Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Ο ΕΧΘΡΟΣ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΟΛΑ ΠΙΣΩ

Με χιλιάδες τρόπους εδώ και χρόνια σου δώσαμε ότι καλύτερο είχαμε για να αφυπνιστείς να δεις τι πραγματικά συμβαίνει....

Χλεύασες κάθε προσπάθειά μας και μας είπες γραφικούς κινδυνολόγους...

Όμως για όλα υπάρχει ένα τέλος και το τέλος πλησιάζει, όχι για να επιβεβαιωθούμε, αλλά για να δεις ότι τόσο καιρό έπαιζες το παιχνίδι του εχθρού εις βάρος του εαυτού σου και των παιδιών σου....

Ναι, εσύ που λες ότι οι Έλληνες δεν υπάρχουν πως είναι ένας λαός ανύπαρκτος και μπάσταρδος...

Εσύ που σκότωσες το μέλλον των παιδιών σου για να γευτείς την υλική ψευδαίσθηση του χρήματος και της καλοπέρασης....

Εσύ που αδιαφορείς όταν δίπλα σου άνθρωποι αυτοκτονούν και μένουν άστεγοι...

Γιατί έμαθες ότι μόνο το υλικό συμφέρον είναι ο θεός σου, γιατί καλύπτει τις ψεύτικές ανάγκες σου ....

Η ώρα έφθασε λοιπόν ... Να χάσεις κι εσύ ότι ως τώρα νόμιζες δικό σου... Κι ας πούλησες και την ψυχή σου πολύ φθηνά να το έχεις δήθεν υπό την κατοχή σου...

Γιατί ο εχθρός στο τέλος τα παίρνει όλα πίσω...

Η ανηθικότητα της ουδετερότητας

Η ηθική δεν είναι ένα κουστούμι που το φοράς όποτε θέλεις να κάνεις φιγούρα.
Είναι ένα ρούχο που φοράς καθημερινά και σε χαρακτηρίζει.
Έχω πετύχει πολλές φορές ανθρώπους οι οποίοι κουνώντας επιδεικτικά το δάχτυλο, φουσκώνουν το ηθικό «Εγώ» τους πλέκοντας οι ίδιοι το εγκώμιο της ακεραιότητας του χαρακτήρας τους, ενώ οι πράξεις τους φωνάζουν από χιλιόμετρα πόσο υποκριτές είναι.
Εκείνοι που κατ’ εξοχήν ηθικολογούν, είναι οι πιο ανήθικοι.
Έχω επίσης γνωρίσει εκείνους τους ανθρώπους που στην προσπάθεια τους να περνούν όσο το δυνατόν απαρατήρητοι, υιοθετούν τη συμπεριφορά της γάτας.
Τρίβονται δηλαδή στα πόδια οποιουδήποτε βρεθεί στο δρόμο τους, χαριεντίζονται και συμφωνούν σε ό,τι λέει ή κάνει, ενώ μόλις γυρίσουν την πλάτη τους, θάβουν ασύστολα και χωρίς ίχνος ντροπής.
Όμως, εκείνοι που ακατάπαυστα δικαιολογούν, είναι οι πιο άδικοι.

Το θάρρος της γνώμης έχει από καιρό πάει περίπατο.
Το λεγόμενο «χάιδεμα» των αυτιών είναι συνήθης πρακτική και μάλιστα συχνά με τα επιθυμητά αποτελέσματα, δηλαδή να κρατάμε εαυτόν μακριά από διαμάχες που μπορεί να μας κοστίσουν σε προσωπικό ή επαγγελματικό επίπεδο.
Πολλοί άνθρωποι δικαιολογούν αυτή την πολιτική, διότι ας μη γελιόμαστε περί πολιτικής πρόκειται, με διάφορα επιχειρήματα, μερικά από τα οποία μπορεί να έχουν κάποια βάση διότι σε γλιτώνουν από έχθρες και μαλώματα.
Εντάξει λοιπόν.
Αν ο άλλος επιμένει πως ο γάιδαρος πετάει, δεν είναι ανάγκη να μπεις στην διαδικασία να αποδείξεις κι εσύ πως δεν είσαι ελέφαντας. Άσε τον τρελό στην τρέλα του, που λέει και το γνωστό λαϊκό άσμα.
Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που μπαίνει στη μέση η ηθική;
Είναι σαφέστατα δύσκολο να προσδιορίσεις ποιες ανθρώπινες πράξεις είναι ορθές και αποδεκτές και ποιες είναι λανθασμένες και ανάρμοστες.
Σπάνια υπάρχει συμφωνία ως προς τις παραμέτρους που προσδιορίζουν το ηθικό και το ανήθικο.
Όμως, σε θέματα συνειδήσεως δεν έχει θέση ο νόμος της πλειοψηφίας.
Συχνά επηρεαζόμαστε από το πώς αντιμετωπίζουν οι γύρω μας ένα θέμα και προσπαθούμε να πάμε με το ρεύμα.
Οι πραγματικές αρχές παρόλα αυτά, θα έπρεπε να είναι αμετακίνητες σαν βράχος, να τις υπερασπιζόμαστε με όποιο κόστος. Μπορούμε να ακολουθούμε το ρεύμα στον τρόπο που τοποθετούμαστε ή χειριζόμαστε μια κατάσταση, αλλά να μην κάνουμε εκπτώσεις σε αυτά που πιστεύουμε, ακόμη κι όταν δεν έχουμε να κερδίσουμε ή να χάσουμε κάτι.
Είναι θέμα αρχής.
Αληθινός δείκτης πολιτισμού δεν είναι το επίπεδο του πλούτου ή της μόρφωσης, ούτε οι προσωπικές απολαβές.
Είναι το προσωπικό ήθος.
Δεν κάνω λόγο ούτε για την κοινωνική, ούτε τη σεξουαλική, ούτε τη χριστιανική ηθική.
Μιλάω για την αρχή όλων των ηθικών παραμέτρων, που δεν είναι άλλη από την προσωπική αντίληψη και ατομική στάση, απέναντι στο καλό και το κακό.
Η ουσιαστική, λοιπόν, ηθική, είναι η επαφή με την ίδια τη φωνή της συνείδησής μας.
Κάθε άνθρωπος βλέπει τον κόσμο με τα δικά του μάτια, τον αξιολογεί δηλαδή όπως αυτός είναι συνηθισμένος, μ’ ένα δικό του τρόπο, ξεκινώντας από μερικές γενικές κατευθύνσεις.
Ο Κομφούκιος είπε πως η απόλυτη αρετή συνίσταται από την ικανότητα να τηρείς οπουδήποτε πέντε κανόνες: σοβαρότητα, γενναιοδωρία, ειλικρίνεια, συνέπεια, καλοσύνη.
Απόλυτα ενάρετος δεν είναι κανένας μας. Όλοι έχουμε καλές και κακές πτυχές.
Ο τρόπος που φερόμαστε στους άλλους, οι πράξεις μας ή ακόμη και η απουσία πράξης, καθορίζουν το ήθος μας.
Δεν πρέπει να αντιδρούμε μόνο σε ό,τι μας πληγεί σε προσωπικό επίπεδο.
Πρέπει να έχουμε το σθένος να υποστηρίζουμε τις αρχές μας οποτεδήποτε χρειαστεί.
Κάποια στιγμή θα πρέπει να σταματά το βόλεμα της αυτοδικαιολογίας και ο καθένας να υπερασπίζεται την ηθική του, αν έχει, και να κάνει αυτό που πρέπει, όταν πρέπει.
Ο Δάντης έγραψε ότι οι πιο καυτές θέσεις στην κόλαση είναι κρατημένες γι’ αυτούς που, σε καιρούς μεγάλης ηθικής κρίσης, διατηρούν ουδέτερη στάση.
Κάτι θα ήξερε παραπάνω.

Μην κλαις βλάκα!

Οι γνωστοί γκρινιάρηδες!
Ξεκινάνε τη ζωή τους από νωρίς ως γκρινιάρικα μωρά που πονάει η κοιλίτσα τους, ίσα ίσα για να τρέξει η μαμά με το μπαμπά να τα νταχντιρντίσει.

Τα μωρά, που μια γρατζουνιά τους είναι αρκετή να ξεσηκώσει μια γειτονιά, να σηκώσει τρία σούπερ πούμα και να αναγκάσει τον υπουργό Εσωτερικών να κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση κόκκινου συναγερμού.
Εκείνη η τσιρίδα χωρίς δάκρυα.
Βέβαια, μόλις τραβήξουν την προσοχή ξεχνιούνται και οι πόνοι και τα αίματα.

Συνήθως εξελίσσονται στα παιδιά που χρησιμοποιούν το γοερό κλάμα για να αποφύγουν την κατσάδα της δασκάλας, την τιμωρία της μαμάς, οτιδήποτε μπορεί να τα ζορίσει.
Αν δεν συμβεί κάτι σοβαρό ώστε να ωριμάσουν, καταλήγουν drama queens και drama kings.
Γιατί ναι, υπάρχει και αρσενική βερσιόν και ίσως είναι και πιο ενοχλητική.

Είναι τα άτομα που θα δεις το όνομα τους στην αναγνώριση και αυθόρμητα θα αναρωτηθείς τι έγινε πάλι.
Είναι αυτοί που αρκετές φορές επέλεξες να μην τους σηκώσεις το τηλέφωνο, γιατί δεν είχες όρεξη για πρήξιμο.

Θα σε πάρουν οποιαδήποτε ώρα του εικοσιτετραώρου για να σου εξιστορήσουν με τρεμάμενη φωνή το κακό που τους βρήκε θεωρώντας δεδομένη τη διάθεση σου να ακούσεις το οτιδήποτε τραγικό τους βρήκε, πάλι!
Γιατί το δράμα τους, πάντα έχει προτεραιότητα ό,τι κι αν έχεις να κάνεις.
Θα αναρωτηθούν πολλές φορές "Γιατί σε μένα ρε π&*#%η μου!!", "Τι μαλακομαγνήτη έχω!", "Ποιος με μούντζωσε;".

Και εννοείται ότι τα προβλήματα τους χωράνε μόνο σε ένα απύθμενο πηγάδι απ' όπου τραβάνε με κλήρο τη "συντέλεια" που τους βρίσκει κάθε φορά.
Προβλήματα που ποικίλλουν.
Γκόμενος που δεν τους κάθεται, αφεντικά που τους κάνουν τη ζωή μαύρη, μάνα που θέλει κουφέτα και εγγονάκια, σπιτονοικοκυρά που θέλει τα νοίκια, κράτος που θέλει φόρους, ενώ προσθέτονται σε όλα αυτά οι ψυχοσωματικοί πόνοι στο στομάχι και οι ημικρανίες.

Λίστα ατέρμονη. Κάθε πρόβλημα σαν λερναία ύδρα γεννά περισσότερα προβλήματα, τα προβλήματα γεννάνε περισσότερη κλάψα και η κλάψα κάνει πλούσιες τις φαρμακευτικές, γιατί μετά από οποιαδήποτε συναναστροφή με τέτοιους ανθρώπους, δεν είναι αρκετή μια απλή δόση παυσίπονου.
Και τώρα, ελέω κρίσης... Πόση μιζέρια...Ειδικά όταν βλέπεις δυο μέτρα άντρες οικογενειάρχες να μιρλιάζουν για την οικονομική κατάσταση και τις πολιτικές ευθύνες, νιώθεις πως θες να ξεριζώσεις τα αυτιά σου.

Εννοείται βεβαίως πως κάθε συζήτηση αναφέρει μόνο τα προβλήματα και ούτε υπόνοια λύσης.
Γιατί αν επιλυθεί το θεματάκι του, με τι θα σου ζαλίζει τον έρωτα;

Πόσες φορές θες να του φωνάξεις ότι δεν σε νοιάζει! Να του πεις get a life!
Ότι δεν θες να ακούσεις γιατί είσαι θετικός άνθρωπος και προτιμάς να βρίσκεις λύσεις παρά να βουλιάζεις στον βούρκο της μιζέριας
Ότι δεν έχεις καμιά όρεξη να σου μαυρίζει την ψυχή!

Πόσο θα ήθελες να επαναλάβεις τη φράση από τον Χέρτσογκ του Σολ Μπέλοου "Μην κλαις, βλάκα, ζήσε ή πέθανε, αλλά μην δηλητηριαζεις τα πάντα".

Ηδονή: άγγελος ή δαίμονας;

Είναι οι ηδονές από τους κύριους κινητήριους μοχλούς της ζωής του καθενός;

Η ηδονή είναι η ευχαρίστηση που αισθάνεται κάποιος όταν ικανοποιούνται οι φυσικές - βιολογικές επιθυμίες, ανάγκες ή ορμές του, ειδικότερα δε, οι σεξουαλικές.

Ο Καβάφης αφιέρωσε μεγάλο μέρος του έργου του στη φευγαλέα εμπειρία και την ερωτική στιγμή και προσπάθησε να δώσει αιώνια υπόσταση σε κάτι τόσο περαστικό. Αναζήτησε μέσα από τις λέξεις την επαφή και τις ερωτικές αισθήσεις του παρελθόντος, ύμνησε την ηδονή και φυσικά δεν υπήρξε ο μόνος.

Ο φιλόσοφος Αριστοτέλης μίλησε για την ηδονή και την αξία της, η οποία, σύμφωνα με εκείνον εξαρτάται από την αξία της ενέργειας που την προκαλεί, διευκρινίζοντας πως θεωρεί σημαντικότερη την ηδονή που προκαλούν η πνευματική εργασία και η δημιουργία. Καταδίκασε τα άκρα και τις υπερβολές των άλογων παθών και ηδονών και έβαλε την αρετή πάνω από αυτά.

Ο Μαρκήσιος ντε Σαντ από την άλλη, δήλωσε πως η πραγματική ευτυχία βρίσκεται στις αισθήσεις και πως η αρετή δεν ικανοποιεί καμιά από αυτές.

Βεβαίως, από την αρετή ως την πλήρη ακολασία και διαστροφή, η απόσταση είναι απείρως μεγάλη. Ή μήπως όχι, τελικά;

Η ακολασία έχει την ικανότητα να μπερδεύει το μυαλό, να καθοδηγεί το κορμί και ταυτόχρονα να μειώνει τη σημασία του συναισθήματος, επικεντρώνοντας όλες τις αισθήσεις στα αισθήματα που προκαλεί η ηδονή.
Η ηδονή είναι λέξη δυνατή που μπορεί να σταθεί μόνη της, να πλημμυρίσει το μυαλό σκέψεις και να χαρίσει στο κορμί στιγμές απόλαυσης. Πολλές φορές, αν όχι πάντα, έχει μια εσάνς βρώμικου, καθώς έχει επίσης συνδεθεί θρησκευτικά με την αμαρτία. Τελικά είναι η ηδονή αμαρτία ή μήπως η αμαρτία είναι μια ακόμη ηδονή;

Οι περισσότερες απολαύσεις έχουν έστω μια μικρή δόση αμαρτίας ή ενοχής. Αρέσκονται οι άνθρωποι να ενδίδουν σε πάθη, μεγάλα ή μικρά. Η αίσθηση του απαγορευμένου μεγεθύνει συνήθως το αίσθημα της απόλαυσης. Δοκιμάζουν κάτι που απαγορεύεται, κυλιούνται σε απαγορευμένα σεντόνια λαγνείας και πόθου, ζουν στιγμές απόλυτης ηδονής και αυτή η στιγμιαία αίσθηση τους ικανοποιεί. Για την ακρίβεια, τους ικανοποιεί τόσο πολύ, που είναι έτοιμοι να ρισκάρουν, να κάνουν λάθος, να "αμαρτήσουν" για χάρη της.

Δεν ξέρω πότε και πώς ακριβώς φτάσαμε να θεωρούμε την ηδονή και την επιθυμία σύμβολα της αμαρτίας, της φθαρτότητας και νομιμοποιήσαμε συγκεκριμένες επιθυμίες και ηδονές κατά το δοκούν.

Δεν ξέρω πότε ακριβώς οι άνθρωποι έβαλαν "πρέπει" και "δεν πρέπει" στις φυσικές ορμές του καθενός. Ακόμη και αν πολλοί κατά καιρούς έχουν προσπαθήσει να πείσουν τους υπόλοιπους για το αντίθετο, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονος πως αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης είναι να ηδονιζεται.

Είναι σαφές πως δεν μπορούν να υπάρξουν όρια σε μια φυσική ορμή, καθώς ξεκινά από το μυαλό και το μυαλό –όπως είναι γνωστόν- δεν έχει όρια.
Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει πως πρέπει να φτάσουμε στο άλλο άκρο και να δεχτούμε καταστάσεις παιδοφιλίας ή βιασμού, για παράδειγμα, βασιζόμενοι στο γεγονός πως για κάποιους είναι τρόποι ηδονής. Οποιαδήποτε επιθυμία ή ορμή είναι δεκτή, μόνο εφόσον αφορά το ίδιο το άτομο και δεν επηρεάζει αρνητικά τα υπόλοιπα.

Η ηδονή, είτε θέλουμε να το παραδεχτούμε ή όχι, είτε θέλουμε να κλείνουμε τα μάτια στην ύπαρξη της είτε όχι, είτε ο κλήρος την αποδέχεται είτε όχι, είναι μέρος της ζωής και μάλιστα ένα μεγάλο κομμάτι της βασίζεται σε αυτή, καθώς οι απολαύσεις και η ευδαιμονία είναι στοιχεία που ο καθένας αναζητά για να νιώθει πλήρης και ευτυχισμένος.

 Αντί λοιπόν να κρίνουμε και να κατακρίνουμε - το κάνουμε ανεπιτυχώς αιώνες τώρα, καθώς στα κρυφά όλοι έχουν παραδοθεί στην ηδονή κάποια στιγμή στη ζωή τους- ίσως έχει έρθει η ώρα απλώς να παραδεχτούμε κάτι που ήδη ξέρουμε: Οι ηδονές είναι ένας από τους κύριους κινητήριους μοχλούς στη ζωή του καθενός.
Οι απολαύσεις των αισθήσεων ήταν και θα είναι πάντα εδώ γύρω, έτοιμες να ρίξουν τις άμυνες, να γκρεμίζουν κάστρα ή απλώς να σε ωθήσουν να υπερβείς μικρά εμπόδια ώστε να νιώσεις την απόλαυση του να χάνεις τον έλεγχο του εαυτού σου, για εκείνα τα λίγα, σχεδόν θεϊκά, δευτερολέπτα.

Η αρετή της μη προσκόλλησης

Ο άνθρωπος πρέπει να μάθει να έχει όλα όσα πραγματικά χρειάζεται αλλά να στέκεται χωρίς προσκόλληση προς όλα όσα έχει, συνειδητοποιώντας ότι οτιδήποτε και όλα όσα έχει μπορούν να αφαιρεθούν απ’ αυτόν.

Η μη προσκόλληση οδηγεί τον άνθρωπο στην πνευματική ελευθερία γιατί όσο περισσότερο είναι αποσπασμένος, τόσο πιο ελεύθερος γίνεται από τις δυνάμεις των αποκτημάτων του. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως οτιδήποτε έχουμε ζει με την ενέργειά μας αν δεν έχουμε απόσπαση. Εάν είμαστε προσκολλημένοι σε οποιοδήποτε αντικείμενο, αυτό το αντικείμενο καταναλώνει την ψυχική μας ενέργεια, και όποιος χάνει την ψυχική του ενέργεια πέφτει θύμα των καταστροφικών δυνάμεων της Φύσης.

Η μη προσκόλληση σημαίνει να μην προσκολλάται κανείς αλλά και να αποσύρεται εσωτερικά. Όσο περισσότερο κάποιος πηγαίνει μέσα στα εσωτερικά στρώματα της συνειδητότητάς του, τόσο έρχεται σε επαφή με πηγές καινούργιας ενέργειας που μπορούν να θεραπεύσουν τους φορείς του.

Χρειάζεται ενέργεια για να καταπολεμηθούν οι αιτίες των ασθενειών και επίσης να απολαύσουμε ομορφιά, χαρά, αρμονία και δημιουργικότητα.

Η μη προσκόλληση επίσης μας προστατεύει από σοκ όταν η πλευρά της μορφής της ζωής μας αρχίζει να εξαφανίζεται. Πολλοί άνθρωποι νιώθουν τρομερά σοκαρισμένοι όταν χάνουν αντικείμενα με τα οποία είχαν ταυτιστεί. Αυτά τα σοκ μπορεί να δημιουργήσουν διάφορες αναταραχές και να τους οδηγήσουν σε ασθένειες.

Προσπαθήστε σιγά σιγά να εξασκήσετε το νόμο της μη προσκόλλησης στη ζωή σας. Καθημερινά αφιερώστε χρόνο για να αναλογιστείτε ότι δεν κατέχετε τίποτα, και όλα όσα νομίζετε ότι κατέχετε θα εξαφανιστούν με διάφορους τρόπους και για διάφορους λόγους. Φανταστείτε με πόσα αντικείμενα είστε ταυτισμένοι – υλικά, συναισθηματικά, νοητικά. Προσπαθήστε να αποκολληθείτε απ’ αυτά αν θέλετε να είστε πιο υγιείς. Αλλά αναλογιστείτε ότι το να αποκολληθείτε από τα υλικά, συναισθηματικά και νοητικά αντικείμενα δεν σημαίνει να δραπετεύσετε. Μπορείτε ακόμα να φροντίζετε τα αντικείμενα που χρειάζονται στην ζωή της υπηρεσίας σας. Στην πραγματικότητα, μπορείτε να χρησιμοποιείτε τα αποκτήματά σας καλύτερα και πιο στοχευμένα εάν καλλιεργήσετε μια αποστασιοποιημένη στάση προς αυτά.

Τα αντικείμενα που έχουν υλική φύση είναι εύκολο να αποσπαστείτε απ’ αυτά, καθώς τα γεγονότα στη ζωή δείχνουν το πόσο παροδικά είναι. Αλλά τα συναισθηματικά αντικείμενα είναι πιο προσκολλητικά. Ακόμα κι αν χάσετε τον φορέα των συναισθηματικών σας αντικειμένων, τα συναισθηματικά αντικείμενα μένουν μαζί σας για πολύ καιρό, απομυζώντας την ενέργειά σας.

Για να αποκολληθείτε από συναισθηματικά αντικείμενα και από το μίσος σας, τον θυμό, το φόβο, τη ζήλια και την εκδικητικότητα, πρέπει να λάβετε αυστηρά μέτρα.

Τα νοητικά αντικείμενα είναι πιο πολύπλοκα. Τα σχέδιά σας, οι αποφάσεις, οι ψευδαισθήσεις, οι γνώμες, οι πεποιθήσεις, ο φανατισμός κλπ, μένουν με τις εικόνες σας και νομίζετε ότι δεν μπορείτε να υπάρξετε χωρίς αυτά.

Οι ασθένειες στη φύση σας ξεκινούν από το μέρος όπου είστε ταυτισμένοι με το αντικείμενο που υπάρχει σ’ αυτό το πεδίο.

Η προσκόλληση σε υλικά αντικείμενα περιπλέκει την υλική σας ζωή. Η προσκόλληση σε συναισθηματικά αντικείμενα περιπλέκει τόσο την υλική, όσο και την συναισθηματική σας ζωή. Η προσκόλληση στα νοητικά σας αντικείμενα περιπλέκει και τα τρία – την υλική, συναισθηματική και νοητική σας ζωή. Κάθε αντικείμενο σε οποιοδήποτε επίπεδο δημιουργεί εμπόδια στις δραστηριότητές σας, στην δημιουργικότητα και στην κατανόηση, μπλοκάρει την όρασή σας και σας αποτρέπει από το να φτάσετε σε μια καλύτερη κατανόηση της ζωής και τη σχέση σας με αυτή.

Μπορείτε να δείτε πολλούς φανατικούς όχι μόνο στις φυλακές αλλά ακόμα και στα νοσοκομεία. Ο φανατισμός είναι το χειρότερο είδος προσκόλλησης. Ακόμα περισσότερο είναι η προσκόλληση στην εικόνα σας και στο εγώ σας. Αυτό δεν είναι ένα εύκολο πρόβλημα αλλά πρέπει να προσπαθήσετε να αποκολληθείτε από τον μη αληθινό εαυτό σας. Αυτό ενίοτε λέγεται και αυταπάρνηση. Εκείνοι που μπορούν να αποκολλήσουν τον εαυτό τους από τον ψευδή εαυτό τους γίνονται σαν πύργοι στην ανθρωπότητα.

Η μη προσκόλληση είναι μια σταδιακή επικέντρωση μέσα στην εσωτερική σας Θειότητα, χωρίς να χάνετε τον έλεγχο της εξωτερικής σας ζωής.

Αυτό που Νιώθω ως Απόρριψη δεν είναι πάντα Απόρριψη

Οποτεδήποτε πέφτουμε «θύματα» απόρριψης, ο πειρασμός να στραφούμε εναντίον μας και να πιστέψουμε ότι είμαστε ανάξιοι να αγαπηθούμε, είναι μεγάλος. Και, μάλιστα, είναι ακόμα μεγαλύτερος, αν δεν εκτιμούμε αρκετά τον εαυτό μας κι αν αντιλαμβανόμαστε το όχι του άλλου ως ολοκληρωτική απόρριψη του ποιοι είμαστε ως άνθρωποι.

Το θέμα με την απόρριψη δεν είναι να πατήσουμε ένα κουμπί και να σταματήσουμε να υποφέρουμε. Το θέμα είναι να προσπαθήσουμε να απαλλαγούμε από την αυτολύπηση, την αυτοκατηγορία και την αυτοαπόρριψη που προκαλεί η διαστρέβλωση των παραμέτρων της κατάστασης ή η άρνηση να εξετάσουμε περισσότερο ρεαλιστικά τα δεδομένα.

Παρόλο που η προτροπή να σκεφτούμε ορθολογικά ενώ βρισκόμαστε σε συναισθηματική ένταση, μοιάζει σαν κουβάς με κρύο νερό στο πρόσωπο, είναι ίσως ο μόνος τρόπος να καταλάβουμε ότι πολλά από εκείνα που μας πληγώνουν ή μας στενοχωρούν σε σχέση με την απόρριψη, δεν έχουν τίποτα να κάνουν με εμάς προσωπικά ή με την αξία μας.

Απόρριψη δεν είναι το να τελειώσει η σχέση

Μπορεί να είναι εξοργιστικό εκτός από κοινότοπο, αλλά αυτό δεν είναι λόγος να κάνουμε ότι δεν το ξέρουμε: είτε από χωρισμό είτε από θάνατο, όλες οι σχέσεις κάποτε τελειώνουν, ενώ κάποιες άλλες δεν αρχίζουν ποτέ. Όσοι είμαστε πάνω από δέκα χρόνων το ξέρουμε καλά ότι το ξεκίνημα μιας σχέσης αναγγέλλει, συγχρόνως, και το θάνατό της, όπως συμβαίνει με όλα τα πράγματα στη ζωή.

Θα ήταν ωραία η δική μας σχέση να γινόταν η εξαίρεση αυτού του κανόνα, αλλά δεν φαίνεται να υπάρχει γνωστός τρόπος να αποφύγει κανείς το τέλος. Μπορεί αυτή να είναι μια γνώση βαθιά αποκαρδιωτική, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι απόρριψη του ποιοι είμαστε ως άνθρωποι.

Απόρριψη δεν είναι το να μην ταιριάξουμε με έναν άνθρωπο

Οι αποφάσεις που παίρνουμε στις σχέσεις μας δεν είναι συνειδητές, ή τουλάχιστον, δεν είναι 100% συνειδητές. Σχετίζονται με τα ποικίλα και, συχνά, αντιφατικά συναισθήματά μας, σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερες παραμέτρους των εκάστοτε συνθηκών.

Εκείνος που μας απορρίπτει, τις περισσότερες φορές, δεν είναι ένας μοχθηρός άνθρωπος που θέλει επί τούτου να μας βλάψει. Το πιθανότερο είναι ότι δεν αντιλαμβάνεται καν το κόστος που ενδέχεται να έχει η απόφαση του για εμάς. Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις που το αντιλαμβάνεται, δεν μπορούμε να ξέρουμε πόσο εύκολο ή δύσκολο του είναι μας απορρίψει ή τι χρειάστηκε να αντιμετωπίσει ώσπου να καταλήξει σε αυτή την απόφαση. Δεν αποκλείεται να νιώθει ενοχές ή να προσπάθησε να το αποφύγει και να μην τα κατάφερε. Δεν αποκλείεται να εύχεται να μπορούσε να μας αγαπήσει, αλλά να μην μπόρεσε να το κάνει. Δεν αποκλείεται ακόμα και να μας αγαπά, αλλά να αισθάνεται ότι δεν μπορεί να ανταπεξέλθει ή δεν επιθυμεί να ανταποκριθεί σε όσα προϋποθέτει η σχέση μαζί μας, ιδίως αν η σχέση είναι ταλαιπωρημένη, περίπλοκη ή θέλει πολλή δουλειά.

Δεν έχουμε τρόπο να ξέρουμε τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι του άλλου κι εκείνος δεν είναι υποχρεωμένος να το μοιραστεί μαζί μας αν δεν θέλει. Μπορεί να μην ένιωσε σίγουρος για τον εαυτό του ή για εμάς και να φοβήθηκε να πάρει το ρίσκο. Μπορεί αρχικά να υπερεκτίμησε το ενδιαφέρον του και στην πορεία της σχέσης να μην του βγήκε. Μπορεί να συνειδητοποίησε ότι δεν θέλουμε τα ίδια πράγματα ή ότι βρισκόμαστε σε διαφορετικά σημεία στη ζωή. Μπορεί να μην νιώθει έλξη για εμάς ή να ενδιαφέρεται για κάποιον άλλον. Μπορεί να αισθάνεται ότι του πέφτουμε λίγοι. Ή ότι του πέφτουμε πολλοί.

Το δεδομένο είναι ότι ο άλλος είναι ένας διαφορετικός άνθρωπος που ζει στην δική του πραγματικότητα. Η ιστορία, η εμπειρία, οι προσδοκίες, οι φόβοι και οι ανασφάλειές του είναι τα στοιχεία που καθορίζουν τις επιλογές του και όχι εμείς.

Η σκληρή αλήθεια είναι ότι δεν αρέσουμε όλοι σε όλους ούτε ταιριάζουμε όλοι με όλους κι αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις ικανότητες, την ελκυστικότητα ή την αξία μας. Το να μην λειτουργήσουν τα πράγματα με έναν άνθρωπο δεν είναι απόρριψη του ποιοι είμαστε, είναι το στοίχημα που κερδίζει εννιά φορές στις δέκα.

Απόρριψη δεν είναι να μας απορρίψει ο άλλος αφού πρώτα τον έχουμε απορρίψει εμείς με χίλιους τρόπους με το να τον κρίνουμε και να μην τον αποδεχόμαστε όπως ακριβώς είναι

Μερικές φορές νομίζουμε ότι ξέρουμε καλύτερα τον άλλο από ό,τι ξέρει εκείνος τον εαυτό του και προσπαθούμε να του επιβάλλουμε την δική μας οπτική για τα πράγματα, αφαιρώντας του το δικαίωμα να αποφασίσει για τον εαυτό του και δείχνοντας έλλειψη σεβασμού στο πρόσωπό του.

Αν διαφωνούμε με όσα λέει ή κάνει, αν επικρίνουμε τις αξίες και τις θέσεις του, αν έχουμε έναν αέρα ανωτερότητας απέναντί του, αν διαρκώς του υπενθυμίζουμε πως όσα λέει ή κάνει είναι λάθος, αν δεν βλέπουμε ποιος πραγματικά είναι επειδή δεν μας αρέσει ή δεν μας βολεύει ο πραγματικός εαυτός του, αν του ζητάμε πράγματα που δεν μπορεί ή δεν θέλει να δώσει, αν απαιτούμε, παρακαλούμε ή ελπίζουμε να αλλάξει και να γίνει κάποιος άλλος, αν με λίγα λόγια, με όλους αυτούς τους τρόπους τον απορρίπτουμε, πώς γίνεται να μας φαίνεται άδικο ή παράλογο που μας απορρίπτει;

Οι άνθρωποι δεν είναι υποχρεωμένοι να γίνουν όπως τους θέλουμε ούτε να κάνουν αυτό που θέλουμε ούτε να πάρουν αυτό που τους δίνουμε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτό που προσφέρουμε δεν είναι σημαντικό. Το ότι κάποιος επέλεξε να μην αλλάξει προκειμένου να ικανοποιήσει τις προσδοκίες μας ή να ανταποκριθεί στα συναισθήματά μας, δεν είναι απόρριψη του ποιοι είμαστε ως άνθρωποι, είναι απλώς ένδειξη ότι αρνήθηκε να πάψει να είναι ο εαυτός του.

Απόρριψη δεν είναι να απορρίψει ο άλλος μια καρικατούρα του εαυτού μας την οποία του παρουσιάσαμε προκειμένου να μας αποδεχτεί

Αν λόγω της δικής μας ανασφάλειας ή αγωνίας να γίνουμε αποδεκτοί και αρεστοί, παραστήσαμε ότι είμαστε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε, επικοινωνήσαμε άλλα από αυτά που σκεφτόμασταν και δείξαμε άλλα από αυτά που θέλαμε, καταπιέζοντας, παράλληλα, τον αυθεντικό εαυτό μας και τις πραγματικές μας ανάγκες, ο άλλος κάποιον φαίνεται να απορρίπτει, αλλά αυτός ο κάποιος δεν είμαστε εμείς.

Είναι το ψεύτικο προσωπείο που του παρουσιάσαμε κι αυτό μπορεί να είναι ένας καλός λόγος να ξεκινήσουμε θεραπεία, αλλά δεν είναι απόρριψη του ποιοι πραγματικά είμαστε ως άνθρωποι.

Απόρριψη δεν είναι να μας απορρίψει κάποιος ο οποίος, αργά ή γρήγορα, άμεσα ή έμμεσα, απορρίπτει τους πάντες

Μοιάζει να απορρίπτει εμάς, αλλά στην πραγματικότητα, ένας άνθρωπος συναισθηματικά μη διαθέσιμος που η καρδιά του είναι διπλοσφραγισμένη, απορρίπτει όλα τα τρομακτικά πράγματα που συμβολίζει στο μυαλό του η σχέση: το ενδεχόμενο να έρθει κοντά, να δείξει αδυναμία, να εμπιστευτεί, να συνδεθεί, να νοιαστεί και να διακινδυνέψει να πληγωθεί.

Αν επιλέγουμε τέτοιους ανθρώπους να σχετιστούμε, αν δηλαδή οι ίδιοι βάζουμε τον εαυτό μας σε καταστάσεις που η απόρριψη είναι εξασφαλισμένη, το πραγματικό μας πρόβλημα δεν είναι η απόρριψη, είναι η αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Ο άλλος, σε αυτές τις περιπτώσεις, απλώς κάνει αυτό που ξέρει να κάνει και αυτό που τον «προσλάβαμε» να κάνει. Αν αφήνουμε τον εαυτό μας εκτεθειμένο σε καταστάσεις που η απόρριψη καραδοκεί ή αν νιώθουμε την ανάγκη να εμπλακούμε σε τέτοιες καταστάσεις προκειμένου, ίσως, να αναβιώσουμε τα παλιά μας δράματα, δεν δικαιούμαστε να μιλάμε για καθαρή απόρριψη, αλλά για υπολογισμένη, ενορχηστρωμένη απόρριψη η οποία μας επιβεβαιώνει όλα τα αρνητικά που πιστεύουμε για τον εαυτό μας - πρωτίστως ότι είμαστε ανάξιοι να αγαπηθούμε.

Δεν είναι λογικό να απογοητευόμαστε και να αυτομαστιγωνόμαστε επειδή το ψαράκι που ερωτευτήκαμε και υιοθετήσαμε δεν κατάφερε να πετάξει. Είναι ψάρι γι’ αυτό δεν πετάει. Η «ανικανότητά» του δεν σημαίνει ότι εμείς δεν είμαστε αρκετά καλοί, ούτε ότι δεν μας αγαπάει, ούτε ότι δεν αξίζουμε να πετάξει για μας. Η «ανικανότητά» του να πετάξει δεν είναι απόρριψη του ποιοι είμαστε ως άνθρωποι, είναι απόδειξη ότι δεν είναι φτιαγμένο για να πετάει.

BONUS: Ο ΤΡΟΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ ΕΧΟΥΝ ΣΗΜΑΣΙΑ
Οποιοσδήποτε έχει δικαίωμα να μας απορρίψει χωρίς αυτό να τον κάνει «κακό» άνθρωπο. Αυτό που ενδεχομένως κάνει «κακό» έναν άνθρωπο, είναι ο τρόπος που επιλέγει να το κάνει ή οι συνθήκες υπό τις οποίες το κάνει.  

Κάποιοι άνθρωποι, για τους δικούς τους λόγους, φαίνεται να έχουν μεγάλη ευκολία να αλλάζουν τους ανθρώπους σαν τα πουκάμισα ή να μπαινοβγαίνουν στις ζωές των άλλων ή να τους χρησιμοποιούν και να τους πετάνε, χωρίς να υπολογίζουν τις συνέπειες, με την προϋπόθεση να περνούν οι ίδιοι καλά.

Δεν λέω ότι πρέπει να χρυσώνουμε το χάπι, αλλά είναι άλλο να εξηγήσει κανείς τους λόγους που δεν επιθυμεί να παραμείνει σε μια σχέση και τελείως άλλο να εξαφανιστεί χωρίς εξήγηση. Είναι άλλο να εξαφανιστεί επειδή νιώθει ενοχές ή δεν αντέχει τις αντιπαραθέσεις και τελείως άλλο να εξαφανιστεί επειδή δεν δίνει δεκάρα για το αν θα αφήσει ξεκρέμαστο έναν άνθρωπο. Είναι άλλο να αμφιταλαντεύεται και να διστάζει να πει ένα ξεκάθαρο όχι, από φόβο ότι θα πληγώσει τον άλλον και τελείως άλλο να έχει αποφασίσει μέσα του ότι δεν θέλει, αλλά να αποφεύγει το ξεκάθαρο όχι επειδή απολαμβάνει την προσοχή και το ενδιαφέρον.

Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι, πολλές φορές, η απόρριψη, όσο και να πληγώνει, είναι το πιο αξιοπρεπές, ειλικρινές και έντιμο πράγμα να κάνει κανείς.



ΤΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΠΑΨΟΥΜΕ ΝΑ ΝΙΩΘΟΥΜΕ ΘΥΜΑΤΑ
Η διεύρυνση της προοπτικής όταν βιώνουμε μια απόρριψη δεν απομακρύνει τον πόνο, αλλά βοηθά να αναλάβουμε το δικό μας μερίδιο ευθύνης, να δούμε ξεκάθαρα πού βρισκόμαστε σε σχέση με αυτό που ζούμε και να αναρωτηθούμε αν χρειάζεται να αλλάξουμε πράγματα στον εαυτό μας ή να επαναξιολογήσουμε τις επιλογές μας.

Λέγοντας «ο άλλος με απέρριψε», αντί να πούμε «τα πράγματα δεν λειτούργησαν», είναι σαν να αποποιούμαστε τη δική μας ευθύνη και να αποδυναμώνουμε τον εαυτό μας, αναγορεύοντάς τον σε θύμα της κατάστασης, σαν να μην ήμασταν κι εμείς μέρος της δυναμικής της σχέσης, σαν ο άλλος να ήταν ο μόνος που είχε το δικαίωμα να κρίνει, να αποφασίζει και να διαλέγει. Εμείς τι κάναμε εκεί; Δεν κρίναμε; Δεν διαλέγαμε; Δεν αποφασίζαμε;

Με το χέρι στην καρδιά: Πόσο αληθινά υπέροχη ήταν η σχέση που είχαμε και πόσο αληθινά υπέροχος ήταν ο άνθρωπος που μας απέρριψε; Τι παραπάνω δυνατότητες βλέπουμε εμείς που ο άλλος δεν κατάφερε να δει; Πόσο τέλεια και ειδυλλιακά ήταν όλα; Πόσο «ξαφνική» ήταν η απόρριψη; Πόσο ήταν αποκλειστικά δική του απόρριψη; Πόσο ικανοποιημένοι ήμασταν στην πραγματικότητα; Πόσο βλέπαμε κατάματα την αλήθεια, του άλλου ή τη δική μας;

Η προοπτική μάς βοηθά να τοποθετήσουμε τα πράγματα σε πιο ρεαλιστική βάση, αλλά φυσικά δεν ακυρώνει το όχι. Το όχι του άλλου είναι δεδομένο και πολύ αληθινό, και μπορεί μεν να μην σχετίζεται με την αξία μας, αλλά κανείς δεν αμφισβητεί ότι σχετίζεται στενά με τα όνειρα, τις ελπίδες και τις επιθυμίες μας που ματαιώθηκαν.

Αυτή είναι η πραγματική απώλεια της «απόρριψης» και αυτήν καλούμαστε να διαχειριστούμε και να χωρέσουμε μέσα μας, ο καθένας σε μια δική του προσωπική διαδρομή, συνήθως με πολύ πόνο και πολύ δάκρυ στην πορεία, αλλά και με σπουδαία μαθήματα στο τέλος.

Η καλύτερη «μπίζνα»

Πώς θα σας φαινόταν να έχετε την συμμετοχή ή και τη διαχείριση μέρους μιας τεράστιας πολυεθνικής, με τεράστια κινητή και ακίνητη περιουσία, διασκορπισμένη σε χιλιάδες μικρότερες εταιρείες, στην οποία υπάρχουν μόνιμες σταθερές εισφορές από πολλούς μεγάλους φορείς, σταθερή μισθοδοσία όλων των υπαλλήλων της όχι από τις πωλήσεις και τα έσοδά σας, που και από αυτά θα ωφελείστε, αλλά από τρίτους φορείς, πολλά έξτρα μπόνους, δυνατότητα για δημόσιες επεμβάσεις και δράσεις, επηρεασμό και έλεγχο της τοπικής ή ευρύτερης κοινωνίας σας ακόμα και με ραδιοφωνικά κανάλια και στο μέλλον ίσως και τηλεοπτικά, αν σκεφτείτε ότι το προϊόν είναι σε αρκετές περιοχές σχεδόν μονοπωλιακό;

Πώς θα σας φαινόταν να έχετε συνεχή απαλλαγή από τους περισσότερους φόρους (εσείς και αυτά που θα διαχειρίζεστε), μεγάλες ευκολίες και διευκολύνσεις από άλλους μεγάλους φορείς, δυνατότητα απευθείας επικοινωνίας και επηρεασμού, των πολιτικών, δικαστικών, δημοσιογραφικών ή άλλων σημαντικών φορέων όπως κεφαλαιούχων της περιοχής ή της χώρας για τα συμφέροντά σας, έλεγχο των συνειδήσεων πάρα πολλών πελατών, αφού μεγάλο μέρος από αυτούς είναι ένα έτοιμο και δυναμικό “fun club” που ορκίζεται σε εσάς και την εταιρεία σας και τέλος αναγνώριση και σεβασμό από την ευρύτερη κοινωνία που τελικά αυτή σας χρηματοδοτεί και είναι εν δυνάμει πελάτες σας;
Θα μου πείτε ότι όλα αυτά είναι εκπληκτικά για να είναι αληθινά. Θα υπάρχει προφανώς ένα “αλλά” και σίγουρα υπάρχει, γιατί φυσικά και είναι αληθινά.

Η απλή είσοδος στην εταιρεία καταρχήν (να σημειωθεί η εταιρεία από παράδοση, δέχεται υπαλλήλους μόνο άνδρες, γυναίκες υπάρχουν μόνο σε κάποιες βοηθητικές δευτερεύουσες εργασίες), δεν σας εξασφαλίζει όλα αυτά τα πλεονεκτήματα άμεσα και πλήρως, αλλά χρειάζεται κάποιου είδους ανέλιξη στην πυραμίδα ελέγχου της, ή κάποια διάκριση, που μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους.

Το πρώτο και βασικό κριτήριο για την ανέλιξη είναι ότι δεν μπορείτε να είστε έγγαμος. Οφείλετε να παντρευτείτε μόνο την δουλειά σας στην εταιρεία αυτή και να μην έχετε ή είχατε άλλου είδους οικογενειακές ή σεξουαλικές σχέσεις, εκτός αν το καταφέρετε αυτό να γίνεται τόσο κρυφά που να μην αποκαλυφθεί ποτέ. Ειδάλλως, αν επιμένετε στον γάμο, θα συμμετέχετε ως απλός υπάλληλος με τοπικές μόνο δυνατότητες (που και αυτές δεν είναι λίγες) χωρίς άλλη δυνατότητα ανέλιξης στην εταιρεία αυτή, ή αν είχατε κάποτε σχέση, μπορείτε να γίνετε απλός “farmer” σε μια από τις εκατοντάδες πλούσιες φάρμες της εταιρείας εντός και εκτός της χώρας ή σε άλλα διεθνή παραρτήματα, ή τέλος σε βοηθητικές εργασίες που και αυτές είναι ιδιαίτερα αποδοτικές. Μην ξεχνάτε ότι η εταιρεία είναι πολυεθνική και έχει παραρτήματα σε όλο σχεδόν τον κόσμο. Ιδιαίτερα αυτή την εποχή υπάρχει ένα μεγάλο μερίδιο της αγοράς στην Αφρική και ΝΑ Ασία και η εταιρεία έχει ανοίξει εκεί πολλά παραρτήματα.

Το δεύτερο κριτήριο, είναι η πιστή, όσο γίνεται εκ των πραγμάτων, τήρηση συγκεκριμένης στάσης και ιδεολογίας που προέρχεται από την μακρόχρονη παράδοση της εταιρείας, την οποία οφείλετε να μάθετε και να τηρείτε τουλάχιστον στους τύπους. Σε αυτά περιλαμβάνονται εκτός από το συγκεκριμένο “dress code”, οι πειστικές νουθεσίες προς το fun club και τους πελάτες, με βάση αυτή την παράδοση της εταιρείας, όταν γίνονται οι αντίστοιχες πωλήσεις για να γίνουν καλύτεροι πελάτες.

Το τρίτο κριτήριο, είναι το πόσο καλά γράφετε στο πλήθος των πελατών, αφού πολλοί υπάλληλοι της συγκεκριμένης εταιρείας εξελίχθησαν, από το πόσο ευχαριστημένους αφήνουν τους πελάτες της μετά από μια σειρά καλών πωλήσεων. Μην ξεχνάτε, επειδή οι πελάτες συνήθως δεν πληρώνουν το προϊόν την στιγμή της αγοράς, νομίζουν ότι οι υπηρεσίες σας είναι δωρεάν, άρα κατά κανόνα είναι ευχαριστημένοι, ενώ ταυτόχρονα αγοράζουν από μικρομάγαζα ή θυγατρικές της περιοχής και έτσι ο κύκλος εργασιών του ομίλου (γιατί υπάρχει και όμιλος όπως είδαμε γύρω από την εταιρεία) μεγαλώνει.

Ο “διαδρομισμός” παίζει και εδώ σημαντικό ρόλο εξέλιξης. Οι καλές σχέσεις με τα σωστά ανώτερα διευθυντικά ή και άλλα αφανή στελέχη της εταιρείας, μπορεί να δώσει άλματα προόδου, αφού αυτοί θα αποφασίσουν ή θα επηρεάσουν το συμβούλιο που θα αποφασίσει, σε τι μερίδιο αγοράς της εταιρείας θα δουλέψετε, και επειδή και εδώ υπάρχουν κλίκες, η συμμετοχή στην καλύτερη από αυτές, μπορεί να σας εξασφαλίσει μακροημέρευση. Φυσικά θα πρέπει και εσείς να βοηθήσετε τα μέλη της κλίκας σας, όταν φθάσει η ώρα. Οι κλίκες αυτές επεκτείνονται σε όλα τα κλιμάκια, τόσο των απλών υπαλλήλων όσο και στις φάρμες και επηρεάζουν ακόμα και πολλούς από τους πελάτες της εταιρείας.

Τέλος και σημαντικότερο θα πρέπει να είστε καλός πωλητής. Με βάση την παράδοση της εταιρείας και την πληθώρα ακόμα και αντιφατικών εγχειριδίων που θα έχετε στην διάθεσή σας, θα πρέπει να επιλέγετε την καλύτερη ατάκα για να προωθήσετε το προϊόν στην κατάλληλη στιγμή. Δεν έχει σημασία αν υπάρχουν και άλλες ατάκες που μπορεί να βλάψουν την πώληση· η πειθώ και ο λόγος σας θα είναι αυτά που θα πείσουν τους πελάτες να παραμείνουν στην εταιρεία σας, στηριζόμενοι επιπλέον στην μακρόχρονη παρουσίας της στην αγορά και στο καλό όνομα που αυτοί νομίζουν ότι έχει η εταιρεία. Αυτό και μόνο φτάνει στους περισσότερους πελάτες για να συνεχίζουν να είναι στο “fun club” της. Μην ξεχνάτε οι πωλήσεις γίνονται εύκολα από την πλευρά σας, συνήθως χωρίς την δυνατότητα αντίλογου, και πάντα με την παρουσία πολλών συνεργατών από το “fun club” για υποστήριξη. Έτσι σπάνια θα έχετε αντιδράσεις στον τρόπο πώλησης που επιλέγετε.

Βέβαια, για να ευοδωθούν οι σκοποί της εταιρείας και να διατηρηθούν ή και να αυξηθούν οι πωλήσεις στο μέλλον, δεν είναι καλό οι πελάτες να έχουν ιδιαίτερα εξελιγμένη την δυνατότητα σκέψης ή διάκρισης και στραφούν σε ανταγωνιστές σας ή ακόμα χειρότερα, καταλάβουν ότι δεν έχουν ανάγκη το προϊόν σας και βγουν τελείως από το πεδίο της αγοράς, μειώνοντάς έτσι και το μερίδιο της εταιρείας σας σε αυτήν, άρα και το κέρδος της, άρα και τα δικά σας οφέλη. Για τον λόγο αυτό οφείλετε να χρησιμοποιήσετε την επιρροή, που ήδη έχει η εταιρεία σας στους διάφορους φορείς, ώστε το επίπεδο γνώσης και σκέψης των πελατών, και οι διαφημίσεις και επιρροές των ανταγωνιστών, να είναι στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο.

Ιδιαίτερη φροντίδα οφείλετε να δώσετε για τα παιδιά των πελατών σας, ή και των μη πελατών που καλό θα ήταν και αυτοί να γίνουν πελάτες. Πρέπει να υποστούν την κατάλληλη διαφήμιση από την στιγμή που θα γεννηθούν και για όλο το διάστημα που δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί η κριτική σκέψη, για να είναι και αυτοί μελλοντικοί σας και σίγουροι πελάτες και ή δυνατόν να γίνουν ακόμα και μέλη του “fun club” ή να συμμετέχουν στις φάρμες της εταιρείας. Ο πιο σίγουρος τρόπος δέσμευσης από αυτά, είναι μόλις γεννηθούν να γίνει μια μικρή συμβολική τελετή από τους γονείς, που θα υπόσχεται ο μελλοντικός πελάτης ότι θα είναι πιστός στην εταιρεία σας και τους σκοπούς της. Μια συνήθεια που ευτυχώς ήδη υπάρχει και δεν πρέπει να σταματήσει ποτέ για το καλό της εταιρείας σας, αφού ψυχολογικά ο μελλοντικός σας πελάτης αισθάνεται υποχρεωμένος να αγοράζει το προϊόν σας και δύσκολα θα πάει σε ανταγωνιστές ή θα αρνηθεί τις υπηρεσίες σας στο μέλλον.
Αν πείσετε πολλούς πελάτες και άλλους υπαλλήλους για την καλή σας πρόθεση για το μέλλον της εταιρείας, και αν είστε ένας βαθιά οραματιστής και δραστήριος υπάλληλος, μπορέσετε δε να πείσετε για την αυθεντικότητα του οραματισμού σας αυτού, και αποκτήσετε το προσωπικό σας δυναμικό “fun club”, τότε μπορεί η εταιρεία να σας επιβραβεύσει με την ανώτερη διάκριση του “καλού οραματιστή” για να θυμούνται όλοι την εξαιρετική σας δράση για το καλό της εταιρείας, και θα είναι απόδειξη στους πελάτες της, πόσο καλά δουλεύει το προϊόν που αυτή πουλάει. Η διάκριση αυτή μπορεί να δοθεί και μετά θάνατον.

Ποιο θα είναι το προϊόν που θα πουλάτε ακόμα δεν είπαμε και το όνομα της πολυεθνικής εταιρείας που το πουλάει...

Το προϊόν είναι η “ελπίδα” ότι υπάρχει Παράδεισος μετά τον θάνατο και η “διαβεβαίωσή” σας ότι εσείς θα διευκολύνετε άμεσα ή έμμεσα την μετάβαση των καλών πελατών σας εκεί μόλις πεθάνουν. Η πολυεθνική εταιρεία λέγεται Εκκλησία.

Τα τρία κακά της μοίρας μας

Την αιτία της παράλογης άρνησης των προφανών πραγμάτων που λέμε μου την εξήγησε πρόσφατα ένας καλός φίλος, με μια βασική αρχή της κοινωνικής ψυχολογίας: «Οι άνθρωποι δεν μπορούν να αποδεχθούν τίποτε που αντιτίθεται στα στερεότυπά τους».
Με την αρχή αυτή, λοιπόν, προσπαθώ να κατονομάσω τα τρία κύρια στερεότυπα που καθορίζουν τη νεοελληνική μυθική σκέψη, μη αφήνοντάς μας, στην κρίσιμη ώρα, να δούμε κατάματα την αλήθεια.

Το κράτος είναι κακό. Δεν ξέρω πότε αρχίζει αυτό, αλλά μάλλον πολύ παλιά, ίσως στον τέταρτο αιώνα π.κ.ε. όταν καταλύθηκαν οι πόλεις-κράτη και οι Έλληνες γίνανε, έκτοτε, υπήκοοι μιας σειράς αυτοκρατοριών: της Μακεδονικής, της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής, της Οθωμανικής. Κι έτσι, με συνήθειες δύο χιλιετιών, όταν έγινε νεοελληνικό κράτος δεν μπορέσαμε να το δούμε σαν κάτι δικό μας, αλλά σαν μια ακόμη, μίζερη έστω, αυτοκρατορία.
Αν στα 1830 ή αργότερα, είχαν εισακουσθεί οι σοφοί που πρότειναν ένα σύστημα περισσότερο κοινοτικό, ίσως σήμερα να ήμασταν αλλιώς. Δεν εισακούσθηκαν όμως και έκτοτε έχουμε κυβέρνηση κεντρική, όπως οι άλλες δυτικές χώρες – αλλά χωρίς τη δυνατή αυτοδιοίκηση κάποιων απ’ αυτές. Βέβαια, ο τοπικισμός είναι από τα πιο ανθρώπινα στοιχεία του πολιτισμού μας, μα δίχως δομές να τον στηρίζουν, μας κάνει να νιώθουμε την κεντρική εξουσία ως δυνάστη.
Φυσικά, το κράτος, με την άθλιά του οργάνωση, τον ανορθολογισμό και τη διαφθορά του, δεν βοηθά να βελτιωθεί η εντύπωση. Και έτσι μένει μόνη διέξοδος στον τοπικισμό του μέσου Ελληνα, πνιγμένου από ένα κράτος κεντρικό, ο βουλευτής, ο «δικός του». Γι’ αυτό σήμερα ακόμη και οι κυβερνητικοί βουλευτές ρητορεύουν, ενίοτε κρυφά, κατά της επίσημης κυβερνητικής πολιτικής: να δείξουν στον ψηφοφόρο ότι αυτοί τουλάχιστον είναι με το μέρος του, κατά του κακού κράτους.

Οι ξένοι μας επιβουλεύονται. Το γεγονός ότι ζήσαμε για αιώνες κάτω από ξένη ηγεμονία μας δημιούργησε δυσπιστία στους ξένους, που συνεχίστηκε όταν το νεοελληνικό κράτος, απ’ τις αρχές του, καθοδηγήθηκε από ξένες δυνάμεις, που κοίταζε η καθεμιά τα συμφέροντά της. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο εμφύλιες συρράξεις στη νεότερη ιστορία μας, που τις πληρώνουμε ακόμη, ήταν αντιμαχίες μεταξύ των οπαδών δύο διαφορετικών ξένων παρατάξεων.
Στον Διχασμό, ήταν η στράτευση με την πολιτική των Αγγλογάλλων ή των Γερμανό-αυστριακών, ενώ στον Εμφύλιο με τον Αγγλο-αμερικάνικο κόσμο ή τις δυνάμεις που ακολουθούσαν το Σοβιετικό μοντέλο. Σήμερα, το συγκεκριμένο στερεότυπο οργιάζει, ωθώντας σε νέο διχασμό: των «γνήσιων» Ελλήνων, που αρνούνται τους κακούς ξένους, και των υπολοίπων, που οι ακραίοι λαϊκιστές αποκαλούν «δωσίλογους».

Ο πλούτος είναι κλεψιά. Η αριστερή κοσμοθεωρία δίνει επιχειρήματα σε μια τέτοια άποψη, όμως ο μέσος Ελληνας δεν είναι μαθητής του Μαρξ. Το στερεότυπο πατάει απλούστατα στον φθόνο. Κι αυτό είναι προφανές, αφού κανένας δεν θεωρεί τον δικό του, προσωπικό πλούτο, μικρό ή μεγάλο, κλεμμένο: αυτόν τον δούλεψε, τού τον άφησε η γιαγιά του, τον απέκτησε με τη μαγκιά του, ή ό,τι άλλο. Θα μου πείτε: μόνο οι Ελληνες φθονούν, ο φθόνος δεν είναι φυσική ανθρώπινη κατάσταση;
Είναι, αναμφισβήτητα. Όμως, κοινωνίες συντεταγμένες, με κράτος εύρυθμο και κοινωνικούς θεσμούς με παράδοση, έχουν τρόπους να τον τιθασεύουν ή να τον διοχετεύουν υγιώς, και από δύναμη καταστροφική, ο φθόνος να γίνεται είτε ανώδυνος, είτε και πηγή άμιλλας. Εμείς όμως όχι.
Κι έτσι, ενώ έχασαν τη δουλειά τους 400.000 Έλληνες την τελευταία διετία, οι υπουργοί καμαρώνουν ότι «κανένας δεν θα απολυθεί!». Και τούτο γιατί εννοούν βέβαια κανένας από τον δημόσιο τομέα, αφού όσοι έχασαν τη δουλειά τους είναι του ιδιωτικού ή της αυτοαπασχόλησης, δηλαδή του πλούτου, δηλαδή του Κακού, και άρα μάλλον άξιοι της μοίρας τους. Ας πρόσεχαν κι αυτοί, ας έβαζαν τον βουλευτή τους να τους διορίσει στο Δημόσιο, μακρά από τους κακούς πλουτοκράτες!
Τα τρία στερεότυπα που μας δυναστεύουν ερμηνεύονται ιστορικά ή ψυχολογικά, λοιπόν. Αυτό όμως δεν τα καθαγιάζει. Αντίθετα, στην ωμή μορφή τους, που σήμερα βρίσκεται σε έξαρση, αποτελούν τα μεγαλύτερα εμπόδια στο να δούμε ξεκάθαρα την καταστροφή που μας απειλεί.

Γιατί πρέπει να διαβάζουμε βιβλία

Γιατί να διαβάζουμε βιβλίαΓιατί σαν την μυρωδιά από φρεσκοαγορασμένο βιβλίο δεν υπάρχει, ίσως να συγκρίνεται με αυτή του φρέσκο-ψημένου ψωμιού.
Γιατί διαβάζοντας βιβλία δημιουργούμε μια προσωπική βιβλιοθήκη που περιγράφει και εμάς αλλά και τις φάσεις που έχουμε περάσει στη ζωή μας.
Γιατί καλλιεργούμε την φαντασία μας! Oι εικόνες που είμαστε ικανοί να δημιουργήσουμε με το μυαλό μας δεν συγκρίνονται με καμία ταινία του Hollywood.
Γιατί με ένα βιβλίο δεν μπορείς να είσαι παθητικός θεατής όπως με μια ταινία, ή το διαβάζεις και είσαι απόλυτα εκεί ή όχι.
Γιατί «ένα βιβλίο είναι ένας καλός φίλος» σύμφωνα με τον Ζακ – Ανρί Μπερναρντέν ντε Σεν Πιερ, για άλλους είναι ο σκύλος.
Γιατί «Η ανάγνωση των καλών βιβλίων είναι σαν τη συνομιλία με τους τελειότερους ανθρώπους του παρελθόντος». (Ρενέ Ντεκάρτ)
Γιατί ερχόμαστε κοντά με άτομα (τους συγγραφείς) και μοιραζόμαστε στιγμές μαζί τους.
Γιατί πάντα φανταζόμουνα, όπως και ο Χορχέ Λούις Μπόρχες, ότι ο Παράδεισος θα είναι ένα είδος βιβλιοθήκης άρα όσοι κατευθυνθούν προς τα εκεί θα πρέπει να είναι καλά προετοιμασμένοι.
Γιατί όταν διαβάζουμε η μοναξιά δεν υπάρχει
Γιατί όλοι έχουμε την ανάγκη να ξεφεύγουμε από την πραγματικότητα που και που…
Γιατί στην ψηφιακή μας εποχή η διαδικασία του να ξεφυλλίζεις ένα βιβλίο, να έχει σημάδια από τον καφέ σου και να βαραίνει στη τσάντα σου είναι συνήθειες που σε λίγο καιρό θα αναπολούμε.
Γιατί διαβάζοντας σχηματίζουμε ένα μέρος της προσωπικότητας μας.
Γιατί είναι σαν να ζούμε μια άλλη ζωή χωρίς τα πραγματικά της ρίσκα.
Γιατί το αίσθημα που νιώθεις όταν διαβάζεις την τελευταία σελίδα του βιβλίου που σου έκανε παρέα το τελευταίο διάστημα είναι σαν να αποχαιρετάς έναν φίλο που φεύγει στο εξωτερικό. Θα σου λείπει αλλά δεν θα τον ξεχάσεις.

Ετυμολογία της ελληνικής γλώσσας

Η συγγραφή βασίστηκε σ’ ένα κυρίως δόγμα. Το δόγμα αυτό υποστηρίζει ότι η ελληνική γλώσσα δεν δόθηκε στους ανθρώπους της από κάποιον θεό ή άνθρωπο ή μέγα νομοθέτη ή εξωγήινο, αλλά είναι γέννημα θρέμμα των ανθρώπων που έζησαν στον συγκεκριμένο τόπο, οι οποίοι επί εκατομμύρια χρόνια την διαμόρφωσαν, ζυμώνοντας και πλάθοντας τους φθόγγους, τους οποίους εκφωνούσαν οι ίδιοι λόγω αισθημάτων  ή  συναισθημάτων τους, με τους ήχους που άκουγαν από τα στοιχεία της φύσης, τα ζώα και τα εργαλεία τους.

Είναι δε ολοφάνερο ότι κάποτε, πριν τον Όμηρο, κάποιες γενιές Ελλήνων, με τάξη, λογική και καλλιτεχνική έφεση, διαμόρφωσαν το λογοτεχνικό αυτό εργαλείο που λέγεται ελληνική γλώσσα.
Και ενώ οι γραμματικοί, φιλόλογοι και ερευνητές τακτοποίησαν αρκούντως τα δομικά της θέματα, στα ζητήματα της ετυμολογίας δεν πέτυχαν ανάλογες επιδόσεις. Αντιθέτως κατάφεραν νατα περιπλέξουν και να τα συσκοτίσουν σε αξιοπερίεργο βαθμό.

Το θέμα ξεκίνησε να το ανασκάπτει πρώτος ο Πλάτων στον διάλογό του «Κρατύλος» ή «Περί ονομάτων ορθότητος λογικός». Οι ανερμάτιστες και αβάσιμες απόψεις οι οποίες διατυπώνονται εκεί, όπως του Ερμογένη ότι «όποιο όνομα δώσει κανείς σε κάποιο πρόσωπο  ή  πράγμα είναι το ορθό», ή του Κρατύλου ότι «κάποια ανώτερη δύναμη έδωσε στα πράγματα τα ονόματα», στιγμάτισαν ανεξίτηλα την επιστήμη της ετυμολογίας.

Ο Ελβετός γλωσσολόγος Saussure, ο οποίος θεωρείται θεμελιωτής(;) της σύγχρονης γλωσσολογίας, αναμασώντας την άποψη του Ερμογένη, υποστηρίζει ότι «η σχέση μεταξύ του ονόματος και του πράγματος (σημαίνοντος και σημαινομένου) είναι αυθαίρετη».

Τέλος η ιστορία αυτή έγινε «μαλλιά κουβάρια» με την είσοδο στο προσκήνιο της εντελώς αβάσιμης, αστήρικτης και μετέωρης θεωρίας περί Ινδοευρωπαϊκής γλώσσας, όταν ουδείς γνωρίζει το παραμικρό περί ινδοευρωπαϊκής φυλής  ή  ανάλογου λαού. Το πυροτέχνημα αυτό,  εκτόξευσε ο Άγγλος δικαστής και ανατολιστής Ουίλλιαμ Τζωνς το 1784.

Ο Η. Λ. Τσατσόμοιρος στην εισαγωγή του βιβλίου του «Ιστορία γενέσεως της ελληνικής γλώσσας», εκδ. «Δαυλός», νομίζουμε ότι ξεκαθάρισε αρκετά το θολό αυτό τοπίο.

Η ελληνική γλώσσα ομαδοποιεί σε 15 περίπου αρχικές ρίζες, οι οποίες προέρχονται είτε από ανθρώπινα φωνήματα  ή  κραυγές,  είτε από ήχους των εργαλείων του   ή  ήχους των στοιχείων της φύσης.

Κυρίως η γλώσσα ξεκινά την πορεία της από το νεογέννητο βρέφος. Γεγονός το οποίο ευτυχώς μπορεί να παρατηρήσει κανείς οπουδήποτε και οποτεδήποτε. Είναι δε άξιον απορίας πώς η επιστήμη της γλωσσολογίας παρέλειψε να μελετήσει, με την δέουσα προσοχή, το σημαντικότατο αυτό δρώμενο,  που συμβαίνει συνεχώς γύρω μας.

Μόλις το βρέφος εξέλθει από τον κόλπο της μητέρας του ξεφωνίζει ένα ατελείωτο αααα…, το οποίο εκφέρει χωρίς καμμιά προσπάθεια. Εάν εξαναγκαζόμασταν να αναγνωρίσουμε μόνο μία ρίζα της οποιασδήποτε γλώσσας, αυτή θα ήταν η ρίζα  α-.

Στην ελληνική γλώσσα το α εκφράζει ποικίλα αισθήματα και συναισθήματα όπως,  θαυμασμό, έκπληξη, χαρά, θλίψη, απελπισία, απογοήτευση, υποψία, επιβράβευση, τέλος αναμονής κ.ά., με διαφορετική προσωδία σε κάθε περίπτωση. Για τον λόγο αυτόν γράφεται ψιλούμενο ή δασυνόμενο ή περισπώμενο. Αφομοιώνει όλα τα άλλα φωνήεντα, μετατρέπει σε  α  τα φωνήεντα των προηγούμενων και επόμενων συλλαβών, είναι προθεματικό, ευφωνικό, επιτατικό, αθροιστικό, μεγεθυντικό και στερητικό. Μετέχει στις περισσότερες πρωταρχικές ρίζες: βα-, δα-, μα-, πα-, τα-, φα-, χα-. Η ελληνική γλώσσα το ονόμασε άλφα εκ των άρ-ω, αρ-αρ-ίσκω, αρ-χίζω (τον λόγο), συν την ρίζα φα- (βλ. φημί, φαίνω) η οποία δηλώνει τα του λόγου. Ήταν δηλαδή άρ-φα και για το ευφωνικώτερόν του, έγινε άλφα (ρ>λ).

Το αμέσως επόμενο φώνημα του μικρού παιδιού είναι η συλλαβή μα. Δεν έχει κανείς παρά προφέροντας ένα μακρό  ααα… να ανοιγοκλείσει τα χείλη του, για να ακούσει το  μα  ή  κρατώντας  τα κλειστά, να ακούσει το  μ. Το πρώτο φωνητικό παιχνίδι του παιδιού με τα χείλη του. Από το μαμαμα…., λοιπόν του βρέφους, ονομάσθηκε έτσι η μητέρα του. Ο άνθρωπος που το γέννησε και το θρέφει, γι’ αυτό γράφεται η λέξη μαμμά με δύο  μ. Αυτή βρίσκεται μαζί του τον περισσότερο χρόνο. Και επειδή η ίδια το ταΐζει, εξ αυτού προέκυψαν χίλιες δυο λέξεις που σχετίζονται με την τροφή (μαμ), όπως, μα-ζός, μα-στός, μα-σάομαι, μά-γειρος, α-μά-ω, μά-ω, μαι-μά-ομαι. Κατόπιν αφού κορεσθεί,  μα-ίεται (=εξετάζει) τα πάντα γύρω του, διότι έχει έμφυτη την τάση να μα-νθάνει.

Μετά τα αα… και  μα, το βρέφος προφέρει το  παπαπα…. Είναι η προφορά του  α  αρχομένη με κλειστά τα χείλη  και πιεσμένο τον αέρα εντός των πνευμόνων και της στοματικής κοιλότητας. Από το παπαπα…, λοιπόν προέκυψε το πάππας, γι’ αυτό γράφεται με δύο  π. Για τους λόγους αυτούς στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου παρομοίως, ονομάζονται οι γονείς του παιδιού. Πα  όμως ακούγεται και όταν κτυπάμε κάτι, βλ. πα-ίω, πή-ω (α>η), πά-ταγος, πέ-τομαι (α>ε).

Η επόμενη συλλαβή που εκφωνεί το παιδί, μετά τις μα και πα, είναι συνήθως η νταντα…, στην οποία συμμετέχει για πρώτη φορά η γλώσσα και καθόλου τα χείλη. Το νήπιο συνεχώς φωνασκεί, ατακτεί και κάνει ζημιές. Τότε η μάμμα το κτυπά ελαφρώς, συνήθως στην παλάμη, λέγοντάς του ντά-ντά. «Τι σου έκανε η μαμά;», «νταντά» απαντά το μωρό. Με τον τρόπο αυτόν λαμβάνει το παιδί (παιδεύω) τα πρώτα διδάγματα (νταντάγματα). Μάλλον για τον λόγο αυτόν έχουμε αναδιπλασιασμό, στον ενικό, του ρήματος διδάσκω (βλ. δά-ω). Η ρίζα  τα- (ν-τα) και εκ του ήχου του τύ-πτειν (α>υ) προκύπτει (βλ. πα-τά-σσω, τύπτω, ου-τά-ω) και παράγει εκατοντάδες λέξεις.

Οι αμέσως επόμενες συλλαβές, όπως η  κα (ως και εκ του βηχός αναγκαστικώς εκφερόμενη δια του ουρανίσκου) και η  λα (αποτέλεσμα κυρίως της χρήσης της γλώσσας) παράγουν χιλιάδες λέξεις, βλ. κακκάζω, κα-λέω, α-κο-ή (α>ο), α-χά (κ>χ), κα-ρτύνω, κα-ί, κά-ω, λά-λη, λά-σκω, λέ-γω (α>ε).
Ήδη, χωρίς μεγάλη δόση υπερβολής, έχουμε καταπιαστεί σχεδόν με το ήμισυ των λέξεων της ελληνικής γλώσσας, τις προερχόμενες από τις ρίζες  α-, μα-, πα-, τα-, κα- και λα-. Όλες  οι βασικές αυτές ρίζες, προφέρονται φυσικώς από τα νήπια, σχεδόν δίχως καμμιά σοβαρή ακουστική διδασκαλεία. Δεν είναι δυνατόν επομένως να αντέξουν στην κριτική απόψεις περί αυθαίρετης σχέσης μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου ή περί ανώτερης δύναμης, η οποία έδωσε την γλώσσα στους ανθρώπους, όταν οι απόψεις αυτές εξανεμίζονται και μόνον από την συμπεριφορά του οποιουδήποτε  νηπίου. Κι ας μη ξεχνάμε ποτέ ότι το ανθρώπινο γένος έζησε για εκατομμύρια χρόνια  σε νοητικώς νηπιακή  κατάσταση.

Ο αποπροσανατολισμός της επιστήμης της γλωσσολογίας φέρει όνομα: λέγεται φοινικο-ινδο-ευρωπαϊκο-σανσκριτικός. Τουλάχιστον όσο αφορά στα ζητήματα της ελληνικής γλώσσας.
Ας εξετάσουμε μια περίπτωση: Στο λεξικό Liddell & Scott στη λέξη αλώπηξ διαβάζουμε: «Ο Pott παραβάλλει το σανσκριτικό lopacas, ο εσθίων θνησιμαία. Ο Κούρτιος νομίζει ότι η ομοιότης είναι τυχαία και ταυτίζει το αλώπηξ (του  α λαμβανομένου ως προθεματικού ευφωνικού) με τα λιθουανικά lape, lapucus (vulpes). Η λατινική λέξις vulpus δυνατόν να είναι επίσης η αυτή με τας ανωτέρω λέξεις, αν είναι δυνατόν να έχη απολεσθή το  u  εν τε τη ελληνική και λιθουανική».

Κατ’ αρχάς, η αλεπού δεν είναι πτωματοφάγος αλλά αρπακτικό που τρέφεται κυρίως με αρουραίους, λαγούς, κ.ά.. Και αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν αυτά τα « ιερά τέρατα»  της ετυμολογίας, να μη πρόσεξαν και να μη διερεύνησαν την περίπτωση το  α  να είναι προθεματικό και το υπόλοιπο η λέξη λώπη (= ιμάτιο), αφού και αλωπός  λέγεται η αλεπού. Όποιος έχει παρατηρήσει αλεπού χειμώνα καιρό με την εντυπωσιακή γούνα της (οπότε το  α  είναι επιτατικό)  και κατόπιν το καλοκαίρι όταν αποβάλλει το τρίχωμά της και φαίνεται σαν γυμνή, δηλαδή δίχως την λώπη της (οπότε το  α  είναι στερητικό), αμέσως θα αντιληφθεί τον λόγο για τον οποίο ονομάστηκε αλώπηξ ή  αλωπός το ζώο αυτό.

Ο φοινικιστής  ετυμολόγος, σπεύδει να αποδώσει αμέσως την λέξη αραβόσιτος,  στα Άραβ-ας, αραβ-ικός και σίτος. Όμως η αλήθεια ίσως να βρίσκεται αλλού. Η λέξη προέρχεται από τα αράδα και σίτος, δηλαδή αραδόσιτος > αραβόσιτος (δ>β), διότι ο σίτος σπέρνεται χύδην, ενώ ο αραβόσιτος, κατά αράδες. Εισήχθη δε από την Αμερική το 1500.

Η επιστήμη της γλωσσολογίας και της ετυμολογίας, δεν είναι αρμοδιότητα των ανθρώπων της απομόνωσης του γραφείου. Απαιτεί βασικές γνώσεις όλων των επιστημών, καλή γνώση της φύσης και μακρόχρονη διαβίωση μέσα σ’ αυτή.

Ό,τι έχει γίνει, όσον αφορά στην επιστήμη της ετυμολογίας, βασίστηκε και εξακολουθεί να βασίζεται στα πορίσματα των ανθρώπων αυτού του είδους. Για τους ανθρώπους αυτούς, εάν μία λέξη δεν θυμίζει κάτι από την σανσκριτική ή την  φοινικική, αποτελεί μυστήριο. Το αντίθετο ούτε καν ως ενδεχόμενο δεν το συζητούν.

Για την πλήρη άρση κάθε αμφιβολίας σε ό,τι αφορά  στην ύποπτη δεοντολογία των φοινικιστών, θα καταδείξουμε ένα ακόμη κραυγαλέο παράδειγμα από το προαναφερθέν λεξικό, για την λέξη  χιών.
Γράφονται λοιπόν τα εξής: « Εκ της ρίζας χι-, ήτις ουδεμία σχέσιν έχει προς την χυ-, χεF-, χέω». Προσέξτε πόσο κατηγορηματικοί είναι σε κάτι, για το οποίο ισχύει το ακριβώς αντίθετο, όπως θα φανεί αμέσως. Χέω σημαίνει ρίπτομαι, επισωρεύομαι, υγροποιούμαι, τήκομαι, διαλύομαι. Ακριβώς όλη η ιστορία του χιονιού, μέσα σε μια μόνο λέξη.

Σε μια δηλαδή ξεκάθαρη, ολοφάνερη και κραυγάζουσα καταγωγή, εγείρεται η πιο κατηγορηματική άρνηση. Το ε σε χιλιάδες περιπτώσεις μετατρέπεται σε  ι (βέομαι – βίος, έωντι – ίωντι, φωνέοι – φωνίοι,  θεός – θιός, Κλέων – Κλίων, ρέων – ρίων). Και συνεχίζουν την ύποπτη πιά και αμαρτωλή ιστορία τους: «Σανσκρ. Him, hi- mas (nix, frigirous), hemantas (χειμών), Him-alaya (τα Ιμαλάϊα = οίκος χιονιού), Himavat (το πεπροικισμένο διά χιόνος), το όρος  Imaus, Emodus. Λατιν. Hiems, hi- ber- nus. Ζενδ.  Zim-a (hiems). Σλαυ.  Zi-ma. Λιθ.  ze-ma (hiems)… κ.λπ.». Προσέξτε και το κ.λπ.. Δηλαδή εάν δεν αρκούν όλα αυτά, για να καταπεισθείτε ότι η λέξη δεν προέρχεται εκ του χέω, έχουμε κι άλλα στοιχεία προς τούτο. Θα παρατηρήσατε δε ότι ήδη έχουν εισέλθει στο παιχνίδι και τα λατινικά, τα Ζενδικά, τα Σλαυϊκά και τα Λιθουανικά.

Επίσης ύποπτο φαίνεται το γεγονός, να δηλώνεται  ως άγνωστη η ρίζα  σε περιπτώσεις που αυτή η ίδια, δεν δείχνει καμμιά πρόθεση να αποκρυφτεί. Παράδειγμα: η λέξη άνθραξ, η οποία παράγεται ξεκάθαρα  από τα  ανά + θέρ-ω + άγω (μέλλ. άξ-ω), δηλαδή «αναθεραξ» > άνθραξ (με αποβολή των α και ε), διότι άγει ξανά την θερμότητα, αφού και πριν θερμάνθηκε για να προκύψει από το ξύλο.
Το καθεστώς το οποίο περιγράψαμε μέχρι στιγμής  δυστυχώς παγιώθηκε στη χώρα της Ελλάδος. Θα αναφέρουμε προς τούτο, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα νεοελληνικής αλλοφροσύνης και καταλυτικής αλλοτριώσεως.

Ετυμολόγος με το ψευδώνυμο Απελάτης, σε τηλεοπτικό δίαυλο της Θεσσαλονίκης, υπενθύμιζε, για μία ακόμη φορά, ότι το γράμμα άλφα προέρχεται από το φοινικικό άλεφ, που σημαίνει βόδι, διότι δεν υπάρχει ρίζα αλφ- στην ελληνική. Του τηλεφώνησα, επισημαίνοντάς του, ότι εκτός των αλφηστής, άλφιτον, αλφός, κ.λπ., υπάρχει και το αλφάνω, που σημαίνει ευρίσκω, κομίζω, κτώμαι, φέρω, όπως και το αλφάζω που σημαίνει νοώ, επινοώ. Πριν δε τελειώσω καν την τελευταία λέξη, μου απάντησε ότι «αυτά είναι μεταγενέστερα».

Η αλήθεια είναι ότι, όταν του τόνισα ότι στον Όμηρο υπάρχει το αλφάνω, ο άνθρωπος μου υποσχέθηκε πως θα ασχοληθεί με το ζήτημα και θα μου απαντήσει σ’ επομένη εκπομπή. Επί τούτου παρακολούθησα τις επόμενες εκπομπές του, αλλά ουδείς  λόγος  έγινε  περί  του ζητήματος  αυτού.
Σύμπασα η πανεπιστημιακή  κοινότητα στην χώρα της Ελλάδος, είναι μολυσμένη από την φοινικοσανσκριτική ανωμαλία. Η κατάσταση δε αυτή λυπεί βαθιά  κι αφόρητα τους  Ελληνιστές ανά τον κόσμο.

Ας υπενθυμίσουμε εδώ την τετράκις υποβληθείσα πρόταση των Βάσκων Ευρωβουλευτών προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, για την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας ως βασικής στην Ε.Ε., με την καλλιτεχνική διατύπωση  ότι  «όταν μιλάμε για Ε.Ε. άνευ της ελληνικής γλώσσας, είναι σαν να μιλάμε για χρώματα σε τυφλούς». Εξήγησαν βεβαίως πριν, ότι η πρότασή τους πήγασε από την γνώση, πως όλες οι ευρωπαϊκές γλώσσες έχουν μητέρα, την ελληνική.

Σήμερα που τα ελληνόπουλα μαθαίνουν περισσότερο την αγγλική απ’ ότι την ελληνική, ο αναλφαβητισμός πλανάται απ’ άκρου εις άκρον της χώρας.

Παρ’ όλα αυτά νομίζουμε ότι η ελληνική γλώσσα δεν διατρέχει σοβαρό κίνδυνο, διότι κατέστη υπόθεση της παγκόσμιας κοινότητας των ανθρώπων. Ο Όμηρος είναι αθάνατος, επομένως και η γλώσσα του.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ

Άκου Κοινέ Ανθρωπάκο

margaret keane (2)Σε φωνάζουν Ανθρωπάκο, Κοινό Άνθρωπο.
Λένε πως χάραξε η εποχή σου, η «Εποχή του Κοινού Ανθρώπου».
Πόσο σε λυπάμαι Κοινέ Ανθρωπάκο

Μα δεν είσαι συ που το λες, ανθρωπάκο. Το λένε εκείνοι, οι αντιπρόεδροι των μεγάλων εθνών, οι εργατοπατέρες, οι μετανιωμένοι γιοι των αστών, οι πολιτικοί και οι φιλόσοφοι. Σου προσφέρουν το μέλλον, μα δε ρωτούν για το παρελθόν σου κι όμως, είσαι κληρονόμος ενός τρομερού παρελθόντος. Τούτη η κληρονομιά καίει στη χούφτα σου σα διαμάντι φλεγόμενο. Εγώ αυτό έχω να σου πω.

Ο γιατρός, ο τσαγκάρης, ο μηχανικός ή ο εκπαιδευτικός, για να προκόψουν στη δουλειά τους και να κερδίσουν το ψωμί τους, πρέπει να γνωρίζουν τις ελλείψεις τους. Εδώ και κάμποσες δεκαετίες παίρνεις παγκοσμίως τα ηνία στα χέρια σου. Το μέλλον της ανθρωπότητας θα εξαρτηθεί από τις σκέψεις και τις πράξεις σου. Όμως, οι δάσκαλοι κι οι αφέντες σου δε σου μιλάνε για τον τρόπο που σκέφτεσαι πραγματικά.

Δε σου λένε ποιος είσαι στα αλήθεια. Κανένας δεν τολμά να σε φέρει αντιμέτωπο με τη μοναδική πραγματικότητα που έχει τη δύναμη να σε καταστήσει κύριο του πεπρωμένου σου. Είσαι «ελεύθερος» από μια άποψη μονάχα: ελεύθερος από την αυτοκριτική, που μπορεί να σε βοηθήσει να κουμαντάρεις τη ζωή σου.

Δε σ’ άκουσα να παραπονιέσαι ποτέ: «Με εκθειάζετε σαν το μελλοντικό αφέντη του εαυτού μου και του κόσμου μου. Αλλά δε μου λέτε πώς γίνεται κανείς αφέντης του εαυτού του. Δε μου λέτε ποια είναι τα λάθη και τα ελαττώματά μου, πού σφάλλω στον τρόπο που σκέφτομαι και πράττω».

Επιτρέπεις στους ισχυρούς να απαιτούν τη δύναμη εν ονόματι «του ανθρωπάκου». Όμως, εσύ ο ίδιος παραμένεις βουβός. Ενισχύεις τους ισχυρούς με περισσότερη δύναμη. Επιλέγεις για εκπροσώπους ανθρώπους αδύναμους και κακοήθεις. Τελικά διαπιστώνεις πάντα, πολύ αργά, πως σ’ έπιασαν κορόιδο.

Σε καταλαβαίνω! κι ετούτο επειδή αντίκρισα αμέτρητες φορές γυμνό το κορμί και την ψυχή σου. Σε είδα δίχως τη μάσκα σου, την κομματική σου ταυτότητα ή την εθνική σου υπερηφάνεια. Γυμνό σα νεογέννητο, γυμνό σα στρατάρχη ξεβράκωτο. Σ’ άκουσα να κλαις και να οδύρεσαι. Μου μίλησες για τα προβλήματά σου, τις αγάπες και τους πόθους σου. Σε ξέρω και σε καταλαβαίνω και θα σου πω τι είσαι, ανθρωπάκο, επειδή πιστεύω πραγματικά στο τρανό σου μέλλον. Μα επειδή το μέλλον σού ανήκει, αναμφίβολα σου ανήκει, ρίξε μια ματιά στον εαυτό σου. Κοίτα τον όπως είναι πραγματικά. Άκου αυτό που κανένας από τους ηγέτες και τους αντιπροσώπους σου δεν τολμά να σου πει:

Είσαι «άνθρωπος μικρός, κοινός». Συλλογίσου τη διπλή έννοια που έχουν τούτες οι λέξεις, «μικρός» και «κοινός»… Μην το βάζεις στα πόδια! Βρες το κουράγιο να αντικρίσεις τον εαυτό σου!

«Με ποιο δικαίωμα μου κάνεις κήρυγμα;» Βλέπω την ερώτηση στο τρομαγμένο βλέμμα σου. Σ’ ακούω να την ξεστομίζεις όλο αυθάδεια. Φοβάσαι να αντικρίσεις τον εαυτό σου, ανθρωπάκο. Φοβάσαι την κριτική, όσο και τη δύναμη που σου υποσχέθηκαν. Αλήθεια, πώς σκέφτεσαι να χρησιμοποιήσεις τη δύναμή σου; Δεν ξέρεις. Φοβάσαι και να σκεφτείς ακόμη πως μπορεί κάποια μέρα να ‘σαι διαφορετικός: ελεύθερος αντί φοβισμένος, ειλικρινής αντί ραδιούργος, να χαίρεσαι τον έρωτα, όχι σαν τον κλέφτη μες στη νύκτα, αλλά ανοικτά, στο φως του ήλιου.

Απεχθάνεσαι τον εαυτό σου, ανθρωπάκο. Αναρωτιέσαι, «Ποιος είμαι εγώ που θα ‘χω άποψη, θα κουμαντάρω τη ζωή μου και θα αποκαλώ ολάκερη την οικουμένη δική μου;» Δίκιο έχεις. Ποιος είσαι εσύ που θα διεκδικήσεις τη ζωή σου; Ε, λοιπόν, θα σου πω ποιος είσαι.

Διαφέρεις από τον ισχυρό σε τούτο μόνο, ο ισχυρός υπήρξε κάποτε ένας πολύ μικρός ανθρωπάκος, αλλά ανέπτυξε μια σημαντική ικανότητα. Αναγνώρισε την ποταπότητα και την ανεπάρκεια των σκέψεων και των πράξεών του. Κάτω από την πίεση κάποιου έργου που θεώρησε σημαντικό, έμαθε να διακρίνει ότι η μικρότητα κι η ευτέλειά του απειλούσαν την ευτυχία του. Με άλλα λόγια ο ισχυρός γνωρίζει πότε και σε τι είναι ανθρωπάκος. Ο ανθρωπάκος, όμως, δε γνωρίζει ότι είναι ποταπός και φοβάται να το μάθει.

Κρύβει την ποταπότητα και την ανεπάρκειά του πίσω από αυταπάτες δύναμης και μεγαλείου, τη δύναμη και του μεγαλείου κάποιου άλλου. Είναι περήφανος για τους μεγάλους στρατηγούς του, αλλά όχι για τον εαυτό του. Θαυμάζει την ιδέα που δεν είχε κι όχι εκείνη που είχε. Όσο λιγότερο καταλαβαίνει κάτι, τόσο περισσότερο πιστεύει σ’ αυτό κι όσο καλύτερα αντιλαμβάνεται μια ιδέα, τόσο η πίστη του σ’ αυτήν κλονίζεται.

Ας αρχίσω, όμως, από τον ανθρωπάκο που έχω μέσα μου: Επί είκοσι πέντε χρόνια υπερασπίζομαι, γραπτά και προφορικά, το δικαίωμά σου στην ευτυχία. Κατακρίνω την ανικανότητά σου να καρπώνεσαι εκείνο που σου ανήκει, να διασφαλίζεις όσα κέρδισες με αίμα στο Παρίσι και στη Βιέννη, στον αμερικανικό εμφύλιο και τη ρωσική επανάσταση. Μα το Παρίσι σου κατέληξε στον Πετέν και τον Λαβάλ, η Βιέννη σου στον Χίτλερ, η Ρωσία σου στον Στάλιν και η Αμερική σου κινδυνεύει να καταλήξει στα χέρια της Κου Κλουξ Κλαν!

Καταφέρνεις να κερδίζεις την ελευθερία σου, μα δεν μπορείς να τη διασφαλίσεις για τον εαυτό σου και τους άλλους. Αυτό το γνώριζα από καιρό. Εκείνο, όμως, που δεν καταλάβαινα ήταν γιατί, αφού κατόρθωνες να βγεις παλεύοντας απ’ το βούρκο, βούλιαζες κάθε φορά σ’ ένα χειρότερο. Έπειτα, ψηλαφιστά, παρατηρώντας προσεκτικά γύρω μου, ανακάλυψα σταδιακά ποιο είναι εκείνο που σε κρατά δέσμιο: Είσαι δεσμώτης του εαυτού σου. Ο μόνος υπεύθυνος για τη σκλαβιά σου είσαι εσύ ο ίδιος. Μόνον εσύ και κανένας άλλος, άκου που σου λέω!

Δεν το ‘χεις ξανακούσει αυτό, έτσι; Οι ελευθερωτές σου λένε πως ο Κάιζερ, ο Τσάρος, ο Πάπας Γρηγόριος ο ΚΖ’, ο Μόργκαν, ο Κρουπ κι ο Φορντ, αυτοί είναι οι δυνάστες σου και ποιοι είναι οι ελευθερωτές σου; Ο Μουσολίνι, ο Ναπολέων, ο Χίτλερ και ο Στάλιν. (και η βλακεία έχει όρια … ή μήπως όχι;)

Γι’ αυτό σου λέω: «Εσύ μονάχα μπορείς να γίνεις ελευθερωτής του εαυτού σου!»

Σ’ αυτό το σημείο διστάζω. Ισχυρίζομαι πως αγωνίζομαι για την αλήθεια και την αγνότητα. Όμως, ενώ αποφάσισα να σου πω την αλήθεια για τον εαυτό σου, τώρα διστάζω. Σε φοβάμαι, εσένα και τη στάση σου απέναντι στην αλήθεια. Όταν η αλήθεια σε αφορά, γίνεται επικίνδυνη. Μπορεί να είναι ευεργετική, μα μπορεί επίσης να γίνει λάβαρο στα χέρια της κάθε συμμορίας. Αν δεν ήταν έτσι, δε θα ήσουν στη θέση που βρίσκεσαι σήμερα.

Ο νους μού υπαγορεύει: «Πες την αλήθεια, ανεξάρτητα απ’ το τίμημα». Ο ανθρωπάκος μέσα μου λέει: «Θα ήταν βλακεία να εμπιστευτείς τον εαυτό σου στο έλεος του ανθρωπάκου. Ο ανθρωπάκος δε θέλει να ακούσει την αλήθεια για τον εαυτό του. Δε θέλει να σηκώσει το φορτίο της μεγάλης ευθύνης που τον βαρύνει, είτε του αρέσει, είτε όχι. Θέλει να παραμείνει ανθρωπάκος, ή να γίνει μεγάλος ανθρωπάκος. Θέλει να γίνει πλούσιος, εργατοπατέρας, επικεφαλής του συλλόγου βετεράνων ή πρόεδρος του φιλόπτωχου. Δε θέλει, όμως, να αναλάβει την ευθύνη για τη δουλειά του, για τα αποθέματα τροφίμων, για το οικιστικό, τη συγκοινωνία, την παιδεία, τις επιστημονικές έρευνες, τη διοίκηση ή οτιδήποτε άλλο».

Ο ανθρωπάκος μέσα μου λέει: «Έγινες πια μεγάλος και τρανός, γνωστός σε Γερμανία, Αυστρία, Σκανδιναβία, Αγγλία, Αμερική και Παλαιστίνη. Οι κομμουνιστές σε πολεμούν. Οι «σωτήρες των πολιτιστικών αξιών» σε μισούν. Τα θύματα της συναισθηματικής πανούκλας σε διώκουν. Έχεις γράψει δώδεκα βιβλία και εκατόν πενήντα άρθρα για την αθλιότητα της ζωής, την αθλιότητα του ανθρωπάκου. Το έργο σου διδάσκεται στα πανεπιστήμια και άλλοι μεγάλοι, μοναχικοί άνθρωποι, λένε πως είσαι πολύ μεγάλος άνθρωπος.

Συγκαταλέγεσαι ανάμεσα στους κολοσσούς της επιστήμης. Ανακαλύπτοντας την κοσμική ενέργεια της ζωής και τους νόμους που διέπουν τη ζωντανή ύλη, έκανες τη μεγαλύτερη ανακάλυψη των τελευταίων αιώνων. Βοήθησες να γίνει κατανοητή η φύση του καρκίνου. Είπες την αλήθεια. Γι’ αυτό σε κυνηγούν από χώρα σε χώρα. Τώρα δικαιούσαι να ξεκουραστείς. Απόλαυσε την επιτυχία και τη φήμη σου. Σε λίγα χρόνια το όνομά σου θα ακούγεται παντού. Αρκετά έκανες. Φτάνει πια. Αφοσιώσου πλέον στις μελέτες σου για το λειτουργικό νόμο της φύσης».

Έτσι λέει ο ανθρωπάκος μέσα μου, επειδή σε φοβάται, ανθρωπάκο. Για πολλά χρόνια ήμουν σε στενή επαφή μαζί σου. Μέσα από τις προσωπικές μου εμπειρίες γνώριζα τη ζωή σου και ήθελα να σε βοηθήσω. Διατηρούσα τούτη την επαφή, επειδή έβλεπα ότι σε βοηθούσα πραγματικά κι ότι δεχόσουν πρόθυμα τη βοήθειά μου, συχνά με δάκρυα στα μάτια. Λίγο-λίγο, όμως, άρχισα να καταλαβαίνω ότι ενώ ήσουν πρόθυμος να δεχτείς τη βοήθειά μου, ήσουν ανίκανος να την υπερασπιστείς.

Την υπερασπίστηκα εγώ για σένα και πάλεψα σκληρά για λογαριασμό σου. Μα ήρθαν οι ηγέτες σου και κατέστρεψαν το έργο μου· κι εσύ τους ακολούθησες, δίχως να βγάλεις άχνα. Μετά απ’ αυτό διατήρησα την επαφή μαζί σου, ελπίζοντας να ανακαλύψω τον τρόπο που θα μπορούσε κανείς να σε βοηθήσει χωρίς να καταστραφεί, είτε ως ηγέτης, είτε ως θύμα σου. Ο ανθρωπάκος μέσα μου ήθελε να σε κερδίσει, να σε «σώσει», να τον θωρείς με το ίδιο δέος που αντιμετωπίζεις τα «ανώτερα μαθηματικά», επειδή δεν έχεις ιδέα τι είναι. Όσο λιγότερο καταλαβαίνεις, τόσο περισσότερο δέος νιώθεις.

Ξέρεις τον Χίτλερ καλύτερα από τον Νίτσε, τον Ναπολέοντα καλύτερα από τον Πεσταλότσι. Ο ανθρωπάκος μέσα μου θέλει να σε κερδίσει, όπως σε κερδίζουν συνήθως με τα ταμ-ταμ της ηγεσίας. Όταν ο ανθρωπάκος μέσα μου ονειρεύεται να «σε οδηγήσει στην ελευθερία», σε φοβάμαι. Υπάρχει κίνδυνος να ανακαλύψεις μέσα μου τον εαυτό σου κι εμένα μέσα σου, να τρομάξεις και γυρεύοντας να δολοφονήσεις τον εαυτό σου, να δολοφονήσεις εμένα. Μα δεν είμαι πια πρόθυμος να πεθάνω, υπερασπίζοντας την ελευθερία σου να είσαι σκλάβος του καθενός.

Δεν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Αντιλαμβάνομαι ότι η «ελευθερία να είσαι σκλάβος του καθενός» δεν είναι ευκολονόητη ιδέα.

Προκειμένου να ξεφύγεις από την κατάσταση του σκλάβου που είναι αφοσιωμένος σε έναν και μοναδικό αφέντη και να γίνεις σκλάβος του καθενός, πρέπει πρώτα να σκοτώσεις το συγκεκριμένο δυνάστη, τον τσάρο ας πούμε. Δίχως, όμως, επαναστατικά κίνητρα και υψηλά ιδανικά περί ελευθερίας, δεν μπορείς να διαπράξεις έναν τέτοιο πολιτικό φόνο.

Συνεπώς, ιδρύεις ένα επαναστατικό κόμμα κάτω από την ηγεσία ενός πραγματικά μεγάλου ανθρώπου, του Ιησού, ας πούμε, του Μαρξ, του Λίνκολν ή του Λένιν. Τούτος ο πραγματικά μεγάλος άνθρωπος παίρνει πολύ σοβαρά το θέμα της ελευθερίας σου. Αν θέλει να πετύχει πρακτικά αποτελέσματα, είναι υποχρεωμένος να μαζέψει γύρω του ένα σωρό ανθρωπάκια, βοηθούς κι εκτελεστικά όργανα, επειδή δεν μπορεί να φέρει σε πέρας ένα τέτοιο κολοσσιαίο έργο μονάχος.

Αν δε συγκέντρωνε γύρω του μερικά μεγάλα ανθρωπάκια, δε θα τον καταλάβαινες, θα τον αγνοούσες. Περιβάλλεται από μεγάλα ανθρωπάκια για να αποκτήσει δύναμη για χάρη σου, να κατακτήσει μιαν αλήθεια, ή να θεμελιώσει μια νέα, καλύτερη πίστη. Γράφει ευαγγέλια, φτιάχνει νόμους για να διασφαλίσει την ελευθερία σου κι υπολογίζει στη βοήθειά σου και την προθυμία σου να τον συνδράμεις. Σε τραβάει έξω από τον κοινωνικό βούρκο, όπου είχες βουλιάξει.

Προκειμένου, όμως, να κρατήσει ενωμένα όλα τα μεγάλα ανθρωπάκια και να μη χάσει την εμπιστοσύνη σου, ο πραγματικά μεγάλος άνθρωπος αναγκάζεται, λίγο-λίγο, να θυσιάσει τη μεγαλοσύνη που ανέπτυξε με μόχθο, σε βαθιά πνευματική απομόνωση, μακριά από σένα και τη σύγχυση της καθημερινότητάς σου, μα πάντα σε στενή επαφή με τη ζωή σου. Προκειμένου να σε καθοδηγεί, πρέπει να σου επιτρέψει να τον λατρεύεις σαν απρόσιτο θεό.

Δε θα του είχες καμιά εμπιστοσύνη αν παρέμενε ο απλός άνθρωπος που ήταν και πριν, αν συζούσε, για παράδειγμα, με μια γυναίκα, δίχως να έχουν ενωθεί με τα δεσμά του γάμου. Έτσι, εσύ ο ίδιος δημιουργείς τον καινούργιο αφέντη σου. Όμως, εξυψωμένος στο βαθμό του καινούργιου αφέντη, ο μεγάλος άνθρωπος χάνει τη μεγαλοσύνη του, που ήταν συνισταμένη ακεραιότητας, απλότητας, θάρρους και επαφής με την πραγματικότητα της ζωής.

Τα μεγάλα ανθρωπάκια, που αντλούν το κύρος τους από το μεγάλο άνθρωπο, καταλαμβάνουν καίριες θέσεις στην οικονομία, τη διπλωματία, την κυβέρνηση, τις τέχνες και τις επιστήμες. Εσύ παραμένεις εκεί που ήσουν εξαρχής, στο βούρκο! Εξακολουθείς να περιφέρεσαι ρακένδυτος, για χάρη του «μέλλοντος του σοσιαλισμού», ή του «Τρίτου Ράιχ». Εξακολουθείς να ζεις σε λασποκαλύβες, σοβαντισμένες με κοπριά. Είσαι, όμως, περήφανος για το Μέγαρο του Πολιτισμού. Είσαι ικανοποιημένος με την ψευδαίσθηση πως έχεις δύναμη… Μέχρι τον επόμενο πόλεμο και την πτώση των καινούργιων αφεντάδων.

Άλλα ανθρωπάκια σε μακρινές χώρες μελέτησαν διεξοδικά τον πόθο σου να είσαι σκλάβος του καθενός. κι αυτό τους δίδαξε πώς να γίνονται μεγάλα ανθρωπάκια, με τη μικρότερη νοητική προσπάθεια. Τούτα τα μεγάλα ανθρωπάκια δε γεννήθηκαν σε επαύλεις· αναδύθηκαν από τις δικές σου τάξεις. Πείνασαν, όπως κι εσύ. Υπέφεραν, όσο κι εσύ. Ανακάλυψαν έναν ταχύτερο τρόπο να αλλάζουν αφέντες.

Επί εκατοντάδες χρόνια αληθινά μεγάλοι διανοητές έκαναν ανυπολόγιστες θυσίες. Αφιέρωσαν το νου και τη ζωή τους για να σου εξασφαλίσουν την ελευθερία και την ευημερία σου. Ε, λοιπόν, τα ανθρωπάκια που αναδύθηκαν από τους κόλπους σου, ανακάλυψαν πως δε χρειάζεται να καταβάλει κανείς τόσο κόπο και μόχθο. Εκείνο που κατόρθωσαν, μετά από δοκιμασίες και σκληρό πνευματικό αγώνα πολλών χρόνων, οι αληθινά μεγάλοι διανοητές, αυτοί κατάφεραν να το καταστρέψουν σε λιγότερο από πέντε. Μάλιστα, τα ανθρωπάκια από τις τάξεις σου ανακάλυψαν τον τρόπο να επισπεύδουν τη διαδικασία.

Η μέθοδός τους είναι χυδαία και κτηνώδης. Σου λένε απερίφραστα ότι εσύ κι η ζωή σου, τα παιδιά κι η οικογένειά σου δεν αξίζουν πεντάρα· ότι είσαι ένα ηλίθιο ανδράποδο που μπορούν να το κάνουν ό,τι θέλουν. Δε σου υπόσχονται ατομικές, μα εθνικές ελευθερίες. Δε λένε λέξη περί αυτοσεβασμού. Σου λένε μονάχα να σέβεσαι το κράτος. Δε σου υπόσχονται προσωπική μεγαλοσύνη, αλλά εθνικό μεγαλείο.

Εφόσον η «ατομική ελευθερία» και η «ατομική μεγαλοσύνη» δε σημαίνουν για σένα το παραμικρό, ενώ η «εθνική ελευθερία» και τα «εθνικά συμφέροντα» διεγείρουν τις φωνητικές σου χορδές ακριβώς όπως τρέχουν τα σάλια του σκύλου μπροστά στο κόκαλο. Ο ήχος αυτών των λέξεων σε κάνει να ζητωκραυγάζεις. Φυσικά, κανένα από αυτά τα ανθρωπάκια δεν πληρώνει το τίμημα της γνήσιας ελευθερίας που πλήρωσε ο Τζιορντάνο Μπρούνο, ο Ιησούς, ο Καρλ Μαρξ ή ο Λίνκολν.

Δε σ’ αγαπούν, ανθρωπάκο· σε περιφρονούν, επειδή περιφρονείς τον εαυτό σου. Σε ξέρουν απ’ έξω κι ανακατωτά, καλύτερα απ’ ό,τι σε ξέρουν οι Ροκφέλερ και οι Τόρις. Γνωρίζουν τις χειρότερες αδυναμίες σου, όπως θα έπρεπε να τις γνωρίζεις εσύ. Σε θυσίασαν σ’ ένα σύμβολο κι εσύ τους έδωσες τη δύναμη να σ’ εξουσιάζουν. Εσύ ο ίδιος τους αναγόρευσες αφεντικά σου και συνεχίζεις να τους στηρίζεις, παρόλο που πέταξαν τις μάσκες τους. Στο ‘παν κατάμουτρα: «Είσαι και θα είσαι πάντα κατώτερος, ανίκανος να αναλάβεις την παραμικρή ευθύνη» κι εσύ τους αποκαλείς καθοδηγητές και σωτήρες και φωνάζεις «ζήτω, ζήτω».

Σε φοβάμαι, ανθρωπάκο. Σε τρέμω, επειδή από σένα εξαρτάται το μέλλον της ανθρωπότητας. Σε φοβάμαι, επειδή το κυριότερο μέλημά σου στη ζωή είναι να δραπετεύεις από τον εαυτό σου. Είσαι άρρωστος, ανθρωπάκο, άρρωστος βαριά. Δε φταις εσύ γι’ αυτό, μα έχεις υποχρέωση να γιατρευτείς. Θα ‘χες από καιρό αποτινάξει τα δεσμά σου, αν δεν ενθάρρυνες ο ίδιος την καταπίεση και δεν τη στήριζες άμεσα με τις πράξεις σου.

Καμία αστυνομική δύναμη στον κόσμο δε θα ήταν ικανή να σε συντρίψει, αν διέθετες στην καθημερινή σου ζωή έστω και μια στάλα αυτοσεβασμό· αν συνειδητοποιούσες, πραγματικά συνειδητοποιούσες, πως χωρίς εσένα η ζωή δε θα συνέχιζε ούτε μια ώρα. Στο είπε αυτό ο ελευθερωτής σου; Σε αποκάλεσε «Προλετάριο του Κόσμου», αλλά δε σου είπε ότι εσύ, και μόνο εσύ, είσαι υπεύθυνος για τη ζωή σου (κι όχι για την τιμή της πατρίδας σου).

Πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι εσύ αναγορεύεις τα ανθρωπάκια σου καταπιεστές και φοράς το αγκάθινο στεφάνι του μαρτυρίου στους πραγματικά μεγάλους ανθρώπους. Ότι τους σταυρώνεις και τους λιθοβολείς, ή τους αναγκάζεις σε λιμοκτονία. Ότι δεν τους σκέφτεσαι ποτέ, ούτε λογαριάζεις όσα έκαναν για σένα. Ότι δεν έχεις ιδέα σε ποιους χρωστάς όσα απολαμβάνεις στη ζωή…

Μα ποιος νομίζεις ότι είσαι ανθρωπάκο; κοίτα γύρω σου «Πριν σε εμπιστευτώ, θέλω να μάθω τι πρεσβεύεις». Αν σου πω τι πρεσβεύω, θα τρέξεις γραμμή στον εισαγγελέα ή την Επιτροπή Αντιαμερικανικής Δραστηριότητας, στο FBI ή τη GPU, στην αγαπημένη σου παλιοφυλλάδα, την Κου Κλουξ Κλαν ή τους διάφορους ηγέτες του παγκόσμιου προλεταριάτου.

Δεν είμαι λευκός μήτε μαύρος, κόκκινος ή κίτρινος.

Δεν είμαι Χριστιανός, ούτε Εβραίος, Μουσουλμάνος ή Μορμόνος. Δεν είμαι πολύγαμος, μήτε ομοφυλόφιλος ή αναρχικός.

Όταν αγκαλιάζω μια γυναίκα, είναι επειδή την αγαπώ και την ποθώ κι όχι επειδή έχω πιστοποιητικό γάμου ή είμαι σεξουαλικά πεινασμένος.

Δε δέρνω τα παιδιά. Δεν ψαρεύω, δεν κυνηγώ κι ας είμαι καλός σκοπευτής κι ας αγαπώ τη σκοποβολή.

Δεν παίζω μπριτζ και δε δίνω πάρτι για να διαδώσω τις ιδέες μου. Αν οι ιδέες μου ευσταθούν, θα διαδοθούν από μόνες τους.

Δεν υποβάλλω τις εργασίες μου σε καμιά ιατρική αυθεντία, εκτός κι αν τις κατανοεί καλύτερα από μένα. Εγώ αποφασίζω ποιος κατανοεί τις ανακαλύψεις μου και ποιος όχι.

Τηρώ κάθε λογικό νόμο κατά γράμμα, αλλά μάχομαι τους απαρχαιωμένους ή τους εξωφρενικούς.

Μη βιαστείς να καταφύγεις στον εισαγγελέα, ανθρωπάκο! Αν είναι έντιμος άνθρωπος, το ίδιο κάνει κι εκείνος.

Θέλω τα παιδιά και οι νέοι να απολαμβάνουν το σωματικό έρωτα δίχως αναστολές.

Δε θεωρώ ότι για να είναι κανείς θρήσκος, με την καλύτερη, αυθεντικότερη έννοια, πρέπει να καταστρέψει την ερωτική του ζωή και να μουμιοποιηθεί, στην ψυχή και το σώμα.

Γνωρίζω πως εκείνο που αποκαλείς «Θεός» υπάρχει πραγματικά, αλλά όχι με τη μορφή που φαντάζεσαι. Ο Θεός είναι η πρωταρχική κοσμική ενέργεια, ο έρωτας στο κορμί σου, η ακεραιότητα του χαρακτήρα σου και το αίσθημα της φύσης, μέσα σου και γύρω σου.

Αν δοκίμαζε κανείς με οποιοδήποτε πρόσχημα να επέμβει στο έργο μου ως γιατρός ή εκπαιδευτικός, θα τον πετούσα έξω από την πόρτα κι αν με καλούσαν στο δικαστήριο, θα του έθετα μερικές απλές, ξεκάθαρες ερωτήσεις, στις οποίες δε θα μπορούσε να απαντήσει δίχως να ντρέπεται σ’ όλη του τη ζωή.

…κι αυτό γιατί γνωρίζω τι είναι εσωτερικά ο άνθρωπος. Γνωρίζω πως κάθε ανθρώπινο ον, έχει την ιδιαίτερη αξία του. Θέλω, επίσης, να κυβερνάται ο κόσμος με γνώμονα το έργο και όχι τις απόψεις περί έργου. Έχω τις δικές μου απόψεις και μπορώ να διακρίνω το ψέμα από την αλήθεια. Τη χρησιμοποιώ καθημερινά σαν εργαλείο στη δουλειά μου· την καθαρίζω όταν τελειώνω και τη διατηρώ καθαρή.

Σε φοβάμαι, ανθρωπάκο, σε φοβάμαι πολύ. Δεν ήμουν έτσι πάντα. Ήμουν κι εγώ ανθρωπάκος, ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλα ανθρωπάκια. Κατόπιν έγινα επιστήμονας και ψυχίατρος. Έμαθα να διακρίνω πόσο άρρωστος είσαι και πόσο επικίνδυνη είναι η αρρώστια σου. Έμαθα να διακρίνω ότι αυτό που σε καθηλώνει -καθημερινά, κάθε ώρα της μέρας, ακόμα και δίχως την ενίσχυση κάποιας εξωτερικής πίεσης- είναι η ψυχική διαταραχή σου κι όχι κάποια ανώτερη δύναμη, έξω από σένα.

Αν ήσουν εσωτερικά ζωντανός και υγιής, θα ‘χες ανατρέψει τους τύραννους, από καιρό. Στο παρελθόν οι δυνάστες σου προέρχονταν από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, μα σήμερα ξεπηδούν από τους κόλπους σου. Είναι κι αυτοί ανθρωπάκια σαν κι εσένα, ανθρωπάκο και πρέπει να είναι στ’ αλήθεια πολύ μικροί και ποταποί για να γνωρίζουν, από πείρα, την αθλιότητά σου και με βάση τούτη τη γνώση να σε καταπιέζουν αποτελεσματικότερα και στυγνότερα από ποτέ.

Δεν έχεις κανένα αισθητήριο για να διακρίνεις τον πραγματικά μεγάλο άνθρωπο. Ο χαρακτήρας του, τα βάσανά του, η λαχτάρα του, η οργή του κι ο αγώνας του για σένα σου είναι άγνωστα. Αγνοείς εντελώς πως υπάρχουν άντρες και γυναίκες που, από φύση τους, είναι ανίκανοι να σε καταπιέσουν και να σε εκμεταλλευτούν· άντρες και γυναίκες που θέλουν να είσαι ελεύθερος, πραγματικά κι αληθινά ελεύθερος. Μα αντιπαθείς τούτους τους άντρες και τις γυναίκες, επειδή είναι έξω από τη φύση σου.

Είναι απλοί και ειλικρινείς. Εκτιμούν την αλήθεια, όσο εκτιμάς εσύ την κομπίνα. Βλέπουν μέσα σου σα να ‘σαι διάφανος, αλλά δε σε περιφρονούν. Θλίβονται για την κατάντια του ανθρώπου. Μα διαισθάνεσαι πως βλέπουν μέσα σου και νιώθεις να απειλείσαι. Αναγνωρίζεις τη μεγαλοσύνη τους, ανθρωπάκο, μόνο όταν πολλά άλλα ανθρωπάκια σού πουν ότι είναι μεγάλοι. Φοβάσαι τους μεγάλους ανθρώπους, την επαφή τους με τη ζωή και την αγάπη τους γι’ αυτή. Όμως ο μεγάλος άνθρωπος σε αγαπά, όπως θα αγαπούσε κάθε ζωντανό πλάσμα. Δε θέλει να υποφέρεις, όπως υποφέρεις χιλιάδες χρόνια τώρα. Δε θέλει να λες ανοησίες, όπως λες εδώ και χιλιάδες χρόνια. Δε θέλει να δουλεύεις σαν μουλάρι, επειδή αγαπά τη ζωή και θέλει να την απαλλάξει από τα βάσανα και τον εξευτελισμό.

Ωθείς τους πραγματικά μεγάλους ανθρώπους να σε περιφρονούν, να αποστρέφουν με θλίψη το κεφάλι στη θέα της μικρότητάς σου, να σε αποφεύγουν και, το χειρότερο, να σε λυπούνται. Κι αν τύχει, ανθρωπάκο, να είσαι ψυχίατρος, ένας Λαμπρόσο για παράδειγμα, χαρακτηρίζεις τον αληθινά μεγάλο άνθρωπο εγκληματία ή εν δυνάμει εγκληματία και τρελό, επειδή ο μεγάλος άνθρωπος, αντίθετα από σένα, δε βάζει στόχο στη ζωή του τα πλούτη, την κοινωνική αποκατάσταση της κόρης του μ’ έναν καλό γάμο, την πολιτική καριέρα ή τους ακαδημαϊκούς τίτλους.

Έτσι, επειδή είναι διαφορετικός από σένα, τον αποκαλείς «μεγαλοφυΐα» ή «παλαβιάρη». Εκείνος από την πλευρά του είναι πρόθυμος να παραδεχτεί πως δεν είναι μεγαλοφυΐα, μα ένα απλό, ζωντανό πλάσμα. Τον χαρακτηρίζεις ακοινώνητο, επειδή προτιμά να μένει μόνος με τις σκέψεις του, παρά να ακούει ανόητες φλυαρίες στις κοινωνικές εκδηλώσεις σου. Τον αποκαλείς τρελό επειδή ξοδεύει τα λεφτά του σε επιστημονικές έρευνες, αντί να τα επενδύει στο χρηματιστήριο, όπως εσύ.

Έχεις το θράσος, ανθρωπάκο, στον αβυσσαλέο εκφυλισμό σου, να αποκαλείς έναν απλό, ειλικρινή άνθρωπο «ανώμαλο». Τον συγκρίνεις με τον εαυτό σου, τον μετράς με τα ευτελή σου κριτήρια και βρίσκεις πως δε φτάνει τις απαιτήσεις της δικής σου ομαλότητας. Δεν μπορείς να δεις, ανθρωπάκο. Αρνείσαι να αναγνωρίσεις ότι εξωθείς αυτόν τον άνθρωπο, που σε αγαπά και θέλει να σε βοηθήσει, μακριά από κάθε μορφή κοινωνικής ζωής, επειδή την έχεις καταντήσει αφόρητη, είτε στο σαλόνι, είτε στην ταβέρνα.

Ποιος τον έκανε αυτό που είναι σήμερα, μετά από βάσανα κι απόγνωση δεκαετιών; Εσύ, με την αναλγησία σου, τη στενοκεφαλιά σου, το διεστραμμένο τρόπο σκέψης και τις «απαράβατες αξίες» σου, που είναι ανίκανες να αντέξουν τις κοινωνικές εξελίξεις μιας δεκαετίας. Σκέψου μόνο όλα εκείνα τα αδιαμφισβήτητα στα οποία ορκιζόσουν τα χρόνια που μεσολάβησαν μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου.

Πες μου ειλικρινά, ανθρωπάκο, πόσα αναθεώρησες από αυτά; Κανένα, ανθρωπάκο. Ο μεγάλος άνθρωπος σκέφτεται προσεκτικά, αλλά όταν αφοσιωθεί σε μια ιδέα, βλέπει πολύ μακριά. κι εσύ, ανθρωπάκο, όταν η ιδέα του αποδεικνύεται σωστή κι αντέχει στο πέρασμα του χρόνου, εκεί που η δική σου είναι ρηχή κι εφήμερη, του φέρεσαι σαν να ‘ναι απόβλητος. Εξωθώντας τον στο περιθώριο, σπέρνεις μέσα του τον τρομερό σπόρο της μοναξιάς.

Όχι το σπόρο που γεννά μεγάλες πράξεις, αλλά το σπόρο του φόβου πως θα τον παρεξηγήσεις και θα τον προσβάλεις. Γιατί είσαι «ο λαός», «η κοινή γνώμη», «η συνείδηση της κοινωνίας». Αναλογίστηκες ποτέ σου, ανθρωπάκο, τη γιγάντια ευθύνη που συνεπάγεται αυτή η ιδιότητά σου; Αναρωτήθηκες ποτέ -πες μου ειλικρινά!- κατά πόσο, από την άποψη της μακροπρόθεσμης κοινωνικής εξέλιξης, της φύσης, ή των μεγάλων επιτεύξεων της ανθρωπότητας, από τη σκοπιά του Ιησού, για παράδειγμα, ο τρόπος σκέψης σου είναι σωστός ή λάθος;

Όχι, δεν αναρωτιέσαι ποτέ αν ο τρόπος σκέψης σου είναι σωστός ή λάθος. Αναρωτιέσαι μονάχα τι θα πει ο γείτονάς σου ή, αν πράττεις το σωστό, πόσα λεφτά θα σου κοστίσει. Αυτά είναι τα μόνα που αναρωτιέσαι, ανθρωπάκο· αυτά και τίποτ’ άλλο!

Μα αφού ώθησες το μεγάλο άνθρωπο στην απομόνωση, ξεχνάς τι του έκανες. Είπες απλά μερικές βλακείες παραπάνω, έκανες μια μπαγαποντιά ακόμα, προκάλεσες κι άλλο βαθύ πόνο. Ξεχνάς! Ο μεγάλος άνθρωπος, όμως, δεν ξεχνά. Δε σχεδιάζει την εκδίκησή του, μα προσπαθεί να καταλάβει γιατί συμπεριφέρεσαι τόσο ελεεινά. Ξέρω ότι κι αυτό είναι έξω από τη φύση σου. Πίστεψέ με, όμως! Όσες φορές κι αν τον πονέσεις, όσες αγιάτρευτες πληγές κι αν του προκαλέσεις, ακόμα κι αν σ’ ένα λεπτό έχεις κιόλας ξεχάσει τη μικρόψυχη κατεργαριά σου, ο μεγάλος άνθρωπος υποφέρει για τις κατεργαριές σου, αντί για σένα.

Όχι επειδή είναι σημαντικές, αλλά ακριβώς επειδή είναι ασήμαντες. Προσπαθεί να καταλάβει τι είναι εκείνο που σε κάνει να πετάς λάσπη στο σύζυγο ή τη σύζυγο που σε απογοήτευσε· να βασανίζεις ένα παιδί επειδή το αντιπαθεί κάποιος κακοήθης γείτονας· να προδίδεις τους φίλους σου, να γελοιοποιείς τους πονόψυχους, ενώ τους εκμεταλλεύεσαι στο έπακρο και να ζαρώνεις κάτω από το μαστίγιο.

Προσπαθεί να καταλάβει τι είναι εκείνο που σε κάνει να παίρνεις ό,τι σου δίνουν, να δίνεις ό,τι απαιτούν από σένα κι όμως να μη δίνεις ποτέ με τη θέλησή σου, ποτέ από αγάπη· τι σε κάνει να κλωτσάς εκείνους που έχουν πέσει ή κοντεύουν να πέσουν, να ψεύδεσαι αντί να λες την αλήθεια και να διώκεις όχι το ψεύδος, μα την αλήθεια. Ανθρωπάκο, είσαι πάντα με το μέρος των διωκτών.

Προκειμένου να κερδίσει την εύνοιά σου, ανθρωπάκο, να κερδίσει την άχρηστη φιλία σου, ένας μεγάλος άνθρωπος πρέπει να προσαρμοστεί στο δικό σου τρόπο ζωής, να λέει εκείνο που θα ‘θελες να ακούσεις, να στολιστεί τις αρετές σου. Μα τότε δε θα ήταν μεγάλος, αληθινός κι απλός. Αν είχε τις δικές σου αρετές, τη γλώσσα και τη φιλία σου, δε θα ‘ταν μεγάλος άνθρωπος. Άλλωστε, το βλέπεις καθαρά ότι οι φίλοι σου, αυτοί που λένε ό,τι θες να ακούσεις, δεν υπήρξαν ποτέ μεγάλοι άνθρωποι.

Όχι πως πιστεύεις ότι ο φίλος σου θα μπορούσε ποτέ να κάνει κάτι μεγάλο.  Περιφρονείς τον εαυτό σου στα κρυφά, ιδιαίτερα όταν επιδεικνύεις την αξιοπρέπειά σου. Κι εφόσον περιφρονείς τον εαυτό σου, είσαι ανίκανος να σεβαστείς το φίλο σου. Δεν μπορείς να πιστέψεις πως οποιοσδήποτε κάθισε στο τραπέζι σου, ή μοιράστηκε το σπίτι σου, είναι ικανός για μεγάλα επιτεύγματα. Αυτός είναι ο λόγος που όλοι οι μεγάλοι άνθρωποι είναι μοναχικοί. Κοντά σου είναι πολύ δύσκολο να στοχάζεται κανείς, ανθρωπάκο. Μπορεί να σε σκέφτεται, ή να σκέφτεται για σένα, μα όχι με σένα· καταπνίγεις κάθε μεγάλη, πρωτότυπη σκέψη.

Αν είσαι μητέρα, όταν το παιδί σου σκέφτεται λες, «Αυτό δεν κάνει για παιδιά». Αν είσαι καθηγητής βιολογίας, λες, «Αυτά δεν αρμόζουν σε σοβαρούς σπουδαστές. Ακούς εκεί! Να αμφισβητείς ότι υπάρχουν μικρόβια στον αέρα;» Αν είσαι δάσκαλος, λες «Τα καλά παιδιά δεν κάνουν αυθάδικες ερωτήσεις» κι αν είσαι σύζυγος, λες, «Ανακάλυψη; Κι επειδή έκανες ανακάλυψη; Δεν κοιτάς τη δουλειά σου λέω ‘γώ, να θρέψεις την οικογένειά σου!» Μα σαν δημοσιευτεί η ίδια ανακάλυψη στις εφημερίδες, ανθρωπάκο, τότε την αποδέχεσαι, είτε την καταλαβαίνεις είτε όχι.

Γι’ αυτό σου λέω, ανθρωπάκο, έχεις χάσει την αίσθηση ό,τι καλύτερου υπάρχει μέσα σου. Την κατέπνιξες κι αν τύχει και βρεις κάτι αξιόλογο στους άλλους, στο παιδί σου, τη γυναίκα σου, τον άντρα σου, τον πατέρα ή τη μητέρα σου, το σκοτώνεις. Είσαι πολύ μικρός, ανθρωπάκο και θες να παραμείνεις μικρός.

Αναρωτιέσαι πώς τα ξέρω όλα αυτά; Θα σου πω: Σε γνωρίζω γιατί μοιράστηκα τις εμπειρίες σου· σε γνωρίζω από τον εαυτό μου. Ως γιατρός σε ελευθέρωσα από τη μικρότητα μέσα σου. Ως εκπαιδευτικός σε οδήγησα συχνά στο δρόμο της ακεραιότητας και της ευθύτητας. Ξέρω με πόση λύσσα αντιστέκεσαι στην ακεραιότητά σου, το θανάσιμο φόβο που σε καταλαμβάνει όταν σου ζητούν να ακολουθήσεις την αληθινή, την πραγματική σου φύση.

Δεν είσαι πάντα μικρός, ανθρωπάκο. Ξέρω πως έχεις και τις «μεγάλες στιγμές» σου, τις «εκρήξεις ενθουσιασμού» και τις «εμπνεύσεις» σου. Όμως, σου λείπει το σθένος να επιτρέψεις στον ενθουσιασμό σου να κορυφωθεί, να αφήσεις την έμπνευσή σου να σε ανυψώσει όλο και ψηλότερα. Φοβάσαι να πετάξεις, φοβάσαι τα ύψη και τα βάθη. Στα ‘πε κι ο Νίτσε, πριν από χρόνια, πολύ καλύτερα από μένα. Ήθελε να σε εξυψώσει σε υπεράνθρωπο, να ξεπεράσεις το επίπεδο του ανθρώπου. Αλλά υπεράνθρωπος έγινε μονάχα ο Φύρερ σου, ο Χίτλερ κι εσύ παρέμεινες αυτός που ήσουν πάντα, υπάνθρωπος.

Θέλω να σε βοηθήσω να πάψεις να είσαι υπάνθρωπος και να γίνεις «ο εαυτός σου». «Ο εαυτός σου», λέω. Όχι η εφημερίδα που διαβάζεις, μήτε η άποψη του μοχθηρού σου γείτονα, αλλά «ο εαυτός σου». Εγώ ξέρω τι είσαι κατά βάθος, ενώ εσύ το αγνοείς. Στο βάθος είσαι ό,τι είναι κι ένα ελάφι, ό,τι είναι κι ο Θεός σου, ο ποιητής σου ή ο φιλόσοφός σου. Εσύ, όμως, νομίζεις πως είσαι μέλος του συλλόγου βετεράνων, του αθλητικού ομίλου σου, ή της Κου Κλουξ Κλαν κι επειδή έτσι νομίζεις, φέρεσαι ανάλογα.

Αυτό σου το ‘χουν ξαναπεί, πριν από πολλά χρόνια, ο Χάινριχ Μαν στη Γερμανία, ο Άπτον Σινκλέρ κι ο Τζον Ντος Πάσος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μα εσύ δεν έχεις ιδέα ποιος είναι ο Μαν ή ο Σινκλέρ. Ξέρεις μόνο τον πρωταθλητή του μποξ και τον Αλ Καπόνε κι αν είναι να διαλέξεις ανάμεσα σε μια βόλτα μέχρι τη βιβλιοθήκη ή το ματς, σίγουρα θα διαλέξεις το ματς.

Γυρεύεις την ευτυχία δήθεν αλλά θεωρείς τη σιγουριά σημαντικότερη, ακόμα κι αν σου στοιχίζει τα μαλλιοκέφαλά σου ή σου καταστρέφει τη ζωή. Κι εφόσον δεν έμαθες ποτέ ν’ αρπάζεις την ευτυχία, να την απολαμβάνεις και να την προστατεύεις, σου λείπει το σθένος της ακεραιότητας. Να σου πω, ανθρωπάκο, τι σόι άνθρωπος είσαι; Ακούς τις διαφημίσεις στο ραδιόφωνο, διαφημίσεις για καθαρτικά, οδοντόπαστες, βερνίκι παπουτσιών, αποσμητικά και όλα τ’ άλλα. Μα δεν έχεις συναίσθηση της αβυσσαλέας ηλιθιότητας, της αηδιαστικής κακογουστιάς στο τραγούδι της σειρήνας, που είναι επιμελώς μελετημένο να τραβάει την προσοχή σου. Αλήθεια, άκουσες ποτέ με προσοχή τα αστεία που λένε για σένα οι κωμικοί; Για σένα, για κείνους, για ολάκερο τον άθλιο κόσμο σου. Άκου τις διαφημίσεις για τη βελτίωση της λειτουργίας του εντέρου και μάθε ποιος και τι είσαι.

Άκου, ανθρωπάκο! Κάθε μικρόψυχη κατεργαριά σου υπογραμμίζει την αθλιότητα της ανθρώπινης ζωής. Κάθε μικρόψυχη πράξη σου μειώνει την ελπίδα να βελτιώσεις, έστω κι ελάχιστα, τη θέση σου κι αυτό προκαλεί θλίψη, ανθρωπάκο, βαθιά θλίψη που ραγίζει την καρδιά. Για να ξορκίσεις τούτη ακριβώς τη θλίψη, κάνεις ανόητα αστειάκια κι αυτό το αποκαλείς «αίσθηση του χιούμορ».

Ακούς ένα ανέκδοτο για τον εαυτό σου και γελάς μαζί με τους άλλους. Μα δε γελάς γιατί εκτιμάς το αστείο που γίνεται σε βάρος σου. Γελάς με τον ανθρωπάκο, δίχως να υποπτεύεσαι ότι γελάς με τον εαυτό σου, ότι το αστείο γίνεται σε βάρος σου. Κανένα από τα εκατομμύρια ανθρωπάκια δε συνειδητοποιούν πως το αστείο γίνεται σε βάρος τους. Αλήθεια, γιατί γελούν μαζί σου αιώνες τώρα, τόσο ξεκαρδιστικά, τόσο ανοικτά, με τόση κακεντρέχεια; Παρατήρησες πόσο γελοίο παρουσιάζουν τον κοινό άνθρωπο οι ταινίες του κινηματογράφου;

Θα σου πω γιατί γελούν μαζί σου, ανθρωπάκο· επειδή σε παίρνω στα σοβαρά, πολύ στα σοβαρά.

Το σκεπτικό σου πάντα χάνει την ουσία. Μου θυμίζεις δεινό σκοπευτή που σκόπιμα χάνει το κέντρο του στόχου, από καπρίτσιο. Διαφωνείς; Θα σου το αποδείξω.

Αν η σκέψη σου επικεντρωνόταν στην ουσία, θα ‘χες γίνει κύριος της ζωής σου από καιρό. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα της σκέψης σου:

«Για όλα φταίνε οι Εβραίοι», λες. «Τι είναι ο Εβραίος;» σε ρωτώ. «Κάποιος που στις φλέβες του κυλάει εβραϊκό αίμα», απαντάς. «Και πώς ξεχωρίζεις το εβραϊκό αίμα από το αίμα των άλλων;» Η ερώτηση σου προκαλεί σύγχυση. Μπερδεύεσαι, κομπιάζεις. Ύστερα λες, «Εννοούσα ότι ανήκει στην εβραϊκή φυλή». «Τι είναι η φυλή;» σε ρωτώ. «Η φυλή; Αυτό είναι προφανές. Όπως υπάρχει γερμανική φυλή, έτσι υπάρχει κι εβραϊκή». «και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της εβραϊκής φυλής;» «Ο Εβραίος έχει μαύρα μαλλιά, μακριά, γαμψή μύτη και διαπεραστικό βλέμμα. Οι Εβραίοι είναι άπληστοι και κεφαλαιοκράτες».

«Αν δεις ένα Γάλλο της Μεσογείου ή έναν Ιταλό δίπλα σ’ έναν Εβραίο, θα τον ξεχωρίσεις;» «Ε, όχι, για να είμαι ειλικρινής…» «Τότε, λοιπόν, τι είναι ο Εβραίος; Το αίμα του δε διαφέρει από το αίμα των άλλων. Η εμφάνισή του δε διαφέρει από εκείνη ενός Γάλλου ή ενός Ιταλού και μια και το ‘φερε η συζήτηση, έχεις δει Γερμανοεβραίους;»

«Μοιάζουν με τους Γερμανούς». «Τι είναι ο Γερμανός;» «Ο Γερμανός ανήκει στη βόρεια φυλή των Αρίων». «Οι Ινδοί είναι Άριοι;» «Ναι». «Είναι βόρειοι;» «Όχι». «Είναι ξανθοί;» «Όχι». «Βλέπεις; Δεν ξέρεις καν τι είναι ο Εβραίος και τι ο Γερμανός». «Μα, υπάρχουν Εβραίοι!» «Ασφαλώς και υπάρχουν. Όπως υπάρχουν Χριστιανοί και Μωαμεθανοί». «Σωστά! Να, αυτό εννοούσα, την εβραϊκή θρησκεία». «Ήταν Ολλανδός ο Ρούσβελτ;» «Όχι». «και γιατί ονομάζεις τον Εβραίο απόγονο του Δαβίδ κι όχι τον Ρούσβελτ Ολλανδό;» «Με τον Εβραίο είναι διαφορετικό». «Σε τι διαφέρει;» «Δεν ξέρω».

Τέτοιες κουταμάρες λες, ανθρωπάκο και με τέτοιες κουταμάρες, συγκροτείς ένοπλες συμμορίες που σκοτώνουν εκατομμύρια ανθρώπους επειδή είναι Εβραίοι κι ας μην ξέρεις να μου πεις τι είναι ο Εβραίος.

Να γιατί γελάνε μαζί σου. Να γιατί όποιος θέλει να κάνει κάτι σοβαρό σε αποφεύγει. Να γιατί είσαι χωμένος στο βούρκο μέχρι το λαιμό. Όταν αποκαλείς κάποιον «Εβραίο», αισθάνεσαι ανώτερος. Αισθάνεσαι ανώτερος, επειδή νιώθεις κατώτερος. Νιώθεις κατώτερος, επειδή εκείνο που θέλεις να εξοντώσεις στους ανθρώπους που αποκαλείς Εβραίους, είναι ο ίδιος σου ο εαυτός και τούτο είναι απλά ένα δείγμα του τι είσαι στ’ αλήθεια, ανθρωπάκο.

ΒΙΛΧΕΛΜ ΡΑΪΧ