Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Η κάμερα του Mars Orbiter φωτογράφησε ένα μυστηριώδες αντικείμενο στον Άρη!

Η κάμερα του Mars Orbiter φωτογράφησε ένα μυστηριώδες αντικείμενο στον Άρη
Το Mars Orbiter είναι ένα διαστημικό τηλεσκόπιο που βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη Άρη για πολλά χρόνια, και εκτελεί σαρώσεις του έδαφους με εκπληκτική θέα σε υψηλή ανάλυση.
Ο καθετήρας ξεκίνησε το 1996, και διοικείται από το Malin Space Science Systems της NASA και από το 2006 ο ανιχνευτής δεν λειτουργεί πλέον σε 100%.
Κάποιοι λάτρεις και ερευνητές έχουν μελετήσει προσεκτικά κάποιες φωτογραφίες στην επιφάνεια του κόκκινου πλανήτη, συμπεριλαμβανομένης και της τελευταίας που θα δείξουμε παρακάτω.

ufo-su-marte115
Η εικόνα φαίνεται να αντιπροσωπεύει ένα κυκλικό μεταλλικό αντικείμενο.
jupiter2Και «ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι το αντικείμενο έχει μια εντυπωσιακή ομοιότητα με τον κλασικό ιπτάμενο δίσκο, αλλά και με το διαστημόπλοιό του Δία 2 της δημοφιλούς σειράς sci-fi.

Φυσικά οι παραπάνω φωτογραφίες είναι από την Nasa και μπορείτε να την δείτε ακολουθώντας τον παρακάτω σύνδεσμο, και αυτό γιατί μας αρέσει να μιλάμε πάντα με αποδείξεις.
Βλέπε αρχική εικόνα της NASA
Φωτογραφία Πηγή: http://www.msss.com/moc_gallery/m13_m18/full_gif_non_map/M18/M1800558.gif

 

Έρχονται οι χειρουργοί-ρομπότ από την Google

Ο αμερικανικός κολοσσός στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, Google, έχει δείξει εδώ και καιρό την πρόθεσή του να επεκταθεί σχεδόν σε κάθε τομέα νέων τεχνολογιών στον κόσμο, ενώ ιδιαίτερη δυναμική φαίνεται ότι αποκτούν οι πρωτοβουλίες της εταιρείας στον χώρο της Ιατρικής.

Τελευταία της απόπειρα, είναι η συνεργασία της με την Johnson & Johnson για την κατασκευή ρομποτικών χειρουργικών συστημάτων, τόσο προηγμένων, που θα χτυπήσουν με αξιώσεις τον ανταγωνισμό που εκπροσωπείται αυτήν τη στιγμή από την εταιρεία Intuitive Surgical και το σύστημα da Vinci.
Σύμφωνα με τα διεθνή ΜΜΕ, η Google θα συνεργαστεί με την εταιρεία Ethicon, θυγατρική της J&J, η οποία είναι από τις κορυφαίες εταιρείες κατασκευής χειρουργικών συσκευών, αλλά δεν έχει μπει ακόμα στον χώρο της ρομποτικής.
Ο Gary Pruden, επικεφαλής τους τμήματος χειρουργικής στην J&J, δήλωσε σχετικά: «Αυτή η συνεργασία με την Google είναι άλλο ένα σημαντικό βήμα στη δέσμευσή μας για την προώθηση της χειρουργικής φροντίδας, και μαζί, έχουμε ως στόχο να εναποθέσουμε την καλύτερη τεχνολογία στα χέρια των χειρουργών σε όλο τον κόσμο».
Η ρομποτική χειρουργική είναι ένας τομέας με πολλές προοπτικές στην υγειονομική περίθαλψη, καθώς βελτιώνει την ακρίβεια των χειρουργικών επεμβάσεων, μειώνοντας ταυτόχρονα τους τραυματισμούς και συντομεύοντας τη χρονική διάρκεια αποκατάστασης για τους ασθενείς.

Οι μεγαλύτερες Ελληνικές λέξεις

Τα τιτανοτεράστια μακρινάρια της γλώσσας μας!
Η γλωσσολογική δυνατότητα της Ελληνικής να σχηματίζει τερατωδώς πολυσύνθετες λέξεις είναι ένα φαινόμενο καλά πιστοποιημένο στο διάβα στο ιστορικού χρόνου.

Όταν λοιπόν η γλωσσική αυτή ευχέρεια συνδυαστεί με τη λεξιπλαστική φαντασία του ομιλούντος, τότε ο συνδυασμός μπορεί να αποδειχθεί εκρηκτικός!
Λέξεις-σιδηρόδρομοι δηλαδή που έχουν βαλθεί να πουν και να περιγράψουν τα πάντα εντός της επικράτειάς τους, εκτοξεύοντας το πολυσύλλαβο στα ακρότατα όριά του.
Θα μπορούσε φυσικά να είναι ολόκληρες προτάσεις, αλλά σαν άσκηση λες του νου οι κοινωνοί της ελληνικής αποπειρώνται συχνά-πυκνά να σπάσουν τα κοντέρ της λεξιλογικής δημιουργικότητας, άλλοτε πετυχημένα και άλλοτε ολότελα αποτυχημένα.
Ας πάμε λοιπόν ένα ταξίδι στον κόσμο της γλωσσολογικής πλαστικότητας για να δούμε γλωσσικά παιχνίδια με δεκάδες (τουλάχιστον!) συλλαβές.
Και μια σημείωση: οι λέξεις που θα δούμε δεν είναι μόνο οι λεξικογραφημένες (αυτές που συναντάμε κοντολογίς στα λεξικά της ελληνικής) ή αυτές που έχουν εμφανιστεί σε κείμενα, αλλά και τεχνητές λέξεις, καθώς εκεί κρύβεται όλος ο ανυπέρβλητος πλούτος της γλώσσας μας…

Η απολύτως μεγαλύτερη όλων: η κληρονομιά του Αριστοφάνη
Η μεγαλύτερη λέξη της Ελληνικής μάς έρχεται από την αρχαιότητα και είναι παρακαταθήκη του μεγάλου μας κωμικού δραματουργού Αριστοφάνη. Είναι στις «Εκκλησιάζουσες» που ο σατιρικός ποιητής περιγράφει μια συνταγή, ένα φαγητό κοντολογίς που αποτελείται από όχι λιγότερα από 172 γράμματα. Για να το δούμε:
λοπαδοτεμαχοσελαχογαλεοκρανιολειψανοδριμυποτριμματοσιλφιολιπαρομελιτοκατακεχυμενοκιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστεραλεκτρυονοπτοπιφαλλιδοκιγκλοπελειολαγωοσιραιοβαφητραγανοπτερυγών

Είναι στους στίχους 1169-1175 που ο Αριστοφάνης περιγράφει τη μαγειρική συνταγή των 172 χαρακτήρων και 78 συλλαβών, που αποτελείται από όχι λιγότερα από 27 συνθετικά! Συστήνεται βέβαια θερμά να αποφύγετε πάση θυσία την παρασκευή του εκλεκτού(;) εδέσματος, καθώς το φαγητό περιέχει τα πάντα, ένα συνονθύλευμα από ψάρια, πουλερικά και θαλασσινά, διανθισμένα με λαγό και μέλι, τα οποία σιγοβράζουν για ώρες στη χύτρα.
Μια πρόχειρη μετάφραση του γλωσσοδέτη (σκεφτείτε τον φουκαρά τον ηθοποιό που πρέπει να τον πει κιόλας επί σκηνής!) θα ήταν κάπως έτσι:
γιουβετσοψαροσάλαχαγαλεοκεφαλόψωματουρσοτσιχλοπίτσουνακοκορολαγο-
στίφαδακοτσυφομελοπίπεραστραγαλοτυροπέτμεζατρυγονομυαλομύζηθρα-
ψητοκοτοπερίστερακρεμμυδοσκορδολάχαναντοματοαγγουροράπανα
Και για να κάνουμε λιανά το αριστοφανικό μακρινάρι, ιδού και τα συστατικά του ομολογουμένως περίεργου εδέσματος:
λοπάς (γεύμα)
τέμαχος (φέτα ψαριού)
σέλαχος (σαλάχι)
γαλεός (σκυλόψαρο)
κρανίον (κεφάλι)
λείψανον (υπόλοιπα)
δριμύς (πικάντικα)
υπότριμμα (διάφορα υλικά κοπανιστά)
σίλφιον (είδος του φυτού «νάρθηκας»)
κάραβος (κάβουρας)
μέλι
κατακεχυμένος (περιχυμένος)
κίχλη (το πουλί «τσίχλα»)
επί
κόσσυφος (κοτσύφι)
φάττα (φασοπερίστερο)
περιστερός (οικιακό περιστέρι)
αλεκτρυών (κοκοράκι)
οπτός (ψητός)
κεφάλιον (κεφαλάκι)
κίγκλος (υδρόβιο πτηνό)
πέλεια (μαύρο βραχοπερίστερο)
λαγώος (λαγός)
σίραιον (βρασμένο κρασί)
βαφή (σάλτσα βουτήματος)
τραγανός
πτέρυξ (φτερό)
Η μεγαλύτερη αναμφίβολα λέξη της αρχαίας ελληνικής έπαιξε στο ελληνικό ίντερνετ ως η μεγαλύτερη του κόσμου (φυσικά!), με τις αναφορές να τη θέλουν κάτοχο του Ρεκόρ Γκίνες.
Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν επιβεβαιώνεται, τουλάχιστον έπειτα από το 1990, καθώς στο Βιβλίο Γκίνες η μεγαλύτερη λέξη του κόσμου είναι ένα σανσκριτικό μακρινάρι του 16ου αιώνα, ένα κοσμητικό επίθετο που περιγράφει μια χώρα και το συναντάμε σε ποιητικό-πεζό έργο, το οποίο μεταγραμματισμένο στο λατινικό αλφάβητο καλύπτει όχι λιγότερους από 428 χαρακτήρες (25 ολόκληρα επίθετα).
Αν και το απόλυτο ρεκόρ ανήκει χωρίς άλλο σε μια πρωτεΐνη που οι επιστήμονες αποκαλούν χαϊδευτικά «titin», γιατί αν θέλουν να την πουν με το πλήρες αγγλικό όνομά της, θα πρέπει να συλλαβίσουν 189.819 χαρακτήρες! Ευτυχώς που οι χημικές ενώσεις και τα αριθμητικά είναι εκτός συναγωνισμού, αλλιώς θα κατείχαν τα πρωτεία…

