Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

ΝΕΚΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ – ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ


ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ
Διογένης: Αυτός δεν είναι ο Ηρακλής; Δε νομίζω να είναι άλλος, μα τον Ηρακλή. Το τόξο, το ρόπαλο, η λεοντή, το μπόι, από πάνω μέχρι κάτω είναι ίδιος ο Ηρακλής. Πώς είναι δυνατόν να πέθανε ένας γιος του Δία; Για πες μου ένδοξε νικητή, είσαι πεθαμένος; Γιατί εγώ ως θεό, όταν ήμουνα πάνω στη γη, σου προσέφερα θυσίες.
Διογένης: Αυτός δεν είναι ο Ηρακλής; Δε νομίζω να είναι άλλος, μα τον Ηρακλή. Το τόξο, το ρόπαλο, η λεοντή, το μπόι, από πάνω μέχρι κάτω είναι ίδιος ο Ηρακλής. Πώς είναι δυνατόν να πέθανε ένας γιος του Δία; Για πες μου ένδοξε νικητή, είσαι πεθαμένος; Γιατί εγώ ως θεό, όταν ήμουνα πάνω στη γη, σου προσέφερα θυσίες.
Ηρακλής: Πολύ καλά έκανες . γιατί εκείνος ο Ηρακλής βρίσκεται πάνω στον ουρανό, δίπλα στους άλλους θεούς ‘κι έχει γυναίκα την Ήβη με τα πανέμορφα πόδια’, ενώ εγώ είμαι το είδωλό του.
Διογένης: Τι μου λες; Είδωλο θεού; Και πώς γίνεται να είναι κανείς κατά το ένα μισό θεός, και να πεθάνει το άλλο του μισό;
Ηρακλής: Γίνεται και παραγίνεται. Διότι δεν πέθανε εκείνος αλλά εγώ το ομοίωμά του.
Διογένης: Σαν ν’ άρχισα να καταλαβαίνω. Δηλαδή παρέδωσε στον Πλούτωνα εσένα, και τώρα είσαι εσύ νεκρός. στη θέση αυτουνού.
Ηρακλής: Κάπως έτσι έγινε το πράμμα.
Διογένης: Αλλά πώς δε το αντιλήφθηκε ο Αιακός, που δεν του ξεφεύγει τίποτα. πώς δεν πρόσεξε ότι ήσουν εσύ αντί γι’ αυτόν, και δέχτηκε τον αντικαταστάτη, σαν να βρίσκονταν μπροστά του ο Ηρακλής;
Ηρακλής: Διότι η ομοιότητα ήταν πολύ τέλεια.
Διογένης: Αυτό που λες είναι αλήθεια. γιατί μοιάζεις τόσο πολύ, που φαίνεσαι να είσαι εκείνος. Είσαι σίγουρος όμως ότι δε συμβαίνει το αντίθετο, δηλαδή να είσαι εσύ ο Ηρακλής και το είδωλό σου να πλαγιάζει με την Ήβη δίπλα στους θεούς;
Ηρακλής: Είσαι αναιδής και πολυλογάς, κι αν δεν πάψεις να με δουλεύεις, αμέσως θα μάθεις ποιανού θεού είδωλο είμαι.
Διογένης: Το βλέπω, που έχεις βγάλει το τόξο σου και το έχεις έτοιμο. Αλλά τι να φοβηθώ εγώ από σένα, αφού έτσι κι αλλιώς είμαι πεθαμένος; Άσ’ τα αυτά κατά μέρος και πες μου τώρα, στο όνομα του δικού σου Ηρακλή, όταν εκείνος ζούσε, συνυπήρχες μαζί του και ήσουνα και τότε είδωλο; Ή όταν ζούσατε ήσασταν ένας κι όταν πεθάνατε, αφού χωριστήκατε, ο μεν ένας πέταξε προ τους θεούς, εσύ δε το είδωλο, όπως είναι φυσικό, κατέβηκες στον Άδη;
Ηρακλής: Δεν έπρεπε να συζητήσω καθόλου με άνθρωπο που ξεστομίζει τέτοιες ανοησίες. Παρ’ όλ’ αυτά άκουσε κάτι. όσο μέρος στον Ηρακλή ήταν του Αμφιτρύωνα, αυτό πέθανε, κι όλο αυτό το μέρος είμαι εγώ. το υπόλοιπο, που ήταν του Διός, βρίσκεται στον ουρανό μαζί με τους θεούς.
Διογένης: Τώρα κατάλαβα καλά. μου λες ότι η Αλκμήνη γέννησε δυο παιδιά μέσα στον ίδιο Ηρακλή, το ένα από τον Αμφιτρύωνα και το άλλο από τον Δία, αλλά εσείς αγνοούσατε ότι ήσασταν δίδυμοι από την ίδια μάνα.
Ηρακλής: Τον κακό σου τον καιρό, χαμένε. ήμασταν και οι δυο ένα και το αυτό.
Διογένης: Φαίνεται ότι δεν είναι και τόσο εύκολο να μάθει κανείς πώς δυο Ηρακλήδες κάνανε έναν, εκτός κι αν ήσασταν, όπως λένε για εκείνον τον ιπποκένταυρο, συγκολλημένοι σε ένα, θεός και άνθρωπος μαζί.
Ηρακλής: Καλά, δεν παραδέχεσαι ότι όλοι αποτελούνται από δυο πράγματα, την ψυχή και το σώμα; Δηλαδή τι είναι αυτό που εμποδίζει την μεν ψυχή να βρίσκεται στον ουρανό, αφού προέρχεται από τον Δία, κι εγώ που είμαι το θνητό μέρος να βρίσκομαι ανάμεσα στους νεκρούς;
Διογένης: Όμως, εξοχότατέ μου εσύ γιε του Αμφιτρύωνα, θα συμφωνούσα μ’ όλ’ αυτά που λες, αν ήσουν υλικό σώμα. Τώρα όμως είσαι ένα άϋλο ομοίωμα. και δεν απέχεις και πολύ από το να μας παραστήσεις τον Ηρακλή σαν τρισυπόστατο.
Ηρακλής: Από πού κι ως πού τρισυπόστατο;
Διογένης: Περίμενε και θα δεις πώς. ο ένας λοιπόν βρίσκεται στον ουρανό, κι ο άλλος ανάμεσα σε μας, δηλαδή εσύ το είδωλο. έχουμε όμως και το σώμα που έλυωσε κι έγινε ήδη σκόνη. άρα τρία πράγματα είναι όλα μαζί. Σκέψου λοιπόν τώρα ποιόν πατέρα θα επινοήσεις και για τον τρίτο Ηρακλή, αυτόν που θα είναι μπαμπάς του για το σώμα του.
Ηρακλής: Είσαι αναιδής και άπαιχτος στα παραπλανητικά λόγια. Για πες μου όμως, ποιος είσαι του λόγου σου;
Διογένης: Είμαι το είδωλο του Διογένη από την Σινώπη. και τίποτε από μένα δεν βρίσκεται ‘ανάμεσα στους θεούς’, αλλά κάνοντας παρέα εδώ, με τους πιο υπέροχους από τους πεθαμένους ανθρώπους, ειρωνεύομαι τις παπαρολογίες του Ομήρου.
Σχόλια:
Το ζήτημα της διπλής φύσης του ανθρώπου, της εξ υλικού θνητού σώματος και άϋλης αθάνατης ψυχής, ταλάνισε, ταλανίζει και θα ταλανίζει, ποιος ξέρει μέχρι πότε, τους ανθρώπους σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου. Είναι φανερό ότι δεν αντέχει, το κάθε ασήμαντο ανθρωπάκι, στην ιδέα ότι, όταν πεθάνει, είναι δυνατόν, από έναν «τόσο σπουδαίο» υποκείμενο, να μην απομείνει απολύτως τίποτα περισσότερο από το ελεεινό κουφάρι του, το οποίο θα το φάνε τα σκουλήκια.
Παραδείγματος χάριν, από έναν αχρείο τεμπέλη, που άφηνε νηστικά τα παιδιά του κι έδερνε την γυναίκα του, που ξημεροβραδιάζονταν μπεκρουλιάζοντας και παίζοντας κουμάρι, που…, πώς είναι δυνατόν να μην απομείνει τίποτα μετά από τον θάνατο του τόσο «έξοχου» αυτού ανθρώπου!!!
Ή, πώς να εξαφανιστεί για πάντα η ύπαρξη εκείνου του άγιου Αρχιδιάκου, που έκλεβε τα λεφτά από το παγκάρι της εκκλησίας του, που ήταν αρσενοκοίτης και παιδεραστής και που ακόμα και τις χριστοπαναγίες τις είχε για ψωμοτύρι;
Μέχρις εδώ όμως, κανένα πρόβλημα δεν δημιουργεί, ο φέρων την επαρμένη αυτή αντίληψη στους συνανθρώπους του. Μόνον ο ίδιος ζημιώνεται, από τον φόβο, του ποια θα είναι η τύχη της ψυχής του μετά θάνατον.
Κι όμως, από την αφελή αυτή ιδέα, γεννήθηκε η μεγαλύτερη πανούκλα που έπληξε, πλήττει και θα πλήττει την ανθρωπότητα εσαεί. Την αβεβαιότητα αυτή, της μετά θάνατον τύχης, την κατέστησαν πηγή πλούτου και θησαυρισμού, κάποιοι επιτήδειοι, παμπόνηροι κι αρχιτεμπέληδες τύποι. Αυτοί συνέστησαν τις συμμορίες που λέγονται ιερατεία. Κι όλα τα ιερατεία του κόσμου, φαντάζουν αθώες περιστερές μπροστά σ’ αυτό, το οποίο ανέδειξε τις τέχνες της εξαπάτησης και της εκμετάλλευσης σε ύψη ανείπωτα: αυτό το ανυπέρβλητο ιουδαιοχριστιανικό ιερατείο. (Στην παρούσα ιστοσελίδα καταγράφουμε την ιστορία του στο άρθρο: « Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΙΕΡΑΤΕΙΟΥ Ο ΑΡΧΙΣΥΜΜΟΡΙΤΗΣ ΑΑΡΩΝ ΓΕΝΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΕΒΡΑΪΚΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΙΕΡΑΤΕΙΟΥ»).
Θέλετε να εξαφανιστεί κάθε ίχνος παπαδαριού και θρησκείας; Αφαιρέστε από τους ανθρώπους την πίστη στην αθανασία της ψυχής. Πράγμα που σημαίνει ότι εξανεμίζεται ταυτοχρόνως κι ο φόβος της μεταθανάτιας τύχης της.
Όλα τα μυστικά κόλπα του ιερατείου είναι ένα και μοναδικό: «μόνον εμείς μπορούμε να σώσουμε την ψυχή σου. να την μπάσουμε στον παράδεισο. μόνος σου δεν μπορείς με τίποτα». Το ιερατείο μπορεί να μας αποκαθάρει από τις αμαρτίες μας, την απαραίτητη αυτή προϋπόθεση για την είσοδό μας στον παράδεισο. Ποιο είναι το λάδι στη μηχανή του παπά; Η τροφοδότηση του πιστού με τις ανύπαρκτες αμαρτίες του, τις οποίες μετά αυτός ο ίδιος τις συγχωρεί. Στη συνέχεια ξαναφορτώνεται ο πιστός με καινούργιες αμαρτίες, και πάει το πράγμα λέγοντας.
Ο Λουκιανός ήταν Επικούρειος. Ο ευεργέτης δάσκαλός του ήταν ο πρώτος παγκοσμίως φιλόσοφος που χτύπησε, μια και καλή, την αμαρτωλή αυτή δεισιδαιμονία, στο «δόξα πατρί». «Δεν φοβούμαστε τον θάνατο, η ψυχή δεν είναι αθάνατη, σώμα και ψυχή είναι αδιάσπαστα ενωμένες και πεθαίνουν ταυτοχρόνως».
Ο δάσκαλος τα είπε ξεκάθαρα κι έξω από τα δόντια. Ο μαθητής, μέγας τεχνίτης της ειρωνείας των ανθρωπίνων ανοησιών, το έριξε στο καλαμπούρι. Η τέχνη του είναι αξεπέραστη. Μέσα απ’ αυτόν τον σπαρταριστό διάλογο, ξεβρακώνει εντελώς τις ανυπόστατες φαντασιοπληξίες των δεισιδαιμόνων συνανθρώπων του. Η επικαιρότητα της τέχνης του είναι αθάνατη. Αντιστέκεται κατά πάντων, διότι στην εποχή του, πλην των Επικουρείων, άπαντες ταλανίζονταν από κάθε μορφή δεισιδαιμονίας., με αρχιερέα της ιδεοληψίας τον «αρχιφλυτζανά» Πλάτωνα.
Θα μπορούσε να ξεβρομίσει ολόκληρη η μολυσμένη ατμόσφαιρα των ελληνικών σχολείων, και μόνον αν διδάσκονταν εκεί, όλα τα έργα του Λουκιανού, κι όχι μόνον κάποια, για τα οποία κάποιοι ανεγκέφαλοι νομίζουν ότι περιπαίζουν τη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων.
Θα έχει προσέξει βεβαίως κανείς ότι στο συγκεκριμένο αυτό έργο του, ο Λουκιανός, εξευτελίζει, επί πλέον, και το περίφημο ζήτημα που τώρα λέγεται «θεάνθρωπος». Για όλη αυτή την παπαρ(δ)ολογία της ενανθρωπίσεως ενός θεού, το πώς συμπλέκονται οι δυο φύσεις, ποια παραμένει μετά θάνατον, αν είναι ομοούσια ή ομοιούσια κι όλες αυτές τις ανοησίες, εξ αιτίας των οποίων έχουν κατασφαχτεί μεταξύ τους χριστιανοί άνθρωποι. Κι όλ’ αυτά τα κατόρθωσε μέσα από τριανταριά αράδες!
Κλείνουμε αυτόν τον σχολιασμό προτρέποντας τους γονείς, αφού μάθουν πρώτα στα παιδιά τους την ελληνική μυθολογία, στη συνέχεια να τους διαβάσουν Λουκιανό και τέλος να τους «μυήσουν» στην φιλοσοφία του Επίκουρου. Να είναι σίγουροι ότι θα έχουν παιδιά υγιέστατα.
ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Διογένης: Απίστευτο, Αλέξανδρε! Πέθανες και συ όπως κι όλοι εμείς;
Αλέξανδρος: Δεν το βλέπεις Διογένη. Γιατί σου φαίνεται απίστευτο, πέθανα κι εγώ αφού είμαι άνθρωπος.
Διογένης: Δηλαδή ο Άμμων έλεγε ψέματα πως είσαι γιός του, κι επομένως εσύ είσαι παιδί του Φιλίππου.
Αλέξανδρος: Φυσικά του Φιλίππου, γιατί αν ήμουνα του Άμμωνα δεν θα πέθαινα.
Διογένης: Και για την Ολυμπιάδα, αλήθεια, τα ίδια κι απαράλλαχτα λέγονταν, πως τάχα μου συνουσιάζονταν με κάποιον δράκοντα, που τον έβλεπαν στο κρεβάτι της, και μετά γέννησε εσένα, ενώ ο Φίλιππος ξεγελασμένος, νόμιζε πως ήσουν γιό του.
Αλέξανδρος: Κι εγώ τα ίδια με σένα άκουγα, αλλά τώρα κατάλαβα ότι ούτε η μάνα μου ούτε οι ιερείς του Άμμωνα έλεγαν τη πάσα αλήθεια.
Διογένης: Όμως, Αλέξανδρε, τα παραμύθια τους αυτά, δεν βλέπω να σε ζημίωσαν στα κατορθώματά σου. Γιατί πολλούς τους κυρίεψε ο φόβος, επειδή σε περνούσαν για θεό. Για πες μου όμως, αυτή την μεγάλη εξουσία σου, σε ποιόν την άφησες;
Αλέξανδρος: Ούτε που ξέρω, Διογένη. Γιατί δεν πρόλαβα να φροντίσω για το ζήτημα αυτό. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι, την ώρα που έβγαινε η ψυχή μου, έδωσα το δαχτυλίδι μου στον Περδίκκα. Αλλά που το βρίσκεις το αστείο, Διογένη, και γελάς;
Διογένης: Πώς να μη γελώ αφού θυμήθηκα τα καμώματα όλων των Ελλήνων, αμέσως μόλις πήρες την εξουσία, όταν σε κολάκευαν και σε ανακήρυξαν προστάτη και αρχιστράτηγο, για να τους σώσεις από τους βάρβαρους. Χώρια που μερικοί σε κατάταξαν ανάμεσα στους δώδεκα θεούς και σου οικοδόμησαν ναούς, προσφέροντάς σου θυσίες σαν να ήσουν ο γιος του δράκοντα. Όμως, αλήθεια, πού σε έθαψαν οι Μακεδόνες;
Αλέξανδρος: Τριάντα τόσες μέρες ακόμα, το πτώμα μου βρίσκεται στη Βαβυλώνα, αλλά υπόσχεται ο υπασπιστής μου ο Πτολεμαίος, αν βρει καμμιά ευκαιρία, ανάμεσα στις πολλές σκοτούρες που τον ταλανίζουν, να με πάει στην Αίγυπτο, να με θάψει εκεί, για να γίνω ένας από τους θεούς των Αιγυπτίων.
Διογένης: Δηλαδή θέλεις να μη γελάσω τώρα Αλέξανδρε, όταν σε βλέπω ακόμα και στον Άδη να χαζολογάς και να ελπίζεις να γίνεις Άνουβις ή Όσιρις; Αυτά, μεγάλε, ξέχνα τα, γιατί δεν υπάρχει ελπίδα γυρισμού γι’ αυτόν που πέρασε, έστω και για μια φορά, την στενή πόρτα του Άδη. Ούτε ο Αιακός χαρίζεται σε κανέναν, ούτε να θεωρείς τον Κέρβερο ελαφρόμυαλο.
Εκείνο όμως που ευχαρίστως θα ήθελα να μάθω από σένα, είναι πώς αισθάνεσαι, όταν θυμάσαι την τόσο μεγάλη καλοπέραση που παράτησες εκεί κάτω, όταν έφτασες εδώ. Τους σωματοφύλακες, τους υπασπιστές και τους σατράπες και τόσο πολύ χρυσάφι και ολόκληρα έθνη που σε προσκυνούσαν και τη Βαβυλώνα και τα Βάκτρα και τους φοβερούς ελέφαντες και τόσες τιμές και δόξες κι εκείνες τις μεγαλόπρεπες παρελάσεις στις οποίες παρουσιαζόσουνα με την λευκή κορδέλα στο κεφάλι και την κατακόκκινο μανδύα. Όταν έρχονται όλ’ αυτά στο μυαλό σου, δεν σε στενοχωρούν;
Και γιατί κλαις τώρα σαν μικρό παιδί; Ούτε αυτό δεν σου έμαθε ο σοφός Αριστοτέλης; Ότι όσα μας χαρίζει η τύχη δεν κρατούν για πολύ καιρό;
Αλέξανδρος: Σιγά τον σοφό. Αυτόν που ήταν ο πιο τρισάθλιος κόλακας απ’ όλους τους άλλους. Εγώ μόνο ξέρω τι κουμάσι ήταν αυτός ο Αριστοτέλης, πόσα μου ζήτησε, κι πόσα άλλα με επιστολές, πώς καταχράστηκε τη αγάπη μου για τη μόρφωση, κολακεύοντας και επαινώντας με, πότε για την σωματική μου ομορφιά, θαρρείς ότι κι αυτό είναι μέρος του αγαθού, και πότε για τα κατορθώματά μου και τα πλούτη μου. Διότι ακόμα και τα πλούτη τα θεωρούσε μέρος του αγαθού, ώστε να μη ντρέπεται όταν έπαιρνε κι αυτός μερίδιο απ’ αυτά.
Ήταν απατεώνας, Διογένη μου, και παμπόνηρος. Και το μόνο που κέρδισα από την σοφία του είναι η στενοχώρια μου, που έχασα όλα εκείνα που ανάφερες πριν, σαν να πρόκειται για τόσο σπουδαία αγαθά.
Διογένης: Ξέρεις όμως τι πρέπει να κάνεις τώρα; Βρήκα το φάρμακο για να γιατρέψεις την στενοχώρια σου. Επειδή εδώ πέρα δεν φυτρώνει ελλέβορο, σκύψε κάτω και πίνε και ξαναπίνε συνεχώς από την πηγή που βγάζει το νερό της λησμονιάς. Έτσι θ’ απαλλαγείς από το ντέρτι, που έχασες τα αγαθά, που σου δίδαξε ο Αριστοτέλης.
Μα να, τώρα βλέπω το ίδιο τον Κλείτο και τον Καλλισθένη και πολλούς άλλους να ορμούν κατά πάνω σου, για να σε καταξεσκίσουν παίρνοντας εκδίκηση για τα κακά που τους έκανες. Κοπάνησέ την τώρα από τον άλλο δρόμο και πίνε συνεχώς, όπως σε συμβούλεψα.
ΜΕΝΙΠΠΟΥ ΚΑΙ ΚΕΡΒΕΡΟΥ
Μένιππος: Πες μου, Κέρβερε, στο όνομα της Στύγας, γιατί είμαι συγγενής σου, αφού κι εγώ είμαι σκύλος (Κυνικός φιλόσοφος), πώς φέρθηκε ο Σωκράτη, όταν κατέβηκε εδώ σε μας; Ελπίζω, αφού είσαι θεός, να μη γαυγίζεις μόνο, αλλά να μιλάς και σαν άνθρωπος, όταν θέλεις.
Κέρβερος: Από μακριά, Μένιππε, μου φαινόταν πως ερχόταν ήρεμος κι ότι δεν φοβόταν και τόσο τον θάνατο. Αυτό μάλλον το έκανε, για να επιδειχθεί σ’ αυτούς που στέκονταν έξω από το στόμιο του Άδη, διότι μόλις έσκυψε και πέρασε μέσα από το χάσμα και είδε το μαύρο σκοτάδι, επειδή πρόσεξα ότι δίσταζε, βάλε μαζί και την δράση του κώνειου, του δάγκωσα το πόδι και τον έσυρα. τότε αυτός άρχισε να σκούζει σαν μωρό παιδί, να οδύρεται για την τύχη των παιδιών του και να κάνει ένα σωρό τέτοια πράγματα.
Μένιππος: Ώστε το ανθρωπάκι αυτό παραπλανούσε τον κόσμο όταν έλεγε ότι αψηφά τον θάνατο;
Κέρβερος: Όχι ακριβώς, αλλά επειδή κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να την γλιτώσει, παρίστανε τάχα μου τον άφοβο, για να δείξει ότι με τη θέλησή του βάδιζε προς αυτό, που όλοι θα πάθουν κάποτε, ώστε να τον θαυμάζουν όσοι τον έβλεπαν. Τα ίδια καμώματα, θα έλεγα πως κάνουν όλοι, που είναι σαν και του λόγου του. μέχρι την πόρτα του Άδη παριστάνουν τους άφοβους και τους γενναίους και μόλις μπούνε μέσα εκδηλώνουν τον πραγματικό τους εαυτό.
Μένιππος: Εγώ, αλήθεια, πώς σου φάνηκα όταν ήρθα εδώ κάτω;
Κέρβερος: Μόνο εσύ, Μένιππε, φέρθηκες αντάξια και σύμφωνα με τις ιδέες σου και πριν από σένα ο Διογένης, διότι ούτε με το ζόρι μπήκατε, ούτε επειδή σας σκουντούσε κάποιος, αλλά με τη θέλησή σας και γελώντας, προτρέποντας μάλιστα όλους τους άλλους να οδύρονται.
ΧΑΡΩΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΝΙΠΠΟΥ
Χάρων: Βρε καταραμένε, πλήρωσέ μου το ναύλο.
Μένιππος: Ξεφώνιζε όσο θέλεις, Χάρων, αν αυτό σε ευχαριστεί.
Χάρων: Πλήρωσε τον κόπο, σου λέω, που έκανα για να σε περάσω απέναντι.
Μένιππος: Δεν πρόκειται να πάρεις τίποτα απ’ εκείνον που δεν έχει. (το περίφημο «Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος»).
Χάρων: Μα είναι δυνατόν να υπάρχει κάποιος χωρίς έναν οβολό στη τσέπη του;
Μένιππος: Δε με νοιάζει αν υπάρχει άλλος, εγώ πάντως δεν έχω.
Χάρων: Μωρέ θα σε πνίξω, μα τον Πλούτωνα, αναθεματισμένε, αν δεν με πληρώσεις.
Μένιππος: Κι εγώ θα σου κοπανίσω το κεφάλι, μ’ αυτό το ξύλο που κρατάς, και θα στο κάνω κομματάκια.
Χάρων: Στο τζάμπα δηλαδή ταξίδευες τόση ώρα.
Μένιππος: Να σε πληρώσει ο Ερμής, αυτός που με παρέδωσε σε σένα.
Ερμής: Την πάτησα, μα τον Δία, αν πρόκειται να πληρώνω, κι από πάνω, για τους νεκρούς.
Χάρων: Μωρέ δεν θα σ’ αφήσω εγώ να μου την κοπανήσεις.
Μένιππος: Καλά, αφού έτσι γουστάρεις, τράβα τη βάρκα έξω και περίμενε. Αλλά πώς θα πληρωθείς αφού είμαι άφραγκος;
Χάρων: Καλά μωρέ, δε γνώριζες ότι έπρεπε να πληρώσεις το εισιτήριο;
Μένιππος: Φυσικά και το γνώριζα. αλλά αφού δεν είχα; Δηλαδή τι έπρεπε να κάνω; Επειδή ήμουν μπατίρης έπρεπε να μη πεθάνω;
Χάρων: Δηλαδή θα είσαι ο μοναδικός που θα κοκορεύεσαι ότι ταξίδεψες στο τζάμπα;
Μένιππος: Ε, όχι και τζάμπα, μεγάλε. μήπως δεν άντλησα νερά ή μήπως δεν τράβηξα κουπί; χώρια που ήμουνα ο μοναδικός επιβάτης που δεν έκλαψα καθόλου.
Χάρων: Δεκάρα δε μετράν’ αυτά για τον βαρκάρη. άσ’ τα αυτά και πλήρωσε. γιατί έτσι πρέπει και δεν γίνεται διαφορετικά.
Μένιππος: Αν δεν γίνεται διαφορετικά, τότε αμέσως να με ξαναφέρεις στη ζωή.
Χάρων: Τι χαριτωμένα που τα λες, για να με ρημάξει μετά στο ξύλο ο Αιακός.
Μένιππος: Βρε δε μ’ αφήνεις στην ησυχία μου.
Χάρων: Για δείξε μου τι έχεις μέσα στο ταγάρι σου.
Μένιππος: Λούπινα, αν τα θέλεις, και φαγητά κλεμμένα από σταυροδρόμι, αυτά που λένε δείπνο της Εκάτης.
Χάρων: Μωρέ Ερμή, από πού μας κουβάλησες αυτό το παλιόσκυλο; Και τι δεν είπε το στόμα του, σ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, χωρίς ν’ αφήσει ούτε έναν επιβάτη που να μη τον δουλέψει και να τον πειράξει. Κι ενώ όλοι πλάνταζαν στο κλάμα, αυτός τραγουδούσε του καλού καιρού.
Ερμής: Εμ, δεν ήξερες, Χάρων, ποιόν άνθρωπο είχες στη βάρκα σου. Έναν εντελώς ελεύθερο, που δεν νοιάζεται για τίποτα. Αυτός λοιπόν είναι ο Μένιππος.
Χάρων: Δεν θα σε ξαναπετύχω καμμιά φορά…
Μένιππος: Αν όμως με πετύχεις, μεγάλε. Γιατί αποκλείεται να με ξανασυναντήσεις.
ΜΙΝΩΟΣ ΚΑΙ ΣΩΣΤΡΑΤΟΥ
Μύνως: Αυτόν εδώ τον ληστή, τον Σώστρατο, ρίξτε τον στον Πυριφλεγέθοντα, αυτός δε ο ιερόσυλο ας κατασπαραχθεί από την Χίμαιρα, τον δε τύραννο, Ερμή, βάλ’ τον δίπλα στον Τιτυό, για να του κατασπαράζουν κι αυτουνού το συκώτι οι γύπες, εσείς δε οι αγαθοί να πάτε γρήγορα στα Ηλύσια πεδία, για να κατοικήσετε στα νησιά των μακάρων, ως ανταμοιβή για τον δίκαιο βίο σας.
Σώστρατος: Άκουσέ με, Μίνω, μήπως και σου φανούν σωστά αυτά που θα σου πω.
Μύνως: Γιατί να σε ξανακούσω; Δεν κατηγορήθηκες, Σώστρατε, πως είσαι απατεώνας και φονιάς τόσων ανθρώπων;
Σώστρατος: Ναι κατηγορήθηκα, αλλά ας επανεξετάσεις εάν είναι δίκαιη η τιμωρία μου.
Μίνως: Και πολύ μάλιστα, και δικαίως θα πληρώσεις γι’ αυτά που έκανες.
Σώστρατος: Σε παρακαλώ Μίνω, απάντησέ μου, γιατί είναι πολύ σύντομη η ερώτησή μου.
Μίνως: Άντε λέγε, αλλά μη μακρηγορείς, γιατί ήδη αρχίσαμε να κρίνουμε τους επόμενους.
Σώστρατος: Όσα έκανα όταν ζούσα, τα έκανα με τη θέλησή μου ή όλ’ αυτά ήταν γραφτά απ’ τη Μοίρα να τα κάνω;
Μίνως: Οπωσδήποτε έτσι τα όρισε η Μοίρα.
Σώστρατος: Επομένως και οι καλοί και οι κακοί, όπως εμείς νομίζουμε, ότι κι αν κάναμε, το κάναμε γιατί έτσι μας πρόσταζε εκείνη;
Μίνως: Φυσικά ότι ήθελε η Κλωθώ, αφού αυτή προκαθορίζει όλες τις πράξεις μας από τη στιγμή που γεννιόμαστε.
Σώστρατος: Εάν λοιπόν εξαναγκαστεί κανείς από άλλον, να σκοτώσει κάποιον, δίχως να μπορεί να προβάλει αντίρρηση σ’ αυτόν που τον βιάζει, όπως, να πούμε, ο δήμιος ή ο σωματοφύλακας, διότι τον έναν τον διατάζει ο δικαστής και τον άλλον ο τύραννος, σε ποιον, από τους δυο, θα χρεώσεις τον φόνο;
Μίνως: Ξεκάθαρα στον δικαστή ή στον τύραννο και σε καμμιά περίπτωση σ’ αυτόν που κρατούσε το μαχαίρι, διότι το εκτελεστικό όργανο υπηρετεί την θέληση αυτού, που είναι η κύρια αιτία του φόνου.
Σώστρατος: Μπράβο σου, Μίνω, διότι πρόσθεσες πόντους στο επιχείρημά μου, εάν δε κάποιος υπηρέτης, που τον έστειλε το αφεντικό του, μας φέρει χρυσάφι ή ασήμι, σε ποιον θα χρωστάμε την χάρη ή ποιον θα λογαριάσουμε για ευεργέτη;
Μίνως: Αυτόν που το έστειλε, Σώστρατε, γιατί αυτός που το έφερε ήταν ένας απλός μεταφορέας.
Σώστρατος: Βλέπεις λοιπόν πως άδικα μας καταδικάζεις, την στιγμή που βρισκόμασταν κάτω από τις υπηρεσίες της Κλωθώς, όπως επίσης είναι άδικη η τιμή προς αυτούς που προσκομίζουν αγαθά, που τα έστειλαν άλλοι. Διότι δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι είναι σε θέση ν’ αποφύγει αυτά που του διατάχτηκαν κάτω από τόσο ισχυρή βία.
Μίνως: Μωρέ και πολλά άλλα, Σώστρετε, αν τα εξετάσεις καλλίτερα, θα διαπιστώσεις ότι είναι παράλογα. Όμως εσύ με την ερώτησή σου κάτι κέρδισες, διότι φάνηκες πως δεν είσαι μόνο ληστής αλλά και πολύ επιδέξιος στη ρητορική τέχνη. Άσ’ τον ελεύθερο, Ερμή, κι ας μη τιμωρηθεί ξανά. Πρόσεξε καλά όμως, μη τυχόν ανοίξεις τα μάτια και των άλλων νεκρών κι αρχίσουν να μου κάνουν τέτοιες ερωτήσεις.

ΘΕΩΝ ΔΙΑΛΟΓΟΙ. ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ


ΕΡΩΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΟΣ
Έρωτας: Αλλά κι αν έφταιξα σε κάτι, Δία, συγχώρεσέ με γιατί είμαι ένα μικρό παιδάκι και ακόμη δεν κόφτει το μυαλό μου.
Δίας: Εσύ ο Έρωτας είσαι παιδάκι, εσύ που είσαι πιο αρχαίος κι από τον Ιαπετό; Ή επειδή δεν έχεις γένια ούτε και άσπρες τρίχες, απαιτείς να σε παίρνουν οι άλλοι για μωρό, ενώ είσαι γέρος και πανούργος;
Έρωτας: Και τι μεγάλο κακό σου έκανα εγώ ο γεροντάκος όπως λες, και σκέφτεσαι να με συμμαζέψεις;
Δίας: Άκουσέ τα, καταραμένε, και πες μου αν είναι μικρά. Με δουλεύεις σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν έμεινε τίποτα που να μη με μεταμόρφωσες: μ’ έκανες σάτυρο, ταύρο, χρυσαφένιο, κύκνο, αετό. Κι όμως δεν έκανες καμμιά να μ’ ερωτευθεί. Ούτε κατάφερα καμμιά, γιατί εσύ μ’ έκανες ν’ αρέσω στις γυναίκες, αλλά να είμαι αναγκασμένος να τις ξεγελώ με ένα σωρό τερτίπια και να μεταμορφώνομαι. Έτσι αυτές αγαπάνε μεν τον ταύρο ή τον κύκνο, εμένα όμως, άμα τύχει και με δουν, πεθαίνουν από την τρομάρα τους.
Έρωτας: Και που το βρίσκεις το περίεργο. Είναι θνητές και δεν μπορούν να αντικρίσουν τη μορφή σου.
Δίας: Τον Απόλλωνα όμως πώς τον αγαπάνε ο Βράγχος και ο Υάκινθος;
Έρωτας: Μα και τον Απόλλωνα δεν ήθελε να τον πλησιάσει η Δάφνη αν και έχει ωραία μαλλιά και δεν έχει γένια. Αν θέλεις όμως ν’ αρέσεις στις γυναίκες να μη κουνάς την αιγίδα και να μη κουβαλάς μαζί σου τον κεραυνό, αλλά φρόντιζε να φαίνεσαι όσο μπορείς πιο όμορφος. Φτιάχνε τα μαλλιά σου έτσι που να κρέμονται μπούκλες κι απ΄ τις δυο μεριές του προσώπου σου, που να είναι πιασμένες στο πάνω μέρος από το διάδημα.
Να φοράς κόκκινη χλαμύδα και χρυσά πέδιλα. Να περπατάς ρυθμικά με συνοδεία σουραυλιών και τυμπάνων. Τότε να δεις πως θα σε ακολουθήσουν πιο πολλές γυναίκες απ’ όσες Μαινάδες τρέχουν πίσω από τον Διόνυσο.
Δίας: Βρε δε με παρατάς. Ποτέ δεν θα επιχειρήσω να ρίξω τις γυναίκες ντυμένος έτσι.
Έρωτας: Ε τότε να πάψεις να λιγουρεύεσαι τα θηλυκά, γιατί αυτό είναι και πιο εύκολο.
Δίας: Όχι-όχι , μ΄ αρέσει ο έρωτας, αλλά να μη μου βγαίνει η ψυχή για να το πετυχαίνω. Άντε τώρα πήγαινε στο καλό και φρόντισε οι ερωτοδουλειές μου να γίνονται όπως σου τις εξήγησα.
ΗΡΑΣ ΚΑΙ ΔΙΟΣ
Ήρα: Για πες μου Δία, ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτόν εδώ τον Ιξίωνα;
Δίας: Μου φαίνεται καλός άνθρωπος Ήρα, και γλεντζές. Αλλιώτικα δεν θα τον καλούσαμε στα τραπεζώματά μας αν δεν το άξιζε.
Ήρα: Κι όμως, είναι ανάξιος για την παρέα μας, γιατί δεν σέβεται τίποτα. Και δεν πρέπει από δω και πέρα να τον ξανακαλέσουμε στο τραπέζι μας.
Δίας: Αλήθεια, ποια παρασπονδία έκανε; Φαντάζομαι ότι κι εγώ πρέπει να μάθω για τα καμώματά του.
Ήρα: Μη το συζητάς! Ακόμα ντρέπομαι να σου το πω. Τόσο προσβλητικό είναι αυτό που τόλμησε να κάνει.
Δίας: Ένας λόγος παραπάνω. Όσο πιο άπρεπη ήταν η χειρονομία του, τόσο περισσότερο πρέπει να μου εξηγήσεις τι τρέχει μ’ αυτόν. Μήπως άπλωσε το χέρι του σε καμμιά; Άρχισα να υποψιάζομαι τι είδους αισχρότητα διέπραξε, από τον δισταγμό σου να μιλήσεις γι’ αυτό.
Ήρα: Σ’ εμένα την ίδια, Δία μου, κι όχι σε κάποια άλλη, και μάλιστα εδώ και πολύ καιρό. Για να σου πω την αλήθεια, στην αρχή δεν είχα καταλάβει, παρ’ όλο που συνεχώς έριχνε το βλέμμα του επάνω μου. Να, κάθε φορά που έπινα νέκταρ και μετά έδινα το ποτήρι στον Γανυμήδη, αυτός αναστέναζε και δάκρυζε, και ζητούσε μάλιστα να πιει από το ίδιο το ποτήρι μου. μόλις δε το έπιανε το φιλούσε, το σήκωνε μέχρι τα μάτια του και στο δευτερόλεπτο, έριχνε τη ματιά του καταπάνω μου.
Κατόπιν εορτής δηλαδή κατάλαβα, ότι όλ’ αυτά τα καμώματα ήταν ερωτικά. Δεν σου τα έλεγα τόσο καιρό, γιατί από τη μια ντρεπόμουν, κι από την άλλη είχα την ελπίδα ότι θα του πέρναγε του ανθρώπου αυτή του η τρέλα.
Επειδή όμως τόλμησε να επιχειρήσει, και με ερωτόλογα στα ίσια, να με τουμπάρει, τον άφησα, που έκλεγε και κυλιόταν μπροστά μου, αφού πρώτα βούλωσα τ’ αυτιά μου για να μην ακούω τα σιχαμερά παρακαλετά του, κι έφυγα για να ’ρθω να σου τα πω. Τώρα είναι η σειρά σου ν’ αποφασίσεις για τον κύριο αυτόν.
Δίας: Μπράβο του! ο καταραμένος, βάλθηκε να με ατιμάσει φθάνοντας μέχρι το συζυγικό μας κρεβάτι; Τόσο πολύ τον παραζάλισε το νέκταρ; Όμως εμείς φταίμε γι’ αυτά, γιατί ξεπεράσαμε τα όρια της φιλανθρωπίας, με να τους παρακαθίζουμε στο ίδιο μας το τραπέζι.
Αφού τους επιτρέπουμε λοιπόν να πίνουν από το ποτό μας και αφού τους αφήνουμε να βλέπουν τέτοιες θεϊκές ομορφιές, που στη γη ούτε στ’ όνειρό τους δεν είδαν, πεθύμησαν να τις απολαύσουν, ξετρελαμένοι από τον έρωτα. Γιατί στη εξουσία του έρωτα, όχι μόνον οι άνθρωποι δεν μπορούν ν’ αντισταθούν, άλλα, μερικές φορές ,ούτε καν κι εμείς οι ίδιοι.
Ήρα: Πάντως εσένα, Δία, περισσότερο απ’ όλους, όπως όλοι το λένε, σε εξουσιάζει και σε σέρνει από τη μύτη, εσύ δε τον ακολουθάς όπου κι αν σε πάει κι αμέσως μεταμορφώνεσαι σ’ ό,τι αυτός σε διατάζει και έγινες δούλος και παίγνιό του. Τώρα μάλιστα κατάλαβα γιατί προσπαθείς να συγχωρέσεις τον Ιξίονα, αφού και συ κάποτε τον κεράτωσες και σου γέννησε η γυναίκα του τον Πειρίθουν.
Δίας: Ώστε δεν ξέχασες ακόμα αυτά που έκανα όταν κατέβηκα στη γη, για να διασκεδάσω κι εγώ λιγάκι. Ξέρεις όμως τι σκέπτομαι να κάνω για τον Ιξίονα; Δεν μου κάνει καρδιά να τον τιμωρήσω και να τον αποδιώξω από την παρέα μας. το βρίσκω παρατραβηγμένο. επειδή είναι ερωτοχτυπημένος, κι όπως λες, κλαίει και το πάθος του είναι αφόρητο.
Ήρα: Τι σκέφτεσαι να σκαρώσεις Δία; Φοβάμαι μη τυχόν και πεις κάτι που θα με στενοχωρήσει.
Δίας: Όχι καθόλου. λέω να σκαρώσουμε ένα ομοίωμά σου από σύννεφο, κι όταν τελειώσει το συμπόσιο, αφού εκείνος, όπως κάθε φορά συμβαίνει, δεν έχει ύπνο, εξ αιτίας του έρωτά του για σένα, να το φέρουμε και να το πλαγιάσουμε κοντά του. Έτσι λοιπόν θα πάψει να υποφέρει αφού θα νομίζει ότι ικανοποιήθηκε το πάθος του.
Ήρα: Αυτό ξέχνα το, ας μη επιθυμούσε ν’ απολαύσει αυτά που είναι πέρα από τις δυνατότητές του.
Δίας: Δέξου το σε παρακαλώ Ήρα μου. Είναι δυνατόν να πάθεις κανένα κακό από ένα τέτοιο ψεύτικο ομοίωμα, αφού με σύννεφο τελικά θα ερωτοτροπήσει ο Ιξίων;
Ήρα: Όμως επειδή θα φαντάζομαι πως το σύννεφο είμαι εγώ, θα αισθάνομαι ότι η αισχρότητα που θα κάνει, θα γίνεται προς το πρόσωπό μου, λόγω της ομοιότητας.
Δίας: Μη το ξαναπείς αυτό ποτέ. γιατί ούτε το σύννεφο μπορεί να γίνει ποτέ Ήρα, ούτε εσύ σύννεφο. Αυτό που θα γίνει μόνο είναι ότι θα εξαπατηθεί ο Ιξίων.
Ήρα: Ξεχνάς όμως ότι όλοι οι άνθρωποι είναι χυδαίοι. Δεν αποκλείεται λοιπόν όταν κατέβει στη γη να κοκορευτεί σ’ όλο τον κόσμο ότι πλάγιασε με τη Ήρα, πως μοιράζεται το κρεβάτι της με τον Δία, κι ότι δήθεν εγώ τον ερωτεύτηκα. Και μάλλον θα τον πιστέψουν γιατί από πού να ξέρουν ότι αυτός συνουσιάστηκε με το συννεφένιο ομοίωμά μου.
Δίας: Αν τολμήσει να πει κάτι τέτοιο, τότε θα τον ρίξω στον Άδη, δεμένο πάνω σε τροχό που θα γυρίζει ο άθλιος για πάντα, και τα βάσανά του δεν θα τελειώνουν ποτέ. Και δεν θα τον τιμωρήσω επειδή ερωτεύτηκε, γιατί αυτό δεν είναι παράπτωμα, αλλά εξ αιτίας της καυχησιάς του.
ΗΦΑΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ
(Συζητούν για τον νεογεννηθέντα Ερμή)
Ήφαιστος: Είδες καθόλου Απόλλων το μωράκι της Μαίας, που γεννήθηκε πριν από λίγο; Και ομορφούλικο είναι και σ’ όλους χαμογελά και από τώρα φαίνεται ότι θα γίνει πολύ σπουδαίος όσο θα μεγαλώνει.
Απόλλων: Για ’κείνο το βρέφος, Ήφαιστέ μου, μιλάς, ότι θα γίνει τόσο σπουδαίος, που είναι πιο επιδέξιος στην πανουργία ακόμη κι από τον Ιαπετό;
Ήφαιστος: Μα τι κακό μπορεί να κάνει ένα μωρό που γεννήθηκε μόλις προχθές;
Απόλλων: Για ρώτα τον Ποσειδώνα, που του έκλεψε την Τρίαινα, ή τον Άρη. γιατί κι αυτού, δίχως να το αντιληφθεί, του τράβηξε το ξίφος από την θήκη, για να μη πω και για τα δικά μου, που μου ξάφρισε το τόξο και τα βέλη.
Ήφαιστος: Όλ’ αυτά τα έκανε ένα μωρό, που μόλις στάθηκε στα πόδια του κι ακόμα βρίσκεται μέσα στα σπάργανά του;
Απόλλων: Θα το γνωρίσεις, Ήφαιστέ μου, αν πλησιάσει και μόνο κοντά σου.
Ήφαιστος: Αλλά να, ήδη βρίσκεται δίπλα μου.
Απόλλων: Για δες, έχεις όλα τα εργαλεία σου και κανένα δεν χάθηκε απ΄ αυτά;
Ήφαιστος: Όλα τα έχω, Απόλλωνά μου.
Απόλλων: Μωρέ κύτταξε κάπως καλύτερα.
Ήφαιστος: Μα τον Δία, δεν βλέπω την μασιά μου.
Απόλλων: Μάλλον θα την βρεις κάπου μέσα στις φασκιές του μωρού.
Ήφαιστος: Μα είναι τόσο σβέλτος στο χέρι, που θαρρείς πως εξασκούνταν στην κλεψιά, ακόμη και μέσα στην κοιλιά της μάνας του!
Απόλλων: Δεν έτυχε να τον ακούσεις όταν μιλάει, πόσο γρήγορη και κοφτερή είναι η γλώσσα του; Θέλει μάλιστα και να μας υπηρετεί. Χθες προκάλεσε τον Έρωτα σε πάλι και τον ξάπλωσε αμέσως κάτω, χωρίς να αντιληφτώ καθόλου πώς του έβαλε την τρικλοποδιά. Εν τω μεταξύ, καθώς τον επαινούσαν, από μεν την Αφροδίτη έκλεψε την ζώνη της, τη στιγμή που τον αγκάλιασε, για να τον συγχαρεί, από δε τον Δία, που γελούσε, το σκήπτρο. Θα έκλεβε ακόμα και τον κεραυνό αν δεν ήταν τόσο βαρύς και ζεματιστός.
Ήφαιστος: Ατσίδα μας το περιγράφεις αυτό το παιδί.
Απόλλων: Όχι μόνο αυτό, αλλά γνωρίζει κι από μουσική.
Ήφαιστος: Έχεις λόγω να το λες αυτό;
Απόλλων: Κατασκεύασε ολόκληρο όργανο, από μια νεκρή χελώνα που βρήκε κάπου. αφού συνάρμοσε τους δυο πήχεις και τους στερέωσε με τον ζυγό, κάρφωσε σ’ αυτόν στριφτάρια, τέντωσε μ’ αυτά επτά χορδές, βάζοντας από κάτω τους καβαλάρη, κι άρχισε να παίζει τόσο μελωδικά, Ήφαιστέ μου, και αρμονικά, που κι εγώ ο ίδιος τον ζήλεψα. Εγώ που εξασκούμαι στην τέχνη της κιθάρας χρόνια και ζαμάνια.
Η μάνα του η Μαία έλεγε ότι τις νύχτες δεν μένει στον ουρανό, αλλά από περιέργεια κατεβαίνει μέχρι τον Άδη, μπας και κλέψει κάτι κι από εκεί δηλαδή. Έχει δε φτερά στα πόδια και έφτιαξε ένα ραβδί με θαυματουργική δύναμη, με το οποίο οδηγεί τις ψυχές και τις κατεβάζει στον Άδη.
Ήφαιστος: Εγώ του το έδωσα για να παίζει.
Απόλλων: Δηλαδή σου το πλήρωσε με το κλέψιμο της μασιάς σου.
Ήφαιστος: Καλά που μου το θύμησες, για να πάω να την πάρω, αν, όπως είπες, βρεθεί μέσα στις φασκιές.
ΗΦΑΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΔΙΟΣ
(γέννηση Αθηνάς)
Ήφαιστος: Τι πρέπει τώρα εγώ να κάνω Δία; Ήρθα, όπως με ειδοποίησες, φέρνοντας ένα κοφτερότατο τσεκούρι, που, αν χρειαστεί, μ’ ένα και μόνο κτύπημα, μπορεί να κόψει στα δυο, μέχρι και πέτρα.
Δίας: Μπράβο σου Ήφαιστε, κτύπα λοιπόν μ’ αυτό το κεφάλι μου και άνοιξέ το στα δυο.
Ήφαιστος: Καλά, με περνάς για παλαβό; Έλα τώρα, πες μου τι ακριβώς θέλεις να κάνω για σένα.
Δίας: Αυτό ακριβώς που σου είπα, να μου ανοίξεις το κεφάλι μου στα δυο. Γιατί αν δεν συμμορφωθείς, δεν θα είναι τώρα η πρώτη φορά που θα δοκιμάσεις την οργή μου. Κτύπα το αμέσως μ’ όλη σου τη δύναμη και μη καθυστερείς, γιατί κοντεύω να αποτρελαθώ από τους πόνους, που μ’ ανακατεύουν το μυαλό.
Ήφαιστος: Πρόσεξε Δία μου, μη τυχόν και προξενήσουμε κανένα κακό, γιατί το τσεκούρι είναι πολύ κοφτερό και θα βγάλει αίματα που ούτε η Ειλήθυια δεν θα κατορθώσει να τα συμμαζέψει.
Δίας: Χτύπα με θάρρος, μωρέ Ήφαιστε, γιατί εγώ γνωρίζω πολύ καλά πως θα λυθεί το πρόβλημά μου.
Ήφαιστος: Αν και παρά τη θέλησή μου, θα χτυπήσω. διότι πώς να κάνω αλλιώς, όταν εσύ διατάζεις.
Αμάν! Τι είναι αυτό! Ένα κορίτσι με πανοπλία; Ώστε μεγάλο μπελά, Δία μου, κουβαλούσες στο κεφάλι σου. με το δίκιο σου λοιπόν ήσουν αναστατωμένος, αφού έτρεφες, κάτω από τα μηνίγγια σου, τέτοια παρθένα και μάλιστα ένοπλή. Ολόκληρο στρατόπεδο ήταν κρυμμένο εκεί μέσα.
Μωρέ αυτή πηδάει και χορεύει πολεμικό χορό και προβάλλει την ασπίδα και κραδαίνει το ακόντιο ξεχειλίζει από ενθουσιασμό. Και, ω του θαύματος, αμέσως έγινε μια πανέμορφη κι ολοκληρωμένη κοπελλάρα, με γυαλιστερά μάτια που συνταιριάζουν με την περικεφαλαία.
Και σου ζητώ, Δία μου, αντί για την πληρωμή της μαμής που δικαιούμαι, να μου την δώσεις τώρα για γυναίκα μου.
Δίας: Μη ζητάς πράγματα που δεν γίνονται, Ήφαιστέ μου. διότι από μόνη της αυτή θα διαλέξει να παραμείνει για πάντα παρθένα. Για ό,τι όμως περνάει από το χέρι μου, δε θα σου το αρνηθώ.
Ήφαιστος: Ακριβώς αυτό σκεφτόμουνα. για τα υπόλοιπα εγώ θα φροντίσω, κι αμέσως τώρα θα την πάρω απ’ εδώ.
Δίας: Αν σου είναι εύκολο κάνε το. παρ’ όλ’ αυτά βλέπω ότι γουστάρεις πράγματα που δεν γίνονται με τίποτα.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΟΣ ΚΑΙ ΕΡΜΟΥ
(γέννηση Διόνυσου)
Ποσειδών: Ερμή μου, είναι εύκολο να δω τον Δία τώρα αμέσως;
Ερμής: Με κανέναν τρόπο, Ποσειδώνα μου.
Ποσειδών: Αλλά εσύ κάνε μια προσπάθεια, παρ’ όλ’ αυτά.
Ερμής: Στο λέω, μην επιμένεις. Αυτή τη στιγμή είναι αδύνατο, δεν πρόκειται να τον δεις την ώρα αυτή.
Ποσειδών: Μήπως πλαγιάζει με την Ήρα;
Ερμής: Όχι, πρόκειται για κάτι άλλο.
Ποσειδών: Καλά τη ψυλλιάστηκα, θα είναι μέσα με τον Γανυμήδη.
Ερμής: Έπεσες έξω, κάτι άλλο του συμβαίνει. είναι εντελώς εξουθενωμένος κι ανήμπορος.
Ποσειδών: Τι τρέχει, Ερμή μου, γιατί αυτό που λες είναι φοβερό.
Ερμής: Ντρέπομαι να σου το πω, τέτοιο που είναι το πάθημά του.
Ποσειδών: Σε μένα όμως που είμαι θείος σου, δεν θα έπρεπε.
Ερμής: Γέννησε πριν από λίγο, Ποσειδώνα μου.
Ποσειδών: Καλά, πλάκα μου κάνει; Γέννησε ο Δίας; Κι αλήθεια, ποιος του την έκανε τη δουλειά; Μωρέ, αυτός ήταν αρσενικοθήλυκος κι εμείς το αγνοούσαμε τόσο καιρό; Και να φανταστείς ότι η κοιλιά του δεν έδειχνε κανένα σημάδι, πως ήταν γκαστρωμένος.
Ερμής: Πες το ψέματα. Πράγματι το γκάστρωμα δεν ήταν στη κοιλιά του.
Ποσειδών: Άα…, κατάλαβα. Πάλι θα γέννησε από το κεφάλι του. όπως την Αθηνά. γιατί αυτουνού το τσερβέλο είναι σκέτο μαιευτήριο.
Ερμής; Όχι-όχι, αυτή τη φορά, για το μωρό που σκάρωσε με τη Σεμέλη, αγκάστρωσε το μπούτι του.
Ποσειδών: Μωρέ μπράβο του, τον καρπερότατο, που για το καλό μας γκαστρώνεται, χαλαλίζοντας όλα τα μέρη του σώματός του. αλλά, για πες μου, πια είναι πάλι αυτή η Σεμέλη;
Ερμής: Είναι Θηβαία, μια από τι κόρες του Κάδμου. Πλάγιασε μαζί της και την γκάστρωσε.
Ποσειδών: Και μετά γέννησε, Ερμή μου, για ελόγου της;
Ερμής: Κι ακόμα περισσότερο, όσο και να σου φαίνεται απίστευτο. Άκουσε: η Ήρα – σίγουρα ξέρεις πόσο ζηλιάρα είναι – πήγε στη Σεμέλη και την έπεισε να ζητήσει από τον Δία, να παρουσιαστεί μπροστά της, μετά βροντών και αστραπών. αυτός δέχτηκε και πήγε στο σπίτι της κρατώντας και τον κεραυνό. Όμως πήρε φωτιά το σπίτι και κατακάηκε. μαζί δε μ΄ αυτό και η ίδια η Σεμέλη.
Τότε με διέταξε ν΄ ανοίξω την κοιλιά της γυναίκας και να του παραδώσω το έμβρυο που ήταν ακόμα εφταμηνίτικο. Αμέσως μόλις εκτέλεσα την διαταγή του, αυτός άνοιξε το μπούτι του κι έβαλε μέσα το βρέφος, για να ολοκληρωθεί εκεί ο υπόλοιπος χρόνος της κυοφορίας.
Σήμερα λοιπόν που μπήκε στον τρίτο μήνα, από τότε, το ξεγέννησε, και τώρα είναι εξουθενωμένος από τους πόνους τη γέννας.
Ποσειδών: Και δε μου λες, πού είναι τώρα το μωρό;
Ερμής: Το πήγα στη Νύσα και το παράδωσα στις Νύμφες για να το αναθρέψουν. Αυτές ονόμασαν το παιδί Διόνυσο.
Ποσειδών: Άρα, ο αδελφός μου τώρα είναι και τα δυο μαζί γι’ αυτό το παιδί, δηλαδή και μάνα και πατέρας.
Ερμής: Έχεις δίκιο. Ας φύγω όμως τώρα, να πάω να του φέρω νερό για να πλύνει την πληγή του, και για να κάνω όλα τ’ άλλα, όσα είναι αναγκαία για μια λεχώνα.

Τάνταλος. Ο πρώτος αμφισβητίας της παντογνωσίας των Θεών;



Εμείς οι άθεοι, οι καταραμένοι απ’ όλους τους Θεούς και τους ανθρώπους της υφηλίου, δεν μπορούμε να έχουμε αγίους –μεγάλη κατάρα να πούμε. Να, όπως για την περίπτωση που αρρωσταίνουμε. Αρρωσταίνει δηλαδή ο χριστιανός, κάνει τάμα μια λαμπάδα, ίσα με το μπόι του, στον άγιό του – πόσο να κάνει; ας κάνει δέκα ευρώ – και γλυτώνει εγχειρήσεις, επιπλοκές, φάρμακα, ταλαιπωρίες, φακελάκια στους γιατρούς και πολλά άλλα.
Κι όμως, εμείς οι άθεοι έχουμε κάτι κοινό με τους πιστούς. Έχουμε κι εμείς τους «προφήτες» μας. Πώς είπατε; Ναι, έχουμε. Δεν έχουμε τον Προμηθέα (τόλμησε ο αθεόφοβος να πει σ’ ολόκληρο Δία ότι οι μέρες του ήταν μετρημένες!!!); Τον έχουμε. Αλλά εδώ θα ασχοληθούμε με τον άλλο μας προφήτη, τον Τάνταλο.
Για να δούμε ποιος ήταν αυτός και τι έκανε του λόγου του. Και μάλλον αυτόν τον «προφήτη» μας πρέπει να τον βάλουμε σε ψηλότερο βάθρο από τον Προμηθέα, διότι εκείνος βρήκε, τέλος πάντων, κάποιον τρόπο και γλύτωσε μια και καλή από τα μαρτύριά του. Αλλά ο κακομοίρης ο Τάνταλος ακόμα υποφέρει τα φρικτά του μαρτύρια και θα τα υποφέρει εσαεί, αφού τώρα δεν υπάρχουν πλέον θεοί, ώστε κάποιος απ’ αυτούς να τον λυπηθεί και να αποτολμήσει να τον λυτρώσει. Όπως θα δούμε, τους έκανε μεγάλη κασκαρίκα ο αθεόφοβος, τέτοια που δεν επρόκειτο να του την είχαν συγχωρήσει εις τον αιώνα τον άπαντα.
Ποιο ήταν το θράσος, η ύβρις και η αναίδεια του Τάνταλου απέναντι σ’ όλους τους θεούς; Αμφισβήτησε την παντογνωσία τους!!! Στον Ομηρικό ύμνο στην Δήμητρα και την Κόρη υπάρχει ο στίχος: «Έλα Κόρη, σε καλεί ο παντογνώστης Δίας να μπεις στην οικογένεια των Θεών να μπεις».
Αλλά κι αυτοί οι χριστιανοί, παντογνώστη τον ανεβάζουν τον θεό τους τον Γιαχβέ, παντογνώστη τον κατεβάζουν. Μήπως λέω ψέματα;
Τι σκαρφίστηκε λοιπόν η περιέργεια του Ταντάλου, για να δοκιμάσει την παντογνωσία των θεών;
Προσκάλεσε στο παλάτι του τους θεούς, οργανώνοντας ένα συμπόσιο προς τιμήν τους. Και επιθυμώντας να βάλει σε δοκιμασία την παντογνωσία των θεών, έσφαξε το γιο του τον Πέλοπα, τον κομμάτιασε, έβρασε τα κομμάτια του σε μια χύτρα, τα ανακάτεψε με τα υπόλοιπα φαγητά και τα πρόσφερε στους θεούς. Οι θεοί κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί και αρνήθηκαν το φαγητό, εκτός από τη Δήμητρα (είπανε λόγω της αφηρημάδας της, από τον πόνο του χαμού της κόρης της Περσεφόνης), που έφαγε τη σάρκα της αριστερής ωμοπλάτης του Πέλοπα.
Ο Δίας φρόντισε να αναστήσει τον Πέλοπα, προστάζοντας τον Ερμή να μαζέψει τα κομμένα μέλη του και να τα βράσει στην ίδια χύτρα. Η μοίρα Κλώθω ανέλαβε να συνταιριάξει τα κομμάτια και η Δήμητρα αποκατέστησε το κομμάτι που είχε φάει μ’ ένα άλλο, φτιαγμένο από ελεφαντόδοντο. Έτσι ο Πέλοπας βγήκε ξανά ζωντανός μέσα από τη μαγική χύτρα.
Όσο για τον Τάνταλο, ο Δίας τον καταδίκασε σε αιώνια τιμωρία. Αφού τον σκότωσε, αφήνοντας όμως στην ψυχή του τις ιδιότητες του σώματος, όρισε τον τόπο του μαρτυρίου του δίπλα σ’ εκείνον του Σίσυφου (άλλος αμφισβητίας της αποκλειστικότητας την γνώσης των θεών. Έκλεβε λέει τα μυστικά των θεών και τα φανέρωνε στους ανθρώπους. Μάλιστα λέγανε γι’ αυτόν ότι αποπειράθηκε να αλυσοδέσει τον ίδιο τον θάνατο!).

«Τάνταλος», έργο του Τζοακίνο Ασερέτο, Πινακοθήκη του Όκλαντ, περ. 1630-1640
Από τότε ο Τάνταλος είναι καταδικασμένος να λιμοκτονεί αιώνια, ενώ βρίσκεται μέσα στην αφθονία. Είναι κρεμασμένος στο κλαδί ενός δέντρου κατάφορτου με νόστιμους καρπούς, όμως όποτε απλώνει το χέρι του να πιάσει κάποιον, ένα ρεύμα αέρα κουνά τα κλαδιά, απομακρύνοντας τα από κοντά του. Ταυτόχρονα, ενώ είναι βουτηγμένος μέχρι τη μέση στο νερό μιας ελώδους λίμνης, όποτε σκύβει για να πιει το νερό, αυτό υποχωρεί.
Τώρα να πω ότι, μήπως έχουμε κι εμείς οι άθεοι την αγία τριάδα μας Προμηθέα- Σίσυφο- Τάνταλο, φοβάμαι μη βρω κανέναν μπελά από τα φιλαράκια μου. Να με κατηγορήσουν, και με το δίκιο τους δηλαδή, για «θρησκευτικό» ψωνισμό.
Εδώ που τα λέμε, όταν ακόμη και την σήμερον ημέρα κανείς βρίσκει τον μπελά του, κάθε φορά που αμφισβητεί τους θεούς και τα παραμύθια που γράφτηκαν και λέγονται γι’ αυτούς – χώρια που μέχρι προχθές κινδύνευε να χάσει και το κεφάλι του ακόμη – είναι εύκολο να φανταστούμε τι τραβήξανε αυτοί που το αποτόλμησαν, κατά τους αρχαίους εκείνους καιρούς, όταν η παντοδυναμία των θεών έθαλλε σε υπερθετικούς βαθμούς.

Σίσυφος Ιξίων, Τάνταλος
Και να πω και δυο λόγια για εκείνο που θα έπρεπε να αναφέρω πρώτα-πρώτα, την ετυμολογία του ονόματος Τάνταλος. Όπως λέγανε οι αρχαίοι το «αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις».
Ταν-ταλ-ος (ν>λ). από το τάλ-ας (δις). Η πρωταρχική ρίζα τα- (α-τα-ομαι) η ίδια με την ρίζα του τύ-πτω (α>υ), από τον θόρυβο του τίπτειν (τα-τα), είναι και η ρίζα του τλάω (τάλας), το οποίο σημαίνει, προσέξτε παρακαλώ, τολμώ να πράξω κάτι, υπομένω, καρτερώ, ανέχομαι. Δηλαδή; Οι προϋποθέσεις της επιστημονικής φύσεως, αλλά και οι συνέπειές της από την μεριά της θρησκευτικής αντίστασης, η οποία απαιτεί την παραμονή των ανθρώπων στην ζωώδη κατάσταση, χάριν της καλοπέρασης των παμπόνηρων κηφήνων, που δεν είναι άλλοι από τους ιερείς της.

ΜΙΝΩΑΣ. Ο ΠΡΩΤΟΣ ΔΙΔΑΞΑΣ

Ο Μίνωας, ο γιος του Δία και της Ευρώπης, ήταν ο πρώτος βασιλιάς του αρχαίου Ελληνικού κόσμου, και από τους πλέον σοφούς, που θέσπισε νόμους, και μάλιστα περιβεβλημένους με θεϊκή εντολή. Ο σοφός Μίνωας, επειδή γνώριζε το μεγάλο σεβασμό που έτρεφαν για τους Θεούς τους οι υπήκοοι του οι Μινωίτες, είχε οργανώσει για το σκοπό αυτό ένα είδος μυστηριακής τελετής, ώστε να τους πείσει ότι οι νόμοι και οι αποφάσεις του ήσαν θεόσταλτες. Με τον τρόπο αυτό μετέθετε την τυχόν δυσαρέσκεια των υπηκόων του για τις αποφάσεις του εις τον Θεό.


Ραδάμανθυς, Μίνωας και Αιακός στον Άδη
Κάθε εννέα χρόνια, αφού ετοίμαζε το επόμενο εννεαετές πρόγραμμά του, ξεκινούσε από την Κνωσσό, συνοδευόμενος από πλήθος Μινωιτών, που ήσαν ιερείς, μύστες, όργανα της εξουσίας και απλοί πολίτες, για να μεταβεί στο Ιδαίον Άντρον. Το Ιδαίον Άντρον είναι ένα σπήλαιο σε υψόμετρο 1500 μέτρων στο όρος Ίδη (Ψηλορείτης). Στο σπήλαιο αυτό σύμφωνα με τη μυθολογία είχε γεννηθεί ο Δίας, γιος του Κρόνου και της Ρέας, και επειδή ο Κρόνος κατάπινε τα παιδιά του, είχαν αναλάβει τη φύλαξή του οι Κουρήτες, πάνοπλοι πολεμιστές, και όταν το μωρό Δίας έκλαιγε αυτοί χόρευαν ένα πηδηχτό χορό (πεντοζάλη), και κτυπούσαν τις ασπίδες τους προκαλώντας θόρυβο για να μην ακούσει ο Κρόνος το κλάμα του μωρού.
Ανεβαίνοντας το όρος, μετά από κοπιαστική πορεία αρκετών χιλιομέτρων, η πομπή σταματούσε στην Ζώμινθο, σε υψόμετρο 1200 μέτρων. Στη Ζώμινθο ήταν το θερινό ανάκτορο του Μίνωα και συγχρόνως διοικητικό και παραγωγικό κέντρο. Από εκεί ελέγχονταν η κτηνοτροφική δραστηριότητα της περιοχής και ειδικά η παραγωγή μαλλιού, απαραίτητο για την υφαντουργία. Το ανάκτορο που διέθετε 80 δωμάτια, ήταν ένα τριώροφο κτήριο, αρκετά μεγάλο, που εκτός από διοικητικό κέντρο πρέπει να τελούνταν ή να προετοιμάζονταν θρησκευτικές τελετές. Τελικός προορισμός της πομπής το σπήλαιο Ιδαίον Άντρον. Δεν γνωρίζουμε πόσες μέρες κρατούσαν οι τελετές και τον τρόπο διεξαγωγής των. Στο σπήλαιο ο Μίνωας εισέρχονταν μόνος του, όπου εκεί υποτίθεται συναντούσε τον πατέρα του τον Δία που του έδινε τις εντολές του.
Ο Μινωικός πολιτισμός άκμασε το 1900 π.χ. έως το 1500 π.χ. περίπου, στο διάστημα αυτό η Μινωική Κρήτη έγινε θαλασσοκράτειρα, και αυτό το όφειλε στον εμπορικό της στόλο και στο ανθρώπινο ναυτικό της δυναμικό. Είχε το μονοπώλιο των θαλασσίων εμπορικών συναλλαγών. Το 1500 π.χ. με την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης εδέχθη καίριο κτύπημα από το δημιουργηθέν τσουνάμι, ύψους 30 μέτρων, εκεί που ήταν η δύναμή της, της κατέστρεψε τον εμπορικό της στόλο και το ανθρώπινο ναυτικό της δυναμικό. Από τότε και μετά δεν μπόρεσε να συνέλθει.
Το σοφό τέχνασμα του Μίνωα βλέπουμε να επαναλαμβάνετε μερικές εκατοντάδες χρόνια αργότερα περί το 1300 π.χ. από τον Μωυσή όταν συνάντησε δήθεν το Θεό στο όρος Σινά.
Πολλά χρόνια αργότερα μετέβησαν στη Φαιστό η οποία δεν είχε πληγεί από το τσουνάμι, ο Λυκούργος και ο Σόλων. Όπου ο μεν πρώτος αφού αντέγραψε τη Μινωική νομοθεσία, έφυγε για τη Σπάρτη περνώντας πρώτα από τους Δελφούς, για να πει στους Λακεδαιμόνιους, ότι τους νόμους που έφερε, τους στέλνει ο Απόλλωνας. Ο δε δεύτερος εκτός από τους νόμους, πήρε το ηλιακό ωρολόγιο, και ένα όργανο σε σχήμα δίσκου οδηγό για τη ναυσιπλοΐα, αλλά και άλλες επινοήσεις. Όλα αυτά βοήθησαν πολύ την Σπάρτη και την Αθήνα ώστε να εξελιχθούν στις ισχυρότερες πόλεις, κράτη, του Ελλαδικού χώρου.
Το όνομα Μίνωας πρέπει να ήταν το όνομα ενός από πρώτους ισχυρούς βασιλείς της Κρήτης, και από εκεί και μετά να παρέμεινε σαν τίτλος για τους επόμενους βασιλείς, όπως ο Φαραώ για τους Αιγυπτίους.

ΚΛΕΟΜΕΝΗΣ Ο Γ’ – Ο ΕΣΤΕΜΜΕΝΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ



Ο Κλεομένης ήταν βασιλιάς της Σπάρτης από το 235 π.Χ μέχρι το 219 π.Χ. Γιος του βασιλιά της Σπάρτης, Λεωνίδα Β’, πήρε τον θρόνο όταν ο πατέρας του πέθανε το 235 π.Χ. και βασίλεψε μέχρι το 219 π.Χ.
Συνέχισε τις μεταρρυθμίσεις του Άγη Δ’, προσπαθώντας να αποκαταστήσει την Σπάρτη ως την μεγάλη δύναμη της Πελοποννήσου. Εναντίον του συνασπίστηκαν οι δυνάμεις της Αχαϊκής Συμπολιτείας και οι Μακεδόνες του Αντίγονου Δώσων.
Στις συγκρούσεις που ακολούθησαν που είναι γνωστές ως Κλεομένειος πόλεμος, οι δυνάμεις της Αχαϊκής Συμπολιτείας και των Μακεδόνων επικράτησαν στη μάχη της Σελλασίας το 222 π.Χ. Ο Κλεομένης πέθανε τρία χρόνια αργότερα, το 219 π.Χ. στην Αίγυπτο.

I. ΜΙΑ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΗ ΜΟΡΦΗ
Ελάχιστες προσωπικότητες στην Ιστορία μπορούν να παραβληθούν, σε τραγικότητα και μεγαλείο, με τον Κλεομένη Γ’, τον τελευταίο ουσιαστικά, άλλα μαζί και τον πιο μεγάλο βασιλιά της αρχαίας Σπάρτης. Κατανόησε, όσο κανένας άλλος σύγχρονός του, την εποχή του και με τη δράση του προσέγγισε τόσο πολύ το νόημα των καιρών ώστε να γίνει το μήνυμα της Ελπίδας, σε μια εποχή βαθειάς κοινωνικής κρίσης και απόγνωσης. Επικεφαλής των λαϊκών μαζών αγωνίστηκε στον πιο ωραίο αγώνα, για τη δημιουργία μιας κοινωνίας πραγματικά ελεύθερων ανθρώπων. Και στην προσπάθεια του αυτή, θυσίασε τα πάντα και πάνω απ’ όλα τον εαυτό του.
Η προσωπικότητά του γέμισε, με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο, την εποχή του. Σε μια εποχή, που τα πάντα τα έκριναν οι ισχυροί ηγεμόνες με τούς μισθοφορικούς τους στρατούς, ο Κλεομένης, επικεφαλής των τελευταίων λειψάνων της Σπάρτης, των περιοίκων και των ειλώτων της Λακωνικής θα ορθωθεί ενάντια στην ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη και θα δείξει ότι τίποτα δεν είναι ικανό να αντισταθεί σε έναν λαό, που αποκτάει συνείδηση της δύναμής του και αγωνίζεται για τα δίκαιά του. Μαζί με το δίδυμο πνευματικό του αδελφό, τον Άγη Δ’ αναδύθηκε μέσα από την παρακμή της Σπάρτης, για να σκορπίσει ρίγη ελπίδων και φόβων σε μια στιγμή πού φαίνονται να σβήνουν όλα στην απόγνωση και στην απελπισία. Δημιούργησε φανατικούς οπαδούς και φανατικούς αντιπάλους, που πολέμησαν υπέρ και κατά του Κλεομένη, με απίθανο θάρρος και αποφασιστικότητα.

Μέσα στο τέλμα και στο άγχος της αγιάτρευτης κρίσης που βρέθηκε ο κλασσικός κόσμος της αρχαίας Ελλάδας μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλέξανδρου, μέσα στις αναστατώσεις και τις καταστροφές των πολέμων των διαδόχων και των επιγόνων του, που θα καταλύσουν τις βάσεις και τις ηθικές αρχές του πιο λαμπρού πολιτισμού που γνώρισε η ανθρωπότητα, προβάλλει ξάφνου σαν αστραπή ή σαν φωτεινό μετέωρο, ο δίδυμος αστερισμός των τελευταίων βασιλιάδων της Σπάρτης: Του Άγη Δ’ και του Κλεομένη Γ’, που θα ενσαρκώσουν για ύστατη, αλλά συγκλονιστική, φορά τον τραγικό, προμηθεϊκό άνθρωπο.
Η ιστορία της Σπάρτης αρχίζει με ένα μύθο διδύμων: Του Κάστορα και του Πολυδεύκη και αφήνει τη στερνή της αναλαμπή με την πραγματική ιστορία: Του Άγη Δ’ και του Κλεομένη Γ’. Η ιστορία των δυο τελευταίων βασιλιάδων της Σπάρτης θα σταθεί ή τελευταία, και ίσως κάπως καθυστερημένη, πράξη της τραγωδίας, πού άρχισε με τον Προμηθέα και κορυφώθηκε στον Μαραθώνα, στις Θερμοπύλες, στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές.
Πιο συγκεκριμένα με την ήττα του Κλεομένη Γ’ στη Σελλασία (222 π.Χ.), πέφτει η αυλαία και γράφεται, κατά τραγικό τρόπο, το ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΛΑΣΣΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. Το ιδανικό της πόλης-κράτους, που στάθηκε η πηγή και η δύναμη του κλασσικού πολιτισμού της αρχαίας ‘Ελλάδας, θα κάνει με τον Άγη και τον Κλεομένη —περισσότερο ολοκληρωμένα με τον Κλεομένη— μια ύστατη προσπάθεια να επιπλεύσει μέσα στο χάος και την αποσύνθεση, ξεπερνώντας τα στενά όρια της πόλης, αλλά διατηρώντας τη βάση του τραγικού ή πολιτικού ανθρώπου που θα ρυθμίζει μόνος του τη μοίρα του, παρά και ενάντια στη δύναμη των «θεοντυμένων» τυχοδιωκτών και ηγεμόνων εκείνης της εποχής. Και στην ιστορία θέλησε να γραφθεί, αυτή η τελευταία πράξη του τραγικού ανθρώπου, στη Σπάρτη, στην πόλη που δεν γνώρισε την άνθηση του κλασσικού πολιτισμού, στην πόλη πού είχε μείνει επίμονα κλεισμένη στον κόσμο της γενοφυλετικής αριστοκρατικής κοινωνίας.
Η μάχη της Σελλασίας κλείνει τον κλασσικό κόσμο. Η αυλαία της τραγωδίας που πέφτει στο θέατρο της Σελλασίας είναι υφασμένη με τα σώματα των 20.000 γενναίων, που έπεσαν αγωνιζόμενοι για τις ιδέες του Κλεομένη.
Στη σκηνή από τώρα και μπρος ανεβαίνει η κωμωδία. Κάπως έτσι γινόταν και στα θέατρα του κλασσικού κόσμου της αρχαιότητας. Μετά την τραγωδία ή τις τραγωδίες ανέβαζαν μια κωμωδία, για να ανασάνει ο θεατής, για να λυτρωθεί —να καθαρθή από το τραγικό δράμα. Αλλά η ειρωνεία της τύχης θέλησε, αυτή η κωμωδία να μην είναι κωμωδία Αριστοφάνη, αλλά κωμωδία ανθρώπινων τύπων πού προκαλεί το γέλιο και τον οίκτο μαζί.
Ο Άρατος, ντυμένος με βασιλικές πορφύρες, φασουλής ενός απίθανου τσίρκου, ανεβαίνει θριαμβευτικά στη σκηνή, πατώντας πάνω στα πτώματα των γενναίων του προμηθεϊκού κόσμου, για να κάνει επίδειξη της δουλικότητας, για να προβάλει τη δουλικότητα για ηθική, για ανθρώπινο ιδανικό. Καθιερώνει έτσι, για πρώτη φορά, τον τύπο του Γραικύλου που θα φτάσει στο κορύφωμά του με έναν από τους διαδόχους του Άρατου, τον Καλλικράτη. Ο Άρατος, ο ουσιαστικός νικητής της Σελλασίας, ανεβάζει στο θέατρο, όπου μόνο ο τραγικός ήρωας μπορούσε να σταθεί, τον Γραικύλο. Στη θέση του πολιτικού ανθρώπου επιβάλλει τελικά τον κοσμοπολίτη, τον άνθρωπο που δεν ενδιαφέρεται για τα κοινά και που μπροστά στους ισχυρούς ξέρει μονάχα να καίει λιβανωτό. Μετά τη Σελλασία η δράση του τραγικού ανθρώπου εξασθενεί σε βαθμό που δεν μπορεί να παίξει κανέναν ρόλο. Τον λόγο τον έχουν οι κοσμοπολίτες. Ο κόσμος της κλασσικής αρχαιότητας έχει σβήσει. Ο Αλεξανδρισμός έχει επιβάλλει τη θέλησή του.
Ο Κλεομένης, που αρνήθηκε τη λογική των ηγεμόνων και των τυχοδιωκτών και που αντιστάθηκε στον κόσμο της παρακμής και του εκφυλισμού, σαν γνήσιος Έλληνας, θα επιζήσει της μάχης της Σελλασίας. Ηττημένος, αλλά αποφασισμένος να συνεχίσει τον αγώνα του κλασσικού ανθρώπου, θα φύγει για την Αίγυπτο, ελπίζοντας να πετύχει αυτό πού έχασε στη Σελλασία, χρησιμοποιώντας τις αντιφάσεις του κόσμου της παρακμής: Τις αντιθέσεις μεταξύ των ηγεμόνων. Θα φτάσει στην Αλεξάνδρεια, στην πόλη που στάθηκε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη η χοάνη, στην όποια διαμορφώθηκε περισσότερο καθαρά και ολοκληρωμένα ο καινούργιος τύπος ανθρώπου:
Ο αντιτραγικός, ο αρνητής του πολιτικού ανθρώπου, ο άνθρωπος που δεν πιστεύει στις δικές του δυνάμεις και περιμένει τη λύτρωση από μεσσίες και θεούς· ο άνθρωπος της πίστης, ο θρησκευόμενος κοσμοπολίτης και οικουμενικός άνθρωπος, που θα τον ενσαρκώσει ο Χριστιανισμός. Εκεί θα προσπαθήσει να πιάσει τις αδυναμίες και τα τρωτά σημεία του εκφυλισμένου αυτού κόσμου, και θα αναζητήσει τις δυνάμεις, πάνω στις όποιες θα επιδιώξει να στηρίξει την πάλη του, συνεχίζοντας να σκέφτεται σαν τραγικός ή πολιτικός άνθρωπος, σ’ έναν κόσμο που είχε χάσει κάθε αίσθηση τραγικότητας. Η δράση του Κλεομένη είναι κατ’ εξοχήν προμηθεϊκή. αλλά για τη φτωχολογιά της Αλεξάνδρειας, για τον κόσμο πού αγωνιζόταν ο Κλεομένης να του ξαναδώσει την πίστη στις δικές του δυνάμεις, η προμηθεϊκή δράση του γίνεται το μήνυμα ενός μεσσία λυτρωτή.
Κάτω εκεί μακριά από την πατρίδα του, στην πόλη που υφαίνεται το πιο λαμπρό θρησκευτικό ένδυμα όλων των εποχών, στην πόλη που ο πλούτος, η χλιδή και η ακολασία, παρουσιάζουν την πιο χτυπητή αντίθεση με την απέραντη καταλυτική και εκμηδενιστική εξαθλίωση των μαζών, η μορφή του Κλεομένη, μετά τον θάνατό του —που θα γίνει μπροστά στα κατάπληκτα μάτια αυτής της αντιηρωικής φτωχολογιάς— θα γίνει η ελπίδα και η προσδοκία της έλευσης του λυτρωτή, του θεϊκού σωτήρα, για να σώσει αυτές τις απελπισμένες μάζες. Για τούτα τα πλήθη πού είχαν χάσει κάθε αίσθηση ζωής και πίστης στην ανθρώπινη δύναμη, μόνο ένας θεϊκός ήρωας μπορούσε να τους λυτρώσει. Έτσι ο Κλεομένης, που επιχείρησε ένα τέτοιο έργο, δεν ήταν δυνατό να μην είναι το μήνυμα αυτής της λύτρωσης. Και πολύ πριν να σταυρωθεί ο Ναζωραίος, ο σταυρός, σαν σύμβολο της λύτρωσης, υψώθηκε για τον νεκρό του Κλεομένη. Χωρίς ποτέ ο ίδιος να το σκεφτεί ή να το θελήσει όσο ζούσε, θα γίνει ο Πρόδρομος του Ναζωραίου, γιατί στο πρόσωπό του εύκολα καλλιεργείται η μεσσιανική ιδέα στον ελληνιστικό κόσμο. Χωρίς τον Κλεομένη θα ήταν δύσκολο στον Ναζωραίο με τα εβραϊκά ρούχα να γίνει ο μεσσίας στον ελληνιστικό κόσμο.
Όταν θα φτάσει η θρησκεία του Ναζωραίου στην Αλεξάνδρεια, θα βρει προετοιμασμένο το έδαφος στον πέρα από τους Εβραίους πληθυσμό. Η Αλεξάνδρεια αρχίζει να διαμορφώνει τη νέα θρησκεία του λυτρωτή-σωτήρα-μεσσία ή Χριστού από την εποχή του Κλεομένη. Στο πρόσωπο του Κλεομένη συγκεντρώθηκαν οι θρησκευτικοί μύθοι της λύτρωσης από όλες τις θρησκείες που ζύμωναν, στην πολυεθνική και κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια, το προζύμι της νέας πίστης. Και σαν Έλληνας, ο Κλεομένης μπορούσε πιο εύκολα να γίνει δεκτός από τον ελληνόφωνα πληθυσμό. Το τρομερό παράδοξο της ιστορίας είναι, ότι ο Κλεομένης, που στάθηκε η τελευταία αναλαμπή του κλασσικού πνεύματος, που κινήθηκε μέσα στα πλαίσια του προμηθεϊκού, πολιτικού ανθρώπου, που αγωνίστηκε να πείσει τις λαϊκές μάζες για τη δύναμή τους, έγινε σ’ αυτές τις μάζες της Αλεξάνδρειας το σύμβολο μιας λυτρωτικής πίστης. Και σαν Έλληνας έμπασε περισσότερο άνετα στην ελληνική σκέψη την ιδέα που είχε κιόλας καλλιεργηθεί έντονα στους λαούς της Μέσης Ανατολής από τις θρησκείες τους.
Ο Άρατος με τη δύναμη του Μακεδόνα Αντίγονου του Δώσωνα (222 π.Χ.), θα σβήσει το φωτεινό μετέωρο που επί είκοσι και πάνω χρόνια πλανήθηκε απειλητικά πάνω από τον κόσμο που υπερασπιζόταν αυτός. Μα το μετέωρο θα γίνει δράμα και θα κινείται στις σκέψεις και στις καρδιές των ανθρώπων του καιρού του. Και θα είναι τόσο δυνατή η παρουσία των νεκρών της Σελλασίας στην Πελοπόννησο, που θα κάνει τον Άρατο να χάσει το μυαλό του και τη λογική του. Όπως οι Πέρσες, όταν πέρασαν πάνω από τα πτώματα των τριακοσίων του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, ένοιωσαν πίσω τους να τους αναγελάνε οι νεκροί και να τους ακολουθούν τα φαντάσματα των τριακοσίων, για να τους ανοίξουν την κόλαση της Σαλαμίνας, έτσι και ο Άρατος θα βλέπει να ξεφυτρώνουν παντού και πάντοτε μπροστά του και να τον σαρκάζουν οι νεκροί της Σελλασίας. Ο φόβος των νεκρών της Σελλασίας θα τον κάνει να ξεπουλάει τα πάντα —και την ψυχή του την ίδια— στους Μακεδόνες, τους όποιους στα νιάτα του είχε πολεμήσει. Κι ο φόβος του θα είναι τέτοιος, που μόνο σε μακεδονικές φρουρές θα μπορεί να έχει εμπιστοσύνη. Ο φόβος των νεκρών της Σελλασίας, θα τον κάνει να δέχεται να εξευτελίζει ο Φίλιππος Ε’ την ίδια του την οικογένεια —θα έχει σχέσεις με τη γυναίκα του γιου του μέσα στο σπίτι του— θα υποφέρει για τον εξευτελισμό του, αλλά δεν θα τολμάει ούτε καν να διαμαρτυρηθεί. Και θα τον βάζει ο Μακεδόνας μονάρχης να δολοφονεί με δηλητήριο ακόμα και φίλους του, μέχρι που τελικά θα τον δηλητηριάσει και τον ίδιο. Και όταν θα το νοιώσει, το μόνο που θα μπορέσει να πει είναι ένα απλό παράπονο, γιατί τον ανταμείψουν με αυτόν τον τρόπο, τη στιγμή που ο ίδιος πρόσφερε τα πάντα στους Μακεδόνες.
Η μορφή του Κλεομένη στέκεται το ορόσημο δυο εποχών. Είναι ο τελευταίος Έλληνας, με την κλασσική έννοια του όρου Έλληνας και ταυτόχρονα προβάλλεται σαν η πρώτη καθολική μορφή μεσσιανικού τύπου. Ο ίδιος πίστεψε ότι αγωνίζεται να σώσει τον κλασσικό κόσμο. Και στην πάλη του αυτή θυσίασε τα πάντα. Οι άνθρωποι της Αλεξάνδρειας όμως τον είδαν σαν τον πρώτο μεγάλο μεσσία που στέκεται πάνω από φυλές και εθνότητες. Προσπάθησε να κινήσει σε πολιτική έκφραση, έναν κόσμο που είχε αποσυντεθεί και δεν μπορούσε ούτε να σκεφτεί. Συνέλαβε πολύ δυναμικά το πρόβλημα της κρίσης, αλλά δεν μπόρεσε να βρει όλα τα στοιχεία που συνέθεταν μια δυνατή λύση. Ίσως είναι η μόνη περίπτωση που θα μπορούσε να πετύχει, ενώ δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τό κίνημα του Σπάρτακου ή τα κινήματα των Γράκχων στη Ρώμη, που λίγο πολύ πρέπει να θεωρούνται μέσα στο ίδιο κλίμα. Προσέγγισε τα όρια της επιτυχίας κατά τόσο συγκλονιστικό τρόπο, που νοιώθει κανένας και σήμερα ρίγη συγκίνησης καθώς παρακολουθεί την επαναστατική πορεία.
Τελικά η επιτυχία του ξέφυγε από τα χέρια. Ο κόσμος, μετά τον Κλεομένη, βυθίζεται όλο και πιο βαθειά στο τέλμα, για να δημιουργηθεί η ατμόσφαιρα της θρησκείας του λυτρωτή. Ο Κλεομένης προσπάθησε με βάση τη Σπάρτη να επεξεργαστεί και να προβάλει μια λύση στην κρίση του κλασσικού κόσμου. Και η αφετηρία του ήταν σωστή. Η Σπάρτη είχε μείνει στο περιθώριο του κλασσικού κόσμου και κατά συνέπεια δεν είχε βρεθεί στο κέντρο της κρίσης του δουλοκτητικού κόσμου. Η κρίση της Σπάρτης δεν είχε καμιά σχεδόν σχέση με την κρίση των δουλοκτητικών πόλεων-κρατών, αφού στη Σπάρτη δεν αναπτύχτηκε ποτέ, στην πλήρη του μορφή, το δουλοκτητικό σύστημα. Η κρίση της μπορούσε, όπως απέδειξε ο Κλεομένης, να ξεπεραστεί εύκολα. Και είχε δυνάμεις να κρατήσει και να επεκτείνει την επανάσταση σ’ όλον τον κλασσικό ελληνικό κόσμο. Η ιστορία διδάσκει ότι σ’ όλες τις μεγάλες κοινωνικές κρίσεις η διέξοδος δεν έρχεται ποτέ από τις πιο αναπτυγμένες ούτε και από τις πιο καθυστερημένες περιοχές. Συνήθως η διέξοδος καλλιεργείται στα περιθώρια του κοινωνικού πλαισίου που βρίσκεται σε κρίση. Το κορύφωμα των αρχαίων πολιτισμών της εποχής του μπρούντζου σημειώνεται στην Αίγυπτο και στη Μεσοποταμία. Και μέσα στα πλαίσια αυτού του πολιτισμού ανήκει και η Παλαιστίνη και η Μικρά Ασία και η Κρήτη. Όταν ο κόσμος αυτός της γενοφυλετικής ή στρατιωτικής αριστοκρατίας θα βρεθεί σε κρίση, η διέξοδος σε δουλοκτητικό κοινωνικό σύστημα θα έρθει από τον κόσμο του Αιγαίου, που βρισκόταν στα περιθώρια αυτού του λαμπρού πολιτισμού. Η κρίση του κλασσικού ελληνικού κόσμου θα βρει διέξοδο στην υποταγή του στη Μακεδονία, που είχε βρεθεί στα περιθώρια του κλασσικού κόσμου. Η κρίση της πόλης-κράτους οδηγεί στις ηγεμονίες που έρχονται σαν θεσμός από μια μάλλον καθυστερημένη περιοχή. Η τελική κρίση του ελληνιστικού κόσμου θα βρει διέξοδο στην αφομοίωση του από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία που σαν αφετηρία ξεκίνησε από μια πόλη που βρέθηκε στα περιθώρια του πολιτισμένου ελληνιστικού κόσμου. Η τελική κρίση του δουλοκτητικού κόσμου θα βρει διέξοδο στη φεουδαρχία που σαν σύστημα αναπτύχτηκε από τούς λαούς που βρέθηκαν στα περιθώρια του ρωμαϊκού κόσμου (στους Φράγκους στη Δύση και στους Άραβες στην Ανατολή). Και η αστική επανάσταση που θα ανατρέφει τον φεουδαρχικό κόσμο δεν αναπτύσσεται στις περισσότερο προοδευμένες περιοχές (Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία, Γαλλία), αλλά στην Αγγλία και στις ΗΠΑ που βρίσκονται στα περιθώρια του φεουδαρχικού κόσμου. Η αφετηρία του Κλεομένη δεν ήταν έξω από το πνεύμα που μας διδάσκει η ιστορία. Η Σπάρτη είχε ίσως περισσότερα πλεονεκτήματα από τη Ρώμη για να οδηγήσει σε μια πραγματική διέξοδο της κοινωνικής κρίσης και όχι απλώς σε αναβολή της τελικής κρίσης.
Ο Κλεομένης νοιώθει την κρίση και συλλαμβάνει την ιδέα ότι θα μπορούσε να δώσει διέξοδο, ουσιαστικά καταργώντας το δουλοκτητικό σύστημα, κάτι που θα χρειαστούν πεντακόσια και πάνω χρόνια για να πραγματοποιηθεί. Και ακόμα παραπέρα ονειρεύεται να κάνει τον είλωτα και τον περίοικο —μιας και η Σπάρτη δεν είχε δούλους— πολίτες της Σπάρτης. Και μ’ αυτούς τούς νέους πολίτες να δημιουργήσει τη νέα κοινωνία που θα αποτελείται από ελεύθερους και καθολικά υπεύθυνους για την τύχη τους πολίτες. Οι παλιοί πολίτες είχαν εκφυλιστεί η είχαν σκορπίσει σ’ ολόκληρη τη Μεσόγειο κυνηγώντας πλούτη, χάνοντας έτσι από μέσα τους τη φωτιά του Προμηθέα που έκανε ικανούς μια χούφτα Αθηναίους να αντιταθούν στην περσική πλημμύρα. Ο Κλεομένης είδε σωστά ότι αυτός ο κόσμος που εξακολουθούσε να δουλεύει τη γη και να είναι δεμένος με τον τόπο του και με την ιστορία του, ανεξάρτητα από την κοινωνική του θέση, ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να σώσει το κλασσικό πνεύμα και να δημιουργήσει έναν νέο λαμπρό πολιτισμό. Και θα τους ανυψώσει στη θέση του πολίτη της Σπάρτης, σε μια εποχή που ο απόηχος της διδασκαλίας του Αριστοτέλη, του μεγάλου σοφού της αρχαιότητας, ήταν ακόμα αισθητός παντού και σ’ αντίθεση με αυτόν που διεκήρυσσε ότι ο δούλος ήταν «ομιλούν εργαλείον».
Η δράση του Κλεομένη και το νόημα της προσπάθειάς του πέρασε στα ψιλά γράμματα της ιστορίας, όπως γίνεται συνήθως με κάθε επαναστατική δραστηριότητα. Η επίσημη ιστορία διαφυλάσσει μόνο όσα δικαιώνουν εκείνους που τα διαφυλάσσουν. Έτσι διασώθηκε ολόκληρος ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, ενώ εξαφανίστηκαν τα έργα των μεγάλων υλιστών φιλοσόφων από τους Ίωνες μέχρι τον Δημόκριτο και τον Ηράκλειτο. Και για τους σοφιστές σώθηκαν μόνο τα όσα έγραφε αναιρώντας τους ο Πλάτωνας.
Οι νικητές της Σελλασίας θα προσπαθήσουν να αμαυρώσουν τη δράση του Κλεομένη. Θα κάνουν ότι μπορούν να ξεριζώσουν την ανάμνηση του. Και επειδή αυτοί είχαν τα μέσα και αυτοί θα καταγράφουν την ιστορία που σώζεται (π.χ. ο Πολύβιος ο θαυμαστής και συνεχιστής του Άρατου) η δράση του Κλεομένη θα περάσει σαν ένα εφιαλτικό όνειρο. Ο Πλούταρχος θα μας διασώσει πολλά θετικά στοιχεία για το έργο του. Αλλά αυτός γράφει σε αρκετά μακρινή εποχή, όταν πια η ανάμνηση του Κλεομένη δεν διεγείρει μάζες. Ο Πολύβιος —και ο Πλούταρχος βέβαια— θα λιβανίζουν τον Άρατο για μεγαλοφυΐα και όταν ακόμα θα αναγκάζονται να ομολογήσουν ότι ήταν δειλός στη μάχη και ότι για να εξασφαλίσει τη βοήθεια του Αντίγονου Δώσωνα έγινε ιερέας του και θυσίαζε στεφανωμένος, όπως έκαναν για τις θυσίες των θεών, στον θεό Αντίγονο.
Σήμερα γνωρίζουμε την ιστορία του Κλεομένη από τον Πολύβιο και τον Πλούταρχο. Το έργο του ιστορικού Φύλαρχου που έγραφε με θαυμασμό για τον Κλεομένη δεν σώθηκε. Και γνωρίζουμε γι’ αυτό μόνο από τη λυσσασμένη και μέχρι γελοιότητας επίθεση εναντίον του του Πολύβιου, που αφηνιάζει πραγματικά όταν ακούει απλώς να αναφέρεται το όνομα του Κλεομένη, χωρίς να τον καταδικάζουν. Ο Πολύβιος μπορεί να θεωρηθεί σύγχρονος του Κλεομένη, αφού υπολογίζεται ότι γεννήθηκε μεταξύ του 206-200 π.Χ. και έζησε στον ίδιο χώρο που έδρασε ο Κλεομένης. Ήταν κληρονόμος της πολιτικής του Άρατου και ένας από τούς αρχηγούς της Αχαϊκής Συμπολιτείας που πολέμησε με τούς κληρονόμους του πνεύματος του Κλεομένη. Ο Πλούταρχος έζησε πολύ αργότερα. Υπολογίζεται ότι γεννήθηκε μεταξύ 47-50 μ.Χ. δηλαδή έζησε κοντά τρεις αιώνες μετά τον Κλεομένη. Μα ο Πλούταρχος είδε τον Κλεομένη και το έργο του σαν ιστορικός. Δεν έγραφε αυτά που έζησε, αλλά αυτά που διάβασε από τούς σύγχρονους του Κλεομένη. Φαίνεται να είχε στα χέρια του τότε και του Φύλαρχου την ιστορία και του Άρατου τα απομνημονεύματα, που στάθηκαν η κύρια πηγή για τη δράση του Κλεομένη στην ιστορία του Πολύβιου. Παρ’ όλο που και ο Πλούταρχος είναι σαφώς αντίθετος προς το έργο του Κλεομένη τον θαυμάζει σαν άνθρωπο και σαν στρατηγό. Δέχεται πολλά από εκείνα που αναφέρει ο Φύλαρχος. Και θεωρεί λάθος του Άρατου το ότι δεν συνεννοήθηκε με τον Κλεομένη. Από μια τέτοια συνεννόηση, βλέπει πολλά θετικά για την Πελοπόννησο. Οπωσδήποτε ο Πλούταρχος γράφει σε μία εποχή που το πνεύμα του Κλεομένη έχει ουσιαστικά εξαντληθεί και ο κόσμος έχει πια αλλάξει τόσο πολύ, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος από τις ιδέες του. Ο Πολύβιος όμως ζει ακόμα με το άγχος της κοινωνικής επανάστασης που διεκήρυξε ο Κλεομένης. Άνηκε στην αριστοκρατία της Μεγαλόπολης που στάθηκε φανατικός αντίπαλος του Κλεομένη. Έζησε ανάμεσα στους ανθρώπους που πολέμησαν τον Κλεομένη. Έζησε μέσα στην ατμόσφαιρα μιας πόλης που κατέλαβε ο Κλεομένης και της οποίας οι κάτοικοι την εγκατέλειπαν και έφυγαν, για να μην έρθουν σε συναλλαγή με τον νικητή Κλεομένη, παρ’ όλο που τους υποσχέθηκε ότι αν έμεναν στην πόλη τους δεν θα πείραζε τίποτα. Ζει και ηγείται της πόλης που θα έχει μόνιμο εφιάλτη τη Σπάρτη, που θα καταλάβει τη Σπάρτη και θα δολοφονήσει τους συνεχιστές του πνεύματος του Κλεομένη. Με λίγα λόγια ο Πολύβιος είναι ο ιστορικός, αλλά και ο πολιτικός, που το πνεύμα του κατέχεται από το άγχος των ιδεών του Κλεομένη. Και αυτό του το άγχος φαίνεται καθαρά σε κάθε σελίδα που αναφέρεται στον Κλεομενικό Πόλεμο», όπως τον λέει. Δεν είναι δυνατόν λοιπόν να κρίνει αντικειμενικά. Ο Πολύβιος παραδέχεται τη στρατιωτική ιδιοφυΐα του Κλεομένη.
Ο Πλούταρχος, πέρα από τη στρατηγική του, τον θαυμάζει σαν άνθρωπο, σαν χαρακτήρα και σαν ηγέτη. Του αναγνωρίζει μεγαλοψυχία. Και στέκεται πραγματικά με θαυμασμό μπροστά στη συμπεριφορά του Κλεομένη απέναντι στους αντιπάλους του και όταν ακόμα είναι νικητής. Δίνει αρκετά στοιχεία για τις βαθιές επαναστατικές αλλαγές που πραγματοποίησε στη Λακωνία, αλλά δεν κάνει το ίδιο και για τις αλλαγές που πραγματοποιούσε στις άλλες πόλεις της Πελοποννήσου που «απελευθέρωσε» από τη διοίκηση της αριστοκρατίας τους. Δεν βοηθάει να κατανοήσουμε γιατί π.χ. η Μαντινεία έμεινε τόσο φανατικά πιστή στον Κλεομένη, ώστε τελικά ο Άρατος με τον Αντίγονο να την εξαφανίσουν, να πουλήσουν στα σκλαβοπάζαρα τις γυναίκες και τα παιδιά της και να σφάξουν όλους τούς άνδρες της. Το ίδιο ισχύει για τον Ορχομενό και για πολλές άλλες πόλεις της Πελοποννήσου. Ενώ θαυμάσια εξηγείται το μεγαλείο εκείνων που έπεσαν στη Σελλασία δεν εξηγείται το ίδιο η μέχρι αφανισμού πίστη στον Κλεομένη των άλλων πόλεων που έγιναν σύμμαχοι του.
Στη σύγχρονη εποχή οι επαναστάτες θαυμάζουν το κίνημα των δούλων του Σπάρτακου που θα γίνει ύστερα από ενάμιση σχεδόν αιώνα. Κι όμως πέρα από τον καθαρά συναισθηματισμό, το κίνημα του Σπάρτακου δεν μπορούσε να δώσει καμιά επαναστατική διέξοδο, καμιά λύση ούτε για τους δούλους, ούτε για την κοινωνία της εποχής τους. Ήταν απλώς μια τρομακτική κραυγή απελπισίας. Συμπαθούμε τους δούλους, που ήσαν οι περισσότερο καταπιεζόμενοι άνθρωποι και θαυμάζουμε το τόλμημά τους να σηκωθούν ενάντια στα αφεντικά τους. Αλλά το κίνημά τους δεν είχε καμιά ελπίδα επιτυχίας. Ο σταυρός περίμενε τους εξεγερμένους, που δεν θα έπεφταν στη μάχη. Δεν προσέφερε καμιά επαναστατική λύση η ιδέα των εξεγερμένων δούλων να βγάζουν τούς δουλοκτήτες από τα σπίτια τους και να γίνονται οι ίδιοι αφεντικά, μετατρέποντας τα αφεντικά τους σε δούλους.
Αντίθετα από το κίνημα των δούλων, το κίνημα του Άγη και του Κλεομένη προχωράει πολύ σε βάθος. Είναι πραγματικά μια κοινωνική επανάσταση με ένα πρόγραμμα που μπορεί να προβληματίζει και τους σημερινούς ανθρώπους. Γύρεψαν να δημιουργήσουν μια κοινωνία ελευθέρων ανθρώπων και όχι να αναποδογυρίσουν τις θέσεις των δούλων και των αφεντάδων, διατηρώντας τη διάκριση σε δουλοκτήτες και δούλους
Ο Πλούταρχος παραβάλλει το κίνημα του Άγη και του Κλεομένη με το κίνημα των Γράκχων στη Ρώμη. Ίσως αυτό να μπερδεύει τη σύγχρονη σκέψη. Στην ουσία τα δυο κινήματα διαφέρουν ριζικά. Το κίνημα των Γράκχων δεν αποτελεί κοινωνική επανάσταση, αλλά μεταρρύθμιση, ενώ των δυο βασιλιάδων της Σπάρτης, και ειδικά του Κλεομένη η προσπάθεια, είναι βαθειά κοινωνική επανάσταση. Οι Γράκχοι δεν γυρεύουν να ανατρέψουν το δουλοκτητικό σύστημα. Ο Κλεομένης το ανέτρεψε στη Λακωνία και είχε σκοπό να το κάνει σε ολόκληρη την Πελοπόννησο.
Η προσπάθεια του Κλεομένη είναι η πρώτη συνειδητή κοινωνική επανάσταση που έχει σκοπό να δώσει λύση στην κρίση της εποχής του. Όλα τα άλλα κινήματα δούλων, που ξέσπασαν η θα ξεσπάσουν, παραμένουν κινήματα αγανάκτησης, χωρίς διέξοδο, χωρίς ελπίδα. Ο ελληνικός κόσμος βρισκόταν σε βαθειά κρίση. Οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου είχαν υποσκάψει την ουσία της πόλης-κράτους και του πολιτικού ανθρώπου. Οι διάδοχοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου προσέφεραν στον ελληνικό κόσμο τα πλούτη μιας απέραντης αυτοκρατορίας υπό τον όρο ότι θα αλλοτριώνονταν από τις ιδέες και τις αντιλήψεις του πολιτικού ανθρώπου. Τους προσέφεραν μεγάλες δυνατότητες να αποκτήσουν πλούτη, αρκεί να μην ασχολούνταν πια με τα κοινά, αρκεί να γίνονταν απολιτικοί.
Αλλά ο κλασσικός κόσμος, που δημιούργησε το θαύμα του κλασσικού πολιτισμού, μπόρεσε να φτάσει σ’ αυτές τις κορυφές ακριβώς γιατί ήταν πολιτικός, γιατί ενδιαφέρθηκε με πάθος για τα κοινά, γιατί ήξερε να φτιάχνει ο ίδιος, με τη θέλησή του, τη μοίρα του. Η πολιτική ήταν το υπέρτατο αγαθό. Και μέσα από την έντονη πολιτική δράση βγήκε ο κλασσικός πολιτισμός, που μας κάνει ως σήμερα να στεκόμαστε μπροστά του με δέος. Ο Κλεομένης γύρεψε μια λύση, που θα έσωζε τον κλασσικό τύπο ανθρώπου και το πνεύμα του κλασσικού κόσμου, ενώ παράλληλα θα ξεπερνούσε την κοινωνική κρίση με μια κοινωνία, όπου δεν θα υπήρχαν αφέντες και δούλοι αλλά ελεύθεροι μόνον άνθρωποι.
Η κρίση του κλασσικού ελληνικού κόσμου παίρνει, στις ημέρες μας, ιδιαίτερη σημασία. Ζούμε και εμείς σε μια εποχή βαθειάς κοινωνικής κρίσης και αναζητάμε μία διέξοδο από αυτήν την κρίση. Πολλοί αναθυμούνται την κρίση του ρωμαϊκού κόσμου και την κατάλυσή του από τούς βαρβάρους, ακριβώς γιατί ο κόσμος αυτός, που είχε τον λαμπρότερο πολιτισμό, δεν μπόρεσε να βρει μόνος του διέξοδο. Η κοινωνική κρίση χρειάζεται λύσεις. Αν δεν βρεθούν έρχεται η καταστροφή.
Ο κλασσικός κόσμος θα καταστραφεί μετά τη μάχη της Σελλασίας (222 π.Χ.). Και ο ρωμαϊκός κόσμος θα καταρρεύσει από τα χτυπήματα των βαρβάρων, για να καταστραφεί μαζί του και ένας θαυμάσιος πολιτισμός, που δεν μπόρεσε να βρει διέξοδο στις κοινωνικές του αντιφάσεις. 0ι βάρβαροι γύρισαν πολύ πίσω τον δείχτη του πολιτισμού, ακριβώς γιατί ενεργούσαν σαν καταστροφείς, χωρίς να φέρνουν συγκεκριμένη διέξοδο.
Ο Κλεομένης συνέλαβε και επεχείρησε μια τολμηρή επαναστατική διέξοδο, που θα διέσωζε το κλασσικό πνεύμα σε μια νέα κοινωνική σύνθεση. Και από την άποψη αυτή η δράση του έχει σημασία και για όσους σήμερα προβληματίζονται σοβαρά πάνω στην κρίση της εποχής μας. Όχι βέβαια για να αντιγράψουν τον Κλεομένη, που σε τελευταία ανάλυση απέτυχε, αλλά για να κρίνουν πως και από που πρέπει να αναζητούν λύσεις. Και στην αποτυχία του Κλεομένη και η τελική του ήττα οφειλόταν σε λάθη· σε αδυναμίες που δεν μπόρεσε να τις συλλάβει έγκαιρα.
Πέρα από τον Κλεομένη το πρόβλημα της κοινωνικής κρίσης απασχόλησε έντονα τούς σοφούς και τους πολιτικούς του αρχαίου κόσμου. Οι πολιτικοί προσπάθησαν να λύσουν την κρίση, επεκτείνοντας τα όρια του εμπορικού χώρου. Έτσι ολόκληρος ο κλασσικός κόσμος ασχολείται έντονα με τον πόλεμο κατά της Περσίας, υπολογίζοντας ότι με το άνοιγμα του εμπορικού δρόμου προς τη Μέση Ανατολή θα λύνονταν και τα κοινωνικά προβλήματα. Μια άλλη τάση είναι η μελέτη που κάνουν οι αρχαίοι φιλόσοφοι των διαφόρων πολιτευμάτων και η αναζήτηση ενός ιδανικού πολιτεύματος που θα ξεπερνούσε τις αντιφάσεις της εποχής. Ο Πλάτωνας έφτασε να προτείνει για λύση την ουτοπία της «Πολιτείας» του και των «Νόμων». Ο Αριστοτέλης περιορίστηκε στα «Πολιτικά» του στην ανάλυση των πολιτευμάτων που υπήρχαν. Λίγο μετά το Μέγα Αλέξανδρο αρχίζουν να προβάλλονται οι ουτοπίες, από την Πολιτεία του Ήλιου, μέχρι τα διάφορα φιλοσοφικά κατασκευάσματα ιδανικών κοινωνιών. Μερικά από αυτά —στωικών βασικά φιλοσόφων— έφταναν να προτείνουν την κατάργηση της δουλείας, αλλά το τελικό σχήμα τους ήταν η επιστροφή από τον ανεπτυγμένο κόσμο της κλασσικής εποχής σε μία φυσική κοινωνία. Οι ιδέες του Χαμένου Παραδείσου, της Ατλαντίδος κ.ά. αναζωογονήθηκαν και προεκτείνονται καθώς βαθαίνει η κρίση.
Η ιδέα του Παραδείσου, που υπάρχει σ’ όλες τις θρησκείες, απέκτησε ξαφνικά τρομερή γοητεία. Αλλά οι παλιές θρησκείες με την απλοϊκότητά τους έχουν και αυτές χρεοκοπήσει. Η κρίση στα ελληνιστικά χρόνια γίνεται καθολικότερη. Όλες οι άξιες τίθενται σε αμφισβήτηση. Είναι κάτι που θυμίζει πολύ έντονα την εποχή μας. Η φιλοσοφία, που στάθηκε το μεγάλο επίτευγμα του κλασσικού κόσμου, κλονίζεται. Δεν είναι πια σε θέση να δώσει απάντηση στα προβλήματα του καιρού. Και καθώς δεν μπορεί να δώσει απάντηση, γλυστράει όλο και περισσότερο στο μυστικισμό, από τον όποιο θα γεννηθούν οι καινούργιες θρησκείες (Χριστιανισμός και Μωαμεθανισμός). Ο Κλεομένης έζησε στην αρχή της μεγάλης αυτής κρίσης, που θα φέρει την κατάρρευση του κλασσικού πνεύματος. Στα χρόνια του έχουν κλονιστεί όλες οι άξιες, αλλά δεν έχουν καταρρεύσει. Ύστερα από έναν-δύο αιώνες, αυτά που επεχείρησε θα φαίνονταν ουτοπία. Μα όταν άρχιζε την προσπάθειά του υπήρχε ακόμα περιθώριο για μια λύση μέσα από τον ίδιο τον κλασσικό κόσμο.
II. Ο ΤΡΑΓΙΚΟΣ ΗΡΩΑΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΤΟΥ ΚΛΑΣΣΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Αναμφίβολα η τραγωδία στάθηκε το υψηλότερο πολιτιστικό επίτευγμα του κλασσικού κόσμου της αρχαίας Ελλάδας. Αναπτύσσεται και μαραίνεται μαζί με τη δημοκρατία. Έξω από το κλίμα της δημοκρατίας δεν μπόρεσε να επιζήσει δημιουργικά. Έγινε μουσειακό στοιχείο. Και μέσα στο ανυπέρβλητο κάλλος της μας άφησε την αίσθηση ενός συγκλονιστικού μεγαλείου που εξακολουθεί να συγκινεί και σήμερα ακόμα τον άνθρωπο σαν καλλιτεχνική έκφραση. Τα προβλήματα που δονούσαν το συγκινησιακό κόσμο του πολίτη της κλασσικής δημοκρατίας, δονούν παράξενα, συγκινησιακά και τον άνθρωπο της σημερινής εποχής. Η τραγωδία στάθηκε ο λόγος, η έκφραση, η εκδήλωση του πνεύματος της δημοκρατίας.
Η ξεχωριστή δύναμη της τραγωδίας βρίσκεται στην προβολή του τραγικού ήρωα, που στην ουσία του είναι η καλλιτεχνική προβολή του πολιτικού ανθρώπου, του συνειδητού πολίτη της πόλης-κράτους, που καθορίζει τις τύχες του και τις τύχες της πόλης του με τη δική του θέληση, με τη δική του δύναμη. Και επειδή ο πιο ολοκληρωμένος τύπος πολιτικού ανθρώπου είναι ο πολίτης της δημοκρατικής πόλης-κράτους, η τραγωδία εκφράζει το βαθύτερο νόημα της δημοκρατίας. Μέσα στους μύθους που χρησιμοποιεί και στα νοήματα που εκφράζει η τραγωδία, ο πολίτης νοιώθει μετουσιωμένος καλλιτεχνικά τον εαυτό του. Νοιώθει την τραγωδία να βγαίνει μέσα από τη σκέψη του. Ακούει τα νοήματά της να αντηχούν στα στήθη του. Νοιώθει το θέατρο σαν ιερό του εαυτού του. Και κάθεται ολόκληρες μέρες πάνω στις μαρμάρινες κερκίδες των υπαίθριων θεάτρων, με ήλιο η με κρύο και παρακολουθεί, χωρίς να κουράζεται, αυτό που προβάλλει το πνεύμα του και τούς προβληματισμούς του. Παρακολουθεί τούς τραγικούς ποιητές να ανταγωνίζονται στην παρουσίαση των έργων τους, που πολλές φορές επαναλαμβάνουν τον ίδιο μύθο, και όχι μόνο δεν κουράζεται, αλλά είναι σε θέση και να κρίνει τα έργα που βλέπει, και να επιλέγει το καλλίτερο που βραβεύεται με την ομόθυμη γνώμη των θεατών. Και η κρίση του Αθηναίου πολίτη είναι τόσο καθαρή, που εκπλήσσονται και οι πιο ειδικοί σήμερα. Οι Αθηναίοι ένοιωθαν την τραγωδία, όπως και τη δημοκρατία σαν κάτι δικό τους, σαν συνισταμένη της σκέψης τους και της ζωής τους.
Είπαμε κιόλας πως ο Κλεομένης ουσιαστικά είναι ο τελευταίος τραγικός άνθρωπος που θα είχε σταθεί τραγικός ήρωας σε τραγωδίες αν εξακολουθούσε να υπάρχει κάπου η δημοκρατία που γέννησε την τραγωδία. Επειδή θα αναφερθούμε πολλές φορές σ’ αυτόν τον χαρακτήρα του, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε από την εισαγωγή μας το γνώρισμα του τραγικού ήρωα η του τραγικού —πολιτικού— ανθρώπου. Τραγικός ήρωας είναι εκείνος που μπορεί να ορθώνεται ενάντια «στη μοίρα του», να την καταπολεμάει, να επιβάλει τη λογική του και να διαμορφώνει τη ζωή του στα πλαίσια της ανθρώπινης λογικής, που είναι και η δική του λογική. Ο τραγικός ήρωας μπορεί να νικήσει ή να πέσει και ο ίδιος αγωνιζόμενος. Δεν έχει σημασία η νίκη, αλλά η δικαίωση, η αναγνώριση του αγώνα του σαν δίκαιου και αναγκαίου. Είναι βαθειά ανθρώπινος και βαθειά λογικός. Γκρεμίζει κάθε τι που δεν στέκεται στην ανθρώπινη λογική του καιρού του και ας είναι αυτό το κάτι και νόμος και θεός και μοίρα.
Στην ουσία ο τραγικός άνθρωπος είναι η πιο τέλεια μορφή του Homo Sapiens (του έμφρονος άνθρωπου) που ολοκληρώνεται σαν τόπος με την τροφοπαραγωγική επανάσταση και φτάνει στο κατακόρυφο του με τον πολίτη της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας. Ενώ και εμείς σήμερα είμαστε παιδιά του Homo Sapiens και παρά την τρομερή πρόοδο που σημειώσαμε, δεν ξεπεράσαμε την πληρότητα του τραγικού ανθρώπου· του ανθρώπου που ο ίδιος αποφασίζει για την τύχη του και δημιουργεί με τη θέλησή του τη ζωή του. Τα πρώτα βήματα του τραγικού ανθρώπου υπάρχουν στα βάθη της προϊστορίας, όταν οι τροφοσυλλέκτες, αρχίζουν να επιδρούν στο περιβάλλον τους, όταν ο άνθρωπος αρχίζει να επιβάλλει τη θέληση του στο περιβάλλον του. Ολοκληρώνεται όταν από τροφοσυλλέκτης γίνεται τροφοπαραγωγός, όταν από παράσιτο του περιβάλλοντος γίνεται ο ίδιος δημιουργός των συνθηκών που θα ζήσει. Ο άνθρωπος αυτός ενσαρκώνεται στον μύθο του Προμηθέα, ανάλογο του όποιου βρίσκουμε σ’ όλους τούς λαούς, που στάθηκε και ο πιο δυναμικός μύθος της τραγωδίας.
Ο τροφοσυλλέκτης άνθρωπος ήταν υποταγμένος στο περιβάλλον, στις παράλογες δυνάμεις που του επέβαλαν χωρίς να καταλαβαίνει ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Ο άνθρωπος με τη λογική του, ύστερα από εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, θα φτάσει να καλλιεργήσει τη γη, να παράγει ο ίδιος αυτό που θέλει, να αναγκάζει τη φύση να παράγει αυτό που έχει ανάγκη ο ίδιος. Δεν εξαρτάται από τον παραλογισμό της φύσης, αλλά από τη δική του ικανότητα και λογική να αναγκάσει τη γη να παράγει αυτό που θέλει. Ήταν μια τρομερή κατάκτηση που βγήκε μέσα από την πάλη του ενάντια στο παράλογο περιβάλλον, από την ανάγκη να επιβιώσει σε πολύ δύσκολες στιγμές. Αλλά τότε ακριβώς κατάλαβε ότι δεν λευτερώθηκε ολοκληρωτικά. Κυριάρχησε πάνω στον μεγάλο φόβο που παρακολούθησε το κάθε του βήμα για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, αλλά βρέθηκε ξαφνικά υποταγμένος σε καινούργιες δυνάμεις: Στην κοινωνία που δημιουργείται με την απότομη αύξηση του πληθυσμού και την ανάγκη πολύπλοκων γνώσεων, μέσω των όποιων εξασφάλιζε την κυριαρχία του, μέσω των οποίων πετύχαινε την παραγωγή των αναγκαίων για να ζήσει.
Ο άνθρωπος βρέθηκε δέσμιος δυο δυνάμεων: Του ιερατείου, που κρατούσε τη γνώση, και της εξουσίας, που από διεύθυνση της κοινωνίας έγινε το παράσιτο της που καταπίεζε τον άνθρωπο. Μία μερίδα της κοινωνίας βγαίνει έτσι έξω από την προσπάθεια της κοινωνίας να παράγει αυτά που χρειάζεται για να ζήσει. Κρατούν τις γνώσεις και ζουν σαν παράσιτα σε βάρος των άλλων. Και παίρνουν τη μερίδα του λέοντος, ακριβώς γιατί κατέχουν αυτές τις γνώσεις και ξέρουν να τις κρατούν κρυφές από τον κοινό άνθρωπο. Και ακόμα γιατί έχουν και τη δύναμη να επιβάλουν τη θέληση τους. Ο άνθρωπος αρχίζει έτσι μια νέα προσπάθεια, έναν νέο αγώνα για να υποτάξει τις δυνάμεις αυτές που βρίσκονται έξω από τη λογική του.
Οι Προμηθείς θα αγωνιστούν τώρα να κλέψουν τη φωτιά —τη γνώση— από το ιερατείο και να τη δώσουν στους ανθρώπους Οι Έλληνες διαμορφώνουν τον κλασσικό τους πολιτισμό κλέβοντας, με τη βία ή την απάτη, τα μυστικά των γνώσεων που έχει συγκεντρώσει το ιερατείο, αλλά για να την ανακοινώσουν στους ανθρώπους, σε κάθε άνθρωπο που θα μπορούσε να τούς καταλάβει. Οι Έλληνες είναι οι Προμηθείς και τα ιερατεία, που κρατούν τη γνώση, οι Θεοί. Όταν έβλεπαν λοιπόν τον Προμηθέα έβλεπαν τον εαυτό τους. Αλλά οι παράλογες δυνάμεις ήσαν ισχυρές. Και θα χρειαστεί μεγάλη προσπάθεια για να υποταχθούν. Ο Προμηθέας δένεται στον Καύκασο για εκδίκηση, αλλά δεν υποχωρεί. Θα έρθει σε λίγο ο Ηρακλής, ο μύθος της λαϊκής δύναμης, και θα τον ελευθερώσει. Ο Προμηθέας και ο Ηρακλής (που συμβολίζει την απόκτηση ικανής δύναμης για να επιβάλει ο κόσμος του Αιγαίου τη θέληση του) είναι οι δυο δυνάμεις που απελευθέρωσαν τον κλασσικό άνθρωπο και τον έκαναν δυνατό με τη γνώση και τη δύναμη να αντιστέκεται ακόμα και στη μοίρα και στους Θεούς. Ο Προμηθέας με την απάτη έκλεψε τη γνώση του ιερατείου. Και ο Ηρακλής γκρέμισε την εξουσία με το ρόπαλό του. Έτσι ο κλασσικός άνθρωπος βρέθηκε ελεύθερος και ικανός να καθορίζει την τύχη του. Μπορεί τώρα να παλεύει και ξέρει πως να παλεύει.
Οι πολίτες της δημοκρατίας στην αρχαία Ελλάδα είναι κύριοι της τύχης τους. Και αν κάποιος θελήσει να τούς επιβάλει κάτι πέρα από τη θέλησή τους, ξέρουν να παλεύουν. Η τραγωδία διδάσκει στους πολίτες της δημοκρατίας ποιο είναι το καθήκον τους: Να αγωνίζονται ενάντια σε κάθε παραλογισμό, έστω και αν πρόκειται να πεθάνουν για τούτο τους το τόλμημα. Αυτή είναι η έννοια του πολίτη μιας δημοκρατίας. Και όλοι οι τραγικοί ήρωες έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά. Αυτό το πνεύμα του κλασσικού ανθρώπου διαμορφώνεται μετά το 1200 π.Χ. σε μια σειρά σκληρούς αγώνες που κορυφώνονται στους Περσικούς Πολέμους. Αρχίζει με την πάλη κατά των Αχαιών, που στάθηκαν οι κυρίαρχοι σε τούτα τα μέρη. Συνεχίζεται με την πάλη να εκδιωχτούν οι δωρικές φρουρές, που προσπάθησαν να αντικαταστήσουν τους Αχαιούς. Γονιμοποιείται με τις γνώσεις της Μέσης Ανατολής που τις κλέβουν σαν έμποροι και σαν μαθητευόμενοι στα ιερατεία τους. Γίνεται σύνθεση, όταν οι απλοί πριν άνθρωποι αναλαμβάνουν μόνοι τους τις τύχες και γίνονται ταυτόχρονα καλλιεργητές της γης και πολεμιστές. Και ολοκληρώνεται στον τύπο του πολιτικού κλασσικού ανθρώπου, όταν ανατρέπεται και το ολιγαρχικό καθεστώς και η εξουσία βρίσκεται στα χέρια του δήμου, όταν διαμορφώνεται το δημοκρατικό καθεστώς. Και τότε όλες οι παραδόσεις και οι μύθοι αυτού του χώρου θα χρησιμοποιηθούν για να υπηρετήσουν την έκφραση του νέου πνεύματος, του πνεύματος του πολιτικού ανθρώπου. Οι αρχαίοι μύθοι των Ατρειδών, των Λαβδακιδών, του Ηρακλή κ.λπ. χρησιμοποιούνται πια σαν υλικά για να οικοδομηθεί η κλασσική σκέψη. Μ’ αυτούς τούς μακρινούς πια μύθους δουλεύουν το πρότυπο του τραγικού ανθρώπου, που πρέπει να εκφράσει τον ολοκληρωμένο πολιτικό τύπο της δημοκρατίας. Ο πολιτικός άνθρωπος είναι ο πιο ολοκληρωμένος τύπος ανθρώπου. Ανεξάρτητα από το επίπεδο γνώσεων, ο σημερινός άνθρωπος και στην πιο δημοκρατική κοινωνία, δεν είναι ολοκληρωμένος στο μέτρο που ήταν ο πολίτης της αρχαίας Αθήνας, ο όποιος ήξερε όσα ήξεραν και οι ιθύνοντες και όταν συνέρχονταν στην αγορά για να πάρουν αποφάσεις δεν υπήρχαν μυστικά τα όποια καθύβριζαν την πολιτική ή την κοινωνική ζωή που να τα αγνοεί. Ο πολίτης της αρχαίας δημοκρατίας γνώριζε τα πάντα. Δεν υπήρχαν κρατικά μυστικά και όταν έπαιρνε αποφάσεις, γνώριζε για το κάθε θέμα όσα και ο στρατηγός.
Όταν η πόλη θα πάψει να είναι η ασπίδα των πολιτών, όταν οι πολίτες θα εκχωρήσουν μέρος των δικαιωμάτων τους σε άλλους, ο τραγικός ήρωας, εκφυλίζεται και κυριαρχεί ο τυχοδιώκτης, που είναι το πρότυπο του αλεξανδρινού κόσμου. Η κρίση του κλασσικού κόσμου, που έρχεται μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, από τις όποιες ολόκληρος ο κλασσικός κόσμος περίμενε τη σωτηρία του, είναι η κρίση της δημοκρατικής πόλης-κράτους, του πολιτικού ανθρώπου. Ο άνθρωπος των ελληνιστικών ηγεμονιών δεν παίρνει πια αποφάσεις για τα μεγάλα πολιτικά και στρατιωτικά προβλήματα. Γι’ αυτά κρίνουν οι ηγεμόνες και οι στρατοί τους. Οι απλοί άνθρωποι μπορούν να ενδιαφέρονται μόνο για την ατομική και οικογενειακή τους ζωή. Ο τραγικός άνθρωπος, που ορθώνεται ενάντια στη μοίρα του, για να επιβάλει την ανθρώπινη λογική, δεν υπάρχει. Και φυσικά η τραγωδία δεν μπορεί να σταθεί χωρίς τον τραγικό ήρωα. Ο Αθηναίος που πολέμησε στον Μαραθώνα, στη Σαλαμίνα ή στις Πλαταιές, νοιώθει το νόημα του τραγικού ήρωα όταν ορθώνεται ενάντια σε θεούς και νόμους. Αλλά τί νόημα μπορεί να έχει ο τραγικός ήρωας στον απολιτικό άνθρωπο της αλεξανδρινής εποχής;
Ο τραγικός άνθρωπος χάνεται, όταν μετά την ήττα των δημοκρατικών πόλεων στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.), οι πόλεις αυτές θα πάρουν μέρος στο Συνέδριο της Κορίνθου, και θα αναγνωρίσουν την αρχηγία του Μακεδόνα Φίλιππου Β’ στον πόλεμο κατά της Περσίας. Και αυτό όχι για την αρχηγία, αλλά γιατί σαν αρχηγός ο Φίλιππος θα στηριζόταν στον δικό του, μισθοφορικό βασικά, στρατό και όχι σε στρατό πολιτών και θα έπαιρνε αποφάσεις χωρίς να ρωτάει τις πόλεις, που τον αναγνώριζαν για αρχηγό. Όταν οι Μακεδόνες θα συντρίψουν την περσική δύναμη και θα δημιουργήσουν ισχυρό στρατό, θα επιβάλουν τη θέλησή τους και στις δημοκρατικές πόλεις, χωρίς να ξαναζητήσουν τη γνώμη των πολιτών. Οι πολίτες των «δημοκρατικών πόλεων» δεν είναι πια πολίτες κλασσικού τύπου. Ξαναβρέθηκαν σε κατάσταση που θύμιζε την κυριαρχία των Αχαιών, όταν οι απλοί άνθρωποι, το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να καλλιεργούν τη γη και να δίνουν στους κυρίαρχους ότι τούς επέβαλλαν σαν είδος φόρου.
Η Σπάρτη δεν θα πάρει μέρος στο συνέδριο της Κορίνθου και δεν θα αλλοτριωθεί από τα πολιτικά της δικαιώματα. Έτσι η Σπάρτη διατήρησε περισσότερο το νόημα του πολιτικού ανθρώπου —στην ιδιόμορφη κατάσταση που αναπτύσσεται ο πολιτικός άνθρωπος στη Σπάρτη. Και αυτόν τον πολιτικό άνθρωπο, σε ευρύτερα πια πλαίσια από εκείνα της παλιάς πόλης-κράτους, θα προσπαθήσει να αναζωογονήσει ο Κλεομένης Γ’ της Σπάρτης. Θα προσπαθήσει να δημιουργήσει ελεύθερους ανθρώπους· υπεύθυνους για την τύχη τους, σε μια στιγμή που οι ισχυροί ηγεμόνες αυτό ακριβώς το πνεύμα προσπαθούσαν να σκοτώσουν. Ο Κλεομένης Γ’ είναι ο τελευταίος Έλληνας στο νόημα του κλασσικού ανθρώπου.
Ο Πλούταρχος θεωρεί για τελευταίο Έλληνα το Φιλοποίμενα. Αλλά ο Φιλοποίμενας ανήκει στον τυχοδιωκτικό τύπο της αλεξανδρινής εποχής. Οι στιγμιαίες αναλαμπές δεν τον απαλλάσσουν από το καθαρό πνεύμα τυχοδιωκτισμού που τον διακρίνει. Κι’ αυτό, παρά τις αναμφισβήτητες στρατιές του ικανότητες και την τρομερή του θέληση. Ο Κλεομένης Γ’ προσπάθησε να δημιουργήσει πολιτικούς ανθρώπους, ενώ ο Φιλοποίμενας ηγήθηκε πάντα μισθοφόρων και κινήθηκε μέσα στα πλαίσια του στρατιωτικού που υπηρετεί όποιον έχει ανάγκη των υπηρεσιών του. Ο Κλεομένης Γ’ είναι ο μεγάλος οραματιστής της αναγέννησης του κλασσικού πνεύματος στα νέα πλαίσια της εποχής, ενώ ο Φιλοποίμενας είναι ικανός μισθοφόρος, που υπηρέτησε ακριβώς τη διάλυση του κλασσικού κόσμου.
Πηγή: Αποσπάσματα από το Βιβλίο του συγγραφέα-ιστορικού Περικλή Ροδάκη (Εκδόσεις Καστανιώτη).

*********************************

Εν Σπάρτη. Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Δεν ήξερεν ο βασιλεύς Κλεομένης, δεν τολμούσε-
δεν ήξερε έναν τέτοιον λόγο πώς να πει
προς την μητέρα του: ότι απαιτούσε ο Πτολεμαίος
για εγγύησιν της συμφωνίας των ν’ αποσταλεί κι αυτή
εις Αίγυπτον και να φυλάττεται,
λίαν ταπεινωτικόν, ανοίκειον πράγμα.
Κι όλο ήρχονταν για να μιλήσει, κι όλο δίσταζε.
Κι όλο άρχιζε να λέγει, κι όλο σταματούσε.
Μα η υπέροχη γυναίκα τον κατάλαβε
(είχεν ακούσει κιόλα κάτι διαδόσεις σχετικές),
και τον ενθάρρυνε να εξηγηθεί.
Και γέλασε, κ’ είπε βεβαίως πιαίνει.
Και μάλιστα χαίρονταν που μπορούσε νάναι
στο γήρας της οφέλιμη στην Σπάρτη ακόμη.
Όσο για την ταπείνωσι – μα αδιαφορούσε.
Το φρόνημα της Σπάρτης ασφαλώς δεν ήταν ικανός
να νοιώσει ένας Λαγίδης χθεσινός.
όθεν κ’ η απαίτησίς του δεν μπορούσε
πραγματικώς να ταπεινώσει Δέσποιναν
Επιφανή ως αυτήν, Σπαρτιάτου βασιλέως μητέρα.

Η Κρατησίκλεια αναχωρεί για την Αίγυπτο

Οι διαβολές κατά του πρωτοπόρου της αθεΐας Πρωταγόρα καλλιεργούνται ακόμα

«Μέτρον πάντων χρημάτων άνθρωπος, των μεν όντων ως έστι, των δε μη όντων ως ουκ έστι». Πρωταγόρας. Δηλαδή, μέτρο για όλα είναι ο άνθρωπος. Ο Πρωταγόρας σαρκάστηκε από τον Πλάτωνα. Κατά το τρίτο έτος μάλιστα της Ενενηκοστής Δευτέρας Ολυμπιάδας (ή 410 προ..χυδαιότητας) η αθηναϊκή πολιτεία καταδίκασε τον Πρωταγόρα επί αθεΐα και όλα τα βιβλία του κάηκαν στην αγορά.
«Περί μεν Θεών ουκ έχω ειδέναι, ουθ’ ως εισίν ουθ’ ως ουκ εισίν ουθ’ οποιοί τινές ιδέαν, πολλά γαρ τα κωλύοντα ειδέναι ή τ’ αδηλότης και βραχύς ών ο βίος του ανθρώπου«. Δηλαδή : «Για τους Θεούς δεν μπορώ να ξέρω ούτε ότι υπάρχουν ούτε ότι δεν υπάρχουν ούτε ποιας λογής είναι, γιατί πολλά είναι αυτά που μας εμποδίζουν να μάθουμε και η αδηλότητα και το ότι σύντομος είναι ο βίος του ανθρώπου«.
Επίσης ο Αναξαγόρας απεφάνθη ότι ο ήλιος, η σελήνη και τα αστέρια, δεν είναι θεοί, αλλά πύρινες μάζες.
Αυτές του οι δηλώσεις είναι που εξαγρίωσαν και εξακολουθούν να ενοχλούν, τον κάθε θρήσκο ακόμη και σήμερα. Κι όταν δεν είναι εύκολο να αντιτάξει κανείς σοβαρά επιχειρήματα εναντίον τους, ψάχνει μετά στα σκουπίδια της ιστορίας, μπας και ανακαλύψει κανένα ψεγάδι, απ’ αυτά που προσπάθησαν να του προσάψουν κάποιοι θεοσεβούμενοι συγγραφείς, οι οποίοι έζησαν μισή χιλιετία αργότερα, απ’ αυτόν, όπως ο Φιλόστρατος.

ΦΙΛΟΣΤΡΑΤΟΥ «ΒΙΟΙ ΣΟΦΙΣΤΩΝ»
Ο Πρωταγόρας ο Αβδηρίτης ήταν σοφιστής και όσον καιρό βρισκόταν στην πατρίδα του μαθήτευσε κοντά στον Δημόκριτο. Στη συνέχεια, την εποχή της εκστρατείας του Ξέρξη κατά της Ελλάδας, ήρθε σε επαφή με τους μάγους των Περσών. Πατέρας του ήταν ο Μαίανδρος, άνθρωπος πολύ πλούσιος ανάμεσα στους Θράκες. Δέχτηκε τον Ξέρξη στο σπίτι του και με την προσφορά δώρων κατάφερε να έρθει ο γιος του σε επαφή με τους μάγους του Πέρση βασιλιά . Οι Πέρσες μάγοι δεν αναλαμβάνουν την εκπαίδευση αλλοεθνών, αν δεν δώσει ο βασιλιάς τη συγκατάθεση του.

Η έκφραση της αμφιβολίας από τον Πρωταγόρα για την ύπαρξη ή μη των θεών, είναι, νομίζω, ατόπημα που οφείλεται στην Περσική παιδεία του διότι οι μάγοι, παρ’ όλο που στις μυστικές τελετές τους επικαλούνται τους θεούς, στα φανερά αρνούνται την ύπαρξη του θείου, μη θέλοντας να υπάρχει η εντύπωση πως η δύναμη τους προέρχεται από εκεί.
Γι’ αυτό τον λόγο οι Αθηναίοι έδιωξαν τον Πρωταγόρα απ’ όλα τα μέρη της γης, αφού πρώτα δικάστηκε, όπως υποστηρίζει μια άποψη, ενώ, σύμφωνα με άλλους, με ψήφισμα εναντίον του και χωρίς να δικαστεί. Έτσι, περνώντας από νησί σε νησί και από στεριά σε στεριά και αποφεύγοντας τις Αθηναϊκές τριήρεις που ήταν διασκορπισμένες σε όλα τα πελάγη, βυθίστηκε, καθώς έπλεε με ένα μικρό σκάφος.
Ήταν ο πρώτος που επινόησε την αμοιβή για τις διαλέξεις και πρώτος έκανε γνωστή αυτή την τακτική στους Έλληνες. Αυτό δεν είναι βέβαια αξιοκατακριτο, διότι εκτιμούμε καλύτερα όσα μαθαίνουμε ξοδεύοντας χρήματα παρά όσα μας προσφέρονται δωρεάν.
*******************************************************
Ο ίδιος ο Πρωταγόρας, βέβαια, στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα, παρουσιάζεται να λέει για την αμοιβή του: «αν κάποιος μάθει από μένα, εφόσον θέλει μου δίνει τα χρήματα που παίρνω συνήθως· αν όμως όχι, πηγαίνει σε κάποιο ιερό και ορκίζεται, κι όσο λογάριασε πως άξιζαν τα μαθήματα, τόσα καταθέτει στο ναό.» (328B)
Η αθλιότητα του Φιλόστρατου: «Η έκφραση της αμφιβολίας από τον Πρωταγόρα για την ύπαρξη ή μη των θεών, είναι, νομίζω, ατόπημα που οφείλεται στην Περσική παιδεία του διότι οι μάγοι, παρ’ όλο που στις μυστικές τελετές τους επικαλούνται τους θεούς, στα φανερά αρνούνται την ύπαρξη του θείου, μη θέλοντας να υπάρχει η εντύπωση πως η δύναμη τους προέρχεται από εκεί». Διαβολή αρσενικής κατίνας του κερατά.
Φαίνεται όμως ότι όλοι οι ερευνητές αντιλήφτηκαν την κατινιά του Φιλόστρατου και την παρέκαμψαν, αφού κανείς τους δεν αναφέρει κάτι περί περσικής παιδείας του Πρωταγόρα, άποψη η οποία ασφαλώς είναι άξια περιφρονήσεως και χλευασμού, εξ αιτίας της σαφώς διαφωτιστικής διδασκαλίας του ανδρός, η οποία όχι μόνον απέχει παρασάγγας από την σκοταδιστική των μάγων, αλλά σαφώς αποτελεί τον αντίποδά της.

 Ο κορυφαίος των Σοφιστών, ο Πρωταγόρας ο Αβδηρίτης, με το σύγγραμα του "Αλήθεια η Καταβάλλοντες" ρίχνει κάτω τους φαντασιοκοπικούς ισχυρισμούς των ιδεαλιστών. Άρχιζε με τη περιβόητη φράση: "πάντων χρημάτων μέτρον έστιν άνθρωπος, των μεν όντων ως έστιν, των δε ουκ όντων ως ουκ εστίν". Όλα καθορίζονται από τον άνθρωπο, πραγματική υπόσταση έχουν όσα βλέπει και όσα πιάνει.
Η φράση αυτή αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατίας αλλά και των ατομικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως θα επεξηγηθεί και πιο κάτω.
Για το επέκεινα ο μεγάλος Σοφιστής έφτασε στο συμπέρασμα: "περι μεν θεων ουκ έχω ειδέναι, ουθ' ως εισίν ουθ' ως ουκ εισίν ουθ΄οποίοι τινές ιδέαν, πολλά γαρ τα κωλύοντα ειδέναι ή τ αδηλότηςκαι βραχύς ων ο βίος του ανθρώπου". Δηλαδή επέμβαση των θεών αποκλείεται, αφού η ίδια η ύπαρξη τους είναι προβληματική. Ποτέ δεν φανερώθηκαν σε κανένα και η σύντομη ζωή μας δεν μας επιτρέπει να εξακριβώσουμε αν η λεγόμενη δικαιοσύνη τους είναι πραγματική. Συνεπώς είναι άτοπο το επιχείρημα ότι οι θεοί δεν εμφανίζονται σωματικά αλλά ότι τους ανάγνωρίζουμε από τα έργα τους. Ούτε έβαλαν αφέντες να κυβερνούν ανθρώπους. Πολιτεύματα και νόμοι είναι παροδικοί, ισχύουν όσο οι άνθρωποι τ' ανέχονται και όταν καταντούν τυρρανικοί αντικαθίστανται με άλλους πιο ανθρώπινους.
Η ανθρωπομετρική ιδεολογία ήταν για την ολιγαρχία μεγαλύτερο χτύπημα και από τη μηχανιστική αντίληψη της ιωνικής φυσικής για τον κόσμο. Της αφαιρούσε άσπλαχνα τη θεϊκή πρόνοια που είχε κανονίσει να είναι αυτοί αφέντες και άλλοι δούλοι.
Ο γέρος Πλάτων γράφει νοσταλγικά: "ο δε θεός ημίν πάντων χρημάτων μέτρον αν είη μάλιστα." (Νόμοι IV 716 C)
 
Έτσι ο Έλληνας δημοκρατικός άνθρωπος, άσκιαχτος από υπερφυσικές δυνάμεις, γίνεται από θεονόμος ανθρωπονόμος και παίρνει στα χέρια του την τύχη του. Ρυθμίζει την οικονομική και πολιτική ζωή με δικιά του πρωτοβουλία και αντιλαμβάνεται ότι η γλώσσα, η θρησκεία, οι νόμοι είναι θεσμοί - ανθρώπινα κατασκευάσματα. Την έννομη κοινωνική ζωή την οργάνωσε ο ίδιος με το φιλότιμο και το αίσθημα δικαίου(αιδώς και δίκη) που έχει από τη φύση μέσα του.
Η πολιτεία προκόβει με την αλληλεγγύη, τη σωφροσύνη και τη δικαιοσύνη. Η αγάπη της δικαιοσύνης, το ιερό και το όσιο είναι συγκινήσεις του ανθρώπου ανεξάρτητες από πίστη σε θεό. Οι θεοί έγιναν διακοσμητικοί, όπως έγινε πιο συνειδητά στον Επίκουρο.
Τη θέση τους την πήρε το ανθρώπινο λογικό.
Ο άνθρωπος δεν ενεργεί από φόβο κανενός θεού αλλά από εσωτερική ανάγκη να είναι ηθικός, γιατί το φωτισμένο μυαλό του λέει ότι είναι προς συμφέρον του να ενεργεί έτσι, γιατί ξέρει ότι χωρίς εκείνα τα κοινωνικά αισθήματα, χωρίς "αιδώ και δίκη" δεν υπάρχει ούτε κράτος ούτε άτομο.
Για να αποδείξει τα παραπάνω ανατρέχει στη ζωή του παλιότερου ανθρώπου με το σύγγραμα: "Περί της εν αρχή καταστάσεως". Το έργο είχε μεγάλη απήχηση, ενώ ίχνη των ιδεών του βλέπουμε στη λογοτεχνία του καιρού, στο προοίμιο του Θουκυδίδη, στις κοσμογονικές και κοινωνικές αντιλήψεις του Δημόκριτου, στα δράματα του Ευριπίδη ιδιαίτερα εκεί που γίνεται σύγκριση ανάμεσα στα ελληνικά και βαρβαρικά ήθη.

Η σοφιστική είναι γεμάτη αισιοδοξία και πιστεύει ότι ο άνθρωπος οδεύει προς το καλύτερο. Το χρυσό αιώνα δεν τον αφήνουμε πίσω αλλά πάμε τον φτάσουμε σε αντίθεση με την ησιοδική, κοινή σ' όλες τις θρησκείες αντίληψη του χαμένου παραδείσου.
Ο σοφιστικός διαφωτισμός δεν μπορεί να περιμένει παθητικά για τη πρόοδο και την ανάπτυξη, αλλά βοηθάει και σπρώχνει συνεχώς προς εκεί. Αυτή η αντίληψη έκανε τους σοφιστές να θέλουν να πάρουν στα χέρια τους τη μόρφωση των νέων.
Ως βασική παράμετρο της μόρφωσης βλέπουν την ¨πολιτική αγωγή" καθότι ο Έλληνας των κλασικών χρόνων δεν μπορεί να νιώσει άλλη αγωγή εκτός από την προσανατολισμένη στη πόλη και το κράτος.
Διδάσκουν στους νέους τη "πολιτική αρετή", τη "πολιτική σοφία και τέχνη", δηλαδή την ικανότητα να διαχειρίζονται τις υποθέσεις της πόλης.
Τελικός σκοπός είναι η "ευβουλία" δηλαδή να δουλεύουν προς όφελος του δημόσιου και ιδιωτικού καλού, μιας και αυτά τα δύο είναι αχώριστα στην αρχαία πολιτεία.
Ένα τέτοιο παράδειγμα ανθρώπου προσπάθησε να κατασκευάσει ο Πρωταγόρας, και σαν τέτοιο είδε τον Περικλή.
Με περήφανη αυτοπεπεποίθηση προφέρει τις λέξεις: "ομολογώ τε σοφιστής είναι και παιδεύειν ανθρώπους" (Πλ., Πρωτ. 317 B). Το οποίο σημαίνει, εμένα δε με κρατούν ψευτομετριοφροσύνες, παίρνω αποφασιστικά το τιμημένο τίτλο του σοφιστή.
Η πολιτική τέχνη ως μεγάλη τιμή στην αρχαία Ελλάδα, πήρε ακόμη μεγαλύτερη αίγλη μετά από τα Μηδικά, γιατί εφοδίαζε το άτομο με μέσα για να πάρει ηγετικό μέρος στη ραγδαία ανάπτυξη των πόλεων.
Με την πρωταγορική έννοια έγραψε ο μεγάλος συμπολίτης του Δημόκριτος: "την τε πολιτικήν τέχνην μεγίστην ούσαν εκδιδάσκεσθαι και τους πόνους διώκειν, αφ' ών τα μεγάλα και λάμπρά γίνονται τοις ανθρώποις" (Πλουτ., προς Κωλ. 32 p. 1126 A, 55 B 157). Και έτσι φτάνουμε στη σημαντικότερη ίσως πτυχή της σοφιστικής, δηλαδή τη συμβολή της στη δημοκρατία.
Η ετυμηγορία των σοφιστών - της δημοκρατικής Ελλάδας ότι η ¨αρετή είναι διδακτή" σήμαινε επανάσταση για το αριστοκρατικό δόγμα, πως αυτή η αρετή είναι κληρονομική, χάρισμα θεού, που μόνο κάποιοι την έχουν στο αίμα τους. Κοιτώντας πιο προσεκτικά την ανθρωπομετρική ρήση του κορυφαίου σοφιστή, βλέπουμε να κρύβει περισσότερα απ' όσα δείχνει.
Με τη λέξη "άνθρωπος" ο Πρωταγόρας δεν προσπαθεί να εισάγει έναν υποκειμενισμό, αλλά να κατοχυρώσει τις ατομικές ελευθερίες και γενικά τα ατομικά δικαιώματα του ανθρώπου, ώστε να εξισώσει τους αδύναμους και τους ισχυρούς θεμελιώνοντας τις αρχές της ισονομίας και της ισηγορίας με βάση και κοινό παρονομαστή την κοινή φύση των ανθρώπων, και γι' αυτό ο Πρωταγόρας θεωρείται ο πρώτος θεωρητικός της δημοκρατίας - όπως μας μαρτυρά ο Δημήτρης Παπαδής. Επιπλέον, στη λέξη "μέτρο" διαγράφεται η έννοια του κριτηρίου, ενώ με τη λέξη "χρήματα" οι ιδιότητες και οι ποιότητες που αποδίδονται στα πράγματα.
Όταν λοιπόν ο Πρωταγόρας λέει ότι κριτήριο και μέτρο για όλα είναι ο άνθρωπος, εννοεί τον ιδιαίτερο τρόπο θεώρησης των πραγμάτων από κάθε άτομο, καθώς και τις ιδιότητες και τις ποιότητες που αποδίδει ο καθένας σε αυτά για την αξία τους και τη σχέση τους με τον ίδιο. Σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται κριτήριο για την ύπαρξη ή όχι πραγμάτων, αφού τα πράγματα δεν εξαρτώνται από τις ανθρώπινες κρίσεις.
Ο αντίκτυπος των Σοφιστών στην εποχή τους ήταν τεράστιος. Η νέα γενιά μέσω της σοφιστικής πιστεύει στην χωρίς όρια μόρφωση του νου.

Όπως με τη γυμναστική στις παλαίστρες ο δήμος αφαίρεσε από την αριστοκρατία το προνόμιο της πολεμικής αρετής, έτσι η νέα παιδαγωγική πάει να της αφαιρέσει την αποκλειστικότητα της πολιτικής αρετής.
Η αγωγή προβάλλει σαν ιστορική ανάγκη και χρησιμοποιεί για μέσο όλη την ως τότε παραγωγή των Ελλήνων, με προοπτική να μορφώσει όχι μόνο το παιδί (παιδεία) αλλά ολόκληρο το έθνος.
Ο Πρωταγόρας βάζοντας την πνευματική μόρφωση πάνω από την τεχνική, κάνει αισθητή την ανάγκη της εποχής γι' ανθρωπιστική μόρφωση.
Ό,τι είπαν κατόπιν ανθρωπιστική μόρφωση, γεννήθηκε στην Ελλάδα με τους Σοφιστές.
Ο ίδιος ο Πλάτων, ο αμάλαχτος πολέμιος των Σοφιστών ομολογεί: "και επί ταύτη τη σοφία ούτω σφόδρα φιλούνται, ώστε μόνον ουκ επί ταις κεφαλαίς περιφέρουσιν αυτούς οι εταίροι" δηλαδή μόνο που δεν τους σήκωναν στα κεφάλια τους οι μαθητές.
Γίνεται με μιας εύλογο λοιπόν, γιατί πολεμήσε η αριστοκρατία τόσο σκληρά τη σοφιστική.

Ήταν πραγματικοί στοχαστές, που έθιξαν προβλήματα σχετικά με την ανθρώπινη φύση και συμπεριφορά, καθώς και τις κοινωνικές αντιδικίες της εποχής τους.
Οι γνώσεις που έχουμε γι' αυτούς είναι αποσπασματικές ή ακόμα χειρότερα παραποιημένες από τους αντιπάλους τους. Ωστε κατάφεραν να παραμορφώσουν και να κάνουν αγνώριστες τις μεγάλες εκείνες φυσιογνωμίες.
Όμως μέσα στο κλίμα που γέννησε τη σοφιστική, άνθισε ο αττικός πολιτισμός του 5ου αιώνα. Η πόλη της Παλλάδας γιγάντωσε από ανθρώπους ικανούς σε όλους τους τομείς, το αθηναϊκό ναυτικό κυριάρχησε στην Μεσόγειο, χτίστηκαν οι Παρθενώνες, το αττικό δράμα έφτασε στην ωριμότητα ενός Ευριπίδη ενώ μας έμεινε η ιστορία του Θουκυδίδη, το "κτήμα ες αεί".
Κορύφωμα της πρώτης προσπάθειας του ανθρώπου να γίνει άνθρωπος.


Προστατευτείτε επειγόντως από όλες τις "τοξικές" σχέσεις

Ξέρουμε για τοξικά απόβλητα, τοξικά νερά, τοξικά φυτά, τοξικές τροφές. Για τους «τοξικούς» ανθρώπους άραγε τι γνωρίζουμε; Κι όμως, υπάρχουν και «τοξικοί» άνθρωποι, όπως χαρακτηριστικά τους ονομάζουν οι επιστήμονες. Είναι αυτοί που απομυζούν όλη μας την ενέργεια, χαλούν μονίμως τη διάθεσή μας και με την παρουσία τους και μόνο μας εξαντλούν. Είναι μάλιστα ικανοί να βλάψουν όχι μόνο την ψυχική μας ισορροπία, αλλά και την ίδια μας την υγεία. Πώς θα τους αναγνωρίσουμε και πώς θα χειριστούμε την επιρροή που ασκούν πάνω μας;

Η επιστήμη είναι κατηγορηματική:
Όταν ο περίγυρός μας (φίλοι, συνάδελφοι, συγγενείς) είναι «τοξικός», τότε δηλητηριάζει τη ζωή μας αργά και σταθερά. Έρευνα του Πανεπιστημίου του Λος Άντζελες έδειξε ότι οι «τοξικοί» φίλοι βλάπτουν σοβαρά την υγεία μας. Πιο συγκεκριμένα, όσοι συναναστρέφονταν με τέτοιου είδους ανθρώπους είχαν υψηλότερα ποσοστά φλεγμονωδών πρωτεϊνών (συγκεκριμένα, ιντερλευκίνης-6 και TNF υποδοχέα 2) στον οργανισμό τους, που έχουν ενοχοποιηθεί για την κατάθλιψη, τις καρδιοπάθειες, ακόμη και για διάφορες μορφές καρκίνου, συγκριτικά με όσους είχαν υγιείς φιλικές σχέσεις. Σύμφωνα με τους ερευνητές, το ανθρώπινο σώμα παράγει περισσότερες φλεγμονώδεις πρωτεΐνες όταν συναναστρεφόμαστε με «τοξικούς φίλους».

Πότε κινδυνεύουμε;
Όταν ένας άνθρωπος μας προκαλεί συνεχώς νεύρα, θλίψη, αίσθημα κόπωσης, νύστα, άμεση ανάγκη για κατανάλωση υδατανθράκων ή μαλακών τροφών, όποια και αν είναι η φύση της σχέσης μας μαζί του (φιλική, συγγενική, ερωτική, επαγγελματική), πρέπει να βάλουμε όρια ή, αν η περίπτωσή του δεν παίρνει γιατρειά, ακόμα και να τον απομακρύνουμε από τη ζωή μας.

Πώς θα τους αναγνωρίσουμε
Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι υπάρχουν πολλά είδη «τοξικότητας» στις ανθρώπινες σχέσεις. Ίσως υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας που ενώ λένε ότι μας αγαπούν, τελικά μας βλάπτουν. Δεν είναι απαραίτητο ότι θέλουν το κακό μας, αλλά σίγουρα δεν ενδιαφέρονται και για το καλό μας. Πώς θα τους διακρίνουμε; Τέτοιου είδους άνθρωποι:

  • Είναι πάντα αρνητικοί.
  • Συνεχώς μας κρίνουν.
  • Γκρινιάζουν ακατάπαυστα.
  • Βλέπουν πάντα την κακή πλευρά της ζωής.
  • Έχουν μόνο κάτι δυσάρεστο να μας πουν.
  • Μας ανταγωνίζονται φανατικά.
  • Τους ευχαριστεί να μεμψιμοιρούν.
  • «Τρέφονται» από τη δική μας ζωή, γιατί δεν έχουν δική τους.
  • Είναι νάρκισσοι και τους ενδιαφέρει μόνο ο εαυτός τους.

Η σχέση μας, λοιπόν, με τέτοιους ανθρώπους μάς «αρρωσταίνει» κατά κάποιον τρόπο. Εδώ, βέβαια, πρέπει να διευκρινιστεί ότι μπορεί να έχουν ένα μόνο από τα παραπάνω χαρακτηριστικά ή και περισσότερα, σε πολύ έντονο όμως βαθμό, σε σημείο δηλαδή που να επηρεάζουν τη ζωή μας, να ρουφούν κυριολεκτικά όλη μας την ενέργεια, και συχνά να μας κάνουν δυστυχείς.

WHO IS WHO
Ας τους γνωρίσουμε, όμως, από πιο κοντά, ώστε να μπορέσουμε να οργανώσουμε καλύτερα την άμυνά μας απέναντί τους:

1. Ο drama queen
Ο χαρακτήρας τους μπορεί να μας εξουθενώσει, καθώς αυτοί δεν αναφέρουν απλώς, ούτε διηγούνται τις καθημερινές τους ιστορίες, αλλά τις ερμηνεύουν. Και γι’ αυτό θέλουν κοινό να ακούει, να θαυμάζει, να μένει με το στόμα ανοιχτό και να χειροκροτεί. «Το κρυολόγημά τους κράτησε ένα μήνα και παρά τρίχα δεν τους οδήγησε στον θάνατο», «Το μεγάλο κύμα που είδαν φέτος στην παραλία ήταν τσουνάμι»: Περιγράφουν το καθετί που τους συμβαίνει με υπερβολές που και οι ίδιοι τελικά ίσως τις έχουν πιστέψει. Ζουν ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα και δίνουν τη δική τους παράσταση.

  • Πώς να προστατευτούμε Όταν δεν συναναστρεφόμαστε συχνά έναν τέτοιον άνθρωπο, μπορεί και να μας διασκεδάζει, όταν όμως πρόκειται για κάποιον πολύ δικό μας με τον οποίο βλεπόμαστε συχνά ή ακόμα χειρότερα ζούμε μαζί του, τότε αυτή η σχέση κουράζει πολύ. Δεν μπορούμε να ανήκουμε συνεχώς στο διαδραστικό κοινό που χειροκροτεί, συμπάσχει και αφήνει επιφωνήματα θαυμασμού. Βγαίνουμε, λοιπόν, όσο πιο γρήγορα γίνεται από αυτό το θέατρο του παραλόγου.

2. Ο γκρινιάρης
Η γκρίνια, ειδικά όταν προέρχεται από πολύ κοντινούς μας ανθρώπους που ζουν στο σπίτι ή στη δουλειά μας, μπορεί να στοιχειώσει τη ζωή μας. Η σχέση μας μαζί τους καταντάει μονότονη, κουραστική και σε πολλές περιπτώσεις δυσβάσταχτη. Σύμφωνα μάλιστα με πρόσφατες έρευνες, η συστηματική γκρίνια μπορεί να προκαλέσει σε όσους την υφίστανται μέχρι και αλλοιώσεις στους νευρώνες του εγκεφάλου που σχετίζονται με την επεξεργασία και την επίλυση προβλημάτων. (Διαβάστε περισσότερα για την έρευνα αυτή στη σελ. 7.)

  • Πώς να προστατευτούμε Δυστυχώς σε αυτού του είδους τις σχέσεις δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια βελτίωσης. Συχνά η γκρίνια μετατρέπεται σε συμπεριφορά ρουτίνας που μπορεί και να τη συνηθίσουμε, όχι όμως χωρίς κόστος, καθώς διαταράσσει την ψυχική μας ηρεμία. Γι’ αυτό, παίρνουμε βαθιές ανάσες και ριζικές αποφάσεις.

3. Ο νάρκισσος
Είναι πολύ δύσκολο να συνυπάρξει κανείς με νάρκισσους, καθώς έχουν μειωμένη ενσυναίσθηση. Δεν βάζουν σχεδόν ποτέ τον εαυτό τους στη θέση των άλλων, λόγω έλλειψης συναισθηματικής κατανόησης, αλλά και γιατί είναι επικεντρωμένοι στις δικές τους ανάγκες, στις οποίες δίνουν σταθερά προτεραιότητα, και πολύ συχνά αγνοούν τα όρια των άλλων. Για έναν νάρκισσο τα πάντα περιστρέφονται γύρω από εκείνον. Γι’ αυτό επιζητά άπληστα την προσοχή των άλλων και λαχταρά συνεχώς τον θαυμασμό τους.

  • Πώς να προστατευτούμε Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι προσδοκίες μας πρέπει να είναι ρεαλιστικές. Μην περιμένουμε πολλά από έναν νάρκισσο, γιατί θα απογοητευτούμε. Η σχέση αυτή είναι μονόπλευρη. Αν το πάρουμε απόφαση και δεν επενδύσουμε σε αυτήν, τότε δεν έχουμε να χάσουμε και πολλά. Αν όμως δεν μπορούμε να διαχειριστούμε την κατάσταση με αυτόν τον τρόπο, πρέπει να τον απομακρύνουμε.

4. Ο ζηλιάρης-ανταγωνιστικός
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της προσωπικότητας είναι να υποβαθμίζει τον δικό μας τρόπο ζωής και να εξυψώνει τον δικό του. Αυτοί οι χαρακτήρες μάς ανταγωνίζονται συνέχεια, στη δουλειά, στις επιτυχίες, στα χρήματα, στην προσωπική ζωή. Είναι εκείνοι που λένε πολλά και κάνουν λίγα. Είναι ιδιαίτερα επικριτικοί σε οτιδήποτε μας δίνει χαρά ή μας καταξιώνει. Υποτιμούν τα προτερήματά μας, ζηλεύουν τη σχέση μας με άλλους ανθρώπους.

  • Πώς να προστατευτούμε Αν η κατάσταση είναι ανυπόφορη, τους βγάζουμε τελείως από τη ζωή μας. Αν όμως μας συνδέουν με αυτούς δεσμοί αγάπης ή αλληλεξάρτησης, τότε πρέπει αρχικά να κατανοήσουμε ότι η ζήλια που εκδηλώνουν οι άνθρωποι αυτοί μπορεί να οφείλεται σε βαθύτερες δυσλειτουργικές δομές της προσωπικότητάς τους και γι’ αυτό ίσως χρειάζονται πιθανότατα τη βοήθεια κάποιου ειδικού.

5. Το θύμα
Μια τέτοια προσωπικότητα μπορεί στην κυριολεξία να μας εξουθενώσει. Αυτοί οι τύποι ανθρώπων από το πρωί μέχρι το βράδυ κλαίγονται, μονολογούν και μουρμουρίζουν για τα δεινά που τους συμβαίνουν. Βλέπουν το ποτήρι μισοάδειο και ποτέ μισογεμάτο. Κάθε φορά που προσπαθούμε να τους βοηθήσουμε, εκείνοι θα βρουν ένα «αλλά…». Μπροστά τους βλέπουν συνεχώς εμπόδια. Στη μνήμη τους ανακαλούν αποκλειστικά τα δυσάρεστα γεγονότα. Έχουν να μας διηγηθούν μόνο «ιστορίες δυστυχίας», με αποτέλεσμα να «μαυρίζουν» και τη δική μας ζωή. Η κάθε επαφή μαζί τους μας μεταμορφώνει σε ένα ψυχικό ράκος. Η προσωπικότητά τους είναι τόσο θλιβερή, που μας καταβάλλει. Δεν είναι μόνο ότι δεν είναι ευχάριστοι στην παρέα, αλλά αυτή η απαισιόδοξη στάση επηρεάζει και τη δική μας ζωή.

  • Πώς να προστατευτούμε Πιστεύουν ότι έχουν γεννηθεί άτυχοι και ότι το σύμπαν συνωμοτεί εναντίον τους. Έτσι είναι ο χαρακτήρας τους και γι’ αυτό δεν πρέπει να τους παίρνουμε στα σοβαρά. Τους αφήνουμε να λένε αυτό που θέλουν. Δεν πασχίζουμε να βρούμε λύσεις στα προβλήματα που μας αναφέρουν, γιατί απλούστατα δεν ψάχνουν λύσεις. Θέλουν απλώς να τα πουν, να εκτονωθούν, κι εμείς να τους ακούσουμε. Αν μάλιστα συμφωνήσουμε και μαζί τους, μπορεί να μείνουν ευχαριστημένοι. Αν δεν μπορούμε να ξεκόψουμε τελείως από αυτούς, ας αραιώσουμε τουλάχιστον τις πολλές επαφές μαζί τους.

Οδηγός επιβίωσης
Το συναίσθημα συνήθως θολώνει τη λογική και την κρίση μας και έτσι οι σχέσεις μας φτάνουν στα άκρα. Το πρώτο βήμα είναι να δούμε καθαρά αν υπάρχουν στη ζωή μας τέτοιου είδους άνθρωποι. Μόλις συνειδητοποιήσουμε ότι υπάρχουν, πρέπει να τους αντιμετωπίσουμε. Για να συμβεί αυτό όμως, είναι πολύ σημαντικό να απενοχοποιηθούμε, να μη νιώθουμε τύψεις - άλλωστε οφείλουμε να υπερασπιστούμε και τη δική μας υγεία. Δυστυχώς, σε αυτές τις περιπτώσεις τα περιθώρια επιλογής δεν είναι πολλά.

Η λύση συνήθως πρέπει να είναι ριζική: Ή τους απομονώνουμε από τη ζωή μας και γλιτώνουμε ή τους ανεχόμαστε με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται. Όταν είναι φίλοι μας, όσο δύσκολο κι αν είναι, πρέπει να οπλιστούμε με αποφασιστικότητα και να διαλύσουμε τη φιλία. Η φιλία άλλωστε είναι επιλογή μας και η επιλογή δεν είναι υποχρεωτικό να μας πληγώνει. Αν όμως είναι οι γονείς, τα αδέρφια ή ο σύντροφός μας, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Τα αγαπημένα και κοντινά μας πρόσωπα δεν μπορούμε να τα απομονώσουμε. Από την άλλη, δεν είναι δυνατόν και κάθε φορά που τα βλέπουμε να γεμίζουμε με αρνητική ενέργεια. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να τους αποδεχτούμε, αλλά να θέσουμε όρια. Να τους μιλήσουμε με ευθύτητα και να τους δώσουμε, όσο γίνεται, να καταλάβουν ότι δοκιμάζουν τα όριά μας και ότι κάποια στιγμή η υπομονή μας θα εξαντληθεί.