Κυριακή 25 Ιουνίου 2023

Η παιδική γαλήνη: μέσα από την μητρική αγκαλιά της αγάπης και πως αυτή στην ενήλικη ζωή, μπορεί να αληθεύσει την αναβίωση της

Ερχόμαστε στην ζωή για να μαθητεύσουμε σε αυτήν. Να μάθουμε να αναγνωρίζουμε τον αυθεντικό εαυτό μας. Έτσι ώστε, μέσα από τις δυνατότητες αλλά και τους περιορισμούς που η ζωή μας προσφέρει, επάξια να εκπληρώσουμε την αποστολή μας.

Όταν συναντιόμαστε με κάποιον, στην ουσία θέλει να μας πληροφορήσει για εμάς τους ίδιους. Όπως επίσης, ότι σκεφτόμαστε, πράττουμε, ή υφιστάμεθα τις συνέπειες στην ζωή, προς εμάς ομιλεί. Μαθαίνοντας για κάποιον ή για κάτι, στην ουσία μαθαίνουμε για τον εαυτό μας και την αλήθεια που εκπροσωπούμε.

Η γνώση ως υποκείμενο

Θα ανατρέξουμε στις λέξεις και θα αιτήσουμε να μας αποκαλύψουν, το βαθύτερο νόημα που κομίζουν. Με τις αναζητήσεις αυτές, θα επιδιώξουμε να οδηγηθούμε στην πηγή της δημιουργίας τους. Γι’ αυτό άλλωστε έχουν γεννηθεί: για να μας μεταφέρουν νοήματα, ως γέφυρες συνύπαρξης συμπληρωματικές.

Γνώση: εκ του γίγνομαι, γιγνώσκω. Με την παθητική έννοια γενηθήσομαι. Με την ενεργητική γενάω. (√ΓΕΝ γείνομαι γέννα, γένεσις, γυνή). Η βασική σημασία: έρχομαι σε νέα κατάσταση υπάρξεως. Ι. Έρχομαι εις το Είναι απ’ όπου λαμβάνω ύπαρξη. 1) Επί προσώπων, γεννώμαι. 2) Επί πραγμάτων, παράγομαι. 3) Επί συμβάντων, αυτό που συμβαίνει στον χρόνο. Είναι εκεί που δίνονται όρκοι υπόσχεσης. ΙΙ. Έρχομαι εις τινά κατάσταση. Υπόκειμαι εις τινά κατάσταση. Διατελω υπό την προστασία τινός. Πηγαίνω προς…

Γιγνώσκω: (κατ’ αναδίπλωση √ΓΝΟ) Αρχίζω να εννοώ, διακρίνω, καταλαβαίνω, σημειώνω, μαθαίνω, παρατηρώ. Το αντίθετο από τα γιγνωσκόμενα είναι τα εν-νοούμενα. Ο εν-νοών τα πράγματα και τις περιστάσεις. Ο συνετός. ΙΙ. Παρατηρώ και γι’ αυτό σχηματίζω κρίση περί τίνος πράγματος, κρίνω, νομίζω. Υπάρχει διάκριση γνώσης, τα μεν σημαίνουν γνώση εκ παρατηρήσεως, τα δε ως ειδέναι αναφέρονται ως γνώση εκ σκέψεως και συλλογισμού. Επίσης το γιγνώσκω όταν συντάσσεται ως οίδα, σημαίνει: καταλαμβάνω, εννοώ, κατανοώ(=κατέρχεται στο νου μου αποκαλύπτομενο το ίδιο το Είναι).(Μεγ. Λεξ. Ελλ. Γλώσσας Liddell&Scott).

Υποκείμενο: (υπόκειμαι), υποβάλλομαι υπό τους οφθαλμούς, το νου, ή την σκέψη τινός. Είναι τεθειμένος, υπό την προστασία, αφήνομαι ως ενέχυρο αντ’ αυτού, ή «υποθήκη». Υπάρχω, βρίσκομαι υπό την προστασία της αρχής του. Ως λογικός όρος, το υποκείμενόν(εν αντιθέσει προς το κατηγορούμενο). Τα εμά έναντι των άλλων.

Είναι

Τα πάντα εντός του Είναι βρίσκονται. Εκεί αληθεύει το νόημα του ζειν τους. Eντος Του, όλα είναι δυνατά και ουδέν αβέβαιο. Έτσι το Είναι επιλέγει να εκφράζει το οικουμενικό του χαρακτήρα: μέσα από τα πράγματα, τις σκέψεις, τις ενέργειες και τα συμβάντα.

Βάση Αυτού, όλα βρίσκονται υπό την προστασία Του, στην θαλπωρή του οίκου τους. Τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει αυτόνομα, χωρίς να είναι συνδεδεμένο μαζί Του. Μόνο Αυτό άρχει και τίποτα δεν μπορεί να υπάρχει ξέχωρα από αυτό. Εκεί που Αυτό υπάρχει, όλα συνυπάρχουν ως συμπληρωματικά και όχι συγκρουσιακά, επειδή όλα είναι περιεχόμενα Του.

Έτσι διαφυλάσσεται η συνέχεια Του, επειδή δεν υφίσταται τίποτα που να είναι αντίθετο του. Στην απόλυτη ενότητα του Είναι, όλα μοιράζονται ως οικουμενικές εμπειρίες που καλούμαστε να βιώσουμε. Το Είναι όπως και ο Ήλιος, δεν επιλέγει που θα στείλει το φως του, απλώς το ακτινοβολεί παντού. Όλα το ίδιο, στο δικό τους οίκο διαμένουν. Το Είναι (ως ειμί, είμαι) συνδέει το κατηγορούμενο με το υποκείμενο του.

Αλήθεια

Αληθεύει αυτό που ανασύρω από την λήθη(α-λήθη). Αυτό συν-βάνει διότι έχει να μου αποκαλύψει κάτι, που το έχω λησμονήσει. Μαθαίνω μόνο όταν εν-θυμούμαι: ποια η κοινή Πηγή προέλευσης των πάντων. Ένας είναι ο Δρόμος, μία και ο οδηγός: το ίδιο το Είναι. Μια επίσης είναι και η αγκαλιά της σφαιρικής Αλήθειας, όπου όλα τα περιχέει.

Εντός του Είναι, όλα ομονοούν και ως νανουρίσματα, ανακουφίσουν κάθε ανησυχία και κάθε κραυγή αγωνίας. Ένας και κοινός ο δρόμος που υπάρχει, γιατί μια είναι η αγκαλιά: του Είναι. Όπως και μια η βεβαιότητα όλη και όλη: αυτή της Αγάπης που καλούσατε να βεβαιώσουμε ιδίοις όμμασι, στην ζωή μας. Για αυτό ζούμε, για να διαπιστώσουμε πως η ύπαρξης μας, ίσταται εντός του Είναι: με την βεβαιότητα της Αλήθειας και της Αγάπης Του.

[Το Είναι=ως η σφαιρική Αλήθεια = εξ της καθολικής Του Αγάπης=εν-Νοείται, ως Ενιαίο Υποκείμενο. Μόνο τότε η γνώση γίνεται βίωμα Αλήθειας εσώτερο (δηλ. αδιαμφισβήτητο)].
 
Αγάπη και Μητέρα

Αν επιθυμούμε να γαληνεύσει ο νους, στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας, ας οραματιζόμαστε την αγκαλιά της αγάπης του Είναι, προσομοιάζοντας την με την μητρική αγκαλιά, όπου όλοι ζήσαμε στα πρώιμα χρόνια.

Χωρίς αυτήν την αγκαλιά της μητρικής Αγάπης, η επιβίωση καθίσταται αδύνατη, για κάθε ύπαρξη. Τα νανουρίσματα της μητέρας, προστατεύουν από κάθε κινδύνο. Απαλύνουν την όποια ανησυχία και επαναφέρουν την γαληνή. Έτσι ώστε, ο ύπνος να βρει πρόσφορο καταφύγιο για κάθε μορφής ανάπτυξης των ονείρων μας. Χωρίς αυτήν την απαραίτητη ανάγκη, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να επιβιώσει, να αναπτυχθεί και να ειρηνεύσει μέσα του, έτσι ώστε να μεγαλουργήσει.

Αν στα δύσβατα της ζωής, τύχει και εκφράσουμε την άγνοια μας, την αγωνιά, ή τις όποιες απορίες, ενδέχεται να αφουγκραστούμε εντός μας, ψίθυρους που επιζητούν τον διάλογο:

α) Για όσα λοιπόν δεν γνωρίζουμε, η Αληθινή Αγάπη, με ψιθύρους, θα δώσει την απάντηση για να μας καθησυχάσει: «Δεν πειράζει αρκεί που το Είναι γνωρίζει».

β) Επίσης, στις αγωνίες και τους φόβους μας, η Αληθινή Αγάπη θα δώσει και πάλι την απάντηση της: «Δεν πειράζει, το Είναι ποτέ δεν αγωνιά, διότι όλα γνώριμα και οικεία Του είναι, για λογαριασμό μας».

γ) Στις συνεχείς όποιες απορίες, (όταν δηλ. ρωτάμε για αυτό, εκείνο, ή το άλλο), εύλογο και φυσικό είναι -για εκείνο που δεν γνωρίζουμε- να αγωνιούμε; Γι’ αυτό ας μην διστάσουμε να θέσουμε το ερώτημα απευθυνόμενοι πρώτα προς το Είναι μας. Και μέσα στην αναμονή, μέχρι να μας αποκριθεί το ίδιο (το Είναι), εμείς με ψίθυρους μιας απαιτούμενης βεβαιότητας, ας τολμήσουμε να ρωτήσουμε της ομολογία του στις εύλογες απορίες μας: μήπως επειδή, «Εσύ γνωρίζεις… διότι τα πάντα δύνασαι, θα πρέπει να μου φανερώσεις εν τω έργο την απάντηση;»

Κατόπιν, ας αναμένουμε… ώσπου να αισθανθούμε τα αποτελέσματα: ενός πέπλου νοητικής γαλήνης να μας επισκέπτεται, ώστε να βεβαιώσουμε την αποκάλυψη της αλήθειας Του. Να νοιώσουμε να μας αγκαλιάσει, όπως η θέρμη της μητρικής αγκαλιάς της Αγάπης*, ώστε τα όνειρα μας να ανατείλουν σε παραδείσιους τόπους.

* Δεν υπάρχει παιδί που με κάποιο τρόπο, να μην έχει βιώσει την δυσαρέσκεια του, για κάτι που επιθυμούσε και οι γονείς του είχαν στερήσει.

Αυτή η στέρηση πολλές φορές δημιουργεί τραύματα, τα οποία κουβαλάμε και στην υπόλοιπη ενήλικη ζωής μας. Συνήθως οι σχέσεις γονέα παιδιού -ειδικά του ιδίου φίλου- στην εφηβική ηλικία, γίνονται ανταγωνιστικές. Ας αναρωτηθούμε όμως, ποια είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε ύπαρξη -όπως και η δική μας- ώστε να γεννηθούμε και να επιβιώσουμε; Μήπως αυτή δεν είναι η κυοφορία;

Κάποιος θα πρέπει να διαθέσει το σώμα του, τον χρόνο και την αγκαλιά του και να μας φιλοξενήσει, ώστε εμείς να υπάρξουμε. Να θυσιάσει ένα κομμάτι της ζωής τους και να στρέψει αποκλειστικά την προσοχή του προς εμάς: μόνον έτσι θα μπορέσουμε να επιβιώσουμε. Αυτό μόνο η μητέρα που μας γέννησε, μπορεί να μας το παρέχει.

Αν το συνειδητοποιήσουμε, τότε το μόνο που απομένει να κάνουμε -διά βίου- είναι η βαθιά μας ευγνωμοσύνη στο πρόσωπο της. Αυτή που της δόθηκε η δυνατότητα και μας έφερε στην ζωή, είναι σαν να μας έχει προσκαλέσει ώστε να βιώσουμε τις φωταψίες του Ζειν. Έστω και αν από δική της αδυναμία και στην προσπάθεια της για κάτι καλύτερο, τα έκαμε παρ’ ελπίδα όλα “λάθος”, από την στιγμή που έχουμε επιβιώσει, αν δεν της αποδώσουμε ευγνωμοσύνη, θα είναι πολύ δύσκολο να συναντήσουμε την γαληνή στις σκέψεις, την ψυχή και στην ζωή μας.

Η έκφραση ευγνωμοσύνης προ της μητέρα μας, γίνεται η δική μας τροφή, ώστε να ευημερήσουμε.

Γι’ αυτόν τον λόγο και μόνο, θα πρέπει να μην λησμονούμε να της εκφράζουμε συνεχώς την δωρεά της με ευγνωμοσύνη: λεκτικά αλλά και νοητική, ακόμα και αν έχει φύγει από την ζωή. Από αυτήν έτσι και αλλιώς, έχουμε πρωτοδιδαχθεί πως να αρδεύουμε ζωή. Στον βαθμό που της εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας, οι δίκες μας ρίζες δυναμώνουν, το δέντρο της ευημερίας μας.

Η μοναδικότητα της μητέρας και η οικουμενικότητα του Είναι

Όπως η μοναδικότητα της μητέρα, το ίδιο και η οικουμενικότητα του Είναι, για κάθε υπάρχον, μας προσφέρουν το δώρο της ζωής, ώστε να το ζήσουμε ως εμπειρία.

Και οι δυο εκ της Αγάπης τους, συνέβαλλαν ώστε να βρεθούμε εντός του Ζειν Αληθώς. Έστω και αν πιστέψουμε πως δεν αξίζουμε ή δεν συναντηθήκαμε με τα αποτελέσματα της ίδιας της Αγάπη, και μόνο που υπάρχουμε, είναι πολύ σημαντικό. Γι’ αυτό, ας είμαστε βέβαιοι ότι: όσο και αν οι τρικυμίες της ζωής μας κατακλύζουν, η προσδοκία της γαλήνης στο ωκεανό της Αγάπης του Είναι, πάντοτε θα μας γοητεύει όταν το συναντάμε.

Πολλές φορές στην ζωή αναρωτιόμαστε, γιατί επιλέγουμε και κάνουμε αυτό ή εκείνο, χωρίς να είναι εξασφαλισμένο το αποτέλεσμα; Ποια ανάγκη μπορεί να μας οδηγεί με ασφάλεια στο ένα ή στο άλλο μονοπάτι, χωρίς από πριν να μας εξασφαλίζει το ποθούμενο αποτέλεσμα; Όπως επίσης, γιατί άλλοτε πετυχαίνουμε και άλλοτε όχι, στις όποιες επιλογές μας;

Μια λογική απάντηση θα ήταν ότι, αυτό που επισυμβαίνει και οδηγεί στο οικουμενικό καλό, δεν είναι δικό μας, αλλά εκ του Είναι προέρχεται. Η απεριόριστη δυνατότητα του Είναι, πάντοτε εφευρίσκει τρόπους να συγκεράσσει τα ασυμβίβαστα των ανθρώπων και τα αντιθετικά τους. Έτσι αποσκοπεί να επανορθώσει την ιδιοτέλεια των επιλογών μας και να απομακρύνει τα τυφλά σημεία, τα οποία διαχωρίζουν και τεμαχίζουν ψευδώς το Είναι.

Οι διαχωρισμοί από το Είναι, αποτελούν την ψευδή αίσθηση των πεπραγμένων μας. Σε κάθε περίπτωση, πριν την ολοκλήρωση ενός κύκλου ζωής, είναι δύσκολο να κατανοήσουμε εξ ολοκλήρου τον σκοπό για τον οποίο ζούμε: να εκφράσουμε δηλ. με την εκφορά μας, το ίδιο το Είναι. Μόνο το Είναι γνωρίζει και με βεβαιότητα μας διαθέτει την δυνατότητα του, για κάθε τι. Έτσι ώστε οι μεταλλάξεις και οι αλλαγές που θα προκύψουν, προς το θετικότερο και πλησιέστερο Αυτού θα είναι, ανεξάρτητα από τις δίκες μας ψευδαισθήσεις.

Και αν παρ’ ελπίδα θεωρούμε ότι δεν τα έχουμε καταφέρει και υστερούμε σε κάτι, δεν πειράζει: «το Είναι διαθέτει την δυνατότητα να επανορθώσει μέσα από εμάς, το δικό του έργο, ανά πάσα στιγμή και σε οποιοδήποτε ενδεχόμενο συμβάν».

Έτσι, κάθε στιγμή στην πορεία της ζωής μας, εγκαινιάζεται μια καινούργια εμπειρία να ζήσουμε. Έχοντας την επίγνωση των συναισθημάτων μας, θα μπορούμε να συναντήσουμε την αυθεντικότητα της ύπαρξης μας, ως αναπόσπαστο μέρος του Είναι. Τότε η χαρά του Ζειν αληθώς, θα περιβάλλει κάθε μας ενέργεια, έστω και αν υπάρχουν σκοτεινά και αδιευκρίνιστα σημεία. Η υπόσχεση του φωτός ,πάντοτε πρόθυμα θα τριγυρνά στα σκιερά σοκάκια του νου, ώστε να φωτιστούν νέες αφετηρίες.

Οι δυνατότητες Του Είναι, άπειρες. Όποια κατεύθυνση και αν πάρουμε, Αυτό θα προ-πορεύεται προοιωνίζοντας μια συνάντηση μαζί μας, για να μας προσδώσει επιβραβεύσεις. Ποτέ δεν θα μπορούσαμε άλλωστε να αποφύγουμε την συνάντηση μαζί του. Όταν η πορεία μας βιώνεται ως συμπόρευση μαζί Του, τότε το άχρονο της αιωνιότητας, γίνεται το γαλήνιο ευτυχές αισθαντικό δικό Του παρόν: ως παρουσία. Έτσι μαθαίνουμε να πορευόμαστε στην ζωή: διδασκόμενοι την κάθε στιγμή, την μετάλλαξη ως μια αιώνια μετάγγιση που μαρτυρεί την αλήθεια του Είναι. Εφαρμόζοντας πιστά το προσωπικό αφήγημα της δίκης μας συμμέτοχης, βιώνουμε την μέθεξη.

Δεν χρειαζόμαστε αποσκευές για το όποιο ταξίδι. Και μόνο που υπάρχουμε η διαβεβαίωση της επιτυχίας είναι διασφαλισμένη. Όπως κάνει και o Ηνίοχος (των Δελφών), το μόνο που χρειάζεται είναι η εστίαση και η προσήλωση στον στόχο του Είναι. Άλλωστε, η προσήλωση στον στόχο κατά την ουσία της, δεν αφορά την τυπική του εκ-δήλωση, αλλά το υπερβαίνον τα ανθρώπινα. Είναι τότε που η ματιά γίνεται σπινθηροβόλα, έτοιμη να δακρύσει από χαρά, κάτω από το θάμπος μιας εγγενούς αποκάλυψης.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την σπίθα, η οποία μεταμορφώνεται σε κεραυνό, γεφυρώνοντας δυο κόσμους εις Έναν.

«Τα πάντα τα κυβερνά ο κεραυνός(του Είναι)» (απ.64) μας θυμίζει ο Ηράκλειτος.

Για αυτό σε κάθε μας “ταξίδι”, ας εν-θυμούμαστε την προσήλωση της ματιάς του Ηνίοχου.

Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι:

Nα φωτιστεί ο νους από την λάμψη του Είναι, ώστε να βιώσουμε την σιωπηλή προσδοκία της γαλήνιας χαράς Του. Αυτή που ως παιδιά όλοι στην μητρική αγκαλιά έχουμε ζήσει, ενώ τώρα ως ενήλικες έχουμε λησμονήσει την αλήθεια της.

Η μεταμόρφωση του νου, είναι αποκλειστικά δική μας εμπειρία να ζήσουμε: εισερχόμενοι στα δώματα του Είναι. Κάθε στόχος εκτός του Είναι χάνει την αξία του. Γι’ αυτό η πρότερη εμπειρία έρχεται ως ενθύμηση α-λήθειας να επανορθώσει την όποια απώλεια έχει προκύψει.

Τον ουρανό του Είναι στο άπειρο βάθος Του, δεν μπορούμε να τον ατενίσουμε άμεσα, διότι η λάμψη της Πηγής του χάνεται στο άχρονο. Έτσι μας προστατεύει επιμελώς από την τύφλωση. Μπορούμε όμως να γίνουμε αγώγιμοι αρωγοί του. Να του επιτρέψουμε δηλ. να διέλθει μέσα από εμάς, για να πειστούμε ότι το Φως δεν είναι δικό μας, αλλά δάνεισμα.

Όποιος γίνεται φορέας Φωτός, βιώνει την σιγουριά της παρουσίας του Είναι του, ως άσβεστη εμπειρία.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που θα πρέπει να επιδιώκει να οράται ο άνθρωπος, είναι η Σχέση του με το Είναι και όχι αυτό καθαυτό (το Είναι). Έτσι καθίσταται διαυγέστερη η ετερόφωτη πορεία μας. Μέσα από την σύμπραξη της Σχέσης μας με το Φως που το Είναι, μας παρέχει, οι σκιάσεις ζωγραφίζουν νέες και άπειρες διαδρομές έτοιμες να διαβούμε.

Τα πάντα έτσι και αλλιώς, υπηρετούν την αποστολή του Είναι τους στο έπακρον. Το ίδιο δεν χρειάζεται να επιβλέψει, διότι η κατεύθυνση είναι ήδη χαραγμένη στην αυθεντική μοναδικότητα της κάθε ύπαρξης. Η όποια παρέκκλιση από Αυτό, καθίσταται αδύνατη. Τι κι αν τα όνειρα καθίστανται πολλές φορές στερημένα και άγονα και χτίζονται στο απρόβλεπτο. Με τις ανεξάντλητες εξερευνήσεις εντός του Είναι, είναι σαν το ίδιο να μας προτρέπει να μην διστάσουμε την αυθεντικότητα του εαυτού να εκφράσουμε και να ακολουθήσουμε.

Είμαστε φορείς αλήθειας, και όταν αφυπνιστούμε από το όνειρο θα το διαπιστώσουμε. Η πορεία που μέλει να κάνουμε, είναι αυτή που ενδεχομένως να μην έχουμε ονειρευτεί ακόμα. Το Είναι μας προσφέρει τα όνειρα Του και το ίδιο φροντίζει στην επάρκεια Του, να συνδράμει ώστε να τα εκπληρώνουμε με βεβαιότητα στο έπακρον.

Η όποια έμμεση ενασχόληση μας με Αυτό, βιώνεται ως εμπειρία Αλήθειας. Η προσφορά των βημάτων του Είναι ως προ-πομπός, γίνονται η πυξίδα Αλήθειας που αναμένουν να ιχνηλατήσουμε και να διαβούμε.

Όταν εισερχόμαστε στην παιδική γαληνή ως ενήλικες, αν και φαντάζει ετεροχρονισμένη και απόμακρη εμπειρία, εν τούτοις ομοιάζει κοντινή και γνώριμη. Σαν να είναι ένα είδος πρόσκλησης στα καλέσματα της Αγάπης. Παρ’ όλο που δεν αντιλαμβανόμαστε επαρκώς, το γιατί, με ποιο τρόπο και για ποιο λόγο συχνά συμβαίνει αυτό, εν τούτοις μας προκύπτει αυτή η χρονική δρασκελιά. Είναι σαν κάθε φορά να μας αναμένει δεκτικά, η νοσταλγική ανοιχτή αγκαλιά του Είναι, όπως και της μητέρας.

Στο παιδί που γινόμαστε και πάλι ως ενήλικες πλέον, με κάποιον τρόπο εκπέμπουμε την λάμψη Του Είναι που εκπροσωπούμε. Εκεί βλέπουμε την ένδειξη της Αγάπης Του: ως το καθρέφτισμα που αντανακλάται και ξεχειλίζει στο παιδικό πρόσωπο, που κάποτε ήμασταν και τώρα έχουμε λησμονήσει.

Στο παρόν τους, όλα παρευρισκόμενα συνυπάρχουν ως Είναι, γεφυρώνοντας χωροχρονικές αποστάσεις (λες και ποτέ να μην υπήρξαν ξέχωρα).

Αν συνεχίσουμε να κοιτάμε επίμονα αυτό το παιδικό πρόσωπο του κάποτε ήμασταν, μέσα από της αγνότητας το ένδυμα, τότε θα έχουμε υπερβεί παρελθούσες δεκαετίες που θα συμψηφιστούν ως αθροίσματα εμπειριών στο παρόν. Μια στιγμή και μόνο αρκεί, ώστε το όραμα Αλήθειας, να φανερώσει στιγμιαία τον προορισμό που το Είναι μας έχει αναθέσει να αποκαλύψουμε. Μέσα από την ελευθερία των χρονικών περιορισμών, το όραμα με μια δρασκελιά ανάμνησης, θα μας μετάγγισει την γνώση του αχώρητου: ως επίγνωση που το Είναι μέσα από την σιωπή[1], μας καλεί να ακολουθήσουμε με χαρά.

Θα είναι εκείνη η στιγμή που στην αγκαλιά μας, θα κρατάμε το μικρό παιδί που κάποτε ήμασταν, και είχαμε ξεχάσει να πούμε ευχαριστώ: σε οποίου την αγκαλιά μας είχε κρατήσει. Το ίδιο ευχαριστώ θα είναι ευεργετικό αν το απευθύνουμε επίσης και στο Είναι: Αυτό το οποίο μεριμνά και μας οδηγεί ως το σήμερα, ώστε να συναντήσουμε το άχρονο Του. Να βιώσουμε το δικό Του Αληθώς Ζειν αιώνια, ενώ εμείς οικούμε εντός του: ως υπο-κείμενα.

Εκεί που οι αντιθέσεις συμφιλιώνονται, η αγκαλιά της Αγάπης ως πλημμυρίδα παντοτε θα πλεονάζει. Είναι τότε που η γαληνή ειρηνεύει κυρίαρχα: μέσα από την συγχώρεση. Εκεί που η Δύση, την Ανατολή της βεβαιώνει: του ενός Ηλίου που ποτέ δεν έλειψε στιγμή, η ζεστασιά της αγκαλιάς που μας γεμίζει με το Φως του. Ο Χρόνος τότε γίνεται ακέραιος: όταν στην αγκαλιά του ενήλικου βίου, κρατάμε το παρελθόν της θαυμαστής παιδικής αποκάλυψης. Τα αφανή και απόκρυφα των χωρισμάτων ανύπαρκτα διαστήματα, στο παρόν πάντοτε μηδενίζονται.

Η μητρική Αγάπη ως Είναι

Όλοι έχουμε βιώσει την εμπειρία της γέννησης μας, έστω και αν την έχουμε λησμονήσει. Το ότι υπάρχουμε και επιβιώσαμε, υποδηλώνει πως μια μήτρα μας κυοφόρησε. Ως έμβρυα η μητρική αγκαλιά, νανούρισε τα όνειρα μας και γαλήνεψε τις ανησυχίες μας. Έτσι, έχουμε λάβει ήδη, τις αγκαλιές που με κάποιο τρόπο πρέπει να επιστρέψουμε. Πρωτίστως στην μητέρα που χάριν αυτής υπάρχουμε. Ας μην λησμονούμε να εκφράζουμε συνεχώς, την ευγνωμοσύνη στο πρόσωπο της, με νοητικές και φυσικές αγκαλιές. Να της επιστρέψουμε τα λόγια αγάπης, τα όποια συνέβαλαν στην ενηλικίωση μας. Όταν αυτό το επιτύχουμε, τότε ως αναγνώριση θα επιστρέψουμε αυτό που έχουμε λάβει, στο περιβάλλον στο ποιο ζούμε.

Στην θαλπωρή μιας αγκαλιάς, θεραπεύονται όλα τα τραύματα. Ενώ τα ειλικρινή λόγια Αγάπης όταν εκστομίζονται, την αλήθεια του Είναι εκπροσωπούν και εξ ονόματος Αυτού ομιλούν.

Εκεί συντελείται το θαύμα: στην συν-χώρεση και στο άνοιγμα μιας ενιαίας νοητικής συνέχειας. Ομοίως, όπως το κάτω της Γης, αγκαλιάζεται από το πάνω του Ουρανού, στην έν-ωση τους όλα ειρηνεύουν Ζωή. Στην γαληνή του ενιαίου Νου, όλα θρέφονται, επιβιώνουν και αναγεννώνται ως Είναι. Τότε το δούνε και λαβείν, δεν μετρά ως συναλλαγή, αλλά ως προσφορά αυτεπιστροφής της Αγάπης, την οποία ήδη έχουμε λάβει.

Στην αγκαλιά της μητέρας πρώτα βιώσαμε την ζωή και κατόπιν καλούμαστε να γνωρίσαμε το αληθινό δόσιμο της προέλευσης της: εκ του Είναι. Έτσι δίνεται μορφή στην ουσίας της ύπαρξης: ως δώρημα του Είναι. Η γέφυρα ανάμεσα σε εμάς και το κόσμο που μας περιβάλει, είναι η μητέρα μας. Ως άξιος εκπρόσωπος του Είναι, αυτή πρώτα αξιώθηκε και κατόπιν της επετράπη να επιστρέψει, μέσα από το πρόσωπο μας την υψίστη τιμή ζωης.

Έτσι ο κύκλος ολοκληρώνει εξασφαλίζοντάς την τροχιά της συνέχειας του Είναι. Τα άξια Λόγου περιχαρακώνονται και εκ της σχέσεως τους με το Είναι αξιώνονται. Στην μητέρα ανέθεσε (το Είναι), με την εμπιστοσύνη που της έδειξε, να μας μεταφέρει σε έναν κόσμο ευρύχωρο, που μας συν-χωρεί ωσάν να είναι και δικός μας.

Ο κόσμος του Είναι γίνεται δικός μας, όταν το ζούμε στην επάρκεια Του. Αυτή την πόρτα της ζωής, την ξεκλείδωσε η μητέρα μας, για να εισέλθουμε στα θαυμαστά ενδό-κοσμα του Είναι. Εντός αυτού του δικού μας κόσμου, μπορούμε να ζήσουμε την εκπλήρωση κάθε ανάγκης και κάθε ονείρου. Να βρούμε αυτό που θεωρούμε ότι χάθηκε και να ελευθερωθούμε από αυτό που πιστεύουμε ότι μας στερεί την ελευθερία και δικαιωματικά μας ανήκει. Το καλωσόρισμα του Είναι, ποτέ δεν θα αρνηθεί να δίνει τροφή στα όνειρα μας.

Η μητρική αγάπη είναι ο εγγυητής της πρότυπης Αγάπης του Είναι.

Κρυμμένη στο υπέδαφος η ίδια μήτρα Ζωής, ως αστείρευτη κρήνη της Αγάπης και Δημιουργίας του Είναι, αιωνία θα μας προσφέρει την τροφή της :με ανάσες Ζωής. Έως ότου βιώσουμε την ευτυχία και την χαρά της προσφοράς Της, θα μας αξιώνει ήδη ώστε να συνδράμουμε επάξια με την συμμετοχή μας στο Ζειν Αληθως.

Εν τέλει, η γαλήνη επιστρέφει στον άνθρωπο, στον βαθμό που του εν-θυμίζει να μην λησμονεί την προέλευση του (προερχομένη εκ του Είναι). Αυτό θα συμβαίνει όταν αποδίδει ευγνωμοσύνη προς τους γεννήτορες του. Η υπενθύμιση αυτή, τον εξοικειώνει με το να εφευρίσκει τους τρόπους, ώστε να υποκαθιστά την δική του αποφασιστικότητα και να την αφήνεται στην αγκαλιάς της Σχέσης του με το Είναι.

Κατά τον Heidegger : Στην μητρική για την ζωή θυσία, τελείται η κρυφή ευχαριστία που από μόνη της, τιμά την χάρη του Είναι. Ως τέτοια (χάρις) έχει εναποθέσει το Είναι στην αυθεντικότητα του ανθρώπου και μέσα στην σκέψη, ώστε (ο άνθρωπος) σχετιζόμενος με το Είναι, να αναλαμβάνει τη φρούρηση του Είναι.[2]

Ίσως εν τέλει, ο Heidegger στηριζόμενος στην παρμενίδεια εμπειρία του Είναι, η οποία αποκτήθηκε από την ελληνική σκέψη, να ερμήνευσε ότι: «Η αληθινή γνώση προκύπτει από την απόρροια ενός στοχασμού, ο οποίος εκπηγάζει από την εμπειρία της Αλήθειας του Είναι και όχι από την θεώρηση των όντων ως αντικειμένων».[3]

Έτσι λοιπόν η γνώση αληθεύει: όταν «διατηρεί κάθε φορά την σχέση της με το ουσιώδες των όνων» ως υποκείμενα του Είναι.

Εκ κατακλείδι: Ο κάθε άνθρωπος, με την επαγρύπνηση του, την σκοπιά του Είναι περιφρουρεί, [ακόμα και όταν ο ίδιος το αγνοεί].
--------------------------------
[1] Κατά τον Heidegger: «Η σιωπηλή φωνή, είναι η φωνή του Είναι. Αυτή ως πρωταρχική σκέψη, είναι η ηχώ της εύνοιας του Είναι, εντός της οποίας φωτίζεται και τελείται το Μοναδικό: ότι τα όντα είναι» περιεχόμενα Του (ΤεΜ. σ.96). Έτσι αποκρίνεται το Είναι: μέσα από επι-σκέψεις και στοχασμούς, που κατόπιν γίνονται πράξεις.

[2] Martin Hedegger, “Τι είναι μεταφυσική;”, Πατάκη, Αθήνα 2015. σ.96.

[3] ομοίως σ.94

Οι νόμοι, η τυραννίδα και η ανακάλυψη της πολιτικής

Η μελέτη της έκτασης των ανταλλαγών στον Ελληνικό κόσμο κατά την αρχαϊκή και την κλασική εποχή μας οδηγεί άμεσα σε θέματα δικαίου. Κάποιο είδος μηχανισμού για την επίλυση των διαφορών πρέπει να υπάρχει σε κάθε κοινωνία, όπως υπάρχει και σε κάθε οικογένεια. Ο αγών με την έννοια της δικαστικής υπόθεσης ανάγεται τόσο παλιά στην ελληνική λογοτεχνία, όσο και ο άγων με την έννοια του αθλητικού ανταγωνισμού. Η επίλυση διαφορών αποτελεί τον πυρήνα και των δύο ομηρικών επών: η Ἰλιάδα αναδεικνύει τη δυσκολία ανεύρεσης μιας ικανοποιητικής διευθέτησης της έριδας μεταξύ του Αχιλλέα και του Αγαμέμνονα· τελικά, αυτό που συμβαίνει δεν είναι τόσο η εξεύρεση μιας λύσης, όσο η επανεκτίμηση του θέματος από τις δύο πλευρές. Η 'Οδύσσεια βασίζεται στην ανικανότητα των μνηστήρων να επιλύσουν το πρόβλημα ποιος από αυτούς θα έπαιρνε ως σύζυγο την Πηνελόπη και σε ένα κριτήριο διευθέτησης της διαφοράς, την ικανότητα να τεντώσουν το τόξο, κάτι το οποίο κανένας τους δεν μπόρεσε να καταφέρει. Στο ησιόδειο Ἔργα καί Ἡμέραι, τμήμα της μονομερούς επίλυσης της έριδας μεταξύ του Διός και του Προμηθέα αποτελούν ο καθορισμός των συνθηκών της ανθρώπινης ζωής και το γεγονός ότι οι άνθρωποι αναγκάζονται να μοχθούν για την παραγωγή της τροφής τους. Επιπλέον, η Ἰλιάδα και το Ἔργα και Ἡμέραι αναφέρονται ακροθιγώς σε πιο τετριμμένες διευθετήσεις διαφορών, σε έναν κόσμο με τον οποίο το ακροατήριό τους αναμενόταν να είναι εξοικειωμένο. 

Επάνω στην ασπίδα που ο Ήφαιστος κατασκεύασε για τον Αχιλλέα, η σκηνή μιας πόλης σε καιρό ειρήνης περιλαμβάνει μία συγκέντρωση των ανθρώπων στην αγορά, προκειμένου να παρακολουθήσουν τους πρεσβύτερους στην εκδίκαση μίας διαφωνίας, σχετικά με τη δυνατότητα ενός άντρα που σκότωσε κάποιον να εξαγοράσει την ποινή του (Ἰλιάδας Σ 497- 508).1 Οι πρεσβύτεροι προφανώς θα προσφέρουν τις προσωπικές τους κρίσεις, η υπόθεση θα διευθετηθεί σύμφωνα με την «ορθότερη» και αυτός ο οποίος θα την εκφέρει θα γυρίσει στο σπίτι του πλουσιότερος κατά δύο τάλαντα χρυσού. Η ορθότητα της κρίσης αποτελεί επίσης αντικείμενο του ησιόδειου Ἔργα και Ἡμέραι, όπου ο ποιητής παραπονιέται ότι ο αδερφός του Πέρσης, αφού πήρε μεγαλύτερο μερίδιο της κληρονομιάς από το δικό του, έφερε την υπόθεσή του ενώπιον των βασιλέων και, κατά τα φαινόμενα, την κέρδισε (Ἔργα καί 'Ημέραι 27-41). Ο Ησίοδος υπαινίσσεται ότι η νίκη επιτεύχθηκε με δωροδοκία επομένως, με αυτόν τον τρόπο εξηγείται πιθανόν το τεράστιο ποσό το οποίο προσφέρθηκε για την ορθή κρίση στην παράσταση της ασπίδας του Αχιλλέα: η δίκαιη κρίση μπορεί να εξασφαλισθεί μόνο αν η ορθή κρίση είναι οικονομικά πιο συμφέρουσα από τη στρεβλή. 

Αν και ορισμένες μεταφράσεις τους εισάγουν, οι νόμοι δεν αποτελούν επίμαχο ζήτημα ούτε στην Ἰλιάδα ούτε στο ’Ἔργα και Ἡμέραι. Οι αρχές, βάσει των οποίων οι πρεσβύτεροι στη μία περίπτωση και οι βασιλείς στην άλλη αναμένεται να ενεργήσουν, είναι αρχές αμεροληψίας. Παραπλήσια διαδικασία θεωρούσε ο Αριστοτέλης ότι ίσχυε ακόμη στη Σπάρτη των κλασικών χρόνων (Πολιτικά 2,1270b 28-31)· ο Αριστοτέλης επέκρινε το γεγονός ότι οι έφοροι, οι οποίοι δεν ήταν αναγκαίο να έχουν κάποιο ιδιαίτερο προσόν για την εκλογή τους στο πιο σημαντικό αιρετό αξίωμα, αποφάσιζαν για τις υποθέσεις με βάση την προσωπική τους κρίση και όχι σύμφωνα με γραπτούς νόμους. Αλλά, όπως υποδηλώνει η αντίθεση του Αριστοτέλη, στην κλασική εποχή ήταν αναμενόμενη η ύπαρξη ενός κωδικοποιημένου δικαίου. 

Οι πρωιμότεροι γραπτοί νόμοι που έχουν διασωθεί χρονολογούνται στον 7° αιώνα. Ενδεχομένως να προσδοκούσαμε ότι θα μεριμνούσαν ακριβώς για εκείνα τα ζητήματα που εξετάζονται στις διενέξεις που απαντούν στην Ἰλιάδα και στο ησιόδειο Ἔργα και Ἡμέραι - πρόκειται για τα εγκλήματα κατά της ζωής και εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας. Ωστόσο, στην πραγματικότητα αυτοί οι νόμοι δεν εστιάζουν στην ανθρωποκτονία, στην κλοπή ή σε άλλα συναφή ουσιώδη θέματα, αλλά αντικατοπτρίζουν ένα άλλο χαρακτηριστικό των διενέξεων στον Όμηρο και τον Ησίοδο -μία εμμονή με τη διαδικασία. 

Το πλησιέστερο παράλληλο με την έριδα που απεικονίζεται στην ασπίδα του Αχιλλέα εντοπίζεται σε μία λεπτομερώς σωζόμενη διάταξη των νόμων που συνέταξε ο Δράκων στην Αθήνα, στα τέλη του 7ου αιώνα. Αυτή η διάταξη διασώθηκε επειδή συνέχισε να αποτελεί ισχύοντα αθηναϊκό νόμο και ξαναγράφηκε στο πλαίσιο της κωδικοποίησης του αθηναϊκού δικαίου, στα τέλη του 5ου αιώνα. Αυτός ο νόμος αφορά ακριβώς στην ανθρωποκτονία και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες μπορεί να λάβει χάρη κάποιος ένοχος για φόνο εξ αμελείας. Όμως, δεν αναπτύσσει διεξοδικά τις περιστάσεις στις οποίες ένας φόνος μπορεί να θεωρηθεί εξ αμελείας (μη ἐκ προνοίας στην αρχαία ελληνική) αλλά τις συνθήκες που πρέπει να ισχύουν αναφορικά με την οικογένεια του θύματος, προκειμένου να δοθεί χάρη. 

Ο νόμος του Δράκοντα για την ανθρωποκτονία κατέχει μία θέση στην ιστορία του τερματισμού της αντεκδίκησης και της ανάληψης της επίλυσης των διαφορών από την πόλη. Ωστόσο, άλλοι διασωθέντες νόμοι της πρώιμης εποχής επεδείκνυαν πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την αυξανόμενη δύναμη του κράτους παρά για τις εξουσίες που συνέχιζε να έχει η οικογένεια. Έτσι, ένας νόμος του 7ου αιώνα από την Δρήρο της Κρήτης προέβλεπε ότι το ανώτατο αξίωμα πρέπει να έχει ενιαύσια θητεία και κανείς να μην ανέλθει εκ νέου σε αυτό πριν την παρέλευση δέκα ετών. Σε έναν νόμο της ίδιας περίπου περιόδου από την Τίρυνθα της Αργολίδας μαρτυρείται μία εκτεταμένη ιεραρχία αξιωματούχων, οι οποίοι έπρεπε να ελέγχουν ο ένας τον άλλο και να υπόκεινται στον γενικό έλεγχο ολόκληρης της κοινότητας, καθώς και η ύπαρξη ενός αξιωματούχου, ο οποίος είχε εξουσίες μεγαλύτερες ακόμη και από εκείνες της κοινότητας. Παρόμοια, ένας νόμος των αρχών του 6ου αιώνα από τη Χίο φαίνεται ότι παρουσιάζει τον κανονισμό των αξιωμάτων και την ανώτατη δικαιοδοσία μιας «βολῆς δημοσίης», στην οποία κάθε φυλή των κατοίκων αντιπροσωπεύεται εξίσου και από έναν μεγάλο αριθμό αντιπροσώπων (πενήντα). 

Εντοπίζουμε ένα σχετικά παρόμοιο σώμα διατάξεων στην αποκαλούμενη σπαρτιατική ρήτρα, έναν νόμο ο οποίος διασώζεται από τον Πλούταρχο, στον βίο του θρυλικού Σπαρτιάτη νομοθέτη, του Λυκούργουείναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Πλούταρχος άντλησε τις πληροφορίες του από τη Λακεδαιμονίων Πολιτεία, την οποία είχε συντάξει η ερευνητική ομάδα του Αριστοτέλη κατά το τρίτο τέταρτο του 4ου αιώνα. Η παλαιότητα αυτού του νόμου δεν προκύπτει μόνον από την ασάφεια της γλώσσας, η οποία απαιτούσε την αριστοτελική ανάλυση, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο φαίνεται να αναφέρεται σε αυτόν ένα ποίημα του 7ου αιώνα του Σπαρτιάτη ποιητή Τυρταίου. Ο νόμος προβλέπει τακτικές συνεδριάσεις μίας συνέλευσης και προνοεί για την κυριαρχία της· αντικείμενο διαμάχης των ερευνητών απετέλεσε το κατά πόσο ο ισχυρισμός του Πλουτάρχου ότι ο συμπληρωματικός όρος (με τον οποίο επιτρεπόταν να παραμερίζονται από τη Γερουσία «στρεβλές αποφάσεις») ήταν μία μεταγενέστερη προσθήκη. 

Αυτοί οι νόμοι, οι οποίοι προέρχονται από ελληνικές πόλεις σε διάφορες περιοχές του ελληνικού κόσμου και εξελίχθηκαν αρκετές φορές σε ένα χρονικό διάστημα εκατόν πενήντα ετών από το 700 κεξ., αποκαλύπτουν μια ευρύτατα διαδεδομένη ανάπτυξη σύνθετων δομών εξουσίας, παράλληλα με μία συνεχή φροντίδα, τόσο για την εποπτεία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων των αξιωματούχων, όσο και για τη διασφάλιση της μη οικειοποίησης εξουσιών από αυτούς, εξουσίες που η κοινότητα επιθυμούσε να κατέχει η ίδια. Σε κανέναν από αυτούς τους νόμους δεν υπάρχουν ενδείξεις διαμάχης μεταξύ του λαού και μιας αριστοκρατίας. Υπάρχουν, ωστόσο, πολλά ίχνη αμοιβαίας καχυποψίας μέσα σε μία ομάδα, αρκετά ή όλα τα μέλη της οποίας μπορούσαν να εκλεγούν στα δημόσια αξιώματα. Επίσης, ξεκάθαρα λαμβάνεται μέριμνα, ώστε η ύπατη ευθύνη να εναπόκειται είτε σε ολόκληρο το σώμα των (πρώην) αξιωματούχων είτε σε ολόκληρη την κοινότητα (μολονότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποιος περιλαμβανόταν σε ή αποκλειόταν από έννοιες όπως «λαός» -δήμος- ή «όχλος» -όχλος). 

Με όρους της Ιστορίας του Δικαίου, η συνεχής ενασχόληση των πρώιμων Ελληνικών νόμων με τη διαδικασία δεν ταιριάζει σε μια κομψή εξελικτική εικόνα, στην οποία η πολιτεία αποσπά βίαια την επίλυση των διαφορών από την οικογένεια. Ούτε ταιριάζει επίσης με μια εικόνα νομικών ενεργειών που αποσκοπούσαν αποκλειστικά στη θέσπιση νόμων οι οποίοι, αν και δεν παύουν να αποτελούν γενικούς κανόνες, λαμβάνουν σε μεγάλο βαθμό υπόψη συγκεκριμένες περιστάσεις. Παρόλο που ο Ευριπίδης, στην τραγωδία του ικέτιδες (στ. 433- 434), βάζει τον Θησέα να ισχυριστεί ότι «γεγραμμένων δέ των νόμων ὁ τ’ ἀσθενής πλούσιός τε τήν δίκην ἴσην ἔχει», ακόμη και ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1287b 4-8) ήταν έτοιμος να παραδεχτεί ότι η κρίση ενός και μόνου αξιωματούχου θα μπορούσε να είναι ασφαλέστερη από ό,τι η σύμφωνα με τον γραπτό νόμο δράση. Η συσσώρευση περιορισμών -η οποία διακρίνεται φευγαλέα στον νόμο της Τίρυνθας, όπου μία ασυνήθιστη σειρά αξιωματούχων επιτηρούν ο ένας τον άλλο- εντοπίζεται γενικότερα σε αρκετούς ελληνικούς νόμους. Ένα παράδειγμα, το οποίο ήταν κλασικό ήδη στην αρχαιότητα, ήταν ένας αθηναϊκός νόμος που αποδιδόταν στον Σόλωνα και όριζε ότι μία διαθήκη ήταν νόμιμη υπό την προϋπόθεση ότι κατά τη σύνταξή της ο διαθέτης δεν έπασχε από άνοια, ούτε ήταν μεθυσμένος, φυλακισμένος, υπό την επήρεια ναρκωτικών ή υπό την επιρροή κάποιας γυναίκας. Δίχως να εξασφαλίζει την ισότητα, αυτό που έκανε ένας νόμος τέτοιου είδους ήταν να ενισχύει την εξουσία του αξιωματούχου ή του δικαστηρίου που άκουγαν αυτήν την υπόθεση, καθώς σταθμιζόταν ακριβώς τι θεωρούνταν ως γεροντική άνοια, επιρροή ή οτιδήποτε άλλο. 

Στην πραγματικότητα, η εμμονή των παραπάνω νόμων με τη διαδικασία εντάσσεται στην ιστορία της πολιτικής. Η πόλη της ασπίδας του Αχιλλέα έχει τους πρεσβύτερούς της, η πόλη του Πέρση και του Ησιόδου τους βασιλείς της (οι οποίοι δεν είναι μάλλον «βασιλείς» αλλά αξιωματούχοι, ακόμη και αν το αξίωμα τους θα πρέπει να θεωρηθεί κληρονομικό). Οι μεταγενέστερες ελληνικές παραδόσεις προσφέρουν ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο διακυβέρνησης των κοινωνιών εκείνης της εποχής, αλλά και οι ίδιοι οι Έλληνες σε μεγάλο βαθμό έκαναν υποθέσεις γύρω από τα πρώτα είδη διακυβέρνησης, θεωρώντας ότι μερικά από τα πολιτεύματα που παρατηρούσαν γύρω τους ήταν παλαιότερα (καθότι «πιο πρωτόγονα») από άλλα. Έτσι, μερικοί αρχαίοι πολιτικοί στοχαστές πρότειναν ότι οι ελληνικές πόλεις έτειναν να ακολουθούν μία πορεία που είχε ξεκινήσει με τους βασιλείς και είχε περάσει σε μία κληρονομική αριστοκρατία- στη συνέχεια, την αριστοκρατία είχαν διαδεχθεί οι τύραννοι, οι οποίοι υπερασπίζονταν τον λαό πριν ανατραπούν από τον ίδιο, όταν αυτός εγκαθίδρυσε τη δημοκρατία. 

Αυτό το εξελικτικό μοντέλο, όπως τα περισσότερα του είδους, ανταποκρίνεται σε ορισμένα γεγονότα. Από τα μέσα του 7ου αιώνα εμφανίστηκαν σε πολλές ελληνικές πόλεις άτομα τα οποία σφετερίσθηκαν εξουσίες και προέβαλαν τους εαυτούς τους ως τους τελικούς κριτές. Αυτοί οι άντρες έγιναν τελικά γνωστοί ως «τύραννοι». Οι τύραννοι όχι μόνο δεν αντικατέστησαν τους υπάρχοντες πολιτειακούς μηχανισμούς, αλλά φαίνεται ότι συχνά τους άφηναν να λειτουργούν, διαφυλάσσοντας όμως για τον εαυτό τους το δικαίωμα άρνησης της επικύρωσης αποφάσεων που λαμβάνονταν από άλλα όργανα. Η λέξη «τύραννος» είναι πιθανόν δάνειο από την Ανατολή, κάτι που υποδηλώνει ότι οι Έλληνες ήρθαν εκεί για πρώτη φορά σε επαφή με την ιδέα της δεσποτικής εξουσίας από έναν μόνο άντρα. Έτσι, ο Αρχίλοχος και πάλι (στην πρώτη διασωθείσα χρήση της λέξης στα μέσα του 7ου αιώνα) αρνείται ότι ζηλεύει τον πλούτο του Γύγη και ότι επιθυμεί την τυραννίδα. Οι Ιστορίες του Ηροδότου ξεκινούν με την αφήγηση για τον Γύγη καθώς, με εφαλτήριο τη δολοφονία του Κανδαύλη από τον Γύγη και την ανάληψη της εξουσίας στη Λυδία από τον τελευταίο, σύμφωνα με την αντίληψη του Ηροδότου, ξετυλίγεται η διαδοχή των γεγονότων που οδήγησαν στην κατάκτηση της Λυδίας από την Περσία και κατ’ επέκταση στην άμεση σύγκρουση Περσών και Ελλήνων, την οποία ο ιστορικός επιδιώκει να καταγράψει. Η ηροδότεια αφήγηση για τον Γύγη επίσης εδραιώνει ένα επαναλαμβανόμενο στις ελληνικές αναφορές για την τυραννίδα (αλλά και τη μοναρχία γενικότερα) μοτίβο: μία σχέση απρεπούς συμπεριφοράς απέναντι στις γυναίκες. 

Η πρωιμότερη τυραννίδα, για την οποία διασωζόταν κάποια λεπτομερής παράδοση κατά τον 5° αιώνα, ήταν αυτή του Κύψελου στην Κόρινθο. Η Κόρινθος, λέει η ιστορία, βρισκόταν παλαιότερα στα χέρια της οικογένειας των Βακχιαδών, οι οποίοι μονοπωλούσαν την εξουσία με ολοένα και πιο αποκλειστικό τρόπο. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (5.92), ο Κύψελος ήταν ο γιος μιας γυναίκας της γενιάς των Βακχιαδών, Επειδή όμως αυτή η γυναίκα ήταν χωλή, δεν μπορούσε να βρει έναν άντρα της ίδιας γενιάς και γι’ αυτό παντρεύτηκε κάποιον εκτός της οικογένειας. Μία προσπάθεια των Βακχιαδών να δολοφονήσουν τον γιο της απετράπη (το βρέφος χαμογέλασε) και, όταν μεγάλωσε, ο Κύψελος κατέλαβε την εξουσία. Τυπικά, σύμφωνα με μία άλλη παράδοση (ασυμβίβαστη με την προηγούμενη), ο Κύψελος έγινε αξιωματούχος στην Κόρινθο, απέκτησε καλή φήμη λόγω των δίκαιων κρίσεών του και, εξαιτίας αυτού του γεγονότος, κατέλαβε την εξουσία -δρώντας ακριβώς με τον τρόπο τον οποίο ο νόμος της Δρήρου προσπαθεί να προλάβει. 

Ο Ηρόδοτος έχει ως αφηγητή της ιστορίας του Κύψελου κάποιον Κορίνθιο ονόματι Σωσικλή ή Σωκλή, ο οποίος την αφηγείται με σκοπό να αποτρέψει τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους από την επαναφορά του Ιππία ως τυράννου της Αθήνας. Είτε είναι ακριβής η παράδοση ότι ένας Κορίνθιος είπε αυτήν την ιστορία σε εκείνη την περίσταση είτε όχι, οι περισσότερες αφηγήσεις για τους τυράννους φαίνεται ότι έχουν καταγραφεί από ανθρώπους που προέρχονταν από πόλεις που είχαν απελευθερωθεί από την τυραννίδα- και λέγονταν ως ιστορίες που εμφυσούσαν την προσοχή σε έναν κόσμο όπου διαρ- κώς ελλόχευε ο κίνδυνος της κατάληψης της εξουσίας από ένα άτομο. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι το τελευταίο πράγμα που λέει ο Σωκλής για τον Κύψελο είναι: «Τυραννεύσας δέ ὁ Κύψελος τοιοῦτος δή τις ἀνήρ ἐγένετο· πολλούς μέν Κορινθίων ἐδίωξε, πολλούς δέ χρημάτων ἀπεστέρησε, πολλῶ δέ τι πλείστους τῆς ψυχῆς» (5.92ε.10-5.92ζ.1). Το ίδιο μοτίβο απαντά σε μία ιστορία της παράδοσης της Ρώμης, στην οποία ένας Βακχιάδης, ο Δημάρατος, είχε αναπτύξει εμπορικές δραστηριότητες στην Ετρουρία και αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στην Ιταλία όταν ο Κύψελος κατέλαβε την εξουσία. 

Όσο συνεχίζεται η αφήγηση του Σωκλή, τόσο τα πράγματα γίνονται χειρότερα. Τον Κύψελο διαδέχθηκε στην τυραννίδα ο γιος του Περίανδρος. Ο Περίανδρος ήταν αρχικά πιο μετριοπαθής από τον πατέρα του αλλά, σύμφωνα με τη συμβουλή ενός άλλου τυράννου, του Θρασύβουλου της Μιλήτου, ότι τα ψηλότερα στάχυα πρέπει να κόβονται, μετατράπηκε σε μοχθηρό, εξοντώνοντας όσους Κορινθίους είχαν γλιτώσει τον θάνατο από τον πατέρα του. Στη συνέχεια, η μοχθηρία του καθίσταται έκδηλη και από μία ιστορία, σύμφωνα με την οποία απογύμνωσε τις γυναίκες της Κορίνθου από τα στολίδια τους, με σκοπό να ανακαλύψει το μέρος όπου η νεκρή γυναίκα του (την οποία είχε συμβουλευθεί μέσω του νεκυομαντείου) έκρυψε κάποιον θησαυρό. Στις περιπτώσεις αυτές, παρατηρούμε μία συνεχή εναλλαγή παραμυθικών μοτίβων.

 Αφηγήσεις, οι οποίες είχαν ολοφάνερα κοινή προέλευση με εκείνες για τον Περίανδρο, λέγονταν επίσης και για άλλους τυράννους αυτής της εποχής. Ο Μύρων, ο τύραννος της Σικυώνας, λέγεται ότι: «ἦν περί τε τά ἄλλα και περί τάς γυναῖκας ἀκόλαστος· ἅς οὐ λάθρα μόνον, ἀλλά καί φανερῶς βιασάμενος ἤσχυνεν τελευτῶν δέ καί την Ἰσοδήμου τοῦ ἀδελφοῦ γυναῖκα ἐμοίχευσεν» (Κωνσταντίνος Ζ' Πορφυρογέννητος, De insidiis 22.15-18). 0 Πεισίστρατος έγινε τύραννος της Αθήνας, σύμφωνα με την παράδοση, σε τρεις περιστάσεις. Στη δεύτερη τα κατάφερε, αφού έκανε μία συμφωνία με τον πολιτικό του αντίπαλο, τον Μεγακλή, με την οποία ορίστηκε και ο γάμος του Πεισιστράτου με την κόρη τού Μεγακλή. Αλλά η συμμαχία κα- τέρρευσε όταν η καινούρια του σύζυγος αποκάλυψε στη μητέρα της, σε ένα χαριτωμένο απόσπασμα της αφήγησης του Ηροδότου (1.61), ότι ο σύζυγός της «ἐμίσγετό οἱ οὐ κατά νόμον». 

Ο Περίανδρος εμφανίζεται σε άλλο σημείο της αρχαίας λογοτεχνίας ως ποιητής και ως ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας. Η τυραννίδα του Πεισιστράτου, η οποία στην αφήγηση του Ηροδότου βρίθει τεχνασμάτων και πανουργιών, παρουσιάζεται αλλού ως η «χρυσή εποχή», «η βασιλεία του Κρόνου». Αυτοί οι άντρες (καθώς και άλλοι τύραννοι) αποτελούσαν μορφές, η εικόνα των οποίων μπορούσε να βελτιωθεί με την αφήγηση. Κατέληξαν να αντιπροσωπεύουν την έννοια της τυραννίδας, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό, εφόσον αυτή η έννοια ήταν συνεχώς επίκαιρη και όχι απλά θεωρητική. Οι μεγαλύτερες πόλεις της Σικελίας, για παράδειγμα, για τις οποίες λεγόταν ότι κατά τον 6° αιώνα είχαν στο σύνολό τους τυραννικά καθεστώτα, απαλλάχθηκαν από αυτά μόνο για ένα σύντομο χρονικό διάστημα κατά τον 5° αιώνα, πριν ο Διονύσιος των Συρακουσών και άλλοι διεκδικήσουν την ανάληψη της εξουσίας στα τέλη του 5ου και σε ολόκληρο τον 4° αιώνα. Οι τύραννοι εμφανίστηκαν τόσο σε μεγάλες, όσο και σε μικρές πόλεις και απαντούν σε ολόκληρη την έκταση των αφηγηματικών ιστοριών του 5ου και του 4ου αιώνα. Έτσι, συναντάμε τον ξακουστό Εύαρχο, τύραννο της Αστακού στη βορειοδυτική Ελλάδα, ο οποίος εκδιώχθηκε από την πόλη του, κατόπιν αθηναϊκής στρατιωτικής παρέμβασης, στις αρχές του Πελοποννησιακού Πολέμου και αργότερα κατέφυγε στους Κορινθίους, προκειμένου αυτοί να τον αποκαταστήσουν (Θουκυδίδης 2.30.1, 2.33.1). Επίσης, συναντάμε στις αρχές του 4ου αιώνα τον Εύφρονα, τον καιροσκόπο πολιτικό της Σικυώνας στη βορειοανατολική Πελοπόννησο, ο οποίος έστρεφε τις διάφορες μεγάλες δυνάμεις που δρούσαν στην περιοχή τη μία εναντίον της άλλης και κατάφερε να γίνει τύραννος, πριν τελικά δολοφονηθεί (Ξενοφών, Ελληνικά 7.1-3). Ακόμη, τον Ιάσονα των Φερών στη Θεσσαλία, έναν άντρα που σχεδόν πέτυχε να δημιουργήσει μία πολιτική ένωση, η οποία κατέστησε τη Θεσσαλία μία μείζονα στρατιωτική δύναμη, στην τρίτη δεκαετία του 4ου αιώνα- μπόρεσε να προβάλει τον εαυτό του ως νόμιμο κάτοχο αυτής της θέσης, ωστόσο, όταν δολοφονήθηκε, ο υπόλοιπος ελληνικός κόσμος αντιμετώπισε τους δολοφόνους του ως ηρωικούς τυραννοκτόνους (Ξενοφών, 'Ελληνικά 6.1, 6.4.20-32.1-3). 

Το γεγονός όμως ότι δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε τις λεπτομέρειες που απαντούν σε μεταγενέστερες αφηγήσεις για τους τυράννους δεν σημαίνει πως η τυραννίδα δεν υπήρξε ένα πραγματικό φαινόμενο στην Ελλάδα κατά την αρχαϊκή εποχή. Σημαίνει, ωστόσο, ότι οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί αναφορικά με την αφετηρία εξήγησης του φαινομένου και τους τρόπους με τους οποίους το ερμήνευαν οι αρχαίοι αναλυτές. Αυτός με τη μεγαλύτερη επιρροή είναι ο Αριστοτέλης: διασώζει αρκετές αναφορές για τις περιστάσεις εκδήλωσης της τυραννίδας στις Ελληνικές πόλεις. Μεγαλύτερη έμφαση δίνει στην ανάδειξη στην εξουσία τυράννων στηριγμένων στον λαό, οι οποίοι στόχευαν είτε στην άμεση αντικατάσταση των προηγούμενων βασιλέων είτε των ολιγαρχιών. Παραδέχεται, ωστόσο, ότι ορισμένες αφηγήσεις σχετικά με τις ελληνικές πόλεις της αρχαϊκής εποχής υποδηλώνουν πως η τυραννίδα μπορούσε να προκύψει άμεσα από την ολιγαρχία ή ακόμη και από τη βασιλεία (Πολιτικά 1310b 7-31). Ο τρόπος ανάλυσής του στα Πολίτικά είναι ξεκάθαρος: εξετάζει διεξοδικά τις παραδόσεις που γνωρίζει σχετικά με τους Έλληνες τυράννους και α- ναλογίζεται πόσο καλά αυτές ταιριάζουν σε κάποιο συγκεκριμένο πλαίσιο. Με τον τρόπο αυτό, κάνει ακριβώς την ίδια άσκηση με τους σύγχρονους μελετητές, αν και η παράδοση από την οποία αντλεί πληροφορίες είναι πιθανόν πλουσιότερη. 

Ο Αριστοτέλης έκανε μία υπόθεση που έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τους σύγχρονους ερευνητές: ότι πιθανόν υπάρχει σχέση ανάμεσα στην τυραννίδα και στον εξοπλισμό του σώματος των πολιτών (Πολιτικά 1297b 16-24, 1305a 17-36). Ο λόγος που πρότεινε ότι κάτι δραματικό συνέβη στον τρόπο με τον οποίο οι ελληνικές πόλεις διεξήγαγαν τους πολέμους απορρέει από τη σύγκριση των περιγραφών της μάχης στην Ἰλιάδα με τις περιγραφές των μαχών στα κείμενα της κλασικής εποχής. Στην Ἰλιάδα δίνεται έμφαση στον μεμονωμένο πολεμιστή, ο οποίος οδηγείται στη μάχη πάνω σε άρμα και εμφανίζεται να πολεμά σε ανοιχτό χώρο· οι ομηρικοί πολεμιστές έχουν τη δυνατότητα να ανοίξουν συζητήσεις στο πεδίο της σύγκρουσης, ακόμη και να ανταλλάξουν οπλισμό. Τα άρματα δεν απαντούν στις περιγραφές των μαχών των κλασικών χρόνων και, με εξαίρεση τις ένοπλες συγκρούσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, σπάνια γίνεται αναφορά σε μεμονωμένους πολεμιστές· όλες οι περιγραφές αναφέρονται στο τι πέτυχε η δεξιά ή η αριστερή πτέρυγα του στρατεύματος και στη διάσπαση των εχθρικών γραμμών, όχι στη διασφάλιση προσωπικών τροπαίων. 

Μήπως η διαφορά μεταξύ των ομηρικών περιγραφών και εκείνων της κλασικής εποχής είναι απλά ένα φιλολογικό ζήτημα, όπου ένα έργο που ασχολείται με συγκεκριμένα πρόσωπα επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα, ενώ ένα έργο το οποίο ασχολείται με το πεπρωμένο μιας ολόκληρης πόλης επικεντρώνεται συνολικά στη γραμμή του μετώπου; Μήπως επήλθε μία ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο μάχης; Δύο διαφορές στην τεχνική είναι βέβαιες μεταξύ του ομηρικού και του κλασικού τρόπου: πρώτον, οι ομηρικοί πολεμιστές πετούν τα δόρατά τους, ενώ οι πολεμιστές των κλασικών χρόνων με αυτά απωθούν τους αντιπάλους· δεύτερον, οι ομηρικές ασπίδες φαίνεται ότι αναρτώνταν με ιμάντα γύρω από τον λαιμό, ενώ στην κλασική εποχή η ασπίδα κρατιόταν με έναν ιμάντα στον βραχίονα. Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά είναι αλληλένδετα: η ασπίδα φερόταν σταθερά στον αριστερό βραχίονα σε μάχες με πυκνούς σχηματισμούς, όπου η δεξιά πλευρά του πολεμιστή μπορούσε να προστατευθεί από την ασπίδα του πολεμιστή στα δεξιά του και η ρίψη δόρατος δεν ήταν ούτε βολική για έναν πολεμιστή σε πυκνό σχηματισμό ούτε υπήρχε πιθανότητα να ήταν αποτελεσματική απέναντι σε βαριά οπλισμένους στρατιώτες σε πυκνούς σχηματισμούς. Με βάση τα παραπάνω, πολλοί μελετητές έχουν συμπεράνει ότι, κάποια στιγμή, τις παλιές μεθόδους της χαλαρά παρατεταγμένης μάχης μεταξύ ηρωικών πρωταγωνιστών διαδέχθηκε μία πολεμική πρακτική με πυκνές γραμμές πολεμιστών, οι οποίοι εμπλέκονταν μεταξύ τους με τρόπο που έμοιαζε περισσότερο με συνωστισμό σε αγώνα ράγκμπι. 

Οποιαδήποτε αντικατάσταση του τρόπου πολέμου μεταξύ μεμονωμένων πολεμιστών από εκείνον μεταξύ συνόλων πεζικού στρατού ήταν αναμενόμενο να έχει κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις. Εάν η ασφάλεια της πόλης παύει να εξαρτά- ται από τους λίγους και καταλήγει να εξαρτάται από τους πολλούς, τότε προβλέπεται ότι οι πολλοί (οι οποίοι υπερασπίζονται την πόλη) θα επιδιώξουν να αποκτήσουν λόγο στη διαχείριση των κοινών της. Από τη στιγμή που περισσότεροι άντρες στην πόλη είναι οπλισμένοι, υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες κάποιος χαρισματικός ηγέτης να επωφεληθεί από τη δυσαρέσκειά τους, με σκοπό να καταλάβει την εξουσία. Οι αλλαγές στον τρόπο πολέμου σε αυτήν την περίπτωση επέτρεψαν την επιβολή της τυραννίδας και οι αφηγήσεις σχετικά με τυράννους που συνοδεύονταν από σωματοφύλακες και σχετικά με άντρες οι οποίοι, αφού είχαν αναλάβει το αξίωμα του πολεμάρχου («του ηγέτη στον πόλεμο»), έγιναν τύραννοι θεωρούνται ότι ενισχύουν αυτή την ακολουθία γεγονότων. 

Δυστυχώς, οι πηγές που διαθέτουμε δεν υποστηρίζουν αυτές τις θεωρίες. Μία προσεκτική εξέταση της Ἰλιάδας καταδεικνύει ότι πυκνοί σχηματισμοί πεζικού απαντούν ήδη σε αυτό το ποίημα: ναι μεν εστιάζει στον Πάτροκλο και τον Αχιλλέα, αλλά οι Μυρμιδόνες βρίσκονται εκεί και σηκώνουν σκόνη στο βάθος. Οι αριθμοί έχουν όντως σημασία, ακόμη και στα ομηρικά έπη. Επιπλέον, η Ἰλιάδα περιγράφει λεπτομερώς τον οπλισμό των στρατιωτών: είναι βαρύς, ακατάλληλος για να τρέχουν γύρω από την Τροία και, με την εξαίρεση των λεπτομερειών της ασπίδας, πραγματικά είναι παρόμοιος με τον οπλισμό που θεωρείται ότι καταδίκαζε τον κλασικό πολεμιστή σε μάχη σε πυκνούς σχηματισμούς. Η ασπίδα, η οποία θεωρήθηκε ότι διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις, εμφανίστηκε στην ελληνική τέχνη κατά το πρώτο μισύ του 7ου αιώνα, σε μία σκηνή η οποία παρέμεινε αξεπέραστη στην ελληνική τέχνη: δύο στρατεύματα βαδίζουν το ένα εναντίον του άλλου και ένας αυλητής κρατά τον ρυθμό. Η διαμάχη για το αν η ασπίδα αυτού του είδους ήταν άγνωστη πριν από τον 7° αιώνα είναι πρωτίστως αποτέλεσμα της αρχαιολογικής σιωπής. Ανεξάρτητα από τη χρονολόγηση της πρώτης οπλιτικής ασπίδας, η κατασκευή μιας που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά μόνο σε πυκνούς σχηματισμούς προϋποθέτει ότι αυτοί ήδη υπήρχαν. Η αντικατάσταση των μεμονωμένων πολεμιστών από τους πυκνούς σχηματισμούς του πεζικού θα πρέπει να τοποθετηθεί στον 8° αιώνα, πολύ πριν από την εμφάνιση των πρώτων τυράννων στην ελληνική παράδοση. 

Πολύ πρόσφατα, έχει αμφισβητηθεί ακόμη και η πεποίθηση ότι η οπλιτική ασπίδα απαιτούσε οι πολεμιστές να παρατάσσονται ο ένας δίπλα στον άλλον για τη δική τους προστασία. Ο Hans van Wees επεσήμανε ότι για τη μεγιστοποίηση της ωθητικής δύναμης ο πολεμιστής δεν πρέπει να προτάξει το στήθος του στον εχθρό αλλά τον αριστερό του ώμο, επιτρέποντας στο σώμα του -που βρίσκεται σε πλάγια θέση- να εκμεταλλευθεί πλήρως τη δύναμη των ποδιών, όπως ακριβώς και στην περίπτωση των ακοντιστών. Ωστόσο, αν είναι μόνο η αριστερή πλευρά που αντικρίζει τον εχθρό, η ασπίδα που φέρεται σταθερά στο αριστερό χέρι βρίσκεται ακριβώς στην κατάλληλη θέση, προκειμένου να προσφέρει πλήρη προστασία. Άρα, δεν είναι απαραίτητη η ασπίδα του διπλανού πολεμιστή. Οι γραμμές των οπλιτών, επομένως, μπορούσαν να μην είναι τόσο πυκνές και ο σκοπός της πυκνής διάταξης δεν ήταν η προστασία αλλά η προσπάθεια να αποτρέψουν τον εχθρό να διασπάσει τις γραμμές τους και να επιτεθεί από τα νώτα τους. 

Θα πρέπει να αφήσουμε κατά μέρος την ανακάλυψη της οπλιτικής ασπίδας ως αποφασιστικό παράγοντα για την ανάπτυξη της τυραννίδος: πιθανόν συνέβη σε μία πολύ πρώιμη φάση και δεν άλλαξε σημαντικά τον χαρακτήρα των πολεμικών συγκρούσεων. Άραγε, αν η αλλαγή στον τρόπο μάχης δεν απετέλεσε έναν καθοριστικό παράγοντα, μπορούμε να επισημάνουμε κάποιες αιτίες, οι οποίες ανάγονται σε συγκεκριμένη εποχή, για την εμφάνιση της τυραννίδας ως μία πολιτική εξέλιξη; 

Οι πλέον αξιόπιστες μαρτυρίες σχετικά με τις πολιτικές πιέσεις που παρουσιάστηκαν στην αρχαϊκή ελληνική πόλη και τον τρόπο με τον οποίο αυτές συνέτειναν στην επιβολή της τυραννίδας προέρχονται από την Αθήνα- μάλιστα, αφορούν όχι τον άντρα που πράγματι έγινε τύραννος εκεί, τον Πεισίστρατο, αλλά τον άνθρωπο που επέμενε ότι δεν έγινε τύραννος, τον Σάλωνα. Ο Σόλων (μνημονεύεται επίσης μεταξύ των επτά σοφών) έγινε γρήγορα το επίκεντρο ελκυστικών αφηγήσεων, των οποίων η ιστορικότητα είναι εξαιρετικά αμφίβολη. Έτσι, στο πρώτο βιβλίο των Ιστοριών του (1.29-33), ο Ηρόδοτος μας αφηγείται τη συνάντηση του Σόλωνα και του πάμπλουτου βασιλιά της Λυδίας Κροίσου. Σε αυτήν, ο τελευταίος επιθυμεί να ακούσει ότι είναι ο ευτυχέστερος άνθρωπος στον κόσμο μόνο και μόνο για να λάβει από τον Σόλωνα την απάντηση ότι ο ευτυχέστερος άνθρωπος στον κόσμο ήταν ένας άσημος Αθηναίος ονόματι Τέλλος. Αυτός ήταν πατέρας γιων που απέκτησαν και αυτοί τα δικά τους παιδιά και πέθανε πολεμώντας για την πατρίδα του, σε ηλικία προφανώς άνω από εξήντα ετών. Η συνάντηση του Σόλωνα και του Κροίσου είναι δύσκολο να τοποθετηθεί σε συγκεκριμένο χρονολογικό πλαίσιο και η ίδια η ιστορία δεν έχει τίποτα το αληθοφανές. Αλλά, αν οι θετικές απόψεις που εκφράστηκαν αργότερα για τον Σόλωνα δεν είναι πιο αξιόπιστες από τις αρνητικές που καταγράφηκαν για τον Περίανδρο, με τον Σόλωνα έχουμε το πλεονέκτημα ότι τα γραπτά του έχουν διασωθεί. 

Ο Σόλων έγραψε ποιήματα. Μέρος της ποίησής του δεν έχει καμία σχέση με τα ιστορικά γεγονότα. Υπάρχουν στίχοι στους οποίους πραγματεύεται τη ζωή του ανθρώπου με όρους διαδοχής δέκα επταετιών και ένα δίστιχο για τις απολαύσεις των μηρών και του στόματος των αγοριών στο άνθος της νιότης τους. Ωστόσο, μεγάλο μέρος της ποίησής του έχει πολιτικό περιεχόμενο, είτε διατυπώνοντας ένα πρόγραμμα είτε υπερασπίζοντας τα πεπραγμένα του, και διασώζεται επειδή ο ερευνητής του Αριστοτέλη, γράφοντας την 'Αθηναίων Πολιτεία, και ο Πλούταρχος, γράφοντας τον Βίο τού Σόλωνος, το διάβασαν και το παρέθεσαν. Σε αυτά τα ποιήματα είμαστε μάρτυρες ενός εξαιρετικού αφηγητή: δεν υπάρχει μία αντικειμενική περιγραφή των πολιτικών ενεργειών του Σόλωνα, αλλά μας παρέχεται μία πολύ καλή ένδειξη των πολιτικών ζητημάτων. 

Ο Σόλων φαίνεται ότι διετέλεσε αρχών στην Αθήνα το 594. Είτε τότε είτε σε άλλη χρονική στιγμή (η συζήτηση αυτού του θέματος υπήρξε έντονη αλλά επουσιώδης), του ανέθεσαν την ευθύνη της αναθεώρησης των αθηναϊκών νόμων και την εισαγωγή ορισμένων σαρωτικών πολιτειακών καινοτομιών. Ανέλαβε αυτές τις εξουσίες εξαιτίας της πολιτικής κρίσης, η οποία φαίνεται ότι είχε προσλάβει κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις. Ο ίδιος ο Σόλων γράφει (frg. 36 W, παρατίθεται στην ’Αθηναίων Πολιτεία 12.4) ότι έβγαλε τους οροθέτες που ήταν μπηγμένοι στη μαύρη γη και έφερε πίσω στην Αττική άντρες που είχαν πουληθεί ως δούλοι. Η μεταγενέστερη παράδοση (για παράδειγμα, Ἀθηναίων Πολιτεία 2.2) κάνει λύγο για κάποιους μυστηριώδεις ἑκτημόρους, των οποίων η εξαθλίωση αποτελούσε μέρος της κρίσης (και οι οποίοι δεν επανεμφανίζονται στη μεταγενέστερη αθηναϊκή ιστορία). 

Η ποίηση του Σόλωνα τονίζει κατ’ επανάληψη τη θέση του ανάμεσα σε δύο αντιτιθέμενες παρατάξεις: είναι ίσως ο πρώτος άντρας στη δυτική ιστορία που καυχήθηκε για την εύρεση ενός τρίτου δρόμου. Στα πολλά αποσπάσματα που παρατίθενται στο δωδέκατο κεφάλαιο της ’Αθηναίων Πολιτείας παρομοιάζει τον εαυτό του με λύκο περικυκλωμένο από πολλούς σκύλους και με οροθέτη μεταξύ στρατών. Υπερηφανεύεται ότι συγκράτησε τον λαό, ισχυριζόμενος ότι, αν υπέκυπτε στις πιέσεις οποιασδήποτε από τις δύο πλευρές, η πόλη θα είχε χάσει πολλούς άντρες. Παραπονιέται ότι όλοι τον αντιμετώπιζαν καχύποπτα και επιμένει ότι δεν έδωσε ίσα μερίδια γης στους «κακούς» και στους «καλούς». Όπως προκύπτει σπύ το λεξιλόγιο του τελευταίου ισχυρισμού, ο Σόλων δεν υποκρινόταν ότι δεν υπήρχαν ταξικές διακρίσεις. Διαβάζοντας ανάμεσα στις γραμμές του ποιήματος, φαίνεται ότι η δύναμή του έγκειται στη σταθερή επιμονή του για την αποκατάσταση ενός ελάχιστου επιπέδου ζωής για τους φτωχούς, χωρίς να υπονομεύει με τον τρόπο αυτό τη διάκριση μεταξύ φτωχών και πλουσίων. Ήδη από την αρχαιότητα ήταν αμφιλεγόμενο αν προχώρησε στη διαγραφή χρεών ή στον αναδασμό της γης και η ποιητική του γλώσσα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υποστηριχθούν εξίσου και οι δύο ισχυρισμοί. 

Η ποίηση αποκλειστικά δεν περιγράφει τους πολιτικούς θεσμούς της Αθήνας ή κάποιον νόμο του Σόλωνα. Ο Σόλων έφτασε να θεωρείται σε τέτοιο βαθμό ως «ο» νομοθέτης της Αθήνας, ώστε οι Αθηναίοι να αναφέρονται σχετικά σκανδαλωδώς σε πολύ μεταγενέστερους  νόμους, χαρακτηρίζοντάς τους «σολώνειους». Υπάρχουν, όμως, ορισμένοι νόμοι του, για τους οποίους μπορούμε να είμαστε βέβαιοι. Ένας από αυτούς αφορά στις «τάξεις» στην Αθήνα. Ο Σόλων διαίρεσε το σύνολο των πολιτών της Αθήνας σε τέσσερις ομάδες, με κριτήριο τον πλούτο τους: τους χωρίς περιουσία θήτες στη βάση, τους ζευγίτες, οι οποίοι συνδέθηκαν με τους βαριά εξοπλισμένους οπλίτες, τους ιππείς και τους πεντακοσιομέδιμνους (Αθηναίων Πολιτεία 7.3-4). Ανάλογα με τη συμμετοχή σε κάποια από τις τέσσερις τάξεις, καθοριζόταν η δυνατότητα εκλογής στα δημόσια αξιώματα, όπως επίσης και η τοποθέτηση σε συγκεκριμένο στρατιωτικό κλάδο. Οι τάξεις του Σόλωνα συχνά θεωρήθηκαν ότι υπήρξαν το σημείο καμπής, όπου ο πλούτος αντικατέστησε την καταγωγή ως κριτήριο πρόσβασης στην πολιτική εξουσία, ωστόσο δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για μία κλειστή αριστοκρατία στην Αθήνα πριν από την εποχή αυτή. Ένας αποσπασματικά σωζόμενος κατάλογος των Αθηναίων αρχόντων (ML 6 / Fomara 23), χαραγμένος στα τέλη του 5ου αιώνα, περιλαμβάνει (κατά πάσα πιθανότητα αμέσως πριν από τη θητεία του Σόλωνα ως άρχοντα) κάποιον «Κύψελο», έναν άντρα του οποίου το όνομα πιθανότατα απηχεί την επιγαμία μεταξύ μιας αθηναϊκής οικογένειας και της οικογένειας του Κύψελου, του τυράννου της Κορίνθου, παρά μία απλή μίμηση. Η αίσθηση μιας διεθνούς ελίτ, της οποίας τα μέλη επιδιώκουν να συνάπτουν κατ’ αποκλειστικότητα επιγαμίες μεταξύ τους, ενισχύεται από την ιστορία που αφηγείται ο Ηρόδοτος: ο Κλεισθένης, ο τύραννος της Σικυώνας, ανακοίνωσε στους Ολυμπιακούς Αγώνες ότι αναζητούσε σύζυγο για την κόρη του Αγαρίστη. Έπειτα, διοργάνωσε έναν ετήσιο διαγωνισμό, προκειμένου να επιλέξει μεταξύ των επίδοξων μνηστήρων. Πρόκειται για έναν κόσμο στον οποίο μεμονωμένα άτομα βάσιζαν την αξίωση ότι ήταν μέλη της ελίτ στον τρόπο ζωής τους, ισχυριζόμενα ότι ήταν «καλύτερα»: δεν υπήρχαν γενεαλογικοί φραγμοί που έπρεπε να γκρεμισθούν από τον Σόλωνα· όπως είδαμε, δεν επιτέθηκε κατά των φραγμών της προκατάληψης. 

Αυτό που κάνουν οι τιμοκρατικές τάξεις του Σόλωνα είναι αυτό που κάνουν γενικότερα οι νόμοι του: θεμελιώνουν μετρήσιμα κριτήρια. Όπως αναφέρθηκε, πολύ λίγοι από τους νόμους του καταργούν την ανάγκη απόδοσης δικαιοσύνης, ωστόσο καταδεικνύουν ξεκάθαρα ποιος είναι ο σκοπός της δικαιοσύνης. Τελικά, τα κριτήρια (τόσο για τους ζευγίτες, όσο και για τους ιππείς) κατέληξαν να εκφράζονται με μετρήσιμη μορφή (οι πηγές μας ισχυρίζονται πρώτα σε μεδίμνους και έπειτα σε δραχμές), αλλά υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύουμε ότι αρχικά μάλλον αποτελούσαν απλώς ονόματα: ήσουν ιππέας, παρέχοντας ένα άλογο και όντας έτοιμος να υπηρετήσεις στο ιππικό. Οι τιμοκρατικές τάξεις του Σόλωνα, όπως και οι άλλοι του νόμοι, φαίνεται ότι βάζουν όριο στην αυθαιρεσία και με τον τρόπο αυτό αποκαλύπτουν πώς θα διασφαλιζόταν ότι κάποιος ανήκε σε μία νομική κατηγορία και όχι σε μία άλλη. Εξ όσων μπορούμε να γνωρίζουμε, τίποτα από όσα έκανε ο Σόλων δεν καταπιανόταν με τα οποιαδήποτε οικονομικά αίτια που ενδεχομένως υπήρχαν στα προβλήματα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει. Ορισμένες από τις πράξεις του γύρισαν πίσω τον χρόνο, επαναφέροντας τους δούλους στα σπίτια τους ή στο καθεστώς ελευθερίας και καθιστώντας τη γη ελεύθερη (ή οτιδήποτε μπορούσε να σημαίνει αυτό ακριβώς). Μερικές ενέργειές του απέτρεψαν μία ακριβή επανάληψη των συνεπειών της οικονομικής κρίσης (κανένας πλέον δεν θα δανειζόταν χρήματα με ενέχυρο το σώμα του). Ωστόσο, καμία από αυτές τις ενέργειες δεν αντιμετώπισε κάποιο από τα αίτια της φτώχειας. Αυτό που πράγματι έκανε ο Σόλων ήταν να θεσπίσει ένα όριο προσδοκιών και ένα σύνολο διαδικασιών, τις οποίες όλοι οι πολίτες μπορούσαν εύλογα να αναμένουν ότι θα ακολουθηθούν. Αν και ο Σόλων δεν πρέπει να ήταν ιδιαίτερα συστηματικός, φαίνεται ότι στην περίπτωσή του είναι τουλάχιστον λογικό να αναφερόμαστε σε έναν κώδικα νόμων που καθόριζε μία προς μία τις εξουσίες των αξιωματούχων. 

Όταν ο Αριστοτέλης παρατήρησε ότι η διακυβέρνηση από έναν ξεχωριστό άρχοντα μπορεί να είναι ασφαλέστερη από ό,τι ένα γραπτό δίκαιο, επαναλάμβανε στην πραγματικότητα την επιλογή την οποία έκαναν οι ελληνικές κοινότητες κατά την αρχαϊκή εποχή. Επρόκειτο μήπως για τον διορισμό ενός νομοθέτη και την ανάθεση σε αυτόν της κωδικοποίησης των γραπτών κανόνων ή για την εμπιστοσύνη των κοινών σε έναν ξεχωριστό άρχοντα, αρκετά χαρισματικό ώστε να πείσει τους πολίτες ότι μαζί του δεν διέτρεχαν κίνδυνο; Αυτή δεν ήταν μία εφ’ άπαξ επιλογή· ήταν μία επιλογή που παρέμενε διαρκώς ανοιχτή. Στα χρόνια που ακολούθησαν τη θητεία του Σόλωνα ως άρχοντα, υπήρξαν δύο περιπτώσεις αδυναμίας εκλογής άρχοντα από τους Αθηναίους και ακόμη μία, κατά την οποία ο άρχων παρέμεινε στην εξουσία μετά το πέρας της ενιαύσιας θητείας του και εκ- διώχθηκε με τη βία, αφού είχε διατηρήσει το αξίωμα για δύο χρόνια και δύο μήνες. Μία γενιά μετά τη νομοθεσία του Σόλωνα, ο Πεισίστρατος έγινε τύραννος της Αθήνας. Ωστόσο, όταν οι γιοι του Πεισιστράτου, ο Ίππαρχος και ο Ιππίας, απομακρύνθηκαν από την εξουσία (δολοφονία και μεσολάβηση των Σπαρτιατών αντίστοιχα), αποδείχθηκε ότι το πολιτειακό πλαίσιο που είχε δημιουργήσει ο Σόλων μπορούσε εύκολα να τροποποιηθεί, προκειμένου να παράσχει πλήρεις εξουσίες στον λαό.
----------------------------
1.Οι στίχοι Σ 497-500 της Ἱλιάδας έχουν ερμηνευτεί με δύο τρόπους: σύμφωνα με τον πρώτο, το ζήτημα είναι αν έχει δοθεί ή όχι η αποζημίωση για τον θάνατο του δολοφονημένου στην οικογένεια του, ενώ. σύμφωνα με τον δεύτερο, οι πρεσβύτεροι καλούνταν να αποφασίσουν αν πρέπει ή όχι να γίνει αποδεκτή η αποζημίωση (καθώς, στην περίπτωση που η αποζημίωση δεν γινόταν δεκτή, αυτό επέφερε την εξορία του κατηγορουμένου -βλ. Ψ 85-90). Αν και κατά βάση στις νεοελληνικές αποδόσεις του ποιήματος επιλέγεται ο πρώτος τρόπος ερμηνείας, η σύγχρονη τάση της έρευνας φαίνεται να κλίνει προς τον δεύτερο. Βλ. Mark W. Edwards. The Iliad: A Commentary, Volume v: books 17-20, Cambridge 1991 (ελλην. μτφ. Μ. Καίσαρ, επιμ. Α. Ρεγκάκος, Ομήρου Ιλιάδα. Κείμενο και ερμηνευτικό υπόμνημα, τόμος Ε': Ραψωδίες Ρ-Υ), Σ 497-500. 2

Χιούμορ: Ασπίδα και Όπλο στην Καθημερινότητά μας

Όσο παράδοξο κι αν φαντάζει εκ πρώτης όψεως, το χιούμορ είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα και σοβαρή υπόθεση. Αρκεί να ρίξει κανείς μία ματιά στην καθημερινότητά μας: υπάρχουν αστεία θεάματα, φράσεις και περιστατικά, που είναι εκ φύσεως αστεία και προκαλούν το γέλιο μας αλλά είναι κενά περαιτέρω νοήματος, και υπάρχουν κι εκείνα που κρύβουν μέσα τους μεγάλη δόση ευφυΐας και αντιληπτικής οξύτητας, προδίδοντας μία σύνθετη σκέψη και μία διαφορετική πρόσληψη των πραγμάτων.

Το χιούμορ ομορφαίνει τη ζωή μας, εμπλουτίζει τον λόγο μας, σχηματοποιεί αόριστες και ασαφείς έννοιες, μας βοηθάει να κατανοήσουμε και να λύσουμε καλύτερα κάποια προβλήματά μας, συμβάλλει στην προσέλκυση ερωτικού συντρόφου, αποφορτίζει την εσωτερική μας ένταση, βάζει στην θέση του έναν ανταγωνιστικό συνομιλητή μας και μπορεί (κατά περίπτωση) να υπηρετήσει την καλύτερη επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους.

Από την άλλη πλευρά, μπορεί να αποτελέσει πηγή παρεξηγήσεων και παρανοήσεων, να μας πληγώσει ή να μας κάνει επιθετικούς απέναντι στον άλλον.

Παρ' όλα αυτά, από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα, επιστήμονες και φιλόσοφοι δεν έχουν συμφωνήσει ακόμα σε έναν κοινά αποδεκτό ορισμό του χιούμορ και των λειτουργιών που αυτό επιτελεί για τον άνθρωπο.

Το βέβαιο είναι ένα: το χιούμορ, σε αντίθεση με το γέλιο, είναι ένα καθαρά ανθρώπινο χαρακτηριστικό, που δεν απαντάται στα υπόλοιπα είδη του ζωικού βασιλείου.

Για παράδειγμα, ένα κακοποιημένο ζώο μπορεί να αντιδράσει απέναντι στο βίαιο αφεντικό του με δύο τρόπους: είτε να επιτεθεί για να σταματήσει την κακοποίηση, είτε να τραπεί σε φυγή προκειμένου να την αποφύγει. Δεν είναι σε θέση να αφοπλίσει τον επιτιθέμενο με ένα έξυπνο σχόλιο ή να μιμηθεί με ειρωνικό τρόπο το αφεντικό του πίσω από την πλάτη του, προκειμένου να διασκεδάσει το ίδιο.

Πώς και γιατί όμως αναπτύχθηκε στον άνθρωπο;

Οι εξελικτικές θεωρίες της ανθρώπινης συμπεριφοράς (αυτές δηλαδή που μελετούν την αξία που είχε διαχρονικά μία συμπεριφορά μας για την επιβίωση και / ή την αναπαραγωγή του είδους), τονίζουν πως το χιούμορ είναι μία ένδειξη ευφυΐας και μία αρετή, που μεταξύ άλλων, εξασφαλίζει στον άνδρα ερωτικό σύντροφο.

Πιο συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η γυναίκα ήταν πάντα αυτή που επέλεγε τον σύντροφο βάσει συγκεκριμένων γνωρισμάτων του (υλικοί πόροι για την στήριξη του παιδιού και σωματικές και πνευματικές αρετές για την εξασφάλιση καλών γονιδίων), ο άνδρας ήταν υποχρεωμένος να αναπτύξει ορισμένα χαρακτηριστικά, προκειμένου να ανταγωνιστεί τους υπόλοιπους άνδρες.

Φυσικά δεν μιλάμε εδώ για την ικανότητα απομνημόνευσης ανεκδότων – η αίσθηση του χιούμορ είναι μία ραφιναρισμένη ικανότητα που έχει να κάνει με το να πεις κάτι αστείο την σωστή στιγμή, στους σωστούς ανθρώπους, με τον σωστό τρόπο.

Πράγματι λοιπόν, πολλές έρευνες επιβεβαιώνουν σήμερα πως, σε γενικές γραμμές, οι άνδρες «παράγουν» περισσότερο χιούμορ από τις γυναίκες. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως οι γυναίκες δεν έχουν χιούμορ – στατιστικά όμως, οι άνδρες είναι πιο αστείοι από τις γυναίκες.

Επιπλέον, φαίνεται ότι οι άνθρωποι που έχουν περισσότερο χιούμορ (άνδρες και γυναίκες), έχουν υψηλότερη λεκτική νοημοσύνη ενώ, επιβεβαιώνοντας τις υποθέσεις των εξελικτικών θεωριών, διαπιστώθηκε πως η ικανότητα για χιούμορ μεταφράζεται σε σεξουαλική συμπεριφορά: οι άνθρωποι με περισσότερο χιούμορ δηλώνουν πως έχουν περισσότερους ερωτικούς συντρόφους, έχουν συχνότερες σεξουαλικές επαφές και αρχίζουν να έχουν σεξουαλική δραστηριότητα νωρίτερα στη ζωή.

Πέραν των εξελικτικών θεωριών, που ερμηνεύουν μία από τις πολλές πτυχές της σημασίας που έχει το χιούμορ για τον άνθρωπο, έχουμε τις κλασσικές ψυχολογικές θεωρίες, που αποκαλύπτουν άλλες πλευρές του χιούμορ.

Έτσι, η ψυχαναλυτική θεωρία μας λέει πως το χιούμορ είναι ένας μηχανισμός άμυνας, μέσω του οποίου το άτομο έχει την ευκαιρία να εκδηλώσει την επιθετικότητά του απέναντι σε άλλα άτομα και να αποδεσμεύσει ψυχική ενέργεια που, σε άλλη περίπτωση, θα παρέμενε απωθημένη στο ασυνείδητο.

Εκεί που οι κανόνες της κοινωνικής συμβίωσης και επικοινωνίας απαγορεύουν την ευθεία και άμεση επιθετική απόκριση, το άτομο επιλέγει το χιούμορ για να εκφράσει δημόσια τις ανεπίτρεπτες σκέψεις ή επιθυμίες του.

Με άλλα λόγια, το χιούμορ έρχεται να συγκαλύψει με κοινωνικά αποδεκτό τρόπο μία κοινωνικά μη αποδεκτή επιθετικότητα.

Οι θεωρίες του κλάδου της θετικής ψυχολογίας επισημαίνουν τα τεράστια οφέλη που μας προσφέρει το χιούμορ στη ζωή και την καθημερινότητά μας:

Ένας άνθρωπος με καλή αίσθηση του χιούμορ έχει καλύτερη ψυχική υγεία, κυρίως επειδή έχει υψηλότερη αυτοεκτίμηση, αισιοδοξία και οικειότητα, χαμηλότερα επίπεδα κατάθλιψης και λιγότερο άγχος.

Αυτό, ίσως οφείλεται στο γεγονός πως, διαμέσου του χιούμορ, κινητοποιούνται γνωστικοί μηχανισμοί όπως η ικανότητα να βλέπεις τα προβλήματά σου με πιο ελαφρύ τρόπο, ή να τα αντιμετωπίζεις με μία χιουμοριστική διάθεση, που αυτομάτως υποβαθμίζει και μειώνει το στοιχείο της απειλής σε μία κρίσιμη κατάσταση.

Υπό αυτή την έννοια, το χιούμορ αποτελεί ταυτόχρονα μία ασπίδα κι ένα όπλο, αφού έχει τη δύναμη να κατευνάσει μία πληγωμένη ψυχή ή να απειλήσει τον χειρότερο εχθρό.

Τα ευρήματα της σύγχρονης ιατρικής έρευνας επιβεβαιώνουν την άποψη ότι το χιούμορ αποτελεί ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό μέσο διαχείρισης του τρόπου με τον οποίο προσλαμβάνουμε μία δύσκολη και απαιτητική κατάσταση, αλλά και του τρόπου με τον οποίο επινοούμε νέους τρόπους αντιμετώπισης προβλημάτων, που σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα περιγράφονταν ως αβάσταχτα.

Τεκμήρια για τα άμεσα οφέλη του χιούμορ για τον άνθρωπο, μας δίνουν οι μελέτες σχετικά με τις χημικές αντιδράσεις που προκαλεί το γέλιο στο ανθρώπινο σώμα.

Μεταξύ πολλών άλλων έχει βρεθεί ότι το γέλιο μειώνει το στρες, ενισχύει το ανοσοποιητικό και βελτιώνει την χημεία του εγκεφάλου, μέσω του ελέγχου των ορμονών του στρες και της απελευθέρωσης ενδορφινών στον εγκέφαλο.

Επίσης, το χιούμορ και το γέλιο βοηθούν τον εγκέφαλο να ελέγξει τα επίπεδα της ντοπαμίνης, που είναι γνωστή και ως «ορμόνη της ανταμοιβής». Πρόκειται για μία χημική ουσία (νευροδιαβιβαστής) που ελέγχει τη διάθεση, την κινητοποίησή μας, την προσοχή μας και την μάθηση.

Η απελευθέρωση ντοπαμίνης στον εγκέφαλο προκαλεί ένα αίσθημα ευχαρίστησης στον άνθρωπο, ενώ ταυτόχρονα μας κινητοποιεί και διευκολύνει την μάθηση. Μάλιστα, σύμφωνα με τον ερευνητή Dr. Berk, ακόμα και η προσμονή ενός ευχάριστου ή αστείου γεγονότος (για παράδειγμα, οι γιορτές των Χριστουγέννων, η συνάντηση με έναν αγαπημένο μας φίλο ή η προσμονή ολιγοήμερων διακοπών) είναι αρκετή για να μας κάνει να νιώσουμε ευχάριστα και καλύτερα.

Φυσικά, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα πράγματα στη ζωή, υπάρχει και στο χιούμορ η άλλη όψη.

Κατ' αρχάς δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι αίσθηση του χιούμορ ή δεν μοιράζονται την ίδια αίσθηση του χιούμορ με τον άλλον.

Έτσι είναι πολύ εύκολο να προκληθούν παρεξηγήσεις και παρανοήσεις από το χιουμοριστικό σχόλιο που μας κάνει ένας άνθρωπος.

Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, το χιούμορ είναι ένα όπλο και ως τέτοιο, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εσφαλμένης χρήσης.

Ένα παράδειγμα εδώ, είναι ο σαρκασμός, που ενέχει στοιχεία επίκρισης, χαιρεκακίας και χλευασμού, με ή χωρίς κάποια δόση χιούμορ, αλλά που έχει πάντα ως στόχο να υποτιμήσει τον άλλον.

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι το πείραγμα, που μπορεί να κυμαίνεται από μία αθώα και χωρίς καμία κακή πρόθεση παρατήρηση, μέχρι ένα σχόλιο με πολλές δόσεις ειρωνείας που στοχεύει στο να προκαλέσει τον θυμό του άλλου.

Σε κάθε περίπτωση, το πώς θα προσλάβει ο δέκτης αυτά τα μηνύματα, εξαρτάται από τη δική του αίσθηση χιούμορ, από τον βαθμό της ευθιξίας του, αλλά και από την σχέση που έχει με τον άλλον.

Αν πρέπει να κρατήσουμε κάτι από όλα αυτά είναι πως, στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, η αίσθηση του χιούμορ αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα και άμυνα απέναντι στα όσα παρατηρούμε να εξελίσσονται γύρω μας.

Φυσικά το χιούμορ από μόνο του δεν μπορεί να μας βγάλει από μία πολύ κακή ψυχολογική κατάσταση, ούτε μπορεί να μας βοηθήσει σε περίπτωση βαρύτατου πένθους ή κατάθλιψης.

Ωστόσο, είναι μία σημαντική ασπίδα, την οποία μπορούμε να αναπτύξουμε και να χρησιμοποιήσουμε ανά πάσα στιγμή στη ζωή μας.

Τα ψυχολογικά οφέλη που μας προσφέρει το χιούμορ είναι, πέραν αυτών που προαναφέρθηκαν, η μείωση της ανησυχίας και του φόβου, η ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και της μνήμης και η γενικότερη βελτίωση της διάθεσης.

Κοινωνικά, το χιούμορ συμβάλλει στην ενίσχυση των δεσμών με τους άλλους ανθρώπους – επειδή στηρίζεται στην κατανόηση της άποψης του άλλου – και στην ενίσχυση της ομαδικότητας.

Παράλληλα, μας κάνει ελκυστικούς και διευκολύνει την επίλυση των συγκρούσεων, ενώ ενισχύει την θετική μας ματιά και την ψυχολογική μας ανθεκτικότητα απέναντι στον κόσμο, τις δυσκολίες και τις απογοητεύσεις. Για όλους αυτούς τους λόγους, αξίζει να δώσουμε στον εαυτό μας και τους άλλους μία ευκαιρία.

Σχέσεις εξάρτησης και τι οδηγεί στην απιστία

Συμπεριφορά, αλλαγές, αιτίες και αφορμές που μας βοηθούν να κατανοήσουμε τις σχέσεις. Ο έρωτας, η εξάρτηση και η ζήλεια είναι έννοιες διαχρονικές, σύνθετες και συναντώνται στο πλαίσιο της εσωτερικής μας αναζήτησης, ωριμότητας και ολοκλήρωσης.

Την έννοια του έρωτα θα μπορούσαμε να την κατανοήσουμε πιο εύκολα αν τη φανταστούμε ως ένα συνεχές όπου στον ένα πόλο υπάρχει ο έρωτας της εξάρτησης και στον άλλο η ανιδιοτελής αγάπη. Στην ανιδιοτελή αγάπη, ο σύντροφος προσδοκά το καλύτερο για το ταίρι του ανεξάρτητα αν συνεχίσει να είναι μέρος της ζωής του ή όχι. Προσδοκά πρωτίστως να προσφέρει αγάπη και μετά να πάρει. Χαίρεται με την ευτυχία του συντρόφου του έστω και αν δεν περιλαμβάνει αυτόν μέσα.

Ο έρωτας της εξάρτησης από την άλλη πλευρά, είναι ένα είδος αγάπης, η οποία εκφράζεται ως εξάρτηση στο πρόσωπό του συντρόφου μας. Όταν κάποιος είναι εξαρτημένος από ένα άλλο άτομο σημαίνει ότι δεν μπορεί με τίποτα να ζήσει ευτυχισμένος χωρίς αυτό, να βρίσκεται ή να περάσει καλά μακριά του.

Τέτοιου είδους σχέσεις δημιουργούν ενοχές, εντάσεις και συχνά κακομεταχείριση. Για παράδειγμα πολύ συχνά στην καθημερινότητά του το ζευγάρι έχει να αντιμετωπίσει την παρακάτω εικόνα.. «Που είσαι; Γιατί δεν με πήρες τηλέφωνο ενώ τελείωσες τη δουλειά πριν λίγο; Πάλι θα βγεις με τους φίλους σου; εμένα πότε θα με δεις;».

Όταν η σχέση είναι εξαρτητική ή όταν ο ένας από τους δύο είναι περισσότερο εξαρτημένος, τότε απαιτεί όλες τις ελεύθερες ώρες τους να τις περνάνε μαζί. Δεν υπάρχει προσωπικός χώρος και χρόνος, ενώ όταν ζητείται κάτι τέτοιο από τον σύντροφο, αυτό ερμηνεύεται ως απόρριψη.

Το εξαρτημένο άτομο έχοντας χαμηλή αυτοεκτίμηση, πεπεισμένο ότι δεν αξίζει, αισθάνεται συνεχώς απόρριψη ανεξαρτήτου ερεθίσματος από τον σύντροφό του που οποιαδήποτε και αν είναι η εκάστοτε συμπεριφορά του, πιστεύει ότι δεν τον αγαπάει πραγματικά. Η πεποίθηση του αυτή τον οδηγεί σε ένα προτετελεσμένο, ατελείωτο κυνήγι της ουτοπικής αγάπης που καταλήγει σε συναισθήματα θυμού και απογοήτευσης.

Ο έρωτας της εξάρτησης εγκλείει μέσα του μεγάλη εσωτερική δύναμη και ισχύ και συχνά τροφοδοτεί με ενέργεια συμπεριφορές ζηλοτυπικού τύπου. Πολύ συχνά ο εραστής ή η ερωμένη φτάνει σε ακραίες συμπεριφορές στην προσπάθειά του να ελέγξει το σύντροφο και τη σχέση του και με αυτό τον τρόπο να αισθανθεί ασφαλής.

Ο άνθρωπος που ζηλεύει παθολογικά συνήθως είναι και αυτός που αισθάνεται περισσότερο ανασφαλής και συνεπώς είναι πιο εξαρτημένος. Έχει απόλυτη ανάγκη και ταυτόχρονα απαιτεί να αγαπηθεί, ενώ ο ίδιος δεν είναι ικανός να αγαπήσει με τον ίδιο τρόπο που με τόσο πάθος το απαιτεί . Άλλες φορές γίνεται χειριστικός. Προσπαθεί χρησιμοποιώντας «σενάρια υποκριτικής», τη γοητεία, το χρήμα, το σεξ και άλλους πλάγιους τρόπους να μη χάσει «την πηγή» της προσωπικής του αξίας.

Ο έρωτας της εξάρτησης όντας απαιτητικός και απόλυτος εξασθενεί τον σύντροφο που στην προσπάθεια να διαφυλάξει την ασφάλεια της σχέσης, σταδιακά διαβρώνει τα θεμέλια της, οδηγώντας την στον κορεσμό, στις εντάσεις και τελικώς στον χωρισμό. Ο έρωτας της εξάρτησης είναι παιδικός και ανώριμος στα χαρακτηριστικά του. Σε αρκετούς τομείς προσομοιάζει τη σχέση γονιού – παιδιού, με τη μόνη διαφορά ότι στην ερωτική σχέση τα όρια του κάθε ατόμου είναι λιγότερο διακριτά.

Τι οδηγεί στην απιστία; Είναι διαφορετικοί οι λόγοι για τον άντρα και τη γυναίκα;

Όλοι οι άνθρωποι είναι αναπόφευκτο κάποια στιγμή στη ζωή τους να συναντήσουν κάποιον, που θα τους οδηγήσει έστω και να σκεφτούν να απατήσουν τον σύντροφό τους. Το σίγουρο είναι ότι δεν ανταποκρίνονται όλοι στον πειρασμό με τον ίδιο τρόπο. Για κάποιους η απιστία είναι κάτι το συχνό και απλό, για άλλους είναι κάτι το ανεπίτρεπτο και για κάποιους άλλους η απιστία είναι κάτι που δεν τους απασχολεί παρά μόνο αν συναντήσουν κάτι πολύ ξεχωριστό στη ζωή τους.

Η έλλειψη επικοινωνίας, η σεξουαλική στέρηση, ένα σεξουαλικό πρόβλημα, η ανάγκη για αυτοεπιβεβαίωση, ο σύγχρονος τρόπος ζωής, η έλλειψη ικανοποίησης-σεξουαλική προσδοκία είναι λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν στην απιστία και τα δύο φύλα.

Είναι αλήθεια ότι πιο συχνά ο άντρας μπορεί να καταφύγει στη λύση της απιστίας, η οποία θα τον ανακουφίσει από τα προβλήματα της σχέσης του, θα του αναζωπυρώσει το ερωτικό και σεξουαλικό του ενδιαφέρον και θα τον κάνει να νιώσει ποθητός, σεξουαλικός και ερωτεύσιμος.

Ο άντρας μέσα από την εξελικτική πορεία ψυχοσυναισθηματικής ωρίμανσης διαμορφώνει τον σεξουαλικό του ρόλο αναζητώντας την ικανοποίηση και την απόλαυση μέσα από τη συναισθηματική πληρότητα και την ηδονή που του προσφέρει η συντροφική σχέση. Ο σεξουαλικός ρόλος του άντρα προσδιορίζεται από την ψυχική ωρίμανση και τη βιολογική γνώση στην αναζήτηση της ηδονής.

Ο σύγχρονος άντρας είναι αρκετά επηρεασμένος από τις κοινωνικές επιρροές, οι οποίες του καλλιεργούν υπερβολικές προσδοκίες και τον βάζουν να κυνηγάει το τέλειο σεξ μέσα στη σχέση. Όταν δεν το έχει, μπορεί να νιώθει ανεπαρκής και να προσπαθεί να το βρει σε άλλες γυναίκες. Χαρακτηριστικό του άνδρα που απιστεί είναι ότι νιώθει νάρκισσος και πιστεύει ότι το σεξ εκτός σχέσης/γάμου θα τον κάνει να νιώσει δυνατότερος και κυρίαρχος.

Τα προβλήματα επικοινωνίας και σεξουαλικής ρουτίνας που μπορεί να αντιμετωπίζει σε συνδυασμό με το άγχος της επαγγελματικής του καριέρας τον κάνει να χρησιμοποιεί την απιστία σαν ένα μέσο διαφυγής από την καθημερινότητα.

Η γυναίκα φαίνεται ότι είναι πιο ισορροπημένη στον σεξουαλικό της ρόλο και μπορεί να εκφράζεται σεξουαλικά μέσα από τη σχέση της. Ωστόσο, η γυναίκα στην ηλικία των 30-40 ετών ζητάει αρκετή προσοχή και τρυφερότητα από τον άνδρα της, ενώ βλέπει το πόσο αρέσει και στο περιβάλλον της.

Στη 10ετία αυτή υπάρχει ο κίνδυνος να βάλει σε αμφισβήτηση τον τρόπο ζωής της, πίσω ίσως από κάποια συνηθισμένη εικόνα ρουτίνας, που μπορεί να την παρασύρει σε περιπέτειες. Σ' αυτή την ηλικία ο γάμος, η μητρότητα, το επάγγελμα, ίσως να την κουράσουν και να θελήσει αλλαγές και ανανεώσεις και έτσι να οδηγηθεί στην αγκαλιά ενός άντρα που να ικανοποιήσει τις συναισθηματικές και σεξουαλικές της ανάγκες.

Αν η γυναίκα δεν μιλήσει στον άνδρα-σύντροφο, να του εξηγήσει το πώς νιώθει και να του ζητήσει να κάνουν μαζί αλλαγές , ώστε να ξαναβρούν αυτό που ο χρόνος, η μονοτονία και η καθημερινότητα τους πήρε, τότε το τρίτο πρόσωπο είναι πολύ εύκολο να περάσει την πόρτα της σχέσης ή του γάμου.

Όταν μάλιστα η γυναίκα αισθανθεί ότι ο σύντροφός της την παραμελεί, της γυρίζει την πλάτη και αδιαφορεί, τότε είναι πιο επιρρεπής η ίδια στην απιστία. Αυτή η γυναίκα που θα νιώσει εγκαταλειμμένη εύκολα θα παρασυρθεί από κάποιον άλλον που θα την κάνει να νιώσει σημαντική και θα της προσφέρει αυτό που ο δικός της σύντροφος έχει ξεχάσει πια.

Η σταδιακή αποδυνάμωση της εικόνας του συντρόφου, η αλλαγή του τρόπου με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας, σα ρόλο και ταυτότητα μέσα στη σχέση, είναι λόγοι που μπορεί να οδηγήσουν στην απιστία. Συγκεκριμένα, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, ζητήματα που απασχολούσαν αρκετά την πρώτη περίοδο της σχέσης, όπως η συχνότητα και η διάρκεια της σεξουαλικής επαφής, τα αισθήματα πόθου και πάθους που τρέφουν οι δύο σύντροφοι, η συνεχής αναζήτηση της παρουσίας του άλλου, δίνουν τη θέση τους στη λογική επεξεργασία της σχέσης και την προσδοκία για το μέλλον.

Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι ο σύντροφος κρίνεται όχι μόνο μέσα από την ερωτική επιθυμία και την αγάπη που τον διακατέχει για το ταίρι του, αλλά πολύ περισσότερο από την ικανότητά του να ανταποκριθεί στα νέα καθήκοντα και να προσαρμοστεί ικανοποιητικά στις απαιτήσεις του συντροφικού ρόλου, είτε αυτό αφορά οικονομικές διαστάσεις, είτε αφορά γονεϊκή ταυτότητα και ανάληψη αντίστοιχων ευθυνών. Στην περίπτωση λοιπόν που ο σύντροφος αδυνατεί, ή τουλάχιστον έτσι μεταφράζεται από εμάς, να ανταποκριθεί στις καινούργιες καταστάσεις, πολύ συχνά αυτό «μας κλειδώνει ερωτικά».

Τότε έρχεται η κατάλληλη στιγμή και το έδαφος είναι έτοιμο για να μπει το τρίτο πρόσωπο, το οποίο θα προσφέρει για τον άντρα μια καινούργια ανανεωτική εμπειρία στη σεξουαλικότητά του, αφού θα τον ανεβάσει ως αρσενικό, θα νιώσει ερωτικός και επιθυμητός. Η γυναίκα θα μπει σε αυτό πιο δύσκολα και πιο εγκεφαλικά, αφού θα βρει κάποιον που την ακούει, την καταλαβαίνει και την κάνει να αισθάνεται θηλυκό και της θυμίζει πόσο επιθυμητή και σεξουαλική είναι.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΠΡΙΝ ΤΟΥΣ ΣΟΦΙΣΤΕΣ

Είναι μόδα μεταξύ των σύγχρονων ιστορικών της αρχαίας Ελλάδας να κάνουν παραλληλισμούς ανάμεσα στην ιστορία της αρχαίας Ελλάδας και. σε αυτήν του σύγχρονου κόσμου. Διαβάζουμε για τον αρχαίο ελληνικό «μεσαίωνα», την αρχαία ελληνική «μεταρρύθμιση», την αρχαία ελληνική «αναγέννηση». Οι ιστορικοί διαφέρουν ως προς τους παραλληλισμούς που κάνουν: Ενώ ο ένας μπορεί να συγκρίνει ολόκληρη την κλασική περίοδο της αρχαίας Ελλάδας μέχρι το τέλος 5ου αιώνα με τη μεσαιωνική περίοδο της δικής μας ιστορικοί με το αιτιολογικό ότι και οι δύο περίοδοι ξεκίνησαν μεταναστεύσεις φυλών και ότι και οι δύο τελείωσαν με «την :κάλυψη του κόσμου και του ανθρώπου», ο άλλος μπορεί συγκρίνει την πρώιμη περίοδο της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, πριν την ανατολή του φωτός επί των ημερών του Σόλωνα, με την περίοδο του δικού μας μεσαίωνα και να τοποθετήσει την περίοδο της «μεταρρύθμισης» και της «αναγέννησης» στον 6ο αιώνα. Αν ακολουθήσουμε τη δεύτερη σύγκριση, μπορούμε να πούμε ότι η πολιτική σκέψη του αρχαίου ελληνικού μεσαίωνα βρίσκεται στον Όμηρο και στον Ησίοδο, οι οποίοι είναι στην πραγματικότητα και οι μόνοι συγγραφείς του. Μερικές φορές παρατίθεται ένα απόσπασμα του Ομήρου, για να δείξει ότι ο τελευταίος πίστευε στο θείο δικαίωμα της μοναρχίας:

Οὐκ ἀγαθόν πολυκοιρανίη. εἷς κοίρανος ἔστω,
εἷς βασιλεύς, ῷ ἔδωκε Κρόνου πάϊς ἀγκυλομήτεω
σκῆπτρόν τ’ ἡδέ θέμιστας.[1]

(Η πολυαρχία βλάπτει· ένας θα είναι ο αρχηγός, ο βασιλιάς ένας,
που σ’ αυτόν έδωσ’ ο υιός του κρυπτοβούλου Κρό­νου
το σκήπτρο και τα νόμιμα να βασιλεύει σ’ ό­λους.)

Όμως οι στίχοι αναφέρονται μόνο στη διοίκηση κατά τη διάρκεια πολέμου και είναι λόγια που ο Οδυσσέας απευθύνει προς έναν στρατό σε αναταραχή, τον οποίον προσπαθεί να πείσει να υπακούσει ξανά στον αρχιστράτηγό του. Ο ομηρικός βασιλιάς έχει τον τίτλο του ως αξιωματούχος της κοινότητας. Όλοι οι αρχηγοί μιας φυλής λέγονται «βασιλείς» και όλοι ισχυρίζονται ότι έχουν θεία καταγωγή. Ο βασιλιάς μπορεί να διαχωριστεί από τους ομολόγους του μόνο από το ότι είναι ο διορισμένος αξιωματούχος όλης της κοινότητας - και πράγματι έτσι διαχωρίζεται. Επομένως, ήδη στην ομηρική εποχή η φυλή είναι κυρίαρχη του εαυτού της και ο κατ’ όνομα ηγεμόνας της διαπιστεύεται στη θέση του ως όργανο και εκπρόσωπός της. Ενώ ο Όμηρος υπό αυτή την έννοια αναγνωρίζει τη μοναρχία, ο Ησίοδος γνωρίζει μόνο την αρχηγία των πολλών βασιλέων. Επιπλήττει εκ των προτέρων τη «σοφιστική» οπτική γωνία που είχαν οι «βασιλείς» της γενιάς του και στη φιλοσοφία τους που είχε ως δόγμα το «Καλύτερα να είσαι κακός παρά δίκαιος» απαντά με μία έκκληση στη θεία τιμω­ρία.[2]

Μία νέα εποχή ξεκίνησε κατά τις πρώτες μέρες του Σόλωνα (περίπου 600 π.Χ.). Τον 7ο αιώνα η Ελλάδα είχε υποστεί μία οικονομική κρίση, της οποίας τα πρώτα δείγματα μπορεί ίσως να εντοπίσει κανείς στους στίχους του Ησίοδου. Η γη των φτωχών είχε καταβροχθισθεί από υποθήκες και είχε προσαρτηθεί από τους πλούσιους γείτονές τους. Προκειμένου να αποφευχθεί το χάος, έπρεπε να βρεθεί μια νέα νοοτροπία και νέοι νόμοι για την Ελλάδα. Τη νέα νοοτροπία κήρυξαν οι Δελφοί, ενώ τους νέους νόμους ανακάλυψαν νομοθέτες, όπως ο Σόλων. Το κήρυγμα των Δελφών αποτέλεσε την έμπνευση αυτού που μερικές φορές αποκαλείται αρχαία ελληνική μεταρρύθμιση. Γύρω στο 600 π.Χ. οι Δελφοί αποσπάστηκαν από τη φυλή των Φωκέων και μετατράπηκαν σε εκκλησιαστικό κράτος. Το μαντείο των Δελφών ήταν φημισμένο. Οι ιερείς του είχαν μια παλιά παράδοση σύμφωνα με την οποία ο θεός τους, ο Απόλλων, ήταν ο εφευρέτης της κάθαρσης από το στίγμα της ανθρωποκτονίας, και οι ίδιοι διεύρυναν αυτή την παράδοση, μέχρι που τον μετέτρεψαν σε ερμηνευτή της αρχαίας ελληνικής ηθικής και πρόμαχο του αρχαίου ελληνικού νόμου.[3]

Η κεντρική ιδέα της ηθικής διδασκαλίας του μαντείου ήταν η ανάγκη για μετριοπάθεια. Το δίδαγμά της ήταν η ομορφιά του μέτρου, η ανάγκη να θυμάται κανείς ότι όλα τα πράγματα έχουν ένα όριο, το οποίο δεν πρέπει να υπερβαίνεται - ότι (όπως τραγούδησε ο Πίνδαρος απηχώντας τους Δελφούς)[4] «ούτε ο σοφός ούτε ο ανόητος μπορούν να διαβούν τον δρόμο πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες». Ο πόθος του κέρδους, ο οποίος είχε δημιουργήσει όλα τα προβλήματα του παρελθόντος, θα πρέπει να ελεγχθεί και να ρυθμιστεί· το «μηδέν άγαν» θα πρέπει να είναι εφεξής το δόγμα της ζωής. Έτσι δημιουργήθηκε μία παράδοση η οποία θα κρατούσε για πολύ και θα διείσδυε βαθιά στην αρχαία ελληνική ζωή - μία παράδοση που ενισχύθηκε από το πυθαγόρειο δόγμα του ορίου και διατυπώθηκε στην κλασική της μορφή στο αριστοτελικό δόγμα του μέσου όρου.

Εάν ο Απόλλων ήταν ερμηνευτής της ηθικής, ήταν και ο πρόμαχος του νόμου- και οι νομοθέτες. των οποίων η δραστηριότητα συμπίπτει χρονικά με την αρχαία ελληνική μεταρρύθμιση, προσπάθησαν να μετατρέψουν σε πράξη τα δελφικά διδάγματα του ορίου και της μετριοπάθειας. Η μεταγενέστερη παράδοση μίλησε για επτά σοφούς από τους οποίους ο Σόλων είναι η μοναδική ιστορική φιγούρα·* και αυτή η παράδοση αναγνώρισε στους επτά σοφούς μια σταδιοδρομία πολιτικής δραστηριότητας και ένα είδος πολιτικής φιλοσοφίας διατυπωμένο με μορφή αποφθεγμάτων - ρήματα βραχέα ἀξιομνημόνευτα, όπως λέει ο Πλάτων - στα οποία διατηρήθηκε εσαεί μια πτυχή της αλήθειας, η οποία διδάχθηκε από την εμπειρία ή έγινε αντιληπτή από ερευνητικά μάτια. Τα «ρητά των επτά σοφών» είναι πράγματι σε μεγάλο βαθμό ηθικής φύσεως· όμως ανάμεσα στα ηθικά ρητά τους βρίσκουμε διασκορπισμένες πολιτικές αλήθειες, όπως το Αρχή άνδρα δείξει (η εξουσία θα δείξει τι είδους άνθρωπος είναι ο καθένας).[5] Ο Πλάτων μάς λέει ότι οι καρποί της σοφίας τους αφιερώθηκαν από όλους μαζί τους επτά στον ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς[6] επιβεβαιώνοντας έτσι μια παράδοση που τους συνδέει με τη διδασκαλία του θεού. Οι αμφικτύονες λέγεται ότι χάραξαν τα ρητά τους στους τοίχους του ναού. οπότε τα ρητά αυτά φάνηκε να αποκτούν κάτι από την ιερότητα μιας θείας αποκάλυψης. «Με αυτά τα διάσημα ονόματα έχουμε κοινωνική φιλοσοφία στο πρώιμο και εμβρυακό της στάδιο».[7] Όπως η κοινωνική φιλοσοφία των επτά σοφών, έτσι και η πολιτική δραστηριότητα των ιστορικών νομοθετών της εποχής του Σόλωνα ακολούθησε την έμπνευση των Δελφών. Ο στόχος τους, όσο μπορούμε να κρίνουμε από τις περιγραφές του έργου του Σόλωνα, ήταν να εφαρμόσουν τα διδάγματα του ορίου και της μετριοπάθειας στη σφαίρα της κοινωνικής και της πολιτικής ζωής, και «να επαναφέρουν την ενότητα του κράτους με το να περιορίσουν τη χρήση του πλούτου».[8] Ο Σόλων προσπάθησε να εισαγάγει το ιδεώδες της κοινωνικής ισότητας σε ένα κράτος που ήταν διαιρεμένο από τις διαμάχες μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Επιδίωξε να περιορίσει τους ισχυρούς από το να ασκούν τη δύναμη του πλούτου τους χωρίς όρια και έκανε ό, τι μπορούσε, για να ανυψώσει τους φτωχούς. Αφενός, με τη «Σεισάχθειά» του* απάλλαξε τους φτωχούς χωρικούς από τις υποθήκες και τα χρέη που είχαν συσσωρευθεί και έθεσε όριο στην έκταση της γαιοκτησίας, και με νόμους περί πολυτελούς ζωής περιόρισε το δικαίωμα των πλουσίων να επιδεικνύουν τον πλούτο τους. Αφετέρου, προσπάθησε να ξανακάνει τους αγρότες ελεύθερους κατόχους των κτημάτων τους και με το να διευκολύνει την εγκατάσταση ξένων στην Αττική, προκειμένου να ασκήσουν κάποια εξειδικευμένη τέχνη, ενθάρρυνε την ανάπτυξη της βιομηχανίας, η οποία μακροπρόθεσμα θα αποδεικνυόταν η σωτηρία των φτωχών, δια- σώζοντάς τους επιτέλους από την εξάρτηση και τη μιζέρια μιας αποκλειστικά αγροτικής οικονομίας. Με αυτούς και άλλους τρόπους επιδίωξε να φέρει κοινωνική ισότητα. Έχει ειπωθεί ότι ο ανθρωπισμός του αθηναϊκού νόμου αντανακλά τον μετριοπαθή και ευσεβή χαρακτήρα του ίδιου του Σόλωνα. Προκειμένου να προστατεύσει τους φτωχούς και αυτούς που βρίσκονταν σε ανάγκη, επέτρεψε σε κάθε αθηναίο πολίτη να αναλαμβάνει χω­ρίς ρίσκο για λογαριασμό κάποιου άλλου μία δίκη για ποινικό αδίκημα και με αυτό τον τρόπο έκανε ένα μεγάλο βήμα προς τη δημιουργία μιας σταθερής και αδέκαστης δικαιοσύνης. Επίσης σημαντικός είναι ο «νόμος περί συνδέσμων» που εισήγαγε.

Έθεσε την αρχή σύμφωνα με την οποία ένας σύνδεσμος με μία κοινή λατρεία είχε δικαίωμα να θεσμοθετεί καταστατικά, η εγκυρότητα των οποίων ως προς τα μέλη του συνδέσμου θα αναγνωριζόταν από το κράτος, εφόσον δεν θα συγκρούονταν με τους νόμους του. Ο νόμος περιλάμβανε ακόμη και πειρατικές και ναυτιλιακές εταιρείες και η αναφορά στις πρώτες αποδεικνύει ξεκάθαρα την παλαιότητά του. Εδώ στηρίζεται η ελευ­θερία του συνεταιρίζεσθαι- και είναι σημαντικό ότι η Σύνοψη (Digest) ανατρέχει στον νόμο του Σόλωνα.[9]

Όμως το έργο του Σόλωνα προχώρησε ακόμη πιο μακριά. Όπως μαθαίνουμε από τα δικά του ελεγειακά ποιήματα, στα οποία προετοίμασε και δικαιολόγησε το έργο του, είχε σκοπό να θεσμοθετήσει έναν γενικό κανόνα ισονομίας, σύμφωνα με τον οποίο καμία τάξη δεν θα διεκδικούσε κοινωνική υπεροχή ούτε θα απολάμβανε ανάρμοστα πολιτικά προνόμια.

Έδωσα στον λαό τόση δύναμη όση ήταν αρκετή, χωρίς να μειώσω την τιμή που του άξιζε ούτε και να του δώσω περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Μερίμνησα, ώστε οι άνδρες που είχαν επιρροή και ήταν ονομαστοί για τον πλούτο τους να μην πάθουν τίποτα ανάρμοστο. Στάθηκα με την ασπίδα μου σηκωμένη ψηλά, φρουρός πλουσίων και φτωχών, και δεν επέτρεψα σε κανέναν τους να θριαμβεύσει άδικα.

Κάποιος που σκέφτεται με σύγχρονους όρους είναι φυσικό να πει ότι ο Σόλων ήταν ταυτόχρονα αναθεωρητής των νόμων και δημιουργός ενός συντάγματος. Στην πραγματικότητα η διάκριση αυτή είναι ξένη προς την εποχή του Σόλωνα και την αρχαία ελληνική ιστορία γενικά. Ο Σόλων ουδέποτε δημιούργησε ένα ξεχωριστό συνταγματικό δίκαιο ούτε υπήρξε κάτι τέτοιο ποτέ στην Αθήνα. Αυτό που έκανε ήταν να θεσπίσει τους κανόνες που μόλις αναφέρθηκαν ως οδηγίες προς τους αξιωματούχους του κράτους και ως μέσα ελέγχου της διοικητικής τους δράσης. Αντιμετωπίζοντας τους αξιωματούχους του κράτους ως υπηρέτες του νόμου όρισε τον νόμο γραπτώς, έτσι ώστε ένας γραπτός κώδικας να υποκαταστήσει μία άγραφη παράδοση. Και ενώ μ’ αυτό τον τρόπο έθεσε σε λειτουργία την αρχαία ελληνική αντίληψη της κυριαρχίας του νόμου, σιωπηρά ίδρυσε ένα συνταγματικό πλαίσιο βασισμένο στην κυριαρχία του νόμου, στο οποίο οι αξιωματούχοι του κράτους έμπαιναν με φυσικό τρόπο στη θέση τους ως υπηρέτες του νόμου. Προκειμένου να διασφαλίσει το ότι θα ενεργούσαν σύμφωνα με τον νόμο, τους κατέστησε υπόλογους σε ένα λαϊκό δικαστήριο, η θεσμοθέτηση του οποίου ήταν η μεγάλη του καινοτομία. Το δικαστήριο αυτό ήταν η Ηλιαία, ένα λαϊκό δικαστήριο αποτελούμενο από μερικές χιλιάδες δικαστές, στο οποίο ακόμη και οι φτωχότεροι πολίτες μπορούσαν να συμμετάσχουν και να δικάσουν και το οποίο (πέραν της εκδίκασης εφέσεων σε εξαιρετικές περιπτώσεις) είχε το δικαίωμα να εξετάζει τη συμπεριφορά κάθε αξιωματούχου στο τέλος της θητείας του. Εδώ «ο Σόλων έκανε τον λαό κυρίαρχο της ετυμηγορίας»· και με βάση την αρχή του Αριστοτέλη ότι «ο κυρίαρχος της ετυμηγορίας είναι κυρίαρχος του πολιτεύματος» σιωπηρά εγκαθίδρυσε τη λαϊκή κυριαρχία ή αλλιώς δημοκρατία.[10] Όμως εγκαθίδρυσε. δημοκρατία μόνο στη δικαστική σφαίρα. Έδωσε στον λαό όχι τόσο τον έλεγχο της δημόσιας πολιτικής, όσο τη βεβαιότητα ότι θα κυβερνιόταν νόμιμα σύμφωνα με γνωστούς κανόνες.[11] Σε τελική ανάλυση ήταν ζήτημα ήσσονος σημασίας, μολονότι όχι ασήμαντο, το ότι έκανε δεκτούς τους φτωχότερους Αθηναίους στην Εκκλησία του Δήμου και έτσι τους έδωσε. φωνή στην εκλογή των αξιωματούχων τους.

Σχεδόν όλες οι λεπτομέρειες του έργου του Σόλωνα, εκτός από αυτές που περιέχονται στα δικά του ποιήματα, εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να είναι αντικείμενα διαφωνιών. Ήδη ανάμεσα στους ίδιους τους Αθηναίους κατά τα τέλη του 5ου αιώνα υπήρχαν πολλές διαφωνίες αναφορικά με το νόημα και το εύρος του έργου του, και αυτές οι διαφωνίες δεν ήταν καθόλου ακαδημαϊκές αλλά ζωτικά συνδεδεμένες με συγκεκριμένα ζητήματα. Αφενός, το δημοκρατικό κόμμα τον διεκδικούσε ως πατέρα της δημοκρατίας του Περικλή. Αφετέρου, οι «μετριοπαθείς», οι οποίοι είχαν ολιγαρχικές τάσεις και οι οποίοι αποπειράθηκαν να κάνουν μια πολιτική επανάσταση το 411, τον θεωρούσαν ως τον πατέρα ενός «προγονικού πολιτεύματος» (πάτριος πολιτεία) μετριοπαθούς και μικτού τύπου, ούτε δημοκρατικού ούτε ακόμη ολιγαρχικού, στο οποίο υποστήριζαν ότι η Αθήνα θα έπρεπε να επιστρέψει. Ο Αριστοτέλης φαίνεται να έχει ακολουθήσει τη δεύτερη ερμηνευτική γραμμή, τόσο στην Αθηναίων πολιτεία όσο και στα Πολιτικά, και να πιστεύει ότι ο Σόλων εγκαθίδρυσε την πάτριο πολιτεία μέσω της κατάλληλης ανάμειξης των διαφορετικών στοιχείων του κράτους.[12] Πράγματι στην πολιτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη υπάρχουν πολλά που θυμίζουν τον Σόλωνα. Όπως και ο Σόλων, ο Αριστοτέλης πιστεύει στην κυριαρχία του νόμου. Όπως και ο Σόλων, στον οποίο παραπέμπει ρητά,[13] πιστεύει ότι ο ευρύτερος λαός θα πρέπει να λάβει ως ένα μίνιμουμ πολιτικής ισχύος «το δικαίωμα να εκλέγει τους πολιτικούς άρχοντες στο. αξιώματά τους και να τους έχει υπολόγους». Πάνω απ’ όλα, όπως και ο Σόλων, είναι υπέρμαχος της αντίληψης του ουδέτερου, μετριοπαθούς και μεσολαβητικού κράτους, το οποίο είναι μία κατάλληλη ανάμειξη των διαφόρων στοιχείων και δεν επιτρέπει σε κανένα στοιχείο «να θριαμβεύσει άδικα».

Αυτή είναι ίσως η κυριότερη αντίληψη που η νομοθεσία και οι ελεγείες του Σόλωνα κληροδότησαν στους αρχαίους Έλληνες. Το ουδέτερο κράτος, το οποίο οι αρχαίοι Έλληνες θα αναζητούσαν για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και με τόσο πολλούς διαφορετικούς τρόπους, προκειμένου να ξεφύγουν από τη διαμάχη που μαινόταν μεταξύ των διαφόρων τομέων της κοινωνίας τους, βρήκε σ’ αυτόν τον πρώτο υποστηρικτή του. Ήταν μια αντίληψη φυσιολογική για την ταραγμένη εποχή στην οποία εκείνος έζησε. Στα Μέγαρα η ποίηση του Θεόγνιδος παρουσιάζει μια έντονη αντίθεση ανάμεσα στο «καλό» και στο «κακό» και ο ποιητής θρηνεί την ανατροπή μιας κληρονομικής τάξης ευγενών από έναν όχλο «που φοράει δέρματα τράγων και δεν ξέρει τίποτα από διατάγματα ή νό­μους»[14] Αν ο Σόλων είχε καθοδηγήσει το κράτος προς το επιθυμητό του λιμάνι στην Αθήνα, ο Αλκαίος στη Μυτιλήνη «δεν μπορεί να καταλάβει τη διαμάχη (στάσις) των ανέμων» που κλυδωνίζει το πλοίο του κράτους, το οποίο ο Πιττακός, που κυβέρνησε (590-580 π.Χ.) ως δικτάτορας έπειτα από μία επανάσταση στην οποία ο Αλκαίος και οι υπόλοιποι ευγενείς εξορίστηκαν. προσπαθεί να οδηγήσει στην ασφάλεια. Ακόμη και στη Σπάρτη, το πλέον σταθερό αρχαίο ελληνικό κράτος, υπήρχαν σοβαρά προβλήματα που προέκυπταν από ζητήματα γαιοκτησίας· και οι Σπαρτιάτες υποχρεώθηκαν να αντιμετωπίσουν μία επανάσταση των καταπιεσμένων δουλοπάροικων τους στη Μεσσηνία. Τα ποιήματα του Τυρταίου, που είναι σύγχρονα της εποχής αυτών των προβλημάτων και της επανάστασης, δεν είναι μόνο ένα σάλπισμα για μάχη αλλά και ένα πολιτικό κήρυγμα υπέρ της ευνομίας.

Πυθαγόρειοι και Ίωνες

Η επόμενη περίοδος στην ιστορία και στην πολιτική σκέψη της αρχαίας Ελλάδας συνδέεται με την ιωνική αναγέννηση. Η μεταρρύθμιση που προήλθε από τους Δελφούς ήταν σε μεγάλο βαθμό δωρικής προέλευσης και νοοτροπίας. Το μεγάλο δωρικό κράτος της Σπάρτης πάντοτε είχε στενές σχέσεις με τους Δελφούς και η επιρροή της διδασκαλίας του μαντείου ήταν προς έναν δωρικό τρόπο ζωής. Τα αγγεία και η αρχιτεκτονική του 6ου αιώνα δείχνουν μια τάση προς τη δωρική τεχνοτροπία.[15] Όμως στο αποικιακό έδαφος της Ιωνίας οι συνθήκες ήταν ανέκαθεν διαφορετικές από αυτές της κυρίως Ελλάδας. Εδώ η ζωή εξαρχής είχε μπει στο πλαίσιο των πόλεων και η παλιά ιερότητα της φυλετικής ζωής ποτέ δεν είχε βρει στέγη. Στη θέση της ευδοκίμησε κάτι σαν ορθολογική και εκκοσμικευτική νοοτροπία σε συνδυασμό με έναν προωθημένο και σχεδόν θηλυπρεπή υλικό πολιτισμό. Στην ατμόσφαιρα θερμοκηπίου των ιωνικών πόλεων η σκέψη και η συζήτηση ασχολούνταν ελεύθερα με όλα τα πράγματα του ουρανού και της γης. Και ίσως με τη βοήθεια της επιρροής από την επαφή με την Ανατολή οι άνθρωποι άρχισαν να στρέφονται στις φυσικές επιστήμες και από την εποχή του Θαλή (περίπου 585 π.Χ.) να ερευνούν τα προβλήματα του φυσικού κόσμου. Μπερδεμένοι από το αίνιγμα του φυσικού σύμπαντος, το οποίο φαινόταν να συντίθεται από πολλά στοιχεία και παρά ταύτα ήταν επιρρεπές σε αλλαγές που μεταμόρφωναν το καθένα από τα στοιχεία αυτά σε ένα άλλο, προσπάθησαν να ανακαλύψουν το ένα απαράλλακτο, το μοναδικό εκείνο υπόστρωμα της ύλης που βρισκόταν κάτω από όλα τα στοιχεία και από το οποίο όλα προέκυπταν. Αυτό το μοναδικό υπόστρωμα της ύλης, αυτή τη μοναδική ουσία από την οποία είναι φτιαγμένα όλα τα πράγματα, με όποιο τρόπο κι αν μπορούσε να γίνει αντιληπτή, την ονόμαζαν φύση.[16] Θεωρείται, ίσως υπερβολικά πρόθυμα, ότι πριν τον Σωκράτη οι άνθρωποι μελετούσαν μόνο τη φύση και ότι οι διανοητές για πρώτη φορά μελέτησαν τον άνθρωπο (ήθη) παρακινούμενοι από το παράδειγμα του Σωκράτη.[17] Όμως τα συμπεράσματα στα οποία οι Προσωκρατικοί κατέληξαν σχετικά με την ύλη δεν ήταν απλές θεωρίες φυσικών επιστημόνων που ασχολούνταν με ένα πρόβλημα χημείας· ήταν γι’ αυτούς που τις διατύπωναν λύσεις στο αίνιγμα του σύμπαντος. Ως τέτοιες εφαρμόζονταν στη ζωή του ανθρώπου εξίσου με. τη ζωή της γης. Συμπεράσματα αναφορικά με τα στοιχεία της φύσης και τις αμοιβαίες σχέσεις τους συνεπάγονταν παρόμοια συμπεράσματα αναφορικά με τα στοιχεία της ηθικής φύσης του ανθρώπου και τη διασύνδεση μεταξύ αυτών των στοιχείων αναφορικά με τα στοιχεία του κράτους και το πλαίσιο μέσου του οποίου συνδέονταν.

Ίσως οι πλέον πρόθυμοι να κάνουν αυτό το βήμα από μια υποτιθέμενη φυσική αλήθεια στο ηθικό της αντίστοιχο ήταν οι Πυθαγόρειοι του 5ου αιώνα, όταν στράφηκαν σε ένα σύστημα φιλοσοφίας, τον Κανόνα του Πυθαγόρα, ενός Ίωνα από το νησί της Σάμου (περίπου 530 π.Χ.), ο οποίος είχε εγκατασταθεί στην Κάτω Ιταλία και είχε ιδρύσει εκεί μία σχολή. Η μονάδα στην οποία είχαν αναγάγει τα φυσικά στοιχεία δεν ήταν μια υλική ουσία, όπως αυτή που είχαν ορίσει οι περισσότεροι ίωνες φιλόσοφοι, αλλά η πιο άυλη[18] αρχή του αριθμού. Μία τέτοια αρχή μπορούσε εύκολα να επεκταθεί στον ηθικό κόσμο της συμπεριφοράς του ανθρώπου. Μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αρχή που βρισκόταν πίσω από τον ηθικό κόσμο ήταν επίσης μία αρχή αριθμού ή τήρησης του αριθμού.[19] Με αυτό τον τρόπο οι ύστεροι Πυθαγόρειοι έφτασαν στην ιδέα τους περί δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη ήταν ένας αριθμός ισάκις ίσος', ήταν ένας αριθμός πολλαπλασιασμένος επί τον εαυτό του. ένας αριθμός που είναι τέλειο τετράγωνο. Ένα τέλειο τετράγωνο αποτελεί μία τέλεια αρμονία, επειδή αποτελείται από ίσα μέρη, και ο αριθμός των μερών είναι ίσος προς την αριθμητική αξία του κάθε μέρους. Αν η δικαιοσύνη ορίζεται ως ένας αριθμός που είναι τέλειο τετράγωνο, προκύπτει ότι η δικαιοσύνη βασίζεται στην αντίληψη ενός κράτους αποτελούμενου από ίσα μέρη. Ένας αριθμός είναι τέλειο τετράγωνο για όσο η ισότητα των μερών του συνεχίζει να υφίσταται - ένα κράτος είναι δίκαιο για όσο χαρακτηρίζεται από την ισότητα των μερών του, και δικαιοσύνη είναι η διατήρηση αυτής της ισότητας. Πώς όμως θα διατηρηθεί αυτή η ισότητα; Αφαιρώντας από τον επιτιθέμενο, ο οποίος έχει γίνει υπερβολικά μεγάλος και το θύμα του υπερβολικά μικρό, όλα τα κέρδη της επιθετικότητας του και αποδίδοντάς τα εξολοκλήρου στον χαμένο. Εξ ου και ο περαιτέρω ορισμός της δικαιοσύνης από τους Πυθαγορείους ως ανταπόδοση (τό ἀντιπεπονθός): Ό,τι κάνεις θα το υποστείς με τη σειρά σου. Είναι προφανές ότι σ’ αυτή την αντίληψη της δικαιοσύνης υπάρχουν στοιχεία που θα επηρέαζαν την τάση της μεταγενέστερης πολιτικής σκέψης.[20] Εδώ βρίσκεται η ιδέα του κράτους ως ένα άθροισμα ίσων αριθμών, εδώ βρίσκεται η ιδέα ότι στόχος του κράτους είναι μια αρμονία ή ισορροπία που λέγεται δικαιοσύνη, η οποία διατηρεί τον λεπτό διακανονισμό μεταξύ των μελών του. Στην Πολιτεία ο Πλάτων υιοθετεί αυτή την αντίληψη της δικαιοσύνης και της προσδίδει ένα πιο πνευματικό περιεχόμενο και μια βαθύτερη αλήθεια. Η δικαιοσύνη είναι ένας διακανονισμός αλλά ένας διακανονισμός που δίνει στον καθένα από τους πνευματικούς παράγοντες που συντελούν, ώστε να δημιουργηθεί το κράτος - λογική, θυμός και ε­πιθυμία -, τη δίκαιη και σωστή θέση του. Η φορμαλιστική και αριθμητική πτυχή της πυθαγόρειας αντίληψης μπορεί ίσως να εντοπιστεί στη θεωρία του Αριστοτέλη περί «ειδικής» δικαιοσύνης, Η θεωρία της διανεμητικής και διορθωτικής δικαιοσύνης στο Πέμπτο Βιβλίο των Ηθικών, και η εφαρμογή μίας θεωρίας περί δικαιοσύνης στο εμπόριο στο Πρώτο Βι­βλίο των Πολιτικών μπορεί να οφείλουν κάτι στην πυθαγόρεια σκέψη.[21]

Αυτός ίσως να ήταν ο τρόπος με τον οποίο οι Πυθαγόρειοι του 5ου αιώνα βοήθησαν στην ανάπτυξη της πολιτικής επιστήμης εφαρμόζοντας τις αρχές της φυσικής φιλοσοφίας στο κράτος. Μερικοί από αυτούς προχώρησαν πέρα από την εφαρμογή του αριθμού στην αντίληψη περί δικαιοσύνης και δίδαξαν μια καθορισμένη θεωρία πολιτικής. Η ουσία αυτής της θεωρίας ήταν το θείο δικαίωμα της σοφίας να κυβερνά το κράτος και το αποτέλεσμά της ήταν μία πίστη στη μοναρχία θεοκρατικού τύπου, η οποία εξουσίαζε jure divino (θείω δικαιώματι) τους υπηκόους της όπως ο Θεός εξουσιάζει τον κόσμο. Είναι πιθανόν ότι αυτού του είδους η διδασκαλία να είναι μεταγενέστερη του 5ου αιώνα και απλώς απηχεί τον φιλόσοφο-βασιλιά της Πολιτείας· είναι όμως επίσης πιθανόν να προϋπήρξε του Πλάτωνα και να τον επηρέασε.[22] Μία κατοπινή γενιά απέδωσε στον ίδιο τον Πυθαγόρα, στον 6ο αιώνα, τα αξιώματα των μεταγενέστεροί μαθητών του και πίστευε ότι ο Πυθαγόρας είχε προσπαθήσει να τα υλοποιήσει στην πράξη. Η παράδοση μιλούσε για μια Λέσχη Τριακοσίων που ίδρυσε ο Πυθαγόρας στον Κρότωνα, η οποία αποτελείτο από νεαρούς άνδρες εκπαιδευμένους στη φιλοσοφία, όπως οι πλατωνικοί φύλακες, και οι οποίοι, όπως πάλι οι φύλακες, κυβερνούσαν το κράτος υπό το πρίσμα της φιλοσοφίας τους. Η πυθαγόρεια αρχή κοινά τα των φίλων ερμηνεύτηκε, επίσης ως προπάτορας της κοινοκτημοσύνη; που υιοθέτησε, ο Πλάτων. Μπορούμε όμως να θεωρήσουμε αυτές τις παραδόσεις και ερμηνείες ως μεταγενέστερη μεταφορά των πλατωνικών ιδεών στη σκέψη «του δασκάλου»: ipse non dixit (ο ίδιος δεν το είπε). Το έργο και τα δόγματα του ίδιου του Πυθαγόρα ήταν πιο απλά και, μολονότι υπήρξε προάγγελος του Πλάτωνα, δεν υπήρξε προάγγελος του ούτε στο να εκπαιδεύσει νεαρούς άνδρες για μία πολιτική ζωή ούτε στο να υιοθετήσει την κοινοκτημοσύνη. Όταν αποσυνδέσουμε από το όνομά του αφενός τις μεταγενέστερες εξελίξεις της διδασκαλίας του που οφείλονταν στους Πυθαγορείους μιας κατοπινής γενιάς και για τις οποίες έχουμε ήδη μιλήσει και αφετέρου τα πλατωνικά στοιχεία τα οποία παρεισέφρησαν στη μεταγενέστερη παράδοση σχετικά μ’ αυτόν, θα διαπιστώσουμε ότι αυτό που έκανε ήταν να θεμελιώσει μια κοινωνία και να ενσταλάξει «έναν τρόπο ζωής» στα μέλη του. Ήταν ο πρώτος, αλλά επ' ουδενί ο τελευταίος, για τον οποίο η φιλοσοφία κατέληγε σε έναν Κανόνα ο οποίος θα μεταδιδόταν σε έναν κύκλο ή «αδελφότητα» μαθητών· και στο σημείο αυτό ήδη μπορεί να ειπωθεί ότι υπήρξε προάγγελος του Πλάτωνα. Ίδρυσε την αδελφότητά του στον Κρότωνα, μία πόλη της νότιας Ιταλίας. Η αδελφότητα ενεπλάκη σε πολιτικές ταραχές, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποστηρίζουν την άποψη ότι επιδίωξε ποτέ να αναμιχθεί στην πολιτική ή ότι πήρε το μέρος της αριστοκρατικής πλευράς. Ο Κανόνας του Πρωταγόρα ήταν ένας προσωπικός κανόνας κάθαρσης, η οποία θα επιτυγχανόταν με την άσκηση της ιατρικής και τη μελέτη της «μουσικής». Τα μέλη της αδελφότητας ασκούσαν την ιατρική, προκειμένου να καθαρίσουν το σώμα. και τη μουσική, προκειμένου να καθαρίσουν την ψυχή. Η ιατρική τους ήταν περισσότερο θέμα δίαιτας και πρόληψης παρά φαρμάκων και θεραπείας· ζούσαν ασκητική ζωή θεωρώντας ορισμένες τροφές ταμπού και έτρωγαν μαζί σε χορτοφαγικά συσσίτια, πράγμα που μπορεί να αποτελεί τη βάση για τις μετέπειτα διαδόσεις περί κοινοκτημοσύνης που υποτίθεται ότι εφάρμοζαν. Θεωρούσαν ότι η φιλοσοφία ήταν η ύψιστη μορφή μουσικής,[23] και με τον όρο φιλοσοφία εννοούσαν τη μελέτη των επιστημών και ιδίως των μαθηματικών, στα οποία η συνεισφορά τους δεν ήταν μικρή. «Η πρωτοτυπία του Πυθαγόρα ήταν ότι θεωρούσε την επιστημονική, και ιδίως τη μαθηματική μελέτη, ως την καλύτερη κάθαρση της ψυχής».[24] Είναι προφανές ότι ο Πλάτων όφειλε πολλά στη διδασκαλία του Πυθαγόρα. Η εκπαίδευση των φυλάκων της Πολιτείας μέσω γυμναστικής και μουσικής αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό στην κάθαρση μέσω ιατρικής και μουσικής που υποστήριζε ο Πυθαγόρας. Ο Πλάτων δίνει έμφαση στη δίαι­τα ως τμήμα της γυμναστικής (403 Ε-410 Β)· και πράγματι ήταν κανόνας της αρχαίας ελληνικής ζωής να ασκείται η ιατρική στα γυμνάσια. Ο Πλάτων, και πάλι όπως ο Πυθαγόρας, είναι πεπεισμένος για την αξία των μαθηματικών, ενώ η «μουσική» της Πολιτείας ανυψώνεται, κατά τη διάρκεια της ανάλυσης του Πλάτωνα, από τον Όμηρο και τη λύρα στην αστρονομία και στη στερεομετρία.

Υπάρχουν δύο ακόμη στοιχεία στη διδασκαλία του Πυθαγόρα τα οποία επηρέασαν βαθιά τον Πλάτωνα και την αρχαία ελληνική φιλοσοφία γενικά. Το ένα είναι το δόγμα των τριών τάξεων ανθρώπων οι εραστές της σοφίας, οι εραστές της τιμής και οι εραστές του κέρδους- το οποίο ίσως να υπονοεί ένα αντίστοιχο δόγμα των τριών μερών της ψυχής: νους, θυμός και επιθυμία. Η στήριξη της Πολιτείας πάνω στο πυθαγόρειο δόγμα σε αυτά τα σημεία είναι προφανής και ριζική: Το όλο πλαίσιο της Πολιτείας, το οποίο στηρίζεται στην ανάλυση του κράτους σε τρεις τάξεις και της ψυχής σε τρία μέρη, μπορεί να ειπωθεί ότι είναι πυθαγόρειο. Η θεωρία του «ορίου» είναι ένα άλλο στοιχείο της διδασκαλίας του Πυθαγόρα, το οποίο επηρέασε τόσο τον Πλάτωνα όσο και τον Αριστοτέλη. Κατά τη διάρκεια των μουσικών του σπουδών, τις οποίες είχε διεξαγάγει πάνω σε μαθηματικές γραμμές, ο Πυθαγόρας είχε ανακαλύψει ότι από τις τέσσερις «σταθερές νότες» της κλίμακας οι δύο ενδιάμεσες νότες αποτελούσαν με διαφορετικούς τρόπους ένα μέσο όρο ανάμεσα στις δύο ακραίες και αντίθετες νότες, την υψηλή και τη χαμηλή. Αυτό τον έκανε να πιστέψει ότι ο μέσος όρος ήταν μία ανάμειξη (κράσις) ή, στην κανονική μουσική γλώσσα, μία αρμονία, ένα «συνταίριασμα» των δύο αντιθέτων. Αντίστοιχα, κατά τη μελέτη της ιατρικής ανακάλυψε ότι η υγεία ήταν μία αρμονία των ζωτικών δυνάμεων και μία ανάμειξη της αντίθεσής τους. Με τον τρόπο αυτό κατέληξε να πιστεύει ότι ο μέσος όρος ήταν το φυσικό και συνάμα ρυθμιστικό όριο (πέρας) με το οποίο τα αντίθετα αναγκαστικά σχετίζονται. Με τη σχέση τους προς αυτό έμπαιναν σε τάξη στη φύση και γίνονταν κατανοητά στον άνθρωπο, ενώ ταυτόχρονα συμφιλιώνονταν αρμονικά. Η επίδραση αυτής της πεποίθησης στη μεταφυσική του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και στην αντίληψή τους για τη σχέση της «μορφής» ως ορίου προς την «ύλη» βρίσκεται πέρα από το αντικείμενο της παρούσας μελέτης. Έχει όμως σημασία να επισημανθεί ότι η θεωρία του ορίου, και του μέσου όρου ως ορίου, επηρέασε με πολύ συγκεκριμένο τρό­πο την πολιτική θεωρία του Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης όχι μόνο πιστεύει σε ένα όριο του πλούτου και σε ένα όριο στο μέγεθος του κράτους, αλλά πιστεύει και στο «μέσο» ή μικτό πολίτευμα, το οποίο είναι μία ανάμειξη των δύο αντιθέτων, της ολιγαρχίας και της δημοκρατίας, και μέσω του οποίου τα υπαρκτά κράτη μπορούν να επιτύχουν την αληθινή τάξη ή μορφή τους. Εδώ η θεωρία του Πυθαγόρα αναμειγνύεται με την πρακτική του Σόλωνα, προκειμένου να παραγάγει την αντίληψη του ουδέτερου και μετριοπαθούς κράτους. Όμως, από όσο γνωρίζουμε, ο ίδιος ο Πυθαγόρας δεν εφάρμοσε την ιδέα του ορίου στην πολιτική- μόνο με τους κατοπινούς διαδόχους του η αρχή του ορίου εφαρμόστηκε στην ηθική (με το πεπερασμένο και περιορισμένο ον να μετατρέπεται σε σύμβολο της αρετής και το άπειρο και απεριόριστο σε σύμβολο της κακίας) ή οι νόμοι των αριθμών εφαρμόστηκαν στην πολιτική και η δικαιοσύνη, όπως έχουμε δει, θεωρήθηκε ότι είχε τη φύση ενός τέλειου τετραγώνου.

Ο πυθαγορισμός επηρέασε όχι μόνο την αρχαία ελληνική θεωρία αλλά και την αρχαία ελληνική πολιτική. Έχει υποστηριχθεί. όπως έχουμε δει, ότι το πολίτευμα που δημιούργησε ο Κλεισθένης στην Αθήνα με τη λογική του, κάτι που συναντάμε αργότερα και στον Sieyes, και με τη μαθηματική του αντιμετώπιση της αθηναϊκής ζωής δείχνει ίχνη πυθαγόρειας επιρροής - και έχει επισημανθεί ότι ο Κλεισθένης είχε διασυνδέσεις με τη Σάμο, την πατρίδα του Πυθαγόρα. Λυτά είναι απλώς υποθέσεις. Λεν μπορούμε να εντοπίσουμε, καμία επιρροή του πυθαγορισμού στην πολιτική της αρχαίας Ελλάδας μέχρι τον 4ο αιώνα. και κατά την εποχή εκείνη η επιρροή δεν είναι του ίδιου του Πυθαγόρα αλλά των ύστερων Πυθαγορείων. Η Θήβα είχε περιέλθει στην επιρροή τους: Ο πυθαγόρειος Λύσις ήταν ο δάσκαλος του Επαμεινώνδα, ο οποίος τον αποκαλούσε πατέρα, και ο Αριστοτέλης μάς λέει ότι στη Θήβα, «μόλις οι κυβερνήτες έγιναν φιλόσοφοι, η πόλη άρχισε να ευδοκιμεί».[25] Ο Αρχύτας από τον Τάραντα ήταν ένας διάσημος Πυθαγόρειος του 4ου αιώνα, ο οποίος για μεγάλο διάστημα κυριαρχούσε στην ιδιαίτερή του πατρίδα και υπηρέτησε επτά φορές ως στρατηγός παρά την ύπαρξη νόμου που απαγόρευε κάτι τέτοιο. Ένας άνδρας όπως ο Αρχύτας, στρατηγός της πόλης του και ταυτόχρονα δάσκαλος φιλοσοφίας στον κατάφυτο περίβολο του σπιτιού του στον Τάραντα, είναι φυσικό να έχει αποτελέσει πρότυπο για την Πολιτεία.[26] Και πράγματι, όταν θυμηθούμε ότι ο Αρχύτας ζούσε στον Τάραντα και ο Επαμεινώνδας στη Θήβα ακριβώς την εποχή που ο Πλάτων συνέγραφε, τότε η Πολιτεία αρχίζει να αποκτά μια έντονα πρακτική διάσταση.

Όταν περάσουμε από την ιστορία του πυθαγορισμού στους πρώιμους πόνε; φιλοσόφους της Μικράς Ασίας και προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε μέχρι ποιο βαθμό εφάρμοσαν τα φυσικά τους συμπεράσματα στον πολιτικό στοχασμό, εισερχόμαστε σε ένα πιο ασαφές ζήτημα. Τα μέλη της Ιωνικής Σχολής, όπως έχουμε δει. ήταν φυσικοί, οι οποίοι ήταν απασχολημένοι με το πρόβλημα της ύλης και προσπαθούσαν να ανακαλύψουν τη θεμελιώδη ενότητα ή αλλιώς φύσιν (είτε αυτή ήταν νερό είτε αέρας είτε φωτιά), η οποία βρισκόταν πίσω από όλες τις «φανερώσεις» της. Είναι δύσκολο να ανακαλύψει κανείς σε ποιο βαθμό ασχολήθηκαν με την ανθρώπινη ζωή στη διδασκαλία και στα γραπτά τους. Είναι πιθανόν, και έχει υποστηριχθεί. ότι όλα τα έργα που είχαν τίτλο Περί φύσεως ασχολούνταν με την πολιτική. Αναφέρεται με βεβαιότητα ότι το έργο του Ηράκλειτου για τη φύση ήταν γραμμένο σε τρία βιβλία, από τα οποία το ένα ασχολείτο με την πολιτική.[27] Όμως τα καταγεγραμμένα ρητά του Ηράκλειτου (περίπου 500 π.Χ.) σχετικά με την πολιτική δείχνουν περισσότερο ως ασύνδετα αποφθέγματα στο στιλ των επτά σοφών παρά ως ενδείξεις μιας πολιτικής θεωρίας. Αυτή η αίσθηση των φυσικών νόμων του σύμπαντος, η οποία τον οδήγησε να πει ότι οι Ερινύες θα καταδίωκαν τον ήλιο. αν αυτός εγκατέλειπε την τροχιά του, βρίσκει το αντίστοιχό της στο ρητό ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να πολεμήσουν για τον νόμο τους όπως ακριβώς και για τα τείχη της πόλης τους. Αυτός ο παραλληλισμός ανάμεσα στον νόμο του κόσμου και στον νόμο, του κράτους εμφανίζεται επίσης στον Αναξίμανδρο, έναν προπάτορα του Ηράκλειτου, όταν εκείνος λέει ότι τα φυσικά στοιχεία «έχουν καταδικαστεί σε δικαιοσύνη και το ένα καταβάλλει στο άλλο το τίμημα της αδικίας τους», και με αυτό τον τρόπο εξηγεί τα φαινόμενο της αλλαγής. Όμως ο Αναξίμανδρος απλώς κάνει έναν παραλληλισμό ανάμεσα στον ανθρώπινο κόσμο και στον κόσμο της ύλης, ενώ και ο Ηράκλειτος επίσης δεν φαίνεται να έχει προχωρήσει πέρα από αυτό τον παραλληλισμό. Η αναλογία στην οποία προβαίνει είναι μεταξύ ύλης και ψυχής του ανθρώπου και το δόγμα που διατυπώνει είναι ότι η φωτιά είναι η φύσις, το ενιαίο υπόστρωμα και των δύο. Σε τελική ανάλυση είναι ένας ίωνας φυσικός και το ακρότατο όριο της φιλοσοφίας του είναι ένας παραλληλισμός, ο οποίος προεκτείνεται στα όρια της ταυτοσημίας ανάμεσα στη φυσική σύσταση της ύλης και στη φυσική σύσταση της ψυχής. Υπάρχει μία αιώνια διαμάχη φωτιάς και νερού, και η φωτιά είναι η αρχή που συμβολίζει τη ζωή, ενώ το νερό η αρχή που συμβολίζει τον θάνατο. «Πατήρ πάντων πόλεμος»· όμως το καθήκον του ανθρώπου και του κόσμου - η «δικαιοσύνη» και η αλήθεια και των δύο - είναι να προσκολληθούν στη φωτιά. Κι αυτό, γιατί η αλήθεια κατοικεί στο ξυνόν, στην κοινή και ταυτόσημη ουσία, που είναι η φωτιά, τόσο στο φυσικό σύμπαν όσο και στην ψυχή του ανθρώπου. Αυτή η ζωογόνος φωτιά διαποτίζει όλα τα πράγματα. Σ’ αυτήν «πρέπει να μείνει πιστός ο διανοητής και όχι στη δική του σοφία, όπως πρέπει να μένει πιστή η πόλη στον νόμο». «Όλοι οι ανθρώπινοι νόμοι υποστηρίζονται από τον έναν θείο νόμο, ο οποίος είναι απείρως ισχυρός και είναι αρκετός, υπεραρκετός, για όλους αυτούς τους νόμους». Έτσι οι ανθρώπινοι νόμοι εξηγούνται με βάση τον φυσικό νόμο του κόσμου. Ο φυσικός νόμος ζωντανεύει τους νόμους του ηθικού κόσμου. Οι νόμοι είναι απορροές αυτού του ενός νόμου· είναι ενσαρκώσεις της κοινής ουσίας της ψυχής και του κόσμου, που είναι η φωτιά. Αυτή η γραμμή σκέψης οδήγησε τον Ηράκλειτο να υιοθετήσει μία αριστοκρατική νοοτροπία. «Παρότι η σοφία είναι κοινή, οι πολλοί ζουν σαν να είχαν δική τους σοφία». Όμως «τι είδους σοφία ή τι είδους λογική έχουν οι μάζες; Πολλοί είναι κακοί, λίγοι είναι καλοί». «Οι Εφέσιοι πρέπει να πάνε να κρεμαστούν. Έχουν εξορίσει τον Ερμόδωρο, τον καλύτερο άνδρα ανάμεσά τους, λέγοντας “ας μην υπάρχει κανένας καλύτερος άνδρας ανάμεσά μας”». Όμως «για μένα ένας άνδρας αξίζει όσο δέκα χιλιάδες, αν είναι ο καλύτερος». Αυτός που κράτησε την ψυχή του «στεγνή» και έμεινε πιστός στη φωτιά είναι ο φυσικός κυβερνήτης των ανθρώπων. Εδώ βλέπουμε κάτι από τον πλατωνικό χαρακτήρα στον Ηράκλειτο: Αυτός που έχει μείνει πιστός στο κοινό (που έχει δει, όπως θα έλεγε ο Πλάτων, την ιδέα του καλού) είναι καλύτερος από δέκα χιλιάδες άλλους. Και ξανά πάλι υπάρχει στον Ηράκλειτο κάτι από τον στωικό κοσμοπολίτη: Ο «σοφός άνδρας» είναι σοφός με το να μένει πιστός στην κοινή ενότητα που διαπερνά όλο τον κόσμο· και το ιδεώδες κράτος ενός τέτοιου άνδρα θα είναι μακροπρόθεσμα ένα κράτος που περιλαμβάνει τον κόσμο.

Ορισμένοι ίωνες φιλόσοφοι άσκησαν επιρροή στην πολιτική. Αν συμπεριλάβουμε τον Ξενοφάνη μεταξύ των φιλοσόφων, μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι σε έναν από αυτούς το πρακτικό κίνητρο κυριαρχούσε. Ο Ξενοφάνης ζούσε και έγραφε τους ελεγειακούς του στίχους στα τέλη του 6ου αιώνα, όταν το χάσμα ανάμεσα στον Έλληνα και στην περσική Ανατολή άρχιζε να διευρύνεται. Προσπάθησε να εμψυχώσει τους συμπατριώτες του και να τους αποσυνδέσει από την Ανατολή με την οποία ήταν τόσο στενά συνδεδεμένοι κηρύσσοντας τους τα διδάγματα της δελφικής μεταρρύθμισης και εναρμονίζοντάς τους έτσι με τους Έλληνες της κυρίως Ελλάδας. Η ιωνική κοσμική νοοτροπία είχε ήδη κλονίσει τις πεποιθήσεις της εποχής για τους θεούς και ο Ξενοφάνης, εμπνευσμένος από μια ηθική αγανάκτηση ενάντια στις αναπαραστάσεις των θεών που τους εμφάνιζαν ως κλέφτες και μοιχούς και απλώς ενθάρρυναν την ανηθικότητα. χρησιμοποίησε, τα αποτελέσματα της ιωνικής επιστήμης. προκειμένου να επιτεθεί ενάντια στον πολυθεϊσμό και να αποδείξει την ίδια την ανυπαρξία των θεών της πολυθεϊστικής λατρείας. Κανένας άλλος Ίωνας δεν έχει μία τόσο εμφανώς πρακτική οπτική γωνία· όμως το ενδιαφέρον για τις πρακτικές υποθέσεις δεν έλειπε ακόμη και από ορισμένους που υποτίθεται ότι ήταν καθαρά «φιλόσοφοι». Μαθαίνουμε ότι ο Ηράκλειτος αρνήθηκε να λάβει μέρος στη δημόσια ζωή της Εφέσου, αλλά ούτως ή άλλως ήταν «βασιλιάς» της Εφέσου, ιερέας σ’ ένα παρακλάδι των μυστηρίων. Και ο Θαλής (περίπου 585 π.Χ.), ο πρώτος από τους ίωνες φυσικούς, αναφέρεται ότι είχε παροτρύνει τους Ίωνες της Μικράς Ασίας να ενωθούν σε ομοσπονδία με πρωτεύουσα την Τέο.[28] Η αναφορά προέρχεται από τον Ηρόδοτο· η πρόταση για τη δημιουργία ομοσπονδιακού κράτους είναι αξιοσημείωτη. Όπως ο Θαλής έτσι και οι ελεατικοί φιλόσοφοι του 5ου αιώνα, οι οποίοι αντιπροσώπευαν μια επανάσταση ενάντια στο σύνολο της φυσικής φιλο­σοφίας που ήταν μέχρι τότε του συρμού, ασκούσαν επιρροή στην πολιτική. Ο Παρμενίδης λέγεται ότι είχε δώσει νόμους στην Ελέα, ενώ ο Ζήνων, ο μαθητής του, ήταν σύμφωνα με τον Στράβωνα αντάξιος του κράτους του και λέγεται ότι προσπάθησε να υπερασπιστεί την ελευθερία του τελευταίου ενάντια σε έναν τύραννο. Παρόμοια δραστηριότητα έχει καταγραφεί και για τον Εμπεδοκλή από τον Ακράγαντα, έναν ποιητή, φιλόσοφο και βιολόγο, ο οποίος δεν ανήκει σε καμία σχολή. Φαίνεται ότι ήταν δημοκρατικός ηγέτης στην ιδιαίτερη πατρίδα του και υπέρμαχος της ισότητας· κατέστρεψε τη Λέσχη των Χιλίων στον Ακράγαντα και του προσφέρθηκε η θέση του βασιλιά, την ο­ποία αρνήθηκε.

Η μετάβαση από τους Φυσικούς στους Ανθρωπιστές

Η πρώτη φορά που βρίσκουμε κάποια πραγματική πολιτική σκέψη η οποία υφίσταται ως κάτι ανεξάρτητο από τον αφηρημένο στοχασμό περί φύσεως είναι όταν στραφούμε στην Αθήνα του ύστερου 5ου αιώνα. Όσο μεγάλη προσοχή και αν είχαν δώσει οι φυσικοί φιλόσοφοι στην πολιτική ζωή, η πολιτική τους θεωρία ήταν απλώς ένα παρακλάδι της κοσμολογίας τους και ένα ευτύχημα της προσπάθειάς τους να ανακαλύψουν ένα υλικό υπόστρωμα από το οποίο προέκυπτε ο κόσμος της αλλαγής. Όταν προσπαθούμε να ανακαλύψουμε τι σκέφτονταν οι Αθηναίοι κατά τον ύστερο 5ο αιώνα, φαίνεται να βλέπουμε ανθρώπους οι οποίοι αναστοχάζονται πρωτίστως σχετικά με την πολιτική και τον κόσμο της συμπεριφοράς και των θεσμών του ανθρώπου - αν στρέφονται στη φυσική, είναι για να βρουν παραδείγματα (τα οποία, όπως πιστεύουν, θα χρησιμεύσουν ως αποδείξεις) για τις πολιτικές τους ιδέες και να τις απεικονίσουν.[29] Η φυσική επιστήμη είχε φτάσει στην Αθήνα με τον Αναξαγόρα κατά τη διάρκεια του μεσουρανήματος του Περικλή, ο οποίος μπορεί να εισήγαγε τη φιλοσοφία της Ιωνίας στην Αθήνα στα πλαίσια μιας πολιτικής που στόχευε στο να ενσταλαχτεί στους Αθηναίους «κάτι από την ευλυγισία και την ευρύτητα του πνεύματος που χαρακτήριζε τους συγγενείς τους πέρα από τη θάλασσα».[30] Ο Αρχέλαος ο Αθηναίος, μαθητής του Αναξαγόρα και σύμφωνα με την παράδοση δάσκαλος του Σωκράτη, ήταν, όπως πληροφορούμαστε από τον Διογένη Λαέρτιο, ο τελευταίος φυσικός και ο πρώτος ηθικολόγος δίνοντας διαλέξεις περί νόμου και δικαιοσύνης. Πρώτος αυτός ήταν που προέβη στην περίφημη διάκριση μεταξύ φύσεως και νόμου στον κόσμο των ανθρώπινων υποθέσεων και δίδαξε ότι «ο ευγενής και ο ταπεινός υπάρχουν κατόπιν συμβάσεως (νόμῳ) και όχι εκ φύσεως (φύσει)»[31] Ήταν φυσικό ότι οι αρχαίοι Έλληνες, και ειδικότερα οι Αθηναίοι, σύντομα θα στρέφονταν από την εξέταση του αινίγματος του σύμπαντος (γιατί οι διανοητές τους ξεκινούσαν πρώτα από το μείζον) στην εξέταση του αινίγματος ενός μικρότερου κόσμου και θα έθεταν ερωτήματα σχετικά με τη «φύση» του κράτους και τη σχέση του με το άτομο. Έπειτα από τις προσπάθειες των ιώνων φυσικών να λύσουν το μυστήριο της υλικής υπόστασης και να βρουν μια ενιαία βάση για όλες τις αλλαγές της ήταν λογικό να υπάρξει κάποια αντίδραση με τη μορφή στροφής προς τη μελέτη του ανθρώπου, μια αντίδραση που θα προερχόταν από ανθρώπους που ενδιαφέρονταν περισσότερο για την ανθρώπινη φύση παρά για τη φυσική επιστήμη.[32] Εδώ μπορεί να περιμέναμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες, καθώς πίστευαν ότι το κράτος ήταν μια ηθική αδελφότητα και ο κάθε πολίτης ήταν ένα μέλος της, θα ξεκινούσαν από το κράτος, όταν στράφηκαν από τα φυσικά στα ανθρώπινα πράγματα. Όμως με τους Σοφιστές του ύστερου 5ου αιώνα φαίνεται ότι η προσδοκία αυτή διαψεύδεται.[33] Στη διδασκαλία τους (τουλάχιστον στη διδασκαλία αυτών που εξετάζει ο Πλάτων) υπάρχει μια αποσύνδεση του ατόμου από το κράτος, ακόμη και μια εξύμνηση του ατόμου. Η πολιτική σκέψη φαίνεται να έχει αναπτυχθεί επαρκούς, ώστε να περάσει στον ατομικισμό. Ένα νέο και επαναστατικό πνεύμα αρχίζει να εμφανίζεται. Μέχρι τότε η αντίληψη της φύσεως είχε χρησιμοποιηθεί με συντηρητική έννοια. Αν είχε εξυπηρετήσει κάτι, αυτό ήταν η υφιστάμενη τάξη πραγμάτων και η υποστήριξη των αρχαίων mos majorum (συνηθειών των προγόνων). Οι Πυθαγόρειοι είχαν ανακαλύψει στην ερμηνεία που έδιναν για τη «φύση» μια βάση δικαιοσύνης, ενώ ο Ηράκλειτος είχε οδηγηθεί από την αίσθησή του περί σταθερότητας «του κοινού» να τονίσει το μεγαλείο του ανθρώπινου νόμου. Όταν φτάνουμε στους Σοφιστές, εξακολουθούμε να βλέπουμε τον όρο φύσις σε τρέχουσα χρήση- όμως τώρα η φύσις είναι συχνά ανατρεπτική. Σε αντιδιαστολή προς τον νόμον παρέχει μια σταθερά βάσει της οποίας το κράτος και ο νόμος του ζυγίζονται και βρίσκονται ελλιπή. Πώς είχε προκύψει αυτή η μεγάλη αλλαγή;
--------------------------
[1] Ιλιάδα, Β 204-6. Θυμάμαι πριν από δέκα χρόνια περίπου τον γερμανό πρεσβευτή στην Αγγλία να παραθέτει με αυτό το νόημα τον πρώτο στίχο του χωρίου.

[2] Έργα και ημέραι, 248-64.

[3] Wilamowitz, ό.π., σ.87-8.

[4] Ολυμπιονίκες, 3, 44-5.

* Αυστηρή άποψη του συγγραφέα από πλευράς διακρίβωσης ιστορικών προσωπικοτήτων.

[5] Ο Πλούταρχος στο Ἑπτά σοφῶν συμπόσιον βάζει τους επτά σοφούς να συζητούν σχετικά με τις προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες, ώστε να επιτευχθεί η μεγίστη ευτυχία του κράτους, και υποτίθεται ότι παραθέτει την άποψη του καθενός από τους επτά.

[6] Πρωταγόρας, 343 b.

[7] Grote, History of Greece, IV 23.

[8] Zimmern, ό.π., σ. 127.

* Σειρά νόμων. Η λέξη σύνθετη: σείω+άχθος (βάρος): απομακρύνω, διαγράφω τα βάρη, τα χρέη

[9] Wilamowitz, ό.π., σ. 50-1.

[10] Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, IX, § 1.

[11] Zimmern, ό.π., σ. 130-1.

[12] Πρβλ. Πολιτικά, 1273, b 35 κ.ε. (II 12, § 2-6).

[13] 1286, b 33-4 (III 11,8).

[14] Θέογνις, VV 350-1

[15] Burnet, Greek Philosophy, σ. 34.

[16] Η φύση σήμαινε για τους Ίωνες ό, τι για μας σημαίνει η ύλη. Οι Ίωνες «είχαν χαράξει τις γραμμές της θεωρίας της ύλης με την έννοια που δίνει ο φυσικός επιστήμονας στον όρο» (Burnet, ό.π., σ. 27).

[17] Ο Αριστοτέλης όμως (στου οποίου τα δόγματα στηρίζεται αυτή η υπόθεση, πρβλ. Μετεωρολογικά, 987, 1-4, 1078, b 17-9), ενώ αναφέρει για τον Σωκράτη ότι ήταν περί τα ηθικά πραγματευόμενος, δεν λέει ότι ήταν ο πρώτος που στράφηκε στην ηθική, αλλά ότι ήταν ο πρώτος που εισήγαγε ορισμούς και ότι τους εισήγαγε στη σφαίρα της ηθικής.

[18] Είναι αλήθεια ότι οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν τον αριθμό ως εκτεινόμενο στον χώρο.

[19] Για μία τέτοια προέκταση της θεωρίας μπορεί κανείς να παραβάλει τον Πλάτωνα, Γοργίας. 507 Ε - 508 Α. Ο Πλάτων υποστηρίζει ότι η πλεονεξία αντιφάσκει προς τη φυσική συντροφικότητα και φιλία που συνενώνουν τη γη και τον ουρανό και αντιστρατεύεται την αρχή της γεωμετρικής ισότητας. Ο Πλάτων φαίνεται να υποστηρίζει ότι όπως, π.χ., οι πλανήτες παραμένουν συντροφικά ο ένας κοντά στον άλλο λόγω του ότι ο κάθε πλανήτης κρατάει τη θέση που του έχει οριστεί και δεν παραβιάζει την ισότητα καταπατώντας τη θέση του γείτονά του, έτσι και οι άνθρωποι θα πρέπει να τηρούν μια συντροφικότητα που θα διασφαλίζεται από το ότι ο καθένας κρατάει τη θέση που του έχει οριστεί και δεν παραβιάζει την ισότητα καταπατώντας, προκειμένου να «αποκτήσει περισσότερα» (πλεονεκτείν). Αυτό διδάσκει επίσης και η Πολιτεία. Ο Πλάτων κληρονόμησε πολλά από τους Πυθαγορείους- και ίσως περισσότερο απ’ όλα κληρονόμησε τα μαθηματικά τους ενδιαφέροντα. Ο Πλάτων προσέγγιζε τη φιλοσοφία διαμέσου των μαθηματικών. Αντίθετα ο Αριστοτέλης, πιο κοντά στον Εμπεδοκλή, την προσέγγιζε διαμέσου της βιολογίας (Burnet, Greek Philosophy, σ. 11, 71). Μάλλον υπάρχει ένα πυθαγόρειο στοιχείο στη σύγκριση που κάνει ο Πλάτων ανάμεσα στην τάξη του ανθρώπινου κόσμου και στην τάξη του φυσικού κόσμου.

[20] Όμως ο Burnet (Early Greek Philosophy, σ. 317, και Greek Philosophy, σ. 90) θεωρεί τον ορισμό της δικαιοσύνης ως τέλειο τετράγωνο, ως «ένα απλό γύμνασμα της επιθυμίας για αναλογίες». Τό ίδιο όμως μπορεί να ειπωθεί και για την αντίληψη που ο Herbert Spencer είχε για το κράτος ως οργανισμό - η οποία είναι παρά ταύτα ζωτικό κομμάτι του συστήματος του. Και είναι ιδιαίτερα εύκολο να εφαρμόσει κανείς μαθηματικές αναλογίες στη δικαιοσύνη. Πρβλ. Maine, Ancient Law (σ. 58): «Η ίση διαίρεση των αριθμών ή των φυσικών μεγεθών αναμφίβολα συνδέεται στενά με τις αντιλήψεις μας περί δικαιοσύνης- ελάχιστες άλλες διασυνδέσεις μένουν τόσο σταθερές στο μυαλό ή αποβάλλονται απ’ αυτό με μεγαλύτερη δυσκολία ακόμη και από τους πλέον βαθείς διανοητές».

[21] Ο Αριστοτέλης διακρίνει την «οικουμενική» δικαιοσύνη, η οποία είναι γενικά προσανατολισμένη προς τη διατήρηση της κοινωνικής και ηθικής τάξης («η δημόσια πλευρά του δικαίου, και ιδίως... το ποινικό του στοιχείο»), από την «ειδική» δικαιοσύνη, η οποία ασχολείται με την κατανομή δικαιωμάτων από το κράτος στα άτομα και τη διόρθωση ή επανόρθωση ιδιωτικών αδικιών (πρβλ. Σερ Paul Viiwgradoff. Columbia Law Review, Νοέμβριος 1908). Ο Αριστοτέλης διαφωνεί με τον πυθαγόρειο ορισμό της δικαιοσύνης ως απλής ανταπόδοσης (Ηθικά, V I 132, b 22), αλλά υποστηρίζει ότι η αναλογική ανταπόδοση είναι ο βασικός δεσμός στον οποίο στηρίζεται το κράτος. Όχι μόνο αποτελεί τη βάση της δράσης του κράτους κατά το έργο του της κατανομής και διόρθωσης, αλλά και ρυθμίζει τις εθελοντικές δοσοληψίες των πολιτών μεταξύ τους και αποτελεί τη βάση της εμπορικής ανταλλαγής.

[22] Πρβλ. την εισαγωγή του Campbell στην έκδοσή του του Πολιτικού, σ. xx-xxvii. Είναι πιθανόν ο Πλάτων να αναφέρεται σε αυτά τα αξιώματα στον Πολιτικό.

[23] Η μουσική είναι η λατρεία των Μουσών - όχι μόνο της μούσας της ποίησης αλλά και των εννέα μουσών- με άλλα λόγια, η καλλιέργεια των ελευθέριων τεχνών.

[24] Burnet, Greek Philosophy, σ. 41-2, τον οποίο έχω ακολουθήσει σ’ αυτή την παρουσίαση των πρώιμων Πυθαγορείων.

[25] Αριστοτέλης, Ρητορική, II 23, § 11.

[26] Ο Πλάτων γνώριζε προσωπικά τον Αρχύτα.

[27] Διογένης Λαέρτιος, IX 5: Διῄρηται εἰς τρεῖς λόγους, εἰς τε τόν περί τοῦ παντός καί πολιτικόν καί θεολογικόν. Ο Διογένης προσθέτει ότι ένας από τους σχολιαστές ίου έργου, ο Διόδοτος, θεωρούσε ότι το έργο δεν ήταν περί φύσεως, αλλά περί πολιτείας. Τα όσα λέγονταν περί φύσεως έπαιζαν τον ρόλο παραδειγμάτων. Η άποψη αυτή, όσο λανθασμένη κι αν είναι, είναι ενδιαφέρουσα, καθώς δείχνει ότι ένας σχολιαστής πίστευε ότι ο Ηράκλειτος είχε πραγματοποιήσει τη μετάβαση από τη φυσική στην πολιτική. Βλ. επίσης τα όσα λέγονται παρακάτω για τον Αντιφώντα.

[28] Ο Αριστοτέλης στο πρώτο βιβλίο των Πολιτικών δείχνει την πρακτική σοφία του Θαλή με την ιστορία της «γωνίας» στα ελαιοτριβεία.

[29] Αυτό είναι το αντίστροφο από αυτό που μόλις είδαμε στον Αναξίμανδρο και στον Ηράκλειτο. Εκείνοι είχαν χρησιμοποιήσει επιχειρήματα από την πολιτική για τη φυσική, ή τουλάχιστον από τον άνθρωπο για την ύλη, ενώ τώρα τα επιχειρήματα προέρχονται από τη φυσική με προορισμό την πολιτική. Μπορεί κανείς να εντοπίσει ένα ίχνος αυτής της επιχειρηματολογίας στις Φοίνισσες του Ευριπίδη (538- 51), όπου υποστηρίζεται ότι, όπως η μέρα και η νύχτα εναλλάσσονται ισότιμα κατά τη διάρκεια του έτους παραχωρώντας η μία τη θέση της στην άλλη, έτσι θα πρέπει να υπάρχει ισότητα και εναλλαγή αξιωμάτων στο κράτος. Παρομοίως ο Πλάτων στην Πολιτεία χρησιμοποιεί τη φυσική αναλογία του σκύλου, προκειμένου να δικαιολογήσει την απόδοση των ίδιων πολιτικών καθηκόντων σε άνδρα και γυναίκα, και ο Αριστοτέλης στο πρώτο βιβλίο των Πολιτικών δικαιολογεί τη δουλεία με παραδείγματα παρόμοιας υποταγής στη φύση. Ένας γερμανός συγγραφέας, τον οποίο ακολούθησα υπερβολικά σιωπηρά στην πρώτη έκδοση (Dummler, Prolegomena zu Platons Staat), έχει υποστηρίξει ότι πίσω από το χωρίο στις Φοίνισσες και πίσω από άλλα χωρία σε άλλα έργα του Ευριπίδη υπάρχει μια πολιτική πραγματεία την οποία ο Ευριπίδης είχε χρησιμοποιήσει και της οποίας ο συγγραφέας είχε προσπαθήσει μέσω ενός παραλληλισμού της τάξης του κόσμου και της τάξης του κράτους να δικαιολογήσει τη θεωρία ενός δημοκρατικού κράτους που θα δρούσε υπό την κυριαρχία του νόμου. Αυτό μάλλον συνιστά υπερβολική προέκταση της αναζήτησης «πηγών» - Quellen. Γερμανοί συγγραφείς εμφανίζουν μια ορισμένη τάση να ανακαλύπτουν πολιτικές πραγματείες που υποτίθεται ότι γράφτηκαν στην Αθήνα κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου.

[30] Burnett, Early Greek Philosophy, σ. 277.

[31] Ritter and Preller (8η έκδοση), § 218 b.

[32] Burnett, Greek Philosophy, σ. 101.

[33] Στην πραγματικότητα όμως οι Σοφιστές εξακολουθούν να πιστεύουν στο κράτος - υπό την προϋπόθεση ότι αναμορφώνεται και ανοικοδομείται.