Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

Οι υπάρχουσες πρώιμες πηγές και ο μη πραγματικός Ιησούς Χριστός

Εισαγωγή
Αφού μελετήσομε τα Ευαγγέλια και τους εκτός Χριστιανισμού ιστορικούς και παντός είδους συγγραφείς του πρώτου και δευτέρου αιώνος, διακρίνομε ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να δεχθούμε τον Ιησού των Ευαγγελίων ή Χριστό της Πίστεως. Όσο αφανές και να ήταν το άτομο αυτό, τα Ευαγγέλια μάς λένε ότι κατά την παιδική του ηλικία έγιναν απίστευτα τέρατα και σημεία. Κατά την γέννησή του, αστέρι και Μάγοι το επισκέφτηκαν, κατατρόμαξε τον βασιλιά Ηρώδη και έτσι χιλιάδες αθώα νήπια εφονεύθησαν για χάρη του, την ογδόη ημέρα ο αρχιερεύς Συμεών το ομολόγησε πλήρως και αμετακλήτως, δωδεκαετές απεστόμωσε και κατατρόμαξε όλους τους σοφούς του Ναού του Γιαχβέχ με τις γνώσεις και τις αποστομωτικές απαντήσεις του, κ.λπ.

Η πολύκροτη και πλήρης αφαντάστων τεράτων και σημείων δράση του, ως άνδρας ώριμης ηλικίας, κράτησε ένα έτος κατά τους τρεις Συνοπτικούς, τρία έτη κατά τον Ιωάννη, και 21 έτη κατά τον Ειρηναίο. (Το ποιος από τους τρεις έχει δίκιο θα το αφήσω σε σας). Τα Ευαγγέλια λοιπόν «πιστοποιούν» ότι: Με μηδαμινή προσπάθεια εθεράπευε: Λεπρούς, τυφλούς, παραλύτους, μουγκούς, δαιμονισμένους, αρρώστους, κ.λπ. Οι όχλοι τον ακολουθούσαν όπου πήγαινε σαν τρελοί και όταν πάλι χανόταν έψαχναν σαν παλαβοί για να τον βρούνε. Δυο φορές μάλιστα, χόρτασε 4.000-5.000 από δαύτους με τρόφιμα που δεν έφταναν ούτε για δέκα άτομα. Ανέστησε τρεις άλλους νεκρούς πριν από την ιδική του ανάσταση.

Έγιναν τρομακτικά και αφάνταστα τέρατα και σημεία κατά την βάπτιση, σταύρωση και ανάστασή του. Κατατρόμαξε τον Ιωάννη Βαπτιστή, τους τετράρχες, τις ιουδαϊκές θρησκευτικές και πολιτικές αρχές, τις ρωμαϊκές αρχές, τον Πιλάτο και τόσους άλλους. Ο Εκατόνταρχος ομολόγησε ότι «αληθώς υιός θεού ήν ούτος», κ.λπ. Ο δε «Ευαγγελιστής Ιωάννης» κλείνει το Ευαγγέλιό του με τον τρομακτικό στίχο 21: 25 «έστι δε καί άλλα πολλά όσα εποίησεν ο Ιησούς, άτινα εάν γράφηται καθ' εν, ουδέ αυτόν οίμαι τον κόσμον χωρήσαι τα γραφόμενα βιβλία. αμήν.». Παρ' όλα ταύτα, καμία εξω-ευαγγελική ή εξω-χριστιανική μαρτυρία δεν αναφέρει ούτε το άτομο αυτό, ούτε ένα απ' αυτά τα «άπειρα» τρομακτικά «γεγονότα» που το αφορούν -αν είναι δυνατόν! Περί τους 150 συγγραφείς όλων των ειδών αυτής της εποχής δεν αναφέρουν ούτε λέξη, αν εξαιρέσομε κάτι πλαστογραφίες και αβάσιμες φήμες και διαδόσεις, οι οποίες δεν προέρχονται από αυτόπτες μάρτυρες και εκτός του ότι είναι πολύ αργοπορημένες, κατά 65 χρόνια και πλέον, λένε τόσο ολίγα που όλες μαζί δεν γεμίζουν ούτε δυο σελίδες. Αλλά και αυτές οι πλαστογραφίες, ή διαδόσεις, ή φήμες, αφορούν κυρίως τους χριστιανούς και όχι τον αυτόν τον ίδιο. Αν αυτά που αναγράφουν τα Ευαγγέλια ήταν αληθή, τότε αυτόν έπρεπε να τον αναφέρουν ακόμα και οι πέτρες και μάλιστα από την πρώτη στιγμή. Παρά ταύτα έχομε μόνο την υστερόχρονη, αργοπορημένη και εσω-χριστιανική «μαρτυρία» των τεσσάρων κανονικών Ευαγγελίων και όσων άλλων αποκρύφων Ευαγγελίων έχουν διασωθεί, η οποία και πάλι περιέχει αμέτρητες αντιφάσεις και ιστορικά λάθη που την καθιστούν ύποπτη και αναξιόπιστη.

Βασισμένοι επίσης στην Καινή Διαθήκη, δεν δυνάμεθα να συμπεράνομε την ύπαρξη ενός απογυμνωμένου λαϊκού ιστορικού Χριστού, επί του οποίου βασίστηκε και αναπτύχθηκε ο μύθος του Ιησού της Καινής Διαθήκης. Αυτή η άποψη συχνά καλείται ο Μύθος του Ιησού, ή η Μυθική Θεωρία περί Ιησού, και συντομογραφείται με ΜΘΙ. Ένας τέτοιος απογυμνωμένος κοσμικός (με μικρό κ=λαϊκός, του κοσμάκη) Ιησούς έχει γίνει γενικά παραδεκτός από τους μη πιστούς, καθώς δεν υπάρχει κάτι το εξαιρετικά απίθανο γύρω από την ιδέα της υπάρξεως ενός ανδρός που διεκήρυττε τις διαφορετικές ιδέες του, ειδικά κατά τον πρώτο αιώνα στην Παλαιστίνη, τότε μάλιστα που πολλοί, εκ των οποίων ουκ ολίγοι ονομάζονταν Ιησούς, έκαναν ακριβώς αυτό, και όλα αυτά συνέβαιναν κατά τον καιρό όπου το Ισραήλ υπέστη μια από τις μεγαλύτερες καταστροφές.

Παρά ταύτα, το ότι ο Ιησούς δεν είχε υπάρξει ποτέ είναι μια ισχυρή δυνατότητα. Μία τοιαύτη που υποβαστάζεται όχι μόνο από το γεγονός ότι δεν υπάρχουν καθόλου βάσιμες πρώιμες πηγές οι οποίες τον αναφέρουν, αλλά ακόμα και από την ίδια την φύση των πιο πρωίμων υπαρχουσών πηγών περί Ιησού. Η μυθολογία του Ιησού δεν οδηγεί κατ' ανάγκην στην απιστία ή τον αθεϊσμό. Αλλά εάν είναι αληθής, ή απλώς εύλογη υπόθεση, επιφέρει προφανώς ανεπανόρθωτη ζημιά στις χριστιανικές παραδοχές (δόγματα, κλπ.). Είναι γεγονός ότι οι πρωτο-χριστιανοί δεν συμφωνούσαν όλοι επί της φύσεως τού Ιησού. Μερικοί μάλιστα, όπως λ.χ. οι Δοκήτες του τέλους του πρώτου αιώνος και μετά ταύτα, δεν επίστευαν σε έναν κυριολεκτικό και εν σώματι Ιησού και ούτως άφηναν ανοικτή την δυνατότητα του ότι ένα μέρος πρωτο-χριστιανών επίστευαν σε έναν Ιησού εντελώς μυθικό.

Μερικοί χριστιανοί δεν είχαν την πεποίθηση ότι ένας Ιησούς εμφανίστηκε πραγματικά επί της Γης, είτε ως άνθρωπος, είτε ως φάντασμα. Σύμφωνα με διαφόρους Μυθικιστές (=υποστηρικτές της ή των ΜΘΙ), ένας τέτοιος «μυστικιστικός», «ουράνιος», «Πλατωνικός» ή «Κοσμικός» (με κεφαλαίο Κ=διαστημικός) Ιησούς μπορεί να ευρεθεί εντός των Επιστολών της Καινής Διαθήκης, ιδιαιτέρως δε εντός των γραπτών που αποδίδονται στον Παύλο. Εάν ο Ιησούς του Παύλου (ο οποίος συμβαίνει να είναι ο 'πρώτος Ιησούς' που εμφανίζεται στον ιστορικό κατάλογο) μπορεί να αποδειχθεί ότι δεν προέρχεται από αποδεδειγμένες ιστορικές πηγές αλλά από παλαιότερα θρησκευτικά κείμενα και από την φαντασία του Παύλου, τότε υπάρχει ισχυρός λόγος για να αμφιβάλομε εάν ποτέ υπήρξε ένας πραγματικός Ιησούς Ναζωραίος. Ακόμα και αν ο Ιησούς του Παύλου είναι σωματικός-σαρκικός ή ανθρώπινος, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένας ενδιάμεσος κρίκος μιας εξελισσομένης αφηγήσεως που είχε εντελώς μυθολογικές προελεύσεις, όπως τα γραπτά του Παύλου προδίδουν.

Οι Ιστορικοποιούντες (=αυτοί που επιδιώκουν να κατασκευάσουν έναν ιστορικό Ιησού) έχουν καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για να κάνουν τα κανονικά Ευαγγέλια ώστε να εμφανιστούν στον ιστορικό κατάλογο ως αρχαιότερα γραπτά (όπως π.χ. ο Bart D. Ehrman, ο οποίος για να στηρίξει την επιχειρηματολογία του, αφ' εαυτού του εισάγει και βασίζεται σε πολλές υποθετικές πηγές). Αυτό το κάνουν επειδή οι Επιστολές του Παύλου προξενούν σοβαρά πλήγματα στην παραδοχή τού Ιστορικού Ιησού. Το ενδεχόμενο ότι ο Παύλος αναφέρεται σε έναν Ιησού που δεν επισκέφθηκε την Γη ως άνθρωπος, κατά την γνωστή πρόσφατη ιστορική περίοδο, απότελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδοχή. Πολλοί ερευνητές αναγνωρίζουν ότι ο Ιησούς που εμφανίζεται στις Επιστολές του Παύλου είναι πολύ διαφορετικός από τον Ιησού που παρουσιάζουν τα κανονικά Ευαγγέλια.

Αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό για τις μελέτες που αφορούν έναν ιστορικό Ιησού, διότι τα Ευαγγέλια κάνουν την εμφάνισή τους πολύ αργότερα στον ιστορικό κατάλογο. Εάν η πρώτη εικόνα του Ιησού είναι καθαρά πνευματική ή «ουράνια», τότε η ιδέα τού ότι οι απαρχές τού Ιησού είναι τελείως μυθολογικές καθίσταται όλο και περισσότερο εύλογη. Εάν η παραδοσιακή ιστοριούλα του Ιησού Ναζωραίου μπορεί να αποδειχθεί ότι εξελίχθηκε σιγά-σιγά από μυστικιστικές ιστοριούλες σε πιο ιστορικές τοιαύτες, τότε έχομε ισχυρά επιχειρήματα για να ισχυριστούμε ότι είναι πολύ πιο πιθανό ο Ιησούς να είχε εντελώς μυθικές απαρχές απ' όσο έχει νομισθεί μέχρι τούδε· ουσιαστικά, φτάνομε στο ότι ουδέποτε υπήρξε.

Πρωτογενείς πηγές
Το ερώτημα περί της υπάρξεως πρωτογενών πηγών είναι εύκολο και απαντάται αμέσως. Δεν υπάρχει καμία! Αυτό είναι πολύ κρίσιμο και δεν μπορούμε να το αγνοούμε. Πρωτογενείς είναι οι πηγές εκείνες που είναι σύγχρονες με αυτά που εκθέτουν και προέρχονται από αυτόπτες μάρτυρες. Πρωτογενείς πηγές είναι, επίσης, αρχαιολογικά κτερίσματα (ευρήματα) που καταδεικνύουν το υπό εξέταση ζήτημα. Δεν υπάρχουν τίποτα τέτοια για τον Ιστορικό Ιησού, πόσον μάλλον για τον Βιβλικό Ιησού. Επίσης γραπτά και κείμενα από το χέρι του υπό εξέταση προσώπου, ή από χέρι αυτόπτη μάρτυρα ή ακολούθου ή κάποιου συγχρόνου ατόμου με το υπό εξέταση πρόσωπο ή γεγονός. Δεν υπάρχουν τέτοιες πρωτογενείς πηγές για τον Ιησού.

Όλες οι καλλίτερες ενδείξεις που χρησιμοποιούνται για να πιστοποιήσουν την ύπαρξη του Ιησού προέρχονται από δευτερογενείς πηγές. Αυτές οι ενδείξεις είναι γραπτά, που προέρχονται όχι από αυτόπτες μάρτυρες, που εγράφησαν μακρόν χρόνο μετά τα «γεγονότα» της ζωής του Ιησού. Απλούστατα δεν έχομε καμία πρωτογενή πηγή όταν εξετάζομε τον Ιησού Ναζωραίο. Η Καινή Διαθήκη είναι υστερόχρονη, κατά μάλλον ή ήττον ψευδεπίγραφη (τα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια είναι ψευδεπίγραφα πράγμα που έχομε εξαντλήσει σε άλλη εργασία μας), γράφτηκε από αγνώστους συγγραφείς και διά ταύτα είναι εξ ολοκλήρου δευτερογενής πηγή, και διά πολλούς λόγους που αλλού έχομε αναπτύξει αναξιόπιστη. Αυτό το γεγονός από μόνο του αρκεί για να εξαλείψομε οποιανδήποτε βεβαιότητα γύρω από την ύπαρξη του Ιησού, είτε θεωρήσομε τις υπερφυσικές πλευρές του θέματος, είτε τις πλέον κοσμικές-λαϊκές πλευρές όπως την ιστορική του ύπαρξη.

Σε ό,τι ακολουθεί, εξετάζομε εν συντομία τις κύριες πρωιμότερες δευτερογενείς πηγές οι οποίες είναι και οι πρώτες αναφορές στον Ιησού Χριστό στον ιστορικό κατάλογο. Αυτές είναι οι Επιστολές της Καινής Διαθήκης, κυρίως δε οι Επιστολές του Παύλου. Ο Γνωστικισμός, ο Δοκητισμός και αρκετά απόκρυφα κείμενα και φαινόμενα εξετάζονται επίσης. Η περιγραφή που κάνομε σ' αυτή την σύντομη εργασία ενώ είναι λακωνική, είναι σαφής και κατατοπιστική. Τα Ευαγγέλια ως πολύ υστερόχρονα, σχετικώς με το υπό εξέταση ζήτημα, τα αναφέρομε όσο χρειαζόμαστε εν παρόδω. Το ζήτημα των Ευαγγελίων το έχομε εξαντλήσει σε άλλες εργασίες μας.

Οι πηγές των πρωιμοτέρων μαρτυριών
Ο Απόστολος Παύλος, μας παρέχει τα πρωιμότερα επιζήσαντα χριστιανικά γραπτά, με πρώτο την 1η Προς Θεσσαλονικείς Επιστολή που συνήθως χρονολογείται το +49-50, ενώ οι τελευταίες εργασίες του εμφανίζονται γύρω στο +60. Ενώ χρονολογικά είναι οι πρωιμότερες πηγές, οι Παυλικές Επιστολές δεν είναι πρωτογενείς πηγές όταν εξετάζομε το ερώτημα τής ιστορικότητος του Ιησού. Δεν είναι σύγχρονες με τον Ιησού, και ο ίδιος ο Παύλος παραδέχεται ότι δεν ήταν αυτόπτης μάρτυς του ιστορικού Ιησού. Στην παρούσα εργασία περιλαμβάνομε και την Προς Εβραίους Επιστολή μαζί με τις Επιστολές του Παύλου. Ως γνωστόν, η επίσημη Εκκλησία την έχει αποδώσει σ' αυτόν, αλλά η επιστήμη, αρχίζοντας με τον Ωριγένη Αλεξανδρείας, έχει αποδεδειγμένα απορρίψει την υπόθεση αυτή.

Ανάμεσα στους Μυθικιστές δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η μαρτυρία του Παύλου είναι κρίσιμη για το ερώτημα της ιστορικότητος του Ιησού. Τα Ευαγγέλια παρέχουν την πιο πλήρη ιστορία του Ιησού, αλλά αυτά εμφανίστηκαν πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατο τού υποτιθεμένου Ιησού αλλά και του Παύλου. Τα γραπτά του Παύλου είναι γενικώς παραδεκτό ότι εμφανίστηκαν στον ιστορικό κατάλογο πολύ πριν από τα Ευαγγέλια, και έτσι είναι πολύ πιο πλησίον της ζωής του Ιησού (έστω και αν δεν είναι σύγχρονα με τον Ιησού). Καθώς δεν υπάρχουν προηγούμενες πηγές για να τις συγκρίνομε με τα Ευαγγέλια, τα πρωιμότερα γραπτά του Παύλου καθίστανται ολοένα και περισσότερο σημαντικά. Αποτελεί λοιπόν τεράστιο ενδιαφέρον να εξετάσομε τι είναι αυτά που μαρτυρεί ο Παύλος περί Ιησού, χωρίς όμως να εμβαπτίζομε τα Ευαγγέλια (τα οποία συνετάχθησαν αργότερα) εντός των γραπτών του.

Ο ερευνητής Θρησκευτικών Σπουδών, William Arnal, καλεί να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια προσέγγιση, σημειώνοντας ότι τα κανονικά Ευαγγέλια και οι Πράξεις (ένα ακόμα πιο κατοπινό γραπτό) έχουν επηρεάσει το πώς οι αρχικοί χριστιανοί Βιβλικοί μελετητές έχουν θεωρήσει τις Παυλικές Επιστολές και τον ίδιο τον Παύλο, και διατείνεται ότι ο Παύλος μπορεί να κατανοηθεί ως ένας ανεξάρτητος ευαγγελιζόμενος Ιουδαίος μάλλον, παρά ένας «Χριστιανός». Η αμερόληπτη μελέτη και η επιστημονική εξέταση των γραπτών του Παύλου πρέπει να γίνεται ανεξαρτήτως των Ευαγγελίων, εφ' όσον αυτά εγράφησαν προτού καν τα Ευαγγέλια φανούν ακόμα και σαν ιδέα στο προσκήνιο. Άρα ο Παύλος γράφει ανεξαρτήτως των Ευαγγελίων και μη έχοντας γνώση αυτών.
Αλλά προτού εξετασθούν οι παραδοχές και τα αιτήματα του Παύλου, θα ήταν πολύ σχετικό να δούμε ποιες ήταν οι πηγές του. Να ευγνωμονούμε τον Παύλο διότι επακριβώς κατονομάζει τις πηγές του:
Προς Γαλάτας 1: 11-12, «Γνωρίζω δε υμίν, αδελφοί, το ευαγγέλιον το ευαγγελισθέν υπ' εμού ότι ουκ έστι κατά άνθρωπον· ουδέ γαρ εγώ παρά ανθρώπου παρέλαβον αυτό ούτε εδιδάχθην, αλλά δι' αποκαλύψεως Ιησού Χριστού».

Προς Γαλάτας 1: 15-16, «Ότε δε ευδόκησεν ο Θεός ο αφορίσας με εκ κοιλίας μητρός μου και καλέσας δια της χάριτος αυτού αποκαλύψαι τον υιόν αυτού εν εμοί, ίνα ευαγγελίζωμαι αυτόν εν τοις έθνεσιν, ευθέως ου προσανεθέμην σαρκί καί αίματί».

1η Προς Κορινθίους 11: 23, «εγώ γαρ παρέλαβον από του Κυρίου ό και παρέδωκα υμίν, ότι ο Κύριος Ιησούς εν τη νυκτί ή παρεδίδοτο έλαβεν άρτον και ευχαριστήσας έκλασε και είπε».

1η Προς Κορινθίους 15: 3-4, «παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις ό και παρέλαβον, ότι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας γραφάς, και ότι ετάφη, και ότι εγήγερται τη τρίτη ημέρα κατά τάς γραφάς».

2α Προς Κορινθίους 12: 1-7, «Καυχάσθαι δη ου συμφέρει μοι· ελεύσομαι γαρ εις οπτασίας και αποκαλύψεις Κυρίου. οίδα άνθρωπον εν Χριστώ προ ετών δεκατεσσάρων· είτε εν σώματι ουκ οίδα, είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν· αρπαγέντα τον τοιούτον έως τρίτου ουρανού. και οίδα τον τοιούτον άνθρωπον· είτε εν σώματι είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν· ότι ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι. υπέρ του τοιούτου καυχήσομαι, υπέρ δε εμαυτού ου καυχήσομαι ει μη εν ταις ασθενείαις μου. εάν γαρ θελήσω καυχήσασθαι, ουκ έσομαι άφρων· αλήθειαν γαρ ερώ· φείδομαι δε μη τις εις εμέ λογίσηται υπέρ ό βλέπει με ή ακούει τι εξ εμού. Και τη υπερβολή των αποκαλύψεων ίνα μη υπεραίρωμαι, εδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί, άγγελος σατάν, ίνα με κολαφίζη ίνα μη υπεραίρωμαι».

Κ.ά.
Ο Παύλος όχι μόνο δεν αναφέρει ποτέ τις δυνατές, βάσιμες και από πρώτο χέρι εκθέσεις και μαρτυρίες πραγμάτων, αλλά οι μόνες πηγές που κατονομάζει είναι οι Γραφές της Παλαιάς Διαθήκης (η οποία γράφτηκε πολύ πριν την γέννηση τού Ιησού), και τον απ' ευθείας δίαυλό του με την θεότητα. Δηλαδή πράγματα που με τεράστια δυσκολία ένας ικανός και αντικειμενικός ιστορικός θα θεωρούσε έστω ολίγον κατάλληλα, αν αφήναμε το πειστικά στην άκρη. Τα ολίγα συμβάντα της ζωής του Ιησού που αναφέρει ο Παύλος, δεν τα γνωρίζει ως αποτελέσματα τού ότι τα είδε ο ίδιος με τα μάτια του. Ακόμα χειρότερα, εύκολα συμπεραίνεται ότι δεν έμαθε αυτά τα συμβάντα ούτε από αυτούς που ήταν πλησίον τού Ιησού (όπως οι Απόστολοι και οι συγγενείς), καθώς ο Παύλος όταν αναγράφει τις πηγές του ειδικώς αποκλείει ανθρώπινες πηγές. Το γεγονός ότι ο Παύλος, που όπως υποτίθεται μεταστράφηκε στον Χριστιανισμό και έγραψε ολίγο χρόνο (18-30 χρόνια) μετά τον θάνατο τού Ιησού, παίρνει όλες τις πληροφορίες του για τον Ιησού από την Παλαιά Διαθήκη και την ανοικτή σύνδεσή του με τον θεόν του (αντί από ανθρώπους που ήταν αυτόπτες μάρτυρες) είναι πολύ καταδικαστικό, ιδιαιτέρως όταν οι Επιστολές του είναι οι πρωιμότερες πηγές που έχομε για τον Ιησού.

Όπως βλέπομε, ακόμα και όταν πρόκειται για ακρογωνιαία Χριστιανικά δόγματα όπως η ανάσταση τού Ιησού, ο Παύλος και πάλι λαμβάνει τις πληροφορίες του από τις γραφές της Παλαιάς Διαθήκης. Ακόμα και όταν ο Παύλος υποτίθεται ότι παραθέτει τον ίδιο τον Ιησού, ακόμα και τότε, δεν κάνει ποτέ λόγο για τις πιθανές βάσιμες και πρωταρχικές εκθέσεις στις οποίες βασίστηκε αλλά και πάλι οι μόνες πηγές που κατονομάζει είναι οι Γραφές της Παλαιάς Διαθήκης, και ο απ' ευθείας δίαυλός του προς τον θεϊκό «Κύριο». Ο ίδιος δεν παρακολούθησε τα συμβάντα της ζωής του Ιησού αλλ' ούτε συγκεκριμένα λέγει πότε και που συνέβησαν, και ούτε μπορούμε να υποθέσομε ότι τα έμαθε από γνωστούς θνητούς (όπως ο Πέτρος και ο Ιάκωβος)· αυτό δε επακριβώς το αποκλείει, πράγμα εκπληκτικό, εφ' όσον εγνώριζε τους συγγενείς τού Ιησού και τους πλησιεστέρους ακολούθους του. Στην Πρός Γαλάτας 1: 18-19 ομολογεί: «Έπειτα μετά έτη τρία ανήλθον εις Ιεροσόλυμα ιστορήσαι Πέτρον, και επέμεινα προς αυτόν ημέρας δεκαπέντε· έτερον δε των αποστόλων ουκ είδον ει μη Ιάκωβον τον αδελφόν του Κυρίου». Εν πάση περιπτώσει, ο Παύλος δεν φαίνεται να είχε μία ευχάριστη σχέση με τον Πέτρο, που όπως υποτίθεται ήταν ένας από τους πιο αξιόπιστους και αξιοζήτητους μάρτυρες, καθώς τον αντιπολιτεύτηκε κατά πρόσωπο. Πρός Γαλάτας 2: 11 «Ότε δε ήλθε Πέτρος εις Αντιόχειαν, κατά πρόσωπον αυτώ αντέστην, ότι κατεγνωσμένος ην... κ.λπ.». Ο θρησκευτικός ερευνητής James Tabor επίσης σημειώνει για τις αλλόκοτες πηγές του Παύλου:
Αυτό σημαίνει, ότι τα βασικά σημεία τού μηνύματος που διακηρύττει ο Παύλος, δεν προέρχονται από εκείνους που ήταν μαζί με τον Ιησού, τους οποίους ο Παύλος αποκαλεί σαρκαστικώς «οι δοκούντες στύλοι είναι» (Προς Γαλάτας 2: 9, οι οποίοι ότι νομίζουν πως είναι οι στύλοι της Εκκλησίας) ενώ πριν ολίγου είχε προσθέσει «από δε των δοκούντων είναι τι, οποίοι ποτε ήσαν ουδένμοι διαφέρει· πρόσωπον Θεός ανθρώπου ου λαμβάνει· εμοί γαρ οι δοκούντες ουδέν προσανέθεντο» (Προς Γαλάτας 2: 6, δηλαδή το τι ήταν και τι είπαν αυτοί ποσώς ενδιαφέρει τον Παύλο), αλλά από φωνές, οράσεις και αποκαλύψεις που ο Παύλος «ακούει και βλέπει». Για μερικούς μπορεί αυτά να αποτελούν ισχυρά θεμελίωση, αλλά για πολλούς, μεταξύ των οποίων ανήκουν οι περισσότεροι ιστορικοί, τέτοιες «παραδόσεις» (μπουρδολογίες) δεν μπορούν να θεωρούνται ως βάσιμες ιστορικές μαρτυρίες.
Ίσως ο Παύλος να είχε συναντήσει ανθρώπους που ευρίσκοντο πολύ πλησίον του Ιησού, όπως τον Ιάκωβο και τον Πέτρο, αλλά ποτέ δεν τους αναγράφει στις πηγές του. Η σπουδαιότητα τού γεγονότος, ότι ο Παύλος είχε συναντήσει τέτοια άτομα, είναι ανάγκη να εξετασθεί, διότι οι ιστοριούλες των σχέσεών τους με τον Ιησού αναφέρονται μέσα στα Ευαγγέλια, τα οποία είναι υστερόχρονα γραπτά. Δεδομένου επίσης ότι ο Παύλος ποτέ δεν ισχυρίζεται ότι είχε παραλάβει τις πληροφορίες του από οιονδήποτε που ήταν αυτόπτης μάρτυς, ή ίσως είχε παρακολουθήσει τα πεπραγμένα της ζωής του Ιησού (και έτσι εν δυνάμει εξαλείφει την δυνατότητα υπάρξεως πρωτογενών πηγών, που ούτως ή άλλως δεν υπάρχουν), η ιδιότητά του ακόμα και ως βάσιμη δευτερογενής πηγή αφήνει έναν τεράστιο χώρο για την αμφιβολία.

Πιθανόν, να τεθεί η ερώτηση διατί οι ερευνητές οφείλουν να προϋποθέτουν ότι ο Πέτρος και ο Ιάκωβος θα μπορούσαν οπωσδήποτε να έχουν διδάξει τον Παύλο οτιδήποτε αξιοσημείωτο αφορούσε τον ιστορικό Ιησού. Οι ιστορικοί γνωρίζουν τον μαζικό ρόλο που αυτοί έπαιζαν λόγω των Ευαγγελίων, τα οποία εμφανίζονται αργότερα στον ιστορικό κατάλογο, και συνεπώς αυτά θα μπορούσαν να βασίζονται στην πιο αδρή αφήγηση του Παύλου την οποίαν και επεξεργάζονται. Χωρίς να εμβαπτίζομε τα Ευαγγέλια εντός των Επιστολών, μάλλον και οι περί τον Ιησού εμπειρίες των Πέτρου και Ιακώβου ήταν παρόμοιες με αυτές του Παύλου. Είτε ο Παύλος δεν είναι ιστορικώς αληθής περί των πηγών του (επιτρέποντας ούτως οι ερευνητές να αμφιβάλλουν έτι περισσότερο διά τα γραπτά του), είτε λέγει την αλήθεια: Όλα όσα ο Παύλος γνωρίζει για τον Ιησού προέρχονται από ό,τι ήταν ήδη από αιώνες πριν γραμμένο (πράγμα συγγενές με τις μιδρασικού τύπου θεωρητικές Παλαιοδιαθηκικές τάσεις των Ευαγγελίων), και από την ίδια την φαντασία του. (Μιδρασική είναι η μέθοδος ερμηνείας και παρουσιάσεως των Γραφών της Βίβλου, που εκτός των θρησκευτικών πίστεων, ηθικών εντολών, κ.λπ., προσπαθεί να γεμίσει τα κενά περί ατόμων, γεγονότων, κ.λπ., να εξομαλύνει τις αντιφάσεις, τα παράλογα, κ.ο.κ., που υπάρχουν εκεί μέσα, να βάλει μια σειρά και συνεχές νόημα, κλπ. Όπως π.χ., η Χριστιανική Δογματική διατείνεται ότι η Παλαιά Διαθήκη βρίσκει την συνέχεια, εκπλήρωση και κατανόησή της στη Καινή, πράγμα που παρατηρούμε και στον Παύλο, ενώ ο ορθόδοξος Ιουδαϊσμός δεν μπορεί ούτε καν να διανοηθεί κάτι τέτοιο!).

Το ότι ο Παύλος έγραφε με μιδρασικό ύφος γίνεται αντιληπτό από την αναφορά στην 1η Προς Κορινθίους (15: 3-4) για την έγερση του Μεσσία την τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς: «παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις ό και παρέλαβον, ότι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τάς γραφάς, και ότι ετάφη, και ότι εγήγερται τη τρίτη ημέρα κατά τάς γραφάς». Αυτό το πράγμα δεν δηλώνεται πουθενά μέσα στις Γραφές της Παλαιάς Διαθήκης, άσχετα αν αυτή την δήλωσή του κατά ένα μόνο μέρος φαντάζεται ένεκα των Γραφών της Παλαιάς Διαθήκης (και όχι εκ των Γραφών διότι δεν υπάρχει πουθενά), ενώ το άλλο μέρος είναι δημιούργημα τής ιδικής του φαντασίας. Ο Richard Carrier συμφωνεί ότι:
Ακόμα και στο πρώτο κεφάλαιο της Προς Γαλάτας Επιστολής, ο Παύλος σαφώς αρνείται όχι μόνο ότι παρέλαβε οποιαδήποτε ανθρώπινη παράδοση, αλλά και ότι τέτοιες παραδόσεις δεν έχουν καμία αξία γι' αυτόν και τους χριστιανούς συντρόφους του. Όταν λοιπόν συνδυάσομε αυτό το γεγονός, με όλα όσα γνωρίζομε για τις συγγραφικές πρακτικές του καιρού εκείνου και τον τρόπο κατά τον οποίον οι αφηγήσεις και οι βιογραφίες εχαλκεύονταν υπό φημισμένων ανθρώπων (ή ακόμα αποδίδονταν μόνον σ' τέτοιους, και πολλές φορές συμπεριλάμβαναν και ανυπάρκτους ανθρώπους) με το υλικό των διαδόσεων που κυκλοφορούσαν, η θέση των Μυθικιστών δεν φαντάζει καθόλου απίθανη.
Στην συνέχεια ο Παύλος αναφέρει τις μεταθανάτιες εμφανίσεις του Ιησού: 1η Προς Κορινθίους 15: 5-8 «και ότι ώφθη Κηφά, είτα τοις δώδεκα· έπειτα ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς εφάπαξ, εξ ων οι πλείους μένουσιν έως άρτι, τινές δε και εκοιμήθησαν· έπειτα ώφθη Ιακώβω, είτα τοις αποστόλοις πάσιν· έσχατον δε πάντων ωσπερεί τω εκτρώματι ώφθη καμοί». Όμως αποτυγχάνει, όπως και παντού έχει αποτύχει, να αναφέρει οποιεσδήποτε προθανάτιες κυριολεκτικές εμφανίσεις. Όσον αφορά αυτές τις εμφανίσεις (στην 1η Προς Κορινθίους, κεφάλαιο 15ο), ο Παύλος σταθερώς χρησιμοποιεί την ελληνική λέξη «ώφθη», η οποία συχνά χρησιμοποιείται στην Καινή Διαθήκη για να περιγράψει εμφανίσεις πνευματικών υπάρξεων, όπως έγινε με τις εμφανίσεις του Μωυσή και του Ηλία κατά την μεταμόρφωση του Ιησού (Ματθαίος 17: 3, Μάρκος 9: 4), την εμφάνιση τού Θεού στον Αβραάμ (Πράξεις 7: 2), και την πνευματική εμφάνιση τού Ιησού στον Παύλο (1η Προς Κορινθίους 15: 8), κλπ. Δυνητικώς οι ιστορικοποιούντες έχουν να αντιμετωπίσουν ένα σοβαρό πρόβλημα για την ιστορικότητα του Ιησού. Ότι δηλαδή, ο συγγραφεύς των πιο πρωίμων υπαρκτών γραπτών για τον Ιησού δεν κάνει καμία αναφορά σε πρόσφατες γι' αυτόν ιστορικές πηγές· θα μπορούσε λοιπόν αυτός ο ίδιος να ήταν ο δημιουργός του χαρακτήρα Ιησούς ή ακριβέστερα Χριστός ή έστω Χριστός Ιησούς. (Οι έτι περισσότερο αργοπορημένες Πράξεις ομολογούν: 9: 22 «Σαύλος δε μάλλον ενεδυναμούτο και συνέχυνε τους Ιουδαίους τους κατοικούντας εν Δαμασκώ, συμβιβάζων ότι ούτός εστιν ο Χριστός»).

Αυτή η ιδέα είναι αιρετική για όσους πιστεύουν στο απείκασμα του Ιησού των Ευαγγελίων, αλλά τα Ευαγγέλια εμφανίζονται στην ιστορική σειρά αργότερα, μετά τις Παυλικές Επιστολές. Μια λύση στο πρόβλημα, που προτάθηκε από τον Bart Ehrman (παρ' όλον ότι αυτός αποφεύγει να το παραδέχεται ρητά), πολύ προσφιλής μεταξύ μερικών βιβλικών μελετητών, είναι να σπρώξουν τα Ευαγγέλια πιο μπροστά, να τα κάνουν αρχαιότερα και να τα θέσουν πριν τον Παύλο· φτιάχνει δε αυτή την λύση με το να «δημιουργεί» και κάπως να χρονολογεί πολυάριθμες υποθετικές γραπτές και προφορικές πηγές. Η δημιουργία τέτοιων υποθετικών πηγών του Ehrman, στις οποίες θα επιθυμούσε σφόδρα να έχει πρόσβαση, δεν είναι μόνο μια θλιβερά ανεπαρκής ιστορική μεθοδολογία, αλλά επί πλέον επιδεικνύει την ασυνέπειά του και την εκ των υστέρων απόδοση προνομίων (μαρτυρίας κ.λπ.) και προτεραιότητα (χρονολογική και ιστορική) στα Ευαγγέλια καθ' ότι αργότερα αυτός ο ίδιος σκώπτει μια τέτοια προσέγγιση, όταν αυτή εφαρμόζεται σε άλλες πηγές, όπως στις ίδιες τις Επιστολές:
Ο Παύλος σχεδόν βεβαίως δεν έγραψε την Επιστολή Προς Κολασσαείς. Πρόκειται για μία από τις χαλκεύσεις που έγιναν στο όνομα τού Παύλου και γράφτηκαν μετά τον θάνατό του, καθώς οι κριτικοί μελετητές έχουν διαγνώσει επί πολύ μακρύ χρονικό διάστημα. Το να επιχειρούμε να αποδείξομε ότι αυτό το κείμενο παράγεται από μία προ-Παυλική παράδοση καθίσταται προβληματικό. Η Προς Κολασσαείς Επιστολή είναι μετα-Παυλική, και συνεπώς επί ποίων βάσεων μπορούμε να λέμε ότι αυτό το κείμενο είναι προ-Παυλικό;
Αυτά που εκπληκτικώς και ασυνεπώς λέγει ο Ehrman διά την Προς Κολασσαείς Επιστολή, τα ίδια μπορούν να λεχθούν και διά τα Ευαγγέλια: «Τα Ευαγγέλια είναι μετα-Παυλικά, και συνεπώς επί ποίων βάσεων μπορούμε να λέμε ότι αυτά τα κείμενα είναι προ-Παυλικά;». Εάν ο Ehrman ευρίσκει προβληματικό το να υποθέτομε ότι ένα κατοπινό γραπτό περιέχει πρότερες πληροφορίες, είναι καταπληκτικό το ότι νομίζει πως μια όμοια προσέγγιση προς τα Ευαγγέλια είναι πλήρως παραδεκτή, και επί πλέον κρίσιμη για την δική του ανάπτυξη της ιστορικότητος του Ιησού! Η συνέπεια με τέτοιου είδους σκεπτικισμό πιθανότατα θα κατέληγε σε συμπεράσματα δι' αλλαγής στρατοπέδων. Τώρα που έχει διαπιστωθεί ότι οι πηγές επί των πρώτων-πρώτων υπαρκτών αφηγήσεων διά τον Ιησού είναι τελείως ακατάλληλες διά την ιστορική έρευνα (σκεφτείτε αν η ιστορία για τον Αβραάμ Λίνκολν βασιζόταν μονοσήμαντα επί αρχαίων βιβλίων τα οποία εγράφησαν για τον Ιούλιο Καίσαρα και σε υποτιθέμενες αποκαλύψεις από υπερφυσικές οντότητες) και διά την έκταση επί της οποίας ερευνητές όπως ο Ehrman προσπαθούν να επιλύσουν το πρόβλημα με το να παραβιάζουν βασικές ιστορικές αρχές, η εστίαση θα μετατεθεί στο περιεχόμενο των Παυλικών και των άλλων Επιστολών που οι ιστορικοποιούντες τον Ιησού θα το θεωρήσουν μάλλον προσβλητικό και εναντίον των ιδικών τους απόψεων.

Εν κατακλείδι, είτε ο Παύλος ομιλεί ορμώμενος πράγματι από την Παλαιά Διαθήκη και από τις απ' ευθείας «υπερφυσικές πηγές» τις οποίες ο ίδιος ισχυρίζεται (αφήνοντας ανοικτή την δυνατότητα ενός μη κυριολεκτικού Ιησού και μη κυριολεκτικών αφηγήσεων), είτε κατέχει άλλες κρυφές πηγές και απλούστατα ψεύδεται σαν κακό παιδάκι. Όπως και να έχει το πράγμα, η πιστότητα ολοκλήρου τού έργου του όσον αφορά την παροχή ακριβών πληροφοριών επί του Ιησού είναι πολύ διακυβευμένη. Οι ιστορικοί δεν είναι δυνατόν να εμπιστεύονται έναν άνθρωπο που ισχυρίζεται ότι παίρνει όλες τις πληροφορίες του από τον «Θεό», ή που πρόκειται για ψεύτη. Αυτά εξετάζομε έτι περεταίρω σε ό,τι ακολουθεί.

Ο ελαχιστικός και άνευ παραπομπών Ιησούς του Παύλου
Ο Albert Schweitzer στο έργο του «The Mysticism of Paul the Apostle», στην σελίδα 389 γράφει:
Είναι αναμφισβήτητο το γεγονός στην ιστορία της χριστιανικής πίστεως ότι για αιώνες, κατά κάποια έννοια, το Ευαγγέλιο του Παύλου στάθηκε εμπόδιο στον δρόμο του Ευαγγελίου του Ιησού. Πώς συνάγεται το συμπέρασμα αυτό; Η στάση την οποία ο ίδιος ο Παύλος λαμβάνει έναντι του Ευαγγελίου του Ιησού είναι ότι δεν το επαναλαμβάνει συμφώνως προς τα λόγια του Ιησού και δεν επικαλείται την αυθεντία του.
Οι ιστορικοποιούντες και οι μυθικιστές συμφωνούν ότι οι Παυλικές Επιστολές (και όλα τα εκτός Ευαγγελίων βιβλικά βιβλία γενικώς) έχουν πολύ ελάχιστα να πουν διά τα λόγια και τα έργα του Ιησού. Αυτό αφ' εαυτού του δεν είναι κατ' ανάγκην πρόβλημα. Εν τούτοις, διαφαίνεται ως ύποπτο το γεγονός ότι τα γραπτά που εμφανίζονται πολύ αργότερα στον ιστορικό κατάλογο (τα κανονικά Ευαγγέλια) επεκτείνονται φαινομενικά επί της βασικής ιστορίας που παρουσιάζουν οι Επιστολές· θα ήταν πολύ πιο λογικό το ότι οι κατοπινές (και πιο λεπτομερείς) εκθέσεις θα δημιουργούσαν μυθολογίες, και όχι οι πρότερες, πιο συγκεκριμένες και πλησιέστερες προς τα γεγονότα τοιαύτες. Ο Ehrman προσπαθεί να δικαιολογήσει αυτή την σχετική σιωπή των Επιστολών, με το να επιμένει: «Το ότι αυτό (το περιεχόμενο των Ευαγγελίων δηλαδή) ήταν κοινή γνώση θα πρέπει να καθίσταται εμφανές από τις Ευαγγελικές πηγές ...» (που μόνον αυτός φαντάζεται και εισάγει αξιωματικώς).

Οι πηγές αυτές όμως είναι εκείνες οι οποίες φτιάχτηκαν και εισήχθησαν από τον ίδιο τον Ehrman και επί των οποίων τόσο πολύ βασίζεται· τα Ευαγγέλια είναι μετα-Παυλικά, και έτσι τα συμπεράσματα κατά πάσαν πιθανότητα θα ήταν διαφορετικά εάν οι ιστορικοποιούντες όπως ο Ehrman τα χρησιμοποιούσαν πραγματικά ως τέτοια, και δεν ενέθεταν την αργοπορημένη ευαγγελική αφήγηση μέσα στα προηγούμενα κείμενα. Τώρα καθίσταται πολύ πιο εκπληκτικό το ότι ο Παύλος ευρίσκεται ο ίδιος μπροστά σε καταστάσεις όπου θα μπορούσε να επαναλάβει τον Ιησού και ούτως να ανακηρύξει την αυθεντία του, και παρά ταύτα δεν το κάνει:
Προς Ρωμαίους 14: 1-4 «Τον δε ασθενούντα τη πίστει προσλαμβάνεσθε, μη εις διακρίσεις διαλογισμών. ος μεν πιστεύει φαγείν πάντα, ο δε ασθενών λάχανα εσθίει. ο εσθίων τον μη εσθίοντα μη εξουθενείτω, και ο μη εσθίων τον εσθίοντα μη κρινέτω· ο Θεός γαρ αυτόν προσελάβετο. συ τις ει ο κρίνων αλλότριον οικέτην; τω ιδίω Κυρίω στήκει ή πίπτει· σταθήσεται δε· δυνατός γαρ εστιν ο Θεός στήσαι αυτόν».

1η Προς Κορινθίους 8 «Περί δε των ειδωλοθύτων, οίδαμεν ότι πάντες γνώσιν έχομεν. η γνώσις φυσιοί, η δε αγάπη οικοδομεί. ει δε τις δοκεί ειδέναι τι, ουδέπω ουδέν έγνωκε καθώς δεί γνώναι· ει δε τις αγαπά τον Θεόν, ούτος έγνωσται υπ' αυτού. Περί της βρώσεως ουν των ειδωλοθύτων οίδαμεν ότι ουδέν είδωλον εν κόσμω, και ότι ουδείς Θεός έτερος ει μη εις. και γαρ είπερ εισί λεγόμενοι θεοί είτε εν ουρανω είτε επί της γης, ωσπερ εισί θεοί πολλοί και κύριοι πολλοί, αλλ' ημίν εις Θεός ο πατήρ, εξ ου τα πάντα και ημείς εις αυτόν, και εις Κύριος Ιησούς Χριστός, δι' ου τα πάντα και ημείς δι' αυτού. Αλλ' ουκ εν πάσιν η γνώσις· τινές δε τη συνειδήσει του ειδώλου έως άρτι ως ειδωλόθυτον εσθίουσι, και η συνείδησις αυτών ασθενής ούσα μολύνεται. βρώμα δε ημάς ου παρίστησι τω Θεω· ούτε γαρ εάν φάγωμεν περισσεύωμεν, ούτε εάν μη φάγωμεν υστερούμεθα. βλέπετε δε μήπως η εξουσία υμών αύτη πρόσκομμα γένηται τοις ασθενούσιν. εάν γαρ τις ίδη σε, τον έχοντα γνώσιν, εν ειδωλείω κατακείμενον, ουχί η συνείδησις αυτού ασθενούς όντος οικοδομηθήσεται εις το τα ειδωλόθυτα εσθίειν; και απολείται ο ασθενών αδελφός επί τη σή γνώσει, δι' ον Χριστός απέθανεν. ούτω δε αμαρτάνοντες εις τους αδελφούς και τύπτοντες αυτών την συνείδησιν ασθενούσαν εις Χριστόν αμαρτάνετε. διόπερ ει βρώμα σκανδαλίζει τον αδελφόν μου, ου μη φάγω κρέα εις τον αιώνα, ίνα μη τον αδελφόν μου σκανδαλίσω».

Προς Κολασσαείς 2: 20-21 «Ει ουν απεθάνετε συν τω Χριστω από των στοιχείων του κόσμου, τι ως ζώντες εν κόσμω δογματίζεσθε, μη άψη μηδέ γεύση μηδέ θίγης».
Επί παραδείγματι, όσον αφορά τους νόμους της διαίτης, ο Παύλος θα μπορούσε άνετα να παραπέμψει στην αυθεντία του Ιησού, καθώς τα Ευαγγέλια αναφέρουν:
Μάρκος 7: 14-15 «Και προσκαλεσάμενος πάντα τον όχλον έλεγεν αυτοίς· ακούετέ μου πάντες και συνίετε. ουδέν εστιν έξωθεν του ανθρώπου εισπορευόμενον εις αυτόν ό δύναται αυτόν κοινώσαι, αλλά τα εκπορευόμενά εστι τα κοινούντα τον άνθρωπον».
Ο Robert Price (όπως και πολλοί άλλοι) επισημαίνει πολυάριθμα παραδείγματα στα οποία ο Παύλος έχει την ευκαιρία να απλοποιήσει την αγγαρεία αποδείξεως και να βροντοφωνάξει μέσα στο μήνυμά του την αυθεντία και εξουσία του Ιησού, αλλά αποτυγχάνει να το πράξει. Όταν ο Παύλος συστήνει την αγαμία (1η Προς Κορινθίους 7: 1, 7-8), θα μπορούσε να έχει αναφέρει τον Ματθαίο 19: 10-12. Όταν υποδεικνύει ότι οι χριστιανοί πρέπει να πληρώνουν φόρους (Προς Ρωμαίους 13: 1-6), ο Παύλος θα μπορούσε να παραπέμψει στον Μάρκο 12: 1-7. Όταν αναπτύσσει το ζήτημα της περιτομής (Προς Ρωμαίους 3: 1, Προς Γαλάτας 5: 1-12), ο Παύλος θα μπορούσε να αναφέρει την περιτομή του ίδιου του Ιησού στον Λουκά 2: 21, τι πιο απλό! Όταν ο Παύλος (και ο Πέτρος στην 1η Πέτρου 2: 13-17) προτρέπει υπακοή στις ρωμαϊκές αρχές οι οποίες γενικώς τιμωρούν τους διεστραμμένους (Προς Ρωμαίους 13: 1-7, 1η Προς Τιμόθεον 2: 1-2, Προς Τίτον 3: 1), φαίνεται πως «ξέχασε» τι έκαναν στον Ιησού Χριστό! Αντί να περιγελά τους Ιουδαίους επειδή απαιτούσαν θαύματα (1η Προς Κορινθίους 1: 22), ο Παύλος θα μπορούσε να είχε αναφέρει το μέγα πλήθος των θαυμάτων που ο Ιησούς υποτίθεται ότι διέπραξε και τα οποία ο κόσμος βρήκε τόσο πειστικά. Αλλ' όμως συμπεριφέρεται σαν να μην τα ξέρει! Όταν ο Παύλος ομίλησε για γάμο, διαζύγιο, παρθενία, κ.λπ., (Προς Ρωμαίους 7: 2-3, 1η Προς Κορινθίους 7: 6, 10-16, 25, 39, κ.ά.), είπε τα δικά του, αντιφατικά προς αυτά που λέγει τόσο ηχηρά ο Ιησούς στον Ματθαίο 5: 31-32, 19: 1-12, Μάρκο 10: 1-12 και Λουκά 16: 18, κ.ά. Πάρτε την Καινή Διαθήκη και συγκρίνατε αυτές τις παραπομπές, για να μην τις παραθέσομε εδώ λόγω χώρου, στις οποίες ο Παύλος φάσκει και αντιφάσκει όχι μόνο με τον Ιησού αλλά και με το εαυτόν του. Πολύ περιέργως δεν δίνει σημασία στο βάπτισμα (Α' Προς Κορινθίους 1: 16-17 «εβάπτισα δε και τον Στεφανά οίκον· λοιπόν ουκ οίδα ει τινα άλλον εβάπτισα, ου γαρ απέστειλέ με Χριστός βαπτίζειν, αλλ’ ευαγγελίζεσθαι, ουκ εν σοφία λόγου, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Χριστού», κ.ά.), ενώ έπρεπε να γνωρίζει την βάπτιση του Ιησού και την ρητή εντολή του («βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα...»). Στην Β' Προς Κορινθίους ια': 17-18 η θεοπνευστία σταμάτησε! Μας λέει ότι, δεν είχε εντολή από τον Κύριο (πάνω στα θέματα που αναφέρει εκεί) και έτσι αναγκάστηκε να πει αφ' εαυτού του ό,τι του κατέβηκε εκείνη την ώρα! Σ' αυτά τα θέματα όμως, ο Κύριος είχε μιλήσει στον Ματθαίο, 5: 31-32, 19: 1-12, 28: 19, Μάρκο 10: 1-12, 16: 15-16, Λουκά 16: 18, Πράξεις 1: 5, κ.ά., αλλά φαίνεται τα ξέχασε και η θεοπνευστία δεν του τα θύμισε! Ο τραγέλαφος τέτοιων αναφορών θεοπνεύστου ασυνεπείας μπορεί να συνεχιστεί έτι επί μακρόν.

Ακόμα και ο Ehrman αναγνωρίζει και το έτι μεγαλύτερο ζήτημα, ότι ενώ υπάρχουν μπόλικες περιστάσεις κατά τις οποίες ο Παύλος σαν να φαίνεται ότι πραγματικά παραθέτει τον Ιησού και παρά ταύτα δεν αποδίδει την απαιτουμένη αναγνώριση της αναφοράς σ' αυτόν (αν και ο Ehrman νομίζει ότι ο Παύλος παραφράζει κατοπινά γραπτά· ένα παράλογο και προεξοφλημένο συμπέρασμα). Ο Μάρκος (1: 22) καταδεικνύει την έκπληξη τού κόσμου που παρακολουθεί τον Ιησού να διδάσκει από την αφ' εαυτού του εξουσία, τόσο αλλιώτικα από τους Γραμματείς που ψαχούλευαν μέσα στην Τοράχ. Ίσως ο Παύλος να μην είχε το χάρισμα του Ιησού· ή υπάρχει κάποιος άλλος λόγος διά τον οποίον ο Παύλος αποφεύγει να χρησιμοποιεί την εξουσία του Ιησού, και όπως οι Γραμματείς (γενικώς εκλαμβανόμενοι ως εχθροί του Ιησού) έτσι και αυτός βασίζεται στην Παλαιά Διαθήκη διά το μήνυμά του. Στους ιστορικοποιούντες τον Ιησού που σημειώνουν αυτές τις ανωμαλίες ανήκει και ο Gerd Ludemann ο οποίος λέγει:
Ο οιοσδήποτε οφείλει να καταγράψει με αρκετή έκπληξη το γεγονός ότι οι διδασκαλίες του Ιησού φαίνονται να παίζουν έναν πολύ υποδεέστερο ρόλο στις θρησκευτικές και ηθικές οδηγίες του Παύλου που τις λαμβάνει εκ της Παλαιάς Διαθήκης...και ούτε μια φορά δεν αναφέρει ο Παύλος τον Ιησού ως διδάσκαλο, τα λόγια του ως διδασκαλίες, ή στους Χριστιανούς ως μαθητές του. Όσον αφορά αυτή την διαπίστωση, υψίστη σημασία έχει το γεγονός ότι όταν ο Παύλος παραθέτει «Λόγια του Ιησού», ποτέ δεν τα ονομάζει ως τοιαύτα· αντ' αυτού χωρίς καμία εξαίρεση οσάκις το κάνει (διότι δεν το κάνει πάντοτε), τα αποδίδει εις τον «Κύριον».

(Δηλαδή τον Παλαιοδιαθηκικό Γιαχβέχ. Οι χριστιανοί νομίζουν ότι ο «Κύριος» στον Παύλο είναι ο Ιησούς Χριστός. Αλλά στην τότε αλλοιωμένη Παλαιά Διαθήκη των εβδομήκοντα-δύο την οποία ο Παύλος και οι πρωτο-χριστιανοί επικαλούντο και στην οποία παραπέμπανε συνεχώς κατά τις λογομαχίες τους με τους Ιουδαίους, η λέξη «Κύριος» έχει αντικαταστήσει το εβραϊκό απρόφερτο και αμετάφραστο όνομα «Γιαχβέχ», που αναγράφεται πάνω από επτά χιλιάδες φορές στην Εβραϊκή Τανάχ - Παλαιά Διαθήκη, πράγμα που ευκολότατα μπορεί να διαπιστωθεί και σήμερα).
Είναι δυνατόν ότι ο Παύλος δεν αισθανόταν την ανάγκη να επικαλεσθεί την εξουσία τού Ιησού, καθώς οι αναγνώστες του πιθανώς να εγνώριζαν ήδη όλες τις διδασκαλίες και τα έργα του Ιησού. Αυτή η επεξήγηση όμως χάνει την ισχύν της, δεδομένου ότι γνωρίζομε περί των «διδασκαλιών του Ιησού» μόνο ένεκα των μετα-Παυλικών γραπτών και ακόμα αυτό δεν φαίνεται να ισχύει σε κανένα κείμενο του καιρού του Παύλου. Μελετητές και πιστοί, ομοίως πρέπει να δεχθούν την πολύ πραγματική δυνατότητα ότι τέτοιες διδασκαλίες και λόγια στην πραγματικότητα προήλθαν από τον Παύλο (ή ακόμα και από άλλες θρησκευτικές παραδόσεις συνολικά), και μόνο αργότερα, στα Ευαγγέλια δηλαδή, αποδόθηκαν στον Ιησού ή πιθανώς σε «γραπτά λογίων» όπως το Q και το Ευαγγέλιο του Θωμά, τα οποία θα είχαν εμφανιστεί στον ιστορικό κατάλογο μεταξύ των Παυλικών Επιστολών και των κανονικών Ευαγγελίων.

Θα μπορούσε να συμβαίνει ότι ο Παύλος -με πλήρη έλλειψη ενδιαφέροντος για την πρόσφατη ζωή και δράση του Ιησού- παρουσιάζει ένα «απογυμνωμένο» απείκασμα του Ιησού των Ευαγγελίων όπως στους απολογητές αρέσει να αντιπροτείνουν· δεδομένου όμως ότι τα γραπτά του Παύλου εμφανίζονται προηγουμένως, πρέπει να θεωρηθεί πιο εύλογο το ότι τα Ευαγγέλια βασίζονται στις Επιστολές του Παύλου και αυτές επεξεργάζονται. Είτε Ιησούς υπήρξε είτε όχι, ο Παύλος φαίνεται να μην ενδιαφέρεται καθόλου για έναν πρόσφατο ιστορικό Ιησού· ως εάν μία τέτοια έννοια θα είχε μόνο δευτερεύουσα σημασία διά τον πρωταρχικό σκοπό του: Δηλαδή, την διάδοση της Παυλικής θεολογίας, την διάδοση του ιδικού του μηνύματος.

Ο κοσμικός (=διαστημικός) Χριστός του Παύλου
Δεν υπάρχει ούτε ένας στίχος μέσα στις Παυλικές Επιστολές ο οποίος να επισυνάπτει στον θάνατο τού Ιησού ειδικώς, και εν τέλει σ' όλη τη ζωή του γενικώς, μία ακριβή χρονολογία και έναν συγκεκριμένο τόπο. Ευγνωμονούντες τα κανονικά Ευαγγέλια, οι Βιβλικοί ιστορικοί τείνουν να νομίζουν ότι ο Ιησούς απέθανε στην Ιερουσαλήμ υπό την ηγεμονία του Ποντίου Πιλάτου. Αλλά τα Ευαγγέλια είναι μετα-Παυλικά, και δεν ημπορούν να υποτεθούν ότι περιέχουν τις πρωιμότερες παραδόσεις για τον Ιησού. Οι μελετητές οφείλουν να λάβουν υπ' όψη τις δυνατότητες των όσων λέγει ο Παύλος, χωρίς να γνωρίζουν τα μετέπειτα γραπτά τα οποία απλώς μπορεί να επεκτείνουν τις αφηγήσεις του Παύλου. Με αυτό κατά νουν, οι Επιστολές είναι κάτι περίεργα κείμενα που μπορούν να υποδεικνύουν ότι ο Ιησούς που απεικάζεται από τον Παύλο και τους συγγραφείς των άλλων επιστολών δεν είναι ένας σωματικός, ανθρώπινος Ιησούς που εσχάτως εμφανίστηκε επί της Γης.

Ο Παύλος έχει να μας πει πολύ ολίγα πράγματα για την παρεπιδημία του Ιησού επί της Γης. Για παράδειγμα, δεν ενημερώνει καθόλου που και πότε έγινε η σταύρωση και γιατί και πως. Τα Ευαγγέλια που γράφτηκαν μετά τον Παύλο προσπαθούν να γεμίσουν τα κενά και έτσι να επεξηγήσουν τον θρύλο της ζωής του Ιησού. Ο Παύλος, όπως φαίνεται, αδιαφορεί για έναν πρόσφατο ιστορικό Ιησού, ωσάν αυτή η έννοια να ήταν δευτερευούσης σημασία για το πρωταρχικό μήνυμα τού Παύλου. Φανταστείτε έναν Χριστιανισμό εις τον οποίον ο ιστορικός Ιησούς δεν έχει πραγματική σημασία! Μερικά χωρία από τις Επιστολές του (και την Προς Εβραίους Επιστολή ή οποία στην πραγματικότητα είναι ανώνυμη και δεν είναι του Παύλου) μπορούν πράγματι να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο Ιησούς δεν υπήρξε επί της Γης κατά την πρόσφατη ιστορική περίοδο:
Προς Εβραίους 8: 3-4 «πας γαρ αρχιερεύς εις το προσφέρειν δώρα τε και θυσίας καθίσταται· όθεν αναγκαίον έχειν τι και τούτον ο προσενέγκη. ει μεν γαρ ην επί γης, ουδ' αν ην ιερεύς, όντων των ιερέων των προσφερόντων κατά τον νόμον τα δώρα».

Πρός Φιλιππησίους 2: 5-11 «τούτο γαρ φρονείσθω εν υμίν ο και ενΧριστω Ιησού, ος εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεω, αλλ' εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού. διό και ο Θεός αυτόν υπερύψωσε και εχαρίσατο αυτώ όνομα το υπέρ παν όνομα, ίνα εν τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων, και πάσα γλώσσα εξομολογήσηται ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού πατρός».

Προς Εφεσίους 3: 4-5 «προς ο δύνασθε αναγινώσκοντες νοήσαι την σύνεσίν μου εν τω μυστηρίω του Χριστού, ο ετέραις γενεαίς ουκ εγνωρίσθη τοις υιοίς των ανθρώπων ως νυν απεκαλύφθη τοις αγίοις αποστόλοις αυτού και προφήταις εν Πνεύματι».
Εδώ υπάρχει ένας Ιησούς που μπορεί να τοποθετηθεί σ' έναν άλλο χώρο, (που αυτός είναι ένας («πλατωνικός μυστικιστικός χώρος») και που είναι άχρονος. Το χωρίο από την Προς Εβραίους Επιστολή φαίνεται να αναφέρει ότι ο Ιησούς δεν είχε υπάρξει επί της Γης προσφάτως, ενώ ο ύμνος από την Προς Φιλιππησίους Επιστολή υποδεικνύει κάποιον που απλώς και μόνον είχε την εμφάνιση ανθρώπου, ονομάσθηκε «Ιησούς=ο Γιαχβέχ σωτήρ μου» και εξυψώθηκε από τον Θεό-Γιαχβέχ μόνο μετά τον θάνατό του. Ούτω, συνεπάγεται ένας πολύ διαφορετικός Ιησούς, όπως ουράνιος, διαστημικός, μη κυριολεκτικός, δημιουργώντας έτσι μια κατάφωρη αντίφαση με την αφήγηση Ευαγγελίων. (Ενταύθα, δυνητικώς υπάρχει μια παραλληλία από την Παλαιά Διαθήκη με τον Ιακώβ που ονομάσθηκε Ισραήλ μετά τη νίκη του σε πάλη με τον Γιαχβέχ, Γένεσις 32: 22-32. Τι περίεργο! Ένας άνθρωπος να νικήσει τον Θεό σε πάλη!). Η παράθεση από την Πρός Εφεσίους Επιστολή αξιοπρόσεκτα παραλείπει κάθε υπόδειξη πρόσφατης ιστορικής ενδείξεως, και αντ' αυτής αναφέρεται σε αποκάλυψη του Θεού, «ακόμα και τώρα» (δεκαετίες μετά τα υποτιθέμενα συμβάντα των Ευαγγελίων), και πιθανότατα υπαινίσσεται το στάτους (= την ιδιότητα) του Χριστιανισμού ως μία «παγανιστική» μυστηριακή θρησκεία (=θρησκεία μυστηρίων).

