Κυριακή 13 Απριλίου 2014

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

  «Το σύγγραμμά μου προορίζεται να είναι αιώνιο κτήμα και όχι προσωρινά μόνο χρήσιμο.»
imagesΟ καλοντυμένος Αθηναίος από τον δήμο Αλιμούντος (Φάληρο) προχώρησε μεγαλόπρεπα ανάμεσα από το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στην Αγορά για ν΄ ακούσει την δημόσια ανάγνωση της «Ιστορίης απόδεξιν» του Αλικαρνασσέως λογογράφου Ηροδότου. Συνοδευόταν από τον δωδεκάχρονο γιο του, ένα ευγενικό και λιγομίλητο αγόρι με μεγάλο καθαρό μέτωπο και μιαν ακόμα δυσδιάκριτη αποφασιστικότητα και αφοβία στο βλέμμα.
 Στην Αγορά εκείνη την ημέρα παρευρίσκονταν όλοι οι πολίτες και οι σημαντικοί άνθρωποι της πόλεως των Αθηνών: οι ποιητές Σοφοκλής και νεαρός Ευριπίδης, οι σοφιστές Πρωταγόρας, Πρόδικος, Γοργίας, ο ρήτορας Αντιφών ο Ραμνούσιος, ο Περικλής, ο Σωκράτης, ο αρχιτέκτων Μνησικλής, ο Φειδίας, ο Ικτίνος και πολλοί άλλοι εξ ίσου περιώνυμοι.
- Χαίρε Όλορε. Έμαθα πως πρόσφατα επέστρεψες από τα κτήματά σου στην Σκαπτή Ύλη. (Παγγαίον)
- Χαίρε Γοργία, καλέ μου φίλε. Ναι, επέστρεψα πριν λίγες ημέρες. Παραβρίσκομαι εδώ μαζί με τον νεαρό σου μαθητή, που ήθελε κι εκείνος ν΄ ακούσει την ανάγνωση του ιστορικού έργου. Θέλω να ευελπιστώ πως ο γιος μου είναι μαθητής αρεστός σε σένα. Μίλησέ μου για την πρόοδό του.
- Ώ, αν ήσαν όλοι οι μαθητές μου σαν τον Θουκυδίδη, πολλά πράγματα θα άλλαζαν στην πανέμορφη πόλη μας, και όχι μόνο.
- Σου χρωστώ μεγάλη ευγνωμοσύνη, όση και στους άλλους δασκάλους του παιδιού μου.
- Αξίζει ο γιος σου Όλορε, αξίζει!

Χαμογέλασε ο πατέρας ευχαριστώντας τον διδάσκαλο κι επιμελώς κρύβοντας την υπερηφάνεια του. Φρόντιζε με κάθε επιμέλεια για την παιδεία του γιου του, προσλαμβάνοντας ως εκπαιδευτές τον Γοργία τον Λεοντίνο για να διδάξει «παρισώσεις και αντιθέσεις», τον Πρόδικο τον Κείο «περί των ονομάτων ακρίβειαν» (αυτόν που αργότερα θα χαρακτήριζαν ως τον «πρώτο ανθρωπολόγο» που διατύπωσε την θεωρία ότι, η πίστη στους θεούς είναι ανθρώπινο καθαρά κατασκεύασμα), τον Αναξαγόρα που με την διδαχή της φιλοσοφίας του θα απάλλασσε το παιδί από θρησκευτικές προλήψεις και θα το βοηθούσε ν΄ αναπτύξει υψηλή διάνοια, και τον ρήτορα Αντιφώντα που θα το ασκούσε στην ρητορική δεινότητα και θα του καλλιεργούσε την αρετή. Τον Αντιφώντα, που ίσως ήταν ο πρώτος που είχε συνειδητοποιήσει ότι, ο έντεχνος ρητορικός λόγος μπορούσε, εκτός από την πρόσκαιρη συμβολή του στην εξέλιξη μιας δίκης, να γίνει ένα έργο με πνευματική αυτοτέλεια και διάρκεια. Αυτός που διαπνεόταν από αντιδημοκρατικά ιδεώδη, που με θάρρος υποστήριζε ως το τέλος της ζωής του και λόγω αυτών τελικά πέθανε καταδικασμένος να πιει το κώνειο. Χρόνια αργότερα, ο μαθητής του Θουκυδίδης, ο τόσο φειδωλός σε προσωπικούς επαίνους, θα εξάρει το ήθος του δασκάλου του γράφοντας: «Αντιφών ην ανήρ Αθηναίων των καθ΄ εαυτόν αρετή τε ουδενός ύστερος και κράτιστος».
Ο Όλορος βημάτισε ανάμεσα στους Αθηναίους παρατηρώντας για λίγο την εμφάνισή τους. Χαμογέλασε με την διαφορά. Θυμήθηκε πώς ντύνονταν και χτενίζονταν οι πολίτες, ιδιαίτερα πριν από την εποχή των Μηδικών πολέμων. Τότε φορούσαν λινούς ποδήρεις χιτώνες με χρυσές πόρπες, και χτένιζαν τα μαλλιά τους με τον κρωβύλο, εκείνο το χτένισμα που κατέληγε σε οξύ σχήμα στην κορυφή του κεφαλιού και συγκρατούνταν με χρυσούς τέττιγες ως σύμβολο της αυτοχθονίας τους. Σήμερα όμως, όλα αυτά αποτελούν παρελθόν. Οι Αθηναίοι φορούν κοντό μάλλινο δωρικό χιτώνα και ασχολούνται με σπουδαιότερα πράγματα.
«Ώ λατρεμένη πόλις!» ψιθύρισε κι έστρεψε το βλέμμα εμπρός.
………….
Ο ψηλός Δωριεύς από την Αλικαρνασσό των νοτιοδυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας φορώντας τον ιωνικό ποδήρη χιτώνα του, βάδισε αγέρωχος προς το βήμα.
Κοίταξε το συγκεντρωμένο πλήθος που περίμενε την ανάγνωση της «Ιστορίης» του ήρεμος και χαμογέλασε. Ήταν όμορφος άνδρας ο Ηρόδοτος, ο γιος του Κάρα Λύξη και της Ελληνίδας Ροιούς. Η πλούσια περιποιημένη γενειάδα του τόνιζε την αριστοκρατική καταγωγή του, και ο τρόπος ένδυσης και συμπεριφοράς την επίδραση της Ιωνίας στην πλούσια παιδεία του.
Είχε εγκατασταθεί πριν δυο χρόνια στην Αθήνα φεύγοντας από την πατρίδα του, αφού πρώτα είχε μετάσχει στην συνομωσία των δημοκρατικών εναντίον της τυραννίδας του Λύγδαμη, προστατευόμενου του Μεγάλου Βασιλέως, και την αποτίναξη του περσικού ζυγού από τις ελληνικές αποικίες της Μ. Ασίας.
Οι Αθηναίοι γνώριζαν αρκετά καλά το παρελθόν αυτού του εθνογράφου-γεωγράφου-ιστορικού με τα πάμπολλα ταξίδια στην κυρίως Ελλάδα, την Κάτω Ιταλία, τα νησιά του Αιγαίου, την Μ. Ασία, την Προποντίδα, τον Εύξεινο Πόντο, Κολχίδα, Αίγυπτο, Φοινίκη, Βαβυλώνα και τις χώρες του Ίστρου (Δούναβη).
Οι πολίτες ακούνε γοητευμένοι την καθάρια δυνατή φωνή του να επικαλείται τις Μούσες και να αναγιγνώσκει σε πεζό λόγο το έργο του. Είναι αυτός, που μετά από τέσσερις περίπου αιώνες, ο Κικέρων θα χαρακτηρίσει ως «Πατέρα της Ιστορίας».
Γεννημένος στα χρόνια των Μηδικών πολέμων που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, σφράγισαν την αγάπη του για την ελευθερία, που το πάθος του γι΄ αυτήν είναι έκδηλο στο ομηρικό επικό ύφος της συγγραφής του.
Άνοιξε τις δέλτους του και άρχισε την ανάγνωση.
Στην ιωνική διάλεκτο επικαλείται πρώτα την Μούσα Κλειώ, δίνοντας επίσημα το όνομα, την καταγωγή του, τον τίτλο και το περιεχόμενο του έργου του δηλώνοντας τον σκοπό της συγγραφής του, που αναζητά τα αίτια που οδήγησαν στην σύρραξη των δυο μεγαλύτερων λαών της εποχής, των Ελλήνων και των Περσών.
Συνεχίζει με την επίκληση της Ευτέρπης, περιγράφοντας γεωγραφικούς χώρους, θρησκείες, νόμους, γλώσσες, πολιτισμούς, ποικίλες ή περίεργες συνήθειες κατοίκων, αξιοθέατα. «Την φύσιν χώρης, τα θωμάσια, τους νόμους», όπως χαρακτηριστικά τον άκουσαν οι ακροατές του να λέει.
Στην σειρά ακολουθούν η Θάλεια, Μελπομένη, Τερψιχόρη, Πολύμνια, Ουρανία, Καλλιόπη, που με την βοήθειά τους διηγείται με ζωντανή περιγραφή όσα θαυμαστά και περίεργα είδε ή έμαθε στις περιδιαβάσεις του στον κόσμο. Στην συνέχεια ιστορεί την ιωνική επανάσταση και τους περσικούς πολέμους.
Και η φωνή του ακούγεται παλλόμενη όταν ιστορεί…
«Κατά τις παραμονές της εκστρατείας του Ξέρξου, δυο επιφανείς Σπαρτιάτες πηγαίνουν εθελοντές να προσφέρουν τον εαυτό τους εξιλαστήριο θύμα για τους Πέρσες κήρυκες που οι συμπατριώτες τους είχαν γκρεμίσει στο πηγάδι. Ο Πέρσης στρατηγός Υδάρνης προτείνει οι Σπαρτιάτες να γίνουν φίλοι με τον Μεγάλο Βασιλέα. Αλλά εκείνοι απαντούν:
- Υδάρνη, η συμβουλή που μας δίνεις, δεν προέρχεται από άνθρωπο που τα έχει δοκιμάσει και τα δύο. Το ένα μας το συμβουλεύεις αφού το έχεις δοκιμάσει, το άλλο ενώ δεν το έχεις δοκιμάσει. Γιατί, το να είσαι σκλάβος το ξέρεις, την ελευθερία όμως δεν την έχεις δοκιμάσει ούτε αν είναι γλυκιά ούτε αν δεν είναι. Αν την είχες γευτεί, θα μας συμβούλευες να πολεμάμε γι΄ αυτήν, όχι μόνο με κοντάρια αλλά και με τσεκούρια!»
Κι όταν αργότερα έφτασαν μπροστά στον Μεγάλο Βασιλέα και οι δορυφόροι τους διέταξαν να προσκυνήσουν, αρνήθηκαν, γιατί «…ούτε συνηθίζουν να προσκυνούν ανθρώπους, ούτε γι΄ αυτό έχουν έλθει».
Η ανάγνωση συνεχίζεται…
«Οι Αθηναίοι έδωσαν δυο υπερήφανες απαντήσεις, την μία στον Αλέξανδρο της Μακεδονίας για να την μεταβιβάσει στον Μαρδόνιο, που τους είχε προτείνει να συνθηκολογήσουν με δελεαστικούς όρους, και την άλλη στους Σπαρτιάτες που φοβήθηκαν μήπως οι Αθηναίοι δεχθούν. Στον Αλέξανδρο είπαν: «Ξέρουμε πως οι δυνάμεις των Περσών είναι πολλαπλάσιες από τις δικές μας…όμως η λαχτάρα μας για την ελευθερία είναι τέτοια, ώστε θα πολεμήσουμε όπως μπορούμε…όσο ο ήλιος συνεχίζει την πορεία που τώρα ακολουθεί, δεν θα συμμαχήσουμε ποτέ με τον Ξέρξη». Και στους Σπαρτιάτες: «Δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο τόσο χρυσάφι, ούτε χώρα που να ξεπερνά την δική μας τόσο πολύ σε ομορφιά και παλικαριά, που να τα δεχθούμε και να θελήσουμε να μηδίσουμε και να υποδουλώσουμε την Ελλάδα».
Όλοι συγκινημένοι, πολλοί με δακρυσμένα μάτια και άφωνοι από θαυμασμό για την περιγραφή, ένιωθαν τον παλμό του ενθουσιασμού και της εθνικής υπερηφάνειας να τους συνεπαίρνει, γιατί ήσαν Έλληνες και όχι βάρβαροι. Ήσαν γεννημένοι πολίτες και όχι υπήκοοι. Γεννήθηκαν για να δημιουργούν μέσα από την ελευθερία, και όχι να υπακούουν στις προσταγές του οιουδήποτε «Δεσπότου». Και το επιβεβαιώνουν ακούγοντας τους «αγώνες λόγων», δηλαδή τις ζωηρές συζητήσεις των πρωταγωνιστών της «Ιστορίης» του Ηροδότου.
………..
Το δωδεκάχρονο αγόρι αποσπάστηκε από την ομήγυρη των φίλων και συγγενών του, με προσοχή και διακριτικότητα πέρασε ανάμεσα από το πλήθος φτάνοντας σχεδόν μπροστά από τον Ηρόδοτο, θέλοντας να βλέπει κατά πρόσωπο τον συγγραφέα και ακούγοντας καθαρότερα τους «λόγους» του.
Χωρίς, εν πρώτοις, ν΄ αντιλαμβάνεται το γιατί, οι λέξεις «θεός», «θείον», θεία πρήγματα», «θεία τύχη», «δαίμων», «μοίρα», «πεπρωμένο», τον ξένισαν αρκετά.
«…φίλε, ό,τι είναι να έλθει από τον θεό, είναι αδύνατον στον άνθρωπο να το αποτρέψει, και η χειρότερη πίκρα για τον άνθρωπο είναι αυτή: μολονότι σκέπτεται πολλά, ωστόσο δεν εξουσιάζει τίποτα», άκουγε το νεαρό αγόρι στην διάρκεια της ανάγνωσης και θέλησε να φέρει πολλές αντιρρήσεις. Οι διδάσκαλοί του άλλα προσπαθούσαν να του ενσπείρουν. Δυσκολευόταν να καταλάβει την άποψη του λογογράφου, που ήθελε τις ανθρώπινες πράξεις να καθορίζονται όχι τόσο από την ατομική βούληση, όσο από την θεία βουλή, που πολλές φορές παίρνει την μορφή της Μοίρας.
Και συνεχίζοντας εμφατικά: «Ο θεός συνηθίζει όλα όσα ξεχωρίζουν, να τα κολοβώνει.»
- «Θα προσπαθήσω να ξεχωρίσω αξιοπρεπώς, για να δω αν η δύναμη του θεού σου θα με κολοβώσει», σκέφτηκε ο γιος του Όλορου, μη αποδεχόμενος την θεοσέβεια του Ηρόδοτου, και προκαλώντας έτσι τον εαυτό του σε μεγαλύτερη απεξάρτηση από «εξωκόσμιες αρχές».
Το τέλος της ανάγνωσης ακολούθησαν δυνατές επευφημίες και αλαλαγμοί ενθουσιασμού. Η βράβευση του Ηροδότου με δέκα τάλαντα από τους Αθηναίους ήταν πολύ γενναιόδωρη για εκείνη την δημόσια ανάγνωση.
Όσο για τον νεαρό Θουκυδίδη, εκείνη η μέρα ήταν σημαντική. Πήρε την απόφαση να γίνει, όπως και έγινε, ο «άθεος ηρέμα», αυτός που με ορθό λόγο και αυστηρή κρίση θα ιστορούσε την ιστορία των χρόνων της εποχής του. Και αυτό, με καθαρά επιστημονικό τρόπο. Ήταν κι αυτός ένας από τους «Αθηναίους που γεννήθηκαν για να μην ησυχάζουν οι ίδιοι, κι ούτε τους άλλους ν΄ αφήνουν ήσυχους», όπως θα γράψει πολλά χρόνια αργότερα, συμπυκνώνοντας όλη την πραγματικά ελληνική υγιή νοοτροπία σε μια φράση.
Δέκα χρόνια μετά από εκείνη την βραβευμένη ανάγνωση (450π.Χ) ο Ηρόδοτος ωθούμενος από τις κοσμοπολίτικες τάσεις του, και με τις ενέργειες του Περικλή και τους Πρωταγόρα, πήρε μέρος στον αποικισμό των Θουρίων, εκείνης της πανελλήνιας αποικίας, της ιδρυμένης κοντά στα ερείπια της Συβάρεως στην Κάτω Ιταλία. Εκεί πέθανε, αφού πρόλαβε την κήρυξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, την μεγαλύτερη πληγή της Ελλάδος που αιμορραγώντας, δεν έκλεισε ποτέ.
…………….
Καλοκαίρι του 430π.Χ.
Στο λιμάνι του Πειραιά υπάρχει η συνηθισμένη κίνηση με τους εργάτες να φωνάζουν, τους εμπόρους να διαπραγματεύονται τις πραμάτειες τους, να φορτώνονται και να ξεφορτώνονται πλοία απ΄ όλο τον γνωστό κόσμο, και το δόρυ της Παλλάδος Αθηνάς να διακρίνεται από τους ναυτικούς που μένουν στα σκάφη τους αρόδου στ΄ ανοιχτά, αστραφτερό πάνω στην ακρόπολη των Αθηνών.
Η Ελλάδα, και ιδίως η νησιωτική, ουδέποτε υπήρξε αυτάρκης σε σιτηρά και τρόφιμα, γι΄ αυτό τα εισήγαγε από το εξωτερικό και ιδιαίτερα από την Αίγυπτο, την Μ. Ασία και τον Εύξεινο Πόντο.
Ένα φορτηγό πλοίο ελλιμενίζεται στο λιμάνι από την Αίγυπτο με φορτίο σίτου. Τα αυγουστιάτικα μελτέμια εμπόδισαν για λίγο την άφιξή του. Στα καπηλειά του λιμανιού κατέλυσαν οι ναυτικοί της φορτηγίδας, κατάκοποι από τα καπρίτσια των αέρηδων κατά τον πλου της Μεσογείου. Το ταξίδι δεν ήταν πολυήμερο, όμως η εμφάνιση των ναυτικών έδειχνε αρρωστημένη. Κάποιοι απ΄ αυτούς βγαίνοντας ξέρασαν κι έπεσαν μισολιπόθυμοι στην προβλήτα.
Μερικοί λιμενεργάτες κοιτούσαν περίεργα εκείνους τους μελαψούς Αιγυπτίους με τα κατακόκκινα μάτια που ζητούσαν να πιουν απεγνωσμένα νερό, και να φωνάζουν στην γλώσσα τους «καίγομαι…καίγομαι».
Τελευταίος από το «υπτίως του Αιγαίου» πλοίο βγήκε ο καπετάνιος, ένας γενειοφόρος σημαδεμένος Αιγύπτιος, που δεν έδειχνε την διάθεση να βρίσει τους «ακαμάτες κι άχρηστους» του πληρώματός του. Είχε μια έκφραση αγωνίας, που δεν μπορούσε να ερμηνευτεί από τους γνωστούς του καπεταναίους στο πειραιώτικο λιμάνι. Έβηχε κι έφτυνε συνεχώς, και το στόμα του βρωμοκοπούσε.
- Απαίσιε βάρβαρε, βρωμάς και ζέχνεις!!!», του φώναξε κι έστρεψε αλλού το πρόσωπο ο υπεύθυνος των σιταποθηκών, αναγνωρίζοντας τον ταλαιπωρημένο ναυτικό.
- Λίγο νερό δώσε μου, σιχαμένε Αλιμούντιε», ζήτησε σχεδόν ικετεύοντας ο Αιγύπτιος.
- Μόνο νερό, σκληρόπετσε μπάσταρδε;
- Και κρασί στο καπηλειό της ομορφοκάπουλης Ενιπώς», απάντησε ξέπνοα ο κουρασμένος θαλασσόλυκος, και το βεβιασμένο χαμόγελο πάγωσε στα χείλη του.
………….
Είχε περάσει ο χειμώνας, ο πρώτος του μεγάλου πολέμου που αργότερα θα ονομαστεί «Πελοποννησιακός», και με την άφιξη του θέρους συμπληρώνεται ένας χρόνος από την έναρξή του.
Οι Λακεδαιμόνιοι με τον βασιλιά τους Αρχίδαμο είχαν εισβάλει στην Αττική, έκαιγαν τα χωράφια της κι ερήμωναν την ύπαιθρο. Λίγο πριν ο Περικλής, ο Άρχων των Αθηναίων, είχε συγκεντρώσει τον πληθυσμό της υπαίθρου μέσα στα τείχη της πόλεως. Το «κλεινόν άστυ» ασφυκτιά, αλλά δεν γίνεται διαφορετικά. Όλοι το κατανοούν και συμπεριφέρονται ανάλογα.
Εκείνο τον χειμώνα οι Αθηναίοι εφαρμόζοντας το παλαιό έθιμο της πατρίδας τους, κάνουν δημόσιο ενταφιασμό των πρώτων νεκρών του πολέμου.
Εκθέτουν τα οστά των φονευμένων για τρεις μέρες μέσα σε παράπηγμα που κατασκευάζουν ειδικά για εκείνη την περίσταση, και ο καθένας προσφέρει στον δικό του νεκρό ό,τι θέλει. Όταν έρχεται η μέρα της εκφοράς, άμαξες φέρνουν λάρνακες από ξύλο κυπαρισσιού, τόσες όσες και οι φυλές που κατοικούν στην Αττική. Τα οστά κάθε νεκρού τοποθετούνται στην λάρνακα της φυλής του. Εκτός από τις δέκα λάρνακες υπάρχει και μια κλίνη νεκρικά στολισμένη για τους αγνοούμενους, για τα πτώματα εκείνων που τυχόν δεν βρέθηκαν για να ενταφιαστούν. Την εκφορά ακολουθεί όποιος από τους πολίτες θέλει, αλλά και από τους ξένους. Στον τάφο πηγαίνουν και γυναίκες συγγενείς των νεκρών που θρηνούν γι΄ αυτούς. Τους θάβουν στο «δημόσιο σήμα», στο δημόσιο νεκροταφείο, που βρίσκεται στο ωραιότερο προάστιο της πόλης, στην οδό που οδηγεί από το Δίπυλο στην Ακαδήμεια. Εκεί δεν ενταφιάστηκαν μόνον οι πεσόντες στον Μαραθώνα. Τον τάφο εκείνων τον έστησαν στο πεδίο της μάχης που έπεσαν, γιατί έκριναν εξαιρετική την ανδρεία τους.
Αφού καλύψουν τις λάρνακες με χώμα, εκφωνεί γι΄ αυτούς τον κατάλληλο εγκωμιαστικό επιτάφιο λόγο ένας άνθρωπος που τον έχει εκλέξει γι΄ αυτόν τον σκοπό η πόλη, και είναι κατά κοινή ομολογία συνετός στην σκέψη και κατέχει ανώτερο αξίωμα στην πόλη.
Και σ΄ αυτήν την περίπτωση, όταν έφτασε η κατάλληλη στιγμή, ο εκλεγμένος από τους πολίτες, αφού βημάτισε από το μνημείο, ανέβηκε πάνω σε ένα ψηλό βήμα επίτηδες κατασκευασμένο για ν΄ ακούγεται σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του συγκεντρωμένου πλήθους, και εκφώνησε τον επιτάφιο λόγο. Ήταν ο Περικλής του Ξανθίππου, ο άρχων των Αθηναίων.
Ο Περικλής εκφωνεί τον «Επιτάφιο» εκθειάζοντας το πολίτευμα και την πόλη των Αθηνών, εμψυχώνοντας τους ανδρείους κατοίκους. Ο εμπνευσμένος λόγος του άρχοντα αναπτερώνει το πλήθος και δίνει ασφάλεια στους υπερήφανους Αθηναίους που η θαλασσοκρατορία τους άρχει στο Αιγαίο. Παρών και ο Θουκυδίδης, ο εύπορος Αθηναίος που ασχολείται με την «συγγραφή».
Είκοσι επτά χρόνια μετά από εκείνο τον χειμώνα, ο ιστορικός Θουκυδίδης θα ανασυντάξει τον επιτάφιο λόγο που εκφώνησε ο άρχοντας Περικλής την ημέρα της επίσημης ταφής των πρώτων νεκρών. Θυμάται καλά τι είχε πει ο άνδρας που χάρισε στην πατρίδα τόση δόξα και ακμή. Και τα ιστορεί ως φόρο τιμής στον άξιο πολιτικό που κατέστησε την Αθήνα πλήρως αυτάρκη στον πόλεμο και στην ειρήνη.
«Γιατί αυτή η πρότυπη πολιτεία συνδυάζει δημοκρατικές μαζί και αριστοκρατικές αρχές: ισότητα των πολιτών έμπροσθεν των νόμων, στα δημόσια όμως πράγματα επιλογή των αρίστων, μόνο που την αρετή την καθορίζει τώρα η προσωπική αξία και όχι η καταγωγή ή τα πλούτη.»
Έτσι είχε μιλήσει ο πολιτικός εκείνος που επί μιαν ολόκληρη γενιά κυβέρνησε την πόλη με την θέλησή της ως ο πιο άξιος πολίτης της: «εγένετο λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε υπό του πρώτου ανδρός αρχή.»
Είχε πολύ σωστά διευκρινίσει ότι:
«Την ιδιωτική ζωή του ο πολίτης μπορεί να την διαμορφώσει ανενόχλητα όπως θέλει, και όμως, υπάρχει υπακοή στους νόμους, προ παντός στους άγραφους, από σεβασμό όμως, όχι από τον φόβο τιμωρίας. Αντίθετα από την Σπάρτη που απαγορεύει κάθε πολυτέλεια, η Αθήνα με τις δημόσιες γιορτές, τις ιδιωτικές ανέσεις και τα αγαθά που εισάγονται απ΄ όλα τα μέρη της γης, δίνει στον πολίτη της συχνή ανάπαυλα από τους μόχθους της ζωής.
Στα πολεμικά πράγματα έχουμε από την μια την Σπάρτη με την καχυποψία της σε εγρήγορση, και την υπερβολική πειθαρχία που επιβάλλει στον πολίτη της από παιδί για να τον μεταβάλλει σε πολεμική μηχανή, και από την άλλη την Αθήνα που είναι ανοιχτή σε φίλους κι εχθρούς, αφού την υπεροχή της την στηρίζει στην αναπαλλοτρίωτη ψυχική της αντοχή.
Δεν ταλαιπωρεί τον πολίτη της, αφού εν καιρώ ειρήνης τον κρατά ελεύθερο και ξέγνοιαστο, ακριβώς για να του δώσει την δυνατότητα την ώρα του πολέμου χωρίς εξαναγκασμό, αλλά με ελεύθερη βούληση, ν΄ αντιμετωπίσει γενναία τον κίνδυνο.
Οι ιδιωτικές έγνοιες δεν καθιστούν τον πολίτη αδιάφορο για τα κοινά. Γιατί όποιος δεν συμμετέχει σ΄ αυτά θεωρείται άχρηστος.
Η Αθήνα είναι η «παίδευσις», το πρότυπο μορφωτικό κέντρο όλων των Ελλήνων. Ο κάθε πολίτης είναι ακέραιος και αυτάρκης, πρόθυμος να θυσιαστεί για την πόλη του σαν ψυχή ελεύθερη κι όχι σαν δούλος μιας αξεχώριστης μάζας. Και είναι τόση η πίστη του σ΄ αυτήν, ώστε φτάνει να την αγαπήσει σαν εραστής, με την επίγνωση πως ευτυχία σημαίνει ελευθερία, ελευθερία σημαίνει δυνατή ψυχή. Γι΄ αυτό και των νεκρών μας ο τάφος ξεχωρίζει από παντού, όχι τόσο εκεί που αναπαύονται, όσο εκεί που η δόξα τους μένει για να μνημονεύεται αιώνια σε κάθε ευκαιρία. Γιατί των ξεχωριστών ανθρώπων τάφος είναι η γη ολόκληρη!»
Έτσι είχε γίνει ο ενταφιασμός εκείνο τον χειμώνα, και όταν πέρασε, τελείωσε ο πρώτος χρόνος του πολέμου.
……………
Είχε μπει για καλά το καλοκαίρι και οι Αθηναίοι περιδιάβαιναν την Αγορά, χωρίς οι περισσότεροι απ΄ αυτούς να παρατηρήσουν μερικούς Πειραιώτες που βρίσκονταν εκεί, έχοντας όμως μιαν άσχημη κουρασμένη όψη, έντονο βήχα και κόκκινα μάτια. Είχαν φτάσει από το λιμάνι για να επιτύχουν μια καλή τιμή πώλησης για τον σίτο που παρέλαβαν τα αφεντικά τους, με τους Αθηναίους εμπόρους.
Στο σπίτι του Αθηναίου με την θρακική καταγωγή, του Θουκυδίδη, ο υπηρέτης έφερε τα τρόφιμα της ημέρας από την αγορά του Φαλήρου. Κατέβαινε καθημερινά και μαζί με τα ψώνια έφερνε τα νέα από το άστυ των Αθηνών και από το λιμάνι του Πειραιά.
Τελευταία ο αφέντης της οικίας έγραφε συνεχώς για τον πόλεμο, όσα συνέβαιναν στα πεδία των μαχών ή τις διαβουλεύσεις, και κατέγραφε κάθε πληροφορία που άκουγε και από την αντίπαλη μεριά. Έλειπε πολύ συχνά από την Αθήνα προσπαθώντας να ενημερώνεται από πολλές πηγές που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αντικειμενική συγγραφή του έργου του.
Έπειτα από μια ανάλογη έξοδο, ο Θουκυδίδης επέστρεψε στο σπίτι του, στον δήμο Αλιμούντος. Έριξε το ιμάτιό του πάνω στο ανάκλιντρο του αίθριου και ζήτησε από την θεραπαινίδα να του ετοιμάσει το λουτρό και το αφέψημα από βασιλικό και μέλι που έπινε πάντα, αν τυχόν και κάποιος πονοκέφαλος τον ταλαιπωρούσε.
- Τι παράξενο σήμερα! Η Ευαρέτη και ο Περιμήδης ζήτησαν τα βοτάνια μου για τον πονόλαιμο που είχαν όλη μέρα χθες», σχολίασε η Θρακιώτισσα γριά που μεγάλωσε τον Θουκυδίδη. «Τι έκαμαν και τους τιμωρούν οι θεοί;» ρώτησε αγκαλιάζοντας τρυφερά τον «γιο» της.
- Τυχαίο θα είναι, βάβω μου, μια καλοκαιριάτικη αδιαθεσία, συμβαίνει συχνά, όπως μου είπε ο φίλος μου ο γιατρός, ο Ιπποκράτης ο Κώος, ξέρεις.»
- Λείπεις τρεις μέρες και το πρόσωπό σου είναι πλαδαρό, κόκκινο και έχει μερικές φλύκταινες. Πού ήσουν γιε μου;»
- Πέρασα από τον Πειραιά να παραλάβω το φορτίο από τα κτήματά μας στην Σκαπτή Ύλη και μετά βάδισα στην Αθήνα για ν΄ ακούσω και συμπαρασταθώ στον άρχοντα. Η Ασπασία μας παρείχε ένα θαυμαστό δείπνο και ενέπνευσε με τους ρητορικούς λόγους της τον σύντροφό της πριν την σημαντική παρουσία του στην εκκλησία του δήμου. Αχ αυτή η Μιλήσια! Τέλεια γυναίκα και άξια δασκάλα ρητορικής, ανάλογη για ταίρι του Περικλή!
- Αναπαύου τώρα. Ο βήχας σου με ανησυχεί, ο λόξιγκας και η δυσφορία σου είναι άγνωστες σε μένα. Ποτέ δεν σε έχω ξαναδεί έτσι, με τρομάζεις!», είπε η παραμάνα κι έσπρωξε μαλακά τον σαραντάρη αναθρεμμένο απ΄ αυτήν, αριστοκράτη στο δώμα του.
Τις επόμενες ημέρες το μέτωπο του άνδρα έκαιγε και ο λόγος έβγαινε βραχνός από το στόμα του.
«Απόλλωνά μου…η αρρώστια!!!» αναφώνησε τρομοκρατημένη η γριά παραμάνα, που μπαινόβγαινε σε πολλά σπίτια της γειτονιάς της. Ο γείτονας με τον παραγιό του αρρώστησαν ξαφνικά. Και ήσαν τόσο δυνατοί! Ποτέ δεν ρώτησαν τον ασκληπιάδη (γιατρό) για κάτι που τους ενοχλούσε. Χθες όμως, οι μέχρι χθες ροδομάγουλοι και τροφαντοί εκείνοι λιμενεργάτες που έμεναν κοντά, έδειχναν και ήσαν άρρωστοι. Είχαν διάρροια, βήχα και ακατάσχετους εμετούς. Στο λιμάνι πάρα πολλοί αρρώστησαν και μερικοί απ΄ αυτούς πέθαναν με την δίψα και την αγωνία ν΄ αφήνουν τις τελευταίες τους λέξεις να το δηλώσουν.
Ήταν η αρχή που το μαύρο σύννεφο του λοιμού άρχισε να σκιάζει, ή μάλλον να σκοτεινιάζει τον ουρανό του Πειραιά και της Αθήνας. Η πανώλη άπλωνε τα θανατερά φτερά της πάνω από την ωραιότερη πόλη της Ελλάδας και το σημαντικότερο λιμάνι της. Οι φήμες οργίαζαν και η δεισιδαιμονία κέρδιζε έδαφος στον όχλο του λιμανιού και στους συγκεντρωμένους επαρχιώτες του άστεως.
- Το Μαντείο των Δελφών είχε πει στους Λακεδαιμόνιους πως θα νικήσουν, και πως ο Πύθιος θεός θα τους βοηθήσει ακόμη κι αν δεν τον καλέσουν!!!
- Θυμηθείτε το άσμα που έλεγαν οι γεροντότεροι, πως «θα έλθει δωρικός πόλεμος και μαζί μ΄ αυτόν λοιμός»!!!
Αυτά και άλλα πολλά μετέφερε σαν πληροφορίες η γριά βάβω στον Θουκυδίδη.
- Αν ήσαν διαφορετικά τα πράγματα, αν για παράδειγμα είχαμε σιτοδεία, ο όχλος θα τραγουδούσε για λιμό (πείνα) και όχι για λοιμό (επιδημία). Τυχαίο είναι. Οι άνθρωποι άγονται και φέρονται από την απαιδευσιά τους. Δεν λαμβάνουν υπ΄ όψιν τους το τυχαίο. Καημένοι δεισιδαίμονες!», σχολίασε κρατώντας την κοιλιακή του χώρα από πόνο ο δεσπότης του οίκου.
- Όμως ο χρησμός που δόθηκε στους Σπαρτιάτες, έλεγε…»
- Μην συνεχίζεις άλλο! Δεν είναι όλοι εξαρτώμενοι από τις συμβουλές των μαντείων! Γνωρίζουμε πολύ καλά τον ρόλο τους!
- Σωστά τα λες φίλε μου», συμπλήρωσε ο Κίμων, ο αγαπημένος συγγενής του Θουκυδίδη, που εκείνη την ώρα έμπαινε στο σπίτι και άκουσε το σχόλιο της κυρά Θάλειας.
- Κίμων, οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι για ό,τι πράττουν. Οι θεοί δεν ευθύνονται για τα ανθρώπινα. Ο άνθρωπος πορεύεται με τις δικές του δυνάμεις σε εγρήγορση. Στην ιστορία πάντα συμβαίνει κάτι που απαιτεί την αντίδραση και την σπουδή του ανθρώπου. Μέσα στη δύνη του πολέμου, στη συμφορά και στον θάνατο, μόνον οι ισχυροί μπορούν να αντιδράσουν. Οι ανήμποροι μένουν άβουλοι, έρμαια της τύχης τους. Μιας τύχης που δεν την ελέγχουν οι άνθρωποι, παρά μόνο αν είναι προικισμένοι με καρτερία και δύναμη, ικανοί για δράση και αντίδραση.»
- Και μιας και μιλάμε για αντίδραση, ας θυμηθούμε τον Θεμιστοκλή όταν αναγκάστηκε, αφού δεν μπορούσε να πείσει τον λαό με λογικά επιχειρήματα, παρουσίασε θεϊκά σημεία και μαντείες από τους Δελφούς.
- Ναι Κίμων, έστειλε θεωρούς στο μαντείο να ζητήσουν χρησμό από τον Απόλλωνα. Και η αχρειότητα του ιερατείου κατέληξε σε τόσο αντεθνική στάση, που ενώ οι Αθηναίοι αντιμετώπιζαν την εισβολή των Περσών στην πόλη, πήραν εκείνο τον φρικιαστικό και κατάπτυστο χρησμό, που τους παρότρυνε να εγκαταλείψουν την πατρίδα γιατί τους ανέμενε μεγάλη καταστροφή!
- Θυμάμαι καλά πώς το έλεγε:
«Άμοιροι, τι περιμένετε;
Φύγετε από την πατρίδα σας και πηγαίνετε στα έσχατα της γης…
Όλα τα γκρεμίζει η φωτιά και ο τρομερός Άρης
πάνω στο περσικό άρμα. Πολλά οχυρώματα θα καταστρέψει
και όχι μόνο το δικό σας» (Ηροδ. Ζ΄140)
- Δεν έγινε όμως έτσι! Οι Αθηναίοι έμειναν και ναυμάχησαν στην Σαλαμίνα και νίκησαν!
- Και βέβαια έμειναν και νίκησαν! Γιατί ο Θεμιστοκλής τράβηξε τα αυτιά του ξεπουλημένου ιερατείου που είχε μηδίσει. Του ιερατείου που είχε θεό όχι τον Απόλλωνα αλλά τον χρυσό, και πήρε τον «χρησμό» που ήθελε. Έτσι έπεισε για την ερμηνεία του τον λαό, δίνοντας στην Ελλάδα την επιφανέστερη νίκη κατά των βαρβάρων!
- Ήταν όμως ο Θεμιστοκλής, που η προσωπικότητά του επικύρωνε την δύναμη της μεγαλοφυΐας, ο πλέον θαυμαστός από οιονδήποτε άλλον στην σύνεση. Γιατί μόνο με την έμφυτη σύνεσή του, χωρίς να πληροφορηθεί κάτι προηγουμένως ή εκ των υστέρων, σχημάτιζε άριστη γνώμη με ελάχιστη σκέψη για τα κάθε φορά παρουσιαζόμενα ζητήματα. Για την έκβαση των μελλοντικών πραγμάτων έκανε άριστες προβλέψεις, αφού βρισκόταν πλησιέστερα προς αυτά. Είχε την ικανότητα να δίνει λεπτομερείς εξηγήσεις για όσα κάθε φορά ισχυριζόταν, και για όσα δεν είχε ασχοληθεί καθόλου είχε επίσης την ικανότητα να κρίνει ορθά. Προέβλεπε καλύτερα από κάθε άλλον το όφελος όσο και την ζημιά, ακόμη κι αν τα πράγματα δεν ήσαν φανερά. Και γενικά κάποιος θα μπορούσε να συμπεράνει πως, με την δύναμη της ευφυΐας του και με ελάχιστη μελέτη, εκείνος υπήρξε άριστος στο να βρίσκει εκ του προχείρου τι έπρεπε να γίνει για κάθε ζήτημα. (Θουκυδίδου Ιστορίαι Α΄138)
- Καταλαβαίνουμε λοιπόν, γιατί ο Θεμιστοκλής τράβηξε τα μαλλιά της Πυθίας και τα γένια των ιερέων του δελφικού μαντείου, και τους εξανάγκασε να μιλήσουν για «ξύλινα τείχη».
- Ναι, γιατί είχε την υποχρέωση, μα διέθετε και τον ανδρισμό να σώσει την πατρίδα του, ακόμη κι αν χρειάστηκε να «γρονθοκοπηθεί» με τους αργυρώνητους δελφικούς ιερείς. Εμείς οι ίδιοι είμαστε τα μαντεία και οι Απόλλωνες, Κίμων! Το είπε και ο Δημόκριτος: «Η τύχη είναι το είδωλο το οποίο οι άνθρωποι έπλασαν για να δικαιολογήσουν την διανοητική τους ικανότητα. Είναι γεγονός ότι η τύχη έρχεται σπανίως σε σύγκρουση με την σύνεση. Στις περισσότερες υποθέσεις της ζωής ευφυής νους μπορεί να επιδείξει οξυδέρκεια με επιτυχία.»
- Αρκετά σε κούρασα με την συνομιλία μας. Βλέπω την κατάστασή σου και ανησυχώ, Θουκυδίδη. Πρόσεχε σε παρακαλώ. Θα ξαναπεράσω να σε δω. Εύχομαι τα ματζούνια της κυρά Θάλειας να βοηθήσουν, αφού τίποτα άλλο δεν μπορεί να πολεμήσει αυτή την άγνωστη νόσο.
- Στο καλό Κίμων. Πρόσεχε κι εσύ τον εαυτό σου.
Οι μέρες περνούσαν και η κατάσταση της υγείας του συνεχώς επιδεινωνόταν. Ο ισχυρός βήχας και οι σπασμοί τον κρατούσαν άυπνο, η δίψα τον βασάνιζε, οι εξελκώσεις επεκτείνονταν στο σώμα του, και το κάψιμο που ένιωθε εσωτερικά τον έκαναν να μην ανέχεται ούτε ένα λεπτό σεντόνι πάνω του.
Η γριά παραμάνα ξενυχτούσε στην προσπάθειά της να κάνει κάτι για να τον βοηθήσει, και ο φίλος του γιατρός, ο Φιλήμων, να παρίσταται ανήμπορος μπροστά στην άγνωστη επιδημία.
Η νόσος τον βασάνισε αρκετά, μα κάποια μέρα άρχισε να υποχωρεί χωρίς αιτία και ο ασθενής να συνέρχεται. Όταν ανάρρωσε αρκετά, μπόρεσε με νηφαλιότητα ν΄ ακούσει τι συνέβαινε έξω από την οικία του και ν΄ αποφασίσει ν΄ αξιολογήσει την κατάσταση που επικρατούσε, βγαίνοντας και βλέποντας ο ίδιος, χωρίς τον παραμυθητικό φακό της προκατάληψης και της άγνοιας των υπηρετών του.
Το καλοκαίρι παρέδιδε την σκυτάλη στο φθινόπωρο με τους υγρούς νοτιάδες να κάνουν την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Είχε μπει ο Βοηδρομιών (σελήνη Σεπτεμβρίου) και ο Θουκυδίδης αναχώρησε από το σπίτι για την επιτόπια έρευνά του. Θα επέστρεφε μετά από μέρες, για να καταγράψει όσα είδε με αντικειμενικότητα και γνώση. Μόνο που δεν φαντάστηκε, όταν έκλεινε πίσω του η πόρτα του σπιτιού αναχωρώντας, την τραγικότητα της κατάστασης.
Πράγματι, επιστρέφοντας, πήρε την γραφίδα και άρχισε να ιστορεί:
«Θα αναφέρω την πορεία και τα συμπτώματα του νοσήματος, ώστε αν εμφανιστεί εκ νέου, να το γνωρίζει ο καθένας εκ των προτέρων και να μην αγνοεί ότι και τότε θα πρόκειται για το ίδιο νόσημα. Είμαι είς θέσιν να το κάνω, διότι και ο ίδιος προσβλήθηκα και άλλους πάσχοντες είδα με τα μάτια μου.»
Η ευρεία παιδεία, η καλλιέργεια και οι γνώσεις ιατρικής που είχε λάβει, τον έκαναν να περιγράψει με μοναδική ακρίβεια την κυριότερη αιτία της πτώσεως των Αθηνών, αυτήν του λοιμού, που διήρκεσε περίπου δυο χρόνια, αποδεκατίζοντας το μεγαλύτερο μέρος του μάχιμου, και όχι μόνον, πληθυσμού.
«Λίγες μέρες μετά την εισβολή των Λακεδαιμονίων στην Αττική, άρχισε να εμφανίζεται μεταξύ των Αθηναίων η νόσος, που προηγουμένως είχε ενσκήψει σε πολλούς τόπους, τόσο μεγάλη όμως φθορά σε ανθρώπους σε κανένα άλλο μέρος δεν αναφέρθηκε ότι έγινε. Γιατί, ούτε οι γιατροί επαρκούσαν προσπαθώντας να θεραπεύσουν μιαν άγνωστη σε αυτούς αρρώστια, αλλά και οι ίδιοι πέθαιναν συχνότερα από τους άλλους, επειδή πλησίαζαν περισσότερο τους ασθενείς.
Οι παρακλήσεις που έκαναν οι άνθρωποι στα ιερά των θεών, οι χρησμοί, και όλα όσα παρόμοια μεταχειρίστηκαν, όλα αποδείχθηκαν ανωφελή. Στο τέλος, έπαψαν να καταφεύγουν σ΄ αυτά υποκύπτοντας στην συμφορά.
Η νόσος εμφανίστηκε, όπως λένε, πρώτα στην Αιθιοπία, έπειτα στην Αίγυπτο, στην Λιβύη, και στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας του βασιλέως των Περσών. Στην πόλη των Αθηναίων ενέσκηψε ξαφνικά και πρόσβαλε πρώτα τους ανθρώπους στον Πειραιά.
Την χρονιά εκείνη, όπως όλοι παραδέχονται, συνέβη να είναι απ΄ όλα τα χρόνια η πλέον απαλλαγμένη από άλλες αρρώστιες. Ακόμη κι αν κανείς αρρώσταινε από κάποια άλλη νόσο, τελικά όλα τα νοσήματα έπαιρναν την μορφή της νέας επιδημίας. Τους άλλους, χωρίς να προηγηθεί καμιά αφορμή, ξαφνικά, ενώ ήσαν υγιείς, τους κατελάμβανε πρώτα ισχυρός πυρετός της κεφαλής, παρουσιάζονταν κοκκινίλες και φλόγωση των ματιών, και εσωτερικά, δηλαδή ο φάρυγγας και η γλώσσα, γίνονταν αμέσως αιματώδη και έβγαζαν μιαν ασυνήθιστη δυσωδία. Μετά απ΄ αυτά επερχόταν φτάρνισμα και βραχνάδα, και εντός ολίγου κατέβαινε στο στήθος ο πόνος συνοδευόμενος από ισχυρό βήχα. Όταν προσέβαλε το στομάχι, το ανέστρεφε με εμετούς χολής όλων των ειδών και με μεγάλη ταλαιπωρία. Οι περισσότεροι καταλαμβάνονταν από λόξυγκα χωρίς εμετό, προκαλούσαν όμως ισχυρό σπασμό που έπαυε μετά από λίγο. Και εξωτερικά μεν το σώμα ούτε πολύ θερμό φαινόταν όταν κανείς το άγγιζε, ούτε ήταν πολύ ωχρό, αλλά κάπως κόκκινο, πλαδαρό και έφερε ως εξανθήματα μικρές φλύκταινες και έλκη. Το εσωτερικό όμως του σώματος έκαιγε τόσο πολύ, που οι ασθενείς δεν ανέχονταν ούτε τα λεπτότερα ενδύματα, αλλά μόνον γυμνοί μπορούσαν να μένουν, και πολύ ευχαρίστως θα έπεφταν μέσα σε κρύο νερό. Πολλοί μάλιστα, όταν δεν τους έβλεπε κάποιος, το έκαναν πράγματι, πέφτοντας σε φρέατα εξ αιτίας της διαρκούς δίψας τους. Το νερό όμως που έπιναν οι ασθενείς είτε πολύ είτε λίγο, έφερνε το ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή, δεν τους ανακούφιζε. Σε όλη την διάρκεια της νόσου οι ασθενείς βασανίζονταν χωρίς να μπορούν να ησυχάσουν ή να κοιμηθούν.
Το σώμα, όσο χρόνο η νόσος βρισκόταν στην ακμή της, δεν εξαντλούταν, αλλά άντεχε στην κακουχία, ώστε ή πέθαιναν οι περισσότεροι την ένατη ή και την έβδομη μέρα διατηρώντας ακόμη την δύναμή τους, ή όσοι τυχόν γλίτωναν, πέθαιναν οι περισσότεροι από αδυναμία, εφ΄ όσον το νόσημα κατέβαινε στην κοιλιά εντός της οποίας παρουσιαζόταν ισχυρή εξέλκωση και επίμονη διάρροια.
Αν κάποιος διέφευγε τους μέγιστους κινδύνους, παρέμεναν εν τούτοις τα συμπτώματα της νόσου στα άκρα του, προσβάλλοντας τα γεννητικά όργανα και τις άκρες των χεριών και ποδιών, με αποτέλεσμα πολλοί να χάνουν τα μέλη αυτά διαφεύγοντας τον θάνατο, αν και μερικοί έχαναν και τα μάτια τους. Άλλοι πάλι, καταλαμβάνονταν από γενική αμνησία μόλις περνούσε η νόσος, και δεν αναγνώριζαν πια ούτε τους εαυτούς τους ούτε τους συγγενείς τους.
Η νόσος με την μορφή που εμφανίστηκε, υπήρξε ανώτερη κάθε περιγραφής και πρόσβαλε τα θύματά της σκληρότερα απ΄ όσο αντέχει ο ανθρώπινος οργανισμός. Τα πτηνά και τα τετράποδα, όσα τρώνε ανθρώπινα πτώματα, ή δεν πλησίαζαν τα πολυάριθμα άταφα σώματα, ή αν έτρωγαν, μολύνονταν και πέθαιναν. Απόδειξη αυτού υπήρξε η φανερή εξαφάνιση των πτηνών αυτών, οι δε σκύλοι αποδεικνύουν το πράγμα καλύτερα, επειδή ζουν με τους ανθρώπους.
Όσοι προσβλήθηκαν από τη νόσο, πέθαναν. Κανένα απολύτως μέσον θεραπείας δεν υπήρξε τόσο αποτελεσματικό, ώστε όταν προσφερόταν να ωφελήσει, γιατί, ό,τι ωφελούσε τον έναν, το ίδιο έβλαπτε τον άλλον. Η κράση του σώματος του ασθενούς δεν έπαιζε κανένα ρόλο αν ήταν ισχυρή ή αδύναμη, και το νόσημα καταλάμβανε όλους τους οργανισμούς, ακόμη και των ανθρώπων που εφάρμοζαν αυστηρότατη δίαιτα.
Το φοβερότερο όμως όλης αυτής της συμφοράς ήταν η απογοήτευση που καταλάμβανε όποιον καταλάβαινε ότι προσβλήθηκε από τη νόσο, γιατί αμέσως όλοι σχημάτιζαν την ιδέα ότι δεν είχαν καμιά ελπίδα σωτηρίας, και γι΄ αυτό δεν έκαναν τίποτα για να σωθούν, και αφ΄ ετέρου, το γεγονός ότι μολύνονταν ο ένας από τον άλλον που περιποιόταν, και πέθαιναν όπως τα πρόβατα. Γιατί, αν οι υγιείς, από φόβο δεν ήθελαν να πλησιάσουν τους ασθενείς, εκείνοι πέθαιναν εγκαταλελειμμένοι και πολλά σπίτια ερημώθηκαν επειδή κανείς δεν παρουσιαζόταν για να βοηθήσει τους ασθενείς. Αν δε πλησίαζαν, μολύνονταν και πέθαιναν, και περισσότερο όσοι θέλησαν να δείξουν κάπως ευγενική συμπεριφορά και από ντροπή αδιαφορώντας για την ζωή τους, έμπαιναν στα σπίτια των φίλων τους. Στο τέλος, είχε καταντήσει, ώστε οι οικείοι να μην θρηνούν τους δικούς τους νεκρούς, αφού τους είχε καταβάλει αυτή η μέγιστη συμφορά.
Αντίθετα, όσοι από εκείνους που προσβλήθηκαν και διέφυγαν τον θάνατο, έδειχναν οίκτο για τους νεκρούς και τους πάσχοντες επειδή είχαν πείρα. Άλλωστε, δεν είχαν πια φόβο, γιατί η νόσος δεν προσέβαλε για δεύτερη φορά τον ίδιο άνθρωπο, τουλάχιστον με την θανατερή της μορφή. Και θεωρούνταν ευτυχείς από τους άλλους, αλλά και οι ίδιοι, λόγω της μεγάλης χαράς που τους κατείχε εκείνη τη στιγμή, είχαν μιαν αμυδρή ελπίδα ότι και στο μέλλον ίσως ποτέ δεν θα πέθαιναν, ούτε από οποιαδήποτε άλλη αρρώστια.
Πολλοί από τους πεθαμένους κείτονταν ο ένας πάνω στον άλλο, πολλοί κυλιόντουσαν στους δρόμους γύρω από τις κρήνες λόγω της δίψας τους. Οι ναοί, στους οποίους είχαν εγκατασταθεί οι κάτοικοι της υπαίθρου που συγκεντρώθηκαν στο άστυ, ήσαν γεμάτοι πτώματα, γιατί οι άνθρωποι πιεζόμενοι υπερβολικά από τη συμφορά, δεν είχαν τι να κάνουν και τράπηκαν σε γενική παραμέληση των ιερών και των οσίων. Παραβιάστηκαν ακόμα και όλα τα έθιμα που αφορούσαν στην ταφή, και ο καθένας έθαπτε τον νεκρό του όπως μπορούσε. Πολλοί μάλιστα, που δεν είχαν τα αναγκαία μέσα επειδή προηγήθηκε η ταφή πολλών άλλων δικών τους, κατέφευγαν σε επαίσχυντα μέσα ταφής. Έτρεχαν σε ξένες πυρές και αφού προλάβαιναν εκείνους που είχαν συγκεντρώσει τα ξύλα, απέθεταν τους δικούς τους νεκρούς και άναβαν την πυρά. Άλλοι, όσο χρόνο καιγόταν ο νεκρός, έριχναν και τον δικό τους νεκρό επάνω και έφευγαν αμέσως.
Η νόσος υπήρξε ως προς τα άλλα η πρώτη αφορμή μεγαλύτερης παρανομίας στην πόλη. Γιατί, τώρα ευκολότερα τολμούσε κανείς να κάνει όσα προηγουμένως ήθελε για την ευχαρίστησή του και τα έκρυβε. Αφού έβλεπαν ότι η κατάσταση συνεχώς μεταβαλλόταν και μερικοί πλούσιοι πέθαιναν αιφνίδια, τους έπαιρναν τις περιουσίες. Έτσι όλοι σκέπτονταν ότι έπρεπε να κυνηγούν τις άμεσες απολαύσεις και τέρψεις, θεωρώντας εφήμερα και τα σώματα και τις περιουσίες. Και κανείς δεν ήταν πρόθυμος να κοπιάσει για το καλό, γιατί πίστευαν ότι ήταν άχρηστο να το επιτύχει αφού θα πεθάνει. Μόνο εκείνο που παρείχε άμεση ευχαρίστηση κατάντησε να θεωρείται καλό και χρήσιμο.
Τον λαό δεν συγκρατούσε κανένας φόβος θεών ή νόμος των ανθρώπων, γιατί πίστευαν ότι μεταξύ ευσεβών και ασεβών καμία διαφορά δεν υπάρχει, εφ΄ όσον όλοι αδιακρίτως πέθαιναν, και γιατί κανείς δεν ανέμενε να ζήσει μέχρι να δικαστεί και τιμωρηθεί για την παρανομία του. Πολύ μεγαλύτερη ποινή θεωρούσαν αυτήν που είχε ήδη αποφασιστεί και κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια τους, την αρρώστια, και έκριναν ότι ήταν φυσικό ν΄ απολαύσουν κάπως την ζωή, πριν εκτελεστεί αυτή η ποινή.
Αυτά σχετικά με την επιδημία.» (Α΄49,50)
…………
Άφησε την γραφίδα αδύναμος ακόμη. Είχε αναρρώσει εξ ολοκλήρου, όμως οι δυνάμεις του ήσαν μετρημένες. Θα διέκοπτε για λίγο την συγγραφή του έργου περιμένοντας τον Ιπποκράτη που βρισκόταν τις ημέρες εκείνες στην Αθήνα, για να βοηθήσει στην καταπολέμηση της νόσου.
- Χαίρε Θουκυδίδη, ταχύτατε στην σκέψη.
- Χαίρε Ιπποκράτη, μεγάλε ασκληπιάδη.
- Ενθουσιάζομαι όταν σε βλέπω να επιτελείς το σημαντικό έργο σου. Πρέπει να καταγραφούν όλα τα στοιχεία που συνέλεξες. Είναι αναγκαίο οι άνθρωποι των μελλοντικών γενεών να μάθουν την αλήθεια και να διδαχθούν απ΄ αυτήν, με αντικειμενικό κι επιστημονικό τρόπο.
- Αυτό προσπαθώ φίλε μου, και μάλιστα χρησιμοποιώ την δική σου μέθοδο, ως ερευνητής που θεωρούμαι. Από την σπουδή των επί μέρους συγκεκριμένων πραγμάτων, στην κατανόηση των γενικότερων σχέσεών τους, επομένως στην προσέγγιση της ιστορικής αλήθειας, αυτής που υπηρετώ με πάθος και δεν απομακρύνομαι ποτέ. Ευελπιστώ μόνο να προλάβω να ολοκληρώσω το έργο μου.
- Μην λησμονείς πως, η ιστορική γνώση και αλήθεια, ανήκουν στους ζωντανούς ανθρώπους. Σ΄ αυτούς που δρουν και προσπαθούν, σ΄ αυτούς που διαφυλάττουν και τιμούν κάτι. Προ πάντων σ΄ εκείνους που αγωνίζονται έναν μεγάλο αγώνα, που χρειάζονται πρότυπα, δασκάλους, και δεν μπορούν να τους βρουν ανάμεσα στους δικούς τους και στο παρόν.
- Για όλους αυτούς γράφω, για τους ανθρώπους των επερχόμενων γενεών, για να διδαχθούν από τα δικά μας λάθη και να μην τα επαναλάβουν. «Το πάθημα μάθημα», όπως λέει ο Σοφοκλής.
- Είμαι σίγουρος ότι αξίζει η προσπάθειά σου. Πρέπει να διδαχθούν οι άνθρωποι να φυλάγονται από τους Κλέωνες, τους Αλκιβιάδηδες που καθιστούν την δημοκρατία ευάλωτη, και να ενθαρρύνουν όσο και εμπιστεύονται τους Διόδοτους και τους Περικλείς της δημόσιας ζωής.
…………….
Είναι το εικοστό πρώτο έτος του πολέμου. Ενός πολέμου που χαρακτηρίστηκε ως το τραγικότερο πολεμικό δράμα της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, πλέον αξιόλογος του Τρωικού και Περσικού, που με δυο ναυμαχίες και δυο πεζομαχίες έφερε γρήγορα την κρίση.
Και η γραφίδα του επιστήμονα ιστορικού θα καταγράψει:
«Σκληρή μορφή πήρε ο εμφύλιος πόλεμος, και φάνηκε ακόμη σκληρότερος γιατί ήταν ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος που έγινε μεταξύ των Ελλήνων, αφού αργότερα ολόκληρη σχεδόν η Ελλάδα περιήλθε σε εμφυλίους πολέμους λόγω των κομματικών διαφορών, ώστε σε κάθε πόλη οι αρχηγοί των δημοκρατικών να καλούν σε βοήθεια τους Αθηναίους, και των ολιγαρχικών τους Λακεδαιμόνιους.
Και λόγω των εμφυλίων πολέμων επήλθαν στις πόλεις πολλές και μεγάλες συμφορές, πράγμα που γίνεται και θα γίνεται πάντοτε, όσον η ανθρώπινη φύση παραμένει η ίδια. Διότι σε καιρό ειρήνης και καλής πολιτικής κατάστασης οι πόλεις και οι άνθρωποι έχουν καλύτερες διαθέσεις, επειδή δεν αναγκάζονται να ενεργήσουν παρά την θέλησή τους. Ο πόλεμος όμως, που εξαφανίζει σιγά-σιγά κάθε ευκολία της καθημερινής ζωής, διδάσκει και επιβάλλει την βία και εξομοιώνει την ψυχική διάθεση των ανθρώπων προς την επικρατούσα την στιγμή εκείνη πολεμική κατάσταση.
Έγιναν λοιπόν εμφύλιοι πόλεμοι στις πόλεις και όπου καθυστέρησαν να εκραγούν, εκεί, κατά τη γνώμη μου, λόγω της πείρας που είχαν αποκτήσει από προηγούμενους εμφυλίους πολέμους, έγιναν εφευρετικότεροι και τελειοποίησαν τους τρόπους επιθέσεως κατά των αντιπάλων, και τις επιβαλλόμενες παράδοξες τιμωρίες.
Οι άνθρωποι άλλαξαν την συνηθισμένη σημασία των λέξεων και τους έδωσαν όχι την πραγματική, αλλά την κατά την γνώμη τους συμφέρουσα. Η αλόγιστη τόλμη λ.χ. θεωρήθηκε ανδρεία υπέρ των ομοϊδεατών, ενώ η προβλεπτική διστακτικότητα θεωρήθηκε εύσχημη δειλία. Η σωφροσύνη θεωρήθηκε πρόσχημα ανανδρίας, και η σύνεση για το κάθε τι θεωρήθηκε τέλεια αδράνεια. Η μανιώδης ορμητικότητα προστέθηκε στα προσόντα πραγματικού ανδρός, ενώ η επανεξέταση ληφθείσας αποφάσεως για την ασφαλέστερη επιτυχία της, θεωρήθηκε ως εύσχημη πρόφαση υπεκφυγής. Όποιος φαινόταν σκληρός κατά των εχθρών του ήταν άξιος εμπιστοσύνης, ενώ όποιος πρόβαλλε αντιρρήσεις θεωρούνταν ύποπτος. Όποιος μηχανευόταν μιαν επιβουλή και την επιτύχαινε θεωρούνταν έξυπνος, και όποιος την προέβλεπε και την ματαίωνε, θεωρούνταν ακόμη εξυπνότερος. Αλλά, όποιος είχε πάρει τα μέτρα του ώστε να μην του χρειαστεί ούτε αυτός να κάνει επιβουλή εναντίον άλλου, ούτε να ματαιώσει επιβουλή άλλου εναντίον του, αυτός θεωρούνταν διαλυτικό στοιχείο και τρομοκρατημένος από τους εχθρούς του. Και γενικώς, θεωρούνταν αξιέπαινος όποιος προλάβαινε άλλον που επρόκειτο να του κάνει κακό, και όποιος παρακινούσε άλλον να κάνει κακό που δεν είχε υπ΄ όψιν του να κάνει.
Αλλά και η συγγένεια θεωρούνταν κατώτερος δεσμός εν συγκρίσει προς τον κομματικό, επειδή καθένας ήταν προθυμότερος να τολμήσει οτιδήποτε και απροφάσιστα υπέρ των ομοφρόνων του. Γιατί αυτές οι κομματικές ενώσεις δεν δημιουργούνται βάσει των νόμων προς αλληλοβοήθεια των μελών, αλλά πέρα από τους ισχύοντες νόμους, για την επιδίωξη αθέμιτων κερδών.
Την εμπιστοσύνη μεταξύ τους δεν την στήριζαν στον θείο νόμο και στους όρκους, αλλά στην κοινή παρανομία. Όσα σωστά έλεγαν οι αντίπαλοί τους τα παραδέχονταν, όχι από γενναιοφροσύνη αν ήσαν ισχυρότεροι, αλλά με διάφορες προφυλάξεις που έπαιρναν απέναντί τους. Καθένας θεωρούσε προτιμότερο να εκδικηθεί κάποιον, παρά να πάθει ο ίδιος προηγουμένως κακό. Αιτία όλων αυτών ήταν η εξουσία που την ήθελαν λόγω πλεονεξίας και της φιλοδοξίας τους. Από την τάση αυτή και από την αυξανόμενη φιλονικία τους προήλθε και η προθυμία τους για εξουσία. Γιατί οι αρχηγοί κομμάτων στις διάφορες πόλεις πρόβαλαν ο καθένας τους ως πρόσχημα τις ωραίες ιδέες που ήθελαν να πραγματοποιήσουν. Οι αρχηγοί των δημοκρατικών πρόβαλαν την ισονομία και την πολιτική ελευθερία του λαού, ενώ οι ολιγαρχικοί την συνετή διακυβέρνηση των αρίστων.
Έτσι μόνο με λόγια φρόντιζαν για τα κοινά, στην πραγματικότητα όμως θεωρούσαν τα κοινά ως βραβεία για τον νικητή. Γι΄ αυτό, αγωνιζόμενοι με κάθε τρόπο να επικρατήσει ο ένας εις βάρος του άλλου, έφτασαν στο σημείο να κάνουν φοβερότερα εγκλήματα και αντεκδικήσεις ακόμη μεγαλύτερες, και δεν τα περιόρισαν αυτά μέχρι του σημείου που θεωρούσαν ότι ήσαν δίκαια και συμφέροντα στην πόλη, αλλά και οι δύο έθεταν ως όριο το σημείο που κάθε φορά έφτανε η ευχαρίστηση της αντεκδίκησης, και καταδικάζοντας άδικα τους αντιπάλους τους ή υποτάσσοντάς τους με την βία, ήσαν πρόθυμοι να χορτάσουν το στιγμιαίο πάθος τους με τρομερές ποινές.
Οι μετριοπαθείς πολίτες που δεν ανήκαν σε καμία πολιτική παράταξη, εξολοθρεύονταν και από τις δυο, είτε γιατί δεν βοηθούσαν, είτε γιατί τους φθονούσαν επειδή ζούσαν ήσυχα και μακριά από τους κινδύνους.
Έτσι, λόγω των εμφυλίων πολέμων σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο επικράτησε κάθε είδος κακοτροπίας, και οι άνθρωποι με καλό χαρακτήρα, όπως είναι οι περισσότεροι που έχουν ευγενικά φρονήματα, εξευτελίστηκαν και εξαφανίστηκαν, ενώ αντιθέτως, μεγάλη ανάπτυξη πήρε η διαρκής αντίθεση γνωμών και η αμοιβαία δυσπιστία. Γιατί ούτε ο όρκος που δινόταν κρατούνταν ώστε να προσφέρει την συμφιλίωση, ούτε όρκος που να προκαλεί φόβο αν τον παρέβαιναν, αλλά όσοι γενικά έχοντας υπ΄ όψιν τους ότι δεν θα επικρατούσαν οι συμφωνίες και οι όρκοι και δεν είχαν καμία ελπίδα για να στηριχθούν πάνω τους, προσπαθούσαν να πάρουν προφυλάξεις για να μην πάθουν κακό, από το να δείξουν εμπιστοσύνη σ΄ αυτά.
Και ως επί το πλείστον, επικρατούσαν οι περισσότερο αμόρφωτοι. Γιατί έχοντας επίγνωση της δικής τους κατωτερότητας και της υπεροχής των αντιπάλων τους, φοβούνταν μήπως στις συζητήσεις νικηθούν και μήπως πέσουν θύματα της επιβουλής των αντιπάλων λόγω της μεγάλης οξυδέρκειας εκείνων, και γι΄ αυτό με μεγάλη τόλμη προχωρούσαν στην εκτέλεση των σκοπών τους. Οι μορφωμένοι, επειδή τους περιφρονούσαν νομίζοντας ότι θα καταλάβουν κάθε σχεδιαζόμενη πράξη τους και δεν θα υπήρχε ανάγκη να χρησιμοποιήσουν βία για να πάρουν κάτι που θα μπορούσαν να το πάρουν με την οξυδέρκειά τους, δεν έπαιρναν προφυλάξεις και έτσι εξολοθρεύονταν.» (Α΄83)
Έτσι κατέγραψε ο κάλαμος του Θουκυδίδη αντικειμενικά και αυστηρά, κρίνοντας τις καταστάσεις που δημιουργούσε η χαοτική συμπεριφορά στον πόλεμο.
…………….
«Ιεροσυλία!!!! Ιεροσυλία!!!» κραύγαζαν με οργή και αγανάκτηση οι Αθηναίοι αντικρίζοντας τις ακρωτηριασμένες ερμαϊκές στήλες στην πόλη εκείνο το μαγιάτικο πρωινό του 415π.Χ
«Κακός οιωνός για την εκστρατεία!», σχολίαζαν εκδηλώνοντας την δεισιδαιμονία τους πολλοί.
«Πρέπει να βρεθούν και να τιμωρηθούν οι ερμοκοπίδες», απαιτούσε ο λαός από τους άρχοντες.
«Ο Αλκιβιάδης πρέπει να είναι και αυτός αναμεμειγμένος. Θυμηθείτε πως παρωδούσε τα Ελευσίνια Μυστήρια μέσα στην οικία του μαζί με τον λογογράφο Ανδοκίδη και τον Ευφίλητο! Και τώρα είναι στρατηγός της εκστρατείας! Είναι ένας έκλυτος και ιερόσυλος άνδρας!», αποφαίνονταν αρκετοί από τους πολίτες για τον έναν από τους τρεις στρατηγούς της εξόρμησης των Αθηναίων προς την Δύση.
Πράγματι, οι άρχοντες Πείσανδρος και Κλεώνυμος πρότειναν με ψήφισμα να δοθούν «μεγάλα μήνυτρα», δηλαδή μεγάλες αμοιβές στους καταδότες των ενόχων, και μάλιστα, να τους αμνηστεύσουν σε ενδεχόμενη συμμετοχή τους στην ιερόσυλη πράξη. Αποδόθηκε κατηγορία στον Αλκιβιάδη και σε εννέα άλλους κατηγορούμενους. Εκείνοι θανατώθηκαν. Όσο για τον στρατηγό, αναβλήθηκε η δίκη του για μετά την επιστροφή του από την αποστολή που του ανέθεσαν οι Αθηναίοι.
Οι προετοιμασίες εκείνες για την εκστρατεία προς την Σικελία ήσαν οι μεγαλύτερες που έγιναν ποτέ. Η καταπληκτική τόλμη, η λαμπρότητα της εμφανίσεως, ο υπερβολικός αριθμός του στρατού συγκριτικά με εκείνους εναντίον των οποίων θα έρχονταν, ο μακρότατος διάπλους και η μέγιστη ελπίδα για τα αναμενόμενα αποτελέσματα, έκαναν την εκστρατεία αυτή περιβόητη.
Από πολλούς θεωρήθηκε σαν μια επίδειξη δυνάμεως και εξουσίας των Αθηναίων, παρά ως πολεμική προπαρασκευή εναντίον εχθρών.
Πολλά ήσαν τα έθνη των Ελλήνων και των βαρβάρων που κατοικούσαν την Σικελία, και εναντίον αυτής που ήταν τόσο μεγάλη θέλησαν να εκστρατεύσουν οι Αθηναίοι θέλοντας στην πραγματικότητα να γίνουν κύριοι ολόκληρης της νήσου, προφασιζόμενοι όμως ότι θέλουν να βοηθήσουν τους ομοεθνείς τους και τους συμμάχους.
Οι Αθηναίοι και όσοι από τους συμμάχους τους βρίσκονταν στην Αθήνα, κατέβηκαν την ορισμένη μέρα με την αυγή στο λιμάνι του Πειραιά για να επιβιβαστούν στα πλοία για αναχώρηση. Μαζί τους κατέβηκε και όλος σχεδόν ο πληθυσμός της πόλεως, πολίτες και ξένοι. Οι Αθηναίοι χαιρετούσαν τους δικούς τους, φίλους, συγγενείς, γιους. Βάδιζαν με ελπίδες και θρήνους μαζί, γιατί θα είχαν βέβαια νέες κατακτήσεις, αλλά τους δικούς τους ίσως να μην τους ξανάβλεπαν ποτέ. Αναλογίζονταν το μάκρος του ταξιδιού που θα έκαναν όσοι έφευγαν από την πατρίδα, και την ώρα του αποχαιρετισμού συλλογίζονταν τα δεινά του πολέμου περισσότερο τώρα, παρά όταν αποφάσιζαν την εκστρατεία. Έπαιρναν όμως πάλι θάρρος, βλέποντας μπροστά στα μάτια τους το πλήθος της προετοιμασίας που φανέρωνε πόσο μεγάλη ήταν η αθηναϊκή δύναμη εκείνη την εποχή. Οι ξένοι και ο υπόλοιπος λαός είχαν πάει να δουν το θέαμα με την σκέψη πως ήταν κάτι το εξαιρετικό, που και με την φαντασία τους ακόμη ήταν δύσκολο να το συλλάβουν.
Πραγματικά, η εκστρατεία αυτή ήταν η δαπανηρότερη και η λαμπρότερη από όσες υπερπόντιες είχαν οργανωθεί έως τώρα από μια μόνο πολιτεία και με δυνάμεις καθαρά ελληνικές.
Όταν επιβιβάστηκαν όλα τα πληρώματα και φορτώθηκαν όλα όσα έπρεπε να πάρουν μαζί τους, η σάλπιγγα σήμανε σιωπητήριο, και η συγκίνηση έφτασε στην κορύφωση. Οι συνηθισμένες πριν από κάθε ταξίδι ευχές, όχι όμως σε κάθε πλοίο ξεχωριστά αλλά σε όλα μαζί, άρχισαν να προσφωνούνται με τον ρυθμό που τους έδινε ο κήρυκας. Σε όλο το στράτευμα είχαν αναμείξει κρασί σε κρατήρες και οι αξιωματικοί όσο και οι οπλίτες, έκαναν σπονδές με χρυσά ή ασημένια ποτήρια. Αφού τραγούδησαν τον παιάνα όλοι μαζί και τελείωσαν οι σπονδές, ανοίχτηκαν στο πέλαγος. Μπροστά στα έκπληκτα από θαυμασμό μάτια των Αθηναίων ο στόλος άνοιγε πανιά σε μια επεκτατική απόπειρα του αθηναϊκού κράτους προς την Δύση, χωρίς όμως να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της πρώτα με τους εχθρούς του εδώ στην Ελλάδα.
«Φεύγουν χωρίς σχέδιο δράσης, μόνο με ελπίδες! Τι άτοπο!», σκέφτονταν οι πιο συνετοί, εκείνοι που είχαν αντιταχθεί στην εκκλησία του δήμου, στην λήψη της απόφασης για την επίθεση των Αθηναίων στις κυρίαρχες στην Σικελία Συρακούσες.
«Θαλασσοκρατούμε στις δικές μας θάλασσες. Είναι παράλογη η απαίτηση να γίνουμε κοσμοκράτορες, είναι ύβρις!», συμφωνούσαν μεταξύ τους στις συζητήσεις.
«Θα είναι τρομερό αν αναλάβει τη νουθεσία μας η Νέμεσις!»
Οι φόβοι όμως των ανθρώπων και η ανείπωτη πρόρρηση που έκαναν σκεπτόμενοι τα χειρότερα, επαληθεύθηκαν με τον πλέον τραγικό τρόπο. Το εκστρατευτικό σώμα των Αθηναίων και των συμμάχων τους αποδεκατίστηκε. Αιχμάλωτοι οι στρατιώτες σύρθηκαν για να εργαστούν στα λατομεία κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Από το πλήθος των 55.000 πολεμιστών που εκστράτευσε, ελάχιστοι επέστρεψαν για να ανακοινώσουν το μέγεθος της καταστροφής και να ντύσουν την Αθήνα στο πένθος και τον θρήνο. Πολλοί λίγοι ήσαν εκείνοι που είχαν καταλάβει, τότε που μιλούσε ο Περικλής και έλεγε:
«Θα νικήσουμε, αν μείνουμε ήσυχοι φροντίζοντας το ναυτικό μας, και αν δεν επιδιώξουμε κατακτήσεις κατά την διάρκεια του πολέμου, και δεν μπλέξουμε την πόλη μας σε κινδύνους.»
Με πόσο τραγικό τρόπο το θυμήθηκαν!
……………..
Ο ήλιος ανέτειλε πάνω από το Παγγαίο όρος φωτίζοντας την Σκαπτή Ύλη.
Ο εξόριστος Αθηναίος με την θρακική καταγωγή συνέχιζε την συγγραφή του έργου του, ταξιδεύοντας ακόμη και στην Σικελία και Ιταλία ως «πολεμικός ανταποκριτής» προκειμένου να συλλέξει στοιχεία για να καταγράψει την εκστρατεία των Αθηνών εναντίον των Συρακουσών, που κατατέθηκε σε μια από τις μελανότερες σελίδες της αθηναϊκής ηγεμονίας.
Έχουν περάσει εννέα χρόνια από τότε που κατηγορήθηκε για προδοσία, και φοβούμενος την εμπάθεια των αντιπάλων του, προτίμησε την εκούσια εικοσαετή εξορία. Από το ψήφισμα του Καννωπού που δήλωνε πως, όποιος αδικούσε τον δήμο θα ριχνόταν στο βάραθρο και θα δημευόταν η περιουσία του, προτίμησε να αγνοήσει τον δημαγωγό Κλέωνα που διόγκωσε στο δικαστήριο τις συνέπειες του ατυχήματος της Αμφίπολης, και να αποχωρήσει από την Αθήνα.
Ήταν το έτος 424π.Χ όταν έγινε στρατηγός σε μια μοίρα του αθηναϊκού στόλου στο βόρειο Αιγαίο. Η αποτυχία του να σώσει την Αμφίπολη από τα χέρια του Βρασίδα, δίκαια ή άδικα προκάλεσε αυτή την εξορία. Η λιγόλογη αναφορά στο σύγγραμμά του για την διαβολή από τον Κλέωνα και την αδικία από τον δήμο, η μεγαλοπρεπής αυτή σιγή, αποδεικνύει την αθωότητα του στρατηγού, την αριστοκρατική του φύση και το υψηλόφρων ήθος του.
Τώρα, κάτω από το λαμπρό φως της θρακικής γης καταγράφει όσα συμβαίνουν. Και τα καταγράφει όπως έγιναν. Ο Θουκυδίδης στέκεται σε απόσταση από τους ακροατές του, αριστοκράτης και στον τρόπο του σκέπτεσθαι και στον τρόπο του λέγειν. Το κύριο γι΄ αυτόν είναι το θέμα του και όχι ο ακροατής, αυτός μπορεί να είναι αδιάφορος ή κακόγνωμος, αλλά ο ιστορικός δεν ενδιαφέρεται να τον επαναφέρει στην ορθή οδό. Μέσα στις σελίδες του έργου, οι αναγνώστες του Θουκυδίδη διαβάζουν:
«Την στέρηση ελευθερίας δεν την επιφέρει εκείνος που υποδούλωσε άλλον λαό, αλλά κυρίως εκείνος που έχει μεν την δύναμη να τον ελευθερώσει, αλλά αδιαφορεί.» (Α΄69)
«Αλλά είναι αιώνιος νόμος, ο ασθενέστερος να περιορίζεται από τον ισχυρότερο.» (Α΄76)
«Καθώς φαίνεται, οι άνθρωποι οργίζονται περισσότερο όταν αδικούνται παρά όταν εκβιάζονται. Γιατί η αδικία φαίνεται ότι προέρχεται από άνθρωπο που έχει ίσα δικαιώματα, ενώ η βία είναι αποτέλεσμα καταναγκασμού από τον ισχυρότερο.» (Α΄77)
«Δεν πρέπει να νομίζουμε ότι διαφέρει πολύ άνθρωπος από άνθρωπο, αλλά ότι καλύτερος είναι εκείνος που εκπαιδεύεται στα πιο αναγκαία για κάθε περίσταση.» (Α΄84)
«Η καταφρόνηση του αντιπάλου, επειδή πολλούς οδηγεί στην καταστροφή, έχει ονομαστεί, ως αντίθετη της σωφροσύνης, αφροσύνη.» ( Α΄122)
«Για κανέναν δεν θεωρείται ντροπή το να παραδέχεται ότι είναι φτωχός, αλλά μεγαλύτερη ντροπή είναι, αν δεν προσπαθεί ν΄ αποφύγει την φτώχεια με την εργασία του.» (Β΄40)
«Εκεί που έχουν οριστεί μεγάλα βραβεία για την αρετή, εκεί και οι πολίτες είναι άριστοι άνδρες.» (Β΄46)
«Μια πόλις ωφελεί τα άτομα περισσότερο όταν αυτή ακμάζει στο σύνολό της, παρά όταν ευτυχεί ο κάθε ένας ατομικά η δε πόλις δυστυχεί. Γιατί κάθε πολίτης που ευτυχεί ως άτομο, αν καταστραφεί η πατρίδα του, συμπαρασύρεται ασφαλώς στην καταστροφή, ενώ ο δυστυχών σε ευτυχούσα πατρίδα έχει μεγαλύτερη ελπίδα σωτηρίας.» (Β΄60)
«Η ησυχία δεν διατηρείται αν δεν συνοδεύεται με δραστηριότητα και δεν συμφέρει σε ηγεμονεύουσα πόλη, αλλά σε υπήκοο για ν΄ αποφεύγει τους κινδύνους παραμένοντας υπόδουλος.» (Β΄63)
«Την κυριαρχία που κατέχει κάποιος ως τυραννίδα, είναι άδικο να την καταλαμβάνει, επικίνδυνο όμως να την αφήσει.» (Β΄63)
«Όσοι στις συμφορές ψυχικά μεν ελάχιστα χάνουν το θάρρος τους, με έργα δρ δείχνουν μέγιστη αντοχή, αυτοί είναι άριστοι, είτε για πόλεις πρόκειται είτε για ιδιώτες.» (Β΄64)
«Τρία πράγματα είναι επιβλαβή κατ΄ εξοχήν στην πολιτεία: ο οίκτος, η ηδονή των λόγων, και η επιείκεια.» (Γ΄40)
«Δύο πράγματα είναι κατ΄ εξοχήν αντίθετα προς την ορθή σκέψη: η ταχύτητα και η οργή. Το μεν ένα συνήθως συνυπάρχει με την ανοησία, το δε άλλο με την αγροικία και την στενότητα σκέψεως.» (Γ΄42)
«Η ελπίδα και η επιθυμία βρίσκονται παντού. Η μεν επιθυμία προηγείται, ενώ η ελπίδα ακολουθεί. Και η μεν φροντίζει για την επιχείρηση, η δε άλλη την εύνοια της τύχη θέτοντας ως προϋπόθεση. Και οι δυο προξενούν τις μεγαλύτερες ζημιές στους ανθρώπους. Επειδή είναι αφανείς, είναι τρομερότερες απ΄ εκείνες που φαίνονται.» (Γ΄45)
«Η πραγματική γενναιότητα επιβάλλει να τιμωρεί κανείς τους εχθρούς του, όταν εκείνοι έχουν την ίδια δύναμη μ΄ εκείνον.» (Α΄136)
«…μην θελήσετε να πάθετε, μήτε να ομοιάσετε με τους πολλούς οι οποίοι, ενώ τους είναι δυνατόν να σωθούν με ανθρώπινα μέσα, όταν εις την μεγάλη τους ανάγκη χάσουν και την τελευταία φανερή ελπίδα, τρέπονται εις τους αφανείς, δηλαδή εις την μαντική, τους χρησμούς και άλλα τέτοια, όσα προσφέρουν αβέβαιες ελπίδες εις τους ανθρώπους και τους καταστρέφουν.» (Ε΄103)
Ο Θουκυδίδης, αυτός που έχει το νου ταχύ, όπως ετυμολογείται το όνομά του, άφησε την γραφίδα που κρατούσε κι έγειρε λίγο ν΄ αναπαυθεί. Η ξαφνική αδιαθεσία του σταμάτησε τη συνέχιση της συγγραφής. Την σταμάτησε όμως τελειωτικά, αφού ο επιστήμων ιστορικός εκείνη τη στιγμή περνούσε για πάντα την όχθη της Αχερουσίας λίμνης, έχοντας παρέα τον Χάροντα που του έγνεψε στοργικά, τιμώντας με τον τρόπο αυτόν έναν ακόμη «αθάνατο» που θα ταξίδευε στο βασίλειο του Άδου, ενώ παράλληλα θα παρέμενε ολοζώντανος στο νου κάθε πεπαιδευμένου ανθρώπου κάθε εποχής. Και όπως αναγνωρίζει στον Όμηρο τον «ποιητή», το ίδιο παραδέχεται τον Θουκυδίδη ως τον «επιστήμονα συγγραφέα», αναγνωρίζοντας στο έργο του το πρώτο κρατικό, πολιτικό και κοινωνιολογικό δοκίμιο της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Στην Αθήνα, στα «Κιμώνεια μνήματα» στήθηκε επιτύμβια στήλη που πάνω της γράφτηκε: Θουκυδίδης Ολόρου Αλιμούσιος.
Αφορά στον πρώτο επιστήμονα ιστορικό που καταφρόνησε τις υπερβολές των ποιητών, τις δεισιδαιμονίες των συγχρόνων του και που αιώνες αργότερα θα χαρακτηριστεί ως «ο Αναξαγόρας της Ιστορίας». Είναι αυτός που απαλλαγμένος από τις θρησκευτικές προλήψεις, δεν καθιστά την Ιστορία θέατρο θαυμάτων, ούτε το παρελθόν γεμίζει μύθους, αλλά με την συγγραφή του θα ιστορίσει την αλήθεια, θα διδάξει και θα δημιουργήσει την Επιστημονική Κριτική Πολιτική Ιστορία.
Ο Θουκυδίδης εν γνώσει του έγραφε:
Το σύγγραμμά μου προορίζεται να είναι αιώνιο κτήμα και όχι προσωρινά μόνο χρήσιμο.

Βιβλιογραφία
Θουκυδίδου Ιστορίαι, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων εκδ. Γεωργιάδη
Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Γ2
Ιστορία και ζωή, Φ. Νίτσε, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1993
Θουκυδίδης, Περικλέους Επιτάφιος, Ι. Μπάρμπας εκδ. Ζήτρος 2002

ΔΙΑΣΤΗΜΑ: ΤΟ ΥΦΑΝΤΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ - ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ




 
 
 

Laurent Pernot: Η σύγχρονη κοινωνία έχει ανάγκη τα Ελληνικά!


Η Ελληνική γλώσσα, «το βιολί της ανθρωπότητας», όπως την χαρακτηρίζει η Αμερικανίδα συγγραφέας, Έλεν Κέλλερ, υπήρξε ανέκαθεν το όργανο ανάπτυξης και διάδοσης του ελεύθερου πνεύματος των Ελλήνων, η «κιβωτός» που ταξίδεψε σε όλον τον κόσμο φυλάσσοντας μέσα της αλλά ταυτόχρονα μοιράζοντας απλόχερα κάθε είδους μεγαλείο…

Εκτός Ελλαδικού κράτους δίνεται τεράστιος αγώνας για την διατήρηση και εκ νέου εξάπλωση του ελεύθερου πνεύματος των Ελλήνων, μοναδικού αντίβαρου στον σκοταδισμό της παγκοσμιοποίησης. Εντός των τειχών δυσφημείται και χλευάζεται από δήθεν «μορφωμένους»…
Οι σύγχρονοι ψευτο-προοδευτιστές εφευρίσκουν συνεχώς νέα «κόλπα», προκειμένου να προκαλέσουν ανεπανόρθωτα πλήγματα στον φορέα αυτού του πνεύματος, που δεν είναι άλλος από την ελληνική γλώσσα. Αν μπορούσαν, μάλιστα, όχι μόνο θα την εξαφάνιζαν αλλά θα την έσβηναν παντελώς από την παγκόσμια ιστορία! Γιατί;
Γιατί γνωρίζουν αυτό ακριβώς… Τον όρο «παγκόσμιος»! Γιατί μόνο αυτός μπορεί να περιγράψει την πορεία της… Γιατί η Ιατρική, η Φιλοσοφία, η Ιστορία, η Αρχαιολογία, η Φυσική, τα Μαθηματικά, οι Τέχνες και κάθε τομέας της ανθρώπινης διανόησης το αποδεικνύει, κατακλυσμένος από τον χείμαρρο των λέξεων της.
Γιατί αυτή υπήρξε η βάση όλων των υπολοίπων γλωσσών. Και όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να την παραγκωνίσουν, να την αλλοιώσουν και να την εξαφανίσουν, πάντα θα υπάρχουν φωνές (και δυστυχώς κυρίως εκτός Ελλάδας) που θα την κρατούν ζωντανή και θα βροντοφωνάζουν την παγκόσμια εμβέλεια και συμβολή της.
Ένας εξ αυτών και ο Ελληνιστής Γάλλος Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, διευθυντής του Ελληνικού Ινστιτούτου, τέως πρόεδρος της Διεθνούς εταιρείας της Ιστορίας της ρητορικής (International Society for the History of Rhetoric ) και ακαδημαϊκός Laurent Pernot, ο οποίος σε συνέντευξή του στην Διδάκτορα Κλασσικής Φιλολογίας, Αλεξάνδρα Δήμου για την θέση της ελληνικής παιδείας στην Ευρώπη, μεταξύ άλλων δήλωσε:
«Η Ευρώπη οφείλει ένα τεράστιο χρέος στην Ελλάδα τόσο στον χώρο της διανόησης  όσο και του πολιτισμού (…)Είναι σαφές πως οι Ευρωπαίοι πολίτες παραμένουν συνδεδεμένοι με τα ελληνικά, αν κρίνουμε από την επιτυχία που γνωρίζουν βιβλία αφιερωμένα στην αρχαία ελληνική σκέψη ή ακόμη από την επισκεψιμότητα των αρχαιολογικών χώρων στην Ελλάδα. Υπάρχει ακόμη μία επιθυμία για τα ελληνικά στην κοινωνία της Ευρώπης.
Στην περίπτωση των χωρών την Δύσης, αυτή η δραστηριότητα περιλαμβάνει υποχρεωτικά τα ελληνικά και μάλιστα σε περίοπτη θέση. Η Ελλάδα μας προσφέρει τις πολιτισμικές αναφορές στους τομείς της αισθητικής του ωραίου της διανόησης και της πολιτικής,  χωρίς τις οποίες οι πολίτες θα αδυνατούσαν να κατανοήσουν τον πολιτισμό μας.
Προσφέρει τις ρίζες, την παράδοση, τη μνήμη κι αυτό είναι χρήσιμο σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη επιδιώκει  όλο και περισσότερο την ένωση και τη συνεργασία των πολιτών της. Αυτές τις ρίζες τις βλέπουμε κιόλας στο λεξιλόγιο: το ίδιο το όνομα της Ευρώπης κατ΄αρχήν είναι Ελληνικό, όπως και οι λέξεις «δημοκρατία», «πολιτική», «οικονομία», «ιστορία», «φιλοσοφία», «θέατρο», «μαθηματικά», «βιολογία» κ.τ.λ., που έχουν περάσει στις ευρωπαϊκές γλώσσες. 
Δεν είναι τυχαίο ότι οι Ευρωπαίοι χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις που προέρχονται από τα Ελληνικά για να ονομάσουν τους πιο σημαντικούς τομείς στη ζωή τους. Αυτές οι λέξεις δεν είναι απολιθώματα, αντιθέτως περιγράφουν έναν τρόπο συμβίωσης των ανθρώπων στο παρόν και το μέλλον».
Ο Laurent Pernot με το ξίφος του ακαδημαϊκού
Την ίδια στιγμή που τέτοιοι άνθρωποι, οι οποίοι έχουν αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής τους στην έρευνα, εξυψώνουν την ελληνική γλώσσα και μαρτυρούν την τεράστια σημασία της, χωρίς «εθνικιστικά κίνητρα» -για να προλάβουμε μερικούς-, στην Ελλάδα η ίδια αυτή γλώσσα κατακρεουργείται από δήθεν ειδήμονες, οι οποίοι προσπαθούν με κάθε αθέμιτο μέσο να την ξεριζώσουν από μέσα μας, χαρακτηρίζοντάς την ως κάτι το παλιομοδίτικο, το στριφνό και το άχρηστο.
Πρωτεργάτες, άνθρωποι άσχετοι τόσο σε θέματα παιδείας όσο και ιστορίας, οι οποίοι υποστηρίζουν (και σίγουρα όχι από αφέλεια ή ελλιπή γνώση) την αφαίρεσή της από τα σχολεία, καθώς πρόκειται, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, για γλώσσα νεκρή, που δυσκολεύει τα παιδιά και τους προκαλεί σύγχυση.
Ας δούμε ποια είναι η άποψη του καθηγητή Pernot: «Πρέπει η δευτεροβάθμια εκπαίδευση να εξακολουθήσει να προτείνει την αρχαία ελληνική γλώσσα (…)Και αυτό όχι για να δημιουργήσει ειδικούς φιλολόγους αλλά για να δώσει την δυνατότητα σε μαθητές που στην συνέχεια θα προσανατολιστούν σε κάθε είδους επαγγέλματα να γνωρίσουν την αρχαία Ελληνική γλώσσα και τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό.
Αυτή η επαφή με την Ελληνική αλλά και με την λατινική γλώσσα  και γενικά με τις λογοτεχνικές σπουδές είναι σημαντική για την διατήρηση του πολιτισμού στην κοινωνία μας.
Κατά καιρούς επανέρχονται προτάσεις για την κατάργηση των λατινικών και των αρχαίων Ελληνικών στην εκπαίδευση και γίνεται πάντοτε η ίδια συζήτηση: από την μία πλευρά το ωφελιμιστικό επιχείρημα, ότι πρέπει να εξαλείψουμε από τα σχολεία τα μαθήματα που υποπτευόμαστε ότι δε χρησιμεύουν και από την άλλη η δίκαιη αγανάκτηση των εκπαιδευτικών, που βλέπουν στην καθημερινή άσκηση του επαγγέλματός τους την τεράστια συνεισφορά των αρχαίων Ελληνικών και των λατινικών στους μαθητές. Αυτή η συζήτηση προέρχεται από την ανικανότητα κατανόησης.
Για να εξέλθουμε πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην κοινή βάση. Για να δημιουργήσουμε μία κοινότητα φωτισμένων  και υπεύθυνων πολιτών (γιατί αυτός είναι ο σκοπός του σχολείου) δεν μπορεί να μην ρίξουμε μια ιστορική ματιά σ΄αυτά που μας ενώνουν και πρώτ΄ απ΄ όλα στην γλώσσα».
Επομένως η αρχαία Ελληνική ΔΕΝ είναι μία νεκρή γλώσσα αλλά αντιθέτως είναι απαραίτητη στην εποχή μας, καθώς συνιστά το “εισιτήριο” όλων μας στον τεράστιο αυτό πολιτισμό που συνεχίζει να “σημαδεύει” ολόκληρη την υφήλιο…
Εκτός συνόρων δίνεται μεγάλος αγώνας για την διατήρηση της γλώσσας μας από ανθρώπους, τους οποίους, όπως ήταν αναμενόμενο, το ελληνικό κράτος αφήνει παντελώς ανεκμετάλλευτους. Ευτυχώς για εμάς, όμως, υπάρχουν τέτοιοι επιστήμονες που κρατούν άσβεστη την φλόγα του Ελληνισμού.
Τι μπορούμε να κάνουμε εμείς;
Να μην «μασάμε» στην προπαγάνδα των καιρών που θέλει να αφανίσει καθετί ελληνικό, αλλά αντιθέτως να ερευνάμε, αντιμετωπίζοντας κριτικά ό,τι ακούμε, γιατί μόνο έτσι θα προσεγγίσουμε την αλήθεια.
Ίσως κάποιος να νοιώσει μόνος του σε όλο αυτό.. Και το πιο πιθανό να χαρακτηριστεί γραφικός. Αλλά ας θυμάται αυτό που είχε πει  ο Μαχάτμα Γκάντι: «Πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν, μετά τους νικάς»!
Γιατί αρκεί μία σπίθα για να «θεριεύσει» η φλόγα!
Στο βίντεο που σας παραθέτει αποκλειστικά το ΠΥΓΜΗ.gr και το οποίο επιμελήθη η Διδάκτωρ Αλεξάνδρα Δήμου, ο παγκοσμίως διακεκριμένος φιλόλογος δηλώνει ρητά και κατηγορηματικά πως οι απανταχού Ελληνιστές πρέπει να παραμείνουν σε επαγρύπνηση, ώστε να κρατήσουν ζωντανή την ελληνική γλώσσα, την οποία, όπως αναφέρει, χρειάζονται, ώστε να κατανοήσουν την κληρονομιά της χώρας τους. 
Σε αυτήν τους την προσπάθεια χρειάζονται όσο το δυνατόν περισσότερους «συνοδοιπόρους» και για τον λόγο αυτό απευθύνονται σε νέους ανθρώπους, καλώντας τους να συμβάλλουν στο δύσκολο έργο τους.

Περί διατροφής των Αρχαίων Ελλήνων


Η αρχέγονη ανάγκη για διατροφή είχε μετατραπεί σε κεντρικό γεγονός με κοινωνικές και άλλες προεκτάσεις στην Αρχαίο Ελλάδα.

Το ελαιόλαδο, το λαχανικό, τα φρούτα, τα καρυκεύματα, τα όσπρια και τα δημητριακό, τα κρέατα και βέβαια το ψάρι και το κρασί, όπως σήμερα και τότε αποτελούσαν τα  κυρίαρχα συστατικά της γαστρονομίας.
Το πρωινό
Το πρωινό, το οποίο ονομαζόταν συνήθως «άριστον», αποτελείτο από ψωμί, («μάζα» από κριθάρι γιο το λαό, «άρτο» από σιτάρι γιο τους πλούσιους) βουτηγμένο σε ανέρωτο κρασί.
Συνηθισμένες πρωινές τροφές ήταν επίσης τα ξερά σύκα, τα αμύγδαλα, τα καρύδια και οι άλλοι ξηροί καρποί. Το πρωινό ρόφημα ήταν ο «κυκεών», ένα μείγμα κρασιού, τριμμένου τυριού και κριθάλευρου, το γάλο κυρίως κατσικίσιο, καθώς και ένα είδος υδρομελιού που το παρασκεύαζαν από χλιαρό νερό και μέλι.
Τα γεύματα
Συχνά, τα γεύματα ήσαν μόνο δύο. Το πρώτο απαρτιζόταν από ψάρια, όσπρια, ή πρόχειρα φαγητά όπως ψωμί, τυρί, ελιές, αυγά, ξηρούς καρπούς και φρούτα.
Το βραδινό, το οποίο αποτελούσε και το κύριο γεύμα, ήταν αυτό του συμποσίου και της φιλικής συντροφιάς διότι στους αρχαίους Έλληνες δεν άρεσε να τρώνε μόνοι τους, η γενικά αποδεκτή άποψη ήταν ότι το να τρώει κανείς μόνος του δε σημαίνει ότι γευματίζει αλλά ότι απλά γεμίζει το στομάχι του.
Το Ελαιόλαδο
Πολλά ευρήματα από ανασκαφές δείχνουν ότι η κατανάλωση του ελαιόλαδου ήταν ευρύτατα διαδεδομένη στην Αρχαία Ελλάδα.
Έτσι έχουν κατά καιρούς βρεθεί άφθονοι ελαιοπυρήνες, δείγμα κατανάλωσης ελιάς και λαδιού, καθώς και πολλοί οπό τους λεγόμενους ψευδόστομους αμφορείς οι οποίοι χρησίμευαν κυρίως για την αποθήκευση λαδιού.
Φημισμένο λάδι στην αρχαιότητα προερχόταν από τη Σάμο και την Ικαρία, ενώ η Αττική, σε αντίθεση με άλλα προϊόντα, ήταν όχι μόνο αυτάρκης αλλά και εξαγωγέας ελαιόλαδου και ελιών.
Το κρασί
Το κρασί ήταν ένα καθημερινό βασικό συστατικό στην διατροφή των Αρχαίων Ελλήνων, στην πραγματικότητα αποτελούσε μια οπό τις βασικές τροφές αφού ήταν μέρος του πρωινού αλλά και των υπολοίπων γευμάτων.
Τα ψάρια
Ανέκαθεν οι Έλληνες έτρωγαν πολύ περισσότερα ψάρια οπό κρέας. Στην αρχαιότητα προτιμούσαν, όπως φαίνεται, κυρίως παχιά ψάρια, όπως: κολιός - σκουμπρί (σκόμβρος), σαρδέλα (σαρδίνι, τριχίς), γόπα (βοξ), μαρίδα (σμόρις) κ.α.
Τα κρέατα
Γενικά, εκτός από τους ομηρικούς ήρωες και τα συμπόσια, η κρεατοφαγία περιοριζόταν στις δημόσιες και ιδιωτικές γιορτές.
Τα πουλερικά διαφόρων ειδών, τα κουνέλια, οι λαγοί, οι αγριόχοιροι, το αγριοκάτσικα, τα ελάφια και τα γνωστά κατοικίδια ζώα, αποτελούσαν τις κύριες πηγές κρέατος των αρχαίων Ελλήνων. Το μαγείρεμα γινόταν με διάφορους τρόπους, πιο συχνά, ψητά στο φούρνο ή στη σούβλα και βραστά με διάφορα λαχανικό και καρυκεύματα.
Καθημερινή σκηνή σε κρεοπωλείο των Αθηνών. Ο κρεοπώλης τεμαχίζει κομμάτι κρέατος ενώ τον διευκολύνει ο βοηθός του. Από αγγείο του 6ου αι..
Όσπρια και δημητριακά
Τα όσπρια και τα δημητριακά, αποτελούσαν διατροφική βάση για την πλειοψηφία των Ελλήνων οπό την αρχαιότητα. Τα κουκιά, τα λούπινα, τα μπιζέλια, τα ρεβίθια και τα φασόλια είναι μερικά από τα όσπρια που προτιμούσαν οι αρχαίοι Έλληνες.
Τα δημητριακά χρησίμευαν κυρίως στην παρασκευή διαφόρων τύπων ψωμιού, έτσι παρασκεύαζαν ψωμί από κριθάρι, σιτάρι, κεχρί κ.ά.
Ο Τριπτόλεμος ξεκινά από την Αττική για να διδάξει σε όλη τη γη την καλλιέργεια του σιταριού. Η Δήμητρα του προσφέρει το ποτό του αποχωρισμού.
Λαχανικά - φρούτα - καρυκεύματα
Τα λαχανικά και τα φρούτα ήταν ανέκαθεν πρώτα στις επιλογές των Ελλήνων. Άλλωστε, και στην Αρχαία Ελλάδα, υπήρχαν μερικοί όπως οι οπαδοί του Πυθαγόρα που ήταν φυτοφάγοι.
Φυσικά τα λαχανικό και τα φρούτα εκείνης της εποχής δεν ήταν ίδια με τα σημερινά αφού δεν υπήρχαν ντομάτες, πατάτες, πιπεριές, καλαμπόκι, πορτοκάλια, μανταρίνια, μπανάνες, κ.α.
Από τα λαχανικό υπήρχαν, το αγγούρι, η αγκινάρα, ο αρακάς, οι κολοκύθες, τα κρεμμύδια, το λάχανο, το σπαράγγια, τα μανιτάρια, τα παντζάρια κ.α.
Από τα καρυκεύματα και τα μπαχαρικά χρησιμοποιούσαν, άνηθο, βασιλικό, δυόσμο, θυμάρι, κάρδαμο, κόλιανδρο, κάππαρη, κουκουνάρι, αλλά και τα εισαγόμενα όπως πιπέρι, κ.α.
Στα φρούτα κυριαρχούσαν το αχλάδι, το δαμάσκηνο, το κεράσι, το κούμαρο, το κυδώνι, και βέβαια το σταφύλι και το σύκο.
Στους ξηρούς καρπούς συγκαταλέγονταν, μεταξύ άλλων, τα αμύγδαλα, τα καρύδια, τα κάστανα, οι σταφίδες και τα ξερά σύκα.
Το υγρό στοιχείο τροφοδοτούσε ανέκαθεν με την ποικιλία και την αφθονία του τους κατοίκους της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας.
Η άμεση γειτνίαση μεγάλου τμήματος της πατρίδας μας προς τη θάλασσα, τα καθαρά και όχι ιδιαίτερα βαθιά νερά και τα πολυάριθμα είδη ψαριών, μαλακίων και οστρακοειδών, που - κατά τους αρχαίους τουλάχιστον χρόνους - υπήρχαν σε πλούσιες ποσότητες, καθιστούν ευνόητη την αγάπη των Ελλήνων για τα θαλασσινά.
Οι αρχαίες γραπτές πηγές σώζουν πλήθος πληροφοριών σχετικά με τα είδη των θαλασσινών που καταναλώνονταν, καθώς και τους τρόπους αλίευσης και μαγειρεύματός τους.
Υπήρχαν μάλιστα και ειδικά συγγράμματα επί του θέματος, π.χ. Αριστοτέλους Περί ιχθύων, Αρχίππου Ιχθύς, Δωρίωνος Περί ιχθύων, Νουμηνίου Αλιευτικός, Ευθυδήμου Περί παστών, Αντιφάνους Αλιευομένη.
Όπως προκύπτει από τις πληροφορίες των γραπτών πηγών, των απεικονίσεων, κυρίως στην αγγειογραφία, και των αρχαιολογικών ευρημάτων, οι αρχαίες μέθοδοι και τα σύνεργα της αλιείας παραμένουν σχεδόν αμετάβλητα από την πρώιμη αρχαιότητα έως σήμερα.
Επέλεξα να ασχοληθώ σχετικά με την τροφή των αρχαίων Ελλήνων, να αναφέρω δηλαδή τις τροφές της αρχαιότητας, διάφορες συνταγές, τα εδέσματα που ήταν σε προτίμηση και τους τόπους που φημίζονταν για τα κρασιά και τα φρούτα τους.
Αν καλούσαμε στις μέρες μας σ’ ένα γεύμα κάποιους αρχαίους Έλληνες όπως τον... Ηρόδοτο, τον Ηρακλή ή τον Αριστοφάνη, σίγουρα θα τους τρομάζαμε με τον πλούτο και την ποικιλία των εδεσμάτων που θα τους προσφέραμε.
Εξαιτίας του ότι δεκάδες από τις σημερινές τροφές ήταν εντελώς άγνωστες στους αρχαίους Έλληνες, όπως η πατάτα λ.χ. από τα βασικότερα είδη της σημερινής διατροφής έγινε γνωστή στους Ευρωπαίους το 1530 και οι Έλληνες γεύτηκαν τη νοστιμιά της 300 χρόνια αργότερα, το 1832.
Άγνωστα επίσης ήταν στους προγόνους μας και γενικά στους Μεσογειακούς λαούς, το ρύζι, η ζάχαρη, το καλαμπόκι, ο καφές, οι ντομάτες και τα ζαρζαβατικά (μελιτζάνες, πιπεριές, μπάμιες) τα πορτοκάλια και τα λεμόνια, το κακάο και διάφορα μπαχαρικά, τα ποικίλα ποτά, ακόμη και το ούζο -αφού φαίνεται να αγνοούσαν τον τρόπο της απόσταξης- τα ζυμαρικά (1), και ένα πλήθος από διάφορα αγαθά, που κατακλύζουν σήμερα τις αγορές μας.
Αλλά, παρ’ όλες τις ελλείψεις τόσων βασικών αγαθών, οι αρχαίοι Έλληνες ήταν καλοφαγάδες. Στα συμπόσιά τους τα τραπέζια ήταν βαρυφορτωμένα και το κρασί έρεε άφθονο.
Σ’ ένα πλούσιο δείπνο (περίπου τον 5ο π.Χ. αιώνα) μπορούσε κανείς να δει τυρί της Αχαΐας, σύκα και μέλι της Αττικής, «αίθοπα οίνο» από τη Χίο και τη Λέσβο, θαλασσινά από τις πλούσιες ακτές της Εύβοιας, δαμάσκηνα από τη Δαμασκό της Συρίας, κριθαρένιο ψωμί από την Πύλο, φάβα ή ζωμό από μπιζέλια, τηγανίτες βουτηγμένες στο λάδι και γαρνιρισμένες με μέλι, τυρί αλογίσιο, που έτρωγαν μόνο οι «πολεμοχαρείς», βραστούς βολβούς, ραπάνια για να φεύγει το μεθύσι και βέβαια τις πίτες της Αθήνας, καύχημα της πόλης, παραγεμισμένες με τυρί, μέλι και διάφορα «νωγαλεύματα».
Όλα αυτά τα εδέσματα της Αρχαίας Ελλάδας και ο «τρόπος» διατροφής των αρχαίων Ελλήνων προσελκύουν αρκετούς ανθρώπους της εποχής μας να αναζητούν λεπτομέρειες για την καθημερινή ζωή των αρχαίων Ελλήνων.
Λιτοδίαιτοι και Καλοφαγάδες.
Αν και υπήρχαν κάποιοι Έλληνες που στα συμπόσιά τους και γενικότερα η τροφή τους αποτελούνταν από ποικίλα εδέσματα, η Αθήνα και γενικότερα η Αρχαία Ελλάδα αντιμετώπιζε πάντα ένα μεγάλο πρόβλημα: την φτώχεια, η οποία είχε γίνει παντοτινός σύντροφος των Αρχαίων Ελλήνων.
Το άγονο έδαφος της Ελλάδας, η δυσκολία στις συγκοινωνίες και βέβαια οι πολύχρονοι πόλεμοι είχαν όπως ήταν φυσικό μεγάλη επίπτωση και στη διατροφή των αρχαίων. Σ’ αυτό συντελούσε και η περιορισμένη παραγωγή της ελληνικής γης.
Η Αττική ήταν πολύ «λεπτόγεως» (άπαχη γη) και εξαιτίας του μεγάλου προβλήματος του νερού η παραγωγή της ήταν αρκετά μικρή. Τα κύρια γεωργικά προϊόντα της αρχαίας Ελλάδας ήταν το κριθάρι, το σιτάρι, το κρασί, το λάδι και οι ελιές. Στην Αττική έβγαινε επίσης μέλι και σύκα που ήταν το πιο εκλεκτό φρούτο για τους αρχαίους.
Το λάδι το χρησιμοποιούσαν όχι μόνο για τα φαγητά τους, αλλά και για το φωτισμό, για την παρασκευή φαρμάκων και καλλυντικών και ήταν απαραίτητο για τους αθλητές, που το άλειφαν στα κορμιά τους στις παλαίστρες.
Οι Αθηναίοι ήταν οι διασημότεροι για την ολιγοφαγία τους, γι’ αυτό βγήκε και η έκφραση «αττικηρώς ζην».
Γενικά όμως οι αρχαίοι ήταν λιτοδίαιτοι, γι’ αυτό και είχαν αυτοχριστεί «μικροτράπεζοι» και «φυλλοτρώγες».
Ο πολύτιμος άρτος των Αρχαίων. 
Τα δημητριακά αποτελούσαν την κύρια βάση της διατροφής για τους αρχαίους. Αλλά τόσο το σιτάρι όσο και το κριθάρι δεν ήταν σε αφθονία για τους Αθηναίους, έτσι αναγκάζονταν να το εισάγουν από άλλα μέρη.
Το αλεύρι από κριθάρι, ζυμωμένο σε γαλέτες ήταν το πιο συνηθισμένο καθημερινό ψωμί και ονομαζόταν μάζα.
Στη ζύμη του ψωμιού έβαζαν διάφορα καρυκεύματα, όπως μάραθο, δυόσμο και μέντα ακόμη, για να πάρει το ψωμί μια διαφορετική νοστιμάδα. Και φυσικά, έβαζαν το απαραίτητο αλάτι.
Ακόμη οι αρχαίοι είχαν τα εξής είδη ψωμιού:
Το σιμιγδαλένιο, το ψωμί από χοντράλευρο, το ψωμί από διάφορα γεννήματα, από ένα είδος σίκαλης της Αιγύπτου και το «ψωμί από κεχρί».
Λόγω της μεγάλης «αγάπης» των Αθηναίων για το ψωμί, του έδιναν διάφορα ονόματα, ανάλογα με τον τρόπο που ψηνόταν, όπως:
- «Ιπνίτης» ήταν το ψωμί που έψηναν μέσα σε θερμή σκάφη.
- «Εσχαρίτης» το ψωμί που ψηνόταν στις σχάρες.
- «Άρτο τυρόεντα» τυρόπιτα θα τον λέγαμε σήμερα.
- «Κριβανίτης άρτος» γινόταν από σιμιγδάλι.
Το «όφωρος» ήταν ένα γλύκισμα από ζύμη, σουσάμι και μέλι. Βέβαια αναφέρονται και από τους αρχαίους και διάφορα άλλα είδη ψωμιού.
Γνωστές επίσης ήταν και οι λαγάνες.Και οι Αθηναίοι φουρνάρηδες είχαν καλή φήμη, για τα γλυκίσματα και τις πίτες τους.
Οι αρχαίοι εκτιμούσαν πολύ περισσότερο από εμάς σήμερα την ύπαρξη του ψωμιού, και θεωρούσαν πως η μεγάλη ποικιλία του ψωμιού ήταν πολυτέλεια, αφού συνήθιζαν να τρώνε μόνο ένα κομμάτι κριθαρένια μπομπότα.
«Εγώ προσωπικά πιστεύω πως αυτή η αγαπητή συνήθεια των αρχαίων δηλαδή η μεγάλη ποικιλία ψωμιού που χρησιμοποιούσαν οφείλεται στο ότι το κριθάρι και το σιτάρι ήταν δύο από τα κύρια γεωργικά προϊόντα της Αρχαίας Ελλάδας και προσπαθούσαν να τα αξιοποιήσουν όσο καλύτερα μπορούσαν».
Εδέσματα και συνταγές.
Οι αρχαίοι Έλληνες φρόντιζαν στα γεύματα και στα δείπνα τους, τα τραπέζια να είναι πλούσια. Αποτελούνταν συνήθως από ψωμί, γλυκίσματα, φρούτα, ελιές, πίτες, κρέατα και χορταρικά. Φυσικά και από άφθονο κρασί.
Από τα όσπρια, γνωστά στους αρχαίους ήταν τα φασόλια, οι φακές, τα ρεβίθια (που τα προτιμούσανε ψημένα), τα μπιζέλια και τα κουκιά, που τα έτρωγαν, συνήθως, σε πουρέ (έτνος).
Οι Αθηναίοι συνήθιζαν να έχουν στα σπίτια τους μεγάλη ποικιλία τροφών όπως ψωμί, λουκάνικα, σύκα, γλυκίσματα, μέλι, τυρί, τρυφερά χταπόδια, τσίχλες, σπουργίτια και άλλα πολλά.
Ένα σπίτι όμως με τόσα αγαθά θα ξεπερνούσε και τα σημερινά σούπερ - μάρκετς.
Ένα από τα πιο απαραίτητα αγαθά σ’ ένα σπίτι ήταν το λάδι. Κάτι που, όπως σημειώσαμε, ήταν απαραίτητο και στις παλαίστρες, για ν’ αλείφουν οι αθλητές τα κορμιά τους.
Φημισμένα ήταν τα λάδια της Σάμου και της Ικαρίας.
Οι αρχαίοι συνήθιζαν να βγάζουν λάδι από άγουρες ελιές, που το προτιμούσανε στις σαλάτες τους. Επίσης από τα αμύγδαλα και τα καρύδια έβγαζαν ένα είδος λαδιού, καλό για τα γλυκίσματά τους.
Από τα απαραίτητα επίσης στο καθημερινό τραπέζι των αρχαίων ήταν το γάλα και το τυρί, που ήταν όμως δύο σπάνια αγαθά. Μάλιστα οι διαιτολόγοι συνιστούσαν, για τους αθλητές, το μαλακό τυρί.
Πολλές φορές για να πήξει καλά το τυρί, έβαζαν μέσα στο γάλα, που έβραζε, ένα κωνοροειδές φυτό, κνήκον ή οκνήκος.
Φυσικά, τα σκόρδα και τα κρεμμύδια ήταν στο καθημερινό μενού. Ορισμένοι όμως θεωρούσαν αυτό το είδος διατροφής χωριάτικο (όπως το ίδιο γίνεται και σήμερα, στις μέρες μας, κάποιοι περιφρονούν πολύτιμες τροφές για τη ζωή μας, μόνο και μόνο από το άκουσμά τους, την εμφάνισή τους αλλά και την «διασημότητά» τους).
Από τα εκλεκτότερα εδέσματα ήταν οι κοχλιοί, τα σαλιγκάρια, που τα έτρωγαν οι Κρητικοί.
Τα μικρά πουλιά, σπίνους, τσίχλες, ακόμη και τους λαγούς, αφού τα ψήνανε, τα διατηρούσανε μέσα σ’ ευωδιαστό λάδι. Μάλιστα, το παραγεμίζανε με διάφορα καρυκεύματα, κάτι που συνηθίζεται και σήμερα στα χωριά της Μάνης.
Για τους φτωχούς ανθρώπους οι σούπες ήταν το πιο συνηθισμένο καθημερινό φαγητό. Έτρωγαν βέβαια και ψαρόσουπες, που η πλούσια όμως τάξη της απέφευγε!
Ένας ζωμός που ευχαριστούσε ιδιαίτερα τον Ηρακλή ήταν ο ζωμός από μπιζέλια.
Στα χορταρικά έριχναν μια σάλτσα φτιαγμένη από λάδι, δριμύ ξύδι, διάφορα καρυκεύματα, ακόμη και μέλι.
Τα θαλασσινά που προτιμούσε ο λαός, ήταν οι σαρδέλες του Φαλήρου, το πιο συνηθισμένο θαλασσινό, μαζί με κριθαρένιο ψωμί. Αντίθετα, τα χέλια, ήταν πανάκριβα, περίπου τον 5ο αι. π.Χ.
Οι Έλληνες έτρωγαν συχνότερα ψάρι από κρέας.
Το πιο διαδεδομένο πρωινό ρόφημα, αφού βέβαια αγνοούσαν τον καφέ, ήταν το γάλα, κυρίως το κατσικίσιο, κι ένα ανακάτεμα από χλιαρό νερό και μέλι, που προκαλούσε ιδιαίτερη ευχαρίστηση.
Στις κωμωδίες του Αριστοφάνη αναφέρονται εδέσματα που μας ξενίζουν.
Στους «Ιππείς» μιλάει για «ξίγκι βοδινό ψημένο μέσα σε συκόφυλλα». Αναφέρεται επίσης ο «κάνδυλος» ένα ανακάτεμα από μέλι, γάλα, τυρί και λάδι, του «μυττωτό», ένα είδος σκορδαλιάς με πράσα, σκόρδα, τυρί και μέλι.
Βέβαια πολλοί ήταν αυτοί που στα έργα τους πρόσθεσαν «μια γεύση κουζίνας» ανέφεραν δηλαδή συνταγές και εδέσματα της εποχής, γιατί γνώριζαν πως οι αρχαίοι έχουν αδυναμία σ’ αυτά, έτσι θα έβρισκαν τα έργα τους πιο ελκυστικά.
Στις θυσίες τους ετοίμαζαν και ένα είδος πλακούντος, κάτι δηλαδή σαν πίτα, που το ‘λεγαν «πελανό». Ήταν ένα παχύρρευστο κράμα από αλεύρι, μέλι και λάδι.
Άλλα εδέσματα: «Έκχυτος», που αναφέρεται σ’ ένα επίγραμμα της Παλατινής Ανθολογίας, ήταν ένα μείγμα από αλεύρι και ψημένο τυρί, που το έριχναν σε ειδικά καλούπια και τα γέμιζαν με κρασί μελωμένο.
«Κάνδαυλος», ένα είδος φαγητού της Μικράς Ασίας, κυρίως στην περιοχή της Λυδίας, με ό,τι ερεθιστικό καρύκευμα κυκλοφορούσε.
«Μυττωτός» πίτα με τυρί, ανακατεμένο με μέλι και σκόρδα.
Βέβαια, οι πιο περίφημες πίτες ήταν της Αθήνας, καύχημα της πόλης, και γινόταν με μέλι, τυρί και λάδι, αλλά έβαζαν μέσα και διάφορα καρυκεύματα.
Ακόμη, οι Αθηναίοι απέφευγαν να αρχίζουν το γεύμα τους ή το δείπνο με σούπα (γιατί πολύ πιθανόν να τους κοβόταν η όρεξη για φαγητό).
Αν και οι Αθηναίοι φρόντιζαν να μη λείπει τίποτα από το σπίτι τους, δηλαδή χρήσιμα αγαθά, όπως τρόφιμα, δεν πρέπει να ξεχνούμε την φτώχεια που επικρατούσε στην Ελλάδα και ήταν ο παντοτινός σύντροφος των Ελλήνων. Η έλλειψη και η ακρίβεια των τροφίμων ανάγκαζε πολλούς να μην πετάνε τίποτα από τα περισσεύματα των δείπνων.
Το σπαρτιατικό μενού δεν συγκινούσε βέβαια τους Έλληνες. Ακόμη και στις γιορτινές μέρες δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. Έφτανε ένα βραστό χοιρινό, λίγο κρασί και καμιά πίτα γλυκιά για να ενθουσιάσει τους Σπαρτιάτες, που το καθημερινό τους ήταν μια κούπα από «μέλανα ζωμό» κι ένα κομμάτι ψωμί.
Αλλά ελάχιστοι μπορούσαν να αντέξουν τη σπαρτιατική λιτότητα. Γι’ αυτό και οι Σπαρτιάτες, πολύ πιθανόν να φάνταζαν ήρωες μπροστά σε κάποιους άλλους Έλληνες και συγκεκριμένα Αθηναίους που ήθελαν να ζουν μέσα στην πολυτέλεια και να μην λείπει κανένα είδος τροφής και ποτού από τα σπίτια τους.
Λαχανικά και όσπρια. 
Τα λαχανικά στην αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα στην αρχαία Αθήνα, ήταν σε σπουδαία ζήτηση, κι όχι μόνο για τους οπαδούς του Πυθαγόρα, που τα προτιμούσαν, μια κι απέφευγαν να τρώνε όσα έχουν ζωή.
Ο Πλάτων, στην ιδιωτική του ζωή ακολουθούσε την «πυθαγόρειο δίαιτα». Που ήταν μια καθαρή χορτοφαγία κι έδειχνε ευχαριστημένος τρώγοντας λαχανικά. Πίστευε πως η δίαιτα, είναι η πηγή της υγείας και των καλών ηθών, δύο παραγόντων που κάνουν τα κράτη υγιή και ρωμαλέα, υλικώς, ηθικώς και ψυχικώς.
Οι αρχαίοι Αθηναίοι όμως δύσκολα θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τις «φυτοφαγικές» οδηγίες του Πλάτωνα αφού τα λαχανικά είχαν γίνει για τους Αθηναίους από τα σπάνια αγαθά.
Πολλά σπίτια όμως, κυρίως στα περίχωρα φρόντιζαν να έχουν χωράφια, κήπους, στους οποίους καλλιεργούσαν σκόρδα, κρεμμύδια, κουκιά, φασόλια, μπιζέλια, λούπινα, βολβούς, μαρούλια, αρακά, αγκινάρες, βλίτα, ρεβίθια και φακές.
Τα μανιτάρια, τα μάραθα, τα σπαράγγια και διάφορα άλλα χορταρικά, τ’ αναζητούσαν στις ακροποταμιές, στα χωράφια και στις άκρες των δρόμων. Φαγώσιμες ήταν ακόμη και οι τρυφερές τσουκνίδες.
Φυσικά, είχαν σέλινο, άνηθο και δυόσμο, για να «καρυκεύουν» τα φαγητά τους. Μάλιστα στους αγώνες της Νεμέας γινόταν στεφάνωμα με σέλινο.
Τα κολοκυνθοειδή ήταν περισσότερο γνωστά στην Αίγυπτο, όπως τα πεπόνια (πέπων) και τ’ αγγούρια (σικυός). Μάλιστα υπήρχαν τριών ειδών αγγούρια, τα οποία είναι το λακωνικόν, ο σκυταλίας και το βοιωτικόν.
Απ’ αυτά καλύτερα είναι τα λακωνικά όταν ποτίζονται, ενώ τ’ άλλα δεν πρέπει να ποτίζονται. Επίσης, τα αγγούρια έβγαιναν πιο δροσερά αν, πριν φυτευτούν οι σπόροι, μείνουν για λίγο μέσα στο γάλα ή σε διαλυμένο στο νερό μέλι.
Τα σκόρδα, ακόμη, ήταν απαραίτητα για τους αρχαίους αφού ήταν συμπλήρωμα για κάθε σαλάτα τους. Όπως επίσης και τα κρεμμύδια.
Γενικά τα χορταρικά τα σερβίρανε με μια σάλτσα φτιαγμένη από λαδόξυδο και διάφορα καρυκεύματα.
Οπωσδήποτε η απουσία της ντομάτας στερούσε πολλά από την Αθηναία νοικοκυρά. Τα μανιτάρια όμως, αν και ήταν νοστιμότατα και περιζήτητα, όλοι τα φοβούνταν για το δηλητήριό τους.
Παρόλα αυτά, ένα περιβολάκι γεμάτο με δέντρα και λαχανικά ήταν όνειρο για τους αρχαίους.
Ακόμη και οι βασιλιάδες το λαχταρούσαν. Συγκεκριμένα ο Άτταλος ο Γ΄, ο φιλότεχνος βασιλιάς της Περγάμου, που κληροδότησε το βασίλειό του στη Ρώμη (το 133 π.Χ.), εύρισκε ευχαρίστηση στο λαχανόκηπό του, όπου, εκτός των άλλων, καλλιεργούσε νοσκύαμο, ελλέβορο και κώνειο.
Κάποιοι υποστηρίζουν πως καλλιεργούσε αυτά τα φυτά γιατί έκανε έρευνες για τις φαρμακευτικές τους ιδιότητες. Άλλοι όμως παρατηρούν ότι αυτό που ενδιέφερε περισσότερο το φιλότεχνο βασιλιά ήταν η δραστικότητα τους ως δηλητηρίων, που, όπως λεγόταν φρόντιζε να στέλνει στους «φίλους» του.
Οι αρχαίοι Έλληνες φαίνεται να αγαπούσαν τα λαχανικά και γι’ αυτό να λαχταρούσαν να έχουν στο σπίτι τους ένα λαχανόκηπο.
Βέβαια, αν θεωρήσουμε πως είναι αληθές αυτό που παρατήρησαν κάποιοι για το λαχανόκηπο του Αττάλου (πως, δηλαδή ενδιαφερόταν για τη δραστικότητα των φυτών), θα καταλάβουμε πως οι αρχαίοι δε λαχταρούσαν να έχουν στο σπίτι τους όλοι ένα λαχανόκηπο για τον ίδιο λόγο.
Κάποιοι, -οι περισσότεροι- τους χρειάζονται για να τραφούν από αυτούς και να ζήσουν και άλλοι για να σκοτώσουν.
Βέβαια, τα λαχανικά ήταν απαραίτητα για τη ζωή τους.
Από τα λαχανικά όμως των αρχαίων τα κουκιά είτε βρασμένα, είτε ψημένα, είτε σε πουρέ (έτνος), ήταν το πιο αηδιαστικό φαγώσιμο, για τους οπαδούς του Πυθαγόρα. Κι όχι μόνο, τα κουκιά ήταν πρόβλημα και για τους Αιγύπτιους.
Τα υπόλοιπα όμως λαχανικά ήταν νόστιμα σε όλους, πιστεύω.
ΟΙ ΚΡΟΚΟΣΥΛΛΕΚΤΡΙΕΣ
Νωγαλεύματα - μπαχαρικά.
Νωγαλεύματα έλεγαν οι αρχαίοι τα γλυκά φαγητά και γενικά κάθε λιχουδιά.
Οι Έλληνες φαίνεται να έδειχναν ιδιαίτερη προτίμηση στα αρτύματα και στα διάφορα καρυκεύματα, που έδιναν πικάντικες γεύσεις στα φαγητά τους.
Έτσι ένα σπίτι της Αθήνας φρόντιζε, να έχει πάντα στα ράφια του, αλάτι (άλας), ρίγανη (ορίγανο), ξύδι (όξος), θυμάρι (θύμον), σουσάμι (σύσαμο), σταφίδες, κάππαρη, αυγά, αλίπαστα, κάρδαμο, συκόφυλλα, κύμινο, ελιές, σίλφιο, πετιμέζι, σκόρδα και διάφορα άλλα.
Ένα μενού με ορεκτικά και γλυκίσματα που θα ενθουσίαζε και τους σημερινούς καλοφαγάδες.
Ένα γλύκισμα τους ήταν βέβαια οι μελόπιτες, τις οποίες, έλεγαν γενικά «μελιτούττα». Σε προτίμηση όμως είχαν κι ένα γλύκισμα από λιναρόσπορους και μέλι, τη «χρυσόκολλα». Ένα άλλο γλύκισμα που λεγόταν «έκχυτο» φτιαχνόταν από αλεύρι και τυρί ψημένο, μέσα σε καλούπια και ήταν περιχυμένο με κρασί μελωμένο.
Επίσης ένα άλλο γλύκισμα γινόταν με αλευρωμένο γάλα, που, όταν έμπαινε σε ειδικά κύπελλα, γαρνίριζαν με μέλι και πασπαλιζόταν με σουσάμι.
Οπωσδήποτε όμως τα πιο συνηθισμένα γλυκίσματα ήταν οι γαλατόπιτες.
Από τα καρυκεύματα, το πιο περιζήτητο αλλά και το πιο σπάνιο ήταν το μαύρο πιπέρι. Επίσης στόλιζαν τα φαγητά τους με σμύρνα, κάππαρη, ρίγανη, δυόσμο, κύμινο και διάφορα άλλα.
Όμως εκείνοι οι έμποροι που τολμούσαν να φέρουν στην Αθήνα πιπέρι ή άλλα μπαχαρικά, από τις αγορές της Ανατολής, κινδύνευαν να κατηγορηθούν σαν κατάσκοποι του βασιλιά των Περσών.
Αφού παρατηρείται ακόμη πως το πιπέρι είναι ξενικό όνομα, γιατί κανένα ελληνικό όνομα, εκτός από το μέλι, δεν τελειώνει σε «ι».
Παρόλα αυτά όμως βλέπουμε πως οι Έλληνες έχουν πλούτο μπαχαρικών και γλυκισμάτων.
Το Μέλι.
Μια και η ζάχαρη ήταν άγνωστη στους αρχαίους, το μέλι ήταν κάτι από τα απαραίτητα για την καθημερινή διατροφή τους και βέβαια για τα γλυκίσματά τους που ήταν αγαπητά σε όλους.
Το μέλι ήταν γι’ αυτούς θείο δώρο, αφού πίστευαν πως έπεφτε από τον ουρανό, με την πρωινή δροσιά, πάνω στα λουλούδια και στα φύλλα και από εκεί το μάζευαν οι μέλισσες.
Την άποψη αυτή, σήμερα θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε αφελή, τότε όμως το μέλι ήταν τόσο πολύτιμο και απαραίτητο γι’ αυτούς, που κανείς δεν θα μπορούσε να σκεφθεί κάτι τέτοιο.
Τις θρεπτικές ιδιότητες του μελιού, δεν τις αγνοούσε φυσικά κανένας, γι’ αυτό, σε κάθε περίπτωση, όλο έπαινοι ακούγονταν. Κι εξυμνούσαν, κυρίως, το μέλι της Αττικής, το περίφημο θυμαρίσιο μέλι. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως μόνο στην Αττική υπήρχε μέλι.
Η μελισσοκομία ανθούσε σε πολλά μέρη, στα νησιά και στην Αίγυπτο.
Το μέλι ήταν τόσο σημαντικό για τους αρχαίους, που αρκετές φορές γέμιζαν μεγάλους αμφορείς με αυτό και τ’ ανακάτευαν με κρασί για να κάνουν τις σπουδές, τόσο στους θεούς που τιμούσαν, όσο και στις ψυχές των νεκρών.
Καταλαβαίνουμε έτσι, μετά από αυτό, πόσο πολύτιμη θεωρούσαν την αξία του. 
Τα φρούτα.
Η αγάπη των αρχαίων για τα φρούτα θεωρείται φυσικά αναμφισβήτητη, αφού ήταν απαραίτητα για τη διατροφή τους. Για να υπάρχουν όμως τα φρούτα απαραίτητο ήταν το γλυκό μεσογειακό κλίμα που ευνοούσε την ανάπτυξη όλων σχεδόν των δέντρων.
Παρόλα αυτά, ορισμένα φρούτα, όμως, όπως είναι τα πορτοκάλια, τα βερίκοκα, τα μανταρίνια, τα ροδάκινα, τα τζάνερα και άλλα ήταν άγνωστα στο διαιτολόγιο των αρχαίων. Έτσι η πληθώρα των φρούτων, που κατακλύζουν σήμερα τις αγορές, ήταν βέβαια κάτι το αδιανόητο για αυτούς.
Η αγάπη για τα φρούτα όμως έπεισε πολλούς ποιητές, ότι αξίζει ν’ αφιερωθούν μερικοί στίχοι σ’ αυτά.
Ακόμη, οι αρχαίοι συγγραφείς έλεγαν κάρυα όλους τους καρπούς με τον σκληρό φλοιό.
Η Δαμασκός της Συρίας, αναφέρουν κάποιοι πως ονομάστηκε έτσι από τα καλά δαμάσκηνα που έβγαιναν στα μέρη της.
Οι Ρόδιοι και οι Σικελοί έλεγαν τα δαμάσκηνα «βράβυλα», άλλοι τα έλεγαν «κοκκύμπλα», ενώ ένας ποιητής-συγγραφέας ο Θεόφραστος ο Συρακόσιος μιλάει για «δαμάσκηνα και σποδιάς», ένα είδος από άγρια δαμάσκηνα.
Τα μήλα ήταν επίσης γνωστά στους αρχαίους, όχι όμως με την πλούσια ποικιλία που παρουσιάζονται σήμερα στην αγορά.
Τα γλυκά μήλα τα έλεγαν «Ορβικλάτα» και τα πιο ζουμερά «σητάνια» ή «πλατάνια».
Περίφημα ήταν τα μήλα της Κορίνθου, που παλαιότερα λέγονταν και Εφύρη ή Εφύρα.
Πάντως, η πορτοκαλιά, που πατρίδα της θεωρείται η νοτιοανατολική Ασία, ήταν άγνωστη για τους αρχαίους αφού έγινε γνωστή στην Ευρώπη το 16ο αιώνα.
Ένα άλλο φρούτο που υπήρχε, όμως, στην αρχαία Ελλάδα ήταν τα κυδώνια που τα έλεγαν «στρουθία» και «κοδύματα».
Τα ροδάκινα που ήταν γνωστά στους Πέρσες ονομάζονταν «κοκκύμπλα», με το ίδιο όμως όνομα αναφέρονται και τα δαμάσκηνα.
Από τα πιο περιζήτητα φρούτα ήταν βέβαια τα σταφύλια, αλλά όσοι τα καλλιεργούσανε τα βλέπανε περισσότερο σαν κρασί.
Το πιο αγαπημένο φρούτο των αρχαίων ήταν όμως τα σύκα. Και τα πιο περίφημα ήταν τα σύκα της Αττικής, κάτι που ύμνησαν αρκετοί. Γι’ αυτό και ο Ίστρος (ένας γραμματικός, ποιητής και ιστορικός από την Κυρήνη) λέει στα «Αττικά» ότι «τα σύκα της Αττικής, που θεωρούνται και τα καλύτερα, δεν πρέπει να εξάγονται, ώστε να τα απολαμβάνουν μόνο οι Αθηναίοι...». Ακόμη αναφέρει, πως πολλοί όμως έκαναν μυστικά την εξαγωγή.
Η αγάπη και η εκτίμηση των αρχαίων για τα σύκα ασφαλώς μας εντυπωσιάζει, αφού πολλοί ποιητές και συγγραφείς έχουν αναφερθεί με πολύ μεγάλο θαυμασμό σ’ αυτά.
Τα σύκα υπήρχαν σε αφθονία και σε μεγάλη, για εκείνη την εποχή, ποικιλία. Τα πιο γνωστά ήταν τα χελιδώνια σύκα, οι αγριοσυκιές γενικά, οι λευκοαγριοσυκιές, οι φιβαλέους και οι οπωροβασιλίδας. Γνωστά επίσης ήταν τα ασπρόσυκα τα οποία τα έλεγαν «λευκερινεά» και μερικά που είχαν ξινή γεύση «οξάλια».
Φημισμένα ήταν και τα ροδίτικα σύκα, που ο Σαμιώτης κωμωδιογράφος Λυγκεύς τα συγκρίνει, στις «Επιστολές» του, με τα σύκα της Αττικής.
Αλλά και τα σύκα της Πάρου τα σύγκριναν με άλλα αγριόσυκα για να φανεί η νοστιμάδα τους.
Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν διάφορα είδη σύκων.
Ο Φιλήμων, στις «Αττικές λέξεις», αναφέρεται στα βασιλικά σύκα.
Στην Αχαΐα ήταν συκιές που ωρίμαζαν το χειμώνα και οι καρποί τους λέγονταν «κοδώνια σύκα».
Μερικές συκιές καρποφορούσαν δύο φορές το χρόνο, και λέγονταν «δίφορες». Μερικοί μάλιστα συζητούσαν και για τρίφορη συκιά (φρούτα τρεις φορές το χρόνο) που έβγαινε όμως μόνο στη νήσο Κέα. Το σύκο ήταν τόσο αγαπητό στους αρχαίους αλλά και στους απογόνους τους, που έχουν πάρει το όνομα του αρκετά χωριά στην εποχή μας.
Τα κρασιά.
Το κρασί ήταν κάτι το απαραίτητο στα γεύματα των αρχαίων και βέβαια στα συμπόσια, όπου έρεε άφθονο. Όμως δεν έπιναν το κρασί όπως εμείς, αλλά νερωμένο, όχι μόνο με γλυκό αλλά και με θαλασσινό νερό, αφού απέφευγαν να το πίνουν, όπως φαίνεται, ανέρωτο (άκρατος οίνος, όπως το έλεγαν). Βέβαια, έδιναν μεγάλη σημασία στην αναλογία του νερού με το κρασί αφού τους ήταν πολύ αγαπητό και δεν έπρεπε να γίνει κανένα απολύτως λάθος.
Η αναλογία λοιπόν με το νερό ήταν, συνήθως, στο μισό ή τρία μέρη νερό και δύο κρασί. Το νερό, ανάλογα με την εποχή, ήταν χλιαρό ή κρύο.
Μερικές φορές έριχναν μέσα και παγάκια, που τα έφερναν από τα βουνά και τα διατηρούσανε μέσα σε άχυρα.
Βέβαια, το παγωμένο κρασί ήταν μια πολυτέλεια. Τα δροσερά πηγάδια, έτσι, ήταν σχεδόν απαραίτητα αφού χρησίμευαν, φυσικά, για ψυγεία και τα καλά σπίτια φρόντιζαν να έχουν τους ειδικούς κάδους (ψυκτήρες) όπου έβαζαν και χιόνι για να παγώνει, όχι μόνο το κρασί αλλά και το νερό.
Οι αρχαίοι, ακόμη, έβαζαν συχνά μέσα στα κρασιά τους και διάφορα αρώματα, όπως θυμάρι, μέντα, γλυκάνισο, δεντρολίβανο, μυρτιά, ακόμη και μέλι, αλλά ποτέ ρετσίνα. Ένα τόσο ευωδιαστό κρασί έπαιρνε και το χαρακτηριστικό του όνομα, το έλεγαν «τρίμα».
Ακόμη, έφτιαχναν το κρασί με διαφορετικούς τρόπους, από τους σημερινούς, γεγονός που δείχνει πόσο εξελίχθηκε με τα χρόνια η παρασκευή του κρασιού.
Ο τρύγος λοιπόν γινόταν με συνοδεία αυλού που ρύθμιζε τις κινήσεις κι ήταν, όπως άλλωστε και σήμερα, ένα πολυήμερο πανηγύρι.
Τα σταφύλια τα έβαζαν σε μέρος που να τα βλέπει καλά ο ήλιος, για να φύγει το νερό που είχαν μέσα τους. Ύστερα τα πατούσαν, πάλι με χορούς και τραγούδια, κι άφηναν το μούστο να βράσει πέντε μέρες, μέσα σ’ ένα μεγάλο πιθάρι, τοποθετημένο σε σκιερό μέρος.
Κατόπιν μάζευαν το γλυκό υγρό απ’ τον αφρό, που ήταν γεμάτο ζάχαρη, κι αποθήκευαν το μούστο σε πιθάρια που, πολλές φορές, τα έβαζαν μέσα στη γη. Τα σκέπαζαν και περίμεναν να μπει για καλά ο χειμώνας, για να τ’ ανοίξουν.
Αρκετοί πάντως είχαν την υπομονή να περιμένουν μέχρι την άνοιξη, οπότε το κρασί ψηνόταν καλύτερα. Ο τρύγος ήταν ένα από τ’ αγαπημένα θέματα για πολλούς αρχαίους. Αρκετοί συγγραφείς έχουν αφιερώσει στίχους και σ’ αυτόν.
Οι Αθηναίοι πάντως φρόντιζαν ν’ ανοίγουν τα πιθάρια τους την πρώτη μέρα των Ανθεστηρίων, και ο κάθε νοικοκύρης, με το πρώτο κιόλας ποτήρι, έκανε σπονδή στο Διόνυσο, τον αγαπητό τους θεό, του κρασιού.
Ο κάθε τόπος στην αρχαία Ελλάδα είχε και το δικό του τρόπο παρασκευής του κρασιού.
Για να διατηρήσουν το μούστο, όμως, όλοι έριχναν μέσα και νερό αλατισμένο, όπως και διάφορα αρώματα. Και πολλές φορές έψηναν το μούστο σε σιγανή φωτιά.
Στη ρόδο και στην Κω όμως έβαζαν μέσα στο μούστο θαλασσινό νερό, γιατί πίστευαν ότι το κρασί που θα γίνει μ’ αυτό τον τρόπο δεν θα φέρει εύκολα τη μέθη και θα είναι πιο εύκολο στη χώνεψη.
Η μέθοδος αυτή έγινε αιτία να υποστηριχθεί, από κάποιους αρχαίους συγγραφείς, ότι, κατά το μύθο «φυγή του Διονύσου» στη θάλασσα σήμαινε κι ένα τρόπο οινοποιίας, που ήταν γνωστός από παλιά. Δηλαδή, η ανάμειξη του γλεύκους (μούστου), που εκπροσωπείται από το θεό Διόνυσο ή Βάκχο, με το θαλασσινό νερό.
Πολλοί μάλιστα -όπως ο Όμηρος- επαινούν και το κρασί του Μάρωνος από τη Θράκη γιατί βάζουν μέσα πολύ νερό.
Στην αρχαία Ελλάδα όμως τα γνωστότερα είδη κρασιού ήταν τέσσερα. Το άσπρο, το κιτρινωπό, το μαύρο και το κόκκινο.
Το άσπρο κρασί ήταν το ελαφρότερο, αρκετά χωνευτικό και διουρητικό, το κιτρινωπό, προς το ξανθό, είχε πιο ξινή γεύση, ενώ το μαύρο και το κόκκινο, που συνήθως είχαν γλυκιά γεύση, ήταν και τα πιο περιζήτητα.
Φυσικά τα παλιά κρασιά ήταν και τα καλύτερα, όπως άλλωστε και σήμερα. Γενικά πάντως πιστεύανε ότι όσο πιο παλιό είναι ένα κρασί τόσο πιο χωνευτικό και πιο ελαφρύ είναι.
Η αγάπη των αρχαίων για το κρασί ήταν μεγάλη, έτσι φρόντιζαν να υπάρχει τις περισσότερες φορές στο τραπέζι τους. Συγκεκριμένα πριν από το δείπνο ή το γεύμα, οι αρχαίοι ανακάτευαν το κρασί με το νερό σ’ ένα μεγάλο αγγείο, τον κρατήρα. Και οι δούλοι έπαιρναν το κρασί απ’ τον κρατήρα με μακριές κουτάλες, πήλινες, ξύλινες ή μεταλλικές, αλλά και με μια κανάτα μπορούσαν να γεμίσουν τα κύπελλα ή ποτήρια των καλεσμένων σε ένα τραπέζι.
Το κρασί αφού ήταν τόσο αγαπητό στους αρχαίους χρησίμευε βέβαια και για τις σπουδές, στις διάφορες θρησκευτικές τελετές. Μερικές φορές όμως η λατρεία ορισμένων θεοτήτων απέκλειε το κρασί, οπότε οι σχετικές σπουδές γίνονταν ακόμη και με γάλα! Είχαν όπως φαίνεται και τις προλήψεις τους όταν έπιναν ή χρησιμοποιούσαν το κρασί.
Το γεγονός όμως ότι οι Έλληνες αγαπούσαν τόσο πολύ το κρασί εξηγεί το λόγο για τον οποίο υπήρχαν τόσοι σπουδαίοι κρασότοποι στην Ελλάδα.
Το χιώτικο κρασί, παράδειγμα, που τ’ ονόμαζαν «αριούσιο», ήταν από τα ακριβότερα κρασιά στο εμπόριο και είχε μεγάλη φήμη. Όπως και το κρασί της Λέσβου που θεωρείται πολύ καλό.
Καλά κρασιά ήταν ακόμη, τα κρασιά της Μυτιλήνης που οι Μυτιληναίοι τους έδιναν γλυκιά γεύση και τα ονόμαζαν πρόδρομα (τα πρώιμα) και πρότροπα (από απάτητα σταφύλια).
Πασίγνωστα ήταν ακόμη τα κρασιά της Μένδης (παραλία πόλης της δυτικής ακτής της χερσονήσου Παλλήνης) όπου ράντιζαν τα σταφύλια, πάνω στα κλήματα, με το ελατήριο ή καθάρσιο (χυμός από άγρια αγγούρια) για να βγει μαλακό το κρασί.
Και τέλος σε σπουδαία ζήτηση ήταν το κρασί της Ικαρίας που λεγόταν πράμνιο και δεν ήταν ούτε γλυκό, ούτε παχύ, αλλά στυφό και άγριο, με ιδιαίτερα εξαιρετική οσμή.
Τα κορινθιακά κρασιά αντίθετα όμως δεν ήταν σε ζήτηση γιατί όπως έλεγαν ήταν κρασιά βασανιστήρια και παράξενα.
Καλή φήμη δεν είχε όμως και το κρασί που φτιαχνόταν στα περίχωρα της Κερυνίας της Αχαΐας, αφού δημιουργούσε προβλήματα στις εγκύους.
Αλλά και για το κρασί της Θάσου λεγόταν πως καταπολεμούσε την αϋπνία, αλλά έφερνε και ύπνο!
Παρόλα αυτά τα καλύτερα κρασιά όπως υποστήριζαν και οι Ρωμαίοι ήταν τα ελληνικά, και από τα πιο περίφημα, του κυρίως ελληνικού χώρου, ήταν της Πεπαρήθου (Σκοπέλου), της Νάξου, της Λήμνου, της Ακάνθου (Θράκης), της Ρόδου και, από τα μικρασιατικά, της Μιλήτου.
Εκτός της κυρίως Ελλάδας ξεχώριζαν ακόμη το «χαλυβώνιο» κρασί της Δαμασκού, με κύριο προμηθευτή τη βασιλική αυλή της Περσίας, καθώς και τα φοινικικά κρασιά.
Περίεργο πάντως είναι το γεγονός πως οι αρχαίοι Έλληνες αγνοούσαν ή απέφευγαν το ζύθο, το εθνικό ποτό των Αιγυπτίων, που γινόταν από κριθάρι ή σίκαλη και από χουρμάδες, παρά τις τόσες συναλλαγές που είχαν.
Πάντως, η αρχαία Ελλάδα όπως φαίνεται είχε μεγάλη ποικιλία κρασιών, έτσι, επόμενο ήταν τα κρασιά να παίρνουν μια από τις πρώτες θέσεις στις αγορές του αρχαίου κόσμου.
Η μεγάλη αυτή ποικιλία κρασιών οδήγησε πρώτα τους Έλληνες και στη συνέχεια τους Ρωμαίους να ιδρύσουν τα «εμπορεία», όπου μπορούσε κανείς ν’ ανταλλάξει σκλάβους με τα καλύτερα κρασιά.
Πολλές περιοχές που είχαν άφθονα κρασιά φρόντιζαν για την εξαγωγή τους.
Όσα κρασιά ήταν να περάσουν στο εμπόριο φυλάγονταν μέσα σε μεγάλα και κατάλληλα πιθάρια, ενώ τα σπιτικά κρασιά ή όσα πήγαιναν στην κοντινή αγορά τα έβαζαν σε ασκούς από χοιρινά ή κατσικίσια δέρματα.
Τα πιθάρια είχαν πάνω τους και μία ειδική σφραγίδα με τ’ όνομα του εμπόρου καθώς και των τοπικών αρχόντων της περιοχής.
Η εισαγωγή και η εξαγωγή όμως των κρασιών ήταν κανονισμένες, κυρίως στο νησί Θάσο, με ειδικούς νόμους που τιμωρούσαν τις απάτες και νοθείες, εξασφαλίζοντας έτσι ένα πραγματικό «προστατευτισμό».
Μέσα από όλα αυτά καταλαβαίνουμε πως το κρασί αντιπροσώπευε τους αρχαίους Έλληνες και αυτοί το λάτρευαν αφού ήταν απαραίτητο για τη ζωή τους.
Το κυνήγι.
Το κυνήγι, κυρίως με τα τόξα, το αγαπούσαν όλοι οι... πολεμιστές, αφού ήταν άφθονο στην αρχαία εποχή και υπήρχαν μεγάλες εκτάσεις όπου δεν πατούσε ανθρώπινο πόδι.
Τα δολώματα που χρησιμοποιούσαν ήταν κυρίως μικρά πιτσούνια και τυφλωμένα περιστεράκια!
Οι αρχαίοι έτρωγαν όχι μόνο τα περιστέρια αλλά όλα τα πετούμενα, ακόμη και τα μικρά σπουργίτια, εκτός απ’ τα κοράκια, με το σκληρό και στυφό κρέας τους. Απέφευγαν όμως να τρώνε και τα ορτύκια, αφού τα φυλάγανε για τις αξιολάτρευτες ορτυκομαχίες τους μια και το χρήμα είχε και αυτό την τιμητική του θέση στην κοινωνία.
Τα προϊόντα του κυνηγιού ήταν ακόμη, κυρίως, τσίχλες, συκοφάγοι, κοτσύφια, πέρδικες, ψαρόνια, αγριόπαπιες, χήνες κ.λ.π.
Αλλά από τα πιο ζηλευτά θηράματα ήταν οι αγριόχοιροι, τα ελάφια και τα ζαρκάδια, που ζούσαν τότε σ’ όλα τα ελληνικά βουνά.
Τέλος, τα αγαθά του κυνηγιού θεωρούνταν βέβαια από τους αρχαίους ως τα πιο νόστιμα.
Η διατροφή των αρχαίων Ελλήνων όπως φαίνεται ήταν πλήρης αν αναλογιστούμε τις τροφές που υπήρχαν τότε. Και οι Έλληνες δείχνουν να ήταν περισσότερο καλοφαγάδες παρά λιτοδίαιτοι, αφού στα συμπόσια τους τις περισσότερες φορές, αν όχι πάντα, τα τραπέζια ήταν γεμάτα από πλήθος διαφόρων τροφών, και γευμάτων.
Εξάλλου, οι αρχαίοι έλεγαν πως ένα υγιές και καλό μυαλό πρέπει να βρίσκεται μέσα σε ένα υγιές σώμα. Δηλαδή όσο σημαντικό θεωρούσαν την πνευματική καλλιέργεια του ανθρώπου, τόσο σημαντικό θεωρούσαν και την καλή και σωστή διατροφή του. 
Η εργασία αυτή με βοήθησε αρκετά να μάθω περισσότερα απ’ όσα γνώριζα για το διαιτολόγιο των προγόνων μας. Ήταν για μένα αρκετά σημαντική αφού μου πρόσφερε αρκετές πληροφορίες και γνώσεις για τη ζωή, γενικά, των αρχαίων Ελλήνων.
Και, πραγματικά, γνώρισα καλύτερα όχι μόνο τις διατροφικές επιλογές των αρχαίων Ελλήνων αλλά και τον τρόπο ζωής τους, γιατί πιστεύω πως μέσα από τη διατροφή κάποιου λαού μπορείς να καταλάβεις, λιγότερο ή περισσότερο, και τις καθημερινές του συνήθειες.
ΟΙ ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΤΩΝ ΙΧΘΥΩΝ ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ
Νέο όνομα - Παλαιό όνομα
αβγοτάραχο- ωοτάριχος
αθερίνα -αθερίνη
αστακοί -αστακοί
αχινοί -εχίνοι
γαλέος -γαλέος
γαρίδες -καρίδαι
καβούρια- καρκίνοι
καλαμάρια -τευθίδαι
καραβίδες -κάραβοι
καρχαρίας -καρχαρίας
κέφαλος -κέφαλος
κοκοβιός -κωβιός
κολιός -κολιός
λαβράκι -λάβραξ
μαρίδα -σμαρίδαι
μελανούρι -μελάνουρος
μουρμούρα -μόρμυρος
μύδια -μύαι
ξιφίας -ξιφίας
όρκυνος -όρκυνος
παλαμίδα -παλαμύς
πέρκα -πέρκη
πεταλίδες -λεπάδαι
πίννες -πίνναι
ρίνη -ρίνη
ροφός -ορφώς
σάλπα -σάλπη
σαργός -σαργός
σαρδέλες -αφύαι
σκάρος -σκάρος
σκορπιός -σκορπίος
σκουμπρί -σκόμβρος
σκυλόψαρο -κύων καρχαρίας
σουπιές -σηπίαι
σπάρος -σπάρος
στρείδια -όστρεα
συναγρίδα -συναγρίς
σωλήνες -σωλήναι
τόννος -θύννος
φαγκρί -φάγρος
χάννος -χάννη
χέλια -εγχέλεις
χταπόδια -πολύποδες
χτένια -κτένοι

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Η ζωή στην χούφτα μας...

Σε ένα  χωριό όπου ζούσε ένας γέρος σοφός που είχε γίνει γνωστός σε Δύση και Ανατολή για την ικανότητα του να απαντάει σωστά σε οποιαδήποτε ερώτηση, όσο δύσκολη κι αν ήταν.

Στο ίδιο χωριό ζούσαν δύο πιτσιρικάδες, αληθινά «τερατάκια», που ήθελαν πολύ να βρουν κάποια ερώτηση στην οποία ο γέρος σοφός να μην μπορεί να απαντήσει. Έψαξαν λοιπόν πολύ και τη βρήκαν.

 
Θα πάρουμε ένα μικρό ζωντανό πουλάκι είπαν μεταξύ τους, θα το κρατήσουμε στις χούφτες μας και θα πάμε να ρωτήσουμε το γέρο σοφό αν το πουλάκι ζει. Αν μας απαντήσει «ναι», τότε εμείς θα σφίξουμε λίγο τα χέρια μας και θα του πούμε: Έκανες λάθος το πουλί είναι ψόφιο. Αν πάλι μας πει «όχι», τότε θα ανοίξουμε τα χέρια μας και το πουλάκι, ολοζώντανο, θα πετάξει για τη φωλιά του.
 
Πράγματι λοιπόν, πιάνουν ένα πουλάκι στις χούφτες τους, πάνε στο γέρο σοφό και τον ρωτούν:

«Παππού, θέλουμε να μας πεις αν το πουλάκι που κρατάμε στα χέρια μας είναι ζωντανό ή νεκρό».

Ο σοφός γέρος τους κοιτάει στα μάτια, χαμογελάει τρυφερά και με πολλή αγάπη στη φωνή του, τους λέει:
 
«Παιδιά μου, προσέξτε καλά αυτό που θα σας πω. Δε χρειάζεται παρά ένα σφίξιμο των χεριών σας και το πουλάκι θα πεθάνει. Ή ένα άνοιγμα και το πουλάκι θα πετάξει ελεύθερο, όπως η φύση το όρισε να ζήσει. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο κρατάτε στις χούφτες σας και τη δική σας ζωή.
 
Είναι στο χέρι σας, αν θέλετε, να την κρατήσετε φυλακισμένη μέσα στο θανάσιμο σφιχταγκάλιασμα της άγνοιας, της δειλίας και της αδυναμίας που οδηγεί πάντα στο μαρασμό και στο θάνατο.

Είναι στο χέρι σας όμως και να την αφήσετε να πετάξει στα ουράνια και σαν δυνατός, περήφανος και όμορφος αϊτός να φτάσει όσο πιο μακριά και πιο ψηλά μπορεί, μαζεύοντας γνώση, ομορφιά και αγάπη.»

Μήδεια: "Ήταν για μένα η ζωή μου όλη ο Ιάσων."

Ο Ιάσων με την Μήδεια μαζί με τα δυο τους παιδιά ζουν τώρα εξόριστοι στην Κόρινθο. Ο Ιάσων έχει αποφασίσει να την εγκαταλείψει, για να παντρευτεί την κόρη του Κρέοντα, του βασιλιά της Κορίνθου.
Η Μήδεια αποφασίζει να προχωρήσει όχι μόνο στον φόνο των τριών (του Ιάσονα, του Κρέοντα και της κόρης του) αλλά να σκοτώσει και τα δυο της παιδιά, για να εκδικηθεί τον Ιάσονα. Με τα παιδιά της στέλνει στην κόρη του Κρέοντα πανέμορφα δώρα που θα φέρουν το θάνατο· εκείνη τα φοράει και βρίσκει φρικτό τέλος· το ίδιο και ο πατέρας της, που σπεύδει να τη βοηθήσει..

Έπειτα από πάλη με τον εαυτό της, η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της, που θα ταφούν από την ίδια στο ιερό της Ήρας, όπου θα γίνονται γιορτές και θυσίες. Η ίδια απομακρύνεται πάνω σε φτερωτό άρμα που της έδωσε ο πατέρας της ο Ήλιος.
Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι η πρώτη ρήση της Μήδειας επί σκηνής -προηγουμένως ακουγόταν να θρηνεί από μέσα. Η ρήση της Μήδειας αποτελεί ενδιαφέρουσα μαρτυρία για τη θέση της γυναίκας, ιδίως σε σχέση με τον γάμο, και για την αντιπαράθεση των φύλων.

"Γυναίκες Κορίνθιες. Από το σπίτι βγήκα
τη μομφή σας να αποφύγω.
Γνωρίζω ανθρώπους πολλούς υπερήφανους
άλλους κρυμμένους κι άλλους έξω στο δρόμο.
Άλλοι πάλι εξαιτίας του ήσυχου βίου τους
κακό απόκτησαν όνομα και ραθυμία...
Δικαιοσύνη δεν υπάρχει στα μάτια του κόσμου.
Προτού βαθιά ερευνήσουν τι κρύβεις στα σπλάχνα σου
με μίσος σε βλέπουν
δίχως σε τίποτε να έχουν αδικηθεί.

Χρέος του ξένου είναι βεβαίως
με την πόλη εντελώς να συντάσσεται.
Ούτε επαινώ τον αυθάδη εκείνο αστό
που πικραίνει τους συμπολίτες του με αλαζονεία.

Εμένα όμως τι χτύπημα απρόσμενο με βρήκε
και τη ζωή μου χάλασε.
Χάνομαι, φίλες.
Αφήνω τις χαρές του βίου μου και πρέπει να πεθάνω.
Ήταν για μένα η ζωή μου όλη ο Ιάσων.
Καλά το γνωρίζει κι ο ίδιος.
Τώρα - βρέθηκε να ᾽ναι ο χειρότερος όλων ο άντρας μου.
Από όλα τα έμψυχα όντα, τα νοήμονα
εμείς οι γυναίκες είμαστε το αθλιότερο φύτρο.
Πρώτα με χρήματα άφθονα πρέπει
τον άντρα μας να αγοράζουμε
κι αφέντη στο κορμί μας επιβάλλουμε.

Χειρότερο άλλο κακό δεν υπάρχει.
Κι είναι εδώ η αγωνία η μεγαλύτερη,
αν πήρες άντρα χρηστό ή άχρηστο.
Για τις γυναίκες βέβαια τιμητικό το διαζύγιο δεν είναι.
Ούτε μπορείς να αποφεύγεις τον άντρα σου.
Κι αν ευρεθείς σε άλλες συνήθειες και νόμους
πρέπει να γίνεις μάντης
για όσα δεν σου έμαθε το πατρικό σου
πώς δηλαδή καλύτερα το σύζυγό σου να υπηρετείς.

Κι αν όλα τούτα επιτύχουμε με κόπο
κι ο άντρας μας συζεί μαζί μας
χωρίς να νιώθει βάρος το ζυγό του γάμου,
αξιοζήλευτη ζωή περνούμε.
Αλλιώς ο θάνατος μας πρέπει.
Ο άντρας αν βαρεθεί μέσα στο σπίτι του
βγαίνει έξω και της καρδιάς το βάρος ελαφρώνει
κοντά σε φίλους και σε συνομίληκους.

Λένε οι άντρες πως εμείς ακίνδυνη ζωή
στο σπίτι ζούμε ενώ εκείνοι πολεμούν στη μάχη.
Ανόητοι άντρες.
Τρεις φορές θα προτιμούσα σε ώρα μάχης
δίπλα στην ασπίδα να σταθώ
από το να γεννήσω μια φορά.
Όμως τα λόγια τούτα σε μένα μοναχά ταιριάζουν.
Εσύ έχεις πόλη, σπίτι πατρικό,
του βίου την απόλαυση, τη συντροφιά των φίλων.
Εγώ είμαι έρημη. Χωρίς πατρίδα
από τον άντρα μου ταπεινωμένη,
λάφυρο από γη βαρβαρική.
Ούτε μητέρα, ούτε αδελφό, συγγενή κανένα
δεν έχω λιμάνι στη συμφορά μου αυτή.

Μια χάρη ωστόσο να σου ζητήσω επιθυμώ:
αν κάποιο τρόπο, κάποιο τέχνασμα εξευρεθεί
τον άντρα μου για τα τόσα εγκλήματα να αντιπληρώσω,
σιωπή τότε!

Γεμάτη βέβαια είναι από φόβο η γυναίκα.
Στα χέρια αδύναμη, τα όπλα αποστρέφεται.
Αν όμως βρεθεί στην κλίνη της αδικημένη
πνεύμα πιο αιμοβόρο απ᾽ αυτή δεν υπάρχει.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ 70. – Μήδεια 214-266

Πορφύριος:" Ποιοί πραγματοποιούν την Ανάβαση προς τους Θεούς "

 

Ο Πορφύριος, σύμφωνα με την βασική εκδοχή, γεννήθηκε στην Τύρο της Φοινίκης το 323 ή το 333 μχ. Μαθητής του Πλωτίνου και συνεχιστής του (ουσιαστικός ιδρυτής) στη νεοπλατωνική σχολή της Ρώμης, ανέπτυξε ως σχολάρχης και ως φιλόσοφος, εκτός από διδακτική, και γόνιμη συγγραφική δραστηριότητα. Γνώστης των εβραϊκών γραφών, μελετητής των ευαγγελίων και ιδίως των προφητών, καταστάλαξε από νωρίς στην τοποθέτησή του εναντίον του χριστιανισμού. Το «Κατά Χριστιανών», το πιο γνωστό σύγγραμμά του. Στην πραγματικότητα, τα συγγράμματά του, που στο μεγαλύτερο μέρος τους χάθηκαν ή σώζονται αποσπασματικά, ήταν για αιώνες ολόκληρους εκτός νόμου... Ο Πορφύριος ήταν αναμφισβήτητα πάνω από όλα ένας πιστός εθνικός, με βαθύ σεβασμό προς τις πατροπαράδοτες παραδόσεις. Συνέλεξε πολλές αρχαίες προσευχές και αρκετοί τον θεωρούν ως τον «εκσυγχρονιστή» της αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Όταν είχε γίνει διευθυντής της «πλωτινικής σχολής», παντρεύτηκε την ασθενική χήρα ενός φίλου του, την Μαρκέλλα, που είχε 7 παιδιά. Ο λόγος αυτής του της απόφασης δεν είχε να κάνει με μία σαρκική υποκίνηση, αλλά γιατί την λυπήθηκε, καθώς και θαύμασε τις φιλοσοφικές της τάσεις. Δεν παρέμειναν όμως σύνοικοι για μεγάλο διάστημα, αφού ο Πορφύριος ήταν αφοσιωμένος πάνω από όλα στον αγώνα εναντίον των χριστιανών. Επομένως, μετά από 10 μήνες, αναγκάστηκε εσπευσμένα να φύγει ώστε να έρθει σε επαφή με άλλους φιλοσόφους. Λόγω του ταξιδιού αυτού η Μαρκέλλα έπεσε σε μελαγχολία, έχοντας σαν αποτέλεσμα να φτάσει στις μέρες μας μία εκπληκτική επιστολή που της έστειλε ο Πορφύριος, την αποκαλούμενη «Προς Μαρκέλλαν». Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα από την επιστολή:

«Εκείνοι που θέλουν να έχουν κατά νου την επιστροφή τους είναι αδύνατον να ταξιδεύουν προς την πατρίδα τους από αυτόν τον ξένο τόπο εύκολα, σαν να περνούν ένα ευκολοδιάβατο μέρος.
Δεν υπάρχει , στ’ αλήθεια, πράγμα τόσο αντίθετο από κάποιο άλλο όσο αντίθετη είναι η ράθυμη ζωή των ηδονών από την ανάβαση προς τους θεούς..
Στις κορυφές των βουνών δεν μπορεί να αναρριχηθεί κανείς δίχως κινδύνους και δίχως κόπους, και παρόμοια δεν μπορεί κανείς να ανέβει από τα μύχια βάθη του σώματος μέσω αυτών ακριβώς των στοιχείων που τον τραβάνε προς το σώμα, προς τα κάτω, δηλ. μέσω της ηδονής και της ραθυμίας. Στην ανοδική αυτή πορεία πρέπει να περάσεις μέσα από άγνοιες και να συλλογιέσαι την πτώση. Ακόμα κι αν δυσκολευτούμε στην πορεία μας, πρέπει να ξέρουμε ότι η ανάβαση, εξ ορισμού, χαρακτηρίζεται από δυσκολίες.
Η εύκολη ζωή είναι για τους θεούς, ενώ για όσους έχουν πέσει στην γένεσιν είναι ότι πιο αντίθετο, αφού μας κάνει επιλήσμονες μέσα από την επιδίωξη των αλλότριων πραγμάτων και, κοιμίζοντας μας, μας σπρώχνει με τη βουκέντρα σε ένα ύπνο πλανεμένο από σαγηνευτικά όνειρα.

Γνωρίζεις ότι ο Ηρακλής, οι Διόσκουροι, ο Ασκληπιός και όλοι οι άλλοι γιοί των θεών ολοκλήρωσαν τη μακάρια πορεία τους προς τους θεούς μέσα από κόπους και θάρρος.
Στ’ αλήθεια, την ανάβαση προς τον θεό την πραγματοποιούν όχι οι άνθρωποι που έζησαν μέσα στις απολαύσεις, αλλά εκείνοι που έμαθαν να αντιμετωπίζουν με υψηλοφροσύνη τις μεγαλύτερες κακοτυχίες.»

Ο άνθρωπος οφείλει να μιλά με σεβασμό στους γονείς του...

"Ο άνθρωπος πρέπει να θεωρεί ότι όλα όσα απέκτησε και διαθέτει τα χρωστά σε εκείνους που τον γέννησαν και τον μεγάλωσαν, ώστε να τα χρησιμοποιεί πρόθυμα για την εξυπηρέτηση τους.
Πρέπει να τους βοηθά με την περιουσία του, με τη σωματική του δύναμη και με όλη τη δύναμη της ψυχής του...

Έτσι ξεπληρώνει τις φροντίδες και τους κόπους που κατέβαλαν για αυτόν, το δάνειο δηλαδή που του έδωσαν όταν ήταν νέος, το οποίο έχουν μεγάλη ανάγκη στα γεράματά τους.
Σε όλη του τη ζωή ο άνθρωπος οφείλει να μιλά με σεβασμό στους γονείς του, γιατί τα άστοχα και επιπόλαια λόγια τιμωρούνται αυστηρά.
Όλες οι πράξεις μας παρακολουθούνται από την Νέμεσις, την άγγελο της Δίκης.
Αν οι γονείς οργιστούν, ο νέος πρέπει να υποχωρεί και να τους αφήνει να ξεσπάσουν με λόγια ή με έργα, χωρίς να τους κρατά κακία.
Πρέπει να αντιλαμβάνεται ότι είναι φυσικό να θυμώνει ένας πατέρας όταν πιστεύει ότι το παιδί του τον αδικεί.
Κι όταν πεθάνουν οι γονείς μας, πρέπει να τους κάνουμε την κάλλιστη και σωφρονέστατη ταφή αλλά χωρίς να υστερούμε σε όσα έφτιαχναν οι πρόγονοί μας για τους δικούς τους γονείς.
Κάθε χρόνο οφείλουμε να τιμάμε την μνήμη τους και τους προσφέρουμε το μερίδιο που τους ανήκει από τα αγαθά που διαθέτουμε."

Αθηναίος, (Πλάτων -Νόμοι)