Αυτή η πεποίθηση εκφράζεται με πολλές μορφές: ως θρησκευτική πίστη στη θεία δικαιοσύνη, ως πολιτισμική έννοια του κάρμα ή μέσα από γνωστές παροιμίες όπως «ό,τι σπείρεις θα θερίσεις», «ό,τι δίνεις παίρνεις», ή «όλα εδώ πληρώνονται».
Στην ψυχολογία, αυτή η τάση είναι γνωστή ως προκατάληψη του δίκαιου κόσμου ή της θείας δίκης (Just World Bias), η υπόθεση ότι οι άνθρωποι, γενικά, παίρνουν αυτό που τους αξίζει.
Παρότι αυτή η αντίληψη μπορεί να προσφέρει νόημα, κίνητρο και συναισθηματική ασφάλεια, έχει και μια σκοτεινή πλευρά. Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τραγωδίες, αδικία ή ανθρώπινο πόνο που δεν ταιριάζουν σε ένα ηθικά τακτοποιημένο σύμπαν, η πίστη σε έναν δίκαιο κόσμο μπορεί να οδηγήσει σε επιβλαβείς μηχανισμούς αντιμετώπισης, όπως η ενοχοποίηση των θυμάτων, η ηθική απαξίωση και η συναισθηματική αποστασιοποίηση. Σε ακραίες περιπτώσεις, αυτές οι αντιδράσεις καταλήγουν σε βαθιά καταστροφικές κοινωνικές συμπεριφορές.
Η Ψυχολογική Βάση της Προκατάληψης του Δίκαιου Κόσμου
Η θεωρία του δίκαιου κόσμου μελετήθηκε για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1960 από τον κοινωνικό ψυχολόγο Melvin Lerner. Ο Lerner υποστήριξε ότι οι άνθρωποι έχουν μια ισχυρή ανάγκη να πιστεύουν πως ζουν σε έναν σταθερό, προβλέψιμο και τακτοποιημένο κόσμο. Αυτή η πεποίθηση επιτρέπει στο άτομο να θέτει μακροπρόθεσμους στόχους, να επενδύει προσπάθεια και να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του στην καθημερινή ζωή. Αν ο κόσμος είναι δίκαιος, τότε η ηθική συμπεριφορά και η προσωπική προσπάθεια υποτίθεται ότι προσφέρουν προστασία από την ατυχία.
Υπό αυτή την έννοια, η πίστη σε έναν δίκαιο κόσμο είναι ψυχολογικά προσαρμοστική. Ενισχύει το αίσθημα ελέγχου, αυτεπάρκειας και ασφάλειας. Η πεποίθηση ότι οι πράξεις μας καθορίζουν τις εκβάσεις της ζωής μας μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρό κίνητρο.
Ωστόσο, το πρόβλημα προκύπτει όταν αυτή η πεποίθηση μετατρέπεται σε άκαμπτο αξίωμα.
Μια αντικειμενική ματιά στον κόσμο αποκαλύπτει ότι η δικαιοσύνη δεν αποδίδεται πάντοτε. Αθώα παιδιά χάνουν τους γονείς τους σε πολέμους, άνθρωποι εκμεταλλεύονται βάναυσα μέσω σύγχρονων μορφών δουλείας, και καλοπροαίρετοι άνθρωποι βιώνουν σοβαρές δυσκολίες χωρίς προφανή λόγο. Όταν τέτοια γεγονότα συμβαίνουν, συγκρούονται άμεσα με την πίστη σε έναν δίκαιο κόσμο, προκαλώντας γνωστική ασυμφωνία, μια ψυχολογική ένταση που γεννιέται όταν οι πεποιθήσεις μας δεν συμβαδίζουν με την πραγματικότητα.
Όταν η Δικαιοσύνη Αποτυγχάνει: Η Περίπτωση της Πριγκίπισσας Νταϊάνα
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σύγκρουσης αποτελεί η δημόσια αντίδραση στον θάνατο της Πριγκίπισσας Νταϊάνα το 1997. Η Πριγκίπισσα της Ουαλίας πέθανε από τραυματισμούς που υπέστη σε τροχαίο δυστύχημα στο Παρίσι, ενώ καταδιωκόταν από παπαράτσι. Το γεγονός προκάλεσε παγκόσμια θλίψη άνευ προηγουμένου. Εκατομμύρια άνθρωποι πένθησαν τη «Λαϊκή Πριγκίπισσα» και η κοινωνική πίεση οδήγησε σε αλλαγές στη δεοντολογία των μέσων ενημέρωσης.
Παράλληλα, ωστόσο, αναπτύχθηκε και μια εντελώς διαφορετική αντίδραση. Μαζί με τη συμπόνια εμφανίστηκαν σκληρές κρίσεις και προσωπικές επιθέσεις. Πολλοί απέδωσαν ευθύνη στην ίδια τη Νταϊάνα, κατηγορώντας τον τρόπο ζωής της ή παρουσιάζοντάς την ως ανεύθυνη ή ηθικά ελαττωματική. Ακόμη και άτομα από το κοντινό της περιβάλλον δημοσίευσαν προσβλητικές αφηγήσεις για τον χαρακτήρα της.
Από την οπτική της προκατάληψης του θείας δίκης, ο θάνατός της αποτελούσε μια ηθική «ανωμαλία»: μια ευρέως αντιληπτή «καλή» προσωπικότητα υπέστη ένα άδικο και βίαιο τέλος. Για πολλούς, αυτό απείλησε την πίστη σε έναν προβλέψιμο κόσμο και ενεργοποίησε διαφορετικούς μηχανισμούς άμυνας.
Δύο Μηχανισμοί Αντιμετώπισης: Αποκατάσταση ή Ενοχοποίηση
Όταν οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με κατάφωρη αδικία, συνήθως υιοθετούν έναν από δύο μηχανισμούς:
Αποκατάσταση του θύματος.
Αυτός ο μηχανισμός περιλαμβάνει προσπάθειες στήριξης του θύματος και αποκατάστασης της αδικίας. Στην περίπτωση της Νταϊάνα, εκδηλώθηκε μέσω δημόσιου πένθους, κοινωνικής συμπαράστασης και πιέσεων για θεσμικές αλλαγές. Με αυτόν τον τρόπο, η αίσθηση δικαιοσύνης διατηρείται μέσω δράσης.
Ενοχοποίηση ή απαξίωση του θύματος.
Όταν η αποκατάσταση φαίνεται αδύνατη, πολλοί καταφεύγουν στην ενοχοποίηση του θύματος. Αν το θύμα παρουσιαστεί ως υπεύθυνο για τη μοίρα του, τότε ο κόσμος επανέρχεται σε μια ψευδαίσθηση δικαιοσύνης. Αν και αυτό μειώνει τη συναισθηματική δυσφορία, έχει σοβαρό κοινωνικό κόστος.
Έρευνες δείχνουν ότι η ενοχοποίηση είναι πιο πιθανή όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ανίσχυροι να προσφέρουν πραγματική βοήθεια. Η απόδοση ευθύνης στο θύμα λειτουργεί τότε ως εύκολη ψυχολογική διέξοδος.
Καρκίνος και η Πλάνη του Δίκαιου Κόσμου
Η προκατάληψη του δίκαιου κόσμου και της θείας δίκης εμφανίζεται έντονα και στο πλαίσιο της σοβαρής ασθένειας, ιδιαίτερα του καρκίνου. Πολλοί ασθενείς αναρωτιούνται: «Γιατί συνέβη αυτό σε μένα;». Όταν δεν υπάρχει σαφής αιτία, η ανάγκη για εξήγηση συχνά οδηγεί στην αυτοενοχοποίηση.
Άτομα με καρκίνο μπορεί να πιστέψουν ότι έκαναν κάτι «λάθος», ενώ το κοινωνικό περιβάλλον συχνά ενισχύει αυτή την αντίληψη μέσω ερωτήσεων που υπονοούν ευθύνη. Στην πραγματικότητα, παρότι ορισμένες συμπεριφορές αυξάνουν τον κίνδυνο, πολλοί παράγοντες, γενετικοί και περιβαλλοντικοί, βρίσκονται εκτός ανθρώπινου ελέγχου. Ο καρκίνος δεν κάνει ηθικές διακρίσεις.
Η πλάνη του δίκαιου κόσμου προσφέρει μια ψευδή αίσθηση ελέγχου σε όσους δεν νοσούν: «Αν ζω σωστά, δεν θα μου συμβεί». Όμως αυτή η πεποίθηση ενισχύει το στίγμα και μειώνει τη συμπόνια.
Προς Mια Πιο Συμπονετική Κατανόηση
Η μείωση των συνεπειών της προκατάληψης του δίκαιου κόσμου δεν απαιτεί την εγκατάλειψη της ελπίδας ή της προσωπικής ευθύνης. Απαιτεί, όμως, αναγνώριση των ορίων των ηθικών εξηγήσεων.
Η λήψη προοπτικής, δηλαδή η προσπάθεια να δούμε την κατάσταση μέσα από τα μάτια του άλλου, αποτελεί ισχυρό αντίδοτο στην ενοχοποίηση. Παράλληλα, η κριτική σκέψη με ερωτήματα όπως «ποια στοιχεία στηρίζουν αυτή την άποψη;» και «ποιοι παράγοντες είναι εκτός ελέγχου;», οδηγεί σε πιο ρεαλιστικές και ανθρώπινες ερμηνείες.
Ο κόσμος μπορεί να μην είναι πάντα δίκαιος. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο ανταποκρινόμαστε στην αδικία παραμένει βαθιά ανθρώπινη επιλογή. Μπορούμε να επιλέξουμε είτε να ενοχοποιούμε τα θύματα και να παρηγορούμαστε με απλοϊκές εξηγήσεις, είτε να καλλιεργούμε ενσυναίσθηση, να κατανοούμε τις σύνθετες αιτίες των δυσκολιών και να ενεργούμε με τρόπο που υποστηρίζει τους άλλους. Σε μια κοινωνία γεμάτη ανισότητες, απρόβλεπτες κρίσεις και ατομικές ή συλλογικές τραγωδίες, αυτή η επιλογή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι: είμαστε έτοιμοι να αποδεχτούμε την αβεβαιότητα και την αδικία χωρίς να θυματοποιούμε, αλλά αντίθετα να ανταποκριθούμε με πραγματική κατανόηση και συλλογική ευθύνη;
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου