Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Ο Νικολό Μακιαβέλι και οι Έλληνες

«Ο πόλεμος γίνεται με το σίδερο κι όχι με το χρυσάφι.»

«O καθένας σε βλέπει όπως φαίνεσαι, λίγοι όμως κατανοούν στ’ αλήθεια ποιος είσαι, και αυτοί οι λίγοι δεν τολμούν να εναντιωθούν στην γνώμη των πολλών, οι οποίοι έχουν τη δύναμη της εξουσίας με το μέρος τους.»

Όπως είδαμε σε προηγούμενα σημειώματα, ο Μακιαβέλι στον Ηγεμόνα ασχολείται με πλήθος ιστορικών περιπτώσεων, προκειμένου να αποδείξει όσα ισχυρίζεται για τη φύση των ανθρώπων και την τέχνη της πολιτικής. Οι αναφορές του ξεκινούν από τον αλληγορικό κόσμο της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας και φτάνουν μέχρι την ρωμαϊκή περίοδο και τα χρόνια της κυριαρχίας των Οθωμανών. Ο Μακιαβέλι, όπως θα δούμε, δεν είναι προγονόπληκτος ούτε αρχαιολάτρης· η περιπλάνησή στον απίθανο κόσμο της φαντασίας και των μυθικών συμβολισμών εξυπηρετεί πρακτικούς πολιτικούς στόχους. Άλλωστε, για ολόκληρους αιώνες, η ελληνική παρουσία είναι σημαντική σε όλη την μεσογειακή λεκάνη, και στις αχανείς επικράτειες της Ασίας, μέχρι το τέλος των ελληνιστικών χρόνων. Ως πολιτικός στοχαστής είναι αναγκασμένος να καταφύγει στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, οι οποίοι ερμηνεύτηκαν πολλαπλώς στο ευρύ ιδεολογικό πλαίσιο του ελληνορωμαϊκού κόσμου, και έθεσαν πρώτοι σε επιστημονικές βάσεις όχι μόνο την συζήτηση για την πολιτική, την εξουσία και την ισχύ αλλά συνολικά την ερμηνεία των ανθρώπινων πραγμάτων. Το ενδιαφέρον του για την ρωμαϊκή αρχαιότητα και τις πράξεις των μεγάλων ανδρών έχει λοιπόν παραδειγματικό χαρακτήρα. Το πολιτικό του όραμα δεν είναι η επιστροφή στο ιδανικό ρωμαϊκό παρελθόν, όσο ένδοξο κι αν φαντάζει, αλλά η δημιουργία ενός λαμπρού μέλλοντος για τον ιταλικό λαό. Στον Πρίγκιπα, ενσαρκώνεται η βούληση ενός συλλογικού εθνικού υποκειμένου, με ότι μπορεί να σημαίνει αυτή η ταυτότητα κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα· μένει να εμφανιστεί ο Ηγεμόνας και οι γενναίοι Ιταλοί θα τεθούν με ενθουσιασμό υπό τις διαταγές του.

Ανάμεσα στις αρετές και τις ικανότητες που πρέπει να διακρίνουν τον Πρίγκιπα είναι και η ευσέβεια. Αν δεν είναι στ’ αλήθεια ευσεβής πρέπει τουλάχιστον να δείχνει τέτοιος, αφού οι περισσότεροι άνθρωποι κρίνουν μάλλον από τα φαινόμενα και όχι από τα πράγματα. Αυτό συμβαίνει γιατί όλοι είναι ενδεχομένως σε θέση να δουν με τα μάτια τους, λίγοι όμως μπορούν να κρίνουν με βάση τα εμπράγματα δεδομένα: «O καθένας σε βλέπει όπως φαίνεσαι, λίγοι όμως κατανοούν στ’ αλήθεια ποιος είσαι, και αυτοί οι λίγοι δεν τολμούν να εναντιωθούν στην γνώμη των πολλών, οι οποίοι έχουν τη δύναμη της εξουσίας με το μέρος τους.»

Ξέρουμε ότι ο κένταυρος Χείρων, γιος του Κρόνου και της νύμφης Φιλύρας, είναι μια σημαντική μορφή της ελληνικής μυθολογίας, Παρουσιάζεται σε πολλούς μύθους, με σημαντικότερο αυτόν στον οποίο φέρεται να ήταν δάσκαλος του Αχιλλέα. Σύμφωνα με τον Μακιαβέλι, ο πόλεμος διεξάγεται είτε με τη βία είτε με τους νόμους – από θηρία ή ανθρώπους -όπως έδειξε η συμβολική ιστορία για τον μυθικό Κένταυρο. Ο ηγεμόνας πρέπει να μπορεί να είναι σκληρός (λέων) και πονηρός (αλώπηξ), αν θέλει να κυβερνήσει επιτυχώς και με ασφάλεια το βασίλειό του:

«Πρέπει λοιπόν να γνωρίζεις ότι δυο είναι τα είδη του πολέμου, το πρώτο διενεργείται με τους νόμους, ενώ το δεύτερο είδος με τη βία. Και το μεν πρώτο είναι ανθρώπινο, το δε θηριώδες. Αλλά επειδή το πρώτο είδος είναι πολλάκις ανίσχυρο, πρέπει να καταφεύγουμε στο δεύτερο· γι’ αυτό είναι αναγκαίο ο ηγεμόνας να ξέρει να φέρεται και ως θηρίο και ως άνθρωπος. Αυτή τη μέθοδο δίδαξαν συμβολικά οι αρχαίοι συγγραφείς στους ηγεμόνες, γράφοντας ότι ο Αχιλλέας και πολλοί άλλοι από τους αρχαίους ηγεμονικούς άνδρες ανατράφηκαν από τον Κένταυρο Χείρωνα, διάγοντες υπό τις διδαχές και την επιτήρησή του. Η διδασκαλία από ένα ον το οποίο ήταν μισό ζώο και μισό άνθρωπος εξηγεί ρητά ότι ο ηγεμόνας είναι απαραίτητο να μιμείται τη φύση αμφότερων, διότι η μια φύση χωρίς την άλλη δεν μπορεί να είναι επιτυχής. Αφού λοιπόν χρειάζεται αναγκαστικά να φέρεται ως θηρίο, οφείλει να λάβει ως παράδειγμα το λιοντάρι, επειδή πέφτει στις παγίδες, και την αλεπού, η οποία δεν έχει τη δύναμη να αντιπαραταχθεί κατά των λύκων· Πρέπει λοιπόν να είναι αλεπού, για να αποφεύγει τις παγίδες, και λέων για να προξενεί τρόμο στους λύκους. Όσοι έχουν μόνον τη φύση του λέοντα δεν μπορούν να είναι ικανοί ηγεμόνες.»

«Αλλά ο ξανθός Αχιλλέας, μένοντας στο σπίτι της Φιλύρας ως παιδί, έκανε έργα μεγάλα, συχνά κραδαίνοντας στα χέρια του ένα ακόντιο με μια κοντή λεπίδα, γοργός σαν τον άνεμο, έφερε το θάνατο στα άγρια λιοντάρια στη μάχη, σκότωσε κάπρους άγριους κι τα ασθμαίνοντα κουφάρια τους στον Κένταυρο, τον γιο του Κρόνου, στην αρχή σαν ήταν έξι χρόνων, και κατόπιν όλο το χρόνο που ‘μεινε εκεί, ένα παιδί που το παιχνίδι ήταν άθλοι δυνατοί. Τον θαύμαζε η Άρτεμις και η θαραλλέα Αθηνά, γιατί τα ελάφια τα σκότωνε δίχως σκυλιά και δόλιες παγίδες. Γιατί εκείνος υπερείχε στα πόδια. Όλα αυτά που αφηγούμαι έπος των προγόνων είναι». Πίνδαρος (522 π.Χ. – 443 π.Χ.)

Ο Φοιλοποίμην

Οι Αχαιοί ήταν μία από τις τέσσερις φυλές που κατοίκησαν στον αρχαίο ελλαδικό χώρο (Αχαιοί, Ίωνες, Αιολείς και Δωριείς). Επρόκειτο για ένα δυναμικό αιολικό φύλο, που με τη δύναμη των όπλων επικράτησε στην Ελλάδα της Μυκηναϊκής εποχής. Η οικονομική και εμπορική δραστηριότητα των Αχαιών άρχισε από πολύ νωρίς και τα μυκηναϊκά (ή αχαϊκά) προϊόντα έφθασαν μέχρι τα παράλια της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου. Ταυτόχρονα, οι Αχαιοί εξαπλώνονταν στην ηπειρωτική Ελλάδα και πολλαπλασίαζαν τους οικισμούς τους στα νησιά του Αιγαίου, ενώ δημιούργησαν αποικίες στην Κάτω Ιταλία και την Σικελία. Ο Φοιλοποίμην, ένας στρατηγός τους, μνημονεύεται επειδή ήταν προνοητικός σε καιρό ειρήνης:

«Ο Φιλοποίμην, στρατηγός των Αχαιών, μεταξύ άλλων επαίνων που έλαβε από διάφορους συγγραφείς, επαινέθηκε ακόμα περισσότερο διότι σε καιρό ειρήνης δεν σκεφτόταν άλλο πράγμα εκτός από τον τρόπο του πολέμου· κι όταν ακόμα έβγαινε περίπατο στην εξοχή με φίλους του, σταματούσε και τους ρωτούσε «Αν οι εχθροί ήταν στρατοπεδευμένοι σε εκείνον τον λόφο και εμείς στεκόμασταν εδώ, ποιος θα είχε την υπεροχή; Πώς μπορούσε κάποιος με παρατεταγμένο στρατό να προχωρήσει σε συνάντηση με τον εχθρό, χωρίς φόβο; Εάν εμείς θέλαμε να υποχωρήσουμε, ποιες μεταβολές έπρεπε να κάνουμε; Αν οι αντίπαλοι τρέπονταν σε υποχώρηση, με ποιον τρόπο θα τους καταδιώκαμε; Πρότεινε μάλιστα καθ’ οδόν στους φίλους του όλες τις περιστάσεις που μπορεί να βρεθεί ένα στράτευμα, ακούγοντας την γνώμη τους και εκφράζοντας τη δική του, την οποία υποστήριζε με λογικά επιχειρήματα. Με τέτοιες συνεχείς σκέψεις, προετοίμαζε για τον εαυτό του τα μέσα με τα οποία θα μπορούσε να προλαμβάνει οποιοδήποτε αιφνίδιο περιστατικό ήταν δυνατόν να συμβεί, το διάστημα που ήταν στρατηγός.»

Ο Νάβις

Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Νάβις αναφέρεται επειδή στηρίχθηκε κυρίως σε εγχώριες στρατιωτικές δυνάμεις και κατόρθωσε να αποκρούσει πολλές φορές με επιτυχία τις ρωμαϊκές λεγεώνες. Ο Νάβις αρχικά ήταν επίτροπος του ανήλικου Πέλοπος, γιου του Μαχανίδα, ο οποίος είχε σκοτωθεί σε μάχη κατά την εισβολή των Ρωμαίων στην Λακωνία. Το 207 π.χ., παραγκώνισε τον διάδοχο Πέλοπα και κατέλαβε την εξουσία ανακηρύσσοντας τον εαυτό του βασιλιά, με την βοήθεια μισθοφορικών στρατευμάτων και αφού πρώτα είχε αντιμετωπισθεί η επίθεση του ρωμαϊκού στρατού. Αφού κατέλαβε την εξουσία απελευθέρωσε πολλούς δούλους Είλωτες και περίοικους, έκανε αναδιανομή της γης, εξόρισε πολλούς πλούσιους ολιγαρχικούς και δήμευσε τις περιουσίες τους. Σύναψε ακόμη συμμαχία με τον Φίλιππο Ε΄, ο οποίος του έδωσε ως δώρο το Άργος. Ο Νάβις επέβαλε και εκεί τα ίδια μέτρα, διώχνοντας τους ολιγαρχικούς και μοιράζοντας την περιουσία τους. Το 196 π.χ. η Ρώμη μετά την νίκη της επί του Φιλίππου, κήρυξε τον πόλεμο στην Σπάρτη η οποία είχε μείνει χωρίς συμμάχους, και επικήρυξε τον Νάβιδα. Ο ρωμαϊκός στρατός με την βοήθεια πολλών Ελληνικών πόλεων, πολιόρκησε αρχικά το Γύθειο το οποίο παραδόθηκε, και στη συνέχεια την ίδια την πόλη της Σπάρτης. Το 195 π.Χ., η αντίσταση των Λακεδαιμονίων υποχώρησε, και ο Νάβις ζήτησε σύναψη συμφωνίας με τους Ρωμαίους οι οποίοι δέχτηκαν αλλά με δυσμενείς όρους. Τα σύνορα του σπαρτιατικού κράτους περιορίστηκαν τελικώς σε ένα μικρό κομμάτι γύρω από την παλιά Σπάρτη, αφού αποσπάσθηκαν 24 παραλιακές πόλεις συγκροτώντας το Κοινό των Ελευθερολακώνων. Ο Νάβις, χάρη στην πίστη και τη μαχητικότητα των ντόπιων, είχε κατορθώσει να διατηρήσει ένα σημαντικό μέρος της επικράτειάς του αυτόνομο και να συνεχίσει τον πόλεμο. Το 192 π.Χ., ο Σπαρτιάτης βασιλιάς προσπάθησε να ανακαταλάβει κάποια από τα εδάφη που είχε χάσει, καταλαμβάνοντας το Γύθειο. Εναντίον του Νάβιδα κινήθηκε ο Φιλοποίμην ο οποίος τον είχε ήδη νικήσει άλλες δυο φορές, το 201 π.χ. στην Μεσσηνία και το 200 π.χ. στην Αρκαδία. Σε αποφασιστική μάχη που έγινε στη Βαρβοθένη, οι Σπαρτιάτες ηττήθηκαν, ενώ ο γενναίος αρχηγός τους σκοτώθηκε από τους Αιτωλούς, οι οποίοι πολεμούσαν στο πλευρό των Ρωμαίων.

Ο τρόπος με τον οποίο οι Ρωμαίοι κατέκτησαν την Ελλάδα και διατήρησαν τις κατακτημένες πόλεις περιγράφεται αναλυτικά. Οι Ρωμαίοι διατήρησαν τους Αχαιούς και τους Αιτωλούς στις δυνάμεις τους – χωρίς να τους δώσουν όμως περισσότερη ισχύ – ταπείνωσαν το βασίλειο των Μακεδόνων και έδιωξαν τον Αντίοχο. Οι εκδουλεύσεις των Αχαιών και των Αιτωλών ποτέ δεν τους υποχρέωσαν να επιτρέψουν οποιαδήποτε επέκταση της εξουσίας τους, ούτε βεβαίως οι πειθήνιοι τρόποι του Φιλίππου τούς απάτησαν, ώστε να τον θεωρούν φίλο τους, χωρίς την ταπείνωσή του. Η δύναμη του Αντίοχου δεν ήταν αρκετή, ώστε να εξουσιάζει και το ελάχιστο τμήμα της Ελλάδας. Ο Αντίοχος έστειλε κάποτε πρέσβεις στους Αχαιούς, οι οποίοι ήταν σύμμαχοι των Ρωμαίων, με σκοπό να τους πείσουν να κρατήσουν ουδέτερη στάση. Μετά από τους απεσταλμένους, πήρε το λόγο ο Ρωμαίος πρέσβης: «Σας προτείνουν ως ωφελιμότατο να μην συμμετέχετε καθόλου στον μεταξύ μας πόλεμο, αλλά τίποτα πιο ολέθριο δεν υπάρχει από αυτό, διότι απέχοντας από τον πόλεμο θα μείνετε αξιοκαταφρόνητο λάφυρο του νικητή, χωρίς να έχετε δικαίωμα στην ευγνωμοσύνη του.»

Τα παραδείγματα της Γαλλίας και της Ισπανίας, όπου διαμορφώθηκαν ισχυρά κράτη με αξιοσημείωτη εδαφική ενότητα, ασκούν έντονη επίδραση στο έργο του Μακιαβέλλη, ο οποίος επιχειρεί μια ελλειπτική σύγκριση – ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τον Ιταλό φιλόσοφο Μπενεντέτο Κρότσε – για να καταλήξει συμπερασματικά στους κανόνες που χρειάζεται να ακολουθήσει όποιος θέλει να συγκροτήσει ισχυρό εθνικό κράτος· η ιταλική περίπτωση τον απασχολεί ιδιαίτερα, ενώ τονίζει συχνά ότι πρέπει κάθε ζήτημα να μελετάται ξεχωριστά, αφού καμιά κατηγοριοποίηση δεν μπορεί να καλύψει με στοιχειώδη επάρκεια την ατέλειωτη ποικιλομορφία των φαινομένων που γεννά η ζωή σε συνθήκες πολιτισμού. Αν ο ηγεμόνας θέλει να διατηρήσει την επικράτεια και την εξουσία του, πρέπει να είναι έτοιμος να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα, ακόμα και όσα θεωρούνται σκληρά και δόλια, γιατί όλα τα μέσα μπορεί να λογαριάζονται αργότερα έντιμα και μάλιστα θα επαινούνται από όλους, «αφού ο όχλος πάντοτε θα παρασύρεται από τα φαινόμενα και από την έκβαση των πραγμάτων.»

Λαός και μισθοφόροι

Στη μακρά μεσαιωνική νύχτα, η κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία έχει τη μορφή θρησκευτικού δόγματος, αν δεν ταυτίζεται με την θρησκεία, και οι άνθρωποι βρίσκονται υπό την επιρροή ενός εκκλησιαστικού μηχανισμού που φάνταζε πανίσχυρος. Για τον Μακιαβέλι, τα έργα και οι πράξεις των ανθρώπων δεν είναι ανεξήγητα δώρα της τύχης, όπως και αν την ονομάσουμε, αλλά μπορούν να σταθμιστούν ως προς τα αποτελέσματά τους, με τη δύναμη της φρόνησης και του Λόγου, ο οποίος θα αναβαθμιστεί πολύ αργότερα και θα θεοποιηθεί κατά τη διάρκεια των αστικών επαναστάσεων στην Ευρώπη. Η πολεμολογία του Μακιαβέλι είναι αδύναμη και φαίνεται να έχει ως βασική επιδίωξη να πείσει τους λαούς της Ιταλίας για τις πολεμικές αρετές τους, παρά τις συνεχείς και δεινές ήττες που έχουν υποστεί κατά καιρούς – σε όλα σχεδόν τα μέτωπα – εξαιτίας των ανίκανων ηγετών τους, όπως ισχυρίζεται ο Μακιαβέλι. Η αναφορά λ.χ. στο πεζικό και την σημασία που έχει η συστηματική στρατολόγηση του λαού έχει νομίζω κυρίως πολιτική στόχευση – το πυροβολικό θεωρείται ήδη απαραίτητο από τον 15ο αιώνα, όπως έδειξε η πτώση της Κωνσταντινούπολης (1453). Πραγματικός πολίτης είναι ο ένοπλος πολίτης ή τουλάχιστον αυτός που μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά όσους απειλούν την ελευθερία του. Η ευτυχία του ιταλικού έθνους δεν πρόκειται να έρθει, αν δεν φύγουν από τη μέση οι άπληστες ορδές των μισθοφόρων που ρημάζουν την Ιταλία και ζουν σε βάρος της. Η μόνη δύναμη στην οποία μπορεί πραγματικά να βασιστεί ένας ηγεμόνας είναι ένας ισχυρός, λαϊκός, εθνικός στρατός. Οι επαγγελματίες του πολέμου αποδείχτηκαν σχεδόν πάντοτε καταστροφικοί για τον εργοδότη τους: «Τα ξένα όπλα ή φεύγουν από το σώμα σου ή σε βαραίνουν ή σε στενοχωρούν.»

Τα επικουρικά στρατεύματα, αυτά δηλαδή που βρίσκονται κανονικά υπό τις διαταγές ξένου ηγεμόνα είναι ακόμη πιο επικίνδυνα από τα υπομίσθια. Η γενναιότητα και η μαχητικότητα των επικουρικών στρατευμάτων δεν μπορεί να συγκριθεί βεβαίως με τη δειλία και την αναποτελεσματικότητα των μισθοφορικών σωμάτων – οι μισθοφόροι πολεμούσαν απρόθυμα, έναντι μικρού μισθού και γενικώς απέφευγαν κοπιώδεις και επικίνδυνες επιχειρήσεις. Αυτός που καλεί για βοήθεια επικουρικά στρατεύματα βγαίνει σχεδόν πάντοτε χαμένος, είτε πετύχουν οι επιχειρήσεις του, είτε οδηγείται σε ήττα. Σε περίπτωση νίκης είναι υπόχρεος σε ισχυρές δυνάμεις, τις οποίες δεν μπορεί να πάντοτε ελέγξει, ενώ αν νικηθεί είναι στη διάθεση φίλων και αντιπάλων. Γι’ αυτό κάθε φρόνιμος ηγεμόνας απέφυγε πάντα τα επικουρικά στρατεύματα και αφοσιώθηκε στα εγχώρια, ενώ προτιμά να ηττάται παρά να κερδίζει με τη βοήθεια των ξένων όπλων.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Μακιαβέλι δεν κάνει σχεδόν καμία αναφορά στην Ελλάδα των κλασικών χρόνων και την περίοδο της αθηναϊκής Δημοκρατίας. Ο Σπαρτιάτης Λεωνίδας, ο Περικλής, ο Θεμιστοκλής ή ακόμα και ο Αλκιβιάδης δεν εμφανίζονται πουθενά, ούτε ως πρότυπα ούτε ως παραδείγματα προς αποφυγήν, αν και η δράση τους συμπίπτει χρονικά με τον βίο και την πολιτεία των ηγεμόνων που σχολιάζει ο Μακιαβέλι. Για ποιους λόγους άραγε θεωρείται σκόπιμο να αναφερθεί ο Σπαρτιάτης Νάβις και να αποσιωπηθεί ο ήρωας των Θερμοπυλών ή ο ευφυέστατος αρχιτέκτονας της νίκης κατά των βαρβάρων στη Σαλαμίνα; Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, οι ραδιουργίες του Αλκιβιάδη, η καταστροφική εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία αποτελούν επίσης πρώτης τάξεως διδακτικό υλικό. Oι συμμαχίες των Λοκρών και των Αιτωλών ήταν ιστορικά πιο σημαντικές από τις συγκρούσεις των Ελλήνων με την αυτοκρατορία των Περσών; Να πούμε εδώ μόνο ότι σε ένα σύντομο βιβλίο ο Μακιαβέλι έχει κάθε λόγο να προβάλλει οικεία παραδείγματα, κατάλληλα για τους αναγνώστες του. Για τον Αλέξανδρο θα χρειαστεί ενδεχομένως να γράψουμε χωριστά, καθώς η προσωπικότητά του και ο τρόπος που πολιτεύτηκε αναλύονται εκτενώς. Ο λαϊκός – επαγγελματικός στρατός των Μακεδόνων παραμένει κλασικό πρότυπο για τον Ιταλό πολιτικό στοχαστή: «Το πώς οργανώνονται εθνικά στρατεύματα είναι νομίζω εύκολο να το κατανοήσει κάποιος, αν στρέψει την προσοχή του σε όσα εξέθεσα προηγουμένως γι’ αυτό, και αν ακόμη λάβει υπ’ όψιν με ποιόν τρόπο ο Φίλιππος, πατέρας του Αλεξάνδρου, και διάφορες ηγεμονίες και δημοκρατίες διαμόρφωσαν στρατούς και με ποιον τρόπο διοργάνωσαν τα περί αυτών. Σε τέτοιους λοιπόν διοργανισμούς αναφέρομαι καθ’ ολοκληρίαν.» Το επαναστατικό μανιφέστο ολοκληρώνεται με ένα ωραίον τεμάχιον του Ιταλού ανθρωπιστή Πετράρχη*:

«Όταν κατά της μανίας
ο βραχίων της ανδρείας
υψωμένος εγερθεί
ο αγών δεν διαρκεί
εις των Ιταλών τα στήθη
παντελώς δεν κατεβλήθη
η αρχαία αρετή.
»

Η πολιτική σκέψη στο έργο του Μακιαβέλι υποστηρίζεται από πλήθος ιστορικών παραδειγμάτων. Όποιος λοιπόν θέλει να αντικρούσει ή να αμφισβητήσει τον Μ. χρειάζεται να ακολουθήσει παρόμοια πορεία, να διασχίσει δηλαδή των ωκεανό των ιστορικών γεγονότων ανάποδα, με άλλα λόγια να δείξει σε ποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις τα πράγματα έγιναν έτσι και όχι αλλιώς. Ο Μ. ασχολείται ιδιαίτερα με τη μελέτη της «ανθρώπινης φύσης», τον παράγοντα της «τύχης» και με αυτό που ονομάστηκε «φυσιογνωμία των καιρών» – τις ιστορικές τάσεις και τους συσχετισμούς της ισχύος που αναδεικνύονται κάθε φορά. Είδαμε σε προηγούμενα σημειώματα ορισμένες αναφορές του Μ. στην αρχαία Ελλάδα, τη Σπάρτη και την Μακεδονία, καθώς και με ποιους τρόπους κατάφεραν οι Ρωμαίοι να υποτάξουν το σύνολο σχεδόν των ελληνικών πόλεων. Το 197 π.Χ., νίκησαν το Φίλιππο Ε’, βασιλιά της Μακεδονίας, στις Κυνός Κεφαλές, μετά από τέσσερις νικηφόρους Μακεδονικούς πολέμους υποτάσσουν το βασίλειο της Μακεδονίας και το 148 π.Χ. συγκροτούν εκεί την πρώτη τους επαρχία πέρα από την Αδριατική. Το 146 π.Χ., οι Ρωμαίοι νικούν την Αχαϊκή Συμπολιτεία στην μάχη της Λευκόπετρας και κάθε αντίσταση στον ελληνικό νότο εξουδετερώνεται. (Θα περιοριστώ στον Ηγεμόνα, καθώς παραπομπές στην ελληνική αρχαιότητα βρίσκονται διάσπαρτες και σε άλλα έργα).

Ο μακιαβελισμός

Στην τρέχουσα δημοσιογραφική γλώσσα, ο μακιαβελισμός ταυτίζεται σχεδόν με τον κυνισμό της εξουσίας, την απανθρωπιά της πολιτικής και με την διαβόητη φράση ο «σκοπός αγιάζει τα μέσα.» Μια τέτοια ιδεολογική παρουσίαση του Μακιαβέλι, δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στα πράγματα. Ο Μακιαβέλι πράγματι αγιάζει τα όπλα και τον πόλεμο όταν επιδιώκονται υψηλοί σκοποί -όπως λ.χ. η «απελευθέρωση της Ιταλίας από τους βαρβάρους.» Σε επιστολή του προς τον Πέτρο Σοντερίνι, διαβάζουμε σχετικά: «Βλέπω λοιπόν, όχι με τον δικό σας καθρέφτη, όπου μονάχα η σωφροσύνη φαίνεται, παρά με τον καθρέφτη των πολλών, ότι στις δουλειές πρέπει να κρίνεις το αποτέλεσμα, όταν πια τελειώσουν κι όχι το μέσο, όταν ακόμα γίνονται. (Καθένας πορεύεται κατά τη φαντασία του). Και βλέπω με διάφορους τρόπους να επιδιώκεται το ίδιο πράγμα, όπως κι από διάφορους δρόμους φτάνεις στον ίδιο τόπο, και πάλι πολλούς, που ενεργούν διαφορετικά, να πετυχαίνουν τον ίδιο σκοπό.» Ο μακιαβελισμός είναι κυρίως τρόπος και μέθοδος πολιτικής ανάλυσης και δράσης· ευθύνεται για τις φρικαλεότητες που διαπράττουν οι ισχυροί όσο ευθύνεται ο εφευρέτης της καρμανιόλας για τις χιλιάδες (δημόσιες και πανηγυρικές) εκτελέσεις στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Η ανθρωποκτονία, ο δόλος και η απάτη όχι μόνο δεν «καταδικάζονται» από όλους και σε όλες τις περιπτώσεις αλλά συχνά επαινούνται και οι πολεμιστές δοξάζονται. Οι ανθρωπιστικές ευαισθησίες μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα όταν ο αγώνας γίνεται μέχρι έσχατων – τα παραδείγματα είναι αμέτρητα και ο πόλεμος είναι η πιο «ανθρώπινη» κατάσταση. Στη μακιαβελική ισορροπία ισχύος -όπου όλοι οι παράγοντες σταθμίζονται προσεκτικά, όπως σε μια παρτίδα σκάκι- δεν έχει θέση ο ηγεμόνας που περιφρονεί το λαό και τις ανάγκες του, ούτε εκείνος που διακατέχεται από προσωπικά πάθη επιζήμια για τη χώρα του – και μοιραία τελικά για τον ίδιο: «Το δυνατότερο καστέλι είναι η αγάπη του λαού.»

Ο νόμος της ετερογονίας των σκοπών ισχύει κι εδώ αμείλικτος, αφού είναι πρακτικά αδύνατο να προβλέψουμε στο σύνολό τους τα αποτελέσματα των ανθρώπινων πράξεων: κι αν ακόμα δεχθούμε ότι ο Μακιαβέλι έγραφε επιστολές σε πρίγκιπες και βασιλιάδες – με άλλα λόγια στους ισχυρούς – τα ίδια τα γραπτά του μπορεί να είναι ωφέλιμα σε χιλιάδες ενδιαφερόμενους – όπως και ήταν. (Ο Ηγεμόνας – γραμμένος σκόπιμα σε απλή λαϊκή γλώσσα – έχει τη μορφή επιστολής προς τον νεαρότατο Λορέντζο Β΄ των Μεδίκων, μόλις 21 ετών, ο οποίος ήταν Ηγεμόνας της Δημοκρατίας της Φλωρεντίας, στις αρχές του 16ου αιώνα.) Ποιούς λόγους θα είχε άραγε ένας γραμματέας της φλωρεντιανής δημοκρατίας να φανερώσει σε όλους τη μυστική τέχνη να κυβερνάς τον λαό και να κερδίζεις στον πόλεμο; Ποιός χρειαζόταν περισσότερο μια τέτοια γνώση; Οι άρχοντες ή μήπως η πλεμπάγια; Οι βασιλιάδες και οι αρχοντοθρεμμένοι ήξεραν – ήταν δουλειά τους να ξέρουν – αλλά όχι και οι υπηρέτες τους. Στην πολιτεία που σκιαγραφείται στα βιβλία του Μ., ο ηγεμόνας οφείλει να σέβεται τη ζωή, την τιμή και την περιουσία των πολιτών και τους νόμους: «Η φτώχεια και η στέρηση κάνουν τους ανθρώπους φιλόπονους, χρηστούς πολίτες όμως τους κάνουν οι νόμοι».

«Εξαιτίας της ζηλόφθονης φύσης τους, οι άνθρωποι είναι πάντα πρόθυμοι να κατηγορήσουνε, παρά να παινέσουνε τις πράξεις των άλλων»

Ο Μ. αναλύει με απλό αλλά εξονυχιστικό τρόπο όλους τους παράγοντες που εμπλέκονται στην έκβαση μιας πολιτικής ή πολεμικής αναμέτρησης. Επιμένει ιδιαίτερα στον ανθρώπινο παράγοντα, και πιο συγκεκριμένα στους πολιτικούς ηγέτες όλων των βαθμίδων και την συγκρότηση αξιόμαχου εθνικού στρατού. Το 1494, μετά την αποπομπή της ισχυρής οικογένειας των Μεδίκων από την εξουσία, ο Κάρολος VIII της Γαλλίας εγκαινίασε μια περίοδο πολεμικών επιχειρήσεων εναντίον της Ισπανίας και της Αυστρίας, για την κατοχή σημαντικού μέρους της Ιταλίας. Η Φλωρεντία με τη στρατηγική της σημασία στην ιταλική χερσόνησο έγινε πιόνι ανάμεσα στον πάπα, τον αυτοκράτορα των Αψβούργων και τον Γάλλο βασιλιά.

Τα πρότυπα

Ο μακιαβελικός Ηγεμόνας – όπως περιγράφεται σχεδόν μυθικά στο βιβλίο – οφείλει να γυμνάζει συστηματικά το σώμα και το μυαλό του, να ασκείται στην στρατιωτική τέχνη και να αντλεί τα πρότυπά του από τη ζωή και τα έργα των μεγάλων αντρών της Ιστορίας. Πρέπει ακόμη να μάχεται ο ίδιος – ως στρατηγός: «Οι ηγεμόνες οφείλουν να βρίσκονται αυτοπροσώπως στον πόλεμο ως στρατηγοί. Οι δημοκρατικές κυβερνήσεις πρέπει να διορίζουν τους στρατηγούς τους από την μερίδα των πολιτών και αν αυτός που διορίστηκε αποδειχθεί ανίκανος, να τον αντικαθιστούν με άλλον, εάν όμως φανεί άξιος χρειάζεται να τον περιορίζουν εντός του νόμου, ώστε να μην υπερβεί τα όριά του.» Ο Μακιαβέλι – για διδακτικούς σκοπούς – αντλεί πολλά παραδείγματά του από την αρχαία ελληνική ιστορία: «Όσον όμως αφορά τη νοητική γύμναση, οφείλει ο ηγεμόνας να διαβάζει την ιστορία και να κρίνει μέσα σ’ αυτήν τα έργα των μεγάλων ανδρών, να παρατηρεί τη διαγωγή τους στη διάρκεια των πολέμων και να εξετάζει ποιες αιτίες τους ανέδειξαν στις νίκες, αλλά και εκείνες τις ενέργειες που τους οδήγησαν σε ήττες, ώστε να μπορεί να μιμείται τις πρώτες, να αποφεύγει τις δεύτερες, και προπάντων να ρυθμίζει τη διαγωγή του, σύμφωνα με τη διαγωγή ενός μεγάλου προγενέστερου άνδρα, ο οποίος μιμήθηκε πάλι κάποιον αρχαιότερο από τον ίδιο – που επαινέθηκε και δοξάστηκε – και έχει τις πράξεις του πάντοτε ως υπόδειγμα. Έτσι, ο Μέγας Αλέξανδρος είχε ως πρότυπο τον Αχιλλέα, ο Καίσαρας τον Αλέξανδρο, ο Σκιπίων τον Κύρο. Όποιος μελέτησε τον βίο του Κύρου στον Ξενοφώντα βλέπει επομένως πόση δόξα προκάλεσε σ’ αυτόν η τέτοια μίμηση και πώς ο Μακεδόνας συμμορφώθηκε με όσα ο Ξενοφών ιστορεί για την αγνότητα, την ευπροσηγορία, την φιλανθρωπία και την ελευθεριότητα του Κύρου.»

Οι ελληνικές πόλεις των χρόνων της ρωμαϊκής κυριαρχίας αναφέρονται ως παραδείγματα δύσκολης κατοχής, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια. Όπως είδαμε σε προηγούμενο σημείωμα, μια δύναμη μάλλον ασήμαντη αριθμητικά -όπως η Σπάρτη του βασιλιά Νάβιδα- αντιστάθηκε αποτελεσματικά στους Ρωμαίους -ο Νάβις διέθετε μόλις λίγες χιλιάδες αποφασισμένους στρατιώτες την περίοδο που η pax romàna κυριαρχούσε σε ολόκληρη τη Μεσόγειο.

Ο Αλέξανδρος ο Μακεδών

Στην πολιτική πραγματεία του, ο Μ. αναφέρεται στον ανταγωνισμό για την κατάκτηση της εξουσίας σε μία χώρα ή πόλη-κράτος, σε γεγονότα μεγάλης ιστορικής σημασίας και συγκρούσεις ευρείας έκτασης, οι οποίες συντάραξαν κυριολεκτικά τα θεμέλια του αρχαίου κόσμου. Πώς κατόρθωσαν τριάντα ή σαράντα χιλιάδες εμπειροπόλεμοι Έλληνες Μακεδόνες, με επικεφαλής τον Αλέξανδρο, να καταλύσουν τα στρατιωτικά νεύρα της απέραντης αυτοκρατορία των Περσών; πώς εξαπλώθηκε η ελληνική πόλη στα πέρατα της ανατολής, ανάμεσα σε μυριάδες βαρβάρους, ως τη Βακτριανή, ως τους Ινδούς; Στον Ηγεμόνα διαβάζουμε: «Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα εμπόδια που παρουσιάζονται όταν κατέχει κάποιος ένα κράτος που απέκτησε πρόσφατα, μπορεί να απορήσει κάποιος πώς συνέβη ώστε, ενώ ο Αλέξανδρος μέσα σε λίγα χρόνια κυρίευσε την Ασία και μόλις την είχε ολοκληρωτικά στην κατοχή του πέθανε, οι διάδοχοί στρατηγοί κατάφεραν να διατηρήσουν την εξουσία τους χωρίς να συναντήσουν άλλα εμπόδια, εκτός από εκείνα που αναφάνηκαν μεταξύ αυτών των ίδιων, εξαιτίας της φιλοδοξίας τους· ενώ θα ήταν φυσικότατο να αποστατήσει ολόκληρη εκείνη η επικράτεια, μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου.»

Η κατάκτηση της Ασίας δεν οφείλεται μόνον στις ικανότητες του Μακεδόνα στρατηλάτη και των διαδόχων του αλλά και στην ίδια τη «φύση» της αυτοκρατορίας των Περσών, όπως διαμορφώθηκε ιστορικά. Στις ανατολικές δεσποτείες, οι πολλοί είναι «δούλοι»:

«Στην απορία αυτήν απαντώ ότι οι ηγεμονίες, όπως αναφέρονται στην ιστορία, κυβερνώνται με δύο διαφορετικούς τρόπους, δηλαδή ή με έναν ηγεμόνα απέναντι στον οποίο όλοι οι υπόλοιποι είναι δούλοι, λειτουργοί της κυβέρνησης που διορίζονται με τη χάρη του -και τον βοηθούν στη διοίκηση του βασιλείου- ή με έναν ηγεμόνα και τους άρχοντες του τόπου -οι οποίοι κατέχουν το βαθμό του λειτουργού- επειδή η οικογένεια τους είναι αρχαιότατη και δυνατή, και όχι με παραχώρηση του ισχυρότερου. Άλλα τέτοιοι άρχοντες είναι αληθινοί τοπάρχες και έχουν δικούς τους υπηκόους, οι οποίοι τους αναγνωρίζουν ως κυρίους και τρέφουν έμφυτη αγάπη προς το πρόσωπο τους. Στα κράτη που διοικούνται από έναν ηγεμόνα, ενώ οι υπόλοιποι είναι εξαρτημένοι από τον ίδιο, ο ηγεμόνας έχει μεγαλύτερη εξουσία, διότι εκτός απ’ αυτόν κανένας δεν θεωρείται ανώτερος. Και αν οι άνθρωποι υποτάσσονται σε κάποιον άλλον, αυτή την υποταγή την παραχωρούν όπως θα την έδιναν σε έναν οποιοδήποτε δημόσιο λειτουργό, χωρίς όμως να αισθάνονται προς εκείνον κάποια ιδιαίτερα αισθήματα αγάπης. Παραδείγματα τέτοιων κυβερνήσεων βλέπουμε σήμερα στην Τουρκία και τη Γαλλία – [σ.σ. ο Μακιαβέλι γράφει τον 16ο αιώνα.] Ολόκληρη η Οθωμανική Μοναρχία κυβερνάται από έναν κυρίαρχο και οι υπόλοιποι είναι δούλοι του.»

«Ουδέποτε οι ηγεμόνες αφόπλισαν τους υπηκόους τους, αλλά απεναντίας, όσες φορές τους βρήκαν αφοπλισμένους, τους εξόπλισαν, γιατί με τον τρόπο αυτό όσοι οπλίζονται ενώνονται με σένα, οι ύποπτοι γίνονται πιστοί σου, οι πιστοί μένουν σταθεροί και οι υπήκοοι σου γίνονται συγχρόνως και ομόφρονες. Με τον αφοπλισμό όμως εξυβρίζεις τους υπηκόους σου και δείχνεις προς αυτούς δυσπιστία, η οποία προέρχεται ή από έλλειψη αρκετής εμπιστοσύνης προς εκείνους.»

Οι Οθωμανοί

Ως νέος Ηγέτης, ακόμα κι αν έχεις το λαό με το μέρος σου, θα μπορέσεις να κυβερνήσεις χωρίς προβλήματα μόνο κάτω από δύο προϋποθέσεις: «Αν, με το που θα αναλάβεις την εξουσία, αφανίσεις τον προκάτοχό σου και όλους όσους τον περιέβαλαν αμέσως. Αν κρατήσεις ανέπαφα όλα τα μέσα με τα οποία ο προκάτοχός σου επέβαλε την εξουσία του.» Και αλλού: «Και δεν αρκεί μόνο να εξολοθρεύσεις την γενιά του ηγεμόνα, διότι απομένουν οι άρχοντες που παρουσιάζονται ως αρχηγοί, στις νέες μεταβαλλόμενες καταστάσεις. Μην μπορώντας δε μήτε να τους ευχαριστήσεις, μήτε να τους εξοντώσεις, κινδυνεύεις να χάσεις την εξουσία, μόλις δοθεί η κατάλληλη περίσταση. Ήδη, εάν εξετάσεις σε ποιο είδος κυβέρνησης ανάγεται η διοίκηση του Δαρείου, θα πληροφορηθείς ότι είναι όμοια με αυτή των Οθωμανών, γι’ αυτό ο Αλέξανδρος αναγκάστηκε να επιτεθεί εναντίον ολόκληρης της αυτοκρατορίας του και να τον καταστρέψει στον πόλεμο. Με τέτοιον τρόπο, και αφού πέθανε ο Δαρείος, ο Αλέξανδρος έμεινε κυρίαρχος εκείνου του κράτους -μετά την επικράτησή του- για τους λόγους που εκτέθηκαν προηγουμένως. Εάν μάλιστα και οι διάδοχοί του έμεναν ενωμένοι, θα εξουσίαζαν ανέμελα και χωρίς φόβο το βασίλειο. Και πράγματι, στο κράτος εκείνο άλλες ταραχές δεν εμφανίστηκαν, εκτός από αυτές που υποκινήθηκαν από τους ίδιους.»

Ασφαλώς, η δόξα των λεγόμενων μεγάλων ανδρών υπήρξε μια κατεξοχήν πολιτική υπόθεση των ανθρώπων -όπως άλλωστε και η μικρότητά τους. Ο Αλέξανδρος μπορεί να θεωρηθεί Μέγας από τους Έλληνες που διεκδικούν προνομιακά την κληρονομιά του, αλλά και με βάση το διαπιστωμένο ιστορικό γεγονός ότι ένας ικανός και ακατάβλητος άντρας -επικεφαλής μιας αδίστακτης στρατιάς- άλλαξε την πορεία της ιστορίας. Αναμφίβολα, ο Αλέξανδρος υπήρξε αμείλικτος και οι μάχες φονικότατες. Οι συγγενείς των χιλιάδων εσταυρωμένων στην παραλία της Τύρου θα έπαιρναν ίσως όρκο ότι ο γιος του Φιλίππου ήταν η ενσάρκωση του Σατανά -αν όχι ο Εωσφόρος αυτοπροσώπως- ενώ άλλοι λαοί που στέναζαν κάτω από τις περσικές λόγχες προτίμησαν να υποκύψουν αμαχητί στις μακεδονικές φάλαγγες και τον λάτρεψαν σαν θεό. Ο Μ. εξετάζει τόσο τις περιπτώσεις υποταγής όσο κι εκείνες της αντίστασης, με σκοπό να διαπιστώσει ποιοί ακριβώς παράγοντες λειτούργησαν κάθε φορά και με ποιους τρόπους.

«Κι ακόμα το καθεστώς εκείνο το έδερνε μια αταξία που δεν είχε και μικρή σημασία, ότι δηλαδή στις αποφάσεις για τα δημόσια πράγματα μπλέκονταν ιδιώτες: αυτό σήκωνε την υπόληψη των ιδιωτών, μα έριχνε την υπόληψη του δημοσίου και μαζί έριχνε την εξουσία και την υπόληψη των αρχόντων· όμως κάτι τέτοιο είναι ενάντια σε κάθε τάξη πολιτική. Κοντά στην αταξία αυτή ερχόταν κι άλλη μία που βάραινε σε όλα τα άλλα, ότι δηλαδή ο λαός δεν είχε εδώ πέρα τη θέση του.»

Ο Ηγεμόνας δημοσιεύεται το 1532 -σχεδόν τρεις αιώνες πριν ξεσπάσει ο εθνικός επαναστατικός Πόλεμος των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία- και ορισμένες μακιαβελικές παρατηρήσεις για τα ιστορικά γνωρίσματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμες σε όσους σχεδίαζαν σοβαρά να καταλάβουν ή να απελευθερώσουν εδάφη της:

«Ο βασιλιάς της Γαλλίας όμως βρίσκεται μεταξύ πάμπολλων αρχαίων αρχόντων, οι οποίοι αναγνωρίζονται ως τέτοιοι και είναι αγαπητοί στους υπηκόους τους· έχουν δε προνόμια που δεν μπορεί κάποιος εύκολα να τα αφαιρέσει από αυτούς, χωρίς προσωπικό κίνδυνο. Όποιος λοιπόν λάβει υπ’ όψιν τις δύο επικράτειες που αναφέρθηκαν θα μπορούσε να παρατηρήσει ότι για να αποκτήσει κάποιος την επικράτεια των Οθωμανών πρέπει να υπερπηδήσει πάρα πολλά κωλύματα, αλλά εύκολα θα την κρατήσει υπό την εξουσία του, άμα την κυριεύσει. Είναι δύσκολο να γίνει κάποιος κύριος του οθωμανικού βασιλείου, γιατί όποιος σκοπεύει να το κατακτήσει δεν είναι δυνατόν να προσκληθεί από τους προεστούς του τόπου, ούτε μπορεί να ελπίζει οποιαδήποτε διευκόλυνση στην επιχείρησή του, εξαιτίας της αποστασίας αυτών που περιστοιχίζουν τον ηγεμόνα.»

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Μακιαβέλι θεωρεί συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της αυτοκρατορίας μάλλον σταθερά και αμετάβλητα για ολόκληρους αιώνες. Όπως η επικράτεια του Δαρείου κατέρρευσε, μόλις οι μακεδονικές φάλαγγες έπληξαν αποφασιστικά τη στρατιωτική ισχύ του βασιλιά, έτσι και το κράτος του σουλτάνου μπορούσε να περάσει στα χέρια των επίδοξων διεκδικητών του – εφόσον κατάφερναν να επικρατήσουν στα πεδία των μαχών. Ελάχιστη «αυθόρμητη» υποστήριξη από τον ντόπιο (αλλόφυλο ή χριστιανικό) πληθυσμό μπορούσαν να περιμένουν οι Οθωμανοί αξιωματούχοι: «Πράγματι, επειδή όλοι είναι δούλοι και υπόχρεοι, είναι δυσκολότερο να διαφθαρούν, και αν ακόμη ήταν εύκολη η διαφθορά τους, λίγη ωφέλεια θα μπορούσε να προσδοκά κανείς απ’ αυτούς, γιατί δεν έχουν την δύναμη να παρασύρουν τον λαό, για τους λόγους που είπαμε παραπάνω. Από αυτά βγαίνει το συμπέρασμα ότι όποιος εφορμήσει εναντίον των Οθωμανών πρέπει να σκεφθεί ότι θα τους βρει ενωμένους και χρειάζεται να ελπίζει περισσότερο στις δικές του δυνάμεις παρά στις αταξίες των άλλων.» (1)

Βυζάντιο

Ο Μακιαβέλι αναφέρεται στο Βυζάντιο για να αποδείξει πόσο καταστροφικά μπορούν να γίνουν τα ξένα επικουρικά στρατεύματα και οι μισθοφόροι. Δέκα χιλιάδες ένοπλοι Οθωμανοί προσκλήθηκαν επισήμως από τον βυζαντινό αυτοκράτορα – δεν έφυγαν φυσικά ποτέ – ενώ 300.000 νέοι άλκιμοι μοναχοί ζούσαν, σχεδόν άπραγοι στα εκατοντάδες πλούσια μοναστήρια της αυτοκρατορίας. Σχετικά με το στρατό των αμυνόμενων, κατά την μοιραία πολιορκία του 1453, εγκυρότερη θεωρείται η αναφορά του Σφραντζή, ο οποίος ανέλαβε την καταμέτρηση των δυνάμεων κατ’ εντολή του αυτοκράτορα. Ο Σφραντζής αναφέρει μόλις 4.937 βυζαντινούς και περίπου 2000 ξένους. Από τους ξένους ξεχωρίζαν οι 700 κατάφρακτοι στρατιώτες που έφθασαν στην βυζαντινή πρωτεύουσα τον Ιανουάριο του 1453 με δύο γενουατικά πλοία. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος απένειμε στον αρχηγό τους Ιωάννη Ιουστινιάνη Λόνγκο, έμπειρο πολεμιστή, τον τίτλο του πρωτοστάτορος (αρχιστρατήγου) και του ανέθεσε την άμυνα της πόλης. Σε κάθε περίπτωση ο συνολικός αριθμός δεν πρέπει να υπερέβαινε τους 8.500. (4)

Επαναστατικός πόλεμος

Εκ των υστέρων, γνωρίζουμε ότι οι Έλληνες επαναστάτες μπορούσαν να επικρατήσουν στρατιωτικά – υπό ορισμένες βέβαια προϋποθέσεις. Το οθωμανικό κράτος κομματιάστηκε σχεδόν ταυτόχρονα με την έκρηξη του Αγώνα και μάλιστα αυτό συνέβη σχετικά εύκολα στην Πελοπόννησο – το κάστρο των Πατρών δεν έπεσε μέχρι το τέλος, κυρίως επειδή ορισμένοι δεν ήθελαν να ανεβάσουν την επιρροή του Κολοκοτρώνη. Οι δυνάμεις που πήραν μέρος στις μάχες ήταν σχεδόν αποκλειστικά ιθαγενείς – κατά βάση αγρότες, κτηνοτρόφοι και διάσπαρτες δυνάμεις του κλεφταρματολισμού. Με άλλα λόγια, λίγες εκατοντάδες ή χιλιάδες άνδρες -με τη δύναμη της επαναστατικής λαϊκής βούλησης- ανέτρεψαν στην πράξη τις αποφάσεις του συνεδρίου της Βερόνας και δεν είναι υπερβολή αν πούμε ότι άλλοι τόσοι μπορούσαν να ελευθερώσουν τη Ρούμελη, την Ήπειρο και μεγάλο μέρος της Μακεδονίας και να δημιουργήσουν τα περιβόητα νέα δεδομένα στο διπλωματικό πεδίο. (Μόνο στη Ρούμελη λ.χ. υπήρχαν χιλιάδες εμπειροπόλεμοι άνδρες που μπορούσαν να τσακίσουν κυριολεκτικά τις δυνάμεις του Κιουταχή που πολιορκούσαν το ηρωικό Μεσολόγγι.) Αν επικρατούσε ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο (1825), δεν θα υπήρχε εκ των πραγμάτων ελεύθερη ελληνική επικράτεια και -σύμφωνα με το σχέδιο- χιλιάδες Έλληνες αγρότες της Πελοποννήσου θα μεταφέρονταν ως καλλιεργητές στην Αίγυπτο. Πολλοί επέλεξαν να πεθάνουν με το σπαθί στο χέρι, παρά να «τουρκέψουν» και «να πάρουν τα κορίτσια τους σκλάβες στα χαρέμια» των πασάδων – μπροστά στον έσχατο υπαρξιακό κίνδυνο της ζωής και της πατρίδας, η απάντηση ήταν φυσικά σκληρή και γνήσια μακιαβελική: «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους!». Είναι μάλλον απίθανο ο Κολοκοτρώνης να διάβαζε τον Ιταλό πατριώτη, γνώριζε όμως καλά ότι «ο φόβος κι η ελπίδα» ορίζουνε τη «φύση των ανθρώπων.»

«Την περιουσία που δεν ανήκει σε σένα ή στους υπηκόους σου, μπορείς να την δωρίζεις γενναία, όπως έπραξαν ο Καίσαρ, ο Κύρος και ο Αλέξανδρος, διότι τότε μόνον βλάπτεσαι, όταν δαπανάς τα δικά σου, ξοδεύοντας όμως το βιος των άλλων διαφυλάττεις και αυξάνεις την υπόληψή σου.» (Νικολό Μακιαβέλι)

Ένα ισχυρό στρατιωτικό εθνικό σώμα -με ικανή και έμπειρη ηγεσία- θα μπορούσε να πειθαρχήσει το πλήθος των λαϊκών μαχητών που συχνά λαθροβιούσαν άπραγοι, μακριά από τα κρίσιμα πεδία των μαχών, στην υπηρεσία ντόπιων καπεταναίων και κοτσαμπάσηδων. Οι επαναστατημένοι Έλληνες μπορούσαν να νικήσουν και έπρεπε να το κάνουν άμεσα, κεραυνοβόλα και αποφασιστικά, προτού ο απαρχαιωμένος οθωμανικός στρατιωτικός μηχανισμός υιοθετήσει τον «ευρωπαϊκό τρόπο» του πολέμου. (Οι γενίτσαροι εξοντώθηκαν μαζικά από τον σουλτάνο Μαχμούτ Β΄στις 15 Ιουνίου του 1826 -μεσούντος του Αγώνα- ενώ το σύγχρονο πυροβολικό και το ναυτικό άρχισαν να απειλούν θανάσιμα την Επανάσταση.) Το μακιαβελικό ζήτημα της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας παρέμεινε κρίσιμο και άλυτο σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης, με τις γνωστές συνέπειες -και δεν ήταν λίγοι αυτοί που θα αρκούνταν σε ένα ελληνικό πριγκηπικό προτεκτοράτο του Μοριά.

«Όλος ο κόσμος ξέρει τη φιλοδοξία τους. Από μας έχουνε να παίρνουνε εκατόν ογδόντα χιλιάδες δουκάτα, που τα περιμένουν πολύν καιρό. Κάλλιο λοιπόν να τα ξοδέψουμε για να τους πολεμήσουμε, παρά να τους τα δώσουμε για να μας χτυπήσουν εκείνοι.»

Ένα από τα επαναστατικά στοιχεία στην πολιτική θεωρία του Μ. είναι η προγραμματική ένταξη των χωρικών και των αγροτών στον πολιτικό αγώνα για την εξουσία και την εθνική ανεξαρτησία της Ιταλίας Αυτή τη σημασία κυρίως έχει η επιμονή του στον λαϊκό εθνικό στρατό και φυσικά αδίκως κατηγορήθηκε ως θεωρητικός της απολυταρχίας, αφού καμιά δεσποτική εξουσία δεν μπορεί να είναι απόλυτη, εφόσον στηρίζεται στον ένοπλο λαό – προτείνεται ρητά οι στρατηγοί να εκλέγονται και να καθαιρούνται από την «μερίδα των πολιτών.» Η απελευθέρωση τέτοιου κοινωνικού δυναμικού, το οποίο αδρανούσε για αιώνες στις εκατό φεουδαρχικές «πόλεις της σιωπής», μπορούσε πράγματι να συντρίψει το παλαιό καθεστώς και να αναπτερώσει την ισχύ «των λαών της Ιταλίας». Tο ενωμένο Ιταλικό κράτος διαμορφώθηκε τελικά το 1861, όταν τα ανεξάρτητα κρατίδια της χερσονήσου ενώθηκαν για να σχηματίσουν το Βασίλειο της Ιταλίας. Πρώτη πρωτεύουσα του ιταλικού κράτους ορίστηκε το Τορίνο, εν συνεχεία η Φλωρεντία (1865) και μετά τη νίκη εναντίον των υποστηρικτών του παπικού κράτους, η Ρώμη (1870).

Το νεύρο του πολέμου

Ο Ηγεμόνας εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1909 – ο μεταφραστής υπογράφει Π.Χ. – με πρόλογο και σχόλια του Νεοκλή Καζάζη: «Επί τούτω δημοσιεύεται προς φωτισμόν, προς σκέψιν, προς εφαρμογήν, εν τω συγχρόνω εκρύθμω των εθνικών πραγμάτων καταστάσει, ο Ηγεμών. Εδίδαξε και εφώτισε επί αιώνων γενεάς αρχόντων και αρχομένων, ηγεμόνων και ηγεμονευομένων.» Το βιβλίο χαρακτηρίζεται ως «Εν των τιμιωτάτων και θετικωτάτων εγκολπίων της πολιτικής σοφίας» (σ.σ. ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ το χαρακτήρισε εγχειρίδιο δημοκρατίας) και δημοσιεύεται «Ως επίκληση της φιλοπατρίας προς την ταλαιπωρούμενην, προς την αγωνιώσαν, αλλά μη αποκάμνουσαν εν μέσω των ιστορικών αποτυχιών, αλλά πάντοτε ελπίζουσαν, περιπετειώδη ψυχήν του ελληνικού γένους.» Έχει προηγηθεί η οδυνηρή ήττα στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 (Μαύρο ’97) και πρόκειται να ξεσπάσουν οι Βαλκανικοί πόλεμοι. Η λαϊκή στρατολογία που εφαρμόζει συστηματικά ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η αναδιοργάνωση των διαλυμένων ελληνικών δυνάμεων θα αποδειχθούν καταλυτικοί παράγοντες στις παρατεταμένες πολεμικές συγκρούσεις που θα ακολουθήσουν. Ο μεγάλος πολίτης της Φλωρεντίας το είχε πει σωστά: «…όχι το χρυσάφι, καθώς βροντοφωνάζει η γνώμη του κόσμου, μα οι καλοί στρατιώτες είναι το νεύρο του πολέμου αν ο θησαυρός έφτανε για να νικήσεις, ο Δαρείος θα είχε νικήσει τον Αλέξανδρο κι οι Έλληνες θα ‘χανε νικήσει τους Ρωμαίους.»
--------------------------------
*Ο Φραντσέσκο Πετράρκα, εξελληνισμένα Πετράρχης (20 Ιουλίου 1304 – 19 Ιουλίου 1374), ήταν Ιταλός λόγιος, ποιητής και ένας από τους παλαιότερους ανθρωπιστές της Αναγέννησης.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου