Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ : Α' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1096 - 1099)

Η ΠΡΩΤΗ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ

Κήρυξη της Α΄ Σταυροφορίας

Καθολικοί Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι είχαν πολεμήσει μεταξύ τους και πριν το 1095 στην Ιβηρική χερσόνησο όπου, πλέον, ξεκινούσε η μεγάλη αντεπίθεση των Χριστιανών Ηγεμόνων, η περίφημη Reconquista, η Ανάκτηση των από αιώνες χαμένων εδαφών από τους Μουσουλμάνους. Σε αυτούς τους πολέμους συμμετείχαν κατά των Μουσουλμάνων πολεμιστές και από άλλα μέρη της Δυτικής Ευρώπης. Αλλά και σε άλλα μέρη είχαν σημειωθεί συγκρούσεις μεταξύ τους, όπως στη νότιο Ιταλία και Σικελία. Το 1072 ο Ροβέρτος Γυισκάρδος κατάφερε να καταλάβει το Παλέρμο από τους Άραβες τερματίζοντας την εποχή της Αραβικής κυριαρχίας στη Σικελία. Για τον απλό κάτοικο της Δύσης στον Μεσαίωνα, η Ανατολή φάνταζε ως κάτι το πολύ μακρινό και εξωτικό...

Ελάχιστοι γνώριζαν για τις μεγάλες προόδους των Αράβων στις επιστήμες, στη λογοτεχνία, στην αρχιτεκτονική και στις καλές τέχνες, αλλά πολλοί είχαν ακούσει ιστορίες για τα παλάτια και για τα πλούτη τους. Συνήθως αυτές τις ιστορίες τις θεωρούσαν μυθοπλασίες και τίποτα παραπάνω αλλά μετά από την κατάκτηση μερικών Αραβικών εδαφών στην Ισπανία, οι Δυτικοί είδαν από πρώτο χέρι ότι πολλές από αυτές τις διαδόσεις ήταν αληθινές. Αυτό έκανε πολύ κόσμο να ονειρεύεται όλο και περισσότερο την Ανατολή. Το 1088, ο Ουρβανός Β΄ έγινε Πάπας. Την ίδια εποχή, όλο και περισσότεροι κύκλοι στη Ρώμη έβλεπαν θετικά την ιδέα της διεξαγωγής μίας Σταυροφορίας.

Ένας προηγούμενος πάπας, τον οποίο είχε γνωρίσει ο Ουρβανός, ο Γρηγόριος Η΄, είχε προσπαθήσει προς αυτή την κατεύθυνση ήδη από το 1074, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η ιδέα όμως των Σταυροφοριών υπήρχε και παλαιότερα και μάλιστα συνδεόταν και με Μεσαιωνικούς δυτικοευρωπαϊκούς θρύλους για την εμφάνιση του Χριστού ως πάνοπλου ιππότη να καταδιώκει τους απίστους στη Δευτέρα Παρουσία, για την οποία πολλοί πίστευαν ότι θα γινόταν το έτος 1000.

Η πραγματοποίηση, όμως, των ιδεών αυτών ήταν ένα άλλο θέμα. Τελικά, η αφορμή για το ξεκίνημα της Α΄ Σταυροφορίας ήρθε απροσδόκητα από τη Βυζαντινή Ανατολή, καθώς από το 1054 υπήρχε το Σχίσμα των Εκκλησιών. Ο Αυτοκράτορας Αλέξιος ο Κομνηνός έστειλε μία επιστολή στον Πάπα, στην οποία τού ζητούσε να στείλει μισθοφόρους από τη Δύση για να καταφέρει να νικήσει τους Σελτζούκους Τούρκους στη Μικρά Ασία.

Ο Πάπας άδραξε την ευκαιρία για επέκταση της επιρροής του στην Ανατολή και για αναθέρμανση του θρησκευτικού αισθήματος στη Δύση και έστειλε αγγελιοφόρους σε όλους τους σημαντικούς Ηγεμόνες και Κόμητες να πάψουν τους μεταξύ τους πολέμους και να πάνε στους Αγίους Τόπους για να πολεμήσουν και να τους απελευθερώσουν. Όσοι δέχονταν έραβαν στον ώμο τους έναν κόκκινο σταυρό. Έτσι ονομάστηκαν «σταυροφόροι», αυτοί που φέρουν σταυρό.

Ο ίδιος ο Πάπας στη σύνοδο του Κλερμόν (1095) θα κηρύξει επίσημα τη Σταυροφορία, τον Ιερό Πόλεμο κατά των απίστων που κατείχαν τους Αγίους Τόπους. Η Σταυροφορία παρουσιάστηκε ως «Θέλημα Θεού» (Λατ. Deus vult). Όσοι συμμετείχαν έπαιρναν άφεση αμαρτιών και αυτό ήταν ένα επιπλέον κίνητρο για πολλούς, πέρα από την προοπτική των νέων εδαφών, της λαφυραγωγίας και της περιπέτειας. Μετά τη Σύνοδο, ο Πέτρος ο Ερημίτης άρχισε να περιοδεύει βγάζοντας πύρινους λόγους και ξεσηκώνοντας τα πλήθη κατά των Μουσουλμάνων που κατείχαν τους Αγίους Τόπους.

Αν και ο Πέτρος είχε μεγάλη απήχηση στον απλό λαό, πολλά μέλη του κλήρου θεωρούσαν ότι ήταν μία ανοργάνωτη προσπάθεια καταδικασμένη σε αποτυχία. Όμως, δεν ήταν μόνο ο Πέτρος που είχε ξεφύγει από τον έλεγχό τους. Μέσα στο 1096 έγιναν σφαγές Εβραίων που κατοικούσαν στη Γαλλία και στη Γερμανία και λεηλασίες των περιουσιών τους.


Η Έναρξη

Ουρβανός Β’ συγκάλεσε το 1095 την περίφημη σύνοδο στο Κλερμόν-Φεράν με σκοπό να προωθήσει τις δικές του βλέψεις, κυρίως την επανένωση της Ελληνικής και της Λατινικής Εκκλησίας. Στο κήρυγμά του κατά τη λήξη της συνόδου, ο Γαλλικής καταγωγής Πάπας ευφυώς απευθύνθηκε στους μικροευγενείς της Γαλλίας και της Λοθαριγγίας ζητώντας τους να πάψουν να μάχονται κατά των ομοθρήσκων τους και να αρχίσουν να πολεμούν εκεί όπου ο φόνος θα έπιανε τόπο.

Ο αντίκτυπος αυτού του κηρύγματος ήταν συγκλονιστικός. Αν και δεν είναι σίγουρο ότι ο Πάπας ανέφερε συγκεκριμένα την Ιερουσαλήμ, σύντομα η Ιερή Πόλη έγινε ο στόχος των Σταυροφόρων. Διάφοροι επίσκοποι τάχθηκαν επιτόπου υπέρ της Σταυροφορίας και σύντομα αρκετοί κοσμικοί ηγεμόνες ακολούθησαν το παράδειγμά τους. Ωστόσο, η Σταυροφορία δεν ήταν εγχείρημα των μεγάλων Βασιλιάδων της Ευρώπης.

Οι Ηγεμόνες της Λοθαριγγίας, όπου το έθιμο της διαιρετικής κληρονομιάς είχε εξασθενίσει την τάξη των ευγενών της Νότιας Γαλλίας, καθώς και οι Νορμανδοί της Νότιας Ιταλίας ήταν η κύρια πηγή στρατολόγησης στην Πρώτη Σταυροφορία. Λόγω απουσίας Βασιλιάδων και δουκών, ο κόμης Ραϋμόνδος Δ’ της Τουλούζης, οι δούκες Γοδεφρείδος της Λοραίνης και Ροβέρτος της Νορμανδίας και ο κόμης Ροβέρτος Β’ της Φλάνδρας ήταν οι ανώτεροι ιεραρχικά απ’ όσους συμμετείχαν στην Πρώτη Σταυροφορία, τη μοναδική που πέτυχε στρατιωτικά.

Ο Ουρβανός Β’ έθεσε την περιουσία των Σταυροφόρων υπό την Ειρήνη του Θεού και πάγωσε τα χρέη τους. Επίσης υποσχέθηκε πλήρη κατάργηση των επιτιμίων που είχαν επιβληθεί εξαιτίας παλαιότερων αμαρτιών για όσους θα μαρτυρούσαν στη διάρκεια της Σταυροφορίας. Οι ιεροκήρυκες που στρατολογούσαν τα μέλη της σταυροφορικής στρατιάς προχώρησαν ακόμη περισσότερο, λέγοντας ότι θα διαγράφονταν τόσο η ενοχή όσο και η τιμωρία.

Οι αφελείς νόμισαν ότι τους είχαν υποσχεθεί πλήρη άφεση αμαρτιών. Έτσι, προτού καν οργανωθεί ο στρατός, είχε ήδη συγκροτηθεί μια «λαϊκή σταυροφορία». Ιεροκήρυκες, όπως ο Πέτρος ο Ερημίτης [«Κουκούπετρος» κατά την Άννα Κομνηνή] και ο ιππότης Γκωτιέ ο Πένης, επικαλούνταν χιλιαστικά οράματα, για να προσελκύσουν τις μάζες των Κάτω Χωρών και της Ρηνανίας στη Σταυροφορία. Πλήθη «περιθωριακών» διέσχισαν την κοιλάδα του Ρήνου την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1096, κατευθυνόμενοι, μέσω των Βαλκανίων, προς την Κωνσταντινούπολη.

Στο πέρασμά τους, σφαγίασαν τους Εβραίους στις πόλεις της Ρηνανίας ― παρά τις προσπάθειες των επισκόπων να προστατεύσουν τον Εβραϊκό πληθυσμό. Ο κόμης Εμίτσιο, ευγενής και ισχυρός άνδρας σ’ εκείνα τα μέρη, περίμενε, μαζί με μια μεγάλη ομάδα Τευτόνων, την άφιξη των προσκυνητών που θα έφταναν εκεί από διάφορες χώρες ακολουθώντας τις Βασιλικές οδούς... Ο Εμίτσιο και οι λοιποί άνδρες της πολεμικής ομάδας συγκάλεσαν συμβούλιο και, αφού έφεξε, επιτέθηκαν στη Συναγωγή των Εβραίων με τα τόξα και τις λόγχες τους.

Αφού έσπασαν τις αμπάρες και τις πόρτες του κτιρίου, σκότωσαν τους Εβραίους, που ήταν γύρω στους επτακόσιους και μάταια πάσχιζαν να αντισταθούν στην ορμητική επίθεση χιλιάδων στρατιωτών. Σκότωναν ακόμη και τις γυναίκες, και με τα ξίφη τους διαπερνούσαν τα τρυφερά κορμάκια των παιδιών, ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου.


Οι Εβραίοι, βλέποντας ότι οι χριστιανοί εχθροί τους είχαν χυμήξει πάνω στους ίδιους και στα παιδιά τους χωρίς να λογαριάζουν ηλικία, έπεφταν κι αυτοί ο ένας πάνω στον άλλο, σε αδελφούς, παιδιά, συζύγους και αδελφές αδιακρίτως, και έτσι έβρισκαν τον θάνατο ο ένας από το χέρι του άλλου. «Το λέω και ριγώ πως οι μανάδες έκοβαν το λαιμό των βυζανιάρικων μωρών τους με μαχαίρια και άλλα τα έσφαζαν, προτιμώντας να τα σκοτώσουν με τα ίδια τους τα χέρια παρά να πέσουν από τα όπλα των μη περιτετμημένων».

Οι Σιδερένιοι Στρατιώτες του Θεού

Ο Αλέξιος Κομνηνός απαγόρευσε την είσοδο των Προσκυνητών στην πόλη, αλλά τους επέτρεψε να διασχίσουν τον Βόσπορο και να περάσουν στην απέναντι ακτή όπου αποδεκατίστηκαν από τους Τούρκους. Ως τα μέσα του 1097, αρκετές στρατιές, που σήμερα τις αποκαλούμε στρατιά της Πρώτης Σταυροφορίας και που η καθεμιά είχε τον δικό της αρχηγό, είχαν συγκεντρωθεί στην Κωνσταντινούπολη.

Οι αρχηγοί ήταν εχθροί στην πατρίδα τους και εδώ ανταγωνίζονταν ανοιχτά για τη Μουσουλμανική λεία. Στους Αγίους Τόπους ιδρύθηκαν ανεξάρτητα πριγκιπάτα από αρχηγούς που διασπάστηκαν από τον κυρίως στρατό, κυρίως από τον Νορμανδό Βοημούνδο στην Αντιόχεια. Οι Βυζαντινοί ανάγκασαν τους απρόθυμους ξένους να ορκιστούν ότι θα τους απέδιδαν την κυριαρχία τους σε ολόκληρη την περιοχή που ήταν Βυζαντινή πριν από τις Τουρκικές κατακτήσεις ― και σύντομα όλοι, με εξαίρεση τον Ραϋμόνδο της Τουλούζης, παραβίασαν αυτό τον όρκο.

Οι Δυτικοί δεν είχαν άλλο στον νου τους, παρ’ εκτός την Παλαιστίνη. Και μόλις οι Σταυροφόροι βρέθηκαν στον δρόμο για την Ιερουσαλήμ, δέχτηκαν άλλη μια προσβολή από τους Βυζαντινούς, οι οποίοι τους εμπόδισαν να λεηλατήσουν τη Νίκαια, την πρώτη πόλη που κατέλαβαν. Οι διαμάχες γύρω από τη διαδοχή του σουλτάνου Μαλίκ Σαχ (1072-1092) διευκόλυναν τους Δυτικούς, καθώς τώρα στην Αυτοκρατορία των Σελτζούκων κυριαρχούσαν οι τοπικοί εμίρηδες και ορισμένοι από αυτούς βοήθησαν τους εισβολείς.

Επιπλέον, οι Μουσουλμάνοι δεν ήξεραν πώς να διαπεράσουν τον αλυσιδωτό θώρακα των Σταυροφόρων, των «σιδερένιων ανθρώπων», όπως τους αποκαλούσαν. Η επιτυχία της πολιορκίας δεν ήταν καθόλου σίγουρη, αλλά με τη βοήθεια ενός προδότη εντός των τειχών, οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ στις 15 Ιουλίου 1099 και επιδόθηκαν σε μια άνευ προηγουμένου σφαγή, την οποία περιγράφει με θριαμβευτικούς τόνους ο Φουλχέρος της Σαρτρ, Γάλλος λόγιος που ακολούθησε τη σταυροφορική στρατιά.

«Οι Φράγκοι μπήκαν πανηγυρικά στην πόλη το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής, την ημέρα που ο Χριστός, με τη σταυρική θυσία Του, λύτρωσε από την αμαρτία τον κόσμο όλο. Και υπό τον ήχο των σαλπίγγων και μες στη γενική αναταραχή, εφόρμησαν με τόλμη αλαλάζοντας “Ο Κύριος μεθ’ ημών!”. Κι ευθύς ύψωσαν ένα λάβαρο στην κορυφή του τείχους. Οι ειδωλολάτρες πανικοβλήθηκαν, και όλο το θάρρος που είχαν ως τότε επιδείξει μετατράπηκε σε άτακτη φυγή στα δρομάκια της πόλης...

Πολλοί Σαρακηνοί, που είχαν σκαρφαλώσει στη στέγη του Ναού του Σολομώντα, πληγώνονταν θανάσιμα από βέλη καθώς προσπαθούσαν να διαφύγουν, κι έπεφταν από τη στέγη με το κεφάλι. Γύρω στους δέκα χιλιάδες καρατομήθηκαν στον Ναό. Αν ήσασταν εκεί, το αίμα της σφαγής θα σας έφτανε μέχρι τον αστράγαλο. Τι να πω; Κανείς τους δεν απέμεινε ζωντανός. [Οι Φράγκοι] δεν χαρίστηκαν ούτε στις γυναίκες, ούτε στα παιδιά...


Οι ιπποκόμοι μας και οι πεζικάριοι, όταν ανακάλυψαν τα τεχνάσματα των Σαρακηνών, ξεκοίλιαζαν εκείνους που μόλις είχαν μακελέψει για να βγάλουν από τα έντερά τους τα Βυζαντινά [χρυσά νομίσματα] που είχαν καταπιεί οι σιχαμεροί λαιμοί τους ενόσω ήταν ζωντανοί! Για τον ίδιο λόγο, μερικές μέρες αργότερα οι άνδρες μας έστησαν έναν πελώριο σωρό από πτώματα και τα κατέκαψαν, ώστε να βρουν πιο εύκολα το προαναφερθέν χρυσάφι».

Το Λατινικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ

Οι Σταυροφόροι έπρεπε να δημιουργήσουν στην Παλαιστίνη αν όχι έναν διοικητικό μηχανισμό, τουλάχιστον κάποια υποτυπώδη δημόσια αρχή. Ο Ραϋμόνδος της Τουλούζης αρνήθηκε το στέμμα, και έτσι ο Γοδεφρείδος της Λοραίνης (του Μπουγιόν) έγινε «Υπερασπιστής του Πανάγιου Τάφου». Το 1100 ο Γοδεφρείδος πέθανε, και ο αδελφός του Βαλδουίνος αναγορεύτηκε Βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, με υποτελείς τους ηγέτες των άλλων Λατινικών πριγκιπάτων.

