Ο Δημόκριτος διατυπώνει χαρακτηριστικά:
«ὁ γέρων νέος ἐγένετο, ὁ δὲ νέος ἄδηλον εἰ ἐς γῆρας ἀφίξεται· τὸ τέλειον οὖν ἀγαθὸν τοῦ μέλλοντος ἔτι καὶ ἀδήλου κρέσσον»
Δηλαδή: ο ηλικιωμένος υπήρξε κάποτε νέος, ενώ δεν είναι βέβαιο ότι ο νέος θα φτάσει στο γήρας· επομένως, το ολοκληρωμένο αγαθό είναι ανώτερο από εκείνο που παραμένει μελλοντικό και αβέβαιο.
Η παρατήρηση αυτή δεν αποτελεί απλώς κοινότοπη διαπίστωση για τη φθορά του χρόνου. Είναι μια σαφής αξιολογική θέση: το αγαθό δεν ταυτίζεται με την προσδοκία, αλλά με την πραγματοποίηση. Εκείνο που έχει ήδη βιωθεί και ολοκληρωθεί υπερέχει από αυτό που απλώς αποτελεί μια πιθανότητα για ολοκλήρωση στο μέλλον, το οποίο παραμένει πάντοτε εκτεθειμένο στην μη εκπλήρωση.
Η αβεβαιότητα αυτή δεν είναι θεωρητική. Η ζωή μπορεί να διακοπεί πρόωρα και βίαια από αιτίες ξένες προς την ανθρώπινη βούληση: πόλεμο, ασθένεια, ατύχημα ή απλή φυσική κατάρρευση. Ο νέος ενσαρκώνει τη δυνατότητα, όχι τη βεβαιότητα. Ο γέρος, αντίθετα, ενσαρκώνει το γεγονός της ολοκλήρωσης: έζησε τη νεότητα και έφτασε στο τέλος ενός κύκλου. Για τον Δημόκριτο, κάθε πρόωρη διακοπή του βίου δεν αναπληρώνεται· ό,τι δεν ολοκληρώθηκε, χάθηκε οριστικά.
Το «τέλειον ἀγαθόν» στο οποίο αναφέρεται δεν είναι ούτε ηθική τελειότητα ούτε ευδαιμονία. «Τέλειον» σημαίνει ολοκληρωμένο, περατωμένο· «ἀγαθόν» σημαίνει πραγματικό όφελος του βίου και όχι ελπίδα. Η ανωτερότητα που αποδίδεται στο γήρας δεν είναι συναισθηματική ή ποιοτική, αλλά χρονική και υπαρξιακή: αφορά το γεγονός ότι κάτι έχει συμβεί και δεν παραμένει απλή δυνατότητα.
Ωστόσο, ο Δημόκριτος δεν εξιδανικεύει το γήρας. Σε μια δεύτερη, εξαιρετικά πυκνή διατύπωση, αποτυπώνει τη διττή και τραγική του φύση:
«Γῆρας ὁλόκληρός ἐστι πήρωσις· πάντ’ ἔχει καὶ πᾶσιν ἐνδεῖ.»
δηλαδή: το γήρας είναι ένας ακρωτηριασμός που παραμένει ακέραιος· τα έχει όλα και από όλα στερείται.
Η φράση αυτή συμπυκνώνει μια βαθιά αντίφαση. Το γήρας είναι «ὁλόκληρο» όχι επειδή είναι άθικτο, αλλά επειδή ο βίος έχει φτάσει στο πέρας του. Ταυτόχρονα είναι «πήρωσις», καθώς συνοδεύεται από την απώλεια σωματικής δύναμης, αισθήσεων, ζωτικότητας και συχνά πνευματικής οξύτητας. Ήδη στην αρχαιότητα το γήρας αντιμετωπίζεται συχνά ως κακό ακριβώς λόγω αυτής της φθοράς. Ο Δημόκριτος δεν αγνοεί αυτή την εμπειρία, αλλά την ενσωματώνει χωρίς εξωραϊσμό.
Το παράδοξο «τα έχει όλα και από όλα στερείται» εκφράζει με ακρίβεια αυτή τη διπλή κατάσταση. Το γήρας διαθέτει εμπειρία, μνήμη και έναν βίο ολοκληρωμένο, αλλά στερείται των δυνάμεων που καθιστούν τη ζωή ενεργή και ανοιχτή στο μέλλον. Δεν είναι ευτυχία· είναι πληρότητα που συμπίπτει με την απώλεια.
Έτσι, το γήρας μπορεί να είναι ανώτερο από τη νεότητα χωρίς να είναι προτιμότερο ως κατάσταση. Ο Δημόκριτος δεν προβάλλει μια ιεραρχία ευτυχίας, αλλά μια ιεραρχία πραγματικότητας: το ολοκληρωμένο υπερέχει του ανολοκλήρωτου. Η φύση δεν εγγυάται τη συνέχεια ούτε σέβεται την ανθρώπινη προσδοκία. Ο χρόνος δεν υπόσχεται ολοκλήρωση· απλώς τη καθιστά δυνατή και πάντοτε ανακλητή.
Η θέση αυτή αποκτά πλήρες νόημα μόνο μέσα στο πλαίσιο της δημοκρίτειας κοσμοθεωρίας. Ο Δημόκριτος, ο θεμελιωτής της ατομικής θεωρίας, απορρίπτει κάθε μορφή μεταφυσικής παρηγοριάς. Δεν πιστεύει σε αθανασία της ψυχής ούτε σε μεταθανάτια ζωή. Η ψυχή ταυτίζεται με τον νου και αποτελεί υλική διάταξη ατόμων όπως όλα. Με τον θάνατο, η διάταξη αυτή διαλύεται οριστικά και μαζί της παύει η συνείδηση. Επομένως, η απώλεια του βιωμένου χρόνου είναι ανεπανόρθωτη. Δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία για όσα δεν έζησε κανείς.
Σε έναν τέτοιο κόσμο, το μέλλον δεν αποτελεί από μόνο του αξία και η ελπίδα δεν υπερέχει της εμπειρίας. Το ολοκληρωμένο -ακόμη και φθαρμένο- υπερέχει του πιθανού. Το γήρας, ως «ὁλόκληρη πήρωσις», δεν είναι αγαθό με την κοινή έννοια, αλλά αποτελεί την ύστατη μορφή ολοκλήρωσης ενός βίου που δεν διακόπηκε. Και αυτό, για τον Δημόκριτο, αρκεί για να του προσδώσει φιλοσοφική ανωτερότητα απέναντι σε μια νεότητα που έμεινε απλώς μια πιθανότητα πλήρους βίου.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου