Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Γιατί μερικές γυναίκες έχουν μειωμένη ερωτική ορμή ή δεν τους αρέσει το σεξ;

Μερικές γυναίκες βρίσκουν διάφορες δικαιολογίες για να αποφύγουν τη σεξουαλική επαφή με το σύζυγο ή το σύντροφο τους. Κάποιες λένε ότι έχουν πονοκέφαλο ενώ άλλες ότι είναι πολύ κουρασμένες.

Ωστόσο είναι γεγονός ότι ένα ποσοστό γυναικών έχουν γενικά λιγότερη διάθεση για σεξ από ότι άλλες. Το λίμπιντο τους, δηλαδή η σεξουαλική ή η ερωτική τους ορμή είναι σε χαμηλότερο επίπεδο από άλλες γυναίκες.

Τα ερευνητικά στοιχεία δείχνουν ότι σε γυναίκες με χαμηλό λίμπιντο το πρόβλημα είναι περισσότερο οργανικό στον εγκέφαλο παρά ψυχολογικό.

Κατά τα τελευταία χρόνια οι ειδικοί άρχισαν να αναγνωρίζουν και να αποδέχονται την ύπαρξη μιας παθολογικής κατάστασης την οποία ονομάζουν "διαταραχή υποτονικής σεξουαλικής επιθυμίας".

Όμως υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις για το εάν ο εν λόγω όρος πρέπει καλύτερα να χρησιμοποιείται στις περιπτώσεις στις οποίες η μείωση ή η απουσία της σεξουαλικής διάθεσης και επιθυμίας προκαλούνται από ψυχολογικούς, συναισθηματικούς ή σωματικούς παράγοντες (δευτερογενής μείωση του λίμπιντο).

Η μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας στις γυναίκες, δηλαδή του λίμπιντο μπορεί να είναι πρωτογενής, συνεχής και σταθερή ή αντίθετα να είναι δευτερογενής δηλαδή να προκαλείται από άλλους παράγοντες και να είναι παροδική.

Τώρα οι έρευνες δείχνουν ότι στον εγκέφαλο γυναικών με συνεχώς χαμηλότερο λίμπιντο (πρωτογενής μείωση) συμβαίνουν διαφορετικές λειτουργικές διαδικασίες από ότι σε γυναίκες με κανονική σεξουαλική επιθυμία.

Σε μια έρευνα του πανεπιστημίου της Πολιτείας του Γουέϊν στο Ντιτρόιτ των Ηνωμένων Πολιτειών, διερευνήθηκε το πως επεξεργάζεται ο εγκέφαλος των γυναικών με χαμηλό λίμπιντο τη διέγερση που έχει σχέση με το σεξ.

Οι ερευνητές εξέτασαν με λειτουργική μαγνητική τομογραφία τον εγκέφαλο 19 γυναικών στις οποίες είχε τεθεί η διάγνωση της διαταραχής υποτονικής σεξουαλικής επιθυμίας. Η εν λόγω εξέταση επιτρέπει την απεικόνιση στον εγκέφαλο του τι συμβαίνει λειτουργικά, ποιες νευρικές δομές ενεργοποιούνται όταν το εξεταζόμενο άτομο βλέπει ή υποβάλλεται σε διάφορους ερεθισμούς.

Ζητήθηκε από τις γυναίκες αυτές να κοιτάζουν για 30 λεπτά μια οθόνη στην οποία έπαιζαν ταινίες βίντεο με καθημερινά προγράμματα από την τηλεόραση μεταξύ όμως των οποίων έπαιζαν σε διάφορους χρόνους και ερωτικά βίντεο.

Η σύγκριση του τι συνέβαινε στον εγκέφαλο των γυναικών με τη διάγνωση διαταραχής υποτονικής σεξουαλικής επιθυμίας και των γυναικών χωρίς το πρόβλημα έδειξε σαφείς διαφορές. Στις πρώτες δεν υπήρχε ενεργοποίηση με αύξηση της ροής του αίματος στις περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με έντονο συναισθηματισμό ενώ στις δεύτερες αυτό συνέβαινε.

Το συμπέρασμα των ερευνητών είναι ότι η διαταραχή υποτονικής σεξουαλικής επιθυμίας είναι ένα πραγματικό οργανικό, σωματικό πρόβλημα και δεν είναι μια ψυχική ή κοινωνική συνέπεια ορισμένων καταστάσεων που βίωσε ή βιώνει η γυναίκα.

Οι λειτουργικές ανωμαλίες της φυσιολογίας στον εγκέφαλο που αντικειμενικά τεκμηρίωσαν με τη βοήθεια της λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας οι Αμερικανοί ερευνητές, ανοίγει το δρόμο για την ανεύρεση των κατάλληλων θεραπειών για την πάθηση.

Όπως ήταν αναμενόμενο, τα εν λόγω συμπεράσματα δεν βρίσκουν σύμφωνους τους ειδικούς της ψυχοσεξουαλικής ιατρικής. Η κριτική που ασκούν είναι ότι χρειάζονται περισσότερες και μεγαλύτερες έρευνες για να τεκμηριωθούν τα εν λόγω ευρήματα.

Επιπλέον τονίζουν ότι πρέπει να διευκρινιστεί ο ρόλος της κατάθλιψης στα αποτελέσματα της λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου. Πράγματι είναι γνωστό ότι και η κατάθλιψη μπορεί να δημιουργεί προβλήματα στο σεξ.

Ένα σοβαρό ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι σχετικό με την αιτία ή τις αιτίες που προκαλούν την διαταραχή υποτονικής σεξουαλικής επιθυμίας.

Επίσης χρειάζεται να διευκρινιστεί καλύτερα με τη βοήθεια της λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας το τι συμβαίνει στον εγκέφαλο των γυναικών που για διάφορα χρονικά διαστήματα, μικρότερα ή μεγαλύτερα, έχουν δευτερογενή μείωση του λίμπιντο τους εξαιτίας του στρες, της κόπωσης, του τρόπου ζωής, άλλων ψυχικών καταστάσεων ή λόγω οργανικών παραγόντων όπως για παράδειγμα το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.

Εμείς θα συγκρατήσουμε ότι είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι έχει ανοίξει ο δρόμος για καλύτερη διαφοροποίηση και ορθότερη διάγνωση των πρωτογενών και δευτερογενών διαταραχών μείωσης του λίμπιντο των γυναικών.

Καλύτερη κατανόηση και καλύτερη διάγνωση σημαίνει περισσότερες ελπίδες για αποτελεσματικότερες θεραπείες των σεξουαλικών διαταραχών στη γυναίκα.

Μαθήματα από εξειδικευμένο Σεξοθεραπευτή (sex coach) είναι το πρώτο βήμα για τέλεια απόλαυση!

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου