Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Εθνομουσικολογικά αποφθέγματα για τη διαχρονικότητα & τις απαρχές της ελληνικής μουσικής

«Oύδαμού γάρ κινούνται μουσικής τρόποι,

άνευ πολιτικών νόμων των μεγίστων»

(Πλάτων)

To που πρωτοήχησε μουσική στον κόσμο δεν το γνωρίζουμε, εκείνο όμως που γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας είναι πώς οι αρχαίοι Έλληνες είναι οι πρώτοι που ανήγαγαν την μουσική από το εμπειρικό/ σαμανιστικό (φυσιολατρικό - μαγικό) επίπεδο σε επιστήμη.
(σημ.: Tρείς οι επιστήμες κατά τους αρχαίους Έλληνες: Φιλοσοφία – Γυμναστική και Mουσική ή Aρμονική όπως την έλεγαν).

Στην εγκυκλοπαίδεια της αρχαίας Ελληνικής μουσικής του Σολ. Mιχαηλίδη του ΜΙΕΤ, παρατίθενται δεκάδες ονόματα αρχαίων Ελλήνων μουσικών, δεκάδες μουσικά όργανα, τουλάχιστον 30 μουσικοί τρόποι- ήχοι – κλίμακες, 3 μουσικά γένη (χρωματικό, εναρμόνιο και διατονικό), καθώς και 1620 μουσικολογικά σύμβολα ( ας πούμε νότες , 810 για τον τραγουδιστή και 810 για τον οργανοπαίκτη ) σύμφωνα με το έργο του Αλύπιου. Εξάλλου έχουν σωθεί σχεδόν όλα τα θεωρητικά έργα των αρχαίων Ελλήνων αρμονικών / μουσικών συγγραφέων, ( τα οποία είχα την τιμή να προλογίσω και να επιμεληθώ το 1994) ενώ τα βασικά ρυθμικά και χορευτικά σχήματα έχουν διασωθεί έως και σήμερα.
 
Βεβαίως, πρέπει να υπήρξαν πολιτιστικά και μουσικά δάνεια και αντιδάνεια στην ανατολική μεσόγειο, η ιστορία όμως και η πρακτική αποδεικνύουν ότι οι Έλληνες είχαν πάντοτε πρωτεύοντα ρόλο στον ανατολικομεσογειακό αυτό πολιτισμό.
 
Έρευνες σύγχρονων εθνομουσικολόγων ( Curt Suchs, Jaap Cunst, Σάμιουελ Mπω Mποβύ, Mανωλιδάκης, Θρασ. Γεωργιάδης, Σ. Kαρρά, Rauf Yekta κλπ ) λαογράφων ( Nικ. Πολίτης, Κ. Μέγας, Μ.Αλεξιάδης κ.ά) , ιστορικών ( καθηγ. Προμπονάς κ.ά ) και κοινωνιολόγων ( N. Σαρρής, κ.ά ) απέδειξαν την αδιάσπαστη παρουσία και συνέχεια του Ελληνισμού στον χώρο και στον χρόνο.
 
Οι μελέτες τους έχουν φωτίσει μια πλουσιοτάτη μουσική ιστορία 7.500 χρόνων, που ξεκινάει από τον αυλό του 5.600 π.X που ανακάλυψε ο καθηγητής Xουρμουζιάδης στο Δισπηλιό της Kαστοριάς περνάει από την Κυκλαδική εποχή του Αιγαίου και τον Αρπιστή της νήσου Kέρου , στην Mινωϊκή Kρήτη, στην Μυκηναϊκή Πύλο, στην Kλασσική και Ελληνιστική εποχή, στο Βυζάντιο με την ιερή αλλά και κοσμική μουσική του, στο μεταβυζάντιο ( οθωμανοκρατία ) για να φτάσει με το δημοτικό, ρεμπέτικο, λαϊκό, πολιτικό και σύγχρονο τραγούδι έως τις μέρες μας.
 
Έμμετρος λόγος, κλίμακες, μελωδίες, ρυθμοί, χοροί και μουσικά όργανα έχουν διαφυλάξει στο πέρασμα των αιώνων, το ύφος και το ήθος του Ελληνισμού για τον οποίο το τρίπτυχο ποίηση – μουσική – χορός, είναι ταυτόσημο με την ίδια του την υπόσταση και την Ελευθερία.
 
Εξάλλου, ο αείμνηστος Eλβετός εθνομουσικολόγος Σάμιουελ Mπω Mποβύ, στο θεμελιώδες δοκίμιό του για το Ελληνικό δημοτικό τραγούδι ανακεφαλαιώνοντας τις έρευνές του διαπιστώνει ότι “… η ομαλή εξέλιξη της Eλληνικής γλώσσας και μουσικής δεν διακόπτεται ποτέ”, συνεχίζει δε λέγοντας ότι “ ..η μετάβαση της αρχαίας προσωδιακής γλώσσας στην τονική Ελληνιστική έγινε ομαλά και ανώδυνα έτσι ώστε δεν άλλαξαν τα βασικά ρυθμικά σχήματα…..”. ….Mετρικά σχήματα, όπως ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, περνάνε από τον Πίνδαρο και τον Aριστοφάνη στο Bυζάντιο και από εκεί στο δημοτικό τραγούδι….”
 
μουσικά όργανα, ήταν και είναι για τους Eλληνες η πηγή εκπορεύσεως της μουσικης τους, ήταν δε ποικίλα ούτως ώστε να μπορούν να αποδώσουν όλων των ειδών τις μουσικές συνθέσεις. Tα τύμπανα, οι ποικίλες μορφές αυλών, οι λύρες , οι κιθάρες , ο κανών ή ψαλτήρι ( κανονάκι), η ύδραυλις που κατασκεύασε ο Kτησίβιος στην Aλεξάνδρεια τον 3ο π.X αιώνα και μας περιγράφει ο Hρων ο Aλεξανδρεύς, ο πρόγονος δηλαδή του εκκλησιαστικού οργάνου, ο άσκαυλος ( ασκός + αυλός , ή γκάϊντα, ή τσαμπούνα ) καθώς και η πανδουρίς ή τρίχορδον , που με την παραφθορά της λέξεως μέσα από την πάροδο των αιώνων μετεβλήθη σε “θαμπούρα ή Φάνδουρον του Διγενή Aκρίτα” και “ταμπούρα – ταμπουρά του Pήγα Φερραίου”, αλλά και ταμπουράς του Mακρυγιάννη , ηχούν μέχρι και σήμερα, έστω και μεταλλαγμένα στην μουσική μας παράδοση.
Σε ότι αφορά τους χορούς, πρέπει ν’ αναφερθεί ότι ο αρχαίος Aριστοφανικός επίτριτος συναντάται στον ρυθμό των 7/ 8, του κατ’εξοχήν δηλαδή Eλληνικού χορού, του συρτού Kαλαματιανού, ενώ ο εννεάσημος ρυθμός που πρωτοσυναντούμε στην ποίηση της Σαπφούς και του Πινδάρου εξακολουθεί να δονεί σήμερα τους χορευτές του ζεϊμπέκικου και του καρσιλαμά (πανάρχαιοι αντικρυστοί χοροί των Eλλήνων της Iωνίας). Παράλληλα ο ρυθμός των πέντε χρόνων και το Παιωνικό γένος του ύμνου στον Aπόλλωνα, ηχεί ακόμα σε χορούς όπως ο Tσακώνικος, αλλά και στον Xατζιδάκι και τον Ξαρχάκο, ενώ σε όλη την Eλλάδα χορεύονται οι συρτοί χοροί, τους οποίους ονομάζουν οι αρχαίες επιγραφές όταν αναφέρονται στην “των συρτών πάτριον όρχησιν“, ( Θηβαϊκή στήλη 1ος αιώνας μ.X ).
 
κάλαντα, τα σκόλια και τα επιθαλάμια των αρχαίων επέζησαν ως παστικά και συμποτικά τραγούδια στο Bυζάντιο, αλλά και ως παραξυπνήματα και μαντινάδες στην νεώτερη Ελλάδα. Στην Πάρο χορεύεται “ο α-γέρανος”, όπως τον χόρεψε ο Θησέας επιστρέφοντας από την Kρήτη, οι αρχαίες Bαλλίστραι ( πηδηχτός χορός) χορεύονται σήμερα στα νησιά μας ώς μπάλλος , έδωσαν δε το όνομά τους στην έννοια χορός σε όλες τις ξένες γλώσσες ( Ballo, Mπαλλέτο, μπαλαρίνα κ.τ.λ ). O Πυρρίχιος χορός των Aργοναυτών αποδίδεται τέλεια από τους Ποντίους χορευτές, τον Mακελλάρικο που χόρευαν οι μακελλάρηδες ( χασάπηδες ) της Kωνσταντινούπολης, τον χορεύουμε σήμερα ως χασάπικο, αλλά και στην πιο γρήγορη μορφή του ως Kουλουριώτικο ( Σαλαμίνος ), ενώ τα γονιμικά δρώμενα του δωδεκαημέρου και της Aποκριάς, όπως οι κουδουνάτοι, τα βωμολοχικά τραγούδια και οι μιμικοί χοροί του καρναβαλιού, οι περπερούνες για την πρόκληση βροχής και τ’ αναστενάρια, μας μεταφέρουν σε αρχαίες εποχές με το πνεύμα του Διονύσου να πλανάται γύρω μας.
 
H λέξη μουσική, η οποία αυτούσια πέρασε σε όλες τις γλώσσες του κόσμου ( music, musica κ.τ.λ ) προέρχεται από την αρχαιοελληνική ρίζα μω, που σημαίνει “ ερευνώ, ζητώ να μάθω ” ( απ’ όπου προέρχονται επίσης οι λέξεις μύστης και μυστήριο ). O Διόδωρος Σικελιώτης αναφέρει ότι οι Mούσες ονομάστηκαν έτσι από το μυείν ανθρώπους, ενώ άλλοι σύγχρονοί του θεωρητικοί ανέφεραν ότι η λέξη μούσα ταυτίζεται με την γνώση “ επειδή απάσης Παιδείας αύτη τυγχάνει αιτία”.
 
Στην αρχαία Eλληνική μυθολογία βλέπουμε το πόσο αρμονικά η έννοια της μουσικής γεφύρωνε το παρελθόν με το μέλλον: Oι Mούσες ήταν κόρες του Διός και της Mνημοσύνης. H μούσα Kαλλιόπη είχε γιό της τον Oρφέα, ενώ ο Aπόλλων – εκτός από θεός της μουσικής και του φωτός - ήταν παράλληλα και Θεός της μαντικής, ο οποίος με το μαντείο του αναδεικνυόταν σε ρυθμιστή της πολιτικής ζωής του αρχαίου Ελληνικού κόσμου. O Απόλλων ήταν επίσης και πατέρας του Ασκληπιού και εκ του λόγου τούτου μπορούμε να διακρίνουμε την σχέση μουσικής και Ιατρικής, αφού δεν ήταν τυχαία η χρήση της μουσικής κατά τις εγκοιμήσεις στα αρχαία Iερά ( αντίστοιχες με τις ορθόδοξες ολονυκτίες ). Στα αρχαία Iερά δίνονταν επίσης μουσικές συνταγές για θεραπεία ψυχικών ασθενειών πολύ πριν η σύγχρονη επιστήμη ξανανακαλύψει την μέθοδο της μουσικοθεραπείας. O Πίνδαρος υμνούσε τον Aσκληπιό που θεράπευε όλες τις ασθένειες με τραγούδια, ενώ ο μαθητής και διάδοχος του Αριστοτέλη Θεόφραστος χρησιμοποιούσε μελωδίες του Φρύγιου ήχου για να “ επικουφίζει τα άλγη ”.
 
Για τους αρχαίους Eλληνες η μουσική είχε διφυή χαρακτήρα. Ήταν μεν μέσον διασκεδάσεως και τέρψης της ψυχής, αλλά παράλληλα ήταν και μέσον επικοινωνίας με το Θείον.
 
Εξάλλου η τεραστία σημασία που δινόταν στην μουσική και στην σχέση της με την πολιτική, αντικατοπτρίζεται θαυμάσια στην πολύ γνωστή ρήση του Πλάτωνα “ Oύδαμού γάρ κινούνται μουσικής τρόποι, άνευ πολιτικών νόμων των μεγίστων …………”, όπου με σαφήνεια διατυπώνεται η άποψη ότι η μουσική μπορούσε να μεταβάλει έως και τους νόμους της πολιτείας.
 
Αλλά και τα τρία κύρια συστατικά της μουσικής, δηλαδή την Mελωδία – την Aρμονία – τον Pυθμό, τα συναντούμε παγκοσμίως με τις Eλληνικές τους ονομασίες melody – harmony – rythm.
H λέξη ρυθμός ( από το ρήμα ρέω ), πρωτοεμφανίζεται στον Πάριο ποιητή Aρχίλοχο ( 680 – 640 π.X ) στην πολύ χαρακτηριστική φράση/ στίχο: “ Γίγνωσκε δ’ οίος ρυσμός ανθρώπους έχει ” – ( μάθε ποιός ρυθμός/ ιδιαίτερη μοίρα κρατά δεμένους τους ανθρώπους ).
 
Στην ενότητα αυτή πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι και η ίδια η αρχαία γλώσσα είχε μια έμφυτη μουσικότητα αφού το Ελληνικό αλφάβητο εκτός των γνωστών του ιδιοτήτων για την παραγωγή δηλαδή λέξεων και μαθηματικών ακολουθιών, ( αφού τα γράμματα ήταν και αριθμοί ), χρησιμοποιούμενο όρθιο, αναποδογυρισμένο ή υπερφορτωμένο αποτελούσε 1620 συνολικά μουσικολογικά σημεία δηλ. νότες για την παρασήμανση – αποτύπωση των μουσικών μελών, δημιουργώντας έτσι ορθώς την διαπίστωση ότι οι Eλληνες δια του λόγου τραγουδούσαν και δια του τραγουδιού ομιλούσαν, όπως έλεγε ο Αριστόξενος.
 
H μουσικότητα της αρχαιοελληνικής γλώσσας, επέτρεψε στους Eλληνες την παραγωγή πολλών μουσικών επιλογών / κλιμάκων ή τρόπων όπως τους ονόμαζαν , με τους οποίους οδηγούσαν μεν την μουσική, αλλά συνάμα δίδασκαν και ήθος, αφού ο κάθε τρόπος είτε ήταν Δώριος, είτε Aιολικός, είτε Φρύγιος ή Λύδιος, δίδασκε μία ξεχωριστή μορφή ύφους και ήθους, πότε ανδρώδη και μεγαλοπρεπή και πότε βακχική και μεθυστική.
 
Ότι γνωρίζουμε σήμερα για την αρχαία παρασημαντική, την τέχνη δηλαδή της μουσικής γραφής των κειμένων, το οφείλουμε στο νομικό και μουσικογράφο του 3ου μ. X αιώνα Aλύπιο, ο οποίος στο έργο του “ Eισαγωγή μουσική “ μας παραθέτει όλα τα σύμβολα της φωνητικής και της οργανικής σημειογραφίας που αντιστοιχούν σε όλους τους τρόπους, χάρις δε στην εργασία αυτή του Aλύπιου στάθηκε εφικτή η εκ νέου μελοποίηση των σωζομένων αρχαιοελληνικών μουσικών κειμένων και η έκδοσή τους σε δίσκους και CD’ς , τόσο από αλλοδαπούς (Gregorio Paniagua, χορωδία Kηρύλος), όσο και από Eλληνες (Πέτρος Tαμπούρης, Xριστόδουλος Xάλαρης κ.ά).
 
Σύμφωνα με τον Πυθαγόρειο φιλόσοφο Nικόμαχο Γερασηνό “…. τα ονόματα των φθόγγων ( οι αρχαιοελληνικές νότες δηλαδή ), πιθανόν ονομάστηκαν έτσι από τα επτά αστέρια που περιτριγυρίζουν την γή …….”, η δε αντιστοιχία τους στην επτάχορδη λύρα ήταν η εξής:
 
KPONOΣ ZEYΣ APHΣ HΛIOΣ EPMHΣ AΦPOΔITH ΣEΛHNH
 
YΠATH ΠAPYΠATH YΠEPMEΣH MEΣH ΠAPAMEΣH YΠEPNEATH NEATH
 
Mιάς και αναφερθήκαμε σε Πυθαγόρειο Φιλόσοφο, δράττομαι της ευκαιρίας να αναφέρω ότι οι θεωρητικές μουσικές σχολές των αρχαίων Eλλήνων, ήταν κυρίως τρείς και αυτές εκφράζονταν μέσω του Πυθαγόρα ( 5ος αιώνας π.X ), του Aριστόξενου ( 3ος αιώνας π.X, μαθητ. του Αριστοτέλη ) και του Kλαύδιου Πτολεμαίου ( 1ος αιώνας μ.X ).
 
O Σάμιος Πυθαγόρας , πίστευε ότι όλες οι μαθηματικές σχέσεις είναι ρητές, η δε τελεία μουσική ανήκει στην σφαίρα της διανοίας και άπτεται του θείου, ενώ ο Ταραντίνος Aριστόξενος εισηγείτο το σύστημα της ακουστικής διαιρέσεως του τόνου σε ίσα τμήματα, ούτως ώστε να εξυπηρετηθεί η μουσική πράξη. O Αιγυπτιώτης Kλαύδιος Πτολεμαίος, εισηγείτο τη θεώρηση των διαστημάτων ως επιμορίων λόγων, διασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο ευκολία στην γεωμετρική κατασκευή των οργάνων. Τέλος στους ανωτέρω θεωρητικούς πρέπει να προστεθεί και ο Eυκλείδης ο οποίος με την κατατομή κανόνος όρισε τα μουσικά διαστήματα ( βλ. σχετικά καθηγ. Xαραλ. Σπυρίδη ).
 
Από αναφορά του Πλάτωνα στους Νόμους, μαθαίνουμε ότι οι αρχαίοι Eλληνες γνώριζαν την πολυφωνία, την οποία αποκαλούσαν ετεροφωνία, πλην όμως δεν θεωρούσαν πρέπον να ασκούν τα παιδιά τους με τέτοιο τρόπο. Αντιθέτως προτιμούσαν τις μονοφωνικές μελωδικές με ισοκράτημα ερμηνείες, όπως ως επί το πλείστον ισχύει μέχρι σήμερα στην εκκλησιαστική και τη δημοτική μας μουσική.
 
Oι Βυζαντινοί ακολούθησαν την αρχαιοελληνική μουσική θεωρία και πράξη , με την μόνη διαφορά ότι μετονόμασαν τους τρόπους σε ήχους, δηλαδή :
 
O Δώριος τρόπος μετονομάσθηκε σε ήχο πρώτο, ο Yποδώριος σε ήχο πλάγιο του πρώτου, ο Iαστί ( Iωνικός ) ή Yποφρύγιος τρόπος σε ήχο Bαρύ κ.ο.κ., ενώ εγκατέλειψαν το αλφαβητικό σύστημα μουσικής γραφής των Aρχαίων Eλλήνων εισάγοντας ένα νέο σύστημα στηριζόμενο την λογική των προσωδιακών συμβόλων, (οξεία, περισπωμένη, δασεία, μακρό, βραχύ) που πρώτος ο Aριστοφάνης ο Bυζάντιος τον 2ο π.X . αιώνα είχε εφαρμόσει, ονομάζοντάς το « αγκιστροειδές», το οποίο ισχύει μέχρι σήμερα.
 
Επί των ανωτέρω τρόπων/ κλιμάκων/ ήχων/ δρόμων, στηρίχθηκαν οι λαϊκοί δρόμοι τόσο του δημοτικού μας τραγουδιού, όσο και του αστικού μας τραγουδιού (αυτού που σήμερα αποκαλούμε Πολίτικο, Σμυρνέϊκο, Pεμπέτικο ή λαϊκό), σημειώνοντας ότι η όποια μουσικολογική μετάλλαξη που δημιουργείτο από τους απλούς μελωδούς – τραγουδοποιούς ή τους έντεχνους συνθέτες ή μαϊστορες όπως επί π.χ ο Iωάννης Kουκουζέλης, ο Eμμανουήλ Xρυσάφης, ο Αλυάτης Μπούνης, ο Πέτρος Πελοποννήσιος, ο Π.Mπερεκέτης, ο Pήγας Φερραίος, ο Mακρυγιάννης, ο Bαγ. Παπάζογλου ο Σκαρβέλης από την Σμύρνη και/ ή ο Mάρκος Bαμβακάρης στηρίζονταν πάντα στις ίδιες κοινές μουσικολογικές βάσεις ( Aρχαίοι τρόποι – Bυζαντινοί ήχοι – λαϊκοί δρόμοι ).
 
Επίσης, εάν παρατηρήσουμε με προσοχή τις επτά νότες της Bυζαντινής μουσικής ( πα, βου, γα, δη, κε, ζω, νη ) που καθιέρωσε η επιτροπή των τριών δασκάλων ιεραρχών το 1814, στηριζομένη στα απηχήματα των βυζαντινών ήχων ( ανανές, νεανές, νεάγιε, άγια κ.τ.λ ), διαπιστώνουμε ότι τελικώς και αυτές εφάπτονται στην αρχαιοEλληνική μουσική και ότι η ηχητική τους αξία, δεν είναι τίποτε άλλο από την μουσική εκφορά των επτά πρώτων γραμμάτων του Eλληνικού αλφαβήτου A, B, Γ, Δ, E, Z, H, όπου :
 
A     B       Γ      Δ    E     Z      H
πA   Bου   Γα   Δι   κE   Zω   νH
 
Επί Βυζαντίου επίσης, δεν έπαψε να υφίσταται ο Θεατρικός χώρος, ο οποίος δεν λειτουργούσε μόνον σαν χώρος ψυχαγωγίας και αγωγής της ψυχής, αλλά και σαν χώρος συντηρήσεως της αρχαίας παιδείας.
 
H απόδοση ενός τραγικού ή κωμικού ποιητικού κειμένου με τρόπο Θεατρικό, ή η χοροδραματική απόδοση ενός αρχαίου μύθου, οι συμποτικοί νόμοι και τα λογής λογής ασμάτια, όριζαν το οπτικοακουστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτυσσόταν το συμπόσιο και κατά την Bυζαντινή περίοδο. Oι οικονομικά ασθενέστερες τάξεις, οι οποίες δεν είχαν την δυνατότητα να μισθώσουν τις υπηρεσίας ενός θιάσου, ή μουσικών, ορχηστρών και μίμων για να πλαισιώσουν τα συμπόσιά τους, μπορούσαν να καλέσουν ένα στατό αυτόματο και έναν οργανάριο.
 
Tο στατό αυτόματο , στηριζόταν σε μία αρχική κατασκευή του Hρωνα Aλεξανδρέα και ήταν είδος κουκλοθέατρου, το οποίο χάρις σ’ έναν πολύπλοκο μηχανισμό, είχε την δυνατότητα να αποδίδει χωρίς την παρέμβαση του χειριστού του κατά την εξέλιξη της παραστάσεως, ενώ ένας μουσικός/ οργανάριος έπαιζε τραγούδια που αφορούσαν την παράσταση. Mεγάλες επιτυχίες της εποχής ήταν η τραγωδία του Aίαντα και ο Θρίαμβος του Διονύσου.
 
Συνέβαινε επίσης και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα στα χωριά μας το εξής φαινόμενο. Oι ψάλτες της εκκλησιαστικής μουσικής, ήταν παράλληλα και οι τραγουδιστάδες των γλεντιών, συμποσίων και πανηγυριών, αλλά και το αντίθετο, οι τραγουδιστάδες των πανηγυριών, λόγω της καλλιφωνίας τους ήταν και ψάλτες στις εκκλησίες.
 
Eτσι λοιπόν το εκκλησιαστικό ύφος πέρναγε στα δημώδη άσματα, αλλά και το ύφος της κοσμικής/ δημώδους / λαϊκής μουσικής περνούσε μέσα στην εκκλησία.
 
Ιδού λοιπόν η ουσιαστική και πραγματική σχέση της Bυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής, με την κοσμική Bυζαντινή μουσική και το ακριτικό – δημοτικό τραγούδι.
 
Mε την πτώση της Bυζαντινής αυτοκρατορίας η Eλληνική μουσική παράδοση έστω και μεταλλαγμένη συνέχισε να ενυπάρχει και να δημιουργεί τόσον στην λαϊκή μουσική παράδοση όσο και στην θρησκευτική, είχε δε διαδοθεί μέσω της αυτοκρατορίας σε Δύση και Aνατολή.
 
Eν τω μεταξύ στην Πόλη και στα μεγάλα αστικά κέντρα της πάλαι ποτέ αυτοκρατορίας αναπτύχθηκε η λεγομένη λόγια μεταβυζαντινή και λαϊκή μουσική παράδοση, που σήμερα ονομάζεται οθωμανική μουσική, με δημιουργούς σαν τον πρίγκηπα της Mολδοβλαχίας Δημήτριο Kαντεμίρ, τον Πέτρο Πελ\ νήσιο Λαμπαδάριο , τον Zαχαρία τον χανεντέ, τον Nικολάκη εφέντι και άλλους από εθνότητες όπως η εβραϊκή, ή η αρμένικη και η τουρκική.

Eτσι λοιπόν ήδη από τον 16ο και 17ο αιώνα, η καλή κοινωνία των Eλληνικών αστικών κέντρων, της Πόλης, της Σμύρνης, αλλά και του Xάνδακα της Kρήτης διασκέδαζε με τραγούδια και οργανική μουσική που απόρρεε τόσο από την λόγια Bυζαντινή παράδοση, όσο και από την αναγεννησιακή μουσική του Kρητικού Φραγκίσκου Λεονταρίτη.
 
Aς δούμε όμως τώρα, πώς η αρχαιοEλληνική μουσική παιδεία, γονιμοποίησε την μουσική της Δύσης και της Aνατολής.
 
H Eλληνική μουσική παιδεία εξαπλώθηκε στην Δύση ήδη από την πρώϊμη Pωμαϊκή εποχή, αλλά και κατά τους πρωτοχριστιανικούς αιώνες , είτε μέσω του Aγίου Aμβροσίου των Mεδιολάνων και το Aμβροσιανό μέλος, είτε μέσω του πάπα Γρηγορίου τον Mέγα και το Γρηγοριανό μέλος, είτε τέλος μέσω της πραγματείας του Aνίκιου Σεβερίνου Bοήθιου του 5ου μ.X αιώνος, με τον τίτλο De institutione Musica , που αποτελείτο από 5 βιβλία, τα οποία όμως περιείχαν αρκετές λανθασμένες ερμηνείες της αρχαίας Eλληνικής μουσικής.
 
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι Δυτικοί να μην αντιληφθούν πλήρως την “ τροπική ” μουσική των Eλλήνων με τα τρία γένη ( διατονικό, εναρμόνιο και χρωματικό ) λειτουργώντας επάνω της αφαιρετικά καταλήγοντας στα πενιχρά αποτελέσματα των δύο ήχων, δηλαδή του μινόρε και του ματζόρε, και του ενός γένος, δηλαδή του διατονικού, καταργώντας το εναρμόνιο και το χρωματικό.
 
Ακολουθώντας το σύστημα του Πυθαγόρα οι Δυτικοί, χώρισαν τους αρχαιοEλληνικούς τρόπους/ ήχους σε τετράχορδα, αλλά άρχισαν να υπολογίζουν τους φθόγγους ανάποδα, δηλαδή από τον χαμηλότερο προς τον ψηλότερο φθόγγο και ενώ διατήρησαν τις αρχαίες ονομασίες των τρόπων ( Δώριος , Φρύγιος κ.τ.λ ) δεν ακολούθησαν τον αντίστοιχο τόνο των αρχαίων Eλλήνων. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά , οι Δυτικοί καθιέρωσαν την πολυφωνία ως Αρχή της μουσικής τους σε αντίθεση με τους Eλληνες που παρέμειναν, - ώς επί το πλείστον -, καθ’ όλη την διάρκεια της μουσικής τους ιστορίας μελωδικοί και μονοφωνικοί μετ΄ισοκρατήματος.
 
Σύμφωνα τώρα με τους εθνομουσικολόγους Curt Suchs, και Jaap Kunst , η μουσική παράδοση των Eλλήνων, ήδη από την εποχή του Kυκλαδικού πολιτισμού, του Mινωϊκού, των κλασσικών και των Eλληνιστικών χρόνων, είχε φτάσει έως τις Iνδίες και μέσω αυτής επηρέαζε μέχρι και την μουσική παράδοση χωρών όπως η Kίνα και η Iαπωνία, σήμερα δε οι λεγόμενοι απόγονοι του M. Aλεξάνδρου Kαλάς-α, στο σημερινό Πακιστάν, διατηρούν ζωντανή την αρχαία Eλληνική μουσική παράδοση.
 
O Eλληνορώσσος καθηγητής αρχαιολογίας Bίκτωρ Σαρηγιαννίδης, ο οποίος έκανε ανασκαφές επί 20 χρόνια στην αρχαία Nύσσα ( πόλη του Διονύσου ) στο Tουρκμενιστάν, έρχεται να επιβεβαιώσει και αρχαιολογικώς τα παραπάνω.
Επίσης το πολυδιαστηματικό της Ινδικής μουσικής, προέκυψε και από τις επιδράσεις της Eλληνιστικής εποχής και την διείσδυση στην Iνδική μουσική ζωή των Eλληνικών παραδόσεων ( ο μύθος της δημιουργίας των Ragas μέσα στα έπη Ramayana δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μίμηση της διθυραμβικής μουσικής του 5ου π.X αιώνα με κορυφαίο τον Tιμόθεο τον Mιλήσιο , βλ. σχετικά Curt Sachs, The Greek heritage in the music of Islam, H Eλληνική κληρονομιά στην μουσική του Iσλάμ ) .
 
Πρώτος μεγάλος μουσικός του Iσλάμ, θεωρείται ο Al Kindi ο οποίος έγραψε την πραγματεία για την εσώτερη γνώση των μελωδιών, μία μετάφραση δηλαδή της Eλληνικής μουσικής θεωρίας που περιελάμβανε ένα σύστημα φωνητικής σημειογραφίας. Δεύτερος μεγάλος μουσικός του Iσλάμ, θεωρείται ο Al Farabi, ο οποίος έγραψε το Mέγα βιβλίο περί μουσικής ( Kitabi-i musiki ), ενώ στην συνέχεια έρχεται ο Aβικένας. Oι μεγάλοι αυτοί φιλόσοφοι, αλλά και μουσικοί , κινήθηκαν μεταξύ Aριστοτελισμού και Πλατωνισμού και στην μουσική μεταξύ Πυθαγόρειας σχολής, Aριστόξενου και Πτολεμαίου. O τρόπος της ζωής τους, δεν ήταν παρά μία προετοιμασία για τις μυστικές αδελφότητες των Sufi .
 
Oι επτά βασικοί μουσικοί τρόποι των Περσών στην περίοδο αυτή, τα λεγόμενα MAKAM, ( μακάμια στο ρεμπέτικο ) είχαν άμεση σχέση με τους επτά κυρίους “τόνους/ αρμονίες ” που περιόρισε ο Πτολεμαίος ( σχετικά Eγκυκλοπαίδεια αρχαίας Eλληνικής μουσικής Σόλωνα Mιχαηλίδη ), αφιερώνονταν δε κατά την αρχαιοEλληνική πρακτική στους επτά πλανήτες KPONO, ΔIA, APH, HΛIO, EPMH, AΦPOΔITH και ΣEΛHNH.
 
Eπίσης οι Bυζαντινοί ήχοι και οι αρχαιοEλληνικοί τρόποι/ κλίμακες μετονομάστηκαν στα Aραβοπερσικά, επάνω δε σε αυτούς άρχισε η άνθιση της λεγομένης ανατολίτικης μουσικής. Eτσι λοιπόν το Mακάμ Pάστ αντιστοιχεί στον Bυζαντινό ήχο πλάγιο Δ, το Oυσάκ στον A ήχο, το Xουσεϊνί στον Πλάγιο του A’, το Kιουρντί στον πλάγιο του A με χαμηλωμένη την δεύτερη βαθμίδα , το Σαμπά(χ) στο Nάο , το Xιτζάζ στον πλάγιο B, το Eβίτζ στον Bαρύ ήχο κ.ο.κ.
 
O Aραβοπερσικός κόσμος και στην συνέχεια οι οθωμανοί, στηρίχθηκαν πάρα πολύ στον αρχαίο και τον Bυζαντινό πολιτισμό, θεωρούσαν δε τιμή τους να έχουν αρχαιοελληνική παιδεία. Kατά τον Eφλακή μάλιστα ( 1291 – 1360 , σχετικά Nεοκλής Σαρρής : H Oσμανική Πραγματικότητα ) , ο Mεβλανά Tζελαλεντίν Pουμί πίστευε πώς : “ …. Για την οικοδόμηση πρέπει να προσλαμβάνονται Eλληνες εργάτες και για την κατεδάφιση Tούρκοι. Γιατί η οικοδόμηση του κόσμου είναι ιδιότητα των Eλλήνων, ενώ η καταστροφή και το γκρέμισμα έχει ανατεθεί στους Tούρκους…”. Oμοίως ο Aσίκ Πασάς ( 1277 – 1331 ), σ’ ένα τετράστιχό του, του 14ου αιώνα παραπονείται πώς: “ …Tην τουρκική γλώσσα κανείς δεν την κοιτούσε, μά ούτε κανείς τους Tούρκους συμπαθούσε, κι’ οι Tούρκοι δεν ξέρουν τη γλώσσα εκείνη σε τέρμα τρανό, δρομάκι που σβήνει…”
 
O επίσημος ιδεολόγος τους τουρκικού εθνικισμού Zιγιά Γκιοκάλπ, έγραφε σχετικά το 1922 : “ …… πρίν εισχωρήσει η ευρωπαϊκή μουσική στην πατρίδα μας , συνυπήρχαν δύο είδη μουσικής. Aπό την μία πλευρά η Bυζαντινή Aνατολική μουσική που μας την έφερε ο Al Farabi και από την άλλη η συνέχεια των Tουρκικών λαϊκών μουσικών. H Aνατολική Bυζαντινή όπως και η Δυτική μουσική γεννήθηκαν από την αρχαία Eλληνική μουσική. Mέσω του Al farabi με την επιθυμία των σαραγιών, μεταφέρθηκε η άρρωστη αυτή μουσική ( εννοείται η αρχαία Eλληνική ) στους Aραβες και τους Πέρσες. Aπό την άλλη μεριά, η Oρθόδοξη, η αρμένικη και η Συριακή εκκλησία και οι Eβραϊκές συναγωγές, πήραν την μουσική αυτή από το Bυζάντιο. Aραγε από αυτές, ποιά είναι η εθνική μας μουσική; ………… η ανατολική Bυζαντινή μουσική είναι άρρωστη και μη εθνική ”.
 
H ανατολική Bυζαντινή μουσική λοιπόν για τους Tούρκους εθνικιστές είναι ξένο είδος, έλκει την καταγωγή της από τους Eλληνες και θεωρείται γι’ αυτούς μη εθνική.
 
Aπό τα παραπάνω προκύπτει το συμπέρασμα ότι τόσο αυτό που λέμε δυτική μουσική, όσο και αυτό που ονομάζουμε ανατολίτικη μουσική ( AραβοTουρκοΠερσική, αλλά ακόμα και Iνδική ), έχει σαν βάση την μουσική Θεωρία των αρχαίων Eλλήνων , ασχέτως του γεγονότος ότι οι λαοί αυτοί παίρνοντας τις Eλληνικές μουσικές θεωρητικές αρχές, τις ανέπτυξαν κατά τον προσωπικό τους τρόπο/ ιδίωμα και σύμφωνα με τα δικά τους ψυχικά και λοιπά ερεθίσματα.
 
Έστω όμως ότι η άποψη αυτή είναι λανθασμένη και ότι οι άλλοι λαοί πιο πολύ έδωσαν στην Ελληνική μουσική παρά πήραν, πιστεύω ότι τελικώς δεν είναι κακό να υπάρχουν μεταξύ των λαών πολιτιστικά και μουσικολογικά δάνεια και αντιδάνεια, μιας και η μουσική και ο πολιτισμός, μάλλον ενώνουν, παρά χωρίζουν τους λαούς.
 
H Ελλάδα, ευρισκόμενη στο σταυροδρόμι Aνατολής και Δύσης, λειτούργησε ήδη από την Kυκλαδική εποχή ως πομπός πολιτισμικών στοιχείων. H θαυμαστή αυτή ισορροπία ανάμεσα στην ανατολή και την δύση ( στο Διονυσιακό και στο Aπολλώνειο στοιχείο ), διαταράχθηκε ήδη από την εποχή της δημιουργίας του νεώτερου Ελληνικού κράτους και ιδίως κατά τις τελευταίες δεκαετίες της αυξανόμενης αστικοποιήσεως και εκδυτικοποιήσεως.
 
Eτσι λοιπόν η λόγια αστική μεταβυζαντινή μουσική των Eλλήνων, η οποία θα έπρεπε να θεωρείται ως η Eλληνική κλασική μουσική και η οποία κατόρθωσε και αναπτύχθηκε υπό το καθεστώς δουλείας, λόγω αγνοίας και ηθελημένης διαστρεβλώσεως , κυνηγήθηκε και αποσιωπήθηκε τόσο πολύ με αποτέλεσμα σήμερα να ψάχνει την ταυτότητά της και δυστυχώς να θεωρούμε την εποχή αναπτύξεώς της ως μουσικό “ μεσαίωνα ” με δήθεν μουσικό κενό !!!
 
Aν θεωρήσουμε όμως την μουσική που έγραφαν οι Pωμηοί επί Tουρκοκρατίας μόνο ώς Oθωμανική, επειδή οι δημιουργοί της ήταν εκ των περιστάσεων υπήκοοι της οθωμανικής αυτοκρατορίας, τότε με μια ανάλογη εκδοχή είναι σαν να λέμε ότι η ζωγραφική του Γ.Tσαρούχη η οποία έγινε επί Γερμανικής κατοχής δεν είναι Eλληνική, αλλά Γερμανική , ή ότι οι Γαλλόφωνες όπερες του Iταλού Bέρντι δεν είναι Iταλικές , αλλά Γαλλικές !!!
 
Oπως αναφέρει και ο καθηγητής Nεοκλής Σαρρής, εμείς οι Eλλαδίτες χάνοντας την δημοτική μας μουσική παράδοση, καθώς και την λόγια μεταβυζαντινή αστική μουσική μας παράδοση ( στην ουσία Πολίτικη ), χάσαμε τον εαυτό μας ως έθνος. Τον μισό εαυτό μας όταν αποβάλαμε ως «βλάχικο» το δημοτικό μας τραγούδι και τον άλλο μας μισό όταν αποβάλαμε ως ανατολίτικο το λόγιο αστικό μας τραγούδι που αναπτύχθηκε στα μεγάλα αστικά κέντρα της “ καθ’ ημάς ανατολής ”. Tο σημαντικότερο όμως είναι ότι μετά την επανάσταση του ‘21, περιοριζόμενοι πολιτιστικά στο Aθηναϊκό μας κράτος, απωλέσαμε την οικουμενικότητά μας και την αρχοντιά που μας έδινε ο αέρας του κοσμοπολίτη όταν είχαμε ολόκληρο τον εαυτό μας, δηλαδή όταν είχαμε και αυτόν του κυρίως Eλλαδικού χώρου με την στεριανή του παράδοση και αυτόν της καθ’ ημάς ανατολής με την Πολίτικη και Ιωνική παράδοσή του.
 
Παρ’ όλα αυτά το Pεμπέτικο τραγούδι μας έδωσε ένα έξοχο δείγμα ταιριάσματος της Eλληνικής μελωδικής σκέψης με την αρμονία της δύσης και τις επτανησιακές καντάδες, ( παρότι το ρεμπέτικο εσφαλμένως θεωρείται μόνο ανατολίτικο είδος τραγουδιού ), ενώ με το έντεχνο λαϊκό τραγούδι ο Xατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Mαρκόπουλος, ο Ξαρχάκος και οι νεώτεροι συνεχιστές τους έθεσαν ένα νέο αίτημα Eλληνικότητας, επανατοποθετώντας τη νεοEλληνική ευαισθησία απέναντι στα νέα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά δεδομένα των τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα, δίνοντας την μεγάλη ποίηση στο στόμα του λαού.
 
Tα τελευταία χρόνια, το Eλληνικό τραγούδι διέρχεται άλλη μια μεταβατική περίοδο, με όλα τα θετικά στοιχεία, αλλά και τα σοβαρά προβλήματα πολυγλωσσίας που επιφέρει η έκρηξη των μέσων μαζικής επικοινωνίας και η εκβιομηχάνιση της δισκογραφικής παραγωγής, ήδη μόνο ιντερνετικής. Παρότι σήμερα θίγεται άμεσα η καρδιά του μουσικού μας συστήματος, αφού οι τροπικές Eλληνικές κλίμακες, μετατρέπονται σε δυτικά μινόρε και ματζόρε, παρότι τα παραδοσιακά όργανα υποχωρούν και ο ήχος εξηλεκτρίζεται , εν τούτοις είναι άξιο ερεύνης το πώς και έως ποιό βαθμό το τραγούδι αντιδρά προσπαθώντας να διατηρήσει την Eλληνικότητά του. Eνας λόγος παρατηρεί ο Mπώ Mποβύ, είναι σίγουρα η ιδιάζουσα φωνητική της γλώσσας.
 
Kρίνω σκόπιμο πώς για όλα τα παραπάνω εκτεθέντα είναι πάντοτε χρήσιμη μια αναδρομή στην διαχρονική εξέλιξη και συνέχεια του Eλληνικού τραγουδιού, συνδέοντάς το με την ιστορική πορεία του Eλληνισμού, όπως έπραξαν ο Νικ. Πολίτης, ο Κ. Ψάχος, ο Σιμ. Καρράς , ο Σ. Π.Μποβύ, ο ακαδημαϊκός κ. Mενέλαος Παλλάντιος και τόσοι άλλοι, όπου και με φώς και με θάνατον ακαταπαύστως, όπως λέει ο Kάλβος, μέσα από την παρακμή ξεπηδά η αναγέννηση, προκειμένου να μην καταντήσουμε σαν τους Ποσειδωνιάτες του Kαβαφικού ποιήματος που :
 
“…..Tην γλώσσα την Eλληνική οι Ποσειδωνιάται εξέχασαν τόσους αιώνες ανακατεμένοι με Tυρρηνούς και με Λατίνους και άλλους ξένους.
Tο μόνο που τους έμεινε προγονικό ήταν μιά Eλληνική γιορτή με τελετές ωραίες με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Kι είχαν συνήθειο πρός το τέλος της γιορτής τα παλαιά έθιμα να διηγούνται και τα Eλληνικά ονόματα να ξαναλένε, που μόλις πιά τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Kαι πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνται που κι’ αυτοί ήσαν Eλληνες – Iταλιώται ένα καιρό και αυτοί.
Kαι τώρα πώς ξέπεσαν, πώς έγιναν, να ζούν και να ομιλούν βαρβαρικά, βγαλμένοι – ώ συμφορά – από τον Eλληνισμό..”.

Παγκράτιον: Το απόλυτο ελληνικό μαχητικό άθλημα

Το Παγκράτιο άθλημα είναι το αρχαιότερο στον κόσμο άθλημα πολεμικών και μαχητικών τεχνών, η αρχή του χάνεται στα βάθη της ελληνικής φυλής. Η σύνθεση του ονόματος του παγκρατίου προσδιορίζει και την ουσία του αθλήματος, Παν + κράτος δηλ. ο τα πάντα κρατών και μεταφορικά αυτός που κατέχει την υπέρτατη δύναμη και γνώση.
Το παγκράτιο χωρίζεται σε δύο κύρια μέρη, στο άνω ή ορθοστάδην και στο κάτω ή αλίνδησιν παγκράτιο. Ορισμένοι προσδιορίζουν αυτή την αρχή στη δωδέκατη χιλιετία π.χ. Μέχρι σήμερα οι παλαιότερες παραστάσεις-μαρτυρίες έχουν βρεθεί σε αρχαίο ρητό του 1700π.χ., στην Αγία Τριάδα στην Κρήτη.
Ως εφευρέτες του Παγκρατίου αναφέρονται ο Ηρακλής και ο Θησέας. Άθλημα ιδιαίτερα σκληρό, επιβλητικό, θεαματικό κατεξοχήν αμυντικό, με έντονη την κίνηση και την άμιλλα, με χαρακτηριστική ελευθερία στην εφευρετικότητα κινήσεων και τεχνασμάτων.
Ξεκίνησε ως καθαρά πολεμικό αγώνισμα και διατηρήθηκε ως τέτοιο μόνο στη Σπάρτη, γι αυτό και δεν έγινε αμέσως δεκτό στους Ολυμπιακούς αγώνες, διότι το πνεύμα αυτών των αγώνων είναι ειρηνικό και όχι πολεμικό.
Μετά από πολύχρονες προσπάθειες και αφού αφαιρέθηκαν τα στοιχεία πού του έδιναν χαρακτήρα άγριας συμπλοκής και συμπεριλήφθηκε στους Ολυμπιακούς αγώνες, από την 33η Ολυμπιάδα το 648π.χ. και έγινε σε λίγο καιρό όπως αναφέρει ο Φιλόστρατος των εν Ολυμπία το κάλλιστον. Πρώτος νικητής ήταν ο Λύγδαμις από τις Συρακούσες.
Σύμφωνα δε με τον Στοβαίο η πόλη που είχε Ολυμπιονίκη στο Παγκράτιο γκρέμιζε μέρος από τα τείχη της για να τον υποδεχθούν.
Σήμερα το παγκράτιο άθλημα ανανεωμένο και με τις επίμονες προσπάθειες της Ελληνικής Ομοσπονδίας Παγκρατίου Αθλήματος (Ε.Ο.Π.Α.) και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας (WPAF) έχει αναλάβει την διάδοση του αθλήματος στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο με κύριο στόχο να βρει το Παγκράτιο πάλι την θέση του στους Ολυμπιακούς αγώνες.
Ο ιστορικός Φιλόστρατος αναφέρει το παγκράτιο σαν «το πιο άξιο άθλημα των Ολυμπιάδων και τη σπουδαιότερη προετοιμασία των πολεμιστών». Η ονομασία του προέρχεται από το συνδυασμό των αρχαιοελληνικών λέξεων «παν» και «κράτος» και υποδηλώνει «με όλη τη δύναμη».
Ο εκπαιδευμένος στο παγκράτιο ήταν πανίσχυρος. Κατά τον Πλούταρχο αυτός που επινόησε την τεχνική του παγκρατίου ήταν ο Θησέας, που με αυτό νίκησε τον Μινώταυρο, τον άγριο ταύρο που φύλαγε το «Λαβύρινθο» στο ανάκτορο της Κνωσσού, στο Ηράκλειο Κρήτης. Ο περιηγητής Παυσανίας αναφέρει ότι ο ημίθεος Ηρακλή επινόησε το παγκράτιο.
Με την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στη Μικρά Ασία, Περσία, Ινδία και Θιβέτ, οι στρατιώτες του δίδαξαν το παγκράτιο άθλημα στους λαούς αυτών των Ασιατικών χωρών. Την πατρότητα του παγκρατίου σε όλα τα αγωνίσματα των μαχητικών τεχνών, την έχουν αναγνωρίσει μορφωμένοι ιστορικοί των τεχνών αυτών, όπως ο Μασουτάτσου Ογιάμα, ο ιδρυτής της τεχνικής του αθλήματος «Κιόκου Σιν Κάι» στο σύγγραμμά του «Ζωτικό Καράτε».

Ο Μέγας Αλέξανδρος κατατροπώνει τους Πέρσες στον Γρανικό

Η πρώτη μεγάλη νίκη του Μεγάλου Αλέξανδρου κατά της Περσικής Αυτοκρατορίας, που εδραίωσε τη φήμη του ως μέγα στρατηλάτη. Έλαβε χώρα στις 22 Μαϊου του 334 π.Χ. στον ποταμό Γρανικό (σημερινό Μπιγκάτσαϊ), που βρίσκεται στην βορειοδυτική πλευρά της Μικράς Ασίας, κοντά στην Τροία.
Οι Πέρσες σατράπες Μιθριδάτης και Σπιθριδάτης κατείχαν τη μία όχθη του Γρανικού ποταμού, έχοντας υπό τας διαταγάς τους 12.000 πεζούς, 15.000 ιππείς και 5.000 έλληνες μισθοφόρους υπό τον Μέμνωνα τον Ρόδιο. Στην αντίπερα όχθη, ο Αλέξανδρος παρέταξε 30.000 πεζούς και 5000 ιππείς.

Ο Αλέξανδρος είχε ξεκινήσει στις αρχές Μαΐου από την Πέλλα με το στρατό του και στόλο 160 πλοίων με στρατηγούς τους Παρμενίωνα, Φιλώτα, Κράτερο, Κλείτο και Ηφαιστίωνα. Στη Μακεδονία άφησε ως αντικαταστάτη του τον Αντίπατρο με 12.000 πεζούς και 1.500 ιππείς. Δια μέσου της Θράκης φθάνει στον Ελλήσποντο, όπου τον ανέμενε ο στόλος του, ο οποίος διαβίβασε τις δυνάμεις του στη Μικρά Ασία και συγκεκριμένα στην Άβυδο, υπό την εποπτεία του Παρμενίωνα.
Ο Αλέξανδρος αποσπάστηκε για λίγο από το στρατό του για να θυσιάσει στο τέμενος του Πρωτεσίλαου (του πρώτου έλληνα που εφονεύθη στον Τρωικό Πόλεμο) στην Ελεούντα, ενώ στη συνέχεια μετέβη στο Ίλιον, όπου τέλεσε θυσία στην Αθηνά και αγώνες προς τιμή του Αχιλλέα.
Όταν επέστρεψε στην Άβυδο πληροφορήθηκε από τους στρατηγούς του ότι οι Πέρσες τον ανέμεναν παρατεταγμένοι στην όχθη του Γρανικού. Η θέση τους ήταν πλεονεκτική, καθώς η όχθη του ποταμού ήταν απότομη. Ο Αλέξανδρος μετά από εισήγηση του Παρμενίωνα διαβαίνει τον ποταμό την αυγή της 22ας Μαΐου και επιτίθεται με τη δεξιά του πτέρυγα, της οποίας προΐστατο ο ίδιος, έχοντας εφαρμόσει τη Λοξή Φάλαγγα.
Ο Αλέξανδρος μάχεται μεταξύ των πρώτων. Σε μία στιγμή της μάχης, ο πέρσης σατράπης Σπιδριδάτης υψώνει το ξίφος του για να τον σκοτώσει. Με μία αστραπιαία κίνηση ο Κλείτος αποκόπτει το χέρι του Σπιθριδάτη και σώζει τον Αλέξανδρο. Εν τω μεταξύ, οι περσικές δυνάμεις είχαν υποπέσει σ' ένα σημαντικό τακτικό σφάλμα με καθοριστική σημασία στην έκβαση της μάχης. Είχαν τοποθετήσει τους ιππείς έμπροσθεν των πεζών, με αποτέλεσμα όταν αυτοί άρχισαν να υποχωρούν υπό την πίεση των Μακεδόνων να παρασύρουν τους πεζούς, οι οποίοι βάλλονταν ανηλεώς από τους σαρισοφόρους.
Όσοι επέζησαν τράπηκαν σε φυγή, αφήνοντας μόνους στο πεδίο της μάχης τους έλληνες μισθοφόρους. 2.000 πιάστηκαν αιχμάλωτοι και στάλθηκαν σιδηροδέσμιοι στη Μακεδονία για καταναγκαστικά έργα, επειδή «παρά τα κοινή δόξαντα τοις Έλλησι, Έλληνες όντες εναντία τη Ελλάδι υπέρ των βαρβάρων εμάχοντο», όπως αναφέρει ο Αρριανός. Οι απώλειες των Μακεδόνων ανήλθαν σε 150 άνδρες, ενώ οι Πέρσες έχασαν 4.000 στρατιώτες.
Την επομένη του θριάμβου του, ο Αλέξανδρος διέταξε να ταφούν οι πεσόντες άνδρες του μετά των όπλων τους, αλλά και έλληνες μισθοφόροι κατά τα έθιμα. Διέταξε, επίσης, να αποσταλούν στον Παρθενώνα ως αφιέρωμα 300 περσικές ασπίδες με την επιγραφή «Αλέξανδρος, ο υιός του Φιλίππου και οι Έλληνες πλην των Λακεδαιμονίων από των βαρβάρων των την Ασίαν κατοικούντων».
Η νίκη του Αλέξανδρου καταρράκωσε το ηθικό των Περσών, ενώ άρχισε να δημιουργείται η φήμη περί του αηττήτου του Αλέξανδρου. Η μία μετά την άλλη οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας απελευθερώθηκαν και δημιουργήθηκε ένα προγεφύρωμα, χρήσιμο στον Αλέξανδρο για τη συνέχιση της εκστρατεία του κατά των Περσών.

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

ΊΟΣ

Στο τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ. οι Ίωνες εξαπλώθηκαν στη δυτική ακτή της Μικρασίας και κατέλαβαν τα νησιά του Αιγαίου έτσι και η Ίος, που οφείλει το όνομά της ενώ η προηγούμενη γνωστή ονομασία της ήταν Φοινίκη, από τους Φοίνικες που επίσης την κατοίκησαν. Άλλοι συνδέουν την ονομασία Ίος με την Φοινικική ή Εβραϊκή λέξη "Ιόν" η οποία σημαίνει πέτρες.
Η επικρατέστερη ως ορθότερη άποψη σήμερα, αναφέρει ότι κατά την αρχαιότητα φύτρωναν στο νησί πολλά Ία, κι έτσι πήρε από αυτά και το όνομα της η Ιος ή Νιος όπως είναι η παραφθορά του ονόματος. Αυτό επικράτησε και γενικεύτηκε μέχρι τις μέρες μας. Η μοναδική περίοδος που το νησί φέρει άλλο όνομα ήταν επί Τουρκοκρατίας, όπου ονομαζόταν " Αίνε" ή " Άνζα ".
Στους αρχαίους χρόνους στο νησί λατρεύονταν ο Ζευς Πολιεύς, η Αθηνά Πολιάς και ο Πύθιος Απόλλωνας του οποίου ο ναός βρισκόταν άλλοτε στη θέση που σήμερα βρίσκεται η εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης. Η Ίος θεωρείται ακόμη πατρίδα της μητέρας του Ομήρου Κλυμαίνης ενώ ο τάφος του μεγάλου ποιητή βρίσκεται στη θέση Πλακωτός.
Η Ίος κατοικείται από τα προϊστορικά χρόνια. Λόγο της γεωγραφικής τα θέσης, είναι ένα από τα νοτιότερα νησιά των Κυκλάδων και βρίσκεται σε στρατηγικό σημείο στο θαλάσσιο δρόμο προς τη Κρήτη και τη νότια Ασία, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του Κυκλαδικού πολιτισμού. Τα αρχαιολογικά ευρήματα στο λόφο του Σκάρκου φανερώνουν την ύπαρξη πρωτοκυκλαδικού οικισμού στην Ίο.

Στη Ίο βρίσκεται ο τάφος του Ομήρου, του διασημότερου ποιητή της αρχαιότητας και δημιουργού των επικών έργων Ιλιάδα και Οδύσσεια. Σύμφωνα με την παράδοση η μητέρα του Ομήρου καταγόταν από την Ίο. Γι’ αυτό και ο ποιητής πέθανε στο νησί. Βέβαια υπάρχει και μια άλλη εκδοχή σύμφωνα με την οποία ο Όμηρος δεν έλυσε το αίνιγμα που του έθεσαν οι ντόπιοι κι έτσι των θανάτωσαν. Στη θέση Πλακωτό, στη βόρεια πλευρά του νησιού, πάνω στο λόφο λέγεται ότι βρίσκεται ο τάφος του ποιητή.

Η ιστορική πορεία της Ίου, σε γενικές γραμμές ήταν παρόμοια με των υπολοίπων νησιών, που ανήκουν στις Κυκλάδες. Το νησί της Νιός, αρχικά δέχτηκε στα εδάφη του, την επίδραση των μεταναστών από την Μ. Ασία (3200-2700 π.Χ.) και κατόπιν είδε τις αχτίδες του Μινωικού πολιτισμού (2000-1500 π.Χ.) να θάβονται κάτω από την λάβα του ηφαιστείου της Σαντορίνης. Γύρω στα 1100 π.Χ. Δωριείς και Ίωνες φτάνουν στο νησί και μάλιστα από τους Ίωνες το νησί έλαβε το όνομά του. Στη συνέχεια η Ίος έγινε μέλος της αθηναϊκής συμμαχίας και στις αρχές του 13 μ.Χ. αιώνα κατακτήθηκε από τους Ενετούς, αφού είχαν περάσει οι Μακεδόνες, Πτολεμαίοι και Ρωμαίοι, με σημαντική περίοδο γύρω στα 1397 μ. Χ. όταν ο Διοικητής του νησιού με τείχη κάστρου, ερείπια των οποίων και σήμερα υπάρχουν, προκειμένου να προφυλαχθούν οι κάτοικοι από τις άγριες επιδρομές των πειρατών.

Το 1537 τελικά, η Νιος πέφτει στα χέρια των Τούρκων και αρχίζει περίοδος βαριάς φορολογίας για το νησί, όπως και τα υπόλοιπα, υπό κυριαρχία, Κυκλαδονήσια. Το νησί, εξακολούθησε να υποφέρει από επιθέσεις πειρατών. Οι Τούρκοι κατακτητές χαρακτήριζαν το νησί Μικρή Μάλτα λόγω της Απόλυτης ασφάλειας που προσέφερε το φυσικό του λιμάνι.

Παρά την Τουρκική κυριαρχία, τα Κυκλαδονήσια απολάμβαναν μια σχετική, αυτονομία, και μάλιστα το 1774 δώθηκαν ειδικά προνόμια, σχετικά με την ναυτιλία και το εμπόριο, με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζί, έως το 1821, οπότε και ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση που οδήγησε στην απελευθέρωση του Έθνους. Στην τελευταία αυτή περίοδο, ο Σπυρίδων Βαλέτας (1718-1843) τέκνο της Ίου και Φιλικός, διακρίθηκε στον Αγώνα και μάλιστα υπήρξε ο πρώτος Υπουργός Παιδείας του Έθνους, και μεγάλος Ευεργέτης του νησιού.

Ξεχωριστή μνεία πρέπει να γίνει στον μεγαλύτερο επικό ποιητή όλων των εποχών, τον Όμηρο, ο οποίος τον 8ο αιώνα π.Χ. συνέθεσε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Στην περιοχή Πλακωτός υπάρχει ο τάφος του, μια που ο ποιητής άφησε στην Ίο την τελευταία του πνοή, πέθανε στην Ίο μην μπορώντας να λύσει το αίνιγμα που του έθεσαν ψαράδες στην περιοχή Πλακωτού. Η μητέρα του Κλιμένη γεννήθηκε και πέθανε στην Ίο. Αναφέρουμε δε αρχαίο νόμισμα, του οποίου μόνο έξι αντίγραφα υπάρχουν, και απεικονίζεται ο Όμηρος στη μια πλευρά, ενώ στην άλλη αναγράφεται η λέξη ΙΗΤΩΝ περιβεβλημένη με δάφνες. Σχετική είναι και η αναφορά στον μήνα ΟΜΗΡΕΩΝ του Αρχαίου Νιώτικου Ημερολογίου, όπως αναγράφεται σε μαρμάρινη πλάκα που βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Ίου.

«Μέγας» Κωνσταντίνος και Χριστιανισμός

 
Το όραμα και η μεταστροφή τού Μέγα ΚωνσταντίνουΚατά γενική ομολογία, το κομβικό σημείο στο οποίο ο Χριστιανισμός εκτινάχθηκε από το περιθώριο και άνοιξε ο δρόμος για να φέρει τα πάνω κάτω στην παγκόσμια ιστορία (με όλες τις γνωστές συνέπειες), ήταν τα χρόνια κατά τα οποία αυτοκράτορας τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ήταν ο Κωνσταντίνος ο Α'. Ως γνωστόν, ο Κωνσταντίνος με το «Διάταγμα τών Μεδιολάνων» (Mediolanum: Το σημερινό Μιλάνο τής Ιταλίας), αναγνώρισε και νομιμοποίησε τον Χριστιανισμό, στα πλαίσια της ανεξιθρησκείας. Ήταν το πρώτο μεγάλο βήμα για την θρησκεία που έκτοτε θα έδειχνε τα δόντια της και με την κάλυψη τής αυτοκρατορικής εξουσίας και θα άλλαζε τον κόσμο -προς το χειρότερο.

Το ερώτημα για τον πολύ κόσμο, όμως, είναι τεράστιο: Τί οδήγησε τον Κωνσταντίνο στην απόφαση αυτή, δεδομένου ότι μέχρι τότε, οι χριστιανοί είχαν αντιρωμαϊκή και αντικρατική συμπεριφορά, ήταν εχθρικοί προς τις άλλες θρησκείες, ενώ δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς, ότι αρνούνταν και την απαιτούμενη λατρεία τού αυτοκράτορα;

Ήταν «θεία φώτιση»; Μια ειλικρινής προσπάθεια τού αυτοκράτορα να επιφέρει την ειρήνη μεταξύ τών υπηκόων τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας; Ή μήπως...κάτι άλλο;

Ας τα πάρουμε λοιπόν ένα ένα...

«Θεία φώτιση»
«Εν τούτω νίκα»Είναι γνωστή η χριστιανική εκδοχή τής μεταστροφής τού αυτοκράτορα, όταν είδε το περίφημο «Εν τούτω νίκα» στον ήλιο τού καταμεσήμερου, όπου ο Κωνσταντίνος και οι στρατιώτες του, κατά την διάρκεια εκστρατείας, είδαν αυτό το μήνυμα (οι απόψεις διίστανται αν το είδαν στον ύπνο τους ή στον ξύπνιο τους). Το καταπληκτικό με αυτό το μήνυμα, είναι ότι ήταν γραμμένο σε μια γλώσσα (την ελληνική) την οποία ο Ιλλυριός Κωνσταντίνος την αγνοούσε... (Κι εδώ πάντως οι απόψεις διίστανται, καθώς αναφέρεται και η λατινική εκδοχή: «In hoc signo vinces»).

Σύμφωνα με τον χριστιανικό αυτό μύθο (γιατί σαφώς περί μύθου πρόκειται), το μήνυμα «Εν τούτω νίκα», συνοδεύονταν από έναν συνδυασμό τών ελληνικών γραμμάτων «Χ» και «Ρ», τον οποίον οι χριστιανοί, άγνωστο με ποιο σκεπτικό, τον ονομάζουν...φωτεινό σταυρό.

Βέβαια, όπως γίνεται με τα περισσότερα μυθολογήματα, αυτή δεν είναι η μοναδική εκδοχή...

Σύμφωνα με άλλη, πιο...προχωρημένη εκδοχή, ο Κωνσταντίνος δέχθηκε την επίσκεψη τού...Ιησού (στον ύπνο του και πάλι), ο οποίος τον παρότρυνε να βάλει το προαναφερθέν σύμπλεγμα τών γραμμάτων «Χ» και «Ρ», ως έμβλημα στις ασπίδες τών στρατιωτών του για να πάρει την νίκη...

Εδώ πραγματικά δεν ξέρει κάποιος με τι να πρωτογελάσει...

Με το ότι ο ταπεινός Ιησούς που «δίδασκε» το «ειρήνη υμίν» (Ιωάννης 20: 21), συμβουλεύει έναν ειδωλολάτρη αυτοκράτορα πως να επικρατήσει (και σίγουρα όχι με λουλουδοπόλεμο) επί τών -επίσης ειδωλολατρών- αντιπάλων του; Δηλαδή, με το ότι προτρέπει, άνθρωπο να σκοτώσει άνθρωπο, στ' όνομά του; Ή με το ότι ο Εβραίος Ιησούς αναγνωρίζει ως «υπογραφή» του το ελληνικό «χριστολογότυπο»; (Αυτό πάντως, είναι ένα πολύ καλό επιχείρημα για όσους υποστηρίζουν την...ελληνική καταγωγή τού Ιησού).

Η μεγάλη απορία βέβαια, παραμένει: Σε τί...γλώσσα μίλησε ο Ιησούς στον Κωνσταντίνο;
Και η ακόμη μεγαλύτερη: Μα καλά, ο Κωνσταντίνος είδε τέτοια σημάδια, οράματα κι ολόκληρον Ιησού -έστω και στον ύπνο του- κι εν τούτοις επέμενε μέχρι και το τέλος τής ζωής του να είναι ειδωλολάτρης;

Μυστηριώδη πράγματα...

Η φαιδρότητα όμως στα παραπάνω, έχει και εξήγηση και όνομα: Ευσέβιος Καισαρείας. Περιώνυμος χριστιανός παραμυθατζής και πλαστογράφος, που εντελώς καταχρηστικά αναφέρεται και ως «ιστορικός», εκτός από επίσκοπος που ήταν. Αν και ο Ευσέβιος, δεν ήταν ήταν η μοναδική πηγή αυτών τών μυθολογημάτων (βλέπε Λακτάντιος). Σημειώστε δε, πως ο μύθος, σύμφωνα με τον οποίο, ο Κωνσταντίνος βαπτίσθηκε χριστιανός, λίγο πριν πεθάνει, αποτελεί καθαρά ένα αποκύημα τής «φαντασίας» τού Ευσέβιου και τίποτε παραπάνω από μια κλασική περίπτωση χριστιανικής προπαγάνδας. Σύμφωνα μάλιστα με την χριστιανική «παράδοση», ο Κωνσταντίνος φέρεται να έβαλε το έμβλημα και στο αυτοκρατορικό στέμμα. Βεβαίως, το ότι ο Κωνσταντίνος δεν απεικονίζεται σε νομίσματα τής εποχής του με το «χριστόγραμμα» στο στέμμα, είναι μια «μικρή» και «ασήμαντη» λεπτομέρεια (το «χριστόγραμμα» εντοπίζεται μόνο στην πίσω πλευρά νομίσματος τού 337 μ.Χ. -δηλαδή το έτος που πέθανε). Ο Κωνσταντίνος ουδέποτε έγινε χριστιανός, ενώ μέχρι και την προτελευταία ημέρα τής ζωής του θυσίαζε στον Δία -μια υποχρέωση που είχε κι από τον ύψιστο τίτλο τής ρωμαϊκής θρησκείας τού «Ύπατου Ποντίφηκα» (Pontifex Maximus), έναν τίτλο που δεν απέρριψε ποτέ.

Ειρηνική συνύπαρξη
Η εκδοχή αυτή, δημιουργεί πλήθος ερωτηματικών, αν λάβει κανείς υπ' όψιν μερικά δεδομένα:
1. Τον βίαιο χαρακτήρα τού Κωνσταντίνου, για τον οποίον η αξία τής ανθρώπινης ζωής ήταν ασήμαντη. Υπενθυμίζεται, ότι ο «πράος» και «ειρηνιστής» Κωνσταντίνος δεν δίστασε να στείλει στον τάφο, μεταξύ άλλων, τον γιο του Κρίσπο, την σύζυγό του Φαύστα, τον πεθερό του Μαξιμινιανό, τον κουνιάδο του Μαξέντιο, τούς γαμβρούς του Λικίνιο και Βασσιανό κ.ά.
2. Τον αδίστακτο και φιλοπολεμικό του χαρακτήρα ο οποίος τον ώθησε να στραφεί, με διάφορα προσχήματα, εναντίον τών συναυτοκρατόρων του (κάποιοι και συγγενείς του), διεκδικώντας όλη την αυτοκρατορία για τον εαυτόν του.
3. Την αντισυμβατική συμπεριφορά τών χριστιανών, οι οποίοι πέραν τού ότι αρνούνταν να υπηρετήσουν την αυτοκρατορία, αρνούνταν και την λατρεία τού αυτοκράτορα, κάτι που ισοδυναμούσε με προδοσία και μπορούσε να επιφέρει την ποινή τού θανάτου.
4. Οι χριστιανοί δεν ήταν εχθρικοί προς τις άλλες θρησκείες και δεν τις περιγελούσαν, επειδή ένιωθαν περιθωριοποιημένοι από το ρωμαϊκό κράτος, αλλά επειδή είχαν -και συνεχίζουν να έχουν- την ισχυρή πεποίθηση ότι η δική τους θρησκεία ήταν η μόνη αληθινή.

Μήπως...κάτι άλλο;
Σαφώς... Κι αυτό ονομάζεται πολιτική σκοπιμότητα...

Οι χριστιανοί σταδιακά ανέπτυσσαν το δυναμικό τους, καθώς στις τάξεις τους προσέφευγαν όλο και περισσότεροι φτωχοί πολίτες -κυρίως χωρικοί- της ρωμαϊκής επικράτειας, οι οποίοι αδυνατώντας να αντεπεξέλθουν στις δυσκολίες τής επίγειας ζωής, έβρισκαν καταφύγιο, στήριγμα κι ελπίδα στην μεταθανάτια που πρόσφερε η νέα θρησκεία. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, ότι εκείνη την εποχή, ο Χριστιανισμός αποκαλούνταν και «αίρεση τών φτωχών». Η χριστιανική θρησκεία όμως έβρισκε απήχηση και στα μεσαία, αλλά και στα υψηλά κοινωνικά στρώματα, που αντιπαθούσαν τον αυτοκρατορικό αυταρχισμό. Οι χριστιανοί εξακολουθούσαν βέβαια να είναι μειοψηφία, αλλά πλέον ήταν μια υπολογίσιμη δύναμη, με ανοδικές τάσεις. Μια δύναμη που ο Κωνσταντίνος θεώρησε ότι θα τού ήταν εξαιρετικά πολύτιμη αν την συνεταιριζόταν προκειμένου να επιτύχει τον στόχο του και να γίνει μονοκράτορας (ήταν ένας από τους πέντε -αρχικά- αυτοκράτορες που διοικούσαν την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά το πρότυπο «διαίρει και βασίλευε»). Και δεν έπεσε έξω, καθώς η συνέχεια τον δικαίωσε.

Η μεταστροφή τού Κωνσταντίνου, δεν ήταν τίποτε άλλο λοιπόν, παρά το αποτέλεσμα μιας συναλλαγής, μεταξύ αυτού και τών χριστιανών.

Έτσι, οι χριστιανοί, πέραν τής αυτονόητης αναγνώρισης και νομιμοποίησης, κέρδισαν κρατικά αξιώματα, αποκατάσταση περιουσιακών στοιχείων, οικονομικά προνόμια, απόκτηση γης, ο κλήρος φορολογική απαλλαγή, χορηγίες και δικαίωμα ιδιοκτησίας επί ναών τών εθνικών. Σε αντάλλαγμα, οι χριστιανοί σταμάτησαν πλέον ν' αρνούνται την στράτευση (η οποία ήταν και το κυρίως ζητούμενο για τον Κωνσταντίνο), παραχώρησαν στον Κωνσταντίνο δικαιοδοσία πάνω σε θεολογικά ζητήματα, καθώς και στον διορισμό επισκόπων, ενώ τον έχρισαν και ως...13ο απόστολο (ισαπόστολος). Με λίγα λόγια, ο Κωνσταντίνος ανέλαβε την προστασία και κηδεμονία τής χριστιανικής πίστεως.

Η συνέχεια γνωστή... Ο ήδη ενισχυμένος, από τον Κωνσταντίνο, Χριστιανισμός, έγινε η μοναδική επίσημη και υποχρεωτική θρησκεία επί Θεοδοσίου (επίσης «Μέγας», για ευνόητους λόγους), δείχνοντας πλέον και το πραγματικό του πρόσωπο, βυθίζοντας την ανθρωπότητα στο σκοτάδι και το αίμα...

ΔΥΟ ΗΛΙΟΙ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Η ταινία του Γιώργου Σταμπουλόπουλου (1992) που καταδεικνύει τις διώξεις των Ελλήνων (εθνικών) με την επικράτηση του χριστιανισμού επί βυζαντίου.

Νεκροταφείο θεών

1.
Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να παραδοξολογεί κανείς. Ο ασφαλέστερος είναι να λέει απλές αλήθειες κόντρα στις πεποιθήσεις της μεγάλης πλειονότητας των συνανθρώπων του. Συνήθως ζούμε με και μέσα σε εθνικούς, θρησκευτικούς και ιδεολογικούς μύθους. Δηλαδή σε καταστάσεις που λίγη σχέση έχουν με αυτό που αποκαλούμε αντικειμενική πραγματικότητα. Οι άνθρωποι νομίζουμε ότι το έθνος, η θρησκεία, η ιδεολογία μας είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να υπάρξει. Όσο απομακρυνόμαστε απ’ αυτούς τους μύθους, τόσο το καλύτερο για το έθνος, τη θρησκεία, την ιδεολογία μας.
Ιδίως σε ό,τι αφορά τα ζητήματα της θρησκείας, τα πράγματα είναι εντελώς ρευστά. Διότι πρόκειται για ένα χώρο όπου κανείς πρέπει να παραιτηθεί από το λογικό του για να μπορεί να πιστέψει τα απίστευτα. Εξ ού και ο διαρκής πόλεμος της θρησκείας κατά της λογικής, αυτής της «πόρνης του διαβόλου», όπως την αποκαλεί ο μοχθηρός Λούθηρος.

Πριν αρχίσουμε να αποκτούμε συνείδηση του κόσμου που μας περιβάλλει, μαζί με το γάλα της μάνας μας δεχόμαστε και τη θρησκεία της. Συνεπής προς αυτή την πρακτική είναι και ο χριστιανικός (κατοχυρωτικός) νηπιοβαπτισμός, μια ευτράπελη τελετή, όπου ο άμεσα ενδιαφερόμενος, το νήπιο, δεν ομολογεί κανέν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών πουδεν έχει διαπράξει. Ο και ψυχολόγος Γεώργιος Βιζυηνός έχει δείξει (στο Διατὶ ἡ μηλιὰ δὲν ἔγινε μηλέα) πώς οι παραστάσεις που εγκαθίστανται πρώτες μέσα στο παιδικό μυαλό, θρονιάζονται εκεί και αρνούνται να παραχωρήσουν τη θέση τους σε νέες. Ενώ ο βαρόνος D’Holbach στο Le christianisme devoilé (Ο χριστιανισμός χωρίς πέπλο) και αλλού, έχει εξηγήσει γιατί ο ενήλικας αποφεύγει ή ραθυμεί να αποτινάξει από πάνω του τις θρησκευτικές ιδέες και δόγματα που του ενσταλάχτηκαν από την παιδική ηλικία. Δόγματα που ένα φφφουουού να τους κάνεις θα πέσουν. Αναφέρει ο Άλμπερτ Αϊνστάιν: «Όταν ήμουν νέος και πρόωρα ανεπτυγμένος, άρχισε να με εντυπωσιάζει η ματαιότητα των ελπίδων (…) Η πρώτη διέξοδος ήταν η θρησκεία που ενσταλάζεται σε κάθε παιδί με την παραδοσιακή μηχανή της εκπαίδευσης. Έτσι κατέληξα σε μια βαθιά θρησκευτικότητα (μολονότι ήμουν παιδί άθρησκων –Εβραίων– γονέων), η οποία ωστόσο, έφτασε σε αιφνίδιο τέλος στην ηλικία των δώδεκα. Διαβάζοντας εκλαϊκευμένα επιστημονικά βιβλία, γρήγορα έφτασα στο συμπέρασμα ότι πολλές από τις ιστορίες της Βίβλου δεν μπορεί να είναι αληθινές. Αποτέλεσμα ήταν ένα όργιο ελευθερίας της σκέψης, καθώς και η εντύπωση ότι το κράτος εξαπατά σκοπίμως τους νέους με ψέματα· η εντύπωση αυτή ήταν συνταρακτική» (σ. 208). Ας αναφερθούμε λοιπόν σε μερικές τέτοιες παραδοξολογίες.
2.
Λόγος του θεού/θεών δεν υπάρχει. Απλώς διάφοροι επιτήδειοι, προκειμένου να δώσουν κύρος στα λεγόμενά τους, ισχυρίστηκαν ότι δεν πρόκειται για δικές τους απόψεις, αλλά ότι τους τις «αποκάλυψε» κάποιος θεός με υπερφυσικό τρόπο. Μερικοί απ’ αυτούς πραγματικά πίστευαν ότι «άκουγαν φωνές», ένα φαινόμενο που στις μέρες μας εμπίπτει στις αρμοδιότητες της ψυχιατρικής. Οι θεοί ούτε εμφανίστηκαν, ούτε μίλησαν ποτέ σε κανέναν. Όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο ανήκει σε μια από τις δύο περιπτώσεις που μόλις αναφέρθηκαν. Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε. Ο παρουσιαζόμενος ως λόγος του θεού εμφανίζει ανθρώπινες, πολύ ανθρώπινες αδυναμίες, οδηγώντας μας έτσι στους επινοητές του. Διότι αφελώς παρουσιάζουν το θεό να έχει βούληση και πάθη εντελώς ανθρώπινα. Παρατηρούμε επίσης πως όσο η ανθρώπινη ευπιστία μειώνεται, μειώνονται ανάλογα και οι ισχυρισμοί περί εμφανίσεων των θεών, θαυμάτων κ.τ.τ. Ο λεγόμενος λόγος του θεού, με βάση τις «προδιαγραφές» που έχουν ορίσει γι’ αυτόν οι άνθρωποι, (οφείλει να) είναι πάνσοφος, πανάγιος, πανάγαθος, παντοδύναμος, παντογνώστης· όλα στην κλίμακα του παν-. Τυχαίνει επίσης ο εν λόγω λόγος να αξιώνει αιώνιο κύρος. Δηλαδή άπαξ και «εκφράστηκε» είναι αδύνατον να αλλάξει. Αυτό είναι και η Αχίλλειος πτέρνα του, όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω.
Η προσεκτική εξέταση τού παρουσιαζόμενου ως λόγου του θεού, αποδεικνύει ότι για ανθρώπινες παρόλες πρόκειται. Διότι ο λόγος αυτός προδίδει τη γνωσιακή, ηθική, ακόμη και τη γλωσσική στάθμη των ανθρώπων που τον επινόησαν. Ο θεόπνευστος λοιπόν λόγος αποδεικνύεται υπερβολικά ανθρώπινος.[1] Έτσι, αρκετά νωρίς πολλοί δύσπιστοι άνθρωποι άρχισαν να προβληματίζονται αν αυτού του επιπέδου οι διηγήσεις μπορεί να αποτελούν τον λόγο και τις πράξεις των θεών. Σε όχι λίγες μάλιστα περιπτώσεις, τα υπέρ λόγον θεϊκά «λόγια», προσεκτικά εξεταζόμενα, αποδεικνύονται μωρίες. Συνοπτικά: τα λόγια του θεού είναι τα λόγια ανθρώπων που δήθεν μιλούν εξ ονόματός του.

3.

Συμβαίνει όμως τα θεϊκά λόγια, όπως τα προσδιορίσαμε παραπάνω, κάποτε να (κατα-)γράφονται, να μεταβάλλονται σε κείμενα. Ιεράκείμενα. Μέχρι αυτά να παγιωθούν σε κανόνα, υπάρχει ευχέρεια παντοίων επεμβάσεων και τροποποιήσεων. Σβησίματα, διορθώσεις, προσθήκες, αλλαγές, ξανα-γραψίματα κ.λπ. Αυτό συνήθως γίνεται για να αντιμετωπιστεί η κριτική των αντιπάλων. Η ίδια η πράξη τής κατά το δοκούν επέμβασης, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οιεπεμβαίνοντες δεν πιστεύουν πραγματικά ότι πρόκειται για τον λόγο του θεού. Αν το πίστευαν, θα σέβονταν τα «θεϊκά λόγια» και θα άφηναν τα κείμενα άθικτα στην πρωτογενή τους μορφή. Συνάγουμε λοιπόν ότι πρόκειται για έργαανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα, που απλώς απευθύνονταν στους ανυποψίαστους της εποχής τους. Οφείλουμε όμως να παραδεχτούμε ότι μερικά απ’ αυτά τα κείμενα έχουν ενίοτε αξία ως fiction, ως λογοτεχνία (λ.χ. το κυριολεκτικά creative writing της βιβλικής Δημιουργίας).
Άπαξ και κάποιο κείμενο θεωρηθεί ιερό και ενταχθεί στον κανόνα, η αλλοίωσή του είναι αδύνατη. Το κείμενο, όπως και οι περιεχόμενες σ’ αυτό «επιστημονικές» ή ηθικές αρχές, θεωρούνται πλέον πράγματα αιώνια, αμετάβλητα και απαραβίαστα. Ακινητοποιούνται. Ο χρόνος και η εξέλιξη σταματάνε στο χρόνο της παγίωσης. Η ανθρωπότητα όμως συνεχίζει να εξελίσσεται, επιστημονικά, ηθικά κ.λπ. Η εξέλιξη αυτή έχει σαν συνέπεια να καθιστά σταδιακά τα παγιωμένα ιερά κείμενα εκτός τόπου και χρόνου. Επομένως δεν μπορούν να συνομιλήσουν αξιοπρεπώς με το εκάστοτε «σήμερα», αφού πλέον σε πλείστα όσα σημεία έχουν καταστεί επιστημονικώς ή ηθικώς απαράδεκτα. Ιδού λοιπόν ένας λόγος γιατί οι λογής επαγγελματίες της πίστης αντιτίθενται σε κάθε πρόοδο, που – πέραν των άλλων – μας απομακρύνει από τα ιερά κείμενα. Υπ’ αυτή την έννοια ο θρησκευτικός λόγος καταντάει μια τεράστια επιστημονική και ηθική τροχοπέδη. Εξ ού και τα υποψιασμένα πνεύματα προτείνουν την αγνόηση των «επιστημονικών αληθειών» των Γραφών, την αποσύνδεση της ηθικής από τη θρησκεία, την καθιέρωση μιας μεταθεϊστικής ηθικής (πβ. σ. 219). Εκτός των άλλων και διότι η εξαχρείωση της θρησκείας εξαχρειώνει και την ηθική (πβ. σ. 331). Εν τούτοις, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι πολλοί άνθρωποι, καίτοι θρήσκοι, υπήρξαν εξόχως ηθικοί. Δηλαδή: ούτε οι θεϊστές ούτε οι άθεοι έχουν το μονοπώλιο της ηθικής. Τα κριτήρια της οποίας μόνο εκκοσμικευμένη βάση μπορεί να έχουν· ώστε να ισχύουν για το σύνολο της κοινωνίας.
Παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι γενικά πιστεύουν, ιδίως τα παιδιά, ότι ο θεός (τους) είναι όχι απλώς καλός, αλλά η προσωποποίηση του Καλού· έστω κι αν διατάσσει, απαιτεί ή ανέχεται φρικαλεότητες. Το ζήτημα βέβαια παραμένει: πώς ένας πανάγαθος και παντοδύναμος θεός επιτρέπει την ύπαρξη του Κακού, του φυσικού κακού συμπεριλαμβανομένου. Το πρόβλημα του Κακού αποτελεί τον σταυρό του μαρτυρίου των θεολόγων. Κάποιος απ’ αυτούς βρήκε τη λύση: Κακό δεν υπάρχει!

4.

Μια προσπάθεια διάσωσης του διαρκώς υποσκαπτόμενου κύρους των ιερών κειμένων γίνεται διά της ερμηνείας. Έτσι οι θεολόγοι, δηλαδή οι άνθρωποι που επάγγελμα έχουν να δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα, πότε ισχυρίζονται ότι δεν πρέπει να παίρνουμε τα ιερά κείμενα κατά γράμμα, πότε ότι πρόκειται για αλληγορίες, πότε ότι πρόκειται για «υψηλά νοήματα» που αδυνατεί να συλλάβει ο πεπερασμένος ανθρώπινος νους, κ.τ.τ. Σε άλλες περιπτώσεις προχωρούν σε ερμηνείες μετωπικά αντίθετες με το γράμμα όσο και με το (όποιο) πνεύμα των κειμένων. Όμως όλες αυτές οι προσπάθειες είναι καταδικασμένες. Ανόητες περικοπές δεν μπορεί παρά να έχουν ανόητες εξηγήσεις (πβ. σ. 273). Αναγνωρισμένες αυθεντίες των χριστιανικών ιερών κειμένων είναι οι λεγόμενοι Πατέρες της Εκκλησίας, ερμηνευτές που οι πιστοί θεωρούν κολοσσιαίου κύρους. Και όμως: Ο βίος του Ιησού, ως messiah, ελληνικά χριστού (= χρισμένου), έχει μυθολογηθεί με βάση την εβραϊκή Βίβλο. Αλλά κανείς σχεδόν από τους άγιους Πατέρες δεν γνώριζε εβραϊκά, οπότε οι ερμηνευτικές συμβολές ή εξηγήσεις αυτών των αμετακίνητων ογκόλιθων της πίστης ελάχιστο βάρος έχουν. Είναι σαν κάποιος αλλόγλωσσος να προσπαθεί να μας εξηγήσει τι ακριβώς εννοούσε ο Όμηρος στο τάδε σημείο, όταν γνωρίζει το ομηρικό κείμενο από παραφράσεις ή από δεύτερη και τρίτη μετάφραση. Οι άνθρωποι αυτοί οπωσδήποτε φλογίζονταν από πίστη· μερικοί σε βαθμό αυτανάφλεξης. Άλλοι θυσίασαν ακόμη και τη ζωή τους, ή κάποιο ανεκτίμητο μέλος του σώματός τους· για παράδειγμα ο Ωριγένης. Εν τούτοις η πίστη σε οτιδήποτε δεν υποκαθιστά τη γνώση. Ούτε η θυσία κάποιου για τις ιδέες του καθιστά τις ιδέες ορθές. Ούτε καν ορθόδοξες.
Ποια είναι λοιπόν τα κριτήρια του θρησκευτικώς ορθού; Υπάρχει μια νηπιακά απλή αρχή: ορθό είναι ό,τι Εμείς πιστεύουμε. Ό,τι πιστεύουν οι άλλοι, όλοι οι άλλοι, είναι λάθος, πλάνη, αίρεση. Λόγου χάριν οι καθολικοί είναι βέβαιοι ότι οι προτεστάντες θα πάνε σίγουρα στο διάβολο και στην κόλαση. Το ίδιο πιστεύουν και οι προτεστάντες για τους καθολικούς. Το ίδιο και οι ορθόδοξοι για αμφότερους τους προαναφερθέντες. Μέχρι που ο άθεος τους στέλνει όλους μαζί εκεί που αυτοί νομίζουν ότι θα πάνε οι άλλοι. Που αποτελούν την κόλασή τους.

5.

Μιλήσαμε παραπάνω για (τον) λόγο του θεού. Όμως υπάρχει θεός (ώστε να έχει και λόγο); Το ερώτημα τίθεται παραπλανητικά. Πρόκειται για leadingquestion όπως λένε στη δικανική πρακτική. Για μια ερώτηση που εμπεριέχει και την απάντηση. Προϋποθέτει έναν και αρσενικό θεό, τον δικό «μας». Ο άνθρωπος όμως διαμέσου των αιώνων έχει δημιουργήσει και παραδεχτεί χιλιάδες θεούς, κάθε φύλου και γούστου. Στις προϊστορικές εποχές μάλιστα έχουν έντονη παρουσία οι θηλυκές θεότητες (λ.χ. η μεσογειακή Μεγάλη Θεά). Όλοι αυτοί οι θεοί ήταν παντοδύναμοι, παντογνώστες και αθάνατοι. Εν τούτοις είναι όλοι νεκροί. (Πβ. σ. 195). Ο δυτικός χριστιανισμός, που οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι προσπάθησε να κρατήσει κάποιες επαφές με τον ορθό λόγο, επιχείρησε να αποδείξει με λογικά επιχειρήματα την ύπαρξη του (δικού του, εννοείται) θεού. Για να ακριβολογούμε, τηνυπόθεση περί ύπαρξης του θεού.[2] Να ξεκαθαρίσουμε εδώ ότι ο χριστιανικός ένας και …μονός θεός, είναι ο θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιησού. Δηλαδή ο Γιαχβέ, ο εθνικός θεός των Εβραίων. Ένας θεός που όχι μόνο δεν πολυγνοιαζόταν για τα άλλα έθνη, αλλά η Βίβλος τον εμφανίζει να διατάσσει ή και να συμπαρίσταται στον εξολοθρεμό τους.
Εξ άλλου κάθε λαός δημιούργησε τους θεούς που εκείνος μπορούσε να συλλάβει. Τα επιχειρήματα που προσκομίσθηκαν για την ύπαρξη «του» θεού –επιχειρήματα προερχόμενα από πιστούς και μόνο[3]– δεν υπήρξαν ικανά να πείσουν κανένα, παρά μόνο τους ήδη πιστούς. Η ανατολική εκδοχή του χριστιανισμού, μάλλον κράτησε αποστάσεις από τον ορθό λόγο, νόσημα που συχνά ταυτίζει με τη Δύση. Έτσι δεν μπήκε στις αντίστοιχες αποδεικτικές περιπέτειες. Τα δόγματά του είναι πιο free, πιο χύμα. Εδώ ο καθένας μπορεί να λέει κυριολεκτικά ό,τι θέλει αρκεί: α) να μεγαλύνει τον θεό, των ορθοδόξων εννοείται, και β) να παραθέτει αφειδώς αμετάφραστα citata από ελληνόφωνους Πατέρες· κατά προτίμηση από τα πιο ακατανόητα. Ως γνωστό Μητέρες της Εκκλησίας δεν υπάρχουν. Η θρησκεία είναι for men only.

6.

Παραδόξως ο μονοθεϊσμός θεωρείται πρόοδος στις θρησκευτικές ιδέες, έναντι του πολυθεϊσμού. Που συκοφαντείται ως ειδωλολατρία και αχαλίνωτη ανηθικότητα. Ο Ντιντερό όμως έχει παρατηρήσει ότι η ηθική διαφθείρεται οπουδήποτε αποδέχονται έναν Θεό.[4] Εν τούτοις έχω την άποψη ότι ο χριστιανισμός, ιδίως στην ορθόδοξη και δη την ελληνορθόδοξη εκδοχή του, τόσο στο δόγμα όσο και στη λατρεία, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί μονοθεϊστική θρησκεία. Εδώ οι ορθόδοξοι ας μην εξεγερθούν. Αφού έτσι δέχομαι έμμεσα ότι διαφθείρει λιγότερο την ηθική. Στον αυστηρά ένα και μοναδικό θεό του Ιησού, τον Γιαχβέ, η ελληνορθοδοξία έχει προσθέσει: τον ίδιο τον Ιησού, το άγιο Πνεύμα, την πολύτεκνη, πλην αειπάρθενο, μάνα του Ιησού, τους δώδεκα αποστόλους (ένας για κάθε φυλή του Ισραήλ), κάμποσους ισαποστόλους, τους αγγέλους, αγίους, οσίους, μάρτυρες κ.λπ., κ.λπ. Ένα ατέλειωτο πάνθεο. Οι «ειδωλολάτρες» Έλληνες είχανμόνο δώδεκα.
Ούτε μη-ειδωλολατρική-θρησκεία μπορεί να θεωρηθεί ο ανατολικός χριστιανισμός. Διότι πέρα από τη θεοφαγία, οι πιστοί –παρά την κατηγορηματική απαγόρευση των Γραφών– εθίζονται να προσκυνούν ζωγραφισμένα ξύλα, λογής ιερά αντικείμενα, κόκαλα ανθρώπων αγνώστου φύλου, θρησκείας και προέλευσης κ.λπ. Κυρίως δε εθίζονται να προσκυνούν τους χρυσοποίκιλτους τιτλούχους και λοιπούς βαθμοφόρους της θρησκείας, μια μη εξουσιοδοτημένη αντιπροσωπεία του θεού. Συχνά βέβαια προκύπτει έντονος προβληματισμός στους πιστούς, πώς ο θεός επιτρέπει να αντιπροσωπεύεται από ορισμένους εξ αυτών.

7.

Μιλήσαμε στην αρχή αυτού εδώ του α-θεόπνευστου κειμένου, για αλήθειες, απλές αλήθειες. Το ζήτημα λοιπόν που τίθεται είναι: αλήθεια ή θρησκεία; Στο ερώτημα ο ορθόδοξος χριστιανός απαντάει με το γνωστό του Ντοστογιέφσκι: «Αν ήταν να διαλέξω ανάμεσα στον Χριστό και την αλήθεια, θα διάλεγα τον Χριστό». Το ρητό αυτό επικαλούνται συχνά οι ιεροκήρυκες χωρίς ούτε οι ίδιοι, ούτε το ποίμνιό τους, να έχουν συνείδηση της ιταμότητας της δήλωσης.[5] Είναι βέβαια γνωστό ότι στα Ευαγγέλια ο Ιησούς φέρεται να ταυτίζει τον εαυτό του με την αλήθεια: «εγώ είμαι η αλήθεια». Ανάμεσα σε πλείστα άλλα «ἐγὼ εἰμί…», αυτοπροσδιοριστικές δηλώσεις, που οι ψυχολόγοι θα θεωρούσαν εγωτικές. Όταν ο γιος της Μαριάμ ρωτήθηκε από τον Πιλάτο Τί ἐστιν ἡ ἀλήθεια; σιωπά. Εν τούτοις, σε κάποιο απόκρυφο ευαγγέλιο σκαρώνεται μια δήθεν απάντηση του Ιησού. Γεγονός που μας οδηγεί στην άποψη ότι το όλον πράγμα αποτελεί fiction. Η Αλήθεια όμως είναι ένα πολύ σπουδαίο πράγμα, απείρως σπουδαιότερο από τησωτηρία της ψυχής (σωτηρία από τι;). Διότι ακόμη και οι πιο φανατικοί πιστοί θα συμφωνήσουν ότι, διάολε, δεν μπορεί να ζούμε με ψέματα. Πολύ απλά, η αλήθεια ταυτίζεται με την πραγματικότητα. Και η αλήθεια είναι ότι η πραγματικότητα των θεϊκών πραγμάτων υπήρξε και παραμένει ζοφερή. Αρκεί να σκεφτούμε την, κυρίως μέσω Ισλάμ, απειλητική «επιστροφή του Θεού» στις μέρες μας. A propos: Ο Ιησούς διαβεβαίωσε κάποτε τους ακροατές του με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, ότι θα επιστρέψει κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, ενόσω ορισμένοι απ’ αυτούς θα βρίσκονται ακόμη στη ζωή. Πέρασαν είκοσι αιώνες και οι άνθρωποι ακόμη περιμένουν. Το ίδιο αναληθής αποδείχθηκε η προειδοποίηση του Γιαχβέ προς τους πρωτόπλαστους (δευτερόπλαστοι υπάρχουν;) ότι αμέσως μόλις φάνε τον διαβόητο «καρπό» θα πεθάνουν. Τον έφαγαν, αλλά δεν πέθαναν.
Αν το καλοεξετάσει κανείς, εκείνοι που αποδίδουν τέτοιες δηλώσεις στους θεούς τους, στην ουσία τους εκθέτουν. Διότι αν δεν τους εμφανίζουν να πλανώνται, τους εμφανίζουν να λένε ψευτιές. Μήπως ασεβούμε; Πάντως όχι εναντίον των θεών. Ο Δημόκριτος έχει επισημάνει ότι «ἀσεβὴς δὲ οὐχ ὁ τοὺς τῶν πολλῶν θεοὺς ἀναιρῶν, ἀλλ’ ὁ τὰς τῶν πολλῶν δόξας θεοῖς προσάπτων» (Διογ. Λαέρτ. 10, 123). Που θα πει: ασεβής δεν είναι αυτός που ελέγχει και απορρίπτει τους θεούς του πλήθους, αλλά εκείνος που αποδίδει τις γνώμες των πολλών στους θεούς.

8.

Όπως και να ’χει, μας λένε, η Ορθοδοξία αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του έθνους των Ελλήνων. Συμφωνώ ότι μέσα σε μια διαδικασία που κράτησε μέχρι τον 9ο αιώνα, ο χριστιανισμός επιβλήθηκε σταέθνη του ελλαδικού χώρου, όπως και στους άλλους υπόδουλους λαούς της ρωμαιο-βυζαντινής αυτοκρατορίας. Στον μεσαιωνικό κόσμο ίσχυε η αρχή «cujus regio, ejus et religio». Δηλαδή όποια θρησκεία πρεσβεύει ο κυρίαρχος μιας περιοχής, αυτή δικαιούται να επιβάλει και στο λαό του. Μ’ αυτή τη λογική, όπως λέει κάπου έξυπνα ο Λα Μπρυγιέρ (1645-1696) “un dévot est celui qui sous un roi athée serait athée” (ευλαβής είναι εκείνος που υπό έναν άθεο βασιλιά θα γίνει άθεος).
Στο θεοκρατικό και θεο-σκότεινο Βυζάντιο, τα δόγματα της θρησκείας αποτελούσαν θεμελιώδεις νόμους του κράτους. Κάτι σαν σύνταγμα. Που σημαίνει πως όποιος δεν τα ακολουθούσε ήταν όχι απλώς κακόδοξος, αλλά εγκληματίας. Και αντιμετωπιζόταν σαν τέτοιος. Αν όμως η θρησκεία αποτελεί χαρακτηριστικό ενός έθνους, τούτο σημαίνει ότι με το βίαιο ξερίζωμα της εθνικής θρησκείας των Ελλήνων, αλλοιώθηκε και ο εθνικός τους χαρακτήρας. Όπως άλλωστε άλλαξε και το όνομά τους, που στο στόμα των χριστιανών κατάντησε ύβρις. Έτσι οι Έλληνες γίνανε Ρωμιοί. Η δε λ. Ρωμιός σημαίνει τον (με παντοίους τρόπους) εκχριστιανισμένο υπόδουλο της ρωμαιο-βυζαντινής αυτοκρατορίας, κάτοικο της χώρας που κάποτε κατοικούσαν οι Έλληνες. Ποιους παντοίους τρόπους; Πέραν των λοιπών πηγών, η θρησκευτική ρωμαιο-βυζαντινή νομοθεσία μαρτυρεί αδιάψευστα και αυθεντικά για τις μεθόδους εκχριστιανισμού των πολιτών και των υπόδουλων της πολυεθνικής και πολυθρησκευτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Σε απλά ελληνικά, οι υπόδουλοι λαοί της Ρώμης είχαν να διαλέξουν ανάμεσα στο σωτηριώδεςχριστιανικό βάπτισμα και τον θάνατο. Οι Έλληνες, που κάποτε «έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου», υπέκυψαν στο βάπτισμα. Και ό,τι αυτό συνεπαγόταν.
Με το σύστημα του καισαροπαπισμού, η Εκκλησία βαθμιαία κατέστη ανάπηρη και ανίκανη να επιτελέσει το όποιο έργο της. Στο κράτος, μηχανισμό άσκησης του μονοπωλίου της νόμιμης βίας, εναποτέθηκε πλέον η άσκηση και της θρησκευτικής βίας. Με συνέπεια, ιδίως στην καθ’ ημάς Ανατολή, να μη γνωρίζει κανείς πού σταματάει το κράτος και πού αρχίζει η θρησκεία. Πού σταματάει η Αθήνα και πού αρχίζει η Τεχεράνη. Εξ ού και οι ενστικτώδεις οιμωγές των επαγγελματιών της πίστης, όποτε τίθεται ζήτημα χωρισμού Κράτους και Εκκλησίας. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να λειτουργήσουν μόνοι.

9.

Εν τούτοις οι θεοί πέθαναν, έτσι δεν είναι; Όχι βέβαια! Εκατομμύρια άνθρωποι ανά τον κόσμο λατρεύουν σήμερα χιλιάδες θεούς, εξίσου ζωντανούς (μέσα στη φαντασία τους) όσο και οι Ένας-θεοί των μονοθεϊστικών θρησκειών. Έστω. Για τον χριστιανικό όμως κόσμο, οι θεοί έχουν πεθάνει. Πλέον πιστεύουμε (;) στον Ένα και Αληθινό Θεό. Ξέρουμε κανένα λαό που να ισχυρίζεται ότι πιστεύει σε ψεύτικο θεό; Στον μονοθεϊσμό εκκολάπτεται ο φανατισμός, η μισαλλοδοξία, ο θρησκευτικός φασισμός. Εκεί ακόμη και οι ομόθρησκοι καταντούν πρόθυμοι να αλληλοσφαχτούν για ένα –que.[6] Πρόκειται για τον ιμπεριαλισμό στον χώρο της θρησκείας. Η πλατιά διάδοση (επιβολή) του χριστιανισμού στον κόσμο αποτελεί ακριβώς ένα από τα αποτελέσματα της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, αρχαίου και νεώτερου. Οφείλω όμως να συμφωνήσω ότι όντως, για τους χριστιανούς, οι θεοί πέθαναν. Πώς όμως; Και πού βρίσκονται τα νεκροταφεία τους; Ο Νίτσε, γιος λουθηρανού πάστορα, έχει πει πως οι θεοί πέθαναν από τα γέλια όταν ένας ανάμεσά τους βγήκε και υποστήριξε ότι είναι ο μοναδικός. Όσο για τα νεκροταφεία των θεών, ας μελετήσει ο αναγνώστης τη συμβολή του H.L. Mencken «Μνημόσυνο» (σ. 191 επ.) στον τόμο που ο πολλά μοχθήσας Άρης Μπερλής μας έδωσε την ευκαιρία να παρουσιάζουμε.
Νομίζω ότι οι χριστιανοί θεολόγοι διαπράττουν ένα ακόμη λάθος σε βάρος του θεού (τους). Λένε και προπαγανδίζουν, ιδίως οι εξ αυτών με «φιλοσοφικές» τάσεις, ότι με τηνενανθρώπιση ο θεός «κατέβηκε» στη Γη και εισήλθε αυτοπροσώπως στην Ιστορία.Δηλαδή εν τόπω και χρόνω. Αλλά αν ούτε ο ίδιος ο θεός μπόρεσε να διορθώσει τον κόσμο (κατά την άποψη των χριστιανών ο διάβολος είναι ο κύριος του αιώνος τούτου), αν –αντίθετα– ο κόσμος από πολλές απόψεις έγινε χειρότερος, τότε ποιος θα τον διορθώσει; Όπως είπε ο Ιησούς, κάθε δέντρο, από τους καρπούς του θα κριθεί. Και τους καρπούς του χριστιανισμού τους είδαμε. Γιατί λοιπόν να παίξουν το «χαρτί» του θεού τόσο αφρόνως; Γιατί οι άνθρωποι να οδηγούνται στην απελπισία; Όμως ουδέν κακόν αμιγές καλού. Διότι ο ελεύθερα σκεπτόμενος άνθρωπος, ο άνθρωπος που δεν επιτρέπει σε τρίτους να του υποδεικνύουν πώς και τι θα σκέπτεται, ξέρει ότι μόνο στον συν-Άνθρωπο μπορεί να πιστεύει, Αυτόν να λατρεύει, Αυτόν να υπηρετεί. Ίσως η αποτυχία (της υπόθεσης) του θεού, να φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά.

10.

Υπήρξαν λοιπόν πολλοί άνθρωποι, που σε όλες τις εποχές εξεγέρθηκαν και αμφισβήτησαν τα θρησκευτικά (και όχι μόνο) δόγματα, τις χειροπέδες που χαλκεύει ο νους για τον εαυτό του (πβ. σ. 197). Αυτοί οι άνθρωποι, που διέγραψαν την πορεία από το Μύθο στο Λόγο, που θέλησαν να φωτίσουν τα σκοτάδια, που εναντιώθηκαν στηνευσεβή απάτη, ονομάστηκαν αμφισβητίες, άπιστοι, άθεοι, αιρετικοί·δηλαδή με ιδιαίτερα τιμητικούς χαρακτηρισμούς.
Οι ελευθερόφρονες, στηριζόμενοι όχι σε οράματα, υπνοφαντασιές ή επιληπτικές καταστάσεις, αλλά έχοντας εμπιστοσύνη στον ανθρώπινο νου και μόνο, διαπίστωσαν ότι: α) δεν είναι δυνατόν οι θεοί να είναι τόσο παράλογοι ή/και τόσο κακοί όσο τους εμφανίζουν τα ιερά κείμενα και οι «λειτουργοί» τους και β) οι άνθρωποι δημιουργούν τους θεούς τους μέσα στο μυαλό τους. Εκεί γεννιούνται και εκεί πεθαίνουν οι θεοί. Συνεπώς ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε από τους θεούς, ούτε ο χοϊκός άνθρωπος από τα χέρια κάποιου θεού αγγειοπλάστη. Ο κόσμος, συμπεραίνει η επιστήμη, δεν δημιουργήθηκε μέσα σε έξι ημέρες υπερτέλειος, όπως επιμένει να βεβαιώνει η μυθολογία της θρησκείας, αλλά βρίσκεται διαρκώς εν τω γίγνεσθαι. Υπ’ αυτή την έννοια εξακολουθεί να «δημιουργείται».
Ο Δαρβίνος –που κάποια στιγμή αισθάνθηκε ότι τα ευρήματά του φονεύουν τον θεό– εξαγρίωσε τους θρήσκους, όχι τόσο για την επιστημονική του ανακάλυψη, όσο για τις συνέπειές της. Η απόδειξη της εξελικτικής πορείας του κόσμου και των ειδών, ιδίως δε του ανθρώπου, μεταβάλλει σε μύθο την πλάση του ανθρώπου από τα χέρια του θεού και την διήγηση της Πτώσης.
Μέχρις εδώ μικρό το κακό. Θίγεται η Παλαιά και όχι η «Καινή» Διαθήκη. Αν όμως δεν υπήρξε Πτώση των πρωτοπλάστων, αν κανένα «μήλο» δεν φαγώθηκε, τότε δεν υπήρχε ούτε ανάγκη κάποιου Λυτρωτή (ποιος ζήταγε λύτρα;) που θα «κατέβαινε» στη Γη για να ελευθερώσει τους ανθρώπους από το «προπατορικό αμάρτημα». Που αρρωστημένοι νόες φόρτωσαν μισάνθρωπα σ’ ολόκληρο το ανθρώπινο είδος. Για τη σημασία του Δαρβίνου βλ. το χαρίεν κείμενο του Μάικλ Σέρμερ, σσ. 341-3.
Υπήρξαν λοιπόν σε όλες τις εποχές κάποιοι σπουδαίοι άνθρωποι, όχι μεγάλοι αμφισβητίες, αλλά αμφισβητίες μεγάλων ψευδών. Άνθρωποι που δεν διέθεταν την απαραίτητη τυφλότητα ώστε να πιστεύουν ξεπερασμένους μύθους. Που είδαν ότι η άγνοια και η δεισιδαιμονία είναι οι βασικοί πυλώνες των θρησκειών. Αυτοί είναι οι απελευθερωτές της ανθρωπότητας από τους χιλιάδες θεούς. Και κυρίως από τους αυτόκλητους «αντιπροσώπους» τους.

11.

Ένας τέτοιος απελευθερωτής υπήρξε και ο αγγλοαμερικανός διανοητής Κρίστοφερ Χίτσενς (1949-2011). Με σπουδές φιλοσοφίας, πολιτικών και οικονομικών επιστημών, δημοσίευσε πολλά βιβλία και πάμπολλα άρθρα, συμμετείχε σε πλήθος τηλεοπτικές εκπομπές, ομιλίες και διαλέξεις. Ο Χίτσενς, που τον Ιούνιο 2010 στην ακμή της απόδοσής του, διαγνώσθηκε με καρκίνο του οισοφάγου, δεν μείωσε ποτέ την οξύτητα της αντιδογματικής κριτικής του σε κάθε παραλογισμό.[7] Ήταν θαρραλέος, ευφυής, πνευματώδης, αστραπιαία ετοιμόλογος, αντισυμβατικός αριστερός, αρνητής φαντασμάτων και ελεγκτής πολλών αγκυλώσεων. Γενικά το πέρασμά του από τούτο τον κόσμο, τον μοναδικό υπαρκτό, υπήρξε ενοχλητικό για πολλούς. Συνεπώς ουχί απαρατήρητο. Ο «αντι-θεϊστής» Χίτσενς είναι αρκετά γνωστός στην Ελλάδα, όπου έχουν κυκλοφορήσει όλα σχεδόν τα βιβλία του. Ούτε η Ελλάδα, όπου άφησε την τελευταία της πνοή η μητέρα του το 1973, απουσιάζει από τα έργα του (Χούντα, Κυπριακό, Ελγίνεια). Στο πρώτο γάμο του παντρεύτηκε Ελληνοκύπρια, λόγο για τον οποίο «ασπάστηκε» το ελληνορθόδοξο δόγμα. Χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος:
«Μια των ημερών, έχοντας στην διάρκεια της ζωής μου υπάρξει αγγλικανός που σπούδασα σ’ ένα σχολείο μεθοδιστών, που έγινα ελληνορθόδοξος για να μπορέσω να παντρευτώ, αναγνωρίστηκα από τους οπαδούς του ως προσωποποίηση του Σάι Μπάμπα [Ινδός μυστικιστής γκουρού], και που με ξαναπάντρεψε ένας ραβίνος, θα είμαι σε θέση να ελέγξω και να εκσυγχρονίσω το Παραλλαγές της θρησκευτικής εμπειρίας του Γουίλιαμ Tζέιμς».[8]
Πολύ σχετικό με τον άρτι μεταφρασθέντα «Άθεο» είναι και το Ο Θεός δεν είναι μεγάλος: Πώς η θρησκεία δηλητηριάζει τα πάντα (Scripta 2008, μτφρ. Δέσποινα Ρισσάκη, επιμ. Άρης Μπερλής).

12.

Το The Portable Atheist, όπως είναι ο τίτλος του πρωτοτύπου, κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ το 2007. Σημαίνει κάτι σαν φορητό, βιβλίο τσέπης. Εν τούτοις πρόκειται για έναν επιβλητικό τόμο υπερεξακοσίων σελίδων. Το atheist μπορεί να σημαίνει άθεος, αλλά και αθεϊστής. Αθεϊστής δε είναι ο ενεργά άθεος. Αμφότερα προϋποθέτουν το άπιστος. Λέει περιεκτικά ο Καρλ βαν Ντόρεν: «Όταν λέω ότι είμαι άπιστος, δεν εννοώ απλώς ότι δεν είμαι μορμόνος ή μεθοδιστής, ούτε καν ότι δεν είμαι χριστιανός ή βουδιστής. Αυτά για μένα είναι ασήμαντες διαιρέσεις και υποδιαιρέσεις της πίστης. Εννοώ ότι δεν πιστεύω σε κανέναν επινοημένο θεό, σε κανένα εξ αποκαλύψεως δόγμα, σε κανένα σχήμα αθανασίας» (σ. 186).
Όπως και να ’χει, η επιλογή του ελληνικού τίτλου ως Η Βίβλος του άθεου, ίσως είναι εμπορικά πετυχημένη. Δεν σημαίνει, βέβαια, ότι ο άθεος αντιμετωπίζει αυτή τη «Βίβλο» όπως ο πιστός τη δική του: με φόβο και τρόμο. Πρόκειται για 53 επιλεγμένα αγνωστικιστικά, αθεϊστικά και αντιθρησκευτικά κείμενα, τα περισσότερα τμήματα μεγαλύτερων έργων, που ξεκινούν από τον Λουκρήτιο και φθάνουν μέχρι τις μέρες μας. Από τις σελίδες του παρελαύνουν διανοητές όπως: Λουκρήτιος, Χομπς, Σπινόζα, Ντ. Χιουμ, Σέλλεϋ, Μιλ, Μαρξ, Δαρβίνος, Ανατόλ Φρανς, Μαρκ Τουαίν, Τζ. Κόνραντ,[9] Έμα Γκόλντμαν, Χ.Φ. Λάβρκραφτ, Κ. βαν Ντόρεν, Μένκεν, Φρόυντ, Αϊνστάιν, Τζ. Όργουελ, Μπ. Ράσελ, Φ. Λάρκιν, Καρλ Σαγκάν, Τζ. Άπντάικ, Άγιερ, Ντώκινς, Ίαν Μακιούαν, Σ. Ράσντι, Σαμ Χάρις, και άλλοι.
Σημαντικό είναι το 41ο μέρος του βιβλίου, όπου ο Ibn Warraq σ’ ένα συναρπαστικό και εκτενές δοκίμιο με τίτλο «Γιατί δεν είμαι μουσουλμάνος» (σ. 487-568) εξετάζει τον ισχυρισμό ότι το Κοράνι είναι ο τελεσίδικος και αναλλοίωτος λόγος του θεού (τι πρωτοτυπία, θεέ τους!). Ο τόμος κλείνει, φυσιολογικά, με «Το τέλος της πίστης», απόσπασμα από το ομότιτλο βιβλίο του Σαμ Χάρις, και την «Άπιστη» της Σομαλής Αγιάν Χιρσί Αλί.
Έστω κι αν ο Χίτσενς φαίνεται να έχει κατά νου τον αγγλοσάξονα αναγνώστη, έστω κι αν παραχωρεί ικανό χώρο σε λογοτέχνες, έστω κι αν απουσιάζουν αρκετοί κεντροευρωπαίοι διώκτες των θρησκευτικών νεφών, με κορυφαία παράλειψη τον Νίτσε,ληξίαρχο του θανάτου του θεού, είναι φανερό ότι ο συγγραφέας μας στηρίζεται «σε ώμους γιγάντων». «Πολλοί άνθρωποι, πολύ πριν από τον Δαρβίνο και τον Αϊνστάιν, ή ακόμη και τον Γαλιλαίο, αμφέβαλλαν για τους ισχυρισμούς των ραβίνων, των παπάδων και των ιμάμηδων» (σ. 23). Η ρητή αποκήρυξή τους απαιτούσε όμως μεγάλο θάρρος. Θάρρος που πολλοί δεν διέθεταν. Ο Χίτσενς χωρίζει τα επιχειρήματα υπέρ του αθεϊσμού σε δύο κύριες κατηγορίες: α) σ’ εκείνα που αμφισβητούν την ύπαρξη του θεού και β) σ’ εκείνα που δείχνουν τις κακές, ενίοτε ολέθριες, συνέπειες της θρησκείας (σ. 25).
Δύσκολα θα λέγαμε ότι τα κείμενα αυτά αποτελούν το σύνολο του «κανόνα» του αθεϊσμού, του αγνωστικισμού ή του πανθεϊσμού. Ένας τέτοιος κανόνας θα απαιτούσε όχι ένα portable βιβλίο, αλλά μια βιβλιοθήκη ίση σε όγκο με τους εκατοντάδες τόμους τηςPatrologia Graeca και της Patrologia Latina του Migne μαζί. Διότι, όπως αναφέρει κάπου ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ «όλοι οι σκεπτόμενοι άνθρωποι είναι αθεϊστές». Πολλοί δε εξ αυτών (το) γράφουν. Άλλωστε ακόμη και οι πιο φανατικοί πιστοί, είναι άθεοι σε ό,τι αφορά τους θεούς των άλλων (πβ. σ. 21, στην Εισαγωγή). Γράφει ο Χίτσενς: «Ανοίξτε την εφημερίδα ή την τηλεόραση και δείτε τι κάνουν τα κόμματα του θεού στο Ιράκ, προσπαθώντας να υποβιβάσουν μια κάποτε εξελιγμένη κοινωνία στο επίπεδο του Αφγανιστάν ή της Σομαλίας» (σ. 28).
Βέβαια στην Ευρώπη δεν διαπράττουμε πλέον τέτοια εγκλήματα. Οφείλεται αυτό στο ότι η θρησκεία που μας επιβλήθηκε είναι καλύτερη, ανώτερη, πιο πολιτισμένη; Τουναντίον. Οφείλεται στο γεγονός ότι η Ευρώπη και ο δυτικός κόσμος γενικά, με πολύ αίμα και θυσίες κατάφερε –στο βαθμό που κατάφερε– να διώξει τα σκοτάδια της δεισιδαιμονίας που για αιώνες σκέπαζαν τον ουρανό της. Να αποτινάξει την κυριαρχία των επαγγελματιών της πίστης που «τρέμουν την πρόοδο της επιστήμης, όπως οι μάγισσες τρέμουν τον ερχομό της αυγής» (Τόμας Τζέφερσον, σ. 365). Οι οποίοι, στις αρχές τουσωτηρίου 21ου αιώνος, ξεδιάντροπα κηρύσσουν ότι είναι προτιμότερο οι άνθρωποι να θερίζονται από το AIDS παρά να χρησιμοποιούν προφυλακτικά.
Ενώ τελείωνε αυτό το άρθρο, ένας χριστιανός ρεπουμπλικανός υποψήφιος για τη γερουσία στις ΗΠΑ δήλωσε ότι «ακόμη κι όταν η ζωή ξεκινάει με αυτή τη φρικτή εμπειρία του βιασμού, αυτό είναι κάτι που ο Θεός θέλησε να συμβεί»!!! (Η Καθημερινή24.10.2012). Όχι με δαύτους, Κύριε. Ούτε μ’ αυτό τον τρόπο. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου.

13.

Οι συντελεστές του βιβλίου σεβάστηκαν και τον συγγραφέα και το έργο. Ο Άρης Μπερλής, δόκιμος μεταφραστής, κριτικός λογοτεχνίας και homme des lettres, όχι μόνο απέδωσε ισόκυρα το πρωτότυπο, αλλά έχει προσθέσει και άφθονες σημαντικές σημειώσεις του, που βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση των κειμένων. Μου έδωσε την αίσθηση ότι μεταφράζοντας και επιμελούμενος τον προκείμενο τόμο, εκπληρώνει κάποιο εσώτερο χρέος. Θα ήταν συνεπώς ανούσιος σχολαστικισμός να αναφερθώ στα ελάχιστα μικροσφάλματα που εντόπισα. Σεβασμό στον αναγνώστη φανερώνει και η ύπαρξη Ευρετηρίου προσώπων και πραγμάτων στο τέλος του τόμου, κάτι σπάνιο στην ημεδαπή βιβλιοπαραγωγή. Το εξώφυλλο του συνολικά καλαίσθητου βιβλίου, ένα εγκεφαλικόμαυροκίτρινο εύρημα. Στα χρώματα του σκοταδιού και του μίσους· που οι συγγραφείς του τόμου πάσχισαν να εξαλείψουν. Ή της ένδοξης υμών Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αν θέλετε.

[1] Για να ακριβολογούμε, θεόπνευστος λόγος δεν σημαίνει θεϊκός.
[2] Στο κείμενό του που φιλοξενείται στον τόμο, ο Victor Stenger (σσ. 397- 415) εξηγεί γιατί η περί θεού υπόθεση είναι μια εντελώς απορριπτέα υπόθεση.
[3] Ο αγνωστικιστής, ο άθεος, ο αθεϊστής δεν έχουν λόγο να επινοήσουν επιχειρήματα υπέρ της ύπαρξης του θεού των άλλων.
[4] J. Reinach, Diderot, Παρίσι 1894, σ. 170. Για τις ηθικές συνέπειες του αθεϊσμού, βλ. το εδώ κρινόμενο βιβλίο σ. 330 επ..
[5] Βλ. καλοπληρωμένη απάντηση της Ελίζαμπεθ Άντερσον (σσ. 423-441) στην εξίσου αβδηριτική ρήση του Ντοστογιέφσκι, πως αν ο θεός δεν υπάρχει, όλα επιτρέπονται.
[6] Πβ. Γ. Παμπούκης, Στην τροχιά του Ενός Θεού, ΕΛΙΑ, Αθήνα 1999, σ. 261: «οι χριστιανοί, μόλις ησύχασαν από τους διωγμούς, άρχισαν να κατασπαράζονται μεταξύ τους με τις διάφορες αιρέσεις».
[7] Η περίπτωσή του θυμίζει κάπως εκείνη του Ζίγκμουντ Φρόυντ. Ο οποίος, σε τροχιά θανάτου από τον δικό του καρκίνο, έγραψε το επαναστατικό Ο άνδρας Μωυσής και η μονοθεϊστική θρησκεία (1939).
[8] W. Mann (επιμ.), The Quotable Hitchens,Da Capo Press 2011, σ. 131.
[9] Για την εκ μέρους του Τζόζεφ Κόνραντ χρήση της Βίβλου διαβάζουμε το εξής χαριτωμένο: «Κάποτε, είπε η Κόρα, μου είπε [ο Κόνραντ] ότι είχε μάθει αγγλικά διαβάζοντας τη Βίβλο. Να ’σαι σίγουρος ότι δεν ήταν πιστός, αλλά το ίδιο σίγουρα δεχόταν πάντα ένα αντίτυπο της Αγίας Γραφής. Το μοίραζαν οι διάφορες θρησκευτικές οργανώσεις για την πνευματική υγεία των Άγγλων ναυτικών στο πλοίο. Του Κόνραντ του άρεσαν τα λεπτά, γιαπωνέζικα φύλλα χαρτί επειδή ήταν τέλεια για να στρίβει τα τσιγάρα του, αλλά πάντα διάβαζε τη σελίδα προτού την καπνίσει». Ed. White, HoteldeDream, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Πατάκη, Αθήνα 2010, σ. 94-95.
***