Σάββατο 8 Αυγούστου 2015

Αισθάνεσαι Ανώτερος Επειδή Νιώθεις Κατώτερος

Αισθάνεσαι Ανώτερος Επειδή Νιώθεις ΚατώτεροςΟ ανθρωπάκος μέσα μου λέει:
«Έγινες πια μεγάλος και τρανός, γνωστός σε Γερμανία, Αυστρία, Σκανδιναβία, Αγγλία, Αμερική και Παλαιστίνη. Οι κομμουνιστές σε πολεμούν. Οι “σωτήρες των πολιτιστικών αξιών” σε μισούν. Τα θύματα της συναισθηματικής πανούκλας σε διώκουν. Έχεις γράψει δώδεκα βιβλία και εκατόν πενήντα άρθρα για την αθλιότητα της ζωής, την αθλιότητα του ανθρωπάκου. Το έργο σου διδάσκεται στα πανεπιστήμια και άλλοι μεγάλοι, μοναχικοί άνθρωποι, λένε πως είσαι πολύ μεγάλος άνθρωπος. Συγκαταλέγεσαι ανάμεσα στους κολοσσούς της επιστήμης.
Ανακαλύπτοντας την κοσμική ενέργεια της ζωής και τους νόμους που διέπουν τη ζωντανή ύλη, έκανες τη μεγαλύτερη ανακάλυψη των τελευταίων αιώνων. Βοήθησες να γίνει κατανοητή η φύση του καρκίνου. Είπες την αλήθεια. Γι’ αυτό σε κυνηγούν από χώρα σε χώρα. Τώρα δικαιούσαι να ξεκουραστείς. Απόλαυσε την επιτυχία και τη φήμη σου. Σε λίγα χρόνια το όνομά σου θα ακούγεται παντού. Αρκετά έκανες. Φτάνει πια. Αφοσιώσου πλέον στις μελέτες σου για το λειτουργικό νόμο της φύσης».

Έτσι λέει ο ανθρωπάκος μέσα μου, επειδή σε φοβάται, ανθρωπάκο.

Για πολλά χρόνια ήμουν σε στενή επαφή μαζί σου. Μέσα από τις προσωπικές μου εμπειρίες γνώριζα τη ζωή σου και ήθελα να σε βοηθήσω. Διατηρούσα τούτη την επαφή, επειδή έβλεπα ότι σε βοηθούσα πραγματικά κι ότι δεχόσουν πρόθυμα τη βοήθειά μου, συχνά με δάκρυα στα μάτια. Λίγο-λίγο, όμως, άρχισα να καταλαβαίνω ότι ενώ ήσουν πρόθυμος να δεχτείς τη βοήθειά μου, ήσουν ανίκανος να την υπερασπιστείς. Την υπερασπίστηκα εγώ για σένα και πάλεψα σκληρά για λογαριασμό σου. Μα ήρθαν οι ηγέτες σου και κατέστρεψαν το έργο μου· κι εσύ τους ακολούθησες, δίχως να βγάλεις άχνα.
Μετά απ’ αυτό διατήρησα την επαφή μαζί σου, ελπίζοντας να ανακαλύψω τον τρόπο που θα μπορούσε κανείς να σε βοηθήσει χωρίς να καταστραφεί, είτε ως ηγέτης, είτε ως θύμα σου. Ο ανθρωπάκος μέσα μου ήθελε να σε κερδίσει, να σε «σώσει», να τον θωρείς με το ίδιο δέος που αντιμετωπίζεις τα «ανώτερα μαθηματικά», επειδή δεν έχεις ιδέα τι είναι. Όσο λιγότερο καταλαβαίνεις, τόσο περισσότερο δέος νιώθεις. Ξέρεις τον Χίτλερ καλύτερα από τον Νίτσε, τον Ναπολέοντα καλύτερα από τον Πεσταλότσι. Θεωρείς κάποιον βασιλιά σημαντικότερο απ’ τον Sigmund Freud.

Ο ανθρωπάκος μέσα μου θέλει να σε κερδίσει, όπως σε κερδίζουν συνήθως με τα ταμ-ταμ της ηγεσίας. Όταν ο ανθρωπάκος μέσα μου ονειρεύεται να «σε οδηγήσει στην ελευθερία», σε φοβάμαι. Υπάρχει κίνδυνος να ανακαλύψεις μέσα μου τον εαυτό σου κι εμένα μέσα σου, να τρομάξεις και γυρεύοντας να δολοφονήσεις τον εαυτό σου, να δολοφονήσεις εμένα. Μα δεν είμαι πια πρόθυμος να πεθάνω, υπερασπίζοντας την ελευθερία σου να είσαι σκλάβος του καθενός.
Δεν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Αντιλαμβάνομαι ότι η «ελευθερία να είσαι σκλάβος του καθενός» δεν είναι ευκολονόητη ιδέα.
Προκειμένου να ξεφύγεις από την κατάσταση του σκλάβου που είναι αφοσιωμένος σε έναν και μοναδικό αφέντη και να γίνεις σκλάβος του καθενός, πρέπει πρώτα να σκοτώσεις το συγκεκριμένο δυνάστη, τον τσάρο ας πούμε. Δίχως, όμως, επαναστατικά κίνητρα και υψηλά ιδανικά περί ελευθερίας, δεν μπορείς να διαπράξεις έναν τέτοιο πολιτικό φόνο. Συνεπώς, ιδρύεις ένα επαναστατικό κόμμα κάτω από την ηγεσία ενός πραγματικά μεγάλου ανθρώπου, του Ιησού, ας πούμε, του Μαρξ, του Λίνκολν ή του Λένιν.
Τούτος ο πραγματικά μεγάλος άνθρωπος παίρνει πολύ σοβαρά το θέμα της ελευθερίας σου. Αν θέλει να πετύχει πρακτικά αποτελέσματα, είναι υποχρεωμένος να μαζέψει γύρω του ένα σωρό ανθρωπάκια, βοηθούς κι εκτελεστικά όργανα, επειδή δεν μπορεί να φέρει σε πέρας ένα τέτοιο κολοσσιαίο έργο μονάχος.
Αν δε συγκέντρωνε γύρω του μερικά μεγάλα ανθρωπάκια, δε θα τον καταλάβαινες, θα τον αγνοούσες. Περιβάλλεται από μεγάλα ανθρωπάκια για να αποκτήσει δύναμη για χάρη σου, να κατακτήσει μιαν αλήθεια, ή να θεμελιώσει μια νέα, καλύτερη πίστη. Γράφει ευαγγέλια, φτιάχνει νόμους για να διασφαλίσει την ελευθερία σου κι υπολογίζει στη βοήθειά σου και την προθυμία σου να τον συνδράμεις. Σε τραβάει έξω από τον κοινωνικό βούρκο, όπου είχες βουλιάξει.
Προκειμένου, όμως, να κρατήσει ενωμένα όλα τα μεγάλα ανθρωπάκια και να μη χάσει την εμπιστοσύνη σου, ο πραγματικά μεγάλος άνθρωπος αναγκάζεται, λίγο-λίγο, να θυσιάσει τη μεγαλοσύνη που ανέπτυξε με μόχθο, σε βαθιά πνευματική απομόνωση, μακριά από σένα και τη σύγχυση της καθημερινότητάς σου, μα πάντα σε στενή επαφή με τη ζωή σου. Προκειμένου να σε καθοδηγεί, πρέπει να σου επιτρέψει να τον λατρεύεις σαν απρόσιτο Θεό. Δε θα του είχες καμιά εμπιστοσύνη αν παρέμενε ο απλός άνθρωπος που ήταν και πριν, αν συζούσε, για παράδειγμα, με μια γυναίκα, δίχως να έχουν ενωθεί με τα δεσμά του γάμου. Έτσι, εσύ ο ίδιος δημιουργείς τον καινούργιο αφέντη σου.
Όμως, εξυψωμένος στο βαθμό του καινούργιου αφέντη, ο μεγάλος άνθρωπος χάνει τη μεγαλοσύνη του, που ήταν συνισταμένη ακεραιότητας, απλότητας, θάρρους και επαφής με την πραγματικότητα της ζωής. Τα μεγάλα ανθρωπάκια, που αντλούν το κύρος τους από το μεγάλο άνθρωπο, καταλαμβάνουν καίριες θέσεις στην οικονομία, τη διπλωματία, την κυβέρνηση, τις τέχνες και τις επιστήμες. Εσύ παραμένεις εκεί που ήσουν εξαρχής, στο βούρκο!
Εξακολουθείς να περιφέρεσαι ρακένδυτος, για χάρη του «μέλλοντος του σοσιαλισμού», ή του «Τρίτου Ράιχ». Εξακολουθείς να ζεις σε λασποκαλύβες, σοβαντισμένες με κοπριά. Είσαι, όμως, περήφανος για το Μέγαρο του Πολιτισμού. Είσαι ικανοποιημένος με την ψευδαίσθηση πως έχεις δύναμη… Μέχρι τον επόμενο πόλεμο και την πτώση των καινούργιων αφεντάδων.
Άλλα ανθρωπάκια σε μακρινές χώρες μελέτησαν διεξοδικά τον πόθο σου να είσαι σκλάβος του καθενός. Κι αυτό τους δίδαξε πώς να γίνονται μεγάλα ανθρωπάκια, με τη μικρότερη νοητική προσπάθεια. Τούτα τα μεγάλα ανθρωπάκια δε γεννήθηκαν σε επαύλεις· αναδύθηκαν από τις δικές σου τάξεις. Πείνασαν, όπως κι εσύ. Υπέφεραν, όσο κι εσύ. Ανακάλυψαν έναν ταχύτερο τρόπο να αλλάζουν αφέντες. Επί εκατοντάδες χρόνια αληθινά μεγάλοι διανοητές έκαναν ανυπολόγιστες θυσίες. Αφιέρωσαν το νου και τη ζωή τους για να σου εξασφαλίσουν την ελευθερία και την ευημερία σου. Ε, λοιπόν, τα ανθρωπάκια που αναδύθηκαν από τους κόλπους σου, ανακάλυψαν πως δε χρειάζεται να καταβάλει κανείς τόσο κόπο και μόχθο.
Εκείνο που κατόρθωσαν, μετά από δοκιμασίες και σκληρό πνευματικό αγώνα πολλών χρόνων, οι αληθινά μεγάλοι διανοητές, αυτοί κατάφεραν να το καταστρέψουν σε λιγότερο από πέντε. Μάλιστα, τα ανθρωπάκια από τις τάξεις σου ανακάλυψαν τον τρόπο να επισπεύδουν τη διαδικασία. Η μέθοδός τους είναι χυδαία και κτηνώδης. Σου λένε απερίφραστα ότι εσύ κι η ζωή σου, τα παιδιά κι η οικογένειά σου δεν αξίζουν πεντάρα· ότι είσαι ένα ηλίθιο ανδράποδο που μπορούν να το κάνουν ό,τι θέλουν. Δε σου υπόσχονται ατομικές, μα εθνικές ελευθερίες. Δε λένε λέξη περί αυτοσεβασμού.
Σου λένε μονάχα να σέβεσαι το κράτος. Δε σου υπόσχονται προσωπική μεγαλοσύνη, αλλά εθνικό μεγαλείο. Εφόσον η «ατομική ελευθερία» και η «ατομική μεγαλοσύνη» δε σημαίνουν για σένα το παραμικρό, ενώ η «εθνική ελευθερία» και τα «εθνικά συμφέροντα» διεγείρουν τις φωνητικές σου χορδές ακριβώς όπως τρέχουν τα σάλια του σκύλου μπροστά στο κόκαλο. Ο ήχος αυτών των λέξεων σε κάνει να ζητωκραυγάζεις. Φυσικά, κανένα από αυτά τα ανθρωπάκια δεν πληρώνει το τίμημα της γνήσιας ελευθερίας που πλήρωσε ο Τζιορντάνο Μπρούνο, ο Ιησούς, ο Καρλ Μαρξ ή ο Λίνκολν.
Δε σ’ αγαπούν, ανθρωπάκο· σε περιφρονούν, επειδή περιφρονείς τον εαυτό σου. Σε ξέρουν απ’ έξω κι ανακατωτά, καλύτερα απ’ ό,τι σε ξέρουν οι Ροκφέλερ και οι Τόρις. Γνωρίζουν τις χειρότερες αδυναμίες σου, όπως θα έπρεπε να τις γνωρίζεις εσύ. Σε θυσίασαν σ’ ένα σύμβολο κι εσύ τους έδωσες τη δύναμη να σ’ εξουσιάζουν. Εσύ ο ίδιος τους αναγόρευσες αφεντικά σου και συνεχίζεις να τους στηρίζεις, παρόλο που πέταξαν τις μάσκες τους. Στο ‘παν κατάμουτρα: «Είσαι και θα είσαι πάντα κατώτερος, ανίκανος να αναλάβεις την παραμικρή ευθύνη». Κι εσύ τους αποκαλείς καθοδηγητές και σωτήρες και φωνάζεις «ζήτω, ζήτω».

Σε Φοβάμαι Ανθρωπάκο. Σε Τρέμω
Επειδή από σένα εξαρτάται το μέλλον της ανθρωπότητας. Σε φοβάμαι, επειδή το κυριότερο μέλημά σου στη ζωή είναι να δραπετεύεις από τον εαυτό σου. Είσαι άρρωστος, ανθρωπάκο, άρρωστος βαριά. Δε φταις εσύ γι’ αυτό, μα έχεις υποχρέωση να γιατρευτείς. Θα ‘χες από καιρό αποτινάξει τα δεσμά σου, αν δεν ενθάρρυνες ο ίδιος την καταπίεση και δεν τη στήριζες άμεσα με τις πράξεις σου. Καμία αστυνομική δύναμη στον κόσμο δε θα ήταν ικανή να σε συντρίψει, αν διέθετες στην καθημερινή σου ζωή έστω και μια στάλα αυτοσεβασμό· αν συνειδητοποιούσες, πραγματικά συνειδητοποιούσες, πως χωρίς εσένα η ζωή δε θα συνέχιζε ούτε μια ώρα. Στο είπε αυτό ο ελευθερωτής σου; Σε αποκάλεσε «Προλετάριο του Κόσμου», αλλά δε σου είπε ότι εσύ, και μόνο εσύ, είσαι υπεύθυνος για τη ζωή σου (κι όχι για την τιμή της πατρίδας σου).
Πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι εσύ αναγορεύεις τα ανθρωπάκια σου καταπιεστές και φοράς το αγκάθινο στεφάνι του μαρτυρίου στους πραγματικά μεγάλους ανθρώπους. Ότι τους σταυρώνεις και τους λιθοβολείς, ή τους αναγκάζεις σε λιμοκτονία. Ότι δεν τους σκέφτεσαι ποτέ, ούτε λογαριάζεις όσα έκαναν για σένα. Ότι δεν έχεις ιδέα σε ποιους χρωστάς όσα απολαμβάνεις στη ζωή…
Μα ποιος νομίζεις ότι είσαι ανθρωπάκο; κοίτα γύρω σου
«Πριν σε εμπιστευτώ, θέλω να μάθω τι πρεσβεύεις».
Αν σου πω τι πρεσβεύω, θα τρέξεις γραμμή στον εισαγγελέα ή την Επιτροπή Αντιαμερικανικής Δραστηριότητας, στο FBI ή τη GPU, στην αγαπημένη σου παλιοφυλλάδα, την Κου Κλουξ Κλαν ή τους διάφορους ηγέτες του παγκόσμιου προλεταριάτου.
Δεν είμαι λευκός μήτε μαύρος, κόκκινος ή κίτρινος.
Δεν είμαι Χριστιανός, ούτε Εβραίος, Μουσουλμάνος ή Μορμόνος.
Δεν είμαι πολύγαμος, μήτε ομοφυλόφιλος ή αναρχικός.
Όταν αγκαλιάζω μια γυναίκα, είναι επειδή την αγαπώ και την ποθώ κι όχι επειδή έχω πιστοποιητικό γάμου ή είμαι σεξουαλικά πεινασμένος.
Δε δέρνω τα παιδιά. Δεν ψαρεύω, δεν κυνηγώ κι ας είμαι καλός σκοπευτής κι ας αγαπώ τη σκοποβολή. Δεν παίζω μπριτζ και δε δίνω πάρτι για να διαδώσω τις ιδέες μου. Αν οι ιδέες μου ευσταθούν, θα διαδοθούν από μόνες τους.
Δεν υποβάλλω τις εργασίες μου σε καμιά ιατρική αυθεντία, εκτός κι αν τις κατανοεί καλύτερα από μένα. Εγώ αποφασίζω ποιος κατανοεί τις ανακαλύψεις μου και ποιος όχι.
Τηρώ κάθε λογικό νόμο κατά γράμμα, αλλά μάχομαι τους απαρχαιωμένους ή τους εξωφρενικούς. (Μη βιαστείς να καταφύγεις στον εισαγγελέα, ανθρωπάκο! Αν είναι έντιμος άνθρωπος, το ίδιο κάνει κι εκείνος).
Θέλω τα παιδιά και οι νέοι να απολαμβάνουν το σωματικό έρωτα δίχως αναστολές.
Δε θεωρώ ότι για να είναι κανείς θρήσκος, με την καλύτερη, αυθεντικότερη έννοια, πρέπει να καταστρέψει την ερωτική του ζωή και να μουμιοποιηθεί, στην ψυχή και το σώμα.
Γνωρίζω πως εκείνο που αποκαλείς «Θεός» υπάρχει πραγματικά, αλλά όχι με τη μορφή που φαντάζεσαι. Ο Θεός είναι η πρωταρχική κοσμική ενέργεια, ο έρωτας στο κορμί σου, η ακεραιότητα του χαρακτήρα σου και το αίσθημα της φύσης, μέσα σου και γύρω σου.
Αν δοκίμαζε κανείς με οποιοδήποτε πρόσχημα να επέμβει στο έργο μου ως γιατρός ή εκπαιδευτικός, θα τον πετούσα έξω από την πόρτα. Κι αν με καλούσαν στο δικαστήριο, θα του έθετα μερικές απλές, ξεκάθαρες ερωτήσεις, στις οποίες δε θα μπορούσε να απαντήσει δίχως να ντρέπεται σ’ όλη του τη ζωή. Κι αυτό γιατί γνωρίζω τι είναι εσωτερικά ο άνθρωπος. Γνωρίζω πως κάθε ανθρώπινο ον, έχει την ιδιαίτερη αξία του. Θέλω, επίσης, να κυβερνάται ο κόσμος με γνώμονα το έργο και όχι τις απόψεις περί έργου. Έχω τις δικές μου απόψεις και μπορώ να διακρίνω το ψέμα από την αλήθεια. Τη χρησιμοποιώ καθημερινά σαν εργαλείο στη δουλειά μου· την καθαρίζω όταν τελειώνω και τη διατηρώ καθαρή.

Σε φοβάμαι, ανθρωπάκο, σε φοβάμαι πολύ.
Δεν ήμουν έτσι πάντα. Ήμουν κι εγώ ανθρωπάκος, ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλα ανθρωπάκια. Κατόπιν έγινα επιστήμονας και ψυχίατρος. Έμαθα να διακρίνω πόσο άρρωστος είσαι και πόσο επικίνδυνη είναι η αρρώστια σου. Έμαθα να διακρίνω ότι αυτό που σε καθηλώνει -καθημερινά, κάθε ώρα της μέρας, ακόμα και δίχως την ενίσχυση κάποιας εξωτερικής πίεσης- είναι η ψυχική διαταραχή σου κι όχι κάποια ανώτερη δύναμη, έξω από σένα.
Αν ήσουν εσωτερικά ζωντανός και υγιής, θα ‘χες ανατρέψει τους τύραννους, από καιρό. Στο παρελθόν οι δυνάστες σου προέρχονταν από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, μα σήμερα ξεπηδούν από τους κόλπους σου. Είναι κι αυτοί ανθρωπάκια σαν κι εσένα, ανθρωπάκο. Και πρέπει να είναι στ’ αλήθεια πολύ μικροί και ποταποί για να γνωρίζουν, από πείρα, την αθλιότητά σου και με βάση τούτη τη γνώση να σε καταπιέζουν αποτελεσματικότερα και στυγνότερα από ποτέ.
Δεν έχεις κανένα αισθητήριο για να διακρίνεις τον πραγματικά μεγάλο άνθρωπο. Ο χαρακτήρας του, τα βάσανά του, η λαχτάρα του, η οργή του κι ο αγώνας του για σένα σου είναι άγνωστα. Αγνοείς εντελώς πως υπάρχουν άντρες και γυναίκες που, από φύση τους, είναι ανίκανοι να σε καταπιέσουν και να σε εκμεταλλευτούν· άντρες και γυναίκες που θέλουν να είσαι ελεύθερος, πραγματικά κι αληθινά ελεύθερος. Μα αντιπαθείς τούτους τους άντρες και τις γυναίκες, επειδή είναι έξω από τη φύση σου. Είναι απλοί και ειλικρινείς. Εκτιμούν την αλήθεια, όσο εκτιμάς εσύ την κομπίνα. Βλέπουν μέσα σου σα να ‘σαι διάφανος, αλλά δε σε περιφρονούν.

Θλίβονται για την κατάντια του ανθρώπου
Μα διαισθάνεσαι πως βλέπουν μέσα σου και νιώθεις να απειλείσαι. Αναγνωρίζεις τη μεγαλοσύνη τους, ανθρωπάκο, μόνο όταν πολλά άλλα ανθρωπάκια σού πουν ότι είναι μεγάλοι. Φοβάσαι τους μεγάλους ανθρώπους, την επαφή τους με τη ζωή και την αγάπη τους γι’ αυτή. Όμως ο μεγάλος άνθρωπος σε αγαπά, όπως θα αγαπούσε κάθε ζωντανό πλάσμα. Δε θέλει να υποφέρεις, όπως υποφέρεις χιλιάδες χρόνια τώρα. Δε θέλει να λες ανοησίες, όπως λες εδώ και χιλιάδες χρόνια. Δε θέλει να δουλεύεις σαν μουλάρι, επειδή αγαπά τη ζωή και θέλει να την απαλλάξει από τα βάσανα και τον εξευτελισμό.

Ωθείς τους πραγματικά μεγάλους ανθρώπους να σε περιφρονούν, να αποστρέφουν με θλίψη το κεφάλι στη θέα της μικρότητάς σου, να σε αποφεύγουν και, το χειρότερο, να σε λυπούνται. Κι αν τύχει, ανθρωπάκο, να είσαι ψυχίατρος, ένας Λαμπρόσο για παράδειγμα, χαρακτηρίζεις τον αληθινά μεγάλο άνθρωπο εγκληματία ή εν δυνάμει εγκληματία και τρελό, επειδή ο μεγάλος άνθρωπος, αντίθετα από σένα, δε βάζει στόχο στη ζωή του τα πλούτη, την κοινωνική αποκατάσταση της κόρης του μ’ έναν καλό γάμο, την πολιτική καριέρα ή τους ακαδημαϊκούς τίτλους.
Έτσι, επειδή είναι διαφορετικός από σένα, τον αποκαλείς «μεγαλοφυΐα» ή «παλαβιάρη». Εκείνος από την πλευρά του είναι πρόθυμος να παραδεχτεί πως δεν είναι μεγαλοφυΐα, μα ένα απλό, ζωντανό πλάσμα. Τον χαρακτηρίζεις ακοινώνητο, επειδή προτιμά να μένει μόνος με τις σκέψεις του, παρά να ακούει ανόητες φλυαρίες στις κοινωνικές εκδηλώσεις σου. Τον αποκαλείς τρελό επειδή ξοδεύει τα λεφτά του σε επιστημονικές έρευνες, αντί να τα επενδύει στο χρηματιστήριο, όπως εσύ. Έχεις το θράσος, ανθρωπάκο, στον αβυσσαλέο εκφυλισμό σου, να αποκαλείς έναν απλό, ειλικρινή άνθρωπο «ανώμαλο». Τον συγκρίνεις με τον εαυτό σου, τον μετράς με τα ευτελή σου κριτήρια και βρίσκεις πως δε φτάνει τις απαιτήσεις της δικής σου ομαλότητας.

Δεν μπορείς να δεις ανθρωπάκο
Αρνείσαι να αναγνωρίσεις ότι εξωθείς αυτόν τον άνθρωπο, που σε αγαπά και θέλει να σε βοηθήσει, μακριά από κάθε μορφή κοινωνικής ζωής, επειδή την έχεις καταντήσει αφόρητη, είτε στο σαλόνι, είτε στην ταβέρνα. Ποιος τον έκανε αυτό που είναι σήμερα, μετά από βάσανα κι απόγνωση δεκαετιών; Εσύ, με την αναλγησία σου, τη στενοκεφαλιά σου, το διεστραμμένο τρόπο σκέψης και τις «απαράβατες αξίες» σου, που είναι ανίκανες να αντέξουν τις κοινωνικές εξελίξεις μιας δεκαετίας. Σκέψου μόνο όλα εκείνα τα αδιαμφισβήτητα στα οποία ορκιζόσουν τα χρόνια που μεσολάβησαν μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου.
Πες μου ειλικρινά, ανθρωπάκο, πόσα αναθεώρησες από αυτά; Κανένα, ανθρωπάκο. Ο μεγάλος άνθρωπος σκέφτεται προσεκτικά, αλλά όταν αφοσιωθεί σε μια ιδέα, βλέπει πολύ μακριά. Κι εσύ, ανθρωπάκο, όταν η ιδέα του αποδεικνύεται σωστή κι αντέχει στο πέρασμα του χρόνου, εκεί που η δική σου είναι ρηχή κι εφήμερη, του φέρεσαι σαν να ‘ναι απόβλητος. Εξωθώντας τον στο περιθώριο, σπέρνεις μέσα του τον τρομερό σπόρο της μοναξιάς. Όχι το σπόρο που γεννά μεγάλες πράξεις, αλλά το σπόρο του φόβου πως θα τον παρεξηγήσεις και θα τον προσβάλεις.
Γιατί είσαι «ο λαός», «η κοινή γνώμη», «η συνείδηση της κοινωνίας». Αναλογίστηκες ποτέ σου, ανθρωπάκο, τη γιγάντια ευθύνη που συνεπάγεται αυτή η ιδιότητά σου; Αναρωτήθηκες ποτέ -πες μου ειλικρινά!- κατά πόσο, από την άποψη της μακροπρόθεσμης κοινωνικής εξέλιξης, της φύσης, ή των μεγάλων επιτεύξεων της ανθρωπότητας, από τη σκοπιά του Ιησού, για παράδειγμα, ο τρόπος σκέψης σου είναι σωστός ή λάθος; Όχι, δεν αναρωτιέσαι ποτέ αν ο τρόπος σκέψης σου είναι σωστός ή λάθος. Αναρωτιέσαι μονάχα τι θα πει ο γείτονάς σου ή, αν πράττεις το σωστό, πόσα λεφτά θα σου κοστίσει. Αυτά είναι τα μόνα που αναρωτιέσαι, ανθρωπάκο· αυτά και τίποτ’ άλλο!
Μα αφού ώθησες το μεγάλο άνθρωπο στην απομόνωση, ξεχνάς τι του έκανες. Είπες απλά μερικές βλακείες παραπάνω, έκανες μια μπαγαποντιά ακόμα, προκάλεσες κι άλλο βαθύ πόνο. Ξεχνάς! Ο μεγάλος άνθρωπος, όμως, δεν ξεχνά. Δε σχεδιάζει την εκδίκησή του, μα προσπαθεί να καταλάβει γιατί συμπεριφέρεσαι τόσο ελεεινά. Ξέρω ότι κι αυτό είναι έξω από τη φύση σου. Πίστεψέ με, όμως! Όσες φορές κι αν τον πονέσεις, όσες αγιάτρευτες πληγές κι αν του προκαλέσεις, ακόμα κι αν σ’ ένα λεπτό έχεις κιόλας ξεχάσει τη μικρόψυχη κατεργαριά σου, ο μεγάλος άνθρωπος υποφέρει για τις κατεργαριές σου, αντί για σένα.
Όχι επειδή είναι σημαντικές, αλλά ακριβώς επειδή είναι ασήμαντες. Προσπαθεί να καταλάβει τι είναι εκείνο που σε κάνει να πετάς λάσπη στο σύζυγο ή τη σύζυγο που σε απογοήτευσε· να βασανίζεις ένα παιδί επειδή το αντιπαθεί κάποιος κακοήθης γείτονας· να προδίδεις τους φίλους σου, να γελοιοποιείς τους πονόψυχους, ενώ τους εκμεταλλεύεσαι στο έπακρο και να ζαρώνεις κάτω από το μαστίγιο. Προσπαθεί να καταλάβει τι είναι εκείνο που σε κάνει να παίρνεις ό,τι σου δίνουν, να δίνεις ό,τι απαιτούν από σένα κι όμως να μη δίνεις ποτέ με τη θέλησή σου, ποτέ από αγάπη· τι σε κάνει να κλωτσάς εκείνους που έχουν πέσει ή κοντεύουν να πέσουν, να ψεύδεσαι αντί να λες την αλήθεια και να διώκεις όχι το ψεύδος, μα την αλήθεια.

Ανθρωπάκο είσαι πάντα με το μέρος των διωκτών
Προκειμένου να κερδίσει την εύνοιά σου, ανθρωπάκο, να κερδίσει την άχρηστη φιλία σου, ένας μεγάλος άνθρωπος πρέπει να προσαρμοστεί στο δικό σου τρόπο ζωής, να λέει εκείνο που θα ‘θελες να ακούσεις, να στολιστεί τις αρετές σου. Μα τότε δε θα ήταν μεγάλος, αληθινός κι απλός. Αν είχε τις δικές σου αρετές, τη γλώσσα και τη φιλία σου, δε θα ‘ταν μεγάλος άνθρωπος. Άλλωστε, το βλέπεις καθαρά ότι οι φίλοι σου, αυτοί που λένε ό,τι θες να ακούσεις, δεν υπήρξαν ποτέ μεγάλοι άνθρωποι.
Όχι πως πιστεύεις ότι ο φίλος σου θα μπορούσε ποτέ να κάνει κάτι μεγάλο. Περιφρονείς τον εαυτό σου στα κρυφά, ιδιαίτερα όταν επιδεικνύεις την αξιοπρέπειά σου. Κι εφόσον περιφρονείς τον εαυτό σου, είσαι ανίκανος να σεβαστείς το φίλο σου. Δεν μπορείς να πιστέψεις πως οποιοσδήποτε κάθισε στο τραπέζι σου, ή μοιράστηκε το σπίτι σου, είναι ικανός για μεγάλα επιτεύγματα. Αυτός είναι ο λόγος που όλοι οι μεγάλοι άνθρωποι είναι μοναχικοί.

Κοντά σου είναι πολύ δύσκολο να στοχάζεται κανείς, ανθρωπάκο. Μπορεί να σε σκέφτεται, ή να σκέφτεται για σένα, μα όχι με σένα· καταπνίγεις κάθε μεγάλη, πρωτότυπη σκέψη.
Αν είσαι μητέρα, όταν το παιδί σου σκέφτεται λες, «Αυτό δεν κάνει για παιδιά». Αν είσαι καθηγητής βιολογίας, λες, «Αυτά δεν αρμόζουν σε σοβαρούς σπουδαστές. Ακούς εκεί! Να αμφισβητείς ότι υπάρχουν μικρόβια στον αέρα;» Αν είσαι δάσκαλος, λες «Τα καλά παιδιά δεν κάνουν αυθάδικες ερωτήσεις». Κι αν είσαι σύζυγος, λες, «Ανακάλυψη; Κι επειδή έκανες ανακάλυψη; Δεν κοιτάς τη δουλειά σου λέω ‘γώ, να θρέψεις την οικογένειά σου!» Μα σαν δημοσιευτεί η ίδια ανακάλυψη στις εφημερίδες, ανθρωπάκο, τότε την αποδέχεσαι, είτε την καταλαβαίνεις είτε όχι.
Γι’ αυτό σου λέω, ανθρωπάκο, έχεις χάσει την αίσθηση ό,τι καλύτερου υπάρχει μέσα σου. Την κατέπνιξες. Κι αν τύχει και βρεις κάτι αξιόλογο στους άλλους, στο παιδί σου, τη γυναίκα σου, τον άντρα σου, τον πατέρα ή τη μητέρα σου, το σκοτώνεις. Είσαι πολύ μικρός, ανθρωπάκο, και θες να παραμείνεις μικρός.
Αναρωτιέσαι πώς τα ξέρω όλα αυτά; Θα σου πω.

Σε γνωρίζω γιατί μοιράστηκα τις εμπειρίες σου· σε γνωρίζω από τον εαυτό μου. Ως γιατρός σε ελευθέρωσα από τη μικρότητα μέσα σου. Ως εκπαιδευτικός σε οδήγησα συχνά στο δρόμο της ακεραιότητας και της ευθύτητας. Ξέρω με πόση λύσσα αντιστέκεσαι στην ακεραιότητά σου, το θανάσιμο φόβο που σε καταλαμβάνει όταν σου ζητούν να ακολουθήσεις την αληθινή, την πραγματική σου φύση.
Δεν είσαι πάντα μικρός, ανθρωπάκο. Ξέρω πως έχεις και τις «μεγάλες στιγμές» σου, τις «εκρήξεις ενθουσιασμού» και τις «εμπνεύσεις» σου. Όμως, σου λείπει το σθένος να επιτρέψεις στον ενθουσιασμό σου να κορυφωθεί, να αφήσεις την έμπνευσή σου να σε ανυψώσει όλο και ψηλότερα. Φοβάσαι να πετάξεις, φοβάσαι τα ύψη και τα βάθη. Στα ‘πε κι ο Νίτσε, πριν από χρόνια, πολύ καλύτερα από μένα. Ήθελε να σε εξυψώσει σε υπεράνθρωπο, να ξεπεράσεις το επίπεδο του ανθρώπου. Αλλά υπεράνθρωπος έγινε μονάχα ο Φύρερ σου, ο Χίτλερ. Κι εσύ παρέμεινες αυτός που ήσουν πάντα, υπάνθρωπος.
Θέλω να σε βοηθήσω να πάψεις να είσαι υπάνθρωπος και να γίνεις «ο εαυτός σου». «Ο εαυτός σου», λέω. Όχι η εφημερίδα που διαβάζεις, μήτε η άποψη του μοχθηρού σου γείτονα, αλλά «ο εαυτός σου». Εγώ ξέρω τι είσαι κατά βάθος, ενώ εσύ το αγνοείς. Στο βάθος είσαι ό,τι είναι κι ένα ελάφι, ό,τι είναι κι ο Θεός σου, ο ποιητής σου ή ο φιλόσοφός σου. Εσύ, όμως, νομίζεις πως είσαι μέλος του συλλόγου βετεράνων, του αθλητικού ομίλου σου, ή της Κου Κλουξ Κλαν.
Κι επειδή έτσι νομίζεις, φέρεσαι ανάλογα. Αυτό σου το ‘χουν ξαναπεί, πριν από πολλά χρόνια, ο Χάινριχ Μαν στη Γερμανία, ο Άπτον Σινκλέρ κι ο Τζον Ντος Πάσος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μα εσύ δεν έχεις ιδέα ποιος είναι ο Μαν ή ο Σινκλέρ. Ξέρεις μόνο τον πρωταθλητή του μποξ και τον Αλ Καπόνε. Κι αν είναι να διαλέξεις ανάμεσα σε μια βόλτα μέχρι τη βιβλιοθήκη ή το ματς, σίγουρα θα διαλέξεις το ματς.
Γυρεύεις την ευτυχία δήθεν αλλά θεωρείς τη σιγουριά σημαντικότερη, ακόμα κι αν σου στοιχίζει τα μαλλιοκέφαλά σου ή σου καταστρέφει τη ζωή. Κι εφόσον δεν έμαθες ποτέ ν’ αρπάζεις την ευτυχία, να την απολαμβάνεις και να την προστατεύεις, σου λείπει το σθένος της ακεραιότητας. Να σου πω, ανθρωπάκο, τι σόι άνθρωπος είσαι; Ακούς τις διαφημίσεις στο ραδιόφωνο, διαφημίσεις για καθαρτικά, οδοντόπαστες, βερνίκι παπουτσιών, αποσμητικά και όλα τ’ άλλα.
Μα δεν έχεις συναίσθηση της αβυσσαλέας ηλιθιότητας, της αηδιαστικής κακογουστιάς στο τραγούδι της σειρήνας, που είναι επιμελώς μελετημένο να τραβάει την προσοχή σου. Αλήθεια, άκουσες ποτέ με προσοχή τα αστεία που λένε για σένα οι κωμικοί; Για σένα, για κείνους, για ολάκερο τον άθλιο κόσμο σου. Άκου τις διαφημίσεις για τη βελτίωση της λειτουργίας του εντέρου και μάθε ποιος και τι είσαι.
Άκου, ανθρωπάκο! Κάθε μικρόψυχη κατεργαριά σου υπογραμμίζει την αθλιότητα της ανθρώπινης ζωής. Κάθε μικρόψυχη πράξη σου μειώνει την ελπίδα να βελτιώσεις, έστω κι ελάχιστα, τη θέση σου. Κι αυτό προκαλεί θλίψη, ανθρωπάκο, βαθιά θλίψη που ραγίζει την καρδιά. Για να ξορκίσεις τούτη ακριβώς τη θλίψη, κάνεις ανόητα αστειάκια. Κι αυτό το αποκαλείς «αίσθηση του χιούμορ».
Ακούς ένα ανέκδοτο για τον εαυτό σου και γελάς μαζί με τους άλλους. Μα δε γελάς γιατί εκτιμάς το αστείο που γίνεται σε βάρος σου. Γελάς με τον ανθρωπάκο, δίχως να υποπτεύεσαι ότι γελάς με τον εαυτό σου, ότι το αστείο γίνεται σε βάρος σου. Κανένα από τα εκατομμύρια ανθρωπάκια δε συνειδητοποιούν πως το αστείο γίνεται σε βάρος τους. Αλήθεια, γιατί γελούν μαζί σου αιώνες τώρα, τόσο ξεκαρδιστικά, τόσο ανοικτά, με τόση κακεντρέχεια; Παρατήρησες πόσο γελοίο παρουσιάζουν τον κοινό άνθρωπο οι ταινίες του κινηματογράφου;
Θα σου πω γιατί γελούν μαζί σου, ανθρωπάκο· επειδή σε παίρνω στα σοβαρά, πολύ στα σοβαρά.
Το σκεπτικό σου πάντα χάνει την ουσία. Μου θυμίζεις δεινό σκοπευτή που σκόπιμα χάνει το κέντρο του στόχου, από καπρίτσιο. Διαφωνείς; Θα σου το αποδείξω.
Αν η σκέψη σου επικεντρωνόταν στην ουσία, θα ‘χες γίνει κύριος της ζωής σου από καιρό. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα της σκέψης σου:
«Για όλα φταίνε οι Εβραίοι», λες. «Τι είναι ο Εβραίος;» σε ρωτώ. «Κάποιος που στις φλέβες του κυλάει εβραϊκό αίμα», απαντάς. «Και πώς ξεχωρίζεις το εβραϊκό αίμα από το αίμα των άλλων;» Η ερώτηση σου προκαλεί σύγχυση. Μπερδεύεσαι, κομπιάζεις. Ύστερα λες, «Εννοούσα ότι ανήκει στην εβραϊκή φυλή». «Τι είναι η φυλή;» σε ρωτώ. «Η φυλή; Αυτό είναι προφανές. Όπως υπάρχει γερμανική φυλή, έτσι υπάρχει κι εβραϊκή». «Και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της εβραϊκής φυλής;» «Ο Εβραίος έχει μαύρα μαλλιά, μακριά, γαμψή μύτη και διαπεραστικό βλέμμα.
Οι Εβραίοι είναι άπληστοι και κεφαλαιοκράτες». «Αν δεις ένα Γάλλο της Μεσογείου ή έναν Ιταλό δίπλα σ’ έναν Εβραίο, θα τον ξεχωρίσεις;» «Ε, όχι, για να είμαι ειλικρινής…» «Τότε, λοιπόν, τι είναι ο Εβραίος; Το αίμα του δε διαφέρει από το αίμα των άλλων. Η εμφάνισή του δε διαφέρει από εκείνη ενός Γάλλου ή ενός Ιταλού. Και μια και το ‘φερε η συζήτηση, έχεις δει Γερμανοεβραίους;» «Μοιάζουν με τους Γερμανούς». «Τι είναι ο Γερμανός;» «Ο Γερμανός ανήκει στη βόρεια φυλή των Αρίων». «Οι Ινδοί είναι Άριοι;» «Ναι». «Είναι βόρειοι;» «Όχι». «Είναι ξανθοί;» «Όχι». «Βλέπεις; Δεν ξέρεις καν τι είναι ο Εβραίος και τι ο Γερμανός». «Μα, υπάρχουν Εβραίοι!» «Ασφαλώς και υπάρχουν. Όπως υπάρχουν Χριστιανοί και Μωαμεθανοί». «Σωστά! Να, αυτό εννοούσα, την εβραϊκή θρησκεία». «Ηταν Ολλανδός ο Ρούσβελτ;» «Όχι». «Και γιατί ονομάζεις τον Εβραίο απόγονο του Δαβίδ κι όχι τον Ρούσβελτ Ολλανδό;» «Με τον Εβραίο είναι διαφορετικό». «Σε τι διαφέρει;» «Δεν ξέρω».

Τέτοιες κουταμάρες λες, ανθρωπάκο. Και με τέτοιες κουταμάρες, συγκροτείς ένοπλες συμμορίες που σκοτώνουν δέκα εκατομμύρια ανθρώπους επειδή είναι Εβραίοι κι ας μην ξέρεις να μου πεις τι είναι ο Εβραίος. Να γιατί γελάνε μαζί σου. Να γιατί όποιος θέλει να κάνει κάτι σοβαρό σε αποφεύγει. Να γιατί είσαι χωμένος στο βούρκο μέχρι το λαιμό. Όταν αποκαλείς κάποιον «Εβραίο», αισθάνεσαι ανώτερος. Αισθάνεσαι ανώτερος, επειδή νιώθεις κατώτερος. Νιώθεις κατώτερος, επειδή εκείνο που θέλεις να εξοντώσεις στους ανθρώπους που αποκαλείς Εβραίους, είναι ο ίδιος σου ο εαυτός. Και τούτο είναι απλά ένα δείγμα του τι είσαι στ’ αλήθεια, ανθρωπάκο.

Βίλχελμ Ράιχ: Άκου ανθρωπάκο

Θέτις και Ηω Αρχέτυπη Θεϊκή Προστασία

Θέτις και Ηω Αρχέτυπη Θεϊκή ΠροστασίαΗ Θέτις ήταν μία από τις Νηρηίδες της ελληνικής μυθολογίας
Η Θέμις ανήκε στους Τιτάνες, τα παιδιά της Γαίας και του Ουρανού. Αποτελούσε την ανθρωπόμορφη προσωποποίηση της φυσικής και της ηθικής τάξης καθώς και της εθιμοτυπίας. Η λέξη θέμις παράγεται από το ρήμα τίθημι και δηλώνει αυτό που έχει τεθεί, το ισχύον.
Ο Δίας την επιθύμησε, αλλά εκείνη απέρριψε τις προσφορές του. Η θεά Θέμις αποκάλυψε κατόπιν πως η Θέτις θα έφερνε στον κόσμο έναν γιο που θα ήταν δυνατότερος από τον πατέρα του. Φοβούμενος για την εξουσία του, ο Δίας έδωσε στην Θέτιδα ως σύζυγο ένα θνητό, τον Πηλέα.
Στους γάμους του Πηλέα και της Θέτιδας παρευρέθηκαν όλοι οι θεοί, εκτός από την Έριδα, εκείνη που έριξε το μήλο της προτίμησης ανάμεσα στις θεές και στάθηκε η ουσιαστική αιτία για να εκτυλιχθεί το νήμα του Τρωικού πολέμου.

Η Θέτις σύμφωνα με το μύθο γέννησε ένα γιο, τον Αχιλλέα, τον οποίο προσπάθησε ανεπιτυχώς να καταστήσει αθάνατο. Σε μια άλλη εκδοχή του μύθου άλειψε το σώμα του νηπίου με αμβροσία και το έβαλε επάνω στη φωτιά, προκειμένου να καούν τα θνητά μέρη. Όταν διακόπηκε από τον τρομαγμένο πατέρα του παιδιού, εγκατέλειψε οργισμένη την εστία της. Σε μια μεταγενέστερη εκδοχή φέρεται να βυθίζει το παιδί στον ποταμό της Στύγας, κρατώντας το από τη φτέρνα. Όλα τα σημεία που άγγιξε ο ποταμός έγιναν άτρωτα. Η φτέρνα όμως έμεινε στεγνή και ο Αχιλλέας απέκτησε το τρωτό σημείο του, έμβλημα της θνητότητάς του.

Οι Θεές της Αυγής
Τα συγκριτικά στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχει μια σύνδεση διάφορων θεαινών, διακριτών στην ελληνική και ινδουϊστική μυθολογία, με το πρωτότυπο μιας πρωτο-ινδοευρωπαϊκής θεάς της Αυγής, την Αουσός μία από τις πολλές θηλυκές θεότητες της άνοιξης. Αντιπρόσωποι αυτής της σημαντικής ινδοευρωπαϊκής μορφής που περισσότερο από οποιεσδήποτε άλλες εκπροσωπούν τις λειτουργίες της στις αντίστοιχες ποιητικές παραδόσεις τους είναι η ινδουϊστική Ούσας και η ελληνική Ηώς.
Οι ιδιότητες αυτών των θεαινών, οι οποίες τους συνδέουν με το πρωτότυπό τους, παράγουν μια ακόμα μεγαλύτερη κληρονομιά στο ελληνικό έπος, έως ότου επικεντρώνονται και πάλι στην Αφροδίτη. Αναλύοντας τα στοιχεία που μοιράζονται μεταξύ τους η Αφροδίτη και η Ηώς ως απογόνοι της ινδοευρωπαϊκής θεάς της Αυγής, αναγνωρίζουμε μοτίβα σημαντικά στην ιστορία της Θέτιδας.
Κυρίαρχη ανάμεσά τους είναι η ένωση της αθάνατης θεάς με ένα θνητό εραστή. Όπως και η Ούσας στους βεδικούς ύμνους, η Ηώς ενώνεται με διάφορους εραστές, μεταξύ των οποίων ο Τιθωνός, που είναι και προεξέχων στην επική ποίηση. Η Αφροδίτη σχετίζεται με πολλούς, ιδιαίτερα τον Αγχίση και η Θέτις ενώνεται με τον Πηλέα. Αν και η έκβαση μιας σχέσης αγάπης μεταξύ μιας αθάνατης και ενός θνητού μπορεί να είναι εν τέλει αγαθοεργή, το χαρακτηριστικό του εξαιρετικού πάθους σε μια τέτοια ιστορία είναι ξεκάθαρο.
Σε αυτές τις περιπτώσεις στην εγγενή ένταση που προκαλείται ως αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης μεταξύ των αθανάτων και των θνητών περιλαμβάνεται και μια συγκεκριμένη και θεμελιώδης σχέση μεταξύ των άχρονων θεών και του χρόνου. Η λειτουργία της θεάς της Αυγής στις ινδοευρωπαϊκές θρησκευτικές παραδόσεις, και συνεπώς η εγγενής λειτουργία της Ηούς, είναι το πρότυπο για αυτή τη σύνδεση.

Η ΗΩ ελέγχει τον ΧΡΟΝΟ
Η Ηώς φέρνει την ημέρα σε ύπαρξη, από μία άποψη δημιουργεί το χρόνο.
Όπως στην Οδύσσεια 5.390.
Καθώς φέρνει την ημέρα σε ύπαρξη, στην πραγματικότητα ελέγχει το χρόνο. Ο χρόνος, όμως, ελέγχει τις ζωές των ανθρώπων, γερνώντας τους. Ωστόσο, η θεά η ίδια είναι πάντα εκείνη που ανανεώνεται. Το επίθετο της Ηούς (ηριγένεια, «πρωτο-γέννητη») εκφράζει την αντίθεση μεταξύ των συνεπειών που προκαλεί στους ανθρώπους η δραστηριότητά της, και την ελευθερία της σε σχέση με αυτές τις συνέπειες. Από την ανθρώπινη άποψη δεν είναι απλά αθάνατη, είναι ο φορέας της διαδικασίας μέσω της οποίας εκπληρώνεται η έννοια της θνητότητας.
Στην Ιλιάδα, η σύγκριση των δραστηριοτήτων της Θέτιδας με την πρώτη αυγή απεικονίζει το πνεύμα της συσχέτισής της με την Ηώ και τη σχέση της με το χρόνο, με ιδιότητες δηλαδή που κληρονόμησε από την ινδοευρωπαϊκή παράδοση. Στην Ιλιάδα, η Θέτις λέγει στον Αχιλλέα ότι θα ζητήσει την πανοπλία του από τον Ήφαιστο κατά την Αυγή: «γιατί θα επιστρέψω την Αυγή, με την ανατολή του ήλιου». Επίσης, όταν η Θέτις ταξιδεύει στον Όλυμπο για να ζητήσει από τον Δία χάρη για τον Αχιλλέα, χρησιμοποιείται το επίθετο (ηερίη) για την περιγραφή της:
Εγέρθηκε από της θάλασσας το κύμα
νωρίς το πρωί ανέβηκε στον μέγα ουρανό
και στον Όλυμπο.

Το έργο της Ηούς
Η θεότητα αυτή κατά την Ελληνική Μυθολογία ήταν καθημερινή πρόδρομος του Ήλιου στον οποίον και άνοιγε κάθε αυγή με τα ρόδινα χέρια της τη «Θύρα της Ανατολής». Έπειτα στεφανοφορούνταν με άνθη που την εφοδίαζαν πτηνά και με πολύπτυχο πέπλο ανέβαινε στο τέθριππο άρμα της ρίχνοντας άνθη και με υδρίες σκορπούσε ροδόσταμο στη Γη («πρωινή δρόσος»), της οποίας οι σταγόνες άστραφταν σαν διαμάντια στις πρώτες ακτίνες του Ήλιου που την ακολουθούσε.
Αυτό ήταν το καθημερινό έργο της Ηούς, της πανέμορφης αυτής θεότητας που εξύμνησαν αρχαίοι Έλληνες ποιητές, που με θαυμασμό περιέγραψαν τα ροδόχροα δάκτυλά της, τον χιονόλευκο λαιμό της, τους θαυμαστούς οφθαλμούς της, το απαστράπτοντα πέπλο της (εικόνα λυκαυγούς) συνοδεύοντας το όνομά της με πλήθος θαυμαστικών επιθέτων ή επιφωνημάτων, όπως φάενναν, βοώπιν, ευπλόκαμον, κροκόπεπλον, λευκόπτερον, ροδόπηχυν (Αιολική διάλεκτος: βροδόπαχυν), ροδοστεφή, ροδόσφυρον, ροδοδάκτυλον, χρυσήνιον, χρυσόθρονον, χρυσοπέδιλον κ.ά..
Όπως διαφαίνεται σε κάθε καλοπροαίρετο ερευνητή της Ελληνικής Μυθολογίας, όλοι οι ελληνικοί μύθοι είναι αλληγορική και εκλαϊκευμένη αναφορά σε πρώιμες παρατηρήσεις. Και εν προκειμένω οι μύθοι της Ηούς το επιβεβαιώνουν. Το όνομά της ως «ηριγένεια θεά» (γεννημένη το πρωί) έχει την ίδια ετυμολογία με την λατινική Aurora, απόγονη του Υπερίονα, (=εκείνου που πορεύεται πάνω από τη Γη), και της «Ευρυφάεσσας» (= η διαχέουσα τη λάμψη της μακριά), ή της «Θείας» (= η τρέχουσα στον ουρανό) και οι συγγένειές της με τον Ήλιο, τη Σελήνη, τον Φαέθοντα, τον αρχαίο Εωσφόρο που ως πτερωτός «δαίμων» προηγείται του άρματος του Ηλίου, αλλά και τα επίθετά της, ομολογούν την ταύτισή της με την ανθρωπόμορφη ιδεατή αντίληψη της αυγής.
«Ροδοδάκτυλος» και «χρυσοδάκτυλος» είναι οι πρώτες ακτίνες του Ηλιου, χρυσόθρονος, χρυσήνιος, κροκόπεπλος, τα πρώτα χρώματα του ουρανού λίγο πριν τη ανατολή του Ήλιου. Αλλά και το «ερωτόληπτον» των μύθων της σε συνδυασμό με τη βραχεία απόλαυση παντός ωραίου τον οποίον αγάπησε δεν ξεφεύγει της πραγματικότητας. Οι ήρωες και οι κυνηγοί που φεύγουν από τα «άγρια χαράματα», που θα λέγαμε σήμερα, στους μύθους φαίνονται να απάγονται από τη θεά και να ερωτοτροπούν μ΄ αυτή! Ενώ εκείνη συνεχίζει μέχρι σήμερα να σκορπά γύρω της την παρατηρούμενη πρωινή δρόσο και θα συνεχίζει.

Απεικονίσεις στην τέχνη
Εικόνα επάνω: Η Ηώς εικονίζεται στην τέχνη ως μία ωραιότατη νέα, άλλοτε με φτερά και άλλοτε πάνω σε χρυσό άρμα που το σέρνουν άσπρα άλογα, να ραίνει τη Γη με δροσιά. Στις παραστάσεις που σώζονται (αγγεία κυρίως), εμφανίζεται να έχει φτερά, κάτι που είναι λογικό, ως θεότητα που ακολουθεί τον Ήλιο και ταξιδεύει στον ουρανό. Ο αστεροειδής 221 Ηώς (221 Eos), που ανακαλύφθηκε το 1882, πήρε το όνομά του από το πρόσωπο αυτό της ελληνικής μυθολογίας.

Η Ήρα επιπλήττει το Δία για τη συναίνεσή του στις παρακλήσεις της Θέτιδας λέγοντας:
Μα τώρα πολύ φοβάμαι πως σε κέρδισε,
η αργυρόποδη Θέτις,
η κόρη του αρχαίου θαλασσινού,
γιατί νωρίς το πρωινό κάθησε μαζί σου
κι αγκάλιασε τα γόνατά σου.
Εκτός από το γεγονός ότι χρησιμοποιείται για τη Θέτιδα, το ιερίη απαντάται στην Ιλιάδα μόνο μία φορά (3.7). Όπως και το επίθετο της Ηούς (ηριγένεια, «πρωτο-γέννητη»), σχετίζεται πιθανώς με το (ήρι=ενωρίς). Η χρήση του ιερίη και το ταξίδι της Θέτιδας νωρίς την αυγή υποδεικνύουν τη σχέση της με την Ηώ ηριγένεια και συνεπώς τη σχέση της δύναμής τους με το χρόνο, τον καθοριστικό παράγοντα της ανθρώπινης ζωής.
Βέβαια, ορισμένα στοιχεία κοινών μοτίβων των θεοτήτων που μοιράζονται τη μυθολογία της θεάς της Αυγής διατηρούνται και στην Ιλιάδα; Έτσι και το αρχέτυπο της προστασίας του θνητού ήρωα αντιπροσωπεύει ένα κεντρικό χαρακτηριστικό που μοιράζονται οι θείες μητέρες ή ερωμένες, οι οποίες κληρονομούν τη μυθολογία της θεάς της Αυγής ή αφομοιώνονται σε αυτήν με το πέρασμα του χρόνου. Στις διάφορες παραλλαγές του εκτός από την Ηώ και τη Θέτιδα στο Αιθιοπίς, περιλαμβάνει την Καλυψώ στην Οδύσσεια και την Αφροδίτη στον Ομηρικό Ύμνο στην Αφροδίτη και στην Ιλιάδα. Τούτη η παράδοση είναι πολύ γνωστή στην Ιλιάδα, όπου σε δύο δραματικά επεισόδια η Αφροδίτη παρεμβαίνει για να προστατέψει τους αγαπημένους της από τον άμεσο κίνδυνο, αρπάζοντάς τους από τη μάχη στην κρίσιμη στιγμή. Στη Γ’ Ραψωδία σώζει τον Πάρη, τη στιγμή που πρόκειται να νικηθεί από τον Μενέλαο.

Η ανακάλυψη της ταυτότητας
Η απομάκρυνση του ήρωα από τον κίνδυνο, όμως, και η προστασία του από το θάνατο, δημιουργεί ένα παράδοξο εμφανές τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια. Προστατεύοντας έναν ήρωα από το θάνατο, τού αφαιρείς τη δυνατότητα για μια ηρωική ζωή. Κατά τον ίδιο τρόπο η Καλυψώ, η οποία συγκρίνει την πρόθεσή της προς τον Οδυσσέα με την απαγωγή του Ωρίωνα από την Ηώ, θέλει να σαγηνεύσει τον Οδυσσέα και να του προσφέρει την αθανασία.
Αλλά αυτό θα σήμαινε αναπόφευκτα την απώλεια του στόχου του, την άρνηση του ταξιδιού, εν τέλει την άρνηση της ταυτότητάς του. Από μία άποψη -εγγενή στην Οδύσσεια και την Ιλιάδα- κάτι τέτοιο θα σήμαινε εξάλειψη της ηρωικής αναζήτησης, άρνηση του έπους. Η Καλυψώ «η συγκαλύπτρια», χρησιμοποιεί πειστικά επιχειρήματα στην προσπάθειά της να κρύψει τον Οδυσσέα από τη θνητότητα. Η έσχατη αποτυχία της υποδεικνύει τη δέσμευση του ήρωα με τη θνητή ύπαρξή του, την ηρωική του ταυτότητα αλλά και τη συμμετοχή των θεών στις ανθρώπινες αξίες.
Φωτογραφίες
1. Ο Πηλέας παλεύει με την Θέτιδα τη στιγμή που αυτή μεταμορφώνεται σε λιοντάρι. (490 π.κ.ε. Cabinet des Médailles, Παρίσι)
2. Πηλέας και Θέτις (μεταμορφωμένη σε φίδι)
3. Η πάλη του Πηλέα με την Θέτιδα: Ο Πηλέας σφίγγει την Θέτιδα, ενώ εκείνη μεταμορφώνεται σε φίδια και ένα λιοντάρι, τέλη 6ου, αρχές 5ου αι. π.κ.ε. Καλλιτέχνης Πείθινος, Μουσείο΅Άλτες Μουζέουμ, Βερολίνο
4. Η Θέτις παραδίδει στον Αχιλλέα τον οπλισμό του. (εικ. πάνω) Λεπτομέρεια από ερυθρόμορφο αμφορέα του Ερμόνακα (5ος αι. π.κ.ε.)
5. Η αρπαγή της Θέτιδος: Εσωτερική άποψη: αναπαυόμενος Ηρακλής και Αθηνά Εξωτερική όψη: Πηλέας και Θέτις με Νηριίδες και Νηρέα 480 – 470 π.κ.ε.
terrapapers.com thetis (4)
terrapapers.com thetis (3)
terrapapers.com thetis (2)

Η Θέτις ενεργεί εξ ονόματος του Αχιλλέα στην Ιλιάδα μόνον αφού επιβεβαιώνει επανειλημμένα τη γνώση ότι πρέπει να πεθάνει και τελικά, στη Σ΄ ραψωδία εκφράζει τη βεβαιότητα ότι αυτό πρόκειται να συμβεί σύντομα. Γνωρίζοντας την αδυναμία του Αχιλλέα, κατανοεί ότι δεν μπορεί να σωθεί και τότε προσπαθεί να τον προστατέψει. Ζητά από τον Ήφαιστο να του φτιάξει νέα πανοπλία, για να αντικαταστήσει την παλιά που φορούσε ο Πάτροκλος και χάθηκε εξαιτίας του Έκτορα.
Αντίθετα από τις προσπάθειες διάσωσης με τις οποίες η Αφροδίτη απομακρύνει τον προστατευόμενό της από τον κίνδυνο, η Θέτις «προστατεύει» τον Αχιλλέα παρέχοντάς του τα μέσα να επιστρέψει στη μάχη, από την οποία δεν πρόκειται να γυρίσει ζωντανός. Η ασπίδα, ύψιστο σύμβολο «της ασφάλειας», γίνεται όργανο του πεπρωμένου του. Τούτη η χάρη από τον Ήφαιστο αντιστοιχεί στην αρχική χάρη που ζήτησε η θεά από το Δία. Όπως η συναίνεση του Δία προς τη Θέτιδα δεσμεύει τον Αχιλλέα στην Τροία και στο θάνατό του, έτσι και η εκπλήρωση των όσων οφείλει ο Ήφαιστος στη Θέτιδα γίνεται όργανο της καταστροφής του γιου της και τον φέρνει πλησιέστερα στο θάνατο.
Ο ημίθεος ήρωας συνδέεται πλέον αξεδιάλυτα με τη μη ανθρώπινη τελειότητα και τα θεϊκά επίπεδα, αλλά αντί να προβάλλει την ανύψωσή του στη σφαίρα της θεότητας, η Ιλιάδα αναδεικνύει την οδυνηρή θνητή πτυχή του, που ασκεί μια σχεδόν ισοπεδωτική επιρροή στις προσδοκίες του ήρωα για αθανασία. Τούτη η πτυχή διατηρεί την ανθρώπινη αυθεντικότητά της, αλλά δεν είναι πλέον εγγυήτρια για την επίτευξη της αθανασίας. Άλλωστε, πριν από την επίτευξη της αθανασίας, προβάλλει απαιτητικά η ανάγκη της αυτογνωσίας.
Με αυτόν τον τρόπο προβάλλει μια επιπρόσθετη διάσταση στην επίκληση και την προσαρμογή των πτυχών της μυθολογίας της Θέτιδας στο έπος της Ιλιάδας, καθώς και των διαφορετικών μοτίβων που αναγνωρίσαμε πιο πάνω. Η «παραβίαση των προσδοκιών», η όποια είναι τόσο αποτελεσματική σε ατομικό επίπεδο, παρέχει το υλικό της εμπειρίας του Αχιλλέα, όπως το απεικονίζει το ποίημα. Σύμφωνα με το χαρακτηρισμό της Ιλιάδας, ο Αχιλλέας ζει την παραβίαση των προσδοκιών του, εκείνων που προκύπτουν από τη θέση του, το γεγονός δηλαδή ότι είναι γιος της θεάς.
Οι προσδοκίες στην προκειμένη περίπτωση θέλουν το γιο μιας θεάς να κινείται πέρα απο τους κοινούς συμβιβασμούς των θνητών. Όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Ο Αχιλλέας δεν μπορεί να κατακτήσει την Τροία μόνος του μαζί με τον φίλο του τον Πάτροκλο και επιπλέον υφίσταται την οδύνη της απώλειας και τη γνώση της θνητότητάς του. Το έπος βέβαια χρησιμοποιεί τη Θέτιδα για την καταγραφή τούτης της αναγνώρισης, καθώς ρωτά στο θρήνο του Αχιλλέα για τον Πάτροκλο:
Γιατί κλαίς παιδί μου;
Ποια θλίψη την καρδιά σου πλάκωσε;
Μίλα και μη την κρύβεις. Πραγματικά, για σένα
εκπληρώθηκαν όλα τούτα από τον Δία,
όπως προσευχήθηκες νωρίτερα,
τα χέρια σου υψώνοντας.
Σε τούτα τα λόγια απαντά ο Αχιλλέας:
Μητέρα μου, όλα αυτά εκπλήρωσε ο Ολύμπιος,
αλλά τι το καλό έχουν για μένα, αφού ο σύντροφός μου
Ο αγαπημένος είναι νεκρός;

Η θλίψη για την οποία μιλά εδώ ο Αχιλλέας -και που αποτελεί τη μερίδα του βασάνου και της ηθικής του πρόκλησης- αντιστοιχεί στη μεγαλύτερη εμπειρία του ίδιου του ποιήματος, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι αναγκάζονται συχνά να αναθεωρούν δραστικά τις σκέψεις και τις ενέργειές τους. Η ανακάλυψη της ταυτότητας από μέρους του Αχιλλέα –των αξιών, της ηθικής με την ευρύτερη έννοια- είναι αδιαχώριστη από την κατανόηση της θνητότητας. Τούτη η ανακάλυψη γίνεται απαραίτητη και αποκτά νόημα μόνο αν αποκλειστεί η αθανασία.
Η μάχη ως πλαίσιο αναφοράς για τα γεγονότα που αφηγείται το έπος είναι πολύ πιθανό να προήλθε ως ρύθμιση για τις περιγραφές των εξαιρετικών άθλων που περιλαμβάνουν τη φυσική ανδρεία και που υποδεικνύουν μια ιεραρχία των ηρώων. Αλλά εκεί όπου η εισαγωγή της αντίθεσης ζωής και θανάτου σε άλλα έπη διατηρεί έναν λίγο-πολύ φιλολογικό χαρακτήρα ή χρησιμεύει ως πλαίσιο αναφοράς για την καταγραφή κάποιων ιδεών, στην Ιλιάδα γίνεται αφεαυτής υποκείμενο.
Ο ηρωισμός του Αχιλλέα προκύπτει όχι τόσο επειδή τον διακρίνουν οι άθλοι του, αλλά γιατί η μάχη εξυπηρετεί ως ρύθμιση στην οποία κάθε επιλογή, κάθε δράση, γίνεται ιδιαίτερα σημαντική — ένα πεδίο στο οποίο η ζωή του είναι περισσότερο συνδεδεμένη με τη ζωή των άλλων και συνεπώς είναι απόλυτα αναγκαίος ο ορισμός του εαυτού.

Η δύναμη της Θέτιδας
Καθορίζοντας τη Θέτιδα μέσω μιας επιλεκτικής παρουσίασης της μυθολογίας της, η Ιλιάδα κάνει τη ρητή, εμφατική χρήση των ιδιοτήτων της ως μητέρας τροφού –κουροτρόφου- και προστάτιδας. Για να το θέσουμε διαφορετικά, αυτή η όψη της μυθολογίας της Θέτιδας -η μητρική, προστατευτική της δύναμη- έτσι όπως προσαρμόζεται στην Ιλιάδα, αναδεινύει μία από τις κεντρικές ιδέες του έπους, την αδυναμία ακόμα και του μέγιστου των ηρώων.

Ημίθεος όπως είναι ο Αχιλλέας, δεν μπορεί να αποφύγει το θάνατο. Ταυτόχρονα, η Ιλιάδα στρέφει την προσοχή μας στο ρόλο της Θέτιδας στο θεογονικό μύθο της διαδοχής. Με αυτόν τον τρόπο βέβαια το έπος αυτο-καθορίζεται, προβάλλοντας και έναν από τους σκοπούς του, που είναι η αφήγηση του θεογονικού μύθου και των λεπτομερειών της διαδικασίας διαδοχής στο θεϊκό πάνθεο.
Ο Πίνδαρος στην Ισθμιακή Ωδή 8 του αποκαλύπτει τη Θέτιδα ως μορφή με κοσμικές δυνατότητες, της οποίας η ύπαρξη και μόνον υπόσχεται βαθύτατες συνέπειες για τους Θεούς. Όχι μόνο παράγει τη σύγκρουση μεταξύ του Δία και του Ποσειδώνα εξαιτίας της αγάπης τους για εκείνην, αλλά η δυνατότητά της να φέρει ένα γιο μεγαλύτερο από τον πατέρα του απειλεί ολόκληρη τη θεία τάξη. Ο ανταγωνισμός που ξεσηκώνει ανάμεσα στο Δία και τον Ποσειδώνα λόγω της αγάπης τους για εκείνη δεν έχει προηγούμενο, αλλά η μεγαλύτερη δύναμή της δε βρίσκεται εκεί.
Η Θέμις συμβουλεύει το Δία και τον Ποσειδώνα να μην παντρευτούν τη Θέτιδα, όχι γιατί θεωρεί ότι ο ανταγωνισμός τους μπορεί να αποβεί επικίνδυνος, αλλά μάλλον γιατί ένας τέτοιος γάμος μεταξύ της Θέτιδας και οποιουδήποτε Ολύμπιου «ανάμεσα στους αδελφούς του Δία» θα ήταν αφεαυτού καταστροφικός. Αν το θέμα ήταν απλά να τελειώσει η σύγκρουση μεταξύ των αδελφών, τότε η λύσις θα ήταν να αποδοθεί η Θέτις στον έναν από τους δύο. Αν παντρευόταν τον έναν η Θέτις τότε ο άλλος δε θα μπορούσε να την πλησιάσει και η σύγκρουση θα σταματούσε και η πιθανότητα να υτπάρξει ένας δεύτερος ανταγωνισμός δε θα υπήρχε ούτε ως δυνατότητα.
Όμως αυτό που φοβάται η Θέμις είναι περισσότερο η «εξορία» του Δία από έναν πιθανό διάδοχο, ισχυρότερο του πατέρα του, τα αποτελέσματα δηλαδή ενός πεταλισμού. Η Θέμις, φύλακας της κοινωνικής τάξης, προσπαθεί προφανώς όχι απλά να αποτρέψει μια φιλονικία που προκαλείται από κάποια ερωτική αντιζηλία μεταξύ αδελφών (φιλονικία πάντα αναστρέψιμη), αλλά ένα καταστροφικό νείκος (φιλονικία) σε κλίμακα διαδοχής γενεών. Αυτό είναι που η Θέτις έχει τη δύναμη να προκαλέσει και εδώ θεμελιώνεται και η δύναμή της έναντι των θεωρητικά υπέρτερων Ολύμπιων.
Η συντριπτική υπεροχή της Θέτιδας, όπως αποκαλύπτει ή 8η Ισθμιακή Ωδή, αποτελεί τον πυρήνα του Προμηθέα Δεσμώτου του Αισχύλου. Στην τραγωδία η Γαία (προσδιορισμένη ως Θέμις) γνωστοποιεί στο γιο της Προμηθέα το μυστικό της μελλοντικής συντριβής του Δία, ότι δηλαδή η Θέτις, με την οποία ο Δίας σχεδιάζει «να ενωθεί», πρόκειται να γεννήσει ένα παιδί που θα είναι δυνατότερο από τον πατέρα του. Είναι αυτή η απειλή την οποία υπαινίσσεται ο Προμηθέας, με αυξανόμενη σαφήνεια, σε ολόκληρη την τραγωδία.
Τούτη η γνώση είναι παράλληλα, η ασφάλειά του στην προσπάθειά του να δεσμεύσει τον Δία. Αν και δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πώς ακριβώς η κατοχή αυτής της γνώσης μπορεί να είχε εξυπηρετήσει τον Προμηθέα στην τριλογία συνολικά, μπορούμε να πούμε ότι η πλοκή και η δραματική ένταση του Προμηθέως Δεσμώτου οργανώνεται γύρω από τη γνώση των Τιτάνων ότι η Θέτις είναι η απάντηση στη μόνη ερώτηση που απασχολεί τον Δία. Το μυστικό της Θέτιδας παρουσιάζεται στο Προμηθεύς Δεσμώτης ως αναπόφευκτα συνδεδεμένο με την επιβίωση του Δία, η διακυβέρνησή του και το μέλλον του είναι εγκλωβισμένα στη μοιραία δύναμή της.
Παρόλο που ο κίνδυνος ενάντια στον Δία από την απόπειρα της Ήρας, της Αθηνάς και του Ποσειδώνα (1.396) αποτράπηκε από τη Θέτιδα, είναι η ίδια που παρουσιάζεται ως μέγιστη πρόκληση ενάντια στην υπεροχή του, σύμφωνα με το μύθο όπως συναντάται στον Πίνδαρο και τον Αισχύλο. Η φράση της Ιλιάδας (1.404) περιγράφει τον Αχιλλέα μέσα στα πλαίσια αυτής της παράδοσης της πάλης των επερχόμενων γενεών με τις προηγούμενες.

Ήρωες Ημίθεοι
Η Ιλιάδα, λοιπόν, μας δίνει μια φαινομενικά ασυμβίβαστη εικόνα. Πώς μπορεί να συμφιλιωθεί η κοσμική δυνατότητα της Θέτιδας με το περιορισμένο status της στην Ιλιάδα; Η αρχική μας εντύπωση είναι πως πρόκειται για θεότητα δεύτερης τάξης, της οποίας η θέση είναι κατώτερη από εκείνη των σημαντικότερων θεοτήτων του έπους. Η εκφρασμένη θλίψη της και η επαναλαμβανόμενη αδυναμία της μποστά στην οδύνη του γιου της την κάνουν να φαίνεται ευάλωτη με έναν τρόπο που δεν προσιδιάζει στους θεούς. Σε σύγκριση με την αγωνία της Θέτιδας, ένα επεισόδιο όπως το πλήγωμα της Αφροδίτης στην Ραφωδία Ε’ (334ff.) είναι παροδικό, και χρησιμεύει για να διευκρινίσει απλώς ότι οι Ολύμπιοι βρίσκονται πέρα από τον φευγαλέο ανθρώπινο πόνο. Δεν υπάρχει τίποτα, οπουδήποτε στην αθάνατη σφαίρα της Ιλιάδας, συγκρίσιμο με την περίλυπη απομόνωση της Θέτιδας.
Η λύση που υπονοείται στη μυθολογία της Θέτιδας, προϋποθέτει μια σχέση μεταξύ της σταθερότητας της θείας τάξης και της μεταβλητότητας της ανθρώπινης τάξης, όπου κάθε γενεά πρέπει να δημιουργεί την επόμενη. Νύξεις που υπενθυμίζουν την εχθρότητα και τον ανταγωνισμό μεταξύ των Θεών, λοιπόν –ακόμα και αν υπογραμμίζουν απλά το ρόλο των Θεών ως θεατών στα ανθρώπινα πάθη- συνδέουν τη θεία και την ανθρώπινη φύση με μια βαθιά αμοιβαία σχέση.
Ο καρπός της σχέσης του θεϊκού με το ανθρώπινο είναι σχεδόν πάντα στην παγκόσμια μυθολογία ο ημίθεος ήρωας, δηλαδή ο άνθρωπος που αναζητά μέσω της ανάληψης και της εκπλήρωσης του ηρωικού προτύπου τη θεϊκή του φύση. Είναι λοιπόν αδύναμη η Θέτις στην προστασία της ή απλά επιζητώντας την πραγματική αθανασία του γιου της τον ρίχνει ξανά στη μάχη; Η ουσία εδώ δεν είναι να αποφύγει ο ήρωας το θάνατο, αλλά να ζήσει σύμφωνα με τους κανόνες της ηρωικής ζωής. Τότε μόνο το αναπόφευκτο τέλος γίνεται ανάληψη στους μεγάλους ουρανούς των Ολύμπιων.
Thetis: divine protection in homeric accounting: Thetis was one from the Nereids of Greek mythology. Jupiter wanted her, but she rejected his sexual offer. Goddess Themis revealed that Thetis would bring forth in this world a son more powerful than his father. Fearing for his power, Jupiter gave to Thetis a mortal spouse, Peleus. In the marriage of Peleus and Thetis assisted all gods, apart Eris, the one that threw the apple of preference among the three goddesses, becoming thus the primal cause for the beginning of the Trojan war. Thetis according to myth gave birth to a son, Achilles, whom she tried unsuccessfully to transform to an immortal being. According to our argument this goddess of early dawn, Thetis, has been one of the post powerful archetypes of protection in homeric accounting.
@ Κ. Καλογερόπουλος
terrapapers.com thetis (1)

Η Θέμις στη μυθολογία είναι εκείνη που θεσμοθετεί
Ο Ησίοδος δεν θα μπορούσε διαφορετικά μια τέτοια τιτάνια αλληγορικής σημασίας θεότητα να μη τη συμπεριλάβει στους πρώτους θεούς κόρη του πρώτου θεϊκού ζεύγους του Ουρανού και της Γαίας η οποία στη συνέχεια εμφανίζεται ως η δεύτερη σύντροφος του Δία. Ο γάμος του μαζί της σηματοδότησε, μετά την κατάποση της πρώτης του συζύγου Μήτιδος, τη σταθεροποίηση της βασιλείας του πιο δυνατού από όλους τους θεούς. Μια βασιλεία που από εκείνη τη στιγμή ήταν εγγύηση σταθερών κανόνων που ισχύουν για θνητούς και θεούς.
Το δίκαιο που αντιπροσωπεύει είναι ιερό και ισχύει και για τους θεούς και είναι ανώτερο ακόμη και από τη βούλησή τους. Ως θεά είχε τρισυπόστατη εκπροσώπηση ως θεά φυσικής τάξης, θεά της ηθικής τάξης και προφήτις θεά, ιδιότητα που την κληρονόμησε από την μητέρα της Γαία.
Έτσι σύμφωνα με τα παραπάνω θυγατέρες της Θέμιδος ως εκπροσωπούσα τη φυσική τάξη φέρονταν οι Ώρες (= οι εποχές με το τυπικό της ακριβούς εναλλαγής των,), ως εκπροσωπούσα την ηθική τάξη φέρονταν η Ευνομία, η Δίκη, και η Ειρήνη, που αποτελούν τα υπέρτατα αγαθά μιας κοινωνίας, καθώς και οι Μοίρες, (η Κλωθώ, η Λάχεση και η Άτροπος) που προσωποποιούσαν το πεπρωμένο κάθε ανθρώπου και στις οποίες ο πατέρας τους Δίας τις είχε αναθέσει να διανέμουν στους ανθρώπους τα αγαθά, και τέλος ως εκπροσωπούσα την προφητεία φέρονταν οι Νύμφες καθώς και η παρθένα Αστραία, επίσης προσωποποίηση της δικαιοσύνης.
Αρχικά η Θέμις έχοντας κληρονομήσει την μαντική ικανότητα από την μητέρα της αντικατέστησε εκείνη πρώτη στο Μαντείο των Δελφών. Όταν όμως γεννήθηκε ο Απόλλωνας επέδειξε προς αυτόν ιδιαίτερη αγάπη και στοργή και σύμφωνα με τη μυθολογία αυτή πρώτη του πρόσφερε τροφή, θεωρούμενη έτσι και τροφός του Απόλλωνα παραδίδοντάς του αργότερα το εν λόγω Μαντείο.
Ο Όμηρος σύμφωνα με τα έπη του τονίζει ότι η Θέμις εκτελεί παρά τον Δία καθήκοντα κήρυκος και ότι εξ ονόματός του συγκαλούσε τα συμβούλια των ολυμπίων θεών και ότι επόπτευε την τάξη κατά τις τελετές των συμποσίων τους. Επίσης ότι αυτή κάθε φορά εξαγγέλλει τις αποφάσεις του Δία εξ ου και αποκαλούνταν “Διός θέμιστες” όπως έτσι λέγονταν οι νόμοι και οι αποφάσεις που δημιουργούσαν οι άνθρωποι κατ΄ εικόνα της δικαιοσύνης του Ολύμπου.
Με αυτές τις αντιλήψεις ο Ησίοδος έπλασε στη Θεογονία του την Θέμιδα, ως σύζυγο του Δία, αφού η ιδέα της τάξης είναι συνυπάρχουσα ιδιότητα του υπέρτατου θεού. Έτσι παρουσιάζεται η Θέμις προστάτιδα του δικαίου και της φιλοξενίας και τιμωρός κάθε παράβασης επ΄ αυτών, ιδιαίτερα κατά του Πάριδος που καταπάτησε τις αρχές, με τον Τρωικό πόλεμο που συναποφάσισε με τον Δία.
Η Θέμις προσαγορεύονταν άλλοτε Ιχναία θεά, δηλαδή θεά που αναζητεί ίχνη αδικοπραξιών, καθώς και Πανδερκής θεά εκ του γεγονότος ότι τίποτε δεν της διέφευγε. Επί του τελευταίου κάποιοι μυθογράφοι θεώρησαν την Θέμιδα κόρη του Ήλιου υπό το φως του οποίου ουδέν αποκρύπτεται. Μάλιστα λεγόταν πως η Θέμις έβλεπε τα πάντα πριν ακόμα τα δουν οι άνθρωποι. Από αυτό κρινόταν επίσης και ως μάντης θεά. Επ΄ αυτού ο Αισχύλος αναγνωρίζει την Θέμιδα μητέρα του προορατικού Προμηθέα.
Ιερά της Θέμιδος υπήρχαν στη Θεσσαλία, Αττική, Βοιωτία και Ολυμπία.
terrapapers.com thetis (5)
-----------------
Προτεινόμενη Βιβλιογραφία:
Κ. Κερένυι, Η μυθολογία των Ελλήνων, Εστία, Αθήνα χ.χ.
Slatkin, Laura M., The Power of Thetis: Allusion and Interpretation in the Iliad, Berkeley: University of California Press, 1991.
P. Friedrich, The Meaning of Aphrodite, (Chicago, 1978).
D. D. Boedeker, Aphrodite’s Entry into Greek Epic, (Leiden, 1974).
David B. Monro and Thomas W. Allen, (eds), Homeri Opera in five volumes, Oxford, Oxford University Press. 1920.
Köhnken, «Gods and Descendants of Aiakos in Pindar’s Eighth Isthmian Ode», BICS 22 (1975): 33 n. 19.
B. Drachmann, ed., Scholia vetera in Pindari carmina, (Leipzig, 1927).
P. Vidal-Naquet, «Le chasseur noir et l’origine de l’éphébie athénienne», Économies-sociétés-civilisations, 23 (1968).

Επαγγελματική Πολιτική στην Αρχαία Ελλάδα

Επαγγελματική Πολιτική στην Αρχαία ΕλλάδαΠολίτες «ενεργοί» και πολίτες «παθητικοί» στην Αρχαία Ελλάδα

1. Η ΣΤΕΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
Η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, δηλαδή του δικαιώματος συμμετοχής στην πολιτική ζωή και στη λήψη των αποφάσεων, μπορούσε να είναι αποτέλεσμα είτε δικαστικής απόφασης είτε μιας στάσης.

1.1 Η ατιμία: Ο όρος ατιμία φαίνεται ότι κάλυπτε δύο είδη αποκλεισμού από τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή. Σύμφωνα με την παλαιότερη χρήση του, ο όρος υποδήλωνε ότι ο πολίτης που υποβλήθηκε στην ποινή αυτή αποτελούσε πλέον ένα είδος παρανόμου τον οποίο μπορούσαν και να θανατώσουν, χωρίς επακόλουθη τιμωρία και να κατασχέσουν τη περιουσία του. Πολύ γρήγορα όμως, ήδη από το τέλος του 6ου αιώνα, και τουλάχιστον στην Αθήνα, η ατιμία απόκτησε λιγότερο ριζοσπαστική σημασία: η επιβολή της ατιμίας σε έναν πολίτη σήμαινε την αφαίρεση των πολιτικών του δικαιωμάτων και τον αποκλεισμό από τα ιερά της πόλης.
Ο άτιμος δεν είχε πλέον το δικαίωμα συμμετοχής στην εκκλησία του δήμου, στα δικαστήρια και δεν μπορούσε να θέσει υποψηφιότητα για καμία αρχή. Δεν έπαυε όμως να ανήκει στο πολιτικό σώμα, συνεπώς η ένωσή του με μία Αθηναία ήταν νόμιμη, όπως και η Ιδιοκτησία των αγαθών που του ανήκαν. Τίθενται δύο προβλήματα αναφορικά με την ατιμία: πρώτον, ήταν κληρονομική, και δεύτερον, ποια ήταν τα σφάλματα που μπορούσαν να επισύρουν την επιβολή της;
Ως προς το πρώτο σημείο, φαίνεται ότι η ατιμία αποτελούσε ισόβια καταδίκη, δεν αφορούσε όμως παρά μόνο στον ένοχο, και όχι στους απογόνους του. Σε μία μόνο περίπτωση, όμως, η ατιμία μπορούσε να είναι κληρονομική, αν επρόκειτο για κάποιον που χρωστούσε στο δημόσιο, κάποιον πολίτη που δεν είχε εξοφλήσει κάποιο πρόστιμο που του είχε επιβληθεί από δικαστήριο ή που δεν είχε, ως γεωργός υπεύθυνος για έναν φόρο, αποδώσει τα ποσά που είχε συγκεντρώσει.
Στην περίπτωση αυτή, αν πέθαινε πριν εξοφλήσει το χρέος του, η ατιμία βάραινε τους κληρονόμους του, αλλά έπαυε βεβαίως όταν οι τελευταίοι πλήρωναν το χρέος. Εκτός από αυτές τις περιπτώσεις χρέωσης, τα άλλα σφάλματα που μπορούσαν να επιφέρουν την επιβολή ατιμίας ήταν διαφόρων ειδών άλλα αφορούσαν σε ιδιωτικές βλάβες, κακή μεταχείριση, σεξουαλική βία. διάλυση πατρικής κληρονομιάς κ.λπ.) και άλλα αφορούσαν σε δημόσιες βλάβες (διαφθορά δικαστών, ψευδομαρτυρία, επανειλημμένες καταδίκες για την υποβολή παράνομων προτάσεων.
Φαίνεται επίσης πως υπήρχαν και μορφές μερικής ατιμίας. Το παράδειγμα που αναφέρεται πάντα για την περίπτωση αυτή είναι των πολιτών εκείνων που είχαν υπηρετήσει στο στράτευμα που είχε μείνει στην Αθήνα κατά τη στάση των ολιγαρχικών του 411 και καταδικάστηκαν να μην παίρνουν πια τον λόγο στις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου, διατηρώντας όμως το δικαίωμα να παραβρίσκονται στις συνελεύσεις.
Άλλες περιπτώσεις μερικής ατιμίας αναφέρονται από τον ρήτορα Ανδοκίδη, όπως. για παράδειγμα, η απαγόρευση να εγείρουν αγωγή στα δικαστήρια ή να διασχίζουν την αγορά. Υπάρχουν όμως πολλά σκοτεινά σημεία σχετικά με τις διάφορες διαδικασίες που οδηγούσαν σε μια τέτοια στέρηση ορισμένων πολιτικών δικαιωμάτων.

1.2 Οι πολιτικές επαναστάσεις: Μέσα από την ιστορία της Αθήνας και πάλι θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε πώς μπορούσαν οι πολίτες να στερηθούν τα πολιτικά τους δικαιώματα, παραμένοντας συγχρόνως μέλη της πολιτικής κοινότητας. Θα συγκροτήσουμε τρεις στιγμές της ιστορίας αυτής, τη στάση των ολιγαρχικών το 411, τη διακυβέρνηση των Τριάκοντα και το πολίτευμα που υιοθετήθηκε το 322 υπό την πίεση του Μακεδόνα στρατηγού Αντίπατρου.

1.2.1 Η στάση του 411: Μετά τη βαριά ήττα που υπέστη η Αθήνα στη Σικελία το 411, οι εχθροί της δημοκρατίας, εκμεταλλευόμενοι την αναταραχή που επικρατούσε στην πόλη, κατέλαβαν την εξουσία στην Αθήνα και εγκαθίδρυσαν νέους νόμους, σύμφωνα με τους οποίους μόνο πέντε χιλιάδες πολίτες από τους τριάντα πέντε χιλιάδες που υπήρχαν στην πόλη θα μπορούσαν να ασκούν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Είδαμε ήδη πώς απέτυχε το εγχείρημα, από την αντίδραση του ναυτικού και του στρατεύματος, που καθαίρεσαν τους στρατηγούς τους και αρνήθηκαν να αποδεχτούν τα γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί στην Αθήνα.
Χωρίς την υποστήριξη του στόλου και μέρους του στρατεύματος, οι ολιγαρχικοί δεν μπόρεσαν να διατηρηθούν στην εξουσία και η δημοκρατία υποκαταστάθηκε. Γνωρίζουμε, όμως, από τον λόγο ενός ρήτορα της εποχής ότι ήδη είχαν αρχίσει να συντάσσουν τον κατάλογο εκείνων που θα διατηρούσαν πλήρη πολίτικα δικαιώματα. Οι υπόλοιποι δεν θα έχαναν βέβαια την ιδιότητα του Αθηναίου, θα μετατρέπονταν όμως σε «παθητικούς» πολίτες.

1.2.2 Η διακυβέρνηση των Τριάκοντα: Το 405, η Αθήνα υπέστη μια σοβαρή ναυτική ήττα στους Αιγός ποταμούς από τον στόλο των Λακεδαιμονίων. Η ήττα αυτή σήμανε το τέλος του πολέμου που για ένα τέταρτο του αιώνα είχε φέρει αντιμέτωπες τις δύο μεγάλες πόλεις καιτους συμμάχους τους. Ενώ ο ναύαρχος Λύσανδρος είχε αποκλείσει το λιμάνι του Πειραιά, οι ολιγαρχικοί κατέλαβαν για μια ακόμη φορά την εξουσία, αναθέτοντας σε τριάντα πολίτες την εγκαθίδρυση νέου πολιτεύματος.
Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ, καθώς, αφού για μερικούς μήνες οι Τριάκοντα σκόρπισαν στην πόλη τον τρόμο, οι εσωτερικές τους διαμάχες διευκόλυναν την επάνοδο της δημοκρατίας λίγο αργότερα. Το σχέδιο προέβλεπε ότι η άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων θα περιοριζόταν μόνο σε τρεις χιλιάδες πολίτες, ενώ οι άλλοι θα αποκλείονταν από την πολιτεία.
Ο ρήτορας Λυσίας, που είχε βοηθήσει στην επάνοδο των δημοκρατικών στην Αθήνα, περιγράφει ως απόλυτο τον αποκλεισμό αυτό, φτάνοντας στο σημείο να πει ότι όσοι δεν ανήκαν σ’ αυτούς τους Τρεις Χιλιάδες θα «στερούνταν την πατρίδα τους». Στην πραγματικότητα, οι πολυάριθμοι δημοκρατικοί που εγκατέλειψαν την πόλη το έκαναν αφ’ ενός μεν για να ξεφύγουν από τις απειλές που τους βάραιναν, αφ’ ετέρου δε για να βοηθήσουν στην αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Μετά την αποκατάσταση αυτή, έγινε μία ακόμη απόπειρα περιορισμού του δικαιώματος συμμετοχής στην πολιτική ζωή μόνο στους κατόχους ακίνητης περιουσίας. Το σχέδιο απορρίφθηκε, αν όμως είχε πετύχει το ένα πέμπτο περίπου των πολιτών θα είχε βρεθεί χωρίς πολιτικά δικαιώματα.

1.2.3 Η απόφαση του 322: Το 322, με την ανακοίνωση του θανάτου του Αλέξανδρου, οι Αθηναίοι, παρασύροντας μαζί τους και μερικά άλλα ελληνικά Κράτη, κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον του Μακεδόνα στρατηγού Αντίπατρου, στον οποίο ο Αλέξανδρος είχε εμπιστευτεί το βασίλειό του πριν ξεκινήσει την εκστρατεία στην Ασία. Οι Έλληνες ηττήθηκαν και το 322 οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να δεχτούν την παρουσία μακεδονικής φρουράς στον Πειραιά και την εγκατάσταση τιμοκρατικού καθεστώτος: για να συμμετέχει κάποιος στην πολιτική ζωή έπρεπε να έχει περιουσία αξίας τουλάχιστον δύο χιλιάδων δραχμών.
Συνεπώς περισσότεροι από τους μισούς Αθηναίους πρέπει να αποκλείστηκαν από την ιδιότητα του ενεργού πολίτη. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, συγγραφέα του τέλους του 1ου αιώνα μ.κ.ε. ένα μέρος αυτών μετανάστευσαν στη Θράκη. Κι αυτό γιατί, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αιώνα, ο αποκλεισμός από την πολιτική ζωή σήμαινε για τα φτωχότερα στρώματα την απώλεια των υλικών προνομίων της πολιτικής ιδιότητας, δηλαδή τους διάφορους μισθούς, τη διανομή του θεωρικού, τις αμοιβές για όσους υπηρετούσαν στον στόλο.
Πιθανότατα η απώλεια των υλικών αυτών προνομίων, περισσότερο από τη στέρηση της συμμετοχής στις δημόσιες υποθέσεις, έγινε αισθητή με σκληρότερο τρόπο από την πλειοψηφία, καθώς, όπως θα διαπιστώσουμε, η πολιτική ζωή είχε περιέλθει σταδιακά στα χέρια μια μειοψηφίας «πολιτικών».

2. Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΖΩΗ
Πρόκειται για πρόβλημα που απασχόλησε την Αθήνα, τη μόνη πόλη για την οποία για μια ακόμη φορά διαθέτουμε επαρκείς πληροφορίες. Το πρόβλημα αυτό είναι ένα από αυτά που προκάλεσαν τις περισσότερες συζητήσεις και διαμάχες μεταξύ των ιστορικών της εποχής μας. Ας προσπαθήσουμε να αποκαλύψουμε τις διάφορες όψεις του.

2.1 Δημοκρατία και συμμετοχή: Είδαμε προηγουμένως τι σήμαινε η εγκαθίδρυση δημοκρατικού καθεστώτος στην Αθήνα: τη συμμετοχή στις συνελεύσεις, όπου λαμβάνονταν οι αποφάσεις που δέσμευαν το σύνολο της πολιτικής κοινότητας. Σε ποιο βαθμό ήταν πραγματική η συμμετοχή αυτή; Γνωρίζουμε ότι για ορισμένες ψηφοφορίες, όπως, για παράδειγμα, τον 5ο αιώνα για να ξεκινήσει η διαδικασία του εξοστρακισμού, καθώς και για να παραχωρηθούν πολιτικά δικαιώματα, χρειαζόταν απαρτία έξι χιλιάδων ψηφοφόρων.
Δεν έχουμε καμία σαφή ένδειξη σχετικά με τον αριθμό των πολιτών της κλασικής Αθήνας. Η μόνη γνωστή απογραφή από τα τέλη του 6ου αιώνα αναφέρει 21.000 πολίτες. Πιστεύουμε όμως γενικά ότι, την παραμονή του Πελοποννησιακού πολέμου, ο αριθμός των Αθηναίων ήταν μεταξύ 35 και 40.000, και στην αρχή του 4ου αιώνα παραδίδεται ο αριθμός 30.000 και από τον φιλόσοφο Πλάτωνα και από τον ποιητή Αριστοφάνη. Δηλαδή συνήθως λιγότερο από το ένα έκτο των πολιτών συμμετείχε πραγματικά στις συνεδριάσεις της εκκλησίας του δήμου.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι τα υπόλοιπα πέντε έκτα αδιαφορούσαν για τις υποθέσεις της πόλης. Κατ’ αρχήν, επειδή η σύνθεση της εκκλησίας του δήμου διέφερε ανάλογα με τις συνθήκες, την εποχή του έτους, τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ήταν ευκολότερο για τους κατοίκους του άστεως. παρά για τους κατοίκους της υπαίθρου, να μεταβαίνουν στην Πνύκα. Οι νοσταλγοί των παλαιότερων εποχών αρέσκονταν να αναφέρουν αυτό που ένας σύγχρονος ιστορικός ονόμασε «δημοκρατία των γεωργών», όταν πολίτες ήταν μόνο οι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας και απεχθάνονταν την ιδέα να μεταβαίνουν στην πόλη για κάθε λόγο.
Ο ποιητής Αριστοφάνης, ένας από τους νοσταλγούς αυτούς, κατήγγειλε τις βλαβερές συνέπειες του θεσμού του εκκλησιαστικού μισθόν, που προσήλκυε στην εκκλησία του δήμου κάθε είδους εξαθλιωμένους πολίτες με μόνη επιδίωξη την είσπραξη των τριών οβολών που τους επέτρεπε να ζήσουν χωρίς να κάνουν τίποτε. Πρέπει, ωστόσο, να υπενθυμίσουμε ότι η εκκλησία του δήμου συνερχόταν κανονικά σαράντα φορές τον χρόνο και ότι, ακόμη και αν υπήρχαν κάποιες επιπλέον έκτακτες συνελεύσεις, δεν έφταναν για να ζήσει ένα άτομο χωρίς πόρους – ακόμα κι αν δεν είχε χάσει καμία συνέλευση.
Πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίσουμε με σύνεση την κριτική που ασκούν οι αντίπαλοι της δημοκρατίας, κατηγορώντας την εκκλησία του δήμου ως άναρχη και συγχρόνως παντοδύναμη, που κυριαρχείται από μια μάζα φτωχών πολιτών και αποτελεί παίγνιο στα χέρια των δημαγωγών. Οι πολυάριθμες αποφάσεις που προέρχονται από τις συνελεύσεις αυτές και που έφτασαν ώς εμάς, μαρτυρούν την καλή λειτουργία του συστήματος, και ότι η συμμετοχή του δήμου, του λαού, στη λήψη των αποφάσεων αποτελούσε πραγματικότητα.
Η αποτυχία των δύο ολιγαρχικών στάσεων, προς τα τέλη του 5ου αιώνα, αποτελεί απόδειξη της προσκόλλησης των περισσότερων πολιτών στο πολιτικό καθεστώς του οποίου γνώριζαν ότι αποτελούσαν την κινητήρια δύναμη. Μετά από αυτά, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι ο βαθμός συμμετοχής στην πολιτική ζωή δεν ήταν ο ίδιος για όλους.
Πράγμα που μας οδηγεί να θέσουμε το ζήτημα της ύπαρξης μιας «πολιτικής τάξης».

2.2 Η πολιτική τάξη: Σύμφωνα με τον φιλόσοφο Αριστοτέλη, σε πολλές πόλεις η διαχείριση των υποθέσεων βρισκόταν στα χέρια της μειοψηφίας εκείνων που, λόγω περιουσίας και ελεύθερου χρόνου, είχαν τη δυνατότητα να επιδιώκουν τις ανώτατες αρχές. Στην περίπτωση της δημοκρατικής Αθήνας, όπου η αμοιβή για τις δημόσιες λειτουργίες επέτρεπε σε όλους να έχουν πρόσβαση σ’ αυτές, τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά, αλλά η ύπαρξη μιας πολιτικής τάξης δεν έπαυε να αποτελεί και εκεί πραγματικότητα.

2.2.1: Οι τάξεις κατά τον Σόλωνα: Πρέπει εδώ να επανέλθουμε στο ζήτημα που ήδη τέθηκε, των «σολώνειων τάξεων». Σύμφωνα με τον συγγραφέα της Αθηναίων Πολιτείας, η κατανομή των πολιτών σε τέσσερις τάξεις ανάλογα με το εισόδημά τους είχε στόχο κατ’ αρχήν να ρυθμίσει την πρόσβαση στις αρχές. Έτσι, για παράδειγμα, μόνο οι πολίτες των δύο πρώτων τάξεων μπορούσαν να γίνουν άρχοντες και μόνο κατά τον 5ο αιώνα έγινε δυνατή η πρόσβαση και για τους πολίτες της τρίτης τάξης, τους ζευγίτες.
Όπως υποδείξαμε πιο πάνω, η κατάταξη του Σόλωνα κάλυπτε περισσότερο στρατιωτικά και φορολογικά ζητήματα, παρά την ανάγκη περιορισμού της πρόσβασης στις αρχές για τους πιο πλούσιους. Είναι πραγματικά δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ένας μικρός γεωργός, ακόμα και αν ανήκε στην τάξη των ζευγιτών, θα μπορούσε χωρίς συνέπειες να εγκαταλείψει τη γη και τα χωράφια του κατά τη διάρκεια ενός ολόκληρου έτους.

2.2.2 Η προέλευση των πολιτικών ανδρών: Πράγματι, οι πολιτικοί άνδρες των πρώτων δεκαετιών του 5ου αιώνα, τα ονόματα των οποίων έχουν φτάσει ώς εμάς, ανήκαν όλοι στις παλαιές αριστοκρατικές οικογένειες της Αθήνας. Αυ­τό ίσχυε και στην περίπτωση του Κλεισθένη, στο τέλος του προηγούμενου αιώνα.
Το ίδιο και για τον Μιλτιάδη και τον γιο του Κίμωνα, για τον Αριστείδη και τον Θεμιστοκλή, και βέβαια για τον ίδιο τον Περικλή. Οι κατάλογοι των αρχόντων που διαθέτουμε δεν μας επιτρέπουν πάντα να αποφανθούμε για την κοινωνική κατάσταση εκείνων που αναλάμβαναν τη λειτουργία αυτή κατά τον 5ο αιώνα, δεν θα μπορούσαμε όμως να αμφισβητήσουμε το γεγονός ότι ανήκαν σε εύπορες τάξεις.
Η καθιέρωση της μισθοφόρους μπορεί να επέτρεψε στους φτωχότερους πολίτες να συμμετέχουν στα δικαστήρια της Ηλιαίας, δηλαδή να υπηρετούν την πόλη για ένα ολόκληρο έτος ως βουλευτές, δεν επέφερε όμως σημαντικές μεταβολές στην ήδη υπάρχουσα κατάσταση. Παρόμοια, μπορεί να είχαν όλοι το δικαίωμα να μιλήσουν στις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου, αναμφίβολα όμως. εκ των πραγμάτων, εκείνοι που μιλούσαν ήταν αυτοί που, χάρη στην εκπαίδευσή τους, χειρίζονταν με ευχέρεια τον λόγο και μπορούσαν να επιβληθούν σε μια συγκέντρωση πολλών ατόμων.
Ας προσθέσουμε, επιπλέον, ότι οι ανώτεροι άρχοντες, οι στρατηγοί ή οι θησαυροφύλακες, εκλέγονταν και ότι κατά την εκλογή το βάρος έπεφτε στις τοπικές επιρροές. Γι’ αυτό τον λόγο εξάλλου, η κλήρωση θεωρείτο πιο δημοκρατικός τρόπος εκλογής. Αλλά και η κλήρωση αυτή γινόταν από καταλόγους που συγκροτούσαν οι δήμοι και οι φυλές και εκεί επίσης μπορούσε να παίξει ρόλο το προσωπικό γόητρο, η καταγωγή ή η περιουσία.
Βέβαια, στην Αθήνα περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, η πρόσβαση στις αρχές ήταν σχετικά ανοιχτή. Όμως. πέρα από τις ίδιες τις αρχές, η διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων παρέμενε στα χέρια μιας μειοψηφίας μορφωμένων ανδρών ευγενικής καταγωγής και κατά κανόνα με αρκετή περιουσία, έτσι ώστε αυτοί να έχουν τη δυνατότητα να προβάλλουν πράξεις γενναιοδωρίας προς όφελος ολόκληρης της πόλης.

2.2.3 Η εξέλιξη της πολιτικής τάξης: Είναι λοιπόν προφανής η ύπαρξη μιας πολιτικής τάξης. Αυτή όμως η τάξη εξελίχθηκε κατά τη διάρκεια των δύο αιώνων της ιστορίας της δημοκρατικής Αθήνας. Μέχρι τον Πελοποννησιακό πόλεμο, οι άνδρες που βρίσκονται στο προσκήνιο ανήκουν όλοι ή σχεδόν όλοι στις παλαιές εκείνες αθηναϊκές οικογένειες που κυριαρχούσαν στην πόλη ήδη από τον 6ο αιώνα. Από το 430 περίπου, βλέπουμε να εμφανίζονται στο προσκήνιο άνδρες λίγο διαφορετικής καταγωγής, που δεν έχουν πίσω τους ένδοξους προγόνους και που τα εισοδήματα τους προέρχονται από την εκμετάλλευση εργαστηρίων ή μεταλλωρυχείων.
Αυτή είναι η περίπτωση. για παράδειγμα, των περίφημων «δημαγωγών» του τέλους του αιώνα, τους οποίους χλευάζει ο Αριστοφάνης και τους κατηγορεί ότι δεν μπορούν να σταθούν στις συνελεύσεις, ο περίφημος Κλέων ιδιοκτήτης βυρσοδεψείου, ο Υπέρβολος ο αγγειοπλάστης, ο οργανοποιός Κλεοφών, ή ακόμα ο έμπορος προβάτων Λυσικλής. Όλοι αυτοί οι άνδρες ηταν πλούσιοι, αλλά οι σχέσεις τους με τον κόσμο του εμπορίου και της βιοτεχνίας τούς υποβίβαζε στα μάτια εκείνων που θεωρούσαν τις δραστηριότητες αυτές ανάξιες για έναν ελεύθερο άνθρωπο.
Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς για τα αίτια της εξέλιξης αυτής της πολιτικής τάξης, εξέλιξης που επιβεβαιώνεται τον επόμενο αιώνα, όταν όλοι σχεδόν οι πολιτικοί άνδρες που γνωρίζουμε σήμερα προέρχονταν από αυτές τις τάξεις. Είναι βέβαιο ότι η εξέλιξη σχετίζεται με το γεγονός ότι η ανάπτυξη της πόλης κατά τον 5ο αιώνα μετέβαλε το χρήμα σε αξία που έχαιρε όλο και μεγαλύτερης εκτίμησης. Για να επανδρωθούν τα πλοία του στόλου, για να οργανωθούν οι μεγάλες γιορτές της πόλης, για να χρηματοδοτηθούν οι μακρινές αποστολές, τα χρήματα των πλουσίων γίνονταν όλο και πιο απαραίτητα και η προέλευσή τους έπαυε να έχει ιδιαίτερη σημασία.
Ένας ακόμη λόγος ήταν ότι ο πλούσιος τεχνίτης διέθετε ευ­κολότερα ρευστό χρήμα σε σχέση με τον μεγαλοϊδιοκτήτη γης, που συχνά αναγκαζόταν να υποθηκεύσει την περιουσία του για να αντιμετωπίσει τις δαπάνες που απαιτούνταν για την επιτυχία της πολιτικής καριέρας. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί όροι (πέτρινες στήλες όπου αναγραφόταν η υποθήκευση των κτημάτων) που βρίσκονται στην Αττική χρονολογούνται στον 4ο αιώνα, και ότι οι δικανικοί λόγοι αναφέρουν την περίπτωση πλούσιων ανδρών που αναγκάστηκαν να υποθηκεύσουν τις γαίες τους για να καλύψουν μια δαπανηρή λειτουργία.
Η εξέλιξη της πολιτικής τάξης δεν σημαίνει και εξέλιξη κοινωνική, όπως θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει. Μάλιστα, ιδιοκτήτες γης και ιδιοκτήτες δούλων θεωρούνταν ομοίως εισοδηματίες. Ο πλούτος παρέμενε αν όχι το κριτήριο, τουλάχιστον το απαραίτητο μέσο για την πρόσβαση στην τάξη των πολιτικών.

2.3 II παθητικότητα του δήμου, μύθος ή πραγματικότητα; Από την ύπαρξη της πολιτικής αυτής τάξης θα μπορούσαμε, άραγε, να συμπεράνουμε ότι οι συζητήσεις εκ των οποίων προέρχονταν οι επιλογές που δέσμευαν το σύνολο της πόλης, ανάγονταν στην πραγματικότητα σε εσωτερικές διαμάχες της τάξης αυτής; Αυτό υποστήριξαν ορισμένοι από τους ιστορικούς της εποχής μας, στηριζόμενοι στις προσωπικές αντιπαλότητες που μαρτυρούν οι πηγές και στις συμμαχίες που μαντεύουμε ότι σχηματίζονταν γύρω από ορισμένους «ηγέτες».
Θα ήταν, ωστόσο, υπερβολικό να συμπεράνουμε ότι οι συγκρούσεις που δίχαζαν την πόλη ανάγονται σε απλές διαμάχες μεταξύ παρατάξεων και ομάδων, διαμάχες που η πλειοψηφία των πολιτών παρακολουθούσε παθητικά. Διότι, αν οι προσωπικές συγκρούσεις έφερναν αντιμέτωπα κάποια μέλη της πολιτικής τάξης – που στα κείμενα δηλώνονται μερικές φορές με τον όρο πολιτευόμενοι – οι επιλογές για τις οποίες καλούνταν να αποφανθούν οι πολίτες δεν έπαυαν να είναι πολιτικές επιλογές. Θα αναφέρουμε δύο μόνο παραδείγματα.
Την παραμονή της εκστρατείας στη Σικελία, ήλθαν αντιμέτωποι στην εκκλησία του δήμου ο Νικίας, ο οποίος ήταν αντίθετός με το εγχείρημα και το θεωρούσε επικίνδυνη περιπέτεια, και ο Αλκιβιάδης, ο οποίος ήταν αντίθετα υποστηρικτής της επιχείρησης και έλπιζε να του φέρει μεγάλη δόξα. Μπορούμε να παραδεχτούμε ότι υπήρχε προσωπική έχθρα μεταξύ των δύο ανδρών. που σχετιζόταν με τις διαφορές στην καταγωγή και την ηλικία τους.
Ο Αλκιβιάδης ανήκε σε αριστοκρατική οικογένεια και ήταν νέος. Το εισόδημα του Νικία προερχόταν από την εκμετάλλευση ορυχείων και ο ίδιος πλησίαζε την ηλικία των πενήντα χρόνων. Όμως, ο δήμος ακολούθησε τον Αλκιβιάδη επειδή, όπως παρατηρεί ο ιστορικός Θουκυδίδης, υπολόγιζε ότι η εκστρατεία θα του απέφερε υλικά οφέλη. Επρόκειτο. λοιπόν, για απόφαση που σχετιζόταν με τα συμφέροντα της πλειοψηφίας των πολιτών.
Το δεύτερο παράδειγμα είναι από την ιστορία του 4ου αιώνα. Πρόκειται για την έγκριση από την εκκλησία του δήμου της συνθήκης ειρήνης που σύναψε η Αθήνα με τον Φίλιππο της Μακεδονίας το έτος 346. Για ορισμένους, ένας από τους οποίους είναι και ο Δημοσθένης, η συνθήκη αυτή παραγνώριζε τα συμφέροντα της Αθήνας, που απειλούνταν από τη φιλόδοξη πολιτική του Μακεδόνα βασιλιά.
Για άλλους αντιθέτως. μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και οι προσωπικοί εχθροί του Δημοσθένη. διαφύλασσε την ειρήνη που ήταν απαραίτητη για την εσωτερική ισορροπία της πόλης. Ο δήμος επέλεξε την ειρήνη και ο Δημοσθένης αναγκάστηκε να συναινέσει και να υπερασπιστεί την αρχή της ειρήνης.
Οι συγκρούσεις που έφερναν αντιμέτωπους τους πολιτικούς άνδρες. με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μακροχρόνια διαμάχη μεταξύ του Δημοσθένη και του Αισχίνη, σχετικά με τη στάση που έπρεπε να υιοθετηθεί απέναντι στη μακεδονική απειλή, δεν υποδηλώνουν απαραίτητα την παθητικότητα των πολιτών έναντι των αποφάσεων που όφειλαν να λάβουν, εφόσον τελικά οι δικές τους ψήφοι ήταν εκείνες που καθόριζαν τον προσανατολισμό που θα υιοθετούσε η πολιτική της πόλης. Μένει, ωστόσο, το ερώτημα κατά πόσο ήταν αλήθεια αυτό που μαρτυρούν ορισμένοι σύγχρονοι της εποχής εκείνης σχετικά με την ολοένα αυξανόμενη αδιαφορία των πολιτών για τις δημόσιες υποθέσεις.

Η εξαίρεση των φτωχών από την πολιτική ιδιότητα το 322
… ὁ δῆ­μος οὐκ ὤν ἀ­ξι­ό­μα­χος ἠ­ναγ­κά­σθη τήν ἐ­πι­τρο­πήν καί τήν ἐ­ξου­σί­α πᾶ­σαν Ἀν­τι­πά­τρῳ δοῦ­ναι πε­ρί τῆς πό­λε­ως. ὁ δέ φι­λαν­θρώ­πως αὐ­τοῖς προ­σε­νε­χθείς συ­νε­χώ­ρη­σεν ἔ­χειν τήν τέ πό­λιν καί τάς κτή­σεις καί τ’ ἄλ­λα πάν­τα· τήν δέ πο­λι­τεί­αν με­τέ­στη­σεν ἐκ τῆς δη­μο­κρα­τί­ας καί προ­σέ­τα­ξεν ἀ­πό τι­μή­σε­ως εἶ­ναι τό πο­λί­τευ­μα καί τούς μέν κε­κτη­μέ­νους πλεί­ω δραχ­μῶν δι­σχι­λί­ων κυ­ρί­ους εἶ­ναι τοῦ πο­λι­τεύ­μα­τος καί τῆς χει­ρο­το­νί­ας. τούς δέ κα­τω­τέ­ρω τῆς τι­μή­σε­ως ἅ­παν­τας ὡς τα­ρα­χώ­δεις ὄν­τας καί πο­λε­μι­κούς ἀ­πή­λα­σε τῆς πο­λι­τεί­ας καί τοῖς βου­λο­μέ­νοις χώ­ραν ἔ­δω­κεν εἰς κα­τοί­κη­σιν ἐν τῇ Θρά­κῃ. οὗ­τοι μέν οὖν ὄν­τες πλεί­ους τῶν [δισ]μυ­ρί­ων καί δι­σχι­λί­ων με­τε­στά­θη­σαν ἐκ τῆς πα­τρί­δος, οἱ δέ τήν ὡ­ρι­σμε­νην τί­μη­σιν ἔ­χον­τες πε­ρί ἐν­να­κι­σχι­λί­ους ἀ­πε­δεί­χθη­σαν κύ­ριοί τῆς τε πό­λε­ως καί χώ­ρας καί κα­τά τούς Σά­λω­νας νό­μους ἐ­πο­λι­τεύ­ον­το·
Απόδοση: [Ο λαός, επειδή δεν είχε τη δύναμη να συνεχίσει τον πόλεμο, αναγκάστηκε να αναθέσει στον Αντίπατρο όλη την κηδεμονία και την εξουσία της πόλης. Κι εκείνος συμπεριφέρθηκε με επιείκεια και τους επέτρεψε να διατηρήσουν την πόλη. τις κτήσεις και όλα τα άλλα. Όμως τροποποίησε το πολίτευμα, καταργώντας τη δημοκρατία, και όρισε πολίτευμα με βάση τον καθορισμό της αξίας των εισοδημάτων των πολιτών. Έτσι, όσοι πολίτες είχαν εισόδημα πάνω από δύο χιλιάδες δραχμές, όρισε να έχουν το δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτική ζωή και στην εξουσία.
Ενώ όλους όσους είχαν μικρότερο εισόδημα, σαν να ήταν ταραχοποιοί και φιλοπόλεμοι, τους εξόρισε από την πόλη. Τέλος, έδωσε σ’ όσους το επιθυμούσαν γη για να κατοικήσουν στη Θράκη. Αυτοί λοιπόν, που δεν ξεπερνούσαν τους δώδεκα χιλιάδες. εγκατέλειψαν την πατρίδα τους. ενώ όσοι είχαν το καθορισμένο εισόδημα, περίπου εννιά χιλιάδες πολίτες, ορίστηκαν κύριοι και τη πόλης και της χώρας και κυβερνούσαν σύμφωνα με τους νόμους του Σόλωνα.] Διόδωρου Σικελιώτη, Ιστορική Βιβλιοθήκη. XVIII. 18. 3-5

Η ψηφοφορία για την εκστρατεία στη Σικελία το 415
Καί ἔ­ρως ἐ­νέ­πε­σε τοῖς πᾶ­σιν ὁ­μοί­ως ἐκ­πλεῦ­σαι. Τοῖς μέν γάρ πρε­σβυ­τέ­ροις ὡς ἤ κα­τα­στρε­ψο­μέ­νοις ἐφ ἅ ἔ­πλε­αν ἤ οὐ­δέν ἄν σφα­λεῖ­σαν με­γά­λην δύ­να­μιν, τοῖς δ’ ἐν τῇ ἡ­λι­κί­ᾳ τῆς τέ ἀ­πού­σης πό­θῳ ὄ­ψε­ως καί θε­ω­ρί­ας, καί εὐ­έλ­πι­δες ὄν­τες σω­θή­σε­σθαι. ὁ δέ πο­λύς ὅ­μι­λος καί στρα­τι­ώ­της ἐν τέ τῷ πα­ρόν­τι ἀρ­γύ­ριον οἴ­σειν καί προ­σκτή­σε­σθαι δύ­να­μιν ὅ­θεν ἀί­διον μι­σθο­φο­ράν ὑ­πάρ­ξειν. ὥ­στε διά τήν ἄ­γαν τῶν πλε­ό­νων ἐ­πι­θυ­μί­αν, εἰ τῷ ἄ­ρα καί μή ἤ­ρε­σκε, δε­δι­ώς μή ἀν­τι­χει­ρο­το­νῶν κα­κό­νους δδξει­εν εἶ­ναι τή πό­λει ἡ­συ­χί­αν ἦ­γεν.
Απόδοση [Όλους τους κατέλαβε εξίσου η επιθυμία να αποπλεύσουν. Τους πιο ηλικιωμένους διότι πίστευαν η ότι θα υποτάξουν τα μέρη εναντίον των οποίων έπλεαν ή τουλάχιστον, ότι δεν θα καταστρεφόταν μια τόσο μεγάλη δύναμη. Εκείνους που βρίσκονταν σε ώριμη ηλικία, διότι αφ’ ενός μεν επιθυμούσαν να δουν και να γνωρίσουν τη μακρινή αυτή χώρα. και αφ’ ετέρου διότι είχαν την ελπίδα ότι θα σωθούν.
Τέλος, το μεγάλο πλήθος και τους στρατιώτες, διότι πίστευαν ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις θα κέρδιζαν χρήματα και ότι μελλοντικά η πόλη θα αποκτούσε πρόσθετη ηγεμονία, που θα τους απέφερε ατελείωτη μισθοδοσία. Έτσι. λόγω της υπερβολικής επιθυμίας των περισσοτέρων, ακόμη και αν τυχόν κάποιος δεν επιθυμούσε την εκστρατεία, από φόβο μήπως φανεί εχθρικά διακείμενος προς την πόλη, δεν ψήφιζε κατά της εκστρατείας και σώπαινε.] Θουκυδίδου, Ιστοριών, ΣΤ. 24. 3-4

3. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 4ο ΑΙΩΝΑ
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι αναταραχές που προκάλεσε σε όλο τον ελληνικό κόσμο ο Πελοποννησιακός πόλεμος είχαν αντίκτυπο στη λειτουργία της πολιτικής ζωής στο εσωτερικό των πόλεων. Όπως ήταν αναμενόμενο, θα ασχοληθούμε και πάλι με το αθηναϊκό παράδειγμα, θα μπορέσουμε όμως να επεκτείνουμε ορισμένα από τα συμπεράσματά μας και σε άλλες πόλεις.

3.1 Οι μεταμορφώσεις των στρατευμάτων των πόλεων
Μία από τις πρώτες ενδείξεις της εξέλιξης αυτής κατά τον 4ο αιώνα είναι η σταδιακή εξαφάνιση των στρατών των πόλεων. Ήδη κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, οι περισσότεροι από τους εμπόλεμους -περιλαμβανομένων και των Σπαρτιατών – αναγκάστηκαν να καλέσουν μισθοφορικούς στρατούς, επαγγελματίες στρατιώτες, ξένους για την πόλη.
Κατά τον 4ο αιώνα, το φαινόμενο γενικεύεται, καθώς συνδέεται με την ανάπτυξη νέων μορφών μάχης που σχετίζονται περισσότερο με τον ανταρτοπόλεμο παρά με την αντιπαράθεση των οπλιτών. Στα στρατεύματα των ελληνικών πόλεων, τα σώματα του πεζικού με ελαφρύ εξοπλισμό αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία: ο πολίτης – οπλίτης παραχωρεί τη θέση του στον μισθοφόρο πελταστή.
Η προσφυγή στους μισθοφόρους επιτρέπει εξάλλου στους στρατηγούς να ηγούνται πιο μακροχρόνιων εκστρατειών, χωρίς να χρειάζεται να ανησυχούν για την επιστροφή και την ενασχόληση με τις γεωργικές εργασίες. Ο πόλεμος παύει να είναι εποχιακός. Επιπλέον, ο στρατηγός που διοικεί έναν στρατό μισθοφόρων δεν φοβάται ότι θα τον κατακρίνουν οι στρατιώτες του: όσο μπορεί να τους πληρώνει τον υπακούουν. Ο στρατηγός γίνεται και ο ίδιος επαγγελματίας του πολέμου, και βλέπουμε Αθηναίους στρατηγούς ή Σπαρτιάτες βασιλείς να προσφέρουν τι; υπηρεσίες τους σε βάρβαρους βασιλίσκους ή Πέρσες σατράπες, για να μπορέσουν να πληρώσουν τους στρατιώτες τους.
Υπάρχουν, βέβαια, ακόμη τα σώματα των πολιτών-οπλιτών, αλλά συμμετέχουν όλο και λιγότερο στις μακρινές εκστρατείες. Γι’ αυτό ακριβώς παραπονείται ο Δημοσθένης στην Αθήνα: έχοντας επίγνωση των νέων συνθηκών πολέμου, επιθυμεί κι αυτός τη συμμετοχή ενός ελάχιστου αριθμού πολιτών στις αποστολές της Αθήνας με σκοπό τη διαφύλαξη των θέσεών της στο Αιγαίο, ενώ ο στρατηγός να είναι υπεύθυνος έναντι των πολιτών αυτών και να μην μπορεί πλέον να ενεργεί κατά βούληση.
Εξάλλου, η ολοένα και μεγαλύτερη χρησιμοποίηση μισθοφορικών στρατευμάτων επιβάρυνε υπερβολικά τον προϋπολογισμό της πόλης. Και σε περίπτωση που η πόλη δεν ήταν σε θέση να χρηματοδοτήσει τις μακρινές εκστρατείες, είτε διαλυόταν ατάκτως ο στρατός και κατέφευγε στην υπηρεσία όποιου μπορούσε να πληρώσει, είτε ο στρατηγό! αναγκαζόταν να επιδοθεί σε λεηλασίες και αρπαγές για να κρατήσει τους στρατιώτες του. γεγονός που επέφερε σοβαρές δυσχέρειες στην πόλη. Η σταδιακή εξαφάνιση του πολίτη – οπλίτη είχε λοιπόν σοβαρές επιπτώσεις.
Χωρίς αμφιβολία αυτή ήταν η αιτία που η Αθήνα προσπάθησε, κατά το δεύτερο μισό του αιώνα – και ίσως μόνο μετά την ήττα της Χαιρώνειας, υπό την επιρροή του Λυκούργου – να μετατρέψει την Εφηβεία σε πραγματική «στρατιωτική θητεία», κατά την οποία όλοι οι νεαροί Αθηναίοι, χωρίς διάκριση, εκπαιδεύονταν όχι μόνο στην οπλιτική τακτική, αλλά και σε πιο κινητικές μορφές μάχης του ελαφρού πεζικού. Στη Σπάρτη, μόνο κατά τον 3ο αιώνα οι μεταρρυθμιστές βασιλείς θα επιχειρήσουν την ανασυγκρότηση του στρατού της πόλης, που είχε στο μεταξύ γίνει σκιώδης, μέσω της αναδιανομής των γαιών.

3.2 Ο επαγγελματικός χαρακτήρας της πολιτικής ζωής
Μία από τις συνέπειες τού ολοένα και πιο επαγγελματικού χαρακτήρα των στρατευμάτων των πόλεων ήταν η αναγκαιότητα διάθεσης χρηματικών πόρων για την πληρωμή των στράτευμά των αυτών. Στην περίπτωση της Αθήνας, η αναγκαιότητα αυτή επιδεινώθηκε από τις συνέπειες της ήττας που υπέστη η πόλη με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, η απώλεια της ηγεμονίας και του φόρου υποτέλειας που κατέβαλλαν οι σύμμαχοι, η επιβράδυνση της εκμετάλλευσης των αργυρωρυχείων του Λαυρίου και ίσως επίσης -τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του αιώνα- ίων συναλλαγών, επίκεντρο των οποίων ήταν ο Πειραιάς, δημιουργούν πραγματικό οικονομικό πρόβλημα για την πόλη.
Το πρόβλημα αυτό δεν θα επιλυθεί με την ανασύσταση, το 378/7, μιας νέας ναυτικής ομοσπονδίας γύρω από την Αθήνα, εφόσον με την καταστατική πράξη της ομοσπονδίας αυτής οι Αθηναίοι δεσμεύονταν να μην εισπράττουν φόρο υποτέλειας από τους συμμάχους τους.
Γι’ αυτό και καθ’ όλη τη διάρκεια του αιώνα γίνονται διάφορες απόπειρες με σκοπό την οργάνωση της είσπραξης της πολεμικής φορολογίας, της εισφοράς, που ήταν έκτακτος φόρος αλλά έτεινε να μεταβληθεί σε μόνιμο, καθώς και τη ρύθμιση της πιο σημαντικής για την πόλη λειτουργίας, της τριηραρχίας. Με τις διάφορες αυτές απόπειρες συνδέονται τα ονόματα ορισμένων ανδρών, όπως του Καλλίστρατου και του Εύβουλου, αργότερα του Λυκούργου, οι οποίοι εμφανίζονται ως ειδικοί σε οικονομικά ζητήματα, και οι δύο τελευταίοι τουλάχιστον αναλαμβάνουν με την ιδιότητα αυτή μια πολύ πιο μακροχρόνια αρχή σε σχέση με τις συνήθεις ετήσιες αρχές ο Εύβουλος την αρχή του «υπεύθυνου για το θεωρικό», ο Λυκούργος «την αρχή της διοίκησης».

Καθώς ο πόλεμος μεταβαλλόταν σε επάγγελμα, η διοίκηση της πόλης έτεινε κι αυτή να μεταβληθεί από μια ορισμένη μορφή αυτοδιοίκησης σε μια πιο εξειδικευμένη διοίκηση, που απαιτούσε συγκεκριμένες αρμοδιότητες. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι η επιλογή οικονομικής πολιτικής μπορούσε να αφορά περισσότερο σ’ αυτούς τους «ειδικούς» παρά στη μάζα των πολιτών, γεγονός που μπορούσε να έχει ως συνέπεια μια ακόμη μεγαλύτερη αδιαφορία εκ μέρους των πολιτών για συζητήσεις των οποίων τις λεπτομέρειες αγνοούσαν.
Αυτό ήθελαν άραγε να πουν οι ρήτορες, όπως ο Δημοσθένης ή ο Υπερείδης, όταν κατηγορούσαν τους απλούς πολίτες, τους ιδιώτες, ότι ασχολούνταν περισσότερο με τις ιδιωτικές τους υποθέσεις, με τα ίδια. παρά με τις υποθέσεις της πόλης; Δεν θα πρέ­πει, βέβαια, να λαμβάνουμε κατά γράμμα τα επιχειρήματα που σκοπό είχαν να ξυπνήσουν το ενδιαφέρον των ακροατών εκείνων που αρκούνταν στο να ακούν χωρίς να παρεμβαίνουν. Αλλά δεν μπορούμε και να τα αγνοήσουμε.

3.3 Νέα επίκεντρα ενδιαφέροντος
Εξάλλου, η βελτιωμένη τεχνική των συζητήσεων δεν αρκεί ίσως από μόνη της για να ερμηνεύσει την αδιαφορία αυτή. Το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα χαρακτηρίζεται στην Αθήνα από την ανάκαμψη των οικονομικών δραστηριοτήτων. Τα ορυχεία του Λαυρίου γνωρίζουν νέα εκμετάλλευση και ο Πειραιάς βρίσκεται εκ νέου στο επίκεντρο των εμπορικών δραστηριοτήτων, όπως μαρτυρούν ορισμένοι δικανικοί λόγοι, δραστηριότητες που ευνοούνται και από συγκεκριμένα μέτρα που «φορούν στους εμπόρους, ειδικά τους ξένους.
Μπορούμε να παραδεχτούμε ότι για τους εύπορους Αθηναίους είχαν μεγαλύτερη σημασία τα κέρδη που μπορούσε να τους αποφέρει ο δανεισμός χρημάτων σε εμπόρους με υψηλό επιτόκιο ή η ενοικίαση της εκμετάλλευσης των ορυχείων τους, παρά ο λεγόμενος μακεδονικός κίνδυνος, στον οποίο, σύμφωνα με τον Δημοσθένη, δεν πίστευαν καθόλου. Έτσι εξηγείται η επιθυμία τους να διατηρήσουν με κάθε τίμημα την ειρήνη, απαραίτητη για την ανάπτυξη των ιδιωτικών τους επιχειρήσεων και για την άσκηση λιγότερο βαριάς φορολογικής πίεσης.

Όμως οι «πλούσιοι» δεν ήταν οι μόνοι που προωθούσαν περισσότερο τα ιδιωτικά τους συμφέροντα από τα συμφέροντα της πόλης. Για την πλειοψηφία των φτωχών πολιτών, ο πόλεμος δεν σήμαινε πλέον την παροχή μισθών και την ελπίδα για λάφυρα αλλά τη στέρηση της διανομής του θεωρικού, το οποίο ο Δημοσθένης επιθυμούσε να κατατίθεται στο πολεμικό ταμείο.
Και για εκείνους, οι στείρες λογομαχίες στις οποίες επιδίδονταν οι ρήτορες, κατηγορώντας ο ένας τον άλλο ότι έχει πουληθεί στον Φίλιππο, φαίνονταν εντελώς μάταιες και επειδή ο μόνος λόγος που συνέχιζαν να πηγαίνουν στις συνελεύσεις ήταν για να μη χάσουν τον μισθό, είχαν μεταβληθεί σε παθητικούς ακροατές, γεγονός για το οποίο παραπονούνταν ορισμένοι πολιτικοί άνδρες όπως ο Δημοσθένης.
Όλα αυτά ισχύουν βέβαια για την περίπτωση της Αθήνας, τη μόνη πόλη για την οποία διαθέτουμε ακριβείς πληροφορίες και μαρτυρίες από τους συγχρόνους. Όμως, μέσα από τα λόγια ενός Δημοσθένη ή ενός Υπερείδη, μαντεύουμε ότι το ίδιο ίσχυε και αλλού και ότι αυτή η αδιαφορία των πολιτών για τις δημόσιες υποθέσεις διευκόλυνε τις πλεκτάνες ενός άνδρα όπως ήταν ο Φίλιππος της Μακεδονίας, ήταν αρκετό να πάρει με το μέρος του ορισμένους πολιτικούς για να κερδίσει όλη την πόλη.
Ίσως με τον τρόπο αυτό αμαυρώνουμε κάπως υπερβολικά την εικόνα. Δεν θα μπορούσαμε, ωστόσο, να αρνηθούμε ότι κατά το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα η πολιτική ιδιότητα περνά κρίση. Βέβαια οι πολιτικοί θεσμοί συνεχίζουν να λειτουργούν, και ειδικά για το τέλος του 4ου και για τον 3ο αιώνα διαθέτουμε περισσότερες πληροφορίες και για άλλες πόλεις εκτός από την Αθήνα.
Αυτοί όμως οι πολιτικοί θεσμοί, σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν τα μεγάλα βασίλεια που προήλθαν από τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου, χάνουν πλέον σ’ ένα βαθμό το περιεχόμενό τους και η πολιτική ιδιότητα τείνει να μετατραπεί σε μια κατάσταση που αποφέρει κάποια πλεονεκτήματα, αλλά για το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών δεν σημαίνει μια ενεργό συμμετοχή.

Η ψηφοφορία για την εκστρατεία στη Σικελία το 415
Καί ἔ­ρως ἐ­νέ­πε­σε τοῖς πᾶ­σιν ὁ­μοί­ως ἐκ­πλεῦ­σαι. Τοῖς μέν γάρ πρε­σβυ­τέ­ροις ὡς ἤ κα­τα­στρε­ψο­μέ­νοις ἐφ ἅ ἔ­πλε­αν ἤ οὐ­δέν ἄν σφα­λεῖ­σαν με­γά­λην δύ­να­μιν, τοῖς δ’ ἐν τῇ ἡ­λι­κί­ᾳ τῆς τέ ἀ­πού­σης πό­θῳ ὄ­ψε­ως καί θε­ω­ρί­ας, καί εὐ­έλ­πι­δες ὄν­τες σω­θή­σε­σθαι. ὁ δέ πο­λύς ὅ­μι­λος καί στρα­τι­ώ­της ἐν τέ τῷ πα­ρόν­τι ἀρ­γύ­ριον οἴ­σειν καί προ­σκτή­σε­σθαι δύ­να­μιν ὅ­θεν ἀί­διον μι­σθο­φο­ράν ὑ­πάρ­ξειν. ὥ­στε διά τήν ἄ­γαν τῶν πλε­ό­νων ἐ­πι­θυ­μί­αν, εἰ τῷ ἄ­ρα καί μή ἤ­ρε­σκε, δε­δι­ώς μή ἀν­τι­χει­ρο­το­νῶν κα­κό­νους δδξει­εν εἶ­ναι τή πό­λει ἡ­συ­χί­αν ἦ­γεν.
Απόδοση [Όλους τους κατέλαβε εξίσου η επιθυμία να αποπλεύσουν. Τους πιο ηλικιωμένους διότι πίστευαν η ότι θα υποτάξουν τα μέρη εναντίον των οποίων έπλεαν ή τουλάχιστον, ότι δεν θα καταστρεφόταν μια τόσο μεγάλη δύναμη. Εκείνους που βρίσκονταν σε ώριμη ηλικία, διότι αφ’ ενός μεν επιθυμούσαν να δουν και να γνωρίσουν τη μακρινή αυτή χώρα. και αφ’ ετέρου διότι είχαν την ελπίδα ότι θα σωθούν.
Τέλος, το μεγάλο πλήθος και τους στρατιώτες, διότι πίστευαν ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις θα κέρδιζαν χρήματα και ότι μελλοντικά η πόλη θα αποκτούσε πρόσθετη ηγεμονία, που θα τους απέφερε ατελείωτη μισθοδοσία. Έτσι. λόγω της υπερβολικής επιθυμίας των περισσοτέρων, ακόμη και αν τυχόν κάποιος δεν επιθυμούσε την εκστρατεία, από φόβο μήπως φανεί εχθρικά διακείμενος προς την πόλη. δεν ψήφιζε κατά της εκστρατείας και σώπαινε.] Θουκυδίδου, Ιστοριών, ΣΤ. 24. 3-4

Ο Δημοσθένης καταγγέλλει την παθητικότητα του δήμου
Βού­λο­μαι τοί­νυν [ὑ­μᾶς] με­τά παρ­ρη­σί­ας ἐ­ξε­τά­σαι τά πα­ρόν­τα πράγ­μα­τα τῇ πό­λει, καί σκέ­ψα­σθαι τί ποι­οῦ­μεν αὐ­τοί νῦν καί ὅ­πως χρώ­με­θ’ αὐ­τοῖς. ἠ­μεῖς οὔ­τε χρή­μα­τ’ εἰ­σφέ­ρειν βου­λό­με­θα, οὔ­τ’ αὐ­τοί στρα­τεύ­ε­σθαι, οὔ­τε τῶν κοι­νῶν ἀ­πέ­χε­σθαι δυ­νά­με­θα, οὔ­τε τάς συν­τά­ξεις Δι­ο­πεί­θει δί­δο­μεν, οὔ­θ’ ὅ­σ’ ἄν αὐ­τός αὐ­τῷ πο­ρί­ση­ται ἐ­παι­νοῦ­μεν, ἀλ­λά βα­σκαί­νο­μεν καί σκο­ποῦ­μεν πό­θεν, καί τί μέλ­λει ποι­εῖν, καί πάν­τα τά τοια­υτί, οὔ­τ’, ἐ­πει­δή­περ οὕ­τως ἔ­χο­μεν, τά ἡ­μέ­τε­ρ’ αὐ­τῶν πράτ­τειν ἐ­θέ­λο­μεν, ἀλ­λ’ ἐν μέν τοῖς λό­γοις τούς τῆς πό­λε­ως λέ­γον­τας ἄ­ξι’ ἐ­παι­νοῦ­μεν, ἐν δέ τοῖς ἔρ­γοις τοῖς ἐ­ναν­τι­ου­μέ­νοις τού­τοις συ­να­γω­νι­ζό­με­θα. ὑ­μεῖς μέν τοί­νυν εἰ­ώ­θα­θ’ ἑ­κά­στο­τε τόν πα­ριόντ’ ἐ­ρω­τᾶν, τί οὖν χρή ποι­εῖν; ἐ­γώ δ’ ὑ­μᾶς ἐ­ρω­τῆ­σαι βού­λο­μαι, τί οὖν χρή λέ­γειν; εἰ γάρ μή­τ’ εἰ­σοί­σε­τε, μή­τ’ αὐ­τοί στρα­τεύ­ε­σθε, μή­τε τῶν κοι­νῶν ἀ­φέ­ξε­σθε, μή­τε τάς συν­τά­ξεις δώ­σε­τε, μή­θ’ ὅ­σ’ ἄν αὐ­τός αὐ­τῷ πο­ρί­ση­ται ἐ­ά­σε­τε, μή­τε τά ὑ­μέ­τε­ρ’ αὐ­τῶν πράτ­τειν ἐ­θε­λή­σε­τε, οὐκ ἔ­χω τί λέ­γω. Οἱ γάρ ἤ­δη το­σαύ­την ἐ­ξου­σί­αν τοῖς αἰ­τιᾶ­σθαι καί δι­α­βάλ­λειν βου­λο­μέ­νοις δι­δόν­τες, ὥ­στε καί πε­ρί ὧν φα­σι μέλ­λειν αὐ­τόν ποι­εῖν, καί πε­ρί τού­των προ­κα­τη­γο­ρούν­των ἀ­κρο­ᾶ­σθαι, -τί ἄν τις λέ­γοι;
Απόδοση [Θέλω, λοιπόν, να εξετάσετε με ελεύθερο πνεύμα την παρούσα κατάσταση της πόλης και να σκεφτείτε τι θα κάνουμε τώρα και πώς θα χειριστούμε τα πράγματα. Εμείς ούτε χρήματα θέλουμε να δώσουμε, ούτε οι ίδιοι να εκστρατεύσουμε, ούτε μπορούμε να απέχουμε από τα κοινά, ούτε δίνουμε στον Διοπείθη τα ποσά που συμφωνήσαμε. Ούτε όμως εγκρίνουμε τους πόρους που τυχόν βρίσκει, αλλά τον κακολογούμε και εξετάζουμε την προέλευση των χρημάτων του, τι σκοπεύει να κάνει με αυτά και όλα τα σχετικά.
Και ενώ τηρούμε αυτή τη στάση, δεν θέλουμε να κάνουμε ό, τι μας συμφέρει, αλλά, ενώ με τα λόγια επαινούμε εκείνους που μιλούν επάξια για την πόλη μας, στην πράξη όμως συμπράττουμε με εκείνους που εναντιώνονται σ’ αυτά. Εσείς λοιπόν συνηθίζετε να ρωτάτε κάθε φορά αυτόν που εμφανίζεται στο βήμα: τι πρέπει να κάνουμε; Εγώ όμως θέλω να ρωτήσω εσάς: τι πρέπει να πούμε; Διότι αν δεν δίνετε χρήματα, αν δεν πηγαίνετε οι ίδιοι στον πόλεμο, ούτε απέχετε από τα κοινά, ούτε δίνετε στον Διοπείθη τα συμφωνημένα ποσά. ούτε εγκρίνετε όσα τυχόν ο ίδιος συγκεντρώνει, ούτε επιθυμείτε να κάνετε ό,τι σας συμφέρει, εγώ δεν ξέρω τι να σας πιο.
Υπάρχουν άνθρωποι που δίνουν τόσα δικαιώματα σ’ εκείνους που θέλουν να κατακρίνουν και να διαβάλλουν, ώστε ο Διοπείθης να μαθαίνει ότι τον κατηγορούν προκαταβολικά για πράγματα που λένε ότι πρόκειται να κάνει – τι μπορεί. λοιπόν, να πει κανείς;] Δημοσθένους, Περί τῶν ἐν Χερρονήσῳ, 21 -23
Ἀ­ξι­ῶ δ’ ὦ ἄν­δρες Ἀ­θη­ναῖ­οι, ἄν τί τῶν ἀ­λη­θῶν με­τά παρ­ρη­σί­ας λέ­γω, μη­δε­μί­αν μοι διά τοῦ­το πα­ρ’ ὑ­μῶν ὀρ­γήν γε­νέ­σθαι. Σκο­πεῖ­τε γάρ ὡ­δί. Ὑ­μεῖς τήν παρ­ρη­σί­αν ἐ­πί μέν τῶν ἄλ­λων οὕ­τω κοι­νήν οἴ­ε­σθε δεῖν εἶ­ναι πᾶ­σι τοῖς ἐν τῇ πό­λει ὥ­στε καί τοῖς ξέ­νοις καί τοῖς δού­λοις αὐ­τῆς με­τα­δε­δώ­κα­τε, καί πολ­λούς ἄν τις οἰ­κέ­τας ἴ­δοι πα­ρ’ ὑ­μῖν με­τά πλεί­ο­νος ἐ­ξου­σί­ας ὅ­τι βού­λον­ται λέ­γον­τας ἤ πο­λί­τας ἐν ἐ­νί­αις τῶν ἄλ­λων πό­λε­ων, ἐκ δέ τοῦ συμ­βου­λεύ­ειν παν­τά­πα­σιν ἐ­ξε­λη­λά­κα­τε. Εἴ­θ’ ὑ­μῖν συμ­βέ­βη­κεν ἐκ τού­του ἐν μέν ταῖς ἐκ­κλη­σί­αις τρυ­φᾶν καί κο­λα­κεύ­ε­σθαι πάν­τα πρός ἡ­δο­νήν ἀ­κού­ου­σιν, ἐν δέ τοῖς πράγ­μα­σι καί τοῖς γι­γνο­μέ­νοις πε­ρί τῶν ἐ­σχά­των ἤ­δη κιν­δυ­νεύ­ειν, εἰ μέν οὖν καί νῦν οὕ­τω δι­ά­κει­σθε, οὐκ ἔ­χω τί λέ­γω· εἰ δ’ ἅ συμ­φέ­ρει χω­ρίς κο­λα­κεί­ας ἐ­θε­λή­σε­τ’ ἀ­κού­ειν, ἕ­τοι­μος λέ­γειν.
Απόδοση: [Έχω την αξίωση, άνδρες Αθηναίοι, αν πω με παρρησία κάποιες αλήθειες, να μην οργιστείτε για τούτο εναντίον μου. Εξετάστε το εξής: Εσείς πιστεύετε ότι η ελευθερία του λόγου, για κάθε άλλο θέμα, πρέπει να είναι σε τέτοιο βαθμό κοινή για όλους όσους βρίσκονται στην πόλη, ώστε την έχετε παραχωρήσει και στους ξένους και στους δούλους. Και μπορεί να δει κανείς πολλούς δούλους να λένε ό,τι θέλουν ενώπιον σας με μεγαλύτερη ελευθερία από τους πολίτες των άλλων πόλεων.
Αλλά την ελευθερία από τις συσκέψεις σας την έχετε αποκλείσει εντελώς. Συνέπεια αυτού είναι ότι στις μεν συνελεύσεις ευφραίνεστε εστε ακούγοντας πάντα ευχάριστους λόγους, όταν ( νότα πραγματοποιούνται, διατρέχετε τους έσχατοι Εάν, λοιπόν και τώρα τις ίδιες έχετε διαθέσεις, δε να σας πω. Εάν αντίθετα, θέλετε να ακούσετε τ συμφέρον σας χωρίς κολακείες, είμαι έτοιμος να μιλήσω] Δημοσθένους, Κατά Φιλίππου,

Μυθολογία των θρησκειών

Πρέπει να απαλλαγεί ή ανθρωπότητα από τη μυθολογία των θρησκειών και να προσανατολίζεται πάντοτε στην αληθινή παγκόσμια ιστορία χωρίς παραχαράξεις, ψευδολογίες, απάτες και αχρειότητες πού παραπλανούν και διαφθείρουν τους πολίτες του πλανήτη. Στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα ή εξουσία υποτασσόταν στις θρησκείες. Ό αφανισμός των αρχαίων δυναστειών προκάλεσε και την εξαφάνιση των θρησκειών. Κατά τη βυζαντινή περίοδο το κράτος ήταν θρησκευτικό και τα δόγματα της θρησκείας αποτελούσαν κρατική πολιτική.

Ή φεουδαρχική οργάνωση της Εκκλησίας οδήγησε, διαμέσου της θρησκείας, στην ιεροποίηση των κάθε λογής δυναστειών. Ή προτεσταντική μεταρρύθμιση του ΙΣΤ αιώνα αντιστοιχούσε στη μεταλλαγή της φεουδαρχικής κοινωνίας σε καπιταλιστική. Στον Μεσαίωνα ή θρησκεία κυριαρχούσε στον κοινωνικό και πολιτικό βίο παρά τις συγκρούσεις μεταξύ Εκκλησίας και δυναστών και κυρίως μεταξύ πάπων και αυτοκρατόρων. Αργότερα, ο Λούθηρος και ο Καλβίνος, θα διακηρύξουν την υπεροχή της θρησκείας και την υποταγή των εξουσιών στη χριστιανική πίστη. Θα ακολουθήσει ή ευτέλεια διανοουμένων πού υποστήριζαν την υποταγή της θρησκείας στην πολιτική.

Στον Μεσαίωνα επικρατούσε ή άποψη ότι δεν πρέπει να θεραπεύονται οι ασθένειες επειδή οφείλονται στη θέληση τον θεού, στην τιμωρία των … αμαρτωλών! Στη Γενεύη, ο Καλβίνος πυρπόλησε 14 άτομα πού έπασχαν από πανούκλα. Ή Καθολική Εκκλησία αντιμετώπιζε με σιωπή την ιατρική. Από τις αρχές του ΙΒ αιώνα απαγορευόταν στους κληρικούς παρέμβαση για ιατρική βοήθεια. (Claude Allegre: Dieu face a la science. Paris 1997 σ. 150)

Στον ΙΘ αιώνα η Καθολική Εκκλησία απαγόρευε τους εμβολιασμούς για αντιμετώπιση των επιδημιών. Ισχυριζόταν ότι ο θεός συγχωρεί και σώζει όποιον θέλει! «Ό Θεός δημιούργησε τη φύση με τις επιδημίες, ο άνθρωπος δεν έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει στη θεϊκή δημιουργία»! Το 1832 ή επιδημία της χολέρας χαρακτηριζόταν από τον πάπα «θεϊκή τιμωρία»! Ό άνθρωπος πρέπει να υποφέρει για να πληρώνει τις αμαρτίες του. Κάθε θρησκεία ήταν εχθρός των άλλων θρησκειών. Επομένως δεν υπήρχε «αληθινή» θρησκεία.

Οι χριστιανοί της ρωμαϊκής εποχής ονομάζονταν «άθεοι» επειδή δεν προσκυνούσαν τους ρωμαϊκούς θεούς.

Σε όλα τα θρησκευτικά συστήματα, στον ινδουισμό, στον ιουδαϊσμό, στον χριστιανισμό, στον ισλαμισμό, οι γυναίκες απωθούνται στο περιθώριο. Ή τελετουργική άσκηση ανήκει αποκλειστικά στους άνδρες. Υποτίμηση των γυναικών, περιφρόνηση από όλες τις θρησκείες, ανισότητα, καταπίεση, εξάρτηση.

Στις «Ευμενίδες» του Αισχύλου ο Απόλλων διακηρύσσει ότι ή γυναίκα αποτελεί αντικείμενο και όχι ανθρώπινη ύπαρξη. Τρέφει απλώς το σπέρμα όπως το χώμα των χωραφιών τους σπόρους της καλλιέργειας. Ό άντρας σπέρνει, αυτός … γεννάει! Ή έγκυος δεν είναι μητέρα. Το μητρικό αίμα δεν κυλάει στις φλέβες του βρέφους!

Και κατά τον Αριστοτέλη ο ρόλος του θηλυκού είναι παθητικός.
Ή ενεργητική λειτουργία ανήκει στους άρρενες!
Στην αρχή τον κόσμου δεν υπήρχε διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους και τα ζώα. Όλα τα πλάσματα ζούσαν στη γη. Ό άνθρωπος, κατά τη μυθολογία, μπορούσε να μεταμορφωθεί σε ζώο αν επιθυμούσε και το ζώο μπορούσε να γίνει ανθρώπινη ύπαρξη! Δεν υπήρχε διαφορά. Τα πλάσματα ήταν άλλοτε ζώα και άλλοτε άνθρωποι. Όλος ο κόσμος μιλούσε μια μόνο γλώσσα. Αυτή ήταν, κατά τη μυθολογία, ή δημιουργία τον κόσμου.
Ο βίαιος εκριστιανισμός των ευρωπαϊκών λαών δεν έσβησε τις ειδωλολατρικές παραδόσεις. Από τη νεολιθική εποχή υπήρχε θρησκευτική λατρεία των υδάτων, των φυτών και των λίθων. Ό αρχαίος μύθος των ηρώων πού εξόντωναν δράκοντες εντάχθηκε στον μύθο τον αγίου Γεωργίου. Εξεικονίζεται έφιππος να θανατώνει με λόγχη ένα τερατώδες ερπετό. Ή παρθενογένεση πού αναφέρεται στις αρχαίες θρησκείες υιοθετήθηκε από τη χριστιανική μυθολογία για τη μητέρα του Ιησού. Το ίδιο και ή ανάσταση. Πάμπολλα μυθολογικά περιστατικά των αρχαίων θρησκειών έχουν ενταχθεί στον χριστιανισμό.

Οι καλικάντζαροι, αποκρουστικά και δύσμορφα όντα, πού εμφανίζονται από τα Χριστούγεννα ως τα Θεοφάνια, τέρατα πού εκτινάσσονται από τη γη, αποτελούν προέκταση των Κενταύρων της αρχαιοελληνικής μυθολογίας. Από το αρχαϊκό βάδισμα πάνω στη φωτιά επιβιώνουν τα σύγχρονα Αναστενάρια. Τα Καρναβάλια αποτελούν επανάληψη των διονυσιακών τελετών της αρχαιότητος και των αθηναϊκών «Ανθεστηρίων». Μερικά θέματα πού καταγράφονται στα ομηρικά έπη ανανεώνονται στη βαλκανική λαϊκή παράδοση. Σε θρησκευτική μυθολογία της ρουμανικής Τρανσυλβανίας αναφέρεται ότι ο θεός κατεβαίνει από τον ουρανό με μια σκάλα από … κερί, με πολυτελή ενδυμασία στολισμένη με άστρα!

Ή ουτοπία στην παγκοσμιοποίηση της οικονομίας οδηγεί στη φθορά.
Στην κοινωνία κυριαρχεί η ιστορική μυθολογία πού συνεχίζεται από την αρχαιότητα εξαιτίας της διαφθοράς των εξουσιών της υφηλίου. Στον χώρο του πολιτισμού, στον κύκλο των διανοουμένων, συνεχίζεται ή εξάρτηση, ή ευτέλεια και ή ψευδολογία των ΜΜΕ, υποδουλωμένων στους οικονομικούς «άρχοντες» και τις πολιτικές εξουσίες. Ή μυθολογία επεκτείνεται και στη λογοτεχνία και κυρίως στον χώρο των μυθιστορημάτων πορνογραφίας και φαντασιώσεων.

Κατά το Νίτσε, ο «πιστός» δεν είναι ελεύθερος άνθρωπος επειδή έχει προσδεθεί σε ένα θεό.
Αν το «θεϊκό» είναι συνώνυμο της ελευθερίας, ο άνθρωπος πρέπει να κατανοήσει αυτή την Ιδιότητα και πρέπει αυτός να είναι θεός! Και ό Σάρτρ σχολιάζοντας τις παρατηρήσεις τον Νίτσε, γράφει: «Το να είσαι άνθρωπος σημαίνει πως πρέπει να επιδιώκεις να γίνεις θεός. Αν κάποιος προτιμά την ανθρώπινη ιδιότητα πρόκειται για βαθιά επιθυμία πού αποβλέπει στη θεοποίηση του!»

Στην εποχή μας, μερικοί διανοούμενοι και επιστήμονες μεταθέτουν τη θεολογία και τη μεταφυσική στην ανθρωπολογία. Αυτό επιβάλλει ή λογική και ή αρετή. Ό άνθρωπος σκέπτεται και φροντίζει να αποκτήσει τα αναγκαία προσόντα και το ήθος. Υποστηρίζουν μάλιστα ότι ή θρησκευτική μυθολογία δεν ανήκει στην ανθρώπινη φύση της οντολογίας. Ή θρησκεία δεν θεμελιώνει ούτε καθορίζει την μοίρα του άνθρωπου.

Ή αντίληψη ότι ο «θεός» είναι παντοδύναμος, εμποδίζει την οντολογική προσέγγιση της θρησκείας. Εντάσσεται ο άνθρωπος στη μεταφυσική αντίληψη. Ή δύναμη συνδέεται αποκλειστικά με τα φυσικά φαινόμενα. Ή άσκηση της ελευθερίας αποκλείει την εξάρτηση και την υποδούλωση. Εκείνο πού είναι αναγκαίο για τους ανθρώπους είναι ή ελευθερία και ή υπευθυνότητα του ατόμου.

Οι θρησκευτικές δυνάμεις της οικουμένης αντιδρούν στην ιδεολογία της ελευθερίας.
Για την αλληλεγγύη των εθνών απαιτείται παγκόσμια ηθική για όλους τους ανθρώπους, χωρίς επιρροή των θρησκειών. Απαιτείται οικουμενισμός της αλήθειας και της αρετής. Κατά τους τελευταίους δύο αιώνες ή ανάπτυξη της επιστήμης απεκάλυψε τη θρησκευτική μυθολογία και τα θεολογικά ψεύδη. Ό κλήρος όμως όλων των θρησκειών καταφρονεί τις επιστημονικές αποκαλύψεις και εμμένει στην πίστη για τα «θεϊκά θαύματα» που καταγράφουν οι αρχαίοι φαντασιόπληκτοι. Καταφρονεί την επιστήμη στον χώρο της αστρονομίας, της γεωλογίας, της βιολογίας, της ψυχολογίας, των κοινωνιών και της παιδείας.

Τα μυθώδη «θαύματα» ταυτίζονται με την αλήθεια και καταγράφονται ως ιστορικά γεγονότα! Οι σεισμοί στην Ινδία ερμηνεύονταν από τον Μαχάτμα Γκάντι ως καταστροφικές ενέργειες των θεών, ως τιμωρία για την «αμαρτωλή» συμπεριφορά του λαού! Όταν η Εταιρεία Προστασίας του Ζωικού Κόσμου ζήτησε τη συνηγορία και υποστήριξη του Βατικανού, ο πάπας απεφάνθη ότι ή κακομεταχείριση των ζώων δεν αποτελεί αδικία επειδή τα ζώα δεν έχουν ψυχή!

Ή αγιοποίηση του σώματος αποτελούσε, κατά την αρχαιότητα, μια γενικής παραδοχής αντίληψη. Σ’ αυτή την ψευδαίσθηση οφείλεται και ή μουμιοποίηση των σωμάτων στην Αίγυπτο. Αυτό συνέβαινε και στην Κίνα όπου απαγορευόταν σε Δυτικούς Ιατρούς να προχωρήσουν σε θεραπευτικές εγχειρήσεις.

Ως τον ΙΗ αιώνα επικρατούσε στην Ευρώπη ή αντίληψη ότι ή παραφροσύνη οφειλόταν στην κατοχή της ανθρώπινης ψυχής από τους διαβόλους! Ακόμη και ή ασθένεια αποδιδόταν σε παρέμβαση των δαιμόνων! Στις Ην. Πολιτείες απαγορεύεται με νόμο ή μετάγγιση αίματος από νέγρους! Χαρακτηρίζεται επικίνδυνο! Στη Γερμανία του ναζισμού θεωρούσαν επικίνδυνη τη μετάγγιση αίματος από Εβραίους!

Οι μονάρχες χαρακτηρίζονται σε όλες τις ηπείρους ως ανώτατα και μάλιστα θεϊκά όντα.
Οι λευκοί άνθρωποι υπερτερούν των εγχρώμων και κυρίως των νέγρων! Στην Ιαπωνία, το κίτρινο αποτελούσε το υπέροχο χρώμα. Στην Αϊτή έστησαν άγαλμα του Σατανά. Ό Χριστός μαύρος και ο Διάβολος λευκός! Ή αναγνώριση της κυριαρχίας αυτοκρατόρων, μοναρχών κ.λπ. αλλά και της ανωτερότητας των λευκών, οφείλονται στην «υπεροχή» τους, στην άσκηση δηλαδή εξουσίας στους λαούς και στην ανθρωπότητα.

Όταν κατέκτησαν οι Άραβες ρωμαϊκές περιοχές, το μεγαλύτερο τμήμα των λαών εγκατέλειψε τον χριστιανισμό και εγκολπώθηκε τον Ισλαμισμό.

Ό διαχωρισμός Ευρώπης σε Καθολικούς και Προτεστάντες οφείλεται στην πολιτική των κυβερνήσεων κατά τον ΙΣΤ αιώνα. Ή εξουσία κυριαρχούσε στη θρησκευτική πίστη. Στον ΙΕ, ΙΣΤ καί ΙΖ αιώνα επικρατούσε στην Ευρώπη ή μαγεία. Χιλιάδες μάγοι και μάγισσες ρίχνονταν στην πυρά και σήμερα το ίδιο γίνεται απλά τώρα δεν τους καίνε!

Κατά τον Πλάτωνα ο Σωκράτης ισχυριζόταν ότι μετά θάνατον θα συμβίωνε στον άλλο κόσμο «με τους θεούς και τους ήρωες» περιτριγυρισμένος από πνεύματα. Ισχυριζόταν ακόμη ότι ο «μεταθανάτιος κόσμος» πρέπει να ενισχύεται από την κρατική εξουσία, όχι επειδή είναι υπαρκτός αλλά ως όργανο των πολέμων! Οι στρατιώτες θα επιδιώκουν τον θάνατο στις μάχες με την προσδοκία ευδαιμονίας στον κόσμο των νεκρών! Πολύ βολικό και ταυτόσημο με το Ισλάμ.

Οι Θεοί όλων των θρησκειών είναι προϊόντα και ευρήματα της ανθρώπινης φαντασίας.
Στην αρχαιότητα δεν υπήρχε αθεϊσμός εξαιτίας της αγωνίας και του τρόμου πού προκαλούσε ή άγνοια σχετικά με τη λειτουργία των φυσικών φαινομένου. Αμφισβητήσεις για τις «θεότητες του ουρανού» παρατηρούνται μόνο σε διανοούμενους υψηλού επιπέδου, φιλοσόφους κ.ά. Στο Ποινικό Δίκαιο των Αθηναίων υπήρχε ο όρος «ασέβεια», ή έλλειψη δηλαδή πίστης και αφοσίωσης στο Δωδεκάθεο και το ίδιο υπάρχει μέχρι σήμερα με τον χριστιανισμό.

Στον Δ’ αιώνα π.κ.ε. μερικοί διανοούμενοι κατηγορούνται για άρνηση της παρουσίας των θεών και για βλασφημία. Οι φιλόσοφοι Καρνεάδης και Πρωταγόρας είχαν κατηγορηθεί για ασέβεια επειδή ισχυρίζονταν ότι δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη θεών. Ή θεωρητική, ωστόσο., άρνηση της ύπαρξης θεών, δεν αντιμετωπιζόταν με εχθρότητα και διωγμούς, επειδή οι φιλόσοφοι συμμετείχαν, παρά τις προσωπικές διαφωνίες, στις τελετές για τη λατρεία του Δωδεκαθέου.

Στη Ρώμη, όμως, όσοι αμφισβητούσαν την καθιερωμένη θρησκευτική λατρεία αντιμετώπιζαν διωγμούς. Οταν, κατά τη ρωμαιοκρατία, σύρονταν στο δικαστήριο χριστιανοί και δέχονταν συμμετοχή σε εκδηλώσεις λατρείας και θυσιών για «αυτοκράτορες – θεούς» και για τις ειδωλολατρικές θεότητες, οι δικαστές έσπευδαν να τους αθωώσουν!

Μερικοί Αθηναίοι φιλόσοφοι κατονομάζονταν «άθεοι», ως επώνυμο.
Ανάμεσα στους φιλοσόφους που αμφισβητούσαν τη λατρεία «θεοτήτων» περιλαμβάνονται ο Ξενοφάνης, ο Αναξαγόρας, ο Πρωταγόρας, ο Πρόδικος, ο Κριτίας, ο Αντισθένης, ο Θεόφραστος, ο Στίλπων, ο Επίκουρος, ο Βίων και ο Ευμενής. Αναφερόταν επίσης ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης ως φιλόσοφοι με επιφυλάξεις στη λατρεία των θεών του ελληνισμού.

Οι κοινωνικοοικονομικές αλλαγές οδηγούσαν στη μεταμόρφωση των θρησκευτικών αντιλήψεων. Ή ποίηση και η τέχνη συνέβαλαν στην αλλαγή των παλαιών θεολογικών ιδεών. Παρατηρείται άσκηση κριτικής στις παραδοσιακές λαϊκές αντιλήψεις για τις θεότητες. Παράδειγμα τα σχόλια τον Ευριπίδη στις τραγωδίες του.

Στους προκλασσικούς χρόνους ασκούσε κριτική για τους θεούς ο φιλόσοφος και ποιητής Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (ΣΤ αϊ π.κ.ε.). Ήταν ένας από τους πιο τολμηρούς διανοουμένους της αρχαιότητος, πρόδρομος των ελληνικών επιστημονικών διαλογισμών και ερευνών. Κατηγορεί τον Όμηρο και τον Ησίοδο για την επιπόλαιη μυθολογική ποιητική περιγραφή των φανταστικών θεοτήτων. Και οι δύο απέδιδαν στους θεούς πολλές αχρειότητες ανάμεσα τους, όπως κλοπή, μοιχεία και απάτη.

Οι άνθρωποι, γράφει ο Ξενοφάνης, πιστεύουν ότι οι θεοί γεννήθηκαν με τα δικά τους χαρακτηριστικά. «Αν τα βόδια, τα άλογα και οι λέοντες μπορούσαν να ζωγραφίσουν, θα αποτύπωναν τους θεούς με τη δική τους μορφή». «Οι νέγροι πιστεύουν ότι οι θεοί είναι μαύροι, οι Θράκες ότι έχουν γαλάζια μάτια και κόκκινα μαλλιά». Κατηγορεί τη λαϊκή πίστη για τον ανθρωπομορφισμό των θεών. Απορρίπτει τη λαϊκή άποψη ότι οι θεοί καθορίζουν τη ζωή και το μέλλον των ανθρώπων.

Κατά την ελληνιστική εποχή και τη ρωμαιοκρατία παρατηρούνται πολιτικοθρησκευτικές αλλαγές. Από την Ανατολή εισβάλλουν στην Ελλάδα πολλές θρησκείες και εντάσσονται στις τοπικές παραδόσεις. Πρόκειται για δυσαρέσκεια σχετικά με τους παλαιούς θεούς και επιθυμία αλλαγής του πολυθεϊσμού χωρίς να επηρεάζεται η λαϊκή πίστη. Στην πολιτική σκέψη και τους κοινωνικούς αγώνες του Αθηναίου ρήτορα Δημοσθένη οι θεοί παραμερίζονται.

Κυρίαρχος παράγων του λαϊκού βίου είναι, η πολιτική συμπεριφορά των εξουσιών. Κατά την ελληνιστική εποχή παρατηρείται περιορισμός της λαϊκής θρησκευτικής πίστης. Αυτό οφείλεται στη διαφθορά των χρησμών των μαντείων. Ενα από τα τραγικά περιστατικά είναι ο «ιερός πόλεμος» (356-346 π.κ.ε.), όταν οι Φωκείς κατέλαβαν τους Δελφούς και χρησιμοποίησαν τους θησαυρούς του μαντείου για εξαγορές κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων.

Οι Στωικοί θα επισημάνουν ότι η θεολογία αποτελεί μια μυθολογική ανθρώπινη επινόηση. Ήταν μία αφελής ερμηνεία των φυσικών φαινομένων. Οι Έπικούριοι δίδασκαν ότι οι θεοί αποτελούν προσωπικά ευρήματα ατόμων. Πολεμική κατά της «λαϊκής πίστης» ασκούσαν οι Κυνικοί φιλόσοφοι στον Α αιώνα π.κ.ε. Δεν αποδεχόταν ο Διογένης ο Κυνικός τη λαϊκή λατρεία του Δωδεκαθέου. Οι θεοί δεν προσφέρουν τίποτα. Ό Κυνικός φιλόσοφος Βίων ο Βορνσθενίτης (Γ αι. π.κ.ε.) αρνείται την ύπαρξη θεών.

Ένας άλλος Κυνικός φιλόσοφος, ο Μένιππος από τα Γάδαρα (Β. Παλαιστίνη), απορρίπτει τη λαϊκή προσήλωση στις θεότητες. Αναφέρεται στις παλαιές επικρίσεις για τη θρησκευτική μυθολογία και υπενθυμίζει τις φιλοσοφικές κατακραυγές για τη λαϊκή θρησκοληψία.

Στη Ρώμη ο Βάρρων και ο Σενέκας ευθυγραμμίζονταν με τον Μένιππο αλλά και με τον Λουκιανό, για τις τολμηρές του επικρίσεις. Ό φιλόσοφος Ευήμερος (Γ αϊ. π.κ.ε.) μάχεται εναντίον της αρχαίας ελληνικής προσήλωσης στους μυθικούς θεούς. Διακηρύσσει την ανυπαρξία των θεοτήτων. Επαναστατική και ή διακήρυξη του Εκαταίου από τα Αβδηρα πού θεωρούσε θεούς μόνο τους ανθρώπους με αξία, διανοητικό εμπλουτισμό και αρετή. Υπήρχαν και αχρειότητες κατά τη ρωμαιοκρατία. Ό Κικέρων, όταν πέθανε ή κόρη του Τullia (45 π.κ.ε.), επιχειρούσε με διασυνδέσεις και διακηρύξεις να την κατατάξει μεταξύ των… θεών! Αξίωσε μάλιστα και ανέγερση ναού για την λατρεία της!

Ό Αγγλος ποιητής Μίλτων (ΙΖ αϊ.) ταυτίζει τον Σατανά με τους αγγέλους. Και θεωρεί τους αγγέλους διαβόλους. Ό συγγραφέας C. Voss (ΙΖ αι.), φρονεί ότι η αρχαία ειδωλολατρία αποτελεί έργο τον διαβόλου και ότι ο παγανισμός ταυτίζεται με τη λατρεία του Σατανά. Ό Θωμάς Άκουϊνος, στη μελέτη τον για την ειδωλολατρία, αναφέρεται στη «δαιμονολατρία» πού κυριαρχούσε στην αρχική περίοδο τον χριστιανισμού. O Dante αποκαλεί τον θεό των χριστιανών «Μεγάλο Αία».

Περιγράφοντας τη χριστιανική Κόλαση εντάσσει και τον Χάροντα του Αδη της αρχαιοελληνικής θρησκείας, Ό Ρωμαίος ποιητής Statius, στο έργο τον «Θηβαΐς», γράφει ότι ο Ζευς και ή Έρινύς Τισιφόνη υπήρξαν στην πραγματικότητα … διάβολοι, όπως και οι άλλοι αρχαίοι θεοί!

Υπάρχουν όμως και αντιθεϊστικές εκδηλώσεις στην Αφρική. Ιδού μια «προσευχή» απελπισίας μιας αφρικανικής φυλής: «Θεοί, είσαστε άχρηστοι, δεν κάνετε τίποτα άλλο από το να μας βασανίζετε. Μ’ όλο πού σας προσφέρουμε θυσίες δεν μας προσέχετε, δεν ακούτε τις δεήσεις μας. Λείπουν από όλους μας τα πάντα και συγκεντρώνετε το μίσος μας».
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ αριθμός των θρησκειών στην οικουμένη, ιδού ο αριθμός των πιστών των σημερινών θρησκειών της υφηλίου: Χριστιανοί, 1.870.000.000 (Καθολικοί 1.042.000.000, Προτεστάντες 505.000.000, Ορθόδοξοι, 174.000.000), Μουσουλμάνοι 1.060.000.000, Ινδουιστές 751.000.000, Εβραίοι 14.000.000) καλλιεργεί τις αντιθέσεις, τα μίση και τις βαρβαρότητες. [Κινεζικα φιλοσοφικά ρεύματα 360.000.000, Βουδιστές που δεν είναι θρησκεία αλλά φιλοσοφία 341.000.000]
Επιβάλλεται ή δημιουργία και καθιέρωση μιας κοινής, πανανθρώπινης «θρησκείας», μιας παγκόσμιας κοινοτικής ανθρωπιστικής ιδεολογίας που θα προκαλέσει την ενότητα όλων των εθνών της υφηλίου. Ή «πραγματική θρησκεία» μια σύγχρονη ιδεολογία, θα συμφιλιώσει λαούς και ανθρώπους ώστε ή ανθρωπότητα και των πέντε ηπείρων να εξελιχθεί σε μια παγκόσμια οικογένεια. Πρέπει να κυριαρχεί ή λογική, η επιστημονική αλήθεια και η αξιοποίηση όλων των δραστηριοτήτων για την ευδαιμονία των εθνών.

Επιβάλλεται η γνώση από όλους της αλήθειας και η αξιοποίηση της στον καθημερινό βίο. Ή γνώση και ή εφαρμογή της αλήθειας θα διασφαλίσει την ευτυχία του ανθρώπινου γένους και την καταπολέμηση της αδικίας, των αχρειοτήτων και της διαφθοράς.

Οι θρησκείες της οικουμένης, θεμελιωμένες στους πασίγνωστους μύθους, προβάλλονται με τα λεγόμενα «θαύματα», τις μεγαλοπρεπείς εμφανίσεις και τις εντυπωσιακές τελετές. Ή νέα «θρησκεία» — ιδεολογία μιας υφηλίου θεμελιωμένης στην αλήθεια και την αρετή— θα εξαφανίσει, σε παγκόσμια κλίμακα, τις αντιθέσεις, τα μίση, τις πολεμικές αναμετρήσεις και τις συμφορές.

Μοναδικός στόχος για το παρόν και το μέλλον πρέπει να είναι η ευτυχία της ανθρωπότητας με την καθιέρωση, σε παγκόσμια κλίμακα, της λογικής, της αλληλεγγύης, της διεθνούς γαλήνης, της προστασίας της ζωής και της γενίκευσης των ηθικών και ενάρετων κοινωνιών του πλανήτη. Επιβάλλεται η θεμελίωση μιας νέας κοινωνίας όπου θα κυριαρχούν ή επιστημονική αλήθεια, το ήθος, η πρόοδος και κυρίως ή αλληλοβοήθεια των λαών.

Σ αυτή τη νέα «θρησκεία», την κοινωνική, πολιτική οικονομική και πολιτιστική παγκόσμια ιδεολογία, πρέπει, να κυριαρχούν η διεθνής ειρήνη, η ελευθερία, η αδελφοσύνη όλων των εθνών της οικουμένης, η αλληλεγγύη των πολιτών, η ευημερία των λαών και των πέντε ηπείρων, η ισότητα, η ηθική και η εξαφάνιση των όπλων καταστροφής. Κι’ ακόμη ή καταπολέμηση της πενίας, των ασθενειών και επιδημιών και η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος