Τετάρτη 17 Ιουνίου 2015

Αν κάνεις καλές ερωτήσεις, έχεις και καλές απαντήσεις.

Ένα από τα πιο σίγουρα πράγματα που μπορείς να γνωρίζεις και δεν χρειάζεται να κάνεις καμία ερώτηση, είναι πως ότι γνωρίζεις σήμερα μπορεί να αποδειχθεί ξεπερασμένο την επόμενη στιγμή. Ποτέ δεν μπορείς να καταλήξεις σε ένα σίγουρο και ασφαλές συμπέρασμα σχετικά με αυτά που ήδη γνωρίζεις. Άρα το μόνο “σίγουρο” και “ασφαλές” λιμάνι είναι το λιμάνι των ερωτήσεων. Των Σημαντικών Ερωτήσεων και για να εξελιχθείς, για να αναπτύξεις την γνώση σου, είναι απαραίτητο να πατήσεις πάνω στις απαντήσεις των γιγάντων του χθες και του σήμερα.

Όπως έλεγε ο Νεύτων “Το ότι εγώ είχα το προνόμιο να δω μακρύτερα απ’ όλους, είναι επειδή πάτησα σε ώμους γιγάντων”. Ότι ο Πλάτωνας θεωρείται μεγάλος φιλόσοφος, είναι επειδή πάτησε στους ώμους του γίγαντα Πυθαγόρα.  Μόνο με πολλές Σημαντικές Ερωτήσεις, με την αμφισβήτηση των “αληθειών” ειδικά των “μοναδικών αληθειών”- πόσο οξύμωρο είναι αυτό! – που θεωρούνται δεδομένες την οποιαδήποτε χρονική στιγμή μπορεί να προοδεύσει ο ανθρώπινος νους.

Ρώτησες ποτέ τον εαυτό σου; Γιατί οι άνθρωποι συνεχίζουμε να δημιουργούμε την ίδια πραγματικότητα αφού μπορούμε να δημιουργήσουμε οποιαδήποτε άλλη θέλουμε; Γιατί δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε μια άλλη πιο ανθρώπινη και υγιή ζωή; Ναι κάποιοι μας εμποδίζουν, αλλά κι εμείς δεν κάνουμε και τίποτε σημαντικό. Γιατί συνεχίζεις να έχεις την ίδια δουλειά, τις ίδιες σχέσεις; Γιατί ξαναζούμε ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια μονότονα και πληκτικά μέχρι τον θάνατο; Πως αλλάζει αυτό; Αλλάζει;

Ο ορισμός της σχιζοφρένειας είναι να κάνεις τα ίδια πράγματα, με τον ίδιο τρόπο και να περιμένεις διαφορετικό αποτέλεσμα. Παρ ολ’ αυτά οι άνθρωποι αυτό ακριβώς κάνουν. Πως περιμένεις να αλλάξεις το οτιδήποτε, αν κάνεις τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο συνεχώς; Αν έχεις τις ίδιες πεποιθήσεις παγ(ι)ωμένα και μάλιστα σκοτώνεις γι αυτές τις ανακρίβειες που σε έπεισαν να πιστεύεις υπνωτισμένα; Αυτή η σιγουρία χωρίς ίχνος αμφιβολίας είναι που σε σκοτώνει.

Εδώ, όταν βρίσκεσαι στα βαλτώδη πράσινα νερά του θανάτου της επανάληψης και της σχιζοφρενούς στασιμότητας -αν έχεις ίχνος ανθρωπιάς και νου- έρχεται το θέμα των Σημαντικών Ερωτήσεων. Είναι Σημαντικές αυτές οι Ερωτήσεις επειδή θα σου ανοίξουν τον ορίζοντα σε μια διαφορετική πραγματικότητα, σε ένα ευρύτερο οπτικό πεδίο δυνατοτήτων και σε περισσότερες ευκαιρίες. Αυτές οι ευκαιρίες εμφανίζονται με την μορφή ερωτήσεων επειδή προέρχονται από την άλλη πλευρά αυτού που ήδη σου είναι γνωστό και για να πας εκεί σημαίνει Αλλαγή, Δράση και Κίνηση στο Άγνωστο.
Οι Σημαντικές Ερωτήσεις είναι η γέφυρα που συνδέει το γνωστό με το άγνωστο, μέχρι αυτό να γίνει γνωστό … και πάντα υπάρχει μπροστά το άγνωστο.
Γιατί μπαμπά -Ρώτησε ο πιτσιρίκος τον μπαμπά του- η λάμπα ανάβει όταν πατάς τον διακόπτη και δεν ανάβει ποτέ μόνη της;– Δεν ξέρω, απαντά ο μπαμπάς. Αργότερα ο πιτσιρίκος ρωτάει – Γιατί μπαμπά τα αεροπλάνα πετούν στον ουρανό και οι άνθρωποι δεν μπορούν να πετάξουν;-Δεν ξέρω, απαντά ξανά ο μπαμπάς. Τι είναι μπαμπά η βαρύτητα; ξαναρωτά ο μικρός. Δεν ξέρω απαντά πάλι ο μπαμπάς. Στο τέλος ο πιτσιρίκος λέει -Μπαμπά ξέρω πως σε κουράζω δεν θα σε ρωτήσω ξανά τίποτα. -Όχι, του απαντά ο μπαμπάς, δεν με κουράζεις, άλλωστε αν δεν ρωτάς πως θα μάθεις και αν δεν ρωτάς τον πατέρα σου ποιος θα σου τα μάθει σωστά. Να ρωτάς και να ακούς προσεκτικά για να μαθαίνεις.!!!

Διασκεδαστικό και αληθινό. Πέρα από το αστείο της ιστορίας, θυμήσου πως όταν ήσουν μικρός όλο ρωτούσες “Γιατί;” και “Πως;” και “Τι;” και “Πότε;” ήθελες όλο ενδιαφέρον και πραγματική περιέργεια να τα μάθεις όλα. Μπορείς να θυμηθείς και να ξανανιώσεις τις ερωτήσεις αλλά και τα συναισθήματα εκείνης της εποχής; Ποιά η διαφορά ανάμεσα στο τότε και στο τώρα; Αυτές είναι μερικές καλές ερωτήσεις!

Τότε σου άρεσε το ταξίδι, το μυστήριο, το άγνωστο, σε μάγευε σε ξετρέλαινε και άσχετα αν έπαιρνες η όχι απαντήσεις εσύ συνέχιζες να ρωτάς. Σου άρεσε το ταξίδι. Η κάθε μέρα ήταν γεμάτη νέες αποκαλύψεις και νέες ερωτήσεις. Συνεχίζεις να ρωτάς με το ίδιο πάθος ή όχι; Έχεις ακόμη την ίδια περιέργεια για νέες ανακαλύψεις; Η διασκέδαση και η χαρά είναι ακόμη βασικό συστατικό στο ταξίδι της ζωής σου, της εργασίας σου, της καθημερινότητας σου; Λοιπόν σήμερα εδώ ας έχουμε μερικές σημαντικές ερωτήσεις κι ας εξερευνήσουμε το μυστήριο τους και ίσως ξαναθυμηθούμε μαζί τον πιτσιρίκο που πιστεύω είναι πάντα πρόθυμος για άλλη μια εξερεύνηση, για άλλη μία ερώτηση.
Ποιό Είναι Το Ένα Σίγουρο Πράγμα Που Γνωρίζεις Σίγουρα; Υπάρχει κάτι τέτοιο; Θέτοντας στον εαυτό σου μερικά βαθιά και σημαντικά ερωτήματα ανοίγεις νέους δρόμους στον κόσμο σου. Κάνεις την ζωή σου, την καθημερινότητα σου συναρπαστική, περιπετειώδη, πιο χαρούμενη. Πιθανόν να μην δώσεις αμέσως απαντήσεις ή οι απαντήσεις σου να σε ξαφνιάσουν, να μην σου αρέσουν ή να μην λύσεις άμεσα κανένα μυστήριο, αλλά δεν είναι αυτό το ζητούμενο, ο σκοπός των ερωτήσεων, ειδικά των σημαντικών, είναι ν’ ανοίξουν νέους ορίζοντες στην σκέψη σου, να κάνουν τις συνάψεις να χορέυουν σε ξέφρενο ρυθμό με την *σεροτονίνη να απλώνεται σ’ όλοκληρο το σώμα σου, είναι ένα ταξίδι ανακαλύψεων, μια πρόκληση για περιπέτεια. Άλλωστε μην ξεχνάς πως …Στις Μεγάλες Απαντήσεις φτάνεις από αυτά που Δεν Ξέρεις, και φτάνεις, κάνοντας Μεγάλες Ερωτήσεις.
Ο Προπομπός Της Γνώσης:
 Φυσικά γνωρίζω, όπως και εσύ, πως η κοινωνία δομημένη πάνω σε –ισμούς, μας αποτρέπει από το να κάνουμε σημαντικές ερωτήσεις και ακόμη χειρότερα μας αποτρέπει από το να δίνουμε δικές μας απαντήσεις. Σε όλες τις πιθανές ή απίθανες ερωτήσεις μας, υπάρχει πάντα ένα πακέτο απαντήσεων-κονσέρβα έτοιμο προς διάθεση και χρήση. Χρειάζεται θάρρος να δώσεις δικές σου απαντήσεις και ακόμη μεγαλύτερο θάρρος να ζήσεις σύμφωνα με αυτές. Παρ’ όλα αυτά οι ερωτήσεις είναι ο προπομπός της γνώσης η πρώτη αιτία σε όλη την ιστορία των αποκαλύψεων και ανακαλύψεων της ανθρωπότητας.

Αυτό που κάνει την ζωή γοητευτικά μυστηριώδη δεν είναι ότι πρέπει να την καταλάβεις η να ξέρεις τα πάντα, γι αυτήν, κάθε άλλο, αλλά το να την απολαμβάνεις και να Ζεις μέσα στο μυστήριο που την περιβάλει. Αυτό το μυστήριο είναι που την κάνει μαγική, γοητευτική, πονηρή, δυνατή, άκαμπτη, άλλωστε δεν είναι τυχαίο που η ζωή είναι θηλυκό.

Όταν κάνεις ερωτήσεις ανοίγεις την πόρτα του χάους, του μυστήριου, του άγνωστου και του απρόβλεπτου. Την στιγμή που κάνεις την ερώτηση και αφού δεν γνωρίζεις την απάντηση τότε εκτίθεσαι σε όλες τις πιθανές απαντήσεις. Κάνοντας μια ερώτηση είσαι έτοιμος να πάρεις μια απάντηση που δεν θέλεις η που δεν συμφωνείς η που δεν ταιριάζει σε αυτά που ήδη ξέρεις. Τι γίνετε αν σου δημιουργήσει αναστάτωση και σε βγάλει έξω από τα ασφαλή και σίγουρα τείχη που έκτισες ή άφησες να σου χτίσουν, με μαεστρία γύρω σου; Μήπως αυτά τα τείχη δεν τα έκτισες εσύ; Πολλές ερωτήσεις προκύπτουν κι ακόμη δεν ξεκίνησες καν …και τι θα γίνει αν οι απαντήσεις σου δημιουργούν αναστάτωση ή σε βγάλουν έξω από τα επίπλαστα όρια που μόνος σου άφησες να μπουν στην ζωή σου; Χμ! ζόρικο έτσι;

Δεν Ρωτάς Γιατί Φοβάσαι Την Απάντηση:
Ξέρεις τι σε κρατάει μακριά από σημαντικές ερωτήσεις; Εδώ υπάρχει μια απάντηση. Ο Φόβος. Ο πανανθρώπινος Φόβος για το άγνωστο για το μυστήριο. Ο φόβος πως η απάντηση θα σε ξεβολέψει από τα εύκολα, τις συνήθειες σου, τα σίγουρα, άσχετα αν αυτά που αποκαλείς ασφάλεια και σιγουριά είναι ο ζωντανός θάνατος σου. Δεν χρειάζεται να σου πω, ό,τι όλες αυτές οι λέξεις που θεωρείς σημαντικές, είναι που σε έφεραν στην θέση να χρειάζεσαι επειγόντως μερικές καλές Σημαντικές Απαντήσεις.

Τελικά το να κάνεις μια Σημαντική Ερώτηση δεν θέλει εξυπνάδα, θέλει γενναιότητα. Ας δούμε τι είναι μια μεγάλη ερώτηση και γιατί χρειάζεται γενναιότητα. Μια σημαντική ερώτηση δεν αφορά απαραίτητα τα μεγάλα μυστήρια της ζωής, όπως, ποιός είμαι στην πραγματικότητα; Που πάω όταν πεθάνω; και άλλα αντίστοιχα.

Μπορεί να αφορά κάτι σαν “Να επενδύσω στις μετοχές της .. ή της … τι συμφέρει περισσότερο;” η “Να πάω να τελειώσω εκείνα τα Γαλλικά που με ταλαιπωρούν από το σχολείο;” η ” Γιατί οι πωλήσεις μου αυτό τον μήνα είναι τόσο κάτω; τι φταίει;” η “Τι θα γίνει αν μιλήσω στην Αγγελική για να βγούμε απόψε; Θα θέλει; Τι θα μου πει άραγε;” Ανακάλυψα πρόσφατα πως αυτή η τελευταία ερώτηση μπορεί να φέρει έναν άντρα σε κατάσταση κρίσης και πανικού. Πραγματικά κάποιες ερωτήσεις για κάποιους ανθρώπους χρειάζονται όχι μπράτσα αλλά γενναιότητα.

Γιατί Δεν Κάνουμε Σημαντικές Ερωτήσεις Αφού Είναι Τόσο Σημαντικό;
 Κάνοντας αυτές τις ερωτήσεις ή και χιλιάδες ακόμη θα μπορούσες να αλλάξεις την ζωή σου, να της δώσεις μια νέα πιο ενδιαφέρουσα ή πιο διασκεδαστική κατεύθυνση. Ίσως να μπορούσαν οι ερωτήσεις να λειτουργήσουν σαν καταλύτης και να σε μεταμορφώσουν. Να αναπτυχθείς, να προχωρήσεις ή να εξελιχθείς. Αλλά οι περισσότεροι προτιμούν την σιγουριά και την ασφάλεια των γνωστών, των οικείων και δεν ψάχνουν για μπελάδες προτιμούν να χώσουν το κεφάλι τους στην άμμο και να τρέξουν μακριά η να ασχοληθούν με κάτι πιο γνώριμο όπως οι ειδήσεις στην τηλεόραση που θα τους επιβεβαιώσουν την θέση τους στον κόσμο. Αλλά όχι όλοι, ευτυχώς.

Στην κοινωνία έχεις εθιστεί να πιστεύεις πως το “δεν ξέρω” είναι απαράδεκτο και ηλίθιο πως είναι αποτυχία και ανικανότητα. Προκειμένου να περάσεις το πανεπιστήμιο η να περάσεις το τεστ, πρέπει να ξέρεις τις απαντήσεις. Αλλοίμονο αν σκέφτονταν έτσι όλοι οι άνθρωποι. Ο κόσμος θα ήταν στάσιμος και ασήμαντα μικρός. Ευτυχώς κάποια από τα μεγάλα μυαλά της ανθρωπότητας έκαναν Μεγάλες, πολύ μεγάλες ερωτήσεις. Κοίταξαν πολύ βαθιά στα μυστήρια της ζωής και του Σύμπαντος και είπαν με απόλυτη ειλικρίνεια.

«Αυτά που γνωρίζουμε είναι ελάχιστα μπροστά σε αυτά που αγνοούμε. Κυρίως έχουμε πολλές ερωτήσεις, και ελπίζουμε να βρούμε τις απαντήσεις.»

Ακόμη πιο δύσκολο είναι όλοι οι μεγάλοι στοχαστές να βρουν απαντήσεις στο σημαντικό ερώτημα “Ποιό είναι το νόημα και ο σκοπός της ζωής;” Αν και προσωπικά πιστεύω πως αυτό το θεμελιώδες ερώτημα της ύπαρξης έχει λυθεί, προς το παρόν τουλάχιστον, ως προς την ανθρώπινη νόηση.
Η απάντηση σε σημαντικές ερωτήσεις μπορεί να δοθεί μόνο μέσα από την προσωπική εμπειρία, μόνο μέσα από το παιχνίδι της ζωής. Μόνο βιωματικά.
Ένα από τα πιο αγαπημένα της πραγματικότητας που επέλεξα, είναι αυτή η δυνατότητα που μου δίνει να κάνω και να δέχομαι ερωτήσεις. Είδα με λύπη μου πως πολλοί λίγοι άνθρωποι κάνουν ερωτήσεις που καινοτομούν, παράγουν, κερδίζουν, επινοούν ή δημιουργούν κάτι σημαντικό στην ζωή τους. Ξέχασαν πως οι ερωτήσεις προκαθορίζουν την απάντηση, το μέγεθος της ερώτησης καθορίζει το μέγεθος της απάντησης. Ξέχασαν και έχασαν την μαγεία της περιπέτειας της ζωής.
«Πως μπορεί ένα ηλεκτρόνιο να μετακινείται από το σημείο Α στο σημείο Β χωρίς να περνάει ανάμεσα;» Νιλς Μπορ. Η Απάντηση σε αυτή Την Ερώτηση έδωσε στον Μπορ ένα Νομπέλ και μια θέση στην ιστορία.
Η Απόλαυση Των Μεγάλων Ερωτήσεων:
 Έχω ανακαλύψει τελευταία -μου αρέσει το ψάξιμο και οι ανακαλύψεις- πως ενθουσιάζομαι υπερβολικά όταν δεν γνωρίζω άμεσα την απάντηση σε κάτι, η σεροτονίνη που λέγαμε πιο πάνω. Είναι σαν να με σπρώχνει κάποιος στον γκρεμό και να αιωρούμαι στο κενό του νου μου. Σε αυτό το χώρο του κενού και της άγνοιας έχω έντονο το αίσθημα της προσμονής και της διαρκούς προσδοκίας. Είμαι ενθουσιασμένη επειδή έχω φτάσει στα όρια της γνώσης που κατέχω και σύντομα θα έρθει σε μένα η νέα αντίληψη που τώρα δεν έχω και θα είναι συγκλονιστική. Ξέρω πως θα έρθει η μαγική στιγμή που θα πάρω την απάντηση και θα ακουστεί το μεγαλειώδες “Αυτό Είναι”. Έμαθα πως το συναίσθημα που συνοδεύει το “Αυτό Είναι” διεγείρει το κέντρο ευχαρίστησης στον εγκέφαλο. Προφανώς είμαι εθισμένη σε αυτή την αίσθηση γι αυτό και την καλλιεργώ με συνέπεια.
Είναι σημαντικό αν θυμάσαι πως… Κάνε την Σημαντική Ερώτηση και άστη να αιωρείται στο κενό, μην ψάχνεις απάντηση εδώ και τώρα. Αν η ερώτηση είναι πράγματι σημαντική, έχεις τις αισθήσεις σου σε εγρήγορση και διαθέτεις υπομονή, δρώντας, μην ξεχνάς πως ο χρόνος είναι σχετικός και υπάρχει μονάχα το τώρα για δράση, η Απάντηση θα έρθει από εκεί που δεν το περιμένεις.
Πως νομίζεις πως όλοι οι μεγάλοι επιστήμονες ή φιλόσοφοι κάνουν τις μεγαλειώδης ανακαλύψεις τους; Έχουν ελάχιστες απαντήσεις και πάρα, πάρα, μα πάρα πολλές ερωτήσεις και περιμένουν, δρώντας. Μέχρι που ξαφνικά είναι σαν να ανοίγει μια πόρτα σε έναν άλλο κόσμο και ….”ΟΥΠΣ!!! ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ.!!! Ήταν μπροστά στα μάτια μου και δεν το ‘βλέπα τόσο καιρό” συνήθως αυτή η ρήση ακολουθεί κάθε μεγάλη ανακάλυψη και τι χρειαζόταν για να έρθει στο προσκήνιο; Μια ή πολλές Σημαντικές Ερωτήσεις να αιωρούνται και την ανάλογη δράση, μέχρι να καταρρεύσει, η Μεγάλη Απάντηση.