Το «Λατινικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ» ήταν κυριολεκτικά ζωσμένο από τη θάλασσα, τους Μουσουλμάνους και τους Βυζαντινούς. Η πρόσβαση για τα εμπορεύματα, τους προσκυνητές και τις στρατιωτικές ενισχύσεις είχε καθοριστική σημασία. Επομένως ήταν φυσικό το Βασίλειο να εξαρτηθεί από τους Ιταλούς εμπόρους, στους οποίους είχε παραχωρηθεί το δικαίωμα να ιδρύσουν μόνιμες αποικίες, όπου θα ίσχυε το δικό τους δίκαιο, στις μεγάλες πόλεις του Βασιλείου.

Τον 12ο αιώνα ξεχωριστή θέση κατείχε η Πίζα, αν και η Γένουα και, κάπως αργότερα η Βενετία, προώθησαν αρκετά τα συμφέροντά τους. Το 1123 ο Ενετικός στόλος συνέτριψε το Αιγυπτιακό ναυτικό, κι έτσι οι Ιταλοί έμποροι κυριάρχησαν πλήρως στη Δυτική Μεσόγειο. Καθώς οι περισσότεροι Σταυροφόροι επέστρεφαν μετά από λίγα χρόνια στην Ευρώπη, και οι πιο τυχεροί είχαν πλουτίσει, το Λατινικό βασίλειο έπρεπε να προσφέρει κίνητρα ώστε να δελεάσει εποίκους.

Οι σχετικά ολιγάριθμοι Δυτικοί που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Παλαιστίνη παρέμειναν στους δικούς τους θύλακες, κυρίως στις παράκτιες πόλεις, αποφεύγοντας κάθε συγχρωτισμό με τους Μουσουλμάνους. Η τιμωρία για τη σύναψη σεξουαλικών σχέσεων με Μουσουλμάνες ήταν ο ευνουχισμός, και επομένως οι γάμοι των Δυτικών με Παλαιστίνιες ήταν σπάνιοι, με εξαίρεση τις εκχριστιανισμένες Μουσουλμάνες και τις Σύρες Χριστιανές.

Οι Σταυροφόροι υιοθέτησαν επιφανειακά ορισμένες ανατολικές συνήθειες ― οι Δυτικοί ιεροκήρυκες καυτηρίαζαν τα έκφυλα ήθη που είχαν αντιγραφεί από τους Μουσουλμάνους, όπως το συχνό λουτρό. Οι χριστιανοί, που απέφευγαν πλήρως τη μάθηση μέσω της επαφής με τους Μουσουλμάνους, ίδρυσαν δικά τους σχολεία, καθώς πίστευαν ότι οι Χριστιανικοί λαοί δεν είχαν τίποτα να διδαχθούν από τους απίστους. Σημαντική δύναμη στο Λατινικό Βασίλειο απέκτησαν τελικά τα «στρατιωτικά τάγματα», ιδίως μέσω του ελέγχου των κάστρων.

Σκοπός των Ιπποτών του αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ, των λεγόμενων Ιωαννιτών (Οσπιταλίων– Hospitaliers), ήταν η περίθαλψη των ασθενών και των πενήτων προσκυνητών. Το 1113, ο Πάπας αναγνώρισε με βούλα τους Ιωαννίτες ως τάγμα, αρχικά κοσμικών και κληρικών, αλλά γρήγορα αυτοί μετατράπηκαν σε στρατιωτικό τάγμα. Το τάγμα των ιπποτών του Ναού της Ιερουσαλήμ, των λεγομένων Ναϊτών, ιδρύθηκε το 1119 από τον ιππότη Ούγο του Παγιέν με σκοπό την προστασία των προσκυνητών.


Οι Ναΐτες έδιναν μοναστικούς όρκους, και το 1128 ο άγιος Βερνάρδος του Κλαιρβώ συνέταξε γι’ αυτούς έναν κανόνα, βασισμένο στον κανόνα των Κιστερκιανών. Σύντομα το τάγμα αυξήθηκε αριθμητικά, και το 1139 τέθηκε υπό την άμεση εποπτεία του Πάπα. Οι Ναΐτες ήταν οργανωμένοι σε τρεις τάξεις ιπποτών, αξιωματικών και στρατιωτικών ιερέων, με επικεφαλής έναν «Μέγα Μάγιστρο» (διδάσκαλο).

Στάθηκαν το πρότυπο για τα τάγματα της Καλατράβας και της Αλκαντάρας που ιδρύθηκαν στην Ισπανία. Οι πρώτοι Βασιλιάδες της Ιερουσαλήμ είχαν εξαιρετικές ικανότητες, αλλά ήδη στη δεκαετία του 1130 ζούσε στην Παλαιστίνη μια νέα γενιά Σταυροφόρων που δεν είχε γνωρίσει την Ευρώπη και ταυτιζόταν περισσότερο με το Λατινικό Βασίλειο παρά με τη γη των προγόνων της.

Εμφανίζονταν φατρίες ευγενών και αναδύονταν οικογένειες που οι ανταγωνισμοί τους θα προκαλούσαν αργότερα προβλήματα στο Βασίλειο: οι Κουρτεναί της Εδέσσης και οι Ιμπελέν. Από την εποχή του Ιωάννη Β’ Κομνηνού (1118-1143), οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες παρενέβαιναν συχνά στις εσωτερικές υποθέσεις του Λατινικού Βασιλείου.

Μετά το 1131 στην Ιερουσαλήμ Βασίλεψε ο Φούλκων Ε’ της Ανδεγαυίας (Ανζού) για λογαριασμό της συζύγου του Μελισσάνθης, κόρης του Βασιλιά Βαλδουίνου Β’ (1118-1131). (Ο Φούλκων ήταν πατέρας του Γοδεφρείδου Πλανταγενέτη από προηγούμενο γάμο). Πέθανε σε ατύχημα το 1143 και τον διαδέχθηκαν η χήρα του και ο δεκατριάχρονος γιος του Βαλδουίνος Γ’ (1143-1163). Τον επόμενο χρόνο, το κράτος των Σταυροφόρων υπέστη την πρώτη σημαντική εδαφική του απώλεια με την κατάληψη της Εδέσσης από τον Ζάνγκι, πρίγκιπα της Μοσούλης και του Χαλεπίου.

Η δολοφονία του Ζάνγκι το 1146 εμπόδισε τους Μουσουλμάνους να σταθεροποιήσουν τα κεκτημένα τους, αλλά ο δεύτερος γιος τους, ο Νουρεντίν, (1146-1174), αποδείχθηκε τρομερός αντίπαλος.

Άφιξη των Υπόλοιπων Σταυροφόρων - Νίκαια

Μέχρι να τελειώσει έτσι άδοξα η Σταυροφορία του Λαού, νέες ομάδες σταυροφόρων έφταναν σταδιακά στην Κωνσταντινούπολη, προξενώντας και αυτοί προβλήματα από όπου περνούσαν.

Οι νέοι σταυροφόροι είχαν εμπειροπόλεμους αρχηγούς και όλοι ήταν καλά εξοπλισμένοι. Αρχηγοί τους ήταν, ο αντιπρόσωπος του πάπα, Αντεμάρ του Πουί, ο Ροβέρτος της Νορμανδίας, ο Ούγος των Βερμαντουά, ο Ραϊμόνδος Δ΄ της Τουλούζης, ο Ροβέρτος της Φλάνδρας, ο Γοδεφρείδος του Μπουιγιόν και ο Βοημούνδος του Τάραντα. Ο τελευταίος είχε εισβάλει μαζί με τον πατέρα του, Ροβέρτο Γυϊσκάρδο, στην αυτοκρατορία πριν από 15 χρόνια, χωρίς επιτυχία.


Αυτόν, ειδικά, οι Βυζαντινοί τον έβλεπαν με καχυποψία, αν όχι με μίσος. Ο Αλέξιος, με συνετή πολιτική και συνεχείς διαπραγματεύσεις με όλους τους αρχηγούς των Σταυροφόρων, κατάφερε να τους υποχρεώσει να υποσχεθούν να επιστρέψουν όλα τα εδάφη που θα καταλάμβαναν μέχρι την Αντιόχεια στην αυτοκρατορία, και σε αντάλλαγμα τους μετέφερε με καράβια στη Μικρά Ασία και τους έδωσε οδηγούς και ένα μικρό εκστρατευτικό σώμα μέχρι την Αντιόχεια.

Η πρώτη πόλη που χτύπησαν οι σταυροφόροι για να εκδικηθούν τη σφαγή των ομοεθνών τους ήταν η Νίκαια της Βιθυνίας στις αρχές του 1097. Ο Κιλίτζ Αρσλάν, που πίστευε ότι οι καινούριοι πολεμιστές που έρχονταν δε θα ήταν κάτι διαφορετικό από αυτούς που είχε νικήσει μερικούς μήνες πριν, βρέθηκε να πολεμά με οργανωμένους και εμπειροπόλεμους πολεμιστές με πανοπλίες. Ηττήθηκε και αποσύρθηκε στα βουνά εγκαταλείποντας την πρωτεύουσά του στην τύχη της.

Οι σταυροφόροι πολιόρκησαν τη Νίκαια, η οποία μετά από λίγο καιρό ήταν έτοιμη να πέσει στα χέρια τους. Η φρουρά της Νίκαιας, όμως, προχώρησε σε ξεχωριστές διαπραγματεύσεις με τους Βυζαντινούς και συμφώνησε να παραδώσει την πόλη μόνο σε αυτούς. Οι Βυζαντινοί μπήκαν μέσα στην πόλη νύχτα από τη μεριά της λίμνης και κρυφά από τους σταυροφόρους. Αυτό το γεγονός, καθώς και η απώλεια των λαφύρων εξόργισε τους σταυροφόρους αλλά συνέχισαν χωρίς φασαρίες την πορεία τους προς την Αντιόχεια.

Στο δρόμο για την Αντιόχεια ο Κιλίτζ Αρσλάν τους επιτέθηκε στο Δορύλαιο αλλά κατάφεραν να τον νικήσουν. Ο Κιλίτζ Αρσλάν δεν τους ενόχλησε ξανά και ο δρόμος μέχρι την Αντιόχεια ήταν ανοικτός,όμως η πορεία τους ήταν μαρτυρική και πολλοί πέθαναν από τις κακουχίες.

Οι Πρώτες Επιτυχίες των Σταυροφόρων

Η παραμονή των Λατίνων στην Κωνσταντινούπολη ήταν επεισοδιακή, αλλά η πορεία τους προς την Ανατολή ήταν ακόμη πιο προβληματική, καθώς φαίνεται ότι μια πλήρης συνεννόηση Βυζαντινών και Λατίνων ήταν ανέφικτη. Αφού οι Αυτοκρατορικοί στόλοι μετέφεραν τους σταυροφόρους στην αντίπερα όχθη του Βοσπόρου, μια Βυζαντινή στρατιά υπό τον Τατίκιο (που οι Φραγκικές πηγές αναφέρον ως Τάτιο ή Τάτιους) ανέλαβε να συνοδεύσει τους Δυτικούς μέσα από τη Μικρά Ασία.

Με την βοήθεια των Βυζαντινών, η πορεία προς τη Νίκαια, που ήταν ο πρώτος στόχος της εκστρατείας, ήταν εύκολη. Η Νίκαια ήταν η πρωτεύουσα του Σουλτανάτου του Ρουμ αν και ο Κιλίτζ Αρσλάν, ο Σουλτάνος, δεν βρισκόταν σε αυτή. Η πόλη ήταν καλά οχυρωμένη και δεν ήταν εύκολο να πέσει, ωστόσο οι διπλωμάτες του Αλέξιου δουλεύοντας στο παρασκήνιο κατάφεραν να πείσουν τη φρουρά της πόλης να τους την παραδώσει, μυστικά από τους σταυροφόρους.


Οι Αυτοκρατορικοί στρατιώτες εισήλθαν κρυφά στην πόλη τα ξημερώματα της 19ης Ιουνίου και όταν ο ήλιος ανέτειλε, οι σταυροφόροι είχαν κάθε λόγο να είναι ακόμη πιο δύσπιστοι απέναντι στους Βυζαντινούς: Τα λάβαρα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είχαν υψωθεί στην πόλη και οι Σελτζούκοι φρουροί είχαν αντικατασταθεί με Έλληνες, που απαγόρευσαν στους Λατίνους την είσοδο και φυσικά ούτε λόγος για λεηλασία της πόλης, την οποία οι Φράγκοι περίμεναν με αδημονία.

Η δυσαρέσκεια και έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών, κορυφώθηκαν μετά από αυτό το συμβάν. Αφού η Νίκαια έπεσε ξανά στα χέρια των Βυζαντινών, η σταυροφορία κατευθύνθηκε προς τους κύριους στόχους της, τους Άγιους Τόπους. Στα εδάφη της Μικράς Ασίας δόθηκαν δύο μάχες μεταξύ των Λατίνων – τους οποίους συνεπικουρούσε και ο Βυζαντινός στρατός – και των Σελτζούκων. Και στις δύο οι Χριστιανοί επικράτησαν κατά κράτος.

Η πορεία πάντως μέσα από τη Μικρά Ασία ήταν μακρά και αργή, αφού η ζέστη του καλοκαιριού και οι ανάγκες του τεράστιου εκστρατευτικού σώματος, που σε τακτά χρονικά διαστήματα λεηλατούσε άγρια την ύπαιθρο, ακόμη και τα Χριστιανικά χωριά, ήταν μεγάλες. Πριν φθάσουν στην Ιερουσαλήμ, οι Λατίνοι έπρεπε να περάσουν από την Αντιόχεια, την πόλη που είχε βάλει στο μάτι ο Βοημούνδος για να δημιουργήσει τη δική του ηγεμονία στη Μ. Ανατολή και να τη χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο για παραπέρα επέκταση.

Αλλά δεν επρόκειτο να είναι ο πρώτος από τους σταυροφόρους που θα αναζητούσε την τύχη του ξεχωριστά από τους υπόλοιπους. Ο ένας από τους τρεις εκπροσώπους του οίκου της Βουλόνης στην εκστρατεία, ο Βαλδουίνος, άφησε τους υπόλοιπους σταυροφόρους μόλις πέρασαν στην Κιλικία και συνέχισε ανατολικά, φτάνοντας στην Έδεσσα. Λίγο αργότερα θα διαδεχθεί τον ντόπιο Ηγεμόνα Θόρο – μετά από μία σειρά… μάλλον ύποπτων συμβάντων – και θα γίνει ηγεμόνας της Έδεσσας, δημιουργώντας το πρώτο από τα σταυροφορικά κράτη, την Κομητεία της Έδεσσας.

Οι υπόλοιποι συνέχισαν προς την Αντιόχεια, που την εποχή εκείνη ήταν μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Μ. Ανατολής και αποτελούσε μέχρι το 1080, όταν καταλήφθηκε από τους Σελτζούκους, τη σημαντικότερη κτήση των Βυζαντινών στην περιοχή. Ο πληθυσμός της συνέχιζε να είναι σε ένα σημαντικό ποσοστό ελληνικός (ακόμη κατοικούσαν στην πόλη πολλοί Σύριοι, Τούρκοι, Άραβες, Αρμένιοι και άλλοι) και η πόλη ήταν πλούσια, μεγάλη και ισχυρή.

Η φρουρά ήταν επίσης ισχυρή και οι σταυροφόροι δεν διέθεταν αρκετές πολιορκητικές μηχανές για να επιχειρήσουν κατάληψη της Αντιόχειας με έφοδο και απλώς περιορίστηκαν να την πολιορκήσουν. Όμως το μέγεθος της πόλης και των τειχών της, τα οποία είχαν ανεγερθεί επί Ιουστινιανού και βελτιωθεί μέσα στους επομένους αιώνες, δεν επέτρεπαν τον πλήρη αποκλεισμό και η Αντιόχεια, έστω και με δυσκολία, ανεφοδιαζόταν. Τα δύο ανίψια του Μαλίκ Σαχ, ο Ντουκάκ και ο Ριντβάν, προσπάθησαν με δυνάμεις τους από τη Δαμασκό και το Χαλέπι αντίστοιχα, να άρουν την πολιορκία.


Ήταν Δεκέμβριος και οι δυνάμεις του Βοημούνδου και του Ροβέρτου της Φλάνδρας είχαν αναχωρήσει από την πολιορκία, σε αναζήτηση εφοδίων για τους σταυροφόρους που είχαν φθάσει στα πρόθυρα της λιμοκτονίας. Ο κυβερνήτης της πόλης, Γιαγκί Σιγιάν, βρήκε την ευκαιρία να κάνει μια σφοδρή έξοδο με μέρος της φρουράς, επιχειρώντας να προκαλέσει καίριο πλήγμα και να αναγκάσει τους Φράγκους σε αποχώρηση.

Αν και κατάφερε να αιφνιδιάσει αρχικά τις δυνάμεις των οποίων ηγούνταν οι Ρεημόνδος, στη συνέχεια αποκρούστηκε με την ορμητική έφοδο των σιδηρόφρακτων ιπποτών από την Προβηγκία και υποχώρησε στα τείχη. Την ίδια ώρα ένα μικρό στράτευμα υπό τις διαταγές του Ντουκάκ, του ενός από τους δύο διαδόχους του Μαλίκ Σαχ στη Μ. Ανατολή και κυβερνήτη της Δαμασκού, κινείτο προς την Αντιόχεια, ωστόσο καθοδόν συνάντησαν τις δυνάμεις του Ροβέρτου και του Βοημούνδου που προσπαθούσαν να συγκεντρώσουν εφόδια.

Ακολούθησε μία σφοδρή μάχη, που βρήκε τους Λατίνους νικητές, αφού ο Βοημούνδος που έφθασε με τις δυνάμεις του καθυστερημένα και αφού ο Ροβέρτος είχε εμπλακεί, περίμενε ώστε όλο το Μουσουλμανικό στράτευμα να μπει στη μάχη. Όταν έγινε αυτό, ο Βοημούνδος οδήγησε τους περίφημους Νορμανδούς ιππότες του στα νώτα των Μουσουλμάνων, που σύντομα υποχώρησαν. Ο στρατός του Ντουκάκ, έχοντας χάσει αυτή τη μάχη και αντιμέτωπος με σφοδρή κακοκαιρία, επέστρεψε στη Δαμασκό.

Όμως η πολιορκία έβαινε σε μάκρος και οι σταυροφόροι έδειχνα περισσότερο καταπονημένοι απ’ ότι οι υπερασπιστές της Αντιόχειας. Καθημερινά σταυροφόροι λιποψυχούσαν και εγκατέλειπαν το στρατόπεδο έξω από τα τείχη, κάτι που ωστόσο προσπαθούσαν να αποτρέψουν οι ηγέτες της σταυροφορίας. Ακόμη και ο Πέτρος ο Ερημίτης, ο χαρισματικός μοναχός που ηγήθηκε της «σταυροφορίας του λαού», έφυγε μαζί με τον Γουλιέλμο τον «Ξυλουργό» (Carpenter), αλλά τους έφερε πίσω με τη βία ο ανεψιός του Βοημούνδου, ο Τανκρέδος.

Η επόμενη προσπάθεια για άρση της πολιορκίας προήλθε από τον Ριντβάν, τον κυβερνήτη του Χαλεπίου, ο οποίος μάλιστα τις παραμονές της πολιορκίας βρισκόταν σε πόλεμο με τον Σιγιάν και υπέγραψαν ειρήνη ενώ η πολιορκία βρισκόταν σε εξέλιξη! Το στράτευμα του Ριντβάν δεν ήταν αρκετά ισχυρό για να κατανικήσει τους σταυροφόρους και στη μάχη που ακολούθησε ηττήθηκε, για να επιστρέψει στο Χαλέπι.

Η Κατάκτηση της Αντιόχειας

Πριν φτάσουν στην Αντιόχεια οι σταυροφόροι, ο Βαλδουίνος της Βουλλώνης, αδερφός του Γοδεφρείδου του Μπουγιόν, και ο Ταγκρέδος, ανηψιός του Βοημούνδου του Τάραντα, αποσπάσθηκαν από το κύριο σώμα των σταυροφόρων και εισέβαλαν στην Κιλικία. Ο Ταγκρέδος συνάντησε τους σταυροφόρους μπροστά στην Αντιόχεια.Ο Βαλδουίνος, όμως, δεν ενώθηκε ποτέ ξανά με το κύριο σώμα του στρατού των σταυροφόρων.


Προσκαλεσμένος από τον Τορός, τον Ηγεμόνα της Έδεσσας της Συρίας, εγκαταστάθηκε εκεί για να προστατεύει την περιοχή, που κατοικούνταν κυρίως από Αρμενίους, από τους Τούρκους. Λίγους μήνες αργότερα ο Τορός δολοφονήθηκε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, και ο Βαλδουίνος ανακηρύχθηκε Ηγεμόνας της Έδεσσας(1098). Ήταν ο πρώτος από τους σταυροφόρους που ίδρυσε κράτος στην περιοχή.

Την Αντιόχεια κυβερνούσε ένας Τούρκος, ο Γιαγκί Σιγιάν, πρώην σκλάβος του Σουλτάνου Μαλίκ Σαχ, που τον είχε διορίσει κυβερνήτη της πόλης περίπου το 1090. Αυτός ζήτησε βοήθεια από όλους τους γειτονικούς ηγεμόνες για να αντιμετωπίσει τους σταυροφόρους. Μπροστά στην Αντιόχεια οι σταυροφόροι λιμοκτονούσαν αλλά ξεκίνησαν και συνέχισαν την πολιορκία.Νίκησαν στρατούς που στάλθηκαν από το Χαλέπι και τη Δαμασκό για να βοηθήσουν την Αντιόχεια.

Τελικά τον Ιούνιο του 1098 η πόλη έπεσε στα χέρια τους μετά από προδοσία ενός Αρμένιου φρουρού, του Φιρούζ, που σε συνεννόηση με τον Βοημούνδο επέτρεψε σε ένα σώμα σταυροφόρων να μπουν νύχτα στην πόλη. Σχεδόν αμέσως, οι σταυροφόροι χρειάστηκε να την υπερασπιστούν από την επίθεση του αταμπέγ των Σελτζούκων της Μοσούλης, του Κερβογά, και των συμμάχων του. Τις κρίσιμες ημέρες της πολιορκίας από τον Κερβογά, ένας άσημος προκυνητής, ο Πιέρ Μπαρτολομύ, άρχισε να μιλά για οράματα που είχε για την Αγία Λόγχη (τη λόγχη με την οποία τρύπησαν τον Χριστό στο σταυρό), ότι δηλαδή βρισκόταν στην Αντιόχεια.

Πολλοί τον πίστεψαν, και όταν πράγματι βρήκε μία λόγχη σκάβοντας σε μία εκκλησία, οι σταυροφόροι πήραν θάρρος, πιστεύοντας ότι αυτό ήταν σημάδι ότι ο Θεός ήταν μαζί τους. Υπήρχαν και πολλοί που δεν τον πίστεψαν, αλλά το αποτέλεσμα ήταν τελικά οι σταυροφόροι να βρουν το θάρρος να αντιμετωπίσουν τον Κερβογά σε μάχη έξω από τα τείχη, στην οποία και νίκησαν. Η νίκη τους, όμως, οφειλόταν εν μέρει στις φιλονικίες που είχαν ξεσπάσει στο στρατόπεδο των αντιπάλων τους.

Σύντομα ο Ραϋμόνδος της Τουλούζης και ο Βοημούνδος του Τάραντα (ο οποίος πριν ακόμη πέσει η Αντιόχεια είχε καταφέρει με δόλο να απομακρύνει τους βυζαντινούς αντιπροσώπους από το στρατόπεδο, και στη συνέχεια είχε αποκηρύξει τη συμφωνία με τον Αλέξιο) φιλονίκησαν για την κυριαρχία της πόλης. Οι σταυροφόροι έμειναν για αρκετούς μήνες άπρακτοι στην Αντιόχεια και το γεγονός αυτό έκανε τους στρατιώτες και τους απλούς προσκυνητές να απειλήσουν να προχωρήσουν χωρίς τους αρχηγούς τους στην Ιερουσαλήμ. Μετά από αυτό ο Ραϋμόνδος υποχώρησε, και ο Βοημούνδος έμεινε στην Αντιόχεια ως Ηγεμόνας.

Αναλυτικά

Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν προς το καλύτερο για τους σταυροφόρους από το Μάρτιο. Οι Ιταλικές πόλεις, μετά από έντονες προσπάθειες του Πάπα, έστειλαν βοήθεια. Τόσο ενισχύσεις σε νέους πάνοπλους «προσκυνητές» όσο και τρόφιμα. Οι ενισχύσεις βοήθησαν τους σταυροφόρους να περισφίξουν τον κλοιό γύρω από την πόλη, ενώ τα εφόδια επέτρεψαν στους λιμοκτονούντες Λατίνους να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους στην πολιορκία, αντί να στέλνουν συνεχώς αποσπάσματα για να λεηλατούν την ύπαιθρο.

Όμως η πόλη δεν έπεφτε. Μια γενική έφοδος μεγάλης κλίμακας έμοιαζε με αυτοκτονία, παρότι αρκετές πολιορκητικές μηχανές είχαν στηθεί επιτόπου από τους μηχανικούς και τους ξυλουργούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Λατίνοι άρχοντες είχαν ορκιστεί ότι θα μείνουν έως και επτά χρόνια για να πάρουν την πόλη! Η Αντιόχεια δεν θα έπεφτε με τη δύναμη, όμως. Ο πανούργος Βοημούνδος φρόντισε για αυτό.


Εξαρχής σκοπός του ήταν – όπως υπογραμμίζουν τα Λατινικά χρονικά – η κατάκτηση της Αντιόχειας για λογαριασμό του. Τώρα έβαλε μπροστά το σχέδιό του. Μέσω κατασκόπων που είχε εξαγοράσει στην πόλη, πλησίασε έναν από τους αξιωματικούς των Σελτζούκων που δεν ήταν Τούρκος, αλλά Αρμένιος, με το όνομα Φιρούζ. Τον δωροδόκησε με μεγάλα χρηματικά ποσά και υποσχέσεις για ακόμη περισσότερα όταν η Αντιόχεια θα γινόταν δική του και τον άφησε να περιμένει για το σήμα του.

Τώρα ο Βοημούνδος θα έβαζε μπροστά το δεύτερο μέρος του σχεδίου του. Τον βοήθησε το γεγονός ότι οι Χριστιανοί είχαν ήδη ενημερωθεί ότι ένα μεγάλο Τουρκικό στράτευμα, αυτή τη φορά υπό την ηγεσία του δυναμικού Αταμπάκου της Μοσούλης Κερμπόγκα, είχε μαζευτεί και ξεκινήσει πορεία για την πόλη. Οι Λατίνοι άρχισαν να σκέφτονται ότι πρέπει να λύσουν την πολιορκία. Μόλις μία μέρα πριν την πτώση της πόλης, ένας από τους εξέχοντες άρχοντες, ο Στέφανος του Μπλουά, είχε πάρει μαζί του μια μεγάλη ομάδα ιπποτών και είχε αναχωρήσει από την πολιορκία.

Επίσης, ο Ούγος, ο αδελφός του Γάλλου Βασιλιά και η πολυπληθής ακολουθία του είχαν ήδη εγκαταλείψει τους συντρόφους τους, όπως και πολλοί ακόμη. Αρκετοί άλλοι σκέφτονταν να κάνουν το ίδιο. Ο Βοημούνδος ανακοίνωσε και με το κύρος της θέσης του ως ουσιαστικού αρχηγού της εκστρατείας, ότι έχει τον τρόπο να δώσει την Αντιόχεια στους Φράγκους, αλλά θα πρέπει να ορκιστούν ότι θα μείνει εκείνος αδιαμφισβήτητος άρχοντας της πόλης μετά την πτώση και τη λεηλασία της.

Αρχικά όλοι αρνήθηκαν, ωστόσο στη συνέχεια – μαθαίνοντας το μέγεθος του στρατού που πλησίαζε – και παρά τις αντιρρήσεις που εξέφρασε ο Ρεημόνδος, η πρόταση του Βοημούνδου υπερψηφίστηκε από όλους τους άρχοντες πλην βεβαίως του κόμη της Τουλούζης και το σχέδιο του πανούργου πρίγκιπα του Τάραντα μπήκε σε εφαρμογή. Ο Φιρούζ ήταν επικεφαλής της φρουράς σε ένα τμήμα του τείχους στο οποίο υπήρχαν έξι πύργοι.

Αυτό ακριβώς το τμήμα του τείχους, όπως είχε συνεννοηθεί με τον Βοημούνδο, θα έμενε αφύλακτο κατά τη διάρκεια της νύχτας, αφού ο Αρμένιος θα απέσυρε όλους τους έμπιστους του φρουρούς. Ο στρατός του Κερμπόγκα πλησίαζε στην πόλη και οι Λατίνοι – όπως είχε σχεδιαστεί – προσποιήθηκαν ότι θα πάνε να τον συναντήσουν στο πεδίο της μάχης. Όμως μόλις έπεσε το σκοτάδι, επέστρεψαν και άρχισαν να συγκεντρώνονται στο προκαθορισμένο τμήμα του τείχους.

Όπως είχε υποσχεθεί ο Φιρούζ, το τμήμα ήταν αφύλακτο και σε άκρα σιωπή εξήντα Λατίνοι ιππότες μπήκαν κρυφά στην πόλη. Κινούμενοι στο σκοτάδι, οι Φράγκοι πλησίασαν την κοντινότερη πύλη, την λεγόμενη Πύλη του Αγίου Γεωργίου και την άνοιξαν από μέσα. Οι σταυροφόροι ξεχύθηκαν από την ανοιχτή πύλη και ξεκίνησαν το μακελειό. Από τους Μουσουλμάνους κατοίκους της πόλης ελάχιστοι επιβίωσαν αυτής της νύχτας – όσους δεν έσφαξαν οι εξαγριωμένοι σταυροφόροι, τους «περιποιήθηκαν» οι Χριστιανοί κάτοικοι της πόλης.

Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι, ουδείς γλίτωνε από την «ιερή» μανία των «προσκυνητών». Αλλά ούτε και μερικοί Χριστιανοί, ιδιαίτερα αν έμοιαζαν ότι είχαν αρκετή λεία για τους πεινασμένους για πλούτη σταυροφόρους, γλίτωσαν από τη μανία των πολιορκητών. Ακόμη και το επίσημο χρονικό της σταυροφορίας, το Res Gestae, δείχνει ότι ο συγγραφέας του ήταν σοκαρισμένος από την τρομερή σφαγή:

«Όλες οι πλατείες της πόλης ήταν παντού γεμάτες από τα σώματα των νεκρών και δεν μπορούσε κανείς να αντέξει λόγω της βαριάς μυρωδιάς. Δεν ήταν δυνατό να διαβεί κάποιος ένα δρόμο, δίχως να πατά πάνω στα πτώματα».


Σε λίγες ώρες το μακελειό είχε τελειώσει. Οι Χριστιανοί είχαν καταλάβει την πόλη, τα πτώματα είχαν γεμίσει τους δρόμους, το πλιάτσικο βρισκόταν στην κορύφωσή του και η Αντιόχεια ανήκε στο Βοημούνδο. Οι μόνοι Μουσουλμάνοι που είχαν γλιτώσει ήταν ο Γιαγκί Σιγιάν και ορισμένα μέλη της ακολουθίας του, που το έσκασαν στην σύγχυση της μάχης, καθώς και ο γιος του που με τα υπολείμματα της φρουράς κατέφυγαν στην ακρόπολη της Αντιόχειας, την οποία οι σταυροφόροι δεν μπόρεσαν να εκπορθήσουν.

Ο Σιγιάν, σύμφωνα με το ResGestae, συνελήφθη από κάποιους Χριστιανούς σε ένα γειτονικό οικισμό, οι οποίοι τον σκότωσαν μαζί με τους λίγους ακόλουθούς του και παρουσίασαν το κεφάλι του στο νέο άρχοντα της πόλης, το Βοημούνδο. Όλη η επόμενη μέρα ξοδεύτηκε στον καθαρισμό της πόλης από τα χιλιάδες πτώματα και τη μοιρασιά της λείας, ενώ φυσικά οι Λατίνοι δεν παρέλειψαν να τακτοποιήσουν τη φρουρά στα τείχη, καθώς όπως φάνηκε ήδη από την 5η Ιουνίου, όταν έκαναν την εμφάνισή τους μπροστά στα τείχη οι πρώτοι στρατιώτες του Κερμπόγκα, από πολιορκητές είχαν μεταβληθεί πλέον σε …πολιορκημένους!

Ο στρατός το Κερμπόγκα χρειάστηκε δύο μέρες για να φθάσει ολόκληρος και να στρατοπεδεύσει. Επρόκειτο για μια μεγάλη δύναμη, αλλά μάλλον ετερόκλητη. Ο Κερμπόγκα είχε ζητήσει βοήθεια από άλλους Μουσουλμάνους ηγέτες και είχε κλείσει συμφωνίες με κάποιους Ηγεμόνες γειτονικών λαών για να τον βοηθήσουν. Ακόμη και οι Φατιμίδες της Αιγύπτου είχαν στείλει σημαντικές ενισχύσεις, φοβούμενοι ότι οι Χριστιανοί αποτελούσαν μια πιο άμεση απειλή από τους Τούρκους. Πολύ σύντομα, όμως θα άλλαζαν γνώμη.

Η θέση των Χριστιανών ήταν δύσκολη, καθώς δεν είχαν τρόπο να εφοδιάζονται στην πολιορκημένη πόλη, ωστόσο υπήρχε ένας παράγοντας που συνέχιζε να λειτουργεί υπέρ αυτών: η διχόνοια μεταξύ των Μουσουλμάνων. Το πολυσυλλεκτικό στράτευμα του Κερμπόγκα μαστιζόταν από έλλειψη συνοχής και η μία φατρία υπέβλεπε την άλλη. Με αυτά τα δεδομένα, το μόνο που χρειάζονταν οι Χριστιανοί ήταν ένα… μικρό θαύμα, για να αποκτήσουν επαρκή κίνητρα για να διαλύσουν τους Μουσουλμάνους. Το «θαύμα» δεν άργησε να έλθει.

Ένας από τους Προβήγκιους χωρικούς που είχαν ακολουθήσει τις δυνάμεις του Κόμη της Τουλούζης στην εκστρατεία, «ανακάλυψε» – μετά από όραμα στο οποίο του παρουσιάστηκε ο Άγιος Ανδρέας – την «Ιερή Λόγχη», τη λόγχη με την οποία οι Ρωμαίοι τρύπησαν το σώμα του Χριστού στο Σταυρό.

Φυσικά το εύρημα δόθηκε στα χέρια του Κόμη της Τουλούζης και ο Ρεημόνδος το χρησιμοποίησε τόσο για να εξυψώσει το ηθικό των Χριστιανών, όσο και για να κερδίσει κύρος σε βάρος του Βοημούνδου – η διαμάχη μεταξύ των δύο συνεχιζόταν αμείωτη και μάλιστα ο Ρεημόνδος δεν παρέλειπε και εμπράκτως να αμφισβητεί το δικαίωμα του Βοημούνδου στην Αντιόχεια.

