Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Η ζαβολιά στο παιχνίδι

Ο τρόπος επίλυσης ενός προβλήματος που μπορεί να αντιμετωπίζεις στην ζωή σου,
βρίσκεται σ’ εκείνον τον τρόπο ζωής που κάνει το πρόβλημα να εξαφανίζεται.
Λούντβιχ Βιτγκενστάιν (Πολιτισμός και αξίες).

“Ψάξε να με βρεις, ξεκίνα να ψάχνεις και δεν θα με βρεις” Πόσες φορές δεν το είπες όταν ήσουν παιδί και πόσες φορές δεν το άκουσες από τα μικρά της οικογένειας σου, σε μια αυλή κάποια ηλιόλουστη μέρα; Ναι είναι το γνωστό “κλείσε τα μάτια σου να κρυφτώ”, το ανάποδο μέτρημα και η ταυτόχρονη εξαφάνιση στην γρήγορη και ευφυή, αναζήτηση μιας κρυψώνας για τους παίχτες. Ναι είναι το αγαπημένο παιχνίδι μικρών και μεγάλων, το κρυφτό. Όποτε τα παιδιά παίζουν κρυφτό – ή όποτε οι ενήλικες χάρη στο παιχνίδι της αποστροφής, της κυριαρχίας του εγώ και του δελεασμού κρύβονται ο ένας από τον άλλο, συνειδητά ή ασυνείδητα- το μέσο με το οποίο παίζεται το παιχνίδι είναι ο φόβος και η κρυφή επιθυμία, να μην τους βρει ποτέ κανείς.

Οπότε το παιχνίδι τραβάει σε μάκρος και το παιδί που κρύβεται, πάντα βοηθάει το παιδί που ψάχνει, αφήνοντας ίχνη, κάνοντας θόρυβο, κουνώντας τον θάμνο, αφήνοντας μια άκρη από το ρούχο να προεξέχει και δίνοντας την δυνατότητα σε αυτόν που τον ψάχνει να τον βρει.  Αυτός που τα φυλάει, από την άλλη, κάνει “ματάκια”, κρυφοκοιτάζει, για να δει που θα κρυφτούν, αυτοί που πρέπει να ψάξει να τους βρει. Υπάρχει ο αρχέγονος φόβος, πως πρέπει οπωσδήποτε να τους βρει, μην χαθούν, μην απομακρυνθούν, μην φύγουν έξω από το παιχνίδι-μαντρί. …και οι δύο ψιλό-κλέβουν, και οι δύο μεριές του παιχνιδιού, το ξέρουν πως ο άλλος κλέβει, αλλά συνεχίζουν να παίζουν το παιχνίδι, με την υποκρισία, πρώτη ξαδέλφη του φόβου, να είναι η κυρίαρχος του πεδίου.

Υπάρχουν αυστηροί κανόνες στο παιχνίδι, κανείς δεν επιτρέπεται να μείνει εξαφανισμένος για πολύ ώρα, κανείς δεν πρέπει να απομακρυνθεί πολύ και η στιγμή που τους βρίσκουν είναι η στιγμή που το παιχνίδι τελειώνει, δίνοντας την ευκαιρία στους παίχτες να αρχίσουν να το παίζουν ξανά από την αρχή, μαζί με όλες τις κλεψιές και τις ελπίδες την επόμενη φορά, να μην τους βρουν οι μεν, ή να τους βρουν γρηγορότερα οι δε. Ένα παιχνίδι με αρχή μέση τέλος και επανάληψη (το ‘πιασες το νόημα;).

Το κρυφτό είναι ένα παιχνίδι που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο είδος και όχι μόνο στην παιδική του ηλικία, ένα παιχνίδι που δοκιμάζει ταυτόχρονα την εξυπνάδα εκείνου που ψάχνει και την αποφασιστικότητα εκείνου που κρύβεται. Είναι η πιθανότητα να μπορέσεις να ξεφύγεις από την πρόθεση, την επιθυμία, να σε βρει, ένα άλλο συγκεκριμένο άτομο. Κάθε επιτυχημένο κρυφτό –με εξαίρεση τις τραγωδίες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το κρυφτό είναι πάντοτε επιτυχημένο- καθησυχάζει τους παίχτες, αλλά και την κοινωνία που αυτοί ανήκουν, ό,τι κανείς τους δεν μπορεί να ξεφύγει, να το σκάσει, να πάει μακριά και ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος τόπος, που να μπορεί αυτός να πάει, αν καταφέρει να ξεφύγει από τον διώκτη του.

Η ζαβολιά στο παιχνίδι –δηλ. η παραβίαση των κανόνων- είναι να βρεις ένα μέρος να κρυφτείς που να μην μπορεί να σε βρει κανείς, δηλ. να ξεφύγεις από τον κυνηγό σου. Η σπαζοκεφαλιά στο κρυφτό, το παράλογο δράμα που εμπεριέχει, είναι πως, το να σε βρουν σημαίνει ότι έχασες, ενώ το να μην σε βρουν, σημαίνει πως ακολουθείς κατά γράμμα τους κανόνες του παιχνιδιού.

Σε ένα τέτοιο παιχνίδι και οι δύο παίχτες είναι εγκλωβισμένοι, παγιδευμένοι, ανεξάρτητα σε ποιά θέση βρίσκονται, κανείς τους δεν μπορεί να ξεφύγει, κρύβονται, γνωρίζοντας, πως αυτό που κάνουν δεν είναι απόδραση. Αυτό που μοιράζονται είναι πως βρίσκονται εγκλωβισμένοι μαζί, κάπου, μέσα σε κάτι, –μια φούσκα, μια δημιουργία, έναν κόσμο- που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ανάγκη ή επιθυμία για συγκεκριμένα είδη αναγνώρισης και καθησυχασμού και από αυτό το κάτι, είναι αδύνατον να ξεφύγουν κι αν παρ ελπίδα το καταφέρουν, δεν υπάρχει τόπος να πάνε.

Υπάρχουν και κάποιοι παίχτες, που όταν παίζουν κρυφτό, απομακρύνονται τόσο πολύ, φεύγουν μακριά, που στην πραγματικότητα παύουν να παίζουν το παιχνίδι. Όταν αυτή η συμπεριφορά συνεχιστεί, οι υπόλοιποι παίχτες θα τρομάξουν στην αρχή, αλλά μετά από λίγο θα το συνηθίσουν και θα πάψουν να ασχολούνται με τους ζαβολιάρηδες.  Ο ζαβολιάρης από την άλλη δεν έχει την υπομονή να περιμένει να τον βρουν ή να τους κάνει το χατίρι να παίζει με τους δικούς τους κανόνες και αρχίζει να φτιάχνει άλλους κανόνες δημιουργώντας δικό του παιχνίδι. Το ότι δεν παίζει το παιχνίδι με τους κανόνες που είναι ήδη γνωστοί, δεν σημαίνει για τους παίχτες, πως ο ζαβολιάρης καινοτομεί, σημαίνει από την δική τους σκοπιά πως δεν προσφέρει τίποτε στο παιχνίδι.

…και τι να πούμε για τα παιχνίδια των θεών, που δεν παίζουν για να κερδίσουν -είναι αυτονόητο αυτό κατά την άποψη τους- αλλά παίζουν γιατί βαριούνται και παίζουν με τα ανθρωπάκια, μα παίζουν και μεταξύ τους. …κι όλα αυτά, μέχρι να πέσει στον δρόμο τους ένας ζαβολιάρης, που δεν παίζει με τους κανόνες, ο κατεργάρης, που τους κάνει να δουν “τον Βούδα φαντάρο”!! Το αναφέρει και η μυθολογία, πως οι θεοκτόνοι ήταν πάντοτε άνθρωποι θνητοί, είναι πάντα ένας κατεργάρης που τους την φέρνει, εκεί που δεν το περιμένουν, από τον θείο εγωισμό και την θεϊκή αλαζονεία τους γιατί ως γνωστόν, «πίσω έχει η αχλάδα την ουρά».
Ο ζαβολιάρης ξέρει πως η ελευθερία του βρίσκεται στην αέναη πράξη της απελευθέρωσης του, η περιπέτεια είναι η η διαδικασία της απελευθέρωσης, όχι η ίδια η ελευθερία.
Ο ξεθωριασμένος πλέον μύθος του Αδάμ και της Εύας, είναι μια εκπληκτική μυθοπλασία, αποτυχημένης απόδρασης από το παιχνίδι του παραδείσου. Είναι η ιστορία μιας απόδρασης των ζαβολιάρηδων, που απέτυχε. Η παράβαση των κανόνων του παιχνιδιού, των νόμων που επέβαλε ο δημιουργός, ήταν να ανακαλύψουν, τι ακριβώς ήταν εκείνο από το οποίο ήταν αδύνατον να αποδράσουν. Αναζητώντας την γνώση που τους ήταν απαγορευμένη σχετικά με την φύση του θεού, ανακάλυψαν μόνο, το ό,τι θα έπρεπε να φοβούνται και να υποτάσσονται στον θεό. (!) Εκείνο που είναι σίγουρο, πέρα από οτιδήποτε άλλο σε αυτή την μυθοπλασία, είναι το πως δραματοποιεί την σχέση που υπάρχει μέσα στο μυαλό μας, ανάμεσα στην περιέργεια για το απαγορευμένο και την ικανοποίηση αυτής της περιέργειας με κάθε κόστος, γνωστό από πριν ή μη.

Μας δείχνει τον τρόπο, με τον οποίο οι απόψεις μας, για την ελευθερία και την απελευθέρωση, εξαρτώνται από την ανακάλυψη, εκείνου που πρέπει να φοβόμαστε. Ανακαλύπτουμε πως είναι ο κόσμος, ικανοποιούμε την περιέργεια μας και εξασφαλίζουμε την μη επιστροφή στο ίδιο παιχνίδι, δοκιμάζοντας να παίξουμε με τον φόβο μας, δοκιμάζοντας τις δυνάμεις μας πάνω του και στο τέλος προσπερνώντας τον, ξεφεύγουμε.

Η ηδονή που αισθάνεται κανείς με την απόδραση, ακόμη και με την σκέψη της απόδρασης πριν καν δράσει προς αυτήν, μπορεί άνετα να αντικαταστήσει την ηδονή εκείνη, από την οποία τρέπεται προς φυγή και να γίνει ένα πολύ καλό υποκατάστατο της. Το ότι παρέχουν ένα παράδοξο είδος ικανοποίησης αποτελεί μέρος της επινοητικής φύσης και του φανταστικού πλούτου των επονομαζόμενων συμπτωμάτων. Μερικές φορές από τον τρόπο που οι άνθρωποι εξιστορούν τον τρόμο και τις απογοητεύσεις τους βλέπουμε πόσο μεγάλη ηδονική απόλαυση, νοιώθουν γι αυτές.

Είναι γεγονός πως κάτι υπάρχει στην ζωή του ανθρώπου από το οποίο θέλει να ξεφύγει, να αποδράσει, (τι να είναι αυτό άραγε;) –αυτό είναι ένα σημαντικό ερώτημα- και ως συνεπακόλουθο με ποιούς τρόπους επιχειρεί αυτή την απόδραση; Ο άνθρωπος θέλει να αποδράσει από καθετί, από κάθε επιθυμία, που συνειρμικά μέσα στον νου του, του δημιουργεί ο πολιτισμός και τα κοινωνικά στάτους. Για να μπορέσει να το κάνει αυτό, είναι αναγκασμένος να επινοήσει μια γκάμα από στρατηγικές υπεκφυγών, τις οποίες ονομάζει άμυνες, καθώς και μια σειρά από τεχνάσματα που τα ονομάζει, συμπτώματα. Είναι το είδος τους πολιτισμένου ανθρώπου που θέλει να ξεφύγει, ούτε ο ίδιος δεν ξέρει από τι και που ονομάζεται επιστημονικά, νευρωτικός.

Εδώ μιλώ γι αυτόν, που απλά θέλει να ξεφύγει από, ότι νοιώθει πως τον καταπιέζει, υπαρκτό ή μη, κάνοντας τεράστιο σαματά, χωρίς να ξέρει πως αυτό δίνει δύναμη και ύπαρξη σε αυτό από το οποίο πασχίζει να ξεφύγει. Συνήθως παγιδεύεται στα δίκτυα αυτού από το οποίο προσπαθεί να ξεφύγει. Είναι σαν τους τύπους που διατυμπανίζουν πως δεν θα πιαστούν στα δεσμά του γάμου, κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους να το αποφύγουν, με την ανάλογη φασαρία, δίνοντας σε αυτό από το οποίο θέλουν αν ξεφύγουν, τόσο μεγάλη δύναμη, που στο τέλος καταλήγουν νευρωτικοί και παντρεμένοι. Όχι αυτό δεν είναι απόδραση, ούτε καν προσπάθεια απόδρασης.

Ο πολιτισμός, ο εγκλωβισμός στα κλουβιά που αποκαλούν σπίτια και ο εκπολιτισμός του ανθρώπου, φαίνεται πως είναι τελικά το να μαθαίνει κανείς τι να αποφεύγει μάλλον, παρά τι να κάνει ή να επιθυμεί. Έχουμε ολόκληρες λίστες και κοινωνικές ομάδες, που κύρια ασχολία τους, είναι να καταγράφουν τι δεν είναι αποδεκτό, που αφιερώνουν τεράστιο χρόνο στην παραγωγή λεπτομερειών περιγραφής όλων εκείνων που δεν θέλουν καθώς και των τρόπων που πρέπει να αποκλειστούν.

Η ανατροφή των παιδιών είναι μια σειρά από απαγορεύσεις και αποφυγές, πρωτίστως και κατόπιν προτροπών. Η εκπαίδευση διδάσκει στους ανθρώπους να κρατούν αποστάσεις και να αποφεύγουν, αν είναι δυνατόν, από ορισμένα είδη πίστης, από κάποιες επιθυμίες, σκέψεις, καταστάσεις, ακόμη και ανθρώπων. Το να μαθαίνει κάποιος να κάνει διακρίσεις, να μιλάει, να σκέφτεται ή να επιλέγει σημαίνει να μάθει να αποκλείει, όλα αυτά που του έχουν μάθει να αποκλείει, για να μπορεί να παίξει το παιχνίδι της κοινωνίας, του πολιτισμού και να είναι αποδεκτός.
Πως λοιπόν κάποιος γίνεται ζαβολιάρης δηλ. μη αποδεκτός και τι άλλο μπορεί να κάνει ένα παιχνίδι, με όποιον γίνεται ζαβολιάρης, πέρα από το να τον βγάλει από το παιχνίδι;
Οι μύθοι έχουν συχνά για θέμα τους την αδυναμία απόδρασης, την οδυνηρή ανακάλυψη ότι υπάρχουν πανίσχυρα δεσμά και περιορισμοί που δεν επιτρέπουν την απελευθέρωση και ο ήρωας είναι αδύνατον να ξεφύγει. Συνήθως και μάλλον σκόπιμα, δεν διηγούνται ιστορίες ανθρώπων που καταφέρνουν να ελευθερωθούν, που ξεφεύγουν, αλλά ιστορίες για την προσπάθεια τους να πετύχουν την ελευθερία τους και που συνήθως αποτυγχάνουν, γιατί οι θεοί-τιμωροί δεν επιτρέπουν, την φιλοδοξία ή την ανυπακοή. Μας διηγούνται ιστορίες ανθρώπων που η ζαβολιά τους, η παραβατικότητα τους, αποδεικνύεται στο τέλος ένα μάθημα για τους υπόλοιπους και εκπληκτικό εργαλείο χειραγώγησης της μάζας, για τους θεούς-επικυρίαρχους. Ο Οιδίποδας, ο Προμηθέας, ο Νάρκισσος, η Αντιγόνη υποχρεώνονται όλοι, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, να υποστούν την πιο βίαιη καταδίκη, σαν τιμωρία στο ατόπημα τους, στην ανυπακοή, και στην επιλογή τους, να είναι ο ζαβολιάρης του παιχνιδιού.

Το γεγονός ό,τι πρέπει να υπάρχουν κάποια πράγματα από τα οποία δεν μπορεί να διαφύγει κανένα πλάσμα, ανθρώπινο, μυθικό ή θεϊκό –είτε αυτά είναι νόμοι, φυσικοί ή ηθικοί, είτε επιθυμίες, που με διάφορους τρόπους ορίζονται ως καλές ή κακές, ηθικές ή ανήθικες, είτε πρόκειται για βιολογικούς περιορισμούς αναγκαιότητας, δηλ. η ανάγκη να τρεφόμαστε, να αναπνέουμε, να ζούμε, να πεθαίνουμε, αλλά και το γεγονός ό,τι όλοι αυτοί οι περιορισμοί πρέπει να αναγνωριστούν, να παρατηρηθούν, να μετρηθούν, αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της αντίληψης που έχουμε για τον εαυτό μας, καθώς και των τρόπων που αναρωτιόμαστε, ποιοί είμαστε και τι κάνουμε εδώ.

Κάθε φορά που κάτι μπορεί να περιγραφεί ως κάτι άλλο από αυτό που ήδη γνωρίζουμε πως είναι –όταν πχ. η γη γίνεται στρογγυλή από επίπεδη έτσι ώστε να μην μπορούμε να πέσουμε, όταν η αμαρτία, το καλό, η αγάπη, χρησιμοποιούνται ως δόλια μορφή κοινωνικού ελέγχου και εργαλεία μαχών και κατάκτησης και ούτω καθ’ εξής – τότε αλλάζουμε την θέση μας στον κόσμο. Αυτό που είναι σημαντική ερώτηση και χρήζει απάντησης είναι… Μετά από κάθε ζαβολιά ή παραβατικότητα ποιά είναι εν τέλει η διαφορά, τι μένει το ίδιο μετά την κατεργαριά; Μένει κάτι το ίδιο;

Ο καλύτερος τρόπος για να τραβήξεις την προσοχή των ανθρώπων είναι να γνωστοποιήσεις πως σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, κάποιος θα προσπαθήσει να κάνει κάτι για να ελευθερωθεί κι αν δεν το καταφέρει θα έχει ως συνέπεια τον θάνατο του. Για να τραβήξεις την προσοχή των ανθρώπων πρέπει ο θάνατος να αποτελεί κομμάτι αυτού που κάνεις, να εμπεριέχει το ρίσκο, το δράμα της αποτυχίας και της επιτυχίας επεξεργασμένο και προσαρμοσμένο σε μια ασυνήθιστη αρένα. Ο ταυρομάχος αναμετριέται τόσο με τον ταύρο, όσο και με τα όρια του εαυτού του ταυτοχρόνως και οι θεατές γνωρίζουν από πριν, πως μέσα στην αρένα υπάρχει και ένας τρίτος παίχτης, ο θάνατος.

Ένα σημαντικό κομμάτι του κρυφτού, είναι το ότι δεν υπάρχουν εκπλήξεις, κάθε παίχτης κρύβεται πάντα κάπου που μπορεί να βρεθεί. Δεν αποδρά, δεν ελευθερώνεται, απλά κρύβεται προσωρινά μέχρι να επιστρέψει στην πρότερη κατάσταση. Είναι μια φυγή από κάτι στο οποίο πάντα επιστρέφει ο παίχτης.  Αυτό είναι φυγή και όχι απελευθέρωση. Η επιθυμία να τραπείς σε φυγή, υποδηλώνει κάποια συγγένεια με αυτόν από τον οποίον πασχίζεις να κρυφτείς. Το να αντισταθείς σε κάποιον ή έστω να του κρυφτείς, ακόμη κι αν πρόκειται για τον θεό ή τους θεούς ή οποιονδήποτε άνθρωπο ή κατάσταση, είναι ο μοναδικός τρόπος για να τον σκεφτείς. Τον να τον σκεφτείς όμως έστω και σκεπτόμενος πως θα του ξεφύγεις, του δίνεις μονάδες προσοχής, δηλ. ύπαρξη. Επομένως η παρόρμηση να γίνεις ζαβολιάρης και να εξαφανιστείς, είναι ταυτόχρονα η μυστική ευφυΐα που διαθέτει το παιχνίδι για να σιγουρέψει την επιστροφή σου.

Έναν ζαβολιάρη τον αφήνει το σύστημα-παιχνίδι να αποδρά με την σιγουριά πως θα επιστρέψει, για να αποδράσει ξανά και ξανά στο διηνεκές. Κάπως όπως οι καταστηματάρχες που γνωρίζουν πως ο καταναλωτής θα καταναλώσει ξανά και ξανά και ξανά, με παραπλήσιο τρόπο. Του δίνει το παιχνίδι, μικρές στάλες ελπίδας, ίσα ίσα για να τον κρατά σε εγρήγορση και έλεγχο, αλλά ποτέ μεγάλη ελπίδα, αυτή πρέπει να ελέγχεται και να κατευθύνεται με πολύ προσοχή. Δεν παίζουνε με τις πιθανότητες να ξεφύγουν τα παιχνίδια, από το παιχνίδι-δημιουργία!!! Ελπίδες δίνουν, μικρές και σε λίγες δόσεις, για να μην έχουν οι θεοί εκπλήξεις και χάσουν και την μπάλα και το παιχνίδι.

Υπάρχουν αποδράσεις που είναι εύκολες και δεν θα μάθει ποτέ η μάζα, πόσο εύκολες είναι, υπάρχουν, και το παιχνίδι-σύστημα, τις διαθέτει προς χρήση, με μεγάλη χαρά, νέα παιχνίδια από τα οποία να μπορεί κάποιος ζαβολιάρης, να αποδράσει ξανά και ξανά, αρκεί να εξασφαλιστεί ό,τι θα επιστρέψει πίσω, ξανά και ξανά. Η μάζα δεν χρειάζεται να ξέρει αν η απόδραση από το παιχνίδι, είναι εύκολη ή δύσκολη, αν είναι κάτι που μπορεί να το κάνει ο καθένας ή χρειάζεται κάποιος με ιδιαίτερες ικανότητες. Αν είναι κάτι προσεγγίσιμο ή απόκρυφο, αν προορίζεται για λίγους εκλεκτούς ή είναι μια ευκαιρία για όλους. Με απλά λόγια παραμένει πάντα αναπάντητο το ερώτημα σχετικά με το τι από τα δύο συμβαίνει. Είναι εύκολο, είναι δύσκολο και για ποιόν εν τέλη είναι η απόδραση;
Αν θέλεις να γίνεις άσσος στην απόδραση πρέπει πρώτα να βρεθείς εγκλωβισμένος και αν θέλεις να είσαι ζαβολιάρης πρέπει να έχεις την απαιτούμενη ενέργεια, για να αναλάβεις την ευθύνη της απόδρασης και να μην επιστρέψεις.
Για να το πετύχεις αυτό, αλλά και να εξασφαλίσεις την μη-επιστροφή, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να αποδράσεις χωρίς να προξενήσεις ζημιά στο παιχνίδι, χωρίς να διαλύσεις την κλειδαριά, χωρίς να σπάσεις τον πάγο, χωρίς να σε πάρει χαμπάρι κανένας. Χωρίς να υπάρξει κανενός είδους βία και όταν αποδράσεις, όλα πίσω σου θα φαίνονται όπως ήταν πριν. Η μεγάλη ψευδαίσθηση και η μεγάλη αλήθεια ταυτόχρονα, είναι το ό,τι τίποτα δεν έχει αλλάξει μετά την απόδραση του ζαβολιάρη, ούτε το παιχνίδι, ούτε οι άλλοι παίχτες, και παρ’ ολ’ αυτά, όλα είναι διαφορετικά, μόνο που κανένας δεν μπορεί να εκφράσει με λέξεις, τι είναι αυτό το διαφορετικό. Αλλά υπάρχει.

Η απόδραση χωρίς την πρόθεση της επιστροφής, από την μεριά του ζαβολιάρη, είναι κυριολεκτικά μια επανάσταση, μια ριζική και εκ βάθρων αναδιάταξη των μορφών, χωρίς στην ουσία να τροποποιήσει καμία και τίποτε από αυτές και ταυτόχρονα να μην είναι καθόλου ίδιες μετά την απελευθέρωση. Όλο αυτό πρέπει να γίνει χωρίς κανένα εμφανές ίχνος σκληρής προσπάθειας, τόσο εύκολα και φυσικά όπως η αναπνοή του.  Ναι είναι η ύψιστη μορφή τέχνης, της οποίας η επιτυχία βρίσκεται στο ότι η δυσκολία της είναι κρυμμένη, φευγαλέα και απατηλή.

Κάθε άνθρωπος και κάθε ηθικολόγος, έχει την δική του εκδοχή ηθικών επιλογών. Οι κακές επιλογές συνήθως αποκαλούνται τάσεις φυγής από την πραγματικότητα, ενώ οι καλές αποκαλούνται ιδανικά και αξίες. Αφού μόνοι μας έχουμε φτιάξει αυτές τις διακρίσεις, άρα και μόνοι μας μπορούμε να τις καταργήσουμε, αν έχουμε την απαιτούμενη ενέργεια γι αυτό κι αν μας το επιτρέψουν αυτοί που έχουν συμφέρον να μείνουν τα πράγματα ως έχουν και το παιχνίδι να παίζεται με τους συνήθεις κανόνες.

Από την άλλη υπάρχει ο ζαβολιάρης, που ποσώς ενδιαφέρεται για τους κανόνες του παιχνιδιού που επέβαλε ο δημιουργός, αδιαφορεί, έχοντας ΜΟΝΑΔΙΚΟ και ΑΚΑΜΠΤΟ ΣΚΟΠΟ, να ξεγελάσει τον δημιουργό και να αποδράσει. Αν το καταφέρει; Θα το αντιληφθεί, από το πόσο άψογος είναι στην ζωή του και την ώρα του θανάτου του.

Λέξη-σαφήνιση σύμφωνα με το νεοελληνικό λεξικό.
ξεφεύγω:
[ksefévγo] Ρ αόρ. ξέφυγα, απαρέμφ. ξεφύγει : 1.κατορθώνω να απομακρυνθώ από έναν κίνδυνο, μια δύσκολη κατάσταση ή από κτ. που με καταδιώκει· διαφεύγω: Tους ξέφυγε τρέχοντας. Ξέφυγε περνώντας νύχτα μέσα από τις γραμμές των εχθρών. || Tον στρίμωξαν για τα καλά με τις ερωτήσεις, αλλά αυτός κατάφερε να ξεφύγει. || Δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τη μιζέρια. Θέλω να ξεφύγω λίγο από την καθημερινή μονοτονία.

2. (συνήθ. με γεν. προσώπου) α. για κτ. που φεύγει, που μετακινείται από μια θέση όπου βρίσκεται: Mου ξέφυγε το ποτήρι από το χέρι. Ξέφυγαν τα σημάδια που είχα βάλει. Όλα είναι τακτικά· τίποτα δεν ξεφεύγει. β. για κτ. του οποίου χάνουμε τον έλεγχο: Tου ξέφυγε το τιμόνι και έριξε το αυτοκίνητο στη θάλασσα. Πρόσεξε μη σου ξεφύγει το ψαλίδι και καταστρέψεις το ύφασμα. Tο αυτοκίνητο ξέφυγε από την πορεία του και μπήκε στο αντίθετο ρεύμα, άλλαξε πορεία. || Tου ξέφυγε ένα χασμουρητό / μια στριγκλιά / μία (πορδή). || (μτφ.): Ξέφυγα λίγο από το πρόγραμμά μου. Mην ξεφεύγεις από το θέμα. Ξέφυγε από το σωστό δρό μο, παραστράτησε.

3. από επιπολαιότητα, έλλειψη προνοητικότητας ή απροσεξία λέω κτ. που δεν πρέπει: Tου ξέφυγαν βαριές κουβέντες. Πρόσεξε μη σου ξεφύγει τίποτα!, μην πεις τίποτα.

4. μένω απαρατήρητος, δεν υποπίπτω στην αντίληψη, στην προσοχή κάποιου: Σ΄ αυτό το κείμενο έχουν ξεφύγει πολλά λάθη. Tίποτα δεν του ξεφεύγει!, όλα τα παρατηρεί, όλα τα προσέχει. ΦΡ ~ από του χάρου* τα νύχια. 5. (οικ.) για κτ. που διαφέρει, που παρουσιάζει κτ. το ιδιαίτερο σε σχέση με άλλα παρόμοια: Tο φόρεμα αυτό ξεφεύγει από τα συνηθισμένα.

[μσν. ξεφεύγω < εξεφεύγω με αποβ. του αρχικού άτ. φων. < αρχ. ἐκφεύγω (ἐκ- > ξε-)]

απόδραση η [apóδrasi]: Δραπέτευση που γίνεται συνήθ. σε μεγάλη κλίμακα και με βάση συγκεκριμένο σχέδιο: H ~ των καταδίκων / των αιχμαλώτων. Απόπειρα απόδρασης. || (μτφ.): ~ από την καθημερινότητα της πόλης με μια εκδρομή στο βουνό.

[λόγ. < αρχ. ἀπόδρα(σις) -ση]διαφυγή η [δiafijí]: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαφεύγω. 1. απόδραση και διάσωση: Ελέγχονται οι έξοδοι της χώρας, για να εμποδιστεί η ~ του καταζητούμενου σε γειτονικές χώρες. || (μτφ.): Δεν υπάρχει δυνατότητα / οδός διαφυγής για τον άνθρωπο που έχει εγκλωβιστεί στις σύγχρονες πόλεις. || ~ κεφαλαίων στο εξωτερικό, λαθραία εξαγωγή. 2. διαρροή, απώλεια υγρού ή αερίου από δοχείο, αγωγό κτλ.
κρυφτό το [kriftó]: ομαδικό παιδικό παιχνίδι, στο οποίο ο ένας από τους παίκτες προσπαθεί να βρει πού έχουν κρυφτεί οι υπόλοιποι. ΦΡ παίζω* ~
[ουσιαστικοπ. ουδ. του μσν. επιθ. κρυφτός < αρχ. κρυπτός με ανομ. τρόπου άρθρ. [pt > ft] ]
κρυφτούλι το [kriftúli]: 1. το κρυφτό. 2. (μτφ., οικ.) συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές και κρυψίνοια. [κρρυφτ(ό) -ούλι]

θάνατος ο [θánatos]: 1. η οριστική παύση των ζωτικών λειτουργιών ενός ζωντανού οργανισμού. ANT γέννηση, ζωή: Ποσοστό γεννήσεων και θανάτων σε μια χώρα. Φυσιολογικός / βίαιος / αιφνίδιος / φυσικός* ~. ~ από αρρώστια / από γεράματα / από δυστύχημα. Φέτος συνέβησαν πολλοί θάνατοι από τροχαία ατυχήματα. Kαταδίκη σε θάνατο. Ποινή θανάτου. Όπλα που σκορπούν το θάνατο. Aγγελτήριο θανάτου. Ληξιαρχική πράξη θανάτου και ως έκφραση για κτ. που οδηγείται στο τέλος του, στην παρακμή, στην καταστροφή: Tο ντοπάρισμα των αθλητών και η εμπορευματοποίηση αποτέλεσαν τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της ολυμπιακής ιδέας. Kίνδυνος-~, ως απαγορευτική ένδειξη υψηλού κινδύνου. Ελευθερία ή ~, ως σύνθημα, ιδίως για τον αγώνα του 1821. || Σιγή θανάτου, απόλυτη, νεκρική. || (ιατρ.) κλινικός* ~. || (εκκλ.) H μετά θάνατον ζωή. || (έκφρ.) δεν είναι κτ. για θάνατο / προς θάνατον, δεν πρέπει κτ. να μας στενοχωρεί υπερβολικά. ΦΡ μεταξύ ζωής* και θανάτου. ζήτημα* ζωής και θανάτου. στη ζωή* και στο θάνατο. ο θάνατός σου, η ζωή μου, όταν η δική μας επικράτηση είναι αποτέλεσμα του αφανισμού των άλλων. λευκός* ~, η ηρωίνη. παλεύω με το θάνατο, χαροπαλεύω. 2. για πολύ δύσκολο και επικίνδυνο εγχείρημα: Γύρος / πήδημα / άλμα θανάτου, που επιχειρούν συνήθ. ακροβάτες. Aποστολή θανάτου, στρατιωτικού συνήθ. αποσπάσματος. (έκφρ.) μέχρι θανάτου: α. ως το έσχατο όριο: Aγώνας μέχρι θανάτου, αδυσώπητος, αμείλικτος. β. πάρα πολύ, υπερβολικά: Περίλυπος / πιστός μέχρι θανάτου. Mίσος μέχρι θανάτου. μετά θάνατον, για το ύστερα από το θάνατο χρονικό διάστημα. 3. (μτφ.) α. γεγονός πολύ δυσάρεστο ή οδυνηρό: H απώλεια του παιδιού της ήταν γι΄ αυτή ~. β. γεγονός ιδιαίτερα βλαπτικό, επιζήμιο: Tο τσιγάρο είναι ~ για την υγεία. γ. εξαφάνιση, καταστροφή: Ο ~ του ρομαντισμού / της δημοκρατίας / του φασισμού. Πολιτικός ~, πολιτική καταστροφή κάποιου. Ψυχικός ~, θάνατος της ψυχής εξαιτίας αμαρτιών. || ΦΡ για ζωή* και για θάνατο.

ελευθερία η [elefθería]: η απουσία περιορισμού, η ιδιότητα ή η κατάσταση εκείνου που δεν εμποδίζεται ή δε δεσμεύεται από κανέναν εξωτερικό ή εσωτερικό παράγοντα: Εσωτερική / εξωτερική ~. Aπόλυτη ~. Tο αγαθό της ελευθερίας. H ~ σκέψης / δράσης. || H ~ της βούλησης (ενός ατόμου), η ικανότητά του να αποφασίζει και να ενεργεί ανεξάρτητα από κάθε εξωτερικό ή εσωτερικό παράγοντα. || (ειδ.) ό,τι οι νόμοι επιτρέπουν να πράττει ή να μην πράττει κάποιος: Aστικές / πολιτικές / ατομικές ελευθερίες. Θρησκευτική / προσωπική ~. Οι ελευθερίες του ατόμου / του πολίτη. ~ λόγου. ~ του τύπου. Aκαδημαϊκές* ελευθερίες. || (για κράτη, έθνη) η μη εξάρτηση από την εξουσία ή την κυριαρχία άλλου κράτους· λευτεριά. ANT δουλεία, σκλαβιά: Εθνική ~. ~ ή θάνατος*. H ~ των λαών. || Tο δέντρο της Ελευθερίας. Tο άγαλμα της Ελευθερίας, στη Nέα Yόρκη. [λόγ. < αρχ. ἐλευθερία]

Η Τσαγιέρα του Ράσελ

russellΗ Τσαγιέρα του Ράσελ (αγγλ.Russell’s Teapot), συχνά αποκαλούμενη και Θεϊκή ή Επουράνια Τσαγιέρα, είναι μία μεταφορά που χρησιμοποίησε ο φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσελ (1872-1970), σύμφωνα με την οποία το βάρος της απόδειξης το φέρει αυτός που κάνει τον ισχυρισμό, και όχι αυτός που προσπαθεί να τον καταρρίψει. Χρησιμοποιείται κυρίως ως επιχείρημα για τη μη ύπαρξη του Θεού από τους σκεπτικιστές.

Σε ένα αδημοσίευτο άρθρο του περιοδικού Illustrated το 1952, με τίτλο “Is there God?” ( Υπάρχει Θεός;), ο Ράσελ έγραψε:
«Αν έλεγα ότι μεταξύ Γης και Άρη υπάρχει μία πορσελάνινη τσαγιέρα σε ελλειπτική τροχιά γύρω απο τον ήλιο, κανείς δεν θα μπορούσε να διαψεύσει τον ισχυρισμό μου, αρκεί να πρόσθετα ότι η τσαγιέρα είναι τόσο μικρή που δεν θα μπορούσαν να την ανιχνεύσουν ούτε τα πιό ισχυρά τηλεσκόπιά μας.
Όμως, αν στη συνέχεια έλεγα ότι, αφού ο ισχυρισμός μου δεν μπορεί να διαψευστεί, θα ήταν ασυγχώρητη απρέπεια να τον αμφισβητούμε με την λογική μας, τότε οι περισσότεροι δικαίως θα θεωρούσαν ότι έλεγα ανοησίες.
Αν όμως η ύπαρξη μιας τέτοιας επουράνιας τσαγιέρας αναφερόταν σε πανάρχαια βιβλία, και διδασκόταν ως ιερή αλήθεια κάθε Κυριακή, και ενσταλαζόταν στα μυαλά μικρών παιδιών σε όλα τα σχολεία, τότε ακόμα και ο παραμικρός δισταγμός, θα ήταν τέτοιο δείγμα εκκεντρικότητας, που σε φωτισμένους καιρούς θα απέφερε στον αμφισβητία το επίζηλο προνόμιο της ψυχιατρικής φροντίδας, ενώ σε πιο πρώιμη περίοδο την Ιερά Εξέταση.»
Ο άθεος συγγραφέας και επιστήμονας Ρίτσαρντ Ντόκινς, στο βιβλίο του “Ο εφημέριος του Διαβόλου” (“A Devil’s Chaplain”) χρησιμοποίησε την Τσαγιέρα του Ράσελ, με παρόμοιο τρόπο, ως επιχείρημα ενάντια σε αυτό που ονόμασε «αγνωστικιστική συμφιλίωση», τον συμβιβασμό που επιτρέπει την ύπαρξη των τομέων φιλοσοφίας που ασχολούνται αποκλειστικά με θρησκευτικά θέματα.
Η επιστήμη δεν έχει τρόπο να αποδείξει την ύπαρξη ή μη ύπαρξη του θεού, ούτε και η θρησκεία άλλωστε. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τους συμφιλιωτές αγνωστικιστές, επειδή είναι θέμα προσωπικής προτίμησης, η πίστη και η δυσπιστία σχετικά με την ύπαρξη ενός υπέρτατου όντος είναι εξίσου άξιες προσοχής.
Ο Ντόκινς παρουσιάζει την τσαγιέρα ως απαγωγή σε άτοπο αυτής της θέσης:
Εφόσον ο αγνωστικισμός απαιτεί απόδοση ίσου σεβασμού προς την πίστη και τη δυσπιστία περί ύπαρξης ενός υπέρτατου όντος, τότε θα πρέπει επίσης να δίδει τον ίδιο σεβασμό και στην πίστη για την ύπαρξη της τσαγιέρας δορυφόρου, δεδομένου ότι η ύπαρξη της τσαγιέρας σε τροχιά μεταξύ Γης και Άρη είναι εξίσου εύλογη επιστημονικά με την ύπαρξη ενός ανώτατου όντος.

Διάσημοι Άθεοι στην αρχαία Αθήνα

Στις Ευμενίδες του Αισχύλου (στ. 151), ο Χορός αποκαλεί τον Ορέστη «άθεον άνδρα», επειδή σκότωσε τη μητέρα του, μολονότι είναι φανερό πως εκείνος δεν αμφιβάλλει για την ύπαρξη των θεών, συνομιλεί μάλιστα με τον Απόλλωνα.

Raffaello,_concilio_degli_dei_02Και δεν είναι η μόνη περίπτωση, όπου άθεος χαρακτηρίζεται από τους αρχαίους κι εκείνος που παραβαίνει τους νόμους των θεών ή ασεβεί με κάποιον άλλον τρόπο. Πρόσωπα που αρνούνται ευθαρσώς την ύπαρξη οποιονδήποτε θεοτήτων, εμφανίζονται στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα. Αποκαλούνται άθεοι, επίθετο που εξακολουθεί να συγχέεται με τον ασεβή, μία κατηγορία που οδήγησε στη φυλακή, στην εξορία, ακόμα και στον θάνατο αρκετούς Αθηναίους δίκαια ή άδικα.

Οι γνωστοί σε εμάς άθεοι της εποχής, που πίστευαν πως οι θεοί είναι επινόηση των ανθρώπων, είναι ο Πρόδικος από την Κέα, ο Κριτίας ο Αθηναίος, ο Διαγόρας ο Μήλιος και ο Κινησίας. Αυτοί, κάτω από την επίδραση της σοφιστικής κίνησης, που έθεσε υπό αμφισβήτηση, όχι μόνο τις καθιερωμένες θρησκευτικές αντιλήψεις, αλλά και την εγκυρότητα του ίδιου του Νόμου και την ύπαρξη των θεών, για πρώτη φορά, είτε υπονοούν είτε απερίφραστα διακηρύττουν ότι θεοί δεν υπάρχουν. Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα, συμπεριφέρονται με αναίδεια και προβαίνουν σε απρέπειες που προκαλούν την αντιπάθεια των συμπολιτών τους.

Ο Πρόδικος ο Κεῖος ήταν φυσικός φιλόσοφος και Σοφιστής, στενός φίλος του Σωκράτη. Το όνομά του συνδέεται με τον μύθο του Ηρακλή που καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην Αρετή και στην Κακία, αφήγηση που υπήρχε στο έργο του «Ὥραι» και την οποία επανέλαβε πολλές φορές στις διαλέξεις του. Στην εποχή του ήταν διάσημος για δύο πράγματα: την εμμονή του στην ακριβή χρήση των λέξεων και τις αθεϊστικές του αντιλήψεις.
Ο Πρόδικος, εξετάζοντας το θέμα ανθρωπολογικά, ισχυρίστηκε πως ο άνθρωπος επινόησε τις θεότητες, από ευγνωμοσύνη για τα αγαθά που του παρείχε η φύση. Δεν είναι τυχαίο, έλεγε, πως οι αρχαιότεροι θεοί σχετίζονται άμεσα με τη διατροφή, όπως είναι η Δήμητρα ή την απόκτηση ευημερίας, όπως ο Διόνυσος. Και κάθε φορά που αντιλαμβάνονταν την αξία κάποιου πράγματος και τη συνεισφορά του στην επιβίωση και στην πρόοδο, το θεοποιούσαν και γιόρταζαν λατρεύοντάς το. Έτσι έγινε με τον ήλιο, τη σελήνη, τα ποτάμια, τη φωτιά.
Αυτή η ορθολογική ερμηνεία της θρησκευτικότητας του ανθρώπου, ρίχνει φως στο φαινόμενο να ταυτίζεται η ονομασία ενός ωφέλιμου πράγματος με το όνομα του αντίστοιχου θεού, ο οποίος θεωρείται και ο εφευρέτης του πράγματος αυτού (για παράδειγμα, η φωτιά ονομάζεται και Ήφαιστος, το τζάκι Εστία, η Γη ταυτίζεται με τη θεά Γαία). Παράλληλα αντικρούει την ερμηνεία του Δημόκριτου, που ισχυριζόταν πως κίνητρο για την επινόηση των θεών ήταν ο φόβος για τα φαινόμενα της φύσης που απειλούσαν την ανθρώπινη ζωή.

Επόμενος άθεος, ο Κριτίας, ο αριστοκράτης μαθητής του Σωκράτη και συγγενής του Πλάτωνα, που έβλεπε την πίστη στους θεούς ως ένα πολύ αποτελεσματικό, πολιτικό εργαλείο που επινόησαν οι ηγεμόνες για να πειθαναγκάσουν τους υπηκόους τους να είναι πειθαρχημένοι. Η ανάγκη αυτή προέκυψε, υποστηρίζει ο Κριτίας, επειδή η νομοθεσία, μπορεί να απέτρεπε τους κακούς από τη διάπραξη εγκλημάτων φανερά, αλλά εξακολουθούσαν τον άνομο βίο τους όταν κανείς δεν τους έβλεπε. Επινοήθηκαν λοιπόν οι θεοί που τα βλέπουν όλα και πάντα, ώστε να περιοριστεί η παρανομία στα κρυφά.
Το 415 π.κ.ε κατηγορήθηκε μαζί με τον Αλκιβιάδη για τη βεβήλωση των Ερμών και καταδικάστηκε σε φυλάκιση, ενώ οκτώ χρόνια αργότερα εξορίστηκε. Επέστρεψε το 405 και λίγο μετά εξελέγη μέλος των τριάκοντα τυράννων στην Αθήνα. Με την εξουσία αυτή εξόντωσε τους πολιτικούς του αντιπάλους χωρίς έλεος, άρπαξε περιουσίες συμπολιτών του, ενώ απαγόρευσε στον δάσκαλό του, τον Σωκράτη να διδάσκει. Σκοτώθηκε έναν χρόνο αργότερα, κατά τη διάρκεια της επανάστασης των δημοκρατικών του Θρασύβουλου.

Ο Διαγόρας ο Μήλιος ήταν ποιητής και έγραφε κυρίως διθυράμβους. Αιχμαλωτίστηκε από τους Αθηναίους, όταν κατέλαβαν την Μήλο και ο Δημόκριτος πλήρωσε ένα μεγάλο ποσό για τον ελευθερώσει. Σχεδόν παντού όπου γίνεται αναφορά σε αυτόν, τον συνοδεύει το επίθετο «άθεος». Μιλούσε περιπαιχτικά και χωρίς κανέναν σεβασμό για τα μυστήρια, αποκαλύπτοντας μάλιστα τα άρρητα των τελετών. Δικάστηκε ερήμην για ασέβεια, την εποχή που οι Αθηναίοι ετοιμάζονταν για τη Σικελική εκστρατεία. Κατά πάσα πιθανότητα είχε αναμειχθεί σε πολιτικές ταραχές, ενέργεια που μαζί με την καταγωγή του από εχθρική για την Αθήνα πόλη, συνέβαλαν στην καταδίκη του. Εκείνος πάντως φρόντισε να εγκαταλείψει εγκαίρως την πόλη και να καταφύγει στην Κόρινθο, όπου και έζησε ως το τέλος της ζωής του.
Στο «Περί της φύσης των θεών» του Κικέρωνα, διασώζεται μία αφήγηση που μας δίνει μία ιδέα για την επιχειρηματολογία του Διαγόρα: Ένας φίλος του προσπαθεί να τον πείσει για την ύπαρξη των θεών, λέγοντάς του ότι υπάρχουν πολλές εικόνες ανθρώπων που σώθηκαν από φουρτούνες, επειδή επικαλέστηκαν τους θεούς. Ο Διαγόρας του απαντά «πουθενά, όμως, δεν υπάρχουν οι εικόνες εκείνων που δεν σώθηκαν».
Ένας λιγότερο γνωστός σε εμάς, αλλά διαβόητος εκείνη την εποχή, ήταν ο Κινησίας (450-390 π.κ.ε), ένας Αθηναίος ποιητής και μουσικός (πολύ κακός, μάλιστα). Οι πολύ εξεζητημένες χορογραφίες του, οι συγκεχυμένες μελωδίες του, που ο κόσμος δυσκολευόταν να τραγουδήσει, η άσχημη εμφάνισή του και η πρωτότυπη ιδέα του να καταργήσει τα χορικά στις κωμωδίες (με νόμο που πρότεινε και ψηφίστηκε το 400 π.κ.ε) τον έκαναν αγαπημένο στόχο των κωμικών. Το τελευταίο μάλιστα, του χάρισε το διόλου κολακευτικό επίθετο «χοροκτόνος». Η ίδια η Μουσική, σε μία κωμωδία του Φερεκράτη, τον αποκαλεί «κατάρατο Αττικό» και διαμαρτύρεται γι’ αυτόν στη Δικαιοσύνη.
Αυτός, λοιπόν, ο Κινησίας ήταν μέλος ενός συλλόγου ασεβών, των «κακοδαιμονιστών», οι οποίοι έκαναν οτιδήποτε μπορούσε να προκαλέσει το θρησκευτικό συναίσθημα των Αθηναίων. Η αγαπημένη τους απασχόληση ήταν να οργανώνουν δείπνα τις αποφράδες ημέρες*, κατά τη διάρκεια των οποίων χλεύαζαν τους θεούς και τους νόμους. Ο Λυσίας αναφέρει πως ο Κινησίας ήταν ο δράστης μίας πράξης βεβήλωσης του αγάλματος της Εκάτης (παρόμοια πράξη με εκείνη της κοπής των Ερμών). Δεν γνωρίζουμε τίποτ’ άλλο γι’ αυτόν, εκτός του ότι πέθανε πάμπτωχος.
Όπως μας ενημερώνει ο Θουκυδίδης, οι Αθηναίοι, μετά την φρικτή εμπειρία του Πελοποννησιακού Πολέμου «αποφάσιζαν να χαρούν τη ζωή τους όσο ταχύτερα μπορούσαν, επιδιδόμενοι στις απολαύσεις, διότι θεωρούσαν και τη ζωή και τον πλούτο εξ ίσου εφήμερα. έκριναν ότι δεν υπήρχε καμία διαφορά μεταξύ ευσεβείας και ασεβείας […] επειδή κανείς δεν πίστευε πως θα επιζήσει, για να δώσει λόγο για τα εγκλήματά του και τιμωρηθεί γι’ αυτά.» Η γοργή εξάπλωση της ανηθικότητας και της απολίτιστης συμπεριφοράς. οδήγησε τους Αθηναίους να ψηφίσουν την πρόταση του Διοπείθη περί ασεβείας, το 431 π.κ.ε.
Δεν θα πρέπει, ακόμα, να μας διαφεύγει το γεγονός πως πρόκειται για μία εποχή έντονων πολιτικών ταραχών και συχνά πίσω από την κατηγορία περί ασεβείας, κρύβονταν πολιτικές σκοπιμότητες. Τέτοια ήταν η περίπτωση του Σωκράτη, που ενώ ήταν βαθύτατα θρησκευόμενος, εκτελέστηκε το 399 ως ασεβής.

Κάπως έτσι, μία κοινωνία που ήταν πάντα ανοιχτή στις διαφορετικές απόψεις, που, τις καλές εποχές, διασκέδαζε συζητώντας με τους ξένους επισκέπτες της για άλλους θεούς και άλλα έθιμα, όπως κάθε κοινωνία που αντιμετωπίζει την διάλυση, στρέφεται σε οτιδήποτε μπορεί να προσφέρει ένα στέρεο θεμέλιο για την θεραπεία της. Και αυτή δεν ήταν μία καλή εποχή για αμφισβητήσεις, πόσο μάλλον για προκλήσεις.
-----------------
*Αποφράδες ημέρες ήταν οι γρουσούζικες μέρες, συνήθως ημερομηνίες κατά τις οποίες είχαν συμβεί τραγικά γεγονότα. Τις ημέρες αυτές δεν λειτουργούσαν οι δημόσιες υπηρεσίες, δεν διοργανώνονταν εκδηλώσεις πολιτικές ή θρησκευτικές και σταματούσαν οι εμπορικές συναλλαγές. Αποφράς, από την πρόθεση από και το ρήμα φράζω = λέγω, διότι ούτε καν αναφέρονταν σε αυτές.

Ο καλόγηρος. Ανδρέας Λασκαράτος

Ο μοναστηρισμός είναι μασονισμός. Ο καλόγηρος είναι μασόνος.

Μέσα στον περίβολο του μοναστηρίου του, περιβάλλεται και τούτος τη μασονική καλογηροσύνη του, και γίνεται μέλος ένορκον της μοναστηριακής εταιρείας.
Ενδύεται καθώς ενδύνονται οι συνεταίροι του· θρέφεται καθώς θρέφοντ’ εκείνοι· διάγει καθώς διάγουν και πιστεύει όσα και όπως τα πιστεύουν και οι λοιποί συγκαλόγηροί του. Όροι όλοι τούτοι, χωρίς τους οποίους δεν ήθελ’ είναι δεκτός εις τη μοναστηριακή λέσχη.
Ως μασονία, ο μοναστηρισμός έχει και τούτος το μυστικό του. Το μυστικό τού καλογήρου είναι να εξασφαλίση δια βίου τη συντήρησή του, να ζήση εν σχετική ανέσει την όλην ζωήν του και, αν τα χαρτιά λένε αλήθεια, να αξιωθή έπειτα και τόν ουράνιον παράδεισον.
Είναι αληθινόν ότι η ζωή στα μοναστήρια μας είναι βρομοζωή, ζωή χτυνώδης και αποτρόπαιη· αλλά και ο καλόγηρός μας είναι σχεδόν πάντοτε κι εκείνος της ύστερης κοινωνικής τάξεως. Ώστε, διά όση βρόμα και φτωχοφαγία μπορή να είναι στο μοναστήρι, ο νεοσύλλεκτος ευρίσκει εκεί μέσα ανάλογον χορτασμόν, και ευλογημένην ξεγνοιασιά και αφροντισία.
Ευχαριστείται ο καλόγηρός μας εις τη ζωοτροφία του επειδή, ως ο ίδιος ομολογεί, έχει πάντοτε ποικιλίαν φαγητών. Ποτέ δύο μέρες αράδα τα ίδια πράμματα. Αν εψές έφαε σκόρδο, σήμερα τρώει κρεμμύδι, αύριο πράσα, την άλλη αλιάδα, και την Κυριακή όσπριο.

Όσοι από τούτους γραμματισμένοι, και ξέρουν να καπακίζουνε, διαβάζουνε τα συναξάρια, εις τα οποία καταγοητεύοντοι. Δι’ αυτούς, το άκρον άωτον των ανθρωπίνων ατενισμών ήθελ’ είναι να έχη κανείς μια μέρα ένα συναξάρι με θαύματα δικά του, και με τίτλον «Άγιος». Συμβαίνει δε κάποτε που κάποιος οπό τους δυστυχείς τούτους, κυριεύεται τόσον από την ιδέα τής αγιοσύνης, όπου αθετεί την πραγματικήν του ύπαρξιν. Βγαίνει από τα σωστά του, και γίνεται παίγνιον της ιδέας του. θέλει ν’ αγιάοη, και το θέλει με απόφαση.
Είναι τότε πού ο πονηρός εχθρός των ανθρώπων, ο δοξομανής εκείνος αντίθεος, ο επισκεπτόμενος τας μονάς ως ο οικοκύρης τον ορνιθώνα του, εμπήκε ήδη στο κελί, και φυσάει στα μυαλό του καλόγηρου… Και είναι τότε πού υπό το βάρος τής θρησκευτικής του φιλοδοξίας, το μπαίγνιο τούτου του πειρασμού γομπιάζει, καχεχτεί, σοβαρούται και δίνει στον εαυτόν του αέρα ταπεινής μεγάλης ιδέας!…
Οι απόγονοι μια μέρα θα τον προσκυνησούνε, προσφέροντες εις το λείψανό του θυμιάματα, και πανηγυρίζοντες το όνομά του!…
Ήδη βλέπει με την αρρωστημένη φαντασία του τις γυναικούλες τού μέλλοντος να τρέχουνε στην καθέδρα του, ποια με κερί λαμπάδα, ποια με λάδι για το καντήλι του, ποια με λιβάνι, και ποια με άλλα. Άλλες πάλι να έρχωνται ξυπόλητες από τη χώρα, τάμμα κ’ εκείνο για το παιδί τους… Οι παπάδες ν’ ανοίγουν την ασημένια κάσα του, και επί πληρωμή να τόνε δείχνουνε σε προσκυνητάδες και προσκυνήτριες!…
Κοντσά δουλειά ν’ αγιάση κανείς, και ν’ αξιωθή τιμές τέτοιες!
Άμποτε τα κλείθρα τούτα της πονηρίας, της βλακείας, της αποκτηνώσεως, να μη φθάσουν τον σιμωτινόν εικοστόν αιώνα. Oι άνθρωποι τότε να φιλοτιμώνται αλλέως. Και οι γυναικούλες, νοημονέστερες από ότι είναι σήμερα, να μεταχειρίζονται καλύτερα τον καιρό τους, τα χρήματά τους, και την ανθρωπιά τους.

«Ιδού ο άνθρωπος» (Ανδρέας Λασκαράτος)

Επίκουρος (Σάμος, 341 π.Χ. - Αθήνα, 270 π.Χ.) : για κάποιους θεωρείται ως ο σημαντικότερος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος.

Ὁ θάνατος οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς· τὸ γὰρ διαλυθὲν ἀναισθητεῖ͵ τὸ δ΄ ἀναισθητοῦν οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς.
Ο θάνατος δεν είναι τίποτε για εμάς, διότι αυτό που έχει αποσυντεθεί δεν αισθάνεται και αυτό που δεν αισθάνεται δεν είναι τίποτε για εμάς.
Ὅρος τοῦ μεγέθους τῶν ἡδονῶν ἡ παντὸς τοῦ ἀλγοῦντος ὑπεξαίρεσις. ὅπου δ΄ ἂν τὸ ἡδόμενον ἐνῇ͵ καθ΄ ὃν ἂν χρόνον ᾖ͵ οὐκ ἔστι τὸ ἀλγοῦν ἢ λυπούμενον ἢ τὸ συναμφότερον.
Όριο του μεγέθους των ηδονών είναι η εξάλειψη κάθε πόνου. Όπου είναι παρούσα η ηδονή και για όσο διάστημα είναι παρούσα, δεν υπάρχει τίποτε που να προξενεί πόνο ή λύπη ή και τα δύο μαζί.
Οὐκ ἔστιν ἡδέως ζῆν ἄνευ τοῦ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως οὐδὲ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως ἄνευ τοῦ ἡδέως.
Είναι αδύνατον να ζεις ευχάριστα χωρίς να ζεις σοφά, έντιμα και δίκαια και είναι αδύνατον να ζεις σοφά έντιμα και δίκαια χωρίς να ζεις ευχάριστα.
Ὁ δίκαιοςἀταρακτότατος͵ ὁ δ΄ ἄδικος πλείστης ταραχῆς γέμων.
Ο δίκαιος άνθρωπος έχει ηρεμία, ενώ ο άδικος είναι γεμάτος ταραχή.
Ὧν ἡ σοφία παρασκευάζεται εἰς τὴν τοῦ ὅλου βίου μακαριότητα πολὺ μέγιστόν ἐστιν ἡ τῆς φιλίας κτῆσις.
Από τα αγαθά που παρέχει η σοφία για τη μακαριότητα της ζωής στο σύνολό της το μέγιστο είναι η απόκτηση της φιλίας.
Ταῖς γὰρ ἰδίαις οἰκειούμενοι διὰ παντὸς ἀρεταῖς τοὺς ὁμοίους ἀποδέχονται͵ πᾶν τὸ μὴ τοιοῦτον ὡς ἀλλότριον νομίζοντες.
[Οι άνθρωποι], καθώς είναι εξοικειωμένοι διαρκώς με τις δικές τους αρετές, αποδέχονται τους ομοίους τους και θεωρούν ξένο κάθε τι το διαφορετικό.
Πᾶν ἀγαθὸν καὶ κακὸν ἐν αἰσθήσει· στέρησις δέ ἐστιν αἰσθήσεως ὁ θάνατος.
Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση, ενώ ο θάνατος είναι ακριβώς η στέρηση της αίσθησης.
Μήτε νέος τις ὢν μελλέτω φιλοσοφεῖν͵ μήτε γέρων ὑπάρχων κοπιάτω φιλοσοφῶν. οὔτε γὰρ ἄωρος οὐδείς ἐστιν οὔτε πάρωρος πρὸς τὸ κατὰ ψυχὴν ὑγιαῖνον. [...] ὥστε φιλοσοφητέον καὶ νέῳ καὶ γέροντι͵ τῷ μὲν ὅπως γηράσκων νεάζῃ τοῖς ἀγαθοῖς διὰ τὴν χάριν τῶν γεγονότων͵ τῷ δὲ ὅπως νέος ἅμα καὶ παλαιὸς ᾖ διὰ τὴν ἀφοβίαν τῶν μελλόντων.
Ούτε όταν κάποιος είναι νέος να αργοπορεί να φιλοσοφήσει, ούτε όταν είναι γέρος να καταπονείται φιλοσοφώντας. [...] Πρέπει, λοιπόν, να φιλοσοφεί και ο νέος και ο γέρος: ο ένας ώστε, καθώς γερνά, να παραμένει νέος μέσα στα αγαθά – από ευγνωμοσύνη προς τα όσα έγιναν -, και ο άλλος, αν και νέος, να είναι συνάμα και ώριμος, καθώς θα είναι απαλλαγμένος από το φόβο για όσα θα γίνουν.
Οὐθὲν γάρ ἐστιν ἐν τῷ ζῆν δεινὸν τῷ κατειληφότι γνησίως τὸ μηδὲν ὑπάρχειν ἐν τῷ μὴ ζῆν δεινόν. ὥστε μάταιος ὁ λέγων δεδιέναι τὸν θάνατον οὐχ ὅτι λυπήσει παρών͵ ἀλλ΄ ὅτι λυπεῖ μέλλων. ὃ γὰρ παρὸν οὐκ ἐνοχλεῖ͵ προσδοκώμενον κενῶς λυπεῖ.
Για εκείνον που κατανόησε πραγματικά ότι δεν υπάρχει τίποτε το φρικτό στο να μη ζει, δεν υπάρχει τίποτε το φριχτό στο να ζει. Επομένως, είναι ανόητος όποιος λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι επειδή θα υποφέρει όταν έρθει ο θάνατος, αλλά επειδή υποφέρει στη σκέψη ότι θα έρθει.
Τὸ φρικωδέστατον οὖν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡμᾶς͵ ἐπειδήπερ ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν͵ ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν͵ ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ͵ τόθ΄ ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν. οὔτε οὖν πρὸς τοὺς ζῶντάς ἐστιν οὔτε πρὸς τοὺς τετελευτηκότας͵ ἐπειδήπερ περὶ οὓς μὲν οὐκ ἔστιν͵ οἳ δ΄ οὐκέτι εἰσίν.
Το πιο φοβερό από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτε για εμάς – στον βαθμό που όσο υπάρχουμε, δεν είναι παρών· κι όταν πάλι είναι παρών εκείνος, τότε δεν υπάρχουμε εμείς. Άρα ο θάνατος δεν υπάρχει ούτε για τους ζωντανούς ούτε για τους πεθαμένους – εφόσον για τους πρώτους δεν υπάρχει, ενώ οι άλλοι δεν υπάρχουν πια.
Μνημονευτέον δὲ ὡς τὸ μέλλον οὔτε πάντως ἡμέτερον οὔτε πάντως οὐχ ἡμέτερον͵ ἵνα μήτε πάντως προσμένωμεν ὡς ἐσόμενον μήτε ἀπελπίζωμεν ὡς πάντως οὐκ ἐσόμενον.
Πρέπει να θυμόμαστε ότι το μέλλον δεν είναι ούτε εντελώς δικό μας ούτε κι εντελώς ξένο μας, ώστε ούτε να περιμένουμε με βεβαιότητα ότι θα έρθει, ούτε να απελπιζόμαστε ότι σίγουρα δε θα έρθει.
Τότε γὰρ ἡδονῆς χρείαν ἔχομεν͵ ὅταν ἐκ τοῦ μὴ παρεῖναι τὴν ἡδονὴν ἀλγῶμεν• ὅταν δὲ μὴ ἀλγῶμεν͵ οὐκέτι τῆς ἡδονῆς δεόμεθα.
Την ηδονή την έχουμε ανάγκη ακριβώς τότε, όταν πονούμε από την απουσία της∙ ενώ όταν δεν πονούμε, δεν την χρειαζόμαστε πια.
Καὶ τὴν αὐτάρκειαν δὲ ἀγαθὸν μέγα νομίζομεν͵ οὐχ ἵνα πάντως τοῖς ὀλίγοις χρώμεθα͵ ἀλλ΄ ὅπως ἐὰν μὴ ἔχωμεν τὰ πολλά͵ τοῖς ὀλίγοις ἀρκώμεθα͵ πεπεισμένοι γνησίως ὅτι ἥδιστα πολυτελείας ἀπολαύουσιν οἱ ἥκιστα ταύτης δεόμενοι͵ καὶ ὅτι τὸ μὲν φυσικὸν πᾶν εὐπόριστόν ἐστι͵ τὸ δὲ κενὸν δυσπόριστον.
Θεωρούμε ότι η αυτάρκεια είναι μέγιστο αγαθό, όχι για να χρησιμοποιούμε πάντοτε τα λίγα, αλλά για να μπορούμε, όταν δεν έχουμε πολλά, να αρκούμαστε στα λίγα, πιστεύοντας στ’ αλήθεια ότι την πολυτέλεια την απολαμβάνουν ηδονικότερα εκείνοι που την έχουν μικρότερη ανάγκη και ότι κάθε τι φυσικό το αποκτούμε εύκολα, ενώ το μάταιο δύσκολα.
Οὐθὲν ἔοικε θνητῷ ζῴῳ ζῶν ἄνθρωπος ἐν ἀθανάτοις ἀγαθοῖς.
Διόλου δε μοιάζει με ζώο θνητό ο άνθρωπος που ζει μέσα σε αθάνατα αγαθά.
Πᾶσα ἀλγηδὼν εὐκαταφρόνητος• ἡ γὰρ σύντονον ἔχουσα τὸ πονοῦν σύντομον ἔχει τὸν χρόνον, ἡ δὲ χρονίζουσα περὶ τὴν σάρκα ἀβληχρὸν ἔχει τὸν πόνον.
Κάθε σωματικός πόνος είναι αξιοκαταφρόνητος• αυτός που πονά πολύ διαρκεί λίγο, ενώ αυτός που χρονίζει στη σάρκα προξενεί ήπιο πόνο.
Ἀδικοῦντα λαθεῖν μὲν δύσκολον, πίστιν δὲ λαβεῖν ὑπὲρ τοῦ λαθεῖν ἀδύνατον.
Αυτός που αδικεί είναι δύσκολο να ξεφύγει• αλλά να βεβαιωθεί πως θα συνεχίζει να ξεφεύγει είναι αδύνατον.
Κακὸν ἀvάγκη, ἀλλ’ οὐδεμία ἀvάγκη ζῆν μετὰ ἀvάγκης.
Η ανάγκη είναι κακό, αλλά δεν είναι αναγκαίο να ζούμε υπό καθεστώς ανάγκης.
Γεγόναμεν ἅπαξ, δὶς δὲ οὐκ ἔστι γενέσθαι• δεῖ δὲ τὸν αἰῶνα μηκέτι εἶναι• σὺ δὲ οὐκ ὢν τῆς αὔριον κύριος ἀναβάλλῃ τὸ χαῖρον• ὁ δὲ βίος μελλησμῷ παραπόλλυται καὶ εἷς ἕκαστος ἡμῶν ἀσχολούμενος ἀποθνῄσκει.
Γεννηθήκαμε μια φορά και δεν γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη• και κατ’ ανάγκην δεν υπάρχει πια κάτι αιώνια. Όμως εσύ, που δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία σου: και η ζωή σπαταλιέται στις αναβολές κι ο καθένας μας πεθαίνει γεμάτος ασχολίες.
Ἀφαιρουμένης προσόψεως καὶ ὁμιλίας καὶ συναναστροφῆς ἐκλύεται τὸ ἐρωτικὸν πάθος.
Αν αφαιρέσουμε την όψη, τη συνομιλία και τη συναναστροφή, σβήνει το ερωτικό πάθος.
Τοῦ γεγονότος ἀμνήμων ἀγαθοῦ γέρων τήμερον γεγένηται.
Ο γέρος που λησμονεί το αγαθό που συνέβη είναι σαν να γεννήθηκε σήμερα.
Ἡ πενία μετρουμένη τῷ τῆς φύσεως τέλει μέγας ἐστὶ πλοῦτος• πλοῦτος δὲ μὴ ὁριζόμενος μεγάλη ἐστὶ πενία.
Η φτώχεια, αν υπολογιστεί με μέτρο τον σκοπό της φύσης, είναι μεγάλος πλούτος• ενώ ο πλούτος που δεν του έχουν τεθεί όρια είναι μεγάλη φτώχεια.
Οὔτε τοὺς προχείρους εἰς φιλίαν οὔτε τοὺς ὀκνηροὺς δοκιμαστέον• δεῖ δὲ καὶ παρακινδυνεῦσαι χάριν, χάριν φίλιας.
Δεν πρέπει να αποδεχόμαστε ούτε τους πολύ βιαστικούς στη φιλία ούτε τους πολύ διστακτικούς∙ γιατί για χάρη της φιλίας χρειάζεται και να διακινδυνεύουμε.
Οὐχ οὕτως χρείαν ἔχομεν τῆς χρείας <τῆς> παρὰ τῶν φίλων ὡς τῆς πίστεως τῆς περὶ τῆς χρείας.
Δεν έχουμε τόσο ανάγκη τη βοήθεια των φίλων μας, όσο τη βεβαιότητα για τη βοήθειά τους.
Μικρὸς παντάπασιν ᾧ πολλαὶ αἰτίαι εὔλογοι εἰς ἐξαγωγὴν βίου.
Είναι μικρός από κάθε άποψη ο άνθρωπος που έχει πολλούς και καλούς λόγους να εγκαταλείψει τη ζωή.
Οὔθ’ ὁ τὴν χρείαν ἐπιζητῶν διὰ παντὸς φίλος, οὔθ’ ὁ μηδέποτε συνάπτων• ὁ μὲν γὰρ καπηλεύει τῇ χάριτι τὴν ἀμοιβήν, ὁ δὲ ἀποκόπτει τὴν περὶ τοῦ μέλλοντος εὐελπιστίαν.
Φίλος δεν είναι ούτε εκείνος που διαρκώς επιζητεί το χρήσιμο ούτε εκείνος που ποτέ δεν το συνδιάζει με τη φιλία. Γιατί ο ένας, με πρόσχημα την ευεργεσία, εμπορεύεται το αντάλλαγμα, ενώ ο άλλος σκοτώνει την καλή ελπίδα για το μέλλον.
Ἡ φιλία περιχορεύει τὴν οἰκουμένην κηρύττουσα δὴ πᾶσιν ἡμῖν ἐγείρεσθαι ἐπὶ τὸν μακαρισμόν.
Η φιλία σέρνει το χορό της ολόγυρα στην οικουμένη, κηρύττοντας σε όλους μας να σηκωθούμε για το μακαρισμό.
Ἔστι καὶ ἐν λεπτότητι καθαριότης, ἧς ὁ ἀνεπιλόγιστος παραπλήσιόν τι πάσχει τῷ διʼ ἀοριστίαν ἐκπίπτοντι.
Υπάρχει και στην απλότητα ένα μέτρο και όποιος δεν το λογαριάζει παθαίνει ό,τι συμβαίνει σ’ εκείνον που δεν έχει όρια.
Συμπαθῶμεν τοῖς φίλοις οὐ θρηνοῦντες ἀλλὰ φροντίζοντες.
Στον πόνο των φίλων συμπάσχουμε όχι θρηνώντας αλλά μεριμνώντας γι’ αυτούς.
Ἐν φιλολόγῳ συζητήσει πλεῖον ἤνυσεν ὁ ἡττηθεὶς καθ’ ὃ προσέμαθεν.
Στην κοινή φιλοσοφική αναζήτηση κερδίζει περισσότερα αυτός που έμαθε περισσότερα: ο ηττημένος.
Τῆς αὐταρκείας καρπὸς μέγιστος ἐλευθερία.
Η ελευθερία, ο μέγιστος καρπός της αυτάρκειας.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Παγκόσμια συνείδηση

sinidisi tis psixis (55)

Είναι γνωστό ότι κανένα μέντιουμ δεν διατείνεται ότι σπούδασε το προφητεύειν σε κάποιο πανεπιστήμιο, ούτε ότι η «κρυστάλλινη σφαίρα του» διαθέτει συγκεκριμένη τεχνολογία πρόβλεψης. Αρα οι προβλέψεις τους για τα μελλούμενα είναι κατά τους επιστήμονες «τσαρλατανισμοί». Αυτό όμως δεν αποκλείει την επιστημονική έρευνα σχετικά με το κατά πόσον κάποιες εξελίξεις είναι προβλέψιμες.

Η τεχνολογια της προειδοποίησης . Ακούγεται εντελώς παράλογο, αλλά οι λέξεις που χρησιμοποιούμε στον κυβερνοχώρο απαρτίζουν μια παγκόσμια συνείδηση που διεγείρεται πριν από την εκδήλωση μιας καταστροφής. Η θεωρητική αναζήτηση του θέματος μπορεί να εντοπιστεί στο 1907, όταν ο γαλλοεβραίος φιλόσοφος Ανρί Μπεργκσόν (Ηenri-Louis Βergson, Νομπέλ Λογοτεχνίας 1927) δημοσίευσε το « L΄ evolution creatrice». Με την εργασία του αυτή αμφισβητούσε τον δυϊσμό του Καρτέσιου και πρότεινε την ύπαρξη μιας «ζωτικής δύναμης» που ενοποιούσε τη σκέψη με το σώμα.

Ο βρετανός ψυχολόγος Λόιντ Μόργκαν (Conwy Lloyd Μorgan) επεξέτεινε αυτή τη θεώρηση, το 1927, με μία «ανακύπτουσα εξέλιξη» που ερμήνευε την αυξανόμενη πολυπλοκότητα. Ιδιαίτερα, υποστήριξε ότι η μεγέθυνση της πολυπλοκότητας των ανθρώπινων γλωσσών οδηγεί σε ένα πολιτισμικό άλμα εξέλιξης που ξεπερνάει το αντίστοιχο βιολογικό. Οι σκέψεις αυτές ώθησαν τον γεωχημικό και ιδρυτή της Ουκρανικής Ακαδημίας Επιστημών Βλαντίμιρ Βερνάντσκι (Vladimir Ιvanovich Vernadsky) στη διατύπωση μιας θεωρίας επέκτασης εκείνης του Δαρβίνου, κατά την οποία η επόμενη φάση εξέλιξης στη Γη- μετά τη γεώσφαιρα και τη βιόσφαιρα- είναι η νοόσφαιρα.

Τη σκυτάλη αυτής της σκέψης παρέλαβε ο… ιησουίτης ιερέας (αλλά και παλαιοντολόγος, γεωλόγος και βιολόγος) Πιέρ Τεγιάρ ντε Σαρντέ, ο οποίος υποστήριξε πως η νοόσφαιρα εκφράζεται ως «συλλογική συνείδηση» του ανθρώπινου είδους, που προκύπτει από την αλληλεπίδραση των ανθρωπίνων σκέψεων (Ρierre Τeilhard de Chardin, Le Ρhenomene Ηumain, 1955).

Είπε ότι όσο πιο πολύπλοκα κοινωνικά δίκτυα θα χτίζει το ανθρώπινο είδος τόσο περισσότερο θα αναπτύσσεται η νοόσφαιρα. Οπως περίπου επικοινωνούν οι νευρώνες στον ανθρώπινο εγκέφαλο, οι εκφράσεις των ανθρωπίνων σκέψεων ανά τον πλανήτη θα επικοινωνούν, συγκροτώντας την «παγκόσμια συνείδηση».

Nietzshe: Τι επιδιώκει η γενεαλογία της ηθικής

nitseΗ Γενεαλογία της ηθικής θεωρείται ως το πιο συστηματικό και συγκροτημένο έργο του Νίτσε. Γράφτηκε μέσα σε λίγες εβδομάδες (1887) και πραγματεύεται, με έναν «πολεμικό τρόπο», το αξιακό σύστημα της Δύσης –θρησκευτικό, ηθικό και φιλοσοφικό– ως ένα σύστημα που αιχμαλώτισε την ελευθερία του ανθρώπου, έφθειρε την αυθυπόστασή του και υπονόμευσε τη γνώση.

Εξ’ αυτού ανακύπτει η αναγκαιότητα μεταξίωσης, ήτοι απαξίωσης, και ανατροπής όλων των αξιών, που συνθέτουν τον «αγγελικό» κόσμο του Δυτικού πολιτισμού. Πώς εννοεί ο Γερμανός φιλόσοφος τις αξίες; Όχι απλώς ως δεοντολογικές αρχές ή στοιχεία, αλλά κυρίως ως τις πιο κεντρομόλες δυνάμεις της ζωής.

Αντί όμως να ενεργούν ως τέτοιες δυνάμεις, στην έκπτωσή τους συνιστούν ένα οντολογικά-ιστορικά υπονομευτικό σύστημα ηθικών προσταγμάτων, που σχετίζεται ή συσχετίζεται με όλο το σύστημα των κοινωνικών τάξεων και εκφράζει τις δικές τους εξουσιαστικές ιδεολογικοποιήσεις. Έτσι έχουμε να κάνουμε με ένα μηδενιστικό σύστημα, που δεν μεταρρυθμίζεται παρά μόνο εκμηδενίζεται. Υπ’ αυτό το πνεύμα, ο μηδενισμός του Νίτσε εγγράφεται στη συνείδησή του ως προοπτική κατάφασης της ζωής, χωρίς διαμεσολαβητικές προϋποθέσεις μεγάλων ανδρών της ιστορίας ή θορυβωδών ιδεολογιών. Η προοπτική αυτή μπορεί να είναι έργο μόνο του ίδιου του ανθρώπου, εφόσον και ο ίδιος προχωρήσει πέρα και πάνω από τον τελευταίο άνθρωπο· αυτόν δηλαδή που έχει μεταποιήσει τον εαυτό του σε δούλο των αξιών. Των αξιών ως ηθικών προσταγμάτων ενός δεσποτικού συστήματος αδύναμων και καταπιεσμένων ανθρώπων: εφόσον γίνει υπέρ-άνθρωπος.

Ό,τι απασχόλησε τη φιλοσοφία ως την εποχή του Νίτσε, δηλαδή όλα τα θέματά της και η προβληματική της σχετίζονται γι’ αυτόν με το σύστημα των αξιών. Έτσι τίθεται υπό ριζική αμφισβήτηση κάθε αλήθεια για τις αξίες, όπως έχει διατυπωθεί ως τότε, κάθε αλήθεια της μεταφυσικής και των επιστημών. Η μόνη αλήθεια, που μπορεί να δώσει προοπτική στην ανθρώπινη ζωή, είναι η βούληση για δύναμη και η αιώνια επιστροφή. Η ηθική, υπό την οπτική αυτής της μοναδικής αλήθειας, σχετικοποιείται σε επί μέρους ηθικές με βάση τον βαθμό και τον τρόπο, που αυτές-εδώ ενσαρκώνουν την εν λόγω βούληση.
Ιστορικά, κατά τον Νίτσε, έχουν υπάρξει δυο τύποι ηθικής: η ηθική των δούλων, των αδύναμων, των καταπιεσμένων, που μισούν τη ζωή και επιβάλλουν την ηθική της μνησικακίας, τη φανταστική εκδίκηση. Πρόκειται για τη δύναμη, που έχει αποκοπεί από αυτό που μπορεί: είναι η ενεργός δύναμη που έγινε αντενεργός. Από την άλλη υπάρχει η ηθική των κυρίων, η οποία δεν συνιστά απλώς ένα ιδεώδες ηθικής, αντίθετο προ της ηθική των σκλάβων, όπως θέλουν να αποφαίνονται κάποιοι επιπόλαιοι αναγνώστες της νιτσεϊκής φιλοσοφίας, αλλά την όξυνση της εχθρότητας ανάμεσα στην αθεΐα του υπέρ-ανθρώπου και σε όλες τις μορφές της θεοσέβειας. Ορισμένως λοιπόν η ηθική των σκλάβων αναπαράγει ή συντηρεί όλες τις χριστιανικές αρετές, που καθιστούν τον άνθρωπο αδύναμο και υποταγμένο. Στην περίπτωση τούτη, η βούληση για δύναμη εκδηλώνεται ως αδυναμία ή αδυνατότητα.
Απεναντίας, στην περίπτωση των κυρίων εκδηλώνεται ως δύναμη ή ισχύς, όχι ασφαλώς με την έννοια της άσκησης εξουσίας παρά της ανάπτυξης όλων των δυνατοτήτων του ανθρώπου, από το ένστικτο ως τα συναισθήματα και τη σκέψη: πέραν κάθε εξωτερικής επιβολής ή εξουσίας. Εν τέλει, μέσα από τη γενεαλογία της ηθικής επιχειρείται να χαραχθεί η προοπτική του ανώτερου τύπου ανθρώπου με βάση την αξία που επιβάλλει η βούληση για δύναμη· η βούληση για δύναμη ως ορμή για την πλήρη αυτό-ανάπτυξη.

Ανθρώπινα ερωτήματα

giatiΓιατί δεν ψάχνουμε την ουσία;
Ποιος ξέρει; Οι φίλοι μας δεν ζουν πια. Οι εχθροί μας έχουν στόχο το εφήμερο της ζωής.
Για ποιο λόγο; Για την ασφάλεια της κοινωνίας; Για την ασφάλεια του συστήματος ή της αδράνειας;
Γιατί τα άτομα είναι τόσο πολλά αλλά και ταυτόχρονα τόσο λίγα;
Γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο σπάνιοι; Υπάρχει λόγος; Ή τουλάχιστον αιτία;
Γιατί έχει τόσο κόστος κάθε δημιουργία; Πώς το αντέχει η μικρή μάγισσα; Και πότε θα πεθάνει ο μοναδικός αλήτης;
Γιατί η λέξη εμπάθεια έγινε αρνητική με την πάροδο του χρόνου; Επειδή η ανθρωπιά δεν είναι της μόδας;
Έως πότε θα κυριαρχεί στον κόσμο η κοινωνία του τίποτα; Θα υπάρχουν πάντα άνθρωποι να της αντιστέκονται; Ή θα γίνουμε μία άμορφη και ανώνυμη μάζα;
Τι περιμένουν τα άτομα από μία ζωή χωρίς αθώους και ηλίθιους; Δεν ξέρουν ακόμα τι σημαίνει σκλαβιά; Δεν καταλαβαίνουν το νόημα της γενοκτονίας;
Πρέπει να γίνουν κι άλλες για ν’ αλλάξουν τα πράγματα;
Πόσα εγκλήματα μπορεί ν’ αντέξει η ανθρωπότητα δίχως ν’ αυτοκτονήσει;
Γιατί πιστεύουμε σ’ ένα θεό που δεν ακούμε;
Γιατί να μην υπάρχει ο αλτρουισμός;
Γιατί τόσες χειραψίες ενώ δεν ξέρουμε ν’ ανοίγουμε την αγκαλιά μας;
Γιατί να είναι τόσο μεγάλη η ζωή αν είναι να κάνουμε τόσο λίγα πράγματα;
Ζούμε ή πεθαίνουμε με τις λεπτομέρειες;
Γιατί τα άτομα υπάρχουν δίχως να ζουν;
Ποιος είναι ο ρόλος των δασκάλων σε μία κοινωνία που δεν έχει μαθητές;
Ποιος είναι ο ρόλος της ιστορίας μας αν είναι να την ξεχάσουμε;
Πειράζει που θυμόμαστε τα βάσανα; Γιατί να μην έχουμε κι εμείς άσπρες μέρες;
Πότε θα πάψει η κοινωνική κατοχή;
Γιατί σε περίοδο ειρήνης, ο άγνωστος στρατιώτης να είναι άνθρωπος;
Γιατί να καταδικάζουμε τα εγκλήματα πολέμου και όχι τα εγκλήματα ειρήνης;
Γιατί να κυριαρχούν οι απόψεις ενώ δεν υπάρχουν γνώμες;
Γιατί ο γαλάζιος γίγαντας να είναι μόνο και μόνο μια πληγή; Για τους νεκρούς ή για τους αγέννητους;
Γιατί οι ελεύθεροι να είναι πάντα δεύτεροι;
Γιατί οι αγνοί να είναι καταδικασμένοι;
Γιατί τα σπίτια να είναι τόσο μεγάλα; Για να κυριαρχεί το κενό;
Γιατί τα παγκάκια να είναι μόνο για τη μοναξιά;
Πρέπει ή δεν πρέπει να μιλάμε στους άλλους όταν γνωρίζουμε ότι είναι μάταιο;
Γιατί δεν νιώθουμε την ανάγκη και επιβιώνουμε μέσα στη ματαιότητα;
Πώς αντέχουν τα λουλούδια το βάρος του ουρανού; Όπως αντέχουμε την ελαφρότητα των ατόμων;
Πόσους νεκρούς πρέπει να διαβάσουμε για να ζήσουμε; Για πόσους αγέννητους πρέπει να γράψουμε για να πεθάνουμε;
Γιατί η νοημοσύνη φοβίζει ενώ είναι κοντά μας για την ανθρωπότητα;
Γιατί η κοινωνία θεωρεί τις ιδιοφυίες επικίνδυνες; Ενώ ο κίνδυνος παρέχει ασφάλεια γιατί προτιμούμε την ασφάλεια που προκαλεί κινδύνους;
Γιατί φοβόμαστε το τέλος όταν έχουμε αρχές και τη γέννηση όταν έχουμε αξίες;
Αφού δεν αλλάζει το σύστημα γιατί να μην πεθάνει για να ζήσουμε την αλλαγή;
Και γιατί η ανθρωπιά δεν είναι μία αξία για τα άτομα;

Το άπειρο της ανθρώπινης βλακείας

Η βλακεία είναι ακατάβλητη. Τίποτε δεν μπορεί να την προσβάλλει χωρίς να συντριβεί επάνω της.
Gustave Flaubert


1 (22)Η βλακεία γεννήθηκε μια μέρα που το IQ και το EQ τα είχαν πιεί.
Πάνω στη μέθη και τη ζαλάδα, εκστασιασμένα και συνάμα ζαβλακωμένα χόρεψαν το χορό του Ζαλόγγου και έπεσαν στο γκρεμό.
Από τα συντρίμμια τους γεννήθηκε ο ένας, ο μοναδικός, ο ανυπέρβλητος: βλάκας!
Ήρθε να κατακτήσει τον κόσμο.
Με πλήρη άγνοια της κατάστασης του νόμιζε ότι ήταν η απόρροια των δύο (βλ. EQ-IQ), πού να καταλάβει ότι προήλθε από την απουσία τους!
Τότε ήταν που άρχισαν όλα.
Η ώρα ήταν νωρίς το πρωί. Το ξυπνητήρι χτυπάει. Τεντώνεται στο κρεβάτι νωχελικά σαν γατούλης.
Σηκώνεται. Με περπάτημα αγουροξυπνημένου αυτοκράτορα πηγαίνει στο μπάνιο.
Έπειτα πίνει τον καφέ του. Ετοιμάζεται.
Μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη.
Φτύνεται μη ματιαστεί.
Ανοίγει την πόρτα έτοιμος να κατακτήσει τον κόσμο με τη βλακεία του για ακόμα μια μέρα.
Αυτό όμως θα μείνει μεταξύ μας εντάξει; Δεν το ξέρει! Είναι σίγουρος ότι είναι έξυπνος.
Βγαίνει έξω. Περπατάει στο δρόμο. Ανακατεύεται στο πλήθος. Γίνεται ένα με αυτό. Δεν ξεχωρίζει. Φαινομενικά.
Το έγραψε και ο Χαριτόπουλος στο εγχειρίδιο βλακείας:Είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε τους έξυπνους από τους βλάκες. Οι πρώτοι δεν το λένε ενώ οι δεύτεροι δεν το γνωρίζουν.
Έτσι και ο ήρωας μας είναι ένας βλάκας και μισός.
Η βλακεία τον συνοδεύει παντού. Εν αγνοία του. Μπορεί και να την υποπτεύεται αλλά σιγά μη δώσει σημασία σε μικρότητες που δεν μπορεί να αντιληφθεί!
H πονηριά είναι το προσόν του. Αυτός βέβαια την αποκαλεί ευφυΐα (οϊμέ) και εκεί είναι που ξεκινάει η ταλαιπωρία των θεωρητικά έξυπνων.
Εξάλλου όλοι είμαστε κάτι μέχρι αποδείξεως του εναντίου.
Αφήστε δε που δρα ανεξέλεγκτα. Έχει το αλάθητο του βλάκα.
“Σιγά μην πέσω στο επίπεδο βλακείας που τον δέρνει” θα σκεφτεί ο άλλος και έτσι ο βλάκας και ξανά προς τη δόξα τραβά.
Να μην πω τις φορές που οι έξυπνοι κάνουν τους βλάκες για να τον αποφύγουν. Του δίνουν όμως ώθηση. Και έτσι το αστέρι της βλακείας του λάμπει περισσότερο. Φωτίζοντας όμως το δικό του απέραντο σύμπαν. Τόσο, που πολλές φορές στραβώνει και τους υπόλοιπους.
Πάντα υπάρχει ένα αξιοσέβαστο νούμερο ανθρώπων στο δικό του επίπεδο αντίληψης που τον υποστηρίζουν. Θεωρούν και αυτοί τον εαυτό τους έξυπνο. Τους συμφέρει.
Αυτή η παγίδα της υποκειμενικότητας στην κρίση μας φταίει για όλα.
Το ανέφερε και ο Χαριτόπουλος στο βιβλίο του: Αν το καταφύγιο του ανθρώπου είναι η κοινωνία, του βλάκα είναι η ομάδα, η συσπείρωση με άλλους βλάκες
Οι λέξεις αυτοκριτική και κατανόηση είναι άγνωστες στο λεξικό του το οποίο σημειωτέον είναι ολιγοσέλιδο για να μην πω μονοσέλιδο. Θα το χοντρύνω.
Το χειρότερο όμως όλων είναι ότι πάσχει από ένα είδος ανίατου αυτισμού. Κυριολεκτεί πάντα με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να συλλάβει
την έννοια του χιούμορ, της παρομοίωσης, του παραδείγματος κ.ο.κ.
Όσο για την απορία μας για το αν ένας βλάκας είναι κακός ή όχι ο Μπρεχτ μας δίνει την απάντηση :
“Άραγε η βλακεία οδηγεί στην κακία ή η κακία οδηγεί στην βλακεία; Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Και τα δυο δεν είναι παρά συμπτώματα. Η βαθύτερη αιτία είναι η δυσανεξία απέναντι σε ένα απύθμενο εσωτερικό κενό. Ο βλάξ το υποψιάζεται , αλλά καθώς αδυνατεί να το παραδεχτεί, το απωθεί .Το παραγεμίζει είτε σωματικά -λαιμαργία- είτε στρεφόμενος προς τον εξωτερικό κόσμο : Με κακία. Προσπαθώντας να επιβάλλει την εξουσία του ελπίζει να ξεχάσει την εσωτερική του κενότητα “
Και έρχεται ο Χαριτόπουλος να προσθέσει :Η βλακεία είναι ανίατη! Η βλακεία δεν είναι αθώα!
Ο αδύναμος βλάκας γίνεται μνησίκακος, ρουφιάνος και κακός, διότι μισεί καθετί που υπερέχει, καθετί που είναι ανώτερο απ’ αυτόν.
Η μέρα προχωράει για το βλάκα μας με το να έχει πάντα δίκιο. Βέβαια.
Δεν υπάρχει περίπτωση να κάνει λάθος.
Πάντα φταίνε οι άλλοι. Αυτός είναι έξυπνος. Δυστυχώς δεν το πιστεύει μόνο αλλά και το επιβάλλει.
Και αν προσπαθήσει κάποιος να συνεννοηθεί μαζί του εκεί είναι που βάζει τα χεράκια του και βγάζει τα ματάκια του.
Διότι ό,τι και να ακούσει θα το μαγειρέψει στο μυαλό του με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να το φέρει στο δικό του επίπεδο αντίληψης.
Είναι σαν την αλογόμυγα. Γυρίζει γύρω από το κεφάλι σου. Βουίζει. Έρχεται , φεύγει. Και αν προσπαθήσεις να τη σκοτώσεις ή διώξεις θα χάσεις μόνο το χρόνο σου.Άσε που μπορεί να γκρεμοτσακιστείς αν ανέβεις πάνω σε καμιά καρέκλα να την πιάσεις. Αυτή τελευταία στιγμή, αφού σε έχει ζαλίσει θα φύγει από το παράθυρο να συναντηθεί με τις υπόλοιπες αλογόμυγες.
Μάταιος κόπος λοιπόν. Τι να λέμε τώρα;
Και μια ακόμα μέρα του ήρωα μας φτάνει στο τέλος της.
Επιστρέφει σπίτι του.
Χωρίς άγχος και στρες.
Γι ακόμα μια μέρα όλα τα έκανε σωστά.
Ως εξαιρετική μοδίστρα υψηλής ραπτικής τα έχει όλα μετατρέψει στα μέτρα του. Χα! Εννοείται!
Ό,τι όμως και να λέμε η αλήθεια είναι μια :
Όσο και να την υποτιμάμε όλοι ασχολούμαστε με αυτή.
Για τη βλακεία μιλάω ντε!
Εδώ ολόκληρος Αϊνστάιν ασχολήθηκε μαζί της διατυπώνοντας τη γνωστή φράση :
“Δυο πράγματα είναι άπειρα, το σύμπαν και η ανθρώπινη βλακεία, και δεν είμαι σίγουρος για το πρώτο “
Εμείς θα μείνουμε απ’ έξω;

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι

shark artΑν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, ρώτησε τον κ. Κ η κορούλα της οικονόμου του, θα φέρονταν τότε πιο καλά στα μικρά ψαράκια; Σίγουρα, αποκρίθηκε εκείνος. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έχτιζαν για τα μικρά ψαράκια στη θάλασσα τεράστια κλουβιά και θα έβαζαν μέσα διάφορες τροφές, φυτά καθώς και ζωντανά. Θα φρόντιζαν τα κλουβιά να ‘χουν πάντα καθαρό νερό και γενικά θα τα εφοδίαζαν με διάφορες εγκαταστάσεις υγιεινής. Όταν λόγου χάρη ένα ψαράκι τραυμάτιζε την ουρά του, οι καρχαρίες θα του έβαζαν αμέσως έναν επίδεσμο μην τυχόν και ψοφήσει πριν την ώρα του.

Έπειτα, για να μην μελαγχολούν τα ψαράκια, θα οργάνωναν κατά διαστήματα στη θάλασσα μεγάλες γιορτές, γιατί τα κεφάτα ψαράκια είναι πιο νόστιμα από τα θλιμμένα. Τούτα τα μεγάλα κλουβιά θα είχαν βέβαια και τα σχολειά τους. Εκεί τα ψαράκια θα μάθαιναν να κολυμπάνε στο στόμα του καρχαρία. Θα έπρεπε λόγου χάρη να μάθουν γεωγραφία, για να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες, όταν αυτοί κάπου τεμπελιάζουν. Βέβαια, το σπουδαιότερο θα ήταν η ηθική διάπλαση των μικρών ψαριών.

Θα τους μάθαιναν ότι για ένα ψαράκι δεν υπάρχει μεγαλύτερη και ωραιότερη αρετή από το να θυσιάζεται πρόθυμα κι ότι τα ψαράκια θα έπρεπε να πιστεύουν τυφλά στους καρχαρίες, προπαντός όταν αυτοί τους λένε ότι θα φροντίσουν για ένα ωραίο μέλλον. Θα έδιναν στα ψαράκια να καταλάβουν πως αυτό το ωραίο μέλλον τότε μόνο θα είναι εξασφαλισμένο, όταν εκείνα μάθουν να υπακούνε. Τα ψαράκια θα έπρεπε να φυλάγονται από κάθε λογής ταπεινές, εγωιστικές διαθέσεις, κι αν τύχαινε κανένα από δαύτα να φανερώσει τέτοιες αδυναμίες, τα άλλα τα ψαράκια θα έπρεπε να τα αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες.

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκαναν βέβαια αναμεταξύ τους και διάφορους πολέμους, για να κυριέψουν ξένα κλουβιά και ξένα ψαράκια. Στους πολέμους αυτούς ο κάθε καρχαρίας θα πολεμούσε με τα δικά του ψαράκια. Θα μάθαιναν τα ψαράκια ότι ανάμεσα σ’ αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια θα τους έλεγαν, είναι ως γνωστό βουβά, σωπαίνουν ωστόσο σε ολότελα διαφορετικές γλώσσες, γι’ αυτό και είναι αδύνατο να καταλάβει το ένα τ’ άλλο. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε μερικά εχθρικά ψαράκια που σωπαίνουν σ’ άλλη γλώσσα, θα καρφίτσωναν κι από ‘να παράσημο από φύκι και θα του έδιναν τον τίτλο του ήρωα.

Αν βέβαια οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα είχαν και τη δική τους τέχνη. Θα είχαν ωραίους πίνακες που θα παρίσταναν τα δόντια των καρχαριών με θαυμάσια χρώματα, και τα στόματά τους θα ήταν σαν τους κήπους της Βαβυλώνας, όπου μπορεί να κάνει κανείς τρελό σεργιάνι. Τα θέατρα στο βυθό θα έδειχναν πως ηρωικά ψαράκια με την μπάντα μπροστά θα ορμούσαν μαγεμένα και νανουρισμένα με τις πιο όμορφες σκέψεις στο στόμα των καρχαριών. Δε θα έλειπε βέβαια και η θρησκεία, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι. Αυτή θα δίδασκε ότι τα ψάρια μονάχα στην κοιλιά των καρχαριών θα άρχιζαν να γεύονται την αληθινή ζωή.

Εξάλλου, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, όλα τα ψαράκια δε θα ήταν πια ίσα κι όμοια όπως συμβαίνει σήμερα. Μερικά από δαύτα θ’ αποχτούσαν αξιώματα και θα τα τοποθετούσαν πάνω από τα άλλα ψαράκια. Όσα μάλιστα είναι λίγο πιο μεγάλα θα είχαν το λεύτερο να τρώνε τα πιο μικρά. Αυτό θα ήταν άλλωστε ευχάριστο για τους καρχαρίες, γιατί έτσι εκείνοι δε θα χρειάζονταν πια παρά να καταπίνουν συχνότερα πιο μεγάλες μπουκιές. Και τα πιο μεγάλα ψαράκια, αυτά που θα είχαν τις ψηλές θέσεις, θα φρόντιζαν για την τάξη ανάμεσα στα ψαράκια και θα γίνονταν δάσκαλοι, αξιωματικοί και μηχανικοί στα ψαροκλουβιά. Κοντολογίς, μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα είχαμε πολιτισμό στη θάλασσα

Μπέρτολτ Μπρεχτ από το βιβλίο “Ιστορίες του κ. Κόυνερ”

Έτσι θα εργαζόμαστε στο κοντινό μέλλον

Εμφυτεύματα του αμφιβληστροειδούς που βοηθούν τους πιλότους να βλέπουν καλύτερα τη νύχτα, διεγερτικές ουσίες που κρατούν τους χειρουργούς σε εγρήγορση κατά τη διάρκεια πολύωρων διαδοχικών επεμβάσεων, φαρμακευτικά σκευάσματα με στόχο τη βελτίωση της γνωστικής και λειτουργικής επίδοσης. Η γενετική μηχανική μπαίνει για τα καλά στο χώρο της εργασίας, εγείροντας πλήθος ηθικών ζητημάτων.

«Δεν πρόκειται για επιστημονική φαντασία, αλλά για προηγμένες βιοτεχνολογίες που θα μπορούσαν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στον τρόπο με τον οποίο θα εργαζόμαστε στο εγγύς μέλλον», δηλώνει η Τζενίβρα Ρίτσαρντσον, καθηγήτρια νομικών στο Kings College του Λονδίνου και συνεργάτιδα στη συγγραφή σχετικής έκθεσης με θέμα την «εισβολή» της εμβιομηχανικής και της γενετικής μηχανικής στα ήθη και το χώρο της εργασίας.

Παρ’ όλα όμως τα σημαντικά οφέλη που μπορεί να αποκομίσει η κοινωνία από αυτές τις εξελίξεις στο επίπεδο της παραγωγικότητας, η χρήση του επιφέρει μία σειρά από εξίσου σημαντικές ηθικο-πολιτικές επιπλοκές, οι οποίες οφείλουν να ληφθούν υπ’ όψη από τις κυβερνήσεις, τους εργοδότες και τα εργασιακά συνδικάτα.

Η ανάπτυξη φαρμακευτικών σκευασμάτων και άλλων τεχνολογιών, χημικών ή φυσικών, για τη βελτίωση των ανθρώπινων σωματικών και διανοητικών ικανοτήτων, ανέκαθεν αφορούσε πρωτίστως σε άτομα με κάποιου είδους σωματική ή πνευματική υστέρηση και διαταραχή.

Ειδικοί, όμως, υποστηρίζουν ότι τέτοιες εξελίξεις μπορούν να αποβούν ωφέλιμες και για τα υγιή άτομα, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους στο εργασιακό ή άλλο χώρο τους.

Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα μία μεγάλη μερίδα ακαδημαϊκών, επιχειρηματιών και ανώτατων διευθυντικών στελεχών, που κάνουν σε τακτική βάση χρήση υπναγωγών και διεγερτικών ουσιών, προκειμένου να ανταποκριθούν στην πιεστική καθημερινότητά τους, η οποία συχνά συμπεριλαμβάνει πολύωρα αεροπορικά ταξίδια, απαιτητικές συνεδριάσεις και αγχογόνες παρουσιάσεις σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου.

Το ίδιο ισχύει για τις φαρμακευτικές ουσίες που επενεργούν στην ικανότητα συγκέντρωσης και στην αύξηση των επιδόσεων, οι οποίες χρησιμοποιούνται ακόμη και από μαθητές και φοιτητές.
Εδώ, όμως, προκύπτουν τρία σοβαρά ζητήματα: το πρώτο έχει να κάνει με τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτών των ουσιών στον οργανισμό των υγιών ατόμων, το δεύτερο με το κατά πόσο είναι ηθικά ορθό και δίκαιο μία μερίδα ατόμων να επωφελείται από τις ευεργετικές επιπτώσεις τέτοιων φαρμάκων και το τρίτο με το ενδεχόμενο πολλοί εργαζόμενοι να εξαναγκαστούν από τους εργοδότες του να λάβουν τέτοιου είδους ουσίες παρά τη θέλησή τους, με σκοπό να γίνουν πιο παραγωγικοί.
Κατά πόσο αποδεκτό θα ήταν κάτι τέτοιο;

Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΙΕΡΑΤΕΙΟΥ

images
Ο ΑΡΧΙΣΥΜΜΟΡΙΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΗΣ ΑΑΡΩΝ, ΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΜΩΥΣΗ, ΓΕΝΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΕΒΡΑΪΚΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΙΕΡΑΤΕΙΟΥ.

Δεν υπάρχει καμμιά απολύτως αμφιβολία ότι ο πρώτος ιερέας αλλά και αρχιερέας των Εβραίων υπήρξε ο Ααρών, ο αδελφός του Μωυσή.

Ήσαν γιοί του Αμράμ, ο οποίος τους γέννησε με την θεία του, την Ιωχαβέδ. Ο Αμράμ αυτός ήταν γιός του Καάθ. Τέλος ο Καάθ ήταν παιδί του Λευί (Έξοδος 6, 16-20).

Εξ αιτίας αυτού του Λευί προέκυψε η ονομασία Λευίτης που πάει να πει ιερέας. Μόνο αυτή η φυλή μπορούσε να τροφοδοτεί τους Εβραίους με ιερείς και καμμία άλλη.

Τώρα αν αυτή η θεία Ιωχαβέδ, που την παντρεύτηκε ο ανεψιός της Αμράμ, και γέννησαν οι δυο τους τον Μωησή και τον Ααρών, ήταν θεία του από το σόι του πατέρα του ή της μητέρας του, γι’ αυτό δεν μας λέει τίποτε η γραφή, πράγμα περίεργο, επειδή ο λαός αυτός, στα θέματα της αιμομιξίας, φρόντιζε πάντα να ξεχωρίζει τις γραμμές συγγένειας, της εκ μητρός ή πατρός.

Στο ίδιο βιβλίο (Έξοδος 7, 1), στην αντίρρηση του Μωυσή προς τον Γιαχβέ, ότι δεν διαθέτει καλό λέγειν για να αντιμετωπίσει τον Φαραώ, ο θεός του, του απαντά: «Σε έκανα να είσαι για τον Φαραώ Θεός, κι ο αδελφός σου ο Ααρών, να είναι ο προφήτης σου». Εδώ σαφώς ο Ααρών παίρνει το χρίσμα από τον ίδιο τον Γιαχβέ.

Η πρώτη φορά που αναφέρεται στη Βίβλο το όνομα ιερέας είναι στο βιβλίο Έξοδος (19, 22). Στην κορυφή του Σινά, λίγο πριν συντελεστεί η ιστορία του δεκαλόγου, λέει ο Γιαχβέ στον Μωυσή: «… ακόμη και οι ιερείς, που με πλησιάζουν, πρέπει να εξαγνιστούν για να μην οργισθώ εναντίον τους». Λίγο παρακάτω (19, 24) δε: «Πήγαινε, κατέβα κι έπειτα ανέβα πάλι μαζί με τον Ααρών. Οι ιερείς όμως και ο λαός να μην περάσουν τα όρια για να με πλησιάσουν, γιατί θα ξεσπάσει η οργή μου εναντίον τους».

(Και μετά σου λένε ότι ο θεός των χριστιανών δεν είναι ανθρωπομορφικός, ότι είναι πνεύμα, πανάγαθον, οικτήρμον και άλλα παρόμοια! Τότε που τη βρήκε τόση τσαντίλα;).

Είναι λοιπόν φανερό ότι όταν έφτασαν οι Εβραίοι στο Σινά, κατά την έξοδό τους από την Αίγυπτο, ήδη είχαν καθιερώσει κάποιο ιερατείο, τα καθήκοντα και τα δικαιώματα του οποίου δεν είχαν ακόμα καθοριστεί πλήρως, διότι αυτό έγινε μετά, όπως θα δούμε πιο κάτω. Γι’ αυτόν τον λόγο ακολουθεί μετά το βιβλίο της Εξόδου το Λευιτικό, όπου εκεί τακτοποιείται ξεκάθαρα το ζήτημα. Λίγο πριν μπούμε στο Λευιτικό μάλιστα (Έξοδος 28, 1), λαμβάνει χώρα η οριστική καθιέρωση του Ααρών και των γιών του ως ιερείς από τον ίδιο τον Γιαχβέ: «Μωυσή, κάλεσε τον αδελφό σου τον Ααρών και τους γιούς του: Ναδάβ, Αβιού, Ελεάζαρ και Ιθάμαρ. Θα τους ξεχωρίσεις ανάμεσα απ’ όλους τους Ισραηλίτες για να γίνουν Ιερείς μου».

Εάν απορεί κανείς για τις σκανδαλωδώς υπερπολυτελείς και χρυσοποίκιλτες στολές των σημερινών αρχιερέων του χριστιανικού κόσμου, δεν έχει παρά να διαβάσει αυτά που ακολουθούν αμέσως μετά από το προαναφερθέν χωρίο. Δηλαδή όλο το 28ο κεφάλαιο της Εξόδου. Εκεί, ο ίδιος ο Γιαχβε περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια, που θα την ζήλευε κι ο μεγαλύτερος μόδιστρος της εποχής μας, το πώς πρέπει να ραφτούν οι στολές των ιερέων του.

Θα αρκεστούμε να αναφέρουμε μόνο τα υλικά, διότι το κεφάλαιο αυτό είναι αρκετά μεγάλο σε έκταση: «χρυσή κλωστή, γαλάζιο, πορφυρό και κόκκινο μαλλί, και λεπτό λινό, λίθοι από όνυχα, καθαρό χρυσάφι, πολύτιμοι λίθοι, ρουμπίνια, χρυσόλιθοι, σμαράγδια, μαλαχίτες, ζαφείρια, διαμάντια, υάκινθο, αχάτη, αμέθυστο, τοπάζι, όνυχα, ίασπι».

Όσο και να ψάξει κανείς για να βρει και άλλα πολύτιμα και πολυτελή υλικά της εποχής εκείνης, απ’ αυτά που αναφέρονται εδώ, θα ματαιοπονήσει.

Ο θεός αυτός όμως έχει επίγνωση και των αδυναμιών του. Πώς λέμε «γνώθι σ’ εαυτόν». Εκεί που δίνει τα μέτρα στις κοπτορραπτούδες, για την κατασκευή των στολών των ιερέων του, διατάσσει και το εξής: «Κάθε φορά που θα μπαίνει ο Ααρών στο αγιαστήριο, θα φοράει το επιστήθιο με τα ονόματα των φυλών του Ισραήλ, ώστε εγώ, ο Κύριος, να θυμάμαι πάντα το λαό μου» (στ. 29). Άντε τώρα να εξηγήσεις εσύ πώς γίνεται να ξεχνάει ο θεός του σύμπαντος, τον εκλεκτό του λαό!!!

Αν πάλι απορεί κανείς για τα φυλαχτά και τα ματζούνια που βάζουν οι χριστιανοί στο ρούχα των παιδιών τους, αλλά και στα αυτοκίνητά τους, ας μάθει τώρα την καταγωγή τους: (στ. 30) «μέσα στο επιστήθιο θα βάλλουν τα Ουρίμ και τα Θουρίμ για να τα έχει ο Ααρών πάνω στην καρδιά του όταν παρουσιάζεται ενώπιόν μου και να μπορεί να διακρίνει ποιό είναι το θέλημά μου για τους Ισραηλίτες». Τώρα πώς γίνεται το 99% των αυτοκινήτων που τρακάρουν, με τραυματισμούς θανάσιμους, να είναι γεμάτα με σταυρούς και φυλαχτά και εικονίτσες, αυτό φαίνεται ότι κανέναν δεν προβληματίζει.

Αμέσως μετά μαθαίνουμε τι ρόλο παίζουν και τα κουδουνάκια, που φαίνεται ότι μεταπήδησαν στα θυμιατά από την ιερατική στολή του Ααρών: «Γύρω γύρω σε όλο το κράσπεδο του σάκου θα κατασκευάσουν μικρά ρόδια από γαλάζιο, πορφυρό και κόκκινο μαλλί, και χρυσά κουδουνάκια ανάμεσά τους, εναλλάξ ανά ένα με τα ρόδια. Όταν ο Ααρών τελετουργεί θα φοράει το σάκο, και θα ακούγεται ο ήχος των κουδουνιών όταν μπαίνει στο αγιαστήριο ενώπιόν μου και όταν βγαίνει, για να μην πεθαίνει»!

Στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο (29) ο Γιαχβέ περιγράφει, με λεπτομέρειες που θα τις ζήλευε κι ο καλύτερος χασάπης, πως να γίνει η θυσία των ζώων, για την καθιέρωση της ιεροσύνης του Ααρών και των γιών του, καθορίζοντας τι πρέπει να γίνει το κάθε μέλος του σώματος των σφαγίων μηδέ εξαιρουμένων των κοπράνων.

Και ερχόμαστε στο ψητό. Αυτή η συμμορία του Ααρών, των γιών του και όλων των απογόνων του, πρέπει να λάβει κληροδότημα εσαεί την δωρεάν σίτιση και μάλιστα την καλύτερη που μπορεί να διαθέτει ο λαός: (Έξοδος 29, 38-46) «Κάθε μέρα για πάντα στο μέλλον θα προσφέρετε πάνω στο θυσιαστήριο δυό αρνιά ενός χρόνου». Όσοι είναι μερακλήδες στα κρέατα γνωρίζουν τι θα πει αρνί ενός χρόνου. Μιλάμε και για πολύ πρώτο πράμα.

Αλλά δεν γίνεται να χλαπακιάζει κανείς μόνο κρέατα σ’ αυτή τη ζωή. Για τον λόγο αυτόν πρέπει να ακολουθήσουν (στ. 40) τα λαδάκια τα λεπτά, παρακαλώ αλευράκια και το απαραίτητο κρασάκι.

Και για να μη ξεχνιόμαστε, και πάλι, λίγο πιο κάτω (στ. 42): «Δε θα πάψετε ποτέ στις κατοπινές γενιές σας, να μου προσφέρετε ολοκαυτώματα στην είσοδο της σκηνής του Μαρτυρίου».

Θα προσβάλλαμε την νοημοσύνη του οποιουδήποτε αναγνώστη, εάν προσπαθούσαμε να αποδείξουμε ότι όλες αυτές οι προσφορές κατάληγαν στα χέρια των ιερέων. Διότι πού αλλού θα μπορούσαν να καταλήξουν; Μήπως όλα αυτά τα καταβρόχθιζε ο Γιαχβέ! Μη γένοιτο. αυτό το πνεύμα να τρώει κι από πάνω!

Η αλητεία του ιερατείου όμως χρειάζεται και κάτι πολύ περισσότερο από το καθημερινό της φαγητό. Κάτι που είναι πολύ πιο χρήσιμο και απαραίτητο για την καλοζωία της. Χρειάζεται το χρήμα. Με το χρήμα δεν έχεις μόνο αυτά που σου «προσφέρουν» τα χαϊβάνια οι δεισιδαίμονες, αλλά κι ότι άλλο επιθυμεί η ψυχούλα σου.

Δεν είναι τυχαία λοιπόν η φιλοχρηματία του ιερατείου, η οποία οργιάζει μέχρι και τη σήμερον ημέρα. Διότι γίνεται με εντολή του θεού! Πώς είπατε; Ότι αυτά δεν γίνονται; Γιά να δούμε.

(Έξοδος 30, 11): «Ο κύριος είπε στον Μωυσή: όταν θα κάνεις την απογραφή των Ισραηλιτών, πρέπει καθένας τους να δώσει ένα χρηματικό ποσό, ως αντίλυτρο για τη ζωή του στον Κύριο, για να μην πέσει επάνω τους καμμιά μάστιγα, εξ αιτίας της απογραφής. Το χρήμα που θα εισπράξεις ως αντίλυτρο θα το χρησιμοποιήσεις για τη συντήρηση της σκηνής του μαρτυρίου».

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι όλα αυτά γράφηκαν πολύ αργότερα από την εποχή της Εξόδου, διότι την εποχή εκείνη, όπως κατά κόρον αναφέρεται στην Βίβλο, οι Ισραηλίτες δεν είχαν καν εξασφαλισμένα ούτε τα προς το ζην. Διαρκώς διαμαρτύρονταν προς τον Μωυσή ότι τους πήρε από την Αίγυπτο, όπου είχαν τα πάντα, και τους έφερε στην έρημο για να πεθάνουν από την πείνα. Σίγουρα λοιπόν γράφηκαν σε μια εποχή που η συμμορία του ιερατείου είχε οργανωθεί για τα καλά.

Αλλά η απληστία του ιερατείου δεν έχει τέλος. Βρήκε τρόπο να μαζέψει όλο το χρυσάφι που κατείχε ο λαός. Να πώς έγινε αυτό. Ενώ ο Μωυσής ήδη είχε λάβει τον «Νόμο» από τον Γιαχβέ (Έξοδος 20, 1-17), την κοπάνισε στο Σινά δήθεν για να τον πάρει και γραπτώς, από το ίδιο το χέρι του Γιαχβέ, πάνω σε λίθινες πλάκες. Τη άραξε λοιπόν εκεί και δεν κατέβαινε κάτω.

Στο κεφάλαιο λοιπόν 32 της Εξόδου γράφονται τα εξής: όταν είδαν οι Ισραηλίτες ότι ο Μωυσής αργούσε να κατέβει από το βουνό, ζήτησαν από τον Ααρών να τους φτιάξει θεούς που να προπορεύονται στο δρόμο τους, διότι δεν ξέρανε τι έγινε ο Μωυσής. Δεν χρειάζεται και τόσο να πούμε ότι αυτοί που πρότειναν την ιδέα ήταν σίγουρα βαλτοί του Ααρών, του Μωυσή και της συμμορίας τους. Διότι μόλις συντελέστηκε το κόλπο να σου παρουσιάστηκε ο Μωυσής.

Ποιό ήταν το κόλπο; Διέταξε ο Ααρών να του φέρουν όλοι οι Ισραηλίτες τα χρυσά τους σκουλαρίκια, με τα οποία, αφού τα έλειωσε, τα έχυσε σε καλούπι από το οποίο βγήκε ένα χρυσό άγαλμα μοσχαριού. Και τότε λέει φώναξε ο λαός: «Αυτός είναι ο θεό σου Ισραήλ, που σε έβγαλε από την Αίγυπτο»!!! Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς σ΄ αυτήν την ιστορία! Ότι αυτοί οι Ισραηλίτες ήσαν άραγε εντελώς ηλίθιοι! Ότι όλοι οι κατοπινοί, που θα διάβαζαν αυτές τις ασυναρτησίες, θα έτρωγαν όλοι κουτόχορτο!

Αλλά το δούλεμα συνεχίζεται με απίστευτη θρασύτητα. Βλέποντας λοιπόν ο Μωυσής το χρυσό μοσχάρι, τσαντίστηκε τόσο πολύ που έριξε χάμω τις πλάκες και τι έσπασε. Θα ρωτούσε κανείς: μα τι σχέση είχαν αυτές με το μοσχάρι και ποιος ο λόγος να τις σπάσει. Ίσα ίσα που τώρα χρειάζονταν ακόμα περισσότερο.

Έμεινε τώρα το χρυσό μοσχάρι. Τι απέγινε. Τα καθάρματα των επόμενων γενεών των απατεώνων ιερέων, τα οποία έγραψαν τις ιστορίες αυτές, όπως προείπαμε, προσέξτε με τι λογής αλχημείες κουκούλωσαν την ληστεία αυτή του Ισραηλιτικού λαού από τους παππούδες τους.

Ο χρυσός όμως είναι ανοξείδωτος και δεν καίγεται στον αιώνα τον άπαντα. Στην ιδιότητά του δε αυτή έγκειται και η μεγάλη του αξία. Ότι αρχαιολογικά ευρήματα χιλιάδων ετών, που είναι από χρυσό, παραμένουν ατόφια και ανέγγιχτα, από τον χρόνο και την οξείδωση. Παρ’ όλα αυτά προσέξτε την ελεεινή απάτη: (Έξοδος 32, 20) ο Μωυσής «πήρε το μοσχάρι… το έκαψε στη φωτιά και το κατακομμάτισε ώσπου έγινε σκόνη. Τη σκόνη αυτή την έριξε στο νερό και τους έδωσε να την πιούν»!!!

Από κει και πέρα παίρνουν την σκυτάλη οι φρικαλεότητες του ιερατείου. Φρικαλεότητες με τις οποίες είναι κατάσπαρτη η Βίβλος. Κι ενώ ο Ααρών είναι υπεύθυνος για το χρυσό μοσχάρι, έστω συνυπεύθυνος, προσέξτε τι επακολουθεί: (Έξοδος 32, 25-29) ο Μωυσής «στάθηκε τότε στην είσοδο του στρατοπέδου και φώναξε: Όποιος είναι με τον Κύριο ας έρθει μαζί μου. Συγκεντρώθηκαν λοιπόν κοντά του όλοι οι απόγονοι του Λευί (ας σημειώσουμε εδώ ότι είναι μόνο το σόι του Μωυσή και του αδελφού του Ααρών). Ο Μωυσής τους είπε: Ο Κύριος, ο θεός του Ισραήλ, προστάζει να ζωστεί καθένας σας το σπαθί του, και να διασχίσετε το στρατόπεδο, από τη μια είσοδο ως την άλλη, και να σκοτώσετε καθένας τον αδελφό του, το φύλο του και το συγγενή του. Οι Λευίτες εκτέλεσαν τη διαταγή του Μωυσή, και θανατώθηκαν από τον λαό εκείνη την ημέρα περίπου τρεις χιλιάδες άντρες. Τότε ο Μωυσής τους είπε: Σήμερα τελέσατε την πράξη καθιέρωσής σας στον Κύριο, αφού δεν διστάσατε να σκοτώσετε ο καθένας το γιό του και τον αδερφό του, και ο Κύριος σας ευλόγησε».

Εάν υπάρχει κάποιος άνθρωπος σ’ αυτόν τον κόσμο, που να άκουσε ή να διάβασε, έστω και κατά προσέγγιση, τέτοιας απίστευτής φρικαλεότητας και απανθρωπιάς γεγονότα και πράξεις, τον παρακαλούμε να μας τα φανερώσει. Κι όλα αυτά γράφονται στο ιερό βιβλίο των χριστιανών!!! Κι όλα αυτά γίνονται με εντολή του Θεού του χριστιανισμού, του πατέρα του Χριστού. !!! Κι όλα αυτά ευχαριστούν τον Θεό των χριστιανών!!! Αυτός ο θεός ευλόγησε τους δολοφόνους των γιών και των αδελφών τους.!!!

Χριστιανικό ιερατείο, μάθετε τώρα πως καθιερώθηκαν οι προπάτορές σας: «Σήμερα τελέσατε την πράξη καθιέρωσής σας στον Κύριο, αφού δεν διστάσατε να σκοτώσετε ο καθένας το γιό του και τον αδερφό του, και ο Κύριος σας ευλόγησε».

Θα περίμενε κανείς ότι η απληστία του ιερατείου θα τέλειωνε με την ιστορία του χρυσού μόσχου. Αμ δε. Το πράγμα έχει και συνέχεια. (Έξοδος 36, 2-) «Ο Μωυσής κάλεσε τον Βεσαλεήλ, τον Ολιάβ και τους τεχνίτες, στους οποίους ο Κύριος είχε δώσει ιδιαίτερη ικανότητα και που είχαν τη διάθεση να αναλάβουν τις εργασίες και να τις εκτελέσουν, και τους παρέδωσε όλες τις συνεισφορές που είχαν προσφέρει οι Ισραηλιτες για το αγιαστήριο». Η ληστεία του ιερατείου δεν έχει ποτέ τέλος.

Και μπαίνουμε στο Λευιτικό. Εδώ βρίσκουμε την συνταγματική πλέον καθιέρωση της ληστείας του λαού από το ιερατείο. Κατ’ εντολή του θεού καθαρίζονται οι προσφορές του λαού προς αυτόν, δηλαδή προς τους ιερείς, για να μη φαινόμαστε και αφελείς. Αυτές πρέπει να περιλαμβάνουν το καλύτερο πράμμα και τις ικανές ποσότητες. Το μενού αρχίζει με βόδια, πρόβατα και κατσίκια (Λευιτικό 1, 2). Το βόδι, το πρόβατο και το κατσίκι πρέπει να είναι αρσενικό, χωρίς ελάττωμα. Για να μη ξεφύγουν ούτε οι φτωχοί, να γίνει γι’ αυτούς το βόδι έστω τρυγόνι ή πιτσούνι. Πάμε τώρα στα εκτός κρέατος: σιμιγδάλια, λάδια, και για να μη ξεχνιόμαστε: «το υπόλοιπο της αναίμακτης αυτής θυσίας θα ανήκει στον Ααρών και στους γιούς του».

Είναι απίστευτα τα όσα ακολουθούν στο βιβλίο αυτό της Βίβλου. Περιγράφονται με τέτοιες λεπτομέρειες τα γαστρονομικά γούστα του ιερατείου, που ακόμα και όλοι οι σεφ του ντουνιά να μαζευτούν, δεν θα κατορθώσουν ούτε τα μισά να ικανοποιήσουν. Δεν έχει κανείς παρά να διαβάσει αυτό το βιβλίο, εάν νομίζει ότι υπερβάλλουμε. Το χούι αυτό του παπαδαριού στην μάσα, είναι φανερό ότι διαιωνίζεται ακάθεκτο, αφού την σήμερον ημέρα είναι γεγονός σπάνιο να βρεις παπά, που να μην είναι υπέρβαρος. Κι όλα αυτά, παρά τις ατέλειωτες νηστείες, στις οποίες υποτίθεται ότι υποβάλλονται.

Για να μη παίρνουν ανάσα, από τα δοσίματα, οι φουκαράδες οι θεοσεβούμενοι, το ιερατείο καθιέρωσε ένα σωρό από είδη θυσιών: θυσίες ολοκαυτωμάτων, αναίμακτες, κοινωνίας, εξιλέωσης, επανόρθωσης. Επίσης μια ολόκληρη παράγραφος του 6ου κεφαλαίου αναφέρεται στο μερίδιο του ιερέα (22-38). Στο δε 8ο κεφάλαιο, ξανά μανά η καθιέρωση του Ααρών και των γιών του.

Για να εξασφαλίζεται η θέση του ιερατείου και να στερεώνεται ο θρόνος του, έπρεπε η καλλιέργεια του φόβου να μην έχει σταματημό. Και να η απόδειξη: στο επόμενο βιβλίο της Π.Δ. το Δευτερονόμιο, ο ίδιος ο Γιαχβέ διατάσσει, εν ψυχρώ, συνεχώς τον λαό του Ισραήλ να τον φοβάται: Δ΄ 10, Ε΄ 29, ΣΤ΄ 2,13, Η΄6, Ι΄ 12, ΙΓ΄5, ΙΖ΄19, ΛΑ΄ 12. Αυτή η θρησκεία θα έπρεπε να λέγεται Φοβισμός.

Παρέκβαση: οι θεολόγοι της «Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας», πιστά τέκνα των πνευματικών τους απατεώνων πατέρων, παράφρασαν σ’ όλα τα προαναφερθέντα χωρία το ρήμα φοβούμαι με το σέβομαι! Αυτό θα πει χριστιανικό ήθος. Μάλιστα η έκδοσή τους αυτή διαθέτει και τα συγχαρητήρια της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (αρ. πρωτ. 1492/15-5-1997). Τέλος παρέκβασης.

Στο βιβλίο Βασιλειών Β΄ ο μέγας Δαυίδ ψάλλει: «… πώς κραταιώσητε φόβον Θεού».

Και ο «σοφός» Σολομών, στο Βασιλειών Γ΄(Η΄ 40): «όπως φοβώνταί σε πάσας τας ημέρας..», και ξανά στον στ. 43 «… όπως γνώσι πάντες οι λαοί το όνομά σου και φοβώνται σε…». στο βιβλίο Παροιμίαι Σολομώντος (Α΄, 7), έχουμε την αποκορύφωση του «δράματος»: «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου». Τι να αντιτάξει κανείς απέναντι στον σοφό Σολομώντα;

Για όσους αγνοούν το μέγεθος της σοφίας του θα την φανερώσουμε αμέσως:

Βασιλειών Γ΄, κεφ. ι΄ 14-21: «ο δε χρυσός, ο οποίος κάθε έτος εισήρχετο εις το ταμείο του Σολομώντος ήτο εξακόσια εξήκοντα εξ (666) τάλαντα χρυσού. Εις αυτά δεν συμπεριελαμβάνοντο οι φόροι των υποτελών εις αυτόν δηλαδή των εμπόρων και όλων των βασιλέων, των εκτός της χώρας, και των διοικητών διαφόρων περιοχών.

Από τον χρυσόν αυτόν κατασκεύασεν ο Σολομών τριακόσια δόρατα σφυρηλατημένα. Δια κάθε δόρυ εχρειάσθησαν τριακόσιοι χρυσοί σίκλοι. Κατασκεύασε τριακόσια όπλα από σφυρηλατημένον χρυσόν, δια κάθε όπλον απητήθησαν τρεις μναι, και έδωκε αυτά ο βασιλεύς, να φυλαχθούν εις το οικοδόμημα το οποίον ωνομάζετο δάσος του Λιβάνου.

Κατεσκεύασεν ακόμη ο βασιλεύς ένα μεγάλον θρόνον από ελεφαντοστούν, τον οποίον επεχρύσωσε με καθαρόν χρυσόν. Εις τον θρόνον αυτόν υπήρχον εξ σκαλοπάτια… Επί πλέον δε όλα τα οικιακά σκεύη του Σολομώντος ήσαν χρυσά και οι λουτήρες ακόμη ήσαν χρυσοί. Όλα τα σκεύη του οικοδομήματος, που ελέγετο δάσος Λιβάνου, είχαν κατασκευασθεί από εξαίρετον χρυσόν».

Ποιοί πλήρωναν όμως τη χλιδή αυτή; Το πληροφορούμαστε, λίγο πιο κάτω, στο Βασιλειών Γ΄, κεφ. ΙΒ΄ 24 ο: «αι δέκα φυλαί του ισραηλίτικου λαού είπαν προς τον Ροβοάμ, τον υιόν του Σολομώντος. Ο πατέρας σου κατέστησε βαρύν τον ζυγόν του επάνω μας διότι επλήθυνε τας πολυδαπάνους τροφάς της τραπέζης του. Τώρα εάν εσύ ελαφρύνης τον ζυγόν αυτόν εις ημάς, ημείς θα είμεθα δούλοι σου».

Αυτά λοιπόν για τον βίο και την πολιτεία του Σολομώντα, αυτού που μας τον πασάρει ως πάνσοφο η χριστιανικό προπαγάνδα. Αλλά έχουμε και συνέχεια: Βασιλ. Γ΄ κεφ. ΙΑ΄ 1 «όμως ο βασιλεύς Σολομών αγαπούσε τας γυναίκας. Είχε δε ως συζύγους πρώτης σειράς επτακόσιες ευγενούς καταγωγής και ως συζύγους δευτέρας σειράς τριακοσίας». Αυτό κι αν είναι σοφία!

Τότε ο Σολομών ανοικοδόμησε εις έναν υψηλόν τόπον ιερόν δια τον θεό Χαμώς, είδωλον των Μωαβιτών… επίσης και δια την Αστάρτην, την αισχράν…κ. ά.».

Λίγο πιο κάτω στον στίχο 11 ακολουθούν οι απειλές του Γιαχβέ κατά του Σολομώντα και ελάχιστα πιο κάτω στον στίχο 14 (Βασιλ. Γ΄ , ΙΑ΄) έχουμε για πρώτη φορά στη Βίβλο την λέξη σατάν (σατανάς): «Και ήγειρε Κύριος σατάν τω Σολομώντι…». Ο Κολιτσάρας αποδίδει το χωρίο αυτό ως εξής: «Παρεχώρησε όμως ο Κύριος να εγερθούν προς τιμωρία του Σολομώμντος, πειρασμοί και πολέμιοι…».

Άπαντες οι απόγονοι του Σολομώντος, βασιλείς του Ισραήλ, αλλά και οι αντίστοιχοι του Ιούδα, υπήρξαν ειδωλολάτρες, τουλάχιστον μέχρι «της μετοικεσίας Βαβυλώνος», όπως περιγράφονται στα βιβλία των Βασιλειών.

Και για του λόγου το αληθές στα εξής ακριβώς χωρία: Βασιλ. Γ΄ , ΙΒ΄ 20, ΙΔ΄ 22, ΙΕ΄ 3-12, ΙΣΤ΄ 2-25 και 30, ΙΗ΄ 18, Κ΄ 25, ΚΒ΄ 44 και 53. Βασιλ. Δ΄ , Α΄ 3, Γ΄ 2, Η΄ 18, Ι΄ 29 και 31, ΙΑ΄ 18, ΙΒ΄ 10 και 21, ΙΓ΄ 2,6,11, ΙΔ΄ 4,24, ΙΕ΄ 4,9,16,18,24,28,35, ΙΣΤ΄ 3,4,10-20, ΙΖ΄ 2,9-36, ΙΗ΄ 4, ΚΑ΄ 2-21, ΚΓ΄ 4-20, 32-37, ΚΔ΄ 9,19. Αφού τώρα πεισθήκαμε για την σοφία του Σολομώντα, ας πάμε παρακάτω για τα περί φοβίας.

Ανεβαίνουμε δε κι ένα σκαλοπάτι πιο πάνω, μπαίνουμε στην τρομοκρατία: (Ψαλμοί Β΄ 11) «… δουλεύσατε τω Κυρίω εν φόβο και αγαλλιάσθε αυτώ εν τρόμω…». Μια από τα ίδια και στα Ε΄ 8, ΚΑ΄ 24, ΛΒ΄ 8 και 18, ΛΓ΄ 10, Ξ΄ 6, ΞΕ΄ 16, ΡΒ΄ 11, ΡΙΑ΄ 1, ΡΙΑ΄ 10, ΡΙΓ΄ 19.

*****
Δεν νομίζω ότι χρειάζονται κι άλλα στοιχεία για να στηριχθεί η πανουργία του ιερατείου η οποία καταδυναστεύει τον πιστό και θεοφοβούμενο λαό. Η θεοφοβία και η θεοτρομοκρατία καλλιεργείται ακόμα και σήμερα, αν και αρκετά ξεθυμασμένη, από το χριστιανικό ιερατείο για την καταλήστευση των φοβουμένων και τρομοκρατημένων πιστών. Θα πρέπει να είναι κουφός και αόμματος για να μην την αισθάνεται κανείς. Αυτό που μας ενδιέφερε εδώ ήταν η γενεαλογία της.

Θα κλείσουμε το παρών με μια σχετικώς ελαφρά παρέκβαση. Θα ακούσουμε έναν ιερέα της χριστιανικής πίστης, να περιγράφει την κατάσταση του κλήρου επί τουρκοκρατίας.

Όλες οι πληροφορίες εδώ από το βιβλίο «Η ΣΕΡΡΑΪΚΗ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΣΥΝΑΔΙΝΟΥ», έκδ. της Μητροπόλεως Σερρών 1989, συγγραφική επιμέλεια Γιώργος Καφταντζής. Έργο επίπονο με εκατοντάδες διευκρινίσεις.

«Ο Παπασυναδινός χρησιμοποιεί την χρονολογία που καθόρισε η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως και αρχίζει από κτίσεως κόσμου, δηλαδή την 1η Σεπτεμβρίου του έτους 5508 π.Χ.» σελ. 10 εισαγωγή Γ. Καφταντζή. Υπενθυμίζουμε ότι οι αποφάσεις και οι καθορισμοί της συνόδου αυτής θεωρούνται θεόπνευστες, από τον χριστιανικό κόσμο μέχρι και σήμερα.

Δηλαδή έχουμε και λέμε, 5508 π.Χ. + 2014 μ.Χ. = 7522 χρόνια μέχρι σήμερα από κτίσεως κόσμου. Όποιος χριστιανός άνθρωπος δεν το παραδέχεται αυτό, αυτομάτως καθίσταται αιρετικός διότι αμφισβητεί την παντογνωσία του αγίου Πνεύματος. Μάλιστα προσφάτως στην Αυστραλία ένας εκπαιδευτικός απολύθηκε από το σχολείο του, διότι επέμενε να διδάσκει στους μαθητές του ότι ο θεό δημιούργησε τον κόσμο πριν από 7522 χρόνια. Ή είναι κανείς πιστός ή δεν είναι. Όχι όποτε μας βολεύει να επικαλούμαστε την παντογνωσία του θεού και όποτε δεν μας βολεύει να την πετάμε στον κάλαθο των αχρήστων.

Το αξιόπιστον του Παπασυναδινού δηλώνεται ως εξής: σελ. 12 «οι πηγές του είναι πάντοτε αυθεντικές και όταν δεν μπορεί να τις ελέγξει, σημειώνει τις επιφυλάξεις του». Επίσης σελ. 14 «…γεμάτος ειλικρίνεια, ευαισθησία και προπαντός βαθειά θρησκευτικότητα».

Ο Παπασυναδινός, στην χρονογραφία του αυτή, μεταξύ των πολλών άλλων, χαρακτηρίζει και το ποιόν των ιερέων που γνώρισε, κυρίως δε των αποθανόντων στις μέρες του. Περί τους τριανταριά που αναφέρει δυό τρεις τους χαρακτηρίζει καλούς. Ίσως και σαν καλούς. Τους υπόλοιπους τους περιγράφει ως εξής: «από γράμματα πολλά ολίγος, εις τα γράμματα ολίγος, καμπόσω ακριβούτζικος, αμή έργω και λόγω δεν είχε, άρπαγος, πλεονέκτης, κρασοπατέρας και ακαμάτης, πολλά μπεκρής και μορολόγος και πόρνος, πολλά αγράμματος, δεν ήτον καθάριος από την πορνείαν και μοιχίαν, από γράμματα μοροαχαμνός, το έμελεν μόνον δια την γούλαν, είχε ξεπέσει εν μοιχία, ζουλιάρης, λύξουροος…».

Δεν αναφέρουμε παραπομπές διότι απο την 27η έως την 100η σελίδα του, το βιβλίο βρίθει από τέτοιους χαρακτηρισμούς. Κανείς δε δεν θα μπορούσε να ισχυρισθεί, ότι το παπαδαριό ανά την τουρκοκρατούμενη χώρα διέφερε, επί το περισσότερο ή ολιγότερο, από τόπου εις τόπον.

Αυτό το σκυλολόι λοιπόν, όπως το περιγράφει παραστατικά ο άνθρωπος αυτός του θεού, στο βιβλίο αυτό που εξέδωσε η ιερά Μητρόπολης των Σερρών και δεν μπορεί κανείς να το θεωρήσει αναξιόπιστο, αυτό το σκυλολόι λοιπόν μας διδάσκουν στα σχολειά ότι κράτησε τον Ελληνισμό στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας κι ότι τα καθάρματα αυτά συνέβαλαν στην επανάσταση του 21!!! Αλλά έπονται και χειρότερα. Κάνετε υπομονή.

Ο άνθρωπος αυτός θα μας πληροφορήσει και για τις σιμωνίες (αγοραπωλησίες) των ενοριών και επισκοπών, και αυτής της Πατριαρχικής έδρας, της οικουμενικής.

Σελ. 28, εν έτη 1616 «Εγίνην αρχιερεύς εις τα Σέρας (σε κάθε περίπτωση κρατάμε την ορθογραφία του) ο κυρ Τιμόθεος ο καθηγούμενος του Τιμίου Προδρόμου, εκ χώρας Νεγρίτα (Νιγρίτα). Και με το να μην έχει άσπρα (χρήματα, μετρητά) ως υ ( = 400)… χιλιάδες… πολλά άσπρα εξοδίασεν και ήτον πάσα ημέραν εις μεγάλην στενωχορίαν, και από το πυκρόν του έπεσεν εις ασθένειαν..»

Σελ. 42, ο Παπασυναδινός για τον εαυτόν του: «τω αυτώ χρόνω, τον Αύγουστον ιβ έλαβα από τον κυρ Τιμόθεον την ενορίαν την Αγίαν Παρασκευή, τον Ταξιαρχούδη, την Αγίαν Μαρίνα και τον Άγιον Γεώργιον της Δύρβης και τον Άγιον Ιωάννην δι’ άσπρα (6000) Συναδινός ιερεύς και άρχον του ψαλητήρος Σερρών. Εις δόξαν θεού».

Και πάλι για την περίπτωσή του: «…. με έκαμαν αναφωράν και με αφώρησαν και με αναθεμάτησαν και με άργησαν έως να έλθη η τελεία μου καθέρησι. Και δεν με εσυγχώρησαν έως ου με επήραν βφ… άσπρα και τότες με εσυγχώρησαν με πολλά παρακαλέματα..».

Κανονική ανακατανομή του χριστιανικού πλούτου εδώ που τα λέμε! Και συ καλέ Παπασυναδινέ από που τα είχες τα τόσα σου άσπρα άραγε;

Σελ. 63, υποσημείωση 346: «Από μαρτυρία του Παπασυναδινού μαθαίνουμε πως τα 2/3 περίπου της παραγωγής ενός γεωργού πήγαιναν σε δοσίματα και φόρους, πράγμα που τον ανάγκαζε να πουλάει πολλές φορές και τα χωράφια του».

Πλην των Τούρκων ποιοί τα άρπαζαν; Σελ. 76, υποσημείωση 432: «… Γιατί τόσο ο Πατριάρχης όσο και οι Μητροπολίτες εκτός από τα εκκλησιαστικά μέτρα (αφορισμό, αργία, απόλυσι κ.λπ.) είχαν και ευρύτατη ποινική δικαιοδοσία (εξορία, φυλάκιση, μαστίγωμα κ.λπ.) πάνω σε χριστιανούς που κατά την κρίση τους παρεκτρέπονταν… καταργείται το φιρμάνι που είχε δοθεί στο μητροπολίτη Μελέτιο, να τιμωρεί τους παραβάτες… γιατί αυτός, όπως εξακριβώθηκε από το Πατριαρχείο, εξεβίαζε με το μέτρο αυτό τους ραγιάδες της επαρχίας του».

Το ιερατείο, ως κανονική συμμορία αρχιληστών εις βάρος των ραγιάδων, όπως βλέπουμε. Δηλαδή οι Τούρκοι να προστατεύουν τους ραγιάδες από την απληστία των χριστιανών αρχιερέων!!! Αυτά τα τομάρια που μας τους παρουσιάζουν για μάρτυρες του υπόδουλου Ελληνισμού!!!

Σελ. 81, υποσημείωση 444: «…με τον καιρό η συναλλαγή των εκκλησιαστικών οφφικίων ευξήθηκε. Ο πατριάρχης αφού αγόραζε τη δική του θέση πουλούσε ύστερα τις επισκοπές στον μεγαλύτερο πλειοδότη. Τόσο προχώρησε η διαφθορά που ανάμεσα στα 1670 – 1678 ο πατριάρχης στην Κπολη άλλαξε έξη φορές».

Στην ίδια σελίδα ο Παπασυναδινός: «κι έτζι δεν ήθελε να καθίσει τινάς πατριάρχης με το να έχη το Πατριαρχείο πολλά χρέη και δια τα πολλά σκάνδαλα». Σελ. 86: «Τω αυτώ χρόνω έφυγεν ο παπά κυρ Μανόλης (ακαμάτης, αδούλης, οινοπότης, λέμαργος, άρπαγος, φόβον θεού δεν ήχεν) να πάγη εις ανεγνώρηστον τόπον δια να ζητά. Η ετία με το να έχει πολί χρέος και όλον ένα ήτον εις το χάψη. Και επούλησεν όσα και αν ήχεν, ως και ταις ενορίες του τον Άγιον Νικόλα και τον Άγιον Βλάσι και πάλιν απόμεινεν χρέος».

Στην τρίτη χιλιετία Μετά Χριστόν, αλλά και Μετά του Χριστού βεβαίως, άλλαξε άραγε κάτι στις τάξεις και το ήθος του κλήρου στην χώρα της Ελλάδος; Έχει ή δεν έχει η Εκκλησία της Ελλάδος τεράστια περιουσία; Από που την έχει; Μήπως καλλιεργεί χωράφια; Μήπως έχει βιομηχανίες και εργοστάσια; Μάλιστα κύριε, έχει και παραέχει. Όλοι το ξέρετε κι όλοι το ξέρουν.

Έχει καλλιέργεια χωρίς έξοδα παραγωγής, φουκαρά αγρότη. Καλλιέργεια που δεν χρειάζεται όργωμα, σκάλισμα, λιπάσματα, πετρέλαια, ραντίσματα, θερίσματα, αλωνίσματα, ποτίσματα, εκμεταλλεύσεις από εμπόρους, ασφαλίσεις από καιρικά φαινόμενα (χαλάζια, πλημμύρες, ξηρασίες, σκουληκοφαγώματα, καταστροφικούς αέρηδες και μυκητιάσεις).

Έχει κοπάδια ζώα, για να τα αρμέγει, δίχως να τα βόσκει, χωρίς να τα ταΐζει έτοιμη τροφή το χειμώνα, κοπάδια που δεν τα τρώνε οι λύκοι, που δεν θέλουν εμβόλια για πρόληψη ή αντιμετώπιση ασθενειών, που δεν κλωτσούν στο άρμεγμα ποτέ, κοπάδια που κάνουν μόνα τους το τυρί και το γιαούρτι και το πηγαίνουν έτοιμο στους Ποιμένες τους, στους Αρχιμανδρίτες τους, πρόβατα αγαθά, άκακα.

Αν δεν κατάλαβες ακόμα, καλέ μου άνθρωπε, έχει η εκκλησία το ποίμνιόν της. Τα πρόβατά της. Μήπως έτσι δεν αποκαλούν οι παπάδες μια ζωή το χριστεπώνυμο πλήρωμά τους; Το πλήρωμα που τους πληρώνει; Που τους γεμίζει με χρήματα συνεχώς σε χίλιες δυο ευκαιρίες; Αυτούς τους κηφήνες όπως και τους αρχικηφήνες τους καλογήρους, τους οποίους σου τους παρουσιάζουν ως υπόδειγμα και πρότυπο!!! Αυτούς που η μόνη τους παραγωγή είναι τα πατερημά και τα κυρελέησον;

Δηλαδή καλέ μου χριστιανέ, εσένα αν σου καταστραφεί η σοδιά ή αν σου ψοφήσουν τα ζωντανά σου ή αν αυξηθούν τα πετρέλαιά σου, αν, αν, αν, όταν θα πάς στην εκκλησία ο παππούλης θα σου πει να αφήσεις μικρότερο οβολό στο παγκάρι ή θα σου ζητήσει λιγότερα χρήματα για τον γάμο ή τα βαφτίσια του παιδιού σου;

Εσύ όμως είσαι υπεύθυνος για το κατάντημα αυτό του κλήρου. Εσύ και για τα πριν, όπως μας τα εξιστόρησε ο Παπασυναδινός, εσύ και για τα τωρινά. Διότι πάντοτε υπήρχαν και θα υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι επιρρεπείς στην τεμπελιά και επιτήδειοι στο αρπάζειν. Εσύ είσαι υπεύθυνος που τους ταΐζεις.

Πάψε επιτέλους να αγανακτείς!


Οι άνθρωποι ζητούν κάποιο μέρος για ν’ αποσυρθούν: εξοχές, παραλίες, όρη. Και εσύ συνήθισες να λαχταράς τα παρόμοια. Εν τούτοις, όμως, όλα αυτά είναι ανόητα πράγματα, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα ν’ αποσυρθείς στον εαυτό σου όποια ώρα θελήσεις.
Διότι πουθενά δεν μπορεί ο άνθρωπος, άμα αποσυρθεί, να βρει περισσότερη ηρεμία και αταραξία, παρά εις την ψυχή του, μάλιστα δε όταν έχει εντός αυτού τέτοια στοιχεία στα οποία άμα βυθιστεί θα βρει αμέσως γαλήνη. Και όταν λέω γαλήνη, εννοώ αρμονία.

Συνεχώς, λοιπόν, να δίνεις στον εαυτό σου αυτό το καταφύγιο και ν’ ανανεώνεσαι. Αλλά σύντομα και βιαστικά πρέπει να είναι όσα θα σου έλθουν στο νου, αποκλείοντας και διώχνοντας όλα τα δυσάρεστα, ώστε να μην αγανακτείς για εκείνα στα οποία επανέρχεσαι.

Αλλά γιατί ν’ αγανακτείς; Θα αντιμετωπίσεις την κακία των ανθρώπων με κακία; Όταν αναλογιστείς τη ρήση ότι τα λογικά όντα έγιναν το ένα για το άλλο, και ότι το ν’ ανεχθείς τις κακίες αποτελεί μέρος της δικαιοσύνης• και ότι όλοι σφάλλουν ακουσίως• και ότι αφού είχαν έχθρες μεταξύ τους, υποπτεύθηκαν, μίσησαν, χτυπήθηκαν με όπλα, στο τέλος ξαπλώθηκαν για τελευταία φορά και έγιναν στάχτη, πάψε επιτέλους να αγανακτείς!

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ
 

Οι μακροβιότεροι οργανισμοί του πλανήτη


Μπορεί ο μέσος όρος ζωής των ανθρώπων να έχει αυξηθεί και ελάχιστοι μπροστά στα δισεκατομμύρια όλου του κόσμου να ζουν πάνω από 100 χρόνια, ωστόσο ο θάνατος είναι κάτι που δε μπορεί να αποφύγει κανείς.

Υπάρχουν όμως, ορισμένα είδη ζώων και μικροοργανισμών, που –ανάλογα και με τις συνθήκες του περιβάλλοντός τους- μπορούν να επιβιώσουν για πολύ περισσότερα χρόνια από ένα μέσο άνθρωπο, ενώ ένα έχει την ικανότητα να ζει… για πάντα!

1. Γιγαντιαίες χελώνες
Η χελώνα Aldabra που ζει σε μια μικρή ατόλη βόρεια της Μαδαγασκάρης μπορεί άνετα να ξεπεράσει τα 100 χρόνια ζωής. Πιστεύεται ότι η γηραιότερη του είδους, που ζούσε σε καθεστώς αιχμαλωσίας, πέθανε σε ηλικία 250 ετών.

2. Η αθάνατη μέδουσα
Το 1883 οι επιστήμονες ανακάλυψαν τη μέδουσα Turritopsis dohrnii, όμως χρειάστηκε να περάσει παραπάνω από ένας αιώνας μέχρι να καταλάβουν ότι το συγκεκριμένο είδος έχει την ικανότητα να… ζει για πάντα!
Σύμφωνα με δημοσίευμα της ιστοσελίδας Mental Floss, όταν το συγκεκριμένο είδος μέδουσας βρίσκεται αντιμέτωπο με στρεσογόνους παράγοντες, όπως η πείνα ή ένας τραυματισμός, επανέρχεται στη νεότερη μορφή του. Τα κύτταρά του μετατρέπονται σε άλλα κύτταρα και σχηματίζεται μια κύστη. Αυτή η άμορφη μάζα γεννά πολύποδες από τους οποίους προκύπτουν άλλες μέδουσες, πανομοιότυπες με την αρχική.

3. Αχιβάδες του βόρειου Ατλαντικού
Οι μεγάλες αυτές αχιβάδες ζουν στο βόρειο Ατλαντικό και αποτελούν εκλεκτή νοστιμιά για τους καλοφαγάδες. Όταν οι επιστήμονες ανέλυσαν τα όστρακά τους, διαπίστωσαν ότι οι θαλάσσιοι αυτοί οργανισμοί είναι μερικοί από τους μακροβιότερους κατοίκους των ωκεανών.
Το 2006 οι επιστήμονες βρήκαν μία αχιβάδα, η οποία όπως αποκαλύφθηκε ήταν 507 ετών.

4. Tuatara
Το tuatara, ένα ερπετό που ζει στη Νέα Ζηλανδία, είναι αλλιώς γνωστό και ως το «ζωντανό απολίθωμα». Οι κοντινότεροι συγγενείς του έχουν εξαφανιστεί, ενώ διαθέτει ένα υποτυπώδες τρίτο μάτι στην κορυφή του κεφαλιού του. Παρότι επάνω του υπάρχει δέρμα, μπορεί να ανιχνεύσει φως.
Το συγκεκριμένο είδος αναπτύσσεται με πολύ αργούς ρυθμούς και φτάνει στην «ενήλικη» ζωή του στην ηλικία των 13-20 ετών.
Μπορούν να διακόψουν την αναπνοή τους για μέχρι και μία ώρα, ενώ δεν καταλαβαίνουν από κρύο. Ζουν μέχρι και 100 χρόνια σε άγρια κατάσταση.

5. Παπαγάλοι
Οι παπαγάλοι μακάο μπορούν να ζήσουν γύρω στα 60 χρόνια στη Φύση. Κάποιοι έχουν ξεπεράσει και τα 100 χρόνια, όπως ο ξακουστός Charlie που είχε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ.

6. Φάλαινα bowhead
Η φάλαινα bowhead μπορεί να έρχεται στη δεύτερη θέση σε ότι αφορά το μέγεθος (συγκριτικά με τη γαλάζια φάλαινα), όμως κατακτά την πρωτιά σε ότι αφορά τη διάρκεια ζωής.
Οι επιστήμονες έχουν ανακαλύψει τουλάχιστον τρεις φάλαινες ηλικίας από 135 έως 172 ετών, ενώ μία τέταρτη πιστεύεται ότι είναι 211 ετών.

7. Koi
Το συγκεκριμένο είδος ψαριού ζει κατά μέσο όρο 50 χρόνια. Ανάλογα όμως με την ποιότητα ζωής τους και γενετικούς παράγοντες, τα koi μπορούν να ζήσουν και για πάνω από έναν αιώνα.
Το Hanako, ένα ψάρι που πέθανε το 1977, πιστεύεται ότι ήταν 226 ετών, αναφέρει το δημοσίευμα.

8. Φλαμίνγκο
Το πιο πιθανό είναι, ότι ένας άνθρωπος θα ζήσει περισσότερο από ένα φλαμίνγκο. Όχι όμως και από όλα. Σε καθεστώς αιχμαλωσίας τα φλαμίνγκο μπορούν να ζήσουν μέχρι και 40 χρόνια. Δέκα χρόνια δηλαδή παραπάνω απ’ ό,τι θα συνέβαινε σε άγρια κατάσταση.
Ένα φλαμίνγκο, που άκουγε στο όνομα Greater, και ζούσε στο ζωολογικό κήπο της Αδελαΐδα στην Αυστραλία, έφτασε τα 83 χρόνια.

9. Βακτήρια
Στα βάθυ των ωκεανών ζουν μερικοί από τους μακροβιότερους οργανισμούς, που έχουν υπάρξει ποτέ στον πλανήτη. Οι ιοί, τα βακτήρια και οι μύκητες έχουν αργό μεταβολισμό και οι επιστήμονες διστάζουν να τους αποκαλέσουν «ζωντανούς», με τη συμβατικοί έννοια του όρου, καταλήγει το άρθρο. Κι όμως κάποιοι από αυτούς έχουν υπάρξει για εκατομμύρια χρόνια.