Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Αθηναίοι Δημαγωγοί

Αποτέλεσμα εικόνας για Αθηναίοι ΔημαγωγοίΌταν τα νέα της ήττας τους στη Σικελία το 413 π.Χ. έφτασαν στους Αθηναίους, τα δέχθηκαν με δυσπιστία. Χρειάστηκε να περάσει κάποιος χρόνος για να συνειδητοποιήσει ο λαός την έκταση της καταστροφής, οπότε, γράφει ο Θουκυδίδης (8.1.1.), «εξεμάνη κατά των ρητόρων που είχαν συμβάλλει στην προπαγάνδιση της εκστρατείας ωσάν να μην την είχε ο ίδιος [ο λαός] αποφασίσει [στην Εκκλησία]». Στο χωρίο αυτό ο Τζορτζ Γκρότ έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Από τις τελευταίες αυτές λέξεις θα μπορούσε να δοθεί εντύπωση ότι ο Θουκυδίδης θεωρούσε πως οι Αθηναίοι, από τη στιγμή που υιοθέτησαν την εκστρατεία με τις ψήφους τους, αποποιήθηκαν το δικαίωμα της μομφής κατά των ρητόρων εκείνων που είχαν πρωτοστατήσει, συνιστώντας να προχωρήσουν σε μια τέτοια ενέργεια. Δεν συμμερίζομαι καθόλου την άποψή του. Ο εισηγητής κάθε σημαντικού μέτρου είναι πάντοτε ηθικά υπεύθυνος για την ορθότητα, τη χρησιμότητα και την πρακτικότητα του μέτρου, και πολύ σωστά πέφτει, λιγότερο ή περισσότερο ανάλογα με την περίπτωση, σε δυσμένεια, αν έχει αποτελέσματα ολότελα αντίθετα από εκείνα που είχε προβλέψει»1.
 
Οι δυο αντιτιθέμενες αυτές παραπομπές φέρνουν στην επιφάνεια όλα τα θεμελιώδη εγγενή προβλήματα της αθηναϊκής δημοκρατίας: προβλήματα χάραξης πολιτικής και ηγεσίας, αποφάσεων και ευθύνης γι’ αυτές. Δυστυχώς ο Θουκυδίδης (6.1-25) μας λέγει πολύ λίγα για τους ρήτορες που υποστήριξαν επιτυχώς στην Εκκλησία την απόφαση για την πραγματοποίηση της μεγάλης εισβολής στη Σικελία. Στην πραγματικότητα, δεν μας λέγει τίποτα το συγκεκριμένο για τη συνεδρίαση, παρά μόνο ότι ο λαός υπήρξε θύμα παραπλάνησης εκ μέρους μιας αντιπροσωπείας από τη σικελική πόλη της Σεγέστας και από αυτούς τους ίδιους τους δικούς του απεσταλμένους που μόλις είχαν επιστρέψει από τη Σικελία, και ότι οι περισσότεροι απ’ όσους ψήφισαν αγνοούσαν σε τέτοιο βαθμό την όλη υπόθεση, ώστε δεν γνώριζαν ούτε καν το μέγεθος του νησιού ή τον πληθυσμό του.
 
Πέντε μέρες αργότερα έγινε μια δεύτερη συνεδρίαση της Εκκλησίας για να εγκριθεί ο απαραίτητος οπλισμός. Ο στρατηγός Νικίας άρπαξε την ευκαιρία για να επιδιώξει την ματαίωση του όλου προγράμματος. Αντιτάχθηκε ένας αριθμός ομιλητών, Αθηναίοι και Σικελοί, οι οποίοι ούτε κατονομάζονται, ούτε περιγράφονται μ’ έναν οποιονδήποτε τρόπο από τον ιστορικό. Αντιτάχθηκε και ο Αλκιβιάδης, ο οποίος εξεφώνησε ένα λόγο που ρίχνει άπλετο φως στον ίδιο τον Θουκυδίδη και στην κρίση του για τον Αλκιβιάδη, αλλά δεν αναφέρει σχεδόν τίποτα για τα άμεσα θέματα που αποτέλεσαν αντικείμενο συζήτησης ούτε για τα ευρύτερα εκείνα που αφορούν τη δημοκρατική διαδικασία και την ηγεσία. Το αποτέλεσμα ήταν μία ολοκληρωτική ήττα για το Νικία. Όλοι τους, παραδέχεται ο Θουκυδίδης, αδημονούσαν τώρα περισσότερο από πριν να προχωρήσει η εφαρμογή του σχεδίου - οι γέροι και οι νέοι, οι οπλίτες (που προέρχονταν από το ευπορότερο τμήμα του λαϊκού πληθυσμού) και οι κοινοί άνθρωποι το ίδιο. Οι λίγοι που παρέμειναν αντίθετοι, συμπεραίνει ο Θουκυδίδης, απέφυγαν να ψηφίσουν από το φόβο μήπως εμφανιστούν ως μη πατριώτες.
 
Η σκοπιμότητα της εκστρατείας στη Σικελία είναι ένα πολύ δύσκολο θέμα. Ο ίδιος ο Θουκυδίδης είχε περισσότερες από μία απόψεις σε διάφορες περιόδους της ζωής του. Πάντως δεν φαίνεται να έχει αλλάξει γνώμη για τους ρήτορες: επέβαλαν την εκστρατεία για εσφαλμένους λόγους και κέρδισαν τη μάχη ποντάροντας στην άγνοια και το πάθος της Εκκλησίας. Αναφέρει ότι ο Αλκιβιάδης άσκησε μεγαλύτερη πίεση απ’ όλους γιατί επιθυμούσε να χαλάσει τα σχέδια του Νικία, γιατί είχε προσωπικές φιλοδοξίες και ήλπιζε να κερδίσει δόξα και πλούτο από τη στρατηγία του στην εκστρατεία και γιατί οι υπερβολικές και ελευθέριες αρέσκειες του υπερέβαιναν τις οικονομικές του δυνατότητες. Αλλού, εκφραζόμενος με πιο γενικούς όρους, ο Θουκυδίδης λέγει το εξής (2.65.9-11): υπό τον Περικλή «η κυβέρνηση ήταν δημοκρατία ονομαστικά ενώ πραγματικά ενός ανδρός αρχή. Οι διάδοχοί του ήσαν περισσότερο ίσοι μεταξύ τους, καθώς δε προσπαθούσε κάθε ένας να γίνει ο πρώτος άνδρας, θυσίαζαν ακόμη και το χειρισμό των υποθέσεων στα καπρίτσια του λαού. Αυτό, όπως ήταν επόμενο για ένα μεγάλο κράτος που διηύθυνε μια αυτοκρατορία, οδήγησε σε πολλά λάθη».
 
Με λίγα λόγια, μετά από το θάνατο του Περικλή, η Αθήνα έπεσε στα χέρια των δημαγωγών και καταστράφηκε. Ο Θουκυδίδης δεν χρησιμοποιεί τη λέξη «δημαγωγός» σε κανένα από τα χωρία που έχω σχολιάσει. Είναι μια λέξη που δεν την συνηθίζει ο ίδιος2, όπως γενικά και η ελληνική γραμματεία, πράγμα που θα μπορούσε να ιδωθεί σαν έκπληξη, αν ληφθεί υπόψη ότι δεν υπάρχει πιο οικείο θέμα στο αθηναϊκό περιβάλλον (ανεξάρτητα από τη σπανιότητα της λέξης) από το δημαγωγό και τον υπαρχηγό του, το συκοφάντη. Ο δημαγωγός είναι ένα κακό πράγμα: το «οδηγώ το λαό» σημαίνει παραπλανώ - πάνω απ’ όλα, παραπλανώ με το ν’ αποτυγχάνω να οδηγώ. Ο δημαγωγός καθοδηγείται από το προσωπικό του συμφέρον, από την επιθυμία να γίνει ισχυρότερος και μέσω της εξουσίας πλουσιότερος. Για να κατορθώσει κάτι τέτοιο απαρνιέται όλες τις αρχές, κάθε ηγετική εντιμότητα και υποθάλπει στο λαό κάθε ιδιοτροπία - σύμφωνα με τα λόγια του Θουκυδίδη, θυσίαζαν ακόμα και το χειρισμό των υποθέσεων στα καπρίτσια του λαού. «Η εικόνα αυτή παρουσιάζει όχι μόνο την καλή αλλά και την ανάποδη όψη». Να, για παράδειγμα, η εικόνα που έχει ο Θουκυδίδης για το σωστό είδος ηγέτη (2.65-8): «Χάρη στο κύρος του, στην ευφυΐα του και τη γνωστή του ακεραιότητα σε ότι αφορά τα χρήματα, ο Περικλής ήταν σε θέση να κατευθύνει το λαό όπως θα έπρεπε να κάνει ένας ελεύθερος άνθρωπος. Τον κατηύθυνε αντί να κατευθύνεται απ’ αυτόν. Δεν είχε ανάγκη, διεκδικώντας την εξουσία, να τους εξευμενίζει· αντίθετα, η φήμη του ήταν τέτοια που μπορούσε να τους πηγαίνει κόντρα και να προκαλεί την οργή τους».
 
Αυτό δεν γινόταν απ’ όλους αποδεκτό. Ο Αριστοτέλης τοποθετεί το ρήγμα νωρίτερα: ήταν από τότε που ο Εφιάλτης άρπαξε την εξουσία από τη Βουλή του Αρείου Πάγου που εγκαινιάζεται το πάθος της δημαγωγίας. Ο Περικλής, συνεχίζει, απέκτησε εν πρώτοις πολιτική επιρροή καταγγέλλοντας τον Κίμωνα για κακή διαχείριση, εν συνεχεία ακολούθησε δραστήρια μια πολιτική ναυτικής ισχύος «η οποία έδωσε στις κατώτερες τάξεις τη δυνατότη­τα να πάρουν βαθμιαία στα χέρια τους την πολιτική ηγεσία», και τέλος εισήγαγε την αμοιβή των ενόρκων, δωροδοκώντας έτσι το λαό με τα ίδια του τα χρήματα. Αυτά ήσαν δημαγωγικά μέτρα και έφεραν τον Περικλή στην εξουσία, την οποία αυτός κατόπιν άσκησε, ο Αριστοτέλης συμφωνεί, με σωστό και καθαρό τρόπο3.
 
Αυτό που μ’ ενδιαφέρει όμως δεν είναι ούτε η αξιολόγηση του Περικλή ως ατόμου ούτε η λεξικογραφική εξέταση της λέξης «δημαγωγία». Το ελληνικό πολιτικό λεξιλόγιο ήταν κατά κανόνα αόριστο και μη ακριβές, εκτός από τους επίσημους τίτλους ατομικών ή συλλογικών αξιωμάτων (και πολύ συχνά ούτε και τότε ακόμη). Όλοι οι συγγραφείς δέχονταν την αναγκαιότητα της πολιτικής ηγεσίας σαν κάτι το αυτονόητο. Το πρόβλημά τους ήταν να διακρίνουν μεταξύ καλών και κακών ειδών. Όσον αφορά την Αθήνα και τη δημοκρατία της, η λέξη «δημαγωγός» έγινε για λόγους ευνόητους ο απλούστερος τρόπος χαρακτηρισμού του κακού είδους και δεν έχει καμιά απολύτως σημασία αν η λέξη εμφανίζεται ή όχι σ’ ένα δεδομένο κείμενο. Υποθέτω ότι ήταν ο Αριστοφάνης εκείνος που καθιέρωσε το μοντέλο του δημαγωγού στην προσωπογραφία του Κλέωνα κι ας μη χρησιμοποίησε ποτέ άμεσα το επίθετο «δημαγωγός» γι’ αυτόν η οποιονδήποτε άλλο4. Ο Θουκυδίδης πίστευε ασφαλώς παρομοίως, ότι ο Κλεοφών, ο Υπέρβολος και ορισμένοι, αν όχι όλοι, από τους ρήτορες τους υπεύθυνους για την καταστροφή στη Σικελία ήσαν δημαγωγοί, πλην όμως δεν απέδωσε το χαρακτηρισμό σε κανέναν απ’ αυτούς.
 
Ενδιαφέρει να τονιστεί η λέξη «είδος» γιατί το θέμα που έθεσαν οι Έλληνες συγγραφείς είναι ένα θέμα ουσιαστικών προσόντων του ηγέτη, όχι (ειμή μόνο εντελώς δευτερευόντως) των μεθόδων του ή της τεχνικής του ικανότητας, ούτε καν (ειμή μόνο κατά ένα πολύ γενικό τρόπο) του προγράμματος και της πολιτικής του. Η βασική διάκριση είναι μεταξύ εκείνου που ασκεί την ηγεσία με αποκλειστικό γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, κι εκείνου που το ατομικό του συμφέρον κάνει πρωταρχικής σημασίας το θέμα της δικής του θέσης και τον σπρώχνει να κολακεύει το λαό. Ο πρώτος μπορεί να κάνει ένα λάθος και να υιοθετήσει εσφαλμένη πολιτική σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση. Ο δεύτερος μπορεί κατά διαστήματα να κάνει ορθές προτάσεις, όπως όταν ο Αλκιβιάδης απέτρεψε το στόλο που βρισκόταν στη Σάμο να διακυβεύσει τη ναυτική θέση καταπλέοντας εσπευσμένα πίσω στην Αθήνα το 411 π.Χ. για να ανατρέψει τους ολιγαρχικούς που είχαν καταλάβει εκεί την εξουσία, μιαν ενέργεια που ο Θουκυδίδης (8.86) επιδοκιμάζει ρητά. Ωστόσο αυτές δεν είναι θεμελιώδεις διαφορές. Αλλά ούτε και ορισμένα γνωρίσματα που αποδίδονται σε συγκεκριμένους δημαγωγούς: η συνήθεια του Κλέωνα να ωρύεται όταν απευθυνόταν στην Εκκλησία, η προσωπική ανεντιμότητα σε χρηματικά θέματα και ούτω καθεξής. Αυτά τα πράγματα τονίζουν απλώς την εικόνα. Από τον Αριστοφάνη ως τον Αριστοτέλη, η επίθεση κατά των δημαγωγών επανέρχεται πάντοτε στο ένα και μοναδικό κεντρικό ερώτημα: για ποιανού το συμφέρον ηγείται ο ηγέτης;
 
Πίσω από αυτή τη διατύπωση του ερωτήματος βρίσκονται τρεις προτάσεις. Η πρώτη είναι ότι οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι, τόσο όσον αφορά την ηθική αξία και ικανότητά τους όσο και την κοινωνική και οικονομική τους θέση. Η δεύτερη είναι ότι κάθε κοινότητα τείνει να χωρίζεται σε πολιτικές μερίδες από τις οποίες σημαντικότερες είναι αφενός οι πλούσιοι και οι ευγενείς και αφετέρου οι φτωχοί, κάθε μια με τις δικές της αρετές, τις δικές της δυνατότητες και τα δικά της συμφέροντα. Η τρίτη πρόταση είναι ότι καλά οργανωμένο και προοδευτικό κράτος είναι εκείνο που υπερβαίνει τις διαιρέσεις και χρησιμεύει σαν όργανο ευζωίας.
 
Η πολιτική διαίρεση (faction) είναι το μεγαλύτερο κακό και ο συνηθέστερος κίνδυνος. Η λέξη «faction» είναι μια συμβατική αγγλική μετάφραση του ελληνικού όρου στάσις, από τις πιο αξιοσημείωτες λέξεις που μπορεί να βρεθούν σε ανθρώπινη γλώσσα. Η αρχική της σημασία είναι «τοποθέτηση», «στήσιμο» ή «ανάστημα», «στάθμευση». Η έκταση των πολιτικών σημασιών της μπορεί κάλιστα να δειχθεί με την απλή παράθεση των ορισμών που βρίσκονται στο λεξικό: «κόμμα», «κόμμα με στασιαστικό σκοπό», «πολιτική μερίδα», «στασίαση», «διχόνοια», «διαίρεση», «αποστασία» και τέλος, μια αναμφισβήτητη σημασία που το λεξικό ακατανόητα παραλείπει, συγκεκριμένα η σημασία «εμφύλιος πόλεμος» ή «επανάσταση». Αντίθετα από τον όρο «δημαγωγός» η λέξη στάσις απαντάται πολύ συχνά στο γραπτό λόγο και έχει κατά κανόνα αρνητική σημασία. Περιέργως είναι μία έννοια σχετικά παραμελημένη από τους σύγχρονους μελετητές της ελληνικής ιστορίας. Δεν έχει αποδοθεί, πιστεύω, η δέουσα σημασία στο γεγονός, ότι μια λέξη που έχει την αρχική σημασία της «στάθμευσης» ή της «τοποθέτησης» και η οποία σε αφηρημένη λογική, θα μπορούσε να έχει μία εξίσου ουδέτερη έννοια κάθε φορά που χρησιμοποιείται σ’ ένα πολιτικό πλαίσιο, στην πράξη δεν κάνει τίποτα του είδους, αλλά παίρνει αμέσως τις χειρότερες αποχρώσεις. Μία πολιτική τοποθέτηση, μια κομματική τοποθέτηση - αυτό είναι το αναπόσπαστο επακόλουθο - είναι ένα κακό πράγμα, που οδηγεί στη στάση, στον εμφύλιο πόλεμο και στη διάλυση του κοινωνικού οικοδομήματος. Η ίδια δε αυτή τάση επαναλαμβάνεται σε όλο το φάσμα της γλώσσας. Σε τελική ανάλυση, δεν υπάρχει κανείς αιώνιος νόμος που να υπαγορεύει ότι ο «δημαγωγός», ένας «ηγέτης του λαού», πρέπει να γίνει «παραπλανητής του λαού». Ή ακόμα ότι η εταιρεία, μια παλιά ελληνική λέξη που σημαίνει, μεταξύ άλλων «λέσχη» ή «κοινωνία», θα έπρεπε στην Αθήνα του πέμπτου αιώνα να έχει καταλήξει να σημαίνει ταυτόχρονα «συνωμοσία» και «στασιαστική οργάνωση». Όποια κι αν είναι η εξήγηση, δεν βρίσκεται στη φιλολογία αλλά στην ίδια την ελληνική κοινωνία.
 
Κανείς απ’ όσους διάβασαν τους Έλληνες πολιτικούς συγγραφείς δεν μπορεί να μην πρόσεξε την ταυτότητα γραμμής απ’ αυτή την άποψη. Όποιες κι αν ήσαν οι μεταξύ τους διαφωνίες, επιμένουν όλοι ότι το κράτος πρέπει να μείνει μακριά από τα ταξικά ή άλλα παραταξιακά συμφέροντα. Οι σκοποί και οι στόχοι του είναι ηθικοί, αχρονικοί και γενικοί και μπορεί να επιτευχθούν - πιο σωστά να προσεγγιστούν - μόνο με την παιδεία, την ηθική διαγωγή (ιδιαίτερα εκ μέρους εκείνων που κατέχουν την εξουσία), την ηθικά ορθή νομοθεσία και την εκλογή των κατάλληλων κυβερνητών. Η ύπαρξη βέβαια τάξεων και συμφερόντων, ως εμπειρικό γεγονός, δεν αμφισβητείται. Εκείνο που αμφισβητείται είναι ότι η επιλογή πολιτικών στόχων μπορεί νόμιμα να συνδεθεί με αυτές τις τάξεις και τα συμφέροντα ή ακόμη ότι το δημόσιο συμφέρον μπορεί να προωθηθεί χωρίς ν’ αγνοηθούν (αν όχι να καταργηθούν) τα ιδιωτικά συμφέροντα.
 
Εκείνος που ακολούθησε αυτή τη γραμμή από τη συλλογιστική της ως τις πιο ριζικές λύσεις της ήταν ο Πλάτων. Στον Γοργία (502E-519D) είχε ισχυριστεί ότι ούτε καν οι μεγάλες αθηναϊκές πολιτικές μορφές του παρελθόντος - ο Μιλτιάδης, ο Θεμιστοκλής, ο Κίμων και ο Περικλής - δεν ήσαν αληθινοί δημόσιοι άνδρες. Απλώς τα κατάφεραν καλύτερα από τους διαδόχους τους να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες του δήμου σε πλοία, τείχη και ναυπηγεία. Είχαν αποτύχει να κάνουν τους πολίτες καλύτερους ανθρώπους, το ν’ αποκαλούνται επομένως «δημόσιοι άνδρες» μοιάζει με το να συγχέουμε το ζαχαροπλάστη με το γιατρό. Εν συνεχεία στην Πολιτεία, ο Πλάτων πρότεινε να συγκεντρωθεί όλη η εξουσία στα χέρια μιας μικρής, επίλεκτης, κατάλληλα εκπαιδευμένης τάξης, η οποία θα έπρεπε ν ’ αποδεσμευθεί απ ’ όλα τα ειδικά συμφέροντα με τα πιο ριζοσπαστικά μέτρα: απαγορεύοντας στα μέλη της τόσο την ατομική ιδιοκτησία όσο και την οικογένεια. Μόνο κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες θα συμπεριφερόντουσαν ως τέλειοι ηθικοί φορείς, κατευθύνοντας το κράτος προς τους δικούς του στόχους, χωρίς τη δυνατότητα να παρεισφρήσει οποιοδήποτε ιδιωτικό συμφέρον.
 
Ο Πλάτων, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, ήταν ένας εντελώς ιδιότυπος άνθρωπος. Δεν μπορεί όμως κανείς με ασφάλεια να γενικεύσει από τον Πλάτωνα για όλους τους Έλληνες, ούτε καν μάλιστα για κάποιον άλλο μεμονωμένο Έλληνα. Ποιος άλλος συμμεριζόταν την απόλυτη πεποίθησή του ότι «προσοντούχοι ειδικοί - οι φιλόσοφοι - μπορούσαν να λαμβάνουν (και θα έπρεπε επομένως να εξουσιοδοτηθούν να το κάνουν) γενικά και απολύτως ορθές και αδιαφιλονίκητες αποφάσεις σε θέματα ευζωίας και ενάρετης ζωής, πράγμα το οποίο κι αποτελεί το μοναδικό σκοπό του κράτους»6; Πάντως, όσον αφορά το πρόβλημα που μ’ ενδιαφέρει άμεσα - τα ιδιωτικά συμφέροντα και το κράτος - ο Πλάτων συνέπιπτε με πολλούς Έλληνες συγγραφείς (όσο κι αν διαφωνούσαν μαζί του ως προς τις λύσεις). Στη μεγάλη τελική σκηνή των Ευμενίδων του Αισχύλου ο χορός εκφράζει ρητά την πίστη: η ευημερία του κράτους μπορεί να στηρίζεται μόνο στην αρμονία και την απουσία κάθε διαίρεσης. Ο Θουκυδίδης το υπαινίσσεται αυτό περισσότερο από μία φορά7. Η τοποθέτηση αυτή αποτελεί τη βάση της θεωρίας του μεικτού συντάγματος όπως το βρίσκουμε ήδη στα Πολιτικά τον Αριστοτέλη.
 
Ο εμπειρικότερος από τους Έλληνες φιλόσοφους, ο Αριστοτέλης, συνέλεξε τεράστιες ποσότητες στοιχείων για την πρακτική των ελληνικών κρατών, μεταξύ των οποίων και γεγονότα σχετικά με τη στάση. Τα Πολιτικά περιλαμβάνουν μία συστηματική ταξινόμηση των στάσεων και μάλιστα συμβουλεύουν για το πώς είναι δυνατόν να αποφευχθεί η στάσις κάτω από διάφορες συνθήκες. Οι κανόνες ωστόσο και οι στόχοι του Αριστοτέλη ήσαν ηθικοί, το έργο του ένας κλάδος της ηθικής φιλοσοφίας. Έβλεπε την πολιτική συμπεριφορά τελολογικά, σύμφωνα με τους ηθικούς σκοπούς που ο άνθρωπος έχει από τη φύση του και πίστευε ότι οι σκοποί αυτοί υπονομεύονταν αν οι άρχοντες λαμβάνουν τις αποφάσεις τους στη βάση προσωπικών ή ταξικών συμφερόντων. Αυτό ήταν το κριτήριο στη βάση του οποίου διέκρινε μεταξύ των τριών «σωστών» μορφών διακυβέρνησης («σύμφωνα με την απόλυτη δικαιοσύνη») και των εκφυλισμένων μορφών τους: η μοναρχία μετατρέπεται σε τυραννία όταν ένα άτομο κυβερνά για το δικό του συμφέρον αντί για εκείνο του συνόλου. Παρομοίως, η αριστοκρατία μετατρέπεται σε ολιγαρχία.
 
Τέλος, η πολιτεία μετατρέπεται σε δημοκρατία (ή στη γλώσσα του Πολύβιου η δημοκρατία μετατρέπεται σε οχλοκρατία)8. Εξάλλου, μεταξύ των δημοκρατιών εκείνες των αγροτικών κοινοτήτων θα είναι ανώτερες επειδή οι αγρότες είναι πάρα πολύ απασχολημένοι για να μπορούν να παρακολουθούν συνεδριάσεις ενώ αντίθετα για τους τεχνίτες και μαγαζάτορες της πόλης είναι εύκολο να το κάνουν, και άνθρωποι του είδους αυτού «είναι γενικά ένα κακό συνοθύλευμα»9.
 
