Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Η Σοφία των Αριθμών

«Πάντα κατ’ αριθμό γίγνονται»

Πυθαγόρας

Σύμφωνα με το Φιλόλαο (Στοβαίου, Εκλ. Ι, 8) η φύση των αριθμών είναι γνωμική, ηγεμονική και διδασκαλική, δηλαδή διαλογιζόμενοι και μεταχειριζόμενοι τους αριθμούς ως σύμβολα δυνάμεθα να αποκτήσουμε συνείδηση εννοιών εκτός των ορίων του ανθρωπίνου επιστητού.

Ο Πλωτίνος (Εννεάδες) θεωρεί, ότι εκ του πλήθους των αντικειμένων ο νους αντιλαμβάνεται την ποσότητα, την ποιότητα και την κατηγορία των αριθμών που παράγουν τις έννοιες και τις ιδέες.

Ο Αριστοτέλης (Μετά τα φυσικά 1081) προβαίνει στην απόδειξη ότι οι ιδέες είναι αριθμοί: «ει δε μη εισίν αριθμοί αι ιδέαι ουδ’ όλως οιόν τε αυτάς είναι, εκ τίνων γαρ έσονται αρχών αι ιδέαι».

Ο Πλάτων (Τίμαιος) αναφέρει, ότι ο αριθμός είναι το αίτιο της Παγκόσμιας Αρμονίας και της παραγωγής των Πάντων.

Ο Πλούταρχος μας πληροφορεί (Στοβαίος, ανθολ.), ότι ο Πυθαγόρας επέδειξε μεγάλη σπουδή προς τους αριθμούς. Τις γεννήσεις των ζώων, τις περιόδους κινήσεως των αστέρων, επιπλέον και τους θεούς ανήγε σε αριθμούς.

Ο Συριανός, διδάσκαλος του Πρόκλου και διάδοχος της Πλατωνικής Ακαδημίας (Αριστοτ. Μετά τα φυσικά), σχολιάζει ότι οι Πυθαγόρειοι ονόμαζαν τους αριθμούς ειδητικούς, ότι δηλαδή οι αριθμοί έχουν σημασία ενδεικτική του είδους, της ποιότητος και όχι μόνον της ποσότητος των όντων.

Ποιός όμως εισήγαγε στην ανθρώπινη διανόηση τη δοξασία ότι οι αριθμοί εκφράζουν ιδέες;
Ο Πρόκλος κάνει μνεία για τον «Ορφικόν ύμνον εις τους αριθμούς» (Προκλ. εις Πλάτωνος Πολιτεία ΙΙ 169,25) του οποίου ελάχιστα αποσπάσματα σώζονται σε διάφορους συγγραφείς. Όπως δε φαίνεται από τα σχόλια των συγγραφέων, πρώτος ο Ορφεύς αντιστοίχισε νοητές αρχές και αριθμούς αναγνωρίζοντας ότι με τους αριθμούς και τις ιδιότητές τους μπορεί να εκφράσει τις άρρητες πνευματικές αρχές.

Ο Συριανός γράφει χαρακτηριστικά, ότι οι Πυθαγόρειοι παρέλαβαν από τον Ορφέα τις θεολογικές αρχές των νοητών και νοερών αριθμών, τις επεξέτειναν στο μέγιστο και εξέφρασαν την κυριαρχία τους μέχρι και στα αισθητά αντικείμενα, είχαν δε πρόχειρο το απόφθεγμα «τα πάντα μοιάζουν σε αριθμό».

Ο Νεοπλατωνικός Ιάμβλιχος, στο πλήρες και συνοπτικό σύγγραμμά του «Θεολογούμενα της Αριθμητικής», αποκαλύπτει τη μυστική σημασία των αριθμών.

Ερευνώντας κάποιος τους αρχαίους συγγραφείς για τη σημασία των αριθμών από το 1 έως το 10 καταγράφει τα εξής:

Μ ο ν ά ς
(εκ του μένειν)

Κατά τον Ιωάννη τον Λυδό, ο Ορφεύς, αποκαλεί τον αριθμό 1 Αγυιέα δηλαδή αδιαίρετον. Αγυιεύς, ήταν ένα από τα επίθετα του Απόλλωνος. Επίσης ο Πλούταρχος και ο Πλωτίνος αναφέρουν ότι ο Πυθαγόρας ονόμαζε τη μονάδα Απόλλωνα.
Ακόμη ο Ιωάννης ο Λυδός αναφέρει, ότι ο Πυθαγόρας αποκαλούσε τη Μονάδα Υπεριονίδη, επίθετο και αυτό του Απόλλωνα.
Ο Νικόμαχος ο Γερασηνός διαβεβαιώνει, ότι ο θεός προσαρμόζεται προς τη Μονάδα, διότι υπάρχουν εν σπέρματι όλα τα όντα στη Φύση όπως αυτή στον Αριθμό.
Ο Φώτιος (κατά Νικομάχου) μας πληροφορεί, ότι οι Πυθαγόρειοι τη Μονάδα την αποκαλούσαν Νου.
Ο Αριστοτέλης και ο Αρχύτας την ονόμαζαν αρενόθηλυ, ο Ιάμβλιχος αίτιο της αλήθειας, ο Πρόκλος (Πλατ. Θεολογία) την ονόμαζε Ζεύς, ενώ ο
Εμπεδοκλής, ο Παρμενίδης και ο Σιμπλίκιος (Περί Ουρανού), Εστίαν ή πυρ εν τω κέντρω της Γής.
Τέλος , ο Ησύχιος αποκαλεί τη Μονάδα Πολυώνυμο, δηλαδή ότι είναι τα πάντα προ των πάντων.

Δ υ ά ς
(εκ του διιέναι, δηλαδή διαπερνάν και
εκ του διαπορεύεσθαι δηλαδή διαβαίνειν)

Ο Πλούταρχος αναφέρει, ότι ο Πυθαγόρας την αποκαλούσε Άρτεμις.
Ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος Ανατόλιος, διδάσκαλος του Ιάμβλιχου τη Δυάδα ονόμαζε κίνηση, γένεση, μεταβολή, διαίρεση.
Ο Πλάτων (Θεαίτητος) την ονόμαζε ύλη.
Ο Ιάμβλιχος Φύση, ο Νικόμαχος αίτιο της ανομοιότητος, ο Σιμπλίκιος χάος, ο Πρόκλος έρως.
Τέλος ο Συριανός αναφέρεται, ότι οι Πυθαγόρειοι αποκαλούσαν τη Δυάδα Τόλμη, επειδή πρώτα αυτή αποχωρίσθη από τη Μονάδα.

Τ ρ ι ά ς

Κατά τον Πλούταρχο, οι Πυθαγόρειοι παρομοίαζαν την Τριάδα με τον Άρη.
Ο Ερμείας (Ερμείας εις Πλατ. Φαίδρον), την ονόμαζε τέλειο αριθμό διότι η Τριάς περιλαμβάνει την αρχή, το μέσο και το τέλος.
Ο Ιωάννης ο Λυδός θεωρούσε, ότι η Τριάς άρχει δε όλους τους αριθμούς, φέροντας ως παράδειγμα την Ορφική αντίληψη για τις τρεις πρώτες αρχές της γεννήσεως, δηλαδή το ουράνιο, το επίγειο και εκείνο που υπάρχει μεταξύ τους.
Κατά τον Ανατόλιο επίσης είναι ο πρώτος τέλειος αριθμός και ονόμαζε την Τριάδα, πλήρης.
Κατά το Νικόμαχο η Τριάδα εκφράζει τη φιλία, την ειρήνη, την αρμονία, την ομόνοια και το γάμο, ενώ κατά τον Ιάμβλιχο, τη φρόνηση και τη σύνεση.
Ο Φώτιος (κατά Νικομάχου) αναφέρεται, ότι οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν την Τριάδα την αιτία της συμβουλής, της νόησης, της γέννησης, ως διδασκάλισσα της μουσικής, και ως διδάσκουσα τη γεωμετρία και την αστρονομία.
Ο Αριστοτέλης (Περί Ουρανού) θεωρεί, ότι η Τριάς είναι το αίτιον της αναλογίας διότι εκφράζει την αρχή, το μέσον και το τέλος.
Τέλος ο Πρόκλος αποκαλεί την Τριάδα, «τον πρώτο ενεργεία περιττό αριθμό» διότι ο αριθμός αυξάνεται περισσότερο δια πολλαπλασιασμού ή δια προσθέσεως.

Τ ε τ ρ ά ς

Κατά τον Πλούταρχο, αναπαριστά τον Ερμή, ενώ ο Πρόκλος (Προκλ. εις Πολιτ.) ονομάζει το θεό τετραυγέα, τετρακέρατον.
Ο Ερμείας αναφέρει, ότι ο Φάνης είναι Τετράς, ενώ ο Ορφέας θεωρεί ότι είναι το αίτιο της δημιουργίας. Ο Ολυμπιόδωρος επισφραγίζει την αντίληψη αυτή με την αναφορά του στα τέσσερα στοιχεία, πυρ, αήρ, ύδωρ και γη (Ολυμπ.εις Πλατ.Φαιδ.).
Στη συνέχεια ο Αριστοτέλης διέκρινε τα τέσσερα παράγωγά τους, δηλαδή, το θερμό, το ψυχρό, το υγρό και το ξηρό.
Ο Πυθαγόρας (Περί Θεών), αντιλαμβάνεται τέσσερις κλίμακες προς τη κατάκτηση της σοφίας: την αριθμητική, τη φυσική, τη γεωμετρία και την αστρονομία.
Ο Εμπεδοκλής και ο Πυθαγόρας θεωρούσαν ιερή την Τετρακτύ διότι προστιθέμενοι οι τέσσερεις πρώτοι αριθμοί 1+2+3+4 αθροίζουν τη Δεκάδα.
Ο Ιάμβλιχος παρατηρεί τις τέσσερεις εποχές του έτους, τις τέσσερεις βασικές αρετές και τους τέσσερεις ορίζοντες, ενώ ο Φιλόλαος (Περί Φύσεως) αναφέρει τις τέσσερεις αρχές του λογικού Ζώου, ήτοι τον εγκέφαλο, την καρδιά, τον ομφαλό και το γεννητικό όργανο.
Οι Πυθαγόρειοι ακόμα ονόμαζαν την Τετράδα, Κλειδούχο της Φύσεως, ο Ανατόλιος Δικαιοσύνη και ο Ιπποκράτης θεωρούσε, ότι η Τετράς μαζί με την Επτάδα συμμετέχουν σε όλη την κίνηση του Σύμπαντος.

Π ε ν τ ά ς

Κατά τον Πλούταρχο αναπαριστά το θεό Δία.
Κατά τον Πλάτωνα πέντε είναι τα στερεά σχήματα: η πυραμίς, ο κύβος, το οκτάεδρο, το δωδεκάεδρο και το εικοσάεδρο.
Κατά τον Ανατόλιο η Πεντάς πρώτη περιέλαβε τις αρχέτυπες μορφές όλων των αριθμών, δηλαδή του 2 του πρώτου άρτιου και του 3 του πρώτου περιττού.
Ο Νικόμαχος ο Γερασηνός αποκάλεσε τη Πεντάδα πρόνοια, ενώ ο Ιάμβλιχος νέμεσις.
Ο Μέγυλλος στο «Περί Αριθμών» έργο του ονομάζει την Πεντάδα τροποποίηση και αφιλονεικία.
Τέλος, πέντε είναι οι πλανήτες εκτός του Ήλιου και της Σελήνης, πέντε τα δάκτυλα, πέντε οι αισθήσεις (όραση, ακοή, όσφρηση, γεύση και αφή) και πέντε οι παράλληλοι κύκλοι στον ουρανό, ήτοι ο ισημερινός, ο θερινός, ο χειμερινός, ο αρκτικός και ο ανταρκτικός.

Ε ξ ά ς

Κατά τον Πλούταρχο την Εξάδα ο Πυθαγόρας την ονόμαζε Αφροδίτη, ωραιότητα και αρμονία.
Κατά τον Ιάμβλιχο, οι Πυθαγόρειοι ονόμαζαν την Εξάδα Ολομέλεια όπως και ο Ορφεύς, επειδή, το παν καθ’ ολοκληρία σύμφωνα με αυτήν έχει διαμερισθεί και αρμονικά υπάρχει.
Επίσης ο Πυθαγόρας την αποκαλούσε ένωση και ο Ορφεύς (σύμφωνα με τον Ιωάννη τον Λυδό) «γεννού ίλεως ένδοξε αριθμέ, πατέρα θεών, πατέρα ανθρώπων».
Ο Ανατόλιος θεωρεί την Εξάδα τον πρώτο τέλειο αριθμό, διότι μετρείται δια των μερών της, εφ’ όσον αποτελείται από τη μονάδα, τη δυάδα και την τριάδα.
Τέλος, ο Πλάτων και ο Αρισταίος ο Πυθαγόρειος συσχέτιζαν την εξάδα με την ψυχή και την αρμονία.

Ε π τ ά ς

Κατά τον Πλούταρχο οι Πυθαγόρειοι απεικόνιζαν στην Επτάδα την Αθηνά.
Ο Νικόμαχος ο Γερασινός την ονόμαζε αγέλη δηλαδή ομάς, ο Ιάμβλιχος σεβασμία, από τη σεπτάδα.
Ο Πρόκλος (Προκλ. εις Πλατ. Τιμ) αναφέρει, ότι «η Μονάς και η Επτάς είναι νοεροί αριθμοί και η μεν Μονάς είναι ακριβώς ο νούς, η δε Επτάς είναι το φως του νου. Γι αυτό και ο νους του Κόσμου είναι «μοναδικός και εβδομαδικός», όπως λέγει ο Ορφεύς.
Ο Ανατόλιος ονομάζει τον Επτά Αμήτωρ γιατί δεν προκύπτει εκ του διπλασιασμού ή πολλαπλασιασμού άλλου αριθμού.
Ο Ιάμβλιχος τον ονομάζει παρθένο και τελεσφόρο.
Ο Ιπποκράτης αναφέρει τις επτά περιόδους της ζωής του ανθρώπου: νήπιο, παιδί, έφηβος, νέος, ενήλικος, μεσήλικας και γέρων.
Επτά είναι οι μέρες της εβδομάδος. Επτά οι κινήσεις: πάνω, κάτω, εμπρός, πίσω, δεξιά, αριστερά και κυκλικά. Επτά οπές έχει το ανθρώπινο σώμα: 2 οφθαλμοί, 2 ώτα, 2 ρώθωνες και στόμα. Επτά είναι τα φωνήεντα της αλφαβήτου κ.λ.π.
Ιδιαιτέρως, σε θέματα ιατρικής είχαν ασχοληθεί με πολλές Επτάδες στο ανθρώπινο σώμα ο Ιπποκράτης, ο Στράτων ο Περιπατητικός και ο Διοκλής ο Καρύστιος.
Για τους Πυθαγόρειους ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο αριθμός 28 που του αποκαλούσαν τέλειο γιατί είναι το άθροισμα των αριθμών από το 1 έως το 7, αλλά και πολλαπλάσιος του 7.
Το ενδιαφέρον εγίνετο μεγαλύτερο με τη περίοδο της Σελήνης που αποτελείται από 28 ημέρες και τις τέσσερις φάσεις της, που η κάθε μία διαρκεί 7 ημέρες (4Χ7=28).

Ο κ τ ά ς

Κατά τον Πλούταρχο οι Πυθαγόρειοι καλούσαν τον 8 Ασφάλειος Ποσειδών.
Επίσης κατά τον Ιάμβλιχο η οκτάδα εκφράζει την ασφάλεια και κατά τον Φιλόλαο τον έρωτα, τη φιλία, τη σκέψη και τη φαντασία.
Άξιον σημειώσεως είναι οι παρατηρήσεις για τις 8 σφαίρες του Αλεξανδρινού αστροφυσικού και μαθηματικού Ερατοσθένη.

Ε ν ν ε ά ς

Κατά τον Πλούταρχο οι Πυθαγόρειοι ονόμαζαν την Εννεάδα Περσεφόνη.
Κατά τον Ιάμβλιχο, ο Ορφεύς και Πυθαγόρας την ονόμαζαν Κουρήτιδα ή Κόρη.
Επίσης ο Πρόκλος συσχετίζει την Εννεάδα με την Κουρητική Τάξη (Προκλ. Πλάτωνος Θεολογ.).
Ο Εννέα είναι ο μεγαλύτερος εντός της δεκάδος αριθμός και το τέλος μιας σειράς. Η λέξη ετυμολογικώς φαίνεται ότι αναφέρεται στην ενάδα (μονάδα) διότι συμπάσχει, με αυτήν και κρατεί το άλλο άκρο (της δεκάδος), έτσι έχει ονομασθεί εννεάς ως εάν να είναι ενάς κατά παραγωγή από τον 1 εντός του οποίου ενός, τα πάντα περιέχονται.
Ενδιαφέρον είναι ότι οι Μούσες ήταν εννέα.

Δ ε κ ά ς

Ο Πλούταρχος αναφέρει, ότι ο Πυθαγόρας αποκαλούσε τη Δεκάδα Παντέλεια.
Κατά τον Ιάμβλιχο (Θεολ.Αριθ.), οι Πυθαγόρειοι την ονόμαζαν Κόσμο, Ουρανό, Πάνα, Ειμαρμένη, Αιώνα, Κράτος, Ανάγκη κ.λ.π.
Κατά τον Ανατόλιο ονομάζεται κράτος και παντέλεια, διότι ο 10 περιέχει μέσα του πάσα δύναμη τόσο του άρτιου, όσο και του περιττού αριθμού, γιατί ο 10 γεννάται κατόπιν πολλαπλασιασμού αρτίου και περιττού αριθμού δηλαδή 2Χ5=10.
Ο Συριανός (Συριαν. εις Αριστ. Μεταφ.) παραθέτει τον «Ορφικό ύμνο για τον αριθμό» που αναφέρεται στη Δεκάδα και τη σχέση της με τη Μονάδα και την Τετράδα που αξίζει να αναφερθεί:
«από το άδυτο της αμίαντης μονάδος μπορεί κανείς να φτάσει στην πανίερη τετράδα, η οποία γέννησε τη μητέρα των πάντων που δέχεται τα πάντα, τη σεβαστή που έθεσε όρια περί τα πάντα, την αμετάτρεπτη και ακαταπόνητη, Δεκάδα ιερή αποκαλούν αυτή και οι αθάνατοι θεοί και οι γεννημένοι στη γη άνθρωποι».
Ο τρόπος με τον οποίο προκύπτει η Δεκάς από την Τετράδα δεν είναι άλλος από το άθροισμα 1+2+3+4=10, την ιερή τετρακτύ, των Πυθαγορείων, η οποία είναι Ορφικής προελεύσεως.
Η σημασία της δεκάδος είναι γνωστή ως η βάση του αριθμητικού μας συστήματος. Φαίνεται δε ότι το δεκαδικό σύστημα ακολουθούσαν και οι Ορφικοί, γιατί λέγεται πως ο Ορφέας ονόμαζε τη Δεκάδα «κλαδούχον», γιατί ως κλάδοι οι αριθμοί φυτρώνουν από αυτήν.

Ανακεφαλαιώνοντας,

Η Μονάς είναι ο Θεός, ο Νους, η Ενέργεια από την οποία προήλθε το παν.
Η Δυάς είναι η Ύλη αποτελούμενη από ύδωρ και γη, συμβολίζει δε την αντίθεση.
Η Τριάς είναι ο Χρόνος, ήτοι το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον και ο νόμος τη εκδηλώσεως.
Η Τετράς είναι ο Χώρος και ο Νόμος (η τάξη ή το θεμέλιο) του Κόσμου.
Το Πέντε συμβολίζει τη Ζωή στα έμβια όντα.
Το Έξι συμβολίζει τη Ψυχή στον ουρανό και επίγειο κόσμο.
Το Επτά παριστά το Νόμο της αναπτύξεως ή εξελίξεως.
Το Οκτώ συμβολίζει τον Ισορροπία.
Το Εννέα τον Περιορισμό και την Τελείωση.
Το Δέκα την Επανένωση και την Ολοκλήρωση.
Η λέξη αριθμός προέρχεται από το ρήμα αραρίσκω που σημαίνει συναρμόζω.
Ως ερευνητής του θέματος αυτού, κατερχόμενος στις αρχαίες πηγές προσπάθησα να συναρμόσω τους αρχαίους συγγραφείς για τη μυστική σημασία των αριθμών η οποία θεωρεί:
Ότι οι αριθμοί αποτελούν το θεμέλιο κάθε γνώσης για την γένεση και ανάπτυξη των όντων, καθώς και το κλειδί για την κατανόηση του Κόσμου, που «εγένετο κατ’ αριθμόν» και όχι «υπό τον αριθμόν», σύμφωνα με τον Πυθαγόρα.
Ο δε Υιός της Καλλιόπης στο Όρος Παγγαίον είπε: «Η ουσία του αριθμού είναι μεν αρχή προνοούσα για ολόκληρο τον Ουρανό και τη Γη και τη μεταξύ τους φύση, επιπλέον δε και η απαρχή της υπάρξεως και των θείων και των θεών και των δαιμόνων». (Ιαμβλ. Βίος Πυθαγ. 146-147.44, Τ.)

Η ΑΠΑΤΗ ΤΟΥ ΥΠΟΤΙΘΕΜΕΝΟΥ «ΧΡΗΣΜΟΥ» ΤΗΣ ΠΥΘΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΑΝΟ

Εφευρέθηκε από τον Βυζαντινό χρονογράφο Γ. Κεδρηνό 700 χρόνια αργότερα!


Γενιές και γενιές Ελλήνων μεγάλωσαν μαθαίνοντας από τα σχολικά εγχειρίδια της υποτιθεμένης «Ιστορίας», ότι η Πυθία με «χρησμό» προς τον αυτοκράτορα Ιουλιανό πιστοποίησε τάχα το τέλος του Αρχαίου Κόσμου.

Όπως αναφέρεται λοιπόν στα βιβλία «Ιστορίας» της Ελληνικής Εκπαίδευσης, κατά το έτος 361 εστάλη από τον Ιουλιανό στους Δελφούς ο φίλος του Ορειβάσιος, ιατρός από την Πέργαμο, για να προσπαθήσει να ανορθώσει το Μαντείο των Δελφών που βρισκόταν «σε πολύ άσχημη κατάσταση». Η Πυθία, για να του. δείξει πόσο. μάταιη ήταν η προσπάθεια ανόρθωσης του Μαντείου και κατ'επέκταση της Εθνικής Ελληνικής Θρησκείας, έδωσε υποτίθεται τον παρακάτω «χρησμό»:

«Είπατε τώ βασιλεί, χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά, ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην, ου μάντιδα δάφνην, ουδέ παγάν λαλέουσαν. Απέσβετο και το λάλον ύδωρ»,

δηλαδή:

«Πείτε στον βασιλιά, ότι στο χώμα κείτεται ο έντεχνος αυλός, ο Φοίβος δεν έχει πια κατοικία, ούτε δάφνη μαντική, ούτε πηγή ομιλούσα. Χάθηκε και το νερό που μιλούσε»

Ο παραπάνω «χρησμός» δεν μοιάζει βεβαίως με κανέναν από τους καταγεγραμμένους από την απώτατη αρχαιότητα χρησμούς του Μαντείου. Αποτελεί μάλλον αποτύπωση μίας πιθανής ή φανταστικής «κακής» κατάστασης στους Δελφούς του 4ου αιώνος. Θα μπορούσε κάποιος καλόπιστος ερευνητής να υποθέσει ότι πιθανώς να είναι μία υπαρκτή κραυγή αγωνίας της Πυθίας, που έβλεπε τα Ιερά να καταστρέφονται και να βεβηλώνονται, αν και ο ιστορικός μάλλον θα γελάσει με αυτή την εκδοχή, αφού την εποχή εκείνη το συγκεκριμένο Μαντείο, μολυσμένο από χριστιανικές ταφές εγγύς του Ναού του Απόλλωνος, ΔΕΝ χρησμοδοτούσε.

Η ιστορική αλήθεια για τον «χρησμό» είναι βεβαίως πολύ διαφορετική. Ο «χρησμός» εφευρέθηκε και καταγράφηκε από τον Βυζαντινό χρονογράφο Γεώργιο Κεδρηνό τον 11ο αιώνα, δηλαδή 700 χρόνια αργότερα!!! Φαίνεται πως ακόμη και τον 11ο αιώνα, παρά τις καταστροφές, διώξεις, λεηλασίες, σφαγές τόσων αιώνων, οι χριστιανοί δεν είχαν εξαφανίσει τους Εθνικούς. Η Ελληνική ψυχή ήταν ακόμα ζωντανή.

Ένα άλλο δεδομένο πάντως που δεν θα πρέπει να διαφεύγει από κανέναν λογικό άνθρωπο είναι επίσης το εξής: Οι χριστιανοί πρέσβευαν με πάθος πως τάχα η Μαντική Τέχνη των προγόνων μας ήταν μία «πλάνη». Παρόλα ταύτα, εκτός από τους απηνείς διωγμούς που οργάνωσαν επί αιώνες για να ξηλώσουν από προσώπου γης αυτή την «πλάνη», προσέδωσαν μέσω του Κεδρηνού σε αυτά τα υποτιθέμενα «τελευταία» «λόγια» της Πυθίας μεγάλη εγκυρότητα και βαρύτητα και τα χρησιμοποίησαν ως τρανταχτό τάχα επιχείρημα κατά των Εθνικών, επί αιώνες.

Επειδή λοιπόν και εμείς, ως Έλληνες κανονικοί, μάθαμε να αναλύουμε τον Κόσμο λογικά, θα ήθελα κάπου εδώ να θέσω σε πάντα ενδιαφερόμενο τον παρακάτω προβληματισμό:

Έστω ότι ο Χριστιανισμός δέχεται ειλικρινά την αλήθεια και βαρύτητα του εν λόγω «χρησμού». Τότε οφείλει να δέχεται και την σοβαρότητα και βαρύτητα ΟΛΩΝ των χρησμών που έδινε η Πυθία, γιατί είναι μάλλον παράλογο να χρησμοδότησε αυτή σε διάρκεια τριών περίπου χιλιετιών μία μόνο φορά σωστά, και αυτήν στον Ιουλιανό.

Έστω ότι ο Χριστιανισμός δεν δέχεται την αλήθεια και βαρύτητα κάθε χρησμού της Πυθίας. Άρα και ο «χρησμός» που υποτίθεται ότι αυτή έδωσε στον Ιουλιανό, είναι λανθασμένος. Άρα και ο Φοίβος έχει καλύβην και μάντιδα δάφνην!

Και έρχεται στη Λογική Επιστήμη η Ιστορική Επιστήμη να προσθέσει και αυτή το στοιχείο ότι ούτε το Μαντείο χρησμοδοτούσε επί Ιουλιανού, ούτε κανείς ήξερε για τέτοιον «χρησμό» έως τον 11ο αιώνα !!! 

Και όμως, όπως προείπαμε, γενιές και γενιές Ελλήνων μεγάλωσαν μαθαίνοντας από τα σχολικά εγχειρίδια της υποτιθεμένης «Ιστορίας», ότι η Πυθία με «χρησμό» προς τον αυτοκράτορα Ιουλιανό πιστοποίησε τάχα το τέλος του Αρχαίου Κόσμου...

Αθηνά - Η πάνσοφος Θεά

H Αθηνά ήταν η θεά που συμβόλιζε τη σοφία. Οι Έλληνες, ο πρώτος λαός που κατέκτησε τη λογική σκέψη και διατύπωσε καθολικούς νόμους για τη λειτουργία του σύμπαντος, έπλασαν μια θεά που προσωποποιούσε την εξυπνάδα και τη φρόνηση. Άλλωστε, ακόμη και ο τρόπος γέννησης της θεάς ήταν τέτοιος που μαρτυρούσε τις ιδιότητές της. Η γαλανομάτα κόρη ξεπήδησε από το κεφάλι του παντοδύναμου και πάνσοφου Δία

Τον καιρό που ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων ανατρεφόταν στην Κρήτη, χωρίς να το γνωρίζει ο Κρόνος, από τις Νύμφες του βουνού και τις Ωκεανίδες, ερωτεύτηκε τη Μήτιδα. Αυτή ήταν η πιο συνετή από όλες τις αδερφές της. Με τις συμβουλές της βοήθησε αποφασιστικά τον Δία να πάρει την τελική νίκη. Αυτή του έδωσε το μαγικό βοτάνι με το οποίο ο φοβερός παιδοφάγος αναγκάστηκε να βγάλει από το στομάχι του τους θεούς που είχε καταπιεί.

Η Μήτιδα ήταν η πρώτη σύζυγος του Δία ή σύμφωνα με άλλους η πρώτη ερωμένη του. Σε κάποιο γλέντι που έγινε στον Όλυμπο για να επισημοποιήσουν τη σχέση τους, ο Ουρανός και η Γη αποκάλυψαν στον εγγονό τους πως θα του χάριζε πρώτα μια κόρη και ύστερα ένα γιο, που θα γινόταν τόσο δυνατός, ώστε θα ονομαζόταν πρώτος των θεών. Ο χρησμός αυτός των προγόνων του τον έβαλε σε σκέψεις. Έτσι, όταν είδε τη γυναίκα του έγκυο, δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Γι' αυτό ζήτησε ένα βοτάνι από τη γιαγιά του που όποιος το έτρωγε γινόταν μικρός σαν το δάχτυλο. Η Γαία του έκανε τη χάρη και αυτός έτρεξε στη Μήτιδα και της το έδωσε να το καταπιεί, λέγοντας πως θα έκανε γερά παιδιά. Έτσι κι έγινε μα σε λίγο η Μήτιδα άρχισε να μικραίνει. Τότε ο Δίας άνοιξε το τεράστιο στόμα του και την κατάπιε. Κατέφυγε δηλαδή στο κόλπο του πατέρα του, αλλά ο ίδιος εξαφάνισε και τη σύζυγό του μαζί με το παιδί που είχε στην κοιλιά της. Ο Δίας από τη στιγμή που κατάπιε τη Μήτιδα κατέκτησε ολόκληρη τη σοφία του κόσμου. Ήξερε κάθε στιγμή ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό.

Ύστερα από λίγες μέρες άρχισε να τον ενοχλεί κάτι στο κεφάλι του. Ένιωθε σαν ένα μικρό σπαθί να αγγίζει απαλά το μυαλό του. Καθώς όμως ο καιρός περνούσε οι ενοχλήσεις έγιναν πιο έντονες και ο πόνος στο κεφάλι πολύ δυνατός. Ο Δίας βογκούσε από τους πόνους! όλες οι θεές προσπαθούσαν να τον καταπραΰνουν με μαγικά βότανα, αλλά τίποτε. Ούρλιαζε και χτυπιόταν καταγής, έτσι που ολόκληρος ο Όλυμπος αντιλαλούσε και σειόταν από τις σπαρακτικές του φωνές. Μια νύχτα που δεν άντεχε άλλο, κάλεσε τον Ήφαιστο να έρθει στο παλάτι του με το τεράστιο σφυρί του. Ο γιος του έφτασε μουντζουρωμένος και ιδρωμένος.

Μόλις τον είδε ο Δίας του είπε: - Γρήγορα Ήφαιστε, δώσε μια με το σφυρί σου στο κεφάλι μου για να με γλιτώσεις μια και καλή απ' αυτό το μαρτύριο. Ο θεϊκός σιδηρουργός κοντοστάθηκε, γούρλωσε τα μάτια του και αρνήθηκε να κάνει κάτι τέτοιο. Όμως ο Δίας δεν αστειευόταν. Οργισμένος απείλησε τον Ήφαιστο πως θα τον πετούσε για δεύτερη φορά από τον Όλυμπο. Τρομαγμένος ο νεαρός θεός σήκωσε το τεράστιο σφυρί και το κατέβασε μ' όλη του τη δύναμη στο κεφάλι του πατέρα του. Τότε μπροστά στα κατάπληκτα μάτια των Ολυμπίων ξεπετάχτηκε από το κεφάλι του Δία μια γαλανομάτα κόρη πάνοπλη. Κρατούσε ασπίδα, φορούσε περικεφαλαία και κουνούσε απειλητικά το δόρυ της. Ήταν η Αθηνά, πολεμική θεά μα και προστάτιδα της σοφίας κληρονόμησε την παντοδυναμία του πατέρα της και τη σύνεση της Μήτιδας.

Την ώρα της γέννησής της έβγαλε μια πολεμική κραυγή που έκανε τον Όλυμπο να σειστεί ολόκληρος και έφτασε ως τα πέρατα του κόσμου. Η γη τραντάχτηκε και η θάλασσα αναταράχτη,. πελώρια κύματα σηκώθηκαν απειλητικά και τη σκέπασαν. Ο Ήλιος σταμάτησε το ολόχρυσο άρμα του και παρακολουθούσε τη θεά μέχρι να βγάλει την πανοπλία της από το αδύναμο ακόμη κορμί της. Σε λίγο σταμάτησε η κοσμοχαλασιά που προκάλεσε η γέννηση της θεάς. Η φύση ολόκληρη γαλήνεψε. Ο Δίας, που απαλλάχτηκε από το φοβερό πονοκέφαλό του, ανακουφισμένος αντίκρισε τη νέα του κόρη και της χαμογέλασε. Αυτή σε λίγη ώρα μεγάλωσε και απέκτησε σ' όλη του την έκταση το θεϊκό της μεγαλείο. Οι θεοί έστησαν γλέντι για να καλωσορίσουν τη νέα τους σύντροφο. Το χορό έσυρε πρώτη η Αθηνά. Σύμφωνα μ' έναν άλλο μύθο που έλεγαν στην Κρήτη, η θεά γεννήθηκε στο νησί από ένα σύννεφο που χτύπησε ο Δίας με τον κεραυνό του. Άλλοτε πάλι έλεγαν πως ήταν κόρη του γίγαντα Πάλλαντα ή κόρη του Ποσειδώνα και της Τριτωνίδας. Πολλές φορές την ονόμαζαν Παλλάδα. Για το όνομα αυτό υπήρχε ο ακόλουθος μύθος.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής της μεγάλωσε με μια κοπέλα που ονομαζόταν Παλλάδα. Είχαν γίνει πολύ αγαπημένες φίλες. Μάθαιναν μαζί την πολεμική τέχνη και έπαιζαν αρκετά βίαια παιχνίδια. Μια μέρα που μάλωσαν, η Παλλάδα ήταν έτοιμη να χτυπήσει την Αθηνά. Όμως ο Δίας που τα έβλεπε όλα, φοβήθηκε για τη μικρή του κόρη και την προστάτεψε με την αιγίδα του. Η κοπέλα τρόμαξε όταν είδε να προσγειώνεται μπροστά της η τρομερή ασπίδα. Η μικρή θεά εκμεταλλεύτηκε την ταραχή της και τη χτύπησε θανάσιμα. Όταν κατάλαβε πως η φιλενάδα της είχε πεθάνει, τότε ξέσπασε σε απαρηγόρητο κλάμα. Για να τιμήσει τη νεαρή της φίλη, δημιούργησε ένα άγαλμα που της έμοιαζε και το τοποθέτησε δίπλα στον πατέρα της. Το άγαλμα ήταν ξύλινο και ονομάστηκε Παλλάδιο. Κάποτε όμως ο Δίας το πέταξε από τον Όλυμπο και αυτό έπεσε στην Τροία τον καιρό που χτιζόταν η πόλη. Το άγαλμα αυτό προστάτευε από τότε την περιοχή. Επειδή είχε πέσει στο ναό της Αθηνάς, ονόμασαν τη θεά Αθηνά-Παλλάδα.

Πολλές πόλεις στην αρχαιότητα υποστήριζαν πως είχαν Παλλάδια και πως απολάμβαναν την προστασία της.

Η Αθηνά είναι το πιο αγαπημένο παιδί του Δία και πέρασε ολόκληρη τη ζωή της αφοσιωμένη στον πατέρα της που τον υπεραγαπούσε. Πολύτιμη ήταν η βοήθειά της στη Γιγαντομαχία όπου σκότωσε και έγδαρε τον Πάλλαντα και καταπλάκωσε τον Εγκέλαδο με τη Σικελία. Μόνο αυτή έμεινε πλάι στον Δία, όταν ο φοβερός Τυφώνας όρμησε στον Όλυμπο. Μονάχα μια φορά συμμετείχε στη συνωμοσία της Ήρας, του Ποσειδώνα και του Απόλλωνα εναντίον του πατέρα της. Μα και τότε ήταν η μόνη που δε γνώρισε την οργή του Δία και έτσι η σχέση αγάπης και στοργής συνεχίστηκε χωρίς άλλα προβλήματα. Η Αθηνά αγαπούσε τις πολεμικές και τις καλές τέχνες και ασχολούνταν διαρκώς με αυτές. Δεν είχε καθόλου ερωτικές περιπέτειες και συμβόλιζε την αιώνια παρθενία. Γι' αυτό άλλωστε οι Αθηναίοι ονόμασαν το ναό της θεάς πάνω στην Ακρόπολη, Παρθενώνα.

Μόνο μια φορά λένε προσπάθησε να την ενοχλήσει ερωτικά ο Ήφαιστος, μα η θεά αντιστάθηκε παλικαρίσια. Από το σπέρμα του θεού που έπεσε στη γη γεννήθηκε ο Εριχθόνιος, ένας ονομαστός ήρωας της Αθήνας, που η θεά του συμπεριφερόταν σαν να ήταν γιος της. Άλλοι ισχυρίζονται πως ο Εριχθόνιος ήταν γιος της Γαίας που τον εμπιστεύτηκε στην Αθηνά να τον αναθρέψει. Λένε μάλιστα πως ο ήρωας καθιέρωσε τα Παναθήναια, τη σημαντικότερη γιορτή προς τιμή της Αθηνάς. Επίσης πίστευαν πως η θεά του δίδαξε να οδηγεί το τέθριππο, το άρμα δηλαδή που έσερναν τέσσερα άλογα. Πιο αγαπημένη της πόλη ήταν η Αθήνα, που πήρε και το όνομά της. Έλεγαν πως πρώτος έφτασε στην Αττική ο Ποσειδώνας. Αυτός χτύπησε με την τρίαινά του ένα βράχο της Ακρόπολης και αμέσως ανάβλυσε μια πηγή με αλμυρό νερό. Κατόπιν η Αθηνά, που διεκδικούσε κι αυτή την κυριαρχία και την προστασία του τόπου, φύτεψε μια ελιά. Τότε οι υπόλοιποι Ολύμπιοι μπήκαν κριτές στη διαμάχη των θεών και αποφάσισαν υπέρ της Αθηνάς.

Σύμφωνα μ' έναν άλλο μύθο κάποτε φύτρωσε στην Ακρόπολη μια ελιά και παραπέρα ανάβλυσε μια πηγή. Ο Κέκροπας που ήταν άρχοντας της περιοχής ζήτησε τη συμβουλή του μαντείου και πληροφορήθηκε πως το δέντρο αντιπροσώπευε την Αθηνά και η πηγή τον Ποσειδώνα. Τότε κάλεσε λαϊκή συνέλευση των ανδρών και των γυναικών. Όλοι οι άνδρες ψήφισαν υπέρ του Ποσειδώνα και όλες οι γυναίκες υπέρ της Αθηνάς. Όμως αυτές ήταν περισσότερες και έτσι η πόλη δόθηκε στη θεά. Ο Ποσειδώνας οργισμένος πλημμύρισε την περιοχή. Οι άνδρες, τότε, για να τιμωρήσουν τις γυναίκες, τις απαγόρευσαν να συμμετέχουν στις συνελεύσεις και να ψηφίζουν.

Αλλά η πιο κοινή εκδοχή του μύθου είναι η ακόλουθη. Οι θεοί είπαν στους αντίδικους ότι θα κέρδιζε την πόλη εκείνος που θα έκανε το πιο χρήσιμο δώρο στους κατοίκους. Τότε ο Ποσειδώνας χτύπησε την τρίαινά του στη γη και ξεπετάχτηκε ένα κατάλευκο άλογο.

Οι αθάνατοι θαύμασαν το δώρο αυτό, γιατί ήξεραν πόσο χρήσιμο ήταν στη γεωργία και στα άλλα επαγγέλματα. Αμέσως όμως η σοφή Αθηνά χτύπησε με το δόρυ της την αττική γη και φύτρωσε μια φουντωτή και αειθαλής ελιά. Τότε οι Ολύμπιοι αποφάσισαν πως ο καρπός του ευλογημένου δέντρου ήταν πιο χρήσιμος για τους ανθρώπους της περιοχής και έτσι έδωσαν τη νίκη στην Αθηνά.

Η Αθηνά, ως παρθενική θεά, δεν τα πήγαινε καλά με την Αφροδίτη, την προστάτιδα του έρωτα. Πολύ συχνά μάλωναν και λογοφέρνανε, ακόμη και μπροστά στον πατέρα τους, τον Δία. Αυτός πάντα προσπαθούσε να τις συμφιλιώσει. Φαίνεται όμως πως δεν τα κατάφερνε, όταν οι δυο θεές βρέθηκαν αντίπαλες στον Τρωικό πόλεμο, η Αθηνά δε δίστασε, μέσω του Διομήδη βέβαια, να χτυπήσει την Αφροδίτη και να την πληγώσει.

Η πολεμική θεά στάθηκε στο πλευρό πολλών γνωστών ηρώων της αρχαιότητας. Ένας από τους προστατευόμενούς της ήταν ο Ηρακλής. Από την πρώτη στιγμή που τον αντίκρισε η Αθηνά, τότε που ο θνητός ακόμα ήρωας έτρεξε στο πλευρό του Δία για να αντιμετωπίσει τους Γίγαντες, τον συμπάθησε. Με τις πολύτιμες συμβουλές της κατόρθωσε να εξοντώσει τον Αλκυονέα. Όμως και αργότερα, όταν ο Ευρυσθέας υπέβαλε τον Ηρακλή στη δοκιμασία των δώδεκα άθλων, τον βοήθησε. Του χάρισε τα κύμβαλα που ήταν έργο του θεϊκού τεχνίτη Ήφαιστου. Χτυπώντάς τα ο ήρωας τρόμαξε τις Στυμφαλίδες όρνιθες που πέταξαν από τις κρυμμένες φωλιές τους και έτσι τις σκότωσε με τα βέλη του. Για να την ευχαριστήσει της αφιέρωσε τα χρυσά μήλa των Εσπερίδων. Με τη βοήθεια της θεάς ο Περσέας κατάφερε να εξοντώσει τη Γοργόνα. Αυτή ήταν ένα τέρας που αντί για μαλλιά είχε φίδια και τα τρομερά της μάτια προκαλούσαν φριχτό πανικό σε όποιον τα αντίκριζε ή τον απολίθωναν. Ο ήρωας, όταν πήγε να αντιμετωπίσει το φριχτό τέρας, είχε μαζί του τη γυαλιστερή ασπίδα που του έδωσε η Αθηνά. Έτσι, ενώ είχε αλλού στραμμένο το βλέμμα του, παρακολουθούσε τη Γοργόνα που καθρεφτιζόταν πάνω στην ασπίδα και την αποκεφάλισε. Πρόσφερε το φοβερό κεφάλι της, που ακόμη και κομμένο διατηρούσε τις ιδιότητές του, στην Αθηνά. Η θεά τοποθέτησε το λεγόμενο "γοργώνειο" πάνω στην αιγίδα που της είχε κάνει δώρο ο πατέρας της. Μάζεψε το αίμα που πετάχτηκε από τις φλέβες του τέρατος και το έδωσε στον Ασκληπιό, ο οποίος το χρησιμοποίησε σαν γιατρικό. Άλλοι πάλι λένε πως έδωσε δυο σταγόνες αίματος στον Εριχθόνιο. Η μια προκαλούσε το θάνατο και η άλλη είχε θεραπευτικές ιδιότητες.

Ακόμη λένε πως όταν ο Περσέας αποκεφάλισε τη Γοργόνα, οι αδερφές της, η Σθενώ και η Ευρυάλη, που ήταν αθάνατες, τη θρήνησαν γοερά. Όμως αυτός ο θρήνος προερχόταν από τα φίδια που είχαν στα μαλλιά τους και όχι από τις ίδιες. Η Αθηνά προσπάθησε να βρει έναν τρόπο για να τον μιμηθεί. Πήρε λοιπόν το κόκαλο ενός μεγάλου ελαφιού που της είχαν θυσιάσει, άνοιξε κάποιες τρύπες και φυσούσε κατά διαστήματα μέσα στο καινούριο μουσικό όργανο που το ονόμασε φλογέρα. Ενθουσιασμένη έτρεξε στον Όλυμπο και έδειξε την εφεύρεσή της στους θεούς.

Η Ήρα και η Αφροδίτη όμως ξέσπασαν σε ειρωνικά γέλια. Η Αθηνά δεν μπορούσε να εξηγήσει τη συμπεριφορά τους και θύμωσε πάρα πολύ. Τότε της εξήγησαν πως καθώς έπαιζε τη φλογέρα φούσκωναν τα κόκκινα μάγουλά της, παραμορφωνόταν το πρόσωπό της και ήταν πολύ αστεία. Η θεά έτρεξε πεισμωμένη σ' ένα ρυάκι και καθρεφτίστηκε στα νερά του παίζοντας φλογέρα. Κατάλαβε πως οι θεές είχαν δίκιο που την ειρωνεύονταν και οργισμένη πέταξε το μουσικό όργανο.

ΑΘΗΝΑ Γιος της Γοργόνας και του Ποσειδώνα ήταν το φτερωτό άλογο Πήγασος. Ένας ήρωας, ο Βελλεροφόντης, ζήτησε κάποτε τη βοήθεια της Αθηνάς για να συλλάβει και να δαμάσει το άλογο. Μια νύχτα που ο ήρωας κοιμήθηκε στο ναό της, αυτή εμφανίστηκε στον ύπνο του και του χάρισε ένα χαλινάρι με το οποίο το δάμασε.

Η Αθηνά ήταν πολύ ντροπαλή με τους άντρες. Έτσι, κάποια μέρα που ο Τειρεσίας την είδε γυμνή να λούζεται στα νερά μιας λίμνης μαζί με τη Νύμφη Χαρικλώ, τον εκδικήθηκε χωρίς οίκτο. Με ένα απλό άγγιγμα των ματιών του τον έκανε τυφλό για όλη του τη ζωή. Η φιλενάδα της όμως την παρακαλούσε να τον ευσπλαχνιστεί. Επειδή δεν μπορούσε να πάρει πίσω μια θεϊκή απόφαση, ευνόησε διαφορετικά τον Τειρεσία. Καθάρισε τόσο καλά τα αυτιά του, ώστε μπορούσε να καταλάβει το κελάηδημα των πουλιών και του έδωσε ένα ραβδί που τον βοηθούσε να περπατάει όπως οι άνθρωποι που έβλεπαν. Από τότε ο Τειρεσίας έγινε ο πιο ξακουστός μάντης της αρχαιότητας.

Η πολεμική θεά είχε ενεργό δράση στον Τρωικό πόλεμο, όπου και προστάτευε την παράταξη των Ελλήνων κι αυτό γιατί ήταν εξοργισμένη από την κρίση του Πάρη για την ομορφότερη θεά. Αγαπημένοι της πολεμιστές ήταν ο Διομήδης, ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας. Στάθηκε στο πλάι τους σε όλες τις δύσκολες στιγμές. Όταν μάλιστα υπήρχε μεγάλος κίνδυνος, κατέφευγε σε θαύματα για να τους σώσει. Έκανε θεϊκή φωτιά να βγαίνει από την περικεφαλαία του Διομήδη και σκέπασε με πύρινο σύννεφο το κεφάλι του Αχιλλέα. Μάλιστα, στις πιο δύσκολες στιγμές μεταμορφωνόταν η ίδια σε Τρώα πολεμιστή και πήγαινε στις συγκεντρώσεις των αντίπαλων στρατηγών, δίνοντάς τους λανθασμένες συμβουλές. Αλλά και όταν υπήρχαν διχόνοιες και διαφωνίες στο στρατόπεδο των Ελλήνων, πάντοτε κατάφερνε να προλάβει τα χειρότερα, αυτή δεν άφησε τον Αχιλλέα να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα αν και τον είχε προσβάλει βαρύτατα.

Βοήθησε τον πολυμήχανο Οδυσσέα τόσο κατά τη διάρκεια του πολέμου όσο και κατά το δεκάχρονο ταξίδι της επιστροφής του. Στην Οδύσσεια, η Αθηνά παρεμβαίνει με μεταμορφώσεις. Παίρνει τη μορφή του Μέντορα και δίνει πολύτιμες συμβουλές και οδηγίες στον Τηλέμαχο. Στέλνει επίσης όνειρα. Εμφανίζεται στον ύπνο της Ναυσικάς και τη συμβουλεύει να πάει να πλύνει τα ρούχα της στο ποτάμι, τη μέρα που ο Οδυσσέας πλησιάζει στο νησί των Φαιάκων.

Προικίζει τον προστατευόμενό της με υπερφυσική ομορφιά για να γοητεύσει τη βασιλοπούλα και να τον φιλοξενήσει στο ανάκτορο του πατέρα της.

Σε άλλες περιπτώσεις ξεσηκώνει τον Δία να βοηθήσει τον Οδυσσέα. Με δική της παρέμβαση η Καλυψώ παίρνει εντολή να αφήσει ελεύθερο τον ήρωα και να του δώσει μέσο για να ξαναβγεί στο πέλαγος. Ο Ορέστης, ο γιος του Αγαμέμνονα, για να εκδικηθεί το φόνο του πατέρα του σκότωσε τη μητέρα του Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. Όμως οι Ερινύες, σκοτεινές θεότητες που τιμωρούσαν τους φονιάδες, καταδίωξαν τον Ορέστη, ο οποίος έφτασε στην Αθήνα και ζήτησε καταφύγιο στο ναό της θεάς. Τότε έγινε δικαστήριο στον Άρειο Πάγο για να κριθεί ο νεαρός μητροκτόνος, πρόεδρος ήταν η ίδια η θεά. Η ψηφοφορία έληξε με ισοπαλία, αλλά τελικά ο Ορέστης αθωώθηκε, γιατί η ψήφος της Αθηνάς, που ήταν αθωωτική, θεωρήθηκε διπλή. Από τότε θεσπίστηκε ο νόμος ότι η ισοψηφία στο δικαστήριο μετρούσε υπέρ του κατηγορουμένου.

Προστάτευε όλους γενικά τους τεχνίτες και τους βιοτέχνες. Η ίδια ήταν καταπληκτική υφάντρα. Κάποτε η Αράχνη, μια κοπέλα από τη Λυδία, που είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη στην τέχνη της υφαντικής, κάλεσε τη θεά σε διαγωνισμό. Αρχικά η θεά εμφανίστηκε στην κοπέλα μεταμορφωμένη σε γριά και τη συμβούλεψε να δείξει μετριοφροσύνη. Όμως η Αράχνη συνέχιζε να καυχιέται και η Αθηνά εκνευρισμένη πήρε την κανονική της μορφή και ο διαγωνισμός άρχισε. Η Παλλάδα παράστησε πάνω στο υφαντό της την καθημερινή ζωή των θεών και στις άκρες σκηνές που φανέρωναν την πανωλεθρία των θνητών, όταν δεν υπάκουαν τους αθάνατους. Η νεαρή Λυδή απεικόνισε στο ύφασμά της την ερωτική ζωή των θεών και ιδιαίτερα τις εξωσυζυγικές τους σχέσεις. Η Αθηνά δε βρήκε κανένα ψεγάδι στο έργο της Αράχνης όση ώρα κι αν το εξέταζε. Από το θυμό και τη ζήλια της τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο ζωύφιο που αδιάκοπα κλώθει και υφαίνει με την άκρη της κλωστής της.

Κάποτε η θεά είχε μια διένεξη με τον Απόλλωνα σχετικά με τη μαντική τέχνη. Είχε διδαχτεί από τις φτερωτές Νύμφες του Παρνασσού, τις Θρίες, να προλέγει το μέλλον από τις πέτρες που παράσερναν οι χείμαρροι. Όμως ο Φοίβος παραπονέθηκε στον Δία και αυτός αποφάσισε υπέρ του γιου του. Τότε η Αθηνά πέταξε χολωμένη τις πέτρες στην πεδιάδα και από τότε η περιοχή ονομάστηκε Θριάσιο πεδίο.

Η Αθηνά - Παλλάδα συμβόλιζε μερικά από τα πιο σημαντικά ιδεώδη του αρχαιοελληνικού πνεύματος. Συνδύαζε τη δύναμη και τη γενναιότητα με τη σύνεση και την εξυπνάδα. Αγαπημένα της σύμβολα ήταν η αιγίδα, το δόρυ, η κουκουβάγια και η ελιά.

Δημαινέτη και Τόξαρις: Η ψυχική συνεργασία που σώζει την Αθήνα

Ένα χρόνο μετά την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου (431 - 421πχ) ενσκήπτει λοιμός στην Αθήνα, οι επιπτώσεις του οποίου, όπως αναφέρει σχετικά ο Θουκυδίδης, επεκτάθηκαν σε μια χωρίς προηγούμενο καταστροφή, τόσο από άποψη θανάτων, όσο και από γενικής κατάπτωσης των ηθών και του πνεύματος. 

Ο λοιμός αναφέρουν οι πηγές είχε προηγηθεί στα νησιά του Αιγαίου και σε άλλες χώρες και οι θάνατοι ήταν πάρα πολλοί. Οι γιατροί αγνοούσαν την φύση της αρρώστιας και όσες φορές προσπαθούσαν να την αντιμετωπίσουν πέθαιναν και οι ίδιοι. 

Πρώτα εμφανίστηκε στην Αιθιοπία, μετά στην Λιβύη και την Περσική Αυτοκρατορία και τέλος έφτασε στην Αθήνα και στον Πειραιά. 

Τόσος ήταν ο τρόμος και ο πανικός που σκόρπισε που οι υγιείς δεν έπαιρναν καν προληπτικά μέτρα παρά περιμένανε υπομονετικά να τους προσβάλει η νόσος. Οι άταφοι έμεναν παρατημένοι στους δρόμους και τα πτηνά και τα τετράποδα όσα από αυτά τρέφονταν με ανθρώπινα πτώματα ψοφούσαν και αυτά. 

Στη γενική αυτή επιδημία που το ιστορικό της μνημονεύεται μόνο για την Αθήνα, προστέθηκε και το κακό της συγκέντρωσης του αγροτικού πληθυσμού στην πόλη. Τόσο οι Αθηναίοι όσο και οι νεοφερμένοι επιδίδονταν σε μιαρές πράξεις, λεηλασίες και εγκλήματα, έτσι ώστε η ηθική κατάπτωση έφτασε στο κατακόρυφο. 

Ο ιστορικός Θουκυδίδης που έζησε τα γεγονότα περιγράφει: 

"Αλλά και ο λοιμός έφερε και άλλες χειρότερες μορφές ανομίας στη πόλη. Γιατί πολλοί που πρώτα έκρυβαν την επίδοσή τους στις αθέμιτες ηδονές, επιδόθηκαν σε ακόμα χειρότερες, χωρίς καμιά επιφύλαξη. Δεν τους συγκρατούσε ούτε ο νόμος των θεών ούτε των ανθρώπων γιατί έκριναν πως μεταξύ ασέβειας και ευσέβειας δεν υπήρχε διαφορά στο θάνατο." 

Ωστόσο η κάθαρση επιτελέστηκε με όλες τις μορφές της, τόσο στην πόλη όσο και στους κατοίκους της, (υγειονομική ,σωματική, ψυχική) χάρη στις ψυχικές ιδιότητες της Δημαινέτης, γυναίκα του Αρεοπαγίτη Αρχιτέλη. 

Η Δημαινέτη είδε στον ύπνο της τον απόγονο των Υπερβόρειων, Σκύθη Ιατροφιλόσοφο Τόξαρι ο οποίος της υπενθύμισε το μέρος που είχε ταφεί και της συνέστησε να πάει να πει στους Αθηναίους, ότι θα απαλλαγούν από τον λοιμό όταν ραντίσουν την πόλη με κρασί. Μετά το τέλος του λοιμού οι Αθηναίοι καθιέρωσαν γιορτές και θυσίες στο τάφο του Τόξαρι που αποκαταστάθηκε στην μνήμη τους σαν Ήρωας-Σωτήρας, στον οποίο αφιέρωσαν ηρώο του στον δρόμο που οδηγούσε στην Ακαδημία. 

Αλλά εκτός από το ράντισμα της πόλης η ψυχοσωματική κάθαρση πρέπει να να οφείλεται και σε κάποιες άλλες επεμβάσεις του ψυχικού Τόξαρι, οι οποίες μνημονεύονται στα γραπτά του Λουκιανού. 

Ο Λουκιανός ως γνώστης των θρησκευτικών μεταρρυθμίσεων και έχοντας συναίσθηση της πνευματικής σύγχυσης της εποχής του (2ος μχ αι.) αναφέρει πως και τότε γίνονταν θυσίες στον Τόξαρι προς ανάμνηση της σωτήριας επέμβασης του. 

Σύμφωνα με τον Λουκιανό, ο λοιμός του 430 πχ αποσοβήθηκε είτε με τις αναθυμιάσεις του κρασιού που έχει αντισηπτικές ιδιότητες, είτε με την εφαρμογή κάποιων άλλων μέτρων που διέταξε ο Τόξαρις. Τα μέτρα αυτά πρέπει να έχουν κάποια σχέση με την πνευματική συγγένεια μεταξύ Απόλλωνα, Άβαρι και Τόξαρι. 

Ο Άβαρις μύστης του Υπερβόρειου φωτός που ενυπάρχει στο ανθρώπινο πνεύμα, υπήρξε ιερέας στο Ναό του Υπερβορείου Απόλλωνα, οδηγός του Ιπτάμενου "βέλους" και κάτοχος της ασκητικής διδασκαλίας και της κάθαρσης. Μέσα από τα στοιχεία αυτά το Απολλώνιο φως αναδύεται με το Ιδεώδες της εγκράτειας και της πνευματικής καθαρότητας. 

Απαλλαγμένος από το σωματικό βάρος αλλά και από το βάρος των Ρύπων του Πνεύματος, ο Άβαρις (α-βαρις -πλοίο και κιβωτός και α-βαρης: ο ελαφρός και κατά επέκτασιν ο Αγνός), καταπολέμησε έναν άλλον λοιμό στην Αθήνα, κατά την διάρκεια της τρίτης ολυμπιάδας, το 770 πχ εφαρμόζοντας μέτρα καθαριότητας σωστή διατροφή,φαρμακευτική περίθαλψη,τέλεση εξαγνιστικών θυσιών και παρακλητικών λιτανείων. Το επιστέγασμα ήταν η καθιέρωση ευχαριστήριων εορτών. 

Έτσι και ο Τόξαρις στο όνομα του οποίου κωδικοποιείται το τόξο του Απόλλωνα (το τόξο το ιερό) επεμβαίνει στην κάθαρση της πόλης και των κατοίκων της. 

Το χαρακτηριστικό της πνευματικής συγγένειας του Τόξαρι με τον Απόλλωνα είναι η επιτύμβια εγχάρακτη πλάκα στον τάφο του, όπου ο Απολλώνιος ψυχικός απεικονίζεται φέροντας στο αριστερό του χέρι το τόξο και στο δεξί το βιβλίο της γνώσης.

"ΙΕΡΑ ΑΔΩΝΙΑ", Δρώμενο και Αποσυμβολισμός

Ο Άδωνις είναι ένας ηλιακός ήρωας που λατρεύτηκε σαν θεός στη Μικρά Ασία στη Φοινίκη, στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Κάθε χρόνο πέθαινε και την άνοιξη ανασταινόταν, μαζί με τη φύση που την ίδια εποχή αναγεννιόταν.

Αλλά απ' ότι φαίνεται δεν ήταν ο μοναδικός. Την ίδια τύχη είχαν οι Ινδοί θεοί Κρίσνα και Βούδας Σακία, οι εσταυρωμένοι: Ταμμούζ της Συρίας, Βιτόμπα του Τελιγκονέζε, Ιάω του Νεπάλ, Χεσούς των Κελτών Δρυιδών, Κετσακοάλτ του Μεξικό, Κουιρίνους της Ρώμης, ο Θούλις της Αιγύπτου, ο Ίντρα του Θιβέτ, ο Άττις της Φρυγίας, ο Κρίτε της Χαλδαίας, ο Μπάλι της ασιατικής Ορίσσα, ο Μίθρα της Περσίας, ο Έλληνας εσταυρωμένος Προμηθέας και ας μην ξεχνάμε τον Ιδαίο Δία της Κρήτης που κάθε χρόνο γιορταζόταν ο θάνατος και η ανάστασή του στα Κρητικά μυστήρια και τέλος τον Διόνυσο που πεθαίνει σαν Διόνυσος Ζαγρέας για να αναστηθεί σαν Διόνυσος Ελευθερέας, σωτήρας και ελευθερωτής των ώριμων ψυχών.

Πρόκειται λοιπόν για τον ίδιο μύθο που διατρέχει την παγκόσμια ιστορία καλυμμένος με διαφορετικά ονόματα.

Σε ότι αφορά τον Άδωνι ο μύθος μας παραδίδει τα εξής:

Ο Κινύρας βασιλιάς της Κύπρου, όταν κάποτε η κόρη του έφτασε σε ηλικία γάμου την ρώτησε ποιόν άντρα επιθυμεί να νυμφευθεί.

Όμως η Μύρρα, «τιμωρημένη» απ' τη θεά Αφροδίτη για κάποιο ατόπημά της, είχε ήδη νιώσει στην καρδιά της άνομο έρωτα για τον ίδιο της τον πατέρα. Με τη βοήθεια της παραμάνας της μέθυσε τον Κινύρα και τον παρέσυρε στην ερωτική της κλίνη για δώδεκα ολόκληρες μέρες και νύχτες. Όταν ο Κινύρας συνήλθε από τη μέθη και συνειδητοποίησε την ανίερη ένωση με την ίδια του την κόρη, κυνήγησε τη Μύρρα για να τη σκοτώσει. Η Μύρρα έτρεξε μακριά για να γλυτώσει απ' το σπαθί του πατέρα της και κατέφυγε στα όρη. Εκεί η Αφροδίτη της δίνει τη λύτρωση μεταμορφώνοντάς τη στο φυτό σμύρνα. Όμως μέσα στα σπλάχνα της σάλευε ο καρπός της άνομης ένωσης με τον πατέρα της. Όταν το σπαθί την άγγιξε, ο κορμός του δέντρου άνοιξε στα δυο και ξεπετάχτηκε από μέσα ο Άδωνις, ενώ τα δάκρυα της Μύρρας μεταμορφώθηκαν σε μύρο ευωδιαστό.

Η Αφροδίτη έσπευσε να σώσει το μωρό και το παρέδωσε στις Νύμφες για να το αναθρέψουν. Στη συνέχεια το παρέδωσε μέσα σε Λάρνακα (εξ ου το όνομα της πόλης Λάρνακα της Κύπρου) στη Θεά Περσεφόνη για να ολοκληρώσει την ανατροφή του, με τη συμφωνία να της το παραδώσει όταν θα γινόταν δεκαοχτώ χρονών. Όταν η Περσεφόνη άνοιξε τη Λάρνακα θαμπώθηκε απ' το κάλλος και τη λάμψη του βρέφους και μυστικά αποφάσισε πως δεν θα τηρήσει τη συμφωνία.

Ο Άδωνις καθώς μεγάλωνε γινόταν όλο και πιο φωτεινός και πανέμορφος. Η Αφροδίτη ερωτεύτηκε το κάλλος του και ο λαμπερός Άδωνις λάτρεψε παράφορα την όμορφη θεά. Αλλά η Περσεφόνη αρνήθηκε να της τον δώσει πίσω και οι δύο θεές κατέληξαν στον πατέρα Δία για να λύσει τη διαφορά τους. Εκείνος έδωσε εντολή να μένει τέσσερις μήνες το χρόνο ο Άδωνις κοντά στην Περσεφόνη, τέσσερις μήνες κοντά στην Αφροδίτη και τους υπόλοιπους τέσσερις να διαθέτει το χρόνο του όπως επιθυμεί. Ο Άδωνις επέλεξε τους τέσσερις αυτούς μήνες να τους διαθέσει στην Αφροδίτη και στο θεϊκό ερωτά τους.

Οι δυο θεϊκοί εραστές ζούσαν τον περίλαμπρο έρωτά τους μέσα στα δάση μέχρι την αποφράδα εκείνη μέρα που ο αβροκόμης Άδωνις έπεσε νεκρός στη διάρκεια ενός κυνηγιού από το δάγκωμα κάποιου κάπρου. Από το αίμα που κύλησε απ' την πληγή του φύτρωσαν στη Μάνα Γη κόκκινα ρόδα και παπαρούνες.

Η Αφροδίτη έκλαψε και θρήνησε πικρά το νεαρό εραστή της. Απ' τα δάκρυά της ξεπήδησαν οι ανεμώνες. Με άφατο πόνο παρακάλεσε την Περσεφόνη να επιτρέψει στον Άδωνι να ανεβαίνει έξι μήνες στη γη. Η Περσεφόνη συμφώνησε κι από τότε ο Άδωνις έξι μήνες το χρόνο βρίσκεται στον Άδη και έξι μήνες κοντά στην αγαπημένη του, λυτρωμένος απ' το φάσμα του θανάτου.

Σε ανάμνηση του θανάτου και της ανάστασης του Άδωνι τελούνταν ετήσιες εορτές καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας. Οι γιορτές αυτές ήταν αλλού διήμερες, αλλού τριήμερες και σε κάποιες πόλεις εφταήμερες.

Οι πρώτες μέρες της γιορτής ήταν ημέρες πένθους και είχαν το όνομα «Αφανισμός». Λυσίκομες και γυμνόποδες γυναίκες περιέφεραν ομοίωμα του θεού, τελούσαν νεκρική τελετή και προσέφεραν στον αγαπημένο νεκρό, γλυκά από μέλι και λάδι, έρωτες και αγγεία όπου μερικές μέρες πριν είχαν σπείρει φακή, σιτάρι, κριθάρι, κεχρί και μαρούλια, τους επονομαζόμενους «Κήπους Αδώνιδος». Οι «κήποι» μετά το πέρας των δρώμενων τοποθετούνταν στις στέγες των σπιτιών, όπου αναπτύσσονταν γοργά με τη βοήθεια του ηλιακού φωτός. Καθ' όλη τη διάρκεια της πομπής έψαλλαν πένθιμους ύμνους τα λεγόμενα «αδωνίδια» με συνοδεία γίγγρας (είδος αυλού). Σπουδαίο δείγμα του τρόπου που θρηνούνταν ο Άδωνις, είναι ο «Επιτάφιος Αδώνιδος» του Βίωνος του Σμυρναίου, ένας θρήνος ηλικίας εικοσιενός αιώνων.

Στη συνέχεια οι γυναίκες πετούσαν το ομοίωμα του θεού σε λίμνες, πηγές ή ποτάμια. Μετά το πέρας των ημερών του θρήνου, γιόρταζαν την ανάσταση του θεού με ευωχία και οινοποσία, μέσα σε γενικό κλίμα χαράς. Οι αναστάσιμες ημέρες είχαν το όνομα «Εύρεσις».

Τα Αδώνια επιβιώνουν μέχρι τις μέρες μας στο θρήνο της Μ. Παρασκευής, στην Αναστάσιμη ακολουθία και σε όλα τα έθιμα που ο χριστιανισμός θέλησε να μας πείσει πως είναι δικά του: αναστάσιμα κεριά, κόκκινα αβγά (ορφικό σύμβολο), κουλούρια, σμύρνα που οι μάγοι πρόσφεραν στον Ιησού κλπ.

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά στην Ορφική παράδοση και τον αποσυμβολισμό που επιχειρείται μέσα απ' αυτή στα μυστήρια του Αδώνιδος, στα μυστήρια του θανάτου και της Ανάστασης.

Σύμφωνα με την Ορφική θεολογία, η περίοδος του χειμερινού ηλιοστασίου είναι η εποχή της γέννησης του Διονύσου Ζαγρέως, του ελευθερωτή των ανθρωπίνων ψυχών από τον Άδη. Μετά την χειμερινή τροπή ετελείτο η δεύτερη μύηση των Ορφικών (η πρώτη μύηση όπου αποκαλύπτονταν στον μυούμενο τα μυστικά της μάνας Γης, ετελείτο μετά την Φθινοπωρινή Ισημερία).

Ο χρόνος από τη δεύτερη μύηση μέχρι την Εαρινή ισημερία ήταν, κατά τους Ορφικούς, η περίοδος που έπρεπε ο μυούμενος να εκδηλώσει το σπόρο της Ορφικής ιδεολογίας, που είχε ριφθεί στην διάνοιά του.

Η Εαρινή ισημερία του ήλιου, κατά την οποία κυρίως ετελούντο και τα Αδώνια, συμβολίζει το θάνατο των παθών της τιτανικής φύσης της ανθρώπινης ψυχής και την πνευματική της αναγέννηση. Τότε ετελείτο η Τρίτη μύηση στα ορφικά μυστήρια. Οι Ορφικοί συμβόλιζαν την εαρινή ισημερία με το θάνατο (μεταμόρφωση) του Διόνυσου Ζαγρέως και την εκ νέου γέννησή του απ' τη φύση του Διός, ως Διονύσου του Άνθιου. Αυτός στην πορεία μεταμορφώνεται στο Διόνυσο τον Ελευθερέα, το σωτήρα και ελευθερωτή των ανθρώπινων ψυχών από τον Άδη της υλικής τους φύσης.

Είναι αυτή η θαυμάσια θέαση του κόσμου απ' την ορφική θεολογία, η γεμάτη ελπίδα και προσδοκία για πνευματική αναγέννηση των ανθρωπίνων ψυχών που τρέφονται στα ιερά νάματα της ελληνικής μυστηριακής παράδοσης, που μας δονεί στα κατάβαθα του είναι, καθώς καλά γνωρίζουμε πως υπάρχει δρόμος σωτηρίας. Ο δρόμος της επιστροφής στον μυστηριακό ορίζοντα που κατείχαμε και απωλέσαμε μαζί με την αλήθεια.

Κλασικά κείμενα Επικούρειας Φιλοσοφίας: Επίκουρος - Κύριες Δόξες

Ο Διογένης Λαέρτιος, ιστοριογράφος των φιλοσόφων της αρχαιότητας, συνέγραψε τον 3ο αιώνα της νέας χρονολόγησης το έργο “Βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων και των εκάστη αιρέσει αρεσκόντων εν επιτόμω συναγωγή” το οποίο σώζεται ακέραιο ως τις ημέρες μας. Το έργο αναφέρεται για λόγους συντομίας ως “Βίοι φιλοσόφων” και αναπτύσσεται σε 10 βιβλία. Το 10ο βιβλίο περιέχει τον Βίο του Επίκουρου. Εκτός των βιογραφικών στοιχείων του Επίκουρου παραθέτει τρεις επιτομικές επιστολές και τις “Κύριες Δόξες” όπου υπάρχει συμπυκνωμένη η φιλοσοφία του.

ΚΥΡΙΑΙ ΔΟΞΑΙ
ΚΥΡΙΕΣ ΔΟΞΕΣ

I.(1) Τὸ μακάριον καὶ ἄφθαρτον οὔτε αὐτὸ πράγματα ἔχει οὔτε ἄλλῳ παρέχει, ὥστε οὔτε ὀργαῖς οὔτε χάρισι συνέχεται· ἐν ἀσθενεῖ γὰρ πᾶν τὸ τοιοῦτον.
[ἐν ἄλλοις δέ φησι τοὺς θεοὺς λόγῳ θεωρητούς, οὓς μὲν κατ' ἀριθμὸν ὑφεστῶτας, οὓς δὲ καθ' ὁμοείδειαν ἐκ τῆς συνεχοῦς ἐπιρρύσεως τῶν ὁμοίων εἰδώλων ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἀποτετελεσμένων, ἀνθρωποειδεῖς][ΣΧΟΛΙΟΝ].
I.(1) Το μακάριο και το άφθαρτο ον (ο Θεός) ούτε το ίδιο έχει έγνοιες, ούτε σε άλλον δημιουργεί. Κατά συνέπεια, ούτε οργίζεται ούτε κάνει χάρες. Διότι αυτά είναι γνωρίσματα ασθενούς όντος. [1]
[Σε άλλα σημεία λέει ότι οι θεοί γίνονται αντιληπτοί με τον νου, ότι άλλοι μεν υφίστανται κατ' αριθμόν(δηλ. ως ατομικότητες), άλλοι δε κατά την ομοιότητά τους, ότι σχηματίσθηκαν από την συνεχή (προσθετική) ροή των ομοίων ειδώλων που καταλήγουν στο ίδιο σημείο, (και) ότι είναι ανθρωπόμορφοι..][ΣΧΟΛΙΟΝ]. [2]

II.(2) Ὁ θάνατος οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς· τὸ γὰρ διαλυθὲν ἀναισθητεῖ· τὸ δ' ἀναισθητοῦν οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς.
II.(2) Ο θάνατος δεν είναι τίποτε για μας γιατί αυτό που αποσυντίθεται δεν έχει αισθήσεις και ό,τι είναι χωρίς αισθήσεις δεν είναι τίποτε για μας.

III.(3) Ὅρος τοῦ μεγέθους τῶν ἡδονῶν ἡ παντὸς τοῦ ἀλγοῦντος ὑπεξαίρεσις. ὅπου δ' ἂν τὸ ἡδόμενον ἐνῇ, καθ' ὃν ἂν χρόνον ᾖ, οὐκ ἔστι τὸ ἀλγοῦν ἢ τὸ λυπούμενον ἢ τὸ συναμφότερον.
III.(3) Το όριο του μεγέθους των ηδονών είναι η εξάλειψη του κάθε πόνου. Όπου και για όσο χρόνο υπάρχει η ηδονή, δεν υπάρχει ο πόνος ή η λύπη ή και τα δυο μαζί.

IV.(4) Οὐ χρονίζει τὸ ἀλγοῦν συνεχῶς ἐν τῇ σαρκί, ἀλλὰ τὸ μὲν ἄκρον τὸν ἐλάχιστον χρόνον πάρεστι, τὸ δὲ μόνον ὑπερτεῖνον τὸ ἡδόμενον κατὰ σάρκα οὐ πολλὰς ἡμέρας συμμένει. αἱ δὲ πολυχρόνιοι τῶν ἀρρωστιῶν πλεονάζον ἔχουσι τὸ ἡδόμενον ἐν τῇ σαρκὶ ἤπερ τὸ ἀλγοῦν.
IV.(4) Δεν διαρκεί συνεχώς ο σωματικός πόνος, αλλά ο μεν ακρότατος πόνος διαρκεί ελάχιστα, ο δε πόνος που υπερβαίνει την ηδονή του σώματος δεν διαρκεί πολλές ημέρες. Οι δε πολυχρόνιες αρρώστιες έχουν πλεονάζουσες τις ηδονές έναντι των πόνων στο σώμα .

V.(5) Οὐκ ἔστιν ἡδέως ζῆν ἄνευ τοῦ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως, <οὐδὲ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως> ἄνευ τοῦ ἡδέως. ὅτῳ δὲ τοῦτο μὴ ὑπάρχει ἐξ οὗ ζῆν φρονίμως, καὶ καλῶς καὶ δικαίως ὑπάρχει, οὐκ ἔστι τοῦτον ἡδέως ζῆν.
V.(5) Δεν μπορεί να είναι η ζωή ευχάριστη δίχως να ζούμε με φρόνηση, καλώς και με δικαιοσύνη. Ούτε να ζούμε με φρόνηση, καλώς και με δικαιοσύνη χωρίς να είναι ευχάριστη η ζωή. Όταν δεν υπάρχει αυτό, ούτε να ζούμε με φρόνηση, καλώς και με δικαιοσύνη υπάρχει και δεν μπορεί αυτό να είναι ευχάριστη ζωή.

VI.(6) Ἕνεκα τοῦ θαρρεῖν ἐξ ἀνθρώπων, ἦν κατὰ φύσιν [ἀρχῆς καὶ βασιλείας] ἀγαθόν, ἐξ ὧν ἄν ποτε τοῦτο οἷός τ' ᾖ παρασκευάζεσθαι.
VI.(6) Με σκοπό την απόκτηση ασφάλειας απέναντι στους ανθρώπους, υπήρχε (πάντα) το φυσικό αγαθό της κυριαρχίας και της βασιλείας, μέσω των οποίων (κάποιος) μπορούσε κάποτε να το καταφέρει αυτό.

VII.(7) Ἔνδοξοι καὶ περίβλεπτοί τινες ἐβουλήθησαν γενέσθαι, τὴν ἐξ ἀνθρώπων ἀσφάλειαν οὕτω νομίζοντες περιποιήσεσθαι. ὥστ' εἰ μὲν ἀσφαλὴς ὁ τῶν τοιούτων βίος, ἀπέλαβον τὸ τῆς φύσεως ἀγαθόν· εἰ δὲ μὴ ἀσφαλής, οὐκ ἔχουσιν οὗ ἕνεκα ἐξ ἀρχῆς κατὰ τὸ τῆς φύσεως οἰκεῖον ὠρέχθησαν.
VII.(7) Ένδοξοι και περίβλεπτοι κάποιοι θέλησαν να γίνουν νομίζοντας ότι έτσι θα εξασφαλιστούν από τους άλλους ανθρώπους. Αν η ζωή αυτών των ανδρών είναι πραγματικά ασφαλής, έχουν αποκτήσει το φυσικό αγαθό. Αν, όμως, δεν είναι ασφαλής, δεν έχουν εξ αιτίας του αξιώματός τους αυτό το οποίο αποζήτησαν από την φύση τους.

VIII.(8) Οὐδεμία ἡδονὴ καθ' εαυτήν κακόν· ἀλλὰ τὰ τινῶν ἡδονῶν ποιητικὰ πολλαπλασίους ἐπιφέρει τὰς ὀχλήσεις τῶν ἡδονῶν.
VIII.(8) Καμία ηδονή δεν είναι κακή η ίδια. Ωστόσο τα αποτελέσματα μερικών ηδονών επιφέρουν πολύ περισσότερες ενοχλήσεις παρά ηδονές.

IX.(9) Εἰ κατεπυκνοῦτο πᾶσα ἡδονή, καὶ χρόνῳ καὶ περὶ ὅλον τὸ ἄθροισμα ὑπῆρχεν ἢ τὰ κυριώτατα μέρη τῆς φύσεως, οὐκ ἄν ποτε διέφερον ἀλλήλων αἱ ἡδοναί.
IX.(9) Εάν κάθε ηδονή συμπυκνωνόταν και τοπικά και χρονικά το ίδιο σ’ όλο μας το σώμα ή τουλάχιστον στα κυριότερα μέρη του, δεν θα ήταν διαφορετικές μεταξύ τους οι ηδονές.

X.(10) Εἰ τὰ ποιητικὰ τῶν περὶ τοὺς ἀσώτους ἡδονῶν ἔλυε τοὺς φόβους τῆς διανοίας τούς τε περὶ μετεώρων καὶ θανάτου καὶ ἀλγηδόνων, ἔτι τε τὸ πέρας τῶν ἐπιθυμιῶν ἐδίδασκεν, οὐκ ἄν ποτε εἴχομεν ὅ τι μεμψαίμεθα αὐτοῖς πανταχόθεν ἐκπληρουμένοις τῶν ἡδονῶν καὶ οὐθαμόθεν οὔτε τὸ ἀλγοῦν οὔτε τὸ λυπούμενον ἔχουσιν, ὅπερ ἐστὶ τὸ κακόν.
X.(10) Εάν οι πράξεις των ασώτων που φέρνουν σ’ αυτούς ηδονές, έδιωχναν τους φόβους που μας κάνουν όλους μας να νοιαζόμαστε και για τα ανεξήγητα στον ουρανό και για τον θάνατο και για τους πόνους, και εάν μας δίδασκαν τα όρια των επιθυμιών, τότε δεν θα μπορούσαμε να τους κατηγορήσουμε ποτέ για κάτι, επειδή θα ικανοποιούσαν από παντού τις ηδονές και από πουθενά δεν θα είχαν τον πόνο ή την λύπη, που αυτό ακριβώς είναι το κακό.

XI.(11) Εἰ μηθὲν ἡμᾶς αἱ τῶν μετεώρων ὑποψίαι ἠνώχλουν καὶ αἱ περὶ θανάτου, μή ποτε πρὸς ἡμᾶς ᾖ τι, ἔτι τε τὸ μὴ κατανοεῖν τοὺς ὅρους τῶν ἀλγηδόνων καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν, οὐκ ἂν προσεδεόμεθα φυσιολογίας.
XI.(11) Εάν δεν μας ενοχλούσαν καθόλου οι υποψίες μας σχετικά με τα επουράνια και με τον θάνατο, μήπως έχουν ή μήπως δεν έχουν κάποια σχέση με μας, και ακόμη αν δεν μας ενοχλούσε το ότι δεν κατανοούμε τα όρια των πόνων και των επιθυμιών, δεν θα είχαμε ανάγκη την φυσιολογία.

XII.(12) Οὐκ ἦν τὸ φοβούμενον λύειν ὑπὲρ τῶν κυριωτάτων μὴ κατειδότα τίς ἡ τοῦ σύμπαντος φύσις, ἀλλ' ὑποπτευόμενόν τι τῶν κατὰ τοὺς μύθους· ὥστε οὐκ ἦν ἄνευ φυσιολογίας ἀκεραίους τὰς ἡδονὰς ἀπολαμβάνειν.
XII.(12) Δεν είναι δυνατόν να διαλύει κανείς τους φόβους για τα πιο σημαντικά φαινόμενα όταν δεν γνωρίζει ποια είναι η φύση του σύμπαντος αλλά ερμηνεύει τις υποψίες του για κάτι σύμφωνα με τους μύθους. Επομένως δίχως την μελέτη της φύσης δεν είναι δυνατόν να απολαμβάνει κανείς ακέραιες τις ηδονές.

XIII.(13) Οὐθὲν ὄφελος ἦν τὴν κατ' ἀνθρώπους ἀσφάλειαν κατασκευάζεσθαι τῶν ἄνωθεν ὑπόπτων καθεστώτων καὶ τῶν ὑπὸ γῆς καὶ ἁπλῶς τῶν ἐν τῷ ἀπείρῳ.
XIII.(13) Κανένα όφελος δεν υπάρχει στο να επιδιώκει κάποιος την ασφάλειά του έναντι των άλλων ανθρώπων, ενώ εξακολουθούν να είναι σ' αυτόν ύποπτα τα φαινόμενα πάνω και κάτω από την γη και γενικά στο άπειρο.

XIV.(14) Τῆς ἀσφαλείας τῆς ἐξ ἀνθρώπων γενομένης μέχρι τινὸς δυνάμει τε ἐξερειστικῇ καὶ εὐπορίᾳ εἰλικρινεστάτη γίνεται ἡ ἐκ τῆς ἡσυχίας καὶ ἐκχωρήσεως τῶν πολλῶν ἀσφάλεια.
XIV.(14) Την ασφάλεια έναντι των άλλων ανθρώπων που μέχρι κάποιο σημείο την επιτυγχάνουμε με την δύναμη και την ευπορία, την καθιστούμε ξεκάθαρη με την ήσυχη ζωή και την αναχώρηση από το πλήθος.

XV.(15) Ὁ τῆς φύσεως πλοῦτος καὶ ὥρισται καὶ εὐπόριστός ἐστιν· ὁ δὲ τῶν κενῶν δοξῶν εἰς ἄπειρον ἐκπίπτει.
XV.(15) Ο πλούτος της φύσης και ορίζεται και ευκολοαπόκτητος είναι, ενώ αυτός της κενοδοξίας εκτείνεται στο άπειρο.

XVI.(16) Βραχέα σοφῷ τύχη παρεμπίπτει, τὰ δὲ μέγιστα καὶ κυριώτατα ὁ λογισμὸς διῴκηκε καὶ κατὰ τὸν συνεχῆ χρόνον τοῦ βίου διοικεῖ καὶ διοικήσει.
XVI.(16) Λίγα στον σοφό η τύχη προσθέτει, τα δε μέγιστα και κυριώτατα ο λογισμός τα έχει διοικήσει και καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου τα διοικεί και θα τα διοικήσει.

XVII.(17) Ὁ δίκαιος ἀταρακτότατος, ὁ δ' ἄδικος πλείστης ταραχῆς γέμων.
XVII.(17) Ο δίκαιος είναι απόλυτα ατάραχος, ενώ ο άδικος είναι γεμάτος με την μέγιστη ταραχή.

XVIII.(18) Οὐκ ἐπαύξεται ἐν τῇ σαρκὶ ἡ ἡδονὴ ἐπειδὰν ἅπαξ τὸ κατ' ἔνδειαν ἀλγοῦν ἐξαιρεθῇ, ἀλλὰ μόνον ποικίλλεται. τῆς δὲ διανοίας τὸ πέρας τὸ κατὰ τὴν ἡδονὴν ἀπεγέννησεν ἥ τε τούτων αὐτῶν ἐκλόγισις καὶ τῶν ὁμογενῶν τούτοις ὅσα τοὺς μεγίστους φόβους παρεσκεύαζε τῇ διανοίᾳ.
XVIII.(18) Δεν επαυξάνεται η ηδονή της σάρκας άπαξ και πάψει το άλγος της στέρησης, αλλά μόνο λαμβάνει ποικίλες μορφές (ποικίλλεται). (1) Η εκλογίκευση όλων εκείνων των πραγμάτων και των παρόμοιών τους, που προκαλούν τους πιο μεγάλους φόβους στον νου, δημιουργεί το όριο της ηδονής της διάνοιας. (2)

XIX.(19) Ὁ ἄπειρος χρόνος ἴσην ἔχει τὴν ἡδονὴν καὶ ὁ πεπερασμένος, ἐάν τις αὐτῆς τὰ πέρατα καταμετρήσῃ τῷ λογισμῷ.
XIX.(19) Ο άπειρος χρόνος έχει ίση ηδονή με τον πεπερασμένο, εάν καταμετρήσουμε τα όριά της με την λογική κρίση (λογισμό).

XX.(20) Ἡ μὲν σὰρξ ἀπέλαβε τὰ πέρατα τῆς ἡδονῆς ἄπειρα, καὶ ἄπειρος αὐτὴν χρόνος παρεσκεύασεν. ἡ δὲ διάνοια τοῦ τῆς σαρκὸς τέλους καὶ πέρατος λαβοῦσα τὸν ἐπιλογισμὸν καὶ τοὺς ὑπὲρ τοῦ αἰῶνος φόβους ἐκλύσασα τὸν παντελῆ βίον παρεσκεύασεν, καὶ οὐθὲν ἔτι τοῦ ἀπείρου χρόνου προσεδεήθη, ἀλλ' οὔτ' ἔφυγε τὴν ἡδονήν, οὔθ' ἡνίκα τὴν ἐξαγωγὴν ἐκ τοῦ ζῆν τὰ πράγματα παρεσκεύαζεν, ὡς ἐλλείπουσά τι τοῦ ἀρίστου βίου κατέστρεψεν.
XX.(20) Η σάρκα έλαβε (από την φύση) άπειρα τα όρια της ηδονής και άπειρος χρόνος (χρειάζεται) για να την κατακτήσει. Η διάνοια όμως αφού με τη λογική κατανόησε τον σκοπό και τα όρια της σάρκας και αφού διέλυσε τους φόβους της αιωνιότητας, προετοίμασε τον τέλειο βίο και ουδόλως έχει ανάγκη πλέον τον άπειρο χρόνο, αλλά ούτε αποφεύγει την ηδονή, και ούτε όταν τα πράγματα οδηγούν στην έξοδο από τη ζωή θεωρεί αυτό καταστροφικό σαν να της λείψει κάτι από τον άριστο βίο.

XXI.(21) Ὁ τὰ πέρατα τοῦ βίου κατειδὼς οἶδεν, ὡς εὐπόριστόν ἐστι τὸ <τὸ> ἀλγοῦν κατ' ἔνδειαν ἐξαιροῦν καὶ τὸ τὸν ὅλον βίον παντελῆ καθιστάν· ὥστε οὐδὲν προσδεῖται πραγμάτων ἀγῶνας κεκτημένων.
XXI.(21) Όποιος έχει κατανοήσει τα όρια της ζωής, γνωρίζει καλά πόσο εύκτητα είναι όλα εκείνα που διώχνουν τον πόνο της στέρησης και καθιστούν τέλεια την ζωή στο σύνολό της. Έτσι, δεν έχει ανάγκη από πράγματα που αποκτούνται με αγώνες.

XXII.(22) Τὸ ὑφεστηκὸς δεῖ τέλος ἐπιλογίζεσθαι καὶ πᾶσαν τὴν ἐνάργειαν, ἐφ' ἣν τὰ δοξαζόμενα ἀνάγομεν· εἰ δὲ μή, πάντα ἀκρισίας καὶ ταραχῆς έσται μεστά.
XXII.(22) Πρέπει να συλλογιζόμαστε τον ουσιαστικό σκοπό της ζωής και όλη την φανερή αλήθεια της, που πάνω σ’ αυτήν στηρίζουμε αυτά που νομίζουμε σωστά. Ειδάλλως, τα πάντα θα είναι γεμάτα από λάθος κρίσεις και από ταραχή.

XXIII.(23) Εἰ μάχῃ πάσαις ταῖς αἰσθήσεσιν, οὐχ ἕξεις οὐδ' ἃς ἂν φῇς αὐτῶν διεψεῦσθαι πρὸς τί ποιούμενος τὴν ἀναγωγὴν κρίνῃς.
XXIII.(23) Εάν μάχεσαι ενάντια σε όλες τις αισθήσεις, δεν θα έχεις ούτε εκείνες στις οποίες (στηριζόμενος) θα κρίνεις ότι διαψεύσθηκες σε κάτι, κάνοντας την αναγωγή.

XXIV.(24) Εἴ τιν' ἐκβαλεῖς ἁπλῶς αἴσθησιν καὶ μὴ διαιρήσεις τὸ δοξαζόμενον κατὰ τὸ προσμένον καὶ τὸ παρὸν ἤδη κατὰ τὴν αἴσθησιν καὶ τὰ πάθη καὶ πᾶσαν φανταστικὴν ἐπιβολὴν τῆς διανοίας, συνταράξεις καὶ τὰς λοιπὰς αἰσθήσεις τῇ ματαίῳ δόξῃ, ὥστε τὸ κριτήριον ἅπαν ἐκβαλεῖς. εἰ δὲ βεβαιώσεις καὶ τὸ προσμένον ἅπαν ἐν ταῖς δοξαστικαῖς ἐννοίαις καὶ τὸ μὴ τὴν ἐπιμαρτύρησιν, οὐκ ἐκλείψεις τὸ διεψευσμένον· ὡς τετηρηκὼς ἔσῃ πᾶσαν ἀμφισβήτησιν κατὰ πᾶσαν κρίσιν τοῦ ὀρθῶς ἢ μὴ ὀρθῶς.
XXIV.(24) Αν απορρίπτεις γενικά την αίσθηση και δεν διαχωρίσεις την γνώμη για κάτι, που περιμένει επιβεβαίωση, από αυτό που είναι ήδη παρόν (και επομένως αισθητό) στην αίσθηση, στα πάθη και στην κάθε φανταστική επιβολή της διανοίας, θα συνταράξεις και τις υπόλοιπες αισθήσεις με μια λάθος γνώμη, έτσι ώστε θα οδηγηθείς να απορρίψεις κάθε κριτήριο. Εάν θεωρήσεις βέβαιο και κάθε τι που περιμένει επαλήθευση πάνω στις υποκειμενικές έννοιες και αυτό που δεν έχει την επιμαρτύρηση, δεν θα αποφύγεις την διάψευση, επειδή θα έχεις διατηρήσει κάθε αμφισβήτηση σε κάθε σου κρίση περί του ορθού ή του μη ορθού.

XXV.(25) Εἰ μὴ παρὰ πάντα καιρὸν ἐπανοί- σεις ἕκαστον τῶν πραττομένων ἐπὶ τὸ τέλος τῆς φύσεως, ἀλλὰ προκαταστρέψεις εἴτε φυγὴν εἴτε δίωξιν ποιούμενος εἰς ἄλλο τι, οὐκ ἔσονταί σοι τοῖς λόγοις αἱ πράξεις ἀκόλουθοι.
XXV.(25) Εάν σε κάθε περίσταση δεν ταιριάζεις κάθε μία από τις πράξεις σου με τον σκοπό της φύσης(την ηδονή), αλλά εκ των προτέρων στρέψεις και τις αποφυγές και τις επιδιώξεις σου σε κάτι άλλο, δεν πρόκειται να συμφωνούν οι πράξεις σου με τα λόγια σου.

XXVI.(26) Τῶν ἐπιθυμιῶν ὅσαι μὴ ἐπ' ἀλγοῦν ἐπανάγουσιν ἐὰν μὴ συμπληρωθῶσιν οὐκ εἰσὶν ἀναγκαῖαι ἀλλ' εὐδιάχυτον τὴν ὄρεξιν ἔχουσιν, ὅταν δυσπόριστοι ἢ βλάβης ἀπεργαστικαὶ δόξωσιν εἶναι.
XXVI.(26) Από τις επιθυμίες, όσες δεν επιφέρουν πόνο εάν δεν ικανοποιηθούν δεν είναι αναγκαίες, παρά έχουν την τάση να διαλύονται εύκολα όταν δεν μπορούμε να τις ικανοποιήσουμε ή όταν θεωρήσουμε ότι παράγουν βλαβερές συνέπειες.

XXVII.(27) Ὧν ἡ σοφία παρασκευάζεται εἰς τὴν τοῦ ὅλου βίου μακαριότητα, πολὺ μέγιστόν ἐστιν ἡ τῆς φιλίας κτῆσις.
XXVII.(27) Από όσα η σοφία προετοιμάζει στην μακαριότητα όλου του βίου, το μέγιστο είναι η απόκτηση της φιλίας.

XXVIII.(28) Ἡ αὐτὴ γνώμη θαρρεῖν τε ἐποίησεν ὑπὲρ τοῦ μηθὲν αἰώνιον εἶναι δεινὸν μηδὲ πολυχρόνιον, καὶ τὴν ἐν αὐτοῖς τοῖς ὡρισμένοις ἀσφάλειαν φιλίας μάλιστα κατεῖδε συντελουμένην.
XXVIII.(28) Η ίδια η σκέψη, που μας όπλισε με θάρρος πως κανένα φοβερό πράγμα δεν διαρκεί αιώνια ή έστω για πολύ, μας πείθει και για το ότι στα καθημερινά πράγματα η ασφάλεια συντελείται πρωτίστως με την φιλία.

XXIX.(29) Τῶν ἐπιθυμιῶν αἱ μέν εἰσι φυσικαὶ καὶ <ἀναγκαῖαι· αἱ δὲ φυσικαὶ καὶ> οὐκ ἀναγκαῖαι· αἱ δὲ οὔτε φυσικαὶ οὔτ‘ ἀναγκαῖαι ἀλλὰ παρὰ κενὴν δόξαν γινόμεναι. φυσικὰς καὶ ἀναγκαίας ἡγεῖται ὁ Ἐπίκουρος τὰς ἀλγηδόνος ἀπολυούσας, ὡς ποτὸν ἐπὶ δίψους· φυσικὰς δὲ οὐκ ἀναγκαίας δὲ τὰς ποικιλλούσας μόνον τὴν ἡδονήν, μὴ ὑπεξαιρουμένας δὲ τὸ ἄλγημα, ὡς πολυτελῆ σιτία· οὔτε δὲ φυσικὰς οὔτ‘ ἀναγκαίας, ὡς στεφάνους καὶ ἀνδριάντων ἀναθέσεις.
XXIX.(29) Από τις επιθυμίες, οι μεν είναι φυσικές και αναγκαίες, άλλες φυσικές αλλά μη αναγκαίες και άλλες ούτε φυσικές ούτε και αναγκαίες, αλλά δημιουργούνται από τις κενές δόξες (κενές γνώμες). Οι φυσικές και αναγκαίες, λέει ο Επίκουρος, είναι αυτές που διώχνουν τον πόνο όπως το ποτό διώχνει την δίψα. Οι φυσικές και μη αναγκαίες είναι αυτές που ποικίλλουν μόνον την ηδονή και δεν διώχνουν τον πόνο, όπως τα πολυτελή γεύματα. Οι δε μη φυσικές και μη αναγκαίες είναι όπως αυτές για στεφάνια και αναθέσεις ανδριάντων.

XXX.(30) Ἐν αἷς τῶν φυσικῶν ἐπιθυμιῶν, μὴ ἐπ' ἀλγοῦν δὲ ἐπαναγουσῶν ἐὰν μὴ συντελεσθῶσιν, ὑπάρχει ἡ σπουδὴ σύντονος, παρὰ κενὴν δόξαν αὗται γίνονται καὶ οὐ παρὰ τὴν ἑαυτῶν φύσιν οὐ διαχέονται ἀλλὰ παρὰ τὴν τοῦ ἀνθρώπου κενοδοξίαν.
XXX.(30) Αυτές από τις φυσικές επιθυμίες, που εάν δεν ικανοποιηθούν, δεν φέρνουν πόνο, αλλά όμως παραμένει έντονη η αναζήτησή τους, δημιουργούνται από λάθος δοξασία και δεν διαλύονται όχι εξ αιτίας της φύσεώς τους, αλλά εξ αιτίας της ματαιοδοξίας του ανθρώπου.

XXXI.(31) Τὸ τῆς φύσεως δίκαιόν ἐστι σύμβολον τοῦ συμφέροντος εἰς τὸ μὴ βλάπτειν ἀλλήλους μηδὲ βλάπτεσθαι.
XXXI.(31) Το δίκαιο της φύσεως, είναι το συμβόλαιο του συμφέροντος στο να μη βλάπτει ο ένας τον άλλον ούτε και να βλάπτεται.

XXXII.(32) Ὅσα τῶν ζῴων μὴ ἐδύνατο συνθήκας ποιεῖσθαι τὰς ὑπὲρ τοῦ μὴ βλάπτειν ἄλληλα μηδὲ βλάπτεσθαι, πρὸς ταῦτα οὐθὲν ἦν δίκαιον οὐδὲ ἄδικον. ὡσαύτως δὲ καὶ τῶν ἐθνῶν ὅσα μὴ ἐδύνατο ἢ μὴ ἐβούλετο τὰς συνθήκας ποιεῖσθαι τὰς ὑπὲρ τοῦ μὴ βλάπτειν μηδὲ βλάπτεσθαι.
XXXII.(32) Για όσα έμβια όντα δεν μπόρεσαν να συνάψουν συμφωνία να μην βλάπτει το ένα το άλλο και να μην βλάπτεται, δεν υπάρχει ούτε δίκαιο ούτε άδικο. Το ίδιο ισχύει και για όσους λαούς δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να συμφωνήσουν να μην βλάπτει ο ένας τον άλλον και να μην βλάπτεται.

XXXIII.(33) Οὐκ ἦν τι καθ' ἑαυτὸ δικαιοσύνη, ἀλλ' ἐν ταῖς μετ‘ ἀλλήλων συστροφαῖς καθ' ὁπηλίκους δή ποτε ἀεὶ τόπους συνθήκη τις ὑπὲρ τοῦ μὴ βλάπτειν ἢ βλάπτεσθαι.
XXXIII.(33) Η δικαιοσύνη δεν υπάρχει ως κάτι αυθύπαρκτο, αλλά αποτελεί κάποια συνθήκη, σύμφωνα με την οποίαν στις αμοιβαίες επαφές των ανθρώπων, όπου και όποτε αυτές λαμβάνουν χώρα, κανένας δεν θα βλάπτει τον άλλον και κανένας δεν θα βλάπτεται.

XXXIV.(34) Ἡ ἀδικία οὐ καθ' ἑαυτὴν κακόν, ἀλλ' ἐν τῷ κατὰ τὴν ὑποψίαν φόβῳ εἰ μὴ λήσει τοὺς ὑπὲρ τῶν τοιούτων ἐφεστηκότας κολαστάς.
XXXIV.(34) Η αδικία δεν είναι κακό αυτή καθεαυτή, αλλά μέσω του φόβου εκείνου που τη διαπράττει ότι δεν θα ξεφύγει από τους αρμόδιους τιμωρούς παρόμοιων πράξεων.

XXXV.(35) Οὐκ ἔστι τὸν λάθρᾳ τι ποιοῦντα ὧν συνέθεντο πρὸς ἀλλήλους εἰς τὸ μὴ βλάπτειν μηδὲ βλάπτεσθαι πιστεύειν ὅτι λήσει, κἂν μυριάκις ἐπὶ τοῦ παρόντος λανθάνῃ. μέχρι μὲν καταστροφῆς ἄδηλον εἰ καὶ λήσει.
XXXV.(35) Όποιος παραβαίνει στα κρυφά κάτι από όσα έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους οι άνθρωποι για να μην βλάπτουν και να μην βλάπτονται δεν θα έχει ποτέ την βεβαιότητα ότι τελικά δεν θα φανερωθεί, ακόμα και αν η πράξη του έχει μείνει προς το παρόν κρυφή χιλιάδες φορές. Γιατί είναι άδηλο κατά πόσο θα μείνει το ίδιο κρυφή έως την στιγμή του θανάτου του.

XXXVI.(36) Κατὰ μὲν <τὸ> κοινὸν πᾶσι τὸ δίκαιον τὸ αὐτό, συμφέρον γάρ τι ἦν ἐν τῇ πρὸς ἀλλήλους κοινωνίᾳ· κατὰ δὲ τὸ ἴδιον χώρας καὶ ὅσων δή ποτε αἰτίων οὐ πᾶσι συνέπεται τὸ αὐτὸ δίκαιον εἶναι.
XXXVI.(36) Γενικά, το δίκαιο είναι το ίδιο για όλους, διότι υπάρχει κάτι το ωφέλιμο στην κοινωνική τους ζωή. Ανάλογα με την ιδιαιτερότητα του κάθε τόπου και των συνθηκών του, όποιες και αν είναι αυτές, δεν συμβαίνει να είναι το ίδιο πράγμα δίκαιο.

XXXVII.(37) Τὸ μὲν ἐπιμαρτυρούμενον ὅτι συμφέρει ἐν ταῖς χρείαις τῆς πρὸς ἀλλήλους κοινωνίας τῶν νομισθέντων εἶναι δικαίων ἔχει τὸ ἐν τοῦ δικαίου χώρᾳ εἶναι, ἐάν τε τὸ αὐτὸ πᾶσι γένηται ἐάν τε μὴ τὸ αὐτό. ἐὰν δὲ νόμον θῆταί τις, μὴ ἀποβαίνῃ δὲ κατὰ τὸ συμφέρον τῆς πρὸς ἀλλήλους κοινωνίας, οὐκέτι τοῦτο τὴν τοῦ δικαίου φύσιν ἔχει. κἂν μεταπίπτῃ τὸ κατὰ τὸ δίκαιον συμφέρον χρόνον δέ τινα εἰς τὴν πρόληψιν ἐναρμόττῃ, οὐδὲν ἧττον ἐκεῖνον τὸν χρόνον ἦν δίκαιον τοῖς μὴ φωναῖς κεναῖς ἑαυτοὺς συνταράττουσιν ἀλλ' ἁπλῶς εἰς τὰ πράγματα βλέπουσιν.
XXXVII.(37) Εκείνο, που επιμαρτυρείται ότι συμφέρει στις ανάγκες της κοινωνικής ζωής, πρέπει να έχει την ισχύ του δικαίου, είτε είναι είτε δεν είναι το ίδιο για όλους. Αν όμως κάποιος, απλώς θεσπίσει έναν νόμο, ο οποίος δεν αποβαίνει προς το συμφέρον της κοινωνικής ζωής, ο νόμος αυτός δεν έχει πλέον την φύση του δικαίου. Ακόμη και αν μεταβάλλεται το συμφέρον που είναι σύμφωνο με το δίκαιο, για κάποιο χρόνο εναρμονίζεται με την κοινή γνώμη, καθόλου δεν ήταν λιγότερο δίκαιο σ’ εκείνο το χρονικό διάστημα, γι' αυτούς που δεν συνταράσσονται από τα κούφια λόγια αλλά βλέπουν την πραγματικότητα.

XXXVIII.(38) Ἔνθα μὴ καινῶν γενομένων τῶν περιεστώτων πραγμάτων ἀνεφάνη μὴ ἁρμόττοντα εἰς τὴν πρόληψιν τὰ νομισθέντα δίκαια ἐπ' αὐτῶν ἔργων, οὐκ ἦν ταῦτα δίκαια. ἔνθα δὲ καινῶν γενομένων τῶν πραγμάτων οὐκ ἔτι συνέφερε τὰ αὐτὰ δίκαια κείμενα, ἐνταῦθα δὲ τότε μὲν ἦν δίκαια, ὅτε συνέφερεν εἰς τὴν πρὸς ἀλλήλους κοινωνίαν τῶν συμπολιτευομένων· ὕστερον δ‘ οὐκ ἦν ἔτι δίκαια, ὅτε μὴ συνέφερεν.
XXXVIII.(38) Όποτε φάνηκε ότι, χωρίς να υπάρχουν μεταβολές στις κοινωνικές συνθήκες, δεν ταίριαζαν αυτά που θεωρούνται δίκαια στην πρακτική εφαρμογή τους, τότε έπαψαν αυτά να είναι δίκαια. Και όποτε υπήρξαν νέες κοινωνικές συνθήκες, ακόμα και τότε, δεν υπήρχε πιθανότητα να εφαρμοστούν αυτά τα δίκαια. Και ήταν αυτά δίκαια, όταν υπήρχε αποτέλεσμα στην κοινωνική ζωή των συμπολιτών μεταξύ τους. Και δεν έφερναν αποτέλεσμα, όταν αυτά δεν ήταν πλέον δίκαια.

XXXIX.(39) Ὁ τὸ μὴ θαρροῦν ἀπὸ τῶν ἔξωθεν ἄριστα συστησάμενος οὗτος τὰ μὲν δυνατὰ ὁμόφυλα κατεσκευάσατο· τὰ δὲ μὴ δυνατὰ οὐκ ἀλλόφυλά γε· ὅσα δὲ μηδὲ τοῦτο δυνατὸς ἦν, ἀνεπίμεικτος ἐγένετο, καὶ ἐξωρίσατο ὅσα τοῦτ' ἐλυσιτέλει πράττειν.
XXXIX.(39) Αυτός που φρόντισε με άριστο τρόπο για την ασφάλειά του από τους εξωτερικούς εχθρούς, αυτά μεν που μπορούσε, τα έκανε φιλικά προς αυτόν, αυτά όμως που δεν μπορούσε, δεν τα έκανε εχθρικά τουλάχιστον. Για όσα δε ούτε αυτό του ήταν δυνατόν να κάνει, αποστασιοποιήθηκε, και απομάκρυνε από κοντά του όσα έτσι συνέφερε να κάνει.

XL.(40) Ὅσοι τὴν δύναμιν ἔσχον τοῦ τὸ θαρρεῖν μάλιστα ἐκ τῶν ὁμορούντων παρασκευάσασθαι, οὕτω καὶ ἐβίωσαν μετ' ἀλλήλων ἥδιστα τὸ βεβαιότατον πίστωμα ἔχοντες, καὶ πληρεστάτην οἰκειότητα ἀπολαβόντες οὐκ ὠδύραντο ὡς πρὸς ἔλεον τὴν τοῦ τελευτήσαντος προκαταστροφήν.
XL.(40) Όσοι είχαν την δύναμη να εξασφαλισθούν προπαντός από τους γείτονές τους έζησαν υπέροχα μεταξύ τους έχοντας την πιο σίγουρη εγγύηση. Και καθώς απόλαυσαν την φιλική σχέση στην πληρέστερη μορφή της, δεν οδύρονται για εκείνον που η ζωή του τέλειωσε πριν από την δική τους, σαν να τον λυπούνται.

Η θρησκεία έχει προκαλέσει περισσότερη δυστυχία από οποιαδήποτε άλλη ιδέα

Κοίταξε την ιστορία χωρίς φίλτρα, χωρίς φόβο, χωρίς την ανάγκη να προστατεύσει αυταπάτες.

Και η ιστορία δεν είναι ιερή. Δεν είναι καθαρή. Είναι γεμάτη από ανθρώπους που έμαθαν να σκοτώνουν, να καταπιέζουν, να ελέγχουν, όχι παρά τη θρησκεία, αλλά πολλές φορές μέσα από αυτήν.

Στο όνομα του Θεού γράφτηκαν οι πιο σκοτεινές σελίδες. Διώξεις, ιεροεξετάσεις, πόλεμοι, καταδίκες. Άνθρωποι που δεν έκαναν τίποτα άλλο πέρα από το να σκεφτούν διαφορετικά, βρέθηκαν να πληρώνουν το τίμημα της αμφιβολίας τους. Όχι γιατί έβλαψαν, αλλά γιατί τόλμησαν να μην πιστέψουν.

Αλλά η πραγματική δύναμη της θρησκείας δεν είναι μόνο εκεί. Δεν είναι μόνο στο αίμα. Είναι στο μυαλό.

Είναι εκεί που μαθαίνεις από παιδί ότι το να αμφιβάλλεις είναι λάθος. Ότι το να ρωτάς είναι επικίνδυνο. Ότι το να σκέφτεσαι μόνος σου μπορεί να σε οδηγήσει στην “πτώση”.

Και κάπου εκεί, η σκέψη δεν πεθαίνει από καταστολή. Πεθαίνει από εγκατάλειψη.

Ο άνθρωπος αρχίζει να φοβάται την ίδια του τη λογική. Να νιώθει ένοχος για τις ερωτήσεις του. Να ζητά άδεια για να σκεφτεί.

Και αυτό είναι πιο βαθύ από κάθε εξωτερική καταπίεση.

Γιατί όταν φτάσεις στο σημείο να ελέγχεις μόνος σου τον εαυτό σου, δεν χρειάζεται κανείς να σε ελέγξει.

Η θρησκεία δεν χρειάζεται πάντα να απειλεί. Της αρκεί να υπόσχεται. Να σου δίνει νόημα έτοιμο, να σου δίνει απαντήσεις χωρίς προσπάθεια, να σου λέει τι είσαι, γιατί υπάρχεις και τι πρέπει να κάνεις.

Και αυτό είναι το πιο εθιστικό πράγμα για τον άνθρωπο. Όχι η αλήθεια. Η βεβαιότητα.

Γιατί η αλήθεια έχει βάρος. Έχει ευθύνη. Σε αφήνει μόνο απέναντι στον κόσμο. Δεν σου υπόσχεται τίποτα.

Ενώ η πίστη σε αγκαλιάζει. Σε ηρεμεί. Σε απαλλάσσει από την ανάγκη να ψάξεις.

Και κάπου εκεί, ο άνθρωπος δεν ψάχνει πια. Ακολουθεί.

Δεν ζει με επίγνωση. Ζει με οδηγίες.

Και αυτό παρουσιάζεται ως αρετή.

Η υπακοή γίνεται ταπεινότητα. Ο φόβος γίνεται σεβασμός. Η άγνοια γίνεται πίστη.

Και όποιος τολμήσει να τα αμφισβητήσει όλα αυτά, δεν θεωρείται σκεπτόμενος. Θεωρείται επικίνδυνος.

Γιατί δεν απειλεί μια ιδέα. Απειλεί τη συνήθεια.

Και οι άνθρωποι συγχωρούν πιο εύκολα ένα ψέμα, παρά την απώλεια μιας συνήθειας που τους κρατά ασφαλείς.

Γι’ αυτό και η θρησκεία δεν πεθαίνει εύκολα. Όχι επειδή είναι αληθινή. Αλλά επειδή είναι χρήσιμη για πολλούς.

Χρήσιμη για αυτούς που θέλουν να πιστεύουν. Και χρήσιμη για αυτούς που θέλουν να καθοδηγούν.

Και όσο αυτή η σχέση παραμένει, η δυστυχία δεν θα φαίνεται σαν αποτέλεσμα επιλογής.

Θα φαίνεται σαν κάτι φυσικό. Σαν κάτι που “έτσι είναι”.

Αλλά δεν είναι.

Είναι κάτι που μαθαίνεται.

Και ό,τι μαθαίνεται, μπορεί και να ξεμαθευτεί.

Βάλε όριο εκεί που δεν υπήρχε.

Η πίστη δεν είναι υπόθεση του κράτους. Ότι δεν μπορεί να επιβάλλεται, να διδάσκεται σαν υποχρέωση, να περνάει σαν δεδομένο σε παιδιά που δεν επέλεξαν τίποτα.

Και αυτό ήταν το πραγματικό ρήγμα. Γιατί από τη στιγμή που η πίστη έπαψε να είναι υποχρεωτική, φάνηκε πόσο λίγοι την κρατάνε όταν πρέπει να τη στηρίξουν μόνοι τους.

Για πρώτη φορά, η πίστη έμεινε χωρίς δεκανίκια.

Και τότε αποκαλύφθηκε πόσο πολύ τα χρειαζόταν.

Σαούλ-Παύλος, απόστολος ή πράκτορας μιας νέας ιουδαϊκής θρησκείας;

Σαούλ-Παύλος, απόστολος ή πράκτορας μιας νέας ιουδαϊκής θρησκείας στην Ελλάδα και το τέχνασμά του για τον δήθεν «ΑΓΝΩΣΤΟ ΘΕΟ» των Αθηναίων.

Κατά τη λεγόμενη δεύτερη ιεραποστολική περιοδεία του, περί το 50 κατά την χριστιανική χρονολόγηση, ο Ιουδαίος Σαούλ, γνωστός έπειτα ως Παύλος, επισκέφθηκε πόλεις της Μικράς Ασίας, της Μακεδονίας και της νότιας Ελλάδας, μεταξύ αυτών την Αθήνα και την Κόρινθο. Οι πληροφορίες μας προέρχονται κυρίως από τις Πράξεις των Αποστόλων (κεφ. 17–18) και από τις ίδιες τις επιστολές που αποδίδονται στον Παύλο.

Κατά την περιπλάνησή του αυτή, φέρεται να ότι επισκεπτόταν τις κοινότητες των Εβραίων που ζούσαν στις ελληνικές πόλεις. Ότι προσπαθούσε να τους μεταφέρει το μήνυμα της δήθεν ανάστασης ενός άλλου Ιουδαίου, κάποιου Ιησού, τον οποίο ο ίδιος ποτέ δεν είχε δει, και να τους προσηλυτίσει στην νέα θρησκευτική αίρεση των Ναζωραίων που είχε ιδρύσει και που στην πραγματικότητα ήταν γι'αυτόν μια εμπορική επιχείρηση που αποσπούσε χρήματα από αφελείς για τον μεσσιανικό-σιωνιστικό σκοπό όπως τον αντιλαμβανόταν ο ίδιος.

Οι περίφημες επιστολές του απευθύνονταν βεβαίως σε Ιουδαίους συμπατριώτες του που ζούσαν στις -εκτός Ιουδαίας- ρωμαϊκές τότε Επαρχίες, μεταξύ αυτών και στον Ελλαδικό χώρο. Αφού πρώτα πέρασε από πόλεις της Μικράς Ασίας και της Μακεδονίας, κατέβηκε προς στην Αθήνα και την Κόρινθο. Λέγεται ότι δεν περιορίστηκε μόνο στους Εβραίους και μίλησε και σε Έλληνες.

Πέρα από το ίδιο το χριστιανικό αφήγημα δεν υπάρχει απόδειξη ότι τον πίστεψαν Έλληνες ειδικά αναφορικά με την υποτιθέμενη ανάσταση. Άτομα σαν τον Σαούλ με τα περίεργα κηρύγματα σαν αυτού του Ιουδαίου οι Έλληνες θα τα έβλεπαν είτε με καχυποψία είτε με γέλωτα. Η ίδια η χριστιανική προπαγάνδα μιλά ψευδώς για μεγάλες επιτυχίες, αλλά ξέρουμε ότι αυτές ήρθαν μόνο δια της βίας της ανατολικής χριστιανικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αργότερα, ιδίως από τον 4ο αιώνα και μετά.

Η Αθήνα του 1ου αιώνα, αν και πολιτικά περιθωριοποιημένη εντός της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, παρέμενε σημαντικό πνευματικό κέντρο με ενεργή φιλοσοφική ζωή (Επικούρειοι, Στωικοί, Πλατωνικοί, κλπ.). Η πόλη διέθετε πλούσιο πολυθεϊστικό λατρευτικό τοπίο, το οποίο περιελάμβανε πλήθος βωμών και αφιερώσεων.

Οι Έλληνες τότε, ήταν υπό ρωμαϊκή κατοχή. Ωστόσο, οι Ρωμαίοι - πριν παρεισφρήσουν στην εξουσία της Ρώμης τα ανθελληνικά χριστιανικά συμφέροντα - ενστερνίστηκαν τον ελληνικό πολιτισμό. Οι Έλληνες ήταν υποτελείς υπό ένα ιδιαίτερο καθεστώς. Ιδίως ο Νέρωνας (αυτοκράτορας από το 54 έως 68, και ο πλέον συκοφαντημένος από τους χριστιανούς μαζί με τον Ιουλιανό) είχε απαλλάξει τους Έλληνες από κάθε φορολογία. Στην Αθήνα, οι Έλληνες επιδίδονταν στις φιλοσοφικές τους ανησυχίες και ήταν πάντα ανοιχτοί σε συζητήσεις, ακόμη και για νέους θεούς. Ωστόσο, οι Έλληνες γνώριζαν ήδη επί αιώνες για τον αόρατο θεό των Ιουδαίων και τον θεωρούσαν πολύ παράξενο και εντελώς ξένο σε σχέση με τις ελληνικές αντιλήψεις.

Ο Παύλος, μιλώντας για τον δικό του θεό του Ισραήλ και τον δήθεν γιο του, τον Ιησού, και την δήθεν ανάστασή του, σκανδάλιζε ακόμη και τους Ιουδαίους συμπατριώτες του που δεν πίστευαν ότι αυτός ο Ιησούς ήταν ο μεσσίας τους. Οπότε ένα τέτοιο άτομο θα προκαλούσε πολύ περισσότερο τον εμπαιγμό των Ελλήνων που θα θεωρούσαν ανόητο το αφήγημα της ανάστασης ενός σταυρωμένου ανθρώπου εκ νεκρών όπως έλεγε το παραμύθι του Παύλου.

Πρέπει να τονίσουμε ότι σχετικά με αυτά δεν διαθέτουμε τρίτες και ανεξάρτητες πηγές. Δεν διαθέτουμε ούτε ελληνικές πηγές. Κανένας Έλληνας δεν έκανε την παραμικρή αναφορά ούτε στον Ιησού ούτε στον Παύλο. Όσα γνωρίζουμε προέρχονται από τους ίδιους τους χριστιανούς με όση αξιοπιστία μπορούν να διαθέτουν.

Οι ίδιοι ομολογούν ότι όταν άκουσαν τον Παύλο Επικούρειοι και Στωικοί τον περιφρόνησαν («Τινὲς δὲ καὶ τῶν Ἐπικουρείων καὶ Στωϊκῶν φιλοσόφων συνέβαλλον αὐτῷ» «Τί ἂν θέλοι ὁ σπερμολόγος οὗτος λέγειν;»). Ο «σπερμολόγος» υποδηλώνει κάποιον που συλλέγει αποσπασματικές ιδέες χωρίς συστηματική συγκρότηση. Ήταν ένας ιδιαίτερα υποτιμητικός όρος στους φιλοσοφικούς κύκλους και σήμαινε αγράμματος και φλύαρος. Κι αν παραδέχονται αυτά οι ίδιοι οι χριστιανοί, καταλαβαίνει κανείς πόσο πιο οδυνηρή ήταν η πραγματικότητα για αυτούς.

Στα πλαίσια του προσηλυτισμού λοιπόν, ο πράκτορας του Γιαχβέ, ο Σαούλ-Παύλος, φέρεται να προσπάθησε πάλι με τη μέθοδο της διαστροφής της πραγματικότητας, με ένα πονηρό τέχνασμα να πείσει ότι στην Αθήνα είδε έναν βωμό για τον «άγνωστο θεό» και πως αυτό αναφερόταν δήθεν στον θεό του Ισραήλ και οι Αθηναίοι δεν το ήξεραν καν! Πρόκειται για ένα διαστρεβλωτικό σόφισμα που σκοπό είχε προφανώς να μετατοπίσει το θεολογικό πλαίσιο της ελληνικής πραγματικότητας από τον πολυθεϊσμό στον μονοθεϊσμό.

Οι Αθηναίοι είναι βέβαιο ότι θα χλεύαζαν ως αδαή όποιον θα έκανε έναν τέτοιο ισχυρισμό και μόνο άσχετοι και ξένοι θα μπορούσαν να δεχτούν την πονηρή του ασυναρτησία. Διότι οι Αθηναίοι φυσικά γνώριζαν ότι ο βωμός αυτός έφερε την επιγραφή «ΤΟΙΣ ΘΕΟΙΣ ΑΣΙΑΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΚΑΙ ΑΦΡΙΚΗΣ, ΘΕΟΙΣ ΑΓΝΩΣΤΟΙΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΙΣ».

Η ύπαρξη βωμών για «άγνωστους θεούς» οφείλεται, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, στο ότι κάποτε οι Αθηναίοι πρόσφεραν θυσίες σ'όλους τους θεούς εκτός από τον Πάνα, που γι'αυτόν το λόγο οργίστηκε μαζί τους. Έτσι αποφάσισαν να στήσουν βωμούς και να τους αφιερώσουν «σε όλους τους άγνωστους θεούς» για να μην παραλείψουν ξανά κάποιον. Σε αυτούς τους βωμούς τοποθετούσαν επιγραφή, όπως στην Αθήνα, όπου αναγραφοταν: «τοῖς θεοῖς Ἀσίας, Εὐρώπης καί Ἀφρικῆς θεοῖς αγνώστοις καί ξένοις». Τέτοιοι «βωμοὶ δὲ θεῶν τε ὀνομαζομένων Ἀγνώστων» υπήρχαν, σύμφωνα με τον Παυσανία, επίσης στο Φάληρο και στην Ολυμπία.

Αυτό ήταν το νόημα του βωμού για «θεοῖς ἀγνώστοις» για τους πολυθεϊστές Έλληνες που ο Παύλος σύμφωνα με όσα ισχυρίζονται οι διασκοτιστές χριστιανοί μετέτρεψε δολίως σε «ἀγνώστῳ θεῷ», παραλείποντας εκ του πονηρού το ακριβές και ολόκληρο κείμενο της επιγραφής. Δεν αφορούσε φυσικά στον θεό των Ιουδαίων που όπως προανέφερα ήταν γνωστός στους Έλληνες και όχι άγνωστος ήδη αιώνες πριν, οπότε σίγουρα δεν αναφέρονταν σε αυτόν τον «άμορφο και αόρατο θεό» των Ιουδαίων (και κατόπιν των χριστιανών) που ήταν μάλιστα και ζηλόφθων και που απαιτούσε να μην λατρεύεται κανένας άλλος θεός εκτός από αυτόν, αλλά και να καταστρέφονται οι ναοί και οι βωμοί των άλλων θεών. Γιατί αυτός είναι ένας θεός άκρως αντίθετος με το πνεύμα και νόημα του εν λόγω βωμού και της επιγραφής του!

Ο Παύλος στην φερόμενη ομιλία του στην Αθήνα μίλησε αποκλειστικά για τον σταυρωμένο μεσσία των εβραϊκών προφητειών που αναστήθηκε δήθεν από τους νεκρούς. Μίλησε για τον έναν και μοναδικό θεό, το δημιουργό του κόσμου που θα κρίνει τους πάντες στον δεύτερο ερχομό του που θα γινόταν σύντομα, όπως έλεγε (και 2000 έτη μετά τίποτα δεν έγινε και ούτε θα γίνει).

Οι χριστιανοί άλλωστε είναι κατ' επάγγελμα ψεύτες και διαστρεβλωτές, ενώ οι ίδιοι ισχυρίζονται πως δήθεν λένε αλήθειες και πως μόνον ο δικός τους Ιησούς είναι η «αλήθεια»! Έτσι έγινε ο Ιησούς του χριστιανικού παραμυθιού ακόμη και «ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή» για να υπερτονίσουν ως συνήθως με τη μέθοδο της διαστροφής της πραγματικότητας ότι όλα τα άλλα τα είναι ψεύτικα, όπως π.χ. τα σχετικά με τον ελληνικό θεό Διόνυσο! Επομένως «ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή» είναι ένα ακόμη μεταγενέστερο κατασκεύασμα των χριστιανών παραχαρακτών θεολόγων για να προσηλυτίσουν τους «εθνικούς» και τους «ειδωλολάτρες» ευκολότερα με δόλο, παρουσιάζοντας τον Ιησού ως υποκατάστατο του Διόνυσου.

Οι Έλληνες ήξεραν βέβαια πολύ καλά ποια ήταν η πραγματική φύση της λατρείας του Διόνυσου. Και δέχονταν ότι ένας θεός σαν τον Διόνυσο μπορεί να αναστηθεί αλλά όχι με την κυριολεκτική έννοια των χριστιανών αλλά ως φυσικός συμβολισμός των θεοτήτων της βλάστησης και της συνεχούς ανανέωσης της φύσης. Σε καμία περίπτωση δεν θα δέχονταν ότι αυτό συνέβη στην πραγματικότητα σε έναν Ιουδαίο που εκτέλεσαν οι Ρωμαίοι σαν κοινό ληστή με παλούκωμα (σταύρωση). Και σίγουρα οι Αθηναίοι που άκουσαν τις ασυναρτησίες του πράκτορα Σαούλ δεν το δέχτηκαν τα λεγόμενά του. Για αυτό και δεν έγραψε κανένας Έλληνας τίποτα σχετικά με αυτά. Οι Έλληνες εκείνης της εποχής, ιδίως στην Αθήνα, δεν ήταν αφελείς όπως παραμένουν δυστυχώς οι σημερινοί.

Θρησκεία εναντίον δεισιδαιμονίας

Η θρησκεία και η δεισιδαιμονία είναι δύο έννοιες που συχνά συγχέονται. Η θρησκεία είναι ένα σύστημα πεποιθήσεων που βασίζεται στην πίστη, ενώ η δεισιδαιμονία είναι μια πίστη σε υπερφυσικές δυνάμεις ή δυνάμεις. Η θρησκεία είναι ένα σύνολο πεποιθήσεων, πρακτικών και τελετουργιών που βασίζονται στην πίστη σε μια ανώτερη δύναμη, ενώ η δεισιδαιμονία είναι μια πίστη σε υπερφυσικές δυνάμεις ή δυνάμεις που δεν βασίζονται σε καμία επιστημονική απόδειξη.

Θρησκεία είναι ένα σύστημα πεποιθήσεων, πρακτικών και τελετουργιών που βασίζονται στην πίστη σε μια ανώτερη δύναμη. Συχνά συνδέεται με ένα συγκεκριμένο σύνολο πεποιθήσεων, όπως η πίστη σε έναν μόνο θεό ή πολλούς θεούς. Η θρησκεία βασίζεται συχνά σε ένα σύνολο ηθικών αρχών και αξιών και μπορεί επίσης να περιλαμβάνει τελετουργίες και τελετές. Δεισιδαιμονία είναι μια πίστη σε υπερφυσικές δυνάμεις ή δυνάμεις που δεν βασίζονται σε καμία επιστημονική απόδειξη. Συχνά συνδέεται με την τύχη, τη μοίρα και την τύχη. Η δεισιδαιμονία συχνά βασίζεται στο φόβο και την άγνοια και μπορεί να οδηγήσει σε παράλογη συμπεριφορά.

Η κύρια διαφορά μεταξύ θρησκείας και δεισιδαιμονίας είναι ότι η θρησκεία βασίζεται στην πίστη, ενώ η δεισιδαιμονία βασίζεται στο φόβο και την άγνοια. Η θρησκεία είναι ένα σύστημα πεποιθήσεων και πρακτικών που βασίζονται στην πίστη σε μια ανώτερη δύναμη, ενώ η δεισιδαιμονία είναι μια πίστη σε υπερφυσικές δυνάμεις ή δυνάμεις που δεν βασίζονται σε καμία επιστημονική απόδειξη.

Συμπερασματικά, η θρησκεία και η δεισιδαιμονία είναι δύο διαφορετικές έννοιες που συχνά συγχέονται. Η θρησκεία είναι ένα σύστημα πεποιθήσεων που βασίζεται στην πίστη, ενώ η δεισιδαιμονία είναι μια πίστη σε υπερφυσικές δυνάμεις ή δυνάμεις που δεν βασίζονται σε καμία επιστημονική απόδειξη.

Υπάρχει πραγματική σχέση μεταξύ θρησκείας και δεισιδαιμονίας; Μερικοί, ειδικοί οπαδοί διαφόρων θρησκευτικών θρησκειών, θα υποστηρίξουν συχνά ότι και οι δύο είναι θεμελιωδώς διαφορετικοί τύποι πεποιθήσεων. Όσοι στέκονται εκτός θρησκείας, ωστόσο, θα παρατηρήσουν μερικές πολύ σημαντικές και θεμελιώδεις ομοιότητες που πρέπει να εξεταστούν προσεκτικότερα.

Είναι πραγματικά τόσο διαφορετικοί;

Προφανώς, δεν είναι όλοι όσοι είναι θρησκευόμενοι επίσης δεισιδαίμονες, και δεν είναι και όλοι όσοι είναι δεισιδαίμονες θρησκευτικός . Ένα άτομο μπορεί να παρακολουθεί πιστά τις εκκλησιαστικές λειτουργίες σε όλη του τη ζωή χωρίς να σκεφτεί μια μαύρη γάτα που περπατά μπροστά του. Από την άλλη πλευρά, ένα άτομο που απορρίπτει εντελώς οποιαδήποτε θρησκεία, μπορεί συνειδητά ή ασυνείδητα να αποφύγει να περπατήσει κάτω από μια σκάλα — ακόμα κι αν δεν υπάρχει κανένας στη σκάλα που θα μπορούσε να ρίξει κάτι.

Εάν κανένα από τα δύο δεν οδηγεί απαραίτητα στο άλλο, μπορεί να είναι εύκολο να συμπεράνουμε ότι πρόκειται για διαφορετικούς τύπους πεποιθήσεων. Επιπλέον, επειδή ο ίδιος ο χαρακτηρισμός «δεσιδαιμονία» φαίνεται να περιλαμβάνει μια αρνητική κρίση για τον παραλογισμό, την παιδικότητα ή τον πρωτόγονο, είναι κατανοητό ότι οι θρησκευόμενοι πιστοί δεν θα ήθελαν η πίστη τους να κατηγοριοποιηθεί με δεισιδαιμονίες.

Ομοιότητες

Πρέπει, ωστόσο, να αναγνωρίσουμε ότι οι ομοιότητες δεν είναι επιφανειακές. Πρώτον, τόσο η δεισιδαιμονία όσο και οι παραδοσιακές θρησκείες είναι μη υλιστικής φύσης. Δεν αντιλαμβάνονται τον κόσμο ως ένα μέρος που ελέγχεται από αλληλουχίες αιτίας και αποτελέσματος μεταξύ ύλης και ενέργειας. Αντίθετα, προϋποθέτουν την πρόσθετη παρουσία άυλων δυνάμεων που επηρεάζουν ή ελέγχουν την πορεία της ζωής μας.

Επιπλέον, υπάρχει επίσης η εμφάνιση της επιθυμίας να δοθεί νόημα και συνοχή σε κατά τα άλλα τυχαία και χαοτικά γεγονότα. Εάν πληγωθούμε σε ένα ατύχημα, μπορεί να αποδοθεί σε μια μαύρη γάτα, στο χύσιμο αλατιού, στην αποτυχία να δώσουμε επαρκή τιμή στους προγόνους μας, στο να κάνουμε τις κατάλληλες θυσίες στα πνεύματα κ.λπ. Φαίνεται ότι υπάρχει μια πραγματική συνέχεια μεταξύ αυτό που τείνουμε να ονομάζουμε « δεισιδαιμονία » και τις ιδέες στις ανιμιστικές θρησκείες.

Και στις δύο περιπτώσεις, οι άνθρωποι αναμένεται να αποφεύγουν ορισμένες ενέργειες και να εκτελούν άλλες ενέργειες για να διασφαλίσουν ότι δεν θα πέσουν θύματα των αόρατων δυνάμεων που λειτουργούν στον κόσμο μας. Και στις δύο περιπτώσεις, η ίδια η ιδέα ότι τέτοιες αόρατες δυνάμεις λειτουργούν φαίνεται να πηγάζει (τουλάχιστον εν μέρει) τόσο από την επιθυμία να εξηγηθούν τα κατά τα άλλα τυχαία γεγονότα όσο και από την επιθυμία να έχουμε κάποιους τρόπους να επηρεάσουμε αυτά τα γεγονότα.

Όλα αυτά είναι σημαντικά ψυχολογικά οφέλη που χρησιμοποιούνται συχνά για να εξηγήσουν τον λόγο γιατί υπάρχει η θρησκεία και γιατί η θρησκεία επιμένει. Είναι επίσης λόγοι για την ύπαρξη και την επιμονή της δεισιδαιμονίας. Φαίνεται λογικό να υποστηρίξουμε, λοιπόν, ότι, ενώ η δεισιδαιμονία μπορεί να μην είναι μια μορφή θρησκείας, πηγάζει από μερικές από τις ίδιες βασικές ανθρώπινες ανάγκες και επιθυμίες όπως και η θρησκεία. Έτσι, μια μεγαλύτερη κατανόηση του πώς και γιατί αναπτύσσεται η δεισιδαιμονία μπορεί να είναι χρήσιμη για την καλύτερη κατανόηση και εκτίμηση της θρησκείας.

Μπαρούχ ΣΠΙΝΟΖΑ: Ευτυχία είναι η μέσω της λογικής κατανόηση της ζωής και του κόσμου

Αποτέλεσμα εικόνας για Μπαρούχ Σπινόζα

Στα χρονικά της φιλοσοφίας, λίγα ονόματα προκαλούν τον βαθύ στοχασμό της ύπαρξης και των απεριόριστων μυστηρίων του σύμπαντος όπως αυτό του Μπαρούχ Σπινόζα, του αινιγματικού Ολλανδού φιλοσόφου του 17ου αιώνα.

Η κληρονομιά του Σπινόζα παραμένει ως ένας διαρκής φόρος τιμής στη δύναμη της ανθρώπινης λογικής και στο θάρρος να αμφισβητεί κανείς το δόγμα.

Οι ιδέες του συνεχίζουν να εμπνέουν τους αναζητητές της αλήθειας, καλώντας τους να ατενίσουν την άβυσσο της ύπαρξης και να βρουν, όπως εκείνος, τη βαθιά ενότητα που συνδέει το σύμπαν.

Στον κόσμο της φιλοσοφίας, ο Σπινόζα παραμένει ένας φωστήρας του οποίου το φως διαπερνά το σκοτάδι της άγνοιας, οδηγώντας μας σε μια βαθύτερη κατανόηση του εαυτού μας και του σύμπαντος στο οποίο ζούμε.

Ο ΑΙΝΣΤΑΙΝ είχε πει...

[I believe in Spinoza's GOD, the NATURE...Πιστεύω στον ΘΕΟ του ΣΠΙΝΟΖΑ, την ΦΥΣΗ...]

Αν ΥΠΗΡΧΕ ο ΘΕΟΣ, θα σας έλεγε...

-Σταμάτα να προσεύχεσαι και να χτυπιέσαι στο στήθος. Αυτό που θέλω να κάνεις είναι να βγεις έξω στον κόσμο και να χαρείς την ζωή σου. Θέλω να ζεις, να τραγουδάς, ναι χαίρεσαι και να απολαμβάνεις όλα αυτά που έχω φτιάξει για σένα.

-Σταμάτα πια να πηγαίνεις σε εκείνους τους μελαγχολικούς, σκοτεινούς και κρύους ναούς που εσύ ο ίδιος κατασκεύασες και λες πως είναι το σπίτι μου. Το σπίτι μου είναι στα βουνά, στα δάση, στα ποτάμια, στις λίμνες, στις θάλασσες. Εκεί είναι που ζω και εκφράζω την αγάπη μου για εσένα!

-Σταμάτα να με θεωρείς υπεύθυνο για την μίζερη ζωή σου, εγώ ποτέ δεν σου είπα πως δεν υπήρχε τίποτε κακό σε σένα ή ότι ήσουν αμαρτωλός.

-Σταμάτα πια να διαβάζεις υποτιθέμενες αγίες γραφές που δεν έχουν να κάνουν τίποτα με εμένα. Αν δεν μπορείς να με διαβάσεις σε ένα ηλιοβασίλεμα, στην εξοχή, στο βλέμμα των φίλων σου, στα μάτια του παιδιού σου δεν θα με βρεις σε κανένα βιβλίο.

-Σταμάτα να με φοβάσαι τόσο. Εγώ δεν σε κρίνω, δεν σε κριτικάρω, ούτε με ενοχοποιώ, ούτε χαλιέμαι, ούτε τιμωρώ. Εγώ είμαι αγνή αγάπη.

-Σταμάτα να μου ζητάς συγχώρεση, δεν υπάρχει τίποτα να συγχωρήσω. Αν εγώ σε έφτιαξα, εγώ σε γέμισα με πάθη, με όρια, με απολαύσεις, με συναισθήματα, με ανάγκες, με ασυνέπειες, με ελεύθερη βούληση.

Πως μπορώ να σε συγχωρήσω εάν ανταποκρίνεσαι σε κάτι που εγώ έβαλα μέσα σου?

Πως μπορώ να σε τιμωρώ επειδή είσαι αυτό που είσαι, εάν εγώ είμαι αυτός που σε έφτιαξα?

Πιστεύεις πως θα μπορούσα να φτιάξω ένα μέρος για να καίω όλους εκείνους τους γιους μου που συμπεριφέρονται άσχημα, για την υπόλοιπη αιωνιότητα?

Τι είδους Θεός θα το έκανε αυτό;

-Ξέχνα οποιουδήποτε τύπου εντολή, οποιουδήποτε τύπου νόμο, αυτά είναι κόλπα για να σε μεταχειρίζονται, για να σε ελέγχουν, ώστε μόνο να δημιουργούν τύψεις μέσα σου.

-Σεβάσου τους όμοιους σου και μην κάνεις αυτό που δεν θα ήθελες για σένα. Το μόνο που σου ζητάω είναι να προσέξεις την ζωή σου, και η εγρήγορση σου να είναι ο οδηγός σου. Αγαπημένε μου, αυτή η ζωή δεν είναι μια δοκιμή, ούτε ένα επίπεδο, ούτε ένα βήμα στον δρόμο, ούτε μια πρόβα, ούτε ένα πρελούδιο προς τον παράδεισο.

-Αυτή η ζωή είναι το μόνο που υπάρχει εδώ και τώρα το μοναδικό που έχεις ανάγκη. Είσαι απόλυτα ελεύθερος για να δημιουργήσεις στην ζωή σου έναν παράδεισο ή μια κόλαση. Δεν θα μπορούσα να σου πω αν υπάρχει κάτι άλλο μετά από αυτή την ζωή, αλλά μπορώ να σου δώσω μια συμβουλή. Ζήσε σαν να μην υπήρχα. Ζήσε σαν να ήταν η μοναδική σου ευκαιρία να απολαύσεις, να αγαπήσεις, να υπάρξεις.

-Έτσι, αν δεν υπάρχει τίποτα, λοιπόν θα έχεις αξιοποιήσει την ευκαιρία που σου έδωσα. Και αν υπάρχει, να είσαι σίγουρος πως δεν θα σε ρωτήσω αν συμπεριφέρθηκες καλά ή κακά, θα σε ρωτήσω, σου άρεσε; Το διασκέδασες; Τι ήταν αυτό που απόλαυσες περισσότερο; Τι έμαθες;

-Μην με ψάχνεις έξω, δεν θα με βρεις, ψάξε με μέσα, εκεί είμαι, παλλόμενος μέσα σου!

 

Το πρόβλημα της ιστορικότητας του χριστιανικού Ιησού

Η ιστορικότητα του χριστιανικού Ιησού αποτελεί ένα από τα πλέον εδραιωμένα αξιώματα της δυτικής ιστοριογραφικής παράδοσης. Συχνά προβάλλεται η θέση ότι, ανεξαρτήτως της θεολογικής ερμηνείας των ευαγγελίων, πρέπει να υπήρξε ένα ιστορικό πρόσωπο που αποτέλεσε τον πυρήνα του μεταγενέστερου χριστιανικού κινήματος. Η θέση αυτή παρουσιάζεται συχνά ως αποτέλεσμα επιστημονικής συναίνεσης.

Ωστόσο, όταν εξεταστεί με αυστηρά ιστορικοκριτικά και επιστημολογικά κριτήρια, αποκαλύπτονται σοβαρά προβλήματα που καθιστούν την αποδοχή της ιστορικότητας του χριστιανικού Ιησού λιγότερο αναγκαστική απ’ όσο συνήθως υποστηρίζεται. Η ιστορική έρευνα, προκειμένου να θεμελιώσει την ύπαρξη ενός προσώπου, απαιτεί κατ’ ελάχιστον τη διαθεσιμότητα σύγχρονων ή σχεδόν σύγχρονων πηγών, ανεξάρτητων μεταξύ τους, οι οποίες να επιτρέπουν τη διασταύρωση πληροφοριών και τον έλεγχο της αξιοπιστίας τους.

Στην περίπτωση του Ιησού, τέτοιες πηγές απουσιάζουν πλήρως. Δεν υπάρχει καμία μη χριστιανική μαρτυρία από το πρώτο μισό του 1ου αιώνα μ.κ.χ. που να αναφέρεται ρητά σε ένα πρόσωπο με το όνομα, τη δράση ή το προφίλ που περιγράφεται στα ευαγγέλια. Η απουσία αυτή είναι ιδιαίτερα προβληματική αν ληφθεί υπόψη ότι η Ιουδαία της περιόδου υπήρξε περιοχή έντονης μεσσιανικής κινητικότητας, αυξημένης κοινωνικής έντασης και στενής ρωμαϊκής εποπτείας.

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διέθετε ανεπτυγμένο διοικητικό και γραφειοκρατικό μηχανισμό και κατέγραφε συστηματικά εξεγέρσεις, συλλήψεις και εκτελέσεις, ιδίως όταν αυτές αφορούσαν πρόσωπα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν απειλή για τη δημόσια τάξη. Παρ’ όλα αυτά, δεν σώζεται καμία σύγχρονη διοικητική ή ιστορική καταγραφή που να αφορά τη σύλληψη, τη δίκη ή την εκτέλεση ενός Ιησού με τέτοια υποτιθέμενη απήχηση. Οι αναφορές από Ιουδαϊκές πηγές, όπως του Ιουδαίου Ιώσηπου ελέγχονται ως προς την αξιοπιστία και την μεροληψία του όσο και για τις αποδεδειγμένες μεταγενέστερες χριστιανικές παρεμβολές στα κείμενα του.

Οι μεταγενέστερες ρωμαϊκές αναφορές που συχνά επικαλούνται ως εξωτερική επιβεβαίωση δεν αίρουν το πρόβλημα αυτό. Τα χωρία του Τάκιτου, του Σουητώνιου και του Πλίνιου του Νεότερου γράφονται στα τέλη του 1ου και στις αρχές του 2ου αιώνα και δεν βασίζονται σε άμεση γνώση των γεγονότων, αλλά σε πληροφορίες που φαίνεται να προέρχονται από τη διάδοση του ίδιου του χριστιανικού κινήματος. Οι αναφορές αυτές είναι αόριστες, δεν περιέχουν βιογραφικά στοιχεία και δεν περιγράφουν τον Ιησού ως ιστορικό πρόσωπο με συγκεκριμένη δράση, αλλά μιλούν γενικά για χριστιανούς και για την πίστη τους σε κάποιον «Chrestus».

Η χρήση του όρου Chrestus, ελληνικής προέλευσης και κοινής χρήσης, υποδηλώνει σύγχυση ή γενίκευση και δεν μπορεί να θεωρηθεί σαφής αναφορά σε συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο. Το «Chrestus» (κοινό ελληνιστικό όνομα από το ελληνικό χρηστός = «χρήσιμος», «καλός», «ωφέλιμος») ήταν επίσης ένα πολύ συνηθισμένο όνομα δούλων και απελεύθερων στη αρχαία Ρώμη. Δεν πρόκειται για τίτλο ή μοναδικό όνομα, αλλά για γενικό ανθρωπωνύμιο. Δεν είναι θεολογικός όρος. Άρα δεν σημαίνει αυτομάτως “Χριστός”. Η χρήση του από Ρωμαίους συγγραφείς όπως ο Σουητώνιος δεν τεκμηριώνει την ύπαρξη του ευαγγελικού Ιησού, αλλά φανερώνει σύγχυση, γενίκευση ή παρεξήγηση πληροφοριών σχετικών με εσωτερικές διαμάχες ιουδαϊκών κοινοτήτων. Στην καλύτερη περίπτωση, οι πηγές αυτές τεκμηριώνουν την ύπαρξη κοινωνικής έντασης γύρω από ένα θρησκευτικό ζήτημα ή την ύπαρξη ενός κινήματος και όχι την ιστορικότητα του ιδρυτή του. Δεν αποδεικνύουν ότι ο Χριστός των χριστιανών ταυτίζεται πλήρως με ένα συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο με το βιογραφικό των Ευαγγελίων. Η επιστήμη δεν είναι βέβαιη ότι εδώ μιλάμε για τον χριστιανικό Ιησού.

Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η σχεδόν πλήρης σιωπή της ελληνικής γραμματείας. Έλληνες συγγραφείς των 1ου και 2ου αιώνων, όπως ο Πλούταρχος, ο Παυσανίας, ο Επίκτητος και άλλοι εκπρόσωποι της φιλοσοφικής και ιστοριογραφικής παράδοσης, επιδεικνύουν έντονο ενδιαφέρον για θρησκευτικά φαινόμενα, ξένες λατρείες, φιλοσόφους, θαυματοποιούς και πρόσωπα που διεκδικούσαν ιδιαίτερο κύρος. Παρά το γεγονός ότι ο Παύλος φέρεται να είχε ήδη δραστηριοποιηθεί στον ελληνικό χώρο και ότι μικρές χριστιανικές κοινότητες είχαν εμφανιστεί μεταξύ των εβραϊκών παροικιών σε σημαντικά αστικά κέντρα, δεν συναντούμε ουσιαστική αναφορά στον Ιησού ως ιστορικό πρόσωπο.

Οι Έλληνες αδιαφορούν και αγνοούν τόσο το χριστιανικό κίνημα όσο και τον φερόμενο «Μεσσία». Η σιωπή αυτή είναι δύσκολο να εξηγηθεί αν υποτεθεί ότι επρόκειτο για έναν διδάσκαλο (ή προφήτη) με εξαιρετική απήχηση και με γεγονότα όπως η δημόσια εκτέλεση και η υποτιθέμενη ανάσταση. Αντιθέτως, καθίσταται περισσότερο κατανοητή αν το πρόσωπο αυτό δεν είχε αποκτήσει ιστορική ορατότητα στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Αυτό αναιρεί ιδιαίτερα ως αβάσιμο και τον ισχυρισμό όσων προβάλλουν ότι ο χριστιανισμός είχε «ελληνικές ρίζες».

Ο χριστιανισμός ήταν αόρατος για τους Έλληνες εκείνης της εποχής. Στον ελληνικό λόγιο κόσμο του τέλους του 1ου – αρχών 2ου αιώνα, ενώ η χριστιανική παράδοση αναφέρει πληθώρα περιστατικών για το χριστιανικό κίνημα, οι Έλληνες δεν θεωρούσαν αυτά τα περιστατικά ως άξια μνείας. Και αυτό είναι αξιοπερίεργο για έναν λαό που έδειχνε ενδιαφέρον για τόσα άλλα φαινόμενα και γεγονότα. Αυτό το υποτιθέμενα σημαντικό και «κοσμοϊστορικό» φαινόμενο οι Έλληνες το αγνοούν ως ανύπαρκτο επειδή προφανώς δεν είχε την βασιμότητα που του απέδωσε η μεταγενέστερη χριστιανική αφήγηση ως εκείνη που επικράτησε. Κι όταν το χριστιανικό αφήγημα άρχισε να αποκτά ορατότητα στους Έλληνες, οι Έλληνες λόγιοι αντέδρασαν επικριτικά απέναντι στο υπό διαμόρφωση τότε ευρισκόμενο χριστιανικό δόγμα (βλέπε τον «αληθή λόγο» του Κέλσου, το «κατά Χριστιανών» του Πορφυρίου, κ.α., των οποίων ωστόσο τα έργα ρίχτηκαν στην πυρά όταν ο χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της Ρώμης). Κανένα ελληνικό φιλοσοφικό ρεύμα δεν είδε θετικά τον χριστιανικό δογματισμό.

Η πλήρης αδιαφορία των Ελλήνων είναι όντως ασύμβατη με τον ισχυρισμό περί έμφυτης, παγκόσμιας θεϊκής σημασίας που αποδίδουν οι χριστιανοί στην θρησκεία τους και αυτό είναι κάτι που τους πονάει και γι’ αυτό το παραβλέπουν. Η σιωπή των Ελλήνων καταρρίπτει τον ισχυρισμό ότι ο Ιησούς θεωρήθηκε «Θεός» ή «κοσμοϊστορικό γεγονός» στην εποχή του, αναιρεί την ιδέα ότι η σημασία του ήταν αυτονόητη ή άμεση και αποκλείει κάθε αφήγηση περί «παγκόσμιας αναγνώρισης».

Τα «κανονικά» ευαγγέλια, που αποτελούν τη βασική πηγή για τη ζωή του Ιησού, δεν μπορούν να καλύψουν αυτό το κενό της ιστορικότητας. Πρόκειται για ανώνυμα κείμενα, γραμμένα δεκαετίες μετά τα υποτιθέμενα γεγονότα, τα οποία εξυπηρετούν σαφείς θεολογικούς και κατηχητικούς σκοπούς. Οι μεταξύ τους αντιφάσεις σε κρίσιμα σημεία, όπως οι χρονολογίες, οι γενεαλογίες, τα λόγια και οι πράξεις του Ιησού, υπονομεύουν τη δυνατότητα ιστορικής ανασύστασης. Το πρόβλημα αυτό επιτείνεται από το γεγονός ότι υπήρξε μεγάλος αριθμός άλλων ευαγγελικών κειμένων, τα οποία απορρίφθηκαν ως απόκρυφα στο πλαίσιο της διαμόρφωσης του «κανόνα». Η «κανονικοποίηση» των τεσσάρων ευαγγελίων δεν βασίστηκε σε ιστορικά κριτήρια, αλλά σε θεολογικές και εκκλησιαστικές ανάγκες, γεγονός που αποκαλύπτει τον κατασκευαστικό χαρακτήρα του αφηγήματος.

Ιδιαίτερη σημασία για την ιστορική αξιολόγηση έχει η παρουσία υπερφυσικών στοιχείων στον ίδιο τον πυρήνα των κανονικών ευαγγελίων. Η παρθενογένεση και η ανάσταση δεν παρουσιάζονται ως περιφερειακές δοξασίες, αλλά ως θεμελιώδη γεγονότα της ζωής και της ταυτότητας του Ιησού. Από ιστορική σκοπιά, πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν είναι απλώς αναπόδεικτοι, αλλά ανήκουν σαφώς στη σφαίρα του μυθολογικού και του θρησκευτικού λόγου. Η ιστορική μεθοδολογία δεν διαθέτει εργαλεία για την επαλήθευση υπερφυσικών γεγονότων, ενώ η ενσωμάτωσή τους σε ένα κείμενο λειτουργεί ως ένδειξη ότι ο συγγραφέας δεν αποσκοπεί στην καταγραφή εμπειρικά ελέγξιμων γεγονότων, αλλά στη διατύπωση ενός σωτηριολογικού αφηγήματος.

Η παρθενογένεση, ειδικότερα, απουσιάζει από τα αρχαιότερα χριστιανικά κείμενα και δεν αναφέρεται από τον Παύλο, γεγονός που υποδηλώνει ότι αποτελεί μεταγενέστερη θεολογική προσθήκη. Παράλληλα, το μοτίβο της θαυματουργής ή θεϊκής γέννησης απαντά ευρέως στην αρχαία μεσογειακή μυθολογία και θρησκευτικότητα, γεγονός που καθιστά εύλογη την ερμηνεία ότι τα ευαγγέλια αντλούν από προϋπάρχοντα μυθολογικά σχήματα για να αποδώσουν θεϊκή νομιμοποίηση στον Ιησού. Ακόμη πιο καθοριστική είναι η αφήγηση της «ανάστασης», η οποία παρουσιάζεται ως το θεμέλιο της χριστιανικής πίστης. Οι σχετικές αφηγήσεις διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των ευαγγελίων ως προς τους μάρτυρες, τη χρονική ακολουθία και τις εμφανίσεις του «αναστημένου» Ιησού, γεγονός που δεν επιτρέπει τη συγκρότηση ενός συνεκτικού ιστορικού γεγονότος. Από επιστημονική άποψη, η ανάσταση δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως ιστορικό συμβάν, αλλά μόνο ως πίστη που καταγράφεται σε θεολογικά κείμενα.

Η παρουσία αυτών των υπερφυσικών στοιχείων καθιστά μεθοδολογικά προβληματική την επιλεκτική αποδοχή άλλων στοιχείων των ευαγγελίων ως ιστορικά αξιόπιστων. Η διάκριση μεταξύ «ιστορικού πυρήνα» και «θεολογικού περιβλήματος» δεν προκύπτει από τις ίδιες τις πηγές, αλλά αποτελεί ερμηνευτική κατασκευή εκ των υστέρων, η οποία εξυπηρετεί την ανάγκη διατήρησης μιας ελάχιστης ιστορικότητας. Ο χριστιανικός Ιησούς είναι θεολογικό και ιδεολογικό κατασκεύασμα. Αν υπήρξε ιστορικός πυρήνας, δεν μπορεί να ανασυντεθεί με επάρκεια. Η αποδοχή του ως «αληθινού προσώπου» με τη βιογραφία των Ευαγγελίων δεν δικαιολογείται επιστημονικά.

Σημαντικό ρόλο στην πρώιμη διαμόρφωση του χριστιανικού λόγου διαδραματίζει και ο Παύλος, ο φερόμενος ως αρχαιότερος χριστιανός συγγραφέας. Οι επιστολές του παρουσιάζουν έναν «Μεσσία» (ελληνιστί «Χριστό») πρωτίστως αποκαλυπτικό και υπερβατικό και δεν δείχνουν ενδιαφέρον για τη βιογραφία ενός πρόσφατου ιστορικού διδασκάλου. Η απουσία αναφορών στη ζωή, τη διδασκαλία και τα θαύματα του Ιησού επιτρέπει την υπόθεση ότι η μορφή του Χριστού αρχικά λειτουργούσε ως σωτηριολογικό και μυθολογικό σχήμα, το οποίο ιστορικοποιήθηκε σταδιακά καθώς το κίνημα εδραιωνόταν και αποκτούσε ανάγκη συγκεκριμένου ιδρυτικού αφηγήματος.

Για να μιλήσουμε σοβαρά για αρχαιολογική τεκμηρίωση ενός ιστορικού προσώπου, θα περιμέναμε τουλάχιστον 1) επιγραφή με σαφή αναφορά στο όνομα και τη δράση του, 2) σύγχρονη επιγραφή τρίτου (όχι πιστού), 3) επίσημο διοικητικό έγγραφο, 4) νομικό/δικαστικό τεκμήριο, 5) μνημειακή ή ταφική αναφορά. Για τον χριστιανικό Ιησού δεν υπάρχει τίποτα από αυτά. ΔΕΝ είναι αρχαιολογικά ευρήματα για τον Ιησού, αλλά συχνές παρανοήσεις, ο υποτιθέμενος σταυρός, τα καρφιά, το ακάνθινο στεφάνι. Αυτά είναι μεσαιωνικές ή μεταγενέστερες παραδόσεις χωρίς καμία αρχαιολογική τεκμηρίωση. Επίσης δεν είναι αρχαιολογικά πειστήρια τα πολλαπλά αντικρουόμενα «λείψανα», η «Σινδόνη» του Τορίνο. Η ραδιοχρονολόγηση τα τοποθετεί στον μεσαίωνα. Ακόμη κι αν αγνοούσαμε τη χρονολόγηση δεν αποδεικνύουν ταυτότητα προσώπου και δεν αποτελούν αρχαιολογικό τεκμήριο ο φερόμενος τάφος του Ιησού διότι δεν είναι επαληθεύσιμος αλλά μάλλον κατασκευασμένος εκ των υστέρων. Έχουμε διάφορες αντικρουόμενες τοποθεσίες και καμία επιγραφή. Συχνά παρουσιάζεται εσφαλμένα ως «απόδειξη» η επιγραφή του Ποντίου Πιλάτου (Caesarea) το οποίο είναι υπαρκτό αρχαιολογικό εύρημα αλλά δεν αναφέρει τον Ιησού. Απλώς επιβεβαιώνει ότι υπήρξε ο Πόντιος Πιλάτος και ότι ήταν Ρωμαίος έπαρχος. Δεν προσφέρει καμία ανεξάρτητη μαρτυρία για τον Ιησού. Για σύγχρονα πρόσωπα της ίδιας εποχής έχουμε επιγραφές, νομίσματα, διοικητικά έγγραφα, μνημεία. Π.χ. Ηρώδης ο Μέγας, Αύγουστος, Τιβέριος, Πιλάτος. Για τον Ιησού επικρατεί απόλυτο αρχαιολογικό κενό. Άρα δεν υπάρχουν άμεσα ή έμμεσα αρχαιολογικά ευρήματα που να τεκμηριώνουν την ύπαρξη του Ιησού.

Η αρχαιολογία δεν επιβεβαιώνει ούτε τη ζωή, ούτε τη δράση, ούτε τη δίκη, ούτε την εκτέλεσή του. Η ιστορικότητά του δεν στηρίζεται σε υλικό τεκμήριο, αλλά αποκλειστικά σε θεολογικά και μεταγενέστερα λογοτεχνικά κείμενα και κατασκευές ψευδεπίγραφων. Επίσης δεν υπάρχει καμία αυθεντική ή σύγχρονη επιστολή του Ποντίου Πιλάτου που να αναφέρεται στον Ιησού όπως λάθος επικαλούνται οι υποστηρικτές της ιστορικότητας. Ό,τι σχετικό κυκλοφορεί είναι μεταγενέστερη χριστιανική ψευδεπιγραφία. Οι λεγόμενες «Επιστολές του Πιλάτου» (π.χ. Epistula Pilati ad Tiberium) χρονολογούνται στον 4ος–5ος αι. μ.κ.χ. (τουλάχιστον 300 χρόνια μετά!). Η γλώσσα & ύφος είναι καθαρά χριστιανικό. Ο σκοπός που εξυπηρετούν είναι απολογητικός - θεολογικός με μηδενική ιστορική αξία. Δεν αναφέρονται από κανέναν Ρωμαίο συγγραφέα της εποχής, δεν σώζονται σε ρωμαϊκά αρχεία, δεν έχουν καμία επιγραφική ή παπυρολογική επιβεβαίωση.

Οι λεγόμενες «Πράξεις του Πιλάτου» (Acta Pilati), (που είναι ενσωματωμένες στο λεγόμενο Ευαγγέλιο του Νικοδήμου), δεν είναι επίσημα ρωμαϊκά πρακτικά. Είναι χριστιανικό θρησκευτικό κείμενο που συντάχθηκε για να δώσει «κρατικό κύρος» στο ευαγγελικό αφήγημα και να μεταθέσει την ευθύνη από τους Ρωμαίους. Δεν έχει καμία σχέση με πραγματικά acta (πρακτικά) ρωμαϊκού δικαστηρίου. Αν ο Πιλάτος είχε στείλει επίσημη αναφορά στον Τιβέριο για θανατική καταδίκη, ταραχές, «θαύματα» ή «ανάσταση» τότε θα περιμέναμε αναφορά σε Ρωμαίους ιστορικούς (Τάκιτο, Σουητώνιο κ.ά.), διατήρηση σε αρχειακή παράδοση ή έστω έμμεση μνεία. Δεν υπάρχει τίποτα. Απόλυτη σιωπή.

Ο Τερτυλλιανός (τέλη 2ου αι.) ισχυρίζεται ότι ο Πιλάτος έγραψε στον Τιβέριο. Όμως δεν παραθέτει επιστολή, δεν την είδε κανείς άλλος και γράφει μεροληπτικά ως χριστιανός απολογητής, όχι ως ιστορικός, άρα η αξιοπιστία του ελέγχεται ως εξαιρετικά αμφίβολη. Αν κάπου στα αρχεία της Ρώμης υπήρχε σχετικό κείμενο και πηγή θα την είχαν επικαλεστεί οι ίδιοι οι χριστιανοί απολογητές με παράθεση. Αντί γι’ αυτό, έχουμε μόνο μεταγενέστερα κείμενα που προσποιούνται επίσημα έγγραφα.

Τέλος, η αποδοχή της ιστορικότητας του Ιησού δεν μπορεί να αποσπαστεί από το ευρύτερο χριστιανοκεντρικό πολιτισμικό και επιστημολογικό πλαίσιο της Δύσης. Ο χριστιανισμός έχει διαμορφώσει σε βάθος τις έννοιες, τις αξίες και τα όρια του αποδεκτού λόγου. Η λεγόμενη «συναίνεση των ιστορικών» λειτουργεί συχνά ως κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο και όχι ως αποτέλεσμα αναγκαστικής απόδειξης. Η πλήρης αμφισβήτηση της ιστορικότητας του Ιησού αντιμετωπίζεται συχνά ως ακραία ή ιδεολογική, γεγονός που περιορίζει το εύρος της επιστημονικής συζήτησης.

Οι αρνητές της ιστορικότητας του Ιησού αντιμετωπίζονται με έντονα εχθρική ρητορική. Στην Ευρώπη μέχρι τον 18ο αιώνα η αμφισβήτηση της ιστορικότητας του Χριστού ήταν αδιανόητη, όχι τόσο επιστημονικά, όσο κοινωνικά και πολιτικά. Ακόμα και σήμερα η ακαδημαϊκή αποδοχή δεν είναι αποκομμένη από το κοινό αίσθημα ενός επί αιώνες χριστιανοκεντρικά διαμορφωμένου κόσμου. Σε αυτό το πλαίσιο κανείς δεν θέλει να θεωρηθεί «ακραίος», «προκλητικός», «ιδεολογικός παρίας». Αυτό παράγει συντηρητισμό συμπερασμάτων. Υπήρξαν άνθρωποι (όπως ο Bruno Bauer, ο Arthur Drews, ο G. A. Wells, ο Robert Price, ο Hermann Detering) στους προηγούμενους αιώνες που πρωτοστάτησαν στην αμφισβήτηση της ιστορικότητας του Ιησού και υπέστησαν τις συνέπειες της περιθωριοποίησης και της αντιμετώπισής τους ως «αιρετικών» από την ακαδημαϊκή κοινότητα.

Υπό το σύνολο αυτών των παρατηρήσεων, η ιστορικότητα του χριστιανικού Ιησού δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκώς τεκμηριωμένη με αυστηρά επιστημονικούς όρους. Το ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι η χριστιανική Εκκλησία, δηλαδή η οργάνωση των ιερέων και θεολόγων του χριστιανισμού, κατασκεύασε το πρόσωπο του Χριστού της «ορθόδοξης» πίστης. Έχουμε επαρκή δεδομένα για να μιλάμε για κατασκευή ενός θεολογικού προσώπου από τον 2ο αιώνα και μετά. Ο όποιος ιστορικός πυρήνας, αν υπήρξε, δεν είναι δυνατό να ανασυντεθεί με ασφάλεια. Ακόμη και με τα διαθέσιμα εξωχριστιανικά δεδομένα, δεν έχουμε επαρκή τεκμηρίωση για να δεχτούμε τον χριστιανικό Ιησού ως ιστορικό πρόσωπο. Έχουμε επαρκή τεκμηρίωση για τη γένεση μιας θρησκείας που κατασκεύασε ένα ενοποιημένο πρόσωπο μέσω επιλογής κειμένων, θεολογίας και εξουσίας. Οι πηγές είναι μεταγενέστερες, αόριστες και θεολογικά φορτισμένες, ενώ η ενσωμάτωση αναπόδεικτων και μυθολογικών στοιχείων στον πυρήνα του αφηγήματος ενισχύει την ερμηνεία ότι πρόκειται πρωτίστως για μια θεολογική μορφή που ιστορικοποιήθηκε εκ των υστέρων. Η αποδοχή ενός «ιστορικού Ιησού» φαίνεται έτσι να αποτελεί περισσότερο έναν χριστιανοκεντρικό κοινωνιολογικό, πολιτισμικό και επιστημολογικό αναγκαστικό συμβιβασμό παρά αναπόφευκτο συμπέρασμα της ιστορικής έρευνας.

Τέλος, η εν γένει ενασχόληση με το ζήτημα αυτό παρουσιάζεται συχνά ως απόδειξη αλλά όσοι το ισχυρίζονται παραβλέπουν ότι η ιστορική και φιλοσοφική έρευνα δεν ασχολείται μόνο με ό,τι υπάρχει, αλλά και με ό,τι πιστεύτηκε ότι υπάρχει. Το αντικείμενο της συζήτησης δεν είναι απλά η ύπαρξη ή μη του χριστιανικού Ιησού, αλλά κυρίως το πλαίσιο μέσα στο οποίο συγκροτήθηκε το χριστιανικό αφήγημα. Η συχνή ένσταση ότι η ίδια η ενασχόληση με το ζήτημα της ιστορικότητας συνεπάγεται την ύπαρξη του προσώπου αποτελεί λογικό σφάλμα. Η ανάλυση αφορά την ιστορική και κοινωνική συγκρότηση ενός αφηγήματος και όχι την οντολογική επιβεβαίωση του αντικειμένου του. Η ύπαρξη λόγου περί ενός προσώπου δεν ισοδυναμεί με την ύπαρξη του ίδιου του προσώπου.