Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

Έρωτας ή αγάπη;

Αποτέλεσμα εικόνας για άγιοσ βαλεντίνοσΠοιος δεν το έχει αναρωτηθεί, είτε είναι στην αρχή, τη μέση, ή ακόμα και το τέλος μιας ερωτικής σχέσης; Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην αγάπη και τον παράφορο έρωτα; Είναι χρήσιμο να το γνωρίζει κανείς αυτό, για να ξέρει ποιο κομμάτι της σχέσης του χρειάζεται περισσότερη δουλειά…
 
Ανάλογα με το αν κάποιος νιώθει αγάπη ή τρελό έρωτα, μπορεί να κανονίσει και την πορεία του, να αντιληφθεί τις λεπτές αποχρώσεις στη σχέση του και να μπορέσει να χαράξει το μονοπάτι της ζωής του βάσει του τι έχει στα χέρια του και τι ακριβώς επιθυμεί…
 
Ο παράφορος έρωτας είναι μια ξαφνική λαίλαπα που εισβάλλει ξαφνικά στη ζωή του ανθρώπου. Είναι το έντονο συναίσθημα της ανάγκης να βρίσκεσαι με το άλλο άτομο, να το αγγίζεις, να του μιλάς, να το μυρίζεις, να το αισθάνεσαι με όλες σου τις αισθήσεις. Ο παράφορος έρωτας είναι τόσο έντονος που στο διάβα του παρασέρνει υποχρεώσεις, καθήκοντα, εργασίες, και καταλύει την έννοια της λογικής. Οι παράφορα ερωτευμένοι συχνά παραμελούν τους φίλους ή την εργασία τους, παίρνουν παρορμητικά αποφάσεις και επιδεικνύουν συμπεριφορές άγνωστες μέχρι τότε γι’ αυτούς. Στον παράφορο έρωτα επικρατεί η φυσική έλξη και το πώς αισθάνεται ο ερωτευμένος. Στον παράφορο έρωτα δε μπορείς να ζήσεις χωρίς τον άλλο, γιατί σημασία έχει το πώς νιώθεις εσύ, και όχι πώς αισθάνεται ο άλλος. Πρόκειται για μια ορμονική έκρηξη που σε συνεπαίρνει και σε στροβιλίζει σε άλλα επίπεδα από τα συνηθισμένα.
 
Η αγάπη πάλι είναι ένα γλυκό αεράκι από το οποίο περιβάλλεσαι, το αναπνέεις βαθιά μέσα σου και είναι ζωοδόχος πνοή. Αλλά δεν σε αναποδογυρίζει, δεν σου ανατρέπει τη ζωή. Η αγάπη αποτελεί τη σταθερά που σε οδηγεί και που δίνει νόημα στη ζωή σου και ότι άλλο υπάρχει σε αυτή. Στην αγάπη υπάρχει φυσική έλξη αλλά επίσης συνυπάρχει διανοητική και ψυχική έλξη, και είναι εξίσου σημαντικά τα αισθήματα του/της συντρόφου. Στην αγάπη μπορείς να ζήσεις χωρίς τον άλλον, διότι το άλλο άτομο έχει αξία μέσα στη σχέση και τιμάς την αξία και την αυτονομία του. Η αγάπη είναι μια ορμονική συμφωνία που έχει μέσα της νοιάξιμο, συναισθηματικό ‘δέσιμο’, αφοσίωση και αντοχή στο χρόνο.
 
Τι επιθυμείτε;
Ας μην ξεχνάμε ότι «πειρασμός» είναι το άλλο όνομα του παράφορου έρωτα! Και όπως ξέρουμε, είναι εύκολο να παρασυρθούμε από πειρασμούς. Όχι ότι αυτό είναι κάτι αρνητικό από μόνο του. Σημασία έχει τι είναι αυτό που αναζητά κανείς στη ζωή του. Το ζήτημα τελικά είναι τι επιθυμεί καθένας: επιθυμείτε μια μακροχρόνια, ζεστή, ικανοποιητική σχέση; Τότε δεν ψάχνετε για παράφορο έρωτα! Και αν αυτός σας έχει χτυπήσει την πόρτα, ίσως θα ήταν χρήσιμο να εξετάσετε που βρίσκεστε, τι θέλετε και να κανονίσετε τις πράξεις και τις συμπεριφορές σας ανάλογα. Ή μήπως θέλετε πάθος και ένταση; Τότε δεν είστε σε φάση για ρομαντική αγάπη. Ό,τι και να είναι αυτό που επιθυμείτε, καλό είναι να το θέσετε ξεκάθαρα στον εαυτό σας για να είστε τίμιοι μαζί του καταρχήν και, στη συνέχεια, και με το άτομο με το οποίο σχετίζεστε.
 
Μια άλλη, εξίσου σημαντική παράμετρος με το τι νιώθετε εσείς είναι βέβαια και το τι αισθάνεται και τι επιθυμεί το άλλο άτομο στη σχέση σας. Αν μπορείτε να διακρίνετε τα σημάδια που σας φανερώνουν αν το άλλο άτομο είναι παράφορα ερωτευμένο ή αισθάνεται αληθινή αγάπη, τότε μπορείτε να κρίνετε πώς θέλετε να συνεχίσετε προκειμένου να αποφύγετε οδυνηρές εκπλήξεις και στεναχώριες. Θυμηθείτε ότι η εξελικτική βιολογία μας λέει ότι ο παράφορος έρωτας είναι ‘καλωδιωμένος’ να διαρκεί περίπου δύο χρόνια (βιολογικά όσο χρειάζεται για δυο ζώα να είναι μαζί και να φροντίζουν το μικρό τους μέχρι να γίνει αυτόνομο).
 
Υπάρχουν όμως τρόποι για να ξεχωρίσει κανείς αν πρόκειται για παράφορο έρωτα ή για αληθινή αγάπη;
 
Τα σημάδια του παράφορου έρωτα
Βλέπεις τον άλλο ως το τέλειο άτομο
Θέλεις να ικανοποιήσεις τις ανάγκες σου
Εξαντλείς όλο σου το χρόνο με το άλλο άτομο
Παραμελείς τις φιλικές σου σχέσεις
Αποκτάς εξάρτηση από το άλλο άτομο
Ζηλεύεις
Η σχέση έχει μικρή διάρκεια
Η απόσταση ή άλλες δυσκολίες τερματίζουν τη σχέση
Υπάρχουν συχνοί και έντονοι καυγάδες
 
Τα σημάδια της αγάπης
Βλέπεις τα ελαττώματα του άλλου ατόμου, αλλά εξακολουθείς να το αγαπάς
Θέλεις να ικανοποιήσεις τις ανάγκες του άλλου ατόμου
Έχεις χρόνο για φίλους και συγγενείς
Δίνεις το χρόνο που χρειάζεται για να κτιστεί η σχέση
Υπάρχει εμπιστοσύνη και κατανόηση, άρα λιγότερη ζήλεια και λιγότεροι καυγάδες
Η σχέση επιβιώνει παρά την απόσταση που μπορεί να υπάρχει ή άλλα εμπόδια
Υπάρχουν λίγοι και όχι σοβαροί καυγάδες
Οι λίγοι καυγάδες χαλυβδώνουν τη σχέση
 
Αγάπη και αποδοχή του εαυτού
Η πραγματική αγάπη έχει να κάνει με τη βασική αγάπη και αποδοχή του εαυτού μας. Μόνο όταν κάποιος έχει βρει τον εαυτό του και είναι σε ισορροπία και αρμονία με τον εαυτό του μπορεί να αγκαλιάσει –κυριολεκτικά και μεταφορικά!- το άλλο άτομο στη σχέση όπως ακριβώς είναι αυτό. Επίσης, όταν κανείς έχει αποδεχτεί και αγαπά τον εαυτό του μπορεί να βρει αγάπη στη ζωή του πολύ πιο εύκολα.

Ένα εξαίσιο μοντέλο γνώσης

Αποτέλεσμα εικόνας για ικανότητάς μας να σκεφτόμαστε μαθηματικά.Στην Πολιτεία. ο Πλάτων αναπτύσσει την πιο φιλόδοξη ίσως θεωρία της γνώσης που παρουσίασε ποτέ ένας φιλόσοφος. Τώρα, όποιος φιλοδοξεί να είναι γνώστης θα πρέπει να ολοκληρώσει μία πολυετή μαθητεία στα μαθηματικά. Τα μαθηματικά (και ως «μαθηματικά» έχει κατά νου το είδος της συστηματικής γεωμετρίας, της οποίας έχουμε ένα μεταγενέστερο παράδειγμα, τον Ευκλείδη) είναι εντυπωσιακά για την ακρίβεια, το σύστημα και την σαφήνειά τους. Εντυπωσίασαν τον Πλάτωνα ως το τέλειο παράδειγμα ενός δομημένου σώματος γνώσης, την οποία ανέκαθεν έθετε ως προϋπόθεση το «πρότυπο ειδημοσύνης». Επιπλέον, όλα τα γνωρίσματα του προτύπου ειδημοσύνης φαίνεται να ταιριάζουν με τα μαθηματικά, με τρόπο ξεκάθαρο και εντυπωσιακό. Τα μαθηματικά δεν είναι ένας σωρός από επιμέρους αποτελέσματα’ συγκεκριμένα θεωρήματα ολοφάνερα εξαρτώνται από άλλα αποτελέσματα, που αποδεικνύονται με τη σειρά τους. Το όλο σύστημα ξεκινά από ένα σαφές και περιορισμένο σύνολο εννοιών και αξιωμάτων. Εξίσου διαυγής και αυστηρός είναι τρόπος με τον οποίο, από αυτές τις πρώτες αρχές, οδηγούμαστε σε επιμέρους αποτελέσματα. Εύκολα καταλαβαίνουμε γιατί ο Πλάτων ανακάλυψε, σε μια πρώιμη εκδοχή του Ευκλείδη, ένα εξαίσιο μοντέλο γνώσης – ένα δομημένο και ενοποιημένο σύστημα, όπου είναι απόλυτα σαφές τι γνωρίζει ο γνώστης και πώς το γνωρίζει, πώς το σύστημα διατηρεί τη συνοχή του και τι σημαίνει να δίνεις μια λελογισμένη εξήγηση αυτού που γνωρίζεις – δηλαδή μια απόδειξη.

Τα μαθηματικά ως μοντέλο γνώσης επίσης εισάγουν δύο νέα στοιχεία. Το πρώτο είναι πως τα μαθηματικά αποτελέσματα είναι αδιαμφισβήτητα. Δεν σπαταλούμε χρόνο επιχειρηματολογώντας ότι το Πυθαγόρειο θεώρημα είναι λάθος. Έχουμε δει ότι η βεβαιότητα και η δικαιολόγηση αυτού που γνωρίζουμε δεν προέχουν στην δέσμη των ζητημάτων στα οποία επικεντρώνεται το πρότυπο ειδημοσύνης, όπου σημασία έχει η κατανόηση που μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη. Ωστόσο τον Πλάτωνα, είναι φανερό, τον μαγνητίζει η ιδέα ενός σώματος γνώσης που δεν θα εκτίθεται σε σοβαρές αμφισβητήσεις.

Το δεύτερο στοιχείο προκύπτει από το γεγονός ότι τα μαθηματικά μάς προσφέρουν ένα σώμα στέρεης γνώσης, που δεν φαίνεται με κανέναν ευλογοφανή τρόπο να έχει ως αντικείμενό της τον κόσμο που βιώνουμε καθημερινά μέσω των αισθήσεων. Το Πυθαγόρειο θεώρημα δεν ανακαλύφθηκε με μετρήσεις αληθινών, χαραγμένων στο χώμα, τριγώνων και των γωνιών τους, και οι τυχόν ακανόνιστες πλευρές και γωνίες είναι προφανώς άσχετες με αυτό. Ο Πλάτων γοητεύεται από την ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει ένα σώμα γνώσης στο οποίο θα έχουμε πρόσβαση χρησιμοποιώντας μόνο το νου και τη λογική μας. Δεν είναι ο τελευταίος φιλόσοφος που δελεάστηκε από την άποψη ότι οι δυνάμεις του φιλοσοφικού στοχασμού είναι -πιο εξελιγμένες- εκδοχές της ικανότητάς μας να σκεφτόμαστε μαθηματικά.

Η Αφύπνιση της Πίστης στο Απόλυτο Ως Έχει

Αποτέλεσμα εικόνας για Η Αφύπνιση της Πίστης στο Απόλυτο Ως Έχει Η Πραγματικότητα Είναι Μία, Χωρίς Ιδιότητες Κενότητα. Ο Χαρακτήρας Της δεν Αλλοιώνεται από την «Ύπαρξη Φαινομένων», γιατί όλα αυτά δεν είναι κάτι διαφορετικό από το Σώμα της Κενότητας. Η Βίωση της Μίας Πραγματικότητας, της Κενότητας της Ουσίας, της Ενότητας των Πάντων σαν Μιας Ουσίας, που μόνο φαινομενικά (από τον αφώτιστο νου) διαχωρίζεται σε πολλαπλότητα, είναι Γνώση.
 
Η «Εμμονή» στα Φαινόμενα, και η Αντίληψη των Φαινομένων σαν πραγματικότητα, δημιουργεί την αντίληψη μιας άλλης «παράλληλης πραγματικότητας» (μιας «εικονικής πραγματικότητας» παρ’ όλα αυτά). Τότε, δεν γίνεται αντιληπτό το Υπόβαθρο της Κίνησης αλλά μονάχα η Κίνηση. Αυτό είναι η Άγνοια που οικοδομεί σιγά-σιγά έναν εικονικό κόσμο. Αυτός ο «εικονικός κόσμος» δεν είναι ανύπαρκτος. Υφίσταται σαν φαινόμενο, αλλά δεν έχει την σημασία και την «αξία» που του αποδίδει ο αφώτιστος νους.
 
Η Απόσπαση από την Κίνηση, η Κατανόηση ότι η Κίνηση ανήκει μόνο στο Φαινομενικό, Βαθαίνει την Συνειδητοποίηση Αυτού που Είναι Πίσω από την Κίνηση και τα Φαινόμενα. Αυτός που Βιώνει το Χωρίς Ιδιότητες Ακίνητο που Είναι Πίσω από την Κίνηση και τα Φαινόμενα Είναι Φωτισμένος. Αντιλαμβάνεται την Μία Πραγματικότητα, που δεν έχει Διττότητα, και δεν διακρίνει διαφορά ανάμεσα στην Ακινησία και την Κίνηση, αφού Όλα Είναι Μία Ουσία, Κενότητα… Αυτός που απορροφιέται σε μια τοπική χρονική δραστηριότητα ζει ένα όνειρο. Δεν Βιώνει Αυτό που Υπάρχει, αλλά ζει μόνο την Κίνησή Του. Σχηματίζει την λανθασμένη εντύπωση του διαχωρισμού της Πραγματικότητας σε Απόλυτο και Απατηλό, κι επιδιώκει το όραμα μιας φώτισης στα πλαίσια του ονείρου.
 
Το Απόλυτο Ως Έχει, το Χωρίς Ιδιότητες, Αποτελεί την Πραγματική Βάση πάνω στην Οποία αναδύονται εμμένουν κι εξαφανίζονται όλα τα φαινόμενα. Τα φαινόμενα είναι Αυτό το Ίδιο το Χωρίς Ιδιότητες, δεν είναι κάτι διαφορετικό. Η εμφάνισή τους δεν είναι η ουσία τους (μια ανεξάρτητη ουσία), είναι μόνο συμβάντα, και σαν τέτοια είναι παροδικά. Μόνο η Βάση, το Χωρίς Ιδιότητες Παραμένει.
 
Όλα αυτά που εμφανίζονται στο Φόντο της Κενότητας δεν έχουν περισσότερη αξία από την Κίνηση που δεν αφήνει «Ίχνη».
 
Μέσα στην Ίδια την Παρούσα Συνείδηση (που είναι η Μήτρα του Απολύτου, το Ταθαγκαταγκάρμπα), Πέρα από όλα τα Φαινόμενα και τις Καταστάσεις Άγνοιας, Υπάρχει Μια Έσχατη Βάση, που Γεννά και Στηρίζει τα Φαινόμενα. Αυτό όμως Πραγματοποιείται Μέσω της Κατανόησης και δεν κατακτιέται με «εξωτερικές» δραστηριότητες. Η αναζήτηση Μιας Τέτοιας Βάσης μέσα από προσωπική προσπάθεια είναι μια λανθασμένη δράση γιατί μας ωθεί να αναζητάμε το «είδωλο» που κατασκευάζει η σκέψη. Κάθε μεταφυσική επιδίωξη (από το εγώ, την σκέψη) πρέπει να εγκαταλειφθεί.
 
Ο Αληθινός Δρόμος για την Αυτογνωσία, για την Πραγματική Αυτοπραγμάτωση, για την Βίωση της Πραγματικότητας, της Αλήθειας, δεν είναι η επιδίωξη της Αλήθειας αλλά η εγκατάλειψη όλων των σφαλερών αντιλήψεων. Τότε μόνο, στην Ησυχία του Νου Αναδύεται το Καθαρό Φως της Πραγματικότητας.
 
Η Αληθινή (Αληθινή Όμως) Πραγμάτωση Έρχεται όταν πραγματικά εγκαταλείπουμε κάθε δραστηριότητα κι η Κατανόηση Εγκαθίσταται στην Σιωπή και Μετουσιώνεται σε Πλήρη Προσοχή σε Αφυπνισμένη Όραση, σε Ζωντανή Επαφή με την Πραγματικότητα, σε Πραγματικότητα. Αυτή η Κατάσταση που Μόνο Βιωματικά Προσεγγίζεται είναι η Ουσία των Πάντων, το Σώμα της Αλήθειας.
 
Αυτό που Υπάρχει Ως Έχει (με τον Τρόπο Που Υπάρχει) Είναι Χωρίς Ιδιότητες, Χωρίς Χώρο ή Τόπο, Χωρίς Χρόνο, Ζωντανό, Ρέον, Χωρίς να Εξελίσσεται ή να Αλλοιώνεται.
 
Ό,τι Εμφανίζεται (σαν Δημιουργία) είναι μονάχα Κίνηση Αυτού του Χωρίς Ιδιότητες. Η Φύση της Κίνησης (η «Ουσία» της) είναι Αντίληψη. Η Κίνηση υπάρχει μόνο σαν Αντίληψη. Η Ζωντανή Κίνηση Υπάρχει μόνο στο Απόλυτο Παρόν, στον Μόνο Πραγματικό Χρόνο. Η Κίνηση δεν αφήνει «Ίχνη».
 
Επειδή η Κίνηση είναι Αντίληψη, Φαινόμενο, οι όποιες ιδιότητες αποδίδονται στην «κίνηση», στο φαινόμενο, είναι ουσιαστικά χωρίς πραγματική ύπαρξη, κενές, χωρίς ιδιότητες.
 
Έτσι, ό,τι εμφανίζεται δεν διαφέρει ουσιαστικά από το Χωρίς Ιδιότητες, από το Κενό. Έτσι η Πραγματικότητα Είναι Μία, Χωρίς Κίνηση, ή με Κίνηση. Είναι το Ίδιο. Η Μία Πραγματικότητα τα Αγκαλιάζει Όλα (και τα Φαινόμενα) Χωρίς να «Αντιλαμβάνεται» Διαχωρισμό. Η Μια Πραγματικότητα Είναι Ουσιαστική Κενότητα.
 
Κατανοεί Κάποιος Ορθά όταν Βιώνει την Μια Πραγματικότητα, την Ενότητα της Πραγματικότητας, την Μη Διττότητα (όπου δεν γίνεται διάκριση Απολύτου – κοσμικού). Οποιαδήποτε αντίληψη διαφέρει από αυτή την Κατανόηση είναι Άγνοια, Όνειρο, Φαντασία.

Ομορφιά

Αποτέλεσμα εικόνας για ΟμορφιάΔύο πράγματα μπορούν να αλλάξουν έναν άνθρωπο!
Η ομορφιά και ο πόνος.
Το ένα σας αγγίζει ακόμα και τούτη τη στιγμή και το άλλο ίσως και να το έχετε ξεχάσει…
Τον πόνο όλοι τον έχουμε γνωρίσει. Μας έχει σημαδέψει, μας έχει καθορίσει και στον κάθε ένα έχει αφήσει κάτι διαφορετικό.
Την αληθινή ομορφιά όμως την έχουμε ξεχάσει… και είναι τόσο σημαντική…
Ακόμα και σαν λέξη μοιάζει να δείχνει την ολοκληρωμένη μορφή (ο-μορφή). Σαν να σε οδηγεί στον κύκλο που είναι ένα τέλειο γεωμετρικό σχήμα. Τόσο τέλειος που μοιάζει άσπιλος και αμόλυντος. Άλλωστε οι αρχαίοι Έλληνες το ήξεραν καλά γι’ αυτό και την προσφωνούσαν ως ευμορφία και κάλλος.

Όταν ήμασταν μικροί ακούγαμε συχνά ότι είμαστε όμορφοι, μεγαλώνοντας το ξεχάσαμε γιατί δεν μας έμαθαν να το αναγνωρίζουμε και να το λέμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας. Ίσως επειδή δεν μας έμαθαν πώς να αναγνωρίσουμε, πώς να ψάχνουμε και πώς να ανακαλύπτουμε την ομορφιά στην ουσία της.

Φυσικά η ομορφιά δεν είναι μόνο ότι φαίνεται. Είναι ένα σύνολο γεμάτο από δυναμικά στοιχεία που στην ένωσή τους δημιουργούν αρμονία. Μια αρμονία που όταν τη συναντάς, ανεξαρτήτως της εξωτερικής αντικειμενικής βιτρούβιας ομορφιάς, προκαλεί θαυμασμό, έμπνευση και μια υπόσχεση ότι στις μέρες μας τίποτε δεν έχει χαθεί αν κάποιος βρεθεί στον κύκλο της όμορφης αρμονίας. Σκέψου… ακόμα και η ποίηση είναι η ρυθμική δημιουργία της ομορφιάς.

Όμως ο άνθρωπος κάπου ξεχάστηκε και έβαλαν πολλοί το χέρι τους σε αυτό.
Και κάπως έτσι και εμείς ως μέρη της ανθρωπότητας χάνοντας την αρμονία που μας χαρακτηρίζει όντας όμορφοι… ξεχαστήκαμε… και ξεχάσαμε την ομορφιά της ύπαρξης μας!
Την ομορφιά που πηγάζει από την μοναδικότητα της εσωτερικής σύνθεσης του καθενός!
Έτσι για να διατηρηθούμε σε αυτή την λήθη της ύπαρξης μας, αλλά και για να γεμίσουμε το κενό που εκείνη προκαλεί εφηύραμε την μόδα. Την μόδα που μας έβαλε σε εξωτερικά καλούπια εικόνας και συμπεριφοράς φτιάχνοντας μια βιτρίνα που κρύβει τόσο την εξωτερική μας ομορφιά, όσο και την εσωτερική, δημιουργώντας έναν κόσμο αντιγράφων χωρίς ουσία, χωρίς περιεχόμενο.

Εξαφανίστηκε η μοναδικότητα και τελικά φτάσαμε στο σημείο να νοσταλγούμε και να μας λείπει και το πιο απλό. Το να νιώθουμε όμορφοι για αυτό που είμαστε σήμερα και για αυτό που θα γίνουμε αύριο.
Πλέον η ομορφιά έχει χαθεί πίσω από τις σκιές της αδιαφορίας, των συμφερόντων, των προβλημάτων, των αδιεξόδων. Ακόμα και η εξωτερική ομορφιά, η βιτρίνα μας, εκπέμπει θαμπά αυτές τις σκιές. Και αν βρεις κάτι που να μοιάζει όμορφο στο τέλος διαπιστώνεις ότι δεν ήταν όμορφο αλλά ωραίο, δηλαδή πρόσκαιρο… της στιγμής.
Μόνο η ομορφιά είναι ανεξίτηλη, μόνο εκείνη νικάει ακόμα και το χρόνο, γιατί όποιος μπορεί να κοιτά την ομορφιά κατάματα δεν γερνάει ποτέ! Γιατί η ομορφιά είναι δύναμη και έχει για ξίφος την αρετή που ακτινοβολεί μέσα από τα βάθη της ψυχής και τα ύψη του πνεύματος.

Γι’ αυτό αν θες να την βρεις ψάξε στις όμορφες σκέψεις, στα όμορφα συναισθήματα που ντύνουν την εικόνα με χίλιες λέξεις που δεν θα χρειαστεί ποτέ να ειπωθούν.
Γίνε καλόγουστος γιατί το καλό γούστο είναι η συνείδηση του όμορφου!
Γίνε καλλιτέχνης και δημιούργησε ομορφιά!
Γιατί το να δημιουργήσεις ομορφιά είναι τέχνη!
Τι πιο ύψιστο να μεταμορφωθεί ο κάθε ένας σε καλλιτέχνη του εαυτού του, να δημιουργήσει και έπειτα να απλώσει την ομορφιά του! Αυτή είναι η αποστολή της αληθινής ομορφιάς… το να υπηρετήσει τη ζωή!

Όσες λέξεις και αν γράψουμε για την ομορφιά πάντα θα μοιάζουν φτωχές και λίγες γιατί τα όμορφα δεν περιγράφονται, αλλά θαυμάζονται!
Έτσι είσαι και εσύ όταν ακτινοβολείς την αληθινή ομορφιά σου… άξιος θαυμασμού!
Είσαι το ζωντανό χρώμα μέσα στο γκρι!
Μην κρύβεις την ομορφιά σου, μην αφήνεις την ντροπή να την επισκιάζει…
Είσαι η άνθιση στο άγονο τοπίο!
Είσαι το δυναμικό στοιχείο που θα μεταμορφώσει την ασχήμια του κόσμου σε ομορφιά ηθικής, ελευθερίας, δικαιοσύνης, αγάπης!
Δεν χρειάζεται να κλείσεις τα μάτια για να δεις την ομορφιά σου!
Άνοιξέ τα και κοίτα μέσα σου!

Γιατί οι άνθρωποι παραμένουν σε προβληματικές και μη υγιείς σχέσεις

Οι συμβατικές σχέσεις στηρίζονται στην ίδια αντίληψη του κόσμου με εκείνη της συμβατικής ιατρικής. Όπως η ιατρική προσπαθεί να ελέγξει το σώμα από έξω προς τα μέσα, έτσι και οι γαμήλιοι όρκοι και οι οικογενειακοί δεσμοί χρησιμοποιούνται συχνά για τον έλεγχο των άλλων: "Αν κάνεις αυτό που με βολεύει, θα είμαι ευτυχισμένος".

Οι άνθρωποι ενδίδουν σε συμπεριφορές συμβιβασμού και θυσίας, προσποιούνται ότι συμφωνούν και συρρικνώνουν τον εαυτό τους για να τον προσαρμόσουν στη σχέση ή λένε στον εαυτό τους ότι ο γάμος είναι δύσκολος και πρέπει να τον υπομείνουν. Όσο περισσότερο παραμένουν σε τέτοιες συμβατικές σχέσεις τόσο πιο πολύ ενισχύονται αυτές οι συνήθειες - και μπορεί να παραμείνουν κολλημένοι και παγωμένοι για δεκαετίες. Τα ψυχικά ή σωματικά προβλήματα υγείας γίνονται αναπόφευκτα.

Γιατί οι άνθρωποι παραμένουν σε μη υγιείς σχέσεις, που ενεργοποιούν συνεχώς την αντίδραση μάχης ή φυγής ή παγώματος και δεν τους επιτρέπουν ποτέ να ηρεμήσουν αληθινά και να είναι ο εαυτός τους; Επειδή έχουν αποκοιμηθεί. Έχουν επιλέξει ένα σύντροφο με τον οποίο μπορούν να αναπαράγουν τα γνωστά μοτίβα και να παίζουν ξανά τους ρόλους των παιδικών τους χρόνων - που μπορεί να χαρακτηρίζονταν από κακοποίηση, παραμέληση, εγκατάλειψη, επικρίσεις, συμπεριφορές μάρτυρα, απόσταση, ανασφάλεια ή φόβο. Μπορεί να είναι επώδυνο, αλλά ταιριάζει με τη νευροχημική κατάσταση του στρες που επικρατεί συστηματικά στον οργανισμό τους. Τους είναι οικείο, κι έτσι επαναλαμβάνουν συστηματικά τα οικογενειακά τους μοτίβα.

Οι δυστυχισμένες σχέσεις συγκρατούνται από την "κόλλα" της ίδιας της αντίδρασης στρες. Θυμηθείτε ότι ο ερπετικός εγκέφαλος ευνοεί την αφοσίωση, αφού προτιμάει ό,τι είναι οικείο και μας ωθεί να διατηρούμε σταθερές τις καταστάσεις. Γι' αυτό ένα κακοποιημένο παιδί παραμένει προσκολλημένο στο γονιό που το κακοποιεί και, αν προσπαθήσουν να το απομακρύνουν από το γονιό, αντιδρά ουρλιάζοντας και κλοτσώντας. Όταν είμαστε σε χρόνια κατάσταση στρες, εκλαμβάνουμε την οικειότητα και την εξάρτηση ως αγάπη και αποφεύγουμε την αλλαγή με κάθε θυσία. Είναι ένας φαύλος κύκλος. Έτσι, το παράδοξο είναι ότι όσο χειρότερη είναι η σχέση τόσο πιο δύσκολο είναι να την αφήσεις - ακόμα και αν εμποδίζει την εξέλιξή σου και απειλεί την υγεία σου.

Η αντίδραση μάχης ή φυγής είναι χρήσιμη όταν αντιμετωπίζουμε μια πεινασμένη τίγρη, αλλά δημιουργεί ένα απελπιστικό χάος στις προσωπικές σχέσεις. Όσο είμαστε στην αντίδραση στρες έχουμε μηδενική συναισθηματική νοημοσύνη. Είμαστε χαμένοι στην ομίχλη του στρες, που προκαλεί φόβο, υποχρέωση και ενοχή. Οι μετωπιαίοι λοβοί παύουν να λειτουργούν, γι' αυτό και σκεφτόμαστε σαν ερπετά. Και ακόμα κι αν εγκαταλείψουμε τη σχέση, παίρνουμε τα προβλήματα μαζί μας. Έτσι, είναι απόλυτα απαραίτητο, αφού φύγουμε, να αλλάξουμε τις υποσυνείδητες πεποιθήσεις μας και τη συνήθη νευροχημική λειτουργία μας, αλλιώς μπορεί να αναδημιουργήσουμε την ίδια σχέση με κάποιον άλλον.

Ο εκρηκτικός έφηβος: Τα “πρέπει” και τα “μη” στη συμπεριφορά των γονιών

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο εκρηκτικός έφηβος Τα “πρέπει” και τα “μη” στη συμπεριφορά των γονιώνΠώς μπορούν να αντιμετωπίσουν οι γονείς τις εκρήξεις και το θυμό των εφήβων;

Ίσως το πρώτο πράγμα που έρχεται στους γονείς να κάνουν όταν βλέπουν τον έφηβο να φωνάζει και να θυμώνει μαζί τους, είναι να μπουν στον πειρασμό να φωνάξουν ακόμα περισσότερο για να ισχυροποιήσουν τη δύναμή τους και το επιχείρημά τους. Στην πραγματικότητα όμως, αυτή η αντίδραση των γονιών έχει ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα. Όταν οι γονείς συνεχίζουν τον καυγά, είναι σαν να ενθαρρύνουν και να προκαλούν το παιδί να συνεχίσει να επιτίθεται.

Επίσης, όταν οι γονείς απαντούν με θυμό δείχνουν στο παιδί ότι πέφτουν στο δικό του επίπεδο και συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο που κάνει το ίδιο, με αποτέλεσμα να χάνουν κάτι από τη δύναμή τους. Αντίθετα, ο έφηβος νιώθει ότι εκείνος έχει τον έλεγχο γιατί κατάφερε να κάνει τους γονείς του να θυμώσουν χάνοντας τον έλεγχο του εαυτού τους.

Τα περισσότερα προγράμματα που μελετούν τη σχέση γονιών και εφήβων προτείνουν στους γονείς τα παρακάτω “μη” και “πρέπει” στη συμπεριφορά τους έτσι ώστε και να βελτιώσουν τον τρόπο που επικοινωνούν μεταξύ τους και κατά συνέπεια τη σχέση τους, αλλά και να βοηθήσουν τα παιδιά να αναπτύξουν δεξιότητες διαχείρισης των συναισθημάτων τους.

Τα “μη” στη συμπεριφορά των γονιών:
Οι φωνές και οι χαρακτηρισμοί δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να βοηθήσουν την κατάσταση. Το αντίθετο θα μπορούσαμε να πούμε. Ούτε η σύγκρουση και η διαφωνία μπορεί να επιλυθεί με αυτόν τον τρόπο, ούτε η συμπεριφορά του παιδιού θα αλλάξει, αλλά ούτε και η σχέση θα βελτιωθεί.

Οι απειλές και οι εκβιασμοί πάνω στον καυγά όπως για παράδειγμα “Αν δεν σταματήσεις θα βγάλω τον υπολογιστή από το δωμάτιο για μια βδομάδα”, θα αναστατώσουν ακόμα περισσότερο τον έφηβο και θα τον προκαλέσουν να συνεχίσει να εκδηλώνει τον θυμό του με αντιδραστικό τρόπο. Θα ήταν προτιμότερο να πουν οι γονείς “Μπορείς να επιλέξεις να πας στο δωμάτιό σου για λίγο να ηρεμήσεις, αλλιώς αργότερα θα υπάρξουν συνέπειες”, και να αποχωρήσουν ήρεμα από το πεδίο της μάχης.

Η προσπάθεια να ελέγξουν οι γονείς το παιδί και να το κάνουν υπόλογο για τη συμπεριφορά του επειδή δεν ήταν απόλυτα υπάκουο, δεν θα οδηγήσει πουθενά. Ακόμα και αν οι γονείς θέσουν τις συνέπειες όταν συμπεριφέρεται απρεπώς, αυτό δεν σημαίνει ότι το παιδί θα επιλέγει πάντα να ακολουθεί τους κανόνες. Οι γονείς πρέπει να θέτουν τους κανόνες και τα όρια και πρέπει να αφήνουν το παιδί να κάνει τη δική του επιλογή.

Αν το παιδί δεν ακολουθήσει τους κανόνες και ανακαλύψει ότι υπάρχει ένα τίμημα και ένα κόστος για την κακή επιλογή του (πχ. χάσει προσωρινά ένα προνόμιο που απολαμβάνει), την επόμενη φορά θα επανεξετάσει την παραβίαση του κανόνα. Θα μπει στη διαδικασία να σκεφτεί αν αξίζει τον κόπο – μια διαδικασία απαραίτητη για τις επιλογές του στο μέλλον.

Η άσκηση σωματικής βίας είναι ένα επιπλέον “μη” για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι όταν το παιδί βλέπει τους γονείς να ασκούν σωματική βία επάνω του, μαθαίνει πως για να ελέγχει τις καταστάσεις πρέπει και μπορεί να χρησιμοποιεί και το ίδιο σωματική βία. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι μπορεί να εκτροχιαστεί τελείως ο έλεγχος της κατάστασης. Όταν το παιδί δέχεται σωματική επίθεση, είναι εξαιρετικά πιθανό η φυσική του παρόρμηση να το κάνει να αντεπιτεθεί. Δεν είναι λίγες εκείνες οι φορές που τα παιδιά επιτίθενται σωματικά στους γονείς ως προς απάντηση στη δική τους σωματική επίθεση.

Τα “πρέπει” στη συμπεριφορά των γονιών:
Οι γονείς αρχικά καλό είναι να κρατήσουν απόσταση από την κατάσταση και να αναρωτηθούν αν αξίζει τον κόπο να ασχοληθούν με αυτό το θέμα του προκύπτει. Πρέπει να αντιμετωπιστεί τώρα; Μήπως πρέπει να πάρετε κάποιο χρόνο για να ηρεμήσετε πριν αντιμετωπίσετε το παιδί; Σκεφτείτε προσεκτικά την κατάσταση αφήνοντας κάποιο χρόνο χωρίς να βιαστείτε να ενεργήσετε. Αν αισθάνεστε ότι το θέμα εξακολουθεί να είναι σημαντικό, αντιμετωπίστε το αργότερα αφού έχουν πέσει οι εντάσεις.

Ο οικογενειακός θεραπευτής James Lehman, προτείνει στους γονείς να χρησιμοποιούν επαγγελματικό τόνο στη φωνή τους όταν τα πράγματα είναι ταραγμένα. Ο τόνος τη φωνής σε επαγγελματικό επίπεδο μπορεί να δώσει άλλο κύρος και δύναμη στα λόγια των γονιών. Μείνετε ήρεμοι, ουδέτεροι και επικεντρωθείτε στα γεγονότα.

Προσπαθήστε να είστε ειλικρινείς. Αφήστε το παιδί να γνωρίζει ότι δυσκολεύεστε να επικοινωνήσετε μαζί του αυτήν τη στιγμή “Μου είναι πραγματικά δύσκολo να σε ακούσω όταν φωνάζεις” ή “Όταν μου φωνάζεις, αισθάνομαι ότι δεν μπορώ να σε βοηθήσω”. Η ειλικρίνεια είναι ο πιο απλός τρόπος για να τεθούν όρια στο παιδί και για να καταλάβει ότι η συμπεριφορά του δεν λειτουργεί.

Δείξτε στο παιδί ότι ο τρόπος που σκέφτεται και συμπεριφέρεται για να πετύχει αυτό που θέλει δεν είναι αποτελεσματικός. Για παράδειγμα “Ξέρω ότι θέλεις να βγεις με τους φίλους σου, αλλά με το να μου φωνάζεις δεν πρόκειται να πάρεις αυτό που θέλεις” ή “Καταλαβαίνω ότι είσαι θυμωμένος, αλλά με το να ουρλιάζεις για να παίξεις στον υπολογιστή πριν κάνεις την εργασία σου, να ξέρεις ότι δεν θα με κάνει να συμφωνήσω”.

Τέλος, ο καλύτερος τρόπος για να διδάξουν οι γονείς στον έφηβο το πώς να διαχειρίζεται το θυμό του, είναι να δώσουν το καλό παράδειγμα. Οι γονείς είναι το πιο ισχυρό πρότυπο για τα παιδιά. Εάν οι γονείς θέλουν να μη φωνάζει το παιδί τους, δεν θα πρέπει να του φωνάζουν. Εάν οι γονείς θέλουν να μη βρίζει το παιδί, δεν θα πρέπει να βρίζουν. Οι γονείς θα πρέπει να συμπεριφέρονται με τον τρόπο που θέλουν να δουν από το παιδί τους να φέρεται.

Οι γονείς θα πρέπει να θυμούνται ότι δεν βρίσκονται σε πόλεμο ή σε μάχη με το παιδί τους. Ακόμα όμως και αν νιώθουν έτσι, το παιδί τους δεν είναι εχθρός, όπως δεν είναι οι γονείς για το παιδί. Όταν ο έφηβος εκρήγνυται και θυμώνει, θα πρέπει να προσπαθήσουν να το βοηθήσουν να αποκτήσει πιο αποτελεσματικές τεχνικές διαχείρισης της επίλυσης των συγκρούσεων, χωρίς να πέσουν στην παγίδα του ποιος θα βγει νικητής από τη διαμάχη.

Απεφεύχθη η κρίση: Η σκοτεινή ύλη υπάρχει στην γειτονιά μας

nebula
Οι φαν της σκοτεινής ύλης μπορούν να είναι ήσυχοι. Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε τον περασμένο μήνα έκανε να ανασηκωθεί το φρύδι όλων με τον υπαινιγμό ότι η κοσμική γειτονιά μας είναι κενή από σκοτεινή ύλη, την επιπλέον μάζα που απαιτείται για να συγκρατήσει τον γαλαξία για να μην διαλυθεί. Αλλά μια νέα ανάλυση δείχνει ότι η σκοτεινή ύλη είναι εδώ.

Η σκοτεινή ύλη είναι το μυστηριώδες, αόρατο υλικό που αποτελεί το 83 τοις εκατό της ύλης στο σύμπαν. Είναι υπεύθυνη για να μην διαλυθούν οι γαλαξίες, παρά τις υψηλές ταχύτητες περιστροφής τους, και μας έχει βοηθήσει στο να κατανοήσουμε για το πώς σχηματίζονται οι δομές στο Σύμπαν.

Οι πιο δημοφιλείς θεωρίες λένε ότι η σκοτεινή ύλη είναι ένα, που μέχρι τώρα δεν έχει ανιχνευτεί, σωματίδιο WIMP (ασθενώς αλληλεπιδρώντα σωματίδια με μάζα) που δεν έχει το ‘θάρρος’ να αλληλεπιδρά με την συνηθισμένη ύλη μέσω οποιασδήποτε δύναμης εκτός από τη βαρύτητα.

Όμως, αρκετοί από τους υπόγειους ανιχνευτές περιμένοντας να δουν τα WIMPs έχουν καταλήξει σε αντικρουόμενα αποτελέσματα. Αν ο Γαλαξίας μας είναι τόσο γεμάτος από σκοτεινή ύλη, γιατί δεν έχουμε δει κάτι μέχρι τώρα;

Τον Απρίλιο, μια ομάδα που καθοδηγείται από τον Christian Moni-Bidin ενός Πανεπιστημίου στη Χιλή νόμιζε ότι είχε μια λύση: τα WIMPs δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα.

Η ομάδα παρακολούθησε τις κινήσεις πάνω από 400 άστρων μέσα σε μια απόσταση 13.000 έτη φωτός από τη Γη για να εκτιμήσει τη μάζα της ύλης – ορατή και σκοτεινή – στη γειτονιά του ήλιου. Κατέληξε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι η μάζα που βρήκε μπορούσε να εξηγηθεί μόνο από την ορατή ύλη, χωρίς την ανάγκη επίκλησης της σκοτεινής ύλης.

Όμως η ομάδα αυτή έκανε ένα λεπτό λάθος, λένε οι Jo Bovy και Scott Tremaine του Ινστιτούτου Προηγμένων Μελετών στο Πρίνστον.

Ο Moni-Bidin και οι συνεργάτες του μελέτησαν αστέρια των οποίων οι τροχιές τους ήταν πολύ πάνω ή κάτω από τον κύριο φωτεινό δίσκο του Γαλαξία μας, και υπολόγισαν την ταχύτητα με την οποία βρίσκονται σε τροχιά γύρω από το κέντρο του Γαλαξία για να καταλάβουν πόση έλξη αισθάνονται από τα κοντινά τους αστέρια και την σκοτεινή ύλη. Υπέθεσαν λοιπόν ότι οι ταχύτητες των άστρων θα ήταν ίδιες ανεξάρτητα από το πόσο μακριά ήταν από το γαλαξιακό κέντρο. Οι παρατηρήσεις συγκεντρώσεων σκόνης έχουν δείξει ότι αυτή η υπόθεση ισχύει για τα νεαρά άστρα σε τροχιά γύρω από τον γαλαξιακό δίσκο, που ως επί το πλείστον κινούνται σε ένα σχεδόν τέλειο κύκλο.

Όμως τα αστέρια που περιστρέφονται πολύ πάνω ή πολύ κάτω από το δίσκο δεν μπορούν να έχουν κυκλικές τροχιές, λέει ο Bovy. Τα μόνα αστέρια που φτάνουν σε τέτοια μεγάλα ύψη, είναι αυτά που έχουν απομακρυνθεί με βίαιο τρόπο μακριά από τον δίσκο, από την ύλη στους σπειροειδείς βραχίονες του Γαλαξία, η οποία και τους έστειλε σε εξαιρετικά ελλειπτικές τροχιές.

Αυτό σημαίνει ότι οι ταχύτητές τους δεν είναι ίδιες σε όλες τις αποστάσεις από το γαλαξιακό κέντρο. Κατά μέσο όρο, βρήκαν οι Bovy και Tremaine, οι ταχύτητες περιστροφής τους θα πρέπει να είναι πιο αργές από ό,τι έχει υποθέσει ο Moni-Bidin και οι συνεργάτες του.

«Με την παραδοχή ότι τα αστέρια περιστρέφονται με την ίδια ταχύτητα, ανεξάρτητα σε ποια απόσταση βρίσκονται από το κέντρο του Γαλαξία, αυτοί υποτίμησαν το συνολικό ποσό της ύλης στην ηλιακή μας γειτονιά και κατέληξαν έτσι στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε χώρος για τη σκοτεινή ύλη,» διευκρινίζει ο Bovy.

Οι Bovy και Tremaine έκαναν μια εκ νέου ανάλυση των δεδομένων και διαπίστωσαν ότι η ποσότητα της σκοτεινής ύλης στη γειτονιά του ήλιου συμφωνεί με τις προηγούμενες προβλέψεις – αν μη τι άλλο, ίσως να υπάρξει λίγο περισσότερη σκοτεινή ύλη γύρω μας από ό,τι πιστεύαμε πριν.

Αυτό σημαίνει ότι «οι προοπτικές για την ανίχνευση της σκοτεινής ύλης στη Γη είναι καλές», λέει ο Bovy. "Είμαστε τώρα βέβαιοι ότι η τοπική πυκνότητα της σκοτεινής ύλης είναι αυτή που οι πειραματικό φυσικοί σωματιδίων έχουν από καιρό υποθέσει κατά την εκτέλεση των πειραμάτων τους."

Ο Moni-Bidin από την άλλη υποστηρίζει ότι έχει επίγνωση της εργασίας, αλλά αρνήθηκε να την σχολιάσει μέχρι να περάσει από αξιολόγηση από ειδικούς. Η εργασία έχει υποβληθεί στο Astrophysical Journal.

Αλλά οι αληθινοί πιστοί της σκοτεινής ύλης ποτέ πραγματικά δεν ανησύχησαν. Ο Dan Hooper του Fermilab από την αρχή ήταν δύσπιστος για την αρχική μελέτη.

"Τα στοιχεία θα πρέπει να είναι πολύ ισχυρά για να μπορέσετε να απομακρύνεται τη μακροχρόνια άποψη ότι υπάρχει πολύ σκοτεινή ύλη γύρω από τη γαλαξιακή γειτονιά μας”, λέει.

Γιγαντιαίοι μαγνητικοί στρόβιλοι προκαλούν καταιγίδες πλάσματος στον Ερμή

Mercury
Ορισμένα γήινα φαινόμενα φαίνονται να παίρνουν άλλες διαστάσεις όταν συντελούνται σε άλλους πλανήτες. Ερευνητές ανακάλυψαν ότι μαγνητικά κύματα τα οποία βλέπουμε στη γήινη ατμόσφαιρα με τη μορφή νεφών «μεταμορφώνονται» σε γιγαντιαίους μαγνητικούς στροβίλους στη μαγνητόσφαιρα του Ερμή «βομβαρδίζοντας» τον πλανήτη με ηλιακό πλάσμα.

Τα μαγνητικά κύματα Κέλβιν-Χέλμχολτς παίρνουν στον Ερμή τεράστιες διαστάσεις σε σχέση με τη Γη

Τα κύματα Κέλβιν-Χέλμχολτς

Στο όριο μεταξύ δυο ρευστών – όπως για παράδειγμα δυο διαφορετικά αέρια σώματα – μπορούν να δημιουργηθούν μαγνητικά κύματα τα οποία ονομάζονται κύματα Κέλβιν-Χέλμχολτς (Kelvin-Helmholtz ή, σε συντομογραφία, KH).

Στην ατμόσφαιρα της Γης τα κύματα KH είναι ορατά σαν παράξενα κυματοειδή νέφη και δεν φαίνονται να έχουν ιδιαίτερη επίδραση στη μεταφορά ενέργειας ή μάζας προς τον πλανήτη μας.

Ανάλογα κύματα μπορούν επίσης να δημιουργηθούν στη μαγνητόσφαιρα άλλων πλανητών και οι επιστήμονες θεωρούσαν ως τώρα ότι, σε γενικές γραμμές, οι διαστάσεις τους δεν διαφέρουν και πολύ από αυτών της Γης.

Οι τεράστιοι μαγνητικοί στρόβιλοι του Ερμή

Ερευνητές που μελέτησαν τα δεδομένα του Messenger, του ερευνητικού σκάφους της NASA που «εξερευνά» τον Ερμή, διαπίστωσαν ωστόσο ότι τα κύματα KH στη μαγνητόσφαιρα του συγκεκριμένου πλανήτη έχουν μέγεθος διπλάσιο ή και τριπλάσιο από αυτών της Γης – είναι δηλαδή κατά πολύ μεγαλύτερα από ό,τι πίστευαν οι ειδικοί.

Επίσης τα συγκεκριμένα κύματα, τα οποία μοιάζουν με τεράστιους μαγνητικούς στροβίλους, δημιουργούνται 10 ως 30 φορές συχνότερα από ό,τι στον πλανήτη μας. Παράλληλα το Messenger εντόπισε στη μαγνητόσφααιρα του Ερμή ηλιακό πλάσμα που συνδέεται με την παρουσία τους, γεγονός το οποίο υποδηλώνει ότι τα μεγάλου μεγέθους κύματα KH διοχετεύουν πλάσμα προς τον πλανήτη.

«Τα κύματα KH είναι πολύ πιο σημαντικά για τη μεταφορά μάζας και ενέργειας από ό,τι φανταζόμαστε», τόνισε ο Torbjorn Sundberg, ερευνητής του Κέντρου Διαστημικών Πτήσεων Γκοντάρ της NASA και κύριος συγγραφέας της σχετικής μελέτης η οποία δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Journal of Geophysical Research».

Το Kepler μελέτησε τις υπερ-εκλάμψεις των άστρων και βρήκε ότι είναι καταστροφικές για τους γύρω πλανήτες

superflare
Μία νέα πιθανή μελλοντική απειλή για τη Γη αποτελεί η διαπίστωση από τους επιστήμονες ότι άστρα σαν τον Ήλιο μας είναι δυνατό να γεννήσουν κολοσσιαίες σούπερ-εκλάμψεις, οι οποίες θα μπορούσαν να καταστρέψουν την προστατευτική ατμόσφαιρα των πλανητών τους και να θέσουν σε κίνδυνο κάθε μορφή ζωής πάνω στην επιφάνειά τους.

Μια υπερ-έκλαμψη θα είναι συνδεδεμένη με μεγάλες κηλίδες – πολύ μεγαλύτερες από αυτές στον Ήλιο

Πάντως, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του διαστημικού τηλεσκοπίου «Κέπλερ» σε άλλα αστρικά συστήματα, αυτές οι δυνητικά καταστροφικές σούπερ-εκλάμψεις, που αποτελούνται από την απελευθέρωση ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας και φορτισμένων σωματιδίων με υψηλή ταχύτητα, είναι λιγότερο συχνές σε αργά περιστρεφόμενα άστρα όπως ο δικός μας Ήλιος και πολύ πιο συχνές σε ταχέως περιστρεφόμενα άστρα που έχουν πιο έντονη μαγνητική δραστηριότητα.

Οι Ιάπωνες ερευνητές, μ’ επικεφαλής τον Hiroyuki Maehara του πανεπιστημίου του Κιότο, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό «Nature», ανέφεραν ότι οι σούπερ-εκλάμψεις ενός άστρου μπορεί να απελευθερώσουν μέχρι 10.000 φορές μεγαλύτερη ενέργεια από την ισχυρότερη έκλαμψη που έχει ποτέ παρατηρηθεί στον Ήλιο μας (το σχετικό φαινόμενο θεωρείται ότι συνέβη το 1859 και έγινε αντιληπτό από τον άγγλο αστρονόμο Richard Carrington).

Οι εκλάμψεις που περιοδικά παρατηρούν από τότε έως σήμερα οι αστρονόμοι στον Ήλιο μας, είναι ασήμαντες σε σχέση με αυτές που «είδε» σε άλλα άστρα το τηλεσκόπιο «Κέπλερ» της NASA, το οποίο πρωτίστως αναζητεί εξωπλανήτες, όμως παράλληλα συλλέγει πληροφορίες και για τις ξαφνικές «εκρήξεις» ενέργειας που λαμβάνουν χώρα σε διάφορα άστρα.

Το «Κέπλερ» μελέτησε περίπου 83.000 άστρα σαν τον Ήλιο μας σε διάστημα τεσσάρων μηνών και εντόπισε συνολικά 365 σούπερ-εκλάμψεις που προέρχονταν από 148 άστρα (ποσοστό 0,2%), ήσαν διάρκειας μίας έως 12 ωρών η κάθε μία και είχαν ενέργεια δέκα έως 10.000 φορές μεγαλύτερη από την ισχυρότερη έκλαμψη στην ιστορία της αστρονομίας (το φαινόμενο Carrington του 1859). Ακόμα το τηλεσκόπιο παρατήρησε ότι τα άστρα που γεννούν σούπερ-εκλάμψεις, δημιουργούν παράλληλα υπερβολικά μεγάλες ηλιακές κηλίδες, πολύ μεγαλύτερες από αυτές στον Ήλιο μας (πρόκειται για περιοχές πιο έντονης μαγνητικής δραστηριότητας σε ένα άστρο, οι οποίες φαίνονται πιο σκοτεινές, επειδή είναι σχετικά λιγότερο θερμές).

Σύμφωνα με τις νέες στατιστικές εκτιμήσεις, τα άστρα σαν τον Ήλιο μας φαίνεται να γεννούν σούπερ-εκλάμψεις 100 φορές ισχυρότερες από αυτές του Ήλιου μας με μέση συχνότητα μία κάθε 800 χρόνια, ενώ οι εκλάμψεις που είναι 1.000 φορές πιο ισχυρές από αυτές που λαμβάνουν χώρα στο ηλιακό μας σύστημα, συμβαίνουν στη γαλαξιακή μας γειτονιά περίπου μία κάθε 5.000 χρόνια.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, δεν έχει καταγραφεί καμία σούπερ-έκλαμψη του Ήλιου μας κατά τα τελευταία 2.000 χρόνια, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι δεν έχει συμβεί ούτε εδώ και τουλάχιστον ένα δισεκατομμύριο χρόνια. Αντίθετα, ακόμα πιο παλιά, όταν ο Ήλιος μας ήταν νεότερος και περιστρεφόταν πιο γρήγορα, ήταν πιθανότερο να έχει κι αυτός γεννήσει κάτι ανάλογο.



Πως επιδρά ο Ήλιος στον πλανήτη μας

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν και πότε ο Ήλιος μας θα μπορούσε και αυτός να απελευθερώσει μία τέτοια κολοσσιαία σούπερ-έκλαμψη, ένα συμβάν που θα έθετε σε κίνδυνο τον ίδιο τον ανθρώπινο πολιτισμό, αλλά και κάθε μορφή ζωής. Η Γη προστατεύεται από τα «καπρίτσια» του Ήλιου χάρη στο δικό της μαγνητικό πεδίο, όμως σε περίπτωση μιας τεράστιας έκλαμψης, το γήινο πεδίο δεν θα αποτελούσε επαρκή ασπίδα και έτσι θα κατέρρεαν οι δορυφόροι, οι τηλεπικοινωνίες και τα επίγεια δίκτυα ηλεκτρισμού. Ένα τέτοιο γεγονός θα κατέστρεφε επίσης το προστατευτικό στρώμα του όζοντος και θα άνοιγε το δρόμο στις υπεριώδεις ακτίνες του ήλιου για να προκαλέσουν καρκίνους και μεταλλάξεις.

Επίκουρος: Η τετραπλή συνταγή ή τετραπλό κριτήριο της αλήθειας

Αποτέλεσμα εικόνας για ΕπίκουροςΗ τετραπλή συνταγή ή τετραπλό κριτήριο της αλήθειας αποτελείται, λοιπόν, από τις αισθήσεις, τα πάθη (συναισθήματα, συγκινή­σεις), τις προλήψεις (έννοιες των πραγμάτων ήδη αποθηκευμένες στο νου) και τις διορατικές συλλήψεις του νου (φανταστικές επιβολές της διανοίας).

Τα δύο πρώτα μπορούν να θεωρηθούν ως απλή, φυσική, αμοιβαία αλληλεπίδραση, ακόμη και αντιστοιχία, του ζώντος οργανισμού και του φυσικού του περιβάλλοντος. Τα δύο τε­λευταία έχουν φέρει αντιμέτωπους τους ερμηνευτές του Επίκουρου με ουσιαστικές δυσκολίες. Θα εξετάσω παρακάτω ένα προς ένα τα στοιχεία που συνθέτουν το τετρακριτήριο και θα επιχειρήσω να ανασυγκροτήσω την οντογνωσιολογία του Επίκουρου.

Η αίσθησις

Η αίσθησις αναφέρεται στην άμεση αισθητηριακή αντίληψη, σε ένα είδος φυσικής συμφωνίας ανάμεσα στα όργανα των αισθήσεων και στο αντικείμενο ή σώμα και τις ιδιότητές του (οι οποίες ονομάζον­ται συμπτώματα και συμβεβηκότα). Ο Επίκουρος επεξεργάζεται τις λεπτομέρειες του μηχανισμού της αισθητηριακής αντίληψης στη βάση της ατομικής θεωρίας. Σύμφωνα με την ατομική θεωρία, όχι μόνο τα αισθητήρια όργανα αλλά ακόμη και η ψυχή, που θεωρεί­ται ως ένα είδος υλικού σώματος, παίζει κρίσιμο ρόλο στην κατα­γραφή και στην ερμηνεία των προσλαμβανόμενων μηνυμάτων. Η αισθητηριακή αντίληψη είναι το πρωταρχικό, μη αναγώγιμο και μη διαψεύσιμο πεδίο γνωσιολογικής αναφοράς και επαλήθευσης: παρέχει μαρτυρία για την ύπαρξη ενός υλικού/ατομικού κόσμου και εγγυάται την οντολογική ομογένεια του κόσμου αυτού. Αντικείμε­νο και υποκείμενο αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και συμφωνούν, παρέχοντας στο έμβιο ον την πιο ασφαλή πηγή για να κρίνει την πραγματικότητα, με βάση την καθαρή μαρτυρία (ενάργεια) της κοι­νής αισθητηριακής αντίληψης.

Ο όρος αίσθησις, ωστόσο, αναφέρεται και στην εντύπωση, στο προϊόν της αλληλεπίδρασης μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου της αισθητηριακής σύλληψης. Λογικά, και στο πλαίσιο της επικούρειας ψυχολογίας, η εντύπωση πρέπει να τονιστεί ως αυτό που πα­ρέχει τη σύνδεση μεταξύ αισθητηριακής αντίληψης και συναισθήματος/συγκίνησης (πάθους). Εντούτοις, ο Επίκουρος επιλέγει να χρη­σιμοποιεί τον όρο αίσθησις εναλλακτικά και με τις δύο σημασίες του (ως αισθητηριακή αντίληψη και ως εντύπωση).

Ο λόγος είναι ότι στην ουσία και τα τέσσερα κριτήρια της αλήθειας εδράζονται τόσο στην αισθητηριακή αντίληψη όσο και στην εντύπωση. Επ’ αυτού θα συμφωνούσε ο Επίκουρος με τους περισ­σότερους σύγχρονους φαινομενολόγους.

Ας ρίξουμε, λοιπόν, μια σύντομη ματιά στο λιγότερο διφορούμε­νο κείμενο που αναφέρεται στην αίσθηση

Κάθε αίσθησις στερείται λόγου (άλογος έστί) και δεν είναι επιδεκτική μνήμης (μνήμης ουδεμιάς δεκτική) δεν ενεργοποιείται από μόνη της, αλλά και όταν ενεργοποιείται από κάτι άλλο δεν μπορεί να του προσ­θέσει ή να αφαιρέσει κάτι. Κι ούτε υπάρχει κάτι που να μπορεί να ανασκευάσει τις αισθήσεις: δεν μπορεί μία αίσθησις να ανατρέψει μιαν ομοειδή της αίσθηση [σημ.: την αίσθηση που προέρχεται από το ίδιο αισθη­τήριο όργανο] μιας και έχουν κι οι δυο την ίδια ισχύ (διά την ισοσθενειαν) ούτε μπορεί να ανατρέψει μια μη ομοειδή της αίσθηση, αφού οι δύο αποτελούν κριτήρια διαφορετικών πραγμάτων. Ούτε το λογικό (ο λό­γος) μπορεί να ανασκευάσει τις αισθήσεις, αφού το λογικό εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τις αισθήσεις. Ούτε, πάλι, μπορεί μια αίσθησις να ελέγξει μιαν άλλη, εφ’ όσον σε όλες δίνουμε την ίδια προσοχή. Και το γεγονός ότι αντιλαμβανόμαστε δια των αισθήσεων (επαισθήματα) πιστοποιεί την αλήθεια τους. Το γεγονός ότι βλέπουμε και ακούμε είναι εξίσου πραγματικό με το ότι νιώθουμε πόνο (ώσπερ το άλγειν). Ως εκ τούτου, πρέπει με βάση τα φανερά {από των φαινομένων) να οδηγού­μαστε σε συμπεράσματα για τα μη φανερά (άδηλα). Διότι όλες οι ιδέες μας προέρχονται από τις αισθήσεις – πότε μέσω σύμπτωσης, πότε κατ’ αναλογία ή σύμφωνα με κάποια ομοιότητα ή μέσω συσχετίσεων, όπου κατά τι συμβάλλει και το λογικό. Όσο για τα οράματα των τρε­λών (μαινόμενων φαντάσματα) και τα όνειρα που βλέπουμε, έχουν α­ληθινή υπόσταση, δεδομένου ότι προκαλούν κίνηση [στο νου] (κινεί γαρ) και κάτι που δεν υπάρχει δεν προκαλεί τίποτα.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι, σ’ αυτή την εξαιρετικά σαφή αναφορά στην αίσθηση, επιλέγονται για συζήτηση τα εξής χαρα­κτηριστικά της αισθητηριακής αντίληψης/εντύπωσης:

1.Η αίσθηση είναι ανεξάρτητη από το λογικό (λόγον) και τη μνήμη. Συνίσταται, με άλλα λόγια, σε μια άμεση και απευθείας αλληλεπίδραση, ακόμη και αντιστοιχία, στιγμιαία και ολοκληρω­μένη, ανάμεσα στον οργανισμό που αντιλαμβάνεται (ή μάλλον, στα όργανα της αντίληψης – τις πέντε αισθήσεις και την ψυχή) αφ' ενός, και αφ’ ετέρου στο αντικείμενο που γίνεται αντιληπτό. Η υπεροχή της αισθητηριακής σύλληψης/εντύπωσης προβάλλεται σε σχέση με οποιαδήποτε έλλογη κίνηση του νου, και σε σχέση με οποιαδήποτε ανάμνηση πραγμάτων του παρελθόντος, δηλαδή των προηγούμε­νων αισθητηριακών συλλήψεων/εντυπώσεων. Η πράξη της αισθη­τηριακής αντίληψης είναι, επομένως, μια απευθείας, άμεση σχέση -που εδραιώνεται μέσω των αισθητήριων οργάνων- ανάμεσα στο υποκείμενο και στο αντικείμενο ανάμεσα στο επιμέρους ζωντανό ον και τον κόσμο όπως αυτός φαίνεται. Κάθε αισθητηριακή σύλληψη/εντύπωση είναι πλήρης και αυτόνομη, και εγγυάται την ταυτό­χρονη παρουσία και των δύο, δηλαδή του ατόμου και του κόσμου, καθώς και την άρρηκτη ενότητά τους.

2.Δεν είναι μόνο ότι η αίσθηση είναι ανεξάρτητη από τον λόγο αλλά, επιπλέον, ότι ο λόγος (η λογική συγκρότηση του νου, η νόη­ση) είναι εντελώς εξαρτημένος από την αίσθηση και δευτερογενής. Το προβάδισμα της αισθητηριακής αντίληψης υποστηρίζεται εδώ και οντολογικά και γνωσιολογικά: η πραγματικότητα και η αλή­θεια για την πραγματικότητα εδραιώνονται μέσω της πραγματι­κότητας των αισθήσεων, της πρωταρχικής και άνευ όρων συμφω­νίας αυτού που αντιλαμβάνεται και αυτού που γίνεται αντιληπτό. Έτσι, ο Επίκουρος υποστηρίζει την ύπαρξη ενός μονοδιάστατου φυ­σικού κόσμου, άμεσα αντιληπτού μέσω των αισθήσεων του ζωντα­νού οργανισμού ενός φυσικού κόσμου φαινομένων απευθείας αποκαλύψιμων στο φυσικό -και επίσης προφανές- υποκείμενο. Όλη η πραγματικότητα και, επομένως, όλες οι βεβαιότητες βασίζονται στις αισθήσεις και στη διαύγεια του προφανούς: «Αν αντιμάχεσαι όλες τις αισθήσεις σου, δεν θα ’χεις πλέον τίποτα με βάση το οποίο να κρίνεις ακόμη και εκείνες τις αισθήσεις που ισχυρί­ζεσαι ότι μας εξαπατούν».

3· Η πραγματικότητα της αισθητηριακής αντίληψης ισοδυναμεί με την πραγματικότητα του φυσικού πόνου. Ο κόσμος των φαινο­μένων, με άλλα λόγια, αποτυπώνει τα μηνύματά του στο υποκεί­μενο της αντίληψης, με έναν τρόπο τόσο πραγματικό και απτό ό­σο και το αίσθημα ενός σωματικού πόνου. Κάθε περαιτέρω διαχεί­ριση αυτών των αντιληπτικών αισθημάτων αποτελεί μια δευτερο­γενή πράξη διάταξης, συγκρότησης (ή μάλλον ανασυγκρότησης) του κόσμου με βάση την άμεση, μη ανασκευάσιμη και μη αναγώγιμη μαρτυρία των αντιληπτικών αισθήσεων, εντυπώσεων και, ό­πως θα δούμε, των συγκινήσεων του επιμέρους οργανισμού. Όλη η γνώση (έννοιες, ιδέες, θεωρίες) προέρχεται από την άμεση εμπει­ρία μας του κόσμου’ κατ’ αρχάς μέσα από την άμεση επαφή με ε­πιμέρους πράγματα, όπως αυτά εμφανίζονται σ’ εμάς και, στη συ­νέχεια, «κατ’ αναλογία ή σύμφωνα με κάποια ομοιότητα ή μέσω συσχετίσεων»- διαδικασίες στις οποίες προφανώς το λογικό (λογισμός) συμβάλλει με ένα τεχνικό τρόπο. Έτσι, μπορούμε να φθάσουμε στη σύνθεση ή ανασύνθεση της αληθούς -ακόμη και αν αυτή είναι ατελής- εικόνας της πραγματικότητας, όπως μας την αποκα­λύπτει ο κόσμος των φαινομένων.

4. Τελικά, για να συλλάβουμε πλήρως την οντολογική και γνωσιολογική σημασία του ότι ο Επίκουρος δίνει το προβάδισμα στην αίσθηση, θα πρέπει να επιμείνω στα παρακάτω: Τα σώματα είναι πραγματικά, με την έννοια ότι υπάρχουν άμεσες, αδιαμεσολάβητες αντιλήψεις των αισθήσεων, εντυπώσεις και, εν τέλει, συγκινήσεις σε σχέση και με τις μόνιμες ιδιότητες τους (όπως «σχήματα και χρώματα, μεγέθη και βάρη») και με τις μη μόνιμες ιδιότητες (τα «συμπτώματα»). Με μια έννοια, λέει ο Επίκουρος, «θα έπρεπε ό­λες οι ιδιότητες να θεωρούνται “συμπτώματα”, αφού δεν έχουν αυτόνομη φύση καθεαυτές, αλλά τις παρατηρούμε (θεωρείται) με τον τρόπο που η ίδια η αίσθησή μας παρουσιάζει τον ιδιαίτερο χα­ρακτήρα και τα γνωρίσματά τους.»

Αυτή είναι η φύσις των σωμάτων, δηλαδή της υλικής πραγματι­κότητας. Δεν υπάρχει ον ανεξάρτητα από τις κινήσεις που προκαλεί – δηλαδή ξέχωρα από τα επιμέρους ίχνη (κυριολεκτικά: τα υ­λικά ίχνη) που αφήνει πάνω σε ένα ζωντανό οργανισμό. Τα ίχνη αυτά παράγονται από την αλληλεπίδραση του ζωντανού οργανι­σμού και του κόσμου, όπως αυτός φαίνεται στον οργανισμό, όπως δηλαδή ο οργανισμός αντιλαμβάνεται και συλλαμβάνει με τις αι­σθήσεις τον κόσμο, με μια λέξη, όπως τον βιώνει. Ο κόσμος των φαινομένων, ο φυσικός φαινόμενος κόσμος είναι πραγματικός διότι μόνον αυτός κινεί’ και οπουδήποτε υπάρχει κίνηση (αισθητηριακές αντιλήψεις, εντυπώσεις, συγκινήσεις) εκεί υπάρχει πραγματικότη­τα, υπάρχει ον. Έτσι, τα φανταστικά αντικείμενα (φαντάσματα) που γίνονται αντιληπτά από υποκείμενα διανοητικώς διαταραγμένα ή υποκείμενα που ονειρεύονται, μαρτυρούν μιαν άλλη όψη της πραγματικότητας, τόσο πραγματική όσο ο κόσμος των τραπέζιών και καρεκλών. Η πραγματικότητα είναι φαινόμενα και τα φαινό­μενα είναι πραγματικότητα.

Η θεμελιώδης αρχή του παρμενίδειου μονισμού -που την απο­δέχτηκαν και στη συνέχεια την επεξέτειναν οι αρχαίοι Ατομικοί φι­λόσοφοι με το αξίωμά τους περί ελάχιστων μερών (ατόμων), δηλαδή μικροόντων που παρουσιάζουν τις περισσότερες από τις ιδιό­τητες που επιφύλασσε ο Παρμενίδης για το δικό του μέγα όν επεκτείνεται περαιτέρω από τον Επίκουρο για να συμπεριλάβει τον κόσμο των φαινομένων. Ο Επίκουρος μάλιστα θέτει την αρχή αυτή με επιτακτική σαφήνεια ως οντολογική βάση της σκέψης του. Το ον υπάρχει, με την έννοια που έδιναν οι Ατομικοί φιλόσοφοι, και υ­πάρχει ως φαινόμενο. Αυτό προφανώς δεν έρχεται σε αντίφαση με τον δεύτερο ισχυρισμό των Ατομικών φιλοσόφων, ότι δηλαδή και το μη ον υπάρχει επίσης — κάτι που και για τον Επίκουρο αποτε­λεί αξίωμα. Ωστόσο, μόνο το ον κινεί και ό,τι προκαλεί κίνηση -και μόνο αυτό- είναι. Το μη ον, που συλλαμβάνεται ως το κενόν, δεν είναι παρά ενδιάμεσο, ο άδειος χώρος μέσα στον οποίο πραγ­ματοποιείται η κίνηση. Σώματα και χώρος μαζί αποτελούν «το σύμπαν» (τό παν).

Για να ανακεφαλαιώσουμε, λοιπόν: η αίσθησις (άμεση αισθητη­ριακή αντίληψη/εντύπωση) μαζί με τα πάθη (συγκινήσεις/συναισθήματα) συνιστούν, σύμφωνα με τον Επίκουρο, την πρωταρχική, μη αναγώγιμη γνωσιολογική βάση. Αυτό δεν υποστηρίζεται αυθαίρε­τα αλλά πηγάζει από την υλιστική, με όρους ατομικής φυσικής σύλληψη της πραγματικότητας, που καθορίζει την οντολογία του Επί­κουρου. Ανταποκρίνεται στη βασική του αντίληψη ότι η πραγματι­κότητα, όλη η πραγματικότητα, είναι δυνάμει φανερή’ ότι ο πραγ­ματικός κόσμος είναι φύσει φαινόμενος, ακόμη και αν δεν είναι όλα τα σώματα φανερά εδώ και τώρα. Για τον ίδιο λόγο δεν πρέπει να αποκλείεται το ενδεχόμενο να υπάρχουν πολλοί πραγματικοί κό­σμοι, όπως πιστοποιείται από τα φανταστικά αντικείμενα της αντίληψης.

Στην πραγματικότητα ο Επίκουρος, προχωρώντας ακό­μη περισσότερο, υποστηρίζει την ύπαρξη «άπειρου αριθμού κόσμων (κόσμοι άπειροι), από τους οποίους κάποιοι είναι όμοιοι με τον δικό μας κόσμο, ενώ άλλοι όχι». Ο φιλόσοφος οδηγείται σ’ αυτό το συ­μπέρασμα από την απειρότητα των ατόμων αλλά και του διαστή­ματος. Τελικά, ο κόσμος των φαινομένων είναι δυνάμει αποκαλύψιμος στο υποκείμενο της αντίληψης, εν προκειμένω στο άτομο που αντιλαμβάνεται, νιώθει και εντέλει διανοείται ή γνωρίζει. Κα­τά μία -κρίσιμη- έννοια, η γνώση -η άμεση, χειροπιαστή πληρο­φορία ή, ακόμη καλύτερα, η εναργής μαρτυρία περί του πραγματι­κού, δηλαδή του φαινόμενου κόσμου— εγγυάται την ομοιογενή και απόλυτα φυσική δομή του όντος, και το αντίστροφο. Η οντολογία και η γνωσιολογία βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση και αμοιβαιότη­τα. Αυτό μας επιτρέπει να μιλάμε για «οντογνωσιολογικό» συν­δυασμό: των αρχών του Κανονικού με τις αρχές της Φυσικής του Επίκουρου.

Πάθη

Τα πάθη ή συναισθήματα ή συγκινήσεις αποτελούν, σύμφωνα με τον Επίκουρο, το δεύτερο σημαντικό κριτήριο αλήθειας ή γνωσιολογικό κριτήριο. Τ όσο οι αισθήσεις όσο και τα πάθη ανήκουν στην ίδια τάξη του πραγματικού. Επιπλέον, και τα δύο μας παρέχουν μια εξίσου κρίσιμη μαρτυρία της ομοιογενούς υλικής δομής του φυ­σικού κόσμου που περιβάλλει τον άνθρωπο (και υπό μια γενική έν­νοια, το σύνολο του έμψυχου κόσμου) και περικλείει τις δραστηριότητές του. Για τον λόγο αυτό, όταν καταπίπτει η επιχειρηματολο­γία (και έχουμε δει ότι ο Επίκουρος διστάζει να μιλήσει για το λο­γικό μέρος της θεωρίας του, προτιμώντας αντ’ αυτού να υποστηρί­ζει τις αρχές του Κανονικού που σκιαγραφούν τα οντολογικά και, κατά συνέπεια, τα γνωσιολογικά του αξιώματα), υποχρεώνεται να υποστηρίξει την συμπληρωματικότητα των αισθήσεων και των πα­θών ως γνωσιολογικών κριτηρίων. Τα δύο αυτά κριτήρια αλή­θειας συνιστούν από κοινού ό,τι μπορεί να θεωρηθεί ως η υποδομή της γνωσιολογίας του Επίκουρου.

Αισθήσεις και πάθη είναι εξίσου πραγματικά και εξίσου έντονα. Ό,τι ισχύει για την αντιληπτικότητα στην περίπτωση των αισθή­σεων, το ίδιο ισχύει για την σωματική -ακόμη και φυχολογική- εμπειρία του πόνου και της ηδονής στην περίπτωση των παθών. Ε­πιπλέον, αισθήσεις και πάθη παρέχουν μια μη αναγώγιμη μαρτυρία της πραγματικότητας του κόσμου των φαινομένων, αλλά και εγγυώνται την ικανότητα του ανθρώπου να τα γνωρίζει. Η ύπαρξη, ως φαινόμενη πραγματικότητα, και η άμεση αδιαμεσολάβητη εμ­πειρία αυτής της πραγματικότητας μέσω της αισθητηριακής αντί­ληψης/εντύπωσης και του συναισθήματος -το οποίο μπορεί να θε­ωρηθεί ως ένα είδος «εσωτερικής αίσθησης»- συμπίπτουν,

[Οι Επικούρειοι] λένε ότι δύο πάθη υπάρχουν, η ηδονή και ο πόνος (άλγηδων), που προκαλούνται σε κάθε έμβιο ον (παν ζώον) ότι το ένα είναι οίκειον (συγγενικό προς την φύση του) ενώ το άλλο αλλότριον (ξένο /εχθρικό) και ότι με βάση αυτά αποφασίζουμε τι θα επιλέξουμε και τι θα αποφύγουμε (αιρέσεις και φυγάς).

Όσο για τις έρευνες, υπάρχουν δύο λογιών: η έρευνα που αφορά στα πράγματα (περί των πραγμάτων), και η έρευνα που ασχολείται με σκέτα λόγια (περί φίλην την φωνήν).

Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με τον ρόλο που παίζουν τα πάθη στον καθορισμό των επιλογών του ατόμου κατά την αναζήτηση της ευ­δαιμονίας- που, όπως θα δούμε, συμπίπτει με την επιδίωξη της η­δονής: του οικείου πάθους που «ευνοεί την ευφροσύνη» κάθε έμβιου όντος. Η διαδικασία αυτή, που χαρακτηρίζει και προσδιορίζει αυτό που σωστά θεωρείται ως σφαίρα της δράσης («επιλογές και αποφυ­γές»), θα εξεταστεί στο πλαίσιο της ηθικής θεωρίας του Επίκουρου. Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε και να τονίσουμε στο σημείο αυτό ότι τα δύο είδη παθών -ηδονή και πόνος (άλγηδων)- «προκαλούνται σε κάθε έμβιο ον» και συνοδεύουν κάθε έκφανση της ζωής στον κόσμο. Τα πάθη, με άλλα λόγια, όπως και οι αισθή­σεις, αποτελούν θεμελιώδη φυσιο/ψυχολογικά δεδομένα, που πι­στοποιούν και εγγυώνται την ύπαρξη και δομή του υλικού κόσμου όπως αυτός εμφανίζεται στον άνθρωπο και όπως ο άνθρωπος τον βιώνει. Και επιπλέον, ορίζουν τη θέση του ανθρώπου σ’ αυτόν τον κόσμο. Αισθήσεις και πάθη μαζί μας παρέχουν μια θεμελιώδη και μη διαψεύσιμη μαρτυρία περί της πραγματικότητας. Μας παρέ­χουν μια αδιάψευστη απόδειξη για τη φύση του κόσμου και ταυτό­χρονα διαγράφουν την έκταση και τα όρια της -εν δυνάμει- γνώ­σης αυτού του κόσμου και της θέσης μας μέσα σ’ αυτόν. Εμπεριέ­χουν, όπως έχουμε δει, την υποδομή της γνωσιοθεωρίας του Επί­κουρου, όπως αυτή υπαγορεύεται από το υλιστικό όραμα του φυσι­κό ΰ κόσμου, αφού συνιστούν αδιαφιλονίκητο σημείο αναφοράς. Α­νήκουν στην πρώτης τάξης, αδιαμεσολάβητη εμπειρία του κόσμου. Επομένως, η τελευταία φράση του αποσπάσματος του Διογένη Λαέρτιου που παραθέσαμε πιο πάνω, δεν είναι τόσο άσχετη όσο φαίνεται ίσως με την πρώτη ματιά. Η αληθινή έρευνα ενδιαφέρεται για τα υπαρκτά πράγματα, για το όν όπως εμφανίζεται μέσω της αισθητηριακής αντίληψης, της εντύπωσης και του συναισθήμα­τος, και όχι για σκέτα λόγια που δεν ανταποκρίνονται στην άμεσα αποκαλύψιμη πραγματικότητα του κόσμου.

Για να κλείσουμε, λοιπόν: ως μέρος του τετρακριτήριου της α­λήθειας ή γνωσιολογικού κριτηρίου, οι αισθητηριακές αντιλήψεις, οι εντυπώσεις και τα συναισθήματα/συγκινήσεις αποκαλύπτουν την οντολογική δομή της πραγματικότητας και εγγυώνται όλη την περαιτέρω αναζήτηση της αλήθειας. Καθορίζουν όλες τις περαι­τέρω προσπάθειες που καταβάλλουμε για να συγκροτήσουμε ή να ανασυγκροτήσουμε μια -έστω και μερικώς- αληθή εικόνα ή ερμηνευτική θεωρία του φυσικού κόσμου. Ετοιμάζουν το έδαφος και α­νοίγουν το δρόμο για την κοινή λογική που θα κρίνει τον κόσμο των φαινομένων. Αυτή, σύμφωνα με τον Επίκουρο, είναι η μόνη α­σφαλής βάση της επιστήμης. Οι αισθήσεις και τα πάθη ή, ακριβέστε­ρα, η ολοφάνερη μαρτυρία (ενάργεια) που μας παρέχουν η αισθη­τηριακή αντίληψη, η εντύπωση και η συγκίνηση, είναι η μοναδική πηγή βεβαιότητας: «…επί τάς αισθήσεις και τα πάθη – ούτω γάρ ή βεβαιότατη πίστις έσται…»

Πρόληψις

Οφείλουμε τώρα να εξετάσουμε τη σημαντική και κρίσιμη μετάβα­ση από τη γνωσιοθεωρητική υποδομή -που ορίζεται από την επι­κούρεια ανάλυση της φύσης και του ρόλου των αισθήσεων και των παθών-, στο γνωσιολογικό εποικοδόμημα, δηλαδή τη διαδικασία με την οποία, για να χρησιμοποιήσω την γλώσσα του Μαρξ, παράγεται η συνείδηση από την ύλη. Η έκφραση βέβαια δεν είναι του Επίκουρου, αν και είναι φανερό ότι ο Επίκουρος ακολουθεί την ίδια γραμμή σκέψης. Η δεύτερη σειρά κριτηρίων της αλήθειας, η πρόληψις και η φανταστική επιβολή της διάνοιας, (ασχέτως αν η δεύτερη προβλήθηκε ως κριτήριο από τον ίδιο τον Επίκουρο) έχει να κάνει ακριβώς μ’ αυτή τη μετάβαση.

Η πρόληψις, ένας όρος ασυνήθιστος και προβληματικός -που συχνότερα αποδίδεται ως «έννοια», «γενική έννοια», «έννοια που παράγεται από την αισθητηριακή αντίληψη» (Bailey), και ακόμη ως preconception (Hicks, Furley)-, προφανώς αναφέρεται στη δια­δικασία σχηματισμού εννοιών, μια διαδικασία η οποία εντείνεται από την ακόμη πιο δύσκολη και δυσνόητη λειτουργία που αποκαλείται φανταστικαί επιβολαί της διανοίας (=«διορατική σύλληψη του νου»). Ατυχώς, στα σωζόμενα κείμενα του ίδιου του Επίκου­ρου, πολύ λίγα υπάρχουν που θα μας επέτρεπαν να συλλάβουμε με βεβαιότητα το ακριβές νόημα της προλήψεως. Θα προσπαθήσω να απομονώσω τα χαρακτηριστικά που μπορούν με σιγουριά να απο­δοθούν στην πρόληψη και, επιπλέον, να καταδείξω -ελπίζω, με πληρότητα- τη διαδικασία σχηματισμού εννοιών, στο γνωσιολο­γικό σύστημα του Επίκουρου. Θα φανεί εδώ ότι η φυσική γλώσσα παίζει κρίσιμο ρόλο για την ανασύνθεση που επιχειρούμε. Η αναφορά του Διογένη Λαέρτιου σχετικά με το νόημα της προλήψεως έ­χει ως εξής:

Με την πρόληψιν εννοούν [οι Επικούρειοι] κάτι σαν νοητική σύλληψη κάποιου πράγματος ως υπαρκτού (κατάληψιν), ή ορθή γνώμη (δόξαν ορθήν), ή έννοια ή γενική ιδέα (καθολικήν νόησιν) επαναποθηκευμένη στο νου δηλαδή την μνήμη ενός εξωτερικού πράγματος που μας έ­χει παρουσιαστεί επανειλημμένα. Τέτοιας λογής είναι π.χ. ο άνθρω­πος: μόλις ειπωθεί η λέξη «άνθρωπος», αμέσως, σύμφωνα με την πρόληψη που έχουμε του ανθρώπου, παρουσιάζεται στη νόηση η μορφή του (τύπος), σύμφωνη με τα προηγούμενα δεδομένα των αι­σθήσεων. Έτσι, το αντικείμενο που αρχικά έχει δηλωθεί με μία λέξη (παντί όνόματι) [ή αλλιώς: το πρωταρχικό νόημα που έχει αποδοθεί σε κάθε λέξη], είναι ξεκάθαρο (εναργές). Δεν θα ρωτούσαμε ποτέ για κάτι που προηγουμένως δεν έχουμε γνωρίσει’ ρωτάμε, λόγου χάρη, «άλογο είναι αυτό που στέκεται εκεί πέρα ή βόδι;». Θα πρέπει να μας είναι ήδη γνωστές, με βάση την πρόληψιν, οι μορφές του αλόγου και του βοδιού. Ούτε θα μπορούσαμε ποτέ να ονομάσουμε κάτι, αν προη­γουμένως δεν γνωρίζαμε, σύμφωνα με την πρόληψιν, τη μορφή του (τύπον). Οι προλήψεις, επομένως, είναι πράγματα αυταπόδεικτα (ε­ναργείς). Και το αντικείμενο της γνώμης μας πάντα εξαρτάται από κάποιο προηγούμενο αυταπόδεικτο πράγμα, στο οποίο αναφερόμα­στε’ όπως λ.χ,: «Από πού ξέρουμε ότι τούτο το ον είναι άνθρωπος;».

Για την γνώμη χρησιμοποιούν την λέξη υπόληψις που, όπως ισχυρίζονται, είτε είναι αληθής είτε ψευδής: Αν πιστοποιείται από τις αυταπόδεικτες μαρτυρίες ή δεν αναιρείται (μη αντιμαρτυρήται), τότε αληθεύει. Ενώ αν δεν πιστοποιείται ή αν υ­πάρχει αρνητική μαρτυρία, τότε είναι ψευδής, Γι’ αυτό και εισήγαγαν την έκφραση «το προσμένον» [ = αυτό που περιμένει επαλήθευση] ό­πως, λόγου χάρη περιμένει κανείς να πλησιάσει πρώτα κοντά σ’ ένα πύργο και να εξακριβώσει πώς φαίνεται εκ του σύνεγγυς [δηλ. να εξ­ακριβώσει αν είναι κυλινδρικός ή ορθογώνιος].

Το πρώτο και πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της προλήψεως, σύμφωνα με την παραπάνω αναφορά, είναι η σχέση της με την μνήμη. Ενώ βεβαιώνεται ότι η αίσθησις στερείται λόγου (άλο­γος εστί) και δεν είναι επιδεκτική μνήμης (μνήμης ουδεμιάς δεκτι­κή), η πρόληψις αναφέρεται στη διαδικασία με την οποία επιμέρους, άλογες και δίχως μνήμη αισθητηριακές εντυπώσεις και λει­τουργίες συνενώνονται -για να το πούμε έτσι- για να σχηματί­σουν εικόνες (τύπους) αντικειμένων που έχουν εμφανιστεί ξανά και ξανά στο υποκείμενο της αντίληψης, μέσω της αισθήσεως και ενδε­χομένως μέσω των παθών. Αυτές οι προλήψεις, ή εικόνες που α­νακαλούνται στη μνήμη μπορούν, σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, να εναποθηκεύονται και να χρησιμοποιούνται για κατοπινή ταυτοποίηση ή, καλύτερα, αναγνώριση των αντικειμένων του φαι­νόμενου κόσμου.

Oι όροι κατάληψις (= αποδοχή μιας παράστασης ως αληθούς ή υ­παρκτής), δόξα ορθή (= ορθή γνώμη), έννοια και καθολική νόησις (= καθολική ιδέα) εισάγονται σε μια προσπάθεια να αποσαφηνιστεί το νόημα της προλήψεως. Θα ’λεγε κανείς ότι καταδεικνύουν μια δια­δικασία βαθμιαίου σχηματισμού προλήψεων από το απόθεμα των επιμέρους, ασύνδετων και δίχως μνήμη αισθητηριακών αντιλήψε­ων, εντυπώσεων και, ενδεχομένως, συναισθημάτων. Με άλλα λό­για, η σχέση της προλήψεως με τη μνήμη εισάγει τη διάσταση του χρόνου, αυτής της «ιδιόμορφης ιδιότητας» (ίδιον τι σύμπτωμα), που συνοδεύει τις αισθητηριακές μας συλλήψεις, τις εντυπώσεις και τα συναισθήματα/συγκινήσεις μας. Διαδοχικές αισθητηριακές α­ντιλήψεις, εντυπώσεις και συγκινήσεις συνενώνονται, μέσα σε ξε­χωριστές χρονικές στιγμές, σε μια συνεκτική, σταθερή εικόνα, δυ­νάμει αποθηκεύσιμη και διαθέσιμη για ανάκτηση και εφαρμογή για την ταυτοποίηση/αναγνώριση περαιτέρω αντικειμένων της ομοιο­γενούς, υλικής, φαινόμενης πραγματικότητας. Μέσω των προλή­ψεων, λοιπόν, το υποκείμενο της αντίληψης και του συναισθήματος εισέρχεται στη σφαίρα της συνέχειας, του δομημένου χρόνου’ ικανό να ανακαλεί τη μνήμη, να αναγνωρίζει και να ταυτοποιεί, αρχίζει να συγκροτεί, ή μάλλον να ανακαλύπτει ένα δομημένο, διαρκή και ανθεκτικό κόσμο αισθήσεων και παθών.

Μέσω της προλήψεως, ο αντιληπτός κόσμος γίνεται, σε βάθος χρόνου, συνεχής και αναγνωρίσιμος. Εικόνες δημιουργούνται, ενα­ποθηκεύονται και απομνημονεύονται για περαιτέρω χρήση. Ο αρ­χικά -και δυνάμει- χαοτικός, ασυνάρτητος, αποσπασματικός κό­σμος της φαινόμενης πραγματικότητας αρχίζει να εμφανίζεται -εν μέρει, έστω- ως ένα συνεκτικό, δομημένο όλον. Το υποκείμενο, που θα ήταν δέσμιο ενός χαοτικού και δίχως νόημα κόσμου ασύν­δετων αισθήσεων και παθών, τώρα μετατρέπεται σε μνήμονα κά­τοικο ενός συνεκτικού κόσμου του οποίου τα μηνύματα βαθμιαία ομογενοποιούνται και σταθεροποιούνται. Παρελθούσες, παρούσες και μελλοντικές αισθητηριακές εμπειρίες, εντυπώσεις και συναι­σθήματα ομαδοποιούνται, τροφοδοτώντας τον υποκειμενικό χρόνο με τις δικές του φυσικές, σταθερές προλήψεις. 0 υποκειμενικός χρό­νος τώρα κατοικείται από αντικειμενικές προλήψεις ή προβλέψεις αλλά και, θα τολμούσα να πω, προαισθήματα. Ο Επίκουρος θα μπορούσαμε να πούμε ότι επιχειρεί να διατυπώσει μια μάλλον αυ­στηρή επαγωγική αρχή.

Επιπλέον, οι προλήψεις είναι εναργείς’, έχουν την ίδια άμεση, αδιαμφισβήτητη, ξεκάθαρη προφάνεια που χαρακτηρίζει τις αισθήσεις και τα πάθη. Με άλλα λόγια, η πραγματικότητα και, συνε­πώς, η αλήθεια αυτών των σταθερών συνεκτικών εικόνων διαθέτει την ίδια άμεση και αδιαμφισβήτητη φυσικότητα και εγκυρότητα που έχουν οι αρχικές αισθητηριακές εμπειρίες και τα συναισθήμα­τα που παρήγαγαν τις εικόνες αυτές. Έτσι, η νέα τυπολογία που ε­πιτυγχάνεται μέσω των προλήψεων μπορεί να υποκαταστήσει τη μαρτυρία των αισθήσεων και των συναισθημάτων με την ίδια αδια­φιλονίκητη αυθεντικότητα και σαφήνεια. Όταν ο νους ανακαλεί τις σταθερές εικόνες που έχουν δομηθεί με βάση άμεσες αισθητηριακές εμπειρίες, εντυπώσεις και συναισθήματα, το κάνει με την ίδια βε­βαιότητα και φυσική αναγκαιότητα με την οποία είχε καθοριστεί η απόκτηση της αρχικής εμπειρίας του κόσμου μέσω των αισθήσεων και των παθών. Η μόνη διαφορά είναι η διάρκεια και η διαθεσιμό­τητα αυτών των νέων νοητικών εικόνων που μπορούν να ανακα­λούνται στη μνήμη και να χρησιμοποιούνται ανά πάσα στιγμή. Η ενάργεια τους εκτείνεται μέσα στο χρόνο. Παραμένουν σταθερές και ανακτήσιμες. Στη συνέχεια, μέσω της γλώσσας, μπορούν να α­ποκτήσουν ανεξάρτητη υπόσταση και να περάσουν στη σφαίρα της αφαίρεσης και της θεωρίας. Υπάρχει, φυσικά, ο κίνδυνος η γλώσσα να αποκτήσει δική της, ανεξάρτητη υπόσταση αλλά όσο οι προλήψεις παραμένουν προσκολλημένες στις λέξεις -στις ονομασίες, στους όρους, στις έννοιες- που χρησιμοποιούμε όταν ταυτοποιούμε τα αντικείμενα της εμπειρίας μας, είναι πάντοτε εφικτή μια αλη­θής θεωρία για τη φύση του κόσμου.

Μαθαίνουμε να συνδέουμε λέξεις με πράγματα που συλλαμβάνουν οι αισθήσεις μας κι έτσι, όταν προφέρεται η λέξη, έχουμε μια «πρόλη­ψη» αυτού στο οποίο η λέξη αναφέρεται. Υπάρχει ωστόσο ο κίνδυνος να λησμονήσουμε ότι αυτή είναι η χρήση των λέξεων και να επιχει­ρήσουμε να τους δώσουμε μια ανεξάρτητη ζωή. Έτσι, ο Επίκουρος τονίζει ότι θα πρέπει να έχουμε στο νου μας τα πράγματα τα οποία έχουμε εκχωρήσει στις λέξεις μας (τά υποτεταγμένα τοίς φθόγγοις), ώστε να αποφεύγουμε τη χρήση κενών λέξεων. Πρέπει να χρησιμο­ποιούμε τις λέξεις με τρόπο που ανταποκρίνεται στις προλήψεις μας, διότι αν αφήσουμε τις λέξεις αδέσποτες θα γίνουν άστοχες και ανεξέ­λεγκτες.

Τρίτο και τελευταίο χαρακτηριστικό της προλήψεως -και ί­σως το πιο σημαντικό από όλα- είναι ότι οι προλήψεις αποκτώνται μέσα από μια διαλεκτική σχέση με τον κόσμο των φαινομένων και με τις αισθητηριακές εντυπώσεις και τα συναισθήματα που αυτός προκαλεί στο αντιλαμβανόμενο/αισθανόμενο υποκείμενο. Η διαδι­κασία που είχε θεωρηθεί ως δεδομένη σε σχέση με την παραγωγή αισθήσεων (δηλαδή ότι προκύπτουν μέσω ενεργούς αλληλεπίδρα­σης -«πραγματικής επαφής» με ένα συγκεκριμένο πράγμα- ή κατ’ αναλογία, ή σύμφωνα με κάποια ομοιότητα ή μέσω συσχετίσεων -κατά περίπτωσιν, αναλογίαν, ομοιότηταν καί σύνθεση), επεκτείνεται για να συμπεριλάβει την επιβεβαίωση και μη επιβεβαίωση με βάση την καθαρή ενάργεια που προσφέρουν τα ίδια τα φαινόμενα. Με άλλα λόγια, η διαδικασία σχηματισμού της προλήψεως αρχίζει να μοιάζει με τη διαδικασία της «εικασίας και ανασκευής», που α­νοίγει το δρόμο στην αφαίρεση και τη θεωρία.

Μπορεί κανείς να υποστηρίξει με σιγουριά ότι με το τρίτο κριτή­ριο της αλήθειας ο Επίκουρος εισέρχεται προσεκτικά στον χώρο του επαγωγικού συλλογισμού. Τονίζει όμως ότι μόνο με σχολαστικές διαδικασίες συλλογής και διαίρεσης, επιβεβαίωσης ή μη επιβεβαίω­σης (με την άμεση και απευθείας -μολονότι χαοτική και αποσπα­σματική- μαρτυρία αισθήσεων και συναισθημάτων), μπορεί ο λογι­σμός ν’ αρχίσει να συγκροτεί ή να ανασυνθέτει μια αληθή -αν και αφηρημένη και απόμακρη- εικόνα ενός δομημένου και συνεκτικού κόσμου, όπου αντικείμενο και υποκείμενο προσχωρούν σε ένα είδος συμμαχίας και φτάνουν ακόμη και να συμπίπτουν. Μέσω της μνή­μης και της διάστασης του χρόνου, η οποία επιτρέπει σύγκριση, α­ναλογική συγκρότηση και σύνθεση, γίνεται δυνατή η παραγωγή της υλικής συνείδησης – μια διαδικασία που άμεσα θέτει το ζήτημα της γλώσσας. Σ’ αυτό το ζήτημα πρέπει τώρα να στραφούμε.

«Πρόληψης» και φυσική γλώσσα

Ποιο ρόλο παίζει γλώσσα -οι λέξεις, οι ονομασίες, οι όροι, οι έν­νοιες και, τελικά, η θεωρία— στο σχηματισμό των προλήψεων;

Στην Επιστολή προς Ηρόδοτο, που πραγματεύεται τη φυσική ε­πιστήμη (φυσιολογία, φύσεως θεωρία) και επιχειρεί να δώσει στους ενδιαφερομένους μια ικανοποιητική σύνοψη των αρχών που πρέπει να μας οδηγούν στην έρευνα της φύσης, ο Επίκουρος γράφει τα εξής:

Πρώτα-πρώτα, Ηρόδοτε, πρέπει το εννοιολογικό περιεχόμενο των λέξεων να μας είναι δεδομένο, ώστε να τις έχουμε ως συγκεκριμένα σημεία αναφοράς όταν εκφέρουμε κρίσεις για τα όσα φρονούμε ή αναζητούμε ή για τα άλυτα προβλήματα” κι όχι να χανόμαστε σε ατέρμονες ερμηνείες ή να χρη­σιμοποιούμε λέξεις κενές νοήματος (κενούς φθόγγους). Πρέπει απα­ραίτητα να είναι σαφές το πρωταρχικό νόημα (το πρώτον εν νόημα) της κάθε λέξης, χωρίς τη βοήθεια καμιάς πρόσθετης απόδειξης, αν θέλουμε να αναφερόμαστε σε κάτι συγκεκριμένο όταν αναζητούμε, ό­ταν βρισκόμαστε σε αδιέξοδο ή όταν εκφέρουμε γνώμες.

Κι επίσης, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να στηριζόμαστε στις αι­σθήσεις μας, προσηλωμένοι στις παρούσες εντυπώσεις είτε του νου (επιβολάς διανοίας) είτε οποιοσδήποτε άλλου κριτηρίου, καθώς και στα υπαρκτά συναισθήματα (πάθη), ώστε να έχουμε μια βάση για να βγά­ζουμε συμπεράσματα και για τα όσα περιμένουν επιβεβαίωση (το προσμένον) και για τα μη προφανή (άδηλον).

Με βάση τις αισθητηριακές εμπειρίες, τις εντυπώσεις, τα συναι­σθήματα, «τις παρούσες εντυπώσεις, είτε του νου είτε οπουδήποτε κριτηρίου», που όπως είδαμε παρέχουν θεμελιώδη αδιάψευστη μαρ­τυρία περί του κόσμου, σχηματίζεται μια γλωσσική δομή της οποί­ας οι αρχικοί ήχοι καθώς και οι κατοπινές λέξεις, όροι και έννοιες έχουν φυσικό χαρακτήρα. Υπάρχουν, δηλαδή, κατ’ αντιστοιχία «ένα προς ένα» με την πραγματικότητα στην οποία αναφέρονται και η σημασία τους, το νόημά τους, πρέπει να είναι δυνάμει επαληθεύσιμα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή, με αναφορά σε αυτή την πραγματικότητα. Η αντιστοίχιση, ακόμη και ταυτοποίηση, «λέξης και αντικειμένου» (ή σημαίνοντος και σημαινομένου) είναι φυσική, αδιαφιλονίκητη και προφανής στο αντιλαμβανόμενο/συναισθανόμενο υποκείμενο. Διαφορετικά, όλη η έρευνα θα αποδειχθεί ότι είναι μάταιη, ότι ενδιαφέρεται για λέξεις χωρίς περιεχόμενο (κενοί φθόγγοι), ή για ατελέσφορα, μη επαληθεύσιμα επιχειρήματα επ’ άπειρον (εις άπειρον). Για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Διογένη Λαέρτιου που παρέθεσα προηγουμένως, μια τέτοια έρευνα θα αφορά μόνο σε λέξεις κενές περιεχομένου (περί φίλην την φωνήν), ενώ η πραγματική φυσιολογία πρέπει να ενδιαφέρεται για την έ­ρευνα των αληθινών πραγμάτων (περί τά πράγματα). Άρα, είναι απαραίτητη κατ’ αρχάς η βεβαιότητα για το πρωταρχικό νόημα (τό πρώτον εννόημα) καθεμιάς λέξης, κάθε όρου και τελικά κάθε έν­νοιας, πριν να προχωρήσουμε στη έρευνα του φυσικού κόσμου.

Η οντογνωσιολογία του Επίκουρου έχει ήδη υποστηρίξει ότι η φυσική αντιστοιχία μεταξύ του υποκειμένου που αντιλαμβάνεται και του αντικειμένου που γίνεται αντιληπτό βρίσκεται στη ρίζα της εμπειρίας του κόσμου των φαινομένων, και ότι δεν μπορεί να συμ­βαίνει κάτι διαφορετικό. Οι προλήψεις λειτουργούν ακριβώς ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην άμεση μαρτυρία που παρέχουν οι αισθήσεις και στην ανώτερη δραστηριότητα του σχηματισμού εν­νοιών και του λογισμού. Υποστηρίζεται, λοιπόν, τώρα ότι η γλώσσα, η φυσική γλώσσα που απόλυτα και κατηγορηματικά αντιστοι­χεί στις αισθητηριακές εμπειρίες μας, τις εντυπώσεις και τα συναι­σθήματα μας, μπορεί να παρέχει μια επαρκή εξήγηση του μηχανι­σμού αυτής της μετάβασης. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να περιγράφει επακριβώς τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του θεωρητικού εποικοδομήματος το οποίο τελικά θα μας επιτρέ­ψει να εκφέρουμε νοήμονα λόγο περί του κόσμου, να ερευνούμε και να διατυπώνουμε θεωρίες για τη φύση του.

Πιο κάτω, στο ίδιο κείμενο, ο Επίκουρος αναφέρεται με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια σ’ αυτή τη φυσική ανάδυση της συνείδησης α­πό την ύλη, μέσω της φυσικής γλώσσας. Θα διαπιστώσουμε ότι τα επιχειρήματά του προοιωνίζουν -και ίσως πραγματικά να έχουν ε­πηρεάσει- την επιχειρηματολογία του νεαρού Μαρξ πάνω στο ίδιο θέμα.

Συνεπώς, ακόμη και οι λέξεις (ονόματα) αρχικά δεν προέκυψαν ως προϊόν σύμβασης (μη θέσει γενέσθαι) η ίδια η φύση των ανθρώπων, ανάλογα σε τι έθνος ανήκαν, και τι ιδιαίτερα αισθήματα ένιωθαν (ί­δια πάθη) και ποιες ήταν οι παραστάσεις τους (ίδια φαντάσματα), τους έκανε να εκπνέουν τον συμπιεσμένο αέρα με ιδιαίτερο τρόπο, που κα­θοριζόταν από τα εκάστοτε συναισθήματα και τις παραστάσεις και τις διαφορές από τόπο σε τόπο. Αργότερα δε, καθιερώθηκαν σε κάθε λαό κοινές ονομασίες ώστε να υπάρχει λιγότερη σύγχυση και να εκφράζο­νται οι άνθρωποι πιο σύντομα. Κι επίσης, όσοι συνειδητοποιούσαν κάποια πράγματα που δεν τα έβλεπαν όλοι (ου συνορώμενα), τα πρόβαλαν στους υπολοίπους προφέροντας κάποιες λέξεις άλλοι το έκα­ναν σπρωγμένοι από την ανάγκη, κι άλλοι τις επέλεγαν οδηγημένοι από το λογικό τους, έτσι ώστε να εκφράζονται κατά τρόπο σύμφωνο με τις γενικότερα αίτια που διέπουν την ομιλία.

Η γλώσσα, σύμφωνα με το κείμενο αυτό, δεν είναι ζήτημα απλής σύμβασης μεταξύ ανθρώπινων όντων που συμφωνούν για τη σημα­σία των ήχων και, τελικά, των συμβόλων που επινοούν αυθαίρετα’ μάλλον έχει τη βάση της στη φυσική αλληλεπίδραση των ατόμων με το περιβάλλον τους και, κατά δεύτερο λόγο, μεταξύ τους. Οι αρ­χικοί στοιχειώδεις ήχοι, που βαθμιαία εξελίσσονται σε λέξεις που χρησιμοποιούνται για να περιγράφουν τις επιμέρους εντυπώσεις και τα συναισθήματα της εμπειρίας του κόσμου των φαινομένων, παράγονται ως ένα είδος άμεσης φυσικής εκροής.

Οι λέξεις/ονομασίες -οι πλέον στοιχειώδεις γλωσσικές οντότη­τες- εμφανίζονται ως φυσικές αντιδράσεις, φυσικές υλικές οντότη­τες, ήχοι που εκπέμπονται αυθόρμητα για να ταυτοποιήσουν ή να εκφράσουν αισθητηριακές εμπειρίες και συναισθήματα. Λέξη και α­ντικείμενο έχουν αιτιώδη σύνδεση. Έχουμε εδώ ένα στοιχειώδες πρόγραμμα που θα ταίριαζε με οποιαδήποτε «συμπεριφορική» (be­havioural) θεωρία της γλώσσας.

Είναι ενδιαφέρον να επισημάνουμε, επ’ ευκαιρία, την ενθουσιώ­δη υποστήριξη της επικούρειας θεωρίας της φυσικής γλώσσας από τον Διογένη Οινοανδέα, και τη χλευαστική στάση του απέναντι σε αντίπαλες φιλοσοφικές θεωρίες που εξηγούν τη γένεση της γλώσ­σας ως προϊόντος επινόησης και σύμβασης:

Όσο για τους ήχους της ομιλίας -δηλαδή τα ρήματα και ουσιαστικά που πρόφεραν οι γεννημένοι από τη γη άνθρωποι-, ας μην παρουσιά­ζουμε τον Ερμή σαν τον πρώτο διδάξαντα όπως κάνουν μερικοί -εί­ναι ολοφάνερο ότι πρόκειται για ανοησία. Αλλά ούτε και τους φιλο­σόφους να πιστεύουμε, εκείνους που λένε πως τα πράγματα απέκτη­σαν τις ονομασίες τους σύμφωνα με κάποια οδηγία και διδασκαλία, έ­τσι ώστε να έχουν οι άνθρωποι σύμβολα των πραγμάτων για να μπο­ρούν να συνεννοούνται εύκολα. Πρόκειται για γελοία ιδέα -και μάλιστα, την πιο γελοία ανάμεσα σε όλες τις γελοιότητες’ χώρια που είναι εντελώς αδύνατο, κάποιος να συγκεντρώσει από μόνος του τόσο μεγάλα πλήθη ανθρώπων … και αφού τα συγκεντρώσει με μια προσταγή, ν’ αρχίσει να δίνει εντολές με μια βέργα στο χέρι σαν δά­σκαλος, ν’ ακουμπάει το καθετί και να λέει «τούτο ’δω θα ονομάζεται πέτρα, αυτό ξύλο, αυτό άνθρωπος ή σκυλί ή βόδι…».

Αυτή η εκ πρώτης όψεως ανεπεξέργαστη θεωρία περί παραγω­γής της γλώσσας εδραιώνει, όπως ήδη έχουμε δει, μια φυσική α­ντιστοιχία- ανάμεσα στο αντιληπτό αντικείμενο και την ονομασία του, στο πράγμα και στη λέξη, στο σημαινόμενο και στο σημαίνον, μέσω του σημείου: μια θεμελιώδη οντολογική αμοιβαιότητα ανά­μεσα στις αισθητηριακές εμπειρίες/συναισθήματα και στις ηχητικές εικόνες ή τα ισοδύναμά τους που, ασφαλώς, οδηγεί σε μια σειρά γνωσιολογικών συμπερασμάτων. Την αναγκαιότητα αυτής της φυ­σικής παραγωγής γλώσσας -και, τελικά, συνείδησης- εγγυάται η ομοιογενής υλική/ατομική δομή του φυσικού κόσμου. Μέσω της μνήμης -της εμπειρίας της ταυτότητας μέσα στον χρόνο- σχημα­τίζονται οι προλήψεις: τα ανθεκτικά είδωλα που αναπαριστούν ή συνοψίζουν ή αναφέρονται στις αισθητηριακές εμπειρίες/εντυπώσεις/συναισθήματα που βιώνει το υποκείμενο. Προετοιμάζεται έτσι το έδαφος για την εισαγωγή της λογικής, ρυθμιστικής δραστηριό­τητας του νου (για τον λογισμόν), με βάση την φυσική γλώσσα που, όπως δείξαμε, μας δίνει τον χαμένο κρίκο ανάμεσα στο οντολογικό όραμα του Επίκουρου και στις γνωσιοθεωρητικές του συνέπειες. Ό­λη η έρευνα και επομένως όλη η γνώση (επιστήμη) για τον φυσικό κόσμο βασίζεται στις στοιχειώδεις λέξεις, ονομασίες, όρους και έν­νοιες που παράγονται από αυτή την κατεξοχήν φυσική αλληλεπί­δραση μεταξύ του υποκειμένου και του περιβάλλοντος του, του κό­σμου των φαινομένων. Και στη συνέχεια οι προτάσεις, εδραιωμέ­νες πάνω στις ήδη αποκτημένες προλήψεις, ανοίγουν το δρόμο στην επιστημονική έρευνα, όπως σωστά ονομάζεται.

Το σύστημα που προτείνει ο Επίκουρος στην Επιστολή προς Η­ρόδοτο είναι αυτό της «επιστημονικής εικασίας και ανασκευής». Εφ’ όσον μια υπόθεση εξηγεί επαρκώς μια σειρά φαινομένων, και εφ’ όσον απουσιάζουν παραδείγματα που την αντιστρατεύονται, η υπόθεση αυτή θα πρέπει να θεωρείται εύλογη και ικανοποιητική. Πράγματι, η επικούρεια θεωρία της γνώσης -ιδιαίτερα σε ό,τι α­φορά στην επιστημονική έρευνα-, μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος μό­νο μιας ευρύτερης «θετικιστικής επίθεσης εναντίον της μεταφυσι­κής». Άλλωστε η φυσιολογία, η έρευνα του φυσικού κόσμου, δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μια απαραίτητη προπαιδευτική ενασχόλη­ση που θα επιφέρει την ψυχική ηρεμία (γαληνισμόν), την αναγκαία για την επιδίωξη του ευ ζήν.

Φανταστικοί επιβολαί της διανοίας

Σύμφωνα με την αναφορά του Διογένη Λαέρτιου, οι Επικούρειοι -αλλά όχι ο ίδιος ο Επίκουρος- πρόσθεσαν ένα τέταρτο γνωσιολογικό κριτήριο, την φανταστικήν επιβολήν τής διανοίας. Ο δύσκολος αυτός όρος απαντά σε κάποια από τα σωζόμενα συγγράμματα του Επίκουρου, αν και παραλλαγμένος. Εντούτοις, πουθενά δεν α­ποσαφηνίζεται το ακριβές νόημά του, και ο ρόλος του στο ευρύτερο πλαίσιο της επικούρειας γνωσιολογίας παραμένει ασαφής. Δεν θα υπεισέλθω εδώ στις βυζαντινού τύπου ατέρμονες ακαδημαϊκές δια­φωνίες ως προς την ερμηνεία αυτής της παράξενης έκφρασης. Ο Bailey, σ’ ένα εκτενές “Παράρτημα” (στην έκδοσή του των σωζόμενων γραπτών του Επίκουρου), μιλά για το νόημα του όρου – μάλ­λον επαρκώς, αν όχι πειστικά. Ο Bailey συνοψίζει το επιχείρημά του ως εξής:

Το φυσικό νόημα της επιβολής, που αποδόθηκε σε λειτουργίες των αισθήσεων ή του νου, είναι: «προβολή (πάνω σε-)», και έτσι «προσο­χή (σε-)», και -αν προσθέσουμε και το αποτέλεσμα- «σύλληψη», α­κόμη και «θέαση». Ο Επίκουρος, σε αρκετά κρίσιμα χωρία, υπαι­νίσσεται την επιβολήν των αισθήσεων ως «αντίληψη» δια της «προσ­ήλωσης του βλέμματος», σε αντίθεση με το παθητικό κοίταγμα. Η επιβολή τής διανοίας αντιστοιχεί ακριβώς σ’ αυτό και σημαίνει, πρώτον, την άμεση σύλληψη, μέσω της νοητικής προσήλωσης, ορι­σμένων λεπτών «ειδώλων» -υπερβολικά λεπτών για να τα συλλάβουν οι αισθήσεις-, και ιδιαίτερα των «ειδώλων» των θεϊκών όντων και δεύτερον, σημαίνει την άμεση ή «ενορατική» σύλληψη εννοιών -ιδιαίτερα των «ξεκάθαρων», δηλαδή αυταπόδεικτων εννοιών της ε­πιστημονικής σκέψης.

Για τους σκοπούς της μελέτης μας αρκεί να περιορίσουμε τη συζή­τηση σε μια απλή επισήμανση του πιθανού νοήματος της έκφρασης «φανταστική επιβολή της διάνοιας», και της σημασίας της στην τε­τραπλή συνταγή της αλήθειας, ανεξάρτητα αν αυτή υποστηρίχτηκε από τον ίδιο τον Επίκουρο ή μόνο από τους μαθητές του.

1. Η έκφραση αποτελείται από τρεις όρους: φανταστική (από το φαντασία/φάντασμα- εικόνα, είδωλο, παράσταση, εντύπωση), επι­βολή (προσήλωση, ρίψη) και διάνοια. Αναφέρεται επομένως στις εικόνες/παραστάσεις εκείνες που συλλαμβάνονται από το νου, ανε­ξάρτητα, εκ πρώτης όψεως, από οποιαδήποτε ορατά πράγματα. Υπό αυτή την έννοια, είναι παρόμοιες με τις ήδη συγκροτημένες προλήψεις. Θεωρούμενες ως «διορατικές συλλήψεις του νου», οι παραστάσεις αυτές που άμεσα συνέλαβε ο νους μέσω της διόρασης, εμφανίζονται να έχουν αποδεικτική αξία ισοδύναμη με των αισθή­σεων. Στην Επιστολή προς Ηρόδοτο, ο Επίκουρος επιμένει: «[κα­νόνας μας] είναι ότι αληθές έστιν αυτό που παρατηρούμε με τις αισθήσεις ή συλλαμβάνουμε άμεσα με τον νου (τό κατ’ επιβολήν λαμβανόμενον τή διανοία ). Οι εικόνες αυτές, ό,τι κι αν είναι, έχουν βαρύτητα και εγκυρότητα που συναγωνίζεται την εγκυρότητα των εντυπώσεων που μας δίνουν οι αισθήσεις. Είναι απλώς διαφορετι­κά είδη εντύπωσης. Είναι εξίσου αληθείς -και επομένως πραγμα­τικές- με τις αισθήσεις μας. Με άλλα λόγια, παρέχουν μαρτυρία για την πραγματικότητα και τη δομή του κόσμου εξίσου αποφασι­στική με την μαρτυρία που παρέχουν τα άλλα τρία κριτήρια που ρητά έθεσε ο Επίκουρος.

2. Αυτές οι διορατικές συλλήψεις του νου μοιάζουν και, με μια έν­νοια, αντιστοιχούν στις πραγματικές, υπαρκτές -διότι ενεργούν ως αίτια, και προκαλούν κίνηση- παραστάσεις που παράγονται στο νου κάποιου που ονειρεύεται ή κάποιου διανοητικά διαταραγμένου – παραστάσεις εξίσου αληθείς με τις άλλες συνηθισμένες μαρτυρίες που μας παρέχουν οι αισθήσεις. 0 Επίκουρος είναι σαφής επ’ αυ­τού: «Ακόμη και των τρελών οι παραστάσεις (τά των μαινόμενων φαντάσματα), όπως και αυτές που βλέπουμε στον ύπνο μας ([τά] κατ’ όναρ) είναι άληθεΐς, διότι προκαλούν κίνηση -δηλαδή κίνηση στο νου- ενώ το μη ον δεν προκαλεί τίποτα. Παρέχουν άμεση και μη βελτιώσιμη μαρτυρία για έναν μη προφανή, μη ορατό -αλλά, εν προκειμένω, όχι λιγότερο πραγματικό ή υλικό- κόσμο που υ­πάρχει δίπλα στον αισθητό, άμεσα αποκαλύψιμο κόσμο των φαι­νομένων. Από οντολογική άποψη, αυτός ο κόσμος ανήκει στην ίδια τάξη πραγματικότητας με τον κόσμο των φαινομένων τον οποίο βιώνει το άτομο διά των αισθήσεων και συναισθημάτων του, και τον οποίο δομεί και ταυτίζει δια των προλήψεων του. Φαίνεται, ω­στόσο, ότι η διαφορά ανάμεσα στις προλήψεις (τις σταθερές έννοιες) και στις φανταστικές επιβολές της διάνοιας, έγκειται στο γεγονός ό­τι οι τελευταίες μπορούν να σπάσουν τα δεσμά και να αποκτήσουν μια δική τους ανεξάρτητη ύπαρξη, χωρίς αναφορά στις αισθήσεις, τα πάθη ή τις προλήψεις που μπορεί να έχουν προκαλέσει το σχη­ματισμό τους. Στο μέτρο που μπορεί αυτό να συμβαίνει, τέτοιες παραστάσεις που σχηματίζονται στο νου θα πρέπει να ελέγχονται με τον εμπειρικό τρόπο της «επιστημονικής εικασίας και ανασκευ­ής» που ήδη έθεσε ρητά και με σαφήνεια ο Επίκουρος. Με άλλα λό­για, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως υποθέσεις που, αναντίρρη­τα, αφορούν στην πραγματικότητα, μα που ωστόσο επιδέχονται ε­πιβεβαίωση ή μη επιβεβαίωση – αν και ο Επίκουρος πουθενά δεν υποστηρίζει ξεκάθαρα κάτι τέτοιο. Και μάλιστα επιμένει, όπως έ­χουμε δει, ότι η εγκυρότητα της μαρτυρίας που παρέχει ο νους συν­ αγωνίζεται την εγκυρότητα της μαρτυρίας των αισθήσεων. Φαίνε­ται λοιπόν να ισχύει ο ίδιος υπό όρους χειρισμός και των δύο τύπων κριτηρίων: τόσο η βάση (αισθητηριακή αντίληψη /εντύπωση και συναίσθημα/συγκίνηση) όσο και το εποικοδόμημα (πρόληψη «διορα­τική σύλληψη του νου») της γνωσιολογίας του Επίκουρου απαι­τούν εμπειρική επικύρωση.

3. Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι οι φανταστικού επιβολαί τής διά­νοιας είναι κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, προϊόντα της διανοίας. Α­νήκουν σ’ ένα είδος της ανεξάρτητης δραστηριότητας που χαρακτη­ρίζεται από δικό της τρόπο λειτουργίας. Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα ο ρόλος της γλώσσας γίνεται αμφίβολος και παραγνωρίζεται μια σειρά γνωσιολογικών προβλημάτων. Εντούτοις, είναι σαφές ότι αυτές οι «διορατικές συλλήψεις του νου» ξανοίγουν σε ένα κόσμο νοήματος που προηγουμένως απουσίαζε από το επικούρειο σύστη­μα. Εισάγουν μια διάσταση που προσιδιάζει στην ίδια την σκέψη, και είναι τελικά απαραίτητες για οποιοδήποτε θεωρητικό εγχείρη­μα – μια διάσταση που δεν θα μπορούσε να έχει απαλειφθεί ακόμη και από τη θετικιστική, ή καλύτερα, υλιστική γνωσιολογία του Ε­πίκουρου. Σε τελική ανάλυση, η υλική παραγωγή της συνείδησης πρέπει κατ’ ανάγκη να παραμείνει ασαφής. Η ασάφεια της ορολο­γίας του Επίκουρου μαρτυρεί τα προβλήματα που υφίστανται, προ­βλήματα που και σήμερα ακόμη συζητούνται και παραμένουν άλυ­τα. Το γνωσιοθεωρητικό εποικοδόμημά του τα αφήνει ανοιχτά, διάσπαρτο καθώς είναι με εννοιολογικές νάρκες.

Για να συνοψίσουμε, λοιπόν: ο τετραπλός τύπος ή τα κριτήρια τής αλήθειας —οι αισθήσεις, τα πάθη, οι προλήψεις και οι φανταστικαί επιβολαί τής διανοίας- ορίζουν το κατάλληλο γνωσιοθεωρητι­κό πεδίο για το επικούρειο οντολογικό όραμα. Αυτά τα κριτήρια εί­ναι τόσο αξεδιάλυτα δεμένα με την επικούρεια άποψη περί της πραγματικότητας ως φαινομένου, ώστε συχνά είναι αδύνατο να πούμε πού τελειώνει η υλιστική/ατομική θεωρία της φύσης και πού αρχίζει η θετικιστική θεωρία της γνώσης. Επιχείρησα να δείξω ότι το τετραπλό κριτήριο εμπεριέχει εκείνα ακριβώς τα στοιχεία που είναι απολύτως απαραίτητα για την σκιαγράφηση του επικούρειου οράματος του κόσμου και, ταυτόχρονα, τις διαδικασίες επαλήθευ­σης ή επικύρωσης που θα επέτρεπαν μια σαφή, συνεκτική και μη ανασκευάσιμη -έστω και μερική- αναπαράσταση αυτού του κόσμου με όρους αισθητηριακών εμπειριών, συναισθημάτων, εννοιών και νοητικών εικόνων.

Η ανάλυση έχει επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό ότι μια φιλοσοφική ανασύνθεση με τον τρόπο της «νοηματικής επιλεκτικότητας» είναι η πιο κατάλληλη για μια τέτοια προσπάθεια. Ο εκλεκτικός και ελλειπτικός, κι ωστόσο συστηματικός τρόπος σκέ­ψης του Επίκουρου όχι μόνον επιτρέπει, αλλά απαιτεί μια τέτοια προσέγγιση. Η πραγματικότητα ως φαινόμενο και το φαινόμενο ως πραγματικότητα -θεμελιώδες αξίωμα της Επικούρειας σκέ­ψης-, δείξαμε ότι ενέχει πλήθος οντολογικών προϋποθέσεων και γνωσιολογικών συνεπειών. Μόνο σε ένα τέτοιο πλαίσιο φανερώ­νονται οι δυνατότητες αλλά και τα όρια της γνώσης του κόσμου και, τελικά, του εαυτού μας.

Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα, η φυσική γλώσσα (η αποκρυστάλλω­ση -σε λέξεις, ονομασίες, όρους, έννοιες και, τελικά, λογικές κατα­σκευές- των άμεσα διαθέσιμων παραστάσεων και συναισθημάτων, μέσω της μνήμης), παρέχει τον αναγκαίο σύνδεσμο ανάμεσα σε ό,τι έχω ονομάσει «υποδομή» και «εποικοδόμημα» του οντογνωσιολογικού συστήματος του Επίκουρου. Η φυσική γλώσσα εγγυάται την συγκρότηση ενός κόσμου συνεκτικού, ανθεκτικού στο χρό­νο, ενός κόσμου που αναδύεται μέσα από τις εκ πρώτης όψεως α­σύνδετες, ασυνεχείς, εύθραυστες και φθαρτές εντυπώσεις του υπο­κειμένου. Η φυσική γλώσσα αντικειμενοποιεί, θα έλεγε κανείς, με έναν επαληθεύσιμο τρόπο αυτές τις εντυπώσεις. Κατά συνέπεια, στην επικούρεια οντολογία η φυσική γλώσσα γίνεται ο τόπος όπου το «υποκειμενικό» και το «αντικειμενικό» των δυϊστών συμπίπτουν για να σχηματίσουν ένα όλον. Το υποκείμενο μετατρέπεται σε α­ντικείμενο και αντιστρόφως. Η φυσική γλώσσα δείχνει πώς και σε ποια έκταση είναι δυνατή η υλική παραγωγή συνείδησης.

Με έναν ιδιόμορφο και λιτό τρόπο ο Επίκουρος επιστρέφει στους Προσωκρατικούς, και πιστός στο πνεύμα τους επανερμηνεύει το δυαδισμό ύλης-πνεύματος. Αποδίδει υλικές ποιότητες στο νου, αν όχι πνευματικές ποιότητες στην ύλη – αφού αυτή η διχοτόμηση έ­χει ήδη αποκλειστεί από την υλιστική οντολογία. Και μάλιστα τολμά να προτείνει αυτή την ανορθόδοξη, έως και εικονοκλαστική -αν όχι τελείως αιρετική— επιστροφή στην αδιαφανή πραγματικότητα της φύσεως των Προσωκρατικών μέσα από μια συνειδητή, καθ’ όλα συνειδητή θα λέγαμε, αναδιατύπωση της ατομικής θεω­ρίας του Δημόκριτου. Απ’ όσο γνωρίζω, το εγχείρημά του δεν έχει προηγούμενο, και οι συνέπειες είναι μοναδικές στην ιστορία της αρ­χαίας φιλοσοφίας.

Ο κεντρικός πυρήνας, το κύριο μέλημα του Επίκουρου είναι, ό­πως έχει ειπωθεί, το άτομο στην ιστορικότητά του: το φυσικό αν­θρώπινο άτομο στο φυσικό του περιβάλλον. Συνεπώς το πρωταρ­χικό μέλημα του φιλοσόφου είναι βαθιά σωκρατικό. Ο λόγος του, ωστόσο, ο τρόπος σκέψης του, το ίδιο του το όραμα του φυσικού κό­σμου, μας επαναφέρουν σε έναν προσωκρατικό κόσμο. Η συνένωση, η συγχώνευση αυτών των δύο όψεων, ή μάλλον κοσμοαντιλήψεων, αποτελεί τη σημαντικότερη και πιο πρωτότυπη συμβολή του Επί­κουρου στο χώρο της αρχαίας φιλοσοφίας.

Η στεγνή και τεχνική γλώσσα του, ο ελλειπτικός χαρακτήρας της σκέψης του και οι αρνητικές προκαταλήψεις που συχνά ταλαι­πώρησαν ακόμη και τους πιο ευνοϊκά διακείμενους μελετητές και σχολιαστές του, μας εμπόδισαν να συλλάβουμε αυτή την εξαιρετι­κά ουσιώδη συνεισφορά. Σε όσα ακολουθούν θα προσπαθήσω να περιγράψω τους άξονες αυτής της πρωτότυπης κοσμοαντίληψης και να εκθέσω, στο μέτρο του δυνατού, τις συνέπειές της για την ουμανιστική φιλοσοφία στο ιστορικό πλαίσιο του αρχαίου κόσμου.

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Ὀλυνθιακὸς γ΄ (3) (33-36)

[33] Ἐὰν οὖν ἀλλὰ νῦν γ᾽ ἔτι ἀπαλλαγέντες τούτων τῶν ἐθῶν ἐθελήσητε στρατεύεσθαί τε καὶ πράττειν ἀξίως ὑμῶν αὐτῶν, καὶ ταῖς περιουσίαις ταῖς οἴκοι ταύταις ἀφορμαῖς ἐπὶ τὰ ἔξω τῶν ἀγαθῶν χρῆσθαι, ἴσως ἄν, ἴσως, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τέλειόν τι καὶ μέγα κτήσαισθ᾽ ἀγαθὸν καὶ τῶν τοιούτων λημμάτων ἀπαλλαγείητε, ἃ τοῖς [ἀσθενοῦσι] παρὰ τῶν ἰατρῶν σιτίοις [διδομένοις] ἔοικε. καὶ γὰρ ἐκεῖν᾽ οὔτ᾽ ἰσχὺν ἐντίθησιν οὔτ᾽ ἀποθνῄσκειν ἐᾷ· καὶ ταῦθ᾽ ἃ νέμεσθε νῦν ὑμεῖς, οὔτε τοσαῦτ᾽ ἐστὶν ὥστ᾽ ὠφέλειαν ἔχειν τινὰ διαρκῆ, οὔτ᾽ ἀπογνόντας ἄλλο τι πράττειν ἐᾷ, ἀλλ᾽ ἔστι ταῦτα τὴν ἑκάστου ῥᾳθυμίαν ὑμῶν ἐπαυξάνοντα.

[34] οὐκοῦν σὺ μισθοφορὰν λέγεις; φήσει τις. καὶ παραχρῆμά γε τὴν αὐτὴν σύνταξιν ἁπάντων, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἵνα τῶν κοινῶν ἕκαστος τὸ μέρος λαμβάνων, ὅτου δέοιθ᾽ ἡ πόλις, τοῦθ᾽ ὑπάρχοι. ἔξεστιν ἄγειν ἡσυχίαν· οἴκοι μένων βελτίων, τοῦ δι᾽ ἔνδειαν ἀνάγκῃ τι ποιεῖν αἰσχρὸν ἀπηλλαγμένος. συμβαίνει τι τοιοῦτον οἷον καὶ τὰ νῦν· στρατιώτης αὐτὸς ὑπάρχων ἀπὸ τῶν αὐτῶν τούτων λημμάτων, ὥσπερ ἐστὶ δίκαιον ὑπὲρ τῆς πατρίδος. ἔστι τις ἔξω τῆς ἡλικίας ὑμῶν· ὅσ᾽ οὗτος ἀτάκτως νῦν λαμβάνων οὐκ ὠφελεῖ, ταῦτ᾽ ἐν ἴσῃ τάξει λαμβάνων πάντ᾽ ἐφορῶν καὶ διοικῶν ἃ χρὴ πράττεσθαι.

[35] ὅλως δ᾽ οὔτ᾽ ἀφελὼν οὔτε προσθείς, πλὴν μικρῶν, τὴν ἀταξίαν ἀνελὼν εἰς τάξιν ἤγαγον τὴν πόλιν, τὴν αὐτὴν τοῦ λαβεῖν, τοῦ στρατεύεσθαι, τοῦ δικάζειν, τοῦ ποιεῖν τοῦθ᾽ ὅ τι καθ᾽ ἡλικίαν ἕκαστος ἔχοι καὶ ὅτου καιρὸς εἴη, τάξιν ποιήσας. οὐκ ἔστιν ὅπου μηδὲν ἐγὼ ποιοῦσι τὰ τῶν ποιούντων εἶπον ὡς δεῖ νέμειν, οὐδ᾽ αὐτοὺς μὲν ἀργεῖν καὶ σχολάζειν καὶ ἀπορεῖν, ὅτι δ᾽ οἱ τοῦ δεῖνος νικῶσι ξένοι, ταῦτα πυνθάνεσθαι· ταῦτα γὰρ νυνὶ γίγνεται.

[36] καὶ οὐχὶ μέμφομαι τὸν ποιοῦντά τι τῶν δεόντων ὑπὲρ ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ ὑμᾶς ὑπὲρ ὑμῶν αὐτῶν ἀξιῶ πράττειν ταῦτ᾽ ἐφ᾽ οἷς ἑτέρους τιμᾶτε, καὶ μὴ παραχωρεῖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τῆς τάξεως, ἣν ὑμῖν οἱ πρόγονοι τῆς ἀρετῆς μετὰ πολλῶν καὶ καλῶν κινδύνων κτησάμενοι κατέλιπον.

Σχεδὸν εἴρηχ᾽ ἃ νομίζω συμφέρειν· ὑμεῖς δ᾽ ἕλοισθ᾽ ὅ τι καὶ τῇ πόλει καὶ ἅπασι συνοίσειν ὑμῖν μέλλει.

***
ΕΠΙΛΟΓΟΣ (§§ 33-36)
[33] Εάν λοιπόν, έστω και τώρα ακόμη, απαλλαγείτε από αυτές τις συνήθειες και θελήσετε να εκστρατεύσετε και να δράσετε ανάλογα με την αξία σας και αν χρησιμοποιήσετε τα εδώ περισσεύματα ως εφόδια προς απόκτηση των έξω της πόλεως αγαθών, ίσως τότε, Αθηναίοι, επαναλαμβάνω ίσως, αποκτήσετε ένα αποτελεσματικό και σημαντικό όφελος και ίσως απαλλαγείτε από τέτοια επιδόματα, που μοιάζουν με τις διαιτητικές τροφές που δίνουν οι γιατροί στους αρρώστους· εκείνες δηλαδή ούτε δύναμη προσφέρουν ούτε αφήνουν τον άρρωστο να πεθάνει. Έτσι, όσα χρήματα τώρα εσείς μοιράζεστε, ούτε τόσο πολλά είναι, ώστε να σας προσφέρουν κάποια διαρκή ωφέλεια, ούτε σας αφήνουν να απελπιστείτε και να προβείτε σε κάποιαν άλλη ενέργεια αλλ᾽ απλώς επαυξάνουν την αδράνεια του καθένα σας.

[34] Προτείνεις λοιπόν μισθοδοσία; θα έλεγε κανείς. Ναι, και συγχρόνως ένα ενιαίο σύστημα το ίδιο για όλους, Αθηναίοι, ώστε παίρνοντας ο καθένας από το κράτος το μερίδιο που του αναλογεί, να είναι εξασφαλισμένο ό,τι χρειαστεί η πόλη. Μπορούμε να ζούμε ειρηνικά; Τότε μένοντας στο σπίτι του ο καθένας θα αισθάνεται πιο άνετα, απαλλαγμένος από το να κάνει αναγκαστικά από τη φτώχεια κάτι εξευτελιστικό. Αν πάλι συμβαίνει κάτι παρόμοιο με τα σημερινά γεγονότα, τότε θα υπηρετεί ο ίδιος ως στρατιώτης μισθοδοτούμενος από τα ίδια αυτά κρατικά έσοδα, όπως είναι δίκαιο χάριν της πατρίδας. Αν κάποιος από μας είναι υπερήλικας, τότε όσα αυτός παίρνει τώρα άσκοπα, χωρίς να προφέρει καμιάν ωφέλεια, ας τα παίρνει ως μισθό με κανονική υπηρεσία, όπως όλοι, επιβλέποντας και ρυθμίζοντας όσα πρέπει να γίνουν.

[35] Γενικά, χωρίς ούτε να αφαιρέσω ούτε να προσθέσω παρά μόνο λίγα, καταργώντας την αταξία, έφερα την πόλη σε τάξη με το να καθιερώσω ένα και το αυτό σύστημα για τις αμοιβές, τη στράτευση, τις δικαστικές υποθέσεις, και γενικά για ό,τι μπορεί ο καθένας να κάνει ανάλογα με την ηλικία του και με ό,τι απαιτεί η περίσταση. Πουθενά στο λόγο μου δεν είπα ότι πρέπει να μοιράσετε τα χρήματα αυτών που προσφέρουν κάποιαν υπηρεσία σ᾽ αυτούς που δεν κάνουν τίποτε, ούτε να μείνετε αδρανείς, χωρίς δουλειά, χωρίς χρήματα και να ζητάτε να μαθαίνετε ότι νικούν οι μισθοφόροι του τάδε (στρατηγού)· γιατί αυτά συμβαίνουν σήμερα.

[36] Και δεν μέμφομαι αυτόν που κάνει για σας κάτι απ᾽ όσα πρέπει να γίνουν, αλλά απαιτώ από σας να κάνετε και για τον εαυτό σας αυτά για τα οποία τιμάτε τους άλλους, και να μην παραχωρείτε την τιμητική θέση της αρετής που την απόκτησαν οι πρόγονοί σας με πολλούς και ωραίους αγώνες και την κληροδότησαν σε σας.

Σχεδόν έχω πει όσα νομίζω πως σας συμφέρουν· εσείς τώρα διαλέξτε (μακάρι να διαλέξετε) ό,τι είναι πιθανό να ωφελήσει και την πόλη και όλους εσάς.