Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

Η Ελληνική Πόλις από την προϊστορία ως τη Ρωμαϊκή Εποχή

Αποτέλεσμα εικόνας για Η Ελληνική Πόλις από την προϊστορία ως τη Ρωμαϊκή ΕποχήΗ οποιαδήποτε προσπάθεια αναγνώρισης και χαρακτηρισμού των στοιχείων της πόλης στο διάβα της ιστορίας εμπλέκει στοιχεία από πολλές διαφορετικές ιστορικές πηγές, καθώς και τη μαρτυρία της αρχαιολογικής επιστήμης, έργο της οποίας είναι εν μέρει η ανάπλαση των εικόνων του παρελθόντος με βάση τα στοιχεία που φέρνει στην επιφάνεια η αρχαιολογική σκαπάνη. Αναμφίβολα σε αρκετές περιπτώσεις οι μαρτυρίες ή οι υποθέσεις που γίνονται στο φως νέων ευρημάτων συχνά συγκρούονται ή αναπλάθονται και τούτο σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς να είναι απόλυτος στην πορεία των συνειρμών του, πολύ περισσότερο όταν εξετάζει περιόδους που εκτείνονται πολύ πέραν των παρόντων «ορίων» της ιστορίας.

          Χρησιμοποιώντας, λοιπόν, ως υπόβαθρο την παρούσα γνώση μας, θα προσπαθήσουμε να δώσουμε έναν ορισμό της πόλης, απόλυτα αναγκαίο, για τη μεταγενέστερη επεξεργασία τούτης της μελέτης. Πιθανώς η έννοια της λέξης πόλη να μας φαίνεται ξεκάθαρη, αλλά δεν μπορούμε να δώσουμε ένα μοναδικό και με ακρίβεια διατυπωμένο ορισμό της. Τούτο γιατί τα οικονομικά, θρησκευτικά, κοινωνικά, ιδεολογικά και πολιτισμικά κριτήρια της συνύπαρξης των ανθρώπων δεν είναι πάντα ίδια. Ωστόσο, είναι δυνατόν να καταλήξουμε σε μια συμφωνία για ορισμένα από τα χαρακτηριστικά της.

          Αρχικά η πόλη είναι ένας μόνιμος οικισμός[1], αντίθετα από τους προσωρινούς οικισμούς, που δημιουργούνται για οικονομικούς και άλλους λόγους. Ένα δεύτερο στοιχείο της πόλης είναι η εξωτερική της όψη. Το αστικό τοπίο ορίζεται σε κάθε περιοχή από τις διαφορές του σε σχέση με το τοπίο της υπαίθρου. Μπορεί να είναι η πολεοδομική οργάνωση ή η ύπαρξη ενός ναού και οχυρώσεων. Ένα τρίτο και καθοριστικό στοιχείο είναι η συγκέντρωση πληθυσμού ανά μονάδα οικοδομημένης επιφάνειας. Τέταρτο στοιχείο είναι ο ορισμός της πόλης από τις εξειδικευμένες αστικές δραστηριότητες, εκείνες που θεωρούνται μη-γεωργικές. Εδώ χρειάζεται προσοχή, γιατί η πόλη είναι άμεσα εξαρτώμενη από το ιδιοκτησιακό της καθεστώς σε σχέση με τις περιβάλλουσες εκτάσεις της υπαίθρου. Στατιστικά αναφέρεται πως χρειάζονταν πάνω από δέκα αγρότες, για να μπορεί να επιβιώνει ένα άτομο στην πόλη κατά την περίοδο του Μεσαίωνα[2], πόσο μάλλον σε αρχαιότερες περιόδους της ιστορίας.

          Με βάση τα παραπάνω μπορούμε να πούμε πως η πόλη είναι ένας οικισμός μόνιμου χαρακτήρα με αρκετό μέγεθος, δομημένος έτσι ώστε να εξυπηρετεί τη συλλογική ζωή. Μέρος του πληθυσμού της -μεγάλο ή μικρό- είναι δυνατόν να συνδέεται με γεωργικές δραστηριότητες, ενώ η μελέτη της χρειάζεται τυποποιημένα πρότυπα αναφοράς. Αυτά τα τυποποιημένα πρότυπα είναι η θέση και η τοποθεσία, οι φάσεις της ανάπτυξής της, οι λειτουργίες και η πολεοδομία της, τα ιερά της, ο πληθυσμός της, ο ρόλος της στην ευρύτερη περιφέρεια, η πολιτική και οικονομική της οντότητα, καθώς και ο ρόλος της ως μητρόπολη σε ορισμένες περιπτώσεις.

          Κατά την αρχαϊκή περίοδο η λέξη πόλις ήταν κατά το μάλλον ή ήττον μια ειδική έννοια που αντιπροσώπευε την αστική περιοχή σε αντιπαραβολή με τη χώρα, που αντιπροσώπευε την ύπαιθρο. Κύριο χαρακτηριστικό της ήταν η πολιτική της οντότητα[3], ακόμη και αν δε ήταν κατάλληλη να θεωρείται πόλη, εξαιτίας του πολεοδομικού της σχεδιασμού ή της έλλειψης δημοσίων κτηρίων. Ο Θουκυδίδης μεταχειρίζεται τον όρο πόλις και για την ανοχύρωτη ομάδα κωμών και για την οχυρωμένη πόλη[4]. Η γενική χρήση της λέξης δείχνει μια αδιάσπαστη εξέλιξη από την πρωτόγονη αγροτική κοινότητα ως πρωτοαστικό κέντρο στο άστυ. Η παράμετρος της πολιτικής οντότητας αναδεικνύει το ρόλο της επιρροής της πόλης στις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις της περιφέρειας.

          Με βάση τα παραπάνω, θα προχωρήσουμε στη διερεύνηση της έννοιας πόλη κατά την Παλαιολιθική, τη Μεσολιθική και ιδιαίτερα τη Νεολιθική Περίοδο.

Η Πόλη στην Προϊστορία

          Με βάση τον ορισμό η ιδέα της πόλης συνδυάζεται και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αποκαλούμενη παραγωγική επανάσταση[1], η οποία ξεκινά από την Εγγύς Ανατολή περί το 9.000 π.Χ και εξαπλώνεται στον αιγαιακό και κατόπιν στον ελλαδικό χώρο περί το 6.000 Π.Κ.Ε. Πολύ λίγα μπορούμε να πούμε για την Κατώτερη Παλαιολιθική (400/350.000-100.000 Π.K.E.), αφού τα λιγοστά αρχαιολογικά και ανθρωπολογικά ευρήματα, (Πετράλωνα Χαλκιδικής, Απήδημα Μάνης), δεν αποτελούν ικανές πληροφορίες, προκειμένου να εξάγουμε συμπεράσματα για το είδος της κατοίκησης. Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής δημοσιευμένα στοιχεία, η κατοίκηση της Κατώτερης, της Μέσης (100.000-35.000 Π.Κ.Ε.) και της Ανώτερης Παλαιολιθικής (35.000-11.000 Π.Κ.Ε.) εντοπίζεται σε σπήλαια, βραχοσκεπές και υπαίθριες θέσεις. Οι ανασκαφές στη θέση Μαρουλάς της Κύθνου[2] έχουν αποκαλύψει τα πρώτα δείγματα κατοικιών της Μεσολιθικής Εποχής (10.000-8000 π.π.), τα οποία υποδηλώνουν τη μακροχρόνια εγκατάσταση μιας κοινότητας κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, συστηματικά ασχολούμενης με την αλιεία και τη συλλογή οστρέων.

          Η Νεολιθική Εποχή (6800-3200 Π.Κ.Ε) στον ελλαδικό-αιγαιακό χώρο χαρακτηρίζεται από σταθεροποίηση των κλιματολογικών συνθηκών, γεγονός που ευνοεί την οργάνωση οικισμών μόνιμου χαρακτήρα, με οικονομία στηριγμένη στη συστηματική γεωργική εκμετάλλευση, την κτηνοτροφία, την ανταλλαγή πρώτων υλών και προϊόντων και την παραγωγή κεραμικής. Έτσι, κατά την Προκεραμική και την Αρχαιότερη Νεολιθική περίοδο (6500-5800 Π.Κ.Ε.) οργανώνονται κοινότητες τουλάχιστον 50-100 ατόμων, βασική μονάδα των οποίων αποτελεί το γένος ή η διευρυμένη οικογένεια[3]. Αυτές οι κοινότητες αποτελούν τον πυρήνα γύρω από τον οποίο διαγράφεται αργότερα ο κοινωνικός, πολιτικός και οικονομικός σχεδιασμός της πόλης. Σημαντική καταγραφή της Μέσης Νεολιθικής (5800-5300 Π.Κ.Ε.) θεωρείται το κτίσιμο οικιών με λίθινα θεμέλια και τοίχους από ωμές πλίνθους. Η οικονομία αυτών των κοινοτήτων εξακολουθεί να στηρίζεται στην κτηνοτροφία και τη γεωργία, αλλά παράλληλα εξελίσσεται η κεραμική τέχνη με δείγματα γραπτής κεραμικής (κόκκινο χρώμα σε ανοικτόχρωμη επιφάνεια) και την εμφάνιση των πρωτοβερνικωτών αγγείων στην Πελλοπόννησο[4].

          Κατά τη Νεότερη Νεολιθική Ι και ΙΙ η αρχιτεκτονική των οικισμών διαφέρει, όπως και η πληθυσμιακή τους πυκνότητα (150-300 άτομα). Εμφανίζονται μεγαλύτερα, μεγαρόσχημα κτήρια[5] και οι πρώτοι κοινόχρηστοι χώροι. Αρκετοί οικισμοί περιβάλλονται από τάφρους, γεγονός που υποδεικνύει ένα βαθμό οριοθέτησης της κοινότητας. Στην ίδια περίοδο εντατικοποιείται η αγροτική οικονομία με την αποψίλωση δασικών και θαμνωδών εκτάσεων, προκειμένου να εξασφαλιστούν καλλιεργήσιμες εκτάσεις και βοσκοτόπια. Η αποψίλωση περιφερειακών εκτάσεων για την επιβίωση μιας μόνιμης κοινότητας είναι ένα από τα χαρακτηριστικά που έπονται της διαδικασίας της αστικοποίησης[6]. Η διάδοση ανταλλάξιμων προϊόντων, όπως οι αιχμές και τα κοσμήματα, σε οικισμούς της Μακεδονίας, των Βαλκανίων και της κεντρικής Ευρώπης υποδεικνύουν την ανάπτυξη ενός δικτύου ανταλλαγών, μιας πρώιμης εμπορικής δραστηριότητας ανάμεσα στους οικισμούς[7].

          Το ενδιαφέρον για την αναζήτηση της πρώιμης αστικοποίησης επικεντρώνεται στην Τελική Νεολιθική ή Χαλκολιθική Εποχή (4500-3200 Π.Κ.Ε.), περίοδο κατά την οποία γίνεται εμφανής η μετάβαση από τη νεολιθική γεωργική και κτηνοτροφική οικονομία στην οικονομία της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού. Οι παραγωγικές δραστηριότητες βελτιώνονται και εκτείνονται με τη διάδοση της χρήσης των μετάλλων. Τούτο το γεγονός απαιτεί τη δημιουργία εργαστηρίων μεταλλοτεχνίας και την εξειδίκευση ανθρώπινου δυναμικού στην κατεργασία των μετάλλων. Στην ίδια περίοδο εντατικοποιείται η κατοίκηση παράκτιων ζωνών και η δημιουργία πρωτοαστικών κέντρων με εκτεταμένο δίκτυο θαλάσσιων επαφών και εμπορικών ανταλλαγών. Αυτά τα πρωτοαστικά κέντρα εξασφαλίζουν αποθέματα για την επιβίωσή τους, τα οποία υποδηλώνονται από την ανακάλυψη αποθηκευτικών πίθων. Η συλλογική παραγωγή αλλάζει, διαφοροποιείται και επιτρέπει την ανάπτυξη νέων κοινωνικών αξιών, αφενός εξαιτίας της γνώσης που αναπτύσσεται σε μικρές ομάδες ατόμων στη μορφή μιας πρωτόγονης συντεχνίας, αλλά και της κατοχής αντικειμένων που αναδεικνύουν μια διαφορετική κοινωνική θέση.

          Στο πέρασμα από τη Νεολιθική στην Εποχή του Χαλκού σημαντικό ρόλο παίζει η Πολιόχνη της Λήμνου, ένας πολυάνθρωπος οικισμός με πρωτοαστικά χαρακτηριστικά. Στα αρχαιολογικά της κατάλοιπα αναγνωρίζεται η αρχαιότερη πιθανώς πόλη της Ευρώπης, με δημοκρατικές δομές και συνεπώς πολιτική οντότητα, αλλά και εμπορικές δραστηριότητες -οικονομική οντότητα- εξαιτίας του ασφαλούς κόλπου της (Βρόσκοπος). Σύμφωνα με την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή που πραγματοποιεί τις ανασκαφές στην περιοχή, το Βουλευτήριο, ένα ορθογώνιο κτίριο με διπλή σειρά από βαθμίδες στις δύο μακρές πλευρές του στη Ν.Δ. πλευρά του λόφου της Πολιόχνης, λειτουργούσε ως χώρος συγκέντρωσης των «προκρίτων» του οικισμού, οι οποίοι φρόντιζαν για την επίλυση των προβλημάτων της κοινότητας[8].

          Στην Κυανή και Κίτρινη Φάση ανάπτυξης της Πολιόχνης[9] αναγνωρίζονται τα πρωιμότερα δείγματα του «γραμμικού» πολεοδομικού συστήματος, το οποίο εφαρμόζεται αργότερα σε υστεροκυκλαδικούς οικισμούς. Κτήρια και οικοδομικές νησίδες παρατάσσονται στις πλευρές ενός ή δύο κύριων δρόμων, που διασχίζουν τον οικισμό σε όλο σχεδόν το μήκος του και τέμνονται από κάθετους μικρότερους δρόμους. Στις κεντρικές οδικές αρτηρίες συγκεντρώνονται κοινοτικά κτήρια, όπως η Σιταποθήκη και το Βουλευτήριο[10].

          Από τα λείψανα της Πρώιμης Χαλκοκρατίας (3000 Π.Κ.Ε.) φαίνεται πως η μορφή των οικισμών στην ηπειρωτική Ελλάδα αποκτά τρία αναγνωρίσιμα πολεοδομικά σχήματα.
 
          Το ακανόνιστο ή προσθετικό, (Ασκηταριό Αττικής, Ζυγουριές Κορινθίας), το οποίο είναι κυρίως αποτέλεσμα της πληθυσμιακής αύξησης. Το γραμμικό πολεοδομικό σχήμα, (Λιθαρές Βοιωτίας, Πολιόχνη Λήμνου), σύμφωνα με το οποίο τα κτήρια συγκεντρώνονται στην κεντρική οδική αρτηρία. Το περικεντρικό σύστημα, (Αίγινα V[11]), σύμφωνα με το οποίο πανομοιότυπα κτήρια παρατάσσονται ακτινωτά, γύρω από ένα νοητό κέντρο. Η ύπαρξη πολεοδομικού σχεδιασμού αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κριτήρια για το χαρακτηρισμό ενός οικισμού ως πρωτοαστικού κέντρου.

          Κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία παρατηρείται μια βαθιά πολιτιστική τομή με το παρελθόν, γεγονός που ωθεί πολλούς ιστορικούς στη σκέψη ότι κατά την παραπάνω περίοδο κάποιος νέος λαός μετανάστευσε στην ηπειρωτική Ελλάδα, λίγο μετά το 3000 Π.Κ.Ε.[12]. Η οικονομική άνθηση της συγκεκριμένης περιόδου είχε και τις επιπτώσεις της στην κοινωνική σύνθεση των πρωτοαστικών κέντρων. Η συνύπαρξη φτωχών και πλούσιων, απλών ή οικογενειακών τάφων (Άγιος Κοσμάς Αττικής, Θήβα, Λιθαρές και νεκροταφείο των τύμβων της Λευκάδας)[13] αποκαλύπτει την ανομοιόμορφη κατανομή του πλούτου και κατ' επέκταση την κοινωνική πολυμορφία των μελών των πρωτοελλαδικών πρωτοαστικών κέντρων.

          Η Μέση Χαλκοκρατία, σε ό,τι αφορά στην ηπειρωτική Ελλάδα φαίνεται να διακατέχεται από ένα καθεστώς ένδειας και οικονομικής ανασφάλειας, οφειλόμενη πιθανώς σε οικονομικούς παράγοντες ή σε κοινωνικές ανακατατάξεις. Επίσης, η τάση για κοινωνική διαφοροποίηση, έντονη στην Πρώιμη Χαλκοκρατία, είναι σχεδόν απούσα στους μεσοελλαδικούς οικισμούς, καθώς δε διακρίνονται κτήρια περισσότερο σημαντικά από τα υπόλοιπα, ενώ από τα δεδομένα των νεκροταφείων δεν προκύπτουν στοιχεία εμφανούς κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Τούτη η εικόνα φαίνεται να αλλάζει κατά την περίοδο μετάβασης στη μυκηναϊκή εποχή.

