Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

Αναγέννηση

Εισερχόμενος σε μια κατάσταση χωρίς δράση, αναιρούνται οι δράσεις όλων των «άλλων»… Η νίκη στο Δείμο σου, είναι ένα νοητικό «πάγωμα» της σκηνής δράσης όλων εκείνων των «άλλων», οι οποίοι με τη δράση τους, δημιουργούν την ακινησία της ροής της Συνειδητότητας… Αυτού του «έτσι είναι τα πράγματα» χωρίς περιθώριο ερωτήσεων και απαντήσεων.

Οι πολεμιστές, συνήθως στόλιζαν την ασπίδα τους με το πρόσωπο του Δείμου. Το σύμβολο της «πρόκλησης» και της πρόσκλησης σε μάχη εδώ και τώρα χωρίς όρους.

Ο φόβος, σε αναγκάζει να δώσεις μάχη ή να τραπείς σε φυγή. Ο δείμος όμως σου παρουσιάζει εμπρός σου όλες τις προϋποθέσεις της δικής σου συμμετοχής, στο πεδίο της μεγαλύτερης πρόκλησής σου.

Όμως βρίσκεσαι στον αισθητό κόσμο. Και αυτό το πεδίο, είναι και δική σου δημιουργία, μιας και το παρατηρείς και εσύ. Αν το όπλο του πολεμιστή είναι το σπαθί, το όπλο του πνευματικού μαχητή είναι ο λόγος του.

Υπάρχουν «λόγοι» και λέξεις και έννοιες λοιπόν, οι οποίοι είναι σαν σπαθιά στα μάτια κάποιων.

Και οι λόγοι αυτοί, οφείλουν να μένουν στη «θήκη» τους, μέχρι να υπάρξει επίγνωση της απόκτησής τους, μιας και η επίγνωση αυτή, είναι πάντοτε άηχη…
...
Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να δημιουργήσουμε επίγνωση της απόκτησής τους... Για τη ζωή που επιλέξαμε να ζήσουμε και τη λειτουργία του κόσμου μας...

Η φαλάκρα του προφήτη Ελισσαίου ήταν ιερή

    
elisha_bears Η Βίβλος είναι μια κουρελού της οποίας τα περισσότερα υφάδια αποτελούνται από ιστορίες φρίκης. Δεν χρειάζεται καμμιά απόδειξη περί αυτού διότι πολύ εύκολα μπορεί κανείς να την βρει σχεδόν οπουδήποτε και να την διαβάσει. Και παρ’ όλες τις παροτρύνσεις των ρασοφόρων το χριστεπώνυμο πλήρωμα επιμένει να μην θέλει ούτε ζωγραφιστή να την δει. Η πνευματική τεμπελίτιδα των πιστών είναι απτόητη.
Στο βιβλίο αυτό το οποίο βρίθει από άθλιες και ελεεινές ιστορίες ορκίζονται στην χώρα της Ρωμιοσύνης Πρόεδροι Δημοκρατίας, πρωθυπουργοί, υπουργοί, στρατηγοί, δάσκαλοι καθηγητές, δικαστικοί, λιμενικοί, αστυνόμοι, εφοριακοί…. δίχως ίχνος ντροπής!!!
Διαβάστε στην συνέχεια μια τέτοια ιστορία φρίκης με θύματα σαράντα αθώα παιδιά, τα οποία για ψύλλου πήδημα κατασπαράχτηκαν από αρκούδες τις οποίες ο ίδιος ο θεός Γιαχβέ εξώθησε προς τούτο.

Σεβασμό στους φαλακρούς, μπρε!
Κανονικά ο προφήτης Ελισσαίος έπρεπε να μου είναι συμπαθής, ως ομοιοπαθής· έχω κι εγώ φαλάκρα, «ανδρογενετική αλωπεκία» που λένε οι γιατροί! Παρότι δε πολλοί και διάφοροι γράφουν ότι η φαλάκρα «δίνει γοητεία» και «αποτελεί δείγμα υγείας», εγώ θα προτιμούσα να είχα τη μαλλούρα που διέθετα μέχρι τα 35-40 χρόνια μου! *σνιφ*
Τελικά όμως δεν μου είναι καθόλου συμπαθής ο Ελισσαίος, γιατί αυτός είχε κόμπλεξ με τη φαλάκρα, ενώ εγώ απαντάω, σε όποιον τολμάει να θίξει την εμφάνιση της κεφαλής μου, με το σαββοπουλικό: «άλλοι είναι φαλακροί απ” έξω κι άλλοι από μέσα!». Τι συνέβη λοιπόν με τον Ελισσαίο; Το θεόπνευστο κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, Βασιλειών Δ’, γράφει στο δεύτερο κεφάλαιό του τα εξής:
23 καὶ ἀνέβη ἐκεῖθεν εἰς Βαιθήλ· καὶ ἀναβαίνοντος αὐτοῦ ἐν τῇ ὁδῷ καὶ παιδάρια μικρὰ ἐξῆλθον ἐκ τῆς πόλεως καὶ κατέπαιζον αὐτοῦ καὶ εἶπον αὐτῷ· ἀνάβαινε, φαλακρέ, ἀνάβαινε. 24 καὶ ἐξένευσεν ὀπίσω αὐτῶν καὶ εἶδεν αὐτά, καὶ κατηράσατο αὐτοῖς ἐν ὀνόματι Κυρίου· καὶ ἰδοὺ ἐξῆλθον δύο ἄρκοι ἐκ τοῦ δρυμοῦ καὶ ἀνέρρηξαν ἀπ᾿ αὐτῶν τεσσαράκοντα καὶ δύο παῖδας.
Εκεί που πήγαινε λοιπόν στη Βαιθήλ ο σοφός αυτός προφήτης, τον πειράξανε κάποια παιδιά, λέγοντάς του «περπάτα φαλακρέ!» ή κάτι τέτοιο χλευαστικό. Θα ξεφυσούσε κιόλας ο φουκαράς καθώς ανέβαινε στην ανηφόρα και θα δημιουργούσε μια αστεία εικόνα για τα παιδιά.
Και τι κάνει ο θεοσεβής και φιλάνθρωπος αυτός γέροντας; Αντί να διασκεδάσει με τα πειράγματα, ως σοφός που ήταν, και να συνεχίσει την πορεία του, αντί να αλλάξει κατεύθυνση απομακρυνόμενος από τα πειραχτήρια, αντί να τα κυνηγήσει για να τους δώσει καμιά σφαλιάρα, απευθύνεται στο θεό του, ο οποίος, ως γνωστόν, λύνει όλα τα προβλήματα των πιστών του!
Και δεν είπε στο θεούλη, «προτάτευσέ με τώρα παντοδύναμε από τα τσογλάνια, αφού με έκανες φαλακρό, κομπλεξικό και αβοήθητο» ή «δώσε μου θεούλη μου πάλι μαλλιά για να μη με κοροϊδεύουν τα παιδιά της γειτονιάς» ή κάτι τέτοιο παρόμοιο, αυτός απλούστατα καταράστηκε τα παλιόπαιδα! Όπου η κατάρα των Ιουδαίων προφητών είναι κάτι σαν την ακτίνα που εκτοξεύουν από τα διαστημόπλοια οι εξωγήινοι!
Εδώ πιεζόμαστε εκ των πραγμάτων να κάνουμε κάποια σύγκριση: Φαντάζεται κάποιος ότι ο Σωκράτης που ήταν πανάσχημος, όπως έλεγε ο ίδιος για τον εαυτό του, ή κάποιος άλλος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος θα απευθυνόταν στους θεούς, αν τον κορόιδευαν κάποιοι, μικροί ή μεγάλοι; Φαντάζεται κάποιος τον Bertrand Russell που ήταν αδύνατος και πανύψηλος, περπάταγε δε σαν ξυλοπόδαρος, να θύμωνε επειδή κάποιος τον είπε κρεμανταλά ή οτιδήποτε άλλο; Φαντάζεται κάποιος τον Einstein με τα πεταχτά ασπρο-γκρίζα μαλλιά και τη μουστάκα του να θύμωνε, επειδή κάποιος τον λοιδώρησε με τον άλφα ή βήτα τρόπο; Φυσικά όχι, επειδή αυτοί και άλλοι πολλοί ήταν φύσει και θέσει σοφοί και είχαν την απαιτούμενη αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση, δεν ήταν μονόφθαλμοι σε ποίμνιο αόμματων νομάδων…
Μετά λοιπόν τη θερμή επίκληση του λαμπρού προφήτη, πράγματι κοτζάμ θεός που κυβερνάει (τότε) όλη τη Γη, αργότερα όλο το ηλιακό σύστημα, λίγο μετά όλο το γαλαξία και σήμερα όλο το σύμπαν, ίσως και τα πολλαπλά σύμπαντα που πιθανόν να υπάρχουν, ασχολήθηκε και με το πρόβλημα καζούρας που υπέστη ο Ελισσαίος, αφού ο θεός ακούει τους πιστούς και εκτελεί τα θελήματά τους, ό,τι κι αν του ζητήσουν αυτοί! Ούτε βουλευτής Αγουλινίτσας να ήταν ο μεγάλος! Στέλνει λοιπόν ο θεός της αγάπης δύο αρκούδες και τρώνε τα παλιόπαιδα…
Μπορείτε να αναρωτηθείτε κι εσείς, πού βρέθηκαν οι αρκούδες στην έρημο της Παλαιστίνης, αλλά δεν είναι το σημαντικότερο εδώ. Σημαντικότερο είναι ότι σύμφωνα με το ιερό βιβλίο της Π.Δ. η ποινή που αντιστοιχεί σε μια καζούρα είναι ο θάνατος! Όχι για 2-3 μπαγάσικα παιδάκια, όχι για 5-10, αλλά για 42 παιδιά από 42 οικογένειες — έστω από 30-35 οικογένειες, αν μερικά ήταν αδέλφια. «Τεσσαράκοντα και δύο» γράφει το θεόπνευστο σύγγραμμα και ποιος τολμάει να το αμφισβητήσει; Λες και ήταν κουνούπια…
Γράφει κάπου ένας σαλταρισμένος θεόπληκτος ως ερμηνεία, αδυνατώντας να κατανοήσει αυτές τις ιστορίες που τον αναγκάζουν να πιστεύει (ή όλες ή τίποτα, δεν επιτρέπεται επιλογή διά της λογικής!), ότι ο θεός έδειξε με αυτή την ενέργεια πως πρέπει να σέβονται οι άνθρωποι τους ιερείς και προφήτες, γιατί είναι απεσταλμένοι του και άλλα τέτοια! Δηλαδή πρώτος κανόνας πίστης είναι ο σεβασμός των (συνήθως τυχάρπαστων) ιερέων και μετά η αγάπη, η μετριοπάθεια και όλα όσα διδάσκει η χριστιανική θρησκεία; Σκοτώνει ο θεός 42 παιδιά για να διδάξει σεβασμό σε ένα προβληματικό άτομο, το οποίο δεν έχει αποκτήσει την απαραίτητη αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση; Μόνοι τους δείχνουν οι χριστιανοί πόσο άχρηστος και άσχετος είναι ο θεός τους, αφού ταυτίζονται με τα παραμύθια των Ιουδαίων…
Εμείς οι ταπεινοί και αδαείς τι να υποθέσουμε τώρα: Ότι ως φαλακροί δεν πρόκειται να λοιδορηθούμε ποτέ, αφού μας προστατεύει ο προφήτης Ελισσαίος; Ότι άμα πούμε στο διπλανό που μας πάτησε στο λεωφορείο, καμιά «γαλλική» κουβέντα, θα επικαλεστεί αυτός το θεό του και θα μας φάει η αρκούδα; Ότι ο θεός έπρεπε να καταργήσει τη φαλάκρα και δεν θα «μας τη λένε» πλέον τα παλιόπαιδα στο δρόμο; Ή ότι ο «θεός της αγάπης» είναι θεός της πλάκας και όσοι πιστεύουν αυτές τις ανόητες ιστορίες και αυτά τα βιβλία είναι ηλίθιοι; Καθένας μπορεί να διαλέξει ό,τι νομίζει…
 

Φυσιολατρία

natural life (1)Aν χάσεις την επαφή σου με τη φύση, χάνεις την επαφή με τους ανθρώπους. Αν δεν υπάρχει σχέση με τη φύση, τότε γίνεσαι φονιάς, τότε σκοτώνεις τα μωρά της φώκιας, φάλαινες, δελφίνια και ανθρώπους, είτε για το κέρδος είτε για “σπορ”, για τροφή ή για απόκτηση γνώσεων.
Τότε η φύση σε φοβάται και αποσύρει την ομορφιά της. Μπορεί να κάνεις μακρινούς περιπάτους στα δάση, μπορεί να κατασκηνώνεις σε όμορφα μέρη, αλλά είσαι φονιάς κι έτσι χάνεις τη φιλία τους.
Ίσως να μην έχεις σχέση με κανέναν, ούτε με τη γυναίκα ή τον άντρα σου, είσαι πάρα πολύ απασχολημένος-ή απασχολημένη- με το τι κερδίζεις και το τι χάνεις, με τις προσωπικές σου σκέψεις, με την ευχαρίστηση και τον πόνο που νιώθεις. Ζεις στη δική σου σκοτεινή απομόνωση και η φυγή σου από αυτή φέρνει περισσότερο σκοτάδι. Το ενδιαφέρον σου συγκεντρώνεται σε μια λειψή επιβίωση, απερίσκεπτη, χαλαρή ή βίαιη. Και χιλιάδες πεθαίνουν της πείνας ή σφάζονται εξαιτίας της ανευθυνότητάς σου.
Αφήνεις την τακτοποίηση του κόσμου στους ψεύτες, διεφθαρμένους πολιτικούς, στους διανοούμενους, στις αυθεντίες. Επειδή δεν έχεις εσύ ακεραιότητα, αφήνεις να χτιστεί μια κοινωνία ανήθικη, ανέντιμη, μια κοινωνία βασισμένη παντελώς στον εγωισμό.
Κι ύστερα δραπετεύεις από όλο αυτό, για το οποίο μόνο εσύ είσαι υπεύθυνος, στις ακρογιαλιές και στα δάση.
***
Κρισναμούρτι

Αλήθεια Ποιά Αλήθεια;

Αλήθεια είναι, γενικά, η υπαρκτότητα μιας κατάστασης ή η πραγματικότητα ενός γεγονότος. Ως αλήθεια δεχόμαστε αυτό που αντιλαμβάνονται ως πραγματικότητα, με σιγουριά, οι περισσότεροι άνθρωποι. Όταν δύο ή περισσότεροι άνθρωποι συμφωνούν στην αντίληψη ενός φαινομένου, δημιουργούν μια κοινή σύμβαση για το φαινόμενο και την «αίσθηση» που αυτό προκαλεί. Όταν αυτή η κοινή σύμβαση αφορά ένα μεγάλο σύνολο ανθρώπων, όταν δηλαδή «όλοι» αντιλαμβάνονται κάτι με όμοιο τρόπο, τότε η κοινή αυτή σύμβαση γίνεται αποδεκτή ως αλήθεια.

Αλήθεια είναι ότι οι άνθρωποι συμφωνούν ότι είναι αληθινό.
Δύο διαφορετικές ομάδες ανθρώπων μπορούν να έχουν διαφορετικές «αλήθειες»: οι μεν να λένε ότι ο ουρανός είναι γαλάζιος και οι δε ότι ο ουρανός είναι μπλε. Καθώς το χρώμα είναι μόνο μια μορφή που σχηματίζεται στον εγκέφαλο από την επεξεργασία της αλληλουχίας ηλεκτρικών ώσεων που μεταφέρει το οπτικό νεύρο, το μπλε είναι μια σύμβαση, η οποία εξαρτάται από την ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε όλοι με όμοιο τρόπο κάτι όπως το χρώμα. Η αχρωματοψία για παράδειγμα θα μπορούσε να προκαλέσει μια τέτοια ασυμφωνία.
Η αλήθεια ως όρος χρησιμοποιείται από την ευρωπαϊκή φιλοσοφία για να καθορίσει αυτό που αποτελεί μέρος της πραγματικότητας. Γενικά η έννοια και η αξία της αλήθειας αποτελεί ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα της φιλοσοφίας, με πολλές διαφορετικές θεωρίες να έχουν ειπωθεί.

Η έκφραση της μη αλήθειας είναι το ψέμα.
Η λέξη προέρχεται από το στερητικό α- και τη λέξη λήθη (λησμονιά).Σύμφωνα όμως με το λεξικό των Liddell – Scott η λέξη προέρχεται από το λήθω = λανθάνω (= μου διαφεύγει) και το στερητικό “α”.
Το ψέμα δεν είναι το ακριβώς αντίθετο της αλήθειας. Η αλήθεια αντανακλά και παράγει πραγματικότητα, η μη αλήθεια δεν παράγει πραγματικότητα, ενώ το ψέμα, ενώ δεν αντανακλά την πραγματικότητα, παράγει νέα πραγματικότητα, νέα δηλαδή αλήθεια, όταν το πιστεύει κάποιος. Πολλές φορές κάποιος μπορεί να κάνει αληθείς δηλώσεις, να μη λέει δηλαδή ψέματα για όσα τον ρωτούν και παρόλα αυτά να κρύβει μέρος της αλήθειας, ηθελημένα. Αυτού του είδους η πρακτική για πολλούς είναι ομότιμη με ψέμα, με την έννοια ότι έχει την ίδια πρόθεση.
Η αλήθεια για τον καθένα είναι η πραγματικότητα που βιώνει. Η πραγματικότητα αυτή καθορίζεται από όσα αισθάνεται και πιστεύει. Συνήθως, όταν χρησιμοποιούμε τον όρο αλήθεια, αναφερόμαστε σε πράγματα που αισθανόμαστε και πιστεύουμε από κοινού.
Η αλήθεια δεν είναι ίδια για τον καθένα. Για την αλήθεια διαφωνούν ακόμη και ειδικοί επί των θεμάτων. Για παράδειγμα οι επιστήμονες διαφωνούν σε πολλά θέματα για το τι ισχύει πραγματικά και οι θρησκείες αποδέχονται διαφορετική εκδοχή της αλήθειας η μία από την άλλη. Ακόμη και όταν αλήθεια θεωρείται η πραγματικότητα που βιώνουμε, όσοι υποστηρίζουν πως υπάρχουν παράλληλα σύμπαντα, θεωρούν πως ένα σύμπαν σαν το δικό μας είναι επίσης μια εκδοχή της αλήθειας.
Για να αποφεύγει το λάθος, η επιστήμη αναζητά την αλήθεια μέσα από αυστηρές διαδικασίες ελέγχου. Η επιστημονική αλήθεια φαίνεται να είναι αρκετά αντικειμενική καθώς ζητά τα όσα ισχυρίζεται κάποιος να επαληθεύονται πειραματικά, όσες φορές κι αν κάποιο πείραμα επαναλαμβάνεται. Για όσο διάστημα μια θεωρία καλύπτει όσα παρατηρούμε, η θεωρία αυτή θεωρείται αληθής. Καθώς η επιστήμη κάνει συνεχώς νέες ανακαλύψεις, η επιστημονική αλήθεια αναπροσαρμόζεται ή επεκτείνεται.
Η αλήθεια των θρησκειών είναι περισσότερο αξιωματική και αδιαπραγμάτευτη από αυτή της επιστήμης.
Η θρησκευτική αλήθεια παραμένει σταθερή, ενδεχομένως όμως να αλλάζει η ερμηνεία των πιστεύω της ώστε να ακολουθεί τις σύγχρονες παρατηρήσεις. Στον χριστιανισμό, η θρησκευτική αλήθεια φανερώνει τον ίδιο τον Θεό ως την απαρχή και συνέχεια της αλήθειας: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. γ΄ 21). Μεγάλο μέρος της θρησκευτικής αλήθειας δεν φαίνεται να είναι δυνατό να τεκμηριωθεί με επιστημονική διαδικασία και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή μέσω της πίστης. Στη θρησκευτική αλήθεια γίνεται φανερό πως, εννοιολογικά, η αλήθεια δεν είναι το αντίθετο του ψέματος, καθώς οι θρησκευτικές αλήθειες διαφέρουν μεταξύ τους.

Η αλήθεια σύμφωνα με τη «Θεωρία των Ιδεών» του Πλάτωνα. Ο Πλάτωνας, θέλοντας να δείξει τη δυσκολία του να συλλάβει κανείς την αλήθεια, χρησιμοποίησε μια αλληγορία. Είπε πως οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τις αισθήσεις τους για να συλλάβουν την αλήθεια, όμως εξαπατώνται από αυτές. Μοιάζουν σαν να είναι δεμένοι μέσα σε ένα σπήλαιο από το οποίο δεν μπορούν να βγουν ή να κοιτάξουν πίσω, όπου (πίσω τους) βρίσκεται αναμμένη μία φωτιά, καθώς και διάφορα αντικείμενα που περνούν από μπροστά της. Το μόνο που βλέπουν είναι οι σκιές που σχηματίζονται από τα αντικείμενα στον τοίχο του σπηλαίου καθώς αυτά φωτίζονται από τη φωτιά.
Η σκιά ενός κύβου θα μπορούσε να εμφανίζεται είτε σαν ακανόνιστο εξάγωνο, σαν παραλληλόγραμμο ή σαν τετράγωνο, αλλάζοντας συνεχώς μορφή καθώς αυτός περιστρέφεται. Οι σκιώδεις αυτές μορφές εμφανίζονται μάλιστα παραμορφωμένες από τη φωτιά που κυματίζει και από το ανάγλυφο του τοίχου του σπηλαίου. Οι άνθρωποι τελικά, εμπιστευόμενοι την εικόνα που τους δίνει η περιορισμένη όρασή τους, την οποία και συνηθίζουν, πιστεύουν πως η αλήθεια είναι οι σκιές.
Ακόμη και αν κάποιος δραπετεύσει και βγει από το σπήλαιο στο φως του ήλιου, αν δεν έχει ανοικτό φιλοσοφικό πνεύμα τυφλώνεται από το φως και ξαναμπαίνει στη σιγουριά του σπηλαίου, ανίκανος να ξεφύγει από αυτό που έχει συνηθίσει ως αληθινό. Ο φιλόσοφος, αυτός δηλαδή που συνεχώς θέτει ερωτήματα για το «τι», «πώς» και «γιατί», είναι ο μόνος που μπορεί να δει την αλήθεια και παρόλο που γνωρίζει πως θα χλευαστεί στην προσπάθειά του να τη μεταφέρει και στους υπόλοιπους μέσα στο σπήλαιο, ο Πλάτωνας υποστηρίζει πως είναι χρέος του να τους μεταδώσει τη γνώση αυτή.
Με το ζήτημα της αλήθειας, ασχολήθηκαν και ανέπτυξαν διάφορες θεωρίες και πολλοί άλλοι φιλόσοφοι, όπως οι Ιμμάνουελ Καντ, Ρενέ Ντεκάρτ, Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς, Φρειδερίκος Νίτσε, Πολ Νατόρπ και άλλοι.
Η σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη δίνει στον όρο αλήθεια διάφορες ερμηνείες:

Οντολογική αλήθεια: Είναι η αλήθεια για τα πράγματα όπως υπάρχουν καθ’ εαυτά και όπως είναι η πραγματική τους φύση και όχι όπως ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα να τα γνωρίσει.

Τυπική αλήθεια: Στην τυπική αλήθεια προϋπόθεση είναι η έλλειψη αντιφατικότητας και η ταυτόχρονη παρουσία λογικής ακολουθίας. Ωστόσο μία τυπική αλήθεια μπορεί να μην είναι ουσιαστική. Στην φράση «η ψυχή είναι αθάνατη», περιέχεται μία τυπική αλήθεια, δεδομένου ότι δεν είναι ουσιαστικά επιβεβαιωμένη.

Καθ’ ύλην αλήθεια: Είναι η αλήθεια κατά την οποία υπάρχει πλήρης ταύτιση της γνώσης προς το περιεχόμενο και τα πραγματικά δεδομένα. Η φράση «Η γη κινείται γύρω από τον ήλιο» είναι πραγματική αλήθεια και διαθέτει απόλυτο κύρος.

Μεταφυσική αλήθεια: Πρόκειται για την αλήθεια που δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει με βεβαιότητα. Έρχεται σε αντίθεση με την θετική σχολή, που υποστηρίζει ότι γνωρίζουμε την αλήθεια μόνο με τα εμπειρικά δεδομένα.

Δογματική αλήθεια: Είναι η άποψη ότι μπορούμε με βεβαιότητα να γνωρίσουμε την αλήθεια των πραγμάτων, τα οποία είναι όπως ακριβώς μας φαίνονται. Το αληθές είναι μία από τις δύο βασικές αξίες (τιμές) της λογικής. Η δεύτερη είναι το ψευδές.
Ο Αριστοτέλης φαίνεται να ήταν ο πρώτος που έθεσε τυπικό πλαίσιο για τη λογική, την προτασιακή λογική, που εξελίχθηκε και συνδέεται άμεσα με την ευρύτερη μαθηματική λογική. Η Άλγεβρα Μπουλ, που έχει προκύψει ως μαθηματική έκφραση της Αριστοτέλειας λογικής (του είναι ή δεν είναι), έχει βρει ευρεία εφαρμογή στην σχεδίαση του λογισμικού και των κυκλωμάτων των ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Η Αλήθεια ήταν θεότητα στην Ελληνική Μυθολογία, ιδεατή ανθρωπόμορφη προσωποποίηση της αλήθειας των αρχαίων Ελλήνων φερόμενη προστάτις της έννοιας. Σύμφωνα με τον Πίνδαρο ήταν κόρη του Δία. Ο Πλούταρχος την αναφέρει ως “Τροφό του θεού Απόλλωνα”, μαζί με την Κορυθάλεια.
Σύμφωνα με έναν μύθο του Αισώπου ο Προμηθέας είχε πλάσει την Αλήθεια από πηλό, πριν όμως την ζωντανέψει, o Δόλος έπλασε ένα δεύτερο ομοίωμα, που όμως του τέλειωσε ο πηλός και έτσι άφησε το έργο του χωρίς πόδια. Επιστρέφοντας ο Προμηθέας και βλέποντας τα δύο πανομοιότυπα καλλιτεχνήματα αποφάσισε να τα ζωντανέψει και τα δυο. Η Αλήθεια περπάτησε, το ομοίωμα του Δόλου όμως δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα. Σύμφωνα με τον Φιλόστρατο η θεά Αλήθεια φορούσε λευκή εσθήτα και περιφέρονταν “λευκοχειμωνούσα” κοντά στο Αμφιαράειο.

Οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν την Αλήθεια Veritas, θεωρώντας την κόρη του Κρόνου (Saturnus), ή του Χρόνου (Tempus). Επειδή η Αλήθεια εικονίζονταν πάντα χωρίς στολίδια και πλούσια ενδύματα έναντι των άλλων θεοτήτων, ο Οράτιος την αποκαλούσε “nuda” Veritas, δηλαδή “γυμνή αλήθεια”. Από τότε καθιερώθηκε η ρητορική έκφραση “γυμνή αλήθεια”, ή “αλήθεια γυμνή” που λέγεται μέχρι και σήμερα εκ του γεγονότος ότι δεν χρειάζεται στην απόδοσή της ιδιαίτερα καλολογικά στοιχεία ή προλόγους, εξ ου ακόμη και η έκφραση “ωμή αλήθεια”.

Τέλος στη αρχαία Αίγυπτο όπως αναφέρει ο Κλαύδιος Αιλιανός στις διηγήσεις του ο Αιγύπτιος Αρχιερέας, ως δείγμα δίκαιου ανθρώπου, όταν εκτελούσε καθήκοντα δικαστή, κρεμούσε από το λαιμό του ιδιαίτερο περίαπτο από ζαφείρι που έφερε το όνομα “Αλήθεια”.

Περί μονοτονίας

ritoriki misous«Ποιο είναι το δηλητήριο της σύγχρονης βιομηχανικής ζωής μας; Αναμφίβολα η μονοτονία -μονοτονία της εργασίας και της ανούσιας κοινωνικής και κοινοτικής ζωής.»
Για την κοινωνία, η εξέλιξη της ανθρωπότητας δεν πρέπει να είναι σταθερή και ακόμη λιγότερο μονότονη. Το πρέπον της κοινωνίας είναι η μονοτονία που αποτελεί το επακόλουθο του οράματός της, δηλαδή η αθανασία του παρόντος. Κατά συνέπεια, όλο το σύστημά της είναι βασισμένο στην ιδέα ότι η ζωή είναι απλώς μία ημέρα που επαναλαμβάνεται.

Όλη η ουσία για τα άτομα της κοινωνίας είναι πώς να περάσει η ημέρα. Δεν υπάρχουν επιπτώσεις που αγγίζουν το αύριο. Το παίγνιο έχει μόνο μία αρχή, την αρχή της επανάληψης. Και οι κανόνες αφορούν μόνο την ημέρα. Σε αυτό το πλαίσιο, ούτε η θρησκεία δεν έχει νόημα, εκτός αν συμπίπτει με την έννοια της καθημερινότητας. Όσο πιο απλοϊκή είναι η θρησκεία τόσο το καλύτερο, διότι έτσι είναι εύκολη η εφαρμογή της. Η κοινωνία μετατρέπει τα έργα σε διαφημιστικά, τα τραγούδια σε ρεφρέν, τα συνθήματα σε σλόγκαν.

Έτσι οι διανοούμενοι είναι άχρηστοι, όχι μόνο ως άνθρωποι αλλά και μέσω του έργου τους, που δεν έχει καμιά αξία. Η κοινωνία δίνει σημασία στο γραφείο, μόνο αν υπάρχει καρέκλα. Μόνο στην τουαλέτα επιτρέπει να μην έχει καρέκλα, διότι έχει την ίδια λειτουργία. Η βιομηχανική επανάσταση δεν αφαίρεσε εργασίες, όπως νομίζουν μερικοί ειδικοί. Πιο απλά, έδωσε χρόνο σε πολλά άτομα να δουν τον εαυτό τους όπως είναι στην πραγματικότητα.

Πώς ένα άτομο δίχως ανθρωπιά θα μπορούσε ποτέ να γίνει άνθρωπος; Η κοινωνία έμαθε στα άτομά της ότι μόνο η ύπαρξη έχει νόημα και ότι η ζωή είναι απλώς μία ουτοπία. Επιπλέον, με την πάροδο του χρόνου, τα άτομα ανακαλύπτουν ή μάλλον ακριβέστερα, η κοινωνία τούς το αποκαλύπτει, ότι αυτή η συγκεκριμένη ουτοπία είναι επικίνδυνη, διότι μπορεί να μετατραπεί σε ιδεώδες για το οποίο οι άνθρωποι μπορεί να θυσιαστούν. Αυτή η θυσία αποκαλέστηκε από την κοινωνία, αυτοκτονία. Κατά συνέπεια, ερμηνεύτηκε ως μία προσβολή του συστήματος.

Τα άτομα δίχως ιστορία δεν μπορεί να έχουν προβλήματα. Κι όπως δεν ξέρουν ότι δεν έχουν μέλλον, θεωρούν τους οραματιστές ως επικίνδυνους για τη διάσωση της κοινωνίας. Μετά την εξόντωση οποιασδήποτε αντίστασης, η διάσωση μετασχηματίζεται σε συντήρηση. Η ανατροφοδότηση του συστήματος είναι απόλυτα κυκλική και έχει μία αποκλειστική αποστολή. Πρέπει να εξασφαλίσει ότι η κοινωνία θα παραμείνει η ίδια. Αν και αυτή η αποστολή φαίνεται παράδοξη με την αναπόφευκτη εξέλιξη της τεχνολογίας, το παράλογο δεν αργεί να εμφανιστεί.
Μια απλή κοινωνιολογική προσέγγιση αρκεί για να αποδείξει πόσο ισχυρά είναι τα κοινωνικά συμπλέγματα. Είναι, επιπλέον, σταθερά σαν την ημέρα. Όπως η κοινωνία περιορίζει τη δράση της μνήμης στο χρονικό διάστημα της ημέρας, κανένα άτομο δεν μπορεί να κάνει οποιαδήποτε σύγκριση. Και δίχως πλαίσιο σύγκρισης, δεν υπάρχει πεδίο εξέλιξης. Σε αυτή την κοινωνία ακόμα και τα βιβλία έχουν μετατραπεί σε περιοδικά και τα περιοδικά σε εφημερίδα, αλλιώς δεν παύει η επικινδυνότητά τους, ακόμα και αν δεν τα διαβάζουν τα άτομα.

Διότι ένας άνθρωπος αρκεί, όπως το κερί που φωτίζει το σκοτάδι. Έτσι τα βιβλία είναι αφιερωμένα, όλο και περισσότερο, στα αθλήματα, στη μαγειρική, στο αυτοκίνητο, στο σπίτι, δηλαδή στα μοναδικά συστατικά της εξέλιξης της ημέρας, η οποία είναι η μόνη που επιτρέπει η κοινωνία στην ανθρωπότητα. Παρόλα αυτά, η ανθρωπότητα ζει και γι’ αυτό η θυσία μας είναι απαραίτητη.

Όταν γεννήθηκε ο Μύθος του Χρόνου

Οι αρχαίοι σοφοί, προσπαθώντας να διεισδύσουν στο μυστήριο της ύπαρξης, προκάλεσαν τη γέννηση του μύθου. Ο μυθικός λόγος έδινε μια απάντηση στα θεμελιώδη ερωτήματα του ανθρώπου για την προέλευση του κόσμου, την αιτία του, τη ζωή και το νόημά της, το θάνατο και το μυστήριό του κλπ. Μέσα από αλληγορίες και μεταφορικές περιγραφές, ο μύθος έκρυβε αλήθειες που είχαν σχέση με την εξέλιξη της ψυχής και την πνευματική πρόοδο του ανθρώπου επί της γης, αλλά και αλήθειες για τον κόσμο και την πορεία του στο χρόνο.

Κάθε μύθος, όπως και κάθε σύμβολο, μπορεί να ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους και συχνά συναντάμε απόψεις και ερμηνείες που δεν συμβιβάζονται απόλυτα με την κοινή λογική ή την επιστημονική εξήγηση των φαινομένων. Πολλές φορές μάλιστα, οι ερμηνείες που δίδονται για ορισμένους μύθους ή σύμβολα, αγγίζουν τον τομέα που χαρακτηρίζεται ως «φαντασία».
Ας προσπαθήσουμε όμως να κατανοήσουμε τους μύθους όχι με το νου αλλά με την καρδιά, όχι με τη σκέψη αλλά με το «νιώσιμο» της καρδιάς, όπως προστάζει η Φωνή της Σιγής.

Τι είναι ο χρόνος; Όταν ρώτησαν τον Αυγουστίνο τι έκανε ο θεός προτού δημιουργήσει το σύμπαν, εκείνος υποστήριζε ότι: «Η έννοια του χρόνου δεν έχει νόημα πριν την αρχή του σύμπαντος. Ο χρόνος είναι μια ιδιότητα του σύμπαντος και συνεπώς, δεν υφίσταται χρόνος πριν από το σύμπαν».
Ο Αριστοτέλης θεωρούσε τον χρόνο σαν μια συστατική έξη της κίνησης και τον τοποθετούσε μέσα στο σώμα του ουρανού, δηλαδή του ορατού σύμπαντος. Έλεγε ότι:
«Σώμα δίχως κίνηση δεν υπάρχει, και επειδή έξω από τον ουρανό δεν υπάρχει σώμα, άρα δεν υπάρχει χρόνος έξω από αυτόν» (Περί Ουρανού). Αναφερόμενος στον Δημόκριτο (Α71) έγραφε: «Υποστηρίζουν ότι ο χρόνος είναι αδημιούργητος και με αυτό ο Δημόκριτος αποδεικνύει ότι τίποτε δεν μπορεί να δημιουργηθεί αφού ο χρόνος δεν έχει δημιουργηθεί. Είχε πειστεί όμως ότι ο χρόνος είναι αιώνιος».
Αν το σύμπαν άρχισε να υπάρχει από τη στιγμή της μεγάλης έκρηξης και μετά, μπορούμε ενδεχομένως να πούμε ότι ο χρόνος της μέτρησης των γεγονότων είχε μια αρχή, τουλάχιστον στο δικό μας ουρανό ή σύμπαν. Και ότι η εξάπλωση του σύμπαντος αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, το ξεδίπλωμα του χρόνου στον κόσμο μας. Αισθανόμαστε την ύπαρξή του μέσα από την ροή των γεγονότων και την κίνηση των ουρανίων σωμάτων, τα οποία σύμφωνα με τον Πλάτωνα (Τίμαιος) «φανερώνουν σε εμάς την κίνηση και το μέτρο του χρόνου».

Οι πλανήτες έγιναν όργανα που διατηρούν τους αριθμούς (με τις αστρικές περιόδους) και έτσι, με τη βοήθειά τους, ο χρόνος που είναι το αντίτυπο της αιωνιότητας, ή ένα είδος κινητής εικόνας της αιώνιας ύπαρξης (Τίμαιος) ενσαρκώνεται στον αισθητό και ορατό κόσμο και γίνεται ο χρόνος της μέτρησης.

Στις μυθικές παραδόσεις η ιστορία της πρώτης γέννησης του χρόνου παίρνει τη μορφή ενός προσωπικού μύθου, του μύθου του θεού Κρόνου – του Kranan των Ινδών. Οι λέξεις Κρόνος, Kranan ή Κράντωρ, δηλαδή κυρίαρχος, ηγεμών και δημιουργός έχουν ως κοινή ρίζα το καρ. Εξηγώντας το όνομα του Κρόνου ο Πλάτων (Κρατύλος) αναφέρεται στη ροή και την κίνηση: «Θαρρείς ότι τυχαία έδωσαν στον Κρόνο και τη Ρέα ονόματα ρευμάτων;» Παραπάνω στο ίδιο κείμενο όμως, θεωρεί ότι το όνομα Κρόνος προέρχεται από τη λέξη Κούρος, δηλαδή νέος αλλά και καθαρός και αμόλυντος. Παρουσιάζει έτσι, δύο όψεις του θεού Κρόνου.

Ο Πρόκλος (Πλατωνική Θεολογία) ενισχύει αυτή την άποψη περί του αμόλυντου θεού, θεωρώντας ότι η ένωση του πατρός Κρόνου και των άσπιλων θεών είναι αμόλυντη και ανυπέρβλητη. Γι’ αυτό, οι λόγιοι της εποχής των Νεοπλατωνικών λέγουν ότι ο Χρόνος είναι «εκείνος για τον οποίο τηρείται σιγή. Ο Κύριος που γίνεται γνωστός στις ψυχές μόνο μέσω του Νου. Τον εγκατέστησαν εντός της πατρικής σιγής και τον ανυμνούν σαν πατέρα των πατέρων. Χρόνος και κόσμος άρχισαν μαζί, σαν το ατελές αντιφέγγισμα της αιώνιας ταυτότητας».(Πρόκλος στον Αλκιβιάδη, Κρατύλο, Παρμενίδη)

Η εικόνα αυτή του θεού Κρόνου έρχεται σε αντίθεση με τον Ησιόδειο θεό, ο οποίος παρουσιάζεται ως δόλιος και αγκυλομύτης. Ο θεός Κρόνος του Ησίοδου, ως γιος του θεού Ουρανού, ανήκει στη δεύτερη θεοκρατική τάξη και εμφανίζεται ως προσωποποίηση της ροής του χρόνου, που καταβροχθίζει αυτά που προκάλεσε. Υπό αυτή την έννοια, είναι το «ρεύμα» της πρώτης ερμηνείας του Κρατύλου που αναφέρθηκε παραπάνω. Αρπάζοντας την εξουσία από τον πατέρα του, κυριαρχεί στην μορφή και στην ύλη και συνεπώς, γίνεται ο πατέρας κάθε περαιτέρω εξέλιξής της. Παρά την κατοπινή κυριαρχία του Διός – όταν αναπτύσσεται η συνείδηση στον κόσμο – ο θεός Κρόνος παραμένει πατέρας, κριτής και πανδαμάτωρ χρόνος.

Αναφέρεται ως κριτής στα νησιά των Μακάρων από τον Ησίοδο και τον Πίνδαρο, και οι αρχαίοι Έλληνες αφιέρωναν πολλές γιορτές σ’ αυτόν, όχι μόνο για να τον τιμήσουν ως δημιουργό αλλά και για να τον εξευμενίσουν ως κριτή τους. Διότι μέσα στο χρόνο τον οποίο προσωποποιεί, όλα τα άδικα διορθώνονται και η σωτηρία εξασφαλίζεται γιατί εκείνος κρίνει και κυριαρχεί επί πάντων. Τίποτε δεν του ξεφεύγει και γι’ αυτό είναι πανούργος και αγκυλομύτης.

Η κυριαρχία του επάνω στη μορφική ύλη αρχίζει με τον ακρωτηριασμό της γονιμοποιού δύναμης του Ουρανού με ένα δρεπάνι. Το δρεπάνι όμως, εκτός από σύμβολο θανάτου, είναι και εργαλείο θερισμού, δηλαδή σύμβολο της καινούργιας συγκομιδής. Αφαιρώντας τα γεννητικά όργανα του πατέρα του, δηλαδή τη δημιουργική του δύναμη, ο θεός Κρόνος γίνεται το πνεύμα-γιος, που θα δημιουργήσει ζωή και θα εγκαινιάσει τη νέα εποχή, η οποία χαρακτηρίζεται από τη διχόνοια, που φαίνεται ότι αποτελεί μια εξελικτική αναγκαιότητα σε αυτό το στάδιο της πορείας της ζωής.
Ας δούμε όμως και την άλλη όψη του, εκείνη που αφορά τον αγνό και αμόλυντο Κύριο, όπως τον αποκαλεί ο Πρόκλος, ή τον Κούρο, όπως περιγράφεται στον Κρατύλο.

Για το σκοπό μας αυτό ας στραφούμε στον Ορφέα, ο οποίος δίδασκε ότι από το νερό και τη λάσπη – τη συνεχή και τη μεριστή ουσία – γεννήθηκε ένας δράκοντας με κεφάλι λιονταριού και ταύρου, ενώ ανάμεσά τους υπήρχε το πρόσωπο ενός θεού που ονομάζεται Κρόνος και Ηρακλής. Το πλάσμα αυτό είχε φτερούγες στους ώμους του, και ο Ορφέας το θεωρούσε ως συμβολική παράσταση της πρώτης Αρχής, που δεν είχε καμία σχέση με τον Ησιόδειο Κρόνο, ή τον ομώνυμο πλανήτη. Για τον Ορφέα ήταν Πρωτόγονος και Παν, δισώματος – δηλαδή ανδρόγυνος – και γέννησε το απεριόριστο Χάος και το ομιχλώδες Έρεβος. Αποτελούσε μια από τις δύο αρχές-ουσίες της φύσης και τον τοποθετούσε στο υψηλότερο σημείο της δημιουργικής πνευματικής ιεραρχίας, όπως ήταν και ο Μιθραϊκός θεός Κρόνος-Αιώνας που κρατούσε το κλειδί της ύπαρξης.

Παρά τα πολλά ονόματα που του έδινε στους ύμνους του, ο Ορφικός Κρόνος-Ηρακλής θεωρούταν άρρητος, ακατονόμαστος θεός, άφυλλος και δίχως επιθυμίες. Οι τέσσερις μορφές – λιοντάρι, ταύρος, θεός και φτερούγες – είναι παρόμοιες με τις τέσσερις μορφές σύμβολα που παρατηρούμε στη χριστιανική εικονογραφία (όπου θεός = άνθρωπος και φτερούγες = αητός).

Τοποθετώντας τις μορφές αυτές στο ζωδιακό κύκλο, έχουμε τα τέσσερα ζώδια – λέοντα, ταύρο, υδροχόο (άνθρωπο ή θεό) και σκορπιό (ή αητό ή φτερούγες), καθώς και τα τέσσερα στοιχεία που αντιπροσωπεύονται από αυτά, δηλαδή πυρ, γη, αέρα και νερό, που είναι τα τέσσερα ριζώματα του Εμπεδοκλή. Γι’ αυτό ο Ορφικός θεός Κρόνος είναι Παν, όπως επίσης και εκείνος που γεννά το αργυρό αυγό του σύμπαντος. Βλέπουμε δηλαδή εδώ το νοούμενο του παντός της εκδηλωμένης ζωής στο σύμπαν.

Σε άλλες παραδόσεις (Ινδική) χρησιμοποιείται ένα πτηνό αντί των πτερύγων του Ορφικού ή Μιθραϊκού Κρόνου. Το πτηνό, από τη θετική του πλευρά, συμβολίζει τόσο την πτητικότητα όσο και το ιδανικό πέταγμα του πνεύματος ως ένα είδος «οντότητας» ανεξάρτητης και σταλμένης από το μυστήριο του όντος. Είναι επίσης, σύμβολο του οργανωτικού πνεύματος της πρωταρχικής αγνής, αιθερικής ύλης που ενεργοποιείται σε κάθε νέα εκδήλωση των κόσμων. Ο μυθικός λευκός κύκνος Hamsa γεννά το κοσμικό αυγό, όπως και η ιερή Ίβις της αρχαίας Αιγύπτου.

Οι Πυθαγόρειοι πίστευαν ότι ο Χρόνος ταυτίζεται με τη δεύτερη όψη της Παγκόσμιας Ψυχής, και τη δράση της στα πεδία της εκδήλωσης ως δημιουργικό πνεύμα. Όπως λέγουν, όταν η Παγκόσμια Ψυχή θέλησε να αποκτήσει κάποια δραστηριότητα, στράφηκε προς την κίνηση και τότε ξεπήδησε ο χρόνος που πρωτύτερα δεν ήταν φανερός. Η δραστηριότητα του χρόνου είναι εμφανής όσο διαρκεί η εκδήλωση των κόσμων, και σαν εξελικτικό πνεύμα που οργανώνει την ύλη, γίνεται έκδηλος σε καθετί υπαρκτό στη φύση.

Ο Κρόνος θεωρείται κυρίαρχος της ημέρας του Σαββάτου, αλλά δεν θα πρέπει να το εκλάβουμε ως την τελευταία ημέρα της εβδομάδας, αλλά ως το Sabbath, δηλαδή την ημέρα του πνεύματος και της πνευματικής τελείωσης. Την ημέρα αυτή – το συμβολικό Σάββατο – ο άνθρωπος καλείται να σταματήσει κάθε φυσική δραστηριότητα και να στραφεί προς την πνευματική εργασία. Διότι αυτή η ημέρα είναι η έβδομη, η ημέρα της ανάπαυσης του δημιουργού, η ημέρα κατά την οποία το Atman στρέφεται στον εαυτό του.

Ας μην ξεχνάμε ότι κι ο Εβραίος Χριστός «θεράπευε» πάντοτε κατά την ημέρα του Σαββάτου, διότι ως εκπρόσωπος και προϊόν της τελικής πνευματικής πραγμάτωσης του ανθρώπου, ενεργούσε επάνω στις ψυχές των πνευματικά ασθενών και νεκρών, εκείνη την ημέρα κατά την οποία τελείωνε συμβολικά ο χρόνος της σωματικής φύσης και άρχιζε η περίοδος της πνευματικής αναγέννησης του ανθρώπου, που είναι η περίοδος του αιώνιου.

Τι είναι το αιώνιο; Κατά τον Πλωτίνο (Περί Αιώνος και Χρόνου): «Η ψυχική ενέργεια του Αιώνιου Όντος που δίνει ζωή, κίνηση και ύπαρξη στο έγχρονο σύμπαν. Η αισθητή ενσάρκωση που εξελίσσεται σε χρόνο εμπεριέχει το ακατάληπτο αιώνιο και ο χρόνος, η όψη του αιώνιου, γίνεται για τους ανθρώπους αόρατος και αόριστος μέσα στο άβατο της ψυχής τους».
Και ο Πλάτων (Τίμαιος) λέει ότι:
«Η ψυχή του Όντος δίνει γέννηση στο χρόνο και η επέκταση της ζωής της είναι η διάρκειά του». Με τα λόγια αυτά ορίζει ότι, όταν σταματήσει η δραστηριότητα της ψυχής, τότε μένει μόνο το αιώνιο, η αιωνιότητα. Αιώνιο, Αιώνας και Αιωνιότητα είναι έννοιες που απασχόλησαν πολύ την αρχαία σκέψη, τόσο ως προς τη φύση τους όσο και ως προς τη σχέση τους με το χρόνο ή τον θεό Κρόνο. «Αιώνα, το άπαντα», αποκαλούσε ο Αριστοτέλης την πέρα από την εξώτατη κίνηση κατάσταση ή ύπαρξη. Θεωρούσε δε ότι ο χαρακτηρισμός Αιώνας, δόθηκε με θεϊκή έμπνευση από τους αρχαίους. «Εκείνο που περιέχει το χρόνο ολόκληρο και την απειρία, το απεριόριστο, είναι ο Αιώνας που πήρε το όνομά του από το ‘αεί είναι’, και είναι αθάνατος και θείος».
Οι Γνωστικοί χρησιμοποιούσαν τον όρο «Αιώνας» ή «Αιών» για να υποδηλώσουν τις ιεραρχίες των πνευματικών όντων. Αιώνες δεν είναι οι εκατονταετηρίδες ετών, όπως οι yuga των Ινδών ή αλλιώς εποχές που αποτελούν τμήμα του χρόνου της μέτρησης. Οι Γνωστικοί Αιώνες είναι θείες υποστάσεις, αιώνια Όντα, Ιδέες. Κάθε Αιώνας είναι πλήρης άλλων πνευματικών όντων, και έχει μέσα του εν δυνάμει την τελείωση και την κίνηση όπως και ο Πλατωνικός Χρόνος-Ιδέα, «η κίνηση του οποίου δεν μετράται με αριθμούς, παρά είναι και παραμένει ένα διαρκές παρόν, μια πνευματική ολότητα» (Τίμαιος).

Οι Αιώνες της Δοξασίας, όπως τους αποκαλεί ο Βαλεντίνος (Αιωνολογία) βρίσκονται στη Σιγή, άγνωστοι και άρρητοι, όπως ο αμόλυντος θεός Κρόνος ή Κύριος των Νεοπλατωνικών. Υπάρχει ένας Αιώνας, ο Αρχαιότατος και Ύψιστος από τον οποίο ξεπήδησε ο Λόγος σαν μια ακτίνα, και μέσω αυτής της θείας εκπόρευσης, καθετί δημιουργείται «εν χρόνω». Αυτός είναι εκείνος που ο Πλάτων ονομάζει ακίνητη και σταθερή αιωνιότητα, όντως ον, και είναι το πρότυπο βάσει του οποίου ο Πλατωνικός Δημιουργός έφτιαξε τον κόσμο, σαν μια κινητή εικόνα του, τη δε κίνησή του την ονόμασε χρόνο.

Αιώνας και Αιωνιότητα λοιπόν, ανήκουν στη σφαίρα της «αϊδίου φύσεως», ενώ ο χρόνος όπως τον αντιλαμβανόμαστε με τη μέτρηση, ανήκει στη σφαίρα του γίγνεσθαι. Ο Πλωτίνος θεωρούσε ότι η Αιωνιότητα αποτελεί αμετάβλητη αρχή ζωής που κατέχει συγχρόνως τα πάντα στο παρόν. «Τα νοητά όντα κείτονται μέσα στην Αιωνιότητα, που είναι Αιώνας και Ον, και παραμένει αμετάβλητη στον εαυτό της και αναλλοίωτη στο αεί παρόν. Είναι το εκκλάμπον μέσα στο υπόστρωμα, είναι ζωή, ομού πάσα, πλήρως αδιάσπαστη, πανταχού παρούσα, χωρίς έκταση και μεταβολή κι εξέλιξη».
Η ίδια ιδέα εκφράζεται και μέσα στο σύμβολο του μυθικού κύκνου kalahamsa, που είναι ένα σύμβολο του Χρόνου στην Ανατολική παράδοση. Το όνομα αυτό μπορεί να διαβαστεί και ως kal – aham –sa, που σημαίνει ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΙΝΑΙ στην αιωνιότητα του Χρόνου.

Ο σανσκριτικός όρος Hamsa, είτε ως «Είναι», «Εκείνο», Χήνα ή Κύκνος αποτελεί επίσης ένα σημαντικό σύμβολο της Σοφίας που βρίσκεται στο σκοτάδι για τον άνθρωπο, διότι κείται πέρα από κάθε δυνατότητα προσέγγισής της από τον ανθρώπινο νου. Είναι η Σοφία που ταυτίζεται με την Αιώνια –Σοφία, έναν από τους Αιώνες του Κρυμμένου Πληρώματος της Δόξας των Γνωστικών.

Οι ασπρόμαυροι Έλληνες

1,1Σαν λαός είμαστε των άκρων. Ασυζητητί. Ή σκληροί υπερασπιστές ή σκληροί πολέμιοι ανθρώπων, γεγονότων, καταστάσεων. Με ελαφριά καρδιά και συνείδηση.
Είμαστε ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να αλληλοσπαραχτούμε χωρίς λογική, χωρίς συμπάθεια, χωρίς να έχουμε βάλει στο μυαλό μας όλες τις πληροφορίες πριν καταδικάσουμε ή αποδεχτούμε αυτό που συμβαίνει γύρω μας.
Σε άσπρο-μαύρο ζούμε την κάθε μέρα. Με ελλειμματική σκέψη, με εκρήξεις οργής και με ένα Εγώ που ξεπερνά τα όρια της Γης και εξαπλώνεται στο σύμπαν σαν μικρόβιο.
Σε άσπρο-μαύρο κοιμόμαστε και ξυπνάμε, συμβιώνουμε, συνυπάρχουμε. Το γκρι ούτε που το σκεφτόμαστε. Υπάρχει όμως και αυτό το ενδιάμεσο χρώμα που, αν του βάλεις λίγο μπλε από τον ελληνικό ουρανό, γίνεται ένα υπέροχο γαλάζιο.
Γαλάζιο της πνευματικότητας και του ανοιχτού νου.
Γαλάζιο σαν τη θάλασσα, που ρέει ασταμάτητα και ανοίγει δρόμους για εξερευνήσεις ζωής και περιπέτειες γεμάτες γνώση.
Γαλάζιο, που δίνει νέες ιδέες και μια άλλη προοπτική του κόσμου.
Η Ελλάδα είναι η χώρα του γαλάζιου. Γιατί ανεχόμαστε να τη (μας) διαφεντεύουν ασπρόμαυροι, είναι απορίας άξιο.

Ανθρωπότητα και Χρόνος

Εάν οι μεγαλοφυΐες είναι ιδιομορφίες στο γνωστικό χώρο της ανθρωπότητας, οι ιδιοφυΐες είναι ανωμαλίες, με τη μαθηματική έννοια του όρου. Είναι γι’ αυτόν το λόγο που έστω και αν οι κοινωνίες προσποιούνται ότι τους θαυμάζουν μέσω μιας καθολικής ομοφωνίας, τους προτιμούν νεκρούς. Με άλλα λόγια, κάθε κοινωνία αποδέχεται την ύπαρξη μίας ιδιοφυΐας, αλλά σε μια άλλη κοινωνία. Στους δικούς της κόλπους, τη θεωρεί ως ένα στοιχείο που παράγει μια τόσο μεγάλη γνωστική διαταραχή που της προκαλεί κοινωνική αστάθεια.

Εάν οι κοινωνίες φοβούνται τόσο τις ιδιοφυΐες, είναι γιατί αποτελούν τους στυλοβάτες της ανθρωπότητας. Κάθε μία ιδιοφυΐα είχε τόση επίδραση στην ανθρωπότητα που η ύπαρξή της μέσω του έργου της δημιούργησε ένα πριν και ένα μετά μέσα στο χωροχρόνο. Άρα, αυτή η διάσπαση είναι πολύ απλά μη αποδεκτή από την κοινωνία. Παράγει μία λειτουργία τύπου Heaviside που καθιστά το χρόνο ασύμμετρο ακόμα και σε τοπικό επίπεδο. Επιπλέον, η κοινωνία δεν μπορεί πια να προσποιείται ότι το παρόν παραμένει αναλλοίωτο. Οφείλει να δεχτεί την ήττα της.

Γι’ αυτόν το λόγο, προσπαθεί διαρκώς να εξαλείψει κάθε δυνατότητα εμφάνισης μιας ιδιοφυΐας στους κόλπους της. Είναι ικανή να διαχειρίζεται τα στοιχεία που είναι «απλώς» προικισμένα διότι μπορεί να τα μεταμορφώνει σε κανονικά άτομα. Τα «θεραπεύει» με τον τρόπο της. Δεν αντέχει τις ιδιοφυΐες. Όμως κι εδώ έχει μια φυσιολογική λύση για τη μάζα. Αρκεί να τους θεωρούν ως άτομα ταλαντούχα. Αυτό που έχει σημασία για την κοινωνία είναι ότι ίσως διακρίνονται σ’ έναν τομέα αλλά αυτός είναι τόσο εξειδικευμένος που δεν έχει επιπτώσεις στην ισορροπία της.

Αποδεικνύει επίσης ότι τα περισσότερα από αυτά τα άτομα είναι κανονικά στους άλλους τομείς. Άρα αποτελούν απλώς τοπικές διαταράξεις, ενώ οι ιδιοφυΐες αποτελούν εξ ορισμού ολικές διαταράξεις. Τα ταλέντα τους είναι τόσο πολλαπλά και τόσο καταφανή που δεν τους αντέχει η κοινωνία. Δεν αρκείται να τους θέτει στο περιθώριο, διότι η παρουσία τους αυτή καθεαυτή επηρεάζει την ανθρωπότητα και κατά συνέπεια έχει αντίκτυπο στα στοιχεία της κοινωνίας. Ακόμα μία χαρακτηριστική επίθεση της κοινωνίας είναι να ελαχιστοποιεί την επίδραση της ιδιοφυΐας, εξηγώντας στη μάζα ότι πρόκειται απλώς για μια ιδιοφυΐα η οποία μάλιστα προσεγγίζει την τρέλλα.

Είναι, λοιπόν, ανισόρροποι και ως εκ τούτου δεν πρέπει να τους εμπιστευόμαστε. Αυτή η μορφή επίθεσης αποδείχτηκε πολύ αποτελεσματική εναντίον του Leonardo da Vinci ο οποίος έπρεπε να περιμένει πολλά χρόνια και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και αιώνες για να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό και ελεύθερα την εξέλιξη της ανθρωπότητας. Ενώ με τον Αρχιμήδη, η λύση υπήρξε πιο ριζική. Εν τούτοις, η επίδραση από τη συμβολή του έργου τους ξεπερνά τα όρια της κοινωνίας τους. Διότι η ικανότητα της ιδιοφυΐας είναι επίσης να δείξει τα όρια της κοινωνίας. Έτσι είναι που δείχνει την ανθρωπιά της.

Δεν επιλέγουμε την κοινωνία στην οποία γεννιόμαστε. Αυτή η κοινοτυπία βρίσκεται στη βάση πολλών προβλημάτων για τους ανθρώπους. Αυτά τα προβλήματα είναι μερικές φορές τόσο σημαντικά που τελικά επιλέγουμε να ζήσουμε σ’ αυτή την κοινωνία χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι πρόκειται απλά για μια επιβίωση σ’ ένα γραμμικό τμήμα του χρόνου που στερείται την ελευθερία της σκέψης. Έτσι ο κόσμος μεταμορφώνεται σ’ ένα σύμπαν του Kafka όπου το ακατανόητο και το αυθαίρετο αποτελούν το νόμο.

Ακόμα και μία επανάσταση του Camus το μόνο που πετυχαίνει είναι να δείξει τη σημασία του παράλογου έστω και αν η κυριαρχία του μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση από τη συνειδητοποίηση της ύπαρξης του παράλογου. Ένας πιο αποτελεσματικός τρόπος να ερμηνεύσουμε αυτό το παράλογο είναι να πούμε ότι αποτελεί την αποδοχή του ό,τι ζούμε σε μια κοινωνία την οποία δεν έχουμε επιλέξει και στην οποία όλα διέπονται από το σύστημα. Μόνο που για τους ανθρώπους, η επιλογή να ζουν σε μια τέτοια κοινωνία δεν είναι αναγκαία και ακόμα λιγότερο απαραίτητη. Για την ανθρωπότητα, αυτή η επιλογή δεν αντιπροσωπεύει τίποτα, πρόκειται απλώς για αποδοχή της κυριαρχίας της κοινωνίας επ’ αυτής.

Η συνειδητοποίηση του να μην ανήκεις μόνο σ’ αυτή την κοινωνία είναι ήδη ένα πρώτο βήμα προς την απελευθέρωση του ανθρώπου από το ζυγό του παράλογου. Η επανάσταση μέσω της άρνησης της κοινωνικής δικτατορίας είναι το δεύτερο βήμα. Διότι στη συνέχεια είναι αναγκαίο να αντιληφθούμε την ανάγκη να δημιουργήσουμε για την ανθρωπότητα. Ακόμα και αν την αντιπροσωπεύαμε ως ένα πεδίο, θα έπρεπε να δούμε τους ανθρώπους ως υλοποιήσεις της ανθρώπινης κυματοσυνάρτησης.

Σ’ ένα άλλο πλαίσιο, πρέπει να κατανοήσουμε την αυθαιρεσία της κοινωνίας με την έννοια της τοποθέτησης. Ίσως είμαστε κομμάτια τοποθετημένα σε μια κοινωνική σκακιέρα μόνο που δεν πρέπει να ενδιαφερόμαστε σε ποια φάση της παρτίδας βρισκόμαστε ή ακόμα ποια παρτίδα παίζουμε, αλλά για τους παίκτες. Ένα τοπικό όραμα των πραγμάτων δεν προσφέρει και πολλές προοπτικές. Διότι έχει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του ορίζοντα. Εφόσον δεν μπορεί να δει παραπέρα, θεωρεί ότι δεν υπάρχει παραπέρα.

Όμως στο επίπεδο της ανθρωπότητας, μόνο το παραπέρα έχει πραγματική σημασία. Το να αποδεχτούμε ότι ανήκουμε σε ένα γραμμικό τμήμα του χρόνου δεν επιτρέπει καμιά μανούβρα τακτικής και ακόμα λιγότερο στρατηγικής. Ενώ η συνειδητοποίηση ότι ανήκουμε στην ανθρωπότητα εξουδετερώνει το πρόβλημα του ορίζοντα. Εργαζόμαστε σ’ ένα πλαίσιο που είναι προσβάσιμο μόνο για το έργο. Και είναι με αυτή την έννοια που το έργο δημιουργεί το ον. Το ον μετατρέπεται σε ανθρώπινο ον μέσω του έργου που αποτελεί μία συμβολή για την ανθρωπότητα.

Εισερχόμαστε, λοιπόν, στο εξής νοητικό σχήμα: μια τοπική κίνηση μπορεί να έχει ολικές επιπτώσεις. Σύμφωνα με τη στρατιωτική στρατηγική όπου μία κίνηση θεωρείται καλή, όταν προκαλεί ενόχληση στον αντίπαλο, όπως είπε ο σκακιστής Emanuel Lasker, πρέπει αυτή τη φορά να επιλέξουμε τις κινήσεις που έχουν επιπτώσεις στην ανθρωπότητα εάν πραγματικά θέλουμε να γίνουμε άνθρωποι.

Για να κατανοήσουμε βαθύτερα τα χαρακτηριστικά της ανθρωπότητας, είναι καλό να ενδιατρίψουμε στο κουαρτέτο «Οι παραφωνίες» του Wolfgang Amadeus Mozart και την ενόχληση που προκάλεσε στην εποχή του αλλά και μετέπειτα. Το σημείο διένεξης είναι η απόρριψη της μουσικής αρμονίας του δασκάλου. Οι παραφωνίες θεωρήθηκαν λάθη τα οποία οι ειδικοί της κοινωνίας όφειλαν να διορθώσουν για το καλό όλων. Όμως κανείς δεν μελέτησε το έργο του. Διότι αυτή η τεχνική είχε ήδη χρησιμοποιηθεί στη «Μαγική Φλογέρα».

Μόνο που εδώ ήταν σε ένα πλαίσιο σχετικά ξεκάθαρο και πάνω στο θέμα Ordo ab chao. Έτσι η κοινωνία δεν τα αντιμετώπισε με την ίδια καχυποψία. Ενώ ο δάσκαλος επιδίωξε την παρουσία παραφωνιών στο κουαρτέτο σε ντο μείζονα. Αποδεικνύει την ανάγκη να τεθούν στο σχετικά κλασικό και συμβατικό πλαίσιο μουσικές ιδιομορφίες απόλυτα χαρακτηριστικές. Υπογράφει το έργο του και με αυτόν τον τρόπο έχουμε μία διαχρονική υπογραφή της ίδιας της ανθρωπότητας. Δεν έλαβε υπόψη του κοινωνικούς θεσμούς που τον έβλεπαν σαν ένα μουσικό πολύ περίπλοκο και πολύ ευφυή για το γούστο τους. Διότι η ουσία για την κοινωνία δεν είναι η δημιουργία, μα η διασκέδαση. Γι’ αυτόν το λόγο, η μουσική δεν πρέπει με κανένα τρόπο να είναι δέσμια.

Όμως η επιδίωξη μιας δημιουργίας που εκτείνεται πέραν των κοινωνικών θεσμών για ν’ αγγίξει αυτό που θεωρεί ουσιώδες, αποτελεί μία αμφισβήτηση της κοινωνικής δομής. Ο μουσικός δεν είναι μόνο ένα στοιχείο για να διασκεδάζει την παρέα. Έχει μία ξεκάθαρη σκέψη που δεν αρκείται στο να ακολουθεί τους κοινωνικούς κανόνες. Αποδεικνύει την ανάγκη να εκφράσει κάτι βαθύτερο έστω κι αν αυτό δεν είναι άμεσα προσβάσιμο από την πλειονότητα. Αυτό δεν σημαίνει ωστόσο ότι γίνεται οπαδός του δόγματος που επιβεβαιώνει ότι η τέχνη είναι μόνο για την τέχνη, διότι αυτό συνιστά μόνο και μόνο μία μορφή εξεζητημένου σολιψισμού.

Το παράδειγμα του Mozart σίγουρα δεν είναι αυτού του τύπου. Η αναζήτηση του Mozart δεν ήταν μόνο εσωτερική. Λόγω της μεγαλοφυΐας του ήξερε πως δεν χρειαζόταν να αναλύσει τον ίδιο του τον εαυτό. Έχοντας επίγνωση ότι υπάρχει για τους άλλους, εκμεταλλεύτηκε όλα τα μέσα που είχε στη διάθεσή του για να δημιουργήσει ένα έργο το οποίο θα είχε νόημα για την ανθρωπότητα και όχι για την κοινωνία στην οποία ανήκε μόνο τυπικά. Αυτή η διαφορά είναι ουσιώδης.

Η ευφυΐα επικοινωνεί ή πιο συγκεκριμένα προσφέρει σε όλους έστω και αν μόνο μερικοί μπορούν να έχουν πρόσβαση στο έργο της. Επιπλέον, χρησιμοποιεί τα έργα των προκατόχων του αντλώντας απευθείας από τις πηγές για να αποφύγει την επίδραση των κοινωνικών κριτικών που δεν παύουν να κρίνουν για να ερμηνεύσουν με το δικό τους τρόπο το έργο του. Το αρχικό χειρόγραφο έστω και αν ήταν μόνο ένα προσχέδιο ή μία καταγραφή σημειώσεων μάς δίνει πολύ περισσότερες πληροφορίες από τα επιπόλαια σχόλια των δήθεν ειδικών οι οποίοι, με το πρόσχημα ότι ζουν σε μία κοινωνία του μέλλοντος σε σχέση με το δημιουργό, θεωρούν ότι μπορούν να κατανοήσουν την ουσία ενός έργου εγκλωβίζοντάς το σε μία εποχή. Όμως το έργο μίας ιδιοφυΐας δεν ανήκει σε καμία κοινωνία. Είναι μόνο και μόνο ένα απαραίτητο στοιχείο της δομής της ανθρωπότητας.

Ο πόλεμος ανάμεσα στις κοινωνίες και την ανθρωπότητα στηρίζεται κυρίως στο εξής νοητικό σχήμα: η πάλη της τύχης εναντίον της ανάγκης. Το τυχαίο στοιχείο της ύπαρξης και η ανάγκη για δημιουργία λειτουργούν όπως τους αντιπάλους σε μια μονομαχία όπου όλα επιτρέπονται. Από κοινωνικής άποψης, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Η κοινωνία ποτέ δεν έχει παράξει τίποτε καλύτερο από την αρχή του Μακιαβέλλι. Όσον αφορά στην ανθρωπότητα, που είναι αναγκαστικά ταγμένη στην αξιολογία έτσι ώστε να μπορέσει να εξελιχθεί, είναι διατεθειμένη να υποστεί όλες τις θυσίες για να διασχίσει το χρόνο. Η πρώτη αγωνίζεται εναντίον του χρόνου, διότι επιδιώκει την αθανασία. Η δεύτερη ενεργεί με το χρόνο, διότι γνωρίζει τον εφήμερο χαρακτήρα του.

Το παράδοξο έγκειται στη δύναμη του αδύνατου που παρά την υπεροχή του ισχυρού, κατορθώνει να διασχίζει τους αιώνες σημαδεύοντάς τους με την υπογραφή του. Η κοινωνία επηρεασμένη από το φαινόμενο της μόδας, δεν μπορεί να αντιληφθεί το φαινόμενο των άκρων και δεν κατορθώνει να δημιουργήσει διαμπερείς χρονικές δομές. Είναι εγκλεισμένη μέσα σ’ έναν τεχνητό πύργο ο οποίος από ανθρώπινης πλευράς δεν είναι παρά μία τεράστια αίθουσα βασανιστηρίων. Επιχειρεί να διεξαγάγει τη δίκη της ανθρωπότητας, αλλά δεν φθάνει στο πέρας του πύργου.

Δημιουργεί μία χωρική εξουσία και βρίσκεται σε διαμάχη με μία χρονική διάσταση. Ανίκανη να διαχειριστεί το χρόνο, η κοινωνία βασίζεται στο χώρο για να θεμελιώσει την υπεροχή της. Ελέγχοντας κατά τρόπο αποκλειστικό τον εδαφικό χώρο, πιστεύει ότι επιβάλλεται στον πολιτιστικό χώρο. Βέβαια, αντιμετωπίζει δυσκολίες με ορισμένες κουλτούρες οι οποίες φαίνεται να αντιστέκονται περισσότερο από κάποιες άλλες έναντι των επιθέσεών της. Έτσι, μερικές φορές αποφασίζει να διαπράξει γενοκτονία σε μια προσπάθεια να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Μόνο που το ανθρώπινο δικαίωμα αρχίζει να έχει επίδραση στον τομέα του διεθνούς δικαίου, το οποίο παρά τους οπαδούς του Realpolitik δεν βασίζεται μόνο στην οικονομική δύναμη.

Στην ουσία, η οικονομική δύναμη δεν έχει πραγματικό νόημα παρά μόνο στους κόλπους της κοινωνίας. Διότι η ανθρωπότητα δεν έχει ούτε να πουλήσει ούτε να αγοράσει τίποτα. Έτσι, υπάρχει στο εξής η δυνατότητα να καταδικαστούν οι γενοκτονίες, αυτά τα εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας. Οι δήμιοι κάθε κοινωνίας δεν μπορεί πλέον να παραμένουν ατιμώρητοι, διότι η ανθρωπότητα αντίθετα με την κοινωνία, δεν ξεχνά. Μπορεί να πληγώνεται, ενώ η κοινωνία παραμένει αλώβητη, αλλά η ανθρωπότητα χρησιμοποιεί τις πληγές της για να γράψει την ιστορία της.

Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι, βέβαια, ανώφελη για την κοινωνία που ζει μόνο μέσα στο παρόν, αλλά είναι ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο που είναι υπέροχη. Διότι με έναν ιδιαίτερο τρόπο, είναι ακόμα ωραιότερη όταν είναι ανώφελη. Μέσα στο πλαίσιο αυτού του πολέμου ανάμεσα στις κοινωνίες και την ανθρωπότητα, το ωφέλιμο μάχεται εναντίον του ανώφελου, ο χώρος παλεύει εναντίον του χρόνου, οι πραγματικότητες εναντίον των οραμάτων. Και αυτό μας βοηθά να αντιληφθούμε πόσο μόνη είναι η ανθρωπότητα.

Μόνο που αυτή η μοναξιά είναι επίσης το χαρακτηριστικό της σπανιότητάς της, αν όχι της μοναδικότητάς της. Όπως συμβαίνει με τις ιδιομορφίες και τις ανωμαλίες, χαρακτηρίζει τη νοόσφαιρα ως μία γνωστική γενίκευση του θεωρήματος του Riemann για τις πολλαπλότητες. Με άλλα λόγια, είναι τόσο μοναχική όσο και ουσιαστική. Είναι η ιδιαιτερότητα της ύπαρξής της και όχι το αποτέλεσμα του μοιραίου. Είναι η μονάδα μιας βασικής δομής.

Η κοινωνία δεν είναι παρά ένα δόγμα. Όλη της η δύναμη και η αδυναμία προέρχονται από το γεγονός αυτό. Το να πιστεύουμε σ’ αυτήν, την καθιστά ισχυρή. Το να την αμφισβητούμε, την αποδυναμώνει. Εντυπωσιάζει το άτομο, ενώ φοβάται τον άνθρωπο. Το άτομο την επιβεβαιώνει, ενώ ο άνθρωπος την θέτει σε κίνδυνο. Ως δόγμα, εκμεταλλεύεται την ευπιστία του κόσμου. Επιπλέον, στηρίζεται στην ανεπάρκεια ιστορικών γνώσεων μετατρέποντας έτσι την πανταχού παρουσία της σε παντογνωσία. Το κοινωνικό σύστημα τα ξέρει όλα και ασχολείται με όλα.

Όσον αφορά στη γραφειοκρατία του, αποτελεί μία συγκαλυμμένη μορφή δικτατορίας. Είναι εξάλλου γι’ αυτόν το λόγο που τις καλύτερες υλοποιήσεις, με την αυστηρή έννοια του όρου, τις αποτελούν τα απολυταρχικά καθεστώτα τα οποία δεν μπόρεσαν να αποφύγουν τη διάπραξη ενός εγκλήματος εναντίον της ανθρωπότητας. Όταν η εξουσία δεν επαρκεί, πρέπει να επιστρατευτεί η «βοήθεια» της βαρβαρότητας. Αυτή η τελευταία εμφανίζεται ως το έσχατο κοινωνικό εργαλείο. Όταν το σύστημα έρχεται αντιμέτωπο με πολιτιστικές και θρησκευτικές αντιστάσεις, η ύπαρξη των οποίων θέτει υπό αμφισβήτηση την κυρίαρχη ιεραρχία, τότε αλλάζει στάση και παίρνει τα πράγματα στα χέρια του, κατά βάρβαρο τρόπο. Ερμηνεύει αυτές τις αντιστάσεις ως εσωτερικές τριβές.

Πρόκειται, λοιπόν, για ανατοποθέτηση τάξης εφοδιαστικής αλυσίδας από πλευράς του συστήματος. Άρα, η έσχατη λύση συνίσταται στη χρήση των μέσων του ολικού πολέμου εναντίον ενός αφοπλισμένου πληθυσμού. Αυτό που κάνει είναι να εφαρμόζει το δόγμα του. Με τρόπο μαζικό, επιβάλλει το νόμο του χωρίς να επιτρέπει την παραμικρή αμφισβήτηση. Οι χρονολογίες αυτών των εγκλημάτων είναι μακρινές, όμως είναι απαραίτητο να τις έχουμε κατά νουν για να καταλάβουμε τη σημασία της ανθρωπότητας. Διότι καθένα από αυτά τα εγκλήματα αποτελεί μία πληγή η οποία χαρακτηρίζει τη δομή της αντίστασης της ανθρωπότητας έναντι αυτών των χρονικών παρεμβολών.

Οι γενοκτονίες των Αρμενίων, των Ποντίων, των Ουκρανών, των Εβραίων, των Καμποτζιανών αποτελούν παραδείγματα. Έστω και αν ακολουθούν το ίδιο σχήμα αφανισμού όπως τις φάσεις του Stanton, αυτές οι γενοκτονίες φέρουν κάθε φορά δομικά στοιχεία για την ανθρωπότητα και όχι μόνο για τα απολυταρχικά καθεστώτα. Διότι η βαρβαρότητα των τελευταίων μετριέται επίσης και με την αντίσταση των θυμάτων και των δικαίων. Χωρίς την ανθρώπινη αντίσταση, η κοινωνική γενοκτονία θα ήταν το τέλειο έγκλημα.

Όμως κάθε φορά, οι άνθρωποι επαναστατούν και αγωνίζονται ενάντια σ’ αυτή την πράξη βαρβαρότητας. Η ανθρωπότητα μοιάζει με τη φύση. Δεν συνειδητοποιούμε την πραγματικότητά της παρά μόνο όταν την καταστρέφουμε. Και γίνεται χειροπιαστή μόνο όταν αντιστέκεται σ’ αυτή την καταστροφή. Τα θύματα και οι δίκαιοι αποκτούν την υπόστασή τους μέσα από αυτή την πράξη βαρβαρότητας η οποία επιχειρεί να τους εξαφανίσει. Όπως δεν έχουν θέση μέσα στο δόγμα, πρέπει το σύστημα να τους σβήσει.

Έτσι, η ανθρωπότητα εμφανίζεται με αποτελεσματικό τρόπο μέσω των αντιστασιακών ομάδων. Διότι σε τοπικό επίπεδο, είναι αυτούς που ονομάζουμε ανθρωπότητα. Αυτοί οι θύλακες αντίστασης είναι χρονικοί κρίκοι οι οποίοι αρνούνται τη γραμμικοποίηση του συστήματος. Παρουσιάζονται ως αντιδραστικά στοιχεία διότι αντιπροσωπεύουν την ανατροφοδότηση της κυβερνητικής. Αυτό το κύκλωμα προς τα πίσω σε σχέση με τη γραμμική εξέλιξη προκαλεί σύγκρουση.

Όταν βρεθούν αντιμέτωποι με την καταπίεση, οι άνθρωποι αντιστέκονται. Μόνο που δεν είναι η κοινωνία που τους έμαθε να αντιστέκονται. Ποιος είναι, λοιπόν, ο λόγος αυτής της αντίστασης και μερικές φορές ακόμα και της θυσίας; Σ’ αυτό το νέο πλαίσιο σκέψης, η απάντηση είναι φυσιολογική. Είναι ακριβώς η ανθρωπιά τους που αντιστέκεται διότι έχει την ικανότητα να συλλάβει το νόημα της αποτυχίας. Και η μη αποδοχή της αποτυχίας είναι μία μορφή συνεισφοράς. Στην πραγματικότητα, σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο ή μάλλον σ’ ένα θερμοδυναμικό πλαίσιο, η αύξηση της εντροπίας δεν είναι μόνο μία τυπική αποτυχία.

Μερικές φορές πρόκειται περί πραγματικής αποδιάρθρωσης. Έτσι το κυβερνητικό όραμα της ανθρωπότητας έρχεται αναγκαστικά σε αντίθεση με μια τέτοια αποτυχία η οποία δεν αφορά κατ’ ανάγκην κάποια εδάφη· μπορεί να είναι μία κουλτούρα, μία γλώσσα, μία παράδοση ή ακόμα και μία θρησκεία. Γιατί ορισμένες κουλτούρες επιμένουν να υπάρχουν; Γιατί ορισμένοι λαοί είναι τόσο δεμένοι με τη γλώσσα τους ενώ αυτή είναι σπάνια; Γιατί μία παράδοση μπορεί να είναι τόσο σημαντική;

Γιατί μία θρησκεία αντιστέκεται στην καταπίεση; Διότι η ανθρωπότητα οικοδομείται επίσης με βάση την άρνηση της αποτυχίας, την άρνηση της λήθης. Η ανθρωπότητα δεν αρκείται στο να θυμάται, αρνείται να ξεχνά. Δεν λειτουργεί μόνο στον κατασκευαστικό τομέα. Επιπλέον, αντιτίθεται στη διαγραφή, στον αφανισμό. Είναι γι’ αυτόν το λόγο που δεν πρέπει να θεωρούμε τους παγκόσμιους πολέμους μόνο ως ολικές συγκρούσεις και κυρίως κοινωνικές. Σ’ αυτούς τους πολέμους, πολλές μάχες δόθησαν στο βουνό, μακριά από συμβατικούς στρατούς. Και ούτε επρόκειτο για μικρές αναπαραγωγές κοινωνιών. Το βουνό εμπεριείχε την ιδέα της ύπαρξης για τον άλλο. Πέραν του ό,τι αποτελεί ένα χώρο περιορισμένο, το βουνό ενεργούσε υπέρ της ανθρωπότητας.

Είχε επίγνωση ότι έδινε μάχη εναντίον ενός καταπιεστικού συστήματος που επεδίωκε να απανθρωπίζει τους ανθρώπους. Ακόμα και χωρίς συντονισμό, οι αντιστασιακές ομάδες ενεργούσαν για τους άλλους. Έπρεπε να αντισταθούν έστω και αν ήταν οι μόνοι που θα το έκαναν. Ήταν ζήτημα ανάγκης. Μόνο που η ανθρωπότητα έπρεπε να οργανωθεί σ’ έναν αγώνα εναντίον ενός ολικού συστήματος. Ο πληθυσμός δεν μπορούσε να σηκώσει κεφάλι διότι ήταν φυσιολογικά προσηλυτισμένος σ’ ένα άλλο σύστημα που εκείνη την εποχή θεωρείτο αήττητο.

Όσο για συνεργασία, δεν αποτελούσε απλώς μία υποταγή, αλλά επίσης μία προσπάθεια αντιλογίας στο κοινωνικό σύστημα. Από πλευράς συνεργασίας, η απορρόφηση των κοινωνικών συστημάτων από κάποιο σύστημα πιο ισχυρό και πιο σφαιρικό ήταν μία απλή ενσωμάτωση με τη μαθηματική έννοια του όρου. Η τυπική αλλαγή δεν είχε καμία δομική επίπτωση. Είναι, λοιπόν, γι’ αυτόν το λόγο που οφείλουμε να αποδώσουμε διπλή τιμή σ’ έναν άνθρωπο όπως τον Jean Moulin. Από τη μια πλευρά αρνήθηκε να μετέχει στο σύστημα και από την άλλη οργάνωσε μία ανθρωπότητα που δεν ήθελε να χαθεί.

Και όλα αυτά τα έκανε θυσιάζοντας την ίδια του τη ζωή αποδεχόμενος ότι δεν απομένει τίποτα στον ίδιο και στους σύγχρονούς του παρά μόνο το έργο του. Ήταν, λοιπόν, τόσο ανώφελος όσο και ενοχλητικός για το σύστημα. Όμως αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά, τα οποία για το σύστημα είναι αρνητικά, είναι πολύ συχνά συνδεδεμένα με την ιδέα της ανθρωπότητας. Η κατανόηση του φαινομένου Jean Moulin συνεπάγεται την κατανόηση ενός κομματιού της ανθρωπότητας. Ένας μόνο άνθρωπος για να συλλάβουμε την ουσία, διότι για την ανθρωπότητα η ουσία βρίσκεται σε κάθε άνθρωπο.

Η γραφειοκρατία της κοινωνίας επιδιώκει συστηματικά την εξάλειψη κάθε ίχνους ανθρωπιάς στις διαδικασίες της. Τη θεωρεί ενοχλητική. Η ύπαρξή της ανθρωπιάς επιτρέπει να βγαίνουν στην επιφάνεια συναισθήματα τα οποία αμφισβητούν τις εντολές. Έτσι λοιπόν, οι εντολές αποτελούν τα diktats της κοινωνίας. Οι αρχές δεν πρέπει να τίθενται υπό αμφισβήτηση από τις αξίες. Διότι οι αξίες είναι διαχρονικές, γεγονός που εμποδίζει την κοινωνία να επιβεβαιώνει την υπεροχή της. Οφείλει να αποφεύγει τη μετωπική σύγκρουση του τύπου Αντιγόνης-Κρέοντα έστω και αν γνωρίζει ότι μέσα απ’ αυτήν θα αναδειχθεί νικήτρια.

Διότι παρά τη νίκη της κοινωνίας, ενεργοποιείται ένα καινούργιο παράδειγμα, η ύπαρξη του οποίου ενισχύει το νοητικό σχήμα της αντίστασης. Ακόμα και αν η αντίσταση είναι χαμένη από χέρι σε συγχρονικό επίπεδο, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι της λείπει η αξία σε διαχρονικό επίπεδο. Όπως η κοινωνία βασίζεται στην κυριαρχία του παρόντος, πρέπει να κοστίζει όσο κοστίζει να αποφευχθούν τα σπέρματα του μέλλοντος. Το νοητικό σχήμα της μνήμης του μέλλοντος είναι ένα από τα ισχυρότερα στη δομή της ανθρωπότητας.

Ακόμα και η δημιουργία μίας κατάστασης που κανονικά θα φαινόταν ανέφικτη έχει επιπτώσεις στο μέλλον. Γι’ αυτόν το λόγο, η σύγκρουση μεταξύ των σκλάβων του Σπάρτακου και της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας άφησε ίχνη, πολύ ενοχλητικά για την κοινωνία. Στην πραγματικότητα, τα άτομα που υπήρχαν μόνο και μόνο χάρις στη διασκέδαση που προκαλούσαν στη μάζα έτσι ώστε να διατηρείται η ασφάλεια του συστήματος, κατόρθωσαν να εξεγερθούν, να αγωνιστούν και μάλιστα να κερδίσουν μάχες.

Υπάρχει λοιπόν, από ανθρώπινης άποψης, ένα παράδειγμα προς μίμηση. Διότι δείχνει ότι η εξέγερση είναι εφικτή και ως εκ τούτου το σύστημα δεν είναι ακατανίκητο, σε αντίθεση με το τι πιστεύει ο κόσμος που αποτελεί τη μάζα της κοινωνίας. Ο ανατρεπτικός χαρακτήρας αυτών των παραδειγμάτων είναι τρανταχτός για την κοινωνία. Οφείλει, λοιπόν, από τη μια να ενισχυθεί για να τα σβήσει από τη μνήμη και από την άλλη να μην τα παράγει πλέον. Διότι η κοινωνία δεν μπορεί να έχει ήρωες, μόνο θεούς.

Διότι μόνο οι θεοί είναι αθάνατοι. Άρα μόνο αυτοί μπορούν να αποτελούν παραδείγματα. Ενώ οι ήρωες, εφόσον είναι θνητοί δεν μπορούν παρά να είναι ανατρεπτικοί δεδομένου ότι υπερβαίνουν τους εαυτούς τους για να εκτελέσουν ένα ανδραγάθημα μη προσβάσιμο στους κοινούς θνητούς, δηλαδή στη μάζα. Όπως δεν ανήκουν στο σύστημα, δεν έχουν οι ήρωες το δικαίωμα να ενεργούν με αυτόν τον τρόπο. Αλλιώς, η μάζα θα είχε το δικαίωμα να ονειρεύεται άλλα πράγματα. Ενώ έτσι η κοινωνία αποτελεί το μόνο δυνατό όνειρο.

Οτιδήποτε άλλο αποκλείεται διότι τα θεμέλια της κοινωνίας είναι μοναδικά. Η μάζα πρέπει να ζει με τη μόνιμη ελπίδα μιας καλύτερης κατάστασης η οποία θα επέλθει μόνο μέσω του συστήματος. Το σύστημα πρέπει να χειρίζεται τη μάζα κατά τέτοιο τρόπο ώστε αυτή να αναζητεί μόνο την ευτυχία. Κάθε συναίσθημα που δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτή την αναζήτηση είναι a priori ανατρεπτικό για την κοινωνία. Άρα η ιδέα της θυσίας έρχεται σε αντίθεση με την ευτυχία. Έτσι η κοινωνία δεν επιθυμεί ούτε ήρωες, ούτε θυσίες και ο λόγος είναι απλός: και τα δύο παράγουν φαινόμενα μνήμης.

Γι’ αυτό, η μνήμη έχει το στίγμα της ανθρωπότητας και του χρόνου. Έτσι η γραφειοκρατία οφείλει να κάνει ό,τι μπορεί για να μην επιτρέψει αυτό το πράγμα. Οι άνθρωποι μετατρέπονται σε άτομα, τα άτομα σε ανώνυμους και οι ανώνυμοι σε νούμερα. Υπάρχει μόνο μία ιεραρχία και πρέπει να είναι απόλυτη. Έτσι είναι γραμμική. Η κοινωνία είναι μία μακριά ουρά της οποίας το κεφάλι δεν βλέπει κανείς. Εξάλλου αυτό δεν έχει καμία σημασία διότι η ουσία έγκειται στο να γνωρίζουμε ότι το δηλητήριο βρίσκεται στην ουρά, όπως έλεγαν οι Ρωμαίοι.

Για να προχωρήσουμε με την ανάλυση της Ανθρωπότητας, πρέπει να εξετάσουμε τη μοναξιά της νοημοσύνης και τη σπανιότητα της αντίστασης. Γι’ αυτό χρειάζεται να καταλάβουμε πόσο το ανθρώπινο φαίνεται απάνθρωπο στην κοινωνία. Εάν η ανθρωπιά της Ηλέκτρας στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή συνταράζει τόσο την κοινωνία, είναι ακριβώς επειδή παρουσιάζεται πολύ ανθρώπινη. Η συμπεριφορά της είναι κάθε άλλο παρά κανονική διότι δεν ταιριάζει ούτε στην ηλικία της ούτε στην κοινωνική της τάξη. Όμως σίγουρα δεν είναι παρανοϊκή.

Ο Σοφοκλής δεν χρησιμοποιεί κάποιο τέχνασμα αυτού του τύπου, μελετά την ανθρώπινη ψυχή μέσα από τις ενέργειές της. Άρα ποιες πρέπει να είναι αυτές οι ενέργειες, όταν όλο το σύστημα είναι διεφθαρμένο, όταν όλος ο κόσμος συνεργάζεται με τη δύναμη του συστήματος; Ποια είναι η θέση του ανθρώπινου στοιχείου μέσα σε αυτό το πλαίσιο; Πρέπει να ακολουθεί το μοντέλο της Χρυσόθεμις για να συλλάβει τη σημασία και το βάθος της συγκατάβασης; Πρέπει να μένει ανυπότακτο με τον τρόπο της Ηλέκτρας η οποία περιμένει την επιστροφή του αδελφού της; Κανένα εκ των δύο μοντέλων δεν είναι αυθυπόστατο, ούτε επαρκεί. Παρουσιάζουν και τα δύο μία ισχυρή εξάρτηση τόσο από το σύστημα όσο και από τις αρχές που το διέπουν.

Η Ηλέκτρα μάς δείχνει το δρόμο της ανθρώπινης εξέγερσης μόνο όταν είναι πλέον πεπεισμένη για το θάνατο του αδελφού της. Τότε μόνο παίρνει πραγματικά τη μοίρα της στα χέρια της. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, το μόνο που κάνει είναι να υποτάσσεται στη μοίρα της τραγωδίας. Η εξέγερσή της γίνεται συνείδηση μόνο όταν δεν απομένει πια καμιά ελπίδα. Διότι η ελπίδα προκαλεί μία προσμονή που από μόνη της δεν έχει νόημα. Η ανθρώπινη ενσωμάτωση μέσα στο χρόνο πρέπει να αποτελεί βούληση για να μπορεί να γίνει πραγματικότητα.

Η προσμονή της πραγματικότητας δεν γεννά τη βούληση. Άρα δίχως τη βούληση, πώς μπορούμε να μιλούμε περί ελεύθερης βούλησης; Ο άνθρωπος μπορεί να φαίνεται πολύ ανθρώπινος στην κοινωνία διότι είναι ικανός να μην αποδέχεται κανένα συμβιβασμό, χωρίς ωστόσο να παύει να υπάρχει. Η Ηλέκτρα δημιουργεί διαρκώς αναστάτωση σ’ όλο το παλάτι και εν τούτοις δεν καταδικάζεται σε θάνατο. Η αλήθεια είναι ότι δεν αποτελεί σοβαρό κίνδυνο όπως αυτόν που προκαλεί η βούληση της Αντιγόνης.

Παρ’ όλα αυτά, αποτελεί την αρχή του κινδύνου εφόσον είναι αυτή που επέτρεψε τη φυγή του Ορέστη. Συμβολίζει τη γέφυρα μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Παρά την παντοδυναμία του παρόντος της διαγραφής, αντιστέκεται για να ζήσει τη μνήμη και να δώσει νόημα στην πράξη του Ορέστη. Διότι δίχως την παρουσία της μνήμης, σε τι θα αποσκοπούσε η απόδοση δικαιοσύνης; Η πράξη της δικαιοσύνης προέρχεται άμεσα από τη δράση της μνήμης. Η Ηλέκτρα αντιπροσωπεύει τη μνήμη του Ορέστη.

Χωρίς αυτήν, θα ήταν περιττή, χωρίς αυτήν, δεν θα υπήρχε. Διότι η Ηλέκτρα είναι η δικαίωση του Ορέστη, αλλιώς ο Ορέστης δεν θα μπορούσε να ήταν η δικαιοσύνη της Ηλέκτρας. Ο άνθρωπος, λοιπόν, χαρακτηρίζεται από τη μνήμη και από την πράξη. Η πρώτη είναι το μερίδιό του στην ανθρωπότητα και η δεύτερη, το μερίδιό του στο χρόνο. Τα δύο του αυτά χαρακτηριστικά όταν εμφανίζονται χωριστά δεν έχουν πραγματικό νόημα και φαίνονται παράλογα. Μόνο το αμάλγαμα των δύο, έστω και αν φαίνεται ακραίο στα μάτια της κοινωνίας επιτρέπει την υλοποίηση της ουτοπίας. Έτσι το παράδοξο γίνεται παράξενο και το παράξενο, ανθρώπινο.

Εάν η ανθρωπότητα είναι αναγκαία, η νοημοσύνη είναι μία ανάγκη. Η νοημοσύνη μας είναι αναμφίβολα ένα τίποτα μέσα στο σύμπαν, αλλά δίχως αυτό το τίποτα δεν θα ήμαστε αυτό που είμαστε. Η σημασία του ρόλου της νοημοσύνης είναι τόσο μεγάλη διότι έρχεται σε σύγκρουση με την κοινωνία. Η νοημοσύνη είναι εκ φύσεως μία μορφή μέλλοντος εγκλωβισμένου μέσα στο παρελθόν και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποτελεί μία πραγματική αξία για το παρόν που είναι το θεμελιακό στοιχείο της δομής της κοινωνίας.

Βέβαια, μόνο και μόνο η νοημοσύνη χωρίς την απόκτηση της μνήμης δεν μπορεί να φθάσει παρά στο στάδιο του παράδοξου και τις περισσότερες φορές παραμένει στο παράλογο. Αυτό, βασικά, είναι το πρόβλημα με τα προικισμένα παιδιά τα οποία η κοινωνία αποτελειώνει «θεραπεύοντάς τα», σύμφωνα με την ορολογία της, και δεν φθάνουν ποτέ στο στάδιο του προικισμένου ενήλικα. Διότι ο τελευταίος στερείται περιεχομένου, στο επίπεδο της ανθρωπότητας, εάν δεν είναι «προικισμένος» με μνήμη.

Και τούτο επιτυγχάνεται μόνο με την πάροδο του χρόνου. Ενώ ο χρόνος δεν υπάρχει για την κοινωνία. Η κοινωνία, λοιπόν, δεν μπορεί να επιτρέψει στα προικισμένα παιδιά να εξελιχθούν διότι αυτό που κάνει είναι να καθυστερεί την πρόωρη ανάπτυξή τους. Το σοκ ή πιο συγκεκριμένα η αλλαγή φάσης παρουσιάζεται στο στάδιο ενηλικίωσης μέσω της μνήμης. Διότι ακόμα και αν το προικισμένο παιδί βρισκόταν σε αντιπαράθεση με την κοινωνία τον περισσότερο χρόνο, δεν υπάρχουν αρκετά ενοχοποιητικά στοιχεία για να το κατηγορήσει.

Ενώ ο προικισμένος ενήλικας δεν μπορεί παρά να κατηγορήσει την κοινωνία και αυτό μετατρέπεται σε στοιχείο κατηγορίας εναντίον του. Μόνο που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η αλλαγή φάσης δεν αντιστοιχεί αναγκαστικά στην κλασική ηλικία του ενήλικα, εν πάση περιπτώσει με την έννοια που της αποδίδει η κοινωνία. Διότι ο χρόνος δεν είναι γραμμικός και ακόμα λιγότερο όταν πρόκειται περί προικισμένων. Άρα η νοημοσύνη είναι η φωτιά, ενώ η μνήμη είναι το σοκ, από στρατηγικής άποψης.

Είναι ακριβώς αυτό το δίδυμο που φοβάται η κοινωνία διότι γι’ αυτήν είναι εκρηκτικό. Αυτό το χρονικό μείγμα όπου το μέλλον είναι εγκλωβισμένο μέσα στο παρελθόν, οριοθετεί με ριζικό τρόπο τη διάρκεια του παρόντος και ως εκ τούτου της υπεροχής της κοινωνίας. Έτσι η κοινωνία πρέπει να αντιμετωπίσει τα άτομα που γνωρίζουν ότι δεν είναι αθάνατη παρά τα λεγόμενα της. Τα αναγκάζει, λοιπόν, να σωπάσουν για να μην μπορέσουν να πετάξουν πάνω από τη φωλιά του κούκου.

Άρα η νοημοσύνη είναι ένας εν δυνάμει κίνδυνος για την κοινωνία. Όσον αφορά στη μνήμη, αποτελεί μία de facto αντίσταση. Όπως στις περιπτώσεις των δεσμών που υπάρχουν μεταξύ νέων και ηλικιωμένων όταν αυτοί έχουν ξεπεράσει τους κοινωνικούς συμβιβασμούς των ενηλίκων, η νοημοσύνη και η μνήμη είναι φυσιολογικά συμπληρωματικές διότι είναι ριζικά διαφορετικές.

Αυτά τα δύο στοιχεία, ανατρεπτικά για το κοινωνικό δόγμα, είναι βασικά συστατικά για την ιδέα της ανθρωπότητας. Διότι η νοημοσύνη δεν έχει τίποτα να χάσει και η μνήμη τίποτα να κερδίσει. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και τα δύο είναι διατεθειμένα να θυσιαστούν για την ανθρωπότητα, εάν καταλάβουν την πραγματικότητα αυτής της οντότητας έστω και μερικώς.

Είναι δυνατόν να αγωνιζόμαστε για την αναγνώριση μιας γενοκτονίας χωρίς να ασχολούμαστε με τους επιζήσαντες; Ακόμα και αν αυτό είναι δυνατόν για έναν ιστορικό, δεν είναι αποδεκτό σε ανθρώπινο επίπεδο. Διότι οι Δίκαιοι αυτοαναιρούνται εάν δεν βοηθούν τους αθώους και οι επιζήσαντες αποτελούν το ζωντανό τμήμα των αθώων. Όταν όλη μας η δράση βασίζεται πάνω στην ιδέα ότι δεν πρέπει να διαγραφεί η ιστορία, πώς να μην είμαστε ευαισθητοποιημένοι όσον αφορά στη δημιουργία της; Πώς είναι δυνατόν να αγωνιζόμαστε για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων και να μένουμε αδιάφοροι για την τύχη του Αρτσάχ;

Όταν οι επιζήσαντες της γενοκτονίας συνεχίζουν να μάχονται αμυνόμενοι και μάλιστα να επιτυγχάνουν νίκες εναντίον των βάρβαρων εισβολέων, πώς να μη θέλουμε να τους βοηθήσουμε; Η ανθρωπότητα και ο χρόνος αγωνίζονται ενάντια στην κυριαρχία της κοινωνίας κι εμείς θα θέλαμε να μείνουμε στο περιθώριο; Μας αρέσει να ζούμε σε ορισμένα μέρη του κόσμου διότι τα θεωρούμε υπέροχα. Όμως τα πιο υπέροχα μέρη είναι εκεί όπου θα θέλαμε να πεθάνουμε.

Μερικές φορές διστάζουμε να το ομολογήσουμε στον ίδιο μας τον εαυτό, κι όμως ξέρουμε ότι αυτή η επιλογή είναι πιο σημαντική από την προηγούμενη. Διότι αν και μπορούμε να ζούμε σε πολλά μέρη, δεν μπορούμε να πεθάνουμε παρά μόνο σε ένα. Οι αθώοι, εκ φύσεως, δεν έχουν αυτή την επιλογή. Ενώ οι επιζήσαντες δεν έχουν, θα λέγαμε, παρά μόνο αυτή την επιλογή. Και για να το αντιληφθούμε, αρκεί να αναλογισθούμε την επιλογή των Αρμενίων να κρατήσουν την πόλη Chouchi ενώ ήταν πολιορκημένοι από τους Αζέρους.

Έστω κι αν ο ουρανός έπεφτε στα κεφάλια τους, παρέμειναν δεμένοι στη γη των προγόνων τους. Έτσι, πώς να μη δούμε σ’ αυτήν την κίνηση, το στίγμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της αντίστασης του χρόνου; Πάντα θα βρίσκουμε άτομα στην κοινωνία που θα αμφισβητούν το χαρακτήρα των επιζώντων, μα δεν έχει σημασία. Η ουσία βρίσκεται στην πράξη και όχι στα λόγια. Μας αρέσει ν’ ακούμε, μα σπάνια προσέχουμε τη μουσική. Ενώ ο πόνος είναι μία μουσική που δεν ακούμε παρά όταν την προσέξουμε.

Εδώ δεν πρόκειται ν’ ακούσουμε πατριωτικά τραγούδια, με την έννοια που τους αποδίδεται, για να ευαρεστηθούμε. Οφείλουμε να καταλάβουμε τι ωθεί έναν επιζώντα ή έναν απόγονο ενός επιζώντα μιας γενοκτονίας να επιμένει να ζει ενάντια σε όλα και σε όλους. Μόνο έτσι θα καταλάβουμε την ανάγκη που αισθάνεται ο Δίκαιος να τους προστατεύσει. Η απάντηση βρίσκεται στο να μοιραζόμαστε. Στην πραγματικότητα, είναι ο μοναδικός τρόπος να μοιραζόμαστε την ανθρωπότητα και το χρόνο.

Διότι ο αγώνας ενάντια στη βαρβαρότητα μεγαλώνει την ανθρωπότητα όπως ο αγώνας ενάντια στο παρόν μεγαλώνει τη μνήμη του μέλλοντος. Με άλλα λόγια, η ουσία αγωνίζεται ενάντια στην εξουσία, η νοημοσύνη ενάντια στο σύστημα, η στρατηγική ενάντια στην ισχύ. Η ανθρωπότητα και ο χρόνος εξελίσσονται μέσω των επιλογών μας, διότι επιλέγω σημαίνει στερούμαι. Το να επιλέγουμε να αντισταθούμε, μερικές φορές σημαίνει ότι επιλέγουμε να θυσιαστούμε και άρα επιλέγουμε να μη ζήσουμε. Και είναι αυτή η επιλογή που χαρακτηρίζει τη ζωή μας. Ο αγώνας για την αναγνώριση δεν θα είχε νόημα εάν δεν συνοδευόταν από την ανάγκη να δημιουργήσουμε για την ανθρωπότητα και το χρόνο.

Η κυριαρχία του χώρου επί του χρόνου δεν είναι μύθος. Είναι ένα χαρακτηριστικό της κοινωνίας. Διότι τα συνιστώντα στοιχεία της, δηλαδή τα άτομα, δεν είναι ικανά να οραματιστούν το χρόνο. Ενώ η αντίληψη της έννοιας του χρόνου είναι ουσιώδης για την κατανόηση της έννοιας της ανθρωπότητας. Οι άνθρωποι δεν είναι παρά κομμάτια του χρόνου, άρα η αντίληψη του χρόνου είναι μόνο και μόνο μία συνειδητοποίηση. Το παράδοξο είναι ότι η μουσική, που αποτελεί μία από τις αρχαιότερες τέχνες της ανθρωπότητας, είναι βασικά μία τέχνη χρονική, αλλά μη κατανοητή.

Είναι δύσκολο, εκτός βέβαια αν είσαι μουσικός και ειδικά συνθέτης, να δεις την αρχιτεκτονική μιας συμφωνίας, ακόμα και αν η τελευταία επινοήθηκε με κλασικό τρόπο έτσι ώστε να συνάδει με έναν καθεδρικό ναό. Είναι δύσκολο να περιηγηθούμε μέσα της όπως θα κάναμε μέσα σε έναν καθεδρικό. Για τον μέσο ακροατή, υπάρχει βασικά μόνο μία πορεία την οποία θα διανύσει μέσα σε μία απόλυτα γραμμική ιεραρχία. Μόνο που αυτό το πλαίσιο ταιριάζει κάλλιστα σε έναν ξεναγό, όμως δεν αντιπροσωπεύει ένα συνθέτη.

Εάν, επιπλέον, ο καθεδρικός είναι του τύπου του καθεδρικού ναού του Antoni Gaudί, τότε η μουσική αντίληψη γίνεται de facto κυριολεκτικά ακατανόητη. Διότι το να ακούμε προσεχτικά τη μουσική, είναι ένας τρόπος να βλέπουμε το χρόνο. Αυτή η τέχνη η οποία, όπως λέει ο Leonardo da Vinci, πεθαίνει μόλις γεννηθεί, αποτελεί ένα πραγματικό μέσο για να εμβαθύνουμε στην έννοια του χρόνου. Όμως κι ο ίδιος ο χρόνος έχει υποστεί τόσο μεγάλη δομική αλλοίωση που η αναφορά μας σε εκφυλισμό του δεν είναι μόνο ανώφελη αλλά και άχρηστη. Διότι μεταμορφώνοντας τη μουσική σε θόρυβο, δεν μπορούμε πλέον να έχουμε πρόσβαση στο χρόνο. Η κίνηση Brown έχει το προβάδισμα στο νοητικό χώρο που δημιουργείται από τη χρονική δομή.

Η συσχέτιση της μουσικής με τα μαθηματικά μάς επιτρέπει να εμβαθύνουμε ακόμα περισσότερο στην ιδέα της χρονικής δημιουργίας. Αυτό μας βοηθά όχι μόνο να αναλύουμε, αλλά και να συνθέτουμε. Ως εκ τούτου, μας εκπλήττει το πόσο λίγο χρησιμοποιείται η μουσική από την κοινωνία, τουλάχιστον όταν δεν αντιλαμβανόμαστε το πλαίσιο σχεδιασμού της τελευταίας. Στην πραγματικότητα, όπως η μουσική ακόμα και του παρελθόντος μπορεί να ακουστεί στο μέλλον, έχει την ιδιότητα της νοημοσύνης.

Είναι, λοιπόν, απαραίτητο για την κοινωνία να την έχει καθηλωμένη για μην εκτίθεται σε κίνδυνο εξαιτίας της. Γι’ αυτόν το λόγο, εκμεταλλεύεται τα mass media για να μετατρέψει την ποιότητα της μουσικής σε μουσική της ποσότητας. Αυτό είναι που εξαφάνισε κάθε δομική έρευνα, διότι το σημαντικό για την κοινωνία είναι να εκμεταλλεύεται όπως το επιθυμεί τις δυνατότητές της. Μία από τις θεαματικές εφαρμογές, εάν μας επιτρέπεται αυτή η έκφραση της κοινωνίας του καταναλωτισμού, είναι η χρήση κλασικής μουσικής στις υπεραγορές ως μέσον για να υποκινεί τον κόσμο να αγοράζει προϊόντα.

Έτσι, έστω και αν η ίδια η μουσική δεν έχει αλλοιωθεί, αλλοιώνεται λόγω του ρόλου της. Αλλάζοντας την τελεολογία της, η κοινωνία επηρεάζει την οντολογία της μουσικής. Εν πάση περιπτώσει, η μουσική γίνεται μία τέχνη που βρίσκεται σε κίνδυνο εξαιτίας της μάζας που παρεμβαίνει έτσι ώστε να μην υπεισέλθει σε περιπέτειες μέσα στις χρονικές διακλαδώσεις.

Για να κατανοήσουμε τις χρονικές δυνατότητες της ανθρωπότητας, θα ήταν συνετό να προχωρήσουμε ακόμα περισσότερο στη θεωρία των διακλαδώσεων η οποία δημιουργήθηκε από τον Hugh Everett και για την οποία διατύπωσε τα αξιώματα ο Roland Fraïssé. Στην πραγματικότητα, αυτή η θεωρία η οποία λογικά είναι αντίστοιχη με τη θεωρία της κβαντικής μηχανικής, σε πειραματικό επίπεδο, επιτρέπει κι άλλες ερμηνείες όπου οι χρονικές διακλαδώσεις έχουν ένα πραγματικό νόημα. Πέραν της ορθόδοξης θέσης της κβαντικής μηχανικής, μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σε μία ερμηνευτική μη άμεση και μη αποκαλυπτική. Η θεωρία των διακλαδώσεων μάς επιτρέπει αν όχι να διαμορφώσουμε το όραμά μας για τον κόσμο, τουλάχιστον να εξηγήσουμε τη δυνατότητα της ερμηνευτικής πολλαπλότητας.

Αυτή η πολυμορφία γεγονότων αποδεικνύει κατά τρόπο αποτελεσματικό πόσο πολύ ξεπερνά η νοόσφαιρα τη συμβατική πραγματικότητα. Με αυτόν τον τρόπο, η θεωρία των διακλαδώσεων αποτελεί έξοχο παράδειγμα στο πλαίσιο της έρευνάς μας περί ανθρωπότητας και χρόνου. Μας βοηθά να διαισθανθούμε αυτό που ονομάζουμε όραμα. Διότι ορώ σημαίνει σκέφτομαι. Και σκέφτομαι σημαίνει κατ’ ανάγκη αμφισβητώ. Όμως, η κοινωνία δεν μπορεί να επιτρέψει παρά μόνο μία ερμηνεία της πραγματικότητας, εννοείται της δικής της.

Άρα, ένα πολυμορφικό παράδειγμα είναι απλά μη αποδεκτό γι’ αυτήν. Δεν απορρίπτει την ουτοπία, αλλά το αδιανόητο. Διότι η ουτοπία είναι μία δύναμη που δεν την προσβάλλει. Ενώ το αδιανόητο, εφόσον έχει επινοηθεί, πέρα από το παράδοξο, δημιουργεί ένα χώρο αντιδικίας αμφισβητώντας την παντοδυναμία της κοινωνίας. Έστω και αν η επιλογή των κλάδων του σύμπαντος είναι αδύνατη a priori, η ύπαρξή τους είναι ήδη πρόβλημα για την κοινωνία διότι το μόνο που επιθυμεί είναι ένα και μοναδικό παρόν.

Και πώς θα μπορούσε να αντέξει την ύπαρξη της ανθρωπότητας μέσα σε έναν πολλαπλό χρόνο; Αυτό το ερώτημα σίγουρα δεν βοηθά στην εξέλιξη της θεωρίας διακλαδώσεων, μα δεν έχει σημασία, εφόσον αυτή αποτελεί ούτως ή άλλως μία συνεισφορά αποκλειστικά και μόνο για τους ανθρώπους. Η ουσία αυτού του παραδείγματος συνίσταται στην ελευθερία που μας προσφέρει να ερμηνεύουμε τα γεγονότα με μία έννοια, όχι κατ’ ανάγκη αυτήν που επιβάλλεται από την κοινωνία. Η ερμηνεία της ανθρωπότητας είναι αναμφίβολα πιο πολύπλοκη, αλλά είναι η μόνη που μπορεί να εμπερικλείσει τη χρονική γενίκευση.

Σύμφωνα με τη μεθοδολογία που όχι απλώς χρησιμοποίησε, αλλά και ανέπτυξε o Alexander Grothendieck, η ανθεκτικότητα της παραστατικής δομής υπολογίζεται από την εμβέλεια των γενικεύσεων. Η ανθρωπότητα οφείλει να είναι ανθεκτική διότι οφείλει να υποστηρίζει όλους τους πολιτισμούς και να τους διατηρεί για να διαφυλάττει μέσα της τους ανθρώπους, τους απομονωμένους μέσα στη σπανιότητά τους, και να τους ενώνει για να δημιουργεί τα νοητικά της σχήματα έτσι ώστε να καθιστά αποτελεσματική την ανοιχτή δομή της υπερπηδώντας τα εμπόδια των πολυάριθμων κοινωνιών του παρόντος τα οποία χάνονται μέσα στις διακλαδώσεις της θεωρίας των διακλαδώσεων.

Η κοινωνία είναι βασισμένη στις έννοιες του κράτους και της βίας. Είναι γι’ αυτόν το λόγο που ο Προμηθέας καταδικάζεται από αυτές τις δύο οντότητες μετά από τη δίκη των θεών, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την αθάνατη κοινωνία. Εάν, επιπλέον, το κράτος θεωρείται ως το μονοπώλιο της βίας, καταλαβαίνουμε πόσο φυσιολογικό είναι για την κοινωνία να γίνει ένα απολυταρχικό καθεστώς. Ο στόχος της κοινωνίας είναι να αποδεικνύει τη σταθερότητα του κράτους. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, δεν μπορεί να καλλιεργήσει την έννοια του λαού, διότι ο λαός δίνει σημασία στους ανθρώπους, ενώ το μόνο που χρειάζεται η κοινωνία είναι η μάζα. Διότι η σταθεροποίηση του κράτους επιτυγχάνεται με το χειρισμό της μάζας μέσω του κοινωνικού συστήματος.

Το κράτος αντιπροσωπεύει την απόλυτη υλοποίηση της κοινωνίας. Μπορεί, λοιπόν, να στηριχτεί σ’ αυτό για να επιβάλει το δόγμα της. Αναδεικνύοντας το κράτος μέσω της γεωγραφικής της οντότητας, η κοινωνία εκμεταλλεύεται την υπεροχή της στο χώρο. Μπορεί, λοιπόν, έχοντας αυτό ως βάση, να ενδυναμώσει τον πυρήνα του συστήματος με το πρόσχημα ότι είναι το μόνο που έχει τη δύναμη να υπερασπίζει και να ελέγχει τα σύνορα. Έτσι η απόλυτη υλοποίηση επιτρέπει όχι μόνο την εδραίωση μίας επίσημης οντότητας, αλλά επίσης την ενίσχυση του αήττητου χαρακτήρα της. Διότι το να επιτίθεσαι εναντίον μιας επίσημης οντότητας σημαίνει την εκ νέου αμφισβήτηση του κράτους και της γεωγραφίας του. Η ιδέα του αήττητου προέρχεται από την απουσία επιθέσεων εναντίον του συστήματος. Και αυτή ακριβώς είναι η επίδραση που ζητά το κοινωνικό δόγμα. Αυτό το φαινόμενο είναι οπωσδήποτε ορατό στη φάση ωριμότητας των απολυταρχικών καθεστώτων.

Ενώ προκύπτουν από μια βίαιη ή ανατρεπτική αλλαγή του κράτους, στο στάδιο της ωριμότητας, τα απολυταρχικά καθεστώτα φαίνονται αμετάβλητα. Αυτό επιβεβαιώθηκε ακόμη και ιστορικά κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα όταν τα συστήματα ήταν μαζικά. Φαίνεται, λοιπόν, ότι έχουμε ένα φαινόμενο κρίσιμης μάζας βάσει της οποίας κάθε κοινωνία μετατρέπεται αναγκαστικά σε απολυταρχικό καθεστώς. Μόνο τι γίνεται με τους ανθρώπους σ’ αυτή την αναρρίχηση εξουσίας;

Είναι ακριβώς αυτοί που με την αντίστασή τους και τη θυσία τους, θα αμφισβητήσουν τον άτρωτο χαρακτήρα του συστήματος. Η συνείδησή τους να ανήκουν στην ανθρωπότητα και η σχέση τους με το χρόνο, τους επιτρέπει να αγωνίζονται εναντίον αυτής της επίσημης οντότητας που αποτελεί το υπόβαθρο του απολυταρχικού καθεστώτος, δηλαδή της κοινωνίας. Είναι μόνο χάρις σ’ αυτούς που το απολυταρχικό καθεστώς μπορεί να καταρρεύσει. Αποτελούν τα σπέρματα της ανθρωπότητας και του χρόνου.

Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να δεχτούν το απαράδεκτο και τη βαρβαρότητα ενός απολυταρχικού καθεστώτος. Και παραδόξως, το σύστημα έχει επίγνωση αυτού του γεγονότος. Άρα, αυτοί οι άνθρωποι θα είναι φυσιολογικά τα πρώτα θύματα αυτού του αγώνα της εξουσίας κατά της ουσίας. Είναι επίσης φυσιολογικά οι πρώτοι δίκαιοι. Χάρις σε αυτά τα σπέρματα, η ανθρωπότητα μπορεί να αμυνθεί έναντι της κοινωνίας του παρόντος που αρνείται το παρελθόν και το μέλλον. Όλο το πρόβλημα αυτού του αγώνα είναι η ικανότητα των ιδιομορφιών να παράγουν ανωμαλίες ικανές να προκαλέσουν την κατάρρευση των απολυταρχικών καθεστώτων. Μόνο με αυτόν τον τρόπο οι επόμενοι άνθρωποι μπορούν να είναι ελεύθεροι.

Οι Δίκαιοι του Albert Camus δεν είναι μόνο επαναστατημένοι ή ανυπότακτοι. Είναι προπαντός άνθρωποι οι οποίοι βιώνουν το αίσθημα της δικαιοσύνης. Για να αντιληφθούμε το βάθος της προβληματικής του Camus, είναι αναγκαίο να αναδείξουμε τα νοητικά σχήματα της δικαιοσύνης μέσα στο πλαίσιο της ανθρωπότητας. Αυτή η δικαιοσύνη δεν είναι θεσμική, βασίζεται προπαντός στις αξίες και όχι στις αρχές. Δεν εξαρτάται από ένα τυποποιημένο και άκαμπτο σύστημα. Η δικαιοσύνη, αυτή η δικαιοσύνη αντιπροσωπεύει μία διαχρονική νομολογία.

Εξελίχθηκε με την ανθρωπότητα και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτό που ονομάζουμε θρησκεία. Με τον ίδιο το Χριστό έχει συσχετισθεί η έκφραση «ο δάσκαλος της δικαιοσύνης» και πιο γενικά συναντούμε συχνά τον όρο «τιμωρός» σε πολλούς πολιτισμούς με παραλλαγές όπως αυτήν του δίκαιου. Σε όλες τις περιπτώσεις, πρόκειται για ανθρώπους ικανούς να καταλήξουν σε μια απόφαση ακόμα και πέρα από το νόμο. Το παράδειγμα του Σολομώντα παραμένει ακόμα γνωστό μέχρι τις μέρες μας. Η παρέμβαση της νοημοσύνης σε αυτό το επίπεδο είναι απόλυτα χαρακτηριστική. Διότι αυτοί οι άνθρωποι δεν αρκούνται απλώς στο να εφαρμόσουν το νόμο. Δεν εισέρχονται στο πλαίσιο της λατινικής έκφρασης dura lex, sed lex.

Γι’ αυτόν το λόγο, η ανθρώπινη πλευρά των αποφάσεών τους είναι χωρίς καμιά αμφιβολία η πιο σημαντική και ως εκ τούτου είναι αυτή που τους χαρακτηρίζει. Και παρατηρούμε ότι η νοημοσύνη είναι απαραίτητη για τη διαχείριση του συνόλου των νόμων. Δηλαδή, ακόμα και σε ένα πιο τυποποιημένο πλαίσιο, είναι η νοημοσύνη που επιτρέπει στην ανθρωπότητα να αφήσει τα αποτυπώματά της επί της απόφασης. Το πιο σημαντικό ακόμα, είναι και πάλι η νοημοσύνη που επιτρέπει να υπερπηδηθούν τα παράδοξα που δημιουργούνται από νόμους αντιφατικούς. Κατά συνέπεια, όταν οι νόμοι υπερβαίνονται, ο ίδιος ο άνθρωπος μέσω της νοημοσύνης του γίνεται δικαστής. Στην πραγματικότητα, διατηρεί αυτόν τον τίτλο δια παντός.

Μόνο που το σύστημα προτιμά να θεσπίζει νόμους για να παραμένει ανεξάρτητο από την ανθρώπινη επίδραση. Στο πλαίσιο του θεατρικού έργου του Albert Camus, τίθεται η προβληματική των ορίων όταν ξέρουμε και αποδεχόμαστε εκ των προτέρων ότι η μάχη είναι χαμένη. Η ανάγκη να αγωνιζόμαστε εναντίον της βαρβαρότητας ενός συστήματος που καταπιέζει την ανθρωπότητα, εμπερικλείει θυσίες. Όμως, πόσες και ποιες θυσίες μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος προκειμένου να φθάσει στο στόχο της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας;

Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει ο Albert Camus. Μόνο που οι δίκαιοι είχαν ήδη δώσει την απάντηση το 1905. Τα όρια υπάρχουν, όμως οι θυσίες είναι απόλυτα αναγκαίες. Χάρις σ’ αυτή την προβληματική, μπορούμε να διαβλέψουμε από τη μια πλευρά τη σημασία της ανθρωπότητας και από την άλλη την προστιθέμενη αξία που αντιπροσωπεύει σε σχέση με τον άνθρωπο. Μέσω τη θυσίας και της αντίστασης των ανθρώπων, για να εισχωρήσουμε στην έννοια του αισθήματος της δικαιοσύνης, διακρίνουμε τη δομή της κοινωνίας. Η δικαιοσύνη, με την έννοια που της αποδώσαμε προηγουμένως, είναι ένα νοητικό σχήμα του υπόβαθρου της ιδέας της ανθρωπότητας. Η κοινωνία στηρίζεται στο σύστημα των δικηγόρων. Ενώ η ανθρωπότητα δεν έχει νόημα παρά μέσω του έργου των δικαίων.

Εάν μερικοί διερωτώνται ακόμα για την έννοια της ανθρωπότητας και την αφαιρετικότητά της, η μελέτη των πινάκων του Vincent van Gogh σίγουρα θα τους βοηθήσει να αντιληφθούν τη φύση της. Εάν πρόκειται για μία σκέψη πάνω σ’ αυτό το έργο, είναι αρκούντως ικανοποιητικό να διεισδύσουμε στην ουσία των διαφορών μεταξύ ανθρωπότητας και κοινωνίας. Ο Vincent van Gogh μην μπορώντας να υποταχθεί στα συμβατικά καπρίτσια της κοινωνίας, μας άφησε ένα έργο με τα αποτυπώματα της ανθρωπότητας.

Δεν υπάρχουν συμβιβασμοί στη ζωγραφική του, διότι μελετούσε μόνο και μόνο τους ανθρώπους και τη φύση. Και είναι γι’ αυτόν το λόγο που ζωγράφισε την αθλιότητα. Διότι, όπως το εξήγησε ο Victor Hugo, το κομμάτι της ανθρωπότητας είναι μεγαλύτερο στα σπίτια των αθλίων παρά στα σπίτια των αστών. Η ανθρώπινη φύση αρκείται στα λίγα διότι το μόνο που επιθυμεί είναι να ζει. Ενώ η κοινωνική φύση χρειάζεται πολλά για να επιβιώσει. Οι κοινωνικές απαιτήσεις είναι πιο σημαντικές από τις ανθρώπινες ανάγκες.

Διότι το ουσιώδες είναι σπάνιο. Επικεντρώνεται στην πολλαπλότητα του ενός και όχι στον ένα της πολλαπλότητας. Ο Vincent van Gogh συνθέτει βάσει των στοιχείων που χαρακτηρίζουν την ανθρωπότητα. Πάει στο ουσιώδες χωρίς να σταματά σε περιττές λεπτομέρειες. Επιπλέον, τα στοιχεία του μάς δείχνουν εκείνο στο οποίο αποδίδει σημασία και με αυτόν τον πλάγιο τρόπο μυεί το θεατή στην ανθρωπότητα. Έτσι, La chambre de Vincent ή Le vieil homme triste ή ακόμα τα γνωστά Τournesols δεν είναι παρά ψηφίδες της ανθρωπότητας.

Προβάλλοντας πράγματα που η κοινωνία θεωρεί λεπτομέρειες, αναδεικνύει τα ίχνη της ανθρωπότητας. Ως εάν το βλέμμα του ζωγράφου δεν μπορεί να δει παρά μόνο αυτό μέσα στον κόσμο. Διότι σε τελική ανάλυση, πόσα πράγματα τα οποία ανήκουν στην πραγματικότητα, συνιστούν πραγματικά μέρος της ανθρωπότητας; Σίγουρα πολύ λίγα, όμως η ουσία είναι εδώ και επαρκεί, για να αποδώσει μία πραγματικότητα στον ανύπαρκτο λαό. Ξεκινώντας από τα ίχνη του τελευταίου, είναι δυνατόν να ανακατασκευάσουμε στοιχεία της δομής της ανθρωπότητας.

Οι πίνακες του Vincent van Gogh είναι πινελιές του δασκάλου στο πορτραίτο της ανθρωπότητας. Σε εμάς έγκειται να τις εκλάβουμε ως τέτοιες και να μην τις θεωρούμε ως απλούς πίνακες που πρέπει να κοσμούν εκθέσεις βυθισμένες στο κοινωνικό κενό. Ο Vincent Van Gogh μάς δείχνει μέσω του έργου του, τη σημασία της έκφρασης, την ανάγκη της δημιουργίας. Δεν έχει ανάγκη να δείξει το έργο του σε όλους. Του αρκεί να αποδείξει ότι υπάρχει χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει οτιδήποτε άλλο.

Διότι η κοινωνία δεν μπορεί να δώσει την έγκρισή της παρά για το παρόν. Όμως όταν πρόκειται περί δημιουργίας για την ανθρωπότητα, αυτό δεν είναι αρκετό. Χρειαζόμαστε το παρελθόν και το μέλλον για να υπάρχουμε μέσα στην ανθρωπότητα. Το παρόν δεν είναι παρά μία κοινωνική ψευδαίσθηση. Το να ζωγραφίζουμε για το παρόν δεν μπορεί να αποτελεί μια δημιουργία για την ανθρωπότητα. Διότι η αναγνώριση της τελευταίας δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της κοινωνίας. Ολόκληρο το έργο του Vincent van Gogh το αποδεικνύει κατά τρόπο αποτελεσματικό.

Η κοινωνία μένει κατάπληκτη μπροστά στην πρόδηλη ευχέρεια με την οποία αποδεικνύει την αξία του ο Franz Schubert. Κατά τη διάρκεια τού έτους 1815, συνθέτει περίπου 140 Lieder· σε μία μόνο ημέρα, την 15η Οκτωβρίου, έγραψε οκτώ. Όμως, γιατί η κοινωνία δεν μελετά τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούσε λόγω ανάγκης, έτσι ώστε να καταλάβει την ιδιοφυΐα του; Ενώ γνωρίζει ότι συνήθιζε να γράφει πρώτα τη μελωδία, στη συνέχεια να ορίζει την αρμονία και στο τέλος να ολοκληρώνει τη σύνθεση του Lied, δεν μπορεί και κυρίως δεν θέλει να αποδεχτεί ότι το ταλέντο του ήταν μόνο ένα από τα στοιχεία της μουσικής του ιδιοφυΐας.

Δεν ήταν απλώς ένα προικισμένο παιδί. Μελοποίησε 72 ποιήματα του Goethe, 47 του Mayrhofer, 46 του Schiller, 44 του Müller, 28 του Matthisen, 23 του Hölty, 22 του Kosegarten, 13 του Körtner, 12 του Schober και 6 του Heine. Τι άλλο έπρεπε να κάνει; Αυτό δεν επαρκεί για να αποδείξει τις ικανότητές του ως ιδιοφυΐα; Γιατί πρέπει η κοινωνία να επιμένει να βλέπει στο πρόσωπό του μόνο το δημιουργό ενός τύπου στροφικού Lied, ενώ ο χρόνος να αδυνατεί να το επιτρέψει; Απέδωσε το γερμανικό ρομαντικό συναίσθημα, εξέφρασε τη γαλήνια χαρά, αλλά και τη μελαγχολία, προχώρησε από τη φιλοσοφική μελέτη στο drame vibrant, και εν τούτοις, η κοινωνία δεν βλέπει στο πρόσωπό του παρά έναν απλό ταλαντούχο μουσικό.

Η υγεία του ήταν εύθραυστη, δεν ήταν ποτέ αρκετά ελεύθερος και οι συνήθειες της καθημερινής του ζωής δεν δείχνουν ότι διατηρούσε ανήθικες σχέσεις. Όμως η κοινωνία αρέσκεται να διαδίδει ότι πέθανε από σύφιλη, αν και δεν υπάρχει κανένα ουσιαστικό στοιχείο να το αποδεικνύει. Με αυτή τη μέθοδο επιδιώκει να στιγματίσει την ιδιοφυΐα του με τρόπο που να αποδεικνύει στη μάζα ότι καλά κάνει να μην ξεπερνά το κανονικό, διότι η ιδιοφυΐα είναι αναγκαστικά συνδεδεμένη με δευτερεύουσες καταστάσεις μη αποδεκτές.

Αυτή η γραμμή σκέψης, αν και απλοϊκή, επιβάλλεται με τη βία στον πληθυσμό ο οποίος έχει την τάση να αντιμετωπίζει τους ιδιοφυείς υποτιμητικά ή στην καλύτερη περίπτωση με οίκτο, διότι τους θεωρεί ανισόρροπους. Εκτός της πεπατημένης οδού, ο κόσμος δεν έχει νόημα για την κοινωνία. Η ιδιοφυΐα εκπέμπει σήμα κινδύνου γι’ αυτήν. Άρα, πρέπει να πείσει τη μάζα για τον ανώφελο αν όχι επιβλαβή χαρακτήρα της ιδιοφυΐας.. Το πρόβλημα του Franz Schubert είναι ότι συγκαταλέγεται ανάμεσα σε αυτά τα θύματα της κοινωνίας. Έτσι, ακόμα και οι άνθρωποι δυσκολεύονται να συλλάβουν το ανθρώπινο βάθος του έργου του. Ανίκανη να κτυπήσει τις ανωμαλίες, επιχειρεί να μετατρέψει τις ιδιομορφίες.

Η πρόσβαση στην ανθρωπότητα είναι εφικτή μόνο μέσω του έργου, διότι μόνο η αδιάκοπη δραστηριότητα δικαιώνει την ανθρώπινη ύπαρξη. Είναι γι’ αυτόν το λόγο που η κοινωνία ελέγχει την εργασία. Διότι δεν επιθυμεί να μετατρέπεται η εργασία σε έργο. Δέχεται μόνο την αναγκαστική εργασία, τη χρήσιμη εργασία, την εργασία κατ’ εντολήν. Οποιαδήποτε άλλη εργασία κινεί υποψίες, διότι είναι ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη για την κοινωνία. Μία εργασία που οδηγεί στην ελευθερία δεν μπορεί παρά να είναι ο καρπός μιας προμηθειακής τόλμης. Ενώ η τελευταία ανησυχεί την κοινωνία όσο και τους θεούς. Εάν οι θεοί καταδίκασαν τον Προμηθέα δια του Κράτους και της Βίας, είναι επειδή αντιπροσωπεύει το σύμβολο της ανθρωπότητας και του χρόνου.

Ο Προμηθέας ως Τιτάνας ήταν παρών μέσα στο παρελθόν των θεών. Άρα, τους είδε να καταφθάνουν και να καταλαμβάνουν την εξουσία. Είδε μάλιστα και την εγκαθίδρυση αυτής της κοινωνίας και την απόφασή της να σταματήσει το χρόνο μέσω της αθανασίας. Όμως ο Προμηθέας είδε και το μέλλον. Θεωρώντας ότι ο χρόνος είναι απαραίτητος στην εξέλιξη της ανθρωπότητας, δεν μπορούσε παρά να αγωνιστεί ενάντια στην αθάνατη εξουσία των θεών. Είναι, λοιπόν, μνήμη μέλλοντος, νοημοσύνη μέλλοντος εγκλωβισμένη μέσα στο παρελθόν.

Η αντίστασή του εναντίον των θεών και η θυσία του για την ανθρωπότητα αντιπροσωπεύει ένα βαθύ νοητικό σχήμα. Πέραν από το μύθο του Σισύφου σχετικά με τη θεματική του παραλόγου την οποία ανέπτυξε ο Albert Camus, ο μύθος του Προμηθέα ταυτίζεται με τη νοημοσύνη. Αυτός ο μύθος μάς δείχνει ότι η νοημοσύνη είναι το μέλλον της ανθρωπότητας. Από την άποψη της κυβερνητικής, πρόκειται για πραγματική μηχανή του Wiener. Εκμεταλλεύεται τη χρονική ανατροφοδότηση εφόσον η ανθρωπότητα δεν έχει νόημα χωρίς τη νοημοσύνη και η νοημοσύνη δεν θα υπήρχε χωρίς την ανθρωπότητα.

Έτσι ο μύθος του Προμηθέα, ο οποίος είναι το αρχέτυπο της παγκόσμιας ιδιοφυΐας, αποτελεί το παράδειγμα της χρονικής αντίστασης στην αθανασία του παρόντος. Άρα είναι φυσιολογικό το γεγονός ότι η κοινωνία απεχθάνεται τόσο πολύ όποιον τη θεωρεί υπεύθυνη για το τέλος της αιωνιότητας. Διότι για να υλοποιηθεί το όραμα της ανθρωπότητας, ήταν απαραίτητο να σταματήσει το όνειρο των θεών. Είναι επίσης γι’ αυτόν το λόγο που ο Προμηθέας διαβεβαιώνει στο ορατόριό μας πως αν ήταν θεός, θα αυτοκτονούσε για να αφήσει την ανθρωπότητα ελεύθερη να εξελιχθεί.

Ο Προμηθέας αποτελεί την πρωτογενή ύβριν της κοινωνίας εναντίον της ανθρωπότητας. Από τη μια πλευρά είναι αυτός που διαπράττει την ιεροσυλία, δηλαδή κλέβει τη φωτιά, και από την άλλη είναι αυτός που τολμά τη θυσία, δηλαδή προσφέρει το φως. Μπορούμε, λοιπόν, να τον ερμηνεύσουμε ως μία πρωτογενή μεταμόρφωση. Μέσω του έργου του, η φωτιά της εξουσίας μετατρέπεται σε φως της ουσίας. Αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για κάθε άνθρωπο που συνειδητά ανήκει στην ανθρωπότητα.

Μόνο που για να γίνει αυτό, πρέπει πρώτα να μετατραπεί σε στόχο της κοινωνίας, μετά να ξεπεράσει τα εμπόδιά της, για να μεταμορφωθεί από απλή ιδιομορφία σε πολλαπλή ανωμαλία, ικανή να προκαλέσει μια δημιουργική έκρηξη που δημιουργεί για την ανθρωπότητα.

Διότι ο Προμηθέας είναι ο χρόνος της ανθρωπότητας.

Μα τελικά τι αίμα έτρεχε στις φλέβες των δεινοσαύρων;

Τι ήταν οι δεινόσαυροι; Θερμόαιμοι; Ψυχρόαιμοι;

Τίποτα από τα δυο, κάτι ενδιάμεσο, αναφέρει μια νέα αμερικανική έρευνα.
Και γιατί μας νοιάζει αυτό; Εκτός των εκπληκτικών γνώσεων που αποκομίζουμε για το παρελθόν του πλανήτη μας, μελετώντας τους δεινόσαυρους μαθαίνουμε σημαντικά και χρήσιμα πράγματα για την εξέλιξη των ειδών, κάτι που αφορά κι εμάς.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι τα πλάσματα που κάποτε ήσαν κυρίαρχοι του πλανήτη μας για περισσότερα από 100 εκατ. χρόνια, έως ότου εξαφανίστηκαν πρν από 65 εκατ. χρόνια πιθανότατα από την πτώση ενός μεγάλου ουράνιου σώματος στη Γη, δεν ήσαν ούτε θερμόαιμα (ή ενδόθερμα), ούτε ψυχρόαιμα (ή εκτόθερμα), αλλά μεσόθερμα, δηλαδή είχαν μια ενδιάμεση θερμοκρασία.
Οι ερευνητές, μελέτησαν 21 είδη δεινοσαύρων, μεταξύ των οποίων τον τρομερό Τυραννόσαυρο, τον μακρυλαίμη Απατόσαυρο, τον αρπακτικό Αλλόσαυρο, τον Τενοντόσαυρο και άλλους. Η συγκριτική μελέτη συμπεριέλαβε συνολικά 381 διαφορετικά είδη: θηλαστικά, πουλιά, ψάρια, καρχαρίες, σαύρες, φίδια, κροκοδείλους κ.α..
Η αξιολόγηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι δεινόσαυροι δεν έμοιαζαν ούτε στα σημερινά θηλαστικά και στα πουλιά (που είναι θερμόαιμα), ούτε στα ερπετά και στα ψάρια (που είναι ψυχρόαιμα).
Αρχικά, στον 19ο αιώνα, οι επιστήμονες έτειναν προς την θεωρία ότι οι δεινόσαυροι ήσαν αργοί και ψυχρόαιμοι. Όσο όμως, στη διάρκεια του 20ού αιώνα, ανακαλύπτονταν ολοένα πιο πολλά απολιθώματα πιο σβέλτων και επιθετικών δεινόσαυρων, η πλάστιγγα έγειρε σταδιακά προς την άποψη ότι ήσαν γρήγορα και θερμόαιμα ζώα.
Στην εποχή μας υπάρχουν ακόμη λίγοι οργανισμοί (το πολύ δέκα είναι γνωστοί), κυρίως υδρόβιοι, που δεν μπορούν εύκολα να θεωρηθούν ούτε θερμόαιμοι ούτε ψυχρόαιαμοι, όπως είναι ο μεγάλος λευκός καρχαρίας, η μεγάλη θαλάσσια δερματο-χελώνα, η έχιδνα που γεννά αυγά και ο τόνος.
Οι αμερικανοί ερευνητές πιστεύουν ότι χάρη στον ενδιάμεσο μεσοθερμικό μεταβολισμό τους, οι δεινόσαυροι κατάφεραν να γίνουν πολύ μεγαλύτεροι από ό,τι ήταν εφικτό για οποιοδήποτε θηλαστικό. Όσο πιο θερμόαιμο είναι ένα ζώο, τόσο περισσότερο πρέπει να φάει για να έχει την απαραίτητη ενέργεια. Είναι αμφίβολο αν ένα λιοντάρι, μεγάλο όσο ένας Τυραννόσαυρος, θα μπορούσε ποτέ να βρει αρκετή τροφή για να επιβιώσει.