Είχαμε με μερικούς φίλους στοχαστές για αρκετό καιρό ένα Σημαντικό Ερώτημα ” Ηθική η Ακεραιότητα;” τι είναι η ηθική; Πρέπει οι άνθρωποι να ζουν με ηθική; Είναι η ακεραιότητα ανώτερη από την ηθική; Ερωτήσεις που οι απαντήσεις γεννούσαν περισσότερες ερωτήσεις καταλήγοντας γύρω από την ίδια ερώτηση. Πίστεψε με δεν υπάρχει πιο θαυμάσιος τρόπος για να περάσει “ποιοτικά” ο χρόνος για το μυαλό. Ένα περιπετειώδες ταξίδι του νου στη χώρα του μυστηρίου. Σαν να θέλεις να συλλάβεις την άλλη άκρη του άπειρου. Ερωτήσεις που έχουν τεράστια πρακτική αξία και ανοίγουν το παράθυρο της συνείδησης προετοιμάζοντας την αλλαγή. Η απάντηση ήρθε απροσδόκητα και αναπάντεχα, όπως πάντα, όταν το μυαλό είναι υποχρεωμένο και προγραμματισμένο να ψάχνει μια ικανοποιητική απάντηση σε μια σπουδαία ερώτηση, πάντα δρώντας, περιμένοντας.
Καθρέφτη Καθρεφτάκι Μου Τι Είναι Αυτό Που Δεν Ξέρω Και Θέλω Να Ξέρω;
Για μένα χτες ήταν “Ηθική η Ακεραιότητα;” άλλη ερώτηση ήταν “Μπορώ να αγαπήσω και να νοιώσω ευγνωμοσύνη για τους εχθρούς μου;” η “Μπορώ να ζήσω ευτυχισμένη και χαρούμενη ζωή χωρίς ύπνο, τροφή ή σεξ;” η “Μπορώ να αλλάξω τις σκέψεις μου; Να τις σταματήσω;” ακόμη “Είναι ο κόσμος καθρέφτης μου;” ή “Πως θα βγάλω 300.000 ευρώ;” ή “Τι δεν ξέρω ακόμη και θέλω να ξέρω; Το χρειάζομαι αυτό;” και άλλες και άλλες και τελειωμό δεν έχουν. Αυτές είναι κάποιες δικές μου ερωτήσεις εσύ πρέπει να ορίσεις τις δικές σου. Εντάξει, θα σε βοηθήσω λίγο. Πρόσεξε, στις πιο κάτω ερωτήσεις μπορεί να απαντήσεις εύκολα. Όμως το μυστικό δεν είναι να απαντήσεις το προφανές αλλά να κοιτάξεις το μη προφανές. Να δεις αυτό που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά με την πρώτη σκέψη. Μην βιαστείς να απαντήσεις δεν είναι παιχνίδι ταχύτητας αλλά μαγείας.

Σκέψου λίγο… στο φλιτζάνι του καφέ σου προσγειώνεται ένα διαστημόπλοιο και από μέσα βγαίνει μια παρέα σοφών όντων που έχει όλες τις απαντήσεις στις σπουδαίες ερωτήσεις σου. Ποιές θα ήταν οι ερωτήσεις που θα έκανες; Τι θέλεις να μάθεις εδώ και τώρα; Θα προλάβαινες να ρωτήσεις οτιδήποτε; Θα φεύγες τρέχοντας; Μέχρι να βρεις τις σημαντικές ερωτήσεις για σένα και την ζωή σου, κάνε αυτά τα απλά ερωτήματα στον εαυτό σου… και θα δεις πως οι απαντήσεις δεν θα είναι πάντα ίδιες. Καθώς εξελίσσεσαι, εσύ θα εξελίσσονται και οι απαντήσεις σου. Αυτό είναι το μαγευτικό! Κράτησε ημερολόγιο για να παρακολουθείς την εξέλιξη σου και να θυμάσαι πάντα πως…

Μόνο αυτός που κάνει μεγάλες Ερωτήσεις, μπορεί να δώσει μεγάλες Απαντήσεις.
————————

*Η Σεροτονίνη είναι ένας νευροδιαβιβαστής του εγκεφάλου. Χαμηλά επίπεδα της σεροτονίνης εμπλέκονται στην εμφάνιση κατάθλιψης. Τα φάρμακα που επιλεκτικά αναστέλλουν την επαναπρόσληψη της σεροτονίνης αυξάνουν τα επίπεδα της ελεύθερης σεροτονίνης, θεραπεύοντας έτσι την κατάθλιψη. Η σεροτονίνη είναι η χημική ουσία που ηρεμεί το σώμα μας. Σημαντικές ποσότητες σεροτονίνης ανευρίσκονται στο ανώτερο εγκεφαλικό στέλεχος και ιδιαίτερα στη γέφυρα και τον προμήκη μυελό.

Η σεροτονίνη ανήκει στην οικογένεια των μονοαμινών και συγκεκριμένα των ινδολαμινών. Φάρμακα που επηρεάζουν τα επίπεδα σεροτονίνης είναι το LSD το οποίο προκαλεί παραισθήσεις, τα SSRIs που είναι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης και το Ecstacy που καταστρέφει τις λεπτές απολήξεις της σεροτονίνης.

Η σεροτονίνη (5-υδροξυτρυπταμίνη ή 5-ΗΤ) είναι μία μονοαμίνη νευροδιαβιβαστής που συντίθεται στους σεροτονινεργικούς νευρώνες του κεντρικού νευρικού συστήματος και στα εντεροχρωμιόφυλλα κύτταρα του γαστρεντερικού σωλήνα.  Στο σώμα, η σεροτονίνη συντίθεται από το αμινοξύ τρυπτοφάνη και τον μεταβολίτη της 5-υδροξυτρυπτοφάνη (5-ΗΤΡ).  Η σεροτονίνη βρίσκεται σε πολλά μανιτάρια και φυτά, συμπεριλαμβανομένων φρούτων και λαχανικών.  Στο κεντρικό νευρικό σύστημα, η σεροτονίνη θεωρείται ότι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ως νευροδιαβιβαστής στην ρύθμιση του θυμού, επιθετικότητας, θερμοκρασίας σώματος, ψυχικής διάθεσης, ύπνου, εμετού, σεξουαλικότητας, και όρεξης.  Επιπλέον, η σεροτονίνη βρίσκεται εκτενώς στον ανθρώπινο γαστρεντερικό σωλήνα και φυλάσσεται κυρίως στα αιμοπετάλια του κυκλοφορικού συστήματος.

Πρόσφατες έρευνες υποδεικνύουν ότι η σεροτονίνη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αναγέννηση του ήπατος και προκαλεί κυτταρική διαίρεση σε όλο το σώμα.  Χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης μπορεί να συσχετιστεί με αρκετές παθήσεις: επιθετική συμπεριφορά και θυμό, κλινική κατάθλιψη, ιδεοψυχαναγκαστικές διαταραχές, ημικρανίες, σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, εμβοές, ινομυαλγία, διπολική κατάθλιψη, και διαταραχές άγχους.

Η σεροτονίνη, βοηθά στον έλεγχο του θυμού και της παρορμητικής συμπεριφοράς και επηρεάζει έτσι σημαντικά τη λήψη αποφάσεων Έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Science δείχνει ότι η πτώση των επιπέδων σεροτονίνης αρκεί για να εντείνει το θυμό και την επιθυμία για αντίποινα σε περιπτώσεις άδικης συμπεριφοράς …

Όταν έχουμε έντονη ανησυχία και φόβο, τα επίπεδα της σεροτονίνης πέφτουν, με αποτέλεσμα να μην αισθανόμαστε καλά και να χρειάζεται να ψάξουμε για τροφές που θα μας ανεβάσουν τη σεροτονίνη για να αισθανθούμε καλύτερα, οι οποίες είναι τα γλυκά, οι σοκολάτες και τα λιπαρά φαγητά.

Η σεροτονίνη, έχει το όνομά της από το λατινικό serum που σημαίνει πηκτό υγρό και από την ελληνική λέξη τόνος, συσπά τα αγγεία και παράλληλα, έχει δράση σαν νευροδιαβιβαστής στο κεντρικό νευρικό σύστημα.

Η ελεύθερη σεροτονίνη, που υπάρχει, μεταφέρεται ξανά στο κύτταρο που το εκκρίνει και παράλληλα είναι το βασικό υλικό για την δημιουργία του μεταφορέα που κάνει αυτή την δουλειά.

Οι ρυθμίσεις στις αυξομειώσεις της σεροτονίνης μέσα στο κεντρικό νευρικό σύστημα, χωρίζει τους ανθρώπους σε δυο μεγάλες κατηγορίες. Σε αυτούς που η ρύθμιση γίνεται γρήγορα και είναι σωστή και επαρκής για τα κύτταρα και σε αυτούς που αργεί γίνεται λάθος και είναι ανεπαρκής.

Στην δεύτερη κατηγορία της πιο αργής διαδικασίας, είναι αυτοί που αντιδρούν αργά, έχουν καθυστέρηση επικοινωνίας, είναι ελευθέριοι, δεν αντιμετωπίζουν, δεν αναλαμβάνουν ευθύνη, δεν έχουν την ενέργεια που απαιτείται, απογοητεύονται εύκολα και κυρίως καταβάλλονται από φόβο και πανικό.

Ο επιχειρηματίας που θεωρεί ότι πέτυχε, έχοντας μεγάλο βαθμό αντιμετώπισης, υψηλή επικοινωνία, αναλαμβάνει ευθύνη δηλ. διαθέτει υπευθυνότητα, λογική, μαθαίνει από τα λάθη του και συνεχίζει ακάθεκτος να βαδίζει στο μονοπάτι του Σκοπού, είναι το τυπικό παράδειγμα για την καλή επεξεργασία της σεροτονίνης στον εγκέφαλο.

Σεροτονίνη η πρωτεΐνη που έχει  βασικό δομικό της λίθο το αμινοξύ τρυπτοφάνη. Η πηγή της τρυπτοφάνη είναι οι τροφές που καταναλώνουμε και πιο συγκεκριμένα μεγάλη περιεκτικότητα σε τρυπτοφάνη έχουν οι μαύρες σοκολάτες, οι μπανάνες, μόνο οι βιολογικές, τα ζυμαρικά, μόνο από ντίνκελ, το ψωμί χωρίς γλουτένη και τα λιπαρά φρέσκα ψάρια (σολομός, σκουμπρί, σαρδέλα) και κυρίως τα εκχυλίσματα ελαίων από ψάρια.

Πέρα από την τρυπτοφάνη, το βιοχημικό εργοστάσιο του οργανισμού για να συνθέτει σεροτονίνη χρειάζεται τις βιταμίνες Β6, Β12 και το φολικό οξύ. Τροφές που μας τα παρέχουν είναι οι πατάτες, οι μπανάνες, τα λαχανικά, τα ψάρια, το αβοκάντο, τα φύτρα, όλα μόνο βιολογικά.

Πρόσφατη δημοσίευση στο περιοδικό Nature έδειξε πως άνθρωποι που έπασχαν από κατάθλιψη και λάμβαναν καθημερινά αυξημένη ποσότητα των βιταμινών Β6 και Β12, κατέγραψαν υποχώρηση της νόσου σε ποσοστό 92 %.

Συνίσταται η χρήση συμπληρωμάτων βιταμινών Β που περιέχουν το συνδυασμό των βιταμινών Β1, Β2, Β6 και Β12, οι οποίες είναι αναγκαίες τόσο στο βιοχημικό κύκλο παραγωγής της σεροτονίνης όσο και στην απελευθέρωση του χημικού συστατικού GABA που είναι βασικός παράγοντας για τη ρύθμιση του επιπέδου του άγχους στο εγκέφαλο.

Πρόσφατη έρευνα Αμερικανών επιστημόνων επέδειξε πως τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα ή αλλιώς λινολεϊκά οξέα, παίζουν βασικότατο ρόλο στην αύξηση της συγκέντρωσης της σεροτονίνης. Πέραν αυτού αξίζει να σημειωθεί πως το 43 % των λιπιδίων των κυτταρικών μεμβρανών των νευρικών κύτταρων του εγκεφάλου ανήκουν στην κατηγορία αυτή.

Ο σολομός, οι σαρδέλες, το σκουμπρί, ο τόνος, το έλαιο λιναρόσπορου και το λιναρέλαιο ψυχρής σύνθλιψης είναι πλούσιες πηγές για τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα ή αλλιώς λινολεϊκά οξέα. Συνίσταται επίσης η χρήση συμπληρωμάτων ελαίων από ψάρια.
Η καλή ζωή περνάει και απ’ το στομάχι μας.

Το Σύμπαν δεν έχει ρολόι

Ένα Σύμπαν ρολόι ή ένα σύμπαν που φοράει ρολόι;

Οι εποχές γύρω μας αλλάζουν, η φύση, οι άνθρωποι, τα ζώα, οι πέτρες, η θάλασσα, ο αέρας, όλα αλλάζουν και λέμε ότι ο χρόνος περνάει. Τι θα κάναμε αν ο χρόνος δεν περνούσε; Παρά το ότι κάτι τέτοιο θα μας άρεσε δεν μπορούμε ούτε να γυρίσουμε πίσω, ούτε να ξετυλίξουμε προς τα εμπρός την ταινία της ζωής μας. Υπάρχει μέσα μας μια ισχυρή αίσθηση ότι ο χρόνος κυλάει προς τα εμπρός με σταθερό ρυθμό, και υποθέτουμε ότι το ίδιο θα συμβαίνει σε κάθε μέρος του Σύμπαντος ή ό,τι αυτό είναι και αληθινό, επειδή έτσι νομίζουμε.

Το βέλος του χρόνου

Ο χρόνος εμφανίζεται να προχωρεί προς μια μόνο κατεύθυνση και αυτή η ασυμμετρία του επηρεάζει μια σειρά από φυσικά φαινόμενα γύρω μας. Οι φυσικοί αποκαλούν αυτή την ασυμμετρία «το βέλος του χρόνου» και εννοούν ένα κοσμικής κλίμακας δείκτη που δείχνει σε μια μόνο κατεύθυνση. Ένα Σύμπαν ρολόι ή ένα σύμπαν που φοράει ρολόι;  Έχουμε τόσο πολύ συνηθίσει να ακολουθούμε το βέλος του χρόνου ώστε το δεχόμαστε πια ως προφανές. Η δουλειά όμως των φυσικών είναι να εξηγούν το κάθε τι στο φυσικό κόσμο και η εξήγηση του βέλους του χρόνου ήταν πάντα ένα μόνιμο πρόβλημα.  Οι άνθρωποι πάντα σκέφτονταν ή τους βόλευε να σκέφτονται, ότι το Σύμπαν είναι ένα ρολόι και μάλιστα ένα καλοκουρδισμένο ρολόι.

Οι αστρονόμοι πρόβλεπαν τις κινήσεις των πλανητών και τις εμφανίσεις των κομητών σύμφωνα με χρονικούς  πίνακες. Ένα Σύμπαν ρολόι; Έχουμε τόσο πολύ συνηθίσει να ακολουθούμε το βέλος του χρόνου ώστε το δεχόμαστε πια ως προφανές το θεωρούμε αληθινό. Η δουλειά όμως των φυσικών είναι να εξηγούν το κάθε τι στο φυσικό κόσμο, και η εξήγηση του βέλους του χρόνου ήταν πάντα ένα μόνιμο πρόβλημα. Οι άνθρωποι πάντα σκέφτονταν το Σύμπαν σαν ένα καλοκουρδισμένο ρολόι. Οι αστρονόμοι πρόβλεπαν τις κινήσεις των πλανητών και τις εμφανίσεις των κομητών σύμφωνα με χρονικούς πίνακες.

Ο Ισαάκ Νεύτων (1642-1727) «ανακάλυψε» τους νόμους της κίνησης των σωμάτων σε συνδυασμό με τις δυνάμεις που ενεργούν σ’ αυτά. Οι νόμοι της κίνησης που διατύπωσε εφαρμόζονται σε κάθε τι, από τις μπάλες του μπιλιάρδου ως τους πλανήτες. Επίσης διατύπωσε τον πρώτο ακριβή νόμο της βαρύτητας δηλαδή της δύναμης μεταξύ οποιονδήποτε σωμάτων στο Σύμπαν σε σχέση με τις μάζες τους και την απόστασή τους.

Αλλά οι ανακαλύψεις του Νεύτωνα δεν είχαν καμιά εξήγηση για το βέλος του χρόνου. Οι νόμοι του δουλεύουν εξίσου καλά και προς τις δύο κατευθύνσεις του χρόνου. Αν βιντεοσκοπήσετε μια κόκκινη μπάλα του μπιλιάρδου καθώς συγκρούεται με μια άσπρη μπάλα και μετά παίξετε την ταινία προς τα πίσω στον χρόνο δεν θα δείτε τίποτα παράδοξο.  Με τον ίδιο τρόπο ένα Σύμπαν που δουλεύει σαν ρολόι θα μπορούσε να εξελίσσεται και κατά την αντίθετη φορά του χρόνου. Το πρόβλημα του βέλους του χρόνου φάνηκε μόλις το 19ο αιώνα, όταν οι άνθρωποι άρχισαν να σκέπτονται με όρους ενέργειας και όχι με το μοντέλο σφαιρών του μπιλιάρδου ή ρολογιών.

Μια μπάλα που σπάει μια τζαμαρία καθώς περνάει μέσα από αυτήν είναι ένα φαινόμενο με μια μόνο χρονική κατεύθυνση. Μέρος από την κινητική ενέργεια της μπάλας που μεταβιβάζεται στο γυαλί γίνεται θερμότητα και δεν μπορεί ν΄ ανακτηθεί με την αντίστροφη πορεία της μπάλας. Με άλλα λόγια η τακτική οργανωμένη κίνηση της μπάλας μετατράπηκε εν μέρει σε άτακτη κίνηση των μορίων του αέρα και αυτό δεν μπορεί να αναστραφεί. Λένε!!!είναι ο χρόνος;
υμπτώσεις. Μέχρι σήμερα έχουμε υιοθετήσει το δεκαδικό σύστημα σε πάρα πολλές μονάδες ετσι γίνονται ευκολότερα οι υπολογισμοί, αλλά έχουμε μείνει προσκολλημένοι στον χωρισμό της ημέρας σε 24 ώρες, της ώρας σε 60 λεπτά και του λεπτού σε 60 δευτερόλεπτα.

Γιατί άραγε; Σήμερα τα πιο πολλά ρολόγια βασίζουν τη χρονομέτρησή τους στις ταλαντώσεις κρυστάλλων quartz. Για πολύ μεγάλη ακρίβεια χρησιμοποιούμε τις κβαντικές ιδιότητες ατομικών ρολογιών. Αυτές βασίζονται στις ταλαντώσεις ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που εκπέμπεται κατά τις μεταπτώσεις μεταξύ των ενεργειακών σταθμών ενός ατόμου Καισίου 133. Ο επίσημος διεθνής ορισμός του ενός δευτερολέπτου είναι η διάρκεια 9,192,631,770 τέτοιων ταλαντώσεων. Το Διεθνές Γραφείο Χρόνου στο Παρίσσι χρησιμοποιεί 80 τέτοια ατομικά ρολόγια σε 24 ώρες για να ορίσει τον Συντονισμένο Παγκόσμιο Χρόνο (UTC) με ακρίβεια 1/1000 του δευτερολέπτου. Επειδή ο χρόνος περιστροφής της Γης δεν είναι απολύτως σταθερός αλλά κυμαίνεται λίγο από χρόνο σε χρόνο, προστίθεται κάθε τόσο ένα δευτερόλεπτο στον Παγκόσμιο Χρόνο για να βρίσκεται σε σύμπτωση με τον μέσο χρόνο του Greenwich. Ακριβώς όπως προσθέτουμε κάθε 4 χρόνια μια ημέρα στη διάρκεια του έτους για να εξισορροπήσουμε το γεγονός ότι η διάρκεια του έτους δεν είναι ακριβώς 365 ημέρες.

Ο Συγχρονισμός

Η ιδέα ότι ο χρόνος θα μπορούσε να συγχρονιστεί σε διαφορετικά μέρη είναι σχετικά πρόσφατη. Τον 19ο αιώνα στη Βρετανία ως μεσημέρι όριζαν την χρονική στιγμή που ο ήλιος βρίσκεται ακριβώς πάνω από το κεφάλι μας, και τη στιγμή εκείνη χτυπούσαν τα ρολόγια στις γειτονικές εκκλησίες. Με τον ερχομό όμως του σιδηροδρόμου πρόκυψε η ανάγκη του συγχρονισμού των ρολογιών για να μπορέσουν να φτιαχτούν αξιόπιστοι πίνακες ωρών δρομολογίων. Το 1847 οι πιο πολλές σιδηροδρομικές εταιρίες στη Βρετανία χρησιμοποιούσαν την ώρα Greenwich η οποία το 1880 έγινε η επίσημη ώρα στη Βρετανία εκτός από τη θερινή περίοδο όπου προστίθεται μια ώρα.
Άρα ο χρόνος στα ρολόγια μας είναι φτιαγμένος κατά πως μας βολεύει.
Η ακριβής χρονομέτρηση είναι κρίσιμη για το Παγκόσμιο Σύστημα Εύρεσης Θέσης (GPS) το οποίο βασίζεται στους δορυφόρους και χρησιμεύει για να βρίσκουν με ακρίβεια τα πλοία τις συντεταγμένες τους. Οι χρηματαγορές σε όλο τον πλανήτη από τη Ν. Υόρκη ως το Τόκυο βασίζονται σε ακριβείς χρονικές στιγμές ανοίγματος και κλεισίματος και οι τράπεζες σας δανείζουν το χρήμα τους, βασιζόμενες σε ακριβείς χρόνους αποπληρωμής, το ίδιο και στις ασφαλιστικές εταιρίας, αυτό που τις πληρώνετε είναι ο χρόνος. Τα φανάρια κυκλοφορίας στους δρόμους χρειάζονται να είναι συγχρονισμένα για να γίνεται ομαλά η κυκλοφορία και τέλος εσείς χρειάζεται να ξέρετε τι ώρα ακριβώς να ανοίξετε την τηλεόρασή σας για να παρακολουθήσετε το πρόγραμμα της.

Που θα βρισκόμουν αν δεν υπήρχε ο χρόνος;

Δεν είναι δύσκολο να απαντήσουμε. Όπως και πολλές άλλες ερωτήσεις γύρω από τη θεμελιακή έννοια του χρόνου, μπορεί να έχει πολλές σωστές αλλά και εξίσου πολλές λανθασμένες απαντήσεις, η οπτική του παρατηρητή κάνει την διαφορά. Θα έλεγα ότι η ζωή χρειάζεται χρόνο για να υπάρξει, συνεπώς δεν θα μπορούσαμε να υπάρχουμε χωρίς χρόνο. Η ζωή εμπεριέχει την σταθερή εξέλιξη και αλλαγή των βιολογικών συστημάτων: μεμονωμένες μονάδες όπως εμείς αναπτύσσονται και τελικά πεθαίνουν όπως και όλα τα είδη κάνουν το ίδιο. Ο νόμος που το καθορίζει αυτό είναι ο δεύτερος θερμοδυναμικός νόμος που λέει ότι στο Σύμπαν κυριαρχεί η τάξη η οποία τείνει όμως σε αταξία.

Στην πορεία τους αυτή οι δομές εξελίσσονται αλλά τίποτα δεν μένει στατικό. Αυτό που αποκαλούμε χρόνο είναι ένα πράγμα που σηματοδοτεί αυτή την αλλαγή κι έτσι ο χρόνος είναι αυτό που συμβαίνει καθώς το Σύμπαν και εμείς εξελισσόμαστε. Έτσι λοιπόν αν δεν υπήρχε ο χρόνος ούτε εμείς θα υπήρχαμε, όχι σε αυτό το Σύμπαν, μιας και όλα όσα γνωρίζει ο άνθρωπος, άπτονται μονάχα αυτού του Σύμπαντος και όχι όλου και όχι όλα. Υποθέσεις κάνει και με Υποθέσεις πορεύεται.

Όταν ο Ερμής κινείται, όπως και όλα τα αντικείμενα στον κόσμο, υπακούοντας -θεωρητικά- στις εξισώσεις της θεωρίας της Σχετικότητας και όχι της θεωρίας του Νεύτωνα, οι προβλέψεις για την κίνηση του Ερμή που βασίζονται στους νόμους του Νεύτωνα είναι λανθασμένες – το λάθος αυτό είναι αξιοσημείωτο στην περίπτωση του Ερμή διότι η τροχιά του επηρεάζεται σημαντικά από το ισχυρό βαρυτικό πεδίο του Ήλιου. Για κινούμενα αντικείμενα επί της Γης όπως λόγου χάριν το παλιό αυτοκίνητό, η επίδραση της Σχετικότητας είναι μικρή κι έτσι οι εξισώσεις του Νεύτωνα εργάζονται θαυμάσια αν και το αυτοκίνητό δεν δουλεύει και τόσο καλά.

Άρα τίποτε δεν είναι μονοσήμαντο, όλα είναι σχετικά και ρευστά.

Αν μια μύγα χτυπήσει στο μπροστινό μέρος ενός κινούμενου τρένου, για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου τη στιγμή ακριβώς που χτυπάει η μύγα, τόσο η μύγα όσο και το τραίνο θα σταματήσουν στιγμιαία; Όσον αφορά το αν θα σταματήσει το τραίνο, η απάντηση είναι όχι, αν και αυτό θα αποτελούσε μια θαυμάσια δικαιολογία για την αργοπορία των τραίνων. Η συνολική ορμή του τραίνου και της μύγας διατηρείται – το τραίνο συνεχίζει την κίνησή του προς τα εμπρός, πιθανόν με λίγο μικρότερη ταχύτητα και η μύγα αλλάζει στιγμιαία την κατεύθυνση της κίνησής της. Αν υποθέσουμε ότι η μύγα έχει λίγη ελαστικότητα (σαν μια λαστιχένια μπάλα) θα λέγαμε ότι καθώς συντρίβεται στο τραίνο, ένα μέρος από αυτήν, στιγμιαία σταματάει, αλλά αυτό δεν είναι σημαντικό φαινόμενο, εκτός βέβαια από τη σκοπιά της νεκρής μύγας.

Ο συνήθης χρόνος του ρολογιού είναι ένα μέτρο της περιόδου μεταξύ γραμμικών γεγονότων.

Ο ωρολογιακός χρόνος μεταξύ δύο γεγονότων που επαναλαμβάνονται κανονικά μπορεί να αλλάξει από κάποια δύναμη, που δρα στα γεγονότα, παραδείγματος χάριν ένα ρολόι εκκρεμές μπορεί να κατασκευαστεί να κινείται γρηγορότερα αλλά και πάλι με κανονικό ρυθμό. Αλλά μπορεί η περίοδος μεταξύ δύο κανονικών συμβάντων όπως μετρείται συνήθως από τον ωρολογιακό χρόνο, να μεταβληθεί από την παραμόρφωση του χρόνου; Είναι δηλαδή ο χρόνος μια δύναμη από μόνος του; Θα άλλαζα την αρχική διαπίστωσή για να πω ότι ο κανονικός ωρολογιακός χρόνος είναι το μέτρο της περιόδου μεταξύ συμβάντων, χωρίς καμιά αναφορά σε γραμμικότητα ή όχι.

Δυο ρολόγια μπορούν να διαφωνούν το ένα με το άλλο διότι (α) το ένα έχει κάποιο μηχανικό πρόβλημα, πχ τελειώνει η μπαταρία. Ή (β) διότι το ένα κινείται σχετικά με το άλλο. (Στην περίπτωση (α) ο χρόνος δεν έχει αλλάξει για κανένα ρολόι, αυτά απλώς είναι αναξιόπιστοι καταγραφείς του περάσματος του χρόνου. Η περίπτωση (β) είναι όμως τελείως διαφορετική – ο χρόνος είναι ο ίδιος παραμορφωμένος ενώ τα ρολόγια είναι απολύτως αξιόπιστοι καταγραφείς του περάσματός του. Στις περισσότερες περιπτώσεις – σχεδόν σε όλες – της καθημερινής μας ζωής τα ρολόγια διαφωνούν το ένα με το άλλο εξαιτίας της περίπτωσης (α).

Είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν ταξίδια στον χρόνο;

Ταξίδια στον χρόνο γίνονται ήδη, στο μέλλον ή στο παρελθόν, απλώς είναι απόλυτα απαγορευμένα για όποιον δεν είναι ανώτατο μέλος των γνωστών «Μυστικών Εταιριών» Μπορούμε να στείλουμε μηνύματα μέσα στο χρόνο αφού αυτά ταξιδεύουν ως φωτεινά κύματα, ραδιοκύματα, μικροκύματα, κύματα φωτός κλπ είναι όλα ηλεκτρομαγνητικά κύματα που ταξιδεύουν με την ταχύτητα του φωτός . Αν έχουμε λοιπόν τις αισθήσεις μας σε επιφυλακή για παράξενα μηνύματα, πιθανόν να τα αντιληφθούμε.

Είναι δυνατόν από φυσική άποψη να περνάει ο χρόνος κατά την αντίστροφη φορά;

Υπάρχουν μερικές θεωρίες που λένε, ότι υπάρχουν θύλακες στο Σύμπαν όπου ο χρόνος κυλάει αντίστροφα και θύλακες που ο χρόνος όπως τον γνωρίζουμε, είναι ανύπαρκτος. Είναι δύσκολο να ελέγξουμε αυτές τις θεωρίες, για να ξέρουμε αν υπάρχει καμιά αλήθεια σ’ αυτές, εδώ αναιρούνται οι αλήθειες αυτού του σύμπαντος που είναι ήδη σχεδόν γνωστές. Οι εποχές αλλάζουν ο χρόνος περνάει, «αεί γίγνεσθαι και μεταβάλλεσθαι και μη ουδέποτε το αυτό μένειν» κατά τον Μέγα Ηράκλειτο.

 Το παρελθόν είναι πίσω μας και το μέλλον δεν έχει έλθει ακόμα. Υπάρχει μια ισχυρή αίσθηση ότι ο χρόνος περνάει και μάλιστα με σταθερό ρυθμό και γενικεύοντας λέμε, ότι αυτό συμβαίνει και σε κάθε γωνιά του Σύμπαντος, του γνωστού και μην ξεχνάμε πως το Σύμπαν είναι άπειρο και ταυτόχρονα φρακταλικό. Άρα; 

Ομοίως, ανταλλαγές ενέργειας συμβαίνουν κάθε φορά που τα αντικείμενα αλληλεπιδρούν το ένα με το άλλο, αναδιανέμουν προοδευτικά το συνολικό ποσό ενέργειας στο Σύμπαν. Αυτός είναι ο Δεύτερος Θερμοδυναμικός Νόμος. Μας λέει ότι η θερμότητα (ή η ενέργεια) μπορεί να κινηθεί αυθόρμητα από θερμότερα αντικείμενα σε ψυχρότερα, αλλά ποτέ αντίστροφα. Γι αυτό και οι άνθρωποι που «παγώνουν»  είναι εξαιρετικά σπάνιο θα «θερμανθούν» ξανά, μιλώντας σε συνειδησιακό-πνευματικό επίπεδο.

Χρειάζεται ενέργεια για να κρατηθούν τα πράγματα σε τακτοποιημένη δομή όπως αυτές που βλέπουμε γύρω μας – σπίτια, πόλεις, πλανήτες, αστέρια, γαλαξίες. Καθώς η ενέργεια αναδιατάσσεται η τάξη καταρρέει, σαν ερημωμένο χωριό που προοδευτικά καταρρέει. Ως αναπόφευκτη συνέπεια του Δεύτερου νόμου, το συνολικό ποσό της αταξίας – η εντροπία – πάντα αυξάνει στο Σύμπαν. Θεωρητικά το Σύμπαν θα φτάσει σε μια κατάσταση θερμοδυναμικής ισορροπίας, στην οποία κάθε τι βρίσκεται στην ίδια θερμοκρασία και όλες οι δομές έχουν καταρρεύσει. Το βέλος του χρόνου δείχνει από το χάος, την οριστική μοίρα του Σύμπαντος

Υπάρχει μόνο ένας απόλυτος χρόνος;

Τι είναι ο Χρόνος; Κάθε παιδί που πάει σχολείο μαθαίνει τι είναι ο χρόνος. Αλλά επίσης για κάθε παιδί φτάνει μια στιγμή, που βρίσκεται αντιμέτωπο με τα παράδοξα που γεννάει η καθημερινή μας αντίληψη για τον χρόνο. Θυμάμαι όταν ήμουν και ο ίδιος παιδί, πως ξαφνικά μου καρφώθηκε στο μυαλό η ερώτηση αν ο χρόνος θα μπορούσε να τελειώνει κάπου ή να συνεχίζεται επ άπειρον. Πρέπει να τελειώνει κάποτε, γιατί πως να συλλάβουμε την άπειρη παρουσία του που θα εκτείνεται μπροστά μας, αν ο χρόνος δεν έχει τέλος; Αλλά πάλι αν έχει τέλος τι συμβαίνει ύστερα;

Μελετώ την ερώτηση τι είναι ο χρόνος, κατά το μεγαλύτερο διάστημα της ενήλικης ζωής μου. Αλλά πρέπει να παραδεχτώ από την αρχή ότι δεν βρίσκομαι κοντύτερα στην απάντηση απ’ ότι όταν ήμουν παιδί. Πράγματι μετά από αυτή όλη τη μελέτη, δεν νομίζω ότι μπορούμε ν’ απαντήσουμε ούτε στην απλή ερώτηση: Τι πράγμα είναι αυτός ο χρόνος;

Ίσως το καλύτερο πράγμα που μπορώ να πω για τον χρόνο είναι να εξηγήσω πως βάθυνε για μένα το μυστήριο του χρόνου καθώς προσπαθώ να το αντιμετωπίσω. Να ένα ακόμη παράδοξο του χρόνου, που το ανακάλυψα μόνο όταν μεγάλωσα. Όλοι μας ξέρουμε ότι τα ρολόγια μετράνε το χρόνο. Αλλά τα ρολόγια είναι σύνθετα φυσικά συστήματα και ως εκ τούτου υπόκεινται σε ατέλειες, φθορές και εξάντληση της πηγής ενέργειάς τους. Αν πάρω δύο πραγματικά ρολόγια, τα συγχρονίσω και τα αφήσω να λειτουργήσουν, μετά από λίγο καιρό θα διαφωνούν ως προς τον χρόνο που δείχνουν.

Ποιο από αυτά λοιπόν μετράει τον αληθινό χρόνο; Υπάρχει πράγματι μόνο ένας απόλυτος χρόνος, ο οποίος αν και μετρείται με ατέλειες από τα πραγματικά ρολόγια, είναι ο αληθινός χρόνος του Κόσμου; Μοιάζει πως μάλλον έτσι πρέπει να είναι, αλλιώς τι νόημα έχει να λέμε ότι ένα ρολόι πάει μπροστά ή πίσω; Από την άλλη μεριά πάλι, τι νόημα έχει να λέμε ότι υπάρχει ένας απόλυτος χρόνος, αν κανένας ποτέ δεν μπορεί να τον μετρήσει με ακρίβεια;

Η πίστη σ’ έναν απόλυτο χρόνο γεννά άλλα παράδοξα. Θα υπήρχε ροή του χρόνου αν δεν υπήρχε τίποτα στο Σύμπαν; Αν κάθε τι σταματούσε, αν τίποτα δεν εξελισσόταν, θα συνέχιζε να ρέει ο χρόνος;

Από την άλλη πλευρά, ίσως δεν υπάρχει ένας μοναδικός απόλυτος χρόνος. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος είναι μόνο ότι μετράνε τα ρολόγια, και καθώς υπάρχουν πολλά ρολόγια τα οποία τελικά διαφωνούν, υπάρχουν και πολλοί χρόνοι. Χωρίς έναν απόλυτο χρόνο, μπορούμε μόνο να πούμε, ότι ο χρόνος ορίζεται σχετικά με κάποιο ρολόι που επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε.

Αυτό σαν ιδέα φαίνεται ελκυστικό, διότι δεν απαιτείται να πιστέψουμε σε κάποια απόλυτη ροή του χρόνου την οποία δεν παρατηρούμε. Μας οδηγεί όμως σε κάποιο πρόβλημα αν γνωρίζουμε έστω και λίγα από φυσική.

Ένα από τα αντικείμενα που περιγράφει η φυσική είναι η κίνηση, και δεν μπορούμε να συλλάβουμε την έννοια της κίνησης χωρίς το χρόνο. Έτσι η έννοια του χρόνου είναι βασική για τη φυσική. Ας θεωρήσουμε τον πιο απλό νόμο κίνησης που ανακαλύφθηκε από τον Γαλιλαίο και τον Καρτέσιο και τυποποιήθηκε από τον Νεύτωνα. Ένα σώμα στο οποίο δεν δρα καμιά δύναμη, κινείται σε ευθεία γραμμή με σταθερή ταχύτητα.

Ας μην απασχοληθούμε εδώ με το τι είναι η ευθεία γραμμή, (αυτό είναι το πρόβλημα του χώρου, το οποίο είναι τελείως ανάλογο με το πρόβλημα του χρόνου, αλλά δεν θα το θίξω εδώ.) Για να καταλάβουμε τι λέει αυτός ο νόμος, χρειάζεται να ξέρουμε τι σημαίνει να κινείσαι με σταθερή ταχύτητα. Η έννοια αυτή απαιτεί την έννοια του χρόνου, καθώς κάτι κινείται με σταθερή ταχύτητα όταν διανύει ίσα διαστήματα σε ίσους χρόνους.

Μπορούμε τότε ν’ αναρωτηθούμε: Ως προς ποιο χρόνο είναι η κίνηση σταθερή; Πρόκειται για τον χρόνο κάποιου ιδιαίτερου ρολογιού; Αν ναι πως θα ξέρουμε ποιο ρολόι να διαλέξουμε, αφού όπως παρατηρήσαμε λίγο πριν, όλα τα πραγματικά ρολόγια βαθμιαία θα αποσυγχρονιστούν το ένα με το άλλο. Ή μήπως ο νόμος αναφέρεται σε έναν ιδανικό απόλυτο χρόνο;

Ας υποθέσουμε ότι υιοθετούμε την άποψη πως ο νόμος αναφέρεται σ’ έναν ιδανικό απόλυτο χρόνο. Αυτό λύνει το πρόβλημα της επιλογής ρολογιού, αλλά θέτει άλλο πρόβλημα αφού κανένα ρολόι δεν μετράει αυτόν τον φανταστικό, ιδεατό χρόνο. Πως θα μπορούσαμε να είμαστε στ’ αλήθεια σίγουροι ότι η διατύπωση του νόμου αυτού είναι σωστή, αν δεν έχουμε πρόσβαση σ’ αυτόν τον απόλυτο ιδεατό χρόνο; Πως θα μπορούσαμε να διακρίνουμε αν κάποια φαινομενική επιτάχυνση ή επιβράδυνση ενός σώματος οφείλεται στην αποτυχία του νόμου, η απλώς στην ατέλεια του ρολογιού που χρησιμοποιούμε;

Ο Νεύτωνας όταν διατύπωσε τους νόμους της κίνησης, διάλεξε να λύσει το πρόβλημα της επιλογής ρολογιού, δεχόμενος την ύπαρξη ενός απόλυτου χρόνου. Κάνοντας κάτι τέτοιο βρέθηκε αντίθετος με την άποψη άλλων συγχρόνων του, όπως ο Descartes και ο Gottfried Leibniz, οι οποίοι πρέσβευαν ότι ο χρόνος είναι μόνο μια όψη των σχέσεων μεταξύ των πραγματικών αντικειμένων και των πραγματικών διαδικασιών στον Κόσμο.

Ίσως η δική τους να είναι η καλύτερη φιλοσοφία, αλλά καθώς ο Νεύτωνας ήταν η αυθεντία του καιρού του, επικράτησε η άποψή του. Ο Albert Einstein, ο οποίος κατέρριψε την άποψη του Νεύτωνα για τον χρόνο, επαινούσε το θάρρος και την κρίση του Νεύτωνα να πάει κόντρα σ’ αυτό που ήταν ξεκάθαρα η καλύτερη φιλοσοφική επιλογή και έκανε τις συγκεκριμένες υποθέσεις για να επινοήσει μια φυσική που (δεν) είχε νόημα.

Αυτή η διαμάχη, μεταξύ της άποψης του χρόνου ως απόλυτου και προϋπάρχοντος, και του χρόνου ως μιας αντανάκλασης των σχέσεων μεταξύ των πραγμάτων, μπορεί να δοθεί γλαφυρά με τον παρακάτω τρόπο. Φαντασθείτε ότι το Σύμπαν είναι μια σκηνή όπου ένα κουαρτέτο εγχόρδων η ένα γκρουπ της τζαζ πρόκειται να παίξει. Η σκηνή και η αίθουσα είναι προς το παρόν άδεια, αλλά εμείς ακούμε ένα τικ-τακ, σαν κάποιος να έχει ξεχάσει μετά την τελευταία δοκιμή, να κλείσει ένα μετρονόμο, που βρίσκεται σε μια γωνιά του κοίλου της ορχήστρας.

Ο μετρονόμος που χτυπάει στην άδεια αίθουσα είναι το αντίστοιχο του φανταστικού απόλυτου χρόνου του Νεύτωνα, ο οποίος προχωράει αιώνια με σταθερό ρυθμό, πριν και ανεξάρτητα από καθετί που υπάρχει πραγματικά η συμβαίνει στο Σύμπαν. Οι μουσικοί εισέρχονται, το Σύμπαν ξαφνικά δεν είναι άδειο αλλά μπαίνει σε κίνηση, και αρχίζουν να παίζουν υφαίνοντας ο καθένας τη δική του ρυθμική τέχνη. Τώρα ο χρόνος που εισέρχεται στη μουσική τους δεν είναι ο απόλυτος προϋπάρχων χρόνος του μετρονόμου. Είναι ένας σχετικός χρόνος βασισμένος στην ανάπτυξη πραγματικών σχέσεων μεταξύ των μουσικών φράσεων. Το ξέρουμε ότι είναι έτσι επειδή οι μουσικοί δεν ακούνε το μετρονόμο. Ακούνε ο ένας τον άλλο, και ανάμεσα στις μουσικές εναλλαγές τους, παράγουν ένα χρόνο στη συγκεκριμένη θέση και στην παρούσα στιγμή μέσα στο Σύμπαν.

Όμως πάντα ο μετρονόμος βρίσκεται στη γωνιά του και χτυπάει χωρίς ν’ ακούγεται από τους μουσικούς. Για τον Νεύτωνα ο χρόνος των μουσικών, ο σχετικός χρόνος δεν είναι παρά μια σκιά του πραγματικού, απόλυτου χρόνου του μετρονόμου. Κάθε ρυθμός που ακούγεται, όπως και ο χτύπος κάθε πραγματικού φυσικού ρολογιού, ακολουθεί ατελώς τον πραγματικό, απόλυτο χρόνο. Από την άλλη πλευρά, για τον Leibniz και άλλους φιλοσόφους, ο μετρονόμος είναι μια φαντασία που μας τυφλώνει μπροστά σ’ αυτό που συμβαίνει πραγματικά. Ο μόνος χρόνος είναι αυτός που υφαίνουν οι μουσικοί με την μουσική τους.

Η διαμάχη μεταξύ απόλυτου και σχετικού χρόνου αντανακλά την ιστορία της φυσικής και φιλοσοφίας και ορθώνεται μπροστά μας στις μέρες μας, καθώς προσπαθούμε να καταλάβουμε ποια έννοια του χώρου και του χρόνου πρόκειται ν’ αντικαταστήσει αυτήν του Νεύτωνα. Αν δεν υπάρχει απόλυτος χρόνος, τότε οι νόμοι της κίνησης του Νεύτωνα δεν έχουν νόημα. Αυτό που πρέπει να τους αντικαταστήσει πρέπει να είναι ένα διαφορετικό είδος χρόνου που να έχει νόημα όταν κανείς μετράει τον χρόνο με οποιοδήποτε ρολόι.

Αυτό που μας χρειάζεται είναι ένας «δημοκρατικός» μάλλον χρόνος, παρά ένας «αριστοκρατικός» χρόνος, σύμφωνα με τον οποίο η ένδειξη οποιουδήποτε ρολογιού όσο ατελής και αν είναι, είναι ισότιμη με οποιουδήποτε άλλου. Ο Leibniz βέβαια δεν μπόρεσε ποτέ να επινοήσει ένα τέτοιο νόμο. Ο Einstein όμως μπόρεσε και πρόκειται για μια από τις μεγάλες επιτυχίες της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας, ότι βρέθηκε ένας τρόπος να εκφράσουμε τους νόμους κίνησης κατά τρόπο ώστε να έχουν νόημα οποιοδήποτε ρολόι και αν χρησιμοποιήσει κανείς.

Κατά παράδοξο τρόπο αυτό γίνεται με την απαλοιφή κάθε αναφοράς στο χρόνο μέσα στις βασικές εξισώσεις της θεωρίας. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για τον χρόνο γενικά και αφηρημένα. Μπορούμε μόνο να περιγράφουμε πως αλλάζει το Σύμπαν με τον χρόνο αν όμως πούμε πρώτα στη θεωρία, ακριβώς ποιές πραγματικές φυσικές διαδικασίες θα χρησιμοποιηθούν ως ρολόγια για να μετρούν το πέρασμα του χρόνου.
Αν είναι έτσι λοιπόν τα πράγματα, γιατί λέω πως δεν γνωρίζω τι είναι πραγματικά ο χρόνος; Το πρόβλημα είναι ότι η Γενική Σχετικότητα είναι μόνο η μισή επανάσταση της φυσικής του 20ου αιώνα, γιατί υπάρχει επίσης και η κβαντική θεωρία. Και η κβαντική θεωρία που αναπτύχθηκε αρχικά για να εξηγήσει τις ιδιότητες των ατόμων και των μορίων, χρησιμοποιεί την σύμβαση του Νεύτωνα για έναν απόλυτο χρόνο. Έτσι στη θεωρητική φυσική έχουμε επί του παρόντος, όχι μία αλλά δύο θεωρίες. Την Σχετικότητα και την Κβαντομηχανική, και αυτές βασίζονται σε διαφορετικές συμβάσεις για τον χρόνο.
Το κεντρικό πρόβλημα της θεωρητικής φυσικής επί του παρόντος είναι να συνδυάσει την Γενική Σχετικότητα και την Κβαντομηχανική σε μια ενιαία θεωρία της φυσικής, η οποία να μπορεί τελικά ν’ αντικαταστήσει τη Νευτώνεια θεωρία που ξεπεράστηκε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Και πράγματι το εμπόδιο κλειδί για να το πετύχουμε αυτό είναι ότι οι δύο θεωρίες περιγράφουν τον Κόσμο με διαφορετικές σημασίες του χρόνου. Αν κάποιος δεν θέλει να πάει πίσω και να στηρίξει αυτή την ενοποίηση στην παλιά Νευτώνεια σημασία του χρόνου, είναι καθαρό ότι πρέπει να φέρουμε την αντίληψη του Leibniz για τον χρόνο μέσα στην κβαντική θεωρία. Κάτι τέτοιο δεν είναι ατυχώς και τόσο εύκολο.

Το πρόβλημα είναι ότι η κβαντική μηχανική επιτρέπει πολλές διαφορετικές και φαινομενικά αντιφατικές καταστάσεις να υπάρχουν συγχρόνως, όσο αυτές υπάρχουν σ’ ένα είδος «σκιάς» δηλαδή «δυνάμει πραγματικότητας». (Για να το εξηγήσω αυτό θα έπρεπε να γράψω άλλη μια πραγματεία μεγέθους όπως η παρούσα πάνω στην κβαντική θεωρία).

Αυτό εφαρμόζεται επίσης και στα ρολόγια, κατά τον ίδιο τρόπο που η γνωστή γάτα του Schrodinger της κβαντικής θεωρίας, μπορεί να υπάρχει σε μια κατάσταση ώστε να είναι συγχρόνως δυνάμει νεκρή και δυνάμει ζωντανή. Παρόμοια ένα ρολόι μπορεί να υπάρχει σε μια κατάσταση στην οποία αυτό δουλεύει με τον συνηθισμένο τρόπο αλλά συγχρόνως τρέχει και προς τα πίσω.

Έτσι αν υπήρχε μια κβαντική θεωρία του χρόνου θα είχε να κάνει όχι μόνο με την ελευθερία επιλογής διαφορετικών φυσικών ρολογιών για να μετρούν το χρόνο, αλλά και με τη σύγχρονη παρουσία, τουλάχιστον δυνητικά, πολλών διαφορετικών ρολογιών. Το πρώτο, το μάθαμε από τον Einstein πως να το κάνουμε. Το δεύτερο έχει μέχρι τώρα αποδειχθεί ότι βρίσκεται πέρα από τη φαντασία μας.

Έτσι το πρόβλημα τι είναι ο χρόνος παραμένει άλυτο. Αλλά πρόκειται για κάτι ακόμα χειρότερο, αφού η σχετικότητα φαίνεται να απαιτεί άλλες μεταβολές στη σύλληψη του χρόνου. Μια από αυτές αφορά την εισαγωγική μου ερώτηση, αν ο χρόνος μπορεί ν’ αρχίζει ή να τελειώνει ή αν ρέει αιώνια. Η Σχετικότητα πάντως είναι μια θεωρία στην οποία ο χρόνος μπορεί ν’ αρχίζει και να σταματάει. Μια περίσταση στην οποία συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας.

Μια μαύρη τρύπα είναι το αποτέλεσμα της κατάρρευσης ενός άστρου μεγάλης μάζας, όταν πια έχουν τελειώσει όλα τα πυρηνικά καύσιμά του και παύει να παράγει ενέργεια ως άστρο. Άπαξ και δεν παράγει πια θερμότητα, τίποτα δεν μπορεί να συγκρατήσει ένα άστρο μεγάλης μάζας από την κατάρρευση που προκαλεί η ίδια η βαρυτική έλξη του άστρου. Αυτή η διαδικασία αυτοτροφοδοτείται, διότι νόσο πιο μικρό γίνεται το άστρο τόσο πιο ισχυρή είναι η δύναμη με την οποία έλκονται μεταξύ τους τα μέρη του. Μια συνέπεια αυτού είναι ότι φθάνει σ’ ένα σημείο στο οποίο για να διαφύγει κάτι από τη βαρυτική έλξη του άστρου πρέπει να κινείται ταχύτερα από το φως. Επειδή λοιπόν τίποτα δεν κινείται ταχύτερα από το φως, τίποτα δεν μπορεί να διαφύγει. Αυτός είναι και ο λόγος που το αποκαλούμε μαύρη τρύπα, γιατί ούτε ακόμα και το φως δεν μπορεί να διαφύγει απ’ αυτό.

Παρόλα αυτά, ας αφήσουμε αυτό το θέμα και ας δούμε τι συμβαίνει στο ίδιο το άστρο. Μόλις γίνει αόρατο σε μας, χρειάζεται ακόμα λίγο χρόνο για να συμπιεστεί το άστρο στο σημείο όπου απειρίζεται η πυκνότητά του και απειρίζεται επίσης και το βαρυτικό του πεδίο. Το πρόβλημα είναι, τι συμβαίνει στη συνέχεια; Αλλά τι σημαίνει στ’ αλήθεια η φράση: «στη συνέχεια»; Αν ο χρόνος αποκτά σημασία μόνο με την κίνηση των φυσικών ρολογιών, τότε πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο χρόνος σταματάει στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας. Διότι όταν το άστρο φτάσει την κατάσταση της άπειρης πυκνότητας και άπειρου βαρυτικού πεδίου, καμιά περαιτέρω μεταβολή δεν μπορεί να συμβεί, και καμιά φυσική διεργασία δεν μπορεί να συνεχιστεί, που να δίνει νόημα στον χρόνο. Έτσι η θεωρία απλά επιβεβαιώνει ότι ο χρόνος σταματάει.

Το πρόβλημα είναι στην πραγματικότητα χειρότερο απ’ αυτό, διότι η Γενική Σχετικότητα επιτρέπει σε ολόκληρο το Σύμπαν να καταρρεύσει σαν μαύρη τρύπα. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος σταματάει παντού. Μπορεί επίσης να επιτρέψει στον χρόνο να ξεκινήσει. Στην πραγματικότητα έτσι εννοούμε το Big Bang, την πιο δημοφιλή σημερινή θεωρία για την προέλευση του Σύμπαντος.

Ίσως το κεντρικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε όλοι εμείς που προσπαθούμε να συνδυάσουμε την Σχετικότητα με την Κβαντομηχανική να είναι: τι συμβαίνει στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας; Αν ο χρόνος πραγματικά σταματάει εκεί, τότε πραγματικά πρέπει να σκεφτούμε ότι ο χρόνος σταματάει παντού στο Σύμπαν όταν αυτό καταρρεύσει. Απεναντίας αν δεν σταματάει, τότε πρέπει να σκεφτούμε έναν ολόκληρο αέναο κόσμο, στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας, ο οποίος βρίσκεται για πάντα έξω από την όρασή μας. Επιπλέον αυτό δεν είναι ένα θεωρητικό πρόβλημα, διότι μια μαύρη τρύπα σχηματίζεται κάθε φορά που ένα αστέρι μεγάλης μάζας φτάνει στο τέλος της ζωής του και καταρρέει. Το μυστήριο αυτό λοιπόν συμβαίνει κάπου στο αχανές Σύμπαν που παρατηρούμε, ίσως και 100 φορές το δευτερόλεπτο.

Τι είναι λοιπόν ο χρόνος; Είναι το μεγαλύτερο μυστήριο; Όχι, το μεγαλύτερο μυστήριο πρέπει να είναι, ότι ο καθένας μας είναι εδώ για ένα σύντομο χρονικό διάστημα και αυτό που το Σύμπαν μας επιτρέπει στο πλαίσιο της ύπαρξής μας είναι να θέτουμε τέτοιες ερωτήσεις. Και να μεταβιβάζουμε από παιδική ηλικία σε παιδική ηλικία τη χαρά της αναζήτησης, της ερώτησης και της μεταβίβασης της γνώσης για το τι ξέρουμε και τι δεν ξέρουμε.

Τι να είναι ο χρόνος;

Ο Χρόνος υπάρχει πάντα όπου υπάρχει η λέξη  “υπάρχει” και “πάντα”.
Χωρίς αυτό να σημαίνει πως υπάρχει πάντα.

Αυτές οι δύο λέξεις, “υπάρχει” και “πάντα” αλλά και οι λέξεις γενικότερα κάνουν τον χρόνο στην γραμμική του μορφή να υπάρχει. Ο κόσμος των λέξεων και των σκέψεων αλλά και ο τρόπος  που τα χρησιμοποιούμε κάνουν τον χρόνο να υπάρχει. Άλλωστε αυτές είναι που δημιουργούν και τον χρόνο και τον χώρο.

Χρόνος Κβαντικός, Γραμμικός, Φρακταλικός, Άπειρος, Στατικός. Χρόνος δημιουργικός, χρόνος για χάσιμο, για πέταμα, χρόνος υπαρκτός ή ανύπαρκτος. Τι είναι τελικά ο χρόνος;

Στον νέο κόσμο ο άνθρωπος είναι αιχμάλωτος του Χρόνου, είναι αιχμάλωτος σε έναν αριθμητικό υπολογισμό ωρών, λεπτών, ετών. Ο χρόνος ποτέ δεν φτάνει και αν κάποια στιγμή έχει λίγο παραπάνω ή δεν ξέρει τι να τον κάνει!!! ή τον σπαταλάει σε ανοησίες!!! Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του δεν υπάρχουν αλλά και ούτε που ξέρει ο άνθρωπος αν υπάρχει αυτό που δεν έχει.

Πάντα έτσι ήταν στο γραμμικό κόσμο του “Εγώ” ο άνθρωπος και όλα τα όντα που συνυπάρχουν μαζί του, οργανικά και ανόργανα, είναι κάτω από την κηδεμονία, την εξουσία και τα καπρίτσια του χρόνου.

Υπάρχει ο χρόνος; Όπως τον αντιλαμβανόμαστε και όπως μας χρησιμοποιεί; “Θέλω να κάνω αυτό ή το άλλο αλλά δεν έχω χρόνο” ή “Δεν προλαβαίνω τρέχω όλη την ώρα” ή “καλή νέα χρονιά” και άλλα τέτοια όμορφα λόγια και σκέψεις σου δίνουν την εντύπωση ότι ο χρόνος υπάρχει. Αλλά η σύγχρονη  επιστήμη και ειδικά η Κβαντική θεωρία αλλά και η θεωρία του Χάους και τα Fractal και εν μέρη η θεωρία της σχετικότητας λένε ότι ο χρόνος όπως τον μετράς καθημερινά είτε τον κυνηγάς είτε σε κυνηγάει Δεν υπάρχει. Τουλάχιστον όχι, με την έννοια που έχεις μάθει να του δίνεις.
Εφ όσον ο χρόνος δεν υπάρχει.. Εσύ πως καταφέρνεις να μην έχεις κάτι που δεν υπάρχει;
Σε κάποιες Πνευματικές κοινωνίες ο χρόνος είναι Ενέργεια του Σύμπαντος, Ένα ποτάμι που πρέπει να διαβούμε πλέοντας, Ενώ στις σκληρές μεταβιομηχανικές κοινωνίες ο χρόνος είναι απρόσωπος, εξωτερικός, ξέχωρος από την πνευματικότητα.

Όσο υπάρχει η ξεπερασμένη πλέον αντίληψη ότι ο Χρόνος είναι μια ευθεία γραμμή που ξεκινάει από κάπου στο άγνωστο και καταλήγει κάπου αλλού στο μακρινό μέλλον, τόσο θα είναι δύσκολο να ερμηνεύσεις αλλά και να αξιοποιήσεις τις Πνευματικές του Ενεργειακές διαστάσεις του. Η Θεωρία του Χάους αλλά και η Κβαντική θεωρία αντικαθιστούν την γραμμή -γραμμικός χρόνος- με μια ατέλειωτη πολύπλοκη σχηματική παράσταση Fractal διάστασης. Σε κάθε κλίμακα μεγέθυνσης το Fractal αποκαλύπτει καινούργια σχήματα και νέους ατελείωτους δαιδάλους.

Ποιό απλά, κάθε τι που φαίνεται με την πρώτη ματιά γραμμικό δηλ μια ευθεία μπορεί, αν μελετηθεί σε βάθος να εμφανίζει στροφές, καμπύλες, αραβουργήματα σε Fractal ατελείωτες λεπτομέρειες. Άλλωστε η θεωρία του Χάους αλλά και η Κβαντική λένε ξεκάθαρα πως τίποτε δεν υπάρχει ευθεία στην φύση. Δεν υπάρχουν απλές ευθείες γραμμές. Άρα ο χρόνος πως μπορεί να είναι γραμμικός; Πως μπορεί κάτι τόσο Πνευματικό όπως ο ΧωροΧρόνος να είναι μια ευθεία γραμμή όταν τίποτε δεν είναι γραμμικό;

Υπάρχουν δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων σύμπαντα που σε κάποια από αυτά ο χρόνος όπως τον ξέρεις εδώ σε αυτό το Σύμπαν, όπως τον μετράς με το ακριβό σου ρολόι, πολύ απλά δεν Υπάρχει. Τώρα πως εσύ καταφέρνεις να μην έχεις κάτι που δεν υπάρχει; Αυτή είναι μια καλή ερώτηση… κι αν κάνεις καλές ερωτήσεις θα έχεις και καλές απαντήσεις.

Ο χρόνος όχι μόνο δεν υπάρχει “πάντα” αλλά δεν υπάρχει και “παντού” Η Κβαντική αλλά και η θεωρία της Σχετικότητας, δεν θεωρούν τον χρόνο ως απόλυτο. “Υπάρχει όμως πάντα” λέει. Αλλά η Κβαντική δίνει και μια άλλη διάσταση στο θέμα “Χρόνος” Χρησιμοποιώντας τον ισομορφισμό του Sidis, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι όντως ο χρόνος υπάρχει πάντα.

Το πρώτο πρόβλημα που προκύπτει είναι, αν υπάρχει ο χρόνος παντού και όχι πάντα, εφόσον υπάρχουν και άλλες διαστάσεις στο χωροχρόνο, διότι η λέξη “πάντα”  είναι αποκλειστικά χρονική.

Υπάρχει, λοιπόν, ένας χώρος όπου δεν υπάρχει ο χρόνος; Αν και είναι φαινομενικά παράδοξο, η ίδια η κβαντική θεωρία μας επιτρέπει να απαντήσουμε θετικά. Για να γίνει αυτό πρέπει και αρκεί να εισαγάγουμε το διάστημα του Planck. Στην ουσία, υπάρχει ένα όριο που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε μέσα στο διακριτό χωροχρόνο. Συνεπώς, όχι μόνο ο χρόνος δεν είναι απόλυτος, μα επιπλέον δεν αποτελεί αναγκαστικά ένα συνεχές στοιχείο. Υπάρχει μόνο και μόνο για σένα, εκεί που μπορείς  να του δώσεις ένα νόημα.

Όμως αυτό το νόημα δεν είναι αντικειμενικό και γι’ αυτόν το λόγο υπάρχει αυτή η απορία. Αν όμως αποδεχτούμε ότι υπάρχει Κβάντωση της Ενέργειας και του Χώρου, είναι φυσιολογικό να γενικεύσουμε αυτή την έννοια και στο Χρόνο εφόσον ο ΧώροΧρόνος αποτελεί μια ενιαία οντότητα.

Αυτές οι μη συνεχόμενες υπάρξεις του χώρου προσφέρουν δυνατότητες ερμηνείας του διαστήματος του χρόνου με τις μικροτοπικές αλλαγές φάσης. Ο χρόνος με αυτόν τον τρόπο έχει μια γεωμετρία που δεν είναι πια γραμμική ή μονοδιάστατη τυπλογικά. ..και αυτή η γεωμετρία μπορεί να είναι και μορφοκλασματική εφόσον η θεωρία των Fractal  μπορεί να κωδικοποιήσει το Χώρο  Με άλλα λόγια, ο χρόνος παρουσιάζεται ως μια πολυπλοκότερη έννοια που εμπεριέχει μη κλασικά στοιχεία.

Κατά τον Heidegger, ο χρόνος δεν είναι ένα πράγμα υπάρχον, αλλά μια εκτύλιξις η οποία γίνεται εις την ενότητα των κινήσεών της. Η κριτική της εννοίας του χρόνου είναι ανάλογος προς την του χώρου. Ο απόλυτος χρόνος, ανεξάρτητος μεταβλητών, είναι φανταστικός και παράλογος. Η κριτική του φαινομενικού χρόνου κατά τον Λεϊβνίτιο είναι όμοια προς την του χώρου.

Ο χρόνος αντιμετωπίζεται συμφώνως προς την σκέψη του Αριστοτέλη είναι γενικώς η μετάβασης, η πραγματική διάρκεια του σωματικού κόσμου. Η διάρκεια ενός σώματος δεν είναι εις τον χρόνο, αλλά, από κοινού με την διάρκεια των άλλων σωμάτων, αποτελεί τον πραγματικό χρόνο. Ο χρόνος, ως πραγματικός, είναι μια όψης της πραγματικής διάρκειας του σωματικού σύμπαντος, από την οποίαν δεν διακρίνεται.

Εις τον Καντ, ο χρόνος είναι ανάλογος προς τον χώρο. “Δεν είναι εμπειρική έννοια, προερχομένη από την εμπειρία τινός”, είναι “μια αναγκαία παράσταση, η οποία ίσταται εις την βάση όλων των διαισθήσεων”. “Δεν είναι μια έννοια, ως λέγεται, παγκόσμιος, αλλά μια καθαρή μορφή της υλικής διαισθήσεως”.

“Ο χρόνος ουδέν άλλο είναι ει μή η μορφή της εσωτερικής αισθήσεως, ήτοι της διαισθήσεως ημών των ιδίων και της εσωτερικής μας καταστάσεως”. Κατά τον Έγελο, “οι διαστάσεις του χρόνου παρόν, μέλλον, παρελθόν, είναι το γίγνεσθαι ως τοιούτον εις την εξωτερικότητα του”. Εις την φιλοσοφία των ημερών μας, ο χρόνος εμφανίζεται ενίοτε ως κατηγορία του πραγματικού.

Ο Νεοπλατωνισμός θεωρεί τον χρόνο υποκειμενικό.

Ο Πλωτίνος συνάπτει τον χρόνο όχι με τον φυσικό κόσμο, αλλά με την ψυχή και την αιωνιότητα, υποστηρίζοντας ότι ο χρόνος αποτελεί την ζωή της ψυχής και συνίσταται εις την κίνηση, δια της οποίας η ψυχή μεταβαίνει από μίαν κατάσταση ζωής εις άλλην κατάσταση ζωής.

Ο Ι. Αυγουστίνος έχει ιδιαιτέρα άποψη περί του χρόνου και διατυπώνει τα εξής: “Αν τίποτε δεν ήτο, τώρα δεν θα υπήρχε το παρόν”. (Conf. XI, 14).

Ο Καρτέσιος υποστηρίζει ότι ο χρόνος “ον διακρίνομεν από την γενικώς λαμβανομένην διάρκειαν και λεγομένην ότι είναι ο αριθμός της κινήσεως, ουδέν άλλο είναι ει μη ωρισμένος τις τρόπος μεθ’ ου σκεπτόμεθα την διάρκειαν ταύτην”. Διά τούτο χρόνος “έξω της αληθινής διαρκείας των πραγμάτων, ουδέν άλλο είναι ει μη εις τρόπος του σκέπτεσθαι”.

Ο Νεύτων και ο S. Clarke διατείνονται ότι ο χρόνος, ως και ο χώρος, είναι αναγκαία συνέπεια της υπάρξεως του Θεού και εν ιδίωμά του, άνευ του οποίου ο Θεός δεν θα ήτο αιώνιος.

Ο Λεϊβνίτιος διατυπώνει το παράδοξον ότι “ο Θεός θα εξαρτάται κατά τινα τρόπον εκ του χρόνου… και θα έχη ανάγκην τούτου”. Επιμένει δε ότι ο χρόνος είναι “καθαρώς σχετικός”, είναι “μία τάξις διαδοχών” η τάξις των ασταθών δυνατοτήτων, “αίτινες έχουν μία συνάφειαν”. Ο απόλυτος χρόνος, ο οποίος ευρίσκεται έξω των προσκαίρων πραγμάτων, είναι μηδέν.

Ο G. Berkeley κρίνει τον απόλυτον χρόνον του Νεύτωνος και υποστηρίζει ότι “ο χρόνος είναι μηδέν όταν γίνεται αφαίρεσις από την διαδοχήν των ιδεών του νοός μας”.

Εις την αρχαία Ελληνική φιλοσοφία, ο χρόνος θεωρείται υπό πνεύμα ρεαλιστικό.

Ο Πυθαγόρας θεωρούσε τον χρόνο ως σφαίρα η οποία περιβάλλει το παν (H. Diels, Die Frag..).

Ο Πλάτων συνάπτει την μεταβλητότητα με τον χρόνο και την αιωνιότητα με το αμετάβλητο.

Ο Αριστοτέλης αναφερόμενος εις τον χρόνο διατείνεται ότι, ο χρόνος αποτελεί μίαν όψιν της διαρκούς κινήσεως των σωμάτων, επ’ αυτού δε στηρίζεται η υποκειμενικότης του.Ο χρόνος δεν είναι η κίνησις, εφ’ όσον υπάρχουν πολλαί κινήσεις επί μέρους, ενώ ο χρόνος είναι μοναδικός.

Οι Στωϊκοί δέχονται ότι ο χρόνος είναι ασώματος, ενδιάμεσον της κινήσεως του σύμπαντος (Διογένης Λαέρτιος).

Ο Ζήνων χρησιμοποιεί τον περί ενδιαμέσου ορισμό του χρόνου και υποστηρίζει ότι “χρόνος είναι ψυχή και όρος ταχύτητος και βραδύτητος των όντων επί μέρους και συμφώνως προς αυτόν άρχονται, λήγουν και υπάρχουν τα πάντα.”

Σε αυτό το γίγνεσθαι της αδιάκοπης χρονικής «ροής» ο Ηράκλειτος θα διαβλέψει μια σύνθεση της ύπαρξης και της ανυπαρξίας, που την πιστοποιούμε ως εμπειρία αδιάκοπα καινούργιων πραγματοποιήσεων: «στο ίδιο ποτάμι δεν γίνεται να μπούμε δυο φορές» – τα νερά που μας βρέχουν κάθε φορά είναι άλλα. Η «ροή» είναι κυκλική, όχι σταθερή περιοδική επανάληψη των ίδιων γεγονότων, αλλά μια αδιάκοπα επιστρεπτική ενοποίηση κάθε έκφανσης του υπάρχειν (ροή συναγωγής και διασκορπισμού, σύστασης και αφανισμού, παρουσίας και απουσίας).

Χρόνος είναι ο Κρόνος, (Δημιουργός») ένας θεός, ένα ον,  που γεννάει παιδιά και τα τρώει (….δημιουργεί, δημιουργεί, δημιουργεί, στο άπειρο, δημιουργίες)  Η εικόνα αναπαράγει τη χρονική διαδοχή σαν πραγματικότητα προσωποποιημένη: Κάποιος «θεός-δημιουργός» μεταβάλλει αδιάκοπα το παρόν σε παρελθόν, την ύπαρξη σε ανυπαρξία και τούμπαλιν ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ.

Η κριτική σκέψη, που πρωτογέννησαν στην ανθρώπινη Ιστορία, οι προ-αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι, αποπροσωποποίησε τον γεννήτορα-δημιουργό:
Τον χρόνο τον γεννάει η μεταβολή, η αέναη στο σύμπαν κίνηση. Ταυτίζεται ο χρόνος με την ουράνια σφαίρα στην κίνησή της, τα ουράνια σώματα είναι «όργανα χρόνου», μέτρα για να μετράμε τον χρόνο.
Σε άμεση συνάρτηση με την ύλη, που είναι το δεδομένο και άναρχο υποκείμενο της κινητικής μεταβολής, είναι και ο χρόνος αγέννητος, άπειρος (δίχως πέρατα), στοιχείο αναπόσπαστο της κοσμικής ολότητας, ανερμήνευτα δεδομένο «γίγνεσθαι» συστατικό του υπάρχειν.

Η Fractal Έννοια του Χρόνου: Υπάρχει μια ιστορία σε πολλές κουλτούρες και πολιτισμούς με πολλές παραλλαγές που όμως λέει το ίδιο. Την έννοια του Fractal Χρόνου και την θεώρηση του Κβαντικού Άλματος. Δεν είναι Επιστημονική αλλά Πνευματική. Άλλωστε οι Πνευματικοί και οι Φιλόσοφοι από πάντα “Ξέρουν”, αυτούς τους φιλόσοφους απλά επιβεβαιώνουν σήμερα οι επιστήμονες της σύγχρονης κοινωνίας.

Μια μέρα ένας μοναχός γυρνώντας από το δάσος που είχε πάει για να μαζέψει ξύλα, στάθηκε για να ακούσει ένα πουλί που κελαηδούσε. Μαγεύτηκε με το τραγούδι του που ήταν πάρα πολύ ωραίο και ο μοναχός στάθηκε λίγη ώρα πριν να συνεχίσει τον δρόμο του  και την δουλειά του. Όταν επέστρεψε στο μοναστήρι, βρήκε νέα πρόσωπα άγνωστα σε αυτόν, άλλο μοναστήρι και άλλο χρόνο. Ακούγοντας το τραγούδι του πουλιού είχε περάσει ένας ολόκληρος αιώνας και οι φίλοι του είχαν πεθάνει. Μπαίνοντας ολοκληρωτικά σε ένα πολύ μικρό λεπτό του χρόνου είχε αγγίξει την αιωνιότητα.

>Να είναι οι μέρες σου γρήγορες σαν αστραπή και να ζεις μέσα σε μια στιγμή χιλιάδες χρόνια. Κρισναμούρτι.

Είτε το πεις Κβαντικό Άλμα είτε το πεις Fractal Ο χρόνος όπως τον ξέρεις όπως στον έμαθαν ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ.

Αρα όταν λες καλή χρονιά, ευτυχισμένος ο νέος χρόνος, να ξέρεις πως δεν υπάρχει αυτό που λες! Σε Πνευματική διάσταση αλλά και σε επιστημονική, ο χρόνος απλά δεν Υπάρχει!

> Δεν υπάρχει χρόνος που να μην υπήρξε: Το τέλος και η αρχή είναι όνειρα. Αναξίμανδρος

> Εκείνοι που θέλουν να είναι αθάνατοι πρέπει να ζουν με ευσέβεια και δικαιοσύνη. Αντισθένης

> Εκείνος ζει, ο οποίος πεθαίνει για να κερδίσει όνομα αθάνατο. Στοβαίος

>Εκείνος ζει, που πεθαίνει να κερδίσει όνομα αθάνατο. Βησκονφίλδ

>Η αθανασία είναι το μόνο πράγμα ου δεν επιδέχεται αναβολή. Kraus Karl

> Η γη μεταβάλλεται, αλλά η ψυχή και ο θεός μένουν. Μπράουνινγκ

>Η ελπίδα της αθανασίας κάνει τους δειλούς ήρωες.

> Η ψυχή είναι αθάνατη διότι το αεικίνητο είναι αθάνατο. Πλάτων

> Ο αθάνατος ζει τις μάστιγες όλων των εποχών Kraus Karl

> Ο μόνος που είναι αθάνατος ειν’ τελικά ο θάνατος Πέρρος Α.Γ.

> Ο μόνος τόπος στον οποίο η αθανασία είναι παρούσα βρίσκεται στις βιβλιοθήκες Γκρεγκοριάν Β.

> Οι ανόητοι αναζητούν τις απολαύσεις και πέφτουν στο βάραθρο του θανάτου. Οι σοφοί κατανοούν το νόημα της αθανασίας και δεν αναζητούν το αιώνιο στο εφήμερο Ουπανισάδες

> Όλων των ανθρώπων οι ψυχές είναι αθάνατες, αλλά των δικαίων οι ψυχές είναι αθάνατες και θείες. Σωκράτης

> Αποφεύγουμε την οκνηρία για να κερδίσουμε χρόνο για μας, όπως ακριβώς κάποιος πολεμά για να έχει ειρήνη. Αριστοτέλης

> Ο σωστά αξιοποιημένος ελεύθερος χρόνος είναι ο χρόνος της πραγματικής ελευθερίας και της πραγματικής ζωής, ενώ ο χρόνος δουλειάς είναι χρόνος δουλείας. Κουμάντος Γ.

> Όχι πια η εργασία, αλλά ο ελεύθεος χρόνος ανάγεται στη σφαίρα του κεντρικού νοήματος της ζωής. Νάρστερντ Β.

> Παραδέχομαι πως ο παρατεταμένος ελεύθερος χρόνος θα μεταμορφώσει τους ανθρώπους και θα τους δώσει την κλίση σε πιο ευγενικές ψυχαγωγίες Μωρουά Α.

> Πόσες φορές πρέπει να σ’ το πω, ότι η δουλειά δεν πρόκειται να σε κάνει πλούσιο; Πόσες φορές πρέπει να σε υπενθυμίζω πως πλούσιος γίνεσαι στον ελεύθερο από την δουλειά χρόνο. Κιοσάκι Ρ.

> Σπάνια απολαμβάνουμε ελεύθερο χρόνο χωρίς να τον κερδίσουμε. Μπράουν Τζ.

> Τα τρία δυσκολότερα πράγματα είναι να κρατήσει κανείς ένα μυστικό, να λησμονήσει μια ύβρη και να διαθέσει καλώς τις ώρες της σχόλης του. Χίλων

> Αγαπάς τη ζωή; Τότε μη σπαταλάς το χρόνο σου, γιατί απ’ αυτόν είναι φτιαγμένη η ζωή. Φραγκλίνος Βενιαμίν

> Αν θέλεις ανάπαυση, χρησιμοποίησε καλά τον χρόνο. Φραγκλίνος

> Ανάπαυση είναι ο χρόνος για να κάμεις κάτι χρήσιμο. Βίσμαρκ

> Εάν θέλεις ανάπαυση, μεταχειρίσου καλά τον χρόνο. Φραγκλίνος

> Εάν μορφωθεί πραγματικά ο άνθρωπος δε θα έχουμε λόγο να ανησυχήσουμε για το πώς θα διαθέσει το χρόνο της αργίας του. Παπανούτσος Ε.

>Η έγνοια της μετριότητας είναι πώς θα σκοτώνει το χρόνο, ο ιδιοφυής προσπαθεί να εκμεταλλευτεί κάθε δευτερόλεπτο. Σοπενάουερ Α.

> Η τάξη αποτρέπει τη σπατάλη του χρόνου Αινίας ο Τακτικός

> Οι αμερικανοί έχουν πολύ περισσότερο μηχανές που οικονομούν χρόνο, ενώ λιγότερο χρόνο απ’ τον οποιοδήποτε άλλο λαό.

> Οι άνθρωποι έχουν τόσο πολύ χρόνο, ώστε τον σκοτώνουν! Δεν γνωρίζουν πώς να τον χρησιμοποιήσουν. Σας παρακαλώ! διατηρήστε αυτές της στιγμές που θέλετε να σκοτώσετε για τον διαλογισμό. Σιντάρτα Γκαοτάμα

> Όποιος χάνει μια μέρα, χάνει ζωή. Έμερσον

> Ούτε μια στιγμή δεν μπορείς να ξανακερδίσεις απ’ τη ζωή σου, για όλο το χρυσάφι του κόσμου. Ποια λοιπόν ζημιά είναι μεγαλύτερη απ’ το χρόνο που άσκοπα έχεις σπαταλήσει; Παντιτα Τσανάκια

> Το πρόβλημα είναι ότι νομίζετε πως έχετε χρόνο. Σιντάρτα Γκαοτάμα

> Χρόνου φείδου (Μη σπαταλάς τον καιρό σου) Χίλων

> Αγαπάς τη ζωή; Τότε μη σπαταλάς το χρόνο σου, γιατί απ’ αυτόν είναι φτιαγμένη η ζωή. Φραγκλίνος Βενιαμίν

> Για όλες τις αμαρτίες, εκτός του να σκοτώνεις το χρόνο σου, υπάρχει συγχώρηση. Γνωμικό των Σούφι

> Δεν μπορείς σκοτώνοντας τον καιρό σου να μη βλάπτεις την αιωνιότητα. Θόρεϊ Χ.

> Είναι σοφός εκείνος που μόνο σε μια περίπτωση νευριάζει, όταν του κλέβουν το χρόνο. Δάντης

> Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να σκοτώνει το χρόνο, αλλά μόνο το δικό του, όχι των άλλων. Τοϊσιμπέκοφ Μπ.

> Ο σοφότερος είναι και ο θιλιβόμενος περισσότερο για την απώλεια του χρόνου. Δάντης

> Ούτε μια στιγμή δεν μπορείς να ξανακερδίσεις απ’ τη ζωή σου, για όλο το χρυσάφι του κόσμου.
Ποια λοιπόν ζημιά είναι μεγαλύτερη απ’ το χρόνο που άσκοπα έχεις σπαταλήσει; Παντιτα Τσανάκια

>Πόσοι άνθρωποι χάνουν τον καιρό τους νοσταλγώντας τον καιρό που χάθηκε! Ρενάν

>Τίποτε άλλο δεν ενθαρρύνει την τεμπελιά τόσο, όσο οι συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων. – Λέων Τολστόι

Χρόνος; Ποιός απ όλους;

Ο θάνατος ενός λευκού αιμοσφαιρίου μπροστά στην κάμερα

Θάνατος σε τρία στάδια: διόγκωση, έκρηξη, κατακερματισμός

Χρησιμοποιώντας μια σύγχρονη τεχνική μικροσκοπίας, ερευνητές στην Αυστραλία κατάφεραν για πρώτη φορά να καταγράψουν τις τελευταίες, δραματικές στιγμές ενός λευκού αιμοσφαιρίου. Οι εικόνες αποκαλύπτουν ότι το ύστατο μέλημα του κυττάρου πριν το τέλος είναι να προειδοποιήσει τους συντρόφους του για κίνδυνο επίθεσης.
Τα λευκά αιμοσφαίρια είναι ουσιαστικά οι στρατιώτες του ανοσοποιητικού συστήματος που εξουδετερώνουν βακτήρια, ιούς και άλλους εισβολείς.
Η νέα μελέτη, η οποία δημοσιεύεται στην επιθεώρηση Nature Communications, αφορά μια κατηγορία λευκών αιμοσφαιρίων που ονομάζονται μονοπύρηνα ή μονοκύτταρα και ειδικεύονται στη λεγόμενη «φαγοκύτωση»: ουσιαστικά καταπίνουν ξένα σώματα και τα διασπούν στο εσωτερικό τους.
Μέχρι σήμερα, οι μικροβιολόγοι μπορούσαν να μελετήσουν μόνο τα αρχικά και τα τελικά στάδια του κυτταρικού θανάτου, μια διαδικασία που ονομάζεται απόπτωση και ενεργοποιείται αυτόματα κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες.
Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου La Trobe στη Μελβούρνη χρησιμοποίησαν την τεχνική της μικροσκοπίας timelapse, η οποία επιτρέπει την καταγραφή γρήγορων φαινομένων μέσω της λήψης εκατοντάδων φωτογραφιών ανά δευτερόλεπτο. Οι εικόνες αυτές ενώνονται στη συνέχεια και προβάλλονται σε γρήγορη κίνηση.
Το θεαματικό «βίντεο» αποκαλύπτει ότι ο αποπτωτικός θάνατος δεν είναι μια χαοτική διαδικασία αλλά χωρίζεται σε τρία επιμέρους στάδια: το κύτταρο πρώτα φουσκώνει, μετά εκρήγνυται και τέλος σκορπίζει το περιεχόμενό του στον γύρω χώρο.
Στο τελικό στάδιο το λευκό αιμοσφαίριο εκτοξεύει προεκβολές που μοιάζουν με χάντρες περασμένες σε νήμα. «Όταν το κύτταρο πεθαίνει, σχηματίζει σβόλους που πιέζουν προς τα έξω. Όταν το κύτταρο εκρήγνυται, δημιουργεί προεκβολές που μοιάζουν με κολιέ, οι οποίες μετά σπάνε σε μεμονωμένες χάντρες» λέει η Τζόρτζια Άτκιν-Σμιθ, πρώτη συγγραφέας της δημοσίευσης.

Η διαδικασία παρέμενε άγνωστη μέχρι σήμερα.
Η ερευνητική ομάδα εκτιμά τώρα ότι οι «χάντρες» που απελευθερώνουν τα νεκρά κύτταρα περιέχουν χημικά μηνύματα που απευθύνονται σε άλλα λευκά αιμοσφαίρια.
«Τα κύτταρα γύρω από τα νεκρά αιμοσφαίρια μπορούν εύκολα να καταπιούν αυτά τα μικρά κομμάτια. Πιστεύουμε όμως ότι μέσα στις χάντρες υπάρχουν συγκεκριμένα μόρια που, αν καταναλωθούν από ένα ζωντανό κύτταρο, μπορούν να προειδοποιήσουν τα άλλα λευκά αιμοσφαίρια: «Πρόσεχε, ίσως υπάρχει κάποιος παθογόνος παράγοντας που σας κυνηγά»».
Όπως φαίνεται, η τελευταία πράξη ενός ετοιμοθάνατου στρατιώτη του ανοσοποιητικού συστήματος είναι μια πράξη ηρωισμού.

 

Διαστημικό Internet για όλη την ανθρωπότητα

Η εταιρεία OneWeb την οποία έχουν ιδρύσει επιχειρηματικοί κολοσσοί όπως η Virgin Group και η Qualcomm ανακοίνωσε ότι την υλοποίηση του φιλόδοξου σχεδίου της για την παροχή σύνδεσης στο Διαδίκτυο σε όλο τον πληθυσμό της Γης θα αναλάβει η Airbus.

Ο γίγαντας της αεροναυτικής βιομηχανίας θα κατασκευάσει 900 δορυφόρους οι οποίοι θα προσφέρουν σύνδεση στο Internet στα δισεκατομμύρια των κατοίκων της Γης όπου και αν αυτοί βρίσκονται, στο πιο απομακρυσμένο ή δύσβατο σημείο του πλανήτη.
Φυσικά θα προσφέρουν σύνδεση στο Διαδίκτυο και σε περιοχές που έχουν πληγεί από κάποια φυσική ή άλλη καταστροφή και έχουν υποστεί ζημιές οι τηλεπικοινωνιακές υποδομές.
Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις το κόστος της κατασκευής του στόλου των ιντερνετικών δορυφόρων θα αγγίξει τα δύο δισ. δολάρια.
Προφανώς οι δυνατότητες και οι υπηρεσίες που θα μπορούν να προσφέρει ένα τέτοιο δίκτυο δορυφόρων θα είναι περισσότερες από την σύνδεση στο Διαδίκτυο και μένει να μάθουμε στην πορεία τι άλλο θα κάνει αυτός ο δορυφορικός στόλος.
Να σημειωθεί ότι αντίστοιχο εγχείρημα έχει ανακοινώσει και η Google η οποία επενδύει ένα δισ. δολάρια στην κατασκευή ενός παρόμοιου στόλου δορυφόρων που θα παρέχουν σύνδεση στο Internet από το Διάστημα.
Ο γίγαντας του Διαδικτύου συνεργάζεται για αυτό τον σκοπό με την εταιρεία κατασκευής πυραύλων και διαστημικών οχημάτων Space X.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΦΑΝΗ

1. Ἤ προ­σω­κρα­τι­κή ἑ­νό­τη­τα θε­ω­ρί­ας καί πρά­ξης

       Ὁ ὁ­ρι­σμός τοῡ Zeller[1] σύμ­φω­να μέ τόν ὁ­ποῖ­ο «σο­φί­α», «στήν ἑλ­λη­νι­κή ἐκ­δο­χή τοῦ ὅ­ρου, σή­μαι­νε πάν­τα ἐ­κτός ἀ­πό τή θε­ω­ρη­τι­κή ἑρ­μη­νεί­α τοῦ κό­σμου καί μιάν ὁ­ρι­σμέ­νη συμ­πε­ρι­φο­ρά στή ζω­ή», δι­και­ώ­νε­ται μέ τόν Ξε­νο­φά­νη, τόν ποι­η­τή-φι­λό­σο­φο ἀ­πό τήν Κο­λο­φώ­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἄν καί δέν ἔ­δρα­σε πο­λι­τι­κά, ὅ­πως ἄλ­λοι προ­σω­κρα­τι­κοί φι­λό­σο­φοι, οὔ­τε ρί­ζω­σε σέ μί­α πό­λη, δέν ὑ­πῆρ­ξε ἀ­δι­ά­φο­ρος γιά τά πο­λι­τι­κά πράγ­μα­τα: τήν πο­λι­τι­κή του συ­νεί­δη­ση ἐκ­φρά­ζει ὁ λό­γος του ὅ­τι «ἡ σο­φί­α» εἶ­ναι κύ­ριος συν­τε­λε­στής τῆς εὐ­νο­μί­ας καί τῆς εὐ­η­με­ρί­ας τῆς πό­λης (Β 2.19,22). Τό ἀ­γω­νι­στι­κό στοι­χεῖ­ο τοῦ πνεύ­μα­τός του ἐκ­δη­λώ­νει ἡ πο­λε­μι­κή στά ψεύ­δη τῆς λα­ϊ­κῆς θρη­σκεί­ας καί τῆς ἀν­θρω­πο­μορ­φι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας τοῦ Ὁ­μή­ρου καί τοῦ Ἡ­σι­ό­δου καί τό θαρ­ρα­λέ­ο κή­ρυγ­μα γιά τόν ἕ­να λο­γι­κό θε­ό, κυ­βερ­νή­τη τῶν «πάν­των». Τά βι­ο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να φα­νε­ρώ­νουν μί­α φύ­ση ἀ­νει­ρή­νευ­τη πού ζή­τη­σε νά ἀ­νοι­χθεῖ στόν χῶ­ρο τῆς ζω­ῆς καί τῆς γνώ­σης: ὁ ἴ­διος λέ­ει ὅ­τι ἑ­ξήν­τα ἑ­πτά ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια γύ­ρι­ζε, θαρ­ρα­λέ­ος ἀ­πο­δη­μη­τής, ἀ­πό τό­πο σέ τό­πο (Β 8), πέ­ρα­σε ἀ­πό ὅ­λα τά πε­δί­α τῆς ἔ­ρευ­νας ζη­τών­τας τήν κα­λύ­τε­ρη γνώ­ση (Β 34) γιά τόν θε­ό καί τά «πάν­τα» καί πραγ­μά­τω­σε τό γνω­στι­κό, αἰ­σι­ό­δο­ξο πι­στεύ­ω του, ὅ­τι μέ τόν χρό­νο καί τήν ἔ­ρευ­να βρί­σκουν οἱ ἄν­θρω­ποι τό κα­λύ­τε­ρο («χρό­νῳ ζη­τοῦν­τες ἐ­φευ­ρί­σκου­σιν ἄ­μει­νον», Β 18).

Ἡ φι­λο­μά­θεια τοῦ Ξε­νο­φά­νη, τήν ὁ­ποί­α ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος (Β 40) κα­τά­λα­βε ὡς ἁ­πλή πο­λυ­μά­θεια θέ­τον­τάς την δί­πλα στήν πο­λυ­γνω­σί­α τῶν Πυ­θα­γο­ρεί­ων, εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γνώ­ρι­σμα τοῦ ἀρ­χα­ϊ­κοῦ πνεύ­μα­τος: «πολ­λῶν ἵ­στο­ρες» πρέ­πει νά εἶ­ναι οἱ φι­λό­σο­φοι ἄν­δρες[2], σύμ­φω­να μέ τή ρή­ση τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­του (Β 35), ἀλ­λ’ ὡς θη­ρευ­τές τῆς ἀ­λή­θειας. Ἀ­πέ­ναν­τι στά πο­λυ­ποί­κι­λα καί πο­λυ­ώ­νυ­μα πρό­σω­πα τῶν θε­ῶν τοῦ μύ­θου, τά «πλά­σμα­τα τῶν προ­τέ­ρων», ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τά ὀ­νο­μά­ζει ὁ Ξε­νο­φά­νης (Β 1. 22), καί στήν ἄ­λο­γη ποι­η­τι­κή φαν­τα­σί­α στέ­κον­ται μέ ἐ­πι­τι­μη­τι­κή δι­ά­θε­ση ὁ κο­λο­φώ­νιος σο­φός καί ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος («σο­φί­η ἀ­λη­θέ­α λέ­γειν», Β 112). Στήν ἀ­λή­θεια στη­ρί­ζε­ται ἡ ἑ­νό­τη­τα θε­ω­ρί­ας καί πρά­ξης. Καί ἐ­νῶ ὁ Ἡ­σί­ο­δος ὁ­μο­λο­γεῖ ὅ­τι οἱ Μοῦ­σες του λέ­γουν καί ψεύ­δη «ἐ­τύ­μοι­σιν ὁ­μοῖ­α», οἱ προ­σω­κρα­τι­κοί φι­λό­σο­φοι στήν ἀ­λή­θεια ζη­τοῦν νά στη­ρί­ξουν τή δι­δα­σκα­λί­α τους· δι­δα­σκα­λί­α ἡ ὁ­ποί­α δέν εἶ­ναι ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτο δόγ­μα ἤ προ­φη­τεί­α, ὅ­πως ἦ­ταν στήν Ἀ­να­το­λή[3], ὅ­που τά ἱ­ε­ρα­τεῖ­α καί ἡ θε­ο­λο­γί­α εἶ­ναι τό κέν­τρο τῆς ζω­ῆς, ἀλ­λά λο­γι­κή ἀ­να­ζή­τη­ση ἤ τῆς ἀρ­χῆς τοῦ γί­γνε­σθαι ἤ τῆς οὐ­σί­ας τοῦ εἶ­ναι.

Ἡ ἀ­πάν­τη­ση, ἡ ὁ­ποί­α τώ­ρα δί­νε­ται, ἔ­χει ἄλ­λο­τε ἐμ­πει­ρι­κή προ­έ­λευ­ση, ὅ­πως στούς Μι­λή­σιους, τούς πρώ­τους «εἰς ἐ­πί­σκε­ψιν τῶν ὄν­των ἐλ­θόν­τας καί φι­λο­σο­φή­σαν­τας πε­ρί τῆς ἀ­λή­θειας»[4]: ἐ­δῶ ὅ­μως ἡ ὅ­ρα­ση ἔ­γι­νε μέ με­γά­λη ἀ­φαί­ρε­ση καί νο­η­τι­κή, ἀ­φοῦ ἡ μι­λή­σια κο­σμο­λο­γί­α εἶ­ναι καί θε­ο­λο­γί­α· ἄλ­λο­τε πρό­κει­ται γιά κρά­μα κρι­τι­κοῦ, ἐ­λεγ­κτι­κοῦ νοῦ καί συ­ναί­σθη­σης τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ὅ­πως στόν Ξε­νο­φά­νη· ἄλ­λο­τε ἡ νό­η­ση κυ­ρι­εύ­ει τό ὄν καί ταυ­τί­ζε­ται μέ αὐ­τό, ὅ­πως στόν Παρ­με­νί­δη (Β 3.6), χω­ρίς, βέ­βαι­α, νά παίρ­νει ἐ­δῶ, μέ ἄ­με­ση αὐ­το­ε­πι­στρο­φή – πράγ­μα πού θά γί­νει γιά πρώ­τη φο­ρά ἀ­πό τήν πλα­τω­νι­κή φι­λο­σο­φί­α – συ­νεί­δη­ση γιά τό δι­κό της εἶ­ναι[5].

Ἡ μέ­θο­δος τῆς ἔ­ρευ­νας τῶν προ­σω­κρα­τι­κῶν φι­λο­σό­φων κα­θο­ρί­στη­κε ἀ­πό τό ἀν­τι­κεί­με­νο τοῦ προ­βλη­μα­τι­σμοῦ: ἀ­φε­τη­ρί­α στήν ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἀ­λή­θειας στά­θη­κε ἡ φύ­ση[6]. Σ’ αὐ­τήν ἀ­να­ζή­τη­σαν οἱ Μι­λή­σιοι μιάν αἰ­ώ­νια ἀρ­χή, τήν ὁ­ποί­α ἐν­νό­η­σαν ὡς θε­ϊ­κή δύ­να­μη ἀ­γέν­νη­τη καί ἀ­νώ­λε­θρη κι ὡς ἀ­παρ­χή τοῦ γί­γνε­σθαι. Ὁ Θα­λῆς θε­ώ­ρη­σε τό νε­ρό φυ­σι­κή συ­νε­κτι­κή δύ­να­μη, ἔμ­ψυ­χη καί θε­ϊ­κή. Ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος προί­κι­σε τό Ἄ­πει­ρο μέ θε­ϊ­κές ἰ­δι­ό­τη­τες. Ὁ Ξε­νο­φά­νης σχη­μά­τι­σε τό κο­σμο­εί­δω­λό του καί μέ πα­ρα­τη­ρή­σεις τῆς ἐμ­πει­ρί­ας καί μέ ὀρ­θο­λο­γι­κή ἑρ­μη­νεί­α τῶν σχε­τι­κῶν μέ τά φυ­σι­κά φαι­νό­με­να μύ­θων. Οἱ ὀν­το­λό­γοι Ἐ­λε­ά­τες, ἀ­φοῦ ἀρ­νή­θη­καν τήν κί­νη­ση, ἀ­να­φέρ­θη­καν στή φύ­ση ἤ γιά νά ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σουν τό ἀ­πό­λυ­το κύ­ρος τοῦ ὄν­τος, ὅ­πως ἔ­κα­νε ὁ Παρ­με­νί­δης στό δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ βι­βλί­ου του Πε­ρί Φύ­σε­ως, ὅ­που ἐκ­θέ­τει τίς «δό­ξες τῶν βρο­τῶν» (Β 8. 51- 52)[7], η, ὅ­πως ὁ Μέ­λισ­σος, γιά νά ἐ­λέγ­ξουν τούς φυ­σι­κούς φι­λο­σό­φους, δεί­χνον­τας τό με­τα­βλη­τό χα­ρα­κτή­ρα τῆς φυ­σι­κῆς πολ­λό­τη­τας καί τήν ἀ­δυ­να­μί­α τῆς ἐμ­πει­ρι­κῆς γνώ­σης.

Ὁ Ξε­νο­φά­νης, ἀν­τί­θε­τα ἀ­πό τήν ἑρ­μη­νεί­α πού ἔ­δω­σε στή δι­δα­σκα­λί­α του ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης[8], φαί­νε­ται νά θε­ώ­ρη­σε τή σχέ­ση θε­οῦ καί κό­σμου ὡς ἐ­πι­κοι­νω­νί­α ἀ­νά­με­σα σέ ἕ­να θε­ό, νοῦ ρυθ­μι­στή, αἰ­ώ­νιο καί ἄ­ναρ­χο, καί σέ ἕ­να κι­νού­με­νο ἀ­πό αὐ­τον σύμ­παν.

Ἐ­κτός ἀ­πό τά δύ­ο βα­σι­κά προ­βλή­μα­τα τοῦ θε­οῦ καί τοῦ κό­σμου, ὅ­λα τά με­γά­λα προ­βλή­μα­τα, μέ ἐ­ξαί­ρε­ση τό ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό[9], πῆ­ραν θέ­ση στόν θε­μα­τι­κό ὁ­ρί­ζον­τα τῆς πρώ­της ἑλ­λη­νι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας. Σχε­τι­κά μέ τό γνω­σι­ο­λο­γι­κό ὁ Ξε­νο­φά­νης καί ὁ Ἡ­ρά­κλει­τος ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι τά γνω­στι­κά ὅ­ρια τά κα­θο­ρί­ζει ἡ φύ­ση τοῦ ἀν­τι­κει­μέ­νου[10]· ἐ­κτός ἀ­πό τόν Ἐμ­πε­δο­κλῆ (Β 3) καί ἄλ­λοι προ­σω­κρα­τι­κοί φι­λό­σο­φοι ἀρ­νοῦν­ται πί­στη στήν αἴ­σθη­ση καί φθά­νουν νά ὑ­ψώ­σουν τή νό­η­ση ὡς ἐ­κεῖ πού δέν ξε­χω­ρί­ζει πιά ἡ λο­γι­κή ἀ­πό τήν ὀν­το­λο­γί­α. Μέ τήν ἀ­κά­μα­τη ἔ­ρευ­να καί τήν πί­στη στήν ἀ­λή­θεια τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τους κα­τα­ξί­ω­σαν καί τή γνώ­ση – στή φι­λο­σο­φί­α μά­λι­στα τοῦ Ξε­νο­φά­νη αὐ­τή ἡ κα­τα­ξί­ω­ση, σέ ὀρ­γα­νι­κή συ­νάρ­τη­ση μέ τήν ἰ­δέ­α τῆς προ­ό­δου (Β 18), ἀ­πο­τε­λεῖ καί ὑ­περ­χρο­νι­κό δί­δαγ­μα – καί τήν αἰ­σι­ό­δο­ξη θε­ώ­ρη­ση τῆς ζω­ῆς, πράγ­μα πού θά ἀ­να­τρέ­ψουν σέ λί­γο οἱ «μι­σο­λό­γοι» σο­φι­στές μέ τόν ἀ­γνω­στι­κι­σμό τους καί τήν ἀ­πό αὐ­τόν γεν­νη­μέ­νη ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­α τους.

Στό πρό­βλη­μα τῆς πρά­ξης ἔ­σκυ­ψε καί συγ­κε­κρι­μέ­να ὁ ἀρ­χα­ϊ­κός νοῦς μέ τά ἠ­θι­κά δι­δάγ­μα­τα τοῦ Ξε­νο­φά­νη, τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­του καί τοῦ Δη­μο­κρί­του[11] καί προ­ε­τοί­μα­σε ἔ­τσι τή σω­κρα­τι­κή-πλα­τω­νι­κή ἔ­ρευ­να γιά τήν ἀν­θρώ­πι­νη συμ­πε­ρι­φο­ρά καί δε­ον­το­λο­γί­α τῆς ζω­ῆς.

2. Ἡ ποι­η­τι­κή πα­ρου­σί­α τοῦ Ξε­νο­φά­νη

Ὁ στο­χα­σμός τῶν πρώ­των Ἑλ­λή­νων φι­λο­σό­φων ἐκ­φρά­στη­κε εἴ­τε μέ στί­χους εἴ­τε μέ πε­ζό λό­γο. Μέ­ρος τῆς ἀ­ξί­ας τῶν ἀρ­χα­ϊ­κῶν φι­λο­σο­φη­μά­των πη­γά­ζει ἀ­πό τή γο­η­τεί­α το­ϋ ξε­χω­ρι­στοῦ κά­θε φο­ρᾶ ὕ­φους: στόν Ἐμ­πε­δο­κλῆ π.χ. τό ὕ­φος εἶ­ναι ποι­η­τι­κό-ρη­το­ρι­κό, στόν Ἡ­ρά­κλει­το χρη­σμι­κό, στόν Ξε­νο­φά­νη καί τόν Παρ­με­νί­δη ποι­η­τι­κό. Εἶ­ναι φυ­σι­κό νά ὑ­στε­ροῦν σέ ἐκ­φρα­στι­κή χά­ρη ἔρ­γα ὅ­πως τοῦ Ζή­νω­νος, ὅ­που ἡ δι­α­λε­κτι­κή μο­νο­πω­λεῖ τήν ἔκ­φρα­ση κι ὁ στο­χα­σμός ἀ­πο­δί­δε­ται μέ τρό­πο ἄ­μου­σο, στε­γνό καί κλει­στό[12]. Στή μι­λή­σια φι­λο­σο­φί­α ὁ κα­θαυ­τό φυ­σι­κός χα­ρα­κτή­ρας τῆς ἔ­ρευ­νας ἀ­πο­κλεί­ει ἴ­σως τό ποι­η­τι­κό πε­ρί­βλη­μα. Ἐ­δῶ, ὅ­μως, στό μο­να­δι­κό σω­ζό­με­νο ἀ­πό­σπα­σμα τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου ὑ­πάρ­χει γνή­σια ποι­η­τι­κή ἔκ­φρα­ση[13].

Ἡ χρή­ση τοῦ ποι­η­τι­κοῦ λό­γου σέ με­ρι­κά ἀ­πό τά ἀρ­χα­ϊ­κά φι­λο­σο­φή­μα­τα εἶ­ναι δυ­να­τό νά θε­ω­ρη­θεῖ ἐ­πί­δρα­ση τῆς ἡ­ρω­ι­κῆς πα­ρά­δο­σης, τῆς ὀρ­φι­κῆς καί τῆς λυ­ρι­κῆς ποί­η­σης. Στόν πα­ρά­γον­τα τῆς κλη­ρο­νο­μιᾶς τῆς ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης καί τῆς συμ­βί­ω­σης ποι­η­τῶν, καλ­λι­τε­χνῶν, φι­λο­σό­φων[14] πρέ­πει νά προ­σθέ­σο­με καί μί­α προ­σω­πι­κή κά­θε φο­ρά ἀ­νάγ­κη πα­ρά­στα­σης αὐ­τοῦ τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ φύ­ση δέν ἀ­πο­δί­δε­ται μέ τόν ἁ­πλό λό­γο. Ἡ ἴ­δια ἀ­νάγ­κη τῆς μορ­φῆς, πού θά γεν­νή­σει, πα­ρά τήν ἀρ­νη­τι­κή στά­ση τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ της ἀ­πέ­ναν­τι στήν ποί­η­ση, τόν «εἰ­κό­τα μῦ­θον»[15] καί τά ἄλ­λα σχή­μα­τα τῆς με­τα­φυ­σι­κῆς πλα­τω­νι­κῆς ποί­η­σης, γεν­νᾶ καί τα σύμ­βο­λα καί τα ποι­η­τι­κά ἐκ­φρα­στι­κά μέ­σα τῆς ἀρ­χα­ϊ­κῆς φι­λο­σο­φί­ας. Ἔ­τσι τό ὡ­ραῖ­ο γί­νε­ται ἀν­ταύ­γεια τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ, μιά καί ἡ ποί­η­ση εἶ­ναι ὄ­χι μό­νον «ἡ­δεῖ­α ἀλ­λά καί ὠ­φε­λί­μη πρός τάς πο­λι­τεί­ας καί τόν βί­ον τόν ἀν­θρώ­πι­νον»[16]. Ποί­η­ση καί φι­λο­σο­φί­α, δύ­ο κύ­κλοι τούς ὁ­ποί­ους ἀ­νοί­γουν δι­α­φο­ρε­τι­κές λει­τουρ­γί­ες το­ΰ πνεύ­μα­τος – μέ γνώ­μο­να ἡ μί­α τή μορ­φή, ἡ ἄλ­λη τήν ἀ­λή­θεια – μο­λο­νό­τι δέν ταυ­τί­ζον­ται πο­τέ, μπαί­νουν συ­χνά ὁ ἕ­νας μέ­σα στόν ἄλ­λο. Μέ αὐ­τή τήν ἀ­μοι­βαί­α δι­είσ­δυ­ση ποί­η­σης καί φι­λο­σο­φί­ας «τό πνεῦ­μα δέν χαν­τα­κώ­νε­ται ἀ­πό τή γνώ­ση»[17].

Ἀ­πό τούς πρώ­τους πού ἔμ­με­τρα φι­λο­σο­φοῦν, πιό ποι­η­τι­κά ἔ­δω­σαν τόν στο­χα­σμό τούς ὁ Ξε­νο­φά­νης καί ὁ Ἐμ­πε­δο­κλῆς. Ὁ Παρ­με­νί­δης ἐκ­φρά­ζε­ται βέ­βαι­α μέ στί­χους, εἰ­κό­νες καί συμ­βο­λα[18] καί ἔ­χει ἐ­πεν­δύ­σει μέ ποι­η­τι­κή με­γα­λο­πρέ­πεια τή θε­ω­ρί­α τοῦ ὄν­τος, ὅ­μως τό πε­ρί­βλη­μα αὐ­τό δέν ἐ­πη­ρε­ά­ζει τήν οὐ­σί­α, τό κα­θαυ­τό ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του. Για­τί δέν ἀρ­κεῖ ὁ ποι­η­τι­κός ρυθ­μός, γιά νά μι­λή­σο­με γιά ποι­η­τι­κή φι­λο­σο­φί­α. Πα­ράλ­λη­λα μέ τή θέρ­μη τῆς ἔκ­φρα­σης πρέ­πει νά γί­νε­ται φα­νε­ρό ὅ­τι ὁ στο­χα­σμός εἶ­ναι ἀ­πό τήν ἀρ­χή ἔμ­μορ­φος. Ἔ­τσι ὁ Ἐμ­πε­δο­κλῆς π.χ. – μο­λο­νό­τι ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης δέν τόν ἀ­ριθ­μεῖ στούς ποι­η­τές, ὅ­ταν τόν συγ­κρί­νει μέ τόν Ὅ­μη­ρο[19] – ὑ­πῆρ­ξε καί ἀ­λη­θι­νός ποι­η­τής, για­τί, πά­λι κα­τά τόν Στα­γι­ρί­τη: «καί δει­νός πε­ρί τήν φρά­σιν γέ­γο­νε, με­τα­φο­ρι­κός τέ ὤν καί τοῖς ἄλ­λοις τοῖς πε­ρί ποι­η­τι­κήν ἐ­πι­τεύγ­μα­σι χρώ­με­νος»[20].

Ὁ Ξε­νο­φά­νης, πού γρά­φει στί­χους ὡς τά ἐ­νε­νήν­τα δυ­ό του χρό­νια (Β 8)[21], ὑ­πῆρ­ξε ποι­η­τής ὄ­χι μό­νο πρίν γί­νει φι­λό­σο­φος, ἀλ­λά σέ ὅ­λη του τή ζω­ή· ὅ­πως θά δεί­ξο­με, στά­θη­κε τό­σο ποι­η­τής, ὥ­στε δύ­σκο­λα κά­ποι­ος μπο­ρεῖ νά ἐ­πι­λέ­ξει προ­κει­μέ­νου νά τόν χα­ρα­κτη­ρί­σει: ποι­η­τή-φι­λό­σο­φο ἤ φι­λό­σο­φο-ποι­η­τή. Στούς φι­λο­σο­φι­κούς, π.χ., στί­χους τοῦ Κο­λο­φώ­νιου, πα­ράλ­λη­λα μέ τό ἐν­νοι­ο­λο­γι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο, πα­ρα­τη­ροῦ­με ἕ­ναν ἐ­πο­πτι­κό πλοῦ­το, μί­α τά­ση γιά δυ­να­τές ἀ­πει­κο­νί­σεις[22]. Ἡ ζω­ή γιά τόν Ξε­νο­φά­νη ὑ­πῆρ­ξε ση­μαν­τι­κός λό­γος γιά νά δι­α­τη­ρή­σει ἡ ἐκ­φρα­στι­κή δο­μή τοῦ στο­χα­σμοῦ του τόν ποι­η­τι­κό ρυθ­μό, πι­θα­νό­τα­τα ὀ­φει­λό­με­νο σέ ἔμ­φυ­τη ποι­η­τι­κή ἱ­κα­νό­τη­τα καί στήν ἀ­με­σό­τη­τα μέ τήν ποι­η­τι­κή πα­ρά­δο­ση: τα­ξι­δευ­τής ἐ­ρευ­νη­τής καί στο­χα­στής, πού δι­έ­δι­δε προ­φο­ρι­κά στούς ἄλ­λους τό ἔρ­γο του, ὁ Ξε­νο­φά­νης ἀ­ναγ­κά­στη­κε ἴ­σως νά τό μορ­φο­ποι­εῖ μέ ἀ­ναλ­λοί­ω­το ἐκ­φρα­στι­κό μέ­σο. Ἔ­τσι τά ἀ­πο­σπά­σμα­τα του εἶ­ναι τό πιό πα­λαι­ό δεῖγ­μα φι­λο­σο­φι­κῆς ποί­η­σης στήν Ἑλ­λά­δα.

Ἡ ἀρ­τι­ό­τη­τα τῆς στι­χουρ­γι­κῆς τέ­χνης τοῦ Ξε­νο­φά­νη πα­ρα­τη­ρή­θη­κε ἀ­πό τούς ἀρ­χαί­ους, ὅ­πως βλέ­πο­με στήν κρι­τι­κή τοῦ Ἀ­θή­ναι­ου[23]: «…Ξε­νο­φά­νης καί Σό­λων καί Θέ­ο­γνις καί Φω­κυ­λί­δης… καί τῶν λοι­πῶν οἱ μή προ­σά­γον­τες πρός τά ποι­ή­μα­τα με­λω­δί­αν ἐκ­πο­νοῦ­σι τούς στί­χους τοῖς ἀ­ριθ­μοῖς καί τῇ τά­ξει τοῦ μέ­τρου καί σκο­ποῦ­σιν ὅ­πως αὐ­τῶν μη­δείς μή­τε ἀ­κέ­φα­λος μή­τε λα­γα­ρός μή­τε μεί­ου­ρος». Ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α γιά τή μή χρη­σι­μο­ποί­η­ση με­λω­δί­ας ἀ­πό τόν κο­λο­φώ­νιο ποι­η­τή δί­νει ἕ­να στοι­χεῖ­ο γιά τόν δι­α­χω­ρι­σμό τῆς ποί­η­σής του ἀ­πό τήν τέ­χνη τῶν γνω­στῶν ρα­ψω­δῶν, μέ τήν ὁ­ποί­α φαί­νε­ται νά τή συ­σχε­τί­ζει ἡ πα­ρά­δο­ση καί συγ­κε­κρι­μέ­να ὁ Δι­ο­γέ­νης ὁ Λα­έρ­τιος: ἡ φρά­ση τοῦ δο­ξο­γρά­φου «ἀλ­λά καί αὐ­τός ἐρ­ρα­ψῴ­δει τά ἑ­αυ­τοῦ» εἶ­ναι σέ δύ­ο ση­μεῖ­α προ­βλη­μα­τι­κή[24]: τί ση­μαί­νει τό «ἐρ­ρα­ψῴ­δει» καί τί ση­μαί­νει τό «καί αὐ­τός»; Στό συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι ὁ Ξε­νο­φά­νης δέν ἦ­ταν σάν ἐ­κεί­νους τούς καλ­λι­τέ­χνες τῆς ἀ­παγ­γε­λί­ας πού, συ­χνά­ζον­τας σέ ἀρ­χον­τι­κά καί σέ πα­λά­τια, σέ πα­νη­γύ­ρεις ἤ σέ ἀ­γῶ­νες ἀ­πήγ­γελ­λαν ποι­ή­μα­τα τοῦ Ὁ­μή­ρου συρ­ρά­πτον­τας τά δι­ά­φο­ρα ἀ­πο­σπά­σμα­τα, ὁ­δη­γοῦν, ἐ­κτός ἀ­πό τή μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Ἀ­θή­ναι­ου, ἡ μαρ­τυ­ρη­μέ­νη ἀν­θο­μη­ρι­κή στά­ση τοῦ Κο­λο­φώ­νιου καί μί­α ση­μαν­τι­κή πλη­ρο­φο­ρί­α ἀ­πό τό ἔρ­γο τοῦ ἴ­διου τοῦ ποι­η­τῆ: ἡ μαρ­τυ­ρί­α γιά τή μα­κρό­χρο­νη πε­ρι­πλά­νη­σή του ἀ­πό τό­πο σέ τό­πο βο­η­θεῖ νά κα­τα­λά­βο­με τήν προ­φο­ρι­κή, ἀ­πό τόν ἴ­διο, δι­ά­δο­ση τοῦ ἔρ­γου του· ἐ­φό­σον ὁ Ξε­νο­φά­νης δέν ρί­ζω­σε σέ ἕ­να τό­πο οὔ­τε ἵ­δρυ­σε, ὅ­πως νο­μί­ζο­με, κά­που σχο­λή[25], χρη­σι­μο­ποί­η­σε καί αὐ­τός τόν ρα­ψω­δι­κό τρό­πο τῆς δι­ά­δο­σης τοῦ ποι­η­τι­κο­ΰ λό­γου, ὅ­πως οἱ ρα­ψω­δοί τοῦ Ὁ­μή­ρου καί ὁ Ἡ­σί­ο­δος, αὐ­τός ὅ­μως («ἀλ­λά») γιά νά δι­α­δώ­σει τά δι­κά του ἔρ­γα. Φαί­νε­ται ὅ­τι ὁ ποι­η­τής-φι­λό­σο­φος, ὅ­σο κρά­τη­σε τό μα­κρύ τα­ξί­δι τῆς ζω­ῆς του, δι­ά­λε­γε, ἀ­νά­λο­γα μέ τό ἀ­κρο­α­τή­ριό του, καί ἀ­πήγ­γελ­λε δι­ά­φο­ρα μέ­ρη ἀ­πό τό ἔρ­γο του. Τήν «κα­τ’ ἐ­κλο­γήν» ἀ­παγ­γε­λί­α ἀ­πο­σπα­σμά­των ὑ­πα­γό­ρευ­ε βέ­βαι­α ἡ βι­ο­πο­ρι­στι­κή ἀ­ναγ­κη[26], ἀλ­λά κυ­ρί­ως καί ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Ξε­νο­φά­νη νά δι­δά­ξει ὁ ἴ­διος τίς ἰ­δέ­ες του στούς ἀν­θρώ­πους πού συ­ναν­τοῦ­σε στίς πε­ρι­πλα­νή­σεις του.

Δέν πρέ­πει, ἐ­πί­σης, νά ξε­χνοῦ­με ὅ­τι τά σύ­νο­ρα με­τα­ξύ τοῦ πα­λαι­οῦ κό­σμου καί τοῦ νέ­ου, τοῦ μύ­θου καί τῆς λο­γι­κῆς, δέν εἶ­ναι ἀ­κό­μη ὁ­λό­τε­λα χω­ρι­σμέ­να· ἡ φαν­τα­σί­α ζεῖ δί­πλα στό νε­ο­γέν­νη­το λο­γι­κό, ἡ ποί­η­ση κρα­τᾶ τά σκῆ­πτρα της κι ὁ ρα­ψω­δός πε­ρι­φέ­ρει τήν τέ­χνη του. Ὁ ἴ­διος ὁ Ξε­νο­φά­νης βλέ­πει τή γραμ­μή τῶν συ­νό­ρων: μέ τή σε­μνό­τη­τα πού ται­ριά­ζει στήν φι­λο­σο­φι­κή ποί­η­ση, ἡ ὁ­ποί­α δέν εἶ­ναι μό­νο ἔρ­γο ἔμ­πνευ­σης ἀλ­λά κυ­ρί­ως γνώ­σης, ὅ­πως θά πεῖ ὁ Πλά­των[27], παίρ­νει ἀ­πό τούς ρα­ψω­δούς τόν συρ­ρα­πτι­κό τρό­πο τῆς ἀ­παγ­γε­λί­ας γιά νά δι­α­δώ­σει ἰ­δέ­ες μέ τίς ὁ­ποῖ­ες ἐ­ναν­τι­ώ­νε­ται στήν πα­ρά­δο­ση ἤ ἐ­λε­γεῖ­ες ὅ­που ἀ­δί­στα­χτα προ­βάλ­λει τό ἐ­γώ του καί ὕ­μνους σέ πρό­σφα­τα ἱ­στο­ρι­κά γε­γο­νό­τα. Ἔ­τσι στή φρά­ση τοῦ Δι­ο­γέ­νη τοῦ Λα­έρ­τιου ὑ­πάρ­χει ἡ ἔν­δει­ξη γιά τή δι­α­τή­ρη­ση τοῦ πα­λαι­οῦ μέ­σου της δι­ά­δο­σης το­ΰ ποι­η­τι­κοῦ λό­γου ἀλ­λά καί ἡ ἀ­πό­δει­ξη γιά τήν πα­ρου­σί­α τοῦ και­νού­ριου κό­σμου τῶν ἐ­πώ­νυ­μων πνευ­μα­τι­κῶν δη­μι­ουρ­γῶν, σο­φῶν καί φι­λο­σό­φων.