Αρχαία και βυζαντινά μακρινάρια, αλλά και καθαρευουσιάνικες κατασκευές
Τα φιλολογικά παιχνίδια των προγόνων μας, οι υπερπολυσύλλαβες λέξεις δηλαδή που δεν έχουν καμιά πρακτική αξία και αποκαλύπτουν απλώς το λογοτεχνικό θάρρος των συγγραφέων, ήταν άλλοτε δημοφιλέστατα.
Την ώρα λοιπόν που οι παραδεδομένες Ελληνικές λέξεις που έχουν πάνω από 20 γράμματα (περισσότερες από 10 συλλαβές) παραμένουν ελάχιστες, οι πρόγονοί μας είχαν βαλθεί να βάλουν τα γυαλιά στους λεξικογράφους.
Πέρα από το μακρινάρι του Αριστοφάνη, η αρχαία γραμματεία έχει να επιδείξει κάμποσες ακόμα μακρεπίμακρες λέξεις. Φαίνεται πως η δεύτερη μεγαλύτερη, που προέρχεται από ελληνικό πάπυρο, είναι μια λέξη 50 γραμμάτων, μια επίκληση στον παντοδύναμο Δία που ρίχνει αστραπές και βροντές, την ώρα που φωτίζει τον κόσμο και χαρίζει πλούτο:
κεραυνομεγακλονοζηνπερατοκοσμολαμπροβελοπλουτοδότα
Στην τρίτη θέση, ο αποθησαυρισμός της αρχαίας ελληνικής τοποθετεί ένα μακρινάρι 47 γραμμάτων που δεν είναι άλλο από ένα πολυσύνθετο επίθετο (αναφέρεται στο «Codices graeci Chisiani e Borgiani»):
ακτινοχρυσοφαιδροβροντολαμπροφεγγοφωτοστόλιστος!
Κατά πόδας ακολουθεί, με 38 γράμματα, το «Ηρακλειανοκυροσεργιοπυρροπαυλοπετρίται» (αναφέρεται στο «Scripta saeculi VII vitam Maximi Confessoris illustrantia»), οι ακόλουθοι του Ηρακλή, Κύρου, Σέργιου, Πύρρου, Παύλου και Πέτρου δηλαδή.
Ο Φλάυιος Διόσκορος του 6ου αιώνα μ.Χ. μας λέει για μια αρκούντως άξια δημιουργία ζώων, πουλιών, αστεριών και ουράνιων σωμάτων, έναν γλωσσοδέτη 38 γραμμάτων: «παναξιοκτηνοπτηναστροφωστηροκοσμοποιία».
Ο Αριστοφάνης ξαναχτυπά, αυτή τη φορά στις «Σφήκες» του, και κάνει σατιρικά λόγο για «ορθροφοιτοσυκοφαντοδικοταλαιπώρων», ένα τεχνητό μακρινάρι 33 χαρακτήρων, ενώ ο Βασίλειος Καισαρείας (ο Άγιος Βασίλης) τον ισοφαρίζει σε γράμματα με το «αστραποβροντοχαλαζορειθροδαμάστου» του!
Ο Θεόδωρος Β’ Λάσκαρης Βατάτζης (Θεόδωρος Β’ Δούκας Λάσκαρις) αναφέρει σε επιστολή του τον υπέροχο σιδηρόδρομο «στρογγυλοφιλοσοφογραμματογράφου», με τον άθλο του των 31 γραμμάτων να συναντά ωστόσο στο διάβα του και πάλι τον Αριστοφάνη, ο οποίος τον ισοφαρίζει στη «Λυσιστράτη» με το «σπερμαγοραιολεκιθολαχανοπώλιδες».
Ο κωμικός ποιητής της αρχαιότητας Έφιππος ο Αθηναίος πλάθει ένα μακρινάρι με τον Βρύσο και τον Θρασύμαχο και τα κέρματα που παίρνουν, το οποίο σκαρφαλώνει στα 30 γράμματα («Βρυσωνοθρασυμαχειοληψικερμάτων»), την ίδια ώρα που η βυζαντινή εκκλησιαστική παράδοση μάς άφησε κληρονομιά τόσο το «πανυπερπρωτοπανσεβαστοϋπέρτατος» των 31 χαρακτήρων όσο και τα «ακτινολαμπροφεγγοφωτοστόλιστος» και «πανσεβαστοκοσμοποθοπροσκύνητος» των 30 γραμμάτων!
Ο Φιλόξενος ο Κυθήριος, διθυραμβοποιός της κλασικής εποχής, είχε τον δικό του σιδηρόδρομο-σήμα κατατεθέν με 30 γράμματα, το «τοξαισελαιοξανθεπιπαγκαπύρωτος», την ίδια ώρα που ο βυζαντινός λόγιος και γραμματικός του 12ου αιώνα Ιωάννης Τζέτζης σκαρφίστηκε ένα ισοδύναμο σε μακροσκελείς όρους μακρινάρι, το «κομπορηματοχρηματομετεωροφέναξ».
Ο πανταχού παρόντας λεξιπλάστης της αρχαίας ελληνικής Αριστοφάνης τα είχε δώσει όλα στη «Λυσιστράτη» σε όρους γλωσσικής επινοητικότητας και ξαναχτύπησε με τον γλωσσοδέτη των 29 γραμμάτων «σκοροδοπανδοκευτριαρτοπώλιδες», τον οποίο ισοστάθμισε ο βυζαντινός ιερωμένος και λόγιος του 13ου αιώνα Ιωάννης Απόκαυκος, όταν χαρακτήρισε κάποιον «λογαριαστοπνευματικοοικονόμος».
Ειδική αναφορά οφείλει να γίνει στον βυζαντινό λόγιο του 9ου αιώνα Κωνσταντίνο Ρόδιο, ο οποίος δεν έκρυβε τις γλωσσοπλαστικές του δυνάμεις. Κι έτσι μας χάρισε τα «πρεσβευτοκερδοσυγχυτοσπονδοφθόρος» (33 γράμματα),
«πλαστιγγοζυγοκαμπανοσφαιρωστάτης» (32 γράμματα),
«βαρβιτοναβλοπλινθοκυμβαλοκτύπος» (31 γράμματα),
«ελληνοθρησοχριστοβλασφημότροπος» (31 γράμματα),
«κασαλβοπορνομαχλοπρωκτεπεμβάτης» (31 γράμματα),
«λακτεντοχοιροκριοβουτραγοσφάγος» (31 γράμματα),
«ολεθριοβιβλοφαλσογραμματοφθόρος» (31 γράμματα),
«λαρυγγογλασκοξεστοχανδοεκπότης» (30 γράμματα),
«κορνουτοπαρθενοτριβοψυχοφθόρος» (30 γράμματα),
«ἀλλαντοχορδοκοιλιεντεροπλύτης» (29 γράμματα),
«κλεπτοτυμβονυκτεροσκοτεργάτης» (29 γράμματα),
«μοιχοπαιδοδουλοσκανδαλεργάτης» (29 γράμματα) κ.λπ.
Στα «Κορακιστικά» (1813) του Ιάκωβου Ρίζου Νερουλού συναντάμε το σατιρικό καθαρευουσιάνικο μακρινάρι των 31 παρακαλώ γραμμάτων «ελαδιοξιδιοαλατολαχανοκαρύκευμα», ενώ στη θεατρική «Βαβυλωνία» του Δημήτρη Βυζάντιου φιγουράρει το 33 χαρακτήρων «εδωδιμολεσχοποικιλοβρωματοπωλείον»!
Ο λαϊκός μας ήρωας Καραγκιόζης ήταν ταυτοχρόνως μεγάλος γλωσσοπλάστης, αφού δεν έκρυβε ποτέ στο θέατρο σκιών τον λεξιλογικό του πλούτο. Κι έτσι τόλμησε να συλλαβίσει το μακρυνάρι των 73 γραμμάτων, διαμαρτυρόμενος στον Χατζηαβάτη ότι «δεν ψάχνει υπηρέτη ο Βεζίρης, αλλά έναν «υπηρετομαγεροσιδεροζυμωσφουγκαροκαμαριεροκηπουροαμαξογραμματογλωσσομαθή»!
Αλλά και ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος, γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους ως Ραμπαγάς, δημοσίευσε στο σατιρικό περιοδικό του «Ραμπαγάς» στις 26/6/1886 (τίτλος άρθρου «Αι Αθήναι διασκεδάζουν») το απίστευτο μακρινάρι
καφελουκουμοκονιακορρουμοσουμαδολεμοναδοκερασομπισκοτοκουραμπιεδοναργιλεδο-
μαστιχοτριανταφυλλωνερόματα

Διάφοροι αχταρμάδες
Αν χρησιμοποιήσουμε ως πηγή τα λεξικά της κοινής νεοελληνικής (Τριανταφυλλίδη, Μπαμπινιώτη, Φυτράκη κ.λπ.), τότε η ελληνική απόδοση του DNA, το «δεσοξυριβοζονουκλεϊνικό» οξύ, φαίνεται να κρατά τα σκήπτρα με 23 γράμματα. Με μόλις ένα γράμμα λιγότερο, το «ηλεκτροεγκεφαλογράφημα» κατατάσσεται δεύτερο, εκτός κι αν το πάρουμε στη γενική του («ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος»), που πλέον έχει 25 γράμματα (το «δεσοξυριβοζονουκλεϊνικό» στη γενική του μένει πίσω με 24 χαρακτήρες). Καταλαβαίνετε τη συλλογιστική…
Το «κοινωνιογλωσσολογικός» (Λεξικό Τριανταφυλλίδη) έχει 21 γράμματα, τι γίνεται όμως με το «κοινωνικοοικονομικοπολιτικοπεριβαλλοντικός»; Το παιχνίδι με την ελληνική γλώσσα δεν έχει πραγματικά τέλος, αν επιστρέψουμε όμως στις «κανονικές» λέξεις (τις λεξικογραφημένες δηλαδή), πρέπει να μνημονεύσουμε το 21 γραμμάτων μακρινάρι «αλληλοεξουδετερώνομαι», το οποίο αν γίνει «αλληλοεξουδετερωνόντουσαν» αγγίζει τους 25 χαρακτήρες.
Στο ανατρεπτικό Αντίστροφο Λεξικό (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη), το οποίο περιέχει λέξεις που δεν περιλαμβάνονται στα άλλα λεξικά της νεοελληνικής και συχνά κανείς δεν ξέρει τι σημαίνουν, φιγουράρει μια ακόμα απόπειρα γλωσσοδέτη, που στην ονομαστική έχει 25 γράμματα και στη γενική 28: το «αρεταμαρτωλιδεοπαθόφθεγμα».
Και βέβαια έχουμε και τα αριθμητικά, αν και αυτά δεν έχουν πλάκα. Παραθέτουμε ενδεικτικά μια σειρά που συναντάμε σε μαθηματικά κείμενα που εκτείνονται από τον Διόφαντο ως και τα νεότερα χρόνια:
τριακοντατρισμυριοστοχιλιοστοεπτακοσιοστοεβδομηκοστόεκτα (56 χαρακτήρες)
μυριοστοεπτακισχιλιοστοπεντακοσιοστοτεσσαρακοστόπεμπτα (54 χαρακτήρες)
μυριοστοτετρακισχιλιοστοεξακοσιοστοτεσσαρακοστόπρωτα (52 χαρακτήρες)
τρισκαιδεκακισμυριοστοτριακοσιοστοεικοστοπρώτων (47 χαρακτήρες)
τρισκαιδεκακισμυριοστοτριακοσιοστοεικοστόπρωτα (46 χαρακτήρες)
τετρακισμυριοστοχιλιοστοεξακοσιοστοεξκαιδέκατον (47 χαρακτήρες)
τετρακισμυριοστοτετρακισχιλιοστοοκτακοσιοστόν (45 χαρακτήρες)
τρισχιλιοστοδιακοσιοστοτεσσαρακοστοέννατον (42 χαρακτήρες)
δισμυριοστοδισχιλιοστοτετρακοσιοστόν (36 χαρακτήρες)
οκτακισχιλιοστοεκατοστοεικοστόγδοον (35 χαρακτήρες)
εννεακαιεικοσικαιεπτακοσιοπλασιάκις (35 χαρακτήρες)
τετταρακοντακαιπεντακισχιλιοστόν (32 χαρακτήρες)
τετρακισχιλιοστοεξηκοστοτέταρτον (32 χαρακτήρες)
επιτετρακοσιοστοκαιτεσσαρακοστώ (31 χαρακτήρες)
χιλιοκτακοσιογδοηκονταπλασίονα (30 χαρακτήρες)
τετρακισχιλιοστοενενηκοστόεκτα (30 χαρακτήρες)
διακοσιοστοτεσσαρακοστοτρίτοις (30 χαρακτήρες)

Στην προφορική μας παράδοση, όλοι ξέρουμε τη «σκουληκομυρμηγκότρυπα» των 21 χαρακτήρων («σκουληκομυρμηγκότρυπες» με 22 γράμματα), ή την εκκλησιά τη «μολυβοκοντυλοπελεκητή» (κι αν την κάνουμε «μολυβοκοντυλοπελεκητούς» ανεβαίνει στα 23 γράμματα), αλλά και το «υποδηματοεπιδιορθωτήριον» των 24 γραμμάτων που καταγράφει ο Τριανταφυλλίδης.
Αλλά και το παλιό κλασικό «αναρχοληστοκομμουνιστοσυμμορίτες», που τόσο χρησιμοποιήθηκε μεταξύ 1940-1970, είναι ένα τεχνητό μακρινάρι 32 γραμμάτων, όχι τίποτα παίξε-γέλασε! Την ίδια στιγμή, η ιδιωματική μας παράδοση μας έχει χαρίσει πάμπολλους γλωσσοδέτες, από το «ποτηροκαλαθοσκαρβελοσωμαρογαϊδουρολειβαδοποταμίσουμε» των 52 χαρακτήρων μέχρι και εκείνη τη φουκαριάρα την καρέκλα που το ποδάρι της «ξεκαρεκλοποδαριαστηκε» (21 γράμματα)!
Είπαμε, το παιχνίδι με τη γλώσσα δεν έχει τέλος και προέρχεται ακόμα και από πηγές που δεν θα περίμενες ποτέ. Πώς το λέει αυτό το χρώμα η Μοιραράκη; Α ναι, «μπορδοροδοκοκκινοζορζοβί» (24 γράμματα)!
Περιμένουμε φυσικά και τις δικές σας συνεισφορές, καθώς είναι τόσα αυτά τα υπέροχα μακρινάρια που έμειναν εκτός…

Michelin: Πώς μια εταιρεία ελαστικών έγινε παγκόσμια αυθεντία στα εστιατόρια

Michelin: Πώς μια εταιρεία ελαστικών έγινε παγκόσμια αυθεντία στα εστιατόρια
Προφανώς, με τις τόσες εκπομπές μαγειρικής τα τελευταία χρόνια στην Ελληνική τηλεόραση, θα έχετε ακούσει για τα αστέρια Michelin.
Δεν φαίνεται λογικό, οι πιο ταλαντούχοι σεφ του κόσμου και τα καλύτερα εστιατόρια να ανησυχούν τόσο για την έγκριση (και τα αστέρια) της εταιρείας. Και όμως είναι.
Πάμε πίσω στο πρώτο τεύχος της Michelin το 1900. Εκείνη την εποχή στη Γαλλία, υπήρχαν μόνο 3.000 αυτοκίνητα στους δρόμους όλης της Γαλλίας.
michelin-guide-3Τότε η Michelin έφτιαχνε ελαστικά ποδηλάτων. Τα μηχανοκίνητα οχήματα έγιναν ευρέως διαδεδομένα στις μάζες περίπου το 1908, όταν η Ford κατασκεύασε το Model T.
Έτσι, προκειμένου να αυξηθεί η ζήτηση στα ελαστικά, η Michelin Brothers έπρεπε να αυξήσει τη ζήτηση για αυτοκίνητα. Και φυσικά, για να ενισχύσει η ζήτηση για αυτοκίνητα, θα έπρεπε να πείσουν τους ανθρώπους να ταξιδέψουν πιο μακριά.
Ουσιαστικά με τον οδηγό της η Michelin ήθελε να γίνει μια προσπάθεια ώστε οι άνθρωποι να παίρνουν τα αυτοκίνητά τους περισσότερο και να ανακαλύπτουν νέα μέρη, έτσι ώστε τελικά να χρειάζονται περισσότερα ελαστικά.
michelin-guide-1Σχεδόν 35.000 αντίτυπα της πρώτης έκδοσης τυπώθηκαν και διανεμήθηκαν δωρεάν. Περιείχε χρήσιμες πληροφορίες για ταξίδια στους αυτοκινητιστές, συμπεριλαμβανομένων τουριστικών συμβουλών, πρατήρια βενζίνης, χάρτες καθώς και -φυσικό και επόμενο- οδηγίες για την αλλαγή ελαστικών.

michelin-guide-4Σύντομα ακολούθησαν οδηγοί για την Ελβετία, την Βαυαρία, τα Βρετανικά νησιά και «τις χώρες του Ήλιου» (Βόρεια Αφρική, Ιταλία).
Μετά τον Α” Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1920 η Michelin άρχισε να χρεώνει τον οδηγό όταν ο André Michelin επισκέφτηκε κάποια στιγμή έναν έμπορο ελαστικών και παρατήρησε αντίτυπα του οδηγού να χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έναν πάγκο εργασίας.
Με βάση την αρχή ότι «ο άνθρωπος σέβεται πραγματικά κάτι που πληρώνει«, τα αδέρφια αποφάσισαν να σταματήσουν να τον διανέμουν δωρεάν.

Ο οδηγός έγινε πιο περίπλοκος, τα εστιατόρια και τα ξενοδοχεία αναφέρονταν σε ειδικές κατηγορίες. Αρκετά σύντομα, καθώς οι αδελφοί είδαν ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για τα εστιατόρια στον οδηγό τους, προσελήφθη μια ομάδα ανώνυμων επιθεωρητών για να επισκέπτεται και να βαθμολογεί εστιατόρια.
Έπειτα, το 1926 ήρθαν τα αστέρια Michelin. Στην αρχή, απονέμονταν μόνο ένα αστέρι, αλλά στα 1930, θεσπίστηκε μια ιεραρχία όπου από ένα αστέρι σήμαινε «ένα πολύ καλό εστιατόριο στην κατηγορία του, δύο αστέρια για την εξαιρετική κουζίνα, που αξίζει μια παράκαμψη και τρία αστέρια για την εξαιρετική κουζίνα, που αξίζει ένα ειδικό ταξίδι».

Και έτσι άρχισε ο κόσμος των εστιατορίων να μπλέκει με τα ελαστικά…

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

Πλάτων: ο ορισμός της φιλοσοφίας

Πιο λεπτομερή στοιχεία για την έννοια της “φιλοσοφίας” μπορούν πάλι να αναζητηθούν στο χώρο των σοφιστών και του κύκλου του Σωκράτη. Η φιλοσοφία νοείται εδώ κατ’ αρχήν ως θεωρητική ενασχόληση εφόσον ασκείται με συστηματικό τρόπο, όπως, λ.χ., η μόρφωση των νέων (Ευθύδ. 307a∙ Γοργ. 485a). Η “φιλοσοφία” στην περίοδο αυτή δεν περιορίζεται σ’ ένα συγκεκριμένο πεδίο: Η γεωμετρία είναι φιλοσοφία (Θεαίτ. 143d), το ίδιο και η μουσική, δηλαδή η θεωρία της αρμονίας (Τιμ. 88c). Στον Ξενοφώντα (Απομνημ. 4, 2, 23) ο Ευθύδημος χαρακτηρίζει την ενασχόληση με ποιητές και σοφιστές ως τη δική του “φιλοσοφία στο Συμπόσιον του Ξενοφώντα (Ι 5) φιλοσοφία είναι η παιδεία που παρέχεται με αμειβόμενη διδασκαλία από τους σοφιστές Πρωταγόρα, Γοργία, Πρόδικο και άλλους, ενώ ο Σωκράτης θέλει να την αποκτήσει χωρίς να τον διδάξει κανείς. Τι θεωρούσε ο λαός φιλοσοφία μπορούμε να το συμπεράνουμε πολύ καθαρά από την Απολογία (23d) του Πλάτωνα. Στο χωρίο αυτό επιρρίπτονται κατηγορίες στους “φιλοσόφους” και συγκεκριμένα ότι ερευνούν ότι βρίσκεται πάνω και κάτω από τη γη, δεν πιστεύουν στους θεούς και με την τέχνη του λόγου τους βοηθούν στο να υπερισχύει το χειρότερο. Μ’ άλλα λόγια, οι φιλόσοφοι είναι άθεοι και διαστρεβλωτές του δικαίου και επιπλέον καταπιάνονται με μια επιστήμη που δεν ωφελεί κανέναν σε τίποτα.

Δίπλα σ’ αυτήν την περιορισμένη σημασία της λέξης (φιλοσοφία είναι η συστηματική, θεωρητική δραστηριότητα) διατηρείται όμως και η αρχική σημασία της λέξης (επιδίωξη της σοφίας ή της γνώσης), και η επιδίωξη της σοφίας μπορεί να αντιπαραβληθεί προς την κατοχή της σοφίας ή της γνώσης. Έτσι στον Φαίδρο (278d) του Πλάτωνα λέγονται τα εξής: “Να τον ονομάσουμε βέβαια σοφό εμένα μου φαίνεται πως είναι πολύ και αρμόζει μονάχα στο θεό∙ να τον ονομάσουμε όμως φιλόσοφον ή κάτι παρόμοιο θα του άρμοζε ίσως περισσότερο και θα ήταν πιο ανάλογο.” Η σοφία, η οποία αποτελεί αντικείμενο μιας τέτοιας επιδίωξης, ταυτίζεται με τη γνώση∙ πρβ. Θεαίτ. 145e: “Είναι λοιπόν το ίδιο η γνώση και η σοφία; Ναι.”

Στο ερώτημα τι σημαίνει “φιλοσοφία” στον Πλάτωνα θα μπορούσε κανείς, με βάση την παραπάνω τελευταία πληροφορία, να αναμένει την απάντηση ότι η φιλοσοφία είναι η επιδίωξη της σοφίας ή της γνώσης. Ο Πλάτων όμως δίνει άλλη απάντηση: “Όσοι ασχολούνται με ορθό τρόπο με τη φιλοσοφία φαίνεται ότι δεν καταγίνονται με τίποτε άλλο παρά με το να πεθαίνουν και να είναι νεκροί, και τούτο οι άλλοι άνθρωποι διόλου δεν το αντιλαμβάνονται” (Φαίδων 64a). Η απάντηση αυτή δεν αποτελεί μόνο παράδοξο αλλά εγείρει κατ’ αρχήν εντονότατη αντίδραση: Αν έχουν έτσι τα πράγματα, ώστε μέλημα των ίδιων των φιλοσόφων να είναι το να εξαφανιστούν καλύτερα απ’ αυτή τη γη, τότε ας μην τους εμποδίσουμε καθόλου∙ ας φροντίσουμε να τους ξεφορτωθούμε όσο πιο γρήγορα γίνεται (Φαίδ. 64b). Δεν μπορούμε όμως να βάλουμε τόσο εύκολα στην άκρη την πληροφορία που μας δίνει ο Πλάτων. Τι εννοεί όταν χαρακτηρίζει τη φιλοσοφία επιδίωξη του θανάτου; Θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τα λόγια του με το να συλλογιστούμε τι εννοεί με τη λέξη “θάνατος”.

Στον Φαίδωνα (64c) ο θάνατος ορίζεται ως “χωρισμός της ψυχής από το σώμα”. Ο άνθρωπος όσο ζει είναι άρα κάτι σύνθετο από ψυχή και σώμα. Το σώμα ως οργανικό σώμα δεν είναι αφ’ εαυτού ζωντανό, αφού τα στοιχεία από τα οποία συντίθεται δεν είναι ζωντανά. Πρέπει λοιπόν να υπάρχει κάτι μη ταυτόσημο με το σώμα που να του δίνει ζωή. Αυτή η αρχή της ζωής λέγεται ψυχή. Όσο βρίσκεται στο σώμα, το σώμα είναι ζωντανό∙ ο ζων άνθρωπος μπορεί να αντιλαμβάνεται και να σκέπτεται. Και αυτές οι ικανότητες πρέπει να είναι ικανότητες της αρχής της ζωής∙ αν δηλαδή το σώμα δεν είναι από μόνο του ζωντανό, τότε δεν κατέχει και από μόνο του τις ικανότητες της αντίληψης και της σκέψης. Αν όμως συμβαίνει αυτό, τότε δεν είναι το ανθρώπινο σώμα εκείνο που κάνει τον άνθρωπο άνθρωπο∙ η αρχή του να είναι κανείς άνθρωπος είναι μάλλον η ψυχή∙ αυτή είναι ο άνθρωπος με την ουσιαστική έννοια. Αν τώρα θέσουμε παραπέρα το ερώτημα τι ξεχωρίζει τον άνθρωπο ως έμψυχο ον από τα άλλα έμβια όντα, όπως τα φυτά και τα ζώα, είναι προφανές ότι ο άνθρωπος έχει ως κοινό στοιχείο με τα ζώα και τα φυτά το ζην∙ την ικανότητα της αισθητηριακής αντίληψης την έχουν και τα ζώα∙ μόνο στον άνθρωπο ανήκει ο νους. Ακόμη κι αν δεν είναι ίσως δυνατόν να αρνηθούμε την ύπαρξη ενός είδους νοημοσύνης στα πολύ εξελιγμένα ζώα, εν τούτοις μόνο ο άνθρωπος μπορεί να νοήσει “εκείνο το οποίο είναι”. Τη νόηση “εκείνου το οποίο είναι” την ονομάζει ο Πλάτων νόησιν ή επιστήμην ή και φρόνησιν (καθαρή νοητική γνώση). Αυτή τη γνώση δεν την αποκτούμε μέσω των αισθήσεων∙ γιατί οι αισθήσεις μας αφήνουν πάντοτε να αντιλαμβανόμαστε μόνο ένα ον που βρίσκεται κάθε φορά εδώ και εκεί, που αλλάζει τόπο και που με το πέρασμα του χρόνου τα συστατικά του μεταβάλλονται, ένα ον που γεννιέται και πεθαίνει. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να είναι “εκείνο το οποίο είναι”. “Εκείνο το οποίο είναι” δεν το προσεγγίζουμε ποτέ με την αισθητηριακή αντίληψη, αλλά το γνωρίζουμε μόνο όταν υπερβούμε την αντίληψη και το προσπελάσουμε στην καθαρή σκέψη.

Αυτή η υπέρβαση της αισθητηριακής αντίληψης ή η απόσυρση της ψυχής στον εαυτό της, το να “περισυλλέγεται (η ψυχή) από κάθε σημείο του σώματος και να συγκεντρώνεται” (Φαίδ. 67c), διαταράσσεται όχι μόνο από την αισθητηριακή αντίληψη αλλά επίσης, και προπάντων, από τον πόνο, την επιθυμία (Φαίδ. 65c) και γενικά από καθετί που προέρχεται από το σώμα∙ πρβ. Φαίδ. 66b-c: “Το σώμα μας γεννά μύριες ασχολίες εξαιτίας της τροφής που του χρειάζεται∙ κι επιπλέον, αν μας βρουν ασθένειες, μας φέρνουν εμπόδια στη θήρα του όντος. Με έρωτες και με επιθυμίες και με φόβους και με φανταστικές εικόνες κάθε λογής και με αναρίθμητες ανοησίες μας γεμίζει σε τόσο βαθμό, ώστε πραγματικά (όπως λέγεται συχνά στ’ αλήθεια) εξαιτίας του σώματος καμιά ποτέ ορθή σκέψη δεν είμαστε σε θέση να σχηματίσουμε για τίποτα. Γιατί και πολέμους και επαναστάσεις και μάχες τίποτε άλλο δεν τις προκαλεί παρά το σώμα και οι επιθυμίες του∙ γιατί για την απόκτηση χρημάτων και υλικών αγαθών γίνονται όλοι οι πόλεμοι, και τα χρήματα και τα υλικά αγαθά αναγκαζόμαστε να τα αποκτούμε εξαιτίας του σώματος. Γι’ αυτό επίσης μας λείπει ο καιρός να αναζητήσουμε τη σοφία. Και το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι, και εάν κάποτε ευκαιρήσουμε από αυτό και αποφασίσουμε να ασχοληθούμε με την έρευνα ενός πράγματος, πάλι στις αναζητήσεις μας μπαίνοντας παντού στη μέση προκαλεί θόρυβο και ταραχή και μας ταλαιπωρεί τόσο, ώστε να μη μπορούμε εξαιτίας του να διακρίνουμε καθαρά το αληθές. Εάν κάποτε θέλουμε να φθάσουμε στην καθαρή γνώση ενός πράγματος, πρέπει να απαλλαγούμε από το σώμα και με μόνη την ψυχή μας να αντικρύσουμε αυτά καθεαυτά τα πράγματα.” Αλλά απελευθέρωση της ψυχής από το σώμα είναι ο θάνατος. Η φιλοσοφία ως επιδίωξη του θανάτου είναι επομένως η απελευθέρωση της ψυχής από τα πάθη και τις ανάγκες του σώματος, η υπέρβαση της αισθητηριακής αντίληψης και η προσπάθεια να γνωρίσουμε στην καθαρή σκέψη “εκείνο το οποίο είναι”.

Από αυτό γίνεται σαφές ότι, όσο η ψυχή είναι συνδεδεμένη με το σώμα, είμαστε μεν πολύ κοντά στη γνώση της αλήθειας όταν η ψυχή παραιτείται όσο γίνεται από τη σχέση με το σώμα, αλλά σε τούτη τη ζωή το μόνο που μπορούμε πάντα είναι να πλησιάζουμε την αλήθεια∙ γιατί όσο η ψυχή είναι ενωμένη με το σώμα δεν μπορεί ποτέ να αποσυρθεί στον εαυτό της, έτσι ώστε να διακοπεί εντελώς η σχέση με το σώμα. Τέλεια γνώση “εκείνου το οποίο είναι” επιτυγχάνεται μόνο όταν η ψυχή αποκοπεί εντελώς από τη συνένωση με το σώμα, δηλαδή μετά το φυσικό θάνατο. Από αυτό όμως δεν επιτρέπεται να συναχθεί το εύλογο συμπέρασμα ότι όποιος επιδιώκει τη σοφία πρέπει να αυτοκτονήσει (Φαίδ. 61c), για να μπορέσει έτσι να φτάσει όσο πιο γρήγορα γίνεται στη γνώση “εκείνου το οποίο είναι”. Το ότι η ψυχή είναι τρόπον τινά φυλακισμένη στο σώμα ερείδεται σε θέσπισμα όχι ανθρώπινο. Όπως ο νομοταγής πολίτης –ο Σωκράτης είναι το πρότυπο- δεν επιτρέπεται να δραπετεύσει από τη φυλακή, ακόμα κι αν του δίνεται αυτή η δυνατότητα (πρβ. Κρίτ. 50a κ.ε.), έτσι και η ψυχή πρέπει να περιμένει με καρτερία εντός του σώματος, μέχρις ότου, μέσω πάλι ενός μη ανθρώπινου θεσπίσματος, ελευθερωθεί απ’ αυτό. Ένα μη ανθρώπινο θέσπισμα είναι “θείο” θέσπισμα∙ η ψυχή επομένως πρέπει να παραμείνει στο σώμα, μέχρις ότου ο θεός ή οι θεοί ορίσουν να ελευθερωθεί από αυτό.

Για να διασαφηνίσουμε την τελευταία ιδέα ας εξετάσουμε με συντομία τη σημασία των λέξεων θείος και θεός. Διαβάζοντας τις λέξεις αυτές στη μετάφρασή τους (θεός, θεός) και γνωρίζοντας ότι οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν σε πολλούς θεούς, θα τους φανταστούμε σαν μια λίγο-πολύ φιλική, άλλοτε πάλι μοχθηρή ομάδα υπεράνθρωπων όντων, η οποία κατά βάση φέρεται σαν τους ανθρώπους∙ και θα θέσουμε τότε το ερώτημα πως είναι δυνατόν φιλόσοφοι σαν τον Πλάτωνα να μιλούν ακόμη σοβαρά για θεό ή θεούς. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ότι οι λέξεις θεός και θείος σημαίνουν καθετί υπεράνθρωπο, αιώνιο και αθάνατο. Κάθε δύναμη που υπάρχει πριν από τη γέννησή μας και θα υπάρχει μετά το θάνατό μας μπορούσε να χαρακτηριστεί θεός ή θείος∙ και πράγματι, οι περισσότερες απ’ αυτές τις δυνάμεις αποκλήθηκαν με τις λέξεις αυτές. Τέτοιες δυνάμεις προσωποποιήθηκαν, όχι μόνο φαινόμενα όπως η βροχή, η καταιγίδα, η λιακάδα, οι ασθένειες κι ο θάνατος, αλλά και ψυχικά ερεθίσματα που κάνουν τον άνθρωπο να καταλάβει ότι βρίσκεται υπό την εξουσία ενός πράγματος που δεν μπορεί να το ελέγξει. Ένα εξαίσιο ερωτικό, λ.χ., είναι έργο της Αφροδίτης∙ μια ασύνετη πράξη είναι ένδειξη του ότι ο Δίας έκανε το λογικό του ανθρώπου ανίσχυρο κ.λπ. Κατά την αντίληψη αυτή ο άνθρωπος είναι παίγνιο πανίσχυρων θεοτήτων που ασχολούνται όχι μόνο με τη διακυβέρνηση του σύμπαντος, αλλά και προπάντων με τη διευθέτηση των ανθρώπινων υποθέσεων. –Πιο σημαντικό από αυτό είναι όμως ότι, η λέξη θεός έχει πρωτίστως κατηγορηματική σημασία. Οι Έλληνες, αντίθετα από τους Εβραίους και τους Χριστιανούς, δεν προέβαλαν πρώτα ως αξίωμα την ύπαρξη του θεού προσπαθώντας κατόπιν να προσδιορίσουν τις ιδιότητές του, λέγοντας, π.χ., ότι “ο θεός είναι αγάπη”, αλλά, για να μείνουμε στο ίδιο παράδειγμα, είπαν ότι “η αγάπη είναι θεός πρβ., π.χ., Ευριπ. Ελένη, στ. 560: “Τους δικούς σου να βρίσκεις είναι θεός”. Αποκαλύπτεται εδώ ένας τρόπος σκέψης που συνδέει αντικείμενα, καταστάσεις ή παραστάσεις με τέτοιο τρόπο που κατ’ αρχήν μας φαίνεται παράδοξος.

Για να διασαφηνίσουμε την πλατωνική αντίληψη σχετικά με την ψυχή ας προσθέσουμε και τα ακόλουθα: Η απομάκρυνση του φιλοσόφου από τη σωματικότητα θα μπορούσε να κατανοηθεί ως φυγή από τον κόσμο και έτσι έχει ερμηνευθεί. Ο Πλάτων όμως δεν ζητεί να αρνηθούμε τον κόσμο. Ο φιλόσοφος, επειδή ακριβώς γνωρίζει ότι στην ένωση της ψυχής με το σώμα η ψυχή έχει τα πρωτεία, μπορεί να αξιολογήσει ορθά τη σωματική ζωή και να της αποδώσει τη θέση που της αρμόζει στην ιεραρχία ψυχής και σώματος. Η φιλοσοφία είναι η ομοίωση με το

Για τη Φανέρωση

Το σημαντικότερο είναι να φανερωνόμαστε στον Εαυτό μας.

Έχουμε υιοθετήσει πολλές πεποιθήσεις για την αλήθεια, την ειλικρίνεια, την αγάπη, τη φιλία, μα δεν συνειδητοποιούμε πως καθημερινά προδίδουμε τις ίδιες αυτές έννοιες, αγνοώντας τον εαυτό μας, τις πραγματικές μας προθέσεις, τα κρυμμένα κίνητρα που δεν θέλουμε να δούμε.

Όταν είσαι πρόθυμος να ξεσκεπάσεις τα δικά σου εγωιστικά, φοβικά, απολυταρχικά κίνητρα, τότε μπορείς ευκολότερα να αποκαλύπτεις και τα αντίστοιχα κίνητρα των άλλων, είτε τα αναγνωρίζουν συνειδητά είτε όχι. Γίνονται διάφανοι, ακόμα κι αν επιλέγουν να συνεχίζουν την αυτο-άγνοιά τους, την προσποίηση, τους ρόλους που παίζουν νομίζοντας πως είναι «ειλικρινείς.

Οι θεατρινισμοί είναι παντού και συνεχίζονται με τις ευλογίες της ασυνειδησίας του ατόμου. Όσο ξεσκεπάζεις όλο αυτό το παιχνίδι της πόζας, του ονείρου, της υποτιθέμενης γνώσης, τόσο συνειδητοποιείς πόσο καλά παίζεται και πόσο συλλογικά πειστικά περνάει.

Δεν μπορείς να φανερώσεις αυτά που βλέπεις στους κοιμισμένους, γιατί φυσικά θ’ απορριφθούν. Ποιος θέλει να βλέπει τη γύμνια του καθαρά, αν δεν το έχει επιλέξει, με θάρρος, συνειδητά ο ίδιος;

Και όσο αποκτάς εσωτερική όραση, ακοή, αίσθηση, τόσο αναγκαστικά συρρικνώνεται και ταυτόχρονα επεκτείνεται ο κόσμος σου. Δεν απειλείσαι από αυτά που αντιλαμβάνεσαι, όμως βρίσκεσαι στη θέση, να επιλέγεις ποιος θέλεις να είσαι, σε αυτό το συλλογικό θέατρο του παραλόγου, που εξελίσσεται καθημερινά, παντού.

Αποκτάς διαύγεια, διάκριση, διαίσθηση, σε έναν κόσμο που επί το πλείστον θέλει να κρύβεται, να παραμυθιάζεται, να ονειρεύεται. Είναι μοναχική πορεία, την οποία διανύεις μόνο με όσους μπορούν να είναι εξ’ ίσου φανεροί, ισότιμοι, ισάξιοι της εμπιστοσύνης σου… στον ίδιο σκοπό της φανέρωσης της Αλήθειας.

Είναι μια διαρκής πορεία, στην οποία συναντάς πολλά τέρατα και παρανοήσεις, με τα οποία πρέπει να τα βάλεις για να απελευθερωθείς από τα δεσμά της απάτης, της ψευδαίσθησης, της εικόνας του εαυτού σου.

Απαιτεί θάρρος, που είναι το αντίθετο του φόβου.

Γελάω με τις σύγχρονες διδαχές που θέλουν το φόβο αντίθετο της αγάπης, συνεχίζοντας την πλάνη και το κυνήγι ουτοπικών φαντασιώσεων που κοιμίζουν τη συνειδητότητα. Όλα όσα κατηγορούν τα αισθήματα, δίνουν συμβουλές στην αντιμετώπιση των "αρνητικών ανθρώπων", σπρώχνουν τον άνθρωπο έξω από τον Εαυτό σου (με πρόσχημα να "αγαπά τον εαυτό του"), δίνοντάς του ψεύτικα εργαλεία και ενισχυμένες πεποιθήσεις, ενώ ο πραγματικός "εχθρός" ζει και βασιλεύει εντός τους. Ενώ η οπαδοποίηση συνεχίζει να είναι πρακτική αιώνων, με εκλεπτυσμένες "γνώσεις" σύγχρονης πλάνης, που δίνουν την ψευδαίσθηση της αυτο-επιλογής και της αυτάρκειας, η αληθινή Γνώση παραμένει "κρυμμένη", μπροστά στα μάτια που αδυνατούν να δουν.
Κανένας φοβικός άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα ειλικρινής, φανερός, τίμιος, αφού παρανοεί για την πραγματικότητα του εαυτού του.

Φυσικά, πολλοί δηλώνουν άφοβοι, έντεχνα σκεπάζοντας το φόβο, με φτιαχτές πεποιθήσεις που δεν τόλμησαν ποτέ να αμφισβητήσουν. Οι περισσότερες θεωρίες, διδασκαλίες, πρακτικές παραμένουν το όπιο του φοβικού, σε μια πραγματικότητα, στην οποία αρνούνται να υπάρξουν φανεροί, με την αγνότητα της γύμνιας τους.

Η πορεία πρέπει να είναι αντίστροφη και απαιτεί το γκρέμισμα αυτού που φαίνεται να είναι μοναδικό και αληθινό. Όμως πώς να γκρεμίσεις αυτό που φαίνεται να είναι τόσο στέρεο, τόσο αληθινό, που τίποτ’ άλλο δεν φαίνεται να υπάρχει, που να μπορείς να βάλεις στη θέση του; Το παράδοξο που δεν αντιλαμβανόμαστε είναι και ο δρόμος που χρειάζεται να ακολουθήσουμε… όσοι τολμούμε, όσοι αντέχουμε ή όσοι είμαστε έτοιμοι. Αυτός είναι ο δρόμος του αληθινού εσωτερικού πολεμιστή, που δεν γίνεται αντιληπτός από τους κοιμισμένους...

Οι υπόλοιποι, θα αρκεστούν στην επίκριση, στην αναζήτηση εχθρών, θεωριών και εξωτερικών διδαχών, θα συνεχίζουν να ενισχύουν τις πεποιθήσεις που τους προσφέρουν την ψεύτικη αίσθηση ασφάλειας που αναζητούν, στο όνειρο που αντιλαμβάνονται ως πραγματικότητα… έστω κι αν καταρρέει γύρω τους και προσπαθούν όλο και περισσότερο να την διατηρήσουν. Όλα τα άλλα, οτιδήποτε διαφορετικό, αποτελεί απλά χτίσιμο, μιας φανταστικής πραγματικότητας που αναγείρουμε γύρω μας, περιορίζοντας αθέατα και ασυνείδητα τον Εαυτό μας!

Γνωρίζω εκ των προτέρων, πως ό,τι κι αν γράφω είναι ατελές, πως υπόκειται σε προσωπική ερμηνεία και παραμένει ασήμαντη σταγόνα στον ωκεανό, της σοφίας και της γνώσης που οφείλουμε να ανακαλύψουμε και να αναδύσουμε ο καθένας για τον εαυτό του...και είναι συνεχιζόμενη πορεία Αυτό-ανακάλυψης...όχι κατάκτησης.

Παύλος Μελάς: Ο Ήρωας του Μακεδονικού Αγώνα

Ο πρωτομάρτυρας και πρωτεργάτης του Μακεδονικού Αγώνα, Παύλου Μελάς γεννήθηκε στην Μασσαλία της Γαλλίας στις 29 Μαρτίου 1870, και η οικογένειά του ήρθε στην Αθήνα το 1874. Ο πατέρας του είχε έντονη εθνική δράση και διέθεσε μεγάλο μέρος της περιουσίας, που είχε αποκτήσει στη Μασσαλία, για τους αγώνες του Έθνους και για κοινωνικούς σκοπούς.
 
Ανατράφηκε μέσα σε ένα ζεστό οικογενειακό και εθνικό περιβάλλον όπου καλλιεργήθηκε η αγάπη του για την Πατρίδα. Όπως γράφει στο ημερολόγιό του θέλει να πολεμήσει και να πεθάνει γι’ αυτήν.
 
Ξεχωρίζει από τους συνομήλικούς του για την καλοσύνη του και την προθυμία του. Μεγαλώνει σε μια ταραγμένη εποχή κατά την οποία έχουν ξεσπάσει διάφορες επαναστατικές κινήσεις ενάντια στον τούρκο δυνάστη. Η Θεσσαλία, η Ήπειρος, η Κρήτη, η Μακεδονία, ζητούν την ένωση με τη Μητέρα Ελλάδα.
 
Το 1886 γίνεται δεκτός στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων απ’ όπου αποφοίτησε με το βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού το 1891.Τον επόμενο χρόνο νυμφεύεται τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη του Στέφανου Δραγούμη και αδερφή του Ίωνος Δραγούμη, της γνωστής ένθερμης πατριωτικής οικογένειας με καταγωγή από την Μακεδονία. Απέκτησαν δύο παιδιά τον Μιχαήλ (Μίκη) και την Ζωή (Ζέζα), εξ ων και το ψευδώνυμο «Μίκης Ζέζας» με το οποίο πολέμησε στην Μακεδονία.
 
Το 1894 ιδρύεται η «Εθνική Εταιρεία», μυστική οργάνωση που σκοπό έχει την εθνική αφύπνιση των Ελλήνων και την απελευθέρωσή τους με κάθε θυσία. Φυσικά ο Παύλος υπήρξε δραστήριο μέλος της. Η ήττα του 1897 του προκαλεί αφάνταστη πίκρα και ανυπομονεί πότε θα έρθει η ώρα να ξεκινήσει η ενεργός δράση του.
 
Τον Φεβρουάριο του 1904 προκειμένου να αντιμετωπιστεί η δράση των βούλγαρων κομιτατζήδων στη τουρκοκρατούμενη Μακεδονία, που επεδίωκαν την προσάρτησή της στην Βουλγαρία, ο Παύλος Μελάς με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας και οι αξιωματικοί Αλέξανδρος Κοντούλης, Αναστάσιος Πάπουλας και Γεώργιος Κολοκοτρώνης συμμετέχουν σε μυστική αποστολή και δραστηριοποιούνται στη δυτική Μακεδονία. Δυστυχώς αυτή η πρώτη προσπάθεια γίνεται αντιληπτή από τους τούρκους και παρά τη θέλησή τους μετά από ένα μήνα επιστρέφουν στην Αθήνα.
 
Παρόλα αυτά ακαταπόνητος συνεχίζει τον αγώνα, θυσιάζοντας την οικογενειακή του θαλπωρή. Τον Ιούλιο επιστρέφει στη Μακεδονία, συναντάται με συμπατριώτες και αποφασίζουν την συγκρότηση ενόπλων σωμάτων με άντρες από τις γύρω περιοχές για δράση και πάλι στην δυτική Μακεδονία, όπου κινούνται και οι βούλγαροι κομιτατζήδες.
 
Ενθουσιασμένος μεταβαίνει στην Αθήνα, για δεκαπέντε ημέρες, για να αναλάβει επίσημα την αρχηγία του Μακεδονικού Αγώνα στην περιοχή της Καστοριάς και του Μοναστηρίου (σήμερα ονομάζεται Μπίτολα και εδαφικά ανήκει στα Σκόπια). Στις 28 Αυγούστου μαζί με τους άνδρες του, Μακεδόνες, Μανιάτες και Κρητικούς, εισέρχονται ένοπλα στη Μακεδονία.
 
Έρχεται σε επαφή με τον Δεσπότη της Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, ο οποίος επίσης είχε αφιερώσει την ζωή του στην υπηρεσία της πατρίδας και αναλαμβάνει δράση στην περιοχή της Καστοριάς και τα Βιτόλια. Οργανώνει την άμυνα των περιοχών, ενθαρρύνει τους ντόπιους που φοβούνται, οι οποίοι πλέον αισθάνονται ασφάλεια με την παρουσία του και αναζωπυρώνεται το εθνικό τους αίσθημα.
 
Με ορμητήριο τα χωριά Λιγκοβάνη και Λέχοβο πολεμά εξοντωτικά τους βούλγαρους, ενώ ταυτόχρονα καταδιώκεται και από τον τουρκικό στρατό. Στις 13 Οκτωβρίου κάνει στάση στο χωριό Στάτιστα (σήμερα ονομάζεται «Παύλος Μελάς»), για να ξεκουράσει τους άνδρες του. Εκεί όμως βρισκόταν και ο βούλγαρος αρχικομιτατζής Βλάχος Μήτρου, ο οποίος ειδοποίησε τις οθωμανικές αρχές για να τον παγιδεύσει.
 
Πράγματι, ισχυρό απόσπασμα του τουρκικού στρατού περικύκλωσε το χωριό και κατά την διάρκεια της συμπλοκής ο Παύλος Μελάς τραυματίστηκε στην οσφυϊκή χώρα και μετά από μισή ώρα, μέσα σε ανυπόφορους πόνους αφήνει την τελευταία του πνοή. Ενταφιάστηκε στο παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών στην Καστοριά από τον Δεσπότη Γερμανό Καραβαγγέλη.
 
Η θυσία του σηματοδότησε την ουσιαστική έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα. Η δράση των Ελληνικών δυνάμεων έγινε πιο έντονη, περιόρισε τους βούλγαρους και κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων 1912-1913. Το αίμα του πότισε το δέντρο της λευτεριάς που δεν άργησε να έρθει για τους περισσότερους Μακεδόνες αδερφούς μας. Ο Παύλος Μελάς αποτέλεσε υπόδειγμα γενναιότητας και αυταπάρνησης για την απελευθέρωση της Πατρίδας και σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα.

Ποια είναι η αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας;

Πέρασε καιρός και η γη άρχισε να κατοικείται από ανθρώπους, αφού οι μεγαλύτερες και οι μικρότερες θεότητες, οι δυνάμεις και οι μορφές του σύμπαντος, οι αρχέγονες παρουσίες της ζωής ένιωθαν αδιάκοπα το κίνητρο του έρωτα και της αναπαραγωγής.
 
Αλλά η επιλογή κάποιου μεταξύ των αθανάτων είχε γίνει αυστηρά επιλεκτική. Σύμφωνα με τον Παυσανία (2, 15,5), οι τοπικοί μύθοι ανέφεραν ότι ο πρώτος άνθρωπος που κατοίκησε την Αργολίδα ήταν ο Φορωνέας, γιος του θεού-ποταμού Ίναχου και της νύμφης Μελίας.
 
Ο Ίναχος είχε επιλεγεί ως κριτής στη διαμάχη μεταξύ της Ήρας και του Ποσειδώνα για την κατοχή της περιοχής και προφανώς, εκτιμώντας τους συναισθηματικούς δεσμούς της θεάς με τη γη που είχε φιλοξενήσει το πρώτο αγκάλιασμα με τον άντρα της, αποφάσισε υπέρ της.
 
Από τότε η Ήρα τύγχανε ιδιαίτερης λατρείας στο Άργος. Ο Ποσειδώνας όμως πήρε πολύ άσχημα την αποτυχία που ματαίωνε τις φιλοδοξίες του να κατακτήσει ένα ζωτικό χώρο στη στεριά. Μια ανάλογη ήττα υπέστη και αλλού, όπως μαρτυρεί το πρώτο επεισόδιο της αθηναϊκής μυθολογίας.
 
Εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως βασιλιά της θάλασσας και όλων των υδάτων, ξέρανε τον Ίναχο και τον κατάντησε ένα χείμαρρο που γεμίζει νερό μόνο την εποχή των βροχών” και η τιμωρία επεκτάθηκε σ” ολόκληρη την περιοχή του Άργους, το οποίο η lλιάδα (Δ, στ. 171) περιγράφει με το επίθετο «πολυδίψιον».
 
Στο ίδιο εδάφιο, ο Παυσανίας αναφέρει ότι ο Φορωνέας «ο γιος του Ινάχου, συγκέντρωσε πρώτος τους ανθρώπους σε κοινωνικό σύνολο. Πριν οι οικογένειες ζούσαν σποραδικά και μόνες.
 
Ο τόπος όπου για πρώτη φορά συγκεντρώθηκαν ονομάστηκε Φορωνικόν. Αυτή η ένδοξη πρωτιά συνδυάζεται, στα πλαίσια της γενιάς του, με μια άλλη, εξίσου τιμητική.
 
Ο Φορωνέας απόκτησε μια κόρη με το όνομα Νιόβη, την οποία δεν πρέπει να συγχέουμε με την ομώνυμη και κακότυχη ηρωίδα που μεταμορφώθηκε σε πέτρα από τον πόνο για το θάνατο των παιδιών της, όπως διαβάσαμε στη μυθολογία της Θήβας.
 
Η Νιόβη της Αργολίδας δοξάστηκε, όπως αναγνωρίζουν ομόφωνα οι μυθογράφοι, όντας η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία ενώθηκε ερωτικά ο Δίας, αφού η μοίρα ήθελε εκείνη η γη να αποτελέσει για την Ήρα την αρχή του καλού και του κακού που έχουν ως αιτία, και για τους θεούς όπως και για τους ανθρώπους, την ηδονή του έρωτα.
 
Από τη λαμπρή ένωση γεννήθηκε ο ήρωας Άργος. Δεν είναι σαφές αν αυτός έδωσε το όνομά του στην πόλη του Φορωνέα ή αν σ” αυτόν οφείλεται η ίδρυση μιας νέας πόλης. Σε κάθε περίπτωση, οι Έλληνες θεωρούσαν το Άργος την αρχαιότερη πόλη της χώρας τους.
 
Κόσμησαν αυτό τον ασύγκριτο τίτλο ευγενείας μ” ένα στέμμα από θαυμάσιους μύθους, οι οποίοι αφήνουν να διαφανούν τα γεγονότα που έδωσαν μορφή στον ελληνικό πολιτισμό μέσω των σχέσεων με τους άλλους πολιτισμούς της ανατολικής Μεσογείου.
 
Στην lλιάδα οι πολεμιστές της Ελληνικής στρατιάς αποκαλούνται Αχαιοί, αλλά και Αργείοι και Δαναοί, ένα άλλο όνομα το οποίο, όπως θα δούμε, ανήκει στη μυθολογική παράδοση του Άργους.
 
Έχουν προταθεί διάφορες ερμηνείες γι” αυτό το γεγονός. Ίσως όμως θα πρέπει να αναγνωρίσουμε και σ” αυτό τα ίχνη της πανάρχαιης παράδοσης που συνέδεε το Άργος με τις πρώτες εκδηλώσεις της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης στην Ελληνική Γη.

Ο αθλητισμός του 1821!

Μα «υπήρχε;» Ρητορικό. Βεβαίως και υπήρχε. Όχι τυποποιημένα, «σημερινά». Αυτοσχέδια, ευκαιριακά. Πρώτη ύλη ακατέργαστη, χωρίς φτιασίδια, ατόφια, σε λόγγους και σε σχόλες.
Για να μπορεί, σαν ήρθε το λυτρωτικό μπαρούτι, να γράφει ο Μακρυγιάννης (Απομνημονεύματα) εκείνες τις άγιες αράδες: «Λέγω εις τους αναγνώστες μου, μα την πατρίδα, οι τριακόσιοι αυτήνοι δεν ήταν άνθρωποι, ήταν αϊτοί στα ποδάρια και λιοντάρια εις την καρδιά. Εν τουφέκι ρίξανε στους Τούρκους και βγάλαν’ τα σπαθιά... Και μετά τη μάχη χορός, τραγούδι και αγωνίσματα...».


«Λεβέντικος» και «λαϊκός» αθλητισμός...

Οι σοφοί χώρισαν τον αθλητισμό της (προ)επαναστατικής περιόδου σε δυο κατηγορίες: «λεβέντικη» και «λαϊκή».
Η πρώτη, των Κλεφταρματολών. Μια σταθερή έκφραση στα ορεσίβια λημέρια, με βασικό της στόχο την «καλλιέργεια» της σωματικής ρώμης, ενόψει των μαχών.
Η άλλη, ήταν του λαού. Παιδιές και αγωνίσματα, ενίοτε σε πλαίσιο αυτοσχέδιων αγώνων, κομμάτι ενός εθιμοτυπικού, που πλαισίωνε θρησκευτικές εορτές και πανηγύρια, σε εξωκκλήσιες αυλές, αλώνια ή πλατέματα, συχνότερα τις Κυριακές, την Πασχαλιά. Με (υποσυνείδητο) στόχο, πλην της ψυχαγωγίας, τη διατήρηση της εθνικής ενότητας – ταυτότητας.
Από παραδείγματα, σωρός... Σε βενετσιάνικη έκδοση του 1815 («Αρχαιολογία»), ο Ηπειρώτης καλόγερος, Γρηγόρης Παλιουρίτης περιγράφει αγώνες, ανήμερα του Άη Γιώργη, σε χωριό των Ιωαννίνων.
Ο Θεόδωρος Χατζημιχάλης («Ένα πανηγύρι στα χρόνια της σκλαβιάς») καταγράφει το πανηγύρι των Αγ. Αντωνίων στην Αγιά, ο δε Κώστας Τσιαντάς («Τα αγωνίσματα των κλεφταρματωλών ως προσφορά και ως έπος στην εθνεγερσία») αυτό του Αγ. Γεωργίου στην Αράχωβα...

Τα αγωνίσματα...

Και τ’ αγωνίσματα; Όσα δεν διέσωσε η πένα των Γάλλων περιηγητών (Didot, Pouqueville κ.λπ.), τη διέσωσε η συγκλονιστική δεξαμενή των δημοτικών μας τραγουδιών.
● ΣΗΜΑΔΙ: «Toυφέκι μου περήφανο, σπαθί μου παινεμένο και το καριοφιλάκι μου σαν κόρη φυλαγμένο...». Το δημοφιλέστερο «σπορ» των Κλεφταρματολών. Ένας στόχος, σημάδεμα και βόλι, καριοφύλλι και κουμπούρα. Μαρτυρείται κι «εναλλακτικά»: πετούσε κάποιος στον αέρα ένα δακτυλίδι και ο σκοπευτής προσπαθούσε να περάσει το βόλι από μέσα!
● ΠΗΔΗΜΑ: Σε τρεις μορφές: άλμα μ’ ένα βήμα («τσμια»), δύο («τσδυο»), τρία («τστρεις»). «Εις μήκος» (πάνω από ρυάκια, θάμνους, βράχους), αλλά και σε «εις ύψος». Π.χ., πάνω από... ενωμένες πλάτες αλόγων! Πώς υπολόγιζαν την επίδοση; Πάντως, στο «Υπόμνημα των Ψαρών» του Νικόδημου, το ρεκόρ του καπετάν Μακρή στο τριπλό, υπολογίστηκε ίσο με «960 βελόνες του ραψίματος»!

 
● ΠΑΛΕΜΑ: Κληρονομιά αιώνων. Σταθερό θέαμα και των τοπικών γιορτών, «μπροστά στα μάτια της πανέμορφης κοπελιάς, της τσούπας», κατά την παρατήρηση του Βασίλη Βυτίναρου («Αθλητική Ηχώ», φ. 25/3/1987). Ο Βρατσάνος («Αθλητικά Χρονικά», φ. 20/4/1932) αναφέρει ότι στα Ψαρά, σε σχόλες και γιορτές, «μερικοί εγυμνώνοντο, άλειφαν το κορμί τους με λάδι και εγυμνάζοντο στην τούρκικη πάλη».
● ΛΙΘΑΡΙ: «Εκατό οργιές το πήδημα, εξήντα το λιθάρι...». Εξίσου δημοφιλές, «προγονάκι» της σφαιροβολίας. Μια πέτρα (λιθάρι) ακανόνιστου σχήματος και βάρους και... όποιος της πετάξει πιο μακριά. Παραμονές του ’21, ο Didot το «αποκάλυπτε» και σε μορφή... δισκοβολίας: «Το ρίξιμο του μαρμαρένιου δίσκου διατηρείται ακόμη σε μερικά νησιά...».

 
● ΔΡΟΜΟΙ: «Τρέξιμο», «πηλάλα» ή «γλάκιο» (ανάλογα τον τόπο), ποιος θα πάει γρηγορότερα ως την πηγή, το λόφο απέναντι, τον πλάτανο. Στη λαϊκή του εκδοχή, απαντάται και μετ’ εμποδίων (φυσικά για τους «λημερίτες», τεχνητά ή φυσικά για τους «πανηγυρτζήδες»), σε ανηφοριά ή αυτό: «το κυνήγι του λαγού»! Έπρεπε, λέει, να τον πιάσουν, δίχως να χρησιμοποιήσουν άλογο ή όπλα. Με τα χέρια...
● ΙΠΠΑΣΙΑ: Ο καλός αγωνιστής ήταν, εξ ορισμού, και έξοχος αναβάτης. Πέραν της ένοπλης ιππικής επιδεξιότητας, αγώνες ταχύτητας ή υπερπήδησης εμποδίων γίνονταν συνέχεια. Συν κάτι πολύ πιο σύνθετο: αναβάσεις και καταβάσεις, ενώ ο ίππος κάλπαζε, έχοντας αναπτύξει μέγιστη ταχύτητα! Ο απλός λαός το ασκούσε σπανιότερα. Αναγκαστικά. Τα άλογα τους τα ‘παιρναν οι Τούρκοι...
● ΔΟΚΙΜΙ: «Λιθάρι έχω ‘ς την πόρτα μου, δοκίμι ‘ς την αυλή μου κι όποιος το σηκώσ’ απότ’ εσάς, εκειός θελά με πάρει...». Άρση (βαρών) ογκώδους λίθου ή μαρμάρου, είτε μ’ ένα, είτε με τα δύο χέρια – ανάλογα του βάρους. «Όταν δε είναι πολύ, μέχρι του ώμου και εκείθεν προς τα οπίσω “του νώμου των”» (λεξικό Παντελίδη). Κι ενίοτε, στην πλάτη. Οι ρίζες του χάνονται στα ακριτικά χρόνια (Διγενής).
Αυτά ήταν... Κι ακόμα, ο χορός, το τόξο (περίφημη, παράδειγμα, στην Κρήτη, η αντάρτικη δράση των Χαϊνηδων σε «σαϊτα» και «δοξάρι»), το κολύμπι (νησιώτες, κύρια, Υδραίοι, Σπετσιώτες, Ψαριανοί. Κρήτες, του Αιγαίου), το σπαθί...

«Τρόπαιο», ένα... οικόσιτο αρνί!

Στους λαϊκούς αγώνες, τα έπαθλα δεν έλειπαν. Συνηθέστερα, ένα οικόσιτο αρνί. Η άλλο «σφαχτό». Μαρτυρούνται κι άλλα τρόφιμα (όλα πήγαιναν μετά στο κοινό τραπέζι). Παράδειγμα, κουλούρες.
Ο Παλιουρίτης («Αρχαιολογία») λέει: για τον πρώτο «εν αρνείον», για τον δεύτερο χέλι («έγχυλυ») για τον τρίτο «οψάριον», ενώ οι αποτυγχόντες «συριγμούς απεκόμιζον».
Στο Υπόμνημα του (Ψαριανού) Νικόδημου, πάλι, τονίζεται ότι «οι χαμένοι επλήρωναν τα έξοδα γεύματος πλουσίου», ενώ ο Μπουοντελμόντι (Κρήτη) γράφει πως «τιμούν τον νικητή μ’ ένα στεφάνι από πράσινα φύλλα ελιάς. Και τις γυναίκες (χορός) με στεφάνι καμωμένο από λουλούδια».
Έπαθλα, εν είδει κινήτρου, φαίνεται να «έπαιζαν» και στα κλεφταρματολίτικα λημέρια. Ο καπετάν Γιαννιάς, π.χ., υπόσχεται στον Καραχάλιο «μια ‘σημένια στο ζωνάρι». Πιθανόν, ίσχυε και σε εορτές. Όπως κι αυτό: ο νικητής να έπαιρνε γυναίκα του «μια όμορφη»!
Ιστορικοί και λαογράφοι, άλλωστε, καταγράφουν τους νικητές των λαϊκών αγώνων ως... περιζήτητους γαμπρούς! Στα «Τρικαλινά», μάλιστα, ο φιλόλογος – λαογράφος, Θ. Νημάς, αναφερόμενος στην περίπτωση της Χάσιας (ορεινή Δυτική Θεσσαλία), επισημαίνει πως συχνά η επιλογή του μνηστήρα γινόταν με αγώνα δρόμου -ή, σπανιότερα, πάλης- που προκήρυσσε ο ίδιος ο πατέρας της κοπέλας! Για να βρει τον πιο λεβέντη...

Οι (πρωτ)αθλητές της εποχής...

Η ρώμη (αγωνίσματα) και οι... Ρωμιοί (αθλητές)! «Μήπως οι πρωτεργάται της εθνικής μας παλιγγενεσίας δεν ήσαν όλοι αθληταί;» αναρωτιόταν το ’31 η Αθηνά Σπανούδη («Ο αθλητισμός σύγχρονη θρησκεία»). Κι έδινε το στίγμα για τους «πρωταθλητές» της εποχής. Αυτοί ήταν, οι ήρωες του ’21...
Δικά τους «πρωτοσέλιδα», κι εδώ, λογοτεχνία και παράδοση. Έστω (συχνά) με τις όμορφες υπερβολές τους...
● «Καραχάλιο παλικάρι, σήκω πέτα το λυχνάρι», καλεί το δημώδες το πρωτοπαλίκαρο τ’ Ανδρούτσου, Καπετάνιο στη Λιβαδειά. Που τον παλούκωσε κι έκαψε ο Ομέρ, Απρίλη του ’21...
● «Ο θεοσεβής αθλητής», έγραψε για τον Αθανάσιο Διάκο ο Βαλαωρίτης. Επιβεβαιώνοντας απόλυτα το λαϊκό το σώσμα: «Πρόμαχος και αθλητής, Λεωνίδου μιμητής...»
● Σε μια στροφή του ανέκδοτου «Οδός Ακροπόλεως», ο Δημήτρης Λιαντίνης (ο καθηγητής με το μυθικό εγκόσμιο «αντίο» στα μονοπάτια του Ολύμπου), γράφει: «Εδώ, στον ξύλινο Κουλέ, εκρεουργήθηκε ο πρώτος αθλητής, Οδυσσέας Ανδρούτσος». Ήταν. Ασύλληπτος στο τρέξιμο, «ωκύπους» (φτεροπόδαρος). Τόσο, που κάποτε, λέει, έβαλε στοίχημα πως θα νικούσε ένα άλογο του Αλή και το «’σκασε»! Το άλογο...
● Ένας τούτος κι ένας ο Νικηταράς (Σταματελόπουλος)... «Ο Τουρκοφάγος αθλητής του γένους νέος ακρίτας», καταπώς τραγουδήθηκε, αντάμα με αυτό: «Γεια σου και ‘σύ Νικηταρά, που ‘χεις στα πόδια σου φτερά»…

Ο Νικολαράς και «ο αράπης του Σουλτάνου»...

Κι άλλοι, πολλοί, λιγότερο γνωστοί... Απ’ τον Νικοτσαρά (Αρματωλός του Ολύμπου, για τον οποίο «διηγούνται ότι ηδύνατο να υπερπηδήσει επτά συγχρόνους ίππους στοιχηδόν τεταγμένους» - Αδρεόπουλου, «Αρματολίτικος και Κλέφτικος αθλητισμός») και τον Ζαχαριά (Μωραϊτης Πρωτοκλέφτης, για τον οποίο ο Σαράντης Καργάκος έγραψε πως ήταν τόσο γρήγορος, που, όταν έτρεχε, τα πόδια του ακουμπούσαν στα... αφτιά του!), μέχρι τους Ψαριανούς, που διέσωσε ο (Ψαριανός) πυρπολητής, Νικόδημος («Υπόμνημα της Νήσου Ψαρών»)...
Τον Κοκωσή («φαινόμενο ρώμης») και τον ξακουστό, Νικολαρά...
Κάποτε, λέει, που οι Τούρκοι είχαν όμηρους στην Πόλη κάτι Ψαριανούς, πήγε πρεσβεία να παρακαλέσει τον Σουλτάνο να τους αφήσει ελεύθερους. Μαζί και δαύτος. Γίγαντας, θεριό.
«Μόλις τον είδε ο Σουλτάνος τον εθαύμασε.
- Βάϊ, βάϊ! Νε μπεχλιβάν βαρ! Μάσσαλα! Μάσσαλα! Φτου! Φτου!
Ας τα εξηγήσωμε: Πώ, πώ, πω! Τι παλαιστής είν’ αυτός! Να μη βασκαθή! Φτου! Φτου!»
Και, μέσω του δραγουμάνου του, έστειλε στους Ψαριανούς το μήνυμα: αν ο Νικολάρας παλέψει και νικήσει τον αράπη παλαιστή του, θα τους αφήσει λεύτερους.
«Ο Νικολάρας εδέχθη πρόθυμος. Έβγαλε αφελέστατα το γελέκο, το πουκάμισό και τη φουφούλα του μέσα στο σουλτανικό διαμέρισμα και περίμενε. Καμμιά φορά ήλθε και ο Αράπης και τον ετίναξε κι αυτόν κάτω, ενώ ο Σουλτάνος κατάπληκτος και χειροκροτών, όχι μόνον απέλυσε τους ομήρους, αλλά και εφόρτωσε τους Ψαριανούς με δώρα...»

Και... «αθλήτριες»!

Και «αθλήτριες»; Σε μια ιδιότυπη περίπτωση ηρωικού «φεμινισμού», εντοπίζονται και δαύτες.
«Και μιαν αυγή και μια λαμπρή, μια ‘πίσημη ημέρα,
βγήκαν να παίξουν τα σπαθιά, να ρίξουν το λιθάρι,
κι από το πείσμα το πολύ και από τη λεβεντιά της,
εκόπη τ’ ασημόκουμπο κι εφάνη το βυζί της»
Δεν ίσχυε παντού. Στη Μάνη, πάντως, όπου «αντιθέτως απ’ ό,τι ίσχυε εις άλλας περιοχάς της Ανατολής, ούτε κλεισμέναι εις τον γυναικωνίτην, ούτε σκλάβοι ήσαν. Διότι η απόμακρος αύτη περιοχή, διετηρήθη ελευθέρα», ο Γάλλος, Pouqueville (αρχές 19ου αι.), εντόπισε «αθλήτριες».
Τις Καλλιπάτειρες της λεφτεριάς, που στις γιορτές, ασκούνταν στο λιθάρι και το «πήδημα» και «κατά της ημέρας του θερισμού συνεκεντρούντο την εσπέραν, μετά την εργασίαν των εις τους αγρούς εις ορισμένας εξοχικάς τοποθεσίας και ηγωνίζοντο μεταξύ των εις τα όπλα, εις την ρίψιν ενός φυσικού και ακατεργάστου λίθου και εις το τριπλούν άλμα».
Κάτι τέτοιο, διηγείται, είχε δει ο ίδιος, με τα μάτια του, κοντά στην Καρδαμύλη («όμιλος γυναικών, με το πουκάμισο και τον ποδήρη χιτώνα, να αγωνίζωνται ως άνδρες εις ένα καταπράσινο λιβάδι»). Όταν, δε, εξέφρασε απορία, ένας απ’ τους πρόκριτους, ο καπετάν – Τρουπάκης, του επιβεβαίωσε πως οι Μανιάτισσες, ήταν πολύ γυμνασμένες και άσοι στο σημάδι και σχεδόν πάντα ενεργές στις ένοπλες μάχες με τους Τούρκους...

Αθλητισμός, όπου δεν πάτησαν οι Τούρκοι...

Τα ελληνικά τα χώματα που «φώναζαν» κάτω απ’ το οθωμανικό λεπίδι... Υπήρχαν, όμως, και τα άλλα. Εκεί που η εθνική συνείδηση κούρνιαζε μεν εξαντλώντας και δαύτη υπομονές (μέχρι τη μεγάλη ώρα, που...), κάτω από (άλλη) «μπότα», αλλά δίχως το βάσανο από τη μυρωδιά του αίματος και τον ανατριχιαστικό ήχο της «χατζάρας». Πιο «πολιτισμένα», πιο «ελεύθερα». Εκεί, λοιπόν –το επιτρέπαν’ οι συνθήκες- ο αθλητισμός αναπτύχθηκε αλλιώς. Όχι ως ορμέμφυτη ανάγκη, «ηρωικά», με υποσυνείδητους εθνο-πατριωτικούς σκοπούς. Αλλά, απλά, «ως σπορ». Παιχνίδι- κληρονομιά από τους κτήτορες.
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση, στρέφει το μάτι στην αριστερά μεριά του χάρτη. Ιόνιο, Επτάνησα. Με επίκεντρο την Κέρκυρα. Τούρκου, εκεί, μετά την Άλωση, ποδάρι δεν επάτησε. Βενετσιάνοι, ναι. Γάλλοι, ναι. Ρώσοι, ναι. Εγγλέζοι, ναι. Τούρκοι, ποτέ.
Τα χρόνια γύρω απ’ τον ξεσηκωμό, βρίσκουν τα Ιόνια υπό την «προστασία» (από το 1815) των Εγγλέζων. Sportsmen του λόγου τους και το νησί το βίωσε, «κληρονομώντας» πράμα. «Αποκαλυπτική» μοιάζει μια σειρά επιστολών ενός στρατιώτη, ονόματι Ουήλερ για δρώμενα των ετών 1823-’24 (πρώτη δημοσίευση το 1974, στα «Κερκυραϊκά Νέα», μτφρ. Ι. Δαμασκηνού).
Σε μία εξ αυτών, δίνοντας έξοχα το πλήρες εορταστικό «πορτραίτο» που συνόδευσε τα εγκαίνια του ανακτόρου των Αγ. Μιχαήλ και Γεωργίου, στις 23 Απριλίου του 1823, γράφει: «Η μέρα πέρασε καλά και πολλά ήταν τα αγωνίσματα, δηλαδή πάλη, μποξ, τρέξιμο, άλματα και πολλά άλλα...». Μεταξύ τους και το κρίκετ. Αγώνας μεταξύ Άγγλων αξιωματικών του 32ου τάγματος.
Το (επιπλέον) σημαντικό; Είναι η πρώτη, ίσως, φορά επί (σημερινού) ελληνικού εδάφους, που καταγράφεται αθλητική δραστηριότητα υπό τη μορφή αθλοπαιδιών, με προφανές το στοιχεία της ομαδικότητας (κατά την αγγλοσαξωνική αθλητική κουλτούρα). Ήδη, βέβαια, απ’ τους προηγούμενους αγώνες, η αθλητική δράση στο νησί έχει ενσωματώσει κι άλλα «σπορ». Απ’ τις λεμβοδρομίες (αρχές Φεβρουαρίου του 1820, μαρτυρείται  αγώνας με τη συμμετοχή 12 τετράκωπων σκαφών) και τους ιππικούς, μέχρι κάποια περισσότερο... φευγάτα! Μια ιδέα;


● ΤΖΙΟΣΤΡΑ: Μεσαιωνικό ιππικό αγώνισμα, σε δύο εκδοχές. Στην πρώτη (giostra dell’ anello), οι ιππείς (cavalieri) έτρεχαν ως την άκρη του οριοθετημένου χώρου, προσπαθώντας, με τις λόγχες τους, να σηκώσουν ένα δακτυλίδι που κρεμόταν σ’ ένα κοντάρι. Στη δεύτερη (giostra della Quintana), να χτυπήσουν ένα ανδρείκελο που κρεμόταν από ξύλο.
● ΚΟΚΚΑΝΙΑ: Στην κορυφή ενός ψηλού κονταριού (ιστός) κρεμούσαν τρόφιμα, κυρίως κρέατα. Κατόπιν, άλειφαν τον ιστό (ύψους 4-5 μ.), με λιπαρή ουσία (λίπος, σαπούνι, λάδι) και οι συμμετάσχοντες άρχιζαν την αναρρίχηση. Όποιος έφθανε στην κορυφή, έπαιρνε τα δώρα.

Τα πιο δυνατά ζώα στον πλανήτη

Κάθε ζώο έχει διαφορετικού είδους δύναμη. Ορισμένα διαθέτουν ωμή μυϊκή δύναμη, όντας ικανά να μπορούν να σηκώνουν, να σέρνουν ή να μεταφέρουν τεράστια φορτία. Άλλα ζώα μπορεί να είναι εξαιρετικά μικρά, αλλά να διαθέτουν εντυπωσιακή δύναμη σε σχέση με το μέγεθός τους. 
Η επιλογή των πιο δυνατών ζώων είναι εν πολλοίς υποκειμενική, καθώς εξαρτάται από τον τρόπο που ορίζεις τη δύναμη. Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να συγκρίνει το βάρος που τα ζώα μπορούν να σηκώσουν ή το φορτίο που μπορούν να σύρουν. Από την άλλη, μπορεί να εξεταστεί η δύναμη του δαγκώματός τους.
Ακολουθεί μια λίστα πανίσχυρων ζώων τα οποία με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο θεωρούνται εξαιρετικά δυνατά, όπως και αν το δει κάποιος. Ετοιμαστείτε να εκπλαγείτε…

Καφέ αρκούδα

Η ursus arctos, γνωστή και πιο απλά σαν καφέ αρκούδα, μπορεί να σηκώσει βάρος πάνω από 500 κιλά, πράγμα που σημαίνει 0,8 φορές το δικός της βάρος. Επιπλέον, η συγκεκριμένη αρκούδα διαθέτει εξαιρετικά ισχυρά σαγόνια, όντας ικανή να συνθλίψει αντικείμενα όπως για παράδειγμα, μια μπάλα του μπόουλινγκ. Για την ακρίβεια η πίεση που μπορεί να ασκήσει με το στόμα της, είναι ίση με 1.250 PSI!

Ανακόντα

Το περίφημο φίδι ανακόντα μπορεί να σφίξει και να συνθλίψει σώματα εξίσου μεγάλα με το δικό του, δηλαδή βάρους περίπου 250 κιλών! Ένα πράσινο ανακόντα, ένα από τα βαρύτερα και μεγαλύτερα φίδια στον κόσμο, μπορεί να φτάσει σε μήκος τα 5,20 μέτρα. Έτσι, το συγκεκριμένο είδος ανακόντα μπορεί θεωρητικά να σκοτώσει ένα γορίλα!

Βόδι

Η μεγάλη δύναμη του βοδιού είναι γνωστή στους περισσότερους ανθρώπους, καθώς την εκμεταλλευόμαστε σε διάφορες περιστάσεις, όπως όργωμα, μεταφορές, αλώνισμα, κα. Το βόδι μπορεί να τραβήξει και να σύρει περίπου 900 κιλά, δηλαδή 1,5 φορά το βάρος του. Μάλιστα, το ζώο είναι ικανό να σύρει τεράστια φορτία ακόμη και σε ανώμαλα εδάφη.

Τίγρης

Οι τίγρεις μπορούν να κουβαλήσουν περίπου 550 κιλά, δηλαδή δύο φορές το βάρος τους. Οι μεγαλύτερες του είδους κυνηγούν και κουβαλάνε νεροβούβαλους ή ακόμη και νεαρούς ελέφαντες.

Αετός

Ο αετός είναι το πιο δυνατό πουλί στον πλανήτη! Μπορεί να σηκώσει περίπου 4 φορές το βάρος του ενώ πετάει. Για παράδειγμα, ο στεφαναετός (stephanoaetus coronatus), ένα από τα πιο ισχυρά αρπακτικά της Αφρικής, μπορεί να μεταφέρει τη λεία του, όπως μαϊμούδες, σε απόσταση 30 χιλιομέτρων!

Γορίλας

Ο γορίλας μπορεί να σηκώσει περίπου 2.000 κιλά, δηλαδή περίπου το βάρος 30 ανθρώπων. Αυτό σημαίνει ότι οι πανίσχυροι γορίλες σηκώνουν πάνω από 10 φορές το βάρος τους!

Αφρικανικός ελέφαντας

Μιλώντας για ωμή δύναμη, ο ελέφαντας είναι το πιο δυνατό θηλαστικό ζώο. Συγκεκριμένα, οι αφρικανικοί ελέφαντες μπορούν να φτάσουν σε βάρος τους περίπου 6 τόνους, ενώ μπορούν να κουβαλήσουν μέχρι και 9 τόνους, δηλαδή το βάρος 130 ενήλικων ανθρώπων.

Μυρμήγκι φυλοκόπος

Τα μυρμήγκια που μασούν φύλα δέντρων (leafcutter ants) είναι μια ευρεία κατηγορία, καθώς περιλαμβάνει 47 είδη εντόμων. Διαθέτουν εξαιρετικά ισχυρά σαγόνια, καθώς μπορούν να μεταφέρουν με αυτά αντικείμενα 50 φορές πιο βαριά απ’ ό,τι τα ίδια, δηλαδή περίπου 500 mg. Κάτι αντίστοιχο θα ήταν ένας άνθρωπος να σήκωσε ένα φορτηγό μόνο με τα δόντια του!

Το σκαθάρι ρινόκερος

Ο σκαραβαίος-ρινόκερος ή Dynastinae, όπως ονομάζεται, μπορεί να σηκώσει 850 φορές το βάρος του. Για να το θέσουμε αναλογικά, εάν ένας άνθρωπος είχε τη δύναμη του συγκεκριμένου σκαθαριού θα μπορούσε να σηκώσει αντικείμενα βάρους 59 τόνων. Από την άλλη, εάν ο μέσος ελέφαντας ήταν εξίσου δυνατός με το σκαθάρι θα μπορούσε να κουβαλήσει στην πλάτη του 850 ελέφαντες!

Το σκαθάρι της κοπριάς

Οι περισσότερες λίστες με τα πιο δυνατά ζώα στον πλανήτη, αν και συχνά παρουσιάζουν διαφορετικά ζώα, συνήθως συμφωνούν στην ανακήρυξη του ισχυρότερου πλάσματος. Και αυτό δεν είναι άλλο από το σκαθάρι της κοπριάς. Το σκαθάρι της κοπριάς ή Onthophagus taurus επί το επιστημονικότερο, παρουσιάζει μια αξιοθαύμαστη ιδιότητα: τα αρσενικά του είδους μπορούν να σηκώσουν 1.140 φορές το βάρος τους, σύμφωνα με σχετική έρευνα.

Επιστήμονες δημιούργησαν σταγόνες που χαρίζουν νυχτερινή όραση στον άνθρωπο

apistefto-epistimones-dimiourgisan-stagones-pou-charizoun-nichterini-orasi-ston-anthropoΗ ικανότητα της ανθρώπινης όρασης στο σκοτάδι, χρησιμοποιώντας ειδικές οφθαλμικές σταγόνες ακούγεται σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας.

Όμως τα πειράματα μιας επιστημονικής ομάδας στην Καλιφόρνια, δείχνουν πως κάτι τέτοιο μπορεί να έχει ηδη επιτευχθεί.
Οι σταγόνες που ενισχύουν την νυχτερινή όραση δοκιμάστηκαν πειραματικά και τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά.
Ο άντρας που τις χρησιμοποίησε κατάφερε μετά από μια ώρα να εντοπίσει στο σκοτάδι αντικείμενα στο μέγεθος παλάμης τα οποία είχαν τουλάχιστον δέκα μέτρα απόσταση από αυτόν.
Το πείραμα συνεχίστηκε σε δάσος μαζί με τέσσερις ακόμη ανθρώπους που δεν είχαν κάνει χρήση των σταγόνων.

apistefto-epistimones-dimiourgisan-stagones-pou-charizoun-nichterini-orasi-ston-anthropoΟι ερευνητές ζήτησαν στην ομάδα να διασκορπιστεί και στην συνέχεια ο καθένας κλήθηκε να αναγνωρίσει τους υπόλοιπους από απόσταση 50 μέτρων.
Ο Gabriel Licina που είχε δοκιμάσει τις σταγόνες κατάφερε να τους αναγνωρίσει όλους ενώ οι υπόλοιποι είχαν ποσοστό επιτυχίας σχεδόν 30%. Το επόμενο πρωί η επίδραση των σταγόνων είχε περάσει και η όραση του Licina είχε επανέλθει στο κανονικό.

Η ομάδα των ανεξάρτητων ερευνητών, Science for the Masses αποφάσισε για την δημιουργία των σταγόνων να χρησιμοποιήσει μια χημική ουσία που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της «Νυχτερινής τύφλωσης», μια κατάσταση που καθιστά δύσκολο για τους ανθρώπους να δουν σε αμυδρό φως.
Η ουσία που χρησιμοποιείται στα σκευάσματα που θεραπεύουν την συγκεκριμένη ασθενεια, εδώ χρησιμοποίηθηκε σαν βοήθημα όρασης ανθρώπων που έχουν κανοινική όραση και συνδυάστηκε με μια σειρά άλλων ουσιών για το διάλυμα που δοκιμάστηκε.

Οι ερευνητές πάντως σημειώνουν πως αν και 20 μέρες μετά το πείραμα, ο άνθρωπος που τις δοκίμασε δεν έχει εμφανίσει καμιά παρενέργεια, δεν είναι ακόμη έτοιμοι για επίσημα συμπεράσματα και τόνισαν πως η μέθοδος τους δεν είναι βέβαιο πως είναι ασφαλής και πως λειτουργεί το ίδιο για όλους.

Η Αλεπού και ο Κροκόδειλος

Ακολουθεί ένα παραμύθι για παιδιά, μα και μεγάλους.. Ίσως λιγάκι περισσότερο για μεγάλους.. Είναι όμως ένα παραμύθι χωρίς δράκους και πριγκίπισσες, χωρίς κάστρα και πολέμους. Ένα παραμύθι που ο βάτραχος δε γίνεται όμορφος και πλούσιος πρίγκιπας στην τελευταία σελίδα. Είναι ένα παραμύθι για την πάλη μιας αγάπης.

«Ήταν τότε, παλιά, ένα φθινοπωρινό βράδυ. Το αεράκι διαπερνούσε τα φύλλα των δέντρων του δάσους. Είχε πέσει κιόλας σκοτάδι. Τα ζώα ήταν όλα γύρω από τη φωτιά, χόρευαν, χαίρονταν την αρχή μιας νέας εποχής, τη βροχή που σχεδόν μύριζε, χαίρονταν τη ζωή. Ακούγονταν γέλια, φωνές, κάπου στο βάθος γκάιντες. Για την Πουπού την αλεπού όμως δεν ήταν έτσι ακριβώς τα πράγματα.

Εκείνη την ημέρα κάτι είχε σπάσει μέσα της, ένιωθε μια πρωτόγνωρη λύπη. Δεν ήξερε τι είναι και γιατί. Ένιωθε μόνη μέσα στους ανθρώπους της. Μια γλυκιά και σινάμα πικρή μελαγχολία που κλιμακωνόταν με το πέρας της ώρας. Η Πουπού έφυγε. Έτρεξε πέρα από το δάσος, την έπνιγε όλο αυτό το τέρας που ήρθε να ξυπνήσει μέσα της. Από θυμό, πέρασε τα επιτρεπτά όρια και έφτασε μέχρι τη μακρινή σκοτεινή λίμνη στο βάθος του δάσους. Δεν πίστευε ούτε η ίδια στη δύναμή της να αγγίξει το απαγορευμένο. Σαν να χάρηκε λιγάκι, μα η θλίψη είχε μολύνει για τα καλά την καρδιά της εκείνο το βράδυ. Στάθηκε να ξεκουραστεί και ξέσπασε πια σε κλάματα. Σε κλάματα βαθιά, σε κλάματα πολλά και άγνωστα για κείνη.
 
Άξαφνα, ζητώντας βοήθεια μέσα της, η Πουπού άκουσε ένα μουρμουρητό...όχι, όχι, κάτι σαν απαλό τραγούδι ήταν. Σήκωσε τα μάτια της και θολά αντίκρυσε έναν κροκόδειλο στην ακροθαλασσιά, που πετώντας πέτρες, σιγοψιθυρίζε ένα τραγούδι, άγνωστο ακόμη για εκείνη. Κοιτάχτηκαν. «Ξέρεις, δεν είναι εύκολο», του είπε η Πουπού λες κι ο κροκόδειλος γνώριζε τι ήταν αυτό. «Ξέρεις, ούτε για μένα είναι», της είπε, «τουλάχιστον εσύ κλαις, έχεις κάτι να νιώσεις, εγώ δε νιώθω ποτέ τίποτα», της εξομολογήθηκε ο κροκόδειλος. Η Πουπού δεν καταλάβαινε. Πλησιάστηκαν. «Μένω συχνά μόνος μου», της είπε ο κροκόδειλος, «έρχομαι εδώ, κρύβομαι, πετώ πέτρες και τραγουδώ. Μόνος μου. Ποτέ με άλλους».
 
Η Πουπού ήθελε πολύ να τον ρωτήσει πώς, γιατί, μα τι είναι αυτό που τον κάνει να μένει μόνος του. Δε ρώτησε όμως και μίλησε για τη δική της θλίψη. Του πε για τη στιγμή που έσπασε η καρδιά της. «Μα γι’αυτό κλαίω, γιατί δεν έχω πια καρδιά, την έδωσα. Άρα δεν θα ξανανιώσω, δεν θα ξανακλάψω. Νεκρή κι εγώ, όπως κι εσύ», του έλεγε δίχως να ξέρει γιατί ανοίγει τον ολόδικό της κόσμο σε έναν άγνωστο και μοναχικό κροκόδειλο, που ζούσε πέρα από το απαγορευμένο. Της τραγούδησε πολλά τραγούδια εκείνο το βράδυ. Δεν της είπε το όνομά του. Κατά το ξημέρωμα η Πουπού έφυγε. Πέρασαν μέρες πολλές, που ένιωθε ακόμη την καρδιά της να λείπει, την καρδιά της κλεμμένη. Άκουγε συχνά τα βράδια από το βάθος του δάσους ψιθύρους και μουρμουρητά, άκουγε τον κροκόδειλο να σιγοτραγουδάει τα τραγούδια που της είπε εκείνο το βράδυ, άκουγε τις πέτρες να πετιούνται σιγά σιγά και έπειτα έντονα και θυμωμένα στη λίμνη. Μα δεν πήγε να τον βρει. Δεν είχε καρδιά να του δώσει. Μόνο θλίψη.
 
Οι μέρες περνούσαν πολύ γρήγορα και η Πουπού αποφάσισε να φτιάξει μόνη της μία νέα καρδιά και να τη βάλει στην άδεια θέση της προηγούμενης. Έφτιαξε, λοιπόν, μια καρδιά ροζ και φούξια, που είχε μέσα και λίγο μαύρο, να της θυμίζει τη θλίψη της, μία καρδιά που χωρούσε όλον τον κόσμο, για να μην ξανανιώσει μόνη της ποτέ. Με τον καιρό, καθόταν πια κι εκείνη δίπλα στη φωτιά και στους φίλους της στο δάσος, τραγουδούσε, χόρευε, γελούσε, με όλον τον κόσμο. Χαιρόταν κι εκείνη τη ζωή κι ας είχε δανεική καρδιά. Ήταν μια καρδιά ολόδική της και απ’την αρχή φτιαγμένη. Όσο όμως κι αν έτρεχε και έπαιζε, και χόρευε και γελούσε, της έλειπε να ακούσει από κοντά τις πέτρες να πέφτουν μες στη λίμνη.
 
Ένα βράδυ μετά από χρόνια η Πουπού πλησίασε το απαγορευμένο σημείο που τη φόβιζε, μα που ήξερε πως την απελευθέρωνε η απαγόρευσή του. Ο κροκόδειλός της ήταν πάντα εκεί. Τον βρήκε να σιγοψιθυρίζει τα ίδια τραγούδια και να πετάει πρώτα ήρεμα, κι ύστερα πιο έντονα τις πέτρες μες στη λίμνη. Δεν ήξερε τι να του πει, ντρεπόταν. Εκείνος την περίμενε, την καλούσε, κι εκείνη δεν του είπε ποτέ ότι χάθηκε για να ψάξει κι ύστερα τελικά να φτιάξει τη χαμένη της καρδιά. Μην ξέροντας, του είπε την αλήθεια: «Με ονόμασαν Πουπού, γιατί πάντα απορούσα πού είναι η αγάπη, οπότε ρωτούσα συνεχώς, πού και πού θα τη βρω. Όταν έχασα την καρδιά μου, νόμιζα ότι έχασα και αυτό το οποίο επιθυμούσα να βρω. Την έφτιαξα όμως την καρδιά μου, κοίτα, κι ακόμα ψάχνω την αγάπη. Μήπως την είδες»? ρώτησε με γέλια και μέσα της με δάκρυα τον κροκόδειλο. «Εγώ την έχω, χρόνια τώρα. Σε καλούσα να έρθεις να την πάρεις, σε φώναζα, μα εσύ την έψαχνες αλλού. Δε στη δίνω λοιπόν. Γιατί ενώ ήξερες, δεν ήρθες από μένα να τη γυρέψεις». Η Πουπού θύμωσε. «Δεν μπορείς να κρατάς την αγάπη για τον εαυτό σου, πρέπει να μοιράζεται η αγάπη, είναι για να μοιράζεται η αγάπη. Μόνος σου τι να την κάνεις? Η αγάπη φτιάχτηκε για να ναι για πολλούς», ξεστόμισε και δεν πίστευε στη δύναμή της. «Άσε με να πάρω ένα μέρος, άσε με να την έχουμε παρέα, μια μέρα εσύ, μια μέρα εγώ», του είπε ύστερα πιο γλυκά.
 
Ο κροκόδειλος ήταν ανένδοτος. «Εσύ ζεις στην καρδιά του δάσους, εγώ στην απαγορευμένη λίμνη. Ζούμε μακριά ο ένας από τον άλλον, γιατί να σου εμπιστευτώ την αγάπη μου, που με τόσο κόπο μάζεψα και φύλαξα μέσα μου τόσα χρόνια? Εσύ μπορεί να μην μου τη φέρεις ποτέ πίσω, να την κρατήσεις μόνο για σένα», της ψέλισσε ήρεμα, σχεδόν πεθαμένα. «Μα δε βλέπεις, ούτε να μιλήσεις δεν μπορείς πια. Κράτησες για σένα την αγάπη κι αυτό σε σκοτώνει. Νομίζεις ότι τη δίνεις στις πέτρες και τη λίμνη, στα τραγούδια που ψελλίζεις μόνος σου εδώ, στον ουρανό και τον ήλιο. Μα σου λέω, το έψαξα, το σκέφτηκα, το ένιωσα, η αγάπη είναι να μοιράζεται σε αυτούς που την αντέχουν. Μάλλον, μου φαίνεται, δεν αντέχεις την αγάπη», απάντησε όλο σκέρτσο και θυμό η Πουπού. Ο κροκόδειλος σιωπούσε, απλά την κοίταζε. 
 
Εκείνη συνέχισε: «Σου λέω, εμπιστέψου με, δες με, έφτιαξα νέα καρδιά, πονάει να κρατάς για σένα την αγάπη. Όσο δεν την κρατάς ζωντανή, την πεθαίνει την καρδιά, δεν την τρέφει. Φοβάσαι να μου τη δώσεις, το ξέρω. Μα άσε με να σου δείξω πως μπορώ». Ο κροκόδειλος χάθηκε μέσα στη λίμνη. Η Πουπού συνέχιζε κάθε μέρα να πηγαίνει να τον βρίσκει και να του μιλάει για την αγάπη, πότε με στοργή, πότε με θλίψη, πότε με χαρά και πότε με πόνο. Ο κροκόδειλος δεν ήταν πια στην ακροθαλασσιά. Κρυβόταν μες στη λίμνη, μην τυχόν και τον πείσει η αλεπού μας να της δώσει την αγάπη του.

Εκείνη όμως του μιλούσε, ήξερε πως αυτός άκουγε, κι από τον πάτο της λίμνης που κρυβόταν για να μην τον βρει. Τα είχε πια δοκιμάσει όλα. «Ξέρεις κάτι? Κράτα την αγάπη. Αν μπόρεσες κι εσύ τη βρήκες, θα μπορέσω κι εγώ να βρω έστω ένα κομμάτι της αλλού. Όπως έφτιαξα νέα καρδιά , έχω τη δύναμη να φτιάξω και νέα αγάπη, νέα χαρά». Ήταν έτοιμη να φύγει, όταν κατάλαβε πως αυτό για το οποίο πάλευε κάθε μέρα, τόσο πολύ καιρό, δεν ήταν ίσως μονάχα να πάρει την ίδια την αγάπη, τελικά ήταν να πάρει την αγάπη εκείνου του κροκόδειλου. Ήθελε τη συγκεκριμένη. Κι εκείνη τη στιγμή, που ο ήλιος σχεδόν ερχόταν για να ανατείλει, εκείνη τη στιγμή που ακούγονταν οι γρύλλοι κι είχε μπει πια για καλά το καλοκαίρι, η Πουπού σιώπησε κι ήταν σαν να πάγωσε ο χρόνος. Κι ήταν η ίδια η στιγμή, που η Πουπού σταμάτησε να μιλά, μα ξεκίνησε να πετά πέτρες στη λίμνη και να ψιθυρίζει το τραγούδι του κροκόδειλου, περιμένοντάς τον πια να βγει...

Δε θα μάθουμε ποτέ εάν όντως εκείνος βγήκε. Ούτε εάν η Πουπού πήρε την αγάπη που ζητούσε. Δεν θα μάθουμε ποτέ και το όνομα του κροκόδειλου, ήξερε να κρύβεται καλά και να λέει μόνο όσα χρειάζεται να πει»...

Το παραμύθι μας τελειώνει κάπως έτσι. Βάζει ο καθένας το τέλος που του αρέσει, ή που θα θελε να ζήσει και να δει. Μπορεί να μην έχει και τέλος, όπως η αγάπη, ατέλειωτη, ατόφια και πιστή εις το άπειρον. Είναι, λοιπόν, αυτό ένα παραμύθι κυρίως για μεγάλους. Τα παιδιά τρέχουν, άλλωστε, να τη μοιραστούν την αγάπη. Κι είναι ένα παραμύθι, που γνωρίζουμε όλοι καλά, που κουβαλούμε μέσα μας, μα ένα παραμύθι, που θάβουμε καλά στον πάτο, ο καθένας, της δικής του λίμνης.