          Όσα συμβαίνουν, ωστόσο, στους πρωτοελλαδικούς και μεσοελλαδικούς πρωτοαστικούς οικισμούς δεν ισχύουν για το Αιγαίο και τον κυκλαδικό πολιτισμό, ούτε για τη μινωική Κρήτη. Οι μινωικές εγκαταστάσεις ήδη από την Πρώιμη Χαλκοκρατία βρίσκονται σε ένα αρκετά εξελιγμένο στάδιο αστικοποίησης, ώστε να χαρακτηρίζονται πόλεις. Ιδιαίτερα κατά τη μεσομινωική περίοδο (2000-1550 Π.Κ.Ε.), η ίδρυση των ανακτόρων αντιπροσωπεύει μια νέα μορφή αστικής εγκατάστασης, που είναι μάλλον αποτέλεσμα ανατολικών επιδράσεων και εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Ευρώπη. Ο σχεδιασμός των μινωικών ανακτόρων με τη σύνθετη, αλλά καλά οργανωμένη διάταξη των χώρων του, φανερώνει ένα αυστηρά ιεραρχημένο και συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης με πιθανό θεοκρατικό χαρακτήρα, μία ηγετική μορφή με διοικητική, νομοθετική, οικονομική και αρχιερατική εξουσία, γύρω από την οποία δικτυωνόταν μια ομάδα ευγενών, οι συγγενείς της βασιλικής οικογένειας και το ιερατείο. Οι κοινωνικές τάξεις, όπως φαίνεται από τις πινακίδες των ανακτορικών αρχείων, περιελάμβαναν επαγγελματίες τεχνίτες και γραφείς, που λόγω της εξειδίκευσής τους απολάμβαναν ιδιαίτερα προνόμια. Οι εργασιακές σχέσεις των εξειδικευμένων τεχνιτών με τα ανάκτορα γίνονται πηγή ενός ρεύματος αστικοποίησης και συγκέντρωσης στην ευρύτερη ανακτορική περιοχή εξειδικευμένων εργαστηρίων. Ανάμεσα στο ανάκτορο και τους πολίτες έστεκαν υψηλοί αξιωματούχοι, που είχαν υπό την εποπτεία τους το έργο της συλλογής των αγροτικών προϊόντων και των φόρων από την ύπαιθρο. Με άλλα λόγια έχουμε να κάνουμε με ένα οικονομικό συγκρότημα που φαίνεται ως να έχει επιβληθεί πάνω στην πόλη[14].

          Στο Αιγαίο αναπτύσσονται, ήδη από την Πρώιμη Χαλκοκρατία, στις παράκτιες ζώνες των μεγάλων νησιών του Β.Α. Αιγαίου πολυάνθρωπα, οχυρωμένα πρωτοαστικά κέντρα με ξεκάθαρη πολεοδομική διάταξη, κοινοτικά κτίσματα και κοινωφελή έργα, χαρακτηριστικά που αποκαλύπτουν εξειδίκευση, κατανομή εργασίας και οικονομική ευμάρεια. Τούτη η ανάπτυξη μεταφέρεται νοτιότερα κατά την περίοδο της Μέσης Χαλκοκρατίας. Στις Κυκλάδες, κατά τη Μεσοκυκλαδική και την Υστεροκυκλαδική περίοδο οι μικροί οικισμοί εξελίσσονται σε μεγάλες, πυκνοδομημένες και οχυρωμένες πόλεις, με ιδιαίτερη οικονομική ανάπτυξη, η οποία σε ένα μέρος της οφείλεται στη συνεργασία με τη μινωική Κρήτη.

          Στην Ύστερη Χαλκοκρατία δύναμη στον ελλαδικό χώρο αναδεικνύεται ο αποκαλούμενος μυκηναϊκός πολιτισμός, ανακτορικός στη δομή του, με σημαντικές αναλογίες αλλά και διαφορές από το Μινωικό. Οι μεγάλες οχυρωμένες ακροπόλεις της Τίρυνθας, των Μυκηνών, του Γλα και των Αθηνών αποτελούν πιθανώς τα πλέον χαρακτηριστικά δημιουργήματα του μυκηναϊκού πολιτισμού. Τα «μυκηναϊκά» ανάκτορα δεν ήταν ανοχύρωτα, όπως στην Κρήτη ή την Πύλο. Ήταν τειχισμένα ανακτορικά συγκροτήματα, διοικητικές έδρες και ταυτόχρονα θησαυροφυλάκια του εκάστοτε «μυκηναϊκού» κρατίδιου. Οι τάφοι με θόλο υποδεικνύουν μια σημαντική αλλαγή στα ταφικά έθιμα και σύμφωνα με την κοινωνική διαστρωμάτωση προορίζονταν για τα μέλη ορισμένων κοινωνικών τάξεων του μυκηναϊκού κόσμου. Η κατασκευή τους, πολύ πιο δαπανηρή απ' ό,τι εκείνη των απλών λακκοειδών τάφων, συνεχίστηκε και μέχρι το τέλος της μυκηναϊκής αστικής κοινωνίας[15].

          Συνοπτικά, κατά την περίοδο της Χαλκοκρατίας βλέπουμε τη μετεξέλιξη των πρώιμων χαλκολιθικών οικισμών σε πρωτοαστικά κέντρα και κατόπιν αστικά κέντρα, τη μετεξέλιξη των απλών κοινωνικών δομών που χαρακτήριζαν ισότιμα εν γένει άτομα μέσα στα πλαίσια μιας κοινότητας σε σύνθετες με εξειδικευμένες τάξεις (βιοτέχνες, έμποροι, ναυτικοί), οικονομικές τάξεις (ανακτορική κοινωνία, περίοικοι) και διοικητικές τάξεις (ανακτορική διοικητική ιεραρχία). Η θρησκεία δεν παίζει ακόμη σημαντικό ρόλο στην κοινωνική διαστρωμάτωση αυτής της πρώιμης αστικοποίησης, όσο η συσσώρευση πλούτου, αν και από κείμενα της Γραμμικής Β΄ πληροφορούμαστε πως το τυπικό της μυκηναϊκής λατρείας απαιτούσε την ύπαρξη πολυπληθούς και ιεραρχημένου σε βαθμίδες ιερατείου[16].

Η Πόλη στη Γεωμετρική, Αρχαϊκή και Κλασική περίοδο

          Η περίοδος που ακολούθησε την κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού στην Ελλάδα είναι γνωστή ως Σκοτεινοί χρόνοι ή ελληνικός Μεσαίωνας. Μεταξύ του 1050 και 900 Π.Κ.Ε. παρατηρείται μια μεγάλη ρήξη με το μυκηναϊκό παρελθόν[1], που ακολουθείται από ερήμωση των αστικών κέντρων, με αποτέλεσμα να καταλυθούν βασικές πολιτικές και οικονομικές δομές του ανακτορικού συστήματος. Από τη δημογραφική συρρίκνωση και την ερήμωση ξεφεύγουν οικιστικά κέντρα όπως η Αθήνα, το Λευκαντί[2] στην Εύβοια, η Ασίνη και η Τίρυνθα στην Αργολίδα.

          Τα αρχαιολογικά, ιδιαίτερα τα ταφικά, δεδομένα δείχνουν πως οι κοινωνίες στον ελλαδικό χώρο αναπτύσσουν ένα νέο ιεραρχικό σύστημα, πιθανώς από τα μέσα του 11ου αιώνα Π.Κ.Ε. Η βασική διάκριση γίνεται ανάμεσα σε μια μερίδα εκλεκτών, τους ευγενείς και στην κατώτερη τάξη, το λαό. Πέρα από αυτά τα όρια και ανάλογα με τις συνθήκες που διαμόρφωνε κάθε τοπική κοινωνία, υπήρχαν κάποιοι ελεύθεροι ή εξαρτημένοι αγροτικοί πληθυσμοί (δουλοπάροικοι) και οι δούλοι. Αυτό το πρότυπο με αρκετές παραλλαγές σε κάθε περίσταση ακολουθούν οι πόλεις, από τη Γεωμετρική έως την Κλασική περίοδο[3].

          Η πόλις υπήρξε ο πλέον χαρακτηριστικός και ιστορικά σημαντικός τύπος οργάνωσης του ελληνικού κράτους. Η εμφάνισή της ως οντότητα τοποθετείται στα μέσα του 8ου αιώνα και συμπίπτει χρονικά με την άνοδο της αριστοκρατίας και την παγίωση του οίκου ως κοινωνική μονάδα. Είναι η περίοδος κατά την οποία οι πολίτες αποκτούν υπόσταση μέσα σε ένα κράτος που, παρά την πρωτόγονη μορφή του, λειτουργεί ήδη ως πόλη[4]. Υπήρξε ένας τύπος πολιτικής οργάνωσης που επικράτησε σε όλες τις ελληνικές εγκαταστάσεις της Μ. Ασίας, στα νησιά και σε ορισμένα τμήματα της ηπειρωτικής Ελλάδας και είχε ως βάση τη φυλετική δομή[5] που επιβίωσε σε πολλές πόλεις. Η έννοιά της ταυτίστηκε με την ιδέα της πολιτείας και για αυτό το λόγο κύριο στοιχείο της αποτελούσε το πολίτευμα. Χαρακτηριστικά της γνώρισματα ήταν η μικρή έκταση της δικαιοδοσίας της[6], η αυτονομία και η αυτάρκεια. Ο κύριος οικισμός περιλάμβανε την ακρόπολη και περιβαλλόταν ενίοτε από τείχη.

          Κατά την αρχαϊκή περίοδο η λέξη πόλις ήταν κατά το μάλλον ή ήττον μια ειδική έννοια που αντιπροσώπευε την αστική περιοχή σε αντιπαραβολή με τη χώρα, που αντιπροσώπευε την ύπαιθρο. Κύριο χαρακτηριστικό της ήταν η πολιτική της οντότητα, ακόμη και αν δε ήταν κατάλληλη να θεωρείται πόλη, εξαιτίας του πολεοδομικού της σχεδιασμού ή της έλλειψης δημοσίων κτηρίων. Ο Θουκυδίδης μεταχειρίζεται τον όρο πόλις και για την ανοχύρωτη ομάδα κωμών και για την οχυρωμένη πόλη[7]. Το έθνος σε αυτή την εποχή συνυπάρχει ως πολιτικό σύστημα με την πόλη. Οι πόλεις συγκροτούνταν γύρω από ένα αστικό κέντρο, ενώ στο έθνος ο πληθυσμός ζούσε σκορπισμένος σε χωριά, καλύπτοντας λίγο-πολύ μια ευρεία περιοχή.

          Ήδη από τα πρώτα στάδια της οργάνωσής τους οι πόλεις αντιμετώπισαν προβλήματα που τις οδήγησαν σε κοινωνική και οικονομική κρίση[8]. Την κρίση αυτή αντιμετώπισαν με διάφορους τρόπους, ανάμεσα στους οποίους διακρίνουμε την ίδρυση αποικιών. Ο αποικισμός αναδεικνύει και έναν άλλο ρόλο της πόλης, ως μητρόπολης. Ως αίτια του αποικισμού για τη δημιουργία νέων πόλεων-αποικιών αναφέρονται η σταθερή αύξηση του πληθυσμού στα αστικά κέντρα, εξαιτίας της συρροής πληθυσμού από τις αγροτικές περιοχές, τα οικονομικά κίνητρα (έλλειψη πρώτων υλών-νέες αγορές) και οι εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις[9]. Βέβαια, ο όρος αποικισμός αφεαυτού συγκαλύπτει εν μέρει το γεγονός ότι οι Έλληνες ίδρυαν ανεξάρτητες πόλεις και όχι απλές προεκτάσεις της μητρόπολης με αποτέλεσμα πολλές φορές να διαφέρουν σκόπιμα οι θεσμοί της ίδρυσης της αποικίας από τους θεσμούς της μητρόπολης[10].

          Ένας άλλος συντελεστής που χρειάζεται να ληφθεί υπόψιν, γιατί καθορίζει εν μέρει το ιδεολογικό περίγραμμα της πόλης, είναι η εγκαθίδρυση θρησκευτικών κέντρων. Ο Francois de Polignac, αναλύοντας τις απαρχές της πόλης, έρχεται σε ρήξη με το βασικό πρότυπο της γαλλικής ιστοριογραφίας που συνδέει τη γέννηση της πόλης μόνο με την ανάπτυξη πολιτικών θεσμών που υποσκέλισαν τις δομές του γένους[11]. Θεωρεί πως σε αρκετές περιπτώσεις το θρησκευτικό ιερό έγινε πόλος της κοινωνικής συγκρότησης της πόλης και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις ένα κομβικό σημείο, στο οποίο γεννήθηκαν μορφές εξουσίας. Έτσι, η λατρεία των ηρώων υποδεικνύει τη συγκρότηση μιας αριστοκρατίας, στην οποία η άσκηση της πολιτικής συνδέεται με τη συμβολική νομιμότητα την οποία παρέχουν οι μυθικοί ηγεμόνες ή ιστορικοί ιδρυτές, όχι μέσω της προσκόλλησης στη δυναστική γραμμή, αλλά μέσω της συμμετοχής στη λατρεία που προσδιορίζει την αριστοκρατία[12].

          Η οικονομία ως την υστεροαρχαϊκή περίοδο είναι κυρίως αγροτική. Η ιδιοκτησία και η καλλιέργεια της γης αποτελούν κύριες προϋποθέσεις για την απόκτηση εξουσίας και συνεπώς οι οικονομικοί λόγοι των κρίσεων, όπου και όποτε αυτές εντοπίζονται, φαίνεται να συνδέονται έμμεσα ή άμεσα με τη γη[13]. Ως οικονομικός παράγοντας που επηρέασε θετικά ή αρνητικά ουσιώδεις τομείς της οικονομικής ζωής αναφέρεται και ο πόλεμος, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα την κατάκτηση γης και την εκμετάλλευση του έμψυχου δυναμικού της ηττημένης πόλης[14]. Ουσιαστικότερη τομή, όμως, στην ανάπτυξη της οικονομίας και των εμπορικών συναλλαγών έπαιξε η κοπή και η κυκλοφορία των νομισμάτων. Η σημασία της εφεύρεσης και της εξάπλωσης του νομίσματος συνδέεται με την ομαλοποίηση της κοινωνικής ζωής της πόλης, την ανάπτυξη και τη ρύθμιση του φορολογικού συστήματός της. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη λειτουργία του ως πολιτειακό σύμβολο, καθώς η κοπή νομισμάτων με το σύμβολο της πόλης αποτελούσε ταυτόχρονα διακήρυξη της πολιτικής ανεξαρτησίας της[15].

          Σε ό,τι αφορά στο σχεδιασμό, φαίνεται πως οι πόλεις της διατηρούν τη συνέχεια του πολεοδομικού συστήματος που προϋπήρξε κατά τους προϊστορικούς χρόνους. Για παράδειγμα η Αθήνα κράτησε ως το τέλος του αρχαίου κόσμου το παλαιό, δυναμικά δημιουργημένο από τη μυκηναϊκή περίοδο, ακανόνιστο πολεοδομικό της σχέδιο[16]. Επίσης, δίνεται μεγαλύτερη προσοχή στα δημόσια κτήρια, αφού ένα μεγάλο μέρος της ζωής των πολιτών μοιραζόταν στους δημόσιους χώρους. Έτσι, κτίζονται ναοί, θέατρα, αγορά και άλλοι δημόσιοι χώροι, στους οποίους αντανακλάται μια μετάβαση από την αυστηρή σχηματικότητα της Γεωμετρικής περιόδου προς ένα περισσότερο φυσιοκρατικό και ανθρωποκρατικό πρότυπο. Τα σχέδια των ναϊκών οικοδομημάτων γίνονται πιο περίπλοκα και υπόκεινται σε μια αυστηρή συμμετρία. Η τοιχοδομία αναπτύσσει νέες τεχνικές, ενώ παράλληλα διαμορφώνονται δύο αρχιτεκτονικοί ρυθμοί, ο ιωνικός και ο δωρικός[17]. Ο κορινθιακός ρυθμός, εκτός από την άκανθά του είναι ουσιαστικά ίδιος με τον ιωνικό.

          Η κλασική περίοδος (500-338 Π.Κ.Ε.) είναι μια περίοδος ταύτισης του πολίτη με την πόλη. Η πόλις αντιπροσωπεύει μάλλον το σύνολο των πολιτών της και όχι τη γεωγραφική έκταση, η οποία αναφερόταν κατά κανόνα με τους όρους άστυ, προκειμένου για την πόλη -ιδιαίτερα για την Αθήνα- και χώρα, για το υπόλοιπο της επικράτειας[18]. Η δημόσια λατρεία αποτελούσε ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής στην ελληνική πόλιν. Σχεδόν όλες οι όψεις της ατομικής ζωής συνδέονταν με τη δημόσια, σε βαθμό που ο πολίτης αισθανόταν ενίοτε πως η ζωή δεν ήταν δική του αλλά ανήκε ουσιαστικά στην πολιτεία[19]. Aλλωστε η πολιτεία είναι εκείνη που παρέχει το θέατρο, τους εορτασμούς, τα δημόσια μνημεία, τους ανοικτούς χώρους και φροντίζει για την εμπλοκή των πολιτών στους περισσότερους τομείς της ζωής. Η αναφορά του Θουκυδίδη για τις απόψεις του Περικλή είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα για τη βασική ιδέα αλληλοσύνδεσης του πολιτισμού, της κοινωνίας και της πολιτικής, καθώς και του τι ζητείται από τον πολίτη ως συνεισφορά στην πόλη του[20].

          Οι πόλεις στην κλασική περίοδο ήταν πληθυσμιακά μικρές. Δεν αριθμούσαν στην πλειονότητά τους πάνω από 10.000 πολίτες με εξαίρεση την Αθήνα, η οποία στην περίοδο της δημογραφικής ακμής της αριθμούσε περίπου 50.000 πολίτες, άτομα δηλαδή που είχαν πολιτικά δικαιώματα. Οι γυναίκες, οι μέτοικοι και οι δούλοι που αποτελούσαν την πλειοψηφία, στερούνταν πολιτικών δικαιωμάτων[21]. Σε άλλες περιπτώσεις η διάκριση γίνεται ανάμεσα στους αστούς και τον υπόλοιπο πληθυσμό. Αστοί θεωρούνταν οι άνδρες, οι γυναίκες και τα παιδιά που αντλούσαν την πλήρη καταγωγή τους από την πόλη.

          Είναι δύσκολο να αναφερθούμε στην πολιτική που ασκούσε η πόλις, μια και κάθε πολιτεία λειτουργούσε διαφορετικά. Γενικά, όμως, παρατηρείται μια ροπή προς την αριστοκρατία. Σχεδόν όλες οι πόλεις κυριαρχούντο από μία κληρονομική αριστοκρατία, η οποία είχε στην κατοχή της το μεγαλύτερο μέρος της γης και συνεπώς της παραγωγής και της δύναμης που αυτή προσδιόριζε[22]. Καθώς με την καλλιέργεια της γης ασχολούντο δουλοπάροικοι ή μικροί ανεξάρτητοι γεωργοί με τη μέθοδο της επινοικίασης της γης, οι αριστοκράτες ασχολούντο επιμελώς με τα ζητήματα της πόλης. Σε ορισμένες πόλεις η αριστοκρατική τάξη κυβερνούσε δια νόμου και οι πολίτες είχαν μικρή ανάμιξη στα κοινά[23]. Σε άλλες πόλεις η ίδια τάξη κυβερνούσε παρασκηνιακά, κρατώντας τη δύναμη στα χέρια της αλλά επέτρεπε φαινομενικά μεγαλύτερη ανάμιξη των πολιτών. Το αποτέλεσμα ήταν να αναπτυχθούν σε πολλές πόλεις δημοκρατικές τάσεις, οι οποίες με τη σειρά τους οδήγησαν σε ταξικό αγώνα για τα δικαιώματα των πολιτών[24].

          Η Αθήνα και η Σπάρτη ήταν εξαιρέσεις στον κανόνα. Ήταν δημοκρατίες, αλλά με διαφορετικούς τρόπους ερμηνείας της ιδέας της δημοκρατίας. Η Σπάρτη είχε ένα μοναδικό κοινωνικό σύστημα, βασισμένο στην εκμετάλλευση της μεγάλης αγροτικής κατώτερης τάξης των ειλώτων από τους σπαρτιάτες πολίτες. Οι Σπαρτιάτες, ως πολίτες ασχολούνταν μόνο με την επίβλεψη και αστυνόμευση των ειλώτων, που ήταν η κύρια παραγωγική δύναμη. Ωστόσο, για τους Σπαρτιάτες πολίτες ίσχυε η δημοκρατία και η ισότητα, καθώς οι δύο βασιλείς τους ήταν ουσιαστικά στρατιωτικοί ηγέτες. Το στρατιωτικό σύστημα που ανέπτυξε η Σπάρτη όφειλε εν μέρει τη γέννησή του στην ανάγκη διασφάλισης ελέγχου των ειλώτων. Έχουμε να κάνουμε, λοιπόν, με ένα κοινωνικό και πολιτικό πείραμα που συνδύαζε την κοινοτική ζωή ίσων με το στρατοκρατικό ολοκληρωτισμό. Αυτός ο ολοκληρωτισμός και η διαρκής ανάγκη για αστυνόμευση ήταν τα στοιχεία που βοήθησαν στην τελική κατάρρευση του πολιτικού της συστήματος[25].

          Η Αθήνα, προϊόν συνοικισμού, ανέπτυξε τη δημοκρατία της περίπου το 500 Π.Κ.Ε. Ήταν μια μορφή άμεσης δημοκρατίας στην οποία θεωρητικά το σύνολο, πρακτικά ένα μέρος των πολιτών ψήφιζε σε κάθε ζωτικό θέμα[26]. Η όλη λειτουργία του πολιτικού συστήματος στην Αθήνα αποσκοπούσε στην ενθάρρυνση των Αθηναίων σε ό,τι αφορούσε στη συμμετοχή και τη συνεργασία τους με το πολιτικό σύστημα. Ωστόσο, από τούτη τη δημοκρατία αποκλείονταν οι γυναίκες οι σκλάβοι και οι ξένοι[27]. Για διάφορους λόγους η Αθήνα ανέπτυξε μια οικονομία διαφορετική από εκείνη των άλλων πόλεων. Αντί να στηρίζονται στην καλλιεργητική τους αυτάρκεια, οι Αθηναίοι έχτισαν μια οικονομία βασισμένη στην εξιδικευμένη καλλιέργεια (π.χ. λάδι και κρασί)[28]. Κάτι τέτοιο οδήγησε σε ένα βαθμό στην εξάρτηση από το εμπόριο και στην ανάπτυξη της βιοτεχνίας. Εξαιτίας αυτού του διαφορετικού οικονομικού συστήματος η Αθήνα μπορούσε να στηρίζει μη αγροτικό πληθυσμό, γεγονός που την οδήγησε σε μεγάλη δημογραφική ακμή.

          Σημαντικό ρόλο στην πανελλήνια διασύνδεση των πόλεων έπαιξαν τα μεγάλα μη αστικά ιερά, όπως η Ολυμπία, οι Δελφοί, τα Ίσθμια και η Νεμέα[29]. Πλούσιες τοποθεσίες, τούτα τα ιερά ήταν κόμβοι επικοινωνίας των πόλεων και σημεία κατάθεσης πολιτισμού, μια και εκτός από τους αθλητικούς αγώνες που τελούνταν κάθε δύο ή τέσσερα χρόνια, συμπεριλαμβάνονταν και θρησκευτικοί εορτασμοί ή διαγωνισμοί στο θέατρο, την ποίηση και τη μουσική[30]. Με αυτόν τον τρόπο διατηρείτο το αίσθημα της κοινής καταγωγής στους Έλληνες.και παράλληλα καλλιεργείτο το αντίβαρο στον έντονο τοπικισμό της πόλης-κράτους[31].

H Πόλη στην Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή Περίοδο

          Η υποχώρηση του πολιτειακού συστήματος της πόλης-κράτους και η επικράτηση της μοναρχίας είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της δύναμης των πολιτών και τον περιορισμό της ανάμιξής τους στα κοινά, καθώς και αλλαγές στο κοινωνικό σύστημα. Η αυξανόμενη ανισότητα στην κατανομή του πλούτου είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση μιας αριστοκρατίας αστών[1]. Το εισόδημα των κατώτερων κοινωνικών τάξεων ελαχιστοποιήθηκε. Σε συνδυασμό με την αύξηση του αριθμού των δούλων, τούτο προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια στα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα. Συνέπεια της συρρίκνωσης του εισοδήματος ήταν η ελάττωση των γεννήσεων, που μαζί με τους διαρκείς πολέμους προκάλεσε έντονο δημογραφικό πρόβλημα στις πόλεις-κράτη της ηπειρωτικής Ελλάδας[2]. Πόλεις που υπέφεραν από τη μείωση του αριθμού των πολιτών τους, προσπαθούσαν να συμπληρώσουν το κενό με εγγραφές νέων πολιτών (Δύμη Ήλιδας, κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων με την Αιτωλία), με την παροχή πολιτικών δικαιωμάτων στους εποίκους (Μίλητος), ή με την παροχή ισοπολιτείας (χορήγηση πολιτικών δικαιωμάτων σε άτομα άλλων πόλεων με προϋπόθεση τη μετεγκατάστασή τους στην πόλη που τα χορηγούσε)[3].

          Ταυτόχρονα οι κατακτήσεις των μακεδόνων βασιλέων Φιλίππου ΙΙ και Αλεξάνδρου αλλάζουν τη φύση και το ρόλο της αρχαίας πόλης. Οι ελληνικές πόλεις χάνουν την ανεξαρτησία τους, καθώς οι σχέσεις των βασιλέων της ελληνιστικής περιόδου με τις ελληνικές πόλεις του βασιλείου τους είναι ουσιαστικά δικτατορικές. Οι πόλεις στην πραγματικότητα οφείλουν να ψηφίζουν δικά τους «ανεξάρτητα» διατάγματα, τα οποία όμως συμμορφώνονται προς τη βασιλική θέληση[4]. Συνέπεια των κατακτήσεων είναι η πληθυσμιακή κινητικότητα και οι μεταναστεύσεις Ελλήνων προς τα νέα βασίλεια, γεγονός που συνέβαλε στην εξάπλωση των ελληνικών πολιτισμικών στοιχείων μέσω της δημιουργίας της κοινής ως επίσημης γλώσσας και της ίδρυσης ελληνικών πόλεων και μόνιμων στρατιωτικών οικισμών. Η συνύπαρξη ελληνικών και εντόπιων πολιτισμικών στοιχείων οδήγησε σε αλληλεπιδράσεις και την εμφάνιση ενός πολιτιστικού πλουραλισμού, χαρακτηριστικού για την ελληνιστική περίοδο[5].

          Οι νέες μεγάλες πόλεις της ελληνιστικής περιόδου χωρίζονται σε συνοικίες. Υπάρχουν ανάκτορα και ναοί, γυμναστήρια, θέατρα, βιβλιοθλήκες, λουτρά και αγορά. Τα οχυρωματικά έργα είναι περίπλοκα, προκειμένου να αντέχουν τα τείχη στις νέες πολιορκητικές μηχανές και η περιφέρειά τους ενίοτε καλύπτει πολλά χιλιόμετρα. Εντός των τειχών υπάρχουν εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης, για να αντέχει η πόλη σε ενδεχόμενη πολιορκία. Οι οικίες είναι πολυτελέστερες των προηγούμενων αιώνων με περισσότερους ορόφους και χτίζονται γύρω από την ίδια περίστυλη αυλή της κλασικής περιόδου. Αξιοσημείωτη διαφορά είναι η ελάττωση στον αριθμό των ναών, καθώς η αγάπη για τους θεούς και την πόλη δεν είναι η πρωταρχική κινητήρια δύναμη της ελληνιστικής περιόδου[6].

          Η ελληνιστική πόλη είναι ένας σύνθετος τόπος, στον οποίο ανακατεύονται οι νέες οικονομικές δυνατότητες με την κοινωνική αναδιαστρωμάτωση, η απώλεια της πολιτικής δύναμης με την οικονομική ευημερία[7]. Κανείς δεν έχει πραγματική πολιτική δύναμη μέσα στην πόλη, καθώς η δύναμη ανήκει στον μονάρχη. Έτσι, ενώ παρατηρείται μια επιφανειακή πολιτική ισότητα, αφού οι αποφάσεις παίρνονται σε άλλα κέντρα εξουσίας, την ίδια στιγμή η οικονομική ανισότητα προκαλεί κοινωνική αποσταθεροποίηση. Νέες ευκαιρίες παρουσιάζονται για τους σκλάβους και για τις γυναίκες, οι οποίες φαίνεται να παίζουν κάπως μεγαλύτερο ρόλο στη ζωή της ελληνιστικής πόλης[8]. Η Ρόδος είναι η μόνη πόλη που ξεφεύγει από αυτή τη μοίρα. Χάρη στη γεωγραφική της θέση και τη δύναμη του στόλου της απολαμβάνει μια πραγματική ανεξαρτησία, τουλάχιστον ως τα μέσα του 3ου Π.Κ.Ε. αιώνα[9].

          Στη ρωμαϊκή περίοδο εξαλείφονται βαθμιαία από τις ελληνικές πόλεις και τα τελευταία κατάλοιπα της δημοκρατίας, καθώς σταθερή επιδίωξη των Ρωμαίων ήταν να θέτουν τη διοίκηση των επαρχιακών κρατών υπό τον αποκλειστικό έλεγχο των εύπορων τάξεων, οι οποίες με τη σειρά τους υπάγονταν στο ρωμαίο κυβερνήτη[10]. Οι Ρωμαίοι που εγκαθίσταντο στις ελληνικές πόλεις είχαν το δικαίωμα να κατέχουν γη (εγκεκτημένοι), ενώ εκείνοι που απλά διέμεναν λόγω των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων ονομάζονταν συμπραγματευόμενοι. Στις πόλεις της Μακεδονίας απέκτησαν το δικαίωμα της γαιοκτησίας, αναλάμβαναν τιμητικά αξιώματα και είχαν το δικαίωμα ως ενιαίο σώμα -όχι ατομικά- να συμμετέχουν στις εργασίες της Εκκλησίας του δήμου και στη Βουλή[11]. Πλήρη πολιτικά δικαιώματα είχαν οι Ρωμαίοι στις αποικίες τους στην Κόρινθο, τη Νικόπολη, την Πέλλα, το Δίο, την Κασσάνδρεια και τους Φιλίππους. Επίσης, πολλοί απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα και δυνατότητα συμμετοχής στα δημόσια αξιώματα στην Αθήνα, ως δικαστές ή μέλη του Αρείου Πάγου.

          Όπως είναι φυσικό μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση στις περισσότερες ελληνικές πόλεις η εντόπια αριστοκρατία διατήρησε την κοινωνική της θέση, αλλά είχε πολύ περιορισμένη πολιτική δύναμη και δεν ενσωματώθηκε πλήρως στην αντίστοιχη ρωμαϊκή τάξη[12]. Υπάρχουν βέβαια περιπτώσεις στις οποίες η εντόπια αριστοκρατία παραγκωνίστηκε πλήρως κατά τη μετατροπή της πόλης σε ρωμαϊκή αποικία (Βέροια). Στην περίπτωση της Σπάρτης κατά τη ρωμαϊκή περίοδο έχουμε το παράδειγμα μιας μικτής τοπικής αριστοκρατίας, η οποία αποτελείτο από Ρωμαίους και Σπαρτιάτες. Ωστόσο, η σημαντικότερη μακροπρόθεσμη συνέπεια της καταστροφής της ελληνικής δημοκρατίας στις πόλεις φαίνεται να είναι η πλήρη αποδυνάμωση των ασθενών οικονομικά τάξεων με την αφαίρεση του δικαιώματός τους να διατυπώνουν τις αντιρρήσεις τους για όσα συνέβαιναν με νόμιμα μέσα[13], με αποτέλεσμα να καταφεύγουν στη φυγή ή την εξέγερση. Σε διαφορετική περίπτωση έπρεπε να βρουν κάποιο γαιοκτήμονα, που θα τους παρείχε «προστασία» με αντάλλαγμα την ελευθερία τους.

          Στον οικονομικό τομέα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Με την ανατολή της αυτοκρατορικής εποχής οι ελληνικές πόλεις ανακάμπτουν σταδιακά απότην παρακμή. Η επιβεβλημένη Pax Romana εξομαλύνει την οικονομία, η οποία φθάνει στο απόγειό της κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα. Κάτι τέτοιο φαίνεται από την οικοδομική δραστηριότητα, την αύξηση των επιγραφικών κειμένων και την επανακοπή νομισμάτων, η οποία είχε ανασταλεί επί μακρόν μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση[14]. Η αναδιοργάνωση της οικονομίας έχει άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά αποτελέσματα, καθώς παλαιές πόλεις χάνουν την αυτονομία τους και συγχωνεύονται με άλλες, ιδρύονται νέες πόλεις ή παρακμάζουν κέντρα που ευημερούσαν στο παρελθόν. Όμως, αυτό που παραμένει είναι μια διαρκής αφαίμαξη με έμμεση ή άμεση φορολογία προς το ρωμαϊκό κράτος. Ακόμη και οι αποκαλούμενες ελεύθερες πόλεις (civitates liberae), μολονότι δεν εξαρτώνταν άμεσα από το ρωμαίο διοικητή, δεν απαλλάσσονταν από τη φορολογία. Οι υποτελείς πόλεις (civitates stipendiariae) όφειλαν να καταβάλλουν φόρους που υπάγονταν άμεσα στη δικαιοδοσία του Έπαρχου, ο οποίος και τους επέβαλε την εφαρμογή του ρωμαϊκού δικαίου[15].

Επίμετρο

          Αναμφίβολα η πόλη δεν ήταν θεσμός αποκλειστικά ελληνικός. Πόλεις οργανωμένες υπήρξαν σε πολύ παλαιότερες περιόδους από εκείνες που διεκδικεί η ελληνική ιστορία με ζωντανή και δυναμική μυθολογία και θεωρούνταν από τους λαούς που τις κατοίκησαν κυριολεκτικά και μεταφορικά άξονας του κόσμου (axis mundi). Η διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι έστω και με τα σαφή πολιτικά και κοινωνικά τους μειονεκτήματα -θεωρούμενα από την οπτική γωνία του παρόντος χρόνου- οι ελληνικές πόλεις στις καλύτερες στιγμές τους κληροδότησαν στο σύγχρονο πολιτισμό ιδέες όπως η ανοχή στην ιδιαιτερότητα, το ζωντανό ενδιαφέρον για την πορεία της κοινότητας και το πάθος για την ανεξαρτησία. Το πόσο υιοθετήσαμε ή επεξεργαστήκαμε ως σύγχρονος πολιτισμός αυτές τις ιδέες είναι μια διαφορετική ιστορία.
-----------------
Βιβλιογραφία

Andrewes A., Αρχαία Ελληνική Κοινωνία, Μ.Ι.Ε.Τ., (Αθήνα 1999)
Botsford & Robinson, Αρχαία Ελληνική Ιστορία, Μ.Ι.Ε.Τ, (Αθήνα 1995)
Γιαννόπουλος Ι., κ.α. Ελληνική Ιστορία, Τομ. Α, Ε.Α.Π. (Πάτρα 1999)
Derrruau M., Ανθρωπογεωγραφία, Μ.Ι.Ε.Τ, (Αθήνα 1991)
Eiwagner J.-Donder H., «Η Μυκηναϊκή Θρησκεία» στο Ο Μυκηναϊκός Κόσμος, Πέντε Αιώνες Πρώιμου Ελληνικού Πολιτισμού 1600-1100 π.Χ, Υπουργείο Πολιτισμού-Ελληνικό Τμήμα ICOM, (Αθήνα 1988)
Παπαθανασόπουλος Γ.Α., (εκδ.), Νεολιθικός Πολιτισμός στην Ελλάδα, Ίδρυμα Ν.Π. Γουλανδρή-Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, (Αθήνα 1996)
Ste Croix G.E.M. de, Ο Ταξικός Αγώνας στον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο, από την Αρχαϊκή Εποχή ως την Αραβική Κατάκτηση, Κέδρος, (Αθήνα 1997)
Thomson G., Η Αρχαία Ελληνική Κοινωνία-Το Προϊστορικό Αιγαίο, Κέδρος, (Αθήνα 1989)
Mosse Cl., Schnapp-Gourbellion A., Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας (2.000-31 π.Χ), Παπαδήμας, (Αθήνα 1999)
Polignac F. de, Η Γέννηση της Αρχαίας Ελληνικής Πόλης, Μ.Ι.Ε.Τ., (Αθήνα 2000)

Ξενόγλωσση

Bernardo-Brea L., «Poliochni.
Citta preistorica nell isola di Lemnos, Vol. II Testo e Tavole», Monografie della Scuola Archeologica die Atene e delle Missioni Italiane in Oriente, L' Erma di Bretschneider, (Roma 1976)
Fontana W. L., Economic History of Europe, I The Middle Ages, (ed.), C.M.Cipolla (1972)
Green P., (ed.), Hellenistic History & Culture, University of California Press, (Los Angeles-Berkeley-London 1993)
Brunt, P.A., «The Romanization of the local ruling classes in the Roman empire», in: Pippidi, D.M., Assimilation et resistance a la culture greco-romaine dans le monde ancien. Travaux du VIe Congres International d'etudes Classiques, (Paris 1976)
Επιστημονικός τύπος

Branigan K., «The Round Graves of Levkas reconcidered», The Annual of the British School at Athens 70, (
Αθήνα 1975) Μπούρας Χαρ., «Η Αθήνα κατά την Ελληνιστική Περίοδο», στο Αρχαιολογία της πόλης των Αθηνών-Επιστημονικές Επιμορφωτικές Διαλέξεις, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ιανουάριος-Μάρτιος 1994) Σάμψων Αδ., «Νέα στοιχεία για τη Μεσολιθική Περίοδο στον Ελληνικό χώρο», Αρχαιολογία και Τέχνες 61, (Αθήνα 1996)
----------------------------------

Σημειώσεις - Παραπομπές
Πρόλογος

[1] Derrruau M.,
Ανθρωπογεωγραφία, Μ.Ι.Ε.Τ, (Αθήνα 1991): 471.
[2] Fontana W. L., Economic History of Europe, I The Middle Ages, (ed.)
C.M.Cipolla (1972): 144-5.
[3] Ste Croix G.E.M. de, Ο Ταξικός Αγώνας στον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο, από την Αρχαϊκή Εποχή ως την Αραβική Κατάκτηση, Κέδρος, (Αθήνα 1997): 31.
[4] Thomson G., Η Αρχαία Ελληνική Κοινωνία-Το Προϊστορικό Αιγαίο, Κέδρος, (Αθήνα 1989): 247.

Η Πόλη στην Προϊστορία

[1] Γιαννόπουλος Ι., κ.α., Ελληνική Ιστορία, Τομ. Α, Ε.Α.Π. (Πάτρα 1999): 42.
[2] Σάμψων Αδ., «Νέα στοιχεία για τη Μεσολιθική Περίοδο στον Ελληνικό χώρο», Αρχαιολογία και Τέχνες 61, (Αθήνα 1996): 46-51.
[3] Βλ. υπερκείμενο στο www.fhw/chronos/01/gr/nl/housing/index.html.
[4] Πρωτοβερνικωτά (Urfirnis): Κατηγορία αγγείων, τα οποία κατασκευάζονταιαπό εξαιρετικά καθαρό πηλό με σαπωνοειδή υφή. Η επιφάνειά τους καλύπτεται με ένα πρωτόγονο βερνίκι, που δεν είναι παρά αραιωμένος πηλός, απλωμένος στην επιφάνεια του αγγείου με κάποιο ύφασμα.
[5] Μεγαρόσχημο: ορθογώνιο στενόμακρο κτήριο, όμοιο με το μέγαρο, που όμως εφάπτεται σε γειτονικά κτίσματα όμοιου ή διαφορετικού τύπου. Στις πλευρές του είναι δυνατή η προσθήκη βοηθητικών χώρων.
[6] Βλ. υπερκείμενο www.fhw/chronos/01/gr/nl/housing/index.html. [7] Κ. Κωτσάκης, «Ανταλλαγές και Σχέσεις» στο Παπαθανασόπουλος Γ.Α., (εκδ.), Νεολιθικός Πολιτισμός στην Ελλάδα, Ίδρυμα Ν.Π. Γουλανδρή-Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, (Αθήνα 1996): 168-170.
[8] Bernardo-Brea L., «Poliochni. Citta preistorica nell isola di Lemnos, Vol. II Testo e Tavole», Monografie della Scuola Archeologica die Atene e delle Missioni Italiane in Oriente, L' Erma di Bretschneider, (Roma 1976): 21-34. [9] Στην Πολιόχνη διακρίνονται επτά διαφορετικές οικοδομικές φάσεις: 1.Μαύρη-Τελική Νεολιθική-4000 Π.Κ.Ε. 2.Κυανή-Οχύρωση 3.Πράσινη-Πρώιμη Χαλκοκρατία-3000-2300 Π.Κ.Ε. 4.Ερυθρά-Οικιστικό Κενό 5.Κίτρινη-Κοινοτικά Κτήρια 6.Καστανή-Μέση Χαλκοκρατία 7.Ιώδης -Ύστερη Χαλκοκρατία-Οικιστικό Κενό.
[10] Βλ. υπερκείμενο στο www.fhw.gr/chronos/02/islands/gr/index.html
[11] Φάση Αίγινα V (2200-2050 Π.Κ.Ε). Βλ. επίσης υπερκείμενο «Η Εποχή του Χαλκού στην Ηπειρωτική Ελλάδα, Πρώιμη Χαλκοκρατία» στο www.fhw/chronos/03/mainland/gr/index.html
[12] Βλ. Botsford & Robinson, Αρχαία Ελληνική Ιστορία, Μ.Ι.Ε.Τ, (Αθήνα 1995):19.
[13] Βλ. Branigan K., «The Round Graves of Levkas reconcidered», The Annual of the British School at Athens 70, (Αθήνα 1975): 37-49. [14] Mosse Cl., Schnapp-Gourbellion A., Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας (2.000-31 π.Χ), Παπαδήμας, (Αθήνα 1999): 66.
[15] Βλ. Kilian K., «H Mυκηναϊκή Αρχιτεκτονική» στο Ο Μυκηναϊκός Κόσμος, Πέντε Αιώνες Πρώιμου Ελληνικού Πολιτισμού 1600-1100 π.Χ, Υπουργείο Πολιτισμού-Ελληνικό Τμήμα ICOM, (Αθήνα 1988): 35.
[16] Βλ. Eiwagner J.-Donder H., Η Μυκηναϊκή Θρησκεία στο Ο Μυκηναϊκός Κόσμος, Πέντε Αιώνες Πρώιμου Ελληνικού Πολιτισμού 1600-1100 π.Χ, Υπουργείο Πολιτισμού-Ελληνικό Τμήμα ICOM, (Αθήνα 1988): 40.

Η Πόλη στη Γεωμετρική, την Αρχαϊκή και την Κλασική Περίοδο

[1] Βλ Mosse C., Schnapp-Gourbellion A., ό.π.: 130.
[2] Βλ. Polignac F. de, Η Γέννηση της Αρχαίας Ελληνικής Πόλης, Μ.Ι.Ε.Τ., (Αθήνα 2000): 29. «...Οι ανασκαφές στο Λευκαντί της Εύβοιας έφεραν στο φως έναν κόσμο που δεν αντιστοιχεί καθόλου με την εικόνα μιας Ελλάδας τόσο ριζικά φτωχής και απομονωμένης, με τόσο έντονα τα στοιχεία της παλινδρόμησης σε πρωτόγονο στάδιο όσο θα υποθέταμε πριν από είκοσι χρόνια...».
[3] Βλ. υπερκείμενο στο www.fhw.gr/chronos/04/gr/Society/index.html. Επίσης, βλ.
Mosse C., Schnapp-Gourbellion A., ό.π.: 164.
[4]
Στο ίδιο: 159.
[5]
Βλ. Botsford & Robinson, ό.π.: 60.
[6]
Βλ. Polignac F. de, ό.π.: 233. Στους στοχασμούς του για την τέλεια πόλη ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί το βλέμμα ως κριτήριο ελέγχου της χώρας: «Την χώραν θα πρέπει να μπορεί εύκολα να την αγκαλιάσει το βλέμμα (ευσύνοπτον), ώστε να είναι εύκολη η υπεράσπισή της (ευβοήθητον)» (Πολιτικά, 7,5,2/1327 a).
[7] Βλ. Thomson G., ό.π. : 247.
[8] Γιαννόπουλος Ι., κ.α. ό.π.: 62.
[9] Στο ίδιο: 78.
[10]
Βλ. Mosse C., Schnapp-Gourbellion A., ό.π.: 175.
[11]
Βλ. Polignac F. de, ό.π.: 15, Πρόλογος της Claude Mosse. [12] Στο ίδιο: 217.
[13] Βλ. Andrewes A., Αρχαία Ελληνική Κοινωνία, Μ.Ι.Ε.Τ., (Αθήνα 1999): 141.
[14] Βλ. Botsford & Robinson, ό.π.: 318-319.
[15] Βλ. Γιαννόπουλος Ι., κ.αό.π.: 82.
[16] Βλ. Μπούρας Χαρ., «Η Αθήνα κατά την Ελληνιστική Περίοδο», στο Αρχαιολογία της πόλης των Αθηνών-Επιστημονικές Επιμορφωτικές Διαλέξεις, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ιανουάριος-Μάρτιος 1994).
[17] Βλ. Botsford & Robinson, ό.π.: 128.
[18] Βλ. Γιαννόπουλος Ι., κ.α. ό.π.: 72.
[19] Βλ. υπερκείμενο στο http://www2.fhw.gr/chronos/05/gr/society/index.html
[20] Βλ. Botsford & Robinson, ό.π.:.
[21] Βλ. υπερκείμενο στο http://www.fhw.gr/chronos/05/gr/society/index.html
[22] Βλ. Andrewes Α., ό.π.: 181.
[23] Βλ. υπερκείμενο στο http://www.fhw.gr/chronos/04/gr/society/index.html
[24] Ste Croix G.E.M. de, ό.π.: 107.
[25] Βλ. Γιαννόπουλος Ι., κ.α., ό.π.: 244.
[26] Βλ. Andrewes Α., ό.π.: 104: «Όχι βέβαια ότι στην Αθήνα παρακολουθούσαν ταχτικά τις συνεδρίες της εκκλησίας του δήμου περισσότεροι από ένα μικρό ποσοστό (σε εποχή που μπορεί να υπήρχαν ακόμη και 45 χιλιάδες πολίτες με δικαίωμα ψήφου, σπάνια ασκούσαν αυτό το δικαίωμα περισσότεροι από 5 έως 6 χιλιάδες».
[27] Βλ. υπερκείμενο στο http://www2.fhw.gr/chronos/05/gr/society/index.html
[28] Βλ.
Mosse C., Schnapp-Gourbellion A., ό.π.: 365.
[29]
Βλ. Polignac F. de, ό.π.: 46-51.
[30]
Βλ. Andrewes Α., ό.π.: 360.
[31]
Βλ. Botsford & Robinson, ό.π.: 65. Η Πόλη στην Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή Περίοδο

[1] Βλ. Ste Croix G.E.M. de, ό.π.: 379.
[2] Βλ. υπερκείμενο στο http://www.fhw.gr/chronos/06/gr/society/index201.html
[3] Στο ίδιο.
[4] Βλ. Ste Croix G.E.M. de, ό.π.: 381.
[5]
Βλ. Botsford & Robinson, ό.π.: 440.
[6]
Στο ίδιο: 513.
[7]
Βλ. Green P., (ed.), Hellenistic History & Culture, University of California Press, (Los Angeles-Berkeley-London 1993):140.
[8] Mosse C., Schnapp-Gourbellion A.,
ό.π.: 450.
[9]
Στο ίδιο σελ. 440.
[10]
Βλ. Ste Croix G.E.M. de, ό.π.: 387.
[11]
Βλ. υπερκείμενο στο http://www.fhw.gr/chronos/07/gr/society/index32.html
[12]
Βλ. Brunt, P.A., «The Romanization of the local ruling classes in the Roman empire», in: Pippidi, D.M., Assimilation et resistance a la culture greco-romaine dans le monde ancien. Travaux du VIe Congres International d'etudes Classiques, (Paris 1976): 161-173.
[13]
Βλ. Ste Croix G.E.M. de, ό.π.: 399. [14] Βλ. Γιαννόπουλος Ι., κ.α. ό.π.: 208.
[15] Βλ. υπερκείμενο στο http://www.fhw.gr/chronos/07/gr/economy/index40.html

Ο Ξενοφώντας και η πορεία προς την ανάδειξη της Θήβας

Αποτέλεσμα εικόνας για Ξενοφώντας και η πορεία προς την ανάδειξη της ΘήβαςΗ εμπλοκή της Αθήνας στη σύγκρουση των Θηβαίων με τη Σπάρτη έδωσε τη δυνατότητα στη Θήβα να κυριαρχήσει και πάλι στη Βοιωτία: «οι Θηβαίοι, έχοντας υποτάξει τις πόλεις της Βοιωτίας εξεστράτευσαν και στη Φωκίδα». (6,1,1).
 
Οι Σπαρτιάτες έστειλαν τον Κλεόμβροτο με τέσσερα τάγματα και συμμαχικές δυνάμεις, για να βοηθήσουν τους Φωκείς. Τα πολλά μέτωπα που είχαν ανοιχτεί, η φθορά του στρατού και το πληγωμένο γόητρο της Σπάρτης από τις τελευταίες αποτυχίες ήταν τα προμηνύματα της τελικής ήττας που θα επακολουθούσε.
 
Οι Λακεδαιμόνιοι ήταν αδύνατο να εγκαταλείψουν το παιχνίδι της ισχύος, αλλά ταυτόχρονα ήταν απολύτως κατανοητό ότι οι συσχετισμοί άλλαξαν. Αυτός είναι και ο λόγος που δέχτηκαν στην πόλη τους πρέσβεις των Αθηναίων και συμφώνησαν αμέσως στις ειρηνευτικές προτάσεις που κατατέθηκαν: «οι Αθηναίοι, βλέποντας τους Θηβαίους να δυναμώνουν χάρη σαυτούς, δίχως όμως και να συνεισφέρουν στις δαπάνες του ναυτικού ενώ τους ίδιους τους εξαντλούσαν οι πολεμικές δαπάνες, οι επιδρομές από την Αίγινα κι η φρούρηση των εδαφών τους , θέλησαν να δώσουν τέλος στον πόλεμο· έστειλαν λοιπόν πρέσβεις στη Λακεδαίμονα κι έκαναν ειρήνη». (6,2,1).
 
Από την άλλη, όταν έφτασε στη Σπάρτη ο Πολυδάμας από τα Φάρσαλα καταγγέλλοντας τον Ιάσονα ότι έχει συγκεντρώσει τεράστιες δυνάμεις με πάρα πολλούς μισθοφόρους και ασύλληπτο πλούτο κι ότι δίνοντας ιδιαίτερη βάση στη στρατιωτική εκπαίδευση δεν έχει μόνο ποσότητα αλλά και ποιότητα στρατού κατορθώνοντας να υποτάξει και τους Μαρακούς και τους Δόλοπες και τον κυβερνήτη της Ηπείρου, τον Αλκέτα, οι Σπαρτιάτες έκριναν ότι δεν ήταν σε θέση να κάνουν τίποτε. Στο αίτημα του Πολυδάμα να βοηθήσουν τα Φάρσαλα να αντισταθούν στον Ιάσονα, γιατί χωρίς βοήθεια θα ήταν αδύνατο να αντέξουν κι αναγκαστικά θα υποτάσσονταν κι αυτοί κάνοντας τις δυνάμεις του ακόμη πιο αξιόλογες κι ως εκ τούτου πιο επικίνδυνες , οι Λακεδαιμόνιοι απάντησαν αρνητικά.
 
Ακόμη κι όταν ο Πολυδάμας τους εξήγησε ότι ο Ιάσονας φιλοδοξεί να υποτάξει ολόκληρη τη Μακεδονία αποκτώντας εύκολη πρόσβαση σε ξυλεία για δημιουργία στόλου κι ότι διατείνεται ότι είναι σύμμαχος των Θηβαίων και όλων των Βοιωτών κι ότι θα είναι εύκολο να προσεταιριστεί και τους Αθηναίους με την υπόσχεση να τους απαλλάξει για πάντα από τη Σπάρτη οι Σπαρτιάτες «λογάριασαν τα τάγματά τους που βρίσκονταν έξω από τα σύνορα, τα πολεμικά πλοία που διέθετε η Λακεδαίμων σε σχέση με τα πολεμικά των Αθηναίων, καθώς και τον πόλεμο με τους γείτονές τους, κι αποκρίθηκαν ότι για την ώρα δεν ήταν σε θέση να του στείλουν αρκετή βοήθεια· τον συμβούλεψαν λοιπόν να φύγει και να τακτοποιήσει όπως μπορούσε καλύτερα τις υποθέσεις του και τις υποθέσεις της πόλης του». (6,1,17).
 
Η μέχρι πρότινος δυνατότητα για αλλεπάλληλες εκστρατείες στην Όλυνθο δεν υπάρχει πια. Τώρα η Σπάρτη υπολογίζει προσεκτικότερα τις δυνάμεις της κι αποφεύγει τη διασπάθιση, αν δε συντρέχει ιδιαίτερα σοβαρός λόγος. Κι ενώ τα πράγματα φαίνονται να μπαίνουν σε μια τάξη για τους Σπαρτιάτες, ώστε να εστιάσουν τον αγώνα αποκλειστικά εναντίον των Θηβαίων, η συμπεριφορά του Τιμόθεου στη Ζάκυνθο τους οδήγησε ξανά σε εμπόλεμη κατάσταση με την Αθήνα: «Φεύγοντας εκείνος αποβίβασε τους Ζακυνθινούς εξόριστους στην πατρίδα τους. Οι Ζακυνθινοί της πόλης έστειλαν και παραπονέθηκαν στους Λακεδαιμονίους γιαυτά που τους είχε κάνει ο Τιμόθεος. Οι Λακεδαιμόνιοι τότε έκριναν ότι οι Αθηναίοι παραβίαζαν τη συνθήκη· βάλθηκαν λοιπόν πάλι να συγκροτούν ναυτικό, συγκεντρώνοντας κάπου εξήντα πλοία από την ίδια τη Λακεδαίμονα, την Κόρινθο, τη Λευκάδα, την Αμβρακία, την Ήλιδα, τη Ζάκυνθο, την Αχαΐα, την Επίδαυρο, την Τροιζήνα, την Ερμιόνη και τις Αλιές». (6,2,2-3).
 
Έχοντας ναύαρχο το Μνάσιππο επιδίωκαν την κυριαρχία στη θάλασσα με βασική προτεραιότητα την κατάληψη της Κέρκυρας. Ζήτησαν μάλιστα και τη συνδρομή των Συρακουσίων τονίζοντας στον εκεί τύραννο, το Διονύσιο «ότι κι εκείνος είχε συμφέρον να μην εξουσιάζουν την Κέρκυρα οι Αθηναίοι». (6,2,4).
 
Ο Μνάσιππος έπλευσε για την Κέρκυρα έχοντας μαζί του πέρα από τους Λακεδαιμονίους που εκστράτευαν και χίλιους πεντακόσιους μισθοφόρους. (Η κουλτούρα του μισθοφορικού στρατού είχε περάσει πλέον για τα καλά στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Σχεδόν όλες οι πόλεις φρόντιζαν να έχουν και σώματα μισθοφόρων. Ο Ιφικράτης κατάφερε να συντρίψει τις σπαρτιατικές δυνάμεις και στο Λέχαιο και στην Άβυδο διοικώντας κυρίως μισθοφόρους. Ιδιαίτερα μετά την εμπλοκή του Φαρναβάζου, που σκορπούσε λεφτά για να νικηθούν οι Σπαρτιάτες, οι μισθοφόροι θεωρούνταν αξιοσημείωτη δύναμη, την οποία κανείς δεν έπρεπε να υποτιμά).
 
Όταν ο Μνάσιππος έφτασε στην Κέρκυρα, πλιατσικολόγησε τους πλούσιους αγρούς συγκεντρώνοντας ζώα και δούλους. Αμέσως μετά στρατοπέδευσε σένα λόφο απέναντι από την πόλη των Κερκυραίων τοποθετώντας τα πλοία από την άλλη μεριά κι άρχισε να την πολιορκεί στενά: «Οι Κερκυραίοι, που δεν ανεφοδιάζονταν ούτε από τη στεριά ούτε από τη θάλασσα, μια και κυριαρχούσε και στις δύο ο εχθρός, βρέθηκαν σε πολύ στενόχωρη θέση. Έστειλαν λοιπόν να ζητήσουν βοήθεια από τους Αθηναίους, εξηγώντας τους ότι θα χαναν ένα μεγάλο πλεονέκτημα αν τους έπαιρναν την Κέρκυρα οι αντίπαλοί τους, ενώ τούτοι θα κέρδιζαν πολλή δύναμη, γιατί καμιά άλλη πόλη, εκτός βέβαια από την Αθήνα, δεν ήταν σε θέση να δώσει τόσα πλοία και τόσα χρήματα. Κι ακόμα, ότι η θέση της Κέρκυρας ήταν καίρια και σε σχέση με τον Κορινθιακό κόλπο και με τις πόλεις των παραλίων του, αλλά και για τις επιδρομές κατά της Λακωνίας, και προπάντων σε σχέση με την αντικρινή Ήπειρο και με την παράκτια διαδρομή από τη Σικελία στην Πελοπόννησο». (6,2,8-9).
 
Βρισκόμαστε πια στο 374 π. Χ., όταν βλέπουμε να γεννιούνται οι ίδιες πολεμικές συνθήκες, στο ίδιο γεωγραφικό σημείο και με τους ίδιους πρωταγωνιστές. Ο πελοποννησιακός πόλεμος ξεκινά το 431 π. Χ. με την Κέρκυρα να ζητά τη βοήθεια των Αθηναίων για να αποκρούσει τους Κορινθίους και τη συνακόλουθη εμπλοκή της Σπάρτης, που ήταν αδύνατο να μείνει αδιάφορη στη γιγάντωση της Αθήνας.
 
Τα επιχειρήματα που έπεισαν τους Αθηναίους να συνδράμουν στην Κέρκυρα τότε, όπως τα κατέθεσε ο Θουκυδίδης, ήταν ακριβώς τα ίδια μαυτά που αναφέρει τώρα ο Ξενοφώντας: η μεγάλη ναυτική δύναμη του νησιού, που θα ευνοήσει όποιον την έχει σύμμαχο, η αδιαπραγμάτευτης αξίας στρατιωτική θέση και κυρίως η αποφυγή του να δοθεί στον άλλο η ευκαιρία να την προσαρτήσει και να ενισχυθεί με τις δυνάμεις της. Όπως και τότε, έτσι και τώρα οι Αθηναίοι πείθονται και σπεύδουν να βοηθήσουν την Κέρκυρα επιβεβαιώνοντας τους ιστορικούς νόμους του Θουκυδίδη, που θέλουν την αέναη πάλη της ισχύος να υπακούει πάντα στα ίδια καλέσματα.
 
Είναι η φύση της ισχύος αυτή, που εν τέλει κινεί την ιστορία. Ο Θουκυδίδης την μετουσιώνει σε φύση του ανθρώπου, αφού ο άνθρωπος είναι εκείνος που διαμορφώνει τα γεγονότα. Όμως, το να δεχτούμε ότι ο άνθρωπος από τη φύση του έχει μόνο αυτό το πρόσωπο, πέρα από αβάσταχτα απαισιόδοξο (αφού αυτό που δίνεται από τη φύση δεν μπορεί να αλλάξει), ως ένα βαθμό είναι και άδικο. Ο άνθρωπος έχει κι άλλα πρόσωπα. Η χαρά, η αλληλεγγύη, η φιλία, η δικαιοσύνη, η αγάπη, ο σεβασμός, η ευθυμία, η συναδέλφωση αφορούν επίσης τον άνθρωπο. Το ότι αυτά δε φαίνεται να καθορίζουν τη διαμόρφωση της ιστορίας δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν.
 
Παρατηρώντας τον άνθρωπο ως ατομικότητα, μπορούμε να πούμε ότι κανένας δεν είναι απόλυτα καλός ή κακός. Αυτό που μένει είναι ο διαρκής αγώνας για την ανάδειξη των θετικών στοιχείων μέσα από την αγωγή, την παιδεία, τους νόμους, τις αξίες και τα ιδανικά της εκάστοτε πόλης. Και θα ήταν ανακριβές αν λέγαμε ότι ο άνθρωπος δεν προσπαθεί προς αυτή την κατεύθυνση.
 
Αν όμως δούμε τη δράση του ανθρώπου ως συλλογικό υποκείμενο, θα διαπιστώσουμε την ξεκάθαρη κυριαρχία της αδιαλλαξίας, του εγωισμού, της καχυποψίας και του πολέμου. Το ζήτημα είναι η αναζήτηση των μηχανισμών που αναδεικνύουν διαρκώς την αρνητική πλευρά του ανθρώπου υποσκελίζοντας οτιδήποτε άλλο. Κι αυτό προϋποθέτει τη διερεύνηση των βαθύτερων πολεμικών αιτίων θέτοντας ως πρόταγμα τον ανθρώπινο παράγοντα. Η Σπάρτη ξεκίνησε τον πελοποννησιακό πόλεμο επειδή φοβήθηκε τα χειρότερα από τον επεκτατισμό των Αθηναίων. Από την πλευρά της έπραξε σωστά, γιατί πράγματι τα χειρότερα θα έρχονταν.
 
Όμως, αν το δούμε κι από την πλευρά των Αθηναίων τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, οι ενέργειές τους δεν είναι απαλλαγμένες απτο φόβοΔεν είναι μόνο το δέλεαρ των κεκτημένων έναντι του άλλου   ο κυρίαρχος θα γίνει πλουσιότερος αλλά και το αδιαπραγμάτευτο της υπεροχής που θα κάνει τον ισχυρό να μη νιώθει ότι απειλείται. Κι αυτή είναι η λογική «χτύπα όταν μπορείς, γιατί αλλιώς θα σε χτυπήσουν οι άλλοι».
 
Ο κυρίαρχος πριν απόλα νιώθει ασφαλής, αφού κανείς δε θα τολμήσει να τον πειράξει. Η ύψιστη καχυποψία για όλα είναι που βασανίζει τον άνθρωπο από τότε που ήταν πρωτόγονος. Όπως έμαθε να φοβάται το κρύο, να φοβάται το χιόνι, την αρκούδα, τη νύχτα, τα δηλητηριώδη φυτά, τη φωτιά και τις αστραπές, έτσι έμαθε να φοβάται και τους άλλους. Κι αφού έμαθε ότι μόνο αν υποτάξει οτιδήποτε απειλητικό μπορεί να κοιμάται ήσυχος, δεν του έμενε παρά να κυριαρχήσει.
 
Η διαρκής επιφύλαξη απέναντι στους άλλους δημιουργεί την απόσταση. Κι όσο πιο μεγάλη είναι η επιφύλαξη τόσο μεγαλύτερη και η απόσταση. Η καχυποψία που γεννιέται είναι η υποθήκη του φόβου που θα γεννήσει την αγριότητα. Ο άνθρωπος πρώτα γνώρισε τη φύση και μετά έπαψε να τη φοβάται.
 
Βεβαίως, το άγριο πρόσωπο του ανθρώπου μπορεί να είναι σκληρό κι ανελέητο, αλλά χάρη σαυτό κατάφερε να επιβιώσει μέσα σε μια φύση εχθρική. Αν όμως γίνει συνείδηση ότι πλέον δεν το χρειάζεται, γιατί δεν απειλείται, πρέπει πρωτίστως να εξαλείψει τη γενεσιουργό του αιτία: το φόβο.
 
Αλήθεια, ποιος θα μπορούσε να νιώθει ήσυχος στον αρχαίο κόσμο; Ποιος θα μπορούσε να δείξει εμπιστοσύνη στους άλλους; Υπό αυτές τις συνθήκες καμία ειρήνη δε θα μπορούσε να έχει διάρκεια. Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά; Αμέσως μετά την απόκρουση του περσικού κινδύνου οι Σπαρτιάτες προσπαθούσαν να μη χτίσουν τείχη οι Αθηναίοι, για να τους έχουν μόνιμα στο χέρι. Χρειάστηκε να τους εξαπατήσει ο Θεμιστοκλής φέρνοντάς τους προ τετελεσμένου, για να παραστήσουν ότι δήθεν δεν ενοχλήθηκαν κι ότι η πρότασή τους αφορούσε το συνολικό καλό.
 
Ποτέ δεν είχαν σχέσεις εμπιστοσύνης οι δύο πόλεις. Γιαυτό και η άνοδος της μιας ήτανε διαρκής απειλή για την άλλη. Η αναζήτηση της ισχύος είναι το αντιστάθμισμα της ανασφάλειας, καθώς μόνο ο ισχυρός δεν έχει να φοβηθεί τίποτε. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση, αφού τελικά ο ισχυρός είναι εκείνος που διατρέχει τους μεγαλύτερους κινδύνους. Η αρχαία Ελλάδα καταδεικνύει τα αδιέξοδα που καθιστούν την αναζήτηση της ισχύος φενάκη και πηγή της ανθρώπινης δυστυχίας. Ο σύγχρονος κόσμος δε φαίνεται να έχει λάβει το μήνυμα.
 
Ο Μνάσιππος στην πολιορκία της Κέρκυρας δε στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Θεωρώντας ότι η πόλη θα πέσει σίγουρα στα χέρια του υποτίμησε τις δυνάμεις και το σθένος των Κερκυραίων κι ενώ είχε χρήματα απέλυσε πολλούς μισθοφόρους και τους άλλους άρχισε να μην τους πληρώνει. Όταν οι πολιορκημένοι διαπίστωσαν τις ελλείψεις των πολιορκητών, έκαναν έξοδο σκοτώνοντας κι αιχμαλωτίζοντας αρκετούς.
 
Ο Μνάσιππος έσπευσε να βοηθήσει, αλλά πέρα από τους εχθρούς είχε να πολεμήσει και τη δυσφορία των δικών του, που «παρατάχτηκαν όλοι τους με κακή διάθεση και με μίσος εναντίον του σοβαρό μειονέκτημα σώρα μάχης». (6,2,19). Στην αναμέτρηση που ακολούθησε οι Σπαρτιάτες ηττήθηκαν πανηγυρικά και ο Μνάσιππος σκοτώθηκε. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έφτασε και ο στόλος των Αθηναίων, οι οποίοι  είχαν υποσχεθεί βοήθεια στους Κερκυραίους.
 
Τα πλοία της Αθήνας με αρχηγό τον Ιφικράτη έφτασαν στην Κέρκυρα, αφού πρώτα έκαναν το γύρο της Πελοποννήσου μέσα σε κλίμα εντατικής πολεμικής προετοιμασίας. Οι ναύτες βρίσκονταν σε διαρκή εγρήγορση καθόλη την πλεύση κωπηλατώντας συνεχώς και παίρνοντας όλα τα μέτρα προφύλαξης με ενισχυμένες σκοπιές, δείπνο σε εχθρική χώρα, έπαθλα στα καλύτερα πληρώματα, αποβάσεις και σχηματισμούς. Ο Ξενοφώντας σχολιάζει: «Το ξέρω βέβαια ότι όλαυτά είναι συνηθισμένες ασκήσεις και προετοιμασίες όσων προβλέπουν ότι θα χουν να δώσουν ναυμαχία. Εκείνο που επαινώ τον Ιφικράτη ωστόσο είναι ότι, μια κι έπρεπε να φτάσει γρήγορα εκεί που νόμιζε ότι θα χε να ναυμαχήσει με τους εχθρούς, βρήκε τρόπο ώστε μήτε ανίδεοι να ναι οι άνδρες του από τεχνική του πολέμου στη θάλασσα, μήτε όμως και η εκγύμνασή τους να καθυστερήσει την άφιξή τους». (6,2,32).
 
Ο Ιφικράτης κερδίζοντας για μια ακόμη φορά τις εντυπώσεις κατάφερε να εξουδετερώσει και τους Συρακουσίους, που είχαν έρθει να ενισχύσουν το Μνάσιππο, αιφνιδιάζοντάς τους με ξαφνική επίθεση την ώρα που ήταν αγκυροβολημένοι: «Όταν ο Ιφικράτης έφτασε με το στόλο του στο σημείο που είχαν αγκυροβολήσει τα εχθρικά πολεμικά, βρήκε τα πληρώματα των περισσότερων βγαλμένα στη στεριά. Ένα μόνο του Μελανίππου του Ροδίου, που είχε συμβουλέψει τους άλλους να μη μείνουν εκεί και που ο ίδιος είχε επιβιβάσει το πλήρωμά του κι είχε ξεκινήσει ξέφυγε, μόλο που απάντησε τα πλοία του Ιφικράτη· τα πλοία των Συρακουσών, αντίθετα, αιχμαλωτίστηκαν όλα, μαζί με τα πληρώματά τους». (6,2,35).
 
Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ο Ιφικράτης, αφού άφησε τους ναύτες στην Κέρκυρα πήρε τους πελταστές και πέρασε στην Ακαρνανία. Βοήθησε όλες τις συμμαχικές πόλεις και πολέμησε τους Θυριείς. Ακολούθως πήρε περίπου ενενήντα πλοία από την Κέρκυρα και, αφού συγκέντρωσε χρήματα στην Κεφαλληνία, ήταν έτοιμος να ξεκινήσει επιδρομές στα εδάφη των Σπαρτιατών. Τα πράγματα ολοένα και χειροτερεύουν για τη Σπάρτη.
 
Ξενοφώντος: «Ελληνικά», βιβλίο έκτο

Μάθαμε να φταίμε από φόβο μη μας πουν εγωιστές

Σχετική εικόναΜάθαμε να φταίμε. Προκειμένου να μη φταίμε ποτέ, από φόβο μην κάνουμε λάθος ή μην τύχει και μας πουν εγωιστές, μελό και υπερβολικούς οι κριτές των πάντων, μάθαμε να φταίμε πάντα.
 
Αν δε μας φέρθηκαν καλά, φταίμε κι εμείς που τους δώσαμε πάτημα, τροφή, δικαίωμα, το θάρρος. Φταίμε που τους ανοίξαμε τα σπίτια, τις καρδιές, τις αγκαλιές μας. Έπρεπε να αγαπάμε, να δίνουμε, να εμπιστευόμαστε με το ζύγι. Όπως όταν πηγαίνει κανείς στη λαϊκή: – Πόσο κάνει η φιλία που πουλάς; Πόσα θες για την αγάπη σου; Έχω τόσα, τι παίρνω με αυτά; Ξεκάθαρα πράγματα, ξεκάθαροι λογαριασμοί, κλείσαμε. Επιστροφές, δέχεστε;
 
Παζάρια λοιπόν στις σχέσεις, παζάρια και στις ευθύνες. Φταίω, αλλά εσύ φταις περισσότερο. Δεν φταίω όσο εσύ, μα αφού λένε πως ποτέ δε φταίει μονάχα ο ένας, φταίω έτσι κι αλλιώς, σωστά;
Αμ δε. Κάποτε πρέπει να πάψει να υπερτερεί το ενοχικό σύνδρομο έναντι του δίκαιου και της αλήθειας. Να πάψουν οι λογικοί να εκλογικεύουν το συναίσθημα και οι συναισθηματικοί να καταργούν τη λογική.
 
Δε φταις που δε θυσίασες τη ζωή σου προκειμένου να αναστήσεις μια σχέση που πέθανε προτού καν προλάβεις να πεις «αχ». Δε γίνεται να ματώνεις προσπαθώντας να υπομείνεις, να επιμείνεις, να αντέξεις, να αλλάξεις και να φταις κι από πάνω που δεν μάτωσες αρκετά. Δε φταις που δεν μπορείς να σώσεις αυτόν που δε θέλει να σωθεί, δε φταις που δεν μπορείς να γυρίσεις το χρόνο πίσω, δε φταις που είσαι άνθρωπος κι όχι χαλί για να πατά όποιος του κάνει κέφι.
 
Θα υπάρξουν στιγμές που δε θα φέρεις την παραμικρή ευθύνη για τη συμπεριφορά των άλλων, για την πλάτη που σου γυρίζουν, για τα λόγια που πληγώνουν, για τις ευκαιρίες που χάνονται. Θα υπάρξουν και άνθρωποι απαράδεκτοι κι αδικαιολόγητοι στη ζωή σου, άνθρωποι αχάριστοι, εγωιστές, μικρόψυχοι, που θα σε αδικήσουν, θα σε πονέσουν, θα σε προσβάλλουν. Άνθρωποι που θα σε χάσουν – και θα φταίνε αποκλειστικά και μόνο εκείνοι γι’ αυτό.
 
Δε γίνεται να μη φταις καθόλου ή να φταις μονάχα εσύ, αλλά δε γίνεται να φταις πάντα και εσύ.
Θα φταις πάντα και θα φταις απόλυτα, μονάχα όσο υποδύεσαι τον ήρωα που επωμίζεται όλες τις ευθύνες και κόβεις από το δίκιο σου. Θα φταις που θα έχεις βαρύνει τόσο που δεν θα έχεις κουράγιο να πάρεις τα πόδια σου όταν οι γύρω σου θα τρέχουν ανέμελοι, θα φταις που θα θες να σηκώσεις κεφάλι και δε θα μπορείς.
 
Και η ειρωνεία είναι, πως τότε θα σου φταίνε όλοι και όλα – εκτός από εσένα.

Aλλάζουν και χάνονται οι άνθρωποι. Μα πάντα επιστρέφουν…

Αποτέλεσμα εικόνας για Aλλάζουν και χάνονται οι άνθρωποι. Μα πάντα επιστρέφουν…Χάνονται οι άνθρωποι.
Όχι απαραίτητα γιατί χώρισαν ή επειδή τσακώθηκαν κι επέλεξαν να χωριστούν οι δρόμοι τους.  Χάνονται έτσι απλά. Χωρίς σοβαρό λόγο. Χωρίς καμία βαρύγδουπη αιτία.
Χάνονται αθόρυβα όπως βρέθηκαν. Σε μια στροφή της ζωής κρύβεται ό,τι υπάρχει πίσω τους. Καταστάσεις, άνθρωποι. Κι εκείνοι προχωρούν μπροστά. Χωρίς απαραίτητα να θέλουν να αποχωριστούν τους πίσω. Χωρίς κακία, χωρίς πρόθεση.
Μα συμβαίνει.
Έτσι χωμένοι στην καθημερινή τους πραγματικότητα αφοσιώνονται. Σε στόχους, όνειρα, φιλοδοξίες. Και ξεχνούν.
Δεν το θέλουν. Όμως γίνεται.
 
Άνθρωποι που κάποτε αγάπησαν κι αγαπούν ακόμη.
Άνθρωποι που κάποτε στήριξαν, ταυτίστηκαν, διασκέδασαν. Όλοι αυτοί οι συγγενείς, οι φίλοι ή απλά οι καλοί γνωστοί. Άνθρωποι που κάποτε η ζωή, με τους τότε ρυθμούς της τους έφερνε συνέχεια κοντά και τώρα τους έχει απομακρύνει.
Ένα τυπικό “θα τα πούμε” ή “να κανονίσουμε” ή “μη χάνεσαι” μετά από κάποια τυχαία συνάντηση.
Λόγια που δε λέγονται από τυπικότητα όπως όταν βλέπεις κάποιον αδιάφορο στο δρόμο. Λόγια ειλικρινή μαζί με μια εξίσου ειλικρινή απορία: Γιατί χαθήκαμε εμείς;
Λόγια που παρά τις σκέψεις αυτές μένουν στον αέρα.
Ένα τηλέφωνο σε γιορτές κι αργίες. Ή ένα τυπικό μήνυμα.
Και περνά η ζωή και νέα δεδομένα την κατακλίζουν
 
Γιατί;
Γιατί να χάνονται έτσι οι άνθρωποι; Γιατί όσους μοιράστηκαν κάποτε όνειρα, χαρές και λύπες, όσους δημιούργησαν μαζί στιγμές, τους χωρίζει η ζωή;
Χωρίς λόγο.
Απλά συμβαίνει όπως τόσα και τόσα.
Γιατί σε κάθε βήμα αλλάζουν οι άνθρωποι. Όχι για καλό, όχι απαραίτητα για κακό. Απλά αλλάζουν…
Νέα δεδομένα, νέες καταστάσεις, νέοι συμπρωταγωνιστές.
Άλλοτε για καλό κι άλλοτε για κακό.
Κι ολοένα να σκέφτονται με νοσταλγία στιγμές που πέρασαν. Που όμως δεν κυνηγούν να επαναλάβουν.
Άλλες εποχές θα πουν. Περασμένες… Μόνο μπροστά, πάντα μπροστά…
 
Κι όποιος του μέλλει να εμφανιστεί ξανά, με το καλό να έρθει.
Θα τον υποδεχτούν σα φίλο καρδιακό από τα παλιά. Από τη δική τους προσωπική ιστορία που φυλάνε στοργικά σε ένα κουτί αναμνήσεων με κομμένα εισιτήρια συναυλιών και πλοίων.
Και θα είναι λες και συνεχίζουν μια κουβέντα που έχει αρχίσει από καιρό. Που για κάποιο λόγο σταμάτησε και ξεκινά ξανά από το σημείο που την άφησαν.
 
Γιατί έτσι είναι οι επαφές των ανθρώπων που δεν τσακώθηκαν μήτε ψυχράνθηκαν ποτέ.
Δέντρο που διώχνει τα φύλλα του κι εκείνα πεισματικά ξαναφυτρώνουν. Ξανά και ξανά…
Γιατί ο άνθρωπος δε φτιάχτηκε στη μοναξιά. Δεν πλάστηκε γι’αυτή, δεν του ανήκει.
Ακόμη κι αν από καιρούς σε καιρούς την αποζητά σαν φίλη καρδιάκή, έρχονται άλλες ώρες που την αποδιώχνει. Και πολύ καλά της κάνει.
 
Τίποτα σαν τις σχέσεις των ανθρώπων. Τίποτα σαν το σμίξιμο φίλων χαμένων, δίχως λόγο, από καιρό.
Τίποτα σαν την αίσθηση πως πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι να νοιάζονται και να προστρέχουν. Άνθρωποι που θα σηκώσουν το τηλέφωνο, θα χτυπήσουν το κουδούνι και θα εισβάλλουν στο χώρο του καθενός. Στο κομμάτι της ζωής του που κάποτε τους παραχωρήθηκε και δεν το επέστρεψαν ποτέ. Αντίθετα, το κράτησαν για να γυρίσουν όταν πρέπει. Όταν τύχει… Όταν απλά συμβεί ή το κάνουν να συμβεί…
 
Γιατί μπορεί να χάνονται οι άνθρωποι, μα πάντα θα επιστρέφουν…

Αν δεν μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι, ας γίνουμε βαθύτεροι

Οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι ερευνούν τους χώρους του πνεύματος, ενώ στην ουσία περιπλανιώνται μονάχα μέσα σ’ αυτούς.
Η λαμπάδα λυγίζει, αλλά η φλόγα της όχι.
Σκάβεις μυστικά στην ψυχή σου και δεν βρίσκεις χρυσάφι αλλά κάρβουνο; Μην απελπίζεσαι· σκάψε βαθύτερα και σ’ άλλη κατεύθυνση. Και μην ξεχνάς τελικά πως και το κάρβουνο με χρυσάφι αγοράζεται.
Η μετριοπάθεια και η διαλλακτικότητα είναι τα διαπιστευτήρια του πνευματικού ανθρώπου (που αναζητάει πάντα τις αιτίες των πράξεων).
Οι άνθρωποι καλλιεργούνται πνευματικά, άλλοι με την επίγνωση πως έτσι θα ωφελήσουν τα οικονομικά τους συμφέροντα, κι άλλοι με τη βεβαιότητα πως θα τα βλάψουν. Οι δεύτεροι είναι οι εκλεκτοί του πνεύματος.
Η σπατάλη είναι αρετή όταν αφορά το πνεύμα, γιατί αυξάνει το κεφάλαιό του.
Κι ένα τόσο δα φωτάκι καντηλιού δεν μπορεί να το κυριέψει η πανίσχυρη νύχτα.
Είναι ανευλάβεια προς το πνεύμα, να μεταβάλλουμε τον Λόγο σε λόγια και την Τέχνη σε τέχνασμα.
Το πνεύμα συνήθως δεν γεννάει πνεύμα· γεννάει αντίδραση.
Μερικά δείγματα απ’ την παράδοξη συμπεριφορά του πνεύματος: Να εμποδίζεσαι, ακριβώς όταν δεν βρίσκεις εμπόδια. Να τα δίνεις όλα, επειδή δεν σου ζήτησαν τίποτα. Να ευχαριστείς –ενδόμυχα– αυτόν στον οποίο δίνεις.
Ο ευέξαπτος ή blasé τύπος του διανοούμενου, μας πείθει –αντίθετα απ’ αυτό που επιδιώκει– πως τον κούρασε πολύ η πνευματική πορεία. Τούτο όμως σημαίνει πως οι ικανότητές του ήταν μέτριες. Ένα ρωμαλέο πνεύμα ποτέ δεν λυγίζει.
Αφού στο επίπεδο που βρίσκεσαι μάταια προσπαθείς να γίνεις καλύτερος, γίνε βαθύτερος.
Όταν η οικονομική αρχή της τεχνικής «το ελάχιστο της προσπάθειας για το μέγιστο της απόδοσης» εφαρμοστεί στο πνεύμα, τα έργα του πνεύματος ξεπέφτουν ποιοτικά.
Οι καλύτεροι φίλοι των πνευματικών ανθρώπων είναι αυτοί που βρίσκονται στα προπύλαια του ναού του πνεύματος.
Για να χαρακτηριστεί «πνευματικός» ένας άνθρωπος, άλλοτε είναι αρκετό ένα απολυτήριο του Δημοτικού, κι άλλοτε δεν επαρκούν μερικά πτυχία του Πανεπιστημίου.
Αίσθημα δεν σημαίνει απλώς ευαισθησία. Πνεύμα δεν σημαίνει απλώς ευφυΐα.
Η ζωή κινεί το σώμα μας· ο θάνατος το πνεύμα μας.
Δύο φτερά έχει ο άνθρωπος για να πετάει ψηλά: τον νου και την καρδιά. Αν το ένα αχρηστευτεί σέρνεται στη γη σαν ερπετό.
Ο έρωτας και ο πλούτος ο πνευματικός δεν κρύβονται.
Η μεγαλύτερη τροχοπέδη για το πνεύμα του ανθρώπου μιας εποχής, είναι το «πνεύμα της εποχής» του.
Είναι αξιοπρόσεκτο το πόσο εύκολα αυτός που έχει την υλική δύναμη, έχει την ψευδαίσθηση ότι κατέχει και την πνευματική.
Αργά κινούνται στον βυθό τα λίγα μεγάλα ψάρια. Αεικίνητα τρέχουν στα ρηχά τα άφθονα μικρά. Η ίδια εικόνα υπάρχει και στον πνευματικό χώρο.
Ο γεμάτος άνθρωπος είναι θησαυροφυλάκιο ξεκλείδωτο. Ο άδειος, είναι κλειδωμένο. Μην το διαρρήξετε· θ’ απογοητευτείτε.
Για την κορυφή του Ολύμπου μόνο ένα μονοπάτι υπάρχει. Για να παρακάμψεις τον Όλυμπο, υπάρχουν λεωφόροι.
Μη φοβάστε, όταν πέφτει, αυτόν που έχει φτερούγες.

H εσωτερική φωνή που μας κατακρίνει

Αποτέλεσμα εικόνας για η εσωτερική φωνή που μας κατακρίνειΕνοχές. Όλοι οι άνθρωποι τις νιώθουμε. Μας κατατρέχουν και μας βασανίζουν σε διάφορες περιόδους της ζωής μας, αν είμαστε τυχεροί. Αν δεν είμαστε, απλά μένουν μαζί μας για πάντα… Τι είναι στ’ αλήθεια αυτή η εσωτερική φωνή που μας κατακρίνει; Τι κρύβεται από πίσω;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Όταν νιώθουμε ενοχές συνήθως τις βιώνουμε αναφορικά με ένα άλλο άτομο. Φανταζόμαστε ότι έχουμε κάτι το οποίο το έχει πειράξει. Κάτι το οποίο δεν ήταν «σωστό». Κάτι «λάθος». Και τότε κατηγορούμε τον εαυτό μας και του λέμε: «Είσαι άχρηστος». «Ποτέ δε θα μάθεις». «Είσαι βλάκας, πραγματικά». «Πώς μπόρεσες και πάλι έκανες το ίδιο πράγμα;» «Έλεος πια, με αυτή την αδυναμία σου». «Σε σιχαίνομαι!».

Θα μπορούσαμε να επιχειρηματολογήσουμε ότι αυτό το οποίο φανταζόμαστε δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι όλα στο μυαλό μας και το άτομο αυτό δεν έχει πληγωθεί από τη συμπεριφορά μας. Ενώ αυτό θα μπορούσε να είναι ένα ρεαλιστικό σενάριο, παραείναι εύκολο για την ανάλυσή μας. Ας υποθέσουμε πως όντως έχουμε κάνει κάτι το οποίο έχει πειράξει τον άλλον. Έστω, λοιπόν, ότι τα πράγματα είναι ακριβώς όπως τα λέμε και το άλλο άτομο γυρίζει και μας λέει όλα αυτά τα οποία λέμε εμείς στον εαυτό μας. Το ακούμε να μας λέει: «Είσαι άχρηστος». «Ποτέ δε θα μάθεις». «Είσαι βλάκας, πραγματικά». «Πως μπόρεσες και πάλι έκανες το ίδιο πράγμα;» «Έλεος πια, με αυτή την αδυναμία σου». «Σε σιχαίνομαι!».

Ποιο είναι το πρώτο συναίσθημα το οποίο θα μας γεννιόταν αν κάποιος μας έλεγε αυτά τα πράγματα; Ποια θα ήταν η αυτόματη αντίδραση σε μια τέτοιου είδους επίθεση; Θα ήταν να σκύψουμε το κεφάλι και να πούμε «Ναι, έχεις δίκιο;» Οι περισσότεροι οι άνθρωποι (αν όχι όλοι) δε θα έκαναν αυτό όταν αντιμετώπιζαν ανάλογη συμπεριφορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι θα του έλεγαν: «Εγώ άχρηστος; Εγώ βλάκας; Δε μας παρατάς; Με σιχαίνεσαι μια, σε σιχαίνομαι δέκα!». Θα θύμωναν αν άκουγαν κάποιον να τους κατηγορεί με αυτά τα λόγια.

Εδώ είναι όλο το ζουμί! Αυτός ο θυμός είναι που κρύβεται πίσω από τις ενοχές. Είναι θυμός τον οποίο, για κάποιο λόγο, υποσυνείδητα θεωρούμε ότι δεν μπορούμε να εκφράσουμε προς τον άλλον και τον στρέφουμε προς τα εμάς. Κάτι μέσα μας νομίζει πως δεν είναι «σωστό», δεν «πρέπει», δεν δικαιούμαστε, «απαγορεύεται» να θυμώσουμε με τον άλλον. Ίσως επειδή ο άλλος είναι ένας γονέας στο απυρόβλητο, ένας κοντινός σύντροφος, ακόμα και η κοινωνία ολόκληρη, Το συναίσθημα, όμως, υπάρχει. Είναι εκεί και ψάχνει να εκφραστεί. Έτσι, βρίσκει τη μοναδική διαθέσιμη διέξοδο και ξεσπάει επάνω μας. Αποτέλεσμα: Θυμώνουμε με τον εαυτό μας.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο αν νιώθω ενοχές όταν τρώω ένα γλυκάκι ίσως κατά βάθος θυμώνω με την κοινωνία (ή τη μάνα μου, το φίλο μου, κλπ), που θεωρεί ότι μόνο οι αδύνατοι είναι αποδεκτοί. Αν νιώθω ενοχές που ξεγέλασα τον σύντροφό μου, ίσως μέσα μου του θυμώνω που με έφτασε στο σημείο να τον ξεγελάσω. Αν νιώθω τύψεις που είπα ψέμματα στους γονείς μου, ίσως ένας μέρος μου να είναι αγανακτισμένο με το ότι δεν «επιτρέπεται» να εκφράσω την αλήθεια μου. Αν νιώθω τύψεις που πήρα μια «λάθος» απόφαση, ίσως υποσυνείδητα να θυμώνω με το ότι η ανατροφή μου μού επιβάλει να είμαι πάντα «σωστός». Αν νιώθω ενοχές για το ότι απογοήτευσα κάποιον, ίσως βαθύτερα να του θυμώνω για το ότι έχει τόσο μεγάλες απαιτήσεις από εμένα τις οποίες δεν μπορώ να εκπληρώσω.

Η λίστα δεν έχει τέλος και καμία κατάσταση δεν είναι άσπρη μαύρη. Επίσης το γεγονός ότι νιώθω τύψεις δε σημαίνει ότι ο θυμός μου είναι δικαιολογημένος ή όχι. Σημαίνει μόνο ότι υπάρχει. Άλλωστε τι σημαίνει δικαιολογημένος θυμός; Ποιος έχει την εξουσία να τον χαρακτηρίσει έτσι; Κανένας! Αν καταφέρω να αντιληφθώ την πραγματική διάσταση των ενοχών, θα μπορέσω να σταματήσω να κατηγορώ τον εαυτό μου και να μου αφαιρώ πολύτιμη ενέργεια. Θα μου ήταν πιο χρήσιμο να την κατευθύνω στις πραγματικές αιτίες πίσω από το πολύ έντονα δυσάρεστο συναίσθημα που βιώνω, ώστε να επιτύχω να επιλύσω την εσωτερική μου σύγκρουση. Να καταφέρω να με κάνω σύμμαχο και όχι αντίπαλο…

Διότι τότε ο κάθε πολίτης, εντασσόμενος στο σύνολο του λαού, υπερτιμά αλόγιστα τις δυνάμεις του

Αποτέλεσμα εικόνας για Διότι τότε ο κάθε πολίτης, εντασσόμενος στο σύνολο του λαούΟι άνθρωποι αψηφούν τον κίνδυνο της τιμωρίας βασιζόμενοι στην ελπίδα. Ποτέ κανείς δεν διακινδύνευσε χωρίς την ενδόμυχη πίστη πως θα γλιτώσει την τιμωρία.