Μιά ἀ­κό­μη φρά­ση τοῦ ἴ­διου δο­ξο­γρά­φου εἶ­ναι ση­μαν­τι­κή γιά τόν χα­ρα­κτη­ρι­σμό τοῦ πνεύ­μα­τος καί τοῦ ἔρ­γοῦ τοῦ κο­λο­φώ­νιου σο­φοῦ: «γέ­γρα­φε δέ», μαρ­τυ­ρεῖ ὁ Δι­ο­γέ­νης ὁ Λα­έρ­τιος[28] γιά τόν Ξε­νο­φά­νη, «ἐν ἔ­πε­σι καί ἐ­λε­γεί­ας καί ἰά­μβους κα­θ’ Ὁ­μή­ρου καί Ἡ­σι­ό­δου, ἐ­πι­κό­πτων αὐ­τῶν τά πε­ρί θε­ῶν εἰ­ρη­μέ­να». Τά σω­ζό­με­να ξε­νο­φά­νεια ἀ­πο­σπά­σμα­τα εἶ­ναι ἑ­ξά­με­τρα[29], πού ἀ­να­φέ­ρον­ται στή θε­ο­λο­γί­α, κο­σμο­λο­γί­α καί γνω­σι­ο­λο­γί­α – οἵ δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ες σέ σχέ­ση πάν­τα μέ τήν πρώ­τη -, ἐ­λε­γεῖ­ες[30] πού δι­έ­σω­σαν ὁ Ἀ­θή­ναι­ος καί ὁ Δι­ο­γέ­νης ὁ Λα­έρ­τιος[31] καί κα­θαυ­τό σκω­πτι­κά ποι­ή­μα­τα[32], στά ὁ­ποῖ­α ὁ κο­λο­φώ­νιος σο­φός ἐ­πι­τί­θε­ται στόν Ὅ­μη­ρο καί στόν Ἡ­σί­ο­δο, στόν ἀν­θρω­πο­μορ­φι­σμό τῆς λα­ϊ­κῆς θρη­σκεί­ας καί στίς προ­λή­ψεις τῶν συγ­χρό­νων του. Μό­νο ἕ­νας ἰ­αμ­βι­κός στί­χος σώ­ζε­ται (Β 14)[33]· ἴα­μβος ὅ­μως, στόν πλη­θυν­τι­κό, ση­μαί­νει σκω­πτι­κή ποί­η­ση· ἔ­τσι ἡ χρή­ση τῆς λέ­ξης ἐ­δῶ νο­μί­ζο­με ὅ­τι χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὅ­λα τά σα­τι­ρι­κά ποι­ή­μα­τα τοῦ Ξε­νο­φά­νη, ὅ­που ἀ­νή­κουν καί οἱ στί­χοι ἐ­νάν­τια στούς δύ­ο με­γά­λους ποι­η­τές. Οἱ ἑ­ξά­με­τροι στί­χοι πού ἀ­να­φέ­ρον­ται στό κο­σμο­εί­δω­λο ἤ πε­ρι­έ­χουν τή γνω­σι­ο­θε­ω­ρί­α τοῦ φι­λο­σό­φου, εἶ­ναι ὅ­πως θά δεί­ξο­με, σύμ­φω­νοι μέ τό πνεῦ­μα τῆς κά­θαρ­σης τῆς θε­ό­τη­τας. Ό Diels πε­ρι­λαμ­βά­νει τούς στί­χους αὐ­τούς κά­τω ἀ­πό τόν γε­νι­κό τί­τλο Πε­ρί Φύ­σε­ως. Ὅ­μως τά Πε­ρί Φύ­σε­ως ἀ­πο­σπά­σμα­τα δέν φα­νε­ρώ­νουν λι­γό­τε­ρο ἀν­τι­μυ­θι­κή στά­ση ἀ­πό ὅ­σο ἐ­κεῖ­να τά ὁ­ποῖ­α ὁ Diels θε­ω­ρεῖ Σιλ­λους. Ἡ πο­λε­μι­κή τοῦ Ξε­νο­φά­νη γί­νε­ται φα­νε­ρή ἀ­πό τή χρή­ση τοῦ ἀρ­νη­τι­κοῦ «οὐ», πού ἀ­παν­τᾶ 10 φο­ρές μέ­σα σέ 29 στί­χους, μέ τίς πα­ραλ­λα­γές «οὐ­δέ», «οὔ­τε», «οὔ­τι». Δύ­ο φο­ρές ἐ­πί­σης ἀ­παν­τᾶ ἐ­δῶ ὁ ἀν­τι­θε­τι­κός σύν­δε­σμος «ἀλ­λά» (Β 25, Β 30). Στούς 18 στί­χους τούς ὁ­ποί­ους ὁ Diels χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὡς Σίλ­λους, ἡ ἄρ­νη­ση χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μιά φο­ρά (Β 18) καί τό «ἀλ­λά» τρεῖς (Β 14, Β 15, Β 18). Γιά τόν λό­γο αὐ­τό δέν θά μπο­ρού­σα­με νά δε­χτοῦ­με ὅ­τι ἡ πρώ­τη κα­τη­γο­ρί­α τῶν ἀ­πο­σπα­σμά­των ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­ρος ἀ­πό ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο ἔρ­γο μέ τί­τλο Πε­ρί Φύ­σε­ως[34], ἀλ­λά θά ἐν­τά­ξο­με τούς στί­χους αὐ­τούς στό δεύ­τε­ρο εἶ­δος τῆς ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης τοῦ Ξε­νο­φά­νη, το ὁ­ποῖ­ο ὁ Δι­ο­γέ­νης ὁ Λα­έρ­τιος χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὡς ἰ­αμ­βι­κό καί ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νο­με ὅ­λα τά μή ἐ­λε­γεια­κά ἀ­πο­σπά­σμα­τα τοῦ Κο­λο­φώ­νιου. Ἔ­τσι ἡ φρά­ση τοῦ Δι­ο­γέ­νη τοῦ Λα­έρ­τιου θά μπο­ροῦ­σε νά ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Ξε­νο­φά­νης ἔ­γρα­ψε δι­ά­φο­ρους στί­χους – κι ὄ­χι ἕ­να ὁ­μοι­ό­μορ­φο ἔρ­γο, ὅ­πως π.χ. ὁ Ἠ­σί­ο­δος – ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους ἄλ­λοι εἶ­ναι ἐ­λε­γεια­κοί καί ἄλ­λοι σκω­πτι­κοί, ἐ­πι­τι­μη­τι­κοί· μέ αὐ­τούς τούς τε­λευ­ταί­ους ἄ­σκη­σε ὁ ποι­η­τής πο­λε­μι­κή μέ ἐ­πώ­νυ­μο στό­χο, ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στήν ὁ­μη­ρι­κή καί ἡ­σι­ό­δεια θε­ο­λο­γί­α. Ἡ ἀ­να­φο­ρά στούς δύ­ο με­γά­λους ποι­η­τές δέν ση­μαί­νει ὑ­πο­χρε­ω­τι­κά χρή­ση σκω­πτι­κῶν ποι­η­μά­των μό­νο γιά τούς δι­κούς τους λό­γους σχε­τι­κά μέ τούς θε­ούς· ἐ­φό­σον, ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ ὁ Ἡ­ρό­δο­τος, οἱ δύ­ο ποι­η­τές «ἐ­ποί­η­σαν» τήν ἑλ­λη­νι­κή θε­ο­λο­γί­α, ἡ μνεί­α φαί­νε­ται νά εἶ­ναι τό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα τῆς πο­λε­μι­κῆς τοῦ Ξε­νο­φά­νη. Ἡ φρά­ση τοῦ Δι­ο­γέ­νη τοῦ Λα­έρ­τιου, ὅ­που δι­α­χω­ρί­ζον­ται στό ἔρ­γο τοῦ Κο­λο­φώ­νιου τά ἐ­λε­γεια­κά ἀ­πό τά «ἰ­αμ­βι­κά»[35] σα­τι­ρι­κά ποι­ή­μα­τα, ἀ­πο­κα­λύ­πτει τόν δι­φυ­ῆ χα­ρα­κτή­ρα τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας τοῦ Ξε­νο­φά­νη: τήν ποι­η­τι­κή κλί­ση του καί τό με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κό ἐ­πα­να­στα­τι­κό του πνεῦ­μα[36].

Στά ἱ­στο­ρι­κά ποι­ή­μα­τα τοῦ Ξε­νο­φά­νη, τίς με­γά­λες συν­θέ­σεις γιά τήν κτί­ση τῆς Κο­λο­φῶ­νος καί τόν ἀ­ποι­κι­σμό τῆς Ἐ­λέ­ας, ἀ­να­φέ­ρε­ται χω­ρι­στά ὁ ἴ­διος δο­ξο­γρά­φος[37]. Ἀλ­λ’ ἐ­δῶ καί ἡ γε­νι­κό­τη­τα τῆς σχε­τι­κῆς μαρ­τυ­ρί­ας καί ἡ ἀ­πώ­λεια τοῦ ἔρ­γου θά ἐ­πέ­τρε­παν μό­νο εἰ­κα­σί­ες γύ­ρω ἀ­πό τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῶν ποι­η­μά­των. Ἴ­σως θά μπο­ρού­σα­με νά θε­ω­ρή­σο­με τήν ἀ­πώ­λεια τῶν ποι­η­μά­των αὐ­τῶν ὡς ἔν­δει­ξη ὅ­τι εἶ­χαν δευ­τε­ρεύ­ου­σα ση­μα­σί­α στην ὅ­λη δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ Ξε­νο­φά­νη.
---------------------
[1] Grundrib der Geschichte der griech. Philos., Leipzig[1]3, 1928, σ.4

[2] Πβ. ΗΡΟΔΟΤΟΥ, Α 30.

[3] Πβ. Ι.Ν. Θεοδωρακοπουλοϊ, Εἰσαγωγή στόν Πλάτωνα4 Ἀθῆναι, 1964, σ. 15, Εὐ. ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ, Ἀπό τοῦ μύθου εἰς τόν λόγον, Θεσσαλονίκη 1965, σ. 30, Ch. Werner, La Philosophic grecque, Paris, 1966, σσ. 7-8.

[4] Ἀριστοτέλους, Μτφ., A 2, 983 b 1-3.

[5] Βλ. Ι.Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, ἔνθ’ ἄν., σ. 159 κ. ἐξ. Γιά τόν ὁριστικό χωρισμό τοῦ λόγου ἀπό τά πράγματα στόν Πλάτωνα πβ. Φαίδ., 75 c, καί Ε. Hoffmann, Ἡ νοοτροπία τῆς προσωκρατικῆς φιλοσοφίας, Ἀρχεῖον Φιλοσοφίας καί θεωρίας Ἐπιστημῶν, 2, 1930, σ. 3.

[6] Γιά τήν ἔννοια φύσις πβ. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Νόμ., IX, 892 c· ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ, Μτφ., Δ 4, 1014 b 16· J. Burnet, Early Greek Pholosophy, New York, 1965, σ. 363.

[7] Πβ. Α. Κελεσίδου, Τό Ἄπειρον τοῦ Ἀναξιμάνδρου, 12 Μελετήματα Προσωκρατικῆς Φιλοσοφίας, Ἀθῆναι, 1989, σσ. 5 -16.

[8] Πβ. Μτφ., A 5, 986 b 18-19.

[9] Πβ. Ἀριστοτέλους, Μτφ., A 5, 987 b 1, Μ 4, 1078 b 27-30, Πλάτωνος, Φαῖδρ., 230 c. [10] Ξενοφάνους, Β 34, Ἡρακλείτου, Β 45.

[11] Πβ. Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Μελετήματα Προσωκρατικῆς Ἠθικῆς, Πρόλ. Γ. Βλάχου, ἔκδ. Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι, 1994.

[12] Πβ. Α.-Μ. Croiset, Ἱστορία τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς λογοτεχνίας, μετάφρ. Πουρνάρα, A. J. Ἀθήνα, 1938, σ. 366.

[13] Βλ. Σιμπλίκιου, Φύσ. 24, 13. Πβ. Η. Diels, Uber Anaximanders Kosmos, Archiv, X 235.

[14] Πβ. I.N. Θεοδωρακόπουλου, ἔνθ. ἄν., σ. 23, Ε. Souriau, Art et Philosophic, Revue Philosophique de la France et de I’Etranger, 1954, σσ. 1-21.

[15] Πβ. A. Κελεσίδου, La kalliphanic du monde dans le «Timee» (IV Symposium Platonicum, Γρανάδα, 4-9.9.1995) Kemos, 9, 1996.

[16] Πβ. Πλάτωνος, Πολιτεία, I, 607 d.

[17] F. Niftzsche, Gesammelte Werke, Der Wille zur Macht, 19τ., Miinchen, σ. 229.

[18] Πβ. Β 1 1,9, 29. Γιά τό προοίμιο τοΰ ποιήματος τοῦ Παρμενίδη πβ., λ.χ., G. Breton, Essai sur la poesie philosophique en Grece, Paris, 1883, σ. 166.

[19] Ποιητ. 1447 h 18.

[20] ΔΙΟΓ. Λαερτ, VIII 57, Ἀριστοτ., Σοφιστ. (Rose 65), Περί ποιητῶν (Rose 70). Γιά τήν ἀξία τῆς ποιητικῆς τέχνης τοῦ Ἐμπεδοκλῆ πβ. Cicero, Acad, prior., II 23.

[21] Γιά τήν ποιητική τέχνη τοῦ Ξενοφάνη βλ. Croiset, ἔνθ’ ἄν., σσ. 358, 363, Ρ. Tannery, Pour l’ histoire de la science Hellene, de Thales a Empedocle, Paris, 1887, σσ. 127-128, W. Jaeger, The Theology of Early Greek Philosophers, London. 1948, σ. 39, καί Paideia, σσ. 209-210, W. Guthrie, A Histoiy of Greek Philosophy, I, Cambridge, 1962, σ. 361, A. Lumpe, Die Philosophie des Xenophanes von Kolophon, Munchen, 1952, σ. 17.

[22] Πβ. Β 30.

[23] XIV 632cd.

[24] IX 18, 2. Ἡ διφυία τῆς προσωπικότητας τοῦ Ξενοφάνη δίχασε τούς κριτικούς ἔτσι πού ἄλλοι μέν νά δοῦν σ’ αὐτόν ἕνα τραγουδιστή ποιητή, ἄλλοι δέ ἕνα φιλόσοφο πού διέδωσε τό ἔργο του μέ τή βοήθεια τῆς ἀπαγγελλόμενης ποίησης. Ό Gomperz π.χ. (Lespenseiin de la Grace, Hisloire de la philosophic antique, 1, μετάφραση A. Reymond, Paris, Lausanne, 1908, σ. 167), ἔδωσε μιάν εἰδυλλιακή εἰκόνα ἑνός Ξενοφάνη τραγουδιστή ποιητή, πού ζεῖ μέ τό ὁμηρικό τραγούδι καί τούς δικούς του στίχους. Τήν ἄποψη τοῦ Gomperz – καί ἔτσι τήν εἰκόνα τοῦ «τραβαδούρου» ραψωδοῦ – ἀντικρούει ὁ Jaeger (Theology, σσ. 40-41 καί Paideia, σ. 553, ὕπ.114). Τήν ἔννοια τῆς δημόσιας ἀπαγγελίας δίχως μουσική δέχονται γιά τό «ραψωδεῖν» π.χ. οἱ V. Cousin, Nouveaax fragmentsphilosophiques, Paris, 1928, σ. 19, καί S. Karsten, Philosophoramgraecomm vctenim opentm reliquiae, I, Amstcl., 1830, σ. 18.

[25] Πβ. G.S. KIRK-J.E. RAVEN, The Presocratic philosophers, Cambridge, 1966, σσ. 164-165. To γεγονός ὅτι ὁ Κολοφώνιος «ἐρραψῴδει τά ἑαυτοῦ» ἀντικρούει τήν ἰδέα τῆς Σχολῆς, γιατί, βέβαια, ἄν ὁ Ξενοφάνης εἶχε τή δυνατότητα ἤ ἤθελε νά ἱδρύσει κάπου Σχολή, δέν θά ζοῦσε ὡς ραψωδός καί περιπλανώμενος ἐρευνητής ὡς τά γεράματά του. Ἐξ ἄλλου εἶναι δυνατό νά θεωρήθηκε ἀρχηγός τῆς «ἐλεατικῆς αἱρέσεως» (πβ. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Σοφιστής 242 d, VS 21 Λ 8 καί 36, F.W.A. Mullach, Fragmenta philosophonim Graecomm, Paris, 1875, A, σ. 99), χωρίς νά ἔχει ἱδρύσει στήν Ἐλέα Σχολή ὅπως ἐκείνη τοῦ Πλάτωνος καί τοῦ Ἀριστοτέλη καί ὅπως τήν ἐννοοῦμε σήμερα, μέ τήν προϋπόθεση δηλαδή τῆς μονιμότητας σέ ἕνα τόπο. Γενικά γιά τίς «Σχολές» προκειμένου γιά τούς προσωκρατικούς φιλοσόφους πβ. V. von WILAMOWITZ, Der Claude tier Hellenen, Π 207. ὑπ. 1, W. Jaeger, Paideia, σσ. 195, 527, ὑπ. 26, A. Festugiere, Contemplation el vie contemplative selon Platon, Paris, 1936, σσ. 461-463. κ.α. Θά μποροῦσε ἀκόμη νά μή ἔχει διδάξει ὁ ἴδιος ὁ Ξενοφάνης τόν Παρμενίδη, ἀλλά νά ἔχει βάλει μέ τόν λόγο του, στό πέρασμά του ἀπό τήν Ἐλέα, τό θεμέλιο γιά τή φιλοσοφία τοῦ Ἐλεάτη. Ἔτσι ὁ Θαλῆς «ἐδίδαξε» τόν Ἀναξιμένη. Γιά τήν ἰδεολογική συγγένεια πβ. Ch. Waddington, La philosophie ancienne et la critique historique, Paris, 1904, σ. 80.

[26] Δέν εἶναι ὅμως ἀπαραίτητο νά σκεφθοϋμετόν Ξενοφάνη τόσο φτωχό ὥστε νά κάνει
μιά ζωή πτωχοπροδρομική, ὅπωςτόν εἶδανπ .χ. οἱ A. Farina, Senofane di Colofone, lone di Chio, Napoli. 1961, σ. 10, K. Ziegler, Ξενοφάνης ὁ Κολοφώνιος: ἕνας ἐπαναστάτης τοῦ πνεύματος, Ἐπιστ. ἐπετηρίς Φιλοσ. Σχολῆς Πανεπ. Θέσ/νίκης, 9, 1965, σ. 129. Τό ἀνέκδοτο, πού τόν θέλει ἀνίκανο νά θρέψει δύο ὑπηρέτες, ἐνῶ ὁ Ὅμηρος μετά τόν θάνατό του ἔθρεψε χίλιους, (ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ, Ἀποφθ., 175 c) εἶναι μᾶλλον εἰρωνική ὑπερβολή τῆς πολεμικῆς πού στράφηκε ἐνάντια στή ἀνθομηρική διδασκαλία του. Οὔτε ἀπό τό περιστατικό, τό ὁποῖο ἀναφέρει ὁ ΔΙΟΓΕΝΗΣ ὁ Λαέρτιος (IX 20), γιά τήν ταφή τῶν παιδιῶν τοῦ φιλοσόφου ἀπό τόν ἴδιο θά εἴχαμε ἀπόδειξη τῆς φτώχειάς του. Τό χωρίο θεωρήθηκε δεῖγμα ἤθικης δύναμης ἤ ἄσκηση πυθαγόρειας πίστης. Ἄν τό ἀναφερόμενο περιστατικό εἶναι ἀληθινό, ἡ ἰδέα θά μποροῦσε νά εἶναι καινοτομία τοῦ Ξενοφάνη, δεῖγμα τῆς ἐπίθεσής του στά θρησκευτικά καθιερωμένα. Ἴσως ἐπιβιώνει ἐδῶ λόγος του σέ ἀνεκδοτοποιημένη ἀπό τούς βιογράφους του μορφή (πβ. ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ Β 97 καί Διογ. Λαερτ., IX 3-4, 22 Α 1α.

[27] Ἀπολ., 22 a-c.

[28] IX 18.

[29] Β 23 ὥς Β 39.

[30] Β 2, Β 3, Β 5 ὥς Β 10.

[31] Β 7, Β 8.

[32] Β 10 ὥς Β 22.

[33] Γιά τόν στίχο αὐτό πβ. π.χ. Burnet, ἔνθ’ ἄν., σ. 116.

[34] Ἔργο Περί Φύσεως ἀποδίδουν στόν Ξενοφάνη οἱ:, ΣΤΟΒΑΙΟΣ, I, 10 (ἡ πληροφορία προέρχεται ἀπό σχόλια ὁμηρ.), ὁ ΚΡΑΤΗΣ ὁ ΜΑΛΛΩΤΗΣ (Σχ. Φ 196) καί ὁ ΠΟΛΥΔΕΥΚΗΣ (VI 46). Οἱ νεότεροι ἐρευνητές δέν παραδέχονται ὁμόφωνα τήν ὕπαρξη μίας τέτοιας συγγραφῆς. Γιά τήν παραδοχή πβ. π.χ. Waddington, ἔνθ’ ἀν., σ. 70, A. Lefevre, La Philosophic, Paris, 1921, σ. 64. Ό Diels περιλαμβάνει κάτω ἀπό τόν τίτλο Περί Φύσεως τά ἀποσπάσματα 23 ὡς 41. Παραδέχτηκαν ἐπίσης τή συγγραφή οἱ: Fr. Orerweg – Κ. Praechter, Die Philosophic des Altertums, Berlin, 1926, σ. 75, O. Gicon, Der Urspnmg clergiiech. Philos.. Basel, 1946, σσ. 19 καί 158, K. Deichgraber, Xenophanes, Περί Φύσεως, Rhein. Mus., 87, 1938, σσ. 1-4·. Τή συγγραφή ἀρνήθηκαν, π.χ., οἱ: Burnet, Jaeger. (Theology, σσ. 28 καί 40, Paideia, σ. 531 Ῥπ. 90). Πβ. Lumpe, ἐνθ’ ἄν., σ. 17, Zafiropulo, ἐνθ’ ἄν., σ.19, P. Steinmetz, Xenophanesstudien, Rheinishes Museum, 109, 1966, σ. 68. Ἐκτος ἀπό τήν ἀνεπάρκεια τῶν σχετικῶν ἀρχαίων μαρτυριῶν καί ὁ βίος τοῦ Ξενοφάνη καί τά Λυρικά στοιχεῖα τῆς ποίησής του μᾶς ἀποτρέπουν νά δεχτοῦμε ὅτι συνέθεσε συστηματικό φιλοσοφικό ἔργο. Τά μακρά ποιήματα γιά τήν Κολοφώνα καί τήν Ἐλέα θά ἦταν εὐκολότερες συνθέσεις γιά τόν ποιητή πού γνώριζε τήν ὁμηρική παράδοση. Πβ. Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Xenophanc sur la nature, XXV· Congres ASPLF, Lausanne, 25-28 Αὐγούστου 1994.

[35] Ό Diels ὀνομάζει Σίλλους τά ἀποσπάσματα 10-22. Πβ. ΗΡΩΔΙΑΝΟΥ, π. μόν. λεξ. 7, II (Β 42), Σχόλ. Ὅμηρ. Oxyrh 1087, 40 (Β 21α), ΣΤΡΑΒΩΝΟΣ, XIV643 (21 A 20), Προκλου, 21 A 22, Σχόλ. ΑΒΤ Β 212 (21 A 23).

[36] Γιά τό στοιχεῖο αὐτό της προσωπικότητας τοῦ Ξενοφάνη πβ. Jaizger, Theology, σ. 41 · εἰδικά G. Rudblrg, Xenophanes Satiriker und Polemiker, Symb. Osi, 26, 1948, σ. 126 ἔπ., K. Zif.gi.ur, ἔνθ’ ἀν., σσ. 129 καί 142. Πβ. Α. ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ, Θεμελιακές γλωσσικές ἀντιθέσεις γιά τόν ἄνθρωπο καί τή θεότητα στόν Ξενοφάνη, 12 Μελετήματα Προσωκρατιχής Φιλοσοφίας, Ἀθήνα, 1992, σσ. 39-42.

[37] IX 20.