Αν και ξέσπασαν προστριβές μεταξύ των «οπαδών» της λόγχης (δηλαδή του Ρεημόνδου) και των σκεπτικιστών (δηλαδή αυτών του Βοημούνδου, ο οποίος κορόιδευε ανοιχτά τον Κόμη της Τουλούζης και «τη Λόγχη του») η «ανακάλυψη» του ιερού κειμηλίου φαίνεται ότι είχε θαυματουργές συνέπειες όσον αφορά στο ηθικό των Χριστιανών. Μετά από τρεις βδομάδες πολιορκίας, στις 28 Ιουνίου, οι Χριστιανοί βγήκαν από την πόλη και έδωσαν μάχη με το στρατό του Κερμπόγκα.


Ο τελευταίος φάνηκε ότι υπερείχε και θα νικούσε στην επερχόμενη αναμέτρηση, ωστόσο λίγο πριν οι δύο αντίπαλοι συγκρουστούν, το τμήμα που είχε σταλεί από τους Φατιμίδες, εγκατέλειψε ξαφνικά το πεδίο της μάχης, αφήνοντας εκτεθειμένο το στρατό του Τούρκου πολέμαρχου. Εικάζεται ότι οι Φατιμίδες ανησύχησαν διαπιστώνοντας από κοντά την αυξανόμενη δύναμη του Κερμπόγκα και φοβούνταν τα σχέδιά του για την Παλαιστίνη, όπου διέθεταν ακόμη αρκετές κτήσεις, θεωρούσαν δε προφανώς τους Χριστιανούς ως μία ήσσονος σημασίας απειλή.

Πιθανότατα, οι Φατιμίδες θεώρησαν ότι αφήνοντας τον Κερμπόγκα να καταστραφεί από τους Λατίνους, οι ίδιοι θα εξασφάλιζαν περισσότερα οφέλη, πιστεύοντας ίσως ότι οι Χριστιανοί θα σταματούσαν στην Αντιόχεια. Η αποχώρησε των Φατιμιδών επέτρεψε στους Χριστιανούς να επιπέσουν σε ένα αποδιοργανωμένο μουσουλμανικό στράτευμα και να το τρέψουν σε φυγή πολύ σύντομα.

Σύμφωνα με έναν θρύλο, που αναπαράγεται σε κάποιες από τις πηγές για τη σταυροφορία, η κυριότερη εκ των οποίων είναι ο Ρεημόντ ντε Αγκιλιέρ (που διηγείται τα της σταυροφορίας από την πλευρά του Ρεημόνδου, όπως το ResGestae από την πλευρά του Βοημούνδου), ο στρατός των Χριστιανών συμπληρώθηκε και βοηθήθηκε από έναν «στρατό Αγίων». Όπως γράφει ο χρονικογράφος του Μεσαίωνα «όταν όλοι οι άνδρες άφησαν την πόλη, πέντε ακόμη γραμμές εμφανίστηκαν ανάμεσά μας.

Οι πρίγκιπες μας είχαν σχηματίσει μόνο οκτώ γραμμές και τώρα δεκατρείς γραμμές είχαν σχηματιστεί έξω από την πόλη». Το ίδιο «περιστατικό» περιγράφεται κάπως διαφορετικά από το ResGestae: «αμέτρητοι στρατοί με λευκά άλογα, με λάβαρα κι αυτά λευκά, ήλθαν από τα βουνά. Και όταν οι ηγέτες μας είδαν το στρατό αυτό δε γνώριζαν τι είναι και ποιοι ήταν. Μέχρι που αναγνώρισαν την βοήθεια του Χριστού, αφού οι ηγέτες του στρατού ήταν ο Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος Μερκούριος και ο Άγιος Δημήτριος».

Με τη βοήθεια των Αγίων, ή των Φαμιτιδών, οι Χριστιανοί όχι μόνο είχαν κατακτήσει την Αντιόχεια, αλλά ήταν και αδιαμφισβήτητοι κύριοι της, αφού είχαν νικήσει τις δυνάμεις όλων των γειτονικών Εμιράτων. Είχε έλθει η ώρα για να προχωρήσουν στους επόμενους στόχους τους.

Προς την Ιερουσαλήμ

Οι σταυροφόροι συνέχισαν προς το νότο για την Ιερουσαλήμ στις αρχές του 1099, την οποία είχαν ανακαταλάβει οι Άραβες Φατιμίδες της Αιγύπτου το 1098 από τους Τούρκους. Οι Φατιμίδες είχαν παρεξηγήσει τους σκοπούς των σταυροφόρων, νόμιζαν ότι ήταν στην υπηρεσία των Βυζαντινών και ότι δε θα τους επετείθεντο, καθώς είχαν κοινούς εχθρούς τους Σουνίτες Σελτζούκους Τούρκους της Συρίας.


Οι σταυροφόροι ξεκίνησαν την πολιορκία της πόλης στις 7 Ιουνίου, αλλά η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη. Η ζέστη ήταν αφόρητη, το νερό ελάχιστο και ένα άλλο πρόβλημα ήταν η έλλειψη πολιορκητικών μηχανών. Για άλλη μία φορά ένας από τους σταυροφόρους, ο Πέτρος Ντεζιντέριους, είδε ένα όραμα που θα επηρέαζε τη σταυροφορία. Είδε σε όραμα τον Αντεμάρ του Πουί, που είχε πεθάνει πριν λίγους μήνες, να του υπόσχεται την πτώση της πόλης μετά από εννέα ημέρες αν οι σταυροφόροι έκαναν μία λιτανεία με γυμνά πόδια γύρω από αυτήν.

Η λιτανεία πραγματοποιήθηκε. Στο πλήθος μίλησε και ο Πέτρος ο Ερημίτης και τους εμψύχωσε. Τη νύχτα της 13ης προς τη 14η Ιουλίου οι σταυροφόροι άρχισαν την επίθεση και γρήγορα βρέθηκαν μέσα στην πόλη. Ο Ραϋμόνδος συμφώνησε με τον Άραβα επικεφαλής της φρουράς να τον αφήσει να φύγει με τους σωματοφύλακές του. Όμως η πτώση της Ιερουσαλήμ στα χέρια των σταυροφόρων συνοδεύθηκε από ένα λουτρό αίματος, καθώς οι σταυροφόροι σκότωσαν σχεδόν όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, χωρίς να κάνουν διάκριση ανάμεσα σε μουσουλμάνους, εβραίους ή χριστιανούς.

Ηγεμόνας της περιοχής αναγνωρίστηκε ο Γοδεφρείδος του Μπουγιόν, ο οποίος αρνήθηκε να στεφθεί Βασιλιάς στα μέρη που έζησε ο Χριστός, αλλά πήρε τον τίτλο του προστάτη του Παναγίου Τάφου. Ακόμη εκλέχτηκε και ένας Λατίνος Πατριάρχης. Οι σταυροφόροι κατάφεραν να νικήσουν και τον αιγυπτιακό στρατό, που κατευθυνόταν προς την Ιερουσαλήμ, στην Ασκαλώνα. Αρκετοί σταυροφόροι μετά από αυτήν την επιτυχία γύρισαν πίσω.

Η θέση όμως των σταυροφόρων στην Ανατολή ήταν επισφαλής. Πολλά Τουρκικά φρούρια και μεγάλα κέντρα έλεγχαν μεγάλο κομμάτι των περιοχών κοντά στις πόλεις των Σταυροφόρων κάνοντας ακόμη χειρότερα τα πράγματα. Το Δεκέμβρη του 1099 έφτασε στην Ιερουσαλήμ ο επίσκοπος Δαϊμβέρτος, που κατάφερε να γίνει πατριάρχης της Ιερουσαλήμ. Τον Ιούλιο του 1100 ο Γοδεφρείδος πέθανε, και ο Δαϊμβέρτος προσπάθησε να πάρει ο ίδιος την εξουσία.

Όμως, ο Βαλδουίνος της Βουλλώνης έφτασε από την Έδεσσα και εμπόδισε τα σχέδια του Δαϊμβέρτου. Τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς ο Δαϊμβέρτος τον έστεψε Βασιλιά της Ιερουσαλήμ στη Βηθλεέμ.

Αναλυτικά

Ο μεγάλος στόχος των σταυροφόρων, η Ιερουσαλήμ, ήταν ακόμη στα χέρια των «Απίστων». Για την ακρίβεια, οι Φατιμίδες είχαν βρει την ευκαιρία λίγες βδομάδες πριν να ανακαταλάβουν την πόλη, που έλεγχαν οι Σελτζούκοι από το 1071. Ωστόσο πριν βαδίσουν προς την Ιερουσαλήμ, οι Χριστιανοί έπρεπε να ξεπεράσουν τα εσωτερικά τους προβλήματα. Το μεγαλύτερο από αυτά ήταν η κυριαρχία στην Αντιόχεια.


Για τον Βοημούνδο, η πόλη που ίδρυσαν οι Σελευκίδες μονάρχες και έκτοτε αποτέλεσε το κέντρο του Ελληνισμού στη Μ. Ανατολή, ήταν το ουσιαστικό τέρμα του ταξιδιού του. Ο Ρεημόνδος αντέδρασε σθεναρά, πιέζοντας το Νορμανδό να φανεί πιστός στον όρκο του προς τον Αλέξιο και να επιστρέψει την πόλη στο Βυζάντιο. Οι Βοημούνδος φυσικά αρνήθηκε εξίσου σθεναρά, υποστηρίζοντας ότι ο Αλέξιος «τους είχε προδώσει» και λέγοντας ότι θεωρεί πλέον εαυτόν απαλλαγμένο από οποιοδήποτε σχετικό όρκο είχε δώσει.

Η διαμάχη βεβαίως δεν είχε ξεκινήσει στην Αντιόχεια. Ο Βοημούνδος και ο Ρεημόνδος είχαν παλιά έχθρα, ενώ υπήρχαν και οι φυλετικές διαφορές (Νορμανδοί κατά Προβηγκιών). Ο Ρεημόνδος είχε καταλάβει κάποια στρατηγικά κτίρια στην πόλη και δεν σκόπευε να τα αφήσει, ενώ ο πρίγκιπας του Τάραντα δεν συζητούσε καν το θέμα – θεωρούσε ότι ήταν ο νόμιμος κύριος της Αντιόχειας.

Ο Ρεημόνδος δεν ήθελε να αφήσει την Αντιόχεια στον Βοημούνδο, αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί να συνεχίσει την πορεία προς τον κύριο στόχο της σταυροφορίας, την Ιερουσαλήμ. Στις αρχές του 1099, ο στρατός των Λατίνων ξεκίνησε ξανά, αυτή τη φορά υπό την ηγεσία του Ρεημόνδου, τόσο τυπικά όσο και ουσιαστικά, αφού ο «Πνευματικός» ηγέτης των Φράγκων, ο Παπικός λεγάτος Αντεμάρ, είχε υποκύψει σε μία από τις συχνές επιδημίες.

Οι Λατίνοι συνέχισαν να καταστρέφουν τους Μουσουλμανικούς οικισμούς που τους αντιστέκονταν και να σφάζουν τους μη Χριστιανούς κατοίκους τους (χαρακτηριστική η τύχη του Μααράτ αλ Νουμάν, μια σφαγή που προκάλεσε τρομερή αίσθηση μεταξύ των Μουσουλμάνων) αν και η προσπάθειά τους ήταν κυρίως να επιβιώσουν.

Οι κακουχίες και τα προβλήματα που ανέκυπταν συνεχώς κατά τη διάρκεια της πορείας προς το Λεβάντε ήταν τόσα πολλά, που η μεγάλη πλειοψηφία των ιπποτών που ξεκίνησαν αυτήν την περιπέτεια είχαν είτε χαθεί, είτε αποχώρησαν αναζητώντας τρόπο επιστροφής στις χώρες τους.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης σταυροφορίας, το πρόβλημα που ανέκυπτε συνεχώς ήταν αυτό των εφοδίων, τόσο για τους άνδρες όσο και για τα άλογα. Το φαγητό ήταν λίγο, δυσεύρετο και – όταν υπήρχε προς πώληση – ακριβό. Δεν θα πρέπει να δημιουργεί έκπληξη ότι σε κάποιες περιπτώσεις οι σταυροφόροι κατέφυγαν ακόμη και στον κανιβαλισμό για να επιβιώσουν. Οι επιδημίες επίσης δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο και οι σταυροφόροι υπέστησαν πολύ περισσότερες απώλειες από την πείνα και τις ασθένειες, απ’ ότι από τις πολεμικές συγκρούσεις.

Αυτή η πραγματικότητα θα γινόταν εμφανής και στην πολιορκία της Ιερουσαλήμ, στην οποία οι σταυροφόροι έφθασαν στις 7 Ιουνίου του 1099. Τα τείχη της Ιερής Πόλης δεν ήταν τόσο ισχυρά όσο αυτά της Αντιόχειας και η φρουρά της ούτε το 1/10 της πόλης του Σιγιάν. Παρόλα αυτά, η έλλειψη επαρκών πολιορκητικών μέσων απέτρεψε τους σταυροφόρους από την άμεση κατάληψή της. Οι σταυροφόροι, αποδεκατισμένοι από τις κακουχίες και τα προβλήματα και με ελάχιστα μέσα, δεν ήταν δυνατόν να επιτεθούν άμεσα στην πόλη.


Επίσης, δεν ήταν δυνατόν να αντέξουν σε μία παρατεταμένη πολιορκία, αφού ο ανεφοδιασμός τους – που στην Αντιόχεια ήταν απλά δύσκολος – εδώ ήταν αδύνατος. Η πτώση της πόλης απαιτούσε πολιορκητικά μέσα, πύργους και καταπέλτες, ωστόσο έλειπε η ξυλεία καθώς η Ιερουσαλήμ βρίσκεται σε μία χέρσα περιοχή, καταμεσής της ερήμου και μακριά από τα κοντινότερα δάση.

Οι τρομερές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν καθημερινά τα αποσπάσματα των σταυροφόρων που προσπαθούσαν να φέρουν κορμούς δένδρων για την κατασκευή των πολιορκητικών μηχανών, παρενοχλούμενοι από ομάδες ένοπλων Μουσουλμάνων και κάτω από τον ανελέητο ήλιο του μεσοκαλόκαιρου, αποτελούν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της πολιορκίας της Ιερουσαλήμ. Όπως και οι προσπάθειες ανεύρεσης τροφίμων και πόσιμου νερού.

Για μία ακόμη φορά, το ηθικό των Χριστιανών έφθασε στο ναδίρ. Οι ηγέτες της σταυροφορίας είχαν αρχίσει να αποθαρρύνονται, καθώς κατανοούσαν ότι δεν υπήρχε δυνατότητα μακράς πολιορκίας, ενώ μια έφοδος κατά των τειχών θα χρειαζόταν ένα σπάνιο συνδυασμό θάρρους και ορμής για να πετύχει.

Η Σταυροφορία Πετυχαίνει το Στόχο της

Για μία ακόμη φορά, όπως και στην Αντιόχεια, η Πίστη ήλθε προς βοήθεια των δοκιμαζόμενων σταυροφόρων. Μια επιχείρηση ανύψωσης του ηθικού – ενόψει της εφόδου κατά των τειχών, που είχε αρχίσει να σχεδιάζεται ένα μήνα μετά την έναρξη της πολιορκίας – ξεκίνησε και κορυφώθηκε στην παρουσίαση ενός ιερέα ο οποίος ανακοίνωσε ότι του εμφανίστηκε σε ένα όραμα ο Αντεμάρ, ο μακαρίτης λεγάτος του Πάπα και του δήλωσε ότι ο Θεός δεν θα επέτρεπε στους σταυροφόρους να ελευθερώσουν την Ιερή πόλη αν δεν αποκαθάρονταν από τις αμαρτίες τους.

Μια τριήμερη νηστεία ολοκληρώθηκε την 8η Ιουλίου, όταν όλοι οι σταυροφόροι, ξυπόλητοι, ξεκίνησαν μια λιτανεία κατά μήκος των τειχών της πόλης, που κατέληξε στο Όρος των Ελαιών, όπου και λειτουργήθηκαν. Η θρησκευτική κάθαρση λειτούργησε με τον τρόπο που περίμεναν οι ηγέτες της σταυροφορίας και το πλήθος των «προσκυνητών» ήταν πλέον έτοιμοι για την έφοδο. Όπως ήταν και οι πολιορκητικοί πύργοι που κατασκεύαζαν οι μηχανικοί του στρατεύματος.

Προγραμματίστηκε ότι η επίθεση θα ξεκινούσε τη νύχτα της 13ης προς 14ης Ιουλίου και θα πραγματοποιούνταν από δύο διαφορετικά σημεία του τείχους, ώστε να μην επιτραπεί στους Άραβες να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους σε έναν τομέα άμυνας. Ο ένας τομέας είχε αναληφθεί από τον Γοδεφρείδο της Βουλόνης και ο άλλος από το Ρεημόνδο της Τουλούζης. Στις δυνάμεις του Γοδεφρείδου περιλαμβάνονταν και μερικοί από τους περίφημους Νορμανδούς ιππότες που είχαν ακολουθήσει την εκστρατεία με τον Τανκρέδο.


Η έφοδος ήταν συγκλονιστική. Αναπτερωμένοι από τις θρησκευτικές τελετές, με την υπόσχεση της εκπλήρωσης τους σκοπού τους, που τους είχε φέρει από τα χωράφια της Δ. Ευρώπης στις ερήμους της Ανατολής, οι σταυροφόροι συγκέντρωσαν όλη την πίκρα από τις κακουχίες και τις στερήσεις που υπέφεραν για τόσον καιρό και την μετέτρεψαν σε οργή κατά των απίστων. Οι σιδερόφρακτοι ιππότες πήδηξαν από τους πύργους τους στα τείχη, ενώ εκατοντάδες πεζοί τοποθετούσαν τις σκάλες τους στο τείχος και επιχείρησαν να ανεβούν.

Οι Άραβες προσπάθησαν να αντισταθούν, αλλά η ορμή των Λατίνων ήταν τρομακτική. Μέσα σε λίγη ώρα, πρώτα οι άνδρες του Γοδεφρείδου και στη συνέχεια αυτοί του Ρεημόνδου, διέσπασαν την άμυνα των Φατιμιδών. Οι πύλες άνοιξαν και τα πλήθη των σταυροφόρων ξεχύθηκαν στην πόλη. Η σφαγή που επακολούθησε θύμισε στους κατοίκους της Μ. Ανατολής τι είχε συμβεί όταν μια άλλη Ευρωπαϊκή δύναμη, οι Ρωμαίοι, είχαν πολιορκήσει και κατακτήσει την Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ.

Τότε η Ιερουσαλήμ ήταν μία από τι σημαντικές μεγαλουπόλεις της περιοχής και οι Ρωμαίοι προχώρησαν στη σφαγή ή τον εξανδραποδισμό του συνόλου των κατοίκων της – ίσως και πάνω από 200.000 άνθρωποι. Μπορεί τώρα ο πληθυσμός να ήταν λιγότερος από το 1/8 αυτού του αριθμού, αλλά η αγριότητα των Φράγκων ήταν ακόμη μεγαλύτερη αυτής των Ρωμαίων. Ούτε ένας άνδρας, γυναίκα ή παιδί γλίτωσε από τη σφαγή. Πάνω από 20.000 άνθρωποι σφαγιάσθηκαν με αγριότητα μέσα σε λίγες ώρες.

Οι Μουσουλμάνοι και Εβραίοι ήταν οι κύριοι στόχοι, αλλά και οι λίγοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί που είχαν παραμείνει μέσα στην πόλη βρήκαν επίσης το θάνατο από τα ξίφη και τις λόγχες των «Προσκυνητών». Όλες οι πληγές από την πείνα, τις κακουχίες, τις στερήσεις και τις μακρές πορείες που είχαν υποφέρει τα τελευταία δύο χρόνια οι Φράγκοι, εξωτερικεύθηκαν σε αυτές τις λίγες ώρες που ακολούθησαν την πτώση της άμυνας της Ιερουσαλήμ.

Τα Μεσαιωνικά χρονικά περιγράφουν την τρομακτική σφαγή με όρους που σήμερα μοιάζουν απίστευτα βαρβαρικοί. Αντιγράφουμε από τον Ρεημόντ ντε Αγκουλιέρ: «Κάποιοι από τους άνδρες μας (οι πιο ευσπλαχνικοί) έκοβαν τα κεφάλια των εχθρών τους. Άλλοι τους χτυπούσαν με βέλη και τους έριχναν από τα τείχη. Άλλοι τους βασάνιζαν περισσότερο, ρίχνοντας τους μέσα στις φλόγες. Στους δρόμους της πόλης βλέπαμε σωρούς από κεφάλια, χέρια και πόδια. Ήταν αδύνατο να περπατήσεις παρά μόνο πάνω στα πτώματα ανθρώπων και αλόγων.

Αλλά αυτά ήταν ήσσονος σημασίας ζητήματα, σε σύγκριση με αυτά που συνέβησαν στο Ναό του Σολομώντα, ένα μέρος που συνήθως είναι αφιερωμένο σε θρησκευτικές τελετές. Τι συνέβη εκεί; Αν σας πω την αλήθεια, αυτή θα ξεπεράσει τις δυνατότητες της πίστης σας. Οπότε ας αρκεστούμε σε αυτά τουλάχιστον, ότι στο ναό και τον προθάλαμο του Σολομώντα οι άνθρωποι περπατούσαν στο αίμα μέχρι τα γόνατά τους και μέχρι τα χαλινάρια των αλόγων τους.


Και ήταν μια λαμπρή και δίκαιη κρίση του Θεού, ότι αυτό το μέρος έπρεπε να γεμίσει με το αίμα των απίστων, αφού υπέφερε επί μακρόν από τις βλασφημίες τους». Οι προσπάθειες του Τανκρέδου, που είχε αναλάβει επικεφαλής των δυνάμεων των Νορμανδών της Ιταλίας στη θέση του θείου του που είχε παραμείνει στην Αντιόχεια, να διασώσει για τους δικούς του λόγους όσους είχαν καταφύγει στο Ναό, στέφθηκαν από παταγώδη αποτυχία.

Παρότι τους έδωσε τα λάβαρά του και διεμήνυσε στους υπόλοιπους Χριστιανούς να μην τους πειράξουν, σφαγιάσθηκαν μέχρι τον τελευταίο. Επί δύο 24ωρα οι εξαγριωμένοι Λατίνοι σκότωναν και πλιατσικολογούσαν. Αυτή η τρομακτική σφαγή, περισσότερο από αυτές που προηγήθηκαν και όσες ακολούθησαν, θα έμενε χαραγμένη στο συλλογικό ασυνείδητο των Μουσουλμάνων, που πλέον είχαν κατανοήσει ότι οι Φράγκοι ήταν ένας τρομερός και ανελέητος αντίπαλος.

Αφού η άμυνα στα τείχη διασπάστηκε, οι πλέον οξυδερκείς και φιλόδοξοι μεταξύ των σταυροφόρων, όπως ο Γοδεφρείδος της Βουλόνης και ο Ρεημόνδος της Τουλούζης, έσπευσαν να καταλάβουν στρατηγικά σημεία και οχυρές θέσεις εντός της πόλης, ώστε να παγιώσουν μία βάση ισχύος από την οποία θα μπορούν στη συνέχεια να ελέγξουν την Ιερουσαλήμ.

Ουσιαστικά, από τους ηγέτες της σταυροφορίας που ξεκίνησαν δυόμισι χρόνια πριν από την Κωνσταντινούπολη, μόνο αυτοί οι δύο έφθασαν στην Ιερουσαλήμ. Ο Ρεημόνδος απολάμβανε μεγαλύτερου κύρους και σε αυτόν προσέφεραν οι ιππότες το στέμμα της Ιερουσαλήμ. Ο Ρεημόνδος, ανήσυχη φύση και ευσεβής (με τα μέτρα της εποχής, φυσικά) πολεμιστής της πίστης, αρνήθηκε, λέγοντας ότι δεν είναι δυνατό να στεφθεί βασιλιάς στον τόπο όπου μαρτύρησε ο Ιησούς.

Με τον τρόπο αυτό στέρησε από τον Οίκο της Τουλούζης το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ, το οποίο επρόκειτο να περάσει στον οίκο της Βουλόνης, τους εκπρόσωπους της Λοραίνης στη σταυροφορία. Ο Γοδεφρείδος επίσης αρνήθηκε το στέμμα της Ιερουσαλήμ, με το ίδιο σκεπτικό με αυτό του Ρεημόνδου, αλλά προσέφερε μία εναλλακτική δυνατότητα, την ανάδειξη του σε «Προστάτη του Πανάγιου Τάφου» (Advocatus Sancti Sepulchri).

Ο πρώτος Βουλόνος που θα γινόταν Βασιλιάς της Ιερουσαλήμ θα ήταν ένα χρόνο αργότερα ο αδελφός του, Βαλδουίνος (πλέον κυρίαρχος της Έδεσσας), ο οποίος θα λάβει το στέμμα με το θάνατο του Γοδεφρείδου τον επόμενο Ιούλιο. Ο τελευταίος είχε προλάβει στο μεταξύ να ηγηθεί του στρατεύματος των Χριστιανών που απέκρουσε ένα μήνα μετά, στη μάχη της Ασκαλόν, τις δυνάμεις που έστειλαν οι Φατιμίδες ενάντια στους κατακτητές της Ιερουσαλήμ.


Οι σταυροφόροι πλέον είχαν δημιουργήσει ένα ισχυρό προγεφύρωμα στις χώρες της Μ. Ανατολής, με τρία κρατίδια τα οποία έμελλε να παίξουν έναν καθοριστικό ρόλο στους επόμενους δύο αιώνες, τα κρατίδια του Outremer όπως το ονόμασαν οι Γάλλοι. Ένα τέταρτο, αυτό της Τρίπολης, θα προστεθεί λίγα χρόνια μετά.

Οι Λατίνοι στους Άγιους Τόπους

Η «Προσκύνηση» είχε πετύχει τον στόχο της και είχε «απελευθερώσει» τους Άγιους Τόπους από τους Μουσουλμάνους, αλλά η επόμενη μέρα ήταν δύσκολη. Αφού απέκρουσαν τους Φατιμίδες, οι Χριστιανοί ασχολήθηκαν με την οργάνωση των νεόκοπων κρατικών μορφωμάτων που δημιούργησαν, καθώς και με την ενίσχυσή τους σε ανθρώπινο δυναμικό.

Οι Χριστιανικοί πληθυσμού της Μ. Ανατολής δεν ήταν ιδιαίτερα φίλα διακείμενοι προς τους Λατίνους και το ότι συχνά έπεσαν θύματα της μανίας των τελευταίων για φόνο και πλιάτσικο, σίγουρα δε βοήθησε στη βελτίωση των σχέσεών τους. Ούτε και το ότι η νεόκοπη «αριστοκρατία» των Φράγκων τους έβλεπε ως δυνάμει δουλοπάροικους.

Οπότε αυτό που χρειαζόταν οι Λατίνοι ήταν μια σταθερή εισροή αποίκων, που θα ήταν διατεθειμένοι να αφήσουν τα σπίτια τους στη Δυτική Ευρώπη και να έλθουν να κατοικήσουν στη Μ. Ανατολή, δημιουργώντας μια βάση στρατολόγησης αλλά και φορολόγησης, καθώς και μια δεξαμενή άντλησης στελεχών για τη διοικητική δομή του κράτους τους.

Για να υπάρξει αυτή η σταθερή εισροή νέων αποίκων, ήταν απαραίτητη η εξασφάλιση των παραλιακών οικισμών και των λιμανιών, τα οποία άλλωστε ήταν ζωτικής σημασίας για έναν ακόμη λόγο. Θα επέτρεπαν στους Φράγκους το εμπόριο με τους Ιταλούς – κυρίως τους Βενετούς – έμπορους, δημιουργώντας σημαντικά οικονομικά οφέλη για τις νεόκοπες Ηγεμονίες και ως εκ τούτου προοπτικές επιβίωσής τους σε ένα βάθος χρόνου.

Η επιτυχία της σταυροφορίας δημιούργησε ένα κλίμα ευφορίας στην Λατινική Δύση και πολλοί από εκείνους που είχαν εγκαταλείψει τους σταυροφόρους ή δεν είχαν καν ξεκινήσει για τους Άγιους Τόπους, έσπευσαν τώρα να «πάρουν το σταυρό» και να κατευθυνθούν προς το Λεβάντε. Γέννημα αυτής της τάσης ήταν η «σταυροφορία» του 1101, που ουσιαστικά ήταν μια συνέχεια της Α΄ Σταυροφορίας.


Οι δυνάμεις των Λατίνων που μετείχαν σε αυτήν, υπέστησαν πανωλεθρία από τους Σελτζούκους ενώ διέσχιζαν τη Μ. Ασία, οπότε και έπαψαν να αποτελούν υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη. Ωστόσο τα υπολείμματα τους έφθασαν στην Ιερουσαλήμ και βοήθησαν στο «χτίσιμο» των κρατιδίων, καθώς και στις επόμενες κατακτήσεις των Χριστιανών στην περιοχή. Οι κατακτήσεις αυτές ήταν επικεντρωμένες στην παράλια ζώνη για τους λόγους που αναφέραμε προηγουμένως και κατά σειρά έπεσαν το Αρσούφ και η Καισάρεια, η Χάιφα και η Άκρα, η Βηρυτός, η Σιδώνα και η Τύρος.

Μέχρι το 1124, το μόνο σημαντικό λιμάνι που έμενε στα χέρια των Μουσουλμάνων ήταν η Ασκαλόν. Οι τρεις Ηγεμονίες που είχαν δημιουργηθεί από τους «προσκυνητές», το πριγκιπάτο της Αντιόχειας, η Κομητεία της Έδεσσας και το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Σύντομα θα προστίθετο και η Κομητεία της Τρίπολης, που θα δημιουργούσε ο οίκος του Κόμη της Τουλούζης, αφού ο ίδιος ο Ρεημόνδος άφησε την τελευταία του πνοή λίγο πριν.

Τα Βασίλεια που δημιουργήθηκαν εξασφάλισαν στους Λατίνους μια μακρά παρουσία στους Άγιους Τόπους, ωστόσο διάφορα προβλήματα που είχαν να κάνουν τόσο με την ίδια τη φύση των κρατιδίων όσο και με την ανικανότητα των νεοφερμένων – που αποτελούσαν την κύρια πηγή υπηκόων για τα Φραγκικά κράτη αφού με τους ντόπιους ουδέποτε θέλησαν να συνεννοηθούν – να προσαρμοστούν στις ανάγκες του Λεβάντε, οδήγησαν στην παρακμή τους.

Όταν πλέον ο μουσουλμανικός κόσμος ενώθηκε υπό την ηγεσία του Κούρδου πολέμαρχου Σαλαδίνου, ιδρυτή της δυναστείας των Αγιουβιδών, μετά από έναν αιώνα ασταμάτητης ενδομουσουλμανικής αντιπαράθεσης, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για τους Χριστιανούς. Το 1291, οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου – η δυναστεία των σκλάβων-πολεμιστών που διαδέχτηκε τους Αγιουβίδες – κατέκτησαν το τελευταίο οχυρό των σταυροφόρων, την Άκρα. Η πτώση της πόλης σηματοδότησε το τέλος των σταυροφορικών Βασιλείων της Μ. Ανατολής.

Άλλες Προσπάθειες από τη Δύση

Ο νέος Πάπας, Πασχάλης Β΄, ζήτησε από τους ηγεμόνες της Δύσης να εκστρατεύσουν στην Ανατολή, αυτή τη φορά για να ενισχύσουν το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Πολλοί ξεκίνησαν, αλλά προξένησαν πάλι προβλήματα στο Βυζάντιο, ενώ οι περισσότεροι σφαγιάστηκαν στη Μικρά Ασία από τους Τούρκους στο δρόμο προς την Αντιόχεια.

Ένας στρατός σταυροφόρων, στον οποίο συμμετείχε και ο Ραϋμόνδος της Τουλούζης, επιτέθηκε στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας για να ελευθερώσει το Βοημούνδο, που εν τω μεταξύ τον είχε πιάσει αιμάλωτο ο εμίρης της Σεβάστειας, αλλά ηττήθηκαν κοντά στην Αμάσεια και διαλύθηκαν. Ο Ραϋμόνδος τελικά πέθανε το 1105, προσπαθώντας να καταλάβει την Τρίπολη του Λιβάνου. Η πόλη συνέχισε να βρίσκεται σε πολιορκία από τον ανηψιό του Ραϋμόνδου, τον Γουλιέλμο-Ιορδάνη.

Το 1109 παραγκωνίστηκε από το γιο του Ραϋμόνδου, Βερτράνδο, που με τη βοήθεια του Βασιλιά της Ιερουσαλήμ, Βαλδουίνου Α΄, κατάφερε να καταλάβει την πόλη τον ίδιο χρόνο. Ο Βοημούνδος απελευθερώθηκε με λύτρα που πληρώθηκαν το 1103 και συνέχισε να πολεμά τους Σελτζούκους στη Συρία προσπαθώντας να αυξήσει τη δύναμη και τα εδάφη του πριγκηπάτου του. Ηττήθηκε, όμως, στην μάχη της Χαρράν το 1104 από τους Σελτζούκους.


Παράλληλα, αρνιόταν να παραδώσει την Αντιόχεια στους Βυζαντινούς. Αυτή του η άρνηση προκάλεσε την επίθεση των Βυζαντινών στην Κιλικίακαι στη Συρία. Ο Βοημούνδος βρέθηκε γρήγορα σε δύσκολη θέση και αναγκάστηκε να διαφύγει στην Ιταλία. Εκεί, μαζί με άλλους σταυροφόρους που είχαν παράπονα από τους Βυζαντινούς και που πίστευαν πως τους είχαν προδώσει στους Τούρκους πήραν την άδεια του Πάπα Πασχάλη Β΄ για σταυροφορία κατά των Βυζαντινών.

Ακόμη, πέτυχε το 1106 να παντρευτεί την Κωνσταντία, κόρη του Βασιλιά της Γαλλίας, Φιλίππου Α΄, και να εξασφαλίσει και τη δική του βοήθεια. Το 1107 ο Βοημούνδος με 34.000 άνδρες αποβιβάστηκε στην Αυλώνα, και λίγο αργότερα άρχισε να πολιορκεί το Δυρράχιο. Ο Αλέξιος τον απέκλεισε γρήγορα και μετά από κάποιους μήνες άκαρπων προσπαθειών από τον Βοημούνδο για την κατάληψη του Δυρραχίου, ο Βοημούνδος αναγνώρισε την εξουσία του αυτοκράτορα στην Αντιόχεια και έγινε υποτελής του με τη συνθήκη της Δεαβόλεως.

Η Α΄ Σταυροφορία είχε πετύχει το σκοπό της, την κατάληψη της Ιερουσαλήμ, και όχι μόνο: εξ αιτίας της ιδρύθηκαν Λατινικές ηγεμονίες στην περιοχή, το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ, η Κομητεία της Έδεσσας, η Κομητεία της Τριπόλεως, το Πριγκηπάτο της Αντιοχείας και το Αρμενικό Βασίλειο της Μικρής Αρμενίας της Κιλικίας. Είχε καταφέρει ακόμη να χαλαρώσει την πίεση των Τούρκων στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Όμως μεταξύ των σταυροφόρων και των Βυζαντινών υπήρχε ψυχρότητα και αμοιβαία καχυποψία.

Τέλος, με την ίδρυση των σταυροφορικών κρατών η Α΄ Σταυροφορία είχε και άλλες συνέπειες. Η παρουσία των σταυροφόρων στην Παλαιστίνη ήταν προκλητική για τους Μουσουλμάνους. Η οργή για τις σφαγές που είχαν κάνει και για την απώλεια της Ιερουσαλήμ ήταν τεράστια. Στα χρόνια που έρχονταν οι φωνές για ενότητα στον Μουσουλμανικό κόσμο θα πολλαπλασιάζονταν και οι σταυροφόροι θα έπρεπε να κάνουν μεγάλο αγώνα για να διατηρήσουν τα εδάφη τους.

Η Κληρονομιά της Σταυροφορίας

Η κληρονομιά που άφησε πίσω της η πρώτη σταυροφορία είναι δύσκολο να εκτιμηθεί σε λίγες γραμμές κειμένου. Η σημασία της κίνησης αυτής για το μέλλον της ανθρωπότητας και ειδικότερα της Δυτικής Ευρώπης, ήταν καθοριστική. Είναι σημαντικό ότι στην πραγματικότητα η πρώτη σταυροφορία αποτελεί το σημείο καμπής στον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ «Ανατολής» και «Δύσης». Μέχρι εκείνου του σημείου, τα πλούτη, η δύναμη (πολιτική και στρατιωτική) και η πρόοδος, εκπροσωπούντο από το Βυζάντιο και την (μουσουλμανική) Ανατολή, ενώ αντίθετα, η Δυτική Ευρώπη βρισκόταν σε μια περίοδο βαρβαρότητας.

Ωστόσο η στρατιωτική ισχύς της φεουδαρχικής Ευρώπης την έφερε στο σημείο να επικρατήσει στην πρώτη της κίνηση προς Ανατολάς και αυτό σε συνδυασμό με την παρακμή του Βυζαντίου και την διάσπαση (και στη συνέχεια εσωστρέφεια) του μουσουλμανικού κόσμου, επέτρεψε στη Δύση να ξεκινήσει τη μακρά πορεία που θα την έφερνε κυρίαρχη στο παγκόσμιο σκηνικό μέσα στους επόμενους αιώνες. Οι σταυροφόροι αποκόμισαν πολλαπλά οφέλη από την εκστρατεία τους στην Ανατολή.


Νέα προϊόντα και νέες ιδέες έφθασαν στις αυλές των μοναρχών της Δύσης, νέοι άνθρωποι σφυρηλατήθηκαν με την επαφή με την πιο πολιτισμένη Ανατολή και το Βυζάντιο. Δυτικοί λόγιοι απέκτησαν πρόσβαση στην πλούσια Μουσουλμανική λογοτεχνία και έρευνα και στα έργα των Αρχαίων Ελλήνων που είχαν διατηρήσει Μουσουλμάνοι και Βυζαντινοί.

Απότοκος του σταυροφορικού κινήματος ήταν και η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1204, που «εμπλούτισε» ακόμη περισσότερο τη Δύση με τα δώρα της Αρχαίας Ελλάδας και του Βυζαντινού πνεύματος. Μια εξαιρετικά σημαντική παράμετρος ήταν η συνειδητοποίηση από μέρους των Δυτικών ότι, όπως έκαναν οι Ρωμαίοι πολλούς αιώνες πριν, ο καλύτερος τρόπος για την δημιουργία πλούτου ήταν η εκμετάλλευση άλλων χωρών και λαών.

Αυτό θα οδηγούσε, μέσα από πολλές ζυμώσεις, στην δημιουργία της αποικιοκρατίας, που έμελλε να ξεκινήσει «επίσημα» τον 15ο αιώνα και να φθάσει στο απόγειό της τον 18ο και 19ο και ήταν η καθοριστική παράμετρος της αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος της Ευρώπης. Ωστόσο, όλα αυτά βρισκόταν στο μέλλον και η Ευρώπη είχε πολύ δρόμο να διανύσει.

Οι σχέσεις «Ανατολής» και «Εσπερίας» επίσης υπέφεραν εξαιτίας των σταυροφοριών, καθώς δημιουργήθηκαν πληγές που ακόμη και σήμερα δεν έχουν επουλωθεί πλήρως. Ο μέγιστος ιστορικός Στήβεν Ράνσιμαν, ολοκλήρωνε τη μνημειώδη ιστορία των Σταυροφοριών που συνέγραψε, με την παρακάτω διαπίστωση, συγκλονιστική μέσα στην ειλικρινή της τραγικότητα:

«στη μακρά σειρά των αλληλεπιδράσεων και συνδυασμών μεταξύ Ανατολής και Εσπερίας, μέσα από τις οποίες αναπτύχθηκε ο πολιτισμός μας, οι Σταυροφορίες ήταν ένα τραγικό και καταστροφικό επεισόδιο (…) Ήταν γεμάτες από κουράγιο, μα άδειες από τιμή. Γεμάτες από πίστη και άδειες από κατανόηση. Υψηλά ιδανικά βεβηλώθηκαν από την σκληρότητα και την απληστία, τολμηρότητα και καρτερία βεβηλώθηκαν από έναν τυφλό και κοντόθωρο φαρισαϊσμό και ο ίδιος ο Ιερός Πόλεμος δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μία μακρά πράξη μισαλλοδοξίας στο όνομα του Θεού …»

Αν και η θεώρηση αυτή είναι κάπως μονόπλευρη, αφού στέκεται μόνο στην ηθική άποψη του ζητήματος των σταυροφοριών (και μάλιστα μέσα από την οπτική του ηθικά ανώτερου 20ου αιώνα) δεν παύει να περιγράφει με ακρίβεια μία σημαντική πλευρά των σταυροφοριών. Η άλλη πλευρά, ήταν η πραγμάτωση μιας μεγάλης περιπέτειας, που προώθησε την αλληλεπίδραση – έστω, με αυτόν τον τρόπο – μεταξύ Ανατολής και Δύσης περισσότερο από οποιαδήποτε περίοδος ειρηνικής συνύπαρξης.

Παρήγαγε σχεδόν παραμυθένιες ιστορίες πάθους, εκδίκησης, ανόδου και πτώσης, ακμής και παρακμής, που συναρπάζουν ακόμη και σήμερα εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο και άλλαξε δραματικά και αποφασιστικά την ιστορία του κόσμου, συντελώντας τα μέγιστα στην ανάπτυξη αυτού που λέμε σήμερα Δυτικό Πολιτισμό.


Η Πρώτη Σταυροφορία, η «μόνη πραγματική σταυροφορία» σύμφωνα με κάποιους, ήταν εκείνη που άνοιξε το δρόμο για ότι ακολούθησε, οριοθέτησε το πεδίο αντιπαράθεσης, δημιούργησε τις βάσεις για τις μελλοντικές εξελίξεις. Υπό αυτό το πρίσμα, πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες στιγμές της ιστορίας της ανθρωπότητας.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Ουρβανός Β΄, ο Πάπας των Σταυροφοριών

Ο Πάπας Ουρβανός Β' (1042 - 29 Ιουλίου 1099) ήταν Γάλλος Πάπας. Ονομαζόταν Ότο του Λαγκερί ή του Σατιγιόν σιρ Μαρν. Ήταν Πάπας από τις 12 Μαρτίου 1088 ως το 1099. Το 1095 κάλεσε όλους τους τότε Ηγεμόνες της Δύσης υπό τα όπλα για ένα Ιερό Πόλεμο κατά του Ισλάμ. Ύστερα από εισήγησή του, η σύνοδος του Κλερμόν που συνήλθε στη συνέχεια αποφάσισε την εκστρατεία που ονομάστηκε "Σταυροφορία", και ιστορικά Α' Σταυροφορία, για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων. Σώζονται 36 επιστολές του. Τον διαδέχθηκε ο Πάπας Πασχάλης Β'.

Ο άνθρωπος που έβαλε σε κίνηση τον τροχό της ιστορίας με την δημιουργία του κινήματος των σταυροφοριών ήταν ο Πάπας Ουρβανός Β΄, κατά κόσμον Όθων του Λατζερύ. Γεννημένος στους κόλπους μιας οικογένειας ευγενώνο, ο νεαρός Όθων έλαβε εξαιρετική εκκλησιαστική μόρφωση και διακρίθηκε από νωρίς για την ευφυΐα και την οξυδέρκειά του.

Και αυτός – όπως και μία σειρά προσωπικοτήτων της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, προήλθε από την περίφημη μονή του Κλινύ, απ’ όπου προέρχεται η σειρά των φερώνυμων μεταρρυθμίσεων. Το 1078 ο Πάπας Γρηγόριος Ζ΄ τον κάλεσε στο Βατικανό και τον ονόμασε Καρδινάλιο της Όστια και ο Όθων του ανταπέδωσε τη χάρη, καθιστάμενος ένας από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές των Γρηγοριανών μεταρρυθμίσεων, τις οποίες προώθησε με κάθε δυνατό τρόπο.

Ο Όθων ουσιαστικά διαδέχτηκε τον Γρηγόριο, αφού μεσολάβησε μία σύντομη παρένθεση με την επιλογή αρχικά του Βικτώριου Γ΄. Το 1088 ο Όθων ανέλαβε τα καθήκοντά του με το όνομα Ουρβανός Β΄. Έμελλε να είναι ένας από τους σημαντικότερους επικεφαλής της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας.

Παρά τα προβλήματα και τη διαμάχη που είχε ως αποτέλεσμα την περίοδο του «αντι-Πάπα» και παρά την έντονη αντιπαράθεση με τον Γερμανό Αυτοκράτορα Ερρίκο, ο Ουρβανός αποδείχτηκε ένας στιβαρός και δυναμικός ηγέτης που είχε ανάγκη η εκκλησία της Ρώμης, με αποτέλεσμα να επικρατήσει σε όλες τις διαμάχες, ακόμη και στην «βεντέτα» που άνοιξε με τον αφορισμό του Φίλιπου Α΄ της Γαλλίας.


Ο Ουρβανός ήταν εκείνος που γέννησε το σταυροφορικό κίνημα και οι δικές του κινήσεις σε όλα τα επίπεδα επέτρεψαν τη δημιουργία του τεράστιου σταυροφορικού στρατεύματος που σάρωσε τη Μ. Ανατολή. Δεν έμελλε να δει ολοκληρωμένο το όραμά του για κατάληψη των Αγίων Τόπων, αφού άφησε την τελευταία του πνοή στις 29 Ιουλίου του 1099, πριν ακόμη τα νέα από την άλωση της Ιερουσαλήμ, που έγινε στις δύο βδομάδες πριν, φθάσουν στη Ρώμη.

Αλέξιος Α΄ Κομνηνός

Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός ήταν Αυτοκράτορας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από το 1081ως το 1118. Εξέχουσα στρατιωτική και πολιτική μορφή, ήταν ο ουσιαστικός θεμελιωτής της δυναστείας των Κομνηνών, μιας από τις ενδοξότερες της Βυζαντινής ιστορίας. Καταγόταν από την μεγάλη αριστοκρατική στρατιωτική οικογένεια των Κομνηνών, που κατείχε μεγάλες εκτάσεις στην Κασταμώνα της Παφλαγονίας. Ήταν γιος του Ιωάννη Κομνηνού, αδελφού του αυτοκράτορα Ισαάκιου Α΄ Κομνηνού, και της Άννας Δαλασσηνής.

Ο Αλέξιος από πολύ νωρίς κατατάχθηκε στον Αυτοκρατορικό στρατό και αντιμετώπισε αρκετούς στασιαστές και διεκδικητές του Αυτοκρατορικού θρόνου. Επί Μιχαήλ Ζ΄στάλθηκε ως στρατηγός Αυτοκράτορας στην Μικρά Ασία και κατόρθωσε να του παραδοθεί από τους Σελτζούκους Τούρκους ο στασιαστής αρχηγός των Νορμανδών μισθοφόρων Ρουσέλ ντε Μπαγιέλ (Roussel de Bailleul, Ρουσέλιος κατά Ζωναράν ή Ουρσέλιος κατά την Άννα Κομνηνή), τον οποίο έφερε στην Κωνσταντινούπολη.

Το 1078 ορίστηκε αρχηγός του στρατού (δομέστικος των σχολών) της Δύσης από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Γ΄ Βοτανειάτη Οι μεγαλύτερες επιτυχίες του ήταν η νίκη και σύλληψη πρώτα του Νικηφόρου Βρυέννιου και αργότερα του Νικηφόρου Βασιλάκιου. Κέρδισε την εύνοια της αυτοκράτειρας Μαρίας της Αλανίας, συζύγου των αυτοκρατόρων Μιχαήλ Ζ´ και Νικηφόρου Γ´ που τον υιοθέτησε και τον βοήθησε στην προσπάθεια ανόδου του στην στρατιωτική ιεραρχία.

Το1081 στασίασε και ο ίδιος με τους αδερφούς του και πήρε το θρόνο από το Νικηφόρο Γ΄ μετά από παρότρυνση και με τη βοήθεια του Ιωάννη Δούκα, θείου του Μιχαήλ Ζ´ Δούκα. Μετά από την άνοδό του στο θρόνο παντρεύτηκε την Ειρήνη Δούκα, εγγονή του Ιωάννη Δούκα, θείου του Μιχαήλ Ζ΄. Για να εξασφαλίσει την υποστήριξη των Δουκών επανέφερε τον Κωνσταντίνο Δούκα, γιο του Μιχαήλ Ζ΄ και της Μαρίας της Αλανής ως συναυτοκράτορα.

Μάλιστα αργότερα τον αρραβώνιασε με την πρωτότοκη κόρη του, Άννα. Η γέννηση του γιου του Αλέξιου, Ιωάννη, το 1087 τερμάτισε την αναγνώριση του Κωνσταντίνου ως συναυτοκράτορα. Ο Κωνσταντίνος, όμως, συνέχισε να έχει φιλικές σχέσεις με τον Αυτοκράτορα μέχρι το θάνατό του, περίπου το 1095.

Ουσιαστικά ο ιδρυτής της δυναστείας των Κομνηνών, αν και ο θείος του Ισαάκιος Α΄ Βασίλευσε από 1057 έως το 1059, ο Αλέξιος Κομνηνός ήταν ο σημαντικότερος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου στην περίοδο που ακολούθησε την ένδοξη Μακεδονική δυναστεία. Ανήλθε στο θρόνο το 1081, διαδεχόμενος το Νικηφόρο Βοτανειάτη, υπό τον οποίο είχε υπηρετήσει ως στρατιωτικός διοικητής.


Ήταν μόλις 33 ετών ο Αλέξιος όταν ανήλθε στο θρόνο, ωστόσο η δράση του εξαρχής είχε ως γνώμονα την αποκατάσταση της ισχύος του Βυζαντίου, που είχε τρωθεί (ανεπανόρθωτα, όπως αποδείχτηκε) από τις συνέπειες της ήττας στο Μαντζικέρτ μία δεκαετία πριν ντυθεί την Αυτοκρατορική πορφύρα.

Δεν πρόλαβε καλά, καλά να ξεκινήσει τη διακυβέρνησή του, όταν ο περίφημος Ροβέρτος Γισκάρδος, ο Νορμανδός άρχοντας της Ν. Ιταλίας, εισέβαλλε στον Ελλαδικό χώρο. Αφού κατέκτησε σημαντικά εδάφη στην Αδριατική, συμπεριλαμβανομένου του Δυραχίου και της Κέρκυρας, οι δυνάμεις του Γισκάρδου υπό το γιο του Βοημούνδο πολιόρκησαν τη Λάρισα, απειλώντας την καρδιά των ελληνικών εδαφών της Αυτοκρατορίας.

Ο Αλέξιος απέκρουσε τις δυνάμεις του Γισκάρδου με τον Αυτοκρατορικό στρατό και μετά το θάνατο του δραστήριου Νορμανδού, οδήγησε τις δυνάμεις του στην ανάκτηση όλων των εδαφών που είχε χάσει το Βυζάντιο. Από τα γεγονότα αυτά προερχόταν και η βεντέτα μεταξύ Αλέξιου και Βοημούνδου, η οποία κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια της σταυροφορίας και τέλειωσε το 1108, όταν ο Αλέξιος ταπείνωσε τον Βοημούνδο και τον κατέστησε υποτελή του.

Μετά την απόκρουση των Νορμανδών, ο Αλέξιος χρειάστηκε να αντιμετωπίσει τους νομάδους Πετσενέγγους και Κουμάνους, όπως και τους Βογομίλους της Βουλγαρίας, ενώ υπήρχε πάντα η δύναμη των Σελτζούκων στην Ανατολή, που απειλούσε την ίδια την ύπαρξη του Βυζαντίου.

Για το σκοπό αυτό ο Αλέξιος κατέφυγε στον Πάπα Ουρβανό, ζητώντας βοήθεια για την εκδίωξη των «Απίστων» από τα Χριστιανικά εδάφη. Με τη βοήθεια και των σταυροφόρων και της πολυδιάσπασης του Σελτζουκικού Σουλτανάτου, ο Αλέξιος ανακατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της Μ. Ασίας, αλλά χρειάστηκε να έλθει το 1108 και να κατανικήσει τον Βοημούνδο για να πάρει υπό την εποπτεία του και την Αντιόχεια.

Ο Αλέξιος προσπάθησε να αντιμετωπίσει με τη διπλωματία τους σταυροφόρους που κατέφθαναν κατά ομάδες στα εδάφη του. Η Σταυροφορία του Λαού, με κυριότερο αρχηγό τον Πέτρο τον Ερημίτη ήταν το πρώτο μεγάλο σώμα σταυροφόρων που έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, τον Αύγουστο του 1096. Η πλειοψηφία των σταυροφόρων που συμμετείχαν στη σταυροφορία του Πέτρου του Ερημίτη δεν είχαν κάποια στρατιωτική πείρα ή εκπαίδευση ή τον κατάλληλο εξοπλισμό. Μάλιστα, πολλοί από τους σταυροφόρους ήταν γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι.

Είχαν προξενήσει αναταραχή και καταστροφές στην πορεία τους προς την Κωνσταντινούπολη και η παραμονή τους στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης ήταν επίσης προβληματική. Ο Αλέξιος τους παραχώρησε πλοία για να περάσουν στην Μικρά Ασία και τους προειδοποίησε να περιμένουν τους υπόλοιπους σταυροφόρους πριν επιτεθούν στους Τούρκους γιατί δεν ήταν αρκετά ισχυροί. Οι προστριβές ανάμεσα στους σταυροφόρους και η διαίρεσή τους σε μικρότερες ομάδες συνετέλεσαν στην καταστροφή τους και στο σφαγιασμό τους από τους Τούρκους.


Οι λίγοι που γλίτωσαν επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη. Το Νοέμβριο του 1096 άρχισαν να φτάνουν στην Κωνσταντινούπολη νέα σώματα σταυροφόρων, άλλοι από τα σύνορα με την Ουγγαρία και άλλοι από τις δυτικές ακτές της Αυτοκρατορίας. Αυτή τη φορά επρόκειτο για οργανωμένα σώματα πολεμιστών. Σημαντικότεροι αρχηγοί τους ήταν ο Γοδεφρείδος του Μπουιγιόν, ο Ραϋμόνδος της Τουλούζης και ο Βοημούνδος του Τάραντα.

Διάφορα επεισόδια λεηλασιών και συγκρούσεων και με το νέο κύμα σταυροφόρων έπεισαν τον Αλέξιο να ακολουθήσει επιθετική πολιτική όσο οι σταυροφόροι δεν ήταν ακόμη τόσοι πολλοί ώστε να τον απειλήσουν και να τους αρνηθεί τη βοήθεια του. Ακόμη διέταξε το στρατό στην Κωνσταντινούπολη να επαγρυπνεί. Χαρακτηριστικότερο το επεισόδιο του με τον Σταυροφόρο Ούγο των Βερμαντουά, αδελφό του Βασιλιά της Γαλλίας.

Αυτά τα μέτρα πέτυχαν και έπειτα από πολλές διαπραγματεύσεις και μικροσυγκρούσεις οι αρχηγοί των σταυροφόρων δήλωσαν υποταγή και υποσχέθηκαν όσα εδάφη κατελάμβαναν από τους Τούρκους και προηγουμένως ανήκαν στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία να τα παραδώσουν σε Βυζαντινή διοίκηση (δηλαδή όλα τα εδάφη από τη Νίκαια ως την Αντιόχεια). Από την μεριά του, ο Αλέξιος υποσχέθηκε να τους παραχωρήσει πλοία για να περάσουν στην Μικρά Ασία,τρόφιμα και οδηγούς.

Με αυτό τον τρόπο ο Αλέξιος προσπαθούσε να ελέγξει τους σταυροφόρους και να τους θέσει κάτω από Βυζαντινή κηδεμονία. Την άνοιξη του 1097 οι σταυροφόροι είχαν πλέον συγκεντρωθεί όλοι στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης και ο Αλέξιος τους έδωσε καράβια για να μεταφερθούν στην απέναντι ακτή και ένα μικρό εκστρατευτικό σώμα υπό τον στρατηγό Τατίκιο για να τους οδηγήσει μέχρι την Αντιόχεια.

Εκεί, κατάφεραν να νικήσουν τους Τούρκους της Νίκαιας και απέκλεισαν την πόλη. Οι Τούρκοι όμως ήρθαν σε συνεννόηση με τους Βυζαντινούς, οι οποίοι διέσχισαν με πλοιάρια τη λίμνη στην πίσω μεριά της πόλης, και τους παρέδωσαν τη Νίκαια χωρίς να μπορέσουν να αντιδράσουν σε αυτό οι σταυροφόροι. Αυτό το συμβάν ψύχρανε τελείως τις σχέσεις των σταυροφόρων και Βυζαντινών.

Μετά από πορεία αρκετών εβδομάδων οι σταυροφόροι έφτασαν στην Αντιόχεια και τον Οκτώβριο ξεκίνησαν την πολιορκία της πόλης. Όταν πέρασαν μερικοί μήνες ο Βοημούνδος κατάφερε με ένα τέχνασμα να απομακρύνει τους λίγους βυζαντινούς στρατιώτες που τους είχαν οδηγήσει μέχρι εκεί, μη θέλοντας να τους παραδώσει την Αντιόχεια αλλά να γίνει αυτός ο κυρίαρχός της. Διακήρυξε ότι η συμφωνία ήταν άκυρη και έπεισε τους άλλους σταυροφόρους να δεχθούν να γίνει αυτός ο κυρίαρχος της Αντιόχειας.

Οι συγκρούσεις Σελτζούκων και Βυζαντινών είχαν αναζωπυρωθεί και ο Αλέξιος δεν μπόρεσε να αντιδράσει άμεσα. Παρ´όλο που η συμφωνία που είχε γίνει στην Κωνσταντινούπολη είχε αθετηθεί οι Βυζαντινοί επωφελήθηκαν από την αναστάτωση που έφεραν οι σταυροφόροι στους Τούρκους και από τη νίκη τους στην μάχη του Δορυλαίου. Στα χρόνια 1097-1099 ανακατέλαβαν την Χίο, τη Ρόδο, τη Σμύρνη, τη Φιλαδέλφεια, την Έφεσο και τις Σάρδεις. Η διπλωματία και οι προσπάθειες του Αλέξιου δικαιώνονταν.


Ο Βοημούνδος πιάστηκε αιχμάλωτος του Μαλίκ Γαζί των Δανισμενδιδών το 1100 και αφέθηκε ελεύθερος το 1103. Συγκρούστηκε με τους γειτονικούς Μουσουλμάνους Ηγεμόνες, αλλά ηττήθηκε στη μάχη της Χαρράν. Ακολούθησε μεγάλη επίθεση των Βυζαντινών στην Κιλικία και στη Συρία που ανάγκασε το Βοημούνδο να επιστρέψει στη Δύση σε αναζήτηση ενισχύσεων. Τελικά, νέα σύγκρουση μεταξύ Νορμανδών και Βυζαντινών έλαβε χώρα το 1107.

Όταν ο Βοημούνδος αποβιβάστηκε και πάλι στις Αλβανικές ακτές αλλά αυτή τη φορά ο αναδιοργανωμένος και φανερά ισχυρότερος από το 1081 Αυτοκρατορικός στρατός απέκλεισε τους Νορμανδούς ενώ αδυνατούσαν να καταλάβουν το Δυρράχιο και ο Βοημούνδος αναγκάστηκε να παραδοθεί. Με τη συνθήκη της Δεαβόλεως (1108) δήλωνε υποτέλεια στην Αυτοκρατορία και αναλάμβανε την υποχρέωση να δεχθεί Ορθόδοξο Πατριάρχη στην Αντιόχεια.

Τα χρόνια 1110-1116 ο Αλέξιος εξεστράτευσε ξανά στην Μικρά Ασία προσπαθώντας να περιορίσει τους Τούρκους και να υπερασπίσει τις περιοχές που ήταν στα χέρια των Βυζαντινών. Κατάφερε τελικά να ανακαταλάβει τα εδάφη από την Τραπεζούντα ως το Αμόριο και το Φιλομήλιο της Φρυγίας, και από εκεί ως τις εκβολές του ποταμού Μαιάνδρου. Ακόμη, προσπάθησε να περιορίσει την αίρεση των Βογομίλων που εκείνη την εποχή είχε εξαπλωθεί αρκετά και είχε κέντρο της τη Φιλιππούπολη.

Μία από τις τελευταίες ενέργειες του ήταν να κάψει στην πυρά τον Βασίλειο, έναν αρχηγό των Βογομίλων. Η ποδάγρα και η ραγδαία επιδείνωση της σε συνδυασμό με την κόπωση δεκαετιών οδήγησαν τον Αλέξιο Κομνηνό στον θάνατο. Ήδη το 1116 είχε επιδεινωθεί τόσο πολύ ώστε ο Αλέξιος δεν μπορούσε να περπατήσει. Ενάμιση χρόνο μετά τα πρώτα συμπτώματα, σύμφωνα με τον προσωπικό γιατρό του Αυτοκράτορα, Νικόλαο Καλλικλή, είχε αρχίσει η μετάσταση.

Η επιδείνωση ήταν ραγδαία σε βαθμό που ο Αλέξιος υποχρεωνόταν να παραμένει συνέχεια καθιστός. Φλεγμονές, οιδήματα και διάρροιες ταλαιπώρησαν τον αυτοκράτορα προκαλώντας του περιπλοκές και φριχτούς πόνους, έως ότου εξέπνευσε στις 15 Αυγούστου 1118. Τις τελευταίες ημέρες της ζωής του δεν τις πέρασε σε ηρεμία. Η σύζυγός του, Ειρήνη, και η κόρη του, Άννα, συνωμοτούσαν για να μην τον διαδεχθεί ο Ιωάννης στο θρόνο, αλλά ο σύζυγος της Άννας, Νικηφόρος Βρυέννιος.

Το σχέδιο τους, όμως, απέτυχε. Ο Ιωάννης πήγε μυστικά στο μοναστήρι των Μαγγάνων, όπου βρισκόταν ο πατέρας του και πήρε το Αυτοκρατορικό δαχτυλίδι από το χέρι του λίγες ώρες πριν πεθάνει. Ετάφη στη Μονή Παμμακάριστου στην Κωνσταντινούπολη.

Το σθένος που έδειξε ο Αλέξιος στη ζωή του ήταν πραγματικά αξιοθαύμαστο. Αναλύοντας τον προσωπογραφικά θα μπορούσε κανείς να πει πως ήταν ένας άνθρωπος γεννημένος ηγέτης. Είχε εξάλλου όλα τα χαρακτηριστικά που απαιτούσε η βυζαντινή αυτοκρατορική ιδεολογία από έναν ιδανικό Αυτοκράτορα. Ο Αλέξιος ήταν φανατικά Ορθόδοξος, όχι από πηγαία πίστη ή εξαιτίας της επιρροής της θρησκόληπτης μητέρας του, αλλά από σκοπιμότητα.


Παρ´όλο που ο Αλέξιος παρέδωσε στο γιο του, Ιωάννη, ένα σταθερότερο και ισχυρότερο κράτος από ότι το βρήκε το 1081, γεγονός είναι ότι η ενδυνάμωση των δυνατών καθώς και η παραχώρηση υπέρογκων προνομίων στις Ιταλικές ναυτικές δημοκρατίες μακροπρόθεσμα έπληξαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η κόρη του, Άννα Κομνηνή, έγραψε την Αλεξιάδα, ένα βιβλίο που εξιστορεί τα γεγονότα της εποχής του πατέρα της και σε πολλά σημεία τον εξυμνεί.

Πέραν των πολεμικών του κατορθωμάτων, ο Αλέξιος ήταν ένας εξαιρετικός κυβερνήτης, που προσπάθησε να αναγεννήσει το Βυζάντιο και στις περισσότερες περιπτώσεις έδρασε με γνώμονα το συμφέρον της αυτοκρατορίας. Η καταπολέμηση των Αιρέσεων των Παυλικιανών και των Βογομίλων καθώς και η επανεμφάνιση του «Τουρκικού κινδύνου» τον κράτησαν απασχολημένο μέχρι το θάνατό του, τον Αύγουστο του 1118. Λεπτομέρειες για τη ζωή και το έργο του διασώθηκαν έως τις μέρες μας μέσα από το μνημειώδες έργο της κόρης του Άννας Κομνηνής.

Ρεημόνδος Δ΄ της Τουλούζης

Μία από τις πιο εμβληματικές φιγούρες της πρώτης σταυροφορίας, ήταν ο Ρεημόνδος ο Δ΄ Κόμης της Τουλούζης ή Ρεημόνδος του Σεν Ζιλ, όπως ήταν επίσης γνωστός. Γεννημένος περί το 1052, γιος του Πονς, Κόμη της Τουλούζης, ο Ρεημόνδος ήταν ένας ανήσυχος άνθρωπος, τον οποίο κυβερνούσαν – αντίθετα με στυγνούς τυχοδιώκτες, όπως ο Βοημούνδος – πολλές αντίθετες δυνάμεις.

Η προσωπικότητα του ήταν ένας συνδυασμός Πίστης αλλά και απληστίας, ειλικρινούς πρόθεσης να κάνει το Θέλημα του Θεού αλλά και ηδονισμού, αίσθησης τιμής και υπηρηφάνειας αλλά και τυχοδιωκτισμού. Ο Ρεημόνδος ήταν ο μοναδικός εκ των ηγετών της σταυροφορίας που αρνήθηκε πεισματικά έως το τέλος να ορκιστεί υποταγή τον Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, αλλά αντίθετα προσέφερε μόνο έναν «όρκο φιλίας» - αντί του «όρκου πίστης» που ζητούσε ο Αλέξιος.

Ωστόσο ο Ρεημόνδος, με την ισχυρή αίσθηση περί τιμής που τον διέκρινε, ήταν ουσιαστικά ο μοναδικός σταυροφόρος που έμεινε πιστός στον όρκο του προς το Βυζαντινό Αυτοκράτορα. Επίσης, απέδειξε στη συνέχεια με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι η συμμετοχή του στην σταυροφορία υποκινείτο κυρίως από την θέλησή του να πολεμήσει τους «απίστους» και να κάνει το θέλημα του Θεού.

Ήταν από τους λίγους σταυροφόρους που είχαν επισκεφθεί τους Άγιους Τόπους πριν από τη σταυροφορία και μάλιστα σύμφωνα με μία πηγή είχε χάσει και το ένα μάτι του κατά τη διάρκεια του προσκυνήματος στην Ιερουσαλήμ (κάτι που όμως δεν επιβεβαιώνεται από άλλες πηγές).


Η επόμενη προσπάθειά του να αποδείξει την πίστη του στο Θεό, ήταν η συμμετοχή του στις προσπάθειες ανακατάληψης της Ιβηρικής από τους Μαυριτανούς, ενώ ήταν ο πρώτος ευγενής τον οποίο προσέγγισε ο Ουρβανός για να συμμετάσχει στην σταυροφορία και η συμμετοχή του – ως ένας από τους κορυφαίους άρχοντες της Γαλλίας – χρησιμοποιήθηκε ευρέως για να προπαγανδίσει τη σταυροφορία.

Από την άλλη, η γενικά αδαμάντινη στάση του σε θέματα πίστης, κηλιδώθηκε σοβαρά καθώς αφορίσθηκε δύο φορές επειδή παντρεύτηκε ανιψιές του (ήλθε εις γάμου κοινωνία τρεις φορές συνολικά!). Ο ρόλος του Ρεημόνδου στη σταυροφορία ήταν κεντρικός, ήδη πριν από το ξεκίνημά της: μαζί του ταξίδεψε ο Παπικός λεγάτος, Αντεμάρ του Λε Πι, ενώ ήταν ο ισχυρότερος και πλουσιότερος από όλους τους σταυροφόρους. Για το ρόλο που έπαιξε στα γεγονότα της Κωνσταντινούπολης γράφουμε σε άλλο σημείο του κειμένου.

Στην πορεία προς τους Άγιους Τόπους, ο Ρεημόνδος βρισκόταν σε συνεχή αντιπαράθεσή με το Βοημούνδο η οποία κορυφώθηκε με αφορμή την προσπάθεια του κόμη να καταλάβει με τις δυνάμεις του μόνο την Αντιόχεια, πριν ακόμη φθάσει ο Νορμανδός. Αν και ο τελευταίος προσέφερε ουσιαστικά στους σταυροφόρους την Αντιόχεια – οπότε απαίτησε και να την καταλάβει στη συνέχεια – ο Ρεημόνδος επέμεινε πεισματικά να επιστρέψει την πόλη στο νόμιμο κυρίαρχό της, το Βυζαντινό Αυτοκράτορα.

Ωστόσο μπροστά στην αδιαλλαξία του Βοημούνδου και την απαίτηση των υπόλοιπων για συνέχιση της πορείας προς την Ιερουσαλήμ, ο Ρεημόνδος αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο ανδρών κορυφώθηκε μετά την ανακάλυψη της υποτιθέμενες ιερής λόγχης. Μετά την Αντιόχεια ο Ρεημόνδος ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της σταυροφορίας και οδήγησε τους Φράγκους στην Ιερουσαλήμ

Κατά τα φαινόμενα ο Ρεημόνδος είχε βάλει στόχο την Ηγεμονία της Τρίπολης, πιθανότατα επειδή συνόρευε με την περιοχή της Αντιόχειας και θα μπορούσε να ελέγχει την επέκταση του άσπονδου αντίπαλού του Βοημούνδου. Ωστόσο μετά την κατάληψη της Μααράτ αλ Νουμάν και τη σφαγή των κατοίκων της από τους σταυροφόρους, αναγκάστηκε μετά από επίμονες πιέσεις των υπόλοιπων «Προσκυνητών» να αφήσει την Τρίπολη και να κινηθεί προς την Ιερουσαλήμ.

Ο Ρεημόνδος έπαιξε καθοριστικό ρόλο και σε αυτήν την πολιορκία και μετά την κατάληψη της πόλης και τη σφαγή των κατοίκων της, του προσφέρθηκε το στέμμα της Ιερουσαλήμ. Όμως προς έκπληξη όλων, ο ευσεβής Ρεημόνδος αρνήθηκε, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα Βασιλεύσει στην πόλη όπου μαρτύρησε ο Ιησούς.


Αυτό άνοιξε στη συνέχεια το δρόμο στο Γοδεφρείδο της Βουλόνης, με τον οποίο αναπτύχθηκε μία βεντέτα, που είχε εν μέρει αιτία την κατάληψη του «Πύργου του Δαβίδ» από τον Ρεημόνδο και την επιθυμία του Γοδεφρείδου να τον πάρει για λογαριασμό του. Μετά από πολλές περιπέτειες και με τη βοήθεια του Αυτοκράτορα Αλέξιου, ο Ρεημόνδος κατόρθωσε να επικρατήσει στην περιοχή της Τρίπολης, ωστόσο δεν έζησε αρκετά για να δει την πτώση της πόλης.

Ο οίκος του πάντως θα δημιουργούσε την κομητεία της Τρίπολης, με τον ανεψιό του Γουλιέλμο.

Βοημούνδος, Πρίγκιπας του Τάραντα

Ο Βοϊμόνδος ή Βοημούνδος Α΄ της Αντιόχειας (1058 - 7 Μαρτίου 1111) ήταν πρίγκιπας του Τάραντα και της Αντιόχειας και ένας από τους αρχηγούς της Α΄ Σταυροφορίας, που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατάκτηση της Αντιόχειας. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος από τον πρώτο του γάμο του διάσημου Βίκιγκ αρχηγού Ροβέρτου Γυισκάρδου, εκχριστιανίστηκε και βαπτίστηκε Μάρκος, ενώ το προχριστιανικό του όνομα ήταν Βοϊμόνδος από τον μυθικό γίγαντα Buamundus gigas.

Ο Βοϊμόνδος τάχθηκε στην υπηρεσία του πατέρα του στην επίθεση των Νορμανδών κατά του Βυζαντίου (1080 - 1085), διευθύνοντας τα Νορμανδικά στρατεύματα κατά την διάρκεια της απουσίας του (1082 - 1084) και φτάνοντας μέχρι την Λάρισα, όπου αποκρούστηκε από τον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό. Αυτό ήταν και η αιτία για την μεγάλη έχθρα του Αλέξιου εναντίον του σε όλη την διάρκεια της ηγεμονίας του.

Ο Γυισκάρδος έφυγε και άφησε τον γιο του να διευθύνει τον στρατό στις επιχειρήσεις κατά των Βυζαντινών. Την άνοιξη του 1082, άφησε την Καστοριά και πολιόρκησε τα Ιωάννινα. Εκεί έκανε ειρήνη με τους Βλάχους, προκειμένου να εξασφαλίσει από αυτούς στρατιωτική υποστήριξη, συνάντησε τον Αλέξιο δύο φορές κοντά στην Άρτα συντρίβοντας τον Βυζαντινό στρατό, ρίχνοντας σημαντικά την δημοτικότητα του.

Αποσύρθηκε στην συνέχεια στην Οχρίδα, όπου οργάνωσε την άμυνα των κατακτήσεων του. Ο Αλέξιος απάντησε με την περιφρόνηση των στρατιωτικών αρχηγών και απέκρουσε νέα επίθεση του στην Λάρισα. Ο Αλέξιος κατέλαβε την Καστοριά τον Νοέμβριο του 1083, ενώ σε έναν χρόνο ήρθε πίσω ο πατέρας του Γυισκάρδος με τους υπόλοιπους γιους του. Τον χειμώνα, ο Βοϊμόνδος αρρώστησε και επέστρεψε στην Ιταλία.

Όταν πέθανε ο Ροβέρτος Γυισκάρδος στις 17 Ιουλίου 1085, ο Βοϊμόνδος κληρονόμησε τις Αδριατικές κτήσεις του πατέρα του, που σύντομα χάθηκαν από τους Βυζαντινούς, ενώ ο νεώτερος ετεροθαλής αδελφός του, Ρογήρος Μπόρσα, κληρονόμησε την Απουλία και τις Ιταλικές κτήσεις. Όταν πέθανε ο πατέρας του βρισκόταν στο Σαλέρνο, ενώ ο Ρογήρος βρισκόταν ακόμα στην Ελλάδα.


Ο Ρογήρος με την μητέρα του Σιτσελγκάιτα επέστρεψαν σύντομα στην Ιταλία. Κατά τον Βιτάλις, ο Βοϊμόνδος έσπευσε γρήγορα στην Κάπουα να τιμωρήσει την μητριά του Σιτσελγκάιτα, για την οποία κυκλοφορούσαν φήμες ότι δηλητηρίασε τον πατέρα του. Κατά άλλους ήθελε να συμμαχήσει με τον Ιορδάνη Α΄ της Καπούα, πριν φτάσει ο αδελφός του, Ρογήρος, με τον θείο του, Ρογήρο Α΄ της Σικελίας, και συμμαχήσουν αυτοί μαζί του αποκτώντας ισχυρό πλεονέκτημα.

Με την υποστήριξη του δούκα της Κάπουα, ο Βοϊμόνδος κατέλαβε το Οτράντο και τον Τάραντα υποτάσσοντας τον αδελφό του. Το καλοκαίρι του 1087 με νέο πόλεμο τον υπέταξε οριστικά. Το 1096 με τον θείο του Ρογήρο Α΄ της Σικελίας επιτέθηκε στο Αμάλφι, που είχε εξεγερθεί κατά του αδελφού του Ρογήρου, την ώρα που Σταυροφόροι άρχισαν να περνάνε μέσω Ιταλίας στην Κωνσταντινούπολη.

Τότε το μεγάλο του όνειρο να εξουσιάσει ανατολικά εδάφη του δημιούργησαν τεράστιο ζήλο για την συμμετοχή του σε μια σταυροφορία, έχοντας στραμμένη την προσοχή του και στην κατάκτηση Ελληνικών εδαφών. Συγκέντρωσε στρατεύματα πέρασε την Αδριατική και βάδισε προς την Κωνσταντινούπολη. Ήταν πολύ προσεκτικός στην συνάντηση του με τον Αυτοκράτορα Αλέξιο τον Απρίλιο του 1097, δηλώνοντας την υποταγή του.

Από την Κωνσταντινούπολη βάδισε για την Αντιόχεια. Στάθηκε ο πραγματικός ηγέτης της Α΄ Σταυροφορίας. Η κόρη του Βυζαντινού αυτοκράτορα, Άννα Κομνηνή, γοητεύτηκε μαζί του, μιλώντας με τα καλύτερα λόγια στο μεγάλο της σύγγραμμα Αλεξιάδα, περιγράφοντας με μεγάλη λεπτομέρεια τα εμφανισιακά του χαρακτηριστικά και την σωματική του διάπλαση.

Έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πολιορκία της Αντιόχειας τον Οκτώβριο του 1097, αποκρούοντας όλες τις Μουσουλμανικές επιθέσεις, συνδέοντας τους πολιορκητές με το λιμάνι του Αγίου Συμεών και τα πλοία των Γενουατών. Δεν μπόρεσε να καταλάβει οριστικά την πόλη, γιατί υπήρχε ο κίνδυνος να επανέλθει ο Κερμπόγια με μεγάλο στρατό, ενώ περίμενε μάταια την βοήθεια που του υποσχέθηκε ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Αλέξιος. Απέκτησε τελικά μόλις τον Ιανουάριο του 1099 πλήρη κατοχή στην πόλη.

Πήγε στα Ιεροσόλυμα τα Χριστούγεννα του 1099, όπου εξελέγη πατριάρχης ο Δαγοβέρτος της Πίζας. Το δουκάτο του βρισκόταν σε ισχυρή θέση, αλλά υπήρχε πάντα ο κίνδυνος του Βυζαντινού αυτοκράτορα Αλέξιου, που επιζητούσε ολοκληρωτική κατάληψη της περιοχής, ενώ τον υποστήριζαν και τα Μουσουλμανικά κράτη της Συρίας.


Συνελήφθη (1100) από τον Μαλίκ Γαζί Ντανισμέντ και έμεινε τρία χρόνια φυλακισμένος. Ο Ραϊμόνδος Δ΄ της Τουλούζης εγκαταστάθηκε με την υποστήριξη του Αλέξιου στην Τρίπολη, προκειμένου να ελέγξει την επέκταση της Αντιόχειας προς τον Νότο. Όταν ελευθερώθηκε, επιχείρησε να πλήξει τα μουσουλμανικά κρατίδια, αλλά η ήττα του στην Χαράν ήταν οριστική (1104) χωρίς να έχει καμιά ελπίδα ανάκαμψης, ακολουθώντας και η Ελληνική επίθεση στην Κιλικία.

Απογοητευμένος κατέφυγε στην Γαλλική αυλή, ζητώντας βοήθεια από τον Γάλλο Βασιλιά Φίλιππο Α΄, του οποίου παντρεύτηκε την κόρη Κωνσταντία, και τον εξόπλισε με έναν ισχυρό στρατό. Μετά από την σημαντική βοήθεια του Γάλλου Βασιλιά, σχεδίαζε να επιτεθεί απευθείας κατά του Βυζαντινού Αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά ο Αλέξιος ενισχύθηκε σημαντικά με τα Βενετικά πλοία, συντρίβοντας όλα τα όνειρα του Βοϊμόνδου, ώστε τον ανάγκασε να γίνει υποτελής του, και να υποστηρίξει Έλληνα πατριάρχη στην Αντιόχεια.

Ο Βοϊμόνδος ως τον θάνατο του (1111) δεν επέστρεψε ξανά ποτέ στην Ανατολή. Από τον γάμο του με την Κωνσταντία της Γαλλίας γεννήθηκε ο διάδοχος του, Βοϊμόνδος Β΄ της Αντιόχειας. Μπροστά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης μαζεύτηκαν πολλοί άρχοντες που είχαν, λιγότερο ή περισσότερο, βλέψεις στα πλούτη και το μεγαλείο του Βυζαντίου.

Όμως κανένας από αυτούς δεν ήταν μεγαλύτερος εχθρός των Βυζαντινών από τον Βοημούνδο του Τάραντα, το Νορμανδό πρίγκιπα που κατάφερε στην πορεία της σταυροφορίας να κερδίσει για τον εαυτό του και τους απογόνους του ένα πολύ πιο θελκτικό πριγκιπάτο από αυτό που είχε στην Ιταλία.

Γεννημένος το 1059, μεγαλύτερος γιος του περίφημου Ροβέρτου Γισκάρδου, «ορκισμένου» εχθρού των Βυζαντινών, ο Βοημούνδος βαφτίστηκε «Μάρκος», αλλά προτίμησε να λάβει το όνομα Βοημούνδος, το οποίο προέρχεται από έναν μυθικό γίγαντα της Νορμανδικής μυθολογίας.

Ο Βοημούνδος συνόδευσε τον πατέρα του στις εκστρατείες εναντίον των Βυζαντινών, αλλά αποκρούστηκε από τα Αυτοκρατορικά στρατεύματα στη Λάρισα, από τον Αλέξιο Κομνηνό. Γενικά, αντίθετα με τον πατέρα του, ο Βοημούνδος κάθε άλλο παρά επιτυχημένος στρατιωτικός ηγέτης ήταν πριν από την σταυροφορία, αφού μετά το θάνατο του πατέρα του έχασε όλες τις κτήσεις του στην Αδριατική από τους Βυζαντινούς.


Στην εμφύλια διαμάχη με τον αδελφό του Ρογήρο Μπόρσα που ακολούθησε, ο Βοημούνδος κατάφερε να εξασφαλίσει μόνο ένα μικρό Πριγκιπάτο με επίκεντρο τον Τάραντα, αφού ο αδελφός του έγινε Δούκας της Απουλίας. Η πρώτη σταυροφορία αποτέλεσε για τον φιλόδοξο και αδίστακτο Βοημούνδο την ευκαιρία που ζητούσε, για να δημιουργήσει μία πραγματική Ηγεμονία στην οποία θα ήταν ο αδιαμφισβήτητος άρχοντας.

Ενδεχομένως πίστευε ότι ίσως θα μπορούσε να πείσει τους συντρόφους του σταυροφόρους να κάνουν μία απόπειρα ενάντια στην Κωνσταντινούπολη, όπως συνάγεται από την επικοινωνία του με τον Γοδεφρείδο ντε Μπουιγιόν (ο οποίος ήταν επικεφαλής πολύ μεγαλύτερης στρατιωτικής δύναμης απ’ ότι ο Βοημούνδος) τον οποίο προσπαθούσε να πείσει να κατακτήσουν την Ανδριανούπολη και τη Φιλιππούπολη και από εκεί να αποπειραθούν να κάνουν το ίδιο με τη Βασιλεύουσα.

Η συντριπτική πλειοψηφία των πηγών πάντως, ακόμη και των Λατινικών, ξεκάθαρα δηλώνουν ότι ο μοναδικός σκοπός του Βοημούνδου με τη συμμετοχή του στη σταυροφορία ήταν να κυριεύσει και να λεηλατήσει τα εδάφη των «Ελλήνων» (Βυζαντινών). Με την αναχώρηση των σταυροφόρων, συνοδεία του Βυζαντινού στρατού, από την Πόλη, ο Βοημούνδος κατάφερε, χρησιμοποιώντας την δυνατότητα της πειθούς που είχε και παίζοντας έξυπνα το πολιτικό παιχνίδι, να χρισθεί ανεπίσημος ηγέτης της σταυροφορίας, μέχρις ότου αυτή έφθασε στην Αντιόχεια.

Εκεί κατόρθωσε με πονηριά και οξυδέρκεια να αποκτήσει το «πραγματικό πριγκιπάτο» που ονειρευόταν, αφού κατάφερε να ξεπεράσει ακόμη και τις αντιρρήσεις του Ρεημόνδου της Τουλούζης, του θεωρητικά ανώτερου ιεραρχικά σταυροφόρου που προσπάθησε να υπερασπιστεί τα δικαιώματα του Βυζαντινού αυτοκράτορα επί της Αντιόχειας. Η φιλοδοξία του Βοημούνδου ήταν άμετρη και η προσπάθεια του ήταν να δημιουργήσει ένα πραγματικό Βασίλειο στη Μ. Ανατολή.

Ωστόσο αυτή ακριβώς η φιλοδοξία στάθηκε η αιτία του περιορισμού των φιλοδοξιών του. Ο Αλέξιος ουδέποτε του συγχώρησε ότι σφετερίστηκε την Αντιόχεια, περιοχή Ελληνική που μόλις το 1080 είχαν πάρει από τους Βυζαντινούς οι Τούρκοι. Η πρώτη αποτυχία του Βοημούνδου ήλθε λίγο μετά την άνοδό του στην εξουσία, όταν το 1100 ηττήθηκε από τους Δανισμενίδες Τούρκους και φυλακίστηκε.

Αν και ο Αρμένιος πρίγκιπας Κογκ Βασίλ πλήρωσε τρία χρόνια μετά τα υπέρογκα λύτρα που ζητούσαν οι Τούρκοι, ο Βοημούνδος δεν επρόκειτο να καταφέρει αυτό που επιθυμούσε. Το πριγκιπάτο της Τρίπολης του έκοβε το δρόμο προς Νότο, το Βυζάντιο περιόριζε την προς Βορρά και Δυσμάς επέκτασή του και στα ανατολικά ήταν οι Μουσουλμάνοι. Τους τελευταίους – διασπασμένοι όντες – έβαλε ως πρώτο στόχο, ωστόσο μια καθοριστική ήττα το 1104, την οποία ακολούθησε η ανακατάληψη της Κιλικίας από τους Βυζαντινούς, τον ανάγκασαν να στραφεί στη δύση για βοήθεια.


Το γοητευτικό του παρουσιαστικό – κάτι που γίνεται φανερό και από την λεπτομερή περιγραφή της όψης του από την Άννα Κομνηνή στην «Αλεξιάδα»- και η ευγλωττία του τον έβγαλαν ασπροπρόσωπο και κατάφερε να εξασφαλίσει το χέρι της κόρης του βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππου, καθώς και σημαντική στρατιωτική βοήθεια από τον ισχυρό Ηγεμόνα. Ενισχυμένος με μεγάλες Γαλλικές και Νορμανδικές δυνάμεις, ο Βοημούνδος αποπειράθηκε – με τη συνήθη υπεραισιοδοξία του – να επιτεθεί στον Αλέξιο Κομνηνό.

Οι Αυτοκρατορικές δυνάμεις συνέτριψαν το στρατό του Βοημούνδου και αναγκάστηκε να υπογράψει μια ιδιαίτερα ταπεινωτική συνθήκη, με την οποία καθίστατο υποτελής (Βασάλος) του Αλέξιου, δέχτηκε Έλληνα Πατριάρχη στην Αντιόχεια και επέστρεψε μέρος της επικράτειάς του στο Βυζάντιο. Πικραμένος από τις αλλεπάλληλες αποτυχίες, ο Βοημούνδος παρέμεινε στη Ν. Ιταλία, όπου και πέθανε το 1111.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου