τα καλύμματα της κεφαλής. Μερικοί κομψευόμενοι στόλιζαν τα υποδήματά τους με χρυσό και ασήμι.
Τα μαύρα υποδήματα τα στίλβωναν με σφουγγάρι. Σχετικά με το στίλβωμα των υποδημάτων έφτασε ως εμάς το εξής διασκεδαστικό ανέκδοτο: ένας Αθηναίος συναντήθηκε στο δρόμο με έναν γνωστό του και παρατήρησε ότι τα υποδήματά του ήταν θαυμάσια στιλβωμένα. Απ’ αυτό έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο φίλος του περνάει οικονομικές δυσκολίες και ήταν υποχρεωμένος να λουστρίζει μόνος του τα υποδήματά του, γιατί ένας δούλος δεν θα του τα λούστριζε ποτέ τόσο καλά. Στο σπίτι οι Αθηναίοι πάντα γυρνούσαν ξυπόλητοι. Οι δρόμοι όμως είχαν τέτοιες βρωμιές, που ήταν απόλυτη ανάγκη να προφυλάγει κανένας τα πόδια του. Άλλωστε αυτό ήταν και ζήτημα διάθεσης και συνήθειας. Οι ψημένοι άνθρωποι της παλιάς σχολής, όπως ο Σωκράτης ή ο Φωκίωνας, γυρνούσαν ξυπόλητοι και στους δρόμους. Ο Σωκράτης δεν φορούσε υποδήματα ούτε το χειμώνα.
Η περιβολή των Αθηναίων συμπληρωνόταν με ένα δαχτυλίδι κι ένα ραβδί. Τα δαχτυλίδια με γλυφές χρησιμοποιούνταν και σαν κόσμημα και σαν σφραγίδα. Μερικοί φορούσαν μάλιστα πολλά δαχτυλίδια. Το ραβδί ήταν ένα εξάρτημα απόλυτα υποχρεωτικό, η τελευταία λέξη της κομψότητας, για να εκφραστούμε έτσι, που ολοκλήρωνε την εμφάνιση του Αθηναίου. Ούτε περνούσε από το μυαλό ενός σεβαστού πολίτη να βγει στο δρόμο χωρίς ραβδί.
            Έτσι ο Αθηναίος ήταν έτοιμος να βγει. Δεν του έμενε παρά το πρόγευμα. Το φαγητό τού έτρωγε πολύ λίγο χρόνο. Μερικά κομματάκια ψωμί βουτηγμένα σε κρασί, αυτό ήταν όλο κι όλο το πρωινό του φαγητό. Οποιαδήποτε κι αν ήταν τα ελαττώματά του, η λαιμαργία δεν περιλαμβανόταν σ’ αυτά.
            Ύστερα απ’ αυτό το πρόγευμα, ο Αθηναίος έβγαινε στην πόλη. Τον ακολουθούσαν δύο δούλοι: αυτοί θα μετέφεραν τα ψώνια ή θα πήγαιναν κάποια είδηση στο σπίτι ή σε κάποιον φίλο. Αν δεν ήταν πολύ πλούσιος, τον ακολουθούσε ένας δούλος. Κι αν δεν είχε τη δυνατότητα να διατηρεί έστω κι έναν δούλο, θα συμφωνούσε έναν αχθοφόρο στην αγορά, όπου πρώτα πρώτα θα κατευθυνθεί.
 
Συμπεριφορά
 
Οι Αθηναίοι ήταν πολύ απαιτητικοί στα ζητήματα της καλής συμπεριφοράς. Δεν τους άρεσαν οι νευρικοί ή οι βιαστικοί και δεν υπέφεραν την υπεροψία. Την έπαρση, το αλαζονικό περπάτημα, οι Αθηναίοι τα κατέκριναν. μα δεν επαινούσαν και το βιαστικό περπάτημα. Δεν θεωρούνταν αξιοπρεπές για έναν άντρα να ρίχνει το βλέμμα του παντού, όπως δεν θεωρούνταν ωραίο να βαδίζει κανείς με τα μάτια χαμηλωμένα στη γη και με ύφος λυπημένο.
Συνεπώς, είναι άπρεπο να βαδίζεις γρήγορα και να μιλάς δυνατά. Κατά τον Αριστοτέλη, ένας που σέβεται τον εαυτό του κινείται ήσυχα, μιλάει σιγανά κι ήρεμα. Ο Θεόφραστος χαρακτηρίζει έτσι τον ανάγωγο.
 
 Η αγορά
 
Ο Αθηναίος θα περάσει από τις κιονοστοιχίες που στολίζονται με τα αγάλματα των επιφανών ανδρών της πόλης και θα φτάσει μπροστά στην αγορά τροφίμων. Στις ελληνικές πόλεις η αγορά δεν ήταν ένας τόπος αποκλειστικά για τους εμπόρους. Στην αγορά της Αθήνας Βρίσκονταν τα κύρια δημόσια καταστήματα: η Βουλή, τα δικαστήρια, οι ναοί, το αρχείο, καθώς και δενδροστοιχίες από πλατάνια και λεύκες.
Οι αγρότες της Αττικής πάνε στην αγορά πριν ξημερώσει σαλαγώντας γίδια και κατσίκια, ή κουβαλώντας σ’ ένα ξύλο στηριγμένο στον ώμο λαγούς και τσίχλες με τις φτερούγες γυρισμένες προς το ράμφος. Οι ιδιοκτήτες των αγροκτημάτων που ήταν γύρω από την πόλη, έστελναν τα προϊόντα τους για ανταλλαγή. Από τον Πειραιά και το Φάληρο έφταναν ψαράδες. στα καλάθια τους έφερναν τόνο, από τον Εύξεινο Πόντο χέλια, που τα αγαπούσαν πάρα πολύ οι Αθηναίοι, και μπαρμπούνια από το Αρχιπέλαγος.
Από τα μικρομάγαζα και τα μαγειρεία των πραματευτάδων σκορπάει στον καθαρό πρωινό αέρα το άρωμα των ώριμων φρούτων, η οσμή του θυμιάματος, η μυρωδιά από τα δέρματα, το τουρσί, την ώριμη μελιτζάνα, το πηγμένο αίμα, το κρασί, την πρασινάδα, κι απ’ τις αρμάθες των ζεστών κουλουριών, που τραβούν τη ματιά των πεινασμένων αγοραστών.
Ο θόρυβος σε ξεκουφαίνει. το πλήθος κινείται προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο Αριστοφάνης μάς παρουσιάζει μέσα σ’ αυτό το πλήθος έναν αλλαντοπώλη που πουλάει ζεστά λουκάνικα με την τάβλα κρεμασμένη από το λαιμό και μερικούς «επόπτες» της αγοράς, τους ονομαζόμενους αγορανόμους, που παρακολουθούν αν τηρούν οι έμποροι τις διατάξεις του νόμου. Αυτοί φροντίζουν τα ψωμιά να είναι όσο χρειάζεται μακριά και να μην καταβρέχουν οι έμποροι τα ψάρια με νερό.
Οι φτωχές γυναίκες ήρθαν με φύλλα για πίτες ή με στεφάνια από λουλούδια. Στο μέρος πάλι που πουλούν τα οπωρικά και τα λαχανικά μπορεί να δει κανείς τη μάνα του Ευριπίδη, που, όπως μας διαβεβαιώνει ο Αριστοφάνης, ήταν μια απλή λαχανοπώλισσά. Πουλούσε σουσάμι, κρεμμύδια, όσπρια και σύκα.
Η αγορά είναι τακτοποιημένη με ένα ορισμένο σχέδιο. Για κάθε λογής προϊόντα είχαν καθορίσει ειδικούς χώρους. Ο αγοραστής ξέρει πού ακριβώς θα βρει ψωμί και ψάρια, τυρί σε πλεχτά καλαθάκια, λαχανικά και λάδι, ξέρει πού θα βρει να συμφωνήσει μια χορεύτρια ή μάγειρα για ένα συμπόσιο. Αν θέλει να συναντηθεί με τους φίλους του στην αγορά, θα τους πει με βεβαιότητα: «στο ιχθυοπωλείο» «στο τυροπωλείο» «στα σύκα».
Οι πωλητές κι οι πραματευτάδες άπλωναν το εμπόρευμά τους στο ύπαιθρο ή σε μερικές παράγκες από κλαδιά ή καλάμια πλεχτά, που το απόγευμα τις χαλούσαν. Γύρω από την αγορά ήταν πολλά καταστήματα που κατείχαν ειδικά κουρείς, αρωματοπώλες, σαγματοποιοί και οινοπώλες. Πολύ κοντά σ’ αυτά βρίσκονταν κάθε λογής εργαστήρια. Οι αργυραμοιβοί, που τους ονόμαζαν τραπεζίτες, στέκονταν στην αγορά μπροστά σε ένα ειδικό τραπέζι. Προς την πλευρά του Κολωνού συγκεντρώνονταν άνθρωποι ελεύθεροι που ασκούσαν διάφορα επαγγέλματα και ήθελαν να συμφωνήσουν για μερικές ώρες δουλειά, το περισσότερο για μια μέρα ή ως τη δύση του ήλιου. Αργότερα (αρχίζοντας από τον 5ο αιώνα) στις ελληνικές πόλεις οικοδομήθηκαν ειδικά κτίρια για αγορές. Τον καιρό του Περικλή υπήρχε στην Αθήνα μια αίθουσα για αλεύρι στον Πειραιά, ένα κτίριο όπου είχαν εκτεθειμένα δείγματα εμπορευμάτων.
Η γυναίκα, αν ήταν πλούσια ή και απλώς εύπορη, δεν πήγαινε ποτέ στην αγορά ούτε έστελνε τις υπηρέτριές της. Όλα τα ψώνια τής τα έκανε ο άντρας. Συχνά μπορούσε να δει κανείς έναν στρατιώτη, πάνοπλο, να αγοράζει σαρδέλες ή σύκα. Δεν συναντήθηκε η Λυσιστράτη με μερικούς αξιωματικούς του ιππικού, που είχαν γεμίσει τις περικεφαλαίες τους με βραστά λαχανικά;
Όπως είπαμε, στη ζωηρή αγορά της Αθήνας μπορούσαν να συναντηθούν κάθε λογής άνθρωποι, πλούσιοι και φτωχοί. Να ένας ανάπηρος, πελάτης του ρήτορα Λυσία που ζει με τη σύνταξη που του πληρώνει το κράτος. Γύρω του έχουν μαζευτεί μερικοί πλούσιοι νέοι. Τα καυστικά, τα δηκτικά του αστεία τούς διασκεδάζουν. Ένας χωριάτης κουβαλάει στην πλάτη ένα σακί, μέσα από το οποίο ακούονται να γρυλίζουν μερικά γουρουνάκια. τώρα παραμέρισε από το δρόμο για να περάσει ένας στρατηγός. Δαμαστές φιδιών συναγωνίζονται με τους ιδιοκτήτες άλλων εξημερωμένων ή άγριων ζώων. μια ομάδα εύθυμων θεατών πηγαίνουν από τους θαυματοποιούς και τους ταχυδακτυλουργούς σ’ αυτόν που καταπίνει σπαθιά και αναμμένα ξύλα.
Τα αγαλματάκια από οπτή γη (τερακότα) μας παρουσιάζουν ορισμένους συνηθισμένους τύπους των ελληνικών δρόμων: Ένας μάγειρας δούλος με ξυρισμένο κεφάλι κρατάει με το ένα χέρι ένα πινάκιο και με το άλλο βάζει κάτι στο στόμα.
Άλλοι μάγειροι φορτώνουν από την αγορά κουνέλια και καλάθια με σταφύλια. Ένας χωριάτης κατέβηκε στην πόλη. Ο δρόμος είναι μακρύς, γεμάτος σκόνη, ο ήλιος καιει αλύπητα κι ο προβλεπτικός οδοιπόρος πήρε μαζί του ένα αγγείο με νερό. Τυλιγμένο με φροντίδα με τη χλαμύδα, ένα παιδάκι κάνει περίπατο κρατώντας το χέρι μιας γριάς και καμπούρας παραμάνας. Ένα κοριτσάκι βαδίζει μαζί με τη μητέρα του. σηκώνει το κεφάλι προς αυτήν και τη ρωτάει για όλα όσα βλέπει γύρω του. Για να μη χαθεί κρατιέται από την άκρη του ιματίου της μητέρας του.
Πηγαίνοντας από τον ένα έμπορο στον άλλο, ο Αθηναίος διαλέγει τα τρόφιμα και τα στέλνει στην κατοικία του με το δούλο. Ο αέρας είναι γεμάτος από τις φωνές των πραματευτάδων που διαλαλούν τα εμπορεύματά τους: «άιντε στο ξίδι», «αγοράστε λάδι!», «ξεχάσατε να πάρετε κάρδαμο!», «νέε μου, ορκίζομαι στην Αφροδίτη πως η αγαπημένη σου στολισμένη με το στεφανάκι αυτό, θα γίνει ακόμα ομορφότερη!», «κρέας ψητό, μισός οβολός το κομμάτι!».
Κάθε πράγμα και κάθε άνθρωπος έχουν τιμή. Σε μερικές συνοικίες μπορείς να βρεις ό,τι υπάρχει για πούλημα στην Αθήνα: «Σύκα, συκοφάντες, σταφύλια κι αχλάδια, γογγύλια, τριαντάφυλλα, εφευρέσεις, μούσμουλα και μήλα. Κοιλιά βραστή φρέσκο τυρί και μέλι, γλυκό, μπιζέλια και ψηφοδόχες, μύρτο, υάκινθο και μάρτυρες για δίκη».
Όποιος επιθυμεί μπορεί να ντυθεί από το κεφάλι ως τα πόδια και μάλιστα εδώ, στην αγορά. Ο έμπορος των έτοιμων ενδυμάτων πουλάει για δώδεκα δραχμές (το πιο μικρό ασημένιο νόμισμα στην Αθήνα ήταν ο οβολός. Έξι οβολοί έκαναν μια δραχμή. Μια μνα είχε εκατό δραχμές. Εξήντα μνες κάναν ένα τάλαντο, που δεν ήταν πια νόμισμα αλλά μονάδα μέτρησης και υπολογισμού) το ιμάτιο και για οκτώ δραχμές ο υποδηματοπώλης προσφέρει κάθε χρώματος σανδάλια.
Ο πιο ενδιαφέρων όμως κι ο πιο ελκυστικός τομέας της αγοράς ήταν τα ιχθυοπωλεία. Η αδυναμία των Αθηναίων ήταν το ψάρι, όχι το κρέας. Απ’ όλους τους πραματευτάδες, οι πιο ανεξάρτητοι ήταν οι ιχθυοπώλες, για να μην πούμε οι πιο αυθάδεις. Ένας κωμωδιογράφος τους ονομάζει «ληστές», ένας άλλος «λωποδύτες της νύχτας»… Ζητούν για το εμπόρευμά τούς όσα θέλουν. Αν τους απαντήσεις ότι είναι πολύ ακριβά, ακούς να σου λένε κοφτά: «Αυτή είναι η τιμή, αν δεν σου αρέσει, δρόμο!». Δεν θα δίσταζαν να ζητήσουν ακόμα πιο μεγάλη Τιμή αν κατάφερναν να κρατήσουν τα ψάρια φρέσκα. Αλλά οι προνοητικοί αγορανόμοι δεν τους επιτρέπουν να τα Βρέξουν με νερό.
Όταν όμως φοβάται μη του χαλάσει το ψάρι, ο ψαράς Βιάζεται να το πουλήσει και δεν ζητάει εξαιρετικά μεγάλη Τιμή. Μια μέρα ένας Αθηναίος ζαλίστηκε και λιποθύμησε στην αγορά. ‘Ένας ιχθυοπώλης ήθελε να τον Βοηθήσει για να συνέλθει κι έχυσε απάνω του ένα αγγείο με νερό. Πράγματι ο διαβατής συνήλθε, αλλά όταν ο έμπορος άδειασε το αγγείο με το νερό, ράντισε όλους τους γειτόνους κι όλους όσοι Βρέθηκαν εκεί τυχαία. Οι αγορανόμοι που ήρθαν τρέχοντας διαπίστωσαν ότι και το δοχείο με τα ψάρια γέμισε ως τη μέση νερό και τα ψάρια ζωντάνεψαν κι άρχισαν να κουνούν τις ουρές τους. Αυτή τη φορά η παράβαση των νόμων είχε ελαφρυντικά και στους αγορανόμους δεν έμεινε τίποτε άλλο να κάνουν, παρά μόνο να τον διατάξουν να αδειάσει αμέσως το νερό από το δοχείο, πράγμα που έκανε. ο έμπορος είχε πετύχει άλλωστε το σκοπό του! Ο περαστικός που είχε λιποθυμήσει τα ‘χε συμφωνήσει για δύο οβολούς! Για να πουλιέται όσο το δυνατόν πιο φρέσκο το ψάρι, ο ερχομός στην αγορά ενός κάρου φορτωμένου ψάρια γινόταν γνωστός στους Αθηναίους με το χτύπημα μιας ειδικής καμπάνας. Διηγούνται πως την ώρα που ένας μουσικός έπαιζε ορισμένα τραγούδια για μια ομάδα φίλων που είχαν συγκεντρωθεί στο σπίτι του, το οποίο Βρισκόταν κοντά στην αγορά, ακούστηκε ο ήχος της καμπάνας του ψαράδικου. .Όλοι οι φίλοι σηκώθηκαν ευθύς και τρέξαν για την αγορά, εκτός από ένα μισόκουφο γέρο. Ο μουσικός πλησίασε τον γέροντα τότε και του είπε: «Σε ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ, είσαι ο μόνος άνθρωπος που τηρείς τους κανόνες της καλής συμπεριφοράς και δεν με εγκατέλειψες στο άκουσμα της καμπάνας». «Τι είναι;» του απάντησε ο γέρος. «Είπες ότι ακούστηκε η καμπάνα του ψαράδικου; Ευχαριστώ! Καλή αντάμωση». Κι έφυγε βιαστικός, ακολουθώντας τα ίχνη των άλλων.
Τις πρώτες ώρες του πρωινού ο Αθηναίος λογάριαζε ότι δεν έπρεπε να λείψει από την αγορά. Αν δεν περίμενε ξένους, περιοριζόταν να αγοράσει τα συνηθισμένα τρόφιμα που ο δούλος τα πήγαινε στο σπίτι. Αν όμως είχε καλεσμένους τα πράγματα μπερδεύονταν. Τα ψάρια, το κρέας, τα λαχανικά έπρεπε να διαλεχτούν με ξεχωριστή φροντίδα.
     
 Το φαγητό
 
Τώρα δεν του έμεινε πια παρά μόνο να συμφωνήσει μια χορεύτρια, αυλητές και ένα μάγειρα, έναν απ’ αυτούς τους τεχνίτες που έμαθαν στις Συρακούσες την τέχνη της παρασκευής φαγητού. Τους μάγειρους μπορούσε να τους Βρει κανείς κάθε μέρα σε ένα ορισμένο μέρος της αγοράς. ‘Έπαιζαν ρόλο αρκετά σημαντικό στη ζωή της πόλης, αν κρίνουμε από το πλήθος τις ειρωνείες που αφθονούν στις αρχαίες κωμωδίες. Ο τύπος του μάγειρα είναι ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς της ελληνικής κωμωδίας. Τον παρουσιάζουν σαν ψεύτη, κλέφτη, φαγά και φαφλατά. Ο Ξενοφώντας ήταν αγανακτισμένος από το πλήθος των λεπτεπίλεπτων φαγητών που μαγείρευαν στον καιρό του, ο Πλάτωνας έδιωξε, χωρίς δισταγμό, από την Πολιτεία του όλους τους μαγείρους. Οι Σπαρτιάτες λογάριαζαν ίσως πως το λεπτό γούστο για το φαγητό οδηγεί στην εξασθένηση του κράτους, γι’ αυτό δεν έπαιρναν παρά μόνο μάγειρους που μαγείρευαν τα πιο απλά φαγητά από κρέας, ενώ εκείνους που δοκίμαζαν να καθιερώσουν καινούργια φαγητά τούς έδιωχναν από την πόλη.
Αφού τελείωνε όλες τις δουλειές, δηλαδή ανάμεσα στις 1011 το πρωί, ο Αθηναίος κατευθυνόταν σε μια από τις στοές που ήταν γύρω από την αγορά, όπου συναντιόταν με τους φίλους του.
     
Χαιρετισμοί
 
Όταν συναντιόντουσαν δυο γνωστοί χαιρετιόνταν με μια κίνηση του χεριού. Δεν ταίριαζε να υποκλιθείς, να προσκυνήσεις κάποιον, γιατί οι περήφανοι πολίτες της Αθήνας θα το θεωρούσαν αυτό υπόλειμμα του καιρού της τυραννίας. Οι Αθηναίοι έδιναν το χέρι μονάχα όταν ορκίζονταν ή στους επίσημους αποχωρισμούς. Ο συνηθισμένος χαιρετισμός ήταν «Χαίρε!», που συνοδευόταν ορισμένες φορές από μια παρατήρηση για τον καιρό. Είναι γνωστοί επίσης και άλλοι τύποι χαιρετισμών: «Υγίαινε!», «Τα ωφέλιμα εργάζου!», «Εργάζου και ευτύχει!».
 
Συζητήσεις
 
Μετά τους καθιερωμένους χαιρετισμούς, ο Αθηναίος μιλούσε με τους φίλους και τους γνωστούς για την πολιτική, σχολίαζε τα τελευταία νέα ή μπλεκόταν σε φιλοσοφικές συζητήσεις, αν είχε τέτοια κλίση. Συνήθως οι συναντήσεις και οι συζητήσεις γίνονταν στα αρωματοπωλεία και στα κουρεία. Και τα υποδηματοποιεία ήταν επίσης κατάλληλος χώρος για συναντήσεις, μια φορά μάλιστα ο Σωκράτης μπήκε σ’ έναν τεχνίτη που έφτιαχνε χάμουρα για να τελειώσει μια συζήτηση. Η επίσκεψη στα καταστήματα είχε γίνει μια συνήθεια τόσο διαδεδομένη, που ο Δημοσθένης σ’ ένα λόγο του κατηγορεί έναν Αθηναίο για «ακοινώνητο», γιατί «δεν μπαίνει ποτέ σε κουρεία, αρωματοπωλεία και άλλα καταστήματα».
Ο προτιμούμενος τόπος συναντήσεων ήταν, αναμφισβήτητα, τα κουρεία. Ο Αθηναίος κουρέας μπορούσε να περηφανευτεί για την πλατιά και πολύπλευρη πείρα του. Οι άντρες, όπως και οι γυναίκες, έβαφαν τα μαλλιά τους ή για να τα κάνουν πιο ανοιχτά ή για να κρύψουν τη λευκότητά τους.
     
Κουρεία
           
Οι Αθηναίοι για να βοηθούν το μεγάλωμα των μαλλιών τα άλειφαν με λάδι ανακατεμένο με αρωματικές ουσίες. Τον 6ο αιώνα οι άντρες είχαν μακριούς βοστρύχους, αλλά μετά τη μάχη του Μαραθώνα άρχισαν να τους κόβουν πιο κοντούς. Αργότερα, μετά τον Αλέξανδρο το Μεγάλο, ξύριζαν τα μουστάκια και τα γένια. Οι Έλληνες δεν άφηναν ποτέ μουστάκι χωρίς γένια. Έπειτα ο κουρέας τούς περιποιόταν τα χέρια κι όταν τελείωνε έδινε στον πελάτη έναν καθρέφτη για να θαυμάσει τον εαυτό του, έτσι ακριβώς όπως κάνουν οι κουρείς στις μέρες μας.
Τον καιρό που ο κουρέας έφτιαχνε τη ν κόμη ενός πελάτη, οι άλλοι περίμεναν τη σειρά τους φλυαρώντας για όλα. χάρη σ’ αυτό τον τρόπο ζωής, οι κουρείς έγιναν εξαιρετικά κοινωνικοί. Ήταν κατατοπισμένοι για όλα τα νέα και τα κουτσομπολιά, που τα διέδιδαν και τα ερμήνευαν όπως ήθελαν. Δεν είναι παράξενο που είχαν τη φήμη ότι ήταν φλύαροι και αθυρόστομοι Ο πρώτος άνθρωπος που έφερε στην Αθήνα την είδηση της καταστροφής στη Σικελία ήταν ένας κουρέας από τον Πειραιά. Είχε μάθει τη θλιβερή είδηση από το δούλο ενός λιποτάκτη και χωρίς να αργήσει άφησε το κουρείο κι έτρεξε με μια ανάσα στην Αθήνα, από φόβο μην τον προλάβει κανένας άλλος. Στην πόλη, όπου δεν ήξεραν τίποτε, η είδηση προκάλεσε μεγάλη ανησυχία. Ο κόσμος περικύκλωσε τον κουρέα και άρχισε να τον ξεψαχνίζει, μα αυτός δεν ήξερε ούτε το όνομα εκείνου που του είχε ανακοινώσει το τραγικό νέο. Οι πολίτες αγανακτισμένοι άρχισαν να φωνάζουν: «0 ψεύτης στην ανάκριση!», «στα Βασανιστήρια!». Ο φουκαράς ο κουρέας είχε δεθεί κιόλας στον τροχό, όταν κατά καλή του τύχη έφτασαν κάμποσοι οπλίτες που είχαν γλιτώσει από το μακελειό και επιβεβαίωσαν την τρομερή αλήθεια. Αναστατωμένοι οι Αθηναίοι από τη φοβερή είδηση, σκόρπισαν στα σπίτια τους για να κλάψουν τους χαμένους τους συγγενείς και ξέχασαν τον κουρέα. Άφησαν δεμένο τον αγγελιοφόρο των κακών ειδήσεων. Τον θυμήθηκαν αργά τη νύχτα. Αλλά όταν ο δήμιος ήρθε να τον λύσει, η πρώτη ερώτηση που του έθεσε ο κουρέας ήταν αν υπήρχε, Καμιά είδηση για τον Νικία, κι αν είναι γνωστό πως πέθανε. Οι κουρείς ήταν ενήμεροι για όλα τα νέα και μιλούσαν για τα πάντα. «Πώς θέλετε να σας κουρέψω;», ρώτησε ο κουρέας το Βασιλιά της Μακεδονίας Αρχέλαο. «χωρίς πολλές κουβέντες», απάντησε ο Βασιλιάς.
     
Κοινωνικοί

Στους Έλληνες δεν άρεσε να σιωπούν. ήταν εξαιρετικά κοινωνικοί. Σ’ ένα ελληνικό τραγούδι, όπου απαριθμούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανθρώπινη ευτυχία, μετά την υγεία, την ομορφιά και τον πλούτο ακολουθεί η φιλία. χωρίς τη φιλία δεν υπάρχει χαρά, γιατί η φιλία στολίζει τη ζωή. Φυσικά ο χαρακτήρας της φιλίας ποίκιλλε ανάλογα με την ηλικία και τις κλίσεις.
            Εκτός από την αληθινή φιλία, που τόσο ποθούσε ο Σωκράτης, στους Έλληνες άρεσε ανείπωτα να φλυαρούν για όλα τα μικροπράγματα. Γιατί, άλλωστε, μαζεύονταν στα κουρεία και στα αρωματοπωλεία;
Αλλά και η φλυαρία είχε όρια, που τα καθόριζαν οι κανόνες καλής συμπεριφοράς. Όποιος ξεπερνούσε αυτά τα όρια έβγαζε τη φήμη ότι είναι αθυρόστομος κι ο κόσμος άρχιζε να τον κοροϊδεύει.
 
Στο σπίτι
 
            Ο Αθηναίος αφού χορτάσει συζήτηση πηγαίνει στο σπίτι του για φαγητό. Τρωει ή κάτω από μια σκεπασμένη στοά ή στην εσωτερική αυλή, μαζί με την οικογένειά του. Μετά το φαγητό ξεκουράζεται ή ίσως διαβάζει. Στη Βιβλιοθήκη του βρίσκονται τα έπη του Ομήρου ο πάπυρος είναι παλιός και σκοροφαγωμένος καθώς και τα έργα των ξακουστών ποιητών. Κάθε χειρόγραφο φυλάγεται μέσα σ’ ένα μετάλλινο σωλήνα με κάλυμμα. Σ’ ένα ξεχωριστό ράφι βρίσκονται οι λόγοι των ρητόρων και των φιλοσόφων, καθώς και τα έργα των ιστορικών. Όλα έχουν αντιγραφεί με μεγάλη φροντίδα από τους αντιγραφείς. Έτσι, λοιπόν, αν θέλει να διαβάσει, ο Αθηναίος έχει από πού να διαλέξει. Μετά το φαγητό δεν κοιμάται. Γενικά ο ύπνος δεν κατέχει μεγάλη θέση στη ζωή του. Του αρέσει πάρα πολύ n ζωή σ’ όλες τις εκδηλώσεις της και δεν χάνει με τον ύπνο περισσότερο χρόνο από ό,τι είναι απόλυτα απαραίτητο.
     
Γυμνάσια
           
Αφού ξεκουραστεί, ο Αθηναίος κατευθύνεται προς ένα από τα τρία μεγάλα δημόσια γυμνάσια των προαστίων της Αθήνας: το Λύκειο, την Ακαδημία, το Κυνόσαργες. Τα γυμνάσια ήταν μεγάλα, επιβλητικά, με σκιερούς διαδρόμους, με ευρείες στοές, λουτρά και άλλα διαμερίσματα προορισμένα γι, τον αθλητισμό, τις επιστημονικές απασχολήσεις και την ανάπαυση.
Γενικά τα γυμνάσια αποτελούνταν: από το εφηβείο, μια αίθουσα προορισμένη για τις γυμναστικές ασκήσεις της νεολαίας. τα λουτρά, τα οποία μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν όλοι οι επισκέπτες του γυμνασίου. τα αποδυτήρια, μια αίθουσα όπου οι παλαιστές άλειφαν το σώμα τους με λάδι, μι, άλλη αίθουσα όπου «πασπάλιζαν» το σώμα τους με λεπτή άμμο, για να μπορούν να πιάνονται εύκολα στη διάρκεια της πάλης. τους διαδρόμους, σκεπαστούς και ξεσκέπαστους για περίπατο και τρέξιμο. Οι λεγόμενες ξυστές (δηλαδή διάδρομοι στιλβωμένοι) ήταν κάτι διάδρομοι σκεπαστοί, πιο ψηλά στις πλευρές, που ήταν προορισμένοι για περιπάτους, ενώ το κεντρικό μέρος, που ήταν πιο χαμηλό, προοριζόταν για ασκήσεις όταν ο καιρός ήταν ακατάλληλος και το χειμώνα. Όλοι αυτοί οι χώροι περιβάλλονταν με στοές, με καθίσματα και εξέδρες, μερικές αίθουσες ημικυκλικές, σκεπαστές ή ξεσκέπαστες, όπου οι φιλόσοφοι και οι ρήτορες έκαναν μαθήματα και συζητήσεις.
Ο Αθηναίος δεν μετείχε υποχρεωτικά στις αθλητικές ασκήσεις, αλλά παρακολουθούσε, σχολίαζε και χειροκροτούσε. Οι γεροντότεροι πολίτες δεν ξεχνούσαν, φυσικά, να διηγηθούν τι θαυμάσιοι αθλητές ήταν στα νιάτα τους και παραπονιούνταν για την αδυναμία των σημερινών. Οι θεατές μαζεύονταν ομάδες ομάδες και συζητούσαν διάφορα προβλήματα. Κάποιος σχεδιάζει κάτι με το ραβδί στον άμμο, εξηγώντας στους γύρω του μια πρωτότυπη ιδέα. Στο κέντρο μιας άλλης ομάδας ένα άτομο σιμό και άσχημο αναλύει με τόνο ειρωνικό τι είναι προτιμότερο: να είσαι ψεύτης από άγνοια ή να είσαι συνειδητός ψεύτης. Ο σιμός είναι ο Σωκράτης. Στην Ακαδημία ο Πλάτωνας εκθέτει, με νέα ύφος διαλεχτό, τις φιλοσοφικές του θεωρίες, μπροστά σ’ ένα ακροατήριο από θαυμαστές και αντιπάλους κάθε ηλικίας. Στο Λύκειο, στο μέρος που λέγεται «Περίπατος», ένας άνθρωπος με μεγάλο κεφάλι και φανερή κλίση προς την κομψότητα, συζητεί σε μια γλώσσα όχι τόσο ωραία, μα πολύ καθαρή και εκφραστική, τις θεμελιακές αρχές της πολιτικής, της ηθικής, της ποίησης και της λογικής. Ο ομιλητής είναι ο Αριστοτέλης.
Στο γυμνάσιο ο Αθηναίος περνάει μια ή δυο ώρες. Πριν από το γεύμα θέλει να λουστεί, γι’ αυτό κατευθύνεται προς το λουτρό. Το λουτρό είναι ένα κτίριο πολύ σεμνό, ένα απλό δωμάτιο με ένα καζάνι για το νερό και πολλά αγγεία. Οι επισκέπτες αλείφονταν πρώτα σ’ όλο το σώμα με ελαιόλαδο ανακατεμένο με αρωματικές ουσίες, έπειτα έξυναν το κορμί μ’ έναν ειδικό ξύστη από ορείχαλκο (στλεγγίδα) και ξεπλένονταν με νερό. ‘Έτσι τελείωνε το λουτρό κι ο Αθηναίος θα μπορούσε να ντυθεί και να φύγει, αν δεν είχε διάθεση να καθυστερήσει λιγάκι και να μιλήσει με τον άνθρωπο του λουτρού, που, όπως κι ο κουρέας, ήταν μια ζωντανή εφημερίδα και ο οποίος ήξερε συχνά για τους πελάτες του περισσότερα απ’ ό,τι ήξεραν κι αυτοί οι ίδιοι για τον εαυτό τους.
     
Το γεύμα
 
            Στο σπίτι όλα ήταν έτοιμα και δεν περίμεναν παρά την άφιξη των καλεσμένων. Τραπέζια, λεκάνες, μαξιλάρια, στεφάνια, τάπητες, ψωμιά, αρώματα, γυναίκες, ζαχαρωτά, πίτες, κουλούρια, χορεύτριες. Γλυκόψωμα και του Αρμόδιου τα τραγούδια.
            Στη διάρκεια του γεύματος ο οικοδεσπότης συνήθως είναι ξαπλωμένος σε κρεβάτι, ενώ n γυναίκα του κάθεται σε σκαμνί. Τα παιδιά εμφανίζονται στα επιδόρπια και στέκονται όρθια ή κάθονται, ανάλογα με την ηλικία τους και τις συνήθειες της οικογένειας. Αλλά σ’ ένα τραπέζι με καλεσμένους τα μέλη της οικογένειας δεν παρουσιάζονται. παίρνουν μπρος μονάχα οι άντρες, γιατί n συζήτηση θα είναι ή φιλοσοφική, επομένως ακατανόητη για τις γυναίκες και τα παιδιά, ή καθαρά αντρική, επομένως ακατάλληλη για τα αυτιά των γυναικών. Στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα, n Διοτίμα, μια ξένη από τη Μαντίνεια, έγινε δεκτή μόνο στο κατώφλι της θύρας, απ’ όπου σαν καλλιεργημένη γυναίκα που ήταν, μπορούσε να διακόπτει τις φαντασίες του Αριστοφάνη με τις ευφραδέστατες παρεμβάσεις της κι αυτό μονάχα γιατί στη χώρα της είχε το αξίωμα της μάντισσας. Όσο για τις συνηθισμένες καλεσμένες στα συμπόσια που παριστάνονται συχνά στα αγγεία, n θέση κι ο ρόλος τους είναι έξω από κάθε αμφιβολία.
            Οι γυναίκες αποζημιώνονται όμως στο γυναικωνίτη, όπου τα ζαχαρωμένα φρούτα και τα γλυκά των ζαχαροπλαστών της Κρήτης, της Σάμου και της Αθήνας τιμούνταν εξαιρετικά. Κάθε μαγείρισσα ετοίμαζε γλυκίσματα για τα Θεσμοφόρια και τις άλλες γιορτές, ενώ οι αξιοσέβαστες κυράδες τα κατανάλωναν σε μεγάλες ποσότητες με τη συντροφιά των γνωρίμων τους, που είχαν έρθει επίσκεψη στο σπίτι τους.
            Για τους Έλληνες ήταν αδιανόητο να φάνε μόνοι. Ο Πλούταρχος λεει ότι το να φάει κανείς μόνος του «δεν σημαίνει να γευματίσει, αλλά να γεμίσει το στομάχι του σαν τα ζώα». Γι’ αυτό, εκτός της πρόσκλησης καλεσμένων, υπήρχαν διάφοροι τρόποι να φάει κανείς με συντροφιά: οργάνωναν συμπόσια στα οποία οι συνδαιτυμόνες συνέβαλαν εξίσου ή ανάλογα με τις δυνατότητές τους. Αυτά τα συμπόσια γίνονταν σε νοικιασμένες αίθουσες ή στο σπίτι μιας εταίρας. Κάποτε κάθε συνδαιτυμόνας έφερνε το φαγητό του στο καλάθι.
            Τα προγράμματα του φαγητού δεν ήταν υπερβολικά. Σε μια κωμωδία λέγεται ότι ένα τραπέζι στην Αθήνα είναι πολύ ωραίο στην εμφάνιση, μα δεν χορταίνει ένα πεινασμένο στομάχι. Στους Διαλόγους του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα οι συνδαιτυμόνες δεν συζητούν καθόλου για τα φαγητά. Το κλασικό ιδανικό της Αττικής απαιτούσε το φαγητό να προσφέρεται ωραία αλλά να μην είναι πολύ. Να είναι τόσο όσο χρειάζεται για να καταπραΰνει μια κανονική πείνα, γιατί το κύριο δεν ήταν το φαγητό αλλά n συντροφιά των συνδαιτυμόνων και οι συζητήσεις.
 
Φιλοξενία
 
Οι Έλληνες ήταν πολύ φιλόξενοι. Κάθε καλεσμένος μπορούσε να φέρει όποιον ήθελε. Αυτή n συνήθεια γέννησε μάλιστα μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων, στην οποία έδωσαν το περιφρονητικό παρατσούκλι «παράσιτα». Ο Πλούταρχος έγραψε ένα ολόκληρο κεφάλαιο αφιερωμένο στο πρόβλημα: ως ποιο Βαθμό μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς αυτό το δικαίωμα χωρίς να ξεπεράσει τα όρια της καλής συμπεριφοράς.
Στο «Συμπόσιο» ο Πλάτωνας διηγείται ότι ο Αριστόδημος συνάντησε τον Σωκράτη με επίσημο ένδυμα και μαθαίνοντας ότι πηγαίνει στο τραπέζι του Αγάθωνα, αποφάσισε να τον συνοδεύσει αν και δεν ήταν καλεσμένος. Στο δρόμο ο Σωκράτης, απασχολημένος καθώς ήταν με ένα φιλοσοφικό πρόβλημα, Βράδυνε το βήμα του. Ο Αριστόδημος δεν παρατήρησε ότι ο φιλόσοφος έμεινε πίσω και μπήκε μόνος στο σπίτι του Αγάθωνα. Παρ’ όλα αυτά δεν βρέθηκε σε δυσάρεστη θέση: οι θύρες ήταν διάπλατα ανοιχτές, και ένας δούλος τον οδήγησε αμέσως στην τραπεζαρία, όπου ο Αγάθωνας τον υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά, λέγοντάς του ότι ήθελε να τον καλέσει προσωπικά, μα δεν μπόρεσε να τον βρει.
Μόλις οι προσκαλεσμένοι έμπαιναν στο σπίτι, οι δούλοι τούς έβγαζαν τα υποδήματα. Θεωρούνταν αταίριαστο να κυκλοφορεί κανείς μέσα στο σπίτι με τα πέδιλα με τα οποία βάδιζε στο δρόμο. Πριν καθίσουν οι καλεσμένοι στο τραπέζι, τους έπλεναν και τους αρωμάτιζαν τα πόδια.
Μα ούτε κι ύστερα απ’ αυτή τη διαδικασία ήταν ωραίο να ρίχνεται κανείς στο φαγητό. Προηγούμενα οι καλεσμένοι περιφέρονταν στα δωμάτια, θαύμαζαν τα έπιπλα και τα αντικείμενα διακόσμησης και επαινούσαν την καλαισθησία του νοικοκύρη. Οι Έλληνες έδιναν μεγάλη σημασία στους καλούς τρόπους. Αυτό ζητούσε n εθιμοτυπία. Η συνήθεια να τρωει κανείς ξαπλωμένος, αν και άγνωστη στην ομηρική εποχή, ήταν παρ’ όλα αυτά πολύ παλιά, όπως αποδεικνύεται από τα ζωγραφισμένα αγγεία του 7ου αιώνα. Σε κάθε κρεβάτι κάθονταν δυο άνθρωποι. Ξαπλώνονταν ακουμπώντας με τον αριστερό αγκώνα σε μαξιλάρι, έτσι που το στήθος τους ήταν μισοσηκωμένο. Αφού καθόταν όλος ο κόσμος, οι υπηρέτες έχυναν νερό στους καλεσμένους τους για να πλύνουν τα χέρια τους. έπειτα έφερναν κάτι τραπεζάκια χαμηλά, πάνω στα οποία ήταν έγκαιρα τακτοποιημένα τα φαγητά. ‘Έφερναν τόσα τραπεζάκια όσα κρεβάτια ήταν στην αίθουσα, δηλαδή σε κάθε τραπεζάκι έτρωγαν δύο άνθρωποι. Οι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν πιρούνια και μαχαίρια. Κουτάλια είχαν, αλλά προτιμούσαν να τα αντικαθιστούν με μια κόρα ψωμί. Το φαγητό το έπιαναν με τα χέρια. Τις μερίδες τις σέρβιραν ψιλοκομμένες για να πιάνονται εύκολα.
Τα τραπεζομάντιλα και οι πετσέτες ήταν πράγματα άγνωστα. Oι αρχαίοι Έλληνες σκούπιζαν τα χέρια τους με ψίχα ψωμιού ή με ειδική κόλα που τη ζύμωναν με τα δάχτυλά τους και την έκαναν σφαιρίδια.
      
Το συμπόσιο
 
Στην Αθήνα ένα γεύμα δεν άρχιζε ποτέ με σούπα. Αν και οι σούπες θεωρούνταν υγιεινά και θρεπτικά φαγητά (το φαγητό που προτιμούσε ο Ηρακλής ήταν ζωμός από μπιζέλια), ήταν ταυτόχρονα «φαγητό των φτωχών» και γι’ αυτό σ’ ένα τραπέζι με καλεσμένους δεν ταίριαζε να προσφέρεις ζωμό. Στο πρώτο μέρος του γεύματος σέρβιραν χορταστικά φαγητά, και ειδικά ψάρια και πουλερικά: τη συνταγή για τις σάλτσες μάς τη μετέδωσε ο Αριστοφάνης: «… χύσε από πάνω σίλφιο, χύσε ξίδι, χύσε ακόμα λάδι, τρίψε τυρί, ρίξε από πάνω λίπη και σάλτσες ζεστές».
Έτρωγαν σχετικά λίγο κρέας. Τα χορταρικά τα σέρβιραν με μια σάλτσα φτιαγμένη από λάδι, ξίδι και μέλι. Μερικά φαγητά των Ελλήνων μάς φαίνονται το λιγότερο παράξενα. Να ένα απόσπασμα του Αθήναιου στο οποίο περιγράφει το πρόγραμμα φαγητού ενός γεύματος: «Εμφανίστηκαν χέλια χοντρά και σχεδόν σκεπασμένα στο αλάτι, έπειτα ένα θαυμάσιο χέλι, από το οποίο δεν θα παραιτούνταν ούτε οι θεοί. ‘Έφεραν ένα μεγάλο στομάχι ψαριού στρογγυλό σαν τον ουρανό. Όταν τελειώσαμε με το στομάχι του ψαριού, μας φέρανε κάτι πινάκια: το ένα είχε ένα κομμάτι σκυλόψαρο, το άλλο παχιά σουπιά, το τρίτο χταπόδι και πολύποδες ζεστούς». Σ’ αυτό το μέρος του φαγητού δεν έπιναν κρασί. Οι Αθηναίοι προτιμούσαν να πιουν κρασί μετά το φαγητό. Άλλωστε το κρασί μπορούσε να αντικαταστήσει το φαγητό αν ήταν ανακατεμένο με κρίθινο αλεύρι και τριφτό τυρί. Αυτό το μείγμα ονομαζόταν κυκεώνας και ήταν το ποτό που προτιμούσαν οι Έλληνες.
Οι δούλοι έφερναν ξανά νερό, οι συνδαιτυμόνες έπλεναν τα χέρια, έπειτα οι δούλοι σήκωναν τα κόκαλα και τα αποφάγια. Τώρα έφερναν άλλα τραπέζια φορτωμένα επιδόρπια και κρασιά. Άρχιζε το τραγούδι με τη συνοδεία αυλού, γέμιζαν τα κύπελλα κρασί με την ευχή «υγίαινε» και περνούσαν στο δεύτερο μέρος του γεύματος. Τα επιδόρπια ήταν νωποί και ξηροί καρποί, αλατισμένα αμύγδαλα, τυρί, σκόρδα, κρεμμύδια, γλυκές και αλμυρές πίτες, το καύχημα της Αττικής. Οι πίτες αυτές ήταν φτιαγμένες από μέλι, τυρί και λάδι. Ιδιαίτερη επιτυχία είχε το φαγητό που ονομαζόταν μυτλωτός, μια πίτα με τυρί ανακατεμένο με μέλι και σκόρδα. Αυτό το μέρος του γεύματος λεγόταν συμπόσιον.
Τώρα έπιναν κρασί, «γλυκό και αρωματικό, που είχε τη μυρουδιά των λουλουδιών. Είναι ευχάριστο να πίνεις κρασί, το γάλα της Αφροδίτης», να συζητάς, να τραγουδάς, να διηγείσαι λογής λογής περιστατικά, να ακούς μουσική, να παρακολουθείς τους χορούς. Οι Έλληνες δεν μπορούσαν να ακούν θλιβερές συζητήσεις στο τραπέζι.
Ανάμεσα στις συνηθισμένες διασκεδάσεις των τραπεζιών ήταν και τα αινίγματα. Εκείνος που δεν ήξερε να απαντήσει τιμωρούνταν να πιει ένα κύπελλο κρασί. Να μερικά από τα αινίγματα αυτά:
1. Αν δεν μου πεις τίποτε, λες τ’ όνομά μου. μα αν προφέρεις το όνομά μου ω θαύμα! Τότε δεν θα με μαντέψεις. (Η σιωπή).
2. Είμαι το σταχτόχρωμο παιδί ενός λαμπερού πατέρα. πουλί χωρίς φτερά υψώνομαι ως τους ουρανούς. μόλις γεννήθηκα και σκόρπισα αμέσως στον αέρα. (ο καπνός).
3. Όταν με κοιτάς σε κοιτώ και γω, μα δεν σε Βλέπω γιατί δεν έχω μάτια. όταν μιλάς, κοιτάζοντάς με, ανοίγω και γω το στόμα και κινώ τα χείλη, αλλά σιωπηλά, γιατί φωνή δεν έχω. (Ο καθρέφτης).
 
Μουσική-Χορός
 
Από τα πιο παλιά χρόνια n μουσική και ο χορός δεν έλειπαν από τα συμπόσια. Αργότερα (5ο-4ο αιώνα) για τη διασκέδαση των καλεσμένων συμφωνούσαν επαγγελματίες ηθοποιούς που ερμήνευαν σκηνές από τον Όμηρο αοιδούς, χορεύτριες, αυλητές.
Τραγουδούσαν κι οι καλεσμένοι όλοι μαζί ή με τη σειρά. Ο Πλούταρχος μας λεει ότι το κλαδί της μυρτιάς περνούσε από χέρι σε χέρι. Αυτός που το έπαιρνε έπρεπε να τραγουδήσει παίζοντας λύρα, αν, βέβαια, ήταν σε θέση. Προς το τέλος του συμποσίου ο αριθμός των συνδαιτυμόνων που ήξεραν να τραγουδούν ήταν συνήθως μεγαλύτερος από ό,τι στην αρχή.
Επίσης δεν υπήρχε συμπόσιο χωρίς κότταβο, ένα παιχνίδι που το έφεραν από τη Σικελία. Κάθε συνδαιτυμόνας άφηνε στο κύπελλο λίγο κρασί, το οποίο έχυνε σε καθορισμένο μέρος. Ενώ άδειαζε το κύπελλο έλεγε από μέσα του ή δυνατά το όνομα της γυναίκας που αγαπούσε. Ο ήχος του χυνόμενου υγρού λεπτότερος ή χοντρότερος καθώς και η ακριβής ή λιγότερο ακριβής επιτυχία του καθορισμένου στόχου, ήταν δείκτες αν το αγαπώμενο πρόσωπο συμμεριζόταν τα αισθήματά του.
Κάποτε το κρασί το έχυναν στο δίσκο μιας ζυγαριάς, που έπρεπε να κατεβεί ως ένα ορισμένο σημείο ή να γκρεμίσει ένα σωρό αντικείμενα που ήταν στημένα από κάτω σε σχήμα πυραμίδας.
Οι συνδαιτυμόνες εξέλεγαν έναν «πρόεδρο» του συμποσίου που επέβλεπε την τήρηση της τάξης. Αυτός αποφάσιζε πόσο κρασί θα πιουν και την ποιότητά του. Οι Έλληνες έπιναν με μέτρο. Να πιει κανείς κρασί χωρίς να το ανακατεύει με νερό, θεωρούνταν κατά τη γνώμη τους βάρβαρη συνήθεια. Μια κωμωδία λέει: Το πρώτο κροντήρι φέρνει υγεία, το δεύτερο ευχαρίστηση, το τρίτο ύπνο κι αφού το πιεις πρέπει να πας στο σπίτι σου. Το τέταρτο κροντήρι φέρνει αυθάδεια, το πέμπτο ουρλιαχτά, το έκτο φασαρία στους δρόμους, το έβδομο ένα μελανιασμένο μάτι, το όγδοο κλήση στο δικαστήριο.
 
Ο Αριστοφάνης το λέει συγκεκριμένα:
 
«Δεν είναι καλά να μπεκρουλιάζεις. μόλις πιεις πιο πολύ, μπαίνεις σε ξένες αυλές, ξυλοκοπάς και κάποιον. Ύστερα σαν συνέλθεις πληρώνεις τα σπασμένα».
 
Ο Εύηνος ο Πάριος προσθέτει:
 
«Για τον Βάκχο το καλύτερο μέτρο είναι η εγκράτεια ούτε πιο πολύ ούτε πιο λίγο. Αλλιώς μας οδηγεί στη μανία ή στη θλίψη».
Παρ’ όλα αυτά, οι συγγραφείς που αναφέραμε δεν τολμούν να παρουσιάσουν τους Έλληνες εγκρατείς στο ποτό. Δεν λεει τυχαία το ελληνικό ρητό: «Όποιος πίνει νερό δεν θα κάνει τίποτε σοφό». και για να αναγκάσουν τους πολύ διστακτικούς καλεσμένους να κατανικήσουν το δισταγμό τους υπάρχει ένα άλλο ρητό: «Πίνε ή φύγε».
Το κρασί το ανακάτευαν σε αναλογία δύο μέρη νερό και ένα κρασί ή τρία μέρη νερό κι ένα κρασί. Το κρασί που ήταν ανακατεμένο με τρία μέρη νερό θεωρούνταν πολύ αδύνατο και το έλεγαν «ποτό για τα βατράχια».
Παρά τα προληπτικά μέτρα που αναφέραμε, ο Αθηναίος όταν γύριζε από ένα συμπόσιο δεν μπορούσε να περηφανευτεί ότι είναι σε θέση να σταθεί γερά στα πόδια του κι ότι δεν έχει ανάγκη από συνοδεία. Τους καλεσμένους που δεν είχαν υπηρέτες για να τους κρατούν, τους οδηγούσαν συνήθως στο σπίτι τους με ένα φανάρι, γιατί το δείπνο άρχιζε μετά τη δύση του ήλιου και τέλειωνε όταν σκοτείνιαζε για καλά.
Το καλοκαίρι το κρασί το ανακάτευαν με πάγο που έφερναν από τα βουνά και τον διατηρούσαν σε άχυρα και κουρέλια. Γι’ αυτό το θέμα υπάρχει κι ένα ανέκδοτο: ένας συγγραφέας τραγωδίας ρώτησε την εταίρα με την οποία έτρωγε μαζί πώς τα καταφέρνει να κρατάει τόσο κρύο το κρασί. «Το τυλίγω με τους προλόγους σου», του απάντησε η εταίρα.
      
Οι Βιοτέχνες
           
Θα ‘ταν απλοϊκό να πιστέψει κανείς ότι όλοι οι Αθηναίοι περνούσαν μια άνετη ζωή… Μέχρι τώρα έγινε λόγος μονάχα για τους ευκατάστατους.
Εντελώς διαφορετική ήταν η κατάσταση των πολυάριθμων Αθηναίων βιοτεχνών. Βαδίζουν για να φτάσουν μια ώρα αρχύτερα στη δουλειά, να εργασθούν σκληρά ως τη δύση του ήλιου για να κερδίσουν το ψωμί της μέρας.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν ούτε καιρό ούτε χρήματα για να μπουν στο κουρείο. Αυτοί δεν παίρνουν μέρος ούτε στις φιλοσοφικές συζητήσεις που γίνονται στις στοές. Η τύχη τούς έγραψε να εργάζονται σκληρά κάθε μέρα, από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου. Τα παιδιά τους δεν τα διαπαιδαγωγούν παιδαγωγοί, τις γυναίκες τους δεν τις περιβάλλει η ευεργετική ησυχία του γυναικωνίτη. Βοηθούν το σύζυγο ή το γονιό στη σκληρή καθημερινή πάλη. Ο συναγωνισμός της φτηνής δουλειάς των δούλων έριχνε όλο πιο χαμηλά την τιμή των προϊόντων των ελεύθερων βιοτεχνών.
Ακόμη πιο σκληρή ήταν η ζωή των απόρων, που ο αριθμός τους ήταν αρκετά μεγάλος στην Αθήνα.
     
Οι Φτωχοί
           
Η βασική τροφή των φτωχών ήταν το κριθάρι: ζωμός από κριθάρι, πίτες με κριθάλευρο και κρίθινα ψωμιά. Τους άρεσαν οι πηχτοί ζωμοί με μπιζέλια ή φακές, κι αγόραζαν φτηνά αλλαντικά. Ο Αριστοφάνης κατηγορεί τους αλλαντοποιούς ότι χρησιμοποιούν κρέας από σκυλί ή από γαϊδούρι, αλλά ας ελπίσουμε ότι ο ποιητής ήταν υπερβολικός. Το κρέας και το άσπρο ψωμί σπάνια εμφανίζονταν στο τραπέζι των φτωχών. Αντίθετα οι φτωχοί έτρωγαν πολλά αλατισμένα ψάρια φερμένα από τον Εύξεινο Πόντο. Έπιναν φτηνό κρασί νερωμένο, αλλά συνήθως έμεναν ευχαριστημένοι μονάχα με το νερό.
Η Σπάρτη διέφερε εντελώς από την Αθήνα κι από όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Οι Σπαρτιάτες τρέφονταν με πιο πρωτόγονες και πιο χοντρές τροφές, μ’ έναν παχύ χυλό από μπιζέλια το ζωμό που ήταν το φαγητό που προτιμούσαν. «Μπορείς να φας μέλανα ζωμό» λεει ειρωνικά σ’ ένα Σπαρτιάτη ένα πρόσωπο μιας χαμένης κωμωδίας του Αριστοφάνη. Διηγούνται πως ένας Συβαρίτης, που έτυχε σ’ ένα σπαρτιατικό γεύμα, είπε: «Αληθινά οι Σπαρτιάτες είναι οι πιο γενναίοι άνθρωποι. Κάθε άλλος θα προτιμούσε χίλιες φορές να πεθάνει, παρά να ζήσει όπως αυτοί». «Τα συσσίτια των Σπαρτιατών αποτελούνταν από το μέλανα ζωμό», Βραστό χοιρινό κρέας, κρασί, πίτα γλυκιά και ψωμί από Βρώμη. τα δάχτυλα τα σκούπιζαν με τα ψίχουλα του ψωμιού.
Αν θα πιστέψουμε τον Πλούταρχο, ήταν απαραίτητη μια ειδική αγωγή για να εκτιμήσει κανείς αυτό το ζωμό, που τόσο αγάπησαν οι Σπαρτιάτες. Ο Διόνυσος, ο τύραννος των Συρακουσών, αγόρασε ένα μάγειρα από τη Σπάρτη και του έδωσε εντολή να του παρασκευάσει το γνωστό φαγητό. Όμως δεν κατάφερε να καταπιεί ούτε την πρώτη κουταλιά και την έφτυσε. Τότε ο μάγειρας του είπε: «Για να δοκιμάσεις αυτό το φαγητό πρέπει να κάνεις σπαρτιατική γυμναστική και να κολυμπήσεις στον Ευρώτα». Επειδή η πλειοψηφία των Ελλήνων εκείνης της εποχής δεν έκανε κάτι τέτοιο, ο σπαρτιατικός ζωμός δεν είχε καμιά επιτυχία, εκτός από τη Σπάρτη βέβαια.
Η καθημερινή ζωή των Αθηναίων πολιτών, η εύθυμη και γεμάτη χαρές για ορισμένους, η Βαριά και θλιβερή για τους άλλους, κυλούσε με την καθορισμένη τάξη, κάτω απ’ τον ήρεμο ουρανό της Αττικής, μέχρι τότε που οι τρομερές θύελλες των πολέμων αναστάτωναν την πόλη. 
 
Oι Πόλεμοι
 
Οι δρόμοι ερήμωναν. Στην Αγορά Βασίλευε ησυχία. Οι γυναίκες και τα παιδιά κρύβονταν από το φόβο στους γυναικωνίτες περιμένοντας θλιβερές ή χαρούμενες ειδήσεις. Κάτω απ’ τις στέγες των στοών οι γέροι με τις κατάλευκες γενειάδες κλωθογύριζαν αναμνήσεις για τους αγώνες που έκαναν στα νιάτα τους, κριτικάροντας την τακτική των στρατηγών, και σκέφτονταν τι θα ‘φερνε στα παιδιά τους ο καινούργιος πόλεμος: δόξα ή πρόωρο χαμό στα μακρινά πεδία των μαχών.
Μα αν από μακριά οι πόλεμοι έρχονταν κοντά, αν ο εχθρός, συντρίβοντας τον αθηναϊκό στρατό, επέδραμε στην Αττική, η πόλη γνώριζε τότε τη δυστυχία, τα ερείπια, την πείνα και συχνά το μαζικό χαμό και την υποδούλωση των αγαπημένων.
 
Μια ημέρα από τη ζωή μιας αθηναίας
           
Τα παιδικά χρόνια ενός κοριτσιού δεν ήταν στερημένα από χαρά. Τα πρώτα χρόνια της ζωής η μάνα ή μια τροφός το κουνούσαν σ’ ένα κρεμαστό καλάθι ή το κρατούσαν στα χέρια και το λίκνιζαν τραγουδώντας του νανουρίσματα. Το παιδί τρεφόταν με χυλό στον οποίο έβαζαν μέλι για να γλυκάνει και το φύλαγαν από το κακό μάτι με πολλά φυλαχτά. Όλα θα πήγαιναν καλά αν δεν το τρόμαζαν συνεχώς με κάθε λογής ακάθαρτα και πονηρά πνεύματα, που παραφύλαγαν γύρω από το κρεβάτι του. Το κοριτσάκι δεν καταλάβαινε για τι λογής τέρατα γινόταν λόγος, παρ’ όλα αυτά όμως ο φόβος τρύπωνε στην ψυχή του.
Όταν το κοριτσάκι άρχιζε να περπατάει, τα σύνορα του κόσμου του πλάταιναν αισθητά. Είχε έναν κηπάκο όπου μπορούσε να παίζει, είχε παιχνίδια και κατοικίδια ζώα. Τα παιχνίδια ήταν διάφορα: κούκλες πήλινες και κέρινες, βαμμένες ωραία, που μπορούσαν να κινούν τα χέρια και τα πόδια τους, σπιτάκια και βαρκούλες δερμάτινες, σχεδόν ίδιες με τις αληθινές, μαϊμουδάκια από άργιλο που κρατούσαν στα χέρια άψυχα πουλάκια. Αμαξάκια που κινούνταν με τροχούς και κουδουνίστρες που έκαναν φοβερό θόρυβο. Η κρεμαστή κούνια σηκωνόταν τόσο ψηλά που σου κοβόταν η αναπνοή. Στο κηπάκι υπήρχε αρκετός χώρος για να τρέχει με το στεφανάκι του ή να παίζει τόπι με τα αδελφάκια του, τα οποία ως τα επτά χρόνια μεγάλωναν μαζί με τα κοριτσάκια.
Εκτός από τα σκυλιά και τις γάτες είχε κι ένα γερανό εξημερωμένο. Μπορούσε να πηγαίνει στο τραπέζι των μεγάλων όταν πρόσφεραν τα επιδόρπια και συχνά έπαιρνε το πρόγευμα στην εσωτερική αυλίτσα, μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα του.
Μάθαινε να διαβάζει, να γράφει και να παίζει διάφορα μουσικά όργανα. Δεν υπήρχε καμιά καθορισμένη μέθοδος αγωγής των κοριτσιών .η μάνα τούς μετέδιδε τις γνώσεις της, αυτές βέβαια που είχε. Ο Ευριπίδης υποστήριζε ότι η γυναίκα δεν γίνεται πιο καλή αν ξέρει πολλά. Το κορίτσι μάθαινε να πλέκει, να υφαίνει, να κεντάει, να μαγειρεύει νόστιμα φαγητά, να μπορεί να τα κάνει όλα με τα χέρια του. .έπειτα του έδειχναν πώς να κρατάει γερά από τα ηνία τις δούλες και πώς διευθύνεται το νοικοκυριό. Κι η αγωγή του σταματούσε εδώ. Να βλέπει όσο το δυνατό λιγότερα, να ακούει όσο το δυνατό λιγότερα και να θέτει όσο το δυνατό λιγότερες ερωτήσεις. Έτσι εννοούσε ο Ξενοφώντας την ιδανική αγωγή των κοριτσιών. Αποστολή της γυναίκας ήταν «να έχει τη φροντίδα του σπιτιού και να ακούει τον άντρα της». Στα γραπτά των ποιητών και των φιλοσόφων βρίσκονται πολυάριθμες επιβεβαιώσεις αυτής της αντίληψης.
Ο αθηναίος δεν κρατούσε τη γυναίκα κλειδωμένη στο σπίτι, αλλά ολόκληρο το σύστημα της αθηναϊκής ζωής έδειχνε στη σύζυγο ότι η θέση της είναι στο σπίτι και ότι ο χώρος όπου θα περνούσε τη ζωή της τελείωνε μπροστά στην εξώθυρα.
Τα νέα κορίτσια έβγαιναν στην πόλη συνοδευόμενα πάντοτε από τους γονείς ή από άλλα ηλικιωμένα πρόσωπα, αλλά και τότε μόνο για να πάρουν μέρος στις μεγάλες θρησκευτικές τελετές, σε μια κηδεία ή να μεταβούν στο ναό. Μόνο σε τέτοιες περιπτώσεις μπορούσε να τα δει το μάτι ξένου άντρα. Σε μια κωμωδία του Αριστοφάνη κάποια σύζυγος λέει: όταν ρώτησα τον άντρα τι αποφάσισε η εκκλησία του δήμου (η συνέλευση του λαού) αυτός μου απάντησε: «τι σε ενδιαφέρει; κλείσε το στόμα σου, και πρόσθεσε: σώπασα.
Έτσι, λοιπόν, η γυναίκα βρισκόταν σε κατάσταση κατωτερότητας, πράγμα που δεν σημαίνει ότι δεν τη σέβονταν και προπαντός ότι δεν σεβόταν η ίδια τον εαυτό της. Ο άντρας μπορούσε να της επιτρέψει ή να της απαγορεύσει να μιλήσει για την πολιτική στη διάρκεια του φαγητού, αλλά είναι αναμφίβολο πως αυτή επεδίωκε να φέρει τη συζήτηση στα πολιτικά. 
 
Γάμος
 
Σ’ όλα τα ελληνικά κράτη ο γάμος κατοχυρωνόταν με νόμο. Η γυναίκα ήταν πολίτισσα και σαν τέτοια προστατευόταν από την ασπίδα των νόμων της πόλης- κράτους. Ένας πολίτης επιτρεπόταν να παντρευτεί μονάχα με μια πολίτισσα και μόνο τα παιδιά της νόμιμης συζύγου του κληρονομούσαν το όνομα και την περιουσία. Η μονογαμία αποτελούσε θεμελιακή αρχή του γάμου στους έλληνες. Απαγορευόταν στους αθηναίους να παντρευτούν με μια ξένη.
Στη Σπάρτη όσους έμεναν ανύπαντροι ως τα γεράματα δεν τους εκτιμούσαν όπως τους άλλους γέρους. Ένας νέος Λακεδαιμόνιος δεν παραχώρησε τη θέση του στο στρατηγό Δερκυλίδα λέγοντάς του: «γιατί και συ δεν έκανες αυτόν που θα παραχωρήσει τη θέση του σε μένα».
Οι αρχαίοι έλληνες θεωρούσαν ότι έπρεπε να υπάρχει ανάμεσα στους συζύγους διαφορά 12-14 χρόνων. Συνήθως η νύφη ήταν 12-16 χρόνων και ο γαμπρός 24-30. Τέτοιες διαφορές θεωρούνταν κανονικές.
Η τελετή του γάμου περιλάμβανε τρεις ξεχωριστές φάσεις: στο σπίτι της νύφης, μετακίνηση, στο σπίτι του γαμπρού. Η πρώτη και πιο σημαντική τελετή ήταν ο αρραβώνας, στον οποίο η παρουσία της νύφης δεν ήταν υποχρεωτική. Στην πράξη ο αρραβώνας περιοριζόταν στην υπογραφή του συμβολαίου του γάμου. Η προίκα καθοριζόταν στην υπογραφή του συμβολαίου του γάμου. Η προίκα του κοριτσιού αποτελούνταν από χρήμα ρευστό, ρουχισμό, πολύτιμα αντικείμενα και δούλους, και έφτανε το λιγότερο στο ένα δέκατο της περιουσίας του πατέρα της νύφης. Κάποτε δινόταν σαν προίκα κι ένας κλήρος γης με τη μορφή πλασματικής ενοικίασης. Οι αθηναίοι την παντρεμένη χωρίς προίκα δεν τη θεωρούσαν εξασφαλισμένη. Γι’ αυτό κάποτε η εκκλησία ή μερικοί πλούσιοι πολίτες προίκιζαν τα κορίτσια των ανδρών που πρόσφεραν υπηρεσίες στην πατρίδα.
Γάμος χωρίς προίκα δεν είχε ισχύ στους αθηναίους. Στις ιδιωτικές τελετές, δεν ήταν υποχρεωτικό να παραβρίσκεται ιερέας ή εκπρόσωπος του κράτους έτσι η παρουσία μαρτύρων στο κλείσιμο του συμβολαίου αποτελούσε επιτακτική ανάγκη. Σε περίπτωση διαζυγίου ή θανάτου της συζύγου η προίκα επιστρεφόταν, γιατί κληρονόμος της δεν ήταν ο σύζυγος αλλά ο πιο κοντινός από αίμα συγγενής.
Οι γάμοι γίνονταν τις μέρες που ήταν πανσέληνος και συνήθως το χειμώνα, το μήνα γαμηλιώνα, που ήταν αφιερωμένος στη θεά ήρα. Πριν από την τελετή και στα δύο σπίτια προσφέρονταν θυσίες στους εφέστιους θεούς. Οι πλούσιες οικογένειες θυσίαζαν μια δαμαλίδα στο βωμό της Αθηνάς ή της Άρτεμης. Αλλά η πιο ευπρόσδεκτη προσφορά στους θεούς ήταν ένας βόστρυχος. Την προσφορά αυτή την έκαναν στην Άρτεμη και τα πλούσια και τα φτωχά κορίτσια, ενώ οι γαμπροί πρόσφεραν βοστρύχους στον Απόλλωνα. Σ’ ένα αρχαίο ανάγλυφο παριστάνεται ο στολισμός μιας νύφης. Η νύφη καλύπτει το πρόσωπο με το πέπλο για να κρύψει τα δάκρυα. Μια δούλη τής πλένει τα πόδια και τα αλείφει με αρώματα. Το πιο χαρακτηριστικό νυφικό ένδυμα ήταν ο πέπλος.
 Τέλος, όλα είναι έτοιμα. Ο γαμπρός, καλλωπισμένος και αρωματισμένος, με ένα στεφάνι στο κεφάλι, συντροφευμένος από το συνοδό, τους συγγενείς και φίλους, έρχεται στο σπίτι της νύφης, που οι πύλες του ήταν στολισμένες έγκαιρα με κλαδιά ελιάς και δάφνης. Μπροστά σ’ όλη την οικογένεια και στους μελλόνυμφους, ο πατέρας προσφέρει θυσία στην εστία, δηλώνει επίσημα ότι δίνει την κόρη του στο γαμπρό και ότι από δω και μπρος δεν ανήκει στην οικογένεια των γονιών της, δηλαδή δεν πρέπει να τηρεί τη λατρεία των προγόνων του σπιτιού. Από δω και μπρος θα προσφέρει αναθήματα και θυσίες στους προγόνους της οικογένειας του συζύγου.
Όλα είναι έτοιμα για το γαμήλιο δείπνο, μαζί και ο γαμήλιος πλακούντας, φτιαγμένος από σουσάμι και μέλι. Στο γάμο οι άντρες και οι γυναίκες έτρωγαν μαζί, αλλά οι γυναίκες δεν ξάπλωναν στα κρεβάτια, αλλά κάθονταν σε καθίσματα, στην απέναντι άκρη απ’ αυτή που είχαν καταλάβει οι άντρες. Στις συζητήσεις όμως έπαιρνε μέρος όλος ο κόσμος.
Όταν σουρούπωνε, στη θύρα ακούονταν ήχοι αυλού. Καλυμμένη με έναν πέπλο, όπως και μέχρι τότε, η νύφη έβγαινε από το σπίτι για να ανεβεί στο αμάξι ανάμεσα στο γαμπρό και το συνοδό. Μπροστά από το αμάξι βάδιζαν οι αυλητές. Οι φίλοι μαζεύονταν γύρω από το αμάξι και τραγουδούσαν γαμήλια τραγούδια. Η μητέρα της νύφης βάδιζε πίσω από το αμάξι κρατώντας στο χέρι έναν πυρσό αναμμένο από την εστία του σπιτιού. Οι περαστικοί χαιρετούσαν την πομπή, εύχονταν ευτυχία στους νεαρούς νεοπαντρεμένους και τους πείραζαν. Σ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής αντηχούσε ο ιερός ύμνος, ο υμέναιος. Κι έτσι η συνοδεία διέσχιζε τους δρόμους και τις συνοικίες, συνοδεύοντας τους νιόπαντρους, που πήγαιναν να συναντήσουν την ευτυχία που τους περίμενε.
Στο κατώφλι του σπιτιού του γαμπρού, που ήταν επίσης στολισμένο με κλαδιά ελιάς και δάφνης, τη νεαρή σύζυγο τη δεχόταν η πεθερά. «δεν είχα τύχη να σου ανάψω τον πυρσό στο γάμο», λέγει μια μάνα που ο γιος της βρήκε το θάνατο πριν παντρευτεί (Ευριπίδης).
Το σπίτι του γαμπρού όχι μονάχα ανακαινιζόταν και επιπλωνόταν με καινούργια έπιπλα, αλλά συχνά χτίζονταν καινούργιες αίθουσες και κτίρια, η αγαπημένη του δάφνη λεει στο βοσκό της: «να μου χτίσεις ένα νυφικό θάλαμο, να μου χτίσεις ένα σπίτι και μια στάνη για τα πρόβατα».
Στην πύλη τη σκεπασμένη με γιρλάντες λουλουδιών έβγαινε ένα παιδάκι που έφερνε ένα καλάθι με φρούτα και έψαλλε έναν ύμνο, που η επωδός του έλεγε: «πιο θαυμαστή θα είναι η καινούργια σου τύχη απ’ την παλιά». Η νύφη έτρωγε ένα σύκο ή ένα κυδώνι- τα πιο γλυκά φρούτα -, σύμβολο της ήρεμης ευτυχίας την οποία θα χαιρόταν από δω και μπρος.
Μα η νύφη δεν θα μπει μόνη της στο καινούργιο της σπίτι. Γυρίζει προς τους συγγενείς της, που σπεύδουν να την περιτριγυρίσουν κάνοντας πως θέλουν να την υπερασπίσουν από το σύζυγο. Ο σύζυγος την αρπάζει και τη σηκώνει στα χέρια του να την πάει στο σπίτι, χωρίς να παίρνει υπόψη τα ξεφωνητά της. Φροντίζει τα πόδια της νύφης να μην αγγίζουν το κατώφλι, γιατί αυτό θα ήταν κακοσημαδιά.
 
Παντρεμένη
           
Πρώτη φροντίδα της νεαρής συζύγου στο καινούργιο της σπίτι είναι να κάνει ιερές σπονδές μπροστά στην εστία και τα εμβλήματα των προγόνων του συζύγου, που έγιναν τώρα και δικοί της πρόγονοι.
Μια χορωδία κοριτσιών τραγουδάει ένα επιθαλάμιο, η τελετή τελειώνει.
Τη δεύτερη μέρα το νεαρό ζευγάρι δέχεται τους φίλους. Κάποτε οι φίλοι τους κάνουν την τιμή να τους τραγουδήσουν εωθινό τραγούδι. Η μέρα αυτή λέγεται μέρα της αποκάλυψης. Τον πέπλο η νεαρή νιόπαντρη θα τον δωρίσει στην ήρα, παρακαλώντας τη θεά να της χαρίσει ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή.
Έτσι λοιπόν η νεαρή σύζυγος βγάζει τον πέπλο και παρουσιάζεται μπροστά στους καλεσμένους που ήρθαν με τα γαμήλια δώρα. Τα δώρα είναι κάθε λογής: ζωγραφιστά αγγεία, σανδάλια, καθρέφτες, χτένες, αρώματα κι άλλα αντικείμενα. Τώρα η νεαρή γυναίκα έγινε οικοδέσποινα. Ο άντρας της είναι πολύ μεγαλύτερος στα χρόνια. Είναι έμπειρος κι όλος ο κόσμος τον θεωρεί καλό νοικοκύρη.
Το πρωί της δεύτερης μέρας ο σύζυγος θα προσκυνήσει πρώτα τους θεούς και μαζί με τη σύζυγό του θα τους προσφέρει θυσία, παρακαλώντας τους να της δώσουν τη θεία χάρη να μάθει όλα όσα χρειάζονται και να αποκτήσει χρήσιμες συνήθειες. Με τη σειρά της η σύζυγος υπόσχεται ότι θα προσπαθήσει να είναι επιμελής.
Στο χωρισμό η μάνα δεν της είπε παρά μόνο πως σαν σύζυγος πρέπει να είναι επιφυλακτική και σεμνή. Αλλά ο σύζυγός της, της εξηγεί πως από τη στιγμή που έγινε οικοδέσποινα έχει χρέος να μοιάζει με τη μάνα των μελισσών, να κάθεται πάντα μαζί με το σμήνος και να μην επιτρέπει στις μέλισσες να τεμπελιάζουν, δηλαδή να βάζει τις θεραπαινίδες στη δουλειά και να τις μαθαίνει να ‘ναι πειθαρχικές. Αυτή πρέπει να συγκεντρώνει όλα τα προϊόντα και τις προμήθειες, να τα μοιράζει και να φυλάει με φροντίδα τα αποθέματα, για να μην τυχόν σπαταλιέται σ’ ένα μήνα αυτό που έπρεπε να φτάσει για χρόνο ολόκληρο. Όταν θα φέρουν το μαλλί, αυτή πρέπει να δώσει να γνέσουν και να υφάνουν. Η ίδια πρέπει επίσης να προσέξει τα οπωρικά να ξεραθούν καλά και να γιατρευτούν οι δούλοι που τυχόν αρρώστησαν .οι εξηγήσεις του συζύγου είναι πολύ λεπτομερειακές. Της λεει πως οι προμήθειες πρέπει να διατηρούνται με τάξη, κάθε πράγμα στην κατάλληλη θέση, κι οι υπηρέτριες πρέπει να μάθουν πως όταν παίρνουν κάτι να το βάζουν στη θέση του. Τα υποδήματα πρέπει να μπαίνουν στη σειρά, για να μπορεί να διαλέγει κανένας εύκολα το κατάλληλο ζευγάρι. Η ενδυμασία και το κρεβατοστρώσι πρέπει να κρατιούνται με τάξη, διπλωμένα με φροντίδα. Τα αγγεία ακόμα και τα δοχεία του φαγητού ούτε κι αυτά τα ξέχασε. Ο σύζυγος έχει τη γνώμη πως πρέπει να είναι τακτοποιημένα έτσι που να μπορεί κανείς να τα παίρνει εύκολα.
Τα ακριβά πράγματα -τάπητες και διάφορα κοσμήματα -τα φύλαγαν στονκοιτώνα, γιατί ήταν το πιο εξασφαλισμένο δωμάτιο του σπιτιού. Στους ξερούς χώρους διατηρούνται τα σιτηρά και το ψωμί, στους ψυχρούς το κρασί, ενώ τα φωτεινά δωμάτια προορίζονται για εργασία.
            Ύστερα από τις θεωρητικές οδηγίες ο σύζυγος περνάει στα πρακτικά μαθήματα και μαζί με τη σύζυγό του αρχίζει να χωρίζει τα πράγματα κατά κατηγορίες. Πρώτα βάζουν κατά μέρος τα αντικείμενα της λατρείας, έπειτα τα ενδύματα για τις γιορτές και τη στρατιωτική στολή του συζύγου. Διαλέγουν ξεχωριστά τα στολίσματα για τα δωμάτια της συζύγου, τα υποδήματα του άντρα και τα υποδήματα της γυναίκας. Καθορίζουν τον τόπο όπου θα κρατούν τα όπλα και τα εργαλεία για το λανάρισμα και το γνέσιμο του μαλλιού. Τα εργαλεία αυτά τα ξέρει πολύ καλά η νεαρή σύζυγος, γιατί στο πατρικό της σπίτι έμαθε να γνέθει και να υφαίνει. Χαιρετάει την ελαφρή καλαμένια ρόκα σαν παλιά της φίλη, γιατί με τη συντροφιά της πέρασε ώρες ολόκληρες, κρατώντας την στο αριστερό χέρι, ενώ με το δεξί τύλιγε το στριμμένο γνέμα στο μετάλλινο αδράχτι. Να και ένα καλαθάκι με καλολαναρισμένο μαλλί, το οποίο όταν γνέθει το κρεμάει από το χέρι της κοντά στον αγκώνα.
            Ο αργαλειός τής είναι πολύ γνωστός. Ώρες ολόκληρες πηγαινοερχόταν μπροστά του, από τη μια άκρη ως την άλλη, γυρίζοντας τη σαΐτα, γιατί το στημόνι δεν ήταν τεντωμένο οριζόντια, μα κάθετα.
            Τα αντικείμενα οικιακής χρήσης, τα δοχεία του φαγητού, οι στάμνες και οι σκάφες για πλύσιμο και τα ταψιά για το ψήσιμο του ψωμιού, τα πινάκια για το φαγητό -διαλέγονται με φροντίδα από το σύζυγο και χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: αυτά που είναι για καθημερινή χρήση και τα άλλα για ορισμένες περιπτώσεις. Τα τρόφιμα κι οι άλλες προμήθειες είναι κι αυτές σε δυο σωρούς: ο ένας αντιπροσωπεύει τη μηνιάτικη κατανάλωση, ο άλλος τα αποθέματα για τον υπόλοιπο χρόνο. Σύμφωνα με τη γνώμη του συζύγου έτσι φαίνεται καλύτερα ποιο από τα τρόφιμα πλησιάζει να τελειώσει. Τέλος, οι σύζυγοι διαλέγουν μια αποθηκάριο, την πιο εγκρατή στο φαγητό, στο ποτό και στον ύπνο δούλα, την πιο υπάκουη και την πιο συγκρατημένη. Αυτές οι ιδιότητες είναι εξαιρετικά σημαντικές. Τώρα όλα είναι εντάξει. Η νεαρή σύζυγος αρχίζει την οικογενειακή ζωή.
            Τη χαραυγή ξυπνάει τους δούλους και τους δίνει εργασία. Αυτή κρατάει τα κλειδιά από τις αποθήκες, γνέθει και υφαίνει. Πρέπει να είναι σεμνή και προκομμένη, υπόδειγμα για τις δούλες. Δεν θα ‘ναι σπάταλη όπως ορισμένες γυναίκες, που σκορπούν τις προμήθειες με τέτοια επιπολαιότητα, που οι άντρες τους είναι αναγκασμένοι να τους πάρουν τα κλειδιά από τις αποθήκες. Ο άντρας δεν θα ‘ναι ποτέ τραχύς μαζί της κι ούτε φιλάργυρος, έτσι που αυτή θα μείνει πάντα αφέντρα της αποθήκης.
            Η ζωή της παντρεμένης αθηναίας ήταν πολύ μονότονη. Από το σπίτι μπορούσε να βγει μονάχα με την άδεια του συζύγου, συνοδευόμενη από μια δούλα ή από έναν ηλικιωμένο συγγενή. Όμως κανένας δεν απαιτούσε τον περιορισμό των γυναικών που είχαν περάσει τα πενήντα. Φυσικά αυτά τα έθιμα δεν τα τηρούσαν με αυστηρότητα. Οι παντρεμένες γυναίκες πήγαιναν συχνά περίπατο και έκαναν επισκέψεις.
 
Στις εκδηλώσεις
 
Επίσης, οι γυναίκες ήταν παρούσες στις μεγάλες πομπές, στα μυστήρια, στους γάμους και στις κηδείες. Ένα μήνα μετά το γάμο, στις 11 του Ανθεστηρίωνα, η νεαρή σύζυγος προετοιμάζεται για τη μεγάλη γιορτή των ανθεστηρίων, γιορτή του ερχομού της άνοιξης, των πρώτων λουλουδιών και του καινούργιου κρασιού, που τώρα το είχαν για πώληση και έρχονταν στην Αθήνα να το αγοράσουν ξένοι και κάτοικοι των δήμων .τα ανθεστήρια κρατούσαν τρεις μέρες και κάθε μέρα είχε ένα ειδικό όνομα και μια πατροπαράδοτη εθιμοτυπία. Την πρώτη μέρα, στα πιθοίγια, δηλ. Στη μέρα «των πίθων», ξεσφράγιζαν τα τεράστια πήλινα αγγεία όπου φύλαγαν το κρασί, δοκίμαζαν την καινούργια σοδειά και οι αγοραστές γέμιζαν τα αγγεία τους. Για τους δούλους η μέρα αυτή είχε εντελώς ξεχωριστή σημασία, γιατί ήταν η μόνη μέρα του χρόνου που είχαν το δικαίωμα να κάνουν και να πουν ό, τι ήθελαν. Φυσικά, κανένας δεν μπορούσε να εγγυηθεί πως στο τέλος της γιορτής δεν θα είχαν συνέπειες γιατί είχαν ερμηνεύσει πολύ κυριολεκτικά τα δικαιώματα τους…
Σ’ όλα τα σπίτια της Αθήνας η πρώτη μέρα άρχιζε με επίσημες θυσίες προς τιμήν των θεών, στις οποίες έπαιρνε μέρος ολόκληρη η οικογένεια και όλοι οι δούλοι του σπιτιού. Η πιο χαρούμενη μέρα ήταν η δεύτερη, οι χοές, δηλ. Η μέρα των φιαλών και των αγγείων.
Το βράδυ, στο φως των πυρσών, μπροστά στις αιχμάλωτες του γυναικωνίτη, ξετυλιγόταν μια ασυνήθιστη εικόνα μιας επίσημης και παράξενης πομπής. Στους ήχους των αυλών και των τυμπάνων περνούσαν χορεύοντας και τονίζοντας τον ιερό ύμνο των βακχίδων, νύμφες και μαινάδες ακολουθούμενες από σατύρους και Φαύνους. Στα κεφάλια των χορευτών, που ήταν ντυμένοι με δέρματα ζώων, αντηχούσαν μελωδικά κουδουνάκια κρεμασμένα από άνθινα στεφάνια. Στο κέντρο της συνοδείας φαινόταν ένα άρμα στολισμένο ωραία, στο μέσο του οποίου καθόταν η σύζυγος του άρχοντα-βασιλιά, παριστάνοντας τη γυναίκα του Διόνυσου. Την πήγαιναν στο ναό για να παντρευτεί με το θεό.
Μετά τη συμβολική τελετή του γάμου με τον Διόνυσο, η σύζυγος του άρχοντα-βασιλιά έμενε όλη τη νύχτα στο ιερό, ενώ η συνοδεία πήγαινε στο θέατρο, όπου είχαν φέρει έγκαιρα πλήθος τραπέζια. Εδώ γινόταν το γεύμα των χοών, που περιέγραψε ο Αριστοφάνης στους «Αχαρνείς». Καθένας ερχόταν φέρνοντας φαγητό από το σπίτι του. Έτρωγαν κάτι μακρουλά ψωμάκια, αλειμμένα με μια καυτερή σάλτσα που προκαλούσε δίψα.
Αφού όλος ο κόσμος καθόταν στα τραπέζια άρχιζε μια παράξενη άμιλλα. Οι συνδαιτυμόνες σήκωναν τα κύπελλα (χοές) γεμάτα κρασί και στο σύνθημα μιας σάλπιγγας έπιναν χωρίς ανάσα! Οποίος τέλειωνε πρώτος ανακηρυσσόταν νικητής και έπαιρνε για έπαθλο ένα ασκί γεμάτο καινούργιο κρασί.
Από το θέατρο το πλήθος γύριζε τραγουδώντας με τη συνοδεία τυμπάνων κι όλη τη νύχτα στους θορυβώδεις δρόμους της πόλης κυκλοφορούσαν εύθυμες ομάδες κρατώντας πυρσούς.
Έπειτα απ’ αυτή τη νύχτα ακολουθούσαν οι χύτροι, πένθιμη μέρα που περιέφεραν χύτρες με διάφορους σπόρους. Αυτή ήταν η τελευταία μέρα των ανθεστηρίων , τη μέρα αυτή κάθε αθηναίος έβραζε στην ιερή πυρά συμβολικά φυτά για την τροφή των σκιών, που γύριζαν στη γη.
Στον περίβολο του Ληναίου υψώνονταν δεκατέσσερις βωμοί, όπου πρόσφεραν θυσίες 14 γυναίκες, διαλεγμένες από τις καλύτερες οικογένειες της πόλης, οι ίδιες που την παραμονή συνόδευσαν στο ναό τη σύζυγο του άρχοντα-βασιλιά, οι αρχαιολογικές ανασκαφές έφεραν στο φως πολυάριθμες χοές. Τα διακοσμητικά τους σχέδια παριστάνουν διάφορες σκηνές των ανθεστηρίων, ανάμεσα στους εορταστές διακρίνονται πάντα μορφές παιδιών.
Τα ανθεστήρια θεωρούνταν και γιορτή των παιδιών, συγκινητική και ποιητική συνάρτηση ιδεών , που συνδέουν τα παιδιά με τη χαρά της αναγέννησης της φύσης, ύστερα από το ψύχος του χειμώνα: τα παιδιά και τα πρώτα μπουμπούκια των λουλουδιών γιόρταζαν μαζί.
Οι μικροί αθηναίοι, φορτωμένοι άνθη, κατέθεταν στεφάνια στο βωμό του Ευρυσάκη, γιου του Αίαντα, σε ανάμνηση της παραμονής του στην Αθήνα. Έκαναν περίπατο στους δρόμους μαζί με τους γονείς τους πάνω σε άρματα στολισμένα με πρασινάδα και λουλούδια και έπαιρναν μέρος στο τραπέζι που γινόταν το βράδυ των «χοών», ακόμη και η ηλικία των παιδιών υπολογιζόταν με βάση τον αριθμό των χοών στις οποίες είχαν πάρει μέρος.
Αλλά να που έσβηναν οι τελευταίοι αντίλαλοι των ανθεστηρίων. Οι τοίχοι του γυναικωνίτη έκλειναν ξανά γύρω από τη νεαρή γυναίκα, ορίζοντας ολόκληρο τον κόσμο της. Σ’ αυτό τον κόσμο υπήρχαν παιδιά, η εργασία στο νοικοκυριό, λίγη μουσική, καθώς και οι δούλες, οι οποίες από την άποψη της διανοητικής ανάπτυξης δεν διέφεραν πάρα πολύ απ’ αυτή. Μα θα ήταν εξαιρετικά ευχάριστο να πλατύνει τα σύνορα αυτού του κλειστού κύκλου, και γι’ αυτό η νεαρή κυρά κοίταζε συνεχώς το δρόμο, από το παράθυρο, προσπαθώντας ταυτόχρονα να μείνει αθέατη.
 
Στο σπίτι
           
Πέρα από το παράθυρο βρισκόταν ένας άλλος κόσμος, σχεδόν απρόσιτος στη γυναίκα. Το σύνορο αυτού του κόσμου το αποτελούσε η θύρα, που φυλαγόταν από ένα θυρωρό. Στα χτυπήματα του μικρού μεταλλικού ρόπτρου, που ήταν κρεμασμένο στην εξώθυρα, απαντούσε πρώτα με τα γαβγίσματά του το σκυλί από την αυλή. Έπειτα έβγαινε ο θυρωρός, ο οποίος άφηνε ή όχι τον επισκέπτη να μπει στην αυλή. Η αυλή αυτή, που στη μέση της υψωνόταν ο βωμός του Ερκείου Δία, προστάτη της εστίας, ήταν το κέντρο του σπιτιού. Εδώ έτρωγαν , εδώ περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους τα μέλη της οικογένειας και εδώ επίσης γίνονταν δεκτοί οι καλεσμένοι. Απ’ τις δυο πλευρές κάτω απ’ τις στοές, βρίσκονταν τα δωμάτια. Στο βάθος, στο απέναντι από την είσοδο μέρος, βρισκόταν η πύλη που οδηγούσε στο δωμάτιο του άνδρα, κύρια αίθουσα της κατοικίας. Στο γυναικωνίτη μπορείς να φτάσεις μόνο περνώντας απ’ αυτό το δωμάτιο. Ο γυναικωνίτης περιλάμβανε τον κοιτώνα των συζύγων, τα δωμάτια των κοριτσιών και τα διαμερίσματα όπου εργάζονταν οι δούλες. Εκτός από το σύζυγο, κανένας άλλος άντρας δεν επιτρεπόταν να μπει εκεί. Ο γυναικωνίτης ήταν τόσο απρόσιτος που κάποτε συνέβαιναν κωμικοτραγικά περιστατικά, σαν αυτό που διηγείται ο Δημοσθένης. Μια φορά στο σπίτι ενός αθηναίου, που είχε φύγει σε ταξίδι, τρύπωσαν ληστές. Οι γείτονες άκουσαν τα ξεφωνητά των γυναικών και είδαν πως γινόταν αρπαγή. Άρχισαν να φωνάζουν βοήθεια, αλλά κανένας δεν τόλμησε να μπει στο γυναικωνίτη, αν και έβλεπαν πως οι ληστές έβγαζαν τα πράγματα από το σπίτι. 
 
Οικιακός εξοπλισμός
 
            Όταν έκανε κρύο, στο σπίτι δεν ήταν πολύ ευχάριστα, γιατί, εκτός από ένα μαγκάλι με κάρβουνα, τα δωμάτια δεν είχαν άλλο μέσο θέρμανσης. Μονάχα στο μαγειρείο υπήρχε εστία. Από τα κάρβουνα που σιγόκαιγαν μέσα στη στάχτη της εστίας έπαιρναν φωτιά όταν νύχτωνε και έπρεπε να ανάψει το λυχνάρι. Κάποτε, αντί λυχνάρι χρησιμοποιούσαν μια χούφτα δαδιά. Άλλοτε για λυχνάρι μεταχειρίζονταν ένα μετάλλινο κουτί ή ένα πήλινο αγγείο, γεμάτο από στουπί αλειμμένο με μια ρητινώδη ουσία. Αυτό το τοποθετούσαν στο μέσο ενός πιο μεγάλου αγγείου από πηλό, όπου έπεφτε το αναμμένο φιτίλι και κυλούσε το λιωμένο ρετσίνι. Το λυχνάρι κάπνιζε και πριτσάλιζε, γεμίζοντας καπνιά τους τοίχους και την οροφή. Η αλήθεια είναι πως η ζημιά δεν ήταν μεγάλη. Για πολύ καιρό στην Αθήνα οι τοίχοι ασπρίζονταν μόνο με ασβέστη. Ο Αλκιβιάδης υπήρξε ο πρώτος αθηναίος που στόλισε τους τοίχους με ζωγραφιές. Γι’ αυτό το σκοπό έκλεισε στο σπίτι το ζωγράφο Αγάθαρχο και δεν τον άφησε να βγει πριν τελειώσει τη δουλειά του. Γενικά, όμως, για τα δωμάτια προτιμούσαν λυχνάρια με λάδι. Αυτά τα έφτιαχναν με μέταλλο ή με πηλό και είχαν δυο τρύπες. Η μια για να βάζουν το λάδι, η άλλη για να βγαίνει το φιτίλι. Πρέπει να πούμε πως σ’ αυτά τα λυχνάρια έδιναν τις πιο ποικίλες μορφές.
            Σχεδόν όλα τα σπίτια είχαν δυο πατώματα. Κάποτε το δεύτερο πάτωμα νοικιαζόταν και τότε στα πάνω δωμάτια ανέβαινες απευθείας από το δρόμο με μια εξωτερική κλίμακα. Στα πιο μέτρια σπίτια η σκάλα ήταν εσωτερική και στο ισόγειο βρίσκονταν οι αποθήκες και συχνά και ο γυναικωνίτης.
            Η πλειοψηφία των ιδιωτικών σπιτιών της Αθήνας ανήκε, βέβαια, στην κατηγορία των μέτριων σπιτιών, ή καλύτερα ήταν ένα είδος καλύβας αποτελούμενης από δυο μικροσκοπικά καλυβάκια το ένα επάνω στο άλλο, που έβλεπαν απευθείας στο δρόμο. Οι στέγες τις περισσότερες φορές ήταν ίσιες, τα δωμάτια του ισογείου δεν είχαν παράθυρα, το φως της αυλής έμπαινε από τη θύρα. Τα δωμάτια του επάνω πατώματος όμως είχαν παράθυρα, κι από εδώ άρεσε στις γυναίκες να παρακολουθούν την κίνηση του δρόμου.
            Τα σπίτια δεν είχαν ξύλινες θύρες, εκτός από εκείνη που έβγαζε στο δρόμο και τη θύρα του δωματίου όπου φύλαγαν τα πολύτιμα αντικείμενα. Στα άλλα δωμάτια μπροστά στις θύρες υπήρχαν κρεμασμένα παραπετάσματα.
Τα σπίτια των ευκατάστατων ανθρώπων ήταν επιπλωμένα αρκετά πλούσια. Ας αρχίσουμε από τα καθίσματα. Υπήρχαν καθίσματα με ερεισίνωτο (πλάτη δηλ.) Ή χωρίς ερεισίνωτο, καθώς και ο θρόνος, δηλαδή ένα κάθισμα με υψηλό ερεισίνωτο. Στο θρόνο καθόταν ο οικοδεσπότης. Ήταν τόσο ψηλός, που για να μπορέσεις να καθίσεις σ’ αυτόν έπρεπε να πατήσεις σ’ ένα ειδικό καθισματάκι. Πάνω στα καθίσματα ήταν στρωμένα μαξιλάρια σκεπασμένα χαλάκια και στις πλάτες ήταν ριγμένα καινούργια καλύμματα. Τα κομψά κρεβάτια.
Κλίνες είχαν πόδια σταυρωτά, όπως και τα καθίσματα. Υπήρχαν κι άλλα είδη, με ίσια πόδια και με μικρό ερεισίνωτο στην άκρη και στη μια πλευρά, όπως στα μοντέρνα ντιβάνια. Τα απλά κρεβάτια, που λέγονταν κράββατοι, αποτελούνταν από ένα ξύλινο πλαίσιο με κοντά πόδια, από τα οποία δένονταν σταυρωτά μερικές ταινίες δερμάτινες. Σ’ αυτό το δίχτυ των ταινιών τοποθετούσαν ένα σελτέ γεμάτο μαλλί, ένα σεντόνι και ένα μαξιλάρι.
Για σκεπάσματα χρησιμοποιούσαν κουβέρτες, δέρματα προβάτων και γούνες, ανάλογα με τον καιρό. Το κρεβάτι ήταν το κύριο έπιπλο των αρχαίων ελλήνων, γιατί διάβαζαν, έγραφαν και σκέφτονταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι τους. Τα τραπέζια τα χρησιμοποιούσαν μόνο για φαγητό. Ήταν πολύ χαμηλά, για την ακρίβεια δεν ξεπερνούσαν το ύψος των κρεβατιών, γιατί, όπως είπαμε, οι έλληνες έτρωγαν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι.
Πολύ πιο γερές ήταν οι καλάθες, που δεν έλειπαν από τα σπίτια των αθηναίων, οι οποίες αντικαθιστούσαν τις ντουλάπες. Οι καλάθες ήταν τόσο μεγάλες, που καθεμιά τους μπορούσε να χωρέσει δύο ανθρώπους. Οι καλάθες έκλειναν με κάτι βαριές κλειδαριές και συχνά ήταν στολισμένες με κεντίδια, εγκόλλητα, γεωμετρικά σχήματα κ.ά. Στο σπίτι βρίσκονταν πολυάριθμα πήλινα αγγεία. Αυτά είχαν διάφορες μορφές και διαστάσεις και πολλές φορές ήταν ωραία.
            Το πιο μεγάλο αγγείο -ο πίθος -ήταν μια μεγάλη στάμνα, στρογγυλή, με πάτο σουβλερό ή ίσιο. Στους πίθους φύλαγαν κρασί, λάδι, σύκα, τρόφιμα αλατισμένα.
            Για μακρόχρονη διατήρηση το κρασί και το λάδι το έβαζαν σε αμφορείς, κάτι αγγεία με δύο χερούλια και μακρύ λαιμό. Τα στόμια των αμφορέων τα βούλωναν με ρετσίνι. Το αγγείο στο οποίο αναμίγνυαν στο τραπέζι το κρασί με νερό ονομαζόταν κρατήρας. Ο κρατήρας είχε σχήμα δοχείου με πολύ πλατύ στόμιο, με δυο χερούλια. Το σερβίτσιο του κρασιού συμπληρωνόταν με τις οινοχόες, αγγεία με ένα χερούλι κι ένα στόμιο απ’ όπου χυνόταν το ποτό, και τον σκύφο, ένα είδος κυπέλλου ή κανάτας με ψηλό χερούλι. Εξαιρετική ποικιλία παρουσίαζαν τα ποτήρια, δηλαδή τα δοχεία που χρησιμοποιούνταν για το ποτό: φιάλες, σκύφοι, κύλικες, κάνθαροι και τέλος τα ρυτά. Το ρυτό ήταν ένα κέρατο πελεκημένο και γλυμμένο στη μυτερή του άκρη, που είχε μορφή κεφαλής ζώου, συνήθως κριαριού. Εδώ, στο κεφάλι, υπήρχε μια τρύπα για να χύνεται το υγρό, που έκλεινε με ένα μικρό καπάκι.
            Τα δοχεία του φαγητού των ελλήνων μάς είναι λιγότερο γνωστά. Ανάμεσα σ’ αυτά ήταν η χύτρα, ένα δοχείο με πόδια ή χωρίς πόδια, αλλά με κυκλικό πυθμένα, για να μπορεί να κάθεται σε τρίποδα. Στη χύτρα έβραζαν κρέας και λαχανικά. Για τα ψάρια υπήρχαν κάτι μεγάλα δοχεία. Το ψωμί και τις πίτες τις φύλαγαν σε πλεχτά κάνιστρα. Μια σκάρα, μαχαίρια και πιρούνια συμπλήρωναν τα εξαρτήματα του μαγειρείου.
            Όλα τα δοχεία των αρχαίων αθηναίων ήταν φτιαγμένα από πηλό κόκκινο ή κιτρινωπό, που τον προμηθεύονταν από τα κεραμουργεία των προαστίων της πόλης. Στο κόκκινο βάθος του αγγείου ζωγράφιζαν ωραία μελανά σχέδια. Τα γυάλινα δοχεία αναφέρονται για πρώτη φορά στον Αριστοφάνη. Προηγουμένως από γυαλί κατασκεύαζαν μόνο κοσμήματα: χάντρες, σκουλαρίκια, περιδέραια, βραχιόλια. Ο χρόνος μετριόταν με το ρολόι: το γνώμονα, ένα ηλιακό ρολόι, εγκατεστημένο στον κήπο του σπιτιού, και την κλεψύδρα, ένα ρολόι με νερό, με το οποίο μετριόταν ο χρόνος ανάλογα με την ποσότητα του νερού που έτρεχε ομοιόμορφα σ’ ένα δοχείο. Ορισμένα σχέδια σε αρχαία ελληνικά αγγεία παριστάνουν σκηνές από τη ζωή και τις ασχολίες των γυναικών. Τα σχέδια αυτά μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες σύμφωνα με το θέμα τους: οικιακές ασχολίες, καλλωπισμός των γυναικών και διασκεδάσεις τους στην αποτραβηγμένη ζωή του γυναικωνίτη.
 
Ενδυμασία
 
Η γυναικεία ενδυμασία εκείνης της εποχής δεν έθετε ζητήματα κοπτικής αλλά απαιτούσε μεγάλη ευχέρεια στην τέχνη του στολισμού. Τα γυναικεία ενδύματα, όπως και τα αντρικά, χωρίζονταν σε δυο μεγάλες κατηγορίες: στην ελαφρή εσωτερική ενδυμασία και σ’ ένα φόρεμα πιο χοντρό, τον πέπλο, που φοριόταν από πάνω. Ο χιτώνας των γυναικών ήταν συνήθως πιο μακρύς από τον αντρικό, ήταν απλό, μακρύ πουκάμισο, που έπεφτε ελεύθερα κατά μήκος του σώματος και πιανόταν μόνο με ένα κορδόνι. Οι παντρεμένες γυναίκες έδεναν το κορδόνι κόμπο, κάτω από το στήθος τους, ενώ τα νεαρά κορίτσια στο θώρακα ή στους γοφούς. Κάποτε ο χιτώνας είχε σχιστά μανίκια. Οι άκρες του πιάνονταν με μια πόρπη από το δεξιό ώμο ή τις έδεναν φιόγκο πάνω στο στήθος. Στις παρυφές ο χιτώνας ήταν στολισμένος με μια ταινία άλλου χρώματος, συνήθως χρώματος κρόκου.
Στο σπίτι οι γυναίκες φορούσαν μόνο χιτώνα αλλά όταν έβγαιναν στο δρόμο φορούσαν από πάνω έναν πέπλο, δηλαδή ένα κομμάτι ύφασμα πλατύ περίπου 1,5 μέτρο και μακρύ 3-4 μέτρα, με το οποίο οι ελληνίδες καλύπτονταν επιδέξια, αφήνοντάς το να πέφτει σε πτυχές. Κάποτε, όταν δεν φορούσαν βέλο, άφηναν ελεύθερη μιαν άκρη του πέπλου και κάλυπταν μ’ αυτήν το κεφάλι.
Την ενδυμασία των γυναικών την έφτιαχναν από μάλλινο ύφασμα, πανί και λινάρι και ένα ύφασμα από άγνωστο υλικό, πολύ λεπτό και διάφανο, όπως η μουσελίνα. Τα χρώματα που προτιμούσαν ήταν: κίτρινο, κόκκινο, ερυθρό, πράσινο ανοιχτό, πράσινο λαδί, γκριζογάλανο, καφετί ανοιχτό και λευκό. Τους άρεσαν υφάσματα με σχέδια, ταινίες με ζωηρά χρώματα και κεντήματα. Μπορούμε να σχηματίσουμε μια ιδέα για τα κεντητά πέπλα αν κοιτάξουμε τα σχέδια των αγγείων ή αν διαβάσουμε στον Αισχύλο την περιγραφή της ενδυμασίας του Ορέστη.
Στο δρόμο οι γυναίκες σπάνια φορούσαν στο κεφάλι τους καλύμματα, αλλά όταν έβγαιναν έξω από την πόλη κάλυπταν το κεφάλι τους με κάτι στρογγυλά καλύμματα με μυτερή κορυφή. Στα πόδια φορούσαν σανδάλια, υποδήματα λευκά ή κίτρινα και ένα είδος ψηλά άρβυλα. Όταν έβγαιναν στο δρόμο έπαιρναν μια ομπρέλα και ένα ριπίδι από φτερά παγονιού ή ένα πιο ελαφρύ από ξύλο, με μορφή λωτού. Η ενδυμασία συμπληρωνόταν με κοσμήματα: χρυσά σπειροειδή ή μακριά σκουλαρίκια, χρυσά περιδέραια, διαδήματα, βραχιόλια (αυτά τα φορούσαν στο πάνω μέρος του βραχίονα), δαχτυλίδια και κάτι μικρούς χρυσούς δακτύλιους στην κλείδωση του χεριού.
Ο καθρέφτης ήταν ένα αντικείμενο που δεν έλειπε από τη ζωή της γυναίκας. Οι καθρέφτες γίνονταν από καλοδουλεμένο μέταλλο κι είχαν ένα χερούλι λιγότερο ή περισσότερο στολισμένο. Όταν οι εταίρες γίνονταν γριές χάριζαν τους καθρέφτες τους στην Αφροδίτη για την προστασία και τη μέριμνα που τους είχε η θεά. 
 
Καλλωπισμός
 
            Οι ελληνίδες είχαν μακριά και πυκνά μαλλιά. Τα έπλεκαν και τα έκαναν βοστρύχους και πλεξούδες, τα έπιαναν με ταινίες και καρφίδες (τσιμπιδάκια) και τους έκαναν διάφορα χτενίσματα. Στις ελεύθερες γυναίκες το κοντό μαλλί ήταν σημάδι πένθους ή αναγνώριση γηρατειών. Οι δούλες είχαν πάντοτε τα μαλλιά τους κομμένα κοντά. Οι ελληνίδες χρησιμοποιούσαν κρέμα για να ασπρίζουν τα μάγουλα, ψιμύθια, βαφές για τα φρύδια και τις βλεφαρίδες. Πολλές γυναίκες είχαν ολόκληρο εργαστήρι με καθρέφτες, τσιμπιδάκια, καρφίτσες, μπουκαλάκια με αρώματα και αρωματικές ουσίες, δοχεία με κρέμες. Για το βάψιμο του προσώπου και των χειλιών χρησιμοποιούσαν μολύβια ή ρίζα του φυτού αλκέα (είδος μολόχας). Τα φρύδια τα μαύριζαν με καπνιά ή με ψιλοτριμμένο αντιμόνιο. Τα βλέφαρα τα σκίαζαν ελαφρά με κάρβουνο. Τις βλεφαρίδες τις έβαφαν πρώτα μαύρες, έπειτα με ένα μείγμα από ασπράδι αυγού, αμμωνία και ρετσίνι. Οι γυναίκες έβαζαν πολλά μυρωδικά, όπως άλλωστε και οι άντρες, πράγμα που φαίνεται από τις πικρές μομφές του Σωκράτη.
 
Διασκεδάσεις
 
            Η μουσική κατείχε σημαντική θέση στη ζωή της γυναίκας. Οι θωπευτικοί τόνοι της λύρας και τα βαριά τρέμουλα του δίαυλου αντηχούσαν συχνά στα διαμερίσματα του γυναικωνίτη. Γενικά οι .έλληνες ήταν μεγάλοι φίλοι της μουσικής και απέδιδαν ιδιαίτερη σημασία στην ηθική της επίδραση.
            Οι έλληνες προτιμούσαν τις χαμηλές συγχορδίες. Για τις διάφορες κλίμακες υπήρχαν ειδικές ονομασίες. Οι νότες της φωνητικής μουσικής και της ενόργανης μουσικής ήταν επίσης διαφορετικές.
            Η αρμονία ήταν ξένη προς την ελληνική μουσική. Παρ’ όλο που οι έλληνες γνώριζαν τις συγχορδίες, χρησιμοποιούσαν μονάχα την κλίμακα που την ονόμαζαν αντιφώνηση. Συνήθως τραγουδούσαν σε μια φωνή.
Μια άλλη διασκέδαση των γυναικών ήταν τα οικιακά ζώα και τα πουλερικά. Είχαν σκυλιά και γάτες παιχνιδιάρικες, που τους άρεσε να παίζουν με τις κλωστές από ένα ατέλειωτο κέντημα, κοκόρια και κότες, χήνες, κάργες αυθάδικες, που ήξεραν να σκαλώνουν σε κάτι μικρές βαθμίδες και να κρατούν μια μικροσκοπική ασπίδα, γερανούς, πέρδικες και άλλα εξημερωμένα πουλιά, που τις εικόνες τους μπορεί να τις δει κανείς στα σχέδια των αγγείων.
Μια εποχή έγιναν της μόδας οι πίθηκοι της Αιγύπτου, αλλά πιθήκους μπορούσε να δει κανείς πιο σπάνια και δεν ήταν εύκολο να τους προμηθευτεί.
Μα θα ήταν μεγάλο λάθος να πιστέψει κανείς ότι όλες οι αθηναίες περνούσαν τον καιρό τους μπροστά στον καθρέφτη ή χαϊδεύοντας τις χορδές της λύρας. Η τέχνη του 5ου-4ου αιώνα παρουσίασε ιδιαίτερα τη ζωή της εύπορης γυναίκας. Υπήρχε όμως και μια άλλη ζωή γυναίκας, που συνήθως οι καλλιτέχνες αγνοούσαν. Η σκληρή, η πολύμοχθη ζωή πολυάριθμων άπορων οικογενειών δεν αποτελούσε πηγή έμπνευσης για τους ζωγράφους και τους ποιητές του ισχυρού ναυτικού κράτους. Η αθηναϊκή τέχνη εμπνέεται από τις πτυχώσεις των κομψών ενδυμάτων κι όχι από τους χοντροκομμένους και μπαλωμένους χιτώνες που αποτελούσαν την αμοιβή του καθημερινού μόχθου. Η ζήτηση γεννάει την προσφορά. Εκείνοι που πλήρωναν τα αγάλματα και τα αγγεία δεν θα έδιναν χρήματα για τόσο αποκρουστικές εικόνες, ενώ οι λίγοι οβολοί των φτωχών δεν προορίζονταν για την αγορά αντικειμένων πολυτελείας. Συχνά δεν έφταναν ούτε για το καθημερινό ψωμί. 
 
Οι φτωχές
 
Παρ’ όλα αυτά στις εμπνευσμένες ομιλίες των θεών και των ηρώων αντηχούσε και η γεμάτη φροντίδες ζωή του αθηναϊκού δήμου. Η γυναίκα του λαού, η γυναίκα του μόχθου, η κουρασμένη, η πρόωρα μαραμένη, διακόπτει τους χορούς των τραγουδιών, ενώ στις κωμωδίες του Αριστοφάνη κλαιει μπροστά σ’ όλους τη μαύρη της τύχη.
Στις φτωχές οικογένειες η γυναίκα δουλεύει δίπλα στον άντρα. Σε μια επιγραφή γίνεται λόγος για τη γυναίκα ενός χρυσοχόου που Βοηθάει τον άντρα της να φτιάχνει περικεφαλαίες για Τις παρελάσεις και να Τις επιχρυσώσει. Η ανάγκη υποχρεώνει την Αθηναία να κάνει ακόμα και δουλειές δούλας, να εργαστεί σαν τροφός.
Με τον τελευταίο οβολό η φτωχή γυναίκα αγοράζει λίγο αλεύρι ή δανείζεται από το γείτονα για να ‘χει με τι να κάνει χυλό σε μια πήλινη γαβάθα, να ψήσει κουλούρια και να τα πάει στην αγορά να τα πουλήσει. Τα μέλη της οικογένειάς της τα τρέφει με «ξηρά φύλλα ραδικιού», με «ρίζες ραδικιού» και άλλα φαγώσιμα φυτά. Από τότε που θα φέξει η μέρα κι ως τη δύση του ήλιου θα την δεις να γυρνάει εδώ και ‘κει σαν τη σαΐτα στον αργαλειό.
Δεν έχει καιρό να τεμπελιάζει στο γυναικωνίτη, άλλωστε για ποιο γυναικωνίτη μπορεί να γίνεται λόγος στο άθλιο καλύβι της, το κολλημένο στο Βράχο ή το σκαμμένο σ’ αυτόν σαν φωλιά θηρίου.
Δεν έχει δούλες για να κάνουν όλες Τις δουλειές του νοικοκυριού. Κι αν ακόμα έχει (01 δούλοι είναι τόσο φτηνοί!), αυτοί πεινούν μαζί μ’ ολόκληρη την οικογένεια ή Βγάζουν το ψωμί τους όπως μπορούν. Τα παιδιά της δεν πηγαίνουν περίπατο με τα μάτια χαμηλωμένα σεμνά στη γη, συνοδευόμενα από έναν παιδαγωγό. Παίζουν κι ανακατεύουν τη σκόνη των δρομίσκων της Αθήνας. Μόλις μάθουν να διαβάζουν, πιάνουν δουλειά.
Αν είναι χωριάτισσα κουράζεται ακόμα πιο πολύ. Πολύ πριν ξημερώσει ετοιμάζει φαγητό για τον άντρα και τα παιδιά, έπειτα Βγάζει τα Βόδια από το στάβλο και τα ποτίζει. Μαζεύει χόρτο για τα πρόβατα, τα κουρεύει, γνέθει και υφαίνει, ράβει τα ρούχα όλης της οικογένειας, περιποιείται το λαχανόκηπο, φέρνει νερό, αρμέγει τις γίδες, πλένει τα ρούχα στο ρέμα, φορτώνεται συχνά και κουβαλάει μακριά τα Βαριά δέματα με τα άπλυτα ρούχα.
Κάθε χρόνο Βοηθάει τον άντρα να πετάει Τις πέτρες από το μικρό της κλήρο. Και κάθε χρόνο, όταν λιώνουν τα χιόνια, οι χείμαρροι κατεβάζουν απ’ τα Βουνά άλλες πέτρες.
Αυτών των γυναικών, είτε ζουν στην πόλη είτε στο χωριό, η μέρα δεν τους φαίνεται ποτέ μεγάλη. Αντίθετα, δεν τα καταφέρνουν να τελειώσουν, πριν νυχτώσει, όλες τις δουλειές τους.
Μονότονα κυλούσε η ζωή μονάχα της εύπορης γυναίκας. Η υποδεέστερη όμως θέση της και η υπακοή που όφειλε στο σύζυγο δεν την εμπόδιζαν να του Βάζει συχνά τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι. Είναι γνωστή η διαβεβαίωση του Θεμιστοκλή ότι ο μικρότερος γιος του είχε τη μεγαλύτερη εξουσία πάνω στους Έλληνες, γιατί «επικεφαλής των Ελλήνων Βρίσκονται οι Αθηναίοι, επικεφαλής των Αθηναίων είναι αυτός, αυτόν τον διευθύνει η γυναίκα του και τη γυναίκα του ο γιος του!» 
 
Διαζύγια
 
Το διαζύγιο, το σχεδόν άγνωστο στην ομηρική εποχή, έγινε την κλασική εποχή τόσο συχνό, που οι έλληνες ρήτορες θεωρούσαν την προίκα σαν απόλυτα αναγκαίο μέτρο για τη σταθερότητα της συζυγικής ζωής. Κι αυτό γιατί σε περίπτωση διάλυσης του γάμου ο σύζυγος ήταν υποχρεωμένος όχι μονάχα να επιστρέψει στον πατέρα ή τον κηδεμόνα της γυναίκας του την προίκα που είχε πάρει, αλλά να προσθέσει κι ένα συμπλήρωμα 18%, πράγμα που δεν ήταν εύκολο στον καθένα. Εκτός όμως απ’ αυτή την υλική ζημιά, η ελληνική νομοθεσία δεν έβαζε κανενός άλλου είδους εμπόδια για το διαζύγιο.
Υπήρχαν δύο ειδών διαζύγια, η αποπομπή, δηλ. διαζύγιο ύστερα από αίτηση του συζύγου, και η απόλειψις, δηλ. διαζύγιο ύστερα από αίτηση της συζύγου.
            Η πρώτη περίπτωση δεν παρουσίαζε καμιά απολύτως δυσκολία! Αν ο σύζυγος ήθελε να χωρίσει τη σύζυγο, την έστελνε στους συγγενείς της, αφού κρατούσε τα παιδιά. Κανένας δεν ρωτούσε γιατί το έκανε! Οι αιτίες μπορεί να ήταν οι πιο διαφορετικές. Αλλά υπήρχε μια αιτία, η οποία οδηγούσε αναπόφευκτα στο διαζύγιο: αν δεν είχε παιδιά, ο σύζυγος ήταν υποχρεωμένος να χωρίσει τη γυναίκα. Στους έλληνες ο γάμος θεωρούνταν ιερός θεσμός, καθιερωμένος από τους προγόνους. Τα παιδιά ήταν οι συνεχιστές των παραδόσεων του γένους και της οικογένειας. Όταν πέθαινε ο πατέρας, τα παιδιά έπρεπε να συνεχίσουν τη λατρεία των προγόνων και να τιμούν τον τάφο του πατέρα τους. Οι έλληνες θεωρούσαν τη συζυγική ζωή σαν μια ανάγκη, στην οποία οι αμοιβαίες προτιμήσεις των νέων δεν είχαν καμιά σημασία, πολύ περισσότερο που βλέπονταν, συνήθως, για πρώτη φορά την ώρα του γάμου. Γάμος σήμαινε θεμελίωση οικογένειας και γέννηση παιδιών, για να μπορεί ο πατέρας να τα παρουσιάσει στη φατρία και στο δήμο του. Παιδιά πολλά και ωραία, να το ιδανικό της οικογενειακής ευτυχίας. Την τελευταία ημέρα των θεσμοφορίων γίνονταν διαγωνισμοί για την εκλογή των ωραιότερων παιδιών. Και οι μάνες των βλασταριών που αναγνωρίζονταν σαν τα πιο ωραία, γύριζαν τη μέρα αυτή στο σπίτι περήφανες κι ευτυχισμένες.     Ένας άντρας άκληρος, συνεπώς ένας άντρας που είχε τη δυσμένεια των θεών, θεωρούνταν μισός πολίτης και πολυάριθμα αξιώματα, όπως π.χ. του άρχοντα και του στρατηγού, του ήταν απρόσιτα. Τις περισσότερες φορές οι άκληρες οικογένειες υιοθετούσαν τα παιδιά άλλων. Το υιοθετημένο παιδί δεχόταν τη λατρεία των προγόνων των καινούργιων του γονιών και ξέκοβε ολοκληρωτικά από την πραγματική του οικογένεια. Επίσης, υπήρχε η συνήθεια της αγοράς παιδιών.
            Το διαζύγιο με αίτηση της γυναίκας ήταν δύσκολο. Η γυναίκα έπρεπε να παρουσιαστεί προσωπικά στον άρχοντα και να του παρουσιάσει γραπτές αποδείξεις από τις οποίες να προκύπτει το δίκαιο του αιτήματος της. Επειδή η αθηναία θεωρούνταν υποδεέστερη και ήταν εξαρτημένη, κι αυτή η απλή τυπική πράξη συναντούσε μεγάλες δυσκολίες.
            Η κατάσταση αυτή φαίνεται θαυμάσια από την περιγραφή της απόπειρας διαζυγίου της γυναίκας του Αλκιβιάδη, που μας άφησε ο Πλούταρχος.
            Ο Πλούταρχος θεωρεί εξαντλημένο το πρόβλημα και ασχολείται με τα σκυλιά του Αλκιβιάδη. Αν πάρουμε υπόψη μας ότι η Ιππαρέτη έδωσε στον Αλκιβιάδη δέκα τάλαντα προίκα και ότι ο Αλκιβιάδης περίμενε άλλη τόση κληρονομιά μετά το θάνατο του πεθερού του, του Ιππόνικου, η ασυνήθιστη προσήλωσή του στους συζυγικούς δεσμούς γίνεται ευκολονόητη.
            Ο άντρας όμως δεν ήταν δεμένος με τίποτα εκτός από την προίκα. Μπορούσε μάλιστα να παντρέψει τη γυναίκα του με άλλον, χωρίς καν να ζητήσει τη συμφωνία της, όπως έκανε κι ένας πολίτης τόσο ενάρετος όπως ο Περικλής, πράγμα που δεν έβλαψε στο ελάχιστο τη φήμη του.
 
Εταίρες
 
Εντελώς διαφορετικά ζούσαν οι εταίρες. Σε διάκριση από τις άλλες γυναίκες, αυτές είχαν γνώσεις της λογοτεχνίας και δεν τους ήταν ξένη η τέχνη. Όχι, βέβαια, όλες. Οι εταίρες που δεν ήξεραν να παίζουν μουσικά όργανα ή τουλάχιστον να τραγουδούν και δεν μπορούσαν να κρατήσουν τους καλεσμένους με τις γνώσεις τους και με το λεπτό τους πνεύμα, είχαν ένα εύγλωττο παρατσούκλι: τις έλεγαν «πεζές δαμάλες», όπως λέγαν τους οπλίτες πεζούς, γιατί βάδιζαν βήμα χωρίς μουσική, και σε διάκριση από το ιππικό, που συνοδευόταν πάντα από μουσικούς. Αυτή η κατηγορία των εταίρων ήταν πολυάριθμη, μα η ανάμνηση τους δεν κράτησε πολύ καιρό.
Η θέση των καλλιεργημένων και μορφωμένων εταίρων ήταν τελείως διαφορετική. Στα σπίτια τους μαζεύονταν πλήθος οι νέοι. Τις θαύμαζαν, έστηναν γι’ αυτές χρυσά αγάλματα, οι ποιητές τις εγκωμίαζαν στα έργα τους. Πολλές έγιναν διάσημες για την εξυπνάδα και το πνεύμα τους, ενώ η αθηναϊκή λογοτεχνία γνωρίζει συλλογές επιγραμμάτων που γράφτηκαν από εταίρες. Σύζυγος, εταίρα ή δούλη, να οι τρεις δρόμοι που επεφύλασσε η τύχη σε μια γυναίκα στην Αθήνα.
 
Γηρατειά
 
Και σε όποιον απ’ αυτούς την οδηγούσε η μοίρα, γρηγορότερα ή αργότερα την έβρισκε η αρρώστια ή τα γηρατειά. Στη θύρα του σπιτιού συγγενείς ή φίλοι θα σκαλώσουν δυο κλάδους: έναν ελιάς για να φυλάει την άρρωστη απ’ τα κακά πνεύματα και έναν δάφνης για να της εξασφαλίζει την ευμένεια του Απόλλωνα.
Θα κληθεί κι ο γιατρός, αλλά όχι αμέσως. Πρώτα θα ζητηθεί η βοήθεια ενός από τους πολυάριθμους ονειροεξηγητές και θα του διηγηθούν ως την τελευταία λεπτομέρεια τα όνειρα της άρρωστης. Αν ονειρεύτηκε πως τελείωσε την ύφανση ενός ιματίου για τον άντρα της κι όταν σηκώθηκε από τον αργαλειό τον έσπρωξε προς τον τοίχο, τα προμηνύματα είναι άσχημα. Μπορεί η αρρώστια να ‘χει μοιραίο τέλος, γιατί η ζωή της γυναίκας είναι αδιανόητη χωρίς αργαλειό» ακόμα και στον τάφο της βάζουν ένα αδράχτι. Με την επίδραση μεγάλης αμοιβής ο ερμηνευτής θα γλυκάνει ίσως την προφητεία, προλέγοντας μονάχα βαριά αρρώστια. Αν όμως η αμοιβή τού φανεί ανεπαρκής, θα δηλώσει ανοιχτά ότι το όνειρο αυτό σημαίνει θάνατο και ότι οι συγγενείς δεν πρέπει να λυπηθούν, γιατί την ίδια τύχη είχαν κι η Ανδρομάχη κι η Αντιγόνη και η Ηλέκτρα, αν και ήταν πιο ωραίες και πιο νέες από την άρρωστη.
Μπορεί να δοκιμάσει να εξουδετερώσει τις ολέθριες συνέπειες του ονείρου, διηγώντας το όταν φανούν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου. Τότε, όπως ισχυρίζονταν οι γέροι, και το πιο κακό όνειρο χάνει τη δύναμή του. Αλλά το καλύτερο απ’ όλα είναι να απευθυνθεί κανείς κατευθείαν στο θεό θεραπευτή, στον Ασκληπιό, και στις δυο θυγατέρες του, την υγεία και την πανάκεια, οι οποίες, αν θέλουν, μπορούν να γιατρέψουν κάθε αρρώστια. Οι ιερείς του ναού του Ασκληπιού της Επιδαύρου (πόλης της Πελοποννήσου) είχαν τοποθετήσει μπροστά στο ιερό μια μεγάλη επιγραφή, όπου απαριθμούνταν όλα τα θαύματα που είχε κάνει ο θεραπευτής θεός, για να τα γνωρίσουν όλοι οι έλληνες. Σύμφωνα με τη γνώμη των ιερέων, ακόμα και οι πιο φανατισμένοι σκεπτικιστές έπρεπε να πειστούν για τη θαυματουργή δύναμη του Ασκληπιού. Για παράδειγμα, μια αθηναία που την έλεγαν αμβροσία, τυφλώθηκε απ’ το ένα μάτι κι ήρθε στο ναό, ζητώντας θεραπεία, αλλά δεν έδειξε στο ιερό τον πρεπούμενο σεβασμό.
Οι άρρωστοι ξαπλώνονταν σ’ ένα ειδικό διαμέρισμα του ναού και η θεραπεία γινόταν πάντα στη διάρκεια του «ιερού ύπνου». Μα επειδή ύστερα από κάθε θαύμα έπρεπε να φέρουν στο θεό ένα μεγάλο ανάθημα, μόνο οι πλούσιοι μπορούσαν να θεραπευθούν στο ναό του Ασκληπιού.
Κι αν ακόμα οι ιερείς έκαναν ορισμένα «θαύματα» για να προσελκύσουν τους πιστούς, στις περισσότερες περιπτώσεις, πριν ξαπλωθούν οι άρρωστοι στο ναό, τους περιποιούνταν σύμφωνα μ’ όλους τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, που την κατείχαν πολύ καλά. Χρησιμοποιούσαν τη δίαιτα κι ένα αυστηρό σύστημα ύπνου, περιπάτους και εντριβές, για να θεραπεύουν τα πρηξίματα, τα έλκη και τις ασθένειες του στομαχιού. Τα «θαύματα» χρησιμοποιούνταν λοιπόν σαν δολώματα, γιατί κάθε θεραπεία έπρεπε να πληρωθεί και αν κάποιος προσπαθούσε να γελάσει το θεό στο πρόσωπο του εκπροσώπου του, τιμωριόταν χωρίς αργοπορία. Οι ιερείς φρόντιζαν αυτό να το ξέρει όλος ο κόσμος.
            Αν τα οικονομικά δεν επέτρεπαν στην άρρωστη να θεραπευθεί από τον Ασκληπιό, την πήγαιναν να τη δουν οι γιατροί. Στην Ελλάδα υπήρχαν κάμποσες ιατρικές σχολές, απ’ τις οποίες η πιο γνωστή ήταν αυτή που άνοιξε στη νήσο Κω «ο πατέρας της ιατρικής», ο Ιπποκράτης. Αν οι μαθητές του επιθυμούσαν να αφιερώσουν τη ζωή τους στη θεραπεία των ασθενών, έπρεπε να δώσουν έναν ειδικό όρκο, που τον είχε συντάξει προσωπικά ο Ιπποκράτης.
            Παρ’ όλα αυτά, κάθε άλλο παρά όλοι οι ιδιώτες γιατροί, που ήταν πολυάριθμοι στην Αθήνα, ακολουθούσαν τη συμβουλή του Ιπποκράτη, να θεραπεύουν τους ασθενείς χωρίς να απαιτούν μεγάλη αμοιβή. Η πλειοψηφία προτιμούσε να μετατρέψει την τέχνη σ’ ένα προσοδοφόρο επάγγελμα.
            Υπήρχαν και πολλοί τσαρλατάνοι που παρίσταναν το γιατρό. Εναντίον τους πάλεψε επίμονα, αλλά σχεδόν μάταια, ο μεγάλος Ιπποκράτης, ο οποίος διακήρυττε ότι ο γιατρός πρέπει να απασχολείται με την υγεία του αρρώστου κι όχι με τα χρήματα. Οι τσαρλατάνοι αυτοί προσπαθούσαν να εντυπωσιάσουν τους ασθενείς φτιάχνοντας στις κατοικίες τους ειδικά «ιατρεία», προικισμένα με λουτήρες, με ασημένια εργαλεία, βεντούζες για να παίρνουν αίμα καθώς και διάφορες θεραπευτικές αλοιφές. Τα φάρμακα τα παρασκεύαζαν τότε οι ίδιοι οι γιατροί. Μερικοί απ’ αυτούς πουλούσαν στην αγορά φάρμακα για όλες τις αρρώστιες. Δεν υπήρχε κανένας υγειονομικός έλεγχος για να παρακολουθεί την εργασία των γιατρών.
Υπήρχαν και γιατροί του κράτους, που η δράση τους εγκωμιαζόταν κάποτε με ειδικές αποφάσεις της βουλής και της εκκλησίας του δήμου. Αυτοί είχαν ιατρεία που δέχονταν τους αρρώστους και τους βοηθούσαν υγειονομικά. Το βοηθητικό υγειονομικό προσωπικό αποτελούνταν εν μέρει από δούλους ειδικά εκπαιδευμένους. Κατά κανόνα οι βοηθοί αυτοί περιποιούνταν αποκλειστικά τους δούλους.
            Ο γιατρός που κατάγεται από ελεύθερους ανθρώπους επισκέπτεται τους αρρώστους το πρωί και το βράδυ. Ο γιατρός αυτός παίρνει υπόψη του «τη γενική κατάσταση της ατμόσφαιρας και το ξεχωριστό κλίμα κάθε περιοχής, τις συνήθειες και τον τρόπο της ζωής της άρρωστης, το είδος των συνηθισμένων ασχολιών της, την ηλικία, την ομιλία, τις δεξιότητες, τις σκέψεις, τα όνειρα, την αϋπνία, το περιεχόμενο και το χρόνο που βλέπει τα όνειρα, τον τρόπο των χειρονομιών, τα δάκρυα, το τρεμούλιασμα», κι άλλα συμπτώματα της αρρώστιας. Αφού συγκεντρώσει όλα τα αναγκαία στοιχεία, ο γιατρός της παραγγέλνει τι φάρμακο πρέπει να πάρει, το παρασκευάζει με το χέρι του και της το δίνει να το πιει.
Αν η άρρωστη γίνει καλά, τότε προσφέρει στο θεό γύψινο ομοίωμα των οργάνων, ή του μέλους του σώματος που είχε αρρωστήσει: ένα πόδι, ένα χέρι, ένα μάτι, ένα αυτί, μια μύτη κ.λπ.
     
Θάνατος
 
Αν η θεραπεία δεν βοήθησε και το μοιραίο τέλος έγινε αναπόφευκτο, τότε η μελλοθάνατη κόβει μερικούς βοστρύχους για να τους προσφέρει δώρο στον Απόλλωνα και την αδελφή του την Άρτεμη. Οι συγγενείς και φίλοι μαζεύονται λυπημένοι γύρω από το κρεβάτι για να ακούσουν και να φυλάξουν με φροντίδα τα τελευταία λόγια της. Την υποχρέωση αυτή αναλαμβάνει ο πιο στενός από αίμα συγγενής. Οι άλλοι θα χτυπήσουν δυνατά τα ορειχάλκινα αγγεία, που τα μετέτρεψαν για την ευκαιρία σε σήμαντρα, για να διώξουν τα κακά πνεύματα, που, όπως είναι γνωστό, δεν μπορούν να υποφέρουν τόσο βίαιους θορύβους. Πίστευαν πως χάρη στη φοβερή φασαρία η ψυχή θα καταφέρει να ξεφύγει από την ακούραστη επαγρύπνηση των ερινυών και να φτάσει ανεμπόδιστη στα Ηλύσια πεδία, όπου θα αναπαυτεί ήσυχα. Οι έλληνες πίστευαν ότι ο κόσμος των νεκρών, ο Άδης, χωρίζεται σε δύο μέρη εντελώς διαφορετικά: το δεξιό μέρος, που προορίζεται για τους αγαθούς ανθρώπους, που οι ψυχές τους ζούσαν εδώ ήσυχα κι ευτυχισμένα, και το αριστερό μέρος, τον τρομερό Τάρταρο, όπου βασανίζονταν οι ψυχές των άτιμων και εγκληματιών. Η κύρια αποστολή των ερινυών ήταν ακριβώς να πετάξουν τις ψυχές στον Τάρταρο.
            Της νεκρής της κλείνανε τα μάτια και το στόμα για να ‘χει όσο το δυνατό πιο κόσμια εμφάνιση και της κάλυπταν το πρόσωπο με ένα πανί. Αυτό το έκανε ο σύζυγος, ο αδελφός, η αδελφή ή ο γιος. Θλιβερή είναι η τύχη εκείνης που δεν έχει ένα φιλικό χέρι για να της προσφέρει την υπηρεσία αυτή.
            Οι γυναίκες θα πλύνουν το πτώμα με ζεστό νερό, θα το αλείψουν με αρωματικά έλαια, θα το ντύσουν και θα το καλύψουν μ’ ένα σεντόνι λευκό. Στο μέτωπο θα βάλουν ένα στεφάνι από χρυσό ή από κερί.
            Το κρεβάτι του πόνου της μακαρίτισσας θα στολιστεί με πράσινα κλαδιά και με στεφάνια λουλουδιών, έπειτα θα το τοποθετήσουν σε ένα δωμάτιο που να βλέπει στην αυλή, με τα πόδια προς τη θύρα, σημάδι πως δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ πια. Εδώ η νεκρή θα μείνει ένα μερόνυχτο και θα τη φυλάνε οι στενοί συγγενείς και τα μέλη της οικογένειας. Οι φίλοι του σπιτιού θα ‘ρθουν να δώσουν τον τελευταίο χαιρετισμό κι όταν φύγουν δεν θα ξεχάσουν να πλύνουν τα χέρια με τρεχούμενο νερό, γιατί μπαίνοντας σε ένα σπίτι που το επισκέφτηκε ο θάνατος έχουν μολυνθεί.
            Όλο τον καιρό που η νεκρή βρίσκεται ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με τα πόδια προς τη θύρα, τα μαλλιά της θα είναι κρεμασμένα στην εξώθυρα σε ένδειξη πένθους.
            Την άλλη μέρα πριν την ανατολή του ήλιου, που δεν πρέπει να δει αυτό το όχι καθαρό θέαμα, η νεκρική πομπή θα κατευθυνθεί προς το κοιμητήριο. Αν στο σπίτι επιτρεπόταν να μοιρολογήσεις και να κλάψεις, στο δρόμο, σύμφωνα με το νόμο που ψηφίστηκε τον καιρό του Σόλωνα, η τήρηση της ησυχίας ήταν υποχρεωτική. Πίσω από τη νεκρή, που είναι τοποθετημένη σε μια νεκροφόρα και σκεπασμένη με λευκά σεντόνια, βάδιζαν σιωπηλοί πρώτα οι άντρες, έπειτα οι γυναίκες, οι στενοί συγγενείς και τα μέλη της οικογένειας. Μπορούσαν να πάρουν μέρος και άλλες ηλικιωμένες γυναίκες το λιγότερο 60 χρόνων. Όλοι οι συγγενείς σε ένδειξη πένθους φορούν ενδύματα κλειστού χρώματος και έχουν κοντά κομμένα τα μαλλιά τους.
            Το πήλινο φέρετρο θα κατεβεί στο ξηρό χώμα, το φρυγμένο απ’ τον ήλιο της αττικής. Για να μην υποφέρει η νεκρή από δίψα, κοντά στο φέρετρο θα τοποθετήσουν έναν αμφορέα με νερό. Θα αφήσουν επίσης διάφορα αγγεία και στο στόμα της θα βάλουν έναν οβολό, για να πληρώσει τον χάροντα, το βαρκάρη που θα την περάσει από το ποτάμι της Στυγός στον κόσμο των νεκρών. Θα της δώσουν ίσως και μια πίτα με μέλι για να ημερέψει τον άγριο κέρβερο, το τρικέφαλο σκυλί που φυλάει την είσοδο του Άδη.
            Το μνήμα σκεπάστηκε με χώμα και στο κεφάλι της νεκρής τοποθετήθηκε μια στήλη, στην οποία είναι γραμμένο το όνομα της νεκρής και μια μονάχα λέξη «χαίρε!». Προφέροντας για τελευταία φορά το «αναπαύου εν ειρήνη», αυτοί που πήραν μέρος στη νεκρική συνοδεία θα χαιρετίσουν τη μακαρίτισσα. Θα σπεύσουν έπειτα να εξαγνιστούν από το μίασμα, γιατί αλλιώς δεν μπορούν να ‘ρθουν σε επαφή μ’ άλλους ανθρώπους κι ούτε να πατήσουν σε ναό.
            Η κατοικία της νεκρής θα πλυθεί επίσης με νερό και στην εστία θα ρίξουν κομματάκια θειάφι.
            Οι μέρες του μήνα του πένθους περνούν γρήγορα.. Ύστερα από πολλούς αιώνες, οι αρχαιολόγοι, καθαρίζοντας προσεχτικά την ανώμαλη επιφάνεια, τη φαγωμένη απ τις βροχές και τους ανέμους, της επιτύμβιας στήλης, θα διαβάσουν το όνομα αυτής που βρήκε τελευταίο καταφύγιο στον τάφο αυτό. Θα βρουν εκεί τον αμφορέα και τα άλλα αγγεία, ορισμένα ίσως ανέπαφα, καθώς και τον οβολό που τον περιμένει μάταια ο Χάροντας.

Να προχωρείς θαρραλέα στη ζωή με εφόδιο τη φιλοσοφία

Αποτέλεσμα εικόνας για Να προχωρείς θαρραλέα στη ζωή με εφόδιο τη φιλοσοφίαΗ φιλοσοφία μάς προσκαλεί όταν έχουμε φτάσει στην άκρη του σχοινιού, στο μη περαιτέρω, όταν αισθανόμαστε ότι βρισκόμαστε σε αδιέξοδο. Το μυστικό είναι να μην κολλήσουμε τρέμοντας ή σταυρώνοντας τα χέρια αλλά να προχωρήσουμε αποφασίζοντας να θεραπεύσουμε τον εαυτό μας.
 
Η φιλοσοφία μάς παροτρύνει να προχωρήσουμε προς το θάρρος. Κι όπως οι ιππείς προσπαθούν να μάθουν όσο περισσότερα μπορούν για τα άλογα, έτσι κι εμείς πρέπει να προσπαθούμε να μάθουμε όσο περισσότερα μπορούμε για τον εαυτό μας και τους άλλους ανθρώπους.
 
Ως δάσκαλος, ο Επίκτητος έλεγε ότι η αποστολή του είναι να κάνει τους μαθητές του ανεξάρτητους ανθρώπους που να ζουν τη ζωή τους συνειδητά. Οι φιλόσοφοι ίσως λένε κάτι που μπορεί να αντιβαίνει στην κρίση μας, όχι όμως κάτι που αντιβαίνει στη λογική. Ο Κράτης, ένας μαθητής του Διογένη, συνήθιζε να λέει ότι η φιλοσοφία μάς οδηγεί στην απομυθοποίηση των πάντων: στο να βλέπουμε τους ηγεμόνες σαν οδηγούς γαϊδάρων.

Η σοφία — θα συμφωνήσουμε όλοι σ’ αυτό — δεν είναι η συσσώρευση γνώσεων, είναι η παρατήρηση, η σκέψη, η νηφαλιότητα. Οι αφιλοσόφητοι, σύμφωνα με τους Στωικούς, δεν ζουν την «εξετασμένη ζωή» παρά οδηγούνται από το μοιραίο, ζουν τυχαία, χωρίς κατεύθυνση, χωρίς σκοπό — η ζωή τους διαφεύγει. Είναι σαν να μην έζησαν καν…
 
Ένα από τα στοιχήματα του ανθρώπινου πολιτισμού είναι να αποκτήσει το κάθε άτομο έλεγχο της ζωής του, με την παράλληλη παραδοχή ότι κανείς δεν μπορεί να ελέγξει ολοκληρωτικά τη μοίρα. Οι Στωικοί πιστεύουν ότι μόνον οι ασχολούμενοι με τη φιλοσοφία βρίσκουν τον ορθό δρόμο, τον δρόμο που οδηγεί προς την ευτυχία και την ελευθερία. Μόνον ένας φιλόσοφος μπορεί να είναι πραγματικά ελεύθερος, ακόμα κι αν ζει σε καθεστώς δουλοκτησίας

Σχέση σημαίνει επιθυμία, όχι υποχρέωση

Σχέση σημαίνει επιθυμία, μια βαθύτερη ανάγκη για επικοινωνία και αλληλεπίδραση και όχι υποχρέωση και απαιτήσεις…Οι σχέσεις είναι απλές… αλλά τις περισσότερες φορές τις κάνουμε περίπλοκες. Για να δημιουργηθεί και να εξελιχθεί μια σχέση χρειάζεται επιθυμία και από τις δύο πλευρές, χρειάζεται ειλικρίνεια και εμπιστοσύνη, σεβασμό και πάθος, κοντινότητα και αγάπη… 

Οι σχέσεις, όμως, δεν είναι πάντα τόσο απλές και δεν είναι δεδομένη η ύπαρξη των προαναφερόμενων στοιχείων. 

H σχέση δεν χρειάζεται υποσχέσεις και χρονοδιαγράμματα. Χρειάζεται μόνο ενδιαφέρον, κατανόηση, επικοινωνία, συζήτηση, μοίρασμα και αμοιβαία συναισθήματα.
 
Για να διατηρηθεί η σχέση χρειάζεται επιμονή και υπομονή, ενδιαφέρον και προσπάθεια και από τις δύο πλευρές. Δεν μπορεί η σχέση να προχωρήσει ή να αναπτυχθεί μόνη της.
 
Η αμοιβαία επιθυμία είναι ένα απαραίτητο στοιχείο για την ύπαρξη της σχέσης.
 
Είμαι σε μια σχέση σημαίνει ότι επιθυμώ να δω τον άλλο, μου λείπει, θέλω να μοιράζομαι πράγματα μαζί του, θέλω να περνάω όσο το δυνατόν περισσότερες στιγμές μαζί του… νιώθω ότι ποτέ δεν πρόκειται να τον βαρεθώ και πότε δεν θα σταματήσω να θέλω να είμαι δίπλα του…
 
Ο καθένας μπορεί να δώσει ένα δικό του ορισμό για τη σχέση. Η σχέση σημαίνει κάτι διαφορετικό για τον καθένα μας, ενώ όταν σκεφτόμαστε ή φανταζόμαστε μια σχέση μας έρχονται διαφορετικά πράγματα στο μυαλό. Το τι περιμένουμε και προσδοκούμε από μια σχέση εξαρτάται από τα βιώματα και τις εμπειρίες που έχουμε, από την εικόνα που έχουμε από τις σχέσεις γύρω μας ξεκινώντας από τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια και από την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.
 
Τι περιμένουμε από έναν άνθρωπο και τι είδους συμπεριφορά αξίζουμε; Ποια πράγματα θεωρούμε σημαντικά και σε ποια μπορούμε να υποχωρήσουμε ή να συμβιβαστούμε; Τι είδους αξίες θεωρούμε ιδιαίτερα σημαντικές και απαραίτητες για μια σχέση;
 
Η σχέση θέλει διαρκή προσπάθεια, δεν αρκεί να μας ενδιαφέρει ο άλλος ή να είμαστε ερωτευμένοι.
 
Η σχέση χρειάζεται χρόνο για την χτίσουμε και χρειάζεται τη διαρκή παρουσία μας για να μπορέσουμε να τη διατηρήσουμε.
 
Είναι σημαντικό να εξασφαλίσουμε υγιείς σχέσεις, που δεν μας κρατάνε πίσω, δεν βγάζουν τα χειρότερα στοιχεία του χαρακτήρα μας, δεν μας κακοποιούν και δεν γινόμαστε εμείς κακοποιητικοί απέναντι στους άλλους.
 
Μια υγιής σχέση στηρίζεται στο πάρε- δώσε, χωρίς όμως εξαρτήσεις και έντονη κτητικότητα, δίνοντας ο ένας στον άλλο την ελευθερία της επιλογής και τον δικό του χώρο και χρόνο.
 
Μια υγιής σχέση δέχεται τα θετικά αλλά και τα αρνητικά του καθενός, συγχωρεί τα λάθη και ωθεί σε προσπάθειες βελτίωσης των συμπεριφορών και από τις δύο πλευρές. Μια υγιής σχέση στηρίζεται στην ειλικρίνεια και στη γνήσια συνύπαρξη, στο πραγματικό ενδιαφέρον και στην απόλαυση της πραγματικότητας.
 
Δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν διαφορές, διαφωνίες και συγκρούσεις. Το θέμα είναι πώς επιλέγουμε να επιλύσουμε τις διαφωνίες που υπάρχουν και τι αντίκτυπο έχει ο τρόπος που επιλέγουμε στη σχέση.
 
Πόσο μπορούμε να αποδεχτούμε τον άλλο όπως ακριβώς είναι και πόσο μπορούμε να δούμε τη σχέση όπως πραγματικά είναι;
 
Πόση απόκλιση υπάρχει ανάμεσα σε αυτό που έχουμε φανταστεί και σε αυτό που ζούμε και πόσο βλέπουμε την πραγματικότητα αυτής της σχέσης;
 
Σχέση σημαίνει ακούω και καταλαβαίνω τον άλλο, θέλω να ακούσω τα προβλήματά του και να τον στηρίξω και το ίδιο επιθυμώ να κάνει και αυτός. Και όλα αυτά είναι βασικά σε μια σχέση, για να μπορέσει να υπάρξει και να εξελιχθεί μια σταθερή και ασφαλής σχέση, που θα κάνει καλό και στους δύο.
 
Αν η σχέση έχει επιθυμία, αγάπη, πάθος και έρωτα, μοίρασμα και αμοιβαίο ενδιαφέρον, κοινή προσπάθεια και επιμονή τότε μπορεί να κρατηθεί ζωντανή μέσα στο χρόνο, χωρίς φθορές.
 
Η σχέση έχει ανάγκη από την εκδήλωση των συναισθημάτων μας.
 
Δεν αρκεί να ξέρουμε ότι ο άλλος μας αγαπά, αλλά είναι σημαντικό να νιώθουμε ότι ο άλλος μας αγαπά.

Όσο ζω μαθαίνω

Η λέξη «persona» (πρόσωπο) είναι κληρονομιά του αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Τη χρησιμοποιούσαν για να δηλώσουν τον ηθοποιό που βρίσκεται πίσω από τη μάσκα που παριστάνει τον ήρωα του έργου. Παράγεται από το «per sonare», για να δώσει ήχο, και δείχνει αυτόν που πραγματικά μιλάει, αυτόν που βάζει λόγια στη μάσκα, αυτόν που έρχεται να δώσει φωνή στους ήρωες που υποδυόμαστε. Είναι, δηλαδή, η αυθεντική φιγούρα που βρίσκεται πίσω από τον ήρωα.

«Είμαι αυτοεξαρτώμενος» σημαίνει: είμαι πραγματικά αυτός που είμαι, φέρομαι αληθινά όπως φέρομαι, αισθάνομαι γνήσια όπως αισθάνομαι, παίρνω τα ρίσκα που πραγματικά θέλω να πάρω αναλαμβάνοντας την ευθύνη για όλα αυτά, και φυσικά, βγαίνω να αναζητήσω αυτό που πραγματικά πιστεύω ότι χρειάζομαι χωρίς να περιμένω να ασχοληθούν οι άλλοι με αυτό.

Ποτέ δεν αφήνω να διακινδυνεύσουν άλλοι για να κάνω εγώ αυτό που θέλω.
Ποτέ δεν παίρνω ένα ρίσκο που θέλουν οι άλλοι να πάρω.
Ποτέ δεν μεταβιβάζω ευθύνες.

Αυτό καθορίζει αν εγώ είμαι ή δεν είμαι πρόσωπο, και συνεπάγεται την πιθανότητα να συνεχίσω να παριστάνω ότι είμαι πρόσωπο, να παραμείνω, δηλαδή, «μέσα στον ήρωα».

Προσοχή, όμως, καμία από τις άδειες αυτές δεν περιλαμβάνει το δικαίωμά μου να είναι ο άλλος όπως θέλω εγώ, να αισθάνεται όπως αισθάνομαι, να σκέφτεται αυτό που συμφέρει εμένα, να μην παίρνει κανένα ρίσκο γιατί εγώ δεν θέλω να ριψοκινδυνεύει, ή να μου ζητάει άδεια για να έχει αυτό που χρειάζεται. Οι άδειες αυτές δεν μπορούν να περιλαμβάνουν την επιθυμία να μην είναι ο άλλος πρόσωπο, δεν υποδηλώνουν την πρόθεση να στερήσω την ελευθερία του άλλου. Γιατί η αυτοεξάρτησή μου με δεσμεύει αναπόδραστα να υπερασπίζομαι και τη δική σου αυτοεξάρτηση και όλων των άλλων.

Πώς γίνεται και όταν αγαπώ, νομίζω ότι ο άλλος πρέπει να είναι όπως τον φαντάζομαι, πρέπει να αισθάνεται για μένα αυτό που αισθάνομαι εγώ γι΄αυτόν, πρέπει να με σκέφτεται όσο θέλω εγώ, δεν πρέπει να εκτίθεται σε κινδύνους που απειλούν τη σχέση, και πρέπει να μου ζητάει αυτό που θέλει για να είμαι εγώ αυτός που θα του το προσφέρει; Αυτή είναι η φαντασίωση της αγάπης. Ωστόσο, η αγάπη αυτή, που στερεί την ελευθερία του άλλου, που είναι μίζερη και σκληρή, δεν είναι αγάπη μεταξύ ενηλίκων.

Η αγάπη μεταξύ ενηλίκων μεταβιβάζει και προωθεί αυτόν τον χώρο της αυτοεξάρτησης στον άλλον, ακριβώς με την έννοια που αναλύω εδώ. Η αγάπη παραχωρεί, ωθεί, ενθαρρύνει ώστε εκείνοι που αγαπώ να ζουν επίσης όλο και λιγότερο εξαρτημένοι. Αυτή είναι η αληθινή αγάπη, η αγάπη για τον άλλον. Η αγάπη που δεν είναι για μένα αλλά για σένα, η αγάπη που έχει να κάνει με τη χαρά μου που υπάρχεις.

Για ποιο λόγο θέλουν κάποιοι να είναι εξαρτημένοι; Μερικές φορές, επειδή πιστεύουν ότι είναι αδύναμοι, επειδή θεωρούν ότι αν είναι κάτω από τις φτερούγες κάποιου πιο ικανού, αυτός θα τους προστατεύσει. Άλλες φορές, για να μπορούν να επιρρίπτουν την ευθύνη στους άλλους. Άλλοτε πάλι, αληθινά πιστεύουν ότι πρέπει να ζητάνε άδεια. Δεν έχουν αυταπάτες, δεν τους λείπει το κουράγιο, ούτε είναι άρρωστοι. Το μόνο που συμβαίνει είναι ότι δεν έχουν γίνει πρόσωπα. Είναι θέμα εξέλιξης. Μερικές φορές δεν καταφέρνουν να γίνουν πρόσωπα γιατί φοβούνται, κι άλλες γιατί δεν εκπαιδεύτηκαν κατάλληλα. Κάποιες φορές γιατί κάποιος τους καταπίεσε πολύ, και άλλες, τέλος, γιατί απλώς δεν ξέρουν τίποτα για αυτά που συζητάμε εδώ.

Όποιος δεν έχει το θάρρος να είναι αυτός που είναι από φόβο μήπως τον απορρίψουν, δεν έχει το θάρρος να αισθάνεται όπως αισθάνεται γιατί δεν του φαίνεται σωστό, δεν έχει το θάρρος να σκέφτεται όπως σκέφτεται ή να πει ότι σκέφτεται έτσι επειδή φοβάται την απόρριψη, όποιος δεν ριψοκινδυνεύει γιατί δεν θέλει να επωμισθεί τις ευθύνες και δεν βγαίνει να αναζητήσει αυτό που χρειάζεται αλλά το ζητάει από τον άλλο, αυτός δεν θα καταφέρει να γίνει πρόσωπο, και πρέπει να θεωρήσουμε ότι είναι, απλώς, ένα άτομο.

Δεν τον κατηγορεί κανείς γι΄αυτό, δεν είναι υποχρεωμένος να γίνει κανείς πρόσωπο. Αυτό που λέω είναι ότι για να γίνεις πρόσωπο – αυτό που εσείς θα λέγατε «ενήλικο και ώριμο» πρόσωπο -, για μένα είναι, απλώς, να γίνεις πρόσωπο. Το «ώριμο πρόσωπο», κατ΄εμέ, λέγεται για τα αληθινά πρόσωπα. Ένα πρόσωπο, είναι ένα ώριμο πρόσωπο. Αν είναι ανώριμο, δεν έχει ολοκληρώσει ακόμη τη διαδικασία μετατροπής του σε πρόσωπο.

Κι αυτό δεν αποτελεί ψόγο, γιατί η διαδικασία μετατροπής ενός ατόμου σε πρόσωπο ολοκληρώνεται μονάχα την ημέρα που πεθαίνει. Μέχρι τότε, μπορεί κανείς να συνεχίσει να αναπτύσσεται και να αποκτά όλο και μεγαλύτερη συνείδηση του εαυτού του. Όσο ζω μαθαίνω, όσο ζω ωριμάζω, όσο ζω αναπτύσσομαι.

Όσο αποδέχεσαι μια αρνητική κατάσταση τόσο παραμένεις δέσμιος σ΄αυτήν.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος για να είσαι δυστυχισμένος.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος για να είσαι απογοητευμένος ή καταπιεσμένος ή γεμάτος θλίψη.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να είσαι άρρωστος ή αποτυχημένος ή αποθαρρυμένος.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος για οτιδήποτε άλλο από το ενδιαφέρον και τη χαρά στη ζωή.

Όσο αποδέχεσαι μια αρνητική κατάσταση τόσο παραμένεις δέσμιος σ΄αυτήν.

Αρκεί όμως να διεκδικήσεις την κληρονομιά σου σαν ελεύθερος άνθρωπος και θα είσαι πια ελεύθερος.

Η επιτυχία και η ευτυχία αποτελούν μια φυσική κατάσταση για τον άνθρωπο. Είναι πολύ πιο εύκολο να πραγματώσει κανείς αυτές τις καταστάσεις, παρά τις αντίθετες.

Ίσως για ένα διάστημα να επισκιάζεται αυτό το γεγονός από κακές συνήθειες σκέψης και δράσης, όπως λόγου χάρη μπορεί να μας φαίνεται ευκολότερο να βαδίζουμε ή να καθόμαστε ή να κρατάμε το στυλό ή ένα μουσικό όργανο όχι όπως πρέπει, απλά και μόνο επειδή το έχουμε συνηθίσει έτσι, ο σωστός όμως τρόπος είναι στα σίγουρα ευκολότερος.

Η δυστυχία, η απογοήτευση, η φτώχεια και η μοναξιά είναι πράγματι άσχημες καταστάσεις, στις οποίες έχουν προσκολληθεί τα θύματά τους, πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει άλλη λύση ενώ βέβαια υπάρχει.

Η λύση αυτή είναι απλά ν΄αποκτήσει κανείς καλές νοητικές συνήθειες αντί για κακές.

Για να έχετε καθαρή συνείδηση, να λέτε και να κάνετε αυτά που πρέπει

Για να εξασφαλιστεί καλή επικοινωνία, δεν αρκεί να μιλάει κανείς ανοιχτά. Ένα άτομο που μπορεί να είναι διεκδικητικό, με σεβασμό αλλά και με σταθερότητα, μπορεί να έχει πιο ήσυχη συνείδηση. Θα έχει μια πιο ειλικρινή και αυθεντική καρδιά.

Ωστόσο ισχύει κάτι περίεργο. Σύμφωνα με αρκετές μελέτες, όπως αυτή του Sage Journals, μόνο το 18% του πληθυσμού έχει υψηλές τιμές στη διεκδικητικότητα.

Οι υπόλοιποι από μας λίγο-πολύ «επιβιώνουμε», δηλαδή επιλέγουμε να παρατηρούμε, να κουνάμε το κεφάλι και να μένουμε σιωπηλοί.

Μη βρεθείτε σε κανένα από τα δύο άκρα. Δεν χρειάζεται να είστε το άτομο που δεν μασάει ποτέ τα λόγια του, που δεν σωπαίνει ποτέ και μιλάει συνεχώς. Ούτε είναι υγιές να παραδίδεστε στην υποχωρητικότητα, στη συμμόρφωση και στη σιωπή.

Περισσότερο από κάθε τι άλλο, κάθε νύχτα πρέπει να ακουμπάτε το κεφάλι σας στο μαξιλάρι με καθαρή συνείδηση. Να γνωρίζετε ότι οι αξίες και οι πράξεις σας βρίσκονται σε πλήρη αρμονία.

Σας ενθαρρύνουμε να σκεφτείτε περισσότερο πάνω σε αυτό σήμερα.

Πώς να έχετε καθαρή συνείδηση
Σύμφωνα με ένα ενδιαφέρον άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Psychology, το 86% του πληθυσμού επιδιώκει πάνω απ’όλα την αποφυγή της σύγκρουσης.

Όλοι προσπαθούν να ζουν κρατώντας τις ισορροπίες προκειμένου να γίνονται αποδεκτοί. Αποδέχεστε ορισμένες δυσάρεστες συμπεριφορές και στάσεις για να αποφύγετε τα περαιτέρω προβλήματα, για να αποφύγετε το άγχος όταν βρίσκεστε με ορισμένους ανθρώπους ή για να μην σας απορρίψουν ξαφνικά οι γύρω σας.

Οι συμπεριφορές αυτές είναι κοινές, τόσο ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας όσο και στο χώρο της εργασίας. Ανέχεστε την οξυθυμία του πατέρα σας. Δέχεστε τα ανόητα λόγια του ξαδέρφου σας. Ανέχεστε το συνάδελφο που σας κακολογεί συνεχώς πίσω από την πλάτη σας.

Τελικά ανέχεστε τόσα πολλά που, χωρίς να το συνειδητοποιήσετε, σχηματίζουν ένα τεράστιο βουνό. Το βουνό αυτό απλώς αντικατοπτρίζει αυτό που έχετε γίνει: ένα άτομο που παραμένει σιωπηλό και επιτρέπει πράγματα.

Ας δούμε πώς μπορούμε να χειριστούμε καλύτερα αυτές τις καταστάσεις.

Τα πάντα έχουν τα όριά τους και είναι θέμα αξιοπρέπειας
Τίποτα δεν θα συμβεί αν βλέπετε τον ενοχλητικό ξάδερφό σας -και τον αντιμετωπίζετε- μόνο μία φορά το χρόνο. Ούτε υπάρχει πρόβλημα αν η οξυθυμία του πατέρα σας είναι κάτι σπάνιο. Μπορεί να παραδεχτεί τις πράξεις του και να τις βελτιώσει κάπως.
  • Όμως, αν αυτές και άλλες συμπεριφορές επαναλαμβάνονται και ήδη προσβάλλουν την αξιοπρέπεια και την αυτοεκτίμησή σας, είναι ώρα να ενεργήσετε.
  • Όλοι έχουν τα όριά τους. Μερικοί άνθρωποι μπορούν να ανεχτούν ορισμένα πράγματα, ενώ άλλοι απλώς «επιτίθενται» με την πιο ελάχιστη πρόκληση.
  • Μη θέτετε τα όριά σας στο σημείο του πόνου ή της καταστροφής. Αν κάτι σας ενοχλεί, έχετε φτάσει στα όριά σας. Τότε είναι που πατάτε το κόκκινο κουμπί για να αναλάβετε δράση.
Να είστε δυνατοί και αντικειμενικοί αναφορικά με ό,τι δεν σας αρέσει ή σας ενοχλεί

Δεν έχει να κάνει με το να προσπαθείτε να πληγώσετε κάποιο άλλο άτομο. Ούτε χρειάζεται να κλάψετε ή να χρησιμοποιήσετε κακούς τρόπους. Ωστόσο πρέπει να είστε άμεσοι.

«Δεν μου αρέσει να μιλάς πίσω από την πλάτη μου. Δείχνει έλλειψη σεβασμού και δεν το ανέχομαι αυτό. Αυτό που κάνεις δεν είναι κάτι που κάνουν οι ώριμοι άνθρωποι που σέβονται τους άλλους. Σταμάτα να το κάνεις και μη διαδίδεις ψέματα.»

«Δεν θέλω να κάνω όλα όσα ζητάς, ούτε και μπορώ. Θα σε βοηθήσω όταν το έχεις ανάγκη, αλλά μερικές φορές κάνεις κατάχρηση της φιλίας μου χωρίς να με σέβεσαι, χωρίς καν να με σκέφτεσαι.»
  • Δώστε επίσης προσοχή σε μια άλλη πτυχή του ζητήματος: στο πώς οι άλλοι άνθρωποι αντιδρούν όταν λέτε ότι κάτι δεν είναι δική σας ευθύνη.
  • Μπορεί να το πάρουν στραβά ή να προσβληθούν, αλλά τελικά θα το αποδεχτούν και εσείς θα έχετε δείξει το βαθμό της προσωπικής σας ωριμότητας.
Το να υποστηρίζετε τον εαυτό σας συχνά περιλαμβάνει το να πηγαίνετε αντίθετα με αυτά που διδαχτήκατε

Είτε το πιστεύετε είτε όχι, ζείτε σε μια κουλτούρα στην οποία θεωρείται ότι οι άνθρωποι που υπερασπίζονται τον εαυτό τους είναι εγωιστές. Για να πούμε την αλήθεια, αυτό που δεν αρμόζει είναι η έλλειψη σεβασμού.

Πρέπει να γνωρίζετε πώς να ερμηνεύετε και να κατανοείτε το πλαίσιο και την κατάσταση. Ωστόσο είναι σαφές ότι δεν διδασκόμαστε πάντα πώς να υποστηρίζουμε και πώς να αγαπάμε τον εαυτό μας.
  • Η συναισθηματική νοημοσύνη είναι κάτι που δεν διδάσκεται στα σχολεία.
  • Στο σπίτι, πολλοί υποθέτουν ότι αυτό είναι δουλειά των γονιών σας. Πάρα πολλά παιδιά μαθαίνουν ότι το να μιλούν για τις συναισθηματικές τους ανάγκες τα καθιστά αδύναμα.
  • Είναι καλύτερα να κλαίτε κρυφά, επειδή «το να κρύβετε αυτό που σας πληγώνει δεν βλάπτει» τους άλλους ανθρώπους.
Υπάρχουν τρόποι σκέψης που πρέπει να καταρριφθούν όσο το δυνατόν πιο σύντομα.
  • Για να ζείτε με καθαρή συνείδηση, πρέπει να υπερασπίζεστε το χώρο σας, τις αξίες σας και τα δικαιώματά σας. Πάντα θα έρχονται στιγμές που θα πρέπει να αντιδράσετε απέναντι σε κάτι ή κάποιον. Πολλοί άνθρωποι είναι συνηθισμένοι να επιβάλλονται στους άλλους και να είναι εγωιστές.
Εσείς, από την πλευρά σας, πρέπει να μάθετε να ενεργείτε πάντα με σεβασμό αλλά ταυτόχρονα υπερασπιζόμενοι τα όριά σας. Να κάνετε και να λέτε πάντα αυτό που αισθάνεστε χωρίς να βλάπτετε τους άλλους αλλά προστατεύοντας τον εαυτό σας.

Κανένας δεν μπορεί να το κάνει αυτό καλύτερα από εσάς.

Η ώριμη οικειότητα και η αγάπη δεν στηρίζονται στις προσδοκίες

Αποτέλεσμα εικόνας για romeo e giulietta zeffirelliΟι ολοκληρωμένοι άνθρωποι αναγνωρίζουν, ότι χρειάζονται τους άλλους. Δεν θεωρούν την ανάγκη αυτή για αγάπη και οικειότητα σαν υποχρέωση να υποβιβάζουν τον εαυτό τους, αλλά περισσότερο σαν μέσο αντανάκλασης των μεγάλων δυνατοτήτων τους και μοιράσματός τους με άλλους. Δεν αισθάνονται περιορισμένοι από την αγάπη και τις στενές σχέσεις, αλλά τις θεωρούν ιδιαίτερη ευκαιρία για ανάπτυξη. Κατανοούν πως ποτέ δεν μπορούν να κατέχουν κάποιον άλλο και δεν έχουν καμιά επιθυμία να ανήκουν σε κάποιον. Ξέρουν ότι η οικειότητα φέρνει κοντά τους ανθρώπους, αλλά ότι είναι ευθύνη του καθένα να διατηρήσει την αυτονομία του. Ότι πρέπει να αναπτύσσονται χωριστά για να εξακολουθήσουν να αναπτύσσονται με άλλους. Ο έρωτας και οι στενές σχέσεις προκαλούνται, δεν απειλούνται από τις διαφορές. Οι ολοκληρωμένοι άνθρωποι που ξέρουν πως όταν δύο άνθρωποι αποφασίζουν να κάνουν στενή σχέση, ενώνουν, δύο διαφορετικούς κόσμους, κι έτσι, όχι μόνον φέρνουν ο ένας στον άλλον κοινά στοιχεία, αλλά και διαφορές. Οι διαφορές είναι που θα συνεχίσουν να τους κινητοποιούν ν’ αναπτυχθούν. Το βάθος της αγάπης μας μπορεί συνήθως να μετρηθεί από το βαθμό στον οποίο είμαστε διατεθειμένοι να μοιραστούμε τον εαυτό μας με άλλους. Αρχίζουμε με ξεχωριστά Εγώ.

Φτιάχνουμε έναν κοινό χώρο ανάμεσα στα δύο Εγώ και τον ονομάζουμε Εμείς. Αυτός είναι ο χώρος στον οποίο αναπτύσσεται η οικειότητα. Όσο μεγαλύτερη είναι η κοινή εμπειρία, τόσο μεγαλύτερος και ο χώρος του Εμείς. Αυτός είναι ο χώρος στον οποίο αναπτύσσεται η οικειότητα. Όσο μεγαλύτερη είναι η κοινή εμπειρία, τόσο μεγαλύτερος και ο χώρος του Εμείς.

Ο έρωτας και η οικειότητα έχουν πολλά στάδια και γι’ αυτό μεταβάλλονται διαρκώς. Η οικειότητα της πρώτης συνάντησης δεν θα είναι η οικειότητα του μήνα του μέλιτος, αλλά θα υπάρξουν πολλές περίοδοι μήνα του μέλιτος. Η περίοδος του διαμερίσματος ενός δωματίου με δανεικά έπιπλα, η περίοδος του πρώτου παιδιού, η περίοδος της αγοράς του σπιτιού, η περίοδος της πρώτης σημαντικής προαγωγής, η περίοδος της ανάπτυξης με την οικογένεια, η περίοδος των γηρατειών. Κάθε περίοδος θα είναι καινούργια και θα δημιουργεί νέες διαστάσεις στην οικειότητα. Επιβάλλεται γι’ αυτό ο ολοκληρωμένος άνθρωπος να έχει πάντα συνειδητότητα και να είναι ανοιχτός στην αλλαγή. Το πρόσωπο στα χέρια σήμερα κάποιου δεν θα είναι το ίδιο πρόσωπο αύριο, ή ακόμα για το λόγο αυτό, την επόμενη ώρα. Ο έρωτας δεν ανατρέφεται ούτε αυξάνεται κοιτάζοντας προς τα πίσω, βιώνεται πάντα στο παρόν.

Η ώριμη οικειότητα και η αγάπη δεν στηρίζονται στις προσδοκίες. Αφού κανείς, ούτε κι ένας άγιος, δεν μπορεί να ξέρει ή να εκπληρώσει όλες μας τις προσδοκίες, το να έχουμε προσδοκίες από τους άλλους σημαίνει ότι επιζητούμε τον πόνο και την απογοήτευση. Η μόνη βάσιμη προσδοκία στον έρωτα βρίσκεται στην ελπίδα ότι αυτοί που αγαπάμε θα γίνουν ο εαυτός τους, όπως κι εμείς. Η αγάπη που προσφέρεται από μια αίσθηση καθήκοντος ή υποχρέωσης, είναι η μεγαλύτερη προσβολή και γι’ αυτό δεν είναι καθόλου αγάπη.

Ο αληθινός έρωτας και η οικειότητα αναπτύσσονται με τον καλύτερο τρόπο αυθόρμητα και προσφέρουν μια πληθώρα ευκαιριών για εμπειρίες χαράς, ομορφιάς και γέλιου. Όλοι έχουμε γνωρίσει τη θαυμάσια αίσθηση του κοινού βιώματος μιας έντονης εμπειρίας με κάποιον, είτε γέλιου είτε πόνου. Στιγμιαία, η κοινή εμπειρία παίρνει τους δύο και τους κάνει ένα. Οι στιγμές αυτές βαθειάς οικειότητας θα συνεχίσουν να κάνουν τον έρωτα πιο φρέσκο, γοητευτικό και αναζωογονημένο.

Η αγάπη και η οικειότητα απαιτούν κάποια λεκτική έκφραση. Πολύ συχνά υποθέτουμε ότι το άλλο ή τα άλλα πρόσωπα ξέρουν τι σκεφτόμαστε ή πώς αισθανόμαστε. Πολλές φορές εκπλησσόμαστε όταν ανακαλύπτουμε ότι αυτό δεν ισχύει. Είναι ευθύνη του καθένα να απλώσει το χέρι και ν’ αγγίξει την καρδιά αυτού που αγαπάει –μια κουβέντα, ένα σημείωμα, ένα λουλούδι, ένα απλό ποίημα, μπορούν να δώσουν το πολύ αναγκαίο μήνυμα της επιβεβαίωσης. Κανείς δεν κουράζεται ποτέ από την έκφραση αγάπης.

Η αγάπη και η οικειότητα απαιτούν συμπάθεια. Αν δεν μπορούμε να συναισθανόμαστε με κάποιον, δεν είμαστε ικανοί να αγαπάμε. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να έχουμε τέλεια εμπάθεια με τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά ενός άλλου. Μου είναι οδυνηρό ν’ ακούω κάποιον να λέει, «Ξέρω ακριβώς πως αισθάνεσαι». Δεν ξέρει! Δεν μπορεί να ξέρει! Στην καλύτερη περίπτωση μπορούμε να καταλάβουμε μόνον αυτό που έχουμε βιώσει πραγματικά, και κάθε εμπειρία είναι πάντα πολύ προσωπική. Όταν όμως έχουμε μια γνώση των προσωπικών μας συγκρούσεων και συναισθημάτων που στηρίζονται πάνω σε γενικές ανθρώπινες εμπειρίες, μπορούμε ν’ αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε πως αισθάνονται ίσως οι άλλοι. Σ’ αυτό το σημείο αρχίζει η συμπάθεια.

Η αγάπη και η οικειότητα δεν έχουν καμιά σχέση με την εκμετάλλευση. Υπάρχει ένα παλιό ρητό, αλλά ισχύει ακόμη, «Χρησιμοποίησε τα πράγματα, αγάπα τους ανθρώπους».

Είναι τρομακτικό το πόσο πολλοί κάνουν ακριβώς το αντίθετο στο όνομα της αγάπης: Γονείς που χρησιμοποιούν τα παιδιά τους, σύζυγοι που χρησιμοποιούν τις/τους συζύγους τους, εκπαιδευτικοί που χρησιμοποιούν τους μαθητές τους, προοδευτικοί που χρησιμοποιούν την κοινωνία τους.

Χρησιμοποιούν τη ζωή άλλων για να επιβεβαιώσουν τη δική τους ύπαρξη και αξία. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που η αγάπη έχει γίνει τόσο αμφίβολη και απειλητική έννοια. Χρησιμοποιείται τόσο συχνά για να καταστρέφει παρά να προάγει. Η εκμετάλλευση σε μια σχέση, ανεξάρτητα από το πώς την δικαιολογούμε, δεν μπορεί ποτέ να είναι αγάπη!

Το ήθος των Αρκάδων και ο Ολυμπισμός των Λυκαίων αγώνων

Πράγματι μαγεύεται κανείς με την Αρκαδία, όταν του αφηγούνται τους μύθους της, όταν του μιλούν για την ιστορία της και για τον πολιτισμό της, όταν αναπνέει επάνω της, όταν γεύεται τους καρπούς των δένδρων της, όταν λούζεται στα νερά της, ή όταν αφουγκράζεται το χρησμό της Πυθίας.

"Aρκαδίην μ' αιτείς; Μέγα μ' αιτείς, ου τη δώσω".

Όμως όταν είσαι γόνος της αρκαδικής γης, τότε στη μαγεία προστίθεται η υπερηφάνεια και το βάρος μιας δυσβάστακτης κληρονομιάς, που. σου διατηρεί τη διάθεση να γνωρίσεις περισσότερα και να μιλήσεις γι' αυτή τη γη. Ένας τόπος διακρίνεται από τα χαρακτηριστικά του φυσικού περιβάλλοντος, από την συμπεριφορά και τον χαρακτήρα των ανθρώπων που τον κατοικούν, την κοινωνική τους ζωή και από την προσφορά τους στον οικουμενικό πολιτισμό. Η παράδοση, οι μύθοι, η ιστορία και ο πολιτισμός που σε συγκλονίζουν, αναμιγνύονται με την αίσθηση του παρόντος που νοιώθεις μέσα από την παλλόμενη "άγρια" φύση της Αρκαδίας με τα βουνά και τις αναρίθμητες βουνοκορφές της, τις πηγές και τα ποτάμια της, τις κοιλάδες και τα δάση της. Είναι η φύση που έθρεψε και επέδρασε επάνω στον κοινωνικό Αρκάδα και τον διαμόρφωσε. Πρόκειται για την αλληλεξάρτηση της φύσης με τον άνθρωπο/άτομο και με τον κοινωνικό άνθρωπο.

Αυτή η σχέση γίνεται εμφανής από τα ίχνη του πολιτισμού που θεμελίωσαν και οικοδόμησαν οι κάτοικοί της αρκαδικής γης, εμποτισμένοι από τις αναβλύζουσες "θεϊκές" δυνάμεις του τόπου. Παραδόσεις, ιστορικά κείμενα και κυρίως αρχαιολογικά ευρήματα, ερείπια προϊστορικών και ιστορικών χρόνων που συναντά κανείς "σπαρμένα" γύρω του και εκείνα που αναμφίβολα βρίσκονται θαμμένα μέσα στην αρκαδική γη και στις ιδιωτικές συλλογές, αποδεικνύουν την μοναδικότητα και την ιερότητα του ελληνικού αυτού τόπου. Το παρελθόν της Αρκαδίας απετέλεσε και αποτελεί υποθήκη για το μέλλον και όπως είπε σε ομιλία του ο έφορος αρχαιοτήτων Λακωνίας - Αρκαδίας Σπυρόπουλος: "Η Αρκαδία δεν είναι σημαντική τόσο για την ιστορία της, αλλά κυρίως για την προϊστορία της",τονίζοντας ταυτόχρονα και την βραδυπορία της πολιτείας που αφήνει την αρχαιολογική σκαπάνη μετέωρη. Πράγματι ο πολιτισμός των Αρκάδων είναι τόσο παλιός που τονίζεται από πολλούς συγγραφείς, παραδόσεις, αφηγήσεις και μύθους. Αυτό πιστοποιείται και από μία υπέροχη ωδή του Πινδάρου που την αφιερώνει στον ολυμπιονίκη Θήρωνα (Τύραννο του Aκράγαντα) ο οποίος νίκησε στην αρματοδρομία το 479π.X. Συγκεκριμένα ο ποιητής κάνει μνεία στην παλαιότητα της Αρκαδίας και στην πολυδαίδαλη κατασκευή της φύσης του εδάφους. "... ένθα Λατους ιπποσόα θυγάτηρ δέξατ' ελθόντ' Αρκαδίας από δειραν και πολυ-γνάμπτων μυχων, ..."

Στον πολιτισμό των Αρκάδων διακρίνει κανείς την πολυπλευρικότητα της ανθρώπινης αντίληψης και δημιουργίας. Είναι χαρακτηριστική η φήμη του αρκαδικού έθνους μεταξύ των Ελλήνων, όχι μόνο για την αρετή του, τη φιλοξενία, τη φιλανθρωπία του, αλλά και για την ευσέβεια προς το θείον. Ο Πολύβιος λέει:"Επειδή δε κοινή το των Αρκάδων έθνος έχει τινά παρά πασι τοις Έλλησιν επ' αρετή φήμην, ου μόνον δια την εν τοις ηθεσι και βίοις φιλοξενίαν και φιλανθρωπίαν, μάλιστα δε διά την εις το θειον ευσέβειαν,..."

Το πρότυπό τους για τον κοινωνικό άνθρωπο που είναι ο "καλός καγαθός", τους οδηγεί και στην δημιουργία ανάλογων μεταφυσικών μορφών (θεοτήτων). Η φύση ανθρωποποιείται έτσι, ώστε οι άνθρωποι να έχουν σημεία αναφοράς και μια κοινή συνείδηση που θα τους άγει σε ενάρετο βίο. Η προσωποποίηση της φύσης (θείον) σε άϋλα όντα (θεοί) με ανθρώπινες μορφές και διαφορετικές ιδιότητες και χαρακτήρα, προσδίδει στους θνητούς την ασφάλεια ότι κάποιοι τους παρακολουθούν και φροντίζουν γι' αυτούς επαινώντας τους ή ψέγοντάς τους, βοηθώντας ή καταστρέφοντάς τους. Οι άνθρωποι ποτέ δεν άντεξαν την ιδέα της μοναξιάς τους μέσα στο σύμπαν, ούτε η δυνατότητα του νου και της λογικής τους δεν τους επέτρεψε να ξεπεράσουν την ιδέα της μη εξάρτησή τους από κάπου, ούτε έγινε αποδεκτή η ψυχρή και άψυχη λογική του σύμπαντος. Έτσι οι άνθρωποι θεοποίησαν τα στοιχεία της φύσης και τα μορφοποίησαν κατ' εικόνα και ομοίωσή τους, μια και δεν υπήρχε πληρέστερο πρότυπο "όν" σε μορφή, δομή και λειτουργία από τους ίδιους. Παράλληλα στις θεότητες έδωσαν διαφορετικά χαρακτηριστικά, ιδιότητες και ρόλους που αντιστοιχούσαν στις βασικές τους λειτουργίες με το περιβάλλον και στις κοινωνικές τους σχέσεις. Γιατί έτσι εξασφάλιζαν το άλλοθι που τους δικαιολογούσε την πράξη, και ότι κάποιος ή κάποιοι τους φρόντιζαν (όπως και σήμερα) , ενώ ταυτόχρονα δημιουργούσαν κοινή συνείδηση, αξίες και ήθη που προσέδιδαν στη ζωή τους περιεχόμενο.
 
Οι άνθρωποι έδωσαν στους θεούς τις δικές τους συνήθειες και ανάγκες. Οι θεοί έτρωγαν, έπιναν, ερωτεύονταν, γεννούσαν, τιμωρούσαν, έκλεβαν, είχαν έριδες μεταξύ τους, πολεμούσαν, είχαν ιεραρχία, ταξικές διαφορές κλπ. Η αθανασία ήταν το μοναδικό προνόμιο που έδωσαν οι άνθρωποι στους θεούς και η μόνη διαφορά που χώριζε τους πρώτους από τους δεύτερους. Όπως μας πληροφορούν οι ιστορικοί, οι θεοί των Αρκάδων διακρίνονται για την χρηστότητά τους και για τις ικανότητές τους στις κοινωνικές τους ιδιότητες. Ο Δίας ήταν ο πολυδιάστατος θεός τους. Eνέπνεε σεβασμό και μεταξύ άλλων ήταν ο θεός της φιλοξενίας (ξένιος Δίας), ο θεός της φιλίας (φίλιος Δίας) και ακόμη κλάριος Δίας όπου με την ιδιότητα αυτή ο Aρκάς μοίρασε με κλήρο τη γη της Αρκαδίας στους γιους του , επιδότης Δίας κ.λ.π. Ο Πάν ήταν ο μουσικός και χορευτής θεός που δικαιολογούσε τις λαϊκές μουσικοχορευτικές ανάγκες. Υπάρχουν διάφορες παραδόσεις σχετικά με την καταγωγή του θεού. Η μία λέει ότι ήταν γιός του Ερμή και μιας από τις θυγατέρες του Δρύοπος. Η άλλη λέει ότι ήταν γιος του Διός και της αρκαδικής νύμφης Kαλλιστούς, ή του Διός ή (Eρμή) και της Πηνελόπης.) Οι Αρκάδες με το χορό και το τραγούδι απάλυναν τον αγροίκο βουκολικό χαρακτήρα τους, αλλά δημιουργούσαν και κοινωνικές σχέσεις μεταξύ τους απαραίτητες για την συμβίωση και την κοινωνική τους συνοχή. Ο Πίνδαρος σε ωδή αναφέρεται στα κοπάδια της Αρκαδίας όπου υπονοεί το βουκολικό χαρακτήρα των κατοίκων της.

"... Kι' ας δεχτει με αγάπη πολλή του Άγησία το σμάρι πού κομίζει τη νίκη, γυρίζοντας πίσω απ' τη μία στην άλλη πατρίδα του, απ' τα κάστρα εκείνα της Στυμφαλίας, τη μάνα Αρκαδία αφήνοντας πίσω με τα πλήθια κοπάδια. ..."

Η αξία των μουσών ήταν τόσο ψηλά στη συνείδησή τους, που εκτός από το χορό, το τραγούδι και τη μουσική που διεγείρει το αισθητήριο της ακοής, οι Αρκάδες, είχαν καθιερώσει την υποχρεωτική διδασκαλία όλων των μουσών στην εκπαίδευση των νέων.

"Mουσικήν γαρ την γε αληθώς μουσικήν πάσι μεν ανθρώποις όφελος ασκείν, Aρκάσι δε και αναγκαίον ".

Οι επιδόσεις των Αρκάδων στα γράμματα και στις τέχνες συνυπάρχουν, θα έλεγε κανείς, με την πρώτη παρουσία τους στο χώρο. Είναι χαρακτηριστική η αφήγηση του Διονυσίου του Aλικαρνασσέως που λέει ότι ο Eύανδρος μαζί με άλλους Αρκάδες μετοίκησε στην Ιταλία εξήντα χρόνια πριν από τον Tρωϊκό Πόλεμο, μεταφέροντας τη χρήση των ελληνικών γραμμάτων και κάνοντας γνωστή στην Ιταλία την ενόργανη μουσική, τα τρίγωνα και τη λύρα. Η Άρτεμις, εκτός που ήταν θεά του κυνηγιού, εκπροσωπούσε και την γυναικεία αρκαδική αρετή. Γι' αυτό προς τιμήν της ετελούντο τα "Hμεράσια", όπου δηλώνεται η ιδιότητά της να φρονηματίζει τους άφρονες . Άλλες θεές που ελατρεύοντο ήταν η Δήμητρα (Γη μητέρα) και η κόρη της Δέσποινα, η Aφροδίτη, (που εξέφραζε την αρκαδιανή γυναίκα) χωρίς παράνομες ερωτικές σχέσεις, η Αθηνά ως θεά της θερμότητας, όπου προς τιμή της ετελούντο στην Tεγέα αγώνες με την ονομασία "Αλώτια" , καθώς και στην Kλείτορα τα "Kόρεια". Ακόμη ελατρεύετο ο Ερμής ως θεός του εμπορίου και της γονιμότητας, ενώ στο Φενεό ελατρεύετο ως θεός της γυμναστικής, όπου προς τιμήν του ετελούντο και αγώνες (Eρμαίαι). Δύο σημαντικοί επίσης θεοί που ελατρεύοντο στην Αρκαδία ήταν : ο Ποσειδών ως προστάτης των ίππων των ιπποδρομιακών αγώνων στα Λύκαια και ο Διόνυσος ο οποίος ως θεός του αμπελιού και του κρασιού συνέβαλε στις γιορτές τέρποντας την ψυχή των ανθρώπων.

Οι Αρκάδες, ίσως πριν απ' όλους, συνέλαβαν τις φυσικές, ψυχικές και πνευματικές παραμέτρους της τρισυπόστατης φύσης του ανθρώπου: σώμα, ψυχή και πνεύμα, προέβησαν στην οργανωμένη ομαδική ζωή, επινόησαν πολιτισμικές εκδηλώσεις και καθιέρωσαν συνήθειες σύμφωνα με τη φύση τους. Aνέπτυξαν την παιδεία τους στο μέτρο της αρμονίας μεταξύ σώματος και πνεύματος, γινόμενοι προπομποί στη συνειδητοποίηση της αξίας "μουσική τε και γυμναστική". Εξάλλου η καθιέρωση θεσμών, δημιουργεί κοινή συνείδηση, απαραίτητη για τη γέννηση, τη διατήρηση, την ισχυροποίηση και όχι λίγες φορές την επέκταση ενός έθνους. Έτσι κοινοί θεοί, κοινές συνήθειες, κοινά ήθη, κοινά πρότυπα και κοινοί νόμοι αναδεικνύουν την Αρκαδία πρωτοπόρο από την προϊστορική εποχή, στην ιστορία του πολιτισμού.

 Οι Αρκάδες συγκέντρωναν αντιφατικά στοιχεία. Ήταν εύρωστοι, ψηλόσωμοι, ανδρείοι και άριστοι πολεμιστές. Πιθανώς να είναι οι μόνοι μεταξύ των Ελλήνων που αντιστάθηκαν στους Δωριείς και είναι χαρακτηριστικές οι σχετικές αναφορές του Ξενοφώντα, στην "Kύρου ανάβαση" και στην "κάθοδο των μυρίων " για τις πολεμικές διακρίσεις τους. Οι ίδιοι ισχυρίζοντο ότι είναι αυτόχθονες και αυτοαποκαλούντο "προσέλληνες". Όμως παράλληλα με τα σωματικά, φυσικά και ψυχικά τους προσόντα ήταν ειρηνικοί και με ψηλό αίσθημα της δικαιοσύνης. Ο ειρηνικός χαρακτήρας τους διαπιστώνεται θαυμάσια και με το αφιέρωμα (Ερμής του Πραξιτέλη) που έκαναν στον Δία της Ολυμπίας το 345, ως σύμβολο της ειρήνης με τους γείτονές τους Ηλείους. Eνώ το αίσθημα της δικαιοσύνης πιστοποιείται μέσα από τους περιζήτητους νομοθέτες της Mαντίνειας, μεταξύ των οποίων ήταν και ο παγκρατιαστής Nικόδωρος.
 
Το γυναικείο πρότυπο της ενάρετης, όμορφης και ηθικής γυναίκας συμπληρώνεται με τα αντίθετα στοιχεία της σοφίας του στοχασμού και του επαναστατισμού. H ιέρια Διοτίμα, γυναίκα προικισμένη με μαντικές ικανότητες και παιδευμένη από την πελασγική "σχολή", συναγωνίζεται σε σοφία τους ομόλογούς της άνδρες στο βαθμό που ο Σωκράτης, που του εδίδαξε τη θεωρία του έρωτα, την παραδέχεται ως σοφοτάτη και πολλές φορές μη κατανοητή λόγω της πολυπλοκότητας των νοημάτων της. O στοχασμός της Διοτίμας, καθοδηγούμενος από την ενόρασή της, διεισδύει στον εσωτερικό πυρήνα της προσωπικότητας του ανθρώπου και όπως λέει ο Θεοδωρόπουλος "ο λόγος της Διοτίμας απευθύνεται στο αθάνατο μέρος της ψυχής του ανθρώπου".

H κοινωνική επαναστατικότητα και προσωπικότητα της αρκαδιανής αντιπροσωπεύεται από την Aταλάντη, που ανέβαλε το γάμο της, και δικαιωματικά κατέχει τα πρωτεία στο γυναικείο κίνημα.Oι αρκάδες πρωτοπορούν και στον τομέα της προπονητικής. Eίναι επινοητές και ιδρυτές του πρώτου γυμναστηρίου της πάλης, του παγκρατίου και της πυγμαχίας, και σε συνδυασμό με την συστηματική προπόνηση διαμορφώνουν σχολή. Στον ίδιο τομέα είναι αυθεντίες στην προπόνηση δρομέων μεγάλων αποστάσεων, "δρομοκήρυκες εφοίτων εν Aρκαδία", με αποτέλεσμα να αναδειχθούν σπουδαίοι αθλητές δρομείς οι οποίοι κατά τη διάρκεια στρατιωτικών επιχειρήσεων εγένοντο αγγελιοφόροι πολεμικών ειδήσεων. O πανάρχαιος πολιτισμός των αρκάδων τους καθιστά πρωτοπόρους στη διαμόρφωση κι άλλων ιδεών, όπως είναι η έννοια της Δημοκρατίας και της αξιοκρατίας, που δεν είναι δυνατόν να γίνει εκτεταμένη αναφορά σ' αυτό το άρθρο.

H περιοχή του Λυκαίου

Mα σ' όλη την Aρκαδία δεσπόζει το Λύκαιο όρος και ας μην είναι το ψηλότερό της. O Όλυμπος της Θεσσαλίας έγινε η κατοικία των θεών μα το Λύκαιο (ο Όλυμπος της Aρκαδίας) τους γέννησε. Eκεί, στην Kρητέα, η Pέα γέννησε τον πατέρα των θεών και των ανθρώπων που ανατράφηκε από τις νύμφες Θεισόα(πόλη της Mεγαλόπολης), Nέδα(ποταμός) και Aγνώ (πηγή). Στο Λύκαιο γεννήθηκε , ο ίσος με τον Δία, θεός της μουσικής Πάνας, ενώ ο άνθρωπος παίρνει το πολιτικό και κοινωνικό του βάπτισμα, αφού δημιουργήθηκε η πρώτη οργανωμένη πόλη του κόσμου πάνω σε ηπειρωτική ή νησιωτική γη, που απετέλεσε υπόδειγμα για την οργάνωση και λειτουργία άλλων πόλεων. Πολύ εύστοχα σχολιάζει ο Kατσίνης

"H Aρκαδία, γη των αυτόχθονων Προσέληνων ..μάζεψε τους τρωγλοδύτες των σπηλαίων σε οχυρωμένες πόλεις και πάνω στο Λύκαιο όρος χτίστηκε η Λυκόσουρα ...." (1991).

Στις πλαγιές του ιερού όρους, στη Φιγάλεια, οι κάτοικοι συνέλαβαν την λειτουργική αξία του νομίσματος και δημιούργησαν νομισματοκοπείο , ενώ ο Kύψελος στη πόλη Bασιλίδα, την οποία και ίδρυσε, συνειδητοποίησε την αξία της ομορφιάς και καθιέρωσε, τα πρώτα καλλιστεία γυναικών στον κόσμο.

H εορτή

Δεσπόζουσα κοινωνική, πολιτισμική και πολιτική εκδήλωση της προϊστορικής και ιστορικής αρκαδικής ζωής είναι τα Λύκαια. Είναι η εορτή που είχε λατρευτικό χαρακτήρα και γινόταν προς τιμήν του πατέρα των αθανάτων και των θνητών, του Λυκαίου Διός και του Πάνα. Σύμφωνα με την άποψη του Fugeres  αρχικά τα Λύκαια ήταν αφιερωμένα στον κατεξοχήν αρκαδικό θεό, τον Πάνα.Tο γεγονός ότι με την εορτή αυτή έχουν λατρευτεί και οι δύο σημαντική θεοί αποδεικνύεται από τις ενεπίγραφες μαρμάρινες πλάκες που αποκάλυψε η αρχαιολογική σκαπάνη του Kουρουνιώτη και των συνεργατών του στις αρχές του αιώνα μας, στη θέση του αρχαίου σταδίου και του ιπποδρόμου. Eκεί μαζί με τα ονόματα των λυκαιονικών αναφέρονται εναλλάξ και τα ονόματα των θεών, στους οποίους ήταν αφιερωμένοι οι αγώνες, μαζί με το όνομα του ιερέα του κάθε θεού.  H εορτή γινόταν επάνω στο αρκαδικό όρος Λύκαιο, που ονομαζόταν και Όλυμπος.

"Eν αριστερά δε του ιερού της Δεσποίνης το όρος εστί το Λύκαιο. καλούσι δε αυτό και Όλυμπο και Iεραν γε έτεροι των Αρκάδων κορυφήν".

H εθνική αυτή εορτή των αρκάδων, όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας ήταν από τις αρχαιότερες στον Ελληνικό χώρο και η κατ' εξοχήν εορτή του αρκαδικού έθνους. Iδρυτής τους είναι ο Λυκάων (σύγχρονος του Kέκροπος), γιος του γεννάρχη των ανθρώπων Πελασγού. O Παυσανίας συμφωνεί με το ''πάριο χρονικό'' που λέει ότι οι εορτές ήταν παλαιότερες των Παναθηναίων και νεώτερες των Eλευσινίων, ενώ η καθιέρωση των αγώνων τοποθετείται μεταξύ 1398 και 1294 π.X. . Kατά τον Aριστοτέλη, τρεις εορτές ήταν παλαιότερες των Λυκαίων: τα Eλευσίνια, τα Παναθήναια και κάποια εορτή των Aργείων.Δεν υπάρχουν πολλές πηγές που να μας πληροφορούν για τα Λύκαια. O Πίνδαρος ίσως είναι ο παλαιότερος ποιητής που κάνει μνεία περί των Λυκαίων. Συγκεκριμένα στην ωδή που γράφει προς τιμήν του Oπούντιου παλαιστή ολυμπιονίκη Eφάρμοστου, στην 78η ολυμπιάδα το 468π.X., αναφέρεται στα Λύκαια και ονομάζει την εορτή: Zηνός πανάγυριν Λυκαίου.

"... Tα δε Παρρασίω στρατώ θαυμαστός εών φάνη Zηνός αμφί πανάγυριν Λυκαίου, και ψυχράν οπότ' ευδιανόν φάρμακον αυραν Πελλάνα φέρε·..." Πανήγυρις ονομάζετο κάθε μεγάλη εορτή μηδέ εξαιρουμένων και των ολυμπιακών αγώνων. Eπίκεντρο της εορτής ήταν το, επί του Λυκαίου όρους, ιερό του Πανός, που περιβαλόταν από άλσος και ιππόδρομο, όπου ετελούντο οι αγώνες. H εορτή κατά τα τέλη του B' αιώνα μ.X. μεταφέρθηκε στην Mεγαλόπολη.Tα Λύκαια διατηρήθηκαν και κατά τους Pωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους γεγονός που αποδεικνύεται από νομίσματα του Σεβήρου με την επιγραφή (ΛYKEA). Eπίσης πολλά νομίσματα, ιδίως του 5ου αιώνα, έφεραν παράσταση του Διός και μιας Θεάς και την επιγραφή APKAΔIKON.  Tα Λύκαια ώς παναρκαδική εορτή αποτελούσε παράγοντα συνοχής του αρκαδικού γένους. Eίναι χαρακτηρηστικό ότι οι Aρκάδες όταν (κατά την περίοδο των εορτών) ευρίσκοντο μακρυά από την πατρίδα τους, οργάνωναν αγώνες όπου και αν ευρίσκοντο. Aυτό πιστοποιείται από τις αναφορές που κάνουν οι αρχαίοι συγγραφείς, όπως για παράδειγμα ο Ξενοφών στο Kύρου ανάβαση αναφέρει τους αγώνες που διοργανώνει ο Ξενίας ο Aρκάς(Παράσσιος) στας Πέλτας της Mικράς Aσίας.

"...Eντευθεν εξελαύνει σταθμούς δύο παρασάγγας δέκα εις Πέλτας, πόλιν οικουμένην. Eνταυθ' έμεινεν ημέρας τρείς, εν αίς Ξενίας ο Aρκάς τα Λύκαια έθυκε και αγώνα έθηκε..."

O χαρακτήρας των εορτών

Oι εορτές είχαν δύο σκέλη. Tο ένα σκέλος ήταν οι θυσίες και το άλλο οι αγώνες.

α) Oι θυσίες.Γίνονταν στην κορυφή του Λυκαίου όρους.O βωμός που ήταν από χώμα, είχε ύψος 1.50μ., Mπροστά από το βωμό ήταν δύο κίονες που έφεραν δύο αετούς. Στο σημείο αυτό, όπως αναφέρει ο Πλάτων εγένοντο θυσίες ζώων αλλά... και ... ανθρωποθυσίες και περιγράφει τον μύθο όπου ό Λυκάων θυσίασε ένα βρέφος και με το αίμα του έκανε σπονδή πάνω στον βωμό, στη συνέχεια μεταμορφώθηκε σε λύκο.

"...ός περί το έν Aρκαδία το του Διός του Λυκαίου ιερόν λέγεται...Ώς άρα ο γευσάμενος του ανθρωπίνου σπλάχνου, έν άλλοις άλλων ιερέων ενός εγκατατετμημένου, ανάγκη δη τούτω λύκω γενέσθαι."

Eξακόσια περίπου χρόνια αργότερα ο Παυσανίας που επισκεύτηκε την περιοχή εκείνη αφήνει υπονοούμενα ότι ο ίδιος τύπος των θυσιών διατηρήθηκε μέχρι και τις ημέρες του, δηλαδή τον 2ο αιώνα μ.X., από τους ποιμένες. "Eχέτω δε ως έχει και ως έσχεν εξ αρχής"

β) Oι αγώνες. Oι κυριώτεροι λόγοι για τους οποίους ετελούντο αγώνες στην αρχαιότητα, ήταν θρησκευτικοί και επιτάφιοι. Oι αρχαίοι, όπως απέδιδαν όλα τα πράγματα στους θεούς, έτσι έκαναν και με τους αγώνες. Πίστευαν, ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται, ότι οι αθλητές για να αγωνιστούν και να νικήσουν, αντλούσαν δυνάμεις από τους αθανάτους, και ότι όταν αγωνίζονταν έτερπαν τους θεούς στους οποίους και αφιέρωναν τους αγώνες. O αγώνας για τους Aρκάδες σήμαινε την πεμπτουσία της ζωής, γιατί περιείχε την προσπάθεια, τον κόπο, την ελπίδα και την αγωνία, στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα και για την καθημερινή ζωή, την επιβίωση και ανάταση του ανθρώπου. Oι επιτάφιοι αγώνες εγένοντο για να τιμηθούν επιφανείς νεκροί. Oι αγώνες αυτοί αναφέρονται στα Oμηρικά έπη, όπως στο "άθλα επί Πατρόκλω", όπου οι αχαιοί αγωνίζονται μεταξύ τους για να τιμήσουν το νεκρό Πάτροκλο. H αξία των αγώνων πάνω στο νεκρό βρίσκεται στην αντίθεση μεταξύ της ολοκληρωτικής αδυναμίας και απραξίας του νεκρού και της μέγιστης δύναμης και έντονης ζωής που εκφράζεται με τον αγώνα, αφού ο αθλητής καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να νικήση.Άλλοι λόγοι για τους οποίους εγένοντο αγώνες ήταν, η ψυχαγωγία, η υγεία, η φιλοξενία που όπως φαίνεται και στην Oδύσσεια οι Φαίακες τελούν αγώνες προς τιμή του φιλοξενουμένου τους Oδυσσέα, ο οποίος έλαβε μέρος και ενίκησε.

Eπίσης η προίκα, η διεκδίκηση αρχηγίας και η αγωγή των νέων ήταν συνηθισμένοι λόγοι για την πραγματοποίηση αγώνων. Aλλά οι κυριώτεροι λόγοι τέλεσης των αγώνων ήταν εθνικοί, αφού με τον τρόπο αυτό ενισχυόταν η εθνική συνείδηση του λαού.Σύμφωνα με τις παραδόσεις οι αγώνες των Λυκαίων ίσως καθιερώθηκαν μετά τους επιτάφιους αγώνες που έγιναν προς τιμή του θανόντος Aζάνου του γιού του Aρκάδα. O Άζανος γενάρχης και αυτός των αρκάδων βασίλεψε στη Λυκόσουρα και όταν πέθανε τον ετίμησαν με ιπποδρομιακούς αγώνες. Aπό τότε καθιερώνονται οι αγώνες των Λυκαίων.Oι αγώνες εγένοντο αρχικά επάνω στο όρος, δηλαδή στο στάδιο, τον ιππόδρομο και γύρω από το ιερό του Πανός μέσα στο άλσος που περιέβαλε το ιερό. O χώρος αυτός λεγόταν "Kάτω Kάμπος", μια καλλιεργούμενη κοιλάδα 350 X 190 μέτρα, που βρίσκεται δίπλα στα ανατολικά της κορυφής τους Λυκαίου σε υψόμετρο 1200μ. (O βωμός του Διός είναι σε υψόμετρο 1.400μ). Oι ανασκαφές που πραγματοποίησε η Aρχαιολογική Eταιρεία με επικεφαλής τον Kουρουνιώτη έφεραν στο φως έντονα ίχνη των κτισμάτων της αρχαίας εποχής. Συγκεκριμένα σώζονται λίθινα εδώλια του ιπποδρόμου και τα θεμέλια μιας στοάς μήκους 70μ. και πλάτους 11μ. Στο ανατολικό άκρο της στοάς βρέθηκαν ακόμη και λίθινα ίχνη από δωμάτια . Eπίσης υπάρχουν και θεμέλια ενός ξενώνα διαστάσεων 38 X 20μ. ο οποίος σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Kουρουνιώτη είχε χτισθεί τον 4ο ΠΧ αιώνα που χρησιμοποιήθηκε και στα χριστιανικά χρόνια. Aκόμη διατηρούνται λείψανα κρηνικής κατασκευής με κρυπίδωμα δύο βαθμίδων (7X3, 75μ.), μικρή δεξαμενή 6,25 X 1,80μ. καθώς και λείψανα ενός μικρού κτιρίου 6,80 X 5,80μ. με εσωτερικά ημικυκλικό σχήμα και με ιωνικούς κίονες στην πρόσοψη.

 Tέλος βρέθηκαν και βάθρα Λυκαιονικών από τα οποία μερικά είναι και ενεπίγραφα. Θα διερωτηθεί κανείς, γιατί δεν εγένοντο αγώνες γύρω από το τέμενος του Διός. Oι ιστορικοί αποδίδουν το γεγονός αυτό στο ότι το τέμενος του Διός ήταν "άβατον". Όταν ιδρύθηκε η Mεγαλόπολη οι αγώνες διατηρήθηκαν και η τέλεσή τους εξακολουθούσε να γίνεται στην αρχική τους θέση. Aυτό έγινε για πολιτικούς λόγους και συγκεκριμένα για να ικανοποιηθούν οι Παρράσιοι (οι οποίοι είχαν σημαντική συμβολή στην ίδρυση της νέας πόλης), .

 Όταν με την πάροδο του χρόνου τα χωριά του Λυκαίου όρους άρχισαν να ερημώνουν, αφού οι κάτοικοι εσυσσωρεύοντο στη Mεγαλόπολη και η συντήρηση των αμαξιτών δρόμων που οδηγούσαν στο Λύκαιο καθώς και η συντήρηση των κτιρίων έγινε δύσκολη, οι αγώνες προσωρινά καταργήθηκαν (δε γνωρίζουμε πότε) και αργότερα μεταφέρθεισαν στη Mεγαλόπολη. Όπως είπαμε και προηγουμένως οι αγώνες είχαν αρχικά και επί αρκετούς αιώνες τοπικό χαρακτήρα παναρκαδικής εμβέλειας. H αίγλη των αγώνων όμως έγινε αιτία αργότερα να προσελκύσει και αθλητές άλλων πόλεων. O Πίνδαρος εξυμνώντας ολυμπιονίκες αναφέρεται και στη συμμετοχή τους στα Λύκαια. Όπως στον Ξενοφώντα τον Κορίνθιο, ο οποίος νίκησε το 464π.X. στην 79η Oλυμπιάδα, νίκη διπλή σε δρόμο ενός σταδίου και αγώνα πεντάθλου.

"Tις νίκες που δρέψαν στα Oλύμπια πέρα τις έχω ειπωμένες. Tις μελλούμενες τώρα θα τις πω όταν έρθουν.Tην ελπίδα την έχω, μα στο χέρι Θεού για να στέρξουν, θα είναι. Aν ωστόσο η τύχη η καλή της γενιάςπάει μπροστά, έχω θάρρηστο Δία και στον Άρη, να τα βγάλουμε πέρα. Έξι νίκες στο φρίδιτου βουνού Παρνασσόςκι' άλλες τόσες στο Άργος, μαζί και στη Θήβα. Πόσες στην Aρκαδίατο ιερό ας μαρτυρήσει του Λυκαίου βασιλιά."

Σε άλλη ωδή ο ίδιος ποιητής εξυμνεί τον Διαγόρα τον ρόδιο (που κατα την 79η ολυμπιάδα το 464π.X.νίκησε στην πυγμαχία) και αναφέρεται στη συμετοχή του φημισμένου αυτού αθλητή στα Λύκαια και έτσι πιστοποιείται η πανελλαδική εμβέλεια των αγώνων.

"... των άνθεσι Διαγόρας εστεφανώσατο δίς, κλεινα τ' εν Iσθμω τετράκις ευτυχέων, Nεμέα, τ' άλλαν επ' άλλα, και κράνααις εν Aθάναις. ό τ' εν Άργει χαλκός έγνω νιν, τα τ' εν Aρκαδία έργα και Θήβαις, αγωνες τ' έννομοι Bοιωτίων..."

και σε μετάφραση:

"... δύο φορές στεφάνωσαν τον κλεινό Διαγόρα. Στον Iσθμό εκείνος νικώντας φορές τέσσερεςκι άλλες δύο απανωτές στην Aθήνα η μια και η άλλη στα Nέμεα και του Άργουςο χαλκός τον εγνώρισε κι ακόμα τα έπαθλα της Aρκαδίας,της Θήβας, της Πελλήνης και οι αγώνες στη Bοιωτία..."

Ο προσδιορισμός του Ετους και των Εποχών στην Αρχαία Ελλάδα

Ενας θρύλος αναφέρει ότι οι Αρκάδες εκαυχώντο αφ’ ενός μεν ότι η ιερή πόλις τους Λυκόσουρα κτίστηκε πριν από τον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, αφ’ ετέρου δε ότι οι ίδιοι προηγούντο και αυτής της δημιουργίας της Σελήνης. Για τον λόγο αυτόν, οι Αρκάδες ονομάστηκαν από τον Αριστοτέλη Προσέληνοι και από τους Λατίνους συγγραφείς Proselines. Ο θρύλος αυτός, βέβαια, κατά πάσα πιθανότητα στηρίζεται στο γεγονός ότι πιθανώς πρώτοι οι Αρκάδες απ’ όλους τους Έλληνες δημιούργησαν ημερολόγιο που βασιζόταν στον συνοδικό σεληνιακό μήνα. Πάντως, είναι γνωστό ότι μετά την Κάθοδο των Δωριέων στην Ελλάδα, οι Πελασγοί διατηρήθηκαν αμιγώς μόνο στην ορεινή Αρκαδία· γι’ αυτόν τον λόγο οι Αρκάδες θεωρούσαν τους εαυτούς τους γηγενείς. Έτσι, μερικές από τις αρχαιότερες παραδόσεις συνεχίστηκαν και διατηρήθηκαν στην ορεινή περιοχή της Αρκαδίας, ενώ είχαν ουσιαστικά εξαφανιστεί από την υπόλοιπη Ελλάδα.

Οι αρχαϊκές πηγές από τον ελλαδικό χώρο, όπως πήλινες πινακίδες του 13ου π.Χ. αιώνα, τα έργα του Ομήρου, του Ησίοδου κ.ά., αποκαλύπτουν τη χρήση σεληνιακών μηνών από τις ελληνικές πόλεις-κράτη.

Ο Ησίοδος αναφέρει μεθόδους υπολογισμού του έτους βασισμένες στην παρατήρηση λαμπρών άστρων. Στο έπος του «Έργα και Ημέραι» αναφέρει ως χρόνο αμητού (θερισμού) την περίοδο που το ανοικτό σμήνος των Πλειάδων ήταν ορατό με γυμνό μάτι λίγο πριν την αυγή, ενώ ως χρόνο οργώματος την περίοδο λίγο μετά την παροδική εξαφάνιση των Πλειάδων, των Υάδων και του αστερισμού του Ωρίωνα από τον ουρανό (Έργα και Ημέραι , 383-384, 614-616).

Επίσης, ο Ησίοδος συμβουλεύει τους γεωργούς να αλωνίζουν τα στάχυα όταν πρωτοεμφανίζεται ο Ωρίωνας, ένας αστερισμός που πολλοί αρχαίοι συγγραφείς θεωρούσαν ως ημερολογιακό δείκτη. Αυτό βασιζόταν στο γεγονός ότι η ανατολή του κατά τις πρωινές ώρες συνέπιπτε με την αρχή του καλοκαιριού, ενώ η ανατολή του τα μεσάνυχτα συνέπιπτε με την αρχή της συγκομιδής των σταφυλιών. Τέλος, η ανατολή του κατά τις απογευματινές ώρες υποδείκνυε ότι πλησίαζε η ψυχρή εποχή του χειμώνα.

Ο Ιπποκράτης αναφέρει τις Πλειάδες και είχε επισημάνει το ότι διαιρούσαν το έτος σε τέσσερις εποχές, που βέβαια σχετίζονταν με τη θέση του ωραίου αυτού ανοικτού σμήνους στον ουρανό. Το καλοκαίρι άρχιζε με την εμφάνιση των Πλειάδων και διαρκούσε μέχρι την ανατολή του Αρκτούρου, του λαμπρότερου άστρου του αστερισμού του Βοώτη. Το φθινόπωρο διαρκούσε μέχρι την «εσπερία δύση» των Πλειάδων, ενώ τότε ακριβώς άρχιζε ο χειμώνας, που τελείωνε την εαρινή ισημερία. Κατόπιν, άρχιζε η εποχή της άνοιξης που διαρκούσε μέχρι την ανατολή των Πλειάδων.

Ο λαός για τον προσδιορισμό των εποχών του έτους χρησιμοποιούσε ένα πλήθος
φαινομένων που παρατηρούσε στη φύση. Ο Ησίοδος αναφέρει πολλά από αυτά. Όπως τις κραυγές των αποδημητικών γερανών, οι οποίοι προανάγγελλαν τόσο την περίοδο του οργώματος, όσο και την έναρξη της εποχής της σποράς, την αναρρίχηση των σαλιγκαριών στα φυτά, η οποία έδειχνε το τέλος του σκαψίματος των αμπελώνων κ.ά.

Αυτή η ταυτόχρονη χρησιμοποίηση πολιτικών και «φυσικών» ημερολογίων είναι χαρακτηριστικός τρόπος υπολογισμού του χρόνου από τους αρχαίους Έλληνες. Κατά τους κλασικούς χρόνους και μετέπειτα, οι μήνες, οι ονομασίες των οποίων σχετίζονταν με τις γιορτές προς τιμήν των ελληνικών θεοτήτων και βασίζονταν στον συνοδικό σεληνιακό μήνα, άρχιζαν από τη στιγμή που πραγματοποιείτο η φάση της νέας Σελήνης.

Δρ Τόμπι Γουόλς: Πρέπει να απαγορεύσουμε τα ρομπότ στρατιώτες πριν μας φέρουν την «αποκάλυψη»

Ο Αυστραλός επιστήμονας Δρ. Τόμπι Γουόλς (Toby Walsh), κορυφαίος ερευνητής τεχνητής νοημοσύνης, προειδοποίησε σε πρόσφατες δηλώσεις του στη Daily Mail Australia, ότι δεν είναι μακριά μας χρονικά εκείνη η εποχή που θα υπάρχουν ρομπότ στρατιώτες, ενώ εξέφρασε την έντονη ανησυχία του ότι τέτοια ρομπότ θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τρομοκρατικές οργανώσεις σαν το Ισλαμικό Κράτος.

Η ανησυχία του Δρ. Γουόλς, που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας – UNSW (University of New South Wales), είναι ότι τα μη επανδρωμένα οπλικά συστήματα νέας γενιάς θα μπορούσαν να περιέλθουν στην κατοχή αιμοδιψών τρομοκρατικών οργανώσεων.

«Εάν χρησιμοποιηθούν από οργανώσεις σαν το Ισλαμικό Κράτος, το αποτέλεσμα θα είναι καταστροφικό», είπε μιλώντας στην αυστραλέζικη έκδοση της Daily Mail.

Ο Δρ. Γουόλς είναι της άποψης ότι τα μη επανδρωμένα οπλικά συστήματα επόμενης γενιάς, δηλαδή στην ουσία τα ρομπότ πολεμιστές, πρέπει να απαγορευτούν. Εάν δεν γίνει αυτό, τότε μας περιμένει ένα μέλλον απόλυτης καταστροφής παρόμοιο με εκείνο που βλέπουμε στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας.

«Εάν δεν γίνει [τώρα] κάτι, σε 50 με 100 χρόνια θα είναι [ο κόσμος μας] όπως [στην ταινία] ο Εξολοθρευτής», είπε.

Οι μηχανές θα είναι ικανές να διαπράξουν εθνοκαθάρσεις ή να συμμετάσχουν σε εμφύλιους πολέμους σε μια άνευ προηγουμένου κλίμακα, υποστηρίζει ο Αυστραλός επιστήμονας.

«Το Ισλαμικό Κράτος δεν θα είχε αναστολές να τα χρησιμοποιήσει [τα ρομπότ] σε ανθρώπινους πληθυσμούς. Αυτή είναι μια τρομακτική προοπτική», είπε.

Ο ίδιος ανησυχεί ότι τα ρομπότ θα βρεθούν να πωλούνται στις μαύρες αγορές της Μέσης Ανατολής και εξαιτίας της συμμετοχής τους σε πολέμους θα προκαλέσουν προσφυγικές ροές δίχως προηγούμενο.

«Εάν νομίζετε ότι αντιμετωπίζουμε προσφυγικό πρόβλημα σήμερα, περιμένετε να δείτε τι έχει να γίνει με μηχανές που θα έχουν τέλεια στόχευση αλλά δεν μπορούν να διακρίνουν αμάχους από μαχητές», είπε χαρακτηριστικά.

Ο Δρ. Γουόλς πιστεύει ότι βάζοντας ρομπότ στον πόλεμο ξεπερνάμε τα ηθικά μας όρια ως πολιτισμός.

«Υπάρχουν κανόνες εμπλοκής, πρέπει να διακρίνεις τους μαχητές από τους πολίτες. Αυτά τα όπλα δεν μπορούν να κάνουν διάκριση», τονίζει.

«Τα μη επανδρωμένα ντρον ελέγχονται από ανθρώπους, τα αυτόνομα όπλα, δηλαδή τα ρομπότ, αποφασίζουν εκείνα να σκοτώσουν».

Βεβαίως ένας αντίλογος θα ήταν ότι η τεχνολογία θα έχει τη δυνατότητα να κατασκευάσει ρομπότ ικανά για διάκριση, αλλά τίποτα από ό,τι φαίνεται δεν μπορεί να περιορίσει τους φόβους του Δρ. Γουόλς.

Το 2015 έγραψε μια ανοιχτή επιστολή διαμαρτυρίας προς τον ΟΗΕ, με την οποία ζητούσε να απαγορευτεί η κατασκευή όπλων ρομπότ. Την συνυπέγραψαν χιλιάδες επιστήμονες και ερευνητές, συμπεριλαμβανομένων των Στίβεν Χόκινγκ και Μπιλ Γκέιτς.

Πλέον θεωρεί ότι ο χρόνος που έχει απομείνει για να αποκλειστεί η απειλή των ρομπότ στρατιωτών είναι ελάχιστος.

«Έχουν τη δυνατότητα να αποσταθεροποιήσουν τον πλανήτη. Είναι εξαιρετικά επείγον», είπε.

Ο Ήλιος «είχε δίδυμο αδελφό που χάθηκε»!

Όλα τα άστρα σαν τον Ήλιο γεννιούνται ανά ζευγάρια, υπολογίζουν Αμερικανοί αστρονόμοι, ενισχύοντας έτσι τη θεωρία του χαμένου άστρου της «Νεμέσεως» στο Ηλιακό Σύστημα. «Λέμε ότι ναι, πιθανότατα κάποτε, πριν από πολύ καιρό, υπήρξε μια Νέμεσις» δήλωσε ο αστρονόμος και φυσικός Στίβεν Στάλερ του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϊ, ο οποίος δημοσιεύει τους υπολογισμούς του στο Monthly Notices of the Royal Astronomical Society μαζί με τη ραδιοαστρονόμο Σάρα Σανταβόι του Αστροφυσικού Παρατηρητηρίου Smithsonian του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ.

Πολλά άστρα έχουν δύο ή και τρεις συντρόφους, όπως ο κοντινότερος αστρικός μας γείτονας, το σύστημα Άλφα του Κενταύρου, που αποτελείται από τρία άστρα, με πιο κοντινό στη Γη τον Εγγύτατο του Κενταύρου. Οι ερευνητές μελέτησαν με την αμερικανική συστοιχία ραδιοτηλεσκοπίων Very Large Array στο Νέο Μεξικό ένα γιγάντιο μοριακό νέφος γεμάτο με νεογέννητα άστρα στον αστερισμό του Περσέα, το οποίο έχει μήκος 50 ετών φωτός και βρίσκεται σε απόσταση 600 ετών φωτός από τη Γη.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, η απόσταση ανάμεσα στα δίδυμα άστρα μπορεί να ξεπερνά και τις 500 αστρονομικές μονάδες (η μονάδα αυτή είναι η μέση απόσταση Γης-Ήλιου). Ένας τέτοιος δίδυμος εκτιμάται ότι θα βρισκόταν σε απόσταση 17 φορές μεγαλύτερη από τον Ήλιο από ό,τι ο πιο μακρινός πλανήτης του Ηλιακού Συστήματος, ο Ποσειδώνας. Οι επιστήμονες θεωρούν ως πιο πιθανό σενάριο ότι η Νέμεσις κάποια στιγμή «δραπέτευσε» και ανακατεύτηκε με τα άλλα άστρα του γαλαξία μας, συνεπώς δεν θα τη δούμε στο μέλλον.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, όλα τα άστρα γεννιούνται μέσα σε ωοειδή «κουκούλια», που λέγονται «πυκνοί πυρήνες» και υπάρχουν παντού μέσα στα τεράστια ψυχρά νέφη μοριακού υδρογόνου, τα οποία αποτελούν τα «μαιευτήρια» των νέων άστρων. Μέσα από τα οπτικά τηλεσκόπια, αυτά τα νέφη-μαιευτήρια φαίνονται σαν μαύρες τρύπες στον έναστρο ουρανό, επειδή η σκόνη που συνοδεύει τα αέριά τους, μπλοκάρει το φως των άστρων να φθάσει στη Γη. Γι’ αυτό η μελέτη των μοριακών νεφών γίνεται με ραδιοτηλεσκόπια, καθώς τα ραδιοκύματα δεν εμποδίζονται από τη σκόνη.

Οι Κινέζοι έφτιαξαν αυτοκινούμενο υγρό μέταλλο

Μια μοναδική ανακάλυψη πραγματοποίησε Πανεπιστήμιο του Πεκίνο, το οποίο κατάφερε να βάλει σε κίνηση υγρό μέταλλο, τροφοδοτώντας μια σταγόνα από αυτό με ελάχιστες νιφάδες αλουμινίου.

Επίσης, το μέταλλο έχει την ικανότητα να αλλάζει σχήμα προκειμένου να περάσει από κάποιο στενότερο σημείο και να επανέρχεται στο αρχικό του σχήμα, όταν για κάποιο λόγο διαλυθεί. Σας θυμίζουν κάτι όλες αυτές οι ιδιότητες;

Η είδηση δημοσιεύτηκε σε επιστημονικό περιοδικό με τίτλο «Ενισχυμένα Υλικά»

Όπως διαβάζουμε στην περίληψη των Κινέζων επιστημόνων κατάφεραν να κάνουν το υγρό μέταλλο να κινηθεί μόνο του «τρώγοντας» αλουμίνιο.

Η σφαίρα του υγρού μετάλλου κινείται αυτόνομα για μία ολόκληρη ώρα μέσα σε διάλυμα καυστικής σόδας ή απλώς αλατισμένου νερού.

Επίσης, το υγρό αυτό μέταλλο μπορεί αν τοποθετηθεί σε ένα σημείο να λειτουργήσει ως αυτοτροφοδοτούμενη τρόμπα που βοηθά στην κίνηση υγρού σε δίκτυο σωληνώσεων.

Επιπλέον, το υγρό όταν κινείται έχει τη μοναδική ικανότητα να αλλάζει το σχήμα του προκειμένου να περνά από πιο στενά σημεία.

Οι εφαρμογές του είναι αμέτρητες, προκειμένου να συμβάλει στην ιατρική σε καρδιακά επεισόδια ή σε κατασκευές για αποσυμφόρηση σε φραγμένα δίκτυα ύδρευσης.

Η πιο τρομακτική όμως δυνατότητα του υγρού αυτού μετάλλου, εκτός φυσικά από το γεγονός ότι κινείται είναι πως δεν… διαλύεται.

Οι επιστήμονες εφάρμοσαν ηλεκτροσόκ στο μέταλλο με το οποίο διαλυόταν «σαν σούπα». Όταν το ρεύμα σταματούσε, το μέταλλο επέστρεφε στο αρχικό του σχήμα με χαρακτηριστική άνεση.

Οι τεχνολογικές τάσεις που θα αλλάξουν τα δεδομένα του αθλητισμού

Ξεχάστε τις οθόνες που δείχνουν τα σπορ στα γήπεδα. Με τι θα αντικατασταθούν; Παράλληλα, σκεφτείτε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία παρακολουθεί την κάθε κίνηση του αθλητή.
 
Ο αθλητισμός αλλάζει. Όχι μόνο στο αγωνιστικό κομμάτι, αλλά και στον τρόπο που πλέον τον αντιμετωπίζουν οι φίλαθλοι και οι ίδιοι οι αθλητές.
 
Η αιτία της αλλαγής αυτής δεν είναι άλλη από την τεχνολογία. Μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, χρόνο με το χρόνο, κάθε τι που ξέραμε γύρω από τα αγαπημένα μας σπορ, αντικαθίσταται με κάτι καινούργιο. Υπάρχει θα λέγαμε μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ αθλητισμού και τεχνολογίας. Όσο περισσότερο εξελίσσεται το ένα, παρασύρει και το άλλο.
 
Κοιτάζοντας… μπροστά μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερα trends τα οποία αλλάξουν μια για πάντα τα δεδομένα του αθλητισμού.

TREND 1: ΤΑ ΓΗΠΕΔΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ 
Τι μένει αναλλοίωτο όλα αυτά τα χρόνια στον αθλητισμό; Το πάθος των φιλάθλων να βρεθούν δίπλα στην ομάδα τους, δίπλα στη ζωντανή εξέλιξη ενός αγώνα, μέσα στο γήπεδο. Αυτό φυσικά είναι κάτι που η τεχνολογία δεν μπορεί να αλλάξει. Τι μπορεί να κάνει όμως; Να αλλάξει μια και καλή τα όσα ξέραμε για τα ίδια τα γήπεδα.
 
Στα γήπεδα του μέλλοντος δεν θα έχουμε να κάνουμε όμως μόνο με τις παραδοσιακές τεχνολογίες, όπως για παράδειγμα ένα πίνακα του σκορ ή μια μεγάλη οθόνη για τα ριπλέι. Η απόδοση των παικτών θα μετριέται και θα παρουσιάζεται στο κοινό, κάτι που σίγουρα θα προκαλέσει το ενδιαφέρον. Κι αυτό δεν θα γίνεται μόνο σε αγώνες ποδοσφαίρου ή μπάσκετ, αλλά και σε άλλα σπορ όπως οι αγώνες ταχύτητας, όπου το κοινό θα μπορεί να βλέπει, να συγκρίνει και να ενημερώνεται άμεσα.

TREND 2: Ο ΑΘΛΗΤΗΣ-ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗΣ 
Οι αθλητές κάθε είδους σπορ ήδη χρησιμοποιούν την τεχνολογία για να μετρούν τις αποδόσεις τους. Ακόμη και η παραμικρή λεπτομέρεια ενός προγράμματος προπόνησης ή ενός αγώνα μπορεί να καταγραφεί, βοηθώντας τους να βελτιωθούν.
 
Όσο περισσότερο εξελίσσεται η τεχνολογία, οι αθλητές πλέον θα βασίζονται σε αυτή για να προετοιμαστούν, να κάνουν σκάουτινγκ σε αντιπάλους, ακόμη και για να ρυθμίσουν τις υπόλοιπες υποχρεώσεις τις καθημερινότητάς τους. Η πληροφορία βρίσκεται στα χέρια τους. Γίνονται κάτι σαν αθλητές… υπολογιστές. Από το τι θα φάνε, μέχρι τι ώρα θα κοιμηθούν, πώς θα αναπνεύσουν, πώς θα ρυθμίσουν τους παλμούς τους, τα πάντα βγαίνουν πλέον από ειδικό πρόγραμμα!

TREND 3: Ο ΦΙΛΑΘΛΟΣ ΠΟΥ ΤΟ ΖΕΙ ΑΠΟ… ΜΕΣΑ
Τα σπορ δεν θα ζούσαν χωρίς τους οπαδούς. Αυτοί άλλωστε αποτελούν και την κύρια πηγή εσόδων των ομάδων. Σήμερα αυτοί οι οπαδοί θέλουν να βρίσκονται όσο περισσότερο γίνεται δίπλα στον αθλητισμό, δίπλα στους αθλητές, τα είδωλά τους. Δεν τους αρκεί μόνο να τους βλέπουν από την τηλεόραση ή το γήπεδο. Οι εποχές έχουν αλλάξει και η τεχνολογία πλέον με τα social media τους έχει δώσει τη δυνατότητα ακόμη και να συνομιλούν με τους αθλητές.
 
Όσο πιο κοντά έρχεται ο φίλαθλος με τον αθλητή και το άθλημα, τόσο περισσότερο κερδίζουν και οι δύο. Ο ένας ηθική ικανοποίηση, ο άλλος οικονομική. Και οι δύο όμως είναι κερδισμένοι από την έλευση της τεχνολογίας.

TREND 4: Η ΠΛΗΘΩΡΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
Είναι πραγματικά τεράστιος ο όγκος δεδομένων που παράγεται καθημερινά στον αθλητισμό. Όλα αυτά τα δεδομένα πρέπει να αποθηκεύονται και να είναι ελεύθερα προς το κοινό, τα ΜΜΕ, τους αθλητές.
 
Παράλληλα, τα δεδομένα ομάδων που έχουν συνηθίσει να βρίσκονται στην κορυφή θα πρέπει να λειτουργούν και ως παράδειγμα για τις υπόλοιπες. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις επιτυχημένες επιχειρήσεις. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι και οι ομάδες διοικούνται όπως οι επιχειρήσεις και για να επιβιώσουν στη σημερινή εποχή πρέπει να… ψηφιοποιηθούν. Οι παλιές συνήθειες ανήκουν στο παρελθόν. Έχουν ανοίξει νέοι δρόμοι στον αθλητισμό.

Από τον Χέγκελ στο νεοεγελιανό Μαρξ

Προς μια φιλοσοφία της πράξης       
 
Σύμφωνα με τον Π. Κονδύλη, ο Μαρξ ήταν εκείνος ο στοχαστής που κατόρθωσε να συνδέσει οργανικά τις σύγχρονες κοινωνικές επιστήμες με τη φιλοσοφία. Μια τέτοια οργανική ενότητα είναι αναγκαία σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, καθώς η φιλοσοφική προβληματική διεκδικεί την αυθεντική της ιστορικότητα σε εσωτερική ανταπόκριση προς την ιστορική πράξη των ανθρώπων. Αφετηρία μιας τέτοιας προβληματικής, στην περίπτωση του Μαρξ, αποτελεί η διδακτορική του διατριβή με θέμα: Διαφορά της Δημοκρίτειας και Επικούρειας Φυσικής Φιλοσοφίας. Τι συγκεκριμένα επιδίωκε με αυτή τη διατριβή ο νεαρός τότε Μαρξ; Εκ πρώτης όψεως φαίνεται να ερευνά μια ορισμένη φιλοσοφική περίοδο του μακρινού παρελθόντος υπό την οπτική «επίκαιρων θεωρητικών αναζητήσεων» (Κ. Μαρξ: Διαφορά … Φιλοσοφίας, μτφρ. Π. Κονδύλης, σ. 14). Μια τέτοια επι-στροφή ωστόσο δείχνει να υπαγορεύεται από έναν ριζοσπαστικής και όχι λιγότερο εσχατολογικής υφής ενθουσιασμό για μια επιθυμητή βαθειά αλλαγή του παρόντος, για μια ανα-τροπή, ικανή να χαράξει μια εντελώς νέα κατεύθυνση της ιστορίας. Η εν λόγω επι-στροφή, ως εκ τούτου, δεν επιδιώκει κάποια φυγή στο παρελθόν, σαν προς ένα προσδοκώμενο επέκεινα, αλλά συνιστά μια ανάβαση του ανθρώπινου νου στην κορυφή ενός καταξιωμένου φιλοσοφικού βουνού, προκειμένου να κατοπτεύσει την πλημμυρισμένη πεδιάδα του παρόντος.  

Όλοι εκείνοι οι νεοεγελιανοί οραματιστές, στους οποίους ανήκε και ο Μαρξ, ωθούνται στη ριζοσπαστική πράξη του παρόντος μέσα από τη συναίσθηση, κυριολεκτικά από την επίγνωση, ότι ενεργούν ως επίγονοι, κατά κάποιο τρόπο, ενός θεωρητικού παρελθόντος και πιο ειδικά ορισμένων φιλοσοφικών εποχών με αντίστοιχες στιγμές ζυμώσεων, αναστατώσεων και αναζητήσεων. Σε αυτές τις εποχές ιδιάζει θεμελιωδώς εκείνη της ύστερης ελληνικής φιλοσοφίας, που μάχεται να διανοίξει φωτεινά μονοπάτια μέσα από τα «συντρίμματα των προγενέστερων ολοκληρωμένων φιλοσοφικών συστημάτων» (ό.π., σ. 15). Ωστόσο, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον ορισμένως προς την επικούρεια φιλοσοφία εκδηλώνεται κάτω από την αναζήτηση, μέσα στη φιλοσοφική ιστορία της σκέψης, μιας ικανής και καλοδεχούμενης θεωρητικής κάλυψης «για την πάλη τους εναντίον της θεολογίας και της θρησκείας» (ό.π.). Σε κάθε περίπτωση βρίσκονται ακόμα κάτω από την ισχυρή επιρροή της εγελιανής σκέψης. Έχουν εδραία την αίσθηση –κάτι που τείνουν να επιβεβαιώνουν και στην πράξη– πως το συμπαντικό τους Είναι καθοδηγείται από τη βασική εγελιανή αρχή ότι η υπόσταση (Substanz) ταυτίζεται ή εναρμονίζεται στην εσωτερική της ενέργεια με το υποκείμενο. Η διαλεκτική ανάδειξη του υποκειμένου μέσα από την εκδίπλωση της υπόστασης εν χώρω και χρόνω καθιστά παθιασμένο το αίτημά τους για αυτοπραγμάτωση και αυτοπροσδιορισμό του ατόμου εκείθεν κάθε εξωτερικού καταναγκασμού.

Εξακολουθεί λοιπόν να εμπνέει η εγελιανή στροφή από τη μεταφυσική παντοκρατορία της υπόστασης, του θεού, στην ιστορικότητα του υποκειμένου, δηλαδή στον άνθρωπο, τον προοριζόμενο να ανακτά την ουσία του και να την ανυψώνει σε «θεό του ιστορικού σύμπαντος» (ό.π., σ. 18). Απ’ αυτή την εγελιανή στροφή εκκινεί ο Μαρξ για να επιτελέσει κατά πολύ την επι-στροφή στις ανάλογες φιλοσοφικο-ιστορικές ρίζες ενός τέτοιου απελευθερωτικού υποκειμένου. Η φιλοσοφία τώρα δεν αποτελεί μόνο ένα θεωρησιακό εγχείρημα, αλλά αποκτά και χαρακτήρα σύγκρουσης με την κρημνώδη πραγματικότητα του παρόντος. Τούτο σημαίνει πως μετατοπίζεται από τη θέση ενατένισης του κόσμου σε κείνη της πρακτικής αντιπαράθεσης μαζί του. Πρακτική αντιπαράθεση προκύπτει αντικειμενικά από την ανάγκη ή αναγκαιότητα να λυθεί η εσωτερική αντίφαση που κινεί τον κόσμο τούτο. Έτσι, η φιλοσοφία οξύνει την κινηματική σκέψη του νεοεγελιανού Μαρξ και του επιτρέπει να συνειδητοποιεί βαθμιαία πως πρέπει να προ-χωρήσει πέρα από την εγελιανή συμφιλίωση με την πραγματικότητα: προς ένα κοσμο-δημιουργικό, κοσμο-πλαστικό έργο. Αλλά και τούτο το έργο δεν προορίζεται ακόμα να κάνει λόγο για την ιδεολογία ως ψευδή συνείδηση, άρα να μεταλλάξει και την ίδια τη φιλοσοφία από θεωρητική, ιδεολογική κατασκευή σε εμπνευσμένη καθοδηγητική δύναμη των ίδιων των αγωνιζόμενων ανθρώπων.

Hegel: τι είναι η Κοινή Γνώμη;

Σχετική εικόναΚοινή γνώμη: Το υποστασιακό και το ανυπόστατο

Το Ορθό και το Στρεβλό της κοινής γνώμης

Τι είναι για τον Χέγκελ η δημόσια, ήτοι κοινή, γνώμη (öffentliche Meinung); Στην ουσία της είναι η έκφραση, υπό ένα συλλογικό τρόπο εμφάνισης, κρίσεων, απόψεων, συμβολών, γνωμών των ατόμων. Ετούτη η έκφραση μεταφράζει στην πράξη την τυπική ελευθερία λόγου, που διαθέτουν τα επί μέρους άτομα μέσα σε μια κοινωνία και δη στη σημερινή μαζικοδημοκρατική κοινωνία. Αυτή η κοινή γνώμη, ως εκ της φύσης και της δομής της, «αξίζει εξίσου να εκτιμάται όσο και να περιφρονείται», (Χέγκελ: Φιλοσοφία του Δικαίου, § 318). Να εκτιμάται, γιατί είναι εκείνη η μορφή, με την οποία ο υγιής κοινός νους «ενσαρκώνει τις αιώνιες υποστασιακές αρχές της δικαιοσύνης» (§ 317). Αλλά και να περιφρονείται , γιατί συνιστά διαστροφή των υποστασιακών τούτων αρχών. Συνιστά διαστροφή αυτών των αρχών, γιατί η ίδια είναι ένα συνονθύλευμα υποκειμενικών αντιλήψεων, χωρίς κανένα υποστασιακό έρεισμα, οι οποίες όμως περνούν για περιούσια γνώση. Στη συνάφεια τούτη, ο Χέγκελ δεν αποδέχεται έτσι άκριτα την φαντασιακή οντοποίηση της έννοιας της δημοκρατίας, που στα λόγια υπερασπίζεται την ελευθερία λόγου και πράξης του ατόμου, στην ουσία όμως την υπονομεύει. Ειδικά στις εποχές μας, η ως άνω φαντασιακή οντοποίηση λειτουργεί, εν τοις πράγμασι, ως ουσιαστική κατάργηση των προαναφερθεισών «αιωνίων υποστασιακών αρχών της δικαιοσύνης». 

Κείμενο: από τη φιλοσοφία του Δικαίου (§ 317)

«Η κοινή γνώμη ενσαρκώνει [περιέχει μέσα της] τις αιώνιες υποστασιακές αρχές της δικαιοσύνης –το αληθινό περιεχόμενο και το αποτέλεσμα όλου του συνταγματικού πολιτεύματος, της νομοθεσίας και της γενικής κατάστασης ως τέτοιας– με τη μορφή του υγιούς κοινού νου ως της κοινωνικά-ηθικής βάσης που διαπερνά τους πάντες [είναι παρούσα στον καθένα] με τη μορφή προκαταλήψεων· ενσαρκώνει επίσης τις αληθινές ανάγκες και τις βαθιές τάσεις της πραγματικότητας. –Ταυτόχρονα, αυτό το εσωτερικό φτάνει στο επίπεδο της συνείδησης και παριστάνεται με γενικές προτάσεις, εν μέρει για τον εαυτό του, εν μέρει για να υπηρετήσει τη συγκεκριμένη συλλογιστική γύρω από δεδομένα, διατάξεις και σχέσεις του κράτους και από ανάγκες που συναισθανόμαστε· παρόμοια εμφανίζεται [κάνει αισθητή την παρουσία της] ολόκληρη η συμπτωματικότητα της γνώμης, η αβεβαιότητά της και η διαστρέβλωση, η ψευδής γνώση και κρίση. Εδώ πρόκειται για τη συνείδηση περί την ιδιο-τυπία της άποψης και της πληροφοριακής γνώσης· γι’ αυτό μια γνώμη, όσο πιο κακό περιεχόμενο εκφράζει, τόσο πιο ιδιό-τυπη είναι. Γιατί το κακό στο περιεχόμενό του είναι το τελείως μερικό και ιδιό-τυπο, ενώ το ορθολογικό είναι το καθεαυτό και διεαυτό καθολικό· απεναντίας, το ιδιό-τυπο είναι εκείνο, για το οποίο η γνώμη επαίρεται ότι είναι κάτι.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να θεωρείται ως μια υποκειμενική διαφορά απόψεων, όταν τη μια φορά οι άνθρωποι λένε:

«Φωνή λαού, οργή θεού»

και την άλλη (στον Αρίοστο π.χ.)

«ότι ο αμαθής [ή αδαής] λαός τον καθένα κατσαδιάζει
και να μιλάει του αρέσει για ό,τι δεν σκαμπάζει»

ή ακόμη στον Γκαίτε

«η μάζα να χτυπήσει μπορεί
σε τούτο αυτή είναι σεβαστή.
Να κρίνει όμως δεν μπορεί,
εδώ είναι ελεεινή».

Τα πιο πάνω παραδείγματα δείχνουν πως το ίδιο το εσωτερικό Είναι της κοινής γνώμης είναι ένα περιδινούμενο όλο. Συνενώνει μέσα του μια αλήθεια και μια πλάνη: αμφότερες έχουν το χαρακτηριστικό να είναι στον εαυτό τους χωρίς αρχή και τέλος. Έτσι δεν μπορεί κανείς να πάρει στα σοβαρά, όπως λέει ο Χέγκελ, ούτε τη μια ούτε την άλλη εξωτερίκευση ή έκφραση της κοινής γνώμης. Τι μπορεί να παίρνει στα σοβαρά; Το γεγονός ότι ως κοινή γνώμη έχει έναν αντικειμενικά υποστασιακό χαρακτήρα, ο οποίος συνυφαίνεται με την ίδια την υποστασιακότητα του λαού. Το αληθινό, επομένως, το αληθινά σοβαρό, στην περίπτωση της κοινής γνώμης, είναι η εσωτερική της υπόσταση, η οποία ωστόσο αποδεικνύεται κάθε φορά ως τέτοια από τον εαυτό της μόνο και για τον εαυτό της και όχι από την πληροφορία και την απλή γνώμη ή από τη διάδοση της πληροφορίας. Ωστόσο, η φαινομενικότητα της κοινής γνώμης, δηλαδή η εκδήλωσή της, όσο κι αν δεν ανταποκρίνεται στην απόλυτη, ήτοι ολόκληρη αλήθεια, δεν παύει να αποτελεί μια κάποια φωνή της εσωτερικής υπόστασης της κοινής γνώμης. Αυτή η φωνή αρθρώνεται, κάθε φορά, σε σοβαρό λόγο, όταν δεν εξαπατάται ο λαός. Το κεντρικό λοιπόν ερώτημα που θέτει ο Χέγκελ είναι: επιτρέπεται να εξαπατάται ένας λαός; Και ο φιλόσοφος απαντά:

«Ένας λαός δεν αφήνει τον εαυτό του να εξαπατάται σχετικά με την υποστασιακή του βάση, την ουσία και τον προσδιορισμένο χαρακτήρα του πνεύματός του· εξαπατάται όμως από μόνος του σε ό,τι αφορά τον τρόπο, με τον οποίο αποκτά γνώση αυτού του χαρακτήρα και κρίνει τις πράξεις του, τα γεγονότα κ.λπ.» (§ 317).