Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ: «ΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΤΟΝ ΛΟΓΟ;»

Το εξαίρετο απόσπασμα του Ευριπίδη που αναφέρεται προς το τέλος της Εισαγωγής, δείχνει με σαφήνεια την σημασία της ερώτησης με την οποίαν άνοιγαν οι διαβουλεύσεις στην εκκλησία του δήμου. Ο Ευριπίδης ορίζει την ουσιαστική αυτή ελευθερία και ακόμα την ισότητα όλων με την φράση: «Ποιος έχει γνώμη που ωφελεί την πόλη και θέλει σ’ όλους να την φανερώσει;» Πράγματι η έκφραση ήταν πασίγνωστη, φημισμένη, αλλά εδώ ο Ευριπίδης δεν την παραθέτει με ακρίβεια και κατά κάποιον τρόπο την σχολιάζει, την επεξηγεί. Η φράση ήταν: «Τίς ἀγορεύειν βούλεται;» Μας είναι γνωστή και έχει μείνει περιώνυμη από την αφήγηση του Δημοσθένη, μιας προσωπικής του παρέμβασης σε μια δύσκολη περίσταση, όπου η ερώτηση τέθηκε, επανατέθηκε επανειλημμένα και κανείς δεν παρουσιαζόταν να πάρει τον λόγο, εκτός από τον ίδιο![1]
 
Τελικά το ερώτημα ήταν κοινότοπο- σε κάθε συγκέντρωση μικρή ή μεγάλη με αυτό αρχίζει η συζήτηση. Η πρωτοτυπία έγκειται στην σημασία που αποκτά στην Αθήνα, από το γεγονός ότι απευθύνεται σε όλους τους πολίτες και τους επιτρέπει να παίρνουν αποφάσεις για κάθε σοβαρό ζήτημα. Έτσι βρίσκεται στην αφετηρία της δημοκρατικής αυτής δυναμικής έξαρσης που επιχειρούμενα περιγράψουμε εδώ και θα οδηγήσει την Αθήνα σε τόσο εκπληκτικά επιτεύγματα σε όλους τους τομείς. Εξ’ αιτίας της σπουδαιότητας αυτής πρέπει ξεκινώντας, να συμφωνήσουμε απόλυτα με τα γεγονότα, (άστε να αναζητήσουμε στην συνέχεια, την ψυχολογική και ηθική απήχησή τους.
 
1. Μια δημοκρατία μοναδική στο είδος της
 
Η αρχική πρωτοτυπία που βρίσκεται στην βάση κάθε δημοκρατικού καυχήματος, είναι επομένως ότι αυτό το ερώτημα απευθυνόταν σε όλους τους πολίτες. Κάτι απόλυτα ακριβές: όλοι οι πολίτες από την ηλικία των δεκαοχτώ και άνω είχαν, όχι μόνο δικαίωμα ψήφου, αλλά και δικαίωμα παρέμβασης στην εκκλησία του δήμου. Πρέπει όμως να δώσουμε προσοχή στην λέξη «πολίτες», διότι ούτε οι δούλοι ούτε οι παροικούντες ξένοι είχαν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν ή ακόμα να ψηφίζουν· και πολύ περισσότερο οι γυναίκες! Στις ημέρες μας αυτό προφανώς μπορεί να φαίνεται σκανδαλώδες και πολλοί αγανακτούν. Ίσιας δεν συνειδητοποιούν πόσο φυσικές ήταν οι διακρίσεις αυτές την συγκεκριμένη εποχή. Δεν είναι πολύς καιρός που έχει εξαλειφθεί η δουλεία, όχι όμως και σε ολόκληρο τον πλανήτη· και ακόμα λιγότερος από τότε που απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα οι γυναίκες· ζω ακόμα, λοιπόν στην νεότητά μου οι γυναίκες δεν είχαν δικαίωμα ψήφου στην Γαλλία! Θα ήταν επομένως παράλογο να σταθούμε στην πρώτη αυτή διάκριση, αφού κάτι τέτοιο θα υποδήλωνε υπερβολικά μεγάλη έλλειψη ιστορικής αίσθησης: η απόφαση να δοθεί το δικαίωμα αυτό σε όλους τους πολίτες αποτελούσε θαρραλέα κατάκτηση ισοτιμίας.
 
Φυσικά δεν θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, ότι στην πραγματικότητα ο κάθε πολίτης θα είχε καν διανοηθεί να παρέμβει. Άφηναν τον ρόλο αυτό σε άτομα περισσότερο καταρτισμένα και συνηθισμένα σε δημόσιες ομιλίες ή σε πολιτικές αντιπαραθέσεις. Πρέπει επί πλέον να αναγνωρίσουμε, ότι συνελεύσεις υπήρχαν πάντοτε και ότι αρχικά μόνο οι αρχηγοί των μεγάλων
οικογενειών επενέβαιναν ουσιαστικά σε αυτές και μετείχαν πραγματικά στην άσκηση εξουσίας. Αργότερα κατά την διάρκεια του 5ου αιώνα, βλέπουμε να παρεμβαίνουν άνθρωποι ταπεινής καταγωγής, που ασκούσαν χειρωνακτικά επαγγέλματα: ο Αριστοφάνης τους σαρκάζει για την έλλειψη παιδείας και γενικότερης μόρφωσης. Η δυνατότητα παρέμβασης είχε προβλε- φθεί ήδη από την αρχή: με την εξέλιξη όμως που πραγματοποιήθηκε κατά την διάρκεια του αιώνα, επωφελούνταν ολοένα και περισσότεροι.
 
Πρέπει να ομολογήσουμε επίσης, ότι και μόνη η παρουσία στην εκκλησία αποτελούσε ήδη κάποιο βάρος και πολλοί προσπαθούσαν να το αποφύγουν. Ιδιαίτερα όσοι κατοικούσαν μακριά από την πόλη, στην ύπαιθρο, δεν είχαν φυσικά ιδιαίτερο ζήλο να έρθουν και να παρακολουθήσουν τις συζητήσεις. Αναφέρεται μάλιστα ότι υπήρξε κάποιο εποχή, όπου έσπρωχναν τους ανθρώπους προς την εκκλησία με ένα σχοινί βαμμένο σε κόκκινη μπογιά, (όστε να συμπληρωθεί ο απαραίτητος αριθμός παρόντων. Ο δημοκρατικός ζήλος έφτανε ήδη από τότε στα όρια του! Ήταν σχεδόν αδύνατον να συγκεντρωθούν όλοι οι πολίτες. Οι πιο επίσημες συνελεύσεις έπρεπε να συγκεντρώνουν τουλάχιστον έξι χιλιάδες άτομα, αριθμός που δεν ήταν εύκολο να επιτευχθεί. Υποθέτουμε ότι τις περισσότερες φορές οι Αθηναίοι που παρευρίσκονταν στην εκκλησία, ήταν μερικές χιλιάδες, ίσως δύο ή τρεις ή και λίγο περισσότεροι.
 
Αλλά και έτσι ακόμα, δεν είναι εκπληκτικό; Συγκεντρώνονται μερικές χιλιάδες άτομα σε μια μεγάλη, υπαίθρια, δημόσια πλατεία (την Αγορά ή καμιά φορά την Πνύκα) και δίνεται σε όλους το δικαίωμα του λόγου: μπορεί παρ’ όλα αυτά να ελπίζει κανείς, ότι θα προκύψει κάτι το συνετό; Μετά βίας το φανταζόμαστε. Βλέπουμε μάλλον μια σκηνή τρομερής αναταραχής, με θόρυβο, αταξία και πλήρη έλλειψη σοβαρότητας. Εξάλλου ο Πλάτων, τον 4ο αιώνα, θα αναφέρει ορισμένες συνελεύσεις υπό το πρίσμα αυτό, ώστε πλησιάζει αυτήν την εικόνα. Και όμως, το καθεστώς αυτό λειτούργησε με λαμπρό και αποτελεσματικό τρόπο σε όλη την διάρκεια του 5ου αιώνα, σε όλη την διάρκεια της αθηναϊκής ανεξαρτησίας.
 
Πρέπει να πούμε ότι οι Αθηναίοι είχαν πάρει τα μέτρα τους γι’ αυτό το ενδεχόμενο. Για παράδειγμα η εκκλησία διαβουλευόταν μόνο επάνω σε ολοκληρωμένα κείμενα, που είχε ετοιμάσει μια άλλη ομάδα πολιτών, η Βουλή, το καταστατικό της οποίας διέφερε κάπως, ανάλογα με τις εποχές- γενικά όμως απαρτίζονταν από πεντακόσια άτομα εκλεγμένα διά κλήρου, ηλικίας άνω των τριάντα ετών, που συζητούσαν προηγουμένως και ετοίμαζαν ένα κείμενο, έτσι ώστε η εκκλησία να δίνει συγκεκριμένες απαντήσεις επάνω σε ήδη επεξεργασμένα κείμενα. Έτσι περιοριζόταν κάθε είδους παρατυπία. Οπωσδήποτε το σύστημα λειτουργούσε!
 
Οι προφυλάξεις αυτές δεν είχαν καθόλου σκοπό να περιορίσουν την ισχύ της εκκλησίας του δήμου. Αντίθετα, όταν παρατηρήσει κανείς το σύνταγμα της Αθήνας και τις χρήσεις του, μένει έκπληκτος μπροστά στον αριθμό των προφυλάξεων, που έχουν ληφθεί με την αντίθετη έννοια -εννοώ για να εξασφαλίσουν την απόλυτη κυριαρχία των λαϊκών αποφάσεων και να καταστήσουν αδύνατο να σχηματιστεί στο πλευρό της ένα είδος πολιτικής τάσης, που θα περιόριζε την ισχύ της και θα την υποβίβαζε ή θα την έθετε πιθανόν σε δεύτερη μοίρα. Πρέπει πράγματι να επισημάνουμε το εξαιρετικό αυτό γεγονός: εκτός από τους δέκα στρατηγούς και μερικούς, ελάχιστους υπαλλήλους στα οικονομικά, όλοι οι Αθηναίοι δικαστές εκλέγονταν διά κλήρου, ασκούσαν τα καθήκοντά τους με συλλογικό τρόπο και δεν επανεκλέγονταν! Επί πλέον όφειλαν κάθε χρόνο, όταν αποσύρονταν, να εκθέσουν τα πεπραγμένα τους στην εκκλησία του δήμου. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου η εκλογή διά κλήρου γινόταν από κατάλογο υποψηφίων, που είχαν υποδειχτεί εκ των προτέρων τα πράγματα άλλαξαν στην διάρκεια του αιώνα· στο σύνολό τους όμως οι κανόνες αυτοί παρέμειναν απόλυτα καθοριστικοί. Ακόμα και η Βουλή, η οποία όπως έχουμε πει προετοίμαζε τις αποφάσεις της συνέλευσης, αποτελείτο από άτομα πιο ηλικιωμένα, αλλά και εκείνα εκλεγμένα διά κλήρου, από κατάλογο που είχε καταρτιστεί προηγουμένως και η θητεία τους περιοριζόταν επίσης σε έναν χρόνο. Οι άρχοντες οι οποίοι ήταν κάποτε σημαντικοί και ισχυροί δημόσιοι υπάλληλοι, εκλέγονταν με κλήρο από προκατασκευασμένο κατάλογο και παρέμεναν επίσης εν ενεργεία μόνο έναν χρόνο. Πρέπει ακόμα να προσθέσουμε, ότι ο μόνος θεσμός που απέφυγε την ετήσια αυτή ανανέωση, ο Άρειος Πάγος, αποτελούμενος από τους παλαιούς άρχοντες, είδε τις αρμοδιότητές του να περιορίζονται ξαφνικά και αναγκάστηκε να αρκεστεί σε ένα δικαστικό λειτούργημα, χωρίς κανένα πλέον πολιτικό ρόλο. Από κάθε πλευρά είχαν γίνει τα πάντα, (άστε να παραμένει πλήρης και απόλυτη η λαϊκή παντοδυναμία σε ολόκληρο τον πολιτικό τομέα.
 
Η μοναδική εξαίρεση «φορούσε τους στρατηγούς, οι οποίοι ήταν αξιόλογοι και· ανανεώσιμοι δικαστές. Επί αρκετά χρόνια ο Περικλής έπαιξε ως στρατηγός, τον σημαντικό ρόλο που του αναγνωρίζεται. Πραγματικά ήταν απαραίτητη μια οποιαδήποτε πολιτική κατεύθυνση. Αλλά οι στρατηγοί είχαν εκλεγεί από τον λαό για θητεία ενός έτους και ήταν πιθανότατο να μην επανεκλεγούν. Τέτοια περίπτωση υπήρξε μια φορά, ακόμα και για τον ίδιο τον Περικλή, στην διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Όλα είχαν λοιπόν προβλεφθεί και τακτοποιηθεί, ώστε τίποτα να μην μπαίνει εμπόδιο στην λαϊκή κυριαρχία.
 
Εδώ υπήρξε ένα σχήμα εκπληκτικής δημοκρατίας. Κατά μια έννοια, κανένα καθεστώς δεν θα ήταν δυνατόν να ωθήσει περαιτέρω την λαϊκή εξουσία· και χρειάστηκε μια σπάνια ευφυΐα και επινοητικότητα για να εξασφαλιστεί τόσο αποτελεσματικά η εξουσία αυτή. Παρ’ όλα αυτά ορισμένα χαρακτηριστικά της μπορούν δικαιολογημένα να εγείρουν επικρίσεις και συγκαλυμμένες απειλές.
 
Για εμάς τους σύγχρονους, ορισμένες απλουστεύσεις είναι δυνατόν να ξαφνιάζουν. Στο ίδιο το κείμενο των Ικέτιδων, από όπου ξεκινήσαμε, παρατηρούμε με έκπληξη να υποδηλώνεται το ίδιο αξίωμα μέσα σε τρεις στίχους, όπως και η ίδια η έννοια της ελευθερίας και έπειτα της ισότητας. «Καθάρια τη λευτεριά τα λόγια τούτα δείχνουν: Ποιος έχει γνώμη που αμελεί την πόλη;» «Ποια ισότητα καλύτερη εσύ ξέρεις;» Οι δύο αυτές λέξεις, οι τόσο αγαπητές, μπορούν να εγείρουν κάποιες απορίες.
 
Η πολιτική ελευθερία που εμείς θεωρούμε ότι περιορίζεται στο δικαίωμα της ψήφου, δεν ήταν τότε πλέον αρκετή· αναπτύξαμε στην διάρκεια των αιώνων μια πλήρη ανάλυση των ελευθεριών, που μπορεί να διεκδικήσει ο δημοκρατικός άνθρωπος· για παράδειγμα η ελευθερία έκφρασης, η ελευθερία του τύπου, η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, η ανεξιθρησκία. η ελευθερία στην εργασία κλπ, καθώς και τα δικαιώματα που συνοδεύουν και σηματοδοτούν τις διαφορετικές αυτές ελευθερίες. Και προσοχή! Ανάμεσα στις δύο αυτές καταστάσεις δεν υπήρξε μόνο διαφοροποίηση κλίμακας, αλλά μια βαθειά μεταστροφή. Οι διαφορετικές αυτές ελευθερίες τις οποίες εμείς σήμερα απαιτούμε και υπερασπιζόμαστε, είναι όλες ελευθερίες του ατόμου σε σχέση με το Κράτος. Η διαφορά με την Ελλάδα είναι κεφαλαιώδης: η ελευθερία στην αθηναϊκή δημοκρατία απέρρεε από την Πολιτεία, ήταν η αντανάκλαση της ελευθερίας της Πολιτείας και ποτέ κανείς δεν την διεκδικούσε από την Πολιτεία. Η μέγιστη αυτή καθοριστική διαφορά εξηγεί, γιατί ορισμένοι σύγχρονοι ισχυρίζονται μερικές φορές, ότι οι πολίτες της αθηναϊκής δημοκρατίας δεν είχαν γνωρίσει την ελευθερία, δεν κατείχαν την αληθινή έννοια της ελευθερίας. Αυτό κυρίως βεβαίωνε ο Benjamin Constant μεταξύ άλλων, στην πραγματεία του Περί τον πνεύματος της κατάχτησης καί της υφαρπαγής.[2] Είναι απόλυτα αληθινό, ότι η ελευθερία του Αθηναίοι» πολίτη συνδέεται με την ελευθερία της πόλης, εν σχέση με τις άλλες πόλεις: δεν έβλεπε μακρύτερα. Είναι αναμφισβήτητο ότι εδώ πρόκειται για μια σημαντική διαφορά και μια σοβαρή παράλειψη.
 
Ναι, το ομολογώ όμως, η επιστροφή στον πρώτο αυτόν ορισμό και στην αρχική εκείνη δυναμική έξαρση, δεν μου φαίνεται καθόλου άχρηστη, ακόμα και στις ημέρες μας. Σκέπτομαι ότι κατά κάποιο τρόπο, μάλλον έχουμε κάπως υπερβολικά λησμονήσει. ότι η ατομική μας ελευθερία παραμένει απόλυτα συνδεδεμένη με την ίδια την ελευθερία της Πολιτείας. Όσοι έζησαν εμπειρίες δικτατορίας είτε εμπειρία ξένης κατοχής, ξέρουν σε ποιο βαθμό - από τη μια στιγμή στην άλλη - εξαφανίζονται ταχύτατα τα προνόμια και οι ατομικές ελευθερίες που απολάμβαναν. Όταν χάνεται η προστασία που απορρέει από ένα ελεύθερο Κράτος, μπορεί κανείς να συλληφθεί, να φυλακιστεί, να μην έχει πλέον το δικαίωμα να εκφράζεται ούτε να δημοσιεύει τις απόψεις του. Οι πιο ηλικιωμένοι έχουν όλοι αυτή την εμπειρία στην Γαλλία, όπως και στις γειτονικές χώρες. Η επαφή με την αρχική έννοια μάς θυμίζει την αμοιβαία εκείνη εξάρτηση ατόμου και πολιτείας, τόσο σημαντική για την ελληνική πόλη.
 
Ο Περικλής στον Θουκυδίδη το δηλώνει με έμφαση, τονίζοντας ότι είναι προτιμότερο για τον άνθρωπο να πηγαίνουν άσχημα οι προσωπικές του υποθέσεις σε μια πόλη όπου όλα πάνε καλά, παρά το αντίθετο: διότι αν η πόλη βαδίζει στην καταστροφή της, τα άτομα δεν μπορούν να διατηρήσουν κανένα είδος ευημερίας.[3] Η ελευθερία του λόγου που καθιστούσε τον καθένα υπεύθυνο και πρωταίτιο της δημόσιας ελευθερίας, παραμένει λοιπόν στην βάση των διαφορετικών πολιτικών ελευθεριών, μια έννοια με την οποία καλόν είναι να επανασυνδεόμαστε κατά καιρούς.
 
Το ίδιο ισχύει για την ισότητα. Διότι ας μην ξεχνάμε, το κείμενο του Ευριπίδη αναφορικά με την ισότητα, τελειώνει με αυτές τις λέξεις: «Ποια ισότητα καλύτερη εσύ ξέρεις;» Η ισότητα όλων στον λόγο, η ισότητα στην διαχείριση των κοινών, η ισότητα στην υπευθυνότητα απέναντι στο Κράτος; Θαυμάσια! Δεν πρόκειται όμως καθόλου για την ισότητα, έτσι όπως την εννοούμε σήμερα, που είναι προ πάντων ισότητα κοινωνική, μεταξύ των πολιτών, στην περιουσιακή τους κατάσταση και στον τρόπο ζωής τους. Είναι βέβαιο ότι η Αθήνα γνώριζε την διαμάχη μεταξύ πλούσιων και φτωχών, μεταξύ «μεγάλων» και «μικρών», όπως λέγεται μερικές φορές: οι διαμάχες αυτές υπήρξαν στην αφετηρία της δημοκρατικής προόδου, οι οποίες εξελίχθηκαν στο πολίτευμα που περιέγραψα και σε όλες τις μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν. Ασφαλώς η επιθυμία να εξισωθούν οι συνθήκες μεταξύ των ανθρώπων είναι αξιέπαινη, υγιής και νόμιμη επιδίωξη. Η ισότητα που επικαλείται με ενθουσιασμό ο ήρωας του Ευριπίδη, δεν είναι επομένως η πραγματική ισότητα, όπως την θεωρούμε σήμερα.
 
Νομίζω όμως ότι και εδώ ακόμα, ίσως είναι χρήσιμο να επανακτήσουμε την επαφή με τις πρώτες διεκδικήσεις και τους πρώτους θριάμβους, από τους οποίους ξεκινούν τα πάντα. Πράγματι οι Αθηναίοι είχαν διαπιστώσει, ότι οι μεταξύ τους πολιτικές διαμάχες ήταν γόνιμες και χρήσιμες, αλλά υπό τον όρο να υπόκεινται σε ένα κλίμα συμφωνίας και μιαν αρμονία, όπου όλοι ήταν προ πάντων πολίτες της ίδιας πόλης. Στην ιστορία του 5ου αιώνα θαυμάζω τον τρόπο με τον οποίο, με ένα είδος αιφνίδιου κινήματος, απέρριψαν και προσπάθησαν να ξε- περάσουν αυτές τις εσωτερικές συγκρούσεις, που οδηγούσαν σε εμφύλιο πόλεμο τόσες πόλεις της Ελλάδας. Εμφύλιος πόλεμος λίγο έλειψε να ξεσπάσει το 411 στην Αθήνα, αλλά οι Αθηναίοι συνήλθαν έγκαιρα και μορφοποίησαν έναν πιο μετριοπαθή θεσμό που συμφιλιώνει διάφορες αξίες, στο όνομα μιας νέας έννοιας, που εμφανίζεται την στιγμή εκείνη στα γραπτά κείμενα: η έννοια της ομόνοιας που επικαλείται συναισθήματα κοινά σε όλους.
 
Μερικά χρόνια αργότερα, όταν η Αθήνα ηττήθηκε, η Σπάρτη της επέβαλε ένα καθεστώς που δεν ήταν πλέον δημοκρατικό: οι δημοκράτες επανήλθαν, έδωσαν μάχη, θριάμβευσαν και τότε οι Αθηναίοι ορκίστηκαν να μην ξαναγυρίσουν στο παρελθόν και να συμφιλιωθούν ως ενότητα, όπως και προηγουμένως. Τα παραδείγματα αυτά μπορεί να μας επαναφέρουν χρήσιμες μνήμες μιας κοινότητας, που αντιπαρέρχεται τις διάφορες ανισότητες. Θυμάμαι πόσο στεναχωρήθηκα, όταν μου είπε μια από τις καλύτερες φοιτήτριες μου, το 1968, ότι δεν ήθελε να ασχοληθεί άλλο με την κλασική παιδεία, επειδή η παιδεία αυτή δεν ανήκε σε όλους. Έπρεπε αντίθετα -δεν το καταλάβαινε άραγε;- να προσανατολιστούμε με ζητούμενο να μπορεί να ανήκει η παιδεία αυτή στο ευρύτερο κοινό, κάτι που θα έτεινε να εξελιχτεί. Η επιστροφή στις μεγάλες αξίες που εκφράζονται με τόσο απλό τρόπο στο κείμενο από το οποίο ξεκινήσαμε, μας θυμίζει ότι οι διάφορες ανισότητες οφείλουν να ξεπεραστούν, ότι κυρίαρχη ιδέα παραμένει να είναι όλοι πολίτες με πλήρη δικαιώματα στην ίδια πόλη- έτσι μόνο θα καταφέρουν, ώστε οι διαφωνίες τους να μην θέτουν σε κίνδυνο το κοινό καλό που είναι κτήμα τους.
 
Για μια ακόμα φορά η Ελλάδα μάς προσφέρει όχι πρότυπα, αλλά υψηλές αξίες, τις οποίες οι άνθρωποι της εποχής εκείνης ανακάλυπταν με ενθουσιασμό, τις εφάρμοζαν όσο καλύτερα μπορούσαν και τις κληροδότησαν στους επόμενους αιώνες, για να τις βελτιώσουν και να τις ολοκληρώσουν. Για μια ακόμα φορά οι Έλληνες είχαν καταληφθεί από μια δημιουργική έξαρση, που εξακολουθεί να μας βοηθά. Γι’ αυτό στο Σύνταγμα της Ευρώπης υπήρχε αρχικά ένας σύντομος ορισμός της δημοκρατίας από τον Θουκυδίδη. Ορισμένοι δυσανασχέτησαν διαμαρτυρόμενοι, ότι η δημοκρατία της εποχής του Περικλή δεν αποτελούσε με κανένα τρόπο πρότυπο για το σήμερα και δεν της άξιζε αυτή η τιμή. Ποιος θα ισχυριζόταν κάτι τέτοιο; Η φράση ή μάλλον το σκέλος της φράσης, δεν προσδιορίζει καν το αθηναϊκό πολίτευμα: αρκείται να υπενθυμίσει ότι σύμφωνα με την ίδια την ετυμολογία της λέξης, δημοκρατία είναι η εξουσία του λαού· συγχρόνως καθιστούσε φανερό το γεγονός ότι η δημοκρατία αυτή, που όλοι σήμερα κομπάζουν τόσο επιδεικτικά ότι την κατέχουν, αντιπροσωπεύει ένα ιδανικό που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα, μια λέξη που σφυρηλατήθηκε στην Ελλάδα και κληροδοτήθηκε στην συνέχεια στους ευρωπαϊκούς λαούς.
 
Το γεγονός δεν είναι σοβαρό, αλλά υποδηλώνει και υπογραμμίζει τον χρυσό αυτόν κανόνα, που οφείλουμε να μην παραβλέπουμε ούτε στιγμή: η αρχαία Ελλάδα δεν αποτελεί για μας ένα πρότυπο που πρέπει να ανακαλύψουμε εκ νέου· αυτό που μας προσφέρει είναι το πρωταρχικό αξίωμα, το ιδανικό στο οποίο πρέπει να στοχεύουμε -γενικά τη δυναμική έξαρση που μπορεί ακόμα και σήμερα, να μας βοηθήσει και να μας ενώνει.
 
Εξάλλου πρέπει να το προσδιορίσουμε: οι δυσκολίες που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο καθεστώς, παρουσιάζονται ολοκάθαρα στους Αθηναίους ήδη απο τον 5ο αιώνα.
 
Αποτελεί μεγάλο πρόβλημα να προσπαθεί κανείς να πείσει με τον λόγο ένα πλήθος αρκετών χιλιάδων ατόμων, συγκεντρωμένο σε υπαίθριο χώρο, χωρίς παιδεία και χωρίς εξάσκηση στην πολιτική κριτική, ικανό για κάθε συναισθηματική παρόρμηση! Κάποιες δυσκολίες μπορεί να προέρχονται από τους ρήτορες όταν αγορεύουν, άλλες από το ίδιο το πλήθος που ενδεχομένως κρίνει, όχι σύμφωνα με την λογική, αλλά με τα πάθη του. Η αθηναϊκή ιστορία βρίθει από παραδείγματα παρόμοιων αποφάσεων, όπου το πάθος και οι επιθυμίες του πλήθους υπερισχύουν της σαφής αντίληψης των καταστάσεων. Σε αυτό προστίθεται το γεγονός, ότι ακούγοντας επανειλημμένες παρεμβάσεις, οι άνθρωποι καταλήγουν να απολαμβάνουν την εξέλιξη της λεκτικής μονομαχίας και να παραβλέπουν το ουσιαστικό θέμα που διακυβεύεται. Ο Θουκυδίδης μας δίνει για την εποχή του Κλέωνα, παραδείγματα και των δύο περιπτώσεων: άλλοτε το πλήθος ενθουσιαζόταν και παρασυρόταν σε παλικαρισμούς, όπως στην περίπτωση της Πύλου· άλλοτε ο Κλέων επιπλήττει δριμύτατα τους συμπολίτες του, λέγοντας ότι η προτίμησή τους για τις ρητορείες και τις παραδοξολογίες, τους χάνει να μοιάζουν περισσότερο με ακροατήριο σοφιστών, παρά με άτομα που έχουν επωμιστεί μια πολιτική υπευθυνότητα.
 
Πρέπει όμως να πιστέψουμε τον Κλέωνα; Είναι φανερό ότι παρουσιάζεται άλλος ένας κίνδυνος που αφορά τους ίδιους τους ρήτορες. Αν δεν έχουν κανένα λόγο να διαστρέφουν την αλήθεια, μπορούν να εκφράζονται με σαφήνεια, να γίνονται κατανοητοί και να φαίνονται ότι κόπτονται για το κοινό καλό· αλλά μόλις προέκυπτε κάποιος ανταγωνισμός μεταξύ τους, επιδίωκαν να γίνονται αρεστοί και να συμπεριφέρονται σαν δημαγωγοί.
 
Τόσο ήταν λοιπόν προφανής ο κίνδυνος που απειλούσε μια δημοκρατία, όπως της Αθήνας. Τελικά ανταποκρίνεται στ’ αλήθεια στην περίφημη αυτή φράση που δηλώνει: «Στην Αθήνα όλα εξαρτώνται από τον λαό και ο λαός εξαρτάται από τον λόγο».[4] Ήδη από τον 5ο αιώνα οι Αθηναίοι το έχουν αντιληφθεί και επισημάνει. Ο Θουκυδίδης υπήρξε απόλυτα σαφής στο σημείο αυτό. καταδεικνύοντας την αντίθεση ανάμεσα στον Περικλή και τους διαδόχους του. Δείχνει στην αρχή με ποιον τρόπο ο Περικλής φροντίζει, όταν ο λαός έχει καταβληθεί από τις δυσκολίες του πολέμου, να μην τον συγκεντρώνει σε συνέλευση, ενώ αντίθετα μόλις τα πράγματα βελτιώνονται τον συγκαλεί, για να του εξηγήσει την κατάσταση- και στη γενικευμένη κρίση του, στο κεφάλαιο 13 65, αντιπαραβάλλει τον Περικλή με τους διαδόχους του, ως προς τις σχέσεις τους με τον λαό και τον τρόπο που απευθύνονταν σε αυτόν και γράφει: «Αυτό εξηγείται επειδή ο Περικλής είχε μεγάλο κύρος και μεγάλες ικανότητες και αποδείχτηκε φανερότατα ανώτερος χρημάτων. Ήταν γι’ αυτό, σε θέση να συγκρατεί τον λαό, χωρίς να περιορίζει την ελευθερία του. Δεν παρασυρόταν από τον λαό, αλλά εκείνος τον καθοδηγούσε». Αντίθετα οι διάδοχοί του, ισάξιοι μεταξύ τους, υπέκυψαν στις ανταγωνιστικές φιλοδοξίες τους και επεδίωκαν να είναι αρεστοί στον λαό: «Ο καθένας τους, έχοντας την φιλοδοξία να επικρατήσει εκείνος, κολάκευε το πλήθος στο οποίο έτσι παραδόθηκε η πρωτοβουλία για τις δημόσιες υποθέσεις. Εξαιτίας αυτού, και όπως ήταν επόμενο σε πολιτεία μεγάλη που ασκούσε ηγεμονία επάνω σε άλλες πόλεις, έγιναν και άλλα σφάλματα πολλά». Είναι η ώρα των συγκρούσεων μεταξύ των αρχηγών και η ώρα των δημαγωγών.
 
Τα πλήγματα εναντίον της δημοκρατίας που κατέληξαν στο καθεστώς των δημαγωγών, επισημαίνονται με έμφαση. Ο δυστυχής Οδυσσέας στο θέατρο του Ευριπίδη, γίνεται ο χαρακτηριστικός τύπος αυτής της «φάρας», που επιδιώκει μόνο να κολακεύει, να μηχανορραφεί, να εξαπατά.[5] Και η καταδίκη του Ορέστη μετά την δολοφονία της μητέρας του επικυρώθηκε σε μια συνέλευση, όπου ο λαός αρνήθηκε να ακούσει λογικές απόψεις. Όσο για τον Αριστοφάνη, κατηγορεί ευθέως τον Κλέωνα, διάδοχο του Περικλή και συμπαρατάσσεται έτσι με την ανάλυση του Θουκυδίδη. Η φιλοδοξία των δημαγωγών, η αναταραχή στα λαϊκά πάθη, περιγράφονται με την ίδια νηφαλιότητα, όπως και το κάλλος μιας σωστής δημοκρατίας. Αυτές οι κριτικές μοιάζουν με τις οδηγίες φαρμακευτικών σκευασμάτων, που αναγράφουν έναν τεράστιο κατάλογο παρενεργειών, αφού πρώτα έχουν επαινέσει την ευεργετική τους δράση.
 
Φυσικά πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη μας την προειδοποίηση! Ακόμα όμως και αυτή δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να αμαυρώσει το αξίωμα. Και ούτε μπορεί επίσης να αναστείλει την αρχική ώθηση: κυρίως είναι προφανές, ότι δεν εμπόδισε τα ευεργετικά αποτελέσματα της ώθησης αυτής στον πνευματικό τομέα. Με την υποχρέωση να ξέρει να μιλά και να εξηγεί δημόσια, με την συνήθεια να ακούει και να κρίνει - όντας επίσης υπερήφανη που κατέκτησε μια τέτοια ελευθερία - η Αθήνα βρήκε στην πραγματικότητα, ένα ερέθισμα που θα την οδηγήσει κατευθείαν σε εκπληκτικά επιτεύγματα.
 
2. Μια απαράμιλλη άνθηση
 
Αντιλαμβάνεται κανείς, ότι μια δημοκρατία παρόμοιας σύλληψης, μπορεί να αντιπροσωπεύει ένα έναυσμα σπάνιας δύναμης.
 
Κατ’ αρχήν είναι ολοφάνερο, ότι αποτελούσε το μεγαλύτερο καύχημα των Αθηναίων. Στην πραγματικότητα το καύχημα αυτό προερχόταν από πολλές διαφορετικές πηγές. Ήταν υπερήφανοι για την δύναμή τους, υπερήφανοι για την εξουσία που ασκούσαν στους άλλους Έλληνες, υπερήφανοι για τον πολιτισμό τους, ακόμα και για τον πλούτο μέσα στον οποίον ζούσαν· αλλά ήταν υπερήφανοι επίσης και για. την εσωτερική αυτή ελευθερία. την οποία εκείνοι καθιέρωσαν και ήταν οι ίδιοι αποδέκτες αυτής της ευημερίας. Όπως όλα τα παραπάνω τούς παρείχαν τα μέσα να είναι ειλικρινείς και ικανοποιημένοι στην καθημερινή τους ζωή, έτσι αισθάνονταν άνετα στην ζωή γενικότερα. Όπως τα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στον φόβο και την έλλειψη στοργής, κλείνονται στο εαυτό τους και η ανταρσία είναι η μόνη τους σκέψη, έτσι και τα παιδιά που ανατρέφονται σε έναν ευτυχισμένο περίγυρο, ανοίγονται ευκολότερα σε όλα όσα τα περιβάλλουν. Οι Αθηναίοι ήταν σαν αυτά τα δεύτερα παιδιά· και η υπερηφάνειά τους απηχεί σε όλα τα κείμενα. Ήθελαν να ακούν να δοξάζεται η Αθήνα. Οι αστεϊσμοί του Αριστοφάνη δείχνουν ότι το αίσθημα αυτό ήταν εξαπλωμένο και στους πιο απλούς ανθρώπους. Έτσι κοροϊδεύει στους Αχαρνής, εκείνους που όταν ακούνε να μιλούν για την «ιοστέφανη» Αθήνα,[6] «ακροκάθονται ευθύς στους πισινάκους τους» και προσθέτει: «Κι αν κανένας, για να σας καλοπιάσει λίγο, σας έλεγε την Αθήνα “λιπαρόχωμη” γι’ αυτό το “λιπαρό” ανεβάζατε την τιμή της αντσούγιας».* Η υπερηφάνεια αυτή προερχόταν εν μέρει από το γεγονός ότι η δόξα της Αθήνας ήταν και δική τους δόξα,· επί πλέον βασιζόταν συχνά στην έννοια ότι η Αθήνα ήταν ελεύθερη. Η έκφραση «ελεύθερη Αθήνα» ήταν απόλυτα φυσική τότε· και ο Θουκυδίδης την χρησιμοποιεί μάλιστα μια φορά στον υπερθετικό βαθμό: όταν ο Νικίας καλεί τους Αθηναίους σε μια ύστατη προσπάθεια άμυνας, στο τέλος της εκστρατείας στην Σικελία και τους προτρέπει να πολεμήσουν με όλες τις δυνάμεις τους για την «ελευθερότατη Αθήνα»[7] (Η 69).
 
Αρκεί να δούμε στον σύγχρονο κόσμο μας το κατακτητικό ύφος που παίρνουν οι άνθρωποι, όταν αναγγέλλεται κάποια αθλητική νίκη: αντιλαμβανόμαστε επομένως τι θα μπορούσε να συμβαίνει, όταν οι πολίτες έκριναν ότι επρόκειτο για την δίκη τους, προσωπική νίκη και ότι οι ίδιοι, προσωπικά είχαν συντελέσει άμεσα στο μεγαλείο της!
 
Αλλά τότε έπρεπε να έχουν μάθει να παίζουν έναν τέτοιο ρόλο: ο καθένας παρακινούνταν από κάποιο άλλο συναίσθημα, την φιλοτιμία. Από την στιγμή που όλοι μπορούσαν να παρέμβουν, είναι φανερό ότι τουλάχιστον σε ορισμένους κύκλους τα άτομα επιθυμούσαν να παρέμβουν επιτυχίας και να διακριθούν. Εξάλλου θα παρατηρήσαμε, ότι στο κείμενο των Ικέτιδων με το οποίο ξεκινήσαμε, ο πρωτότυπος στίχος δεν λέει «έτσι μιλά ο καθένας ή σωπαίνει», αλλά: «έτσι διακρίνεται κανείς ή σωπαίνει». Η λέξη «διακρίνεται» δεν είναι η ίδια στο απόσπασμα του Αριστοφάνη για τις αντσούγιες, αποδίδει όμως τον ζήλο αυτό που εξελίσσεται και κάνει τον καθένα να θέλει να μιλά με ευπρέπεια, να πείθει, να κερδίζει τη συναίνεση του λαού.
 
Υπάρχει ένα ωραίο παράδειγμα στον διάλογο του Πλάτωνα Αλκιβιάδης, όπου βλέπουμε πόσο ο νεαρός άντρας χαίρεται με την σκέψη ότι σύντομα θα. μπορεί να παρεμβαίνει, και ο ίδιος και να δίνει συμβουλές στην πόλη. Πάνω σε ποιο θέμα; Ο Σωκράτης τον ταλαιπωρεί με χίλιες ερωτήσεις· αλλά ο νέος άνδρας πιστεύει ότι μπορεί να τα καταφέρει και να διακριθεί: τόσο ένθερμος είναι ο ζήλος του.
 
Με τον τρόπο αυτό αναπτύσσονταν στον λαό της Αθήνας δύο εξίσου σημαντικές τάσεις. Οι κάπως πιο εύποροι, πιο μορφωμένοι, πιο φιλόδοξοι πολίτες θα κάνουν τα πάντα για να μάθουν να αγορεύουν καλύτερα, να συζητούν καλύτερα, να πείθουν καλύτερα. Από την άλλη ο λαός, καθώς καλείται να ακούει και να κρίνει ταχτικά. συνηθίζει σταδιακά και ίσιος αρέσκεται να παρακολουθεί τους συλλογισμούς, τις λεκτικές συγκρούσεις· και γνωρίζοντας ότι εκείνος είναι ο μοναδικός κριτής, θα επιδιώξει ακόμα και να μυηθεί λίγο λίγο στο να κρίνει καλύτερα και να ακούει καλύτερα.
 
Σήμερα μαθαίνουμε κάποια πράγματα και ανακαλύπτουμε ορισμένες ιδέες είτε διαβάζοντας την εφημερίδα μας είτε ακούγοντας ραδιόφωνο είτε ακόμα παρακολουθώντας τηλεοπτικές συζητήσεις- αλλά αυτό γίνεται με παθητικό τρόπο, αφού δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε στην συνέχεια πρακτικά και άμεσα, (άστε να προκύψει κάποιο αποτέλεσμα. Μένουμε εκτός. Στην Αθήνα αντίθετα, η εξοικείωση με τις πολιτικές συζητήσεις ήταν αδιάλειπτη και αφορούσε όλους τους πολίτες: ασκούσε επομένως μια επιρροή, που ποίκιλλε ανάλογα με τις περιπτώσεις, αλλά δρούσε στην πραγματικότητα σε πολλά διαφορετικά επίπεδα.
 
Όλα λοιπόν είχαν διευθετηθεί, ώστε να αναπτυχθεί η τέχνη του λόγου και η τέχνη της πολιτικής συζήτησης. Συμβαίνει όμως αυτή ακριβώς την στιγμή, στην εποχή του Περικλή, να διαδίδεται στην Ελλάδα και κυρίως στην Αθήνα μια νέα διδασκαλία, που ανταποκρίνεται σε αυτή τη ζήτηση: η διδασκαλία των σοφιστών.
 
Οι σοφιστές ήταν σοφοί, είχαν έλθει από διάφορες πόλεις της Ελλάδας, ακόμα και από πολΰ μακρινές από την Αθήνα, αλλά η ακτινοβολία τους μας είναι γνωστή χάρη στην Αθήνα και τους Αθηναίους συγγραφείς. Οι πρώτοι, οι επιφανέστεροι κινούνταν στο περιβάλλον του Περικλή. Τους γνωρίζουμε εν μέρει από τα έργα τους, εν μέρει από την επίδρασή τους και κυρίως από τα κριτικά πορτραίτα τους που μας άφησε ο Πλάτων. Ο Πλάτων περιγράφει στην αρχή του διαλόγου του Πρωταγόρας -όνομα ενός από τους πιο περιώνυμους σοφιστές- τη διέγερση και την αναταραχή που επικράτησε στην Αθήνα, μόλις μαθεύτηκε ότι είχε φτάσει ο μεγάλος εκείνος άντρας και θα άρχιζε να διδάσκει. Τα μαθήματά του ήταν επί πληρωμή και απευθύνονταν προφανώς σε μια προνομιούχα τάξη: για την ακρίβεια απευθύνονταν σε εκείνους οι οποίοι, όπως ο νεαρός Αλκιβιάδης, είχαν αποφασίσει να ορθώσουν το ανάστημά τους κάποια μέρα, για να αποκριθούν στο ερώτημα: «Ποιος θέλει να πάρει τον λόγο;»
 
Τι δίδασκαν λοιπόν οι σοφιστές εκείνοι; Η αλήθεια είναι ότι η διδασκαλία τους ήταν παντός είδους· ήταν αυθεντίες σε διάφορους ειδικούς τομείς και επίσης συνήθιζαν να πραγματεύονται μεθοδικά, φιλοσοφικά ζητήματα, όπως η αλήθεια και η δικαιοσύνη. Προπάντων όμως υπήρξαν καθηγητές ρητορικής· στην λέξη αυτή πρέπει να δώσουμε δύο έννοιες ελαφρά διαφορετικές, αλλά σχετικές. Ορισμένοι όπως ο Γοργίας, ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με την φόρμα, την ποιητική αξία, την εικόνα, το σχήμα, το ύφος. Άλλοι όπως ο Πρωταγόρας, δίδαξαν κυρίως τον τρόπο πολιτικών συζητήσεων και αντιπαραθέσεων. Δεν θα μπορούσαμε λοιπόν να φανταστούμε διδασκαλία καλύτερα προσαρμοσμένη στον σκοπό όλων εκείνων που επιδίωκαν ή το επιθυμούσαν να παρέμβουν στην εκκλησία του όήμου. Στον διάλογο με τίτλο Πρωταγόρας, ο Σωκράτης αναγκάζει τον μεγάλο σοφιστή να παραδεχτεί, ότι αυτή είναι πράγματι η έννοια της διδασκαλίας το\ι και ο τελικός στόχος του ήταν να διαπλάθει καλούς πολίτες. Είναι γεγονός ότι ο διδάσκαλος αυτός της ευφράδειας, του οποίου η φιλοσοφία ήταν ολοκληρωτικά επικεντρωμένη στον άνθρωπο και αδιαφορούσε για τους θεούς, υπήρξε ταυτόχρονα, σε ό, τι αφορούσε την πόλη, ένας άνδρας που ενδιαφερόταν για την παιδεία και την νομική επιστήμη. Για ποιο λόγο οι νεαροί Αθηναίοι δεν είχαν διδαχτεί κοντά του, την τέχνη να αγορεύουν για όλα τα μεγάλα ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος, που απασχολούσαν την εκκλησία του δήμου και για τα οποία επιθυμούσαν να δώσουν την γνώμη τους και να εισακουστούν; Το δικαίωμα της παρέμβασης στην εκκλησία του δήμου και η άμιλλα ως φυσικό επακόλουθο, οδήγησαν στην κατάρτιση της τέχνης του λόγου και γενικά σε μια δεξιότητα στον πολιτικό τομέα.
 
Σε αυτά προστίθεται -με ένα χαρακτηριστικό στοιχείο, στο οποίο θα επανέλθουμε στο επόμενο κεφάλαιο - ότι το δικαίωμα όλων των πολιτών στον λόγο ίσχυε επίσης και για τα δικαστήρια, όπου κάθε φορά δύο αντίπαλες θέσεις έρχονταν σε αντιπαράθεση: οι σοφιστές ήταν αυθεντίες στον τομέα αυτόν. Συνολικά και από κάθε άποψη ήταν λοιπόν οι κυρίαρχοι της συζήτησης και της λεκτικής αψιμαχίας. Με την δική τους επιρροή η συνήθεια εξαπλώθηκε στους καλλιεργημένους κύκλους της Αθήνας, στους ιστορικούς ή τους τραγικούς συγγραφείς: οι λεκτικές αντιπαραθέσεις πολλαπλασιάστηκαν, βασισμένες στην λεπτή τέχνη της συλλογιστικής και στον τρόπο με τον οποίο ανατρέπει κανείς τα επιχειρήματα του αντιπάλου, για να τα χρησιμοποιήσει για δικό του όφελος.
 
Είναι αλήθεια ότι ήδη από το έργο του Ομήρου, η συνήθεια να εκφωνούνται αντιφατικοί λόγοι υπήρχε εδώ και πολύ καιρό και είναι φανερή στις συνελεύσεις - συνελεύσεις πολεμιστών ή ακόμα και θεών. Το είδος όμως αυτού του συστηματικού ζήλου και η εφαρμογή αυτής της μεθόδου, σε κάθε πολιτικό πρόβλημα είναι χαρακτηριστικό των έργων του 5ου αθηναϊκού αιώνα: τα έργα αυτά απηχούν ξαφνικά τα μεν τα δε, σε ένα είδος άνθησης, όπου οι παραλληλισμοί ξεπροβάλλουν με συχνότητα που αιφνιδιάζει, από τον ένα συγγραφέα στον άλλον.
 
Οι επιρροές αυτές αντανακλώνται στα θέματα, όπως και στις μεθόδους συζήτησης.
 
Και ξαφνικά ανακαλύπτουμε ότι η διδασκαλία αυτή άφησε τα ίχνη της σε όλα τα έργα της εποχής εκείνης. Όλα παραθέτουν πολιτικές αντιπαραθέσεις αντάξιες της εκκλησίας· όλα τείνουν να τις χειρίζονται με μια τέχνη, όπου αναγνωρίζει κανείς την διδασκαλία των σοφιστών.
 
Δεν μας εκπλήσσει ότι ο ιστορικός Θουκυδίδης ασχολείται με τα μεγάλα πολιτικά ζητήματα! Αποτελούσαν μέρος του ίδιου του αντικειμένου του. Αλλά θεώρησε σωστό να τα χειριστεί παρεμβάλλοντας στο έργο τους λόγους - που είχε επεξεργαστεί εκ νέου - για να αναδείξει τις προθέσεις των αρχηγών.
 
Πράγματι, συχνότατα υπάρχουν δύο αντικρουόμενοι λόγοι. Πώς πρέπει να τιμωρηθεί η επαναστατημένη πόλη της Μυτιλήνης; Το μεγαλείο της Αθήνας βασίζεται στην αυστηρότητα, απόδειξη κυριαρχίας ή στην σύνεση που απαιτεί την καλή αντιμετώπιση των συμμάχων; Το ερώτημα βέβαια έπρεπε να είχε συζητηθεί στην εκκλησία του δήμου: αναφέρεται στην Ιστορία του Θουκυδίδη με την μορφή μιας σοφά μελετημένης αντιπαράθεσης. Πρέπει να επιχειρηθεί μία εκστρατεία στην Σικελία ή μήπως και εδώ ακόμα είναι προτιμότερη η σύνεση; Ο Νικίας και ο Αλκιβιάδης έρχονται αντιμέτωποι ενώπιον της εκκλησίας και τα επιχειρήματά τους είναι και εκείνα διαμετρικά αντίθετα· επιχειρήματα που ο Θουκυδίδης, στο βιβλίο ΣΤ, ανακατασκευάζει και τονίζει διακριτικά. Μπορεί να συμβαίνει το ίδιο και ενώ­πιον άλλων συνελεύσεων, στην Σικελία για παράδειγμα. Μπορεί να συμβαίνει το ίδιο και σε συγκρούσεις εκτός εκκλησίας ή συνελεύσεων, αλλά σε συμβούλιο στρατιωτικών αρχηγών (όπως στην διάρκεια της Σικελικής εκστρατείας) ή ακόμα ενώπιον δύο στρατευμάτων, όπου οι στρατηγοί εξηγούν αντίστοιχα την τακτική τους (όπως πριν από την ναυμαχία της Ναύπακτου, στο βιβλίο Β). Θα έλεγε κανείς ότι το κλίμα των αμφισβητήσεων ενώπιον του λαού έχει εξαπλωθεί στα πάντα: είναι η γενική ατμόσφαιρα της αθηναϊκής σκέψης άλλωστε. Αλλά συμβαίνει επίσης οι λόγοι vet εκφωνούνται και αρκετά μακριά. Ο Θουκυδίδης βρήκε τον τρόπο να παρουσιάσει μια αντιπαράθεση, όπου στην Σπάρτη οι Αθηναίοι προασπίζονται την παντοκρατορία τους αντικρούοντας την κριτική των Κορινθιών. Ο Περικλής όμως αναλύοντας τις δυνατότητες της Αθήνας στον επερχόμενο πόλεμο, απαντά στην ανάλυση του βασιλιά της Σπάρτης, απευθυνόμενος στους δικούς του. Η ατμόσφαιρα των συζητήσεων στην εκκλησία φαίνεται να επικρατεί παντού.
 
Ασφαλώς υπήρχαν και μεμονωμένοι λόγοι, που ανταποκρίνονται μόνο στις πιέσεις της εκάστοτε στιγμής. Στα βιβλία Α και Β ο Περικλής αγορεύει μόνος, χωρίς να του απαντά κανείς. Το ίδιο συμβαίνει και στους Λακεδαιμονίους πρέσβεις, οι οποίοι έχουν αποσταλεί στην Αθήνα, στο βιβλίο Δ. Και στις δυο περιπτώσεις αυτό σημαίνει, ότι κανείς δεν είναι σε θέση να αντιτάξει λογικά επιχειρήματα.[8] Και στις δυο περιπτώσεις κανένας δεν παρεμβαίνει στην συνέλευση, που να είναι άξιος -κατά τον Θουκυδίδη- να εκφέρει ορθό λόγο.
 
Να όμως, που συναντάμε το αντίστοιχο σε έναν ακόμα πιο αναπάντεχο τομέα: οι τραγωδίες του Ευριπίδη πραγματεύονται τα ίδια θέματα και εφαρμόζουν τις ίδιες μεθόδους!
 
Και εδώ επίσης βλέπουμε vex συζητιούνται οι δικαιολογίες να γίνει ο πόλεμος, για να συνδράμουν τους καταπιεσμένους, και παρ’ όλη την φρίκη που αντιπροσωπεύει ο πόλεμος: είναι η περίπτωση με την τραγωδία Ικέτιδες, όπου συναντάμε επίσης μια λογομαχία περί του καλύτερου πολιτικού συστήματος! Γενικά οι τραγωδίες δεν απομακρύνονται ποτέ πολύ από τα προβλήματα της πόλης είτε πρόκειται για την μοίρα της γυναίκας (Μήδεια) είτε για αυτοκτονία (Ηρακλής Μαινόμενος) είτε για την τύχη των γυναικών που αιχμαλωτίστηκαν στον πόλεμο (σε όλα τα σχετικά με τον Τρωικό πόλεμο έργα).
 
Είναι αλήθεια ότι τα παραπάνω τα συναντάμε ήδη από τις απαρχές της τραγωδίας: στους Πέρσες ο Αισχύλος πραγματεύεται τον πόλεμο- στην Ορέστειά του γίνεται συζήτηση για την δικαιοσύνη και την θέση που κατέχει στην πόλη· αλλού συναντάμε την επίκριση της τυραννίας. Και δεν είναι δυνατόν να αρνηθούμε ότι σε ένα έργο, όπως η Αντιγόνη του Σοφοκλή, κυριαρχεί απόλυτα το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ των νόμων της πόλης και των ηθικών ή θρησκευτικών κανόνων. Το θέμα αυτό όμως τίθεται με έμφαση στον Ευριπίδη και φαίνεται να κυριαρχεί σε όλο το πεδίο.
 
Επί πλέον ο Ευριπίδης το καθιστά από τότε αντικείμενο αληθινών διενέξεων -τακτικές και δεξιοτεχνικά διατυπωμένες- σύμφωνα με όλες τις συνήθειες που προβλήθηκαν από τους σοφιστές. Η λογομαχία (αγών λόγου) συναντάται σε όλες σχεδόν τις τραγωδίες· ενίοτε μάλιστα υπάρχουν πολλές στην ίδια τραγωδία: θα έλεγε κανείς ένα είδος στερεότυπου με αναγνωρισμένους πλέον κανόνες.
 
Μπορούμε να προσθέσουμε ότι το ίδιο ισχύει και στον Αριστοφάνη, όταν για παράδειγμα έρχονται αντιμέτωπες η αρχαία και η νέα παιδεία (Νεφέλες). Παντού το ίδιο πνεύμα αναβλύζει και διαχέεται: μπορούμε να δούμε εδώ τους καρπούς της δημοκρατικής έξαρσης, να μεταδίδονται στα έργα του πνεύματος.
 
Και όμως η τεχνική αυτή δεινότητα φαίνεται κάπως υπερβολικά τεχνική και, η τέχνη της ρητορικής - φαινομενικά αποκλειστικό προνόμιο των διανοουμένων - σχεδόν επίφοβη. Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται το θαύμα: οι κίνδυνοι του λόγου έγιναν γρήγορα αντιληπτοί στην Αθήνα, ξεπήδησαν με μια νέα αντιπαράθεση που τροφοδότησε αυτή την φορά τις συζητήσεις των φιλοσόφων. Η δημοκρατική έξαρση συγκρουόμενη σε μια δυσκολία, έγινε η αφετηρία νέου εμπλουτισμού: η πρακτική της εφαρμογής της δημοκρατίας, ανακίνησε το ζήτημα του λόγου και της αλήθειας!
 
Η δημοκρατία μπορεί να εκτραπεί στην εξουσία των δημαγωγών που κολακεύουν τον λαό, αντί να του δίνουν σωστές συμβουλές: ομοίως η τέχνη του λόγου μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς εξαπάτηση. Ο Πλάτων το επισημαίνει έντονα. Επινόησε, στον Γοργία έναν οπαδό των σοφιστών, ο οποίος στην πραγματικότητα δεν επιδιώκει, με ύλη αυτή την λεκτική επιτηδειότητα. παρά να ικανοποιήσει την προσωπική του φιλοδοξία και να αντιταχθεί στην δικαιοσύνη. Η εικόνα αυτή της κατάχρησης της σοφιστείας, φέρει το όνομα Καλλικλής και συμπληρώνεται από μια γελοιογραφία ορισμένων ησσόνων σοφιστών, οι οποίοι πράγματι δεν σκέφτονται, παρά μόνο πώς θα προβληθούν, αδιαφορώντας και για το καλό και για την αλήθεια. Κατάφερα να γράψω πριν λίγο καιρό το βιβλίο Μεγάλοι σοφιστές στην εποχή τον Περικλή, όπου προσπάθησα να αντιτάξω τους πρώτους σοφιστές, τους πραγματικούς δασκάλους, με εκείνους οι οποίοι λίγο αργότερα άξιζαν αυτές τις μομφές. Χωρίς αμφιβολία υπήρχε στην σοφιστική κάποιος κίνδυνος εξέλιξης, που εμπεριέχεται στο ίδιο το αξίωμα μιας τέτοιας διδασκαλίας. Πάντως το ζήτημα του λύγου και της σχέσης του με την αλήθεια κυριαρχεί από την στιγμή εκείνη στην σκέψη της διανόησης. Θα ήθελα να θυμίσω πάσο υπερήφανοι ήταν οι Αθηναίοι δημοκράτες την εποχή του Περικλή, για την προσφυγή αυτή στον λύγο. Στον Επιτάφιο που ο Θουκυδίδης αποδίδει στον Περικλή, διαβάζουμε αυτή την έξοχη διατύπωση: «Εμείς οι ίδιοι κρίνομε και αποφασίζομε για τα ζητήματα μας και θεωρούμε ότι ο λόγος δεν βλάφτει το έργο. Αντίθετα, πιστεύομε πως βλαβερό είναι το να αποφασίζει κανείς χωρίς vet έχει φωτιστεί» (Β 40, 2). Ο σοφιστής Γοργίας μιλάει για την μαγεία του λόγου, στον οποίον τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί: και αυτό είναι ήδη κάπως ανησυχητικό. Οι επιθέσεις του Πλάτωνα είναι ολοφάνερα ακόμα πιο επίφοβες και ακόμα πιο απόλυτες. Ίσως να μην είναι ιδιαίτερα δίκαιες όσον αφορά την λεκτική αντιπαράθεση, όπου οι δυο απόψεις παρουσιάζονται πλάι πλάι παραχωρώντας στον ακροατή ή τον αναγνώστη την δυνατότητα επιλογής: σε αυτό θα επανέλθουμε. Πάντως οι επιθέσεις υπήρξαν έντονες και σοβαρές. Αλλά ο λόγος έπρεπε και αυτός να βρει τους υποστηρικτές του. Και τον 4ο αιώνα σαν απάντηση στον Πλάτωνα, ο Ισοκράτης θα υπερασπιστεί εκ νέου τον λόγο, καθώς και μια ρητορική που δεν επιδιώκει να εξαπατήσει, αλλά παραμένει το πιο ασφαλές εργαλείο της προόδου του ανθρώπου. Σε ένα περίφημο κείμενο πλέκει το εγκώμιο του λόγου, δείχνοντας ότι προΐσταται σε όλες τις μεγάλες δημιουργίες του ανθρώπου και είναι επίσης χρήσιμος και στον ηθικό τομέα.
 
Με το ωραίο αυτό εγκώμιο του λόγοι», που εμφανίζεται δυο φορές στο έργο του,[9] ο λόγος γίνεται το ίδιο το μέσον για κάθε πολιτισμό και κάθε πρόοδο- χρησίμεψε στην ίδρυση των πόλεων, στην δημιουργία νόμων, ενέπνευσε στον καθένα μια ορθότερη σκέψη. Και ξαναβρίσκουμε τότε ευρύτερη την εμπιστοσύνη που εκθειάζει ο Περικλής στον Επιτάφιο. Ο κύκλος λοιπόν έχει κλείσει. Και δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, αφού ο Ισοκράτης σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, ασχολείται με την πολιτική της Αθήνας και επιθυμεί μια μετριοπαθή δημοκρατία, μακριά από ιμπεριαλιστικές τάσεις και πιστή στις μεγάλες παραδόσεις της.
 
Εξάλλου πώς να μην αναγνωρίσουμε τον ρόλο του λόγου και της συζήτησης στον πρακτικό τομέα; Και πολύ περισσότερο, αν μια μεμονωμένη ομιλία μπορεί να είναι παραπλανητική, ποιο είναι το καλύτερο μέσον να κρίνουμε, από το να βλέπουμε δύο αντίθετες απόψεις να έρχονται αντιμέτωπες και να παρουσιάζουν με την σειρά τα επιχειρήματα, που θα βαρύνουν υπέρ της μιας ή της άλλης;
 
Ο κίνδυνος για την δημοκρατία υπήρξε η δημαγωγία· τα αρχαία κείμενα τον έχουν επισημάνει πάμπολλες φορές· οι κίνδυνοι που υποκρύπτονται στον λόγο και στην ρητορική έχουν επίσης καταγγελθεί σαφέστατα- αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν μπορεί να πλήξει ούτε την ανάγκη να προσφεύγουμε στα παραπάνω ούτε την ομορφιά να ξέρουμε ότι προσφεύγουμε για καλό σκοπό. Αποτέλεσαν μια διεύρυνση για το πνεύμα.
 
Οι διενέξεις που συναντάμε στον Θουκυδίδη, στον Ευριπίδη ή στον Αριστοφάνη αποτελούσαν επομένως μέρος αυτής της δυναμικής πνοής, που ωθούσε τελικά τους Αθηναίους στην αναζήτηση της αλήθειας.
 
3. Η αναζήτηση μιας συγκεκριμένης αλήθειας
 
Μπορούμε μάλιστα να επιχειρήσουμε να προχωρήσουμε πιο πέρα και να υποθέσουμε την ύπαρξη ενός δεσμού, που θα συνέδεε την δημοκρατική έξαρση με την ίδια την φύση της αλήθειας, στην οποία μένουν τόσο πεισματικά προσκολλημένοι οι συγγραφείς του 5ου αθηναϊκού αιώνα. Δεν πρόκειται για μια οποιαδήποτε αλήθεια. Εδώ όμως χρειάζεται σύνεση- διότι και εγώ η ίδια αφιέρωσα ένα ολόκληρο βιβλίο για να καταδείξω, ότι η τάση προς μια αλήθεια κατά το δυνατόν παγκόσμια, αντιπροσωπεύει το σαφέστερο χαρακτηριστικό ολόκληρης της ελληνικής λογοτεχνίας, από τον Όμηρο έως την Ρωμαϊκή εποχή.[10] Και όμως την στιγμή αυτή υπαινίσσομαι, ότι η τάση αυτή πρέπει να θεωρηθεί συνδεδεμένη με την αθηναϊκή δημοκρατική έξαρση!
 
Η αντίφαση δεν είναι παρά φαινομενική: θα μπορούσε η έξαρση αυτή να είχε επισπεύσει τα πράγματα και vet είχε εξωθήσει την τάση αυτή στα ακραία της όρια.
 
Τα πάντα θα μπορούσαν να έχουν συμβάλει. Ήδη στον συναισθηματικό τομέα η υπερηφάνεια που εμψύχωνε τους ανθρώπους εκείνους στην σκέψη της ελευθερίας τους, έπρεπε να ενθαρρύνει τους συγγραφείς, ώστε να πιστέψουν ότι οι προσπάθειές τους θα τους επέτρεπαν να συλλάβουν και να παγιώσουν για το μέλλον μεγάλες αλήθειες, πάντοτε στα μέτρα του ανθρώπου. Ήταν μια υπέροχη φιλοδοξία που άλλωστε ικανοποιήθη.
 
Ακόμα και η τεχνική που συνδέεται με την διδασκαλία των σοφιστών τους ωθούσε! Καθιέρωναν πρότυπα θεωρητικής συζήτησης: σε τι θα χρησίμευε κάτι τέτοιο, αν οι θεωρητικές συζητήσεις δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις; Επί πλέον ήταν απαραίτητο για να πείσουν. να αναφέρονται σε ιδέες καθολικά αποδεκτές, αναγνωρισμένες, σχεδόν αυτονόητες. Το αποτέλεσμα ήταν ότι έπρεπε να εξετάζονται τα θέματα και. οι καταστάσεις με γνώμονα την σαφέστερη και πιο γενικευμένη άποψή τους. Έπρεπε επίσης να δημιουργήσουν μια σύνδεση με όλα όσα ήταν αυταπόδεικτα και προφανή· και τα αποφθέγματα, τα τόσο προσφιλή στους αρχαίους Έλληνες, γίνονταν έτσι χρήσιμα εργαλεία για την απόδειξη.
 
Από τις υψηλότερες επιδιώξεις έως τις πλέον τεχνικές λεπτομέρειες, όλα έτειναν λοιπόν στην ίδια κατεύθυνση· και η δημοκρατική έξαρση δεν ήταν δυνατόν, παρά να διεγείρει στο έπακρον την αναζήτηση μιας γενικής αλήθειας, αποβλέποντας στην γνώση, σε ό, τι αφορά τον άνθρωπο, αποδεκτή σε κάθε εποχή.
 
Για να βεβαιωθούμε ήταν απαραίτητη μια παράκαμψη. Μπορούμε όμως να προχωρήσουμε μακρύτερα. Διότι και εδώ ακόμα η κύρια τάση της πολιτικής αντιπαράθεσης, ξεπερνά τα πλαίσια της αστικής ζωής και φτάνει ως τα έργα του πνεύματος, υπογραμμίζοντας έντονα σε αυτά την επιδίωξη μιας γενικής και παγκόσμιας αλήθειας. Ο φυσικός προσανατολισμός της ελληνικής λογοτεχνίας εξωθήθηκε λοιπόν στα άκρα: κάτι που απέδωσε εκπληκτικά αποτελέσματα.
 
Θα αναφέρω εδώ μόνο τα δύο χαρακτηριστικότερα είδη της αθηναϊκής ανάπτυξης, δηλαδή την ιστορία και την τραγωδία. Είναι ολοφάνερο πράγματι, ότι ο ιστορικός Θουκυδίδης στοχεύει σε μια μορφή αλήθειας, που δεν είναι διόλου αποδεκτή ή αναγνωρισμένη από τους ιστορικούς ως επιδιωκόμενος σκοπός· δεν θέλει να ορίσει απλώς την αλήθεια των γεγονότων: η αλήθεια αυτή είναι μια ύψιστη απαίτηση και κατά κάποιον τρόπο προϋπόθεση. Θέλει μέσα από τα γεγονότα αυτά, να συγκρατήσει μόνο εκείνα όπου διακρίνονται βαθύτερες τάσεις. Το λέει στην περίφημη φράση - κεφάλαιο A 22 - όπου διευκρινίζει το είδος της αλήθειας, στην οποία αποβλέπει: «Αλλά θα είμαι ικανοποιημένος αν το έργο μου κριθεί ωφέλιμο από όσους θελήσουν να έχουν ακριβή γνώση των γεγονότων που συνέβησαν και εκείνων που θα συμβούν στο μέλλον, τα οποία, από την πλευρά της ανθρώπινης φύσης, θα είναι όμοια ή παραπλήσια. Έγραψα την Ιστορία μου για να μείνει αιώνιο κτήμα των ανθρώπων και όχι σαν έργο επίκαιρου διαγωνισμού για ένα πρόσκαιρο ακροατήριο». Για να υπάρξει αυτή η δυνατότητα, πρέπει να αναγνωρίσουμε στα γεγονότα που αφηγείται καταστάσεις γενικότερης φύσης, βαθειά ανθρώπινες τάσεις, εν ολίγοις αίτια που δεν είναι πάντοτε άμεσα ορατά, αλλά συνιστούν ήδη ένα είδος πολιτικής φιλοσοφίας. Την διακρίνουμε στον τρόπο με τον οποίον ο Θουκυδίδης, αμέσως μόλις περιγράψει τα αίτια του πολέμου, αντιπαρέρχεται εκείνα που αποκαλεί περιστατικά και διαφορές, για να συγκρατήσει μόνο αυτό που ονομάζει αληθέστατη αιτία.[11] Έτσι προβάλλει τον ρόλο δύο συναισθημάτων εξίσου θεμελιωδών, όπως ο πόθος της εξουσίας και η ανάγκη της ανεξαρτησίας -δυο ισχυρά συναισθήματα που απαντώνται σε ολόκληρο το έργο του.
 
Και κάθε αφηγηματικό εδάφιο του Θουκυδίδη υπακούει στην ίδια τάση. Γίνεται μια ναυμαχία μεταξύ Λακεδαιμονίου και Αθηναίων: οι αγορεύσεις θα αντιτάξουν την πείρα και την ταχύτητα των μεν, στην φυσική ανδρεία των άλλων οι δύο αυτές ιδιότητες μπορεί να εναλλάσσονται ως προς την επικράτηση, και η ανάλυση δείχνει ότι το παιχνίδι διαδραματίζεται σε αυτό το επίπεδο. Αλλού δύο Αθηναίοι στρατηγοί, για μια ακόμα φορά, συζητούν για την τιμωρία που θα επιβληθεί στους στασιαστές της Μυτιλήνης. Αρχίζουν διενέξεις για να καταδείξουν την ενοχή των μεν και τον τρόπο με τον οποίον θα τους τιμωρήσουν οι άλλοι: το ίδιο πρόβλημα μπορεί να τεθεί σε διάφορες εποχές. Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και στον μακροσκελή διάλογο στο βιβλίο ΣΤ, όπου συζητείται ο αθηναϊκός επεκτατισμός, οι δυσκολίες του, οι κίνδυνοι που διατρέχει και οι απρονοησίες που θα μπορούσαν να αποβούν μοιραίες. Ασφαλώς η επιχειρηματολογία αντιστοιχεί σε συγκεκριμένα γεγονότα, είναι όμως επίσης μια πολιτική ανάλυση που μπορεί να φανεί χρήσιμη σε κάθε εποχή -μια ανάλυση που την έχουν σχολιάσει πολιτικοί άντρες όλων των καιρών και την έχουν επίσης εντάξει στην γλώσσα τους και την έχουν υιοθετήσει ως κανόνα συμπεριφοράς. Ο Θουκυδίδης από την αρχή έως το τέλος διακατέχεται από την επιθυμία να κατανοήσει τους ανθρώπους γενικά ή αν έτσι νομίζουμε τον άνθρωπο: δεν βγάζει συμπεράσματα ο ίδιος και δεν αναζητά στερεότυπα, εξωθεί όμως σε τέτοιο βαθμό την ανάγκη να κατανοήσει, ώστε -με την επίδραση αυτής της έξαρσης, που συνδέεται με τις περιστάσεις της εποχής του- καταφέρνει να υπερβαίνει την εποχή εκείνη, τείνοντας στο οικουμενικό.
 
Το ίδιο ισχύει και στην τραγωδία. Από τις απαρχές της στα πρώτα χρόνια του 5ου αιώνα, συμφιλιώνει δύο τάσεις, στις οποίες θα επανέλθουμε: χρησιμοποιεί μεγάλους μύθους που τίθενται εκτός χρονικού πλαισίου· αλλά από αυτούς τους μεγάλους μύθους διαλέγει θέματα που επιτρέπουν την μελέτη μιας πολιτικής, ηθικής ή ψυχολογικής κατάστασης τέτοιας, ώστε να είναι δυνατόν να αναπαράγεται σε κάθε εποχή- η τραγωδία συζητά την κατάσταση αυτή, εξετάζει κάθε πλευρά, αντιπαραβάλλει θέσεις και συχνά τις γενικεύει- έτσι τείνει, όπως η Ιστορία του Θουκυδίδη, να προβάλει -ξεκινώντας από μια πραγματικότητα πλησίον εκείνης που γνωρίζουν οι θεατές- μια εικόνα που ξεπερνά την εποχή τους και μπορεί να συγκινήσει αιώνες μετά. Ανέφερα πολλές φορές ένα εδάφιο από τις Ικέτιδες του Ευριπίδη. Το έργο πραγματεύεται ένα μυθικό επεισόδιο, για το οποίο ήταν υπερήφανοι οι Αθηναίοι. Στο τέλος του πολέμου των επτά επί Θήβας, συνετέλεσαν στο να επιτραπεί η ταφή όσων είχαν σκοτωθεί στην μάχη, ταφή που αρνούνταν οι Θηβαίοι. Το πρώτο μέρος του έργου δείχνει πώς οι μητέρες των επτά αυτών πολεμάρχων, συνοδευόμενες από τον γηραιό Άδραστο έρχονται στην Αθήνα, για να ζητήσουν την συνδρομή της. Εδώ έχουμε μια πρώτη αντιφατική ανάλυση: ο Θησέας είναι έτοιμος να αρνηθεί, αλλά η ίδια του η μητέρα τού υποδεικνύει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν τα άτομα παραβιάζουν το θεμελιώδες δικαίωμα των λαών (όπως είναι το δικαίωμα στην ταφή), είναι καθήκον ενός λαού γενναίου και υπερήφανου να υποχρεώσει τους ενόχους, να παραχωρήσουν το δικαίωμα αυτό στα θύματα. Το κείμενο προσφέρει λοιπόν μια ανάλυση, ως προς το καθήκον να διεξαχθεί ένας δίκαιος πόλεμος, υπό ορισμένες περιστάσεις. Ακολουθεί η άφιξη ενός Θηβαίου κήρυκα και με το ερώτημα που θέτει όταν φτάνει, αρχίζει μια εκτεταμένη σκηνή συζήτησης, λόγου και αντίλογου, όπου αντιπαραθέτονται οι αντίστοιχες αρετές της τυραννίας και της δημοκρατίας. Πριν λίγο αναφέραμε μόνο μερικούς στίχους, αλλά η σκηνή είναι μεγάλη και περιέχει μια ολόκληρη λεπτομερή επιχειρηματολογία, γύρω από τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα αυτών των πολιτευμάτων, εξετάζοντάς τα γενικότερα. Τότε ο βασιλιάς της Αθήνας αποφασίζει να παρέμβει, ακολουθεί πολεμική σύρραξη, νικούν οι Αθηναίοι και παίρνουν τα σώματα των νεκρών: κάτι που προκαλεί μια μακρά σκηνή θρήνου για τις συμφορές και τα δεινά του πολέμου. Ξαφνικά ο Άδραστος, ο γέρων βασιλιάς του Άργους, στρέφεται προς τον λαό και με έναν μονόλογο στιγματίζει και καταδικάζει τον πόλεμο, με ακόμα πιο γενικευμένο τρόπο, απευθυνόμενος στους Έλληνες, απευθυνόμενος στους ανθρώπους: «Αχ! δυστυχισμένοι θνητοί, που παίρνετε τα όπλα, φόνους σκορπώντας μεταξύ σας...», (949-951). Αυτό το τελευταίο μέρος έχει μια σχεδόν αβάσταχτη συναισθηματική φόρτιση, με τον χορό των μητέρων να θρηνούν, με τον χορό των παιδιών και με μια εντυπωσιακή αυτοκτονία· είναι φανερό όμως ότι η φόρτιση αυτή υποβοηθά την ανάλυση, η οποία συνεχίζεται από την αρχή έως το τέλος του έργου: υποδηλώνει με γενικευμένες διατυπώσεις και αποφεύγοντας τα συγκεκριμένα παραδείγματα, μια συλλογιστική, για την αναγκαιότητα να εμπλακεί κανείς σε πόλεμο, για τον δεσμό που συνδέει την εκδήλωση του θάρρους με το πολίτευμα και για τα φοβέρα δεινά του πολέμου που θα μπορούσε να αποφευχθεί. Έτσι η ανάλυση του Ευριπίδη, όπως και εκείνη του Θουκυδίδη, κάνει κατανοητή την κατάσταση με οικουμενικό σχεδόν τρόπο και απευθύνεται σε οποιαδήποτε εποχή που αντιμετωπίζει παρόμοια προβλήματα. Το γεγονός γίνεται ακόμα πιο αισθητό, επειδή γνωρίζουμε ότι εν τέλει το πρόβλημα ανταποκρίνεται σε ένα επίκαιρο συμβάν, όπου στην πραγματικότητα πλέον, το ιερό δικαίωμα στην ταφή και ο σεβασμός αυτών που αποκαλούνταν «άγραφοι νόμοι», είχαν χλευαστεί και προκαλέσει πολλές συζητήσεις στην Αθήνα. Η διεύρυνση που δίνει η τραγωδία στην σκέψη αυτή, αποδίδει με ευκρίνεια την μεγάλη εκείνη προσπάθεια κατανόησης, που διακατείχε την στιγμή εκείνη τους Αθηναίους και ερμηνεύεται σε όλα τα έργα της εποχής εκείνης.
 
Αναμφίβολα η τάση αυτή ανταποκρίνεται στο ελληνικό πνεύμα και θα συναντήσουμε προαναγγελίες της σε όλα τα έργα από τον Όμηρο και μετά.[12] Αλλά είναι φανερό ότι εξωθήθηκε στα όριά της και εκδηλώθηκε με περισσότερη λάμψη στην Αθήνα με την δημοκρατία του λόγου.
 
Γιατί να αρκεστούμε σε δύο λογοτεχνικά παραδείγματα, σε δύο έργα με τα οποία ασχοληθήκαμε ελάχιστα; Δεν μπορούμε να ανακαλέσουμε επίσης και όλα τα θαύματα της εποχής; Να μη μιλήσουμε για την γεωμετρία και την αρχιτεκτονική και όλες τις τεχνολογικές προόδους, όπως για παράδειγμα τα πλοία που κατασκευάστηκαν την εποχή που γράφονταν εκείνα τα κείμενα; Είναι γνωστό ότι κάποιοι Αθηναίοι χάραζαν στην άμμο γεωμετρικά σχήματα, που αντιστοιχούσαν σε προβλήματα που απασχολούν ακόμα και τώρα την σκέψη των διανοητών, ενώ άλλοι σμίλευαν στο μάρμαρο έργα που σήμερα πηγαίνουμε να δούμε στα μουσεία, αν όχι και την ίδια την Ακρόπολη.
 
Όλα αυτά βέβαια δεν έχουν πλέον άμεση σχέση με την διδασκαλία του λόγου και την εξέλιξή του· αλλά όλα. συνδέονται, άμεσα με εκείνη την υπερηφάνεια και την αναζήτηση της αλήθειας, που είχαν διαδοθεί τότε στο αθηναϊκό πνεύμα, καθώς το είχε διεγείρει η πρώτη εκείνη έξαρση της δημοκρατίας.
 
Όλα αυτά τα έργα εκφράζουν πράγματι αξίες που μπορούν να προκύψουν από διάφορες συζητήσεις; πρόκειται για τις αξίες της δημοκρατικής Αθήνας. Και δεν είναι λιγότερο αξιοσημείωτη η διαπίστωση, ότι οι Αθηναίοι της εποχής εκείνης είχαν συνείδηση αυτών των αξιών και επέμεναν συχνά να τις διατυπώνουν με άμεσο τρόπο, ωσάν να επιδίωκαν να κληροδοτήσουν στον κόσμο την εικόνα του πνεύματος που τις είχε εμφυσήσει. Οι αξίες αυτές προβάλλουν σε όλες τις αναλύσεις του Θουκυδίδη, σε όλες τις αγορεύσεις στον Ευριπίδη· και γι’ αυτό η ανάγνωση αυτών των κειμένων μπορεί να έχει ακόμα και σήμερα αναζωογονητικό και κατά κάποιο τρόπο μεταδοτικό αποτέλεσμα. Για μια και μόνη φορά ο λιτός Θουκυδίδης εισάγει στο έρ­γο του μια αγόρευση καθαρής επίδειξης που δεν ασχολείται με επίκαιρο θέμα: πρόκειται για τον «Επιτάφιο» που εκφωνεί ο Περικλής για τους νεκρούς της αρχής του πολέμου. Για ποιο λόγο την ενέταξε στο έργο του ο Θουκυδίδης; Φαινομενικά η αγόρευση δεν εξηγεί τίποτα. Ίσως ο ιστορικός να σκέφτηκε ότι στην πραγματικότητα εξηγούσε αυτό που ήταν η Αθήνα και από πού προέρχονταν τα μεγάλα της επιτεύγματα την εποχή του Περικλή τουλάχιστον, όταν υπήρχε ένας οξυδερκής και αφιλοκερδής ηγέτης. Κατά μια έννοια ο λόγος αυτός αντιτίθεται στο πνεύμα που θα διακατέχει τους διαδόχους του Περικλή. Για παράδειγμα όταν ο Αλκιβιάδης δηλώνει στην Σπάρτη, ότι χώρα του δεν είναι εκεί όπου τον αδικούν, αλλά εκεί όπου του αναγνωρίζουν τα δικαιώματά του. Ο Θουκυδίδης γράφει ασφαλώς τον Επιτάφιο σε μια στιγμή όπου η δημοκρατία έχει ήδη αλλάξει, όπου το πρότερο ιδανικό έχει εκλείψει- μας αφήνει έτσι μια εικόνα, όπου ηθελημένα οι αξίες και τα επιτεύγματα της Αθήνας φέρονται να συνδέονται με το πολιτικό καθεστώς της.
 
Όλα περιέχονται εκεί: όχι μόνο, όπως αναφέραμε πιο πάνω, το ύφος και ο τρόπος ζωής, αλλά γενικότερα όλα όσα επιθυμεί ένας Αθηναίος, όλα όσα ισχυρίζεται ότι τον αντιπροσωπεύουν.
 
Δεν είναι αυτή η αληθοφανέστερη εικόνα της δημοκρατίας, έτσι όπως εφαρμοζόταν στο σύνολό της, ασφαλώς όχι! Δεν είναι ούτε καν η εικόνα μιας συγκεκριμένης δημοκρατίας που στη συνέχεια εξελίχθηκε: ούτε και αυτό! Είναι η εικόνα όπως την ένιωθαν οι Αθηναίοι τότε· και το κείμενο εκφράζει το ιδανικό μιας ζωής γέννημα της δημοκρατικής ελευθερίας τους.
 
Ο Επιτάφιος αρχίζει με την συμπεριφορά μεταξύ των πολιτών και είναι ήδη μια εικόνα ανεκτικότητας και ανοίγματος, με όρο τον σεβασμό στους νόμους: «Στη δημόσια ζωή μας είμαστε ελεύθεροι, αλλά και στις καθημερινές μας σχέσεις δεν υποβλέπομε ο ένας τον άλλο, δεν θυμώνομε με τον γείτονα μας αν διασκεδάζει και δεν του δείχνομε όψη πειραγμένου που, αν ίσιος δεν τον βλάφτει, όμως τον στεναχωρεί» (Β 37,2)· το κείμενο συνεχίζει αναφέροντας στην επόμενη φράση: «Αν, ωστόσο, η αυστηρότητα λείπει από την καθημερινή μας ζωή...» Η ελευθερία λοιπόν συνεπάγεται την αναγνώριση της διαφοράς στον τρόπο ζίοής και την αποδοχή της. Επιτρέπει επίσης να αναγνωρίζονται στον καθένα διαφορετικά χαρίσματα και ικανότητες ή διαφορετικοί προσανατολισμοί και τους αφήνει να εξελιχτούν ανεμπόδιστα: «... και νομίζω πως ο κάθε μας πολίτης θα μπορούσε, με την μεγαλύτερη ευκολία και χάρη, πολλά και άξια έργα να κάνει πολλές εκδηλώσεις της ζωής» (Β 41, 1). Και δεν είναι μόνο αυτό, αφού η ανεκτικότητα περιλαμβάνει ακόμα και τους ξένους· σε ένα άλλο εδάφιο του κειμένου ο ομιλητής προσδιορίζει, ότι η Αθήνα δεν προβαίνει, όπως η Σπάρτη, σε απελάσεις ξένων επί πλέον δεν απαγορεύει την είσοδο σε κανένα θέαμα, ακόμα και αν αυτό μπορεί να φανεί χρήσιμο σε μια ξένη χώρα: δεν αντιτίθεται. Η ελευθερία που κατέχει επεκτείνεται και ανοίγεται προς τους άλλους.
 
Αλλά η αναφορά αυτών των αξιών και των αρετών εμπεριέχει πάντοτε μια ισορροπία· η ισορροπία στην περίπτωση ατομικής ελευθερίας και σε αυτό το άνοιγμα στους πάντες, διασφαλίζεται από τον νόμο, όπως υπενθυμίζεται από τις πρώτες κιόλας λέξεις στον Επιτάφιο. Αλλού η ισορροπία συνδέει μεταξύ τους ιδιότητες ή συμπεριφορές που κινδύνευαν να συγκρουστούν. Είδαμε προηγουμένως ότι ο λόγος δεν αποτελεί εμπόδιο για την πράξη, αντίθετα· και θα μπορούσαμε να πούμε στο ίδιο πάντα πνεύμα, ότι μια ζωή ευημερίας και εορτασμών δεν αποκλείει για κανένα λόγο, το θάρρος ή την έννοια της αυτοθυσίας. Τέλος πώς να μην αναφέρουμε την υπέροχη φράση, όπου αναγνωρίζεται το επεξεργασμένο ύφος, προσφιλές στους σοφιστές, που ορίζει την δημοκρατική στάση απέναντι στην τέχνη και τα έργα: «Αγαπούμε το ωραίο, αλλά μένομε απλοί και φιλοσοφούμε χωρίς να είμαστε νωθροί» (Β 40, 2). Αυτή η ζωογόνος δύναμη της ελευθερίας αποδίδεται στον λόγο με μια ιδιαίτερα φορτισμένη έκφραση: η Αθήνα, λέει ο Περικλής, «είναι ο δάσκαλος των Ελλήνων» (Β 41). Η αρχαιοελληνική λέξη παίδευσις υποδηλώνει μια ενέργεια, μια ακτινοβολία.
 
Συνολικά είναι φανερό ότι σε ολόκληρη την αγόρευση, γίνεται λόγος μάλλον για ένα ιδανικό, παρά για την ακριβή περιγραφή της πραγματικότητας. Εκείνο όμως που με συγκινεί προσωπικά, είναι ότι ανακαλώντας την ατμόσφαιρα της εποχής εκείνης, ο Περικλής του Θουκυδίδη μεταπηδά με απόλυτη φυσικότητα, από την αναφορά στο πολίτευμα, σε ένα ιδανικό που καλύπτει όλες σχεδόν τις πτυχές της ανθρώπινης ζωής και κατάφερε να οδηγήσει την Αθήνα στα μεγάλα της επιτεύγματα που είδαμε. Όλα προέρχονται από μια εσωτερική έξαρση, στην οποία αναγνωρίζεται η Αθήνα της εποχής εκείνης. Αναγνωρίζεται τόσο καλά, με τέτοια ειλικρίνεια και υπερηφάνεια, ώστε η απλή αναφορά αυτών των αξιών γεννάει μέσα μας αιώνες αργότερα, την επιθυμία να ανακαλύψουμε ξανά την γονιμοποιό εκείνη δύναμη. Τίποτα δεν μεταδίδεται καλύτερα όσο μια τέτοια έξαρση.
 
Και ακόμα δεν έχουμε επισημάνει έως εδώ, παρά μόνο ό, τι απορρέει από την επικρατούσα στην εκκλησία του δήμου ελευθερία. Και αυτό δεν εξαντλεί με κανένα τρόπο ούτε τις διάφορες όψεις της αθηναϊκής ελευθερίας ούτε τις διεγερτικές και αναζωογονητικές επιδράσεις που άσκησε στον πνευματικό τομέα. Τα διατρέξαμε όλα, αλλά στην πραγματικότητα μόλις τώρα ξεκινάμε.
----------------------
[1] Δημοσθένης, Περί Στεφάνου, 170 κ«ι συν. 
[2] De Γesprit de conquete et de /'usurpation. Επίσης, μερικά χρόνια αργότερα, στο De la libene des anciens comparee a ceile de modernes. Για το θέμα αυτό βλέ­πε την εργασία μου με τίτλο La liberte et les libertes στο Les usages de la liberte, Διεθνείς συναντήσεις της Γενεύης. 1989, σελ. 13 - 43. 
[3] Θουκυδίδης, Ιστορίαι, Β, 60, 2 - 3. 
[4] Η έκφραση διατυπώθηκε πρώτα από τον Fenelon, στο Lettre a I'Academie, και επαναλήφθηκε: (από τον Fustel de Coulanges και πολλούς άλλους). 
[5] Είναι η στιγμή που ο Οδυσσέας έρχεται να πάρει την κόρη της Εκάβης για να την θυσιάσουν. Εκείνη ανακράζει: «Αχάριστοι όλοι εσείς που αποζητάτε να σας τιμά ο λαός στις ρητορείες» (Εκάβη, 252-253. μετ. Τ. Ρούσος, «Κάκτος»). 
[6] Η έκφραση συναντάται πάλι, στους Ιππής τον Αριστοφάνη, 1323. 
[7] Η γενικότερη αίσθηση υπερηφάνειας που κυριαρχούσε τότε. αποδίδεται από τον ιστορικό μι-' έμμεσο, αλλά πολύ βαθύτερα τρόπο. Θ« μπορούσαμε να πούμε ότι εμπνέει την ίδια την αρχή που διέπει το έργο. Ο πόλεμος που αφηγείται «Οα rival ο μεγαλύτερος και ο σπουδαιότερος από όλους τους παλαιότερους πολέμους» (A 1). Και η μελέτη των αρχαιότερων εποχών είναι μια αναδρομή από τις απαρχές έως την έναρξη του πολέμου αυτού. Ο Θουκυδίδης μοιάζει να εμφορείται πάντοτε από την ιδέα αυτού του απόγειου, που δικαιώνει κατά κάποιο τρόπο το έργο του, παρά την τελική καταστροφή. 
* Ευριπίδης. Αχαρνής. 639 και συν.
[8] Πρέπει να ξεχωρίζουμε την περίπτωση μιας επίσημης ομιλίας, όπως ο Επιτάφιος που εκφωνείται από τον Περικλή ή τις στρατιωτικές παροτρύνσεις, όπως του Νικία (Ζ 61 και Ζ 77 ). Ο Αλκιβιάδης επίσης μιλά μόνος του στην Σπάρτη, χωρίς να ισχύει η εξήγηση αυτή. Αλλά οι επικρίσεις στις οποίες απαντά, μπορούν να εξαιρεθούν από το γενικό πλαίσιο. 
[9] Βλέπε Περί της Αντιδόσεως. 253 και συν., όπως και Προς Νικοκλέα 5-9 
[10] Pourquoi la Grece? Εκδ. de Fallois, Paris, 1992 
[11] Είναι άξιο παρατήρησης ότι τον ίδιο υπερθετικό μεταχειρίζεται ο Θουκυδίδης και όταν απορρίπτει τις ψευδείς Εξηγήσεις ως προς τη Σικελική εκστρατεία και γράφει: «Η πραγματική τους πρόθεση ήταν να την κατακτήσουν ολόκληρη, αλλά ήθελαν να έχουν και την ευλογοφανή πρόφαση ότι πηγαίνουν να βοηθήσουν τους ομοφύλους τους και τους συμμάχους που είχαν αποκτήσει», ΣΤ 6. 
[12] Ήδη ο αποχαιρετισμός του Έκτορα και της Ανδρομάχης, μπορεί να θεωρηθεί σαν ο αποχαιρετισμός του κάθε νέου άντρα που αφήνει τους δικούς του για να πάει στον πόλεμο. Είναι χωρίς αμφιβολία ένας από τους λόγους που εξασφάλισαν την σχεδόν αδιάλειπτη επιτυχία αυτών των έργων.

Όσο πιο άδειος ο άνθρωπος, τόσο πιο πολύ θόρυβο κάνει…

Αποτέλεσμα εικόνας για Όσο πιο άδειος ο άνθρωπος, τόσο πιο πολύ θόρυβο κάνει…Μια φορά κι έναν καιρό ένα δάσκαλος περπατούσε με τον μαθητή του στο δάσος. Καθώς περπατούσαν, ανάμεσα στους φυσικούς ήχους της ζούγκλας …άρχισε να ακούγεται και ένας διαφορετικός, αφύσικος ήχος.

Τότε, ο δάσκαλος σταματάει απότομα, γυρνάει προς την πλευρά του μαθητή του και τον ρωτάει: «Μπορείς να διακρίνεις τι είναι αυτός ο ήχος;»

Ο μαθητής κοντοστάθηκε και αφού αφουγκράστηκε για λίγη ώρα απάντησε «Είναι μια καρότσα».

Ο δάσκαλος δεν φάνηκε ικανοποιημένος από την απάντηση και ρώτησε εκ νέου: «Ναι, είναι μια καρότσα αλλά τι καρότσα είναι;»

Ο μαθητής αφουγκράστηκε για λίγο ακόμα και ομολόγησε ότι δεν μπορούσε να καταλάβει.

Ο δάσκαλος τότε χαμογέλασε και του είπε: «Είναι μια άδεια καρότσα, γι αυτό κάνει τόσο θόρυβο», και συνέχισε «Το ίδιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Όσο πιο άδειοι είναι, τόσο πιο πολύ θόρυβο κάνουν και τόσο πιο πολύ μιλάνε».

Και όμως γυρίζει...!

Αποτέλεσμα εικόνας για η Γη γυρίζει«Πρέπει να δεχόµαστε τους θεούς και να τους αφήνουµε όπως ο καθένας, σύµφωνα µε το νόµο και το έθιµο, είναι διατεθειµένος να αντιλαµβάνεται»
Πλούταρχος, Περί κοινών εννοιών προς Στωικούς, 1074, 31.

Ο πρώτος που ισχυρίστηκε ότι η Γη γυρίζει γύρω από τον Ήλιο ήταν ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, ο οποίος γεννήθηκε το 310 π.Χ....

Για αυτό τον λόγο, ο Στωικός φιλόσοφος Κλεάνθης πρότεινε στους Αθηναίους την καταδίκη του «αιρετικού» Αρίσταρχου του Σάμιου, µε τη δικαιολογία, ότι κινούσε την Εστία των θεών και των ανθρώπων.

Υποστήριζε πως : «Οι Έλληνες θα πρέπει να υποβάλουν τον Αρίσταρχο τον Σάµιο σε δίκη επί ασέβεια, διότι προσπαθεί να κινήσει την Εστία του κόσµου (τη γη)». Η συγκεκριμένη κατηγορία, έχει διασωθεί από τον Πλούταρχο, στο έργο του Περί του εµφαινοµένου προσώπου τω κύκλω της σελήνης.

Ο Πλούταρχος αναφέρει στη συνέχεια: «Μόνο φίλε, πρόσεξε µη µας εµπλέξεις σε κατηγορία επί ασεβεία, όπως άλλοτε ο Κλεάνθης ενόµιζε ότι έπρεπε να κάνει µε τον Αρίσταρχο τον Σάµιο, και προσκάλεσε γι’ αυτό όλους τους Έλληνες, διότι αυτός (ο Αρίσταρχος) κινούσε του κόσµου την Εστία, όταν προσπαθούσε ο άνθρωπος να διασώσει την ερµηνεία των διαφόρων φαινομένων, και δίδασκε ότι ο Ουρανός µένει ακίνητος, ενώ η Γη κινείται κατά λοξό κύκλο και συγχρόνως γύρω από τον άξονά της».

Ο Αρίσταρχος τελικά αναγκάστηκε να φύγει από την Αθήνα προκειμένου ν’ αποφύγει την καταδίκη. Για να ερμηνεύσουμε την στάση του Κλέανθη θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας, πως οι Στωικοί είναι εκείνοι οι οποίοι υποστήριζαν την αλληγορική ερμηνεία των µύθων, µετά τον Θεαγένη τον Ρηγίνο, ο οποίος πρώτος προσπάθησε τον 6ο π.Χ. αι. να ερμηνεύσει αλληγορικά τον Όµηρο.

Ο Κλεάνθης υπήρξε ο κατ’ εξοχήν εισηγητής της αλληγορικής ερμηνείας, ενώ στη συνέχεια ο Χρύσιππος συστηματοποίησε αυτή τη μέθοδο. Έτσι µέσα από τους μύθους τους σχετικούς µε τους θεούς, ο φιλόσοφος, προσπαθούσε να εξηγήσει και να βάλει σε τάξη όχι πλέον τη ζωή των θεών αλλά τη ζωή των ανθρώπων.

Ο ουρανός αποτελούσε για τον Κλέανθη το θέατρο των αλληγορικών του θεωρήσεων, και το μοντέλο του Αρίσταρχου μάλλον του ανέτρεπε αυτό το μοντέλο ερμηνείας...…!

Οι λέξεις που δε λέμε: Γιατί πρέπει να εκφράζεις αυτό που σκέφτεσαι

Αποτέλεσμα εικόνας για Το ταξίδι της Ψυχολογίας ανά τους αιώνεςΟι λέξεις που δε λέμε…

Πόσες άραγε λέξεις θέλουμε να πούμε καθημερινά τις οποίες τελικά δε λέμε

Αν σκεφτεί ο καθένας μας σίγουρα θα βρει πολλές. Από το ευχαριστώ, το παρακαλώ και το σ’αγαπώ μέχρι καρκίνος, αυτισμός, σύνδρομο down, νοητική καθυστέρηση, ψύχωση και τόσες άλλες… Πόσο δύσκολο να αποδεχτώ ότι το παιδί μου έχει μία δυσκολία..πόσο δύσκολο να πω στους φίλους και τους συγγενείς ότι διεγνώσθηκα με καρκίνο και φοβάμαι...

Είναι μόνο μία λέξη κι όμως σημαίνει τόσα πολλά..αλλά και τίποτα... δίνουμε νόημα στις λέξεις… κι άλλες φορές βάζουμε ταμπέλα με τις λέξεις… πόση δύναμη κρύβει μέσα της μία λέξη… πόση δύναμη της δίνουμε εμείς…

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να αποδεχτώ ότι κάποιος με βοήθησε και να του πω ευχαριστώ, να αποδεχτώ τη χαρά που μου δίνει η παρουσία του άλλου στη ζωή μου και να του πω σ’αγαπώ. Η λέξη είναι άραγε ή τα συναισθήματα που βιώνουμε ακούγοντάς τη ή λέγοντάς τη... όταν λέω σ’αγαπώ έρχομαι σε επαφή με τα συναισθήματα αγάπης, συνεργασίας, όταν λέω πονάω έρχομαι σε επαφή με τη μοναξιά μου… τα αντέχω όλα αυτά;; Και φοβάμαι την έκθεση, την κριτική, το στιγματισμό από τους άλλους. Μιλώντας για την αδυναμία μου καταρρίπτονται οι προσδοκίες που είχα για μένα, για το παιδί μου. Πώς να συμβιβαστώ με την ιδέα ότι το παιδί μου έχει μαθησιακές δυσκολίες, πώς να έρθω σε επαφή με τα συναισθήματα που βιώνω κάθε μέρα όταν βλέπω το παιδί μου με αυτισμό και δεν μπορώ να επικοινωνήσω μαζί του, όταν έχει μία χρόνια ασθένεια και δεν ξέρω την έκβασή της. Πώς να μετατρέψω αυτή την αγωνία και το φόβο, σε πίστη και ελπίδα; Με το να αφήσω τον εαυτό μου να νιώσει τον πόνο και να του επιτρέψω να νιώσει τη χαρά. Να βιώσω τη θλίψη της απώλειας της υγείας, της σχέσης και να ζήσω με τον αυτισμό, τον καρκίνο, το χωρισμό. Και τελικά τον πόνο να τον κάνω δημιουργία.

Η ζωή είναι στιγμές που καλούμε να τις αντέχω και να δημιουργώ άλλες καλύτερες. Να αποδεχτώ την ύπαρξη του θανάτου και να χαρώ με τη ζωή… ο θάνατος και η ζωή υπάρχουν καθημερινά μέσα από τα γεγονότα, μέσα από τα συναισθήματα και τις σκέψεις . Η αποδοχή, η επαφή με αυτά, η έκφρασή τους μας κάνει καλύτερους, μας μειώνει το βάρος, μας δίνει δύναμη. Γι’αυτό μίλα, μοιράσου όσα νιώθεις, όσα σκέφτεσαι, πάντα βγαίνεις κερδισμένος... είναι απλό να πεις… ντρέπομαι… φοβάμαι… πονάω… σ’αγαπώ…

Το ταξίδι της Ψυχολογίας ανά τους αιώνες

Αποτέλεσμα εικόνας για Το ταξίδι της Ψυχολογίας ανά τους αιώνεςΗ ψυχολογία δεν έχει ένα ευρέως αποδεκτό παράδειγμα αλλά ανταγωνιστικές σχολές που συνυπάρχουν (συμπεριφορικές, λειτουργικές, γνωστικές, νευροφυσιολογικές, ψυχαναλυτικές, εξελικτικές και ανθρωπιστικές). Ως επιστήμη η ψυχολογία διχάζει καθώς θεωρείται ότι υπάρχουν πλευρές της επιστημονικές και άλλες όχι.

Αυτό ίσως μπορεί να διαχωριστεί μέσω της αιτιοκρατίας. Οι ψυχολόγοι που υιοθετούν την ύπαρξη φυσικής και ψυχικής αιτιοκρατίας έχουν έναν επιστημονικό προσανατολισμό, όσοι αντιτίθενται σε αυτό στηρίζουν μια πιο ελεύθερη θεώρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ένας ακόμα λόγος, για να δημιουργηθούν ερωτήματα και διχασμοί σχετικά με την ψυχολογία είναι ο δυισμός που γεννάται ανάμεσα στην αλληλεπίδραση σώματος και πνεύματος. Μία θέση του Descartes, σύμφωνα με την οποία το πνεύμα είναι ικανό να προκαλεί συμπεριφορές στο σώμα, που έχει υιοθετηθεί από τους περισσότερους ανθρωπιστές και υπαρξιστές.

Σίγουρα, οι κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες της κάθε περιόδου επηρεάζει τον τομέα και τον τρόπο που θα δοθεί έμφαση στη ψυχολογία. Η ιστορία της ψυχολογίας δύναται να μας δώσει μια εικόνα της φύσης και της πορείας της και μπορούμε να ορίσουμε την ψυχολογία ανάλογα με τις διαφοροποιήσεις της μέσα στους αιώνες.

ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Όσων αφορά την δική μας εκκίνηση της ιστορίας της ψυχολογίας βρίσκεται στους αρχαίους Έλληνες οι οποίοι έδωσαν πολλά ψυχολογικά ψήγματα. Οι πρωτόγονοι πιστεύοντας ότι όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί έχουν ψυχή (ψυχοκρατία) και προβάλλοντας στη φύση συναισθήματα (ανθρωπομορφισμός) έδωσαν τη σκυτάλη στους πρώτους Έλληνες φιλοσόφους.

Οι πρώτοι Έλληνες φιλόσοφοι όπως ο Ηράκλειτος και ο Θαλής έδιναν τις εξηγήσεις για την ζωή μέσω της φύσης, ενώ ο Πυθαγόρας μέσω των αριθμών. Ο μονισμός των πρώτων φιλοσόφων τους οδηγούσε στη μη διάκριση σώματος και πνεύματος, σε αντίθεση με τον Πυθαγόρα που έθεσε πρώτος τα θεμέλια αυτού του δυισμού.

Η ψυχή αποκτά, όμως, υπόσταση από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Ο Πλάτωνας επηρεασμένος από τους πυθαγόρειους διατυπώνει τη θεωρία των Ιδεών και μιλά για την ανάμνηση της ψυχής πριν εμφυτευθεί στο σώμα. Ο Αριστοτέλης, πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα στήριξε ότι ο άνθρωπος κατέχει τη λογική ψυχή που διαχωρίζεται στον παθητικό νου που επεξεργάζεται τις πληροφορίες των πέντε αισθήσεων και τον ποιητικό νου που απομονώνει σταθερές έννοιες εκδηλωμένες μέσω της αισθητηριακής εμπειρίας.

Την Αριστοτέλεια θεωρία διαδέχθηκε ο σκεπτικισμός και ο κυνισμός. Ο κυνισμός με εκφραστές τον Αντισθένη και τον Διογένη πίστευε στην επιστροφή στη φύση και σε μια ζωή απαλλαγμένη από πάθη. Μια μετριοπαθή στάση ζωής στήριζε και ο Επίκουρος εστιασμένος στην ηδονή (ευχαρίστηση) που δεν προέρχεται από τη απόκτηση πολλών αγαθών. Όλοι οι φιλόσοφοι είχαν ως κοινό σημείο την ηθική μέχρι που με την εμφάνιση των θρησκειών το σκηνικό άρχισε να αλλάζει. Μέσω του θεϊκού στοιχείου ο νους και η ψυχή άρχισαν να αποκτούν μια διαφορετική υπόσταση με τομή τον Αυγουστίνο ο οποίος για πρώτη φορά θέτει την σημασία της ενδοσκόπησης με σκοπό την επαφή με το Θεό. Ο Αυγουστίνος όμως άνοιξε και άλλους δρόμους πάντα υπό το πρίσμα του θεϊκού στοιχείου όπως ανθρώπινη ελεύθερη βούληση, το κακό αποτελεί αποτέλεσμα επιλογής, οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι για τη μοίρα τους και παρόν, παρελθόν και μέλλον εξαρτώμενα από αισθητηριακές εντυπώσεις και αναμνήσεις.

Μολονότι η ψυχή άρχισε να αποκτά μορφή την περίοδο της άνθησης του χριστιανισμού οι δεισιδαιμονίες και ο φόβος οδήγησαν σε ένα κλίμα σκοταδισμού που τίποτα δεν μπορούσε να ερευνηθεί σε βάθος. Ακόμα και οι απόπειρες συσχετισμού της αριστοτελικής με την χριστιανική θεωρία απέβη άκαρπη. Μάλιστα οι ψυχικά ασθενείς εκείνη την περίοδο αντιμετωπίζονταν με έντονη διάκριση.

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ

Την περίοδο της Αναγέννησης εντοπίζονται οι απαρχές μιας πιο επιστημονικής θεώρησης της ψυχολογίας. Ο Descartes ήταν ο πρώτος που πρότεινε την αναζήτηση της αλήθειας μέσω της ενδοσκόπησης και της αισθητηριακής εμπειρίας κάνοντας, μάλιστα, μια πιο εμπεριστατωμένη θεώρηση για τους αισθητηριακούς υποδοχείς, μιλώντας για την συμπεριφορά που προκύπτει από τα νεύρα του εγκεφάλου. Έθεσε και εκείνος το ζήτημα του δυισμού πνεύματος και σώματος και την αλληλεπίδραση τους φέροντας ένα πολύ σημαντικό στοιχείο για την πορεία της ψυχολογίας, αυτό του αντανακλαστικού. Η πεποίθηση του ότι ο νους έχει έμφυτες ιδέες απορρίφθηκε από τους εμπειριστές.

Ο Hobbes στήριξε την υλιστική άποψη, ενώ ο Locke παρότι ήταν εμπειριστής και χωρίς να απορρίπτει τον υλικό κόσμο δεν απέρριψε εντελώς την αισθητηριακή εμπειρία χρησιμοποιώντας, επίσης, τους νόμους του συνειρμού για την εξήγηση αφύσικων συνειρμών. Χρησιμοποίησε, δηλαδή, έναν όρο που σε άλλη βάση θα παίξει στη συνέχεια έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην ιστορία της ψυχολογίας. Η αισθητηριακή εμπειρία η οποία διατηρήθηκε και στις θεωρίες των ορθολογιστών αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο ώστε ο ορθολογισμός να έχει μια έντονη επίδραση στη σύγχρονη ψυχολογία. Για παράδειγμα ο Herbart στήριξε την άποψη περί συνειδητών ιδεών και ιδεών που βρίσκονται στο ασυνείδητο.

Ιδιαίτερης σημασίας ήταν η ψυχολογία της μορφής του Κant, σύμφωνα με την οποία, η φύση του νου είναι ανεξάρτητη από την εμπειρία. Ο νους, δηλαδή, προσθέτει κάτι στην συνειδητή μας εμπειρία που ο αισθητηριακός ερεθισμός δεν περιέχει. Τα ρεύματα της Αναγέννησης διαδέχθηκαν τα ρεύματα του Διαφωτισμού όπως ήταν ο Ρομαντισμός και ο Υπαρξισμός που έθεσαν τις βάσεις για την ψυχαναλυτική θεωρία. Σημαντική μορφή του ρομαντισμού για την ψυχολογία θεωρείται ο Schopenhauer, ο οποίος έθεσε ως το πιο ισχυρό κίνητρο της ανθρώπινης συμπεριφοράς τη βούληση για επιβίωση κάτι που καθιστά τους νοήμονες οργανισμούς πιο δυστυχισμένους αφού έχουν επίγνωση των αναγκών τους. Την άποψη αυτή ασπάστηκε και ο υπαρξιστής Nietzsche, που διαφώνησε στο ότι οι επιθυμίες πρέπει να απωθούνται στηρίζοντας την έκφραση της ανθρώπινης συμπεριφοράς τονίζοντας τη σημασία του θάρρους.

ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Με αυτές τις θεωρίες ως προάγγελο η πειραματική ψυχολογία δεν άργησε να κάνει την εμφάνιση της και για πρώτη φορά εισάγεται ο όρος ενέργεια στην ιστορία της ψυχολογίας. Ο Muller και ο Helmholtz αν και με αντίθετες θεωρίες εστίασαν στην ενέργεια που λαμβάνει το οπτικό νεύρο αλλά και τα υπόλοιπα αισθητικά νεύρα από την αίσθηση του φωτός. Η θεωρία του Helmholtz για την ενέργεια των οπτικών νεύρων συνδυάστηκε με αυτή του Young. Ο Helmholtz συνέδεσε το δόγμα των ειδικών νευρικών ενεργειών και με την ακουστική αντίληψη. Σημαντική ήταν και οι Gall και Spurzheim για τη διεύρυνση της ψυχολογίας των φυσικών ικανοτήτων αναδεικνύοντας την σε φρενολογία. Τα άτομα, δηλαδή, διαφέρουν σύμφωνα με τις φυσικές ικανότητες τους που έχουν έδρα συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου. Ο Wundt ο κύριος ιδρυτής της πειραματικής ψυχολογίας διατυπώνοντας την θεωρία και σχολή της βουλησιαρχίας με κύριο πυρήνα το γεγονός ότι οι άνθρωποι μπορούν να εστιάσουν την προσοχή τους μόνο σε ότι επιθυμούν.

Οι μελέτες του Wundt τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η ενδοσκόπηση είναι ένα μέσον μελέτης του νου. Την αξία της ενδοσκόπησης αναγνώρισε τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά ο Titchener της σχολής του δομισμού, σύντομα όμως η ενδοσκόπηση θεωρήθηκε αναξιόπιστη.

ΔΑΡΒΙΝΙΚΗ ΕΠΙΔΡΑΣΗ

Μια από τις σημαντικότερες τομές στην ιστορία της ψυχολογίας αποτέλεσε η επίδραση της θεωρίας του Darwin. H προσαρμοστικότητα, η κληρονομικότητα, η επίδραση τους στη νοημοσύνη και ο κοινωνικός Δαρβινισμός μέσα από πολλούς εκφραστές του, όπως του Cattell με το πείραμα της νοητικής δοκιμασίας, αποτελούν τον προάγγελο της εξελικτικής ψυχολογίας.

Από τον λειτουργισμό ως την γνωστική ψυχολογία

Η δαρβινική επίδραση στη ψυχολογία οδήγησε στη γέννηση του λειτουργισμού και του συμπεριφορισμού. Η διαφορά που επήλθε ήταν ο διαχωρισμός της ψυχολογίας από τη θρησκεία. Ο James με το έργο του Αρχές (1890) έθεσε τις βάσεις του λειτουργισμού.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΣΜΟΣ

Ο λειτουργισμός εστίασε στη λειτουργία των νοητικών διαδικασιών απαλλαγμένος από τη στοιχειοκρατία μελετώντας τη συμπεριφορά από μια διαφορετική σκοπιά στο πλαίσιο ενός δαρβίνειου προτύπου και με επίκεντρο τα κίνητρα και περισσότερο τις διαφορές των προσωπικοτήτων παρά τις ομοιότητες. Ο James έδωσε στη ψυχολογία τόσο κοινωνιολογική βάση (κοινωνικός εαυτός), όσο και ψυχαναλυτική (το Εγώ της προσωπικότητας). Τυπολογικά η σύγχρονη ψυχολογία ταυτίζεται με την ψυχολογία που περιέγραψε ο James. Ένας από τους σημαντικότερους λειτουργιστές θεωρείται ο Thorndike, ο οποίος μελετώντας τα ζώα και μετά από απορρίψεις του ιδίου προς τις θεωρίες του κατέληξε στη σημασία των θετικών συνεπειών σε ένα συνειρμό και ότι η μάθηση μεταβιβάζεται από μια κατάσταση σε μία άλλη στο βαθμό που υπάρχουν κοινά στοιχεία.

ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΙΣΜΟΣ - ΝΕΟΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΙΣΜΟΣ

Ο Pavlov ανακάλυψε στη διάρκεια της μελέτης του τα ψυχικά αντανακλαστικά. Το πασίγνωστο πείραμα του Pavlov τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι κάθε συμπεριφορά είναι έμφυτη, είναι προϊόν μάθησης και λειτουργεί αντανακλαστικά. Συγκεκριμένα ο Pavlov πίστευε ότι κάποια ερεθίσματα προκαλούν διέγερση και άλλα συστολή. Όταν τα ίδια ερεθίσματα προκαλούν τόσο διέγερση ,όσο και συστολή τότε έχουμε την πειραματική νεύρωση. Αυτό σε συνδυασμό με τις λέξεις που λειτουργούν ως εξαρτημένα ερεθίσματα συμβάλλουν στην συμπεριφορά του ατόμου.

Ιδρυτής του συμπεριφορισμού θεωρείται ο Watson με μεγάλο του αντίπαλο τον McDougall, υποστηρικτή της σκόπιμης και της ενστικτώδους συμπεριφοράς. Από την άλλη, ο Watson αρνήθηκε την ύπαρξη νοητικών γεγονότων και των ενστίκτων στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Για τον Watson η σκέψη ταυτίζεται με τις μυϊκές κινήσεις. Ο νεοσυμπεριφορισμός δεν διαφοροποιήθηκε αρκετά από τον συμπεριφορισμό αλλά διαφώνησε ως προς την αποφυγή αφηρημένων οντοτήτων καθώς υπήρχε η άποψη ότι πρέπει να ελέγχεται οποιοσδήποτε όρος είναι σχετικός με την συμπεριφορά. Για παράδειγμα, ο Tolman δεν μελετούσε την αντανακλαστική συμπεριφορά αλλά τη στοχοκεντρική. Σημαντική συμβολή του στη ψυχολογία που τον έκανε ιδιαίτερα αποδεκτό από τη σημερινή ψυχολογία αποτέλεσε η άποψη ότι ένα σύνολο πεποιθήσεων συνιστούν ένα γνωστικό χάρτη.

Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ

Η ψυχολογία της μορφής του Kant άνοιξε το δρόμο για την Gestalt (ολότητα- μορφή). Οι θεμελιωτές της gestaltέδιναν ιδιαίτερη έμφαση στις συμπεριφορικές θεωρίες. Στην ψυχολογία της μορφής συναντάμε ως βάση την αισθητηριακή εμπειρία (Kant) εγκέφαλο κατανέμονται ομαλά και αλληλεπιδρούν με τις αισθητηριακές εμπειρίες με αποτέλεσμα την συνειδητή εμπειρία (ψυχοφυσικός ισομορφισμός). Στην Gestalt ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η αντίληψη με βασική την αλληλεπίδραση της μορφής και του υπόβαθρου και γίνεται διάκριση μεταξύ υλικού και υποκειμενικού περιβάλλοντος που το δεύτερο διέπει τη συμπεριφορά.

Αδιαμφισβήτητα, η σημασία της ψυχολογίας της μορφής έγκειται σε μια πιο ολιστική και εσωτερική θεώρηση της συμπεριφοράς και σε αυτό συνέβαλαν ιδιαίτερα ο Lewin και ο Ζeigarnik. Ο πρώτος τονίζει την επιρροή που έχει ένα ψυχολογικό γεγονός στη ζωή ενός ανθρώπου και πόσο μπορεί να καθορίσει όλες τις πτυχές της ζωής του τη δεδομένη στιγμή και ο δεύτερος παρατηρεί την αποφυγή ενός ανεπιθύμητου πράγματος όταν επιθυμεί ένα άλλο (σύγκρουση προθέσεων). Η ψυχολογία της μορφής διατηρείται και επηρεάζει ιδιαίτερα τη σύγχρονη ψυχολογία.

ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Οι απαρχές της ψυχανάλυσης βρίσκονται στις μελέτες και πειραματισμούς του Freud σε συνεργασία με τον Breuer. Ο Freud αποτελεί μια σημαντική μορφή όχι μόνο για την παγίωση της ψυχανάλυσης αλλά και της ψυχολογίας γενικότερα. Η διαδικασία της ψυχοθεραπείας πήρε για πρώτη φορά πνοή από τον Freud εστιαζόμενος κυρίως στους ελεύθερους συνειρμούς με σκοπό να εκμαιεύσει απωθημένες αναμνήσεις. Για πρώτη φορά μπαίνει στο μικροσκόπιο η σημασία της σεξουαλικής επιθυμίας (libido) στο ψυχισμό του ατόμου και αναλύονται τα ψυχοσεξουαλικά στάδια ανάπτυξης.

Στα πλαίσια του ταξιδιού του Freud στην ανθρώπινη σεξουαλικότητα έχουμε και την ανάλυση αλλά και τον σημαντικό ρόλο εννοιών όπως ο σαδισμός και ο μαζοχισμός. Παρά τις επικρίσεις που δέχθηκε το έργο του Freud δεν μπορεί να αναιρεθεί η συμβολή του στον ψυχισμό της ανθρώπινης ύπαρξης, με κύριο παράδειγμα την εισαγωγή όρων, όπως το ΕΓΩ, το ΥΠΕΡΕΓΩ και το ΑΥΤΟ. Δεν μπορούμε να μην κατατάξουμε στους μεγάλους εκφραστές της ψυχανάλυσης και τον Jung, ο οποίος αν και οπαδός του Freud διατύπωσε μια δική του θεωρία.

Η θεωρία του Jung είχε μια πιο μεταφυσική χροιά. Διαφοροποιήθηκε ως προς τη θεωρία του προσωπικού ασυνειδήτου χωρίς να το απορρίπτει αλλά προσθέτοντας το συλλογικό ασυνείδητο που στηρίζεται στην ιστορία της ανθρώπινης ύπαρξης και τα αρχέτυπα. Η απλή σεξουαλική ενέργεια, επίσης, του Freud για τον Jung ήταν μια δεξαμενή ενέργειας που μπορεί να οδηγήσει σε μια θετική ανάπτυξη κατά τη διάρκεια της ζωής του ατόμου. Ακόμα o Freud έδωσε ερμηνεία στα όνειρα που θεωρούσε σημαντικά για το ταξίδι στο ασυνείδητο ενώ ο Jung ενθάρρυνε την ερμηνεία του ασθενή για το όνειρο του. Τέλος, ο Adler ακολουθώντας ένα τελείως διαφορετικό δρόμο εστίασε την προσοχή του στην παρεμπόδιση του ατόμου να εκπληρώσει το στόχο του από τα συμπλέγματα κατωτερότητας, τα οποία εντόπιζε στην αδυναμία της βρεφικής ηλικίας. Μέλημά του ήταν να αναπληρώσει το μειονέκτημα ενός ατόμου με άλλες ικανότητες ή να το μετατρέψει σε δύναμη.

Η 3η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ - ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Οι πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης που δεν συμπεριλήφθηκαν στις θεωρίες της ψυχανάλυσης και του συμπεριφορισμού οδήγησε στην ανάγκη για την γέννηση της ανθρωπιστικής ψυχολογίας που χαρακτηρίστηκε και ως 3η δύναμη. Μια στροφή προς την πιο συναισθηματική και δημιουργική πλευρά του ανθρώπου, η ανθρωπιστική ψυχολογία συνδυάζει την υπαρξιστική φιλοσοφία με τις ρομαντικές ιδέες για την ανθρώπινη ύπαρξη. Μολονότι έπαιξαν ρόλο στη γέννησή της ανθρωπιστικής ψυχολογίας οι υπαρξιστές είχαν μια διαφορετική οπτική από τους ανθρωπιστές.

Η υπαρξιστική ψυχολογία πήρε μορφή για πρώτη φορά στις ΗΠΑ από τον May που διαχώρισε το φυσιολογικό από το νευρωσικό άγχος. Για τον May η διαδικασία στην οποία καλείται ο άνθρωπος να ζήσει απαλλαγμένος από ενοχές και με αυθεντικότητα περιλαμβάνει την μια είσοδο στο άγνωστο, κάτι που γεννά ένα φυσιολογικό άγχος. Αν δεν μπορέσει να αυτό να το αποδεχτεί το άγχος αυτό θα μετατραπεί σε νευρωσικό. Σε αντίθεση με τους υπαρξιστές οι ανθρωπιστές στηρίχτηκαν σε μια αρχή, επηρεασμένοι από τον Rousseau, ότι η ανθρώπινη ύπαρξη έχει μία ροπή προς την καλοσύνη. Ο Maslow, βασικός ιδρυτής της 3ης δύναμης στηρίχθηκε σε μια θεωρία ιεραρχίας των αναγκών που χρειάζεται η ανθρώπινη ύπαρξη για να φτάσει στην αυτοπραγμάτωση (το υπέρτατο σημείο ολοκλήρωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας), τη λεγόμενη πυραμίδα του Maslow. Ο Rogers ασπάστηκε την αυτοπραγμάτωση του Μaslow και πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα την ανθρωπιστική ψυχολογία εισήγαγε την σημασία της ανάγκης της ανθρώπινης ύπαρξης για άνευ όρων αποδοχή που αποτελεί σήμερα και βασική αρχή της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας στις περισσότερες προσεγγίσεις.

ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΓΝΩΣΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Η εξελικτική ψυχολογία ήρθε μέσα από την ψυχοβιολογία να δώσει μια πιο επιστημονική χροιά βιολογικής οπτικής αυτή τη φορά και εξελίχτηκε μέσα από μελέτες κοινωνιοβιολόγων. Ουσιαστικά, μελετώνται οι γενετικές επιδράσεις στην συμπεριφορά δίνοντας έναν σημαντικό αλλά και αμφιλεγόμενο πολλές φορές ρόλο στην κληρονομικότητα αλλά και στη δομή του εγκεφάλου γενικότερα ως προς τη συμπεριφορά αλλά και τις διαταραχές που μπορεί να παρουσιάσει ένα άτομο. Από την άλλη, η γνωστική ψυχολογία ενώ κινείται, επίσης, σε ένα επιστημονικό πλαίσιο ως προς τη συμπεριφορά εστιάζει κυρίως στην επεξεργασία μιας πληροφορίας από έναν εγκέφαλο και δίνει έμφαση σε στοιχεία όπως αυτά της μνήμης και της αντίληψης.

Οι ψυχολόγοι της θεωρίας της Μορφής, ο Rogers, o Hebb και πολλοί άλλοι ήταν εκείνοι που άνοιξαν το δρόμο για την γνωστική ψυχολογία. Σημαντική τομή αποτέλεσε η τεχνητή νοημοσύνη του Turing για να αναλυθεί και να συγκριθεί με αυτήν η ανθρώπινη νοημοσύνη. Τόσο η εξελικτική όσο και η γνωστική ψυχολογία είναι ένα πολύ σημαντικό όπλο για την σύγχρονη ψυχολογία, αφού κάλυψαν επιστημονικά κενά για την ανθρώπινη ύπαρξη

Η σύγχρονη ψυχολογία υπάρχει μέσα από όλες αυτές τις θεωρίες και τις μελέτες που έγιναν ανά τους αιώνες συμπεριλαμβάνοντας όμως διαφορετικές και αντικρουόμενες απόψεις για την ανθρώπινη ύπαρξη. Δεν μπορούμε, όμως, να μην δεχτούμε τη συμβολή της ψυχολογίας στην ανθρωπότητα εφόσον φώτισε βασικά σημεία όπως είναι η μνήμη, η μάθηση η εγκεφαλική λειτουργία και γενικότερα η ψυχή και η σκέψη. Πολλά βέβαια κομμάτια της ανθρώπινης ψυχής είναι αμφιλεγόμενα και η ψυχολογία έχει να μας προσφέρει ακόμα πολλές αλήθειες για το πιο περίπλοκο πλάσμα πάνω στη γη, τον άνθρωπο.

Το βάρος των μεγάλων προσδοκιών

Αποτέλεσμα εικόνας για smoking hdΌταν είσαι μικρός βιάζεσαι να μεγαλώσεις και όταν αυτό γίνει πια πραγματικότητα συνήθως δε σου αρέσει. Εκφράσεις, όπως «Αχ να γινόμουν και πάλι παιδί!» ή «Μα τι ωραία αυτά τα παιδικά χρόνια» πλημυρίζουν συχνά το μυαλό. Τι είναι αυτό που σε αγχώνει, όμως, τόσο και μόνο στην ιδέα ότι φορτώνεσαι άλλον έναν χρόνο στην «πλάτη» σου;

Πολλοί και σπουδαίοι θεωρητικοί στο χώρο της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης, όπως ο Freud αλλά και από την αρχαιότητα ακόμη, όπως ο Επίκουρος επικαλέστηκαν το άγχος θανάτου, το φόβο του ανθρώπου ότι πλησιάζει σε κάτι που δεν επιθυμεί, στο να μη ζει.

Μα πόσο αυτός ο φόβος σε αφήνει πραγματικά να ζήσεις και να χαρείς τις στιγμές σου; Δεν είναι στο χέρι του καθενός το πόσο θα ζήσει αλλά είναι το πώς! Γι’ αυτό το λόγο οι αρνητικές σκέψεις είναι μάταιες καθώς φέρνουν μόνο άγχος και φόβο. Φόβο στο να χαρείς την καθημερινότητα σου, να ζήσεις, να δεθείς και να επενδύσεις σε κάτι.

Ίσως κάποιες φορές να συμβάλλουν σε αυτό οι προσδοκίες που έχει ο καθένας για τον εαυτό του ή και ακόμη πιο συχνά οι προσδοκίες των άλλων για τον ίδιο για το τι τελικά θα έχει καταφέρει μέχρι κάποια ηλικία. Προσδοκίες που όταν απέχουν αρκετά από την εκπλήρωση τους φέρνουν στο άτομο απογοήτευση και άγχος. Στιγμές όπως τα γενέθλια ή αλλαγή του χρόνου φέρνουν τέτοιες σκέψεις και συναισθήματα, ως απόρροια ενός απολογισμού ζωής.

Η λεγόμενη «κρίση των 30» να είναι άραγε μια κατάσταση τυχαία ή επηρεασμένη από τις προσδοκίες και τα στερεότυπα της κοινωνίας; Η ηλικία των 30 θεωρείται ένα ορόσημο, όπου θα έχεις δουλειά, σύντροφο και ίσως και να έχεις δημιουργήσει και τη δική σου οικογένεια. Πόσο δεσμευτικό και αγχωτικό όμως μπορεί να βάζεις τη ζωή σου σε κουτάκια; Ωστόσο, από τη στιγμή που οι άνθρωποι δεν είναι όλοι ίδιοι, ούτε έχουν τις ίδιες ανάγκες και τα ίδια όνειρα πως είναι δυνατόν να ζουν και να συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο;

Στην πραγματικότητα δε γερνάς από τα χρόνια αλλά από τις αρνητικές σκέψεις, αυτές που σε κάνουν να στεναχωριέσαι πιστεύοντας πως περνούν τα χρόνια και εσύ μένεις στάσιμος να τα παρατηρείς ως θεατής χωρίς να έχεις καταφέρει όλα όσα θες να επιτύχεις. Τα χρόνια περνούν αλλά μένουν οι αναμνήσεις και οι εμπειρίες, αυτές που σε ωριμάζουν και σε κάνουν να βλέπεις τα πράγματα από μια καινούργια οπτική γωνία.

Κάθε ηλικία έχει τη δική της χάρη, το μόνο που χρειάζεται είναι να το συνειδητοποιήσεις και τελικά να τη ζήσεις χωρίς να βιάζεσαι και να περιμένεις συγκεκριμένα αποτελέσματα. Οι όμορφες στιγμές είναι στα απλά πράγματα, στα καθημερινά και στους ανθρώπους που αγαπάς, όμως χρειάζεται να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, να τις δεις και να χαλαρώσεις για να καταφέρεις εντέλει να τις χαρείς. Χρειάζεται, επίσης, να βάζεις στόχους όχι μεγάλους, γενικούς και αόριστους αλλά μικρούς που γίνεται να επιτευχθούν για να παίρνεις ικανοποίηση ότι τα καταφέρνεις! Βήμα-βήμα έρχεται η αλλαγή και αυτό που αναζητάς!

Η ευτυχία δεν κρύβεται στα μεγάλα εντυπωσιακά πράγματα, ούτε είναι προνόμιο των μικρών ηλικιών. Στο χέρι σου είναι να ζεις, να χαίρεσαι και να κυνηγάς τα όνειρα σου. Αυτά που έκανες εσύ για τον εαυτό σου και όχι οι άλλοι για εσένα. Τα όνειρα δεν έχουν ηλικία. Τα όνειρα, όμως, σε ξανανιώνουν, δίνουν νόημα στη ζωή σου και μπορούν να σε κάνουν πιο δυνατό να αντιμετωπίσεις το φόβο που κυριεύει την κάθε ανθρώπινη ψυχή, τον φόβο του να πάψεις να ζεις! 

Praemeditatio κατά Σενέκα

Επειδή οι μακρές περίοδοι γενναιοδωρίας της Φορτούνα (τύχη) εμπεριέχουν τον κίνδυνο να μας αποκοιμίσουν, ο Σενέκας μας εξορκίζει να αφιερώνουμε λίγο χρόνο κάθε μέρα για να τη σκεφτόμαστε. Δεν ξέρουμε τι θα συμβεί στη συνέχεια: οφείλουμε να περιμένουμε κάτι. Νωρίς το πρωί πρέπει να πραγματοποιούμε αυτό που ο Σενέκας ονόμασε praemeditatio, έναν προκαταβολικό διαλογισμό για όλα τα βάσανα του μυαλού και του σώματος στα οποία η θεά μπορεί στη συνέχεια να μας εκθέσει.

 [Οι συνετοί] ξεκινούν τη μέρα τούς με μία σκέψη…

Η Φορτούνα δεν μας προσφέρει τίποτα που να είναι πραγματικά κτήμα μας.

Τίποτα, δημόσιο ή ιδιωτικό, δεν είναι σταθερό˙ το πεπρωμένο των ανθρώπων, πόσω δε μάλλον αυτών των πόλεων, στροβιλίζεται διαρκώς. Όποια κατασκευή κι αν έχει δημιουργηθεί με το πέρασμα πολλών χρόνων, με μεγάλο κόπο και μέσα από την άφθαστη καλοσύνη των θεών, σκορπίζεται στους τέσσερις ανέμους μέσα σε μία μέρα. Όχι, όποιος πει «μία μέρα» παραχωρεί υπερβολικά μεγάλη αναβολή στη δυστυχία που χτυπά σαν αστραπή˙ μια ώρα, μια στιγμή, αρκεί για να καταλυθούν αυτοκρατορίες.

Πόσο συχνά πόλεις στην Ασία, πόσο συχνά στην Αχαΐα, δεν έχουν ισοπεδωθεί μ’ ένα και μόνο πλήγμα του σεισμού; Πόσες πόλεις στη Συρία, πόσες στη Μακεδονία δεν έχουν καταβαραθρωθεί; Πόσο συχνά μια τέτοια καταστροφή δεν έχει ερημώσει την Κύπρο;

Ζούμε ανάμεσα σε πράγματα που όλα τους είναι προορισμένα να πεθάνουν.

Θνητοί γεννηθήκατε και θνητούς γεννάτε.

Τα πάντα να σταθμίζετε, τα πάντα να περιμένετε.

Η ηθική ως δημόσια υποχρέωση

Η επιδίωξη ηθικών σκοπών μέσω του καταναγκασμού μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική

Η καντιανή ηθική ως σύνολο ιδεών, θέσεων και αρχών, που εκκινούν από την καντιανή φιλοσοφία αλλά σε πολλά σημεία την υπερβαίνουν και την επανεξετάζουν, αποτελεί έναν σταθερό πυλώνα της σύγχρονης συζήτησης για το αγαθό και το δίκαιο. Η αντιπαράθεση αυτής της ηθικής με την αριστοτελική αρετολογία και τον ωφελιμισμό συνθέτουν ένα παζλ που δεν μπορεί να αφήνει αδιάφορο τον σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό. Μέσα σ’ αυτήν την αντιπαράθεση ενσωματώνονται πολιτικά διακυβεύματα, που αφορούν την αντίθεση του πολιτικού φιλελευθερισμού με τον κοινοτισμό, τον ωφελιμιστικό νεοφιλελευθερισμό, τον εθνοκεντρικό συντηρητισμό και τον πολιτιστικό σχετικισμό των μετανεωτερικών θεωρήσεων.

Ο Καντ κινείται από τη φιλοσοφία της ιστορίας «Ιδέα για μια γενική ιστορία με πρόθεση κοσμοπολίτικη» (1784) στην ανάλυση των γνωσιοθεωρητικών ζητημάτων «Κριτική του καθαρού λόγου» (1781) και από εκεί στα πρακτικά (δηλαδή ηθικά) προβλήματα, τα οποία αποτελούν το θέμα τριών κυρίως έργων του, της «Θεμελίωσης στη Μεταφυσική των ηθών» (1785), της «Κριτικής του πρακτικού λόγου» (1788) και της «Μεταφυσικής των ηθών» (1797). Για να καταλήξει στα τεράστια ζητήματα που προκύπτουν από τη σχέση του Λόγου με το ωραίο «Κριτική της Κριτικής δύναμης» (1790), με τη θρησκεία «Ηθική εντός των ορίων του Λόγου και μόνο» (1793) και με την επιστήμη «Η Διένεξη των Σχολών» (1798).

Η φιλοσοφία της θρησκείας του Καντ έχει την αφετηρία της στη φιλοσοφία της ηθικής. Αν λάβουμε υπόψη μας πως στις καντιανές κριτικές η ηθική στηρίζεται σε πρακτικούς λόγους και όχι, για παράδειγμα, σε θεωρητικές διδασκαλίες για την ύπαρξη της Αγίας Τριάδας, για την ενσάρκωση του Θεού, για την ύπαρξη του σώματος στη μεταθανάτια ζωή, μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί ο φιλόσοφος εξάγει την ηθική συμπεριφορά από τον Λόγο και όχι από την πίστη. Η καντιανή ηθική θεμελιώνεται στη βάση της ελευθερίας του ανθρώπου, ο οποίος όμως δεσμεύεται από τον Λόγο με απόλυτους νόμους. Ο άνθρωπος για να είναι ηθικά καλός δεν χρειάζεται την Ιδέα ενός άλλου όντος πάνω απ’ αυτόν, αλλά μόνο να γνωρίζει τους έλλογους κανόνες που καθορίζονται από την αυτάρκεια του καθαρού πρακτικού Λόγου.

Κατά τον μεγάλο φιλόσοφο, στον άνθρωπο ενυπάρχουν οι καταβολές τήρησης του αγαθού. Παρ’ όλα αυτά εκκινεί από τη θεωρία για το ριζικό κακό στον άνθρωπο. Αυτό το κακό δεν είναι απότοκο παραπλάνησης, ούτε βρίσκεται στη φύση του ανθρώπου ή στη διαφθορά του ίδιου του Λόγου, ούτε έχει καμία σχέση με το προπατορικό αμάρτημα. Απλώς συνίσταται στις κυρίαρχες ροπές του ανθρώπου, ο οποίος θέτει την ευδαιμονία του πάνω από την ηθικότητα. Το θεμέλιο του κακού βρίσκεται στους κανόνες της θέλησης, όπως αυτές πηγάζουν από την ίδια την ελευθερία. Αν το κακό δεν βρίσκεται στη φύση του ανθρώπου αλλά στην ελευθερία του, τότε εκεί μπορεί να αναζητήσει και το καλό.

Η αποκατάσταση της πρωταρχικής καταβολής του καλού μέσα στον άνθρωπο είναι η αποκατάσταση της καθαρότητας του ηθικού νόμου ως ανώτατου θεμελίου όλων των γνωμόνων της ηθικής συμπεριφοράς. Αυτή η αποκατάσταση δεν μπορεί να είναι απόρροια μικροϋπολογισμών για την επίτευξη της ουράνιας βασιλείας, αλλά αποτέλεσμα της επαναφοράς των ηθικών κανόνων στην προσπάθεια αναζήτησης της ευδαιμονίας επί της γης. Μόνον τότε ο αγώνας της αγαθής αρχής επί της κακής μετατρέπεται σε αγώνα για την τήρηση των ανθρώπινων ηθικών εντολών στο επίπεδο της βασιλείας του Θεού επί της γης.

Από εδώ ξεκινά και η καντιανή στήριξη στην έλλογη θρησκεία. Αυτή η θρησκεία δεν χρειάζεται τα θαύματα, τις τελετουργίες, τις λατρείες και ξεχωριστούς λειτουργούς για να επιβάλει τη Βασιλεία του Θεού επί της γης. Η επιδίωξη να επιβάλει κανείς με τον φόβο ή με καταναγκασμούς την εφαρμογή ηθικών σκοπών είναι καταστροφική και κατά βάθος ανήθικη πράξη.

Εκκλησιαστική και έλλογη θρησκεία

Βεβαίως ο Καντ θεωρεί πως η ηθική συμπεριφορά προϋποθέτει την ιδέα μιας ηθικής κοινότητας. Μια τέτοια ηθική ένωση πολλών ανθρώπων χρειάζεται μια δημόσια υποχρέωση, η οποία βασίζεται στην εκκλησιαστική μορφή και πίστη. Σαν μια ηθική κοινότητα και μόνο βρίσκει αναγκαία την ύπαρξη της Εκκλησίας και της εκκλησιαστικής πίστης. Αυτή η πίστη όμως δεν μπορεί να είναι δεσπόζουσα στη σχέση μας με τον Θεό, αφού πρέπει να εκλαμβάνεται μόνον ως μέσο με ιστορική αρχή και πέρας για την προσέγγιση της έλλογης θρησκευτικής πίστης. Η εκκλησιαστική πίστη είναι ιστορικά αναγκαία, είναι όμως και πεπερασμένη, γιατί αποτελεί το προστάδιο για την κυριαρχία της μόνης αληθινής πίστης, που είναι ή έλλογη δικαιολόγηση των ηθικών πράξεων. Η καθαρή θρησκευτική πίστη γνωρίζει πως χρειαζόμαστε μια θεσπισμένη νομοθεσία, γνωστοποιημένη από την αποκάλυψη για να συμπεριφερθούμε ως πολίτες σε μια θεϊκή πολιτεία επί της γης. Ως άνθρωποι όμως χρειαζόμαστε καθαρούς ηθικούς νόμους για να προσεγγίσουμε τη φυσική ή την έλλογη θρησκεία.

Με γνώμονα τα παραπάνω ο Καντ μας παρουσιάζει μια γήινη ερμηνεία των Γραφών. Μια ερμηνεία που οδηγεί σε μια συμβολική χριστολογία, η οποία αποτελεί το θρησκευτικό πρότυπο του ανθρώπινου ηθικού προτύπου και κανόνα ζωής. Εδώ έχουμε έναν «Ιδρυτή της Εκκλησίας» που δεν έχει να κάνει με την ιστορική και μερική πίστη, αλλά με ένα πρότυπο μιας άδολης και ασυμφεροντολογικής συμπεριφοράς. Μια ηθικής που νομιμοποιείται όχι από την, κατά Καντ, ψευδολατρία του παπαδαριού, αλλά μιας ηθικής που ξεκινά και τελειώνει στον ίδιο τον Λόγο και μόνο. Γιατί στην ουσία «Η θρησκεία εντός των ορίων του Λόγου και Μόνο» σε εισαγωγικά, δεν είναι τίποτε άλλο από μια Ηθική εντός των ορίων του Λόγου και Μόνο, χωρίς εισαγωγικά.

Η ηθική βελτίωση δεν μπορεί να στηρίζεται ούτε στη δογματική και άψυχη ορθοδοξία της βιβλικής αυθεντίας ούτε και στον νατουραλιστικό ντεϊσμό (εκκλησιαστική πίστη άνευ Βίβλου). Τελικά η σχέση της φυσικής θρησκείας με την εκκλησιαστική είναι τέτοια που ο καθολικός ανθρώπινος Λόγος της φυσικής θρησκείας πρέπει να αναγνωρίζεται από τη χριστιανική πίστη ως ανώτατη επιτακτική αρχή, ενώ η διδασκαλία της αποκάλυψης, στην οποία θεμελιώνεται η Εκκλησία, αποτελεί το ύψιστο σεβαστό μέσο που θα καθιστά τον Λόγο κατανοητό σ’ όλους. Η θρησκευτική πίστη που αποσκοπεί να βελτιώσει την ανθρώπινη συμπεριφορά δεν έχει ανάγκη να επαληθεύσει τις επιταγές της στηριγμένη στις βιβλικές εντολές, τής αρκεί η συμφωνία με τις επιταγές του πρακτικού Λόγου.

Είναι προφανές πως όλα τα προαναφερόμενα αποτελούν θανάσιμες μαχαιριές στην αυθεντία του ιερατικού και κάθε παρόμοιου εξουσιαστικού λόγου. Ο Καντ αρνείται τις βιβλικές και οποιεσδήποτε άλλες βεβαιότητες που πηγάζουν από χώρους εκτός της ανθρώπινης υπόστασης και αυτονομίας. Ο μεγάλος φιλόσοφος περιγράφει τους λόγους για τους οποίους η Εκκλησία και η Αποκάλυψη (με την απαίτησή τους να ερμηνεύσουν την ανθρώπινη κατάσταση ως αυθεντίες, χωρίς να επιδιώκουν να βαπτισθούν στα ύδατα της ανθρώπινης αυταξίας) αποτελούν ασυμφιλίωτους εχθρούς της ανθρώπινης προόδου.

Κινδυνεύουμε να χαρακτηρισθούμε γραφικοί, αν ακόμα μία φορά εκθειάσουμε το μεταφραστικό έργο, τις ουσιαστικές σημειώσεις και τον διεισδυτικό επίλογο του πανεπιστημιακού Κώστα Ανδρουλιδάκη. Ομως το «ηθικό μας καθήκον» προτιμά την κατηγορία της γραφικότητας, από το να αποσιωπήσει το πόσα χρωστάμε -πέραν από την επιστημονική του προσφορά- στις προσπάθειες του συγκεκριμένου επιστήμονα για την άρτια μεταφορά στα ελληνικά των έργων της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας.

Σε εποχές που οι τηλεοπτικοί δίαυλοι δεν σέβονται ούτε προσωπικά δεδομένα ούτε την αξία της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας, θα ήταν μάλλον ουτοπική η παράκλησή μας να προσεχθούν οι αξίες που μεταφέρει η καντιανή ηθική. Αλλά επειδή είμαστε αθεράπευτοι οπαδοί της θεωρίας πως σε τελική ανάλυση η ανθρωπότητα βαδίζει προς το καλό και το καλύτερο, δεν θα παύσουμε να κραυγάζουμε υπέρ της επικαιρότητας τέτοιων έργων.

Τι είναι η αυτοπεποίθηση;

H αυτοπεποίθηση δεν είναι η εγωκεντρική, ναρκισσιστική αίσθηση έπαρσης και ανωτερότητας. Είναι η συναίσθηση της ικανότητας να ανταποκρίνεται κανείς στις απαιτήσεις της καθημερινότητας και η επίγνωση της σημαντικότητάς του ως ιδιαίτερο πρόσωπο.

Η συναίσθηση ότι ως άνθρωποι είμαστε σημαντικοί και έχουμε αξία θεμελιώνεται σε τρεις κυρίως παράγοντες:

– Στις πρακτικές ικανότητες που μας επιτρέπουν να τα καταφέρνουμε στις επαγγελματικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και αθλητικές μας δραστηριότητες.
– Στην αναγνώριση, την αποδοχή και την αγάπη, των άλλων.
– Στη δυνατότητά μας να αντιμετωπίζουμε με δυναμισμό και αξιοπρέπεια τις κρίσιμες καταστάσεις τις προσωπικής μας ζωής όπως είναι η ασθένεια, ο χωρισμός, η απώλεια θέσης εργασίας, ο θάνατος αγαπημένου προσώπου κλπ.

Η αυτοπεποίθηση εκφράζεται με συγκεκριμένες γόνιμες συμπεριφορές και υγιή συναισθήματα όπως υπευθυνότητα, πρωτοβουλία, αξιοπρέπεια, αυτοέλεγχο, ανεκτικότητα και σεβασμό των άλλων, επιδίωξη αξιόλογων στόχων κλπ.

Η αυτοπεποίθηση συνοδεύεται από ένα αίσθημα επάρκειας των ικανοτήτων μας, δημιουργική επικοινωνία, γόνιμο προβληματισμό, κατάλληλο σχεδιασμό, σωστές αποφάσεις και από την συναίσθηση ότι με τις προσπάθειές μας μπορούμε να πετύχουμε τα αποτελέσματα που επιθυμούμε.

Η αυτοπεποίθηση δεν καλλιεργείται μόνο με τα ενισχυτικά και υποστηρικτικά λόγια των άλλων αλλά κυρίως με την ρεαλιστική και έγκυρη αυτο-αξιολόγηση, μέσα από την ανάληψη ευθυνών, την εμπειρία της αγάπης και την δυναμική στάση απέναντι στις καθημερινές δυσκολίες και τις αναπόφευκτες αντιξοότητες.

Παιδαγωγικές τακτικές ενίσχυσης της αυτοπεποίθησης.

Επικοινωνώ με το παιδί με ειλικρίνεια και ενδιαφέρον. Του δείχνω ότι χαίρομαι που μιλάω μαζί του και δεν το κάνω σαν αγγαρεία. Εκδηλώνω με σωματικό τρόπο την αγάπη μου με αγκαλιές και χάδια.

Ξεκινώ την επικοινωνία μου με το παιδί εστιάζοντας πάντοτε την προσοχή μου στα θετικά του χαρακτηριστικά και στα χαρίσματά του.

Στις συζητήσεις μας με το παιδί δεν επιβάλλω ευγενικά τις απόψεις μου. Προσπαθώ να είμαι διαλλακτικός και αληθινά δημοκρατικός.

Ομολογώ στο παιδί ότι κάποια από τα αισθήματα που το τρομάζουν είναι ή ήταν και δικά μου αισθήματα. Το παιδί δέχεται τον εαυτό του καλύτερα όταν συνειδητοποιεί ότι τα πρόσωπα που θεωρεί σημαντικά έχουν περάσει ανάλογες δυσκολίες με τις δικές του.

Προτείνω στο παιδί να τοποθετήσει μικρά, έγχρωμα, αυτοκόλλητα χαρτάκια σε διάφορα σημεία του χώρου του, με θετικά μηνύματα που ενισχύουν την αυτοπεποίθηση. Για παράδειγμα: «Ανακαλύπτω τις δυνάμεις που κρύβονται μέσα μου». «Μαθαίνω να σέβομαι τις αδυναμίες μου και να μαθαίνω από αυτές». «Εισπνέω βαθιά, χαλαρώνω το σώμα και μένω ήρεμος.». «Αυτοπεποίθηση». «Δυναμισμός». «Αγάπη».

Ενθαρρύνω το παιδί να αντιμετωπίζει με χιούμορ ακόμη και δυσάρεστα γεγονότα.

Εξηγώ στο παιδί πως αν κάποιος θυμώνει μαζί του, το κοροϊδεύει ή του επιτίθεται, αυτό δεν σημαίνει ότι φταίει ή ότι είναι κακό παιδί.

Εξηγώ στο παιδί πως μέσα του κρύβονται απεριόριστες δυνατότητες που αν τις αξιοποιήσει με συστηματική προσπάθεια μπορεί να πετύχει σε όλους τους τομείς αξιόλογη πρόοδο.

Προτρέπω ευγενικά το παιδί να επιδιώκει υψηλότερες επιδόσεις. Θεμελιώνω όμως τις προσδοκίες μου σε μια ρεαλιστική εκτίμηση των ικανοτήτων του παιδιού και όχι σε πιέσεις που ασκούνται από το κοινωνικό-πολιτιστικό μου περιβάλλον ή από προσωπικές μου ανάγκες για προβολή και επιτυχία.

Προτρέπω το παιδί να βάζει στόχους, να παίρνει αποφάσεις και να λύνει προβλήματα. Το βοηθώ να σχεδιάζει το δρόμο προς την επιτυχία με μια συγκεκριμένη σειρά σταδιακών επιδιώξεων με μικρά και συγκεκριμένα βήματα.

Το βοηθώ να υπομένει, να επιμένει, και να αγωνίζεται μέχρι να πετύχει τους στόχους του.

Το προτρέπω να αποδέχεται χωρίς ταραχή τον έπαινο και την κοροϊδία.

Το ενθαρρύνω να εκφράζει ειλικρινά τις προσωπικές του απόψεις και να εξωτερικεύει ξεκάθαρα τα αισθήματά του.

Το βοηθώ να αναπτύξει αυτοέλεγχο. Να επιλέγει τη συναισθηματική του αντίδραση αντί να αντιδρά παρορμητικά στις προκλήσεις του περιβάλλοντος.

Του μαθαίνω να απορρίπτει την άδικη κριτική αλλά να δέχεται και να αξιοποιεί την καλοπροαίρετη κριτική.

Εξηγώ στο παιδί ότι είναι φυσικό μερικές φορές να μην πηγαίνουν τα πράγματα όπως θα ήθελε.

Επιβραβεύω κάθε μικρή πρόοδο που κάνει το παιδί. Ενισχύω την που κάνει ακόμη και όταν δεν τα καταφέρνει.

Προτρέπω το παιδί να σέβεται και να εκτιμά τον εαυτό του ανεξάρτητα από το πόσο αποδίδει.

Προτείνω στο παιδί να γράψει ένα γράμμα σε ένα άλλο (υποθετικό) παιδί που αντιμετωπίζει ανάλογες δυσκολίες με τις δικές του. Να του γράψει συμβουλές σχετικά με το πώς θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματά του και να νιώσει καλύτερα. Η αναζήτηση και ο προβληματισμός του παιδιού σε νοητικό και συναισθηματικό επίπεδο, είναι πολύ εποικοδομητική.

Προσπαθώ χωρίς να το καταπιέζω να βάλω τάξη και δομή στην καθημερινή του ζωή.

Προτρέπω το παιδί να αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του και να διεκδικεί τα δικαιώματά του.

Βοηθώ το παιδί να αναζητά και να αναγνωρίζει τις θετικές πτυχές της κάθε κατάστασης. (Να βλέπει το μισό ποτήρι γεμάτο).

Βοηθώ το παιδί να αντιμετωπίζει δημιουργικά το φόβο, τον κίνδυνο και την αποτυχία. Να διαχειρίζεται τις δύσκολες καταστάσεις με υπομονή και δυναμισμό. Να συμφιλιώνεται με τους φόβους και να τους αντιμετωπίζει αντί να τους αφήνει να το κυριεύουν και να ελέγχουν τη ζωή του. Να μαθαίνει από τα λάθη του. Να χάνει χωρίς να θίγεται η αξιοπρέπειά του.

Βοηθώ το παιδί να επιλέγει τη συναισθηματική του αντίδραση απέναντι στα γεγονότα. Να καταλάβει ότι δεν είναι τα γεγονότα και οι περιστάσεις που προσδιορίζουν τη ζωή μας αλλά ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τα γεγονότα.

Εξηγώ στο παιδί τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες που μπορούν να συμβάλλουν στη δημιουργία και τη διατήρηση μιας υγιούς σχέσης.

Βοηθώ το παιδί να αντιλαμβάνεται τις επιθετικές προκλήσεις των άλλων και να τις απενεργοποιεί ή να αδιαφορεί.

Το προτρέπω να μπαίνει στη θέση του άλλου και να βλέπει τα γεγονότα μέσα από τα δικά του μάτια. Του μαθαίνω να είναι ανεκτικός και να σέβεται την διαφορετικότητα.

Το προτρέπω να σκέφτεται θετικά και να οραματίζεται τη θετική έκβαση των γεγονότων αλλά να μην απογοητεύεται όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως θα ήθελε.

Εξηγώ στο παιδί ότι μπορεί μειώσει το θυμό, το άγχος και το φόβο του με την παρακάτω απλή τεχνική: Εισπνέω βαθιά, χαλαρώνω τους μύες του σώματός μου και συγκεντρώνω την προσοχή μου σε μια υποστηρικτική θετική σκέψη όπως για παράδειγμα «Είμαι σημαντικός ανεξάρτητα από τι πιστεύουν οι άλλοι για μένα» ή «Αντιμετωπίζω το φόβο και γίνομαι πιο δυνατός» ή «μπορώ να ελέγχω τον εαυτό μου και να χαλαρώνω». Ακόμη το προτρέπω να συγκεντρώσει την προσοχή του σε κάτι ουδέτερο όπως, να μετρήσει μέχρι το δέκα ή να παρατηρήσει αναλυτικά τις λεπτομέρειες της μορφής ενός αντικειμένου που είναι κοντά μου (πόρτα, μολύβι, πίνακας)».

Εξηγώ στο παιδί τον τρόπο με οποίο η εικόνα που δίνει στους άλλους (εμφάνιση, στάση του σώματος, τρόπος κοιτάγματος, χειρονομίες, μιμική έκφραση του προσώπου, τόνος, χροιά και ένταση της φωνής) μπορεί να αποκαλύπτει φόβο και ανασφάλεια ή αυτοπεποίθηση και δυναμισμό.

Η εικόνα της ανασφάλειας μαζί με κάποιες άλλες ακατάλληλες συμπεριφορές, προκαλούν αυτούς που αναζητούν κάποιο στόχο για να εκφράσουν την επιθετικότητά τους.

Εξηγώ στο παιδί συμπεριφορές που δηλώνουν ή οδηγούν στην ενίσχυση και την προβολή της αυτοπεποίθησης. (κατάλληλη στάση του σώματος, χειρονομίες, μιμική του προσώπου και τόνος της φωνής που φανερώνουν δυναμισμό).

Εξηγώ στο παιδί την διαφορά ανάμεσα στις παρακάτω συμπεριφορές:

Παθητική Συμπεριφορά: Ανασφάλεια, μπλοκάρισμα αισθημάτων, υποχωρητικότητα, φόβος. Τα θέλω μου και οι ανάγκες μου είναι λιγότερο σημαντικές από των άλλων.

Δυναμική Συμπεριφορά: Υπεράσπιση και διεκδίκηση των ατομικών δικαιωμάτων με τρόπο που δεν θίγει τον άλλο. Τα θέλω μου και οι ανάγκες μου είναι εξίσου σημαντικές με των άλλων. Ειλικρινής εξωτερίκευση των αισθημάτων.

Επιθετική Συμπεριφορά: Παραβίαση των δικαιωμάτων του άλλου, εξωτερίκευση των αισθημάτων με παρενόχληση. Τα θέλω μου και οι ανάγκες μου είναι περισσότερο σημαντικές από των άλλων.

Εξηγώ στο παιδί πώς να κερδίζει την προσοχή και το ενδιαφέρον των άλλων με δημιουργικές – θετικές συμπεριφορές και όχι με προκλήσεις, αταξίες και απαράδεκτα αστεία.

Βοηθώ το παιδί να αξιολογεί και να αποτιμά την βελτίωση που κατορθώνει μέσα από τις προσπάθειές του.

Πώς να διδάξουμε στα παιδιά αξίες της ζωής

Αποτέλεσμα εικόνας για Πώς να διδάξουμε στα παιδιά αξίες της ζωήςΑλήθεια αν σας ζητούσε κάποιος να επιλέξετε ποιες θα ήταν οι πιο σημαντικές αξίες στη ζωή σας; Ο σεβασμός; Η τιμιότητα; Η ειλικρίνεια; Η γενναιοδωρία; Η αγάπη; 

Ο ισπανός συγγραφέας, πανεπιστημιακός και παιδαγωγός Εστέβε Πουχόλ Ι Πονς είχε την εξαιρετική ιδέα να συγκεντρώσει τις πιο σημαντικές από τις αρετές που είναι απαραίτητες για την ομαλή μας συνύπαρξη – ας μην ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος είναι φύσει κοινωνικό όν – και να τις παρουσιάσει στο περίφημο Δέντρο των Αξιών. Το Δέντρο αυτό φανερώνει με τον πιο άμεσο τρόπο το πώς οι αξίες μας συνδέονται και αλληλοσυμπληρώνονται για να μας οδηγήσουν στην αρμονική συμβίωση, δηλαδή στην Ειρήνη. 

Οι αξίες της ζωής είναι οι παρακάτω:

-Σεβασμός,
-υπομονή,
-σταθερότητα,
-σύνεση,
-κοινωνικότητα,
-υπευθυνότητα,
-ειλικρίνεια,
-εμπιστοσύνη,
-διάλογος,
-ανεκτικότητα,
-δημιουργικότητα,
-συνεργασία,
-συμπόνια,
-γενναιοδωρία,
-φιλία,
-ελευθερία,
-δικαιοσύνη,
-ειρήνη.


Στον κορμό του Δέντρου βρίσκεται μια αξία πολύτιμη για όλες τις υπόλοιπες: Ο σεβασμός. Δίχως σεβασμό προς το συνάνθρωπό μας, τίποτε καλό δεν μπορεί να γίνει, καμιά άλλη αξία δεν μπορεί να αναπτυχθεί. Σύμφωνα με το συγγραφέα, η λέξη "σέβομαι" έρχεται από το λατινικό «respectare» που σημαίνει «κοιτάζω γύρω μου». Κοιτάζω γύρω μου λοιπόν και βλέπω ότι δεν είμαι μόνος μου σε αυτόν τον κόσμο. Από αυτή τη μεγάλη αλήθεια πηγάζουν όλες οι υπόλοιπες αξίες της ανθρώπινης συνύπαρξης για να καταλήξουν στην κορυφή του δέντρου, στη χαρά, την αγάπη και τελικά στην ειρήνη.

Υπάρχουν ακόμα τρεις αξίες που βρίσκονται κοντά στον κορμό του δέντρου και χαρίζουν ισορροπία σε όλες τις υπόλοιπες: η υπομονή, η σταθερότητα και η σύνεση. Τίποτε δεν μπορεί να γίνει χωρίς υπομονή, επιμονή, πίστη και σύνεση, αυτό το ισορροπημένο μείγμα εμπειρίας, εξυπνάδα και κοινής λογικής. Οι τρεις αυτές αρετές είναι επίσης πολύ σημαντικές επειδή όταν λείπουν οποιαδήποτε αξία χάνει την «αξία» της και μετατρέπεται σε μια καρικατούρα.

Στο πρώτο μεγάλο κλαδί του δέντρου η ατομική υπευθυνότητα οδηγεί μέσω της ευγένειας, της πειθαρχίας και της καλοσύνης στην αρμονική συμβίωση.

Το άλλο μεγάλο κλαδί αφορά την ελευθερία, την τιμιότητα και τη δικαιοσύνη που οδηγούν στην ειρηνική συνύπαρξη.

Στο τρίτο κλαδί του Δέντρου των Αξιών βρίσκεται η συνεργασία και περιλαμβάνει αξίες όπως η ειλικρίνεια, η εμπιστοσύνη, ο διάλογος, η ανεκτικότητα.

Το τελευταίο μεγάλο κλαδί είναι το πιο «ανθρώπινο», με αξίες όπως η συμπόνια και η γενναιοδωρία που είναι οι βάσεις για τη φιλία και την αγάπη.

Σκεφτείτε τώρα πόσο πιο όμορφος θα ήταν κόσμος μας, αν όλες αυτές οι ανθρώπινες αξίες γινόντουσαν κτήμα μας από την παιδική ηλικία, όπως ακριβώς η γραφή και η ανάγνωση.

Κάθε κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο σε μια αξία. Ο συγγραφέας, ξεχωριστός δάσκαλος στην πατρίδα του την Ισπανία, αφηγείται πασίγνωστες ιστορίες και παραμύθια και δίνει κατευθύνσεις για το πώς μπορούμε να εξηγήσουμε αυτές τις άλλοτε απλές άλλοτε πιο σύνθετες έννοιες στα παιδιά.

Ένας καλός τρόπος είναι μέσα από τις αντιθέσεις. Δίνοντας τις αντίθετες έννοιες, το παιδί καταλαβαίνει καλύτερα τις παραπλανητικές σημασίες αλλά και τα όρια της κάθε αξίας. Για παράδειγμα, τι λένε τα υπεύθυνα άτομα; Τι λένε τα ανεύθυνα άτομα; Ποια είναι τα όρια της ευγένειας; Ποια της υποκρισίας; Σύμφωνα με τη γνωστή παιδαγωγική ρήση «αν μου πεις κάτι, θα το ξεχάσω· αν μου διδάξεις κάτι, θα το θυμάμαι· αν με αφήσεις να ασχοληθώ μαζί του, τότε θα το μάθω για πάντα. Οι αξίες είναι χωρισμένες ανάλογα με την ηλικία του παιδιού (μέχρι τα 7 και μέχρι τα 12) και μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα στην απλή καθημερινή ζωή της οικογένειας.

Η σειρά προτεραιότητας των αξιών δεν έχει καμιά σημασία. Ακόμη και η ίδια η επιλογή εμπεριέχει την έννοια της απόρριψης. Μπορεί κάποιες αξίες να είναι περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές για κάποιον αλλά, όπως θα δείτε, οι ανθρώπινες αξίες πλέκονται μεταξύ τους και καμιά φορά είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς την μια από την άλλη καθώς αλληλοσυμπληρώνονται. Πώς θα ήταν η ειρήνη χωρίς την ανεκτικότητα ή το διάλογο; Πώς θα ήταν η κοινωνικότητα χωρίς τον σεβασμό; Υπάρχει φιλία χωρίς σεβασμό και ειλικρίνεια; 

Οι «αξίες της ζωής» που έρχονται να μας υπενθυμίσουν όλες εκείνες τις αρετές που μπορεί να έχουμε ξεχάσει με τα χρόνια που περνούν και με όλα όσα βλέπουμε να συμβαίνουν καθημερινά γύρω μας.

Οι αστρονόμοι ανακάλυψαν στον πολύ μακρινό γαλαξία «A2744 YD4» μια πελώρια μάζα αστρόσκονης

Οι αστρονόμοι χρησιμοποίησαν τη μεγάλη διάταξη τηλεσκοπίων ALMA (Atacama Large Millimeter/submillimeter Array) του Ευρωπαϊκού Νοτίου Παρατηρητηρίου στη Χιλή για να ανακαλύψουν σε ένα πολύ μακρινό γαλαξία μια πελώρια μάζα αστρόσκονης, όταν ακόμη το σύμπαν είχε ηλικία 600 εκατομμυρίων ετών, δηλαδή είχε μόλις το 4% της σημερινής ηλικίας του, σε μια εποχή που δημιουργούνταν οι πρώτες γενιές άστρων και γαλαξιών.

Πρόκειται για τον πιο νεαρό και πιο μακρινό γαλαξία -τον A2744_YD4- όπου έχει ποτέ ανιχνευθεί διαστρική σκόνη, η οποία δημιουργείται από την καταστροφή προηγούμενων άστρων με μορφή σούπερ-νόβα. Ταυτόχρονα, η παρατήρηση αποτελεί την πιο μακρινή ανίχνευση οξυγόνου στο σύμπαν. Από κοινού, τα δύο ευρήματα φωτίζουν περισσότερο τη γέννηση και τον εκρηκτικό θάνατο των πρώτων άστρων.

Οι αστρονόμοι από διάφορες χώρες, με επικεφαλής τον Νίκολας Λαπόρτε του University College του Λονδίνου (UCL), έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό αστροφυσικής "Astrophysical Journal Letters'.

Η κοσμική σκόνη αποτελείται κυρίως από πυριτία, άνθρακα και αλουμίνιο, σε κόκκους μικρούς όσο ένα εκατομμυριοστό του εκατοστού του μέτρου. Τα χημικά στοιχεία της σκόνης δημιουργούνται στο εσωτερικό των άστρων και διασκορπίζονται στο σύμπαν, όταν τα άστρα πεθαίνουν, ιδίως με τις θεαματικές εκρήξεις των υπερκαινοφανών αστέρων (σούπερ-νόβα).

 Η άφθονη πια σήμερα αστρόσκονη αποτελεί θεμέλιο λίθο για το σχηματισμό νέων άστρων και πλανητών. Όμως στο πρώιμο σύμπαν ήταν σπάνια, επειδή μόλις τότε πέθαιναν οι πρώτες γενιές άστρων, που την είχαν δημιουργήσει και άρχισαν να τη διασπείρουν στο διάστημα. Η ανίχνευση τόσο πρώιμης αστρόσκονης βοηθά, μεταξύ άλλων, να προσδιορισθεί πότε εξερράγησαν οι πρώτες σούπερ-νόβα.

Οι αστρονόμοι εκτιμούν ότι η ποσότητα σκόνης του γαλαξία A2744_YD4 ήταν έξι εκατομμύρια φορές μεγαλύτερη από τη μάζα του Ήλιου μας, ενώ η συνολική μάζα των άστρων που αυτός περιείχε, ήταν δύο δισεκατομμύρια φορές μεγαλύτερη από τη μάζα του δικού μας άστρου. Τα άστρα σε αυτό τον νεαρό γαλαξία εκτιμάται ότι δημιουργούνταν με ρυθμό 20 ηλιακές μάζες το χρόνο, έναντι μόλις μίας ηλιακής μάζας ετησίως στο δικό μας γαλαξία σήμερα.

Τα κοσμικά κενά φανερώνουν μυστικά του Σύμπαντος

sumpan-diastimaΤο Σύμπαν διαστέλλεται και μάλιστα με επιταχυνόμενο ρυθμό χωρίς όμως να είναι γνωστή η γενεσιουργός αιτία αυτού του φαινομένου. Για το λόγο αυτό, επινοήθηκε από τους επιστήμονες η έννοια της σκοτεινής ενέργειας, μιας αγνώστου μορφής ενέργειας που αντιστοιχεί στο 72% περίπου της συνολικής μάζας και ενέργειας που εμπεριέχονται στο Σύμπαν. Ένα ποσοστό δυσθεώρητο αν αναλογιστεί κανείς πως όλο το ορατό Σύμπαν που παρατηρούμε με τα τηλεσκόπια μας δεν είναι παρά το 4.6% του συνόλου των πραγμάτων που υπάρχουν εκεί έξω, με το υπόλοιπο 23% να αντιστοιχεί στη σκοτεινή ύλη.

Όλο το ορατό Σύμπαν που παρατηρούμε με τα τηλεσκόπια μας δεν είναι παρά το 4.6% του συνόλου των πραγμάτων που υπάρχουν εκεί έξω.
 
Ένα από τα επικρατέστερα μοντέλα για την εξήγηση της σκοτεινής ενέργειας είναι η ενσωμάτωσή αυτής της μορφής ενέργειας στις εγγενείς ιδιότητες του κενού χώρου, μία ιδέα που έχει εμφανιστεί ξανά στις εξισώσεις της φυσικής με τη μορφή της κοσμολογικής σταθεράς*.
 
Υπάρχουν όμως και πολλές άλλες ιδέες γύρω από την εξήγηση του φαινομένου της επιταχυνόμενης διαστολής του Σύμπαντος, με μία από αυτές να αναπτύσσεται στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης από τον ερευνητή Δρ. Μάρτιν Σαλέν και τους συνεργάτες τους. Η συγκεκριμένη ομάδα εργάζεται σε ένα μοντέλο όπου στην κοσμολογική σταθερά προστίθεται ένα νέο πεδίο, το οποίο επηρεάζει την πυκνότητα της σκοτεινής ενέργειας και σχετίζεται αντιστρόφως ανάλογα με την τοπική πυκνότητα της συνηθισμένης ύλης.
 
Ο συγκεκριμένος συλλογισμός οδηγεί στην παρατήρηση πως η πυκνότητα της σκοτεινής ύλης μεταβάλλεται με το χρόνο, αφού στα πρώιμα χρόνια της δημιουργίας του Σύμπαντος η πυκνότητα της ύλης ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη σημερινή, και συνεπώς η επιρροή της σκοτεινής ενέργειας θα ήταν τότε μηδαμινή, σύμφωνα με τους ερευνητές. Όσο όμως το Σύμπαν διαστελλόταν και η πυκνότητα της ύλης μειωνόταν η σκοτεινή ενέργεια ξεκίνησε να διαδραματίζει ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο, με αποτέλεσμα σήμερα να επιταχύνει τη διαστολή του Σύμπαντος.
 
Το καλό νέο είναι πως η νέα αυτή θεωρία μπορεί να επαληθευθεί από παρατηρήσεις αφού προϋποθέτει πως μεγάλες και καθόλου πυκνές περιοχές στο Σύμπαν, τα κοσμικά κενά, θα πρέπει να συμπεριφέρονται διαφορετικά από ότι προβλέπουν θεωρίες που περιέχουν μόνο την κοσμολογική σταθερά. Για την ακρίβεια, όταν περιοχές με μεγάλη πυκνότητα όπως τα γαλαξιακά σμήνη συμπεριφέρονται ως βαρυτικοί φακοί, συγκεντρώνοντας την ακτινοβολία γύρω τους όπως και ένα μεγεθυντικός φακός συγκεντρώνει τις ακτίνες του Ήλιου, έτσι και τα κοσμικά κενά θα πρέπει να στρέφουν το φως μακριά όπως ένας κοίλος φακός, ένα φαινόμενο που μπορεί να παρατηρηθεί με τα σύγχρονα μέσα.
 
Μια ακόμη πρόβλεψη της θεωρίας είναι πως το γκραβιτόνιο*, το σωματίδιο που είναι υπεύθυνο για τη βαρύτητα, θα έχει και μία μικρή μάζα, κάτι που βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τις σημερινές αντιλήψεις, και που σημαίνει πως εάν η συγκεκριμένη θεωρία ευσταθεί θα οδηγήσει σε μία νέα θεωρία βαρύτητας.
 
Θετικό στοιχείο για τους ερευνητές είναι πως τον περασμένο Σεπτέμβριο μία αστρονομική ομάδα είχε ανακοινώσει τα πρώτα ευρήματα απο-μεγένθυσης από κοσμικά κενά. Ωστόσο τα δεδομένα αυτά δεν είναι αρκετά για να βοηθήσουν τους επιστήμονες να αποφανθούν υπέρ της Γενικής Σχετικότητας ή υπέρ μιας θεωρίας με γκραβιτόνια που έχουν μάζα. Νέα όμως παρατηρητήρια και πειραματικές διατάξεις, όπως το ευρωπαϊκό διαστημικό τηλεσκόπιο Ευκλείδης (Euclid) το οποίο αναμένεται να εκτοξευθεί το 2020, θα μπορέσουν να δώσουν οριστικές απαντήσεις στο πρόβλημα.
 
Λεξικό:
Κοσμολογική Σταθερά: όρος που εισήγαγε ο Αϊνστάιν στις εξισώσεις της Γενικής Σχετικότητας, ώστε αυτές να περιγράφουν ένα στατικό Σύμπαν, όπως όριζε η αντίληψη της εποχής. Όταν μετέπειτα ανακαλύφθηκε από τον Χαμπλ η διαστολή του Σύμπαντος, ο Αϊνστάιν την αποκάλεσε «το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του». Μετά την ανακάλυψη της σκοτεινής ενέργειας, η κοσμολογική σταθερά έχει επιστρέψει στο προσκήνιο.
 
Γκραβιτόνιο: Όλες οι δυνάμεις στη φύση φέρονται από τα αντίστοιχα σωματίδια. Το σωματίδιο που προκύπτει από τα βαρυτικά πεδία είναι το γκραβιτόνιο, το μόνο από τα στοιχειώδη σωματίδια που έχουν προβλεφθεί και δεν έχει ακόμη παρατηρηθεί πειραματικά, εξαιτίας της χαμηλής ενέργειας της βαρύτητας σε σχέση με τις υπόλοιπες τρεις δυνάμεις (ηλεκτρομαγνητισμός, ασθενής και ισχυρή πυρηνική). Το σωματίδιο δεν έχει ηλεκτρικό φορτίο, έχει σπιν 2 και η Γενική Σχετικότητα προβλέπει πως έχει μηδενική μάζα.  

Αποδείξεις για την ύπαρξη της σκοτεινής ενέργειας

dark_energy_became_player1. ΕΚΡΗΞΕΙΣ ΣΟΥΠΕΡΝΟΒΩΝ
Σε έναν σύμπαν που επεκτείνεται, οι γαλαξίες κινούνται μακριά ο ένας από τον άλλο με μια ταχύτητα που εξαρτάται από την μεταξύ τους απόσταση. Οι σουπερνόβες προσφέρουν έναν τρόπο για να μετρήσουμε αυτό το φαινόμενο: Η μετατόπιση προς το ερυθρό των φασμάτων τους αποκαλύπτει την ταχύτητα που έχουν οι γαλαξίες μέσα στους οποίους βρίσκονται, και η φωτεινότητά τους αποκαλύπτει την απόσταση.
 
Η σκοτεινή ενέργεια γίνεται σημαντική: Όλες αυτές οι παρατηρήσεις μπορούν να αφορούν ένα απλό γεγονός: ότι καθώς το σύμπαν επεκτάθηκε, η ύλη διασκορπίστηκε σε πολύ περισσότερο χώρο, και μόλις η πυκνότητά της πλησίασε αυτή της σκοτεινής ενέργειας (η πυκνότητα της οποίας είναι σταθερή στο πιο απλό μοντέλο), ο ρυθμός διαστολής άρχισε να μεταπηδά από την επιβράδυνση στην επιτάχυνση. Οι γαλαξίες απομακρύνονται γρηγορότερα και έγινε λιγότερο πιθανό να συγκρουστούν ή να απορροφήσουν αέριο σαν καύσιμο για το σχηματισμό νέων άστρων.

Αποδεικνύεται πως οι γαλαξίες δισεκατομμύρια έτη πριν κινούνταν πιο αργά, από ότι ο σημερινός ρυθμός επέκτασης θα υπονοούσε. Ο ρυθμός διαστολής πρέπει να έχει αυξηθεί από την εποχή που παρατηρούμε τους υπερκαινοφανείς μέχρι σήμερα  – Κι αυτή είναι η σφραγίδα της σκοτεινής ενέργειας.
 
cmb2. ΚΟΣΜΙΚΗ ΜΙΚΡΟΚΥΜΑΤΙΚΗ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ ΥΠΟΒΑΘΡΟΥ

Εικόνες της ακτινοβολίας υποβάθρου περιέχουν σημεία των οποίων το προφανές μέγεθος αντανακλά τη γενική γεωμετρία του χώρου και επομένως την πυκνότητα του Κόσμου. Αυτή η ποσότητα ξεπερνά το ποσό της ύλης (και την συνηθισμένη και την εξωτική σκοτεινή ύλη), έτσι η διαφορά πρέπει να οφείλεται σε ένα κρυφό συστατικό, όπως η σκοτεινή ενέργεια. Επιπλέον, η ακτινοβολία υποβάθρου έχει ελαφρώς αναθεωρηθεί από τα πεδία βαρύτητας των κοσμικών δομών. Το ποσό της αναθεώρησης εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο έχει αλλάξει ο ρυθμός διαστολής κατά τη διάρκεια του χρόνου και ταιριάζει με το ρόλο της σκοτεινής ενέργειας.
 
3. ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΓΑΛΑΞΙΩΝ
Οι γαλαξίες δεν διασκορπίζονται τυχαία μέσα στον ουρανό. Αντίθετα τακτοποιούνται με μοτίβα, ένα από τα οποία μοιάζει με τα σημεία στο υπόβαθρο μικροκυμάτων. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μετρήσουμε τη συνολική μάζα του Κόσμου και επιβεβαιώνει την ανάγκη για τη σκοτεινή ενέργεια.
 
4. ΒΑΡΥΤΙΚΟΣ ΕΣΤΙΑΣΜΟΣ
Μια συμπαγής μάζα μπορεί να χρησιμεύσει ως ένας φακός. Το φως κάμπτεται από τη βαρύτητα. Ένας τέτοιος φακός μπορεί να παραγάγει πολλαπλάσιες εικόνες του πρωτότυπου, όπως ένας καθρέφτης σε ένα τσίρκο, εάν το φως προέρχεται από μια πηγή που είναι ακριβώς πίσω από αυτό το αντικείμενο (φακό), μια ευθυγράμμιση που γίνεται περισσότερο πιθανό όσο μεγαλύτερος είναι ο Κόσμος, κάτι που εξαρτάται στη συνέχεια από την ποσότητα της σκοτεινής ενέργειας. Ένας πιο ασθενής φακός μπορεί ακόμα να κάμψει το φως με μια μικρή γωνία, που εξαρτάται από τη μάζα του. Μελέτες αυτής της διαδικασίας μας έχουν αποκαλύψει με ποιο τρόπο μεγάλες εκτάσεις από ύλη έχουν αυξηθεί κατά τη διάρκεια του χρόνου, και έχουν βρει τη σφραγίδα από τη σκοτεινή ενέργεια.
 
5. ΣΜΗΝΗ ΓΑΛΑΞΙΩΝ
Οι παρατηρήσεις με ακτίνες X επισημαίνουν την εξέλιξη της μάζας των σμηνών των γαλαξιών. Και είναι αναγκαία η παρουσία της σκοτεινής ενέργειας για να εξηγήσει πότε και πώς διαμορφώθηκαν.

Αυτοεκπαιδευόμενοι υπολογιστές μέσω μάθησης με ενίσχυση

women in computingΈνα πολύ ενδιαφέρον πείραμα έγινε σε μεγάλο συνέδριο τεχνητής νοημοσύνης στην Βαρκελώνη τον Δεκέμβριο του 2016. Σε μια σχετικά απλή προσομοίωση με υπολογιστή μια ομάδα αυτόνομων αυτοκινήτων εκτελούν απότομες μανούβρες σε ένα δρόμο τεσσάρων λωρίδων. Τα μισά οχήματα προσπαθούν να κινηθούν με ταχύτητα προς τα δεξιά ενώ τα άλλα μισά κάνουν το ίδιο προς τα αριστερά. Kαι ενώ φαινόταν ότι τελικά τα οχήματα θα μπλεχτούν μεταξύ τους τελικά κατάφεραν να αλλάξουν λωρίδες και θέσεις με απόλυτη ακρίβεια.

Το εντυπωσιακό σε αυτό το πείραμα είναι ότι δεν υπήρχε πίσω από την κίνηση των οχημάτων το απαραίτητο λογισμικό που ήλεγχε την κίνηση τους. Δεν ήταν προγραμματισμένα για να κινούνται έτσι αλλά και να βρίσκουν τρόπο να μην βγουν εκτός πορείας ή να συγκρουστούν. Το λογισμικό της προσομοίωσης μέσα από την επανάληψη των κινήσεων έμαθε μόνο του να καθοδηγεί με ασφάλεια τα αυτοκίνητα. Μέχρι τώρα αυτή την ικανότητα οι υπολογιστές την είχαν αναπτύξει μόνο για να παίζουν παιχνίδια με τους ανθρώπους. Όπως φαίνεται τώρα αρχίζουν να αναπτύσσουν ικανότητες αυτό-εκπαίδευσης για πιο σύνθετες διεργασίες. Ο τομέας των αυτόνομων οχημάτων είναι σύμφωνα με τους ειδικούς ο πρώτος στον οποίο πρέπει η τεχνητή νοημοσύνη να εισχωρήσει και σιγά σιγά να διεισδύσει και σε άλλους τομείς της καθημερινότητάς μας.
 
Αυτή η προσέγγιση, γνωστή ως μάθηση με ενίσχυση, βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στον AlphaGo, έναν υπολογιστή που ονομάζεται DeepMind και που αναπτύχθηκε από μια θυγατρική της Google, ο οποίος παίζει το απίστευτα περίπλοκο επιτραπέζιο παιχνίδι Go και μπόρεσε να νικήσει έναν από τους καλύτερους παίκτες του ανθρώπου στον κόσμο σε έναν αγώνα υψηλού προφίλ πέρυσι. Τώρα η ενίσχυση της μάθησης μπορεί σύντομα να υπάρξει με μεγαλύτερη νοημοσύνη σε πράγματα μεγαλύτερης δυσκολίας από ό, τι τα παιχνίδια. Εκτός από τη βελτίωση της αυτο-οδήγησης αυτοκινήτων, η τεχνολογία μπορεί να κάνει ένα ρομπότ να πιάσει αντικείμενα που δεν έχει δει ποτέ πριν, και να καταλάβει τη βέλτιστη διαμόρφωση του εξοπλισμού σε ένα κέντρο δεδομένων.
 
Η ενίσχυση της μάθησης αντιγράφει μια πολύ απλή αρχή από τη φύση. Ο ψυχολόγος Edward Thorndike την έχει τεκμηριώσει περισσότερο από 100 χρόνια πριν. Ο Thorndike τοποθέτησε γάτες μέσα σε κουτιά από τα οποία θα μπορούσαν να ξεφύγουν μόνο με το πάτημα ενός μοχλού. Μετά από ένα σημαντικό χρόνο πειραματισμού και τυχαίας κίνησης τους, τα ζώα κάποτε θα πατήσουν τελικά το μοχλό κατά τύχη. Μετά αφού έμαθαν να συνδέουν αυτή τη συμπεριφορά με το επιθυμητό αποτέλεσμα, αυτές τελικά δραπέτευαν με αυξανόμενη ταχύτητα.

Το αγρόκτημα του μέλλοντος;

Υπάρχει μια νέα τάση στον τομέα της γεωργίας που ονομάζεται κάθετη γεωργία. Η κάθετη γεωργία, ως στοιχείο της αστικής γεωργίας, είναι μια μέθοδος καλλιέργειας εντός ενός πολυόροφου θερμοκηπίου ή σε κάθετες επιφάνειες.

Καθώς οι άνθρωποι έμαθαν να καλλιεργούν, τακτοποίησαν τα φυτά σε οριζόντια πεδία, και ανακάλυψαν την  άρδευση και τα λιπάσματα για να αναπτυχθούν πλήρεις καλλιέργειες. Αλλά με τη σύγχρονη τεχνολογία, τις ανάγκες και την εξυπνάδα των αγροτών, μπορούμε τώρα να τακτοποιήσμε τα πεδία κάθετα, όπως ακριβώς στοιβάζονται οι  κατοικίες και οι πολυκατοικίες.

Μετακίνηση φυτών σε εσωτερικούς χώρους έχει πολλά πλεονεκτήματα: Τα φυτά δεν είναι στο έλεος των καιρικών συνθηκών, λιγότερη ερημιά από τα χωράφια, και είναι πιο εύκολο να ελέγχουν την απορροή λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων. Αλλά η επιλογή του φωτισμού μπορεί καθορίσει το κόστος ενός κάθετου αγροκτήματος και να επηρεάσει το πόσο καιρό μπορεί να πάρει για την αστική γεωργία να ανθίσει.


Αριστοτέλης: Η ψυχή είναι πολυτιμότερη από την περιουσία και το σώμα

Συνήθως, οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι, όση και να έχουν αρετή, είναι αρκετή, ενώ για τον πλούτο, τα χρήματα, την ισχύ, τη δόξα, και όλα τα σχετικά, πιστεύουν πως, όσα και να έχουν, δε φθάνουν.

Ο Αριστοτέλης, σε όλους αυτούς, διαμηνύει να προσέξουν ότι δεν αποκτούν και δεν μπορούν να διαφυλάξουν τις αρετές με τα εξωτερικά αγαθά, αλλά, αντίθετα, εκείνα με αυτές.

Την ευτυχισμένη ζωή, είτε υπάρχει στη χαρά, είτε στην αρετή, είτε και στα δυο, περισσότερο τη βρίσκουμε σ’ εκείνους που έχουν καλλιεργήσει στο έπακρο το ήθος τους και τη διάνοια, ενώ παραμένουν μετριοπαθείς και μετρημένοι όταν πρόκειται για την κτήση εξωτερικών αγαθών’ όχι, όμως, σ’ εκείνους που διαθέτουν αγαθά περισσότερα από τα χρήσιμα, ενώ, την ίδια στιγμή, υπολείπονται στο ήθος και τη διάνοια. Γιατί τα εξωτερικά αγαθά εξαντλούνται, και περισσότερο αποτελούν μέσο, όπως καθετί που χρησιμεύει σε κάτι άλλο’ η υπερεπάρκειά τους, όμως, αναγκαστικά, είτε βλάπτει είτε, τελικά, δεν ωφελεί καθόλου όσους τα διαθέτουν.

Τα αγαθά, τώρα, που αφορούν στην ψυχή, όσο κι αν αφθονούν, τόσο πιο πολύ είναι χρήσιμα’ εφόσον, βέβαια, πρέπει να ζητούμε και σ’ αυτά, όχι μόνο το ωραίο αλλά και το χρήσιμο. Αν επιπλέον, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η ψυχή είναι πολυτιμότερη από την περιουσία και το σώμα, θα πρέπει, για το καθένα, να εξασφαλίσουμε την καλύτερη εκδοχή, σύμφωνα με την ιεραρχία που εγκαθιστούμε ανάμεσά τους. Άλλωστε, από τη φύση, επιβάλλεται να επιλέγουμε τα εξωτερικά αγαθά προς όφελος της ψυχής, πράγμα που πρέπει να κάνουν όλοι όσοι σκέφτονται σωστά,’ και όχι να υποτάσσουμε την ψυχή στην αναζήτηση των εξωτερικών αγαθών.

Καθένας, τώρα, αξιώνεται την ευδαιμονία στο βαθμό που διαθέτει αρετή και φρόνηση, και φροντίζει να ενεργεί σύμφωνα με αυτές. Τον εσωστρεφή προσανατολισμό, και την εσωτερική διάσταση της ευδαιμονίας, ο Αριστοτέλης την κατοχυρώνει με την αναφορά στο θεό. Εκείνος είναι ευδαίμων και μακάριος όχι εξαιτίας των εξωτερικών αγαθών, αλλά χάρη στον εαυτό του και σε αυτό που είναι από τη φύση.

Γι’ αυτό, αναγκαστικά, η ευδαιμονία διακρίνεται από την ευτυχία. Η δεύτερη αφορά στα αγαθά που δεν έχουν να κάνουν με την ψυχή’ γι’ αυτά αρμόδια είναι η τύχη. Δίκαιος και σώφρων, όμως, δεν είναι κανένας από τύχη. Το ίδιο, ακριβώς, ισχύει και για την πόλη που θέλει να ζει ευτυχισμένα. Είναι αδύνατο να ευτυχούν εκείνοι που δεν ενεργούν σωστά. Κανένα έργο, ανθρώπου ή πόλης, δεν είναι καλό, που δε συνοδεύεται ή δεν απορρέει από την αρετή και τη φρόνηση. Επομένως, άριστος βίος, τόσο μεμονωμένα, για τον κάθε άνθρωπο, όσο και γενικά, για τις πόλεις, είναι εκείνος που συνέχεται από αρετή σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι πράξεις που έχει να επιδείξει, να είναι πράξεις αρετής.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η αρετή έχει να κάνει με τη χαρά, την αγάπη και το μίσος που κατευθύνονται σωστά, «ορθώς». Η εισαγωγή στο βίο της αρετής, είναι, πρώτα, έργο της παιδείας, και συγκεκριμένα της μουσικής, που περιλαμβάνει την ποίηση, την όρχηση και το μέλος, και αποστολή της είναι να διδάσκει και να εθίζει στην ορθή κρίση, αλλά και στη χαρά με τα ευγενή ήθη και τις ωραίες πράξεις.

Οι ρυθμοί και οι μελωδίες εξομοιώνουν, διαμορφώνουν ομοιώματα ηθών όπως η οργή, η πραότητα, η ανδρεία και η σωφροσύνη, αλλά και τα αντίθετα σε αυτά. Στην πράξη, μάλιστα, η ψυχή υφίσταται μεταβολή, όταν ακούγονται παρόμοιοι ρυθμοί και μελωδίες. Έτσι, καθώς οι άνθρωποι συνηθίζουν να λυπούνται και να χαίρονται με τις εξομοιώσεις, φθάνουν, και σε πραγματικές συνθήκες, σε αληθινές περιστάσεις, να νιώθουν με τον ίδιο τρόπο...

Οι άλλοι αντικατοπτρίζουν αυτό που είμαστε

Ο αρχικός προγραμματισμός [ενός παιδιού] είναι δύο ειδών: άμεση διδασκαλία και παραδειγματική επιρροή. Ωστόσο αυτά τα δύο δεν ταιριάζουν πάντα, εφόσον είναι εύκολο να πεις σε κάποιον τι να κάνει, τι είναι σωστό και τι λάθος, αλλά πολύ δύσκολο να εφαρμόσεις αυτές τις θεωρίες στην καθημερινή πράξη. Είμαστε όλοι υποκριτές, σε κάποιο βαθμό, και απέχουμε από το να βάλουμε σε εφαρμογή αυτά που κηρύσσουμε, όσο και αν το προσπαθούμε και όσο και αν διαμαρτυρόμαστε για το αντίθετο.

Παρόλα αυτά, δεν είναι οι πράξεις των γονέων ή οι διδαχές τους αυτές που μας επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά, αλλά οι διάφοροι τρόποι αντίδρασής μας στην συμπεριφορά τους και την μεταχείρισή τους προς εμάς. Ή τους αντιγράψαμε, ή επαναστατήσαμε εναντίον τους, όμως καθώς καμία από τις δύο επιλογές δεν επιτρέπει στον αληθινό εαυτό να εκδηλωθεί, είναι πολύ σημαντικό να δούμε αυτές τις αντιδράσεις πιο καθαρά και να προσπαθήσουμε να τις καταλάβουμε, έτσι ώστε να ανακαλύψουμε ποιοι πραγματικά είμαστε κάτω από την ψεύτικη πρόσοψη των δανεικών απόψεων. Μόνο τότε θα μπορέσουμε συνειδητά να αποφασίσουμε ποια χαρακτηριστικά έχουν αξία και πρέπει να διατηρηθούν και ποια πρέπει να εγκαταλειφθούν.

Οι αντιδράσεις μάς οδηγούν απ’ευθείας σε αξιολογικές κρίσεις: αυτό που βλέπουμε ή βιώνουμε είτε μας αρέσει, είτε όχι. Εάν είμαστε απόλυτα ειλικρινείς με τον εαυτό μας, θα πρέπει να συμφωνήσουμε στο ότι, όταν κρίνουμε τους άλλους με ισχυρή συναισθηματική ένταση, λειτουργεί μια από δύο εναλλακτικές. Η κριτική μας προς τους άλλους μπορεί να αποτελεί προβολή δικών μας λαθών, τα οποία δεν έχουμε συνειδητοποιήσει. Είναι πολύ ευκολότερο να κατακρίνουμε κάποιον άλλον επειδή είναι εγωιστής, ανέντιμος, αγενής, ή εγωκεντρικός, παρά να παραδεχθούμε ότι έχουμε και εμείς τα ίδια ελαττώματα. Όσο περισσότερη συναισθηματική ένταση έχει η κριτική μας, τόσο πιο πιθανό είναι να είμαστε και εμείς ένοχοι για τα ίδια λάθη ή τις αδυναμίες. Η αιτία γι’ αυτό είναι ότι είμαστε πολύ κοντά στις δικές μας αδυναμίες και είτε δεν τις βλέπουμε, είτε είμαστε πολύ τεμπέληδες για να τις παραδεχθούμε και να τις διορθώσουμε.

Αλλά υπάρχει και μια άλλη, κρυφή και μάλλον ανεπαίσθητη αιτία για το λόγο που επικρίνουμε τους άλλους, η οποία συχνά παραβλέπεται. Αυτές οι πράξεις ή τα χαρακτηριστικά των άλλων για τα οποία διαφωνούμε μπορεί να είναι μεγεθυμένα παραδείγματα αυτών ακριβώς των ιδιοτήτων που μας λείπουν, που είτε φοβόμαστε είτε ντρεπόμαστε να εκφράσουμε και που πρέπει να αναπτύξουμε στον εαυτό μας για να αποκτήσουμε περισσότερη ισορροπία. Αισθανόμαστε ένοχοι και ανεπαρκείς, οπότε επικρίνουμε εκείνους που είναι ελεύθεροι να εκφραστούν με ένα ορισμένο, αν και συχνά κραυγαλέο τρόπο, αντί να αναπτύξουμε και εμείς αυτές τις ιδιότητες για να αποκτήσουμε περισσότερη ισορροπία. Για παράδειγμα, συχνά ένα πολύ ντροπαλό άτομο θα κοροϊδέψει κάποιον που είναι πολύ εξωστρεφής και επιθετικός, αντί να τον χρησιμοποιήσει σαν ένα καθρέφτη που θα αποκαλύψει μια έλλειψη που πρέπει να συνειδητοποιηθεί και να δουλευτεί. Σ’ αυτή την περίπτωση, η κριτική καλύπτει μια υποφώσκουσα ζήλια και ένα αίσθημα ανεπάρκειας.

Όσο συνεχίζουμε να λειτουργούμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δεν μπορούμε να μάθουμε ποιοι πραγματικά είμαστε κάτω από τις αντιδράσεις. Μόνο όταν είμαστε πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουμε κάθε άνθρωπο που συναντάμε σαν ένα καθρέφτη μέσα στον οποίο θα δούμε μια αναλαμπή του εαυτού μας, μόνο τότε θα μπορέσουμε να εγκαταλείψουμε τις άμυνές μας και να κοιτάξουμε μέσα μας για να ανακαλύψουμε ποιοι πραγματικά είμαστε.