Η Κυνική Σχολή φιλοσοφίας είναι πολύ ενδιαφέρουσα έκφανση της αρχαίας σκέψης, γιατί μας πρότεινε ένα τελείως πρωτότυπο τρόπο διαβίωσης και ένα ιδεώδες που είχε ευρύτατη απήχηση και αξιοπρόσεκτη ιστορική διάρκεια. Οι μεγάλες μορφές της Κυνικής Σχολής, ο Αντισθένης, ο Διογένης, ο Κράτης, πάντα θα εντυπωσιάζουν για την προσήλωσή τους στις αρχές που διακήρυτταν, για τη συνέπεια και την ειλικρίνειά τους.
Ο Κράτης ήταν μαθητής του Διογένη και ανέπτυξε ακόμα περισσότερο τη φιλοσοφία της «αυτάρκειας», της απάρνησης των υλικών αγαθών και κάθε περιουσίας, καθώς και της αδιαφορίας προς τις καθιερωμένες αρχές συμπεριφοράς. Η διαφορά του Κράτη προς τον Αντισθένη και τον Διογένη βρίσκεται στο ότι τις απόψεις του τις διατύπωνε με μειλίχιο τρόπο, χωρίς το απότομο ύφος του πρώτου και την προκλητική ειρωνεία του δεύτερου.
Ο Κράτης άκμασε γύρω στα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα, ήταν δηλαδή περίπου σύγχρονος με τον Αριστοτέλη και τον Επίκουρο. Γεννήθηκε στη Θήβα και ο πατέρας του Ασκώνδας ήταν πολύ πλούσιος.
Ο Κράτης όμως, από τη στιγμή που ενστερνίστηκε τις απόψεις του Διογένη, μοίρασε το μερίδιο της περιουσίας που κληρονόμησε στους φτωχούς και πέταξε στη θάλασσα, όσα μετρητά είχε (ή σύμφωνα με άλλους συγγράφεις τα κατέθεσε σε έναν τραπεζίτη για να τα δώσει στα παιδιά που θα αποκτούσε, εφ’ όσον όμως δεν θα γίνονταν κι αυτά φιλόσοφοι, γιατί ως φιλόσοφοι δε θα είχαν ανάγκη περιουσίας). Από τότε ζούσε με πολύ πενιχρά μέσα, σαν γνήσιος μαθητής του Διογένη.
Όταν του είπαν πως ο Αλέξανδρος πριν πεθάνει είχε δώσει εντολή να ανοικοδομηθεί η Θήβα, την οποία είχε καταστρέψει εκ θεμελίων δεκαπέντε χρόνια πιο μπροστά, σχολίασε “και λοιπόν; Θα την ξαναχτίσει για να την ισοπεδώσει πάλι κάποιος άλλος Αλέξανδρος;”
Ο Κράτης είχε ένα φίλο, επίσης κυνικό φιλόσοφο, τον Μητροκλή, που καταγόταν από πλούσια οικογένεια της θρακικής πόλης Μαρώνεια. Αδελφή αυτού του Μητροκλή ήταν η Ιππαρχία, η οποία όταν τον γνώρισε τον ερωτεύθηκε, μολονότι ο Κράτης ήταν μάλλον άσχημος και ελαφρώς καμπούρης. Παρ’όλα αυτά στα νιάτα του ήταν πολύ γυναικάς, αλλά από τη στιγμή που μαθήτευσε στον Διογένη και έγινε κυνικός φιλόσοφος, αντιμετώπιζε τις γυναίκες διαφορετικά.
Η Ιππαρχία, που δεν ήταν μόνο πλούσια αλλά και νέα, ωραία και μορφωμένη, γοητεύτηκε από την καλοσύνη και την ψυχική ομορφιά του Κράτη και σχεδόν εκείνη του ζήτησε να παντρευτούν. Όπως ήταν φυσικό οι γονείς της, που σχεδίαζαν να την παντρέψουν με κάποιον της σειράς τους, προσπάθησαν να την αποτρέψουν, περνώντας από τις νουθεσίες στις απειλές, αλλά μάταια. Στο τέλος, στην απελπισία τους ζήτησαν τη βοήθεια του ίδιου του Κράτη.
Πράγματι αυτός συμφώνησε μαζί τους και προσπάθησε να μεταπείσει την Ιππαρχία, εκείνη όμως έμεινε βράχος. Τότε φώναξε την κοπελίτσα στο καλύβι όπου ζούσε, της έδειξε τα ελάχιστα υπάρχοντά του και ύστερα σηκώθηκε έβγαλε τα ρούχα του και της λέει:
“Λοιπόν, αυτός είναι ο γαμπρός και αυτή είναι η περιουσία του. Σκέψου πως τίποτ’ άλλο δε θα βρεις κοντά του”
Η κοπελίτσα όμως τον αγκάλιασε και του είπε πως τον θέλει όπως είναι, και κατόπιν ανακοίνωσε στους γονείς της την απόφαση της.
Από τότε που ζευγάρωσαν, ο παλιός γυναικάς δε γύρισε πια να κοιτάξει άλλη γυναίκα. Δέθηκε με την Ιππαρχία και πέρασαν μαζί όλη τη ζωή τους αγαπημένοι. Η Ιππαρχία του χάρισε ένα γιο, τον Πασικλή, ζούσε το ίδιο φτωχικά μ’εκείνον και τον ακολουθούσε σε όλες τις δημόσιες εμφανίσεις του, φορώντας τα ίδια απλά ρούχα με αυτόν. Αλλά δεν ήταν απλώς η “καλή σύζυγος, που ζούσε στη σκιά ενός διάσημου φιλοσόφου”. Αποτελεί εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μορφή της φιλοσοφίας, έγινε και η ίδια κυνική φιλόσοφος και μάλιστα διαπρεπής, και της αποδίδονται αρκετές διατριβές, που έχουν όμως χαθεί. Ο Λαέρτιος αναφέρει πολλά γι ‘αυτήν στο ΣΤ’ Βιβλίο των Βίων του, που είναι αφιερωμένο στους Κυνικούς.
Φαίνεται πως μια τέτοια διατριβή (που άλλοι αποδίδουν στον Κράτη και άλλοι στην ίδια), εξυμνούσε την “πήρα”, δηλαδή τη σακούλα ή τον τορβά, χαρακτηριστικό εξάρτημα όλων των κυνικών φιλοσόφων, που την κρεμούσαν στον ώμο τους και βάζαν μέσα όλη τους την κινητή περιουσία και όσα τρόφιμα τους έδιναν ή βρίσκανε.
Η πήρα είναι σαν μία πόλη ανάμεσα σ’ ατμούς κρασιού, όμορφη και μακάρια, αν και βρώμικη ολόγυρα, που τίποτα δεν έχει για να τραβήξει τους άμυαλους, τους παράσιτους και τους ακόλαστους. Όλοι αυτοί δε θα βρούνε στην πήρα, ούτε χρήματα ούτε δόξα, ούτε καλοπέραση, ούτε γοφούς πόρνης θα βρούνε όμως θυμάρι, σκόρδα, σύκα και ψωμί που οι άνθρωποι τα χαίρονται, αλλά δεν πολεμάνε μεταξύ τους γι’ αυτά.
Μολονότι οι απόψεις όλων των Κυνικών απέναντι στους θεούς τους κατατάσσουν στην κατηγορία των αγνωστικιστών, η Ιππαρχία δεν τα πήγε καλά με έναν διακηρυγμένο άθεο, τον Θεόδωρο, όχι όμως για τις αντιλήψεις του αλλά για τη συμπεριφορά του. Ο Θεόδωρος ήταν θρασύς και ενοχλητικός τύπος, που σχεδόν κανένας σύγχρονός του δε χώνευε, με την Ιππαρχία δε λογομαχούσε συνεχώς. Βέβαια οι αντιπαραθέσεις αυτές ήταν κάτι πολύ συνηθισμένο μεταξύ φιλοσόφων, κάποτε όμως ο Θεόδωρος άπλωσε το χέρι του και πήγε να σηκώσει το ρούχο της, οπότε η Ιππαρχία τον έδειρε. Δικαιολόγησε την αντίδρασή της λέγοντας:
“Αν έκανε κάτι ο Θεόδωρος και δεν το θεωρούσαν αδικία, τότε δεν θα το θεωρούσαν αδικία αν έκανε το ίδιο και η Ιππαρχία. Αν ο Θεόδωρος απλώνοντας το χέρι του στην Ιππαρχία δεν διέπραξε αδίκημα, τότε ούτε η Ιππαρχία διαπράττει αδίκημα απλώνοντας το χέρι της στον Θεόδωρο”.
Ο Κράτης μοίραζε τις μέρες του μεταξύ Θήβας και Αθήνας, και γρήγορα έγινε τόσο αγαπητός στον κόσμο, ώστε στο τέλος έμπαινε απρόσκλητος σε όποιο σπίτι διάλεγε, για να δει πώς ζούσαν οι άνθρωποι που κατοικούσαν σ’ αυτό και να τους δώσει συμβουλές, που τις θεωρούσαν τόσο πολύτιμες, ώστε πολλοί γράψανε στην πόρτα του σπιτιού τους είσοδος Κράτητι, αγαθώ δαίμονι και τον ονόμασαν «Θυρεπανοίκτη».
Πέθανε σε βαθιά γεράματα και τον έθαψαν με μεγάλες τιμές στη Θήβα.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ, (Βίοι Φιλοσόφων- Βιβλίο Στ’ 85-93 και 96-98)
Η λεγόμενη «μη-τοπικότητα» μια από τις πιο παράξενες θεωρίες της κβαντικής θεωρίας, που μαζί με την γάτα του Schroedinger, ήταν άλλη μια διαμάχη του Einstein με τον υποστηρικτή και συνιδρυτή της κβαντικής θεωρίας τον Niels Bohr (ο άλλος ιδρυτής ήταν ο Einstein!). Με την θεωρία αυτή οι υποστηρικτές της, πιστεύουν πως γεγονότα που συμβαίνουν εδώ, μπορούν να επηρεάσουν γεγονότα σε άλλο σημείο που μπορεί να είναι πολύ απομακρυσμένο από το πρώτο. Το φαινόμενο αυτό ήταν η αιτία που έκανε τον Einstein να δηλώσει πως «ο Θεός δεν παίζει ζάρια με το Σύμπαν», στην διαμάχη του με τον Niels Bohr, με τον οποίο βέβαια ήταν πολύ φίλος.
Στο επίκεντρο της διαμάχης ήταν το περίφημο νοερό πείραμα των Einstein-Podolsky-Rosen, που πήρε την ονομασία EPR από τα αρχικά τους. Το πείραμα αυτό που έγινε την περίοδο 1934-1935, τότε που ο Einstein και οι συνεργάτες του δούλευαν στο Princeton, πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Physical Rewiew, με την επιδίωξη να αποδειχθεί πως η κβαντική θεωρία ήταν ελλιπής. Πως τα πειράματα της κβαντομηχανικής, δίνουν την εντύπωση της αβεβαιότητας στον μικρόκοσμο, ενώ δεν δίνει πειστικές εξηγήσεις πάντοτε, όπως στο παράδοξο του EPR.
Το πείραμα έχει να κάνει με μια ιδιότητα των σωματιδίων την ορμή, την περιστροφή κλπ. Εδώ ας θεωρήσουμε την γνωστή ιδιότητα της φοράς του ηλεκτρονίου spin. Αυτή όμως η ιδιότητα, παίρνει δύο μόνο τιμές 1/2 και -1/2 (πάνω και κάτω), αλλά μόνο όταν κάνουμε την μέτρηση της. Σύμφωνα με την «αρχή της απροσδιοριστίας», πριν τη μέτρηση δεν είμαστε σε θέση να γνωρίσουμε την τιμή του spin. Μπορεί να είναι ένα μίγμα των δυνατών τιμών (καταστάσεων), αλλά μόνο μετά την διαδικασία της μέτρησης είμαστε σε θέση να την γνωρίσουμε.
Στο πείραμα EPR, έχουμε δύο σωματίδια πχ ηλεκτρόνια, που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, με αντίθετα spin που το άθροισμά τους είναι συνολικά μηδέν. Είναι δυνατόν με κατάλληλες πειραματικές διατάξεις, να γνωρίζουμε το άθροισμα των ιδιοτήτων τους, χωρίς όμως την γνώση των επιμέρους ιδιοτήτων τους (εδώ του spin).
Αν χωρίσουμε τα δύο ηλεκτρόνια, έστω και σε μακρυνές αποστάσεις, τότε μετρώντας την τιμή της ιδιότητας αυτής στο ένα ηλεκτρόνιο τότε αυτόματα γνωρίζουμε την τιμή της ιδιότητας και του απομακρυσμένου σωματιδίου, έστω και αν δεν την μετρήσουμε, λόγω της γνώσης του αθροίσματος τους, γιατί παραμένει σταθερή και ίση με μηδέν.
Το παράδοξο κατά την κβαντική θεωρία έγκειται στο γεγονός ότι, με την μέτρηση του spin του ηλεκτρονίου, που σημαίνει όπως είπαμε και πιό πάνω, πως «επιλέξαμε» την τιμή του spin του, έγινε ταυτόχρονα και «επιλογή» της τιμής του spin του δεύτερου και απομακρυσμένου ηλεκτρονίου. Ταυτόχρονα με την «κατάρρεευση κύματος» στο πρώτο, είχαμε και την «κατάρρευση κύματος» στο δεύτερο.
Και ο Einstein δεν μπορούσε να δεχθεί πως η «επιλογή» της ιδιότητας στο δεύτερο ηλεκτρόνιο, μεταδίδεται ακαριαία, αφού έτσι παραβιαζόταν η αρχή της θεωρίας της σχετικότητας, που θέτει όριο στην ταχύτητα των σωμάτων. Έτσι όπως φαίνεται από το νοητικό πείραμα, είτε η θεωρία της κβαντομηχανικής δεν είναι πλήρης, είτε παραβιάζεται η θεωρία της σχετικότητας.
Ο Bohr στις αιτιάσεις του Einstein και των άλλων διαφωνούντων στο παράδοξο αυτό, απάντησε πως οι ιδιότητες του μακρόκοσμου διαφέρουν από τον μικρόκοσμο και πως στην Κβαντομηχανική δεν έχει νόημα να μιλάμε για γνώση των φυσικών μεταβλητών του απομακρυσμένου σωματιδίου από την στιγμή που δεν μπορούμε να το παρατηρήσουμε.
Στις δεκαετίες του 1950 και 1960, οι συζητήσεις αναθερμάνθηκαν για την ερμηνεία του φαινομένου και για την πειραματική επαλήθευση του. Ο David Bohm και John Bell ήταν από αυτούς που πρότειναν πειραματικές μεθόδους. Αλλά ευτυχώς για τον Einstein, δεν έζησε για να δει την επιβεβαίωση του φαινομένου αυτού, της μη-τοπικότητας που ήρθε πειραματικά το 1982 από τον Alan Aspect και των συνεργατών του Νταλιμπάρ και Rogers. Βέβαια πολλοί αμφιβάλλουν για την ερμηνεία του αποτελέσματος των πειραμάτων, με συνέπεια να ανατροφοδοτούνται οι σχετικές συζητήσεις.
Σήμερα, οι συζητήσεις οδηγούν σε ένα νέο κλάδο την μετα-κβαντική φυσική, με σκοπό να λυθούν με επιστημονικό τρόπο μερικά από τα μεγαλύτερα μυστήρια του σύμπαντος. Σήμερα γνωρίζουμε πως σωματίδια, που κάτω από ορισμένες συνθήκες ήταν συζευγμένα αρχικά με κάποιο τρόπο, μπορούν και αλληλεπιδρούν με σήματα που ταξιδεύουν με μεγαλύτερες ταχύτητες από το φως. Και αυτό συμβαίνει, όπως είπε ο Ιρλανδός φυσικός John Bell (1928 – 1990), για να δοθεί μια εξήγηση σύμφωνη με τις προβλέψεις της κβαντικής θεωρίας.
Ο David Bohm και D’Espagnat πρότειναν θεωρίες για την ερμηνεία του φαινομένου EPR, που να μην έρχονται σε αντίθεση με την Γενική Σχετικότητα. Επιπλέον πρότειναν, για να εξηγήσουν τέτοια φαινόμενα μη-τοπικότητας, πως κάθε τι στο Σύμπαν είναι συνδεδεμένο με οτιδήποτε άλλο, από την στιγμή που στην κοινή αρχή του Σύμπαντος, όλα ήταν συνδεδεμένα.
Η κβαντική λοιπόν θεωρία, ίσως υπονοεί, πως υπάρχει ένα αόρατος ιστός όπου όλα τα σημεία είναι συζευγμένα σε κβαντικό επίπεδο. Θα μπορούσαν λοιπόν να εξηγηθούν φαινόμενα όπως η τηλεπάθεια, η εφαρμογή ψυχικών δυνάμεων, η άμεση επικοινωνία σε μεγάλες αποστάσεις κλπ.Ίσως αποδειχθεί στο μέλλον η δυνατότητα του νου να ενισχύει και να ελέγχει ψυχικά φαινόμενα.
Υπάρχουν ενδείξεις πως κάποιες μορφές διανοητικής λειτουργίας έχουν σαν αποτέλεσμα να παραβιάζουν την ομαλή συνέχεια του χρόνου και ονομάζονται «προφητικά όνειρα», ψυχικές δυνάμεις κλπ. Γι’ αυτές υπάρχουν έργα μεγάλων ερευνητών, όπως του Αρθουρ Καίσλερ και του Κάρλ Γιουνγκ. Μήπως η Νέα Φυσική μπορεί να μας αποκαλύψει την ερμηνεία τους;
Ο 20ος αιώνας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο χρυσός αιώνας της εξέλιξης της φυσικής. Στις αρχές του όμως, πριν θεμελιωθεί η Κβαντική Θεωρία, δύο τεράστιοι φυσικοί διαφώνησαν, δημιουργώντας το μεγαλύτερο επιστημονικό debate της ιστορίας.
Με το πέρασμα από τον 19ο στον 20ο αιώνα, ο κόσμος της φυσικής έμελε να αλλάξει κεφάλαιο. Οχι λόγω… χρονολογίας, αλλά λόγω των επαναστατικών ανακαλύψεων. Το 1900 ο Πλανκ εισάγει την έννοια του κβάντου, δίνοντας την πρώτη ώθηση για την θεμελίωση της πιο ολοκληρωμένης φυσικής θεωρίας των εποχών, αλλά και την αφορμή για μια από τις μεγαλύτερες επιστημονικές συγκρούσεις στην ιστορία. Μια διαμάχη σε βαθύτατο επιστημονικό αλλά και φιλοσοφικό επίπεδο.
Πέντε χρόνια αργότερα, ο Αϊνστάιν γενικεύοντας τις ιδέες του Πλάνκ φτάνει στην ερμηνεία του φωτοηλεκτρικού φαινομένου, αποδεικνύοντας ότι η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία συνίσταται από κβάντα. Αυτή η ανακάλυψη έδωσε στον σπουδαίο φυσικό την απόλυτη επιστημονική διάκριση, το βραβείο Νόμπελ. Περίπου 20 χρόνια αργότερα όμως, η εξέλιξη της Κβαντικής Θεωρίας θα τον έβρισκε εντελώς αντίθετο…
«Ο Θεός δεν παίζει ζάρια» – Η στιγμή που ο Αϊνστάιν διαχώρισε την θέση του
Μέχρι και το 1920 ο Αϊνστάιν και ο Μπορ πρωτοστατούσαν στον νέο τομέα της φυσικής, που στηριζόταν πάνω στην έννοια του κβάντου. Το 1926 όμως, ένας άλλος σπουδαίος φυσικός, ο Μπορν προτείνει πως η κβαντική μηχανική θα πρέπει να εξηγείται βάσει των πιθανοτήτων και όχι βάσει άλλων αιτιοκρατικών κριτηρίων. Κάπου εκεί, ο δρόμος του Αϊνστάιν και του Μπορ χωρίζει, διχάζοντας τον επιστημονικό κόσμο και ανοίγοντας ίσως την μεγαλύτερη αντιπαράθεση στον κόσμο της φυσικής.
«Εγώ, σε κανένα βαθμό, δεν πιστεύω ότι οΘεός παίζει ζάρια» γράφει ο Αϊνστάιν σε γράμμα του στον Γερμανό φυσικό, εκφράζοντας του την διαφωνία του. Αυτή η φράση έχει μείνει στην ιστορία, ενώ αρκετοί την συνδέουν εσφαλμένα με την αμφισβήτηση του Αϊνστάιν προς την κβαντομηχανική. Κάτι που δεν ισχύει. Ο Αϊνστάιν οφείλει το Νόμπελ του στην έννοια της κβάντωσης, ενώ τα έργα του χρησιμοποιήθηκαν ως θεμέλιοι λίθοι για το «χτίσιμο» της κβαντικής θεωρίας. Αυτό που δεν μπορούσε να αποδεχτεί, ήταν η «τυχαιότητα» μέσα στους νόμους της φυσικής.
Από την άλλη, ο Μπορ θεώρησε πως η πιθανολογική φύση των προβλέψεων στην κβαντομηχανική, ήταν θεμελιώδης για την θεωρία. Οι θεμελιώδεις αρχές του ενός, ήταν ο λόγος που η θεωρία δεν ήταν ολοκληρωμένη για τον άλλο. Η κόντρα μεταξύ των δύο σπουδαίων φυσικών ήταν αναπόφευκτη.
Το συνέδριο που μετατράπηκε σε… πεδίο μάχης – Οι πιθανότητες ενάντια στην αιτιοκρατία
Στο 5ο συνέδριο του Solvay, το 1927 στις Βρυξέλλες, πραγματοποιήθηκε μια από τις πιο ιστορικές επιστημονικές συνευρέσεις όλων των εποχών. Από τους 29 σπουδαίους φυσικούς που συμμετείχαν, οι 17 ήταν (ή έγιναν) κάτοχοι βραβείου Νόμπελ Φυσικής. Η συνάντηση τους ήταν από μόνη της ένα αξιομνημόνευτο γεγονός. Αυτό που έκανε το συνέδριο να μείνει στην ιστορία όμως, ήταν η διαμάχη των δύο τιτάνων της φυσικής. Αϊνστάιν και Μπορ, ίσως οι δύο σπουδαιότεροι φυσικοί του 20ου αιώνα, βρέθηκαν αντιμέτωποι.
Οι φυσικοί της εποχής βρέθηκαν σε αδιέξοδο. Η αρχή της απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ που δημοσιεύτηκε εκείνη τη χρονιά, σύμφωνα με την οποία δεν είναι δυνατό να μετρηθεί ταυτόχρονα η θέση και η ταχύτητα ενός σωματιδίου, ήταν κάτι που δεν θα μπορούσαν να δεχτεί ένας ντετερμινιστής.
Το συνέδριο είχε ως στόχο την προσπάθεια να δοθεί μια γενική ερμηνεία στα παράδοξα φαινόμενα που είχαν προκύψει μέσω της κβαντικής θεωρίας. Να βρεθεί, ίσως, μια κοινή συνισταμένη ώστε οι φυσικοί να συνεχίσουν να εργάζονται έχοντας πιο συγκεκριμένες και σταθερές βάσεις. Ωστόσο, από αυτή την άποψη, η συνάντηση απέτυχε παταγωδώς.
Φωτογραφία με τους συμμετέχοντες του 5ου συνεδρίου του Solvay
Αφού ακούστηκαν απόψεις διάφορων φυσικών όπως ο Σρόντιγκερ και ο ντε Μπρολί, ήρθε η σειρά του Μπορ να πάρει τον λόγο, για να προσθέσει την… σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της αιτιοκρατίας. Σύμφωνα με την πιθανολογική θεωρία που ασπαζόταν, ο Μπορ πρότεινε πως για την μελέτη φαινομένων, όπως για παράδειγμα τις κυματικές εξισώσεις, χρειάζεται να υπολογιστούν σώματα που στην πραγματικότητα μπορεί και να μην υπάρχουν. Οπως «διατάζουν» οι νόμοι των πιθανοτήτων.
Αυτά που είπε ο Μπορ, αργότερα έμειναν στην ιστορία ως «η ερμηνεία της Κοπεγχάγης». Μια μεγάλη μερίδα των παρευρισκόμενων τάχθηκαν υπέρ του, στηρίζοντας ουσιαστικά πως ο κόσμος μας είναι καθαρά πιθανοκρατικός και πως η πλήρη κατανόηση του ενδέχεται να ξεπερνάει τα όρια της λογικής.
Αρκετοί ήταν αυτοί που διαφώνησαν με αυτήν την προοπτική. Ανάμεσα τους και ο Αϊνστάιν, ο οποίος πήρε τον λόγο για να αντικρούσει τα επιχειρήματα του Μπορ. «Αυτό που αποκαλούμε επιστήμη, έχει ως μοναδικό στόχο την διαπίστωση και την εξήγηση όσων υπάρχουν» είπε χαρακτηριστικά. «Είναι λάθος να θεωρούμε πως το καθήκον της φυσικής είναι να μάθει πως είναι η φύση» απάντησε ο Μπορ, σε μια συζήτηση καθαρά φιλοσοφικού χαρακτήρα.
Η σύγκρουση που δεν τελείωσε ποτέ – Η άτυπη νίκη του Μπορ
Με τον έναν να είναι υπέρμαχος της τυχαιότητας και τον άλλο να βλέπει την επιστήμη ως κάτι καθαρά αιτιοκρατικό, η αντιπαράθεση ήταν αδύνατο να λυθεί μέσα σε ένα και μόνο συνέδριο. Το 1935, ο Αϊνστάιν μαζί με τους Ποντόλκσι και Ρόζεν, δημιούργησαν ένα παράδοξο το οποίο ταρακούνησε την κβαντική θεωρία, χαρακτηρίζοντας ως «μη ικανοποιητική» την ερμηνεία της Κοπεγχάγης.
Το γνωστό ως «Παράδοξο EPR» είχε να κάνει με το φαινόμενο της κβαντικής διεμπλοκής, κάτι που δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί αναλυτικά σε ένα άρθρο. Ωστόσο, η προσπάθεια του Αϊνστάιν δημιούργησε προβλήματα στην θεωρία του Μπορ. Παρόλα αυτά, ακόμα και με ένα παράδοξο στην… πλάτη, ακόμα και χωρίς σαφή αιτιοκρατία πίσω από τις πιθανότητες, οι νόμοι της Κβαντικής Θεωρίας επιβεβαιώνονται καθημερινά από πειραματικά αποτελέσματα.
Οι επιστήμονες σήμερα έχουν αποδεχτεί πως σε αυτήν την ιστορική αντιπαράθεση, νικητής ήταν ο Μπορ. Αυτά που πρότεινε ο Δανός φυσικός, μαζί με τους υπόλοιπους υποστηρικτές της πιθανολογικής εξήγησης, είναι δεδομένο, πλέον, πως ισχύουν, έστω και χωρίς… φυσική εξήγηση. Από την στιγμή που κάτι «δουλεύει» άψογα πειραματικά, χωρίς το παραμικρό ίχνος λάθους, είναι σωστό.
Ηταν ο Αϊνστάιν λάθος, όταν έλεγε πως η θεωρία είναι ημιτελής, επειδή δεν έχει θεωρητικό υπόβαθρο πίσω από την πιθανότητες; Αυτό είναι κάτι που ακόμα και σήμερα δεν είναι γνωστό. Το σίγουρο είναι πως η Κβαντική Θεωρία είναι σωστή και ως σήμερα αποτελεί το εργαλείο για πλήθος νέων τεράστιων ανακαλύψεων.
Τι είναι αυτό με μένα, όλα τα παρατάω στη μέση, τα αφήνω ημιτελή και ανολοκλήρωτα. Τη μία βαριέμαι εύκολα και τα παρατάω. Την άλλη απογοητεύομαι ακόμη ευκολότερα, οπότε γιατί να συνεχίσω την προσπάθεια; Την παράλλη συνειδητοποιώ απλά ότι δεν είναι αυτό που θέλω, οπότε ας το παρατήσω, δεν βαριέσαι…
Ξεκινώ να διαβάζω ένα βιβλίο και πριν φτάσω στη μέση, το έχω παρατήσει. Ξεκινώ γυμναστήριο και πάνω στο μήνα βαριέμαι, το παρατάω κι’ αυτό. Ξεκινώ μια δραστηριότητα που με ενθουσίασε στην αρχή, αλλά… Ε, τελικά δεν την συνεχίζω. Ξεκινώ δίαιτα. Ε τότε, σίγουρα την έχω παρατήσει στο πρώτο γλυκό που θα βρεθεί μπροστά μου!
Τώρα συνειδητοποιώ ότι παράτησα όνειρα, φίλους, ευκαιρίες! Αισθάνομαι ότι η ζωή μου έχει γίνει ένα φανάρι, πράσινο-κόκκινο, πράσινο-κόκκινο, που δεν ρυθμίζει την κυκλοφορία, αντίθετα την μπερδεύει, ενώ με γεμίζει ενοχές η τόση ασυνέπειά μου.
Από την άλλη μεριά, βλέπω φίλους μου που επιμένουν να αφιερώνουν χρόνο ή και χρήμα σε ένα στόχο, ο οποίος δεν έχει φέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Όσο ο καιρός περνάει, επενδύουν όλο και περισσότερο, ώσπου είναι αδύνατον να τα παρατήσουν, χάνοντας ακόμα περισσότερο χρόνο, απλά ελπίζοντας ότι θα αλλάξει κάτι στη συνέχεια. Εν τω μεταξύ, χάνονται νέες ευκαιρίες για κάτι πιο ενδιαφέρον, καλύτερο, ενώ μεγαλώνει ο φόβος του τι θα γίνει στη συνέχεια, αν τα παρατήσουν. Αυτό ίσως είναι πιο τρομακτικό από το να περιμένουν. Ούτε αυτή η στάση ζωής είναι κάτι που με εκφράζει, μάλλον με φοβίζει η προοπτική να μην έχω άλλη προοπτική.
Μήπως τελικά δεν είναι όλα άσπρο-μαύρο; Μήπως υπάρχει ένας τρόπος, κάποια κριτήρια με τα οποία θα μπορούσαμε να διακρίνουμε την «κατάλληλη στιγμή» για να βάλουμε ένα στόχο, για να επιμείνουμε ή να τα παρατήσουμε;
Επιθυμία και επιλογή
Επιθυμίες έχουμε πολλές, όμως δεν μπορούμε να τις πραγματοποιήσουμε όλες ταυτόχρονα, διότι αυτό θα εξαντλήσει την ενέργειά μας, τον ενθουσιασμό μας, αλλά και τα κίνητρά μας. Είναι σημαντικό να επικεντρωνόμαστε σ’ ένα στόχο ολοκληρωτικά και να διαθέτουμε όλη μας την έμπνευση και την ενέργεια σ’ αυτόν. Η έμπνευση είναι αυτή που θα μας δώσει κίνητρα και θα εκτοξεύσει τον ενθουσιασμό μας για το στόχο και πάνω σ’ αυτόν θα χτίσουμε την απόφασή μας να φέρουμε το αποτέλεσμα. Ας μετρήσουμε λοιπόν τις δυνάμεις μας και ας αφήσουμε τον ενθουσιασμό να μας δείξει, τι είναι αυτό που επιλέγουμε να ξεκινήσουμε οπωσδήποτε τώρα.
Απόφαση και δέσμευση
Επιλέξαμε και αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε. Δεσμευτήκαμε όμως; Πήραμε μια ισχυρή απόφαση; Ο ενθουσιασμός θα μας δώσει φτερά, αλλά χρειαζόμαστε ένα σχέδιο με βήματα δράσης, το οποίο θα δεσμευτούμε να πραγματοποιήσουμε. Ξεκινάμε σιγά, με κάτι που μπορούμε να υποστηρίξουμε με την τωρινή μας ενέργεια και επιταχύνουμε όσο δυναμώνουμε. Πανηγυρίζουμε την κάθε μικρή μας επιτυχία και χτίζουμε πάνω της για να κάνουμε το επόμενο σταθερό μας βήμα. Κρατάμε συνεχώς στην οθόνη του νου τα οφέλη του στόχου και όχι τις δυσκολίες του, για να ενεργοποιηθούμε. Ας σκεφτούμε τι θα κερδίσουμε, όχι πόσο δύσκολο είναι. Αντικαθιστούμε το «πολύ δύσκολο», με το «θα το κάνω». Καλό θα είναι να ζητήσουμε την βοήθεια και την ενθάρρυνση της οικογένειας και των φίλων μας. Ας τους βάλουμε λοιπόν και αυτούς στο «παιχνίδι».
Τα «κατάλληλα» εμπόδια
Όσο κατάλληλος είναι ο στόχος για την προσωπική μας ανάπτυξη, τόσο πιο κατάλληλα εμπόδια θα γεννήσει για να μας δείξει τα σημεία που χρειάζεται να ενδυναμώσουμε για να τα υπερβούμε και να κατακτήσουμε το αποτέλεσμα. Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι στο δρόμο μας, θα υπάρχουν τα πάνω και τα κάτω, λακκούβες και εμπόδια. Ας μείνουμε σταθερά στο ταξίδι μας, σωπαίνοντας την όποια φωνή μέσα μας που λέει να τα παρατήσουμε και να κλείσουμε έναν κύκλο που άνοιξε μέσα από την επιθυμία και την πρωτοβουλία μας.
Τα σημάδια της παραίτησης
Δεν παραιτούμαστε από τη μια στιγμή στην άλλη. Υπάρχουν προειδοποιητικά σημάδια του πότε αρχίζουμε να ετοιμαζόμαστε να τα παρατήσουμε. Επομένως, χρειαζόμαστε μια καλή δόση αυτοπαρατήρησης για να αναγνωρίσουμε πότε κάποιο από αυτά θα κάνει την εμφάνισή του. Τότε, η προσπάθειά μας πρέπει να διπλασιαστεί, να θυμηθούμε όλα τα παραπάνω και να κρατηθούμε εκεί, χωρίς το παραμικρό περιθώριο για καθυστέρηση, που θα μας αδρανοποιήσει και θα μας κολλήσει. Ίσως θέλει να μας δείξει ότι είναι η ώρα να ανανεώσουμε το σχέδιο δράσης μας, τα κίνητρά μας, τον ενθουσιασμό μας, ακόμα και τις αποφάσεις μας.
Το μυστικό
Αξίζει να θυμόμαστε πως όποιος τα παράτησε δεν κέρδισε και όποιος κέρδισε είναι αυτός που δεν τα παράτησε.
*** [12] Στο παρελθόν, μέλη της βουλής, αν κάποιοι έλεγαν ότι εγώ είμαι δαιμόνιος και υπολογιστής και ότι δεν θα έκανα τίποτα τυχαία και απερίσκεπτα, θα θύμωνα, επειδή πίστευα ότι η περιγραφή ήταν υπερβολική σε σχέση με την πραγματικότητα. Αντίθετα τώρα θα ήθελα να έχετε όλοι εσείς αυτή τη γνώμη για μένα, για να θεωρείτε ότι εγώ, αν έκανα κάτι τέτοιο, θα υπολόγιζα και τί κέρδος θα είχε αυτός που θα απομάκρυνε τον κορμό και ποιά τιμωρία αυτός που θα το έκανε και τί θα κατάφερνα, αν δεν γινόμουν αντιληπτός, και ποιά αντιμετώπιση θα είχα από σας, αν αποκαλυπτόταν το πράγμα.
[13] Διότι όλοι οι άνθρωποι προβαίνουν σε τέτοιες ενέργειες όχι για να προκαλέσουν, αλλά για το κέρδος. Είναι ως εκ τούτου λογικό και εσείς να εξετάζετε τα πράγματα από αυτή την οπτική, και οι κατήγοροι να θεμελιώνουν πάνω σ᾽ αυτή τη βάση τις κατηγορίες, αποδεικνύοντας ποιό το όφελος που είχαν οι δράστες.
[14] Αυτός ωστόσο δεν θα μπορέσει να αποδείξει ούτε ότι αναγκάστηκα λόγω πενίας να προβώ σε τέτοιες ενέργειες, ούτε ότι υποβαθμιζόταν το χωράφι από την ύπαρξη του κορμού, ούτε ότι ο κορμός εμπόδιζε κλήματα, ούτε ότι βρισκόταν κοντά σε σπίτι, ούτε ότι εγώ δεν γνώριζα τους κινδύνους που θα αντιμετώπιζα ενώπιόν σας, αν έκανα κάτι τέτοιο. Απεναντίας, θα μπορούσα να αναφέρω πολλές βαριές ποινές που θα αντιμετώπιζα.
[15] Καταρχάς ξερίζωνα, λέει, μέρα μεσημέρι τον κορμό, λες και δεν έπρεπε να μην το αντιληφθεί κανείς, αλλά να το μάθει όλη η Αθήνα. Και αν βέβαια μια τέτοια ενέργεια ήταν απλώς επονείδιστη, θα αδιαφορούσε ίσως κάποιος για τους περαστικούς. Τώρα όμως ο κίνδυνος στον οποίο εξέθετα τον εαυτό μου δεν αφορούσε το όνειδος, αλλά την πιο βαριά ποινή.
[16] Και θα ήμουν ή όχι ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο, αν έπρεπε εφεξής να έχω τους υπηρέτες μου όχι πλέον δούλους αλλά κυρίους, από τη στιγμή που θα γνώριζαν μια τέτοια ενέργεια; Συνεπώς, ακόμα και αν έκαναν τα χείριστα εις βάρος μου, δεν θα υπήρχε τρόπος να τους τιμωρήσω. Γιατί θα γνώριζα καλά ότι ήταν στο χέρι τους και να εκδικηθούν εμένα και οι ίδιοι να αποκτήσουν την ελευθερία τους καταδίδοντάς με.
[17] Επιπλέον, αν μου είχε περάσει από τον νου να αγνοήσω πλήρως τους υπηρέτες, πώς θα τολμούσα, τη στιγμή που είχαν μισθώσει τόσοι το χωράφι και όλοι τους γνώριζαν, να απομακρύνω για ασήμαντο κέρδος τον κορμό, όταν δεν επέρχεται ποτέ παραγραφή για το αδίκημα και όλοι ανεξαιρέτως όσοι είχαν καλλιεργήσει το χωράφι είχαν κάθε λόγο να διαφυλαχθεί ο κορμός, για να μπορούν, σε περίπτωση που κάποιος τους εγκαλούσε, να υποδείξουν σε ποιόν τον παρέδωσαν; Αντίθετα τώρα, και εμένα με απαλλάσσουν αδιαμφισβήτητα και τους εαυτούς των εάν ψεύδονται, τους καθιστούν συνενόχους.
[18] Αν τώρα τα εμεθόδευσα και αυτά, πώς θα μπορούσα να πείσω όλους τους διερχόμενους ή τους γείτονες, που ο ένας για τον άλλον δεν γνωρίζουν μόνο αυτά που μπορεί να δει ο καθένας, αλλά που ζητούν να μάθουν και για πράγματα για τα οποία κάνουμε το παν να τα αποκρύψουμε, προκειμένου να μην τα γνωρίζει κανένας; Από αυτούς πάλι κάποιοι συμβαίνει να είναι φίλοι μου και κάποιοι να έχουν διένεξη μαζί μου για την περιουσία μου.
[19] Εκείνους όφειλε αυτός να παρουσιάσει ως μάρτυρες και να μη διατυπώνει απλώς τόσο προκλητικές κατηγορίες. Αυτός ισχυρίζεται ότι εγώ παρακολουθούσα, ότι οι υπηρέτες έκοβαν τις ρίζες και ότι ο αμαξηλάτης φόρτωσε τα ξύλα και έφυγε μεταφέροντάς τα μακριά.
Γύρω στον 11ο αιώνα π.Χ., ο μυκηναϊκός πολιτισμός κατέρρευσε. Ο πολιτισμός αυτός αναπαρήγαγε στην Ελλάδα μία κοινωνική οργάνωση που είχε όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά των ανατολικών κοινωνιών της εποχής εκείνης. Η εσωτερική του ισορροπία διαταράχθηκε σοβαρά εξαιτίας μιας σειράς επιδρομών ξένων λαών, μεταξύ των οποίων ήταν και αυτή των Δωριέων. Από τις κυριότερες συνέπειες αυτών των επιδρομών ήταν η μετανάστευση μίας φυλετικής ομάδας από την αρχική της κοιτίδα, προς τις ακτές της Μικράς Ασίας∙ η ομάδα αυτή πήρε αργότερα το όνομα «Ίωνες». Ως το τέλος του 8ου αιώνα, καμία ενιαία κοινωνική οργάνωση δεν διαδέχθηκε τον κατεστραμμένο μυκηναϊκό πολιτισμό, από τον οποίο δεν σώζονταν πλέον παρά ελάχιστα στοιχεία: απομονωμένα χωριά που ήσαν συγκεντρωμένα γύρω από το παλάτι του τοπικού άρχοντα (βασιλεύς) και το ναό, ο οποίος συχνά τελούσε και αυτός υπό τη διοίκηση της οικογένειας του άρχοντα. Οι επήλυδες Ίωνες αρχικά αναπαρήγαγαν τις ίδιες μορφές οργάνωσης που βρήκαν στον τόπο στον οποίο εγκαταστάθηκαν. Κατά τη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου, η Ελλάδα φαίνεται πως διαδραμάτιζε στο μεσογειακό κόσμο έναν ρόλο αποκλειστικά περιφερειακό. Ωστόσο, μεταξύ του 8ου και του 1ου αιώνα π.Χ., μία σειρά από οικονομικές και τεχνολογικές καινοτομίες, οι οποίες άρχισαν να εισάγονται από την Ανατολή, κυρίως διαμέσου της Ιωνίας, προκάλεσαν σημαντικές κοινωνικές αλλαγές. Πρώτα απ’ όλα, σημειώνονται αλλαγές στην τεχνολογία εξόρυξης και επεξεργασίας του σιδήρου, ο οποίος σταδιακά αντικαθιστά τον ορείχαλκο που χρησιμοποιούσαν ως τότε τόσο ο μυκηναϊκός όσο και οι ανατολικοί πολιτισμοί. Ο σίδηρος παρουσίαζε αρκετά πλεονεκτήματα: δεν ήταν κράμα και, επομένως, η επεξεργασία του ήταν πιo απλή∙ τα κοιτάσματά του ήσαν περισσότερο εξαπλωμένα γεωγραφικά και, συνεπώς, οι κατασκευαστές έπαψαν να εξαρτώνται από εκείνους που ήλεγχαν το εμπόριο του χαλκού και του κασσίτερου∙ τέλος τα χρηστικά αντικείμενα που κατασκευάζονταν από σίδηρο αποδεικνύονταν ανθεκτικότερα αλλά και πιo οικονομικά σχέση με τα ορειχάλκινα. Όλα αυτά τα πλεονεκτήματα έδιναν ακόμα και σε κοινότητες που δεν ήσαν ενσωματωμένες στα μεγάλα πολιτικά μορφώματα της εποχής, π.χ. στις ανατολικές αυτοκρατορίες, τη δυνατότητα καλύπτουν με δικά τους μέσα τις ανάγκες τους σε γεωργικά εργαλεία και όπλα. Στα χωριά και τις διαρκώς πολλαπλασιαζόμενες πόλεις άνοιγαν με ταχείς ρυθμούς μεταλλουργικά εργαστήρια. απόηχους όλης αυτής της δραστηριότητας συναντούμε ήδη στο έργο του Ησίοδου, κατά τα τέλη του 8ου αιώνα.
Μία δεύτερη θεμελιώδης καινοτομία υπήρξε η κοπή μεταλλικού νομίσματος (χρυσού και αργυρού), γεγονός που συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάπτυξη των διεθνών συναλλαγών. Οι πρώτες πόλεις που ευεργετήθηκαν από την καινοτομία αυτή ήσαν οι ιωνικές, καθότι βρίσκονταν ακριβώς στο σταυροδρόμι των μεγάλων εμπορικών δρόμων που συνέδεαν την Ανατολή με τη Δύση και διέθεταν όλες τους, λόγω της παράκτιας θέσης τους, σημαντικά λιμάνια στο Αιγαίο. Η ανάπτυξη της νομισματικής οικονομίας επρόκειτο να επιφέρει σύντομα βαθιές κοινωνικές μεταβολές. Αφενός, αποδυνάμωσε τους μεσαίους και μικρούς καλλιεργητές, οι οποίοι ως τότε συνήθιζαν να προμηθεύονται τα απαραίτητα από τις τοπικές αγορές μέσω ανταλλαγής προϊόντων∙ αφετέρου, συνέβαλε στη διαμόρφωση τάξεων σχετικά ανεξάρτητων από τη γη: των εμπόρων, των αργυραμοιβών, των τοκογλύφων των επαγγελματιών που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους όχι πλέον έναντι τρoφής και δώρων αλλά έναντι χρήματος, ενός μέσου πολύ πιo σημαντικού από κοινωνική άποψη.
Όλα αυτά δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις, με αφετηρία πάντοτε την Ιωνία, ενός ταχύτατου μετασχηματισμού των αρχικών αγροτικών κοινοτήτων σε πόλεις με μικτή οικονομία. Η ιωνική πόλιςείχε εξαρχής διπολικό χαρακτήρα: την είχε ιδρύσει και την κυβερνούσε μία αριστοκρατία (λίγο ως πολύ άμεση απόγονος της μυκηναϊκής), η οποία τη χρησιμοποιούσε ως πολιτικό κέντρο που εξυπηρετούσε την εξισορρόπηση των συμφερόντων των μεγάλων οικογενειών, το γενικό έλεγχο του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και των συναλλαγών, που άρχιζαν να αναπτύσσονται στο λιμάνι και τη αγορά, και, τέλος, την απαραίτητη, πλέον, για τους αριστοκράτες ανάμιξη στη νομισματική οικονομία και τους ανθρώπους της. Η έδρα της αριστοκρατίας κάθε πόλης ήταν η ακρόπολις, ένα μόρφωμα με θρησκευτική, πολιτική και στρατιωτική υπόσταση, το οποίο εξασφάλιζε τον έλεγχο της πόλης. Η ακρόπολη είχε διάσταση κατ’ αρχάς θρησκευτική, γιατί εκεί βρίσκονταν οι σπουδαιότεροι ναοί∙ επίσης πολιτική, γιατί εκεί έδρευε η Γερουσία της πόλης. τέλος, στρατιωτική, διότι η ακρόπολη ήταν ένα φρούριο που δέσποζε στην κoρυφή της πόλεως. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζουμε, η αριστοκρατία, με μερικές μόνο εξαιρέσεις, παρέμενε προσδεδεμένη στη γη, την οποία εξακολουθούσε να θεωρεί ως τη βασικότερη πηγή πλούτου. Η αριστοκρατία δεν συμμετείχε άμεσα στην εμπορική και νομισματική οικονομία (δεν υπήρχε δηλαδή μία εμπορική αριστοκρατία παρόμοια με εκείνη που αναπτύχθηκε στη μεσαιωνική και αναγεννησιακή Ευρώπη)∙ Ωστόσο αντλούσε φορορολογικά ωφέλη από αυτές (δασμοί, μεταφορικά κ.λπ.), ενώ ενίοτε δάνειζε στους εμπόρους με τόκο.
Ο άλλος πόλος στην πόλη ήταν η αγορά, όπου εκινείτο ένα ετερόκλητο πλήθος εξαγωγέων και εισαγωγέων, μικροπωλητών, γεωργών που είχαν πτωχεύσει και εγκαταλείψει την ύπαιθρο, τεχνιτών και ξένων δίχως πολιτικά δικαιώματα (μέτοικοι), τους οποίους η πόλη είλκυε εξαιτίας των ευκαιριών που τους παρείχε για κέρδος. Αυτή η κοινωνική συνάθροιση σχημάτιζε το λαό, τον αστικό δήμον, ο οποίος, σταδιακά μεν αλλά όλο και πιo συ- νειδητά, άρχισε να συγκρούεται με την αριστοκρατία που τον κυβερνούσε.
Μία άλλη καινοτομία, η οποία έχει τις ρίζες της στη Φοινίκη του 8ου ή του 7ου αιώνα π.Χ., βοήθησε τον δήμον να αποκτήσει το πολιτιστικό εκείνο εργαλείο που του ήταν απαραίτητο για την κοινωνική και πολιτική του άνδρωση: την αλφαβητική γραφή. Η μυκηνακή γραφή, η οποία προερχόταν από πιο ανατολικά ιδεογραφικά συστήματα, λόγω της δυσκολίας της παρέμεινε αποκλειστική ιδιοκτησία μίας κλειστής τάξης ιερέων και ανακτορικών γραμματέων, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα η γραφή αυτή να εξαφανιστεί μαζί με τη μυκηναϊκή κοινωνία. Έτσι, επί τρεις αιώνες σχεδόν η Ελλάδα δεν είχε κανένα είδος γραφής. Ο πολιτισμός μεταδιδόταν αποκλειστικά μέσω του προφορικού λόγου, χάρη στο ιερατείο και τους ποιητές, οι οποίοι αφηγούνταν τραγουδιστά τους μύθους τους στα παλάτια των αριστοκρατών. Η αλφαβητική γραφή, πιo εύχρηστη και πιo εύκολη στην εκμάθηση, αποδείχθηκε αποτελεσματικό εργαλείο τόσο για τη διάδοση του παραδοσιακού πολιτισμού όσο και για την ανάπτυξη ενός νέου, ο οποίος εξαπλωνόταν με τρόπους που επινοούσε ο ίδιος (η διατύπωση των νόμων της πόλης και της αγοράς, τα επαγγελματικά εγχειρίδια, οι ταξιδιωτικές αναφορές κ.ο.κ.). Μολονότι η συστηματική διδασκαλία της αλφαβητικής γραφής γενικεύθηκε μόνο προς τα τέλη του 5ου αιώνα, είναι βέβαιο ότι η σταδιακή διάδοσή της διευκόλυνε την εκλαΐκευση και το μερικό εκδημοκρατισμό του αρχαιοελληνικού πολιτισμού.
Σε αυτή την περίοδο, αναπτύχθηκε σε όλες τις ελληνικές πόλεις μια πολιτική, κοινωνική, αλλά και πολιτιστική ένταση ανάμεσα στην αριστοκρατία και τον δήμον, την ακρόπολινκαι την αγοράν, η οποία προσέλαβε διάφορες μορφές. Έτσι, αναπτύχθηκε στο εσωτερικό των πόλεων μια αντιπαλότητα, η οποία άλλοτε απλώς υπέβοσκε, ενώ άλλοτε έκανε την παρουσία της πιο αισθητή. Ως προς τη γεωγραφική, όμως, κατανομή των πολιτικών τάσεων στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, παρατηρείται ισορροπία. Στην περιοχή της Ιωνίας, η οποία αρχικά ήταν αυτόνομη και έπειτα, κατά τον 5ο αιώνα, υποτάχθηκε στην αθηναϊκή ηγεμονία, ο δήμοςεμφανίζει τάσεις υπεροχής, τόσο πολιτικής όσο και πολιτιστικής, μολονότι δεν μπορεί να πει κανείς ότι η αριστοκρατία ηττήθηκε ποτέ κατά κράτος. Αντιθέτως σε ένα μεγάλο μέρος της μητροπολιτικής καθώς και της Μεγάλης Eλλάδας, η αριστοκρατία, η οποία συνδύαζε την κατοχή της εγγείου ιδιοκτησίας με την κατοχή της στρατιωτικής ισχύος, εξακολουθούσε να υπερέχει, μολονότι η κυριαρχία της διακόπηκε κατά περιόδους εξαιτίας εσωτερικών και εξωτερικών γεγονότων. Οι συγκρούσεις φθάνουν στο υψηλότερο σημείοστην Αθήνα του δεύτερου μισού του 5ου αιώνα. Τότε η Αθήνα ηγείται μιας δημοκρατικής συμμαχίας διάφορων πόλεων-κρατών, η οποία διεξάγει σκληρό πόλεμο κατά του αριστοκρατικού συνασπισμού. Πρόκειται για τον Πελοποννησιακό πόλεμο, ο οποίος κατέληξε σε δεινή ήττα της κρατικής παράταξης. Στο εσωτερικό της Αθήνας, η ισχυρή αριστοκρατική παράταξη άλλοτε συμμαχεί και άλλοτε συγκρούεται με τον δήμοντη στιγμή που ο Περικλής, με τις καινοτόμες μεταρρυθμίσεις του, κατορθώνει να αποκαταστήσει την ισορροπία ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές. Στο τέλος όμως του αιώνα, όταν η Αθήνα ηττάται στον Πελοποννησιακό πόλεμο, η αριστοκρατική παράταξη αποπειράται κατ’ επανάληψη να αποκαταστήσει την τυραννική εξουσία της. Η αυγή, λοιπόν, του 4ου αιώνα βρίσκει την Αθήνα να μαστίζεται από μία έντονη και άλυτη αντιπαράθεση μεταξύ των δύο παρατάξεων.
Όσα επισημάναμε μέχρι τώρα, σχετικά με την κοινωνική οργάνωσητου ελληνικού χώρου αυτής της περιόδου και τις αντιφάσεις της, μας επιτρέπουν να προσδιορίσουμε εύκολα και τους τόπους στους οποίουςαναπτύχθηκε ή προσλήφθηκε πνευματικός πολιτισμός. Από τη μία πλευρά υπάρχει ο πολιτισμός που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε «ιερατικό», ο οποίος ήταν απλωμένος σε όλες τις πόλεις, αλλά είχε ως ιδεώδες κέντρο του το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Ο όρος «ιερατικός» σημαίνει ότι αυτή η μορφή πολιτισμού είχε ένα ειδικό δεσμό με την αρχαία θρησκευτική παράδοση, η οποία πάντως δεν αποτελούσε τμήμα της κλειστής «ιερατικής τάξης» (τέτοια τάξη, άλλωστε, δεν υπήρξε ποτέ στην Ελλάδα, αντίθετα με την Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία). Συνυφασμένοι με αυτόν τον πολιτισμό είναι στοχαστές όπως ο Πυθαγόρας, ο Παρμενίδης, και ο Ηράκλειτος. Στην αντίπερα όχθη κυοφορείται ένας νέος, πολιτισμός ο οποίος, έχει χαρακτήρα αφενός πολιτικό, αφετέρου τεχνικο-επιστημονικό και ο οποίος καλύπτει τις ανάγκες που αναδύθηκαν μέσα στο νέο περιβάλλον της πόλης. Τα κέντρα αυτού του πολιτισμού είναι η Μίλητος του 6ου π.χ. αιώνα και η Αθήνα του 5ου. Φυσικά. οι δύο αυτές παραδόσεις δεν αναπτύσσoνται ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Αντιθέτως, κατά τον 5ο αιώνα ξέσπασε μία έντονη ιδεολογική διαμάχη, η οποία απέδοσε σπουδαίους πνευματικoύς καρπούς, κυρίως στο πεδίο του φυσικο-μαθηματικού, γλωσσικο-λογικού, ιστοριογραφικού και ηθικο-πολιτικού στοχασμού. Επίσης υπάρχει μία τρίτη μορφή πολιτιστικής παραγωγής, η ποιητική, η οποία σε γενικές γραμμές ακολουθεί τα κυρίαρχα ιδεολογικά ρεύματα της εποχής. Αυτή η μορφή πολιτισμού αρχικά αναπτύχθηκε από τους αοιδούς και τους ραψωδούς, στους οποίoυς αργότερα, στην Αθήνα του 5ου αιώνα προστέθηκαν οι δημιουργοί του τραγικού και του κωμικού θεάτρου που διαδραμάτισε εξαιρετικά σημαντικό ρόλο σ’ αυτή τη θεωρητική διαμάχη και στη διαμόρφωση της ιδεολογικής αυτοσυνειδησίας της πόλης.
Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι καθ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε στην Ελλάδα δεν υπάρχει κάποιο πνευματικό ή επιστημονικό ίδρυμα θεσμικού χαρακτήρα, ούτε δημόσιο ούτε ιδιωτικό. Συνεπώς δεν έχει, μιλάμε για φιλοσοφικές ή επιστημονικές «σχολές», τουλάχιστον με την έννοια που απέκτησε ο όρος αυτός κατά τον 4ο (με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη) και κυρίως τον 3ο αιώνα (με τις ελληνιστικές φιλοσοφίες και την ίδρυση του Μουσείου της Αλεξάνδρειας). Σε μερικές περιπτώσεις τέτοιες «σχολές» (π.χ. της Μιλήτου) δημιουργούνται λόγω των ιδεολογικών συγγενειών ανάμεσα σε διάφορους στοχαστές, οι οποίες οφείλονται στο κοινό κοινωνικό περιβάλλον τους, στο ότι συμπίπτουν όσον αφορά στις γενικές ιδεολογικές κατευθύνσεις και στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν λογικές και γνωσιακές τεχνικές. Σε άλλες περιπτώσεις (όπως στην περίπτωση της πυθαγόρειας «σχολής»), εκείνο που συνδέει τους επιμέρους διανοητές είναι το ότι ανήκουν σε ένα ιερατικό-θρησκευτικό σώμα, έναν «θίασο», ο οποίος έχει βαθιές θρησκευτικές καταβολές. Τέλος, άλλες «σχολές», όπως οι ιατρικές, μπορούν να θεωρηθούν ενιαίες λόγω του ότι αποτελούν συντεχνίες, ενώ μόνο κατά τα τέλη του 5ου αιώνα αρχίζουν να συγκροτούνται σχετισχετικά σταθερές επιστημονικές ομάδες.
Ένα ακόμη στοιχείο που πρέπει να έχουμε υπόψη είναι η μορφή των κειμένων που εξασφάλιζαν τη διάδοση του πολιτισμού. Ας μη φανταστούμε τα κείμενα αυτά σαν τα σημερινά βιβλία ή πραγματείες. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων τα φιλοσοφικά ή επιστημονικά κείμενα αποτελούσαν καταγραφή μίας επικοινωνίας που συντελείτο κατ’ αρχάς μέσω του προφορικού λόγου. Συνεπώς, στην περίπτωση του αριστοκρατικού πολιτισμού έχουμε να κάνουμε με κείμενα προφητικού ή χρησμοδοτικού χαρακτήρα, που συνδέονται με το τυπικό τελετουργικό κάποιου ναού, ενώ στην περίπτωση του πολιτισμού του δήμουπρόκειται για την καταγραφή των δημόσιων «διαλέξεων» που δίνονταν στην αγοράνή στα πιo κοντινά γυμνάσια. Εξαίρεση σ’ αυτό το ημι-προφορικό, ακόμα, ύφος αποτελούν τα εγχειρίδια επαγγελματικής πρακτικής, όπως για παράδειγμα διάφορα κείμενα μαθηματικών και κυρίως ιατρικής, που απευθύνονταν αποκλειστικά στους ειδικούς.
«Ο στόχος της ζωής είναι να κάνει τον ρυθμό της καρδιάς σας να ταιριάζει με το ρυθμό του Σύμπαντος, να ταιριάξει τη ‘φύση’ σου με τη Φύση. Ακολουθήστε την ευδαιμονία σας και το Σύμπαν θα ανοίξει τις πόρτες για σας, εκεί όπου υπήρχαν μόνο τοίχοι. Ιερός χώρος σας είναι εκείνος όπου μπορείτε να βρείτε τον εαυτό σας ξανά και ξανά. Με το να πηγαίνουμε κάτω στην άβυσσο ανακαλύπτουμε τους θησαυρούς της ζωής. Εκεί που παραπατούμε, εκεί βρίσκεται ο θησαυρός μας. Βρείτε μια θέση στον εσωτερικό σας κόσμο, όπου υπάρχει χαρά, και η χαρά θα κάψει τον πόνο. Πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να απαλλαχτούμε από τη ζωή που έχουμε προγραμματίσει, έτσι ώστε να αποκτήσουμε τη ζωή που μας περιμένει. Το παλιό δέρμα πρέπει να βγει, πριν να μπορέσει να έρθει το νέο» -Joseph Campbell
Ο Joseph Campbell ( 1904-1987), Πανεπιστημιακός, Φιλόσοφος και μυθολόγος, γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 26 Μαρτίου 1904. Στην παιδική του ηλικία ήλθε σε επαφή με τις παραδόσεις των γηγενών Αμερικανών (Ινδιάνων), ενώ μετά τις Πανεπιστημιακές και μεταπτυχιακές σπουδές του, έκανε μια διεισδυτική μελέτη για τον Αρθουριανό μύθο και τη σχετική φιλολογία των αυλικών ερώτων της μεσαιωνικής Γαλλίας. Μια απροσδόκητη συνάντησή του με τον νεαρό Jiddu Krisnamurti, του άνοιξε νέους ορίζοντες.
Στην Ευρώπη, ο Κάμπελ ανακάλυψε τον Βουδισμό, τον Ινδουισμό, και ανάμεσα σε άλλους, σύγχρονους φιλοσόφους αλλά και τους Sigmund Freud, Carl Gustav Jung οι οποίοι τον επηρέασαν καταλυτικά.Όταν Campbell αποσύρθηκε από την Πανεπιστημιακή του θέση μετακόμισε στη Χαβάη, άρχισε να ταξιδεύει και να δίνει διαλέξεις ανά τον κόσμο, να εμφανίζεται στην τηλεόραση και να διεξάγει σεμινάρια. Έγινε επίτιμο μέλος του Ινστιτούτου Carl Gustav Jung του San Fransisco..
Επηρέασε τον κινηματογράφο και ιδιαίτερα τον παραγωγό George Lucas, ο οποίος βασισμένος στις μυθολογικές έρευνες του Campbell γύρισε, την γνωστή κινηματογραφική επιτυχία «Πόλεμος των Άστρων».
Το βιβλίο του «Ο ήρωας με τα χίλια πρόσωπα» το οποίο εκδόθηκε το 1949, έτυχε αμέσως ευρείας αποδοχής και στο πέρασμα του χρόνου χαρακτηρίστηκε έργο κλασικό. Στη μελέτη του γύρω από το «μύθο του ήρωα», ο Κάμπελ υποστήριζε ότι στους μύθους, το ταξίδι του ήρωα ακολουθεί ένα σταθερό μοντέλο, ένα μοντέλο που ακολουθούν όλοι πολιτισμοί και βάσει του οποίου «χτίζουν» τα διάφορα έπη και τους ηρωικούς τους μύθους.
Στο βιβλίο αυτό επίσης, σκιαγράφησε τις βασικές συνθήκες, τα στάδια, και τις εκβάσεις του αρχέτυπου ταξιδιού του ήρωα. Απεβίωσε το 1987. Τον επόμενο χρόνο, μια σειρά τηλεοπτικών συνεντεύξεων που είχε δώσει στον Bill Moyers και παρουσιάστηκαν με τίτλο «The Power of Myth» ("Η Δύναμη του Μύθου"), έκαναν τις απόψεις του γνωστές σε εκατομμύρια ανθρώπους.
Ο « ήρωας με τα χίλια πρόσωπα», έφερε στο συγγραφέα του το βραβείο του Εθνικού Ινστιτούτου Τεχνών και Γραμμάτων για δημιουργική εργασία στη φιλολογία. Στις διάφορες εκδόσεις του πούλησε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα και μεταφράστηκε σε αρκετές γλώσσες.
Ο Campbell αναγνωρίζει πίσω από τους μύθους, παγκόσμια αρχέτυπα που επαναλαμβάνονται διαχρονικά σε όλους τους πολιτισμούς. Σε όλους για παράδειγμα τους μύθους, υπάρχουν στάδια τα οποία οι ήρωες να διανύσουν έως ότου λυτρώσουν μέσα από αυτά την ανθρωπότητα. Ξεκινώντας από την αρχική αναζήτηση του ήρωα, το κάλεσμα στην περιπέτεια και την κρίση, έως τη στιγμή της επιστροφής και της μεταμόρφωσης. Κάτ΄ αυτόν τον τρόπο απεικονίζεται έντεχνα η διαχρονική ισχύ των μυθικών φιγούρων εμπνέοντας ακόμα και σήμερα, όλες εκείνες τις εσωτερικές διεργασίες των ηρώων που συναντάμε ακόμα και σε σύγχρονους μύθους. Κινηματογραφικές επιτυχίες όπως το Matrix, ο Harry Poter, και ο πόλεμος των άστρων ακολουθούν τα κλασσικά αυτά αρχετυπικά μυθολογικά μοτίβα.
Θα σταθώ για λίγο εδώ λόγω επικαιρότητας του «πολέμου των άστρων». Όπως έχω πρόσφατα γράψει σε άρθρο μου, η αρχική τριλογία αποτελεί ένα έπος όπου λαμβάνουν χώρα, τρία κλασικά στάδια «μυήσεως». Αποχώρηση (από την εστία), μύηση, και επιστροφή. Ο ήρωας της ταινίας Luke skywalker (αυτός που περπατά σ τους ουρανούς..) πεθαίνει και αναγεννάτε συμβολικά στον παγωμένο πλανήτη HOTH, στην συνέχεια τριγυρνάει χαμένος στον σκοτεινό πλανήτη Dagobah, αναζητώντας τον δάσκαλο, για να «μυηθεί», στους δρόμους της δύναμης (ολίγον ΖΕΝ ) από τον Jedi master YODA.
Ο Luke αποδεικνύεται άξιος της μυήσεως και χρησιμοποιεί ορθά την «δύναμη». Το αποκορύφωμα έρχεται, όταν έρχεται σε σύγκρουση με τον Σκοτεινό Άρχοντα των Darth Veder, ο οποίος αν υπήρξε και αυτός μυημένος από στην ίδια «δύναμη», υπέπεσε στην πλάνη και πέρασε στην αντίθετη όχθη του κακού. Στην αποκορύφωση της δοκιμασίας, σε μία επική μάχη ζωής και θανάτου, Darth Veder του αποκαλύπτει πως είναι ο πατέρας του, και προσπαθεί να τον δελεάσει να χρησιμοποιήσει την «σκοτεινή δύναμη», ώστε να αποκτήσει ότι επιθυμεί.
Ο Luke ως νέος Ηρακλής επιλέγει την δύσκολη ατραπό, δεν ξελογιάζεται από τις σειρήνες και τελικά κατορθώνει να σκοτώσει τον εκπρόσωπο του κακού. Μετουσιώνοντας κατ’ αυτόν τον τόπο εντός του, όλη την γνώση και την δύναμη τόσο του καλού όσο και του κακού. Δυαδικότητα. Η ισορροπία της γνώσης.
Είναι η στιγμή που έρχεται αντιμέτωπος με τους χειρότερους φόβους του, ξεπερνάει τους φύλακες του έτερου κόσμου, αναγνωρίζει τις σκοτεινές όψεις του εαυτού του και τα κομμάτια εκείνα του εγώ που μας δεσμεύουν στο παρελθόν.Όλοι μας επαναλαμβάνουμε κατά τον ίδιο τρόπο ασυνείδητα τα ίδια μυητικά στάδια σε όλα τα στάδια της εξέλιξης μας…
Αρχικά ως έμβρυα και στην συνέχεια ως βρέφη, προετοιμαζόμαστε να ενταχθούμε για πρώτη φορά στο σκληρό εξωτερικό περιβάλλον. Αναγκαζόμαστε να εγκαταλείψουμε το σκοτάδι και τη παραδείσια μακαριότητα της μήτρας της μητέρας μας, η οποία μας παρέχει ότι χρειαζόμαστε, (βλέπε μυσταγωγικές τελετές πάντα υπό το στο σκότος και σε φυσικά ή τεχνητά σπήλαια), και στην συνέχεια με την γέννηση μας αγωνιζόμαστε και μοχθούμε να εγκλιματιστούμε στις νέες σκληρές εξωτερικές συνθήκες.
Το σοκ είναι μεγάλο, (δοκιμασίες των μυητικών τελετών) δεν επιθυμούμε την έξοδο μας από την παραδείσια μακαριότητα της , όμως εντέλει υπακούοντας στο κάλεσμα της φύσης και του προορισμού μας, βγάζουμε τα τελευταία υγρά από τους πνεύμονες μας (καθώς αναπτυσσόμαστε μέσα στα μητρικά ύδατα κατ' αντιστοιχία των κοσμικών και πλανητικών υδάτων από όπου ξεκίνησε η ζωή) αναπνέουμε αέρα, γευόμενοι για πρώτη φορά το γάλα της μητέρας μας. Ένας νέος άγνωστος και τρομακτικός κόσμος που ξεκινά με μοίρασμα και το μεγαλύτερο θαύμα αυτό της ανιδιοτελούς αγάπης.
Κάτι που ξεχνάμε στην πορεία της ζωής μας… Αυτό είναι το πρώτο ακούσιο τελετουργικό μετάβασης, καθορισμένο και οργανωμένο από την ίδια τη φύση. Kάπως έτσι ξεκινά για όλους μας το επίπονο αλλά ταξίδι μαγικό της ζωής.
Ας επιστρέψουμε όμως στον Campbell. Ίσως το πιο σημαντικό και με διαχρονική ισχύ σημείο του Campbell, έχει να κάνει όχι τόσο με τους μηχανισμούς του ταξιδιού του ήρωα, όσο με τον ίδιο τον σκοπό του ήρωα στον πραγματικό κόσμο. Αναφέρει χαρακτηριστικά:
«'Ανέκαθεν η κύρια λειτουργία της μυθολογίας και της τελετουργίας ήταν η γέννηση συμβόλων που ωθούν το ανθρώπινο πνεύμα προς τα εμπρός, αντιδρώντας κατ' αυτό τον τρόπο σ' όλους εκείνους που έχουν την τάση να πηγαίνουν την ανθρωπότητα προς τα πίσω. Στην πραγματικότητα, μπορεί κάλλιστα ένα πολύ υψηλό ποσοστό νευρωτισμού των ανθρώπων της σύγχρονης εποχής ν 'ακολουθεί αυτή τη σταδιακή πορεία αποκλιμάκωσης της πνευματικής βοήθειας που δεχόμαστε απ' τους μύθους.
Πρωταρχικό καθήκον του ήρωα είναι να δραπετεύσει απ' τα εγκόσμια και να εισχωρήσει σ' εκείνες τις αιτιώδεις ζώνες του ψυχισμού όπου δεσπόζουν οι δυσκολίες, προκειμένου να αποσαφηνίσει τις αιτίες τους και κατόπιν να τις εξαλείψει-αφού παλέψει πρώτα με τους αρχέτυπους δαίμονες της κουλτούρας του για να βγει εν τέλει νικητής και να κατακτήσει την ανόθευτη, άμεση εμπειρία της αφομοίωσης των ‘αρχέτυπων εικόνων’ του Carl jung.»
Για τον Campbell, η Μυθολογία δεν είναι απλά η φαντασία του ενός και του άλλου ατόμου. Είναι μια συστηματοποιημένη οργάνωση των φαντασιών σε σχέση με τις αξίες μιας δεδομένης τάξης στην κοινωνία. Οι μυθολογίες πάντα πηγάζουν από συγκεκριμένα μυθολογικά περιβάλλοντα. Και όταν συνειδητοποιείς ότι καθένας από τους αρχαίους πολιτισμούς ήταν βασισμένος σε μια μυθολογία, μπορείς τότε να καταλάβεις την δύναμη αυτής της μεγάλης, πολύ μεγάλης κληρονομιάς που έχουμε.
Λειτουργίες του Μύθου
Ο Campbell αναγνώρισε στην μυθολογία, τέσσερις βασικές λειτουργίες όσον αφορά στην επίδραση της πάνω στην ανθρώπινη εμπειρία, τις οποίες εξέφρασε σε πολλά έργα του όπως στο τέλος του τετράτομου «Μάσκες του Θεού» [1962 - 68] και στη «Δύναμη του Μύθου» [1988].
· Αφύπνιση ενός Αισθήματος Δέους μπροστά στο Μυστηρίου της Ζωής.
Ο Campbell υποστήριζε ότι το ανώτερο μυστήριο της ύπαρξης δεν μπορεί να εκφραστεί με το λόγο, γιατί προϋπάρχει και υπερβαίνει αυτόν. Η μόνη δυνατή προσέγγιση του αυτού είναι η άμεση εμπειρία. Οι μύθοι και οι τελετές που τους αναπαριστούν μπορούν να οδηγήσουν σε μία τέτοια εμπειρία μέσω της σύνδεσης της ατομικής εμπειρίας με κάτι μεγαλύτερο. Έτσι όρισε και την ετυμολογία της λέξη religion (λατ. religio) ως re-link (επανασύνδεση).
· Κοσμολογική Λειτουργία
Τον καιρό της δημιουργίας τους, οι μύθοι λειτουργούσαν ως πρώτο-επιστήμη, αναγάγωντας γενικά συμπεράσματα μέσα από φυσικές παρατηρήσεις.
· Διατήρηση της Υπάρχουσας Τάξης
Η δομή των αρχαίων κοινωνιών δημιουργήθηκε κάτω από πολύ ισχυρότερες πιέσεις απ'ότι οι σύγχρονες. Η δομή αυτή συχνά κρινόταν απαραίτητη για την επιβίωση των κοινωνιών αυτών και εδώ ο μύθος έπαιζε τον βασικό ρόλο για τη διαιώνιση της.
· Καθοδήγηση του ανθρώπου μέσα από τα στάδια της ζωής
Εδώ ο μύθος προσέφερε ένα αρχετυπικό πρότυπο για την τα στάδια της ενηλικίωσης, της ζωής μετά και τελικά την αντιμετώπιση της πραγματικότητας του θανάτου. Στάδια τα οποία συναντάμε στις τελετές μυήσεως και ενηλικίωσης σε όλους τους αρχαίους και όχι μόνο πολιτισμούς.
Ο Campbell ανέπτυξε το μύθο του ήρωα, την άποψη του, δηλαδή, ότι στη λογοτεχνία, στο θέατρο, στα παραμύθια, στη θρησκευτική ζωή, στην ψυχολογία και σε όλες τις αφηγήσεις υπάρχει μια κοινή γραμμή αφήγησης, η οποία περιλαμβάνει συγκεκριμένα στάδια και όχι μόνο: έχει παρόμοια αφετηρία και τελικό προορισμό.
Ο Campbell υποστήριζε ότι όλοι οι πρωταγωνιστές μιας ιστορίας περνούν από δώδεκα διαφορετικά στάδια, τα οποία μάλιστα είναι ουσιαστικά για την προσωπική τους ανάπτυξη και εξέλιξη.
Το ταξίδι αρχίζει
Το ταξίδι του κάθε ήρωα έχει ως αφετηρία του τον κόσμο όπως αυτός υπάρχει γύρω μας, τίποτε το μαγικό δηλαδή. Ο ήρωας μας περνάει δύσκολες στιγμές, ή βρίσκεται σε ένα δίλημμα, ή δεν μπορεί να χειριστεί μια κατάσταση. Έχει άγχος, δεν μπορεί να χειριστεί τη ζωή του όπως θα ήθελε. Εκείνη τη στιγμή, λοιπόν, τον καλεί η περιπέτεια. Ο ήρωας μας αρχίζει το ταξίδι του, παρακινούμενος είτε από εξωτερικές δυνάμεις (κάτι συμβαίνει στον περίγυρό του, στην οικογένειά του, στην κοινωνία) ή από τον ίδιο του τον εαυτό (έχει ξεπεράσει τα όριά του και αποφασίζει να παλέψει).
Οι πρώτες δυσκολίες
Ξαφνικά, πάνω που ο ήρωας έχει αποφασίσει να παλέψει για τη ζωή που θέλει, συνειδητοποιεί πως οι αλλαγές και οι προκλήσεις είναι τόσες, που δεν ξέρει αν μπορεί και αν θέλει να τις διαχειριστεί. Έτσι, κάνει ένα βήμα πίσω, μέχρι που έρχεται η ώρα που συναντά έναν καθοριστικό χαρακτήρα, το μέντορα του. Ο μέντορας είναι ένα πρόσωπο γεμάτο γνώση και εμπειρίες που συμβουλεύει και εμπνέει τον ήρωα μας για το πώς να προχωρήσει.
Το κατώφλι
Ο ήρωας, μετά από την εσωτερική του πάλη για το εάν τελικά θα αλλάξει τη ζωή του ή όχι, διαβαίνει το κατώφλι ενός ανεξερεύνητου κόσμου που δε γνωρίζει πού τον οδηγεί. Συναντά διάφορα πρόσωπα, άλλα φιλικά και άλλα εχθρικά και συνάπτει συμμαχίες με όσους μπορούν να τον βοηθήσουν.
Η πρόκληση
Η μεγάλη πρόκληση έρχεται για τον ήρωα, που τώρα πλέον γνωρίζει ποιος είναι ο στόχος του και ποιοι οι σύμμαχοί του. Ο ήρωας αντιμετωπίζει τους μεγαλύτερους φόβους του στο ταξίδι του στην άγνωστη ζώνη, έρχεται αντιμέτωπος με το θάνατο, την απώλεια, την αλλαγή. Τελικά, μετά από πολλές δοκιμασίες…
Η επιβράβευση
Ο ήρωας φθάνει στο σημείο που επιβραβεύεται για όσα πέρασε. Αυτό σημαίνει πως απέκτησε γνώσεις, εμπειρίες και εργαλεία για να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες και πως πλέον είναι έτοιμος να πολεμήσει ξανά αν χρειαστεί. Η επιβράβευση δε σημαίνει και το τέλος του αγώνα: τώρα ο ήρωας γνωρίζει πως τίποτε δεν είναι δεδομένο και πως ότι απέκτησε μπορεί να χαθεί ανά πάσα στιγμή.
Η επιστροφή
Ο ήρωας επιστρέφει στην καθημερινή του ζωή. Είναι πιθανό προτού όλα πάρουν το δρόμο τους να χρειάζεται να αντιμετωπίσει μια τελευταία πρόκληση, μια ακόμη θυσία ή μια σύγκρουση. Τώρα, όμως, είναι οπλισμένος με όλα τα απαραίτητα εφόδια για να αντιμετωπίσει κάθε δυσκολία.
Έτσι μοιάζουν και όλες οι περιπέτειες που ζούμε καθημερινά, όλες μας οι ιστορίες. Αντιμετωπίζουμε μια δύσκολη κατάσταση που τελικά μας δίνει δύναμη για να πάμε μπροστά και γνώση για την επόμενη φορά, για την επόμενη δυσκολία. Όπως ο ήρωας μας δε χάνει την πίστη του, έτσι και εμείς μπορούμε να κρατήσουμε την ελπίδα μας για το μέλλον!
Ενεργοποιήστε τους Ελληνικούς υπότιτλους (C.C)
Κεντρικά μοτίβα της θρησκευτικής μυθολογίας είναι για τον Campbell η κατάπτωση από την αρχέγονη, άχρονη, αμετάβλητη και υπερβατική ενότητα της «μυστικιστικής έκστασης» στη συνήθη υλική πολλαπλότητα και μεταβλητότητα του φυσικού κόσμου η οποία διέπεται από ζεύγη αντιθέτων: καλό-κακό, αρσενικό-θηλυκό, Θεός-άνθρωπος, φύση-κοινωνία κλπ. Η δυαδικότητα αυτή είναι εγγενές χαρακτηριστικό της φύσης και της μικρογραφίας της, της ζωής, καθώς απεικονίζει τον τρόπο με τον οποίον αντιλαμβάνεται η συμβατική ανθρώπινη συνειδητότητα τον κόσμο, αποτελώντας έτσι δείγμα απομάκρυνσης από το ενιαίο, αρχέγονο, θεϊκό πνευματικό επίπεδο το οποίο υπερέβαινε κάθε διάκριση και πολλαπλότητα.
Οι μύθοι βλέπουν τη ζωή ως εκδήλωση και προβολή στο πεδίο του χρόνου της θεϊκής μορφοποιητικής και δημιουργικής δύναμης η οποία κυβερνά και διαπερνά το Σύμπαν (εκφραζόμενη ως η Μεγάλη Μητέρα), αλλά επιχειρούν και να συμφιλιώσουν τον άνθρωπο με τη μεγάλη κοσμική αντίφαση που ενυπάρχει σε αυτήν: προκειμένου να αντιμετωπίσει τη φθοροποιό τάση που διαφεντεύει το πεδίο του χρόνου, δηλαδή τον θάνατο, η ζωή πρέπει να συντηρηθεί από τις σάρκες της μέσω της τροφικής αλυσίδας, διαπράττοντας φόνο και παραβιάζοντας έτσι την ίδια την ιερότητά της. Μία άλλη όψη της ίδιας αντίφασης είναι η αυτοδιαιώνιση της ζωής με τη βοήθεια του θανάτου, μέσω της διαδοχής των γενεών. Θάνατος και ζωή δεν είναι δύο διαφορετικά πράγματα αλλά οι δύο όψεις της ύπαρξης.
Η ετήσια αναγέννηση της φύσης, ο ηλιακός κύκλος των εποχών και η πορεία της ατομικής ανθρώπινης ζωής μέσω διαδοχικών σταδίων (γέννηση, ωρίμανση, τεκνοποίηση, γήρανση, θάνατος) συσχετίζονται άμεσα με αυτούς τους προβληματισμούς, όντας εκφράσεις της μεταβολής και της επανάληψης η οποία χαρακτηρίζει όχι μόνο το φαινόμενο της ζωής αλλά και τον ίδιο τον φυσικό κόσμο, οδηγώντας σε ένα συνεκτικό σώμα κοινών, αρχετυπικών μυθολογικών συμβόλων που αφορούν την επώδυνη είσοδο στο επικίνδυνο πεδίο της γέννησης, του χρόνου, του θανάτου και του καθημερινού βίου, ουσιαστικά τις αλήθειες της βιολογικής ζωής.
Στόχος των μύθων είναι η συμφιλίωση και η εναρμόνιση των ατόμων με τις αλήθειες αυτές, αλλά την ίδια στιγμή και η διατήρηση της μνήμης της μυστικιστικής συνειδητότητας ως ύψιστου ιδανικού. Επίσης οι μύθοι μπορεί να κωδικοποιούν συλλογικές ιστορικές μνήμες του περάσματος από βουκολικές / θηρευτικές σε αγροτικές κοινωνίες, ενώ όχι σπάνια επικεντρώνονται σε ήρωες οι οποίοι αναχωρούν, υπερπηδούν δοκιμασίες για να φτάσουν σε νέο επίπεδο συνειδητοποίησης και επιστρέφουν για να διδάξουν στην κοινωνία τη γνώση που απέκτησαν, πολλές φορές αυτοθυσιαζόμενοι.
Το αυξημένο επίπεδο συνειδητοποίησης των ηρώων μπορεί να αφορά είτε την εναρμόνιση με τις κοσμικές αλήθειες, είτε την υπέρβαση της επιθυμίας των αγαθών και του φόβου της απώλειάς τους, των δύο καταστάσεων που δεσμεύουν τη συμβατική ανθρώπινη αντίληψη, με στόχο τη βύθιση στον Θεό. Ταυτόχρονα οι μύθοι για τον Κάμπελ προβάλλουν τη συμπόνια για κάθε ζωντανό ον ως μονοπάτι επίτευξης του ιδανικού της προσέγγισης του Θεού, σαν ηθική έκφραση του μυστικιστικού περιεχομένου τους.
Ο Campbell σε συνέντευξη του αναγνωρίζει πως η μυθική εικόνα δεν ταιριάζει με το σύγχρονο μυαλό. Και έτσι το μήνυμα δεν μπορεί να περάσει πια μέσα στο ανθρώπινο υποσυνείδητο. Πρέπει να μεταφράζεις αυτά τα πράγματα στην σύγχρονη ζωή, στην σύγχρονη εμπειρία. Η μυθολογία είναι η αξιολόγηση της εμπειρίας, δίνοντας της την πνευματική ή την ψυχολογική διάσταση. Και αν έχεις πολλά πράγματα που δεν μπορείς να συνταιριάξεις με την σύγχρονη φύση, δεν μπορείς να τα διαχειριστείς…
Υπάρχουν δύο πράματα που πρέπει να γίνουν, εάν πρόκειται να έχεις μια μυθολογία που να είναι κατάλληλη για τον σύγχρονο άνθρωπο. Το ένα πράγμα είναι να πάρεις τον κόσμο της φύσης όπως είναι γνωστός σήμερα, (και θεέ μου, ακούω πρόσφατα για κάποια από τα πράγματα που οι φυσικοί και οι αστρονόμοι ανακαλύπτουν, και είναι τελείως μαγικά και θαυμαστά και απίστευτα…) Αυτό είναι το γόνιμο έδαφος. Δεν είναι δύσκολο να το μετατρέψεις όλο αυτό σε «μυστικιστική» έμπνευση.
Και το δεύτερο πράγμα είναι να συνειδητοποιήσεις ότι η κοινωνία στην οποία είσαι εμπλεκόμενος, δεν είναι αυτή η ομάδα η άλλη ομάδα, αυτή η κοινωνική τάξη ή η άλλη, αυτή η φυλή ή η άλλη, αλλά: ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ, ολόκληρος, Η ανθρωπότητα. Και ακόμα δεν έχουμε μια μυθολογία που να αναγνωρίζει την ανθρώπινη ταυτότητα ενός ατόμου στην άλλη πλευρά του διχτυού του γηπέδου του τέννις. Αλλά θα έρθει, θα έρθει, αλλά δεν είναι ακόμη εδώ…
Πρέπει να κερδίσουμε μια εσωτερική, πνευματική ζωή. Να τα φιλτράρουμε όλα από κει μέσα συνειδητά. Πρέπει να περάσουμε από τη δεδομένη συνείδηση στο μυστήριο της συνείδησης, και να βρούμε αυτή την καταπληκτική πτυχή της ζωής- το ότι αποτελούμε μέγα μυστήριο- μέσα μας, μέσα στον εαυτό μας, να το φωτίσουμε. Με τεχνικές σαν τον Διαλογισμό, την εσωτερική ενατένιση μπορούμε να το κάνουμε αυτό.
Αυτό το μυστήριο είναι αυτό για το οποίο μιλούν οι θρησκείες. Και προσωποποιούν αυτό το μυστήριο, αυτό κάνουν. Μας δίνουν εικόνες για να στοχεύουμε. Αυτό είναι ο μύθος. Είναι η εσωτερική πλευρά αυτής της αλήθειας, και σε οδηγεί πιο μέσα και τελικά «έξω» από τον εαυτό σου, σε σύνδεση με το Ολον.» Ο Campbell, αναφέρει:
«Δεν είμαι μύστης, είμαι ένας λόγιος κι αυτό είναι όλο. Δεν είμαι γκουρού. Είμαι ένας ταξιδιώτης αυτού του χρυσού κόσμου των μύθων , και γράφω βιβλία με τις ανταποκρίσεις μου. Αλλά ξέρω το μήνυμα, το έχω εκλάβει από αυτό τον κόσμο, και το μήνυμα είναι: Βρες, την θεϊκή δύναμη, το θείο μέσα σου. Πώς να το κάνεις αυτό; Η Ελληνική λέξη είναι 'ενθουσιασμός', και το να είσαι ενθουσιώδης σημαίνει να έχεις την Θεία ουσία εντός σου, σημαίνει 'γεμάτος από Θεό μέσα σου, στις ουσίες σου..' Τί είναι αυτό που σε κάνει ενθουσιώδη; Νιώσε το. Ακολούθησέ το. Αυτή είναι πάντα η συμβουλή μου προς τους νέους ανθρώπους. Τι σε ενθουσιάζει αληθινά; Εμπιστέψου το. Ακολούθα την έκσταση σου!
Η έκσταση αυτή, αυτός ο ενθουσιασμός, είναι το μήνυμα μέσα σου. Εκεί βρίσκεται η ζωή σου.. Αυτό είναι αλήθεια η ζωή που μας δόθηκε. Ανακάλυψέ την, κάνε την στόχο σου, δική σου πορεία και στόχο, εξερεύνησε το μυστήριο. Ο αληθινός εαυτός σου, σε περιμένει στην άλλη άκρη.»
Ο μεγάλος φιλόσοφος Ιμμάνουελ Καντ, είναι ο φιλόσοφος του Διαφωτισμού που συνέδεσε πρώτος τον ορθολογισμό και τον εμπειρισμό τον 18ο αιώνα. Ξεκινώντας από την κριτική και την αμφισβήτηση της μεταφυσικής φιλοσοφίας έστρεψε το βλέμμα πέρα από την οντολογία, στην επιστημολογία. Το κέντρο για τον Καντ ήταν η γνώση.
Δεν παντρεύτηκε ποτέ, δεν εγκατέλειψε ποτέ τη γενέτειρα πόλη του και είχε γίνει αντικείμενο σχολιασμού για την εντυπωσιακή ακρίβειά του στις κοινωνικές συναναστροφές – υπόδειγμα αυτοπειθαρχίας και παραξενιάς. Χρηματοδότησε τις σπουδές του παραδίδοντας ιδιωτικά μαθήματα και κερδίζοντας στοιχήματα στο μπιλιάρδο.
Το 1749 προσπάθησε να λύσει μια μαθηματική αντιδικία μεταξύ οπαδών του Καρτέσιου και του Λάιμπνιτς με σχετικοποίηση των θέσεών τους. Το 1755 δημοσίευσε ανώνυμα μια θεωρία του για τη δημιουργία του πλανητικού μας συστήματος και για την ύπαρξη γαλαξιών πέρα από το δικό μας γαλαξία. Το ίδιο έτος αναγορεύεται Διδάκτωρ και Υφηγητής του πανεπιστημίου της Καινιξβέργης. Αποδίδει δε το δώρο της γνώσης στον άνθρωπο σε θεϊκή παρέμβαση.
Το έτος 1770 έγινε τακτικός καθηγητής της Λογικής και Μεταφυσικής στο ίδιο Πανεπιστήμιο και παράλληλα έκανε παραδόσεις στη Φυσική, Κοσμολογία, Ανθρωπολογία,Θεολογία και Γεωγραφία. Κάποια εποχή δίδασκε στο πανεπιστήμιο 36 ώρες την εβδομάδα. Μετά από μερικές μικρότερες δημοσιεύσεις του για θέματα Φυσικής και Μεταφυσικής, παρουσίασε σε τρία θεμελιώδη έργα την υπερβατολογική φιλοσοφία του: «Κριτική του καθαρού Λόγου» (Kritik der reinen Vernunft, 1781), «Κριτική του πρακτικού Λόγου» (Kritik der praksischen Vernunft, 1788) και «Κριτική της κριτικής Δύναμης» (Kritik der Urteilskraft, 1790).
O Immanuel Kant έφυγε από τη ζωή, στις 12 Φεβρουαρίου του 1804, αφήνοντας ημιτελή μια τέταρτη Κριτική. Σύμφωνα με ορισμένους, πίστευε ότι το σύστημά του ήταν ανολοκλήρωτο και είχε κενά.
Ο Καντ και η φιλοσοφία του
«Η ηθική δεν είναι το δόγμα που καθορίζει πώς να γίνουμε ευτυχισμένοι, αλλά πώς να είμαστε άξιοι για να γίνουμε ευτυχισμένοι».
Η ηθική ουσιαστικά μπαίνει στη σφαίρα του καθολικού νόμου και η συναισθηματική της διάσταση μένει έτσι σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο.
Ο Καντ όρισε τον διαφωτισμό (Aufklarung), στο δοκίμιό του Was ist Aufklarung? (Τι είναι Διαφωτισμός;), ως την περίοδο που χαρακτηρίζεται από το γνωμικό στη λατινική γλώσσα, «Sapere aude!» («τολμήστε να είστε σοφός» ή «τόλμησε να γνωρίζεις»).
Sepere aude! ΤΟΛΜΗΣΕ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΝΟΗΣΗΣ ΣΟΥ! Αυτό είναι το σύνθημα του Διαφωτισμού….Το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας θεωρεί το βήμα της πνευματικής τόλμης επίπονο και επιπλέον πολύ επικίνδυνο… , όμως ο κίνδυνος δεν είναι τόσο μεγάλος, γιατί μετά από κάποιο πέσιμο θα μάθαινε να στέκεται στα πόδια του, αλλά το δήθεν πρόσχημα του πεσίματος, τρομοκρατεί και αποτρέπει από περαιτέρω προσπάθειες.“
Διαφωτισμός είναι η έξοδος του ανθρώπου από την κατάσταση της πνευματικής αδυναμίας για την οποία είναι ο ίδιος υπαίτιος. Πνευματική αδυναμία σημαίνει ανικανότητα να χρησιμοποιήσει κανείς τη νόηση του χωρίς την καθοδήγηση ενός άλλου. Υπαίτιος είναι ο άνθρωπος, όταν ο λόγος της αδυναμίας δεν είναι η έλλειψη νοημοσύνης, αλλά η αναποφασιστικότητα και η δειλία να χρησιμοποιήσει τη νόηση του χωρίς τη καθοδήγηση ενός άλλου.
Αυτή η περίοδος χαρακτηρίστηκε από την αυτόνομη σκέψη, απαλλαγμένη από τις υπαγορεύσεις και της προκαταλήψεις της έξωθεν πολιτικής εξουσίας. Το έργο του Καντ επέχει θέση συνδετικού κρίκου μεταξύ του Ορθολογισμού και του Εμπειρισμού, φιλοσοφικών ρευμάτων-παραδόσεων του 18ου αιώνα. Είχε, επιπροσθέτως, αποφασιστική επίδραση στο κίνημα του Ρομαντισμού και στη φιλοσοφία του Γερμανικού Ιδεαλισμού του 19ου αιώνα. Το έργο του αποτέλεσε επίσης σημείο εκκίνησης για πολλούς φιλοσόφους του 20ου αιώνα.
Οι δύο αλληλένδετοι θεμέλιοι λίθοι αυτού που ο Καντ αποκαλούσε ως την «κριτική φιλοσοφία του» – την αντίστοιχη «Κοπερνίκεια επανάσταση», που ισχυριζόταν ότι συνέθεσε για τη φιλοσοφία – ήταν η Επιστημολογία (ή αλλιώς Θεωρία της γνώσης) του Υπερβατολογικού Ιδεαλισμού και η ηθική φιλοσοφία περί της αυτονομίας της αιτιολογίας (reason). Αυτές τοποθετούσαν το ενεργό, έλλογο ανθρώπινο υποκείμενο στο κέντρο του κόσμου της γνώσης και της ηθικής (την ανθρώπινη συμπεριφορά σε συνθήκες κοινωνικής συμβίωσης).
Ο Καντ επηρεάστηκε από τον σκεπτικισμό και τον αγνωστικισμό του Χιουμ και έστρεψε την προσοχή του στην ανάλυση της υποκειμενικότητας. Θεωρεί ότι κάθε γνώση εξαρτάται από την εμπειρία, επειδή στηρίζεται στις αισθήσεις μας. Τα πράγματα καθ’ εαυτά, μας είναι άγνωστα και οι εικόνες τους παράγονται από τον εαυτό μας. Το πραγματικό ον είναι απρόσιτο σ’ εμάς, διότι αυτό που αντιλαμβανόμαστε είναι τα αισθητηριακά δεδομένα και όχι τα ίδια τα αντικείμενα. Προχωρά όμως τον συλλογισμό του παραπέρα, όσον αφορά στη γνώση, υποστηρίζοντας ότι το έλλογο καθεστώς του κόσμου, όπως η επιστήμη το αντιλαμβάνεται, δεν δύναται να θεωρηθεί απλώς και μόνο ως η τυχαία συσσώρευση αισθαντικών αντιλήψεων. Αντιθέτως είναι το αποτέλεσμα μιας «συνθετικής» λειτουργίας, βασιζόμενης σε κανόνες.
Επειδή λοιπόν τα αισθητηριακά δεδομένα (αναγκαία για να αρχίσει μια διαδικασία σύνθεσης) είναι ανεξάρτητα και δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, για να αντιληφθεί ο άνθρωπος ένα αντικείμενο συνολικά και όχι μόνο τις επιμέρους ιδιότητές του, σχήμα, χρώμα, υφή κλπ., απαιτείται από τον άνθρωπο μια εσωτερική λογική (υπερβατολογική) επεξεργασία, κατά την οποία ενοποιούνται τα επιμέρους στοιχεία της εμπειρίας. Αυτή αποτελείται από την εννοιολογική συνένωση (unification) και ενσωμάτωση (integration) που πραγματοποιείται από τον νου μέσω εννοιών ή των «κατηγοριών της κατανόησης» που υπάρχουν στις αντιλήψεις μέσα στα πλαίσια του χώρου και χρόνου, που δεν είναι έννοιες, αλλά μορφές αισθαντικότητας, οι οποίες αποτελούν με τη σειρά τους απαραίτητους όρους για κάθε πιθανή καταγραφή εμπειρίας. Ως εκ τούτου η αντικειμενική τάξη πραγμάτων και η αιτιώδης αναγκαιότητα που λαμβάνει χώρα μέσα στα πλαίσια της πρώτης, είναι παράγωγα του νου κατά τη διάρκεια της αλληλεπίδρασής του με ό,τι υπάρχει έξωθέν του («Ding an sich», το πράγμα αυτό καθ’ αυτό).
Παρόλα αυτά όμως, η εξακρίβωση της ύπαρξης του «πραγματικού» αντικειμένου παραμένει απρόσιτη και εμπειρικώς αδύνατη, καθότι οι αισθήσεις αποτελούν στρεβλές προσλαμβάνουσες του πραγματικούαντικειμένου και ως τέτοιες επεξεργάζονται νοητικώς, σαν να λέμε ότι ένα φοβερό μηχάνημα όπως ο νους επεξεργάζεται λανθασμένα δεδομένα, άρα παράγει ατελή αποτελέσματα.
Καντιανή Ηθική
Ο Κάντ εξηγεί με ευκρίνεια τα βασικά στοιχεία του ηθικού του συστήματος στο έργο του Θεμέλια της μεταφυσικής των Ηθών (1785). Εδώ, παρουσιάζει κριτικά τις συνθετικές a priori αρχές του Πρακτικού Λόγου, για να τις συνταιριάξει αργότερα με την κριτική παρουσίαση των συνθετικών a priori αρχών του Θεωρητικού Λόγου.
Η αφετηρία του Καντ είναι ότι το μόνο αναπόφευκτα καλό είναι η καλή βούληση. Ο χαρακτήρας, το ταλέντο, ο αυτοέλεγχος και η τύχη δεν ειναι απαραίτητα καλά. Η βούληση είναι καλή όχι εξαιτίας των επιτευγμάτων της. Το καλώς πράττειν είναι καλό καθ’εαυτό.
«Ακόμη και αν, [από] κάποια ιδιαίτερη δυσμένεια της μοίρας, ή από τη φειδωλή, σαν μητριάς, προίκα της φύσης, αυτή η βούληση δεν έχει καμιά απολύτως δύναμη να εκπληρώσει τις προθέσεις της. Αν, παρά τη μέγιστη προσπάθειά της, εξακολουθεί να μην επιτυγχάνει τίποτα, και μένει μόνον η καλή βούληση… ακόμη και τότε θα έλαμπε παρ’όλα αυτά σαν κόσμημα, για το δικό της χατήρι, σαν κάτι που φέρει όλη του την αξία του μέσα του.»
Τα ανθρώπινα όντα δεν έχουν προικιστεί μέσα τους με τη βούληση, για να επιδιώκουν την ευτυχία. Το ένστικτο θα ήταν πιο αποτελεσματικό γι’αυτόν το σκοπό. Ο Λόγος μας δόθηκε για να παραγάγει μια βούληση καλή, όχι ως μέσο προς κάποιον απώτερο σκοπό, αλλά καλή καθ’εαυτήν. Η καλή βούληση είναι το ύψιστο αγαθό και προϋπόθεση για όλα τα υπόλοιπα αγαθά, συμπεριλαμβανομένης της ευδαιμονίας.
Τι είναι όμως αυτό που κάνει τη βούληση καλή καθ’εαυτήν; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα πρέπει να αναζητηθεί η έννοια του καθήκοντος: Το να πράττω από καθήκον σημαίνει να δείχνω καλή βούληση παρά τις δυσκολίες. Πρέπει να διακρίνουμε δύο περιπτώσεις: να πράττει κανείς σύμφωνα με το καθήκον και με κίνητρο το καθήκον. Ένας παντοπώλης εργάζεται τίμια για προσωπικό του όφελος και ένας φιλάνθρωπος χαίρεται με την ευχαρίστηση των συνανθρώπων του. Παρότι αυτές οι πράξεις είναι ορθές και ευγενείς, για τον Κάντ δεν χρίζουν ηθικής αξίας. Η αξία του χαρακτήρα φαίνεται μόνο όταν κάποιος πράττει όχι από προδιάθεση αλλά από καθήκον: ένας άνθρωπος που θέλει να αυτοκτονήσει και ποθεί το θάνατο, ωστόσο προσπαθεί να κρατηθεί στη ζωή σύμφωνα με τον ηθικό νόμο.
Η διδασκαλία του Καντ είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με εκείνη του Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης πίστευε πως ο πραγματικά ενάρετος άνθρωπος είναι εκείνος που απολαμβάνει να εκτελεί ενάρετες πράξεις. Ο Καντ από την άλλη θεωρεί ως πραγματική απόδειξη για την αρετή την οδύνη του καλώς πράττειν. Μόνον όταν μας κοστίσει κάτι, μόνον τότε μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι πράττουμε με κίνητρο το καθήκον.
Τι σημαίνει όμως να πράττω από καθήκον; Το να πράττω από καθήκον σημαίνει να πράττω με σεβασμό στον ηθικό νόμο. Ο τρόπος για να ελέγξω το αν πράττω με σεβασμό στον ηθικό νόμο είναι να αναζητήσω τον κανόνα ή την αρχή με την οποία ενεργώ. Εάν πράττω από σεβασμό στο νόμο, τότε πράττω μόνον έτσι, ώστε να επιθυμώ η δική μου προσωπική αρχή να καταστεί καθολικός νόμος αυτή είναι η περίφημη κατηγορική προσταγή του Καντ.
Υπάρχουν δύο είδη προσταγής: η υποθετική και η κατηγορική. Η υποθετική λέει: Εάν θέλεις να επιτύχεις ένα συγκεκριμένο σκοπό, πράττε με συγκεκριμένο τρόπο. Η κατηγορική λέει: Ανεξάρτητα από το σκοπό που θες να επιτύχεις, πράττε με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Υπάρχουν πολλές υποθετικές προσταγές, καθώς υπάρχουν αντίστοιχα και πολλοί σκοποί που θέλει κανείς να επιτύχει. Υπάρχει όμως μία κατηγορική προσταγή: η προσταγή της ηθικής. Η κατηγορική προσταγή είναι η ανάγκη να συμμορφώνεται κανείς με την καθαρή καθολικότητα του νόμου. «Άρα, υπάρχει μία μόνο κατηγορική προσταγή, και είναι η εξής: Πράττε μόνο βάσει εκείνης της αρχής, δια της οποίας μπορείς ταυτόχρονα να επιθυμείς να καταστεί αυτή καθολικός νόμος.»
Οι ανωτέρω καντιανές ιδέες διαμόρφωσαν κατά πολύ όλη την επιχειρηματολογία και ανάλυση της μεταγενέστερης φιλοσοφίας. Οι ιδιαιτερότητες του Καντ και της φιλοσοφίας του, πυροδότησαν άμεση και διαρκή διαμάχη, έθεταν δε υπό κριτική αμφισβήτηση θεσμούς και παραδόσεις. Παρόλα αυτά, η άποψή του ότι ο νους από μόνος του συμβάλλει αποκλειστικά στη γνώση του (και ως εκ τούτου αυτή η γνώση υπόκειται σε περιορισμούς που δεν μπορεί να ξεπεράσει), ότι η ηθική έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ελευθερία, ενεργώντας αυτόνομα και σύμφωνα με έλλογες, ηθικές αρχές και ότι η φιλοσοφία εμπεριέχει αυτο-κριτικές διαδικασίες, αναδιαμόρφωσαν οριστικώς τη φιλοσοφία.
Όσο το ακονίζεις τόσο κόβει κι η κόψη του γίνεται «αθέρας» (λεπτότατη), κατά την παλιά έκφραση. Εδώ έγκειται και η διαφορά του έξυπνου από τον καλλιεργημένο· αρχικά μπορεί να διαθέτουν ανάλογη νοητική δωρεά, καταλήγουν όμως να απέχουν ποιοτικά. Ο έξυπνος και ικανός μαθαίνει τα θεωρητικά και τα πρακτικά της δουλειάς του, παρακολουθεί τις εξελίξεις και αν δεν καταντήσει στυγνή χρηματομηχανή, είναι ευλογία να συνεργάζεσαι με κάποιον που δεν έχει μόνο Μάστερ αλλά και το μυαλό στη θέση του.
Ο καλλιεργημένος δεν περιορίστηκε στην ύλη των όποιων σπουδών του και τα χρηστικά για να κερδίσει χρήματα ή κοινωνικό κύρος, αλλά έκανε το μεγάλο ποιοτικό άλμα: ξέφυγε από το αναγκαίο. Με πάθος, μελέτη και αγάπη «ψάχτηκε» εντός του και γύρω του και απόκτησε ευρύτερη παιδεία και «δική του» πρωτογενή σκέψη, ώστε να βλέπει κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων, να εντοπίζει βαθύτερα αίτια. Γιατί η καλλιέργεια (κουλτούρα) δεν είναι συσσώρευση γνώσης, αλλά το απόσταγμά της ή, όπως το έθεσε ο Μαλρό, «είναι αυτό που μένει όταν ξεχάσεις όσα έμαθες».
«Όταν έχω άγχος σηκώνομαι και κάνω μια βόλτα», «παίρνω βαθιές ανάσες», «κάνω διαλογισμό», «σκέφτομαι κάτι ευχάριστο», «διαβάζω βιβλία που με εμπνέουν», «ακούω μουσική», «μιλάω με φίλους».
Ο καθένας έχει τη δική του στρατηγική διαχείρισης του άγχους. Ακόμα, όμως, κι αν δεν έχουμε βρει αυτή που πιάνει σε εμάς ποτέ δεν είναι αργά να δοκιμάσουμε νέες πρακτικές.
Αν και κάποιοι ισχυρίζονται ότι μια μικρή δόση άγχους είναι απαραίτητη για να τους κινητοποιεί κανείς δεν θα περιέγραφε το άγχος ως ευχάριστο συναίσθημα. Αλλωστε δεν είναι λίγες οι έρευνες που το συνδέουν όχι μόνο με αστοχίες αλλά και παρενέργειες στην υγεία μας.
Είναι λογικό λοιπόν να θέλουμε να το εξοβελίσουμε από τη ζωή μας, αλλά πόσο ρεαλιστικό είναι κάτι τέτοιο. Αξίζει να σκεφτούμε ποιες αλλαγές σε περιβάλλον ή συνήθειες μπορεί να μειώσουν τις πιθανότητες άγχους. Ακόμη όμως κι αν έχουμε οργανώσει τα πάντα, απρόβλεπτα γεγονότα σχεδόν πάντα θα συμβούν.
Παραδεχόμενοι από την αρχή ότι θα υπάρξουν στιγμές άγχους, είμαστε προετοιμασμένοι να τις αντιμετωπίσουμε ειδικά αν ξέρουμε ποιες καταστάσεις συνήθως τις πυροδοτούν.
Η καλύτερη εκκίνηση είναι η αναγνώριση των αρνητικών σκέψεων που πυροδοτούν την ένταση. Θα δεχτούμε άκριτα τα δεδομένα τους ή θα αναγνωρίσουμε το ευρύτερο πλαίσιο όπου εμφανίστηκαν; Είναι σε θέση μια δυσάρεστη εμπειρία να αλλάξει τη μεγάλη εικόνα; Μπορεί η μεγάλη εικόνα να υποστηρίξει πιο ενθαρρυντικές σκέψεις όπως «έχω χειριστεί πιο δύσκολες καταστάσεις»;
Δύσκολο να αντιμετωπίσουμε το συναίσθημα με λογική αλλά μπορούμε έστω να δώσουμε χρόνο στον εαυτό μας να το επεξεργαστεί. Δεν έχουμε περιέργεια να δούμε πώς φαίνεται το άγχος μας από μακριά; Οχι για να το αποφύγουμε, αλλά για να το απομυθοποιήσουμε και να το διαχειριστούμε καλύτερα.
Για να κατακτήσουμε τα θέλω μας δεν πρέπει να βγούμε και λίγο από τη ζώνη άνεσης μας; Αν αποφεύγουμε συνεχώς τα προβλήματα που μας προκαλούν άγχος πώς θα βελτιώσουμε τη ζωή μας;
Πίσω από αυτό το ερώτημα κρύβονται δύο σημαντικές έννοιες: ο ''εγκέφαλος'' και ο ''εαυτός''.
Πρώτα απ' όλα, λοιπόν, πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι κατανοούμε τι πραγματικά σημαίνουν.
Ο εγκέφαλος είναι μια μάζα σαν λάσπη, που γεμίζει το εσωτερικό του κεφαλιού μας και μοιάζει κάπως με τεράστιο καρύδι. Σε αντίθεση με το καρύδι, είναι μαλακός σαν ελαφρά βρασμένο αυγό.
Όμως, κάνει πολλά πράγματα, πολύ περισσότερα από ένα καρύδι ή ένα αυγό: μας δίνει τη δυνατότητα να βλέπουμε, να ακούμε, να μυρίζουμε και να γευόμαστε.
Είναι, επίσης, το αρχηγείο του σώματός μας, που διευθύνει όλους τους διαφορετικούς μύες των κάτω και πάνω άκρων μας, χάρη στους οποίους κινούμαστε.
Και πιο σημαντικό απ' όλα: ο εγκέφαλος είναι το όργανο με το οποίο σκεφτόμαστε, και με το οποίο καταφέρνουμε τελικά να σχηματίσουμε την αίσθηση του ''εαυτού''.
Ας δούμε τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι μας...
Ο εγκέφαλος ενός νεογέννητου μωρού, έχει ίδιο μέγεθος με τον εγκέφαλο ενός μωρού χιμπαντζή.
Έπειτα, όμως, συμβαίνει κάτι εκπληκτικό.
Υπάρχουν περίπου εκατό δισεκατομμύρια μικροσκοπικοί δομικοί λίθοι (''κύτταρα'') οι οποίοι μπορεί να γίνουν ορατοί μόνο με ένα μικροσκόπιο: από αυτά ακριβώς τα κύτταρα αποτελείται ο εγκέφαλός μας.
Ωστόσο, μετά τη γέννησή μας, τα κύτταρα αυτά αρχίζουν να συνδέονται μεταξύ τους, και όσο μακραίνουν και πληθαίνουν οι συνδέσεις τους, τόσο μεγαλώνει ο εγκέφαλός μας.
Τελικά, ο εγκέφαλός μας γίνεται πολύ μεγαλύτερος από εκείνον του χιμπαντζή.
Και γιατί αυτό είναι ενδιαφέρον ή σημαντικό;
Εμείς οι άνθρωποι, δεν τρέχουμε τόσο γρήγορα, δεν βλέπουμε τόσο καλά, και δεν είμαστε τόσο δυνατοί σε σχέση με πολλά άλλα ζώα.
Παρ' όλα αυτά, ζούμε και ευδοκιμούμε στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη, έχοντας κυριαρχήσει πάνω στα άλλα ζώα, επειδή σε έναν συγκεκριμένο τομές λειτουργούμε πολύ καλύτερα από οποιοδήποτε ζώο: μαθαίνουμε.
Ακριβώς επειδή υπερέχουμε μαθαίνοντας από τις εμπειρίες μας, μπορούμε να προσαρμοζόμαστε σε οποιοδήποτε περιβάλλον. Και υπερέχουμε στη μάθηση επειδή τα εγκεφαλικά κύτταρα μας δημιουργούν εκπληκτικές συνδέσεις μεταξύ τους, κάθε στιγμή της ζωής μας.
Κάθε εμπειρία μας τροποποιεί τις συνδέσεις στον εγκέφαλό μας.
Συνεπώς, ακόμη κι αν είμαστε κλώνος - πανομοιότυπος δίδυμος με τα ίδια γονίδια με τον αδελφό ή την αδελφή μας - διαθέτουμε ένα μοναδικό σχέδιο συνδέσεων των εγκεφαλικών κυττάρων, αφού οι εμπειρίες μας είναι καθαρά προσωπικές.
Ακόμη κι αν ζούμε στο ίδιο σπίτι με την ίδια οικογένεια, βιώνουμε μεμονωμένα και μοναδικά περιστατικά, διαφορετικά από εκείνα που βιώνουν οι άλλοι.
Κάθε φορά που κάνουμε κάτι έστω και απλό - λόγου χάρη, μιλάμε με κάποιον, παίζουμε ένα παιχνίδι, τρώμε ένα συγκεκριμένο φαγητό ή κοιτάμε έξω από το παράθυρο - οι συνδέσεις των εγκεφαλικών κυττάρων μας προσαρμόζονται με μοναδικό τρόπο, έτσι ώστε να γινόμαστε το μοναδικό πρόσωπο που είναι καθένας από μας.
Η απάντηση στο ερώτημα, λοιπόν, είναι πως ο ''εγκέφαλος'' και ο ''εαυτός'' είναι ένα και το αυτό.
Συνεπώς, το ένα δεν μπορεί να ελέγξει το άλλο.
Ωστόσο, το πως μπορεί να γεννηθεί η αίσθηση του εαυτού από κάτι που μοιάζει με καρύδι και έχει την υφή μαλακού αυγού, είναι ένα από τα δυσκολότερα και μεγαλύτερα αινίγματα που δεν έχουν ακόμη λυθεί.
Αναζητώντας την μαγεία των παιδικών μας χρόνων, τότε που όχι μόνο βιώναμε το θαύμα της ζωής, αλλά αποτελούσαμε μέρος του.
ΣΑΝ ΠΑΙΔΙΑ όλοι είχαμε νιώσει μερικές φορές την αίσθηση του θαύματος της ζωής σ’ αυτό τον κόσμο. Όμως, μεγαλώνοντας, χάσαμε αυτό το μαγικό αίσθημα. Τώρα έχουμε διάφορες επιδιώξεις και αρκετά ψυχολογικά φορτία, και η ζωή μας έχει γίνει πιο ρουτινιάρικη, ανιαρή και μονότονη. Πού πήγε εκείνη η μαγεία των παιδικών μας χρόνων;
Η μαγεία, για την οποία μιλάμε εδώ, είναι το ξαφνικό άνοιγμα του νου στο θαύμα της ύπαρξης. Αυτή η αίσθηση μας λέει ότι υπάρχει κάτι πολύ περισσότερο στη ζωή από αυτό που συνήθως βλέπουμε∙ ότι δεν χρειάζεται να δρούμε πάντοτε στα πλαίσια του κόσμου που μας έχει επιβάλλει η κοινωνία, η οικογένεια ή οι δικές μας προκαταλήψεις∙ ότι η ζωή περιέχει πολλές διαστάσεις, βάθη, ιδιότητες και νοήματα που εκτείνονται πολύ πέρα από τις προσωπικές σκέψεις και πεποιθήσεις μας.
Η αίσθηση της μαγείας και της ιερότητας της ζωής έχει χαθεί σήμερα από τον κόσμο. Στους παραδοσιακούς πολιτισμούς οι άνθρωποι, ζώντας πιο κοντά στη φύση, είχαν μια πιο άμεση αίσθηση των μεγαλύτερων δυνάμεων που διαμόρφωναν τη ζωή τους. Θεοί και δαίμονες ήταν πολύ πιο κοντά τους
Η κουλτούρα που είχαν τους πρόσφερε τα κατάλληλα τυπικά και σύμβολα που τους βοηθούσαν να θυμούνται την ιερή διάσταση της ζωής, καθώς εκτελούσαν τις καθημερινές δραστηριότητές τους. Ο περίπατος, το φαγητό, ο έρωτας, η εργασία και κάθε άλλη δραστηριότητα γέμιζε με πλούσιο θρησκευτικό και συμβολικό νόημα και αυτό βοηθούσε τα άτομα να έρθουν σ’ επαφή με τις μεγάλες πλανητικές δυνάμεις που διαμόρφωναν τα πεπρωμένα τους.
Σήμερα έχουμε αποσυνδεθεί από τους ρυθμούς της φύσης και γι’ αυτό νιώθουμε συχνά ότι έχουμε χάσει τελείως το νόημα της ύπαρξης, καθώς παρασυρόμαστε από τον στρόβιλο της πολυάσχολης ζωής μας.
Όμως το κύριο πρόβλημα δεν είναι τόσο τα πολλά καθήκοντα που έχουμε να εκπληρώσουμε, όσο η ταχύτητα και η ορμή των σκέψεων που μας περισπούν και μας απομακρύνουν από το σημείο όπου βρισκόμαστε κάθε στιγμή.
Η πληρότητα της “παρουσίας” Ο όρος περισπασμός είναι ο πλέον εύστοχος. Δείχνει την απώλεια της συγκέντρωσης, την απώλεια του εδάφους κάτω από τα πόδια μας. Γινόμαστε δύσθυμοι, νευρικοί και εριστικοί και με χαμηλή αυτοεκτίμηση, γιατί έχουμε απομακρυνθεί από τον πυρήνα του εαυτού μας κι έχουμε γεμίσει με ξένα υλικά.
Αυτό συμβαίνει όταν παρασυρόμαστε και απομακρυνόμαστε από την “παρουσία”. Μόνο στην ηρεμία και απλότητα της παρουσίας –όταν έχουμε πλήρη επίγνωση αυτού που βιώνουμε και το παρακολουθούμε καθώς ξετυλίγεται– μπορούμε πραγματικά να εκτιμήσουμε τη ζωή και να συνδεθούμε ξανά με τη μαγεία της ύπαρξης.
Η κοινωνία μάς έχει κάνει να πιστεύουμε ότι η εσωτερική ικανοποίηση εξαρτάται από την εξωτερική επιτυχία. Ο αγώνας για να φτάσουμε κάπου, μας κρατάει συνεχώς απασχολημένους, με το δηλητήριο του στρες και το δηλητήριο της κατάθλιψης όταν αποτυγχάνουμε και μένουμε αδρανείς και ανενεργοί.
Η εσωτερική πηγή Και στις δυο περιπτώσεις είμαστε ξεκομμένοι από εκείνη την ουσιαστική εσωτερική πηγή –την ικανότητα να είμαστε πλήρως παρόντες– η οποία μας δίνει την πραγματική αίσθηση χαράς και εκπλήρωσης. Αισθανόμαστε πικρία και θλίψη, γιατί δεν μπορούμε να νιώσουμε πια το θαύμα της ζωής.
Η ζωή μας γίνεται δυσάρεστη, απλώς επειδή δεν την ζούμε πλήρως, επειδή κυνηγάμε μια ευτυχία που είναι πάντα κάπου αλλού και όχι εκεί όπου βρισκόμαστε τώρα.
Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που αποπειρώνται να ξετυλίξουν κάποια πτυχή της ζωής τους, όπου μπορούν να είναι πλήρως παρόντες και να νιώθουν την χαρά της εκπλήρωσης.
Η αλήθεια είναι ότι τα πράγματα που μας θέλγουν περισσότερο –έρωτας, ομορφιά, δημιουργικότητα, αθλητισμός, νέες ή προκλητικές καταστάσεις– είναι αυτά που μας εστιάζουν πλήρως στο εδώ και τώρα.
Οι καλλιτέχνες νιώθουν πιο ζωντανοί όταν το έργο απαιτεί την πλήρη προσήλωσή τους, όπως και οι μεγάλοι αθλητές πετυχαίνουν εξαιρετική αυτοσυγκέντρωση τη στιγμή της άσκησης. Κάθε πραγματική απόλαυση και επιτυχία εξαρτάται από την ικανότητα να είστε εκεί παρόντες εκείνη τη στιγμή, χωρίς περισπάσεις.
Η “παρουσία” είναι σαν τον αέρα που αναπνέουμε, κάτι ουσιαστικό για τη ζωή μας κι όμως διάφανο και ανεπαίσθητο, που σπάνια του δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή ή σπουδαιότητα.
Η πραγμάτωση Μιλώντας πάνω σ’ αυτό, ο Αμερικανός ψυχοθεραπευτής και συγγραφέας δρ. Τζον Γουέλγουντ, δίνει ένα παράδειγμα: «Σαν συγγραφέας, μπορεί εύκολα να παρασυρθώ σκεπτόμενος τα αποτελέσματα και τα κέρδη από το βιβλίο μου και να μην καταφέρω να αντιληφθώ ότι η συγγραφή με βοηθάει να εστιαστώ στον εαυτό μου και να συνδεθώ πλήρως μαζί του στο παρόν. Όμως αν δώσω μεγαλύτερη προσοχή στο βιβλίο που θα κυκλοφορήσει –στο τελικό προϊόν– και όχι στην εμπειρία του εδώ και τώρα που χαρίζει η συγγραφή, χάνω την απόλαυση και εν μέρει την αποτελεσματικότητά μου».
Παρόμοια, αν οι αθλητές καταληφθούν από την ελπίδα της νίκης ή το φόβο της ήττας, χάνουν την ηρεμία τους, την ολοκληρωτική παρουσία τους στον στίβο και ίσως ακόμη και τη νίκη.
Επομένως, η ικανότητα να είμαστε πλήρως παρόντες, άγρυπνοι, προσεκτικοί και υπεύθυνοι σε όλες τις περιστάσεις της ζωής, είναι η ουσία κάθε πνευματικής άσκησης και πραγμάτωσης.
Οι άνθρωποι που έχουν πετύχει την ύψιστη πνευματική αντίληψη και πραγμάτωση, είναι εκείνοι που είναι πάντα στο παρόν με όλη τους τη συνείδηση και δεν παρασύρονται ούτε περισπώνται από καμιά όψη του εαυτού τους (σκέψεις, συναισθήματα, ελπίδες, φοβίες) ή της καθημερινής ζωής.