Η μεγάλη διαφορά μεταξύ πολιτικής ανάλυσης και ηθικής κρίσης δεν θα μπορούσε να παρουσιαστεί καλύτερα απ’ ότι στο χωρίο του «γηραιού ολιγαρχικού» που ανέφερα στο πρώτο κεφάλαιο: «Όσο για το αθηναϊκό σύστημα διακυβέρνησης, δεν μου αρέσει. Από τη στιγμή πάντως που οι Αθηναίοι αποφάσισαν να γίνουν δημοκρατία, μου φαίνεται ότι διαφυλάττουν καλά τη δημοκρατία τους»10. «Μην ξεγελαστείτε», λέγει ο συγγραφέας, στην πραγματικότητα: Εγώ και μερικοί από εσάς αντιπαθούμε τη δημοκρατία, ωστόσο μια λελογισμένη εξέταση των γεγονότων μας δείχνει ότι αυτό που εμείς καταδικάζουμε πάνω σε ηθική βάση είναι εξαιρετικά ισχυρό σαν πρακτική δύναμη και η ισχύς του βασίζεται στον μη ηθικό χαρακτήρα του. Αυτό αντιπροσωπεύει μια ιδιαίτερα ελπιδοφόρα πορεία έρευνας, η οποία όμως δεν ακολουθήθηκε στην αρχαιότητα. Αντίθετα, οι στοχαστές εκείνοι, των οποίων ο προσανατολισμός ήταν αντιδημοκρατικός, εξακολούθησαν να είναι προσηλωμένοι στην πολιτική φιλοσοφία. Κι εκείνοι που έμεναν στο πλευρό της δημοκρατίας; Ο Α.Χ.Μ. Τζόουνς προσπάθησε να διαμορφώσει τη δημοκρατική θεωρία από αποσπασματικές μαρτυρίες που υπάρχουν στα κείμενα που σώζονται, κυρίως του τέταρτου αιώνα11. Έπειτα ο Έρικ Χάβελοκ έκανε μία εντονότατη προσπάθεια να ανακαλύψει αυτό που αποκάλεσε «φιλελεύθερη ιδιοσυγκρασία» στην πολιτική της Αθήνας του πέμπτου αιώνα, κυρίως από τα αποσπάσματα των προ- σωκρατικών φιλοσόφων. Ανασκοπώντας το βιβλίο του, ο Μομιλιάνο υποστήριξε ότι η προσπάθεια αυτή ήταν εξαρχής καταδικασμένη γιατί «δεν είναι απόλυτα βέβαιο ότι υπήρχε κατά τον πέμπτο αιώνα μια ολοκληρωμένη δημοκρατική θεωρία» 12.
 
Στο προηγούμενο κεφάλαιο επισήμανα ήδη ότι κατά τη γνώμη μου δεν υπήρξε ποτέ στην Αθήνα μια ολοκληρωμένη δημοκρατική θεωρία. Υπήρχαν ιδέες, γνωμικά, γενικότητες - που τα συγκέντρωσε ο Τζόουνς - αυτά όμως δεν καταλήγουν σε μια συστηματική θεωρία. Και γιατί πράγματι θα έπρεπε να συμβαίνει κάτι τέτοιο; Είναι μία περίεργη εσφαλμένη αντίληψη το να υποθέτει κανείς ότι κάθε ιστορικό κοινωνικό ή κυβερνητικό σύστημα πρέπει απαραίτητα να συνοδεύεται από ένα ολοκληρωμένο θεωρητικό σύστημα. Όπου συμβαίνει αυτό είναι συχνά έργο νομομαθών, η δε Αθήνα δεν είχε νομικούς στην πραγματική έννοια. Ή μπορεί να είναι το έργο φιλοσόφων, πλην όμως οι συστηματικοί φιλόσοφοι αυτής της περιόδου διαπνέονται από αντιλήψεις και αξίες ασυμβίβαστες με τη δημοκρατία. Πρέπει να προσπαθήσουμε μόνοι μας να κάνουμε την ανάλυση που δεν μπόρεσαν να κάνουν οι Αθηναίοι.
 
Κανείς απολογισμός της αθηναϊκής δημοκρατίας δεν μπορεί να έχει την παραμικρή εγκυρότητα αν παραλειφθούν τέσσερα σημεία, καθένα από τα οποία είναι αυτονόητο. Το πρώτο είναι ότι επρόκειτο για άμεση δημοκρατία, οσαδήποτε δε κοινά σημεία μπορεί ένα τέτοιο σύστημ j να έχει με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, τα δύο αυτά συστήματα διαφέρουν μεταξύ τους σε ορισμένα θεμελιώδη ζητήματα και ιδίως όσον αφορά τα ίδια αυτά τα θέματα με τα οποία ασχολούμαι εδώ. Το δεύτερο σημείο είναι εκείνο που ο Έρενμπεργκ ονομάζει «στενότητα χώρου» της ελληνικής πόλης-κράτους, μία διαπίστωση της οποίας τόνισε δίκαια τη μεγάλη σημασία για την κατανόηση της πολιτικής ζωής13. Οι συνέπειες συνοψίστηκαν από τον Αριστοτέλη σ’ ένα περίφημο χωρίο: «Ένα κράτος που αποτελείται από πάρα πολλούς... δεν θα είναι ένα αληθινό κράτος, για τον απλούστατο λόγο ότι δύσκο­λα μπορεί να έχει ένα αληθινό σύνταγμα. Ποιος μπορεί να είναι στρατηγός σ’ έναν τόσο υπερβολικά πολυάριθμο στρατό; Και ποιος άλλος από τον Στέντορα μπορεί να είναι κήρυκας;» (Πολιτικά, 1326b3-7).
 
Το τρίτο σημείο είναι ότι η Εκκλησία ήταν το αποκορύφωμα του συστήματος, έχοντας το δικαίωμα και την ικανότητα να λαμβάνει όλες τις πολιτικές αποφάσεις με ελάχιστους στην πράξη περιορισμούς από κάποιο προηγούμενο ή κάποια σκοπιμότητα. (Για ν’ ακριβολογήσουμε, οι αποφάσεις της Εκκλησίας εκαλούντο στα λαϊκά δικαστήρια τα οποία αποτελούντο από ένα μεγάλο αριθμό μη ειδικών. Παρ ’ όλα αυτά δεν τα λαμβάνω υπόψη μου τα δικαστήρια σε πολλά, αν και όχι σε όλα, από τα όσα ακλουθούν, γιατί πιστεύω, όπως το πίστευαν και οι ίδιοι οι Αθηναίοι, ότι μολονότι τα δικαστήρια περιέπλεκαν την πρακτική λειτουργία της πολιτικής, αποτελούσαν έκφραση και όχι μείωση της απόλυτης ισχύος του λαού που ενεργούσε άμεσα. Και γιατί πιστεύω ακόμα ότι η λειτουργική ανάλυση που προσπαθώ να κάνω, δεν θα αλλοιωνόταν σημαντικά και ίσως να συσκοτιζόταν αν στο σύντομο αυτό περίγραμμα δεν συγκέντρωνα το ενδιαφέρον μου στο θέμα της Εκκλησίας). Τελικά η Εκκλησία δεν ήταν τίποτα άλλο από μία υπαίθρια μαζική συγκέντρωση πάνω στο λόφο που ονομάζεται Πνύκα. Το τέταρτο επομένως σημείο είναι ότι έχουμε να κάνουμε με προβλήματα συμπεριφοράς του πλήθους. Η ψυχολογία και οι κανόνες συμπεριφοράς στα πλαίσια των εργασιών της Εκκλησίας δεν θα μπορούσαν να είναι ταυτόσημοι μ’ εκείνους των εργασιών της μικρής ομάδας ή ακόμα και του ευρύτερου εκείνου είδους σώματος του οποίου το σύγχρονο κοινοβούλιο είναι ένα παράδειγμα (αν και πρέπει να παραδεχτούμε ότι σήμερα δεν μπορούμε να κάνουμε σχεδόν περισσότερο παρά μόνο να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη αυτών των επιρροών).
 
Ποιοι αποτελούσαν την Εκκλησία; Είναι μία ερώτηση στην οποία δεν μπορούμε ν ’ απαντήσουμε ικανοποιητικά. Κάθε άρρην πολίτης αποκτούσε αυτόματα το δικαίωμα να παρίσταται στις συνεδριάσεις της Εκκλησίας όταν έφθανε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του και διατηρούσε αυτό το προνόμιο ως το θάνατό του (εκτός από ένα μικρό αριθμό που έχαναν τα πολιτικά τους δικαιώματα για τον ένα ή τον άλλο λόγο). Τον καιρό του Περικλή ο αριθμός των δικαιούχων ήταν της τάξης των 35.000 με 40.000. Οι γυναίκες αποκλείονταν· το ίδιο και οι αρκετά πολυάριθμοι μή-πολίτες, οι οποίοι ήσαν ελεύθεροι, σχεδόν όλοι τους Έλληνες, αλλά έξω από την πολιτική σφαίρα. Το ίδιο συνέβαινε άλλωστε και με τους κατά πολύ πολυαριθμότερους δούλους. Όλες οι εκτιμήσεις είναι υποθετικές, όμως δεν θα ήταν εξωφρενικά ανακριβές να υποστηριχθεί ότι οι ενήλικες άρρενες πολίτες αποτελούσαν περίπου το ένα έκτο του συνολικού πληθυσμού (πόλης και υπαίθρου μαζί). Ωστόσο η κρίσιμη ερώτηση στην οποία πρέπει να δοθεί απάντηση είναι πόσοι από τους 40.000 πήγαιναν πραγματικά στις συνεδριάσεις. Είναι λογικό να φανταστούμε ότι σε φυσιολογικές συνθήκες οι παρόντες προέρχονται κυρίως από τους κατοίκους της πόλης. Λιγότεροι αγρότες θα έκαναν το ταξίδι για να παραστούν σε μία συνεδρίαση της Εκκλησίας14. Έτσι, ένα μεγάλο τμήμα του εκλόγιμου πληθυσμού αποκλειόταν υπό την έννοια της άμεσης συμμετοχής. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να γνωρίζουμε, πλην όμως δεν μας πηγαίνει πολύ μακριά. Για παράδειγμα, μπορούμε να εικάσουμε, με τη βοήθεια ορισμένων υπαινιγμών των πηγών, ότι κάτω από φυσιολογικές συνθήκες η σύνθεση έγερνε προς το μέρος των πιο ηλικιωμένων και των πιο ευκατάστατων πολιτών — αυτό όμως δεν είναι παρά εικασία, όσο δε για το βαθμό στον οποίο συνέβαινε κάτι τέτοιο, αυτό ξεπερνά ακόμα και την εικασία.
 
Μπορεί, ακόμα να επισημανθεί ένα σημαντικό γεγονός, συγκεκριμένα ότι κάθε συνεδρίαση της Εκκλησίας ήταν μοναδική στη σύνθεσή της. Δεν υπήρχαν ορισμένα μέλη της Εκκλησίας εν γένει, ειμή μόνο μέλη μιας δεδομένης Εκκλησίας μιας συγκεκριμένης ημέρας. Ίσως οι αλλαγές να μην ήσαν σημαντικές από συνεδρίαση σε συνεδρίαση σε ήσυχους, ειρηνικούς καιρούς, όταν δεν συζητιόντουσαν ζωτικά θέματα. Αλλά ακόμα και τότε έλειπε ένα σοβαρό στοιχείο πρόβλεψης. Κανείς από τους διαμορφωτές της πολιτικής γραμμής δεν μπορούσε να είναι εντελώς βέβαιος όταν έμπαινε στην Εκκλησία ότι δεν είχε μεσολαβήσει μία αλλαγή στη σύνθεση του ακροατηρίου είτε από ατύχημα ή λίγο-πολύ από μια οργανωμένη κινητοποίηση ενός ιδιαίτερου τμήματος του πληθυσμού, που θα μπορούσε να ανατρέψει την ισορροπία των ψήφων σε βάρος μιας απόφασης που είχε ληφθεί σε μία προηγούμενη συνεδρίαση. Οι καιροί ωστόσο δεν ήσαν ούτε ειρηνικοί ούτε φυσιολογικοί. Για να πάρουμε ένα ακραίο παράδειγμα, στην τελευταία δεκαετία του Πελοποννησιακού πολέμου ολόκληρος ο αγροτικός πληθυσμός εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ύπαιθρο και να ζήσει εντός των τειχών της πόλης. Είναι λογικά αδύνατο να πιστέψει κανείς ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεν σύχναζε στις συνεδριάσεις ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό κατοίκων της υπαίθρου απ’ ό, τι συνήθως. Μια παρόμοια κατάσταση επικρατούσε για μικρότερες περιόδους σε άλλους καιρούς, όταν διεξήγαγε επιχειρήσεις στην Αττική ένας εχθρικός στρατός. Δεν χρειάζεται να ερμηνεύσουμε τον Αριστοφάνη κατά γράμμα όταν ανοίγει τους Ἀχαρνεῖς μ’ έναν σολοικισμό ενός αγρότη που κάθεται στην Πνύκα περιμένοντας ν ’ αρχίσει η Εκκλησία και μονολογώντας για το πόσο μισεί την πόλη και τους κατοίκους της και για το πόσο διατεθειμένος είναι να σκοτώσει κάθε ομιλητή που θα προτείνει οτιδήποτε άλλο εκτός από ειρήνη. Ο Κλέων δεν θα μπορούσε όμως να έχει την πολυτέλεια ν’ αγνοήσει αυτό το περίεργο πλάσμα που καθόταν στην πλαγιά του λόφου μπροστά του. Τέτοια άτομα θα μπορούσαν να ανατρέψουν μια πολιτική γραμμή που θα του ήταν δυνατό να περάσει όταν η Εκκλησία θα είχε μια πλειοψηφία κατοίκων της πόλης.
 
Το όλο αυτό θέμα ξεκαθάρισε το 411. Τότε η Εκκλησία δεχόταν μία τρομακτική πίεση να ψηφίσει το τέλος της δημοκρατίας και δεν ήταν ασφαλώς τυχαίο ότι αυτό συνέβη σε μιά στιγμή που ο στόλος σε γενική επιστράτευση στάθμευε στο νησί της Σάμου.
 
Οι πολίτες που υπηρετούσαν στο ναυτικό προέρχονταν από τους φτωχούς και ήσαν γνωστοί ως οι πιστότεροι υποστηρικτές του δημοκρατικού συστήματος στη μορφή που αυτό είχε στα τέλη του πέμπτου αιώνα. Η απουσία τους από την Αθήνα έδινε τη δυνατότητα στους ολιγαρχικούς να κερδίσουν τη μάχη με μία πλειοψηφία στην Εκκλησία, που δεν ήταν μόνο μία μειοψηφία των εκλόγιμων μελών αλλά και μία άτυπη μειοψηφία. Το είδος της γνώσης που οι πηγές θέτουν στη διάθεσή μας δεν μας επιτρέπει να μελετήσουμε την ιστορία της αθηναϊκής πολιτικής συστηματικά, οι άνδρες όμως που διηύθυναν την Αθήνα είχαν σαφή γνώση της δυνατότητας μιας αλλαγής στη σύνθεση της Εκκλησίας, κάτι που ελάμβαναν υπόψη κατά τους τακτικούς χειρισμούς.
 
Κάθε, άλλωστε, συνεδρίαση ήταν αυτοτελής. Ακόμα κι αν θεωρηθεί σαν δεδομένο ότι γινόταν αρκετή προπαρασκευαστική εργασία από τη Βουλή, ότι επροηγείτο μια άτυπη λεπτομερής εξέταση και ότι υπήρχαν ορισμένοι μηχανισμοί ελέγχου και αποφυγής επιπόλαιων ή ανεύθυνων προτάσεων, εξακολουθεί παρ ’ όλα αυτά να είναι αληθές ότι η κανονική διαδικασία για μία πρόταση ήταν να εισαχθεί, να συζητηθεί και είτε να γίνει αποδεκτή (με ή χωρίς τροπολογίες) ή ν’ απορριφθεί σε μία μοναδική συνεχή συνεδρίαση. Πρέπει να λάβουμε επομένως υπόψη μας όχι μόνο τη στενότητα χώρου αλλά και τη στενότητα χρόνου, καθώς επίσης και τις πιέσεις που ασκούνταν ιδίως στους ηγέτες (και τους επίδοξους ηγέτες). Έχω ήδη μνημονεύσει την περίπτωση της εκστρατείας στη Σικελία, που αποφασίστηκε κατ’ αρχήν σε μία ημέρα και μετά σχεδιάστηκε, για να το πούμε έτσι, πέντε μέρες αργότερα, όταν συζητήθηκε και ψηφίστηκε η έκταση και το κόστος.
 
Μία άλλου είδους περίπτωση είναι η γνωστή συζήτηση για το ζήτημα της Μυτιλήνης. Στις αρχές του Πελοποννησιακού πολέμου η πόλη της Μυτιλήνης εξεγέρθηκε κατά της αθηναϊκής αυτοκρατορίας. Η εξέγερση συνετρίβη και η αθηναϊκή Εκκλησία αποφάσισε να τιμωρήσει παραδειγματικά τους Μυτιληναίους, θανατώνοντας το σύνολο του αρσενικού πληθυσμού. Σημειώθηκε αμέσως μια μεταστροφή των αισθημάτων, το ζήτημα επανατέθηκε σε μιαν άλλη συνεδρίαση την αμέσως επόμενη μέρα και η απόφαση ανετράπη. (Θουκυδίδης, 3.27-50). Ο Κλέων, την εποχή εκείνη η σημαντικότερη πολιτική μορφή της Αθήνας, συνηγορούσε υπέρ της πολιτικής του τρόμου. Η δεύτερη αυτή Εκκλησία ήταν μία προσωπική ήττα γι’ αυτόν - είχε συμμετάσχει στις συζητήσεις και των δύο ημερών - αν κι αυτό δεν φαίνεται να είχε σαν αποτέλεσμα να χάσει, ούτε καν προσωρινά, το κύρος του (όπως θα μπορούσε θαυμάσια να είχε συμβεί). Πώς θα μπορούσε όμως κανείς να καταμετρήσει την ψυχολογική επίδραση που είχε πάνω του μια τέτοια μεταστροφή μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες; Πώς θα μπορούσε να εκτιμήσει, όχι μόνο τον αντίκτυπο της αλλά και την επίγνωση που θα είχε σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του ως ηγέτη ότι μία τέτοια δυνατότητα ήταν ένας σταθερός παράγοντας της αθηναϊκής πολιτικής; Μου είναι αδύνατο να δώσω συγκεκριμένη απάντηση σε τέτοιες ερωτήσεις, έχω όμως τη γνώμη ότι το βάρος δεν θα ήταν αμελητέο. Ασφαλώς ο Κλέων αντιλαμβανόταν, πράγμα αδύνατο για μας, το τι σήμαινε, για ανθρώπους σαν αυτόν, το γεγονός ότι στο δεύτερο χρόνο του Πελοποννησιακού Πολέμου, τη στιγμή που το ηθικό είχε προσωρινά τσακιστεί από την πανώλη, ο λαός στράφηκε εναντίον του Περικλή, του επέβαλλε βαρύτατο πρόστιμο και τον έπαυσε για μία σύντομη περίοδο από το αξίωμα του στρατηγού (Θουκυδίδης 2.65.1-4). Αν αυτό μπορούσε να συμβεί στον Περικλή, ποιος ήταν άτρωτος;
 
Στην περίπτωση της Μυτιλήνης η αφήγηση του Θουκυδίδη δείχνει ότι η πρόταση του Κλέωνα ήταν καταδικασμένη τη δεύτερη μέρα, ότι προσπάθησε να πείσει την Εκκλησία να εγκαταλείψει τη γραμμή πλεύσης που είχαν την πρόθεση να ακολουθήσουν από τη στιγμή που άρχισε η συνεδρίαση και ότι απέτυχε. Ωστόσο η ιστορία της συνεδρίασης του 411, όπως την περιγράφει ο Θουκυδίδης (8.53-54) είναι διαφορετική. Ο Πίσανδρος άνοιξε τη συζήτηση με την πρόταση, που είχε εναντίον της το λαϊκό αίσθημα, ότι θα έπρεπε να εξεταστεί το ενδεχόμενο εγκαθίδρυσης μιας ολιγαρχικής κυβέρνησης και την έκλεισε με μία νίκη. Η συζήτηση που διεξήχθη είχε σαν αποτέλεσμα να μετακινηθούν αρκετοί ψήφοι πράγμα που του εξασφάλισε την πλειοψηφία.
 
Συζήτηση με σκοπό την ψηφοθηρία, σ’ ένα υπαίθριο ακροατήριο που απαριθμεί πολλές χιλιάδες σημαίνει ρητορική, στη στενή έννοια του όρου. Ήταν επομένως απόλυτη ακριβολογία το ν ’ αποκαλούνται οι πολιτικοί ηγέτες «ρήτορες», κάτι που γινόταν αντιληπτό σαν ένα συνώνυμο και όχι απλώς, όπως θα μπορούσαμε να κάνουμε εμείς σήμερα, σαν σημάδι μιας ιδιαίτερης επιδεξιότητας ενός συγκεκριμένου πολιτικού ανδρός15. Κάτω από τις αθηναϊκές συνθήκες αυτό πάντως σημαίνει πολύ περισσότερα πράγματα. Η εικόνα της Εκκλησίας που προσπαθώ να δώσω προϋποθέτει όχι μόνο τη ρητορική αλλά επίσης και έναν «αυθορμητισμό» όσον αφορά τη συζήτηση και την απόφαση, κάτι που η κοινοβουλευτική δημοκρατία στερείται, τουλάχιστον στις μέρες μας16. Κάθε πολίτης, ομιλητές και ακροατήριο το ίδιο, γνώριζαν ότι πριν νυχτώσει πρέπει να ληφθεί απόφαση για το θέμα, ότι κάθε πολίτης που είναι παρών θα έπρεπε να ψηφίσει «ελεύθερα» [χωρίς φόβο κομματικού εξαναγκασμού (whips)   ή άλλου ελέγχου] και με περίσκεψη, και ότι επομένως κάθε ομιλία, κάθε επιχείρημα πρέπει να ζητά να πείσει το ακροατήριο πάραυτα, ότι τέλος το όλο πράγμα ήταν ένα σοβαρό έργο τόσο ως σύνολο όσο και στα επιμέρους στοιχεία του.
 
Βάζω τη λέξη «ελεύθερα» σε εισαγωγικά γιατί το τελευταίο πράγμα που επιθυμώ να επικαλεστώ με τον όρο αυτόν είναι η δραστηριότητα μιας ελεύθερης άϋλης ορθολογικής ικανότητας, η αγαπημένη εκείνη αυταπάτη ενός πολύ μεγάλου μέρους της πολιτικής θεωρίας από την εποχή του διαφωτισμού και μετά. Τα μέλη της Εκκλησίας ήσαν απαλλαγμένα από τους ελέγχους που δεσμεύουν τα μέλη ενός κοινοβουλίου: δεν κατείχαν κανένα αξίωμα, δεν ήσαν εκλεγμένα και συνεπώς δεν μπορούσαν ούτε να τιμωρηθούν ούτε να αμειφθούν σε επόμενες εκλογές για τον τρόπο που ψηφίζουν. Ωστόσο δεν έμεναν ανεπηρέαστα από την ανθρώπινη κατάσταση, από τη συνήθεια και την παράδοση, από την επιρροή της οικογένειας και των φίλων, της τάξης και της κοινωνικής θέσης, των προσωπικών εμπειριών, των προκαταλήψεων, αξιών, φιλοδοξιών και φόβων, πολλά από τα οποία βρίσκονταν στο υποσυνείδητο. Όλα αυτά τα έπαιρναν μαζί τους όταν πήγαιναν στην Πνύκα και με αυτά παρακολουθούσαν τις συζητήσεις και αποφάσιζαν κάτω από συνθήκες πολύ διαφορετικές από τις ψηφοθηρικές συνήθειες των ημερών μας. Υπάρχει μία τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να ψηφίζει κανείς από καιρό σε καιρό για έναν άνθρωπο ή ένα κόμμα και στο να "ψηφίζει κάθε λίγο και λιγάκι κατευθείαν γι ’ αυτά τα ίδια τα θέματα. Στην εποχή του Αριστοτέλη η Εκκλησία συνερχόταν τέσσερις τουλάχιστον φορές μέσα σε μια περίοδο τριανταέξι ημερών. Το αν αποτελούσε αυτό επίσης τον κανόνα κατά τον πέμπτο αιώνα δεν είναι γνωστό, υπήρχαν ωστόσο περιπτώσεις, όπως στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, όπου οι συνεδριάσεις γίνονταν σε συχνότερα ακόμα χρονικά διαστήματα.
 
Έπειτα υπήρχαν και οι δύο άλλοι παράγοντες που έχω ήδη μνημονεύσει, το μικρό μέγεθος του αθηναϊκού κόσμου, όπου κάθε μέλος της Εκκλησίας γνώριζε προσωπικά πολλούς άλλους που συνεδρίαζαν στην Πνύκα και η μαζικότητα - μία κατάσταση που δεν έχει πραγματικά καμιά σχέση με την απρόσωπη πράξη του να σταυρώνουμε ένα ψηφοδέλτιο σε φυσική απομόνωση από κάθε άλλο ψηφοφόρο, μία πράξη που άλλωστε επιτελούμε με γνώση ότι εκατομμύρια άλλοι, άνδρες και γυναίκες, κάνουν την ίδια στιγμή το ίδιο πράγμα σε πολλά μέρη, από τους οποίους ορισμένοι εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Όταν, για παράδειγμα, ο Αλκιβιάδης και ο Νικίας σηκώθηκαν στην Εκκλησία του 415, ο ένας για να προτείνει την εκστρατεία στη Σικελία, ο άλλος για να αναπτύξει τα επιχειρήματά του εναντίον της εκστρατείας, γνώριζαν και οι δυο τους ότι σε περίπτωση που η πρόταση θα γινόταν αποδεκτή, ο ένας απ’ αυτούς, ή και οι δύο, θα μπορούσε να κληθούν ως διοικητές στο πεδίο της μάχης. Στο δε ακροατήριο υπήρχαν πολλοί που εκαλούντο να ψηφίσουν το αν οι ίδιοι, προσωπικά, θα έπρεπε να εκστρατεύσουν σε λίγες μέρες, ως αξιωματικοί, στρατιώτες, ή πλήρωμα του στόλου. Ανάλογα παραδείγματα μπορούν ν ’ αντληθούν από έναν αριθμό άλλων λιγότερο ζωτικών τομέων: φορολογία, τροφοδοσία, αποζημίωση για δικαστικά καθήκοντα, επέκταση πολιτικών δικαιωμάτων, νομοθεσία για το καθεστώς του πολίτη και ούτω καθ’ εξής.
 
Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητας της Εκκλησίας ήταν χαμηλότερου επιπέδου και αφορούσε σε μεγάλο βαθμό τεχνικά μέτρα (όπως κανονισμούς λατρείας) ή τελετουργικές δραστηριότητες (όπως τιμητικές διακρίσεις για μία μεγάλη ποικιλία ατόμων). Θα ήταν λάθος να φανταστούμε την Αθήνα σαν μια πόλη όπου κάθε εβδομάδα συζητούνταν και λύνονταν μεγάλα προβλήματα που δίχαζαν το λαό. Από την άλλη όμως μεριά, ελάχιστες ήσαν οι χρονικές περίοδοι (και ασφαλώς μικρότερες της δεκαετίας) κατά τις οποίες να μην ανέκυψε κάποιο μεγάλο θέμα: οι δύο περσικές εισβολές, η μακριά σειρά μέτρων που ολοκλήρωσαν τη διαδικασία της δημοκρατικοποίησης, η αυτοκρατορία, ο Πελοποννησιακός πόλεμος (που κάλυψε είκοσι επτά χρόνια), και τα δύο ολιγαρχικά του διαλείμματα, οι ατέλειωτοι διπλωματικοί ελιγμοί και οι πόλεμοι του τέταρτου αιώνα, με τις συνακόλουθες οικονομικές κρίσεις, όλα αυτά αποκορυφώθηκαν στις δεκαετίες του Φίλιππου και του Αλέξανδρου. Δε συνέβαινε συχνά, όπως με τον Κλέωνα στη διαμάχη για τη Μυτιλήνη, ένας πολιτικός να έχει ν ’ αντιμετωπίσει μια επαναληπτική αναμέτρηση την επόμενη μέρα. Η Εκκλησία ωστόσο συνερχόταν σταθερά, χωρίς μακρές περιόδους διακοπών ή αναστολής των εργασιών. Το θέμα της διεξαγωγής ενός πολέμου, για παράδειγμα, έπρεπε να περνά από την Εκκλησία κάθε βδομάδα, σαν να ήταν ο Γούινστον Τσόρτσιλ εξαναγκασμένος να κερδίζει ένα δημοψήφισμα πριν από κάθε κίνηση στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και εν συνεχεία ν ’ αντιμετωπίζει μια άλλη ψηφοφορία μετά από την πραγματοποίηση της κίνησης, στη Βουλή ή στα δικαστήρια προκειμένου να καθοριστεί όχι μόνο ποιο θα έπρεπε να είναι το επόμενο βήμα αλλά επίσης αν θα έπρεπε να παραιτηθεί και να εγκαταλειφθούν τα σχέδιά του ή μήπως θα έπρεπε μάλιστα να κατηγορηθεί ως ένοχος εγκληματικής συμπεριφοράς και να τιμωρηθεί σε πρόστιμο ή μ’ εξορία ή ενδεχομένως να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου είτε γι’ αυτή την ίδια την πρόταση ή για τον τρόπο με τον οποίο έγινε η προηγούμενη κίνηση. Αποτελούσε μέρος του αθηναϊκού κυβερνητικού συστήματος το ότι εκτός από τη συνεχή πρόκληση στην Εκκλησία, ένας πολιτικός είχε ν ’ αντιμετωπίσει, το ίδιο αδιάκοπα, την απειλή νομικών διώξεων για πολιτικούς λόγους.
 
Το ότι επιμένω στην ψυχολογική όψη των πραγμάτων, δεν σημαίνει ότι αγνοώ την αξιόλογη πολιτική εμπειρία πολλών πολιτών που ψήφιζαν στην Εκκλησία - εμπειρία που είχαν αποκτήσει στη Βουλή, στα δικαστήρια, στους δήμους και σ’ αυτή την ίδια την Εκκλησία - ούτε ότι το κάνω απλώς για ν’ αντικρούσω αυτό που αποκάλεσα αντίληψη άϋλου ορθολογισμού (di­sembodied rationalism). Θέλω να τονίσω κάτι πολύ θετικό, συγκεκριμένα τον έντονο βαθμό ανάμειξης, που συνεπαγόταν η συμμετοχή στις συνεδριάσεις της αθηναϊκής Εκκλησίας. Η ένταση δε αυτή χαρακτήριζε εξίσου (αν όχι εντονότερα) και τους ρήτορες, γιατί κάθε ψηφοφορία έκρινε τόσο τους ίδιους όσο και το θέμα για το οποίο έπρεπε να ληφθεί απόφαση. Αν έπρεπε να επιλέξω μία λέξη που θα χαρακτήριζε καλύτερα την υπαρξιακή κατάσταση ενός πολιτικού ηγέτη της Αθήνας, η λέξη αυτή θα ήταν «ένταση».
 
Σε κάποιο βαθμό αυτό είναι αλήθεια για όλους τους πολιτικούς που έχουν ν ’ αντιμετωπίσουν μια ψηφοφορία. «Η απελπισία της πολιτικής και της εξουσίας», είναι η εύγλωττη φράση του Ρ.Β. Μακάλομ, την οποία έπειτα ανέπτυξε ως εξής: «Ασφαλώς μια χροιά κυνισμού και κόπωσης από τους χειρισμούς και τα καμώματα των κομματικοποιημένων πολιτικών είναι κάτι το φυσικό και μέχρις ενός σημείου ίδιον ανθρώπων που έχουν το χάρισμα της διορατικότητας και δημοσίων υπαλλήλων που μπορούν να σκέπτονται ανεξάρτητα και με άνεση για τα έργα των ταλαίπωρων κυρίων τους της κυβέρνησης. Αυτό φαίνεται όμως να απορρέει από μία εσκεμμένη απόρριψη... των στόχων και των ιδανικών των κομματικοποιημένων δημοσίων ανδρών και των οπαδών τους και από τη συνεχή ευθύνη για την ασφάλεια και την ευημερία του κράτους. Κατά ένα λόγο οι ηγέτες των κομμάτων είναι με κάποια έννοια απόστολοι, αν και όλοι δεν είναι δυνατό να είναι Γλάδστωνες. Υπάρχουν πολιτικές στις οποίες αφιερώνονται ολόψυχα και άλλες που τους ταράσσουν και τους τρομοκρατούν».17
 
Πιστεύω ότι η περιγραφή αυτή ταιριάζει επίσης και στους Αθηναίους ηγέτες, ανεξάρτητα από την απουσία πολιτικών κομμάτων, και ότι ισχύει εξίσου τόσο για το Θουκυδίδη όσο και τον Αριστοτέλη, για τον Περικλή όσο και τον Κίμωνα, για τον Κλέωνα όσο και το Νικία. Κι αυτό γιατί, πράγμα που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο, αυτό το είδος κρίσης είναι ανεξάρτητο από κάθε κρίση για τις αρετές ή τις αδυναμίες ενός συγκεκριμένου προγράμματος ή πολιτικής. Θα ήμουνα ακριβέστερος αν έλεγα ότι αυτό αμβλύνει την περίπτωση των Αθηναίων. Οι ηγέτες τους δεν έπαιρναν ανάσα. Επειδή η επιρροή τους έπρεπε να εξασφαλίζεται και ν’ ασκείται άμεσα και απευθείας - μία αναγκαία συνέπεια της άμεσης, σε αντίθεση με την αντιπροσωπευτική, δημοκρατίας - ήσαν υποχρεωμένοι να ηγούνται αυτοπροσώπως καθώς επίσης και να υφίστανται αυτοπροσώπως τον κύριο όγκο των επιθέσεων της αντιπολίτευσης. Ακόμα περισσότερο, ακολουθούσαν μια μονήρη πορεία. Είχαν βέβαια τους υπαρχηγούς τους και άλλωστε οι πολιτικοί σύναπταν ο ένας με τον άλλο συμμαχίες. Αυτές όμως ήσαν βασικά προσωπικοί δεσμοί, συχνά μεταβαλλόμενοι, χρήσιμοι στο να βοηθήσουν να εφαρμοστεί ένα συγκεκριμένο μέτρο ή κι ακόμα μια σειρά μέτρων, χωρίς όμως να διαθέτουν το είδος εκείνο στήριξης, εκείνο το αντέρεισμα ή θώρακα που εξασφαλίζει η γραφειοκρατία ή ένα πολιτικό κόμμα, αλλιώς ειπωμένο, ένα θεσμοποιημένο όργανο σαν τη ρωμαϊκή Γερουσία. Το βασικό στοιχείο είναι ότι δεν υπήρχε «κυβέρνηση» με τη σύγχρονη έννοια. Υπήρχαν θέσεις και αξιώματα αλλά κανένα δεν είχε την παραμικρή βαρύτητα στην Εκκλησία. Ένας πολίτης ήταν ηγέτης σε συνάρτηση αποκλειστικά με την προσωπική και στην κυριολεξία με την ανεπίσημη θέση που είχε μέσα στην ίδια αυτή την Εκκλησία. Η διαβεβαίωση για το αν είχε αυτή τη θέση γινόταν με την απλή διαπίστωση του κατά πόσο η Εκκλησία ψήφιζε ή όχι σύμφωνα με την επιθυμία του, άρα η διαπίστωση αυτή έπρεπε να γίνεται ειδικά για κάθε πρόταση.
 
Αυτές ήσαν οι συνθήκες με τις οποίες είχαν να κάνουν όλοι οι ηγέτες στην Αθήνα, κι όχι μόνο εκείνοι τους οποίους ο Θουκυδίδης και ο Πλάτων απέρριπταν ως «δημαγωγούς», ούτε μόνο εκείνοι που ορισμένοι σύγχρονοι ιστορικοί αποκαλούν άστοχα «ριζοσπαστικούς δημοκράτες», αλλά όλοι εκείνοι, αριστοκράτες ή κοινοί πολίτες, αλτρουιστές ή ιδιοτελείς, ικανοί ή ανίκανοι, που σύμφωνα με την έκφραση του Τζορτζ Γκροτ «έστεκαν μπροστά κυρίαρχα για να συμβουλέψουν» τους Αθηναίους. Χωρίς αμφιβολία τα κίνητρα που παρακινούσαν τους πολίτες να σταθούν μπροστά ήσαν πολυποίκιλα. Αυτό όμως δεν παίζει εδώ κανένα ρόλο, γιατί όλοι τους χωρίς εξαίρεση, επέλεγαν να επιδιώξουν, και να εργαστούν δραστήρια και να διεκδικήσουν την ηγεσία, γνωρίζοντας με ακρίβεια το τι συνεπαγόταν αυτό, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων. Μέσα σε στενά όρια, όλοι τους ήσαν επίσης υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουν τις ίδιες μεθόδους. Η ρητορική του Κλέωνα μπορεί να ήταν άκομψη και θορυβώδης, πόσο σοβαρή μπορεί όμως να είναι η επισήμανση του Αριστοτέλη (Ἀθηναίων Πολιτεία 28.3) ότι αυτός «ήταν ο πρώτος πολίτης που κραύγαζε και επιτιμούσε»; Μήπως πρέπει άραγε να υποθέσουμε ότι ο Θουκυδίδης, ο γιος του Μηλεσία (και συγγενής του ιστορικού) και ο Νικίας, ψιθύριζαν όταν απευθύνονταν στην Εκκλησία αντιπαρατιθέμενοι αντίστοιχα στον Περικλή και τον Κλέωνα; Ή ότι ο Θουκυδίδης κουβαλούσε τους αριστοκράτες οπαδούς του στην Εκκλησία και τους έβαζε να κάθονται μαζί ώστε να γίνονται μία συμπαγής ομάδα υποστήριξης (claque)18;
 
Προφανώς αυτή είναι μία επιπόλαιη προσέγγιση. Όπως σημείωσε ο Αριστοτέλης (Ἀθηναίων Πολιτεία 28.1), ο θάνατος του Περικλή αποτελεί μία καμπή στην κοινωνική ιστορία της αθηναϊκής ηγεσίας. Ως τότε φαίνεται ότι τα μέλη της προέρχονταν από τις παλιές αριστοκρατικές οικογένειες των γαιοκτημόνων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που ήσαν υπεύθυνοι για την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που ολοκλήρωσαν τη δημοκρατία. Μετά τον Περικλή ανέρχεται μία νέα τάξη ηγετών. Παρά τις συχνές κριτικές αναφορές στον Κλέωνα το βυρσοδέψη ή στον Κλεοφώντα το λυροποιό, οι άνδρες αυτοί δεν ήσαν στην πραγματικότητα φτωχοί, ούτε τεχνίτες ή εργάτες που το γύρισαν στην πολιτική, αλλά άνθρωποι με μέσα στη διάθεσή τους, οι οποίοι δεν διέφεραν από τους προκατόχους τους παρά μόνο ως προς την καταγωγή και την εξωτερική εμφάνιση, άνθρωποι που προκαλούσαν αποστροφή και εχθρότητα για τη φιλοδοξία τους να σπάσουν το παλαιό μονοπώλιο της ηγεσίας19. Όταν αναζητείται η εξήγηση συμπεριφορών αυτού του είδους μπορεί πάντα κανείς να στρέ­φεται προς τον Ξενοφώντα για να βρει μια απάντηση του χαμηλότερου δυνατού επιπέδου (χωρίς να είναι για το λόγο αυτό απαραίτητα και λανθασμένη). Ένας από τους πιο σημαντικούς μεταξύ των νέων ηγετών ήταν ένας άνδρας ονομαζόμενος Άνυτος, ο οποίος, όπως ο Κλέων πριν από αυτόν, αντλούσε τον πλούτο του από ένα βυρσοδεψείο δούλων. Ο Άνυτος είχε μια μακρά και ξεχωριστή σταδιοδρομία, ωστόσο ήταν επίσης ο κύριος πρωταγωνιστής στη δίωξη του Σωκράτη. Ποια είναι η εξήγηση του Ξενοφώντα; Απλώς, ότι ο Σωκράτης είχε επιτιμήσει δημόσια τον Άνυτο για το γεγονός ότι ανέθρεψε το γιο του για ν ’ ακολουθήσει το επάγγελμά του αντί να του παράσχει μιαν εκπαίδευση αληθινού κυρίου και ότι ο Άνυτος από αντεκδίκηση, για την προσωπική αυτή προσβολή, έσυρε το Σωκράτη στα δικαστήρια και τα κατάφερε να εκτελεστεί (’Απολογία 30-32).
 
Τίποτα από όλα αυτά δεν μπορεί να διαψεύσει το ότι υπάρχουν εξαιρετικά σοβαρά θέματα πίσω από την παχιά βιτρίνα της προκατάληψης και της κατάχρησης. Σε όλη τη διάρκεια του πέμπτου αιώνα υπήρχε το δίδυμο δημοκρατία (ή ολιγαρχία) και αυτοκρατορία, που έφτασε στο αποκορύφωμά του στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Η ήττα στον πόλεμο σήμαινε το τέλος της αυτοκρατορίας καθώς επίσης και της συζήτησης για το είδος κυβέρνησης που επρόκειτο να έχει η Αθήνα. Η ολιγαρχία έπαψε ν’ απασχολεί σοβαρά την πρακτική πολιτική. Μόνο η επιμονή των φιλοσόφων δημιουργεί μία σχετική ψευδαίσθηση. Συνέχισαν να επιχειρηματολογούν για θέματα του πέμπτου αιώνα στον τέταρτο αιώνα αλλά σ ’ ένα πολιτικό κενό. Μέχρι τα μέσα του τέταρτου αιώνα, τα τρέχοντα πολιτικά ζητήματα ήσαν ίσως λιγότερο δραματικά από πριν, αν και όχι αναγκαστικά λιγότερο ζωτικά για τους ενδιαφερόμενους: όπως το θέμα του ναυτικού, της οικονομίας, των εξωτερικών σχέσεων τόσο με την Περσία όσο και με τα άλλα ελληνικά κράτη και το αιώνιο πρόβλημα του εφοδιασμού σε σιτηρά. Τότε έγινε η τελική μεγάλη σύγκρουση με την ανερχόμενη μακεδονική δύναμη. Αυτή η συζήτηση συνεχίστηκε κάπου τρεις δεκαετίες και δεν έληξε παρά ένα χρόνο μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όταν ο μακεδονικός στρατός έβαλε ένα τέλος σ’ αυτή την ίδια τη δημοκρατία της Αθήνας.
 
Όλα αυτά ήσαν ερωτήματα σχετικά με τα οποία οι πολίτες μπορούσαν νόμιμα να διαφωνούν, και μάλιστα με πάθος. Τα επιχειρήματα για παράδειγμα του Πλάτωνα σχετικά με τα θέματα αυτά απαιτούν εμβάθυνση, στο μέτρο όμως μόνο που ο ίδιος αναφερόταν σ ’ αυτά. Η εισαγωγή στην πολεμική της κατηγορίας για δημαγωγία ανατρέχει στη νοοτροπία εκείνη που προσφεύγει στα απαράλλαχτα εκείνα απαράδεκτα διαδικαστικά κόλπα, για τα οποία καταδικάζονται οι λεγόμενοι δημαγωγοί. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ο Θουκυδίδης είχε δίκιο όταν απέδιδε τη συνηγορία του Αλκιβιάδη υπέρ της εκστρατείας στη Σικελία στην προσωπική του εκκεντρικότητα και σε διάφορα ανέντιμα ιδιωτικά κίνητρα. Τι σχέση έχει αυτό με τις θετικές πλευρές αυτής καθεαυτής της πρότασης; Θα μπορούσε η εκστρατεία της Σικελίας να αποτελούσε, ως στρατιωτικό μέτρο, μία καλύτερα ιδέα αν ο Αλκιβιάδης αντιπροσώπευε μία χρυσή νεολαία; Η υποβολή της ερώτησης ισοδυναμεί με την απόρριψή της και μαζί με την απόρριψη και κάθε άλλου τέτοιου επιχειρήματος. Πρέπει να κανείς ν ’ απορρίπτει έτσι συνοπτικά τις αντιρρήσεις προς τη ρητορική: εξ ορισμού το να θέλεις να ηγηθείς της Αθήνας, συνεπάγεται την υποχρέωση να προσπαθήσεις να πείσεις την Αθήνα, ένα ουσιαστικό δε μέρος αυτής της προσπάθειας συνίστατο στη δημόσια ρητορεία.
 
Βέβαια, μπορεί κανείς να προβεί σε διακρίσεις. Θα όφειλα ν’ αποδεχθώ το χαρακτηρισμό «δημαγωγός» με την πιο αρνητική του έννοια, για παράδειγμα, αν μία προεκλογική εκστρατεία είχε βασιστεί σε υποσχέσεις που μία κλίκα ρητόρων ούτε προτίθετο ούτε μπορούσε να τηρήσει. Είναι όμως αρκετά ενδεικτικό ότι η κατηγορία αυτή σπάνια στρέφεται εναντίον των καλούμενων δημαγωγών, η μόνη δε αναμφισβήτητη περίπτωση που γνωρίζουμε σχετικά προέρχεται από το άλλο στρατόπεδο. Η ολιγαρχία του 411 π.Χ. επιβλήθηκε στους Αθηναίους με την αιτιολογία ότι ήταν ο μόνος τρόπος να εξασφαλιστεί η περσική υποστήριξη και επομένως να κερδηθεί ο διαφορετικά χαμένος πόλεμος. Και στην ευνοϊκότερη ακόμα περίπτωση, όπως σαφέστατα το δείχνει ο Θουκυδίδης (8.68-91), ο Πείσανδρος και ορισμένοι από τους συντρόφους του ίσως αρχικά να το εννοούσαν, αλλά πολύ γρήγορα εγκατέλειψαν κάθε φιλοδοξία να προσπαθήσουν να κερδίσουν τον πόλεμο, για να συγκεντρώσουν τις προσπάθειές τους στη διατήρηση της νέο κατακτημένης ολιγαρχίας σε μία όσο το δυνατό στενότερη βάση. Αυτό είναι που θα έπρεπε ν’ αποκαλέσουν «δημαγωγία» για ν ’ αξίζει η λέξη την αρνητική της σημασία. Αυτό αποτελεί «παραπλάνηση του λαού» στην κυριολεξία.
 
Τι γίνεται όμως τότε με το ενδιαφέρον ερώτημα της υποτιθέμενης σύγκρουσης μεταξύ των συμφερόντων του κράτους στο σύνολό του και των συμφερόντων μίας μερίδας ή ενός τμήματος του κράτους; Είναι κρίμα που δεν έχουμε καμιά άμεση μαρτυρία (ούτε και καμιά έμμεση κάποιας αξίας) σχετική με τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθηκε η μακρά αυτή συζήτηση μεταξύ του 508 π.Χ., όταν ο Κλεισθένης εγκαθίδρυσε τη δημοκρατία στην πρωτόγονη μορφή της, και των τελευταίων ετών της κυριαρχίας του Περικλή. Στη διάρκεια των ετών αυτών ήταν που πιθανότατα τα ταξικά συμφέροντα θα εκτέθηκαν ανοιχτά και χωρίς περιστροφές. Πραγματικοί λόγοι σώζονται μόνο από το τέλος του πέμπτου αιώνα και μετά και αποκαλύπτουν αυτό που θα μπορούσε να μαντέψει κάθε πολίτης που δεν είχε τυφλωθεί από τον Πλάτωνα και τους άλλους, δηλαδή, ότι επρόκειτο συνήθως για εθνική και όχι για παραταξιακή έκκληση. Δεν υποθάλπεται ανοιχτά παρά σε πολύ μικρό βαθμό η εχθρότητα των φτωχών για τους πλούσιους, των γεωργών για την πόλη ή της πόλης για τους γεωργούς. Γιατί πράγματι θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο;
 
Την ίδια στιγμή ένας πολιτικός δεν μπορεί ν ’ αγνοεί τα ταξικά ή τοπικά συμφέροντα ή τις συγκρούσεις μεταξύ τους είτε πρόκειται για μια σημερινή εκλογική περιφέρεια είτε για την Εκκλησία της αρχαίας Αθήνας. Οι μαρτυρίες για την Αθήνα δείχνουν ότι σε πολλά θέματα - για παράδειγμα, η αυτοκρατορία και ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, ή οι σχέσεις με το Φίλιππο της Μακεδονίας - οι διαφωνίες γύρω από την ακολουθητέα πολιτική δεν υπαγορεύονταν απολύτως από ταξικά ή τοπικά συμφέροντα. Ωστόσο άλλα ζητήματα, όπως εκείνο της επέκτασης του λειτουργήματος του άρχοντος και άλλων αξιωμάτων σε πολίτες των μικρότερων περιουσιών ή εκείνο για την αμοιβή των μελών των δικαστηρίων ή, τον τέταρτο αιώνα, το ζήτημα της χρηματοδότησης του στόλου ή των θεωρικών ήσαν από τη φύση τους ταξικά θέματα. Οι εισηγητές και από τις δύο πλευρές το γνώριζαν αυτό και γνώριζαν ακόμα το πώς και πότε να κάνουν (ή να μην κάνουν) τις εκκλήσεις τους ώστε ν’ ανταποκρίνονται στα πράγματα, την ίδια στιγμή που ο καθένας απ ’ αυτούς ανέπτυσσε τα επιχειρήματά του και πίστευε ότι μόνο οι αντίστοιχες δικές του απόψεις θα προωθούσαν την Αθήνα ως σύνολο. Το να υποστηρίξει κανείς ενάντια στον Εφιάλτη και τον Περικλή ότι η ευνομία, το καλά οργανωμένο κράτος που διέπεται από το δίκαιο, αντιπροσωπεύει την υψηλότερη ηθική διεκδίκηση, δεν ήταν παρά μία καθαρή συνηγορία υπέρ του status quo «φέρουσα πορφυρούν μανδύα»20.
 
Στο μικρό του βιβλίο για το αθηναϊκό πολίτευμα, ο Αριστοτέλης έγραφε (27.3-4) τα εξής: «Ο Περικλής ήταν εκείνος που καθιερώνει αμοιβή για δικαστικά καθήκοντα, ως δημαγωγικό μέτρο για να καταπολεμήσει τον πλούτο του Κίμωνα. Ο τελευταίος αυ­τός διέθετε περιουσία ενός τυράννου... υποστήριξε πολλούς από τους συνδημότες του, που μπορούσαν ελεύθερα να πηγαίνουν κάθε μέρα και να παίρνουν απ ’ αυτόν τα αναγκαία προς το ζην. Άλλωστε κανένα από τα κτήματά του δεν ήταν κλειστό έτσι που όποιος ήθελε μπορούσε να πάρει απ’ αυτά τους καρπούς που χρειαζόταν. Η περιουσία του Περικλή δεν επέτρεπε τέτοιες απλοχεριές και με συμβουλή του Δαμονίδη... διένειμε στο λαό από τα δικά τους κι έτσι εισήγαγε την αμοιβή για τους ενόρκους ».
 
Ο ίδιος ο Αριστοτέλης, όπως το έδειξα πιο πάνω, εγκωμίαζε το καθεστώς του Περικλή και αρνιόταν την ευθύνη γι ’ αυτή την εξήγηση, ωστόσο άλλοι που την επανέλαβαν τόσο πριν όσο και μετά απ ’ αυτόν, είχαν τη γνώμη ότι επρόκειτο για μία εύγλωττη περίπτωση δημαγωγίας που υποθάλπει τις αδυναμίες των κοινών ανθρώπων. Η εύλογη ανταπάντηση είναι η ερώτηση κατά πόσο τα όσα έκανε ο Κίμων δεν αποτελούσαν εξίσου κάτι ανάλογο ή κατά πόσο η αντίθεση στην αμοιβή για δικαστικά καθήκοντα δεν αποτελούσε επίσης υπόθαλψη αυτού του είδους, αλλά στην προκειμένη περίπτωση προς την κατεύθυνση των ευκατάστατων πολιτών. Καμία χρήσιμη ανάλυση δεν είναι δυνατή με παρόμοιους όρους, γιατί αυτοί χρησιμεύουν αποκλειστικά για ν’ υποκρυφθούν οι πραγματικοί λόγοι διαφωνίας. Αν κάποιος αντιτίθεται στην απόλυτη δημοκρατία ως μορφή διακυβέρνησης, τότε είναι λάθος να ενθαρρύνεται η λαϊκή συμμετοχή στα δικαστήρια βάση αμοιβής. Είναι όμως λάθος επειδή ο στόχος είναι λανθασμένος, όχι επειδή ο Περικλής έγινε ηγετική μορφή, προτείνοντας και εφαρμόζοντας το μέτρο. Και αντίστροφα, αν κάποιος ευνοεί το δημοκρατικό σύστημα.
 
Αυτό που προκύπτει απ ’ όλα αυτά είναι μία πολύ απλή πρόταση, δηλαδή ότι οι δημαγωγοί — χρησιμοποιώ τη λέξη με μιά ουδέτερη σημασία - ήταν ένα δομικό στοιχείο στο αθηναϊκό πολιτικό σύστημα. Μ’ αυτό εννοώ πρώτον, ότι το σύστημα δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να λειτουργήσει χωρίς αυτούς· δεύτερον, ότι ο όρος εφαρμόζεται εξίσου σε όλους τους ηγέτες, ανεξάρτητα από τάξεις ή απόψεις· και τρίτον, ότι μέσα σ’ ένα ευρύ μάλλον πλαίσιο πρέπει αυτοί να κρίνονται ατομικά όχι από τους τρόπους ή τις μεθόδους τους αλλά από την επίδοσή τους. (Και μόλις που χρειάζεται να προσθέσω ότι έτσι ακριβώς κρίνον- τανστη ζωή, αν όχι στα βιβλία). Μέχρι ενός σημείου μπορεί κανείς εύκολα να παραλληλίσει τον Αθηναίο δημαγωγό με το σύγχρονο πολιτικό, πλην έρχεται όμως σύντομα η στιγμή όπου πρέπει να γίνουν διακρίσεις, όχι απλώς επειδή το έργο της κυβέρνησης έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό περιπλοκότερο αλλά για βασικότερους λόγους, συγκεκριμένα λόγω των διαφορών μεταξύ άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Έχω ήδη διεξέλθει τις μαζικές συνεδριάσεις (με την αβέβαιη σύνθεσή τους), την απουσία γραφειοκρατίας και κομματικού συστήματος και το κλίμα συνεχούς ως εκ τούτου έντασης στο οποίο ζούσε και εργαζόταν ο Αθηναίος δημαγωγός. Υπάρχει όμως μία συνέπεια που χρειάζεται μια κάποια εξέταση, δεδομένου ότι αυτό το κλίμα αποτελεί ένα σημαντικό μέρος (αν όχι το σύνολο) της εξήγησης ενός φαινομενικά αρνητικού χαρακτηριστικού της αθηναϊκής πολιτικής και γενικότερα της ελληνικής πολιτικής. Ο Ντέιβιντ Χιούμ θέτει το ζήτημα ως εξής: «Το ν ’ αποκλείσει κανείς την διαμάχη από μιαν ελεύθερη κυβέρνηση, είναι πολύ δύσκολο, αν όχι εντελώς ανεφάρμοστο. Ωστόσο, στη σύγχρονη εποχή, τέτοιο άσβεστο μίσος μεταξύ παρατάξεων και τέτοιους αιμοσταγείς αφορισμούς βρίσκουμε μόνο μεταξύ θρησκευτικών κομμάτων. Στην αρχαία ιστορία, βλέπουμε πάντοτε ότι όταν επικρατούσε ένα κόμμα, οι ευγενείς ή ο λαός αδιάφορο (γιατί δεν μπορώ να δω καμιά διαφορά από την άποψη αυτή) επακολουθούσαν αμέσως σφαγιασμοί ... και εξορίες... Απουσία κάθε είδους διαδικασίας, νόμου, δίκης, συγνώμης... Οι άνθρωποι αυτοί λάτρευαν την ελευθερία, αλλά φαίνεται να μην την κατάλαβαν πολύ καλά»21.
 
Το αξιοθαύμαστο για την Αθήνα είναι το πόσο κόντεψε να γίνει η απόλυτη εξαίρεση σ’ αυτό που ορθά παρατήρησε ο Χιουμ, δηλαδή ελεύθερη, με άλλα λόγια να λυτρωθεί από τη στάση στην τελική έννοια του όρου. Η δημοκρατία εγκαθιδρύθηκε το 508 π.Χ. μετά από έναν σύντομο εμφύλιο πόλεμο. Έκτοτε, στην ιστορία της των δύο σχεδόν αιώνων, η ένοπλη τρομοκρατία, ο σφαγιασμός χωρίς δίκη ή νόμο, χρησιμοποιήθηκαν μόνο σε δύο περιστάσεις, το 411 και το 404, και τις δύο φορές από ολιγαρχικές μερίδες που άρπαξαν την κρατική εξουσία για σύντομες περιόδους. Τη δεύτερη δε, ιδίως, φορά η δημοκρατική μερίδα, όταν επανάκτησε την εξουσία, υπήρξε τόσο γενναιόδωρη και νομοταγής στη μεταχείριση των ολιγαρχικών που ακόμα και ο Πλάτων τους απέδωσε φόρο τιμής. Γράφοντας για την παλινόρθωση του 403, υποτίθεται πως είπε ότι «κανείς δεν θα έπρεπε να εκπλήσσεται που ορισμένοι άνδρες πήραν άγρια προσωπική εκδίκηση κατά των εχθρών τους σ ’ αυτήν την επανάσταση, γενικά όμως το κόμμα που επανήλθε συμπεριφέρθηκε δίκαια»22. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο αιώνες ήσαν τελείως απαλλαγμένοι από ατομικές πράξεις αδικίας και ωμότητας. Ο Χιουμ - ομιλώντας γενικά για την Ελλάδα και όχι ειδικά για την Αθήνα - δεν έβλεπε «καμία διαφορά απ’ αυτή την άποψη» μεταξύ των παρατάξεων. Η εικόνα της Αθήνας, όπως αντανακλάται στον παραμορφωτικό καθρέφτη ανδρών όπως ο Θουκυδίδης, ο Ξενοφών και ο Πλάτων δεν είναι ιδιαίτερα καθαρή. Η εικόνα αυτή μεγεθύνει τα σπάνια περιστατικά ακραίας δημοκρατικής αδιαλλαξίας - όπως η δίκη και η εκτέλεση των στρατηγών που νίκησαν στη ναυμαχία των Αργινουσών και τη δίκη και εκτέλεση του Σωκράτη - ενώ ελαχιστοποιεί και συχνά εξαλείφει καθ’ ολοκληρία, τη συμπεριφορά της άλλης πλευράς, για παράδειγμα, την πολιτική δολοφονία του Εφιάλτη, το 462 ή 461 και του Ανδροκλή το 411, οι οποίοι ήσαν στην εποχή τους οι λαϊκοί ηγέτες με τη μεγαλύτερη επιρροή.
 
Αν η Αθήνα απέφευγε σ’ ένα μεγάλο βαθμό τις ακραίες μορφές στάσεως, πράγμα τόσο συνηθισμένο αλλού, δεν μπορούσε ν ’ αποφύγει τις ηπιότερες εκδηλώσεις της. Η Αθηναϊκή πολιτική είχε έναν ακραίο χαρακτήρα. Ο αντικειμενικός σκοπός κάθε πλευράς δεν ήταν απλώς να καταβάλει την αντιπολίτευση αλλά να την συντρίψει, να την αποκεφαλίσει καταστρέφοντας τους ηγέτες της. Πολύ δε συχνά το παιγνίδι αυτό παιζόταν στο εσωτερικό κάθε πλευράς, καθώς ένας αριθμός ανδρών διεκδικούσε την ηγεσία. Η κατ’ εξοχήν τεχνική ήταν η πολιτική δίκη, τα δε κατ’ εξοχήν όργανα, οι λέσχες συμποσίων και οι συκοφάντες. Ακόμα κι αυτά, θα μπορούσα να πω ότι αποτελούσαν δομικά ένα μέρος του συστήματος, και όχι ένα τυχαίο ή αποφευκτέο απόβλητο. Ο οστρακισμός, η λεγάμενη γραφή παρανόμων και ο αυστηρός λαϊκός έλεγχος των αρχόντων, των στρατηγών και των άλλων αξιωματούχων είχαν σκοπίμως εισαχθεί ως ασφαλιστικοί μηχανισμοί, είτε ενάντια στην υπερβολική ατομική εξουσία (και ενδεχόμενη τυραννία), είτε ενάντια στη διαφθορά και την κακοήθεια ή την απερίσκεπτη σπουδή και το πάθος στην ίδια την Εκκλησία. Είναι γενικά και αφηρημένα αρκετά εύκολο να καταδειχθεί, οσοδήποτε αξιέπαινοι κι αν ήσαν ως προς τις προθέσεις τους, ότι οι μηχανισμοί αυτοί παρείχαν αναπόφευκτα έδαφος για καταχρήσεις. Το ενοχλητικό είναι ότι οι μηχανισμοί αυτοί ήσαν οι μόνοι διαθέσιμοι, κι αυτό για το λόγο και πάλι ότι η δημοκρατία ήταν άμεση, χωρίς κομματικούς μηχανισμούς και ούτω καθ’ εξής. Οι ηγέτες και οι επίδοξοι ηγέτες δεν είχαν άλλη εναλλακτική λύση παρά να κάνουν χρήση των μηχανισμών αυτών και να αναζητούν κι άλλους ακόμα τρόπους παρενόχλησης και συντριβής των ανταγωνιστών και αντιπάλων τους.
 
Όσο σκληρός κι αν ήταν χωρίς αμφιβολία ο απροκάλυπτος αυτός πόλεμος για τους ενεργούς πολίτες, και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις άδικος και φαύλος, δεν έπεται κι ότι αντιπροσώπευε ένα απόλυτο κακό για την κοινότητα ως σύνολο. Οι περιουσιακές ανισότητες, οι σοβαρές συγκρούσεις συμφερόντων και οι εύλογες διαφορές απόψεων ήταν πραγματικές και έντονες. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, η σύγκρουση δεν είναι μόνο αναπόφευκτη αλλά και δημοκρατική αρετή, γιατί είναι σύγκρουση συνδυαζόμενη με συναίνεση, όχι μόνο συναίνεση, η οποία προφυλάσσει τη δημοκρατία από το να εκφυλιστεί σε ολιγαρχία. Στο θέμα του πολιτεύματος που δέσποζε τόσο κατά τον πέμπτο αιώνα, ήσαν οι υπερασπιστές της λαϊκής δημοκρατίας εκείνοι που θριάμβευσαν και το κατάφεραν επειδή ακριβώς αγωνίστηκαν γι ’ αυτό και μάλιστα σκληρά. Αποδύθηκαν σ’ έναν ενθουσιώδη αγώνα και ο γηραιός ολιγαρχικός διέγνωσε σωστά όταν απέδιδε σ’ αυτό ακριβώς την ισχύ της Αθήνας. Βέβαια, η διορατικότητά του, ή ίσως η τιμιότητά του, δεν ήταν αρκετή για να σημειώσει το γεγονός ότι στις μέρες του οι ηγέτες της δημοκρατίας ήσαν ακόμα άνθρωποι του πλούτου και συχνά αριστοκρατικής καταγωγής: όχι μόνο ο Περικλής, αλλά ο Κλέων και ο Κλεοφών και έπειτα ο Θρασύβουλος και ο Άνυτος. Οι δύο τελευταίοι οδήγησαν τη δημοκρατική παράταξη στην ανατροπή των Τριάκοντα Τυράννων το 403 και στην μεγαλόψυχη, μετά τη νίκη τους, αμνηστία. Ο ενθουσιώδης αγώνας δεν ήταν ένας καθαρός ταξικός αγώνας· βρήκε επίσης υποστήριξη από πλούσιους και ευγενείς. Ούτε και επρόκειτο για αγώνα χωρίς κανόνες ή αθέμιτο. Το δημοκρατικό αντισύνθημα στην ευνομία ήταν η ισονομία και όπως έχει πει ο Βλαστός, οι Αθηναίοι επιδίωκαν «το στόχο της πολιτικής ισότητας... όχι παραγνωρίζοντας αλλά ενισχύοντας την κυριαρχία του νόμου». Οι φτωχοί Αθηναίοι, σημειώνει, δεν ήγειραν ούτε μία φορά το μόνιμο ελληνικό αίτημα - τον αναδασμό - σε όλη τη διάρκεια του πέμπτου και τέταρτου αιώνα23.
 
Στη διάρκεια των δύο αυτών αιώνων η Αθήνα ήταν αποδεδειγμένα, με όλους τους δυνατούς τρόπους, το μεγαλύτερο ελληνικό κράτος, ένα κράτος με πανίσχυρο το αίσθημα της κοινότητας, με μία σκληρότητα και ανθεκτικότητα που μετριάζονταν, ακόμα και με δεδομένες τις αυτοκρατορικές της φιλοδοξίες, από έναν ανθρωπισμό κι ένα αίσθημα ισότητας και ευθύνης εντελώς ασυνήθιστα για την εποχή της (και για πολλές άλλες επίσης εποχές). Ο λόρδος Άκτον ήταν ένας από τους λίγους ιστορικούς που συνέλαβαν την ιστορική σημασία της αμνηστίας του 403. «Οι εχθρικές παρατάξεις», έγραφε, «συμφιλιώθηκαν και κήρυξαν αμνηστία, την πρώτη στην ιστορία»24. Την πρώτη στην ιστορία, παρ ’ όλες τις γνωστές αδυναμίες, παρά την ψυχολογία του όχλου, τους δούλους, την προσωπική φιλοδοξία πολλών ηγετών, την έλλειψη ανοχής της πλειοψηφίας έναντι της αντιπολίτευσης. Ούτε και ήταν αυτή [η αμνηστία] ο μόνος αθηναϊκός νεωτερισμός: το οικοδόμημα και ο μηχανισμός της δημοκρατίας ήταν εξολοκλήρου δική τους επινόηση, δεδομένου ότι αναζητούσαν ψηλαφητά να βρουν κάτι χωρίς προηγούμενο, μην έχοντας τίποτα άλλο για στήριγμα από την ίδια τους την ιδέα της ελευθερίας, την κοινωνική τους αλληλεγγύη, την προθυμότητά τους για έρευνα (ή τουλάχιστον να δεχθούν τις συνέπειες της έρευνας) και την ευρέως συμμεριζόμενη πολιτική τους εμπειρία.
 
Ένα μεγάλο μέρος της τιμής για το αθηναϊκό επίτευγμα οφείλεται στην πολιτική ηγεσία του κράτους. Πιστεύω ότι δεν χωρεί συζήτηση πάνω σ ’ αυτό. Ασφαλώς δεν θα διαφωνούσε μαζί μου σχετικά ο μέσος Αθηναίος. Παρ ’ όλη την ένταση και τις αβεβαιότητες, τις περιστασιακές αιφνίδιες αποφάσεις και τη χωρίς λόγο μεταβολή γνώμης, ο λαός υποστήριζε τον Περικλή για περισσότερο από δύο δεκαετίες, με τον ίδιο τρόπο που στήριξε αργότερα ένα πολύ διαφορετικό είδος ανθρώπου, το Δημοσθένη, κάτω από πολύ διαφορετικές συνθήκες, έναν αιώνα αργότερα. Οι άνδρες αυτοί και άλλοι παρόμοιοι (λιγότερο γνωστοί τώρα) ήσαν ικανοί να φέρουν επιτυχώς σε πέρας ένα λίγο-πολύ σταθερό και επιτυχές πρόγραμμα για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Αποτελεί κανονική διαστροφή το ν’ αγνοεί κανείς αυτό το γεγονός ή το ν’ αγνοεί τη δομή της πολιτικής ζωής με την οποία η Αθήνα έγινε αυτό που ήταν, και ακολουθώντας τη γραμμή του Αριστοφάνη ή του Πλάτωνα να εξετάζει μόνο τις προσωπικότητες των πολιτικών, ή τους απατεώνες και τους αποτυχημένους από αυτούς, ή κάποιους ηθικούς κανόνες μίας ιδανικής ύπαρξης.
 
Τελικά η Αθήνα έχασε την ελευθερία και ανεξαρτησία της, καταβλήθηκε από μία ανώτερη εξωτερική δύναμη. Έπεσε μαχόμενη με μια επίγνωση, του τι διακυβευόταν, σαφέστερη από εκείνη που είχαν πολλοί κριτικοί σε μεταγενέστερες εποχές. Της τελικής αυτής μάχης ηγήθηκε ο Δημοσθένης, ένας δημαγωγός. Δεν μπορούμε να κάνουμε ταυτόχρονα και το ένα και το άλλο: να επαινούμε και να θαυμάζουμε το επίτευγμα δύο αιώνων και την ίδια στιγμή να απορρίπτουμε τους δημαγωγούς που ήσαν οι αρχιτέκτονες του πολιτικού πλαισίου και οι διαμορφωτές της πολιτικής, ή την Εκκλησία μέσα στην οποία και μέσω της οποίας επιτέλεσαν αυτοί το έργο τους.
----------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1.  A History of Grcece, νέα εκδ. (Λονδίνο 1862), τ. V, σ. 317, σημ. 3.
2.  Χρησιμοποιείται μόνο στο 4.21.3, και «δημαγωγία» στο 8.65.2.
3.   ’Αθηναίων Πολιτεία, 27-28· σύγκρ. Πολιτικά, 1274 α 3-10. Ο A.W. Gomme, A Historical Commentary on Thycydides (Οξφόρδη 1956), II, σ. 193, υπογραμμίζει ότι «ο Πλούταρχος διήρεσε την πολιτική σταδιοδρομία του Περικλή σε δυο μισά, το πρώτο όταν πράγματι χρησιμοποίησε δημαγωγικές τεχνικές για να κερδίσει την εξουσία, το δεύτερο όταν είχε κερδίσει την εξουσία και την χρησιμοποίησε με τον ευγενέστερο τρόπο».
4.  Ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί μόνο μια φορά «δημαγωγία» και «δημαγωγός» στους 'Ιππείς, στ. 191 και 217 αντίστοιχα. Εκτός αυτού στα σωζόμενα έργα του υπάρχει μόνο το ρήμα δημαγωγεῖν, το οποίο επίσης χρησιμοποιείται μια φορά (Βάτραχοι, 419).
5.  Το βιβλίο του A.W. Lintott, Violence, Civil Strife and Revolution in the Classical City (Λονδίνο 1982), δεν είναι ικανοποιητικό. Πρέπει κανείς ακόμα να ανατρέξει στην εναρκτήρια διάλεξη του D. Loenen, Stasis ( Άμστερνταμ 1953), ο οποίος είδε, αντίθετα από την επικρατούσα ά­ποψη μεταξύ των συγχρόνων συγγραφέων, ότι «η παρανομία ακριβώς δεν είναι το μόνιμο στοιχείο της στάσεως» (σ. 5).
6.  Δες R. Babrough, «Plato’s Political Analogies», στο Philosophy, Politics and Society, εκδ. Peter Laslett (Οξφόρδη 1956), σ. 98-115.
7.  Αναπτύσσεται πληρέστατα στον εκτεταμένο απολογισμό του (3.69-85) της στάσεως στην Κέρκυρα το 427 π.Χ.
8.  Πολιτικά, 1278 b-79b- 1293b-94b· σύγκρ. Πολύβιος, 6.3-9.
9.  Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1319 α 19-32· σύγκρ. Ξενοφών, 'Ελληνικά, 5.2.5. 7.
10.  Ψευδο-Ξενοφών, Ά&ηναίων Πολιτεία, 3.1.· δες A. Fuks, «The Old Oligar­ch», Scripta Hierosolymitana, 1 (1954), σ. 21-35.
11.  Athenian Democracy (Οξφόρδη 1957), κεφ. 3.
12.  E.A. Haveloc, The Liberal Temper in Greek Politics (Λονδίνο 1957), και η βιβλιοκρισία του από τον A. Momigliano στο Rivista storica italiana, 72 (1960), σ. 534-41.
13.  Aspects of the Ancient Work! (Οξφόρδη 1946), σ. 40-45.
14.  Για τη συμμετοχή στις συνελεύσεις της αθηναϊκής Εκκλησίας, δες τα δυο άρθρα του Μ.Η. Hansen, στο Greek, Roman and Byzantine Studies, 17 (1976), σ. 115-34 και 23 (1982), σ. 241-49, αναδημοσιευμένα με προσθήκες στο έργο του The Athenian Ecclesia (Κοπεγχάγη 1983), κεφ. 1—2.
15.  Δες Μ.Η. Hansen, «The Athenian Politicians, 403-322 B.C.», Greek, Roman
      and Byzantine Studies, (1983), σ. 33-55, και «Rhetores and Strategoi in Fourth-Century
      Athens», στο ίδιο, σ. 151-80.
16. Δες το πολύτιμο άρθρο του Ο. Reverdin, «Remarques sur la vie politique d Athenes au Vc siecle», Museum Helveticum 2 (1945), σ. 201-12· και γενικά το δικό μου Politics in the Ancient World (Κέμπριτζ 1983), ιδιαίτερα κεφ. 4.
17. Βιβλιοκρισία στο The Listener(2 Φεβρουάριου 1961), σ. 233.
18. Πλούταρχος, Περικλής, 11.2. Ενάντια τέτοιου είδους τακτικής η επανορθωμένη Δημοκρατία το 410 απαιτούσε από τα μέλη της Βουλής να ορκίζονται ότι θα επιλέγουν τη θέση τους με κλήρο: Φιλόχορος, 328 F 140.
19. Δες W.R. Connor, The New Politicians of Fifth-Century Athens (Πρίνσετον 1971), με βιβλιοκρισία του A. Campolo στο Archeologia Classica, 27 (1975), σ. 95-100.
20. «Η ευνομία... το ιδεώδες του παρελθόντος και του Σόλωνα ακόμα... τώρα σήμαινε το καλύτερο πολίτευμα, βασισμένο στην ανισότητα. Ήταν πλέ­ον το ιδεώδες της ολιγαρχίας»: Ehrenberg, Aspects, σ. 92.
21. «Of the Popylousness of Ancient Nations», Essays (εκδ. World’s Classics, Λονδίνο 1903), σ. 405-6. Σύγκρ. Jacob Burckhardt, Griechiche Kulturge- schichte (ανατύπωση Ντάρμσταντ 1956), II, σ. 80-81.
22.  ’Επιστολή 7, 325 Β· σύγκρ. Ξενοφών, 'Ελληνικά, 2.4.43· Αριστοτέλης, Ἀθηναίων Πολιτεία, 40.
23. G. Vlastos, «Isonomia», American Journal of Philology, 74 (1953), σ. 337- 66. Σύγκρ. Jones, Democracy, a. 52: «Γενικά... οι δημοκράτες είχαν την τάση, όπως ο Αριστοτέλης, να θεωρούν τους νόμους σαν ένα κώδικα που καταγράφτηκε μια για πάντα από έναν σοφό νομοθέτη... οι οποίοι, ενώ κατ’ αρχήν ήταν αναλλοίωτοι, μπορούσαν ενδεχομένως να απαιτήσουν διευκρινήσεις και συμπληρώσεις». Η «εξουσία του νόμου» είναι ένα περίπλοκο θέμα αφεαυτό, δεν είναι όμως το θέμα αυτού του κεφαλαίου. Ούτε και η εκτίμηση ατομικών δημαγωγών.
24. «The History of Freedom in Antiquity», στο Essays on Freedom and Power, εκδ. G. Himmelfarb (Λονδίνο 1956), σ. 64.

