Κυριακή 19 Μαρτίου 2017

ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΙ (ΜΕΡΟΣ Α')

Η ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι μία από τις σημαντικότερες πολιτικές δυνάμεις που διαμόρφωσαν σε βάθος χρόνου την ιστορία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Για την ακρίβεια, από τον 14ο αιώνα έως τις αρχές του 20ου, το Οθωμανικό κράτος αποτέλεσε το μεγαλύτερο πολιτικό οργανισμό της περιοχής. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του συλλογικού αυτoκαθορισμού των εθνών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Ο αγώνας εναντίον των Οθωμανών αποτέλεσε ένα σημαντικό διαπραγματευτικό επιχείρημα για την ενσωμάτωση των εθνών αυτών στη Χριστιανική Ευρώπη. Επιπλέον, στην Οθωμανική κυριαρχία αποδίδεται συχνά η οικονομική καθυστέρηση και το πολιτικό έλλειμμα που ταλάνισε πολλές χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης μέχρι τις μέρες μας. Υπάρχει ωστόσο, ένας ακόμη λόγος που δικαιολογεί την ανανέωση του τρόπου προσέγγισης της Οθωμανικής ιστορίας.

Στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, οι Οθωμανικές σπουδές αποτέλεσαν έναν από τους πιο δυναμικούς τομείς της ιστορικής επιστήμης, όχι μόνο στην Τουρκία και τις υπόλοιπες χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, αλλά επίσης στη Δυτική Ευρώπη, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμα και στην Ιαπωνία. Οι ιστορικοί απέκτησαν πρόσφατα πρόσβαση σε νέες πηγές για τις οποίες έθεσαν νέα ερωτήματα με τη βοήθεια παλαιών και νέων μεθόδων. Έτσι, η εικόνα που έχουμε σήμερα για την Οθωμανική ιστορία είναι πλουσιότερη, λεπτομερέστερη και πιο ισορροπημένη. Επιπλέον, πολλά από τα γεγονότα που σε προηγούμενες εποχές θεωρούνταν δεδομένα, σήμερα επανεξετάζονται και σε πολλές περιπτώσεις ανασκευάζονται από τις σύγχρονες μελέτες.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία,ήταν αχανές κράτος που ιδρύθηκε τον ύστερο 13ο αιώνα από Τουρκικά φύλα στη Μικρά Ασία και κυβερνήθηκε από τους απογόνους του Οσμάν Α' μέχρι την κατάλυσή της το 1918. Το Οθωμανικό κράτος ήταν αρχικά ένα από τα πολλά μικρά κρατίδια που προέκυψαν στη Μικρά Ασία κατά τη διάρκεια και μετά την κατάρρευση του κράτους των Σελτζούκων Τούρκων, στα τέλη του 13ου και στις αρχές του 14ου αιώνα. Το όνομά του προέρχεται από τον Οσμάν (ή Οθμάν), ιδρυτή της φερώνυμης δυναστείας των Οσμανλιδών, ή Οθωμανών, όπως είναι ευρύτερα γνωστή. Οι Οθωμανοί άρχισαν σταδιακά να απορροφούν τα άλλα κρατίδια και κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μωάμεθ Β' (1451 - 1481) υπερσκέλισαν όλες τις άλλες τοπικές τουρκικές δυναστείες.

Η πρώιμη Οθωμανική επέκταση υπό τους Οσμάν Α', Ορχάν, Μουράτ Α' και Βαγιαζήτ Α΄ έγινε εις βάρος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, της Βουλγαρίας και της Σερβίας. Η Προύσα (σημερινή Μπούρσα) έπεσε το 1326 και η Αδριανούπολη (σημερινό Εντίρνε) το 1361, γενόμενες με τη σειρά τους πρωτεύουσες της Αυτοκρατορίας. Οι μεγάλες Οθωμανικές νίκες του Κοσσυφοπεδίου (1389) και της Νικόπολης (1396) έθεσαν τμήματα της Βαλκανικής χερσονήσου υπό Οθωμανικό έλεγχο και αφύπνισαν την Ευρώπη για τον εξ Ανατολών κίνδυνο. Το 1394 ο Βαγιαζήτ Α' ξεκίνησε μακροχρόνια πολιορκία στην Κωνσταντινούπολη, η οποία, με μικρά διαλείμματα, ουσιαστικά διήρκεσε ως το 1401. 

Έτος που ο στρατός του Τουρκομογγόλου κατακτητή Ταμερλάνου εμφανίστηκε στα ανατολικά σύνορα του Οθωμανικού κράτους. Την επόμενη χρονιά (1402) ο Οθωμανικός στρατός συνετρίβη από τον Ταμερλάνο, και ο Βαγιαζήτ αιχμαλωτίστηκε και πέθανε στη φυλακή. Η συντριπτική ήττα που υπέστησαν οι Οθωμανοί ανέκοψε για κάποιο διάστημα τη γρήγορη άνοδο και επέκταση της Οθωμανικής επικράτειας. Επικεφαλής και απόλυτος άρχων της Αυτοκρατορίας ήταν ο Σουλτάνος. Ρόλο πρωθυπουργού είχε ο Μεγάλος Βεζίρης, ενώ συμβουλευτικό ρόλο είχε το Αυτοκρατορικό Διβάνι. Το Διβάνι ήταν συμβούλιο, στο οποίο προήδρευε ο Μεγάλος Βεζίρης και στο οποίο δε συμμετείχε ο Σουλτάνος.

Συχνά υποστηρίζεται ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ένα Τουρκικό κράτος. Είναι αλήθεια ότι οι ιδρυτές του Οθωμανικού κράτους και της δυναστείας ήταν Τουρκικής καταγωγής, αλλά με τις κατακτήσεις το Οθωμανικό κράτος περιέκλεισε τελικά, ένα μεγάλο αριθμό λαών που μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες και πίστευαν σε διαφορετικές θρησκείες. Επιπλέον, στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της, η εθνική σύνθεση της άρχουσας Οθωμανικής τάξης ήταν εξαιρετικά πολυμερής. Μάλιστα, από την «κλασική εποχή» του Μωάμεθ Β' και του Σουλεϊμάν έως την ανάδυση του εθνικισμού το 19ο αιώνα, τα μέλη της άρχουσας Οθωμανικής τάξης θεωρούσαν την ονομασία «Τούρκος» συνώνυμη με τον άξεστο και αγράμματο χωρικό της Μικράς Ασίας με τον οποίο επιθυμούσαν να έχουν τη μικρότερη δυνατή σχέση.

Αντίστοιχα, οι Οθωμανοί αξιωματούχοι και διανοούμενοι δεν αποκαλούσαν ποτέ «Τουρκικό» το κράτος τους, το ονόμαζαν απλά «ντεβλετ-ί αλιγιέ» (devlet-i aliye «υψηλό κράτος») ή «ντεβλετ-ί αλί-Οσμάν» (devlet-i ali-Osman «κράτος του οίκου του Οσμάν»). Η νομιμοφροσύνη απέναντι στο δυναστικό οίκο ήταν, όπως και στα περισσότερα κράτη της Μεσαιωνικής και της Πρώιμης νεότερης Ευρώπης, σημαντικότερη από κάθε άλλο εθνικό δεσμό. Ο «Οθωμανικός δεσποτισμός» ήταν ένα ακόμα από τα ζητήματα που αμφισβήτησε η πρόσφατη ιστορική έρευνα. Το πιο σημαντικό επιχείρημα εναντίον της έννοιας αυτής ήταν το γεγονός ότι δεν λάμβανε υπ’όψιν της το στοιχείο της αλλαγής.

Κι αυτό γιατί η Οθωμανική κοινωνία άλλαξε πολύ στη διάρκεια της μακραίωνης ύπαρξής της. Είναι αλήθεια ότι, τουλάχιστον στη λεγόμενη «κλασική εποχή», οι σουλτάνοι κατείχαν τεράστιες εξουσίες και ισχυρίζονταν ότι ασκούσαν έλεγχο σε κάθε δραστηριότητα σε ολόκληρη την επικράτειά τους. Ωστόσο, δεν ήταν καθόλου εύκολο να ελεγχθεί μια τέτοια αχανής Αυτοκρατορία που απλωνόταν σε τρεις ηπείρους, και μάλιστα με τα περιορισμένα τεχνικά μέσα του ύστερου Μεσαιωνικού και Πρώιμου νεότερου κόσμου. Ακόμα και το φημισμένο τιμαριωτικό σύστημα, που επέτρεπε στους σουλτάνους να ελέγχουν τα πιο σημαντικά τμήματα του στρατού τους, ήταν στη πράξη ένα καλοσχεδιασμένο τέχνασμα.

Που κατ’ ουσίαν χρησιμοποιούνταν σε διεθνή κλίμακα σε ώριμες, αγροτικές κοινωνίες με κάποιο σημαντικό πληθυσμό και έκταση, προκειμένου να επιτυγχάνεται σε τοπικό επίπεδο ότι δεν μπορούσε να γίνει -εξαιτίας της περιορισμένης νομισματοποίησης της οικονομίας και των προβιομηχανικών μέσων μεταφοράς και επικοινωνίας- σε μια ολόκληρη χώρα: η επέκταση της εξουσίας της κυρίαρχης ελίτ στο σύνολο των κτήσεων και στο σύνολο των αγροτών που παρέμεναν στα χωριά τους, ώστε να διατηρείται ο νόμος και η τάξη και να οργανώνεται η μεταφορά του πλεονάσματος από τους άμεσους παραγωγούς στην κυρίαρχη ελίτ.


Ούτε ο έλεγχος των τιμαρίων από τον σουλτάνο, ούτε το μονοπώλιο των πυροβόλων όπλων (η Οθωμανική Αυτοκρατορία μπορεί να θεωρείται η «Αυτοκρατορία της πυρίτιδας» όπως και πολλά άλλα σημαντικά κράτη της πρώιμης νεότερης εποχής) κατάφεραν να επιβιώσουν από την κρίση του ύστερου 16ου αιώνα. Επιπλέον, παρόλο που οι σουλτάνοι υποστήριζαν ότι η εξουσία τους ήταν απόλυτη, όπως άλλωστε οι περισσότεροι «απόλυτοι» μονάρχες στην Ασία, την Ευρώπη και άλλα μέρη του κόσμου, έπρεπε να υπολογίζουν τους περιορισμούς που τους έθετε ο «Ιερός Νόμος του Θεού», «σεριάτ» (sharia «σαριά») στο οθωμανικό λεξιλόγιο.

Οι σουλτάνοι συχνά παρέκαμπταν αυτόν τον περιορισμό με τη βοήθεια του σεϊχουλισλάμη (şeyh-ül-lslam «επικεφαλής της πίστης», είδος «αρχιεπίσκοπου»), αλλά το γεγονός ότι κατέφευγαν σε αυτήν την διαδικασία, αποκαλύπτει ότι συνειδητοποιούσαν πως η ισχύς τους δεν ήταν απεριόριστη. Με άλλα λόγια, η «δεσποτική» εξουσία των Οθωμανών σουλτάνων εξαρτιόταν θεωρητικά από το Θεό και πρακτικά από τις ανθρώπινες περιστάσεις. Κεντρική θέση στα περισσότερα από τα ιστορικά μας αφηγήματα καταλαμβάνει η αντίθεση μεταξύ των κοινωνιών και των πληθυσμών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και των κατακτητών - δυναστών Οθωμανών.

Είναι προφανές ότι έλαβαν χώρα πολλές συγκρούσεις και πράξεις βίας, τόσο στη διάρκεια της κατάκτησης όσο και στη διάρκεια της μακραίωνης Οθωμανικής κυριαρχίας. Ωστόσο, δεν είναι οι συγκρούσεις που παίζουν τον καθοριστικό ρόλο στην συνολική ιστορία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης στη διάρκεια του 14ου - 20ου αιώνα. Στην πραγματικότητα, όπως και σε άλλες περιπτώσεις κοινωνιών που κυριαρχούνταν από μεγάλες υπερεθνικές και πολύ-θρησκευτικές Αυτοκρατορίες, οι λαοί δεν αντιστάθηκαν μόνο, αλλά επίσης αναζήτησαν τρόπους προσαρμογής στις ιστορικές συνθήκες και επιδίωξαν να διαμορφώσουν έναν καλύτερο τρόπο ζωής για τους εαυτούς τους και τις κοινότητες στις οποίες ανήκαν.

Συχνά η διαδικασία αυτή σήμαινε τη «διαπραγμάτευση» με τους κυρίαρχους, ακόμα και την έμπρακτη συνεργασία μαζί τους προκειμένου να κατακτηθούν ατομικά ή συλλογικά προνόμια. Μπορούσε ακόμα να σημαίνει υποταγή στις αρχές ή στην αντίθετη περίπτωση, επιλογή κάποιας μορφής παθητικής ή ενεργητικής αντίστασης. Ωστόσο, οποιαδήποτε από τις παραπάνω επιλογές σήμαινε επίσης ότι η καθημερινή ζωή ήταν συχνά πιο σημαντική από τα διάφορα «πολιτικά» ζητήματα. Η πρόσφατη έρευνα εμπλούτισε τις γνώσεις μας φέρνοντας στο φως σημαντικές πληροφορίες για τις πρακτικές όψεις της ανθρώπινης ζωής στη Νοτιοανατολική Ευρώπη στη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας.

Αναδεικνύοντας τα κοινά πρότυπα με άλλες περιοχές στη διάρκεια των ίδιων αιώνων και τα κοινά χαρακτηριστικά στο σύνολο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, καθώς και τα ιδιαίτερα γνωρίσματα συγκεκριμένων περιοχών. Οι συγκριτικές έρευνες της σύγχρονης επιστήμης έχουν καταρρίψει τη θεωρία που υποστηρίζει ότι η Νοτιοανατολική Ευρώπη στη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας αποτελεί μία ιστορική «εξαίρεση»: ομοιότητες με άλλες περιοχές, ακόμα και με τη δική μας σύγχρονη κοινωνία, την καθιστούν εξαιρετικά οικεία. Βέβαια, διαφορές υπάρχουν, τα αποτελέσματα της σύγχρονης έρευνας τις περιγράφουν χωρίς να φτάνουν ποτέ στο σημείο να καθιστούν εξωτικό τόπο την ιστορία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης στη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας.

Οι διαφορές αυτές μας βοηθούν απλώς να κατανοήσουμε καλύτερα την πολυπλοκότητα του παρελθόντος και των σύγχρονων κοινωνιών και αυτό αποτελεί τελικά, μία από τις ουσιαστικότερες αποστολές της ιστορικής γνώσης τόσο σε αυτήν όσο και σε άλλες περιπτώσεις. Λόγω των σημαντικών διαφορών που έχει η δομή και η οργάνωση του Οθωμανικού κράτους από τα δυτικά κράτη της εποχής, από μελετητές κρίθηκε χρήσιμη ως μονάδα ανάλυσης το Οθωμανικό "νοικοκυριό", και κυρίως αυτό του σουλτάνου και των υψηλών αξιωματούχων. Αυτό ήταν η βασική μονάδα οργάνωσης της Οθωμανικής κοινωνίας και περιείχε όλα τα στοιχεία που απαιτούνταν για τη διοίκηση της αυτοκρατορίας.

Από εκεί πήγαζαν τα στελέχη που τοποθετούνταν στις επαρχίες και στις διάφορες Υπηρεσίες του κράτους. Τα στελέχη, στις νέες τους θέσεις, αναπαρήγαγαν τη βασική μονάδα εξουσίας φτιάχνοντας τα δικά τους "παλάτια / νοικοκυριά''. Αυτά τα Οθωμανικά νοικοκυριά αποτελούντο από μερικές εκατοντάδες έως μερικές χιλιάδες άτομα, ανάλογα με την εποχή και με την ισχύ του άρχοντα. Τα άτομα του νοικοκυριού ήταν διάφορης προέλευσης και τάξης, όπως οι συγγενείς του άρχοντα, υπηρέτες και δούλοι, στρατιώτες, γεωργοί, σύζυγοι και υπηρέτριες των συζύγων (χαρέμι) κ.ά. Τα κτίρια ενός μεγάλου νοικοκυριού περιλάμβαναν ένα μεγάλο κτίριο για τον άρχοντα και το χαρέμι του, λουτρά, αίθουσα του καφέ, κελάρι, χώρους διαμονής για το προσωπικό, κήπο κτλ.

Ο Οθωμανικός όρος για το νοικοκυριό ήταν το bab (πόρτα) που περιλάμβανε τις έννοιες του δημόσιου και του ιδιωτικού, το επίσημου/κρατικού και το οικιακού. Το βασιλικό Παλάτι ονομαζόταν bab-i humayun (βασιλική πύλη) που κατά λέξη σήμαινε την κύρια πύλη του ανακτόρου. Σ' αυτό συγκεντρώνονταν όλες οι διοικητικές λειτουργίες του σουλτάνου. Από εκεί προέρχονταν και οι διάφορες άλλες "πόρτες" των υψηλών στελεχών του κράτους που επίσης ονομάζονταν "bab". Π.χ. υπήρχε η πόρτα των οικονομικών (bab-i defteri), του πολέμου (bab-i seraskeri) και της θρησκείας (bab-i mesihat).

Από τον 18ο και 19ου αιώνα η πόρτα του μεγάλου βεζύρη επεκτάθηκε περιλαμβάνοντας άλλες κυβερνητικές μονάδες, όπως τα υπουργεία εσωτερικών και εξωτερικών. Το Παλάτι μπορεί να διαχωριστεί σε έναν εσωτερικό και έναν εξωτερικό κύκλο ατόμων. Στο άμεσο περιβάλλον του σουλτάνου περιλαμβάνονταν άτομα που προέρχονταν από το μερίδιό του από αιχμαλώτους πολέμου, δώρα (ανθρώπους), αγορασμένους σκλάβους, γιούς των τοπικών αρχόντων που κρατούνταν ως όμηροι, και παιδιά χριστιανών που εξισλαμίζονταν. Το σχετικό ποσοστό των Χριστιανών που στρατολογούνταν με το παιδομάζωμα ήταν ιδιαίτερα υψηλό κατά τους πρώτους αιώνες της αυτοκρατορίας.

Από αυτούς οι επίλεκτοι έμεναν στο παλάτι και οι υπόλοιποι διαμοιράζονταν σε αγρότες και από εκεί κατατάσσονταν στους γενιτσάρους. Τα άτομα του παλατιού εκπαιδεύονταν με κύριο στόχο την αναπαραγωγή της κοινωνικής ταυτότητας και την υπακοή στον σουλτάνο. Ευνούχοι επέβλεπαν και τηρούσαν το προσωπικό σε αυστηρή πειθαρχία. Όταν συμπληρωνόταν η εκπαίδευση, οι εκπαιδευμένοι τοποθετούνταν στις διάφορες διοικητικές θέσεις. Από τις γυναίκες του παλατιού (οι περισσότερες των οποίων έκαναν ελάσσονος σημασίας οικιακές δουλειές) ορίζονταν οι σύζυγοι των διαφόρων αξιωματούχων που τοποθετούνταν στις κρατικές θέσεις. Αυτοί προικίζονταν με εκατοντάδες σκλάβους και υπηρέτες.


Έτσι, συμβολικά ο σουλτάνος συγκέντρωνε και το ανθρώπινο δυναμικό της Αυτοκρατορίας στο παλάτι του. Μεγάλη σημασία για την ταυτότητα και την εξέλιξη του κάθε μέλους του παλατιού είχαν οι προσωπικές σχέσεις του με την ιεραρχία της εποπτείας "πατρονάρισμα" που ασκείτο μέσα στο παλάτι. Η δομή αυτή διαμορφωνόταν και διατηρούνταν και με την ανταλλαγή δώρων και σκλάβων. Ο κορυφαίος πάτρων ήταν ο σουλτάνος και το κύρος του εξαρτάτο από την προσωπική επιβολή που είχε στα πρόσωπα του παλατιού. Αυτό το σύστημα έδινε μεν στον σουλτάνο το πλεονέκτημα της απόλυτης εξουσίας, ταυτόχρονα όμως τον έκανε να εξαρτάται από ένα δίκτυο πληροφόρησης για τα συμβαίνοντα μέσα στο παλάτι.

Έτσι, διάφορα άτομα και ομάδες αποκτούσαν υπερβολική εξουσία και παρενέβαιναν στο σύστημα διακυβέρνησης. Το μόνο αποτελεσματικό μέσο για να βγάλει ο σουλτάνος αυτά τα άτομα από το σύστημα της εξουσίας ήταν η εκτέλεση. Σύμφωνα με το ανωτέρω σύστημα ανάλυσης, εμπλέκεται η σφαίρα του δημόσιου με του ιδιωτικού, της οικογένειας με την κυβέρνηση, του ηγέτη με του υπηκόου, με έναν τρόπο που δεν μπορούν να συλλάβουν έννοιες όπως "φεουδαρχικό" ή "πατρογονικό". Το Οθωμανικό νοικοκυριό δεν είναι ούτε θεσμός, ούτε κρατικός οργανισμός, ούτε οικογενειακός οργανισμός.

Είναι μια κατασκευή που αποτελείται από διάφορες κοινωνικές λειτουργίες και ομάδες και ενώνει τον σουλτάνο και τους αξιωματούχους με τις οικογένειές τους, τους σκλάβους, τους υπουργούς και τους χειρώνακτες. Αναπαράγει τον εαυτό του μέσω ενός συνδυασμού υλικού και πολιτισμικού κεφαλαίου. Μέσα σ' αυτό, κοινωνικοί δεσμοί, γνώση και ικανότητες είναι το ίδιο σημαντικές με τη γη, την εργασία και το κεφάλαιο. Η αναπαραγωγή του Οθωμανικού νοικοκυριού σαν κύρια οργανική μονάδα, είναι υπεύθυνο τόσο για την επιτυχημένη αναπαραγωγή της Αυτοκρατορίας όσο και για την διάλυσή της. Οι ίδιοι οι σουλτάνοι είχαν βυθιστεί στην νωθρότητα και τη διαφθορά.

Έως την άνοδο στο θρόνο (1603) του Αχμέτ Α', για τη διαδοχή συναγωνίζονταν όλοι οι γιοι του σουλτάνου και ήταν πατριωτικό καθήκον του νικητή να σκοτώσει όλους τους ανταγωνιστές του, προκειμένου να αποκατασταθεί η τάξη. Παρόλο που η συγκεκριμένη πρακτική φαίνεται πιθανώς βάρβαρη, ήταν αποτελεσματική σε ό,τι αφορούσε τουλάχιστον τις εσωτερικές έριδες. Όταν σταμάτησε, δημιουργήθηκαν άλλα προβλήματα. Ο μεγαλύτερος γιος αναγνωριζόταν ως διάδοχος, αλλά για να μην υπάρξει οποιαδήποτε απειλή στο πρόσωπο του σουλτάνου ο αυτοκρατορικός πρίγκιπας απαρνείτο την παραμικρή ανάμειξη στα δημόσια πράγματα και στην πραγματικότητα κρατείτο φυλακισμένος στα πολυτελή του δώματα.

Όταν τελικά ο πρίγκιπας ανερχόταν στον θρόνο ήταν συχνά αλκοολικός ή σχιζοφρενής. Η πραγματική διακυβέρνηση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ασκείτο συνήθως από τους μεγάλους Βεζύρηδες, πολλοί από τους οποίους ήταν ικανοί άνδρες και οι ίδιοι οι σουλτάνοι ήταν συχνά δημιουργήματα των Γενίτσαρων, η εύνοια των οποίων εξαγοραζόταν με μεγάλα δώρα κατά την ανάρρηση του σουλτάνου. Μια από τις πλέον αρνητικές όψεις της αυλής της Κωνσταντινούπολης (γνωστή επίσης ως Υψηλή Πύλη) ήταν η διαφθορά και οι δωροδοκίες τις οποίες οι διοικητικοί παράγοντες ανήγαγαν σε διαχειριστικό καθεστώς.

Οι Πασάδες και οι Οσποδάροι που διηύθυναν τις επαρχίες και τα υποτελή κράτη εξαγόραζαν τις θέσεις τους σε υπέρογκες τιμές και κατόπιν έκαναν περιουσίες επιβαρύνοντας με ακόμη μεγαλύτερες φορολογίες τους υπηκόους τους. Με αυτόν τον τρόπο οι αγροτικοί πληθυσμοί περιήλθαν σε μεγάλη εξαθλίωση. Ειδικά κατά την περίοδο παρακμής του κράτους (μετά τα τέλη του 16ου αιώνα) συνέβη και εκφυλισμός της γραφειοκρατίας και υπέρμετρη αύξηση των κρατικών αξιωματούχων. Αυτοί αποστέλλονταν στις επαρχίες για να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, όπου επιχειρούσαν να πλουτίσουν σε βάρος των ντόπιων πληθυσμών. Τα αξιώματα αυτά (μανσούπια) πωλούνταν από το κράτος και τα έσοδα εισέρρεαν στο κρατικό ταμείο.

Οι αγοραστές πλήρωναν με παραχαραγμένα ή ελλιποβαρή νομίσματα με τα οποία άλλωστε γίνονταν και οι περισσότερες συναλλαγές. Στη συνέχεια παράγοντες του σαραγιού αντάλλασσαν αυτά τα νομίσματα με ισχυρότερα Ευρωπαϊκά νομίσματα μέσω αργυραμοιβών ή Ευρωπαίων εμπόρων. Έτσι τα πραγματικά έσοδα του κράτους μειώνονταν λόγω αυτής της μεσολάβησης. Λόγω του πληθωρισμού αξιωματούχων οι ραγιάδες δυσκολεύονταν να διακρίνουν αξιώματα και βαθμούς της κρατικής εξουσίας. Στην πορεία του κράτους προς την παρακμή οι διοικητικές λειτουργίες απορροφήθηκαν από τη φοροείσπραξη.

Ακόμα και οι στρατιωτικές (και κυρίως οι παραστρατιωτικές) υπηρεσίες χρησιμοποιούνταν κυρίως για την απόσπαση φόρων από τους ραγιάδες. Στο μικροδιοικητικό επίπεδο η είσπραξη φόρων είχε γίνει αυτοσκοπός του κρατικού μηχανισμού. Σε μέρος της βιβλιογραφίας διατυπώνεται η άποψη ότι η Οθωμανική διοίκηση είχε γενικά ανεκτική στάση προς τους μη Μουσουλμανικούς λαούς, πρακτική όμως που δεν εμπόδισε τις κοινωνικές διακρίσεις και τις πρακτικές του εξανδραποδισμού. Στην Κωνσταντινούπολη οι Έλληνες Φαναριώτες κατά κύριο λόγο και οι Αρμένιοι κατόπιν, είχαν μεγάλα προνόμια και ασκούσαν μεγάλη επιρροή σε θέματα πολιτικής και εμπορίου.

Ορισμένοι συγγραφείς των αρχών του 21ου αιώνα θεωρούν ότι ο μύθος της ανεκτικής Οθωμανικής διοίκησης κατασκευάστηκε αρχικά τον 19ο αιώνα από τη Βρετανία για πολιτικούς λόγους, και κυρίως για να μη διαταραχθεί η ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη προς όφελος της Ρωσίας. Στον 20ο και τον 21ο αιώνα ακόμα και Χριστιανοί διανοούμενοι στήριξαν αυτόν τον μύθο (επεκτείνοντάς τον γενικότερα στο Ισλαμικό σύστημα) για θρησκευτικούς λόγους. Δηλαδή, θεώρησαν ότι "Χριστιανισμός και Ισλάμ είτε θα σταθούν είτε θα πέσουν μαζί". Κατά την Οθωμανολόγο ιστορικό Karen Barkey, η ανοχή σε σχέση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία αναφέρεται στην μη δίωξη των ανθρώπων και όχι στην αποδοχή τους στην κοινωνία ως πλήρη και καλοδεχούμενα μέλη. 

Οι Οθωμανοί ανέχονταν τους μη Μουσουλμάνους, τους μη Σουνίτες  Μουσουλμάνους και τους μη Τούρκους στο βαθμό που αυτοί δεν έρχονταν σε αντίθεση με την Σουνιτική - Ισλαμική - Τουρκική τάξη πραγμάτων. Αν κάποιες μειονότητες παραβίαζαν αυτή την κατάσταση, η αναγνώρισή τους εύκολα μετατρεπόταν σε καταστολή και διώξεις. Η υπό τον Μωάμεθ Α' επανενωμένη Οθωμανική Αυτοκρατορία επεκτάθηκε νικηφόρα υπό τον Μουράτ Β' και τον Μωάμεθ Β'. Η νίκη στη Βάρνα το 1444 επί του σταυροφορικού στρατού που οδηγούσε ο Λαντισλάους Γ' της Πολωνίας ακολουθήθηκε το 1453 από την εκπόρθηση της Κωνσταντινούπολης. Μέσα σε έναν αιώνα οι Οθωμανοί μεταλλάχθηκαν από μία νομαδική ορδή σε κληρονόμους της αρχαιότερης Ευρωπαϊκής Αυτοκρατορίας. 

 
Η επιτυχία τους οφειλόταν εν μέρει στην αδυναμία και διχόνοια των αντιπάλων τους και εν μέρει στην καλή στρατιωτική τους οργάνωση. Η Οθωμανική επέκταση έφθασε στην κορύφωσή της τον 16ο αιώνα υπό τους Σελίμ Α' και Σουλεϊμάν Α'. Για την προοδευτική φθορά που ακολούθησε το θάνατο του Σουλεϊμάν Α' μεγάλη ευθύνη φέρει τόσο ο κλήρος (ουλιμά) όσο και οι Γενίτσαροι. Οι τελευταίοι, κερδίζοντας πολιτική δύναμη, άσκησαν σημαντική απορρυθμιστική επίδραση. Το πρώτο σοβαρό χτύπημα από την Ευρώπη ήταν η ναυμαχία του Λεπάντο (Ναύπακτος) 1571 και η ήττα του στόλου του Σελίμ Β' από τον Ισπανικό και τον Βενετικό στόλο υπό τον Ιωάννη της Αυστρίας.

Όμως, ο Μουράτ Δ' κατά τον 17ο αιώνα αποκατέστησε προσωρινά το Οθωμανικό γόητρο με την νίκη του επί των Περσών το (1638). Η Κρήτη κατακτήθηκε από τους Ενετούς και το 1683 μια πολυπληθής στρατιά υπό τον Μέγα Βεζύρη Καρά Μουσταφά περικύκλωσε τη Βιέννη. Η αρωγή του Ιωάννη Γ' της Πολωνίας στη Βιέννη και οι επακόλουθες εκστρατείες του Καρόλου Ε' της Λωρραίνης, του Λουδοβίκου του Μπάντεν και του Ευγένιου της Σαβοΐας κατέληξαν σε διαπραγματεύσεις το 1699 (Συνθήκη του Κάρλοβιτς), που κόστισαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την Ουγγαρία και άλλες περιοχές. Η διάσπαση ξεκίνησε με τους Ρωσοτουρκικούς πολέμους κατά τον 18ο αιώνα. 

Η μεν Αίγυπτος χάθηκε προσωρινά από τις Ναπολεόντειες στρατιές αλλά η Ελληνική επανάσταση του 1821, ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1828 - 1829 (Συνθήκη της Αδριανούπολης), και ο πόλεμος με τον Μεχμέτ Αλί της Αιγύπτου οδήγησαν στην περαιτέρω αποδυνάμωση του κράτους, στην απώλεια μέρους της Ελλάδας, την μετατροπή της Μολδαβίας και της Βλαχίας σε προτεκτοράτα της Ρωσίας, και την ημιαυτονομία της Σερβίας. Έγιναν προσπάθειες δραστικών μεταρρυθμίσεων στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Σελίμ Γ' και ιδίως από τον Μαχμούτ Β', αλλά φαίνεται πώς ήταν πλέον αργά. Κατά τον 19ο αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν πλέον γνωστή ως ο Ασθενής της Ευρώπης (Ανατολικό ζήτημα).

Με μια σειρά συνθηκολογήσεων και διομολογήσεων από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχασε βαθμιαία την οικονομική της ανεξαρτησία. Αν και θεωρητικά ήταν ανάμεσα στους νικητές του Κριμαϊκού πολέμου οικονομικά εξαντλήθηκε. Η Σύνοδος του Παρισιού το (1856) αναγνώρισε την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά το γεγονός μάλλον επιβεβαίωσε την εξάρτησή της από τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις, παρά τα δικαιώματά της ως Ευρωπαϊκή δύναμη. Η εξέγερση (1875) της Βοσνίας Ερζεγοβίνης προανήγγειλε τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877 - 1878, στον οποίο η Οθωμανική Αυτοκρατορία ηττήθηκε παρά τη σθεναρή της αντίσταση. 

Η Ρουμανία (Βλαχία και Μολδαβία), η Σερβία και Μαυροβούνιο ανακηρύχθηκαν πλήρως ανεξάρτητα κράτη, ενώ η Βοσνία και Ερζεγοβίνη πέρασε υπό Αυστριακό έλεγχο. Ο σουλτάνος Αμπντουλμεσίτ εξέδωσε το 1839 διάταγμα με σημαντικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Με το διάταγμα αυτό (Χάττ-ι-Σερίφ του Γκιουλχανέ) θα ξεκινήσει μια περίοδος μεταρρυθμίσεων και φιλελευθεροποίησης του Οθωμανικού κράτους που θα ονομαστεί Τανζιμάτ. Τον ακολούθησε ο Αμπντουλαζίζ, επί βασιλείας του οποίου συγκροτήθηκε το πρώτο φιλελεύθερο πολιτικό κόμμα. Ο αρχηγός του, Μιντχάτ Πασά, κατόρθωσε να εκθρονίσει το 1876 τον Αμπντουλαζίζ. Το θρόνο κατέλαβε ο Αμπντουλχαμίτ Β', μετά από σύντομη σουλτανία του Μουράτ Ε'. 

Από τον Μιντχάτ διαμορφώθηκε ένα φιλελεύθερο σύνταγμα και το πρώτο Οθωμανικό κοινοβούλιο συγκλήθηκε το 1877. Ο σουλτάνος σύντομα διέλυσε το κοινοβούλιο και επέστρεψε σε δεσποτικά πρότυπα διακυβέρνησης. Ο Αμπντουλχαμίτ νίκησε στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, αλλά η Κρήτη, που ήταν και η πραγματική αιτία της σύρραξης, κερδήθηκε τελικά από τους Έλληνες. To 1908 το κίνημα των Νεοτούρκων, εθνικιστικής ομάδας με ισχυρές προσβάσεις στις τάξεις του στρατού, επανέφερε σε ισχύ το σύνταγμα του 1876, και το 1909 το κοινοβούλιο εκθρόνισε τον σουλτάνο για να ενθρονίσει στη θέση του τον Μεχμέτ Ε'. 

Στους δύο Βαλκανικούς πολέμους (1912 - 1913) η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχασε σχεδόν όλες τις περιοχές της στην Ευρώπη, τη Βουλγαρία, τη Σερβία, την Ελλάδα και την Αλβανία. Ο εθνικισμός των Νεοτούρκων, των οποίων ο αρχηγός Εμβέρ Πασά απέκτησε δικτατορική ισχύ, ανταγωνιζόταν τις εναπομείνασες μειονότητες στην επικράτεια της Αυτοκρατορίας. Το ξέσπασμα του Α' παγκοσμίου πολέμου βρήκε την Τουρκία ευθυγραμμισμένη με τις δυνάμεις της κεντρικής Ευρώπης. Ωστόσο, αν και τα Τουρκικά στρατεύματα επέτυχαν νίκη εναντίον των Συμμάχων στην εκστρατεία της Καλλίπολης (1915), η Αραβία εξεγέρθηκε και οι Βρετανικές δυνάμεις κατέλαβαν (1917) τη Βαγδάτη και την Ιερουσαλήμ. 

Το 1918 η Τουρκική αντίσταση κατέρρευσε σε Ασία και Ευρώπη και η Οθωμανική Αυτοκρατορία έφτασε στο τέλος της. Η Συνθήκη των Σεβρών ήταν απλά η τυπική επιβεβαίωση μιας προγενέστερης κατάρρευσης. Με την νίκη των Τούρκων εθνικιστών που αρνήθηκαν να δεχθούν τους όρους της ειρήνης και εκθρόνισαν τον σουλτάνο το 1922, άρχισε η ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας.

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΩΝ ΟΘΩΜΑΝΩΝ

Οι 16ος - 17ος αιώνες ανήκαν στην περίοδο της μέγιστης Οθωμανικής ακμής. Η  Οθωμανική δυναστεία είχε επεκτείνει τα σύνορα της Αυτοκρατορίας από το Μαρόκο έως το Ιράν και από τη Βιέννη έως το Σουδάν. Ωστόσο η «Τουρκική» δυναστεία είχε ήδη περισσότερο Ευρωπαϊκή καταγωγή παρά Τουρκική, λόγω του γεγονότος ότι οι βασιλομήτορες της ήταν συντριπτικά Ινδοευρωπαϊκής και Καρθβελικής καταγωγής (Αρμένισσες, Ελληνίδες, Σλάβες, Κιρκάσιες κ.ά.). Έως το 1520, ο σουλτάνος Σελίμ Α', είχε κατακτήσει την Κιλικία, την Ανατολική Καππαδοκία, την  Άνω Μεσοποταμία, τη Συρία, την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, τη Μέκκα, τη Μεδίνα και το Αλγέρι. 

Τότε προστέθηκαν στον Οθωμανικό στρατό και στόλο ως οργανικές αλλά αυτόνομες στρατιωτικές δυνάμεις, οι ικανοί Μαμελούκοι μάχιμοι (Τούρκοι, Κιρκάσιοι, Σλάβοι και Έλληνες πρώην δούλοι και έπειτα κυρίαρχοι της Αιγύπτου) και οι Αλγερινοί Αραβοβέρβεροι θαλασσομάχοι με τα πολεμικά πλοία τους, αλλά και πολυάριθμοι Ασιατικοί Άραβες υποτελείς πολεμιστές. Οι εκστρατείες του Σουλεϋμάν Α' (γνωστός στην Ευρώπη ως «Μεγαλοπρεπής» παρότι οι Τούρκοι τον αποκαλούν μόνο ως ο «Νομοθέτης» ) δεν ήταν τόσο καλά σχεδιασμένες όσο εκείνες των προκατόχων του, ωστόσο ο εν λόγω «πολυδιαφημισμένος» σουλτάνος υπήρξε τυχερός μεταξύ άλλων και στην κατάληξη των εκστρατειών του. 


Τότε ο Οθωμανικός στρατός κατέκτησε το Βελιγράδι (1521) και τη Ρόδο (1522) αναγκάζοντας τους Ιωαννίτες ιππότες που την κατείχαν έως τότε να καταφύγουν στη Μάλτα. Το 1526 συνέτριψε τους Ούγγρους στην περίφημη μάχη του Μόχατς, σκοτώνοντας και τον βασιλιά τους Λουδοβίκο και προσαρτώντας το μεγαλύτερο μέρος του εκτεταμένου Ουγγρικού Βασιλείου. Το 1529 κατέλαβε τη Βούδα (η οποία μαζί με τη γειτονική Πέστη συγκροτούν τη σύγχρονη Βουδαπέστη), ενώ τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους πολιόρκησε ανεπιτυχώς την Αυστριακή πρωτεύουσα Βιέννη (Πρώτη πολιορκία της από τους Τούρκους). 

Άλλες σημαντικές κατακτήσεις της εποχής υπήρξαν η Μεσοποταμία (σύγχρονο Ιράκ), η Κυρηναϊκή και η Αφρικανική Τριπολίτιδα (μετά από συνδιαλλαγή με τη δυναστεία της), το Ταμεσβάρ, η Τρανσυλβανία και η Μολδαβία. Ωστόσο τα Οθωμανικά όπλα μάλλον ταπεινώθηκαν όταν επιχείρησαν να πλήξουν τους Σαφάβιδες του Ιράν οι οποίοι διέθεταν έναν ισχυρό στρατό, επίσης Τουρκικό στην πλειοψηφία του. Οι σουλτάνοι των 16ου - 17ου αιώνων μερίμνησαν και για την ισχυροποίηση του στόλου τους, ο οποίος ήλεγχε το μεγαλύτερο μέρος των ακτών της Μεσογείου και όλη την έκταση του Εύξεινου Πόντου και της Ερυθράς Θάλασσας, πιέζοντας ασφυκτικά κυρίως τις Ιταλικές ναυτικές πόλεις (Βενετία, Γένουα, Πίσα κ.ά.). 

Ωστόσο η κατοχή της Σικελίας, των Επτανήσων, της Κρήτης, της Κύπρου και αρκετών νησιών του Αιγαίου από τις Χριστιανικές δυνάμεις, τους εξασφάλιζε τον έλεγχο του στρατηγικού κεντρικού και κεντροανατολικού τμήματος της Μεσογείου. Στη διάρκεια ενός μεγάλου μέρους του 16ου αιώνα, αρχιναύαρχος του Οθωμανικού στόλου ήταν ο διαβόητος κουρσάρος Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, με Ελληνική καταγωγή από τη Λέσβο ή ενδεχομένως τα Γιαννιτσά. Άλλος σημαντικός «Τούρκος» ναύαρχος ήταν ο Πιρί Ρεϊς, επίσης Ελληνικής προέλευσης. Ο Οθωμανικός στόλος ενισχύθηκε από τον πρώιμο 16ο αιώνα με το Αλγερινό, το Τριπολιτικό και το Αιγυπτιακό ναυτικό και αργότερα και με εκείνο της Τύνιδος. 

Η ισχύς του ήταν τέτοια, ώστε παρά την πανωλεθρία του στη μεγάλη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571), το επόμενο έτος ο Τούρκος Καπουδάν Πασάς (αρχιναύαρχος) εμφανίσθηκε στα νερά της Μεσογείου με έναν νέο στόλο σχεδόν του ίδιου μεγέθους. Γενικά οι σουλτάνοι είχαν αντιληφθεί την αποφασιστική σημασία που είχε ο έλεγχος των θαλασσών και ότι οι ναυτικές δυνάμεις μοιραία επικρατούν. Ωστόσο στην πραγματικότητα η ναυτική συντριβή στη Ναύπακτο έπληξε το  Οθωμανικό ναυτικό και σήμανε την αρχή της παρακμής του, η οποία συνεχίσθηκε έως τη νέα εκμηδένιση του Τουρκικού στόλου από το Ρωσικό ναυτικό στον Τσεσμέ (1770) και τη «χαριστική βολή» που υπέστη στη ναυμαχία του Ναβαρίνου (1827) από τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις. 

Ήδη οι Έλληνες επαναστάτες πυρπολητές είχαν καταστρέψει αρκετά βαριά πολεμικά του το 1821 - 1827. Επιστρέφοντας στους 16ο - 17ο αιώνες, οι σημαντικότεροι σουλτάνοι της περιόδου μετά το 1566 ήταν οι Σελίμ Β', Μουράτ Γ', Μεχμέτ Γ', Αχμέτ Α', Μουράτ Δ' και Μεχμέτ Δ'. Κατά τα έτη 1566 - 1683, η Οθωμανική Αυτοκρατορία προσάρτησε περιορισμένες περιοχές: την Τύνιδα, τμήμα της Υεμένης, την παράκτια Γεωργία αλλά και δύο μεγαλονήσους με μεγάλη στρατηγική αξία: την Κύπρο (1571) και περίπου έναν αιώνα αργότερα την Κρήτη (1669). Η κατάκτηση των δύο νησιών «συμψήφισε» κατά κάποιον τρόπο τη σταδιακή παρακμή του Οθωμανικού ναυτικού. 

Ωστόσο ο Οθωμανικός στρατός συνετρίβη όταν επιχείρησε να πολιορκήσει για δεύτερη φορά τη Βιέννη (1683). Η εν λόγω στρατιωτική αποτυχία των Οθωμανών σήμανε τη συμβατική αρχή της παρακμής της Αυτοκρατορίας τους η οποία ωστόσο είχε ξεκινήσει νωρίτερα λόγω αρκετών παραγόντων. Όπως αναφέρθηκε, οι σουλτάνοι στηρίχθηκαν για τις κατακτήσεις τους σε έναν ικανό στρατό και ένα αξιόλογο ναυτικό, τα οποία αποτελούντο από πολυποίκιλα επιμέρους σώματα. Ξεκινώντας με τις χερσαίες δυνάμεις, το σημαντικότερο σώμα βαρέους  ιππικού ήταν οι Καπυκιουλού (Qapukulu). 

Δηλαδή οι «δούλοι της Αυλής» (του Σουλτάνου), ανάλογοι των Μαμελούκων της Αιγύπτου και των παλαιότερων δούλων του Χαλίφη της Βαγδάτης και άλλων  Μουσουλμάνων μοναρχών. Γενικά οι Καπυκιουλού ήταν το «ιππικό αντίστοιχο» των πεζών Γενιτσάρων. Έφεραν ισχυρή θωράκιση και μάχονταν με λόγχη ιππικού ή και τόξο, ενώ έφεραν και σπάθη ιππικού ή γιαταγάνι. Φαίνεται πως εκείνοι που έφεραν και λόγχη και τόξο ήταν λίγοι. Σύμφωνα με Ευρωπαίους χρονικογράφους, οι περισσότεροι καπυκιουλού έφεραν κράνος και αλυσοθώρακα. Η θωράκιση τους περιοριζόταν με το πέρασμα των χρόνων, ενώ σταδιακά η λόγχη και το τόξο αντικαταστάθηκαν από τη σπάθη ή γιαταγάνι και τις πιστόλες. 

Αρκετά από τα άλογα τους (όπως και τα άλογα άλλων Οθωμανικών ιππικών σωμάτων) προστατεύονταν  με υφασμάτινη θωράκιση και μεταλλικές προσωπίδες. Το άλλο σημαντικό Οθωμανικό βαρύ ιππικό ήταν οι σπαχήδες (sipahi), τιμαριούχοι ιππείς οι οποίοι χωρίζονταν σε δύο βασικά γεωγραφικά σώματα: τους Ρωμυλιώτες, προερχόμενους από τη Ρωμυλία (Ρουμελία, Χερσόνησος του Αίμου), και τους Ανατολιακούς, προερχόμενους από τη Μικρά Ασία (Ανατολία). Η οπλοσκευή τους ήταν ανάλογη εκείνης των καπυκιουλού και ακολούθησε την ίδια εξέλιξη, αν και ειδικά οι Ανατολιακοί σπαχήδες άργησαν να υιοθετήσουν τα πυροβόλα όπλα. 

Γενικά το Οθωμανικό ιππικό ήταν ισάξιο και ενίοτε ανώτερο από τα αντίπαλα του Ευρωπαϊκά, εκτός του εξαίρετου Πολωνικού - Λιθουανικού. Τέλος, αναφερθήκαμε ανωτέρω στους Μαμελούκους της Αιγύπτου, οι οποίοι επίσης μάχονταν κυρίως ως βαρύ ιππικό. Το Οθωμανικό ελαφρύ ιππικό, δηλαδή το αθωράκιστο, αποτελείτο από «ντελήδες», «ακιντζήδες», «ντζανμπαζάνους» και επιπρόσθετα Κούρδους, Γιουρούκους (νομαδικοί Τούρκοι της Μικράς Ασίας και της Βαλκανικής) και  Άραβες (συνήθως Βεδουίνους). Σημαντικοί ήταν και οι Τάταροι, Τουρκομάνοι, Αφσάροι και άλλοι Τούρκοι ιπποτοξότες. Ειδικά οι Τάταροι της Κριμαίας, κυρίως ιπποτοξότες, συνιστούσαν σημαντικούς συμμάχους των Οθωμανών οι οποίοι δρούσαν στην περιοχή της Ουκρανίας. 

Γενικά οι Τουρκικοί και ευρύτερα οι Αλταϊκοί λαοί είχαν μακροχρόνια παράδοση στην ιπποτοξευτική. Οι ακιντζήδες ήταν φανατικοί ελαφροί ιππείς οι οποίοι δεν λάμβαναν μισθό αλλά αμείβονταν από τα λάφυρα της εκάστοτε σύρραξης, πολεμώντας υπέρ της ισλαμικής πίστης. Οι ντζανμπαζάνοι («παράφρονες» στην Τουρκική) ήταν οι πιο φανατισμένοι από τους ακιντζήδες, οι οποίοι επιλέγονταν για να παραταχθούν στην πρώτη γραμμή της Οθωμανικής παράταξης μάχης. Συνεπώς είχαν ''αποστολή αυτοκτονίας'' με στόχο να προκαλέσουν ρήγμα στον εχθρό με την ορμητικότητα τους, όμως συχνά γίνονταν «εύκολη λεία» για τις εχθρικές βολές πληρώνοντας υψηλό τίμημα σε απώλειες.


Οι ντελήδες («τρελλοί») ελαφροί ιππείς (οπλισμένοι συνήθως με τόξο ή λόγχη) αποτελούντο κυρίως από εξισλαμισμένους Βόσνιους, Σέρβους, Κροάτες και λίγους Έλληνες και Βουλγάρους. Δεν ανήκαν στο κεντρικό στράτευμα αλλά στις δυνάμεις Βαλκάνιων Οθωμανών αξιωματούχων από τους οποίους πληρώνονταν. Οι ντελήδες εκτελούσαν συχνά χρέη ανιχνευτών ή προφυλακών. Άλλοι από αυτούς ήταν προσκολλημένοι στο ιππικό των σπαχήδων, ενώ άλλοι συντάσσονταν με τα σώματα ιπποτοξοτών. Οι περιβόητοι γενίτσαροι (Yeni Ceri, τα «νέα στρατεύματα») συνιστούσαν το επίλεκτο τακτικό πεζικό. 

Σε αντίθεση με τη γενική πίστη στην Ελλάδα ότι οι γενίτσαροι κατάγονταν κυρίως από εξισλαμισμένα  Ελληνόπαιδα του «παιδομαζώματος», στην πραγματικότητα ήταν περισσότερο σλαβικής καταγωγής από το Τουρκικό «παιδομάζωμα» επί των Βαλκάνιων Σλάβων ή (σπανιότερα) αιχμαλωτισμένα παιδιά Σλάβων της Ουκρανίας και νότιας Ρωσίας. Ειδικά όμως οι Σλάβοι του Κριμαϊκού Χανάτου (των Τατάρων) είχαν αποκλεισθεί από το παιδομάζωμα. Οι Έλληνες του παιδομαζώματος κατευθύνονταν κυρίως σε διοικητικές και άλλες σχετικές υπηρεσίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας λόγω του ανώτερου πολιτισμικού επιπέδου τους, όμως ένα μεγάλο μέρος τους στελέχωνε και τους γενίτσαρους. 

Οι Αλβανοί (Χριστιανοί αλλά αργότερα και Μουσουλμάνοι) και ίσως οι Βλάχοι νοτίως του Δούναβη συνιστούσαν επίσης σημαντικό ποσοστό των γενιτσάρων. Όταν ο θεσμός τους παρήκμασε, πολλοί γενίτσαροι ήταν πλέον Τούρκοι και Κούρδοι επειδή οι συγκεκριμένοι επιδίωκαν να εισέλθουν σε αυτό το στρατιωτικό σώμα λόγω των προνομίων που απολάμβαναν. Το αρχικό βασικό όπλο των γενιτσάρων ήταν το σύνθετο νομαδικό τόξο, το οποίο αντικαταστάθηκε σταδιακά από ένα ειδικό μακρύκαννο αρκεβούζιο Οθωμανικού σχεδιασμού. Μεταξύ των γενιτσάρων υπήρχαν σπουδαίοι ακροβολιστές, επίφοβοι για τους Ευρωπαίους αντιπάλους τους. Αυτή η ικανότητα τους οφειλόταν στη μακρά κάννη του προαναφερόμενου Οθωμανικού αρκεβούζιου το οποίο έδινε μεγαλύτερη ακρίβεια στη στόχευση αλλά και μεγαλύτερο βεληνεκές. 

Σε αυτό οι Οθωμανοί προηγήθηκαν των Αμερικανών οι οποίοι ενάμιση αιώνα αργότερα ανέπτυξαν το δικό τους πυροβόλο Πενσυλβάνια - Κεντάκυ το οποίο ακολουθούσε τις ίδιες αρχές σχεδιασμού με μακριά κάννη και πιο εξηζητημένη κατασκευή, χωρίς βέβαια να έχουν επαφές και επιρροές από τους Οθωμανούς. Όλοι οι γενίτσαροι έφεραν γιαταγάνι ή σπάθη και ως κατεξοχήν φανατισμένοι, δεν δίσταζαν να επιτεθούν κατά μέτωπον στον εχθρό κραδαίνοντας τα. Σταδιακά ο ρόλος τους ως ακροβολιστών υποχώρησε και από τον 17ο αιώνα, οι ακροβολιστές του Οθωμανικού στρατού συγκροτούντο κυρίως από Τούρκους, Γιουρούκους, Αλβανούς, Κούρδους, Έλληνες και Σλάβους τυφεκιοφόρους πεζούς, όπως οι τουφεκτσήδες, οι σαρίτσα, οι αρματολοί και οι χαϊντούκοι ή χαϊντούτοι.

Το ελαφρύ (άτακτο) πεζικό αποτελείτο από «γιαϋλάρους», «αζάπηδες», «βοϋνούκους» και άλλους. Οι γιαϋλάροι ήταν πεζοί φανατικοί «μαχητές της πίστης», ενώ οι αζάπηδες («εργένηδες») ήταν άνδρες που στρατολογούνταν ειδικά για τις εκστρατείες και εφοδιάζονταν με χρήματα και προμήθειες από τα χωριά τους. Παλαιότερα επιλέγονταν κυρίως μεταξύ των ανύμφευτων επειδή αυτοί θεωρούντο κατάλληλοι για τις εκστρατείες επειδή δεν είχαν ακόμη παιδιά για να συντηρήσουν ή να αφήσουν ορφανά. Οι βοϋνούκοι ήταν Βαλκάνιοι πεζοί, κυρίως Βλάχοι και Σλάβοι, οι οποίοι μάχονταν με λόγχες, αλεβάρδες, πέλεκεις και άλλα αγχέμαχα όπλα. Υπήρχαν επίσης και άλλοι πεζοί, Ανατολιακοί (Τούρκοι και Κούρδοι), Ρωμυλιώτες (από τη Χερσόνησο του Αίμου), Άραβες κ.α. 

Αξιόλογο τμήμα του στρατού ήταν και οι Β(α)λάχοι σύμμαχοι της καθαυτό Βλαχίας και από το 1562 και οι Τρανσυλβανοί σύμμαχοι. Οι Οθωμανοί διέθεταν ήδη από την εποχή του Μωάμεθ του Πορθητή σπουδαίο πυροβολικό, ένα από τα ισχυρότερα της εποχής, με πυροβόλα διαφόρων μεγεθών και διαμετρημάτων (βαριά πυροβόλα, βομβάρδες κ.ά.). Το Οθωμανικό ναυτικό της περιόδου διέθετε γαλέρες διαφόρων τύπων, οι οποίες δεν διέφεραν σημαντικά από τις αντίστοιχες των Χριστιανών της Μεσογείου. Οι γαλέρες ήταν τα βαριά πολεμικά, κωπήλατα και ιστιοφόρα ταυτόχρονα, ενώ τα ελαφρύτερα περιελάμβαναν κυρίως «φούστες» και γαλιότες οι οποίες ανήκαν κυρίως στους Αραβοβέρβερους κουρσάρους της βόρειας Αφρικής.

Οι Τούρκοι ήταν ένας λαός με καταγωγή από τις μογγολικές στέπες, και επομένως ξένος με το πέλαγος με το οποίο δεν εξοικειώθηκε ποτέ. Η μόνη εμπειρία που είχαν σχετικά με τη ναυσιπλοϊα, ήταν ο πλους με απλές λέμβους στους μεγάλους ποταμούς της στέπας (Ίρτυς, Ώξος, Ιαξάρτης, Βόλγας κ.α.). Όσοι Τούρκοι ήταν ναυτικοί και επάνδρωναν τον στόλο, κατάγονταν κυρίως από εξισλαμισμένους Βυζαντινούς. Τα ικανότερα πληρώματα του ναυτικού προέρχονταν από τους προαναφερόμενους Αραβοβέρβερους του Αλγερίου, της Κυρηναϊκής, της Τριπολίτιδας και της Τύνιδας (σύγχρονης Τυνησίας). Οι ίδιοι παρείχαν τους επίφοβους στόλους τους στο  Αυτοκρατορικό ναυτικό, αποτελούμενους από τα προαναφερόμενα είδη πλοίων. 

Τέλος, οι Τούρκοι διέθεταν και τις μοίρες της Αιγύπτου (περιορισμένη αυτήν την εποχή), της Παλαιστίνης, του Λιβάνου και της Κιλικίας. Επίσης είναι γνωστή η επάνδρωση του  Οθωμανικού στόλου και με Χριστιανικά πληρώματα, συντριπτικά Έλληνες οι οποίοι ήταν ο μόνος  Χριστιανικός λαός της Οθωμανικής επικράτειας με ικανή ναυτιλιακή παράδοση. Οι πεζοναύτες του στόλου ήταν συνήθως σπαχήδες (οι οποίοι άφηναν τα άλογα τους και επιβιβάζονταν στα πλοία πολεμώντας συνήθως ως τοξότες), αζάπηδες και σπανιότερα γενίτσαροι. Από το 1534 και εξής, οι σουλτάνοι συντηρούσαν και έναν πολεμικό στολίσκο στα νερά του Δούναβη, αποτελούμενο από ελαφρά ποτάμια σκάφη και επανδρωμένο από τοπικούς Βλάχους και Σλάβους υποτελείς του. 

Όσον αφορά τις χερσαίες τακτικές, φαίνεται πως μία συνήθης παράταξη μάχης του  Οθωμανικού στρατού συγκροτείτο από: τους ντζανμπαζάνους και ακιντζήδες ιππείς ως εμπροσθοφυλακή και πίσω τους, τους αζάπηδες. Πίσω από αυτούς παρατάσσονταν οι γενίτσαροι και το πυροβολικό, που προστατεύονταν από αμυντικά έργα, όπως τάφρους, αιχμηρούς πασσάλους, πολεμικές άμαξες, αλυσίδες κ.α. Επρόκειτο για τον πυρήνα του στρατού, ο οποίος προστατευόταν πλευρικά από το ιππικό των σπαχήδων, των Ρωμυλιωτών από τη μία πλευρά και των Μικρασιατών από την άλλη. Οι καπυκιουλού ιππείς διατηρούντο συνήθως ως επίλεκτη εφεδρεία. 

Ειδικά στη μάχη του Μόχατς (1526), όλοι οι σπαχήδες είχαν παραταχθεί σε δύο γραμμές μάχης στην εμπροσθοφυλακή πίσω από τους ακιντζήδες, και τη θέση τους ως πλαγιοφυλακές των γενιτσάρων και του πυροβολικού είχαν λάβει οι καπυκιουλού, διαιρεμένοι σε δύο πλευρικά τμήματα.
 

ΟΙ ΘΕΣΜΟΙ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Η διαδικασία της κατάκτησης μετέβαλε τη φύση της συγκρότησης του Οθωμανικού κράτους. Ο πολιτικός σχηματισμός που ξεκίνησε ως φυλετικό βασίλειο εξελίχθηκε σε παγκόσμια Αυτοκρατορία. Από την Οθωμανική οπτική γωνία, οι μεγαλύτερες εδαφικές επικράτειες απαιτούσαν νέους τρόπους και νέα μέσα ελέγχου, διοίκησης και αξιοποίησης. Αυτοί οι τρόποι και τα μέσα είχαν ως πηγή έμπνευσης την Ισλαμική πολιτική παράδοση, την οποία μετέδιδαν οι Ουλεμάδες (ulema νομοδιδάσκαλοι, θεολόγοι και ερμηνευτές του Μουσουλμανικού δικαίου), αλλά και Μογγολικές και Βυζαντινές πρακτικές καθώς και την πρακτική εμπειρία. Από πολλές πλευρές, το Οθωμανικό κράτος και οι θεσμοί του αποτελούσαν υβριδικές οντότητες.

Η υποταγή στο Ισλάμ συνδυαζόταν με την ανάγκη ενσωμάτωσης διαφορετικών μη Μουσουλμανικών υποκειμένων και με το συμφέρον της συνεργασίας με τους θρησκευτικούς ηγέτες τους, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία του Οθωμανικού κράτους. Η ιδεολογία της ύψιστης εξουσίας τού σουλτάνου ερχόταν σε αντίθεση με την περιορισμένη ικανότητα της κεντρικής εξουσίας να διεισδύει στο χώρο και τις κοινωνικές δομές. Παρά την ασαφή και μεταβαλλόμενη φύση των διαδοχικών βασιλειών, η δυναστεία του Οσμάν δεν αμφισβητήθηκε για περισσότερους από έξι αιώνες. Η διάκριση μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας αποτελούσε θεμελιώδη παράγοντα για την οργάνωση της Οθωμανικής αυλής.

Το στρατιωτικό σύστημα συνδύαζε Μεσαιωνικά χαρακτηριστικά (πολεμιστές που μάχονταν για θρησκευτικά ιδεώδη, λάφυρα και εισοδήματα που τους εκχωρούνταν μέσω ενός συστήματος φεούδων, σχεδιασμένο έτσι, ώστε να μετέρχεται τους ανεπαρκείς και ευμετάβλητους οικονομικούς πόρους) με πρώιμα νεότερα χαρακτηριστικά (έναν έμμισθο μόνιμο στρατό, είναι ενδεικτικό ότι στο στρατό αυτό, συνενώνονταν ο Μεσαιωνικός Ισλαμικός θεσμός των δούλων φρουρών του μονάρχη με ένα πρωτότυπο σύστημα στρατολόγησης «ντεβσιρμέ» (devshirme), παιδομάζωμα, το οποίο μετέτρεπε νεαρούς μη Μουσουλμάνους υπηκόους σε μία προνομιακή κοινωνική ομάδα, τους περήφανους για το ειδικό καθεστώς τους καπικουλήδες.

Στις επαρχίες, την εξουσία των στρατιωτικών κυβερνητών εξισορροπούσε αφενός η άσκηση της τοπικής διοίκησης από καδήδες (kadi Μουσουλμάνος ιεροδικαστής), οι οποίοι στρατολογούνταν μεταξύ των ουλεμάδων, και αφετέρου η αυτοδιοίκηση πολλών τοπικών κοινοτήτων. Η καθιέρωση κοινών θεσμών για όλο το εύρος της Αυτοκρατορίας δεν έβαλε τέλος στις κατά τόπους διαφορές και ιδιαιτερότητες. Ο άμεσα διορισμένος Οθωμανός διοικητής συνυπήρχε με τους θεσμούς των Χριστιανικών υποτελών κρατών. Για ορισμένα από αυτά τα κράτη, το καθεστώς της φόρου υποτέλειας αποδείχθηκε ένα προκαταρκτικό μόνο στάδιο πριν από την ολοκληρωτική τους προσάρτηση, ενώ για άλλα αποδείχθηκε μία μόνιμη λύση.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ένα Ισλαμικό κράτος. Έτσι, στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στον Μουσουλμανικό Ιερό Νόμο (Sharia). Στηριγμένος στο Κοράνι και την παράδοση Σουννά (sunna, συγκροτούνταν από ένα σώμα ιστοριών οι οποίες αναφέρονταν στον τρόπο με τον οποίο είχε αντιδράσει ο προφήτης Μωάμεθ σε διάφορες περιστάσεις), ο Μουσουλμανικός Ιερός Νόμος είχε αναπτυχθεί αρχικά στη διάρκεια του Μεσαίωνα και αργότερα από διάφορους ουλεμάδες. Παρόλο που αυτή η συνεχιζόμενη επανερμηνεία εξασφάλιζε τη σχετική προσαρμοστικότητα του σεριάτ, οι Οθωμανοί προτιμούσαν να την εμπλουτίζουν με νόμους και ρυθμίσεις που εξέδιδε απευθείας ο σουλτάνος στηριγμένος στην απόλυτη κυριαρχία του.

Σε αντίθεση με τον σύγχρονο νόμο, αυτοί οι νόμοι και οι ρυθμίσεις, που αποτελούσαν το Σουλτανικό Δίκαιο (kanun, λέξη προερχόμενη από την Ελληνική κανών), δεν προέκυπταν ως συστηματικά πορίσματα που μπορούσαν να αναχθούν σε υψηλότερες νομοθετικές αρχές. Αντίθετα, αποτελούσαν κυρίως μεταφορές και επαναδιατυπώσεις του εθιμικού δικαίου, γι’ αυτό κι ενσωμάτωναν ακόμα προ-οθωμανικά έθιμα των επαρχιών. Παρόλο που θεωρητικά η εξουσία του Οθωμανού σουλτάνου ήταν αδιαφλονίκητη, το Σουλτανικό Δίκαιο θα έπρεπε να συμμορφώνεται με τις υψηλότερες αρχές του σεριάτ και ο πλέον ανώτερος Μουσουλμάνος λόγιος της Αυτοκρατορίας, ο σεϊχουλισλάμης (şeyh-ül-Islam: ο επικεφαλής της πίστης), έπρεπε να πιστοποιεί τη σχετική συμφωνία του κάθε νόμου, ρύθμισης ή διατάγματος του σουλτάνου.

Παρόλο που η επίσημη ιδεολογία επέμενε στην πολιτική σταθερότητα και την παράδοση, στην πράξη το Οθωμανικό πολιτικό σύστημα δεν έμεινε ανεπηρέαστο από τις αλλαγές στο πέρασμα του χρόνου. Η φύση αυτών των αλλαγών είναι εξαιρετικά αντιφατική. Ορισμένοι ιστορικοί θεωρούν ότι οι αλλαγές που έλαβαν χώρα κυρίως στα τέλη του 16ου αιώνα, αποτελούν μία παρακμή από την σχεδόν τέλεια οργάνωση της λεγόμενης «κλασικής εποχής». Άλλοι υποστηρίζουν ότι οι αλλαγές αποτελούν μια προσαρμογή στις προκλήσεις της πρώιμης νεότερης εποχής και μπορούν να συγκριθούν με τη διαδικασία συγκρότησης νεότερων κρατών σε άλλα μέρη της Ευρώπης ή της Ασίας. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι Οθωμανικοί θεσμοί δεν ήταν στατικές, αλλά δυναμικές οντότητες.

ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μελετώντας την ιστορία των Βαλκανίων και ευρύτερα την ιστορία της Εγγύς Ανατολής, η Τουρκική εξάπλωση από τον 11ο αιώνα και στο εξής αποτελεί ένα γεγονός ευρύτερης σημασίας, καθώς οδήγησε στην κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και στη διαμόρφωση της εθνολογικής σύνθεσης των Βαλκανίων, της Μικράς Ασίας, αλλά και γενικότερα της Ανατολικής Μεσογείου. Μία εθνολογική σύνθεση που υφίσταται με μικρές αλλαγές έως και τις μέρες μας. Το πιο σημαντικό, ωστόσο, ήταν η δημιουργία ενός νέου πολιτισμού, του Οθωμανικού, που συντέθηκε με στοιχεία τόσο των μελών που απάρτισαν τη νέα Αυτοκρατορία όσο και με τα νέα στοιχεία που έφεραν μαζί τους οι Τούρκοι από την Κεντρική Ασία.

Δημιουργήθηκε ένας νέος λαϊκός πολιτισμός, με νέες ευκαιρίες για τους κατοίκους του, καθώς συναιρούνταν πολιτισμικά στοιχεία του παρελθόντος και του παρόντος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρχαν εμπλοκές, βιαιότητες και αντιφάσεις. Ένα νέο στρατιωτικό σώμα δημιουργήθηκε, οι γενίτσαροι, μέσω του θεσμού του παιδομαζώματος. O θεσμός της επάνδρωσης του στρατιωτικού και διοικητικού μηχανισμού από δούλους δεν ήταν Οθωμανική εφεύρεση. Τη βρίσκουμε και σε άλλες νομαδικές Αυτοκρατορίες, όπως στους Πάρθους, οι οποίοι συγκρούστηκαν με το στρατό του Μάρκου Αντωνίου και τον νίκησαν, έχοντας μόνο 400 ελεύθερους επί συνόλου 50.000 ανδρών.

Την ίδια τακτική ακολούθησαν και οι Αββασίδες χαλίφες, αγοράζοντας Τούρκους δούλους από τις ασιατικές στέπες και εκπαιδεύοντάς τους ως στρατιώτες και διοικητικούς υπαλλήλους. Στη συνέχεια θα παρουσιάσουμε ιστορικά στοιχεία για το θεσμό του παιδομαζώματος (ντεβσιρμέ), αλλά και λεπτομέρειες για τη ζωή και τον πολιτισμό των γενίτσαρων, ενός στρατού που στους πρώτους αιώνες της Οθωμανικής ιστορίας έγινε ο φόβος και ο τρόμος όλων των στρατών της Ευρώπης, αλλά ο οποίος στη συνέχεια έμελλε να πέσει σε πλήρη ανυποληψία και παρακμή.


Εξετάζονται επίσης εκτενώς οι σχέσεις του σώματος αυτού με το τάγμα των δερβίσηδων μπεκτασί και με την ευκαιρία αναδεικνύουμε ορισμένες σημαντικές όψεις του λαϊκού πολιτισμού και των βαθύτερων ζυμώσεων που έλαβαν χώρα στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τη γέννηση του Οθωμανικού πολιτισμού και των ποικίλων παραφυάδων του.

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΛΑΟΥ 

Από τον 10ο αιώνα, μία νέα δύναμη άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία της στο ''γνωστό κόσμο'' των Βυζαντινών, οι Τούρκοι, οι οποίοι ξεκίνησαν από την κοιτίδα τους, στις εσχατιές της Ασίας. Τουρκόφωνα (Τουρανικά) φύλα κατά τον 10ο αιώνα μ.X. και εξής κινήθηκαν από την αρχική κοιτίδα τους, στην κεντρο-ανατολική στέπα της Ασίας, και απλώθηκαν δυτικά, εισδύοντας στους κόσμους του Ισλάμ και της χριστιανοσύνης, με αποτέλεσμα, σε διάστημα περίπου 5 αιώνων, να κυριαρχήσουν στην M. Ανατολή, καταλύοντας τις παρακμάζουσες αραβικές δυναστείες της Βαγδάτης και του Καΐρου και στη συνέχεια να επικρατήσουν σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια, αντικαθιστώντας τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Η οποία, ιδιαίτερα μετά το 1204, παρουσίαζε σημάδια δραματικής αποσύνθεσης και διάλυσης. Στα ανατολικά σύνορά της, από τον 11ο αιώνα εντείνονταν οι επιθέσεις των Σελτζούκων, των Αρτουκίδων και των Ντανισμεντίδων, που συνοδεύονται από Τουρκομάνους νομάδες της Κεντρικής Ασίας, οι οποίοι, από τα τέλη του 13ου αιώνα, θα δημιουργήσουν εμιράτα σε όλη τη Μικρά Ασία, ένα από τα οποία, το ισχυρό Οθωμανικό εμιράτο, θα καταφέρει να δεσπόσει όλων των άλλων και να συγκρουστεί με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, την οποία θα υποτάξει ολοκληρωτικά σε διάστημα ενάμισι αιώνα, αναλαμβάνοντας τον κυρίαρχο ρόλο στις ιστορικές τύχες της νοτιοανατολικής λεκάνης της Μεσογείου και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

H ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΩΝ ΜΟΓΓΟΛΩΝ

Από τις πρώτες δεκαετίες του 13ου αιώνα ξεκινά η επέλαση των Μογγόλων. Οι Μογγόλοι μέσα σε λιγότερο από τριάντα χρόνια κατέλυσαν την Τουρκο-Περσική δυναστεία των Χορεσμιανών στην Κεντρική Ασία και ενώ ένας κλάδος τους κινήθηκε προς τη Μικρά Ασία και τη Μεσόγειο, ένας άλλος, το χανάτο της ''Χρυσής Ορδής'', έφτασε με αστραπιαία ταχύτητα διαμέσου των Ρωσικών στεπών έως την Πολωνία και τη Βαλκανική. Απ’ όπου περνούσαν, άφηναν μόνο συντρίμμια, κατεστραμμένες πόλεις και ακατοίκητες περιοχές. Όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο D.M. Nicol, ''Η δύναμη και η ορμητικότητα των Μογγόλων ήταν τέτοιας έντασης, που μπροστά της οι διαμάχες των Λατίνων και των Ελλήνων για την κατοχή της Κωνσταντινούπολης μοιάζουν σαν τα μαλώματα άτακτων παιδιών''.

O Αραβας ιστορικός, Ιμπν αλ-Αθίρ, στο ογκώδες έργο του ''Τέλεια Ιστορία'' (13ος αιώνας), δεν βρίσκει λέξεις για να περιγράψει τη θλίψη του, τη φρίκη και την έκπληξη που του έχουν προκαλέσει οι Μογγόλοι και ''η μάστιγα των Θεών'', όπως αποκαλεί τον Τζένγκις Χαν: ''Ο κόσμος δεν γνώρισε παρόμοια καταστροφή από τότε που ο Θεός δημιούργησε τον Αδάμ, μη διστάζετε να το πιστέψετε, γιατί αυτή είναι η αλήθεια''. ''Πρέπει να αποψιλώσουμε όλες τις πόλεις'', έλεγε ο Τζένγκις Χαν, ''ώστε όλος ο κόσμος να γίνει μια απέραντη στέπα, όπου οι Μογγόλες μητέρες θα γαλουχήσουν παιδιά ελεύθερα και χαρούμενα''.

Πράγματι, η μία μετά την άλλη οι επιβλητικές πόλεις της Ανατολής θα καταστραφούν και οι κάτοικοί τους θα αποδεκατιστούν, με αποκορύφωμα την καταστροφή της Βαγδάτης το 1258. Το 1243 οι Σελτζούκοι γνωρίζουν συντριπτική ήττα στη μάχη του Κιοσέ Νταγ από τους Μογγόλους. Στο πλευρό των Σελτζούκων είχε πολεμήσει και ένα Βυζαντινό άγημα από την Τραπεζούντα των Μεγάλων Κομνηνών. H ήττα του Κιοσέ Νταγ εξανάγκασε τον Σελτζούκο σουλτάνο, Καϊχοσρόη B' (1237 - 1245), και τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα, Ιωάννη Βατάτζη, να συναντηθούν πάνω σε μια πλωτή γέφυρα του ποταμού Μαιάνδρου, στην Τρίπολη της δυτικής Μικράς Ασίας, όπου και υπέγραψαν συνθήκη συμμαχίας κατά του κοινού εχθρού τους, των παγανιστών Μογγόλων.

Ωστόσο, η συμμαχία αυτή δεν απέδωσε καρπούς και σύντομα οι Σελτζούκοι, πνέοντας τα λοίσθια, αναγνώρισαν την επικυριαρχία των Μογγόλων. O 13ος αιώνας αποτελεί για τους λαούς της Εγγύς Ανατολής και της λεκάνης της Ανατολικής Μεσογείου περίοδο επιθανάτιας αγωνίας, καθώς οι Μογγόλοι, από τη μια μεριά, και οι δυτικοί σταυροφόροι, από την άλλη, απειλούν να αφανίσουν τα πάντα στο πέρασμά τους χωρίς ίχνος σεβασμού απέναντι στους μεγάλους πολιτισμούς που συναντούσαν στο διάβα τους.

H ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΞΑΠΛΩΣΗ

Η Οθωμανική επέκταση ξεκίνησε περίπου το 1300 μ.Χ. από τη βoρειοδυτική Μικρά Ασία και συνεχίστηκε μέχρι τον ύστερο 17ο αιώνα, με τελευταία σημαντική κατάκτηση, το 1672, την Ποδολία, επαρχία της Πολωνίας - Λιθουανίας την εποχή εκείνη και τμήμα της Ουκρανίας σήμερα. Μέσα σε ένα διάστημα τριών αιώνων, η επέκταση μετέβαλε ένα μικρό βασίλειο ημινομάδων ποιμένων σε μία γραφειοκρατική Αυτοκρατορία διεθνούς εμβέλειας. Το μεγαλύτερο μέρος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης κατακτήθηκε κατά τον 14ο - 15ο αιώνα, ορισμένες περιοχές ωστόσο, είτε κατακτήθηκαν αργότερα (όπως η Σλαβονία, το Βανάτο, η Κύπρος, η Κρήτη) είτε έμειναν εκτός Οθωμανικής κυριαρχίας (όπως η Κέρκυρα, η Δαλματία, η Κροατία, η Σλοβενία).

Για τους λαούς των περιοχών αυτών, η Οθωμανική κατάκτηση αποτελούσε ένα σημαντικό γεγονός. Διαμόρφωσε τις ζωές τους σε βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επίπεδο. Οι ιστορικοί εξέφρασαν ποικίλες και συχνά αντικρουόμενες απόψεις αναφορικά με αυτήν τη διαδικασία. Οι περισσότεροι την αφηγήθηκαν ορμώμενοι από μία εθνοκεντρική οπτική, παρόλο που οι λαοί των ύστερων Μεσαιωνικών χρόνων σπάνια αντιλαμβάνονταν τον κόσμο γύρω τους με εθνοτικά κριτήρια. Αυτοί οι ιστορικοί παρουσίασαν τη διαδικασία της επέκτασης ως μία αλληλουχία ηρωικών στρατιωτικών επιτευγμάτων, με τους ιδιαίτερους λαούς τους να μάχονται γενναία ενάντια σε ισχυρούς εχθρούς.

Η Οθωμανική κατάκτηση ήταν γι’ αυτούς, είτε μια καταστροφή για τους λαούς τους και τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό, είτε αντίθετα, η εγκαθίδρυση μιας ευεργετικής Οθωμανικής ειρήνης. Για άλλους ιστορικούς, η αληθινή φύση της κατακτητικής διαδικασίας ήταν πιο σύνθετη: εθνοτικά, θρησκευτικά και ηθικά όρια συχνά συγχέονταν, μεγάλες εκστρατείες συνδυάζονταν με ελάσσονος σημασίας συρράξεις. Σε τοπικό επίπεδο, τα κίνητρα και οι αντιλήψεις των ανθρώπων δεν μπορούσαν να ενταχθούν σε σαφώς οροθετημένα πλαίσια όπως αυτά που αντιλαμβάνονταν οι σύγχρονοι ιστορικοί. Η εξασφάλιση της συνεργασίας αποδεικνυόταν συχνά εξίσου σημαντική με τη δράση στα πεδία μαχών. Ο ηρωισμός και η αφοσίωση σε διάφορα ιδεώδη αποτελούσαν μέρος της εικόνας της εποχής, το ίδιο και η βία, η οδύνη και η προδοσία.


ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ TA ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΕΞΑΠΛΩΣΗΣ

Για το Βυζάντιο, το 1071 σήμαινε ταυτόχρονα την αρχή του τέλους τόσο της Μικράς Ασίας, με τη σταδιακή διείσδυση των Τούρκων μετά την επικράτησή τους στο Μαντζικέρτ (Μαλαζγκίρτ της Τουρκίας), όσο και της Κάτω Ιταλίας, εξαιτίας της νίκης των Νορμανδών του Ροβέρτου Γυισκάρδου στο Μπάρι. Είχε προηγηθεί το οριστικό σχίσμα των δύο Εκκλησιών, της Ορθόδοξης και της Καθολικής, το 1054, με αποτέλεσμα το Παπικό κράτος να επηρεάζει αρνητικά τους ηγεμόνες της Δύσης κατά του Βυζαντίου τους επόμενους κρίσιμους αιώνες για την αντιμετώπιση των ποικιλώνυμων εχθρών εξ Ανατολής. Στα χρόνια, λοιπόν, της προϊούσας εξάπλωσης των Τουρκικών φύλων κατά τον 11ο αιώνα, η διεθνής συγκυρία δεν ήταν ευνοϊκή για το Βυζάντιο.

Το οποίο όχι μόνο δεν μπορούσε να προσμένει μία ουσιαστική βοήθεια από τη Δύση, αλλά αντιθέτως πάντοτε παραμόνευε απειλητικός ο κίνδυνος μίας δυτικής εισβολής, που έμελλε να πραγματοποιηθεί το 1204 με την εκτροπή της Δ' σταυροφορίας, την άλωση της Κωνσταντινούπολης και το διαμελισμό της Αυτοκρατορίας σε Λατινικά βασίλεια. Ωστόσο, και στο εσωτερικό μέτωπο, στα χρόνια μετά το θάνατο του Αυτοκράτορα Βασιλείου B' του Βουλγαροκτόνου (1025) και για περίπου 6 δεκαετίες, το κύριο χαρακτηριστικό στην πολιτική ζωή του Βυζαντίου ήταν η σκληρή αντιπαράθεση μεταξύ των εκπροσώπων της πολιτικής - διοικητικής γραφειοκρατίας της πρωτεύουσας και αυτών της στρατιωτικής, ''φεουδαρχικής'' αριστοκρατίας των επαρχιακών κέντρων.

Οι οποίοι βαθμιαία απέκτησαν μεγάλη δύναμη και προσπαθούσαν να απορροφήσουν τους ελεύθερους καλλιεργητές και τους κλήρους τους. Οι κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις, λοιπόν, που πυροδοτήθηκαν από αυτή την αντιπαράθεση, όπως:

α) Η επέκταση του δικαιώματος φοροσυλλογής και η ανελέητη φορολογική καταπίεση των επαρχιών.

β) Η κατάργηση μίας σειράς ευνοϊκών για τις φτωχότερες αγροτικές μάζες μέτρων επί Ρωμανού Γ' Αργυρού (1028 - 1034).

γ) Η πώληση αξιωμάτων και ιδιαίτερα το καταστροφικό μέτρο του Μονομάχου για ''εξαργυρισμό'' (εξαγορά) της στρατιωτικής θητείας, που είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του μισθοφορικού στοιχείου στον Αυτοκρατορικό στρατό, ο οποίος έφτασε να αποτελείται στην πλειονότητά του από Νορμανδούς, Άγγλους, Ρώσους, Γεωργιανούς, Άραβες, Πατζινάκες Τούρκους, αλλά ακόμη και από Σελτζούκους της Ανατολίας, με ολέθριες συνέπειες ως προς την αποτελεσματικότητά του.

δ) Η υποτίμηση του νομίσματος, του Βυζαντινού solidus (σόλδιου), που δίκαια είχε χαρακτηριστεί για τη μέχρι τότε σταθερότητα και αξιοπιστία του ως ''το δολάριο του Μεσαίωνα'', που έλαβε χώρα κατά την περίοδο 1071 - 1081.

ε) Η εμφάνιση των Ενετών στο ρόλο των σημαντικότερων εμπόρων της Αυτοκρατορίας, οδήγησαν στην κατάρρευση του Βυζαντινού στρατιωτικού και διοικητικού συστήματος.

Καταλαβαίνουμε ίσως έτσι καλύτερα ότι η κατάρρευση των Βυζαντινών το 1071 και το 1176 ήταν αποτέλεσμα μακροχρόνιων εξελίξεων και όχι απλώς μεμονωμένων γεγονότων, δηλαδή, της νίκης των Τούρκων στο Μαντζικέρτ και στο Μυριοκέφαλο αντίστοιχα. Επιπρόσθετα, μετά το 1025 αλλεπάλληλα ήταν τα στασιαστικά κινήματα και οι εξεγέρσεις που έλαβαν χώρα από επαρχιακούς άρχοντες και στρατιωτικούς αξιωματούχους για κατάληψη του θρόνου και ανάληψη της κεντρικής εξουσίας. Στα κινήματα αυτά με τις ολέθριες επιπτώσεις για το Βυζαντινό κράτος αναμείχθηκαν μέλη των επιφανέστερων Βυζαντινών οικογενειών (οίκων).

Ακόμη και ο Γεώργιος Μανιάκης, η μεγαλύτερη στρατιωτική μορφή της εποχής, στράφηκε (1043) εναντίον του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ' Μονομάχου, αλλά αποκρούστηκε την τελευταία στιγμή από δυνάμεις που παρέμεναν πιστές στον τελευταίο. Επίσης, ο Βυζαντινοαρμενικής καταγωγής Λέων Τορνίκιος, υπεύθυνος για την ''τρομερότερη φεουδαρχική εξέγερση της εποχής'', κατά τον T. Λουγγή, το 1047, έφτασε πολύ κοντά στην κατάληψη της Βασιλεύουσας, που, όμως, αποφεύχθηκε την πιο κρίσιμη στιγμή. Είναι χαρακτηριστικό της έντασης της περιόδου ότι κάθε πλευρά πλήρωνε αδρά για να κερδίσει την εύνοια των Τούρκων αρχηγών που είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους στα εδάφη της Μικράς Ασίας, για να εξασφαλίσει τις στρατιωτικές υπηρεσίες τους.

Σε μία εποχή, λοιπόν, που οι εξωτερικές πιέσεις άρχισαν να γίνονται ιδιαίτερα επικίνδυνες, η προμελετημένη και συνειδητή παραμέληση των ντόπιων στρατών, ιδιαίτερα από τους γραφειοκράτες που προσπαθούσαν με αυτό τον τρόπο να αμυνθούν, αποδυναμώνοντας το στρατιωτικό μηχανισμό και στη συνέχεια η εξάρτηση από πολυέξοδα και λιγότερο αξιόπιστα μισθοφορικά στρατεύματα που δεν είχαν καμία νομιμοφροσύνη και μάλιστα, όταν καθυστερούσε η πληρωμή τους, δεν δίσταζαν να λεηλατούν και να ερημώνουν τις περιοχές που υποτίθεται ότι είχαν εκμισθωθεί να υπερασπίζονται ή και να αποσκιρτούν στους Τούρκους, οδήγησαν στη σταδιακή απώλεια της Μικράς Ασίας από τις Τουρκικές ορδές.

Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

Τόσο ο ιστορικός Μιχαήλ Ατταλειάτης, που υπηρέτησε ως αξιωματικός του στρατού σε πολλές εκστρατείες στην Ανατολή και παραβρέθηκε στη μάχη του Μαντζικέρτ, όσο και ο Κεδρηνός μας δίνουν πληροφορίες από πρώτο χέρι για την στρατιωτική παρακμή του Βυζαντίου στα μέσα του 11ου αιώνα και εξής:

''Οι ίδιοι οι στρατιώτες εγκατέλειψαν τα όπλα τους και τη στρατιωτική θητεία και έγιναν δικηγόροι, λάτρεις νομικών προβλημάτων και ερωτημάτων'' (Κεδρηνός). ''Οι Τούρκοι που έκαναν επιδρομές στα ανατολικά εδάφη της Αυτοκρατορίας, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους στρατούς της Ρωμανίας που στρατοπέδευαν στη Μεσοποταμία και ιδιαίτερα γύρω από τη Μελιτηνή. Οι στρατιώτες, όμως, αυτοί, απλήρωτοι και μη εφοδιασμένοι, βρίσκονταν σε στερημένη και εξαθλιωμένη κατάσταση'' (Ατταλειάτης,). Όταν ο Ρωμανός Διογένης προσπαθούσε να συγκεντρώσει στρατό για την πρώτη μεγάλη εκστρατεία του κατά των Τούρκων, το 1068, τον βρήκε σε πρωτοφανή εξαθλίωση:

''O Αυτοκράτορας ξεκίνησε για την εκστρατεία βιαστικά, με στρατό που δεν άρμοζε σε Αυτοκράτορα των Ρωμαίων τον αποτελούσαν Μακεδόνες, Βούλγαροι, Καππαδόκες, Ούζοι και άλλοι ξένοι που έτυχε να βρίσκονται εκεί, καθώς επίσης Φράγκοι και Βαράγγοι. Έβλεπε κάποιος αυτό το απίθανο θέαμα: οι περίφημοι στρατιώτες των Ρωμαίων, που είχαν υποτάξει Ανατολή και Δύση, δεν ήταν τώρα παρά λίγοι άνδρες, τσακισμένοι από τη φτώχεια και το άγχος και άοπλοι. Αντί για σπαθιά και άλλα στρατιωτικά όπλα κρατούσαν κυνηγετικά δόρατα και δρεπάνια και τους έλειπαν τα άλογα και άλλα στρατιωτικά εφόδια. Ήταν δειλοί και φυγόμαχοι και φαίνονταν ανίκανοι για οποιαδήποτε γενναία πράξη.

Ακόμη και τα λάβαρα μιλούσαν σιωπηλά: ήταν καταθλιπτικά, σε άθλια κατάσταση, μαυρισμένα σαν από πυκνό καπνό και με λίγους και φτωχούς άνδρες από πίσω τους. Όσοι είδαν αυτό το θέαμα έπεσαν σε κατάθλιψη, καθώς αναλογίζονταν πόσο χαμηλά είχαν ξεπέσει οι στρατοί των Ρωμαίων... Σε αντίθεση, οι στρατιώτες του εχθρού ήταν τολμηροί, επίμονοι, πεπειραμένοι και γενικά κατάλληλοι για πόλεμο'' (Κεδρηνός).


ΒΥΖΑΝΤΙΟ KAI ΣΕΛΤΖΟΥΚΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ

Οι Σελτζούκοι αποτελούσαν, κατά το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα, τη σημαντικότερη Τουρκόφωνη φυλή στις κεντροασιατικές στέπες, ασπάστηκαν το Ισλάμ στη Σουνιτική (δηλαδή, ορθόδοξη) εκδοχή του γύρω στο 960 και, μολονότι διατήρησαν τις νομαδικές συνήθειές τους, εγκαταστάθηκαν, με ηγέτη τους το δυναμικό φύλαρχο Σελτζούκ, στην Υπερωξιανή, περιοχή που περικλείεται από τους ποταμούς Ώξο (Αμού Νταρυά) και Ιαξάρτη (Συρ Νταρυά). Μέσα σε διάστημα μισού αιώνα από την πρώτη εμφάνισή τους στην Αρμενία (1016 - 1017), κατάφεραν να ιδρύσουν μία Αυτοκρατορία που απλωνόταν από το Αφγανιστάν μέχρι τη Μικρά Ασία.

Αποκορύφωμα της πορείας τους προς τα δυτικά ήταν η κατάκτηση και θριαμβευτική είσοδός τους στη Βαγδάτη, το 1055, όπου έγινε η περίφημη συνάντηση του Τογρούλ Μπεγ, ενός από τους δύο εγγονούς του Σελτζούκ, με τον Αββασίδη χαλίφη αλ-Καΐμ, ο οποίος από εκεί και πέρα δέχτηκε την πολιτική και στρατιωτική επικυριαρχία των Σελτζούκων, κρατώντας για λογαριασμό του μόνο τη θρησκευτική ιδιότητα του τίτλου του ως εκπροσώπου (χαλίφη) του Προφήτη του Ισλάμ, Μωάμεθ. O Τογρούλ Μπεγ θεωρείται ως ο ιδρυτής της δυναστείας των Μεγάλων Σελτζούκων της Βαγδάτης και έως το θάνατό του (1063) κατόρθωσε να ιδρύσει τον πυρήνα μίας αχανούς Αυτοκρατορίας.

Παγιώνοντας έτσι τη δύναμή του στη Μεσοποταμία και στο Ιράν και έχοντας ενσωματώσει μέσα στη δεκαετία 1050 - 1060 το Αζερμπαϊτζάν και μέρος της Αρμενίας. Μετά τον Τογρούλ, ο επόμενος σουλτάνος, Αλπ Αρσλάν, το ''δυνατό λιοντάρι'' (1063 - 1072 / 1073), συνέχισε τις κατακτήσεις, με κυριότερη επιτυχία αρχικά την πλήρη κατάκτηση της Αρμενίας (λεηλασία του Ανίου, το 1064). Είχε προηγηθεί η κατάκτηση και λεηλασία (1049) της Αρτζέ, σπουδαίου εμπορικού κέντρου κοντά στη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ), και της Μελιτηνής (1057). Είναι η περίοδος των αλλεπάλληλων επιδρομών των Πατζινάκων στα Βαλκάνια, που εξανάγκασε τον Αυτοκράτορα να αποσύρει στρατεύματα από την Ανατολή για να ενισχύσουν το Βυζαντινό στρατό στις εκστρατείες στο Βαλκανικό μέτωπο.

H βαριά ήττα του Βυζαντινού στρατού στο Μαντζικέρτ, το 1071, από τις δυνάμεις του Αλπ Αρσλάν εγκαινίασε τη μόνιμη εγκατάσταση των Τούρκων στο Μικρασιατικό έδαφος, ενώ κύματα Τουρκομάνων νομάδων άρχισαν να εγκαθίστανται στο παραβιασμένο σύνορο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τη δεκαετία που ακολούθησε μέχρι την άνοδο της δυναστείας των Κομνηνών στον Αυτοκρατορικό θρόνο (1071 - 1081), οι Σελτζούκοι συνέχισαν να προελαύνουν προς τα δυτικά σχεδόν ανενόχλητοι, επωφελούμενοι από τις εντεινόμενες δυναστικές έριδες στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας και τη σχεδόν ανεξέλεγκτη δράση των μισθοφορικών στρατευμάτων της.

TO ΣΟΥΛΤΑΝΑΤΟ TOY POYM

Το 1080, η Σελτζουκική Αυτοκρατορία, που εκτεινόταν από τον ποταμό Ωξο στην κεντρική Ασία μέχρι την ανατολική Μικρά Ασία, διασπάστηκε και τα Μικρασιατικά εδάφη αποτέλεσαν το Σουλτανάτο του Ρουμ (Rum), με πρωτεύουσα (την περίοδο 1080 - 1097) τη Νίκαια, σχεδόν απέναντι από την Κωνσταντινούπολη. Το σουλτανάτο δημιουργήθηκε από τους απογόνους ενός από τους ισχυρότερους Σελτζούκους φυλάρχους, του Σουλεϋμάν ιμπν Κουτλουμούς (1080 / 1081 - 1085 / 1086). Στην πραγματικότητα, ο Κουτλουμούς εγκαταστάθηκε στη Νίκαια με τη βοήθεια του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Αλέξιου A' Κομνηνού.

Ο οποίος επιχείρησε με αυτό τον ανορθόδοξο τρόπο να έχει τον έλεγχο της Βορειοδυτικής Μικράς Ασίας, αφού αυτό το νέο σουλτανάτο δεν το αναγνώρισε ποτέ ο αντίζηλος σουλτάνος της Βαγδάτης, Μαλίκ Σαχ. H υιοθεσία του όρου ''Σουλτανάτο του Ρουμ'' φανερώνει την επιθυμία των Σελτζούκων να συνδέσουν τη νέα επικράτειά τους με το Μεσαιωνικό ανατολικό Ελληνισμό, αφού εδαφικά το σουλτανάτο τους εδραιώθηκε πάνω στις πρώην κτήσεις των Ρωμαίων (Βυζαντινών).

Αξίζει σ' αυτό το σημείο να τονίσουμε ότι η εχθρότητα των ανατολικών Χριστιανικών λαών προς τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σε συνδυασμό με τη θρησκευτική ανοχή, τη μετριοπάθεια και τη φορολογική ελάφρυνση από τους Σελτζούκους και άλλες προ-οθωμανικές Τουρκόφωνες δυναστείες προς τους Χριστιανικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, υποβοήθησαν τη σταδιακή παρακμή και πτώση της Βυζαντινής κυριαρχίας. Τόσο ο Σουλεϋμάν Κουτλουμούς όσο και ο Μαλίκ Σαχ της Βαγδάτης συμπεριφέρθηκαν πραγματικά με μετριοφροσύνη και ανθρωπισμό προς τους Χριστιανικούς πληθυσμούς, απαλλάσσοντάς τους από τη βαριά φορολογία, που την αντικατέστησαν με έναν ετήσιο συμβολικό κεφαλικό φόρο (caput).

Το ενδιαφέρον είναι ότι όλα αυτά τα στοιχεία τα αντλούμε από Χριστιανικές πηγές (Βυζαντινή ιστοριογραφία, Ματθαίος Έδεσσας, Μπαρ Εβραίος, Μιχαήλ Σύρος). Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι στις αρχές του 12ου αιώνα οι Χριστιανοί κάτοικοι της Μελιτηνής εκτιμούσαν τόσο πολύ τον Σελτζούκο σουλτάνο, Κιλίτζ Αρσλάν A', λόγω των ευνοϊκών μέτρων που πήρε για την προστασία τους, ώστε αναφέρονται να θρηνούν το θάνατό του (1107), όπως εξάλλου έγινε και με τον Γκιουμουστεγκίν, τον Ντανισμεντίδη εμίρη της Σεβάστειας.

H ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΩΝ ΚΟΜΝΗΝΩΝ

H πλημμυρίδα της Τουρκικής προέλασης ανακόπηκε στα χρόνια της δυναστείας των Κομνηνών (1081 - 1185), που διέθεταν αξιόλογες πολιτικές και στρατιωτικές ικανότητες, ενώ η καταγωγή τους από τη Μικρά Ασία τους καθιστούσε ιδιαίτερα ευαίσθητους στο ενδεχόμενο της οριστικής απώλειας των Μικρασιατικών εδαφών. Πρώτος ο Αλέξιος A' εξουδετέρωσε τον Σελτζούκο πειρατή Τζαχά, ο οποίος είχε καταλάβει τη Σμύρνη (1081) και με το στόλο του από μικρά ευέλικτα πλοία έφτασε να απειλεί τις ακτές της Προποντίδας και τα νησιά του Αιγαίου (1092). H διπλωματική ευελιξία του Αλέξιου A' φάνηκε και κατά τη διάρκεια της A' σταυροφορίας (1096 - 1097), αφού πέτυχε να παραδοθούν στην Αυτοκρατορία όσες περιοχές της Μικράς Ασίας καταλήφθηκαν από τους σταυροφόρους.

Πράγματι η Νίκαια, η Σελτζουκική πρωτεύουσα, πολιορκήθηκε από τους σταυροφόρους και τις πολιορκητικές μηχανές του Βυζαντίου, χωρίς τις οποίες θα ήταν αδύνατη η κατάληψη μίας πόλης με τριακόσιους πύργους. Τελικά, η Νίκαια παραδόθηκε με μυστική συμφωνία στους Βυζαντινούς τον Ιούνιο του 1097, οι οποίοι στο εξής άρχισαν μεθοδικά να αποκαθιστούν την εξουσία τους στη Δυτική, Νότια και Νοτιοανατολική Μικρά Ασία, καθώς και στα παράλια της Συρίας (ως το 1107). Στη μάχη του Δορύλαιου (Ιούλιος 1097) οι Σελτζούκοι του Κιλίτζ Αρσλάν A' συντρίφθηκαν από τους σταυροφόρους, οι οποίοι, μετά από εννιάμηνη πολιορκία, έγιναν κύριοι της Αντιόχειας (Ιούνιος 1098), την οποία, ωστόσο, ο Νορμανδός Βοημούνδος αρνήθηκε να επιστρέψει στο Βυζάντιο.


Αποκορύφωμα των σταυροφορικών επιχειρήσεων ήταν ασφαλώς η κατάληψη της Ιερουσαλήμ, τον Ιούλιο του 1099, που συνοδεύτηκε με λουτρό αίματος Μουσουλμάνων και Ιουδαίων (είχε καταληφθεί από τους Σελτζούκους το 1077, μετά τη συντριβή των Φατιμίδων της Αιγύπτου), ενώ στις αναμφισβήτητες επιτυχίες τους συγκαταλέγεται η κατάληψη της Έδεσσας από τον Βαλδουίνο, ο οποίος μάλιστα έκοψε και νομίσματα με Ελληνικές λέξεις ''Balduinos doulos tou Stavrou'' (Βαλδουΐνος, δούλος του σταυρού). Μετά τον Αλέξιο, και ο διάδοχος και γιος του, Ιωάννης B', συνέχισε την προέλαση στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας με επανειλημμένες εκστρατείες.

Περιορίζοντας έτσι την επικράτεια του Σελτζουκικού σουλτανάτου στα υψίπεδα της Κεντρικής Ανατολίας (με νέα πρωτεύουσά τους το Ικόνιο, μετά την κατάληψη της Νίκαιας από τους Βυζαντινούς, το 1097). Μεταξύ του 1130 και του 1135, ο Ιωάννης οργάνωσε τις πιο σημαντικές εκστρατείες του εναντίον των Τουρκομάνων και των Ντανισμεντίδων στο Βορρά, εκμεταλλευόμενος τις τεταμένες σχέσεις τους με το σουλτανάτο του Ικονίου. Λίγο αργότερα, το 1139 - 1140, οι Βυζαντινοί επιτέθηκαν κατά της Νεοκαισάρειας του Πόντου, σκορπώντας τον τρόμο σε όλη την Ανατολή. O Μιχαήλ ο Σύρος γράφει πολύ χαρακτηριστικά, διεκτραγωδώντας το φόβο που διακατείχε τους Μουσουλμάνους ηγέτες της περιοχής:

''Όταν ο Αυτοκράτορας επιτέθηκε κατά της Νεοκαισάρειας, η οργή των Τούρκων κατά των Χριστιανών φούντωσε σε όλα τα εδάφη που κατείχαν. Έσφαζαν όποιον ανέφερε το όνομα του Αυτοκράτορα, ακόμη και τυχαία, και έπαιρναν τα παιδιά του και το σπίτι του. Έτσι σκοτώθηκαν πολλοί στη Μελιτηνή και αλλού, μέχρι που ξαφνικά ο Αυτοκράτορας έφυγε''. Παρόλα αυτά, η εκστρατεία κατά της Νεοκαισάρειας απέτυχε, συνοδεύτηκε, όμως, τελείως συμπτωματικά από το θάνατο του ηγέτη των Ντανισμεντίδων και το διαμελισμό του εμιράτου τους σε τρία εχθρικά και αντιμαχόμενα μεταξύ τους κρατίδια, προς όφελος, φυσικά, των Σελτζούκων του Ικονίου, που λίγα χρόνια αργότερα (1177 / 1178), τους ενσωμάτωσαν, αλλά και των Βυζαντινών που ξαλάφρωναν τουλάχιστον από έναν ''βραχνά''.

O γιος του Ιωάννη, Μανουήλ A' Κομνηνός, τελείως εξωπραγματικά οραματίστηκε να ανασυστήσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, δίνοντάς της την αίγλη που είχε επί Ιουστινιανού. Εξεδίωξε τους Τουρκομάνους από τη Βορειοδυτική Μικρά Ασία και μετά το 1146 επιτέθηκε ακόμη και στο Ικόνιο, βεβηλώνοντας τα κοιμητήρια των Μουσουλμάνων που βρίσκονταν έξω από τα τείχη. Ωστόσο, εγκατέλειψε την πολιορκία μετά την άφιξη Μουσουλμανικού στρατού από Ντανισμεντίδες, καθώς μετά δυσκολίας κατάφερε να απομακρύνει το στρατό του από το Μικρασιατικό οροπέδιο. Την εποχή αυτή (μέσα 12ου αιώνα) χρονολογούνται οι διπλωματικές επαφές του Μανουήλ και των διαδόχων του με τους δύο σημαντικότερους Μουσουλμάνους ηγέτες της εποχής.

Τον τουρκόφωνο κυβερνήτη της Δαμασκού, Νουρεντίν (1147 - 1174), και τον Σαλαντίν (1169 - 1193). Το 1158 / 1159, η μεγάλη επιτυχία του Μανουήλ με την ανακατάληψη της Αντιόχειας με τη συνδρομή των σταυροφόρων, έκανε τον Νουρεντίν να αλλάξει άρδην την πολιτική του, υπογράφοντας μάλιστα και συνθήκη με το Βυζάντιο (1159), με ανταλλαγές δώρων και υποσχέσεων για κοινή δράση κατά του νέου σουλτάνου του Ικονίου, Κιλίτζ Αρσλάν B' (1156 - 1192). Ωστόσο, στο τέλος του 1161, μετά την ήττα του από το Βυζαντινό στρατό, ο Κιλίτζ Αρσλάν B' έκανε ειρήνη με τον Μανουήλ και το 1162 έλαβε χώρα το περίφημο ταξίδι του στην Κωνσταντινούπολη.

Διπλωματικά, το ταξίδι αυτό στέφθηκε με επιτυχία, διότι αφέθηκε ήσυχος να αντιμετωπίσει ενδοδυναστικά προβλήματα, αλλά και τον ανταγωνισμό με τους Ντανισμεντίδες που είχε ενταθεί. Έτσι ο πανούργος Κιλίτζ Αρσλάν B' κατόρθωσε να γείρει την πλάστιγγα προς τη μεριά του, ενώ αντίθετα οι διπλωματικές σχέσεις Βυζαντίου - Νουρεντίν, όπως ήταν αναμενόμενο, επιδεινώθηκαν. H τρίμηνη επίσκεψη του Κιλίτζ Αρσλάν B' στην Κωνσταντινούπολη περιγράφεται γλαφυρά από τον Νικήτα Χωνιάτη και τον Κίνναμο. Οι Βυζαντινοί τον υποδέχτηκαν με πολλές τιμές, του δόθηκαν πλούσια δώρα, συμμετείχε ως τιμώμενο πρόσωπο σε γιορτές και συμπόσια της Βυζαντινής αυλής, παρακολούθησε αγώνες στον ιππόδρομο, όπου υπέστη τη γελοιοποίηση από τα μέλη των συντεχνιών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το φαντασμαγορικό θέαμα μίας ναυτικής εκδήλωσης, κατά την οποία έγινε επίδειξη της ισχύος του υγρού πυρός σε εικονική ναυμαχία με μικρές λέμβους και ακάτια. Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης που υπογράφηκε, ο σουλτάνος ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει μερικά Μικρασιατικά οχυρά στο Βυζάντιο, να συνεργάζεται μαζί του στρατιωτικά όταν του ζητηθεί και να εμποδίζει τους Τουρκομάνους να λεηλατούν Χριστιανικές περιοχές. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η φιλοξενία αυτή Τούρκου σουλτάνου στη Βασιλεύουσα στο πλαίσιο των διπλωματικών επαφών του Βυζαντίου δεν ήταν η πρώτη. Είχε προηγηθεί, επί Αλέξιου A' Κομνηνού, η φιλοξενία του Abul-Kasim (του ''Απελχασήμ'' κατά την Αννα Κομνηνή).

Ο οποίος διαδέχτηκε τον Σουλεϋμάν Κουτλουμούς μετά το θάνατό του (1085) και είχε γίνει ιδιαίτερα απειλητικός για το Βυζάντιο. Ερχόμενος, λοιπόν, στην Κωνσταντινούπολη, ''παντοίας αξιούται φιλοφροσύνης'', ενώ μαζί του ήρθαν και πολλοί Τούρκοι ''αρχισατράπες'', μεγιστάνες ή διοικητές, οι οποίοι τιμήθηκαν με δώρα και αξιώματα και, τελικά, πολλοί βαπτίστηκαν Χριστιανοί (Αννα Κομνηνή). Φυσικά, αυτές οι συχνές αλλαγές πλεύσης στην πολιτική των Κομνηνών με τους Τουρκόφωνους λαούς της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, όχι μόνο δεν απέφεραν θετικό αποτέλεσμα, αλλά μάλλον χειροτέρευσαν μακροπρόθεσμα τη θέση του Βυζαντίου.

O διάδοχος του Νουρεντίν μετά το θάνατό του (1174), ο φημισμένος Κούρδος στρατηγός και κυρίαρχος της Αιγύπτου, Σαλαντίν, ιδρυτής της δυναστείας των Αγγιουβιδών, με μία εντυπωσιακή αντεπίθεση κατά των σταυροφόρων, πέτυχε με τη μάχη του Χαττίν, την ανακατάληψη της Ιερουσαλήμ (1187), όπου, σε αντίθεση με τη βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Φράγκοι το 1099, φέρθηκε με μεγάλη επιείκεια στους Χριστιανούς και Εβραίους αιχμαλώτους. Παράλληλα, ο Σαλαντίν προσπάθησε να συνάψει διπλωματικές σχέσεις με το Βυζάντιο, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η λαίλαπα των σταυροφόρων της Δύσης. Δυστυχώς, το Βυζάντιο δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τις δύο συμφωνίες με τον Σαλαντίν (1184 / 1185 και 1189), για να ανακαταλάβει τη Μικρά Ασία.

Ουσιαστικά, το Βυζάντιο έχασε την ευκαιρία να συνάψει ουσιαστικές συμμαχίες, παλαιότερα με τους Φατιμίδες της Αιγύπτου και στα χρόνια αυτά με τους Ζενγκίδες (Νουρεντίν και Σαλαντίν) και Αγγιουβίδες, που θα είχαν προλάβει πιθανότατα την καταστροφή του Μυριοκέφαλου και θα είχαν ίσως οδηγήσει σε μερική τουλάχιστον ανακατάληψη εδαφών της Μικράς Ασίας. Παρά την προσέγγιση των Βυζαντινών με τους Σελτζούκους, ιδιαίτερα μετά την επίσκεψη του Κιλίτζ Αρσλάν στην Κωνσταντινούπολη, οι Τουρκομανικές επιδρομές στα Χριστιανικά εδάφη δεν σταμάτησαν, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει νέος πόλεμος με τους Σελτζούκους, ιδιαίτερα μετά τη συμμαχία του Σελτζούκου ηγεμόνα με τον Φρειδερίκο A' Βαρβαρόσσα (1173 / 1174).


O Βυζαντινός στρατός εξαντλημένος από τον κλεφτοπόλεμο με τους Τουρκομάνους και τις επιδημίες, παγιδεύτηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1176 και καταστράφηκε στο Μυριοκέφαλο, ορεινή περιοχή της Φρυγίας. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Τούρκος σουλτάνος, μολονότι φαινόταν να βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από τους Βυζαντινούς, έστειλε πρεσβεία στον Αυτοκράτορα με όρους ειρήνης, τις οποίες, δυστυχώς, ο Μανουήλ απέρριψε, παραγνωρίζοντας τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ο στρατός του και τις έντονες διαφωνίες των έμπειρων στρατηγών του. Πολλοί ονομαστοί Βυζαντινοί στρατηγοί έπεσαν στο πεδίο της μάχης και ο Μανουήλ αναγκάστηκε να υπογράψει συνθήκη με τον Ελληνικής καταγωγής απεσταλμένο του νικητή σουλτάνου, Μιχαήλ Γαβρά.

Μετά τη νίκη αυτή, το σουλτανάτο του Ικονίου έφτασε σε μεγάλη ακμή, ενώ για τους Βυζαντινούς σήμανε το τέλος της αντεπίθεσης που είχε αρχίσει ο Αλέξιος A'. Ο στρατός τους είχε σοβαρές απώλειες και δόθηκε το τελειωτικό χτύπημα στα όνειρά τους για επανάκτηση της Μικράς Ασίας, ενώ παράλληλα αναδείχθηκε σε όλο της το μεγαλείο η υποβόσκουσα εχθρότητα που έτρεφαν οι Χριστιανικοί πληθυσμοί της Ανατολής, οπαδοί του Μονοφυσιτισμού στην πλειονότητά τους, κατά του Ορθόδοξου Βυζαντίου, καθώς ήταν πεπεισμένοι ότι ο ερχομός και η επικράτηση των Τούρκων ήταν Θεόσταλτο δώρο προς αυτούς για να τιμωρηθεί η αλαζονεία των πρώην καταπιεστών τους, των Βυζαντινών.

Πολύ εύγλωττο είναι το απόσπασμα του Ιακωβίτη (Μονοφυσίτη) πατριάρχη της Αντιόχειας, Μιχαήλ του Σύρου, ο οποίος διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Κιλίτζ Αρσλάν, το νικητή των Βυζαντινών στο Μυριοκέφαλο: ''O δίκαιος Θεός της εκδίκησης παρατήρησε την κακία των Ρωμαίων (Βυζαντινών), που τόσο απάνθρωπα είχαν λεηλατήσει και καταστρέψει τις εκκλησίες και τα μοναστήρια μας, και έστειλε εναντίον τους τούς Ισμαηλίτες (Τούρκους), που ήρθαν από τα νοτιοανατολικά, για να μας απελευθερώσουν από το Ρωμαϊκό (Βυζαντινό) ζυγό. Και το ότι έχουμε, τελικά, λυτρωθεί από τη Ρωμαϊκή (Βυζαντινή) καταπίεση και σκληρότητα, αποκτώντας έτσι την ειρήνη και την ησυχία μας, υπήρξε μέγιστο ωφέλημα για εμάς''.

Τα λόγια του πατριάρχη επαληθεύτηκαν μεταξύ άλλων και από την ευμένεια με την οποία συμπεριφέρθηκε στους Χριστιανικούς πληθυσμούς, απαλλάσσοντάς τους από την επαχθή φορολογία των Αγγέλων για πέντε χρόνια, ο νέος Σελτζούκος σουλτάνος, διάδοχος του Κιλίτζ Αρσλάν B', ο ικανός Καϊχοσρόης A' (1192 - 1197 και 1204 / 1205 - 1211), ο οποίος έζησε 6 χρόνια (την περίοδο 1197 - 1203) εξόριστος κοντά στον Αυτοκράτορα Αλέξιο Γ' στην Κωνσταντινούπολη -παντρεύτηκε μάλιστα την κόρη ενός πλούσιου Βυζαντινού γαιοκτήμονα της Φρυγίας, του Μανουήλ Μαυροζώμη, προτού επανέλθει στο θρόνο του στο Ικόνιο.

Στα 25 χρόνια από το θάνατο του Μανουήλ, το 1180, και έως την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, το 1204, η εσωτερική αποσύνθεση της Αυτοκρατορίας είχε ως αποτέλεσμα να ξεγλιστρήσει από τα χέρια των Αυτοκρατόρων ο έλεγχος των επαρχιών της Ανατολής. Αυτό επέτρεψε την εκδήλωση επαναστάσεων και στασιαστικών κινημάτων από φιλόδοξους τοπάρχες, οι οποίοι συχνά ζητούσαν την υποστήριξη των Τούρκων ή έβρισκαν εύκολα καταφύγιο στα εδάφη που ελέγχονταν από τους Τουρκομάνους, που αργά αλλά σταθερά εξαπλώνονταν. Τη μία ήταν ο Ανδρόνικος Κομνηνός (1182) και την άλλη ο Ισαάκιος, κυβερνήτης της Ταρσού.

Ο οποίος επαναστάτησε και εδραιώθηκε ως ανεξάρτητος ηγεμόνας - τύραννος στην Κύπρο, δίνοντας την ευκαιρία στους Σελτζούκους να καταλάβουν τη παραλιακή ζώνη της Νότιας Μικράς Ασίας, που χάθηκε οριστικά για την Αυτοκρατορία. Τέλος, ο Θεόδωρος Μαγκαφάς επαναστάτησε στη Φιλαδέλφεια (1188 - 1189), αργότερα στρατολόγησε Τουρκομάνους και ρήμαξε τους Χριστιανικούς αγροτικούς πληθυσμούς, καίγοντας και την υπέροχη εκκλησία του Αρχάγγελου Μιχαήλ στις Χώνες. Ακολούθησαν και άλλες επαναστάσεις και στασιαστές, τόσοι πολλοί που οι ιστορικοί της εποχής, κουρασμένοι με την αφήγηση τέτοιων γεγονότων, τους αφιερώνουν μόνο λίγες λέξεις.

Εξυπακούεται ότι η πρόοδος των Τούρκων την περίοδο αυτή ήταν ιδιαίτερα δυναμική, καθώς εκμεταλλεύονταν τη σύγχυση που επικρατούσε, καταλαμβάνοντας νέες πόλεις, λεηλατώντας άλλες ή παραχωρώντας στρατό σε κάποιον φιλόδοξο επαναστάτη, προκειμένου να λεηλατήσει αυτός κάποιες περιοχές αντ’ αυτών. H προέλαση των Τούρκων νομάδων στα σύνορα ήταν αργή, αλλά σταθερή, λόγω της εσωτερικής αποδυνάμωσης του Βυζαντινού κράτους, αλλά και των αλλεπάλληλων χτυπημάτων που του επέφεραν οι Λατίνοι και οι Βαλκανικοί λαοί καθ’ όλη τη διάρκεια του 12ου και αργότερα του 13ου αιώνα, οπότε έγινε πρακτικά αδύνατη η αναχαίτισή τους.

H ολοκληρωτική κατάρρευση της Αυτοκρατορίας επήλθε με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, το 1204, από τους σταυροφόρους της Δ' σταυροφορίας. Ωστόσο, αυτή η δραματική εξέλιξη είχε ένα θετικό επακόλουθο για τη Μικρά Ασία, τη συσπείρωση του Μικρασιατικού Ελληνισμού γύρω από τον Αυτοκράτορα Θεόδωρο A' Λάσκαρι και την αυλή του, που διέφυγαν από την Κωνσταντινούπολη, βρίσκοντας καταφύγιο στη Νίκαια της Βιθυνίας, όπου ίδρυσαν την Αυτοκρατορία της Νίκαιας (1204 - 1261). Άθελά τους οι Λατίνοι προκάλεσαν με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, τη διατήρηση της εξουσίας του Βυζαντίου στη Μικρά Ασία, σταματώντας τη διείσδυση των Τούρκων, ιδιαίτερα μάλιστα μετά τη Βυζαντινή κατάληψη της Αττάλειας (1207) στο Νότο και της Σινώπης (1214) στο Βορρά.

Λίγα χρόνια αργότερα, οι Βυζαντινοί πετυχαίνουν την πιο σημαντική νίκη τους κατά των Σελτζούκων, την άνοιξη του 1211, όταν ο Θεόδωρος A' Λάσκαρις νίκησε τον σουλτάνο του Ικονίου, Καϊχοσρόη A', στην Αντιόχεια του Μαιάνδρου, σκοτώνοντάς τον σε ηρωική μονομαχία. Παρόλα αυτά, οι Σελτζούκοι πέτυχαν να εδραιώσουν την παρουσία τους στον Εύξεινο Πόντο και να γίνουν επικυρίαρχοι των Μεγάλων Κομνηνών της Τραπεζούντας έως το 1222 / 1223, οπότε μία μεγάλη εκστρατεία τους κατά της Τραπεζούντας απέτυχε, σύμφωνα με την Ποντιακή παράδοση, χάρη στη θαυματουργή παρέμβαση του Αγίου Ευγενίου, πολιούχου της πόλης.

Τα σύνορα μεταξύ Νίκαιας και Ικονίου παρέμειναν σχετικά σταθερά για μισό αιώνα, μεταξύ του 1211 και της μεταφοράς της πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη, το 1261. Οι Βυζαντινοί μετά την απώλεια της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, επικεντρώθηκαν για πολλές δεκαετίες στη Νίκαια και στη διατήρηση της εξουσίας τους στη Μικρά Ασία, αναδιοργάνωσαν τις αμυντικές δυνάμεις τους και γενικά, επειδή τόσο οι Έλληνες όσο και οι Σελτζούκοι ήταν απασχολημένοι με άλλους εχθρούς, διατήρησαν σχετικά καλές σχέσεις. Επί μισό αιώνα σταμάτησαν να πολεμούν, κάτι που συνέβαλε στο να αυξάνονται και να πληθύνονται τα αγαθά της ειρήνης και στις δύο πλευρές.


ΕΛΛΗΝΕΣ KAI ΤΟΥΡΚΟΙ

Μετά την παγίωση της θέσης των Τούρκων στη M. Ασία, άρχισε η δημιουργία μίας νέας σταθερής κατάστασης, ενώ για ένα μεγάλο διάστημα (μισό αιώνα) δεν υπήρχαν Ελληνοτουρκικές συγκρούσεις. Λόγω αυτών των συγκυριών, αρκετοί Έλληνες Χριστιανοί τάχθηκαν στο πλευρό των Τούρκων μαζί με Άραβες και Πέρσες, αναρριχόμενοι σε καίριες θέσεις της διοίκησης και του στρατού των Σελτζούκων. Αρκετοί Έλληνες εμφανίζονται ακόμα και με τον ανώτερο τίτλο του εμίρη. Κάποιος Γαβράς είχε τον τίτλο αυτό στις αρχές του 12ου αιώνα, όπως και ο Μαυροζώμης, που έφτασε σε υψηλή θέση στο βασίλειο των Σελτζούκων τον 13ο αιώνα και έπαιξε σημαντικό ρόλο στις εκστρατείες τους κατά της Αρμενικής Κιλικίας.

Στα βακούφια της ίδιας εποχής αναφέρονται τα ονόματα και άλλων Ελλήνων αριστοκρατών, είτε με τον τίτλο του εμίρη είτε με μεγάλη κτηματική περιουσία στην περιοχή του Ικονίου (Κόνια). Υπάρχει ένας εμίρης με το όνομα Τορνίκ Τοκάτ (13ος αιώνας), που εικάζεται ότι ήταν μέλος της Βυζαντινής οικογένειας των Τορνίκιδων, ενώ ο Κυρ Φαρίντ (όνομα που θυμίζει το Βυζαντινό Βάρδας ή το αρμένικο Βαρτά) διοικούσε το εμιράτο του Ακσεχίρ. Στην ίδια Αυλή δρούσε ο Ιχτιγιάρ αλ-ντιν Χασάν ιμπν Γαβράς. Στη διοίκηση των Σελτζούκων υπήρχε καλά επανδρωμένη Ελληνική υπηρεσία , με τον Βυζαντινό τίτλο Νοταράν, για να ρυθμίζει τις εξωτερικές και εσωτερικές σχέσεις με τους Ελληνόφωνους.

Οι υπάλληλοι αυτής της υπηρεσίας συνέταξαν τους όρους της συνθήκης μεταξύ του σουλτάνου και του Βυζαντινού ηγέτη της Τραπεζούντας, μετά την κατάκτηση της Σινώπης το 1214. Στις εμπορικές συναλλαγές με την Κύπρο Σελτζούκος πρέσβης ήταν κάποιος Κυρ Αλέξιος, ενώ πριν από την περίφημη επίσκεψη του Σελτζούκου σουλτάνου, Κιλίτζ Αρσλάν B', στην Κωνσταντινούπολη το 1162, ο σουλτάνος έστειλε το Χριστιανό καγκελάριό του, τον Χριστόφορο, να προετοιμάσει το έδαφος. Στα τέλη του 12ου αιώνα μνημονεύεται ένας Ελληνας δικηγόρος στη Μελιτηνή, ο Παπα-Μιχαήλ, που ήταν υπεύθυνος για την είσπραξη των φόρων, και δύο Ελληνες μουσικοί στην αυλή του σουλτάνου του Ικονίου.

Την ιστορία των μουσικών μας τη δίνει ο Παχυμέρης, από τον οποίο μαθαίνουμε ότι κατάγονταν από τη Ρόδο, εργάστηκαν για ένα διάστημα ως μουσικοί και αργότερα ως σύμβουλοι του σουλτάνου, είχαν μάθει να διαβάζουν ακόμα και Αραβικά, αλλά λόγω της απειλητικής παρουσίας των Μογγόλων στη Μικρά Ασία κατά το 13ο αιώνα, επέστρεψαν στα Ελληνικά εδάφη, στην υπηρεσία του Αυτοκράτορα, ο ένας ως παρακοιμώμενος και ο άλλος ως μέγας εταιρειάρχης. O Μιχαήλ Παλαιολόγος μετά τη φυγή του από το βασίλειο των Λασκάρεων στη Νίκαια, υπηρέτησε ως κοντόσταυλος του σουλτάνου του Ικονίου, δηλαδή υπεύθυνος για τα Χριστιανικά στρατεύματα του σουλτανάτου.

Γνωρίζουμε ότι στο Κιοσέ Νταγ το 1243, στη γνωστή σύγκρουση των Σελτζούκων με τους Μογγόλους, υπήρχε σώμα 3.000 Φράγκων και Ελλήνων στο στρατό του σουλτάνου. Βλέπουμε τέλος, Βυζαντινούς ακρίτες να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους Τούρκους έως και τη δεύτερη πενηνταετία του 13ου αιώνα. Ας μην ξεχνάμε, επίσης, το φαινόμενο των μικτών, Χριστιανο-Μουσουλμανικών, γάμων, το οποίο αποτελεί ουσιαστικά μόνο ένα μικρό υποκεφάλαιο του συνόλου των αμοιβαίων επιρροών και αλληλεπιδράσεων μεταξύ των Βυζαντινών πληθυσμών της Μικράς Ασίας και των Σελτζούκων του Ρουμ, επιδράσεων και πολιτιστικών ανταλλαγών σε όλους τους χώρους και τις εκφάνσεις του πολιτισμού, τη διοίκηση, την τέχνη, τα γράμματα, τις επιστήμες, τη σκέψη, τη διαμόρφωση της κοινωνίας.

Για να θυμηθούμε τα λόγια του Edward W. Said: ''Όλοι, μα όλοι οι πολιτισμοί συνδέονται κάπως μεταξύ τους. Μερική ευθύνη γι’ αυτή τη συσχέτιση φέρει και η ύπαρξη Αυτοκρατοριών. Κανένας, λοιπόν, πολιτισμός δεν είναι μοναδικός και αμιγής. Είναι όλοι τους νόθοι, ετερογενείς, εξαιρετικά διαφοροποιημένοι και οπωσδήποτε μη μονολιθικοί''. O ιδρυτής του εμιράτου των Ντανισμεντίδων, Μαλίκ Ντανισμέντ Γαζί, είχε παντρευτεί Ελληνίδα, ενώ ο ονομαστός σουλτάνος του Ικονίου, Καϊχοσρόης A', γεννήθηκε από μία Χριστιανή παλλακίδα του χαρεμιού του πατέρα του, Κιλίτζ Αρσλάν B', και στη συνέχεια παντρεύτηκε και εκείνος μία Βυζαντινή αριστοκράτισσα.

Τα παιδιά αυτών των γάμων συνήθως υιοθετούσαν τη Μουσουλμανική θρησκεία και γι’ αυτό αναφέρονται στις Βυζαντινές πηγές (Αννα Κομνηνή) με τον μειωτικό και απαξιωτικό χαρακτηρισμό ''μειξοβάρβαροι''.

META TO 1261

Κατά μία ειρωνεία της Ιστορίας, το γεγονός της ανακατάληψης της Κωνσταντινούπολης το καλοκαίρι του 1261 από τον Αυτοκράτορα της Νικαίας, Μιχαήλ H' Παλαιολόγο, υπήρξε η αρχή του τέλους για τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας, διότι οι Βυζαντινοί λόγω των κινδύνων που απειλούσαν τα Ευρωπαϊκά εδάφη του κράτους τους, αναγκάστηκαν να στρέψουν προς τα εκεί την προσοχή τους, αποδυναμώνοντας την άμυνα των Μικρασιατικών εδαφών τους, γεγονός που άφησε κενό χώρο για τη διενέργεια νέων Τουρκικών και Μογγολικών εισβολών. Επιπρόσθετα, με τη συνθήκη του Νυμφαίου (1261) παραχωρήθηκαν εμπορικά προνόμια στους Γενοβέζους σε αρκετές παραλιακές πόλεις της Μικρασιατικής ακτής.

Κάτι που σταδιακά λειτούργησε σε βάρος ''της τσέπης'' της πλειονότητας του Μικρασιατικού πληθυσμού και κυρίως των φτωχότερων λαϊκών στρωμάτων, που νοσταλγούσαν την εποχή της δυναστείας των Λασκαριδών και της φιλολαϊκής πολιτικής τους, που φαίνεται ότι είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί. Είναι προφητική η αντίδραση του Σεναχερείμ, ενός ανώτατου Μικρασιάτη αξιωματούχου, μόλις έγινε γνωστή η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης, όπως τη μεταφέρει ο ιστορικός Γεώργιος Παχυμέρης: ''Έπιασε σφιχτά τα γένια του και με τα δύο χέρια και είπε: ‘Τι ακούω; Κι αυτό το φυλούσαν για τις μέρες μας! Τι αμαρτίες πληρώνουμε για να ζήσουμε και να δούμε τέτοια δεινά; Στο εξής κανείς να μην ελπίζει κάτι καλό, αφού οι Ρωμαίοι (οι Βυζαντινοί) πάτησαν και πάλι την Πόλη''.

ΠΡΟΣΗΛΥΤΙΣΜΟΣ

Βέβαια, το ότι ένα μέρος του Χριστιανικού πληθυσμού της Ανατολής συνεργάστηκε με τους Τούρκους κατακτητές ή δεν αποκλείστηκε από θέσεις στη διοίκηση και το στρατό, δεν σημαίνει ότι η πλειοψηφία του χαροποιήθηκε και υποστήριξε την Τουρκική κατάκτηση. Οι λεηλασίες, η υποδούλωση, οι σφαγές που πολλές φορές συνόδευαν τις Τουρκομανικές επιδρομές, οι καταστροφές εκκλησιών και η μετατροπή τους σε τζαμιά, ασφαλώς δεν ήταν ευχάριστα γεγονότα για την κοινωνία που επλήττετο. Εξάλλου, υπάρχουν ενδείξεις ότι οι Τούρκοι στρατολογούσαν αγόρια από τους Χριστιανούς της Ανατολής σε όλο το διάστημα από τον 11ο και έως τον 17ο αιώνα, μέσω του θεσμού του γκιουλάμ, όπως αποκαλούνταν στους Σελτζούκους, ή του ντεβσιρμέ (παιδομαζώματος) των Οθωμανών.

Ονομαστό ήταν το σκλαβοπάζαρο στη Σεβάστεια (Σίβας) στην Ανατολική Μικρά Ασία, ενώ έχει σωθεί η δραματική αίτηση που απηύθυναν (1456) οι Έλληνες της δυτικής Μικράς Ασίας στους Ιππότες της Ρόδου, παρακαλώντας τους να μεσολαβήσουν στον πάπα προκειμένου να τους πάρει από τα Τουρκικά εδάφη για να μη χάσουν τα παιδιά τους από τους εξισλαμισμούς. Στην πραγματικότητα, οι Τούρκοι υιοθέτησαν παλαιότερη παραδοσιακή μορφή διακυβέρνησης, που ίσχυσε σε χώρες του Ισλάμ καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα, κατά την οποία μετά από μία επιδρομή οι νικητές έπαιρναν ως δώρο ή ομήρους τους νέους ή πιθανόν τους αγόραζαν.


Ενώ κάποιες φορές, συνήθως γιοι αρχόντων, εκουσίως αποστατούσαν από το γνώριμο περιβάλλον τους, κατά παρότρυνση των οικογενειών τους που ήθελαν με τέτοιους ελιγμούς να περιφρουρήσουν την προνομιακή τους θέση, προσηλυτίζονταν στοΜμουσουλμανισμό και αφού μορφώνονταν σε ειδικά σχολεία, απορροφούνταν σε ειδικές στρατιωτικές μονάδες (π.χ. οι γενίτσαροι επί Οθωμανών) ή έπαιρναν καίριες θέσεις στην Αυλή και τη διοίκηση. Πρόκειται για ένα σύστημα που εφαρμόστηκε αδιάλειπτα στην Ανατολή έως και την Οθωμανική εποχή. Βεβαίως, υπολογίζεται ότι ο αριθμός των Χριστιανών που έγιναν με αυτόν τον τρόπο Μουσουλμάνοι ήταν μικρός σε κάθε συγκεκριμένη εποχή.

Από τους πιο διάσημους Ελληνικής καταγωγής Γκιουλάμ ήταν ο Τζελαλεντίν Καρατάι (13ος αιώνας), ο οποίος έφτασε να θεωρείται ένας από τους τέσσερις στύλους του Σελτζουκικού κράτους και υπεύθυνος για το διορισμό βεζίρηδων και άλλων ανώτατων αξιωματούχων. Είχε μυηθεί στο Σουφισμό από τον περίφημο σεΐχη Σουχραβαρντί και ανήκε στον κύκλο του Τζελάλ ελ ντιν Ρούμι. Επίσης, ο Αμίν αλ-ντιν Μικαήλ ανήκε στην ίδια κατηγορία και από τη θέση του Ναΐμπ αλ-χάντρα έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη μεταρρύθμιση του οικονομικού μηχανισμού των Σελτζούκων. Τέλος, δούλος Ελληνικής καταγωγής, που διέπρεψε στη λογοτεχνία του 13ου αιώνα, ήταν ο Σαμς αλ-ντιν Χας Ογούζ, για το λογοτεχνικό ύφος του οποίου ο Ιμπν Μπίμπι έλεγε ότι τα καλλιγραφήματά του έλαμπαν σαν περιδέραιο με πολύτιμους λίθους.

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι οι νέοι αυτοί όχι μόνο προσαρμόστηκαν πλήρως στη ζωή της Ανατολής, αλλά παράλληλα προσέφεραν σημαντικά σε όλες τις εκφάνσεις του πολιτισμού της. Την εποχή αυτή οι Βυζαντινοί ξανάχτισαν οχυρές πόλεις, τα γράμματα άνθησαν, η οικονομία τους αναβίωσε, τα μοναστήρια και άλλα εκκλησιαστικά ιδρύματα πολλαπλασιάστηκαν. Το Ικόνιο, πάλι, μετατράπηκε σε εμπορικό, βιοτεχνικό και, τελικά, πολιτισμικό κέντρο του τότε Μουσουλμανικού κόσμου, ενώ το σουλτανάτο του Ρουμ γνώρισε και αυτό τη μεγαλύτερη ακμή του. Κατέκτησε σημαντικά λιμάνια στον Εύξεινο Πόντο και τη Μεσόγειο (Σινώπη, Αττάλεια, Αλάγια), καθυπόταξε άλλες Τουρκικές φυλές και εδραίωσε την παρουσία του στον Ταύρο και στα ανατολικά σύνορα.

H ενοποίηση όλων αυτών των περιοχών υπό το Ικόνιο, σε συνδυασμό με την ειρήνη και τη σταθερότητα, επέτρεψαν την ανάπτυξη της οικονομίας και του εμπορίου. H πιο εντυπωσιακή μαρτυρία για την ακμή αυτή θεωρούνται τα πολυάριθμα καραβανσεράγια και τα πανδοχεία (χάνια), που χτίστηκαν τον 13ο αιώνα, αλλά και τα νέα ισχυρά τείχη. Οι Σελτζουκικές πόλεις, ιδιαίτερα το Ικόνιο αλλά και οι Σεβάστεια, Καισάρεια, Θεοδοσιούπολη, γέμισαν από περίτεχνα μνημεία, τεμένη, θρησκευτικές σχολές - μεντρεσέδες, μαυσωλεία, δείγματα μιας μοναδικής τέχνης που συνδυάζει την κουλτούρα των Περσών, των Αράβων, των Ελλήνων και, φυσικά, των Τούρκων.

Τα ελληνικά τρωγλοδυτικά μοναστήρια στις περιοχές της Καππαδοκίας γνώρισαν τη μεγαλύτερη ακμή τους κατά τον 13ο αιώνα, τον καιρό των Σελτζούκων, γεγονός που συνιστά σημαντική μαρτυρία για το σεβασμό που επέδειξαν προς το Χριστιανικό στοιχείο των περιοχών τους. Μέσα σε αυτή την κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα, όπως είναι αναμενόμενο, ήκμασαν και τα γράμματα και η γενικότερη πνευματική παραγωγή. H αυλική ιστοριογραφία εκπροσωπείται από τον εξέχοντα Ιμπν Μπίμπι, ο οποίος στο περίφημο Seljuk-name του διεκτραγωδεί τις φοβερές Μογγολικές επιδρομές του 13ου αιώνα, που δημιούργησαν κλίμα πανικού όχι μόνο στο Ισλάμ, αλλά και στη Χριστιανοσύνη.

H ποίηση εξάλλου και η φιλοσοφική σκέψη έφτασαν στο απόγειό τους με τον κορυφαίο ανθρωπιστή ποιητή και φιλόσοφο του Μεσαίωνα, τον Τζελαλεντίν Ρούμι (1207 - 1273), τον Εξαίσιο Ρωμιό, όπως μεταφράζεται το όνομά του στα Ελληνικά, από την Μπαλχ (Balkh), πόλη της αρχαίας Βακτριανής, γνωστό κέντρο του Ελληνιστικού πολιτισμού από την εποχή του M. Αλεξάνδρου, περιοχή που σήμερα ανήκει στο Αφγανιστάν.

OI ΟΘΩΜΑΝΟΙ

Από τη στιγμή της κατάρρευσης του σελτζουκικού κράτους που προκάλεσαν οι Μογγόλοι και ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες του 13ου αιώνα, ο νέος κίνδυνος για τους Βυζαντινούς προερχόταν από τους νομάδες Τουρκομάνους, που επωφελήθηκαν και αφού μονιμοποιήθηκαν στα πρώην Σελτζουκικά εδάφη, έκαναν επιδρομές στα Βυζαντινά, λεηλατούσαν την ύπαιθρο και εξανάγκαζαν τους Χριστιανούς να καταφεύγουν στις οχυρωμένες πόλεις. Ήδη στις αρχές του 14ου αιώνα οι Τουρκομάνοι έχουν επικρατήσει οριστικά στη Μικρά Ασία και αρχίζουν να ιδρύουν μια σειρά από εμιράτα- μπεηλίκια.

Σε ένα από αυτά τα εμιράτα, αρχικά το πιο ασήμαντο, το Οθωμανικό, επεφύλασσε η ιστορία να δώσει το τελειωτικό χτύπημα στη Βυζαντινή κυριαρχία στη Μικρά Ασία ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του 13ου και τις πρώτες δεκαετίες του 14ου αιώνα. Σε αντάλλαγμα της βοήθειας που είχαν προσφέρει στον Σελτζούκο σουλτάνο, Καϊκοβάδη A', κατά των Μογγόλων, τους παραχωρήθηκε για εγκατάσταση η περιοχή της Βιθυνίας, που αποτέλεσε και τον αρχικό πυρήνα τους. Οι Οθωμανοί, ουσιαστικά ακολουθώντας την τακτική των ομοφύλων τους Τουρκομάνων, απέκλεισαν τις σημαντικότερες Βυζαντινές πόλεις της Μικράς Ασίας και τις ανάγκασαν σε παράδοση.

H Προύσα έπεσε το 1326, η Νίκαια το 1331 και στις επόμενες δεκαετίες υπέκυψαν η Νικομήδεια, η Φιλαδέλφεια (Αλά Σεχίρ) και άλλες. O Ορχάν, γιος του Οσμ(θ)άν, παντρεύτηκε την κόρη του μελλοντικού Αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνού, τη Θεοδώρα, και τον στήριξε στον αγώνα εξουσίας εναντίον του Ιωάννη E' Παλαιολόγου. Σε αντάλλαγμα, το 1354, οι Οθωμανοί περνούν για πρώτη φορά στην ιστορία τους σε ευρωπαϊκό έδαφος, καταλαμβάνοντας τη χερσόνησο της Καλλίπολης και σε λίγο το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης είχε περιέλθει σε Οθωμανικά χέρια, με αποκορύφωμα την κατάκτηση της Αδριανούπολης (οι Τούρκοι τη μετονόμασαν σε Εντιρνέ) (1368 / 1369), όπου μεταφέρθηκε η οθωμανική πρωτεύουσα από τη Μικρασιατική Προύσα.

Στα επόμενα είκοσι χρόνια ακολουθεί η πτώση των σημαντικών πόλεων της δράμας, Καβάλας (Χριστούπολη), Μοναστήριου, Σερρών, Σόφιας της Βουλγαρίας και της Θεσσαλονίκης (1387). Τη ραγδαία αυτή κατακτητική πορεία των Οθωμανών στη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια έμελλε να ανακόψει προσωρινά η εμφάνιση του Μογγόλου στρατηλάτη, Τιμούρ Λενκ (Ταμερλάνου), ο οποίος στην πολύνεκρη μάχη της Αγκυρας (1402) συνέτριψε τα Οθωμανικά στρατεύματα, συλλαμβάνοντας αιχμάλωτο τον Οθωμανό σουλτάνο, Βαγιαζήτ A', τον οποίο σύμφωνα με το θρύλο, κράτησε για καιρό μέσα σε ένα σιδερένιο κλουβί. Το ισχυρό αυτό χτύπημα και το κενό εξουσίας που επακολούθησε με την εμφύλια διαμάχη των γιων του Βαγιαζήτ, επέτρεψαν να παραταθεί ο βίος του Βυζαντίου για μισό και πλέον αιώνα.


ΝΤΕΒΣΙΡΜΕ ''ΤΟ ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ''

ΓΕΝΙΚΑ

Ενώ ο πόλεμος στη Χριστιανική Ευρώπη παρέμενε ακόμα ζήτημα απλήρωτων και απείθαρχων χωρικών που στρατολογούντο από τα φέουδα των ευγενών, αλλά και περιπλανόμενων μισθοφορικών ομάδων οι οποίες προσέφεραν τις στρατιωτικές υπηρεσίες τους σε όποιον προσέφερε την καλύτερη αμοιβή, ο κορμός του Οθωμανικού στρατού αποτελείτο από άριστα εκπαιδευμένα επαγγελματικά τμήματα πεζικού, ιππικού, μηχανικού, πεζοναυτών και εξειδικευμένων τεχνικών. Όλοι σχεδόν οι ανώτεροι αξιωματικοί και οι ειδικοί ήταν Χριστιανοί Ευρωπαϊκής καταγωγής, με προεξάρχοντες τους Έλληνες. Το Σώμα των Γενιτσάρων είχε φυσικά ανάγκη αναπλήρωσης των απωλειών του και περιοδικής ενίσχυσής του με νέο αίμα.

Η διαδικασία στρατολόγησης ήταν η περίφημη ντεβσιρμέ "συλλογή", που γινόταν κανονικά κάθε επτά χρόνια αλλά σε περιόδους έκτακτης ανάγκης (όπως συνέβαινε συνήθως κατά τον 16ο αιώνα) και συχνότερα. Η ντεβσιρμέ ήταν στην πραγματικότητα ένας υποχρεωτικός φόρος σε ανθρώπινες ζωές, τον οποίο ήταν αναγκασμένοι διά της βίας να καταβάλλουν όλοι σχεδόν οι Χριστιανοί υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο μέσος όρος παιδιών κάθε "συγκομιδής" ήταν περίπου 8.000. Οι Τούρκοι ήταν ιδιαίτερα επιλεκτικοί στο είδος των σκλάβων - πολεμιστών που αναζητούσαν. Εστίαζαν περισσότερο τις προσπάθειές τους στις Βαλκανικές επαρχίες που παρήγαν παραδοσιακά τους καλύτερους πολεμιστές.

Ιδιαίτερη ζήτηση είχαν οι Σλάβοι και οι Αλβανοί μαχητές, που θεωρούντο πιο άγριοι και επιθετικοί. Οι Μαυροβούνιοι θεωρούντο πολύτιμοι αλλά εξαιρετικά σκληροτράχηλοι, αφού όταν πλησίαζε η περίοδος του παιδομαζώματος αποτραβιούντο στα βουνά ενεδρεύοντας κατά των Τουρκικών στρατολογικών αποσπασμάτων. Από τους υπόδουλους λαούς οι Έλληνες θεωρούντο μέτριοι πολεμιστές αλλά η καλύτερη "πρώτη ύλη" για την παραγωγή ανώτερων και ανώτατων αξιωματικών. Παραδοσιακά οι Χριστιανοί Ρουμάνοι εξαιρούντο από τη στρατολόγηση σε ολόκληρη την περιοχή της Μολδαβίας και της Βλαχίας επειδή θεωρούντο υποτελείς και όχι υπήκοοι.

Αν και η επιστράτευση παιδιών είναι μία ιδέα που σοκάρει στη σύγχρονη εποχή, αποτελούσε μάλλον συνηθισμένη πρακτική κατά τον Μεσαίωνα. Οι ηγέτες της Ινδίας χρησιμοποιούσαν στις μάχες μικρά παιδιά τα οποία προέρχονταν από αιχμαλωσία εχθρικών πληθυσμών, ενώ σε περιόδους κρίσεων αγόραζαν άλλα από τους γονείς τους. Ο Μέγας Πέτρος επιστράτευε τα παιδιά από την ηλικία των 10 ετών προκειμένου να τα προγυμνάσει για τη στρατιωτική ζωή και να τα μορφώσει, έχοντας διαπιστώσει ότι ο ρωσικός στρατός έπασχε από αγραμματοσύνη. Οι Οθωμανοί, ωστόσο, ήταν οι πρώτοι που συστηματοποίησαν την παιδική στράτευση, με τον πιο βάρβαρο μάλιστα τρόπο.

Η ηλικία των παιδιών που συλλέγονταν ήταν κατά μέσο όρο τα 12 έτη, αν και υπήρχαν περιπτώσεις κατά τις οποίες ιδιαίτερα δυνατοί και αθλητικοί νεαροί μπορούσαν να στρατολογηθούν ακόμη κι αν ήταν ήδη 20 ετών. Από το 1601 ο ηλικιακός μέσος όρος ανέβηκε στα 15 ως 20 έτη. Αυτό μαρτυρεί τη χαλάρωση της εκπαίδευσης και τη διάθεση των Τούρκων για αμεσότερη και φθηνότερη παραγωγή πολεμιστών. Οι εξαιρέσεις ήταν λίγες: απαλλάσσονταν κατά κανόνα οι κάτοικοι πόλεων (ακόμη και κωμοπόλεων όπως η Αθήνα της πρώιμης Τουρκοκρατίας), οι μοναχογιοί των χηρών, οι νυμφευμένοι, οι Εβραίοι λόγω της επιμονής με την οποία παρέμεναν προσκολλημένοι στη θρησκεία τους, οι τσιγγάνοι και αρχικά οι Αρμένιοι.

Οι προετοιμασίες της ντεβσιρμέ γίνονταν αρκετούς μήνες πριν από την καθορισμένη περίοδο. Οι Χριστιανικές περιοχές διαιρούντο σε μικρότερα διαμερίσματα, καθένα από τα οποία έπρεπε να αποδώσει 40 αγόρια. Η στρατολόγηση ήταν έργο ενός μικρού Τουρκικού αποσπάσματος με αρχηγό έναν συνταγματάρχη (γιαγιάμπασι), βοηθό έναν αξιωματικό με το προσωνύμιο "ζωέμπορος" (σουρουτζού), έναν γραφέα και μερικούς ευπαρουσίαστους γενίτσαρους. Την ημέρα του αποχωρισμού των παιδιών από τους γονείς τους οι Τούρκοι αξιωματούχοι τα εξέταζαν αρχικά από πλευράς υγείας και φυσικής κατάστασης. Κάθε αγόρι που απορριπτόταν γι' αυτούς τους λόγους αντικαθίστατο αυτόματα από τον πρώτο επιλαχόντα.

Όταν η διαδικασία επιλογής ολοκληρωνόταν, καταρτιζόταν ονομαστικός κατάλογος των παιδιών σε δύο αντίγραφα, ένα για τον γιαγιάμπασι και ένα για τον σουρουτζού. Αφού αποχωρίζονταν από τις οικογένειές τους οι νεαροί κηρύσσονταν επίσημα "σκλάβοι του σουλτάνου", λάμβαναν νέα Μουσουλμανικά ονόματα και υφίσταντο περιτομή κατά τα Ισλαμικά έθιμα. Θέλοντας να κάμψουν από νωρίς κάθε επαναστατική διάθεση μεταξύ των στρατολογημένων αλλά και των οικογενειών τους, οι Τούρκοι υποχρέωναν ακόμη και τον πατέρα κάθε νεαρού γενίτσαρου να αλλάξει το όνομά του επιλέγοντας ένα Μουσουλμανικό όνομα που είχε απαραίτητα ως πρώτο συνθετικό του τη λέξη αμπντ (σκλάβος), όπως Αμπντουλάχ, Αμπντελαζίζ, Αμπντουλμενάν κ.ά.

Στη συνέχεια ο "ζωέμπορος" οδηγούσε το θλιβερό ανθρώπινο κοπάδι του σε ένα από τα δύο μεγάλα κέντρα εκπαίδευσης των γενιτσάρων στην Αδριανούπολη και στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί οι νέοι υφίσταντο νέο εξονυχιστικό σωματικό έλεγχο, κατηχούντο στη θρησκεία του Ισλάμ και εκπαιδεύονταν για να καταλάβουν αργότερα θέσεις στο στρατιωτικό ή στο πολιτικό σύστημα. Κατά συνέπεια οι πιο γεροδεμένοι και σκληροί κατέληγαν να υπηρετήσουν στα μάχιμα τμήματα των γενιτσάρων, ενώ οι πιο ευφυείς προορίζονταν για αυλικοί και υπηρέτες του σουλτάνου και της οικογενείας του στο παλάτι Τοπκαπί.

Από κάθε "σοδειά" μαθητευόμενων (ατζεμιογλάν) 100 ως 200 αγόρια (συνήθως τα καλύτερα σε σωματικές και διανοητικές ικανότητες) συνέχιζαν τη φοίτησή τους στο περίφημο Εντερούν Κόλετζ "Εσωτερική Σχολή", που διευθυνόταν από τον λευκό αρχιευνούχο, πλαισιωμένο από ικανό αριθμό δασκάλων (λάλας), και λειτουργούσε μέσα στο σαράι του σουλτάνου (οι μαθητευόμενοι αυτοί αποκαλούντο πλέον ιτσογλάν). Υπήρχαν επίσης άλλες σχολές μεγάλου κύρους στο Γαλατασαράι και στο Ατμεϊντάν, όπου οι νεαροί μάθαιναν Αραβικά, Περσικά και Τουρκικά, γεωμετρία, γεωγραφία και φυσικά την τέχνη των όπλων. Η αφρόκρεμα των ατζεμιογλάν ετοποθετείτο μετά την αποφοίτησή τους στην προσωπική φρουρά του σουλτάνου, η οποία περιελάμβανε τρία είδη σωματοφυλάκων.

Οι μουτεφερίκας περιστοίχιζαν πάντα τον σουλτάνο στο πεδίο της μάχης και ο αριθμός τους κυμαινόταν από 100 ως 800, ανάλογα με την περίοδο. Τέσσερις ακόμα λόχοι έμπειρων γενιτσάρων τοξοτών (σολάκς) συνόδευαν τον ηγεμόνα στις πορείες του. Οι μισοί ήταν αριστερόχειρες για να μπορούν να τοξεύουν ευχερώς προς το δεξιό της άμαξας του σουλτάνου σε περίπτωση κινδύνου. Η τρίτη ομάδα αποτελείτο από 150 πεζούς λογχοφόρους (πέικς) από τους οποίους είχαν αφαιρεθεί οι σπλήνες. Η λιγότερο επίζηλη σχολή ήταν εκείνη της Καλλίπολης, όπου περίπου 2.000 παιδιά μάθαιναν τη ναυτική τέχνη εργαζόμενα στον Οθωμανικό στόλο ο οποίος ναυλοχούσε στο Τσανάκαλε και στα ναυπηγεία (ταρσανά) που βρίσκονταν εντός του Χρυσού Κέρατος στον Βόσπορο.


Τα πιο άτυχα παιδιά, που δεν μπορούσαν να φοιτήσουν σε κάποια σχολή, παραχωρούντο σε διάφορα αγροκτήματα ως βοηθοί, αφού πρώτα εκγυμνάζονταν στην άρση βαρών έως ότου καθένα μπορούσε να μεταφέρει μεγάλα φορτία σε απόσταση τουλάχιστον ενός χιλιομέτρου. Μπορούσαν όμως πάντα να ελπίζουν πως κάποιος από τους κανονικούς μαθητευόμενους δεν θα τα κατάφερνε και έτσι θα έπαιρναν τη θέση του. Ολοκληρώνοντας την εκπαίδευσή του ο ατζεμιογλάν εντασσόταν πλέον στον λόχο του (ορτά), το έμβλημα του οποίου αποτυπωνόταν με καυτηριασμό στο χέρι και στο πόδι του. Ανώτατος διοικητής του Σώματος των Γενιτσάρων ήταν ο αγάς, που είχε δικαίωμα συμμετοχής στις συνεδριάσεις του Ντιβάν, του Ανώτατου Συμβουλίου του Κράτους.

Όπου εκεί λαμβάνονταν οι σοβαρότερες στρατηγικές και οικονομικές αποφάσεις, βρισκόταν δε από πλευράς κύρους και εξουσίας αμέσως κάτω από τους τέσσερις βεζύρηδες του Θόλου. Διέμενε στο παλάτι Τεκέλι Κιόσκ της Κωνσταντινούπολης, μία επιβλητική ξύλινη κατασκευή μέσα σε κήπους, ανάμεσα στο συγκρότημα της Σουλεϊμανίγια και στο Χρυσό Κέρας. Το Σώμα υποδιαιρείτο σε τρεις "μεραρχίες" που παρέτασσαν 196 ορτά.
  • Η μεραρχία Σεγμέν, η οποία διοικείτο από τον φύλακα των κυνηγόσκυλων, αποτελείτο από 34 ορτά, που ξεχώριζαν από τις κόκκινες μπότες των ανδρών τους. 
  • Η δεύτερη μεραρχία (Τζεμαάτ) της Συνέλευσης παρέτασσε 101 ορτά και είχε την ευθύνη της φρούρησης σημαντικών κάστρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι αξιωματικοί της είχαν το προνόμιο να μπορούν να παραμένουν έφιπποι παρουσία του αγά και να φορούν κίτρινες μπότες. 
  • Η μεραρχία Μπολούκ διέθετε 61 ορτά. 
Κάθε ορτά περιελάμβανε αρχικά περίπου 100 γενίτσαρους αλλά από τα μέσα του 17ου αιώνα ο αριθμός έφθασε τους 600 ή 800 και ήταν εικονικός, καθώς οι υπάρχοντες μαχητές δήλωναν δύο ή τρία ονόματα προκειμένου να φαίνεται μεγάλη η δύναμη του Σώματος, οι δε νεκροί δεν διαγράφονταν από το δυναμολόγιο. Ο τσόρμπατσι διοικούσε κάθε ορτά με τη βοήθεια έξι αξιωματικών, ενός γραφέα και ενός κληρικού (ιμάμη), εκτός βέβαια από τους υπαξιωματικούς του. Έφερε επίχρυσο κράνος και λευκή ράβδο. Οι κατώτεροι αξιωματικοί ξεχώριζαν από τα μαχαίρια που είχαν περασμένα στο ζωνάρι τους. Η ευθύνη τήρησης της σιδερένιας πειθαρχίας στην ορτά ανετίθετο στον αστζίμπασι.

Ο οποίος σπανίως έθετε τους παραβάτες υπό περιορισμό (αντίθετα τους φόρτωνε με βαριές αγγαρείες -πιο ταπεινωτική από τις οποίες θεωρείτο η καθαριότητα στα μαγειρεία). Παραδοσιακά ο επικεφαλής της μεραρχίας σεγμέν θεωρείτο ως ο υποδιοικητής του αγά, ενώ ο διοικητής της μεραρχίας μπολούκ, ο κουλ καχιά, είχε χρέη υπασπιστή του. Οι τρεις διοικητές μεραρχιών μαζί με τους επικεφαλής των τριών καταυλισμών (οτσάκ) στους οποίους υποδιαιρείτο το στρατόπεδο του Σώματος, ήταν γνωστοί ως οτσάκ αγάδες, και είχαν το αξίωμα του στρατηγού. Σημαντικό ρόλο είχε επίσης ο γραμματέας και αγάς της Κωνσταντινούπολης (ένα είδος φρούραρχου της πόλης), ο επονομαζόμενος γιενίτσερ κατίπ.

Διοικούσε άμεσα τις 34 ορτά των ατζεμιογλάν από όπου θα προέρχονταν μελλοντικά οι νέοι γενίτσαροι των 196 μάχιμων ορτά. Ειδικότερα ο διοικητής της 5ης ορτά ήταν υπεύθυνος για τη διαβίωση και την επιβολή ποινών σε όλους τους μαθητευόμενους γενίτσαρους, ενώ ο ατεστζίμπασι (ο υποδιοικητής του Σώματος) φορούσε μία τόσο περίτεχνα διακοσμημένη δερμάτινη στολή ώστε χρειαζόταν τη βοήθεια δύο γενιτσάρων να τον στηρίζουν όποτε περπατούσε και υποβασταζόταν από ειδικά στηρίγματα στη σέλα όταν ίππευε. Βασικό στοιχείο των γενιτσάρων ήταν οι πολεμικές σημαίες τους (σαντζάκ), σε συνδυασμούς του κόκκινου και του χρυσού. Το έμβλημα της διοίκησης προερχόταν από τα Μογγολικά έθιμα.

Αποτελείτο από ένα κοντάρι στολισμένο με χρυσή σφαίρα και ημισέληνο στην κορυφή του, από το οποίο κρέμονταν ουρές αλόγων, ο αριθμός των οποίων υποδήλωνε σαφώς το αξίωμα του κάθε διοικητή. Ο σουλτάνος είχε το δικαίωμα να διατηρεί δύο κοντάρια με έξι ουρές το καθένα (αν και κατά την εκστρατεία του Μοχάκς ο Σουλεϊμάν είχε μόνο ένα κοντάρι με επτά ουρές). Η σημαία του Σώματος των Γενιτσάρων ήταν μισή κίτρινη και μισή κόκκινη, με το παραδοσιακό ξίφος του Προφήτη, το ζουλφικάρ, κεντημένο στο κέντρο. Μεγάλη υπερηφάνεια υπήρχε επίσης για τα λάβαρα των μεμονωμένων ορτά, των οποίων τα εμβλήματα ήταν διαφορετικά μεταξύ τους.

Η σημαία της 1ης ορτά απεικόνιζε μία καμήλα, της 43ης έναν ελέφαντα, της 17ης ένα λιοντάρι, της 10ης ένα γεράκι και της 68ης έναν πελαργό. Το έμβλημα της 84ης ορτά ήταν ένα τζαμί με δύο μιναρέδες και της 30ής ένα τζαμί με έναν μιναρέ. Αλλα περίεργα εμβλήματα περιελάμβαναν μια καραβέλα με ανεπτυγμένα πανιά (56η ορτά), άγκυρες, όπλα, κλειδιά, τόξο και βέλος (54η ορτά), ακόμα και τριαντάφυλλο (44η ορτά). Εκτός από τα καθαρώς στρατιωτικά καθήκοντά της κάθε ορτά είχε αναλάβει και ένα συγκεκριμένο έργο στο πλαίσιο του καθημερινού προγράμματος του παλατιού. Για παράδειγμα η 64η ορτά ήταν υπεύθυνη για τη φροντίδα των κυνηγετικών σκύλων του σουλτάνου, η 69η για τα γεράκια του και η 71η για τα λαγωνικά που χρησιμοποιούντο στο κυνήγι της αρκούδας.

Η 54η ορτά θεωρείτο η πιο ειδικευμένη σε θέματα τοξοβολίας και αργότερα έγινε ο εκπαιδευτικός πυρήνας για την εξοικείωση των νέων γενιτσάρων με τα μουσκέτα. Η 82η ορτά ήταν η μόνη που μπορούσε να στήσει τις σκηνές της δίπλα σε εκείνες των ιμάμηδων. Όταν ο σουλτάνος εκστράτευε προσωπικά η 17η ορτά στρατοπέδευε ακριβώς δίπλα στη σκηνή του, γύρω από την οποία έπρεπε να διατηρεί διαρκώς μία ανθρώπινη αλυσίδα γενιτσάρων πιασμένων χέρι-χέρι ολόκληρο το 24ωρο. Ο βασικός οπλισμός κάθε γενιτσάρου περιελάμβανε το κλασικό γιαταγάνι, ένα μικρό στιλέτο, το σύνθετο τόξο, του οποίου η κατασκευή και η ωρίμανση χρειαζόταν ένα ολόκληρο έτος.

Αλλά μπορούσε κατόπιν να χρησιμοποιηθεί επί δύο αιώνες χωρίς να χάσει την ελαστικότητά του, επίσης περιελάμβανε, τη στρογυλή ασπίδα και φυσικά το αρκεβούζι και αργότερα το μουσκέτο. Ειδικά οι κάννες των πυροβόλων όπλων των Οθωμανών αποτελούσαν αριστουργήματα κατεργασίας, διαθέτοντας μερικές φορές εσωτερική επίστρωση από ασήμι. Τα όπλα είχαν επίσης χαρακτηριστικό πεντάγωνο κοντάκι σκαλισμένο από ξύλο του Ανταπαζάρ, ενώ τα τυφέκια ήταν στολισμένα με κεφαλές δράκων και άλλα κομψοτεχνήματα. Οι γενίτσαροι διέθεταν και πιστόλια, τα οποία αντιμετώπιζαν υποτιμητικά λόγω του μικρού βεληνεκούς, λέγοντας ότι η κυριότερη χρήση τους ήταν να τρομάζουν τα πουλιά.


Στο υπόλοιπο οπλοστάσιό τους υπήρχαν ακόντια, λόγχες, ξίφη, κεφαλοθραύστες, πελέκεις, ακόμη και ένα τρομακτικό είδος δρεπανιού. Ο πολιορκητικός εξοπλισμός τους ήταν ιδιαίτερα πλούσιος, παρουσιάζοντας μία πολυτυπία μηχανών για την πρόκληση ρηγμάτων στα τείχη και την υπερπήδηση εμποδίων (40 διαφορετικά είδη Οθωμανικών πολιορκητικών μηχανών έπεσαν στα χέρια των Χριστιανών όταν οι τελευταίοι απέκρουσαν τους Τούρκους στη Βιέννη το 1683), αλλά η πιο προσφιλής τακτική τους ήταν η υπονόμευση των εχθρικών οχυρωματικών έργων με την κατασκευή σηράγγων.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑΤΟΣ

Το ζήτημα του «παιδομαζώματος στην περίοδο της Τουρκοκρατίας» στις περιοχές εφαρμογής του στην άλλοτε ακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι πάντα ενδιαφέρον όσο και ερευνήσιμο ακόμα και σήμερα, προσθέτει δε -η έρευνά του- γνώσεις σε κάποιες ιστορικές στιγμές εν πολλοίς ακόμη άγνωστες. Είναι ένα θέμα που ταλαιπώρησε και το δικό μας έθνος τη μακρά αυτή περίοδο της Τουρκοκρατίας. Οι Οθωμανοί το παιδομάζωμα το ονόμαζαν ντεβσιρμέ (devsirme) και με την ονομασία αυτή θα το βρούμε στην ξένη και σε μεγάλο μέρος της Ελληνικής Τουρκολογικής βιβλιογραφίας. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα devsirmek, το οποίο σημαίνει μαζεύω, συναθροίζω, συγκεντρώνω, αλλά και εγγράφω, καταχωρώ ως μέλος καταλόγου κάποιον.

Από την σκοπιά αυτών που έχαναν τα παιδιά τους κατά περιόδους, το παιδομάζωμα ήταν στην πραγματικότητα το μάζεμα των επιβληθέντων, πολύ ασυνήθιστων, φόρων στρατολογίας. Από τη σκοπιά των Οθωμανών όμως σήμαινε την εγγραφή νέων μελών στους καταλόγους του ισχυρά εδραιωμένου στρατιωτικού καθεστώτος τους. H πρώτη αναφορά αναγκαστικής στρατολόγησης Χριστιανοπαίδων γίνεται το 1438, επί Μουράτ B', όταν ο Ισίδωρος Γλαβάς, μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, έγραψε για να διαμαρτυρηθεί για την απαγωγή παιδιών από πειρατές που είχαν καταφθάσει στο Θερμαϊκό κατ' εντολή των εμίρηδων των Μικρασιατικών παραλίων.

Εξάλλου, εκείνη την εποχή υπήρχε ήδη ένα Οθωμανικό στρατιωτικό σώμα, το οποίο είχε επανδρωθεί εκτός από Έλληνες της Μαύρης Θάλασσας και με τα παιδιά της ηττημένης κάστας των στρατιωτικών των νεοκατακτημένων Βαλκανικών περιοχών. Από τους μελετητές θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι κάποιο σύστημα αναγκαστικής στρατολόγησης παιδιών από τη Βαλκανική χερσόνησο, τα οποία έστελναν να δουλέψουν στην Κωνσταντινούπολη, είχε ήδη καθιερωθεί πολύ πριν από την Οθωμανική περίοδο. H παρουσία τους στην πρωτεύουσα πρόσφερε σε όλους τους στρατολογημένους μοναδικές ευκαιρίες, προκειμένου να προκόψουν και να σταδιοδρομήσουν, κάτι αδιανόητο στα χωριά τους.

Στα χρόνια των Σελτζούκων, μεγάλο μέρος αλλοθρήσκων αιχμαλώτων χρησιμοποιήθηκε για τη συγκρότηση στρατιωτικών σωμάτων, κύριο χαρακτηριστικό των οποίων ήταν η υποταγή και εξάρτηση από την κεντρική εξουσία, κάτι που ουσιαστικά ουδέποτε πραγματοποιήθηκε εξ ολοκλήρου. Το ενδιαφέρον της Οθωμανικής δυναστείας για την εξασφάλιση ισχυρής και πιστής στρατιωτικής δύναμης, ικανής να στηρίξει την κεντρική εξουσία εναντίον των αποκεντρωτικών και απείθαρχων τάσεων, που βαθμιαία άρχισαν να εκδηλώνονται μεταξύ των Μουσουλμάνων υπηκόων της, οδήγησε κατά το β' ήμισυ του 14ου αιώνα στην καθιέρωση της περιοδικής στρατολογίας και του εξισλαμισμού Χριστιανοπαίδων.

Από τα παιδιά αυτά επανδρωνόταν συστηματικά και αποκλειστικά πια ο πεζικός στρατός και ειδικότερα το νεοσύστατο σώμα των γενίτσαρων. Το ενδιαφέρον, ωστόσο, ήταν ότι από τις ίδιες τάξεις των στρατολογούμενων της Πύλης καλύπτονταν ολοένα περισσότερες θέσεις της διοικητικής υπαλληλικής ιεραρχίας. Από τη στρατολόγηση τουλάχιστον του 15ου αιώνα εξαιρέθηκαν οι Εβραίοι και οι Αρμένιοι, ενώ βαρύ φόρο αίματος, όπως έχει καθιερωθεί να λέγεται, πλήρωσαν κυρίως οι Ορθόδοξοι, διότι προέβαλαν σθεναρή αντίσταση στην Οθωμανική προέλαση. Βεβαίως από τα τέλη του 15ου αιώνα, όταν το παιδομάζωμα (devsirme) είχε πια θεσμοποιηθεί, επεκτάθηκε και στη Μικρά Ασία.

Αξίζει να τονιστεί ότι το παιδομάζωμα δεν απέβλεπε σε προσηλυτιστικούς σκοπούς, αλλά εξυπηρετούσε την ανάγκη υποστήριξης της δυναστείας με αξιόμαχες και απολύτως πειθαρχημένες στρατιωτικές δυνάμεις. Το γεγονός αυτό, καθώς και η παράλληλη εισδοχή και, τελικά, καθολική επικράτηση των δούλων της Πύλης στην υπαλληλική ιεραρχία, συνέτειναν ώστε κατά την περίοδο αυτή να παρατηρηθεί το παράδοξο και ιδιότυπο φαινόμενο της αποκλειστικής σχεδόν χρησιμοποίησης εξωμοτών αλλόθρησκων, κυρίως Χριστιανών, τόσο στον τακτικό στρατό όσο και στη διοίκηση, και του αποκλεισμού των ελευθέρων Μουσουλμάνων υπηκόων από την ηγεσία του Οθωμανικού κράτους.

Πολλοί Χριστιανοί αλλαξοπιστούσαν για οικονομικούς λόγους, καθώς οι φορολογικές υποχρεώσεις των μη Μουσουλμάνων ήταν μεγαλύτερες, καθώς επιβαρύνονταν με τον κεφαλικό φόρο, από τον οποίο απαλλάσσονταν με την εξωμοσία τους. Εξάλλου, η επιθυμία ορισμένων εκπροσώπων της ηγέτιδας τάξης του Βυζαντίου ή της αριστοκρατίας της γης να διατηρήσουν την κοινωνική θέση τους στην Οθωμανική ιεραρχία ή την έγγειο ιδιοκτησία τους, οδήγησε ακόμη και μέλη των Χριστιανικών Αυτοκρατορικών οίκων και ανώτερους κληρικούς να προσέλθουν στη θρησκεία του κατακτητή. Cuius regio eius religio, δηλαδή, όποιου είναι η εξουσία, εκείνου είναι και η θρησκεία. Αυτό έχει επαναληφθεί πολλές φορές στην ιστορία της ανθρωπότητας γενικότερα, αλλά ιδιαίτερα στην Εγγύς Ανατολή.

Αρκεί να θυμηθούμε ότι στους πρώτους αιώνες της πρώιμης Βυζαντινής (Ρωμαϊκής) ιστορίας του 4ου, 5ου και 6ου αιώνα μ.X., η Ρωμαϊκή εξουσία χρησιμοποίησε την Εκκλησία ως κρατική ιδεολογία για να στηρίξει την Αυτοκρατορία που συνταρασσόταν από βαθιά κρίση. H αξιοποίηση της ύπαρξης συμπαγών Χριστιανικών πληθυσμών στην Ανατολή, απέβη επωφελής μεν για τη διατήρηση και επιβίωση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, λειτούργησε, δηλαδή, ως νέο αίμα που έγινε ο συνδετικός κρίκος για τη διασφάλιση της εσωτερικής ενότητας και τη στερέωση της Ρωμαϊκής εξουσίας, από την άλλη, όμως, παρέσυρε τον Ελληνικό κόσμο στη δίνη νέων δοκιμασιών.

Από τη στιγμή που οι μέχρι πρότινος διωκόμενοι Χριστιανοί μεταβλήθηκαν σε διώκτες, από μάρτυρες σε βασανιστές, στον αγώνα τους για αποκαθήλωση και εκρίζωση της παραδοσιακής θρησκείας των Ελλήνων και υποκατάσταση του παγανιστικού - ειδωλολατρικού θρησκευτικού κατεστημένου, οι κυρίαρχες τάξεις απαρνούνταν χωρίς δισταγμό την παλιά θρησκεία τους, έσπευδαν να δείξουν τη νομιμοφροσύνη τους στην κυρίαρχη πια Χριστιανική θρησκεία και στη συνέχεια, μετά την "προσχώρησή" τους, γίνονταν φανατικότεροι των Χριστιανών. H προσπάθειά τους κατέτεινε στην απόκτηση λαϊκού ερείσματος, διατήρησης των προνομίων τους και, φυσικά, πρόσβασης στις ανώτερες βαθμίδες της εξουσίας.


Αξίζει να σημειώσουμε ότι ιδιαίτερα στα χρόνια του Αραβικού χαλιφάτου των Αββασιδών, είχε ωριμάσει η ιδέα ενός ιδρύματος για δούλους, αφού υπήρχαν πολλοί Αρμένιοι, Σλάβοι, Έλληνες, αλλά και Τούρκοι. Πράγματι, πολλοί από αυτούς τους στρατιωτικούς δούλους ανήλθαν σε υψηλά αξιώματα και ηγεμόνες, όπως ο Ιμπν Τουλούν, τον 9ο αιώνα, έφτασαν να γίνουν ακόμη και βασιλείς. O Τουλούν έγινε άρχοντας της Αιγύπτου, ιδρύοντας τη δυναστεία των Τουλουνιδών, ενώ από δούλους Τουρκικής καταγωγής ιδρύθηκε η δυναστεία των Μαμελούκων στην Αίγυπτο, από τον 13ο έως τον 16ο αιώνα, οπότε ενσωματώθηκε η Μαμελουκική Αίγυπτος στην Οθωμανική επικράτεια επί Σελίμ A' (το 1517).

Ιδιαίτερα τον 11ο αιώνα, τον καιρό του ξακουστού Πέρση βεζίρη, Νιζάμ αλ- Μούλκ, η συνήθεια της στρατολόγησης και εκπαίδευσης δούλων, προκειμένου να επανδρωθούν υψηλές θέσεις της διοικητικής ιεραρχίας, λειτούργησε με μεγάλη επιτυχία, και την υιοθέτησαν και οι Σελτζούκοι. Επί Μεχμέτ B', το παιδομάζωμα γινόταν αρχικά κάθε πέντε χρόνια, έπειτα κάθε τέσσερα, τρία ή και σε μικρότερα χρονικά διαστήματα, ανάλογα με τις ανάγκες του κράτους, και διενεργείτο με βάση τα κατά τόπους εκκλησιαστικά ή κοινοτικά μητρώα. Ωστόσο, ορισμένοι τόποι απαλλάσσονταν, γιατί ρητοί όροι συνθηκών ή ειδικά προνόμια τους εξαιρούσαν, όπως τα Ιωάννινα (1430), ο Γαλατάς (1433), η Ρόδος (1522).

Για ευνόητους λόγους, ορισμένες κατηγορίες, όπως οι ορφανοί, οι έγγαμοι (εξού και οι συχνοί γάμοι σε μικρές ηλικίες) και οι μονογενείς. Σύμφωνα με ένα φιρμάνι της 29ης Μαρτίου 1601 προς τις Τουρκικές αρχές της Ρούμελης, οι νέοι των "απίστων" έπρεπε να είναι "καλλίμορφοι, αρτιμελείς και προς τον πόλεμον κατάλληλοι". Προβλεπόταν η εσχάτη των ποινών για όσους γονείς έδειχναν απροθυμία να συνεργαστούν ή αντιστέκονταν στις αρχές: "Όταν τις εκ των απίστων γονέων ή άλλος τις αντιστή εις την παράδοσιν του γενιτσάρου υιού του, θ' απαγχονίζηται ευθύς εις το κατώφλιον της θύρας του, του αίματός του θεωρουμένου άνευ αξίας".

Επίσης, σε φιρμάνι της 5ης Φεβρουαρίου 1666, που απευθύνεται στους ιεροδίκες και άλλους αξιωματικούς των επαρχιών της Βαλκανικής χερσονήσου, όπως, μεταξύ άλλων, στους "σεράρηδες των γενίτσαρων", πληροφορούμαστε ότι η στρατολογία αφορά σε ένα μόνο τέκνο κάθε πολύτεκνης οικογένειας "ραγιάδων", ηλικίας από 15 έως 20 ετών, "ικανόν διά υπηρεσίαν", ενώ στον αιώνα αυτό (17ο αιώνα) η στρατολόγηση αφορά και σε Μουσουλμάνους, αφού διαβάζουμε πολύ χαρακτηριστικά: "Αλβανούς και Βοσνίους, εάν και ούτοι επιθυμούν να εγγραφούν οικειοθελώς εις τους καταλόγους, να τους εγγράψητε εις ιδιαιτέρους καταλόγους, εφόσον είναι ρωμαλέοι".

Οι συχνές προτροπές για την αποφυγή αδικιών κατά το παιδομάζωμα και η υπόμνηση των συνεπειών, αντανακλούν ασφαλώς μία υφιστάμενη κατάσταση, ότι, δηλαδή, "δωροληψίες, αδικίες και καταπιέσεις" ήταν συνηθισμένα φαινόμενα. Και πράγματι, από τον 16ο αιώνα γνωρίζουμε ότι οι σουλτανικές διατάξεις παραβιάζονταν συστηματικά από τους υπαλλήλους που ήταν υπεύθυνοι για τη στρατολογία, οι οποίοι προφανώς χρησιμοποιούσαν τη θέση τους για να αποσπάσουν προσωπικά οικονομικά οφέλη. Κατάφωρες παραβιάσεις των κανονισμών εξανάγκαζαν τους Χριστιανούς να εξαγοράζουν την ελευθερία των παιδιών τους, πληρώνοντας αδρά τους διεφθαρμένους υπαλλήλους της στρατολογίας.

Έτσι επιβάρυναν δυσανάλογα τον ήδη πτωχό προϋπολογισμό τους, καθώς δεν διέθεταν τα μέσα να αντιμετωπίσουν τις ατασθαλίες των Τουρκικών κρατικών οργάνων. Τα στρατολογημένα Χριστιανόπαιδα στέλνονταν τμηματικά με υπεύθυνους συνοδούς στην Κωνσταντινούπολη, όπου μετά από ανάπαυση λίγων ημερών υποβάλλονταν σε επιθεώρηση για να διαπιστωθεί αν το παιδομάζωμα είχε γίνει σύμφωνα με τους προβλεπόμενους κανονισμούς. Μετά τη διαδικασία αυτή, οι νέοι εξαναγκάζονταν να ασπαστούν το Μουσουλμανισμό και υποβάλλονταν σε περιτομή. Οπως τονίσθηκε ήδη, από αυτές τις τάξεις των στρατολογημένων γενίτσαρων και συγκεκριμένα από τα νεαρότερα Χριστιανόπαιδα, ηλικίας 6 - 10 μόλις χρόνων, προορίζονταν μετά από αυστηρή επιλογή και πολυετή εκπαίδευση να καταλάβουν τις θέσεις της αυλικής ή της διοικητικής ιεραρχίας.

Τα εξισλαμισμένα Χριστιανόπαιδα που προορίζονταν για στρατιωτική υπηρεσία, ονομάζονταν ατζέμ ογλάν (Acemi Oglan) και στέλνονταν αρχικά να εργαστούν σε τιμαριούχους της Μικράς Ασίας. Αυτοί αναλάμβαναν την ευθύνη για τη ζωή τους, κατέβαλαν στους συνοδούς αξιωματικούς ένα συμβολικό ποσό για κάθε νέο που παραλάμβαναν και τους χρησιμοποιούσαν ως δούλους στο νέο περιβάλλον, ενώ μεριμνούσαν για τη σκληραγώγησή τους, τη μύηση στη νέα θρησκεία και στα ήθη και έθιμα των κυρίων τους και για την εκμάθηση της τουρκικής γλώσσας. O ίδιος αξιωματούχος που τους είχε παραδώσει στον τιμαριούχο, περνούσε μετά από δύο ή και περισσότερα χρόνια για να διαπιστώσει αν οι νέοι πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να καταταγούν στο στρατό.

Όσοι κρίνονταν άξιοι, οι περισσότεροι ή τουλάχιστον οι ικανότεροι κατέληγαν στο επίλεκτο σώμα των γενίτσαρων. Πολλοί από τους στρατολογημένους από τα Βαλκάνια και ιδιαίτερα από την περιοχή Φιλιππούπολης, ήταν Ελληνες, αλλά που είχαν ασπαστεί την αίρεση των Βογόμιλων, μία αίρεση που θεωρείται μετεξέλιξη των Παυλικιανών, οι οποίοι (Βογόμιλοι, αλλά και οι "πρόγονοί" τους, Παυλικιανοί) είχαν ομοιότητες με τους ελευθερόφρονες Αλβιγήνους της Προβηγκίας και του Λάγκεντοκ στη Νότια Γαλλία (οι Καθαροί, τους οποίους δίωξε απηνώς η Ιερά Εξέταση με τις ευλογίες της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας).

Μετά την Τουρκική εξάπλωση των Οθωμανών στα Βαλκάνια, τουλάχιστον έναν αιώνα πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης, με το πέρασμά τους και την κατάληψη της Καλλίπολης (1354), οι μπεκτασήδες δερβίσηδες που πέρασαν μαζί τους και άρχισαν να εγκαθίστανται στα Βαλκανικά εδάφη, δεν δυσκολεύτηκαν να πείσουν τους Βογόμιλους ότι οι ιδέες τους είχαν πολλά κοινά σημεία με το σουφισμό και έτσι μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η πρώτη σύνδεση των γενίτσαρων με τους Χριστιανούς των Βαλκανίων γίνεται μέσω αυτής της διαδρομής, αφού οι Βογόμιλοι παρουσιάζονταν ιδιαιτέρως δεκτικοί στην αφομοίωση άλλων ιδεών και δεν συμπαθούσαν καθόλου τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, που τους είχαν κυνηγήσει ανηλεώς τους προηγούμενους αιώνες.

Παροιμιώδεις υπήρξαν οι εκτελέσεις στην πυρά του Βασίλειου Βογόμιλου και άλλων συνεργατών του (περίοδος δράσης μεταξύ 1084 - 1102 / 1104) από το ρέκτη Αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Αλέξιο A' Κομνηνό (1081 - 1118), στον ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, με τη σύμφωνη γνώμη του πατριάρχη. Εντύπωση προκάλεσε στο χριστεπώνυμο πλήθος που παρακολουθούσε με "θρησκευτική" κατάνυξη την εκτέλεσή του, το απαράμιλλο θάρρος με το οποίο υπέμεινε τις απειλές και τα μαρτύρια, το οποίο εξηγείται κατά την Άννα Κομνηνή, που ήταν αυτόπτης μάρτυρας, διότι είχε "διαβολική" ενίσχυση. O Αναστασίου στη διδακτορική διατριβή του περί των Παυλικιανών, θεωρεί ότι "ο Αλέξιος εις πάσας τας πράξεις ταύτας ενήργησεν εκ γνησίου θρησκευτικού ζήλου υπέρ της Ορθοδοξίας.


Εθεώρει τον εαυτόν του περιβεβλημένον με αποστολήν σχεδόν θείαν. Προς τους Παυλικιανούς εφέρθη ηπίως και μετριοπαθώς". Άρα οι Βυζαντινοί ήταν ίσως οι πρώτοι διδάξαντες στη χρήση της πυράς για τον εξορκισμό των αιρετικών, μετά τους ακολούθησαν και οι δυτικοί. Πάντως, Βογόμιλος ήταν ακόμη και ο βασιλιάς της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης, Στέφανος, που κυβέρνησε από το 1444 έως το 1461. O ακόλουθος της Αυστριακής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, βαρόνος Βρατισλάβ φον Μίτροβιτς, κατά την τελευταία δεκαετία του 16ου αιώνα, μας δίνει μία πολύ λεπτομερή περιγραφή της εκπαίδευσης των γενίτσαρων:

"Οι εν λόγω γενίτσαροι, αναφέρει, είναι κατά το πλείστον πρόσωπα εξανδραποδισθέντα ή τέκνα χριστιανών χωρικών ζώντων υπό Τουρκικήν προστασίαν. Επί τόπου υπάρχουν ιατροί κρίνοντες την πνευματικήν ικανότητα εκάστου παιδίου. Οσα υπόσχονται περισσότερον, αποστέλλονται εις την υπηρεσία του Τούρκου Αυτοκράτορος, η δε επομένη σειρά εις την υπηρεσία των πασάδων και άλλων επισήμων Τούρκων. Τα λοιπά, όσα φαίνονται υποσχόμενα μικροτέραν διάνοιαν, πωλούνται προς εν δουκάτον έκαστον, εις Ανατολή ή Ασία. Φυλάττονται εκεί μέχρι της ωρισμένης προθεσμίας, δηλαδή, μέχρι της ηλικίας των δέκα οκτώ ετών ή το βραδύτερον είκοσι και ανατρέφονται εις τας στερήσεις, την πείναν, το ψύχος και την ζέστην και τα μεταχειρίζονται ολίγον καλλίτερον των σκύλων.

Υποχρεούται μόνον ο παραλήπτης τοιούτου παιδίου να το επιστρέψη εις την Αυλήν του σουλτάνου κατά την εκπνοήν της ανωτέρω περιόδου, εάν το εξανδραποδισθέν παιδίον ακόμη ζη. Αν αποθάνη, ο κύριος του οφείλει ν' αναφέρη το γεγονός του καδή (δικαστού) της επαρχίας, τηρούντος κατάλογον των τοιούτων παιδίων, ώστε να διαγραφή του καταλόγου. Περί την ηλικίαν, λοιπόν, των είκοσι ετών, και όταν είναι όλα μαυρισμένα εκ του ηλίου και της ζέστης και εξοικειωμένα εις παν είδος εργασίας, φέρονται εις Κωνσταντινούπολιν εκ των διαφόρων χωρών όπου είχον ούτω διασκορπισθή. Εκεί τα δραστηριώτερα καταγράφονται ως νέοι γενίτσαροι και τάσσονται υπό παλαιούς γενίτσαρους για να μάθουν υπό την διδασκαλίαν των.

Να σκοπεύουν, να πυροβολούν, να μεταχειρίζωνται την σπάθην, να εξακοντίζουν βέλη, να πηδούν χάνδακας και ν' αναρριχώνται εις τα τείχη. Υποχρεούνται να υπακούουν πάσαν διαταγήν των παλαιών γενίτσαρων, να παρασκευάζουν το φαγητόν των, να σχίζουν ξύλα και να εκτελούν πάσαν υπηρεσίαν εφ' όσον διαρκεί ειρήνη. Οταν βαδίζουν εις τον πόλεμον μετά των παλαιών στρατιωτών, καίτοι έχουν καταγραφεί εις τους καταλόγους των, υποχρεούνται εν τούτοις να τους υπηρετούν ακόμη, να ιδρύουν τας σκηνάς των και να προσέχουν οπίσω τας καμήλους και τας ημιόνους τας φορτωμένας τας προμηθείας και τα χρειώδη. Εν περιπτώσει μάχης ή ακροβολισμού βαδίζουν εις την πρωτοπορίαν και προσπαθούν να υπερβούν αλλήλους εις ανδρείαν και καρτερίαν.

Ούτε λογίζονται εις τον αριθμόν των παλαιών γενίτσαρων πριν ή να δημιουργηθούν ήρωες. Τότε, όμως, ο νεώτεροι υποχρεούνται να τους υπηρετούν και να τους προσέχουν, ως έπραττον εκείνοι προηγουμένως εις τους άλλους. Εκ τούτων προέρχονται οι ανδρειότατοι και αγριώτατοι πολεμισταί τους οποίους κατέχουν οι Τούρκοι και επ' αυτών ο Τούρκος Αυτοκράτωρ θέτει την μεγίστην εμπιστοσύνην". H περιγραφή του Αυστριακού πρέσβη συνιστά ντοκουμέντο που έχει επιβεβαιωθεί και από άλλες αρχειακές πηγές.

Στη συνέχεια, τα πιο υγιή, ρωμαλέα και κυρίως ευφυή από τα ιτς ογλάν (τα στρατολογημένα, δηλαδή, Χριστιανόπαιδα) στέλνονταν για ειδική εκπαίδευση είτε στα μεγάλα σουλτανικά ανάκτορα της Προύσας και Αδριανουπόλεως (Edirne) ή σε ειδικές ανακτορικές σχολές της Κωνσταντινουπόλεως και του Γαλατά. Στις αρχές του 16ου αιώνα, αναφέρεται ότι μόνο στις σχολές της Ανδριανουπόλεως και του Γαλατά εκπαιδεύονταν 300 ή 400 ιτς ογλάν. H πιο απαιτητική ήταν η Σχολή των Ανακτόρων, η επονομαζόμενη Σχολή του Εντερούν. Κατά την εκπαίδευση τους, που διαρκούσε πολλές φορές περισσότερο από 14 χρόνια, παρακολουθούσαν ποικίλα μαθήματα και έπαιρναν μία εμπεριστατωμένη και ευρεία μόρφωση.

Διδάσκονταν την Τουρκική, την Αραβική που είναι γλώσσα του Κορανίου, αλλά και την Περσική, που θεωρούνταν ως η γλώσσα της ποίησης και της λογοτεχνίας γενικότερα, και παραλλήλως μάθαιναν καλές τέχνες, μουσική, καθώς και τρόπους συμπεριφοράς σύμφωνα με τις απαιτήσεις του αυλικού πρωτοκόλλου. Γυμνάζονταν επίσης στο τόξο, στη χρήση των πυροβόλων όπλων, στο ακόντιο και την ιππασία. Γενικά, η εκπαίδευσή τους ήταν ανάλογη με των "ακολούθων" (pages) της φεουδαρχικής δύσεως. H μόρφωσή τους ολοκληρωνόταν με εντατική μελέτη του Κορανίου και του ιερού νόμου (σαριάτ).

Ύστερα από την πολυετή εκπαίδευση και μαθητεία τους και αφού κατάφερναν να ξεπεράσουν με επιτυχία όλες αυτές τις σκληρές δοκιμασίες, γίνονταν δεκτοί στο άμεσο περιβάλλον του σουλτάνου, όπου είχαν την ευκαιρία να συναναστρέφονται με τους ισχυρούς της αυλής και να μυούνται στα μυστικά της διοικητικής και στρατιωτικής ηγεσίας, στις βαθμίδες της όποιας έμελλε να ανέλθουν με το διάβα του χρόνου. Πράγματι, πολλοί από τους γενίτσαρους αναλάμβαναν τις πιο ηγετικές θέσεις της κρατικής Οθωμανικής μηχανής, γίνονταν ανώτεροι αξιωματούχοι στις διάφορες υπηρεσίες του κράτους, στρατιωτικοί και επαρχιακοί διοικητές, ακόμη και μεγάλοι βεζίρηδες.

Και ίσως σε αυτό το σημείο μπορούμε να θεωρήσουμε ότι έχουμε τη μεγαλύτερη πρωτοτυπία των Οθωμανών, στη χρήση, δηλαδή, σκλάβων σε βαθμό αποκλεισμού των ελευθέρων Μουσουλμάνων. Έτσι, αποκλειστικά σχεδόν κατά τους πρώτους αιώνες, η Πύλη, δηλαδή, η οθωμανική διοίκηση στηριζόταν στα πιο ρωμαλέα και ευφυή παιδιά των χριστιανικών πληθυσμών, για να προωθήσει και να εδραιώσει το κατακτητικό και οργανωτικό έργο της. Ισως "το πλέον ωραιώτερον βασίλειον του κόσμου που εκθειάζεται πανταχόθεν από τους σοφούς της γης".

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, δηλαδή, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ρήγας Φεραίος στις πρώτες παραγράφους του περίφημου Συντάγματός του, όφειλε τη μεγαλοσύνη της και τη φήμη της, ακριβώς διότι όχι μόνο σεβάστηκε, αλλά και ενσωμάτωσε γόνιμα τα ποικίλα έθνη και λαούς που απάρτιζαν την πολυπολιτισμική οντότητά της, τουλάχιστον κατά τους πρώτους αιώνες. Αντίθετα, όταν σταδιακά άρχισε να καταπιέζει με τυραννικό τρόπο τους λαούς της λόγω διαφορετικής φυλετικής ή θρησκευτικής προέλευσης, τότε επήλθε η παρακμή, μετατράπηκε σε τουρκοκρατία, με ό,τι αρνητικό φορτίο κουβαλάει ο όρος και γι' αυτό ακόμη και ο Ρήγας, στη συνέχεια του Συντάγματός του, ομιλεί για διεφθαρμένο σουλτάνο και κακοδιοίκηση.


Από την οποία η μόνη λύτρωση ήταν, κατά τη γνώμη του, η δημιουργία μίας Βαλκανικής Συνομοσπονδίας όλων των λαών των Βαλκανίων, μηδέ των Τούρκων εξαιρουμένων. H προοπτική μίας τέτοιας λαμπρής σταδιοδρομίας δεν άργησε να δελεάσει ακόμη και τους ίδιους τους ελεύθερους Μουσουλμάνους υπηκόους της Αυτοκρατορίας, οι οποίοι βλέποντας τα παιδιά τους να αποκλείονται από τις ηγετικές τάξεις, έφθασαν στο σημείο να τα παρουσιάζουν ως Χριστιανόπουλα για να επιτύχουν τη στρατολόγησή τους ή σε κάποιες περιπτώσεις δωροδοκούσαν τους Χριστιανούς γείτονές τους, για να ανταλλάξουν κρυφά τα παιδιά τους.

Βεβαίως, για πολλούς Χριστιανούς το παιδομάζωμα θεωρείτο παράλληλα ως ένα βαρύτατο πλήγμα, αν και δεν έλειψαν και εκείνοι οι Χριστιανοί γονείς που παρέδιδαν αγόγγυστα τα παιδιά τους, ελπίζοντας ότι κατ' αυτό τον τρόπο θα τους εξασφάλιζαν μία καλύτερη και ανετότερη ζωή. Στην πορεία των χρόνων, οι γενίτσαροι μεταβλήθηκαν συχνά σε πιστά όργανα της Οθωμανικής πολιτικής και ταυτόχρονα έδειχναν ιδιαίτερη αφοσίωση στη νέα θρησκεία τους, μολονότι πολλοί από αυτούς είχαν ενταχθεί στο τάγμα των μπεκτασήδων, που ασφαλώς ήταν κάτι αισθητά διαφορετικό από την επίσημη εκδοχή του Ισλάμ. Επίσης, αξίζει να αναφέρουμε ότι υπήρξαν και γενίτσαροι που κατάφεραν να διαφυλάξουν την ανάμνηση της καταγωγής και της θρησκείας τους.

Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία (1491) του Ιανού Λασκάρεως, ότι μεταξύ των γενίτσαρων της Κωνσταντινουπόλεως υπήρξαν πολλοί που ένιωθαν συναισθηματικά πολύ κοντά στους Χριστιανούς και, όποτε μπορούσαν, ευνοούσαν τους πρώην ομοθρήσκους τους, ενώ αναφέρει ότι ο γαμπρός του σουλτάνου Βαγιαζίτ B', ο εξωμότης Hersek, του εξομολογήθηκε ότι ήταν κρυπτοχριστιανός. Επίσης, ένας αγάς (επικεφαλής) των γενίτσαρων, παρουσία του σουλτάνου που τον συνόδευε στο Μοναστήρι, κάλεσε τη μητέρα του από τη Χιμάρα για να τη δει. O γενίτσαρος Μουχαμέτης Παπαδάτος από την Άρτα, μάλιστα, δεν δίστασε να διαφύγει στο εξωτερικό και να βαπτισθεί Χριστιανός το 1587, σε ηλικία 28 ετών, στην Τυβίγγη (Tubigen).

Τέλος, μπορούμε ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι υπήρξαν γενίτσαροι που υποστήριξαν απροκάλυπτα τη σταυροφορία των κρατών της δύσης εναντίον των Τούρκων. Τα στοιχεία της εποχής εκείνης σχετικά με το παιδομάζωμα είναι αντικρουόμενα. Υπάρχουν ξένοι παρατηρητές που τονίζουν την απροθυμία των χριστιανών γονέων να αποχωριστούν τους γιους τους. O Στέφανος Γκέρλαχ, εφημέριος του πρεσβευτή των Αψβούργων στην Κωνσταντινούπολη, επισήμανε το 1577 ότι "οι Χριστιανοί παντρεύουν τους γιους τους σε ηλικία οκτώ ή εννέα ετών, προκειμένου να γλιτώσουν από το Τουρκικό παιδομάζωμα, εφόσον οι έγγαμοι δεν στρατολογούνται".

Αντίθετα ο Βενετός πρέσβης ανέφερε, έναν αιώνα νωρίτερα, ότι οι Χριστιανοί γονείς αντιμετώπιζαν θετικά το παιδομάζωμα, γιατί έδινε στους γιους τους μία ευκαιρία για εξέλιξη. Αναμφίβολα πρέπει να υπήρχαν και οι δύο τάσεις. Μόνο σε μεταγενέστερες εποχές της Οθωμανικής παρακμής και της δυτικής επιθετικότητας, φανατίστηκαν τόσο οι Χριστιανοί όσο και οι Μουσουλμάνοι κι έπαψαν να είναι ανεκτικοί. Από το μακρύ κατάλογο των εξεγέρσεων κατά της Τουρκικής εξουσίας, πολλές από τις οποίες μάλιστα οφείλονταν στους γενίτσαρους, είναι γνωστή μόνο μία μικρή αναταραχή που θα μπορούσε να αποδοθεί συγκεκριμένα στο παιδομάζωμα.

O Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής εξέδωσε ένα διάταγμα στο οποίο αφού κατονόμαζε τους λαούς (Ρώσους, Πέρσες, Τσιγγάνους και Τούρκους) από τους οποίους απαγορευόταν να στρατολογηθούν τα παιδιά τους, τόνιζε εμφατικά: "Αν οποιοσδήποτε αξιωματούχος στρατολογήσει τέτοια παιδιά, είτε ως αποτέλεσμα δωροδοκίας ή κατ' απαίτηση κάποιου ή εξαιτίας παρεμβάσεων υψηλά ιστάμενων προσώπων και τους συμπεριλάβει στον αριθμό των πιστών σκλάβων μου, ας έχει την κατάρα του Αλλάχ και των 24.000 προφητών". Το παρακάτω ηπειρώτικο τραγούδι εκφράζει την οδύνη των γονέων που στερούνταν τα παιδιά τους λόγω του παιδομαζώματος:

"Ανάθεμά σε, βασιλιά, και τρις ανάθεμά σε, 
με το κακό οπόκαμες και το κακό που κάνεις.
Στέλνεις, δένεις τους γέροντας, τους πρώτους τους παπάδες 
Να μάσης παιδομάζωμα, να κάμης γενίτσαρους. 
Κλαίν' οι γοναίοι τα παιδιά, κ' οι αδελφές τα αδέλφια, 
Κλαίγω κ' εγώ και καίγομαι και όσο ζω θα κλαίγω. 
Πέρσι πήραν τον γιόκα μου, φέτο τον αδελφό μου".

Επιστολή - έκκληση βοηθείας Χριστιανών της δυτικής Μικράς Ασίας προς το μεγάλο μάγιστρο της Ρόδου (20 / 6 / 1456):

"Εμείς οι πτώχοι οι δούλοι σας οι Χριστιανοί οι ένπρεποι άνθρωποι, όπου ήκεβαν εις την Τουρκίαν, μικροί τε και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, την αυθεντία σας, να τον εξεύρετε, αυθέντη, πως έχωμεν αγανάκτησιν από τον Τούρκον, και πέρνουν τα παιδιά μας, και κάμνουν τα Μουσουλμάνους, και διά τούτω παρακαλούμεν την αυθεντίαν σας. Να βάλετε βουλήν, και στείλη ο αγιώτατος ο πατριάρχης (ο Πάπας) τα κάτεργά του, να μας σικόσετε απεδώ με τας γυναίκας μας και τα παιδιά μας, ότι έχομεν μεγάλην αγανάκτησιν από τον Τούρκον, ότι να μην χάσομεν τα παιδιά μας, αμή να έλθομεν εις τον τόπον σας, να ζήσομεν και να αποθάνομεν ως υποταχτικοί της αυθεντίας σας εντάμα μετά σας πάντοτε. Ει δε και αφήσετέ μας εδώ εις τούτο το νίκον, ότι να χαθούν τα παιδιά μας, να το δόσετε λόγιον εις τον θεόν, και το κρήμαν μας να ένεν απάνο σας. Και διά τούτω παρακάλον την αυθεντία σας και τον αγιώτατον τον πατριάρχην, το εγληγορότερον, όπου εμπορίζεται, να πένπι τα κάτεργά του, να μας σικόσουν. Κριστός ο Θεός στερόνη τα χρόνια της αυθεντίας σας".

Το αποτέλεσμα αυτού του εντυπωσιακού συστήματος ήταν ότι μία μεγάλη Μουσουλμανική Αυτοκρατορία στηριζόταν στη δύναμη και στη νοημοσύνη των Χριστιανών. Την περίοδο από την άλωση της Κωνσταντινούπολης έως το 1623, την περίοδο ακμής της Αυτοκρατορίας, μόνο 5 από τους 47 μεγάλους βεζίρηδες ήταν Τουρκικής καταγωγής. Από τους υπόλοιπους 42, 11 ήταν Αλβανοί, 11 Σλάβοι, 6 Έλληνες, 1 Κιρκάσιος, 1 Αρμένιος, 1 Γεωργιανός, 1 Ιταλός και 10 άγνωστης καταγωγής. O πρεσβευτής Μπούσμπεκ (μέσα 16ου αιώνα) αναφέρει τους λόγους που κατά τη γνώμη του εξηγούν γιατί ο Οθωμανός σουλτάνος μετατράπηκε σε μεγάλο ηγέτη του Ισλάμ και σε τρομερό εχθρό της χριστιανοσύνης:

"Στην Τουρκία, κάθε άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να παρέμβει στη θέση στην οποία γεννήθηκε και στην τύχη που θα έχει στη ζωή του. Αυτοί που κατέχουν τις υψηλότερες θέσεις μετά το σουλτάνο, είναι πολύ συχνά παιδιά βοσκών και βουκόλων, οι οποίοι αντί να ντρέπονται για την καταγωγή τους, υπερηφανεύονται γι' αυτήν. Έτσι, μεταξύ των Τούρκων, οι τιμές, τα αξιώματα και οι διοικητικές θέσεις αποτελούν ανταμοιβές για την ικανότητα και την αξία. Όσοι είναι ανέντιμοι, οκνηροί και νωθροί, δεν διακρίνονται ποτέ, αλλά παραμένουν στο σκοτάδι και την περιφρόνηση. Αυτός είναι ο λόγος που οι Τούρκοι επιτυγχάνουν οτιδήποτε επιδιώκουν και είναι ηγετική φυλή και καθημερινά επεκτείνουν τα όρια της εξουσίας τους. H δική μας μέθοδος (στις Ευρωπαϊκές χώρες) είναι πολύ διαφορετική. Δεν υπάρχει περιθώριο για αξιοκρατία, τα πάντα εξαρτώνται από την καταγωγή".


H εγκατάλειψη της θεσμοποιημένης μεθόδου στρατολόγησης γενιτσάρων τοποθετείται στο 1638 και πάντως από τη χρονιά αυτή και μετά, τουλάχιστον για το επόμενο μισό του 17ου αιώνα, εφαρμοζόταν όλο και πιο αραιά. H επίσημη κατάργησή του φανερώνει ξεκάθαρα την αυξανόμενη επιρροή των γενίτσαρων στη διαχείριση στρατιωτικών ζητημάτων. Επίσης, με το τέλος της στρατολόγησής τους μέσω του παιδομαζώματος εξασφαλίστηκε η μόνιμη συμμετοχή στο σώμα με κληρονομικό δικαίωμα, κάτι που υποβάθμισε οριστικά την προσφορά τους ως μάχιμης μονάδας και τους ανέδειξε σε επικίνδυνο παράγοντα αποδιοργάνωσης και αναταραχών.

Με την προοδευτική διεκδίκηση θέσεων του στρατού και της διοίκησης από τους ελεύθερους Μουσουλμάνους και με το βαθμιαίο εκφυλισμό του σώματος των γενίτσαρων, ο αριθμός των δούλων της Πύλης μειώθηκε και το παιδομάζωμα έτεινε να περιοριστεί σε μεμονωμένες και σποραδικές περιπτώσεις. Μάλιστα μαρτυράται ακόμη και ανταρσία κατοίκων που αρνούνταν, πλέον στις αρχές του 18ου αιώνα, τη διενέργεια παιδομαζώματος στην περιοχή τους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των Ναουσαίων, οι οποίοι αρνήθηκαν να παραδώσουν τα παιδιά τους, το 1705, και σκότωσαν τους Τούρκους στρατιωτικούς, εντεταλμένους με τη στρατολογία.

Επειτα, περισσότεροι από 100 άνδρες με επικεφαλής τον αρματολό Ζήση Καραδήμο και τους δύο γιους του, σχημάτισαν συμμορία, ύψωσαν τη σημαία της ανταρσίας και άρχισαν να διατρέχουν τα βουνά και τις πεδιάδες της Βέροιας και της Νάουσας, ληστεύοντας και σκοτώνοντας τους μουσουλμάνους κατοίκους της υπαίθρου. H ανταρσία καταπνίγηκε λίγο αργότερα με τη δυναμική επέμβαση Τουρκικής δύναμης και όσοι συνελήφθησαν, εκτελέστηκαν. Φαίνεται ότι εκείνα τα τραγικά γεγονότα στη Νάουσα αποτελούν τον επίλογο της ιστορίας του παιδομαζώματος.

Οι υπολογισμοί του Αυστριακού ιστορικού, Ιωσήφ Χάμμερ, ανεβάζουν τον αριθμό των παιδιών του παιδομαζώματος καθ' όλη τη διάρκεια της Οθωμανικής ιστορίας σε μισό εκατομμύριο, ενώ ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος υπολογίζει ότι ήταν ένα εκατομμύριο. Ωστόσο, όλοι αυτοί οι υπολογισμοί είναι ιδιαίτερα επισφαλείς, καθώς οι ειδήσεις των συγχρόνων είναι σποραδικές και συχνά η ακρίβειά τους αμφίβολη. Σύμφωνα με Τουρκική πηγή του τέλους του 16ου αιώνα, 200.000 παιδιά Χριστιανών ήταν ήδη θύματα παιδομαζώματος. Μόνο στην Τραπεζούντα, όταν περιήλθε η περιοχή στην κατοχή των Οθωμανών, το 1461, αναφέρεται ότι εξισλαμίσθηκαν 800 "παλληκαρόπουλα", ενώ στη Νέα Φώκαια 100.

Χρονικό των αρχών του 16ου αιώνα αναφέρει ότι, κατά την κατάκτηση της Πελοποννήσου, ο Μεχμέτ B' πήρε σε μία περίπτωση 300 και σε μία άλλη 900 "παιδιά αρσενικά και τα έκαμε διά γενίτζαρους".

ΤΟ ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

Το πρώτο ερώτημα που δημιουργείται στην όλη υπόθεση είναι «το τι προηγήθηκε του παιδομαζώματος». Έχει σημασία να αντιληφθεί κανείς ότι το καθεστώς των δούλων στην υπηρεσία των σουλτάνων, συμπεριλαμβανομένου και του σώματος των γενιτσάρων, προηγήθηκε χρονολογικά της καθιέρωσης του συστήματος του παιδομαζώματος. Όπως συνέβη στην Αυτοκρατορία των Αββασιδών (της Βαγδάτης) και στα Ισλαμικά σουλτανάτα της Αιγύπτου και του Ιράν, έτσι και οι Οθωμανοί συγκρότησαν ένα στρατό από σκλάβους και εμπιστεύτηκαν τις διοικητικές υποθέσεις του κράτους σε ειδικά εκπαιδευμένους σκλάβους.

Γιατί όταν ο σουλτάνος παραχωρούσε την εξουσία του αποκλειστικά σε άτομα που του χρωστούσαν τυφλή υποταγή, τότε εξασφάλιζε την απόλυτη κυριαρχία του. Μπορεί ο ίδιος να τους υψώσει ή να τους καταστρέψει άφοβα. Τα προοθωμανικά Ισλαμικά κράτη χρησιμοποιούσαν τους σκλάβους σε στρατιωτικά κυρίως καθήκοντα. Η γραφειοκρατία, από την οποία προέρχονταν οι βεζίρηδες (κάτι σαν υπουργοί τη σημερινή εποχή) παρέμενε στα χέρια των ντόπιων Μουσουλμάνων και ιδίως των ιεροδιδασκάλων (ουλεμάδων). Οι Οθωμανοί θα ακολουθήσουν την ίδια αρχή ως τα μέσα του 15ου αιώνα, όταν ο Μεχμέτ ο Πορθητής της Πόλης άρχισε να εκχωρεί την βασιλική εξουσία του συχνότερα σε σκλάβους.

Οι μεγάλοι βεζίρηδες (κάτι σαν τους σημερινούς πρωθυπουργούς, αλλά με μεγαλύτερη ακόμα εξουσία) προέρχονταν όλοι ή οι περισσότεροι από το σώμα των σκλάβων τόσο κατά την διάρκεια της δικής του βασιλείας όσο και μετά το θάνατό του κατά τη διάρκεια της βασιλείας των διαδόχων του. 14ο αιώνα οι περισσότεροι από τους σκλάβους αυτούς ήταν πρώην αιχμάλωτοι πολέμου, γιατί σύμφωνα με το σεριάτ (ιερό Ισλαμικό νόμο) το 1/5 όλων των αιχμαλώτων ανήκε στον σουλτάνο. Επίσης τα παιδιά αρχοντικών οικογενειών στις νεοκατακτημένες περιοχές μεταφέρονταν καμιά φορά στο σαράι ως όμηροι. Άλλη πηγή προσωπικού ήταν τα σκλαβοπάζαρα. Το 17ο αιώνα έφθαναν μόνο στην Κων/πολη 20.000 δεσμώτες το χρόνο.

Ωστόσο κατά το 15ο και 16ο αιώνα οι περισσότεροι σκλάβοι προέρχονταν από αναγκαστική στρατολογία των υπηκόων, από το παιδομάζωμα. Εδώ αναγκαίο είναι να διευκρινιστεί ότι το παιδομάζωμα αφορούσε μόνον τον άρρενα πληθυσμό και όχι το θήλυ. Το δεύτερο ερώτημα που αναφύεται είναι «πότε άρχισε το παιδομάζωμα και ποια ήταν η μεθοδολογία του;». Οι πηγές της εποχής δείχνουν ότι το σύστημα λειτουργούσε ήδη από το τέλος του 14ου αιώνα. Σε λόγο παρηγορητικό του Μητροπολίτη Ισιδώρου Γλαβά προς τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης το 1395, πληροφορούμαστε ότι το devsirme ήδη εφαρμοζόταν τότε, ίσως και νωρίτερα, σίγουρα πάντως την εποχή του Μουράτ του Α' (1360 - 1389).

Επίσης ο Κούρδος ιστορικός Ιντρίς–Αλ Μπιτλισί (πεθ. 1520) αναφέρει ότι αυτό άρχισε ταυτόχρονα με την οργάνωση του σώματος των γενιτσάρων -το οποίο οργάνωσε ο Καρά Χαλίλ Τσανταρλί, καζασκέρης της εποχής του Μουράτ του Α', στον οποίο αποδίδεται και από τα Τουρκικά χρονικά η εφαρμογή του παιδομαζώματος. Παιδομάζωμα γινόταν κάθε χρόνο, αλλά κάποτε κάθε πέντε ή επτά χρόνια κατά περιοχές. Όταν πλησίαζε η ημερομηνία γι’αυτό, ο Σουλτάνος όριζε με φιρμάνι (σουλτανική διαταγή προς συγκεκριμένον υπάλληλο της Αυτοκρατορίας) έναν επίτροπο και έναν αξιωματικό των γενιτσάρων (τον devcirme agasi) για κάθε περιφέρεια.

Με την επίβλεψη του Καδή (ιεροδικαστή) και του τοπικού Σπαχή (Μουσουλμάνου γαιοκτήμονα) η επιτροπή με τελάληδες καλούσε σε κάθε χωριό όλα τα αγόρια μεταξύ οκτώ και είκοσι ετών, μαζί με τους πατεράδες τους, όπως και τους ιερείς με τους καταλόγους της εκκλησίας και διάλεγε τελικά όσα έμοιαζαν γερά κι έξυπνα. Μια διάταξη του φιρμανιού απαγόρευε να στρατολογείται ο μοναχογιός μιας χήρας ή μεγαλύτερο από ένα συγκεκριμένο ποσοστό νέων ενός χωριού. Αυτό δεν οφειλόταν μόνο στην ευσπλαχνία, αλλά στόχευε και στο μη αφανισμό της γεωργίας. Σκοπός ήταν η πολιτική ηρεμία διαλέγοντας τα καλύτερα παιδιά μιας κοινότητας, την αποστερούσες από τους φυσικούς ηγέτες της, αφού άφηνες πίσω τους λιγότερο προικισμένους.


Στις πόλεις δεν επιβαλλόταν devsrime, αν και η Αθήνα το έζησε τουλάχιστον δύο φορές. Οι κάτοικοι των πόλεων ήταν απαραίτητοι ως τεχνίτες. Ούτε οι παντρεμένοι στρατολογούνταν και η διάταξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα να παντρεύονται πολύ συχνά τα αγόρια σε ηλικία δώδεκα ετών. Από τους βαλκάνιους Χριστιανικούς λαούς εξαιρούνταν οι Ρουμάνοι επειδή ήταν φόρου υποτελείς και όχι υπόδουλοι. Παιδομάζωμα δεν έγινε ποτέ ούτε στη Μολδαβία ούτε την Βλαχία. Εβραίοι και Τσιγγάνοι δεν στρατολογούνταν, οι πρώτοι γιατί ήταν αστοί, γιατροί και λογιστές, οι δεύτεροι γιατί τους περιφρονούσαν. Στην αρχή η εξαίρεση ίσχυε και για τους Αρμένιους, αλλά τελικά ορισμένοι από αυτούς έγιναν δεκτοί.

Κανένας περιορισμός δεν ίσχυε για τους Έλληνες, οι οποίοι ανέδειξαν αρκετούς διακεκριμένους Πασάδες. Τελικά το παιδομάζωμα επεκτάθηκε και στην Ανατολία, αλλά οι Μικρασιάτες δεν ήταν ποτέ τόσο περιζήτητοι, όσο οι Βαλκάνιοι Έλληνες, Αλβανοί, Σλαύοι, όλοι εκ του Ορθοδόξου μιλέτ (θρησκευτική ομάδα). Εξαιρούνταν επίσης από αυτό οι κάτοικοι ορισμένων πόλεων και των γύρω περιοχών τους, όπως η Κωνσταντινούπολη, τα Ιωάννινα (παράδοση στον Σινάν Πασά το 1430), ο Γαλατάς, η Ρόδος και άλλες (λόγω της ειδικής συνθήκης κατά την παράδοσή τους στους Οθωμανούς) και διάφορες ομάδες χωρικών υπηκόων που προσέφεραν ιδιαίτερες υπηρεσίες στο κράτος.

Όπως εργάτες σε μεταλλεία και αλυκές, φύλακες δρόμων και στενών και οι κάτοικοι ορισμένων βακουφίων (ευαγών ιδρυμάτων). Οι κάτοικοι της Βοσνίας είχαν δεχτεί τον Ισλαμισμό ομαδικά, αλλά είχαν ζητήσει ως προνόμιο να στρατεύονται τα παιδιά τους εξαιρούμενοι από τους άλλους Μουσουλμάνους. Τελικά λοιπόν η επιλογή γινόταν κυρίως ανάμεσα στα παιδιά των Χριστιανών χωρικών που απασχολούνταν στη γεωργία και που η περιοχή τους δεν εξαιρείτο από την στρατολογία. Η επιτροπή, αφού συγκέντρωνε τα αγόρια, σημείωνε σε διπλό κατάστιχο το όνομα και τα χαρακτηριστικά κάθε παιδιού και τα έστελνε με τη συνοδεία φρουράς και ενός ταχυδρόμου (του surucu).

Ο οποίος έπαιρνε μαζί και το ένα αντίτυπο του καταλόγου (το άλλο κρατούσε ένας αξιωματικός των σπαχήδων, ο yaya–basi), χωρισμένα σε ομάδες των 100 έως 150 ατόμων, στον αγά των γενιτσάρων, στην Κων/πολη. Τα έξοδα μεταφοράς πλήρωναν οι ραγιάδες των περιοχών από τις οποίες περνούσαν, όπως και το σκούφο και τον κόκκινο στόχινο αμπά που τους φορούσαν, τα οποία κατασκεύαζαν οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Όταν έφταναν τα αγόρια στην Πόλη γινόταν έλεγχος και νέα διαλογή, σύμφωνα με τη φυσιογνωμική (kiyafa) και τα καλύτερα από αυτά προορίζονταν για ic-oglan (εσωτερικά παιδόπουλα) και έπαιρναν ιδιαίτερη εκπαίδευση σ’ένα από τα παλάτια (της Προύσας, της Ανδριανούπολης, του Γαλατά, της Καλλίπολης).

Τέλος τα ικανότερα όλων γίνονταν δεκτά στο παλάτι του Σουλτάνου. Τα υπόλοιπα παιδιά τα νοίκιαζαν σε χωρικούς της Ανατολής ή και της Ρούμελης (ανάλογα με την καταγωγή τους) προτού ενταχθούν στο σώμα των γενιτσάρων με σκοπό να διδαχθούν τη γλώσσα και τα έθιμα των Τούρκων. Τους δεύτερους δεν τους υποχρέωναν άμεσα να ασπαστούν το Ισλάμ, αλλά άφηναν να φανεί ότι δεν μπορούν αλλιώς να ελπίζουν σε προαγωγές. Τα ic-oglan (ιτς ογλάν) τα εκπαίδευαν σε διάφορες χειρονακτικές εργασίες και παράλληλα στο κοράνι, τον ιερό νόμο, στην Αραβική και Περσική γλώσσα, στην πολεμική τέχνη, στην ιππασία, στο cirid (έφιππο ακοντισμό) και στη μουσική.

Την εκπαίδευση αυτή τούς την παρείχαν διάφοροι διδάσκαλοι (Χοτζάδες) κάτω από την επίβλεψη των λευκών ευνούχων. Η πρώτη αυτή εκπαίδευση διαρκούσε από δύο έως επτά έτη. Τότε γινόταν και νέο ξεδιάλεγμα, το οποίο λεγόταν τσικμάς και τα ικανότερα προωθούνταν στο σαράι του Σουλτάνου για συνέχιση της εκπαιδεύσεώς τους στους δύο οντάδες (διαμερίσματα), μικρό και μεγάλο, του παλατιού για άλλα τέσσερα χρόνια. Τα υπόλοιπα κατατάσσονταν στις τάξεις του ιππικού των καπικουλήδων (δούλων της Πύλης). Μετά την εκπαίδευση αυτή, τα ικανότερα των ικανοτέρων πάλι διαχωρίζονταν και οδηγούνταν για υπηρεσία πλέον σε ένα από τα τέσσερα προσωπικά διαμερίσματα του σουλτάνου.

Το θησαυροφυλάκιο (χαζινές), το κελάρι, το διαμέρισμα εκστρατείας (σεφερλή οντά) και το προσωπικό διαμέρισμα (χάς οντά). Τα υπόλοιπα κατατάσσονταν και πάλι στο ιππικό. Στο σαράι οι ακ αγάδες (λευκοί ευνούχοι), με επικεφαλής τον καπού-αγασί (λευκό αρχιευνούχο), επόπτευαν τα παιδιά και τα ασκούσαν σε αμείλικτη πειθαρχία. Κάθε λεπτό της ζωής τους ήταν προγραμματισμένο. Ξυπνούσαν, κοιμόταν, έτρωγαν, αναπαύονταν και έπαιζαν σε καθορισμένες ώρες. Δεν είχαν δικαίωμα να συζητούν όποτε ήθελαν, ο δε κόσμος έξω από το σαράι ήταν απαγορευμένος. Ζούσαν ζωή εργένηδων και κατά κανόνα έμεναν στο παλάτι έως τα εικοσιπέντε ή τα τριάντα τους.

Κάθε δραστηριότητά τους ελεγχόταν και οι παραβάσεις των κανονισμών συνεπαγόταν πάντα ανάλογες τιμωρίες, επίπληξη, φάλαγγα, απόλυση ή θάνατο. Από αυτά λοιπόν τα ic-oglan (και ειδικά από αυτά του προσωπικού διαμερίσματος του σουλτάνου) προέρχονταν οι ανώτεροι αγάδες που διορίζονταν σε θέσεις επαρχιακών διοικητών ή επικεφαλείς υπηρεσιών του παλατιού ή και αξιωματικοί των γενιτσάρων και του σουλτανικού ιππικού και γενικώς οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι. Όλα όσα αναφέραμε παραπάνω αφορούσαν τα ic-oglan ή εσωτερικά παιδόπουλα του σαραγιού. Τα υπόλοιπα, αυτά που νοικιάσθηκαν σε χωρικούς, ζούσαν στην επαρχία σε σκληρό περιβάλλον, κάνοντας τις πιο σκληρές αγροτικές εργασίες, για δύο έως τέσσερα χρόνια.

Τότε περνούσε από την περιοχή ειδικός αξιωματούχος, ο οποίος τα παραλάμβανε και τα οδηγούσε στην Κων/πολη, όπου καλούνταν να καλύψουν κενά ως acemi oglan (ατζεμί ογλάν - ξένα αγόρια, εκπαιδευόμενα, δηλ νεοσύλλεκτα) στους ειδικούς ορτάδες (Λόχους) των Γενιτσάρων. Υπήρχαν βέβαια και παιδιά που στέλνονταν σε άλλες εργασίες, όπως στους οπλοποιούς, το ναυαρχείο, τους κήπους των παλατιών κ.λ.π., αλλά τα περισσότερα γίνονταν ατζέμ. Στους ορτάδες τους εκπαιδεύονταν σκληρά τόσο στις πολεμικές τέχνες όσο και στις διάφορες χειρονακτικές εργασίες, λαμβάνοντας και ημερήσια αποζημίωση. Στο τέλος, σταδιακά, συμπλήρωναν τις τάξεις των γενιτσάρων γινόμενοι έτσι κανονικοί γενίτσαροι.

Το τρίτο ερώτημα που τίθεται είναι «ποιος είναι ο συνολικός αριθμός των αγοριών που στρατολογήθηκαν στο παιδομάζωμα». Αν και είναι αρκετά δύσκολο να υπολογισθεί ο ακριβής αριθμός των Χριστιανοπαίδων του ντεβσιρμέ, εν τούτοις Τουρκολόγοι ερευνητές, μελετητές των κατάστιχων που διασώθηκαν, κατόρθωσαν να πλησιάσουν το αριθμό που πιθανολογούν ότι συγκεντρώθηκε. Για παράδειγμα: σε φιρμάνια των αρχών του 15ου αιώνα αναγράφεται η στρατολόγηση ενός παιδιού ανά τρεις ή πέντε οικογένειες, σε αντίστοιχο του 16ου αιώνα αναγράφεται ένα παιδί ανά σαράντα οικογένειες. Το 1573 (επί Σελίμ Β' 1566 - 1574) συγκεντρώθηκαν 8.000 αγόρια από Βαλκάνια και Ανατολία.


Το 1637 και το 1638 (επί Μουράτ Δ' 1623 - 1640) συγκεντρώθηκαν 8.000 τη χρονιά. Το τελευταίο σημαντικό παιδομάζωμα έγινε το 1663 (επί Μεχμέτ Δ' 1648 -  1687) και είχε παρόμοια αποτελέσματα, ενώ ένα άλλο που έγινε δώδεκα χρόνια αργότερα, το οποίο ζήτησε ο μεγάλος βεζίρης Κιοπρουλή Αχμέτ Πασάς, δυσκολεύτηκε πολύ να συγκεντρώσει 3.000 παιδιά. Όταν ο Αχμέτ ο Γ' (1703 - 1730) το 1705 ζήτησε 1.000 αγόρια, η στρατολόγησή τους δεν μπορούσε πια να χαρακτηριστεί ντεβσιρμές με την αρχική έννοια του όρου. Συνολικά, από ό,τι φαίνεται, έπαιρναν 1.000 έως 10.000 παιδιά το χρόνο. Υπολογίζονται σε 200.000 όλα τα Χριστιανόπουλα που συγκεντρώθηκαν κατά την εποχή του παιδομαζώματος.

Το τέταρτο ερώτημα που βγαίνει στην επιφάνεια είναι το «κατά πόσον τα παιδιά αυτά αποκόπτονταν (δηλ ξεχνούσαν) το παρελθόν τους». Αν λάβουμε υπόψιν μας τη μάλλον αγραμματοσύνη τους, τις μακροχρόνιες ταλαιπωρίες και κακουχίες, το νεαρό της ηλικίας, τις συνεχείς και ποικίλες επιδράσεις του Μουσουλμανικού περιβάλλοντος, τη συστηματική εντατική εκπαίδευση και προπαγάνδα εξ απαλών ονύχων, θα εννοήσουμε ότι ήταν πολύ δύσκολο οι Χριστιανόπαιδες εκείνοι να αντιδράσουν και να μην αφομοιωθούν. Κατ’αρχάς και με την είσοδο τους στην Κων/πολη, έχαναν το όνομα τους αποκτώντας Μουσουλμανικό, για το δε επίθετό τους, που σύμφωνα με την καθιερωμένη Μουσουλμανική παράδοση εκφραζόταν με το όνομα του πατρός.

Στην προκειμένη περίπτωση αντικαταστάθηκε με το υιός του Αμπτουλάχ (υιός του δούλου του Θεού) λεγόταν κάποιος Αχμέτ υιός του Αμπτουλάχ. Παρόλα αυτά όμως και παρόλο που οι νέοι αυτοί αποδείχθηκαν σκληροί υποστηρικτές του Οθωμανικού συστήματος και φανατικοί υποστηρικτές της Νέας Πίστεως, είναι μάλλον απίθανο να είχαν ολοκληρωτικά ξεχάσει την καταγωγή τους και τη μητρική τους γλώσσα. Ένα μέρος από τις αρκετά καλές σχέσεις που διατηρούσαν ορισμένοι επαρχιακοί διοικητές με τους υποτελείς τους, μπορούν να εξηγηθούν ίσως καλύτερα αν δεχτούμε ότι υπήρχαν τέτοιες μνήμες. Υπάρχουν όμως και καλύτερες αποδείξεις. Πρόκειται για τον Ελληνικής καταγωγής Ιμπραήμ Πασά.

Ο οποίος κατέχοντας το αξίωμα του μεγάλου βεζίρη για 13 χρόνια την εποχή του Σουλεϊμάν Α' του Μεγαλοπρεπούς (1520 - 1566) και προτού εκτελεσθεί το 1536, είχε κατηγορηθεί για πολλές ατασθαλίες στη διάρκεια της εκτελέσεως των καθηκόντων του, ανάμεσα στις οποίες και η σοβαρή κατηγορία ότι πλούτιζε τους συγγενείς του και τις οικογένειές τους σε βάρος του δημοσίου. Ο Μεχμέτ Σοκόλλης, επίσης μεγάλος βεζίρης από το 1564 έως το 1579, όχι μόνο είχε συνεχείς επαφές με την οικογένεια του, αλλά με την υποστήριξή του βοήθησε και όλους τους Σέρβους να ανακτήσουν και πάλι την αρχιεπισκοπή Ιπεκίου στα 1557, διορίζοντας τον αδελφό του αρχιεπίσκοπο και πριν ακόμα πάρει το αξίωμα του.

Το πέμπτο ερώτημα που δημιουργείται είναι το «πότε καταργήθηκε το παιδομάζωμα». Το τέλος του 16ου αιώνα συνέπεσε με την αρχή της δεύτερης χιλιετίας του Ισλάμ (1591 - 1592) και οι Μουσουλμάνοι περίμεναν (εκ παραδόσεως) την καταστροφή του (Ισλάμ). Οι ήττες των Αράβων στην Ισπανία, των Οθωμανών στη Ναύπακτο και τη Μάλτα, εμφανίζονταν ως σημεία των καιρών. Οι πιστοί κλειδώνονταν την ώρα της προσευχής στα τζαμιά, από φόβο μήπως τους επιτεθούν οι γιαούρηδες (άπιστοι) την ώρα εκείνη. Αν και δεν επαληθεύτηκαν οι φόβοι των Μουσουλμάνων, η Οθωμανική Αυτοκρατορία αρχίζει να εμφανίζει τα πρώτα σημάδια της παρακμής της.

Η διαφθορά του σώματος των Γενιτσάρων είχε ήδη αρχίσει με την εισδοχή Μουσουλμάνων, Εβραίων και γύφτων, μετατρέποντάς το σταδιακά σε συρφετό επικίνδυνο για την ίδια την Αυτοκρατορία. Ήδη οι ίδιοι, από την εποχή του Σουλεϊμάν Α' του Μεγαλοπρεπούς, είχαν αποσπάσει το δικαίωμα να νυμφεύονται και απαιτούσαν και για τα τέκνα τους την κατάταξη στους ορτάδες τους. Το 1582 ο Μουράτ Γ' (1574 - 1595), επιζητώντας ίσως την εξασθένιση του τρομερού σώματος των γενιτσάρων, επιτρέπει να γίνουν δεκτοί κατ’ευθείαν στους ορτάδες πολλοί, χωρίς προηγούμενη εκπαίδευση. Αργότερα επιτρέπει και νέα είσοδο μεγάλου αριθμού ανεκπαίδευτων και ο αριθμός τους διπλασιάζεται.

Με τον τρόπο αυτό το ντεβσιρμέ γίνεται περιττό και πέφτει σε αχρηστία, χωρίς να εγκαταλειφθεί εντελώς. Σ’ ένα φιρμάνι του Μεχμέτ του Δ' (1648 - 1687) το 1666 αναφέρεται ότι από αρκετά χρόνια πριν δεν γινόταν στρατολογία Χριστιανοπαίδων, μολονότι η υπόθεση αυτή χαρακτηριζόταν από τις σπουδαιότερες του κράτους. Η τελευταία στρατολογία επιχειρήθηκε το 1705 στην περιοχή της Νάουσας, αλλά οι κάτοικοί της στασίασαν, παίρνοντας στο κυνήγι με ξύλα και πέτρες τους απεσταλμένους του Σουλτάνου, χωρίς να γνωρίζουμε αν τελικά πραγματοποιήθηκε. Πιθανόν τα γεγονότα εκείνα έθεσαν τέλος στη θλιβερή αυτή σελίδα της ιστορίας.

Επί πλέον και ένα άλλο γεγονός συνέβαλλε στον τερματισμό του και ήταν η μεγάλη αντίδραση των ελεύθερων Μουσουλμάνων, οι οποίοι έβλεπαν ότι οι Χριστιανόπαιδες του παιδομαζώματος είχαν λαμπρό μέλλον στην αυτοκρατορία, ενώ τα δικά τους παιδιά, κατά την άποψή τους, παραμερίζονταν. Μετά βεβαιότητος μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι το παιδομάζωμα εφαρμόστηκε ανελλιπώς κατά το 15ο και 16ο αιώνα. Το 17ο γινόταν αραιότερα χωρίς μεγάλη επιτυχία, σβήνοντας εντελώς προς τις τελευταίες δεκαετίες του. Το τελευταίο ερώτημα που έχουμε είναι «ποιες ήταν οι επιπτώσεις του τόσο για την Αυτοκρατορία όσο και για τους χριστιανούς ραγιάδες, που έχασαν τα παιδιά τους».

Όποιες και να ήταν οι φιλοδοξίες των Χριστιανικών οικογενειών για το μέλλον των παιδιών τους, ήταν αποφράδα η ημέρα που έμπαινε στο χωριό, διψασμένο και πεινασμένο, το μπουλούκι των απεσταλμένων του κράτους για το ντεβσιρμέ. Το κράτος, βέβαια, θεωρούσε το παιδομάζωμα ως έκτακτη εισφορά των ραγιάδων και όχι ως σκλάβωμα των ίδιων των υπηκόων του. Σίγουρα ήταν ένα μέτρο πολύ σκληρό και μολονότι ορισμένες οικογένειες φτωχών και ορεινών περιοχών με χαλαρές ηθικές αρχές έδιναν τα παιδιά τους με τη θέληση τούς, οι πηγές υποδηλώνουν ότι ο κόσμος προσπαθούσε συνήθως να αποφύγει το παιδομάζωμα.

Γνωρίζουμε επίσης ότι Χριστιανοί αγόραζαν παιδιά Μουσουλμάνων και τα έδιναν ή δωροδοκούσαν τους υπαλλήλους για να πάρουν νέους «που τους άξιζε κρέμασμα». Σε μερικές συνοριακές περιοχές προτιμούσαν να μεταναστεύσουν παρά να τους πάρουν τα παιδιά τους. Αμέτρητη ήταν η θλίψη, η ηθική συντριβή των γονέων και των άλλων συγγενών των θυμάτων του παιδομαζώματος. Οι πατεράδες, μετά την παράδοση και τον σπαρακτικό αποχαιρετισμό, επέστρεφαν στα χωράφια για να κλάψουν περισσότερο, οι δε γυναίκες έμεναν κλεισμένες στο σπίτι για να θρηνήσουν γιους και αδελφούς. Ήλπιζαν τουλάχιστον όλοι ότι θα ήταν ασφαλείς για μια επταετία, ώσπου να γίνει το επόμενο παιδομάζωμα.


Τα ίδια τα παιδιά βάδιζαν στους γεμάτους σκόνη δρόμους πλάι-πλάι με τους φίλους τους, αγωνιώντας για τη νέα περιπέτεια που μόλις τώρα άρχιζε γι’ αυτά. Η επιτυχία από την άλλη μεριά, για την Αυτοκρατορία δηλαδή, είναι ολοφάνερη από την άνοδο των καλύτερων παιδιών στα ύπατα αξιώματα του κράτους. Ως ανώτεροι αξιωματούχοι τα παιδιά αυτά, δούλοι (kul) του Σουλτάνου, στερέωσαν και κραταίωσαν την Αυτοκρατορία. Οι Έλληνες έβγαζαν πολλούς ανώτερους αξιωματούχους, που όλους τους επισκίαζε ο ευνοούμενος και παιδικός φίλος του Σουλεϊμάν, ο Ιμπραήμ Πασάς που αναφέραμε, ο πρώτος μεγάλος βεζίρης, ενώ έως τότε υπήρχε μόνο αρχιβεζίρης.

Η σημασία της αλλαγής αυτής έγκειται στο ότι ο μεγάλος βεζίρης δεν ήταν ο πρώτος μεταξύ ίσων, αλλά εκπρόσωπος του Σουλτάνου και υπόλογος μόνον σ’ αυτόν. Το μεγαλύτερο όμως μέρος των παιδιών απετέλεσε το σώμα των γενίτσαρων, το σώμα εκείνο το οποίο ο μύθος και ο θρύλος το περιέβαλε με αισθήματα φόβου, τρόμου και αγριότητας, που στην ακμή της Αυτοκρατορίας η εμφάνισή του και μόνον αρκούσε για να προκαλέσει τη φυγή του αντιπάλου ή το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αποστολή του ήταν να αποτελέσει ένα επίλεκτο σώμα πεζικού που θα βρισκόταν μονίμως σε υπηρεσία στους στρατώνες του, όταν δεν βρισκόταν σε εκστρατεία σε κάποια φρουρά.

Ήταν ο πρώτος ισχυρός τακτικός επαγγελματικός στρατός με στρατιώτες ανύπαντρους, επιφορτισμένους και με την προστασία του σουλτάνου κατά την εκστρατεία. Επίσης, όπως και πιο πάνω αναφέραμε, μέρος των αγοριών αυτών έμπαινε στις τάξεις του μεγαλοπρεπούς Αυτοκρατορικού ιππικού, το οποίο στο πεδίο της μάχης ετοποθετούνταν στα πλευρά του Σουλτάνου, ενδεδυμένο με λαμπρές πολυτελείς στολές. Τελειώνοντας μπορούμε να πούμε ότι το παιδομάζωμα προκάλεσε μια σοβαρή αφαίμαξη του Χριστιανικού πληθυσμού των Βαλκανίων, μέρος της οποίας πλήρωσε και το δικό μας έθνος.

Πέραν των άλλων δημιούργησε και το μεγάλο κίνδυνο εκτουρκισμού και ερημώσεως της υπαίθρου χώρας, καθόσον οι χριστιανοί κάτοικοί της έβλεπαν εμπρός τους δυο μόνο λύσεις ή να εξισλαμισθούν ή να φύγουν προς γειτονικά Χριστιανικά κράτη. Με την αρχή της πτώσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τα τέλη του 16ου αιώνα καταργήθηκε και το ντεβσιρμέ και την κατάργηση του αυτή πολλοί Οθωμανοί αξιωματούχοι και ιστορικοί θεώρησαν ως μία από τις αιτίες της παρακμής της Αυτοκρατορίας.

Τα αναφερθέντα στρατιωτικά σώματα εφθάρεισαν στο μέγιστο βαθμό, το δε σώμα των γενιτσάρων το κατέσφαξε ο Μαχμούτ ο Β' το 1826 (πολύ γνωστός σε εμάς Σουλτάνος, γιατί επί των ημερών του έλαβε χώρα η Ελληνική Επανάσταση), διότι είχε φέρει μεγάλη απογοήτευση από την κατάντια του στους Οθωμανούς. Απογοητευμένος από όλα είναι και ο Οθωμανός ποιητής Ζιγιά Πασάς -και εν προκειμένω αποκαλυπτικός- όταν γράφει τους στίχους.

Ζιγιά, στο καπηλειό του κόσμου
το κεφάλι βαρύ από το πιοτό
δεν είδα τίποτα, στη σύντομη
ζωή μου, άξιο θαυμασμού.

ΤΟ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ

Από τα μέσα του 15ου αιώνα και μετά, όλη η ανώτερη και ανώτατη διοίκηση, του μεγάλου βεζίρη συμπεριλαμβανομένου, αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από τέτοιους «δούλους» του σουλτάνου, με αποτέλεσμα σιγά σιγά, ως και τον 17ο αιώνα, το διαρκώς επεκτεινόμενο και οικονομικά εύρωστο Οθωμανικό κράτος, κατέληξε να διοικείται και να προστατεύεται ουσιαστικά από μη Τούρκους. Είναι χαρακτηριστικό, ότι τουλάχιστον 12 από τους πιο φημισμένους ανώτατους στρατιωτικούς διοικητές του Οθωμανικού κράτους και τέσσερις από τους κορυφαίους ναυτικούς διοικητές, προέρχονταν είτε από το παιδομάζωμα, είτε εξισλαμίστηκαν με τη θέλησή τους.

Στον κολοφώνα της Οθωμανικής δύναμης, κατά τον 16ο αιώνα οι γενίτσαροι παρήγαγαν ηγέτες, όπως ο μεγάλος βεζίρης του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, Ιμπραήμ Πασάς, που είχε γεννηθεί από Χριστιανική οικογένεια στην Πάργα της Ηπείρου και απήχθη σε μικρή ηλικία από Τούρκους πειρατές, οι οποίοι τον πούλησαν κατόπιν στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου. Ο καλύτερος ναύαρχος του Σουλεϊμάν, ο Χαϊράντ Ντιν, ήταν επίσης Έλληνας, γιος ενός ψαρά από τη Λέσβο, ενώ ο θεωρούμενος ως ο μεγαλύτερος μηχανικός και αρχιτέκτονας των Οθωμανών, ο Σινάν, που σχεδίασε και κατασκεύασε περισσότερα από 350 τζαμιά (ανάμεσα σε αυτά και δύο ιδιαίτερα μεγαλοπρεπή στην Αδριανούπολη και στην Κωνσταντινούπολη), ήταν Χριστιανός της Μικράς Ασίας που είχε πέσει θύμα του παιδομαζώματος, σε ηλικία 21 ετών.

Ένας από τους λόγους που ώθησαν τους Οθωμανούς να δημιουργήσουν αυτή τη νέα ελίτ σκλάβων από τους υποταγμένους Χριστιανικούς πληθυσμούς, ήταν και η σαφής απαγόρευση του νόμου του Ισλάμ να γίνεται μεταχείριση των αμιγώς Οθωμανών Μουσουλμάνων, ως δούλων. Με μία πραγματικά δεξιοτεχνική ερμηνεία του θρησκευτικού νόμου, την οποία θα ζήλευαν ακόμη και οι Ιησουίτες, οι Τούρκοι είχαν αποφανθεί από νωρίς πως αν υποδούλωναν Χριστιανούς και κατόπιν τους εξισλάμιζαν η αλλαγή πίστης ήταν αποδεκτή, αλλά η δουλεία δεν μπορούσε να αναιρεθεί.

Το παράξενο αυτό σύστημα λειτούργησε αποδοτικά για τους Οθωμανούς επί αιώνες και δεν είναι ίσως τυχαίο, ότι η παρακμή της αυτοκρατορίας άρχισε από την εποχή κατά την οποία μειώθηκε δραστικά η ντεβσιρμέ. Με τον καιρό ήταν τόσο μεγάλη η εξέλιξη του Σώματος των γενίτσαρων, που έφτασε εποχή που αριθμούσε περίπου τους 140.000 στρατιώτες. Με την τόσο μεγάλη φήμη του όμως δημιούργησε έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των υποψήφιων που ήθελαν να μπουν σ' αυτό, γιατί και πολλές Τουρκικές οικογένειες ήθελαν να στείλουν εκεί τα παιδιά τους, αφού ήταν δεδομένο, ότι το Σώμα απολάμβανε την αγάπη και την προστασία του σουλτάνου.

Έτσι από τον 14ο ως και τον 17ο αιώνα το διαρκώς επεκτεινόμενο και οικονομικά εύρωστο Οθωμανικό κράτος κατέληξε να διοικείται και να προστατεύεται ουσιαστικά από μη Τούρκους. Η συνεχής ροή ελκυστικών γυναικών - σκλάβων στα χαρέμια της Κωνσταντινούπολης από τα Βαλκάνια και την Υπερκαυκασία είχε ως αποτέλεσμα οι επόμενοι σουλτάνοι να έχουν στην πραγματικότητα ελάχιστο Τουρκικό αίμα. Οι μεγάλοι βεζύρηδες και όλοι οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του κρατικού μηχανισμού είχαν επίσης το δικαίωμα να διατηρούν μεγάλο αριθμό δούλων προερχόμενων από το παιδομάζωμα. Το 1537 ο Αγιάς Πασάς είχε στις υπηρεσίες του 600 αγόρια (και τεράστιο αριθμό παλλακίδων, αν αναλογιστούμε ότι πεθαίνοντας άφησε πίσω του 140 παιδιά και 40 βρέφη).


Ο Κασίμ πασάς 150, ο Μουσταφά πασάς 200 και ο Μπαρμπαρός Πασάς 100. Είναι χαρακτηριστικό ότι τουλάχιστον 12 από τους πιο φημισμένους ανώτατους στρατιωτικούς διοικητές του Οθωμανικού κράτους και τέσσερις από τους κορυφαίους ναυτικούς διοικητές (Καπουδάν Πασά) προέρχονταν είτε από το παιδομάζωμα, είτε εξισλαμίστηκαν με τη θέλησή τους. Σε μια περίοδο 170 ετών, από το 1453 ως το 1623, μόνο πέντε από τους 47 μεγάλους βεζύρηδες ήταν αμιγώς Τουρκικής καταγωγής. Το παράδοξο της ύπαρξης, μέσα στο ευρύτερο κράτος, ενός κράτους σκλάβων το οποίο μάλιστα αποτελεί και την κύρια κινητήρια δύναμη της Αυτοκρατορίας, δεν έχει ιστορικό προηγούμενο.

Οι ιστορικοί προσπαθούν να δώσουν τις εντυπωσιακές διαστάσεις αυτού του φαινομένου αναφέροντας πως θα ήταν το ίδιο αν κατά την πρώιμη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία οι καλύτερες λεγεώνες, τα καλύτερα κυβερνητικά στελέχη και οι περισσότεροι Αυτοκράτορες κατάγονταν από περιοχές εκτός της Ιταλικής χερσονήσου, κάτι που εκ πρώτης όψεως φαντάζει αδιανόητο. Ο Έντουαρντ Γίββων παρατήρησε: "Στην εποχή της ακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι ίδιοι οι Τούρκοι εξαιρούντο από τις πολιτικές και στρατιωτικές τιμές και τα αξιώματα, την ίδια ώρα που μία κάστα σκλάβων, ένας τεχνητός λαός, δημιουργείτο με την πειθώ της εκπαίδευσης ώστε να υπακούει, να κατακτά και να διοικεί".

Ο σπουδαίος αυτός μελετητής κατέληξε μάλιστα στο συμπέρασμα ότι αιτία αυτού του φαινομένου ήταν το ότι "οι σουλτάνοι είχαν πεισθεί πως μια κυβέρνηση που βασίζεται στο ξίφος για να επιβάλει την εξουσία της, θα πρέπει να ανανεώνεται σε κάθε γενιά με νέους στρατιώτες και ότι αυτοί οι στρατιώτες θα πρέπει να αναζητηθούν όχι στην τρυφηλή Ανατολή αλλά μεταξύ των σκληροτράχηλων και φιλοπόλεμων ντόπιων της Ευρώπης". Οι γενίτσαροι αντιπροσώπευαν μία τελείως νέα σύνθεση υιοθετώντας την τελευταία λέξη της στρατιωτικής τεχνολογίας αλλά και την αρχαία πρακτική της δουλείας, ενώ ισχυρότερο κίνητρό τους ήταν το θρησκευτικό συναίσθημα με την αγνότερη μορφή του οποίου εμποτίζονταν από την παιδική τους ηλικία.

Η Ισλαμική πίστη εφαρμοζόταν στους γενίτσαρους με την πιο τυπική και αυστηρή μορφή της και τους καθιστούσε μία κλειστή, μη κληρονομούμενη αδελφότητα πολεμιστών. Αφού πρώτα αποκόπτονταν πολύ νωρίς από την οικογένειά τους, τους απαγορευόταν να νυμφευθούν και διδάσκονταν ότι θα έπρεπε να θεωρούν τον σουλτάνο ως πατέρα και κύριό τους, ηγέτη των πιστών (τη "Σκιά του Θεού στη Γη") και μοναδικό ευεργέτη τους. Είτε για λόγους συγκυρίας, είτε για ουσιαστικότερους, το αποκορύφωμα του παιδομαζώματος συνέπεσε με το απόγειο της ισχύος του Οθωμανικού κράτους. Ο Ιταλός ιστορικός και νούντσιο του πάπα κατά τον 16ο αιώνα, Πάολο Τζιόβιο, έγραφε:

"Η πειθαρχία των γενιτσάρων υπό τα όπλα είναι προϊόν της δικαιοσύνης και της αυστηρότητας του συστήματος εκπαίδευσής τους, το οποίο υπερβαίνει ακόμα και εκείνο των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων. Υπερέχουν έναντι των στρατιωτών μας για τρεις λόγους: υπακούουν τους διοικητές τους χωρίς καμία αντιλογία, δεν φαίνεται να έχουν ούτε το ελάχιστο ενδιαφέρον για τη ζωή τους κατά τη μάχη και μπορούν να αντέξουν για πολύ χρόνο χωρίς ψωμί και κρασί, αρκούμενοι μόνο σε κριθάρι και νερό".

Ο επίσης Ιταλός περιηγητής Μπενεντέτο Ραμπέρτι, που επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη την περίοδο της διακυβέρνησης του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1520 - 1566), περιέγραψε λεπτομερώς τόσο την οργάνωση όσο και τη σκληρή εκπαίδευση και τη λιτότητα των γενιτσάρων στο ζενίθ της δόξας και της ισχύος τους. Το Σώμα, που αριθμούσε τότε 12.000 άνδρες (σύντομα θα έφθανε τις 22.000 μαχητές και τις επόμενες δεκαετίες θα σταθεροποιείτο γύρω στους 70.000 άνδρες), διαβιούσε σε καθαρά αλλά λιτά καταλύματα και λάμβανε μόνο συμβολική αμοιβή και λίγα ατομικά εφόδια. Μία φορά τον χρόνο το κράτος χορηγούσε σε κάθε γενίτσαρο "απλό γαλάζιο ύφασμα για την κατασκευή ρούχων και διακοσμητικών στολιδιών".

Ο Ραμπέρτι έγραψε ότι κατά τις εκστρατείες αντιστοιχούσε μία μεγάλη σκηνή κάθε 100 άνδρες, ενώ κάθε τριάδα διέθετε ένα άλογο πάνω στο οποίο μπορούσε να φορτώνει τα υπάρχοντά της. Η τροφή ήταν αρκετή και υγιεινή, ο ρουχισμός απλός αλλά επαρκής. Επειδή κάθε γενίτσαρος αντιμετωπιζόταν από το κράτος ως περιουσιακό στοιχείο (μάλιστα ως αρκετά δαπανηρή επένδυση) λαμβάνονταν όλα τα αναγκαία μέτρα καθαριότητας και προσωπικής υγιεινής για τη διατήρηση της καλής υγείας του. Καθ' όλη τη διάρκεια του 15ου, του 16ου και του 17ου αιώνα Δυτικοί παρατηρητές δεν έπαυαν να εκπλήσσονται από την τάξη που επικρατούσε στα στρατόπεδα των γενιτσάρων, σε σύγκριση με το χάος και την αταξία τα οποία διέκριναν τους δυτικούς στρατούς.

Οι οποίοι υπέφεραν από έλλειψη πειθαρχίας και αχαλίνωτη κατανάλωση οινοπνευματωδών. Υπήρχαν ακόμα ειδικές παροχές για τους βετεράνους και το κράτος μεριμνούσε για τους ηλικιωμένους ή ανήμπορους γενιτσάρους δίνοντάς τους το δικαίωμα να υπηρετήσουν το υπόλοιπο του βίου τους σε "ήσυχες" φρουρές απομονωμένων κάστρων. Ετσι κανένας από τους βετεράνους δεν κινδύνευε άμεσα και ταυτόχρονα οι νέοι πολεμιστές που διακρίνονταν στο πεδίο της μάχης μπορούσαν να αναρριχηθούν γρήγορα στα ανώτερα αξιώματα. Επρόκειτο για ένα απλό αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικό σύστημα που παρήγε έξοχους μαχητές μέσω της εκπαίδευσης, της ηθικής διαπαιδαγώγησης και του πνεύματος μονάδας το οποίο καλλιεργούσε.

Ο Ραμπέρτι ανέφερε: "Οι πολεμιστές αυτοί εντάσσονται στην αδελφότητα των όπλων από παιδιά. Αυτοί που επιλέγονται είναι οι πιο υγιείς, οι πιο δυνατοί, οι πιο ευκίνητοι, οι πιο σκληραγωγημένοι και οι πιο ανελέητοι. Διδάσκονται από τους μεγαλύτερους και εμπειρότερους συναδέλφους τους και αντιπροσωπεύουν τη δύναμη και την αντοχή του Τουρκικού στρατού. Επειδή ασκούνται και ζουν πάντα μαζί λειτουργούν σαν ένα σώμα και πραγματικά είναι τρομακτικοί".

ΟΡΟΛΟΓΙΕΣ

Ακιντζής (akıncı): «Επιδρομέας» 
Εθελοντές Τουρκικής ή μη Τουρκικής καταγωγής που σχημάτιζαν άτακτα ιππικά σώματα και εισέβαλλαν στην επικράτεια του εχθρού με σκοπό τη λεηλασία. Ο ακιντζής έπαιξε σημαντικό ρόλο στην Οθωμανική επέκταση στη διάρκεια του 14 - 16ου αιώνα. Στη Νοτιοανατολική Ευρώπη είχαν καθιερωθεί τέσσερις κύριες ομάδες ακιντζήδων με κληρονομικούς αρχηγούς από τα τάγματα των Μιχάλογλου, Μαλκότσουγλου, Τουραχάνογλου και Εβρενόσογλου.


Σπαχής (sipahi): «Ιππέας» 
Πολεμούσαν με τον Οθωμανικό στρατό, προσδοκώντας ως αντάλλαγμα την παροχή ενός τιμαρίου (timar ή zeamet). Συνήθως οι σπαχήδες στρατολογούνταν μεταξύ των γόνων των στρατιωτικών, ωστόσο, ο σουλτάνος μπορούσε να παραχωρήσει τιμάρια και σε άλλα άτομα που κατάφερναν να διακριθούν στη θέση που υπηρετούσαν. Οι σπαχήδες υπηρετούσαν σε επαρχιακές ομάδες στις οποίες ηγούνταν οι τοπικοί κυβερνήτες, συνήθως από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο, και στη συνέχεια επέστρεφαν στα τιμάριά τους, προκειμένου να συγκεντρώσουν τα έσοδα που τους είχαν εκχωρηθεί.

Γενίτσαρος: «Στρατιώτης του Νέου Στρατού» 
Οι γενίτσαροι σχημάτιζαν μία ανώτερη μόνιμη μονάδα πεζικού, η οποία είχε ιδρυθεί τον 14ο αιώνα. Μέχρι τον 17ο αιώνα, στρατολογούνταν μεταξύ των αιχμαλώτων πολέμου ή μεταξύ των αγοριών μη Μουσουλμανικής καταγωγής που προέρχονταν από το παιδομάζωμα (devshirme, «ντεβσιρμέ») που λάμβανε χώρα στις Οθωμανικές επαρχίες. Ασπάζονταν το Ισλάμ και θεωρούνταν δούλοι του σουλτάνου, λάμβαναν ωστόσο κανονικούς μισθούς. Υπηρετούσαν είτε στην πρωτεύουσα είτε σε εκστρατείες στις οποίες ηγούνταν ο σουλτάνος.

Στη διάρκεια του 16ου - 19ου αιώνα, ο αριθμός τους αυξήθηκε και δεν υπηρετούσαν μόνο στην Κωνσταντινούπολη αλλά και σε επαρχιακές πόλεις. Άρχισαν να ασχολούνται με επιχειρήσεις και βιοτεχνίες, παντρεύονταν και μπορούσαν να μεταβιβάσουν την περιουσία και την κοινωνική τους θέση στους απογόνους τους.

Λεβέντης (levend): «Έμμισθος Στρατιώτης» 
Τους προσλάμβανε το κράτος ή οι επαρχιακοί κυβερνήτες για συγκεκριμένες εκστρατείες. Στρατολογούνταν από διάφορα κοινωνικά περιβάλλοντα και χρησιμοποιούσαν ευρέως πυροβόλα όπλα, γεγονός που τους καθιστούσε απαραίτητους στον 17ο - 18ο αιώνα, όταν αποδείχτηκαν πιο αποτελεσματικοί από τα απαρχαιωμένα τάγματα των σπαχήδων και των γενιτσάρων. Ορισμένες φορές, οι λεβέντες προσχωρούσαν σε ιδιωτικούς στρατούς και λεηλατούσαν τις Οθωμανικές επαρχίες.

Ουλεμάς (Alim, «αλίμ»): «Μορφωμένος», πληθ. Ουλεμάδες (ulema)
Οι ουλεμάδες ήταν Μουσουλμάνοι, οι οποίοι είχαν λάβει εκπαίδευση σε μεντρεσέδες (medrese: ιερατικές σχολές, ιεροδιδασκαλεία). Μετά την αποφοίτησή τους, μπορούσαν να γίνουν ή επικεφαλής των τελετών δημόσιας προσευχής στα τζαμιά (imam, ιμάμης), είτε δάσκαλοι (hoca, χότζας) ή καθηγητές σε μεντρεσέδες (müderris, «μουντερής», ή μουδίρης) ή καδήδες (kadi: ιεροδικαστής) ή μουφτήδες (mufti: μουλάς, νομομαθής ή νομοδιδάσκαλος).

Οι υψηλότερες θέσεις στις οποίες μπορούσε να υπηρετήσει ένας ουλεμάς ήταν το αξίωμα του καζασκέρη (kadi-‘asker: στρατιωτικός δικαστής) της Ρούμελης ή της Ανατολίας και εκείνο του σεϊχουλισλάμη, δηλ. του επικεφαλής της πίστης, της Αυτοκρατορίας (sheyh-ül-Islam). Οι ουλεμάδες ωστόσο, μπορούσαν να υπηρετήσουν και σε άλλα αξιώματα, όπως αυτό του μεγάλου βεζίρη.

Κατίμπ (katib): «Γραφέας», Μέλος της Οθωμανικής Γραφειοκρατίας 
Στρατολογούνταν από διάφορα κοινωνικά περιβάλλοντα, υπηρετούσαν αρχικά ως μαθητευόμενοι και στη συνέχεια υπάλληλοι της Αυτοκρατορικής γραμματείας και των οικονομικών υπηρεσιών. Μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα, το σώμα των γραφέων αριθμούσε λιγότερα από εκατό μέλη, στη συνέχεια ωστόσο, οι αριθμοί του αυξήθηκαν εξαιτίας της επέκτασης της γραφειοκρατίας, τόσο στο κέντρο όσο και στην επαρχία. Παρόλο που οι γραφείς σπάνια έφταναν σε ανώτερα αξιώματα, έπαιζαν ζωτικό ρόλο στη λειτουργία του κράτους.

Δερβίσης: Αρχικά μέλος της Μουσουλμανικής Θρησκευτικής αδελφότητας του τάγματος σουφί (sufi)
Προκειμένου να γίνει δερβίσης, ένας Μουσουλμάνος έπρεπε πρώτα περάσει από μια διαδικασία μύησης, η οποία συμπεριλάμβανε μυστικιστικά γυμνάσματα και ασκητικό διαλογισμό. Οι δερβίσηδες είχαν το δικαίωμα να ζουν σε κοινότητες, να ταξιδεύουν ή να εξασκούν τις θρησκευτικές τους πρακτικές στην ύπαιθρο ή στις πόλεις. Οι άνθρωποι γενικότερα πίστευαν ότι οι πρακτικές των δερβίσηδων αποτελούσαν ένα μέσο που θα επέτρεπε στη δύναμη του Ουρανού να κατέβει στη Γη. Οι δερβίσηδες κατείχαν μια κεντρική θέση στη Μουσουλμανική κοινωνία, συνεισέφεραν σημαντικά στην καλλιέργεια της Οθωμανικής ποίησης, της μουσικής και του χορού, και μερικές φορές αποδεικνύονταν ειλικρινείς κριτές των Οθωμανικών αρχών.

Αγάς (ayan): «Ισχυρός Άντρας» 
Εύπορος άντρας στον οποίο είχε παραχωρηθεί μία ημιεπίσημη κυβερνητική θέση, προκειμένου να βοηθά στη συγκέντρωση των φόρων σε μια διοικητική περιοχή. Κυρίως Μουσουλμάνος, ο αγάς μίσθωνε τους φόρους από το κράτος για μια μεγάλη χρονική περίοδο ή και για όσο ζούσε, στη συνέχεια χρησιμοποιούσε τη θέση του για να οδηγεί τους φορολογούμενους στην κατάσταση του οφειλέτη. Ο αγάς, του οποίου η θέση αναγνωρίστηκε επίσημα τον 18ο αιώνα, μπορούσε να συγκεντρώνει σημαντική περιουσία από αρπαγές και εμπόριο, να οργανώνει ιδιωτικό στρατό και να κερδίζει τον πολιτικό έλεγχο της επαρχίας. Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β' (1808 - 1839) κατάφερε να θέσει ένα τέλος στην ισχύ των αγάδων.

Σαράφης (sarraf): «Αργυραμοιβός» 
Στις σημαντικότερες Οθωμανικές πόλεις, επαγγελματίες αργυραμοιβοί, Μουσουλμάνοι, Ορθόδοξοι, Εβραίοι, Αρμένιοι ή Καθολικοί, κέρδιζαν τη ζωή τους επωφελούμενοι από τη χρήση μιας μεγάλης ποικιλίας αργυρών, χρυσών ή χάλκινων νομισμάτων. Χορηγούσαν επίσης δάνεια με τόκο και συχνά κατηγορούνταν για «τοκογλυφία». Πλούσιοι σαράφηδες ασχολούνταν συχνά με την μίσθωση φόρων και αποκτούσαν σημαντική οικονομική και πολιτική δύναμη.

Δραγουμάνος (tercüman, «τερτζουμάν»): «Μεταφραστής» 
Οι γλωσσικοί φραγμοί γενίκευσαν την ανάγκη για διερμηνείς, προκειμένου να επιτευχθεί η επικοινωνία μεταξύ των οθωμανικών αρχών και των ξένων. Κυρίως μη Μουσουλμανικής καταγωγής, οι διερμηνείς προσλαμβάνονταν είτε από το Οθωμανικό κράτος είτε από ξένους πρεσβευτές, είτε από έμπορους ή ταξιδιώτες. Στα τέλη του 17ου αιώνα, οι διερμηνείς είχαν πλέον συμπεριληφθεί στο Οθωμανικό γραφειοκρατικό σύστημα. Οι πλέον υψηλόβαθμες θέσεις ήταν ο διερμηνέας του Αυτοκρατορικού συμβουλίου και ο διερμηνέας του ναυτικού, μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, οι Οθωμανοί διόριζαν σε αυτές τις θέσεις κυρίως Ορθόδοξους υπηκόους από το Φανάρι, συνοικία της Κωνσταντινούπολης.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Β' 

ΚΑΤΑΝΟΩΝΤΑΣ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ


Ο καθένας από εμάς έρχεται σε αυτή τη ζωή με μοναδικές ιδιοσυγρασίες και ιδιορρυθμίες, μια συμφωνία στην συγκρότηση του εαυτού, τόσο απίστευτα όμορφη και αδέξια τοποθετημένη, και όσον αφορά την πορεία, αγωνιωδώς δύσκολο να πλοηγηθεί κατά καιρούς. Ερχόμαστε με μια ενεργειακή δόνηση που είναι, πάνω απ' όλα, εγγενώς διακριτή και δεν μπορεί να αναπαραχθεί από κανέναν άλλον που συναντούμε στον κόσμο. Ερχόμαστε με τα ταλέντα, τα δώρα, τις κλίσεις και τα πάθη, μερικά από τα οποία φαίνεται να είναι υφασμένα άρρηκτα στο ύφασμα της ύπαρξής μας και άλλα, πιο ξεκάθαρα συνυφασμένα με το περιβάλλον και τον πολιτισμό στον οποίο έχουμε μεγαλώσει.

Το πεπρωμένο μας, εν μέρει, είναι η εικόνα που επιλέγουμε να δημιουργήσουμε από αυτό το καλειδοσκόπιο των πραγμάτων. Πώς συνδυάζουμε αυτή την παλέτα των χρωμάτων και την ποικιλία των υλικών όλα μαζί για να δημιουργήσουμε το τοπίο που ονομάζουμε τη ζωή μας.

Γεννιόμαστε ο καθένας σε αυτή τη ζωή και έχουμε εμπειρίες με τους ανθρώπους που μας μεγαλώνουν και με τους ανθρώπους που μας περιβάλλουν εκτός της πυρηνικής οικογένειας μας - τους συμμαθητές, τους δασκάλους, τους συναδέλφους, τους εραστές, τους φίλους της οικογένειας, τους ξένους που γίνονται πιο κοντινοί από την οικογένεια, και την οικογένεια που γίνονται ξένοι.
Μερικές από αυτές τις εμπειρίες θα προκαλέσουν υπερβολικό πόνο και δυστυχία. Κάποιες θα φέρουν χαρά που δεν θα μπορούσαμε ποτέ να είχαμε φανταστεί. Το πεπρωμένο μας, εν μέρει, είναι το πώς επιλέγουμε να δώσουμε νόημα και να μεταμορφώσουμε αυτές τις μοναδικές εμπειρίες.

Το πεπρωμένο μας δεν είναι ποτέ κάτι που συμβαίνει χωρίς τη συμμετοχή μας, και έτσι το πρώτο πράγμα που πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι εμείς, και μόνο εμείς, είμαστε οι δημιουργοί και οι φύλακες του δικού μας πεπρωμένου. Κανείς άλλος δεν μπορεί να διεκδικήσει το δικαίωμα αυτό και κανένας άλλος δεν μπορεί να δημιουργήσει για εμάς.

Αν ψάξουμε τη λέξη «πεπρωμένο» στο λεξικό βρίσκουμε στην έκδοση Merriam-Webster ότι πεπρωμένο είναι: «Τα πράγματα που κάποιος θα βιώσει στο μέλλον» ή «μια δύναμη που πιστεύεται ότι ελέγχει το τι συμβαίνει στο μέλλον». Ας αναλύσουμε αυτό λίγο περισσότερο για να κατανοήσουμε το τι είναι πριν φτάσουμε στο πώς είναι ...

Δεδομένου ότι το πεπρωμένο μας αποτελείται από τα πράγματα που θα βιώσουμε στο μέλλον, θα πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε την έννοια του μέλλοντος και πώς αυτό σχετίζεται με το παρόν. Με αυτή τη γνώση, μπορούμε να γίνουμε πραγματικά δυνατοί. Το μέλλον πάντα αποτελείται από την παρούσα στιγμή. Με άλλα λόγια, ό, τι επιλέγουμε να σκεφτόμαστε, ό,τι επιλέγουμε να αγνοούμε να σκεφτόμαστε, πώς επιλέγουμε να δράσουμε, τι επιλέγουμε να φάμε, πώς αποφασίζουμε να σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας και τους άλλους για να αναφέρω μόνο μερικές από τις επιλογές που κάνουμε σε καθημερινή βάση είναι οι επιλογές που διαμορφώνουν το μέλλον μας και το πώς αυτό ξεδιπλώνεται συγκεκριμένα. Αυτό σημαίνει ότι το μέλλον μας πάντα αλλάζει και ότι το πεπρωμένο μας μπορεί να αλλάξει δραστικά πορεία σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή – το οποίο σημαίνει, αν επιλέξουμε να αναλάβουμε την ευθύνη του.

Τώρα πίσω στον ορισμό στο λεξικό μας ... Πεπρωμένο ορίζεται επίσης ως «μια δύναμη που πιστεύεται ότι ελέγχει τι θα συμβεί στο μέλλον». Και ποια είναι η μυστηριώδης αυτή δύναμη που πιστεύεται ότι έχει τον έλεγχο του μέλλοντος μας; Εμείς είμαστε αυτή η δύναμη. Εσείς είστε αυτή η δύναμη. Και η δύναμη αυτή δεν βρίσκεται πουθενά αλλού, εκτός από το εσωτερικό του δοχείου μέσω του οποίου μπορούμε να πλοηγηθούμε σε αυτήν τη γη - το σώμα μας - ένα σκάφος εξαιρετικής δύναμης να δημιουργεί εκπληκτικά πράγματα.

Δυστυχώς, μας έχουν πει ότι δεν είμαστε αυτή η δύναμη, και υπάρχουν πολύ ισχυρά συστήματα που διαιωνίζουν αυτόν τον μύθο της αποδυνάμωσης. Από τα κυβερνητικά όργανα που οργανώνουν την κοινωνία μας και δημιουργούν ψεύτικες εξαρτήσεις από πράγματα έξω από τον εαυτό μας, την δυσλειτουργία μέσα στις ίδιες μας τις οικογένειες που εγκαθιστούν δυναμικά τα οποία δίνουν δύναμη σε ορισμένα μέλη της οικογένειας πάνω στα άλλα, μέχρι τα προγράμματα του φόβου που συνεχίζουμε να τρέχουμε μέσα στα κεφάλια μας, που μας κρατούν παθητικούς και σε μια κατάσταση πνευματικής αμνησίας και θυματοποίησης.

Παίρνοντας Την Ευθύνη του Πεπρωμένου μας

Αν θέλουμε να πάρουμε την ευθύνη του πεπρωμένου μας, πρέπει να πάρουμε την δύναμη μας πίσω. Ορίστε πώς:

Αρχίστε να σκέφτεστε την πιθανότητα ότι μπορείτε να αλλάξετε την πορεία της ζωής σας. Δεν χρειάζεται να έχετε βαθιά πεποίθηση ότι μπορείτε να αλλάξετε τη ζωή σας. Για αρχή, το μόνο απαραίτητο πράγμα είναι να γίνετε ανοιχτοί στην ιδέα ότι είναι δυνατόν. Να είστε περίεργοι για ένα νέο μονοπάτι που δεν μπορείτε να δείτε ακόμα. Ανοίξτε αυτήν την πόρτα: «Είμαι ανοιχτός στο ενδεχόμενο ότι μπορώ να αλλάξω την πορεία της ζωής μου».

Χαιρετήστε τον πόνο και τη δυστυχία στη ζωή σας. Ο λόγος που κολλάμε σε δυσλειτουργικά πρότυπα είναι επειδή έχουμε την τάση να κλείνουμε την πόρτα στον πόνο και τη δυστυχία που βιώνουμε. Αυτό περιλαμβάνει οτιδήποτε από τραύματα του παρελθόντος, άλυτο πένθος, μέχρι πόνο για έναν χωρισμό και μικρές απογοητεύσεις. Είναι δύσκολο να είσαι παρόν με τα συναισθήματα εφ' όσον διδαχτήκαμε ότι δεν πρέπει να έχουμε ή να ξαναζούμε τον πόνο που ήταν συντριπτικός και απειλούσε την ασφάλεια μας όταν τον βιώναμε σε προγενέστερο χρόνο στη ζωή μας. Ωστόσο, είτε το θέλουμε, είτε όχι, ο πόνος μας είναι εκεί για να μας ξυπνά στο ότι υπάρχει κάτι μέσα μας που χρειάζεται προσοχή και γιατρειά. Όταν δεν χαιρετούμε τα μέρη μας εκείνα που έχουν ανάγκη αναγνώρισης και έκφρασης, τότε ζούμε ασυνείδητα και επαναλαμβάνουμε παλιά πρότυπα. Όταν ζούμε ασυνείδητα, ο πόνος μας και ο φόβος μας για τον πόνο είναι αυτό που δημιουργεί το μονοπάτι της ζωής μας. Τι συναίσθημα ή κατάσταση αποφεύγεις τον τελευταίο καιρό;

Ακούστε τον εαυτό σας. Πρέπει να προσπαθούμε να δίνουμε μεγαλύτερη προσοχή στους εαυτούς μας. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αρχίσουμε να ακούμε με περισσότερη προσοχή τους μικρούς σπινθήρες του ενθουσιασμού που κυματίζουν μέσα στο σώμα μας. Μιλώ για τα μικρά πράγματα εδώ. Για παράδειγμα, αν σας αρέσει να χορεύετε και αισθάνεστε αυτή τη μικρή αλλά επίμονη ανάγκη να χορεύετε περισσότερο, αλλά συνεχίζετε να το αναβάλλετε γιατί αναρωτιέστε αν έχει πραγματικά σημασία, τότε είναι σίγουρα ώρα να ξεκινήσετε το χορό. Γιατί? Επειδή υπάρχει ένα κομμάτι του εαυτού σας που το χρειάζεται αυτό, και το ωραίο σε αυτό είναι ότι όχι μόνον το μέρος σας που το χρειάζεται αυτό ωφελείται , αλλά θα ξεχυθεί σε όλο σας το είναι ανοίγοντας πόρτες που δεν θα μπορούσατε να είχατε ποτέ φανταστεί. Μπορεί να αρχίσετε να γίνεστε πιο δημιουργικοί στην εργασία, η σεξουαλική σας ζωή θα μπορούσε να γίνει καλύτερη, η υγεία σας μπορεί να βελτιωθεί, μπορεί να συναντήσετε τον έρωτα της ζωής σας. Αλλάζετε τη ζωή σας ακούγοντας τα μικρά πράγματα. Οι μικρές σπίθες, οι ψίθυροι, οι ορμές είναι το πεπρωμένο σας που μιλάει, προκαλώντας σας να αποδεχθείτε την πρόσκλησή του.

Δεν υπάρχουν λάθη. Πρέπει να συναντούμε κάθε εμπειρία που ξεδιπλώνεται στη ζωή μας με περιέργεια ακόμη και αν την νιώθουμε σαν προϊόν ενός τρομερού λάθους. Όλα τα εμπόδια που προκύπτουν, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που εμείς προκαλούμε, αποτελούν μέρος - όχι έξω από – το μονοπάτι της ζωής. Μέσα σε κάθε εμπειρία υπάρχει ένα άνοιγμα για κάποιο νέο μέρος σας να γεννηθεί. Το να κατηγορείτε τον εαυτό σας και να δείχνετε με το δάχτυλο είναι το αντίθετο της περιέργειας. Σταματούν τη διαδικασία και οδηγούν σε θυματοποίηση και επανάληψη του όποιου κύκλου βρίσκεστε μέσα. Να είστε ανοιχτοί στο να εξερευνείτε οτιδήποτε μπορεί να φαίνεται σαν μια φοβερή απόφαση:. «Πώς μπορώ να περάσω μέσα από αυτήν την κατάσταση διαφορετικά την επόμενη φορά;» «Τι νέο πράγμα μπορώ να μάθω για τον εαυτό μου από αυτή την εμπειρία; » «Πώς μπορώ να εξασκήσω συμπόνια για τον εαυτό μου και για τους άλλους;» Όταν γινόμαστε περίεργοι, νέες πόρτες δυνατότητας αρχίζουν να ανοίγουν για νέους ανθρώπους, νέες ευκαιρίες, και ένα νέο δικό σας εαυτό να μπούν.

Συνδεθείτε. Πρέπει να ανοίξουμε τις καρδιές μας. Σιγά-σιγά, θα πρέπει να πάρουμε αυτό το ρίσκο. Όταν ωθούμε τους εαυτούς μας να είναι πιο ευάλωτοι με τους άλλους, μπορούμε να συνδεόμαστε πιο βαθιά με τους εαυτούς μας. Όλη η ζωή είναι μια συν-δημιουργία και έτσι η διαμόρφωση της πορείας της ζωής σας είναι επίσης μια συν-δημιουργία. Με αυτό εννοώ ότι είναι μέσω της σύνδεσης μας με τους άλλους, που βλέπουμε τους εαυτούς μας, που βλέπουμε το βαθύτερο δυναμικό μας, που αφυπνιζόμαστε στα όνειρά μας, που ανοίγουμε τους εαυτούς μας τελείως στην όμορφη αγριότητα των βαθύτερων επιθυμών μας.

Παλέψτε σαν να μην έχετε παλέψει ποτέ πριν. Θα πρέπει να παλέψετε. Και παλέψτε. Από τη στιγμή που επιλέξετε να αλλάξετε τα πράγματα, θα υπάρξει ένα κομμάτι σας που θα προκύψει άμεσα και θα προσπαθεί να σας κρατά αλυσοδεμένους σε αυτό που σας είναι γνώριμο. Θα υπάρχουν φωνές ανθρώπων μέσα στο κεφάλι σας που θα σας στοιχειώνουν. Η έγκριση των άλλων θα φαίνεται πιο σημαντική από τη φωνή αυτή μέσα σας που ψιθυρίζει ή ίσως ουρλιάζει για κάτι περισσότερο.
Ετοιμαστείτε να κάνετε πόλεμο.

Παίξτε. Πολύ. Τρέξτε ολόγυρα σαν παιδί, χορέψτε μέσα στους δρόμους, ουρλιάξτε, γελάστε, παίξτε. Μέσω του παιχνιδιού, ανακαλύπτουμε ξανά τους εαυτούς μας και φτάνουμε δημιουργικές δυνατότητες που είτε έχουμε ξεχάσει, ή δεν ξέραμε ποτέ ότι είχαμε. Είναι μέσα σε αυτό το διάστημα που ανακαλύπτουμε νέους τρόπους να λύνουμε προβλήματα. Το κομμάτι σας που πεινά για αλλαγή απολύτως απαιτεί να είστε δημιουργικοί. Κάντε στον εαυτό σας μια ερώτηση στην οποία χρειάζεστε απάντηση και στη συνέχεια βγείτε έξω για έναν καλό χορό και δείτε τι ιδέες θα προκύψουν μετά την διασκέδαση.

Έτσι, βλέπετε, αν θέλετε να αλλάξετε την πορεία της ζωής σας η αληθινή σας δύναμη υπάρχει ακριβώς εδώ, στο τώρα, στο μέσον της ζωής σας όπως αυτή είναι ακριβώς αυτή τη στιγμή.

H δυνατή προσωπικότητα που τρομάζει τους άλλους

Αποτέλεσμα εικόνας για asso di picche significatoΔυνατή προσωπικότητα δε γεννιέσαι. Γίνεσαι. Αδύναμη προσωπικότητα δε γεννιέσαι. Γίνεσαι και επιτρέπεις να σε κάνουν.

Όταν οι άνθρωποι συναντούν κάποιον που έχει δυνατή προσωπικότητα δεν μπορούν να καταλάβουν με τι έχουν να κάνουν. Αν είσαι δυνατή προσωπικότητα κάποιοι θα πιστεύουν πως είσαι αυταρχικός/η. Άλλοι θα πιστεύουν ότι είσαι αγενής. Αλλά τίποτε από αυτά δεν είναι αλήθεια. Αυτές οι λέξεις δεν έχουν καμία σχέση με μια δυναμική προσωπικότητα.

Σίγουρα κάποιοι μπορεί να σε φοβούνται. Αλλά αυτό γίνεται επειδή δεν καταλαβαίνουν πως γίνεται να αισθάνεσαι τόσο καλά με τον εαυτό σου, που δε χρειάζεσαι την αποδοχή κανενός. Είμαι σίγουρη πως γνωρίζεις πολύ καλά την ανθρώπινη φύση. Ό,τι δεν καταλαβαίνει κανείς ή δεν το έχει ως χαρακτηριστικό, το κατηγορεί ή προσπαθεί να το μειώσει. Πάντα ήταν έτσι και πάντα θα είναι. Εσύ όμως να μην πτοείσαι.

Δεν κλαψουρίζεις
Δεν σπαταλάς το χρόνο σου βρίσκοντας δικαιολογίες για το τι δεν μπορείς να κάνεις. Επικεντρώνεσαι σε όλα αυτά που μπορείς να κάνεις και βρίσκεις τρόπους να παρακάμψεις τα εμπόδια.

Προσέχεις ποιον βάζεις στη ζωή σου
Ως δυνατή προσωπικότητα δεν επιτρέπεις σε κανέναν να σου πει ποιος είσαι, τι είσαι ή τι μπορείς να κάνεις. Ξέρεις πως κάποιοι άνθρωποι θα προσπαθήσουν να σε μειώσουν απλά και μόνο για να αισθανθούν εκείνοι καλύτερα. Επίσης ξέρεις πως κάποιοι άνθρωποι χρειάζονται επιβεβαίωση για να νιώθουν καλύτερα. Εσύ δεν είσαι απ’ αυτούς. Δε χρειάζεσαι έναν φίλο, μια φίλη, έναν προϊστάμενο, έναν ή μια σύντροφο για να σου πουν ποιες είναι οι ικανότητές σου. Μπορείς να το συμπεράνεις χωρίς αυτούς.

Δε σου αρέσουν τα κουτσομπολιά
Αν είσαι μια δυνατή προσωπικότητα , έχεις ιδέες και όνειρα και θέλεις να χρησιμοποιείς τον χρόνο σου εποικοδομητικά ώστε να αλλάξεις τη δική σου ζωή προς το καλύτερο. Ξέρεις πως το κουτσομπολιό είναι σπατάλη χρόνο και «καίει» τα εγκεφαλικά κύτταρα. Άλλωστε οποιοσδήποτε μπορεί να κουτσομπολέψει με επιτυχία. Δεν είναι δα και το ποιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο. Είναι πιο δύσκολο να κοιτάς τη δική σου ζωή, διότι έτσι βλέπεις την πραγματικότητα και δεν στρέφεις την προσοχή σου αλλού απαλύνοντας με αυτόν τον τρόπο τον πόνο σου, με την ψευδαίσθηση ότι εσύ τα κάνεις όλα καλά και οι άλλοι είναι σκάρτοι.

Δεν αντέχεις την αναισθησία, τη βλακεία και την άγνοια
Επειδή έχεις επενδύσει πολύ χρόνο και κόπο στο να χρησιμοποιείς τον εγκέφαλό σου, σιχαίνεσαι όταν οι άνθρωποι κρίνουν πράγματα για τα οποία δεν έχουν καμία γνώση ή εμπειρία (είναι οι γνωστοί ξερόλες). Θα ήθελες πάρα πολύ να βοηθήσεις και να ενθαρρύνεις τους ανθρώπους να σκέφτονται τι θα πουν πριν ξεστομίσουν πράγματα για τα οποία έχουν πλήρη άγνοια. Ξέρεις όμως ότι θα ήταν μάταιος κόπος και έτσι παίρνεις τα κουβαδάκια σου και πας σε άλλη παραλία ενώ πίσω από την πλάτη σου γίνεται διαγωνισμός «ποιος θα καρφώσει καλύτερα το μαχαίρι».

Δεν έχεις ανάγκη την προσοχή κανενός
Οι άνθρωποι που δεν έχουν αυτή την ποιότητα θα νομίζουν ότι ευδοκιμείς και έτσι δε χρειάζεσαι κανέναν δίπλα σου. Η αλήθεια είναι πως εσύ με αυτόν τον τρόπο προσελκύεις ανθρώπους με την ίδια ποιότητα και όχι μίζερους και ξινούς που θα σου αραδιάσουν όλα τα κακά της μοίρας τους για να τραβήξουν την προσοχή σου.

Δε σε φοβίζει τίποτε
Εντάξει, αυτό δεν είναι αλήθεια. Σίγουρα υπάρχει κάτι που σε φοβίζει. Αλλά σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους που δεν έχουν δυνατή προσωπικότητα, δεν αφήνεις αυτό τον φόβο να καθορίζει τη ζωή σου και να σου υπαγορεύει πως θα ζήσεις τη ζωή σου.

Βλέπεις την αβεβαιότητα ως ευκαιρία
Η αβεβαιότητα, για σένα, είναι μια ευκαιρία για να κάνεις τα πράγματα καλύτερα. Ξέρεις ότι η ζωή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να σου προσφέρει ασφάλεια. Αυτό είναι και το ωραίο γιατί μέσα από αυτή την αβεβαιότητα μαθαίνεις και εξελίσσεσαι γνωρίζοντας πως ο αυτός είναι ο ορισμός της ζωής , δηλαδή να τη ζεις με όσα σου φέρνει και όχι απλά να υπάρχεις και να λες ότι ζεις. Κάποιοι άνθρωποι θεωρούν πως είναι δύσκολο να συναναστρέφονται με δυνατές προσωπικότητες. Η αλήθεια είναι πως τους είναι άβολο και θα τους βγάλει από το όμορφο κλουβάκι τους γιατί μια δυνατή προσωπικότητα θα τους προκαλέσει να εξελιχθούν και να γίνουν μια καλύτερη εκδοχή τους εαυτού τους. Ας έχεις λιγότερους γύρω σου. Η ποσότητα δεν μετράει. Αυτό που μετράει είναι η ποιότητα. Και φυσικά να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο από την γκρίνια και τη μιζέρια. Τι ευλογία!

Ο Θεός και η πραγματικότητα

Σχετική εικόναΤελικά μπορεί να αποδειχθεί ή να καταρριφθεί η ύπαρξη μιας υπερφυσικής οντότητας;

Έχουμε ήδη ασχοληθεί για την σχέση της Ορθοδοξίας με την γνώση και λογική και τη γνώση και του Χριστιανισμού με την επιστήμη.
 
Είπαμε ότι η επιστήμη έχει καταρρίψει τους βασικούς χριστιανικούς μύθους όπως και των άλλων θρησκειών. Είπαμε ότι η επιστήμη έχει ξεκαθαρίσει αρκετά θέματα ως προς την δημιουργία του ανθρώπου, της Γης, του ηλιακού μας συστήματος και έχει ήδη αρκετές θεωρίες για την ύπαρξη του σύμπαντος. Είπαμε επίσης ότι αυτό που δεν έχει ακόμα ξεκαθαρίσει, είναι το αν υπάρχει αιτία δημιουργίας ή το σύμπαν προέρχεται από εξέλιξη άλλης κατάστασης. Σε αυτή την μικρή μας άγνοια, εμπλέκονται διάφορες κατηγορίες θεϊστών που δικαιολογούν την ιδεοληψία τους στη βάση αυτή.

Πολλοί συνάνθρωποί μας, που δεν χωνεύουν την Εκκλησία, ή έχουν κουραστεί από την παλαιολιθικότητα των δογμάτων και πρακτικών των χριστιανών ή των άλλων θρησκειών, αλλά έχουν την ανάγκη ενός επουράνιου πατερούλη, πιστεύουν σε έναν θεό χωρίς να τον εμπλέκουν με την θρησκεία. Σε έναν θεό δημιουργό που μπορεί, ή όχι, να βοηθάει στις προσευχές τους και μέχρι εκεί ή λίγο παραπέρα.

Την ιδέα αυτή εκμεταλλεύονται και νέες τάσεις καλούμενες και ως “της Νέας Εποχής”, που μέσες άκρες λένε ότι οι θεοί όλων των θρησκειών είναι ένας και απλά ο κάθε ένας τον βλέπει διαφορετικά. Μιλάνε δηλαδή για έναν θεό έξω από τα γνωστά δόγματα και απευθύνουν σε αυτόν τις προσευχές τους.

Τρίτη κατηγορία είναι οι θεϊστές, κυρίως οι απολογητές, που έχουν δει όλα τα επιχειρήματά τους να διαλύονται, και έχουν οχυρωθεί σε ένα τελευταίο ανάχωμα, αυτό του Δημιουργισμού, για να απολογηθούν για τις θεωρίες τους. Όπως έχω ξανααναφέρει, συνηθίζουν να μιλούν για αυτόν τον θεό, για τον λόγο ότι νομίζουν η επιστήμη δεν έχει την δυνατότητα να πει πολλά για αυτόν, αλλά με βάση αυτόν, πλασάρουν τον μύθο της θρησκείας τους ως σωστό. Περιττό να πω, ότι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν και όλους τους προηγούμενους στις άλλες δύο κατηγορίες, σαν απόδειξη ότι αφού οι περισσότεροι πιστεύουν σε έναν θεό, τότε ο συγκεκριμένος θεός τους είναι αυτός, άρα και ο μύθος τους σωστός.

Να μην ξεχνάμε και την μόνιμη καραμέλα όλων των θεϊστών “ότι η επιστήμη ασχολείται μόνο με τα φυσικά φαινόμενα, ενώ η θρησκεία με τα...έσχατα ερωτήματα”. Η πραγματικότητα είναι ότι αν η επιστήμη δεν έχει απάντηση στα έσχατα ερωτήματα, τότε για αυτά δεν έχει απάντηση κανείς και από εκεί και πέρα έχει ισχύ το σύνθημα “Η...ελπίδα έρχεται” και όπως οι πολιτικάντηδες έτσι και οι θρησκευτικοί ταγοί πουλάνε ανέξοδα ελπίδα στα πρόβατα.

Μπορεί όμως η επιστήμη να ασχοληθεί με ένα τέτοιο καθαρά μεταφυσικό θέμα; Μπορεί να έχει άποψη για την ανάγκη κάποιου να πιστεύει σε κάτι ανώτερο και να το στολίζει όπως θέλει; Ναι, σε κάποιο βαθμό φυσικά και μπορεί και το κάνει σε διάφορες μορφές που θα αναλύσουμε πάρα κάτω. Από εκεί και πέρα τον λόγο τον έχει η λογική σε συνδυασμό με τις γνώσεις της Επιστήμης στο να κριθούν λογικά οι διάφορες ιδεοληψίες και να απορριφθούν ως αυθαίρετες και αντιφατικές.

Μελέτη του φαινομένου και λογική ανάλυση
Η επιστήμη, λοιπόν, μπορεί να μελετήσει το θέμα, και να βγάλει συμπεράσματα για το πως δημιουργείται η ανάγκη αυτή, και το κάνει. Υπάρχουν πλέον αρκετές μελέτες για το πως ξεκίνησαν οι θρησκείες, και ποια είναι η ανάγκη του ανθρώπου να αναφέρεται σε κάτι άλλο, δήθεν τέλειο. Επίσης έχει μελετηθεί η θρησκευτική εμπειρία και έχουμε ήδη αποτελέσματα για το τι συμβαίνει στον άνθρωπο. Η ανθρωπολογία, η κοινωνιολογία, όσο και η ιατρική ψυχολογία, έχουν ασχοληθεί με το θέμα και τα συμπεράσματα δεν είναι ευνοϊκά για τους θεϊστές. Το θέμα των ιδιοτήτων του θεού είναι καθαρά θέμα λογικής, που δυστυχώς εκλείπει σε μεγάλο βαθμό από τους θεϊστές κυρίως στο θέμα αυτό.

Η ανάγκη για το μεταφυσικό
Ιστορικά, η τάση αυτή ξεκίνησε από τον φόβο του αγνώστου των πρώτων ανθρώπων κυνηγών–καρποσυλλεκτών και την λατρεία των προγόνων, που θα τους βοηθούσαν να το ξεπεράσουν και όταν οι φυλές σταθεροποιήθηκαν σε μόνιμες αγροτο-κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, σταθεροποιήθηκε και η τάση αυτή σε μόνιμους θεούς, που αντιπροσώπευαν τις δυνάμεις της φύσης. Η αύξηση της δύναμης των ιερατείων σε κάποιες περιοχές, οδήγησε και στον συγκρητισμό των θρησκειών και τον μονοθεϊσμό, που με τον φονταμενταλισμό που εμπεριέχει, έχει επεκταθεί στον μισό τουλάχιστον πλανήτη μας μέσα από τους κύριους του φορείς, τον Χριστιανισμό και τον Μωαμεθανισμό. Για το πως ξεκίνησε η πρωταρχική αυτή ανάγκη υπάρχουν μερικές θεωρίες, η λογικότερη, για εμένα, είναι η άγνοια για το “μετά τον θάνατο”, και η θέληση του ανθρώπου να υπάρχει μία συνέχεια, και ξεκινάει από το σημείο που στις ταφές των ανθρώπων εμφανίζονται κτερίσματα, έχει δε εξελικτική πορεία από την ανεκτή κατάσταση μιας ηρεμίας, στην θέληση για συμμετοχή στα Ιλίσια Πεδία και τέλος στην μετοχή στην βασιλεία των Ουρανών και την πλήρη αθανασία.

Μελέτη της θρησκευτικής εμπειρίας
Σήμερα έχει δειχθεί και πειραματικά με την μελέτη τόσο χριστιανών που προσεύχονται και αισθάνονται την παρουσία του θεού, όσο και Θιβετιανών μοναχών που διαλογίζονται, ότι η θρησκευτική εμπειρία, δεν φαίνεται να οφείλεται σε κανένα παράγοντα έξω από τον άνθρωπο, αλλά σε προβολές ή δημιουργίες καταστάσεων του ίδιου του μυαλού των θεϊστών που ζητάνε απεγνωσμένα απαντήσεις στις εκκλήσεις τους, ή φθάνουν σε μια κατάσταση έκστασης και πληρότητας, εκτός τόπου και χρόνου. Επίσης έχει δειχθεί και πειραματικά η παρουσία μορφών ή το άκουσμα φωνών κάτω από καταστάσεις τέτοιες, δηλαδή θρησκευτικών εμπειριών, ή στρες ή και άλλων καταστάσεων όπως η νηστεία, δεν φαίνεται να οφείλονται σε κάτι εξωγενές, αλλά είναι επίσης δημιουργίες του εγκεφάλου, που μάλιστα μπορεί να επαναληφθεί στο εργαστήριο. Η περιρρέουσα κοινωνική κατάσταση και η προϋπάρχουσα πιστή που προήλθε από τον προσηλυτισμό εκεί που ανήκει ο κάθε ένας, είναι αυτή που μεταφράζει και ερμηνεύει τις μορφές αυτές ή τους ήχους, σε συγκεκριμένες εντολές ή μορφές συγκεκριμένων θεών ή αγίων. Διαβάστε και το άρθρο “Θρησκεία ή βίωμα”.

Οι ιδιότητες του Θεού
Το θέμα τού αν υπάρχει κατασκευαστής θεός, είπαμε ότι δεν απασχολεί ούτε μπορεί να έχει άμεση θέση ή σχέση με την επιστήμη και την λογική. Είναι μια δήλωση που μπορεί να κάνει ο κάθε ένας και δεν μπορεί να συζητηθεί καν. Οι ίδιοι οι θεϊστές έχουν ένα μότο: Ότι “ο δικός τους μόνο θεός, δεν μπορεί να προσεγγιστεί με την λογική, αλλά μόνο με την πίστη”. Ένα επιχείρημα που το λένε τόσο οι χριστιανοί όσο και οι μουσουλμάνοι ή άλλοι. Το θέμα είναι ότι όλοι οι θεϊστές δεν αρκούνται απλά στην πίστη της ύπαρξης ενός απρόσωπου δημιουργού, αλλά στολίζουν τον θεό τους με ιδιότητες και μάλιστα αρκετές. Έχουν ήδη πει και γράψει εκατομμύρια φράσεων και κειμένων σχετικά με τον θεό τους και όταν γράφεις πέρα από τις ιδεοληψίες αναφέρεις και κάποια λογικά επιχειρήματα. Γενικά δεν υπάρχει ένας κοινός ορισμός του θεού, άρα και κοινές ιδιότητες. Παρόλα αυτά αν μιλήσετε με έναν θεϊστή και τον ρωτήσετε τι είναι ο θεός, θα σας δώσει κάποιες απαντήσεις με κάποιες ιδιότητες που έχει όπως το φαντάζεται, και αν προχωρήσει η συζήτηση θα δείτε πολύ γρήγορα ότι του έχει αποδώσει και άλλες αυθαίρετες ιδιότητες, τις οποίες δεν έχει συγκεκριμενοποιήσει, ή ακόμα συνειδητοποιήσει.

Στην κοινωνία που ζούμε, οι αυθαίρετες αυτές ιδιότητες που του αποδίδονται και που τονίζονται πάντα σε απόλυτο βαθμό, λίγο πολύ είναι οι παρακάτω:
  • Είναι ένα έλλογο όν.
  • Είναι παντοδύναμο, πάνσοφο, πανάγαθο, πανταχού παρόν.
  • Ζει εκτός χρόνου και γνωρίζει ότι έγινε στο παρελθόν ή θα γίνει στο μέλλον (παντογνώστης).
  • Είναι δημιουργός του Σύμπαντος, των άστρων, των όντων, του ανθρώπου και των πάντων γύρω μας.
  • Είναι άναρχος, και ακατασκεύαστος, δηλαδή δεν είναι δημιούργημα άλλου όντος ή υπόκειται σε άλλη αρχή, αλλά ζούσε και ζει αιωνίως.
  • Δημιούργησε τον άνθρωπο όμοιο του.
  • Είναι ελεήμον και ενδιαφέρεται για τα δημιουργήματα του, ιδιαίτερα ενδιαφέρεται για την ηθική των ανθρώπων.
  • Επικοινωνεί με κάποιους, με κάποιο τρόπο.
  • Όσους δεν ακολουθούν τους κανόνες του θα τους τιμωρήσει κάπως κάποτε ή και άμεσα.
  • Όσους ακολουθούν τους κανόνες του θα τους ανταμείψει κάπως κάποτε ή και άμεσα.
Εδώ όμως, αρχίζουν τα λογικά προβλήματα. Είπαμε, η επιστήμη μπορεί να μην ασχολείται με τέτοια θέματα ιδεοληψίας, αλλά η λογική σκοντάφτει και θέτει λογικά επιχειρήματα που είναι αναπάντητα, αφού οι ιδιότητες είναι αυθαίρετες κατά κανόνα αντικρουόμενες. Την Εποχή του Χαλκού που άρχισαν να διατυπώνονται αυτές, οι άνθρωποι δεν ήξεραν πολλά πράγματα για την λογική και την λειτουργία του εγκεφάλου και του ανθρώπου και το να θέσουν τέτοιες ιδιότητες στους θεούς τους δεν φαινόταν λάθος. Σήμερα αυτό δεν ισχύει.

Ένα από τα πρώτα θέματα είναι η αντισυμβατότητα του πανάγαθου και του παντοδύναμου, όπως λέγεται συχνά με τους παρακάτω στοίχους που αποδίδονται στον Επίκουρο:

Θέλει ο Θεός να εμποδίσει το κακό αλλά δεν είναι ικανός; Τότε δεν είναι παντοδύναμος.
Μπορεί αλλά δεν θέλει; Τότε δεν είναι πανάγαθος.
Και θέλει και μπορεί; Τότε γιατί υπάρχει το κακό;
Δεν θέλει ούτε μπορεί; Τότε γιατί να τον αποκαλούμε Θεό;
”.

Βέβαια, οι θεϊστές για να λύσουν το πρόβλημα, προσέθεσαν άλλη μία αυθαίρετη έννοια, αυτή της ελεύθερης βούλησης. Μόνο που η παντογνωσία έρχεται σε αντίθεση με την αυθαιρεσία της “ελεύθερης βούλησης”. Αν υπάρχει κάποιος που γνωρίζει το τι θα αποφασίσετε στο μέλλον, τότε εσείς μπορεί να νομίζετε ότι η απόφαση σας ήταν δική σας και ελεύθερη, αλλά στην πραγματικότητα αυτό δεν ισχύει, θα αποφασίσετε αυτό που ήδη κάποιος, το γνωρίζει ήδη (προκαθορισμός) και έχει αναλυθεί στο άρθρο “Η παντογνωσία του Θεού και η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου":

[Η παντογνωσία του Θεού και η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου

Ελεύθερη βούληση
Εγείρονται πολλές φορές ερωτήσεις από άθρησκους και άθεους ανθρώπους αλλά και από θρήσκους γιατί ο Θεός (στη μονοθεϊστική εκδοχή της θρησκείας που έτσι και αλλιώς κυριαρχεί αριθμητικά σήμερα) δεν κάνει ένα μικρό μαγικό και να εξαφανίσει μια και καλή το κακό από τον κόσμο.

Πόλεμους, ασθένειες, πείνα, δυστυχία κ.λπ. Ή γιατί δεν εμφανίζεται μια και καλή σε όλους με όλη τη μεγαλοπρέπειά του και να αποδείξει την παρουσία του; Η τυπική απάντηση είναι ότι ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο την ελεύθερη βούληση και όλο αυτό το κακό είναι ακριβώς αποτέλεσμα των επιλογών των ίδιων των ανθρώπων. Και ότι φυσικά δεν θέλει να εξαναγκάσει τον άνθρωπο να πιστέψει σε αυτόν αλλά αυτός να το επιλέξει από μόνος του.

Αν όμως ισχύει το επιχείρημα της ελεύθερης βούλησης τότε αυτή έρχεται σε σύγκρουση με την παντογνωσία του Θεού (χριστιανικού ή μουσουλμανικού), δηλαδή την δυνατότητα του να γνωρίζει τα πάντα. Η επίκληση της ελεύθερης βούλησης όμως θα είχε λογική εάν ο φορέας της, δηλαδή ο άνθρωπος μπορούσε να αποφασίσει με τρόπο που ο Θεός δε θα μπορούσε να γνωρίζει εκ των προτέρων. Αν μπορούσε δηλαδή ένας άνθρωπος να αιφνιδιάσει τον Θεό με τις αποφάσεις του. Αν ο Θεός όμως γνωρίζει (ως παντογνώστης) εξ αρχής π.χ τις αποφάσεις του η ελεύθερη βούληση δεν υφίσταται επειδή μπροστά σε ένα δίλημμα η απόφασή του είναι ήδη γνωστή για τον Θεό πριν καν παρθεί από αυτόν.

Πρακτικά δηλαδή αν πάρουμε ως δεδομένη την ύπαρξη του παντογνώστη Θεού η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου δεν υφίσταται καθώς θα συγκρούονταν με τη γνώση του Θεού. Εκτός και αν αποφασίσουμε ότι ο Θεός δε γνωρίζει τις αποφάσεις μας άρα και τα μελλούμενα οπότε σε αυτή την περίπτωση παρουσιάζεται ως ένας Θεός με αδυναμίες, ο οποίος δρα και αυτός μέσα σε ορισμένα όρια.

Αλλά υπάρχει και το εξίσου μεγάλο θέμα με την ελεύθερη βούληση του ίδιου Θεού και τη σχέση του Θεού όχι με τον κόσμο και τον άνθρωπο αλλά με τον εαυτό του. Θα πρέπει να πάρουμε ως δεδομένο ότι υπήρχε μια χρονική στιγμή στην οποία ο Θεός θα πρέπει να ήταν μόνος του. Την χρονική περίοδο δηλαδή όπου δεν είχε δημιουργήσει τίποτα και άρα ενώ το καλό υπήρξε (προσωποποιημένο από τον ίδιο) το κακό δεν υπήρξε. Ήξερε λοιπόν ο Θεός όταν έφτιαχνε τον κόσμο εκ των προτέρων την πορεία του; Ήξερε πριν ακόμη κάνει το οτιδήποτε ότι από τα δημιουργήματά του θα αποκτούσε τον μεγάλο του αντίπαλο, τον διάβολο ο οποίος είναι λέει εκπεσών άγγελος; Γνώριζε εκ των προτέρων ότι αργότερα ένα άλλο δημιούργημά του, ο άνθρωπος θα αποφάσιζε στην Εδέμ να φάει τον καρπό από το δέντρο της γνώσης; Αφού ο Θεός είναι παντογνώστης φυσικά και ήξερε. Και τα δύο γεγονότα. Παρόλα αυτά αποφάσισε να δημιουργήσει τον κόσμο όπως ακριβώς τον δημιούργησε. Δεν μπορούσε λοιπόν ή δεν ήθελε να φτιάξει έναν κόσμο τέλειο εξασφαλίζοντας από την αρχή την απουσία του κακού;

Αν ήθελε;
Ήθελε αλλά δε μπορούσε μήπως στο επίπεδο της πράξης; Κάτι τέτοιο είναι αδυναμία του και άρα δεν είναι τέλειος ο ίδιος. Και αν δε μπορούσε να φτιάξει από την αρχή έναν τέλειο κόσμο πώς είναι δυνατό να εμπιστευτεί κανείς την κρίση του τη Δευτέρα παρουσία.

Μήπως όμως δε μπορούσε στο επίπεδο της απόφασης; Ουσιαστικά αυτό σημαίνει, έχει ο Θεός ελεύθερη βούληση ή ήξερε για τον εαυτό του ότι θα αποφάσιζε έτσι; Στην περίπτωση αυτή ο Θεός δεν έχει ούτε αυτός ελεύθερη βούληση αφού δεν μπορούσε να αιφνιδιάσει ούτε τον εαυτό του. Ήταν δηλαδή αναγκασμένος να αποφασίσει όπως ξέρουμε ότι αποφάσισε κάτι που περαιτέρω σημαίνει ότι και ο ίδιος ο Θεός υπακούει σε μία κάποια Ειμαρμένη. Σε κάποια απροσδιόριστη δύναμη δηλαδή στην οποία και αυτός είναι δέσμιος. Ακόμη δηλαδή και αυτός ο Θεός του μονοθεϊσμού είναι εγκλωβισμένος σε επιλογές που ο ίδιος προγνωρίζει και δεν μπορεί να τις αλλάξει καθώς αυτό θα έρχονταν σε αντίφαση με αυτό το οποίο ήδη ξέρει ακόμη και για τον εαυτό του.

Υπάρχει βέβαια και η προοπτική ο Θεός να έχει γνώση για γεγονότα τα οποία δεν έχουν συμβεί. Αν π.χ δεν είχε στείλει τον γιο του το έτος μηδέν κατά τον χριστιανισμό ή τον Μωάμεθ κατά τον μουσουλμανισμό ο κόσμος θα είχε φυσικά μια διαφορετική πορεία. Τα γεγονότα θα ήταν διαφορετικά. Είναι λοιπόν ένα ερώτημα αν ο Θεός γνωρίζει την πορεία που θα είχε ο κόσμος μέχρι το έτος μας (2017) η οποία όμως δεν έχει συμβεί για εμάς. Στην περίπτωση αυτή πάλι πώς ξέρουμε ότι δε θα ήταν καλύτερα τα πράγματα απ΄ότι είναι τώρα; Οι άνθρωποι φυσικά δεν μπορούμε να το ξέρουμε γιατί μας λείπουν τα δεδομένα και δε μπορούμε να κρίνουμε. Αλλά μετά είναι σαν να αποφάσισε ο Θεός για εμάς για την συνέχιση της ιστορίας και όχι ο άνθρωπος μόνος του. Κάθε παρέμβαση του Θεού στην ανθρώπινη ιστορία όπως αποστολή προφητών, του Ιησού, τα θαύματα κ.α είναι ουσιαστικά αιτίες για αλλαγή των γεγονότων σε σχέση με τα αντίστοιχά τους αν ο άνθρωπος αποφάσιζε εντελώς ανεπηρέαστος από τέτοιες παρεμβάσεις. Ουσιαστικά η ελεύθερη βούληση για τον άνθρωπο θα είχε τότε μόνο νόημα όταν ακόμη και αν υπήρχε ο Θεός αυτός δεν θα ασχολούνταν καθόλου με τα ανθρώπινα.

Και αν δεν ήθελε;
Αν όμως τελικά τίποτα από τα παραπάνω δεν ισχύει και ο Θεός μπορούσε τόσο στο επίπεδο της απόφασης όσο και στο επίπεδο της πράξης να δημιουργήσει τον τέλειο κόσμο αλλά απλώς δεν ήθελε σημαίνει αυτό ότι σε τελευταία ανάλυση σκοπίμως δημιούργησε το κακό. Και εδώ γεννάται επιπλέον το ερώτημα ποιος ο ρόλος του αντίπαλου δέους του Θεού. Για λόγους οικονομίας ας πάρουμε ως πραγματικό γεγονός την ιστορία με τον Αδάμ, την Εύα και το φίδι. Ήταν το φάγωμα του μήλου το πρόβλημα ή η ύπαρξη της μηλιάς; Ο Θεός ήξερε εκ των προτέρων (εφόσον παντογνώστης) ότι ο Διάβολος θα εισέρχονταν στον παράδεισο και θα έπειθε την Εύα να δοκιμάσει τον απαγορευμένο καρπό. Αν δηλαδή ο Θεός δεν είχε βάλει το δέντρο της γνώσης και να εισέρχονταν ο διάβολος στον Παράδεισο δε θα μπορούσε να πετύχει το σχέδιό του αφού κάτι άλλο δεν ηταν απαγορευμένο. Άρα λοιπόν είναι σαν να ήθελε ο Θεός να έρθουν τα πράγματα όπως ήρθαν. Ο Θεός επίσης δεν εμπόδισε τον Διάβολο να εισέλθει στην Εδέμ ούτε δεν έθεσε απαγορεύσεις για να προστατέψει το δημιούργημά του και να αφοπλίσει έτσι τον διάβολο.

Στην περίπτωση αυτή λοιπόν μπορεί να ισχύουν οι παρακάτω τρεις υποπεριπτώσεις:

1) Ο Θεός δεν ήξερε τα σχέδια του διαβόλου (που όμως θα ακύρωνε την θέση ότι είναι τέλειος)

2) Ήταν κατά κάποιο τρόπο προσυννενοημένος με τον διάβολο να δοκιμάσει ο τελευταίος το δημιούργημά του (που όμως πάλι εγείρει θέμα παντογνωσίας του Θεού πέρα από το ηθικό της προσυνεννόησης με τον υποτίθεται μεγάλο εχθρό).

3) Ο Θεός ήθελε ο ίδιος να διαπιστώσει αν ο άνθρωπος θα υποκύψει στον πειρασμό χωρίς όμως να είναι προσυνεννοημένος με τον διάβολο (και ξανά θέμα παντογνωσίας του Θεού).

Είναι φανερό λοιπόν ότι ό,τι και ισχύει από τα παραπάνω οι επιλογές και πράξεις του Θεού και σε αυτή την περίπτωση έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με την παντογνωσία που του αποδίδουν οι θρησκείες.]

Επίσης όπως αναλύθηκε στο 3ο κεφάλαιο του άρθρου “Προσηλυτισμός, νηπιοβαπτισμός και...«ελεύθερη βούληση»”, οι περισσότεροι θεϊστές ναι μεν μιλάνε για αυτή σαν να την πιστεύουν, αλλά στην πράξη φαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν πιστεύουν σε αυτή, και το θέμα αυτό είναι απλά μια δικαιολογία, για να έχουν απάντηση στο “πρόβλημα του κακού” και μια επίφαση ελευθερίας, που υποτίθεται δίνει ο μεγάλος δικτάτορας τους πριν την τελική κρίση.

Η παντοδυναμία επίσης είναι ασύμβατη με την παντογνωσία. Δηλαδή, ως παντογνώστης, εφ' όσον γνωρίζει τι θα συμβεί στο μέλλον, είναι αξιωματικά αδύναμος να το αλλάξει, άρα δεν μπορεί να είναι παντοδύναμος. Αν μπορεί να το αλλάξει ως παντοδύναμος και το αλλάζει, τότε δεν είναι πάνσοφος, γιατί επεμβαίνεις εκεί που δεν σου βγήκαν τα πράγματα όπως θα ήλπιζες. Αυτό τονίζεται με το λογοπαίγνιο της Karen Owens:

Άραγε ο παντογνώστης Θεός μπορεί,
Εκείνος που γνωρίζει το μέλλον, να βρει
Την παντοδυναμία για ν’ αλλάξει
Τη γνώμη Του τη μελλοντική;
”.

Φυσικά, το παραπάνω ισχύει για οποιονδήποτε παντογνώστη. Δηλαδή η ύπαρξη ενός παντογνώστη, ακυρώνει την ύπαρξη ενός οποιουδήποτε παντοδύναμου ή και το αντίστροφο.

Η παν-αγαθότητα επίσης είναι τρωτή από την ύπαρξη του κακού και της καταστροφής που είναι εγγενής μέσα στο Σύμπαν μας. Εδώ, επειδή το θέμα είναι παλιό και καθημερινό, έχουν δημιουργηθεί διάφορες σοφιστείες από τους θεϊστές. Η πιο διαδεδομένη είναι ότι ο Θεός έκανε μεν τον άνθρωπο αλλά όχι το κακό. Αυτό ήταν απόφαση του ανθρώπου. Δηλαδή έκανε ένα ον το προίκισε με όλα τα καλά, αλλά όχι με τα αρνητικά, αυτά βγήκαν από άλλη αιτία όχι πάντως από τον κατασκευαστή των πάντων. Δηλαδή, ο κατασκευαστής των πάντων έκανε τα πάντα, εκτός από το κακό που το δημιούργησε από μόνο του, το ατίθασο δημιούργημά του, που ξέφυγε από τις αρχικές προδιαγραφές. Η λογική αυτή φυσικά δεν επιδέχεται καν κριτικής. Το να μην καταλαβαίνει κάποιος την αντίφαση, σημαίνει ότι είναι πολύ θρήσκος και εμποτισμένος με την στρέβλωση αυτή, ώστε να μην μπορεί να την δει, και δεν την καταλαβαίνει. Άλλωστε, το κακό δεν άπτεται μόνο της ανθρώπινης συμπεριφοράς, στο Σύμπαν γίνονται συνέχεια κοσμικές καταστροφές, όπως και στην Γη λόγω καιρού ή σεισμών, που είναι πλέον προφανές ότι η απόφαση των ανθρώπων αδυνατεί να δημιουργήσει ή να αποτρέψει.

Άλλη μια σοβαρή ασυμβατότητα είναι το να ζει εκτός χρόνου δηλαδή άχρονος, και να είναι έλλογος.

Ο νους και η διάνοια έχουν άμεση και εξαρτώμενη σχέση με τον χρόνο, είναι τελείως αδιανόητη η νόηση τους έξω από αυτόν. Ο νους, ή διάνοια είναι ένα σύνολο νοητικών ικανοτήτων που συμπεριλαμβάνει την συνείδηση, την αντίληψη, την σκέψη, την κρίση και την μνήμη. Κατέχει τη δύναμη της φαντασίας, της αναγνώρισης και της εκτίμησης, και είναι υπεύθυνος για την επεξεργασία των συναισθημάτων και των συγκινήσεων, με αποτέλεσμα τις συμπεριφορές και τις δράσεις. Δηλαδή, νους χωρίς να μετέχει του χρόνου, δεν υπάρχει, αφού όλες σχεδόν οι ιδιότητες του έχουν σχέση με συσχετίσεις του παρελθόντος.

Στο θέμα της “δημιουργίας των πάντων”, είπαμε για την ύπαρξη και πιθανή αρχή του σύμπαντος, ναι μεν δεν ξέρουμε ακόμα αν υπάρχει ή όχι αιτία, (όχι ότι αν το ξέραμε θα πρέπει απαραίτητα να ήταν ένα έλλογο ον ή να είχε τις άλλες ιδιότητες, αλλά ας το αφήσουμε αυτό), αλλά για την δημιουργία της Γης, του ηλιακού μας συστήματος, του Ήλιου αλλά και των άστρων, η επιστήμη έχει αρκετά καλή εικόνα και σίγουρα δεν υπάρχει κάποιος έλλογος κατασκευαστής. Το ίδιο και για τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει καν ο πρώτος άνθρωπος, οι αλλαγές στα είδη γίνονται με αργούς ρυθμούς, πάντως ο άνθρωπος δεν είναι δημιούργημα κανενός, αλλά αποτέλεσμα της εξέλιξης των ανώτερων θηλαστικών κάτι που αποδεικνύεται ξεκάθαρα από τις συσχετίσεις του DNA.

Το θέμα της αναρχίας και της παναγαθοσύνης του, έχει επίσης λογικό πρόβλημα. Από την μία, δεν έχει να δίνει λόγο σε κανέναν για ό,τι κάνει, και παρ' όλα αυτά είναι πανάγαθος, θα μπορούσε να ήταν με την ίδια ευκολία, πάνκακος, δηλαδή στην τύχη μάς βγήκε καλός. Το ότι τονίζονται και τα δύο ως αυθύπαρκτα κάνει τον παραλογισμό ακόμα δυνατότερο. Τουλάχιστον στην αρχαία Ελλάδα είχανε τους θεούς τους να είναι υποκείμενοι της ανάγκης. Σήμερα όμως, ο άναρχος δεν είναι υποκείμενος σε καμία άλλη ιδιότητα, γιατί κάνει ό,τι θέλει, στο μυαλό των θεϊστών, ανέλεγκτα, απλά σήμερα επιλέγει να είναι πανάγαθος, για αύριο δεν ξέρουμε και πάντα υπάρχει και το βολικό: “Άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου”.

Ο ανθρωπομορφισμός επίσης είναι ένα λογικό πρόβλημα. Εκτός του ότι υποκρύπτει ότι δεν έκανε ο Θεός τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος τον Θεό κατ` ομοίωσή του, υποβιβάζει τον Θεό στην περιορισμένη ανθρώπινη μορφή.

Το θέμα της ηθικής, έχει επίσης ξεκαθαριστεί ότι δεν απορρέει από καμία εξωκοσμική πηγή. Ένα είδος ηθικής έχουν άλλωστε όλα τα ανώτερα θηλαστικά ζώα. Η ηθική, όχι μόνο δεν έχει μία αρχή, αλλά εξαρτάται από την εποχή και την κοινωνία και εξελίσσεται και αυτή όπως και ο άνθρωπος. Η ηθική δεν είναι παρά μια, ''συμφωνία συμβίωσης''. Επίσης, είναι ξεκάθαρο ότι τα ιερά κείμενα των θρησκειών δεν έχουν σωστή ηθική σύμφωνα τουλάχιστον με τα σημερινά κριτήρια, και στην πραγματικότητα ακόμα και οι ίδιοι οι θεϊστές δεν ακολουθούν την ηθική τους, οι περισσότεροι άλλωστε δεν την γνωρίζουν καθόλου εκτός από μερικά θετικά τσιτάτα.

Το θέμα του ελεήμονα Θεού, για τον χριστιανικό τουλάχιστον θεό, προβάλλει μία φοβερή ανήθικη λογική. Ο χειρότερος εγκληματίας που έχει σφάξει, βιάσει, ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να φανταστεί κάποιος, που ο Θεός φυσικά δεν τον εμποδίζει να εκφράσει την “ελεύθερη βούλησή” του ακόμα και αν έρχεται σε αντίθεση με την “ελεύθερη βούληση” των θυμάτων του, αν μετανοήσει (ό,τι και να σημαίνει αυτό) μπορεί να σωθεί και να μετέχει αιώνια της Βασιλείας των Ουρανών (ό,τι και να σημαίνει αυτό), έστω και δευτερόλεπτα πριν πεθάνει, ενώ οι αμετανόητοι (ότι επίσης και να σημαίνει αυτό) θα τιμωρούνται αιώνια από έναν πανάγαθο, κατά τα άλλα, Θεό, ακόμα και αν είναι θύματα του προηγούμενου δολοφόνου βιαστή. Επίσης αν κάποιος είναι ένας σωστός και ηθικός άνθρωπος αλλά πριν πεθάνει πέσει σε ένα ηθικό ατόπημα, σύμφωνα με την ηθική αυτή της τελευταίας στιγμής, θα βρεθεί στην αιώνια τιμωρία.

Τέλος, το θέμα της ανταμοιβής και της τιμωρίας, όπως την φαντάζονται συνήθως, πέρα από το κάποτε (στην άλλη ή σε άλλες ζωές) που δεν έχει κάτι για να πει κανείς, αναφέρεται συχνά στα λόγια τους και στο άμεσο, δηλαδή στην τρέχουσα ζωή, κάτι που μπορεί να ελεγχθεί και φυσικά δεν ισχύει. Για παράδειγμα, λέγεται ότι αν κάποιος ήταν “κακός” και έπαθε κάτι κακό, ότι τον τιμώρησε ο Θεός, Αν τον θεωρούμε “καλό” και του έρθει μια καλή τύχη, λέγεται ότι τον επιβράβευσε ο Θεός, υπάρχουν όμως και δύο άλλες περιπτώσεις που η δικαιολογία είναι παράλογη ή δεν υπάρχει, αν για παράδειγμα είναι “καλός” και του έρθουν ατυχίες, υπάρχει μια ας πούμε δικαιολογία, όπως “τον δοκιμάζει ο θεός” κάτι φυσικά παράλογο σε σχέση με την λογική της ανταμοιβής. Αν όμως είναι “κακός” και του πηγαίνουν όλα καλά, εκεί πραγματικά δεν υπάρχει καμία λογική απάντηση πέρα από την “άγνωσται αι βουλαί...”, που δείχνει απλά ότι το θέμα της ανταμοιβής και της τιμωρίας είναι η λογική επιθυμία των ανθρώπων, αλλά δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Γενικά η ανταμοιβή και η τιμωρία για την σωστή ηθική ως προερχόμενη από κάποια ανώτατη θεϊκή πηγή, φαίνεται να ήταν κάποιες εποχές καθοριστική για τον έλεγχο της κοινωνίας, αλλά οι εποχές αυτές ήταν κακές για την ανθρωπότητα και μια τέτοια χαρακτηριστική είναι ο Μεσαίωνας.

Συμπέρασμα
Όπως είδαμε η επιστήμη παρακολουθεί το θεϊστικό φαινόμενο τόσο στην κατανόηση του σαν ανάγκη ή την ιστορία του, όσο και σαν έκφραση και πως βιώνεται από διάφορους θεϊστές. Ναι μεν η επιστήμη και η γνώση μας δεν έχει ακόμα βρει αν υπάρχει αρχή και αιτία στην κατασκευή του σύμπαντος, ναι φυσικά ακόμα έχουμε πολλά να μάθουμε, αλλά όλες οι άλλες ιδιότητες που αποδίδονται αυθαίρετα στην ήδη αυθαίρετα ορισμένη οντότητα αυτή που λέγεται Θεός, δεν μπορούν να έχουν σχέση με την πραγματικότητα σκοντάφτουν στην λογική και αντανακλούν τις πεποιθήσεις παλαιότερων εποχών.

Οι θεϊστές κάθε θρησκείας ή μη, ματαίως προσπαθούν την άγνοια μας αυτή να την καρπωθούν για να περάσουν τις βαθύτερες ιδεοληψίες τους για τους θρησκευτικούς μύθους, γιατί δεν έχουν σχέση ούτε με την λογική, ούτε με την πραγματικότητα, και όσο και να φαίνεται απλοϊκό, είναι επιπέδου θεώρησης “Άγιου Βασίλη”, δηλαδή παράλογες θεωρήσεις και μύθοι που ικανοποιούν τους ανθρώπους, που δεν έχουν συνειδησιακά ακόμα την ικανότητα να ζήσουν χωρίς έναν προστάτη πατερούλη, και να αναλάβουν τις μεγάλες ευθύνες της ύπαρξής τους, εύκολη βορά στο στόμα κάθε εξουσίας.

«Ταξιδέψτε» στο κέντρο της Γης μέσα από ένα απολαυστικό βίντεο

«Ταξίδι» στο κέντρο της Γης! Δείτε σχετικό βίντεο:


 

Η θεωρία του παράλληλου σύμπαντος

Δείτε ντοκιμαντέρ με τη θεωρία του παράλληλου σύμπαντος:

Τα πρώτα πυροτεχνήματα του Σύμπαντος εκπέμπουν ακόμη το φως τους

ta-prota-purotexnimata-tou-sumpantos-ekpempoun-akomi-to-fos-tous΄H κοσμική υπέρυθρη ακτινοβολία υποβάθρου είναι μια αχνή λάμψη, που πιστεύεται πως εξέπεμψαν τα πρώτα άστρα που δημιουργήθηκαν στο Σύμπαν και η οποία έχει προταθεί εδώ και δεκαετίες, και με μια σειρά παρατηρήσεων από διαστημικά παρατηρητήρια, το 2005 και το 2007 ανιχνεύθηκε με μεγαλύτερη ακρίβεια από ποτέ, από το διαστημικό τηλεσκόπιο Spitzer της NASA.

H κοσμική υπέρυθρη ακτινοβολία υποβάθρου είναι μια αχνή λάμψη, που πιστεύεται πως εξέπεμψαν τα πρώτα άστρα που δημιουργήθηκαν στο Σύμπαν και η οποία έχει προταθεί εδώ και δεκαετίες
 
Οι αστρονόμοι του κέντρου αστροφυσικής Smithsonian του πανεπιστημίου Harvard, Matt Ashby και Giovanni Fazio, μαζί με συναδέλφους τους από το διαστημικό κέντρο Goddard της NASA, και το πανεπιστήμιο του Μέριλαντ, ανέλυσαν τα δεδομένα από το τηλεσκόπιο Spitzer, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον τους σε ένα κομμάτι του ουρανού μόλις 0.2 τετραγωνικών μοιρών. Οι εικόνες αυτές, είχαν ληφθεί αρχικά για άλλο λόγο, τη μελέτη του σχηματισμού κάποιων πολύ μακρινών γαλαξιών, περιείχαν όμως και πληροφορίες για την υπέρυθρη ακτινοβολία υποβάθρου.
 
Λαμβάνοντας υπόψη και αφαιρώντας την ακτινοβολία που εκπέμπουν στο υπέρυθρο σύγχρονα άστρα και γαλαξίες, στα στοιχεία του Spitzer οι επιστήμονες βρήκαν ενδείξεις που συναινούν με την αντίληψη πως η ακτινοβολία αυτή προέρχεται από αρχαία άστρα που έζησαν πριν από πάνω από 12 δισεκατομμύρια χρόνια, κι έχουν προ πολλού πεθάνει. Τα άστρα αυτά ήταν πολλά σε αριθμό, βραχύβια και πολύ λαμπρά, καθώς έκαιγαν με μένος τα καύσιμά τους. Σύμφωνα με τα κοσμολογικά μοντέλα που έχουμε σήμερα, τα άστρα αυτά δεν ήταν ομοιόμορφα κατανεμημένα στο Σύμπαν και δημιουργήθηκαν ως μέρος των νηματοειδών δομών που προέκυψαν μετά τη μεγάλη έκρηξη από τις αρχικές μικροσκοπικές διακυμάνσεις στην πυκνότητα των καυτών αερίων. Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας συνάδουν απολύτως με την κατανόησή μας για τη δομή του Σύμπαντος, μια θεωρία που αποκαλείται Δομές Μεγάλης Κλίμακας, και με τις ιδέες μας για το πώς σχηματίστηκε η πρώτη γενιά άστρων.
 
Η εξαγωγή πληροφοριών από την υπέρυθρη ακτνοβολία υποβάθρου είναι δύσκολη διαδικασία, ακριβώς γιατί πρέπει να ληφθεί υπόψη ένα πλήθος παραγόντων που προστίθεται σε αυτήν ως «θόρυβος». Ένας από τους ερευνητές, ο Alexander Kashlinsky της NASA, το παρομοιάζει με το να παρακολουθεί κανείς τα πυροτεχνήματα στη Νέα Υόρκη, από το Λος Άντζελες: «Πρέπει να αφαιρέσεις όλα τα φώτα της Νέας Υόρκης, όπως και όλα τα φώτα που παρεμβάλλονται στο ενδιάμεσο. Και μετά μένει ένας θολός χάρτης από την κατανομή των πυροτεχνημάτων, πολύ μακρινός όμως για να βγάλεις μεμονωμένα συμπεράσματα. Κι εμείς, μελετάμε ακριβώς αυτά τα πρώτα πυροτεχνήματα του Σύμπαντος».
 
Οι μετρήσεις του Spitzer είναι οι καλύτερες που έχουν γίνει ποτέ με τα υπάρχοντα μέσα, για τη διαλεύκανση αυτής της νέα πηγής πληροφοριών για την ιστορία του Σύμπαντος και η νέα έρευνα βελτιώνει κατά πολύ την κατανόησή μας στο θέμα αυτό. Το νέο διαστημικό τηλεσκόπιο James Webb στο οποίο συμμετέχει και η Ελλάδα ανάμεσα στις 17 συνολικά χώρες που συμπράττουν, και που αναμένεται να εκτοξευθεί το 2018 καθώς πρόσφατα ξεπέρασε τα προβλήματα χρηματοδότησής του, θα δώσει μια πληρέστερη εικόνα της αρχαίας αυτής εποχής, και θα μας πει περισσότερα για το τι ήταν αυτά τα πρώτα αντικείμενα.

Η Σελήνη δεν είναι γεωλογικά νεκρή – είχε ηφαιστειακή δραστηριότητα

selin_0
Είναι πράγματι το φεγγάρι κρύο και (γεωλογικά) νεκρό ή μήπως στα σωθικά του καίει ακόμη μια φλογίτσα; Πιθανότατα συμβαίνει το δεύτερο, καθώς λάβα κυλούσε σε μικρές ποσότητες στην επιφάνεια της Σελήνης έως πολύ πρόσφατα, πριν από περίπου 18 έως 50 εκατ. χρόνια, σύμφωνα με νέες εκτιμήσεις Αμερικανών και Γερμανών επιστημόνων.

Η αναπάντεχη εκτίμηση ότι η Σελήνη είναι πιο «ζεστή» στο εσωτερικό της από ό,τι θεωρείτο, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην ηφαιστειακή ιστορία του δορυφόρου και ανατρέπει πλήρως την έως τώρα κυρίαρχη αντίληψη ότι το φεγγάρι είναι γεωλογικά «νεκρό» εδώ και τουλάχιστον ένα δισεκατομμύριο χρόνια.

Η αυξημένη θερμότητα στο εσωτερικό της Σελήνης μπορεί να οφείλεται είτε στη φυσική ραδιενέργειά της, είτε στην βαρυτική έλξη της Γης πάνω στον δορυφόρο της. Οι επιστήμονες δεν αποκλείουν μάλιστα κάποια μελλοντική ηφαιστειακή έκρηξη, αν και όχι τις επόμενες δεκαετίες.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη Σάρα Μπρέιντεν της Σχολής Εξερεύνησης της Γης και του Διαστήματος του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Αριζόνα, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό γεωεπιστημών «Nature Geoscience», σύμφωνα με το «Science» και το «New Scientist», εντόπισαν 70 μικρά γεωλογικά χαρακτηριστικά ηφαιστειακής προέλευσης (ομαλά, χαμηλά και στρογγυλά εξογκώματα κοντά σε κομμάτια ανώμαλου εδάφους) στις σκοτεινές πεδιάδες -ή «θάλασσες» όπως λέγονται- του δορυφόρου μας.

Οι «ανωμαλίες» αυτές έχουν διάμετρο 100 έως 5.000 μέτρων και φαίνονται πολύ πιο πρόσφατες σε σχέση με το υπόλοιπο έδαφος γύρω τους. Σύμφωνα με τους γεωλόγους, προέρχονται από εκροές βασαλτικής λάβας, που εκτινάχθηκαν από το υπέδαφος στη σεληνιακή επιφάνεια, προφανώς λόγω ηφαιστειακής δραστηριότητας.

Οι επιστήμονες μέχρι σήμερα πίστευαν ότι η Σελήνη -η οποία δημιουργήθηκε πριν από περίπου 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια- είχε έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα πριν από τρία δισεκατομμύρια χρόνια, πράγμα που διαμόρφωσε εκείνα τα γεωλογικά χαρακτηριστικά (σκούρες κηλίδες λάβας πάνω στις φωτεινότερες πεδιάδες), έτσι ώστε από τη Γη να φαίνεται σαν ένα πρόσωπο ανθρώπου. Αυτή η ηφαιστειακή δραστηριότητα εκτιμάτο ότι συνεχίστηκε έως πριν από ένα δισεκατομμύριο χρόνια και μετά σταμάτησε τελείως.

«Η ανακάλυψη άγνωστων έως τώρα γεωλογικών χαρακτηριστικών στη σεληνιακή επιφάνεια είναι υπερβολικά συναρπαστική» δήλωσε η Σάρα Μπρέιντεν. Τα εν λόγω χαρακτηριστικά είναι πολύ μικρά για να είναι ορατά από τη Γη. Ένα από αυτά, η «Ίνα», είχε γίνει γνωστό από την αποστολή «Απόλλων 15» στη δεκαετία του ’70.

Οι πιο πρόσφατες εικόνες υψηλής ανάλυσης, τις οποίες τράβηξε ο σύγχρονος δορυφόρος Lunar Reconnaissance Orbiter (LRO) της NASA, που βρίσκεται από το 2009 σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη, τόσο τη φωτεινή όσο και τη σκοτεινή πλευρά της, επέτρεψαν στους επιστήμονες να παρατηρήσουν πλέον καλύτερα αυτά τα γεωλογικά χαρακτηριστικά και να εκτιμήσουν τη σημασία τους. Το νέο συμπέρασμα που φαίνεται να κερδίζει έδαφος, είναι ότι η ηφαιστειακή δραστηριότητα δεν σταμάτησε ξαφνικά στο φεγγάρι πριν από ένα δισεκατομμύριο χρόνια, αλλά έσβησε σταδιακά, συνεχιζόμενη, έστω και πολύ εξασθενημένη, έως πριν από 50 εκατ. χρόνια ή και πιο πρόσφατα.

Στην «Ίνα» είναι πιθανό ότι η εκροή λάβας σταμάτησε μόλις πριν από 33 εκατ. χρόνια, ενώ σε μια άλλη ανάλογη περιοχή με την ονομασία «Σωσιγένης» (αστρονόμος και μαθηματικός της ελληνιστικής εποχής) πιθανότατα κυλούσε νέα λάβα έως πριν από 18 εκατ. χρόνια περίπου.

Όμως, όπως επεσήμανε ο ερευνητής Μαρκ Ρόμπινσον, η ανακάλυψη είναι δύσκολο να «συμφιλιωθεί» με αυτό που πιστεύουν μέχρι σήμερα οι επιστήμονες για τη θερμοκρασία στο εσωτερικό της Σελήνης. Ο μανδύας της (το στρώμα μεταξύ φλοιού και πυρήνα) πρέπει να παρέμεινε πολύ καυτός για μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε να παρέχει το αναγκαίο λιωμένο μάγμα για τις μικρές πρόσφατες εκρήξεις λάβας. Αντίθετα, η επικρατούσα αντίληψη είναι ότι το εσωτερικό του φεγγαριού έχει κρυώσει εδώ και πολύ καιρό. Μελλοντικές αποστολές, που θα μελετήσουν επί τόπου τα συγκεκριμένα ηφαιστειακά χαρακτηριστικά, θα φωτίσουν περισσότερο το ζήτημα.

Ο δορυφόρος Planck χαρτογραφεί την αυγή του χρόνου

Ο δορυφόρος Planck χαρτογραφεί την αυγή του χρόνου:

Βάτραχος αλλάζει χρώμα και φθορίζει!

Ένας δεντρόβιος βάτραχος της Νότιας Αμερικής είναι έτσι ή αλλιώς αξιολάτρευτος με το κιτρινωπό χρώμα του και τα στίγματα στο δέρμα του, ωστόσο ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ήταν καλά κρυμμένο από τους επιστήμονες μέχρι πρόσφατα. Αλλάζει το χρώμα του σε μπλε και πράσινο κάτω από υπεριώδη φωτισμό. Σύμφωνα με το περιοδικό “Νature”: “Η ικανότητα της απορρόφησης φωτός σε μικρά μήκη κύματος και η εκπομπή του εκ νέου σε μεγαλύτερα μήκη ονομάζεται φθορισμός και είναι σπάνιος σε χερσαία ζώα.

Μέχρι τώρα, ήταν απίθανο κάτι τέτοιο σε αμφίβια. Οι ερευνητές αναφέρουν επίσης ότι ο συγκεκριμένος βάτραχος χρησιμοποιεί φθορίζοντα μόρια εντελώς διαφορετικά από αυτά που υπάρχουν σε άλλα ζώα. Τρία μόρια (hyloin-L1, hyloin-L2 και hyloin-G1) στον λεμφικό ιστό των ζώων, στο δέρμα και στις εκκρίσεις των αδένων τους είναι υπεύθυνα για τον πράσινο φθορισμό. Τα μόρια περιέχουν μια δομή δακτυλίου και μια αλυσίδα υδρογονανθράκων που είναι μοναδικές μεταξύ των γνωστών φθορίζοντων μορίων στα ζώα. Τα πιο κοντινά παρόμοια μόρια βρίσκονται στα φυτά”, λέει ο συντάκτης της μελέτης Norberto Peporine Lopes, χημικός στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο στη Βραζιλία.



Η Γέννηση της Φιλοσοφίας

Η Γέννηση της ΦιλοσοφίαςΟ Πρωταγόρας, ο Σωκράτης, η Γέννηση της Φιλοσοφίας και ο Θρίαμβος της Λογικής.

Ο διάλογος του Πρωταγόρα με το Σωκράτη για το διδακτό της αρετής έχει μείνει στην ιστορία όχι μόνο γιατί βλέπουμε ζωντανά την αντιπαράθεση των σοφιστών με το Σωκράτη ή γιατί τον καταγράφει ο Πλάτωνας, ένας δεδομένος πολέμιος των σοφιστών, ή για το μύθο της δημιουργίας του κόσμου που εκφωνείται από τον Πρωταγόρα, αλλά και γιατί μέσα σε ένα κείμενο βλέπουμε όλες τις μεθοδεύσεις πειθούς της εποχής ή, με άλλα λόγια, γιατί βρισκόμαστε μπροστά στην ίδια την πηγή της εξέλιξης της φιλοσοφικής σκέψης.

Το ίδιο το πλαίσιο της συζήτησης, με τις τεραστίου μεγέθους προσωπικότητες που συνομιλούν και τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους στο σπίτι του Καλλία, που φιλοξενείται ο Πρωταγόρας, και την όξυνση της αντιπαράθεσης, όταν ο Πρωταγόρας εκνευρίζεται με το ανακριτικό ύφος του Σωκράτη, που φτάνει μέχρι την απειλή της οριστικής διακοπής της συζήτησης προκαλώντας την άμεση παρέμβαση του Καλλία, που ως οικοδεσπότης θεωρεί αναγκαίο να κατευνάσει τα πνεύματα, προσδίδει μια απίστευτη λογοτεχνικότητα, μια δύναμη καθηλωτική, που μόνο η έννοια του θρύλου μπορεί να προσδιορίσει.

Ο Πρωταγόρας προκαλείται από την πρώτη στιγμή
Όταν λέει ότι διδάσκει την πολιτική αρετή, ο Σωκράτης απαντά ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται, υπονοώντας ότι ο Πρωταγόρας είναι απατεώνας. Η δεδομένη Σωκρατική ειρωνεία περιπλέκει όχι μόνο την τροπή της συζήτησης, αλλά και τις ίδιες του τις προθέσεις. Ως ένα βαθμό αδυνατούμε να καταλάβουμε αν ο Σωκράτης εννοεί αυτά που λέει ή εφαρμόζει και πάλι τις γνωστές του τεχνικές προκειμένου να φέρει τον Πρωταγόρα σε αδιέξοδο. Βέβαια, η επικρατούσα άποψη είναι ότι ο Σωκράτης προφανώς δεν εννοεί αυτά που λέει, αλλά χρησιμοποιώντας τη διαλεκτική και τη μαιευτική επιχειρεί να εξουδετερώσει τον Πρωταγόρα γελοιοποιώντας τον, όπως συνήθιζε με πολλούς επιφανείς στην αθηναϊκή αγορά διατυπώνοντας τις θρυλικές «αφελείς» του ερωτήσεις.

Κι εδώ ακριβώς βρισκόμαστε μπροστά στη σημειολογία της λεκτικής μονομαχίας, αφού πλέον παρακολουθούμε τη σύγκρουση δύο προσωπικοτήτων που μόνο μέσα από τη λεκτική αντιπαράθεση μπορεί να εκφραστεί. Με δυο λόγια βρισκόμαστε μπροστά στην αποθέωση της φιλοσοφίας, που μετατρέπει το παιχνίδι του λόγου σε θέμα προσωπικό, όχι με την νοσηρή εκδοχή της φτηνής επιβολής, ο λόγος δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτό, αλλά με την οπτική της ιδεολογικής αντιπαράθεσης που γίνεται αυτοσκοπός, που παίρνει δηλαδή διαστάσεις αιώνιες, αφού οι αντιπαραθέσεις αυτού του είδους μόνο ως αέναες αναζητήσεις μπορούν να ερμηνευτούν.

Ο Σωκράτης για να υποδαυλίσει τη συζήτηση επιχειρηματολογεί για πράγματα που ούτε ο ίδιος πιστεύει. Ο Πρωταγόρας, για τον ίδιο λόγο, αναφέρεται στη δημιουργία του κόσμου επικαλούμενος τη συμβολή των θεών στους οποίους προφανώς δεν πιστεύει. Φυσικά, για όλα υπάρχουν ερμηνείες. Ο ένας το κάνει λόγω τακτικής, ο άλλος τους αναφέρει συμβολικά και πάει λέγοντας. Η ουσία είναι ότι όλες αυτές οι μικρές ατασθαλίες σηματοδοτούν το βαθύτερο κίνητρο της προσωπικής συμβολής μέσα στην πορεία της σκέψης, την πεποίθηση της υπηρεσίας του ιδανικού που μόνο η ακατάπαυτη συμμετοχή στην αδιάκοπη φιλοσοφική διερεύνηση διασφαλίζει.

Κι αυτό είναι ο θρίαμβος της σκέψης, που μοιραία δεν έχει άλλη επιλογή από το να προχωρήσει. Γιατί αν ο Σωκράτης δεν έλεγε τα αντίθετα από αυτά του σκεφτόταν, ο διάλογος δεν θα υπήρχε. Κι αν ο Πρωταγόρας δεν επικαλούνταν τους θεούς θα χάναμε το μύθο της δημιουργίας του κόσμου, με άλλα λόγια η φιλοσοφία θα ήταν φτωχότερη.

Ο Σωκράτης έζησε στην Αθήνα το 470 π.κ.ε. ή 469 π.κ.ε. – 399 π.κ.ε.
(δεν έγραψε τίποτε)

Το μεγαλείο του Σωκράτη δηλώνεται από την αρχή. Σε ελάχιστο χρόνο και παντελώς απροετοίμαστος στήνει μια ολόκληρη επιχειρηματολογία στηρίζοντας το μη διδακτό της αρετής, πράγμα που ξέρει καλά ότι δεν ευσταθεί. Μοιραία, τα επιχειρήματά του δεν πείθουν, αλλά αυτό έχει ελάχιστη σημασία μπροστά στην πρωτοφανή ετοιμότητα στην κατασκευή επιχειρημάτων, δηλαδή στην παραγωγή σκέψης και την πειστικότητα της παρουσίασης. Η φαινομενική αλήθεια του Σωκράτη διατυπώνεται τόσο άρτια, που είναι βέβαιο ότι θα συμπαρέσερνε τον οποιονδήποτε κι αυτό βέβαια θα ήταν η καταδίκη του. Ο Σωκράτης θα αποκάλυπτε την απάτη και θα τον γελοιοποιούσε.

Όμως εδώ, έχει να κάνει με τον Πρωταγόρα.
Επικαλούμενος τη σοφία των Αθηναίων αναφέρεται στη λειτουργία της αθηναϊκής δημοκρατίας που στηρίζεται στην απόλυτη ελευθερία του λόγου. Από τη στιγμή που ισότιμα μπορούν όλοι να πάρουν το λόγο σε θέματα πολιτικών αποφάσεων, που φυσικά προϋποθέτουν την πολιτική αρετή, γίνεται αντιληπτό ότι η πολιτική αρετή θεωρείται στα πράγματα που δεν διδάσκονται, αφού, σε διαφορετική περίπτωση θα μιλούσαν μόνο οι ειδικοί, δηλαδή αυτοί που τη διδάχτηκαν, όπως συμβαίνει σε συζητήσεις που αφορούν θέματα ναυπηγικής ή οικοδομικής.

Εξάλλου και ο ίδιος ο Πρωταγόρας, που παρουσιάζεται ως δάσκαλος της πολιτικής αρετής, δεν την έχει διδαχτεί από κανένα. Κι επιπλέον, κανείς επιφανής δεν προσπαθεί να διδάξει την πολιτική αρετή στα παιδιά του, ούτε ο ίδιος ο Περικλής, που φυσικά επικαλείται ως μέγιστη πολιτική αυθεντία. Είναι προφανές ότι αν η πολιτική αρετή μπορούσε να διδαχθεί δεν θα άφηναν οι επιφανείς τα παιδιά τους στο έλεος της μοίρας, πράγμα που αποδεικνύει ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο.

Πώς θα μπορούσε ο Πρωταγόρας να τα ανατρέψει όλα αυτά; Να αμφισβητήσει την αθηναϊκή δημοκρατία; Να διαψεύσει το Σωκράτη ως προς τη λειτουργία της; Να επικαλεστεί ότι ο ίδιος είχε δάσκαλό; Να αμφισβητήσει την προσωπικότητα του Περικλή; Το γεγονός ότι τα παιδιά του Περικλή ήταν παρόντα στη συζήτηση και δεν διέψευσαν ούτε στο ελάχιστο το Σωκράτη για τη συμπεριφορά του πατέρα τους όχι μόνο απέκλειε κάθε ενδεχόμενο διαφωνίας, αλλά προσέδιδε στα λόγια του Σωκράτη την ισχύ του αδιάψευστου ντοκουμέντου.

Κι εδώ ακριβώς περνάμε στο μεγαλείο του Πρωταγόρα που δείχνει την ισχύ του από την αρχή. Σε μια επίδειξη ανωτερότητας ρωτάει την ομήγυρη αν θέλει να ακούσει μια διάλεξη ή ένα μύθο, καθιστώντας σαφές ότι έχει τον απόλυτο έλεγχο κι ως εκ τούτου η επιλογή δεν τον αφορά. Τελικά επιλέγει το μύθο, επιλέγει δηλαδή να πάρει τα πράγματα από την αρχή. Παρουσιάζει την δημιουργία του κόσμου, τον κίνδυνο της εξαφάνισης του ανθρώπου από τα θηρία, την παρέμβαση του Προμηθέα που κλέβει τη φωτιά και τις τεχνικές γνώσεις από τους θεούς και τα χαρίζει στον άνθρωπο για να επιβιώσει και την τελική συνεισφορά του Δία που ευεργετεί την ανθρωπότητα δωρίζοντας την αιδώ και τη δίκη για να μπορούν να υπάρχουν πόλεις, αφού ο άνθρωπος μόνο μέσα σε οργανωμένες κοινωνίες θα μπορούσε να επιβιώσει και οι οργανωμένες κοινωνίες μόνο με την αιδώ και τη δίκη μπορούν να συγκροτηθούν.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο θέμα της πολιτικής αρετής καθώς η αιδώς και η δίκη (ο σεβασμός και η δικαιοσύνη) μόνο ως πολιτική αρετή μπορούν να ερμηνευτούν. Όμως ο Δίας, αν και μοιράζει τα δώρα του σε όλους τους ανθρώπους, παραδέχεται ότι κάποιοι – οι άδικοι – μπορεί να μην τα έχουν κι αυτό είναι η απόδειξη ότι δόθηκαν ως δυνατότητα κι όχι ως αμετάκλητο – τετελεσμένο γεγονός. Κι αυτή ακριβώς είναι και η ευθύνη του ανθρώπου που οφείλει να μετατρέψει το δυνάμει σε ενεργεία, που οφείλει δηλαδή να πραγματώσει την αρετή καταβάλλοντας προσπάθεια, καθώς τίποτε δεν είναι δεδομένο.

Πώς ορίζεται αυτή η προσπάθεια και τι μπορεί να απαιτεί αν όχι τη διδασκαλία; Εξάλλου, αυτό είναι και το νόημα της ποινής. Η ποινή δεν είναι εκδίκηση, γιατί μόνο τα θηρία εκδικούνται. Η ποινή αποσκοπεί στο σωφρονισμό και τον παραδειγματισμό, στην προσπάθεια δηλαδή της αποτροπής των παραβατικών συμπεριφορών στο μέλλον. Τι άλλο μπορεί να είναι η ποινή από παιδαγωγική μέθοδος της κοινωνίας που διασφαλίζει την αρμονική συνύπαρξη, δηλαδή την υιοθέτηση της πολιτικής αρετής;

Και που αλλού μπορεί να αποσκοπεί ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα της Αθήνας, πέρα από την υιοθέτηση της αρετής, όταν από την πιο μικρή ηλικία η οικογένεια με την τροφό και τον παιδαγωγό υποδεικνύει διαρκώς τον ορθό τρόπο συμπεριφοράς, δηλαδή την αρετή, κι όταν το σχολείο βομβαρδίζει τους νέους από την πρώτη στιγμή με υγιή πρότυπα αρετής παρμένα κυρίως από τους ήρωες των ομηρικών επών; Και τι άλλο μπορεί να είναι ο νομοθέτης αν όχι ο μεγάλος παιδαγωγός της κοινωνίας;

Τη «Σοφιστεία» την καθιέρωσε ο φιλόσοφος Πρωταγόρας (485-415 π.κ.ε.)
Τα πάμπολλα βιβλία του τα έκαψαν και τον ίδιο τον δολοφόνησαν

Ο Σωκράτης διαστρεβλώνει επίτηδες την καθολικότητα της αρετής – το γεγονός δηλαδή ότι συμμετέχουν όλοι στις πολιτικές αποφάσεις – αποδίδοντάς την σε έμφυτη τάση κι αποσιωπώντας όλους αυτούς που δεν συμμετέχουν επειδή στερήθηκαν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Ο Πρωταγόρας απαντά με το μύθο της κοσμογονίας ξεκαθαρίζοντας ότι πράγματι υπάρχει καθολικότητα, αφού ο Δίας μοίρασε την πολιτική αρετή σε όλους, αλλά η διδασκαλία είναι απαραίτητη γιατί μόνο έτσι θα γίνει το δυνάμει ενεργεία.

Ο Σωκράτης εξιδανικεύει την αθηναϊκή δημοκρατία αποκαλώντας τους Αθηναίους σοφούς, πράγμα που φυσικά δεν πίστευε, αφού πρώτος ο ίδιος κατηγορούσε με κάθε ευκαιρία τους Αθηναίους και την εκφυλισμένη δημοκρατία της εποχής και ο Πρωταγόρας του απαντά με το ίδιο νόμισμα εξιδανικεύοντας την Αθήνα στο ζήτημα της ποινής, που δήθεν δεν εφαρμοζόταν για εκδίκηση, όταν ο ίδιος ο θάνατος του Σωκράτη θα τον διαψεύσει.

Ο Σωκράτης, στο θέμα των παιδιών του Περικλή, εσκεμμένα ταυτίζει την πολιτική δεινότητα με την πολιτική αρετή, καθώς τα παιδιά του Περικλή δεν είχαν την πολιτική δεινότητα του πατέρα τους, γιατί αν δεχτούμε ότι δεν είχαν πολιτική αρετή θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ήταν εγκληματίες. Ο Πρωταγόρας του απαντά με λήψεις του ζητουμένου, κλασικό σοφιστικό τέχνασμα διαστρέβλωσης της αλήθειας καθώς αλλοιώνεται ολόκληρος ο συλλογισμός με την μετατροπή του συμπεράσματος σε δεδομένο.

Όμως, όλες αυτές οι ωφέλιμες συλλογιστικές απάτες σηματοδοτούν την εξέλιξη της ανθρώπινης σκέψης, που μόνο μέσα από τον ελιγμό και τη διαχείριση των εννοιών μπορεί να προωθηθεί. Γιατί μόνο έτσι θα μπορούσαν να προσδιοριστούν έννοιες όπως πολιτική αρετή, νομοθεσία, εκπαίδευση, ποινές κτλ. Γιατί μόνο έτσι γεννιέται η φιλοσοφία. Και κάπως έτσι οι μεγάλοι αντίπαλοι γίνονται κοινωνοί της φιλοσοφικής μυσταγωγίας. Και κάπως έτσι η αντιστροφή μετουσιώνεται σε μεγαλείο, αφού μόνο έτσι καταρρίπτονται όλα τα δόγματα.

Ο διάλογος του Σωκράτη με τον Πρωταγόρα παραμένει ως αιώνιο σύμβολο του φιλοσοφικού προβληματισμού.

Να σκοτώνεις την αρρώστια της πόλης
Ο Πρωταγόρας παρουσιάζει με μελανά χρώματα την «πρώτη κατάσταση» του ανθρώπου εξαιτίας της ελαφρομυαλιάς του Επιμηθέα (επί + μήδομαι = σκέπτομαι μετά), όπου καμιά βασική ανάγκη δεν ικανοποιούνταν και η απλή επιβίωση ήταν καθημερινή αγωνία. Θεμελιακό μέρος αυτής της ομιλίας (λόγου) του Πρωταγόρα, απ’ όπου θ’αντλήσει τις βασικές θέσεις για να ανατρέψει τη σωκρατική επιχειρηματολογία είναι ο περίφημος μύθος που καταχώρισε ο Πρωταγόρας στο μη σωζόμενο έργο του, πιθανότατα “Περί της Πρώτης Καταστάσεως”

»Επειδή, τώρα, ο άνθρωπος πήρε κάτι από του θεούς (θείας μετέσχε μοίρας), πρώτα εξαιτίας της συγγένειάς του μαζί τους, μόνο αυτός απ’ όλα τα ζώα πίστεψε σε θεούς και προσπαθούσε να κατασκευάσει βωμούς και αγάλματα θεών. Έπειτα, γρήγορα, άρθρωσε με επιδεξιότητα φωνή και λέξεις και επινόησε κατοικίες και ενδύματα και υποδήματα και σκεπάσματα και τροφές από τη γη. Με αυτά τα εφόδια οι άνθρωποι στην αρχή κατοικούσαν διασκορπισμένοι και πόλεις δεν υπήρχαν. Αφανίζονταν λοιπόν από τα θηρία, γιατί, από κάθε άποψη, ήταν ασθενέστεροι από αυτά. Για την εξασφάλιση της τροφής τους οι τεχνικές τους ικανότητες παρείχαν αρκετή βοήθεια· ήταν όμως ανεπαρκείς στον πόλεμο με τα θηρία.

Γιατί δεν είχαν ακόμη την πολιτική τέχνη, μέρος της οποίας είναι η πολεμική. Επεδίωκαν λοιπόν να συγκεντρωθούν και να εξασφαλίσουν τη σωτηρία τους χτίζοντας πόλεις. Όταν όμως συγκεντρώνονταν όλοι μαζί, αδικούσαν ο ένας τον άλλον, επειδή δεν κατείχαν την πολιτική τέχνη· σκόρπιζαν έτσι πάλι και αφανίζονταν (ώστε πάλιν σκεδαννύμενοι διεφθείροντο). Ο Δίας, λοιπόν, επειδή φοβήθηκε για το γένος μας, μήπως εξαφανισθεί όλο, στέλνει τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους την αιδώ και τη δικαιοσύνη για να αποτελούν κοσμήματα για τις πόλεις και δεσμούς που στερεώνουν τη φιλία.

Ρωτάει λοιπόν ο Ερμής το Δία με ποιόν τρόπο θα δώσει τη δικαιοσύνη και την αιδώ στους ανθρώπους: «να μοιράσω και αυτές όπως μοιράζουν τις τέχνες;» Τις έχουν μοιράσει με τον εξής τρόπο: ένας που κατέχει την ιατρική τέχνη είναι αρκετός για πολλούς συμπολίτες του, το ίδιο και οι άλλοι δημιουργοί.

Τη δικαιοσύνη λοιπόν και την αιδώ, έτσι να τις τοποθετήσω ανάμεσα στους ανθρώπους ή να τις μοιράσω σε όλους (πάντας νείμω); Σε όλους, είπε ο Δίας και όλοι να έχουν μερίδιο. Γιατί δεν θα υπήρχαν πόλεις, αν συμμετείχαν λίγοι σ’ αυτές, όπως στις άλλες τέχνες. Και βέβαια να θέσεις εκ μέρους μου νόμο, εκείνον που δεν μπορεί να συμμετάσχει στην αιδώ και τη δικαιοσύνη να τον σκοτώνουν ως αρρώστια της πόλης.

Ήταν o Νεύτωνας ψευτοεπιστήμονας;

Το 1936 έμελλε να αποτελέσει έτος-σταθμό για την ιστορία της επιστήμης, καθώς τότε είδαν το φως της δημοσιότητας πολλά προσωπικά χειρόγραφα του Νεύτωνα. Τα χειρόγραφα αυτά ήταν κυρίως σημειώσεις και ημερολόγια που πραγματεύονταν ζητήματα αλχημείας, θεολογίας και μεταφυσικής και τιτλοφορούνταν «χειρόγραφα μη επιστημονικού ενδιαφέροντος». Μήπως λοιπόν σκεφτόμαστε αναχρονιστικά όταν ονομάζουμε τον Νεύτωνα επιστήμονα με τη σημερινή αυστηρή έννοια; Ήταν άραγε ο πρώτος επιστήμονας ή ο τελευταίος μάγος

ΑΣ ΠΑΡΟΥΜΕ ΟΜΩΣ τα πράγματα από την αρχή.

Το 1642 γεννήθηκε στο Woolsthorpe ο Ισαάκ Νεύτωνας, την ίδια χρονιά που πέθανε ο Γαλιλαίος, ο μεγάλος μαθηματικός και φυσικός φιλόσοφος. Όταν ήταν 19 ετών πήγε στο Trinity College του Cambridge και σε ηλικία 27 ετών έγινε καθηγητής μαθηματικών στο φημισμένο αυτό πανεπιστήμιο.

Από πολύ νωρίς φάνηκε ότι ο Νεύτωνας διέφερε από τους υπόλοιπους καθηγητές και ότι ήταν κλειστός χαρακτήρας, αφού είχε ελάχιστες γνωριμίες. Ωστόσο, αυτό δεν τον εμπόδισε να επιδοθεί στη μελέτη της φύσης και να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές ένα τεράστιο έργο. Το 1666 επέστρεψε στη γενέτειρά του, λόγω μιας επιδημίας πανούκλας που είχε ενσκήψει στο Cambridge, με αποτέλεσμα να αποφασιστεί η προσωρινή εκκένωσή του. Τότε λέγεται ότι διαμόρφωσε, μέσα σε ένα διάστημα δύο ετών (1668-1669), τις βασικές αρχές του διαφορικού λογισμού -μέθοδο των ροών, το ονόμαζε-, τους βασικούς νόμους για την κίνηση των σωμάτων και την ιδέα για μια δύναμη που επιδρά στα σώματα, τη βαρύτητα. Τα δύο αυτά έτη έχουν μείνει γνωστά στην ιστορία της επιστήμης ως τα θαυμαστά χρόνια του Νεύτωνα.

3 νόμοι της κίνησης

► «Κάθε σώμα διατηρεί την κατάσταση της ακινησίας ή της ομαλής ευθύγραμμης κίνη σης, μέχρι το σημείο εκείνο που θα εφαρμοστούν δυνάμεις πάνω του και θα μεταβάλουν την κινητική του κατάσταση» (αρχή της αδράνειας).

► «Η μεταβολή της κίνησης είναι ανάλογη προς τη δύναμη που εφαρμόζεται πάνω στο σώμα και πραγματοποιείται κατά τη διεύθυνση της ευθείας, στην οποία εφαρμόζεται η δύναμη».

ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ του Νεύτωνα που προκάλεσε τις περισσότερες αντιδράσεις εκείνη την εποχή ήταν η εισαγωγή στο σύστημά του μιας δύναμης που δρούσε εξ αποστάσεως και επηρέαζε όλα ανεξαιρέτως τα σώματα στο σύνολό τους. Αυτά η δύναμη ήταν η βαρύτητα, αλλά, αν και διατυπώθηκε μαθηματικά ως νόμος-της παγκόσμιας έλξης, ο Νεύτωνας δεν κατάφερε ποτέ να δώσει μια ικανοποιητική εξήγηση για την αιτία της ύπαρξης αυτής της δύναμης. Ήταν κάτι που παραδεχόταν και ο ίδιος, αφού σε κάποιο από τα γραπτά του ανέφερε τα εξής: «Δεν μπόρεσα να ανακαλυψω την αιτία της βαρύτητας από τα φαινόμενα, γι’ αυτό και δεν κάνω υποθέσεις». Και όμως ο Νεύτωνας είχε διατυπώσει μια υπόθεση, που προκάλεσε τις αντιδράσεις πολλών συναδέλφων του, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι θεμελίωνε τη φυσική σε μεταφυσικά θεμέλια και επανέφερε μεσαιωνικές δοξασίες.

Η εποχή του Νεύτωνα

Είναι αναγκαίο σε αυτό το σημείο να αναφερθούμε εν συντομία στο ευρύτερο πλαίσιο της εποχής στην οποία έζησε ο Νεύτωνας. Ήδη με τον Κοπέρνικο, τον Κέπλερ, τον Καρτέσιο και τον Γαλιλαίο είχε αρχίσει μια σταδιακή αποδόμηση του μεσαιωνικού κοσμοειδώλου. Η Γη είχε εκσφενδονιστεί στους ουρανούς, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Αλεξάντερ Κοϊρέ, ως μια ασήμαντη ποσότητα αστρικής ύλης. Η αριστοτέλεια κοσμολογία του πεπερασμένου σύμπαντος, με τη διάκριση σε δύο περιοχές, την υπερσελήνια και την υποσελήνια, είχε καταργηθεί και το σύμπαν δεν καθοδηγούνταν πλέον από τη βούληση πνευμάτων, αλλά από φυσικούς, καθολικούς νόμους. Αυτό ήταν το «επιστημονικό» κλίμα της εποχής, κατά την οποία η «επιστημονική κοινότητα» ένιωθε ότι πραγματοποιούνταν αλματώδη βήματα προς τα εμπρός, γκρεμίζοντας τις μεταφυσικές δοξασίες του παρελθόντος. (Οι λέξεις επιστημονικό και επιστημονική κοινότητα είναι εντός εισαγωγικών, διότι εκείνη την εποχή δεν ήταν ακόμη διαμορφωμένη η έννοια του επιστήμονα. Πιο δόκιμος είναι ο όρος φυσικός φιλόσοφος.) Η κύρια ένσταση εστιαζόταν, λοιπόν, στην άσκηση αυτής της αποκρυφιστικής δύναμης που δρούσε από απόσταση και φάνταζε ως μια εναλλακτική θεώρηση της αριστοτέλειας θεωρίας περί φυσικών τάσεων και θέσεων των σωμάτων, σύμφωνα με την οποία κάθε σώμα έχει το δικό του συγκεκριμένο τόπο στη Γη, ανάλογα με τη σύνθεσή του.

Αυτό ήταν το κλίμα του 17ου αιώνα. Ένα κλίμα αισιοδοξίας που έμελλε να γίνει εντονότερο με την κυκλοφορία του περίφημου έργου του Νεύτωνα «Μαθηματικές Αρχές Φυσικής Φιλοσοφίας», το 1687. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι με το έργο αυτό κορυφώθηκε η Επιστημονική Επανάσταση και ο Γουάιτχεντ (Whitehead, Alfred North) αναγκάστηκε να χαρακτηρίσει το 17ο αιώνα ως αιώνα της μεγαλοφυΐας.

Αυτά όλα είναι λίγο πολύ γνωστά σε όλους μας. Αλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ολόκληρες γενιές ανά τον κόσμο, στο πλαίσιο της βασικής τους εκπαίδευσης στο σχολείο, έχουν χρησιμοποιήσει τη νευτώνεια ορολογία και έχουν μάθει τα μυστικά της φύσης από το έργο του μεγάλου Άγγλου φυσικού.

Ήταν όμως μόνο αυτό ο Νεύτωνας;

Ένας άμεμπτος φυσικός φιλόσοφος που έθεσε τις βάσεις της κλασικής φυσικής, ενώ κλεινόταν στο δωμάτιό του και μελετούσε μόνο μαθηματικά και φυσική; Έπρεπε να περάσουν περισσότερα από 200 χρόνια από το θάνατο του Νεύτωνα για να διαπιστώσει η επιστημονική κοινότητα, αλλά και όλος ο κόσμος, ότι η εικόνα που είχαμε για τον Νεύτωνα ήταν εν μέρει σωστή. Χάρη στην ανιψιά του, που διατήρησε τα περισσότερα χειρόγραφά του, αλλά και στη συνήθεια του ίδιου του Νεύτωνα να μην καταστρέφει τις σημειώσεις του, είμαστε στην πλεονεκτική θέση να γνωρίσουμε ξανά αυτή την πολυσχιδή προσωπικότητα. Έχει υπολογιστεί ότι πάνω από 1.000.000 λέξεις είναι αφιερωμένες στην αλχημεία, το 1/6 από τις οποίες δημιουργήθηκε κατά την περίοδο των λεγάμενων θαυμαστών χρόνων του Νεύτωνα. Σήμερα είναι γνωστό ότι μεγαλύτερο χρόνο στη σκέψη του Νεύτωνα καταλάμβαναν η αλχημεία, η θεολογία και η προσπάθεια της ακριβούς χρονολόγησης ιστορικών επεισοδίων της Βίβλου, παρά η φυσική φιλοσοφία αυτή καθαυτή. Λογοτεχνικά έργα, νουβέλες, μελέτες, ακόμη και κινηματογραφικά έργα έχουν δώσει σήμερα μια ενδεικτική εικόνα της αλχημείας κατά την περίοδο της Αναγέννησης και όχι μόνο.

Ποιο θεωρούσε ο Νεύτωνας ως μεγαλύτερο επίτευγμά του; Τα σχόλιά του για το βιβλίο του Δανιήλ στην Παλαιό Διαθήκη.

Ο ΣΤΟΧΟΣ των αλχημιστών ήταν, λοιπόν, η αιώνια νεότητα και ο πλούτος; Φυσικά, αλλά όχι μόνο αυτά. Σήμερα είναι γνωστά η συνεισφορά όλων εκείνων των ερευνητών που είχαν αλχημικά ενδιαφέροντα. Σε αυτούς οφείλονται πολλές παρατηρήσεις και βελτιώσεις σε πειραματικούς σωλήνες και σε εργαστηριακά όργανα, ώστε να προσδιορίζονται επακριβώς οι εκάστοτε ποσότητες των ουσιών, όπως επίσης και μελέτες που αφορούσαν στη φαρμακευτική, καθώς συχνά, στην προσπάθειά τους να βρουν τη φιλοσοφική λίθο, παρήγαγαν ουσίες με θεραπευτικές ιδιότητες.

Αλχημιστικές επιδιώξεις

► Η ανακάλυψη της φιλοσοφικής λίθου που θα έδινε το δικαίωμα στον αλχημιστή να αποκτήσει αιώνια νεότητα και πλούτο.

► Η μεταστοιχείωση ευτελών μετάλλων σε χρυσό.

Η εμφάνιση των αλχημικών χειρογράφων του Νεύτωνα διεύρυνε το γνωσιακό μας οπλοστάσιο, όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για την ευρύτερη περίοδο του 17ου αιώνα και το ρόλο της αλχημείας και των μεταφυσικών, εν γένει, αντιλήψεων στην Επιστημονική Επανάσταση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε και την εμμονή του Κέπλερ να βλέπει κανονικά σιερεά στη διάταξη των πλανητών, επηρεασμένος από μεταφυσικές παραδοχές, πλατωνικής προέλευσης. Ο Ρίτσαρντ Βέστφαλ (Richard Westfall), ο εγκυρότερος ίσως μελετητής του Νεύτωνα, υπογραμμίζει ότι «η αλί χημεία διεύρυνε τους | ορίζοντες του Νεύτωνα», ενώ η γνωστή ιστορικός της επιστήμης Μπέτι Τζο Ντομπς (Betty Jo Teeter Dobbs) τονίζει ότι «προσπαθούσε να συλλάβει το θείο έργο μέσω της αλχημείας και των μαθηματικών».

Ο Νεύτωνας καταχώριζε συστηματικά παρατηρήσεις που έκανε στο εργαστήριό του για τον υδράργυρο, το χαλκό και τον κασσίτερο.

Για τους αλχημιστές ο υδράργυρος ήταν η πρώτη ύλη, από την οποία προέρχονται και σχηματίζονται όλα τα υπόλοιπα μέταλλα. Το πότε ακριβώς άρχισε ο Νεύτωνας να ασχολείται συστηματικά με την αλχημεία δεν μπορούμε να το πούμε με βεβαιότητα. Κάποιες ενδείξεις υπάρχουν για το 1668 ή το 1669, χωρίς αυτό να είναι απόλυτο. Το σίγουρο είναι πάντως ότι επηρεάστηκε βαθύτατα από μια αλχημική πραγματεία του Τζορτζ Στάρκι (George Starkey), ο οποίος έγραφε με το ψευδώνυμο Eirenaeus Philalethes και έφερε τον τίτλο «Βεβαιωμένη Πυροτεχνία». Φαίνεται ότι σε ένα πρώτο στάδιο ξεκίνησε να μελετά τη συστηματική ή ορθολογιστική θεωρία της χημείας, για να την εγκαταλείψει πολύ νωρίς για την αλχημεία. Στην προσπάθειά του να γνωρίσει καλύτερα αυτό τον κόσμο της αλχημείας, αντέγραφε συστηματικά πολλά κομμάτια από το έργο του Στάρκι, ερχόταν σε επαφή με το έργο άλλων αλχημιστών, όπως του Sendivogius, και πραγματοποιούσε και ο ίδιος αλχημικά πειράματα. Από τα αποκόμματα των λογαριασμών του προκύπτει ότι μεταξύ άλλων αγόραζε ανά τακτά χρονικά διαστήματα διάφορα εργαστηριακά σκεύη, ενώ η αγορά της εξάτομης συλλογής συγγραμμάτων αλχημείας, με τον τίτλο «Theatrum Chemicum», έχει το δικό της ξεχωριστό ενδιαφέρον.

Σε όλη του τη ζωή αναζητούσε την αλήθεια. Αλήθεια για τη φύση, αλήθεια για την ορθή μαθηματική διατύπωση του διαφορικού λογισμού, αλήθεια για τη σύνθεση του φωτός.

Τι ώθησε όμως τον Νεύτωνα να ασχοληθεί με την αλχημεία; Ποιος ήταν, με άλλα λόγια, ο απώτερος σκοπός του; Στο σύνολό τους οι χειρόγραφες σημειώσεις του δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Νεύτωνας επιδίωκε να δημιουργήσει χρυσό από ευτελή μέταλλα.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να αναζητηθεί με γνώμονα το γενικότερο χαρακτήρα του Άγγλου φυσικού. Σε όλη του τη ζωή αναζητούσε την αλήθεια. Αλήθεια για τη φύση, αλήθεια για την ορθή μαθηματική διατύπωση του διαφορικού λογισμού, αλήθεια για τη σύνθεση του φωτός. Επίσης, πρέπει να εστιάσουμε ξανά την προσοχή μας στο ευρύτερο πλαίσιο της εποχής.

Ο Νεύτωνας ήταν ένας από τους πρωτεργάτες της αποσύνθεσης του μεσαιωνικού κοσμοειδώλου και της διαμόρφωσης μια νέας, μηχανοκρατικής θεώρησης για τη φύση. Είχε συμβάλει στο να τεθούν οι σωστές βάσεις της νέας φυσικής φιλοσοφίας. Φαίνεται ότι αυτό δεν τον ικανοποιούσε και αναζητούσε νέους δρόμους προσέγγισης της αλήθειας και του Θεού. Και η αλχημεία φάνταζε το ιδανικό μέσο πρόσβασης. Δανειζόμενοι πάλι ένα κομμάτι από τη βιογραφία του Βέστφαλ, γίνεται σαφέστερη η άνω θέση. Συγκεκριμένα αναφέρει: «Είναι αναγκαίο να δούμε το ενδιαφέρον του Νεύτωνα για την αλχημεία ως εκδήλωση εξέγερσης ενάντια στους φραγμούς που επέβαλλε η μηχανιστική σκέψη στη φυσική φιλοσοφία».