Πολλοί παράγοντες εξωθούν τους ανθρώπους σε πράξεις άνομες· σ’ άλλους η ανέχεια προσδίδει την τόλμη της απελπισίας, άλλους η εξουσία τους κάνει αλαζονικούς και πλεονέκτες, άλλοι κυριαρχούνται από πάθη αγιάτρευτα απόρροια των συνθηκών της ζωής τους. Η επιθυμία κι η ελπίδα είναι πανταχού παρούσες· η πρώτη σχεδιάζει και η δεύτερη προσβλέπει στην εύνοια της τύχης· και οι δύο μαζί προξενούν μεγάλο κακό στους ανθρώπους, χειρότερο απ’ ότι φαίνεται επειδή είναι αθέατα δεινά. Αλλά κι η τύχη εξωθεί εξίσου σε ανομήματα, καθώς υπάρχουν φορές που εκδηλώνεται απροσδόκητα και ωθεί τους ανθρώπους να διακινδυνεύσουν με μέσα λιγότερα από τα απαιτούμενα.

Τούτο παρατηρείται κυρίως στα κράτη, προκειμένου για τα ύψιστα θέματα της ελευθερίας ή της κυριαρχίας -διότι τότε ο κάθε πολίτης, εντασσόμενος στο σύνολο του λαού, υπερτιμά αλόγιστα τις δυνάμεις του. Γενικά, είναι πολύ μωρός όποιος φαντάζεται ότι με το φάσμα του νόμου ή με οποιοδήποτε άλλο φόβητρο μπορεί να αποτραπεί μια πράξη, που αναβλύζει ασυγκράτητη απ’ την ίδια τη φύση του ανθρώπου. (Γ, 45)

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ

Οι στιλιστικές επιλογές που μπορεί να κάνουν κακό στην υγεία σας

catwalkΟι στιλιστικές επιλογές των γυναικών ενδέχεται να τους προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα που σχετίζονται με τη στάση του σώματός τους ή να συμβάλλουν στην εκδήλωση οσφυαλγίας και αυχενικού συνδρόμου, προειδοποιεί η Βρετανική Ένωση Χειροπρακτικής (BCA).

Τα πολύ στενά τζιν παντελόνια, τα γνωστά skinny jeans, τα ψηλοτάκουνα παπούτσια αλλά και οι υπερμεγέθεις τσάντες είναι μερικά από τα κομμάτια που επιβαρύνουν το γυναικείο σώμα, σύμφωνα με τους ειδικούς. Παρακάτω θα δείτε ποια είναι τα 5 κομμάτια της γκαρνταρόμπας που προκαλούν τα σοβαρότερα προβλήματα, σύμφωνα με τη Βρετανική Ένωση Χειροπρακτικής.


1. Στενά τζιν

Σύμφωνα με την Ένωση, τα skinny jeans περιορίζουν την κινητικότητα ακόμη και σε απλές δραστηριότητες όπως το περπάτημα. «Τα περιοριστικά ρούχα μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια της φυσιολογικής αναπήδησης κατά τον βηματισμό και σε μειωμένη απορρόφηση των κραδασμών, με αποτέλεσμα να ασκείται αυξημένη πίεση στις αρθρώσεις» επισημαίνει η Ένωση.

2. Μεγάλες τσάντες

Οι μεγάλες και βαριές τσάντες αποτελούν συχνή αιτία του πόνου στη μέση, αναφέρει η Ένωση, συμβουλεύοντας τις γυναίκες να μη στηρίζουν ποτέ την τσάντα τους στην εσωτερική πλευρά του αγκώνα, καθώς έτσι ο ένας ώμος επιβαρύνεται περισσότερο από τον άλλο.

3. Μπουφάν με μεγάλη κουκούλα

Η Ένωση εκτιμά ότι οι μεγάλες κουκούλες, ιδιαίτερα εάν έχουν γύρω γύρω αφράτη γούνα, κάνουν τις γυναίκες να καταπονούν τον λαιμό τους στην προσπάθειά τους να δουν.

4. Ψηλοτάκουνα παπούτσια

Τα ψηλά τακούνια αναγκάζουν τη γυναίκα να βάζει το σώμα της σε μια θέση που επιβαρύνει τη σπονδυλική στήλη.

5. Παπούτσια που δεν καλύπτουν τη φτέρνα

Τα εξώφτερνα παπούτσια δεν παρέχουν υποστήριξη στο οπίσθιο τμήμα του πέλματος, αυξάνοντας την καταπόνηση κατά μήκος του ποδιού αλλά και στη μέση.

Άλλες τάσεις της μόδας που η Ένωση χαρακτηρίζει ως επικίνδυνες είναι οι ασύμμετρες φούστες, τα πολύ μακριά μανίκια που καλύπτουν ακόμη την παλάμη και τα βαριά κοσμήματα, όπως κολιέ και σκουλαρίκια.

Δημοσκόπηση της Ένωσης σε 1.062 ανθρώπους έδειξε ότι ένας στους τρεις συμμετέχοντες (ποσοστό 33%) δεν ήταν ενήμερος ότι τα ρούχα και τα αξεσουάρ που επιλέγει μπορεί να επηρεάσουν στη στάση του σώματός του, τη μέση ή τον αυχένα του. Η Ένωση προειδοποιεί ότι οποιοδήποτε κομμάτι της γκαρνταρόμπας περιορίζει την κίνηση ή μας αναγκάζει να στεκόμαστε ή να περπατάμε αφύσικα επηρεάζει αρνητικά το σώμα μας.

Έρευνα: Ποιο το κλειδί για έναν καλύτερο ύπνο

Θες να πετύχεις έναν καλύτερο βραδινό ύπνο; Νέα έρευνα υποστηρίζει πως έχει βρει το κλειδί για καλύτερο βραδινό ύπνο και σε καλεί να μάθεις πως!

Μία νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Current Biology, αποκάλυψε ότι η μεγαλύτερη έκθεση στον ηλεκτρικό φωτισμό και η μικρότερη έκθεση στο ηλιακό φως μπορεί να οδηγήσει σε δυσκολία τόσο στο να κοιμηθείς όσο και στο να ξυπνήσεις.

Όταν οι συμμετέχοντες της έρευνας πήγαιναν για κάμπινκ, όμως, οι κιρκαδικοί ρυθμοί τους ουσιαστικά μηδενίζονταν, ενώ τα επίπεδα μελατονίνης στον οργανισμό τους (η πιο ακριβής ένδειξη για το βιολογικό μας ρολόι) εκτοξεύονταν νωρίτερα, τόσο όταν έπρεπε να ξυπνήσουν όσο και όταν έπρεπε να κοιμηθούν.

Το συμπέρασμα; Η περισσότερη έκθεση στο φυσικό φως του ηλίου βοηθάει το εσωτερικό σου ρολόι να προσαρμοστεί στις εποχικές αλλαγές και σου επιτρέπει να κοιμηθείς γρηγορότερα αλλά και να ξυπνήσεις νωρίτερα.

Η πρότασή μας: Την επόμενη φορά που λόγω δουλειάς ή άλλων υποχρεώσεων θα έχεις κλειστεί μέσα στο σπίτι ή στο γραφείο, φρόντισε να κάνεις μία βόλτα 30 λεπτών για λίγο έξω στη φύση και να αναπνεύσεις λίγο καθαρό αέρα, ώστε να είσαι σίγουρος ότι θα απολαύσεις έναν καλό και ήσυχο βραδινό ύπνο.

Νέα μέθοδος «ξετρυπώνει» τα κρυμμένα μολυσμένα κύτταρα του ιού HIV του AIDS

Αποτέλεσμα εικόνας για Ανοσοποιητικό σύστημαΕπιστήμονες στη Γαλλία, μεταξύ των οποίων μία Ελληνίδα, ανακάλυψαν ένα τρόπο για να ξετρυπώνουν τον ιό HIV του AIDS από τις κρυψώνες του στο σώμα του ασθενούς, όπου «υπνώττει» επί δεκαετίες. Η νέα τεχνική μπορεί να διακρίνει τα υγιή κύτταρα του οργανισμού, από αυτά που έχει μολύνει ο ιός.

Η ανακάλυψη αναμένεται να βοηθήσει στον εντοπισμό των αφανών μολυσμένων κυττάρων και πιθανώς σε κάποια νέα θεραπεία μελλοντικά.

Οι τωρινές θεραπείες στοχεύουν τα κύτταρα του ασθενούς που παράγουν τον ιό, αλλά δεν είναι σε θέση να κάνουν το ίδιο εξίσου αποτελεσματικά με τα αφανή μολυσμένα κύτταρα, που αποτελούν τα «ρεζερβουάρ» του λανθάνοντος ιού. Ειδικότερα, τα μολυσμένα από τον ιό Τ-κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος που κρύβουν τον HIV, είναι δύσκολο να βρεθούν και να καταστραφούν, πράγμα που συνιστά σοβαρό εμπόδιο στις προσπάθειες θεραπείας του AIDS.

Η αξιόπιστη ανίχνευση και απομόνωση αυτών των μολυσμένων κυττάρων αποτελεί μία από τις προτεραιότητες των επιστημόνων εδώ και χρόνια, αλλά έως σήμερα υπήρξε περιορισμένη επιτυχία. Τώρα, όμως, οι ερευνητές των Ινστιτούτων Παστέρ και INSERM, του Εθνικού Κέντρου Ερευνών της Γαλλίας (CNRS) και του Πανεπιστημίου του Μονπελιέ, με επικεφαλής τον ιολόγο Μονσέφ Μπενκιράν, που έκαναν μελέτες σε 12 ασθενείς με AIDS και τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό "Nature", βρήκαν ένα τρόπο να εντοπίζουν μία πρωτεΐνη (CD32a), η οποία βρίσκεται μόνο στην επιφάνεια των μολυσμένων Τ-ανοσοκυττάρων.

Κβάζαρς καταγράφουν τη διαστολή του Σύμπαντος

kbazars-katagrafoun-ti-diastoli-tou-sumpantos
Οι επιστήμονες του προγράμματος BOSS (Baryon Oscillation Spectroscopic Survey), ανακοίνωσαν σε συνέντευξη τύπου την περασμένη Δευτέρα τις παρατηρήσεις τους για το ρυθμό διαστολής του Σύμπαντος στο παρελθόν, ο οποίος διαφέρει από το σημερινό.

Αναπαράσταση του τρόπου με τον οποίο το πρόγραμμα BOSS (Baryon Oscillation Spectroscopic Survey) χρησιμοποιεί τα κβάζαρ για να υπολογίσουν τη διαστολή του Σύμπαντος.

Η ιστορία του Σύμπαντος χωρίζεται χονδρικά σε τρεις εποχές, ανάλογα με το κύριο αίτιο που ευθύνεται για την εξέλιξή του. Τα πρώτα 47.000 χρόνια μετά τη δημιουργία του, στο Σύμπαν επικρατούσε η ακτινοβολία. Στη συνέχεια και για 5 δισεκατομμύρια χρόνια εξελίχθηκε η εποχή της επικράτησης της ύλης, ενώ η τρίτη εποχή στην οποία βρισκόμαστε ακόμη, είναι η εποχή της σκοτεινής ενέργειας.

Οι ερευνητές του BOSS μέτρησαν το ρυθμό διαστολής του Σύμπαντος πριν από 10.8 δισεκατομμύρια χρόνια, μία εποχή στην οποία η σκοτεινή ενέργεια δεν είχε γίνει ακόμη ο βασικός ρυθμιστής στην εξέλιξη του Σύμπαντος. H μέτρησή τους για το ρυθμό διαστολής είναι η πιο ακριβής που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ, με αβεβαιότητα μόλις 2%.

Για να πετύχουν την ακρίβεια αυτή, οι αστρονόμοι παρατήρησαν 164.000 κβάζαρς. Τα κβάζαρ, μακρινοί γαλαξίες με πολύ ενεργές υπερμεγέθεις μαύρες τρύπες στον πυρήνα τους, είναι από τα πιο φωτεινά αντικείμενα στον ουρανό, καθώς τα αντικείμενα που παγιδεύονται από το βαρυτικό πεδίο της μαύρης τρύπας επιταχύνονται προς αυτή και εκπέμπουν ακτινοβολία.

Ο τρόπος για τη μέτρηση της διαστολής του Σύμπαντος, βασίζεται στην ιδέα των Βαρυονικών Ακουστικών Ταλαντώσεων (BAO), ηχητικά κύματα δηλαδή που ταξίδευαν σε περιοχές του πρώιμου Σύμπαντος που περιείχαν ύλη. Επειδή τα κβάζαρ σχηματίζονται σε περιοχές με υψηλή πυκνότητα ύλης, το αποτύπωμα των BAO σε αυτά είναι ισχυρό: μοιάζει με ένα δαχτυλίδι διαμέτρου εκατοντάδων εκατομμυρίων ετών φωτός που περιβάλλει το γαλαξιακό πυρήνα.

Συγκρίνοντας το δαχτυλίδι αυτό με την απόσταση που θα έπρεπε να είχαν διανύσει το κύματα εάν δεν υπήρχε διαστολή στο Σύμπαν, οι ερευνητές εξήγαγαν τα συμπεράσματά τους για τη διαστολή του Σύμπαντος, την εποχή που τα κβάζαρ εξέπεμψαν το φως τους, όταν δηλαδή το Σύμπαν ήταν περίπου 3 δισεκατομμυρίων ετών.

Σύμφωνα το BOSS, το οποίο έχει εξάγει και δεδομένα για το τι συνέβαινε πριν από 6 δισεκατομμύρια χρόνια, η διαστολή του Σύμπαντος σήμερα και στο παρελθόν δεν ήταν η ίδια. Πιστεύεται μάλιστα πως μετά τη Μεγάλη Έκρηξη και αφότου τελείωσε η εποχή του πληθωρισμού, η διαστολή του Σύμπαντος επιβραδύνθηκε αλλά με ένα μυστηριώδη τρόπο άρχισε να επιταχύνεται πριν από 7 δισεκατομμύρια χρόνια.

Οι επιστήμονες πιστεύουν πως οι μετρήσεις αυτές θα βοηθήσουν την κοινότητα να απαντήσει κάποτε στο ερώτημα της φύσης της σκοτεινής ενέργειας. Το BOSS είναι το μεγαλύτερο πρόγραμμα στην τρίτη φάση του Sloan Digital Sky Survey, ένα από τα πιο φιλόδοξα σχέδια στην ιστορία της αστρονομίας που καταγράφει τον ουρανό.

Πώς θα έμοιαζε μία σκουληκότρυπα στο κέντρο του Γαλαξία;

skoulikotrupa
Μία νέα εργασία δύο επιστημόνων του πανεπιστημίου της Σαγκάης ασχολείται με μία υπόθεση που ακούγεται εξωτική: είναι δυνατόν ο Γαλαξίας μας στο κέντρο του να φιλοξενεί μία σκουληκότρυπα;

Οι νόμοι της φυσικής επιτρέπουν την ύπαρξη σκουληκότρυπων, συντομεύσεων δηλαδή στη δομή του χωροχρόνου που ενώνουν μακρινά σημεία -είτε στο ίδιο Σύμπαν, είτε ακόμη και σε άλλα Σύμπαντα.

Ο Τοξότης Α*

Στο κέντρο του Γαλαξία μας πιστεύεται πως βρίσκεται μία υπερμεγέθης μαύρη τρύπα, ο Τοξότης Α*, ένα αντικείμενο με μάζα τέσσερα εκατομμύρια φορές μεγαλύτερη από αυτή του Ήλιου.

Στο συμπέρασμα αυτό οδήγησε τους αστροφυσικούς η έντονη εκπομπή ακτινοβολίας από αυτή τη σχετικά μικρή σχετικά, σε συνδυασμό με την επιρροή της στην κίνηση των γειτονικών σωμάτων.

Σκουληκότρυπες από το παρελθόν

Οι νόμοι της φυσικής όμως επιτρέπουν και την ύπαρξη σκουληκότρυπων, συντομεύσεων δηλαδή στη δομή του χωροχρόνου που ενώνουν μακρινά σημεία -είτε στο ίδιο Σύμπαν, είτε ακόμη και σε άλλα Σύμπαντα.

Η ιδέα πως μία σκουληκότρυπα είναι δυνατό να βρίσκεται στο κέντρο του Γαλαξία δεν είναι νέα. Η παρουσία της σχετίζεται με τις κβαντικές διαταραχές που συνέβαιναν στο πρώιμο Σύμπαν και συντηρήθηκαν μετά την εποχή του κοσμικού πληθωρισμού, όταν το Σύμπαν αυξήθηκε απότομα κατά πολλές τάξεις μεγέθους.

Μία σκουληκότρυπα στο κέντρο του Γαλαξία μάλιστα θα έλυνε και ένα πρόβλημα που αφορά στο σχηματισμό του: πολλοί επιστήμονες θεωρούν πως για το σχηματισμό των γαλαξιών είναι απαραίτητη μία υπερμεγέθης μαύρη τρύπα, που με την έλξη της θα σταθεροποιήσει τη δομή τους.

Για τη δημιουργία τους όμως, οι γιγάντιες μαύρες τρύπες απαιτούν μεγάλο χρονικό διάστημα, μεγαλύτερο πολλές φορές από την ηλικία κάποιων από τους γαλαξίες που παρατηρούμε. Αντίθετα μία σκουληκότρυπα οφείλει την παρουσία της σε φαινόμενα που επικράτησαν αμέσως μετά τη Μεγάλη Έκρηξη.

Μαύρη τρύπα ή σκουληκότρυπα;

Το ερώτημα που προκύπτει λοιπόν είναι εάν μπορεί κανείς να αποφανθεί για το εάν ο Τοξότης Α* είναι μία μαύρη τρύπα ή μια σκουληκότρυπα. Καταφατική είναι η απάντηση σύμφωνα με τους Ζιλόνγκ Λι και Κόσιμο Μπάμπι. Το γεγονός πως μία σκουληκότρυπα είναι πολύ μικρότερη από μία μαύρη τρύπα, είναι το κλειδί στη θεωρία τους.

Οι δύο επιστήμονες έδειναν πως το υπέρθερμο υλικό που περιστρέφεται σε υψηλές ταχύτητες γύρω από μία μαύρη τρύπα έχει διαφορετική μορφή σε σχέση με το αντίστοιχο που περιβάλλει μία σκουληκότρυπα.

Υπολόγισαν μάλιστα τη διαφορά στην εκπομπή υπέρυθρης ακτινοβολίας από τη γύρω περιοχή και δημιούργησαν προσομοιώσεις σε υπολογιστή που μπορούν να βοηθήσουν τους αστρονόμους να αποφανθούν για τη φύση του Τοξότη Α* μέσα στα επόμενα χρόνια.

Για την ώρα η διάκριση αυτή δεν είναι δυνατή, αφού δεν υπάρχει η τεχνική υποδομή για την παρατήρηση του Τοξότη Α* στο υπέρυθρο μήκος κύματος.

Αυτό όμως πρόκειται να αλλάξει σύντομα, καθώς ένα νέο όργανο που προστίθεται στο Πολύ Μεγάλο Τηλεσκόπιο στην Ατακάμα της Χιλής θα έχει αυτή τη δυνατότητα, δίνοντας έτσι τις απαντήσεις στους ερευνητές για το παρελθόν του Γαλαξία.

Το Europa Clipper θα αναζητήσει ζωή στην Ευρώπη

Europe
Η σχεδιαζόμενη αποστολή της Αμερικανικής Διαστημικής Υπηρεσίας (NASA) στον μεγάλο δορυφόρο Ευρώπη του Δία, απέκτησε πλέον την επίσημη ονομασία Europa Clipper. Η ονομασία παραπέμπει στα θρυλικά ιστιοφόρα πλοία τύπου «κλίπερ» (clipper) που έπλεαν στους ωκεανούς της Γης κατά τον 19ο αιώνα. Τα τρικάταρτα πλοία έγιναν διάσημα για την ομορφιά και την ευελιξία τους, μεταφέροντας τσάι και άλλα αγαθά. Η αποστολή επισημοποιήθηκε και θα ξεκινήσει στη δεκαετία του 2020 για τον δορυφόρο του Δία.

Κάτω από την παγωμένη επιφάνεια της Ευρώπης κρύβεται πιθανότατα ένας απέραντος ωκεανός

Η αποστολή Europa Clipper, σχεδιάζεται για εκτόξευση στη δεκαετία του 2020 και θα χρειασθεί ένα ταξίδι αρκετών για να φθάσει στο σύστημα του Δία και των φεγγαριών του. Στόχος της αποστολής, κόστους δύο δισεκατομμυρίων δολαρίων, θα είναι να απαντήσει κατά πόσο η Ευρώπη είναι φιλόξενη για την εμφάνιση μικροβιακής ζωής.

Η Ευρώπη, που έχει διάμετρο περίπου 3.100 χιλιομέτρων, πιστεύεται ότι διαθέτει ένα αλμυρό υγρό ωκεανό κάτω από την παγωμένη επιφάνειά της, πιθανώς και τα χημικά συστατικά που απαιτεί η ζωή. Γι’ αυτό η εξερεύνησή της θεωρείται ζήτημα προτεραιότητας από τους αστροβιολόγους, όπως επίσης η εξερεύνηση του δορυφόρου Εγκέλαδου του Κρόνου.

Η NASA προγραμματίζει το σκάφος Europa Clipper, που θα κινείται με ηλιακή ενέργεια, να κάνει 40 έως 45 κοντινές διελεύσεις από το δορυφόρο του Δία, ώστε να μελετηθεί όσο γίνεται καλύτερα με κάμερες και άλλα όργανα.

H αμερικανική υπηρεσία εξετάζει πάντως το ενδεχόμενο να εκτοξεύσει σε ξεχωριστή αποστολή μια συσκευή που θα αγγίξει την επιφάνεια της Ευρώπης.

Τι πραγματικά σημαίνει φτώχεια!

Μια πλούσια οικογένεια ζει -όπως είναι φυσικό- με όλες τις ανέσεις, απολαμβάνοντας καθημερινά ό,τι επιθυμεί, μόνο που όλα τα μέλη της δείχνουν να μην εκτιμούν τον πλούτο τους. Το αντίθετο, μάλιστα! Είναι τις περισσότερες φορές αχάριστοι, δύσκολα ικανοποιούνται και πάντα ονειρεύονται κάτι παραπάνω από αυτό που έχουν. Ο πατέρας, απογοητευμένος από την αχαριστία, αποφασίζει να ξεκινήσει τη διδαχή από το γιο του και να του δείξει στην πράξη τι σημαίνει πραγματική φτώχεια.

Έτσι επιλέγει μια φτωχή οικογένεια που ζει σε ένα ορεινό χωριό και τον παίρνει μαζί του να περάσουν λίγες μέρες μέσα στην απόλυτη φτώχεια… Όμως τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως ακριβώς θα ήθελε! Το αποτέλεσμα εκπλήσσει όχι μόνο τον ίδιο αλλά και όλους εμάς…

Πέρασαν τρεις μέρες και δύο νύχτες στο χωριό. Στο δρόμο της επιστροφής ο πατέρας γεμάτος αγωνία ρώτησε το γιο του:
“Πώς σου φάνηκε η εμπειρία;”
“Ωραία”, απάντησε ο γιος με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό.
“Και τι έμαθες;”, συνέχισε με επιμονή ο πατέρας.
Ο γιος απάντησε:
- Εμείς έχουμε έναν σκύλο, ενώ αυτοί τέσσερις…
- Εμείς διαθέτουμε μια πισίνα που φτάνει μέχρι τη μέση του κήπου, ενώ αυτοί έχουν ένα ποτάμι δίχως τέλος, με κρυστάλλινο νερό, μέσα και γύρω από το οποίο υπάρχουν και άλλες ομορφιές…
- Εμείς εισάγουμε φαναράκια από την Ασία για να φωτίζουμε τον κήπο μας, ενώ αυτοί φωτίζονται από τα αστέρια και το φεγγάρι…
- Η αυλή μας φτάνει μέχρι το φράχτη, ενώ η δική τους μέχρι τον ορίζοντα…
- Εμείς αγοράζουμε το φαγητό μας, ενώ αυτοί σπέρνουν και θερίζουν γι’ αυτό…
- Εμείς ακούμε CDs. Αυτοί απολαμβάνουν μια απέραντη “συμφωνία” από πουλιά, βατράχια και άλλα ζώα. Και όλα αυτά διακόπτονται πού και πού από το ρυθμικό τραγούδι του γείτονα που εργάζεται στο χωράφι…
- Εμείς μαγειρεύουμε στην ηλεκτρική κουζίνα. Αυτοί ψήνουν στα ξύλα και ό,τι τρώνε έχει θεσπέσια γεύση…
- Εμείς για να προστατευθούμε, ζούμε περικυκλωμένοι από έναν τοίχο με συναγερμό. Αυτοί ζουν με τις πόρτες ορθάνοιχτες, προστατευμένοι από τη φιλία των γειτόνων τους…
- Εμείς ζούμε “καλωδιωμένοι” με το κινητό, τον υπολογιστή, την τηλεόραση… Αυτοί, αντίθετα, “συνδέονται” με τη ζωή, τον ουρανό, τον ήλιο, το νερό, το πράσινο του βουνού, τα ζώα τους, τους καρπούς της γης, την οικογένειά τους…
Ο πατέρας, έμεινε έκπληκτος από τις απαντήσεις του γιου του…
Και ο γιος ολόκληρωσε με τη φράση:
“Σ’ ευχαριστώ, μπαμπά, που μου δίδαξες πόσο φτωχοί είμαστε…”!!!

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ ΦΤΩΧΟΤΕΡΟΙ ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ… ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ…  ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ, ΑΝΤΙ ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΕΙ ΤΟ “ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ”!!!

Πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει τα πολλά, αλλά αυτός που του λείπουν τα λίγα!
Τα σχόλια είναι περιττά…

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Ὑπὲρ τοῦ Ἐρατοσθένους φόνου ἀπολογία (1-5)

Η απολογία του μοιχοκτόνου

Ο λόγος αυτός, που είναι το αριστούργημα του Λυσία, κατά την κρίση φιλολόγων της ολκής του Dobree (nilin hoc generemelius) και του Wilamowitz  (ο «ωραιότερος λόγος» του Λυσία) αποτελεί βασικό κείμενο στις επίκαιρες συζητήσεις για τη θέση της γυναίκας στην Αθήνα της κλασικής εποχής.

Ο λόγος είναι η απολογία του Ευφίλητου, ενός άγνωστου κατά τα άλλα Αθηναίου γεωργού, για τον φόνο του νεαρού Ερατοσθένη, που τον συνέλαβε, όπως ισχυρίζεται, να διαπράττει μοιχεία με τη γυναίκα του μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Ο νόμος δεν επέβαλλε, επέτρεπε όμως στον θιγόμενο να σκοτώσει ατιμωρητί τον μοιχό που συλλαμβανόταν επ᾽ αυτοφώρω. Ο Ευφίλητος παραδέχεται τον φόνο, υποστηρίζει όμως ότι έχει διαπράξει σύννομο φόνο (φόνον δίκαιον). Την εκδοχή του την αμφισβήτησαν οι κατήγοροι (οι συγγενείς του νεκρού), που φαίνεται ότι απέδιδαν τον φόνο σε άλλα κίνητρα και ισχυρίζονταν ότι ο Ερατοσθένης παγιδεύτηκε, οδηγήθηκε διά της βίας μέσα στο σπίτι του Ευφίλητου και σκοτώθηκε, ενώ είχε καταφύγει στην εστία, που παρείχε άσυλο σε όλους. (Στην περίπτωση της μοιχείας φαίνεται ότι επιτρεπόταν το νηποινεὶ κτείνειν, το να σκοτώνει δηλ. κάποιος χωρίς να τιμωρείται, υπό τον όρο ότι ο δράστης δεν είχε παγιδεύσει το θύμα).

Η υπόθεση πιθανότατα εκδικάστηκε στο Δελφίνιο, το δικαστήριο που ήταν αρμόδιο για εκδίκαση υποθέσεων σύννομου φόνου και συνεδρίαζε στο ιερό του Δελφινίου Απόλλωνος. Δεν γνωρίζουμε ποια ήταν η έκβαση ούτε πότε εκφωνήθηκε ο λόγος.

H ασυνήθιστα μακρά διήγηση του λόγου, η οποία συνιστά αφηγηματικό επίτευγμα. Η διήγηση εν προκειμένω δεν αποτελεί μόνο τη βάση για την απόδειξη, λειτουργεί η ίδια με τρόπο έμμεσο -και γι᾽ αυτό ίσως δραστικότερο- ως απόδειξη, αφού συμβάλλει αποφασιστικά στο να διαγραφεί πειστικά ο χαρακτήρας του Ευφίλητου ως ενός ανθρώπου -συχνά "ανθρωπάκου"- που δεν θα ήταν σε θέση να σχεδιάσει και να εκτελέσει το στυγερό έγκλημα που του αποδίδουν οι κατήγοροι.
-----------------
[1] Περὶ πολλοῦ ἂν ποιησαίμην, ὦ ἄνδρες, τὸ τοιούτους ὑμᾶς ἐμοὶ δικαστὰς περὶ τούτου τοῦ πράγματος γενέσθαι, οἷοίπερ ἂν ὑμῖν αὐτοῖς εἴητε τοιαῦτα πεπονθότες· εὖ γὰρ οἶδ᾽ ὅτι, εἰ τὴν αὐτὴν γνώμην περὶ τῶν ἄλλων ἔχοιτε, ἥνπερ περὶ ὑμῶν αὐτῶν, οὐκ ἂν εἴη ὅστις οὐκ ἐπὶ τοῖς γεγενημένοις ἀγανακτοίη, ἀλλὰ πάντες ἂν περὶ τῶν τὰ τοιαῦτα ἐπιτηδευόντων τὰς ζημίας μικρὰς ἡγοῖσθε.

[2] καὶ ταῦτα οὐκ ἂν εἴη μόνον παρ᾽ ὑμῖν οὕτως ἐγνωσμένα, ἀλλ᾽ ἐν ἁπάσῃ τῇ Ἑλλάδι· περὶ τούτου γὰρ μόνου τοῦ ἀδικήματος καὶ ἐν δημοκρατίᾳ καὶ ὀλιγαρχίᾳ ἡ αὐτὴ τιμωρία τοῖς ἀσθενεστάτοις πρὸς τοὺς τὰ μέγιστα δυναμένους ἀποδέδοται, ὥστε τὸν χείριστον τῶν αὐτῶν τυγχάνειν τῷ βελτίστῳ· οὕτως, ὦ ἄνδρες, ταύτην τὴν ὕβριν ἅπαντες ἄνθρωποι δεινοτάτην ἡγοῦνται.

[3] περὶ μὲν οὖν τοῦ μεγέθους τῆς ζημίας ἅπαντας ὑμᾶς νομίζω τὴν αὐτὴν διάνοιαν ἔχειν, καὶ οὐδένα οὕτως ὀλιγώρως διακεῖσθαι, ὅστις οἴεται δεῖν συγγνώμης τυγχάνειν ἢ μικρᾶς ζημίας ἀξίους ἡγεῖται τοὺς τῶν τοιούτων ἔργων αἰτίους·

[4] ἡγοῦμαι δέ, ὦ ἄνδρες, τοῦτό με δεῖν ἐπιδεῖξαι, ὡς ἐμοίχευεν Ἐρατοσθένης τὴν γυναῖκα τὴν ἐμὴν καὶ ἐκείνην τε διέφθειρε καὶ τοὺς παῖδας τοὺς ἐμοὺς ᾔσχυνε καὶ ἐμὲ αὐτὸν ὕβρισεν εἰς τὴν οἰκίαν τὴν ἐμὴν εἰσιών, καὶ οὔτε ἔχθρα ἐμοὶ καὶ ἐκείνῳ οὐδεμία ἦν πλὴν ταύτης, οὔτε χρημάτων ἕνεκα ἔπραξα ταῦτα, ἵνα πλούσιος ἐκ πένητος γένωμαι, οὔτε ἄλλου κέρδους οὐδενὸς πλὴν τῆς κατὰ τοὺς νόμους τιμωρίας.

[5] ἐγὼ τοίνυν ἐξ ἀρχῆς ὑμῖν ἅπαντα ἐπιδείξω τὰ ἐμαυτοῦ πράγματα, οὐδὲν παραλείπων, ἀλλὰ λέγων τἀληθῆ· ταύτην γὰρ ἐμαυτῷ μόνην ἡγοῦμαι σωτηρίαν, ἐὰν ὑμῖν εἰπεῖν ἅπαντα δυνηθῶ τὰ πεπραγμένα.

***
ΠΡΟΟΙΜΙΟ
[1] Θα το εκτιμήσω όλως ιδιαιτέρως, συμπολίτες, αν εσείς εν προκειμένω με δικάσετε έτσι όπως θα δικάζατε τον εαυτό σας, αν συνέβαινε να έχετε πάθει κάτι τέτοιο. Γιατί πιστεύω ακράδαντα ότι, αν κρίνετε τους άλλους όπως θα κρίνατε τον εαυτό σας, δεν είναι δυνατό να υπάρξει έστω και ένας που να μην αισθανθεί αγανάκτηση για όσα συνέβησαν· απεναντίας, όλοι σας θα θεωρήσετε μικρές τις ποινές που προβλέπονται για άτομα με τέτοια πολιτεία.

[2] Και επ᾽ αυτού δεν θα έχετε κρίνει έτσι μόνο εσείς, έτσι έχει κρίνει η Ελλάδα ολόκληρη· γιατί γι᾽ αυτό το αδίκημα και μόνο, εξίσου και στις δημοκρατίες και στις ολιγαρχίες, αναγνωρίζεται σε αυτούς που δεν έχουν καμία δύναμη έναντι εκείνων που είναι πανίσχυροι το δικαίωμα να επιβάλλουν την ίδια τιμωρία, ώστε ο τελευταίος πολίτης να έχει την ίδια αντιμετώπιση με τον πρώτο. Όπως βλέπετε, συμπολίτες, όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι θεωρούν την συγκεκριμένη προσβολή βαρύτατη.

[3] Όσον αφορά επομένως στο μέγεθος της ποινής, νομίζω πως όλοι εσείς έχετε την ίδια γνώμη και πως κανένας δεν αντιμετωπίζει το θέμα τόσο επιπόλαια, ώστε να διανοείται ότι πρέπει να συγχωρούνται όσοι ευθύνονται για τέτοιες πράξεις ή να σκέφτεται ότι τους αξίζει μικρή ποινή.

[4] Από την πλευρά μου, συμπολίτες, οφείλω, πιστεύω, να αποδείξω τούτο: ότι ο Ερατοσθένης διέπραξε το αδίκημα της μοιχείας με τη γυναίκα μου και ότι συνεπώς και εκείνη την διέφθειρε και τα παιδιά μου τα ντρόπιασε και την αξιοπρέπεια τη δική μου την καταρράκωσε μπαίνοντας μέσα στο ίδιο μου το σπίτι· επίσης ότι ανάμεσά μας δεν υπήρχε άλλη έχθρα εκτός από αυτή και πως ό,τι έκανα δεν το έκανα ούτε για χρήματα, προκειμένου από φτωχός να γίνω πλούσιος, ούτε για να έχω κάποιο άλλο όφελος, παρά μονάχα για να αποδοθεί δικαιοσύνη σύμφωνα με τους νόμους.

[5] Εγώ λοιπόν θα σας εκθέσω καταλεπτώς την περίπτωσή μου από την αρχή, χωρίς να παραλείψω τίποτα, λέγοντας απλώς την αλήθεια· τούτο άλλωστε θεωρώ ως την μοναδική μου δυνατότητα σωτηρίας, να καταφέρω δηλαδή να σας εξιστορήσω όλα όσα έγιναν.