Η αλυσίδα της παρέας… φυλαχτό στη ζωή σου

Σχετική εικόναΣτον καθένα μας, υπάρχει ένα στοιχείο που λειτουργεί ως καταλύτης στις περισσότερες, αν όχι σε όλες, τις δραστηριότητες μας. Λέγεται κίνητρο και ποικίλλει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ακόμα κι αν, όμως, το κίνητρο είναι το ίδιο σε περισσότερους του ενός ανθρώπους, κάθε ον αντιδρά και συμπεριφέρεται διαφορετικά. Αυτή είναι και η μαγεία της ζωής, στο φινάλε.

Σε κάποιους, ο έρωτας λειτουργεί καταλυτικά. Τους βλέπεις να πετάνε όταν είναι ερωτευμένοι, όταν νιώθουν καλά με το σύντροφό τους και να μη μαζεύονται από τα πλακάκια όταν κάτι στραβώσει.

Σε άλλους, πάλι, το χρήμα αποτελεί τον κινητήριο μοχλό για τα πάντα. Δεν τους νοιάζει το είδος της δραστηριότητας, αρκεί τα λεφτά να είναι πολλά, ανεξαρτήτως – πολλές φορές – του χρώματος που θα έχουν.

Στο δικό μου το μυαλό, όσο αφελές και ρομαντικό κι αν φαίνεται, το κίνητρο ήταν πάντα η παρέα. Δεν ισχυρίζομαι ότι ο έρωτας και το χρήμα είναι ασήμαντα. Απλά, στη δική μου περίπτωση, τόσο ο έρωτας, όσο και ο επιούσιος, πέρασαν μέσα από την παρέα.

Και αν στο πεδίο του έρωτα, υπάρχουν πολλές μαρτυρίες για έρωτες που ξεκίνησαν μέσα από μια παρέα, σχολική, φοιτητική ή αργότερα, στη δουλειά, οι περιπτώσεις που κάτι ξεκινάει, διατηρείται και αποφέρει τα προς το ζην από μια παρέα, είναι λίγες και πιο σπάνιες.

Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό γιατί με τους περισσότερους συνεργάτες που έχω, είμαστε φίλοι. Ακόμα και με όσους έχω διακόψει τη συνεργασία μου, για διάφορους λόγους, ένα «χρόνια πολλά» σε γιορτές και γενέθλια θα το πούμε…

(ΟΚ. Μέρες που είναι, να λέμε αλήθειες. Υπάρχουν και κάποιοι που δε θέλω να τους πετύχω μπροστά μου, αλλά υπάρχουν και άλλοι που δεν αντέχουν ούτε γεια να μου πουν, οπότε η κατάσταση εξισορροπείται).

Το νόημα, όμως, παραμένει. Η παρέα, αυτό το κύτταρο, ικανό για το βέλτιστο αποτέλεσμα και για τη μεγαλύτερη αποτυχία, είναι ότι καλύτερο μπορεί να σου συμβεί.

Το μαγικό με τις παρέες είναι ότι δε χρειάζεται να προσπαθήσεις πολύ για να αποκωδικοποιήσεις τα υπόλοιπα μέλη της. Ξέρεις μέχρι πού σε παίρνει να απλωθείς, χωρίς να ενοχλήσεις και να γίνεις ξένο σώμα. Κι αν γίνεις, η παρέα θα σε αποβάλλει με έναν μοναδικό, σχεδόν αυτοματοποιημένο τρόπο.

Το μόνο συστατικό για να κρατήσεις ζωντανή μια παρέα είναι η αλήθεια και το θάρρος που κρύβει η ομολογία της. Το να μπορείς, δηλαδή, να πεις στην παρέα σου ότι διαφωνείς με μια επιλογή, όντας έτοιμος να επιχειρηματολογήσεις και πρόθυμος να αναθεωρήσεις, αν σε πείσουν ότι το βλέπεις λάθος.

Να μπορείς να θέσεις τον εαυτό σου για λίγο στον πάγκο, επειδή δεν είσαι στην καλύτερη σου φάση και προτιμάς να αποσυρθείς παρά να κάνεις κακό στην παρέα. Αναγνωρίζεις, τότε, πόσο σημαντική είναι η παρέα…

Επειδή δέχεται, αδιαμαρτύρητα, να πάρει στις πλάτες της όλο το βάρος της δουλειάς, ξέροντας ότι εσύ θα επανέλθεις όταν μπορείς, πραγματικά, να προσφέρεις.

Επειδή είναι έτοιμη να στα χώσει, όταν κρίνει ότι μπορείς να ακούσεις.

Επειδή είναι σε θέση να αφήσει τα πάντα στην άκρη, με μια ειλικρινή συγγνώμη.

Επειδή μπορεί να διακρίνει πότε και τί να ζητήσει από κάθε μέλος της.

Κυριότερα, όμως, επειδή η παρέα λειτουργεί σαν ελατήριο. Εκτινάσσεται στις χαρές και συσπειρώνεται στις δυσκολίες. Το παρεάκι είναι γροθιά. Είναι ο μοναδικός τρόπος να προχωρήσει και να κάνει πραγματικότητα όλα όσα έχει ονειρευτεί.

Τυγχάνει να ξέρω ένα τέτοιο. Γνωρίστηκε τυχαία, πολύ μετά την εφηβεία, χρονικό διάστημα κατά το οποίο διαμορφώνονται οι περισσότερες παρέες. Ονειρεύτηκαν να κάνουν πράξη μια απλή και πολυφορεμένη ιδέα. Να φτιάξουν, δηλαδή, κάτι για να μπορούν να εξωτερικεύουν όλα όσα λένε μεταξύ τους, όσα σκέφτονται, όσα γουστάρουν και όσα τους κάνουν εντύπωση.

Δε χρειάστηκε να το σκεφτούν πολύ. Αρκέστηκαν σ’ ένα βράδυ, μερικά σουβλάκια, ακόμα περισσότερες μπύρες (γιατί σουβλάκι – ξεροσφύρι δεν πάει…), τσιγάρα κι ένα φορητό υπολογιστή. Και γέλια. Πολλά γέλια. Και χαμόγελα, από εκείνα που μετουσιώνονται σε σπίθα στα μάτια.

Γύρω του μαζεύτηκαν πολλά άτομα. Φίλοι, που έγιναν ένα. Κι έτσι, το παρεάκι μεγάλωσε. Και θα μεγαλώσει κι άλλο. Και θα μάθει να περνάει σα σύνολο κάθε δυσκολία που θα προκύψει στο μέλλον. Και θα μάθει να αντιμετωπίζει με θάρρος κάθε τι που στέκεται εμπόδιο στην πραγματοποίηση της ιδέας.

Στο τέλος, μπορεί να μην πετύχει το στόχο. Τουλάχιστον, θα ξέρει ότι έχει προσπαθήσει και δεν θα τα παρατήσει μέχρι να κάνει ότι καλύτερο μπορεί.

Σαν μέλος αυτής της παρέας, η μόνη ευχή που θέλω να δώσω είναι η καινούρια χρονιά να σε βρει σε μια παρέα. Η μοναξιά είναι καλή για να γίνεται τραγούδι και να πουλάει δίσκους, αλλά όχι για να επιλέγεται σαν τρόπος ζωής.

Α! Και να προσπαθείς και κάτι ακόμα: η παρέα να είναι μεγάλη, όσο μπορείς μεγαλύτερη. Και, ει δυνατόν, διαφορετική σε πρόσωπα, ηλικίες και χαρακτήρες. Κι αν κάποια στιγμή, η αλυσίδα σπάσει, οι υπόλοιποι κρίκοι έχουν την ικανότητα να την ενώσουν, χωρίς να ξεχνάνε τον κρίκο που έφυγε…

Το παλιό πρόβλημα της Φιλοσοφίας παραμένει και, ελλείψει θεϊκής βοήθειας, θα πρέπει τη δουλειά να την κάνουμε εμείς και, για χάρη μας, να αναζητούμε την αλήθεια και να ξεσκεπάζουμε το ψεύδος.

Αποτέλεσμα εικόνας για Το παλιό πρόβλημα της Φιλοσοφίας παραμένειΘα το πω με μια άποψη για την αρχαία φιλοσοφία, ενός διανοούμενου που γράφει από τη σκοπιά κάποιου που βρίσκεται έξω από τον χώρο της φιλοσοφίας – του Λουκιανού από τα Σαμόσατα. Ο σατιρικός αυτός συγγραφέας του 2ου αιώνα μ.Χ., στον διάλογό του Δραπέται, βάζει τη Φιλοσοφία να υπενθυμίζει στον πατέρα της Δία τον λόγο που την έστειλε στη Γη: ώστε να μπορούν οι άνθρωποι -που μέχρι τότε βυθισμένοι στην αμάθεια διαχειρίζονταν άσχημα και βίαια τις ζωές τους- να ζουν καλύτερα. Αρχικά, λέει, επισκέφθηκε την Ινδία, τους Βραχμάνες, κατόπιν την Αιθιοπία, την Αίγυπτο, τη Βαβυλώνα και τέλος τη Θράκη, τον άγριο Βορρά. Τελικά έφθασε στους Έλληνες, όπου πίστευε πως θα εκτελούσε με ευκολία την αποστολή της. Όπως αποδείχτηκε όμως, τα πράγματα ήταν δυσκολότερα από ό,τι περίμενε.

Ύστερα από ένα ενθαρρυντικό ξεκίνημα, εμφανίστηκαν οι Σοφιστές και ανακάτεψαν τη φιλοσοφία με τις σοφιστείες. Στη συνέχεια, οι Αθηναίοι εκτέλεσαν τον Σωκράτη! H Φιλοσοφία συνέχισε παραπονούμενη για την όχι και τόσο υπέροχη διαμονή της στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι άνθρωποι, λέει, την εκτιμούν αν και δεν την πολυκαταλαβαίνουν. και υπάρχουν γνήσιοι φιλόσοφοι που αγαπούν και αναζητούν την αλήθεια, κι έτσι το όλο εγχείρημά της αξίζει τον κόπο. Υπάρχουν όμως και ψευτοφιλόσοφοι, που στοχεύουν μόνο στα λεφτά και τη φήμη, κι αυτοί την καθιστούν ανυπόληπτη και την κάνουν έξω φρένων. Και τώρα χρειάζεται λίγη θεϊκή βοήθεια για να βελτιώσει την κατάσταση.

Στον ελληνορωμαϊκό κόσμο η φιλοσοφία, καλώς ή κακώς, καθιερώθηκε ως ξεχωριστό γνωστικό πεδίο, με τις δικές του πρακτικές, τα δικά του κείμενα, τους δικούς του θεσμούς. Για τους λειτουργούς και για το ακροατήριό της είχε πολύ πιο επιτακτικό χαρακτήρα από ό,τι έχει για μας σήμερα. Η φιλοσοφία ήταν τότε για τον κόσμο μια φυσική προέκταση της συνηθισμένης καλής εκπαίδευσης, δεδομένης της σπουδαιότητας του καλώς ζήν και του σημαντικού ρόλου της φιλοσοφίας ως προς αυτό. Σε εμάς σήμερα -σε αντίθεση με τους αρχαίους— υπάρχει μια ένταση ανάμεσα στην ιδέα ότι η φιλοσοφία μάς δίνει τη δυνατότητα να καταλαβαίνουμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο και στην ιδέα ότι η φιλοσοφία είναι μια αυστηρή και διανοητικά απαιτητική ενασχόληση. O σημαντικός ρόλος στη ζωή τον οποίο κατείχε η φιλοσοφία στην αρχαιότητα έχει υποκατασταθεί από μια ποικιλία ενδιαφερόντων και επιδιώξεων· όμως η φιλοσοφία μετράει ακόμη, εξακολουθεί να έχει σημασία, και μπορούμε ακόμη με πολλούς τρόπους να συσχετίσουμε τα ενδιαφέροντά μας με εκείνα των αρχαίων και να διαπιστώσουμε πως η μελέτη τους οδηγεί με τον φυσικότερο τρόπο σε άμεση δέσμευση. Το παλιό πρόβλημα της Φιλοσοφίας παραμένει και, ελλείψει θεϊκής βοήθειας, θα πρέπει τη δουλειά να την κάνουμε εμείς και, για χάρη μας, να αναζητούμε την αλήθεια και να ξεσκεπάζουμε το ψεύδος.

Η Γυναίκα κουβαλάει το κλειδί της ευτυχίας στην τσέπη της

Η Γυναίκα κουβαλάει το κλειδί της ευτυχίας στην τσέπη της πάντα.
Από αυτήν θα το ζητήσεις.
Από αυτήν που μαρτυρά πολλές φορές για να μην το παραδώσει.
Από αυτήν που το καταπίνει για να μην της το κλέψουν
Από αυτήν που το γεννάει, όταν βλέπει ότι οι άνθρωποι χάνουνε τους εαυτούς τους.
Από αυτήν θα το ζητήσεις.
Που τριγυρνά σε όλα τα μήκη του κόσμου, φορώντας την στολή που της δίνουν,
σιωπώντας όταν της αφαιρούν τον λόγο, διώχνοντας την σε υπόγεια να περιμένει…
Να περιμένει
Τον ήλιο της ισότητας, της ελευθερίας, της στέψης.
Όλοι είμαστε πιστοί υπήκοοι Αυτής της γυναίκας.
Το καταλαβαίνουμε όταν μας ανοίγει το παράθυρο για να μπει το φως.
Θανατώνοντάς την, έχεις ήδη δηλητηριάσει και την δική σου ζωή.
Γιατί βλέπεις Αυτή έχει το κλειδί της ευτυχίας.

Είναι εγωιστική η ευτυχία;

embracing_mistakesΠολλοί άνθρωποι ντρέπονται να νιώσουν ευτυχία στη ζωή τους ή να την αποδεχτούν και να το δηλώσουν δημόσια. Έχουν μάθει να πιστεύουν ότι η ευτυχία είναι εγωιστική γιατί ωθεί τον άνθρωπο να ικανοποιεί κάθε του ανάγκη, γεγονός που τον κάνει νάρκισσο, αναίσθητο στις ανάγκες των άλλων, ηδονιστή και εγωκεντρικό.
 
Αυτός όμως είναι ένας παρεξηγημένος ορισμός της ευτυχίας που μας μαθαίνουν από παιδιά. Η ευτυχία δεν είναι εγωιστική για να μας φοβίζει. Είναι αγάπη και χαρά που μπορείς να μοιράζεσαι.
 
Πολλοί φοβούνται ότι είναι ύβρις να είναι ευτυχισμένοι οι ίδιοι, ενώ γύρω μας εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα, από αρρώστιες και πολέμους ή υποφέρουν από ανεργία, φτώχια και άλλες δυστυχίες.
 
Και ας μην πάμε μακριά. Μας δημιουργούνται ενοχές όταν στην οικογένειά μας και στο περιβάλλον μας υπάρχουν άνθρωποι που έχουν την ανάγκη μας για να ευτυχήσουν. Σε αυτή την περίπτωση, εμείς προσπαθούμε να βάλουμε τους άλλους πάνω από εμάς, γινόμαστε δηλαδή τα θύματα και νιώθουμε την ανάγκη να κάνουμε πρώτα τους άλλους ευτυχισμένους, ώστε να επιτρέψουμε μετά στον εαυτό μας να είναι ο επόμενος στη σειρά για την ευτυχία.
 
Μερικοί μάλιστα πιστεύουν ότι μπορούν όχι απλά να κάνουν τον άλλον ευτυχισμένο, αλλά ακόμα και να τον σώσουν, ώστε μετά να ευτυχήσουν και οι ίδιοι. Νομίζουμε λοιπόν ότι δεν αξίζουμε την ευτυχία παρά μόνο όταν έχουν ευτυχήσει ο σύντροφός μας, η γριά μητέρα μας, ο γιος μας, ο προϊστάμενός μας, η γειτονιά, τα παιδιά του Τρίτου Κόσμου.
 
Ίσως πιστεύουμε ότι, κάνοντας τους άλλους ευτυχισμένους, γινόμαστε κι εμείς. Αυτό όμως μπορεί να ισχύει για ένα μικρό διάστημα. Γιατί αν δεν νιώθουμε ευτυχία για τον εαυτό μας, πώς μπορούμε να τη μοιραστούμε με τους άλλους;
 
Αν αγνοούμε τις ανάγκες μας, δεν μπορούμε να ευτυχήσουμε, έστω κι αν οι άλλοι γύρω μας πλέουν σε πελάγη ευτυχίας.
 
Το ίδιο και ανάποδα. Κανένας δεν μπορεί να μας κάνει ευτυχισμένους. Γιατί αν εναποθέτουμε την ευτυχία μας σε ξένα χέρια και εξαρτιόμαστε από τους άλλους, μπορούν να μας την αφαιρέσουν οποιαδήποτε στιγμή, οπότε θα γίνουμε δυστυχισμένοι.
 
Κανένας άλλος εκτός από εμάς δεν μπορεί να είναι υπεύθυνος για την ευτυχία μας. Το ίδιο ισχύει και με τους άλλους. Οι υποσχέσεις ότι θα πάρουμε εμείς την ευθύνη της ευτυχίας τους δε θα τηρηθούν, και με αυτές τις προϋποθέσεις οι σχέσεις θα ξεφουσκώσουν και θα απογοητεύσουν.
 
Είναι χαμένος χρόνος να προσπαθούμε να κάνουμε τους άλλους ευτυχισμένους, ενώ το πρώτο μας χρέος είναι απέναντι στον εαυτό μας, να αφιερώσουμε το χρόνο μας για να γίνουμε πρώτα εμείς ευτυχισμένοι.
 
Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι αξιαγάπητοι και δοτικοί, δημιουργούν αισιόδοξη ατμόσφαιρα γύρω τους και μοιράζονται την ευτυχία τους με τους άλλους. Γιατί η ευτυχία δεν είναι εγωιστική.
 
Η δυστυχία είναι εγωιστική, αφού τη χρησιμοποιούμε σαν σανίδα σωτηρίας για να κρεμαστούμε από τους άλλους ή από τα υποκατάστατα της ευτυχίας.

Όσοι είναι δυστυχισμένοι ή νιώθουν μοναξιά, αγωνία, άγχος κι εγωκεντρισμό πώς μπορούν να μοιραστούν με τους γύρω τους την ευτυχία που δεν έχουν;

Έρωτας: Εξάρτηση και αυτοκαταστροφή

loveΗ ρομαντική αγάπη είναι μια μοναδική εμπειρία του συναισθηματικού κόσμου που δίνει στο άτομο την ευκαιρία να γνωρίσει κάποιον άλλον, να δεθεί μαζί του, να αποκτήσει οικειότητα, συντροφικότητα και, πιθανόν, να εξερευνήσει τη σεξουαλικότητά του. Η ρομαντική αγάπη, είτε συνοδεύεται από σεξ είτε όχι, προάγει την προσωπική ανάπτυξη, αφού κάθε νέα σχέση επιβάλλει διαισθητικότητα και νέα γνώση του εαυτού.
 
Τα πρώτα στάδια του έρωτα είναι έντονα, γεμάτα εκπλήξεις και συγκινήσεις. Η πραγματική οικειότητα όμως, αυτή που χαρακτηρίζει μια σταθερή και δυνατή σχέση, είναι κάτι που έρχεται αργότερα, εξελίσσεται με το χρόνο και είναι κάτι παραπάνω από σεξουαλικό πάθος, ένταση, και ρομαντισμό.
 
Είναι δύσκολο για τα άτομα που ερωτεύονται και δημιουργούν σχέσεις κανονικά να καταλάβουν πώς ο έρωτας και η σεξουαλικότητα μπορεί να γίνουν αντικείμενα εκμετάλλευσης και να μεταλλαχθούν σε καταστροφικά μοτίβα συμπεριφοράς εξάρτησης και ψυχαναγκασμού.
 
Όμως, για το άτομο που είναι εξαρτημένο από την αγάπη και το σεξ, ο έρωτας, η σεξουαλικότητα, η οικειότητα, τα όμορφα συναισθήματα μιας σχέσης είναι γεμάτα παγίδες, άγχος και ψυχικό πόνο. Τα άτομα αυτά ζουν σε ένα χαοτικό συναισθηματικό κόσμο απόγνωσης κι απελπισίας, με τον μόνιμο φόβο ότι θα μείνουν μόνα ή ότι θα τα απορρίψουν οι άλλοι και κυνηγούν διαρκώς την τέλεια σχέση που θα δώσει τέλος σε όλα τους τα προβλήματα.
 
Καθώς το εξαρτημένο από τον έρωτα άτομο βρίσκεται σε μια διαρκή αναζήτηση συντρόφου, οι ατέλειωτες ίντριγκες, φλερτ, σεξουαλικές ή ρομαντικές σχέσεις αφήνουν τα σημάδια της καταστροφής στον ψυχικό του κόσμο.
 
Οι σχέσεις τις οποίες τελικά συνάπτει αυτό το άτομο δεν μπορούν να το ανακουφίσουν και να ξεκαθαρίσουν τις αρνητικές συνθήκες, οπότε αυτό ξεκινά νέο κύκλο αναζητήσεων, με αποτέλεσμα να δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο απελπισίας κι απώλειας.
 
Ψυχολογική εξάρτηση
Αντίθετα με τον ψυχικά υγιή άνθρωπο που ψάχνει για μια σχέση που θα του συμπληρώνει τη ζωή, το άτομο με εξάρτηση από την αγάπη και το σεξ ψάχνει για κάτι έξω από τον εαυτό του -ένα άλλο άτομο, μια σχέση ή εμπειρία- που θα του προσφέρει την συναισθηματική και ψυχολογική σταθερότητα που το ίδιο δε διαθέτει.
 
Έτσι, όπως ο ναρκομανής χρησιμοποιεί το ναρκωτικό και ο αλκοολικός το ποτό, ο άνθρωπος με εξάρτηση από την αγάπη και τις σχέσεις, τις χρησιμοποιεί για να ‘διορθώσει’ τον εαυτό του και να διασφαλίσει τη συναισθηματική του ισορροπία.
 
Όταν όμως ο έρωτας και η σεξουαλικότητα χρησιμοποιούνται ως τρόπος για να ανταπεξέλθει κανείς στη ζωή και όχι για προσωπική ανάπτυξη, μοίρασμα και συντροφικότητα, η επιλογή του παρτενέρ συνήθως είναι λανθασμένη. Οι αποφάσεις παίρνονται βάσει κριτηρίων όπως, ‘αν θα με εγκαταλείψει ή όχι’, ‘πόσο καλή είναι η σεξουαλική μας ζωή’, ‘πώς θα καταφέρω να τον/την κρατήσω’.
 
Τέτοιου είδους σχέσεις δημιουργούν εξάρτηση, ενοχές και συχνά κακομεταχείρηση. Επειδή το άτομο με την εξάρτηση είναι πεπεισμένο ότι δεν αξίζει, δεν αισθάνεται ότι αγαπιέται, νιώθει ότι δεν έχει αξία και δεν πιστεύει στον εαυτό του, χρησιμοποιεί τη γοητεία, τον έλεγχο, τον δόλο για να προσελκύσει και να κρατήσει τον/τη σύντροφό του.
 
Πάνω στην απελπισία που του δημιουργείται στη διάρκεια αυτού του κύκλου, μπορεί να παρουσιάσει επεισόδια ανορεξίας ή βουλιμίας. Η ολική αποχή από το ‘παιχνίδι των σχέσεων’ χρησιμοποιείται μερικές φορές χωρίς επιτυχία, αφού δε λύνει τα ψυχολογικά προβλήματα που βρίσκονται στη βάση αυτής της συμπεριφοράς.
 
Χαρακτηριστικά της εξάρτησης από την αγάπη
Για τους εξαρτημένους, η αγάπη:
● Είναι έμμονη ιδέα
● Ανασταλτική
● Εμπόδιο στο να πάρουν ρίσκα και να κάνουν αλλαγές
● Δεν έχει πραγματική οικειότητα
● Είναι παραπλανητική
●  Είναι εξαρτημένη και παρασιτική
 
Τα συμπτώματα της εξάρτησης από την αγάπη και το σεξ
● Διαρκής αναζήτηση σεξουαλικού παρτενέρ, νέας σχέσης ή συντρόφου.
● Δυσκολία ή αδυναμία να μείνει μόνος/η.
● Επιλογή συντρόφου που είναι καταπιεστικός, μη διαθέσιμος συναισθηματικά, ή προσβλητικός.
● Χρησιμοποίηση του σεξ, της γοητείας και της ίντριγκας για να κρατήσει τον/την σύντροφο.
● Χρησιμοποίηση του σεξ ή μιας σχέσης για να αντέξει άλλες δύσκολες εμπειρίες ή συναισθήματα.
● Χάνει σημαντικές οικογενειακές, επαγγελματικές ή κοινωνικές εμπειρίες προκειμένου να διατηρήσει ένα σεξουαλικό ανέβασμα ή μια ρομαντική σχέση.
● Όταν έχει μια σχέση είναι αποκομμένος ή δυσαρεστημένος, όταν δεν έχει σχέση είναι απελπισμένος και μόνος.
● Αποφεύγει τις σχέσεις και το σεξ για μεγάλα χρονικά διαστήματα για να ‘λύσει το πρόβλημα’.
● Ανικανότητα να διαλύσει αρρωστημένες σχέσεις, παρά τις υποσχέσεις που δίνει στον εαυτό του ή σε άλλους.
● Επιστρέφει σε προηγούμενες άσχημες σχέσεις, παρά την υπόσχεση για το αντίθετο.
 
Για το άτομο που έχει εξάρτηση από τις σχέσεις ή το σεξ, τα παραπάνω συμπτώματα αποτελούν μοτίβο συναισθηματικής ανισορροπίας, που μοιραία οδηγεί στην απομόνωση, τον ψυχικό πόνο και την απώλεια.
 
Και βέβαια, το να συμφωνήσει κανείς με ή να έχει κάνει κάποια στιγμή στη ζωή του 2-3 από τα παραπάνω είναι φυσικό. Όταν όμως αυτά τα συμπτώματα είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση, τότε υπάρχει πρόβλημα.
 
Τα άτομα που είναι εξαρτημένα από την αγάπη και το σεξ, όπως και τα άτομα που έχουν εξάρτηση από τα ναρκωτικά ή το ποτό, δε μαθαίνουν από τις συνέπειες των πράξεών τους και τα λάθη τους. Όταν ο πόνος από αυτές τις συμπεριφορές και καταστάσεις γίνει μεγαλύτερος από τον πόνο και την πρόκληση του να δημιουργούν αλλαγή, τότε ξεκινάει η επεξάρτησή τους.

Οι ερωτευμένοι είναι τρελοί! Γιατί δυο άνθρωποι ερωτεύονται;

pair-in-loveΌλη μας η ζωή περιστρέφεται γύρω από σχέσεις και η πραγματική ευτυχία αφορά το πόσο κοντά και αγαπημένα νιώθουμε όταν είμαστε μαζί με τους άλλους, είτε είναι φίλοι, είτε ερωτικοί σύντροφοι είτε οι γονείς μας.

Ο έρωτας, το απόλυτο συναίσθημα. Ο Νίτσε είχε πει πως «οι ερωτευμένοι είναι τρελοί» και κατά μία έννοια είχε δίκιο. Όταν είμαστε ερωτευμένοι αλλάζει ο τρόπος που νιώθουμε και αντιλαμβανόμαστε τη ζωή. Όμως πότε δυο άνθρωποι ερωτεύονται;
Υπάρχουν συνθήκες που βοηθούν το να ερωτευτούμε; Άραγε τα ετερώνυμα πραγματικά έλκονται;
 
Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν τον έρωτα
Ας δούμε ποιοι παράγοντες παίζουν ρόλο και βοηθούν ώστε να ερωτευτούν δυο άνθρωποι:
 
1ος Παράγοντας: Ο Συγχρονισμός (timing)
Κανείς μπορεί να ερωτευθεί όταν δεν το περιμένει καθόλου, από απλή τύχη ή σύμπτωση. Ένας ιδανικός σύντροφος μπορεί να κάθεται δίπλα σου στο πάρτι αλλά να μην τον προσέξεις αν είσαι απασχολημένος/-η με θέματα της δουλειάς, ή αν είσαι ήδη σε μια άλλη σχέση ή με κάποιο άλλο τρόπο συναισθηματικά μη διαθέσιμος/-η.
 
Αν όμως μόλις μπήκες στο κολλέγιο ή μετακόμισες μόνος/-η σε άλλη πόλη, αν πρόσφατα βγήκες από μια μη ικανοποιητική σχέση, αν άρχισες να βγάζεις αρκετά λεφτά για να κάνεις οικογένεια, αν είσαι μόνος-η ή πέρασες μια δύσκολη δοκιμασία ή τέλος αν έχεις παρά πολύ ελεύθερο χρόνο τότε έχεις τις «προδιαγραφές» για να ερωτευθείς. Πιο συγκεκριμένα, οι άνθρωποι που είναι σε συναισθηματική ένταση, είτε από χαρά, άγχος, φόβο, περιέργεια, λύπη είτε από οποιαδήποτε άλλο συναίσθημα έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να ερωτευθούν, είναι πιο ευάλωτοι στο πάθος.
 
2ος Παράγοντας: Η Κοντινότητα
Η κοντινότητα μπορεί να παίξει και αυτή τον ρόλο της. Τείνουμε να επιλέγουμε ανθρώπους που είναι κοντά μας.
 
3ος Παράγοντας: Το Μυστήριο
Ένας άλλος παράγοντας στην επιλογή συντρόφου είναι το μυστήριο. Έχει φανεί πως και τα δυο φύλλα έλκονται από ανθρώπους τους οποίους βρίσκουν μυστηριώδεις. Όπως είχε γράψει και ο Μπωντλαίρ: «Η αγάπη μας για τις γυναίκες είναι σε αναλογία με το βαθμός της ανοικειότητας (strangeness) προς εμάς».
 
Το αντίθετο είναι επίσης αλήθεια. Η οικειότητα μπορεί να απομακρύνει τις σκέψεις για μια ρομαντική σχέση. Σχεδόν όλα τα άτομα έχουν μια σεξουαλική αποστροφή σε πάρα πολύ οικεία πρόσωπα. Προτιμούν να σχετίζονται με ξένους.
 
4ος Παράγοντας: Τα ετερώνυμα έλκονται;
Παρόλο που οι περισσότεροι άνθρωποι ανά τον κόσμο που νιώθουν ερωτική έλξη για «αγνώστους» μη οικείους, επιλέγουν να έχουν αυτούς που έχουν την ίδια εθνότητα, το ίδιο κοινωνικό, θρησκευτικό και οικονομικό υπόβαθρο, ίδιο βαθμό νοημοσύνης και παρόμοιες συμπεριφορές, προσδοκίες, αξίες, ενδιαφέροντα καιπαρόμοιες κοινωνικό- επικοινωνιακές δεξιότητες.
 
5ος Παράγοντας: Η Συμμετρία
Η τάση μας να επιλέγουμε ανθρώπους με «καλές» αναλογίες είτε στο πρόσωπο είτε στο σώμα.
 
6ος Παράγοντας: «Μου θυμίζεις κάποιον που ήξερα όταν ήμουνα παιδί…»
Άνθρωποι που αγαπήσαμε και μας φρόντισαν καταγράφονται ως θετικά μοντέλακαι πολλές φορές στην ενήλικη ζωή μας ο/η σύντροφος μας μπορεί να έχει στοιχεία αυτού του ανθρώπου πχ ενός αδελφού που μας φρόντιζε, του πατέρα, της γυναίκας που μας κρατούσε όταν ήμασταν παιδιά κτλ.
 
Κλείνοντας, ας μην ξεχνάμε πως η πλειοψηφία των παραπάνω παραγόντων, μας επηρεάζουν χωρίς να τους αντιλαμβανόμαστε και όπως τα περισσότερα πράγματα στη ζωή, έτσι και ο έρωτας έρχεται χωρίς να τον περιμένουμε γιατί στον έρωτα όλα είναι πιθανά!

Στηρίξτε τις γυναίκες και κάντε το κάθε μέρα για κάθε γυναίκα του κόσμου μας

woman-with-babyΣε χώρες που έχουν πληγεί από τους πολέμους, τις συγκρούσεις, την φτώχεια και το trafficking, η ανάγκη μιας πιο αποτελεσματικής δράσης για την ενδυνάμωση της θέσης των γυναικών, δεν θα μπορούσε να είναι πιο επείγον από ότι στη σημερινή εποχή. Παρά τις ισχυρές αποδείξεις ότι η οικονομική ισότητα των γυναικών είναι ζωτικής σημασίας για την καταπολέμηση της παγκόσμιας φτώχειας και την προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης, η πρόοδος είναι αργή.
 
Η βία που υφίστανται οι γυναίκες στον κόσμο κάθε μέρα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή τους και την υγεία τους. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του ΟΗΕ σε ορισμένες χώρες όπως η Ζάμπια το 59% των γυναικών θα βιώσουν σωματική βία στη ζωή τους.
 
Στην Γκάνα, οι κάτοικοι πιστεύουν ακόμα στη μαγεία και υπάρχει κυνήγι μαγισσών. Στα βόρεια της χώρας οι γυναίκες που κατηγορούνται για μαγεία λιντσάρονται και εξορίζονται σε «μαγικά» χωριά από όπου δεν μπορούν να ξεφύγουν.
 
Στο Μπανγκλαντές, η βία κατά των γυναικών είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη και η χώρα έχει το θλιβερό ρεκόρ να είναι πρώτη στις επιθέσεις με οξύ. Το 2005, καταγράφηκαν 267 επιθέσεις. Θύματα είναι κυρίως γυναίκες, αλλά και παιδιά καθώς οι επιθέσεις συμβαίνουν συχνά την ώρα του ύπνου. Επιπλέον, υπολογίζεται ότι μέχρι και 29.000 ανήλικα κορίτσια εκδίδονται στα πορνεία του Μπαγκλαντές που ακόμα και σε ηλικία 12 ετών μπορεί να πουληθούν από τους γονείς τους.
 
Οι γυναίκες εξακολουθούν να κερδίζουν μόνο το 10% του παγκόσμιου εισοδήματος και κατέχουν μόνο το 1% της περιουσίας. Μόνο το 50% των γυναικών που συμμετέχουν στην ενεργή ζωή σαν εργαζόμενες, σε σύγκριση με το 80% των ανδρών, και το 75% του συνόλου των γυναικών, δεν μπορεί να πάρει τραπεζικά δάνεια. Από τα 57 εκατομμύρια παιδιά που δεν πάνε στο δημοτικό σχολείο, η πλειοψηφία τους είναι κορίτσια.
 
Το δε συμπέρασμα ετήσιας έρευνας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ αναφέρει ότι υπολογίζεται το 2187  να επιτευχθεί οικονομική ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών.  Αναφέρει επίσης ότι η οικονομική ανισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών αυξάνεται σε παγκόσμιο επίπεδο και με τα σημερινά δεδομένα θα χρειαστούν 170 χρόνια για να γεφυρωθεί,
 
Σε χώρες που έχουν πληγεί από τον πόλεμο και τις συγκρούσεις, η διαφορά είναι ακόμα μεγαλύτερη. Το Αφγανιστάν και το Κονγκό, συχνά αναφέρονται ως οι «χειρότερες χώρες για τις γυναίκες" από τους εμπειρογνώμονες της ανάπτυξης, λόγω των πολλών γυναικών που αντιμετωπίζουν διακρίσεις, συμπεριλαμβανομένης της βίας με βάση το φύλο, την απουσία δικαιωμάτων και τις ελάχιστες οικονομικές ευκαιρίες. Εν τω μεταξύ στο Ιράκ, τη Συρία και τη Νιγηρία, τα δικαιώματα και οι ελευθερίες των γυναικών διαβρώνονται από την άνοδο του εξτρεμισμού.
 
Σε πολλές χώρες χιλιάδες γυναίκες επιζώντες των πολέμων δεν έχουν πάει ποτέ στο σχολείο, δεν μπορούν να διαβάσουν ή να γράψουν και ποτέ δεν είχαν μια αμειβόμενη εργασία. Έχουν μεγαλώσει πιστεύοντας ότι η θέση τους είναι στο σπίτι, η δουλειά τους τους είναι να κάνουν παιδιά, και οι αντιρρήσεις τους δεν μετράνε. Πολλές έχουν επίσης χάσει τους συζύγους και τα μέλη της οικογένειας τους, ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους, και υπέστησαν απερίγραπτη βία. Αυτές οι γυναίκες παγιδεύονται στο κάτω μέρος της πυραμίδας της οικονομίας – και με μειωμένες ευκαιρίες στη ζωή τους,  επηρεάζουν όλους μας στην κοινωνία.

Αλλά, ενώ είναι σημαντικό σε μια μέρα όπως είναι η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας να τονίσουμε το μέγεθος της ανισότητας και των δυσκολιών που έχουν οι γυναίκες σε όλο τον κόσμο, καθώς και την ανάγκη να επιταχυνθεί ο ρυθμός των αλλαγών, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι γυναίκες σε όλο τον κόσμο προσπαθούν να τα κάνουν κάθε μέρα του έτους. Δεν περιμένουν τριγύρω τους από κάποιον άλλο να βρει λύσεις ή ανοιχτές πόρτες για αυτές.

Έρευνα: Οι σταγόνες της βροχής μπορούν να διασπείρουν στον αέρα τα μικρόβια του χώματος

Μια βροχούλα αρκεί για να βοηθήσει στη διασπορά των μικροβίων. Τα βακτήρια που υπάρχουν στο χώμα, είναι δυνατό να διασπαρούν στον αέρα μέσω των σταγόνων της βροχής και στη συνέχεια να εξαπλωθούν μακρυά με τη βοήθεια του αέρα.

Είναι η πρώτη φορά που οι επιστήμονες ανακαλύπτουν έναν άγνωστο έως τώρα μηχανισμό, ο οποίος ρίχνει φως στον τρόπο που οι μικροοργανισμοί καταφέρνουν να ταξιδεύουν σε μεγάλες αποστάσεις. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι καθώς μια σταγόνα πέφτει στο χώμα, παγιδεύει μικροσκοπικές φυσαλλίδες αέρα, οι οποίες σκάνε καθώς ανεβαίνουν ψηλότερα, δημιουργώντας έτσι μικρότερα αιωρούμενα σταγονίδια νερού ή αερολύματα.
Ήταν επίσης ανέκαθεν γνωστό ότι το χώμα βρίθει μικροβίων. Όμως, έως τώρα παρέμενε ασαφές με ποιον τρόπο τα βακτήρια μεταφέρονται στην ατμόσφαιρα, καθώς οι επιστήμονες πίστευαν ότι οι μικροοργανισμοί δεν είναι δυνατόν να επιβιώσουν τη στιγμή που δημιουργούνται τα αερολύματα.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή Κάλεν Μπιούι του Τμήματος Μηχανολόγων Μηχανικών του ΜΙΤ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό "Nature Communications", απέδειξαν για πρώτη φορά ότι όχι μόνο τα βακτήρια επιβιώνουν, αλλά εξαπλώνονται στην ατμόσφαιρα.

Χρησιμοποιώντας κάμερες υψηλής ταχύτητας, συσκευές φθορίζουσας απεικόνισης και τεχνικές προσομοίωσης σε υπολογιστές, διαπίστωσαν ότι μία μοναδική σταγόνα της βροχής μπορεί να μεταφέρει στον αέρα το 0,01% των βακτηρίων που υπάρχουν στο χώμα πάνω στο οποίο πέφτει. Στην ατμόσφαιρα όπου εκτινάσσονται, τα βακτήρια αυτά μπορούν να επιβιώσουν για πάνω από μία ώρα.

Το μαγνητικό αποτύπωμα του Γαλαξία

to-magnitiko-apotupoma-tou-galaksiaΈναν χάρτη που απεικονίζει το μαγνητικό πεδίο στο Γαλαξία μας με τη μεγαλύτερη έως σήμερα λεπτομέρεια δημοσίευσε μία διεθνής ομάδα αστροφυσικών, στηριζόμενη στα στοιχεία από το ευρωπαϊκό διαστημικό τηλεσκόπιο Πλανκ.

Η απεικόνιση του μαγνητικού πεδίου του Γαλαξία μας από το ευρωπαϊκό διαστημικό τηλεσκόπιο Πλανκ.
 
Πρωταρχική αποστολή για το Πλανκ ήταν η μελέτη της ακτινοβολίας υποβάθρου, της θερμικής ακτινοβολίας που αποτελεί τον απόηχο από τη Μεγάλη Έκρηξη που γέννησε το Σύμπαν πριν από 13.8 δισεκατομμύρια χρόνια.

Η ακτινοβολία υποβάθρου είναι το παλαιότερο φως στο Σύμπαν και σήμερα πιστεύουμε πως εκπέμφθηκε όταν το Σύμπαν είχε ηλικία 380.000 χρόνων και θερμοκρασία κατάλληλη ώστε τα ελεύθερα πρωτόνια και ηλεκτρόνια να συνενωθούν σε πυρήνες υδρογόνου, επιτρέποντας έτσι στο πρώτο φως να διαδοθεί.

Πέρα όμως από τη μεγάλη επιτυχία της παρατήρησης της ακτινοβολίας υποβάθρου με ασύγκριτη λεπτομέρεια, το Πλανκ ήταν εξοπλισμένο και  με ένα όργανο παρατήρησης των σωματιδίων σκόνης που υπάρχουν στο Γαλαξία. Τα σωματίδια αυτά εκπέμπουν το δικό τους φως αφού θερμανθούν από το φως των κοντινών τους άστρων.

Παρατηρώντας την πόλωση του συγκεκριμένου φωτός οι επιστήμονες ήταν σε θέση να αποκρυπτογραφήσουν τον προσανατολισμό του μαγνητικού πεδίου του Γαλαξία, το οποίο είναι γνωστό πως είναι 100.000 φορές ασθενέστερο κατά μέσο όρο σε σύγκριση με αυτό της Γης.

Όπως ακριβώς όμως πολλά φαινόμενα στον πλανήτη μας μπορούν να εξηγηθούν μέσω του μαγνητικού του πεδίου, έτσι και στο Γαλαξία είναι εξίσου σημαντική η γνώση της συμπεριφοράς του.

Στο χάρτη φαίνεται ξεκάθαρα πως υπάρχουν ισχυρές μαγνητικές γραμμές παράλληλες με το επίπεδο του Γαλαξία, ενώ σχηματίζονται και αρκετοί έντονοι βρόχοι και σπείρες σε περιοχές με υψηλή συγκέντρωση αερίων και σκόνης.

«Η σκόνη συχνά παραμελείται στις μελέτες, πρέπει όμως να θυμόμαστε πως περιέχει τα ίδια υλικά από τα οποία σχηματίζονται οι βραχώδεις πλανήτες», υποστηρίζει ο καθηγητής Πίτερ Μάρτιν εκ μέρους του Καναδικού Ινστιτούτου Θεωρητικής Αστροφυσικής, που συμμετείχε στην έρευνα. «Παρατηρώντας τη σκόνη, το Πλανκ μας βοήθησε να κατανοήσουμε τη σύνθετη ιστορία του Γαλαξία και συνεπώς και της ζωής σε αυτόν», καταλήγει.

Το αποτύπωμα του μαγνητικού πεδίου του Γαλαξία θα δημοσιευτεί σε τέσσερα διαδοχικά άρθρα του επόμενου τεύχους του περιοδικού Astronomy & Astrophysics.

Νέα μέθοδος για τη μέτρηση του βάρους ενός άλλου πλανήτη

hd-189733bΜια νέα τεχνική μέτρησης της μάζας των πλανητών εκτός Ηλιακού Συστήματος παρουσιάζεται σε ένα χθεσινό άρθρο στο περιοδικό Science. Σύμφωνα με αυτή, ένας  μακρινός πλανήτης μπορεί να «ζυγιστεί» εάν αναλυθεί το φως που έχει διασχίσει την ατμόσφαιρά του, το πάχος και η πυκνότητα της οποίας εξαρτάται από τη μάζα του πλανήτη.

Η συγκεκριμένη μέθοδος εφαρμόστηκε για την περίπτωση του HD 189733b, ενός πλανήτη 63 έτη φωτός μακριά μας, ο οποίος εντοπίστηκε το 2005, και η μάζα του ήταν δυνατόν να προσδιορισθεί και με τη μέθοδο της παραμόρφωσης.

Για να προσδιορίσουν την πιθανότητα ύπαρξης ζωής σε έναν πλανήτη, οι αστρονόμοι ερευνούν τέσσερα πράγματα: την ύπαρξη ατμόσφαιρας στην οποία περιέχονται χημικά μόρια χρήσιμα για τη ζωή όπως το οξυγόνο, την ύπαρξη νερού σε υγρή μορφή, το μέγεθος και τη μάζα του πλανήτη, με το μέγεθος και τη μάζα της Γης να θεωρούνται τα ιδανικά πρότυπα.
 
Το μοναδικό από τα παραπάνω μεγέθη που μπορεί να παρατηρηθεί με ευκολία από τα διαστημικά ή και τα επίγεια τηλεσκόπια, είναι το μέγεθος των εξωπλανητών, των οποίων η σκιά αποτυπώνεται στη φωτεινότητα των μητρικών τους άστρων, κάθε φορά που παρεμβάλλονται μεταξύ του άστρου και του τηλεσκοπίου.
 
Τις τελευταίες δεκαετίες, και ειδικότερα τα τελευταία χρόνια, οι αστρονόμοι έχουν ανακαλύψει περισσότερους από 1.000 εξωπλανήτες, με απώτερο σκοπό την εύρεση ενός πλανήτη διδύμου της Γης. Για τους περισσότερους από τους πλανήτες αυτούς δε γνωρίζουμε ακόμη πολλά στοιχεία, με τους επιστήμονες να χρησιμοποιούν έξυπνες τεχνικές για να εκτιμήσουν τις διάφορες ιδιότητές τους.
Ειδικότερα η μάζα ενός πλανήτη είναι ίσως το σημαντικότερο μέγεθος καθώς σε συνδυασμό με το μέγεθος, μπορεί να υπολογιστεί η πυκνότητά του πλανήτη και κατά προσέγγιση η σύνθεσή του (αεριώδης ή βραχώδης), με τους βραχώδεις πλανήτες να θεωρούνται πιθανότερα περιβάλλοντα για την ανάπτυξη ζωής.
 
«Η μάζα επηρεάζει τα πάντα σε πλανητικό επίπεδο. Εάν δεν την υπολογίσεις ένα μεγάλο μέρος των ιδιοτήτων του πλανήτη θα παραμείνει άγνωστο», υποστηρίζει ο Ζουλιέν ντε Βιτ, ερευνητής στο πανεπιστήμιο MIT και ένας εκ των συγγραφέων του άρθρου.
 
Οι μέθοδοι ωστόσο για τον προσδιορισμό της μάζας είναι περιορισμένοι με την κύρια τεχνική να αφορά στην παρατήρηση της παραμόρφωσης του άστρου από τη βαρύτητα του πλανήτη, καθώς αυτός ακολουθεί την τροχιά του. Σε πλανήτες όμως με χαμηλή μάζα ή με μεγάλη τροχιά η μέθοδος αυτή δεν αποδίδει, αφού δεν προκαλούν παρατηρήσιμη παραμόρφωση στο άστρο.
 
Οι ερευνητές όμως υποστηρίζουν πως η μελέτη της ατμόσφαιρας ενός πλανήτη, μπορεί να δώσει στοιχεία για τη μάζα του. Σε υψηλά υψόμετρα η ατμόσφαιρα γίνεται ολοένα και πιο αραιή, καθώς η βαρύτητα ελαττώνεται όσο απομακρυνόμαστε από το κέντρο του πλανήτη. Η ατμόσφαιρα επιδρά σαν φίλτρο στην ακτινοβολία, αλλάζοντας το φάσμα της, η ανάλυση του οποίου μπορεί να δώσει μία αξιόπιστη εκτίμηση για τη διαστρωμάτωσή της. Καθώς αυτή εξαρτάται άμεσα από τη βαρύτητα, είναι δυνατός και ο προσδιορισμός της, και συνεπώς και ο υπολογισμός της μάζας του πλανήτη.
 
Η συγκεκριμένη μέθοδος εφαρμόστηκε για την περίπτωση του HD 189733b, ενός πλανήτη 63 έτη φωτός μακριά μας, ο οποίος εντοπίστηκε το 2005, και η μάζα του ήταν δυνατόν να προσδιορισθεί και με τη μέθοδο της παραμόρφωσης. Τα αποτελέσματα από τις δύο διαφορετικές μεθόδους βρέθηκαν να συμφωνούν πλήρως, δίνοντας στους αστρονόμους μία πολύτιμη νέα ιδέα που μπορεί να τεθεί σε χρήση στο σχεδιασμό των μελλοντικών διαστημικών τηλεσκοπίων αλλά και να βοηθήσει σημαντικά στην έρευνα για φιλόξενα και κατοικήσιμα περιβάλλοντα εκτός Ηλιακού Συστήματος.

Ένα όργανο στον ISS θα δημιουργήσει το πιο κρύο σημείο στο σύμπαν

CACHE
Η NASA θα στείλει στο Διεθνή Διαστημικό Σταθμό (ISS) ένα όργανο σε μέγεθος μπαούλου που θα έχει ως στόχο να δημιουργήσει το πιο ψυχρό σημείο στο σύμπαν. Μέσα σε αυτό το «κουτί» υψηλής τεχνολογίας, θα υπάρχουν ένα θάλαμος κενού, λέιζερ και ένα ηλεκτρομαγνητικό «μαχαίρι», που θα χρησιμοποιηθούν για να εξαλείψουν την ενέργεια των σωματιδίων ενός αερίου, επιβραδύνοντάς τα τόσο πολύ, ώστε να παραμείνουν σχεδόν ακίνητα.

Η μαγνητο-οπτική παγίδα που θα χρησιμοποιηθεί στον ISS

Το πάγωμα των ατόμων του αερίου θα κατεβάσει τη θερμοκρασία τους σε μόλις ένα δισεκατομμυριοστό του βαθμού πάνω από το απόλυτο μηδέν. Θα πρόκειται για μια θερμοκρασία τουλάχιστον 100 εκατομμύρια φορές πιο χαμηλή από αυτήν που υπάρχει στα βάθη του διαστήματος. Η συσκευή όπου θα γίνει το πείραμα, λέγεται Εργαστήριο Κρύων Ατόμων (CAL), αναπτύχθηκε από το Εργαστήριο Αεριοπροώθησης (JPL) της NASA και θα ταξιδέψει στον ISS τον Αύγουστο πάνω σε ένα πύραυλο της ιδιωτικής εταιρείας SpaceX.

«Η μελέτη αυτών των υπέρ-ψυχρων ατόμων μπορεί να μεταμορφώσει την κατανόησή μας για την ύλη και τη θεμελιώδη φύση της βαρύτητας. Τα πειράματα που θα κάνουμε, θα μας δώσουν νέες ενοράσεις για τη βαρύτητα και τη σκοτεινή ενέργεια, μερικές από τις πιο διάχυτες δυνάμεις στο σύμπαν», δήλωσε ο επικεφαλής επιστήμων Ρόμπερτ Τόμσον του JPL.

Όταν τα άτομα ψυχθούν σε τόσο ακραίες θερμοκρασίες μέσα στο Εργαστήριο Κρύων Ατόμων, μπορεί να σχηματίσουν μια διακριτή κατάσταση της ύλης, γνωστή ως συμπύκνωμα Bose-Einstein, στην οποία έχει αρχίσει πλέον να ισχύει η κβαντική και όχι η συνήθης φυσική. Τότε η ύλη μπορεί να συμπεριφέρεται λιγότερο σαν σωματίδια και περισσότερο σαν κύματα.

Μέχρι σήμερα η NASA δεν έχει δημιουργήσει ή παρατηρήσει ποτέ ένα συμπύκνωμα Bose-Einstein στο διάστημα. Στη Γη, λόγω της βαρύτητας, τέτοια συμπυκνώματα μπορούν να παρατηρηθούν μόνο για κλάσματα του δευτερολέπτου. Αλλά στο Διεθνή Διαστημικό Σταθμό, με την μικρότερη βαρύτητα, μπορεί να παρατηρηθούν για περισσότερο χρόνο, ίσως για πέντε έως δέκα δευτερόλεπτα.

Πέντε διαφορετικές επιστημονικές ομάδες από αμερικανικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα θα διεξάγουν πειράματα στον ISS με το Εργαστήριο Κρύων Ατόμων. Τα πειράματα αυτά μπορεί στο μέλλον να οδηγήσουν σε διάφορες πρακτικές εφαρμογές (βελτιωμένους αισθητήρες, κβαντικούς υπολογιστές, ατομικά ρολόγια κ.α.).

Γιατί τα πάντα είναι ασπρόμαυρα;

Mπορεί να αποτελούν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά είδη ζώων που απειλούνται με εξαφάνιση, αλλά τα πάντα εξακολουθούν να διαθέτουν ένα χαρακτηριστικό που τα κάνει να ξεχωρίζουν: το ασπρόμαυρο χρώμα τους. Το εντυπωσιακό μαύρο και άσπρο τρίχωμά τους προσελκύει σίγουρα την προσοχή, γεγονός που προκαλεί την εξής εύλογη απορία: «Γιατί ένα φυτοφάγο ζώο να θέλει να τραβήξει τα βλέμματα;». Μία νέα έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο Behavioral Ecology, αναφέρει ότι κατέληξε σε μία νέα θεωρία, αναλύοντας το χρώμα σαρκοφάγων ζώων και πώς αυτό συνδέεται με το φυσικό τους περιβάλλον.

H oμάδα των ερευνητών διαπίστωσε ότι είναι πιθανό το ασπρόμαυρο χρώμα αποτελεί κάποιου είδους συμβιβασμού, ο οποίος μπορεί να παρέχει το κατάλληλο καμουφλάζ σε δύο περιβάλλοντα, δεδομένου ότι οι αρκούδες περνούν αρκετό χρόνο τόσο σε χιονισμένα τοπία όσο και σε πυκνά δάση. Υπάρχουν πολλές θεωρίες οι οποίες προσπαθούν να εξηγήσουν τους λόγους για τους οποίους τα πάντα έχουν ασπρόμαυρο χρώμα. Κάποια από αυτές προτείνει ότι τα πάντα έχουν αυτό το χρώμα προκειμένου να μπορούν να προσαρμόζονται στα διαφορετικά περιβάλλοντα, ρυθμίζοντας τη θερμοκρασία του σώματός τους. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις ζέβρες, που με τις ασπρόμαυρες ρίγες τους καταφέρνουν να αποφεύγουν τα τσιμπήματα από τις μύγες τσετσε και με τους πιγκουίνους που το ασπρόμαυρο χρώμα τους τους βοηθά να πετυχαίνουν το τέλειο καμουφλάζ.

Το ασπρόμαυρο μοτίβο που υπάρχει ωστόσο στο τρίχρωμα των πάντα διαφέρει από όλα τα άλλη είδη ζώων που έχουν επίσης ασπρόμαυρο χρώμα και αυτό γιατί οι ερευνητές αναφέρουν πως το εν λόγω χρώμα βοηθάει τα πάντα να αναπτύσσουν επίσης κοινωνικές συμπεριφορές. Συγκεκριμένα, αναλύοντας 195 σαρκοβόρα είδη αρκούδας και άλλη 39 υποείδη αρκούδας, βρήκαν ότι τα μαύρα αυτιά εξυπηρετούν τα πάντα έτσι ώστε να εντοπίζουν πιο εύκολα το ένα το άλλο.

Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Πρόσεξε τι σκέφτεσαι

Αποτέλεσμα εικόνας για «Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Πρόσεξε τι σκέφτεσαι..»Ο κάθε άνθρωπος είναι αυτό που είναι, εξαιτίας των σκέψεων που τον κυριαρχούν, στις οποίες επιτρέπει να καταλαμβάνουν την διάνοια του.

Αυτές τις σκέψεις που ενθαρρύνει με την συμπάθεια και τις αναμειγνύει με μια ή περισσότερες από τις αισθήσεις του. Οι σκέψεις αυτές αποτελούν την κινητήρια δύναμη, η οποία κατευθύνει κι ελέγχει την κάθε του κίνηση, δράση, πράξη και φυσικά αποτέλεσμα.

Οι σκέψεις που κάνει, ενισχυμένες από τα συναισθήματα που κυριαρχούν την στιγμή που αυτές γεννιούνται, δημιουργούν μια «μαγνητική» δύναμη, που προκαλεί κι ελκύει άλλες όμοιες ή σχετικές σκέψεις.

Οποιαδήποτε σκέψη, ιδέα, σχέδιο, κυριαρχεί στο μυαλό του ατόμου, προσελκύει μεγάλο αριθμό παρόμοιων σκέψεων. Αυτές εγκαθίστανται στην διάνοια, μέσα από την επανάληψη, και καθοδηγούν με τη σειρά τους τον νου από το υποσυνείδητο σε δράση, για την υλοποίηση τους.

Όλοι μπορούν να «εξαπατήσουν» το υποσυνείδητο τους, δίνοντας του οδηγίες με τις κυρίαρχες σκέψεις τους (θετικές για όσους επιθυμούν επιτυχία, βέβαια), κι αυτό να εκτελεί τις εντολές τους, οδηγώντας τους στον στόχο που έχουν ορίσει, βρίσκοντας ανέλπιστα τρόπους να ξεπερνά τα εμπόδια που παρουσιάζονται στην πορεία, με μια έμπνευση και δύναμη που το ανυποψίαστο άτομο ποτέ δεν φανταζόταν ότι διέθετε.

Και όμως ήταν εκεί, σε λανθάνουσα κατάσταση και περίμενε να ενεργοποιηθεί, με την δύναμη της αυθυποβολής και απο αρχική παρόρμηση και προσδοκία να μεταβληθεί σε πόθο, φλογερή επιθυμία και τελικά δράση για να πετύχει το υλικό ισοδύναμο της, τον στόχο του.

Ο φυσικός νόμος της αυθυποβολής, μέσα από τον οποίο μπορεί οποιοδήποτε άτομο να φτάσει σε υψηλά επιτεύγματα, που ξεπερνούν κάθε του φαντασία, περιγράφεται με λίγες λέξεις με το ακόλουθο ποίημα:
Αν σκεφτείς πως σε νίκησαν, σε έχουν ήδη νικήσει.
Αν σκεφτείς πως δεν τολμάς, ποτέ δεν θα τολμήσεις.
Αν θέλεις να νικήσεις αλλά σκέφτεσαι πως δεν μπορείς, σίγουρα δεν θα νικήσεις.
Αν σκεφτείς πως θα χάσεις, είσαι ήδη χαμένος
Γιατί η φύση μας διδάσκει πως:
Η Επιτυχία ριζώνει με την Θέληση.
Το μυστικό βρίσκεται στην διανοητική κατάσταση του κάθε ανθρώπου.
Αν σκέφτεσαι πως σ’ έχουν ξεπεράσει σε ξεπερνούν.
Πρέπει να σκεφτείς ψηλά για να πετάξεις.
Πρέπει να ‘σαι σίγουρος για τον Εαυτό σου αν θες η προσπάθεια σου να επιβραβευτεί.
Τους αγώνες της ζωής, δεν κερδίζει πάντα ο δυνατότερος, ή ο ταχύτερος.
Αυτός που αργά ή γρήγορα κερδίζει, είναι ο άνθρωπος ΠΟΥ ΣΚΕΦΤΕΤΑΙ ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΙ.
Τόσο οι επιτυχίες, όσο και οι αποτυχίες, είναι αποκυήματα της κυρίαρχης σκέψης.

ΛΟΓΙΚΗ: ΤΟ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟ ΦΩΣ (Ο ΘΕΙΟΣ ΛΟΓΟΣ).

Σχετική εικόνα
Η Λογική (ο λόγος,ο νούς), είναι ταυτόσημη με τον άνθρωπο (αφού σαν Λόγο νοούμε την αρχική και θεμελιακή-οντολογική- δομή του ανθρώπου), ο άνθρωπος είναι ένας μικρός οργανωμένος κόσμος, άρα η λογική δομή είναι χαρακτηριστικό του κόσμου. Για αυτό η λογική είναι το πιό τέλειο όργανο γνώσης και άμυνας. Είναι το σύνολο, το άθροισμα της πείρας που μαζεύουν οι αισθήσεις.

Η κοσμική πραγματικότητα μονάχα στον ανθρώπινο νου καθρεφτίζεται με επάρκεια και η λογική, είναι ο καθρέφτης όπου βλέπουμε το πρόσωπο της αντικειμενικής αλήθειας. Και δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς αφού «veritas est adaecuatio rei et intellectus» (η αλήθεια είναι ταύτιση και συμφωνία της πραγματικότητας με την διάνοια,την νόηση).
Θα μπορούσαμε με άλλα λόγια να πούμε πως αλήθεια – γιατον άνθρωπο- είναι η διάνοιξη της κλειδαριάς της πραγματικότητας με το κλειδί της νόησης (της λογικής).
Αφού «η φύσις κρύπτεσθαι φιλεί» χρειάζεται ο μόχθος του συλλογισμού για να αποσπάσουμε τα μυστικά της.
Κι αληθινά άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Γιατί η λογική,είναι από μόνη της η προυπόθεση κάθε επιστήμης και το ανώτατο κρητήριο για την λειτουργία και τα συμπεράσματά της κάθε επιστήμης.
Από τον Παρμενίδη θεωρούνται ταυτόσημα το «νοείν» και το «είναι», ο Σωκράτης ταυτίζει την λογική, την γνώση και την αρετή και ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη ταυτίζει την αλήθεια με τον ορθό λόγο: «Ορθόν αλήθεια αεί» (στ.1196).
Ο Αριστοτέλης μας λέει πως η διάνοια είναι κάτι μεταξύ του νού και της ουσίας των πραγματων, ενώ ο Πλάτων αποφαίνεται πως «ο εντός της ψυχής προς αυτήν διάλογος…επωνομάσθη διάνοια» (Σοφ.263e).
Από αυτά φαίνεται πως η διανόηση, σαν πνευματική λειτουργία,έχει άμεση αναφορά προς τα όντα, έτσι που οι έννοιες διανόηση, γνώση και αλήθεια να εξομοιώνονται.

Η καθαρή λογική -ανηπερέαστη από το πάθος- είναι το κύριο και μοναδικό εργαλείο που έχουμε στα χέρια μας για την κατάχτηση της ζωής και του κόσμου.
Για τη νόηση, «αλήθεια» είναι η επιστημονική διασάφηση όλων των λεπτομερειών ενός αντικειμένου,ενώ για το συναίσθημα «αλήθεια» είναι η υποβλητική έξαρση μιας μόνο λεπτομέρειας.
Και αυτό είναι μια σημαντική διαφορά και κακοτοπιά. Η ιστορία της λογικής, είναι ένας συνεχής αγώνας προς την φαντασία που μάχεται να την αντικαταστήσει και προς τα πάθη που ζητούν να την ανατρέψουν.

Την λογική μάχονται και δυο άλλες κατηγορίες εννοιών που έχουν μητέρα τους την Φαντασία. Γιατί αυτή η πολύχρωμη σκιά της λογικής πολύ εξαπατά τοους ανθρώπους -όταν δεν έχουν ορθάνοιχτα τα μάτια- βεβαιώνοντας τους,που είναι η ίδια η λογική.
Η μία από αυτές τις κατηγορίες είναι το «Υπέρλογο». Οι ευφάνταστοι άνθρωποι, βλέπουν απίθανη την φυσική εξέλιξη των πραγμάτων και πολύ πιο πιθανό το μη πραγματικό.
Δεν κάθισαν όμως να συλλογιστούν δυο πράγματα:
α).Το ότι με τον Λόγο θέτουμε υπέρλογες έννοιες κι αμφισβητούμε την παντοδυναμία του Λόγου,τούτο ακριβώς δεν ενισχύει την αξία του?
β).Γιατί ότι δεν συλλαμβάνει η λογική πρέπει -σώνει και καλά- να είναι υπέρλογο και υπερβατικό και μεταφυσικό?
Η πίσω πλευρά ενός βουνού είναι απλώς «αθέατη» γιατί η φυσιολογική κατασκευή του ματιού είναι τέτοια που δεν μπορεί το βλέμμα να τρυπήσει το βουνό. Αυτό είναι όλο. Το βουνό όμως ολόκληρο βρίσκεται μέσα στην φύση δεν είναι το μισό φυσικό και το άλλο μισό υπερφυσικό. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ήχους που υπάρχουν γύρω μας και δεν τους ακούμε -εκτός κι αν έχουμε ένα ραδιόφωνο ή έναν ασύρματο.

Η Επιστήμη για να καταχτήσει το άγνωστο πρέπει να το μετατρέψει σε ελεγχόμενη πραγματικότητα. Πρέπει να βρίσκει μεθόδους να μετασχηματίζει τις φυσικέςεκδηλώσεις (φαινόμενα) που βρίσκονται έξω από την περιοχή της προσδεκτικότητας των ανθρώπινων αισθητηρίων (π.χ. υπέρηχοι) σε αισθητηριακά ερεθίσματα για τον άνθρωπο ερευνητή. Αλλιώς ο επιστημονικός νούς, είναι φυσικό να υποπτεύεται μόνο από τις λογικές προεκτάσεις των ευρυμάτων του κι από τα συμπεράσματα της εμπειρίας του, τη σκιερή πλευρά της αλήθειας – αλλά θα στέκεται ανήμπορος να την ελέγξει και να την επικυρώσει.
Ωστόσο μέχρι σήμερα,οι επίστήμες εξιχνίασαν, μεταγλώτισαν και αποκρυπτογράφησαν ένα σωρό «υπερφυσικά» φαινόμενα, περιορίζοντας έτσι τον «ζωτικό χώρο» του μύθου.

Η δεύτερη κατηγορία εννοιών που αντιμάχεται την λογική είναι το «Παράλογο» ή «Ανορθόλογο» ή ‘Εξωλογικό».
Οι άνθρωποι που υπηρετούν και προπαγανδίζουν το παράλογο, είναι οι αρνητές και αναρχικοί του Λόγου. Προσπαθούν να δείξουν πως είναι ελέυθεροι από τα δεσμά του Λόγου.
Όμως ξεχνούν πως ελεύθερος είναι όποιος υποτάσσεται -μονάχα- στην φύση του.
Για αυτό ελεύθερος άνθρωπος είναι όποιος υποτάσσεται στον Λόγο (που είναι η Φύση του ανθρώπου) κι όχι όποιος «απελευθερώνεται» από τον λόγο.

Προσπαθούν να ροκανίσουν τα θεμέλια της πνευματικής ύπαρξης του ανθρώπου και να εξουδετερώσουν το μοναδικό όπλο που του εμπιστεύτηκε η Φύση για την άμυνα και την προκοπή του: την Λογική.
Με άλλα λόγια ενεργούν εγκληματικά για να αποδυναμώσουν τον άνθρωπο και να εμποδίσουν την ευτυχία του, αφού όπως λέει ο Αισχύλος «όσο πιο γερό το μυαλό τόσο πιο γερή και η ευτυχία».
Από τη στιγμή που ο άνθρωπος θα αμφισβητίσει και θα χάσει την εμπιστοσύνη του στην λογική αντιμετώπιση των υλικών και πνευματικών του προβλημάτων, τότε παρασύρεται στο χάος ολόκληρη η ψυχική του υπόσταση και ιδιαίτερα το θυμικό, η κρίση και η βούληση. Η αλογία οδηγεί στην καταστροφή αφού περάσει από την γελοιοποίηση.

Το ότι στον Ελληνικό χώρο τιμήθηκε και λατρεύτηκε ξεχωριστά το Απολλώνιο αυτό χάρισμα,ο Λόγος, δεν είναι βέβαια συμπτωματικό και τυχαίο. Όλοι οι λαοί έχουν μια εθνική παρακαταθήκη: την Ελευθερία. Οι Έλληνες όμως έχουν και δεύτερη: τον Ορθό Λόγο.
Πλάϊ στο μνημείο των πεσόντων στείνουν την Ακαδημία.

ΑΛΛΟΙ ΛΑΟΙ ΕΧΟΥΝ ΑΓΙΟΥΣ, ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΧΟΥΝ ΣΟΦΟΥΣ, θα μας πει ο Νίτσε.

Είναι χαρακτηριστική η αντίληψη των αρχαίων πως εμπνευστής της νομοθεσίας του Λυκούργου ήταν ο Απόλλων, που σαν θεός του Φωτός χάρισε στους Σπαρτιάτες το φως της νομοθεσίας (Λυκούργος=Lux,Φως).

Η λογική, μέσα στον Ελληνικό πολιτιστικό χώρο εκφράστηκε με την μορφή της «διαλεκτικής» που χαρακτηριστικά της γνωρίσματα είναι η αναζήτηση, η αμφιβολία,η απορία, η αυτενέργεια,η κριτική, η ανάλυση και η σύνθεση,η δημιουργία.
Με την διαλεκτική ο δυναμικός Λόγος αντιτάχθηκε στην παθητική στασιμότητα, στη συντηριτική παράδοση, στην αμετακίνητη πίστη, στην «αλάνθαστη» αυθεντία, στο ιερό δόγμα.

O άνθρωπος έρχεται σε επαφή με τον φυσικό κόσμο με τις πέντε αισθήσεις του.Ύστερα η λογική επεξεργάζεται τις εντυπώσεις και τα συναισθήματα που γεννήθηκαν από αυτή την επαφή και τις ανάγει σε έννοιες ή διαννοήματα που με τον συσχετισμό τους δημιουργεί τις κρίσεις και τις ιδέες (συμπεράσματα).

Γιατί ιδέες δεν είναι τίποτα άλλο παρά ενωτικές γέφυρες ανάμεσα στις έννοιες που προέκυψαν από τα αισθητά δεδομένα.
Η νοητική αυτή επεξεργασία των δεδομένων της εμπειρίας ονομάζεται «λογική λειτουργία».
Έτσι η λογική είναι «ου μικρόν όργανον…προς τε γνώσιν και την κατά την φιλοσοφίαν φρόνησιν «(Τοπ.163 Β9).
Θα μπορούσαμε να πούμε πως η λογική είναι η βαρύτητα που σαν κεντρομόλος δύναμη μας κρατάει καρφωμένους στην σφαίρα του πνεύματος. Η τυπική Λογική ή Στοιχειολογία, εξετάζει τις αρχές της νόησης και προϋποθέτει τη δύναμη της νόησης να παράγει εξελικτικά από ορισμένα δεδομένα νέες γνώσεις, αλλά και να κριτικάρει τα συμπεράσματά της με τα ίδια της τα μέσα αφού φυσικά υπάρχει σαν στέρεη βάση η σταθερότητα των φαινομένων του εξωτερικού κόσμου.

Η μεθοδολογία είναι απαραίτητο τμήμα της λογικής. Τούτο γίνεται φανερό από τους κύκλους των γνωσιολογικών προβλημάτων, από την τεχνική και τις αρχές, από το σύστημα και την οργάνωση της ύλης γενικά που σαν επιστήμη πραγματεύεται. Και είναι πολύ πλατύ και αξιόλογο αυτό το μεθοδευμένο υλικό.
Μερικοί βασικοί κύκλοι του π.χ. είναι : οι Έννοιες και οι λέξεις (πλάτος, βάθος και σχέσεις των εννοιών. Κατηγορίες και λογικά σύμβολα). Οι Κρίσεις (προτάσεις κατηγορικές, υποθετικές, διαζευκτικές, αναλυτικές, συνθετικές, συμβολικές). Οι διαλογισμοί (άμεσοι-έμμεσοι, κατηγορικοί, υποθετικοί, διαζευκτικοί, παραγωγικοί-επαγωγικοί). Οι Παραλογισμοί. Οι Συμβολισμοί. Οι αρχές του Ορθού λόγου. Η Λογιστική. Η Προτασιακή συνάρτηση κ.α. Σπουδαία εξέλιξη της της Τυπικής Λογικής είναι η Μαθηματική Λογική, που χρησιμοποιώντας σύμβολα και τύπους βρίσκει τις διάφορες λογικές σχέσεις.

Τις βασικές λογικές αρχές («θεμελιώδεις νόμοι της νοήσεως») που είναι καθολικές και απόλυτες, τις διατύπωσαν πριν από τον Αριστοτέλη (που τις ονομάζει «πρώτες αρχές ή αξιώματα») οι Ελεάτες: Παρμενίδης και Ζήνων, ο Δημόκριτος, επίσης ο Σωκράτης και ο Πλάτων κ.α. Οι αρχές αυτές είναι τέσσερις:
α) Η αρχή της ταυτότητας.
β) η αρχή της αντίφασης.
γ) η αρχή του αποκλειομένου τρίτου.
δ) Η αρχή του επαρκούς (αποχρώντος) λόγου.

Ο Δημόκριτος είναι ο συγγραφέας της πρώτης Ελληνικής πραγματείας περί Λογικής («Κανόνες» σε τρία βιβλία). Η Λογική του στρεφόταν εναντίον του σκεπτικισμού των Σοφιστών, του Ιδεαλισμού των Ελεατών και της Μεταφυσικής των Πυθαγορείων. Η Λογική του αναπτύχθηκε στη συνέχεια από την σχολή του Επίκουρου.
Ο Αριστοτέλης όμως ερεύνησε συστηματικά και επεξεργάστικε ολόκληρη την Λογική σαν επιστήμη, με τα σχετικά έργα του: Κατηγορίαι, Περί Ερμηνείας, Αναλυτικά πρότερα, Αναλυτικά ύστερα, Τοπικά και Περί σοφιστικών ελέγχων.
Σε αυτά τα έργα, οι μεταγενέστεροι έδωσαν το γενικό όνομα «Όργανον», από την πιο πάνω φράση του, που χαρακτρίζει τη νέα αυτή επιστήμη (Τοπ. 163 Β9). Το όνομα Λογική ή Διαλεκτική οφείλεται στους Στωικούς.

Το κυριότερο μέρος της Τυπικής Λογικής για τις «κατηγορικές κρίσεις», διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον Αριστοτέλη τόσο τέλεια, ώστε ο Κάντ είπε πως όλοι οι μεταγενέστεροι αιώνες τίποτε το ουσιαστικό δεν πρόσθεσαν, αλλά ούτε και η μελλοντική εξέλιξη της επιστήμης πρόκειται να προσθέσει κάτι το σημαντικό.
Αλλά και ο Γάλλος φιλόσοφος-μαθηματικός Descartes (1596-1650) που έδωσε νέα ώθηση στην επιστήμη της Λογικής (με το έργο του: «Λόγος περί της μεθόδου»), την ίδια γνώμη είχε.

…Υπάρχει στενή σχέση.αλλά δεν υπάρχει ταύτιση ανάμεσα στη φιλοσοφία και την λογική.Σαν Φιλοσοφία εννοούμε μια καθολική επιστήμη, που ζητάει να συλλάβει μια ενιαία θεωρία για τα όντα, τον κόσμο και την ζωή.
Με αυτή τη σπουδή ολόκληρου του επιστητού, η φιλοσοφία επιχειρεί να καταχτήσει την αλήθεια και να δώσει ένα ηθικό περιεχόμενο στη ζωή.
Με άλλα λόγια φιλοσοφία είναι η «κατά λόγον» νόηση του κόσμου. Από τη άλλη μεριά σαν λογική θεωρούμε την επιστήμη που ερευνάει τις αρχές και τις προϋποθέσεις της σωστής σκέψης, αλλά κυρίως την επεξεργασία του λόγου : δηλαδή τους τύπους, τους κανόνες, τους νόμους και τις εκφράσεις της ορθολογικής σκέψης με τον λόγο.
Αντικειμενικός σκοπός της ορθής διανόησης είναι η έρευνα της αλήθειας.

Από τους ορισμούς αυτούς βγαίνει το συμπέρασμα, πως η Λογική δεν ταυτίζεται απόλυτα με την Φιλοσοφία. Το πεδίο της φιλοσοφίας – η οποία ασχολείται συχνά και με σχήματα μη λογικά – διαφέρει κατά την έκταση και την ποιότητα από το πεδίο της λογικής.
Η λογική χρησιμεύει σαν προϋπόθεση για να φιλοσοφήσει ο άνθρωπος. Η φιλοσοφία αρχίζει με την λογική αντιμετώπιση του κόσμου. Ο φιλόσοφος προσέχει την πρωταρχική πηγή της γνώσης δηλ. την αίσθηση αλλά επεξεργάζεται την εμπειρία που του κομίζουν τα αισθητήρια όργανα, αναλύει το συναίσθημα με την αντίληψη και το αξιολογεί με την νόηση δηλ. τον Λόγο, που στην αρχαιότητα εσήμαινε : σκέψη και λεκτική έκφραση της σκέψης μαζί, νόημα και ορθολογισμό, αιτία και σκοπό.

Με τον Λόγο δημιουργεί τις παραστάσεις που αντιπροσωπεύουν τα πράγματα δηλ. τις έννοιες, τα ορίζει με τις κρίσεις και συνδυάζει τις κρίσεις με τον συλλογισμό. Έτσι πλάθει τις ιδέες. Ο Frege δέχεται πως «η Λογική χρησιμοποιείται από την φιλοσοφία σαν όργανο για να κατανοήσει τα προβλήματά της και για να καταλύσει την τυραννία των λέξεων και της σκέψης».
Η ανθρώπινη σκέψη υπήρξε πάντοτε μια πορεία και μια κατάχτηση, Μια πορεία του πνεύματος, ανηφορική και γεμάτη εμπόδια. Γιατί η σκέψη είναι μια παρατήρηση κι ένας σκόπελος, ένα εμπόδιο (ρήμα: σκοπώ ή σκοπούμαι- εσκεπτόμην – σκέψομαι,κλπ).
Τέρμα της πορείας αυτής είναι ο συμπερασματικός λόγος, το εύρημα της αλήθειας.

Είναι λοιπόν η Λογική μια επιστήμη κανόνων, δηλ. κανονική (σε σχέση με την Ψυχολογία π.χ. που είναι περιγραφική) και έχει σαν αποστολή να διερευνάει τα προϊόντα της σκέψης, να αναγνωρίζει, να ταξιθετεί και να διαχωρίζει τα γνήσια από τα νόθα, τα ορθά από τα εσφαλμένα, τα αληθινα από τα ψεύτικα. Το ενδιαφέρον της Λογικής δεν στρέφεται προς το φαινόμενο της λειτουργίας της σκέψης δηλ. προς τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται η σκέψη, (όπως η ψυχολογία), αλλά προς τις αρχές και τους νόμους με τους οποίους λειτουργεί αυτή η σκέψη, σαν λόγος.
Από αυτόν τον δρόμο όμως το ενδιαφέρον της Λογικής στρέφεται προς την αλήθεια και μάλιστα προς την αντικειμενική αλήθεια. Και τούτο ακριβώς το πετυχαίνει με το να αγνοεί τον συγκεκριμένο άνθρωπο και να εξετάζει τις σκέψεις του καθεαυτές και μόνο, για να τις προσδιορίσει άν είναι αληθινές ή ψεύτικες, ορθές ή λαθεμένες.

Για αυτόν τον λόγο, η ανεύρεση της αλήθειας μέσα στο λόγο βρίσκεται πολύ κοντά στον αντίστοιχο στόχο της Φιλοσοφίας, που είναι η ανεύρεση της αλήθειας μέσω του λόγου.

…Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς με πολλά ιστορικά τεκμηριωμένα επιχειρήματα πως η λογική βοήθησε αφάνταστα τον άνθρωπο για να απελευθερώσει την σκέψη του από την σύγχηση, τις εκτροπές και τις πλάνες. Από την εποχή του Αριστοτέλη μέχρι την σύγχρονη εποχή όπου, στον πνευματικό στίβο συνυπάρχουν η ορθολογιστική φιλοσοφική θεώρηση με τον αντικειμενικό χαρακτήρα και η υπαρξιακή σκέψη με την σφραγίδα της υποκειμενικότητας.
Δεν είναι τυχαίο γεγονός ότι στην διακονία της λογικής επιστήμης, συναντούμε ένα πλήθος από μεγάλα φιλοσοφικά αναστήματα, όπως τους Ηράκλειτο, Παρμενίδη, Δημόκριτο, Ζήνωνα, Πρωταγόρα, Πρόδικο, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Ευκλείδη, Στίλπωνα, Αντισθένη, Κράτη, Kant, Descartes, Bacon, Hegel, Mill, κ.α.

Ιδιαίτερα θα πρέπει να υπογραμμίσουμε την χρησιμότητα της λογικής στην φιλοσοφική θεωρία των μαθηματικών. Στην εποχή μας η συνεργασία της λογικής και των μαθηματικών, είχε σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη της «Συμβολικής Λογικής» και της «Μαθηματικής Λογικής». Και πάλι μεγάλα φιλοσοφικά αναστήματα έρχονται στο προσκήνιο, όπως οι B.Russel, A.Tarski, L.Wittgenstein, G.Frege, K.Gobel, κ.α. Δεν είναι όμως μικρότερη και η συμβολή της Λογικής στην Κυβερνητική επιστήμη (Cybernetics), καθώς και στη Νομοθετική.

Ανατρέχοντας στην ιστορία της φιλοσοφίας, διαπιστώνουμε την επίδραση που ασκεί η λογική σαν όργανο και μέθοδος στοχασμού και έκφρασης, για τους περισσότερους φιλοσόφους και ιδίως για τους φιλοσόφους του ορθολογισμού (Rationalismus) : Descartes, Malebranche, Spinoza, Wolff, Leibniz. Ο Καρτέσιος στο έργο του «Λόγος περί της μεθόδου» αλλά και στους έξι «Μεταφυσικούς Διαλόγους» χρησιμοποιεί λογικές μεθόδους για την αναζήτηση της αλήθειας. Και τούτο ακριβώς έκανε, στην προσπάθειά του να θεμελιώσει φιλοσοφικά τη νεώτερη Φυσικομαθηματική επιστήμη.
Ο Σπινόζα μας δίνει ένα θαυμάσιο δείγμα φιλοσοφικού και ηθικού οικοδομήματος, που συντελέστηκε με την χρησιμοποίηση όλων των κανόνων της λογικής. Πρόκειται για την περίφημη «Γεωμετρική » ηθική του.

Στην πνευματική ιστορία των νεότερων χρόνων ο Κάντ είναι μια κορυφαία μορφή και ένα ορόσημο της φιλοσοφίας. Στο έργο λοιπόν του Κάντ καταφαίνεται σε όλο το πλάτος και το βάθος η χρησιμότητα της λογικής σαν όργανο, για την ανεύρεση και διατύπωση των βασικών θεωριών της φιλοσοφίας του. Με καθαρά λογικές μεθόδους ο Κάντ έφτασε σε πολλά συμπεράσματα, βρήκε τις κατηγορίες της διάνοιας και τις αρχές της τυπικής ηθικής. Και όπου το όργανο αυτό δεν τον βοηθούσε εκεί δεν δίστσε να επισημάνει το «εκτός Λόγου» στοιχείο της μεταφυσικής. Και ονομάζει «Die Paralogismen» τις «παρά τον Λόγον» έννοιες, που δεν μπορούν να υποβληθούν στην έρευνα με την λογική και δεν μπορούν να αποδειχτούν από την ανθρώπινη φιλοσοφία, θεωρώντας τες σαν «αιτήματα πίστεως» και σαν «ηθικώς δέοντα» δηλ: α) την ύπαρξη του θεού β) την αθανασία της ψυχής γ) την αρχή του κόσμου.

Θερμός θιασώτης της λογικής σκέψης ο Κάντ, δεν αφήνει ευκαιρία να μην διατυπώσει με ζέση την πίστη του στις λογικές μεθόδους επεξεργασίας των φιλοσοφημάτων και την αγάπη του γενικά στη Λογική. Αυτό το πράγμα, το αναγνωρίζει κανείς εκτός από τα μεγάλα έργα του και στα Δοκίμιά του.
Στο υπέροχο δοκίμιο «Απόκριση στο ερώτημα τι είναι Διαφωτισμός» γράφει: «Διαφωτισμός είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητά του για την οποία ο ίδιος είναι υπεύθυνος. Ανωριμότητα είναι η αδυναμία να μεταχειρίζεται κανείς τον νού του χωρίς την καθοδήγηση από έναν άλλο. Είμαστε υπεύθυνοι για αυτή την ανωριμότητα όταν η αιτία της βρίσκεται όχι στην ανεπάρκεια του νού, αλλά στην έλειψη αποφασιστικότητας και θάρρους να μεταχειριστούμε τον νού χωρίς να μας καθοδηγήσει κάποιος άλλος.

«Sapere aude :Τόλμα να μάθεις. Έχε το θάρρος να χρησιμοποιείς τον δικό σου νου. Τούτο είναι το έμβλημα του Διαφωτισμού. Οκνηρία και δειλία είναι τα αίτια που ένα μεγάλο μέρος από τους ανθρώπους ευχαρίστως μένει σε όλη του την ζωή ανώριμο και κηδεμονεύεται από άλλους. Κι ας τους έχει η Φύση ελευθερώσει από την ξένη καθοδήγηση. Είναι τόσο βολικό να είναι κανείς ανώριμος. Έχω ένα βιβλίο που σκέφτεται για εμένα, ένα πνευματικό που έχει συνείδηση για εμένα, έναν γιατρό που κρίνει την δίαιτα για εμένα, κ.ο.κ».

Οι αντιλήψεις αυτές του Κάντ, θυμίζουν τους αντίστοιχους αφορισμούς του R.Bacon, που στο «Μείζον Έργον» γράφει: «Εμπόδια για την γνώση είναι: η μεγάλη μας εξάρτηση από τις προσωπικότητες, ο φόβος μας μήπως πούμε κάτι το πολύ κοινό, το να αφήσουμε να μας επιρεάζει το παραδεδεγμένο και η προσποίηση γνώσης για να αποκρύψουμε την άγνοια»…

…H διαφορά αντιλήψεων ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Κάντ είναι πως ο Αριστοτέλης (και οι ορθολογιστές) θεωρούν αυτονόητο πως η λογική συλλαμβάνει την ουσία της πραγματικότητας – όπως αυτή αντικειμενικά είναι. Ο Κάντ δέχεται πως η λογική συλλαμβάνει την πραγματικότητα διαμορφωμένη από το πνεύμα μας, με μορφές που προϋπάρχουν σε αυτό – «εποπτείες» για την αίσθηση, «κατηγορίες» για την νόηση, κι όχι όπως πραγματικά είναι – γιατί την ουσία της δεν θα την γνωρίσουμε ποτέ.

Ο Wittgenstein στο πείφημο έργο του «Tractatus logico-philosophicus» γράφει σχετικά: «Ο κόσμος καθορίζεται από τα γεγονότα. Τα γεγονότα στο λογικό χώρο είναι ο κόσμος…Τα αντικείμενα – με την σταθερή μορφή – αποτελούν την ουσία του κόσμου. Για να γνωρίσουμε τα αντικείμενα πρέπει να ξέρουμε τις εσωτερικές τους ιδιότητες…Η ουσία είναι μορφή και περιεχόμενο…Η λογική πρόταση είναι μια εικόνα της πραγματικότητας, δηλ. ένα υπόδειγμα του κόσμου, ένα υποκατάστατο…Η λογική διασάφηση των προτάσεων είναι ο σκοπός της φιλοσοφίας».

Από όλα τούτα μπορούμε να καταλάβουμε την σημασία της κλασικής και νεώτερης Λογικής σαν όργανο της φιλοσοφικής προπαιδείας, τόσο χρήσιμο για τον φιλοσοφικό στοχασμό, αλλά και για την πρακτική – διακοινωνική – συμπεριφορά του καλλιεργημένου ανθρώπου. Του ανθρώπου, που μέσα σε μια τεχνοκρατούμενη εποχή, η οποία κλείνει μέσα της το άκρως λογικό και μαθηματικό αλλά και το παράλογο και παράνοο, προσπαθεί να περισώσει την πνευματική του συνείδηση και τον βαθύτερο πυρήνα της ύπαρξης του.

Ο συλλογισμός (σκέψη) είναι μια πνευματική πορεία που οδηγεί στην συμπερασματική γνώση. Είναι μια λειτουργία, όπου ο άνθρωπος – που δεν θέλει να οικειοποιηθεί την έτοιμη (δεδομένη) ξένη γνώμη – επιτελεί μέσα στο απαραίτητο κλίμα της ελευθερίας. Γιατί μόνο ο ελεύθερος προβληματισμός και συλλογισμός περισώζει την πνευματική αξιοπρέπεια του ατόμου και οδηγεί σε στέρεα συμπεράσματα.

Ο συλλογισμός μπορεί να είναι μια μεγάλη πορεία ή κάποτε κι ένα στιγμιαίο άλμα. Στη δεύτερη περίπτωση μιλάμε για έμπνευση ή ακόμα και για ενόραση (intuitio). Σαν ενόραση χαρακτηρίστηκε η άμεση γνώση (εποπτεία της αλήθειας) ενός αντικειμένου ή φαινομένου και η αστραπιαία (σαν έλλαμψη) σύλληψη της ουσίας ή των σχέσεων του, χωρίς την μεσολάβηση των αισθήσεων και της διάνοιας. Ο ορισμός αυτός που φέρνει στο νού μια άμεση γνώση κάπως «υπερβατική» και «εξ αποκαλύψεως» δεν είναι τίποτε άλλο παρά συνδυασμός πολλών παραγόντων που παράγουν ξαφνικά μια ευτυχισμένη στιγμή για το πνεύμα. Και μερικοί από τους παράγοντες αυτούς είναι:
α) η συναθροισμένη εμπειρική γνώση (από τα αισθητήρια),
β) η προετοιμασμένη και απωθημένη λογική γνώση (από την νόηση),
γ) η κρυπτομνησία (μνημονικές εικόνες που αναδύονται ξαφνικά και επίκαιρα),
δ) η διαίσθηση, δηλ. η ενστικτώδης αντίληψη, η υποσυνείδητη πρόγνωση,
ε) η ικανότητα για άμεση συμπερασματική κρίση (χωρίς τη μεσολάβηση «μείζονος και ελάσσονος προτάσεως» δηλ. η ετοιμότητα του πνεύματος, η κριτική δεξιότητα και ευστροφία).

Η ψυχιατρική επιστήμη μας διδάσκει πως στα ημισφαίρια του εγκεφάλου έχει την έδρα της η «ΝΟΟΨΥΧΗ» δηλ. η νοητική λειτουργία, ενώ στον υποθάλαμο του εγκεφάλου έχει τά κέντρα της η «ΘΥΜΟΨΥΧΗ» δηλ. η συναισθηματική λειτουργία. Διαπιστώνουμε λοιπόν πως – και οργανικά – υπάρχουν δύο ιδιαίτερες βασικές εγκεφαλικές λειτουργίες που μάλιστα μπορούν και ελέγχονται ξεχωριστά με ειδικά όργανα : τα νοόμετρα για τη νόηση και τα ψυχόμετρα για το συναίσθημα. Ανάμεσα στα ημισφαίρια (κυρίως στο μετωπιαίο και βρεγματικό λοβό) και στον υποθάμο υπάρχει αμφίδρομη επικοινωνία (συνδέσεις αλληλοεπιροής). Με αυτό τον τρόπο η νόηση (ο ορθός λόγος) αντιμάχεται ή συνεργάζεται ανάλογα με το συναίσθημα, ρυθμίζοντας την συγκινησιακή ισσοροπία. Ολόκληρος ο ψυχικός βίος του ανθρώπου εξαρτάται από τούτη την οργανωτική δομή του εγκεφάλου που μέσα στην ενότητά της περικλείνει την ιδιαιτερότητα της νόησης και του συναισθήματος.

Είναι χαρακτηριστικές οι πεποιθήσεις του Αριστοτέλη οι σχετικές με την κεφαλαιώδη σημασία του Νού. Δίδασκε πως η ψυχή, σαν συνισταμένη της φυσιολογικής λειτουργίας γεννιέται και πεθαίνει με το σώμα. Αλλά ο νούς έρχεται απ΄ έξω «θύραθεν» και μπαίνει στο σώμα, για να χωρισθεί από αυτό με τον θάνατο. Γιατί ο νούς είναι το ανώτερο μέρος της ψυχής (σε σχέση με το αίσθημα και την βούληση) είναι το «προγενέστερον και κύριον, το απλούν και απαθές» : «έοικε ψυχής γένος έτερον είναι και τούτο μόνον ενδέχεται χωρίζεσθαι, καθάπερ αϊδιον του φθαρτού» (Περί ψυχής ΙΙ 413 β 25).

…Οι Έλληνες έχουν ιδιαίτερη ευαισθησία στο φως του λόγου, γιατί η Φύση τούς μαθαίνει να βιώνουν το φως και η παράδοση να βιώνουν τον Λόγο. Το Φώς τονίζει την λεπτομέρεια και την ακρίβεια των μορφών, η Λογική τονίζει την καθαρότητα της ουσίας.

Όλοι οι κλασικοί φιλόσοφοι της Ελλάδας, υλιστές και ιδεαλιστές, στα «ηθικά» τους έργα ύμνησαν την Λογική.
Ο Δημόκριτος έγραψε: «Βαιά γαρ φρονήσει τύχη μάχεται, τα δε πλείστα εν βίω ευξύνετος οξυδερκείη κατιθύνει» (Σπάνια η τύχη αντιμάχεται την Λογική. Τα περισσότερα στην ζωή τα κατευθύνει σωστά η καλοθεμελιωμένη οξυδέρκεια).
Ακόμα ο Δημόκριτος ονόμαζε την Αθηνά «Τριτογένεια φρόνησιν», ότι από της φρονήσεως τρία ταύτα συμβαίνει: το εύ λογίζεσθαι, το εύ λέγειν και το πράττειν α δεί (Diels II,B, 2 και 118.

Ο Μένανδρος είπε πως «ψυχής μέγας χαλινός έστιν ανθρώποις ο νούς». Ο Αριστοτέλης διακρίνει δύο ειδών ευδαιμονίες : α) την πρακτική (ατελής ευδαιμονία).Αυτή προέρχεται από την άσκηση των ηθικών αρετών (που έχουν έδρα την Βούληση) στην κοινωνία. β) την θεωρητική (τέλεια ευδαιμονία). Αυτή προέρχεται από την άσκηση των διανοητικών αρετών (που έχουν έδρα τον Λόγο). Πρόκειται για την ιδανική ικανοποίηση του ανθρώπου που γίνεται με τον λόγο ισόθεος, γιατί ο νούς γεμίζει με την φιλοσοφική γνώση και γίνεται θεωρός – και ερμηνευτής – του επιστητού.
Η θεωριτική αυτή στάση ζωής, που καταλήγει στην αρτίωση της προσωπικότητας υπερβαίνει την ανθρώπινη συμβίωση. Ο «κατά νούν βίος» αφίσταται σαν «κράτιστος και ήδυστος» του πρακτικού βίου (Ηθικά Νικομ. 1098 α 7,1177 α 12,1178 α5).
Ακόμα μας λέει πως «ο λόγος και ο νούς της φύσεως τέλος εισίν» (Πολιτικά Η 15, 1334β) και καθορίζει την σχέση του νού προς την ψυχή «ως εν σώματι όψις, εν ψυχή νούς » (Ηθικ.Νικομ. Ι, 4 1096 β) για να εκφραστεί τελικά με όλο του τον θαυμασμό «Τον νούν ο θεός, φως ανήψεν εν τη ψυχή» (Ρητορ. Γ, 10 1411, 12). Και το φως αυτό συνοδεύει τον άνθρωπο μέχρι τα βαθειά γεράματα, αφού κατά τον Πλούταρχο «μόνον ο νούς, παλαιούμενος ανηβά και χρόνος τ΄ άλλα πάντ΄αφαιρών, τω γήρα προστίθησι την επιστήμην» (Περί Παίδων Αγωγής 8,5e).

Την υπεροχή του Λόγου, την πρωτοκαθεδρία του Νού, δηλώνει επιγραμματικά ο Πλάτων στούς Νόμους (Θ. 875D): «Επιστήμης γαρ, ούτε νόμος ούτε τάξις ουδεμία κρείττων, ουδέ θέμις εστίν ΝΟΥΝ ουδενός υπήκοον ουδέ δούλον, αλλά πάντων άρχοντα είναι εάν περ αληθινός, ελεύθερος τε όντως ή κατα φύσιν».
Και στον Κρίτωνα (40) εξομοιώνει τον Λόγο με τον Θεό: «Το δε πείθεσθαι τω αργώ (=καθαρώ,αληθεί) λόγω τω θεώ ταυτόν εστι». Έτσι ο Ελληνικός Λόγος, με υψηλό φιλοσοφικό πάθος, έδωσε έκφραση στο ανέκφραστο, μορφή στην αμορφία, ζωή στις νεκρές λέξεις και νόημα στις αφηρημένες έννοιες. Καλλιέργησε την αμφιβολία προς τους μύθους και τα δόγματα, τον κριτικό έλεγχο και τον διάλογο. Η διαλεκτική βασισμένη στον ορθό λόγο, υπερνίκησε το αδιέξοδο της απορίας αποκατέστησε τις θεϊκές και ανθρώπινες αυθεντίες και χωρίς να αναλίσκεται σε σοφίσματα και νοητικέ δεξιοτεχνίες προχώρησε ελεύθερα και υπεύθυνα για την κατάχτηση της αλήθειας.
Έμφορτη από ηθική ουσία, σεβάστηκε το κύρος της και τους ανθρώπους. Έμφορτη ακόμα κι από αισθητικά στοιχεία έγινε υπόδειγμα ευγενούς λόγου.

Η Ηρακλειτική και μετά η Σωκρατική φιλοσοφία έστησαν στο αιώνιο βάθρο της μια υπερκοσμική λογική επιταγή, υποχρεωτική για όλες τις συνειδήσεις, μια υπερπροσωπική λογική τάξη, έναν ανιδιοτελή Ορθό Λόγο, απόλυτο και υπερχρονικό με ιστορική επιβεβαίωση.
Ο «Λόγος» του Ηράκλειτου, είναι η αιώνια αλήθεια κι ο κοσμικός νόμος μαζί. Είναι η συμφωνία του ατομικού λόγου με τον καθολικό λόγο, που αποτελεί την ενότητα όλων των πραγμάτων και την ενιαία και αληθινή σοφία. Έτσι ο Λόγος γίνεται η Σοφία με το καθολικό κύρος. «
Ουκ εμού, αλλά του Λόγου ακούσαντας, ομολογείν σοφόν εστιν εν πάντα είναι» Απόσπ.50 (Όχι εμένα αλλά τον λόγο να ακούσετε…).
Το δαιμόνιο του Σωκράτη δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ο υπερχρονικός αυτός Ορθός Λόγος, ο αγαθός Νούς. Και η πίστη του Σωκράτη ότι είναι «διδακτόν η αρετή» μαρτυρεί την αντίληψη πως το αγαθό είναι προϊόν της ορθολογικής σκέψης και παιδείας.
Γιατί ο Λόγος έκλεινε μέσα του ολόκληρο το πνεύμα, αφού ήταν φορτισμένος με ηθικά και αισθητικά στοιχεία. Από μια τέτοια σφαιρική θεώρηση, ο λόγος βγαλμένος μέσα από τον άνθρωπο, έρχεται να σταθεί πάνω από αυτόν, σαν υπέρτατος νομοθέτης και κριτής με καθολικό κύρος σαν μοναδικός ταξιθέτης κι επιμελητής των εγκοσμίων, σαν κεντρικό σημείο αναφοράς των επί μέρους στοχασμών, σαν ενωτικός δεσμός των πάντων.

Όσο θα υπάρχουν λογικά όντα που θα λέγονται άνθρωποι, ο Λόγος θα είναι μια οντολογική κατηγορία, πρωταρχική στην αξιολογική κλίμακα και αμετάβλητη, αφού βιολογικά αμετάβλητη παραμένει και η ανθρώπινη υπόσταση.

Με όλες αυτές λοιπόν τις προδιαγραφές ο Ελληνικός Λόγος έγινε το επίκεντρο μιας στέρεης κοσμοθεωρίας και βιοθεωρίας και πέτυχε να διαμορφώσει ένα κλασικό ανθρώπινο πρότυπο, με τονισμένους τους χαρακτήρες της αυτογνωσίας (νόηση), της ισορροπίας (κάλλος) και της αξιοπρέπειας (ήθος), αλλά και να διαπλάσσει ένα πλατύτερο κι υψηλότερο ανθρωπιστικό ιδεώδες.