Δευτέρα 29 Αυγούστου 2016

Ο ΙΜΕΡΟΣ

 Γύρω από τον ορισμό του ίμερου

Ο έρωτας είναι κυρίαρχο στοιχείο της ζωής και αποτελεί ένα πρόβλημα ασυνορο (4,13). Η περιγραφή του φαίνεται δυνατή, αλλά να κλεισθεί στο στενό χωρο του ορισμού των εννοιών είναι αδυνατο. Ο έρωτας ανηκει στο γένος εκείνω των ολίγων και ηγεμονικών φαινομένων, που δεν ορίζονται. Κάθε ορισμός, είτε βιολογικός (διαίωνιση), είετε αισθησιακος (ηδονή), είτε αισθητικός (ομορφιά), είτε ηθικός (κοινωνική τάξη) κερματίζει και μερικεύει το σώμα του. Μια μεταφυσική θεώρηση θα ημπορούσε ίσως να περιλάβει το όλο, αλλά ο μεταφυσικός είναι πάντοτε ορισμός αόριστος και δεν αναπαυει την γνώση.

Εξ’ αιτίας αυτού, το κεφάλαιο του έρωτα σαν αντικείμενο της θρησκείας, της φιλοσοφίας και της τέχνης δεν κλεινεται. Μόνο το αθλητικό μέτρο της κατάκτησης και το μεγεθος της αδυναμίας αυτών των μεταφυσικών επιδόσεων ημπορεί να δώσει.

Ο έρωτας είναι φαινόμενο ρευστό, ένα διαρκώς συντελούμενο γεγονός. Σαν κατάσταση ηρεμεί μόνο μέσα στο κράτος της μεταβολής. Η μορφή του σχηματίζεται στη ροη, τη στατική ηρεμία του επιδαψιλεύει η αλλαγή, και εαν ησυχάσει, στειρεύει. Την τάξη του, την αρμονική ισορρόπηση, εγγυάται η αντίφαση. Μια αντίφαση τόσο μεγαλόπρεπη και συνεπής, που μόνο μέσα σε εύρος κοσμικόν ημπορεί να συλληφθεί.

Ο έρωτας είναι ο ισσόροπος ρυθμός των κοσμικών ηφαιστείων και γι’ αυτό δεν υποτάσσεται, ούτε περιχωρείται σε ανθρώπινα συστηματα και συντάγματα. Εαν ο μυθικός Ηρακλής εδάμασε τις αυξανόμενες κεφαλές της ύδρας, εδαμάσθηκε απο την ασυγκριτα γονιμώτερη, την πολυκέφαλη και πληθυντική υδρα του ερωτικού άθλου. Και τον ερωτικό άθλο επιχειρησε να εκτελέσει χωρίς να αποκλίνει από τον δρόμο της αρετής, που είχε εκλέξει στην αρχή. Ο τελευταίος χιτώνας του τον εσπάραξε, καθως η ζωή κατασπαράζει τον θάνατο. Και ακριβώς η συγγένεια με τον θάνατο είναι που δίνει στον έρωτα αυτό το απερίληπτο μέγεθος.

Προκειμένου να προσπελασθεί το φαινόμενο του έρωτα, εγείρεται σαν πρώτη και βασική η αξίωση να συναρτηθεί με το πρόβλημα του θανάτου. Ο έρωτας είναι ο αμφιθαλής αδελφός του θανάτου. Των δυο αντιπάλων η άσπονδη φιλία οργανώνει το παιχνίδι της αναγκαιότητας και ο διάλογος της αμοιβαίας φθοράς τους ανανεώνει το μυστήριο της ζωής. Το οντολογικό κύρος της κάθε αρχη το αντλεί απο το τέλος της και αντιστροφα.

Ο έρωτας πεθαίνει δια του θανάτου και ο θάνατος γεννιέται δια του έρωτος. Ο θνήσκοντας έρωτας ή ο γεννώμενος θάνατος σαν αναγκαία εννοιολογικά συμπλέγματα αποκαλύπτουν το παράδοξο της οντολογικής συνέργιας. Η αντιληψη που συσχετίζει τον έρωτα και τον θάνατο σ’ ενα τρίτο επίπεδο κοινότητας και πρόθεσης αγαπητικής, είναι αρχαία και πλούσια και τη βρίσκουμε ολοκάθαρη στην απλότητα της λαϊκής ψυχής και στις θρησκευτικές διδασκαλίες.

Η αντίληψη αυτή στο Rilke ευρήκε τον αυθεντικότερο παιδαγωγό. Οι ελεγείες του Duino είναι το έργο της ερωτικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας του θανάτου. Η ελληνική λέξη ίμερος –λέξη ποιητική- αποδίδει πιστότερα τα βαθειά υποστρώματα της ερωτικής ορμής και οδηγεί σε ένα καθολικό ιδεασμό, που αντιστοιχεί προς τη φροϋδική libido. Το βάρος του προβλήματος στις ελεγείες δεν ευρίσκεται στην επιφάνεια, αλλα στα αφανή και σκοτεινά βάθη. Ο ερωτικος χυμός, το αψυ αίμα του Ποσειδώνα (3,8), ξεκινώντας απο τις στοές του άγνωρου και τα ταραγμενα σπήλαια της νυχτας (3,10) σφύζει και αγριαίνεται στις φλέβες της τρικυμίας. Η σκιά του ερωτικού δέντρου είναι βαρειά, η θρόηση των φυλλωμάτων πολεμική και οι καρποί κρύβουν με προσοχή στο μυχό της κόκκινης σάρκας το σπόρο του θανάτου (4,78).

Ο ίμερος υποδηλώνει κυρίως την αντιφατική συσταση της ερωτικής ορμής: Στέρηση και κορεσμός, λαχτάρα και αποστροφή, Πόρος και Πενία. Αυτή την αντίφαση συμπληρώνουν σαν παρεπόμενα ο απρόβλεπτός κινδυνος, η αδημονία της ελπίδας, η συνείδηση της ενοχής, η μηδενιστική απειλή και κυρίως ο πόνος. Ο ίμερος στον Όμηρο είναι γέιτονας του θρήνου:

γοου ίμερον ώρσε

Η ερωτική διαλεκτική των φύλων

 Η πρόθεση του ποιητή να δείξει οτι ο ίμερος προσιδιάζει στη γυναικεία ιδιοσυγκρασία και οτι ο ερωτικός κόσμος είναι αποκλειστικά της γυναίκας το οικείο ενδιαίτημα είναι αποφασιστική. Ο έρωτας κυριαρχεί στη γυναικεία φύση κατά τον τρόπο, που ο στρατηγός ηγεμονευει στα πεδία του πολέμου.

Το αντίστοιχο της ερωτευμένης γυναίκας από την έποψη της ανδρείας είναι ο ήρωας, αλλά τα μεγάλα του κατορθώματα υστερούν μπροστά στα θαυμάσια έργα εκείνης. Εαν το ερωτικό φαινόμενο είναι περιορισμένο, τα όρια του συμπίπτουν με τα πέρατα της γυναικείας ψυχής. Εαν όμως ο ίμερος διανοίγεται και ξεφευγει στην απλωσιά της απεριόριστης έκτασης, η περιοχή αυτή συμπίπτει με τον άγνωστο χώρο της θηλυκής απειρότητας. Η μεταφυσική του ίμερου παραλληλίζεται με τη μεταφυσική της κατηγοριας του θηλυκού (2,33).

Τα μεγάλα έργα του ανθρώπου, που καθρεφτίζουν την ανεξάντλητη δυνατότητα της ανδρικής φύσης, δεν ημπορούν να υπομείνουν τη δοκιμασία της συγκρισης με τα ερωτικά έργα της γυναίκας, εφ’ όσον είναι αληθινά. Η παράδοξη αυτή άποψη του Malte οτι ο έρωτας της Bettine προς τον Goethe επισκιάζει με την λάμψη του τα πνεύμα και το έργο του μεγαλου ποιητή της Βαϊμάρης, δεν υποτιμά την επιφάνεια του Goethe, όσο τιμά την αφάνεια της γυναίκας.

Το τιμιώτερο έργο που θα είχε να παρουσιάσει σαν απολογία μπροστά στο άγγελο –στον κριτή της έσχατης κρίσης- και να το επικαλεσθεί για να μαρτυρήσει την αγωνιστική προθυμία του, δεν είναι ουτε η αρχιτεκτονική ουτε η μουσική τέχνη, αλλά μια ερωτευμένη γυναικα, που ατενίζει ήρεμα απο το παράθυρο της τη νυχτα και διαλέγεται με τα σκοτάδια της ερωτικής απουσιας της (7,84).

Ακόμα και οι γυναίκες με τον άσεμνο ερωτικό τρόπο, όσες εξέπεσαν στα ρηθρα της ζωής ηττημένες απο την βουλητική του έλλειψη και την κοινωνική ολιγωρία, ευρίσκουν κατάλυμα συγχώρησης στην έβδομη ελεγεία (7,40).

Δεν κρίνει η πορνεία, που τελειώνει το έργο, αλλά η αγάπη που το αρχίζει. Η αγάπη αποτελεί το φυσικό περιβάλλον, το καθιδρυμα οικονομίας για τη γυναικεία φυση, μέσα στο οποίο προστατευονται οι βιολογικές καταβολές και ανθίζουν οι ουσίες του γένους της.

Η γυναίκα είναι η ευνοημένη της ερωτικής εκλογής, οι δεσμοί της με τον ίμερο είναι πολυ πιο οικείοι και ισχυροί απο τους δεσμούς του αντρα και η μετοχή της στο ερωτικό αγαθό της χορηγεί ηγεμονικά προνόμια. Ακόμη και σε καθαρά υλική σφαίρα, την ευαισθησία της στις προσβολές του ρίγους που συνοδευει τη γενετήσια πράξη, χαρακτηρίζει υπέροχη εύνοια.

Η ελληνική μυθολογία μας παραδίδει τη σχετική διένεξη των φύλων και την κρίση του ερμαφρόδιτου Τειρεσία, ο οποίος ελεεινολόγησε την ηδονιστική πενία του αρσενικού. Η ερωτική ευαισθησία της γυναίκας εκφράζει το γινόμενο της αισθησιακής δεκτικότητας και της ψυχικής της ευπάθειας.

Το υποστασιακό χαρακτηριστικό, που ειδοποιεί για τη μοναδικότητα του θηλυκου, είναι η τρυφερή προθυμία της, η άμεση παραδοχή, η χωρίς όρους άφεση. Στα χέρια της κλεινεται, σαν το φτερούγισμα περιστεριών, η ταραχή του κόσμου, και η υλική της πυκνότητα διαλυεται σαν μια πανάλαφρη κίνηση. Η γυναίκα των ελεγειών περπατά σαν πρωινή αυρα (3,19). Η αντίσταση, που προβάλει κάθε φορά στην επιθετικότητα του αρσενικού, είναι ακριβώς το εξωτερικό σχήμα αυτής της απαλωσύνης, η συνεκτική τάξη που διασώζει τη ρευστή ακινησία της θηλυκής παραχώρησης.

Η αντίσταση αυτή συγκρατεί και μορφοποιεί τη ροπή της ερωτικής της αναζητησης, όπως οι όχθες του ποταμού το νερό. Ακόμη και η γνωστική της δυναμη φαίνεται να είναι υποταγμένη στο ερωτικό πρόσταγμα και να υπηρετεί με την ασάφεια του ενστίκτου τη φυσική κυριαρχία των αισθημάτων της. Η συνειδησιακή της μονιμότητα προσδιορίζεται από την ασφάλεια και την σοφία του απλού. Η συνείδηση της γυναίκας εξαντλείται στην αθώα εκπληξη.

Η Εύα τη νέα κατάσταση –εν αντιθέσει προς τον Αδαμ, που στέκεται έκπληκτος και απορητικός- την αντιμετωπίζει με απλότητα. Μόνο μια ελαφριά θλίψη τη χρωματίζει, που πια δεν θα μπορεί να χαίρεται των ζώων την ήρεμη τάξη και τη λογική. Ολα αυτά τα βασικά χαρακτηριστικά, που εκφράζουν την αντίληψη του ποιητή για την σχέση του ίμερου προς την γυναίκα, συνοψιζονται στο περιεκτικό γνώρισμα της αδυναμίας.

Η αδυναμία της γυναίκας είναι απόλυτη, ολόκληρη, αυτάρκης. Και ακριβώς χάρη σ’ αυτή την πληρότητα λειτουργεί σαν δυναμη. Η αδυναμία την προστατευει στο περιβάλλον των αντιθέσεων και οικονομεί την ευάρμονη παρουσία της στο σχέδιο της ισορροπίας του κόσμου. Η αδυναμία της γυναίκας είναι η παντοδυναμία της.

Τον ποιητή συνέχει η σταθερή πεποίθηση οτι τα ερωτικά έργα της γυναίκας αντιπροσωπευουν την ανώτερη επίδοση του ανθρώπου και οτι ουδέποτε θα μπορέσουμε να τα υμνήσουμε άξια (1, 36-37). Στην πίστη αυτή εμπνέεται από το χρέος να φέρει στο φώς, να αποκαλυψει τον αφανή χώρο των χαρισμάτων της. Και τα χαρίσματα αυτά είναι τόσο αφανή, όσο είναι δύσκολο να λογαριάζεται η αδυναμία σαν δύναμη.

Εαν ο ίμερος κυριαρχεί στη γυναικεία φυση και την υποχρεωνει σε απόλυτη υποταγή, ωστε να μεταμορφώνει την αδυναμία της σε κυριαρχία και δύναμη, η σχέση του ίμερου με τον άντρα είναι σκοτεινή και βίαιη. Ο,τι στην γυναίκα εμφανίζεται σαν μυστήριο σιωπής, σ΄εκείνον γίνεται υπόκωφο ηχείο απειλής. Η πικρή γνώση του έρωτα κυκλώνει τη γυναίκα από παντού και μέσα σ’ αυτή τη θλίψη χωνευει η ύπαρξή της ολόκληρη ήρεμα, καθώς η ηλιόβλητη συννεφιά σβηνει μέσα στη νύχτα:

...μέσαι δέ

νύκτες, πάρα δ’ έρχεται ώρα
εγώ δε μόνα καθεύδω.

Στον άντρα, αντίθετα, ο ερωτικός καημός συνοδευει την ευρύτερη υπαρκτική ηρεμία και τον καταφθείρει με σφοδρές θερμικές προσβολές. Στο τέλος η πικρή ερωτική του γνώση παγώνει σε λαμπερά πετρωματα ηφαιστείων:

Κι από τις τόσες φορές όπου ξαγρύπνησε σιμά στο κηροπηγιο,
καρτερώντας τα χαράματα, μια πυράδα, παράξενη του ‘χε αρπάξει τα σωθικά

Η γυναικεία φύση κατατείνει σταθερά στο ερωτικό τέλος, ενώ η ανδρική πηγάζει από το ερωτικό χάος (3,30). Της γυναίκας η ερωτική διάθεση είναι άμικτη και διαυγής. Η ανδρική ορμή όμως σχηματίζεται από την άτακτη και παταγώδη συμβολή πολλών επιμέρους ρευμάτων, που παρασυρουν τον άντρα με γοργότητα και βία σε κάποιο απροσδιόριστο, «απροσδιόνυσον» γεγονός. Το ανεξέλεγκτο συνολο των πηγών και η ακάθεκτη ορμής της κίνησης πρός το άγνωστο τέλος, καθορισμένο από τις σκοτεινές ρίζες της αρχής, συνιστούν το κλίμα κινδύνου, που συνοδεύει τον ερωτικό τρόπο του άντρα.

Οι ελεγείες στην ερωτική ιδισυγκρασία του άντρα ανιχνεύουν τη συναίρεση του πολύπλοκου πλέγματος των καταβολών του. Η ερωτική ρίζα βυθίζεται στο έδαφος των σπερματικών του πυκνωμάτων και διατρέφεται από το δυναμικό σύνολο της αρχαϊκής του ύλης. Αυτά τα πρωταρχικά κοιτάσματα ζωτικότητας προκύπτουν από την εισροή βιολογικών στοιχέιων που γειτονεύουν με το πνιγηρό ανάβρυσμα, την καθαρότητα και την αγιοσύνη του ζώου.

Η πλημμύρα της καταγωγής (3,46), οι πλόκαμοι της εσωτερικής ανέλιξης, τα αρχέτυπα και η συντελούμενη κύηση μακρυνών μορφών (3,50), το βιολογικό παρελθόν του γένους, ολόκληρη η «ζωντανή λήθη των προγόνων» (3,71) συναποτελούν το άηχο τοπίο, πάνω στο οποίο σχηματίζεται σαν από τους ατμούς και τα νερά των νεφών, ο θολός ποταμός του αρσενικού ίμερου (3,65).

 Είναι φανερό οτι στην τρίτη ελεγεία ο Rilke συσχετίζει, εξαρτά και συμπλέκει την ερωτική ορμή με όλες τις εγγενείς δυνατότητες, που προσιδιάζουν στην ανδρική φύση, όσες επιτέλεσαν τα μεγαλα έργα και τα μεγάλα λάθη της ιστορίας. Ο έρωτας είναι απειλητικός για τον άντρα, γιατί πηγάζει από το σπήλαιο του «αποτρόπαιου» (3,59), που είναι της δημιουργίας η πηγή. Το ζωτικό χώρο της ανδρικής φυσης περιβάλλει ο κινδυνος κι ο τρόμος, γεγονός που αποκαλυπτει τη συγγένεια του άντρα με τον τρομερό άγγελο. Ο άγγελος όμως είναι αυτόφωτος και έχει συνείδηση του εαυτού του, σε αντίθεση με τον άντρα που αγνοεί. Η ανάλυση της ερωτικής ορμής του αποκαλύπτει οτι το κυριο γνώρισμά του είναι η δύναμη. Μια δύναμη ακατέργαστη, ανυπότακτη και τυφλή (3,22), που κομίζει τα πλούσια και ανεξάντλητα δώρα της αρχής. Η φορά της όμως είναι τυχαία και το τέλος της άσκοπο. Έτσι η οριστική της αξιοποίηση φαίνεται αδύνατη και είναι προορισμένη να διαλυθεί. Το ακαθόριστο τέλος επιστρέφει στην αόριστη αρχή.

Η δειλή εμφάνιση και η είσοδος της γυναίκας στις παρθενικές λαγκαδιές του άντρα θα αποτελέσει την «πυρή αφορμή» που θα αφυπνίσει την ανδρική φύση (3,20), θα αναταράξει τα κινούμενα πλήθη του σκότους και θα κεντρίσει τις δυνάμεις που περιμένουν. Η συνέχεια της ερωτικής συνάντησης πλέον είναι για τον ποιητή μονο μερής υπόθεση του άντρα (3,16). Γιατί ο,τι συντηρεί τον ερωτικό του πόθο, εμβολιασμένο στη γενική ορμή της ζωής, είναι τα δυναμικά του αποθέματα, ο πλούσιος, ο βαθύς, ο βάρβαρος κόσμος, που τροφοδοτεί και εμψυχώνει την κίνηση του.


Η γυναίκα αδυνατεί να προσφέρει κάτι σ’ αυτές τις «πρώτες ύλες της δημιουργίας». Αισθάνεται μόνο απογοήτευση, γιατί εγκαταλείπεται, εκεί όπου ανάμενε του άντρα την τρυφερότητα, την ήρεμη συγκατάβαση, τη διάρκεια και την πίστη. Ενώ αυτός με το πρώτο του άλμα διαπήδησε ολόκληρο τον ερωτικό της κόσμο και χύθηκε στη δαιμονική προϋπάντηση του πρώτου εαυτού του. Αυτός αφηνιάζει στην τροχία του κινδύνου, ενώ εκείνη απομένει στην πίκρα της εγκατάλειψης. Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο της κρίσης, όπου εμφανίζεται το οντολογικό χάσμα των φύλων, ο ποιητής διαβλέπει την διαλεκτική τους υφή και νομοθετεί τη συνθήκη της σωτηρίας.

Η αδυναμία σαν έλλειψη έχει το ίδιο οντολογικό νόημα με τη δυναμη σαν υπερβολή. Η γυναικεία δειλία θα μετριάσει τηνανδρική θρασυτητα. Ο χαλινός θα μεταμορφώσει το άγριο ζώο σε υπερήφανο άτι. Η θωπεία θα απαλύνει την σκληράδα. Η ομορφιά θα κοσμήσει την αταξία. Η γυναίκα συνοδοιπόρος του άντρα στην οδυνηρή του πορεία, εμπνεύστρια, φρουρός και οδηγήτρια, θα μεταλλάξει την οργή καταστροφής σε πνοή δημιουργίας. Ο Rilke εγνώρισε τη βαθειά φύση της γυναίκας όσον λίγοι και περιέγραψε το χρέος της προς τον άντρα και τον κόσμο με τρόπο απλό (3,85):

συγκράτα τον.

Αυτή η μέτρια εντολή των ελεγειών φωτίζει, ερμηνεύει και δικαιώνει την παρουσία της γυναίκας μέσα στην ιστορία και τον πολιτισμό. Η γυναίκα υπήρξε η μόυσα της δημιουργίας. Οι μεγάλοι διδάσκαλοι του ανθρώπου δεν εζήτησαν να τους φωτίσουν οι θεοί, για να κάμουν το όραμά τους έργο. Εζήτησαν ταπεινά τη συμπαράσταση και την εύνοια της γυναίκας, της μούσας.Η γυναικα του Rilke ανοίγει τις πύλες της ανδρικής ψυχής, αποσφραγίζει τους καταρρακτες του ίμερου, φέρνει τον άντρα σε φωτισμό και τον διδάσκει τους αναβαθμούς του έρωτα. Είναι η σωκρατική Διοτίμα. Ταυτόχρονα όμως κατευθύνει την ερωτική του ορμή, καθοδηγεί την πορεία, εξευγενίζει το ήθος και ημερώνει την πράξη του. Είναι η φαουστική Μαργαρίτα. Η αγάπη της συνενώνει τη γνώση και την πράξη στη μεγαλειώδη σύνθεση, που ανεβάζει τον άντρα προς τα πάνω. Ο επίλογος του Faust

Το αιώνια θηλυκό μας τραβάει ψηλά.

φαίνεται να είναι και ο απόλογος της ερμηνευτικής αποτίμησης των ελεγειών του Duino.
Η αντίληψη ότι το έργο του πολιτισμού κατοπτρίζει τη δημιουργία του άντρα μόνο (ήρωες, νομοθέτες, φιλόσοφοι, ποιητές, ιδρυτές θρησκειών) παραβλέπει το γεγονός οτι στη δημιουργία αυτή η παρουσία της γυναίκας υπήρξε όρος εκ των sine qua non. Η παραγνώριση του ρόλου της γυναίκας στην ιστορία πρέπει να αποδωθεί στο δυσανάγνωστο χαρακτηρα της φυσικής της ιδιαιτερότητας, ο οποίος εξωτερικά φαίνεται να την αδικεί. Αλλ’ αν διέφυγε την κοινή προσοχή η δυναμη που εγκλείεται στη θηλυκή αδυναμία, η ενόραση των ποιητών συνέλαβε την αληθεια και ομολόγησε την οφειλόμενη τιμή. Και τον ύμνο της γυναίκας εστηριξαν στη καθαρή διάκρισή της από τον άντρα. Στην αδυναμία της, που είναι οδηγητική και κυρίαρχη της ανδρικής δυναμης. Στη συνεση και την ηρεμία της, που την κάνει θεοσεβή, αλλά και θεοφίλητη:

O pietosa colei che mi soccorse.

Το σύγχρονο κίνημα για την αποκατάσταση της γυναίκας (Feminismus) εκφράζει τη δίκαιη αντίδραση στην πολυαίωνη υποτίμησή της. Αλλά το αίτημα για την ισοτιμία των φύλων στηρίζεται στην εξωτερική όψη της δύναμης της γυναίκας και παραβλέπει την πηγή της. Η αρχαία πλάνη εμφανίζεται πάλι με όψη αντιστρεμμένη (το παρελθόν έβλεπε την αδυναμία και παρέβλεπε την δύναμη, το παρόν βλέπει τη δύναμη και παραβλέπει την αδυναμία της). Ο φεμινισμός σήμερα κινδυνεύει να περιπέσει στη χονδροκόπο και άκριτη εξομοίωση των φύλων με την αγνόηση της φυσικής διαφοράς τους. Την συνάντησή τους φαντάζεται εύστοχη στην παράσταση μιας βιολογικής εγκατάμειξης (ανδροπρέπεια του θηλυκού ή θηλυπρέπεια του αρσενικού). Η μακάρια σύμπλεξη του αρχαίου γυμνού, που ηρεμεί ανάμεσα στον κοίλο Ερμή και στην κυρτή Αφροδίτη τείνει να καταστραφεί. Ο φεμινισμός αξιώνει και οι δύο θεοί να ευρίσκονται στην ίδια στάση (είτε του κοίλου, είτε του κυρτού). Ο Rilke στις ελεγείες επανατοποθετεί το πρόβλημα της σχέσης των φύλων στο πρωτόπλαστο σχήμα της ισοζυγίας των δυνάμεων, ξεκινώντας απ’ όσα η φύση εδιόρισε και ανασύροντας την αρχαία εικόνα, την οποία επισκότισε η λήθη των αιώνων. Το ότι υπογραμμίζει την αδυναμία της γυναίκας, γεγονός που απορρίπτει του φεμινισμού η μυωπία, τον εξουσιοδοτεί να διακηρύξει την αριστεία της (primus inter pares), δικαίωμα που δεν θα είχε του φεμινισμού η τόλμη.

Ο αναυθεντικός έρωτας

Ο κίβδηλος ερωτικός τρόπος αποτελεί για το Rilke τον κανόνα της ανθρώπινης ζωής. Η συγγένεια του ανθρώπου με την πηγή του ίμερου είναι τρίτου βαθμού. Την άμεση θέαση της ερωτικής ιδέας εμποδίζουν δυο συνεχόμενοι προκαλυπτοντες όγκοι. Ο ένας αποτελεί το οντολογικό και ο άλλος το ηθικό φράγμα. Το πρώτο ο ποιητής ανιχνεύει στην ουσία της ανθρώπινης φύσης, η οποία συνοδεύεται σταθερά από την «αρχη του Αντίθετου». Η αντίληψη του Fichte οτι το έγώ οντοποιείται με την συνεχή αντιμετώπιση του ουκ-εγώ, καθώς και ο εξαναγκασμός του Heidegger να ερωτήσει περί του Μηδενός προκειμένου να θεμελιώσει λογικά το ερώτημα περί του όντος, στην οντολογία του Rilke εμφανίζονται σαν όροι θεμελιώδεις, που εγκλείονται στην έκφραση: παρουσία της απουσίας (ein Grund von Gegenteil - 4,15).

 Η ερωτική ιδέα καθαρή και άμικτη, ενώ στον άγγελο είναι προσιτή, στον άνθρωπο είναι απρόσιτη λόγω γένους (οντολογική διαφορά). Ο άγγελος ζει τα αείρροα πληρώματα του αισθήματος (2,15), ενώ ο άνθρωπος στην άριστη περίπτωση το μόνο που θα ημπορούσε να γνωρίσει είναι το περίγραμμα, τα φωτερά κράσπεδα αυτής της ενούσιας μορφης. Επομένως ο απόλυτος ερωτικός τρόπος (πρώτος βαθμός) είναι απαγορευμένος στον άνθρωπο εξ’ υπαρχής και από φύσεως. Αλλ’ ουτε και το περίγραμμα του αισθήματος, την παρυφή των ασπίδων της ηδονής (2,14) ημπορεί να γνωρίσει (4,17), αν και αυτό δεν είναι απρόσιτο στις φυσικές του δυνατότητες. Διότι εμποδίζεται απο το ηθικό φράγμα (4,11-12). Επομένως και ο αυθεντικός ερωτικός τρόπος –και είναι αυθεντικός, διότι είναι συμμετρος προς την ανθρώπινη φύση- είναι ανέφικτος μέσα στα πλαίσια του κοινωνικού βίου (δευτερος βαθμός). Υπολείπεται να γνωρίσει μόνο απ’ εξω (4,18), από την περιβαλλοντική σύσταση, ο,τι σχηματίζει το περίγραμμα του ερωτικού αισθηματος (τρίτος βαθμός).

Η ακτίνα του αναυθέντικού έρωτα κατά την άποψη του ποιητή καλυπτει ολόκληρο τον ιστορικό και ηθικό βίο του ανθρώπου. Ο,τι εδημιουργησε αυτό τον ερωτικό τρόπο, τον ειδωλικό και το φασματώδη, είναι η νομική τάξη την οποία καθιέρωσε η αρχή της προστασίας και της ασφάλειας μέσα στον κόσμο των ανθρωπίνων πραγμάτων. Η αρχή αυτή που προνοητικώς επιζητεί να περιλάβει όχι μόνο το παρόν, αλλά και το μέλλον του ανθρώπου, αναγκαίως επεξέτεινε το αίτημα της ιδιοκτησίας και της κατοχής και στα ερωτικά. Ο ίμερος δεν είναι πλέον κοσμικό φαινόμενο,που γεωμετρείται κατά τον φυσικό λόγο, αλλά ανθρώπινο θεσμοθέτημα, που ρυθμίζεται απο τον ανθρώπινο νού. Τα ζευγη των λέξεων γυναίκα-σύζυγος ή έφηβος-γιός δεν χωρίζει απλώς η μεγάλη νομική απόσταση, αλλά η οντολογική άβυσσος του διαφορετικού γένους. Το μέγεθος αυτής της αβυσσου εφανέρωσε ήδη η ελληνική μυθολογία με την αιμομιξία του οίκου των Λαβδακιδών.

Ο Rilke ασκώντας κριτική κατά του ηθικού έρωτος δεν καταφέρεται εναντίον της γενικής δομής τους συστήματος, ούτε αψηφεί την ανάγκη των συστατικών του αρχών. Μια από θεμελίων ανατροπή των ερωτικών πραγμάτων, όπως την εσχεδίασε ο Πλάτων με την θεωρία της ερωτικής κοινοκτημοσύνης, είναι ασυμβίβαστη προς την κοσμοθεωρητική προοπτική του, που ξεκινεί από το ομφάλιο κέντρο της οντολογικής διαφοράς. Ο Rilke δεν θα ημπορούσε να νομοθετήσει την κατάργηση του γάμου και της οικογένειας κατά τον τρόπο, που ο Ηράκλειτος δεν ήταν δυνατό να συγγράψει την πλατωνική Πολιτεία. Στον ίδιο τον γάμο του είδε και αναγνώρισε μια συνθήκη, που υποχρεώνει τον άνθρωπο να ενταχθεί στο γενικό κλίμα της ηθικής προσποίησης και του αναυθεντικού.

 Όντας μέσα σε τέτοιο ηθικό αδιέξοδο, δεν στρέφεται εναντίον των θεσμών του ανθρώπου, αλλά παραπονιέται, συγκρατημένα και μόνιμα, στο θεό της τέχνης του. Εαν είναι περισσότερο ρεαλιστής από τον Πλάτωνα, δεν είναι λιγότερο πικρός απο τον Ηράκλειτο. Η κριτική του δεν αποτελεί πολεμική θεσμών, αλλά έλεγχο λεπτομερειών, που προκυπτουν σαν αποκλισεις απο την κύρια ροή του φυσικού ίμερου. Οι αποκλίσεις αυτές, ασήμαντες αρχικά, ενισχύονται και δυναμώνουν βαθμιαία και εξελίσσονται σε πανίσχυρες διαστροφές, που παραμορφώνουν τη φυσική μορφή του ίμερου. Τέτοια μυσαρά παρασαρκώματα είναι η ερωτική ιδιοτέλεια, η ερωτική μονομέρεια και ο ερωτικός φόβος.

Ιδιοτελή χαρακτήρα αποκτά ο ερωτικός δεσμός εξαιτίας της ροπής των εραστών να συσσωρεύουν ο ένας στο πρόσωπο του άλλου ολόκληρο το νόημα του κόσμου. Το αγαπημένο πρόσωπο γίνεται η πηγή της χαράς των πλασμάτων και της ουσίας των πραγμάτων. Με την αναμόνή του καλλιεργείται στον ερωτικό συντροφο το ψυχικό κλίμα ενός κοσμικού ευαγγελισμού (1, 31-33) και η παρουσία του σφραγίζει την ερωτική στιγμή με τα σημεία της καθαρής διάρκειας.

Εν όσω κρατεί η ώρα της αγάπης, καταιγίζουν τα νεύματα της αιωνιότητας (2,59). Αλλα η ερωτική διάθεση αυτού του είδους θεμελιώνει την απολυτοποίηση του ερωτικού αντικειμένου, το οποίο δεν είναι πια μέρος του κόσμου, αλλά το κέντρο περιφοράς του κόσμου. Το αγαπημένο πρόσωπο δεν εμψυχώνεται, ούτε διατρέφεται από τον πλούτο του ευρύτερου κοσμικού περιέχοντος, αλλ’ αντίθετα εξαναγκάζεται να μεταβληθεί από τον ερωτικό συντροφο και για χάρη του, σε πηγή τροφοδοσίας και ανανέωσης του κόσμου, σ’ ένα είδος μεταλλείου κοσμικής δημιουργίας. Στον ερωτικό σύντροφο συντελείται το γεγονός μιας οντολογικής ανατροπής, η οποία ορίζει να νοηματοδοτείται το άπειρο απο το περατώτικό. Η προσωποπαγεία της ερωτικής διάθεσης οδηγεί αναπότρεπτα στο φυσικό αδυνατο.

Αυτή την απορία ο Rilke την ονομάζει πρόσκρουση στα όρια του ερωτικού συντρόφου (4,12), που λειτουργούν σαν αδιαφανές παραπέτασμα και φράζουν στην ερωτική ματιά την θέαση του κόσμου (8,24). Η αναφορά των ερωτικών δυνατοτήτων σε ορισμένο πρόσωπο συνδυασμένη με την αξίωση της ατομικής κατοχής του προσώπου και αμαυρωμένη από το κύρος και το χρίσμα της κοινωνικής νομοτυπίας, οδηγούν στην παγίωση ενός πάγιου ερωτικού καθεστώτος και καθιδρύουν την ερωτική συντέλεια (ολοκλήρωση της μεταφυσικής του ίμερου).

Η ερωτική πράξη πλέον γίνεται δράμα σατυρικό και παριστάνεται, όχι στο διονυσιακό θέατρο (4,31-32), αλλά στο κοινωνικό δεσμωτήριο (4,25). Αυτοί που το διδάσκουν είναι υποκριτές (halbgefullte Masken) γυμνασμένοι στα αστικά παιδευτήρια. Ο ερωτικός σύντροφος, στην εμφάνιση του οποίου είχε στηριχθεί η ελπίδα για την είσοδο στην ατελεύτητη ερωτική πατρίδα (4,13), όπου ο ίμερος δεν ησυχάζει ποτέ και αναλίσκεται άσωτα σ’ ένα πασίχαρο κυνηγητό (4,14), γίνεται ο ίδιος νεκροθάφτης του προορισμού και διατιμητής του πλούτου του (2,63). Ο χορευτής του θεού μεταβάλλεται στον άθλιο αστό (και είναι περισσότερο άθλιος, γιατί δεν υποπτεύει τη δυστυχία του), που κάνει τον πρωινό περίπατο στον ιδιωτικό του κήπο (4,21).

Αυτή η βασική θέση των ελεγειών υποστηρίζεται από ολόκληρο το έργο του ποιητή με την πολύκροτη θεωρία της «εκ των προτέρων χαμένης αγαπημένης». Η ανώτατη υπαρκτική αξία, την οποία κομίζουν, ως κανηφόροι, οι απαρνημένες κόρες της πρώτης ελεγείας και η «αντιχριαστιανική» εξήγηση της παραβολής του Ασώτου, η οποία δίνεται στο τέλος του Malte, ερμηνευτικά πρέπει να θεωρηθούν από την προοπτική της ερωτικής ανιδιοτέλειας. Η προσωπική του ζωή αποτελεί έμπρακτη άρνηση της ερωτικής ιδιοκτησίας και εκφράζει την ριζική του αντίθεση στο «ερωτικό κατεστημένο», υποστηριγμένο με συνέπεια και αδιαλλαξία.

Στην τέταρτη ελεγεία η σιγαλή του εξομολόγηση προς τις γυναίκες που τον αγάπησαν, αλλά δεν τον κράτησαν, και με πίκρα τον είδαν να προσπερνά και να χάνεται στα πλάτη των αστρικών οριζόντων (4,21) αποσκοπεί να κυρώσει με το κράτος της πράξης μια οδυνηρή κοσμοθεωρητική στάση. Ο Rilke δεν παίζειτο ρόλο του Don Juan, αλλά αγωνίζεται και αγωνιά να ενσαρκώσει το ερωτικό δράμα, χωρίς να ατιμάσει την αγιότητα του ίμερου. Η χαρά που του προσφέρει η επόμενη γνωριμία, είναι λιγώτερη από τη λυπη, που του χαρίζει ο προηγούμενος χωρισμός.

Η θεωρία για το «ανιδιόκτητο κτήμα» στο χώρο της ερωτικής περιουσίας δεν προαγγέλει την κοινωνική χαλάρωση και την ηθική αστασία. Το βαθύτερο πνεύμα της ευρίσκεται στην ανάγκη να καταπολεμηθεί η ερωτική δουλεία. Και σ’ αυτή την παγκόσμια σύρραξη της σύγχρονης εποχής, που παίρνει το νόημα ιερού πολέμου, δεν αρκούν τα κλασσικά όπλα (κρατούσα ηθική, κοινωνικοί συρμοί κινούμενοι στα πλαίσια της παράδοσης, θεσμικές τροποποιήσεις). Υπάρχει χρεία ενός νέου επαναστατικού όπλου και ο ποιητής το εφευρίσκει στη δημιουργό δύναμη της ερωτικής ελευθερίας. Η ελευθερία αυτή δεν υιοθετεί μόνο την ερωτική ακτημοσύνη, αλλά αποκρούει και την ερωτική μονομέρεια.

Η ερωτική μονομέρεια διαστρέφει το ήθος του φυσικού ίμερου κατά την έννοια ότι απολυτοποιεί ερωτικά το Είναι μηδενίζοντας το μη-Είναι. Η υπερτροφία της ερωτικής παρουσίας συντελείται σε βάρος της ερωτικής απουσίας και ως εκ τούτου ο άνθρωπος πλημμελεί διπλό πλημμέλημα. Γιατί προς χάρη του θετικού δεν αγνοεί απλώς το αρνητικό, αλλά και το καταπολεμεί. Αυτή την επί οντολογικού πεδίου κακοπραγμοσύνη πρακτικά εκφράζει η τάση του να επιζη­τεί ασίγαστα την ηδονή και σταθερά ν' αποφεύγει την οδύνη. Η ερωτική ζωή και πράξη αναφέρεται σε κινήματα και αναπαλμούς βιταλιστικής χροιάς, που εμφανίζονται στο χώρο μιας αρχαϊκής συναίρεσης ψυχικών και οργανικών όρων.

Η αφετηρία τους όμως πρέπει να αναχθεί σε οντικά κεφάλαια, που σχετίζονται με το φαινόμενο της ζωής και εξ’ αιτίας αυτού εγκλείουν μια πραγματικότητα θετικού και αρνητικού ποιού με ατλαντικό εύρος και ατλαντικό βάρος. Το πλέγμα αυτών των ζωικών σφυγμών, αφού διέλθει τα γλαύκα πεδία μιας ορισμένης ανέλιξης φτάνει στην καταστροφική του ακμή με το γεγονός της σωματικής έκρηξης. Τούτο επισυμβαίνει σαν κρούσμα γοητείας μεταξύ των ανθρώπων και του Είναι, το οποίο ενσκήπτει κρουνηδόν επ’ αυτών και κατακλύζει την ώρα «των παρθενίων οάρων και της ερατεινής φιλότητος». Πίσω από τον ηδονικό στρόβιλο κρύβεται η πανούργος οικονομία της φύσης, που μαυλίζει τα πλάσματα, να διαιωνίζουν τη ζωή.

Η ερωτική μονομέρεια εμφανίστηκε από τη στιγμή, που ο άνθρωπος απομόνωσε αυτή την «γλυκερήν τέρψιν», απολυτοποίησε τη σημασία της και την κατάστησε νομοθε­τική πηγή της ερωτικής του πρόθεσης. Ο βιβλικός Αυνάν εσημάδεψε μοιραία την Ιστορία του ανθρώπου και στην πράξη του πρέπει να δοθεί το νόημα μιας δεύτερης προπατορικής πτώσης.

Η ανακάλυψή του, πολύ χειρότερη από την χειρό­τερη εφεύρεση, άνοιξε το δρόμο, που οδηγεί στα έσχατα του ανθρώπου. Ο ελληνικός κόσμος, περισσότερο φυσικός από τον ιουδαϊκό, στην ερωτική μονομέρεια είδε την κακή θέα της ερωτικής θεάς.

Ο διχασμός του ερωτικού όλου και η εκλογή μόνο του ευνοϊκού μέρους υπήρξε γεγονός απλό με συνέπειες πολύπλοκες. Κάτω από οντολογικό πρίσμα ση­μαίνει την άρνηση της ακεραιότητας και την κατάφαση της αναπηρίας του κόσμου, την εκτροπή δηλαδή του ερωτι­κού προσανατολισμού του άνθρωπου σε α-φύσικο πρότυπο.

Με την πράξη του Αυνάν διασπάστηκε η δυαρχική ενότητα και «διεχωρίσθησαν αναμέσον και αναμέσον» οι δύο συστα­τικές αρχές του ίμερου, η ηδονή και η οδύνη. Ο σκοπός των ερωτικών έργων συμπιέσθηκε ασθμαίνοντας στην άγονη κάρ­πωση της ηδονής. Η μονόπλευρη θήρευσή της εβίασε την φυσική κλίμακα του ερωτικού γεγονότος και κατάργησε την σοφή οικονομία της αρχιτεκτονικής του.

Το προοίμιο της ερωτικής πράξης, που έχει χαρακτήρα όρθρου δοξαστικού. συναιρέθηκε στην βιασύνη της ερωτικής βουλιμίας. Και ο επίλογος με τις στοχαστικές χειρονομίες των ευχαριστιών, που μελετά και απεργάζεται όχι την ανασυγκρότηση μιας καταστροφής αλλά την δημιουργική επάνοδο στην αρχική καθαρότητα, διαλύεται στην ασυναρτησία των αριθμών (5, 85-86). Η ίδια η ερωτική πράξη τραυματίζεται με βάρβαρες παρεμβολές, ανασχέσεις και ανεπίκαιρες μέριμνες. Τη φυσικότητα αντικαθιστά η επιτήδευση, τη διάρκεια η συντομία, το βάθος η επιφάνεια, τον ανεκμετάλλευτο πλούτο η πενιχρή αλλαγή.

Με την απολυτοποίηση της ηδονής, στους ερωτικούς λειμώνες δεν πνέει ο σωματικός ζέφυρος, αλλά ο διανοητικός λίβας. Η εξορία της οδύνης από τα έρ­γα της αγάπης συνετέλεσε, ώστε να εμφανισθεί ο ερωτικός μονισμός και να καταλάβει τη θέση του στη ζωή των αν­θρώπων, καθώς όλων των λογιών οι μονισμοί: Οι θετικοί και οι αρνητικοί, οι εκ δεξιών και οι εξ ευωνύμων, οι κάτω και οι άνω, της αρχής και του τέλους, της ζωής και του θανάτου.

Την οντολογική ερμηνεία της ερωτικής μονομέρειας οι ελεγείες τήν δίνουν με την αρχή της Μεταστροφής. Το «ακήρατον Ελάχιστον» υπονοεί την κατάσταση της ευδαιμονικής αδημονίας πριν από την ερωτική συνάντηση (ουκέτι). Το «κενόν Πλείστον» υπονοεί την κατάσταση της αδιάφορης ηρεμίας μετά την ερωτική συνάντηση (ούπω). Η υπέρτατη στιγμή της ερωτικής απόλαυσης ταυτίζεται με το γεγονός της μεταπήδησης από τη θεϊκή στέρηση στη ζωώδη πληρότητα. Πρόκειται για μεταστροφή, που επισυμβαίνει με απερινόητο τρόπο και κατά την οποία η ουσιωδέστερη Πενία μεταβάλλεται στον ανουσιώτερο Πόρο.

Κατά την ερωτική πράξη ο άνθρωπος διαπράττει βαρύ αμάρτημα με την μετοχή του στο Είναι (Πλείστον Ακήρατον). Εξ αιτίας αυτού πληρώνει βαρύ το τίμημα με την πτώση του στο μη-Είναι (Πλείστον Κενόν). Η οντολογική θέση του μεταξύ (Ελάχιστον Ακήρατον) διορίζει, ν’ αποφεύγει ο άνθρωπος το πρώτο, για να προστατεύεται από το δεύτερο. Σύμφωνα με την εντολή αυτή, η ορθή ερωτική στάση του ανθρώπου συνίσταται στο «επίπονο Πουθενά», το οποίο ημπορεί να εκδιπλωθεί σε μια νέα διάσταση. Το λογικό παράδοξο της άποψης αυτής είναι ισοδύναμο προς την οντολογική της γνησιότητα. Το «επίπονο Πουθενά» της Μεταστροφής είναι η «άρρητη θέση», ο ά-πορος Πόρος, το δυνατόν Αδύνατον.

Εδώ ο Rilke ενορά την μυστική πηγή του αυθεντικού ερωτικού τρόπου.

Ο αναυθεντικός έρωτας καθιδρύεται σε συστημα νομότυπο με τον ερωτικό φόβο. Αιτία του «ερωτικού κατεστημένου» είναι ο φόβος του ανθρώπου να αντικρυσει ίσια και να αντικρούσει τίμια την ερωτική οδύνη στην οποία είναι ακάλυπτος και εκτεθειμένος, καθώς η σημαία στους τέσσερεις ανέμους. Ο ερωτικός είναι μια μορφή του γενικού φόβου απέναντι στο δυσμενές αντικειμενο (το κακό), στην αποφυγή του οποίου ο άνθρωπος φέρεται από την ίδια την φυση. Ο φόβος αυτός, που δίνει στην κοινωνία μορφή συστήματος κλειστού, είναι λογικά εξηγήσιμος και ηθικά θεμιτός, οντολογικά όμως είναι ο χορηγός των ολοκληρώσεων και των μονισμών.

Ο αυθεντικός ερωτας

Ήδη από την εποχή του Malte ο ποιητής επιχειρεί να αναπετάσει τη διάσταση του αυθεντικού έρωτα επάνω στο επίπονο Πουθενά. Στην περίπτωση της Σαπφούς βλέπει την γυναίκα, που βυθίζεται στα σκοτάδια της αγκαλιάς και των θωπειών και αναζητεί σκάβοντας όχι την κατηρέμηση, αλ­λά τη λαχτάρα. Η αιολική ποιήτρια εφεύρε νέα μονάδα μέτρησης του ίμερου, την οποία δίνει η οργανική σύγκραση του πόθου και του πόνου. Ολόκληρη η ποίηση της Σαπφούς είναι αυτό το αρχιμήδειο «εύρηκα» της ερωτικής Φυσικής. Η πρώτη ελεγεία συνοψίζει σε μαθηματικούς τύπους τον κόσμο της νέας θεωρίας. Πρέπει κανείς να ζηλεύει και να φθονεί όχι τις Ησυχασμένες, αλλά τις Απαρνημένες. Αυ­τές αποτελούν παραδείγματα, είναι τα δοχεία της ερωτικής ευδοκίας. Γιατί τον πόθο τους σπηρουνίζει συνεχώς, καθώς οι κινούμενοι τόποι την ετοιμότοκο Λητώ, η οδύνη και δεν τις αφήνει πουθενά να σταθούν και να ησυχάσουν. Είναι καιρός οι πανάρχαιοι πόνοι να γίνουν καρπερώτεροι (1, 49). Να λυτρωθούμε από τον ερωτικό σύντροφο, χωρίς να ελατ­τωθεί το μέτρο της αγάπης μας γι' αυτόν.

Η παράσταση του τεντωμένου τόξου (1, 52) συμβολίζει τη δραματική αγρυπνία του ερωτικού πόθου, την εγρηγορητική ένταση, τη διαρκή ετοιμότητα των ερωτευμένων να παραδοθούν στο γλυκερό μαύλισμα, που τους καλεί, ενώ ακόμη αντιστέκον­ται και νικούν. Η τεντωμένη νευρή εξουσιάζει το βέλος, το κατακρατεί αγωνιωδώς στο έσχατο σημείο του (επίπονο Πουθενά) και δεν το αφήνει να χυθεί ορμητικά στο τέλος του (πλείστο Κενό). Έτσι οι εραστές ξεπερνώντας τον εαυτό τους φθάνουν εκεί που δεν ημπορούν, στο δυνατό Αδύ­νατο. Στη σύλληψη της παράστασης του τεντωμένου τό­ξου διακρίνει κανείς την υψηλότερη κορυφή των ελεγειών και την εικόνα αυτή πρέπει να τολμήσει να την ονομάσει μεγαλειώδη. Αναγκαία θυμάται το 48 απόσπασμα του Ηρακλείτου -εδώ δεν ενδιαφέρει το πρόβλημα των επιδρά­σεων- με την περίφημη εξίσωση της ζωής και του θανά­του (βίος = βιός).

Ο αυθεντικός έρωτας προϋποθέτει την υποταγή στην αρχή της κοσμικής αντίφασης. Καταφάσκει τη σκοτεινή πλευρά του Είναι και σέβεται το αξιολογικό περιεχόμενο της οδύνης. Είναι ανιδιοτελής, πολυεδρικός και ακηλίδωτος στη συνθετική του ολότητα. Διαρκεί και δημιουργεί (4, 59-61), γιατί οντολογικά δοκιμάζεται πάνω στη φυσική τάξη και ηθικά διαλέγεται με τον πόνο του κόσμου.

Κάθε βίωμα πού ζουν οι ερωτικοί σύντροφοι του ιδανικού ζεύγους περιέχει ανα­γκαία το σωτήριο στοιχείο του αντίθετου ποιού. Χαίρονται τους εαρινούς ανθούς, μόνο γιατί γνωρίζουν τους σπόρους του φθινοπώρου. Μελαγχολούν την ώρα του λυκόφωτος, για­τί έζησαν το λυκαυγές της μέρας. Εάν ήταν πολύκαρπο το χθες θα το χρειασθούν στο ερειπωμένο αύριο. Υποφέρουν τον χωρισμό τους, γιατί θυμούνται τον ερχομό που τον γέν­νησε. Βιώνουν την παρουσία τους, επειδή την απειλεί η απουσία. Ζουν την ταραχή του πελάγους, ακριβώς γιατί μέ­σα τους ηλιοβολεί η γαλήνη του δάσους. Το όνειρο αγκυροβολεί στην πέτρα του πραγματικού και το πραγματικό το αλαφραίνει τ' όνειρο.

Δεν θα γνώριζαν ότι ζουν έξω, στην Έρημη Χώρα, εάν δεν την σύγκριναν μ' αυτό που έχουν μέ­σα τους, τη Χώρα του Αχώρητου. Επειδή δεν ελπίζουν δεν θα τους συναντήσει το ανέλπιστον. Στην απορία τους κάθε φορά δίνει πόρο η φύση. Υπάρχουν μέσα στην αβε­βαιότητα, στην αμηχανία, στο άγνωστο. Γι' αυτό η δαντική κλίμακα, που πεζογελώντας την ανεβαίνουν, δεν στηρί­ζεται πουθενά. Οι ερωτικοί σύντροφοι τραγουδούν, γιατί έχουν αποθέματα σιωπής. Στήνουν βωμό στο Γέλωτα, οι αγέλαστοι. Εάν τα έργα των ερωτικών συντρόφων ημπορούν μόνο οι νεκροί να τα «καμαρώνουν και να τα χειροκρο­τούν», (5, 102) είναι γιατί η ζωή τους κυματοπαίζει ακρι­βώς πάνω στο ορφικό μεταίχμιο. Εκεί όπου έχει ο Έρωτας κράτος, αλλά και ο Θάνατος εξουσία

Δημήτρης Λιαντίνης, απόσπασμα από το βιβλίο "Εξυπνον Ενύπνιον. Οι ελεγείες του Duino του Rilke". Οι αριθμοί μέσα στις παρενθέσεις παραπέμπουν στις ελεγείες και τους στίχους, όπως παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου.

Συναισθηματική ωριμότητα είναι να γνωρίζεις ότι η ζωή δεν είναι τέλεια

Η ωριμότητα έρχεται με το πέρας των χρόνων. Μεγαλώνουμε όταν πληγωνόμαστε, απογοητευόμαστε και πέφτουμε.

Συναισθηματική ωριμότητα σημαίνει να είσαι ευτυχισμένος γνωρίζοντας ότι η ζωή δεν είναι τέλεια. Έρχεται από τα μαθήματα της ζωής, όταν προχωράμε μπροστά, προσαρμοζόμαστε στη ζωή και συνηθίζουμε τους ρυθμούς της.

Ανεβαίνουμε μεγάλες ανηφόρες και ζούμε προσπαθώντας να ενισχύσουμε την εικόνα του εαυτού μας, μαθαίνουμε πώς να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα που μας κάνουν να αισθανόμαστε άβολα προκειμένου να μάθουμε, να αλλάξουμε και να αναπτυχθούμε.

Με την πάροδο του χρόνου θα καταλάβετε ότι δεν υπάρχει πιο δυνατή αγάπη από την αγάπη για τον εαυτό μας και ότι αυτή αποτελεί το θεμέλιο για την προσέγγισή μας στη ζωή. Η αγάπη είναι το στήριγμά μας για να μπορούμε να σηκωνόμαστε κάθε φορά που πέφτουμε και μας βοηθάει να πονάμε λιγότερο κάθε φορά που κάτι μας πληγώνει.

Η συναισθηματική ωριμότητα αναπτύσσεται με την πάροδο του χρόνου από τα χτυπήματα της ζωής. Δεν είναι περίεργο πόσο πολύ μεγαλώνουμε κάθε φορά που βιώνουμε μια περίοδο γεμάτη στρες, θλίψη ή πόνο;

Σε μια ηλικία όπου υπάρχει εγχειρίδιο σχεδόν για τα πάντα ακόμη δεν έχουμε καταφέρει να αποκτήσουμε το Εγχειρίδιο της Ζωής: πώς να ωριμάσετε. Αυτό το μήνυμα φιλτράρεται από οτιδήποτε άλλο μας λέει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να είμαστε ή τι πρέπει και τι δεν πρέπει να πετύχουμε.

Επειδή ο καθένας είναι μοναδικός και το βιβλίο Εγχειρίδιο της Ζωής: πώς να ωριμάσετε δεν υπάρχει, δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη φόρμουλα που θα σας πει πώς πρέπει ή πώς θα ωριμάσετε.
Ξέρω ότι έχω ωριμάσει όταν πλέον δεν χρειάζεται να κρίνω ή να κατηγορώ οποιονδήποτε άλλο για οτιδήποτε μου συμβαίνει.
-Anthony de Mello-

Σημάδια συναισθηματικής ωριμότητας
Έρχεται κάποια στιγμή στο συναισθηματικό μας ταξίδι όπου αρχίζουμε να προβληματιζόμαστε σχετικά με την πορεία που έχουμε χαράξει στη ζωή. Μερικά από τα σημάδια της συναισθηματικής ωριμότητας είναι τα εξής:

Ξέρουμε πότε πρέπει να πούμε «αντίο»
Όλοι οι συναισθηματικά ώριμοι άνθρωποι γνωρίζουν ότι η ζωή είναι πολύ καλύτερη όταν τη ζούμε ελεύθερα. Ξέρουν πότε πρέπει να αφήσουν κάτι πίσω τους επειδή καταλαβαίνουν ότι αν κοιτάμε πίσω στο παρελθόν δεν μπορούμε να κλείσουμε ορισμένα κεφάλαια της ζωής μας και να θεραπεύσουμε τις συναισθηματικές πληγές.

Αποδεχόμαστε τη ζωή και θεραπεύουμε το συναισθηματικό πόνο
Πότε; Όταν μαθαίνετε από τον πόνο σας, όταν εξαφανίζετε το φόβο της εσωτερικής αναζήτησης για να θεραπεύσετε συναισθηματικές πληγές του παρελθόντος και όταν τελικά κάνετε ένα βήμα μπροστά στη ζωή.

Γνωρίζουμε πώς να μιλάμε για αυτά που σκεφτόμαστε και νιώθουμε
Όταν αποφεύγετε την εσωτερική αναζήτηση, επιτρέπετε σε όλα τα αρνητικά πράγματα του παρελθόντος να διεισδύσουν στο παρόν. Αυτό δεν σας αφήνει πολλά περιθώρια για οτιδήποτε θετικό και σας πληγώνει. Σας πληγώνει πολύ.

Η πνευματική διαύγεια των συναισθηματικά ώριμων ανθρώπων έχει τεράστια απόκλιση από την τεμπελιά και το διαρκές χάος εκείνων που δεν έχουν φτάσει ακόμη σε αυτό το στάδιο ωριμότητας. Η πνευματική ωριμότητα μας βοηθά να λύνουμε αποτελεσματικά τα προβλήματα της καθημερινότητας.

Σταματήστε να παραπονιέστε
Οι ώριμοι άνθρωποι έχουν μάθει να αποδέχονται καταστάσεις και να αλλάζουν αλλά τα παράπονα δεν ωφελούν σε τίποτα απολύτως.

Συμπάσχουμε με τους άλλους χωρίς να μας καταπνίγουν τα συναισθήματα
Οι ώριμοι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν τα συναισθήματά τους.

Μην τιμωρείτε τον εαυτό σας για λάθη που έχουν γίνει
Τα λάθη είναι ο καλύτερος τρόπος για να μαθαίνουμε επειδή μας βοηθούν να κατανοήσουμε τις αδυναμίες μας. Οι ώριμοι άνθρωποι δεν τιμωρούν τον εαυτό τους λόγω των περιορισμών τους αλλά αναζητούν τρόπους για να τους βελτιώσουν.

Συναισθηματική ειλικρίνεια
Καθώς ωριμάζετε, αρχίζετε να συνειδητοποιείτε ότι τα συναισθηματικά φράγματα σας εμποδίζουν να αναπτυχθείτε. Αν και είναι αλήθεια ότι ορισμένες φορές τα όρια είναι απαραίτητα, είναι σημαντικό να χαμηλώνουμε τις άμυνές μας ανά διαστήματα.

Οι ώριμοι άνθρωποι απολαμβάνουν το χρόνο που μένουν μόνοι αλλά και το χρόνο που μοιράζονται με τους άλλους

Το παρακάτω κείμενο αποδίδεται στον Τσάρλυ Τσάπλιν. Είτε του ανήκει είτε όχι, είναι μια όμορφη αντανάκλαση της πορείας στη ζωή, στην ωρίμανση και στην αλλαγή:

Έχω συγχωρέσει λάθη που ήταν πράγματι σχεδόν ασυγχώρητα. Προσπάθησα να αντικαταστήσω ανθρώπους που ήταν σχεδόν αναντικατάστατοι και προσπάθησα να ξεχάσω εκείνους που ήταν αξέχαστοι. Έχω ενεργήσει παρορμητικά, έχω απογοητευτεί από ανθρώπους που πίστευα ότι ήταν αδύνατο να συμβεί. Αλλά έχω απογοητεύσει και εκείνους που αγαπώ.

Γέλασα όταν πίστευα ότι δεν μπορούσα. Έχω κάνει αιώνιους φίλους. Έχω αγαπήσει και έχω αγαπηθεί αλλά έχω δεχτεί και την απόρριψη. Έχω αγαπηθεί από κάποιον που δεν έχω αγαπήσει.

Έχω ουρλιάξει και έχω χοροπηδήσει από τη χαρά μου. Έχω ζήσει για χάρη της αγάπης, έχω πάρει αιώνιους όρκους αλλά έχω σπάσει και πολλούς.

Έχω κλάψει ακούγοντας μουσική και κοιτάζοντας φωτογραφίες. Έχω ερωτευτεί με ένα χαμόγελο. Μερικές φορές πίστευα ότι θα πέθαινα επειδή απλά μου έλειπε κάποιος τόσο πολύ.

Έχω φοβηθεί να μην χάσω κάποιον ξεχωριστό (και κατέληξα να τους χάνω έτσι κι αλλιώς). Αλλά επέζησα!

Και είμαι ακόμη ζωντανός!

Δεν προσπερνώ απλά τη ζωή. Ούτε κι εσείς πρέπει να την προσπερνάτε.
ΖΗΣΤΕ!!!

Είναι καλό να πολεμάμε με αποφασιστικότητα, να αγκαλιάζουμε τη ζωή και να τη ζούμε με πάθος. Χάστε με φινέτσα και κερδίστε με τόλμη επειδή ο κόσμος ανήκει σε αυτούς που τολμούν και η ζωή είναι πολύ μικρή για να είναι ασήμαντη.

Συγχωρήστε και αφήστε το παρελθόν σας πίσω

Δεν πρέπει να αφήνετε το παρελθόν να σας εμποδίζει να προχωρήσετε. Τα λάθη δεν πρέπει να σας κρατούν δεμένους πίσω αλλά θα πρέπει να τα βλέπετε σαν μαθήματα ζωής.

Μερικές φορές το παρελθόν μας μπορεί να μας επηρεάσει σε σημείο που να μας εμποδίζει να ζήσουμε το παρόν ειρηνικά και αρμονικά. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, παραλύουμε και δεν μπορούμε να προοδεύσουμε.

Είναι εύκολο να λέμε ότι πρέπει να αφήσουμε το παρελθόν μας πίσω αν θέλουμε να προχωρήσουμε μπροστά. Ωστόσο, όταν είναι πραγματικά οδυνηρό και δεν επιλύεται με φυσικό τρόπο μετατρέπεται σε ένα πραγματικά σοβαρό πρόβλημα που απαιτεί την προσοχή μας.

Από τα λάθη σας μαθαίνετε
Ένας από τους βασικούς λόγους που δεν σημειώνουμε καμία πρόοδο είναι τα λάθη που κάναμε στο παρελθόν. Οι ενοχές για κάτι που κάναμε λάθος ή για κάτι που κάναμε αλλά στην πραγματικότητα δεν το θέλαμε, μας στοιχειώνουν και μας βασανίζουν.

Γνωρίζουμε ότι τα περισσότερα λάθη διορθώνονται αλλά τι γίνεται με εκείνα που δεν υπάρχει επιστροφή; Η λύση είναι απλή, απλά πρέπει να μάθετε μέσα από αυτά. Να θυμάστε ότι μπορείτε πάντα να παίρνετε κάτι θετικό από οποιαδήποτε αρνητική εμπειρία.

Μην φοβάστε τα λάθη, ακόμη και εκείνα που βαραίνουν τη συνείδησή σας. Θα σας εμποδίσουν να προχωρήσετε μπροστά και θα βρεθείτε αντιμέτωποι με ένα παρελθόν που δεν μπορείτε να αλλάξετε. Συνεχίστε να κοιτάτε μπροστά επειδή δεν μπορείτε να αλλάξετε αυτά που έχουν ήδη γίνει.

Μήπως θα πρέπει να τιμωρήσετε τον εαυτό σας για τα λάθη σας; Ποτέ, γιατί τα λάθη είναι ανθρώπινα και μας διδάσκουν ότι κανείς δεν είναι τέλειος. Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι τα λάθη είναι θετικά επειδή μαθαίνουμε μέσα από αυτά.

Δεν θα στερήσω την ευτυχία από τον εαυτό μου
Μπορεί να έχετε βιώσει κάτι κακό και να έχετε περάσει άσχημες στιγμές στο παρελθόν τις οποίεςα. Αυτές οι στιπεράσει! Δεν μπορείτε να συνεχίσετε να ζείτε στο παρελθόν επειδή το παρόν σας είναι εδώ.

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που δεν μπορούν να είναι ευτυχισμένοι επειδή είναι βαθιά ριζωμένοι στο παρελθόν τους. Είναι φυσιολογικό ορισμένες φορές να θυμόμαστε το παρελθόν για να μπορέσουμε να μάθουμε από αυτό, για να δούμε τι μας είχε συμβεί και πώς μάθαμε από αυτό.

Για να το κάνετε αυτό, θα πρέπει να μάθετε να συγχωρείτε και να συγχωρείτε τον εαυτό σας. Η πικρία ποτέ δεν φέρνει κάτι καλό απλά σας στερεί την ευτυχία που σας περιμένει. Θα πρέπει να αφήσετε πίσω σας οτιδήποτε σας εμποδίζει να προχωρήσετε.

Όχι μόνο θα πρέπει να μάθετε να συγχωρείτε τους άλλους αλλά θα πρέπει επίσης να μάθετε να συγχωρείτε και τον ίδιο σας τον εαυτό για τα λάθη που κάνατε. Αυτό θα σας απελευθερώσει από το βαρύ φορτίο που κουβαλούσατε όλο αυτό τον καιρό στους ώμους σας.

Είναι ζωτικής σημασίας να δίνετε στον εαυτό σας την ευκαιρία να συνεχίσει να προχωρά μπροστά ακόμη και όταν κοιτάτε πίσω μερικές φορές. Ωστόσο, είναι σημαντικό να κοιτάτε πίσω μόνο στην περίπτωση που θα μπορέσει να σας βοηθήσει για να κάνετε ένα βήμα προς την ευτυχία.

Ήρθε η ώρα να τα αφήσετε πίσω σας!
Ξέρετε τι σημαίνει εξάρτηση; Να προσκολλάμε σε κάποιον άλλο επειδή φοβόμαστε να είμαστε μόνοι μας λόγω κάποιου τραύματος στο παρελθόν ενώ παράλληλα πάσχουμε από ένα είδος εξάρτησης από το παρελθόν μας.

Δεν πρέπει να αφήνουμε τον εαυτό μας να εξαρτάται από το παρελθόν επειδή πρέπει να αποδεχτούμε ότι δεν μπορούμε να το αλλάξουμε. Όταν ζούμε και κατοικούμε μέσα σε αυτό, μας εμποδίζει να δείχνουμε τον καλύτερό μας εαυτό και μας μετατρέπει σε ένα είδος ανθρώπου που δεν προχωρά μπροστά και δεν κάνει τίποτα στη ζωή του.

Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά αν δεν αφήσουμε το παρελθόν μας πίσω. Φανταστείτε το παρελθόν σαν ένα σχοινί, ένα σχοινί το οποίο έχετε δέσει και μόνο εσείς μπορείτε να κόψετε και τώρα ήρθε η στιγμή να το κάνετε.

Κοιτάξτε το παρελθόν σας με τα μάτια ενός παρατηρητή και μάθετε από τα λάθη και τις επιτυχίες σας. Συγχωρήστε τους ανθρώπους που σας πλήγωσαν. Επικεντρωθείτε στο παρόν και στις αλλαγές που πρέπει να κάνετε. Είναι πολύ σημαντικό να λάβετε δράση.

Όλοι κάποια στιγμή χρειάζεται να επιστρέψουν στο παρελθόν τους. Το σημαντικό είναι να μην παραμένετε εκεί για πάντα επειδή η πραγματικότητά σας είναι στο εδώ και στο τώρα. Ζούμε το παρόν και προχωράμε πάντα μπροστά.

Μην αφήνετε τον εαυτό σας να ζει στο παρελθόν. Είναι πίσω σας και περιέχει πολλά πράγματα που δεν σας αρέσουν. Σήμερα μπορείτε να τα αλλάξετε όλα αυτά και να τα αφήσετε πίσω σας. Το παρόν σάς δίνει την ευκαιρία να αλλάξετε.

ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝΓια τη φιλοσοφία δεν υπάρχουν διακοπές. Κυριολεκτικά! Αυτό γιατί για τον φιλοσοφικό στοχασμό η δραστηριότητα που ονομάζουμε «διακοπές» είναι κάτι ουσιαστικά ξένο. Ενώ υπάρχουν αναλύσεις και θεωρίες για την εργασία, τη σημασία της κτλ., κάτι αντίστοιχο για τις διακοπές απουσιάζει.

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι η δραστηριότητα «διακοπές» εμφανίστηκε μάλλον αργά (με τη μορφή που έχουν σήμερα διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα). Για παράδειγμα, στην Αμερική οι διακοπές αποτελούσαν προνόμιο της ελίτ των αρχών του 19ου αιώνα, ενώ σταδιακά η μεσοαστική τάξη (όρος που περιλαμβάνει ένα ευρύτατο φάσμα επαγγελματιών) άρχισε και αυτή να κάνει διακοπές. Στις αρχές του 20ού αιώνα η πρακτική των διακοπών επεκτάθηκε σημαντικά, ακόμα και στην εργατική τάξη. Μάλιστα, ήταν την περίοδο του Κραχ, όταν η πλειοψηφία της εργατικής τάξης κέρδισε το δικαίωμα στις διακοπές.

Με μια πρώτη ματιά, οι διακοπές φαίνεται να μην έχουν τίποτα το άξιο προσοχής, από φιλοσοφικής άποψης πάντα. Διότι, τι άλλο είναι παρά διασκέδαση, ξεκούραση, χαλάρωση και ευκαιρία για να κάνει κανείς κάτι διαφορετικό; Με άλλα λόγια, περιλαμβάνει δραστηριότητες που κάνουμε κατά τη διάρκεια του έτους - τα Σαββατοκύριακα, τις γιορτές και τις αργίες ή και κάποια απογεύματα μέσα στην εβδομάδα.

Ωστόσο, οι διακοπές δεν ταυτίζονται με τον ελεύθερο χρόνο, τη διασκέδαση ή την ψυχαγωγία. Αυτά υπήρχαν από παλιά και βρίσκουμε, για παράδειγμα, σχετικές αναφορές για τη σημασία του παιχνιδιού, της ψυχαγωγίας, ακόμα και στον Πλάτωνα. Στις διακοπές κάποιος ενδέχεται να μην κάνει απολύτως τίποτα, ενώ όλο τον υπόλοιπο καιρό να πηγαίνει θέατρο, κινηματογράφο, να συναντιέται με φίλους κτλ.

Οι διακοπές διαφέρουν από τις μέρες της αργίας σε ορισμένα σημαντικά σημεία. Κατ’ αρχάς από άποψη χρόνου. Καλύπτουν ένα πολύ μεγαλύτερο χρονικό εύρος απ’ ό,τι οι ημέρες αργίας (γιορτές, Σαββατοκύριακα κτλ.). Η χρονική αυτή διάρκεια τις διαχωρίζει από την καθημερινότητα της παραγωγικής διαδικασίας, κάτι που δεν συμβαίνει με τις μέρες αργίας. Έστω κι αν δίνονται (και δίνονταν) ως μέσο για τη βελτίωση της παραγωγικότητας, η περίοδος των διακοπών αποδεσμεύει το πρόσωπο από την παραγωγή, από την εργασία.

Αυτό έχει ως συνέπεια τη διαμόρφωση μιας νέας καθημερινότητας. Η απουσία από την εργασία από μόνη της συνιστά ανατροπή της καθημερινότητας. Επειδή όμως δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς συνήθειες (μικρές ή μεγάλες), καθώς μας παρέχουν την απαραίτητη αίσθηση σταθερότητας (ό,τι κι αν αυτή περιλαμβάνει για τον καθένα), φτιάχνουμε νέες συνήθειες. Η καθημερινότητα των διακοπών αντλεί την ελκυστικότητά της όχι τόσο επειδή κάνουμε αυτά που μας αρέσουν και είναι διαφορετικά από εκείνα των υπόλοιπων ημερών, αλλά κυρίως επειδή αυτή η καθημερινότητα έχει περιορισμένη διάρκεια, δηλαδή είναι μια συνήθεια που δεν διαρκεί τόσο ώστε να μεταβληθεί σε κάτι το κουραστικό, το βαρετό ή να προκαλέσει άλλα αρνητικά συναισθήματα.

Μέσα στην καθημερινότητα αυτή εντάσσονται και οι σχέσεις με τους άλλους. Η αλλαγή της καθημερινής ρουτίνας συνεπάγεται και μεταβολή των σχέσεων τόσο με τους οικείους όσο και με τους γνωστούς και, κατ’ επέκταση, με τους ξένους. Ο λόγος είναι ότι αλλάζει η συχνότητα επαφής, ο τρόπος, ενώ και ορισμένοι σκοποί μεταβάλλονται. Με άλλα λόγια, οι διακοπές είναι μια περίοδος όπου έχουμε μια σύντομη (σε σχέση με τον υπόλοιπο καιρό) νέα πραγματικότητα, η οποία καλύπτει ολόκληρο το φάσμα της ζωής μας, χωρίς φυσικά να μεταβάλλονται τα πάντα. Το βασικό είναι ότι έχει αλλάξει ο δικός μας τρόπος που βλέπουμε τη ζωή μας.

Επιπλέον, η περίοδος των διακοπών επιλέγεται, δεν είναι σταθερή, όπως συμβαίνει με τις γιορτές και τις αργίες. Μπορεί οι καλοκαιρινοί μήνες να προτιμώνται από την πλειοψηφία των ανθρώπων σήμερα, αλλά όπως και να ’χει, καθένας ορίζει από μόνος του το πότε θα κάνει διακοπές - έστω κι αν ορισμένες φορές δεν έχει τις επιλογές που θα ήθελε. Αυτό σημαίνει ότι, σε αντίθεση με όλες τις άλλες περιπτώσεις ανάπαυλας, οι διακοπές είναι αποκλειστικά προσωπική υπόθεση.

Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως συμβαίνει σε όλα, έτσι και οι αποφάσεις για τις διακοπές λαμβάνονται μέσα στο κοινωνικο-πολιτιστικό πλαίσιο, όπου ζούμε. Κατά συνέπεια η ίδια η αντίληψη περί διακοπών, όπως και οι παρεχόμενες επιλογές επηρεάζονται από τις τρέχουσες αντιλήψεις για το τι είναι και πώς θα πρέπει να ζήσει κανείς τις διακοπές.

Πέρα από αυτά, οι διακοπές είναι μια περίοδος με τη δική τους ξεχωριστή «μυθολογία».Αυτό σημαίνει ότι έχουν ένα ιδιαίτερο νοηματικό πλαίσιο και περιεχόμενο σε σχέση με κάθε άλλη δραστηριότητα, ακόμα κι αν είναι συναφής (π.χ. γιορτές, αργίες). Όσο διαφορετικός κι αν είναι ο τρόπος με τον οποίο καθένας μας κάνει διακοπές, το ευρύτερο πλαίσιο, οι έννοιες και τα συναισθήματα που προκαλούν είναι κοινά. Είναι η κοινότητα μιας ετερότητας.

Εξεταζόμενες ακόμα και στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, οι διακοπές έχουν την ιδιαιτερότητά τους. Για να γίνει αυτό κατανοητό, ας ανατρέξουμε στον Georges Bataille και στη θεώρησή του της δαπάνης. Για τον γάλλο στοχαστή, οι δαπάνες χωρίζονται στις παραγωγικές και στη μη-παραγωγικές. Στις πρώτες περιλαμβάνονται οι δαπάνες που γίνονται προκειμένου να διατηρείται η ζωή και να συνεχίζει η παραγωγικότητα (εδώ περιλαμβάνεται και ο καταναλωτισμός), ενώ στις δεύτερες εντάσσονται δραστηριότητες που είναι αυτοσκοποί, όπως η πολυτέλεια, το πένθος, τα θεάματα, η τέχνη, η σεξουαλική πράξη που δεν αποσκοπεί στη διαιώνιση του είδους κτλ.

Με βάση λοιπόν αυτόν το διαχωρισμό, οι διακοπές φαίνεται να ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία δαπανών. Κι αυτό γιατί είναι ένας μη-παραγωγικός αυτοσκοπός (από την πλευρά, βέβαια, εκείνων που κάνουν διακοπές και όχι αυτών που εργάζονται στη βιομηχανία του τουρισμού). Η συμβολή τους στην παραγωγική διαδικασία (αν θέλουμε να ακολουθήσουμε τον Bataille) είναι έμμεση, καθώς η παραγωγή μπορεί να συνεχιστεί και χωρίς να υπάρξουν οι οποιεσδήποτε διακοπές. Ωστόσο, δεν μπορούν να ταυτιστούν με τις υπόλοιπες περιπτώσεις δαπανών, λόγω της διάρκειάς τους (πέρα από οτιδήποτε άλλο), για την οποία έγινε λόγος παραπάνω.

Πέρα από αυτά, ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει διερεύνηση των διακοπών σε σχέση με το πρόσωπο. Με άλλα λόγια, τι σημαίνει για τον καθένα από εμάς η περίοδος των διακοπών;
Κατ’ αρχάς, υπάρχει απελευθέρωση (ελευθερίας). Οι διακοπές είναι μια περίοδος, όπου αποδεσμευόμαστε από ό,τι κάνουμε κατά τρόπο καθημερινό και επιτακτικό, όπως η δουλειά. Έτσι έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο για να κάνουμε αυτό που θέλουμε, πάντα στο πλαίσιο των υπαρχουσών δυνατοτήτων. Η απελευθέρωση αυτή είναι πηγή χαράς.

Επίσης, υπάρχει το άγχος των διακοπών. Στην περίπτωση αυτή βρισκόμαστε μπροστά στο εξής παράδοξο: από τη μια, υπάρχει η ανάγκη για διακοπές και, από την άλλη, η ανάγκη αυτή προκαλεί ορισμένες φορές άγχος σχετικά με την πορεία της δουλειάς, ότι για παράδειγμα κάτι μπορεί να πάει στραβά και να μην προλάβουμε να το διορθώσουμε. Αυτό δεν είναι κάτι το σύγχρονο, αντιθέτως ισχύει σχεδόν από τότε που άρχισαν να εφαρμόζονται οι διακοπές.

Τρίτο, οι διακοπές είναι η περίοδος των προσωπικών ψευδαισθήσεων. Όχι ότι τον υπόλοιπο χρόνο αυτές δεν υπάρχουν, αλλά η απελευθέρωση που συνεπάγεται η περίοδος των διακοπών είναι η ορμή για την προσπάθεια υλοποίησης των ψευδαισθήσεων που συνδέονται με τις διακοπές. Ψευδαισθήσεων που είναι σημαντικές γιατί συνδέονται με έναν χαλαρό και ήρεμο τρόπο ζωής.
Ωστόσο, οι ψευδαισθήσεις διατηρούνται ως ψευδαισθήσεις. Αυτό μπορεί να συμβεί είτε επειδή δεν υπάρχει η δυνατότητα πραγματοποίησής τους, είτε επειδή τελικά δεν επιφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, π.χ. μια πολυτελής διαβίωση σε ένα νησί δεν επιφέρει την ψυχοσυναισθηματική πληρότητα που περίμενε αυτός που την κάνει ή, ενώ δεν νιώθει αυτή την πληρότητα ή γαλήνη, δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι τη νιώθει, επειδή έτσι θα πρέπει να νιώθει. Οι περιπτώσεις είναι πολλές. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι με αυτόν τον τρόπο χάνεται η βιωματική πληρότητα που συνεπάγεται η γνήσια βίωση των διακοπών.

Τέταρτο, και σημαντικότερο, στις διακοπές παραμένουμε ο εαυτός μας. Η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση είναι ότι «ξεφεύγουμε» και από τον ίδιο μας τον εαυτό, γιατί έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε πράγματα που συνήθως δεν κάνουμε (π.χ. ξέφρενα πάρτι). Στην πραγματικότητα, μπορεί όντως να κάνουμε πράγματα που δεν κάνουμε τον υπόλοιπο χρόνο, αλλά ό,τι κάνουμε εκφράζει τον εαυτό μας και μόνο αυτόν. Ακόμα κι αν αποφασίσουμε να κάνουμε πράγματα εντελώς αντίθετα από αυτά που κάνουμε τον υπόλοιπο χρόνο, η απόφαση αυτή είναι μια προσωπική απόφαση και εκφράζει την προσωπικότητά μας, η οποία έτσι αποκαλύπτει μια διαφορετική διάστασή της. Με άλλα λόγια, όσο και να προσπαθήσουμε, ποτέ δεν γινόμαστε κάποιος άλλος. Πάντα είμαστε ο εαυτός μας που κινείται σε διαφορετικό περιβάλλον, με άλλους στόχους κ.ο.κ.

Οι παραπάνω σύντομες παρατηρήσεις καθιστούν αντιληπτό ότι οι διακοπές δεν αποτελούν απλώς μια ανάπαυλα χωρίς ιδιαίτερη σημασία, αλλά είναι μια σημαντική δραστηριότητα, η οποία μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε διάφορες πτυχές του εαυτού μας, αλλά και της κοινωνίας όπου ζούμε.

Αυτοπαρατήρηση, απαραίτητη διαδρομή προς την αυτογνωσία

Αποτέλεσμα εικόνας για Συγνώμη - Συγχώρεση - Εκδίκηση - ΕνοχέςΜπορείτε να παρατηρήσετε τη διαφορά ανάμεσα στην προσωπική σας ζωή και τη ζωή γενικότερα; Τι εννοείτε με τη λέξη "η ζωή μου" ή όταν λέτε "η ζωή μου ήταν ευτυχισμένη" ή "η ζωή μου ήταν δυστυχισμένη"; Εννοείτε ότι τα εξωτερικά γεγονότα ήταν ευχάριστα ή δυσάρεστα, ή ότι οι εσωτερικές καταστάσεις – δηλαδή οι διαθέσεις, τα συναισθήματα και όλα τα συναφή – ήταν ευχάριστα ή όχι; Θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι μερικές φορές ένας άνθρωπος με καλό βιοτικό επίπεδο, αρκετά χρήματα και ευημερία, χωρίς κανένα σοβαρό πρόβλημα, ούτε τίποτε άλλο, είναι δυστυχισμένος, χωρίς χαρά, ενώ κάποιος άλλος, σε εντελώς διαφορετικές, ακόμα και σε αντίξοες συνθήκες, είναι συχνά εντελώς το αντίθετο; Ας παρατηρήσουμε αυτήν την διαδικασία από πιο κοντά.

Τι είναι η ζωή ενός ανθρώπου – αυτό το γεγονός για το οποίο μιλάμε με τόση άνεση ενώ δεν βλέπουμε τι είναι; Όταν οι άνθρωποι αναίτια επιθυμούν να αφηγηθούν την ιστορία της ζωής τους, για ποιο πράγμα μιλάνε; Μιλάνε για γεγονότα, για άλλους ανθρώπους, για εξωτερικά πράγματα. Αλλά η ζωή ενός ανθρώπου είναι δισυπόστατη και πρέπει να το αντιληφθούμε καθαρά για το σκοπό της αυτοπαρατήρησης. Η ζωή ενός ανθρώπου αποτελείται όχι μόνον από γεγονότα αλλά και από καταστάσεις. Οι καταστάσεις είναι εσωτερικές και τα γεγονότα εξωτερικά. Οι καταστάσεις είναι καταστάσεις του εαυτού, δηλαδή, εσωτερικές καταστάσεις, όπως κακές διαθέσεις, συνήθειες ανησυχιών φόβου και προλήψεων, κακών προαισθημάτων, κατάθλιψης, και από την άλλη, καλύτερων καταστάσεων, χαρούμενης διάθεσης, ευτυχίας, ικανοποίησης, συμπόνιας. Όλα είναι μέσα στον άνθρωπο, δηλαδή, όλες οι καταστάσεις, είναι καταστάσεις του εαυτού του. Τα γεγονότα είναι εξωτερικά κι έρχονται μέσα μας από έξω. Λοιπόν, η εσωτερική κατάσταση ενός ανθρώπου μπορεί να αντιστοιχεί σε ένα εξωτερικό γεγονός, ή μπορεί να προέρχεται από αυτό, ή να μην έχει καμία σχέση με αυτό. Αλλά είναι αναγκαίο να προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε πρώτα από όλα, ότι τα γεγονότα και οι καταστάσεις είναι δύο διαφορετικά πράγματα, πριν σκεφτούμε για το πώς μπορούν να συνδέονται.

Πάρετε, για παράδειγμα, ένα ευχάριστο γεγονός. Η εσωτερική σας κατάσταση ανταποκρίνεται; Μπορείτε να πείτε σίγουρα ότι όταν συμβαίνει κάποιο εξωτερικό γεγονός, η εσωτερική σας κατάσταση ανταποκρίνεται; Ας πούμε ότι ξέρετε πώς πρόκειται να συμβεί κάτι ευχάριστο, και το προσδοκάτε με λαχτάρα. Μπορείτε να πείτε ότι όταν το γεγονός πραγματοποιείται, η εσωτερική σας κατάσταση ανταποκρίνεται σε αυτό με χαρά; Ή παραδέχεστε, ότι μολονότι το γεγονός συνέβη, ίσως ακριβώς έτσι όπως ελπίζατε, πολύ συχνά λείπει κάτι; Τι λείπει; Λείπει η αντίστοιχη εσωτερική κατάσταση, που θα ανταποκρίνεται στο εξωτερικό γεγονός που με τόση λαχτάρα προσδοκούσατε. Και, όπως πολύ πιθανόν όλοι σας ξέρετε, συνήθως είναι ένα τελείως απροσδόκητο γεγονός αυτό που μας χαρίζει τις καλύτερες στιγμές μας.

Λοιπόν, ας εξετάσουμε αυτήν την ιδέα – δηλαδή, την αντιστοιχία εσωτερικών καταστάσεων και εξωτερικών γεγονότων.

Αν δεν έχουμε μέσα μας τη σωστή κατάσταση, δεν μπορούμε να συνδεθούμε σωστά με το ευτυχές γεγονός – δηλαδή πρέπει να υπάρχει μέσα μας κάτι που να συνδεθεί και έτσι να χαρούμε το εξωτερικό γεγονός. Όμως οι άνθρωποι έχουν πολύ μεγάλη τάση, όταν σκέφτονται για τη ζωή τους, να πιστεύουν ότι η ζωή τους είναι μόνον τα εξωτερικά γεγονότα και ότι αν συγκεκριμένα εξωτερικά γεγονότα του ενός ή του άλλου είδους, έχουν ή δεν έχουν συμβεί σε αυτούς, ατύχησαν στη ζωή τους. Αλλά η ικανοποίηση ενός ανθρώπου από τη ζωή εξαρτάται από την εσωτερική του ανάπτυξη – δηλαδή από την ποιότητα των εσωτερικών του καταστάσεων. Γιατί μέσα μας, και ανάλογα με την κατάσταση μας, δονείται ένα όργανο ζωής και αν αυτό το όργανο είναι βουτηγμένο στον αυτο-οίκτο, στις στενοχώριες και σε άλλα αρνητικά συναισθήματα, όσο θαυμάσια και αν πάνε τα εξωτερικά γεγονότα, τίποτε δεν μπορεί να δονηθεί εσωτερικά, εφόσον το όργανο ζωής, δηλαδή το ίδιο το άτομο, είναι ανήμπορο να ανταποκριθεί με χαρά σε τέτοια γεγονότα που προέρχονται από την εξωτερική ζωή και θα μπορούσαν να του δώσουν χαρά και απόλαυση. Κάποιος μπορεί να προσδοκά με λαχτάρα ένα ταξίδι στο εξωτερικό και όταν αυτό συμβεί, αποτελεί ένα γεγονός. Αλλά ο άνθρωπος μπορεί να είναι τόσο σχολαστικά μίζερος και ασημαντολόγος, που όλο του το ταξίδι να καταλήξει σε καταστροφή. Σε μια τέτοια περίπτωση, εκείνο που φταίει είναι η εσωτερική κατάσταση του ανθρώπου. Λοιπόν αν αναρωτηθούμε από τι αποτελείται η ζωή μας, δεν μπορούμε να πούμε μόνο από γεγονότα, αλλά περισσότερο από καταστάσεις. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος άνθρωπος που η βασική τάση του είναι να αισθάνεται απαισιόδοξα, μελαγχολικά, μίζερα, σας παραπονιέται ότι η ζωή είναι μία στενάχωρη υπόθεση ότι δεν αξίζει να τη ζεις, και τα σχετικά. Θα υποθέσετε ότι αυτό είναι αποτέλεσμα έλλειψης των κατάλληλων γεγονότων ή έλλειψης εσωτερικών καταστάσεων αυτού του ανθρώπου; Δεν θα είστε τόσο ανόητοι ώστε να πιστέψετε ότι ο άνθρωπος αυτός θα αλλάξει αν του ετοιμάσετε ένα πολύ όμορφο πάρτι; Η αρρώστια βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο – και πόσους ανθρώπους δεν βλέπουμε μέσα στη ζωή κάθε μέρα που κάνουν δυστυχισμένη τη ζωή τους και τη ζωή των γύρω τους εξαιτίας των κακών εσωτερικών τους καταστάσεων; Στ’ αλήθεια, δεν θα άξιζαν τη φυλακή αφού δεν έχουν αρχίσει να βλέπουν την ύπαρξη, μέσα τους, μιας εσωτερικής ζωής, και φαντάζονται τη ζωή, όπως αυτοί την ονομάζουν, σαν κάτι τελείως έξω από αυτούς;

Λοιπόν, στην αυτοπαρατήρηση, προσπαθήστε να ξεχωρίζετε τα εξωτερικά γεγονότα από τις εσωτερικές καταστάσεις και να προσέχετε σε ποιο σημείο βρίσκεστε σε σχέση με την εσωτερική σας κατάσταση και το χαρακτήρα των εξωτερικών γεγονότων. Τα εξωτερικά γεγονότα είναι κάθε λογής. Η εξωτερική ζωή δεν είναι ένα λείο φύλλο χαρτιού όπου προχωράμε πάνω του σαν τα μυρμήγκια. Είναι γεμάτη λόφους και πεδιάδες, καλοκαιρία και κακοκαιρία. Αυτή είναι η φύση της ζωής – αλλά κατά κανόνα, εμείς παίρνουμε όλα τα γεγονότα σαν εξαιρέσεις ή τουλάχιστον τα δυσάρεστα, όπως τις αρρώστιες, τους πολέμους, και άλλα. Η ζωή είναι μία σειρά από διαφορετικά γεγονότα που παρουσιάζονται σε μεγαλύτερες ή μικρότερες κλίμακες για να σε συναντήσουν και το καθ’ ένα από αυτά έχει την ιδιαίτερη φύση του. Και οι εσωτερικές καταστάσεις πάλι είναι κάθε λογής. Όλη η προσωπική εργασία αφορά τις εσωτερικές καταστάσεις και όλοι θα έχετε ακούσει πάνω σε ποιες λαθεμένες καταστάσεις θα πρέπει να εργάζεται κάποιος προσπαθώντας να μην ταυτίζεται μαζί τους. Αν εργάζεστε πάνω τους και προσπαθείτε να διαχωρίζεστε από αυτές, τότε τα δυσάρεστα γεγονότα της ζωής θα λέγαμε ότι δεν θα σας εγκλωβίζουν τόσο εύκολα, και δεν θα αφαιρούν τη δύναμη σας. Τα γεγονότα είναι επιδράσεις που αλλάζουν κάθε στιγμή μέσα από τους άπειρους συνδυασμούς τους. Μερικά είναι καλύτερα από άλλα, αλλά όλα πρέπει να παίρνονται συνειδητά, ακόμα και τα ευχάριστα – σε αυτό το χαμηλό επίπεδο του σύμπαντος όπου βρισκόμαστε δηλαδή πάνω στη γη – ενώ κάποια άλλα είναι άκρως επικίνδυνα και πρέπει με οποιοδήποτε κόστος να μην ταυτιζόμαστε μαζί τους.

Από όσα ειπώθηκαν είναι ξεκάθαρο ότι τη ζωή μας πρέπει να τη σκεφτόμαστε σαν εσωτερική κατάσταση και μια αληθινή ιστορία της ζωής ενός ανθρώπου θα ήταν η ιστορία των εσωτερικών του καταστάσεων και ιδιαίτερα των αρνητικών του συναισθημάτων. Το να ζούμε αποκλειστικά μέσα στον εαυτό μας σε αυτόν τον χαώδη εσωτερικό κόσμο που είναι δυνατόν να προσεγγίσει μόνον ο ίδιος ο άνθρωπος, μόνο μέσα από προσωπική αυτοπαρατήρηση, και που είναι πάντα αόρατος στους άλλους – είναι το χειρότερο έγκλημα που μπορούμε να διαπράξουμε.

Η Εργασία λοιπόν αρχίζει με την αυτοπαρατήρηση, την καταγραφή των λαθεμένων καταστάσεων μέσα μας και την εργασία ενάντια σε αυτές. Με τον τρόπο αυτόν η εσωτερική ζωή εξαγνίζεται και αφού η εσωτερική ζωή μας έλκει την εξωτερική μας ζωή, αν μετατρέψουμε τις εσωτερικές μας καταστάσεις, αφήνοντας μερικές να λιμοκτονούν και τρέφοντας άλλες, αλλάζουμε όχι μόνον τη σχέση μας προς τα γεγονότα που έρχονται από έξω αλλά και τη φύση των γεγονότων που συμβαίνουν από μέρα σε μέρα. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να αλλάξουμε τη φύση των γεγονότων που μας συμβαίνουν. Δεν μπορούμε να τα αλλάζουμε άμεσα αλλά μόνο μέσα από την αλλαγή των εσωτερικών μας καταστάσεων – δηλαδή, μόνο αν αρχίσουμε να βάζουμε σε κάποια τάξη σε αυτό το χαώδες οικοδόμημα που μέσα του ζούμε. Το σημαντικό δεν είναι τα γεγονότα που σήμερα σας έτυχαν, όπως ότι χάσατε κάτι, ότι κάτι άλλο πήγε στραβά, ή ότι κάποιος σας ξέχασε ή σας μίλησε σκληρά, και πολλά παρόμοια, αλλά το πώς εσείς αντιδράσατε σε όλα αυτά – δηλαδή ποιες ήταν οι εσωτερικές καταστάσεις που μέσα τους βρισκόσασταν, διότι σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται η πραγματική σας ζωή. Και αν οι εσωτερικές μας καταστάσεις είναι σωστές, κανένα εξωτερικό συμβάν δεν μπορεί να μας λυγίσει.

Προσπαθήστε λοιπόν, σαν άσκηση για μια πιο συνειδητή ζωή, να διακρίνετε ανάμεσα στις εσωτερικές καταστάσεις και τα εξωτερικά γεγονότα, και προσπαθήστε να αντιμετωπίζετε κάθε εξωτερικό γεγονός, αφού παρατηρήσετε τη φύση του με τη σωστή εσωτερική στάση, δηλαδή με τη σωστή κατάσταση. Και αν δεν τα καταφέρετε, επεξεργαστείτε το αργότερα. Πρώτα, προσπαθήστε να ορίσετε τη φύση του γεγονότος και προσέξτε αν αυτό το είδος γεγονότος σας συμβαίνει συχνά. Στη συνέχεια, προσπαθήστε να το δείτε πιο ουδέτερα, αντιμετωπίζοντάς το ως εξής: "Αυτό είναι να αργείς", "Αυτό είναι να χάνεις πράγματα", "Αυτό είναι να παίρνω άσχημα νέα", "Αυτό λέγεται δυσάρεστη έκπληξη", "Αυτό λέγεται σκληρή δουλειά", "Αυτό λέγεται αρρώστησα". Αρχίστε με αυτόν τον πολύ απλό τρόπο και σύντομα θα δείτε πόσο διαφοροποιούνται τα προσωπικά γεγονότα, και επομένως πώς αλλάζει και η εξωτερική ζωή ενός ανθρώπου και ότι αυτό που δεν μπορούσατε να κάνετε κάποια στιγμή, να μπορείτε να το κάνετε την επόμενη. Διότι τα γεγονότα είναι σαν το άνοιγμα και το κλείσιμο μιας πόρτας. Τότε θα μπορείτε να αντιλαμβάνεστε σε σχέση με τα μικρογεγονότα της καθημερινής ζωής, ποια οφείλονται εν μέρει σε δική σας υπαιτιότητα, ποια είναι τυχαία, και πάει λέγοντας. Μετά, σκεφτείτε για την κατάστασή σας, με ποια κατάσταση αντιμετωπίζετε συνήθως κάποιο συχνό συμβάν και αν η κατάσταση αυτή είναι το σωστό εργαλείο, θα λέγαμε η σωστή αντιμετώπιση, η σωστή μέθοδος για αυτό το γεγονός. Απέναντι σε πολλά γεγονότα πρέπει να μάθουμε να είμαστε παθητικοί, δηλαδή να μην αντιδρούμε καθόλου, να μην κάνουμε τίποτε. Αλλά το να είσαι παθητικός, απαιτεί μεγάλη εσωτερική δράση της συνειδητότητας, να μπορείς να εμποδίζεις την όποια μηχανική αντίδραση που πάει να προκληθεί όταν το γεγονός, που εισέρχεται μέσα μας σαν μία μηχανική εντύπωση, αγγίζει το συνειρμικό μηχανισμό του νου και του συναισθήματος, που εμείς λαθεμένα τα θεωρούμε σαν τον εαυτό μας.

Σχόλιο
Τα παρακάτω είναι ένα σχόλιο που αναφέρεται στην ιδέα των διαφορετικών "εγώ" μέσα μας. Όπως ξέρετε, σε αυτό το σύστημα Διδασκαλίας, ο άνθρωπος δεν θεωρείται σαν ενότητα. Η απουσία ενότητας στον άνθρωπο είναι η αιτία όλων των δυσκολιών του και των προβλημάτων του. Το σώμα του ανθρώπου αποτελεί μία ενότητα και λειτουργεί σαν ένα οργανωμένο σύνολο εκτός εάν νοσεί. Αλλά η εσωτερική ζωή του ανθρώπου δεν αποτελεί ένα ενιαίο οργανωμένο σύνολο, ούτε λειτουργεί αρμονικά σαν ένα όλον. Ο άνθρωπος σε σχέση με την εσωτερική του κατάσταση είναι πολλαπλότητα και από μία άποψη αυτή η εσωτερική πολλαπλότητα ορίζεται στη Διδασκαλία, σαν τα πολλά "εγώ" μέσα στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος δεν έχει ένα μόνιμο "Εγώ" αλλά μια ορδή από διαφορετικά "εγώ" μέσα του, που την κάθε στιγμή του παίρνουν τα ηνία και μιλούν στο όνομα του, σαν να είναι η δική του φωνή.

Από την άποψη αυτή ο άνθρωπος παραλληλίζεται με ένα σπίτι σε ακαταστασία, όπου δεν υπάρχει νοικοκύρης, αλλά ένα πλήθος από υπηρέτες που μιλούν στο όνομα του νοικοκύρη που απουσιάζει. Όπως ίσως όλοι σας έχετε ακούσει, το πιο μεγάλο λάθος που κάνουμε είναι να υποθέτουμε ότι εμείς ή οι άλλοι, έχουμε κάποιο μόνιμο, αμετάβλητο "Εγώ" μέσα μας. Ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ ο ίδιος για πολλή ώρα. Μεταβάλλεται αδιάκοπα, αλλά φαντάζεται ότι αν κάποιος ονομάζεται Γ είναι πάντα ο Γ. Αυτό είναι αναληθές. Ο άνθρωπος που ονομάζουμε Γ, έχει μέσα του και άλλα πρόσωπα, "εγώ", που προΐστανται την κάθε στιγμή, και μολονότι του Γ δεν του αρέσει να λέει ψέματα, ένα άλλο "εγώ" μέσα του, ας το ονομάσουμε Π, αρέσκεται να λέει ψέματα, και ούτω καθεξής. Το να θεωρούμε ότι κάποιος είναι αδιάλειπτα ένα και το αυτό πρόσωπο, και το να υποθέτουμε ότι αποτελεί ένα και μοναδικό "Εγώ", θα ήταν σαν να απαιτούσαμε από αυτόν κάτι που δεν είναι, όπως το ίδιο και από τον εαυτό μας. Μέσα στον καθένα από σας κατοικεί ένα πλήθος από διαφορετικούς ανθρώπους. Αυτοί είναι τα διαφορετικά "εγώ" που ανήκουν στην προσωπικότητα και που είναι αναγκαίο να τα παρατηρήσουμε και να προσπαθήσουμε να τα γνωρίσουμε, διαφορετικά καμία αυτογνωσία δεν είναι κατορθωτή – δηλαδή, αν κάποιος επιδιώκει πραγματικά την αυτογνωσία, και όχι τις φαντασίες και τις επινοήσεις σχετικά με τον εαυτό του. Κανείς από σας εδώ δεν έχει ένα πραγματικά μόνιμο, αμετάβλητο "Εγώ". Κανείς εδώ δεν έχει πραγματική ενότητα στο Είναι του. Όλοι σας δεν είστε τίποτε άλλο από ένα πλήθος διαφορετικών ανθρώπων, καλύτερων και χειρότερων, και καθένας από αυτούς τους ανθρώπους, καθένα από αυτά τα "εγώ" μέσα σας, σε κάθε ξέχωρη στιγμή, παίρνει τα ηνία και σας αναγκάζει να κάνετε ότι αυτό θέλει, να λέτε ότι αυτό επιθυμεί, και να αισθάνεστε και να σκέφτεστε ότι αυτό αισθάνεται και σκέφτεται. Αλλά εσείς τα ξέρετε όλα αυτά, έτσι θα ήθελα να μιλήσω πιο λεπτομερειακά για αυτή τη θεωρία των πολλών "εγώ" μέσα στον άνθρωπο και να σας μεταδώσω κάτι σχετικά με το βαθύτερο νόημα και τη σημασία της.

Αν μερικοί από σας δεν μπορέσουν να κατανοήσουν τα πιο κάτω, αυτό συμβαίνει είτε επειδή δεν έχετε ακόμα αρκετή εξάσκηση στην αυτοπαρατήρηση, και σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει να έχετε υπομονή και να περιμένετε λίγο, ή επειδή, παρότι είστε καιρό στην Εργασία, δεν έχετε ακόμα αρχίσει σοβαρά να παρατηρείτε τον εαυτό σας, δηλαδή, δεν έχετε αρχίσει να εργάζεστε στον εαυτό σας και ίσως ποτέ δεν σκεφτήκατε σοβαρά τι σημαίνει αυτό. Σε αυτήν την περίπτωση, μπορώ μόνο να πω ότι οφείλετε να δοκιμάσετε πραγματικά να κάνετε μία προσπάθεια, για να αντιληφθείτε τι σημαίνει αυτό, μέσα από την πραγματική αυτοπαρατήρηση, και όσο το δυνατόν πιο σύντομα, διότι ο χρόνος μετράει σε αυτήν την Εργασία και οι ευκαιρίες αρχίζουν από μόνες τους να ελαχιστοποιούνται και αν κάποιοι δεν τις χρησιμοποιήσουν όσο είναι δυνατόν, ίσως εξαιτίας της ίδιας της φύσης των πραγμάτων, να είναι πολύ αργά για να κάνουν οτιδήποτε με τον εαυτό τους, σε σχέση με την εσωτερική αλλαγή, που είναι κατορθωτή μόνο μέσα από την αυτοπαρατήρηση και την αυτογνωσία που προέρχεται από αυτή.

Το πρώτο σημείο στο οποίο θέλω να επιστήσω την προσοχή σας σχετικά με τη θεωρία των πολλών "εγώ" μέσα στον κάθε άνθρωπο, είναι ότι όσο ο άνθρωπος παίρνει τον εαυτό του σαν Ένα, δεν μπορεί να αλλάξει. Αλλά έχετε από μόνοι σας συμπεράνει, δηλαδή μέσα από τη δική σας προσωπική σκέψη, γιατί συμβαίνει αυτό; Ξέρετε όλοι ότι η Εργασία αυτή έχει σκοπό να κάνει τον άνθρωπο να σκέφτεται από μόνος του, και ότι το να ακούς τις ιδέες αυτού του συστήματος χωρίς να τις επεξεργάζεσαι και ως εκ τούτου να τις κάνεις κτήμα σου, αποτελεί τεράστια σπατάλη χρόνου. Η Εργασία δεν είναι κάτι εξωτερικό αλλά εσωτερικό, και οι άνθρωποι που φαντάζονται ότι η Εργασία σαν εξωτερικό σχήμα θα τους βγάλει κάπου, είναι λυπηρό να κάνουν τέτοιο λάθος σχετικά με το νόημά της. Το γεγονός και μόνο ότι η Εργασία αρχίζει με αυτοπαρατήρηση, ασφαλώς είναι αρκετό για να δείξει ότι Εργασία απαιτεί προσωπικές προσπάθειες από την πλευρά κάθε ατόμου. Μόνον εσείς, προσωπικά, μπορείτε να παρατηρήσετε τον εαυτό σας, και κανείς άλλος δεν μπορεί να το κάνει αυτό για σας.

Λοιπόν, μόνο μέσα από την προσπάθεια της αυτοπαρατήρησης είναι σε θέση ένας άνθρωπος τελικά να δει από μόνος του ότι δεν είναι ένας, και έτσι να διαλύσει την αυταπάτη του ότι αποτελεί ένα μόνιμο και αμετάβλητο άτομο. Διότι όσον καιρό ο άνθρωπος έχει αυτήν την ψευδαίσθηση, ότι είναι πάντα ένα και το ίδιο πρόσωπο, δεν γίνεται να αλλάξει, και όπως ξέρετε ο σκοπός αυτός της Εργασίας είναι να πραγματοποιήσει μια βαθμιαία αλλαγή στην εσωτερική ζωή του ανθρώπου. Πράγματι, το σύνολο αυτής της Εργασίας βασίζεται στην ιδέα της προσωπικής αλλαγής ή του μετασχηματισμού του εαυτού σαν συγκεκριμένη δυνατότητα για τον κάθε άνθρωπο και ως εκ τούτου σαν πραγματικός σκοπός της ύπαρξης. Αλλά το σημείο εκκίνησης αυτής της αλλαγής του εαυτού παραμένει κρυμμένο όσον καιρό ο άνθρωπος αυταπατάται ότι είναι ένας. Ο άνθρωπος οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι δεν είναι ένα, αλλά πολλά και αυτό μπορεί να το κάνει μόνο μέσα από την χωρίς κριτική παρατήρηση του εαυτού του. Για πολύ καιρό η αυταπάτη ότι είναι πάντα ένα και το ίδιο πρόσωπο, θα μάχεται με την προσπάθειά του να παρατηρεί τον εαυτό του χωρίς κριτική και θα τον εμποδίζει να αντιληφθεί τη σημασία των παρατηρήσεών του. Θα βρίσκει αφορμές και θα αυτοδικαιολογείται, εμμένοντας στην ιδέα ότι είναι πραγματικά ένας, ότι έχει μία μόνιμη ατομικότητα και ότι πάντοτε ξέρει τι κάνει, τι σκέφτεται, τι λέει, ότι είναι πάντα συνειδητός ως προς τον εαυτό του και ότι διατηρεί τον έλεγχο του εαυτού του την κάθε στιγμή. Θα του είναι πολύ δύσκολο να δεχτεί μέσα του ότι τίποτε από αυτά δεν συμβαίνει. Από την άλλη μεριά, θα είναι εντελώς άχρηστο να προσποιείται ότι πιστεύει ότι δεν είναι ένας, ενώ δεν θα βλέπει την αλήθεια αυτού του πράγματος από μόνος του. Αποτελεί κομμάτι της γνώσης αυτού του συστήματος Διδασκαλίας ότι ο άνθρωπος δεν είναι ένας, αλλά πολλοί. Αυτή η ιδέα όμως βρίσκεται μόνο σαν γνώση μέσα στη μνήμη του ανθρώπου. Αν δεν επαληθεύσει αυτή τη γνώση με την εφαρμογή της στον εαυτό του, με εργασία πάνω στο Είναι του, αυτή η γνώση δεν θα μπορέσει να γίνει κατανόηση. Ένας άνθρωπος μπορεί να λέει: "Ξέρω ότι δεν είμαι ένας αλλά πολλοί, το λέει η Διδασκαλία". Αυτό όμως δεν έχει καμία αξία. Η γνώση παραμένει εξωτερική για τον ίδιο τον άνθρωπο. Αν όμως εφαρμόσει πρακτικά αυτήν τη γνώση και μέσα από μακρόχρονη αυτοπαρατήρηση αρχίζει να βλέπει την αλήθεια της, τότε θα πει: "Κατανοώ ότι δεν είμαι ένας, αλλά πολλοί" – και αυτό θα είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Η γνώση θα έχει καρποφορήσει μέσα του, δεν θα είναι πια σκέτη γνώση αλλά κατανόηση, διότι θα έχει εφαρμόσει τη γνώση στον εαυτό του, και μέσα από αυτή θα έχει εργαστεί πάνω σε όλο το Είναι του. Θα θυμάστε τη μεγάλη έμφαση που δίνεται από το Σύστημα στη διαφορά μεταξύ γνώσης και κατανόησης. Και σε αυτό που τόσο συχνά λέγεται, ότι αυτούς τους καιρούς που ζούμε η γνώση έχει προχωρήσει πολύ πιο πέρα από την κατανόηση, διότι ο άνθρωπος αναπτύχθηκε μόνο προς την πλευρά της γνώσης και όχι σε ίση αναλογία και προς την πλευρά του Είναι.

Όταν ένας άνθρωπος αρχίσει να παρατηρεί τον εαυτό του κάτω από το πρίσμα ότι δεν είναι ένας αλλά πολλοί, αρχίζει να εργάζεται στο Είναι του. Δεν θα τα καταφέρει αν μένει με την πεποίθηση ότι είναι ένα, διότι τότε δεν θα είναι σε θέση να διαχωρίζεται από τον εαυτό του, αφού θα παίρνει τα πάντα μέσα του, την κάθε σκέψη, διάθεση, συναίσθημα, παρόρμηση, επιθυμία, και όλα τα σχετικά, σαν εαυτό του – δηλαδή σαν το "Εγώ". Αν όμως αρχίσει να παρατηρεί τον εαυτό του, εκείνη τη στιγμή θα χωριστεί στα δύο, μία πλευρά που θα παρατηρεί και μία που θα παρατηρείται. Αν δεν κάνει αυτόν τον διαχωρισμό με τον εαυτό του και δεν παλέψει να τον κάνει όλο και πιο ξεκάθαρο, ο άνθρωπος ποτέ δεν θα μπορέσει να μετακινηθεί από εκεί που είναι, θα παίρνει πάντα όλα όσα συμβαίνουν μέσα του σαν τον εαυτό του και θα απευθύνεται σε όλα, σαν "Εγώ". Το καθετί λοιπόν θα εκφράζεται σαν "Εγώ" μέσα του και ταυτιζόμενος με το καθετί που θα συμβαίνει μέσα του και παίρνοντάς τα όλα σαν "Εγώ", θα κάνει ακατόρθωτη την οποιαδήποτε αλλαγή, αφού τα πάντα θα κρύβονται πίσω από την αυταπάτη ενός "Εγώ", διαιωνίζοντας έτσι την ύπαρξή τους μέσα του. Στην πραγματικότητα, όλο το πλήθος που υπάρχει μέσα σε έναν άνθρωπο, το πλήθος των διαφορετικών "εγώ" μέσα του, και τα χρήσιμα και τα άχρηστα, θα έχουν ίσα δικαιώματα και θα προστατεύονται όμοια από τον ίδιο, επειδή θα είναι εντελώς ανίκανος να διακρίνει τα μεν από τα δε, μιας και θα τα παίρνει όλα σαν τον εαυτό του. Αυτός είναι μόνον ένας τρόπος για να εκθέσουμε την κατάσταση που ενυπάρχει στον άνθρωπο που έχει την πεποίθηση ότι είναι ένας. Λοιπόν, ο άνθρωπος δεν μπορεί να αρχίσει να αλλάζει μέχρι που να καταφέρει, σαν αποτέλεσμα της αυτοπαρατήρησής του, να πει: "Αυτό, δεν είμαι Εγώ". Μόλις μπορέσει να αρχίσει να το λέει αυτό εσωτερικά, σε σχέση με κάτι που παρατηρεί μέσα του, αρχίζει να το ξεχωρίζει από τον εαυτό του. Δηλαδή, αρχίζει να έχει ένα συναίσθημα του "Εγώ" που υπάρχει εκεί, με αποτέλεσμα, μετά από καιρό, και συχνά μόνον ύστερα από πάλη, αυτό που παρατήρησε να αποδυναμώνεται και να απομακρύνεται, θα λέγαμε, από τον εσωτερικό του κόσμο. Είναι όμως ακατόρθωτο αν ο άνθρωπος σκέφτεται ότι αυτό που έχει παρατηρήσει είναι ο εαυτός του διότι τότε αυτό θα αποκαλείται πάντα "Εγώ" μέσα του και ένα "εγώ" δεν μπορεί να αλλάξει το άλλο "εγώ". Έτσι ο διαχωρισμός δεν είναι εφικτός και ο άνθρωπος θα παραμένει αλυσοδεμένος με αυτό που έχει παρατηρήσει, παίρνοντάς το σαν "εγώ", δηλαδή σαν τον εαυτό του – αντί να το πάρει σαν ένα από τα "εγώ" μέσα του.

Όταν ένας άνθρωπος σκέφτεται, πιστεύει ότι είναι αυτός ο ίδιος που σκέφτεται. Όμως οι σκέψεις μας έρχονται τυχαία, εκτός αν σκεφτόμαστε βαθιά και με προσοχή, πράγμα που είναι πολύ σπάνιο. Οι σκέψεις που περνούν από το νου μας έρχονται από διαφορετικά "εγώ" μέσα μας. Ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος παρατηρεί ότι έχει αρνητικές σκέψεις σχετικά με την Εργασία ή για κάποιο πρόσωπο ή για κάτι που συνέβη. Ας υποθέσουμε ότι παίρνει αυτές τις σκέψεις σαν δικές του, σαν τον εαυτό του – δηλαδή σαν το "Εγώ". Ας υποθέσουμε ακόμα, ότι νιώθει κάποια δυσαρέσκεια σχετικά με αυτές. Λέει στον εαυτό του: "Δεν πρέπει σίγουρα να σκέφτομαι έτσι". Αυτό μπορεί να έχει κάποια αποτέλεσμα, μπορεί και όχι. Το ζήτημα όμως είναι ότι ο άνθρωπος αυτός κάνει ένα λάθος – δηλαδή το λάθος να παίρνει όλα όσα συμβαίνουν μέσα του σαν τον εαυτό του, σαν το "Εγώ". Αν παρατηρήσει τον εαυτό του σωστά, αντιλαμβάνεται αυτές τις σκέψεις όχι σαν "Εγώ" αλλά σαν σκέψεις που έρχονται από ένα αρνητικό "εγώ" μέσα του, για το οποίο ίσως ξέρει κιόλας κάτι. Ας πούμε ότι ξέρει αρκετά καλά αυτό το "εγώ" μέσα του, αναγνωρίζει αμέσως ότι αυτό το "εγώ" μιλάει μέσα του και διατυπώνει σκέψεις μέσα από το διανοητικό κέντρο ενώ ταυτόχρονα βάζει σε κίνηση ένα ιδιαίτερο είδος αρνητικού συναισθήματος. Ούτε για μια στιγμή δεν παίρνει αυτό το αρνητικό "εγώ" σαν τον εαυτό του, αλλά το βλέπει σαν κάτι μέσα του ξέχωρο από τον εαυτό του. Σαν αποτέλεσμα, τα όσα εκείνο το "εγώ" λέει, δεν ασκούν εξουσία πάνω του, διότι ο ίδιος κρατά αποστάσεις από αυτό. Αν όμως αποκοιμηθεί εσωτερικά – δηλαδή αν πάψει να είναι συνειδητός ως προς αυτό που συμβαίνει εντός του και ως προς το ποια "εγώ" τον τριγυρίζουν εκείνη τη στιγμή – περιέρχεται κάτω από την εξουσία τους και καθώς ταυτίζεται με αυτά, φαντάζεται ότι αυτός είναι ο εαυτός του που σκέφτεται έτσι. Ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο, δυναμώνει την εξουσία αυτού του αρνητικού "εγώ" πάνω του – διότι, όπως ξέρετε, με όποιο πράγμα ταυτιζόμαστε, αποκτά εξουσία πάνω μας, και όσο πιο συχνά ταυτιζόμαστε με κάτι, τόσο πιο σκλάβοι του γινόμαστε.

Σχετικά με την ίδια την Εργασία, οι πειρασμοί μας βρίσκονται ακριβώς στα αρνητικά "εγώ" – δηλαδή σε "εγώ" που μισούν την Εργασία επειδή η ύπαρξή τους μέσα μας απειλείται από αυτή. Αυτά τα αρνητικά "εγώ" βάζουν σε κίνηση κάποιες σκέψεις καθώς ενεργούν πάνω στο Διανοητικό Κέντρο και χρησιμοποιούν το υλικό που είναι αποθηκευμένο εκεί με τη μορφή ταινιών. Αν συμφωνήσουμε με αυτές τις σκέψεις, δηλαδή με αυτά τα αρνητικά "εγώ" που μας κατακλύζουν εκείνη τη στιγμή, δεν θα είμαστε σε θέση να αποτινάξουμε την επιδρασή τους, με πρώτη συνέπεια να μας κάνουν να νιώσουμε χάσιμο ενέργειας. Οποτεδήποτε νιώθουμε ένα ξαφνικό χάσιμο ενέργειας, αυτό οφείλεται πραγματικά, και πάντοτε, στη δράση κάποιου αρνητικού "εγώ" που έχει κινητοποιήσει μία σειρά σκέψεων μέσα από τις μνήμες μας, και με την προσεχτική επιλογή του υλικού του, παρουσιάζει κάτι με λαθεμένο φωτισμό – και πρέπει να θυμόμαστε ότι όλα τα αρνητικά "εγώ" δεν μπορούν παρά να λένε ψέματα, ακριβώς όπως και όλα τα αρνητικά συναισθήματα δεν μπορούν παρά μόνο να παραμορφώνουν τα πάντα, όπως για παράδειγμα το συναίσθημα της καχυποψίας. Αν δεν παρατηρήσουμε τη δράση των αρνητικών "εγώ" στο Διανοητικό Κέντρο, θα αποκτήσουν δύναμη, πάνω μας. Θα αποκτήσει εξουσία αμέσως μόλις το πάρουμε σαν "Εγώ" σαν τον εαυτό μας. Αλλά αν το βλέπουμε σαν ένα "εγώ" που λειτουργεί σε μας, δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Για να αντιληφθούμε όμως ότι αυτό είναι ένα από τα "εγώ" μέσα μας, πρέπει να έχουμε κιόλας βεβαιωθεί, μέσα από την πρακτική εργασία πάνω στον εαυτό μας, ότι σε μας ενυπάρχουν πολλά διαφορετικά "εγώ" και ότι δεν είμαστε ένας, αλλά πολλοί.

Ας ξανάρθουμε τώρα στην αυταπάτη που έχει ο καθένας μας ότι είναι ένας. Αυτή η αυταπάτη υπάρχει στον καθένα σας και μπορεί να αποκαλυφθεί μόνο σιγά-σιγά, με προσωπική παρατήρηση. Ο καθένας σας αποδίδει στον εαυτό του την κατοχή μιας ατομικότητας και όχι μόνον ατομικότητας αλλά και πλήρους συνειδητότητας και θέλησης. Αλλά όπως ξέρετε, αυτό το σύστημα ιδεών που μελετάμε, διδάσκει ότι ο άνθρωπος δεν είναι ένα αλλά πολλά – δηλαδή δεν είναι ένα άτομο, αλλά πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι, και ακόμα ότι ο άνθρωπος δεν είναι πλήρως συνειδητός αλλά σχεδόν πάντοτε κοιμισμένος, μέσα σε όνειρα, σε φαντασία, σε συνορισμό, σε αρνητικά συναισθήματα, και άλλα, με συνέπεια να μην θυμάται τον εαυτό του. Έτσι σπαταλά και καταστρέφει την εσωτερική του ζωή και ζει σε ένα είδος σκότους, χωρίς τελικά να διαθέτει θέληση αλλά πολλές διαφορετικές θελήσεις που συγκρούονται μεταξύ τους και κινούνται προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Αν ο άνθρωπος ήταν ενότητα αντί πολλαπλότητα που είναι τώρα, θα κατείχε αληθινή ατομικότητα, θα ήταν ένας, και έτσι θα είχε μία θέληση. Επομένως η αυταπάτη που ο άνθρωπος έχει για τον εαυτό του ότι είναι ένα, περικλείει και μία δυνατότητα. Ο άνθρωπος είναι σε θέση να πετύχει ενότητα τού Είναι. Μπορεί να πετύχει την αληθινή ατομικότητά του.

Αλλά είναι ακριβώς αυτή η αυταπάτη που πρωτίστως στέκεται σαν εμπόδιο στο δρόμο του για την πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας. Διότι όσο ο άνθρωπος φαντάζεται ότι έχει κάτι, δεν θα το αναζητήσει. Για ποιο λόγο θα έπρεπε να παλέψει για κάτι, που ποτέ του δεν αμφέβαλε ότι το κατέχει; Αυτή είναι μία από τις συνέπειες της φαντασίας, που γεμίζει αυτό που του λείπει, ή που κάνει να μας φαίνεται ότι είμαστε τούτο ή το άλλο, ενώ στ’ αλήθεια, είμαστε το αντίθετο.

Στην Εργασία αυτή λέμε αδιάκοπα ότι οφείλουμε να παλεύουμε με τη φαντασία, και πρέπει να κατανοήσετε ότι αυτό αναφέρεται και στη φαντασία που έχουμε για τον εαυτό μας. Είναι απαραίτητο να παλέψουμε με τη φαντασία για τον εαυτό μας, όχι μόνον επειδή αυτή προκαλεί ψεύτικες εμπειρίες, τεχνητά συναισθήματα και συχνά πολύ γελοίες καταστάσεις, αλλά επειδή εμποδίζει κάθε δυνατότητα εσωτερικής ανάπτυξης. Και από όσα είπαμε κιόλας, θα είναι εύκολο να δείτε γιατί συμβαίνει αυτό. Διότι αν φανταζόμαστε ότι ήδη κατέχουμε κάποιες ιδιότητες Είναι, που είμαστε πολύ μακριά από το να τις έχουμε, δεν μπορούμε ποτέ να προσδοκούμε ότι θα τις αποκτήσουμε. Η φαντασία μας θα καλύπτει την έλλειψη. Πράγματι, ποτέ δεν θα μάθουμε ότι μας λείπει κάτι σε σχέση με τον εαυτό μας – δηλαδή σε σχέση με την ποιότητα του Είναι μας – και θα πιστεύουμε ότι τα μόνα πράγματα που μας λείπουν είναι η εκτίμηση, η φήμη, το χρήμα, οι ευκαιρίες, ή κάποια άλλα εξωτερικά πράγματα, και ότι δεν στερούμαστε τίποτα το σημαντικό σχετικά με τον εαυτό μας. Αυτή είναι η δύναμη της αυταπάτης και για αυτό λέμε στην παραβολή της Εργασίας για τα πρόβατα και τους μάγους, ότι ο άνθρωπος είναι υπνωτισμένος μέσα από τη φαντασία του και ζει με την αυταπάτη ότι είναι λιοντάρι ή αετός, ενώ στην πραγματικότητα είναι πρόβατο. Από την άλλη μεριά, σαν πρόβατο, έχει τη δύναμη να ξεφύγει από τους μάγους, που από πολλή τεμπελιά ή από πολλή κακία, δεν στήνουν φράχτες για να τον κλείσουν μέσα.

Εκείνο που θα έπρεπε να κατανοήσουμε από όλα τα πιο πάνω, είναι ότι μια αυταπάτη αποτελεί κάτι πολύ πραγματικό και συγκεκριμένο στις συνέπειές του. Η φαντασία δεν είναι μόνον ένα τίποτα – "τίποτε άλλο από φαντασία", όπως λέμε. Στην πραγματικότητα είναι κάτι πολύ δυνατό. Είναι μια πραγματική δύναμη που δρα παγκόσμια στην ανθρωπότητα και κρατά τον άνθρωπο σε κατάσταση ύπνου, είτε είναι πρωτόγονος άνθρωπος είτε πολιτισμένος. Και αν δεν αρχίσει να κατανοεί τι σημαίνει να θυμάται τον εαυτό του – δηλαδή να φτάσει στην τρίτη κατάσταση συνειδητότητας – η δύναμη που εκδηλώνεται σαν φαντασία στις δύο κατώτερες καταστάσεις συνειδητότητας, δεν θα βρει τη σωστή κατεύθυνση και έτσι θα δρα εναντίον του. Όπως είδαμε ο άνθρωπος φαντάζεται ότι είναι ένα, και εξαιτίας αυτής της αυταπάτης δεν μπορεί να προχωρήσει πέρα από το σημείο που βρίσκεται μέσα του. Ο καθένας εντός του, βρίσκεται σε ένα ορισμένο επίπεδο του εαυτού του και κανείς δεν μπορεί να πάει πιο πέρα από αυτό το επίπεδο όπου βρίσκεται μέσα του παρά μόνο αν δει πολύ ξεκάθαρα, και από μόνος του, ότι δεν είναι ένα και το ίδιο πρόσωπο αλλά πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι, και ότι αν συνεχίσει να νομίζει ότι είναι ένας, θα ζει σε μία αυταπάτη...

Αυτή η επίγνωση, αυτή η εσωτερική σύλληψη, αλλάζει το συναίσθημα του ανθρώπου για τον εαυτό του. Αλλάζει ή αρχίζει να αλλάζει το συναίσθημα για το "Εγώ". Όσο καιρό ζει στην αυταπάτη ότι είναι ένας, έχει λαθεμένο συναίσθημα του "Εγώ". Αλλά δεν το ξέρει: ούτε ξέρει ότι εξαιτίας αυτού όχι μόνον ολάκερη η ζωή του είναι λάθος, όπως και η όλη σχέση του με τους άλλους είναι λαθεμένη, αλλά γίνεται ακατόρθωτη και η εξέλιξη του. Διότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να αλλάξει όσον καιρό αποδίδει στον εαυτό του ενότητα του Είναι, γιατί τότε το κάθε τι μέσα του θα το ονομάζει εαυτό του. Θα αποδίδει στον εαυτό του ό,τι καλό ή κακό υπάρχει μέσα του. Θα είναι υπεύθυνος για κάθε σκέψη, κάθε διάθεση, εφόσον μέσα του, θα τα παίρνει όλα αυτά, σαν τον εαυτό του. Διότι αν πιστεύει ότι κάθε τι που σκέφτεται, και κάνει, και λέει, το σκέφτεται το κάνει και το λέει από τον εαυτό του, τότε αυτά θα είναι ο ίδιος, διότι ο ίδιος τα κάνει όλα δικά του, αποδίδοντάς τα στον εαυτό του. Η αυταπάτη ότι είναι πάντα ένα και το ίδιο πρόσωπο, και ότι είναι απόλυτα συνειδητός για το καθετί, ότι έχει θέληση και επομένως ελέγχει τον εαυτό του, θα τον τυφλώσουν τελείως ως προς το γεγονός ότι δεν είναι ο ίδιος η συνειδητή πηγή για όλα όσα σκέφτεται και λέει και κάνει. Η αυτοπαρατήρηση θα του δείξει ότι δεν έχει πραγματικά κανέναν έλεγχο των σκέψεών του και δεν μπορεί καν να σταματήσει να σκέφτεται αν το επιχειρήσει, ενώ σκέψεις κάθε λογής έρχονται στο νου του και φεύγουν είτε τις θέλει είτε όχι. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τα συναισθήματά του, με τις διαθέσεις του, με τα λόγια του και τις πράξεις του. Αν λοιπόν δεν μπορεί να παραδεχτεί ότι δεν είναι καθόλου συνειδητός για όσα λέει και κάνει, ούτε έχει απόλυτο έλεγχο στις σκέψεις, στις διαθέσεις και στα συναισθήματα του, όπως και το ότι δεν είναι πάντα ένα και το ίδιο πρόσωπο, όλα αυτά θα παραμείνουν κρυμμένα από αυτόν εξαιτίας της δύναμης της φαντασίας του και του όλου αισθήματος για τον εαυτό του, του όλου συναισθήματός του για το «εγώ» του, με αποτέλεσμα η σχέση του με τις εσωτερικές του καταστάσεις να είναι λαθεμένη. Αν όμως ένας άνθρωπος μέσα από την πρακτική και ειλικρινή αυτοπαρατήρηση δεν πιστεύει πια ότι είναι ένα και δεν αποδίδει σε αυτήν την φανταστική ατομικότητα, όλα όσα υπάρχουν και όσα μπαίνουν στον εσωτερικό του κόσμο, αρχίζει να κάνει κατορθώσιμη την αλλαγή του. Διότι ο άνθρωπος μπορεί να δεχτεί βοήθεια μόνο μέσα από αυτό που πιστεύει. Αν πιστεύει ότι είναι ένας, καμία βοήθεια δεν μπορεί να τον πλησιάσει, διότι αποδίδει τα πάντα στον εαυτό του, και έτσι είναι όχι μόνο υπαίτιος για το καθετί αλλά και μέχρι το έπακρον γεμάτος από τον εαυτό του, χωρίς να υπάρχει χώρος για τίποτε άλλο. Αλλά όταν ένας άνθρωπος βλέπει ότι δεν έχει το δικαίωμα να θεωρεί τον εαυτό του σαν ένα, ότι μέσα του υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που μερικοί από αυτούς είναι πολύ δυσάρεστοι και ότι δεν έχει πλήρη συνειδητότητα ούτε ατομική θέληση, μολονότι αυτό θα πηγαίνει κόντρα στη ματαιοδοξία του και θα είναι οδυνηρό για την περηφάνια του, θα αποτελέσει το σημείο εκκίνησης για την αλλαγή του Είναι...

Συγνώμη - Συγχώρεση - Εκδίκηση - Ενοχές

Η συγχώρεση δεν έχει κανένα νόημα όταν δίνεται δίχως να ζητείται, γιατί τότε είναι ελιτιστική. Επίσης μάταιη, όταν ζητείται πολύ αργά, γιατί είναι εντελώς "δωρεάν" και άχρηστη.

Μάταιη κι όταν ζητείται επειδή ο φταίχτης "πιάστηκε στα πράσα" και δεν μπορεί να γλιτώσει αλλιώς. Στην τελευταία περίπτωση δεν είναι ειλικρινής, γιατί δεν αντιλαμβάνεται το σφάλμα του, παρά μόνο ότι ο θιγμένος αντιλήφθηκε πως θίχτηκε. Είναι μάταιη η πίστη ότι μια τέτοια συγγνώμη έχει ευεργετικές συνέπειες.

Η αίτηση συγγνώμης από μόνη της δεν αρκεί, ακόμη κι αν είναι ειλικρινής. Κάποτε χρειάζεται και η αντίστοιχη πράξη εξιλέωσης – και κάποτε η αντίστοιχη πράξη είναι η εξαφάνιση του φταίχτη, όταν δεν υπάρχει δυνατότητα εξιλέωσης. Αυτό το τελευταίο είναι το μόνο που μπορεί να γίνει (το οποίο ασφαλώς δεν συνιστά άτυπη συγχώρεση εκ μέρους του θιγμένου), ειδικά όταν ο φταίχτης ζητά μηχανικά συγγνώμη δίχως να (είναι πραγματικά πρόθυμος να) αντιληφθεί την ανοησία των θεωρητικών προϋποθέσεών του, οι οποίες οδήγησαν στην διάπραξη του σφάλματος. Καμώνεται πως έχει αγνή τη συνείδηση ή την πρόθεση και πως ό,τι έγινε ήταν ατύχημα, ακριβώς επειδή (εξακολουθεί να) πιστεύει στην ανωτερότητα της "θεωρίας" του (ή του τρόπου σκέψης του). Επίσης μπορεί να ισχυρίζεται ότι ο θιγμένος ο οποίος έχει αντιληφθεί τι γίνεται και πλέον εξεγείρεται είναι απλώς ένας αξιολύπητος αδύναμος επειδή εξεγείρεται (δηλαδή ο φταίχτης θεωρεί ότι ο θιγμένος είναι ανόητος ή κατώτερος, όταν εξεγείρεται-αντιδρά, ενώ κανονικά θα έπρεπε να αποδέχεται ατάραχα και "ανώτερα" την καταπάτηση των δικαιωμάτων του), ότι ο ίδιος, ως μεγαλόψυχος, κατανοεί ή συγχωρεί πρόθυμα τέτοιου είδους υστερικές αντιδράσεις ανθρώπων που είναι (κατά την άποψη του φταίχτη) κομπλεξικοί και αμύνονται δίχως να τους επιτίθεται κανείς ή ανθρώπων με (κατά την άποψη τού φταίχτη) αναίτιες ή ανύπαρκτες φοβίες. Τέτοιες ψυχολογίστικες τακτικές είναι απαραίτητες για την ψυχική αλλά και την κοινωνική επιβίωση του φταίχτη.

Η απολυτότερη μορφή άρνηση συγχώρεσης είναι η σιωπή. Το πέταγμα "εκτός νυμφώνος". Τότε δείχνουμε στον φταίχτη ότι δεν υπάρχει καν, ότι δε μας νοιάζει, ότι με ανόητους δεν συζητάμε άλλο. Βέβαια ο φταίχτης, είτε μισοαντιλήφθηκε το φταίξιμό του είτε παριστάνει πως ζητά συγγνώμη, σε τέτοια περίπτωση το καλύτερο που έχει να κάνει είναι την πάπια κι, εν τέλει, να οχυρωθεί πίσω από την αυτοεκτίμησή του: στην έμπρακτη αδιαφορία για το φταίξιμο και στην εξύμνηση της κοσμοθεωρητικής του στάσης. Αλλιώς ο φταίχτης θα έπρεπε να υποφέρει ψυχικά στον αιώνα τον άπαντα, πράγμα ενάντιο στην αυτοσυντήρησή του.

Η συγχώρεση προϋποθέτει ότι πιστεύουμε πως σε μια δεύτερη ευκαιρία ο φταίχτης δεν θα ξανακάνει τα ίδια. Η πίστη αυτή εν μέρει είναι αφελής κι εν μέρει αβάσιμη. Είναι εν μέρει αβάσιμη γιατί μπορεί, ορισμένες φορές, μία φορά (ένα φταίξιμο) να είναι αρκετή για να καταστρέψει τα πάντα. Είναι εν μέρει αφελής, γιατί η δεύτερη "ευκαιρία" ποτέ δεν είναι η ίδια με την πρώτη ευκαιρία διάπραξης εγκλήματος κι, επομένως, είναι "τζάμπα", δίχως κόστος, η μη διάπραξη δεύτερης αδικίας και η αντίστοιχη υπόσχεση ή προσδοκία. Όταν λ.χ. κάποιος έχει ήδη κάνει "το κομμάτι του" αδικώντας άλλον, τότε η υπόσχεση ότι δεν θα το ξανακάνει είναι "δωρεάν", αφού το κακό (δηλαδή αυτό που θέλησε και ευχαριστήθηκε πολύ να πράξει ο φταίχτης) έχει ήδη γίνει και είναι ανεξίτηλο.

Κι εδώ ερχόμαστε στο κεντρικό θέμα. Το κακό είναι ανεξίτηλο στις περισσότερες περιπτώσεις. Ό,τι έγινε δεν ξεγίνεται στο μέλλον. Ούτε αντιστρέφεται. Ούτε ξεχνιέται, παρά μόνο χάρη σε αυτεξαπάτηση. Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν έχουμε μία μοναδιαία διάπραξη αδικίας και φαίνεται ότι το κακό είναι μικρό, στην πραγματικότητα ενδέχεται να είναι προσθετικό. Η αντιστροφή είναι μια μορφή εκδίκησης, η οποία κατορθώνει απλώς να θίξει τον φταίχτη, δίχως να αποκαταστήσει τον θιγόμενο.

Η θέληση για "συγχώρεση σε κάθε περίπτωση", είναι το ίδιο παθολογική όσο και η θέληση για εκδίκηση ή για δικαιοσύνη. Γιατί ούτε η εκδίκηση αναπληρώνει το κακό ούτε η δικαιοσύνη είναι κάτι άλλο πέρα από νόμιμη αποζημίωση, δηλαδή εκδίκηση, ούτε η συγχώρεση κατορθώνει να γεφυρώσει το χάσμα. Η συγχώρεση είναι δυνατή μόνο όταν υπάρχει κάτι υψηλότερης αξίας, στο οποίο βασισμένος ο θιγμένος θα μπορέσει να ξεγράψει την αδικία που υπέστη. Αλλιώς είναι μια πράξη απολύτως παράλογη. Η σιωπή είναι η πιο ακέραια στάση μετά την διάπραξη της αδικίας. Δείχνει ακριβώς την παγερότητα και το αγεφύρωτο των κοσμοαντιλήψεων χωρίς να εκπίπτει σε συναισθηματισμούς, θετικούς (συγχώρεση) ή αρνητικούς (εκδίκηση, δικαιοσύνη). Πιο ακέραια στάση είναι και από την μεριά του φταίχτη η σιωπή. Δείχνει ακριβώς ότι ο φταίχτης δεν προσπαθεί να παραστήσει τον τρελλό για να γλιτώσει τα επιτίμια, μα ακριβώς όντας έντιμος δεν απολογείται ούτε αρνείται τώρα ό,τι πίστευε ως σωστό όταν διέπραττε την αδικία του – γιατί στα μάτια του δεν είναι αδικία.

Ασφαλώς όλες οι μορφές αντίδρασης (συγχώρεση, εκδίκηση, δικαιοσύνη) είναι ανθρώπινες και δεν υπερέχει η μία έναντι της άλλης, λογικά τουλάχιστον. Η σιωπή δικαιολογείται όπως προαναφέραμε στη βάση της βεβαιωμένης αντιπαλότητας. Η συγχώρεση δικαιολογείται στη βάση της ύπαρξης ενός πράγματος το οποίο ενώνει τον θιγμένο και τον μετανοημένο εγκληματία. Η εκδίκηση δικαιολογείται με την υπόθεση ότι ο πόνος που νοιώθει ο αδικήσας συνεπάγεται χαρά για τον θιγμένο. Η δικαιοσύνη, τέλος, δικαιολογείται βάσει της άποψης ότι υπάρχει ένα σταθμίσιμο και γνωστό επιτίμιο, το οποίο ισοδυναμεί με το προκληθέν κακό.

Οι ενοχές είναι τις περισσότερες φορές ένας τρόπος αυτοάμυνας. Εάν δεν συντελούν στην άμεση αλλαγή συμπεριφοράς, τότε είναι επίσης χαρακτηριστικό διπροσωπίας, όχι προς εκείνον τον οποίο βλάπτουμε ή κοροϊδεύουμε, αλλά προς τον εαυτό μας. Γιατί διπρόσωπος ως προς τον εαυτό του είναι όποιος δέχεται τη σοβαρότητα μιας κατάστασης κι αμέσως μετά δεν λαμβάνει υπόψιν του τα δικά του συμπεράσματα. Οι ενοχές είναι ένας τρόπος αυτοάμυνας, υπό την έννοια ότι μέσω αυτών δίνουμε εσκεμμένα στον εαυτό μας την ψευδή εντύπωση ότι, παρ' όλο που διαπράττουμε το κακό (όπως κι αν το ορίζουμε και το δεχόμαστε εμείς που το διαπράττουμε) κατά βάθος είμαστε καλοί άνθρωποι, αφού στεναχωριόμαστε κι εμείς. Είναι σα να κάνουμε το ηθικό μας καθήκον, έστω και στο επίπεδο της σκέψης, οπότε, στη συνέχεια, όντας ευχαριστημένοι και αυτοϊκανοποιημένοι (άρα με αναπτερωμένες τις ψυχικές δυνάμεις και πιο ορεξάτοι) γι' αυτό, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαπράττουμε το "κακό" απτόητοι. Η διπροσωπία αυτή λοιπόν μπορεί να (μην) γίνεται αντιληπτή από το Εγώ ως τέτοια, ωστόσο συνιστά, είτε το Εγώ το γνωρίζει είτε όχι, έναν τρόπο αυτοάμυνας, άμυνας κατά του ίδιου του του εαυτού. Είναι, συνήθως, μορφή εκτόνωσης λοιπόν οι ενοχές, ώστε το Εγώ να συνεχίσει να ζει με τον ίδιο τρόπο, τον οποίο κατακρίνει. Δεν έχει και πολύ νόημα η συζήτηση εάν πρέπει κάποιοι τρίτοι να δοκιμάσουν να ξεριζώσουν τη συνήθεια αυτή του υποκειμένου. Διότι η δοκιμή αυτή θα είχε θετικά αποτελέσματα μόνο για τρίτους κι όχι για το Εγώ το ίδιο, το οποίο ωφελείται. Ένας πιο ακέραιος τρόπος σκέψης, δηλαδή η περηφάνια και "ντομπροσύνη" είναι αναμφισβήτητα ηθικά ανώτερος, ωστόσο το Εγώ δεν ενδιαφέρεται, λόγω ανάγκης, για "ηθική ανωτερότητα" τη στιγμή που βρίσκεται ανάμεσα στη Σκύλα της ανοιχτής σύγκρουσης με τους άλλους, λόγω της υπερηφάνειας-ντομπροσύνης και πλήρους αποδοχής-ανάληψης των ευθυνών (αν δηλαδή τολμούσε να διακηρύξει ανοικτά ό,τι διέπραττε και σκεφτόταν στα κρυφά), και στη Χάρυβδη της αυτοκτονίας-ψυχική εκμηδένισης, λόγω των τύψεων. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα είναι αδύνατη η διαφυγή από την διπροσωπία αυτή, γιατί θα σήμαινε την απεμπόληση κάθε ευκολίας και απόκρυψης των ευάλωτων πλευρών του Εγώ από τους σκληρούς ανθρώπους του έξω κόσμου.

Η συγγνώμη προϋποθέτει έναν αγνωστικισμό σχετικά με τον άνθρωπο, μια άγνοια των βαθύτερων κινήτρων του και μια πίστη στην αλλαγή χαρακτήρα. Εφόσον δεν ξέρουμε τα βάθη της ψυχής του ανθρώπου που μας έθιξε, μπορούμε να είμαστε πιο διαλλακτικοί ή με περισσότερη κατανόηση, αφού δεν μπορούμε να ξέρουμε τις ακριβείς αιτίες της συμπεριφοράς του. Αυτή είναι η άλλη προϋπόθεση της συγγνώμης, πέρα από το κοινό σύμβολο. Όμως ο αγνωστικισμός δεν μπορεί να συνεπάγεται τίποτε υπέρ της συγχώρεσης ή, μάλλον, συνεπάγεται τόσα ακριβώς υπέρ αυτής όσο θα συνεπαγόταν και εναντίον της. Τίποτε δεν λέει ότι ο άνθρωπος ο οποίος μάς φέρεται άσχημα είναι δυνάμει ("στα βάθη της ψυχής του") καλός: μπορεί να είναι δυνάμει χειρότερος και απλώς - λόγω του αγνωστικισμού της ψυχής - να αδυνατούμε να το διαπιστώσουμε ή να μην μπόρεσε να εκφράσει τη χειρότερη αυτή δυνατότητά του. Πράγματι υπάρχουν άνθρωποι που ενδεχομένως μπορούν να αλλάξουν ένα τμήμα ή πολλά από τη συμπεριφορά τους, αλλά αυτοί είναι πάντοτε λίγοι και ο χαρακτήρας του ανθρώπου δεν αλλάζει τόσο πολύ όσο δήθεν συμπεραίνεται από τον αγνωστικισμό της ψυχής. Πράγματι αλλάζουν κάποιες πτυχές της συμπεριφοράς, εάν υπάρξει κατάλληλη αντίδραση από το περιβάλλον, αλλά ολοκληρωτική μεταστροφή, με την έννοια της αποκήρυξης όχι μόνο των περιεχομένων της σκέψης μα και της "δομής" της συμπεριφοράς, είναι αδύνατος. Ο τραχύς άνθρωπος, ο οποίος ως τώρα κοιτούσε τον εαυτούλη του, θα παραμείνει τραχύς ακόμη κι αν γίνει κήρυκας της Αγάπης και της Ευσπλαχνίας - εκτός πια κι αν μετατραπεί στο ακριβώς αντίθετο, στον άνθρωπο που ανέχεται να ποδοπατάται από όλους. Αλλά ο αγνωστικισμός, αν εφαρμοζόταν πλήρως, θα σήμαινε ότι κανείς δεν πρέπει να πληρώσει για τις πράξεις του, διότι δεν ξέρουμε τι υπάρχει κατά βάθος μέσα του. Οι φονιάδες δε θα έπρεπε να τιμωρούνται, οι απατεώνες δε θα έπρεπε να καταδικάζονται κ.λπ., στο όνομα της ατέλειας της ανθρώπινης δικαιοσύνης (δικαστικής ή άλλου είδους).

Πως να αποδεχτώ τα λάθη μου χωρίς να αυτοτιμωρούμαι και να αισθάνομαι ενοχές;

Αποτέλεσμα εικόνας για Πως να αποδεχτώ τα λάθη μου χωρίς να αυτοτιμωρούμαι και να αισθάνομαι ενοχές;Είμαι ένας άνθρωπος που κοιτάει μέσα του, αναγνωρίζει τα λάθη του, αναλαμβάνει το μερίδιο ευθύνης του, δεν το μεταφέρει στον άλλο. Γιατί όμως μου είναι τόσο δύσκολο να αποδεχτώ τα λάθη μου, τις λάθος συμπεριφορές μου, τους λάθους χειρισμούς μου χωρίς να νιώθω τόση ενοχή, χωρίς να αυτοτιμωρούμαι που νιώθω ότι πλήγωσα κάποιον και πρώτα πρώτα εμένα? Γιατί να μπορώ να συγχωρώ τους άλλους όταν εκείνοι με πληγώνουν αλλά όχι τον εαυτό μου? Ενώ ξέρω πως ότι συνέβη, το όποιο λάθος, η όποια απαράδεκτη συμπεριφορά έγινε για να εξελιχθώ, για να μάθω. Το ξέρω όμως, δεν τον νιώθω. Πως θα μπορέσω να το νιώσω? Πως θα μπορέσω να ζω χωρίς αυτό το βάρος στην ψυχή μου? Πως θα μπορέσω να το αποδεχτώ όταν έχω πεισθεί στο τώρα μου ότι η ʽλάθοςʼ συμπεριφορά μου οδήγησε τον άλλο να φύγει από κοντά μου. Το ξέρω ότι δεν είναι έτσι. Θέλω όμως να το νιώσω. Προσπαθώ να αποδέχομαι χωρίς κριτική. Όμως ακόμα δεν τα καταφέρνω και αυτό με βασανίζει.

Αγαπημένη μου ψυχή,
είναι πολύ σπουδαίο το θέμα που θέτεις και πραγματικά σε ευχαριστώ από καρδιάς.

Διαβάζουμε τόσα πράγματα για την συγχώρεση, για αποδοχή των λαθών μας και ότι όλα είναι μαθήματα και τα χρειαζόμαστε και ότι μας εξελίσσουν και άλλες παρόμοιες διαπιστώσεις, που ενώ τις αποδεχόμαστε ως αληθείς, βαθιά μέσα μας εξακολουθεί να μένει ένα αγκάθι που πονάει και ματώνει, ένα κενό, μια ενοχή και μια διαπίστωση, ότι “ναι αυτά έτσι είναι, αλλά εγώ δεν είμαι αρκετά καλή”.

Αυτό που αισθάνομαι από τα γραφόμενα σου είναι ότι λειτουργείς πολύ νοητικά. Δηλαδή γνωρίζεις τι πρέπει να κάνεις, γνωρίζεις τι συμβαίνει και γιατί αλλά έχεις μείνει τόσο πολύ στο νου σου και αυτό σου κόβει την σχέση με το μικρό πληγωμένο παιδάκι που έχεις μέσα σου. Ο νους σου έχει γίνει δυνάστης του εσωτερικού παιδιού, των πληγωμένων συναισθημάτων σου που του επιτρέπεις να ξεσπαθώνει και να σε κρίνει διαρκώς.

Φαντάσου πως έχεις ένα μικρό παιδάκι που κλαίει, φοβάται και αισθάνεται ότι κάνει τα πάντα λάθος. Μην το αποπαίρνεις και μην το αγνοείς. Ζητάει την προσοχή σου και χρειάζεται να του την δώσεις. Χρειάζεται να ψάξεις τις αιτίες που έκανες το “λάθος”, την αιτία που πλήγωσες τον άλλον. Δεν είσαι κακός άνθρωπος, δεν έχεις πρόθεση να βλάψεις, άρα κάτι σε οδήγησε να συμπεριφερθείς έτσι. Κάποιος φόβος σου, κάποια πληγή, κάποιο τραύμα. Το ότι αναγνωρίζεις το λάθος σου δεν σημαίνει ότι έχεις βρει την αιτία που το προκάλεσε. Και επειδή δεν έχεις δει την αιτία, είσαι σκληρή με τον εαυτό σου και τον κρίνεις από το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς σου και πιστεύεις ότι αυτό μπορεί να διώξει τον άλλον από κοντά σου και αυτό με την σειρά του σε κάνει ακόμα πιο σκληρή με τον εαυτό σου και ξύνει ακόμα περισσότερο την πληγή σου.

Είναι καιρός να σταματήσεις να φωνάζεις και να μαλώνεις το παιδάκι που κρύβεις μέσα σου. Αγκάλιασε το, ρώτησε το τι το απασχολεί, τι φοβάται, τι το ενοχλεί, όπως θα έκανες σε ένα μικρό παιδί που έχει κάνει κάποια ζημιά. Ακόμα και από εκδίκηση να την έκανε, κάτι το είχε πληγώσει πιο πριν, τι ήταν αυτό; Δηλαδή πήγαινε βαθιά μέσα σου και αισθάνσου εσένα και τους λόγους που προξένησαν την συμπεριφορά σου. Ότι ανακαλύψεις μην το κρίνεις, ακόμα και άσχημη πρόθεση να είχες, πάντα μα πάντα από πίσω υπήρχε μια πληγή. Φτάσε στην πληγή αυτή.

Αν κάνεις αυτή τη διαδικασία με θάρρος μερικές φορές θα δώσεις στο νου την πληροφορία ότι πίσω από κάθε “λανθασμένη” ενέργεια υπάρχει πάντα κάποια αιτία. Και όταν βρεις την αιτία θα είσαι τόσο γεμάτη που θα αγαπήσεις τα λάθη σου γιατί αυτά είναι εκεί για να σου δείξουν τις πληγές σου, είναι εκεί για να σε φέρουν πιο κοντά σε εσένα.

Όταν το αναγνωρίσεις αυτό, η συγνώμη σου θα έχει άλλη ουσία και ο άλλος δεν θα φύγει από κοντά σου αλλά θα σε καταλάβει, θα σε νιώσει και θα σε αποδεχτεί για όλη την δύναμη και την γενναιότητα που επέδειξες.

Και έτσι μεταφέρεις το φως σου και στον άλλον και του μεταδίδεις το μήνυμα ότι σαν άνθρωποι μπορούμε να κάνουμε λάθη αλλά έχουμε και το θάρρος να τα αγαπάμε και αυτά, γιατί είναι φωτεινοί δάσκαλοι για εμάς και για τους άλλους που εμπλέκονται μαζί μας.

Ότι συμβαίνει, συμβαίνει για κάποιο λόγο και είναι αυτό που χρειαζόμαστε την κάθε στιγμή για να πάμε παρακάτω. Έτσι λοιπόν και ο άλλος που υπήρξε ο αποδέκτης της δικής σου συμπεριφοράς και αυτός την προσέλκυσε γιατί ήταν το μάθημα που χρειαζόταν σαν ψυχή για την δική του εξέλιξη. Δηλαδή ήσουν για αυτόν ένας δάσκαλος που του πρόσφερες ένα σπουδαίο μάθημα. Είναι αρκετό αυτό για να προσφέρεις λίγη αγάπη στον εαυτό σου και να πάψεις να είσαι τόσο σκληρή μαζί του;

Αναπροσανατολισμός – Αλλαγή στάση ζωής

Αποτέλεσμα εικόνας για Αναπροσανατολισμός – Αλλαγή στάση ζωήςΘυμός. Στρώματα θυμού, συσσωρευμένα από τα χρόνια. Καταπιεσμένες ανάγκες, θαμμένες επιθυμίες, ναρκωμένοι φόβοι, κρυφοί πόθοι, χαμένες απολαύσεις, χαμένες ευκαιρίες, εντυπώσεις αδικίας, αισθήματα ενοχής, αναξιότητας, φταιξίματος, σκέψεις αδυναμίας, περιφρόνησης εαυτού, συνθέτουν την ψευδαίσθηση της εικόνας που έχουμε για τον εαυτό μας.

Πόσοι δεν έχουμε πει, αν ήταν τα πράγματα αλλιώς, αν είχα κάνει αυτό ή αν είχα κάνει εκείνο, τώρα θα ήμουν καλύτερα, θα ήμουν έτσι και αλλιώς. Αναπολούμε στιγμές στο παρελθόν για να πούμε ότι δεν φταίμε εμείς που δεν είμαστε καλά τώρα, που η ζωή δεν μας τα φέρνει όπως θα θέλαμε. Είναι οι λανθασμένες επιλογές του παρελθόντος, είναι οι συγκυρίες του σήμερα, είναι η γενικότερη κατάσταση έτσι που μας φταίει και μας βυθίζει στην ανθρώπινη ψευδαίσθηση μας.

Ο νους μας έχει φτιάξει τόσα σενάρια ανά τα χρόνια και μας έχει εγκλωβίσει τόσο περίτεχνα μέσα σε αυτή την ψευδαίσθηση που νομίζουμε ότι δεν υπάρχει φώς. Έξω από αυτή τη ψευδαίσθηση το φως λάμπει, έξω υπάρχει ζωή και εμείς μέσα στο σπίτι της ψευδαίσθησης με κλειστά παράθυρα, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ότι αρκεί μόνο να ανοίξουμε τα παράθυρα για να γεμίσει ο χώρος φως.

Τρέχουμε από εδώ και από εκεί, προσπαθούμε να μάθουμε πράγματα, να αφυπνιστούμε, να ανακαλύψουμε την πνευματικότητα μας και καταλήγουμε να συνεχίζουμε να συσσωρεύουμε «εγώ», να συσσωρεύουμε στόχους, καινούργιες «πνευματικές» επιθυμίες και έτσι συνεχίζουμε να φτιάχνουμε νέα ρούχα για το εγώ μας. Όμως είναι πιο φανταχτερά και πιο πνευματικά και μας βουλιάζουν περισσότερο μέσα στην καλά στημένη ψευδαίσθηση του νου.

Ας ξυπνήσουμε λίγο, ας αρχίσουμε να βιώνουμε τον εαυτό μας. Ας κοιτάξουμε λίγο μέσα μας, ας ακούσουμε την φωνή του μικρού παιδιού που κρύβεται στο εσωτερικό μας και κλαίει. Έχει πνιγεί τόσα χρόνια με τα σκουπίδια που το φορτώνουμε. Ας το αφήσουμε να αναπνεύσει, ας το αφήσουμε να παίξει, ας του δώσουμε λίγη προσοχή. Θέλουμε να λεγόμαστε πνευματικοί άνθρωποι και χαιρόμαστε με τα κατορθώματα μας ενώ δεν έχουμε καταφέρει να έχουμε χαρούμενο το εσωτερικό μας παιδάκι, ενώ δεν έχουμε καταφέρει να πούμε στον εαυτό μας, ότι δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα, τον αγαπάμε έτσι όπως είναι αυτή τη στιγμή. Γιατί έτσι όπως είναι αυτή τη στιγμή είναι τέλειος μέσα στην ατέλεια του.

Συνεχώς προσπαθούμε να διορθώσουμε συμπεριφορές, σκέψεις, αισθήματα, αντί να τα πάρουμε σαν οδηγό για να ακούσουμε το μικρό παιδάκι μέσα μας. Συνεχώς προσπαθούμε να κάνουμε κάτι για να κρύψουμε μέσα στο θόρυβο αυτή τη μικρή φωνή που μας μιλάει. Κάνουμε τα πάντα για να συνεχίσουμε να ζούμε στην ψευδαίσθηση μας και αφήνουμε την ζωή μας ανεκμετάλλευτη, την σπαταλάμε, την χαραμίζουμε, στην μιζέρια και την δυστυχία.

Όμως ας σταματήσουμε εδώ, ας κάνουμε μια παύση και ας το πάμε πάλι από την αρχή. Ας επιτρέψουμε στο θυμό μας να εμφανιστεί. Ας παρατηρήσουμε τις σκέψεις μας, ας γίνουμε λίγο συνειδητοί με τα συναισθήματα μας και ας σταματήσουμε για λίγο. Ας κόψουμε ρυθμό, ας επικεντρωθούμε σε εμάς. Τι κάνουμε; Μας αρέσει; Αν όχι τι μπορούμε να κάνουμε έτσι ώστε είτε να το αλλάξουμε, είτε να το μετουσιώσουμε σε αρεστό; Τι μας στεναχωρεί; Τι κάνουμε για αυτό και πως το χειριζόμαστε; Μπορούμε να συγχωρήσουμε την κατάσταση που μας φέρνει αυτή τη στεναχώρια ή υπάρχει ένα βαθύτερο τραύμα, μια βαθύτερη πληγή που συνεχίζει να αιμορραγεί και εμείς απλά συνεχίζουμε να αγνοούμε; Πως αισθανόμαστε; Σε τι μας εξυπηρετούν τα αισθήματα που λαμβάνουμε; Τι μας λένε οι σκέψεις μας που έρχονται στο κεφάλι μας; Ακούμε; Αισθανόμαστε; Δίνουμε σημασία;

Αν υποθέσουμε ότι είχαμε παραμελήσει το εσωτερικό μας παιδάκι τόσα χρόνια, τι μπορούμε να κάνουμε τώρα για να του δώσουμε την αγάπη, την σιγουριά, την προστασία και την ασφάλεια που χρειάζεται;

Κατά πόσο πιστεύουμε ότι όλα όσα θέλουμε είναι μέσα μας; Κατά πόσο είμαστε συνειδητοί σε αυτό; Και πως μπορούμε να το επιτύχουμε; Πως μπορούμε να δούμε μερικές αναλαμπές από αυτό το Αιώνιο και το Άχρονο που είμαστε;

Ε λοιπόν η συνταγή είναι πολύ απλή, αλλά και πολύ δύσκολη γιατί έχουμε συνηθίσει αλλιώς τόσα χρόνια. Μας έχουν μάθει αλλιώς να λειτουργούμε και μας έχουν γεμίσει ενοχές. Όμως μπορώ να τα αλλάξω όλα Τώρα, αρκεί να το πάρω απόφαση.

Ας σταματήσω ότι κάνω και ας αρχίσω να παρατηρώ περισσότερο, να παρατηρώ σαν μικρό παιδί, σαν παιδί που δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα, παρά μόνο να παρατηρώ. Να παρατηρώ και να απολαμβάνω, ότι προκύπτει όπως προκύπτει. Κάτι όμορφο υπάρχει πάντα σε αυτό που συμβαίνει. Ποιο είναι; Ας επικεντρωθώ στο ωραίο, κάθε στιγμή. Ας αφιερώσω λίγο χρόνο στον εαυτό μου, κάνοντας απλά πράγματα που απολαμβάνω. Αυτό θα μου προσφέρει τόση ενέργεια για να κάνω μετά και πράγματα που δεν απολαμβάνω και τόσο και τότε θα μπορώ να δω και σε αυτές τις καταστάσεις κάτι ωραίο. Και τα ωραία που θα μου συμβαίνουν θα πληθαίνουν και θα πληθαίνουν και η ζωή μου θα γίνει ένα πανηγύρι ωραίων στιγμών.

Ας νιώσω ευχαρίστηση και ευγνωμοσύνη για αυτά που έχω. Σε όλα αυτά που θεωρώ δεδομένα και όμως είναι κοντά μου, υπάρχουν αυτή τη στιγμή και χρειάζεται να τα δω, να τα αναγνωρίσω, να αναγνωρίσω τις υπηρεσίες που μου προσφέρουν.

Ας εκτιμήσω περισσότερο τους ανθρώπους που συναντώ καθημερινά και ας αναγνωρίσω σε αυτούς το κομμάτι του θεού που κρύβουν και ας αναγνωρίσω και σε αυτούς τα τραύματα που κρύβουν και τους ταλαιπωρούν και ας μπορέσω να τους συναισθανθώ για λίγο, γιατί και αυτοί πολλές φορές είναι βυθισμένοι στην ψευδαίσθηση όπως και εγώ.

Ας κόψω τις πολλές δραστηριότητες και ας αφιερώσω περισσότερο χρόνο σε πράγματα που αγαπώ. Το οφείλω στον εαυτό μου, αλλιώς συνεχίζω να παραμελώ το εσωτερικό μου παιδί, συνεχίζω να παραμελώ τον εαυτό μου και αυτό με απομακρύνει από την χαρά που η σύνδεση μαζί του μπορεί να μου προσφέρει.

Αν έστω και μια στιγμή καταφέρω να αισθανθώ τη σύνδεση με τον Είναι μου, έρθω σε επαφή με την ουσία μου, τότε θα καταλάβω πως αυτό από μόνο του είναι όλα όσα χρειάζεται να κάνω σε αυτή τη ζωή. Και πως όλα τα άλλα που κάνω στην ουσία με αποπροσανατολίζουν από την πραγματικό μου Είναι και είναι στο χέρι μου να χρησιμοποιήσω όλες τις δραστηριότητες που έχω για να βιώνω περισσότερο την ουσία μου. Αυτή τη λάμψη που είναι κρυμμένη μέσα μου και περιμένει υπομονετικά, καρτερικά χωρίς να ζητάει τίποτα, χωρίς να απαιτεί τίποτα.

Ήρθε ο καιρός να αυτοπροσδιοριστώ. Ήρθε ο καιρός να αγαπήσω εμένα. Ήρθε ο καιρός που αποφάσισα να πετάξω όλα τα φορτία από πάνω μου, όλες τις ενοχές, προκαταλήψεις, πεποιθήσεις και να προσανατολιστώ σε εμένα, στην αγάπη που υπάρχει μέσα μου, στην γαλήνη που είμαι και αποφάσισα να ζήσω την κάθε μου στιγμή με αγάπη και χαρά. Γι’ αυτό και τώρα επιλέγω εκείνες τις σκέψεις που με βοηθάνε να δημιουργώ τον εαυτό που θέλω. Επιλέγω εκείνα τα συναισθήματα που μου φτιάχνουν τη διάθεση. Τα άλλα που δεν με βοηθάνε, τα αγκαλιάζω και παίρνω το μήνυμα που μου δίνουν για να το επεξεργαστώ και να το μετουσιώσω επίσης σε ομορφιά και αγάπη.

Δύσκολο; Όχι αρκεί να σκεφτώ και να ξεκινήσω με την εξής δήλωση, «είμαι αγαπημένος και τέλειος έτσι όπως είμαι αυτή ακριβώς τη στιγμή». Και πρακτικά αποδέχομαι όλα όσα συμβαίνουν σε εμένα δίχως όρια, δίχως όρους. Όλα μα όλα. Είναι δικά μου, τα τιμώ και τα αγαπώ. Γιατί δεν μπορώ να αγαπήσω εμένα πραγματικά αν δεν αγαπήσω και όλα τα κομμάτια μου.

Και έτσι όλος ο κόσμος γίνεται ένα απέραντο πεδίο αγάπης. Καλή απόλαυση…

Τι σημαίνει να δίνεις

Αποτέλεσμα εικόνας για Τι σημαίνει να δίνειςΑλλά τι σημαίνει να δίνεις;
 Όσο και αν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα φαίνεται αρχικά απλή, στην πραγματικότητα είναι γεμάτη αμφισημίες και πολυπλοκότητες. Η πιο διαδεδομένη παρανόηση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία όταν δίνεις σημαίνει «ότι παραιτείσαι» εσύ από κάτι, ότι στερείσαι κάτι, ότι το θυσιάζεις. Το άτομο, του οποίου ο χαρακτήρας δεν αναπτύχθηκε πέρα από το στάδιο του να προσανατολίζεται στο πώς θα επωφεληθεί, θα εκμεταλλευτεί και θα αποθησαυρίσει και μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να νιώσει το δόσιμο. Ο εμπορικός αυτός ανθρώπινος τύπος είναι πρόθυμος να δώσει, αλλά μόνο με το αντάλλαγμα ότι θα λάβει κάτι` το να δώσει χωρίς να πάρει είναι για αυτόν ισοδύναμο με εξαπάτηση. Οι άνθρωποι, των οποίων ο κύριος προσανατολισμός είναι μη δημιουργικός, νιώθουν το δόσιμο σαν κάτι που τους κάνει πιο φτωχούς. Για αυτό ακριβώς οι περισσότεροι άνθρωποι αυτού του τύπου είναι τόσο αρνητικοί στο να δίνουν. Μερικοί ανάγουν το δόσιμο σε θυσία και το αποκαλούν αρετή. Νιώθουν ότι απλώς και μόνο επειδή το να δίνεις είναι οδυνηρό, ο άνθρωπος πρέπει να δίνει` η αρετή του να δίνεις έγκειται για αυτούς ακριβώς στην αποδοχή της θυσίας. Για αυτούς δηλαδή, το στερεότυπο ότι είναι προτιμότερο να δίνεις παρά να παίρνεις σημαίνει ότι είναι προτιμότερο να υποφέρεις από τη στέρηση παρά να βιώνεις χαρά.

Για τον δημιουργικό χαρακτήρα, το να δίνεις αποκτά μία εντελώς διαφορετική σημασία. Το να δίνεις είναι η υψηλότερη έκφραση της ανθρώπινης δυνατότητας. Στην ίδια την πράξη της προσφοράς βιώνω τη δύναμή μου, τον πλούτο μου, την ικανότητά μου. Αυτή η εμπειρία της αυξημένης ζωτικότητας και δυνατότητας με γεμίζει ευδαιμονία. Αισθάνομαι τον εαυτό μου να πλημμυρίζει, να προσφέρει, είμαι γεμάτος ζωή και επομένως ευτυχισμένος. Το να δίνω με γεμίζει με περισσότερη χαρά από ό, τι το να παίρνω όχι επειδή είναι μία πράξη με την οποία στερούμαι κάτι, αλλά επειδή μέσα στην ίδια την πράξη του δοσίματος έγκειται η εκδήλωση της ζωντάνιάς μου.

Στη σφαίρα των υλικών πραγμάτων, το να δίνει κανείς σημαίνει και ότι είναι πλούσιος. Δεν είναι πλούσιος αυτός ο οποίος έχει πολλά, αλλά αυτός ο οποίος δίνει πολλά. Ο άνθρωπος ο οποίος απλώς αποθησαυρίζει γεμάτος άγχος μήπως χάσει και το παραμικρό, είναι από ψυχολογικής άποψης φτωχός, εξαθλιωμένος, ανεξάρτητα από το πόσα πολλά έχει. Πλούσιος είναι όποιος είναι ταυτόχρονα ικανός να δίνει κάτι από τον εαυτό του. Αυτός νιώθει τον εαυτό του ως κάποιον που μπορεί να προσφέρει στους άλλους κάτι από αυτόν ακριβώς τον εαυτό. Μόνο ο άνθρωπος που είναι στερημένος ακόμη και των βασικών μέσων για να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες επιβίωσης θα ήταν ανίκανος να απολαύσει την πράξη του να δίνει υλικά πράγματα. Όμως, η καθημερινή εμπειρία μας δείχνει ότι αυτό το οποίο ο κάθε άνθρωπος θεωρεί και αντιλαμβάνεται ως στοιχειώδεις ανάγκες εξαρτάται τόσο από το τι έχει πραγματικά στην κατοχή του όσο και από το χαρακτήρα του. Είναι ευρέως γνωστό ότι οι φτωχοί είναι πολύ περισσότερο πρόθυμοι από τους πλούσιους να δώσουν. Ωστόσο, η φτώχεια η οποία υπερβαίνει κάποιο όριο, μπορεί να καταστήσει αδύνατη την πράξη της προσφοράς, και είναι τόσο ταπεινωτική όχι μόνο εξαιτίας των βασάνων που άμεσα προκαλεί αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι στερεί από τον άνθρωπο τη χαρά της προσφοράς.

Όμως ο πιο σημαντικός τομέας της προσφοράς δεν αφορά τα υλικά πράγματα, αλλά την πολύ ιδιαίτερη επικράτεια του ανθρώπου. Τι δίνει λοιπόν ένας άνθρωπος σ’ έναν άλλο άνθρωπο; Του δίνει κάτι από τον εαυτό του, από το πιο πολύτιμο που έχει, από τη ζωή του. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θυσιάζει τη ζωή του για τον άλλο – αλλά ότι του δίνει από ό, τι πιο ζωντανό υπάρχει μέσα του` του δίνει από τη χαρά του, από το ενδιαφέρον, από την κατανόησή του, από τη γνώση του, από το χιούμορ του, από τη θλίψη του – από όλες τις εκφάνσεις και εκδηλώσεις του ζωντανού πυρήνα της ύπαρξής του. Και με αυτού του είδους την προσφορά από την ίδια του τη ζωή εμπλουτίζει τους άλλους, ενδυναμώνει μέσα τους την επίγνωσή τους ότι είναι ζωντανοί, ενδυναμώνοντας έτσι και μέσα στον εαυτό του την ίδια αυτή επίγνωση. Δεν δίνει με σκοπό να πάρει` η προσφορά του είναι από μόνη της μία πηγαία χαρά. Παρ’ όλα αυτά, δίνοντας δεν μπορεί παρά να κάνει να γεννηθεί κάτι μέσα στον άλλο άνθρωπο, και αυτό το οποίο γεννιέται αντανακλάται πάλι σε αυτόν. Το να δίνεις αληθινά σημαίνει και πως δεν μπορεί παρά να λάβεις αυτό που θα σου ξαναδοθεί. Το να δίνεις σημαίνει με άλλα λόγια ότι θα κάνεις και τον άλλο άνθρωπο να δώσει, κι έτσι δύο άτομα πια θα μοιράζονται τη χαρά για αυτό που έκαναν να γεννηθεί. Μέσα στην ίδια την πράξη της προσφοράς, πάντοτε κάτι γεννιέται ώστε και οι δύο άνθρωποι που εμπλέκονται να νιώθουν ευγνωμοσύνη για τη νέα αυτή ζωντανή κατάσταση η οποία γεννήθηκε και για τους δυο τους. Ειδικότερα όσον αφορά την αγάπη, αυτό σημαίνει: η αγάπη είναι μία δύναμη που παράγει αγάπη` η αδυναμία είναι η ανικανότητα να γεννήσεις αγάπη.