Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Η ανθρωπότητα ως ολότητα

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ανθρωπότητα ως ολότηταΔυστυχώς η ανθρωπότητα αγνόησε και αγνοεί εντελώς τα λόγια του Πλάτωνα:

«Αθηναίος: Και ποιος δικαστής θα ήταν καλύτερος; Εκείνος που θα θανάτωνε τα κακά αδέλφια και θα άφηνε να τα βέλτιστα να εξουσιάζουν ή εκείνος που θα έδινε την εξουσία στους χρηστούς αλλά θα άφηνε τους χείρους να ζήσουν κάτω από την εξουσία των βέλτιστους; Θα μπορούσαμε μάλιστα να βρούμε και τρίτο δικαστή, κάποιον που θα πλησίαζε τη διαιρεμένη οικογένεια και, χωρίς να σκοτώσει κανέναν, θα φρόντιζε να συμφιλιώσει τα μέλη της και να τους δώσει νόμους που θα εξασφάλιζαν την ειρήνη μεταξύ τους.

Κλεινίας: Ναι, αυτός ο νομοθέτης και δικαστής θα ήταν αναμφισβήτητα προτιμότερος.

Αθ.: θεσπίζοντας όμως τους νόμους θα απέβλεπε στην ειρήνη και όχι στον πόλεμο.

Κλ.: Ορθά.

ΑΘ.: Τι να πούμε τότε για τον άνθρωπο που οργανώνει ολόκληρη την πόλη; Όταν κανονίζει τη συμπεριφορά των μελών της θα δώσει περισσότερη σημασία στον εξωτερικό ή στον εσωτερικό πόλεμο, που ονομάζεται στάσις (εμφύλιος πόλεμος); Αυτός είναι, θεωρώ, το τελευταίο πράγμα που θα ευχόταν κανένα για την πατρίδα του. Κι αν μάλιστα ξεσπάσει ποτέ, όλοι θέλουν να σταματήσει το ταχύτερο.

Κλ.: Ασφαλώς θα δώσει μεγαλύτερη προσοχή στο δεύτερο.

ΑΘ.: Στην περίπτωση της στάσεως (εμφυλίου πολέμου) όμως, μπορεί να συμβεί ένα από τα δύο. Να νικήσει η μία πλευρά εξοντώνοντας την άλλη ή να επικρατήσει γρήγορα η ειρήνη και η φιλία μετά από διαπραγματεύσεις. Ποιο από τα δύο θα προτιμούσες, αν υποθέσουμε ότι η πόλη πρέπει να έχει στραμμένη την προσοχή της σε εξωτερικούς εχθρούς ;

Κλ.: Όλοι θα προτιμούσαν τη δεύτερη λύση για την πατρίδα τους.

ΑΘ.: Δεν θα είχε, λοιπόν, και ο νομοθέτης τις ίδιες απόψεις;

Κλ.: Ασφαλώς.

ΑΘ.: κάθε νομοθέτης δεν αποβλέπει στο άριστο όταν νομοθετεί;

Κλ.: Σίγουρα.

ΑΘ.: Το άριστο, συνεπώς, δεν είναι ο ούτε ο πόλεμος ούτε η στάσις (εμφύλιος πόλεμος) – και μακάρι να μη χρειαστεί ποτέ να καταφύγουμε σε αυτά – αλλά η ειρήνη και η φιλία ανάμεσα στους ανθρώπους. Έτσι θα έλεγε ότι η νίκη μιας πόλεως πάνω στον εαυτό της δεν είναι απλά κάτι άριστο αλλά απόλυτα αναγκαίο. Μοιάζει με τον άρρωστο που, αφού πήρε τα φάρμακα του ιατρού, βρίσκεται τώρα στην καλύτερη δυνατή κατάσταση, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με κάποιον που δεν χρειάστηκε την ιατρική βοήθεια. Παρόμοια, οποιοσδήποτε έχει τέτοιες αντιλήψεις για την ευδαιμονία μιας πόλεως ή ακόμα και ενός ατόμου, δεν θα γίνει ποτέ άξιος πολιτικός και ακριβής νομοθέτης, αν οι νόμοι του αποβλέπουν αποκλειστικά και μόνο στον πόλεμο αντί στην εδραίωση της ειρήνης.»[1]

Εξ ου και τα περίφημα λόγια του ποιητή Θεόγνη, πολίτη των εν Σικελία Μεγαρέων:

«Όποιος μένει πιστός, Κύρνε, μέσα στην φονική διχοστασία, αξίζει το βάρος του σε χρυσό και ασήμι».[2]

Μάλιστα σχετικά με τα λόγια του Θεόγνη ο Πλάτων λέγει πως:

«Κατά την γνώμη μας εκείνος που μετέχει σε ένα τόσο σκληρό πόλεμο είναι πολύ ανώτερος από τους άλλους, στον ίδιο βαθμό που ο συνδυασμός δικαιοσύνης, σωφροσύνης, φρόνησης και ανδρείας είναι πολύ ανώτερος από την ανδρεία μόνη της. Σε μια στάση(εμφύλιο πόλεμο) κανένας δεν μπορεί να μένει δίκαιος και πιστός χωρίς αυτές τις αρετές».[3]

Σχολιάζοντας δε ο Πρόκλος τα λόγια του Πλάτωνα μας λέγει πως:

«ο Πλάτων αποδέχεται τον Θεόγνη ως μετέχοντα στην πολιτική επιστήμη και στην αρετή, την οποία ονόμασε πιστότητα, ηγεμόνα και σύμβουλο.»[4]

Ξέχασε η ανθρωπότητα τα λόγια και του Πλουτάρχου του Χαιρωνεύς, του διατελέσαντος ιερέας στο(ν) εν Δελφοίς ναό & μαντείο του Απόλλωνα:

«Από τη Φύση δεν υπάρχει πατρίδα, καθώς ούτε σπίτι, ούτε αγρός, ούτε χαλκουργείο, όπως έλεγε ο Αρίστων, ούτε ιατρείο, αλλά γίνεται ή καλύτερα ονομάζεται και αποκαλείται, το καθένα τους σε σχέση με αυτό που το κατοικεί και το χρησιμοποιεί. Ο άνθρωπος, όπως λέει ο Πλάτων (“Τίμαιος”, 90.a.6), “δεν είναι φυτό της γης”, ούτε ακίνητο, “αλλά ουράνιο”, όπου σαν άλλη ρίζα η κεφαλή κρατάει το σώμα όρθιο, στραμμένο προς τον ουρανό. Επομένως, εύστοχα είπε ο Ηρακλής : “Αργείος ή Θηβαίος αφού δεν καυχιέμαι για μία (δηλαδή για κάποια πόλη που ανήκει)∙ κάθε πύργος Ελλήνων είναι για μένα πατρίδα”. Ο Σωκράτης το είπε ακόμη πιο εύστοχα, λέγοντας πως δεν είναι Αθηναίος, ούτε Έλλην, αλλά Κόσμιος (του Κόσμου), όπως θα έλεγε κανείς ότι είναι Ρόδιος ή Κορίνθιος, επειδή δεν θέλησε να κλειστεί μέσα στα όριο του Σουνίου, του Ταινάρου και των Κεραυνίων. “Βλέπεις εκεί ψηλά τον άπειρο αιθέρα, και τη γη έχει πέριξ στις υγρές του αγκάλες” τούτα είναι τα όρια της πατρίδας μας και κανείς εντός τους δεν είναι φυγάς, ξένος ή αλλοδαπός, όπου υπάρχει το ίδιο πυρ, ύδωρ, αήρ, οι ίδιοι άρχοντες, διοικητές, πρυτάνεις, ο ήλιος, η σελήνη, ο φωσφόρος. Οι ίδιοι νόμοι για όλους, ένα το πρόσταγμα και μία η ηγεμονία, οι βόρειες τροπές (χειμερινό ηλιοστάσιο) οι νότιες τροπές (θερινό ηλιοστάσιο), οι ισημερίες, οι Πλειάδες, ο Αρκτούρος, οι ώρες της σποράς και οι ώρες του φυτεύματος. Ένας ο Βασιλιάς και Άρχων∙ “ο Θεός που είναι αρχή και μέση και τέλος του σύμπαντος, που το διατρέχει από τη φύση του απ’ άκρου εις άκρον σε όλη του την έκτασή του. Τον ακολουθεί από πίσω του η Δίκη, η τιμωρός όσων παραβαίνουν τον Θείο Νόμο” (Πλάτων “Νόμοι, 716.Α”) τον οποίο εφαρμόζουμε όλοι εμείς οι άνθρωποι από τη φύση μας προς όλους τους ανθρώπους σαν να ήταν συμπολίτες μας.»[5]

Άλλωστε – κατά πως λέγει ο Πρόκλος:

«Η σταθερή και αΐδιος “ευγένεια”[6] των ψυχών εξαρτάται από τους θεούς περί τους οποίους εσπάρησαν και από τις θεϊκές δυνάμεις υπό τις οποίες ετάχθησαν. Διότι ευγενέστερες είναι αυτές που ακολουθούν τους υψηλότερους θεούς και όσες συνδέονται με τις μεγαλύτερες δυνάμεις κατά την δια κλήρου διανομή μέσα στο σύμπαν. Το ίδιο λέω και για τις πόλεις. Διότι η διαφορά ως προς τους κλήρους αρχίζει από ψηλά και φτάνει μέχρι τις ψυχές. Λέμε λοιπόν ότι άλλοι κλήροι είναι οι εμπύριοι, άλλοι οι αιθέριοι, άλλοι οι ουράνιοι, άλλοι των χθόνιων θεών, και ότι από τις ψυχές άλλες είναι της Ηλιακής σφαίρας, άλλες της Ερμαϊκής σφαίρας, άλλες της Σεληνιακής. Η τοιαύτη κατά τόπους διακλήρωση των ψυχών όντως είναι άξια φρονήματος, ενώ η “εἰς τὰς παρ᾽ ἡμῖν πόλεις καὶ τοὺς ἐν γῇ τόπους ἀποβλέπουσα διάκρισις ἄτοπός ἐστι καὶ χαυνότητος αἰτία ταῖς ψυχαῖς”».[7]

Μάλιστα ο Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς, ο διατελέσας ιερέας στον εν Δελφοίς ναό, στο έργο του «Περί Ίσιδας και Οσίριδος», όταν αναφέρεται περί των δυο αυτών θεών, λέγει εκτός των άλλων τα εξής αποκαλυπτικά – σχετικά με το ότι όλοι οι παλαίοι λαοί λάτρευαν τους ίδιους θεούς – κατά την έννοια ότι οι Θεοί όλων των λαών, όλων των ανθρώπων, στον βαθμό που αυτοί ήταν ή είναι ένθεοι, στον βαθμό δηλ. που ανέρχονταν αληθώς & όντως προς τους Θεούς και το νοητό Κόσμο, είναι οι ίδιοι. Όμως οι άνθρωποι τους κατανοούν διαφορετικά, βλέπουν μια πλευρά του θείου λόγω αφενός διαφορετικού τρόπου μέθεξης αφετέρου λόγω πολλαπλών οντικών πτώσεως – βλ. Ησιόδεια γένη. Έτσι ο κάθε λαός ή άνθρωπος – στην «χ» χρονική στιγμή ή Κοσμολογική περίοδο – έχει Θεό ή Θεούς ανάλογα με το αν “βλέπει” μόνο την υπερούσια & αμέθεκτη Ενάδα/Αγαθότητα/Θεό των υπερούσιων, μεθεκτών & αυτοτελών Ενάδων/Αγαθοτήτων/Θεών (την Ενάδα των Ενάδων, το Ένα ή Αγαθό : τον πρώτο Θεό) ή μόνο τις υπερούσιες, μεθεκτές & αυτοτελείς Ενάδες/Αγαθότητες/Θεούς ή τον νου της εκάστοτε Ενάδας/Αγαθοτητας/Θεότητας ως μονάδα της εκάστοτε θείας βαθμίδας και του εκάστοτε θείου πλήθους – π.χ. τον αμέθεκτο, Πηγαίο & νοητικό δημιουργό & πατέρα Ζεύς ως μονάδα τόσο των υπερκόσμιων όσο και των εγκόσμιων Θεών-, δίχως να βλέπει το πλήθος των Θεών, Αρχαγγέλων, Αγγέλων, Δαιμόνων, Ηρώων, υποσελήνιων αρχόντων ή Κοσμοκρατόρων, υλικών αρχόντων και ψυχών (άχραντες & ανθρώπινες) που δημιουργούνται από αυτή και συντάσσονται κάτω από αυτήν.[8]

Τα λόγια του Πλουτάρχου είναι τα πλέον επεξηγηματικά:

«Και για να συνοψίσουμε: ούτε το ύδωρ, ούτε ο ήλιος, ούτε η γη, ούτε ο ουρανός είναι ο Όσιρις ή η Ίσιδα. Ούτε κάποιο άλλο, ούτε το πυρ ή η ξηρασία ουδέ η θάλασσα είναι ο Τυφώνας, αλλά δεν θα σφάλουμε εάν απλώς όσο μέρος σε ταύτα είναι άμετρο και άτακτο το αποδώσουμε στον Τυφώνα, ενώ το κεκοσμημένο και αγαθό και ωφέλιμο της Ίσιδας είναι έργο, εικόνα δε και μίμημα & λογική απεικόνιση του Οσίριδος. Αλλά και τον Εύδοξο θα σταματήσουμε να απιστεί και να απορεί, γιατί δεν μετέχει της ερωτικής επιμέλειας η Δήμητρα παρά μόνο η Ίσιδα, και γιατί ο Διόνυσος, που προσομοιώνεται με τον Όσιρι, δεν δύναται μήτε του Νείλου τα ύδατα να πολλαπλασιάζει μήτε των τεθνηκόντων να άρχει. Διότι δια της κοινής λογικής τους οι θεοί τούτοι, ο Όσιρις και η Ίσις, ηγούνται της παραγωγής όλων των εγκόσμιων αγαθών. Και όσο κάλος και αγαθό υπάρχει εν τη Φύσει, δια τούτων των δυο θεών υπάρχει, ο μεν Όσιρις δίνει τις αρχές, η δε Ίσις αφού τις δεχθεί τις διανέμει. Με τον ίδιο τρόπο θα αντιταχθούμε και στους πολλούς και φορτικούς, οι οποίοι όσα αναφέρονται γύρω από τούτους τους δύο θεούς αισθάνονται εξαιρετική ευχαρίστηση να τα συσχετίζουν είτε με τις καθ’ έκαστην εποχή του έτους ατμοσφαιρικές μεταβολές ή με τις παραγωγές των καρπών, τις σπορές και τα οργώματα, και λέγουν ότι θάπτεται μεν ο Όσιρις όταν ο καρπός σπειρόμενος κρύπτετε στην γη, πάλι δε επανέρχεται στην ζωή και εκ νέου εμφανίζεται όταν αρχίζει η βλάστηση. Ότι δε δια τούτο και λέγεται, ότι, όταν η Ίσιδα αντελήφθη ότι διατελεί έγκυος, τότε κρέμασε επι τον τράχηλο της ένα φυλακτό την έκτη ημέρα της αρχής του μηνός Φαωφί. Και ότι ο Αρποκράτης γεννήθηκε περί την χειμερινή τροπή ετελής και νεαρός εν τις πρώτες ανθήσεις και πρώτες βλαστήσεις – γι’ αυτό και προσκομίζουν σε αυτόν απαρχές από τις φακές, οι οποίες φυτρώνουν, τις δε λόχειες ημέρες γιορτάζουν μετά την εαρινή ισημερία. Αυτά, λοιπόν, ακούγοντας οι άνθρωποι, ικανοποιούνται και τα πιστεύουν, έλκοντας από αυτά, τα πρόχειρα και συνηθισμένα, τις πιθανότητες τής πίστης τους. Και δεν είναι τόσο επικίνδυνο να λέγονται αυτά, εάν και εφόσον εμείς κατά πρώτον διαφύλατταν τους θεούς κοινούς όλων των ανθρώπων και δεν τους καθιστούσαν θεούς αποκλειστικώς και μόνον των Αιγυπτίων, με το να ονομάζουν δια των ονομάτων τούτων εξ ολοκλήρου τον Νείλο και αποκλειστικώς την χώρα, που αυτός αρδεύει, ή μιλώντας για την γέννηση Θεών από έλη και λωτούς, δεν στερούσαν παντελώς μεγάλους θεούς από τους άλλους λαούς, στους οποίους δεν υπάρχει ούτε Νείλος ούτε Βούτος ούτε Μέμφις. Ενώ άπαντες έχουν και γνωρίζουν την Ίσιδα και τους περί αυτήν θεούς, αν και μερικοί έχουν μάθει προσφάτως να τους ονομάζουν με τα αιγυπτιακά ονόματά, εκάστου όμως θεού την δύναμη από παλιά την γνώριζαν και τον τιμούσαν. Δεύτερον δε, που είναι και το σπουδαιότερο, οφείλουν να καταβάλουν εξαιρετική προσοχή και ευλάβεια, μήπως χωρίς να το εννούν, εκμηδενίζουν και αποσυνθέτουν τα θεία ταυτίζοντάς τα με ανέμους και ρέοντα ύδατα και σπορές και οργώματα και μεταβολές της γης και εναλλαγές των ωρών του έτους, ακριβώς όπως πράττουν όσοι εκλαμβάνουν τον οίνο για Διόνυσο και το πυρ ως Ήφαιστο. Όπως ο Κλεάνθης, που ονομάζει κάπου Φερσεφόνη τον άνεμο, που φέρεται δια μέσου των καρπών, και έπειτα απότομα παύει. Κι όπως κάποιος ποιητής λέγει για τους θεού πως “την εποχή που οι ρωμαλέοι τέμνουν τής Δήμητρας τ’ άκρα”. Αυτοί, λοιπόν, σε τίποτε δεν διαφέρουν απ’ όσους θεωρούν κυβερνήτη τού πλοίου τα ιστία, τα σχοινιά και την άγκυρα, υφαντή τα νήματα και τα υφάδια, και ιατρό την λεκάνη ή το μελίκρατο[9] ή τον κριθαροζωμό. Αλλά εισάγουν στην σκέψη των αφελών ασεβείς και άθεα δόγματα περί θεών όταν αποδίδουν ονόματα Θεών σε αναίσθητα και άψυχα πράγματα και φθειρόμενα, υποκείμενα κατ’ ανάγκη σε καταστροφή εκ μέρους των ανθρώπων, οι οποίοι τα έχουν ανάγκη και τα χρησιμοποιούν. Αυτά δεν επιτρέπεται να τα νοούμε ως θεούς. Αφού δεν είναι άννους ουδέ άψυχος κι ούτε υποχείριο του ανθρώπου ο θεός. Αλλά αυτούς που μας δωρίζουν και μας παρέχουν αέναα και διαρκή τα αναγκαία θεούς τους θεωρούμε, και δεν είναι διαφορετικοί από τόπο σε τόπο, ούτε βάρβαροι ή Έλληνες, ούτε νότιοι ή βόρειοι. Αλλά όπως ακριβώς ο Ηλιός και η Σελήνη, ο ουρανός η γη και η θάλασσα είναι κοινά σε όλους τους ανθρώπους, ονομάζονται όμως με διαφορετικό τρόπο από τον κάθε έναν, έτσι μια θεία λογική αρχή τα πάντα κοσμοποιεί και μια θεία πρόνοια επιτροπεύει και υπάρχουν δυνάμεις θείες που είναι υπουργοί της επί τα πάντα τεταγμένες, εν τούτης υπάρχουν διαφορετικές σε κάθε λαό τιμές και προσυγορεύσεις σύμφωνες με τους νόμους τους.»[10]

Ξέχασε η ανθρωπότητα την διδασκαλία των θειότατων φιλοσόφων & ιερέων Πυθαγόρα & Πλάτωνα:

«Οι Πυθαγόρειοι έλεγαν ότι τα πάντα γεννιούνται από τους πρώτους και ηγετικούς αριθμούς και ότι όλα τα εγκόσμια λαμβάνουν υπόσταση από τους τρείς Θεούς. Ένδειξη αυτών των Θεών περιέχουν η μονάδα, η δυάδα και η τριάδα, ώστε πρέπει να ξεκινήσει από αυτές και να έχει τον νου του σε αυτές όποιος πρόκειται να γίνει μελετητής της Φύσης. Επιπλέων, τα συναίτια των φυσικών πραγμάτων έχουν μελετηθεί και από άλλους, όμως το τελικό, το υποδειγματικό και το δημιουργικό αίτιο έχουν εξεταστεί ειδικά από εκείνους. Αυτά, λοιπόν, τα αίτια δηλώνονται με τους εν λόγω αριθμούς. Το τελικό με την μονάδα, γιατί είναι επικεφαλής των αριθμών, στη θέση του Αγαθού. Το υποδειγματικό με τη δυάδα, γιατί η ετερότητα των όντων διαχώρισε τις πρωταρχικές αιτίες των πάντων. Επιπλέον, η δυάδα είναι αρχή της τετράδας των νοητών υποδειγμάτων. Το δημιουργικό, τέλος, αίτιο δηλώνεται με την τριάδα. Γιατί ο νους ταιριάζει στην τριάδα, καθώς είναι τρίτος από το όντως ΟΝ με ενδιάμεση την ζωή, ή τρίτος από τον πατέρα με ενδιάμεση την δύναμη, ή τρίτος από το νοητό με ενδιάμεση την νόηση. Γιατί όποια σχέση έχει η μονάδα προς την δυάδα, την ίδια σχέση έχει το όντως ΟΝ προς την ζωή, ο πατέρας προς την δύναμη, και το νοητό προς την νόηση. Και όποια σχέση έχει η δυάδα προς την τριάδα, την ίδια σχέση έχει η ζωή, η δύναμη και η νόηση προς τον νου. Επιπλέον όλα τα θεία υπάρχουν σε όλα τα θεία και είναι ενωμένα μεταξύ τους, ώστε να είναι και όλοι οι θεοί μέσα σε έναν και καθένας τους μέσα σε όλους και να συγκρατούνται με την θεία φιλία. Και ο Σφαίρος που υπάρχει εκεί περιέχει την μία ένωση των θεών. Δικαιολογημένα, λοιπόν, και ο Σωκράτης, έχοντας κατά νου το θείο, κάνει αρχή από την κοινωνία και την ομόνοια και σε αυτήν καλεί και τους άλλους. Έξαλλου, και η παράθεση γεύματος και η συμμετοχή σε γεύμα είναι λέξεις που ταιριάζουν στους Θεούς, και εξίσου στους εγκόσμιους θεούς. Γιατί ανεβαίνουν μαζί με τους ανεξάρτητους θεούς σε “σε γεύμα και γιορτή”, όπως λέει ο Σωκράτης στον “Φαίδρο, 247.a”, και το τραπέζι την ημέρα της γεννήσεως της Αφροδίτης παρατίθεται από τον “μεγάλο” Ζευς. Ανάλογα, λοιπόν, ζητά και ο Σωκράτης να συμβαίνουν ανάμεσα και στα μέλη της παρέας του και να κοινωνήσουν μεταξύ τους τις περί τα θεία νοήσεις. Και δεν είναι καθόλου περίεργο που ο Τίμαιος και φιλοξενεί τους άλλους και φιλοξενείται από αυτούς, επειδή και από τους θεολόγους έχουν εξυμνηθεί μεταδόσεις και ανταλλαγές των δυνάμεων, καθώς τα θεία συμπληρώνουν το ένα το άλλο και συμπληρώνονται το ένα από το άλλο. Έτσι και από τους Φοιβόληπτους ποιητές ακούσαμε ότι οι θεοί φιλεύουν αλλήλους με τις νοητικές ενέργειές τους ή με τις προνοητικές πράξεις τους στο σύμπαν: “εκείνοι με χρυσά κύπελλα ο ένας τον άλλον χαιρετούσαν, κοιτάζοντας την πόλη των Τρώων”. Αν, μάλιστα, γνωρίζουν και νοούν ο ένας τον άλλον, “γιατί οι θεοί δεν είναι άγνωστοι ο ένας στον άλλον”, και αν το νοητό είναι τροφή του νοητικού, σύμφωνα με τον χρησμό, είναι φανερό ότι και η ανταλλαγή φιλοξενίας υπάρχει πρώτα στους θεούς και οι σοφότεροι άνθρωποι, μιμούμενοι και σε αυτό τους θεούς, μεταδίδουν ο ένας στον άλλο γενναιόδωρα τις νοήσεις τους.»[11]

Εξ ου και οι Πυθαγόρειοι μιμούμενοι τους Θεούς :
«πρέσβευαν την φυσική επικοινωνία, την επικοινωνία των φυσικών όντων, τόσο εν τη γενέσει, με βάση την οποία όλα καθίστανται ρητά και συμμετρικά μεταξύ τους, όσο και την εν τοις ουρανίοις. Γιατί και εκείνα μεταδίδουν το ένα στο άλλο τις δυνάμεις τους.»[12] Εξ ου και σχολιάζοντας τα λόγια του Σωκράτης του “Τίμαιου, 17.a” που λέγει : «Φυσικά, και κατά δύναμη δε θα παραλείψουμε τίποτα. Γιατί δεν θα ήταν δίκαιο, ενώ χτες φιλευτήκαμε από εσένα με όσα φιλέματα ήταν πρέπον, να μη σου ανταποδώσουμε τη φιλοξενία με προθυμία εμείς οι υπόλοιποι», ο Πρόκλος εξηγεί πως: «Φυσικά διδάγματα που πρέπει να πάρουμε από αυτό το χωρίο είναι τα εξής: πρώτον, η ανταπόδοση των λόγων αποτελεί εικόνα της επικοινωνίας και της ανταλλαγής των δυνάμεων στα έργα της Φύσης. Λόγω της ανταλλαγής αυτής όλα έχουν συμπαραταχτεί και συντελούν στην μία αρμονία του σύμπαντος. Δεύτερον, οι ενέργειες της Φύσης εναλλάσσονται, καθώς κάθε φορά το ένα ή το άλλο αίτιο προκαλεί το ένα ή το άλλο αποτέλεσμα. Με αυτό μοιάζει η ανταπόδοση της φιλοξενίας στον χτεσινό οικοδεσπότη. Θεολογικά δόγματα είναι τα εξής: το δημιουργικό αίτιο προχωρά μέσα από όλα και συμπληρώνει τα πάντα και αποκόπτει κάθε έλλειψη με τη δύναμή του και την γόνιμη αφθονία του, με βάση την οποία δεν αφήνει τίποτα στερημένο από τον εαυτό του. Γιατί χαρακτηρίζεται από υπερπληρότητα, επάρκεια και πλήρη τελειότητα. Αλλά και η ανταπόδοση της φιλοξενίας είναι παρμένη από την φιλοξενία των μύθων για τους θεούς, με βάση την οποία οι θεοί χαιρετούν ο ένας τον άλλον, “εκείνοι με χρυσά κύπελλα ο ένας τον άλλον χαιρετούσαν” λέγει ο Όμηρος στην “Ιλιάδα, Δ’ 4”. Μάλιστα πληρούνται με νέκταρ κοντά στον μέγιστο Ζευς. Και δεν έχει ειπωθεί απλά “να σου αντιδώσουμε τη φιλοξενία (ἀνθεστιᾶν)” αλλά να “να σου ανταποδώσουμε τη φιλοξενία (ἀνταφεστιᾶν)”. γιατί το “αποδίδω” συμπεριλαμβάνει την ολοκληρωτική αποπληρωμή της φιλοξενίας. Αυτό παρατηρείται και στα καθολικότερα όντα. Γιατί και οι φαινόμενες διακοσμήσεις (=Κόσμοι) με την κορυφαία καταλληλότητά τους προσκαλούν τις αφανείς δυνάμεις, και εκείνες λόγω της αφθονίας της αγαθότητά τους τις/τους τελειοποιούν και αυτές/αυτούς, και συνδέονται όλα αυτά μεταξύ τους και η μετάδοση της τελειότητας γίνεται ανταπόδοση της πρόσκλησης. Επιπλέον, η πραγματοποίηση όλων αυτών σύμφωνα με το “δίκαιο” αποτελεί εικόνα της Δίκης/Δικαιοσύνης που μαζί με τον Ζευς τακτοποιεί τα πάντα, το δε “πρέπον” αποτελεί εικόνα της αιτίας που φωτίζει το σύμπαν με το κάλλος του δημιουργού, και τα “φιλέματα” είναι εικόνα της ανταλλαγής που είναι καθορισμένη σύμφωνα με τις θείες ιδιότητες. Γιατί καθένα θείο έχει δικές του δυνάμεις και ενέργειες. Όπως ακριβώς, λοιπόν, ο Σωκράτης φίλεψε τον Τίμαιο με τους λόγους της φιλοσοφίας του, έτσι και ο καθένας από τους θεούς ενεργώντας με βάση τις δικές του δυνάμεις συντελεί στη μια και ανώτερη πρόνοια του δημιουργού για το σύμπαν.»[13]

«έθεταν την Φιλία και την ομονοητική[14] ζωή ως σκοπό ολόκληρης της φιλοσοφίας τους.»[15], εξ ου και «αυτή ο Σωκράτης στον “Τίμαιο” την έχει προβάλει πριν από όλα αποκαλώντας τον Τίμαιο φίλο.»[16] Αλλά και ο Πλάτων στους “Νόμους” λέγει ότι : «Θα βρούμε λοιπόν την πρώτη (καλύτερη) πόλη, πολιτεία (πολίτευμα), και νόμους εκεί που ισχύει το παλιό γνωμικό το οποίο λέει ότι τα αγαθά των φίλων είναι κοινά. Δεν ξέρω βέβαια αν υπάρχει ή θα υπάρξει κάποτε μια κοινωνία, όπου τα πάντα θα ανήκουν σε όλους – κοινές γυναίκες, κοινά παιδιά και αγαθά αλλά σε μία τέτοια πόλη η έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας θα εξαφανιστεί ολοκληρωτικά. Τα πάντα θα είναι στην διάθεση όλων, ακόμα και εκείνα που από την φύση τους αποτελούν ιδιοκτησία κάθε ανθρώπου, όπως τα όμματα ή τα ώτα ή τα χέρια, με την έννοια ότι όλοι οι πολίτες βλέπουν, ακούνε και ενεργούν από κοινού επιβάλλουν τη μεγαλύτερη δυνατή ενότητα στην πόλη και είναι οι καλύτεροι που μπορούν να υπάρξουν. Σε μια τέτοια πόλη κατοικούν είτε Θεοί είτε παίδες θεών και η ζωή όλων όσων έχουν τέτοιους νόμους είναι στ’ αλήθεια ευφραινόμενοι. Επομένως, δεν χρειάζεται να ψάξουμε αλλού για να βρούμε πιο υποδειγματικό πολίτευμα από αυτό. Αν πραγματοποιηθούν όσα είπαμε, θα το κάνουν αθάνατο και δεύτερο σε αξία.»[17] Άλλωστε: «η τελειότητα επέρχεται στις ψυχές μέσω της φιλίας και της (επι)κοινωνίας με τα ενάρετα ήθη, πράγμα που φρόντιζαν ιδιαιτέρως οι Πυθαγόρειοι, κάνοντας σκοπό της ζωής τους την καθαρότατη φιλία.»[18] Μιας και «η αληθινή φιλία είναι χαρακτηριστικό των ίδιων των Θεών και των ανώτερων από εμάς γενών, και φτάνει στις αγαθές ψυχές.»[19] Όμως «Οφείλουμε να ξέρουμε ότι η φιλία είναι μεν πράγμα σεβαστό και πολύτιμο, χρειάζεται όμως ζωή πρέπουσα στους θεούς και νοητική. Διότι για πρώτη φορά έλαβε υπόσταση μεταξύ των Θεών με τη νοητική ζωή και τον, κατά Εμπεδοκλή, νοητό θεό, τον οποίο εκείνος αποκαλεί συνήθως “Σφαίρο”.»[20] Αλλά και ο Πρόκλος λέγει ότι : «Τελικός σκοπός της άριστης πολιτείας είναι η ένωση, όπως βέβαια και της συστάσεως του Κόσμου, και πριν από τον Κόσμο τούτο το Ένα. Διότι η ομοιότητα ανήκει στην συστοιχία του Ενός. Εξ ου και όλα τα στοιχεία που λαμβάνουν την πρόοδό τους παράγονται μέσω της ομοιότητας από τα οικεία του αίτια, και όλα όσα επιστρέφουν προς τις αρχές επιστρέφουν μέσω της ομοιότητας λόγω του πόθου τους για το Ένα. Διότι αυτό που δεν μπόρεσε να παραμείνει στο Ένα αποδέχεται το όμοιο ως συγγενικό προς το Ένα. Η αρμονία επίσης και ο ρυθμός, των οποίων προΐστανται οι Μούσες, έχουν την ύπαρξή τους μέσα από την ομοιότητα. Για τούτο βέβαια δεν δημιουργούν όλοι οι λόγοι ρυθμούς ή αρμονίες, αλλά αυτοί της ομοιότητας επιμόριοι και πολλαπλάσιοι. Οι πολυσχιδής και πολυσύνθετος χαρακτήρας των άλλων λόγων είναι ξένος προς τους μουσικούς λόγους. Σε αλληλουχία λοιπόν προς τις δικές τους ενέργειες και προς τα δώρα που προσφέρουν στον Κόσμο, οι Μούσες ανήγαγαν τη διχοστασία στην ανομοιότητα και την φιλία στην ομοιότητα της ζωής. Και ο ίδιος άλλωστε ο ιερός αριθμός των Μουσών ανήκει στη φύση της ταυτότητας και της ομοιότητας, διότι είναι τετράγωνος παραγόμενος από τον πρώτο περιττό και τέλειο, που προσδιορίζεται από τρείς τριάδες, και δεν είναι μόνο τέλειος, αλλά τέλειος ως προς όλες τις αναφορές του, συνδεδεμένος με τη μονάδα από την οποία προήλθε και σπεύδοντας και αυτός να είναι ένα καινούριο ένα.»[21].

«θεωρούσαν ότι οι συμφωνίες, τις οποίες έκαναν ανάμεσά τους, έπρεπε να παραμένουν σε αυτούς σταθερές.»[22]: εξ ου και ο Σωκράτης στην αρχή του “Τίμαιου” αναζητά και ρωτά που είναι το τέταρτο πρόσωπο που υπήρχε στην συνάντηση της “Πολιτείας”.

«Ασπάζονταν την κοινοκτημοσύνη στις ανακαλύψεις των δογμάτων και τα συγγράμματα του ενός Πυθαγορείου ήταν κοινά όλων τους.»[23]: «Αυτό το επιβεβαιώνει και ο Σωκράτης, στον “Τίμαιο” καλώντας τους ίδιους να γίνουν διαιτυμόνες και εστιάτορες, πληρούντες και πληρομενους, διδάσκοντες και μανθάνοντες.»[24]: Και βέβαια «ο Πλάτων μέσω της ίδιας της μίμησης των τέλειων ανδρών μας σκιαγραφεί τα πρότυπα των καθηκόντων, πρότυπα που έχουν πολύ μεγαλύτερη επίδραση από αυτά που εμπεριέχονται σε ξερούς κανόνες. Γιατί η μίμηση διαμορφώνει τη ζωή των ακροατών σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του αντικειμένου της. Με αυτά, λοιπόν, δηλώνει με το τι θα χορτάσει ο φιλόσοφος. Με την ακρόαση των λόγων και ποιο θα θεωρήσει ότι είναι το αληθινό γεύμα. Όχι αυτό που έχουν πιστέψει οι περισσότεροι – γιατί αυτό είναι ζωώδες -, αλλά αυτό που χορταίνει τον άνθρωπο που έχουμε μέσα μας. Για αυτό και χρησιμοποιείται συχνά από τον Πλάτωνα το ρήμα “φιλεύω” για τα λόγια. “Ή μήπως είναι φανερό ότι ο Λυσίας σας φίλεψε με λόγια” (βλ. “Φαίδρος, 227.b”) και “Μόνο εσείς οι δυο φιλευτείτε και σε εμάς μην δώσετε” (βλ. “Λυσίας, 211.c”)».[25]
---------------------
[1]  Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 627.d.11 –  628.e.1»:
       Leg 627.d.11 ` to     Leg 628.e.1   {ΑΘ.} Πότερος οὖν ἀμείνων, ὅστις τοὺς μὲν ἀπολέσειεν αὐτῶν ὅσοι κακοί, τοὺς δὲ βελτίους ἄρχειν αὐτοὺς αὑτῶν προστάξειεν, ἢ ὅδε ὃς ἂν τοὺς μὲν χρηστοὺς ἄρχειν, τοὺς χείρους δ᾽ ἐάσας ζῆν ἄρχεσθαι ἑκόντας ποιήσειεν; τρίτον δέ που δικαστὴν πρὸς ἀρετὴν εἴπωμεν, εἴ τις εἴη τοιοῦτος ὅστις παραλαβὼν συγγένειαν μίαν διαφερομένην, μήτε ἀπο λέσειεν μηδένα, διαλλάξας δὲ εἰς τὸν ἐπίλοιπον χρόνον, νόμους αὐτοῖς θείς, πρὸς ἀλλήλους παραφυλάττειν δύναιτο ὥστε εἶναι φίλους.
{ΚΛ.} Μακρῷ ἀμείνων γίγνοιτ᾽ ἂν ὁ τοιοῦτος δικαστής τε καὶ νομοθέτης.
{ΑΘ.} Καὶ μὴν τοὐναντίον γε ἢ πρὸς πόλεμον ἂν βλέπων αὐτοῖς τοὺς νόμους διανομοθετοῖ.
{ΚΛ.} Τοῦτο μὲν ἀληθές.
{ΑΘ.} Τί δ᾽ ὁ τὴν πόλιν συναρμόττων; πρὸς πόλεμον αὐτῆς ἂν τὸν ἔξωθεν βλέπων τὸν βίον κοσμοῖ μᾶλλον, ἢ πρὸς πόλεμον τὸν ἐν αὐτῇ γιγνόμενον ἑκάστοτε, ἣ δὴ καλεῖται στάσις; ὃν μάλιστα μὲν ἅπας ἂν βούλοιτο μήτε γενέσθαι ποτὲ ἐν ἑαυτοῦ πόλει γενόμενόν τε ὡς τάχιστα ἀπαλλάττεσθαι.
{ΚΛ.} Δῆλον ὅτι πρὸς τοῦτον.
{ΑΘ.} Πότερα δὲ ἀπολομένων αὖ τῶν ἑτέρων εἰρήνην τῆς στάσεως γενέσθαι, νικησάντων δὲ ποτέρων, δέξαιτ᾽ ἄν τις, μᾶλλον ἢ φιλίας τε καὶ εἰρήνης ὑπὸ διαλλαγῶν γενομένης, οὕτω τοῖς ἔξωθεν πολεμίοις προσέχειν ἀνάγκην εἶναι τὸν νοῦν;
{ΚΛ.} Οὕτω πᾶς ἂν ἐθέλοι πρότερον ἢ ᾽κείνως περὶ τὴν αὑτοῦ γίγνεσθαι πόλιν.
{ΑΘ.} Οὐκοῦν καὶ νομοθέτης ὡσαύτως;
{ΚΛ.} Τί μήν;
{ΑΘ.} Ἆρα οὖν οὐ τοῦ ἀρίστου ἕνεκα πάντα ἂν τὰ νόμιμα τιθείη πᾶς;
{ΚΛ.} Πῶς δ᾽ οὔ;
{ΑΘ.} Τό γε μὴν ἄριστον οὔτε ὁ πόλεμος οὔτε ἡ στάσις, ἀπευκτὸν δὲ τὸ δεηθῆναι τούτων, εἰρήνη δὲ πρὸς ἀλλήλους ἅμα καὶ φιλοφροσύνη, καὶ δὴ καὶ τὸ νικᾶν, ὡς ἔοικεν, αὐτὴν αὑτὴν πόλιν οὐκ ἦν τῶν ἀρίστων ἀλλὰ τῶν ἀναγκαίων· ὅμοιον ὡς εἰ κάμνον σῶμα ἰατρικῆς καθάρσεως τυχὸν ἡγοῖτό τις ἄριστα πράττειν τότε, τῷ δὲ μηδὲ τὸ παράπαν δεηθέντι σώματι μηδὲ προσέχοι τὸν νοῦν, ὡσαύτως δὲ καὶ πρὸς πόλεως εὐδαιμονίαν ἢ καὶ ἰδιώτου διανοούμενος οὕτω τις οὔτ᾽ ἄν ποτε πολιτικὸς γένοιτο ὀρθῶς, πρὸς τὰ ἔξωθεν πολεμικὰ ἀποβλέπων μόνον καὶ πρῶτον, οὔτ᾽ ἂν νομοθέτης ἀκριβής, εἰ μὴ χάριν εἰρήνης τὰ πολέμου νομοθετοῖ μᾶλλον ἢ τῶν πολεμικῶν ἕνεκα τὰ τῆς εἰρήνης.
[2]       Eleg 1.77 ` to     Eleg 1.78 Πιστὸς ἀνὴρ χρυσοῦ τε καὶ ἀργύρου ἀντερύσασθαι   ἄξιος ἐν χαλεπῆι, Κύρνε, διχοστασίηι.
[3]  Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 630.a.7 –  630.b.3»:
        Leg 630.a.7 ` to     Leg 630.b.3 τοῦτον δή φαμεν ἐν πολέμῳ χαλεπωτέρῳ ἀμείνονα ἐκείνου πάμπολυ γίγνεσθαι, σχεδὸν ὅσον ἀμείνων δικαιοσύνη καὶ 630.b  σωφροσύνη καὶ φρόνησις εἰς ταὐτὸν ἐλθοῦσαι μετ᾽ ἀνδρείας, αὐτῆς μόνης ἀνδρείας. πιστὸς μὲν γὰρ καὶ ὑγιὴς ἐν στάσεσιν οὐκ ἄν ποτε γένοιτο ἄνευ συμπάσης ἀρετῆς·
[4]  Βλ. Πρόκλος «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας υπόμνημα, βιβλίο Β’, 1.187.21 – 1.187.24» :
       in R 1.187.21 ` to     in R 1.187.24  ἐνταῦθα τοίνυν ἀποδέχεται τὸν Θέογνιν ὡς πολιτικῆς ἐπιστήμης μετέχοντα καὶ τῆς ὅλης ἀρετῆς, ἣν δὴ πιστότητα κέκληκεν, ἡγεμόνα καὶ σύμβουλον·
[5]  Βλ., Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς «Περί Φυγής, 600.E.7 – 601.B.6» :
        De exilio  600.E.7 ` to     De exilio  601.B.6   Οἷόν ἐστιν ἡ νῦν σοι παροῦσα μετάστασις ἐκ τῆς νομιζομένης πατρίδος. φύσει γὰρ οὐκ ἔστι πατρίς, ὥσπερ οὐδ᾽ οἶκος οὐδ᾽ ἀγρὸς οὐδὲ χαλκεῖον, ὡς Ἀρίστων (St. V. Fr.  I  371) ἔλεγεν, οὐδ᾽ ἰατρεῖον· ἀλλὰ γίνεται μᾶλλον δ᾽ ὀνομάζεται καὶ καλεῖται τούτων ἕκαστον ἀεὶ πρὸς τὸν 600.F  οἰκοῦντα καὶ χρώμενον. ὁ γὰρ ἄνθρωπος, ᾗ φησιν ὁ Πλάτων (Tim. 90a), «φυτὸν οὐκ ἔγγειον» οὐδ᾽ ἀκίνητον   «ἀλλ᾽ οὐράνιόν» ἐστιν, ὥσπερ ἐκ ῥίζης τὸ σῶμα τῆς κεφαλῆς ὀρθὸν ἱστάσης πρὸς τὸν οὐρανὸν ἀνεστραμμένον. ὅθεν εὖ μὲν ὁ Ἡρακλῆς εἶπεν (Trag. adesp. 392)
«Ἀργεῖος ἢ Θηβαῖος· οὐ γὰρ εὔχομαι       μιᾶς· ἅπας μοι πύργος Ἑλλήνων πατρίς.»
ὁ δὲ Σωκράτης βέλτιον, οὐκ Ἀθηναῖος οὐδ᾽ Ἕλλην ἀλλὰ κόσμιος εἶναι φήσας, ὡς ἄν τις Ῥόδιος εἶπεν ἢ Κορίνθιος,  ὅτι μηδὲ Σουνίῳ μηδὲ Ταινάρῳ μηδὲ τοῖς Κεραυνίοις ἐνέκλεισεν ἑαυτόν.
«ὁρᾷς τὸν ὑψοῦ τόνδ᾽ ἄπειρον αἰθέρα,  καὶ γῆν πέριξ ἔχονθ᾽ ὑγραῖς <ἐν> ἀγκάλαις;»                                     ( Eur. fr. 941, 1. 2 )
οὗτοι τῆς πατρίδος ἡμῶν ὅροι [εἰσί], καὶ οὐδεὶς οὔτε φυγὰς ἐν τούτοις οὔτε ξένος οὔτ᾽ ἀλλοδαπός, ὅπου τὸ αὐτὸ πῦρ ὕδωρ ἀήρ, ἄρχοντες οἱ αὐτοὶ καὶ διοικηταὶ καὶ πρυτάνεις ἥλιος σελήνη φωσφόρος· οἱ αὐτοὶ νόμοι πᾶσι, ὑφ᾽ ἑνὸς προστάγματος καὶ μιᾶς ἡγεμονίας τροπαὶ βόρειοι τροπαὶ νότιοι ἰσημερίαι Πλειὰς Ἀρκτοῦρος ὧραι σπόρων ὧραι φυτειῶν· εἷς δὲ βασιλεὺς καὶ ἄρχων· «θεὸς ἀρχήν τε καὶ μέσα καὶ τελευτὴν ἔχων τοῦ παντὸς εὐθείᾳ περαίνει κατὰ φύσιν περιπορευόμενος· τῷ δ᾽ ἕπεται Δίκη τῶν ἀπολειπομένων τοῦ θείου νόμου τιμωρός» (Plat. Legg. 716a), ᾗ χρώμεθα πάντες ἄνθρωποι φύσει πρὸς πάντας ἀνθρώ πους ὥσπερ πολίτας.
[6]  καλή καταγωγή.
[7]  Βλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Α’, 113.2 – 113.13»:
       in Alc 113.2 ` to     in Alc 113.13  ἡ δὲ ἑστῶσα καὶ ἀΐδιος εὐγένεια τῶν ψυχῶν ἀπὸ τῶν θεῶν ἤρτηται περὶ οὓς ἐσπάρησαν, καὶ τῶν θείων δυνάμεων ὑφ᾽ ἃς ἐτάχθησαν· εὐγενέστεραι γὰρ αἱ τῶν θεῶν ὑψηλοτέρων ὀπαδοὶ καὶ αἱ δυνάμεων μειζόνων ἐξημμέναι κατὰ τὴν ἐν τῷ παντὶ διακλήρωσιν. τὸ δὲ αὐτὸ λέγω καὶ περὶ τῶν πόλεων. ἄνωθεν γὰρ ἡ κατὰ τοὺς κλήρους διαφορὰ διήκει καὶ μέχρι τῶν ψυχῶν· καί φαμεν τοὺς μὲν ἐμπυρίους εἶναι, τοὺς δὲ αἰθερίους, τοὺς δὲ οὐρανίους, τοὺς δὲ χθονίους θεούς, καὶ τῶν ψυχῶν τὰς μὲν τῆς ἡλιακῆς εἶναι σφαίρας, τὰς δὲ τῆς Ἑρμαϊκῆς, τὰς δὲ τῆς σεληνιακῆς. καὶ ἔστιν ἡ τοιαύτη κατὰ τόπους διακλήρωσις τῶν ψυχῶν ὄντως ἀξία φρονήματος, ἡ δὲ εἰς τὰς παρ᾽ ἡμῖν πόλεις καὶ τοὺς ἐν γῇ τόπους ἀποβλέπουσα διάκρισις ἄτοπός ἐστι καὶ χαυνότητος αἰτία ταῖς ψυχαῖς.
[8]  Αυτό είναι και κάτι που είναι απόλυτα φυσιολογικό  να γίνεται – αναλυτικά μπορεί να μελετηθεί το «Περί των Θεών των αρχαίων θρησκευτικών παραδόσεων : οι Θεοί της “αρχαίας εποχής”»  – εδώ θα αναφέρουμε απλός ότι συμβαίνει διότι όπως λέγει ο Πρόκλος στο «Υπόμνημα στον Τίμαιο του Πλάτωνα, τόμος E’, 3.152.31 – 3.153.15»:
«οι ψυχές λησμονούν γρηγορότερα τις αρχές που βρίσκονται πιο κοντά τους, ενώ θυμούνται περισσότερο τις ανώτερες αρχές. Γιατί οι ανώτερες αρχές λόγω της υπεροχής της δυνάμεως τους επιδρούν περισσότερο στις ψυχές, και λόγω των ενεργειών τους φαίνεται να είναι παρούσες στις ψυχές. Το ίδιο γίνεται και με την όρασή μας. Γιατί, ενώ δεν βλέπουμε πολλά από όσα βρίσκονται πάνω στην γη, ωστόσο πιστεύουμε ότι βλέπουμε την ίδια την σφαίρα των απλανών και τους ίδιους τους αστέρες, επειδή με το φως τους φωτίζουν την όρασή μας. Το μάτι, λοιπόν, της ψυχής ξεχνά και δεν βλέπει περισσότερο τις πλησιέστερες αρχές παρά τις ανώτερες και θεϊκότερες. Έτσι όλες οι θρησκείες και οι αιρέσεις συμφωνούν ότι υπάρχει η πρώτη αρχή και όλοι οι άνθρωποι αποκαλούν κάποιον θεό βοηθό, δεν πιστεύουν όλες, όμως, ότι μετά τις αρχή αυτή υπάρχουν θεοί και πρόνοια από τους θεούς στο σύμπαν. Γιατί βλέπουν ξεκάθαρα το “ένα” από ότι το “πλήθος”. Άλλες πιστεύουν ότι υπάρχουν Θεοί και, θεωρώντας ότι υπάρχει γένος δαιμόνων μετά τους θεούς, αγνοούν την τάξη των ηρώων. Και γενικά αυτό είναι το μεγαλύτερο έργο της επιστήμης περί τα θεία και τα Όντα, να αναπτύξει με λεπτομέρειες τις μεσαίες τάξεις και τις προόδους των Όντων».
        in Ti 3.152.31 ` to     in Ti 3.153.15 αἱ ψυχαὶ τῶν ἑαυταῖς προσεχεστέρων θᾶττον ἐπιλανθάνονται, τῶν δὲ ὑπερτέρων ἀρχῶν μᾶλλον μνημονεύουσι· δρῶσι γὰρ μᾶλλον εἰς αὐτὰς δι᾽ ὑπεροχὴν δυνάμεως καὶ δοκοῦσιν αὐταῖς παρεῖναι δι᾽ ἐνέργειαν· ὃ δὴ καὶ περὶ τὴν ὄψιν γίγνεται τὴν ἡμετέραν· πολλὰ γὰρ τῶν ἐν γῇ κειμένων οὐχ ὁρῶντες ὅμως αὐτὴν ὁρᾶν δοκοῦμεν τὴν ἀπλανῆ καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀστέρας, διότι καταλάμπουσιν ἡμῶν τὴν ὄψιν τῷ ἑαυτῶν φωτί. μᾶλλον οὖν καὶ τὸ ὄμμα τῆς ψυχῆς λήθην ἴσχει καὶ ἀορασίαν τῶν προσεχεστέρων ἢ τῶν ἀνωτέρω καὶ θειοτέρων ἀρχῶν. οὕτω τὴν μὲν πρωτίστην ἀρχὴν πᾶσαι θρησκεῖαι καὶ αἱρέσεις συγχωροῦσιν εἶναι, καὶ θεὸν πάντες ἄνθρωποι καλοῦσι βοηθόν, θεοὺς δὲ εἶναι μετ᾽ αὐτὴν καὶ πρόνοιαν ἀπ᾽ αὐτῶν ἐν τῷ παντὶ οὐ πᾶσαι πιστεύουσιν· ἐναργέστερον γὰρ αὐταῖς καταφαίνεται τὸ ἓν τοῦ πλήθους. ἄλλαι δὲ θεοὺς μὲν εἶναι νομίζουσι, μετὰ δὲ θεοὺς δαιμόνιον γένος ὑποτιθέμεναι τὴν ἡρωικὴν ἀγνοοῦσι τάξιν· καὶ ὅλως τοῦτο καὶ μέγιστόν ἐστι τῆς ἐπιστήμης ἔργον, τὸ τὰς μεσότητας καὶ τὰς προόδους τῶν ὄντων λεπτουργεῖν.
[9]  Μείγμα από μέλι και κρασί.
[10]   Βλ. Πλούταρχος «Περί Ίσιδος και Οσίριδος, 376.F.5 – 378.A.3»:
       De Iside et Osiride  376.F.5 ` to     De Iside et Osiride  378.A.3   Συνελόντι δ᾽ εἰπεῖν οὔθ᾽ ὕδωρ οὔθ᾽ ἥλιον οὔτε γῆν οὔτ᾽ οὐρανὸν Ὄσιριν ἢ Ἶσιν ὀρθῶς ἔχει νομίζειν οὐδὲ πῦρ Τυφῶνα πάλιν οὐδ᾽ αὐχμὸν οὐδὲ θάλατταν, ἀλλ᾽ ἁπλῶς ὅσον ἐστὶν ἐν τούτοις ἄμετρον καὶ ἄτακτον ὑπερβολαῖς ἢ ἐνδείαις Τυφῶνι προσνέμοντες, τὸ δὲ κεκοσμημένον καὶ ἀγαθὸν καὶ ὠφέλιμον ὡς Ἴσιδος μὲν ἔργον εἰκόνα δὲ καὶ μίμημα καὶ λόγον Ὀσίριδος σεβόμενοι καὶ τιμῶντες οὐκ ἂν ἁμαρτάνοιμεν. ἀλλὰ καὶ τὸν Εὔδοξον ἀπιστοῦντα παύσομεν καὶ διαποροῦντα (fr. 63), πῶς οὔτε Δήμητρι τῆς τῶν ἐρωτικῶν ἐπιμελείας μέτεστιν ἀλλ᾽ Ἴσιδι τόν τε Διόνυσον <Ὀσίριδι προσομοιοῦσι τὸν> οὐ τὸν Νεῖλον αὔξειν οὔτε τῶν τεθνηκότων ἄρχειν δυνάμενον. ἑνὶ γὰρ λόγῳ κοινῷ τοὺς θεοὺς τούτους περὶ πᾶσαν ἀγαθοῦ μοῖραν ἡγούμεθα τετάχθαι καὶ πᾶν ὅσον ἔνεστι τῇ φύσει καλὸν καὶ ἀγαθὸν διὰ τούτους ὑπάρχειν, τὸν μὲν διδόντα τὰς ἀρχάς, τὴν δ᾽ ὑποδεχομένην καὶ διανέμουσαν.     Οὕτω δὲ καὶ τοῖς πολλοῖς καὶ φορτικοῖς ἐπιχειρήσομεν, εἴτε ταῖς καθ᾽ ὥραν μεταβολαῖς τοῦ περιέχοντος εἴτε ταῖς καρπῶν γενέσεσι καὶ σποραῖς καὶ ἀρότοις χαίρουσι τὰ περὶ τοὺς θεοὺς τούτοις συνοικειοῦντες καὶ λέγοντες θάπτεσθαι μὲν τὸν Ὄσιριν, ὅτε κρύπτεται τῇ γῇ σπειρόμενος ὁ καρπός, αὖθις δ᾽ ἀναβιοῦσθαι καὶ ἀναφαίνεσθαι, ὅτε βλαστήσεως ἀρχή· διὸ καὶ λέγεσθαι τὴν Ἶσιν αἰσθομένην ὅτι κύει περιάψασθαι φυλακτήριον ἕκτῃ μηνὸς ἱσταμένου Φαωφί, τίκτεσθαι δὲ τὸν Ἁρποκράτην περὶ τροπὰς χειμερινὰς ἀτελῆ καὶ νεαρὸν ἐν τοῖς προανθοῦσι καὶ προβλαστάνουσι (διὸ καὶ φακῶν αὐτῷ φυομένων ἀπαρχὰς ἐπιφέρουσι), τὰς δὲ λοχείους ἡμέρας ἑορτάζειν μετὰ τὴν ἐαρινὴν ἰσημερίαν. ταῦτα γὰρ ἀκού οντες ἀγαπῶσι καὶ πιστεύουσιν, αὐτόθεν ἐκ τῶν προ χείρων καὶ συνήθων τὸ πιθανὸν ἕλκοντες.     Καὶ δεινὸν οὐδέν, ἂν πρῶτον μὲν ἡμῖν τοὺς θεοὺς φυλάττωσι κοινοὺς καὶ μὴ ποιῶσιν Αἰγυπτίων ἰδίους μηδὲ Νεῖλον ἥν τε Νεῖλος ἄρδει μόνην χώραν τοῖς ὀνόμασι τούτοις καταλαμβάνοντες μηδ᾽ ἕλη μηδὲ λωτοὺς † μὴ θεοποιίαν λέγοντες ἀποστερῶσι μεγάλων θεῶν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, οἷς Νεῖλος μὲν οὐκ ἔστιν οὐδὲ Βοῦτος οὐδὲ Μέμφις, Ἶσιν δὲ καὶ τοὺς περὶ αὐτὴν θεοὺς ἔχουσι καὶ γιγνώσκουσιν ἅπαντες, ἐνίους μὲν οὐ πάλαι τοῖς παρ᾽ Αἰγυπτίων ὀνόμασι καλεῖν μεμαθηκότες, ἑκάστου δὲ τὴν δύναμιν ἐξ ἀρχῆς ἐπιστάμενοι καὶ τιμῶντες·
[11] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.17.10 – 1.18.28»:
      in Ti 1.17.10 ` to     in Ti 1.18.28 διὰ τῶν πρώτων καὶ ἡγεμονικῶν ἀριθμῶν πάντα ἐγέννων οἱ ἄνδρες, καὶ ἀπὸ τῶν τριῶν θεῶν πᾶσι τὴν ὑπόστασιν ἐδίδοσαν τοῖς ἐγκοσμίοις. τούτων ἔνδειξιν ἔχουσιν ἥ τε μονὰς καὶ ἡ δυὰς καὶ ἡ τριάς, ὥστε ἀπ᾽ αὐτῶν ἄρχεσθαι δέον καὶ πρὸς αὐτὰς βλέπειν τὸν ἐσόμενον τῆς φύσεως θεατήν. ἔτι τὰ μὲν συν αίτια τῶν φυσικῶν πραγμάτων καὶ παρ᾽ ἄλλοις ἐτεθεώρητο, τὸ δὲ τελικὸν καὶ παραδειγματικὸν καὶ ποιητικὸν ἰδίως παρ᾽ αὐτοῖς ἐξητάζετο. ταῦτ᾽ οὖν τὰ αἴτια διὰ τῶν ἐκκειμένων ἀριθμῶν δηλοῦται, τὸ μὲν τελικὸν διὰ τῆς μονάδος· ἐν τἀγαθοῦ γὰρ τάξει προέστηκε τῶν ἀριθμῶν· τὸ δὲ παραδειγματικὸν διὰ τῆς δυάδος· ἡ γὰρ ἑτερότης τῶν ὄντων διέκρινε τὰς πρωτουργοὺς αἰτίας τῶν ὅλων· ἔτι δὲ καὶ ἡ δυὰς ἀρχὴ τῆς τετρακτύος ἐστὶ τῶν νοητῶν παραδειγμάτων· τὸ δὲ ποιητικὸν σημαίνεται διὰ τῆς τριάδος· οἰκεῖος γὰρ ὁ νοῦς τῇ τριάδι, τρίτος ὢν ἀπὸ τοῦ ὄντος διὰ μέσης τῆς ζωῆς, ἢ ἀπὸ τοῦ πατρὸς διὰ τῆς δυνάμεως, ἢ ἀπὸ τοῦ νοητοῦ διὰ τῆς νοήσεως· ἀνάλογον γὰρ ὡς μονὰς πρὸς δυάδα, οὕτως τὸ ὂν πρὸς τὴν ζωήν, καὶ ὁ πατὴρ πρὸς τὴν δύναμιν, καὶ τὸ νοητὸν πρὸς τὴν νόησιν· ὡς δὲ δυὰς πρὸς τριάδα, ἥ τε ζωὴ πρὸς τὸν νοῦν καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ νόησις. ἔτι τὰ θεῖα πάντα ἐν πᾶσίν ἐστι καὶ ἥνωται ἀλλήλοις, ὡς εἶναι καὶ πάντας ἐν ἑνὶ καὶ ἐν πᾶσιν ἕκαστον καὶ διὰ τῆς θείας φιλίας συνέχεσθαι· καὶ ὁ ἐκεῖ <Σφαῖρος> [Emped. frg. 27D.] τὴν μίαν ἕνωσιν περιέχει τῶν θεῶν. εἰκότως ἄρα καὶ ὁ Σωκράτης εἰς τὸ θεῖον βλέπων κοινωνίας καὶ ὁμονοίας προκατάρχει καὶ εἰς ταύ την καὶ τοὺς ἄλλους παρακαλεῖ. καὶ μὴν καὶ ἡ ἑστίασις καὶ ἡ δαὶς προσήκοντά ἐστιν ὀνόματα τοῖς θεοῖς καὶ οὐχ ἥκιστα τοῖς ἐγκοσμίοις· συνανίασι γὰρ τοῖς ἀπολύτοις θεοῖς <ἐπὶ δαῖτά τε καὶ θοίνην>, ὥς φησιν ὁ ἐν τῷ <Φαίδρῳ Σωκράτης> [247.a ], καὶ ἡ ἑστίασις ἡ ἐν τοῖς γενεθλίοις τῆς Ἀφροδίτης παρὰ τῷ μεγάλῳ γίγνεται Διί. ταῦτα δὴ καὶ ὁ Σωκράτης ἀνάλογον ἀξιοῖ γίγνεσθαι περὶ αὐτούς, νοήσεων θείων κοινωνοῦντας ἀλλήλοις. καὶ οὐδὲν θαυμαστόν, εἰ καὶ Τίμαιος ἑστιᾷ τοὺς ἄλλους καὶ ἑστιᾶται παρ᾽ αὐτῶν, ἐπεὶ καὶ παρὰ τοῖς <θεολόγοις> μεταδόσεις εἰσὶ δυνάμεων ὑμνημέναι καὶ μετουσίαι, πληρούντων τε ἄλληλα τῶν θείων καὶ πληρουμένων ὑπ᾽ ἀλλήλων· οὕτω γὰρ καὶ παρὰ τοῖς <φοιβολήπτοις ποιηταῖς> ἠκούσαμεν, ὅτι δεξιοῦνται ἀλλήλους οἱ θεοὶ ταῖς νοεραῖς ἐνεργείαις ἢ ταῖς προνοητικαῖς εἰς τὸ πᾶν ποιήσεσι·
<τοὶ δὲ χρυσέοις δεπάεσσι δειδέχατ᾽ ἀλλήλους Τρώων πόλιν εἰσορόωντες> [Δ  4]. εἰ δὲ καὶ γιγνώσκουσιν ἀλλήλους καὶ νοοῦσιν·   <οὐ γάρ τ᾽ ἀγνῶτες θεοὶ ἀλλήλοισι πέλονται> [ε 79]· τροφὴ δὲ τὸ νοητὸν τῷ νοοῦντι κατὰ τὸ <λόγιόν> ἐστι, δῆλον ὅτι καὶ τὸ ἀνταφεστιᾶν πρώτως ἐν τοῖς θεοῖς, καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ σοφώτεροι μιμούμενοι καὶ ταύτῃ τοὺς θεοὺς μεταδιδόασιν ἀλλήλοις ἀφθόνως τῶν οἰκείων ἕκαστοι νοήσεων.
[12]  Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.17.4 – 1.17.7»:
       in Ti 1.17.4 ` to     in Ti 1.17.7 ἔτι τὴν φυσικὴν κοινωνίαν οἱ ἄνδρες ἐπρέσβευον, τήν τε ἐν τῇ γενέσει, καθ᾽ ἣν πάντα ῥητὰ καὶ σύμμετρα ἀλλήλοις ἀποτελεῖται, καὶ τὴν ἐν τοῖς οὐρανίοις· μεταδίδωσι γὰρ ἀλλήλοις καὶ ἐκεῖνα τῶν οἰκείων δυνάμεων.
[13]  Βλ. Πρόκλος «Εις  τον Τίμαιο του Πλάτωνα, βιβλίο Α’, 1.25.8 – 1.26.8»:
        in Ti 1.25.8 ` to     in Ti 1.26.8 φυσικὰ δὲ τὸ τὴν ἀντίδοσιν τῶν λόγων εἰκόνα φέρειν τῆς ἐν τοῖς φυσικοῖς ἔργοις κοινωνίας τῶν δυνάμεων καὶ ἀμοιβῆς, δι᾽ ἣν πάντα συντέτακται καὶ εἰς τὴν μίαν ἁρμονίαν συντελεῖ τοῦ παντός, καὶ τὸ κατὰ χρόνον ἐξαλλάττεσθαι τὰς τῆς φύσεως ἐνεργείας, νῦν μὲν ἄλλων, νῦν δὲ ἄλλων ποιούντων εἰς ἄλλα καὶ ἄλλα· τούτοις γὰρ ἔοικε τὸ ἀνταφεστιᾶν τὸν ἑστιάσαντα χθές. θεολογικὸν δὲ τὸ τὸ δημιουργικὸν αἴτιον διὰ πάντων προϊέναι καὶ πάντα πληροῦν καὶ πᾶσαν ἔλλειψιν ἀποκόπτειν διὰ τῆς ἑαυτοῦ δυνάμεως καὶ τῆς γονίμου περιουσίας, καθ᾽ ἣν οὐδὲν ἀφίησιν ἔρημον ἑαυτοῦ· τῷ γὰρ ὑπερπλήρει καὶ τῷ ἱκανῷ καὶ τῷ παντελείῳ χαρακτηρίζεται. καὶ μὴν καὶ τὸ <ἀνταφεστιᾶν> ἀπὸ τῆς ἐν ταῖς θεομυθίαις ἑστιάσεως εἵλκυσται, καθ᾽ ἣν δεξιοῦνται ἀλλήλους οἱ θεοί· <τοὶ δὲ χρυσέοις δεπάεσσι Δειδέχατ᾽ ἀλλήλους> [Δ 4]· παρὰ τῷ μεγίστῳ Διὶ πληρούμενοι τοῦ νέκταρος. καὶ οὐδὲ ἁπλῶς εἴρηται ἀνθεστιᾶν, ἀλλ᾽ ἀνταφεστιᾶν· ἡ γὰρ ἀφεστίασις τὴν ὁλοτελῆ τῆς ἑστιάσεως ἀποπλήρωσιν συνείληφεν. ὁρᾶται δὲ τοῦτο καὶ ἐν τοῖς ὅλοις· αἵ τε γὰρ φαινόμεναι διακοσμήσεις διὰ τῆς ἑαυτῶν ἄκρας ἐπιτηδειότητος προκαλοῦνται τὰς ἀφανεῖς δυνάμεις, καὶ ἐκεῖναι δι᾽ ἀγαθότητος ὑπερβολὴν καὶ ταύτας τελειοῦσι, καὶ συνάπτεται ταῦτα πάντα ἀλλήλοις, καὶ ἀνταπόδοσις γίνεται τῆς προκλήσεως ἡ τῆς τελειότητος μετάδοσις. ἔτι τοίνυν τὸ μετὰ <τοῦ δικαίου> ταῦτα πάντα ποιεῖν εἰκόνα φέρει τῆς Δίκης τῆς ἅμα τῷ Διὶ πάντα ταττούσης, τὸ <δὲ πρέπον> τῆς τῷ καλῷ τῷ δημιουργικῷ τὰ ὅλα καταλαμπούσης αἰτίας, τὰ <δὲ ξένια> τῆς κατὰ τὰς θείας ἰδιότητας ἀφωρισμένης ἐξαλλαγῆς· ἕκαστον γὰρ τῶν θείων οἰκείας ἔχει δυνάμεις καὶ ἐνεργείας. ὥσπερ οὖν ὁ <Σωκράτης> τοῖς ἀπὸ τῆς ἑαυτοῦ φιλοσοφίας λόγοις ἐξένισε τὸν Τίμαιον, οὕτω δὴ καὶ τῶν θεῶν ἕκαστος κατὰ τὰς ἰδίας ἐνεργῶν δυνάμεις συντελεῖ πρὸς τὴν μίαν τοῦ δημιουργοῦ καὶ ὑπερέχουσαν πρόνοιαν τῶν ὅλων.
[14] «το ιδιαίτερο έργο της δικαιοσύνης, και καμίας άλλης τέχνης, είναι να δημιουργεί φιλία μέσα στις πόλεις.»
—-Βλ. Πλάτων «Κλειτόφων, 409.d.4 – 6.» —-
       Clit 409.d.4 ` to     Clit 409.d.6 τὸ τῆς δικαιοσύνης ἴδιον ἔργον, ὃ τῶν ἄλλων οὐδεμιᾶς, φιλίαν ἐν ταῖς πόλεσιν ποιεῖν.
«η όντως φιλία δηλώνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια με τη λέξη ομόνοια.»
—-Βλ. Πλάτων «Κλειτόφων, . 409.e.3 – 4» —-
       Clit 409.e.3 ` to     Clit 409.e.4 τὴν δὲ ὄντως καὶ ἀληθῶς φιλίαν εἶναι σαφέστατα ὁμόνοιαν.
[15] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.15.27 – 1.15.28» :
       in Ti 1.15.27 ` to     in Ti 1.15.28 τὴν φιλίαν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι σκοπὸν ἐτίθεντο πάσης τῆς ἑαυτῶν φιλοσοφίας καὶ τὴν ὁμονοητικὴν ζωήν·
[16] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.15.28 – 1.15.30»:
      in Ti 1.15.28 ` to     in Ti 1.15.30 ταύτην δὴ καὶ ὁ Σωκράτης πρὸ πάντων προβέβληται φίλον τὸν Τίμαιον ἀποκαλῶν.
[17]  Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 739.b.8 – 739.e.3»:
       Leg 739.b.8 ` to     Leg 739.e.3 Πρώτη μὲν τοίνυν πόλις τέ ἐστιν καὶ πολιτεία καὶ νόμοι ἄριστοι, ὅπου τὸ πάλαι λεγόμενον ἂν γίγνηται κατὰ πᾶσαν τὴν πόλιν ὅτι μάλιστα· λέγεται δὲ ὡς ὄντως ἐστὶ κοινὰ τὰ φίλων. τοῦτ᾽ οὖν εἴτε που νῦν ἔστιν εἴτ᾽ ἔσται ποτέ— κοινὰς μὲν γυναῖκας, κοινοὺς δὲ εἶναι παῖδας, κοινὰ δὲ χρή ματα σύμπαντα—καὶ πάσῃ μηχανῇ τὸ λεγόμενον ἴδιον πανταχόθεν ἐκ τοῦ βίου ἅπαν ἐξῄρηται, μεμηχάνηται δ᾽ εἰς τὸ δυνατὸν καὶ τὰ φύσει ἴδια κοινὰ ἁμῇ γέ πῃ γεγονέναι, οἷον ὄμματα καὶ ὦτα καὶ χεῖρας κοινὰ μὲν ὁρᾶν δοκεῖν καὶ ἀκούειν καὶ πράττειν, ἐπαινεῖν τ᾽ αὖ καὶ ψέγειν καθ᾽ ἓν ὅτι μάλιστα σύμπαντας ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς χαίροντας καὶ λυπου μένους, καὶ κατὰ δύναμιν οἵτινες νόμοι μίαν ὅτι μάλιστα πόλιν ἀπεργάζονται, τούτων ὑπερβολῇ πρὸς ἀρετὴν οὐδείς ποτε ὅρον ἄλλον θέμενος ὀρθότερον οὐδὲ βελτίω θήσεται. ἡ μὲν δὴ τοιαύτη πόλις, εἴτε που θεοὶ ἢ παῖδες θεῶν αὐτὴν οἰκοῦσι πλείους ἑνός, οὕτω διαζῶντες εὐφραινόμενοι κατοι κοῦσι· διὸ δὴ παράδειγμά γε πολιτείας οὐκ ἄλλῃ χρὴ σκοπεῖν, ἀλλ᾽ ἐχομένους ταύτης τὴν ὅτι μάλιστα τοιαύτην ζητεῖν κατὰ δύναμιν.
[18] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, τόμος Α’, 677.24 – 677.29»:
       in Prm 677.24 ` to in Prm 677.29 διὰ φιλίας καὶ κοινωνίας τῶν σπουδαίων ἠθῶν ἡ τελειότης προσγίγνεται ταῖς ψυχαῖς, περὶ ἣν οἱ Πυθαγόρειοι διαφερόντως ἐσπούδαζον, τέλος ποιούμενοι τῆς ἑαυτῶν ζωῆς τὴν καθαρωτάτην φιλίαν•
[19] Βλ. Πρόκλος, «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Α’, 113.13 – 113.15:
       in Alc 113.13 ` to     in Alc 113.15 ἡ ἀληθινὴ φιλία καὶ τῶν θεῶν ἐστὶν αὐτῶν καὶ τῶν κρειττόνων ἡμῶν γενῶν, ἥκει δὲ καὶ εἰς ψυχὰς τὰς ἀγαθάς·
[20] Βλ. Πρόκλος, «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Α’, 113.17 – 113.21:
       in Alc 113.17 ` to     in Alc 113.21 δέον δὲ γιγνώσκειν, ὅτι σεμνὸν μὲν καὶ τίμιον ἡ φιλία ἐστί, δεῖται δὲ ζωῆς θεοπρεποῦς καὶ νοερᾶς· ἐπεὶ καὶ τὴν πρώτην ἐν τοῖς θεοῖς ὑπέστη καὶ τῇ νοερᾷ ζωῇ καὶ τῷ κατὰ τὸν Ἐμπεδοκλέα νοητῷ θεῷ· «<σφαῖρον>» δὲ αὐτὸν ἐκεῖνος εἴωθεν ἀποκαλεῖν.
[21]  Βλ. Πρόκλος «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας υπόμνημα, (Β’[συνέχεια], 2.80.6 – 2.80.28):
       in R 2.80.6 ` to     in R 2.80.28   ΜΕ. Τέλος ἐστὶν τῆς ἀρίστης πολιτείας ἡ ἕνωσις, ὥσπερ δὴ καὶ τοῦ κόσμου τῆς συστάσεως, καὶ πρὸ τοῦδε τοῦ κόσμου τὸ ἕν. καὶ γὰρ ἡ ὁμοιότης τῆς τοῦ ἑνός ἐστι συστοιχίας· διὸ καὶ πάντα τὰ προϊόντα δι᾽ ὁμοιότητος ἀπὸ τῶν οἰκείων αἰτίων παράγεται, καὶ πάντα τὰ ἐπιστρέφοντα πρὸς τὰς ἀρχὰς δι᾽ ὁμοιότητος ἐπιστρέφει πόθῳ τοῦ ἑνός· τὸ γὰρ ἐν τῷ ἑνὶ μεῖναι μὴ δυνηθὲν τὸ ὅμοιον ὡς συγγενὲς ἀσπάζεται πρὸς τὸ ἕν. καὶ ἡ ἁρμονία δὲ καὶ ὁ ῥυθμὸς δι᾽ ὁμοιότητος ἔχουσιν τὴν ὕπαρξιν, ὧν αἱ Μοῦσαι προεστᾶσιν· ὅθεν δὴ καὶ οὐ πάντες λόγοι ῥυθμοὺς ποιοῦσιν ἢ ἁρμονίας, ἀλλ᾽ οἱ τῆς ὁμοιότητος ὄντες ἐπιμόριοι καὶ πολλαπλάσιοι· τὸ δὲ πολυσχιδὲς τῶν ἄλλων λόγων καὶ πολυσύνθετόν ἐστι τῶν μουσικῶν λόγων ἀλλότριον. ἑπομένως ἄρα ταῖς ἑαυτῶν ἐνεργείαις αἱ Μοῦσαι καὶ τοῖς δώροις, οἷς δωροῦνται τὸν κόσμον, εἰς τὴν ἀνομοιότητα τὴν στάσιν ἀνήγαγον καὶ αὖ τὴν φιλίαν εἰς τὴν ὁμοιότητα τῆς ζωῆς· ἐπεὶ καὶ αὐτὸς ὁ τῶν Μουσῶν ἱερὸς ἀριθμὸς τῆς ταὐτοῦ καὶ ὁμοίου φύσεώς ἐστιν, ἐκ τοῦ πρώτου περιττοῦ καὶ τελείου τετράγωνος ὤν, ἐν τρισὶ τριάσιν ἀφωρισμένος, καὶ οὐ μόνον τέλειος ὤν, ἀλλὰ κατὰ πάντα τέλειος, εἴς τε τὴν μονάδα συνελισσόμενος, ἀφ᾽ ἧς προῆλθεν, καὶ ἓν νέον εἶναι καὶ αὐτὸς ἐπειγόμενος. καὶ ἔστω καὶ ἡμῖν τοῦτο τέλος τῆς τοῦ λόγου τῶν Μουσῶν ἐπιβλέψεως ἐπὶ τὸ ἓν ἀναγαγοῦσι τὴν θεωρίαν.
[22] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.15.30 – 1.15.31»:
       in Ti 1.15.30 ` to     in Ti 1.15.31 τὰς ὁμολογίας ᾤοντο χρῆναι βεβαίας αὐτοῖς διαμένειν, ἃς πρὸς ἀλλήλους ἐποιοῦντο·
[23] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.16.1 – 1.16.3»:
       in Ti 1.16.1 ` to     in Ti 1.16.3 τὴν κοινωνίαν ἠσπάζοντο τὴν ἐν ταῖς εὑρέσεσι τῶν δογμάτων, καὶ τὰ ἑνὸς συγγράμματα κοινὰ πάντων ἦν·
[24]  Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.16.3 – 1.16.6»:
       in Ti 1.16.3 ` to     in Ti 1.16.6 τοῦτο καὶ ὁ Σωκράτης βεβαιοῖ τοὺς αὐτοὺς δαιτυμόνας καὶ ἑστιάτορας γίγνεσθαι παρακαλῶν, πληροῦντάς τε καὶ πληρουμένους, διδάσκοντας καὶ μανθά νοντας.
[25]  Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.16.8 – 1.16.19»:
       in Ti 1.16.8 ` to     in Ti 1.16.19 ὁ δὲ Πλάτων δι᾽ αὐτῆς τῆς μιμήσεως τῶν ἀρίστων ἀνδρῶν τοὺς τῶν καθηκόντων ἡμῖν ὑπογράφει τύπους, οἳ πολὺ τὸ δραστικώτερον ἔχουσι τῶν ἐν κανόσι ψιλοῖς ἀποκειμένων· διατίθησι γὰρ ἡ μίμησις τὰς τῶν ἀκουόντων ζωὰς κατὰ τὴν ἑαυτῆς ἰδιότητα. περὶ τίνα οὖν ὁ φιλόσοφος μάλιστα πλεονάσει, δηλοῖ διὰ τούτων· ὅτι περὶ τὴν τῶν λόγων ἀκρόασιν· καὶ τίνα ἡγήσεται θοίνην εἶναι ἀληθινήν· ὅτι οὐχ ἣν οἱ πολλοὶ ἥγηνται—ζωώδης γάρ—ἀλλὰ τὴν ἑστιῶσαν τὸν ἐν ἡμῖν ἄνθρωπον. διὸ καὶ πολὺ παρ᾽ αὐτῷ τὸ ἑστιᾶσθαι ἐπὶ τῶν λόγων· ἢ <δῆλον, ὅτι τῶν λόγων ὑμᾶς Λυσίας εἱστία> [Phaedr. 227.B]; καὶ <ὑμεῖς μόνω ἑστιάσεσθον, ἡμῖν δὲ οὐ μεταδίδοτον> [Lys. 211.D].

Διαχείριση συναισθημάτων

Αποτέλεσμα εικόνας για Υπάρχει θέση για τη ζήλεια στις φιλίες;Πώς «διαχειρίζομαι» τα συναισθήματά μου; Είναι μια πολύ συνηθισμένη απορία μα και αντίληψη ζωής η «διαχείριση συναισθημάτων», παράγωγο της Ψυχολογίας και τις Ιατρικής κυρίως.

Όλοι περνάμε από αυτό το στάδιο της «διαχείρισης», προσπαθώντας να ελέγξουμε ουσιαστικά ή να μετατρέψουμε τα αρνητικά συναισθήματά μας σε θετικά. Αυτός είναι ο σκοπός της όλης προσπάθειας και όλων των μεθόδων που αναπτύσσονται, προς αυτόν τον σκοπό. Στόχος, η εσωτερική γαλήνη και αταραξία.

Λειτουργεί όμως; Επιτυγχάνεται ποτέ ο πολυπόθητος σκοπός του απόλυτου αυτό-έλεγχου και διαχείριση συναισθημάτων, όπως τον εννοούμε; Επιτυγχάνουμε την ειρήνη με τα συναισθήματα και τον εαυτό μας; Τολμάμε άραγε ν’ απομακρύνουμε την εστίαση της προσοχής μας ώστε να συνθέσουμε μεγαλύτερα κομμάτια γνώσης και πληροφοριών, ώστε να δούμε μια πιο διευρυμένη θέαση των πραγμάτων; Τολμούμε να δούμε με αθωότητα και αγνότητα τα ουσιαστικά ερωτήματα της ζωής μας;

Η αλήθεια είναι σχετικά απλή στην αρχική οπτική που τολμάμε… φοβόμαστε τα συναισθήματά μας! Γιατί διαφορετικά θα τα τοποθετούσαμε απέναντι, προσπαθώντας να τα αλλάξουμε; Γιατί να τα εκλογικεύουμε αντί να τα αναγνωρίζουμε και να τα αποδεχόμαστε ως έχουν;

Η πρώτη παρανόηση που κάνουμε αλλά δεν εξετάζουμε ξανά στη συνέχεια είναι να διαχωρίζουμε τα συναισθήματα σε θετικά και αρνητικά. Αν το δούμε από τη πλευρά της αυτογνωσίας, ΟΛΑ τα συναισθήματα, μηδενός εξαιρουμένου, έχουν κάτι να μας πουν για τον εαυτό μας, κρύβουν μηνύματα του νου μας που διαφορετικά δεν θα μπορούσαμε ν’ αντιληφθούμε. Δεν υπάρχει «καλό» και «κακό» συναίσθημα, κάτι που υπονοεί η κατάταξη «θετικά – αρνητικά». Ενόσω επιμένουμε να υιοθετούμε αυτή την άποψη, ότι τα αρνητικά συναισθήματα μας εμποδίζουν, μας αρρωσταίνουν, χαλάνε τις σχέσεις μας κ.λ.π., τόσο παραμένουμε σε εμπόλεμη κατάσταση με τον εαυτό μας και στην άγνοια ουσιαστικά.

Η δεύτερη παρανόηση είναι ότι τα συναισθήματα προκύπτουν από το εξωτερικό περιβάλλον, όπου βρίσκονται και οι αιτίες τους. Συνηθίζουμε να υποθέτουμε ότι «ο άλλος με θύμωσε» ή ότι «ο οποιοσδήποτε με κάνει χαρούμενη» κ.λ.π., κάτι που φυσικά δεν ισχύει. Ο άλλος, το περιβάλλον, οι καταστάσεις, τα περιστατικά είναι απλά οι αφορμές που πυροδοτούν το συναίσθημα. Όμως οι αιτίες είναι πάντα εσωτερικές και βρίσκονται στις σκέψεις που διατηρούμε και ενισχύουμε.

Μια τρίτη παρανόηση είναι ότι αλλάζοντας είτε τις (επιφανειακές) σκέψεις μας είτε τον τρόπο που εκδηλώνουμε τα συναισθήματά μας, αυτό θα μας απαλλάξει και από τις αρνητικές συνέπειές τους, θα μας προφυλάξει από συγκεκριμένες εμπειρίες και τελικά θα «διαμορφώσει» το συναίσθημά μας. Τίποτα από όλ’ αυτά δεν λειτουργεί φυσικά, γιατί οι αιτίες που προκαλούν τα διάφορα συναισθήματα (είτε θετικά είτε αρνητικά) βρίσκονται βαθιά στο υποσυνείδητο, είναι θαμμένες στο παρόν και όχι στο παρελθόν που τις ψάχνουμε και είναι αδύνατον να αναδυθούν μέσω κριτικής και της ήδη διαμορφωμένης αντίληψής μας. Αυτό μας φέρνει σε μια άλλη παρανόηση...

Η τέταρτη παρανόηση είναι ότι πρέπει να αλλάξουμε το συναίσθημά μας (ή να το διατηρήσουμε) μέσω αυτοκριτικής και φυσικά… κατ’ επέκταση, κριτικής των άλλων: "αυτό μου αρέσει, αυτό δεν μου αρέσει, αυτό το θέλω, αυτό δεν το θέλω" κ.ο.κ. Δεν ξέρω αν το έχετε προσέξει, αλλά καθημερινά κρίνουμε τους άλλους, την κοινωνία, τον εαυτό μας... βλέπετε τίποτα ν' αλλάζει ή τ' αρνητικά συναισθήματα να μετατρέπονται σε θετικά;

Μια άλλη ισχυρή παρανόηση είναι ότι τα "αρνητικά" συναισθήματα πρέπει οπωσδήποτε ν' αλλάξουν και να μετατραπούν σε θετικά. Είναι μια αφοριστική άποψη που αφαιρεί την έννοια της διάκρισης, αφαιρεί τη μοναδικότητα της στιγμής, αφαιρεί την έννοια της δικαιοσύνης και πολλά άλλα, τα οποία παραμορφώνονται κάτω από το πέπλο μιας ψεύτικης ηθικής.
 
Υπάρχουν κι άλλες παρανοήσεις φυσικά... ο καθένας έχει τις δικές του, κρυμμένες μέσα στις απόψεις του, τις πεποιθήσεις και τις πρωταρχικές του ανάγκες. Χρειάζεται πάντα μια προσωπική διερεύνηση, για να διαπιστώσει ο καθένας μας τι χρειάζεται να επανεξετάσει, διαλύοντας τις αντιφάσεις και τις παρανοήσεις μέσα του.

Η προσπάθεια της «διαχείρισης των συναισθημάτων» ενισχύει, μέσω του εσωτερικού κριτή, τον εσωτερικό πόλεμο, που άλλοτε τον εκτοξεύουμε προς τους άλλους και άλλοτε τον γυρνάμε προς τον εαυτό μας. Η έννοια του παρατηρητή είναι πρακτικά ακόμα άγνωστη σε μεγάλο βαθμό ως λειτουργία καθημερινή, διαχρονική. Αλλά η παρατήρηση συμπεριλαμβάνει και την αποδοχή, που είναι το πρώτο βήμα της αυτογνωσίας και είναι απαραίτητη για να πορευόμαστε εν ειρήνη, με τον εαυτό μας και για να καταλαβαίνουμε – μέσα από εμάς – τους άλλους.

Πώς γίνεται αυτό; Χρειάζεται μια «διόρθωση» κάποιων εννοιών, που έχουν καταγραφεί μέσα μας λανθασμένα και άρα διαστρεβλώνουν αυτά που κατανοούμε, επικοινωνούμε και τελικά λειτουργούμε. Επίσης, χρειάζεται να μάθουμε πώς λειτουργεί η σκέψη, πώς αναδύονται τα συναισθήματα, τη σημασία του γραμμικού χρόνου και της γραμμικότητας της σκέψης μας, πώς λειτουργεί η φαντασία, πόσες άλλες δυνατότητες διαθέτουμε αλλά αγνοούμε περιορίζοντας τον εαυτό μας και τους άλλους... 

Η ενεργοποίηση του παρατηρητή μέσα μας χρειάζεται δουλειά. Δεν το έχουμε μάθει άρα χρειάζεται να επιλέξουμε να το κατακτήσουμε, μαθαίνοντας τη μοναδική λειτουργία που θα μας οδηγήσει σε πολλές άλλες και σε μια διευρυμένη αντίληψη ζωής, χωρίς σύνορα. Είναι δουλειά, είναι σαφώς έξοδος από τη ζώνη άνεσης του κριτή και τις ψεύτικης ασφάλειάς του και χρειάζεται πειθαρχία και αφοσίωση. Χρειάζεται απόλυτη ειλικρίνεια με τον Εαυτό μας καθώς εισχωρούμε βαθύτερα στο νου και στο Είναι μας, αντλώντας τη δική μας, μοναδική αλήθεια και ειρηνική συνύπαρξη με τον κόσμο μας.

Τα συναισθήματα αποτελούν το κλειδί που ξεκλειδώνει τον εσωτερικό μας κόσμο. Είναι ένας κόσμος μαγικός, γεμάτος γνώση και σοφία, εφόσον είμαστε πρόθυμοι να εγκαταλείψουμε τις απόψεις που έχουμε υιοθετήσει και να προσπαθούμε μάταια να αλλάξουμε τον εαυτό μας (ή τους άλλους).  

Υπάρχει θέση για τη ζήλια στις φιλίες;

Αποτέλεσμα εικόνας για Υπάρχει θέση για τη ζήλεια στις φιλίες;
Γιατί όχι εγώ;

Είναι πραγματικά αμφίβολο αν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει νιώσει έστω και μια φορά στη ζωή του, το συναίσθημα της ζήλιας. Και δεν είναι μόνο η ζήλια που μπορεί να νιώθουμε για τον ή την σύντροφό μας, αλλά και αυτή που νιώθουμε συχνά, όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε, για τους ίδιους μας τους φίλους, ακόμα και για τους συγγενείς μας.

Η ζήλια είναι συνδυασμός συναισθημάτων και γι’ αυτό μπορεί να γίνει ιδιαίτερα σφοδρή και, ενίοτε, να βγάλει αυτόν που ζηλεύει εκτός ελέγχου. Περιλαμβάνει το φόβο, την ανασφάλεια, το άγχος, το θυμό, την οργή, την απελπισία. Το αξιοσημείωτο είναι, ότι ενώ όλοι ξέρουν τις επιπτώσεις της, πολλές φορές είναι δύσκολο να την ελέγξει κανείς. Με αποτέλεσμα να δημιουργείται πρόβλημα στις σχέσεις. Πιο έντονες διαστάσεις παίρνει η ερωτική ζήλια. Εγκλήματα πάθους, σύζυγοι σε ρόλους ντετέκτιβ αναζητούν πληροφορίες και στοιχεία προκειμένου να επιβεβαιώσουν το φόβος τους. Παρόλα αυτά, η ζήλια ανάμεσα σε φίλους υπάρχει. Ακόμα, και αν πολλοί άνθρωποι δεν το παραδέχονται.

Τα πράγματα φυσικά είναι εντελώς διαφορετικά σε ό,τι αφορά στη φιλική σχέση. Η ζήλια σε φιλικό επίπεδο είναι κάτι σαν προέκταση της έννοιας του ανταγωνισμού και ίσως και του φθόνου που μπορεί να νιώσει κανείς, για ένα φιλικό πρόσωπο όταν αυτό επιτυγχάνει ή αποκτά πράγματα που εκείνος δεν μπορεί. Πολλοί θεωρούν πως ο φίλος που ζηλεύει «δεν αξίζει να είναι φίλος» είναι όμως πράγματι έτσι;

Στο συγκεκριμένο ζήτημα, συνυπάρχουν δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες. Μπορεί ο φίλος που ζηλεύει να ωφελείται από το συναίσθημα. Με άλλα λόγια, έχει περισσότερο ως πρότυπο τον φίλο του, παρά τον ζηλεύει. Λειτουργεί ως κίνητρο για βελτίωση. Στην περίπτωση αυτή, ίσως είναι λάθος να «καταδικαστεί» το συναίσθημα αυτό.

Από την άλλη βέβαια, τόσο στις φιλίες μεταξύ γυναικών, όσο και σε αυτές μεταξύ ανδρών παρατηρείται ένας αθέμιτος ανταγωνισμός και ένα «μίσος» για τις επιτυχίες του «φίλου». Και αυτό είναι που πολλοί αποκαλούν φθόνο, το συναίσθημα αυτό που ορίζεται ως «λύπη για το καλό του άλλου» . Το φθόνο είναι δύσκολο να τον διαχειριστεί, τόσο αυτός που ζηλεύει, όσο και αυτός που αποτελεί το αντικείμενο της ζήλιας. Γι’ αυτό και συχνά παρατηρεί κανείς ακόμα και παιδικές φιλίες να διαλύονται και παλιούς φίλους να απομακρύνονται, χωρίς πραγματικά οι εξωτερικοί παρατηρητές να κατανοούν το γιατί.

Γιατί είναι δύσκολο λοιπόν να βρεθεί ένας φίλος που δεν θα ζηλεύει και θα χαίρεται με τις χαρές μας;

Ο Όσκαρ Ουάιλντ έλεγε πως «δεν είναι δύσκολο να βρούμε ανθρώπους που να θέλουν να συμπάσχουν στα βάσανα μας, αλλά είναι εξαιρετικά σπάνιο να βρεθεί κάποιος που να χαρεί ειλικρινά με τους θριάμβους μας». Προφανώς, επειδή ενεργοποιείται αμέσως ο μηχανισμός της σύγκρισης. Αντί να πανηγυρίσει για το καλό νέο, ο συνομιλητής αναρωτιέται: Και γιατί όχι εγώ;

Οι αληθινοί φίλοι υπογράφουν σύμφωνο ευγένειας σ’ όλα τα στάδια της ανθρώπινης μοίρας. Σχετικά με τον Βολταίρο, «Η φιλία είναι ένα σιωπηρό συμβόλαιο μεταξύ δύο ευαίσθητων και ενάρετων ανθρώπων. Λέω ευαίσθητων, επειδή ένας μοναχός ή ένας ερημίτης μπορεί να είναι καλοί άνθρωποι αλλά να μη γνωρίζουν τη φιλία. Λέω ενάρετων, επειδή οι κακοποιοί έχουν απλώς συνεργούς, οι φιλήδονοι, συντρόφους στη σχολή, οι άπληστοι, συνεταίρους, οι πολιτικοί μαζεύουν γύρω τους οπαδούς, οι τεμπέληδες έχουν σχέσεις και οι άρχοντες αυλικούς, αλλά μόνο τα ενάρετα άτομα έχουν φίλους».

Το θέμα είναι κατά πόσο μπορείτε να αφήσετε το συναίσθημα αυτό να κυριαρχεί τη ζωή σας και τις σχέσεις σας. Είναι φυσιολογικό να το νιώσετε κάποια στιγμή, αλλά το θέμα είναι μάθετε να το αναγνωρίζετε, να το ονοματίζετε και να το διαχειρίζεστε.

Το να μάθεις να ζεις με τους άλλους απαιτεί χειρισμούς επιδέξιους και μελετημένους

Σχετική εικόναΣτην πραγματικότητα, αυτοί που φαίνεται ότι κατόρθωσαν να αποδεχτούν τη ζωή όπως είναι, προσδοκούν ελάχιστα πράγματα.

Όταν αγαπάς κάποιους δεν τους αγαπάς όλη την ώρα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, από στιγμή σε στιγμή. Αυτό είναι αδύνατο. Κι ωστόσο είναι αυτό ακριβώς που οι περισσότεροι αξιώνουμε. Έχουμε ελάχιστη πίστη στο κύμα της ζωής, της αγάπης και των σχέσεών μας.

Πηδάμε ορμητικά πάνω στο φουσκωμένο κύμα, αλλά αντιστεκόμαστε με τρόμο όταν υποχωρεί. Φοβόμαστε ότι δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ. Επιμένουμε στη σταθερότητα, στη διάρκεια και στη συνέχεια, τη στιγμή που η μόνη δυνατή συνέχεια, στη ζωή όπως και στην αγάπη, βρίσκεται στην ανάπτυξη, στη ρευστότητα – στην ελευθερία.

Δεν πρόκειται για εύκολη δουλειά.
Το να μάθεις να ζεις με τους άλλους και να τους αγαπάς απαιτεί χειρισμούς τόσο επιδέξιους και μελετημένους, όπως οι κινήσεις του χειρούργου, όπως του αρχιμάστορα χτίστη και του αρχιμάγειρα μιας πλούσιας κουζίνας.

Κανένας απ’ αυτούς δεν θα μπορούσε να διανοηθεί ότι έκανε σωστά τη δουλειά του αν προηγουμένως δεν είχε εφοδιαστεί με τις αναγκαίες γνώσεις.

Κι όμως, οι περισσότεροι άνθρωποι, εύθραυστοι και ελάχιστα εξοπλισμένοι, τρέχουμε μπροστά από το άροτρο, δημιουργούμε φιλίες, παντρευόμαστε, κάνουμε οικογένειες, μεγαλώνουμε παιδιά με ελάχιστες ή και καθόλου χειροπιαστές γνώσεις στο ν’ αντιμετωπίσουμε το βαρύ φορτίο αυτών των καταστάσεων.

 Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου περίεργο να βλέπουμε τις σχέσεις μας, που συνήθως αρχίζουν με χαρούμενη διάθεση και αθωότητα, να καταλήγουν πολύ συχνά στην απογοήτευση, την πικρία και την απελπισία. Η πρωταρχική μαγική αύρα φαίνεται να σβήνει σιγά σιγά μέσα στην καθημερινή διαδικασία της ύπαρξης.

Τα πρώτα άστρα δεν ήταν και τόσο μεγάλα

firststars
Τα αρχαιότερα άστρα μπορεί να μην ήταν και τόσο μεγάλα, ακόμα και μικρότερα από το μισό από όσο πιστεύαμε στο παρελθόν. Το νέο όριο μεγέθους θα μπορούσε να επιλύσει ένα από τα παλαιότερα μυστήρια της αστρονομίας: γιατί ορισμένα στοιχεία είναι πιο άφθονα από ό,τι προβλέπει η θεωρία.

Στα πρώτα εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια μετά τη Μεγάλη Έκρηξη, το πρώτα αστέρια σχηματίστηκαν από ατομικό υδρογόνο, ήλιο και μικροσκοπικά ποσά άλλων ελαφρών στοιχείων (όπως το λίθιο). Οι αρχικοί υπολογισμοί έδειξαν ότι αυτά τα αστέρια θα είχαν μια μάζα μεταξύ 100 και 200 ​​φορές τη μάζα του ήλιου μας.

Αυτό έδειξε το 2008, ο Christopher McKee από το Μπέρκλευ φτιάχνοντας ένα μοντέλο για τα πρώτα άστρα, προτού προλάβει η θερμότητα που εξέπεμπαν στο περιβάλλον αέριο γίνει τόσο υψηλή που απομάκρυναν τα αέρια από το δίσκο συσσώρευσης.

Τώρα μια ομάδα με επικεφαλής τον Takashi Hosokawa στο Εργαστήριο Αεριοπροώθησης JPL της NASA , έχει χρησιμοποιήσει προσομοιώσεις για να δείξει ότι τα νέφη του αερίου, από τα οποία σχηματίζονται τα αστέρια, θα ήταν πολύ θερμότερα από ό, τι πιστεύεται.

"Αυτό το καυτό αέριο διαστέλλεται και δεν συσσωρεύεται στο δίσκο των υλικών, από τον οποίο τελικά σχηματίζεται το αστέρι" λέει ο Harold Yorke, μέλος της ομάδας του JPL. Κατά συνέπεια, τα πρώτα αστέρια πρέπει να είχαν μάζες πιο κοντά στο 40-πλάσιο του ήλιου μας.

Τα άστρα γύρω από αυτό το μέγεθος, βοηθούν να εξηγηθεί η κατανομή των στοιχείων που βλέπουμε σήμερα στο σύμπαν. Όταν τα πρώτα αστέρια εξερράγησαν ως σουπερνόβα, ‘ξέρασαν’ νέα στοιχεία σε αναλογίες που εξαρτάται από τη μάζα της έκρηξης.

Ωστόσο, ο εκρηκτικός θάνατος των άστρων με περίπου 100 ηλιακές μάζες ή και περισσότερο δεν θα μπορούσε να παράγει τα στοιχεία με την αναλογία που βλέπουν οι αστρονόμοι. Αντίθετα, η αναλογία είναι ακριβώς αυτό που θα περίμενε κανείς από μια μικρότερη σουπερνόβα, όπως προβλέπεται από την ομάδα του Hosokawa.

Τα πάλσαρ είναι γιγάντιοι μόνιμοι μαγνήτες

pulsar_jetΜια αμφιλεγόμενη νέα εξήγηση για τα ισχυρά μαγνητικά πεδία στο εσωτερικό των άστρων νετρονίων θα μπορούσε να λύσει πολλά εκκρεμή προβλήματα στην αστροφυσική.

Τα πάλσαρ είναι από τα πιο εξωτικά αντικείμενα στο Σύμπαν. Αυτά τα αντικείμενα είναι στην πραγματικότητα περιστρεφόμενα άστρα νετρονίων, που εκπέμπουν ακτινοβολία από τους μαγνητικούς πόλους τους. Φαίνονται ότι εκπέμπουν παλμούς, επειδή ο μαγνητικός άξονας τους δεν είναι ευθυγραμμισμένος με τον άξονα περιστροφής, έτσι ώστε ο πόλος χάνεται και εμφανίζεται συνεχώς καθώς το άστρο νετρονίων περιστρέφεται.

Όμως τα πάλσαρ είναι επίσης αινιγματικά. Η συμβατική άποψη που έχουμε είναι ότι το μαγνητικό πεδίο τους προκύπτει από την κίνηση των φορτισμένων σωματιδίων, καθώς περιστρέφονται. Αυτά τα φορτισμένα σωματίδια θα έπρεπε να συμπεριφέρονται όπως ένα υπερρευστό και γι αυτό θα πρέπει να καταλήξει να ευθυγραμμιστεί με τον άξονα περιστροφής. Αυτό σαφώς δεν συμβαίνει στην περίπτωση των πάλσαρ.

Επιπλέον, αυτά τα είδη των υπερρευστών ρευμάτων είναι πιθανό να είναι εξαιρετικά ασταθή, δημιουργώντας μια ταλάντευση στο μαγνητικό πεδίο. Όμως τα πάλσαρ είναι γνωστά για την απίστευτη σταθερότητα τους. Πώς λοιπόν μπορεί να είναι τόσο σταθερό;

Ένα άλλο πρόβλημα είναι το πώς τα πάλσαρ καταρρέουν με τόσο ισχυρά μαγνητικά πεδία. Η συμβατική άποψη είναι ότι η διαδικασία της κατάρρευσης, κατά τη διάρκεια μιας σουπερνόβα έκρηξης, επικεντρώνεται κατά κάποιο τρόπο στο μαγνητικό πεδίο του αρχικού άστρου. Ωστόσο, ένα άστρο χάνει μεγάλο μέρος του υλικού του, όταν εκρήγνυται ως σουπερνόβα και αυτό μεταφέρει μακριά κατά πάσα πιθανότητα ένα μεγάλο μέρος του μαγνητικού πεδίου του. Αλλά μερικά πάλσαρ έχουν μαγνητικά πεδία της τάξης των 1012 Tesla, πολύ μεγαλύτερο από ό,τι μπορεί να εξηγηθεί με τη διαδικασία αυτή.

Τελευταία, ο Johan Hansson και η Anna Ponga στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Lulea στη Σουηδία βρήκαν έναν έξυπνο τρόπο για αυτό το αίνιγμα. Επισημαίνουν ότι υπάρχει ένας άλλος τρόπος να σχηματιστούν τα μαγνητικά πεδία, εκτός από την κίνηση των φορτισμένων σωματιδίων. Η άλλη διαδικασία κατά αυτούς είναι από την ευθυγράμμιση των μαγνητικών πεδίων των συστατικών του σώματος, όπως δηλαδή σχηματίζονται και οι σιδηρομαγνήτες.

Η πρότασή τους είναι ότι όταν σχηματίζεται ένα αστέρι νετρονίων, οι μαγνητικές ροπές του νετρονίου ευθυγραμμίζονται, διότι αυτή είναι η χαμηλότερη κατάσταση ενέργειας των πυρηνικών δυνάμεων μεταξύ αυτών. Όταν λαμβάνει χώρα αυτή η ευθυγράμμιση, παγώνει το ισχυρό μαγνητικό πεδίο τους.

Κι αυτό το γεγονός κάνει τα άστρα νετρονίων γιγάντιους μόνιμους μαγνήτες. Οι Hansson και Ponga τους αποκαλούν νετρομαγνήτες.

Ένας νετρομαγνήτης θα είναι εξαιρετικά σταθερός, ακριβώς όπως κι ένας μόνιμος σιδηρομαγνήτης. Το πεδίο αυτό θα μπορούσε να ευθυγραμμιστεί με το αρχικό πεδίο του άστρου, το οποίο αν και πολύ πιο αδύναμο, λειτουργεί ως ένας σπόρος, όταν σχηματίζεται το πεδίο. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό δεν χρειάζεται να είναι στην ίδια κατεύθυνση με τον άξονα της περιστροφής (γεγονός που βλέπουμε στα πάλσαρ).

Επιπλέον, δεδομένου ότι όλα τα αστέρια νετρονίων έχουν περίπου την ίδια μάζα, οι Hansson και Ponga μπορεί να υπολογίσουν τη μέγιστη ισχύ των πεδίων που θα έπρεπε να παράγουν. Αυτή η ένταση αποδεικνύεται ότι είναι περίπου 1012 Tesla, ακριβώς η τιμή που παρατηρήθηκε στα μαγνητικά πεδία γύρω από τα άστρα νετρονίων.
 
Αυτό μας λύνει άμεσα πολλά από τα εκκρεμή αινίγματα για τα πάλσαρ με ένα εξαιρετικά απλό τρόπο.
 
Η θεωρία αυτή είναι και αρκετά ελέγξιμη. Προβλέπει ότι τα άστρα νετρονίων δεν μπορούν να έχουν μαγνητικά πεδία πάνω από 1012 Tesla. Έτσι η ανακάλυψη ενός άστρου νετρονίων με ένα ισχυρότερο πεδίο αμέσως θα καταστρέψει τη θεωρία των δύο Σουηδών.

Πάντως η ιδέα αυτή εγείρει ορισμένα επίσης ερωτήματα. νετρονίων μαγνητικές ροπές να γίνει ευθυγράμμιση με τον τρόπο Hansson και Ponga προτείνουν. Η απαγορευτική αρχή του Pauli, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να αποκλείει τη δυνατότητα το σπιν των νετρονίων να ευθυγραμμιστεί με αυτό τον τρόπο. Πώς λοιπόν είναι δυνατό να γίνει έτσι όπως λένε οι δύο φυσικοί.

Όμως, οι Hansson και Ponga σημειώνουν πως εργαστηριακά πειράματα δείχνουν ότι το πυρηνικό σπιν μπορεί να διαταχτούν, όπως οι σιδηρομαγνήτες. "Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι η πυρηνική φυσική σε αυτές τις ακραίες συνθήκες και η πυκνότητα δεν είναι γνωστά εκ των προτέρων, έτσι ώστε μπορεί να ισχύουν πολλές απρόσμενες ιδιότητες (όπως ο νετρομαγνητισμός)”, λένε.

Τα άτομα βρίσκουν κβαντική παρηγοριά στη βαθιά ψύξη του διαστήματος

how-start-nebula-carinaΤο διάστημα είναι ψυχρό, πολύ ψυχρό. Αυτό θα έπρεπε να σημαίνει ότι θα συνέβαιναν πολύ λίγα πράγματα, και όμως υπάρχουν αστέρια, πλανήτες και άνθρωποι. Τώρα ένα υπέρψυχρο πείραμα θα μπορούσε να εξηγήσει πώς ξεκίνησαν οι χημικές αντιδράσεις στο βαθύ παγωμένο σχεδόν κενό του διαστρικού διαστήματος.

 Πώς ξεκίνησε το Νεφέλωμα της Τρόπιδας; (Nebula Carina). Οι κβαντικές παραδοξότητες θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην εξήγηση του πώς ξεκίνησαν οι χημικές αντιδράσεις

Φαίνεται ότι τα άτομα αντί να μένουν μόνα τους, είναι ευκολότερο για αυτά να έρθουν κοντά ακόμα και σε θερμοκρασίες κοντά στο απόλυτο μηδέν. Ο λόγος θα μπορούσε να είναι οι παραξενιές της κβαντικής φυσικής, η οποία αναγκάζει τα σωματίδια να συμπεριφέρονται σαν κύματα και να υπάρχουν σε μυριάδες καταστάσεις ταυτόχρονα.

Τα σχολικά βιβλία δείχνουν τους πυρήνες να περιβάλλονται από ηλεκτρόνια σε διαφορετικά επίπεδα ενέργειας, ή σε κοχύλια. Επίσης, ότι τα άτομα σχηματίζουν δεσμούς με την ανταλλαγή ή την αμοιβαία συνεισφορά ηλεκτρονίων, έτσι ώστε να συμπληρώσουν την εξωτερική στοιβάδα τους. Έτσι, τα άτομα των οποίων η εξωτερική στιβάδα είναι πλήρης, αναμένεται να είναι αρκετά ‘ικανοποιημένα’ και αντιστέκονται στις μεταβολές. Αντίθετα, οι λεγόμενες ρίζες έχουν ένα μοναδικό ηλεκτρόνιο χωρίς ταίρι και ανυπομονούν να το δώσουν ή να κλέψουν ένα άλλο ηλεκτρόνιο για να το κάνουν ζευγάρι.

Ωστόσο, αυτή η απλή εικόνα δεν είχε ποτέ δοκιμαστεί σε ένα περιβάλλον ελάχιστα πιο πάνω από τους μηδέν βαθμούς Κέλβιν. Τώρα ο Wade Rellergert στο Πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες, και οι συνεργάτες του διαπίστωσαν ότι το ασβέστιο, το οποίο έχει ένα ζευγάρι ηλεκτρονίων στην εξωτερική του στοιβάδα, είναι πιο ενεργητικό σε χαμηλές θερμοκρασίες από ό,τι η ρίζα του ρουβιδίου. "Η ταχύτητα της αντίδρασης μπορεί να αυξηθεί όταν το περιβάλλον είναι πολύ ψυχρό", λέει το μέλος της ομάδας Scott Sullivan, επίσης, στο UCLA.

Το πείραμα αποτελεί μέρος ενός αναδυόμενου τομέα στον οποίο οι φυσικοί προσπαθούν να ψύξουν τα σωματίδια μέχρι να κατέχουν το μικρότερο ποσό της ενέργειας που επιτρέπεται από την κβαντική μηχανική. Τέτοια υπέρψυχρα σωματίδια μπορεί να είναι χρήσιμα για μια σειρά από εφαρμογές.

Η ομάδα επέλεξε το ασβέστιο, επειδή ανέμεναν ότι δεν θα αλληλεπιδρούσε πολύ με τον πραγματικό στόχο της μελέτης τους, τα ιόντα του υττέρβιου, ένα μαλακό, ασημί μεταλλικό στοιχείο με ένα ηλεκτρόνιο στην εξωτερική στοιβάδα του. Σε θερμοκρασία δωματίου, τα δύο στοιχεία αναμένεται είτε να μείνουν μόνα τους ή το ιόν του υττερβίου να κλέψει ένα ηλεκτρόνιο από το άτομο του ασβεστίου. Ήλπιζαν έτσι πως τα ιόντα του υττερβίου απλώς θα συγκρούονταν με τα γύρω άτομα ασβεστίου, τα οποία είχαν ψυχθεί στους 0,004 Κ, χάνοντας ενέργεια και ψυχόμενα.

Όταν οι επιστήμονες έβαλαν και τα δύο μαζί σε ένα θάλαμο κενού, «είδαμε το υττέρβιο να αρχίζει να εξαφανίζεται», λέει ο Sullivan. Αυτό δείχνει ότι το ασβέστιο ζευγάρωσε με τα άτομα του υττερβίου, αναφέρει η ομάδα στη μελέτη της στο Physical Review Letters.

“Κανονικά δεν έπρεπε να αντιδράσουν αλλά στην πραγματικότητα αντέδρασαν σε ένα πολύ δύσκολο περιβάλλον", λέει το μέλος της ομάδας Eric Hudson του UCLA. "Αποδείχθηκε έτσι ότι αυτό το άτομο με το συμπληρωμένο φλοιό αντέδρασε 10.000 φορές πιο γρήγορα από το ομόλογό του που δεν ήταν συμπληρωμένη η στιβάδα του”, λέει ο ίδιος, αναφερόμενος σε ένα παρόμοιο πείραμα που έγινε πέρυσι με ιόντα υττερβίου και ρουβίδιο, ένα μέταλλο με ένα μοναχικό εξωτερικό ηλεκτρόνιο.

Για να καταλάβουν γιατί το ασβέστιο ήταν τόσο ενεργό, ο Hudson στράφηκε προς τους θεωρητικούς φυσικούς Svetlana Kotochigova και Alexander Petrov στο Πανεπιστήμιο Temple στη Φιλαδέλφεια. Το δίδυμο αυτό ειδικεύεται στο να προβλέπει κατά πόσο τα άτομα θα αλληλεπιδράσουν λύνοντας την εξίσωση του Schrödinger, η οποία περιγράφει πώς ένα κβαντικό σύστημα αλλάζει με το χρόνο.

Οι υπολογισμοί τους αποκάλυψαν μια κβαντική εξήγηση γιατί το ασβέστιο μπορεί να είναι εξαιρετικά ενεργό σε ψυχρές θερμοκρασίες. Τα άτομα είναι αλήθεια ότι κινούνται πιο γρήγορα σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Σε θερμοκρασία δωματίου, τα άτομα του ασβεστίου κινούνται τόσο γρήγορα ώστε ένα ηλεκτρόνιο μπορεί να μεταβεί σε ένα ιόν υττερβίου πολύ περιστασιακά, όταν έρχονται κοντά το ένα με το άλλο.

Όμως στις υπέρψυχρες θερμοκρασίες, τα σωματίδια είναι πιο ‘υποτονικά’, επιτρέποντας έτσι στο ηλεκτρόνιο να έχει το ένα του πόδι στο δικό άτομο ασβεστίου και το άλλο στο ιόν του υττερβίου. Όπως τα κβαντικά αντικείμενα, έτσι και τα σωματίδια συμπεριφέρονται σαν κύματα, και παραμένουν κοντά το ένα στο άλλο αρκετό καιρό που τα μήκη κύματος τους να αλληλοκαλύπτονται. Αυτό είναι ουσιαστικά ισοδύναμο με να αποτελούν ένα ενιαίο μόριο σε μια διεγερμένη ή λιγότερο σταθερή ενεργειακή κατάσταση. Εάν τα ημι-συζευγμένα σωματίδια τότε εκπέμψουν ένα φωτόνιο, μπορούν να βρεθούν σε μια χαμηλότερη ενεργειακή κατάσταση με μια διαδικασία, που είναι πολύ πιο πιθανή σε χαμηλή θερμοκρασία,” λέει ο Hudson. “Γι αυτό βλέπουμε το τεράστιο αυτό ποσοστό αντίδρασης."

Το αποτέλεσμα αυτό είναι συναρπαστικό για τους αστροχημικούς, όπως ο Jean Turner, επίσης του UCLA. "Ο τύπος αυτής της ένωσης (με την εκπομπή ακτινοβολίας) είναι ένα βασικό σημείο εκκίνησης της διαστρικής χημείας”, υποστηρίζει.

Με μία μέση θερμοκρασία μόλις 3 βαθμούς πάνω από το απόλυτο μηδέν, το διάστημα είναι επίσης σχεδόν άδειο – ένα κυβικό εκατοστό μπορεί να έχει συνολικά ένα εκατομμύριο σωματίδια, που θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένα άριστο κενό στη Γη. Υπό αυτές τις ακραίες συνθήκες, τα άτομα ανταποκρίνονται αργά και σπάνια.

Ωστόσο το διάστημα περιέχει αμέτρητα σύνθετα μόρια, από απλά σάκχαρα συνδεδεμένα με δακτυλίους ατόμων άνθρακα, γνωστά ως πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες. "Βλέπουμε τη χημεία εκεί έξω, έτσι ξέρουμε ότι πρέπει να συμβαίνει," λέει ο Turner.

Αλλά πώς έχει ξεκινήσει αυτή η χημεία;

Η διαπίστωση ότι άτομα με συμπληρωμένη την εξωτερική στιβάδα μπορούν να αντιδράσουν γρηγορότερα από το αναμενόμενο θα μπορούσε να δώσει μια ένδειξη. Το ασβέστιο και το υττέρβιο είναι σπάνια στο διαστρικό διάστημα, αλλά παρόμοιες διαδικασίες μπορεί να ισχύουν και στον άνθρακα – η ραχοκοκαλιά της ζωής όπως την ξέρουμε – ο οποίος έχει δύο ζευγάρια ηλεκτρονίων στην εξωτερική του στοιβάδα.

Ο φυσικός Christoph Zipkes του Πανεπιστημίου του Cambridge, λέει ότι είναι πολύ νωρίς για να προβεί σε τέτοια συμπεράσματα. Όμως ο αστροχημικός Marc Morris του UCLA λέει ότι το αποτέλεσμα είναι ένα βασικό βήμα προς τα εμπρός. "Το διαστρικό μέσο είναι γεμάτο από ενδιαφέροντα οργανικά μόρια," λέει ο Morris. “Δεν γνωρίζουμε πολύ καλά πως σχηματίζονται με κάθε λεπτομέρεια. Εάν ο σχηματισμός τους μπορεί να επικουρείται από αντιδράσεις ανταλλαγής φορτίων, θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιδέα."

Τα υπέρψυχρα μόρια είναι εξαιρετικά χρήσιμα

Η πρακτική της υπέρψυξης ατόμων έχει μπει στα ατομικά ρολόγια και ακόμη και σε μια νέα μορφή της ύλης στην οποία πολλά άτομα συμπεριφέρονται ως ένα ενιαίο σουπερ-άτομο.

Τα μόρια μπορούν να περιστρέφονται και να παλινδρομούν σε περισσότερες κατευθύνσεις από ότι τα άτομα, έτσι είναι πιο δύσκολο να ψυχθούν. «Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορείτε να κάνετε με τα μόρια που δεν μπορείτε με τα άτομα», υποστηρίζει ο Brian Odom του Πανεπιστημίου Northwestern στο Ιλινόις.

Τα μόρια θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν στον να αποκαλυφθεί αν οι θεμελιώδεις φυσικές σταθερές πράγματι αλλάζουν. Για παράδειγμα, η αναλογία μάζας μεταξύ των ηλεκτρονίων και πρωτονίων, που ονομάζεται mu, έχει κατηγορηθεί ότι μεταβάλλεται, μια πιθανότητα που μπορεί να συγχύσει τους φυσικούς. Οι μοριακές δονήσεις και οι περιστροφές εξαρτώνται από το λόγο με άμεσο τρόπο, που καθιστά τα μόρια το ιδανικό εργαστήριο για τις δοκιμές, λέει ο Odom.

Μοριακά ιόντα, ακριβώς με τις σωστές ιδιότητες και τον αριθμό των κβαντικών καταστάσεων θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την εκτέλεση υπολογισμών σε υπερε-αποδοτικούς κβαντικούς υπολογιστών, που εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι τα εν λόγω "qubits" υπάρχουν σε πολλές καταστάσεις αυτόχρονα. Οι φυσικοί θέλουν να βρουν μόρια με «αρκετές καταστάσεις για να κωδικοποιήσουν όλες τις πληροφορίες που θα θέλατε, αλλά όχι τόσες πολλές ώστε να είναι δύσκολο να ελεγχθεί το μόριο", λέει ο Andrew Grier στο εργαστήριο Kastler Brossel στο Παρίσι.

Μια μέρα, τα κατεψυγμένα μόρια θα μπορούσαν ακόμα και να επιτρέψουν ώστε οι αντιδράσεις τους να ελέγχονται μέχρι το σημείο όπου αυτές θα μπορούσαν να σχηματίσουν ενώσεις που δεν βρίσκονται στη φύση. "Ίσως οι τεχνικές αυτές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να φτιάξουμε νέα φάρμακα ή υλικά”, υποστηρίζει ο Eric Hudson του Πανεπιστημίου στο Λος Άντζελες.

Κοσμοπολίτης

Αποτέλεσμα εικόνας για διαστημα ανθρωποςΟι αρχαίοι Έλληνες σοφοί έδωσαν στον αστροφωτισμένο νυχτερινό ουρανό και στο έναστρο διάστημα το όνομα «Κόσμος», που σημαίνει κόσμημα ή διακόσμηση, επειδή τα άστρα μοιάζουν με λαμπερά κοσμήματα του ουρανού. Με την λέξη Κόσμος εννοούσαν τον έναστρο ουρανό.

Είναι παράξενο που στην πάροδο των αιώνων η λέξη Κόσμος στα νέα Ελληνικά κατέληξε να σημαίνει την Γη, τον «κόσμο μας», αλλά και την ανθρωπότητα, τους πολλούς ανθρώπους, τον κόσμο (όπως όταν λέμε ότι ένα μέρος έχει πολύ κόσμο), κι ακόμη και το επίθετο «κοσμικός» σημαίνει τον κοινωνικό άνθρωπο και όχι τον διαστημάνθρωπο. Μια λέξη που ξεκίνησε να σημαίνει το διάστημα, τα άστρα, το εξωανθρώπινο (το «εξωκοσμικό» όπως θα το λέγαμε σήμερα) και το θαυμαστό, κατέληξε να σημαίνει το γήινο, το ανθρώπινο, το κοινωνικό. (Ο «κοσμικός» είναι ο του κόσμου, ενώ η λέξη σημαίνει ότι είναι εξωκοσμικός, τι παράδοξη αναίρεση).

Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουμε να ονομάζουμε τους αστροναύτες, κοσμοναύτες. (Η λέξη Cosmos και cosmic, στα αγγλικά, παραδόξως διατηρούν την αυθεντική Ελληνική έννοιά τους). Ο «γύρος του κόσμου», δεν σημαίνει πια την εξερεύνηση του ορατού Σύμπαντος που γυρίζει και περιστρέφεται από πάνω μας, αλλά τον γύρο της Γης, κι αυτό φανερώνει την εννοιολογική και γνωσιολογική πτώση του ανθρώπου, που έχει χάσει τον μακρόκοσμο και θεωρεί ως κόσμο τον μικρόκοσμο (και ενίοτε θεωρεί ως κόσμο τον εαυτό του και τους συνανθρώπους του).

Οι περισσότεροι αρχαίοι φιλόσοφοι κατέδειξαν με όλους τους τρόπους το γεγονός ότι είμαστε πολίτες της Πολιτείας του Σύμπαντος. Ανήκουμε παντού. Ερχόμαστε από παντού και πηγαίνουμε παντού. Είμαστε παντού. Και μακριά παντού υπάρχουν τα αγαπημένα αδέλφια μας, που η καρδιά μας τα επιθυμεί αλλά τα μάτια μας δεν τα αντικρίζουν.

Ο Επίκτητος έλεγε ότι «το Σύμπαν δεν είναι παρά μια μεγάλη πολιτεία, γεμάτη από αγαπημένους, θεούς και ανθρώπους, από τη φύση πολυαγαπημένους μεταξύ τους» Και τα άστρα είναι σύμβολα και ουρανογραφίες, οδοδείκτες προς τους ουρανούς, φώτα ουράνιων ανακτόρων, ο πίνακας του απόλυτου, το ουράνιο αρχιτεκτονικό σχέδιο, μια μυστική γλώσσα που γράφει ένα λαμπρό βιβλίο στον νυχτερινό ουρανό.

Ο Πλωτίνος υποστηρίζει ότι τα άστρα είναι ένα σύστημα συμβόλων και σημαδιών: «Σε ένα τέτοιο Σύνολο, η απόλυτη αναλογία μετατρέπει κάθε επιμέρους κομμάτι σε Σύμβολο, σε ένα Σημάδι που υπονοεί Μορφές άλλων πεδίων» Συμβολίζουν μια θεϊκή πραγματικότητα για τους ανθρώπους πάνω στην Γη.

Σύμφωνα με τις Νεοπλατωνικές απόψεις, τα ανθρώπινα όντα είναι στην πραγματικότητα κομμάτια από το βασίλειο των άστρων, που είναι και η σπορά των ανθρώπινων ψυχών. Οι ψυχές, επιλέγοντας μια ζωή στην Γη, αρχίζουν την κάθοδο τους ώσπου μορφοποιούνται στο πεδίο. Στη διαδικασία αυτή ξεχνούν την αστρική θεϊκότητα τους, αν και συνεχίζουν να έχουν κάποιες ακαθόριστες μνήμες της, που είναι και η πηγή του ισχυρού αγώνα μας για τελειότητα.

Έτσι, τα ανθρώπινα όντα είναι Μικρόκοσμοι που συνοψίζουν τον Μακρόκοσμο.

Κάθε ψυχή που κατεβαίνει στο πεδίο της Γης, προέρχεται από ένα συγκεκριμένο αστρικό σύστημα και περιέχει κάποιες όψεις του «Αστροθεού» που το κυβερνά. Αυτή είναι και η καταγωγή του όρου «Αστρικό Σώμα» που χρησιμοποιείται στην μεταφυσική φιλοσοφία (εξαιτίας των Θεοσοφιστών που την υιοθέτησαν) θέλοντας να περιγράψει το σώμα των ονείρων ή την ανθρώπινη ουσία που επιβιώνει μετά τον θάνατο. Εξ ου και ο «Αστρικός Κόσμος» η «Αστρική Προβολή» κ.ά. όλα τους εννοιολογικές μεταλλάξεις της Θεοσοφίας από αρχαίους Νεοπλατωνικούς όρους και μυστικιστικά νοήματα.

Υπάρχουν τα πάντα στον αιώνιο και απαράλλακτο κόσμο: όλες οι Μορφές που δημιουργούν τον κάθε τύπο έκφρασης και ζωής, ζουν «εκεί». Ακόμη και αφηρημένες αρχές, όπως οι γεωμετρικές φιγούρες, οι αριθμοί, οι ποιότητες, οι σχέσεις, ζουν «εκεί». Η ψυχή ενώνει τα δύο επίπεδα…

Αλλά οι Νεοπλατωνικοί λένε ότι πρέπει να αποδεσμευτούμε από τις έννοιες του χρόνου, του χώρου και της ύλης. Δεν υπάρχουν στο θεϊκό επίπεδο, εκτός από ένα υψηλότατο δίκτυο από ενότητες, μια ολιστική πραγματικότητα. Έτσι τα πράγματα του γήινου επίπεδου είναι αντίγραφα των τέλειων ενοτήτων του θεϊκού.

Σύμφωνα με τον Πλωτίνο, στο τελικό στάδιο της ανέλιξης της ψυχής, η ψυχή έρχεται να δει τον Θεό και τον εαυτό της, έναν εαυτό που έχει γίνει ακτινοβόλος και έχει πλημμυρίσει από φως, αληθινά, έχοντας γίνει ένα με αυτό το φως στην αγνότητά της, μην έχοντας καθόλου βάρος, μεταμορφωμένη από την θεότητα, όντας ένα με τη θεϊκή ουσία. Ο Πλωτίνος λέει ότι η ίδια η ψυχή ομοιάζει με ένα ακτινοβόλο άστρο. Μπορεί να ενώνεται με τον Θεό σε σύντομες περιόδους σ’ αυτήν την ζωή, αλλά αυτή η ένωση μπορεί να γίνει μόνιμη όταν ελευθερωθεί η ψυχή από το σώμα, έχοντας φτάσει στο τελικό στάδιο της ανέλιξής της προς το Σύμπαν, (Εννεάδες 6.9.9.).

Ο Πλωτίνος γράφει ότι τελικά θα κάνουμε όλοι μας «μια μοναχική πτήση προς την απέραντη μοναξιά» και ότι «υπάρχει μία πατρίδα για εμάς, από την οποία ήρθαμε, και ο Πατέρας μας είναι εκεί και μας περιμένει…» (Εννεάδες, 1.6.8.) Η ψυχή επιστρέφει στο άστρο από το οποίο προήλθε…

Ο κόσμος μας προήλθε από τα σπάργανα του Σύμπαντος, και η αστρική σπορά έστειλε στην Γη τα «αστρικά σώματα», τις ψυχές των ανθρώπων, μια έκπτωση την οποία ο άνθρωπος καλείται να επανορθώσει. Μια επιστροφή στα άστρα μοιάζει να είναι το πεπρωμένο των έμψυχων όντων, στον θεϊκό κόσμο από τον οποίο προήλθαν, στην «Βασιλεία των Ουρανών». Αυτό εξάγεται από τις πεποιθήσεις όχι μόνο των σοφών των αρχαίων λαών, αλλά διασώζεται και μέσα στις δοξασίες των πρώτων Χριστιανικών χρόνων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο Άγιος Αυγουστίνος, ο σημαντικότερος άγιος θεολόγος στην Δύση, ονόμασε το πιο φημισμένο και εξαιρετικό σύγγραμμά του Η Πολιτεία του Θεού.

Στους Νόμους του, ο Κικέρωνας –ίσως με στωική διάθεση– επιχειρηματολογεί ότι «όλο το Σύμπαν πρέπει να θεωρείται ως μία Κοινοπολιτεία στην οποία είναι μέλη και οι θεοί και οι άνθρωποι», διότι μοιράζονται την λογική (τον Λόγο) και άρα την ορθή λογική, και κατ’ επέκταση τον νόμο και την δικαιοσύνη.

«Όταν ο νους μας, που είναι η θεότητα μέσα μας, παρατηρεί και συλλογάται τους ουρανούς, την Γη, τις θάλασσες, την φύση του Σύμπαντος, και κατανοεί από πού πηγάζουν όλα αυτά και ότι κυβερνούνται από έναν θεϊκό κυβερνήτη, τότε αργά ή γρήγορα θα κατανοήσει επίσης ότι δεν είναι αποκλεισμένος από ψηλούς τοίχους σαν ένοικος ενός συγκεκριμένου μέρους, αλλά είναι πολίτης όλου του Σύμπαντος, σαν αυτό να είναι μία και μοναδική αστρική Πολιτεία»

Ο Κικέρωνας, επίσης, στο έργο Περί της Φύσης των Θεών, βάζει τον Στωικό φιλόσοφο Βάλβο να λέει: «Ο κόσμος είναι η κοινή κατοικία των θεών και των ανθρώπων, ή η πόλη (Urbs) που ανήκει και στους δυο, γιατί αυτοί κατέχουν την χρήση της λογικής και ζουν με δικαιοσύνη και με νόμους»

Η ίδια διδασκαλία παρατίθεται σε ένα απόσπασμα του Άριου Δίδυμου που διασώθηκε από τον Ευσέβιο: «Είναι εξαιτίας του γεγονότος ότι εμείς, οι άνθρωποι και οι θεοί, έχουμε κοινό τον λόγο ότι το Σύμπαν, η κοινή μας κατοικία, είναι μια αληθινή Πόλη, όπου οι θεοί είναι οι ηγεμόνες και οι άνθρωποι είναι οι ηγηθέντες»

Γνωρίζουμε ότι ο Χρύσιππος είχε επίσης την ιδέα ότι η «Κοσμική Πολιτεία» είναι κοινή για τους θεούς και τους ανθρώπους, εφόσον ο Φιλόδημος αποδίδει αυτήν την άποψη σε αυτόν. Αλλά, σύμφωνα με τον Φιλόδημο, μονάχα οι σοφοί είναι οι αληθινοί πολίτες της. Οι συνηθισμένοι άνθρωποι μπορούν να θεωρηθούν ως «επίδοξοι πολίτες» της.

Κατά την γνώμη μου, ο κάθε άνθρωπος είναι και πρέπει να νιώθει πολίτης του κόσμου, «Κοσμοπολίτης» και να ερευνά τα μυστήρια του κόσμου στον οποίον βρέθηκε, εμπνευσμένα, να ερευνά ο ίδιος προσωπικά και να παίρνει μονάχα ερεθίσματα γι’ αυτό από την μόρφωσή του, την συνεχή ενημέρωσή του και την θέαση της ίδιας του της εξελικτικής νοητικής πορείας. Και επειδή η λέξη «Κόσμος» που όπως ήδη είπα, πρωταρχικά στα Ελληνικά σημαίνει το «έναστρο διάστημα» (που στέκει σαν «κόσμημα» ψηλά στον ουρανό) δηλαδή το αχανές Σύμπαν, η λέξη «Κοσμοπολίτης» σημαίνει Πολίτης του Σύμπαντος, δηλαδή ενεργό μέλος της Πολιτείας του Σύμπαντος.

Κι επειδή η λέξη «κόσμος» κατέληξε να σημαίνει τον πλανήτη μας ή την ίδια την ανθρωπότητα (όπως όταν λέμε «πολύς κόσμος») αυτό έγινε επειδή οι ίδιοι οι άνθρωποι μπορούν να νοηθούν ως Κόσμοι, κάθε άνθρωπος και ένα έναστρο διάστημα, εφ’ όσον «ό,τι είναι πάνω είναι και κάτω».

Έτσι, εκτός από ταξιδιώτες του εξώτερου διαστήματος (είτε στα ταξίδια μας ανά τον «κόσμο», είτε στα διαστημικά μας ταξίδια, είτε διότι οι πρόγονοι ή τα γονίδιά μας ταξίδεψαν από το διάστημα για να έρθουν εδώ), εκτός από αυτά, είμαστε και ταξιδιώτες του εσωτερικού διαστήματος («inner-spacemen»), εξερευνούμε τον εαυτό μας για να γνωρίσουμε το Σύμπαν, αφού στην πραγματικότητα ποτέ δεν βλέπουμε το ίδιο το Σύμπαν αλλά αντιλαμβανόμαστε μόνο το μάτι μας να βλέπει το Σύμπαν, δεν ξέρουμε το Σύμπαν, ξέρουμε τις αισθήσεις μας για το Σύμπαν, κι ό,τι άλλο καταλάβουμε γι’ αυτό, είναι επίσης μέσα μας.

Το γράφημα του ουρανού και των άστρων είναι ένας ουράνιος άνθρωπος, ο Άνθρωπος των Ουρανών, σύμφωνα με τις αρχαίες αντιλήψεις του κόσμου μας.

Οι αρχαίοι ήταν «ουρανογράφοι»

Η «ουρανογραφία» ήταν ένας χάρτης των ουρανών. Ένας χάρτης σχεδιασμένος από τους παλαιούς σοφούς, που χαρτογραφούσε την πνευματική κατασκευή και φυσιολογία του ανθρώπου, τα ψυχικά κέντρα, τις περιοχές της πνευματικής δύναμης, και τα πάντα «σύμφωνα με τη μορφή των πραγμάτων στους ουρανούς». Ο άνθρωπος, ο μικρόκοσμος, είναι μια replica –ένα αντίγραφο– του ουράνιου ανθρώπου, του μακρόκοσμου, και του Σύμπαντος.

Από την ιστορία του ανθρώπου που είναι «γραμμένη» μ’ αυτόν τον τρόπο στους αστερισμούς του ουρανού, οι παλαιοί δημιουργοί των θρησκειών μετέφεραν την καταγραφή στην Γη, και διαμοίρασαν τα διάφορα φαινόμενα και τις τοπικότητες πάνω στους εθνικούς χάρτες σε πλήρη αντιστοιχία με τον ουράνιο χάρτη. Όλα τα έθνη προσπάθησαν να σχεδιάσουν την γεωγραφία τους και την ιστορία τους σύμφωνα με το μοτίβο των πραγμάτων στους ουρανούς. (Ειδικά οι Αιγύπτιοι, οι Έλληνες, οι Σουμέριοι, οι Ασσύριοι, οι Χαλδαίοι, οι Κινέζοι, οι Ρωμαίοι και οι Εβραίοι, έκαναν τέλεια αυτήν την αντικατάσταση, αυτήν την απόλυτη παραβολή).

Σύμφωνα με αυτήν την κατ’ αντιστοιχία ουρανογραφία, δόθηκε σε κάθε χώρα ένα άνω τμήμα και ένα κάτω τμήμα, ένας ποταμός που ρέει από το άνω τμήμα στο κάτω τμήμα, μία λίμνη ή θάλασσα, μια κεντρική πόλη (η πρωτεύουσα) που αναπαριστούσε την Αγία Πόλη, και μια πληθώρα παράλληλων χαρακτηριστικών. Στην αρχή υπήρχε ο διαχωρισμός σε επτά νομούς ή περιοχές της χώρας, αργότερα σε δώδεκα. Κάθε έθνος αγωνίστηκε να ερμηνεύσει την Ιστορία του ως μια εκπλήρωση της ιερής μεγάλης αλληγορίας, κι έτσι, η εθνική του Ιστορία, μετατρεμμένη στη μορφή του ουράνιου μύθου, γινόταν το εθνικό έπος.

Κι έτσι πολλά έθνη και φυλές της Γης πιστεύουν μέχρι σήμερα πως, αφού η Ιστορία τους εκπληρώνει το περίγραμμα της ιερής Ιστορίας, αυτό αποδεικνύει ότι είναι ο «εκλεκτός λαός» του Θεού.

Και οι θρησκευτικοί δημιουργοί του εθνικού έπους έδωσαν σε συγκεκριμένα μέρη ονόματα που προήλθαν από την ουρανογραφία ή τον πνευματικό χάρτη, (όπως ακριβώς οι Ευρωπαίοι εξερευνητές όταν έφτασαν στην Αμερική ονόμασαν τους τόπους με ιερές ονομασίες όπως Salem, Providence, New Haven, Canaan, Corpus Christi, Santa Fe, Santa Cruz, κλπ.) Έτσι πολλά ονόματα χωρών και πόλεων δεν είναι παρά πνευματικές ονομασίες μεταφερμένες από τον ουράνιο χάρτη στον γήινο χάρτη.

Κατ’ απόλυτη αντιστοιχία, όλα τα θρησκευτικά κείμενα ασχολούνται με μία και μοναδική κεντρική ιδέα: την ενσάρκωση του ανθρώπου, ή την κάθοδο και την τελική ανάσταση της ψυχής. Αυτό είναι το έπος της θρησκείας κι αυτή η ιστορία είναι το κλειδί για κάθε θρησκεία και φιλοσοφία και μ’ αυτό όλα τα περίπλοκα νοήματά τους μπορούν να ξεκαθαριστούν και να κατανοηθούν με τρόπο απλό:

Ο άνθρωπος είναι ένας θεός, ένα πνεύμα που εξέπεσε από τους ουρανούς στην Γη και κατοικεί εδώ σε ζωική μορφή, μέχρι κάποτε το πνεύμα αυτό να ανέλθει πίσω στην ουράνια πατρίδα. Σε μια νέα Γη, με ένα νέο «αστρικό» σώμα, συντροφιά με τον Ύψιστο Θεό. Το ότι ο άνθρωπος είναι ένας θεός που κατοικεί στην Γη σε ζωώδη μορφή, είναι το κεντρικό γεγονός κάθε θρησκείας. Αντίστοιχα, ο χάρτης των τόπων της Γης είναι μία ουρανογραφία μεταφερμένη στην Γη, για να συνηγορεί στο παραπάνω γεγονός. Ο άνθρωπος ζει πνευματικά στον ουρανό. Το πνεύμα του ζει εκεί, ενώ το σώμα του ζει στον γήινο χάρτη. Το πνεύμα του ανέρχεται και βαδίζει στην ουρανογραφία, ενώ το ζωώδες σώμα του είναι εδώ κάτω και βαδίζει στην γεωγραφία.

Αυτή είναι η θρησκευτική ερμηνεία της λέξεως Αιθεροβάμων.

Ο Ονειροπόλος νιώθει -και δεν μπορεί παρά να είναι- Κοσμοπολίτης. Είναι εκείνη η ευαίσθητη και καλή ψυχή που νιώθει παντού σαν στο σπίτι της, αλλά ταυτόχρονα νιώθει ότι το αληθινό της σπίτι είναι κάπου μακριά, απ’ όπου εξορίστηκε και τελικά επιθυμεί να επιστρέψει. Ο Ονειροπόλος είναι πολίτης ενός άλλου κόσμου. Και είναι ο ύστατος μετανάστης. Αυτό του προκαλεί και μια απέραντη θλίψη –και ταυτόχρονα μια παράξενη ελπίδα– διότι ενώ ταξιδεύει με τον νου του προς τον υπέροχο προορισμό, νιώθει και εξόριστος από το γήινο σπίτι του, μακριά από τους άλλους ανθρώπους, αλλά νιώθει την θεϊκή χαρά της αγάπης του απόμακρου, που του δίνει κατεύθυνση και κουράγιο.

Τελικά, όμως, αφού το σπίτι είναι εκεί που βρίσκεται η καρδιά, κι αφού η καρδιά είναι συνδεδεμένη –είναι το ένα και το αυτό– με την καρδιά του Σύμπαντος κι αφού όλοι μας ζούμε μέσα στην σκέψη μας, ο ονειροπόλος νους –αν και εξόριστος– νιώθει παντού ότι είναι στο σπίτι του, υπό το βλέμμα του Θεού.

Ο Σενέκας γράφει (Ad Helv. 11.7) ότι η συγγένεια του νου με τον Θεό είναι η εξήγηση πίσω από την ιδέα ότι ο νους νιώθει παντού σαν στο σπίτι του. Κι ο Κικέρων λέει ότι η πατρίδα κάποιου είναι εκεί που νιώθει καλά («Patria est, ubicumque est bene»). Και ένα dictum του Βρούτου επισημαίνει ότι εκείνοι που φεύγουν στην εξορία μπορούν να πάρουν μαζί τους τις αρετές τους.

Η ζωή του Κοσμοπολίτη είναι ένα είδος εξορίας, αυτό άλλωστε πίστευε και ο Διογένης. Γι’ αυτόν υπάρχει μια μοναξιά χωρίς όρια, λες και η απώλεια των συνηθειών και των τοπικών συνόρων αφήνουν την ζωή χωρίς θαλπωρή και αίσθηση ασφάλειας. Όμως, είναι σαν ο αυτοεξόριστος Κοσμοπολίτης να έχει εναποθέσει τις βλέψεις του στην Θεία Πρόνοια, ίσως με μία λαχτάρα αντίστοιχη του «παραδίδω εαυτόν εις Κύριον» και κανείς δεν δύναται να είναι μόνος του όταν συνδιαλέγεται με όλο το Πνεύμα του Κόσμου.

Παρ’ όλα αυτά, ο Σενέκας (Ad Helv. 8.5) υποστηρίζει ότι «μέσα στον κόσμο δεν μπορεί να υπάρχει τόπος εξορίας, διότι τίποτε που βρίσκεται μέσα στον κόσμο δεν είναι ξένο για τον άνθρωπο» («nullum inveniri exilium intra mundum potest; nihil enim, quod intra mundum est, alienum homini est»).

Ίσως η διδασκαλία του Διογένη για τον Πολίτη του Κόσμου να συνδεόταν με την εξορία του. Λέγεται ότι είπε σε κάποιον που τον χλεύασε για την εξορία του: «Ανόητε και φτωχέ άνθρωπε, επειδή εξορίστηκα έγινα φιλόσοφος»

Ο Αρίστιππος είναι, κατά κάποιον τρόπο, πιο ριζοσπαστικός από τον Διογένη: ενώ ο δεύτερος θεωρούσε τον εαυτό του Πολίτη του Κόσμου, ο πρώτος υποστήριζε ότι ήταν ξένος παντού.

Είναι πιθανόν να οφείλουμε την πρώτη φιλοσοφική ανάλυση της ιδέας του Κοσμοπολιτισμού στους Στωικούς. Είναι όμως οι Κυνικοί που την ανάπτυξαν και την διέδωσαν. Και οι Κυνικοί όφειλαν πολλά στον Ζήνωνα. Ο Ζήνων, στην Πολιτεία του, κατέθεσε τα σχέδια για μία κοινότητα σοφών χωρίς επίκεντρο, και ο Χρύσιππος ανέπτυξε την διδασκαλία της Κοσμικής Πολιτείας, δηλαδή μια παγκόσμια κοινότητα φωτισμένων σοφών που θα μπορούσε να εξισωθεί με τους θεούς. Ο Ζήνωνας, σε άλλα γραπτά του που χάθηκαν, όπως μας διηγούνται οι μεταγενέστεροι που τα διάβασαν, αναπτύσσει την ιδέα του ότι ολόκληρο το Σύμπαν είναι μια Πολιτεία. Ο Χρύσιππος υποστήριζε ότι οι άνθρωποι, επειδή είναι λογικά όντα, είναι πολίτες μιας Πολιτείας του Κόσμου.

Ο Πλούταρχος, στο έργο του για τον Αλέξανδρο, αναφέρει ότι η Πολιτεία του Ζήνωνα «στόχευε σε αυτήν την κεντρική ιδέα, ότι οι οικιακές μας τακτοποιήσεις δεν θα πρέπει να βασίζονται σε πολιτείες ή ενορίες, που η κάθε μια τους οριοθετείται από το δικό της νομικό σύστημα, αλλά θα πρέπει να θεωρούμε όλους τους ανθρώπους ως συμπολίτες μας και αυτόχθονες κατοίκους, και ότι θα πρέπει να υπάρχει ένας μόνο τρόπος ζωής και τάξης, κοινός για όλους. Ο Ζήνωνας το έγραψε αυτό, περιγράφοντάς το ως ένα όνειρο ή μια εικόνα του νου, μιας ευτυχισμένης κοινωνίας φιλοσόφων που βλέπουν σαν πατρίδα τους ολόκληρο τον Κόσμο, δηλαδή το Σύμπαν»

Ναι, τον Ζήνωνα δεν τον απασχολούσε τόσο πολύ η κατασκευή ενός αληθινού παγκόσμιου κράτους, αλλά τον ενδιέφερε η ιδέα της παγκόσμιας συγγένειας των ανθρώπων, μιας νοητικής συγγένειας, βασισμένη στην ευφυΐα που έχουν –ή θα έπρεπε να την έχουν– όλοι οι άνθρωποι.

Αν πιστέψουμε τον Πλούταρχο, αυτή την ιδέα της «παγκόσμιας λογικής» την προπαγάνδιζε ο Αλέξανδρος ως τη βάση μιας Κοσμοπολιτικής ιδεολογίας κι επιπλέον, ο Αλέξανδρος θεωρούσε ότι τού είχε ανατεθεί η θεϊκή αποστολή να ενοποιήσει όλον τον κόσμο υπό τον Ελληνισμό. Τελικά, όμως, είναι αμφίβολο αν ήταν αληθινά Κοσμοπολιτική η πρόθεσή του, αφού φαίνεται ότι στόχευε απλώς στην πολιτιστική ομοιογένεια.

Τα παραπάνω, για τον ονειροπόλο Κοσμοπολίτη συνήθως δεν έχουν τόση σημασία, και σαφώς συνήθως συμφωνεί –είτε το γνωρίζει είτε όχι– με τον Μάρκο Αυρήλιο, ο οποίος υποστηρίζει πως δεν υπάρχει καμία διαφορά στο αν ένα άτομο ζει εδώ ή εκεί, αρκεί, όπου και αν ζει, να βλέπει τον κόσμο ως μια μοναδική πολιτεία και τον εαυτό του ως πολίτη της και να ζει σύμφωνα με τον νόμο της Φύσης.

Ο Μάρκος Αυρήλιος, λοιπόν, ορθά επισημαίνει ότι η Κοσμοπολιτική Θέαση είναι αυτό που μετράει, χωρίς αυτή να περιορίζεται από τις πιθανότητες υλοποίησής της στην καθημερινή πραγματικότητα: η Πολιτεία του Κόσμου είναι υπόθεση του νου. Άρα μπορεί κάποιος να είναι Κοσμοπολίτης εντός του νου του, με την ονειροπόλα πρόθεση, με την ιδέα και μόνο.

Δηλαδή ο αληθινός Κοσμοπολίτης, δεν είναι κάποιος άπατρις, όπως νομίζουν πολλοί πλέον σήμερα, αλλά ο Κοσμοπολιτισμός είναι μία υπόθεση του νού. Ο αληθινός Κοσμοπολίτης προέρχεται από μία ευγενή πατρίδα, την οποία σέβεται και τιμά, (και την οποία εκπροσωπεί συνειδητά στα εξερευνητικά ταξίδια του), και επιθυμεί να προεκτείνει τον νου του σε σύνδεση με τον Συμπαντικό Νου, για να κατανοήσει όλο το Σύμπαν ως μία Πολιτεία, με κοινές αρχές, και να συμμετέχει έτσι ενεργά στην Θεϊκή Σκηνοθεσία, ως συνεργάτης του Θεού, συμπολίτης των θεών, και όλων των όντων όλων των αστρικών συστημάτων και γαλαξιών.

Σύμφωνα με τον Στωικό Κοσμοπολιτισμό, είναι μάλλον ξεκάθαρο ότι η ιδέα του Κοσμοπολίτη δεν πρέπει να νοείται ως πολιτική ιδέα. Αντιθέτως. Η οπτική είναι ότι βασικά ο Κοσμοπολιτισμός είναι μια ηθική θέση και σε πολλά στωικά κείμενα, δηλώνεται ότι οι άνθρωποι και οι θεοί είναι πολίτες της ίδιας Πολιτείας, επειδή έχουν κάτι κοινό: την διάνοια. Όσο ένας άνθρωπος έχει διάνοια, έχει λογική, έχει νου και ευγένεια, είναι συμπολίτης των θεών.

Ο Σενέκας ξεχωρίζει δύο κοινοπολιτείες (res publicae): «μία μεγάλη και αληθινά κοινή, στην οποία οι θεοί και οι άνθρωποι περιέχονται, στην οποία δεν κοιτούμε αυτήν ή την άλλη γωνία, αλλά μετρούμε τα όρια της Πολιτείας μας (civitas) με τον ήλιο. Και μία άλλη, που είναι εκείνη που οι συγκεκριμένες περιστάσεις και συνθήκες γεννήσεώς μας έχουν εναποθέσει, και στην οποία εναποθέτουμε την καρδιά μας»

Ο Σενέκας -και όχι μόνο- πιστεύει ότι αυτή η μεγαλύτερη κοινοπολιτεία είναι η αληθινή μας πατρίδα. Μπορούμε να την υπηρετήσουμε με το να ερευνούμε ποια είναι η φύση της αρετής.

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς καταγράφει έναν Στωικό ορισμό της Πολιτείας, σύμφωνα με τον οποίο μονάχα το Σύμπαν (ο ουρανός) είναι μία πόλη με την ορθή έννοια, και ότι οι αντίστοιχες εδώ στην Γη δεν είναι. Λανθασμένα αποκαλούνται πόλεις, διότι μια πολιτεία είναι κάτι ηθικά καλό, μια οργάνωση ή ομάδα αγαπημένων ανθρώπων που κυβερνάται από τον νόμο που εκθέτει την λεπτότητα και την λογική. (Η πόλη των ουρανών είναι το αληθινό «άστυ», ενώ η πόλη στην οποία ζούμε εδώ είναι το «αστείον»).

Στη μεγάλη ουράνια κοινοπολιτεία είμαστε συμπολίτες με τους θεούς κι ο ηγεμόνας μας είναι ο Θεός του Σύμπαντος. Οι θεοί και οι άνθρωποι έχουν την διάνοια, αυτό το θεϊκό χαρακτηριστικό από το οποίο απορρέουν όλες οι αρετές, η λογική, και κατ’ επέκταση ο νόμος και η δικαιοσύνη, δηλαδή η ηθική κρίση.

Η ύψιστη αρετή, κατά όλους του αξιοσημείωτους αρχαίους Φιλοσόφους μας, είναι η Γενναιότητα και η μεγαλοθυμία, η μεγαλοψυχία, η ευγενής ανωτερότητα απέναντι στα πράγματα. Όταν ο νους μας –που δεν είναι παρά η ίδια η θεότητα μέσα μας, όταν είναι φωτισμένος– ονειροπολεί τους ουρανούς, την γη, τις θάλασσες, την ανθρωπότητα, τα ουράνια σώματα, την φύση του Σύμπαντος, και κατανοεί μέσα στην υψηλή ονειροπόλησή του ότι όλα αυτά προέρχονται και κυβερνώνται από έναν θεϊκό κυβερνήτη, τότε ο νους επίσης κατανοεί ότι δεν είναι έγκλειστος από στενούς τοίχους ως κάτοικος κάποιου συγκεκριμένου σημείου, αλλά ότι είναι πολίτης όλου του Σύμπαντος, σαν αυτό να ήταν μια τεράστια μοναδική Πολιτεία.

Παρ’ όλα αυτά, ο Φιλόδημος προσθέτει ότι μόνο οι σοφοί είναι αληθινοί πολίτες αυτής της Πολιτείας. Οι συνηθισμένοι άνθρωποι, όπως είπαμε, θεωρούνται εν δυνάμει πολίτες της, ή υποψήφιοι πολίτες. Σημειώνεται συχνά, επίσης, ότι στην Πολιτεία αυτοί δεν γίνονται δεκτοί οι Βάρβαροι.

Το Σύμπαν (Συν-Παν) είναι τα πάντα και κάτι παραπάνω από τα πάντα, είναι παντού κι ακόμη πιο πέρα. Αν εμείς είμαστε με κάποιο τρόπο ενωμένοι με το Σύμπαν, είμαστε ήδη κάτι παραπάνω από αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε. Ίσως στ’ αλήθεια, όπως το λέει ο Πλωτίνος, να «υπάρχει μία πατρίδα για εμάς, από την οποία ήρθαμε, και ο Πατέρας μας είναι εκεί και μας περιμένει»

Περί Δογμάτων και Δοξασιών

Αποτέλεσμα εικόνας για Περί Δογμάτων και ΔοξασιώνΗ λέξη δόγμα προέρχεται από το δοκέω που θα πει: σκέπτομαι, υποθέτω, νομίζω, φαντάζομαι (Λεξικό αρχαίας ελληνικής Σταματάκου), επομένως σημαίνει απόφανση κατόπιν υπόθεσης, μια γνωμοδότηση πάνω στα πράγματα.

Αφορμή γι αυτά πήρα από τον Σέξτο Εμπειρικό, γιατρό και συγγραφέα που έζησε τον 1ο αιώνα της χρονολογίας μας και άφησε πολύτιμες πληροφορίες για την αρχαία φιλοσοφία και ιδιαίτερα τους Σκεπτικούς.

Η κατηγοριοποίηση της φιλοσοφίας σε υλιστική και ιδεαλιστική υιοθετήθηκε στη σύγχρονη εποχή. Οι πρώτες τοποθετήσεις του μεν Πλάτωνα που στο Σοφιστή χώρισε τους μέχρι τότε φιλοσόφους σε γηγενείς1, εννοώντας τους Ίωνες φυσικούς και στους φίλους των ειδών2 και του Αριστοτέλη που γράφοντας για τους ίδιους, «τους πρώτους φιλοσοφήσαντας», αναφέρει: «τας εν ύλης είδει μόνας ωήθησαν αρχάς είναι πάντων», δηλαδή όρισαν πως η μόνη αρχή των πάντων βρίσκεται στο είδος της ύλης, άλλος, όπως γνωρίζουμε, στο νερό, άλλος στον αέρα, άλλος στη φωτιά (Μεταφυσικά Ι 3 983b 8), δεν στάθηκαν εκείνη την περίοδο αρκετές για να ονοματίσουν τις δύο διαφορετικές φιλοσοφικές τάσεις.

Υπήρχε όμως στην αρχαιότητα κι άλλος ένας τρόπος που τις ξεχώριζαν και τις χαρακτήριζαν. Ο Σέξτος αρχίζει τις «Πυρρώνειες υποτυπώσεις», ως εξής: Κεφάλαιο πρώτο:

«περί της ανωτάτω διαφοράς των φιλοσοφιών» «Τοις ζητούσι τι πράγμα ή εύρεσιν επακολουθείν εικός ή άρνησιν ευρέσεως και ακαταληψίας ομολογίαν ή επιμονήν ζητήσεως…». Δηλαδή: Η φυσική συνέπεια γι αυτούς που ερευνούν κάποιο πράγμα είναι ή η εύρεση του πράγματος ή η άρνηση ότι η εύρεσή του είναι δυνατή και η παραδοχή ότι πρόκειται για κάτι ακατάληπτο ή η επίμονη συνέχιση της έρευνας.

Και συνεχίζει:

«Ίσως γι αυτόν ακριβώς το λόγο και στην περίπτωση των αντικειμένων έρευνας της φιλοσοφίας, άλλοι είπαν ότι έχουν βρει την αλήθεια («…ευρηκέναι το αληθές έφασαν…»), άλλοι έφθασαν στο συμπέρασμα ότι η αλήθεια δεν είναι δυνατό να γίνει αντιληπτή και άλλοι συνεχίζουν την έρευνα. Αυτοί που νομίζουν ότι έχουν βρει την αλήθεια είναι αυτοί που χαρακτηριστικά αποκαλούνται δογματικοί, όπως λόγου χάρη ο κύκλος του Αριστοτέλη, του Επικούρου και των στωικών και ορισμένοι άλλοι. Αυτοί που κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για ακατάληπτα πράγματα είναι ο κύκλος του Κλειτόμαχου, του Καρνεάδη και άλλοι Ακαδημεικοί. Αυτοί, τέλος, που συνεχίζουν την έρευνα είναι οι Σκεπτικοί. Είναι λοιπόν εύλογο να θεωρείται ότι οι σημαντικότερες κατευθύνσεις της φιλοσοφίας είναι τρεις: η δογματική, η Ακαδημεική και η Σκεπτική».

Αυτά γράφει ο Σέξτος. Το κριτήριο που χρησιμοποιεί για την διάκριση είναι η θέση που παίρνουν οι σχολές απέναντι στην αναζήτηση του αληθούς. Και οι μεν σκεπτικοί εξακολουθούν να το αναζητούν, οι πλατωνικοί υποστηρίζουν πως δεν είμαστε ικανοί να το βρούμε και οι υπόλοιποι θεωρούν πως κάτι βρήκαν και καταθέτουν την άποψή τους γι αυτό.

Πρόκειται για πολύ ενδιαφέρον σκεπτικό που αποδίδει όλα όσα γνωρίζουμε για την αρχαία φιλοσοφία. Οι ιδεαλιστές τοποθετώντας τις ιδέες, το αληθές κατ’ αυτούς, έξω από το πραγματικό, το κηρύσσουν ακατάληπτο με τον άνθρωπο κατ’ ανάγκη ανίκανο να το γνωρίσει. Οι σκεπτικοί επιλέγουν να μη πάρουν θέση και προτιμούν να επέχουν εξακολουθώντας την αναζήτηση αενάως.

Βρίσκω το απόσπασμα πολύ διαφωτιστικό σε σχέση με τη στάση του καθένα μας απέναντι στη φιλοσοφία. Πράγματι, αν δεχτούμε τον άνθρωπο ανίκανο να διατυπώσει άποψη και αποφανθούμε πως αυτό συμβαίνει είτε γιατί έχει περιορισμένη αντιληπτική ικανότητα είτε γιατί τα πράγματα είναι όντως ακατάληπτα είτε γιατί οι απόψεις αλληλοσυγκρούονται, τότε η φιλοσοφία είναι μια άσκηση που δεν καταλήγει πουθενά.

Αν επιμένουμε να αναζητούμε όπως οι Σκεπτικοί τότε ευχαριστιόμαστε μεν κάθε απόπειρα αναζήτησης αλλά μένουμε με τη χαρά της. Το συμπέρασμά μας από τη ζωή είναι πως: καλό είναι να αναζητάς αλλά δεν είναι ανάγκη ν’ ανακαλύπτεις. Και αυτή παραμένει η μόνη γνήσια ανακάλυψη.

Όσο αφορά την Ακαδημία, στα χρόνια του Σέξτου πράγματι είχε καταληφθεί από το σκεπτικισμό, καθώς ο Καρνεάδης έχει καταγραφεί ως σκεπτικός φιλόσοφος (βλ. Τσέλλερ – Νέστλε). Στην Ακαδημία κήρυτταν τα πράγματα ακατάληπτα και τον άνθρωπο περιορισμένης ικανότητας ως προς αυτά. Φαίνεται πως ήδη είχαν ξεπεράσει τη διδασκαλία του ιδρυτή τους για τις ιδέες. Ακόμη και γι αυτούς οι ιδέες ήταν ακατάληπτες. Δεν τόλμησαν να τις κηρύξουν ανύπαρκτες.

Γι αυτό έμεινε να τις αποκαλούμε πλατωνικές, δηλαδή αποκλειστικά δικές του. Έτσι πέρασε ο Πλάτωνας για «μύστης», που θα πει άνθρωπος σπάνιος προορισμένος να γνωρίζει τα μυστήρια και από τους πρώιμους χριστιανούς γι αληθινός προφήτης (Θεοδωρίδης).

Μ’ αυτές τις παρατηρήσεις αναρωτιόμαστε αν και πώς ζημιώθηκε από αυτά η ίδια η φιλοσοφία και βέβαια κατ’ επέκταση ο άνθρωπος.

Να πάμε τώρα στα δόγματα και τους δογματικούς.

Πολλοί από εμάς θεωρούν τον χαρακτηρισμό υποτιμητικό. Εύλογη αιτία η αντίδραση στα θρησκευτικά δόγματα αλλά και σ’ αυτά των κυρίαρχων ιδεολογιών που εξακολουθούν να δυναστεύουν την πολιτική και κοινωνική ζωή.

Όμως ο ετοιμοθάνατος Επίκουρος προέτρεψε τους φίλους του να θυμούνται τα δόγματα. Επομένως καλό είναι να εξετάσουμε την έννοια της λέξης δόγμα.

Είπαμε πως το ρήμα είναι το δοκέω – δοκώ. Σήμερα χρησιμοποιούμε κυρίως τα παράγωγά του. Από αυτό η λέξη δόξα που θα πει απλή γνώμη και δοξασία δηλαδή η επιπόλαιη γνώμη. Το ουσιαστικό ‘δόγμα’ προέρχεται από τον τύπο ‘δέδογμαι’ που είναι ο παθητικός παρακείμενος του ρήματος.

Το δόγμα, δηλαδή, έχει την έννοια της γνώμης που ισχυροποιείται από την παραδοχή της ως αληθούς. Σαν ένα πρώτο αναγκαίο βήμα που θα μας βοηθήσει να πάμε παρακάτω.

Οι δογματικοί δηλαδή αποφαίνονται και βέβαια καταθέτουν την άποψή τους γι αυτό που τους φαίνεται πραγματικό. Γι αυτούς η φιλοσοφία δεν είναι μια αργόσχολη ενασχόληση που δεν πηγαίνει πουθενά. Αντίθετα μάλιστα ο σκοπός της είναι να καταλήγει σε προτάσεις. Και για μεν τους περιπατητικούς σκοπός είναι να υπηρετήσουν την ίδια τη φιλοσοφία3, για τον Επίκουρο, τους στωικούς και τους κυνικούς να προτείνουν στον άνθρωπο τον τρόπο να ζήσει τη ζωή του. Έχουν το θάρρος της γνώμης, και παίρνουν την ευθύνη της άποψής τους από την οποία και κρίνονται.

Μ’ αυτή την έννοια θα ευχαριστήσουμε τον Σέξτο για την αφορμή που μας δίνει, όμως θα διαφωνήσουμε μαζί του μερικώς ως προς τον διαχωρισμό και κυρίως ως προς τον χαρακτηρισμό των σχολών. Γιατί εκείνοι που καλεί δογματικούς προχωρούν και αποφαίνονται για το αληθές, ενώ οι μεν σκεπτικοί αποφαίνονται απορρίπτοντας οι δε πλατωνικοί αποφαίνονται περί της ανικανότητας και του ακατάληπτου. Δηλαδή και αυτοί δογματίζουν έστω και άπαξ.

Διακινδυνεύουμε να πούμε λοιπόν πως το πρόβλημα δεν είναι το να εκφράζεις άποψη για την φύση των πραγμάτων αλλά ποια άποψη εκφράζεις και αν αυτή επιβεβαιώνεται από τα φαινόμενα.

Γι αυτό είναι χρήσιμο να εξετάσουμε την αιτία που η έννοια «δόγμα» άρχισε να παίρνει αυτή τη φόρτιση ήδη από τον 1ο μ.Χ. αιώνα, την εποχή που ζει ο Σέξτος ώστε να φτάσει έναν περίπου αιώνα μετά ο επικούρειος Λουκιανός να αποστρέφεται και να σατιρίζει έντονα το δογματισμό.

Γνωρίζουμε πως οι δογματικοί στους οποίους αναφέρεται ο Σέξτος, δεν διατυπώνουν την ίδια άποψη για τα πράγματα. Αυτό βεβαίως το γνωρίζει και ο ίδιος μα σε μια εργασία που αφορά το σκεπτικισμό, όπως η δική του, αυτή η απλουστευτική γενικολογία τον διευκολύνει.

Θα επιφορτιστούμε λοιπόν εμείς το έργο που εκείνος εύλογα παραλείπει. Επιχειρώντας να σπρώξουμε πιο πέρα την ανάλυσή του, δεν θα κρίνουμε τους δογματικούς μόνο ως προς τη στάση τους απέναντι στο αληθές αλλά και στο τι ορίζουν ως αληθές. Και το πιο χρήσιμο εργαλείο γι αυτό είναι ο επικούρειος κανόνας που συμπληρώνει τα κριτήρια της αλήθειας με την εξέταση της επιμαρτύρησης ή μη αντιμαρτύρησής τους από τα φαινόμενα.

Θα πούμε λοιπόν πως μια άποψη που επιμαρτυρείται ή δεν αντιμαρτυρείται αξίζει τον χαρακτηρισμό του δόγματος ενώ αντίθετα, και σύμφωνα με την 24η Κύρια Δόξα η άποψη που δεν επιβεβαιώνεται, «το μη την επιμαρτύρησιν έχον» παραμένει σε εκκρεμότητα «εν ταις δοξαστικαίς εννοίαις…», ως μια απλή υποκειμενική γνώμη.

Εκείνο λοιπόν που σπιλώνει τη λέξη δόγμα στους αιώνες είναι η αξίωση των ιδεαλιστών να δογματίζουν ως αληθές κάτι που δεν επιβεβαιώνεται από το φαινόμενα ή να προσπερνούν ανέντιμα ακόμη και τους φυσικούς νόμους φορτώνοντας τα μυαλά των ταπεινών ανθρώπων με εξ αποκαλύψεως αλήθειες, ως τίποτα μύστες, προερχόμενες από φανταστικές ανώτερες δυνάμεις.

Επομένως είναι καιρός να αποκαταστήσουμε την έννοια της λέξης δόγμα. Το δόγμα αφορά μια γνώση που δίδεται με ευθύνη του δότη. Η ευθύνη αυτή συνίσταται στην υποχρέωση προς απόδειξη και η έλλειψή της αποβάλλει το υποστηριζόμενο από την κατηγορία των δογμάτων σ’ εκείνη των δοξασιών.

Ο ευφυής άνθρωπος κρατά ως δόγματα τα ολοφάνερα («εναργή») κι αφήνει παράμερα τα αναπόδεικτα για εκείνους που αναγκεύονται να πιστεύουν.

Έτσι λοιπόν το σωστό είναι να γυρίσουμε 20 αιώνες πίσω και να πούμε του Σέξτου, να προχωρήσει σε έναν έτι περαιτέρω διαχωρισμό των δογματικών σε δύο κατηγορίες: τους δογματικούς και τους δοξαστικούς με τους δεύτερους να απονέμουν επιμαρτύρηση των απόψεών τους στον δικό τους εσωτερικό ιδεατό κόσμο, καθώς δεν την λαμβάνουν από τον πραγματικό, που προτιμούν το πρόσημο της πίστης από το πρόσημο της γνώσης.

Και τότε ευχαρίστως εμείς οι επικούρειοι, που θυμόμαστε τα δόγματα, απαλλαγμένοι και από αυτό το βάρος θα καμαρώνουμε να αποκαλούμαστε δογματικοί.
------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Ο Κυριαζόπουλος μεταφράζει τον πλατωνικό όρο «γηγενείς»: γόνοι, παιδιά της γης. (Αθανάσιος Κυριαζόπουλος, Προσωκρατικοί, Ηράκλειτος, σελ235, Κάκτος 1992). Επομένως θα πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως με τη χρήση αυτού του όρου ο Πλάτωνας υπονοούσε πως υπάρχουν γόνοι του ουρανού, επιφυλάσσοντας εν κρυπτώ την ιδιότητα αυτή για τους φίλους των ειδών με πρώτο βεβαίως τον εαυτό του.

2. Δεν γνωρίζουμε τι είναι τα είδη στα οποία αναφέρεται ο Πλάτων. Είδος θα πει μορφή, σχήμα, ό τι φαίνεται από κάποιο πράγμα (από το είδω = βλέπω). Την ίδια έννοια έχει και ο όρος ιδέα που προέρχεται από το ιδείν, απαρέμφατο αορίστου του είδω. Ίσως ο Πλάτων, επέλεξε τη χρήση αυτών των όρων για να υπονοήσει την εικονική μορφή του πραγματικού κόσμου έναντι της πραγματικής μορφής του εικονικού κόσμου, του οποίου την ύπαρξη πίστευε.

3. Ο Αριστοτέλης υποστήριζε πως οποιαδήποτε ενέργεια του ανθρώπου υπηρετεί τον εαυτό της, επομένως φιλοσοφούμε για την ίδια τη φιλοσοφία, καλλιεργούμε την επιστήμη για το καλό της ίδιας της επιστήμης και όχι βεβαίως χάριν του ανθρώπου.