Οι Παυλικές Επιστολές απ' όλους χρονολογούνται πολύ νωρίτερα από τα Ευαγγέλια και θα αναμενόταν να παρέχουν μια ακριβέστερη και ιστορικότερη εικόνα του Ιησού. Αλλά ο Ιησούς των Παυλικών Επιστολών είναι διαφορετικός απ' αυτόν των Ευαγγελίων. Ακριβέστερα πολλοί πρωτο-χριστιανοί όπως και ο Παύλος δεν επίστευαν σε κυριολεκτικό, σαρκικό και γήινο Ιησού. Δεδομένου λοιπόν ότι η γνώση του Παύλου για τον Ιησού, ή μάλλον του Χριστού (=Μεσσίαχ=κεχρισμένου βασιλέως), προέρχεται από την Παλαιά Διαθήκη και από τον ανοικτό δίαυλό του με την θεότητα αντί από τα χέρια ή τις μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων, μπορεί σίγουρα να διαγραφεί από τις βάσιμες πρωτογενείς πηγές που αφορούν την ιστορικότητα του Ιησού. Ο ερευνητής επί θεμάτων της Καινής Διαθήκης του πανεπιστημίου της πόλεως Gottingen, Gerd Ludemann, συμφωνεί ότι:
Με λίγα λόγια, ο Παύλος δεν ημπορεί να θεωρηθεί ως ένας βάσιμος μάρτυς είτε των διδασκαλιών, είτε της ζωής, είτε της ιστορικής υπάρξεως του Ιησού.
Οι Μυθικιστές, όπως ο Earl Doherty, διατείνονται ότι τέτοιοι στίχοι υποδεικνύουν έναν «κοσμικό-διαστημικό Χριστό»· έναν που δεν εμφανίστηκε επί της Γης, αλλά σε κάποιου είδους πλατωνικό «κατώτερο ουρανό» (βλέπε 2α Προς Κορινθίους 12: 1-7 περί τρίτου ουρανού κ.λπ., που γράψαμε παραπάνω). Είτε αυτή η μορφή του Ιησού ήταν καθαρά πνευματική είτε πραγματικά σαρκική, μια τέτοια άποψη για τον Ιησού θα υποδηλούσε ότι αυτή η μορφή αρχικώς ήταν εντελώς μυθολογική που αργότερα ιστορικοποιήθηκε, αντί μιας ιστορικής που αργότερα μυθοποιήθηκε, πράγμα το οποίο οι κοσμικοί Βιβλικοί μελετητές τείνουν να παραδέχονται. Το ότι ο Ιησούς ήταν ένα μυστήριο που μόνο «τώρα» (τον καιρό του Παύλου και των συγγραφέων των Επιστολών) αποκαλύπτεται από τον Θεό καθίσταται πολύ προβληματικό προς την άποψη ότι ο Ιησούς πραγματικά έζησε και απέθανε επί της Γης πριν μερικές δεκαετίες. Όμως, αυτό το φανερωθέν μυστήριο φαίνεται να είναι απ' άκρη σ' άκρη το θέμα των Επιστολών:
Προς Ρωμαίους 3: 21 «Νυνί δε χωρίς νόμου δικαιοσύνη Θεού πεφανέρωται, μαρτυρουμένη υπό του νόμου και των προφητών».

Προς Ρωμαίους 14: 24-26 «Τω δε δυναμένω υμάς στηρίξαι κατά το ευαγγέλιόν μου και το κήρυγμα Ιησού Χριστού, κατά αποκάλυψιν μυστηρίου χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένου, φανερωθέντος δε νυν, δια τε γραφών προφητικών κατ' επιταγήν του αιωνίου Θεού εις υπακοήν πίστεως εις πάντα τα έθνη γνωρισθέντος, μόνω σοφω Θεω δια Ιησού Χριστού, ω η δόξα εις τους αιώνας· αμήν».

Προς Κολασσαείς 1: 24-27 «Νυν χαίρω εν τοις παθήμασί μου υπέρ υμών και ανταναπληρώ τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί μου υπέρ του σώματος αυτού, ο εστιν η εκκλησία, ης εγενόμην εγώ διάκονος κατά την οικονομίαν του Θεού την δοθείσάν μοι εις υμάς, πληρώσαι τον λόγον του Θεού, το μυστήριον το αποκεκρυμμένον από των αιώνων και από των γενεών, νυνί δε εφανερώθη τοις αγίοις αυτού, οίς ηθέλησεν ο Θεός γνωρίσαι τις ο πλούτος της δόξης του μυστηρίου τούτου εν τοις έθνεσιν, ος εστι Χριστός εν υμίν, η ελπίς της δόξης».

Προς Κολασσαείς 2: 2-3 «ίνα παρακληθώσιν αι καρδίαι αυτών, συμβιβασθέντων εν αγάπη και εις πάντα πλούτον της πληροφορίας της συνέσεως, εις επίγνωσιν του μυστηρίου του Θεού και πατρός και του Χριστού, εν ω εισι πάντες οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως απόκρυφοι».

1η Πέτρου 1: 20 «προεγνωσμένου μεν προ καταβολής κόσμου, φανερωθέντος δε επ' εσχάτων των χρόνων δι' υμάς».
Κ.λπ.
Τα δύο χωρία από την Προς Ρωμαίους Επιστολή, όπως φαίνεται, υποδεικνύουν ότι ο Χριστός αποκαλύφθηκε μόνο «τώρα» (τον καιρό του Παύλου, δυο ή τρεις δεκαετίες μετά την ζωή του Ιησού που τα Ευαγγέλια περιγράφουν), πιθανότατα από τον ίδιο τον Παύλο. (Οι Πράξεις ομολογούν: 9: 22 «Σαύλος δε μάλλον ενεδυναμούτο και συνέχυνε τους Ιουδαίους τους κατοικούντας εν Δαμασκώ, συμβιβάζων ότι ούτός εστιν ο Χριστός».). Αλλά αυτό δεν γεφυρώνεται με την άποψη των Ευαγγελίων, τα οποία τοποθετούν την ζωή του Ιησού πολύ πριν από τα πρώτα γραπτά του Παύλου. Εν τούτοις και για άλλη μια φορά, πρέπει να σημειωθεί ότι τα Ευαγγέλια είναι αργοπορημένες κατοπινές εκθέσεις, και μπορούσαν να βασίζονται στην αφήγηση του Παύλου την οποία επεξεργάζονται και αλλάζουν. Το ότι τα Ευαγγέλια αναφέρονται σε πολύ προηγούμενο καιρό δεν πρέπει προφανώς και καλά και σώνει να αποτελεί ένδειξη ότι δεν περιέχουν πραγματικές πληροφορίες για τον Ιησού από τον καιρό εκείνο -είναι όμως ανάγκη να λάβομε υπ' όψη μας το πότε γράφτηκαν. Τα δύο χωρία από την Προς Κολασσαείς Επιστολή (είτε αυτή γράφτηκε από τον Παύλο ή από άλλον συγγραφέα) επίσης φαίνεται να υποδεικνύουν ότι ο Χριστός αποκαλύφθηκε «τώρα», κατά τον χρόνο που ο συγγραφεύς γράφει, αντί πριν πολύ καιρό καθώς τα Ευαγγέλια παρουσιάζουν.

Επίσης, το σημαντικό «ος εστι Χριστός εν υμίν» στην Πρός Κολασσαείς 1: 27 είναι σε μεγάλο βαθμό γνωστικιστικό (αναφερόμενο σε μια πανθεϊστική εσωτερική θεότητα), και προσδίδει αρκετή υποστήριξη στην θεωρία του Doherty ότι ο Ιησούς των Επιστολών εθεωρείτο να υπάρχει (κατά τον συρμό των αρχαίων μυστηριακών θρησκειών) μόνο σε έναν πλατωνικό «κατώτερο ουρανό». Αυτή η θεωρία δεν είναι αναγκαστικά χωρίς προηγούμενο· ο Πατήρ της Εκκλησίας του δευτέρου αιώνος Ειρηναίος υποδεικνύει την ύπαρξη χριστιανών με τέτοιες ανορθόδοξες πίστεις στο έργο του «Κατά των Αιρέσεων» (1.7.2): «Διότι αυτοί δηλώνουν ότι όλα αυτά τα πεπραγμένα ήταν ανάτυπα αυτών που συνέβησαν υπεράνω» (μέγας Πλατωνισμός). Και αφού πραγματικά υπήρχαν πρωτο-χριστιανοί που ηρνούντο την κυριολεκτική και σαρκική ύπαρξη του Ιησού επί της Γης, η ιδέα του Ιστορικού Ιησού θα ήταν απίστευτα αβάσιμη. Όπως φαίνεται ο μόνος λόγος διά τον οποίον οι πρωτο-χριστιανοί θα ηρνούντο τον σαρκικό Ιησού ήταν επειδή ακριβώς είχαν δίκιο -ότι δηλαδή αυτός ο Ιησούς δεν υπήρξε. Το να βρει κανείς την εξήγηση περί αυτών των υπερβολικά σκεπτικιστικών πρωτο-χριστιανών, οι οποίοι υποτίθενται ότι έζησαν καθ' όν χρόνο αυτόπτες μάρτυρες του Ιησού υπήρχαν ακόμα έναν γύρο, καθίσταται μια μνημειωδώς τρομακτική αγγαρεία για τον ιστορικοποιούντα και τον πιστό.

Είναι πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι, ενώ ο Παύλος ποτέ δεν αναφέρει πότε και που ο Ιησούς ήταν επί της Γης, ο συγγραφεύς της Προς Κολασσαείς Επιστολής διαθέτει χρόνο για να αποκαλύψει το σπουδαίο «μυστήριο» ότι ο Χριστός είναι «εντός υμών», το οποίο είναι σε αρμονία με τον πανθεϊστικό ισχυρισμό του Ιησού εις το Ευαγγέλιο του Θωμά (λόγιον 3) ότι «η βασιλεία του Θεού είναι εντός υμών». (Αυτό το ίδιο υπάρχει και στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον 17: 21). Συνεπώς αντί για μια παράθεση όπως «ο Ιησούς Χριστός εγεννήθη και απέθανε στην Παλαιστίνη», έχομε «ο Χριστός είναι εντός υμών». Αυτό πόρρω απέχει από αντικειμενική ιστορία, και εμφανίζεται περισσότερο ωσάν ευχάριστο και πανθεϊστικό κήρυγμα (όχι ότι αυτό είναι κακό πράγμα -ο πανθεϊσμός είναι πολύ θετικός και ενοποιητικός από τους διαφόρους μονοθεϊσμούς). Ο Doherty επίσης φέρνει στην επιφάνεια το ότι ο Παύλος υποδηλοί πως και η σταύρωση του Ιησού είναι μυστήριο και διαπράχθηκε εν αγνοία από μυθικούς και δαιμονικούς άρχοντες (που συνήθως οι έγκριτοι ιστορικοποιούντες ερευνητές κακώς τους μεταφράζουν ως «οι διοικητές του καιρού αυτού», αντί των γνωστών ιστορικών Ρωμαϊκών εξουσιαστών επί της Γης). 1η Πρός Κορινθίους 2: 7-8 «αλλά λαλούμεν σοφίαν Θεού εν μυστηρίω, την αποκεκρυμμένην, ην προώρισεν ο Θεός προ των αιώνων εις δόξαν ημών, ην ουδείς των αρχόντων του αιώνος τούτου έγνωκεν· ει γαρ έγνωσαν, ουκ αν τον Κύριον της δόξης εσταύρωσαν». (Άλλη μια δογματική αντίφαση προς το θεϊκό σχέδιο της σωτηρίας). Με άλλα λόγια και πάλι, οι Επιστολές είναι περισσότερο μυστικιστικές και αλληγορικές παρά ιστορικές.

Ο Doherty επί πλέον καταδεικνύει ότι σχόλια περί της ελεύσεως του Ιησού στις Επιστολές δεν αναφέρονται κατ' ανάγκην εις την 'δευτέραν έλευσιν'. Χωρίς την γνώση των Ευαγγελίων, αυτές οι αναφορές μπορούν κάλλιστα να αναφέρονται «εις την πρώτην έλευσιν». Με άλλα λόγια αυτό μπορεί πραγματικά να αποτελεί υπόδειξη του ότι ο Ιησούς δεν είχε έλθει προσφάτως στην Γη! Πράγματι, ο Παύλος φαίνεται να νομίζει ότι η σωτηρία ήλθε «τώρα» (κατά τις ημέρες του Παύλου), πράγμα το οποίο θα καταπλήξει τους πιστούς που νομίζουν ότι αυτή αύτη η σωτηρία ήταν ακριβώς αυτό που πάνω απ' όλα ο Ιησούς (και όχι ο Παύλος) είχε ήδη παρέξει στον κόσμο πριν πολύ καιρό, όπως αυτό επιβεβαιώνεται στα Ευαγγέλια και στην Χριστιανική Δογματική:
2α Προς Κορινθίους 6: 2 «λέγει γαρ· καιρώ δεκτώ επήκουσά σου και εν ημέρα σωτηρίας εβοήθησά σοι· ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας».
Το τελευταίο τμήμα της 1ης Προς Κορινθίους 15: 44-50 (διαβάστε το από το πρωτότυπο), απομακρύνει έτι περισσότερο τον «κοσμικό Χριστό» του Παύλου (μια μορφή σωτηρίας που δεν υπήρξε επί της Γης, αλλά σε έναν πλατωνικό ή μυστικιστικό χώρο) από τον «γήινο Ιησού» των Ευαγγελίων. Ενώ τα Ευαγγέλια καθοριστικώς λέγουν ότι ο Ιησούς ανεστήθη ως φυσική μορφή -σώμα «εν σαρκί» (Ματθαίος 28: 9, Λουκάς 24: 42-43, Ιωάννης 20: 24-29), ο Παύλος μακρηγορεί για να τονίσει ότι πρόκειται για ένα πνευματικό σώμα που ανεστήθη (στ. 44), ισχυρίζεται ότι ο «τελευταίος Αδάμ» (Χριστός) ήταν ή μετατράπηκε σε πνεύμα διδόν ζωή (στ. 45), υποδεικνύει ότι ενώ ο Αδάμ ήταν γήινη ύπαρξη, ο Ιησούς είναι ουράνια ύπαρξη (στ. 47), και μετά, αντιφατικώς προς την Χριστιανική Δογματική, δηλώνει ότι «σάρκα και αίμα δεν δύνανται να κληρονομήσουν την βασιλεία του Θεού» (στ. 50, αντιφάσκων με τις Επιστολές Προς Θεσσαλονικείς). Ο στίχος (51) που ακολουθεί αναφέρεται σε ένα μυστήριο, το οποίο υποδηλοί τις θρησκείες μυστηρίων με τις οποίες ο Χριστιανισμός μοιράζεται πάρα πολλά κοινά σημεία.

Επίσης είναι αξιοσημείωτο ότι ο Παύλος αναφέρεται σε άλλες επιστολές που είχε γράψει, και οι οποίες δεν υπάρχουν πλέον. 1ης Προς Κορινθίους 5: 9 «Έγραψα υμίν εν τη επιστολή μη συναναμίγνυσθαι πόρνοις...», Προς Κολασσαείς 4: 16 «και όταν αναγνωσθή παρ' υμίν η επιστολή, ποιήσατε ίνα και εν τη Λαοδικέων εκκλησία αναγνωσθή, και την εκ Λαοδικείας ίνα και υμείς αναγνώτε». Οι ιστορικοί προσπαθούν να φαντασθούν τι περιείχαν αυτές, όπως και το διατί οι μετέπειτα χριστιανοί αποφάσισαν να τις πετάξουν στον κάλαθο των αχρήστων. Εάν οι επιστολές αυτές έκαναν πιο εμφανές το ότι ο Παύλος εκήρυττε έναν «κοσμικό-διαστημικό Χριστό», δεν θα ήταν καθόλου έκπληξη το ότι οι περισσότερο τυπικοί χριστιανοί του ορθοδόξου τύπου (οι οποίοι επίστευαν σε έναν γήινο -και σαρκικό- Ιησού) τις λογόκριναν ή τις κατέστρεψαν· μια πρακτική πολύ καλά εντός των δυνατοτήτων τους όπως ο ιστορικός Robert Wilken έχει σημειώσει:
Όταν ο Χριστιανισμός εκέρδισε τον έλεγχο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κατέπνιξε και τα γραπτά των επικριτών του και επί πλέον τα έριψε στην πυρά.
Επίσης και ο James Tabor αναγνωρίζει τα ιστορικά προβλήματα που ο ουράνιος Χριστός του Παύλου παρουσιάζει:
Ο Παύλος υποστηρίζει καθ' ολοκληρία τον Χριστό και ενδιαφέρεται ελάχιστα για τον Ιησού όπως ήταν επί της Γης ως άνθρωπος. Ελαχιστοποιεί εκείνους που εγνώριζαν τον Ιησού και εκείνους τους οποίους ο Ιησούς προσωπικώς εξέλεξε για να τον αντιπροσωπεύουν. Όλα τώρα προέρχονται από «τον Κύριο», αλλά με αυτό εννοεί έναν «Χριστό πνεύμα» που ομιλεί απ' ευθείας στον Παύλο, τον ιδιαίτερα εκλεκτό του, με άμεση φωνή, επαφή και πληροφοριοδότηση. Αυτό για την οιανδήποτε ανακατασκευή της πίστεως των αρχικών οπαδών του Ιησού, δηλαδή αυτών που πραγματικά τον εγνώριζαν, έχει κρίσιμη σημασία. Πολύ συχνά υποτίθεται ότι πηγαίνοντας πίσω στον Παύλο, του οποίου οι Επιστολές είναι τα πιο πρώιμα χριστιανικά γραπτά που διαθέτομε, πλησιάζομε έτι περισσότερο τον ιστορικό Ιησού -όταν στην πραγματικότητα ακριβώς το αντίθετο μπορεί κάλλιστα να συμβαίνει.
Η Επιστολή του Ιακώβου παρουσιάζει όμοιες προκλήσεις προς τους ιστορικοπούντες τον Ιησού. Ο Ιάκωβος αποτυγχάνει να μοιραστεί οιανδήποτε γνώση περί ιστορικού Ιησού (πολύ εκπληκτικό εάν αυτός είναι ο αδελφός του Ιησού, αν και αυτός ουδέποτε ισχυρίζεται κάτι τέτοιο), αλλά αντιθέτως προς τον Παύλο φαίνεται να μην ενδιαφέρεται για την ανάσταση. Ο μελετητής Θρησκευτικών Σπουδών, Matt Jackson-McCabe αναγνωρίζει ότι, στον Ιάκωβο, τα έργα του «ουρανίου Χριστού» είναι αυτά που έχουν σπουδαιότητα, ενώ στον Παύλο είναι αποκλειστικώς η πίστη. Εάν τα κανονικά Ευαγγέλια προηγούντο των Επιστολών, θα ήταν κατανοητό συγγραφείς όπως ο Παύλος και ο Ιάκωβος να επικεντρώνονταν περισσότερο στον «μεταναστάσιμο ουράνιο Χριστό» αντιθέτως προς τον Ιστορικό Ιησού· καθώς όμως οι Επιστολές είναι πρωιμότερα γραπτά, η πιθανότητα ότι τα Ευαγγέλια επεκτείνουν τις προηγούμενες αφηγήσεις, και κυριολεκτικά «ενσάρκωσαν» τον χαρακτήρα «Ιησούς», δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ένα τέτοιο σενάριο γίνεται πιο αντιληπτό όταν όλες οι διάφορες πηγές τοποθετηθούν κατά σειρά συντάξεως την οποία οι ερευνητές σήμερα θεωρούν ως την καλλίτερη.

Η εξέλιξη του Ιησού
Είναι πολύ εύκολο να εμβαπτίζονται τα Ευαγγέλια εντός των Παυλικών Επιστολών, ιδιαιτέρως από τους ανυποψίαστους χριστιανούς πιστούς που ευρίσκουν τα Ευαγγέλια βολικά τοποθετημένα στην προμετωπίδα των Καινών Διαθηκών τους. Αυτό αποτελεί μια ανεξέταστη και προκατειλημμένη προσέγγιση άνευ κριτικής, της εξετάσεως των πολυαρίθμων διαφορών που υπάρχουν ανάμεσα στις αφηγήσεις των Ευαγγελίων και των Επιστολών. Ένα παράδειγμα τέτοιων διαφορών: Ο Παύλος δίνει έναν εντελώς διαφορετικό κατάλογο μεταναστασίμων εμφανίσεων τού Ιησού από αυτόν που τα Ευαγγέλια παρέχουν:
1η Προς Κορινθίους 15: 5-8 «και ότι ώφθη Κηφά, είτα τοις δώδεκα· έπειτα ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς εφάπαξ, εξ ων οι πλείους μένουσιν έως άρτι, τινές δε και εκοιμήθησαν· έπειτα ώφθη Ιακώβω, είτα τοις αποστόλοις πάσιν· έσχατον δε πάντων ωσπερεί τω εκτρώματι ώφθη καμοί».
Ίσως ο Παύλος αναφέρεται στους δώδεκα Αποστόλους των Ευαγγελίων. Αλλά, τα Ευαγγέλια εμφανίζονται αργότερα στον ιστορικό κατάλογο. Όταν ο Παύλος αναφέρει «τοις δώδεκα», δεν παρέχει καμία λεπτομέρεια· ούτε καν τα ονόματά τους. Με τον τρόπο που γράφει, είναι δυνατόν ο Κηφάς (Πέτρος) να μην ήταν «είς εκ των δώδεκα», όπως λένε τα Ευαγγέλια. Αλλά το χειρότερο είναι ότι ο Παύλος φαίνεται να έχει «ξεχάσει» το ότι ο Ιούδας είχε αποθάνει από πριν (αφού αυτοκτόνησε μετά την προδοσία που έπραξε εις βάρος του Ιησού, ή τουλάχιστον έτσι λένε τα Ευαγγέλια, Ματθαίος 27: 5), και επομένως αυτό θα περιγραφόταν ακριβέστερα ως «τοις ένδεκα». (Η αντικατάσταση του Ιούδα από τον Ματθία, πραγματοποιήθηκε πολλές εβδομάδες αργότερα και μετά την ανάληψη, σύμφωνα με τις Πράξεις 1: 15-26, ένα άλλο κατοπινό γραπτό).

Ο Λουκάς, στο κεφάλαιο 24, ισχυρίζεται ότι πραγματικά ο Ιησούς εμφανίστηκε στους Ένδεκα, και εν δυνάμει εκθέτει την αντίφαση με τα γραπτά του Παύλου. Οι μελετητές μπορούν να εφεύρουν διάφορες απολογητικές εξηγήσεις· αλλά η απλούστατη εξήγηση είναι το να θεωρήσομε ότι «οι Δώδεκα» (και ίσως οι «στύλοι της Εκκλησίας») των Επιστολών απλώς είναι διαφορετικοί από τους Δώδεκα των Ευαγγελίων, ειδικώς όταν τα Ευαγγέλια εμφανίζονται αργότερα και θα μπορούσαν να έχουν επεκτείνει και αλλάξει την αφήγηση τού Παύλου. Ένα άλλο παράδειγμα της αναγνώσεως τών Ευαγγελίων εντός των Επιστολών είναι μια αναφορά που συχνά χρησιμοποιείται για να ακυρώσει τους ισχυρισμούς των μυθικιστών περί ενός μη-πραγματικού Ιησού στα γραπτά του Παύλου:
Προς Γαλάτας 1: 18-19 «Έπειτα μετά έτη τρία ανήλθον εις Ιεροσόλυμα ιστορήσαι Πέτρον, και επέμεινα προς αυτόν ημέρας δεκαπέντε· έτερον δε των αποστόλων ουκ είδον ει μη Ιάκωβον τον αδελφόν του Κυρίου».
Πιθανώς και εκ πρώτης απόψεως να φαίνεται προφανές ότι αυτό το χωρίο είναι καθαρή ένδειξη ενός ιστορικού Ιησού εντός των Επιστολών του Παύλου. Εάν ο Ιησούς υπήρξε ή δεν υπήρξε, ο «αδελφός» του ασφαλώς θα το ήξερε! Εν τούτοις, στην Καινή Διαθήκη απ' άκρη σ' άκρη, ο ίδιος ο Ιάκωβος ουδέποτε ισχυρίζεται ότι αυτός είναι βιολογικός αδελφός του Ιησού. Πολλοί ερευνητές υποθέτουν ότι ο Ιάκωβος είναι βιολογικός αδελφός του Ιησού ένεκα των εκθέσεων των Ευαγγελίων· αλλά και πάλι, τα Ευαγγέλια είναι μετα-Παυλικά. Μελετώντας τον Παύλο άνευ της επιρροής των Ευαγγελίων, θα ήταν δυνατό, καθώς ο Doherty και ο Price θεωρητικοποιούν, ότι ο όρος «αδελφός του Κυρίου» δεν προτίθεται να εκλαμβάνεται κυριολεκτικώς και θα μπορούσε να αναφέρεται σε κάποιο είδος ιεραρχίας του εν προκειμένω πιστού.

Ο Ωριγένης Αλεξανδρείας υποστηρίζει αυτή την εκδοχή, εφ' όσον ισχυρίζεται ότι ο Παύλος «λέγει ότι θεωρούσε αυτόν τον Ιάκωβο ως αδελφό του Κυρίου, όχι ένεκα της συγγενείας εξ αίματος, ή επειδή ανετράφησαν μαζί, αλλ' ένεκα της αρετής του και του δόγματος», πράγμα που ακόμα και σήμερα το κάνομε για πολλούς λόγους πολύ συχνά («Αδελφέ εν Κυρίω αγαπητέ...» κ.λπ.). Το ίδιο κάνει επίσης και το πρωτο-Γνωστικιστικό χριστιανικό γραπτό, Πρώτη Αποκάλυψις του Ιακώβου, όπου ο Ιησούς σαφώς λέγει στον Ιάκωβο (24: 10-16) «Διότι δεν σε αποκάλεσα αδελφό μου χωρίς λόγο, παρ' όλον ότι δεν είσαι αδελφός μου εξ ύλης». Όμως, οι Γνωστικιστές ίσως να έχουν άλλα κίνητρα γι' αυτόν τον ισχυρισμό (την θεολογική πίστη ότι η σάρκα και η ύλη είναι αμαρτωλή). Ο R. Joseph Hoffmann επίσης δεικνύει προς την απιθανότητα τού ότι ο Παύλος αναφέρεται σε κυριολεκτικό αδελφό ενός ιστορικού Ιησού:
Επί πλέον, υπό το φως της πλήρους αδιαφορίας του Παύλου για τον «Ιστορικό» Ιησού, τίθεται πέραν φαντασίας το ότι θα επιβεβαίωνε μια βιολογική σχέση μεταξύ Ιακώβου και «του Κυρίου». Ο Ιάκωβος που ήταν επικεφαλής της εκκλησίας της Ιερουσαλήμ δεν είναι ο βιολογικός αδελφός του Ιησού. Αργοπορημένες αλλά αντιφατικές ευαγγελικές αναφορές στο Ιάκωβο αποτελούν ανακατένεμες αναμνήσεις βασισμένες στον πιο περίβλεπτο Ιάκωβο την Παυλικής παραδόσεως.
Ένα άλλο παράδειγμα παρέχεται από τον έτσι αποκαλούμενο «Τελευταίον ή Μυστικόν Δείπνον». Θα ήταν πολύ εύκολο να υποθέσομε ότι ο Παύλος αφηγείται περιληπτικώς αυτό το κατ' ισχυρισμόν ιστορικό γεγονός, όπως αυτό αναπτύσσεται στα Ευαγγέλια. Αλλά, η περιγραφή του Παύλου είναι σύντομη, θεολογική, παλαιοτέρα, και παραδέχεται και αναφέρει ότι το έμαθε από την υποτιθεμένη υπερφυσική πηγή του. Ιδού τι γράφει:
1η Προς Κορινθίους 11: 23-26 «εγώ γαρ παρέλαβον από του Κυρίου ο και παρέδωκα υμίν, ότι ο Κύριος Ιησούς εν τη νυκτί ή παρεδίδοτο έλαβεν άρτον και ευχαριστήσας έκλασε και είπε· λάβετε φάγετε· τούτο μου εστί το σώμα το υπέρ υμών κλώμενον· τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν. ωσαύτως και το ποτήριον μετά το δειπνήσαι λέγων· τούτο το ποτήριον η καινή διαθήκη εστίν εν τω εμω αίματι· τούτο ποιείτε, οσάκις αν πίνητε, εις την εμήν ανάμνησιν. οσάκις γαρ αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το ποτήριον τούτο πίνητε, τον θάνατον του Κυρίου καταγγέλλετε, άχρις ου αν έλθη».
Εν συγκρίσει, οι περιγραφές των Ευαγγελίων είναι μεγαλύτερες, λεπτομερέστερες, νεότερες, και προσπαθούν να δηλώσουν ότι αυτό είναι ένα ιστορικό συμβάν (Ματθαίος 26: 17-30, Μάρκος 14: 12-26, Λουκάς 22: 7-39, Ιωάννης 13: 1- 17: 26). Είναι αρκετά δυνατό, ή μάλλον πολύ πιθανό, ότι οι υστερόχρονες περιγραφές των Ευαγγελίων απλώς επεξεργάζονται αυτήν την αρχικώς μη ιστορική ιστοριούλα. Αυτές οι διαφορές μεταξύ των αφηγήσεων των Επιστολών και των αφηγήσεων των Ευαγγελίων δεν ημπορούν να εναρμονιστούν, και ακόμα τα Ευαγγέλια εγράφησαν μετά τις Παυλικές Επιστολές. Αυτό το θεμελιώδες «γεγονός» του «Τελευταίου ή Μυστικού Δείπνου» πρέπει να ήταν πασίγνωστο όχι απλώς και μόνο στους ένδεκα μαθητές που συνέφαγαν, αλλά και στον Ιάκωβο που δεν συμμετείχε, και σε όλους τους πιστούς και απίστους της Ιουδαίας λόγω των «γνωστών γεγονότων» που τα Ευαγγέλια εκθέτουν πριν και μετά απ' αυτό. Ο Παύλος όμως χρειάστηκε την αποκάλυψη από τον Κύριο για να το μάθει! Ούτε ο συμμετέχων Πέτρος του το ανακοίνωσε!

Υπάρχουν καθαρές και λεπτές διαφορές μεταξύ των αφηγήσεων οι οποίες οδηγούν τους Μυθικιστές να υποπτεύονται ότι η μυθολογία του Ιησού εξελίχθηκε με το πέρασμα του χρόνου· οι συγγραφείς των Ευαγγελίων πήραν την βασική μυθολογία του Παύλου, ετοποθέτησαν έναν Ιησού σε καθορισμένο τόπο και χρόνο, και προσέθεσαν τις λεπτομέρειες. Ένα πολύ ενδιαφέρον πρότυπο εμφανίζεται όταν οι διάφορες πηγές για τον Ιησού τεθούν κατά σειρά χρονικής συντάξεως (αφού βεβαίως θέσομε εκτός τις αμέτρητες πλαστές πηγές που φανταστικά εισάγει ο Ehrman). Πρώτον, υπάρχουν οι Παυλικές Επιστολές (ίσως και άλλες). Αυτές δυνητικώς ακολουθούνται από συλλογές λογίων, όπως η Q και το Ευαγγέλιο του Θωμά. Μετά πάμε στο Ευαγγέλιο του Μάρκου, που είναι η πρώτη κανονική αφήγηση για τον Ιησού Ναζωραίο ή Ναζαρηνό. Ο Μάρκος αρχικά ακολουθείται από τα Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά, και τελικά από το Ευαγγέλιο του Ιωάννου. Γενικώς, τα υπόλοιπα βιβλία της Καινή Διαθήκης εμφανίζονται αργότερα, όπως και τα περισσότερα γραπτά της πρώιμης Εκκλησίας. Αυτή είναι η σύντομη εκδοχή· μπορούμε να προσθέσομε περισσότερες πηγές που υποστηρίζουν αυτή την τάση «από τον μυθικό Χριστό στον ιστορικό Ιησού».

Πριν από τα γραπτά τού Παύλου, στοιχεία των διδασκαλιών του Ιησού, όπως και χαρακτηριστικά στοιχεία και έργα μπορούν να ευρεθούν σε παλαιότερες μυθολογίες, φιλοσοφίες και θρησκείες (όπως το μοτίβο του θανώντος και αναστάντος σωτήρος, οι διδασκαλίες του Βούδα, η μορφή του Λόγου του Φίλωνος, και πολλά μέρη από την Ιουδαϊκή Τοράχ και Διδασκαλία). Στα γραπτά του Παύλου, οι αναγνώστες εισάγονται σε μια μορφή του Χριστού Ιησού, που δεν τοποθετείται σε ακριβή χρόνο και τόπο, και η οποία μπορεί να είναι μια αλληγορική μορφή, ή ένα δραστήριο βασίλειο «υπεράνω της Γης». Στα γραπτά του Παύλου υπάρχουν ολίγες διδασκαλίες που θυμίζουν τον Ιησού, αλλά ο Παύλος δεν τις αποδίδει σ' αυτόν. Η συλλογή Q και το Ευαγγέλιο του Θωμά δυνατόν να έπονται του Παύλου ως πρόδρομοι των κανονικών Ευαγγελίων, και αρχίζουν να αποδίδουν πολλές διδασκαλίες του Παύλου στον Ιησού. Το Ευαγγέλιο του Μάρκου εμφανίζεται μετά, με μια κανονική αφήγηση αλλά μόνο του τελευταίου μέρους της ζωής του Ιησού, και στο οποίο περισσότερα λόγια και έργα αποδίδονται στον Ιησού -μάλλον μερικώς παρακινούμενο από την ευχή για έναν πραγματικό σωτήρα κατά τον καιρό της καταστροφής της Ιερουσαλήμ από τον Τίτο.

Οι Ματθαίος και Λουκάς ενσαρκώνουν την αφήγηση έτι περισσότερο, με το να εισάγουν πληρέστερες και περιέργως αντιφατικές περιγραφές για την θαυματουργική γέννηση του Ιησού, και τον αργοπορημένο Ευαγγέλιο του Ιωάννου υπενθυμίζει στους αναγνώστες (από τον πρώτο-πρώτο στίχο) ότι ο Ιησούς «ήταν Θεός». Μετά ταύτα οι Πατέρες της Εκκλησίας φιλονικούσαν πάνω στις διάφορες ερμηνείες των διδασκαλιών του Ιησού, των έργων, αλλά ακόμα της υπάρξεως και της φύσεώς του, και μετά από αιώνες αυτοί ακολουθούνται από τους συγχρόνους ερευνητές που βασικώς εξακολουθούν να κάνουν τα ίδια. Εν τούτοις, η σύγχρονη κοσμική ακαδημαϊκή παιδεία φαίνεται να ικανοποιείται από την απόρριψη των υπερφυσικών στοιχείων, αφήνοντας χώρο για έναν κάπως κοσμικό και ασήμαντο Ιησού μόνον. Τέτοιοι ιστορικοποιούντες μελετητές ακολουθούνται μετά από τους μυθικιστές του Ιησού οι οποίοι επιμένουν ότι ακόμα και τα πλέον φυσικά στοιχεία μπορούν να απορριφθούν έως του σημείου που ουσιαστικά να μην μείνει τίποτα.

Αυτοί οι θιασώτες της ΜΘΙ προωθούν την άποψη ενός μη ιστορικού Ιησού, με το επιχείρημα ότι ο Παύλος και άλλοι πρωτο-χριστιανοί είχαν ήδη κάνει ακριβώς αυτό, δυνητικώς φέροντες την εξελικτική πορεία του Ιησού σε πλήρη κύκλο. Εάν είχε υπάρξει ένας ιστορικός Ιησούς, θα ήταν αναμενόμενο τα γραπτά του Παύλου να τον είχαν απεικονίσει διαφορετικά (με βάσιμες, πειστικές και κατονομασμένες πηγές), και μάλλον θα υπήρχαν πολύ ολιγότερες ασυμφωνίες και καυγάδες κατά τα πρώτα έτη της Εκκλησίας, όπως και στην μελέτη του ιστορικού Ιησού κατά τους συγχρόνους καιρούς. Αυτά τα ζητήματα με τις Επιστολές επηρεάζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό την πιθανότητα υπάρξεως τού Ιησού της Καινής Διαθήκης, και καθιστούν την ιδέα τού ότι ακόμα και ένας Ιστορικός Ιησούς δεν υπήρχε, περισσότερο εύλογη.

Φανταστικοί θεμελιωτές
Το ότι μια κίνηση μπορούσε να περιστρέφεται γύρω από μία μυθική, φανταστική ή θρυλική μορφή που αργότερα ιστορικοποιήθηκε, δεν είναι ούτε χωρίς προηγούμενο ούτε χωρίς επόμενο: Τέτοιες θεωρίες υπάρχουν και με τον βασιλιά King Arthur, ο οποίος έχει συνδεθεί με τον Gaelic Fionn -αρχικώς ένα μυθικό θεό, που αργότερα ιστορικοποιήθηκε- και για τον οποίον οι ιστορικοί δεν μπορούν να υποθέσουν ιστορικότητα «απλώς και μόνον επειδή μια μεσαιωνική πηγή ισχυρίζεται ότι είναι μια τέτοια περίπτωση». Φυσικά, οι χριστιανοί θα ήταν γενικώς ευτυχείς εάν είχε αναγνωριστεί ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει με όλες τις αντίπαλες θρησκείες. Ο ιστορικός Θρησκειών Arthur Droge επιβεβαιώνει: «Για να αρχίσεις μια θρησκεία, το μόνο που χρειάζεσαι είναι ένα όνομα». Για να επεκτείνει το επιχείρημά του ο Droge αναφέρει μία ευφυή παραπομπή από τον εκλιπόντα μεγαλόφωνο και ντόμπρο αθεϊστή, Christopher Hitchens:
Αλλά και πάλι καταδεικνύεται ότι η μονοθεϊστική θρησκεία είναι λογοκλοπή μιας λογοκλοπής, μιας διαδόσεως μιας φήμης, μιας αυταπάτης, μιας άλλης αυταπάτης, που πηγαίνοντας προς τα πίσω οδηγούμαστε σε μια χαλκευμένη επινόηση μερικών ψεύτικων «συμβάντων».
Ο Droge ομολογεί ότι ο θρησκείες δεν χρειάζεται να έχουν μια «στιγμή απαρχής», όπως λ.χ., η ιστορική κίνηση Luddism (Λουδδισμός) «δεν δημιουργήθηκε από τις δραματικές ενέργειες ενός κάποιου ατόμου», αλλά από την δημιουργία και την οικειοποίηση ενός ονόματος, ενός προσώπου, ενός επωνύμου: Σ' αυτή την περίπτωση, το «μάλλον απόκρυφο» όνομα Ned Ludd.

Ο Droge εξερευνά τις πολυποίκιλες ομάδες (κατά γεωγραφικές περιοχές και εργατικά συνδικάτα) των τεχνοφοβικών Λουδδιτών, εκάστη των οποίων προσπαθούσε να προσεταιριστεί το άτομο Ned Ludd και να το προσαρμόσει στις ανάγκες της. Μήπως ακούγεται αρκετά γνωστό; Ο Droge διαλογίζεται κατά πόσο αυτή η «πολυγένεση» (πολλές απαρχές) μπορεί να εφαρμοστεί επίσης επί των απαρχών του Χριστιανισμού, πράγμα που πολλοί ερευνητές έχουν προτείνει και υποστηρίζουν με πολλά στοιχεία.

Όπως οι πρωτο-χριστιανοί, έτσι και οι Λουδδίτες παρήγαγαν ποιήματα, καταστατικά, και ανώνυμα γραπτά. Μετά ο Droge κατευθύνεται προς τους συγχρόνους «νέο-Λουδδίτες» οι οποίοι καταπιάνονται με την «κατασκευή μύθων και γενεαλογιών και την επινόηση ιστοριών», δημιουργώντας παράλληλες εκδοχές με τους συγχρόνους μελετητές του ιστορικού Ιησού οι οποίοι επιβάλλουν τις ιδικές τους απόψεις διά της ιδικής τους εκδοχής περί «Ιστορικού Ιησού» και οι οποίοι «στην πραγματικότητα δεν ομιλούν καθόλου για τον Ιησού». Ο Droge τελικά καλεί τους ερευνητές να αναγνωρίσουν ότι ο Ιησούς Ναζωραίος ήταν «κατά πάσαν πιθανότητα απόκρυφος», και να επικεντρώσουν την προσοχή τους σε «ζητήματα πολύ πιο ενδιαφέροντα και σημαντικά όταν το ζήτημα εντοπίζεται στην εφεύρεση τού Χριστιανισμού».

Ο δοκητικός Ιησούς
Είναι πολύ πιθανόν ότι οι πρωτο-χριστιανοί (όπως ο Παύλος) δεν εννοούσαν τον Ιησού κατά τρόπο κυριολεκτικό, σαρκικό, και επισκέπτη της Γης όπως κάνουν οι σύγχρονοι ορθόδοξοι χριστιανοί. Πρόσφατες μελέτες επί των απαρχών του Χριστιανισμού αποκαλύπτουν ότι οι πρώτες-πρώτες εποχές της χριστιανικής πίστεως υπέφεραν από την πανώλη των σχισμάτων· υπήρχαν πολλοί και διαφόρων τύπων Χριστιανισμοί, με ριζικώς αποκλίνουσες απόψεις επί του δόγματος, και ακόμα επί της φύσεως τού Ιησού. Μια αρχαία ομάδα που είχε πολύ διαφορετικές ιδέες για τον Ιησού (οι οποίες ανοίγουν την θύρα για πολύ περισσότερες «μη ιστορικές» απόψεις όπως έχουν θεωρητικοποιηθεί από τους Price, Doherty και λαοφιλείς εσωτερικούς συγγραφείς όπως οι Freke, Gandy, Acharya S, κ.ά.) ήταν οι Δοκήτες.

Παρομοίως προς τον «Γνωστικισμό», «Δοκητισμός» είναι ένας όρος που ημπορεί να χρησιμοποιηθεί για περισσότερες ομάδες και ιδέες απ' όσες προετίθετο. Μεγάλο ενδιαφέρον σ' αυτό το σχέδιο έρευνας παρουσιάζουν οι Δοκήτες εκείνοι που ουσιαστικά αρνούνται το ότι ο Ιησούς Χριστός υπέστη πάθος στην πραγματικότητα (όπως και αρνούνται την εσχάτη θυσία του), και ούτως της εδόθηκε ο χαρακτηρισμός του αιρετικού από τους πρωτο-ορθοδόξους χριστιανούς (τους προδρόμους των ρωμαιοκαθολικών-ορθοδόξων χριστιανών). Δι' αυτούς τους Δοκήτες, ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν ανθρώπινος· ήταν ένα πνεύμα, τελείως θεϊκό. Αυτός ο Ιησούς μόνο μετά ταύτα εμφανίστηκε ως άνθρωπος αλλ' όπως ακριβώς κάνει ένα φάντασμα. Ο Bart Ehrman σημειώνει ότι υπάρχουν περιστάσεις εντός της Καινής Διαθήκης στις οποίες ένας δοκητικός τύπος του Ιησού υποδεικνύεται, ιδιαιτέρως δε στα γραπτά του Παύλου. Μεγάλη έκπληξη!
Προς Ρωμαίους 8: 3-6 «το γαρ αδύνατον του νόμου, εν ω ησθένεί διά της σαρκός, ο Θεός τον εαυτού υιόν πέμψας εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας και περί αμαρτίας, κατέκρινε την αμαρτίαν εν τη σαρκί, ίνα το δικαίωμα του νόμου πληρωθή εν ημίν τοις μη κατά σάρκα περιπατούσιν, αλλά κατά πνεύμα· οι γαρ κατά σάρκα όντες τα της σαρκός φρονούσιν, οι δε κατά πνεύμα τα του πνεύματος. το γαρ φρόνημα της σαρκός θάνατος, το δε φρόνημα του πνεύματος ζωή και ειρήνη· διότι το φρόνημα της σαρκός έχθρα εις Θεόν».
Αυτό το χωρίο δείχνει ότι ο Ιησούς δεν ήλθε «διά της (αμαρτωλού) σαρκός», αλλά μόνο «εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας». Η 1η Ιωάννου αντιμάχεται με καημό όλους εκείνους που δεν πιστεύουν σε έναν πραγματικό, σαρκικό Ιησού, και έτσι ουσιαστικά αποδεικνύει ότι τέτοιοι χριστιανοί υπήρχαν: 4: 1-3 «Αγαπητοί, μη παντί πνεύματι πιστεύετε, αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα ει εκ του Θεού εστίν, ότι πολλοί ψευδοπροφήται εξεληλύθασιν εις τον κόσμον. εν τούτω γινώσκετε το πνεύμα του Θεού· παν πνεύμα ο ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού εστί· και παν πνεύμα ο μη ομολογεί τον Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού ουκ εστί· και τούτο εστί το του αντιχρίστου ο ακηκόατε ότι έρχεται, και νυν εν τω κόσμω εστίν ήδη», κ.ά. Ένας Ιησούς που δεν είναι «σαρκικός» είναι ένας Ιησούς που βρίσκεται πλησίον στον ολοκληρωτικά φανταστικό. Τα ίχνη Δοκητισμού που ευρίσκονται στην Καινή Διαθήκη δύνανται να υποδείξουν ότι ο Δοκητισμός και ο χριστιανικός Γνωστικισμός μάλλον ήταν παλαιότεροι από όσο παραδοσιακά έχει γίνει παραδεκτό, εν αντιθέσει προς τις λαοφιλείς απόψεις, δυνητικά αρκετά παλαιότεροι από τις περισσότερες ορθόδοξες μορφές του Χριστιανισμού. Ο Ehrman συνεχίζει και αναφέρει ότι σπουδαίοι πρώιμοι χριστιανοί όπως ο Ωριγένης και ο Κλήμης Αλεξανδρείας προβάλλουν επίσης στοιχεία γνωστικιστικής και δοκητικής σκέψεως. Ο Κλήμης μάλιστα τόλμησε να γράψει ότι: «Ο Γνωστικιστής από μόνος του είναι ιερός και ευσεβής». (Στρωματείς, Τόμος 7, Παράγραφος 7.1).

Η ιστορικός Θρησκειών Elaine Pagels παραδέχεται ότι υπήρχαν πρώιμες ανορθόδοξες απόψεις για τον Ιησού, εννοώντας ομάδες στις οποίες «κάθε άτομο αναγνωρίζει τον Κύριο κατά τον δικό του τρόπο», πράγμα εντελώς διαφορετικό από τις στεγανοποιημένες διδασκαλίες της Ρωμαιοκαθολικής-Ορθοδόξου Εκκλησίας και άλλων συντηρητικών αιρέσεων! Ο Ehrman επίσης ισχυρίζεται ότι οι πρωτο-ορθόδοξοι χριστιανοί «γραμματείς “διέφθειραν” τα γραπτά τους για θεολογικούς λόγους», και ότι έβαλαν το χεράκι τους στην Προς Γαλάτας 4: 4 διά να πολεμήσουν τον Δοκητισμό. Αυτός ο στίχος είναι υψίστης σημασίας στην αντιπαράθεση διά την ιστορικότητα του Ιησού, καθ' ότι είναι ένα πολύ σπάνιο χωρίο μέσα στα γραπτά του Παύλου που υποδεικνύει έναν Ιησού που μάλλον είχε σαρκικό σώμα:
Προς Γαλάτας 4: 4-7 «ότε δε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού, γενόμενον εκ γυναικός, γενόμενον υπό νόμον, ίνα τους υπό νόμον εξαγοράση, ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν. Ότι δε εστε υιοί, εξαπέστειλεν ο Θεός το Πνεύμα του υιού αυτού εις τας καρδίας υμών, κράζον· αββά ο πατήρ. ώστε ουκέτι ει δούλος, αλλ' υιός· ει δε υιός, και κληρονόμος Θεού δια Χριστού».

(Υπάρχουν δύο ακόμα χωρία που περιέχουν σαρκικό υπαινιγμό: Προς Ρωμαίους 1: 3 «περί του υιού αυτού, του γενομένου εκ σπέρματος Δαυίδ κατά σάρκα» και 2α Προς Τιμόθεον 2: 8. Αλλά αυτά τα χωρία δημιουργούν τρομακτική αντίφαση με γέννηση του Ιησού από την παρθένο Μαρία και το Άγιο Πνεύμα, όπως υποστηρίζουν ο Ματθαίος και ο Λουκάς και το θεμελιώδες δόγμα της χριστιανικής πίστεως και όχι από το σπέρμα του μυθολογικού Δαυίδ. Δεν υπάρχει ξεμπέρδεμα με τις πανταχού παρούσες αντιφάσεις. Ο Παύλος ή όποιος παρενέβαλε αυτό το χωρίο «με πολλή θεϊκή σοφία» ομιλεί για κάποια αόριστη γυναίκα ενώ την Μαρία δεν την έχει αναφέρει απολύτως πουθενά σ' όλες τις Επιστολές. Χρειάστηκε «πολλή θεϊκή σοφία» για να μας δηλώσει ότι αφού ο υιός του θεού εγεννήθηκε υπό νόμον ε...τότε σίγουρα κάποια γυναίκα τον εγέννησε!).
Το ότι οι πρώιμοι χριστιανοί μπορούσαν να θεωρούν δυνατόν ότι ο Ιησούς δεν είχε έλθει στη Γη ως άνθρωπος είναι αξιοπαρατήρητο εφ' εαυτού του (δεδομένου ότι αυτοί ζούσαν καθ' ον χρόνον ή αμέσως μετά τον κατ' ισχυρισμό χρόνο που ο Ιησούς ήταν επί της Γης, και θα μπορούσαν να έλθουν σε επαφή με την ακολουθία του ή με αυτόπτες μάρτυρες που ακόμα ζούσαν), αλλά ακόμα επιτρέπει την δυνατότητα για έτι περισσότερο σκεπτικιστικές και αιρετικές απόψεις· όπως π.χ., ότι ο Ιησούς εμφανίστηκε μόνο σε πλατωνικό χώρο, ότι κατοικεί εντός όλων των ανθρώπων, ή ότι στην πραγματικότητα ο Ιησούς δεν παρουσιάστηκε πουθενά, με καμία μορφή, κ,λπ. Εάν ημπορεί να προταθεί το επιχείρημα ότι η αφήγηση των Ευαγγελίων για τον Ιησού προετίθετο να εκλαμβάνεται ως πλήρως αλληγορική ή συμβολική, και όντως ημπορεί, σίγουρα το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τον δοκητικό Ιησού, και τον Χριστό των οραμάτων των γραπτών του Παύλου.

Το ερώτημα για το πώς είναι δυνατόν οι Επιστολές του Παύλου να περιέχουν έναν τεράστιο αριθμό αντιφατικών χωρίων όχι μόνο προς τα Ευαγγέλια αλλά και προς τις Επιστολές και πολλές φορές προς την ίδια Επιστολή, τα οποία από την μια εκδοχή Χριστιανισμού οδηγούν στην απέναντί της και τανάπαλι και σε βαθμό που ο οιοσδήποτε υποψιάζεται ότι αν αυτά εγράφησαν από το χέρι ενός ανδρός ή ακόμα υπαγορεύθηκαν από το κεφάλι του, τότε σίγουρα αυτός είναι ή σχιζοφρενής, ή ψεύτης και απατεώνας, έχει απαντηθεί από πολλούς ερευνητές. Μερικοί έχουν φτάσει στο σημείο ώστε να υποστηρίζουν ότι ο Παύλος είναι μυθικό και ανύπαρκτο άτομο. Σ' αυτό συνεπικουρεί και το γεγονός ότι δεν υπάρχει απολύτως καμία πρωτογενής ή δευτερογενής, ιστορική, εξω-χριστιανική μαρτυρία για τον Παύλο. Ούτε μισή! Απλώς υπήρχε μια πολυμελής και αξιόλογη ομάδα που εννοούσε τον Χριστιανισμό σύμφωνα με αυτά που γράφουν οι Επιστολές και είτε αυτοί ή οι επόμενοί τους έβαλαν έναν μυθικό Παύλο ως ιδρυτή της και τότε έγραψαν τους μύθους περί αυτού εντός των Πράξεων κατά τον δεύτερο αιώνα. Ο Robert Price που προσφάτως έχει αναλύσει τον Παύλο και τις Επιστολές του εν εκτάσει και έχει λάβει υπ' όψη του τις έρευνες των προηγουμένων ερευνητών κατέληξε στο εξής λογικό και επικρατέστερο συμπέρασμα. Οι Επιστολές ελογοκρίθηκαν και επιμελήθηκαν δυο-τρεις φορές κατά ή μετά τα μέσα του δευτέρου αιώνα από τους τότε ορθοδόξους-καθολικούς χριστιανούς. Αυτοί δεν ετόλμησαν να τις απορρίψουν όλες διότι η τότε Παυλική ομάδα ήταν πολυάριθμη και αξιόλογη. Έτσι για να προσεταιρισθούν τους Παυλικούς αφ' ενός και να ικανοποιήσουν τους ιδικούς τους αφ' ετέρου, εισήγαγαν παρείσακτα χωρία και αλλοίωσαν άλλα ώστε και οι δύο πλευρές να βρίσκουν δικές τους βάσεις εντός των Επιστολών και να μείνουν και οι δύο ευχαριστημένοι. Έτσι δημιουργήθηκε αυτός ο κυκεώνας θεοπνεύστων αντιφάσεων και ασυναρτησιών που όλοι μπορούν να εντοπίσουν ευκολότατα σήμερα και μετά απορούν σφόδρα ή τραβάνε τα μαλλιά τους.

Εάν στα πρώιμα χριστιανικά γραπτά, ο Ιησούς απεικονίζεται ως ένα σχήμα που κατοικεί όχι επί της Γης, αλλά σε ένα άλλο βασίλειο, ή που μάλλον είναι εντελώς πνευματικός, και που επικοινωνεί με τους οπαδούς του διά μέσου οράσεων (οραμάτων) και πνευματιστικών εμφανίσεων, οι κοσμικοί ερευνητές της Βίβλου οφείλουν να συμμεριστούν σοβαρά την άποψη πως πρέπει να βλέπουν τον Ιησού με τον ίδιο σκεπτικισμό που καταχωρούν και για τους πνευματιστικούς χαρακτήρες της Βίβλου, όπως ο Γαβριήλ, ο Σατανάς, κ.ά.

Συμπεράσματα και παρατηρήσεις
Εάν υπήρχε ένα γήινος ιστορικός Ιησούς, τότε θα προσδοκούσαμε τα γραπτά του Παύλου να τον απεικονίζουν με περισσότερο ιστορικό τρόπο (με κατονομασμένες, βάσιμες και πειστικές πηγές), και σίγουρα θα υπήρχαν πολύ ολιγότερες ασυμφωνίες -και λιγότερη βία- στους αρχαίους και στους συγχρόνους χριστιανούς. Είναι αξιοσημείωτο το ότι πράγματι υπήρχαν πρωτο-χριστιανοί οι οποίοι διατηρούσαν εναλλακτικές απόψεις διά την σαρκική ύπαρξη τού Ιησού. Υπάρχουν επίσης πολυάριθμα χωρία μέσα στις Παυλικές Επιστολές που απεικονίζουν έναν Ιησού πολύ διαφορετικό από την εικόνα των Ευαγγελίων. Ζωγραφίζεται ένας Ιησούς που δεν υπήρξε αναγκαστικά επί της Γης, σε κάποιο χρονικό σημείο της ιστορίας μας.

Το παράδειγμα των Λουδδιτών επίσης καταδεικνύει πως μια κίνηση, ή κινήσεις, και γραπτά μπορούν να αναπηδήσουν από (ή εκ των υστέρων να σχετισθούν με) έναν χαρακτήρα για τον οποίον οι ερευνητές δεν έχουν κανέναν σοβαρό λόγο να υποθέσουν ότι ιστορικώς υπήρχε, και πως μια κίνηση δύναται να έχει πολλές «απαρχές». Διά τούτο δεν είναι αναγκαίο το ότι υπήρξε ένας ιστορικός Ιησούς πίσω από την έναρξη του Χριστιανισμού· τα γραπτά των πρωτο-χριστιανών, καθώς και η καθαρή εξελικτική πορεία των αφηγήσεων μεταξύ τών διαθεσίμων βιβλίων, μας παρέχουν άφθονη δικαιολόγηση για να αμφιβάλομε ότι υπήρξε ιστορικός Ιησούς. Καθώς ο Droge εσημείωσε: «Για να αρχίσεις μια θρησκεία, το μόνο που χρειάζεται είναι ένα όνομα».

Όπως έχομε λοιπόν δει, βασισμένοι στις υπάρχουσες πηγές, υπάρχουν ελάχιστοι λόγοι για να δεχθούμε τους βιβλικούς ισχυρισμούς γύρω από τον Ιησού ως αληθείς. Επί πλέον, ενώ «ο Χριστός της Πίστεως» απορρίπτεται γενικώς από τους κοσμικούς μελετητές και ο «Ιστορικός Ιησούς» αναδύεται ως μία πιο λογική εναλλαγή, έχομε δει ακόμα ότι και αυτή μπορεί να προσβληθεί σοβαρά, αφού και αυτή παρουσιάζεται ως μια απλουστευμένη και διυλισμένη εκδοχή «Πίστεως στον Χριστό», και ακόμα μοιράζεται τις ίδιες φευγαλέες και απατηλές πηγές. Οι μέθοδοι των ιστορικών που αναφέραμε συγκρίθηκαν με τις μεθόδους των Βιβλικών ερευνητών που ψάχνουν να βρουν αυθεντικό υλικό επί του Ιστορικού Ιησού.

Ανακαλύψαμε ότι τα «αυθεντικά κριτήρια» που χρησιμοποιήθηκαν στις μελέτες τού Ιστορικού Ιησού αφ' εαυτού των είναι ακατάλληλα, ή χρησιμοποιήθηκαν κατά ακατάλληλο τρόπο. Η ασυνέπεια των ιστορικοποιούντων ερευνητών, και ή έλλειψη σκεπτικισμού που τους διακατέχει, αναφέρθηκε επίσης εν συντομία. Πολλές πηγές που συχνά χρησιμοποιούνται τον τελευταίο καιρό στην έρευνα που αφορά τον Ιησού παρατίθενται και κρίνονται. Τελικά καμία εκ των πηγών δεν είναι άμοιρη κριτικής. Η κάθε μία παρουσιάζει μια ποικιλία προβλημάτων και εγείρει σοβαρές ερωτήσεις για την ακρίβεια και την βασιμότητά της.

Σκοπός των εργασιών όπως αυτή εδώ, είναι το κατά πόσο είναι λογικό να αμφιβάλομε για τον Βιβλικό Ιησού τον οποίο πολλοί χριστιανοί επιμένουν και δέχονται ως Κύριο και Σωτήρα τους. Το συμπέρασμα είναι ότι «σαφώς έχομε πλήθος λόγων για να αμφιβάλομε περί του Βιβλικού Ιησού». Επίσης αποδείξαμε ότι οι πηγές είναι τόσο κακές, που είναι εντελώς λογικό να αμφιβάλομε ακόμα και για έναν απογυμνωμένο, ασήμαντο, μη θαυματουργό Ιστορικό Ιησού. Αποκαλύψαμε ότι δεν υπάρχουν καθόλου πρωτογενείς πηγές δηλαδή στοιχεία που είναι του ιδίου χρόνου με τον Ιησού και ανακοινώθηκαν επ' ευθείας από αυτόπτες μάρτυρες· γεγονός το οποίο αφ' εαυτού του καθίσταται επαρκής λόγος για να έχομε αμφιβολίες πάνω στις υπάρχουσες πηγές, και ενώ αυτό είναι ένα σπουδαίο επιχείρημα οι ιστορικοποιούντες τον Ιησού το μεταχειρίζονται ανεπαρκώς.

Πολλά προβλήματα ταυτοποιήθηκαν μέσα στις πηγές τα οποία οι ερευνητές οφείλουν να διατιμήσουν, όπως αυτό είναι: υστερόχρονο ή σχετικώς υστερόχρονο, διάδοση και φήμη, πιθανότητα ευσεβούς απάτης, ασάφεια, κλπ. Μερικές εκ των πηγών που υποστήριζαν την ιστορικότητα του Ιησού λανθάνουν να αναφέρουν ακόμα και το όνομά του. Το είδος γραφής των κανονικών Ευαγγελίων, που είναι οι κύριες πηγές στοιχείων για τον Ιησού, έχει καταντήσει ένα ζήτημα που ακόμα και τώρα δεν έχει τακτοποιηθεί και λυθεί από τους ιστορικούς και τους βιβλικούς μελετητές, ενώ είναι προφανές ότι τα Ευαγγέλια δεν είναι αντικειμενικές και βάσιμες ιστορικές εκθέσεις. Δεδομένου ότι τα Ευαγγέλια γράφτηκαν από ανώνυμους συγγραφείς και περιέχουν μυθολογικό και μη ιστορικό υλικό, η βασιμότητα και η ιστορική πρόθεση των Ευαγγελίων μπορεί πολύ εύκολα να απορριφθεί.

Κυρίως αναπτύξαμε το πιο ισχυρό και πιο σημαντικό επιχείρημα. Αυτό είναι το συνεχώς αποδεκτό συμπέρασμα ότι ο Ιησούς των Παυλικών και άλλων Επιστολών διαφέρει πάρα πολύ από τον Ιησού που απεικονίζεται στα κανονικά Ευαγγέλια. Οι νόθες πηγές του Παύλου ξεμπροστιάστηκαν ως αποστάγματα της φαντασίας του, όπως και ο ελαχιστικός και γενικώς άνευ παραπομπών Ιησούς. Στις Επιστολές του Παύλου και σε άλλες επιστολές ευρέθησαν χωρία που επιδεικνύουν έναν Ιησού που δεν βρέθηκε επί της Γης κατά την γνωστή πρόσφατη ιστορική περίοδο. Όταν οι πηγές που αφορούν τον Ιησού τεθούν κατά σειρά συντάξεως, το ενοποιητικό τόξο που τις επικαλύπτει είναι ότι μια απλή ιστοριούλα (που μάλλον έχει απαρχές πριν τον Ιησού) μιας άλλης καθαρά κοσμικής υπάρξεως, εξελίσσεται, ιστορικοποιείται, και ενώ με το πέρασμα του χρόνου το επεξεργάζονται έτι περισσότερο, τελικά όμως ανέρχεται στην πλέον σκεπτιπιστική σφαίρα απόψεων κατά την σημερινή περίοδο.

Με τον διαφορετικό ελαχιστικό Ιησού του Παύλου που εμφανίζεται πριν από τον Ιησού των Ευαγγελίων και καθώς το γεγονός αυτό αποτελεί ένα σοβαρότατο πρόβλημα για τους ιστορικοπούντες μελετητές, μια λύση προσφέρθηκε από γνωστούς ερευνητές της Καινής Διαθήκης, όπως τον Bart D. Ehrman: Αυτή είναι η επινόηση πολυαρίθμων προ-Παυλικών Ευαγγελικών πηγών. Αυτή η προσέγγιση αποδείχθηκε να είναι ανεπαρκής, χωρίς κρίση, και ασυνεπής, ειδικά όταν θεωρήσομε ότι ο Ehrman χλευάζει μια τέτοια προσέγγιση όταν αυτή εφαρμόζεται σε άλλες πηγές. Με το να αναπτύξομε εν συντομία τους Δοκήτες, εξεθέσαμε ένα προηγούμενο που επιτρέπει την δυνατότητα υπάρξεως πρωτο-χριστιανών οι οποίοι δεν επίστευαν ότι ο Ιησούς ήταν άνθρωπος, ή είχε προσφάτως επισκεφθεί την Γη. Θεωρήσαμε και παραδείγματα ιστορικών κινημάτων τα οποία δεν χρειάστηκαν έναν απλό και ιστορικό ιδρυτή.

Αναφέραμε επίσης ότι ο θρύλος του Ιησού όπως αυτός ευρίσκεται εντός της Καινής Διαθήκης μπορεί να έχει πάρει δάνεια και να έχει επηρεαστεί από προηγούμενα σχήματα, ή και σχήματα του ιδίου καιρού, σωτήρων και διδασκάλων θεϊκών, κοσμικών, μυθολογικών και ιστορικών. (Ο Απολλώνιος Τυανεύς είναι ιστορικό πρόσωπο). Ενώ αυτό το συμπέρασμα μερικές φορές επροκάλεσε την αντίδραση των ιστορικοποιούντων τον Ιησού, ιδιαιτέρως δε των χριστιανών απολογητών, είναι φανερό ότι αυτές οι παραλληλίες είναι προφανείς. Ειδικές ομοιότητες μπορεί να μην είναι προφανείς, αλλά τα όμοια περιγράμματα και κίνητρα είναι καθοριστικώς παρόντα· ένα γεγονός που είναι παραδεκτό και από τους πρώιμους χριστιανούς απολογητές, όπως ο Ιουστίνος ο Μάρτυς, ο Τατιανός, ο Τερτυλλιανός, κ.ά. Αυτές οι ομοιότητες προσφέρουν έτι περισσότερους λόγους για να αμφιβάλομε όχι μόνο για τον Βιβλικό Ιησού, αλλά και για τον ούτως αποκαλούμενο «Ιστορικό Ιησού».

Δεν επεκταθήκαμε σε μαθηματικές πιθανότητες βασισμένες το Θεώρημα του Thomas Bayes (1702-1761) με τις οποίες αν τα βάλομε όλα κάτω αποδεικνύεται ότι η πιθανότητα υπάρξεως τού βιβλικού ή του ιστορικού Ιησού είναι απαγορευτική. Αυτό το θέμα έχει αναπτυχθεί σε αρκετή βιβλιογραφία.
Μια ενδιαφέρουσα τάση που ξεπετάχθηκε εσχάτως είναι το ότι πολλές συνιστώσες διαφόρων μυθικιστικών θεωριών για τον Ιησού, όπως η έλλειψη πρωτογενών πηγών, η γενική αβασιμότητα των Ευαγγελίων, ο ελαχιστικός Ιησούς των Επιστολών και οι παραλληλίες με προηγούμενα ή σύγχρονα μυθικά σχήματα, έχει γίνει αποδεκτή από αμφοτέρους τους Μυθικιστές και τους Ιστορικοποιούντες. Μόνο στα υπερκείμενα συμπεράσματα διαφέρουν, και όσον αφορά τους θιασώτες των ΜΘΙ αυτοί μάλλον έχουν το θάρρος να θέσουν την πειστικότητά τους επί τάπητος όταν «καταβάλλεται η προσπάθεια για να λυθούν τα υπάρχοντα ερωτήματα».

Αναπτύσσομε μια επίκριση του προσφάτου βιβλίου του Bart Ehrman «Did Jesus Exist?» (=Υπήρξε ο Ιησούς;). Φυσικά, συμφωνούμε όταν το ερώτημα τίθεται για τον Ιησού της Καινής Διαθήκης, ο οποίος δεν αποδεικνύεται ότι ιστορικώς υπήρχε (μάλλον, αποδεικνύεται ότι δεν υπήρχε), αλλά διαφωνούμε στην επιμονή του Ehrman ως προς την ύπαρξη ενός Ιστορικού Ιησού και εκθέτομε τις ασυνέπειες του· δηλαδή και κυρίως, τα προνόμια που απονέμει σε βιβλία που μετ' ολίγον πολύ εύκολα απορρίπτει όταν τίθενται υπό εξέταση οι υπερφυσικοί ισχυρισμοί που περιέχουν. Ταυτοποιήθηκε ένας αριθμός προβλημάτων στην προσέγγιση του Ehrman, όπως: Η αχρείαστη και άστοχη επίθεσή του στα διαπιστευτήρια των Μυθικιστών, η εισαγωγή και χρησιμοποίηση φανταστικών πηγών που ο ίδιος εφηύρε (για τις οποίες ισχυρίζεται ότι υπάρχει ένα τεράστιο πλήθος αλλά δεν έχομε καμιά στα χέρια μας), τα αδικαιολόγητα, αστήρικτα και εκπληκτικά συμπεράσματά του (όπως, ενώ δηλώνει ότι οι αναφορές του Τακίτου βασίζονται σε φήμες και διαδόσεις, μετά όμως κάνει στροφή και ισχυρίζεται ότι τα χωρία αυτά παρέχουν ανεξάρτητη επιβεβαίωση και αποδεικνύουν ότι οι Ρωμαίοι του πρώτου αιώνος εγνώριζαν ότι ιστορικός Ιησούς υπήρχε), την απόδοση προνομίων και προτεραιότητος στα Ευαγγέλια, ενώ αυτός ο ίδιος πολλές φορές έχει παραδεχθεί ότι είναι αβάσιμα κείμενα, και γενικώς την αντιφατική και ασυνεπή προσέγγισή του.

Η στιγμιαία απόρριψη των διαφόρων μυθικών θεωριών περί Ιησού εκ μέρους του Ehrman, ως μη έχουσες κατ' αυτόν σχέση με το ζήτημα, συνδυαζομένη με την υποτονική θετική του στάση, το μόνο που αποδεικνύει και αυτό με πολύ μεγάλη δυσκολία είναι η δυνατότητα (κατ' αντίθεση προς την πιθανότητα ή ακόμα την βεβαιότητα την οποία ο Ehrman ισχυρίζεται) της ιστορική υπάρξεως τού Ιησού. Τελικά δεν υπάρχει καμία περαιτέρω ανάγκη για περισσότερη επίκριση αυτής της απογοητευτικής εργασίας του εκ μέρους μας, διότι εντωμεταξύ και συγκεκριμένα, ο ιστορικός Richard Carrier είχε δημοσιεύσει την ακόλουθη σαρωτική επιθεώρηση:
Όσο κακά και αν είναι αυτά τα είδη των αυτο-αντιφάσεων και σφαλεροτήτων (και υπάρχουν περισσότερα από ένα), πολύ χειρότερο είναι το πώς ο Ehrman κινείται από την δυνατότητα των υποτιθεμένων πηγών προς το συμπέρασμα ότι είχε αποδείξει ιστορικότητα. Προβάλλει ως επιχείρημα το ότι οι Μάρκος, Ματθαίος, Λουκάς, Ιωάννης, Θωμάς (ναι, ο Θωμάς) και διάφορα άλλα κείμενα περιέχουν βάσιμο υλικό. άλλα πάλι δεν έχουν, κ.ο.κ., και διά ταύτα «έχομε» μιλιούνια από πρώιμες πηγές. Στην πραγματικότητα δεν έχομε αυτές τις πηγές, ούτε είμαστε βέβαιοι ότι υπάρχουν, και ακόμα αν ήμασταν, δεν έχομε κανέναν τρόπο να γνωρίζομε τι έλεγαν. Ο Ehrman επανειλημμένως παραθέτει ψευδείς ιστοριούλες, ακόμα και ιστοριούλες που αυτός ο ίδιος ομολογεί ότι είναι ψευδείς (πράγματι, ακόμα και ψευδείς ιστοριούλες από χαλκευμένα κείμενα!) ως ενδείξεις για την ύπαρξη του Ιησού, που είναι το πιο απίστευτα παράλογο πράγμα που θα μπορούσα να φανταστώ ότι κάποιος ιστορικός πράττει... Δεν έχω άλλη επιλογή παρά να καταδικάσω αυτό το πράγμα καθώς δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά ένας λυπηρός φόνος των ηλεκτρονίων και των δένδρων.
Ο Carrier ομιλεί με το είδος τιμιότητος και πνεύματος που ένας ανεξάρτητος ερευνητής δύναται να διαθέσει, και συνεχίζει με το να επικρίνει την χρήση των Αραμαϊσμών από τον Ehrman:
Αλλά παρατηρήσατε τι συμβαίνει όταν θέσομε εντός της εκθέσεως το εξής: Ο Μάρκος επένδυσε μια σκηνή με μια δανεισμένη και μεταφρασμένη γραμμή από την Βίβλο, και ο Ehrman επιθυμεί να πιστεύει ότι αυτό αποτελεί απόδειξη για την ιστορικότητα τού Ιησού. Πραγματικά. Σκεφτείτε αυτό για μια στιγμή. Μετά τραβήξετε μια κλωτσιά στο βιβλίο του να πάει την άλλη άκρη του δωματίου και ξεθυμάνετε την οργή σας. Πως μια ιστοριούλα κακοφτιαγμένη στα Αραμαϊκά αποδεικνύει ότι οι χαρακτήρες σ' αυτή την ιστοριούλα υπήρχαν;
Ο Carrier επικρίνει περισσότερο το ότι ο Ehrman βασίζεται υπερβολικά σε εσωτερικές μεμυημένες εκθέσεις, τον απατηλό τρόπο του με τον οποίο ενοχοποιεί τις μυθικιστικές θεωρίες ως απίθανες, και αναφέρει ότι, «Βιογραφίες εγράφησαν και για μη υπαρκτούς ανθρώπους (όπως οι Ρωμύλος, Νούμα, Κοριολανός, Ηρακλής, και Αίσωπος)». Όπως και ο Απόστολος Παύλος έτσι και ο Ehrman σταθερά βασίζεται σε φανταστικές πηγές, πράγμα που προφανώς δεν είναι η μέθοδος με την οποία ικανοί και αντικειμενικοί ιστορικοί προσπαθούν να κάνουν την δουλειά τους. Παρά την αποτυχία τού Ehrman και την παραπάνω άνευ περιτροπών επιθεώρηση, ο Ehrman αξίζει αναγνώριση για την άμεση απόρριψη του Βιβλικού Ιησού, όταν αυτή συνήθως και ιδιαιτέρως υποτίθεται στις βιβλικές σπουδές, και ίσως άθελα του προάγει την επίγνωση της θεωρίας των μυθικιστών. Ο Ehrman όμως θα είχε προσφέρει μεγαλύτερη υπηρεσία στην ακαδημαϊκή κοινότητα, εάν είχε κάνει μια τίμια προσπάθεια.

Παρ' εκτός και βρεθούν άλλες πειστικές ενδείξεις για έναν βιβλικό, ή ιστορικό Ιησού, ή καθαρά μυθικό Ιησού ή για τις πεποιθήσεις των πρωτο-χριστιανών στο μέλλον, η πιο λογική στάση περί Ιησού είναι η πλήρης απόρριψη του «Ιησού της Πίστεως» ή του «Βιβλικού Ιησού» και η διατήρηση μιας στάσεως αγνωστικιστικού τύπου για έναν κοσμικό-λαϊκό και ασήμαντο «Ιστορικό Ιησού». Ίσως να υπήρχε ένας τέτοιος Ιησούς, ίσως όχι. Εν τη απουσία πειστικών ενδείξεων, είναι δυνατόν, αλλά όχι κατ' ανάγκην πιθανό, και βεβαίως όχι βέβαιο. Όπως ο Price προηγουμένως παρατήρησε ακόμα και αν υπήρχε ένας Ιστορικός Ιησούς, δεν υπάρχει ουσιαστικά τίποτα που μπορούμε να πούμε γι' αυτόν με βεβαιότητα· μια θέση που είχε διαπιστώσει και διακηρύξει πριν χρόνια ο πολυτάλαντος, πολυμαθής Βρετανός Bertrand Russell. Πολλοί απολογητές εσφαλμένως αντιπροτείνουν ότι ο Ιησούς Χριστός είναι αναγκαίος για την έναρξη και ανάπτυξη του Χριστιανισμού.

Στην πραγματικότητα, εάν θεωρήσομε την έλλειψη πρωτογενών πηγών, τις αργοπορημένες και αμφίβολες δευτερογενείς πηγές, την ύπαρξη πρωτο-χριστιανών που επίστευαν σε πολλές «μυστικιστικές», εκδοχές του Ιησού, καθώς και την δημιουργία πολλών θρησκειών που οι χριστιανοί ευρίσκουν «προφανώς εσφαλμένες», καθιστούν προφανές το ένα και μοναδικό πράγμα ότι δεν χρειαζόμαστε να εξηγήσομε ότι η απαρχή του Χριστιανισμού είναι ένας ιστορικός Ιησούς Χριστός. Υπάρχουν πολλές σημαντικές συνέπειες εκ της δυνατότητος τού ότι ο Ιησούς ήταν τελείως ένα μη ιστορικό πρόσωπο, που κυρίως περιφερόταν γύρω και μέσα στους ισχυρισμούς που οι διάφορες χριστιανικές ομάδες επρότειναν. Εάν μπορούσε να αποδειχθεί (πράγμα που δεν μπορεί να γίνει πέραν πάσης αμφιβολίας ακόμα) ότι ο «Ιστορικός Ιησούς» δεν υπήρχε, τότε ο «Χριστός της Πίστεως» θα καταλυόταν αυτομάτως, και προφανώς μαζί του όλες οι παραδοσιακές μορφές του Χριστιανισμού.

Για τους χριστιανούς εκείνους των οποίων οι πίστεις εξαρτώνται από την πραγματική βεβαιότητα της ιστορικότητος του Ιησού, πράγμα αρκετά σωστό και δίκαιο δεδομένων όλων των αμφιβολιών, το συμπέρασμα ότι ή ιστορικότητα του Ιησού είναι αβέβαια, θα μπορούσε να έχει μεγάλες επιπτώσεις επί της πίστεως των. Το ότι πράγματι η ύπαρξη του Ιησού είναι αβεβαία θα είναι επίσης υποβοηθητική πληροφορία για 'κείνους τους ερευνητές (όπως ο Richard Dawkins, ο Hector Avalos, κ.ά.) που προτίθενται να αντιμάχονται τους θρήσκους φονταμενταλιστές. Εάν δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ένας κοσμικός-λαϊκός, μη θαυματουργικός Ιστορικός Ιησούς υπήρχε, τότε πως είναι δυνατόν να είμαστε βέβαιοι ότι ένας πολύ λιγότερο πιθανός Βιβλικός Ιησούς πρέπει να υπήρχε; Μια πολύ θετική επίπτωση αυτή της ανακαλυφθείσας αβεβαιότητας θα μπορούσε να είναι ότι η επικέντρωση των σπουδών που αφορούν τον Ιησού πρέπει να μεταφερθεί από τα διάφορα αχρείαστα και ανεπιτυχή εξουσιαστικά λόγια και έργα στα καλά και σωστά (γιατί υπάρχει και πολλή σαβούρα) μηνύματα που οι διδαχές προβάλλουν (τα οποία πολλοί εκ των πιστών τα κατακρατούν ως αξιαγάπητα μέσα στις καρδιές των), είτε προέρχονται από ένα ιστορικό Ιησού είτε όχι ή από κάπου αλλού.

Όσοι πάλι δεν πείθονται (είτε διά θρησκευτικούς ή ψυχολογικούς ή πολιτισμικούς ή άλλους λόγους είτε διότι παραμένουν πιστοί και δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς πίστη), από τα στοιχεία και τα επιχειρήματα που παρουσιάζομε εδώ, όπως και από πολλά άλλα στοιχεία που έχομε παρουσιάσει αλλού (αντιφάσεις, αοριστολογίες, βάρβαρες και ανήθικες ιστορίες σχιζοειδείς αφηγήσεις, σαχλαμάρες, κ.λπ., της «θεόπνευστης» Βίβλου και ολοκλήρου του Χριστιανισμού), για το ότι η ιστοριούλα του Ιησού είναι μια αλλοπρόσαλλη και ατυχής μυθολογία, ή τουλάχιστον να αμφιβάλουν περί αυτής, το μόνο πια που τους μένει είναι η μηχανή του χρόνου και τίποτα άλλο. Να μπούνε μέσα σ' αυτή την τρομερά τεχνολογική μηχανή ή οποία θα τους μεταφέρει πίσω στον χρόνο και στον συγκεκριμένο τόπο για να γίνουν οι ίδιοι εκεί και τότε οι αυτό-πτες μάρτυρες αυτής της μυθολογικής απάτης. Μιας απάτης που επικράτησε λόγω του Κωνσταντίνου και της μάνας του Ελένης, του πυρός και σιδήρου που εγκαινίασαν μεθόδους και μέσα τις οποίες διατηρήσαν για πολλούς αιώνες οι μετέπειτα χριστιανοί που αγαπούσαν ακόμα και τους εχθρούς των και όχι λόγω του Παύλου, των Αλιέων της Πεντηκοστής ή του Αγίου Πνεύματος, και η οποία επέφερε μύρια όσα δεινά στην δύστυχη ανθρωπότητα! Δυστυχώς τότε ούτε ο Δίας της Ελλάδος ούτε ο Jupiter της Ρώμης επενέβη για να αποτρέψει την τρομερή καταστροφή που επακολούθησε ενώ τα 97% του πλήθους τον θερμοπαρακαλούσαν να κάνει ακριβώς αυτό, και συνεπώς αν επενέβαινε δεν θα κατέλυε την ελευθερία της βουλήσεώς των αλλ' αντιθέτως θα την επιβεβαίωνε με το να απαντήσει και να συντρέξει στις πηγαίες και ελεύθερες παρακλήσεις των... Γιατί άραγε; Ο νοών νοησάτω!

Δείτε τι θα συμβεί αν ένας μεγάλος αστεροειδής έπεφτε στη Γη

Δείτε τι θα συμβεί αν ένας μεγάλος αστεροειδής έπεφτε στη Γη
 
Αν ένας μεγάλος αστεροειδής ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα προς τη Γη, τότε πιθανότατα θα καταγράφονταν σκηνές Αποκάλυψης.

Το Discovery Channel δημιούργησε ένα εντυπωσιακό βίντεο με αστεροειδή που πέφτει στη Γη.

Δείτε το βίντεο:

Εβραίοι: Η παντοδύναμη φυλή που κυβερνά τον κόσμο

Οι οργανωμένες εβραϊκές κοινότητες στην Ελλάδα έχουν ιστορία πάνω από 2.000 χρόνια. Η παλαιότερη και πιο χαρακτηριστική ομάδα που κατοίκησε στη χώρα είναι οι Ρωμανιώτες.

Εκτός από τους Ρωμανιώτες, η Ελλάδα υπήρξε το ιστορικό κέντρο μιας άλλης μεγάλης ομάδας Εβραίων, των Σεφαρδιτών, οι οποίοι στο παρελθόν αποκαλούσαν την Θεσσαλονίκη «μητέρα του Ισραήλ».

Οι περισσότεροι Εβραίοι στην Ελλάδα είναι Σεφαραδίτες, αλλά η χώρα αποτελεί επίσης την έδρα της μοναδικής ρωμανιώτικης κουλτούρας, η οποία βρίσκεται υπό εξαφάνιση. Οι Ρωμανιώτες αποτελούν το παλαιότερο τμήμα του εβραϊκού στοιχείου στην Ελλάδα, όπου έχουν ιστορία πάνω από 2.000 χρόνια.

Κάποιοι κάνουν λόγο για ασίγαστο μίσος των Εβραίων κατά των Ελλήνων κάτι που θεωρούν πως αποτελεί ιστορική διαπίστωση, που την γνωρίζει όλος ο κόσμος, που διαβάζει βιβλία ιστορίας.

Υποστηρίζουν μάλιστα ότι όποιος μελετήσει λίγη ιστορία αμέσως θα αντιληφθεί το γεγονός του Ιουδαϊκού μίσους κατά της Ελλάδος, των Ελλήνων και ιδίως του συνόλου των πνευματικών αξιών, που συγκροτούν τον Ελληνισμό.

Δείτε το βίντεο:

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Ο Σκοπός


Πολλοί διαβάζουν τα άρθρα μου, κάποιοι συστηματικά… Όμως το ποιοι κατανοούν πραγματικά, φαίνεται από την απουσία σχολίων, από το φόβο της συμμετοχής, από την ασφάλεια της απομόνωσης της σκέψης και την προτίμηση της αποφυγής της ευθύνης.

Το νόημα των άρθρων, βρίσκεται στη σύνθεσή τους, καθώς όλα τα θέματα ξανάρχονται, όλα αλλάζουν νόημα σε κάθε κύκλο και όλα επεκτείνονται, καθώς δεν αποτελούν «τέλος»

Ο φόβος δεν σου εξηγεί, παρεξηγεί τα λόγια μου κι εσύ νομίζεις πως καταλαβαίνεις.

Αν αγαπάς ή εμένα ή εσένα, δεν αγαπάς καθόλου. Αν αγαπάς κάποιους και κάποιους άλλους όχι, δεν έχεις κατανοήσει την αγάπη. Αν ακόμα κατηγορείς, δεν έχεις βρει. Αν δεν έχεις όραμα, ακόμα δεν ζεις με σκοπό. Αν δεν βλέπεις παντού το νόημα, δεν αντιλαμβάνεσαι καθαρά. Και αυτοί είναι οι λόγοι που επιλέξαμε να βρισκόμαστε εδώ!

Τι είναι αυτό το "αγαπώ τον εαυτό μου" που πιπιλάνε όλοι αλλά ούτε κι εσύ καταλαβαίνεις; Σκέψου μόνος σου, δες τη ζωή σου, βρες το λόγο για να ζεις, αποδεσμεύσου από όλα και όλους για να το κάνεις. Έπειτα, μπορείς να προσφέρεις σε όλους και σε όλα, με διάκριση, ισότιμα και πηγαία: σε αρμονία με το Είναι σου.

Εγώ και ο καθένας μας έχει τη δική του πορεία, τον δικό του αγώνα, έναν ατομικό κόσμο και νου. Αν/όταν καταφέρνουμε να συναντιόμαστε, καλώς, και ΑΥΤΟ είναι το ζητούμενο. Αλλά δεν συναντιόμαστε ποτέ ουσιαστικά, για διάρκεια και δημιουργικά, νομίζοντας πως μπορούμε να υπερπηδήσουμε το πρώτο.

Εστιάζεσαι πεισματικά εξωτερικά, προσπαθώντας να διορθώσεις αυτό που κάνεις, κρίνοντας και κατηγορώντας αυτό που οι άλλοι κάνουν, πιστεύοντας ότι αν «τα πράγματα ήταν διαφορετικά», «αν άλλαζες τις συνήθειές σου» ή «αν είχες τις κατάλληλες ευκαιρίες/τους κατάλληλους ανθρώπους δίπλα σου/μια άλλη δουλειά/μια άλλη ζωή», «αν ήταν διαφορετικός ο κόσμος», «αν υπήρχε άλλη κυβέρνηση» κλπ, κλπ, θα μπορούσες να κάνεις πολλά.

Και όλα αυτά τα «αν» είναι η ίδια η φυλακή σου. Γιατί η ζωή σου είναι εδώ, είναι τώρα και είναι ακριβώς όπως πρέπει να είναι. Για να μπορέσεις εσύ να δεις, να αρχίσεις να σκέφτεσαι διαφορετικά, να καταλάβεις πως όλα, ναι όλα, τα δημιουργείς εσύ και όλοι μαζί. Κάτι που δεν κατανοείς ακόμα γιατί φαίνονται αντίθετα και ξεχωριστά.

Το μόνο που είναι εναντίον σου, χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι είναι ο ίδιος ο ΤΡΟΠΟΣ σκέψης σου. Δεν το καταλαβαίνεις…

Όχι, δεν πρέπει να αλλάζεις τις σκέψεις σου, αλλά τον ΤΡΟΠΟ που σκέφτεσαι. Αυτό είναι το δυσκολότερο γιατί ούτε γνωρίζεις το ΠΩΣ σκέφτεσαι, ούτε επομένως και πώς να το αλλάξεις αυτό.

Δεν πρέπει να αλλάξεις τις πεποιθήσεις σου (που νομίζεις πως γνωρίζεις), μόνο να τις αντιληφθείς, να τις παραδεχτείς, να αφαιρέσεις τη δύναμη που τους έχεις δώσει να λειτουργούν ανεξάρτητα και αθέατα από σένα.

Δεν πρέπει να αλλάξεις παράταξη, θρησκεία, σύντροφο, δουλειά, συνήθειες. Αλλά πρέπει να καταλάβεις γιατί επέλεξε/υιοθέτησες αυτά.

Δεν πρέπει να "αλλάξεις" τον εαυτό σου, να τον γνωρίσεις, να τον τιμήσεις και να αναδείξεις αυτό που ΕΙΣΑΙ!

Είναι πιο εύκολο θαρρείς, να φεύγεις, να αλλάζεις, να μετακινείσαι και να πλανιέσαι, ψάχνοντας, χωρίς να γνωρίζεις και τι ακριβώς ψάχνεις, πού ακριβώς ζητάς να πας. Γνωρίζεις πως θέλεις να απαλλαγείς, να μην είσαι άρρωστος, να μην είσαι θλιμμένος, να μην είσαι μόνος, να μην αισθάνεσαι μόνιμα αυτή την απερίγραπτη έλλειψη, το εσωτερικό κενό και την αποξένωση. Αλλά, χωρίς να γνωρίζεις και τι ακριβώς ψάχνεις, πού ακριβώς ζητάς να πας.

Δες όμως ότι αυτό που συνεχίζεις να κάνεις, όλα όσα προσπαθείς να ενισχύεις, όλα όσα αλλάζεις, ακόμα δεν σου έχουν προσφέρει, αυτό που τα πιο τρελά σου όνειρα, σού επιβεβαιώνουν πως υπάρχει!

Και συνεχίζεις με το ίδιο μοτίβο, με όλους τους ίδιους τρόπους, γιατί πιστεύεις πως "ακόμα λίγο, στην επόμενη γωνία, τον επόμενο χρόνο, με την επόμενη κυβέρνηση, στην επόμενη σχέση, στην κατάκτηση της νέας δουλειάς, στην επόμενη σου επιτυχία, θα βρεις"!

Αλλά λείπει η σύνθεση, λείπει η ουσιαστική παρατήρηση, λείπουν πολλά, που θα σε φέρουν πάλι εδώ, πάλι στο ίδιο σημείο, του ίδιου κύκλου, να αναρωτιέσαι, να προσπαθείς, να ψάχνεις, να αναλώνεσαι, να σπαταλάς και να αμφιβάλλεις… Μέχρι να αποφασίσεις να παραμείνεις, να ζητήσεις, να σταματήσεις να τρέχεις, να αντιληφθείς, πως όλα όσα μπορείς/θέλεις/ βρίσκονται πολύ πιο κοντά σου απ' όσο φανταζόσουν ποτέ!

Ύμνοι, θρησκεία, τελετουργία, μύθοι

Η υμνογραφία αποτελεί βασικό στοιχείο κάθε λατρείας τόσο αρχαίας όσο και σύγχρονης, αφού το θρησκευτικό άσμα, όπως άλλωστε και κάθε είδους θρησκευτική τέχνη, σηματοδοτεί μια αλλαγή στη συμπεριφορά των ανθρώπων σε σχέση με την καθημερινότητά τους. Η αλλαγή αυτή είναι απαραίτητη, προκειμένου ο πιστός να εισαχθεί σε μια κατάσταση διαφορετική από την τετριμμένη και να νιώσει ότι έρχεται σε επαφή με κάτι ανώτερο από αυτόν. Γι’ αυτό και το θρησκευτικό άσμα συνοδεύεται συνήθως και από άλλες μη «κανονικές» συμπεριφορές, όπως λ.χ. το άπλωμα των χεριών, το γονάτισμα ή ακόμη και το ξάπλωμα στο έδαφος. Το σημαντικό στοιχείο σε όλη αυτή τη διαδικασία είναι ότι επιτρέπει στο άτομο να αναγνωριστεί ως προσευχόμενο τόσο από τον εαυτό του όσο και από την κοινότητα των υπόλοιπων πιστών, αλλά και από την ίδια τη θεότητα.

    Το θρησκευτικό άσμα εντάσσεται, λοιπόν, σε ευρύτερα συμφραζόμενα, τα οποία κατά κάποιο τρόπο περιχαράσσουν μια θρησκευτική σφαίρα μέσα στα εγκόσμια. Η περιχαράκωση αυτή έχει και άλλους τρόπους, για να γίνεται έκδηλη. Κατ’ αρχήν φανερώνεται με τη δημιουργία ενός ιερού χώρου, ο οποίος οριοθετείται συνήθως από κάποιον περίβολο και οργανώνεται εσωτερικά με διακεκριμένες κατασκευές, όπως είναι οι βωμοί, οι ναοί, τα αγάλματα και οι εικόνες κ.τ.λ. Η αίσθηση της ιερότητας ενισχύεται από το είδος της ενδυμασίας, το χτένισμα των μαλλιών, τον τρόπο βαδίσματος και ομιλίας, που μπορεί να διαφέρουν από το συνηθισμένο. Ακόμη και η μετάβαση από την καθημερινή ζωή στη θρησκευτική τελετουργία μπορεί να σημαδεύεται με τελετουργικά στοιχεία, όπως το λούσιμο του σώματος, μια περίοδο προκαταρτικής νηστείας, μια τυπική έκκληση για σιωπή κ.ο.κ. Αλλά και το ζώο που πρόκειται να θυσιαστεί σημαδεύεται με παρόμοιο τρόπο, ώστε να ξεχωρίσει από το υπόλοιπο κοπάδι: το πλένουν και το στολίζουν με ιδιαίτερο τρόπο, για να φαίνεται σε όλους καθαρά ότι πρόκειται να θυσιαστεί.

      Από τη σκοπιά του λάτρη όλες οι παραπάνω ενέργειες υπηρετούν το στόχο του να γίνει αποδεκτός από τη θεότητα: με την υιοθέτηση τυπικών μορφών συμπεριφοράς, ενδυμασίας, λόγου ο λάτρης πιστεύει ότι θα κερδίσει την εύνοια του θεού και θα επιτύχει το σκοπό του. Από τη σκοπιά του εξωτερικού παρατηρητή η θρησκευτική συμπεριφορά αποτελεί ένα σύμπλεγμα λόγων και πράξεων (λεγόμενα και δρώμενα) που συνδέονται, αλλά και διαφέρουν από την καθημερινή συμπεριφορά.

      Και ο ύμνος μπορεί να ιδωθεί απ’ αυτή τη σκοπιά. Ως μορφή λόγου και ομιλίας διακρίνεται από τον καθημερινό λόγο με ένα πλήθος χαρακτηριστικών: τα λόγια του εκφέρονται από ένα πλήθος ανθρώπων ταυτόχρονα, διαθέτει μελωδία, μέτρο και ρυθμό, πολλές φορές υπάρχει μουσική συνοδεία και χορός. Το κείμενο του ύμνου τηρείται όσο το δυνατόν πιστότερα και επαναλαμβάνεται αυτούσιο σε κάθε ανάλογη περίσταση. Επιπλέον ο ύμνος διαφέρει από την καθημερινή ομιλία στο ότι ο λόγος του δεν απευθύνεται σε άλλους ανθρώπους, αλλά σε έναν θεό ή μια ομάδα θεοτήτων, είτε άμεσα, με μια επίκληση σε δεύτερο πρόσωπο (π.χ. εσύ ο Δίας που βροντάς από μακριά… ), είτε έμμεσα σε τρίτο πρόσωπο (π.χ. καλώ το Δία που βροντά από μακριά…).

     Πρέπει εντούτοις να τονιστεί ότι ειδικά για την περίπτωση των αρχαίων ελληνικών ύμνων είναι συνήθης η αλληλοεπικάλυψη, από πολλές απόψεις, με τα κοσμικά είδη ποίησης. Από άποψη μορφής ένας αρχαίος ελληνικός ύμνος συχνά ξεχωρίζει δύσκολα από ένα κοσμικό ποίημα. Δεν υπάρχει μέτρο, τεχνική σύνθεσης ή γλωσσικό μέσο, το οποίο να προορίζεται αποκλειστικά για την υμνική ποίηση. Οι ποιητές ύμνων είναι ως επί το πλείστον και συνθέτες άλλων ειδών ποίησης.

      Αλλά και από την άποψη του περιεχομένου είναι δύσκολο να γίνει μια αυστηρή διάκριση ανάμεσα στους ύμνους και τα μη θρησκευτικά είδη ποίησης: πολύ συχνά οι «κοσμικές» συνθέσεις περιλαμβάνουν θρησκευτικά στοιχεία. Για παράδειγμα οι τραγωδίες και οι επινίκιες ωδές είναι γεμάτες από επικλήσεις προς τη θεότητα, προσευχές, θεϊκές ή μυθικές αφηγήσεις. Παρομοίως πολλοί ύμνοι περιέχουν λογοτεχνικά στοιχεία, όπως περιγραφές τόπων θρησκευτικής σημασίας, διαλόγους μεταξύ θεών ή θεών και ανθρώπων κ.τ.λ. Οι πιο εξεζητημένες μορφές λογοτεχνίας, όπως μια αριστοφανική κωμωδία ή ένα σατυρικό δράμα, μπορεί να εμφανίζουν άμεσα τους θεούς ή να περιέχουν χορικά που στην ουσία δε διαφέρουν από τα καθαρά λατρευτικά άσματα.

       Παρόλα αυτά υπάρχει πραγματική διαφορά έμφασης και σκοπού ανάμεσα στο λατρευτικό τραγούδι και το λογοτέχνημα, όσο και αν το τελευταίο έχει θρησκευτικό περιεχόμενο. Ο ύμνος αποτελεί μια μορφή λατρείας που στοχεύει άμεσα στην έλξη της εύνοιας του θεού και την εξασφάλιση της βοήθειάς του. Αντίθετα, η λογοτεχνία στοχεύει στη ψυχαγωγία ή τη διαφώτιση των ακροατών-θεατών. Για παράδειγμα μια αισχύλεια τραγωδία μπορεί να στοχάζεται πάνω στην επίδραση του θείου στην ανθρώπινη ζωή, αλλά δε στοχεύει άμεσα στο να εξασφαλίσει κάτι από τη θεότητα μέσω της παράστασης.

      Οι ύμνοι δεν αποτελούν μια δευτερεύουσα και μεταγενέστερη προσθήκη στη λατρεία. Οι αρχαιότεροι πολιτισμοί που γνωρίζουμε, αλλά και οι πιο πρωτόγονοι που επιβιώνουν ακόμη και σήμερα, διαθέτουν τα δικά τους άσματα προς τους θεούς. Αντίστοιχα δεν υπάρχει καμιά περίοδος του ελληνικού πολιτισμού που να μη διαθέτει λατρευτικά τραγούδια. Ο Όμηρος για παράδειγμα αναφέρεται ξεκάθαρα σε παιάνες που ψάλλονταν προς τιμήν του Απόλλωνα, σε χορούς προς τιμήν της Άρτεμης και σε τραγούδια προς τιμήν αγροτικών θεών, όπως ο Λίνος.

      Δυστυχώς, όμως, το μεγαλύτερο μέρος των αρχαίων ελληνικών λατρευτικών ασμάτων της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου έχουν χαθεί. Μόνο από την ελληνιστική περίοδο και μετά ο αριθμός των δειγμάτων αυξάνεται, προφανώς λόγω της αυξημένης χρήσης γραπτών αρχείων για την καταγραφή των λατρευτικών ασμάτων, προπάντων στα διάφορα ιερά. Εντούτοις και για τις αρχαιότερες περιόδους δεν πρέπει να απογοητευόμαστε ολοκληρωτικά.

    Κι αυτό επειδή διάφορα είδη της λογοτεχνικής παραγωγής φαίνεται ότι κατάγονται άμεσα ή έμμεσα από τα χορικά τραγούδια προς τιμήν των θεών. Ο Αριστοτέλης, για παράδειγμα, μας πληροφορεί ότι η αττική τραγωδία και κωμωδία προέρχονται από διάφορες μορφές λατρευτικών ασμάτων. Αλλά και η χορική λυρική ποίηση κατάγεται από τους χορούς και τα άσματα προς τιμήν των ηρώων και των θεών. Επίσης η παράδοση της εγκωμιαστικής ποίησης, όπως εμφανίζεται στις επινίκιες ωδές, σε εγκώμια λαών και τόπων και σε λογοτεχνικούς ύμνους όπως του Καλλίμαχου, αξιοποιεί τη μορφή των λατρευτικών τραγουδιών σε νέα κοινωνικά και συναισθηματικά συμφραζόμενα.

     Στηριζόμενοι στις παραπάνω παρατηρήσεις, αλλά και στο ευτυχές γεγονός ότι ένα πλήθος παπύρων μας επέτρεψε να ξαναδιαβάσουμε, έστω και αποσπασματικά, τμήματα ποικίλων υμνικών ασμάτων του Πινδάρου και του Βακχυλίδη, μπορούμε να καλύψουμε εν μέρει τα κενά για τις παλαιότερες εποχές της ελληνικής λατρευτικής ποίησης.

      Βοήθεια μπορούμε να λάβουμε και από την πλευρά του μύθου. Συχνά η έννοια του μύθου κυριαρχεί, όταν συζητείται η λεκτική πλευρά της αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Ωστόσο, με τον τρόπο αυτό παραγνωρίζεται το γεγονός ότι οι μύθοι αυτοί είναι η ουσία των ύμνων και ότι οι ιστορίες που λέγονται για τους θεούς στους μύθους είναι στην πραγματικότητα ιστορίες που ψάλλονταν στους θεούς στο πλαίσιο της λατρείας, προκειμένου να τους κολακέψουν, να τους επαινέσουν και εν τέλει να κερδίσουν την εύνοιά τους. Αν το κατανοήσουμε αυτό, οι μύθοι δεν εμφανίζονται πια ως υποθετικές αφηγήσεις για τις μυστηριώδεις δυνάμεις του κόσμου, αλλά πρωταρχικά ως αφηγήσεις σχεδιασμένες να «συλλάβουν» αυτές τις δυνάμεις μέσω των λόγων.
Υπενθυμίζοντας στη θεότητα μέσω της υμνικής λατρείας τις πράξεις μεγαλείου και ευεργεσίας που έκανε στο παρελθόν, ο λάτρης επιθυμεί ταυτόχρονα να προσδιορίσει τη θεότητα που επικαλείται και τις δυνάμεις της, αλλά και συνάμα να την «αναγκάσει» να επαναλάβει τις πράξεις αυτού του είδους προς όφελός του.

    Οι μύθοι λοιπόν αποτελούσαν την ουσία των ύμνων που ψάλλονταν πριν ή κατά τη διάρκεια της τελετουργίας. Για παράδειγμα ο συχνά επαναλαμβανόμενος στους ύμνους μύθος του Απόλλωνα που σκοτώνει τον Πύθωνα δεν αποτελεί απλώς μια θαυμαστή και ψυχαγωγική ιστορία, αλλά στοχεύει πάνω απ’ όλα να εξασφαλίσει, μέσω της υπενθύμισης στο θεό μιας ένδοξης πράξης του, τη βοήθειά του για μια ανάλογη τρέχουσα περίσταση.

    Έτσι ο μύθος γίνεται η βάση, πάνω στην οποία ο πιστός νομιμοποιείται να προσδοκά τη συνδρομή των θείων δυνάμεων. Αυτό το γεγονός μας βοηθά πολύ στη μελέτη αποσπασματικά σωζόμενων ύμνων: πολλές φορές μεταγενέστεροι συγγραφείς αφηγούνται σε πεζό λόγο το μύθο, τον οποίο ανέπτυσσαν χαμένα λατρευτικά άσματα.

Βάκχος (Διόνυσος - Πάνας): Ο μυστικός Θεός των Ορφικών.

Oι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως ο Δίας μέσω του Βάκχου προσπάθησε να εισάγει στην ανθρωπότητα το διονυσιακό στοιχείο της πνευματικής διαπότισης, της θείας πλησμονής και της μεταμόρφωσης ή πνευματικής αναγέννησης που οδηγεί στη θέωση.

Ακόμα και σήμερα υπάρχουν λάτρεις του Βάκχου,
του θεού του κρασιού,
μα δεν γνωρίζουν τα μυστικά του.
Πίνουν, μα δεν καταλαμβάνονται από «ιερή μανία»·
μεθούν, μα δεν μεταμορφώνονται.

O ΒΑΚΧΟΣ είναι ο θεός της μυστηριώδους νύχτας και, αντίθετα από τον Απόλλωνα, είναι θεός του χειμώνα όπου ο σπόρος, ριγμένος βαθιά στη γη, αρχίζει να αναπτύσσεται με τη βοήθεια του υγρού στοιχείου, επαγγελλόμενος σε όλους την άνοιξη. Γι’ αυτό στους Δελφούς το χειμώνα σιγούσε ο Παιάνας, δηλαδή ο ύμνος προς τον Απόλλωνα και έδινε τη θέση του στο Διθύραμβο, τον ύμνο προς το θεό Βάκχο.

Κάθε δυο χρόνια στους Δελφούς γινόταν μια γιορτή προς τιμήν του Βάκχου. Oι Αθηναίες, που ήταν μυημένες στη θρησκεία του θεού αυτού, ξεκινούσαν στα μέσα περίπου του Δεκέμβρη για τους Δελφούς. Έβγαιναν ομαδικά από την πόλη, ντυμένες κατάλληλα και κρατώντας προσφορές και έκαναν πεζή αυτό το μακρινό ταξίδι. Στο δρόμο στεφανώνονταν με κλαδιά κισσού, ή βελανιδιάς, και στα χωριά απ’ όπου περνούσαν χόρευαν και υμνούσαν το θεό.

Στους Δελφούς συναντούσαν και τις γυναίκες της Φωκίδας –γιατί μόνο γυναίκες λάβαιναν μέρος σ’ αυτή την ιεροπραξία– και όλες μαζί προετοίμαζαν τη γιορτή. Καθώς έπεφτε η νύχτα, άναβαν τα δαδιά και ξεχύνονταν στις πλαγιές του Παρνασσού χοροπηδώντας και κραυγάζοντας στα πυκνά δάση. Κάτω από τη χειμωνιάτικη και θαμπή Σελήνη, οι δαιμονισμένοι χτύποι των τυμπάνων και οι ήχοι των αυλών και οι ιαχές των γυναικών δημιουργούσαν μια απόκοσμη ατμόσφαιρα.

Oι Βάκχες, όπως λέγονταν οι ιέρειες του θεού, κρατώντας θύρσους (καλάμια τυλιγμένα με κισσό ή κληματίδες, που στο άκρο τους ήταν σφηνωμένη μια κουκουνάρα) έτρεχαν με ξέπλεκα μαλλιά σαν μανιασμένες ανάμεσα στα δέντρα, κάνοντας λατρευτικές κινήσεις με τα χέρια τους, στα οποία ήταν τυλιγμένα φίδια και καλούσαν το θεό να εμφανιστεί. Tο πρώτο μαύρο αγριοκάτσικο που συναντούσαν το έπιαναν και ξεσκίζοντας το ζωντανό όπως ήταν, το έτρωγαν! Αυτή ήταν η θεία ωμοφαγία, γιατί αυτό το μαύρο κατσίκι ήταν ο ίδιος ο θεός ενσαρκωμένος.

O θεός που γεννιέται πρέπει να διαμελιστεί και να φαγωθεί. Έτσι οι λάτρεις του γίνονταν ένθεοι, δηλαδή αποχτούν τη δυνατότητα να γίνουν κάποτε θεοί. Ένθεες λοιπόν και σε κατάσταση έκστασης, αυτές οι μαινάδες φορούσαν το δέρμα του ζώου γύρω στο λαιμό τους και συνέχιζαν το φρενιτιώδη χορό τους. Μερικές χτυπούσαν τύμπανα, άλλες έπαιζαν αυλούς και άλλες χόρευαν χτυπώντας ντέφια και τραγουδούσαν εμπνευσμένες από το Βάκχο.

Ποιος ήταν ο Βάκχος;

Αυτή ήταν μια εικόνα της διονυσιακής μανίας και ξετυλιγόταν όχι μόνο στους Δελφούς, αλλά και στον Κιθαιρώνα και στα Τέμπη και σε άλλα μέρη της αρχαίας Ελλάδας, όπου ο θεός Βάκχος ή Διόνυσος ήταν πολύ αγαπητός.

O θεός λένε πως γεννήθηκε στη Θήβα από τη Σεμέλη, που ήταν κόρη του βασιλιά των Θηβαίων, Κάδμου. Tη σεμνή Σεμέλη είχε διαλέξει ο Δίας για να φέρει στον κόσμο τον Διόνυσο. Όμως η γυναίκα του Δία κάνει ότι μπορεί για να μη γεννηθεί το παιδί. Μεταμορφώνεται σε γριά και συμβουλεύει τη Σεμέλη να ζητήσει από τον εραστή της να της εμφανιστεί με τη θεϊκή μορφή του. H συμβουλή πιάνει τόπο και η Σεμέλη ζητάει επίμονα από το Δία να της εμφανιστεί «όπως είναι». Aυτό οδηγεί στην καταστροφή της, γιατί όταν ο θεός εμφανίζεται με την πύρινη μορφή του, σκορπίζοντας κεραυνούς γύρω, το σπίτι της Σεμέλης πιάνει φωτιά και η ίδια καίγεται.

H Θεά Γαία επεμβαίνει και ξεπροβάλλει από τα σπλάχνα της τον ωραίο πράσινο κισσό που τυλίγει γρήγορα τους κίονες και όλο το σπίτι, μετριάζοντας έτσι τη δύναμη των φλογών. Tο έμβρυο βγαίνει πριν από την ώρα του (7 μηνών) και αρπάζοντάς το ο Δίας το βγάζει έξω από τις φλόγες. Tο φυλάει ραμμένο στο μηρό του για δυο μήνες και μετά το παραδίδει στο θεό Ερμή για να το αναθρέψει μακριά από την οργή της Ήρας.

Tο θεϊκό παιδί μεγαλώνει ξέγνοιαστα μακριά από τον τόπο του, στη μακρινή Αραβία, στην πόλη Νύσσα, με την ευχάριστη συντροφιά των Σατύρων, των Δρυάδων και των Σιληνών. Εκεί στις πλαγιές του βουνού Μηρός μεγαλώνει βυζαίνοντας το γάλα μιας λέαινας, κάτω από τη μητρική φροντίδα και επίβλεψη των Νυσσαίων νυμφών.

H Ήρα όμως δεν αφήνει το παιδί ήσυχο και στέλνει εναντίον του μια αμφίσβαινα με δυο κεφάλια. O μικρός Βάκχος κόβει μια κληματίδα από αμπέλι και χτυπάει το ερπετό, ώσπου το σκοτώνει. Αλλά οι δοκιμασίες της Ήρας ήταν ατέλειωτες. Tον σπρώχνει να δοκιμάσει τον καρπό του αμπελιού, κι αυτός τρώει τόσο, ώστε μεθάει και πέφτει σε κατάσταση «μανίας». Δίνει και στους συντρόφους του να δοκιμάσουν κι όλοι πέφτουν σε παρόμοια κατάσταση. Αυτή η πρώτη επαφή με το αμπέλι και το σταφύλι είναι καθοριστική στη σχέση του θεού με το κρασί.

ΤΡΑΓΟΥ ΩΔΗ ΓΥΜΝH

Οι «χαρταετοί» του Διαστήματος

Υπάρχουν και «χαρταετοί» που πετούν στο Διάστημα

Τη Δευτέρα οι ελληνικοί ουρανοί θα γεμίσουν από μικρούς και μεγάλους χαρταετούς οι οποίοι θα προσπαθούν να... αγγίξουν τα σύννεφα. Υπάρχουν όμως και κάποιοι «χαρταετοί» που πετάνε πολύ πιο πάνω από τα σύννεφα.

Πρόκειται για μια νέα γενιά επαναστατικών σκαφών και δορυφόρων που δεν κινούνται με αιολική αλλά με ηλιακή ενέργεια και έχουν ως αποστολή την εξερεύνηση του Διαστήματος.

Ο Διαπλανητικός Χαρταετός

Η Ιαπωνική Υπηρεσία Διαστήματος JΑΧΑ δημιούργησε το επαναστατικό σκάφος ΙΚΑRΟS, το όνομα του οποίου παραπέμπει στον «ιπτάμενο» μυθικό ήρωα, αλλά ταυτόχρονα είναι και τα αρχικά της αποστολής (Ιnterplanetary Κitecraft Αccelerated by Radiation Οf the Sun) που σημαίνουν «Διαπλανητικός Χαρταετός-Σκάφος Κινούμενος με Ηλιακή Ακτινοβολία». Το ΙΚΑRΟS είναι στην ουσία ένα διαστημικό ιστιοφόρο με ένα μεγάλο «πανί» με διαγώνιο 20 μέτρων που διαθέτει ηλιακές κυψέλες οι οποίες συλλέγουν την ηλιακή ακτινοβολία και τη μετατρέπουν σε ενέργεια.
Το σκάφος διαθέτει και συμβατικό κινητήρα προώθησης. Το IΚAROS έχει πετάξει στο Διάστημα σε αποστολές που ως στόχο έχουν το να διαπιστωθεί αν και με ποιες προϋποθέσεις μπορεί να ταξιδέψει ένα σκάφος στο Διάστημα με τη χρήση ηλιακής ενέργειας. Το IΚAROS έχει καταφέρει να ταξιδέψει ως την Αφροδίτη. Αν διαπιστωθεί ότι τα διαστημικά ταξίδια με ηλιακή ενέργεια είναι εφικτά, θα ανοίξει μια νέα σελίδα στη διαστημική εξερεύνηση.

Το ηλιακό ιστιοφόρο

Ελπίζοντας να αντικαταστήσει τους κινητήρες των διαστημικών σκαφών με τη δύναμη της λιακάδας, η Planetary Society, ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός για την προώθηση της διαστημικής εξερεύνησης, ανέπτυξε και δοκιμάζει ένα πειραματικό σκάφος με ηλιακό ιστίο. «Είμαστε πεπεισμένοι ότι (τα ηλιακά ιστία) θα μπορούσαν να γίνουν σημαντικό εργαλείο για το μέλλον των διαπλανητικών αποστολών» ανέφερε ο Μπιλ Νάι, εκτελεστικός διευθυντής της Planetary Society και γνωστός εκλαϊκευτής της επιστήμης στην αμερικανική τηλεόραση.

Το σκάφος LightSail 1 έχει σχήμα κουτιού με διαστάσεις 10 επί 10 επί 30 εκατοστά. Οταν εισέρχεται σε τροχιά, το σκάφος αναπτύσσει τέσσερις δοκούς μήκους σχεδόν τεσσάρων μέτρων, από τις οποίες ξεδιπλώνονται τέσσερα τριγωνικά «πανιά» από το ανθεκτικό συνθετικό Mylar. Οι μεμβράνες έχουν πάχος πολύ μικρότερο από μια σελίδα χαρτί αλλά διαθέτουν συνολική επιφάνεια 32 τετραγωνικών μέτρων.

Το «ιστίο» αυτό προωθεί το σκάφος εκμεταλλευόμενο δύο δυνάμεις: η πρώτη είναι η λεγόμενη «πίεση ακτινοβολίας», δηλαδή η πίεση που ασκούν τα φωτόνια της ηλιακής ακτινοβολίας που δεν έχουν μάζα αλλά διαθέτουν ορμή. Η δεύτερη δύναμη είναι η πίεση που ασκεί στο ιστίο ο ηλιακός άνεμος, δηλαδή το συνεχές ρεύμα φορτισμένων σωματιδίων που ρέει από τον Ηλιο προς το εξώτερο Διάστημα. Εχουν ήδη γίνει δοκιμαστικές πτήσεις του LightSail 1 στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας. Σύμφωνα με τον προγραμματισμό της Planetary Society, μέσα στο 2015 ένα δεύτερο πειραματικό σκάφος, το LightSail 2, θα εκτοξευτεί με πύραυλο της εταιρείας SpaceX σε μεγαλύτερο ύψος για να δοκιμαστεί σε καινούργιο περιβάλλον.

Ηλιακό νανοπανί

Η NASA έχει κατασκευάσει έναν νανοδορυφόρο, που ονομάζεται ΝanoSailD, και διαθέτει ένα ηλιακό πανί περίπου 9 τετραγωνικών μέτρων το οποίο είναι φτιαγμένο από ειδικό πολυμερές. Η υπηρεσία έχει ήδη πραγματοποιήσει δοκιμαστικές πτήσεις του δορυφόρου σε χαμηλή τροχιά γύρω από τη Γη οι οποίες ήταν πετυχημένες. Ο δορυφόρος επικοινώνησε χωρίς προβλήματα με το κέντρο ελέγχου των αποστολών και μετέδιδε τα δεδομένα που ήταν προγραμματισμένος να μεταδώσει.

Το γνήσιο αθλητικό ιδανικό στην Αρχαία Ελλάδα

Ιδανικό είναι εκείνο που ενώνει τις ψυχές των ανθρώπων γύρω από ένα κοινό σκοπό.
 
Πέραν τούτου δεν υπάρχει παρά μόνο ωφελιμισμός, που αντί να ενώνει διαχωρίζει και διασκορπίζει τους ανθρώπους.Το αθλητικό ιδεώδες είναι για τον άνθρωπο πηγή εσωτερικής τελειότητας, συναδελφοσύνης, ειρήνης, ευγένειας, αφιλοκέρδειας, καλής θέλησης και αγνότητας. Είναι εκείνο που ικανοποιεί από κάθε άποψη τη διάνοια και το συναίσθημα του αθλητή και του φιλάθλου. Είναι το πνεύμα με τους ζωντανούς του νόμους, δεν είναι μια μορφή, είναι μια δύναμη.
 
Το γνήσιο αθλητικό ιδανικό σημαδεύει με ισχυρή προσωπική σφραγίδα, καλλιεργεί θαρραλέες πρωτοβουλίες, απομακρύνει τις σκέψεις από δαιδαλώδεις στοές και γλυκαίνει την αναμονή αυτού που ποθούμε.Η υγεία, το θάρρος, η ευγένεια της ψυχής,  η ηθικότητα, η άμιλλα, ο τολμηρός και ακλόνητος χαρακτήρας, έννοιες  που καλλιεργεί ο αθλητισμός στον πολιτισμένο άνθρωπο του σήμερα, κληροδοτήθηκαν από την πολύτιμη παρακαταθήκη των αρχαίων προγόνων μας χιλιάδες χρόνια πριν ως κτήμα των γνώσεών τους για την αθάνατη αθλητική ιδέα που τόσο αγάπησαν και καλλιέργησαν.
 
Ο Ελληνικός λαός συγκέντρωνε όλα εκείνα τα προσόντα που ήταν απαραίτητα για να εξελιχθούν, όπως εξελίχθηκαν, οι αθλητικοί αγώνες. Η φυλή μας ήταν αυτή που γέννησε και καθιέρωσε  το γνήσιο αθλητικό πνεύμα. Λαός από την φύση του ελεύθερος, γεμάτος ζωή και συναίσθημα, ένοιωθε ιδιαίτερη ευχαρίστηση να γυμνάζεται, να αγωνίζεται και να πρωτεύει. Πολλοί σύγχρονοι λαοί δεν κατόρθωσαν να ενστερνιστούν την ιδέα του αγνού αθλητικού πνεύματος όπως έκανε η Ελλάδα στην Ολυμπία, τη μητέρα των χρυσοστέφανων άθλων, τη δέσποινα της αλήθειας (Πίνδαρος, Ολ. Η’,1-3) που γέννησε την Ολυμπιακή ιδέα, τον Ολυμπισμό. Μια ιδέα ποτισμένη απ’ τα νάματα της ελληνικής γης και τα τραγούδια της. Μια ιδέα με βαθιές και ακλόνητες ρίζες στη ψυχή των Ελλήνων που θα θερμαίνει για πάντα τους σκοπούς κάθε ωραίου, κάθε μεγάλου. Μια ιδέα πηγή κάλλους, μεγάλων γνώσεων, αρετής και σοφίας.
 
Το αθλητικό πνεύμα που πηγάζει από το γνήσιο αρχαίο ολυμπιακό πνεύμα, το πνεύμα των ολυμπιακών αγώνων, είναι ένα πνεύμα ελεύθερο και απαλλαγμένο από εθνικές, πολιτικές, οικονομικές και άλλες δεσμεύσεις. Υπηρετεί ένα λογικό και σοφό ειρηνικό διεθνισμό και εξυπηρετεί μια κοινωνική ειρήνη σε διεθνή κλίμακα. Για τον ολυμπισμό αρχή, τέλος και σκοπός είναι αποκλειστικά ο τέλειος άνθρωπος καθιστώντας έτσι τον αθλητισμό φαινόμενο  ζωής και πολιτισμού.
 
Το αθλητικό πνεύμα μέσα από την ιστορία της Ελλάδας διαμορφώθηκε σταδιακά από “φιλοθεάμων” στην Κρητομυκηναϊκή εποχή (2200-1200 π.Χ), σε “ηρωικό” στην Ομηρική εποχή (1200-776 π.Χ).
 
Στην Κρήτη φυτρώνει η αθλητική ρίζα, χωρίς βέβαια να ξεχνάμε ότι ο Δίας από την Κρήτη ήλθε στην Ολυμπία και αρχίζει το προϊστορικό – ιστορικό φαινόμενο των Ολυμπιάδων. Η Κρήτη είναι η πρώτη αθλομάνα όπως υποστηρίζει και ο Πλάτων: “των γυμνασίων ήρχοντο πρώτοι μεν οι Κρήτες έπειτα Λακεδαιμόνιοι” (Πολιτεία Ε’ 452). Οι Κρήτες, οι Μυκηναίοι και οι Πελασγοί αρέσκονταν να γυμνάζονται για θρησκευτικούς και πολεμικούς λόγους και το θέαμα ήταν το πιο ουσιώδες αθλητικό γνώρισμα της εποχής εκείνης.
 
Τους Έλληνες της εποχής του Ομήρου ενέπνεαν και καθοδηγούσαν τρία ιδεώδη: η φιλοπρωτεία “Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμειναι άλλων” (Ιλ. Γ’ 783), η προγονολατρεία “Μηδέ γένος πατέρων αισχυνέμειν” (Ιλ. Ζ’ 208) και η φιλοπατρία “Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρις” (Ιλ. Μ’ 243). Από αυτή την  ιδανική τριλογία που αποτελούσε την έννοια της ηρωικής αντίληψης στον Όμηρο προήλθαν οι πέντε αρετές των ομηρικών ηρώων: η ανδρεία, το κάλλος, η αλκή, η σύνεση και η ευγένεια. Όλη η αθλητική αγωγή των ελληνικών φυλών των Ομηρικών χρόνων, είχε σκοπό την ανάπτυξη των σωματικών και ψυχικών πολεμικών αρετών για την εξυπηρέτηση του ηρωικού πνεύματος, το οποίο βοηθούσε στην αντιμετώπιση των σκληρών συνθηκών της τότε ζωής και των πολεμικών αναγκών της πολιτείας.
 
Ακολούθησε ο Ολυμπιακός «σωματικός» πολιτισμός που είχε ως βάση την αγωνιστική, ιδεώδες την καλοκαγαθία, ανεπτύχθη τον 4ο και 5ο π.Χ. αιώνα. Η περίοδος αυτή αρχίζει με την έναρξη των Ολυμπιακών αγώνων και αποτελεί συνέχεια της ομηρικής με διάφορες προσθήκες ή αλλαγές στο αγωνιστικό πρόγραμμα και πνεύμα. Αναλαμβάνει τώρα η πολιτεία τον αθλητισμό και τον κάνει κρατική υπόθεση τρέφοντας τους πολίτες γύρω από τον νέο ανθρώπινο τύπο, “ο καλός καγαθός”.Την περίοδο αυτή η άθληση θεωρείτο καλλιτεχνία την οποία καθηγίαζε η θρησκεία, οι δε αγώνες αποτελούσαν μέρος της θρησκείας του θεού πλάϊ στο ιερό του οποίου τελούνταν. Οι ελληνικές πολιτείες παράλληλα με τον πολιτισμό που είχε αναπτυχθεί βρήκαν ευκαιρίες για μια ομαδική συνεργασία των πολιτών. Ανέπτυξαν χάρη της γενικής υγείας, ψυχαγωγίας και αγωγής τις σωματικές ασκήσεις με πνεύμα ομαδικότητας και τις συνέδεσαν με την θρησκεία οργανώνοντας “ιερές ημέρες” και γιορτές.
 
Εκεί η άμιλλα και ο έρωτας του συναγωνισμού βρήκαν ιδανικό πεδίο ανάπτυξης. Η αγωνιστική, η όρχηση, η μουσική καλλιεργούνταν με αγωνιστικό πνεύμα ελέγχου και υπεροχής.Εκεί στον ιερό χώρο της αιώνιας γαλήνης συνέβη χρόνο με το χρόνο ένα γεγονός αποφασιστικής σημασίας για τον άνθρωπο.Εκεί φανερώθηκε και πραγματοποιήθηκε το πνεύμα του Ολυμπισμού, ένα υπέροχο κοινωνικό ανθρωπιστικό πνεύμα. Ο άγριος πόλεμος έγινε ειρήνη και ιερός αγώνας. Η έχθρα μεταμορφώθηκε σε ευγενική άμιλλα. Ο άνθρωπος θεμελίωσε την κοινωνία του και δημιούργησε τον πολιτισμό του.
 
Έτσι Ολυμπισμός και Ελληνισμός δημιούργησαν τον ανθρωπισμό. Η μεταβολή αυτή άλλαξε ολοκληρωτικά την κατεύθυνση της πορείας του ανθρώπου στο δρόμο της ζωής του. Η ειρήνη, (εκεχειρία), συμφιλίωση, συναδέλφωση, άμιλλα, τιμιότητα, ανιδιοτέλεια, δικαιοσύνη, τόλμη ψυχής, ηθικότητα, ιπποτισμός και καλοκαγαθία τα γνωρίσματα του Ολυμπισμού.Ο 6ος π.Χ. αιώνας ονομάστηκε “αιώνας της δύναμης”, ο 5ος π.Χ. “αιώνας δύναμης και κάλλους” χάρη στη βελτίωση που πέτυχαν οι Έλληνες στην κοινωνική ζωή τους, την οργανωμένη αγωγή των εφήβων και την αύξηση της σπουδαιότητας των γυμναστικών ιδρυμάτων (γυμνασίων – παλαιστρών) και ο 4ος π.Χ. αιώνας της “καλοκαγαθίας”. Η ανθρώπινη τελειότητα ήταν ο βασικός σκοπός του αθλητισμού με την παράλληλη και αρμονική καλλιέργεια του σώματος και της ψυχής.
 
Το ελληνικό έθνος χρησιμοποίησε εντατικά τον αθλητισμό για να βελτιωθεί ποιοτικά, να ανανεωθεί, να δημιουργήσει. Ο σκοπός της αθλητικής αγωγής ήταν η ευδαιμονία της πολιτείας με τη δημιουργία “καλών και αγαθών” πολιτών.Η εμφάνιση των Ρωμαίων συντέλεσε σημαντικά στην κατάπτωση του θεσμού των Ολυμπιακών αγώνων. Οι Ρωμαίοι δεν αντιλαμβάνονταν την πραγματική έννοια των αγώνων και του πνεύματος τους και εισάγουν θεαματικές αναμνηστικές γιορτές, βάρβαρες και αιμοχαρείς συνήθειες. Η τόσο ωραία τάξη και μεγάλη σημασία των αγώνων άλλαξε χαρακτήρα και άρχισε να διαφθείρεται. Η Ρωμαϊκή κυριαρχία επέδρασε ολέθρια κατά του αθλητισμού και της γενικότερης ελληνικής αγωγής και έτσι περάσαμε στην παρακμή του μεσαίωνα (393 μ.Χ-1896 μ.Χ.) και στη κατάργηση των ολυμπιακών αγώνων από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο το 394 μ.Χ.
 
Με την Αναγέννηση αρχίζει να παρουσιάζεται προοδευτικά ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για τον αθλητισμό. Η μετάβαση από τον 18ο στον 19ο αιώνα επέφερε μια ριζική αναστάτωση στην κοινωνία, η οποία με την βοήθεια του Διαφωτισμού καταργεί βίαια ή αναμορφώνει τις μέχρι χθες ιθύνουσες τάξεις και επιβάλει τα δικαιώματα του λαού.Ο νεοκλασσικισμός, η αποκάλυψη της τέχνης και το αισιόδοξο όραμα για τη ζωή όπως μας κληροδοτήθηκε από την αρχαία Ελλάδα , η αρχαιολογία με τις αξιοθαύμαστες ανακαλύψεις της ήταν τα στοιχεία της ιστορικής στιγμής για την αναβίωση των Ολυμπιακών αγώνων από τον Γάλλο διπλωμάτη Pierre de Coubertin στην Αθήνα το έτος 1896.
 
Αρχίζει έτσι η δεύτερη περίοδος των Ολυμπιάδων και της σύγχρονης αθλητικής αγωγής. Μια περίοδος που αντιμετωπίζει και αυτή τους ίδιους κινδύνους παρακμής που δεν μπόρεσαν να αποφύγουν οι αρχαίοι αγώνες και το φίλαθλο πνεύμα τους.

Αριστοφάνης

Ο Αριστοφάνης θεωρείται ο μεγαλύτερος απ’ τους κωμικούς ποιητές της αρχαιότητας που άφησε εποχή στην εξέλιξη της αρχαίας κωμωδίας, στην οποίαν αναδείχτηκε ο σημαντικότερος εκπρόσωπος και διαμορφωτής. Για τη ζωή του ξέρουμε πολύ λίγα, ίσως γιατί παρόλο που κυριάρχησε για 40 χρόνια στο αττικό θέατρο κι ήταν πολύ δημοφιλής, ζούσε μια μοναχική ζωή γεμάτη από πνευματικές ασχολίες. Το σίγουρο πάντως είναι πως ήταν Αθηναίος, απ’ τον δήμο των Κυδαθηναίων κι απ’ την Παντιονίδα φυλή. Ονομαζόταν ακόμα κι Αιγινίτης, γιατί έμενε σχεδόν συνέχεια στ’ αγρόκτημά του στην Αίγινα. Γεννήθηκε ανάμεσα στο 455 και 450 π.Χ. και πέθανε ίσως το 385 π.Χ. Είχε εξαιρετική μόρφωση και παρακολουθούσε με πολύ ενδιαφέρον την πολιτική και κοινωνική ζωή της Αθήνας σατιρίζοντας στις κωμωδίες του που τις παρουσίαζε στη σκηνή με ψευδώνυμο, τα τρωτά προσώπων και γεγονότων μ’ απαράμιλλο τρόπο. Παντρεύτηκε νέος κι έκανε τρία παιδιά (Φίλιππο, Νικόστρατο, Αραρότα). Απ’ αυτούς ο τελευταίος συνέχισε το έργο του πατέρα του. Έγραψε 44 κωμωδίες απ’ τις οποίες ολόκληρες σωθήκαν 11 που είναι σε χρονολογική σειρά: Αχαρνής, Ιππής, Νεφέλαι, Σφήκες, Ειρήνη, Όρνιθες, Λυσιστράτη, Θεσμοφοριάζουσαι, Πλούτος, Βάτραχοι, Εκκλησιάζουσαι. Στα έργα του που ήσαν γεμάτα από αισχρολογίες οι οποίες δεν θεωρούνταν τότε απρεπείς, περιέλαβε τα ζωντανότερα και πιο καθημερινά γλωσσικά στοιχεία δίνοντας έτσι στην αττική διάλεκτο ύψος, λεπτότητα κι ευλυγισία.

Αχαρνής (425 π.Χ.)
Το πιο παλιό απ’ τα σωσμένα έργα του Αριστοφάνη είναι οι Αχαρνής. Παίχτηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα 6 χρόνια απ’ την αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η νοσταλγία που αισθάνεται για την ειρήνη ο κλεισμένος μέσα στα τείχη της Αθήνας λαός πρόσφερε στον Αριστοφάνη για πρώτη φορά εδώ, την ευκαιρία να εκφραστεί γι’ αυτό το θέμα. Ο Χωρικός Δικαιόπολις, ένας δίκαιος πολίτης, εκπροσωπεί την κούραση των Αθηναίων απ’ τον πόλεμο. Μέσα στην απελπισία του κλείνει ιδιωτική ειρήνη με τους Πελοποννησίους κι έτσι μετά απ’ αυτό μπορεί ν’ ανοίξει μιαν υπαίθρια αγορά και να κοροϊδεύει όλους αυτούς που κάνουν πόλεμο. Τους αρχικά πολεμοχαρείς καρβουνιάρηδες απ’ το χωριό Αχαρνές κατάφερε (εδώ έχουμε παρωδία του Ευριπίδη) να τους μεταπείσει με πολύ κόπο υπέρ της ειρήνης, ενώ στην παράβαση τα βάζει με τον πολιτικό Κλέωνα (το μέρος αυτό των κωμωδιών ο Αριστοφάνης το χρησιμοποιεί συχνά, για να παρουσιάσει τις δικές του προσωπικές θέσεις κι επιθυμίες). Το έργο κλείνει με μια θορυβώδικη (γεμάτη από αυταπάτες) γιορτή ειρήνης.

Ιππής (424 π.Χ.)
Οι Ιππής ήταν το πρώτο έργο που ανέβασε με το δικό του όνομα στη σκηνή. Με το έργο αυτό ο Αριστοφάνης έδωσε το μεγάλο χτύπημα στον Κλέωνα τον οποίον ενσαρκώνει ένας βάρβαρος δούλος που με τις δωροδοκίες του και με την έλλειψη του στοιχειώδους σεβασμού έχει κερδίσει μια φριχτή επιρροή πάνω στον γερομαραζωμένο αφέντη του που έχει τ’ όνομα Δήμος και τυραννάει έτσι τους άλλους δούλους. Για σωτηρία επιστρατεύεται ένας αλλαντοπώλης που επισκιάζει σε αχρειότητα τον επικεφαλής των δούλων. Αυτός λοιπόν πραγματοποιεί το θαύμα, να διώξει απ’ τη μέση τον μισητό. Στο τέλος με μια θαυματουργή θεραπεία ο αφέντης Δήμος ξαναγίνεται νέος και παρουσιάζεται με την παλιά του δύναμη και φρεσκάδα για να γίνουν από δω και πέρα πια όλα καλύτερα. Η επιτυχία αυτού του έργου δεν εμπόδισε την επανεκλογή του Κλέωνα στο αξίωμα του στρατηγού. Όμως ο Αριστοφάνης εξακολούθησε να τον καταδιώκει. Το δράμα πήρε τ’ όνομά του απ’ τους ιππείς που ήταν μια τάξη που είχε εχθρικές διαθέσεις για τον δημαγωγό.

Νεφέλαι (423 π.Χ.)
Το κείμενο των Νεφελών που έχουμε είναι μια διασκευασμένη, απ’ τον ίδιο τον Αριστοφάνη, μορφή του έργου που παίχτηκε τότε. Με το δράμα αυτό ο ποιητής ασχολήθηκε με την παιδεία κι έκανε στο πρόσωπο του Σωκράτη επίθεση εναντίον της σοφιστικής κίνησης στο σύνολό της. Ο Χορός των νεφελών εκπροσωπεί τους προστάτες θεούς ενός νεφελώδους κόσμου του πνεύματος και της σκέψης μέσα στον οποίο κινείται ο Σωκράτης με τους νεαρούς μαθητές του. Ένας γέρος χωρικός θέλει να μπει σ’ αυτόν τον κόσμο, για να μάθει την τέχνη να διαστρέφει το δίκαιο. Επειδή όμως ο ίδιος αποτυχαίνει στην προσπάθειά του, πρέπει να είναι στη διδασκαλία κι ο γιος του ο Φειδιππίδης. Για χάρη του οργανώνεται ένας μεγάλος επιδεικτικός διάλογος. Στο μεταξύ ο νεαρός μαθαίνει τόσο γρήγορα, ώστε αμέσως δοκιμάζει τις νεοαποκτημένες του γνώσεις πάνω στον ίδιο τον πατέρα του, οπότε ο οργισμένος πατέρας ορμάει στο σχολιό του Σωκράτη και του βάζει φωτιά. Ο Αριστοφάνης παρουσίασε τον Σωκράτη του με κάποια απόλυτα γνήσια χαρακτηριστικά του, έστρεψε όμως χωρίς κανέναν δισταγμό εναντίον του την επίθεση που προόριζε για το φιλοσοφικό κίνημα, προφανώς επειδή η πλειονότητα των Αθηναίων πολιτών θεωρούσε στην πραγματικότητα τον Σωκράτη αρχισοφιστή. Η Απολογία του Πλάτωνα δείχνει την αποφασιστική επίδραση που άσκησε το έργο του Αριστοφάνη στη διαμόρφωση της εικόνας που είχαν μέσα τους οι σύγχρονοι Αθηναίοι για τον Σωκράτη. Το γεγονός όμως πως πέρασε πάνω απ’ τη σκηνή σαν παρωδία και χωρατό του τύπου της κωμωδίας έγινε 25 χρόνια αργότερα, μέσα σ’ εντελώς διαφορετικές πολιτικές συνθήκες εξοντωτικές για τον Σωκράτη.

Σφήκες (422 π.Χ.)
Το έργο είναι μια διακωμώδηση των οχλοκρατικών αθηναϊκών δικαστηρίων και των δικαστών τους που δικάζαν σύμφωνα με τα συμφέροντα και τα πάθη τους, καθώς επίσης και της ξιπασιάς και του φανατισμού των ενόρκων. Οι σφήκες με το μακρύ τους κεντρί ενσαρκώνουν το σώμα των δικαστών. Η κωμωδία αυτή, γραμμένη κάτω απ’ την επήρεια σοβαρών πολιτικών γεγονότων εκφράζει συγχρόνως κι ένα προσωπικό καημό του ποιητή για την αποτυχία του με τις Νεφέλες ένα χρόνο πριν στο θέατρο του Διονύσου (423 π.Χ.). Αυτή τη φορά η συμπάθεια του Αριστοφάνη είναι με το μέρος του γιου που θέλει ν’ απομακρύνει τον πατέρα του απ’ τη δικομανία. Η προσπάθειά του όμως δεν πετυχαίνει, γιατί ο πατέρας, αντί για χρηστός πολίτης μεταβάλλεται απροσδόκητα σ’ έναν ζωηρό και κεφάτο καλοζωιστή γλεντζέ που οργανώνει μια θορυβώδικη γιορτή που μ’ αυτήν τελειώνει το έργο.
Η κωμωδία αύτή έγινε το πρότυπο του Ρακίνα στους Plaideurs (δικορράφους).

Ειρήνη (421 π.Χ.)
Η Ειρήνη που δείχνει το θέμα της ο ίδιος ο τίτλος, θα λέγαμε ότι έχει τον ίδιο σκοπό όπως οι Αχαρνής. Σ’ αυτή διακωμωδεί την πολυπραγμοσύνη και τη φιλοπόλεμη τάση των Ελλήνων υποστηρίζοντας την ειρήνη που διαπραγματεύονταν οι Αθηναίοι κι οι Λακεδαιμόνιοι μετά τον θάνατο του Κλέωνα και του Βρασίδα και που μετά από λίγο συνομολογήθηκε με το Νικία. Πρόκειται για την απελευθέρωση της θεάς Ειρήνης που τη φυλάκισε ο Πόλεμος. Την απελευθέρωση αυτή την πετυχαίνει ο χωρικός Τρυγαίος που ανεβαίνει στον ουρανό καβάλα σ’ έναν πελώριο σκάνθαρο (παρωδία του μύθου Βελλεροφόντη-Πήγασου). Στο τέλος μπορεί να γιορταστεί με αγροτική ειρήνη, μια χαρούμενη γιορτή όπου περιπαίζονται οι οπαδοί του πολέμου. Υπάρχει η άποψη ότι ήταν μια παράσταση που γινόταν σε δυο επίπεδα, μπροστά και πάνω στο κτίριο της σκηνής.

Όρνιθες (414 π.Χ.)
Στους Όρνιθες (πουλιά) πρωταγωνιστικό ρόλο παίζουν το φανταστικό κι η ουτοπική επιθυμία. Θέμα του είναι η φυγή του βασανισμένου κι ειρηνόφιλου ανθρώπου για μια χώρα που επικρατεί μια παραμυθένια ειρήνη. Δυο καλοί πολίτες φεύγουν απ’ τον τόπο τους και φτιάχνουν ανάμεσα στον ουρανό και τη γη τη Νεφελοκοκκυγία (κατοικία κούκων στα σύννεφα), όπου βασιλεύουν τα πουλιά. Το κακό είναι ότι σε λίγο βρίσκονται εκεί κι άλλοι άνθρωποι, οι φαύλοι της Αθήνας που θέλουν να πάρουν μέρος στην ίδρυση της νέας πόλης. Έτσι ο Αριστοφάνης έχει την ευκαιρία να φέρει πάνω στη σκηνή μιαν ολόκληρη σειρά από εκπληκτικούς τύπους που ο καλύτερος εκπρόσωπός τους είναι ένας ποιητής που θα ήθελε να μεταμορφωθεί σε αηδόνι. Σε λίγο αναγγέλλεται και μια πρεσβεία των θεών. Το έργο τελειώνει με τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων ανάμεσα στους θεούς και τα πουλιά και μ’ έναν γάμο που κυρίως στους Χορούς των πουλιών έχει μεγάλη ποιητική ομορφιά και δείχνει τις ικανότητες του ποιητή στη μουσική και τη μετρική. Με την κωμωδία αυτή ο Αριστοφάνης διακωμωδεί τους συκοφάντες και τους δημοκόλακες ακόμα και τις θεωρίες για νέα πολιτεύματα

Θεσμοφοριάζουσαι (411 π.Χ.)
Το 411 π.Χ. παρουσίασε δυο κωμωδίες με συγγενικό θέμα τις Θεσμοφοριάζουσες και τη Λυσιστράτη. Στις δυο αυτές κωμωδίες ο Αριστοφάνης παρουσιάζει όλη τη δύναμη της γυναίκας που σαν σύντροφος, σαν μάνα και σαν ερωμένη μπορεί να επιβάλει την ειρήνη ανυψώνοντας τον πολιτισμό της χώρας.
Οι Θεσμοφοριάζουσες, δηλαδή αυτές οι γυναίκες που γιορτάζουν, χωρίς τη συμμετοχή αντρών, τα Θεσμοφόρια, γιορτή της Δήμητρας συμβουλεύουν κοινή δράση εναντίον του Ευριπίδη για την καταστροφή του, επειδή τις έχει προσβάλει στα έργα του παρουσιάζοντας τις γυναικείες αδυναμίες τους. Ετοιμάζεται λοιπόν ένα χτύπημα εναντίον του ποιητή. Η απόπειρα προδίδεται, όμως αυτό δεν εμποδίζει να πραγματοποιηθεί μ’ επιτυχία. Στο τέλος μόλις και μετά βίας ο καταδιωκόμενος το σκάζει με πονηριά. Στο έργο αυτό ο Αριστοφάνης δεν διακωμωδεί μόνο τον Ευριπίδη αλλά και τον γυναικοπρεπή Αγάθωνα. Το έργο οφείλει τη γοητεία του στην παρωδία αρκετών τραγωδιών του μεγάλου τραγικού, κάτι που δείχνει πόσο μεγάλη οικειότητα πρέπει να είχαν, όχι μόνο ο Αριστοφάνης αλλά και το κοινό του με τα έργα του ποιητή.

Λυσιστράτη (411 π.Χ.)
Η Λυσιστράτη επίσης του 411 π.Χ. παρουσιάζει κι αυτή μια συνομωσία γυναικών που αυτή τη φορά αυτή η συνωμοσία τους υπηρετεί πολιτικούς σκοπούς και πιο συγκεκριμένα τον τερματισμό του πολέμου και τ’ όραμα μιας πανελλήνιας ειρήνης. Η Λυσιστράτη θέλοντας να συμφιλιώσει τους Έλληνες που αλληλοσκοτώνονται προσκάλεσε γυναίκες απ’ την Πελοπόννησο κι απ’ τη Βοιωτία, γιατί κατά τη γνώμη της η σωτηρία της Ελλάδας βρισκόταν στα χέρια των γυναικών, αφού οι άντρες σταθήκαν ανίκανοι να σταματήσουν τον πόλεμο και τις προτρέπει να διακόψουν κάθε σεξουαλική επαφή με τους άντρες τους για όσο διάστημα χρειαστεί μέχρι που να υποταχτούν κι αυτοί στο σχέδιό τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι για πρώτη φορά ο Χορός παραμένει σ’ όλη τη διάρκεια του έργου χωρισμένος σε δυο ομάδες, Το γεγονός πως λείπει απ’ την Παράβαση το αναπαιστικό μέρος, πως ο ποιητής αποτείνεται ο ίδιος προς το κοινό, πως η δράση κι η πλοκή συνεχίζονται μετά την Παράβαση μέχρι την τελευταία σκηνή, κάνει πολλούς να πιστεύουν πως το τέλος της κωμωδίας δεν είναι ολόκληρο, αφού, άλλωστε, η έξοδος του Χορού θα έπρεπε να γίνεται με ύμνους, θριαμβευτικές κραυγές και χορούς που στο κείμενο που υπάρχει έχουν προαναγγελθεί αλλά δεν γίνονται. Στην πραγματικότητα με το έργο του αυτό ο Αριστοφάνης απηύθυνε σοβαρές προειδοποιήσεις και συμβουλές στους Έλληνες που είχαν φτάσει σε τέτοια έχθρα μεταξύ τους.

Βάτραχοι (406 π.Χ.)
Στους Βατράχους του ο Αριστοφάνης πιάνει το παλιό θέμα της κατάβασης στον Άδη. Εδώ ο Διόνυσος, ο θεός του θεάτρου θέλει να κατέβει στον Κάτω Κόσμο, για να φέρει από κει έναν ποιητή στην ορφανεμένη πια, όπως ο ίδιος πίστευε, αθηναϊκή ορχήστρα. Οργανώνεται λοιπόν ένας ποιητικός διαγωνισμός στον Άδη υπό την προεδρία του Διονύσου κι όπου τα Πρωτεία διεκδικούν ο Αισχύλος κι ο Ευριπίδης. Ο κωμικός κρίνοντας τους δυο τραγικούς με πολλή λεπτότητα και χάρη προτιμάει μεν τον Αισχύλο αλλά πολεμώντας το νεωτεριστικό πνεύμα του Ευριπίδη δείχνει τέτοιο πάθος για τον τραγικό που και πεθαμένον ακόμα τον διακωμωδεί καθώς και τον Σωκράτη. Στο έργο αυτό ο ποιητής περιγράφει το ταξίδι στον Άδη όπου ο Χορός των Βατράχων κοάζει στη λίμνη του Κάτω Κόσμου, ενώ το δεύτερο μέρος του έργου περιλαμβάνει έναν μεγάλον αγώνα λόγων ανάμεσα στον Αισχύλο και τον Ευριπίδη. Στο τέλος ο Διόνυσος, ο δικαστής που εκπροσωπεί το κοινό, αποφασίζει να φέρει μαζί του στον Επάνω Κόσμο τον Αισχύλο, τον ποιητή που χρειάζεται η Αθήνα για να μπορέσει να ξεπεράσει τα μεγάλα προβλήματα, αφού οι ποιητές μετριούνται με το μέτρο και την αξία τους στο θέμα της γενικότερης αγωγής, στο θέμα της ωφέλειας που προσφέρουν στην κοινότητα. Ο αγώνας λόγων, με τις πλούσιες σε αντιθέσεις παρωδίες που δείχνουν τον πλούτο των γνώσεων του ποιητή, προβάλλει τα ιδιαίτερα κάθε φορά χαρακτηριστικά των μεγάλων τραγικών.

Εκκλησιάζουσαι (393-392 π.Χ.)
Σ’ αυτή τη συνέλευση των γυναικών γίνεται πάλι μια συνωμοσία που θέλουν να δώσουν ένα τέλος στην αντρική διοίκηση και να πάρουν οι ίδιες την εξουσία. Ό,τι έγινε στη Λυσιστράτη με αφορμή τη δυσάρεστη κατάσταση που δημιούργησε ο πόλεμος, επαναλαμβάνεται εδώ με στόχο τη συνολική ανατροπή μ’ ένα κοινωνικό πρόγραμμα διακυβέρνησης που περιέχει μια κοινοκτημοσύνη αγαθών. Επειδή όμως στο σχέδιο εμπεριέχεται και μια κοινοκτημοσύνη γυναικών, το σχέδιο πάει στραβά. Στο τελευταίο τμήμα το σχέδιο οδηγείται ad absurdum (βιασμένα). Η καταπληκτική ομοιότητα της κεντρικής ιδέας του έργου με την Πολιτεία του Πλάτωνα που γράφτηκε 20 χρόνια μετά, αποτελεί ένα πολυσυζητημένο πρόβλημα. Στις Εκκλησιάζουσες ο ποιητής διακωμωδεί τις ιδέες για τη χειραφέτηση των γυναικών και για την κοινοκτημοσύνη. Αυτές τις ιδέες που μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο η φτώχια καλλιεργούσε στις εξημμένες κεφαλές. Γι’ αυτό βάζει τις γυναίκες να συνέρχονται στην Εκκλησία του Δήμου και να ψηφίζουν κοινοκτημοσύνη και στο εξής να διευθύνουν αυτές τα κοινά αντί οι άντρες που η ανοησία τους πολλά κακά προκάλεσε. Η αρχή του πρώτου μονολόγου της Πραξαγόρας είναι παρωδία της τεχνοτροπίας και του στομφώδους ύφους του Ευριπίδη.

Πλούτος (388 π.Χ.)
Το τελευταίο απ’ τα έργα που μας έχουν σωθεί, ο Πλούτος αποτελεί ένα πέρασμα προς τη Μέση Αττική Κωμωδία. Ο Πλούτος είναι τυφλός κι ο πλούτος είναι μοιρασμένος στον κόσμο λάθος. Όταν ο Πλούτος ξαναβρίσκει από θαύμα το φως του, τα γενικά σχέδια δεν πραγματοποιούνται, γιατί η φτώχεια είναι μια ευεργετική κινητήρια δύναμη του ανθρώπου κι οι κοινωνικές αυταπάτες διαλύονται. Στον Πλούτο ο ποιητής γελοιοποιεί την κακή διανομή του Πλούτου που τυφλός όπως είναι έρχεται στους κακούς. Αλλά ο Χρεμύλος, όπως είναι έντιμος πολίτης αφού συνάντησε τον τυφλό θεό και γιάτρεψε τα μάτια του τους μεν καλούς πλούτισε τους δε κακούς έβαλε σ’ ένδεια. Σ’ αυτή την κωμωδία ο ποιητής αντί να διασύρει ορισμένα πρόσωπα ή πολιτικούς διακωμωδεί τις ανοησίες των ανθρώπων. Στην κωμωδία λείπει σχεδόν ο Χορός και μόνο κάποιο δείγμα του υπάρχει στην πρόσθετη σκηνή που αλληλοκοροϊδεύονται οι φτωχοί κι ο Καρίων. Έτσι λοιπόν ο Πλούτος αποτελεί τη μετάβαση απ’ την Αρχαία στη Μέση Κωμωδία.

Ματαιοδοξία

Το πρώτο πράγμα που μαθαίνει ο άνθρωπος από παιδί, και δεν αναφέρομαι στις βιολογικές του ανάγκες, είναι η προάσπιση του "εγώ" του μέσω της άρνησης. Οτιδήποτε θεωρούμε ότι μας "απειλεί", είτε να μας εκθέσει είτε να μας πληγώσει το αρνούμαστε. Τα μειονεκτήματά μας τα αρνούμαστε, εθελοτυφλώντας στην ύπαρξή τους, αντί για την πιο υγιή μέθοδο της αντιμετώπισης και καταπολέμησής τους.

Πολλοί λίγοι είναι εκείνοι που είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους και ακόμα λιγότεροι εκείνοι που εάν κάποιος τους υποδείξει ένα ελάττωμά τους ή ένα λάθος που έχουν κάνει, δέχονται να το αναγνωρίσουν και ακόμη χειρότερα να προσπαθήσουν να το κατανοήσουν σε όλη του την έκταση μέσω του διαλόγου.

Τώρα, βέβαια, θα μου πείτε όλοι εσείς οι εξυπνάκηδες, που λόγω τύχης είστε σε θέση να χρησιμοποιείτε τα αισθητήρια όργανα της ακοής και της όρασης, ότι όλα αυτά τα έχετε ξανακούσει/ξαναδιαβάσει. Ευτυχώς για εμένα, δεν αναφέρομαι σε εσάς. Δεν έχει νόημα. Δεν έχετε μάθει ούτε να ακούτε ούτε να βλέπετε. Προσλαμβάνετε οποιαδήποτε τροφή αυτών των αισθήσεων άκριτα και αχόρταγα και δεν είστε σε θέση να κάνετε κτήμα σας τα χρήσιμα, αποβάλλοντας τα υπόλοιπα. Και που τα ακούσατε, τί; Τα αναλύσατε; Τα κατανοήσατε; Τα εφαρμόσατε; Ανίδεοι και αχόρταγοι.

Προσπαθώντας να κατανοήσω από που πηγάζει αυτή η άλογη και επιζήμια για τον ίδιο τον άνθρωπο συμπεριφορά, μπόρεσα να καταλήξω μόνο σε ένα συμπέρασμα: η ματαιοδοξία του "εγώ". Το "εγώ" ξεκινάει να χτίζεται σταδιακά στις ανθρώπινες συνειδήσεις, εξαπλώνεται σαν καρκίνος σε όλο μας τον οργανισμό και στο τέλος καταφέρνει να μας δημιουργήσει την ψευδαίσθηση πως Είναι. Πως αυτό Είμαστε. Λόγω αυτής της κατάστασης, αναγκαζόμαστε να το τρέφουμε καθημερινά, έχοντας την πεποίθηση πως λειτουργούμε συνειδητά και υπεύθυνα για την προάσπιση του εαυτού μας ενώ στην ουσία αυτό που κάνουμε είναι να ενδυναμώνουμε τον καρκίνο.

Είμαστε απαιτητικοί και ματαιόδοξοι, γιατί αυτό μας επιβάλλει το "εγώ" μας. Πασχίζουμε να γίνουμε το κέντρο του δικού μας κύκλου, αγνοώντας πως αυτό είναι απλά ένα σημείο που καθορίζεται από την περιφέρεια. Χωρίς εκείνη είμαστε μια ξεκρέμαστη κουκίδα στο τίποτα. Αν το σκεφτούμε και σχηματικά, έχοντας έναν κύκλο που είναι ο περίγυρός μας, με εμάς στο κέντρο του, και ταυτόχρονα συνειδητοποιήσουμε ότι και κάθε σημείο αυτής της περιφέρειας αποτελεί το κέντρο ενός άλλου κύκλου τότε πραγματικά το "εγώ" δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Είναι μια κουκίδα μέσα σε ένα χάος επικαλυπτόμενων και εφαπτόμενων κέντρων. Γιατί πασχίζετε λοιπόν;

Είναι τόσα πολλά αυτά που με κάνουν να απορώ στην πορεία μου επάνω σε αυτόν τον πλανήτη. Τα περισσότερα από αυτά είναι "λογικά" για την πλειοψηφία των δίποδων-ανθρώπων.

Πραγματικά όλη η ζωή μοιάζει με φτηνό fast-food. Προσφέρονται σχεδόν τα πάντα (τουλάχιστον όσα είναι απαραίτητα για να χορτάσει η κοιλιά μας), όμως είναι κατώτατης ποιότητας καθώς και ποσότητας πολλές φορές. Σεξ, απολαύσεις, αγάπη, μίσος, χρήματα, ρούχα, ερεθίσματα και ο κατάλογος δεν τελειώνει ποτέ! Κατέληξα λοιπόν σε ένα συμπέρασμα: αυτό που χρειάζομαι πραγματικά για να είμαι ευτυχισμένος, δε μπορεί να μου το παράσχει αυτή η ζωή και γενικά αυτή η μορφή ζωής.

Ο άνθρωπος είναι απλά μια μπαταρία. Το ποιά μηχανή φορτίζει, εξαρτάται από την εκάστοτε εποχή. Π.χ. τα δύο τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια "φορτίζει" τον Χριστιανισμό. Όλη μας η ενέργεια πηγαίνει σε εκείνες τις κοσμικές δυνάμεις. Ακόμα και "χαλαροί" χριστιανοί να είστε (που πραγματικά είναι ΟΤΙ πιο γελοίο έχω δει, δηλαδή να προσαρμόζετε τη θρησκεία που προασπίζεστε στα δικά σας μέτρα), όποτε νιώθετε τύψεις, η ενέργειά σας πάει εκεί. Γιατί ακόμα και με την αναπνοή παράγεται ενέργεια. Και τρέφεται το κτήνος, αλλά δυστυχώς όχι αυτό που εσείς ονομάσατε "Διάβολο". Μπαταριούλες λοιπόν, όπως στο Matrix. Και όπως εκεί, δεν έχετε ιδέα τι γίνεται γιατί το μόνο που βλέπετε είναι το "εγώ" σας. Λες και όταν πεθάνετε θα το πάρετε μαζί σας.

Εάν υπάρχει η Κόλαση του Χριστιανισμού τότε αυτή είναι εδώ στη Γη και όχι θαμμένη σε κάποιο λάκκο. Ελπίδα για την ανθρωπότητα δυστυχώς, όσο ρομαντικός και να είμαι, όσο και να εθελοτυφλώ, δεν υπάρχει. Όχι με τη μορφή που είναι σήμερα. Ποτέ και για κανέναν λόγο υπό αυτές τις συνθήκες.

Η ελπίδα μου δεν εναποτίθεται στο σύνολο, αλλά σε μερικές μεμονωμένες περιπτώσεις ανά δεκαετίες (μπορεί να λέω και λίγο), που πέρασαν και που θα έρθουν, όχι για να σώσουν το "εγώ" σας, γιατί ο καρκίνος ξεριζώνεται δεν γιατρεύεται, αλλά για να δείξουν σε αυτούς που ακολουθούν πως υπάρχει και κάτι άλλο που μπορούμε να προσμένουμε.

Ζώα στο σκαμνί

Στις 5 Μαΐου του 1986, δεκάδες εξαγριωμένοι κάτοικοι του χωριού Μαλάτσα, στη Μαλαισία, επιτέθηκαν κι έδειραν μέχρι θανάτου έναν αδέσποτο σκύλο. Οι χωρικοί ισχυρίστηκαν ότι το άτυχο τετράποδο ήταν μέλος μιας αδίστακτης συμμορίας ληστών οι οποίοι μεταμορφώνονταν σε ζώα προκειμένου να αποφύγουν τη σύλληψη. Η ιστορία έκανε το γύρο του κόσμου, ωστόσο το συμβάν δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα και μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, τα ζώα κατηγορούνταν, δικάζονταν και καταδικάζονταν σαν κοινοί εγκληματίες …
Γουρούνια, ταύροι, άλογα, αγελάδες, λύκοι, αρουραίοι, ψάρια, πουλιά, ακόμη και έντομα, βρέθηκαν αντιμέτωπα με τη δικαιοσύνη και κλήθηκαν να λογοδοτήσουν για τις παράνομες και εγκληματικές πράξεις τους. Τα εγκλήματά τους ήταν από κλοπή και βανδαλισμό μέχρι σεξουαλικά εγκλήματα και ανθρωποκτονίες. Οι ποινές που τους επιβάλλονταν ήταν από αφορισμό και εξορία μέχρι θάνατο δι’ απαγχονισμού και κάψιμο στην πυρά. Η παλαιότερη δίκη ζώου καταγράφεται το 1266 στο Fontenay – aux – Roses, κοντά στο Παρίσι.

Υπηρέτες του κακού. Στη μεσαιωνική Ευρώπη η ισχύς της «Εκκλησίας» ήταν απεριόριστη και επηρέαζε κάθε λειτουργία της Πολιτείας, κυρίως τη Δικαιοσύνη. Η Ιερά Εξέταση βασάνιζε όσους τολμούσαν να ισχυριστούν ότι η Γη δεν ήταν το κέντρο του σύμπαντος κι έριχνε γυναίκες στην πυρά κατηγορώντας τες ως μάγισσες. Ούτε τα ζώα δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από το χέρι του ιερού νόμου.
Το νομικό πλαίσιο για τη δικαστική δίωξη των ζώων διαμορφώθηκε το 13 αιώνα από τον Ιταλό θεολόγο και λόγιο Θωμά τον Ακινάτη. Αυτός υποστήριζε ότι παρότι τα ζώα ήταν δημιουργήματα του Θεού, η εγκληματική τους δράση πήγαζε από μια ανίερη συμμαχία, αφού οι τετράποδοι εγκληματίες δρούσαν κατ’ εντολή του Διαβόλου. Ήταν τα όργανά του πάνω στη Γη, οι πιστοί του υπηρέτες, κατά συνέπεια μέσα από την τιμωρία τους οι πιστοί τιμωρούσαν τον ίδιο το Διάβολο.

Τυπικές διαδικασίες. Ο Έντουαρντ Εβανς ήταν ο πρώτος που μελέτησε και κατέγραψε αναλυτικά τις δικαστικές περιπέτειες των ζώων. Ο Αμερικανός συγγραφέας περιέγραψε στο βιβλίο του The Criminal Prosecution and Capital Punishment of Animals το οποίο κυκλοφόρησε το 1906, 191 δίκες με κατηγορουμένους ζώα. Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει, το 15°  αιώνα διεξήχθησαν 36 δίκες, το 16° αιώνα 57 και το 17° αιώνα 56 δίκες. Η διαδικασία ήταν καθ’ όλα τυπική.
Τα ζώα προφυλακίζονταν, η Πολιτεία όριζε το συνήγορο τους, το δικαστήριο άκουγε τα επιχειρήματα των αντιδίκων και στο τέλος έβγαζε την ετυμηγορία του. Όταν η σύλληψη των ζώων που κατηγορούνταν ήταν ανέφικτη, (αρουραίοι, έντομα, ψάρια), το δικαστήριο αποφάσιζε ερήμην τους. Η ταινία του 1993, «The Hour of the Pig», βασίστηκε στην έρευνα του Έβανς. Στην ταινία παρακολουθούμε έναν νεαρό δικηγόρο να υπερασπίζεται ένα… γουρούνι δολοφόνο.

Μεγαλοδικηγόροι αρουραίων. Υπήρχαν επιτυχημένοι δικηγόροι που «έχτισαν» την καριέρα τους υπερασπιζόμενοι αποκλειστικά κατηγορούμενους/ζώα. Ο πιο ξακουστός ήταν ο Γάλλος Βαρθολομαίος Σασενέ, ικανότατος συνήγορος ο οποίος ειδικευόταν στην υπεράσπιση αρουραίων. Το 1531 οι κάτοικοι της γαλλικής πόλης Οτόν είδαν τις σιταποθήκες τους να αδειάζουν επικίνδυνα εξαιτίας της επιδρομής χιλιάδων αρουραίων. Αμέσως το τοπικό δικαστήριο απήγγειλε την κατηγορία της απρόκλητης και κακόβουλης φθοράς ξένης περιουσίας και κάλεσε τα τρωκτικά να παρουσιαστούν ενώπιον του εντός έξι ημερών.
Όπως ήταν φυσικό, κανένας ποντικός δεν εμφανίστηκε, γεγονός που εξόργισε το δικαστή, ο οποίος θέλησε να επιβάλει τη θανατική ποινή στα ανυποψίαστα ζώα. Τότε ακριβώς παρενέβει ο Σασενέ τονίζοντας ότι οι αρουραίοι δεν έδειξαν ασέβεια προς το δικαστήριο, απλώς δεν ενημερώθηκαν για την κλήτευσή τους επειδή μετακινήθηκαν υπογείως στο διπλανό χωριό. Όσο κι αν ακούγεται απίστευτο, τα επιχειρήματα του Σασενέ έπεισαν τον δικαστή, ο οποίος όρισε νέα δικάσιμο ώστε να ειδοποιηθούν οι αρουραίοι. Δυστυχώς για τους ανθρώπους, οι δίκες αρουραίων συνεχίστηκαν και κατά τη διάρκεια της επιδημίας πανώλης που σάρωσε την Ευρώπη του 14ου αιώνα.
Κανείς δεν είχε αντιληφθεί ότι τα τρωκτικά ήταν οι φορείς της επιδημίας, κι έτσι τη στιγμή που οι αρουραίοι απαγχονίζονταν στις πλατείες, ο μισός πληθυσμός της Ευρώπης αφανιζόταν από το Μαύρο Θάνατο.

Γουρούνια Χάνιμπαλ. Εκτός από τις κλοπές, τα ζώα κατηγορήθηκαν και για ανθρωποκτονίες. Το Δεκέμβριο του 1457 μια μικρή γουρούνα συνελήφθη στο Σαβινί της Γαλλίας κατηγορουμένη ότι έπνιξε και παραμόρφωσε ένα βρέφος την ώρα που κοιμόταν στο κρεβάτι του. Οι αυτόπτες μάρτυρες υποστήριξαν ότι η γουρούνα μπήκε στο σπίτι όταν η μητέρα του βρέφους απουσίαζε και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο του παιδιού. Πριν προλάβουν να επέμβουν, η γουρούνα καταπλάκωσε και ποδοπάτησε το μωρό. Μαζί με τη γουρούνα είχαν μπει στο σπίτι και τα έξι γουρουνάκια της, που βρέθηκαν λουσμένα από το αίμα του μωρού.
Το δικαστήριο δήλωσε τον αποτροπιασμό του για το ειδεχθές, όπως το χαρακτήρισε, έγκλημα και διέταξε το θάνατο της γουρούνας από το δήμιο. Τα γουρουνάκια απαλλάχθηκαν των κατηγοριών λόγω του νεαρού της ηλικίας τους. Ένα ανάλογο περιστατικό συνέβη το1494 στο Κλερμόντ της Γαλλίας, όταν ένας πεινασμένος χοίρος κατασπάραξε ένα βρέφος ανήμερα το Πάσχα. Το γουρούνι καταδικάστηκε για βρεφοκτονία και οδηγήθηκε στην πλατεία της πόλης όπου και απαγχονίστηκε κάτω από τις επευφημίες του κόσμου. Μέχρι τα τέλη του 16ου αιώνα τα οικόσιτα ζώα, ειδικότερα τα γουρούνια, ήταν οι συνήθεις κατηγορούμενοι από τα υπόλοιπα είδη του ζωικού βασιλείου.

Ούτε που κούνησε την ουρά της. Σε καμιά περίπτωση οι ετυμηγορίες των δικαστών δεν ήταν προαποφασισμένες. Απόδειξη ότι πολλά ζώα αθωώθηκαν και μάλιστα αποζημιώθηκαν για την ταλαιπωρία που υπέστησαν. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση καταγράφηκε το 1750 και αφορούσε σε μια προβατίνα. Το άτυχο ζώο πιάστηκε επ’ αυτοφώρω να επιδίδεται σε ερωτικές περιπτύξεις με το αφεντικό του. Εκτός από ποινικό αδίκημα, η κτηνοβασία θεωρείτο μέγα αμάρτημα με ποινή το θάνατο.
Τελικά, μετά την αγόρευση των συνηγόρων, το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η προβατίνα βιάστηκε, οπότε δεν έφερε καμιά ευθύνη για τις διεστραμμένες ορέξεις του βοσκού. Βασικός μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο τοπικός ιερέας, ο οποίος ορκίστηκε ότι γνώριζε την προβατίνα από μικρή και ουδέποτε αυτή είχε προκαλέσει τους άντρες του χωριού με τη συμπεριφορά της, κοινώς δεν είχε κουνήσει την ουρά της. Ο βοσκός καταδικάστηκε για βιασμό και κτηνοβασία και θανατώθηκε διά απαγχονισμού.

Ενοχλητικές βδέλλες. Το 1451, στο δικαστήριο της Λωζάνης της Ελβετίας, όλα ήταν έτοιμα για να διεξαχθεί άλλη μία δίκη. Οι κατηγορίες που βάραιναν τους κατηγορουμένους ήταν βαριές. Κατηγορούνταν για συστηματική παρακώλυση της αλιείας και παρενόχληση των ψαράδων της λίμνης της Βέρνης. Κατηγορούμενοι οι βδέλλες της λίμνης. Η διαδικασία ακολουθήθηκε πιστά. Οι κλητήρες του δικαστηρίου στάλθηκαν τρεις φορές στην λίμνη, ανακοίνωσαν τις κατηγορίες στις βδέλλες και κάλεσαν τις κατηγορούμενες να παραστούν κατά την ημέρα της δικασίμου στο δικαστήριο.
Παρά την έγκαιρη και νόμιμη κλήτευση των κατηγορουμένων, οι βδέλλες δεν φάνηκαν, προκαλώντας την οργή του δικαστή. Ο τελευταίος, μη θέλοντας να δικαιολογήσει ή να συγχωρέσει την αυθάδεια των κατηγορουμένων προς το δικαστήριο, διέταξε την βίαια προσαγωγή τους. Οι στρατιώτες πήγαν στην λίμνη και συνέλαβαν κάμποσες βδέλλες, όσες μπόρεσαν να βρουν, τις οποίες και οδήγησαν βιαίως (δεν καταγράφεται εάν ήσαν δεμένες ή φορούσαν χειροπέδες) ενώπιον του δικαστηρίου.
Ο δικαστής, μετά την ακροαματική διαδικασία, καταδίκασε τις παρούσες βδέλλες σε θάνατο, διέταξε δε τις άλλες, οι οποίες δεν παρευρίσκονταν στο δικαστήριο, να εγκαταλείψουν αμέσως την λίμνη. Οι τελευταίες, εάν δεν συμμορφώνονταν με το διατακτικό της απόφασης, κινδύνευαν να υποστούν την θεϊκή κατάρα και την καταδίκη του εν λόγω δικαστηρίου. Τέλος, ο δικαστής διέταξε την άμεση εκτέλεση της ποινής των καταδικασθέντων παρόντων βδελλών.

Η άνθιση των λουλουδιών

Η άνθιση των λουλουδιών”Η γη γελάει με λουλούδια.” Ralph Waldo Emerson

Η Pruskova Katka ασχολείται ερασιτεχνικά με τη φωτογραφία, ενώ περνά αρκετό από τον ελεύθερο χρόνο της φροντίζοντας τα αγαπημένα της λουλούδια. Κάπως έτσι προέκυψε το timelapse βίντεο που θα δείτε στη συνέχεια, όπου παρουσιάζεται η εκπληκτική άνθιση των λουλουδιών μέσα σε μόλις 2,5 λεπτά.

«Χρειάστηκαν πάνω από 7.000 εικόνες και 730 ώρες υπομονής προκειμένου να ολοκληρωθεί το βιντεάκι. Κρίνοι, τριαντάφυλλα, γλαδιόλες, γαρδένιες, αμαρυλλίδες ανθίζουν μαγικά μπροστά στα μάτια μας προκειμένου να υπερτονίσουν το θαύμα της φύσης», λέει η φωτογράφος.

Γη ένα Μεγάλο Τραπουλόχαρτο

Γη ένα Μεγάλο ΤραπουλόχαρτοΗ Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων έδινε κάποτε μία διάλεξη για την αστρονομία.
Έλεγε ότι η Γη είναι ένας σφαιρικός πλανήτης του ηλιακού συστήματος που κινείται γύρω από το κέντρο του, τον Ήλιο, και ότι ο Ήλιος είναι ένα άστρο που, με την σειρά του, κινείται γύρω από το κέντρο του αστρικού συστήματος, που ονομάζουμε Γαλαξία.

Στο τέλος της διάλεξης, η Ντάμα την κοίταξε θυμωμένη με επιτιμητικό ύφος.
«Αυτά που λες είναι ανοησίες. Η Γη δεν είναι παρά ένα Μεγάλο Τραπουλόχαρτο. Είναι λοιπόν επίπεδη σαν όλα τα Τραπουλόχαρτα.» της είπε, και στράφηκε περήφανα προς τα μέλη της συνοδείας της, που έδειχναν φανερά ικανοποιημένα από την εξήγηση της.

Η Αλίκη χαμογέλασε υπεροπτικά. «Και σε τι στηρίζεται αυτό το Τραπουλόχαρτο;» ρώτησε με ειρωνεία. Η Ντάμα δεν έδειξε να αιφνιδιάζεται. «Είσαι έξυπνη, πολύ έξυπνη», απάντησε. «Μάθε λοιπόν μικρή μου πως αυτό το Τραπουλόχαρτο στηρίζεται σε ένα άλλο, και εκείνο το άλλο σε ένα άλλο άλλο και εκείνο το άλλο άλλο σε ένα άλλο άλλο άλλο…». Σταμάτησε λαχανιασμένη. «Το Σύμπαν δεν είναι παρά μια Μεγάλη Τράπουλα», τσίριξε.

Φυσικά, οι περισσότεροι θα έβρισκαν γελοία αυτήν την εικόνα για το Σύμπαν και τη Γη που στηρίζεται σε μια άπειρη σειρά από τραπουλόχαρτα. Θα μπορούσαν όμως να εξηγήσουν το γιατί; Θα μπορούσαν να περιγράψουν τη δική τους εικόνα για το Σύμπαν και να αποδείξουν πως είναι η σωστή;

Τι γνωρίζουν οι άνθρωποι για το Σύμπαν και πώς το γνωρίζουν; Από πού προέρχεται το Σύμπαν και πού πηγαίνει; Υπήρξε αρχή του Σύμπαντος και, αν ναι, τι υπήρξε πριν από αυτήν; Θα υπάρξει τέλος του Σύμπαντος και, αν ναι, τι θα υπάρξει μετά από αυτό; Τι γνωρίζουν οι άνθρωποι για το χρόνο; Υπήρξε αρχή του χρόνου; Θα υπάρξει τέλος του χρόνου;

Η σύγχρονη φυσική, με τη βοήθεια και των καταπληκτικών νέων τεχνολογιών, προτείνει απαντήσεις σε αυτά τα αιώνια ερωτήματα. Στο μέλλον αυτές οι απαντήσεις θα μας φαίνονται τόσο ευνόητες όσο μας φαίνεται σήμερα ότι η Γη είναι σφαιρική και κινείται γύρω από τον Ήλιο — ή τόσο ανόητες όσο ότι η Γη είναι επίπεδη και στηρίζεται σε μία άπειρη σειρά από τραπουλόχαρτα. Ευνόητες ή ανόητες; Μόνον ο χρόνος θα δείξει — ό,τι και αν είναι αυτό που ονομάζεται «χρόνος».

Δέκα απίστευτες θεωρίες για τα ταξίδια στο χρόνο

Τελικά φαίνεται πως τα ταξίδια στο χρόνο είναι πιο κοντά από όσο νομίζαμε. Ωστόσο οι θεωρίες των επιστημόνων, μοιάζουν «τρελές» για τον μέσο άνθρωπο
Είναι γνωστό πως όταν οι φυσικοί θέλουν να διεγείρουν το ενδιαφέρον του κοινού για το αντικείμενό τους, στρέφονται στην κοσμολογία ή τη σωματιδιακή φυσική.
Πάντα υπάρχει κάτι ενδιαφέρον να πεις για το χώρο ή την έρευνα νέων σωματιδίων.
Έτσι, υπάρχουν αυτοί που υποστηρίζουν την ύπαρξη της δυνατότητας να ταξιδέψει κάποιος στο χρόνο, αλλά και αυτοί που είναι κάθετοι και απορρίπτουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Παρόλα αυτά το ταξίδι στο χρόνο είναι συνδεδεμένο με το διαστημικό ταξίδι και δη την ταχύτητα φωτός.

theory1010. Παράλληλο σύμπαν
Η κβαντική φυσική υποστηρίζει την ύπαρξη των πολλαπλών συμπάντων, δηλαδή την πολλαπλή διαίρεση του σύμπαντος. Μάλιστα οι επιστήμονες απορρίπτουν τη θεωρία πως τα ταξίδια στο χρόνο είναι απίθανα, καθώς οι μελέτες έχουν δείξει πως κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει

theory99. Ταχύτητα φωτός
Ο χρόνος μειώνεται όσο πιο κοντά ταξιδεύουμε στη ταχύτητα φωτός, δηλαδή αν περάσεις ένα χρόνο ταξιδεύοντας με ταχύτητα φωτός στο διάστημα, τότε αυτός ο χρόνος θα ισούται με 223 μετρήσιμα χρόνια στη Γη.

theory88. Ένα αδύνατο ταξίδι
Ο μόνος τρόπος για να ταξιδέψει κάποιος στον χρόνο είναι να ταξιδέψει με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή του φωτός, ο Αϊνστάιν για να αποδείξει την πραγματοποίηση αυτού, βρήκε πως χρειάζεται άπειρη ενέργεια.

theory77. Τριπλός κύλινδρος
Ένα ατελείωτο περιστρεφόμενο τούνελ, που είναι 10 φορές μεγαλύτερο από τον ήλιο, υπάρχει στο διαστημικό χρόνο. Αν λοιπόν, ένα διαστημόπλοιο εισερχόταν σε ένα τέτοιο περιστρεφόμενο τούνελ τότε θα μπορούσε να ταξιδέψει πίσω στο χρόνο.

theory66. Το κενό του «λουκουμά»
Χειραγωγώντας τα πεδία βαρύτητας θα μπορούσε κάποιος να δημιουργήσει μια μάζα διαστημικού χρόνου, ανάλογη με έναν γιγαντιαίο λουκουμά. Έτσι ταξιδεύοντας γύρω από αυτή τη μάζα θα μπορούσε κάποιος να μεταφερθεί πίσω στο χρόνο πριν από τη δημιουργία της μάζας.

theory45. Σκουληκότρυπες
Τα τούνελ ή διαφορετικά οι σκουλικότρυπες που υπάρχουν στο διάστημα αποτελούν συντόμευση στο παρελθόν και το μέλλον, ωστόσο αυτά τα τούνελ είναι τόσο μικρά που μόνο μικροαντικείμενα θα μπορούσαν να τα διασχίσουν.

theory54. Μαύρες τρύπες
Οι μαύρες τρύπες είναι τόσο πυκνές που ακόμη και ο χρόνος μειώνεται χάρη στην δύναμη της βαρύτητάς τους. Αν ένα διαστημόπλοιο εισέρχονταν σε αυτές τότε το πλήρωμα θα βίωνε τον μισό χρόνο από αυτόν που βιώνουμε στη γη.

theory33. Κβαντικά τούνελ
Αντιγράφοντας την κίνηση των ηλεκτρονίων, οι επιστήμονες τονίζουν πως θα μπορούσαν να επιτύχουν τα ταξίδια στον χρόνο. Έτσι, αν ένα σώμα καταφέρει να μετακινηθεί από ένα σημείο Α σε ένα άλλο σημείο Β χωρίς να περνά από το διάστημα μέσω των φωτονίων, τότε δεν είναι απαραίτητο να ταξιδεύει με ταχύτητα φωτός για να καταφέρει να πραγματοποιήσει το ταξίδι στο χρόνο.

theory22. Οι κοσμικές χορδές
Ο επιστήμονες ανακάλυψαν μυστηριώδεις εκρήξεις στο σύμπαν, που λογικά προήλθαν από την κύρια έκρηξη, το Μπιγκ Μπάνγκ. Οι εκρήξεις αυτές ήταν τόσο ισχυρές, που αν δύο από αυτές κατάφερναν να συναντηθούν θα προκαλούσαν ένα κενό στο χρόνο., που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για το ταξίδι.

theory11. Το σωματίδιο του θεού
Η ανακάλυψη από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Πυρηνικής Έρευνας, για το σωματίδιο Higgs υποστηρίζει πως το ταξίδι στον χρόνο είναι κάτι πιθανό. Μάλιστα, οι επιστήμονες υποστηρίζουν πως απενεργοποιώντας με κάποιον τρόπο το σωματίδιο θα μπορούσαμε να αφαιρέσουμε τη μάζα στα αντικείμενα αλλά και να ταξιδέψουμε στο χρόνο.

Η αληθινή ιστορία του ανθρώπου που με το γέλιο ξεπέρασε την ανίατη ασθένεια του

Πριν προτρέξετε να απορρίψετε την παρακάτω ιστορία ως ψεύτικη, καλό θα είναι να γνωρίζετε εκ των προτέρων ότι είναι πολύ αληθινή.
 
Πρόκειται για την ιστορία ενός άντρα που ονομάζεται Νόρμαν Κούζινς, ο οποίος θεράπευσε τον εαυτό από μια ανίατη ασθένεια, χρησιμοποιώντας απλά την θετική σκέψη και το γέλιο. Η ιστορία του είναι τεκμηριωμένη στο βιβλίο του, που μετέπειτα γυρίστηκε και ταινία, με τίτλο «Ανατομία μιας ασθένειας».
Ελπίζουμε ότι η ιστορία του Νόρμαν θα σας εμπνεύσει να ζήσετε τη ζωή σας με έναν τρόπο χαρούμενο και πιο αισιόδοξο.
Πριν από πολλά χρόνια, ο Νόρμαν Κούζινς διαγνώστηκε ότι πάσχει από μια ανίατη ασθένεια. Οι γιατροί του είπαν ότι έχει μόνο έξι μήνες ζωής και ότι το ποσοστό ανάρρωσης του ήταν μόνο 1 προς 500!
Ο Νόρμαν μετά από το πρώτο σοκ, συνειδητοποίησε ότι το άγχος, η κατάθλιψη και ο θυμός που είχε στη ζωή του συνέβαλαν στην επιδείνωση της ασθένειας του. Σκέφτηκε επίσης, ότι όλα αυτά τα άσχημα συναισθήματα ίσως στην πραγματικότητα να ήταν και η βασική αιτία της εμφάνισης της ασθένειας του.
Αναρωτήθηκε, «αν η ασθένεια μου μπορεί να προκλήθηκε από την αρνητικότητα, γιατί να μην μπορεί με τον ίδιο τρόπο η θετικότητα να δημιουργήσει ευεξία;»
Αποφάσισε λοιπόν να πραγματοποιήσει ένα πείραμα, με πειραματόζωο τον ίδιο του τον εαυτό.
Το γέλιο έγινε η καθημερινή του δραστηριότητα. Πήγε να δει όλες τις κωμωδίες που μπόρεσε να βρει: Κίτον, Τσάπλιν, Φίλντς.
Άρχισε να διαβάζει μόνο αστείες ιστορίες και χαρούμενες ειδήσεις. Επικοινώνησε με όλους τους φίλους του και τους ζήτησε να του μεταφέρουν οτιδήποτε τους είχε συμβεί ή είχαν ακούσει που τους προκάλεσε γέλιο.
Πριν ξεκινήσει το παράξενο πείραμα του, οι αβάσταχτοι πόνοι που τον ταλαιπωρούσαν λόγω της ασθένειάς του, δεν τον άφηναν να κοιμηθεί τις νύχτες. Γελώντας για 10 λεπτά συνεχόμενα την ημέρα όμως, κατόρθωσε να βρει ανακούφιση στους πόνους του και να καταφέρει επιτέλους να κοιμηθεί.
Το αποτέλεσμα τελικά του πειράματος του: Ο Νόρμαν κατάφερε να διαψεύσει τους γιατρούς του, να ξεπεράσει την ασθένειά του και να ζήσει ακόμη 20 ευτυχισμένα, υγιέστατα και παραγωγικά χρόνια.
Όλη η ιστορία του Νόρμαν περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια στο βιβλίο του με τίτλο «Ανατομία μιας ασθένειας», μέσα από το οποίο αποδίδει το θαύμα της ανάρρωσης του στην αγάπη της οικογένειας του και στο χαμόγελο!
Κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν ότι το γέλιο είναι χάσιμο χρόνου. Ότι πρόκειται για μια πολυτέλεια, μια επιπολαιότητα, κάτι που πρέπει να επιδίδεται κανείς μόνο περιστασιακά.
Τίποτα δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Το γέλιο είναι καθοριστικό για την ισορροπία μας, την ευημερία μας και την ζωντάνια μας. Αν δεν νιώθουμε καλά, το γέλιο θα μας βοηθήσει να νιώσουμε καλύτερα. Αν νιώθουμε καλά, το γέλιο θα μας βοηθήσει να παραμείνουμε χαρούμενοι.
Μετά από το πρωτοποριακό πείραμα του Κούζινς, ακολούθησαν επιστημονικές μελέτες οι οποίες απέδειξαν ότι το γέλιο έχει θεραπευτική επίδραση στο σώμα, στο μυαλό και στα συναισθήματα του κάθε ανθρώπου.
Έτσι, ακόμη και αν δεν σας αρέσει να χαμογελάτε συχνά, θεωρήστε ότι από ιατρικής άποψης είναι απαραίτητο και κάντε το όσο πιο συχνά μπορείτε.
Χρησιμοποιήστε ό, τι σας κάνει να γελάσετε: ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, βιβλία, κινούμενα σχέδια, ανέκδοτα.
Δώστε στον εαυτό σας την άδεια να γελάσει ελεύθερα – δυνατά και φωναχτά – όποτε κάτι σας φαίνεται αστείο. Οι άνθρωποι γύρω σας μπορεί να θεωρήσουν ότι είστε παράξενοι, αλλά αργά ή γρήγορα θα συμμετάσχουν, ακόμα κι αν δεν γνωρίζουν τον λόγο που σας προκάλεσε γέλιο.
Ορισμένες ασθένειες μπορεί να είναι μεταδοτικές αλλά τίποτα δεν είναι πιο μεταδοτικό από.. το γέλιο!

Τζιορντάνο Μπρούνο: Εκτελέστηκε στην Πυρά από την Ιερά εξέταση τον Φεβρουάριο του 1600

Στις 17, Φεβρουαρίου του 1600, ο φιλόσοφος Giordano Bruno κάηκε στην πυρά ως αιρετικός, στο Campo de “Fiori της Ρώμης.
Ο Giordano Bruno ήταν ένας Ιταλός Δομινικανός μοναχός, φιλόσοφος, μαθηματικός, ποιητής και αστρολόγος, ο οποίος φημίζεται για τις κοσμολογικές θεωρίες του.
Πρότεινε ότι τα αστέρια ήταν απλώς μακρινοί ήλιοι που περιβάλλονταν από τους δικούς τους εξωπλανήτες και ακόμη και πήγε τόσο μακριά ώστε υποδηλώνοντας ότι αυτοί οι πλανήτες θα μπορούσαν να αναπτύξουν τη δική τους ζωή, μια έννοια αρκετά ριζοσπαστική για τον 17ο αιώνα.
Επέμεινε επίσης ότι το Σύμπαν είναι άπειρο, που δεν έχει κανένα ουράνιο σώμα στο «κέντρο» του.
Το 1593 ο Bruno δικάστηκε με την κατηγορία της αίρεσης από τη Ρωμαϊκή Ιερά Εξέταση, ανάμεσα στις κατηγορίες περιλαμβανόταν η άρνηση αρκετών βασικών Καθολικών δογμάτων.
Η δίκη διήρκεσε επτά έτη κατά τα οποία ήταν φυλακισμένος και στις 20 Ιανουαρίου 1600, ο Πάπας Κλήμης VIII κήρυξε τον Giordano Bruno ως αιρετικό και η Ιερά Εξέταση εξέδωσε την ποινή του θανάτου.

Ο Giordano Bruno έμεινε όρθιος ως το τέλος χωρίς να αλλάξει τις απόψεις του και μάλιστα είπε:
«Είναι απόδειξη μιας βάσης και χαμηλής νοημοσύνης για κάποιον να θέλει να σκέφτεται σύμφωνα με τις μάζες ή την πλειοψηφία, απλώς και μόνο επειδή η πλειοψηφία είναι πλειοψηφία. Η αλήθεια δεν αλλάζει επειδή την πιστεύει ή όχι η πλειοψηφία του λαού«.
Σύμφωνα με τα Βιβλίο «Άγγελοι και Δαίμονες» και «ΚΩΔΙΚΑΣ DA VINCI» του Dan Brown, επιστήμονες, φιλόσοφοι και καλλιτέχνες, μετά τον θάνατο του Γαλιλαίου από την ιερά εξέταση που συνέβη μερικές δεκαετίες μετά το θάνατο του Giordano Bruno, το 1642, σχημάτισαν μια μυστική οργάνωση τους «Ιlluminati» ή Πεφωτισμένους με σκοπό να εκδικηθούν και να καταστρέψουν την εκκλησία.